1911.01.29
2.132 στίχοι · 16.373 λέξεις · 131 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16.
τῆς 29ης Ἰανουαρίου 1911.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 35′ παρόντων Βουλευτῶν 188, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§2Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ λάθος ἀναφέρεται εἰς τὰ Πρακτικά, ἀντὶ Παν. Πετροπουλάκης, Γεώρ. Πετροπουλάκης.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§4Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἤθελον νὰ συγχαρῶ τὸν συντάκτην τῶν Πρακτικῶν!
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὡς ἐξελέγη, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τὴν ἐκλογὴν καὶ τὸν νόμιμον καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ᾐτήσατο δέ, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα καὶ παρουσιασθῇ καὶ ὑποβάλῃ τὰ σέβη αὐτοῦ εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα. Ἡ ἡμέρα ὡρίσθη, καὶ τὸ Προεδρεῖον ἔσχε τὴν ὑψηλὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα. Τὴν προσφώνησιν καὶ ἀντιφώνησιν τῆς Α. Μεγαλειότητος θὰ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Γραμματεύς. (Ἀναγινώσκονται ὑπὸ τοῦ κ. Γραμματέως ἡ προσφώνησις ὡς καὶ ἡ ἀντιφώνησις ἔχουσαι οὕτω:) (Προσφώνησις Προέδρου) Βασιλεῦ· Τὸ Προεδρεῖον τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς λαμβάνει τὴν τιμήν, ὅπως καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος τὰ βαθύτατα αὑτοῦ σεβάσματα, ἀναγγέλλον ἅμα Αὐτῇ τὴν νόμιμον κατάρτισιν τοῦ Σώματος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πανηγυρικῶς καὶ νομιμοφρόνως διεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ὑπὲρ ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου, ὑπὲρ ἀνακαινίσεως καὶ βελτιώσεως τῶν ἀτελῶς ἐχόντων πολιτειακῶν ὀργανισμῶν καὶ ὑπὲρ καθιερώσεως νέων συνθηκῶν ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ τῆς χώρας. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωροῦντες ἐπὶ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ βαρυτάτου καθήκοντος, ὅπερ ἡ λαϊκὴ θέλησις ἐνεπιστεύθη αὐτοῖς, ἐλπίζουσι, Βασιλεῦ, ὅτι ἡ ἁρμονικὴ συνεργασία τῶν συμβούλων τοῦ Στέμματος καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διευκολύνουσα τὴν συντέλεσιν τοῦ ἀναληφθέντος ἔργου, θέλει στηρίξει τὰ θεμέλια νέας πολιτικῆς περιόδου καὶ ἐνισχύσει τὰς ἐλπίδας καὶ εὐχὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὲρ κραταιώσεως τοῦ μεγαλείου τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Θρόνου. Τὸ Προεδρεῖον εὔχεται, Βασιλεῦ, ὅπως ἡ θεία Πρόνοια ἐνισχύῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοὺς διαχειριζομένους τὰς πολιτικὰς αὐτοῦ ἐντολὰς καὶ ὅπως ὁ Ὕψιστος κρατύνῃ καὶ σκέπῃ τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Θρόνον. (Ἀντιφώνησις Ἄνακτος) «Χαίρω βλέπων τὸ Προεδρεῖον τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς προσερχόμενον ἵνα μοὶ ἀναγγείλῃ τὴν κατάρτισιν τοῦ Σώματος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὶς ἐξεδήλωσεν ἐμφανῶς τὴν ἔγκρισιν αὑτοῦ εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν συμφωνίαν μεταξὺ Στέμματος καὶ τῶν πολιτικῶν παραγόντων τῆς χώρας πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐν τῇ συναισθήσει τοῦ πατριωτικοῦ αὑτῶν καθήκοντος, θὰ προβῶσιν εἰς τὸ ἔργον αὑτῶν τοῦτο ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἡγουμένην τοῦ ἔργου τούτου Κυβέρνησίν μου, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Θρόνου, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα ταυτίζονται πρὸς τὰ τῆς χώρας. Ἐπὶ τούτοις εὔχομαι, Κύριοι, ἵνα ὁ Ὕψιστος σκέπῃ καὶ προστατεύῃ τὴν φιλτάτην ἡμῶν Ἑλλάδα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τηλεγραφήματος τοῦ Προέδρου τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως διαβιβάζεται ἀδελφικὸς χαιρετισμὸς πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ἀρχομένην τοῦ ἔργου αὑτῆς καὶ εὐχὴ ὑπὲρ τῆς ταχίστης συντελέσεως τῆς ἑνώσεως. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας. Ἡ Συνέλευσις τῶν Ἑλλήνων ἐν Κρήτῃ, ἐν δημοσίᾳ συνεδρίᾳ, ἐνετείλατό μοι νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως δεχθῆτε καὶ διαβιβάσητε τοὺς θερμοὺς χαιρετισμοὺς αὐτῆς πρὸς πάντας τοὺς ἀδελφοὺς Βουλευτὰς τῆς αὐτόθι Βουλῆς, εὐχομένη ἵνα ὡς τάχιστα ἐπιτευχθῆ ἡ ἕνωσις, καὶ συναντηθῶμεν εἰς τὸ κλεινὸν ἄστυ πρὸς συνεργασίαν. Πρόεδρος Συνελεύσεως Ἀριστείδης Κριάρης. Εἰς τοῦτο ἀπεστείλαμεν ἀπάντησιν εὐχαριστοῦντες.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δικηγορικὸς σύλλογος Λαρίσης παρακαλεῖ νὰ μὴ καταργηθῇ ἡ θέσις τῶν ἑρμηνέων ἐν τοῖς Δικαστηρίοις. Ὁ βουλευτὴς κ. Κασίμης ὑποβάλλει διαφόρους τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ποινικῶν δικογράφων. Αἱ τροπολογίαι αὗται θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καλυβίων τῆς Τριχωνίας παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ἕνεκα θεομηνίας καταστρεψάσης τὴν παραγωγήν των.
§9Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὸ δηλώσητε ἐγγράφως.
§11Ν. ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐγγράψω ὁλόκληρον τὸν συνδυασμὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Τὸν λόγον ἔχουσιν οἱ κ.κ. Τριγώνης, Παπαφώτης, Καρασεβδᾶς, Γρανίτσας, Καλαντζόπουλος καὶ Σουλτάνης.
§13Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πάντες οἱ Βουλευταὶ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἑλένη Πολυζωίδου, μήτηρ τοῦ μακαρίτου ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ἀποβιώσαντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ παλαιοτάτου ὑπαλλήλου ἀπὸ τριακονταετίας, ζητεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις ἢ βοήθημα. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀποσταλῇ ἡ αἴτησις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ καὶ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως χορηγηθῇ βοήθημα, διότι διὰ σύνταξιν ἀπαιτεῖται εἰδικὸν νομοσχέδιον.
§15Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν τίνα ἐργασίαν ἔκαμνε καὶ πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν χορηγίαν βοηθήματος.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιά τινα.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί· κατὰ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ συνέρχεται κατ’ ἔτος καὶ κατὰ μῆνα Ἰούλιον τὸ συμβούλιον τῶν Μεράρχων, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται διὰ προτάσεώς του περὶ τοποθετήσεως, μεταθέσεως καὶ ἀποσπάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Συμβαίνει ὅμως, ὥστε ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς τοποθετήσεως ἀξιωματικῶν, εἴτε διότι ἦσαν νεοπροβιβασθέντες, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῶσι κάπου, ἢ ὑπῆρχον ἀλλοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι νομίμως ἐξῆλθον ἐκ τῆς θέσεώς των εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν καὶ ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ τοποθετηθῶσι νομίμως. Εὑρέθη λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξέλθῃ τοῦ νόμου, οὐχὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τοποθετοῦσα τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, ἀλλὰ συγκαλοῦσα τὸ συμβούλιον τῶν Μεράρχων, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος μόνον ἅπαξ τοῦ ἔτους συγκαλεῖται. Ἡ ἐνέργεια λοιπὸν αὕτη τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο νόμιμος, ἀλλ’ ἦτο ἐπιβεβλημένη ἐξ ὑπηρεσιακῶν λόγων, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος. Ἐξεδόθη ἑπομένως Διάταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔρχεται εἰς τὴν Βουλήν, ζητοῦσα ἀμνηστίαν. Καταθέτω λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δι’ οὗ ζητεῖται ἀμνηστία.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ἐγγραφῆ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν ἑρμηνέων παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις Λαρίσης καὶ Τρικκάλων.
§19Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργοῦνται αἱ ἔμμισθοι θέσεις τῶν ἑρμηνέων τῆς Τουρκικῆς γλώσσης εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα Λαρίσης καὶ Τρικκάλων. Λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐνταῦθα, ἐσκέφθην ὅτι θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ συσταθῇ μία θέσις εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαρίσης ἀμίσθου ἑρμηνέως. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας προστίθεται δεύτερον ἐδάφιον, ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Λαρίσης συνιστᾶται θέσις ἀμίσθου ἑρμηνέως τῆς Τουρκικῆς γλώσσης, δι’ ὃν ἐφαρμόζονται πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ ͵ϠΞΓʹ νόμου τοῦ 1882 πλὴν τοῦ περὶ μισθοῦ καὶ ἐπιμισθίου. Τῷ ἀμίσθῳ τούτῳ ἑρμηνεῖ οὐδεμία καταβάλλεται ἀποζημίωσις διὰ τὰς αἰτήσει δημοσίας τινὸς ἀρχῆς ἐνεργουμένας μεταφράσεις».
§20Γ. ΒΛΑΧΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§21Α. ΤΑΚΗΣ. Προκειμένου, κύριε Ὑπουργέ, νὰ διορισθῇ ἄμισθος διερμηνεὺς ἐν Θεσσαλίᾳ, θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ νὰ μείνῃ καὶ ὁ τῶν Τρικκάλων ἄμισθος, διότι θὰ εἶναι τοὐλάχιστον ὑποχρεωμένος νὰ εἶναι πάντοτε ἐκεῖ.
§22Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ συνάδελφός σας εἶπεν ὅτι οὔτε εἷς δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ. Σεῖς θέλετε δύο;
§23Α. ΤΑΚΗΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ἐξυπηρετῇ καὶ ἄλλας ἐθνικὰς ἀνάγκας. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἐρωτήσητε τὸν δικηγορικὸν σύλλογον Τρικκάλων καὶ ἀναβάλητε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἴδητε καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, μέχρι τῆς Δευτέρας. Αὐτὴν τὴν παράκλησιν μόνον σᾶς κάμνω.
§24Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, καὶ χθὲς ἀνέπτυξα ἐνώπιον τοῦ Σώματος τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ὅτι ἀμφότεραι αἱ θέσεις τῶν ἑρμηνέων τῆς Τουρκικῆς γλώσσης παρὰ τοῖς ἐν Θεσσαλίᾳ Δικαστηρίοις εἶναι ἀναγκαιόταται. Ἔρχομαι σήμερον νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πάλιν δὲν ἱκανοποιοῦνται οὔτε αἱ ἐπεκτάσεις τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων οὔτε αἱ ἀπαιτήσεις τῆς δικαιοσύνης. Ὅπως ἔλεγον καὶ χθές, ἐν Θεσσαλίᾳ γνῶσται τῆς Τουρκικῆς γλώσσης εὑρίσκονται δύο ἢ τρεῖς Ἕλληνες· ἂν λοιπὸν ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς δύο μάλιστα, οἱ ὁποῖοι εἶναι διωρισμένοι, ἀφαιρέσωμεν τὸν μισθόν, καὶ ἀναγκασθῶσιν οὗτοι καὶ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἄλλα ἐπιτηδεύματα, ποῦ θὰ εὕρωμεν τοὺς ἀμίσθους, διὰ νὰ κάμνωσι τὴν ἐργασίαν αὐτήν; Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ἐν ὀνόματι τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων τῶν Θεσσαλῶν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης—καὶ ἵνα μὴ νομισθῇ, ὅτι ἐπιζητοῦμεν τὴν διατήρησιν τῶν θέσεων ἡμεῖς οἱ ἐκ Τρικκάλων χάριν τοῦ προσώπου τοῦ ὑπάρχοντος παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τρικκάλων ἑρμηνέως,—ὅπως τοὐλάχιστον διατηρηθῇ εἷς ἑρμηνεὺς μὲ μικρότερον μισθὸν παρὰ τῷ Ἐφετείῳ Λαρίσης.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἕτερος τὸν λόγον;
§26ΔΙΟΝ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ διωρίζετο εἷς ἔμμισθος, διότι καθ’ ὃν χρόνον σκεπτόμεθα νὰ μεταβάλωμεν πάντας τοὺς ἀμίσθους εἰς ἐμμίσθους καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἄμισθος ὑπάλληλος εἰς κανένα κλάδον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ διατηρηθῇ εἷς μεταφραστὴς τῆς Τουρκικῆς γλώσσης ἐν Λαρίσῃ, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει βεβαίως ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει νὰ ὁρισθῇ εἷς ἔμμισθος παρὰ τῷ Ἐφετείῳ, διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ ἄμισθοι εἶναι παράσιτα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκλείψωσι διὰ παντὸς ἀπὸ τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας.
§27ΛΕΩΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ὅλα τὰ δίκαια ἐν Θεσσαλίᾳ ἀνάγονται εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Τουρκοκρατίας, καὶ ἑπομένως ὅλα τὰ ἔγγραφκ, τὰ ἀποδεικνύοντα τὰ δίκαια ταῦτα, εἶναι γεγραμμένα εἰς τὴν Τουρκικὴν γλῶσσαν. Ὁ διάδικος, ὁ πρῶτον παρουσιαζόμενος ἐνώπιον δικηγόρων, θὰ παρουσιασθῇ μὲ τουρκικὰ ἔγγραφα, καὶ πρῶτον ἔργον τοῦ δικηγόρου θὰ εἶναι νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς ἑρμηνέα· ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐγερθῇ ἡ δίκη. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τῶν ἑρμηνέων, ἐξήτασε τὸ πρᾶγμα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παραστάσεως τῶν ἑρμηνέων ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, πραγματικῶς δ’ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη παραστάσεως τοῦ ἑρμηνέως, διότι ὑπάρχουσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουσι τὴν Τουρκικὴν γλῶσσαν καὶ τὰ ὁποῖα ἀμέσως δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἑρμηνεῖς καὶ ν’ ἀναπληρώσωσι τὴν θέσιν τοῦ ἑρμηνέως. Ἐπίσης καὶ ὁ κ. Οἰκονόμου, ὁ προχθὲς ἀγορεύσας ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὡρμήθη ἐκ τῆς ἰδέας αὐτῆς, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ἑρμηνέως εἶναι περιττὴ διὰ τὴν παράστασιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ὡς εἶπεν ὅμως, προκειμένου περὶ πολιτικῶν δικῶν, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀρχίσωσι καὶ νὰ διεξαχθῶσιν αὗται, ἄνευ ὑπάρξεως ἑρμηνέως, ὁ ὁποῖος νὰ μεταφράσῃ τὰ πολιτικὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ ἡ δίκη καὶ θὰ ἐκτιμηθῇ τὸ βάσιμον ἢ μὴ αὐτῆς ἐκ μέρους τοῦ δικαστηρίου. Ἅμα εἶδον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἔσπευσα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῷ εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ φέρει μεγάλας δυσχερείας εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὸν παρεκάλεσα ἐπὶ τέλους ν’ ἀφήσῃ ἕνα, ἔστω καὶ ἄμισθον, ἑρμηνέα εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ἐφετείου, ἢ ὁπουδήποτε, ὥστε νὰ δύναται νὰ μεταφράζῃ ἐπισήμως τὰ τουρκικὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἐδέχθη καὶ ἔθεσε τὴν τροπολογίαν. Γεννᾶται ὅμως τὸ ἑξῆς ζήτημα· θὰ εὑρεθῇ ἆρά γε πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ δεχθῇ ἀμίσθως τὴν θέσιν τοῦ ἑρμηνέως; Εἶναι ζήτημα, διότι, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Γαρδικιώτης, ἐλάχιστα πρόσωπα εὑρίσκονται εἰς τὴν Θεσσαλίαν, γνωρίζοντα τὴν Τουρκικὴν γλῶσσαν γραμματικῶς καὶ ὄντα εἰς θέσιν νὰ μεταφράσωσιν ἔγγραφα. Αὐτὰ δὲ τὰ ἐλάχιστα πρόσωπα εἶναι τέσσαρα ἢ πέντε, ἐξ ὧν τὰ δύο εἶναι ἤδη διωρισμένα καὶ πιθανὸν νὰ μὴ δεχθῶσι νὰ ὦσιν ἄμισθα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ προσκρούσῃ ἡ ὑπηρεσία. Δὲν εἶναι δὲ τόσον σπουδαῖον πρᾶγμα, τὸ νὰ πληρώσῃ τὸ ἔθνος τὸν μισθὸν ἑνὸς ἀνθρώπου, ἐξ 100 ἢ 150 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἵνα ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα ἑνὸς ὁλοκλήρου διαμερίσματος. Ἐν τέλει δὲ ἂς τηρηθῇ καὶ τὸ ἄμισθον, ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ δὲν εὑρεθῇ πρόσωπον· καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν θέσιν ἑνὸς ἑρμηνέως ἐμμίσθου μὲ 100, ἢ 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ ὄχι μὲ 50, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βλάχος, διότι 50 δραχμαὶ καὶ ἄμισθον εἶναι τὸ αὐτὸ καὶ μᾶλλον ἐξευτελεστικὸν τὸ πρῶτον...
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερός τις ἔχει τὸν λόγον; Οὐδείς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ͵ΓΥΟϚʹ (3476) νόμου τοῦ 1909 ἔτους περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐξακολούθησις τῆς αʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταψηφίσεως εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας ἢ μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Ὁ κ. Σταμούλης ἔχει τὸν λόγον.
§29Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον καὶ ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἢ μᾶλλον ὁ σκοπὸς αὐτοῦ θέλει ἐπιτευχθῆ πληρέστατα καὶ θέλει ἐπέλθει ὁ περιορισμὸς τῶν ψευδῶν μηνύσεων ἢ τῶν ἐκ δολίας προαιρέσεως. Ὑπείκων εἰς τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ κοινὴν βοήν, τουτέστι τὴν νομοθετικὴν συνείδησιν, τὴν ὁποίαν ἐπαρκέστατα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντελήφθη ἀποδείξας οὕτως ὅτι ἵσταται ἐπὶ πολὺ βασίμου σκοπιᾶς, δὲν δύναμαι ἢ νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον σύμπας ὁ δικαστικὸς κόσμος θέλει ὑποδεχθῆ μετ’ ἀπείρου χαρᾶς, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει χειροκροτήσει, διότι ὡρίμασεν, ὡς εἶπον, ἡ νομοθετικὴ συνείδησις καὶ ἐξεδηλώθη ἐπαρκῶς ὑπὲρ αὐτοῦ αὕτη. Ἐὰν ἐξετάσῃ τις ἁπλῶς τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως δύναται νὰ ἔχῃ ἐνδοιασμόν τινα, ὅτι ἐνδέχεται νὰ παρακωλύσῃ τοὺς ἀδικουμένους κατ’ ἀρχὴν νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην ἐκ τοῦ φόβου τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖται τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ φόβος αὐτὸς εἶναι ἐλάχιστος, διότι ὁ ἔχων συνείδησιν περὶ τοῦ δικαίου του πάντως θὰ καταφύγῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἂν ἔχῃ ἐνδοιασμόν τινα, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑποστῇ ποιάν τινα ζημίαν. Ἑπομένως δὲν δύναται ἢ ἐλάχιστον νὰ ἐπιδράσῃ ὁ φόβος οὗτος. Ἄλλως τε πᾶν ἀγαθὸν μέτρον δὲν εἶναι ἄγευστον καὶ κακοῦ. Διὰ νὰ ἐπιρρώσω τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἀναφέρω ὀλίγα τινά, τὰ ὁποῖα παρετήρησα κατὰ τὴν ὀλιγοχρόνιον ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ μου ἐπαγγέλματος. Πολλάκις ὑποβάλλονται ψευδεῖς μηνύσεις, ὄχι μόνον ἐξ ἐχθρότητος καὶ μοχθηρίας ἢ ἐκδικήσεως, ἀλλ’ ἵνα ἐξαναγκασθῇ ὁ μηνυόμενος νὰ πληρώσῃ ἔστω καὶ ἐλάχιστα δικαστικὰ δαπανήματα. Ἐκτὸς αὐτοῦ συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς κακόν, τὸ ὁποῖον προλαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Συνεφώνουν ἀπὸ κοινοῦ μηνυταί, κατηγορούμενοι καὶ μάρτυρες καὶ ὑπέβαλλον ψευδῆ μήνυσιν καὶ παρίστανον εἰς τὸν ἀνακριτὴν ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζήτησιν καὶ λάβωσι τὰ δικαστικὰ δαπανήματα.
§30Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ποῦ γίνεται αὐτό;
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πουθενά.
§32Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κατ’ ἐμὲ πανταχοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συνόλου, ἀλλὰ περὶ ὡρισμένων ἀτόμων, οὔτε θὰ ἀμφισβητήσητε, ὅτι μεταξὺ τῶν καλῶν ὑπάρχουσι καὶ κακοὶ ὄχι μόνον εἰς τὸν τόπον μου, ἀλλὰ πανταχοῦ.
§33Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄνειρα!
§34Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ δι’ ἄλλην ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἐπιτελεῖ καὶ ἄλλον σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ἄρθρον 86 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας διὰ τὴν ἀπότισιν τῆς ἀποζημιώσεως, ὅτι προδικάζει θεωρητικῶς ὡς δεδικασμένον καὶ διὰ τὴν ψευδῆ καταμήνυσιν. Διότι, ὅταν κρίνῃ τὸ συμβούλιον καὶ τὸ Δικαστήριον, ὅτι δολίως ἢ ψευδῶς ἐνηργήθη ἡ μήνυσις, πάντως ἡ ἀπόφασις τοῦ συμβουλίου, ὡς ἀπόφασις, ἀποτελεῖ δεδικασμένον. Ἑπομένως ἀπαλλάσσει τὸ Δικαστήριον νὰ ἐπανέλθῃ. Ἐπὶ πλέον δύναται ὁ καταδικαζόμενος δι’ ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου ἢ τοῦ Δικαστηρίου, νὰ ἀνακόψῃ αὐτὴν καὶ προσέλθῃ καὶ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους του, καί, ἂν οἱ λόγοι του εἶναι βάσιμοι, νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ δικαίωμά του καὶ ἀπαλλαχθῇ τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ τῷ ἀποδώσωσι, καὶ ἑπομένως τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως.
§35Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κόβουμε ὅλους τοὺς μηνυτάς.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κόψητε καλλίτερον τὰς διακοπάς.
§37Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Πρέπει νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις, καθ’ ἣν δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ χάρτου ἐτίθετο εἰς κίνησιν τὸ Δικαστήριον, καὶ κατηναλίσκετο οὐκ ὀλίγος χρόνος καὶ χάρτης καὶ μελάνη εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Ἤκουσα δὲ πολλάκις δικαστὰς νὰ λέγωσι· τί νὰ σᾶς κάμωμεν, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία δὲν λαμβάνει μέτρα;
§38Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει σωρεία διατάξεων ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ;
§39Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Πρέπει νὰ καταφύγῃ ὁ μηνυτής, ἐνῷ τὸ Δικαστήριον δὲν δύναται ἀμέσως νὰ ἐπιληφθῇ. Εἰς τὸ ἄρθρον ὅμως 2ον τοῦ νομοσχεδίου μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία, ὅτι τὰ συμβούλια δὲν συνεδριάζουσι τακτικὰ καὶ ὡρισμένως ὡς Δικαστήρια, καὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ παρίσταται ὁ καταμηνυόμενος καὶ νὰ μὴ ἀρκῆται μόνον εἰς τοὺς λόγους τῆς ἀνακοπῆς του. Διότι πολὺ περισσότερα δύναται νὰ εἴπῃ τις ἢ νὰ γράψῃ. Καὶ ἐπειδὴ τὰ συμβούλια δὲν ἔχουσι τακτικὴν δικάσιμον, διὰ νὰ δικάζωσι τὰς ἀνακοπάς, πρέπει νὰ ὁρισθῇ μία τοιαύτη ἡμέρα.
§40Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλετε τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§41Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Πάντως ὅμως ἐπικροτῶ τὸ νομοσχέδιον καὶ θαυμάζω τὴν ἰδέαν σας.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κ. συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἠδύνατο ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῇ τόσον μακρὰ συζήτησις. Ἡ συζήτησις ἦτο ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ συμβαίνει συνήθως, καὶ ἴσως δὲν εἶναι ἀπὸ σκοποῦ, ὅτι ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζονται ἀπὸ ὀλίγα ἄρθρα, ἡ ἀρχὴ νὰ συσσωματοῦται ἐν τοῖς ἄρθροις καὶ νὰ ἐκτρέπεταί τις ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Εἰς τὸ φαινόμενον τοῦτο ὀφείλεται βεβαίως ἡ μὴ αὐστηρῶς κανονικὴ ὑποβολὴ τροπολογιῶν κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν. Ἀλλά, ἂν τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν εἶναι τελείως κανονικόν, εἶναι ἀναμφισβητήτως σκόπιμον, διότι ἐκ προκαταβολῆς οὕτως εἰπεῖν, ἐκφράζομεν τὴν ἡμετέραν γνώμην ἐπὶ τοῦ ὅλου νομοσχεδίου ἀποφεύγοντες κατανάλωσιν χρόνου ἐν τῷ σταδίῳ τῆς μεταγενεστέρας συζητήσεως. Τὸ νομοσχέδιον πληροῖ ἕνα σκοπόν. Ὁ σκοπὸς εἶναι ἡ περιστολὴ τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Εἶναι ἀδιαφιλονείκητον ὅτι ὅλοι παραδεχόμεθα, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ἐξαιρουμένου.....
§43Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατί ἰδιαιτέρως ἀναφέρετε ἐμέ;
§44ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐλέγετε χθές...
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς τὴν Βουλὴν ἀποταθῆτε.
§46ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἔλεγε χθὲς ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἀπαντῶν εἰς τὴν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ πορίσματα τῆς στατιστικῆς, ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι πολλάκις δίκαι εἰσάγονται εἰς τὰ ἀκροατήρια τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, ἐνῷ ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀπορριφθῶσι διὰ προβουλευμάτων αἱ μηνύσεις. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι πάντες συμφωνεῖτε ὅτι τὸ λεχθὲν δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι εἶναι γνωστὸν πότε τὸ προβούλευμα δύναται νὰ ἐκδοθῇ. Ὅταν τὰ ἐκτιθέμενα ἐν τῇ μηνύσει γεγονότα δὲν στηρίζωσι νομικῶς τὴν κατηγορίαν, δύναται βεβαίως διὰ προβουλεύματος ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀποβάλλῃ κατηγορίαν τινά, ἀλλά, ἂν τὰ γεγονότα στηρίζωσι τὴν κατηγορίαν, δὲν δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ τὴν ἀποβάλλῃ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι πείθεται ὅτι τὰ πραγματικὰ γεγονότα ἦσαν ἀνυπόστατα.
§47Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τίς ἀμφισβητεῖ τοῦτο;
§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν τοῦτο ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτόν, ὑπῆρξαν διάφορα τὰ μέσα καὶ διάφορα τὰ φάρμακα, τὰ ὁποῖα οἱ ἑκάστοτε ἰατροὶ προέτειναν πρὸς θεραπείαν τοῦ ἔστω καὶ μικροῦ τούτου ἀτόπου, τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Ὑπῆρξε μέσον ἐμπειρικόν, τὸ ὁποῖον εἴδομεν ἐμμέσως καὶ ἐν τῷ τύπῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑποδεικνυόμενον, τὸ μέσον τῆς ἐπιβολῆς τέλους τινὸς ἐπὶ τῶν μηνύσεων, πάντες δὲ παρεδέχθημεν, ὅτι τὸ μέσον τοῦτο εἶναι πιεστικόν, διότι θὰ ἐπίεζε καὶ θὰ περιέστελλεν ὄχι μόνον τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀληθεῖς. Δὲν θὰ ἦτο τὸ μέσον τὸ συντελεστικὸν πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου. Ὑπῆρξε καὶ ἄλλο μέσον, τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἀληθῶς τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις σοβαρά. Παρουσιάσθησαν ἄτοπά τινα, τὰ ὁποῖα περισσότερον ἐν τῇ φαντασίᾳ ὑπῆρξαν παρὰ ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ὁμολογῶ, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἐγὼ βλέπω, ὅτι οὐχὶ συχνάκις θὰ γίνῃ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅταν τοῦτο γίνῃ νόμος.
§49Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὥστε εἶναι περιττόν!
§50ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον οὐχὶ συχνάκις. Τὸ σπανίως συμβαῖνον δὲν εἶναι περιττόν. Γνωρίζομεν πάντες ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ κώδικος τὰ περιέχοντα τὸ ἀδίκημα τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως σπανιώτατα ἐτέθησαν εἰς χρῆσιν. Ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος, ὅστις ὑπὸ τὸ κράτος ψευδοῦς μηνύσεως θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, διὰ νὰ δικασθῇ, θὰ εἶναι εὐχαριστημένος, ὅταν θὰ λυτρωθῇ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, καὶ μετὰ τοῦτο δὲν θὰ σκέπτηται πλέον περὶ ἐκδικήσεως. Τὸ αἴσθημα τῆς ἀνακτήσεως τῆς ἐλευθερίας ἐπικρατεῖ παντὸς ἄλλου αἰσθήματος ἐκδικήσεως.
§51Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Τότε θὰ εἶναι ἐν μέρει ἔνοχος.
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι θεωρία πρωτότυπος ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀγνοῶ εἰς ποῖον ψυχολογικὸν νόμον στηρίζει. Δὲν εἶναι ἐν μέρει ἔνοχος, ἀλλ’ ἀρκεῖται εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας του καὶ δὲν θέλει ἐκδίκησιν. Εἶναι φιλάνθρωπος καὶ ἀνεξίκακος, γνωρίζει δὲ ὁ κ. συνάδελφος καὶ φίλος ὅτι ἡ ἀνεξικακία εἶναι ἡ χριστιανικωτέρα τῶν ἀρετῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι οὐχὶ συχνάκις θὰ δοθῶσι περιπτώσεις ἐφαρμογῆς, αἱ δὲ περιπτώσεις αὗται τῳόντι, Κύριοι, θὰ διευκολύνωσι τὸν δικαστήν, τὸν διστάζοντα νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ποινὰς τὰς ἀπαγγελλομένας κατὰ τοῦ ἀδικήματος τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως· θὰ εὐκολύνωσι δ’ ἀκόμη καὶ τὸν ἰδιώτην, ὅστις δὲν θὰ ἤθελε νὰ μετέλθῃ τὸ σκληρὸν μέσον τῆς ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει ἐγκλήσεως· θὰ ὁρισθῇ τοιουτοτρόπως καὶ μία ἐλαφρὰ ποινὴ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προβαίνει εἰς ψευδεῖς μηνύσεις, οὐχὶ εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ ὡρισμένου δόλου, ἀλλ’ εἰς τὰς τοῦ ἐνδεχομένου δόλου, καὶ τοιαῦται εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ ψευδεῖς μηνύσεις, τὰς ὁποίας βλέπομεν ὑποβαλλομένας ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες, ὑποτιμῶντες τὴν σημασίαν μιᾶς μηνύσεως δὲν ἐπιδίδουσι ψευδῆ μήνυσιν, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ βλάψωσιν ἄνθρωπόν τινα, ἀλλὰ διότι ἔχουσιν ὑπόνοιάν τινα ἀόριστον, ἀπομεμακρυσμένην, ὅτι εἶναι ἔνοχος. Τῆς δευτέρας ταύτης κατηγορίας τῶν ψευδῶν μηνύσεων οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι, ὅστις δὲν ἔσχε πεῖραν ἐν τῇ πελατείᾳ αὑτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν βʹ κατηγορίαν τῶν ψευδομηνυτῶν, τῶν ἐξ ἀπομεμακρυσμένων ὑπονοιῶν διδόντων μηνύσεις, μὴ σεβομένων τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἄλλου, βεβαίως θὰ παράσχῃ σωστικὴν θεραπείαν. Τούτου τεθέντος δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ εὕρω, ὅτι ὑπάρχει φόβος τις, ὅτι οἱ δικασταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, εἶναι κατὰ τὴν ποιότητα αὐτῶν τοιοῦτοι, ὥστε δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην διὰ τόσον μικρὰ πράγματα. Τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιδικάσωσι, θὰ εἶναι ἔξοδα 40, 50 ἢ 100 δραχμῶν, καὶ φοβεῖσθε μήπως ὁ μηνυτὴς δὲν εὕρῃ τοὺς καταλλήλους δικαστάς, δὲν φοβεῖσθε δὲ ὅτι οἱ δικασταὶ αὐτοὶ δύνανται νὰ καταδικάσωσιν ἕνα ἄνθρωπον κατὰ πλειονοψηφίαν εἰς 4 καὶ 5 ἐτῶν φυλάκισιν. Ἄν φοβῆσθε, ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἀνίκανοι νὰ δικάσωσι προκειμένου περὶ 40 καὶ 50 δραχμῶν, διατὶ δὲν ῥηγνύετε κραυγήν, ὅτε ἐμπιστευόμεθα εἰς αὐτοὺς τὴν ἐπιδίκασιν ποσῶν πολὺ μεγαλειτέρων;
§53Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Θὰ τὴν ῥήξωμεν.
§54ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ταῦτα φοβῆσθε, ὑπάρχει εἷς τρόπος ἐξαλείψεως ὅλων αὐτῶν τῶν φόβων, νὰ καταργήσωμεν ὅλα τὰ Δικαστήρια, καὶ τότε θὰ πληρωθῇ ὁ πόθος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, — θὰ κατορθωθῇ νὰ μὴ γίνηται καμμία ἀδικία, ἀλλ’ ἐννοεῖτε καλῶς, Κύριοι συνάδελφοι, πόσαι ἀδικίαι ἀτιμωρητὶ θὰ γίνωνται. Ἐφοβήθησαν λοιπὸν ὅτι θὰ γίνῃ ἄτοπόν τι, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς ψευδομηνυτὴς νὰ καταδικασθῇ εἰς ὀλίγας δραχμάς. Καὶ φοβοῦνται ὅτι δὲν ἔχομεν ὑλικὸν δικαστῶν, διὰ νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὸ πολυτιμότατον καὶ τιμαλφέστατον τοῦτο συμφέρον τὸ πολιτικὸν καὶ κοινωνικόν, καὶ δὲν ἐφοβήθησαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἄλλα λάθη παρομαρτοῦντα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ὅτι ἴσως συμβῇ νὰ καταδικάζηται εἷς κατηγορούμενος, ἐνῷ εἶναι ἀθῷος; Τοῦτο δὲν εἶναι λόγος σοβαρός, ἵνα ἀρνώμεθα νὰ καταστήσωμεν νόμον τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἀλλά, Κύριοι, τοῦτο ἀκριβῶς μὲ προάγει εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δεχθῶμεν τὴν ἄλλην τροπολογίαν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐξέπληξεν ἡ ὑποχωρητικότης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ταύτην τὴν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ παμψηφίας δέον νὰ ἀποφαίνωνται τὰ Δικαστήρια.
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ εἶπον, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον.
§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει — ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας τὸ ἀνέφερε — μία μοναδικὴ περίπτωσις ἐν τῷ κώδικι τῆς ἡμετέρας Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται παμψηφία, καὶ προέβαλε τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας λέγων ὅτι δὲν θὰ ἦτο ξένον καὶ πρωτότυπον νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ ἐλησμόνησε τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ δικαίου, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ὁμοίων, ὅταν ὁ λόγος εἶναι ὅμοιος· ποία εἶναι ἡ περίπτωσις ἐκείνη ἡ μοναδική; Ἄν τις καταδικασθῇ ὑπὸ δικαστηρίου ὁρκωτοῦ καὶ πείθηται τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων ὅτι ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων εἶναι πεπλανημένη, ἔχει τὸ δικαίωμα παμψηφεὶ νὰ κηρύξῃ πεπλανημένην τὴν ἐτυμηγορίαν. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ καταδίκης εἰς μεγάλας ποινάς, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε κατόπιν μακρᾶς διαδικασίας, μετὰ παραπομπὴν δύο ἢ τοὐλάχιστον ἑνὸς συμβουλίου, καὶ τότε, διὰ νὰ ἀκυρωθῇ μία τοιαύτη ἐτυμηγορία, ἀπῄτησεν ὁ νόμος τὴν παμψηφίαν· ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι προσῆκον, διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιδικάσεως ὀλίγων δραχμῶν, νὰ δεχθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν κατ’ ἴσον λόγον, κατ’ ἀναλογίαν, τὴν παμψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος τόσον ἐξαιρετικῶς; Ἄν εὕρισκόν τινα ἀφορμὴν δεδικαιολογημένην, ἵνα ζητήσωμεν ἐξαιρετικόν τι, προκειμένου περὶ τοιούτου πράγματος, τότε θὰ ἐνόουν ἴσως λογικώτερον τὸ νὰ ὑποστηρίξῃ τις ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἰσχύει εἰς ἄλλας Δικονομίας, νὰ ὑποστηρίξῃ δηλαδὴ τὴν παμψηφίαν εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, ὅπως ἡ Ἀγγλία, ἡ Ἀμερική, θέλει τὴν παμψηφίαν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκεῖ, ἂν δὲν εἶναι καὶ οἱ 12 ἔνορκοι ὁμόφρονες, ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ. Θὰ ἐνόουν συζήτησιν τοιαύτην ἀφορῶσαν εἰς θεμελιώδη ἀρχὴν πάσης τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, συζήτησιν ὅμως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τοῦ προκειμένου θέματος οὐδὲ τῆς παρούσης ὥρας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὴν ἄλλην τροπολογίαν, ἥτις ὑπεβλήθη, καθ’ ἣν ἡ λέξις «παρεμορφώθησαν» τροποποιεῖται ἀντικαθισταμένη διὰ τῆς λέξεως «προσετέθησαν», θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ εὕρω δεδικαιολογημένην. Ἡ παραμόρφωσις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν σημαίνει πρόσθεσιν ἢ ἀφαίρεσιν, δὲν ὑποθέτω δὲ ὅτι ὁ ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν κ. συνάδελφος δὲν φρονεῖ ὅτι καὶ δι’ ἀφαιρέσεως γεγονότων δύναται νὰ αὐξηθῇ καὶ ἐνταθῇ ἡ κατηγορία. Προχείρως δύναμαι νὰ εἴπω, ἂν ὁ κλέπτης εἶναι ἀδελφὸς τοῦ κλαπέντος, ἡ ἀποσιώπησις τοῦ περιστατικοῦ αὐτοῦ δὲν προβιβάζει τὸ ἀδίκημα εἰς ἀδίκημα μεῖζον; Ἰδοὺ ὅτι ἡ παραμόρφωσις δύναται νὰ ἐπέλθῃ οὐχὶ διὰ προσθήκης πραγματικῶν περιστατικῶν, ἀλλὰ δι’ ἀφαιρέσεως, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λέξις εἶναι ἡ καλλιτέρα. Τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ περισσότερον. Ἐπεθύμουν κατὰ μίμησιν τοῦ Γερμανικοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «ἐπιβάλλουσι» διὰ τοῦ «δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσι». Ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει ἢ τῇ μηνύσει ἰδιώτου» αἱ λέξεις «ἢ δημοσίου ὑπαλλήλου», διότι ἐφάνη δεχόμενος ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅπως καὶ οἱ περὶ τὰ δικαστικὰ ἐπιτετραμμένοι, πρέπει νὰ φέρωσι τὰς συνεπείας τοῦ νόμου. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, διὰ τοὺς δημοσίους ὑπηρέτας διατάξεις ἐν τοῖς κειμένοις νόμοις, αἱ ὁποῖαι καταδικάζουσιν αὐτοὺς εἰς αὐστηρὰς ποινάς, ὅταν βεβαιώσωσι ψεύδη, ἀλλὰ μᾶς εἶναι γνωστόν, ὅτι αὐστηραὶ ποιναὶ δὲν ἐφαρμόζονται. Αὐτὰς τὰς δύο τροπολογίας εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἂν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκῃ ταύτας χρησίμους καὶ δυναμένας νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖον νὰ σημειώσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἀρχῆς ὑπαρχούσης μόνον ἐν τῇ Γερμανικῇ Δικονομίᾳ, ὅπως ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Θὰ ἠδυνάμην ἐνταῦθα νὰ ποιήσωμαι παρατήρησίν τινα ἐπὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον καὶ ἐνταῦθα καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης ἤκουσα, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται ἐν Γερμανίᾳ δὲν πρέπει νὰ τὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς. Τοῦτο εἶναι ὀρθότατον, ἀλλ’ ὑπάρχουσι γενικαί τινες ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐφαρμοσθεῖσαι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, εἰς ὅλους τοὺς χαρακτῆρας, εἰς πάσας τὰς Δικονομίας, ἀπεδείχθησαν ὀρθαὶ διὰ πάντας. Οὕτως ἐφηρμόσθησαν εἰς τοὺς Γερμανούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ψύχραιμοι καὶ σέβονται τὸν νόμον, ἀλλ’ ἐφηρμόσθησαν ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς Ἰταλούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι εὐερεθιστότεροι καὶ ὀλιγώτερον εὐσεβεῖς πρὸς τὸν νόμον. Ὅτε δ’ ἔχομεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν εἰς διαφόρους Δικονομίας, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σοβαρῶς περὶ τοῦ ἐφαρμοσίμου ἢ μὴ παρ’ ἡμῖν. Παρετήρησα δέ, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Δικονομία ἐν ἄρθρῳ 197, ἡ Βελγικὴ ἐν ἄρθρῳ 94, ἡ Αὐστριακὴ ἐν ἄρθρῳ 390 ἔχουσι διατάξεις ἀναλόγους πρὸς τὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἡ Αὐστριακὴ τελείως ὁμοίαν.
§57ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὰ συμβούλια τὰ δικαστικὰ τὰ ἔχει ὡς ἐπιβάλλοντα τὴν ποινὴν αὐτήν;
§58ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ συζητήσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἂν τὰ συμβούλια θὰ δικάζωσι;
§59Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα.
§60ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ ὁ κ. Θεοδωρίδης φλέγεται ἀπὸ τοῦδε ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας...
§61ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καθόλου· ἐπεθύμουν νὰ μάθω...
§62ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναθέτουσιν αἱ ξέναι νομοθεσίαι εἰς τὰ συμβούλια· ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Δικαστήριον, ὁ ψευδομηνυτὴς εἰσάγεται εἰς τὸ Δικαστήριον, εἰς ὃ θὰ ὑπεβάλλετο ἡ ὑπόθεσις, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο ἐγκλείει κινδύνους διὰ τοὺς μηνυτάς, ἐφ’ ὅσον λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως οὗτοι δι’ ἀνακοπῆς προστατεύσωσι τὰ δίκαιά των. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐξ ἴσου καλῶς θὰ δικάσῃ καὶ τὸ συμβούλιον ὅπως καὶ τὸ Δικαστήριον, ἀφοῦ θὰ ἀκροασθῇ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀκροασθῇ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ περισσότερον τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις θὰ ἦτο ἀπώλεια χρόνου.
§63ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἴπετε, ὅτι διάταξις ἀνάλογος ὑπάρχει ἐν τῇ Γαλλικῇ Δικονομίᾳ;
§64ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχί· εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ Ἰταλικῇ, τῇ Αὐστριακῇ καὶ τῇ Βελγικῇ.
§65Μ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Εἴπετε ὅτι αἱ ψευδεῖς μηνύσεις γίνονται ἐκ παρασκευῆς;
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνίοτε· γίνονται ὅμως καὶ ἀπρομελετήτως καὶ οὕτως εἰπεῖν, εἰς βρασμὸν ψυχικῆς ὁρμῆς.
§67Μ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν γίνηται ἐκ παρασκευῆς, δὲν θὰ βάλῃ τὴν γυναῖκά του ἢ τὴν κόρην του νὰ κάμῃ τὴν μήνυσιν;
§68ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἐγώ...
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι γίνεται ἓν εἶδος διαλογικῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἠρωτήθη ὁ Πρόεδρος.
§70ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου μοὶ ὑπενθυμίζει τὸ Ἰταλικὸν ῥητὸν· «fatta la legge, trovata la malizia» (=ἔγινεν ὁ νόμος, θὰ εὑρεθῇ καὶ ἡ πονηρία του). Ἰδοὺ ὅτι ἡ πονηρία εὑρέθη πρὶν ἢ τὸ νομοσχέδιον γίνῃ νόμος. Ἀλλ’ ἡ πονηρία αὐτὴ ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ περάσῃ. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς· θὰ ἐπιδώσῃ τὴν μήνυσιν ἡ σύζυγος ἢ ἡ θυγάτηρ, ἀλλὰ θὰ τὴν βεβαιώσῃ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀνακριθῇ καὶ δὲν θὰ ἀφήσῃ τὴν ἀνάκρισιν εἰς τὴν κατάθεσιν τῆς συζύγου του ἢ τῆς θυγατρός του μόνον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι βεβαιῶν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν μήνυσιν ὑπόκειται εἰς μεγαλειτέραν ποινὴν τῆς ψευδοῦς διὰ χειραψίας ὑποσχέσεως, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ μεγαλειτέρας συμφορὰς εἰς αὐτόν. Ἐγὼ δὲν φαντάζομαι, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τις, θέλων νὰ καταστρατηγήσῃ τὸν νόμον, ὅστις θὰ ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν τὴν ποινὴν 50 δραχμῶν, καὶ προτιμῶν νὰ ἐκθέσῃ τὴν σύζυγον ἢ τὴν θυγατέρα του εἰς τὴν ἐπιβολὴν ποινῆς φυλακίσεως 5 ἢ 6 μηνῶν. Ἄν τις, διὰ τὴν πανουργίαν αὐτὴν κατὰ τοῦ νόμου, ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον φυλακίσεως τὰ φίλτατα ταῦτα πρὸς αὐτὸν ὄντα, νὰ τιμωρηθῶσι μὲ μείζονα ποινήν, τότε ἡ πονηρία αὐτοῦ θὰ εἶναι πονηρία, ὑπὲρ ἧς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ τὸ ἀκαταλόγιστον τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§71Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Σκοπὸς κύριος τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν εἶναι ἡ ἀπονομὴ τοῦ δικαίου εἰς τὸ Κράτος διὰ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἕνεκα τῶν ὑποβαλλομένων ψευδῶν μηνύσεων. Οὕτω δὲ τιθεμένου ἐνώπιόν μας τοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἄρνησις δικαίου πρὸς τὸ Κράτος, ἂν κατεψηφίζομεν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Εἰς περίπτωσιν δὲ μάλιστα, καθ’ ἣν εἶναι ἀπηνὴς φορολογία ἐπιβεβλημένη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀφίενται ἀκαταδίωκτοι οἱ ζημιωταὶ τοῦ Δημοσίου. Ὁ ἕτερος σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπίσης ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρὸς βελτίωσιν τῶν ἠθῶν δηλονότι, εἶναι ἐπίσης σημαντικός. Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀνάξιον λόγου νὰ προσέθετέ τις, σχετικῶς πρὸς τὸν δικαιολογικὸν τοῦτον λόγον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὸ ὠφέλιμον, ὅπερ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ προσδίδεται εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, διότι δι’ αὐτοῦ μέλλει νὰ τεθῇ φραγμός τις εἰς τὴν μέχρι τοῦδε ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τῶν συνεννοήσεων μεταξὺ μηνυτοῦ καὶ παθόντος. Καὶ εἶναι αὐτόδηλον, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἀθέμιτα συμβόλαια γίνονται εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης πάντοτε, καὶ εἰς τοῦτο κατὰ μέγα μέρος ὀφείλεται ἡ πληθὺς τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του ὁ μηνυτὴς ὅτι, ἂν ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ κατηγορουμένου, ἤθελε τρέχει αὐτὸν τὸν κίνδυνον νὰ καταδικασθῇ εἰς τὰς δαπάνας τῆς δίκης. Τίθεται ἑπομένως εἷς φραγμὸς εἰς τὸ ἀπεριόριστον στάδιον τῶν συνεννοήσεων μεταξὺ μηνυτῶν καὶ κατηγορουμένων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρήγαγεν εἰς ἐμὲ ἀπορίαν, κύριοι Βουλευταί, εἶναι οἱ φόβοι, οἱ ὁποῖοι, φαίνεται, ὅτι κατέχουσι τὰς ψυχὰς τῶν ἀντιταχθέντων κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ φόβος, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου παρακωλύεται ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, ὅπως προσφύγῃ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην διὰ τὴν προσβολὴν τοῦ δικαίου του. Ἀλλ’ εἶναι ὁ τοιοῦτος φόβος τελείως ἀσύστατος, διότι ἀρκεῖ νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ πρῶτον μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται, οὔτε βαρυτέρας συνεπείας τοῦτο καθιεροῖ, ἐν σχέσει πρὸς ἕτερον, ἤδη κρατοῦν μέτρον καὶ δυνάμενον ἀληθῶς νὰ θεωρηθῇ παρακωλύον τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Κρατεῖ τουτέστι σήμερον ὁ νόμος περὶ τιμωρίας τῶν ψευδομηνυτῶν, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει πολὺ βαρυτέρας ποινάς· καὶ ἂν μέχρι τοῦδε ὁ νόμος ὁ τιμωρῶν τοὺς ψευδομηνυτὰς διὰ βαρυτάτων ποινῶν καὶ δι’ ὑλικῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἡ τιμωρία, δὲν ἐπτόησεν οὔτε παρεκώλυσε τοὺς ψευδομηνυτάς, διατί θέλει ὁ νέος νόμος πτοήσει περισσότερον καὶ ἐπιβάλει κώλυμα εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου, ὅπως προσφεύγῃ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην; Ἀλλ’ ὁ ἕτερος φόβος ὁ ἐπίσης ἀναπτυχθεὶς χθές, ὅτι δηλαδὴ τὰ Δικαστήρια θέλουσιν εἶσθαι ἐπιρρεπέστερα εἰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις κατὰ τῶν ψευδομηνυτῶν, ὁ φόβος οὗτος εἶναι τῷ ὄντι, Κύριοι, ἄξιος συζητήσεως, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον καλοῦνται τὰ Δικαστήρια νὰ λάβωσιν ἀπόφασιν συμφώνως μὲ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον μελετῶμεν νὰ καταστήσωμεν νόμον τοῦ Κράτους, δὲν παρέχεται δι’ αὐτοῦ ἐπαρκὴς ἐγγύησις, ὅτι ἡ ἀπόφασίς των θὰ εἶναι ἀπαύγασμα ψυχραίμου δικαστικῆς κρίσεως. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ Δικαστήρια, καλούμενα εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν κυρίαν δίκην ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς καταγνώσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τὸν μηνυτήν, ὅστις μάτην διὰ τῆς ψευδοῦς μηνύσεως τὰ ἀπησχόλησεν, εὑρίσκονται, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν νευροπαθείας, ὡς ἐκ τοῦ καμάτου, εἰς ὃν ὑπεβλήθησαν, καταπονηθέντα ματαίως πρὸς διεξαγωγὴν τῆς κυρίας δίκης. Ὑπάρχει ἐντεῦθεν λόγος νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι τὰ Δικαστήρια καθίστανται εὐεπίφορα εἰς καταδικαστικὴν γνώμην, εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸν κάματον τῆς κυρίας δίκης καλούμενα νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ δὲν ἔχω βεβαίως ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀναβάλληται εἰς ἄλλον χρόνον ἢ εἰς ἄλλην δικάσιμον ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐὰν τοιοῦτον μέτρον ἐλαμβάνομεν, ἠθέλομεν καταρτίσει νομοθέτημα θνησιμαῖον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ὅπερ θὰ ἐλάμβανε τὴν τύχην, ἥτις ἀναμένει πᾶν μὴ βαθέως μεμελετημένον νομοθέτημα. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπόφασις, καὶ διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλοῦνται τὰ Δικαστήρια ν’ ἀποφασίσωσιν, εἶναι ἐλαχίστης ἀξίας, ἐλαχίστης σημαντικότητος, ὥστε δὲν πρέπει τις νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς Ἕλληνας δικαστὰς τὸ ψυχικὸν σθένος νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ἀνεπηρεάστως. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη δικαστικὴ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιρρίπτονται τὰ ἔξοδα εἰς βάρος τοῦ μηνυτοῦ, μήπως δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔχουσα ἐπιρροήν, μήπως δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀποτελοῦσα δεδικασμένον κατὰ τὴν ἐπακόλουθον δίκην, ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ ἐπακολουθήσῃ συνεπείᾳ μηνύσεως ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει; Ἐγὼ ὁμολογουμένως φρονῶ, δι’ ὃν ἀνωτέρω εἶπον λόγον, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται κατ’ ἐξαίρεσιν, ὡς ἐκ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν λαμβάνονται, δὲν παρέχουσι πάντοτε τὴν ἐγγύησιν ψυχραίμου δικαστικῆς κρίσεως, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια κατηγορηματικῶς ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, καθιερουμένου κανόνος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁδηγῶνται τὰ Δικαστήρια, ἅπερ ἤθελον κληθῆ κατόπιν νὰ δικάσωσιν ἐπὶ τῇ μηνύσει ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει, ὅπως μὴ λαμβάνωσι ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν, ἥτις προηγήθη καταδικάσασα τὸν αὐτὸν κατηγορούμενον εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, ἡ καταψηφίσασα τοιαῦτα δικαστικὰ ἔξοδα δύναται ν’ ἀποτελέσῃ δεδικασμένον ἐν τῇ ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει ἐπακολούθῳ δίκῃ, διότι δὲν νομίζω, ὅτι συντρέχουσι πάντα τὰ στοιχεῖα, ἅπερ ἀπαιτεῖ τὸ δεδικασμένον. Δύναται ὅμως τοιαύτη ἀπόφασις, ὡς ἀποδεικτικὸν μέσον, ν’ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς δικαστικῆς κρίσεως κατὰ τὴν κατόπιν ἐκδίκασιν τῆς κατηγορίας ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει. Ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ληφθῇ πρόνοια, ἵνα μὴ τὰ Δικαστήρια παρασύρωνται περιπίπτοντα εἰς φαῦλον κύκλον κρίσεων. Ὡς πρὸς δὲ τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εὑρίσκω ταύτας καὶ ὀρθὰς καὶ σκοπιμωτάτας, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε πολὺ ἐπιτυχὴς ἡ κατ’ αὐτῶν ἐπίθεσις ἀπὸ μέρους τοῦ προαγορεύσαντος ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ, διότι ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ πρώτου τροπολογία, ὅπως αἱ καταψηφίζουσαι τὴν δικαστικὴν δαπάνην εἰς τὸν μηνυτὴν ἀποφάσεις διὰ παμψηφίας καταρτίζωνται, νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη καὶ πληρέστατα δεδικαιολογημένη, ἐκ τοῦ αὐτοῦ πάντοτε λόγου, ὃν πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, ἤτοι διότι κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κρίνουσιν οἱ δικασταί, δυνατὸν νὰ μὴ διατηρῶσι πάντοτε τὴν ψυχραιμίαν αὐτήν, ἐξαντλουμένην ἐνίοτε ἐκ τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τοῦ καμάτου, εἰς ἃ ὑπεβλήθησαν, ἵνα διεξαγάγωσι μίαν ὑπόθεσιν ματαίαν, καὶ ἅπερ διατίθησιν αὐτοὺς δυσμενῶς κατὰ τοῦ ψευδομηνυτοῦ. Διὰ τὴν τοιαύτην περίπτωσιν βεβαίως πρέπει νὰ εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα καταγγωσθῶσιν εἰς βάρος τοῦ μηνυτοῦ αἱ δαπάναι. Ἐπίσης λίαν ὀρθῶς διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἡ ἑτέρα τροπολογία προβάλλεται, ὅπως τεθῇ ἡ λέξις «προσετέθησαν» ἀντὶ τῆς λέξεως «παρεμορφώθησαν», τῆς τελευταίας ταύτης μείζονα ἔκτασιν ἐχούσης, καὶ συνεπῶς διὰ τῆς τροποποιήσεως περιορίζεται ἔτι μᾶλλον ἡ ἐλευθερία τοῦ δικαστοῦ συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα, ὅπερ φαίνεται διαπνέον τὴν Συνέλευσιν. Ἵνα μὴ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀνακοπὴν τοῦ καταδικασθέντος εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Πολὺ ὀρθῶς ἐν τῷ νόμῳ ἐτέθη, ὅτι οἱ ἀνακόπτοντες δικάζονται καὶ ἀπόντες ἀκόμη, δὲν ἐλήφθη ὅμως ἡ πρόνοια, ὅπως ἔχωσι τὸ δικαίωμα καίπερ ἀπόντες νὰ παρίστανται διὰ πληρεξουσίου. Ὑπὸ τοιαύτας τροποποιήσεις βελτιοῦντες καὶ ψηφίζοντες τοιοῦτον νόμον θέλομεν συμπληρώσει κενὸν ὑφιστάμενον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας.
§72ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα, κύριοι Βουλευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι θεωρῶ αὐτὸ μεγίστης κοινωνικῆς σημασίας, καθόσον μεγίστης κοινωνικῆς σημασίας εἶναι πᾶν νομοσχέδιον, συνδεόμενον μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, προκειμένου νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀκριβῶς αἱ κυριώτεραι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας προτίθεμαι νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀνάγονται εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὑποστηρίζεται μετὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων καὶ μεγάλης ἐπιμελείας ἐν τῇ δικαιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ὑπεστήριξαν δι’ ὁμοίων ἐπιχειρημάτων καί τινες τῶν προαγορευσάντων ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὅμως, ἂν ἐπρόκειτο διὰ τῆς εἰσηγουμένης ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταγνωσθῇ εἰς τοὺς ψευδῶς καταμηνύοντας ἐν γνώσει τοῦ ψευδοῦς τῆς μηνύσεως ἡ δικαστικὴ δαπάνη, ἂν ἐπρόκειτο δηλαδὴ νὰ γίνῃ συμπλήρωσις τῶν ἐν πρακτικῇ ἰσχύϊ διατάξεων περὶ τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἠδυνάμην ἀκόμη νὰ προσθέσω, ὅτι, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, θὰ ἠδυνάμην νὰ μὴ φέρω καμμίαν ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω ὅτι, ὡς διατυποῦται τὸ νομοσχέδιον, δὲν περιλαμβάνει καὶ τὴν ἑτέραν τῶν περιπτώσεων, κατὰ τῆς ὁποίας στρέφεται ἡ ἐμὴ ἀντίρρησις. Νομίζω τουτέστιν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ κατάγνωσις εἰς βάρος τοῦ μηνυτοῦ τῆς δικαστικῆς δαπάνης, τῆς προκληθείσης ἐκ τῆς μηνύσεώς του, καὶ ὅτι ἀκόμη ἐκ βαρείας ἀμελείας προέβη εἰς τὴν μήνυσιν, ἐφ’ ὅσον, λέγω, τοιοῦτόν τι θέλει νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, δὲν θεωρῶ τοῦτο σκόπιμον, καθόσον δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διαχειρίσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης γενικῶς καὶ ἐν Ἑλλάδι. Δύναται δὲ νὰ φέρῃ τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ περιορισθῶσιν αἱ μηνύσεις, ὅταν εἶναι ἐκτεθειμένος ὁ μηνυτὴς εἰς μίαν ἐκ τῶν ὑστέρων κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι δὲν κατέβαλε πᾶσαν τὴν δυνατὴν ἐπιμέλειαν, ὥστε νὰ μὴ παραστήσῃ τὰ γεγονότα, ὅπως τὰ παρέστησεν. Ἐὰν μάλιστα λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὁ δυστυχὴς μηνυτής, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου θὰ καταλογισθῶσιν αἱ δαπάναι αὐταί, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐντελῶς ἀθῷος τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνονται αἱ μηνύσεις, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰς μηνύσεις τὰς διατυποῖ ὁ δικηγόρος...
§73Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δικολάβος.
§74ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μάλιστα· ὁ δικολάβος...
§75Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὁ δικαστικὸς κλητήρ.
§76ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μάλιστα· πολλάκις καὶ ὁ δικαστικὸς κλητήρ...
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ἐνωμοτάρχης.
§78ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μάλιστα· ἐνίοτε καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης. Δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι ὑπὸ τὴν κατάστασιν τὴν πνευματικήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ συνηγορήσῃ τις ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως ἀρχῆς, ἥτις ἐκθέτει εἰς κίνδυνον ἁπλοῦς ἀγρότας λόγου χάριν διὰ τὸν λόγον ὅτι ὁ δικολάβος, εἰς τὸν ὁποῖον κατέφυγον, κατέβαλε περισσότερον τοῦ δέοντος ζῆλον ἐν τῇ διατυπώσει τῶν γεγονότων τῶν περιεχομένων ἐν τῇ μηνύσει; Αὐτός, Κύριοι, εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ κάμνει νὰ διστάζω νὰ παραδεχθῶ τὴν ὀρθότητα τῆς ἀρχῆς ἐν τῇ εὐρύτητι αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον δηλονότι πρόκειται νὰ περιλάβῃ οὐ μόνον κατάγνωσιν δικαστικῆς δαπάνης ἐναντίον τοῦ ψευδοῦς μηνυτοῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ περιλάβῃ κατάγνωσιν δικαστικῆς δαπάνης καὶ ἐναντίον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος οὐχὶ ἐν γνώσει, ἀλλ’ ἐκ βαρείας ἀμελείας, ἐκ τῶν ὑστέρων καταδεικνυομένης καὶ ἐκτιμωμένης, ὑπέπεσεν εἰς αὐτὴν τὴν παράβασιν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖ ἀξιοτιμώρητον. Διότι δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ, οὐδ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἰσχυρίσθη τοιοῦτόν τι, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ διαχείρισις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, δὲν πρέπει τις νὰ ἀποβλέπῃ μόνον εἰς τὴν μίαν ἄποψιν, τὴν ἄποψιν δηλονότι ὅπως ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ μὴ καταναλίσκῃ χρόνον καὶ κόπον ἐπὶ ματαίῳ, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν γενικωτέραν ἄποψιν, τὴν ἄποψιν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ὅπως αἱ ποινικαὶ διατάξεις, διατάξεις γενικοῦ συμφέροντος, τύχωσι γενικῆς ἐφαρμογῆς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως μοὶ γεννᾶται τοιοῦτός τις ἐνδοιασμός, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρακωλυθῇ ἡ ἀπαρέγκλιτος ἐφαρμογὴ ποινικῶν διατάξεων ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Πρέπει δέ, νομίζω, νὰ τονίσω καὶ τοῦτο: ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι συμπλήρωμα τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπως φαίνεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑποστηρίζων ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Διότι ἀποτελεῖ προσθήκην, μὴ προσαρμοζομένην ἐντελῶς πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καθόσον αἱ ἀρχαὶ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου μόνον τὸν ψευδῶς μηνύοντα τιμωροῦσιν...
§79Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἀστικὴ συνέπεια.
§80ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀρχὴ ἡ καθιερουμένη ὑπὸ τοῦ νεωτέρου νόμου ἐπεκτείνει τὴν ἀστικὴν εὐθύνην καὶ πέρα τῶν περιπτώσεων τῆς ποινικῆς. Καὶ δὲν θὰ ἤμην ἐγώ, Κύριοι, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγον, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται ἐκ μόνου τούτου τοῦ λόγου νὰ μεταβάλῃ τὴν νομοθεσίαν κατὰ τοιαύτην κατεύθυνσιν· ἀλλ’ ἀποβλέπων εἰς τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ προκαλέσῃ ἡ ἀρχὴ αὕτη, καθιερουμένη νῦν, ἀποβλέπων εἰς τὸν κίνδυνον τῆς μὴ καταγγελίας τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, καὶ ἑπομένως καὶ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν ποινικῶν νόμων, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὁποίων ἔχει ἐνδιαφέρον ἡ δημοσία τάξις, κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐναντίον τῆς καθιερώσεως παρ’ ἡμῖν ἑνὸς νομοθετικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ, ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκθέτει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει καὶ οἱ προαγορεύσαντες συνάδελφοι ἀνέφεραν, ἐν τῇ Γερμανικῇ νομοθεσίᾳ, δύναταί τις νὰ φέρῃ ὡς ἐπιχείρημα, ὄχι βεβαίως ὡς ἐπιχείρημα τελείως πειστικόν, τὸ ὅτι δὲν ἀπαντᾷ εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας. Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη νομοθετικὴ ἀντίληψις εἶναι ἐξ ἴσου σεβασταί. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, δὲν ἐξασφαλίζεται ἀπὸ κινδύνου ἄλλου, πολὺ μεγαλειτέρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ περιστείλῃ τὸ νομοσχέδιον, ἤτοι ἀπὸ τοῦ κινδύνου τῆς μὴ ἀπαρεγκλίτου ἐφαρμογῆς τῶν ποινικῶν νόμων, ἡ Γερμανικὴ νομοθετικὴ ἀντίληψις τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ μὲ ἔχῃ ὀπαδόν, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ δεχθῶ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τὰς παρατηρήσεις μου.
§81Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Οὐδείς, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει ὁ ἀρνούμενος τὴν ὀρθότητα καὶ τὴν πρακτικότητα τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν.
§82Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πολλοί.
§83Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὴν ὀρθότητα τοῦ σκοποῦ, εἶπον· θὰ κάμω διάκρισιν, κύριε συνάδελφε. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ μετὰ μεγάλης προσοχῆς παρηκολούθησα τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν εἰσηγούμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν, μετὰ μεγάλης δ’ ἐπίσης προσοχῆς ἀνέγνωσα τήν τε αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἀτυχῶς παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ἀληθῶς βαθεῖαν, τὴν ὁποίαν τρέφω οὐ μόνον πρὸς τὴν νομομάθειαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὡς διατυποῦται, δὲν μὲ ἔπεισαν, ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι πάντως, ἂν εἶναι τόσῳ πολλαί, καὶ ἐν τόσῳ καταπληκτικῷ ἀριθμῷ ἂν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἔθνει, ἔχουσι πολὺ βαθυτέρας τὰς ῥίζας ἀπὸ τὴν αἰτίαν ὅτι δὲν κατέβαλλον μέχρι τοῦδε οἱ μηνυταὶ τὰ ἔξοδα τῆς διαδικασίας. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν βῆμα πρὸς βῆμα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, ἵν’ ἀντικρούσω τὰ ἐν αὐτῇ. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναγράφεται: «Ἐντεῦθεν δυνάμεθα μετ’ ἀσφαλοῦς κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον προσεγγίσεως νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι (ἀνεξαρτήτως τοῦ πλήθους τῶν διὰ βουλευμάτων ἀπορριπτομένων κατηγοριῶν) τὰ δύο τρίτα σχεδὸν τῶν εἰς τὸ ἀκροατήριον φερομένων ποινικῶν ὑποθέσεων στηρίζονται εἰς ψευδεῖς καὶ ἀνυποστάτους κατηγορίας». Καὶ κατεπλάγην, ὅτε ἤκουσα τοῦτο ἐκ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργόν: Πόσαι ἐκ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν εἰσήχθησαν καὶ ἐδικάσθησαν ἐπ’ ἀκροατηρίου κατόπιν προεισαγωγικῆς ἢ κυρίας ἀνακρίσεως καὶ πόσαι δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως ἄνευ προανακρίσεως; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντησε τότε, ὅτι δὲν ἔχει τὴν λεπτομέρειαν αὐτήν· ἔχει δὲ σπουδαιοτάτην σημασίαν, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπέτεινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὡς θὰ σᾶς ἐξηγήσω εὐθὺς ἀμέσως. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, αἱ μηνύσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν 16.000 ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις, ἐφέροντο εὐθὺς εἰς τὸ ἀκροατήριον ἄνευ οὐδεμιᾶς προανακρίσεως, τότε ἠδυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι πράγματι ἡ νόσος τῆς ψευδοῦς μηνύσεως ὑπάρχει διαδεδομένη παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτως· ἐκ τῶν ⅔ τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, ἐκ τῶν ⅔ τῶν ὑποθέσεων, βεβαίως αἱ πλεῖσται, ἂν μὴ τὰ ¾, πάντως ὅμως τὰ ⅔, ἐξεδόθησαν ἐπὶ ὑποθέσεων, αἵτινες εἰσήχθησαν εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἀφοῦ διῆλθον πρῶτον τὴν βάσανον τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ καὶ τὴν βάσανον τοῦ Συμβουλίου. Ὅτε δὲ μία μήνυσις, Κύριοι, ἢ μία μᾶλλον ποινικὴ ὑπόθεσις διῆλθε τὴν βάσανον τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Συμβουλίου καὶ παρεπέμφθη οὕτω μέχρις ἀκροατηρίου, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι εἶναι ψευδής, ἀφοῦ ἐμελέτησαν τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀνακριτικὰς καὶ τὰς μαρτυρικὰς καταθέσεις ὅ τε Εἰσαγγελεὺς καὶ τὸ Συμβούλιον καὶ εὗρον ἐξ αὐτῶν ἀρκετὰς ἐνδείξεις, ὅπως παραπεμφθῇ ἡ ἐκδίκασις ταύτης εἰς τὸ ἀκροατήριον; Εἶναι γνωστὸν καὶ ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι αἱ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις δὲν ἔχουσι μόνην πηγὴν τὰς ψευδεῖς μηνύσεις. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, εἰς ὑμᾶς τοὺς δικηγοροῦντας, καὶ εἰς ἐμὲ ἐπὶ δεκατριετίαν ἀσκοῦντα τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο, ὅτι πολλάκις οἱ κατηγορούμενοι ἐρήμην ἀθωοῦνται εὐκολώτερον τῶν κατ’ ἀντιμολίαν ἐκδικαζομένων, διότι ἀτυχῶς εἴτε ἐκ τῆς πληθώρας τῶν ὑποθέσεων εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων οἱ τεταγμένοι τὴν ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας Εἰσαγγελεῖς ἀγνοοῦσι τελείως τί προκύπτει ἐξ ἑκάστης δικογραφίας, καὶ οὕτω βλέπομεν, ὅτι ἀθωοῦνται κατηγορούμενοι δικαζόμενοι ἐρήμην, ἐνῷ, ἂν παρίσταντο ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου, θὰ κατεδικάζοντο διὰ τὸν λόγον ὅτι συχνάκις κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην ἐλλείπουσιν οὐσιωδέστατοι μάρτυρες, μὴ κληθέντες ἕνεκεν τῆς μελέτης τῆς ἀτελοῦς τῆς δικογραφίας, ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ κατηγορούμενος δικάζεται ἐρήμην, δὲν ἀποδίδεται ἡ δέουσα σοβαρότης εἰς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἀθωοῦται οὗτος, μὴ γινομένης ἀντιληπτῆς τῆς ἀπουσίας τῶν μαρτύρων τούτων. Περὶ τούτου, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς βεβαίως ἀμφιβάλλει. Αἰτία λοιπὸν τῶν πολλῶν ἐρήμην ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι μόνον αἱ ψευδεῖς μηνύσεις· αὐταὶ εἶναι ἐλάχιστον ποσοστόν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ τοιαῦται. Αἰτία τῶν πολλῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων ἐπὶ ἐρήμην ὑποθέσεων εἶναι κυρίως ἡ μὴ ἀκριβὴς ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῶν τεταγμένων διὰ τὴν καταδίωξιν καὶ τιμώρησιν τῶν ἀδικημάτων. Ἐὰν οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ τὰ Συμβούλια διωνύχιζον τὰς ὑποθέσεις, πολλαὶ ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ ἔφθανον μέχρι τῆς θύρας τοῦ ἀκροατηρίου, καὶ τούτου ἕνεκα, ὅταν διέρχωνται τὴν θύραν τοῦ ἀκροατηρίου καὶ παρουσιάζωνται ἐνώπιον αὐτοῦ, ἐξαφανίζονται. Ὁ ψευδὴς μηνυτής, ὅταν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, ὅπως τὸν θεωρεῖ καὶ τὸν ὁρίζει ὁ ἡμέτερος ποινικὸς νόμος, καθ’ οὗ ἀπειλεῖ τὰς ποινὰς τὰς ἐν τοῖς σχετικοῖς ἄρθροις ἀναγραφομένας, ὁ ψευδής, λέγω, οὗτος μηνυτὴς δὲν θὰ ἀποδυσπετήσῃ νὰ μηνύσῃ ψευδῶς, ὅταν θελήσῃ νὰ ἐκδικηθῇ, πρὸ τῆς πληρωμῆς 100–200 δραχμῶν, ἤτοι πρὸ τῆς ἀπειλῆς τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων, ἀφοῦ δὲν ἀποδυσπετεῖ πρὸ εἱρκτῆς ἢ φυλακίσεως, ἣν ἀπειλεῖ κατ’ αὐτοῦ ὁ Ποινικὸς Νόμος. Ταῦτα εἶχεν ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, φαίνεται καὶ ὁ ἡμέτερος νομοθέτης τῆς ποινικῆς νομοθεσίας, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ εἰς τὸ ἄρθρον 86, ὅπως γνωρίζουσιν οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοί, χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον μετὰ τὴν ἀθώωσιν αὐτοῦ νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, ἐν ἄρθρῳ 82 ὁρίζει—καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο—, ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει ὑποχρεοῦται τὸ Δικαστήριον νὰ καταψηφίσῃ τὰ ἔξοδα εἰς τὸν ἐναγόμενον διάδικον καὶ ὀνομάζει τὸν κατηγορούμενον τὸν πολιτικῶς ὑπεύθυνον, τὸν ἐνάγοντα καὶ τὸν ἰδιώτην κατήγορον, ἀποφεύγει ὅμως τελείως νὰ ὀνομάσῃ καὶ τὸν μηνυτήν· τὸ τοιοῦτον ἔπραξε μετὰ λόγου, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ πάντα ἀδικούμενον ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν τὸ δίκαιόν του. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ Δικονομία μας δὲν ἔχει ἀναγράψει τοιαύτην διάταξιν, ἀπορῶ δὲ πῶς τὸ τοιοῦτον δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων τινές, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα. Αἱ ψευδεῖς μηνύσεις πρέπει βεβαίως νὰ ἐκλείψωσι, διότι ἡ ψευδὴς μήνυσις ἐνσπείρει τὸ μῖσος μεταξὺ ψευδοῦς μηνυομένου καὶ μηνύοντος, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ γίνῃ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ διὰ τῶν προσφορωτέρων μέτρων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φέρων εἰς τὴν ζωὴν καὶ ἐμφάνειαν τὰς πρὸ πολλοῦ ἐν ἀχρηστίᾳ καὶ νεκροφανείᾳ διατελούσας διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περὶ ψευδοῦς μηνύσεως, περὶ ψευδοῦς διὰ χειραψίας ὑποσχέσεως καὶ ψευδομαρτυρίας. Τότε δὲ δυνάμεθα μετὰ λόγου καὶ πεποιθήσεως νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ λείψῃ ἡ ψευδὴς μήνυσις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατωτέρω ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐκτίθησι (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τῆς ὀλεθρίας αὐτῆς τάσεως δύνανται ἐν πολλοῖς ν’ ἀντιδράσωσι καταλλήλως διαρρυθμιζόμεναι αἱ ἤδη τελείως ἀργοῦσαι σχεδὸν περὶ ψευδοῦς καταμηνύσεως διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου κλπ. Οὐδὲν συμφωνότερον καὶ πρὸς τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας κλπ., ὅπως, ὁσάκις ἡ καταγγελία ἀποδείκνυται ἐντελῶς ψευδὴς εἴτε ἐκ δόλου εἴτε ἐκ βαρείας ἀμελείας δημιουργηθεῖσα, ἐπιβάλληται εἰς τὸν καταγγείλαντα τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν ἐξόδων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη ἡ Πολιτεία, ὅπως προβῇ εἰς ἄσκοπον καὶ ματαίαν καταδίωξιν». Ἡ τοιαύτη ἐκδοχὴ εἶναι ὀρθή, καὶ μόνον οὕτω δικαιολογεῖται τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀποτελοῦν ἐπιστέγασμα, δηλαδὴ συμπλήρωμα καὶ κατακλεῖδα, τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ ψευδοῦς μηνύσεως, τροποποιουμένου ὅμως καὶ τούτου κατὰ τὴν σημερινὴν τῆς κοινωνίας ἀντίληψιν, διότι βεβαίως ὁ ψευδῶς μηνύων, κηρυσσόμενος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἔνοχος ψευδοῦς μηνύσεως, ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ τὸ Κράτος, ὀφείλει νὰ καταβάλῃ εἰς αὐτὸ τὰ ἐκ τῆς ψευδοῦς μηνύσεως γενόμενα ἔξοδα. Ἀλλ’ ἤδη ζητοῦντες νὰ καταστήσωμεν νόμον αὐτοτελῆ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀνατρέπομεν τοὺς κανόνας τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διότι, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ὑπεστήριξάν τινες τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅταν τὸ Δικαστήριον ἀθωοῦν τὸν κατηγορούμενον καταψηφίζῃ εἰς τὸν μηνυτὴν τὰ ἔξοδα, εἴτε διότι ἐκ δόλου εἴτε διότι ἐξ ἀμελείας ἐμήνυσεν, ἀσχέτως ὅμως πρὸς τὴν ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει κατηγορίαν, πάντως τότε δημιουργεῖται ὑποχρέωσις πρὸς ἀποζημίωσιν ἄνευ κηρύξεως ἐνόχου τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἄνευ ἀπολογίας αὐτοῦ. Καί, ὅταν οὗτος εἶτα καταγγελλόμενος πλέον ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει καταδιωχθῇ, πῶς θὰ ὑπερασπισθῇ, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασις θεωρήσασα αὐτὸν ψευδῆ μηνυτήν, ἄνευ μάλιστα οὐδεμιᾶς ἀπολογίας αὐτοῦ, ὡς εἴρηται; Ἄλλη εἶναι ἡ περίστασις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐνταῦθα ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας. Ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις ἡ ἀποτελοῦσα δεδικασμένον πάντοτε εἶναι μία· δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δύο ὄψεις καὶ δύο μορφάς.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ δεδικασμένον ἀντὶ ἀληθοῦς παραλαμβάνεται.
§85Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Βεβαίως. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταί, ἀναγράφει (ἀναγινώσκει): «Τὰ συμβούλια τῶν Πλημμελειοδικῶν κτλ. ἀποφαινόμενα ἢ δικάζοντα ἐπὶ ποιν. δικῶν, ἐφ’ ὧν ἡ καταδίωξις ἐγένετο ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει ἢ τῇ μηνύσει ἰδιώτου, ἐπιβάλλουσιν, ὁσάκις πεισθῶσιν, ὅτι ἡ καταγγελία ἦτο ἐντελῶς ψευδὴς ἢ ὅτι παρεμορφώθησαν δολίως τὰ πράγματα, ὅπως δοθῇ βαρύτερος χαρακτὴρ εἰς τὴν πρᾶξιν κτλ.» Δὲν ὁρίζει τουτέστι τίς εἶναι ψευδὴς καταγγελία καὶ πότε ὑπάρχει παραμόρφωσις τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἀναγράφει μόνον: ὅτι ἐγένετο ἔνοχος ψευδοῦς καταγγελίας ἢ παραμορφώσεως δολίως τῶν πραγμάτων. Ἀλλοῦ ἔγκειται ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ, ὡς ἀνέπτυξα προηγουμένως, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ φρονῶ, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθὸς καὶ πρακτικός, εἶμαι ἐν τούτοις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διετυπώθη καὶ ὑπεβλήθη τοῦτο ἐνώπιον ἡμῶν, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο, ψηφιζόμενον ὡς εἶναι συντεταγμένον, δὲν δύναται νὰ ἀποβῇ τελεσφόρον ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν εἰσήχθη καὶ ζητεῖται νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ γίνῃ ἀφορμή, εἰς τὰς πολλὰς δικαίας μομφάς, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐναντίον πολλῶν ἐκ τῶν δικαστῶν, νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλαι. Διότι, τοῦ λόγου εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐλθόντος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω παρένθεσιν· δὲν συμφωνῶ τουτέστι παντάπασι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ μόνη ἀτέλεια, ἡ ὁποία διακρίνει τὴν ἡμετέραν δικαιοσύνην, εἶναι ἡ βραδύτης. Δυστυχῶς εἶναι καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ γίνωσιν ἀντικείμενον συζητήσεως· ὅταν θὰ ἐπιστῇ ὁ κατάλληλος χρόνος, θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν μετὰ τῶν δεουσῶν λεπτομερειῶν καὶ ἀποδείξεων.
§86Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἡ ταχύτης εἶναι κακὴ ἐνίοτε.
§87Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Βεβαίως. Δύο εἶναι ἐναντιώτατα εὐβουλία, καθ’ ἃ ἔλεγον καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν, «τάχος τε καὶ ὀργή». Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς καταπονήσω, διότι καίτοι δικηγόρος, δὲν εἶμαι φίλος τῶν λόγων, ἀλλ’ ἀποβλέπω πάντοτε εἰς τὴν οὐσίαν. Τούτου ἕνεκεν δι’ ὀλίγων αὐτὰς τὰς κρίσεις καὶ σκέψεις μου ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ οἱ νομικοὶ ἐξ ὑμῶν, καὶ οἱ μὴ τοιοῦτοι, ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομικῶν γνώσεων, θὰ μὲ δικαιώσωσι καὶ θὰ σκεφθῶσι· θὰ κρίνωσιν, ὅτι, ἵνα ἡ νόσος τῶν ψευδῶν μηνύσεων ἐκλείψῃ, χρῄζει ῥιζικωτέρας θεραπείας, ἥτις συνίσταται εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν κειμένων κατὰ τῆς ψευδοῦς μηνύσεως νόμων, τροποποιουμένων κατὰ τὴν σημερινὴν τῆς κοινωνίας ἀντίληψιν, καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὴν καταψήφισιν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδῶς μηνύοντας.
§88ΙΩ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ξέναι νομοθεσίαι ἀνεγνώρισαν ἤδη τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου νόμου. Ἡ Γερμανικὴ Ποινικὴ Δικονομία ἐν ἄρθρῳ 501 διαλαμβάνει· «ἐὰν διαδικασία τις προεκλήθη ἐκ μηνύσεως γενομένης δολίως ἢ ἐκ βαρείας ἀμελείας, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν μηνυτὴν ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ ἢ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον καὶ τὸν μηνυθέντα προξενηθεῖσα δαπάνη». Τοῦτο, ὅτι νομοθεσίαι πεπολιτισμένων Κρατῶν ἀνεγνώρισαν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἦτο συμβολὴ καὶ ἔνδειξις, ὅπως καὶ ὁ ἡμέτερος νομοθέτης σκεφθῇ περὶ εἰσαγωγῆς παρομοίου μέτρου. Πλὴν δὲν ἦτο ἀρκετὸν τοῦτο, ἂν τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ἐν Ἑλλάδι δὲν προσηρμόζοντο πρὸς τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ, ἂν πρὸς ἀποδοχὴν τοιούτου μέτρου δὲν εἶχεν ἐκ τῆς πράξεως τῶν Δικαστηρίων καὶ τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου παραχθῇ κοινὴ γνώμη ἐκδηλουμένη ὡς κοινὴ συνείδησις, ἥτις θὰ ἐνεδείκνυεν ὡς ἐπιβεβλημένην τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ. Ὁποία εἶναι ἡ περὶ τούτου παρηγμένη κοινὴ συνείδησις; Ὄργανα κατώτερα τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς δι’ ἀφορμὰς μὴ σχετιζομένας πρὸς τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των ἀπησχόλησαν πολλάκις τὰ κατώτερα ποινικὰ Δικαστήρια διὰ ψευδῶν μηνύσεων κατὰ πολιτῶν ἀθώων ὑποστάντων ἀδίκως τὴν ζημίαν τὴν ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τῶν ἐργασιῶν των καὶ τὴν λόγῳ τῆς ἐπὶ Δικαστηρίου μετὰ τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως παραστάσεώς των. Ὄργανα τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς προερχόμενα ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ καθήκοντός των εἰς ὑπερβασίας, ὅπως καλύψωσι τὴν ἐπὶ ταύταις εὐθύνην των, οὐχὶ σπανίως ἔπλασαν ἀβασίμους κατηγορίας ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς ἐναντίον πολιτῶν, πράγματι ἀδικηθέντων, καὶ μετὰ τὰς ἐνόρκους καταθέσεις τῶν συμπρακτόρων των ὑπεστήριξαν αὐτὰς ἐπὶ Δικαστηρίου. Δασοφύλακες ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν δασῶν καὶ τὴν δίωξιν τῶν δασικῶν ἀνομημάτων ἐκ λόγων σχετιζομένων πρὸς τὰς ἐν τῷ τόπῳ μεταξὺ τῶν πολιτῶν ἐκ πολιτικῶν ἢ ἐξ ἄλλων αἰτιῶν διαμάχας ἢ ἐκ προσωπικῶν αὐτῶν βλέψεων καὶ τῆς μὴ ἀρκούσης ἱκανοποιήσεως αὐτῶν πολλάκις διὰ πρωτοκόλλων ψευδῶν ἤγαγον ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων ἀθώους πολίτας διὰ παραβάσεις περὶ τὴν ὑλοτομίαν μικράς, ἐνῷ σπανιώτατα, ἂν μὴ οὐδέποτε, κατεδίωξαν τοὺς ἐπὶ καταστροφῇ τῶν δασῶν ἐνεργοῦντας τὰς μεγάλας πρὸς ἐμπορίαν ὑλοτομίας. Καὶ τοῦ λόγου παρεμπεσόντος περὶ τῶν δασοφυλάκων, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ποιήσωμαι μικρὰν παρένθεσιν, ὅπως ὑποβάλω θερμὴν τὴν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας, ἵνα ταχέως εἰσηγηθῇ νομοσχέδιον καταργοῦν τὸν θεσμὸν τῶν δασοφυλάκων ὅπως ἀπολυθῶσι πάντες οἱ ἐπιτετραμμένοι νῦν τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν καὶ τὴν δίωξιν τῶν σχετικῶν ἀνομημάτων εἰδικῶς, διότι κοινὴ γνώμη ἔχει παραχθῆ, ὅτι ἡ οἰκεία Σχολή, ἐξ ἧς ἐξῆλθον, ἠστόχησε τοῦ προορισμοῦ αὑτῆς καὶ ὅτι κατὰ κανόνα οὗτοι δὲν ἐκπληροῦσιν ὡς δεῖ τὸ ἑαυτῶν καθῆκον—, σκεφθῇ δὲ σοβαρῶς περὶ εἰσαγωγῆς νέου συστήματος φυλάξεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἐκ τῶν δασῶν ἐγκαταλελειμμένου ἤδη εἰς τὴν τύχην του ἐθνικοῦ πλούτου. Πολῖται τέλος, εἴτε ὅπως δικαιολογήσωσι πρᾶξίν τινα αὐτῶν ἀξιόποινον, εἴτε ὅπως περιορίσωσι τὰς ἐξ αὐτῆς εὐθύνας των, εἴτε ὅπως ἐκδικήσωσι πάθος καθ’ ὁλοκλήρου οἰκογενείας, ἧς μέλος τι ἔβλαψεν αὐτούς, εἴτε ὅπως ἐκδικήσωσι πολιτικὰ πάθη ἴδια ἢ φίλων των, εἴτε ὅπως ἀποκλείσωσι τῆς μαρτυρίας πρόσωπα παραστάντα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀξιοποίνου πράξεως, ἀλλ’ οὐδόλως μετασχόντα αὐτῆς, διατεθειμένα δὲ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ μηνυτοῦ νὰ μὴ μαρτυρήσωσι κατὰ τὰς ὀρέξεις αὐτοῦ ἢ δι’ ἄλλους παντοδαποὺς λόγους, οὐχὶ σπανίως διὰ μηνύσεων ψευδῶν ἤγαγον ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἑτέρους πολίτας ἢ καὶ ὄργανα τῆς ἐξουσίας πάντη ἀθώους τῶν ἀποδοθεισῶν αὐτοῖς ἀξιοποίνων πράξεων. Τοιούτων περιπτώσεων καὶ ἑτέρων παρεμφερῶν γέμει ἡ πρᾶξις τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, καὶ κατ’ αὐτῶν ἀείποτε ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ γνώμη, διότι δὲν ἠνείχετο νὰ βλέπῃ ὑφισταμένους παντοδαπὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς ζημίας ἀνθρώπους ἀθώους, οὐδὲ τὸ Κράτος νὰ καταβάλλῃ τὰ ἔξοδα τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἐκδιδομένων ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων ἢ βουλευμάτων, χωρὶς οἱ ὑπαίτιοι τῶν τοιούτων ζημιῶν οὐδεμίαν νὰ ὑφίστανται τιμωρίαν. Ἡ ἐπὶ ψευδεῖ δὲ καταμηνύσει διάταξις τοῦ Ποιν. Νόμου προσέκοψεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ μὴ ἀναδειχθεῖσα ἀξία ν’ ἀνακόψῃ τὴν τοιαύτην τάσιν πρὸς εἰσαγωγὴν ψευδῶν μηνύσεων, τὸ μὲν διότι ἀπῄτει νέαν μακρὰν διαδικασίαν, πρὸς ἣν δὲν ἐφέρετο διατεθειμένος ν’ ἀποδυθῇ ὁ μόλις τῆς προτέρας συνεπείᾳ τῆς ψευδοῦς μηνύσεως ἀπαλλαγείς, τὸ δὲ διότι ἀπέβαινε κατὰ κανόνα δυσχερεστάτη ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν σύστασιν τοῦ ἀδικήματος δολίας προαιρέσεως παρὰ τῷ δράστῃ, καθ’ ἣν ἔδει ν’ ἀποδεικνύῃ ὁ ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει κατηγορῶν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἐμήνυσεν αὐτὸν ἐν γνώσει ὢν τῆς ἀθῳότητός του. Εὐλόγως κατ’ ἀκολουθίαν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν ἐνεδεικνύετο ἡ λῆψις μέτρου τινὸς κατὰ τῶν τοιούτων ψευδῶν μηνύσεων, καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐὰν μάλιστα ἤθελε τροποποιηθῆ, καθ’ ἃς ἐγγράφους τροποποιήσεις ὑποβάλλω τῷ κ. Προέδρῳ, ἔρχεται νὰ πληρώσῃ ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας διὰ τὴν ἀπρόσκοπτον ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν προσέχωμεν τὸν νοῦν, ὅπως ὁ ἔνοχος ἀξιοποίνου τινὸς πράξεως μὴ πάθῃ τι ἀνώτερον τῆς ἐκδηλωθείσης ἐγκληματικῆς του βουλήσεως καὶ τοῦ ἐκ τοῦ ἀδικήματος προσγενομένου κακοῦ, ἐὰν διὰ τὸν ἔνοχον μετὰ μεθοδικότητος οὐ τῆς τυχούσης καὶ ὁ Ποινικὸς Νόμος καὶ ἡ Ποινικὴ Δικονομία τοσαύτας προστατευτικὰς διατάξεις ἔχουσι διαγράψει, δίκαιον εἶναι, νομίζω, ὁ νομοθέτης νὰ σκεφθῇ νὰ προστατεύσῃ ὀλίγον καὶ τὸν ἀθῷον τὸν ἀδίκως συρόμενον εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου. Διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς πληρωμῆς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τελῶν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τῆς ἐκ τῆς ἀδίκου διώξεως προξενηθείσης δαπάνης εἰς τὸν μηνυθέντα, κατὰ τὴν κατωτέρω ἀναπτυχθησομένην τροποποίησίν μου θέλουσιν ἀποτρέπεσθαι πολλοὶ ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν ψευδῶν μηνύσεων, καὶ θέλουσιν ἀποφεύγει συνεπῶς τὴν ἄδικον καταδίωξιν οὐκ ὀλίγοι πολῖται ἀθῷοι, οἵτινες ἄχρι τοῦδε ἄνευ οὐδεμιᾶς ζημίας τῶν μηνυτῶν ἐσύροντο ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων μετ’ εὐκολίας. Διὰ τῆς καταψηφίσεως δ’ αὐτῆς εἰς βάρος τοῦ ψευδῶς μηνύσαντος θέλει ἀποδίδεσθαι δικαία ἱκανοποίησις εἰς τὸν ἀδίκως διωχθέντα πολίτην. Καὶ παρὰ τὰς ἄλλας αἰτιολογίας πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἤθελον προσθέσει καὶ ταύτην, τῆς προστασίας τῶν ἀθῴων. Τινὲς τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ἔφεραν ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καί, ἂν καλῶς παρηκολούθησα αὐτάς, γενικῶς συνοψίζονται εἰς τὴν ἔκφρασιν φόβων καὶ ἀμφιβολιῶν περὶ τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑπὸ συζήτησιν διατάξεων ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων καὶ δικαστικῶν συμβουλίων. Φοβοῦνται, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὅπλον ἀδικίας εἰς χεῖρας τῶν δικαστῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν γένηται νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐκφράζουσιν ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Αἱ μεμψιμοιρίαι αἱ γενικαί, αἱ συμφυεῖς πρὸς τὸν χαρακτῆρά μας ἠδύναντο, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ ἀκουσθῶσι καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἡ τάσις τοῦ νὰ θέλωμεν ν’ ἀμαυρῶμεν καὶ ὅ,τι καλὸν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὸ ἡμέτερον Κράτος ἠδύνατο νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὀφείλομεν ν’ ἀνομολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι, ἂν ὑπῆρξε κλάδος, ὅστις ἐν μέσῳ τῆς πολιτικῆς ἀνεμοζάλης, ὑφ’ ἣν ἔζησεν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 μέχρι σήμερον, ἐκράτησεν ὑψηλὰ τὸ μέτωπον ἐν σχέσει πρὸς τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, οὗτος εἶναι ὁ δικαστικός. (Ἀκούονται διαμαρτυρίαι ὑπό τινων Βουλευτῶν ἐναντίον ὡρισμένων δικαστῶν). Ναί, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, χωρὶς τὸ παράπαν τὰ μεμονωμένα ἐξαιρετικὰ παραδείγματα παραπόνων δικαίων, ἅτινα ἀπὸ οὐδένα κλάδον δύνανται νὰ λείψωσι, νὰ εἶναι ἰσχυρὰ νὰ διασείσωσι τὸν κανόνα ὅτι ὁ κλάδος ὁ δικαστικὸς ἐτήρησε τὴν ἐμπρέπουσαν εἰς αὐτὸν ἀξιοπρέπειαν, καὶ ἐξεπλήρωσε κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Εἰς τοὺς δικαστὰς ἐμπιστεύεται ἡ νομοθεσία ἡμῶν τὴν τιμήν, τὴν περιουσίαν, τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, καὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφιβάλλωμεν, ὅπως χορηγήσωμεν αὐτοῖς τὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἀπορρέουσαν ἐξουσίαν, ἵνα καταψηφίσωσι τὰ ἔξοδα εἰς βάρος τῶν ψευδῶς καὶ δολίως μηνυόντων; Δὲν ἔχομεν ποινικοὺς δικαστάς, ἠκούσθη λεγόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐμὴ ἀντίληψις ἐκ τῆς μικρᾶς μου ἐν τοῖς Δικαστηρίοις πείρας εἶναι, ὅτι ἔχομεν τοιούτους, οἵτινες δικάζουσιν εὐσυνειδήτως, καί, ἂν παρατηροῦνται ἔστιν ὅτε πλάναι τινές, αὗται δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν ἔλλειψιν καλῶν δικαστῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν πληθώραν τῶν ἐκδικαζομένων καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν ὑποθέσεων, ἥτις καθιστᾷ φυσικῶς δυσχερεστάτην τὴν εὑρεῖαν καὶ μετ’ ἀδιαλείπτου προσοχῆς ἔρευναν ἑκάστης ὑποθέσεως, καὶ μοὶ φαίνεται παράδοξον, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, ὁ γνώριμος τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, δὲν ἀντελήφθη τοῦτο. Ἔχει ἀμφιβολίας ἐπὶ τὰ κατώτερα Δικαστήρια, λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἕνεκα τῶν ὁποίων κηρύσσεται κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· καὶ ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὡς προκειμένου νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 πολλοὶ ῥήτορες ὡμίλησαν κατὰ τῆς διατάξεως περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἐκ φόβων καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας αὐτῶν, καὶ οἱ φόβοι αὐτῶν ἀπεδείχθησαν ἀβάσιμοι, διότι ἡ δοθεῖσα ἰσοβιότης μετὰ ἑξαετίαν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος εἰς τοὺς πρωτοδίκας καὶ τετραετίαν εἰς τοὺς ἐφέτας καὶ ἀρεοπαγίτας ἐδικαίωσε τὰς σκέψεις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, οὕτω καὶ περὶ τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν καὶ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν γραμματέων ἐκτὸς τῶν ἑδρῶν τῶν Πρωτοδικείων ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτῶν ἀμφιβολίας τις, ὅτε εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν τῶν πολιτευτῶν ἔκειτο ἡ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν μετάθεσις αὐτῶν καὶ ἔστιν ὅτε καὶ ἡ παῦσις διὰ τῆς προκλήσεως ἐπανειλημμένων πειθαρχικῶν ποινῶν ἐντὸς ἔτους, καὶ ὅτε κατεβάλλομεν προσπαθείας, ἵνα καθιστῶμεν αὐτοὺς ὄργανα ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀπαιτήσεων τῶν φίλων μας· ἤδη ὅμως, ὅτε διὰ τοῦ τελευταίου ἀποκεντρωτικοῦ νόμου ἐθεσπίσθη τὸ ἐπὶ διετίαν ἀμετάθετον αὐτῶν, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως ἐξηρτήθη ἐκ τῆς γνώμης τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, καὶ ἔμειναν ἐλεύθεροι οὗτοι, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, ὄντως ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου δὲν ἀναγνωρίζω τοὺς πρότερον ὑπὸ παντοίας ἀμφιβολίας φερομένους εἰρηνοδίκας, καθόσον ἀληθῶς ἐκπληροῦσιν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν των, καὶ οἱ φίλοι μας οἱ πολιτικοὶ ἔπαυσαν ἐκφράζοντες κατ’ αὐτῶν παράπονα καὶ ἀπέδειξαν οὕτως, ὅτι τὸ Σῶμα αὐτῶν εἶναι κατάλληλον πρὸς ἀπονομὴν τῆς κατωτέρας δικαιοσύνης διαψεύσαντες τὰς περὶ τοῦ ἀκαταλλήλου αὐτῶν γνώμας ἐνίων περὶ τὰς θεωρίας μόνον καταγινομένων καὶ δικαιώσαντες τὰς ἀγαθὰς ἐλπίδας, ἃς ἐστήριξεν ἐπ’ αὐτῶν ὁ νομοθέτης, δὲν πρέπει πλέον νὰ ἐκφράζωμεν ἀμφιβολίας ἐπ’ αὐτῶν, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐφαρμόζει δικαίως τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν μέτρον, καὶ ἡ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἀντίρρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ δὲν εἶναι βάσιμος. Ἡ ἑτέρα ἀντίρρησις, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου κινδυνεύει νὰ ὑφίσταται ἄδικον ζημίαν ὁ ἁπλοῦς ἀστὸς ὁ ἐμπιστευόμενος τὴν σύνταξιν τῆς μηνύσεώς του εἰς δικολάβον ἢ γραφέα ἢ ὑπενωμοτάρχην, κατ’ ἐπίφασιν μόνον εἶναι εὔλογος, ἐνῷ δὲν εἶναι πράγματι τοιαύτη, διότι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου ἡ καταψήφισις τῶν ἐξόδων ἐπιβάλλεται, «ὁσάκις πεισθῶσιν οἱ Δικασταί, ὅτι ἡ καταγγελία ἦτο ἐντελῶς ψευδής, ἢ ὅτι παρεμορφώθησαν δι’ αὐτῆς δολίως τὰ πράγματα κλπ.». Καὶ ἡ μὲν πρώτη περίπτωσις δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν δικολάβος τις ἢ οἱοσδήποτε νὰ συντάξῃ ψευδῆ μήνυσιν, χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ εἰς αὐτὸν ὁ μηνυτὴς καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλά, καὶ ἂν συντάξῃ, πάλιν θὰ μείνῃ ἄνευ ἀξίας, διότι ἀπαιτεῖται κατὰ νόμον ἐγχείρισις τῆς μηνύσεως εἰς καταδιωκτικὴν ἀρχὴν ὑπὸ τοῦ ἰδίου μηνυτοῦ, βεβαίως δ’ ἐγχείρισιν δὲν θέλει κάμει ὁ ἁπλοῦς ἀστὸς ὁ μὴ θέλων νὰ μηνύσῃ πρᾶξιν ἀνύπαρκτον. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν δέ, τῆς παραμορφώσεως δολίως τῶν πραγμάτων, πάλιν δὲν διατρέχει τινὰ κίνδυνον ὁ ἁπλοῦς ἀστός, τὸ μὲν διότι κατὰ τὴν ἐγχείρισιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῶσιν αὐτῷ ὑπὸ τῆς ἀρχῆς, εἰς ἣν ἐγχειρίζει τὴν μήνυσίν του, αἱ ἐν τῇ μηνύσει παραμορφώσεις, ἂν δὲ τοῦτο παραλειφθῇ, πάλιν, ἀποδεικνυομένου ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ καὶ ἐξ ἀμαθείας του ὁ συντάκτης τῆς μηνύσεως περιέλαβεν ἐν αὐτῇ τὴν παραμόρφωσιν, δὲν θέλει καταδικάζεσθαι οὗτος εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων, διότι ἡ πρὸς τοῦτο βάσις τῆς δολίας ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου μηνυτοῦ παραμορφώσεως ἐλλείπει ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Καὶ ἡ ἑτέρα ἀντίρρησις, ὅτι ἐκ τοῦ φόβου τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων εἰς βάρος των, ἐὰν ἀπετύγχανεν ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀξιοποίνου πράξεως, πολλοὶ θ’ ἀποτρέπωνται ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς ἀληθῶν μηνύσεων, καὶ θὰ μένωσιν ἀδίωκτα ἀδικήματα, δὲν ἔχει βασιμότητα, τὸ μὲν διότι καὶ ἤδη οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ μηνύσωσιν, ἂν ἐσκέπτοντο τὰς συνεπείας τῆς ἀποτυχίας τῆς ἀποδείξεως, εἶχον νὰ ὑπολογίσωσι τὴν ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει δίωξίν των καὶ τὴν ὑπὲρ τοῦ ἀθωουμένου κατὰ τὸ ἄρθρ. 86 τῆς Ποιν. Δικονομίας καταδίκην του εἰς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως καὶ ἐξόδων, ἅτινα εὐκολώτερον θ’ ἀπέτρεπον αὐτοὺς ἀπὸ τὸν φόβον τῆς καταψηφίσεως εἰς βάρος των τοῦ ὅλου ἢ μέρους τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ἅτινα συνήθως ἀνέρχονται εἰς ἐλάχιστον ποσόν, τὸ δὲ διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς διὰ τῶν τροποποιήσεών μου διαρρυθμίζεται, οὐχὶ ὁ ἀπὸ ἀγαθοῦ τοῦ συνειδότος μηνύσας καὶ ἀποτυχὼν εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς μηνυθείσης πράξεως, ἀλλ’ ὁ ἐν γνώσει ὑποβάλλων ψευδῆ μήνυσιν ἢ ὁ δολίως παραμορφώνων ἐν αὐτῇ τὰ πράγματα, θὰ καταδικάζηται, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἀληθὴς μηνυτὴς νὰ μὴ ἔχῃ κανένα φόβον ν’ ἀποτραπῇ ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς μηνύσεως. Καὶ τρίτον διότι τὰ ἐξ ἐπαγγέλματος διωκόμενα ἀδικήματα εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ σοβαρώτερα, καὶ δι’ αὐτὰ ἀναγγελία ἁπλῆ εἰς τὴν ἀρχὴν ἀρκεῖ ἵνα διωχθῶσιν, ὥστε, ἂν ὑπάρξωσι πράξεις ἀξιόποινοι, δι’ ἃς δὲν θέλουσι πιθανῶς ὑποβληθῆ μηνύσεις, αὗται θὰ εἶναι μικρᾶς ἀξίας, καὶ ἐξ ἐκείνων, αἵτινες διὰ τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῶν ἐν κοινωνίᾳ βιούντων πολιτῶν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ ὑπεβάλλοντο. Διὰ τὴν ἐνδεχομένην λοιπὸν ταύτην καὶ ἀπίθανον περίπτωσιν, ἐξ ἧς οὐδὲν ἔχει νὰ πάθῃ ἡ δικαιοσύνη, εἶναι δίκαιον νὰ ἀφήσωμεν ἀθῴους πολίτας νὰ σύρωνται ὑπὸ δολίων μηνυτῶν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ μὴ ἐπισείσωμεν καὶ μὴ ἐπιβάλωμεν τὴν μικρὰν ποινὴν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τῆς πληθώρας τῶν μέχρι τοῦδε ἀζημίως ἀδικούντων ἰδιωτῶν ἢ ὀργάνων τῆς ἀρχῆς; Δὲν ἤκουσα ἑτέραν ἀντίρρησιν, καὶ ἐὰν ἐμβλέψωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἃς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἀφίεται νὰ ἐπιβάλῃ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν ἐξόδων εἰς βάρος τοῦ δολίου μηνυτοῦ, εἰς τρόπον ὥστε ἀναλόγως τῆς μεγαλειτέρας ἢ μικροτέρας ὑπαιτιότητός του νὰ ἐπισύρῃ μικροτέραν ἢ μεγαλειτέραν ποινήν, καὶ καθ’ ἃς ὁ τοιοῦτος μηνυτὴς θ’ ἀκούηται πρότερον καὶ θὰ φέρῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του, θ’ ἀνακόπτῃ δὲ τὴν ἀπόφασιν, ἂν δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν καταδίκην, φρονῶ, ὅτι σοβαρῶς δὲν δύναται νὰ πολεμηθῇ ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ βάσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἔχω μόνον τροπολογίας τινάς, αἵτινες, ἵνα μὴ λαμβάνωμεν πάλιν τὸν λόγον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως λάβῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἄρθρ. 40 τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν στέργῃ νὰ συζητηθῶσιν εὐθύς.
§89Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κ. Βουλευτά, ὅπως παραδώσητε αὐτὰς τῷ κ. Προέδρῳ, ἵνα τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι, διότι ἐπιθυμῶ νὰ τὰς ἴδω, καὶ προβῆτε ἤδη εἰς τὴν ἀνάπτυξίν των.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Βουλευτά, νὰ μοὶ παραδώσητε τὰς τροπολογίας καὶ ἀναπτύξητε ἤδη αὐτάς.
§91Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παραδίδω ταύτας ἐγγράφους τῷ κ. Προέδρῳ καὶ δι’ ὀλίγων προβαίνω εἰς τὴν ἀνάπτυξίν των, ἐπιφυλασσόμενος εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν τροπολογιῶν μου νὰ ὑποστηρίξω αὐτὰς ἐκτενέστερον, ἂν παραστῇ ἀνάγκη. Εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται ἐκ τῆς διατυπώσεως «ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει ἢ μηνύσει ἰδιώτου» καὶ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὅτι δὲν περιλαμβάνεται καὶ οἱονδήποτε ὄργανον τῆς ἀρχῆς ὡς δασοφύλαξ, ἀστυφύλαξ κ.λ.π., ὅπερ, ἂν δολίως καὶ ἐπὶ παραβάσει τοῦ καθήκοντός του ψευδῶς ἐμήνυσε πολίτην τινά, δίκαιον εἶναι, ἵνα πληρώνῃ τὰς δαπάνας καὶ ζημίας ὡς καὶ πᾶς ἰδιώτης. Ἡ ἐξαίρεσις δὲ αὕτη πλήττει αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι τὸ ὄργανον τῆς ἀρχῆς, τὸ ἀποφασίζον νὰ προβῇ εἰς τόσον εἰδεχθῆ πρᾶξιν, οὐ μόνον τὴν ποινὴν ταύτην πρέπει νὰ ὑφίσταται, ἀλλ’ εἶναι ἀνάξιον καὶ τὴν ἀνατεθειμένην αὐτῷ ἐξουσίαν νὰ ἀσκῇ. Ἑπομένως ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν, ὅπως μετὰ τὴν λέξιν «ἰδιώτου» προστεθῶσι καὶ αἱ λέξεις «ἢ ὀργάνου τῆς ἀρχῆς». Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἡ πρώτη περίπτωσις τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων ἀναφέρεται οὕτως: «ὁσάκις πεισθῶσιν, ὅτι ἡ καταγγελία ἦτο ἐντελῶς ψευδής». Φρονῶ, ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη εἶναι αὐστηροτέρα τῆς Γερμανικῆς Ποιν. Δικονομίας, καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται δόλος ἢ βαρεῖα ἀμέλεια, καὶ ἐξ αὐτῆς δύναται νὰ ὑποφέρῃ καὶ μηνυτὴς ἐν καλῇ πίστει ὑποβαλὼν μήνυσιν· ὡς λόγου χάριν ὅτε παρουσιάσθη εἰς τὸν μηνυτήν τις, ὅστις ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἦτο αὐτόπτης μάρτυς ἀξιοποίνου τινὸς πράξεως ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ μηνυτοῦ διαπραχθείσης, πειθόμενος εἰς τοῦτον ὁ μηνυτὴς ὑποβάλλει τὴν μήνυσιν, ἥτις κατόπιν ὅμως ἀποδεικνύεται ψευδής, διότι ὁ μάρτυς οὗτος ἐκ πάθους κινούμενος κατὰ τοῦ ἀθώου κατηγορουμένου ἐμαρτύρει ἐναντίον του. Ἐφ’ ᾧ ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν, ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «ὁσάκις πεισθῶσιν ὅτι» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐν γνώσει τοῦ καταγγείλαντος», εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἐν γνώσει καταγγέλλων ψευδῶς νὰ ὑφίσταται τὴν ζημίαν, οὐχὶ δὲ καὶ ὁ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ψευδοῦς τῆς μηνύσεως ὑποβάλλων αὐτήν. Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον παρατηρῶ, ὅτι δὲν λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τῆς δαπάνης τῆς προξενηθείσης εἰς τὸν ψευδῶς μηνυθέντα, εἰς ἣν εὑρίσκω δίκαιον νὰ καταδικάζηται ἀμέσως ὁ μηνυτής. Ἡ Γερμανικὴ Ποινικὴ Δικονομία ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ διαλαμβάνει καὶ περὶ τῆς καταψηφίσεως τῆς δαπάνης ταύτης εἰς βάρος τοῦ μηνυτοῦ. Ἔχει δὲ ὡριμάσει καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς διατάξεως ταύτης, ἀφοῦ ἡ ἐκ τοῦ ἄρθρου 86 τῆς Ποινικῆς μας Δικονομίας προστασία ἔμεινε νεκρὰ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, τὸ μὲν διότι ἀπῄτει αἴτησιν τοῦ κατηγορουμένου καὶ κατά τινα γνώμην καὶ τὴν παρουσίαν τοῦ μηνυτοῦ, λόγῳ τῶν ἐρημοδικιῶν ἀπόντος πολλάκις, τὸ δὲ διότι παρέπεμπεν εἰς τὸ ἄρθρον 85 τῆς Ποιν. Δικονομίας, καθ’ ὃ ἔδει νὰ εἶναι ἐκκαθαρισμένη ἡ περὶ τῆς προξενηθείσης δαπάνης ἀπαίτησις, ὅπερ σπανιώτατα ἠδύνατο νὰ ἐπιτυγχάνηται· καὶ ἀφοῦ ὁ ἀθωούμενος κατηγορούμενος μὲ ἀπόφασιν βεβαιοῦσαν ὅτι δολίως κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ μηνυτοῦ ἔχει ἀπαίτησιν πολιτικὴν περὶ ἀποζημιώσεως κατ’ αὐτοῦ, δι’ ἣν τὰ αὐτὰ μέσα τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς θὰ μετεχειρίζετο πρὸς ἐκκαθάρισιν, μὲ τὰ ὁποῖα καλλίτερον καὶ δι’ αὐτὸν τὸν μηνυτὴν λόγῳ τῶν δαπανῶν τῆς ἀστικῆς δίκης δύναται νὰ κρίνῃ ὁ ποινικὸς δικαστής, ὅστις μάλιστα λόγῳ τοῦ μικροῦ ποσοῦ τῆς τοιαύτης δαπάνης, μὴ ὑπερβαινούσης ποτὲ τὰς 300 δραχμάς, θὰ ἦτο ἢ ὁ αὐτὸς κατὰ ἱεραρχίαν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Πταισματοδικείου, ἢ ἀνώτερος, ἂν ἐπρόκειτο περὶ Συμβουλίου ἢ Πλημμελειοδικείου ἢ Συνέδρων, ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον διὰ τὴν ἀπαίτησιν ἀστικὸν δικαστήν. Ἐφ’ ᾧ προτείνω τὴν τροπολογίαν, ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν δικαστικῶν ἐξόδων ἢ τελῶν» τεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ τῆς εἰς τὸν μηνυθέντα προξενηθείσης δαπάνης ὁριζομένης κατὰ τὴν κρίσιν τῶν Συμβουλίων ἢ τῶν Δικαστηρίων». Πρὸς συναρμολόγησιν τοῦ ὅλου νομοσχεδίου κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας τροπολογίας προστίθενται λέξεις τινὲς εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ ὁλόκληρον ἄρθρον 4 ἔχον οὕτως: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 86 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ πᾶσα ἑτέρα ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὰ στοιχεῖα, ἅτινα εἶχεν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ, καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ καὶ τὸ ἀκραιφνὲς ἐνδιαφέρον του ὑπὲρ τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος τῆς δικαιοσύνης, καὶ παύσατε, παρακαλῶ, νὰ φέρητε ἀντιρρήσεις εἰς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ μεταβολή του εἰς νόμον τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐφαρμογή του καὶ εἰς ἀθώους πολίτας ἀδίκως συρομένους εἰς τὰ Δικαστήρια θέλει προσφέρει προστασίαν, καὶ ἀνακούφισιν εἰς τὸ Κράτος οἰκονομικὴν θέλει ἐπιφέρει ἐκ τῶν δαπανῶν, ἃς κατέβαλλεν ἕως τώρα ἐξ ἰδίων, καὶ αἵτινες ὀφείλουσι νὰ βαρύνωσι τοὺς ὑπαιτίους αὐτῶν, καὶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνυποστάτων κατηγοριῶν θέλει συντελέσει καὶ εἰς τὴν διάπλασιν τῶν ἠθῶν θέλει ἀσκήσει σώτειραν ἐπίδρασιν. (Ἐπιδοκιμασίαι γενικαί.)
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Παπαλουκᾶς καὶ Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλουσι ἐγγράφους τροπολογίας ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, αἵτινες θὰ ἐκτυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσι. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§93Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Θὰ εἴπω μόνον ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔσχον τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τῆς συζητήσεως. Πρὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν ἔζη εἰς τὰς Ἀθήνας ἕνας μεγάλος ἰατρός, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ ἕνα μεγάλο ἐλάττωμα. Ὅτε δηλαδὴ μετέβαινε κανεὶς ἀσθενὴς νὰ τὸν συμβουλευθῇ, αὐτός, ἀντὶ πρωτίστως νὰ τὸν ἐξετάσῃ καὶ κατόπιν τῆς διαγνώσεως νὰ ὁρίσῃ τὸν παθολογικὸν τύπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῇ ὁ ἀσθενής, ὁ ἰατρὸς οὗτος, ἐξ εὐγενοῦς βέβαια προσπαθείας, ὅπως παρηγορήσῃ ἢ θεραπεύσῃ τὸν ἀσθενῆ, ἐσχημάτιζεν εὐθὺς ἀμέσως, ὡς ἐν ἰνδάλματι, εἰς τὴν φαντασίαν του ἕνα ἴδιον παθολογικὸν τύπον, εἰς τὸν ὁποῖον προσεπάθει παντὶ σθένει νὰ ὑπαγάγῃ τὸν ἀσθενῆ.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίς αὐτός;
§95Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Τὸν ἐννοεῖτε. Ἦτο μεγάλος ἰατρὸς καὶ εἶχε μεγάλον ἀδελφόν. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ εὕρῃ κανεὶς μαζί του λογαριασμόν, ἐὰν ἐπεχείρει νὰ συζητήσῃ τὸ πρᾶγμα. Ἐμὲ μίαν φοράν, ὁ ὁποῖος κατέφυγον εἰς αὐτόν, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ὀλίγον ἔλειψε νὰ μὲ δείρῃ, ἐὰν δὲν παρενέβαινον οἱ λοιποὶ ἀσθενεῖς, διότι ἤρχισα νὰ συζητῶ τὰ τῆς ἀσθενείας μου, ὅτε ἐπὶ τέλους ἀπολέσας τὴν ὑπομονὴν ἠναγκάσθην νὰ τοῦ δείξω διὰ τρόπου χειροπιαστοῦ, ὅτι δὲν ἔπασχον ἀπὸ τὸ πάθος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς καλὰ καὶ σώνει ἤθελε νὰ μὲ πείσῃ ὅτι ἔχω. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ: μήπως τοιοῦτον ἴνδαλμα φαντασίας ἐχρησίμευσεν, ὅπως ὑπαγορεύσῃ τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία διήκει καθ’ ὅλον τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν δικαιολογικὴν βάσιν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ; Μὴ σᾶς φανῇ διόλου ὑπερβολικὴ ἡ ἀπορία μου. Συλλογισθῆτε τὰ ἑξῆς: Μέχρι σήμερον ἡ κοινὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐγώ, νεωστὶ ἐνταῦθα εἰσελθὼν καὶ νεώτερος πολλῶν ἄλλων εἰς τὸ ἀξίωμα, περισσότερον πολλῶν ἄλλων ἀντιπροσωπεύω, ἡ κοινὴ γνώμη, λέγω, εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν, ἐλλιπεστάτη εἰς αὐστηρότητα, ἦτο ὀφειλέτης πρὸς τὴν κοινωνίαν. Σήμερον ἀντιστρόφως ἐκ τοῦ νομοσχεδίου μανθάνει, ὅτι ἡ κοινωνία ὀφείλει εἰς τὴν δικαιοσύνην νὰ δώσῃ καὶ τὰ ῥέστα. Μέχρι σήμερον ἡ κοινὴ γνώμη εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι λόγῳ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης ἐπλεόναζον παρ’ ἡμῖν οἱ καλοὶ χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀδικούμενοι ἐπροτίμων μᾶλλον νὰ ῥίψωσι κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον εἰς τὸν Θεὸν τοὺς ἀδικοῦντας καὶ νὰ παρηγορηθῶσιν ἀναμιμνησκόμενοι τῆς κυριακῆς προσευχῆς παρὰ νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐπιδώσωσι μήνυσιν. Σήμερον ἀπ’ ἐναντίας ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἡ κοινωνία πληροφορεῖται, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχουν οἱ τοιοῦτοι ἐξ ἀνάγκης μακρόθυμοι χριστιανοί, ἀλλ’ ὅτι μάλιστα καὶ πλεονάζουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐ μόνον τὰ ἀληθῆ ἀδικήματα δὲν ἀφήνουσι τοῖς ὀφειλέταις αὑτῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ ψευδῆ εἰς τοὺς ἀθώους θέλουν νὰ φορτώσωσι. (Χειροκροτήματα). Εἶναι λοιπόν, νομίζω ἀρκετοὶ οἱ ἀντιφατικοὶ οὗτοι λόγοι, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν ἔκπληξιν ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν ἀντικρύζῃ τὸ ζήτημα ὡς ὅλως εἰδικός, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ξένος πρὸς τοῦτο, εἰς τὴν ἐφαπτομένην δὲ τοῦ ὁποίου πάντοτε τοῦτο εὑρίσκεται. Ἀλλά, διὰ νὰ δικαιολογήσω ἔτι μᾶλλον τὴν ἔκπληξίν μου, ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐσυνείδητον ὁμολογίαν σας καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ἐὰν οἱοσδήποτε, ἄνθρωπος ὤν, σάρκα φορῶν καὶ τὴν Ἑλλάδα οἰκῶν, ἤθελε νὰ ἀνεύρῃ τὴν αἰτίαν τῆς παρ’ ἡμῖν πληθύος τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων καὶ ἀδικημάτων, δὲν ἦτο, νομίζετε, φυσικώτερον νὰ προστρέξῃ εἰς ἕνα ἄλλον οἱονδήποτε λόγον ἀπὸ τοὺς πολυπληθεστάτους, τοὺς πασιφανεστάτους καὶ ἀσπαίροντας, ὡς π. χ. τὸν ἐθνικὸν τοῦ Ἕλληνος χαρακτῆρα ἢ τὸν κοινωνικὸν τοῦ δικαστοῦ, τὸ ὀλιγάριθμον τοῦ πληθυσμοῦ, τὸ ὁποῖον γεννᾷ μίαν μεταξὺ ὅλων μας ἐξάρτησιν, τὴν ἔλλειψιν ἀρκετῆς νομίμου τάξεως, τὴν συναλλαγὴν καὶ ἐπὶ τέλους τὴν ἕνεκα τῶν λόγων τούτων καὶ πολλῶν ἄλλων ἔτι πραγματικὴν ἀφθονίαν τῶν ἀτάκτων στοιχείων; Δὲν νομίζετε, λέγω, ὅτι ἦτο φυσικώτερον νὰ προστρέξῃ εἰς ἕνα ἐκ τῶν προφανῶν τούτων λόγων, παρὰ νὰ ἀνάψῃ τὸν λύχνον καὶ φυρὶ–φυρὶ νὰ πηγαίνῃ εἰς ἀνεύρεσιν τοῦ ἐξεζητημένου λόγου τῶν ψευδῶν μηνύσεων; Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἀρνηθῶ ἐντελῶς, ὅτι ὁ λόγος οὗτος ἔχει ἀρκετὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ μέρος του. Τοῦτο ἐπακριβῶς μόνον οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος δύνανται νὰ γνωρίζωσιν, ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ, ὅτι ἀναγνωρίζω· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι καὶ τὸ ὅλον. Ἐκ τῆς ὁμολογίας μου ὅμως ταύτης θὰ ἠδύνατό τις νὰ μοῦ εἴπῃ: Ἀλλὰ δὲν σοῦ ἀρκεῖ, ὅτι εἶναι ἐν μέρει δικαιολογημένη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου; Μάλιστα, ἀπαντῶ. Τοῦτο θὰ ἤρκει καὶ θὰ ἐπερίσσευεν, ἂν ἐπρόκειτο νὰ δικαιολογηθῇ μόνον τὸ ὠφέλιμον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον· εἶναι ἀνάγκη νὰ δικαιολογηθῇ καὶ τὸ μὴ ἐπιζήμιον αὐτοῦ. Ὡς ἠκούσατε ἐκ τοῦ στόματος τοσούτων ἐπαϊόντων, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κινδυνεύει νὰ παρεμποδίζῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ ἔτι μᾶλλον, αὐτὴν τὴν πρὸς αὐτὴν προσφυγήν. Προχθὲς δὲ μάλιστα περὶ ἑνὸς ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ αὐτοῦ τολμηροῦ τύπου, προκειμένου, ἐβεβαιώθη ὑπὸ τῶν ἰδίων ἐπαϊόντων, ὅτι διὰ βοῆς καὶ διὰ κοινοῦ προτέστου ἐζητήθη ἡ κατάργησίς του, διότι παρημπόδιζε τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ πέδας κυριολεκτικῶς παρενέβαλλεν εἰς τὴν δρᾶσιν τῶν λειτουργῶν αὐτῆς. Κατόπιν λοιπὸν τῶν ἰσχυρισμῶν τούτων καὶ τόσων ἄλλων σκέψεων, ἃς παραπλεύρως προκαλεῖ ἡ γενικὴ κατάστασις, δύναταί τις, νομίζω, νὰ εἴπῃ, χωρὶς νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ τῇ συνήθει Ἑλληνικῇ κοινοβουλευτικῇ ῥητορικῇ ὑπερβολῇ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι φοβερόν. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, μίαν λέξιν ἀπὸ ἐμέ, ὅστις εἶμαι ὁ τελευταῖος ἐδῶ μέσα. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην κρατεῖ ἓν δόγμα ὀλίγον μὲν ἴσως ὑπερβολικῶς ὑπὸ ῥητορικὴν ἔποψιν διατυπωμένον, ἀλλὰ πάντως οὐσιαστικῶς ὀρθὸν καὶ παγκοίνως παραδεδεγμένον, τὸ δόγμα τουτέστιν ἐκεῖνο, καθὸ εἶναι προτιμότερον νὰ ἀθωωθοῦν δέκα ἔνοχοι—μερικοὶ λέγουν ἑκατὸν—παρὰ νὰ καταδικασθῇ ἕνας ἀθῷος. Κατ’ αὐτὸ λοιπὸν τὸ δόγμα καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τύπον σᾶς λέγω ἤδη καὶ ἐγώ, ὅτι δογματίζοντες ἐπὶ τοῦ προκειμένου δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν: ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἐπιδοθοῦν δέκα ψευδεῖς μηνύσεις παρὰ νὰ ἐμποδισθῇ μία ἀληθής. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕνας ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος μοῦ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκοῦσα ἡ μερικὴ δικαιολογία τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι καὶ ἕνας ἄλλος λόγος γενικώτερος, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ προκαλῶ ἔτι μᾶλλον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς, εἰς τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον καλούμεθα, πολλάκις θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, πολλάκις ὁ πειρασμὸς τοῦ καλοῦ θὰ μᾶς ὠθήσῃ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰς τοιαύτας εὐγενεῖς προσπαθείας πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Ἀλλά, ὅπως πάντες γνωρίζετε, εἰς τοὺς τοιαύτας οὐδὲν ἧττον παρατόλμους ἢ εὐγενεῖς ἀποπείρας ἐπιχειροῦντας δύναται, καθ’ ὅλας τὰς κατατομὰς τοῦ βίου, νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς: Ἀπερροφημένοι ἀπὸ τὸ θέλγητρον τοῦ καλοῦ ἀποτελέσματος, ὅπερ ἐπιδιώκουσι, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὡς ἀπὸ ἔρωτος φέρονται, εὐκόλως δύνανται νὰ παρίδωσι τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν ἀφετηρίαν ἀπὸ τὸν σκοπόν, καὶ εὐκολώτερον ἔτι νὰ λησμονήσωσι τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας θὰ συναντήσωσιν ἀπὸ ταύτην πρὸς ἐκεῖνον. Καὶ ἠξεύρετε οἱ τοιοῦτοι τί δύνανται νὰ πάθωσιν; ὅ,τι ὁ μικροπωλητὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φανταζόμενος ὅτι διὰ τῆς ἐξελίξεως τοῦ μικροῦ του ἐμπορίου ἤθελε φθάσει ἡμέραν τινὰ νὰ γίνῃ ἀπὸ αὐγουλᾶς Βεζίρης, εἰς τὸν ἐνθουσιασμόν του ἐπάνω καὶ τὴν ἀπορρόφησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ὀνειροπόλησις αὕτη τὸν ἀπέσπα, ἔδωκε μιὰ κλωτσιὰ εἰς τὸ καλάθι του καὶ τοιουτοτρόπως ὄχι μόνον ἐξαφνικὰ καὶ ἀποκαρδιωτικὰ ἐξύπνησεν ἐκ τοῦ ὀνείρου του, ἀλλ’ ἔχασε τὰ αὐγὰ μὲ τὰ καλάθια, ὅπως λέγει ἡ παροιμία· (χειροκροτήματα). Καὶ ἐκεῖνος μὲν ἦτο πολὺ εὔκολον νὰ ἀνεύρῃ νέα αὐγὰ καὶ νέα καλάθια· ἀλλ’ ἡμεῖς εἶναι δυνατόν, σᾶς ἐρωτῶ, νὰ εὑρίσκωμεν κάθε χρόνον νέους ἄνδρας, διὰ νὰ μᾶς καθοδηγῶσιν εἰς νέαν ἀναμόρφωσιν (χειροκροτήματα) καὶ κάθε χρόνον νὰ κάμνωμεν μίαν ἀνόρθωσιν, ὅπως κάμνομεν μίαν Λαμπρὴν ἢ μίαν Ἀπόκρηαν; (Χειροκροτήματα). Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν αὐτὸν καὶ μόνον νομίζω, ὅτι ἀξίζει, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προΐστανται εἰς τὴν παροῦσαν πολιτικὴν κίνησιν, νὰ εἶναι ἐφεκτικώτεροι εἰς τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ φθάσωμεν ἀπὸ ἐδῶ ποῦ εὑρισκόμεθα ἐκεῖ ὅπου ποθοῦμεν. (Χειροκροτήματα).
§96Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι δὲν εἶμαι νομικὸς καὶ ἑπομένως δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους τοῦ Α ἢ τοῦ Β νόμου, τῆς τάδε ἢ τῆς τάδε ἐποχῆς, τοῦ τάδε ἢ τοῦ τάδε Κράτους. Ἐπειδὴ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ἔχω μικράν τινα πεῖραν, παρετήρησα, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ δεικνύουσιν ὅτι 128000 ἄνθρωποι ἔχουσι καταγγελθῆ, ἄλλοι 128000 ἔχουσι καταμηνύσει. 250000 ἑπομένως κατὰ μέσον ὅρον εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀσχολοῦνται εἰς τὸ νὰ σκέπτωνται ἐπὶ τῶν μηνύσεων. Τὸ Κράτος εἶναι μικρόν, ἔχει ὀλίγα μέσα καὶ ὀλίγα κεφάλαια, ἕνεκα δὲ τούτου ἔχει καθορίσει μίαν ὑπηρεσίαν, ὅπως κάμνει ὁ ἰδιοκτήτης κανονίζων τὰ τοῦ οἴκου αὑτοῦ. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἔχει πολλὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα τῆς ἔδωκαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἵδρυσαν καὶ τὴν ἔκαμαν ὑπηρεσίαν. Τί παρατηρεῖται λοιπὸν ἐν συνόλῳ; Ὅτι ἀπὸ τὸν καπνὸν τοῦ ἀλληλοσπαραγμοῦ τῶν μηνύσεων κατ’ ἀρχήν, ἀπὸ τὰ κόμματα μὲ τὰ τουφέκια, τὰ ὁποῖα ἐξήσκουν τότε τὴν βίαν, τοῦ ὅπλου καὶ τῆς μαχαίρας, ἤλθομεν εἰς τὴν καταγγελίαν, κάτι τι εὐγενέστερον, ἔμειναν δὲ μερικὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπεκρυστάλλωσαν εἰς τοὺς διαφόρους τόπους κατάστασιν ἀφόρητον. Διὰ τὸν μικρὸν κοσμάκην, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς προύχοντάς του, τί παθαίνει; Πηγαίνει εἰς τὸν παππᾶν, εἶναι κομματάρχης· εἰς τὸν ἰατρόν, εἶναι κομματάρχης. Ὅλοι τοῦ κάμνουν μίαν ὑπηρεσίαν, μίαν καταγγελίαν. Καὶ οὕτως ἔχομεν 128000 καταγγελίας. Τί θὰ κάμωμεν τότε; Νὰ ὑπάγωμεν νὰ εὕρωμεν μερικοὺς μάρτυρας. Βλέπετε ὅτι ὑψοῦται μία στήλη καπνοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν διέρχονται οἱ πρώην ὑποψήφιοι, οἱ μέλλοντες, οἱ μέλλοντες γαμβροί, νὰ καταλάβουν θέσιν πολιτικήν, νὰ σταδιοδρομήσουν, ὅλοι ἀρχίζουν ἀπ’ αὐτὸν τὸν κοσμάκην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό· εἶναι καὶ ἡ ἀστυνομία. Διέρχεται ἀπὸ τὸν καταστηματάρχην. Ἔχει ἀνοικτά; Πρωτόκολλον. Τὸν πηγαίνει εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον. Ἔχεις μάρτυρας, τὸν ἐρωτᾷ ὁ δικηγόρος; Ὄχι. Πήγαινε, εὑρὲ μερικούς. Αὐτοὶ οἱ μερικοί, οἱ ἄγνωστοι, θὰ ὁμολογήσουν ὅτι εἶναι ἀθῷος ὁ κατηγορούμενος. Τὸ Δημόσιον θὰ ἀναγκάζηται νὰ εὑρίσκηται εἰς αὐτὴν τὴν διηνεκῆ ἐπανάστασιν. Καὶ ἔπειτα ἔρχονται μερικοὶ Κύριοι νὰ μᾶς λέγωσι ποῖος πταίει καὶ δὲν πταίει καὶ νὰ μᾶς λέγωσιν ἱστορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογήν. Ἀντ’ αὐτῶν ἦτο προτιμότερον νὰ μᾶς δείξωσι σύστημα διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων καὶ ὄχι νὰ μᾶς λέγωσι τί ἔχει ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία καὶ τὰ λοιπὰ Κράτη, καὶ ἄλλας ἀοριστολογίας καὶ ἀπεραντολογίας. Ἐδῶ δὲν εἴμεθα εἰς τὸ στοιχεῖόν μας καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν ἔχω 50 ἄνδρας εἰς τὸ πλευρόν μου, ἀπορρέοντας ἐκ τῶν στοιχείων τῶν ἐργατικῶν τάξεων, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δουλεύουσιν, αἰσθάνονται κατὰ βάθος τί εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἐγὼ δὲν ἔχω πεῖραν κοινοβουλευτικήν, ἐγὼ δὲν ἀντιπροσωπεύω τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸν ῥήτορα, ἀλλὰ τὸν λαόν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λαὸν ἀντιπροσωπεύομεν ὅλοι.
§98Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι λαϊκώτερος ὅλων, ὄχι ὡς ἐκ τῆς ἐκλογῆς μου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἀπορρέω ἀπὸ τὰς ἐργατικὰς τάξεις τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι δὲν εἶναι τὸ στοιχεῖόν μου ἐδῶ, διότι ὤφειλον ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐνταῦθα. Ἔχω λοιπὸν ἀνάγκην νὰ μάθω: θὰ κλεισθῇ αὐτὴ ἡ θύρα ἢ ὄχι; Μὲ τίνα τρόπον θὰ κλεισθῇ; Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε νομικοί, μοῦ φαίνεται δὲ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι προτιμότερον νὰ ψηφισθῇ μὲ μίαν τροπολογίαν, ἔστω καὶ ὀλίγον ἀτελῆ, παρὰ νὰ ἀφήσωμεν ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα, εἶναι ἐκ πείρας γνωστόν, ὅτι συμβαίνουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ καταστρέφουσιν αὐτήν.
§99Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἤθελον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην ὅτι ἡ συζήτησις, τοὐλάχιστον εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι μόνον κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένη. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει τοὺς κ. Βουλευτὰς τοὺς τυχὸν προτιθεμένους νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ συνήνουν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ἀγορεύσεώς των εἰς τὴν βʹ ἢ γʹ ἀνάγνωσιν. Ποιοῦμαι δὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι παρηκολούθησα ἐμπεριστατωμένως πάσας τὰς συζητήσεις καὶ ἀγορεύσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἔχω δὲ ὑπ’ ὄψει μου κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ πασῶν τῶν παρατηρήσεων καὶ διατυπώσω ἐπὶ τούτων τὴν γνώμην μου.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης.
§101Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀναβάλλω.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαββανάκος. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος.
§103Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἀναβάλλω.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστίδης.
§105ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἀναβάλλω.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης.
§107Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ τακτική, ἣν συνιστᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδαμῶς ἄγει εἰς διόρθωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπιψήφισιν νόμου πλήρους, ὡς πάντες ἐπιθυμοῦμεν. Ἐγὼ ἤμην εὐχαριστημένος, διότι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο τόσον εὐρεῖα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εὐρυτέρα, ἐὰν δὲν ἐπιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Συμφέρον τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἀναπτυχθῶσι πᾶσαι αἱ γνῶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ τὰς ἀκούσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἰς μέλλουσαν συζήτησιν νὰ δεχθῇ ὅσας νομίζει ὀρθάς, ἀποκρούσῃ δὲ τὰς ἐναντίας. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν νὰ ἀναβάλλωμεν τὰς ἀγορεύσεις, θὰ καταντήσῃ νὰ εἴπωμεν ὅλοι τὴν γνώμην μας εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, νὰ μὴ εἶναι δὲ εἰς καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰς ὀρθὰς ἐξ αὐτῶν νὰ ἀποδεχθῇ, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θέλομεν συντελέσει εἰς καλλιτέραν διαμόρφωσιν καὶ διαρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἠκολουθοῦμεν αὐτὴν τὴν τακτικήν, διὰ νὰ ἐξοικονομήσωμεν χρόνον, ἐφθάνομεν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, καὶ κατωρθοῦτο νὰ μὴ ἐννοῇ κανεὶς τί γίνεται, νὰ ὑποβάλλωμεν τροπολογίας ἀνατρεπούσας τὰς βάσεις τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνεζητοῦντο, καὶ νὰ παρουσιάζωμεν νόμους ἀτελεῖς, διὰ τοὺς ὁποίους κατηγοροῦνται αἱ παλαιαὶ Βουλαί, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς συστάσεως Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Πάντα ταῦτα προήρχοντο ἐκ τούτου, ὅτι ἀνεβάλομεν εἰς τὴν γʹ συζήτησιν τὴν συζήτησιν τῶν τροπολογιῶν, καὶ ἐγένοντο δεκταὶ ὄχι διότι ἦσαν ὀρθαί, ἀλλὰ διότι κατώρθουν οἱ ὑποβαλόντες αὐτὰς νὰ τὰς κάμνωσι δεκτὰς καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον. Τοῦτο τὸ ἄτοπον διὰ τῆς συζητήσεως, ὅπως ἤρχισεν ἤδη, προλαμβάνεται. Θὰ ὁμιλήσωσιν ὅσοι ἔχουσι νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ μὴ ἔχωμεν ἀγορεύσεις, θὰ ἔχῃ δὲ καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διορθώσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἂν πρόκειται διὰ τῶν ἀγορεύσεων νὰ μεταβάλῃ γνώμην, νὰ ἐπιμείνῃ δὲ ἐν γνώσει εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἂν πρόκειται νὰ μὴ μεταβάλῃ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην ταύτην διὰ τὰς συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐξοικονομήσεως τῆς ὥρας κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν ἢ περὶ τῆς ψηφίσεως ἄλλου κατεπείγοντος, θὰ ἐνόουν τὴν σπουδὴν αὐτήν, ἀλλά, ἐφ’ ὅσον τοιοῦτον ἐπιχείρημα δὲν προβάλλεται, ὀρθότερον καὶ συμφορώτερον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, δὲν ὑποθέτω δὲ ὅτι θὰ προστεθῶσι καὶ ῥήτορες εἰς τὴν βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν.
§108Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ σύστασιν ἔκαμον.
§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης.
§111ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἐν πάσῃ περιπτώσει, Κύριοι, θὰ φροντίσω νὰ εἶμαι συντομώτατος. Νομίζω, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας εὗρε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν εἶναι δεδικαιολογημέναι ἐκ τούτου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἰσάγει νέον θεσμόν. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς κατ’ ἀρχὴν ἰσχύει καὶ ὑφίσταται κατὰ τὴν καθ’ ἡμᾶς Ποινικὴν Δικονομίαν καὶ συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον εἶναι τεθειμένον καὶ λελυμένον νομοθετικῶς τὸ πρᾶγμα, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐνομίζον ὅτι ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ἀντιδράσεις. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τροποποιεῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 86 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ κατ’ ἐκείνην ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀθωωθέντα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν καὶ τὴν καταψήφισιν τῶν δικαστικῶν δαπανῶν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτρέπεται καὶ ἡ αὐτεπάγγελτος καταψήφισις μόνον τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Νεωτερίζει λοιπὸν κατὰ τοῦτο. Δεύτερον νεωτερίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ὁρίζει σαφέστερον τὰς περιπτώσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται καὶ αὐτεπαγγέλτως ἡ καταψήφισις τῶν δαπανῶν. Κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον ἡ καταψήφισις τῶν δαπανῶν καὶ ἀποζημιώσεων, ὁσάκις αἰτοῦνται τοιαῦται, ἐπιτρέπεται, ὅτε ἡ μήνυσις ὑπεβλήθη ψευδὴς ἐκ δόλου ἢ καὶ βαρυτάτης ἀμελείας. Τοῦτο δὲν τίθεται ὡρισμένως ἐν τῷ ἄρθρῳ 86, ἀλλ’ οὕτως ὁμοφώνως λύεται ἐκ τῶν ἑρμηνευτῶν. Καταλήγουσι δ’ ἐξ ἀναλογίας εἰς τὴν γνώμην ταύτην ἐκ τῆς περὶ κακοδικίου διατάξεως τοῦ ἄρθρου 65 τῆς Ποιν. Δικονομίας, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ δικαστικοὶ καὶ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι ὑπόκεινται εἰς ἀποζημιώσεις, ὡς καθορίζεται ἐν τῇ σχετικῇ διατάξει, καθ’ ἥν, ὅστις νομίζει ἑαυτὸν ἠδικημένον ἕνεκα ἀρνήσεως ὑπηρεσίας, ἕνεκα δόλου, ἀπάτης ἢ μεγάλης ἢ ἀσυγγνώστου ἀμελείας, ἐπιτρέπεται, ἀκολουθῶν τὴν διαδικασίαν περὶ κακοδικίας, νὰ αἰτήσηται ἀποζημιώσεις. Προκειμένου περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸν ἀθωωθέντα νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις ἀπὸ τὸν μηνυτήν, ὁ νόμος δὲν διαγράφει πότε χορηγεῖται τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ συνεπῶς ἀπομένει κενόν τι ἐν τῷ νόμῳ, τὸ ὁποῖον οἱ ἑρμηνευταὶ πληροῦσι παραδεξάμενοι τὴν γνώμην ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἰδιωτῶν πρέπει νὰ ἰσχύσωσιν αἱ αὐταὶ προϋποθέσεις δόλου καὶ βαρείας ἀμελείας, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουσι καὶ περὶ τῶν δικαστικῶν καὶ ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν λύει ῥητῶς κατὰ τρόπον διάφορον τὸ θέμα τοῦτο ὁρίζον ὅτι μόνον εἰς περίπτωσιν δόλου ἐπιτρέπεται ἡ καταψήφισις, τουτέστι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι πολὺ ἐπιεικέστερον τῶν κειμένων διατάξεων τῶν ἰσχυουσῶν, διότι, ἐνῷ κατ’ ἐκείνας ἐπιτρέπεται, καὶ ὅτε ἐκ βαρυτάτης ἀμελείας ὑπεβλήθη ἡ ψευδὴς μήνυσις, νὰ ζητῇ τις ἀποζημιώσεις, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπιτρέπεται μόνον ἕνεκα δόλου. Νεωτερίζει τρίτον τὸ νομοσχέδιον, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, μόνον ἂν ἀθωωθῇ ὁ κατηγορούμενος ἐπιτρέπεται νὰ ζητῇ ἀποζημίωσιν, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπιτρέπεται νὰ καταψηφισθῶσι τὰ ἔξοδα ἢ μέρος αὐτῶν ἢ τὸ ὅλον, καὶ ἂν καταδικασθῇ ὁ κατηγορούμενος. Τετάρτη τέλος καινοτομία εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν καὶ τὴν ὁποίαν ἤκουσα ὅτι ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπόκεινται εἰς τὸν κίνδυνον νὰ καταψηφισθῶσιν εἰς βάρος των αἱ δικαστικαὶ δαπάναι καὶ οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Τοῦτο τὸ τελευταῖον, ὁμολογῶ, μὲ ἐξένισε, διότι διὰ τοὺς δικαστικοὺς καὶ ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους.....
§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ συγχωρεῖτε;
§113ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παρακαλῶ.
§114Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν θὰ δηλώσω ποῖα δέχομαι καὶ ποῖα δὲν δέχομαι.
§115ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐδήλωσεν εἰσέτι, εὑρίσκω ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, διότι κατὰ τὸ καθεστὼς σύστημα τὸ δικονομικόν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τις τὴν διαδικασίαν τοῦ κακοδικίου, ἵνα αἰτήσηται ἀποζημιώσεις καὶ καταβολὴν δικαστικῶν δαπανῶν, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει ἀμέσως τὴν καταψήφισιν τῶν ἐξόδων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν θὰ καταψηφισθῇ ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος ὑπὲρ τοῦ ἀθωωθέντος, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ καταψήφισις τῶν ἐξόδων κατ’ ἀρχὴν περιέχεται εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον καταβάλλονται εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἐνῷ εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ ὑπάρχοντος νόμου καταβάλλονται εἰς τὸν ἰδιώτην. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ τροπολογία αὕτη θὰ ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ σοβαρῶς, πρὶν ἢ γένηται δεκτή. Ἂν ἤθελον ἔχει δισταγμόν τινα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὗτος, Κύριοι, στηρίζεται εἰς τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι αἱ λεπτομέρειαι, τὰς ὁποίας θὰ θίξω, ἴσως εἶναι θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ μεταβάλῃ σκέψεις περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ νομοσχεδίου ἐν γένει, ἢ θὰ ἐδίδετο ἀφορμὴ νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε σχεδὸν νὰ ἀνατραπῇ τὸ ὅλον κατὰ τὰς διηκούσας αὐτὸ ἀρχάς. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπιτρέπεται ἀνακοπὴ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων καὶ κατὰ τῶν βουλευμάτων, ὁσάκις ταῦτα ἐπιβάλλουσι, μὴ ἀκουομένου, ἐρήμην τοῦ μηνυτοῦ, μέρος ἢ τὸ ὅλον τῶν δικαστικῶν δαπανῶν· ἐπιτρέπεται ἀνακοπή, ἡ ὁποία δικάζεται ὑπὸ τοῦ ἐκδόντος τὴν ἀπόφασιν Δικαστηρίου ἢ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐκδόντος τὸ βούλευμα. Τὸ δεύτερον τοῦτο νεωτερίζει κατὰ ἕνα τρόπον ῥιζικὸν καὶ κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀνατρέπει ἐντελῶς τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα. Ὡς γνωστόν, ἡ διαδικασία τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων εἶναι μυστική, ἐν τούτοις κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ παρουσία καὶ τοῦ ἀνακόπτοντος, τουτέστιν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀνακόπτοντα, ὅταν θέλῃ, νὰ παρίσταται.
§116ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι νὰ παρίσταται, ἀλλὰ νὰ ἀπολογῆται.
§117ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Νὰ παρίσταται καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ τοὺς ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἀνακοπῆς λόγους, καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται· ἀφοῦ θὰ ἐπιτραπῇ ἢ μᾶλλον ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀνακόπτων νὰ ζητήσῃ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰς συνεδριάσεις τῶν Συμβουλίων, ἐνῷ αἱ συνεδριάσεις τῶν Συμβουλίων δὲν γνωστοποιοῦνται διὰ κανονισμοῦ. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον, διότι δυνατὸν κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἡμέραι τῶν συνεδριάσεων τῶν Συμβουλίων. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι ἀντίκειται ἡ παράστασις τοῦ ἀνακόπτοντος, μετὰ συνηγόρου βεβαίως, εἰς τὸ κρατοῦν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ συνεδριάσεις τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων εἶναι μυστικαί. Θὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν ἀνακόπτοντα νὰ παρίσταται, θὰ συνεπιτραπῇ ἄρα νὰ ἀναπτύξῃ τὰ δίκαιά του, μὴ ὑπάρχοντος εἰσαγγελέως, ὡς συνήθως, καὶ ἐν τούτοις ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει δικάζοντος τοῦ Συμβουλίου; Λείπει λοιπὸν ὁλόκληρον δικονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστεθῇ, διαγράφον καὶ καθορίζον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἤθελε συνεδριάζει τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ μεταβάλλον τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ ἀπὸ μυστικῶν εἰς δημοσίας καὶ ἐν ἀκροατηρίῳ. Τὴν καινοτομίαν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου εὗρον ἀρκούντως σοβαρὰν καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπενέγκῃ τὴν δέουσαν τροπολογίαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἂν ἤθελε μείνει τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, καὶ τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχομαι, θὰ εὕρισκον ὡς οἰκονομίαν τοῦ πράγματος, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπενεχθῶσιν αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω διὰ τοῦ κ. Προέδρου εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ ταύτας θὰ ἐπιτραπῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς, ἀλλ’ ἡ ἀνακοπή, ὁσάκις ἀπευθύνεται κατὰ βουλεύματος Συμβουλίου, νὰ μὴ δικάζηται ἐνώπιον τοῦ ἐκδόντος τὸ βούλευμα Δικαστηρίου, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται τὸ Συμβούλιον, ὁπότε ἔχομεν διαγεγραμμένον ἤδη δικονομικὸν σύστημα δημοσίας συνεδριάσεως, ἔχομεν γνωστὸν τὸν τρόπον τοῦ παρίστασθαι, τὸν τρόπον τοῦ ἀντιπροσωπεύεσθαι τὴν Πολιτείαν ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἠθέλομεν ἔχει ἐξησφαλισμένην συζήτησιν μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τὸ κρατοῦν σύστημα ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ παράσχῃ. Ἂν ἠθέλομεν δεχθῇ τὴν γνώμην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐμφάνισις ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτρέπηται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου, ἤθελον θέσει ἐν μειονεκτήματι τὸν καταδικασθέντα διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος ἀπέναντι τοῦ καταδικασθέντος διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων ἐπεχείρησα νὰ συντάξω τροπολογίας τινάς, τὰς ὁποίας κυρίως, ἵνα παρασχεθῇ εἰς ὑμᾶς ἀφορμὴ συζητήσεως, θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ἔχω καὶ ἄλλην παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὅλα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κ. κ. προλαλησάντων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εὑρίσκω σκοπιμώτατον, οὐδένα δὲ παρέχοντα κίνδυνον, διότι ἔχομεν ἤδη τὸν ὑπάρχοντα ποινικὸν νόμον τιμωροῦντα βαρύτατα τὴν ψευδῆ μήνυσιν, τιμωροῦντα βαρύτατα τὸν καταγγελλόμενον ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει ἀλλὰ μὲ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ δικαστικῶς, ὅτι ὁ ὑποβαλὼν ψευδῆ μήνυσιν διατελεῖ ἐν γνώσει τῆς ἀθῳότητος τοῦ καταγγελθέντος. Τὸ νομοσχέδιον ἤδη σκοπεῖ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ προϋποθέσει, ὅτι αὗται προεκλήθησαν ἐκ τῆς ψευδοῦς μηνύσεως, καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἄρθρον 86 τῆς Ποιν. Δικονομίας ἐπιτρέπει, καὶ διαγράφει ὁλόκληρον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται οἱ ψευδῶς μηνυόμενοι νὰ αἰτῶνται ἀποζημίωσιν παρὰ τῶν μηνυτῶν. Τὸ νομοσχέδιον δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει καὶ τοῦτο τὸ καλόν, ὅτι ὑπομιμνήσκει τὴν ὕπαρξιν τῶν περὶ ψευδοῦς καταμηνύσεως διατάξεων τοῦ νόμου καὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 86 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον περιέλθει εἰς ἀχρηστίαν, ἐντελῶς μάλιστα αἱ τοῦ ἄρθρου 86, ἐπιτραπήτω μοι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ὑπὸ τῶν πλείστων καὶ ἀγνοοῦνται ἐντελῶς. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἠδύνατό τις ν’ ἀμφιβάλλῃ, μήπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθιστάμενον νόμος τοῦ Κράτους θὰ προσκόπτῃ ἕνεκα τῶν αὐτῶν λόγων. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ταύτην τὴν σκοπιμότητα, ὅτι ὑπομιμνήσκει τὰς διατάξεις αὐτάς, δίδει ζωὴν εἰς αὐτὰς καὶ τὰς ἐπαναφέρει ἐν ἰσχύϊ, ἀλλ’ ἔχω πάντοτε τὸν φόβον, μήπως ὁ ὑπὸ ψήφισιν νόμος θὰ περιήρχετο καὶ οὗτος εἰς ἀχρηστίαν διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, δι’ οὓς σπανίως ἢ οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν αἱ περὶ ψευδοῦς μηνύσεως καὶ περὶ καταψηφίσεως ἀποζημιώσεων καὶ δαπανῶν ὑπὲρ τοῦ ἀθωωθέντος διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ Ποινικοῦ νόμου. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κ. Πετμεζᾶς ἤκουσα ὅτι διετύπωσε δισταγμόν, μήπως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἤθελεν ἑρμηνευθῆ ὡς ἐπιτρέπον τὴν καταψήφισιν τῆς δικαστικῆς δαπάνης, καὶ ὅτε ἐξ ἀμελείας βαρείας ὑπεβλήθη ἡ μήνυσις. Αὐτὸ ἀτυχῶς δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι τὸ νομοσχέδιον ῥητῶς ἀναγράφει ὅτι τὰ Δικαστήρια καὶ τὰ Συμβούλια ἐπιβάλλουσι τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τελῶν εἰς τὸν ἐντελῶς ψευδῶς καταμηνύσαντα, ἢ τὸν δολίως παραμορφώσαντα τὰ πράγματα· λέγω δὲ ἀτυχῶς, διότι θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσετίθετο διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπετρέπετο ἡ καταψήφισις τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ εἰς τὸν ἐκ βαρείας ἀμελείας ὑποβαλόντα μήνυσιν ψευδῆ. Τουλάχιστον κατὰ τὸ κρατοῦν σύστημα τοῦτο ἰσχύει. Ἐπιτρέπεται δηλαδὴ εἰς τὸν ἀθῳούμενον νὰ αἰτήσηται τὴν καταψήφισιν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων καὶ ἀποζημίωσιν ἀκόμη κατὰ τοῦ μηνυτοῦ, ὁ ὁποῖος ψευδῶς, ἐν γνώσει ἢ ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας, ὑπέβαλε ψευδῆ μήνυσιν. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐλάμβανεν ὑπὸ σημείωσιν τὴν γνώμην ταύτην, διὰ νὰ κρίνῃ ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ῥητὴ τροπολογία καὶ διὰ τοὺς ἐκ βαρείας ἀμελείας ὑποβαλόντας ψευδῆ μήνυσιν. Ἐφ’ ὅσον ἀποδέχεται τις τὸ νομοσχέδιον σκόπιμον, εὑρίσκω ὅτι θὰ εἶναι πληρέστερον καὶ περισσότερον συνεπὲς εἰς ἑαυτό, ἐὰν εἶχε καὶ τὴν προσθήκην ταύτην. Ὁ φόβος, ὃν ἤκουσα διατυπούμενον, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ καταψήφισις ἡ τοιαύτη τῶν ἐξόδων ν’ ἀποτελέσῃ δεδικασμένον, βεβαίως δὲν εἶναι βάσιμος. Μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ σχεδὸν περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ τιμωροῦσα ποινικῶς τὸν ὑπαίτιον ψευδοῦς μηνύσεως· ἐκ τούτου δύναταί τις νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ καταψηφίζωνται αἱ δικαστικαὶ δαπάναι παρὰ μόνον ὅταν βεβαιωθῇ κατὰ ἕνα τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὁ ὑποβαλὼν τὴν ψευδῆ μήνυσιν ἐν γνώσει ὑπέβαλε ταύτην. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν καταψηφισθῶσι δι’ αὐτῆς τὰ ἔξοδα, διατί τάχα νὰ μὴ χρησιμεύσῃ ὡς πρόκριμα ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐνώπιον τοῦ ἄλλου Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ τὴν ποινικὴν εὐθύνην; Βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἡ περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων ἀπόφασις δὲν ἀποτελεῖ δεδικασμένον διὰ τὰς ποινικὰς εὐθύνας ἐπὶ ψευδῶν μηνύσεων. Ἀλλὰ δύναται τοῦτο νὰ παράσχῃ ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τοὺς ἐφαρμόζοντας τοὺς νόμους ὡς εὐκαιρία, ὅπως ἐνίοτε ἀρέσκονται, ν’ ἀποδεχθῶσι γνώμην, ἡ ὁποία θ’ ἀνῄρει τὰς βάσεις τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα πρὸς ἄρσιν πάσης ἀφορμῆς παρεξηγήσεων καὶ ἵνα μὴ ὑπάρξῃ αἰτία εἰς γνώμας καὶ ἔριδας, γνώμας παραδόξους, τὰς ὁποίας καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ λάβω προσεχῶς τὸν λόγον, ἐνόμισα καλόν, ὅπως ἐπιφυλάσσωνται ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ αἱ περὶ ψευδῶν μηνύσεων διατάξεις, καὶ διὰ τοῦτο συνέταξα σχετικὴν τροπολογίαν.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων ἐπιβάλλει τὴν ποινήν, ποῦ θὰ ἐκδικασθῇ ἡ κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἀνακοπή;
§119Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔχω λάβει πρόνοιαν περὶ τούτου, τὸ ἐπ’ ἐμοί. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει οὕτως· «ἐπὶ ἀνακοπῆς κατ’ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν συνέδρων, αὕτη γίνεται μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου τῶν Κακουργιοδικῶν, ἐνώπιον τοῦ γραμματέως τοῦ Ἐφετείου, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου ἐξεδικάσθη ἡ ὑπόθεσις». Κατωτέρω εὑρίσκω τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνωμαλίαν τινά· «εἰσάγεται δὲ πρὸς ἐκδίκασιν κατὰ τὴν ἀμέσως προσεχῆ συνεδρίασιν, ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τοῦ Ἐφετείου τούτου». Καθ’ ἣν γνώμην διατυπῶ ἐν τῇ τροπολογίᾳ, γνώμην ὅμως, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐπεκαλούμην τὰ φῶτα τῶν εἰδικῶν ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, διότι εἰσάγω μίαν σοβαρὰν καινοτομίαν, κατὰ ταύτην εἰσάγεται πρὸς ἐκδίκασιν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, εἰς ὃ ἀνήκει τὸ ἐκδὸν τὸ ἀνακοπτόμενον βούλευμα συμβούλιον, τὸ ταχύτερον, κλητευομένου νομίμως τοῦ ἀνακόπτοντος, ἐπιμελείᾳ τοῦ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέως. Δὲν ἐτήρησα τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου προκειμένου περὶ ἀνακοπῶν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, διότι κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας εἰσάγεται κατὰ τὴν ἀμέσως προσεχῆ συνεδρίασιν τοῦ Ἐφετείου. Ἀλλὰ τὸ Ἐφετεῖον, ὡς γνωστόν, δὲν ἔχει συχνὰς καὶ πολλάκις οὐδὲ ὡρισμένας τὰς δικασίμους ποινικῶν ὑποθέσεων, ἕνεκα δὲ τούτου ἐνδείκνυται ὡς ἀναπόφευκτος ἡ κλήτευσις τοῦ ἀνακόπτοντος. Ἡ ἐπέκτασις αὕτη τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἐφετείου ὁμολογῶ ὅτι δὲν συμπολιτεύεται πρὸς τὸ κρατοῦν σύστημα, ἀλλ’ ἤχθην ἐκ ταύτης τῆς σκέψεως. Νὰ ἐπιτρέψῃ τις ἄρα τὴν ἀνακοπὴν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου; Ἤθελε περιπέσει εἰς τὸ ἄτοπον ὅτι κατώτερον Δικαστήριον ἤθελε κρίνει τὰς πράξεις ἀνωτέρου Δικαστηρίου. Νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀνακοπῆς ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου; Ἠθέλομεν ἐπεκτείνει τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν εἰς θέματα ἀλλότρια τοῦ ἔργου του. Τὸ Δικαστήριον καταγινώσκει τὰ ἔξοδα ὡς μίαν συνέπειαν τῆς ποινῆς. Ἀλλὰ νὰ θεωρήσωμεν ἁρμόδιον τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων νὰ δικάζῃ τὸ ὀρθὸν ἢ μὴ τῆς καταψηφίσεως δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμῶν; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἵνα μὴ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐκδίκασιν πράξεως, ἐκ μέρους ἀνωτέρου Δικαστηρίου ἐκδικασθεῖσαν, ὑπὸ Δικαστηρίου κατωτέρου, προέκρινα νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐκδίκασις τῆς ἀνακοπῆς εἰς τὸ Ἐφετεῖον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὑπαχθέντων ἤδη καὶ τῶν δικηγόρων εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου, συχνότερον τοῦτο ἀσχολεῖται μὲ ποινικὰς ὑποθέσεις. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο διέγραψα τροπολογίας τινάς, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐπιφυλαττόμενος, ἂν ἡ ἀνάγκη τὸ καλέσῃ, νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἐπιτρέπητε, θὰ κάμω μίαν σύστασιν ὡς παλαιότερος καὶ οὐχὶ ὡς Πρόεδρος. Ἡ Βουλή, ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι ἔχει καταπονηθῆ ἐκ τῆς συζητήσεως. Λοιπὸν διὰ τὸ συμφέρον τῶν κ. κ. ἀγορητῶν θὰ ἦτο συμφέρον, ἵνα ἀναβάλωσιν ὅσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§121ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Δὲν θὰ μᾶς ἀπαγορεύσητε ὅμως νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τότε.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἀπαγορεύει τὸν λόγον. Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· ἐγὼ ποιοῦμαι σύστασιν μετὰ πάσης τῆς εὐλαβείας πρὸς τοὺς κ. κ. ἀγορητάς.
§123ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡς Πρόεδρος κάμνετε συστάσεις καὶ οὐχὶ ὡς παλκιότερος συνάδελφος, διότι ὡς τοιοῦτος δὲν ἔχετε δικαίωμα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς ἄρσιν παρεμπίπτοντος ζητήματος συνιστῶ ὡς Πρόεδρος.
§125ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχομεν συμφέρον καὶ δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν τοῦτο.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὢν Πρόεδρος δὲν ἔπαυσα τοῦ νὰ ἔχω καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ συναδέλφου. Λοιπὸν οἱ κ. κ. Βοζίκης, Χριστίδης, Σακελλαρίου, Γκλαβᾶς καὶ Καρασεβδᾶς ἀναβάλλουσι τὰς ἀγορεύσεις των διὰ τὴν βʹ συζήτησιν;
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§129Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Ἐν περιπτώσει ἀνακοπῆς κατὰ τὸ 2 ἄρθρον, ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τοῦ Πλημμελειοδικείου τῆς κατοικίας τοῦ καταδικασθέντος εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ἔχει καλῶς· ἐὰν ὅμως πρόκειται περὶ καταδίκης εἰς δικαστικὰ ἔξοδα δυνάμει βουλεύματος συμβουλίου ἢ ἀποφάσεως ἑτέρου Πλημμελειοδικείου ἢ Ἐφετείου ἢ Κακουργιοδικείου, τότε εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον πρακτικῶς εἰς τὸν καταδικασθέντα νὰ κάμῃ ἀνακοπήν. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ τροποποιηθῇ τὸ 2ον ἄρθρον οὕτως, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἀνακόπτων νὰ κάμνῃ τὴν ἀνακοπὴν ἐνώπιον τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου τῆς κατοικίας του, ὁ δὲ γραμματεὺς νὰ ἀποστέλλῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας πρὸς τὸ δικάσαν Δικαστήριον ταύτην. Ἐπίσης δὲ νὰ εἰσάγηται πρὸς ἐκδίκασιν ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον τῆς κατοικίας του, διότι ἄλλως προκειμένου περὶ ἀνακοπῆς βουλεύματος ἢ ἀποφάσεως, δι’ ἧς κατεδικάσθη εἰς χρηματικὴν ποινὴν 20–30 δραχμῶν π. χ. θὰ ὑφίσταται ἐκ τῆς ἀνακοπῆς πλείονα ἔξοδα ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα τὸν εἶχε καταδικάσει ἡ ἀνακοπτομένη ἀπόφασις ἢ βούλευμα.
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλετε ἐγγράφως τὴν τροπολογίαν σας.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα ἄρθρων ὑπέβαλον τροπολογίας οἱ κ. κ. Λαγοπάτης, Παπαλουκᾶς, Σῖμος, Θεοδωρόπουλος καὶ Π. Πετροπουλάκης, Ξηρὸς καὶ Δαζέας, Μιχαλακόπουλος, Κάβουρας καὶ ὁ κ. Χαριτᾶτος· θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 7 καὶ 50′ μ. μ.).