1911.01.28
2,604 rows · 20,264 words · 150 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15.
τῆς 28ης Ἰανουαρίου 1911.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ., παρόντων Βουλευτῶν 187, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ διοικητικὰ συμβούλια πάντων τῶν ἐργατικῶν σωματείων Πατρῶν δι’ αἰτήσεώς των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ζητοῦσι νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπόλυσις τῶν κρατουμένων διὰ τὴν ἀπεργίαν τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων Ἀθηνῶν. Ὁ ἱερεὺς Εὐστάθιος Φλῶρος ἐκ Κυπαρισσίας ζητεῖ, ὅπως παραχωρηθῇ καὶ εἰς τὸν κλῆρον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Πατρέων ζητοῦσι τὴν ἀντικατάστασιν τῆς ἤδη λειτουργούσης χωροφυλακῆς. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Γ. Κορομηλᾶς ὑποβάλλει ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον ἰδίας αὐτοῦ σκέψεις ὡς πρὸς τὴν Ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σῖμος.
§2Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἀπόντων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις, ἀναβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅπως παρακληθῶσιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, τῶν ὁποίων ἐνδείκνυται ἡ ἁρμοδιότης, νὰ παρίστανται κατὰ τὴν συζήτησιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ προσεχῆ συνεδρίασιν ἀναβάλλεται. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς παρόντα ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπασχολουμένου, ὡς ἔχω πληροφορίας, εἰς ἐπείγουσαν ἐργασίαν, νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, ὅπως παρακολουθῶσι τὰς ἐργασίας αὐτῆς, διὰ νὰ μὴ παρακωλύωνται αὗται.
§4Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀναβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ ἐγώ, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῶ διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§5Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχω παρατηρήσεις τινάς.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§7Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω τὸν λόγον; Περίεργον πρᾶγμα!
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§9Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ τὰ εἴπω ἰδιαιτέρως.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Βλάχος ἔχει τὸν λόγον.
§11Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Παραιτοῦμαι καὶ ἐκ τῶν δύο θεμάτων.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χριστίδης ἔχει τὸν λόγον.
§13Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις, Κύριοι, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ὑποβάλω καὶ δι’ ἧς ἐπεδίωξα νὰ λάβω τὸν λόγον, στρέφεται κατὰ τῆς πορείας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπεθύμουν, καὶ τὸ δηλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ἦτο παρὼν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, εἰ δυνατόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ζητήσω ἀναβολὴν δι’ αὔριον.
§14Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐξακολουθήσατε, παρακαλῶ· θὰ ἔλθωσιν.
§15Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐπεζήτουν, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπεικονίζει τὸ θέμα τῶν ἐπερωτήσεων, τὸ ὁποῖον θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον, καὶ τοσοῦτον, ὥστε αἰσθάνομαι βαθὺν τὸν πόνον, διότι πρώτην φορὰν θὰ ὁμιλήσω τοσοῦτον ἐκτενῶς... Ἐὰν αἱ ἀπαρχαὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου δὲν ἦσαν κατ’ ἐμὲ ἐναντίον τῆς ὀφειλομένης τακτικῆς.... (Θόρυβος).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅταν ὁμιλῇ συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος, νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ προσεκτικωτέρα, διότι, ἐὰν αὐτὸ ἐπαναληφθῇ εἰς οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, θὰ εἶναι δυσάρεστον.
§17ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Διὰ νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος, ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀκούηται, ἐγὼ δὲ ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ μεθ’ ὑπομονῆς. Εἶμαι, Κύριοι, εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρωτηγωνίστησαν ἀπὸ ἐτῶν, διὰ νὰ καθιερωθῇ μία κατάστασις πραγμάτων τοιαύτη, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς καὶ ἡ σημερινὴ ἀντίληψις τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ἀπὸ εἰκοσαετίας τὴν ἐπιθυμίαν μου ταύτην τὴν ἐξωτερίκευσα διὰ τοῦ τύπου καὶ διὰ μιᾶς πραγματείας, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσα διὰ φυλλαδίου, πραγματείαν περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Τὸ πρῶτον, ὅτε ἤρχισα νὰ ἐξωτερικεύω τὰς ἰδέας μου, ἦτο τὸ ἔτος 1892. Τότε τὰ κόμματα συνηγωνίζοντο διασπαθιζόμενα ἐν τῷ σταδίῳ τῆς μικροπολιτικῆς καὶ εἶχον δημιουργήσει ἕνα ὁρίζοντα τοσοῦτον ὁμιχλώδη, ὥστε πᾶς τις, ὅστις ἠσθάνετο τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, ἤθελε δὲ νὰ ἴδῃ ἐν πράγματι τὴν ἐλευθερίαν του καὶ ἀπολαύσῃ τὰ ἀγαθὰ αὐτῆς, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ἐξηκολούθουν δὲ μέχρι καὶ τῆς τελευταίας στιγμῆς νὰ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσωσι κόμματα ἀρχῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ τὸν ἐγωισμὸν αὐτόν, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι ἐκ τῶν πραγματειῶν μου ἐλήφθησάν τινες ὑπ’ ὄψιν, μάλιστα δέ τινες ἐγένοντο νόμοι. Ἀλλὰ δὲν ὠφελεῖ τίποτε, καί, ἐὰν ἐξακολουθήσουν νὰ γίνωνται, πρέπει ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα νὰ ἀναγεννηθῇ. Ἐπὶ παραδείγματι, ἔγραψα καὶ εἶπον ἐγὼ τῷ 1892 ἰδέαν περὶ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Στόλου, ὅτι δύνανται νὰ γίνωσιν ἄνευ δημοσίου χρήματος, περὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν περὶ τοῦ πῶς νὰ εἰσπράττωνται πάντες οἱ φόροι, ὥστε νὰ μὴ μένωσι καθυστερούμενα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ ἐν γένει ὅτι δέον νὰ μεταβληθῇ ἡ φορολογικὴ κατάστασις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε, εἰ δυνατόν, νὰ εἶναι οἱ περισσότεροι φόροι ἔμμεσοι, καὶ ἄλλα πολλὰ πρὸς βελτίωσιν τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἐγένοντό τινα, ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν ὠφέλεια οὐσιώδης, καί, ὅτε εἶδον τὴν ἐξέγερσιν, πρῶτος ἐγὼ ᾐσθάνθην ἱκανοποίησιν. Ἡ διαμαρτυρία, Κύριοι, ἢ ἡ ἐξέγερσις, ὡς ἀπεκλήθη, οὐδὲν ἕτερον ἀγαθὸν προσέδωκεν εἰς τὴν πραγματικότητα παρὰ μόνον τὴν σημερινὴν κατάστασιν, τουτέστι τὴν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ἀποστολὴν τοῦ συνεδρίου τούτου, καὶ ἔδωκε καὶ ἀφορμὴν νὰ συγκροτηθῇ ἡ Κυβέρνησις ὡς συνεκροτήθη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνεκροτήθη ἐξ ἐπιφανῶν ἔν τε τῷ ἐπιστημονικῷ καὶ κοινωνικῷ κόσμῳ καὶ ὅτι ὑπέρκειται αὐτῆς ἔξοχος πολιτειακὴ διάνοια, ὡς ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο συγκροτεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα τὸ πρῶτον εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ ὁ τελευταῖος τούτων εἶμαι καὶ ἐγώ. Καταβαλὼν ὅλους τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλον διὰ τὴν ἰδέαν ταύτην, εἶχον δι’ ἐλπίδος, ὅτι τοιαύτη τακτικὴ ἤθελεν ἐπικρατήσει κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τοιοῦτον διαλλακτικὸν πνεῦμα, τοιαύτη ἐκδήλωσις αὐταπαρνήσεως καὶ φιλοπατρίας, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου νὰ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ πρὸς τὴν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ προγράμματος, ὁμιλοῦμεν περὶ συστήματος. Διὰ νὰ εὕρωμεν δὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ συστήματος, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ σύστημα τοῦτο θὰ στηρίζηται. Κύριοι, τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη καθιέρωσαν τὴν ἐξωτερίκευσιν τοῦ συστήματος τούτου διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ νὰ σχηματισθῇ δ’ ὁ Προϋπολογισμός, χρειάζεται μεγάλη μελέτη, μέγας νοῦς καὶ πολὺς κόπος, συλλογὴ ὅλων τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θεραπεύουσιν ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, καὶ δίδουσι κατεύθυνσιν εἰς τὴν κοινωνικὴν καὶ ἐθνικὴν πορείαν· ἀπαιτοῦνται μελέται ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, καὶ πολιτειολογικαί. Μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι, ὅταν λέγωμεν πολιτικὴν ἐπιστήμην, ἐννοοῦμεν τὴν ἐπιστήμην τῶν ἐπιστημῶν, οὔτε εὔκολον εἶναι, οὔτε δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν ἄνευ σπουδῆς περὶ τὸν ὁρισμὸν τοῦτον. Ὅλα ταῦτα, Κύριοι, μὲ κρατοῦσιν ὑπὸ αἴσθημα πολὺ διάφορον τοῦ κοινοῦ αἰσθήματος, αἴσθημα, τὸ ὁποῖον μοὶ λέγει: δὲν ἦλθες ἐδῶ ὅπως ἔρχονται ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦ νῦν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ· δὲν εἶναι ἡ ἐντολή σου περιωρισμένη, ἀλλ’ εἶναι εὐρεῖα· ἦλθες δὲ μετὰ μίαν κατάστασιν πολὺ σοβαράν. Διάφοροι εἶναι αἱ γνῶμαι, Κύριοι, περὶ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ ἐξέγερσις, ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς γνώμη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θὰ εἴπω ἐγώ, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὁ δίκαιος ἐγωισμός. Ἦτο ἀληθὴς ἐπανάστασις, ἀλλ’ εἶχεν ὑψώσει τὴν λευκὴν σημαίαν. Αἱ ἐπαναστάσεις δὲν ὑπόκεινται εἰς κανονισμούς, ἀλλ’ ἐξωτερικεύουσι τὸν σκοπόν των, καὶ μόναι των ὁρίζουσι τὸν ὀργανισμόν των, καὶ μόναι τὸν ἐφαρμόζουσιν. Ἐξηγέρθη ὁ λαὸς καὶ ἐξεδήλωσε τὸν σκοπόν του καί, ὅτε δὲν εὗρεν ἀντίδρασιν καμμίαν, ὕψωσε τὴν λευκὴν σημαίαν, καὶ ὅλοι, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, ὑπετάχθησαν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐπαναστάσεως. Δὲν θὰ ἐκωλύετο ποσῶς νὰ ὑψώσῃ τὴν ἐρυθράν, ἀλλὰ τῷ ἐπεβάλλετο τότε ὡς δικαιολογία, ὅτε ἤθελεν εὕρει ἀντίδρασιν, νὰ καταβάλῃ τὴν ἀντίδρασιν καὶ νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὸν σκοπόν. Τοιαύτην σημασίαν, Κύριοι, δίδω εἰς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔχω. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω ὁποίαν εἶχον τὴν ἀξίωσιν κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου περὶ τοῦ συνεδρίου ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ συνεδρίου. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἴδω τὰς ἐργασίας τοῦ Συνεδρίου κατὰ τοιοῦτον τρόπον διεξαγομένας, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ προορισμὸς τοῦ συνεδρίου, καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως θὰ πείσωσι τὸν λαόν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ τῳόντι ἡ ἀνόρθωσις τῆς χώρας. Εἶναι, Κύριοι, ἡ τρίτη συνεδρίασις ἡ σημερινή, καὶ διότι ἡ ἔναρξις τοῦ Συνεδρίου δὲν ἐκηρύχθη διὰ Βασ. Λόγου δὲν ἐπῆλθεν ἡ στιγμὴ τῆς ἀπαντήσεως τῶν Βασ. Λόγων, τουτέστι δὲν ἤκουσεν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὸ συνέδριον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις μὲ ὅλον αὑτῆς τὸ κῦρος καὶ ἐν ὅλῃ αὑτῆς τῇ ἐπισημότητι τὴν πρώτην ἡμέραν καὶ ἐν ὀλίγοις διετύπωσε τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, ὁ ἀξιότιμος δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγήσατο νομοσχέδιά τινα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ θέλει συζητήσει, δοὺς εἰς αὐτὰ τὸν χαρακτηρισμὸν ὅτι ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ τῆς Κυβερνήσεως προγράμματος. Ἐπῆλθεν ἡ δευτέρα συνεδρίασις, καὶ τὸ συνέδριον εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ λάβωσι χώραν ὅσα ἠκούσαμεν χθές. Τὰ λαβόντα χώραν τὴν χθὲς κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωσι χώραν. Ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ πιστευθῇ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι τοιαύτη ἡ τακτικὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου. Δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν ὅσα ἐλέχθησαν, οὐδὲ νὰ δημιουργηθῶσι γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ παρεξήγησίς τις καὶ σχόλια νὰ γεννηθῶσι, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δώσωσιν ἀφορμήν, ὥστε νὰ μειωθῇ τὸ γόητρον τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ συνέδριον καὶ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ συνέδριον δὲν βαίνει τὴν εὐθεῖαν πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ του καὶ ὅτι ποσῶς δὲν διαφέρει τῶν λοιπῶν μέχρι τοῦ νῦν Βουλῶν. Φρονῶ ἀδιστάκτως, καὶ ὅλοι τὸ δεχόμεθα, ὅτι κύριον ἔργον ἔχει τὸ συνέδριον νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸν θεμελιώδη Χάρτην μὴ θίγων τὰς θεμελιώδεις αὐτοῦ διατάξεις καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Συναλλάγματος τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ τὸν τέλειον ὀργανισμὸν τῆς κοινωνικῆς καὶ ἐθνικῆς ζωῆς του. Καὶ μετὰ τοῦτο ἔχει τὴν δύναμιν ὡς ἐκ τῆς ἐντολῆς του νὰ ψηφίσῃ καὶ νόμους συνταγματικοὺς, οἵτινες θὰ ἀποτελέσωσι παράρτημα τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ ὦσιν ὡς αἱ διατάξεις αἱ συνταγματικαί, καὶ δὲν θὰ δύνανται αἱ τακτικαὶ Βουλαὶ νὰ τὰς καταργῶσι, καὶ τελευταῖον δύναται νόμους νὰ ψηφίσῃ, τοὺς ὁποίους καὶ αὐτὴ ἡ τακτικὴ Βουλὴ ψηφίζει. Αὐτὴν τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν δύναμιν ἔχει τὸ συνέδριον. Ἀλλά, ἵνα ταῦτα ἐπιτελέσῃ, ποίαν πορείαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὰς ἐργασίας του; Κατ’ ἐμὲ τὴν ἑξῆς. Ἔχομεν Κυβέρνησιν μὴ ἀποτελουμένην ἐκ προσώπων ἐχόντων κόμμα μέχρι τοῦ νῦν, ἀποτελουμένην ἐκ προσώπων τὸ πρῶτον περιβληθέντων τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, πλὴν τοῦ Προέδρου αὐτῆς, καὶ μὴ ἀνελθοῦσαν εἰς τὴν ἀρχὴν ἵνα ἐφαρμόσῃ τὰς ἰδέας τοῦ κόμματός της, ἀλλὰ Κυβέρνησιν, ἣν ἡ κοινὴ συνείδησις ἐξέλεξε καὶ εἰς ἣν ἐνεπιστεύθη τὴν τύχην της, Κυβέρνησιν, ἣν ἀπεκάλεσε θεματοφύλακα τῆς ἐμπιστοσύνης της καὶ ὡς συμπράκτορα αὐτῆς ἔστειλε τοὺς ἀντιπροσώπους του, ἡμᾶς. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη, φρονῶ, διαφέρει πολὺ τῶν μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεων. Δὲν θὰ συντάξῃ αὕτη πρόγραμμα, ἀλλὰ θὰ συνθέσῃ τὰς θελήσεις τῆς κοινῆς βουλήσεως, θὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὸ συνέδριον, καὶ τοῦτο θὰ συμπράξῃ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος. Δὲν θὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἁπλῶς, δὲν θὰ φέρῃ τροπολογίας, ἀλλὰ θὰ συμπράξῃ εἴτε δι’ ἑκάστου τῶν προσώπων εἴτε καθ’ ὁμάδας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι εὔκολον ἡ Κυβέρνησις ἡ συγκροτουμένη ὡς συγκροτεῖται, καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ἔδωκα ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, νὰ γνωρίζῃ τὰ πάντα καὶ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ συνέδριον Προϋπολογισμὸν καὶ νὰ λέγῃ: «τὸν δέχεσθε; Καλῶς. Δὲν τὸν δέχεσθε; Τότε θὰ σκεφθῶμεν». Θὰ συμπράξῃ, εἶπον, θὰ συζητήσῃ, καὶ θὰ λάβῃ ἀποφάσεις, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐκτελεστήν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἄρχεται πλέον ὁ σχηματισμὸς τοῦ συστήματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἐκεῖθεν θὰ θεωρηθῇ ὑπάρχον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον θὰ αἰσθανθῇ ὁ λαὸς πεπεισμένος ὅτι θὰ ὠφεληθῇ ἐξ αὐτοῦ, διαχειριστὴς τοῦ ὁποίου ἔσεται ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἵνα γίνῃ τοῦτο, Κύριοι, ἡ κρίσις μου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἵνα ἡ ἐκλεχθεῖσα ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθῇ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμά της εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ τὰ μελετήσῃ, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν κρίσιν της εἰς τὸ συνέδριον, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν ὀφείλει ἐπιζητοῦσα τὴν ἐπιψήφισίν των, ἥτις δέον νὰ γίνῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ δὲν λέγω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τι σφάλμα, ὥστε νόμοι ψηφιζόμενοι νὰ ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἄλλως. Ἐὰν ἡ τακτικὴ αὕτη ἠκολουθεῖτο κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν, ὅσα ἔλαβον χθές. Θεωρῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ ἵσταται εἰς πολὺ ὑψηλὸν σημεῖον, ὥστε νὰ ὑπέρκειται ἐν τῇ ἐναλλαγῇ τῶν διαφόρων γνωμῶν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον τὰ πλεῖστα μέλη τοῦ συνεδρίου νὰ μὴ ἔχωσιν ἐν τῷ νῷ ἰδέαν τινὰ πολὺ σοβαράν, τὴν ὁποίαν μετ’ εὐχαριστήσεως ἤθελον τὴν ἐκδηλώσει, ἵνα λάβῃ κῦρος καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὸ μέσον· δὲν τοῖς προετοιμάζει ἡ Κυβέρνησις τὸ στάδιον. Διὰ τῆς τακτικῆς, ἣν ἠκολουθήσαμεν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς ὅ,τι θὰ προσκομίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Τὸ στάδιον κλείεται, καὶ δὲν εἶναι εὔκολος οὔτε ἡ τροπολογία κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἐπί τινος νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἰδίαν ἑκάστου εἰσαγομένου. Οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δεχθῶμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει σοβαρὰ ἰδέα εἰς πολλὰ μέλη τοῦ συνεδρίου, διότι ἔχομεν παραδεδομένον, ὅτι ὁ νοῦς ὁ μέγας καὶ ὑγιὴς δὲν ἔχει προϋπόθεσιν ποῦ γεννᾶται, δύναται νὰ γεννηθῇ καὶ εἰς γωνίαν τινά, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρῃ ἀτραπόν, νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ κέντρον τῆς δράσεως καὶ νὰ ἐπικοινωνήσῃ μετὰ τῶν λοιπῶν, τῶν ὁποίων ἡ σοβαρότης ἔχει ἐξωτερικευθῆ. Ἐὰν εἴχομεν κατ’ ἰδίαν τὰ νομοσχέδια ἑνὸς ἑκάστου κλάδου, ἠθέλομεν ἐξετάσει τὴν ἀλληλουχίαν αὐτῶν, καὶ ζωτικότητα καὶ ἐν ἐπιγνώσει θὰ ἐψηφίζομεν καὶ τὰ ἐπουσιωδέστερα, ἔστω καὶ περὶ ἑνὸς κλητῆρος. Ἠγέρθη χθὲς συζήτησις, ἥτις εἶναι κατωτέρα τοῦ προορισμοῦ τοῦ συνεδρίου, περὶ κλητήρων, καὶ ἐγὼ αὐτός, ὡς εἶπον πρότερον, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὁ δίκαιος αὐτὸς ἐγωισμός, θ’ ἀπαντήσω, ὅτι ἔχω ἕτοιμα νομοθετικὰ ἔργα—καὶ ἰδίᾳ διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν ἰατρῶν ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει τοῦ περὶ φοροσήμου τῶν δικηγόρων, περὶ δημοτικοῦ κτηματολογίου, περὶ καταρτισμοῦ τῶν περὶ κινητῶν συμβάσεων, περὶ γραφείου καταχωρίσεως τῶν ἰδιωτικῶν ἐγγράφων, περὶ ἀκινήτου κτήσεως, περὶ ἐκτελέσεως, καὶ ἄλλα πολλά. Ὅτε συνέβη, καὶ ζητῶ συγγνώμην, διότι παρεμπιπτόντως θὰ κάμω χρῆσιν τοῦ περιστατικοῦ τούτου, ὥστε ὁ δικηγορικὸς σύλλογος νὰ συνέλθῃ, διότι δικηγόρος ὡδηγεῖτο εἰς τὰς φυλακὰς νὰ πληρώσῃ τὸ ἐπιτήδευμα, εἶπον ἐγώ: θέλετε νὰ καταλύσωμεν τὸν νόμον, περὶ φορολογίας τῶν δικηγόρων, νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ νὰ δώσωμεν εἰσφορὰν εἰς τὸ Κράτος τριπλασίαν; Ἀπήντησαν τὸ ναί.—Κάμετε τὸν νόμον αὐτὸν τοῖς εἶπον, ἀληθῶς ἐπετεύχθη τοῦτο. Καὶ ἔχω ἀκόμη καὶ μελέτας μου περὶ τούτου ἀπὸ τοῦ 1892, δημοσιευθείσας μετ’ ἄλλων διὰ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ἐκδιδομένης ἐφημερίδος, «Συνταγματικὴ πυξίς», ἐν Λαρίσῃ.— Ἐὰν εἴχομεν Κύριοι, τὰ νομοσχέδια ἑκάστου κλάδου, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἔδιδον ἀφορμὴν νὰ ἴδωμεν, ποῦ θὰ γίνωσι δαπάναι, ποῦ οἰκονομίαι, ἐὰν ἀνευρέθησαν πηγαὶ νέαι πλουτοπαραγωγοί, ἵνα ἀντλήσῃ τὸ Κράτος δυνάμεις, τότε ἐν ἐπιγνώσει ἠθέλομεν ψηφίσει ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων καὶ δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ χθεσινὸν σημεῖον τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἤθελον νὰ λάβωσι χώραν, μὲ ὅλην τὴν ἀπέραντον ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἐπεθύμουν προκειμένου περὶ νομοσχεδίου ἁπλῶς ὑπηρεσιακοῦ νὰ βλέπω τόσας ἀντιδράσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ εἴπω ὅ,τι λέγω τώρα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοὺς νόμους τὸ δύναται, τὸ ὁποῖον ἀνοίγει τὴν θύραν τῆς ἑρμηνείας, ἀλλὰ νὰ εἶναι οἱ νόμοι ἐπιτακτικοί, ὑποχρεωτικοί. Πρέπει νὰ θέσωμεν ὅριον εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἀπονέμῃ τὸ δίκαιον καὶ ὄχι νὰ τὸ δημιουργῇ. Θελήσωμεν Κύριοι, νὰ ὑψωθῶμεν ἄνω τοῦ σημείου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἡ καταδικασθεῖσα ἀντιπροσωπεία. Θελήσωμεν νὰ εἴπωμεν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς ὅτι ἀποτελοῦμεν ἓν σῶμα ὑψίστης ἀποστολῆς, ὅτι τὸ συνέδριον ἀποτελεῖται ἐκ δυνάμεων πολλῶν, ἀλλὰ μία εἶναι ἡ δύναμις, ἡ διευθύνουσα τὰς ἐργασίας αὐτοῦ ὡς ἐπικεφαλῆς τούτου, ἡ ὁποία θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ ὅ,τι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν. Ἔχομεν καθῆκον νὰ συνδράμωμεν καὶ οὐχὶ νὰ ἀντιλέξωμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ μᾶς δοθῇ χρόνος καὶ μέσα, ἵνα συνδράμωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν πρόκειται νὰ πάθωμεν, ὅ,τι ἔπαθον δύο Κυβερνήσεις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν γεγονότων μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Ὅσοι ἠθέλησαν νὰ ἀκολουθήσωσι τὰς ἐργασίας τῶν δύο ἐκείνων Κυβερνήσεων ᾐσθάνθησαν φρίκην, διότι οὐδὲν αἱ δύο ἐκεῖναι Κυβερνήσεις παρέδωκαν εἰς τὴν πραγματικότητα πρὸς ὠφέλειαν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, Κύριοι, ἠκούσθησαν εἰσηγηταὶ Προϋπολογισμῶν, καὶ οἱ πάντες εἰς τὴν πρώτην ὄψιν εἶπον: «Βεβαίως, ἰδοὺ μία λαμπρὰ κατάστασις». Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον ἦτο, Κύριοι; Εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος ἴσως αὔριον ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν νὰ κριθῇ καὶ ἴσως καταργηθῇ, ἤ, ἐὰν δὲν καταργηθῇ, θὰ τροποποιηθῇ. Αἴ, Κύριοι! Νομίζομεν, ὅτι σήμερον ἁπλῶς πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ ὑπηρεσιακά; Ἢ πρέπει νὰ δειλιάσωμεν πρὸ τοῦ φάσματος ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, ἵνα προβῶμεν εἰς γενναῖα ἔργα, ἢ ὅτι δὲν εἶναι ἐξωκειωμένος ὁ λαὸς εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεως ἄρδην καὶ ἐγκαινίσεως μιᾶς νέας καταστάσεως, διότι ἴσως ἀποτύχῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ; Αὐτὸ ἐπιζητοῦμεν, τὴν νέαν τουτέστι κατάστασιν. Ἀλλὰ πρέπει τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν νέαν νὰ τὴν διατυπώσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, νὰ ἐμβάλῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ νὰ ἀποκτήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ὁ λαὸς πρὸς αὐτὴν τὴν κατάστασιν σεβασμόν, λατρείαν. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης, ὅτι τοὐναντίον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπιστεύετο, τείνει νὰ γίνῃ διὰ τῆς τακτικῆς, ἣν ἀκολουθοῦμεν. Κατέγινα καὶ ἐγώ, Κύριοι, ὀλίγον, ἵνα ἴδω, ἂν ἀντέχει τὸ Κράτος οἰκονομικῶς νὰ προβῇ εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα. Καὶ εἶπον: ναί, ἀντέχει. Ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον ἐζήτησα τὴν ψῆφον τῶν συμπολιτῶν μου, ἐξῆλθον μὲ ἓν πρόγραμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω 22 ἄρθρα, καὶ εἶπον ἐν ἔτει 1902, ὅτι μετὰ δέκα ἔτη ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ φθάσῃ εἰς 150,000,000. Καὶ ἔφθασε, Κύριοι, μόνος, χωρὶς νὰ συντελέσωσιν αἱ περιστάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἔγραφον ἐδῶ καὶ ἐδημοσίευον εἰς τὸν τύπον.
§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§19Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Τὸ ἀνέγνωσαν πολλοί. Εἶμαι τῆς γνώμης, Κύριοι, ὅτι εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς διοικήσεως πρέπει νὰ παρουσιάσωμεν μίαν νέαν εἰκόνα, μίαν νέαν κατάστασιν· εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἄρδην· πρέπει ὀλίγιστοι νὰ εἶναι οἱ φόροι οἱ ἄμεσοι, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι νὰ γίνωσιν ἔμμεσοι, νὰ γίνωσιν εἰσφοραί. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ εἴπω κατὰ πόσον καταπιέζεται, κατὰ πόσον ἀδημονεῖ ὁ λαός, ὅταν βλέπῃ εἰς ἓν ἀπώτατον χωρίον ἕνα εἰσπράκτορα καὶ δύο χωροφύλακας, διὰ νὰ εἰσπράξῃ δύο ἢ τρεῖς ἢ πέντε δραχμὰς φόρον ἄμεσον. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ληφθῶσι μέτρα εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχῃ ἐργασίαν ὅλος ὁ λαός. Καὶ εἶναι εὔκολον. Εἶχον, Κύριοι, τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀκούσω ἔν τινι σχολῇ μάθημα οἰκονομολογικόν, νὰ ἀκούσω πῶς σχηματίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς ἑνὸς Κράτους, τί λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐπείσθην ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δύναται εὐκόλως νὰ τακτοποιήσῃ τὴν διοίκησιν, τὴν δικαιοσύνην, ἀδελφοποιήσῃ τὸ κεφάλαιον μὲ τὴν ἐργασίαν, δώσῃ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις εἰς τὸ ἕν, ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα εἰς τὸ ἕτερον. Μετὰ τοῦτο δὲ θὰ εὑρεθῇ, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς μίαν ἡμέραν εἰς ἀληθῆ εὐημερίαν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, τὴν κακὴν διοίκησιν καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν τάσιν τῶν κεφαλαιούχων πρὸς διάθεσιν τῶν κεφαλαίων των καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1874 μέχρι τοῦ νῦν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ δὲν ἦσαν ὅπως ὁ σήμερον ὁμιλῶν, ἀλλ’ ἦσαν, ὡς ἐπιστεύετο, βράχοι ὑπὸ ἔποψιν πνευματικήν, ὑπὸ ἔποψιν μορφώσεως, ἀπέτυχον, διότι ἐστεροῦντο τῆς πείρας. Δὲν ἐγνώριζον, Κύριοι, τὸν τόπον καὶ ἀφῆκαν τὴν τάσιν τοῦ λαοῦ καὶ ἐστράφη ἐπὶ ματαίῳ καὶ ὅλον αὐτὸ τὸ λαμπρὸν πεδίον, τὸ ἔναντι τῆς Ἀκροπόλεως, τὸ ἐπλήρωσεν ἡ λαϊκὴ δρᾶσις τεχνητῶν βράχων, μετέθεσε τοὺς βράχους τοὺς ἀτέχνους καὶ τοὺς ἔκαμε τεχνητοὺς ἐδῶ, καὶ ἓν δισεκατομμύριον μετεβλήθη εἰς οἰκοδομάς. Ἐάν, Κύριοι, ὑπῆρχεν εἷς μέγας νοῦς τότε, δὲν θὰ ἔλεγε μίαν λέξιν; Ὁ ἀγορεύων σήμερον λέγει ναί. Θὰ ἔλεγεν ἐκεῖνος· ἔχομεν ἄλλα ἔργα νὰ ἐπιτελέσωμεν καὶ μετὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ἔργων ἐκείνων δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τεχνικωτέρους καὶ ὑψηλοτέρους βράχους. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἄλλον τόσον στενὸν χῶρον, ὅσος εἶναι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, μὲ 2½ ἑκατομμύρια λαοῦ ὅσον ἔχει, νὰ ἔχῃ γῆν μὲ τόσα προσόντα, νὰ ἔχῃ κτηματολογικὴν ζώνην ἐπίσης μὲ τόσα προσόντα, ὅσα ἔχει ἡ Ἑλλάς. Τόπος, τὸν ὁποῖον δὲν πιέζει ἡ ξηρασία, δὲν κατακλύζουσι τὰ ὕδατα, τόπος τοσοῦτον γόνιμος, τοσοῦτον παραγωγικὸς νὰ μένῃ ἐγκαταλελειμμένος. Διὸ καὶ μόνον, Κύριοι, μέρος ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν τὴν εὐημερίαν τὴν οἰκονομολογικήν. Ἡ Θεσσαλία, Κύριοι, ἔχει προσόντα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μόνον μία τέχνη σπουδαία ἠδύνατο νὰ τὰ συναρμολογήσῃ, ἀλλ’ αὕτη τὰ ἔχει ἀπὸ φύσεως· πεδιὰς τόσον ἐκτενής, περιτριγυρισμένη ἀπὸ βουνά, σχιζομένη ἀπὸ ἕνα ποταμόν, καταλήγει εἰς τὴν θάλασσαν· ὅ,τι ἔχει τὸ δίδει· οὗτινος ἔχει ἀνάγκην ἀμέσως τὸ ζητεῖ. Καὶ ἠρώτησα ἐπίσημα πρόσωπα ἐν Θεσσαλίᾳ: ποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα, Κύριοι, τὰ δημόσια ὅτε ἦτο ὑπὸ τὸ Τουρκικὸν Κράτος ἡ Θεσσαλία; καὶ μοὶ εἶπον: 40–45 ἑκατομμύρια· ἀφαιρουμένου τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ὠνόμαζον μουαντὲμ ἐκ 15,000,000, ἔμενε τὸ ἕτερον. Ἐὰν ἐρωτήσω τώρα τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχομεν οὔτε τὸ ἥμισυ. Ἔχομεν, Κύριοι, τὴν πεδιάδα τῆς Λαμίας καὶ ἀφήνω ἴσως εὐκαιρίαν εἰς τοὺς ἑτέρους ἀντιπροσώπους, τοὺς συναδέλφους μου, ἐκ Λαμίας νὰ ὁμιλήσωσι περὶ αὐτῆς. Θὰ ἐγερθῇ, Κύριοι, συζήτησις ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, καὶ θὰ θίξωμεν τὰ ζητήματα τὰ ἀγροτικὰ καὶ θὰ εὑρεθῶμεν ἄοπλοι ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ· θὰ ἐκτεθῶμεν ἀγωνιζόμενοι ἐν τῷ στενῷ ἐκείνῳ ὁρίζοντι, τὸν ὁποῖον θὰ θέσωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, λέγοντες: θέλομεν νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ ἐκποιῆται ἡ ἀκίνητος περιουσία διὰ κοινὴν ὠφέλειαν ἢ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, καὶ ἐκεῖ πλέον θὰ ἐγερθῶσι συζητήσεις καὶ ἐκεῖ δὲν θὰ γνωρίζωμεν ὅλοι ἂν ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀτραπός, ἂν ὑπάρχει καὶ ἄλλη ὁδός, ἡ ὁποία λύει τὸ ζήτημα ἀφ’ ἑαυτοῦ. Καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα μελετημένοι, διότι δὲν γνωρίζομεν πῶς νὰ μελετήσωμεν, οὔτε μᾶς δίδεται ὁ καιρός, οὔτε μᾶς δίδεται ὁ τρόπος, ἵνα ἐκφέρωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, ἂν ἀκολουθήσωμεν τὴν πορείαν ταύτην τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἣν εὑρίσκω ἀσύμφορον δι’ ὅσων ἐξέθηκα. Καὶ ὑπάρχει τρόπος, Κύριοι, νὰ εὑρεθῶσιν ὅλοι οἱ Θεσσαλοὶ μὲ κτήσεις, καὶ νὰ μὴ θιχθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ θιχθῇ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ ἐκφρασθῇ ἡ γνώμη· δὲν φθάνουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους!—Μά, Κύριοι, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων, δὲν εἶναι ὁ φόρος τῶν μελισσίων, δὲν εἶναι ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος. Ὅταν τὰ Κράτη θέλωσι νὰ εὕρωσι τὰ ἀληθῆ οἰκονομικά των, ἀρκεῖ νὰ ἐκδηλώσωσιν, ὅτι παρέχουσιν ἐμπιστοσύνην, ὅτι δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν φερεγγυότητά των καὶ εὑρίσκουσι τὰ μέσα, διὰ νὰ τακτοποιήσωσι τὰ οἰκονομικά των, καὶ ἐπιδιώξωσι τὴν εὐημερίαν των. Διὰ τῆς μεθόδου λοιπὸν ἐκείνης τὸ ἓν τρίτον τῆς ὅλης Θεσσαλίας θὰ καταδηλωθῇ ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἐπὶ τοῦ μέρους ἐκείνου δύναται νὰ τοποθετήσῃ τοὺς Θεσσαλοὺς ἢ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ἐκεῖνο, διὰ νὰ τοποθετηθῶσιν οἱ Θεσσαλοί. Καὶ ἰδού, Κύριοι, μία ἔλλειψις προνοίας. Ἀλλά, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω: γνωρίζομεν ἡμεῖς ἐπὶ ποίας εἰκόνος θὰ ἐπιφέρωμεν τὰς κρίσεις μας, εἰκόνος, ἡ ὁποία θέτει ἐνώπιον ἡμῶν ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ πάλιν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, αἱ γνῶμαί μου νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἐπεθύμουν νὰ μὴ πιστευθῇ, ὅτι ἡ ἐντολὴ ἡμῶν εἶναι περιωρισμένη κατὰ χρόνον, ἡ ἐντολὴ ἡμῶν ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ λαοῦ εἶναι εὐρεῖα. Δὲν μᾶς εἶπεν ὁ λαὸς νὰ φύγωμεν μετὰ πέντε μῆνας ἢ μετὰ ὀκτὼ ἢ μετὰ τρεῖς.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ λαὸς φρονεῖ ὅτι μίαν ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ἐντολήν, νὰ περατώσωμεν τὸ ἔργον μας μεθοδικῶς, συστηματικῶς καὶ ἄνευ ἀπωλείας χρόνου, καὶ οὐδεμίαν ἄλλην. Ἐξακολουθήσατε, κύριε συνάδελφε.
§21ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ἀκούσω ἀμέσως τὰς παρατηρήσεις χωρὶς νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν, καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπήλλαξε τῆς ἀνάγκης νὰ τὴν συμπληρώσω. Ὁ λαὸς μᾶς εἶπε: τοσοῦτον χρόνον νὰ μείνητε, ὅσος ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ ἐπιτελέσητε τὸ καθῆκόν σας συμφώνως μὲ τὸν προορισμόν σας. Ἀλλὰ πάντοτε, καὶ ἂς μοὶ τὸ ἐπιτρέψωσιν οἱ κάμνοντες τὰς παρατηρήσεις, πάντοτε μεμψιμοιροῦμεν, πάντοτε θέλομεν νὰ μὴ εἴμεθα εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εἴμεθα. Ἂν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, καὶ ἐπέτρεπε τὸ ἔργον νὰ τὸ τελειώσωμεν αὔριον, πρῶτος ἐγὼ θὰ ἔλεγον τὸ ναί. Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, ὅταν ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν, εἴπῃ τὴν τελευταίαν του λέξιν ὁ λαός: «σᾶς εὐχαριστοῦμεν καὶ σᾶς», ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν λαόν; Ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, καὶ δὲν εὔχομαι νὰ ἔλθῃ αὐτὴ ἡ στιγμή, ὅτι, ἂν ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας συμφώνως μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, θὰ περιέλθωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀφήσῃ πόνον, ὅστις δὲν θὰ λησμονηθῇ ποτε. (Χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Βουλευταί, οἵτινες δὲν ὡρκίσθησαν, παρακαλοῦνται, ὅπως προσέλθωσι καὶ ὁρκισθῶσιν. (Προσέρχονται οἱ κ. κ. Χρ. Βλάτσιος βουλευτὴς Τρικκάλων καὶ Δ. Πλαπούτας βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ δίδουσι τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. 64 τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον ὅρκον).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ συγχαρητήριά μας.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιοι, ἄξιοι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στέφανος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ θέματος ἐξωτερικοῦ.
§26ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἁπλῆν ἐρώτησιν αἰσθάνομαι ἀνάγκην νὰ ἀποτείνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐλπίζω ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ταύτην τὴν ἑσπέραν εἴτε τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν. Ἐν τηλεγραφήματι πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐνταῦθα ἀποσταλέντι ἐκ Βιέννης περιλαμβάνονται τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Ἀναγγέλλεται ἐκ Βουκουρεστίου, ὅτι ἡ νέα Ῥουμανικὴ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη, ὅπως μὴ ἐπιδείξῃ πνεῦμα ἀδιάλλακτον ἐν περιπτώσει ἐνάρξεως διαπραγματεύσεων διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος σχέσεων». Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι διατετυπωμένον εἰς τρόπον ὥστε εἰς τὸ ἐν γένει Εὐρωπαϊκὸν κοινὸν νὰ ἐμποιηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ἄλλοθεν ἢ ἐκ Βουκουρεστίου ἐπιζητεῖται ἐπανάληψις σχέσεων, ἵνα ἱκανοποιηθῇ ἡ συνήθης μεγαλαυχία τῶν ἐν Βουκουρεστίῳ. Καὶ εἶναι μὲν γνωστόν, ὅτι ἐκεῖ ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἀκμάζει ἐργαστήριον ψευδολογιῶν τοσούτῳ μᾶλλον προθύμως διαδιδομένων, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ μυκτηρισμοῦ ἢ ὕβρεως τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ οὕτω τηλεγραφηθὲν διὰ Βιέννης εἰς ἅπασαν τὴν Εὐρώπην εἶναι δυνατὸν νὰ προκαταλάβῃ τοὺς ἀγνοοῦντας τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐμποιήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐντεῦθεν ἐπιζητεῖται ἐπανάληψις σχέσεων ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος διακοπεισῶν, ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπ’ αὐτῆς οὐδὲν οὔτε ἀμέσως οὔτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον ἐγένετο ἀρχὴ ἐνεργειῶν ἢ λόγων, οἵτινες νὰ ἄγωσιν εἰς ἔναρξιν διαπραγματεύσεων ἢ ἐπανάληψιν σχέσεων, ἃς αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς δι’ αἰτίας ἀφορήτους ἠναγκάσθη νὰ διακόψῃ.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί· ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὑπέβαλεν ἁπλῆν ἐρώτησιν, ὅπως εἶπεν ἀρχόμενος τοῦ λόγου του. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐρώτησις κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὑποβάλλεται ἐγγράφως. Δίδεται οὕτω καιρὸς εἰς τὸν ἐρωτῶντα Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ καὶ νὰ προσαγάγῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας, καὶ ἀκολούθως, ἂν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δίδει ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν εἶναι ἀρκεταί, τότε γίνεται ἡ ἐπερώτησις. Μὴ προκειμένης ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ ἐρωτήσεως ἁπλῆς, ἀπουσιάζοντος δὲ καὶ τοῦ ἁρμοδίου κ. Ὑπουργοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν γενομένην ἐπερώτησιν.
§28ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ ἀρκεῖ τοῦτο.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§30Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸν λόγον ἔλαβον, κύριοι συνάδελφοι, ἐξ ἀφορμῆς ἀναφορᾶς τῶν κτηματιῶν Πατρῶν, τῶν καὶ συμπολιτῶν μου, ἀπευθυνθείσης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς. Δὲν ἀπηυθύνθη βεβαίως εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ ὁ ἁρμόδιος, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ σχετικὴ ἀναφορὰ εἶχε συνταχθῆ πρὸ πάσης λειτουργίας τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δυστυχῶς εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος ἡ μεγαλειτέρα, ἴσως ἢ μᾶλλον μία ἀπὸ τὰς πλουτοπαραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἡ γεωργία, ἔμεινε τελείως ἀπροστάτευτος καὶ ἴσως ἴσως δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ προσοχὴ τῆς Πολιτείας σχετικῶς πρὸς τὸ φορολογικὸν μέρος φέρει τὰ βλέμματα μετὰ λαγνείας πρὸς τὴν γεωργίαν (γέλωτες). Διότι, ἐνῷ κατ’ οὐδὲν τὴν γεωργίαν ἐνίσχυσεν, οὐδεμίαν πρόνοιαν περὶ τῆς γεωργίας ἔλαβεν, ἐνῷ ἡ γεωργία διατελεῖ εἰς πρωτογενῆ κατάστασιν, δυστυχῶς ἡ γεωργία αὐτὴ φορολογεῖται ἀπηνέστατα ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, διότι δὲν ἀγνοοῦσιν οἱ περισσότεροι τῶν κ.κ. συναδέλφων ὡς ἐξ ἐπαρχιῶν καταγόμενοι, ὅτι ὁ γεωργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται εἰς βαρυτάτην φορολογίαν λόγῳ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων, ὁ γεωργὸς ἐκεῖνος πολλάκις στερεῖται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ὁ γεωργὸς ἐκεῖνος, ἐνῷ φορολογεῖται ἀπηνέστατα ὡς σιτοπαραγωγός, τὴν μεγάλην καὶ πλουσίαν σιτοπαραγωγὴν δυστυχῶς δὲν φορολογεῖ. Ἐντεῦθεν ἡ ἀμβλυωπία τῆς Πολιτείας σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς γεωργίας. Ἀλλ’ ἐνῷ πρὸς στιγμὴν ἡ γεωργία, ἡ πλουτοπαραγωγικὴ αὕτη δύναμις διὰ τὴν χώραν, δὲν ἐνισχύθη ἠθικῶς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ἐνῷ αὕτη δὲν ἔδωκέ τι πρὸς αὐτήν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔλαβε τοιοῦτόν τι καὶ εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνισχύσῃ ταύτην, τοὐναντίον τελευταίως διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς ἐδημιούργησε πολίτας τοιούτους, τῶν ὁποίων, ἂν ὄχι τι ἄλλο, κατώρθωσεν ἡ Πολιτεία αὐτὴ νὰ πωλήσῃ τὰ κτήματα πρὸς τοὺς ἀγροφύλακας, καὶ τὴν μόνην μεταρρύθμισιν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ νόμος τοῦ 1907, ὁ περὶ ἀγροφυλακῆς, δὲν εἶναι ἄλλη τις εἰμὴ ἡ μεταρρύθμισις ὅτι οἱ ἀγροφύλακες οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου χρησιμοποιούμενοι ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας μετερρυθμίσθησαν σχετικῶς μὲ τὸν πῖλον! (ἱλαρότης). Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ὁ νόμος οὗτος ἀπέτυχε καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν, ἡ κυρία ἴσως αἰτία εἶναι τὸ ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος οὗτος. Καὶ ὄχι δὲν ἐφηρμόσθη ἀπολύτως, ἀλλά, δυστυχῶς, οὐδὲ σχετικῶς. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔλαβε πρό τινος ἀναφορὰν ὑπογεγραμμένην ἐκ μέρους τῶν κτηματιῶν Πύργου, οἵτινες παραπονοῦνται πρὸς αὐτὸν — διότι τοιαύτας πληροφορίας ἔχω ἐξ ἐπιστολῶν ἐκεῖθεν — κατὰ τοῦ δημάρχου αὐτῶν, ὅστις, καίτοι παρῆλθε τριετία, καὶ ἤδη εἰσερχόμεθα εἰς τὸ τέταρτον ἔτος, ἐν τούτοις δὲν ἠθέλησε νὰ θέση εἰς ἐφαρμογὴν τὸν σχετικὸν νόμον. Δὲν θὰ ἐφρόνει ὁ νῦν ἐπὶ τῆς Γεωργίας κ. Ὑπουργός, ὅτι ἔδει νὰ ζητήσῃ σχετικὰς πληροφορίας ἀναφορικῶς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν εὕρῃ τὸν κ. δήμαρχον ὡς μὴ ἐφαρμόζοντα τὸν σχετικὸν τοῦτον νόμον νὰ πράξῃ, ἂν ὄχι τι ἄλλο, τοὐλάχιστον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαγράφεται συνεπείᾳ τοῦ νόμου τοῦ 1907, δηλαδὴ νὰ ἐπιβάλῃ πρόστιμον δραχμῶν 300 καὶ συγχρόνως φυλάκισιν 30 ἡμερῶν. Εἶμαι ἀδιστάκτως πεπεισμένος, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ γεωργία, ἂν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἐδίδετο μία ἰδιαιτέρα προσοχή, ἤθελεν ἔχει μεγαλειτέραν τὴν οἰκονομικὴν ἔντασιν σχετικῶς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· δυστυχῶς ὅμως, τονίζω, οὐδεμία ἐδόθη προσοχή. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, ὁποῖος ἀνέλαβεν ὁπωσδήποτε νὰ διαρρυθμίσῃ ῥιζικώτερον καὶ τελεσφορώτερον τὰ τῆς γεωργίας, θὰ τὸν παρακαλέσω ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ καὶ τῶν κτηματιῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπονῶνται, ὅπως ἐν τῇ εὐρυτάτῃ αὐτοῦ σκέψει καὶ μελέτῃ περὶ τὰ γεωργικὰ ἐξεύρῃ νόμον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ ὕπαιθρος χώρα ἀπὸ τῶν ἀγροζημιωτῶν· διότι μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας μάστιγας, αἱ ὁποῖαι λυμαίνονται τὴν γεωργίαν, εἶναι οἱ ἀγροζημιωταί· ἀγροφύλακες ἀφ’ ἑνός, ἀγροζημιωταὶ ἀφ’ ἑτέρου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ ὅλους τοὺς δημάρχους τοῦ Κράτους τί οἱ δῆμοι εἰς εἶδος καὶ χρῆμα παρέχουσιν εἰς τοὺς ἀγροφύλακας τῆς σημερινῆς ἐποχῆς καί, ἂν ἴδωμεν ὅτι πράγματι παρέχεται ἓν γενναῖον ποσὸν ἢ ἔστω καὶ μικρόν, νὰ σκεφθῶμεν, καὶ νὰ σκεφθῇ ἰδιαιτέρως ὁ κύριος Ὑπουργός, ἂν δύναται τὸ Κράτος ἐρχόμενον ἀρωγὸν εἰς ὅ,τι οἱ δῆμοι προσφέρουσι σήμερον νὰ ἐξασφαλίσῃ δημοσίαν ἀγροφυλακήν· διότι πρέπει ὅλοι νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ σημερινὸν σύστημα κρατεῖ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν γεωργίαν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παύσωσιν οἱ ἀγροζημιωταὶ νὰ φέρωσι βλάβας εἰς τὰ γεωργικὰ κτήματα· διότι εἴμεθα ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἀληθείας, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι καὶ λόγῳ τῆς συλλήψεως τῶν ποιμνίων εἰς τὰς βοσκησίμους γαίας καὶ εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους βεβαίως παρέχεται πολλάκις ἡ ὑπόνοια ὅτι καὶ οἱ ἀγροζημιωταὶ καὶ οἱ ἀγροφύλακες ποιοῦνται κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν συγχρόνως, ὅπως ἡ προσοχὴ αὐτῶν στραφῇ εἰς τὴν γεωργίαν, ἥτις διατελεῖ ἐν πρωτογενεῖ καταστάσει, καίτοι τὴν φορολογοῦμεν ἀπηνέστατα. Εὐτυχῶς ἦλθεν ἡ ἐπανάστασις καὶ κατηργήθη ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἂς στραφῇ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν γεωργίαν καὶ ἂς λάβῃ μίαν πρόνοιαν περὶ αὐτῆς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κλάδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ ἐφαρμογῆς καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας.
§32Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας καὶ ἰδίως τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τοὺς συντάκτας ἐφημερίδων καὶ τοὺς ἐφημεριδοπώλας καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ἐξισοῦνται οἱ διευθυνταὶ ἐφημερίδων πρὸς τοὺς ἐργοστασιάρχας, παρέσχε τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ὡς καὶ ἄλλαι, δὲν εἶναι καλῶς τεθειμένη ἐν τῷ νόμῳ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ τροποποίησις νόμου, οἷος ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας, ἁρμόζει μᾶλλον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλοθεν ὑποδείξεις μεταρρυθμίσεων. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ἂν ἔχει σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου τούτου· ἄλλως θὰ πράξω ἐγὼ τοῦτο ὑποβάλλων σχετικὴν πρότασιν.
§33ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐδόθη, Κύριοι, κατ’ ἐπανάληψιν ἀφορμὴ νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας χρῄζει ἀληθῶς μεταρρυθμίσεως, ὄχι μόνον εἰς ὃ σημεῖον ἔθιξεν αὐτὸν ὁ ἔντιμος κύριος συνάδελφος, ἀλλ’ εἰς πολλὰ σημεῖα. Καὶ τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο συνεσχετίσθη ὑπ’ αὐτῆς μάλιστα τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπελήφθη τῆς μελέτης τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων, συνεσχετίσθη μὲ τὸ γενικὸν ζήτημα τὸ ἐργατικόν. Ἐθεωρήσαμεν δέ, ὅτι ἐδείκνυε σπουδὴν μὴ τελείως δεδικαιολογημένην ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου ἀνεξαρτήτου τῶν ἐργατικῶν τροποποιοῦντος τὰ τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας κατά τι, ἀφοῦ τὰ τῆς κυριακῆς ἀργίας θὰ κανονισθῶσι διὰ νομοσχεδίων γενικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐργατικοῦ ἐν γένει ζητήματος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος περὶ διατιμήσεως τῆς φορολογητέας ῥητίνης.
§35Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ διατιμήσεως τῆς φορολογητέας ῥητίνης, ἵνα ἀπευθύνω ἐρώτησιν περὶ τούτου πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου. Κατὰ τὰ μέσα Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἐδημοσιεύθη Διάταγμα τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον τότε ὑπήγετο τὸ δασικὸν τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε τὴν τιμὴν τῶν φορολογητέων δασικῶν εἰδῶν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ἂν φρονεῖ, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο τὸ ἐκδεδομένον τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι νομίμως ἐκδεδομένον ἢ οὔ.
§36ΕΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου). Κατὰ τὸν Δεκέμβριον, πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου, ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦτο, καὶ εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον. Μετὰ ταῦτα ὅμως ἠγέρθησαν παράπονα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται σήμερον, ἐλπίζω δὲ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ νεώτερος Κανονισμὸς εἰς τὰς τιμάς.
§37Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ λάβητε ὑπὸ τὴν ὑμετέραν κρίσιν τὰς ἑξῆς σκέψεις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐξεδόθη παρανόμως, συμφώνως πρὸς τὸ Διάταγμα τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ ΒΡΞΒʹ νόμου, τὸ ὁποῖον ὅμως προδήλως ὑπερέβη τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπιτρέψει εἰς τὴν Διοίκησιν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἵνα ἐξηγηθῶ καὶ ἵνα μὲ ἐννοήσητε, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἐγγείου φορολογίας ἐν Ἑλλάδι σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῶν δασικῶν εἰδῶν. Ὑπῆρχε πάγιος νόμος, ὁ νόμος ΣΟΖʹ τοῦ 1855, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς σήμερον ἐκτυλιχθείσης φορολογικῆς καταστάσεως, ὁ ὁποῖος καθὸ πάγιος ἐκανόνιζε τὰ φορολογικὰ στοιχεῖα, τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν φορολογουμένων καὶ τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῶν ὑπαλλήλων βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐγγείων φόρων. Ὁ πάγιος οὗτος νόμος ἐν ἄρθρῳ 33 φέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῆς ῥητίνης καὶ τῆς κατράμης βεβαιοῦνται διὰ ζυγίσεως κλπ. καὶ ἀποδίδονται εἰς χρήματα κατὰ τὴν εἰς τὸν οἰκεῖον δῆμον τρέχουσαν τιμὴν βεβαιουμένην διὰ πρωτοκόλλου ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ἐπάρχου, τοῦ δασονόμου καὶ τοῦ δημάρχου τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, ἐὰν ὁ ἁρμόδιος δήμαρχος προσκληθεὶς δὲν παρουσιασθῇ». Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν φράσιν ταύτην τοῦ νόμου, ὅτι ὁ φόρος ἀποδίδεται εἰς χρῆμα κατὰ τὴν ἐν τῷ οἰκείῳ δήμῳ τρέχουσαν τιμήν, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν δημοσιονομικὴν φύσιν τοῦ φόρου τούτου ὡς φόρου ἐπὶ τῆς ἐγγείου προσόδου, θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ ὅτι ὡς βάσις διὰ τὴν φορολογίαν λαμβάνεται ἡ ἀξία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ῥητίνη διὰ τὸν παραγωγόν, καὶ ὅτι ἡ τρέχουσα τιμὴ εἶναι ἡ τιμὴ τῆς πρώτης πωλήσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου ἐξεδίδοντο κατ’ ἔτος οἱ ἐπέτειοι καλούμενοι φορολογικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον μόνον τὸν ὅρον τοῦ φόρου. Ἐκ τῶν ἐπετείων δὲ φορολογικῶν νόμων τελειότερος εἶναι ὁ νόμος ΥϞΘʹ τοῦ 1874, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 2 κανονίζει τὰ τῆς ῥητίνης καὶ κατράμης, ὡς ὑποκειμένων εἰς φορολογίαν 10%, ῥητῶς δ’ ἀναφέρει, ὅτι «ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ ΣΟΖʹ νόμου προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς τῆς ῥητίνης γίνεται κατὰ μῆνα, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ κατ’ αἴτησιν τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ μεταρρυθμίσῃ τὴν τιμὴν ταύτην». Ἡ ἔννοια λοιπὸν τῆς τιμῆς παραμένει ἡ αὐτή, ὡς ἔχει καὶ κατὰ τὸν ΣΟΖʹ νόμον, δηλαδὴ νὰ φορολογηθῇ ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ προϊόν αὐτὸ διὰ τὸν παραγωγόν, ἡ τιμὴ ἐν ἄλλοις λόγοις τῆς πρώτης πωλήσεως. Κατὰ τὰ ἔτη 1880 καὶ ἐφεξῆς μετεβλήθη μὲν τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως τῆς τιμῆς, διότι ἐκανονίζετο διὰ τῶν ἐπετείων φορολογικῶν νόμων, δὲν ἤρθη ὅμως ἡ ἀρχὴ νὰ φορολογῆται τὸ ἐκ τῆς ῥητίνης εἰσόδημα τοῦ παραγωγοῦ καὶ ἑπομένως νὰ ὑπολογίζηται ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ προϊὸν κατὰ τὴν πρώτην πώλησιν καὶ τὴν πρώτην ἀγοράν. Ἐκ τῆς πολυνομίας καὶ τῆς ἀντινομίας, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὴν ἔγγειον φορολογίαν, εὑρέθη ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη νὰ προβῇ ἐν ἔτει 1892 εἰς τὴν κωδικοποίησιν τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζῴων. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ δὲ ἐκθέσει ῥητῶς μνημονεύεται, ὅτι (ἀναγινώσκει): «ἐν τῷ συνόλῳ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον (ὁ νόμος τοῦ 1892) διατηρεῖ τὸ ὑφιστάμενον φορολογικὸν σύστημα βελτιούμενον κατὰ τὰς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἐνδείξεις». Καὶ περαιτέρω: «Ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν δασικῶν προϊόντων οὐδεμία ἀξία μνείας μεταβολὴ ἐπιφέρεται εἴτε ὡς πρὸς τοὺς κρατοῦντας φορολογικοὺς ὅρους εἴτε ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως». Ἔχομεν λοιπὸν ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας βεβαιωμένον, ὅτι μέχρι τοῦ 1892 φορολογεῖται πάντοτε ἡ ἔγγειος πρόσοδος ἡ ἐκ τῆς ῥητίνης, ἡ ἔγγειος πρόσοδος ἡ διὰ τὸν παραγωγόν, διότι αὐτὴ εἶναι τὸ φορολογικὸν ἀντικείμενον, ὅτι ἑπομένως ἡ ῥητίνη φορολογεῖται κατὰ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὸν παραγωγόν, καὶ ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν ἐκαινοτόμησεν ἡ κωδικοποίησις τοῦ 1892. Ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, περιελήφθη εἰς τὸν νόμον ͵ΒΠʹ τοῦ 1892, εἶναι ἡ ἑπομένη (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῆς ῥητίνης καὶ τῆς κατράμης εἰσπράττεται ἔγγειος φόρος 12%, κλπ. Ὁ ἐπὶ τῆς ῥητίνης καὶ τῆς κατράμης ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα ἐπικαρπίας βεβαιοῦνται διὰ ζυγίσεως κλπ., ἀποδίδονται δὲ εἰς χρήματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη ἀγοραίας τιμῆς. Ὁ μέσος οὗτος ὅρος τιμῆς προσδιορίζεται κατ’ ἔτος διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐκδιδομένου ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ μηνὸς Μαρτίου, προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν». Αὕτη εἶναι ἡ προτελευταία νομοθετικὴ ῥύθμισις τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης. Μετὰ ἓν ἔτος ὅμως, κατὰ τὸ 1893, ἐγένετο ἕτερος νόμος περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων, καὶ παραδόξως, μεταξὺ τῶν διαφόρων διατάξεων αὐτοῦ περὶ ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, ἐν ἄρθρῳ 1 ἐκανονίσθησαν καὶ τὰ δικαιώματα τὰ πληρωνόμενα ἐπὶ τῶν δασικῶν προϊόντων, δηλαδὴ ἡ φορολογία. Σημειωτέον ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 δὲν περιλαμβάνεται ῥητῶς καὶ τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς ῥητίνης καὶ τῆς κατράμης τῶν παραγομένων ἐξ ἰδιωτικῶν δασῶν. Προφανῶς ἡ φορολογία τῆς ῥητίνης καὶ τῆς κατράμης καὶ ἐξ ἰδιωτικῶν δασῶν ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ͵ΒΡΞΒʹ νόμου— αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1893—νὰ διέπηται ἀπὸ τὸν ͵ΒΠʹ νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν διὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς φορολογίας ἡ ὡς πρὸς τὸν παραγωγὸν ἀξία τῆς ῥητίνης καὶ δὴ ἡ μέση ἀγοραία τιμὴ τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, προσδιορίζεται δὲ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κατὰ Μάρτιον. Ἐπηκολούθησε τὸ Διάταγμα τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ ͵ΒΡΞΒʹ νόμου τῆς 25ης Αὐγούστου 1893, τὸ ὁποῖον ἐν ἄρθρῳ 26—καὶ ἐδῶ λέγω ὅτι ὑπερέβη ἡ διοικητικὴ ἐξουσία τὰ ὅρια τὰ χαραχθέντα αὐτῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς— λέγει (ἀναγινώσκει)· «ὡς ἀγοραία τιμὴ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ͵ΒΡΞΒʹ νόμου δασικῶν προϊόντων λαμβάνεται ἡ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς καταναλώσεως μέση ἐτησία αὐτῶν τιμή». Δὲν θὰ λανθάνῃ, κύριε Ὑπουργέ, ὑμᾶς, ὅτι διὰ τῆς φράσεως «ἡ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς καταναλώσεως μέση ἐτησία τιμή» μετεβλήθη ἄρδην ἡ βάσις τῆς φορολογίας, εἰσήχθη δὲ διὰ Διατάγματος νέος φόρος· δὲν φορολογεῖται πλέον ἡ ῥητίνη κατὰ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὸν παραγωγόν, ἀλλὰ φορολογεῖται ἐπὶ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὸν καταναλωτήν, καὶ ἀπὸ ἀμέσου ἐγγείου φόρου μετεβλήθη τρόπον τινὰ εἰς ἕνα ἔμμεσον φόρον, τὸν ὁποῖον ὅμως δὲν πληρώνει ὁ καταναλωτής, ἀλλ’ ὁ παραγωγός. Ἐνταῦθα διαβλέπω μίαν ὑπερβασίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἄκυρον τὸ ἄρθρον 26 τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τοῦ ͵ΒΡΞΒʹ νόμου. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τοῦ ͵ΒΡΞΒʹ νόμου ἐξεδόθη κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τῆς ὑπηρεσίας σας τὸ τελευταῖον Διάταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν τιμὴν τῆς ῥητίνης Εἶναι ὅμως φανερόν, ὅτι τὸ τελευταῖον Διάταγμα, ἐφ’ ὅσον στηρίζεται εἰς ἕτερον Διάταγμα ἄκυρον, καθ’ ὃ παρανόμως ἐκδοθὲν ὡς εἰσάγον φορολογίαν ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κυρώσεως τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτὸ ἄκυρον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάκλησις τοῦ Διατάγματος τούτου, ὑπὲρ τῆς ἀνακλήσεως δ’ αὐτοῦ συνηγοροῦσι καὶ οὐσιαστικοὶ λόγοι σπουδαῖοι. Ἠκολούθησεν ἡ ὑπηρεσία, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τοῦ 1893, ἀκολουθήσασα δ’ αὐτὸ προδήλως δὲν ἐστηρίχθη ἐπὶ νομίμου βάσεως. Δὲν ἐστηρίχθη δ’ ἐπὶ νομίμου βάσεως ὡς πρὸς τὴν ἐξ ἰδιωτικῶν δασῶν ῥητίνην καὶ διὰ τὸν ἕτερον ἐπίσης σπουδαῖον λόγον, ὅτι δηλ. ὁ ͵ΒΡΞΒʹ νόμος δὲν ἐκανόνιζε τὸ δικαίωμα τῆς ῥητίνης καὶ τῆς κατράμης τῆς ἐξ ἰδιωτικῶν δασῶν, ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος ἐκανονίζετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ͵ΒΠʹ νόμου τοῦ 1892, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ φόρος τῆς ῥητίνης ἀποδίδεται εἰς χρῆμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη ἀγοραίας τιμῆς, προσδιορίζεται δὲ ἡ τιμὴ διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου κατὰ Μάρτιον. Κατ’ ἀκολουθίαν εἶναι παράνομον τὸ Διάταγμα τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου καὶ διότι ἐστηρίχθη εἰς Διάταγμα ἐκτελεστικὸν ἄλλου νόμου μὴ προνοοῦντος περὶ τῆς ἐξ ἰδιωτικῶν δασῶν ῥητίνης· ὅτι δὲ δὲν προὐνόησεν ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ ͵ΒΡΞΒʹ περὶ τῆς ῥητίνης ταύτης, τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι μετὰ τὸν ͵ΒΡΞΒʹ νόμον καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν αὐτοῦ Διάταγμα τοῦ 1893 ἐξεδόθη ἄλλος νόμος, ὁ νόμος ͵ΒΣΒʹ. Ὑποθέτω—δὲν γνωρίζω—ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ νόμου τούτου, τοῦ τελευταίου, ἐγένετο, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐνόμισεν ὅτι, ἐπειδὴ δὲν περιελαμβάνετο τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς ῥητίνης καὶ τῆς κατράμης εἰς τὸν ͵ΒΡΞΒʹ νόμον, αὗται δὲν ὑπέκειντο εἰς φορολογίαν, νομίσασα ἴσως ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων καὶ τῶν ζῴων νόμος ͵ΒΠʹ, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε δι’ εἰδικῆς διατάξεως τοῦ ͵ΒΣΒʹ νόμου νὰ καθορίσῃ, ὅτι ἡ ῥητίνη καὶ ἡ κατράμη ὑπάγονται εἰς φορολογίαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς τελευταίας, τὴν ὁποίαν εἶπον, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀναμφισβήτητος, ὅτι δηλ. τὸ Διάταγμα τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ ͵ΒΡΞΒʹ νόμου μετέβαλεν οὐσιωδῶς στοιχεῖον τῆς φορολογίας τῆς ῥητίνης ἐν γένει καὶ εἰσήγαγεν ἑπομένως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐντολῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τροποποίησιν ἐπηρεάζουσαν τὸν φόρον, εἰσήγαγε κατ’ οὐσίαν νέον φόρον ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ φόρος διὰ Διατάγματος, ἐν πάσῃ περιπτώσει, λέγω, τὸ τελευταῖον Διάταγμα, περὶ οὗ σᾶς ἐπηρώτησα, εἶναι ἄκυρον. Δὲν θὰ ἔφερον τὸν λόγον, Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον νὰ ἀνακληθῇ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐκδώσητε νέον Διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ τὴν τιμὴν τῆς ῥητίνης καθ’ ὃν τρόπον καὶ καθ’ ὃ μέτρον κανονίζει αὐτὴν τὸ Διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου. Τοῦτο κατ’ οὐσίαν θὰ ἦτο ματαιοπονία, χωρὶς νὰ παραβλέπω ὅτι εἶναι σοβαρὸν τὸ ζήτημα, ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὑπερπηδᾷ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἐχάραξεν αὐτῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν οὐσιαστικώτεροι λόγοι, δι’ οὓς ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα. Παρετήρησα, ὅτι αἱ δασικαὶ ἀρχαὶ ἐφαρμόζουσαι τὸ ἄρθρον 26 τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τοῦ ͵ΒΣΞΒʹ νόμου κατὰ τὸν τελευταῖον διακανονισμὸν τῆς τιμῆς ἀπέβλεψαν εἰς τὴν τιμὴν τῆς καταναλώσεως τῆς ῥητίνης, προσδιώρισαν δ’ αὐτὴν βαρύτατα, πολὺ ὑψηλά, καὶ ἀντὶ νὰ φορολογῆται μόνον ἡ ἀξία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ῥητίνη διὰ τὸν παραγωγόν, φορολογεῖται ὁ παραγωγὸς καὶ διὰ τὴν πρόσθετον ἀξίαν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται διὰ τῆς μεταφορᾶς καὶ διὰ τῶν κερδῶν τοῦ μεγαλεμπόρου ἢ λιανεμπόρου. Εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσω πρὸς ὑμᾶς ἀναφορὰν συμπολιτῶν μου ἐκ Σολυγείας συνοδεύσας μάλιστα αὐτὴν μεθ’ ἑνὸς στατιστικοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατήρτισα ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων συμβολαίων, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῆς ῥητίνης ἐν Σολυγείᾳ ἀπὸ ἔτους τοῦ 1908 μέχρι τοῦ 1910 ἀνέρχεται εἰς 24 δραχ. κατὰ 100 ὀκάδας, ἐνῷ κατὰ τὸ Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν ἡ ῥητίνη ὑπολογίζεται εἰς 35–37 δραχ., ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ῥητινοπαραγωγοί, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι πτωχότατοι ἄνθρωποι· πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ μόνον εἰσόδημα, ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ κύριον εἰσόδημα τῶν κατοίκων τῆς Σολυγείας καὶ τῆς Περαχώρας, ἐχόντων ἰδιόκτητα δάση, εἶναι τὸ ἐκ τῆς ῥητίνης. Ἐὰν ἔχητέ τινα ἀμφιβολίαν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ συμπολίτην μου νὰ διαβεβαιώσῃ ὑμᾶς, ὅτι ἡ ῥητίνη, ἐὰν δὲν εἶναι τὸ μόνον, εἶναι ὅμως τὸ κατ’ ἐξοχὴν καὶ τὸ κύριον αὐτῶν προϊόν, κερδιζόμενον δι’ ἐπιπόνου καὶ πικρᾶς ἐργασίας. Τὸ εἰσόδημα δ’ αὐτό, ὅπως προκύπτει ἐξ αὐτῶν τῶν συμβολαίων, ἅτινα παρέδωκα εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν σας, μόλις φθάνει τὰς 400–500–600 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενομένης διατιμήσεως τὸ εἰσόδημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι κατ’ ἔτος τόσον γλίσχρον, τὸ φορολογεῖτε οὐχὶ κατὰ τὸν φορολογικὸν ὅρον τὸν νόμιμον, πρὸς 12%, ὅστις καὶ αὐτὸς εἶναι βαρύς, ὥστε νὰ ἐνδεικνύηται ἡ νομοθετικὴ ἐλάττωσίς του, ἀλλὰ πρὸς 25%. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἀποβλέποντες εἰς τὸ οὐσιαστικὸν δίκαιον τῶν ῥητινοσυλλεκτῶν, λαμβάνοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα εἶναι παράνομον, ἐρωτῶν ἴσως καὶ τὴν ὑπηρεσίαν σας, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τοῦ παρανόμου τοῦ Διατάγματος, ὅπως μετὰ μελέτην ἐγὼ ὑποστηρίζω, θέλετε σπεύσει νὰ ἀκυρώσητε τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1893 καὶ νὰ ἀνακαλέσητε τὸ διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου· νὰ ζητήσητε δὲ πληροφορίας καὶ νὰ συστήσητε εἰς τὰς ἁρμοδίας ὑμῶν ἀρχὰς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν διὰ τὸν νέον προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς οὐχὶ ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ δασάρχης ἢ ὁ ἔφορος καθήμενοι ἐντὸς τοῦ γραφείου των μανθάνουσιν ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τῆς πρωτευούσης, ἀλλὰ τὰ στοιχεῖα τὰ προκύπτοντα ἐκ τῶν συμβολαίων προπωλήσεως τῶν καταρτιζομένων ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς, οὕτω δὲ νὰ προσδιορίσητε τὴν μέσην ἀγοραίαν τιμήν, καὶ τότε θὰ ἴδητε, ὅτι ὑπολείπεται ἡ ἀληθινὴ τιμὴ εἰς τὸ ἥμισυ ἐκείνης, ἥτις περιλαμβάνεται εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου. Νομίζω ὅτι ἡ σύστασίς μου εἶναι καὶ δικαία καὶ νόμιμος, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θέλετε ἱκανοποιήσει τοὺς συμπολίτας μου.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ αἰτήσει τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἀρ. Σακελλαρίου, Γερ. Νοταρᾶ, Σπ. Παπαχατζῆ, Ε. Κυταριόλου, Γ. Στρατούλη, Μ. Νεγροπόντη, Θρ. Πετιμεζᾶ, Ι. Λυμπεροπούλου, Α. Παπαναστασίου, Θ. Παπαϊωάννου καὶ Α. Ἀναστασιάδου ἡ συζήτησις γενικεύεται. Ὁ κ. Α. Σακελλαρίου ἔχει τὸν λόγον.
§39ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Νομίζων ἐξαντληθέν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα ὑπὸ τὴν νομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, θέλω ἀρκεσθῆ νὰ προσθέσω μερικὰ πραγματικὰ γεγονότα, διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζω ὅτι θέλει πεισθῆ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὸ Διάταγμα αὐτό, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐποιήσατο λόγον· διότι οὐ μόνον ἓν τμῆμα τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐνδιαφέρεται περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα τμήματα τῆς Ἑλλάδος, ἰδιαίτατα δὲ ὁ νομὸς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύηται καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐκ νομικῶν λόγων τὸ Διάταγμα τῆς 17 Δεκεμβρίου 1910 δέον νὰ ἀνακληθῇ, ἀλλὰ τοῦτο περιέχει ἐν τῷ προσηρτημένῳ πίνακι καὶ τοιούτους ἀριθμοὺς διατιμήσεως τῶν δασικῶν προϊόντων, ἰδιαίτατα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ῥητίνην, καὶ διαφορὰς κατ’ ἐπαρχίας, ὥστε ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ ἀνακληθῇ. Θὰ παρακαλέσω νὰ παρακολουθήσητε ποίαν κλίμακα ἀκολουθεῖ μόνον ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Εἰς τὴν Ἀττικὴν ὁρίζει τὴν τιμὴν τῆς ῥητίνης 36 λεπτά, εἰς τὰς Θήβας ὁρίζει αὐτὴν εἰς 42 λεπτά, εἰς τὴν Λεβάδειαν ὁρίζει 37 λεπτά, εἰς τὴν Μεγαρίδα 36 λεπτά, εἰς τὴν Αἴγιναν 40 λεπτά. Πλὴν τοῦ ὅτι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ εἶναι ὑπερβολικόν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος καὶ Θηβῶν, νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δέον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων Ἐλευσῖνος, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, καὶ πολὺ δικαίως, ὅτι τοὐλάχιστον ὤφειλε νὰ εἶναι ὅμοιος ὁ πίναξ διὰ τὰς δύο αὐτὰς ἐπαρχίας, ἢ μᾶλλον δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὅπως τοῦτο εἶχε συμβῆ καὶ διὰ τὸ ἔτος 1909, ἅτε εἶχεν ὁρισθῆ ἡ αὐτὴ τιμὴ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ κατὰ τὸ 1910, ὅτε πάλιν εἶχεν ὁρισθῆ ἡ αὐτὴ τιμή, ἀφοῦ ἡ δικαία κατ’ ἐπαρχίας διάκρισις δὲν ὑπῆρξε δυνατή. Ἰδιαίτατα διὰ τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν καὶ Μεγαρίδος, ἔδει νὰ ἐξομοιωθῇ ἡ τιμή, διότι ἡ παραγομένη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Θηβῶν ῥητίνη εἰσάγεται πᾶσα σχεδὸν εἰς τὸν δῆμον Ἐλευσῖνος, θέλουσι δὲ συμβῆ περίεργα πράγματα, ὅτε αὕτη θὰ εἰσάγεται εἰς τὴν Ἐλευσῖνα ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου, καθόσον δι’ ἐνοικιάσεως εἰσπράττεται ὁ φόρος αὐτὸς ἐπὶ τῆς ῥητίνης, θὰ θέλῃ δὲ νὰ χαρακτηρίσῃ ὁ ἐνοικιαστὴς πᾶσαν αὐτὴν τὴν εἰσαγομένην εἰς Ἐλευσῖνα ῥητίνην ὡς προερχομένην ἐκ τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν κερδίζων οὕτως ἕξ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἐν ᾧ λοιπὸν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Θηβῶν παράγονται μόνον 200.000 περίπου ὀκάδες, θὰ ζητῶσιν οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ φορολογηθῇ μὲ τὴν τιμὴν τῶν 42 λεπτῶν, μὲ τὴν ὁποίαν φορολογοῦνται 2.500,000 περίπου ὀκάδων ῥητίνης τῆς Μεγαρίδος, ἡ ὁποία κατὰ τὸ πλεῖστον εἰσάγεται ἐν Ἐλευσῖνι, εἰς τὰ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐκεῖ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου, ὅπως φροντίσῃ καὶ ἀνακληθῇ τὸ Διάταγμα αὐτό, καθορισθῇ δὲ μία τιμή, βεβαίως κατωτέρα τῆς ὁριζομένης ἐν τῷ Διατάγματι.
§40ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ μακρηγορήσω, κ. Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἂν ἐγκύρως ἢ οὐ ἐξεδόθη κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον τὸ τῆς διατιμήσεως τῆς ῥητίνης Διάταγμα, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξω ἐπανειλημμένως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, οὐδ’ αὐτὸ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα τοῦ νόμου τῆς 25 Αὐγούστου 1893 δύναται, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ ἔχῃ κῦρος. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1893, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1892, λαμβάνεται ὡς βάσις τῆς φορολογίας τῆς ῥητίνης ὁ μέσος ὅρος τῆς κατὰ τὰ 3 προηγούμενα ἔτη ἀγοραίας τιμῆς, τὸ ἐκτελεστικὸν ὅμως Διάταγμα ὁρίζει ὡς ἀγοραίαν τιμὴν τὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς καταναλώσεως μέσην ἐτησίαν τιμήν. Ἐντεῦθεν λοιπὸν συνάγεται, ὅτι διὰ τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος ἐπιβάλλεται νέος ἔμμεσος φόρος, ἀντὶ τοῦ ἀμέσου ἐγγείου φόρου, ὃν ἐπιβάλλει ὁ νόμος τοῦ 1893, καὶ ἑπομένως εἶναι ἄκυρον τὸ ἐν λόγῳ Διάταγμα, ἀφοῦ κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Φρονῶ δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἔχει ἤδη μορφώσει πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποστηριζομένων. Καθῆκόν μου ὅμως ὑπολαμβάνω νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὀλίγας τινὰς λέξεις, διὰ νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς κρατούσης ἐν τῷ δήμῳ Σολυγείας τιμῆς τῆς ῥητίνης. Ἔσχον, Κύριοι, ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῶ πλέον ἢ ἅπαξ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ παρευρεθῶ μάλιστα ἐφέτος κατὰ τὸν χρόνον τῆς προπωλήσεως τῆς ῥητίνης, ἀναγνωρίζω δέ, ὅτι οὐδέποτε ἡ τιμὴ τῆς ῥητίνης ὑπερέβη τὰ 18, 20 ἢ καὶ 22 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτοῖς ἀκόμη τοῖς τόποις τῆς καταναλώσεως, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, διότι κατάγομαι ἐκ δήμου κατ’ ἐξοχὴν οἰνοφόρου, τοῦ δήμου τῆς Νεμέας, ὅπου εἰσάγεται καὶ καταναλίσκεται μέγα μέρος τῆς ῥητίνης ἐκ τῶν δήμων Σολυγείας καὶ Περαχώρας, οὐδέποτε, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἕνεκα ὑπερπαραγωγῆς τοῦ οἴνου, οὐδέποτε ἐπωλήθη ἡ ῥητίνη εἰς τιμὴν μείζονα τῶν 28 λεπτῶν. Κατόπιν λοιπὸν τούτων νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ὁ τόσον προθυμοποιηθείς, κατόπιν τῆς παρακλήσεώς μου, νὰ διαβιβάσῃ ἀμέσως τὴν αἴτησιν τῶν συμπολιτῶν μου ἐκλογέων εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν Κορίνθου μετὰ τῆς διαταγῆς, ἵνα γνωρίσῃ ἀμέσως τῷ Ὑπουργείῳ τὴν κατὰ τὰ 3 τελευταῖα ἔτη τιμὴν τῆς ῥητίνης ἐν Σολυγείᾳ, θέλει προβῆ εἰς ἀνάκλησιν τοῦ ἐν λόγῳ Διατάγματος, ἤ, ἐὰν τοῦτο, ἕνεκα λόγου οἱουδήποτε, νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ὑποβάλῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως κανονισθῇ ἡ φορολογία τῆς ῥητίνης ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν παραγωγῶν, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῆς κρατούσης εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως.
§41ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Ὑπουργέ, ἐπεθύμουν νὰ συνενώσω τὰς ἐμὰς παρακλήσεις πρὸς τὰς παρακλήσεις τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων μου, ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Διατάγματος τούτου, τὸ ὁποῖον, ὡς ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος, καὶ παράνομον εἶναι καὶ ἄδικον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατίμησιν τῆς ῥητίνης, διότι ἐν τῷ καθορισμῷ τῆς διατιμήσεως ταύτης δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ πραγματικὴ τιμὴ τῆς ῥητίνης ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς αὐτῆς. Νομίζω δέ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι καὶ αἱ συστάσεις αἱ ἰδικαί μου ὡς καὶ αἱ συστάσεις τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων μου, θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος παρ’ ὑμῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ καταλήξητε εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξαν καὶ οἱ προαγορεύσαντες, τὴν γνώμην τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ; Οὐδείς. Ὁ κ. Πατσουράκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου Πελοποννήσου, καὶ περὶ τῆς ἐπιβληθείσης προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τοῦ δήμου Μέσης Οἰτύλου.
§43ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω μίαν δήλωσιν σχετικὴν πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου τὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως δι’ ὅ,τι εἴπω, ἢ δι’ ὅ,τι θὰ ἐπερωτήσω. Ἔδωκα, κύριοι Βουλευταί, τὴν ὑπόσχεσιν καὶ ἔλαβον τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ νομοῦ Λακωνίας, ὅτι θὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ φανῇ συνεπὴς εἰς τὰς πρὸς τὸν λαὸν ἐπαγγελίας της. Συνεπὴς λοιπὸν πρὸς τὴν ὑπόσχεσίν μου ἐκείνην δηλῶ ὅτι, ὅ,τι εἶπον καὶ ὅ,τι θὰ εἴπω, καίπερ ἐκλεγεὶς ὑπὸ ἀντίθετον τῆς Κυβερνήσεως σημεῖον, θὰ προέρχηται ἀπὸ κάθε ἄλλο παρὰ ἀπὸ ἀντιπολιτευτικὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πνεῦμα. Καὶ δὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἐπερώτησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀπό τινος χρόνου ἐν τῷ νομῷ Λακωνίας ἔχει γεννηθῆ ζήτημα σιδηροδρομικόν, ζήτημα δηλαδὴ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου τῆς Πελοποννήσου ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Γύθειον διὰ Σπάρτης, ὡς ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου διὰ τὴν χώραν ἐκείνην, ἡ ὁποία, Κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι εἶναι ἐγκαταλελειμμένη εἰς τὴν τύχην της, πρὸς τὴν ὁποίαν, Κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ Πολιτεία πάντοτε μέχρι σήμερον προσηνέχθη ὡς μητρυιά, ὡς μὴ ὤφελεν. Ἐπεθύμουν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ὑπάρχει, ἢ ἂν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα, καί, ἂν μὲν ὑπάρχῃ, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται, ἐὰν τοὐναντίον δὲν ὑπάρχῃ, πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα σιδηροδρομικόν, διὰ νὰ ἀναγγείλωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὸ μέλλον νὰ διαβουκολῶνται, δὲν πρέπει νὰ ἐμπαίζωνται. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐπερώτησίν μου, τὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καίπερ ἀπόντα, τοῦτο μόνον αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω. Εἶναι γνωστόν, ὅτι πρό τινος ἐπεβλήθη φορολογία πρόσθετος 4% ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων καὶ ἐν Μάνῃ, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δηλονότι Γυθείου καὶ Οἰτύλου. Ὁ ψηφισθεὶς ἐκεῖνος νόμος βεβαίως ἀφορᾷ καὶ πολλοὺς ἄλλους δήμους τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, σὺν τοῖς ἄλλοις, εἰδικῶς ἐνδιαφέρει, εἶναι ὁ ἀπορώτερος ὅλων τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ὁ δῆμος τῆς Μέσης Οἰτύλου, ὁ δῆμος τουτέστιν, ὁ ὁποῖος εἶναι τόσον ἄπορος, ὥστε, ὅπως προχθὲς πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἔλεγον, εἰδικῶς πρὸς τοῦτο ἐπισκεφθεὶς αὐτόν, ἐὰν τις ἐξ ὑμῶν μετέβαινεν ἐπὶ τόπου καὶ τῷ ἐπιδεικνύοντο τὰ ὅρια τοῦ δήμου ἐκείνου ἀπὸ τῆς τελευταίας ἀκρωρείας τοῦ Ταϋγέτου μέχρι τοῦ Ταινάρου, καὶ τῷ ἐπροτείνετο νὰ τὸν ἀγοράσῃ μετὰ τῶν κατοικούντων ἀντὶ 40,000 δραχμῶν, ἀσφαλῶς θ’ ἀπέστρεφε τὸ πρόσωπον. Ἐπεθύμουν λοιπόν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἡ Κυβέρνησις, τί σκέπτονται σχετικῶς μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι, ἐὰν ἐπιζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ διὰ τῆς βίας, καὶ ἐν Μάνῃ γενικῶς, ὅπου ἰσχύει καὶ ἄλλη προνομιακὴ δημοτικὴ νομοθεσία, δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ κάμῃ, παρά, ἐπιζητοῦσα ἀδύνατα, νὰ τοὺς ῥίψῃ ὅλους εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ τοῦτο, σημειωθήτω καλῶς, δὲν εἶναι οὔτε ἡ ὀρθή, οὔτε ἡ σώφρων, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ δικαία ὁδός.
§44ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως καὶ εἰς τὴν πρώτην. Θὰ ἐδικαιούμην ἴσως νὰ παρατηρήσω, ὅτι βεβαίως δικαίωμα ἑκάστου Βουλευτοῦ εἶναι νὰ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν ἐν οἱᾳδήποτε ὥρᾳ. Ἐφ’ ὅσον τηρεῖ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐφ’ ὅσον μάλιστα πρόκειται ὁ ἐπερωτῶν Βουλευτὴς νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ πρᾶγμα δὲν παρουσιάζει τι τὸ κακόν· ὅταν ὅμως ὁ ἐπερωτῶν Βουλευτὴς ἀξιοῖ, καὶ δὲν τὸν ἀδικῶ ὅτι ἀξιοῖ, ἀπάντησιν αὐτοστιγμεὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, δικαιοῦται καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔπρεπεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεως, διὰ νὰ δύναται νὰ ἔχῃ πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν. Ἐν τούτοις δύναμαι νὰ δώσω ὁπωσδήποτε ἐπαρκῆ ἀπάντησιν εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον. Τὸ ζήτημα τὸ σιδηροδρομικὸν βεβαίως ἀπασχολεῖ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν εἶναι ζήτημα ἐνδιαφέρον μόνον τὴν συγκοινωνίαν τῆς Σπάρτης, τῆς ἀληθῶς ἀδικουμένης ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, ὡς ὁμολογεῖται παρὰ πάντων, εἶναι ὅμως ἀδύνατον τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ λάβω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὁριστικὴν ἀπάντησιν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ δεύτερον, εὔλογοι εἶναι αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, καθὼς εὔλογοι εἶναι καὶ αἱ διαμαρτυρίαι πάντων, Βουλευτῶν καὶ μή, ὅσοι μετὰ πολλῆς δυσφορίας εἶδον τοὺς νομάρχας ἐφαρμόζοντας τὸν νόμον περὶ ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀτυχῶς ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τοὺς νομάρχας, ἡ δὲ αἰτία εἶναι γνωστή. Οἱ δῆμοι, μὴ ἐπαρκοῦντες εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶχον περιέλθει εἰς κατάστασιν οἰκονομικὴν κακήν, κατάστασιν, ὅμως, ἥτις εἶχε πολλὴν ἐπίδρασιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου καθυστεροῦντο αἱ δαπάναι τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐθεωρήθη λοιπόν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ παρέχῃ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς νομάρχας νὰ ἐπιβάλλωσιν αὐτοὶ τὸν φόρον τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, ἐν περιπτώσει ἀνεπαρκείας τῶν δήμων, ἥτις ἐμφαίνεται εἰς τοὺς προϋπολογισμούς. Τὸ δικαίωμα τοῦτο μεταχειριζόμενος καὶ ὁ νομάρχης Λακωνίας, ἐπέβαλε τὸν φόρον τοῦτον εἰς τὸν δῆμον Μέσης, καθὼς καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους δήμους. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν συνόλῳ, οὐδέποτε ἐθεωρήσαμεν, ὅτι εἶναι ἄδικοι αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ κόσμου ἐκείνου, τοῦ διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἐπιβολὴν φόρου πράγματι ἐπαχθοῦς, ὑπὸ περιστάσεις δὲ οἰκονομικὰς οὐχὶ εὐαρέστους.
§45ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰδικῶς διὰ τὸν δῆμον αὐτόν.
§46ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Γενικῶς, ἀξιότιμε συνάδελφε· διότι ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι δὲν διαμαρτύρεσθε μόνον ὑμεῖς, ὅτι πάντες παριστάνουσιν, ὅτι κυρίως ἡ κατάστασις τοῦ δήμου, ὑπὲρ οὗ διαμαρτύρονται, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐπιβολὴν φόρου.
§47ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πῶς εἰς αὐτὸν τὸν δῆμον ἐπεβλήθη τὸ 4%;
§48ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ δώσω καθ’ ὅλα ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας, διότι δὲν δύναμαι τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ γνωρίζω, ἂν ἐδημοσιεύθη Διάταγμα ἐπιβολῆς τοιούτου φόρου εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ του καὶ πόσον εἶναι χρεωμένος ὁ δῆμος. Ἐὰν ἤθελεν ἔχει τὴν ὑπομονὴν ὁ κ. συνάδελφος, νὰ μὴ ἀξιώσῃ αὐτοστιγμεὶ τὴν ἀπάντησίν μου, ἤθελον φέρει ἐδῶ καὶ τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐδηλοῦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δήμου, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ νομάρχης ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ ὅμως τὸ πρᾶγμα, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὄχι μετ’ εὐμενείας ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου, ἀλλ’ εὐμενείας προερχομένης ἐκ τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, προσβλέπει πρὸς τὰς διαμαρτυρίας, αἵτινες ὑποβάλλονται πρὸς αὐτόν. Δύναμαι δὲ νὰ προσθέσω ὅτι, μολονότι ἀνελάμβανον μεγίστην εὐθύνην μὴ ἐγκρίνων ἐξ ὁλοκλήρου τὰς ἀποφάσεις τῶν νομαρχῶν, οὐδέποτε παρέλειψα νὰ ἐξετάσω μὴ τυχὸν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑνὸς δήμου δὲν ἐπεδέχετο τὴν τοιαύτην ἐπιβολήν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρέθη πρόθυμον ἢ νὰ μειώσῃ τὸν φόρον, τὸν προτεινόμενον ὑπὸ τῶν νομαρχῶν ἢ νὰ ἐξαιρέσῃ τῆς τοιαύτης φορολογίας τὰ εἴδη τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, ὁσάκις ἐπείσθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι οὕτως ὤφειλε νὰ πράξῃ. Ὥστε διὰ τὸν δῆμόν σας ἐπιφυλάττομαι νὰ δώσω πλειοτέρας πληροφορίας εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἰτήσει τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Φλέσσα, Ε. Κουλουμβάκη, Γ. Κορομηλᾶ, Ε. Μπαρδοπούλου, Ι. Ζησιμοπούλου, Ἀν. Ἀναργύρου, Λ. Παπαφώτη, Ἰ. Μπουρνιᾶ, Γ. Κοσόνα καὶ Μ. Σφακιανάκη πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον γενικεύεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου Πελοποννήσου. Τὸν λόγον ἔχει πρῶτος ὁ κ. Γεώργιος Κορομηλᾶς.
§50Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ καμμίαν πληροφορίαν, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν συζήτησιν, καὶ παραιτοῦμαι.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φικιώρης.
§52Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν, κύριε Πρόεδρε, τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ δώσῃ πληροφορίας περί τε τοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος Σπάρτης καὶ περὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐν τῷ δήμῳ Μέσης....
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ φόρου δὲν ὑπάρχει γενίκευσις. Ἐπὶ τοῦ δικτύου τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου εἶναι ἡ γενίκευσις. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε· καὶ τοῦτο διὰ τὴν τάξιν.
§54Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ τοῦτο μόνον ἤθελον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως σὺν τῇ ἐξετάσει τοῦ ζητήματος ὡς πρὸς τὸν δῆμον Μέσης ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τὸν δῆμον Καρδαμύλης.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάλιν εἶσθε ἐν ἀταξίᾳ, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν. Δι’ αὐτὸ ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§56Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπαναλάβω ὅσα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον· ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι κατηρτισμένος νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν, δηλῶ καὶ ἐγὼ ὅτι παραιτοῦμαι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§58Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεφυλάχθη, νομίζω ὅτι παρέλκει ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ζήτημα διὰ τὴν Λακωνίαν, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§60ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τῶν ὁποίων θὰ εἴχομεν ἀνάγκην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς καὶ ἀναμφιβόλως εἶναι ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου διὰ τὸν νομόν Λακωνίας, δὲν εἶναι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θὰ ἀνεμένομεν, Κύριοι, ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θὰ παρεῖχεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἦσαν πληροφορίαι ἀναγκαῖαι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τώρα μόλις πρόκειται νὰ μελετηθῇ, περὶ ζητήματος σιδηροδρομικοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου τώρα μόλις πρόκειται νὰ καταρτισθῶσι μελέται τεχνικαὶ καὶ προϋπολογισμοὶ τεχνικῶν ἔργων. Αἱ πληροφορίαι, αἵτινες χρησιμεύουσι σήμερον εἰς ἡμᾶς, εἶναι πληροφορίαι ἀφορῶσαι τὸ δυνατὸν τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου ἐκείνου, τὸ δὲ δυνατὸν τῆς κατασκευῆς ἐξαρτᾶται ἐξ ἄλλου ζητήματος σπουδαιοτέρου, οἰκονομικῆς φύσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ τοῦ παρισταμένου ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς μᾶς δώσῃ πληροφορίας, ἐὰν καὶ καθ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§62ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ προηγηθῶ, ἵνα εἴπω δύο λέξεις πρὸς διαφώτισιν τοῦ ζητήματος.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν παραχωρῶσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤμην εὐτυχὴς νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον.
§64Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως· νὰ προηγηθῇ ὁ κ. Δραγούμης.
§65ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ δώσω διὰ δύο λέξεων πληροφορίας, δι’ ὧν ἐλπίζω νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, διότι περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Σπάρτης ὑπάρχει ἤδη εἰλημμένη πρόνοια, περὶ ἧς βεβαίως, ἂν ἦτο παρὼν ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελε πληροφορήσει τὴν Βουλήν· ὑπάρχει εἰλημμένη πρόνοια εἰδικὴ ἐν συμβάσει, μὴ ἀναφερούσῃ μὲν εἰδικῶς τὸν σιδηρόδρομον Σπάρτης, ἀλλ’ ἐν γνώσει τοῦ ὅτι καὶ εἰς τοῦτον ἀναφέρεται, τῇ συμβάσει τῇ διὰ νόμου κεκυρωμένῃ τοῦ δανείου τῶν 150,000,000, ὧν τὰ 40,000,000 κατεβλήθησαν ἤδη. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ συμβάσει νὰ γίνῃ μνεία εἰδική, ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει καὶ τῷ νόμῳ ἀπεχωρίσθη ὅλον ἐκεῖνο τὸ ποσόν, ὅπερ θέλει χρησιμεύσει εἰς τὰ δημόσια ἐκεῖνα ἔργα, ὧν ἡ κατασκευὴ ἀνεκοινώθη εἰς ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνηλλάχθη ἡ Κυβέρνησις. Τὸ δάνειον εἶναι ἤδη συνωμολογημένον· προκατεβλήθησαν 40,000,000, τὰ δὲ ὑπόλοιπα, ἂν τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος ἐξακολουθήσωσιν εὐοδούμενα καὶ ἐπαναφερόμενα ὁριστικῶς εἰς ἣν τάξιν εὐτυχῶς βλέπομεν αὐτὰ βαίνοντα ταύτην τὴν ὥραν, θέλουσι βεβαίως, ἀσκουμένης τῆς ἐπιλογῆς ἐντὸς τοῦ 1911, καὶ ἐκεῖνα καταβληθῆ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρὸς ἄλλοις ἔργοις, οἷα τὰ θεσσαλικά, θὰ εἶναι ἠσφαλισμένον καὶ τὸ ὅτι ἡ Λακωνία θέλει ἔχει τὸν σιδηρόδρομον αὑτῆς, ὡς ἐγένετο καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Πελοπόννησον.
§66Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἠσφαλισμένον διόλου.
§67ΠΑΝΑΓ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ νομῷ, τῆς Λακωνίας, ζήτημα τόσον σπουδαῖον καὶ ζωτικὸν διὰ τὸν ἡμέτερον νομόν, ἀτυχῶς μὲ εὑρίσκει ἀπαράσκευον. Καθ’ ὅσον ὅμως δύναμαι νὰ γνωρίζω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος εἶπεν, εἶχε ψηφισθῆ σύμβασις κυρωθεῖσα διὰ νόμου. Κατὰ τὴν σύμβασιν δ’ ἐκείνην ἡ γραμμὴ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Σπάρτης χαρακτηρίζεται προέκτασις τῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης μετὰ ἢ ἄνευ Γυθείου, ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, καὶ ἐχαρακτηρίσθη οὕτως ἡ προέκτασις τῆς γραμμῆς ἐκείνης, διότι πιθανὸν νὰ μὴ ὑπῆρχον τὰ μέσα, ὅπως τότε ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ἐξηγήσεις, ἐπαρκῆ, ὅπως ἡ γραμμὴ κατασκευασθῇ καὶ μέχρι Γυθείου. Κύριοι Βουλευταί, τὴν γραμμὴν ταύτην ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει τὴν ἀνόρθωσιν οὐ μόνον τῶν κακῶς κειμένων, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου, καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐπαρχιῶν, πρέπει νὰ θεωρήσῃ ἑνιαίαν, πρέπει δηλαδὴ ἡ προέκτασις τῆς γραμμῆς νὰ ἔχῃ ὡς τέρμα τὸ Γύθειον, διότι τοῦτο ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν εἶναι συμφερώτερον. Ἐάν, Κύριοι, ἡ γραμμὴ αὕτη προεκταθῇ καὶ σταματήσῃ μέχρι τῆς Σπάρτης, τότε θὰ διέλθῃ δι’ ὅλων τῶν βορείων δήμων τῆς Λακεδαίμονος, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυστυχῶς φύσει ἄγονοι, προεκτεινομένη ὅμως καὶ πέρα τῆς Σπάρτης, ἤτοι διερχομένη διὰ τῶν νοτίων δήμων τῆς Λακεδαίμονος, Φάριδος, Φελίας, Κροκεῶν, κατά τινα δὲ μελέτην, διὰ τοῦ δήμου Τρινάσου, καὶ συγκοινωνοῦσα τοιουτοτρόπως ὅλους τοὺς νοτίους δήμους τῆς Λακεδαίμονος καὶ καταλήγουσα εἰς τὸ Γύθειον, τὸ φυσικὸν τέρμα τῆς γραμμῆς ταύτης, θέλει διέλθει δι’ εὐπόρων δήμων, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς θέλουσι δώσει οἰκονομίαν ἐπαρκῆ εἰς τὴν ἐπικερδῆ ἐκμετάλλευσιν καὶ ἑπομένως ἡ δαπάνη θέλει εἶσθαι μικροτέρα, καὶ τὸ Κράτος θ’ ἀνακουφισθῇ σπουδαίως. Ὡς δύναμαι νὰ γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει ἑταιρεία, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπέβαλε καὶ προτάσεις — δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει γνῶσιν τούτων—, Γερμανικὴ ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς ἐκείνης μέχρι τοῦ Γυθείου. Τὰς προτάσεις ταύτας, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχωσι, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μελετήσῃ καὶ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν ἡμῶν. Πλὴν ὅμως τούτου, κύριοι Βουλευταί, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὑπάρχει μελέτη, διότι, ὡς μοὶ φαίνεται, ὑπάρχει παλαιά τις μελέτη τῆς ἐπεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως–Σπάρτης μέχρι Γυθείου τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς.
§68Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπάρχει μελέτη μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων λεγομένη Ὀλυμπίων–Καρυταίνης–Μεγαλοπόλεως–Λεονταρίου–Σπάρτης.
§69Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μὲ εὗρεν ἀνέτοιμον τὸ ζήτημα, ὁμολογῶ. Ἀλλά, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη μελέτη παλαιὰ μέχρι Γυθείου, αὕτη βεβαίως μετερρυθμίσθη διὰ τῆς νεωτέρας μελέτης τῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην νέας τοιαύτης ἀπὸ Σπάρτης εἰς Γύθειον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐκπληρῶν τὴν ἐνέργειαν, ἣν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις ἔκαμον, καταρτίσασαι μελέτην τῆς γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Σπάρτης, διατάξῃ τὴν προέκτασιν τῆς μελέτης ταύτης καὶ ἀπὸ Σπάρτης μέχρι Γυθείου, ἵνα, ἄν ποτε δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ καὶ πραγματοποιήσῃ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου μέχρι τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ τέρματος, τοῦ Γυθείου, μὴ εὕρῃ δυσκολίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τούτου, ἕνεκα τῆς ἀνυπαρξίας τῆς σχετικῆς μελέτης τῆς γραμμῆς ταύτης.
§70ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ τοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος Σπάρτης, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ σπουδαιότατα συμφέροντα τῆς Λακεδαίμονος, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως, διὰ νὰ κατατεθῶσι πάντα τὰ στοιχεῖα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐν γνώσει ἡ Βουλή. Τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου Σπάρτης συνδέεται μὲ πολλὰ ζητήματα γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος· συνδέεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς βιομηχανίας τῶν ξένων, διότι ἡ Λακεδαίμων περικλείει πλοῦτον ἀρχαιολογικὸν καὶ κλασσικῆς καὶ βυζαντινῆς ἐποχῆς· συνδέεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων τῆς ἐπαρχίας, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἡ Λακεδαίμων ἔχει πλουσίαν παραγωγήν· συνδέεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς μεταναστεύσεως, ἥτις κατὰ μέγα μέρος ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν συγκοινωνίας. Ἡ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία θὰ ἦτο σπουδαία ἀφορμὴ παλιννοστήσεως τῶν ξενιτευμένων Λακεδαιμονίων, θὰ εἰσέρρεε δὲ ἄφθονος πλοῦτος εἰς τὸν τόπον καὶ δι’ αὐτῶν καὶ διὰ τῆς συρροῆς τῶν ξένων, οἵτινες μὲ τὴν ὑπάρχουσαν ἀθλίαν συγκοινωνίαν ἀδυνατοῦσι νὰ μεταβῶσιν εἰς Σπάρτην. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θὰ ἐπεθύμουν, ὡς εἶπον, νὰ ὡρίζετο εἰδικὴ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, καὶ διὰ νὰ εἶναι καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὸ ζήτημα παρεσκευασμένοι καὶ διὰ νὰ προσαχθῶσιν ὅλα τὰ σχετικά.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀντιπροσωπείας, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦσιν ἐνταῦθα οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταί, οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον, εἰδοποιῶ, ὅτι ἡ γενίκευσις ἔχει τοῦτον τὸν σκοπόν, ἵνα μετάσχωσι πλείονες Βουλευταὶ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς 27ης Ἰανουαρίου. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται ἐπέκτασις πέρα τοῦ θέματος. Ἐὰν λοιπὸν οἱ κύριοι συνάδελφοι θέλωσι νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου Πελοποννήσου, νὰ ὁμιλήσωσιν· ἐὰν δὲ περὶ ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ ὁμιλήσωσιν.
§72Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Νομίζω ὅτι παρέλκει ἡ περαιτέρω συζήτησις κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Δραγούμης, ὅστις εἶπεν ὅτι εἶναι ζήτημα χρήματος καὶ ὄχι ζήτημα συμβάσεως. Προκειμένου περὶ σιδηροδρόμου Σπάρτης ὑπάρχει σύμβασις, καὶ σύμβασις μάλιστα σύνθετος, περιλαμβάνουσα καὶ ἄλλας σιδηροδρομικὰς γραμμάς. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως, ἀλλὰ περὶ χρήματος, νομίζω ὅτι παρεξέκλινε τῶν ὁρίων ἡ συζήτησις, καὶ ἑπομένως προκειμένου νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ὅπως ὁ κ. Θεοδωρόπουλος προέτεινεν, ἡμέρα συζητήσεως, νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ συζητηθῇ εὐρύτερον τὸ ζήτημα.
§73Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δικτύου καὶ ἁμαξιτῶν ὁδῶν τῆς Πελοποννήσου, τότε ἔχω τὸν λόγον.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις εἶναι περὶ τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου Πελοποννήσου. Ὅστις ἄλλος τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου Πελοποννήσου δύναται νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον. Πέρα τοῦ θέματος τούτου δὲν θὰ δώσω τὸν λόγον.
§75Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριοι, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ δώσῃ πληροφορίας καὶ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι Σπάρτης, νὰ καταθέσῃ καὶ τὰς μελέτας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ σιδηροδρόμου Σπάρτης διὰ Μεγαλοπόλεως καὶ τὴν ἐπέκτασιν ἔτι αὐτοῦ μέχρι Γυθείου, διότι, νομίζω, μεταξὺ τῶν μελετῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν, ὑπάρχει καὶ μελέτη τοῦ μηχανικοῦ Κελενέκ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἡ γραμμὴ Σπάρτης δύναται νὰ γίνῃ οἰκονομικωτέρα καὶ νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ συμφέροντα περισσότερα, ἂν γίνῃ διὰ Μεγαλοπόλεως καὶ ὄχι διὰ Τριπόλεως. Ἑπομένως, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέλαβε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν μελέτην τὴν ἀφορῶσαν τὴν διέλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου διὰ Μεγαλοπόλεως καὶ ὄχι διὰ Τριπόλεως.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ὑποβάλητε σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§77Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εὐχαρίστως.
§78Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅπως εἶπον καὶ πρίν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ φέρῃ σχετικὰς πληροφορίας διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Γνωρίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀσχολεῖται εἰς τὴν σύνταξιν προμελέτης, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ ὁ πρώην νομομηχανικὸς Στράτος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν ὑποβάλῃ τὰς δηλώσεις του ἢ τὰς πληροφορίας νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰς σχετικὰς πληροφορίας μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο· νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ περατώσῃ ταχέως τὰ σχέδια καὶ τὴν ἄλλην προκαταρκτικὴν ἐργασίαν, ἵνα, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν, ὡς εἶπεν ὁ σεβαστὸς συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, εἶναι τοὐλάχιστον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἑτοίμη, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ ἡ κατασκευὴ τὸ ταχύτερον καὶ νὰ μὴ ἐπέλθῃ μαζὶ μὲ τὴν ἀναβολήν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἐλλείψει χρήματος, καὶ ἡ ἔλλειψις ἐργασίας. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ὑπάρχει μελέτη τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ Κελενέκ, ὅπως διέλθῃ ἡ γραμμὴ διὰ Μεγαλοπόλεως, πρέπει νὰ γνωσθῇ, ὅτι ὑπάρχει μελέτη διὰ δύο γραμμάς. Ἡ μία μελέτη ὁρίζει διὰ τῶν βορεινῶν δήμων Πελάνης καὶ Καστορίου καὶ ἀναβιβάζει τὴν δαπάνην εἰς 13,000,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ δευτέρα μελέτη ὁρίζει διὰ τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα, καταβιβάζει δὲ τὸ ποσὸν εἰς ἕξ ἢ ἑπτὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἡ μελέτη τοῦ κ. Στράτου, ἡ ὁποία εἶναι ὄχι διὰ τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα, ἀλλὰ διὰ τοῦ δήμου Σελλασίας καὶ Οἰνοῦντος, ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν εἰς ὀκτὼ ἑκατομμύρια, ἤτοι εἰς ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν περισσότερον τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, ἂν ἡ γραμμὴ διέλθῃ παραλλήλως τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα.
§79Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πόση εἴπετε ὅτι θὰ εἶναι ἡ δαπάνη διὰ Μεγαλοπόλεως;
§80Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν ἡ γραμμὴ διέλθῃ διὰ Πελάνης καὶ Καστορίου, θὰ στοιχίσῃ δέκα τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἂν διέλθῃ διὰ τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα, θὰ στοιχίσῃ 6½ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν μελέτην οὐχὶ τὴν δαπανηρὰν τῶν δεκατεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀλλὰ τοῦ κ. Στράτου, ἡ ὁποία ὁρίζει τὴν γραμμὴν παραλλήλως τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ δήμου Σελλασίας μέχρι Σπάρτης, διὰ Τριπόλεως πάντοτε.
§81Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ προέκτασις τῆς γραμμῆς κατὰ τὴν μελέτην τοῦ Κελενὲκ εἶναι μέχρι Σπάρτης;
§82Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, μέχρι Σπάρτης.
§83Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εἰς τὸ δίκτυον τῶν μελετῶν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς Πελοποννήσου λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδιαζόντως καὶ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπαρχία, ἡ ὁποία δυστυχῶς εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, εἶναι ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων. Διότι, ἂν καὶ πολλάκις εἶχε Πρωθυπουργοὺς καὶ Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι παρεκάθισαν ἐνταῦθα, ἐν τούτοις δὲν ἔρριψαν συμπαθὲς βλέμμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην. Ἔχει χαραχθῆ, κ. Πρόεδρε, ἡ ὁδὸς ἀπὸ Καλαβρύτων μέχρι Τριπόλεως καὶ διὰ τὴν συγκοινωνίαν αὐτὴν ὁ ἄλλοτε Γάλλος μηχανικὸς ἔχει χαράξει οὕτως ὥστε τὸ Διακοφτὸν νὰ συγκοινωνῇ μετὰ τῶν Καλαβρύτων διὰ Τριπόλεως. Πρὸς τούτοις ὑπάρχει ἁμαξιτὸς ὁδὸς μέχρι Λεβιδίου. Παρακαλῶ μετὰ δακρύων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἀπολύτως ἡ συγκοινωνία, συνδεομένης οὕτω πως ὁλοκλήρου τῆς Πελοποννήσου, νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ δίκτυον τοῦτο καὶ τὴν ἀτυχῆ ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἡ ὁποία διατελεῖ ἐν πρωτογενεῖ καταστάσει λόγῳ τῆς ἀστοργίας τῶν Πρωθυπουργῶν καὶ τῶν Ὑπουργῶν.
§84ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖ εἶναι καὶ ὀδοντωτὸς σιδηρόδρομος.
§85ΕΥΣΤ. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις θὰ ὁρισθῇ. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν μελέτην, δι’ ἧς θὰ διέρχηται ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ διὰ Λεονταρίου.
§86ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἀκριβῶς θὰ ζητήσω, ὅ,τι ἐζήτησε καὶ ὁ κ. Γκλαβᾶς. Συμφωνῶ, ὅτι εἶναι σκοπιμώτερον νὰ συζητηθῶσι συγχρόνως ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας ἐν γένει τῆς Πελοποννήσου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μελέτην, ἡ ὁποία ἔχει πρὸ πολλοῦ γίνει, περὶ ἐπεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλάβρυτα καὶ ἐκεῖθεν εἰς Πάτρας, ὡς καὶ τὴν μελέτην ἐπεκτάσεως τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλάβρυτα.
§87Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§88Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθησαν πολλά, Κύριοι, ἐν σχέσει πρὸς διάφορα τμήματα τῆς Πελοποννήσου καὶ ἀφοῦ, καθὼς φαίνεται, πρόκειται περὶ γενικοῦ μέτρου, περὶ συγκοινωνίας τῆς Πελοποννήσου, ἐλησμονήθη ἡ Τριφυλία. Ἠθέλομεν ὑστερήσει εἰς τὰς περὶ συγκοινωνίας προσπαθείας, ἂν ἐσιωπῶμεν. Ἡ Τριφυλία ἔχει μεγάλας πόλεις ἐστερημένας ἐντελῶς πάσης συγκοινωνίας. Τὰ Φιλιατρά, οἱ Γαργαλιᾶνοι, ἡ Λιγούδιστα, στεροῦνται σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, ὕψιστα δὲ συμφέροντα θέλει ἐξυπηρετήσει σιδηροδρομικὴ γραμμὴ μεταξὺ Κυπαρισσίας–Πύλου. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν ληφθῇ ἀπόφασις πρὸς πλῆρες σιδηροδρομικὸν δίκτυον ὁλοκλήρου τῆς Πελοποννήσου, νὰ μὴ λησμονηθῇ ἡ γραμμὴ αὐτή. Ἐὰν δὲν ἐγένετο εἰσέτι μελέτη, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γίνῃ τοιαύτη.
§89ΑΝΔΡ. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἐπρόκειτο, κατ’ ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὐχήν, ν’ ἀποπερατωθῇ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Κυπαρισσίας–Πύλου, ὅπερ καὶ ἐγὼ εὔχομαι καὶ δι’ ὃ ἐπίσης παρακαλῶ αὐτήν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι τάχιον πραγματοποιήσεως, ὡς κοινοῦ πόθου τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Πυλίας, διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ἀκολουθητέαν ὑπὸ τῆς γραμμῆς ταύτης διεύθυνσιν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, καὶ φρονῶ ὅτι τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ τῆς πλειονότητος τῶν κατοίκων τῶν δύο ἄνω ἐπαρχιῶν, δέον ἵνα ἡ κατασκευασθησομένη σιδηροδρομικὴ γραμμὴ μὴ ἀκολουθήσῃ τὴν παραλιακὴν ὁδόν, διότι τὰ παράλια ἀρκούντως ἐξυπηρετοῦνται διὰ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, τῶν ἱστιοφόρων πλοίων καὶ ἀτμοπλοίων, καὶ ἥτις, τοιαύτην τυχὸν διεύθυνσιν λαμβάνουσα, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἤθελεν ἔχει ἢ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου διὰ τῆς εὐχεροῦς συγκοινωνίας τῶν ἀτόμων, τῆς ἐπικοινωνίας αὐτῶν μετὰ τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἄλλων δήμων καὶ τῶν χωρίων πρὸς ἄλληλα, τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων καὶ προϊόντων τῶν μεσογείων πόλεων καὶ χωρίων, τῆς παγιώσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ καταστολῆς παντὸς ἐκνόμου κινήματος διὰ τῆς εὐχεροῦς καὶ ἀμέσου μεταβάσεως καὶ παρουσίας τῶν ἀρχῶν, δέον ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν μεσόγειον γραμμήν, ἤτοι ἀρχομένη ἀπὸ Κυπαρισσίας καὶ διερχομένη παραλλήλως τοῦ χωρίου Ἀρμενιῶν, Σπηληᾶς, Φαρακλάδος καὶ Χαλαζόνι, διευθυνθῇ εἰς Φιλιατρά, ἐκεῖθεν πρὸς τὴν πόλιν Γαργαλιάνων, καὶ διὰ τῶν προσοδοφόρων χωρίων Πλαταμώδους εἰς Λιγούδισταν, ἐκεῖθεν δὲ διασχίζουσα τὸν δῆμον Βουφράδος καταλήξῃ εἰς Χατζῆ, πρωτεύουσαν αὐτοῦ, καὶ διὰ τῶν λοιπῶν χωρίων τοῦ δήμου τούτου καταλήξῃ εἰς Μεσσήνην, ἀπό τινος δὲ σημείου μεταξὺ Χατζῆ καὶ Μεσσήνης γίνῃ μονὴ γραμμὴ καταλήγουσα κυκλοτερῶς διὰ τῶν κυριωτέρων πόλεων καὶ χωρίων τοῦ δήμου Αἰπείας, Κορώνης καὶ Κολλωνίδων εἰς Πύλον, οὕτως ὥστε ἡ ἐπαρχία Πυλίας νὰ ἔρχηται εἰς ἄμεσον καὶ ἀπ’ εὐθείας συγκοινωνίαν μετὰ τῶν ἐπαρχιῶν Μεσσήνης καὶ Τριφυλίας. Ὁ δῆμος Βουφράδος, κύριοι συνάδελφοι, ἀποτελούμενος ἐκ τριάκοντα τριῶν χωρίων, πλούσιος καθ’ ἑαυτόν, πολλὰ εἰσφέρει καὶ πολλαχῶς τροφοδοτεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ὅσον ὀλίγοι δῆμοι τοῦ Κράτους· δυστυχῶς ὅμως ἔχει ἐγκαταλειφθῆ ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ στερεῖται πάσης συγκοινωνίας καὶ μόνον δι’ ἀτραπῶν ἐπικοινωνοῦσι τὰ διάφορα αὐτοῦ χωρία πρὸς ἄλληλα καὶ ταῦτα πρὸς τὰς πρωτευούσας τῶν πέριξ δήμων· ἑπομένως δίκαιον εἶναι, ὅπως ὁ δῆμος οὗτος ἐπισπάσηται τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εὐεργετηθῇ καὶ οὗτος ὡς καὶ ἡ λοιπὴ Πυλία, ἡ ἐπίσης στερουμένη συγκοινωνίας διὰ τῶν ἀγαθῶν μιᾶς τοιαύτης σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, ἥτις οὐ μόνον θέλει ἀνοίξει πηγὴν πλούτου διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν πολλῶν προϊόντων της ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς τὰ παράλια καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ καὶ μεγάλως θέλει συντελέσει εἰς τὸν ἐκπολιτισμὸν τῶν χωρίων τῶν μερῶν ἐκείνων, ἅτινα καὶ ὑπὸ ἔποψιν παιδείας ὑστεροῦσι κατὰ πολὺ τῶν ἄλλων μερῶν. Τὴν σύστασιν ταύτην ἐσκόπουν νὰ κάμω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τυγχάνω ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς ἐν τῷ ἀνορθωτικῷ αὐτῆς ἔργῳ, καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἐν τῇ πατρικῇ αὐτῆς μερίμνῃ καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἐν τῷ Κράτει κακῶς κειμένων, λάβῃ καὶ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂς εἶναι βεβαία ὅτι οὕτως ἐνεργοῦσα καὶ πράττουσα θὰ ἐπιτελέσῃ ὕψιστον καθῆκον, καὶ θὰ ἐπισπάσηται ἀμέριστον τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν κατοίκων Τριφυλίας καὶ Πυλίας.
§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μετὰ μεγίστου ἐνδιαφέροντος ἀποβλέπει εἰς τὴν πύκνωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας ἐν Ἑλλάδι, καὶ διὰ τὰ μέρη, περὶ ὧν ἐγένετο ἐνταῦθα πρὸ ὀλίγου λόγος, καὶ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας–Ἄρτης, δι’ ἣν ἔχει ληφθῇ πρόνοια ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας γραμμὰς, περὶ ὧν δὲν ἐγένετο λόγος πρὸ ὀλίγου. Αἱ ἀγαθαὶ ὅμως προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκουσιν ἀντιμέτωπον τὴν οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔχει ἤδη ληφθῇ πρόνοια διὰ σύναψιν δανείου πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν δαπανῶν τῆς κατασκευῆς δύο ἐκ τῶν κριθεισῶν ὡς μᾶλλον ἐπειγουσῶν καὶ σπουδαιοτέρων γραμμῶν. Ἀλλὰ διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τούτου ἐν τῷ συνόλῳ καὶ παρεχομένου προθύμως εἰς ἡμᾶς ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐκ μέρους ἡμῶν προθυμία, ἀπόφασις τουτέστιν εἰς τὸ ν’ ἀναλάβωμεν βάρη ἀνώτερα ἐκείνων, ἅτινα δύναται νὰ ἄρῃ ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν. Πρέπει νὰ γνωσθῇ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ κἄποιον προϋπολογισμόν, τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα ἀναβιβάζονται εἰς σημεῖον, ὅπερ δυστυχῶς ἡ προσωρινὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰσέτι, ἢ μᾶλλον ὑπολειπόμεθα αὐτοῦ, κατὰ σημαντικώτατον ποσόν. Ἀλλ’ ἴσως ἡ ὅλη συζήτησις, ἡ καλύψασα δύο καὶ πλέον ἤδη ὥρας, παρεῖλκε σήμερον. Ἐὰν συνεμορφούμεθα ἐντελῶς μὲ τὸν Κανονισμόν, θὰ εἴχομεν μόνον μίαν ἐπερώτησιν· ἢ ἔστω καὶ πλείονας παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων Βουλευτῶν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, δι’ ὧν θὰ ἐζητεῖτο μόνον πληροφορία ἂν ἡ Κυβέρνησις προτίθεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον θὰ εἰσαγάγῃ, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου καὶ περὶ ἐξευρέσεως τοῦ τόκου καὶ τοκοχρεωλυσίου τοῦ ἀπαιτουμένου δανείου, καὶ οὕτω θ’ ἀπέφευγεν ἡ Βουλὴ νὰ καταναλώσῃ 2½ ὥρας. Δὲν ἐπρόκειτο δὲ βεβαίως περὶ ἐπερωτήσεων, ἀφοῦ οὐδεμία πρόθεσις μομφῆς ἐξεπορεύετο ἀπὸ τῶν λόγων ἐκ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ἁπλῶς διετυπώθησαν συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐζητήθησαν πληροφορίαι, μετὰ τὴν δόσιν τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ἐπακολουθήσῃ ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως ἡ συζήτησις. Ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπω ταῦτα, ὅπως χρησιμεύσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι προκειμένου περὶ φειδοῦς τοῦ χρόνου, οὗτινος δεόμεθα ἀπολύτως, δεδομένου ὅτι ὅσα θὰ ὑποβληθῶσιν ἀκόμη ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν δὲν εἶναι μικρὰ κατ’ ὄγκον. Πρὸς τούτοις πρέπει νὰ ὑπομνήσω, ὅτι προσεχῶς θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἠδύνατο νὰ διατυπωθῇ ἐπίκρισις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἐπρονόησεν αὕτη δι’ ὅσα ἤθελον νομίσει οἱ ἐπερωτήσαντες, ὅτι ὀφείλει νὰ λαμβάνηται πρόνοια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ἤδη δὲ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ προβιβασμοῦ εἰς ἀνθυπασπιστὰς ὑπαξιωματικῶν μαθητῶν τοῦ σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἶναι γνωστόν, ὅτι δι’ ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας προσενεχθείσας ὑπό τινων τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἐλήφθη πρόνοια ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ 1910, ὅπως εἰσαχθῶσιν ἄνευ ἐξετάσεων εἰς τὴν σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Βραδύτερον ὅμως ἐξηκριβώθη, ὅτι δὲν δύνανται πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ παρακολουθήσωσι τὰ μαθήματα μετὰ τῶν λοιπῶν καὶ ὄχι μόνον ἐδυσχέραινον τὴν πρόοδον τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι δυσφοροῦσι διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Προτείνεται λοιπὸν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὅπως, δι’ ὅσους ἐξ αὐτῶν θέλουσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῶσιν ἀπὸ τοῦδε εἰς ἀνθυπασπιστάς, διδομένου εἰς αὐτοὺς τοῦ δικαιώματος νὰ δηλώσωσιν, ἂν θέλουσι νὰ εἶναι μόνιμοι ἢ μή· τὸ αὐτὸ δὲ δικαίωμα παρέχεται καὶ εἰς τοὺς ἀνθυπασπιστάς, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους. Ἕτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλω: 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ νόμου ͵ΓΧΙΗʹ — 3618 τῆς 3 Μαρτίου 1910, περὶ διαχειρίσεως ὑλικοῦ σωμάτων». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ἕνεκα πολλῶν λόγων, οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐπαρκοῦσι σήμερον εἰς ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων, μὲ τὰς ὁποίας ἐπιβαρύνονται, καὶ ζητεῖται ἡ ἄδεια, ὅπως ἀνατίθενται τοιαῦται διαχειρίσεις καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς κατωτέρους, ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ὑπολοχαγοὺς τῶν μαχίμων ὅπλων. Ἐπίσης σχέδιον νόμου· 3) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΠΕʹ — 3585 τῆς 24 Φεβρουαρίου 1910, περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». Εἶχε παραλειφθῆ ἀπὸ τὸν νόμον ἐκεῖνον, καίτοι ἀνεφέρετο διδασκαλία τῆς ὁπλομαχητικῆς, ὁ μισθὸς τοῦ καθηγητοῦ. Ἐπίσης δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἐπιδόματος δι’ ἵππον διὰ τὸν ἀκόλουθον τῆς Πρεσβείας Κων)πόλεως.
§91ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προξενηθῇ οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἐντύπωσις εἰς τὴν Βουλήν, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ὅτι ταῦτα ἐλέχθησαν ἐκ προθέσεως πρὸς μομφήν.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τὸ ἐβεβαίωσα πρῶτος.
§93ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐξ ἄλλων λόγων νὰ εἴπῃ, ὅσα εἶπεν, εἰς τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπέχομεν ἡμεῖς τὴν εὐθύνην.
§94Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί εὐθύνην; Τί ἐγένετο;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος «περὶ συγκοινωνίας τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος». Ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπερώτησίν του διὰ τὴν Δευτέραν.
§96Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μάλιστα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἐπὶ τοῦ ζητήματος «περὶ τοῦ τί ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων καὶ κατὰ πόσον ἡ Ἑταιρεία ἐξεπλήρωσε τὰς χρηματικάς της ὑποχρεώσεις». Ἀναβάλλει;
§98Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σέβομαι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι κατηναλώθη ἀρκετὴ ὥρα ἀπόψε, καὶ ἀναβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅπως ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὸ κύριόν της θέμα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν ἔχω πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ δώσω. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ἀναγεγραμμένος ὁ κ. Μαμάης μόνον, ὅπως ἐπερωτήσῃ διὰ τὸ ἀντισήκωμα τῶν κληρωτῶν, ἐκ λάθους δὲ δὲν ἔχει ἀναγραφῆ καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς του, περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδεύματος. Ἐπειδὴ τὸ σφάλμα εἶναι τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο ὁ κ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν θεμάτων.
§100Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω πολὺ τὴν Βουλήν. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ παρατείνῃ ἀκόμη τὴν προθεσμίαν τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων ἐπὶ δύο μῆνας, διότι αἱ περιστάσεις εἶναι πολὺ δυσχερεῖς. Ἡ τοιαύτη παράτασις δὲν ζητεῖται εἰς ἀποφυγὴν πληρωμῆς, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας πρὸς πληρωμὴν ἕνεκα κρίσεως οἰκονομικῆς, δεινῆς δυστυχῶς. Παρακαλῶ λοιπόν, διὰ νὰ μὴ χρονοτριβῶμεν, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, διότι ἐπείγει πλέον τὸ πρᾶγμα, δὲν ἔχομεν δὲ καιρὸν παρὰ δύο μόνον ἡμέρας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ἀντισηκώματος εἰς μὲν τοὺς μὴ ὑπηρετήσαντας ἐπιτρέπεται νὰ καταβάλληται τοῦτο κατὰ δόσεις, εἰς δὲ τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ τρεῖς μῆνας δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο. Εἶναι δὲ ἄδικον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μόλις ἀπολυόμενοι ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ νὰ καταδιώκωνται μὲ ἓν ἔνταλμα, ὅπερ ἐκδίδει ἀμέσως τὸ Ταμεῖον. Οἱ ἄλλοι ἔχουσι τὸ εὐεργέτημα τῆς καταβολῆς αὐτοῦ εἰς τέσσαρας δόσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μίαν μέριμναν διὰ τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα, ἰδιαιτέρως δὲ παρακαλῶ διὰ τὸ πρῶτον ζήτημα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, διότι εἶναι ἀδύνατον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μὲ τὴν κρατοῦσαν ἤδη οἰκονομικὴν κατάστασιν νὰ πληρώσωσιν.
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπουσιάζοντος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τί σκέπτεται τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ Προεδρεῖον εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν ἐπερώτησίν σας, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἠλιόπουλος ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν Πύργου, Καλαβρύτων καὶ τῆς συγκοινωνίας ἐν Πηνείᾳ, καὶ περὶ ἐνσκήψεως ἐπιζωοτίας εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους Ἠλείας.
§103Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, ἀρκοῦμαι εἰς ὅσα εἶπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν μελέτην τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου καὶ ἐν γένει τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰ μέρη ἐκεῖνα τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τὰ ὁποῖα στεροῦνται καὶ αὐτῶν τῶν βατῶν ὁδῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἤτοι περὶ τῆς ἐπιζωοτίας ἐν Λαμπείᾳ, εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι τῆς Ἠλείας ἀποζῶσι τὸ πλεῖστον ἀπὸ τῆς κτηνοτροφίας. Ἐσχάτως ὅμως ἐνέσκηψε καταστρεπτικὴ ἐπιζωοτία, ἥτις ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη καταστροφὴν μικρῶν καὶ μεγάλων ζώων. Τὸ πρᾶγμα ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὰς Ἀρχὰς καὶ ἀπεστάλησαν κτηνίατροι, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ νόσος δὲν διεγνώσθη, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε καὶ τὰ μέσα πρὸς καταπολέμησιν αὐτῆς κατωρθώθη νὰ ὑποδειχθῶσιν. Ἀλλαχοῦ ἡ ἐπιστήμη καὶ τὰ Κράτη λαμβάνουσι πρόνοιαν πρὸς περιστολὴν καὶ καταστολὴν τῶν τοιούτων ἐπιδημιῶν, ἀτυχῶς ὅμως παρ’ ἡμῖν ἐλλείπει πᾶσα πολιτειακὴ μέριμνα περὶ τούτου. Ἐλπίζω ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἂν δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἄλλο τι, τοὐλάχιστον θὰ τὴν παρακαλέσω, ὅπως ἐπὶ τοῦ παρόντος, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων ἀνθρώπων, ἀναστείλῃ τὴν ἀπηνῆ καταδίωξιν πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ἔχοντος τὸν λόγον, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν ἑρμηνέων παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις Λαρίσης καὶ Τρικκάλων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ͵ΓΥΟϚʹ νόμου τοῦ 1909 ἔτους περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης».
§105Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίαν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταθέσατέ την. Θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταψηφίσεως εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας ἢ μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων». Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§107ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς μελέτης τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τῆς συνοδευούσης τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως εἰς τὸν μηνυτήν, ἐπείσθην ὅτι δὲν εἶναι ἀνεπίδεκτος συζητήσεως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι ἀναντιρρήτως τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, τουτέστιν ἡ παρακώλυσις μηνύσεων ψευδῶν, ἐνδιαφέρει ὅλην τὴν κοινωνίαν καὶ λόγος ἐγένετο καὶ ἄλλοτε περὶ αὐτοῦ. Πολλάκις ἐκλαμβάνονται φαινόμενα συμπτωματικά, ὡς καὶ εἰς τὰς νόσους, καὶ ἑπομένως ἀπατηλά, ὡς αἱ ἀληθεῖς αἰτίαι τοῦ κακοῦ. Τοιουτοτρόπως θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐθεωρήθη ὡς ἀφορμή, ἢ μία τῶν κυριωτέρων ἀφορμῶν, καὶ ἡ πληθὺς τῶν ὑποβαλλομένων μηνύσεων. Ἐπειδὴ δὲ συνέπεσε καὶ πολλαὶ ἀθωώσεις νὰ γίνωνται μεταξὺ τῶν καταγγελλομένων, διὰ τοῦτο ἐσχηματίσθη ἡ ἰδέα, ὅτι εὑρέθη ἡ ἀφορμὴ τῶν κακῶς ἐχόντων τῆς δικαιοσύνης, διὰ τὴν βραδεῖαν ἀπονομὴν αὐτῆς, ἥτις, ὡς ἄριστα ἀνέπτυξεν ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τόσον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὡς καὶ ἄλλων ἐκ τῶν συνεισαχθέντων μετ’ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι αὐτὸ τοῦτο ἔλλειψις δικαιοσύνης. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπλανήθη εἴς τινα πράγματα καὶ ἰδίως περὶ τοῦ ὅτι αἱ ἀθωώσεις αἱ γινόμεναι ἔχουσιν ἀφορμὴν ψευδεῖς καταγγελίας.
§108Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ὅλαι.
§109Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Βέβαια, διότι φαίνονται ἀθῳώσεις κατὰ τὸ ⅓ ἢ καὶ περισσότερον. Αὐταὶ αἱ ἀθῳώσεις δὲν ἐξηγοῦνται μὲ τὸ ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἀθῳοῦνται, διότι εἶναι ἀθῷοι. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι οἱ μηνυταὶ εἶναι κατ’ ἐξαίρεσιν παρ’ ἡμῖν κακῆς πίστεως, ὥστε νὰ προβαίνωσιν εἰς μηνύσεις, διὰ νὰ ἐμβάλλωσιν ἁπλῶς τὴν Πολιτείαν εἰς ἀγῶνα μάταιον καὶ ἵνα παρεμποδίζωσι τὴν τιμωρίαν τὴν ἔγκαιρον τῶν ἀληθῶς ἐνόχων, ὡς φαίνεται ὑποστηρίζουσα ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτως. Αἱ ἀθῳώσεις δὲν ἔχουσι κυρίως τὴν ἀφορμὴν αὐτήν. Δὲν ἕπεται ὅτι, διότι ἠθῳώθησαν 3 χιλιάδες ἄνθρωποι εἰς ἓν ἔτος (ἀριθμὸς βέβαια ὑπερβολικός), ἡ ὑπερβολὴ ὀφείλεται μόνον εἰς ψευδεῖς καταγγελίας. Πολλοὶ ἄλλοι λόγοι συντελοῦσιν εἰς τὰς ἀθῳώσεις καὶ περὶ τῶν ὁποίων γενικῶς δικαία ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι δέον νὰ ἀναζητηθῶσιν εἰς τὴν μὴ στάσιν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῇ περιωπήν. Καὶ ἡ βραδύτης δὲ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης συντελεῖ βέβαια εἰς τοῦτο, ὄχι ὅμως διότι γίνονται πολλαὶ μηνύσεις, ἀλλὰ διότι δὲν εἰσάγονται ἐγκαίρως αἱ ὑποθέσεις, ἕνεκα ἄλλων λόγων, δι’ αὐτὸ ἐπέρχεται κυρίως ἡ βραδύτης, ἥτις εἶναι, ὡς εἴρηται, καὶ αὐτὴ λόγος σπουδαῖος, ἵνα ἔχωμεν τόσας ἀθῳώσεις. Τὰ πάθη τὰ ἀνθρώπινα δὲν εἶναι αἰώνια. Ἰδίως εἰς ὑποθέσεις μικρὰς οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται ταχέως εἰς συμβιβασμούς. Ὅταν εἰσάγωνται αἱ ὑποθέσεις μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη ἀντὶ μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας, τί θέλετε νὰ γίνῃ; Τί εἶναι ἡ παραγραφὴ ἡ πολιτικὴ καὶ ποινική; Εἶναι ἀμνηστία τῆς κοινωνίας. Καὶ ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἀναγκάζεται μὲ τὸν καιρὸν καὶ δίδει τὴν ἀμνηστίαν. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπῃ τις ὅτι ἴσα ἴσα διὰ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου, τῆς βραδείας τῆς δικαιοσύνης ἀπονομῆς, πρέπει νὰ ἀρθῶσιν ἐκ τοῦ μέσου αἱ ψευδεῖς μηνύσεις, ἢ μήπως θέλετε νὰ ἐξακολουθήσητε ἔχοντες τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα; Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ ἐγώ, εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὅλοι οἱ καταφεύγοντες εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ἢ τοὐλάχιστον μέγα μέρος αὐτῶν, εἶναι ἐν γνώσει τῆς μὴ ἀληθοῦς κατηγορίας; Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω, διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Δύνανται νὰ συμβαίνωσι τοιαῦται πέρα τοῦ συνήθους μέτρου ἀθῳώσεις, ἀλλὰ βεβαίως αἱ ἀθῳώσεις, ὡς ἐρρήθη, δέχονται καὶ ἄλλην ἐξήγησιν, ἤτοι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωσι καὶ μολαταῦτα γίνονται, καὶ τοῦτο καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ κυρία ἀφορμή, ἵνα φαίνωνται τόσαι πολλαὶ ἀθῳώσεις. Φοβοῦμαι λοιπὸν ὅτι, ἐπιδιώκοντες νὰ διορθώσωμεν μικρὸν κακόν, διότι ἀναγνωρίζω ὅτι καὶ ἐκ τῶν ψευδῶν μηνύσεων ὑπάρχει μικρόν τι κακὸν εἰς τὸ βάθος, φοβοῦμαι, λέγω, μήπως κάμωμεν μεγαλείτερον κακὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ διορθώσωμεν. Διότι ἡ προσφυγὴ τῶν πολιτῶν εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλευθέρα. Ἄλλως τε μήπως σήμερον δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ διάταξις, καθ’ ἣν δύναται ὁ παθὼν νὰ ζητήσῃ τὰ ἔξοδα ἀθῳούμενος; Ὑμεῖς δὲν ἠξεύρω τί παρετηρήσατε σχετικὸν εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐπειδὴ ὅμως ἔτυχε καὶ ἐγὼ νὰ ὑπηρετήσω ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὡς δικαστής, σᾶς λέγω ὅτι οὐδέποτε μοὶ παρουσιάσθη ἀθῳωθεὶς κατηγορούμενος ζητῶν ἱκανοποίησιν, διότι κατηγορήθη ἀδίκως. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διορθώσωμεν, δὲν εἶναι ἄξιον λόγου, διότι, ἐὰν ἦτο, θὰ ἐγίνετο χρῆσις τοῦ ὑπάρχοντος σήμερον δικαιώματος. Ἀλλὰ σήμερον θέλετε νὰ παρεμβάλωμεν τὸ Κράτος, ὥστε αὐτό, ἀντὶ τοῦ κατηγορηθέντος, νὰ ζητῇ νὰ καταγινώσκωνται τὰ ἔξοδα ὑπὲρ αὐτοῦ. Διατί ὅμως μὲ κίνδυνον παρακωλύσεως τοῦ δικαίου τῆς μηνύσεως νὰ σπεύδωμεν τόσον, ἵνα μεταβληθῇ ἡ κατάστασις αὐτή, διατί, λέγω, ἀφοῦ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι περὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ δὲν ἐνδιαφέρεται ὁ ἀδικηθείς; Οἱ κατηγορούμενοι οἱ ἀθωωθέντες οὐδέποτε διεμαρτυρήθησαν. Ἄρα οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀθωοῦνται, δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ζητήσωσι τοιοῦτόν τι, διότι δὲν ἐξέρχονται ἀθωούμενοι καὶ πολὺ λευκοί. Ἐλάχιστοι, ἐπαναλαμβάνω, ἀθωοῦνται, διότι ἔπρεπε νὰ ἀθωωθῶσιν. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὁ κατηγορούμενος δοξάζει τὸν Θεὸν διότι ἠθωώθη. Ἡ δυσχέρεια, εἰς ἣν θὰ ὑποβάλλητε τὸν μηνυτήν, δὲν εἶναι ἀναξία λόγου, διότι τὸ νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀπὸ μηνυτοῦ δύναται νὰ γίνῃ καταδιωκόμενος εἶναι ἀρκετὸν νὰ τὸν ἐμποδίσῃ νὰ μηνύσῃ. Πρέπει, ἰσχυρίζεσθε, ὁ μηνυτὴς νὰ ἔχῃ βεβαιότητα διὰ τὴν καταδίκην, διὰ τοῦτο τιμωρεῖτε καὶ τὴν μεγάλην αὐτοῦ ἀμέλειαν· ἀλλὰ πῶς νὰ ἔχῃ βεβαιότητα, ἀφοῦ τὸ στάδιον τῶν ὑποθέσεων καὶ τοῦ ἐνδοιασμοῦ εἶναι ἀπέραντον; Ὡς γνωστόν, ἄλλοι εἶναι περισσότερον διστακτικοί, ἄλλοι ὀλιγώτερον. Καὶ ὁ παθὼν ὁ δυστυχὴς θὰ διστάζῃ νὰ μηνύσῃ ἀπέναντι τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχει.
§110Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Ἔχετε συναντήσει εἰς τὸν δικαστικόν σας βίον μηνυτὰς συναλλασσομένους μὲ τοὺς μηνυομένους, τῇ παρεμβάσει μάλιστα φίλων καὶ πολιτευομένων; Τότε τί θέλει γίνει;
§111Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τοιαύτας συμβάσεις, ἀλλὰ πλὴν τοῦ κινδύνου τούτου, τὸν ὁποῖον διαβλέπω ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς μηνύσεως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀφεθῇ εὐρὺ καὶ ἐλεύθερον, ἔχω καὶ εἰδικώτερόν τινα λόγον δισταγμοῦ περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν ζητῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀφορμὴν τῶν κακῶς ἐχόντων ἑνὸς τόσον σοβαροῦ κλάδου, ὅσον ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν ἀποπλανηθῶμεν εἰς τὰ μικρὰ πράγματα, εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦσι τὴν κυρίαν ἀφορμήν, ἀλλ’ ἴσως τὴν τελευταίαν, τὴν ἐλαχίστην, κινδυνεύομεν νὰ μὴ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὰ μεγάλα καὶ νὰ παρίδωμεν τὰ μεγαλείτερα. Διότι—ἐξομολογηθῶμεν τὰς ἁμαρτίας μας—, ἂν καὶ τὰ Δικαστήρια δὲν ἐφάνησαν ἀντάξια τοῦ προορισμοῦ των ὑπὸ προσωπικὴν ἔποψιν, ἂν δὲν ἐφάνησαν ἀδαμάντινοι χαρακτῆρες, οἱ ὁποῖοι τὰ πάντα νὰ θυσιάζωσι χάριν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός των, τὰ Δικαστήρια εὑρέθησαν πρὸ Πολιτείας, ἡ ὁποία, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλλῃ τοῦ καθήκοντος τὴν ἐκπλήρωσιν, ἀντὶ ν’ ἀπαιτῇ καὶ νὰ ἐνθαρρύνῃ αὐτά, ἔφερε προσκόμματα, ἤθελε τὴν δικαιοσύνην δούλην, παρενεβάλλοντο δὲ μεταξὺ τοῦ δικαστοῦ καὶ τῆς κοινωνίας αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔφερον καὶ τὴν βραδύτητα τῆς δικαιοσύνης καὶ τὰς ψευδεῖς μηνύσεις. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα πρόσωπα, θὰ ἔλειπον καὶ αἱ ψευδεῖς μηνύσεις καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ κακά, ἐξ ὧν πάσχομεν. Λοιπὸν ἰδοὺ ὁ δεύτερος καὶ ὄχι μικρότερος κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διαβλέπω ὅτι δημιουργεῖ ἡ ἔκθεσις· δύναται δηλαδὴ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν μας εἰς μικρὰ πράγματα, ἐνῷ ὑπάρχουσι πρὸς διόρθωσιν πολὺ μεγαλείτερα. Καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία ἐξηγέρθη ζητοῦσα ἀνόρθωσιν ἐπὶ γενικωτέρων πραγμάτων, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἰδίως πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἐλπίδας τοῦ λαοῦ. Ἐὰν οὕτως εἰς τὸν κίνδυνον τὸν προσωπικὸν τοῦ μηνυτοῦ, τὸν ὁποῖον εἶπον, ἐὰν εἰς τὸν κίνδυνον ἐκεῖνον προσθέσωμεν καὶ τοῦτον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς μίαν γενικῶς ἀνεγνωρισμένην ἀνάγκην τῆς κοινωνίας, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δισταγμοὺς περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ. Πολλάκις, Κύριοι, τὰ πράγματα φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως ἀνεπίδεκτα συζητήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ πᾶς τις βεβαίως δύναται ἐπὶ λόγῳ ἀναμορφώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἢ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης νὰ λέγῃ ὅσα λέγει πρὸς δικαιολογίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἔχοντας ἐναντίαν γνώμην ἢ δισταγμούς τινας νὰ καταστήσωσι προσεκτικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ φέρωσι ψῆφον ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, μήπως, ἐπαναλαμβάνω, ἀντὶ καλοῦ ἢ ἀντὶ μικροῦ καὶ ἀσημάντου καλοῦ, ἐπιφέρωμεν κακὸν μεγαλύτερον. Ὁ κ. Ὑπουργός, Κύριοι, ἔφερε σειρὰν νομοθετημάτων, ἡ ὁποία περιποιεῖ τιμὴν ὁμολογουμένως δι’ αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔθεσε τὸν πρῶτον θεμέλιον λίθον ἀκόμη καὶ διὰ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμε μὴ Ὑπουργὸς ὤν, ἤτοι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου περὶ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, τὴν ἄγκυραν ἐκείνην τῶν δικαστῶν καὶ ἐν γένει τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος εἶναι μία δόξα τῆς ἐπαναστατικῆς περιόδου. Ὁ νόμος οὗτος μετὰ τοῦ νόμου τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας εἶναι ἀληθεῖς λαϊκαὶ κατακτήσεις. Ἀλλὰ καί τινα ἐκ τῶν νέων νομοθετημάτων του εἶναι λίαν σοβαρὰ καὶ ἐννοῶ τόσον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤδη ὑπέβαλεν, ὅσον καὶ ἐξ ἐκείνων, ὧν ὑπεσχέθη τὴν ὑποβολήν. Βλέπω οὕτως ἀπειρίαν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μᾶς ἀπασχολήσωσιν ἄνευ τινὸς κινδύνου, ἄνευ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασα προηγουμένως, καὶ τοιαῦτα εἶναι τὸ περὶ ἐρημοδικιῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλαττώσῃ τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ περὶ φυλακῶν, τὸ περὶ ζωοκλοπῆς, τὸ περὶ δικηγόρων καὶ διάφορα ἄλλα νομοθετήματα δικαστικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα περιμένομεν τὴν ἐξυγίασιν καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν κακῶς κειμένων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι τὸ τελευταῖον τοιαύτης φύσεως· ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, λέγω, τούτου ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ φέρω τὰς ἀντιρρήσεις μου, νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς δίδων ἀφορμὴν εἰς τοὺς δυναμένους κάλλιον ἐμοῦ ὅπως, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ταύτας, ἐὰν δὲν συμφωνῶσι περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν εἶναι ἄνευ κινδύνου, ἐκφέρωσι καὶ αὐτοὶ τὴν γνώμην των, ἵνα πεισθῶμεν καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην, ὅτι ἐσφάλομεν, ὅτε ἠθέλομεν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν προθύμως ὁμολογήσει ὅτι ἤμεθα ἐν πλάνῃ.
§112Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Συζητουμένης, Κύριοι, τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου κηρύσσομαι ἀπεριφράστως ὑπὲρ αὐτοῦ. Φρονῶ ὅτι στοιχειῶδες ἔργον δικαιοσύνης εἶναι, ἐκεῖνος, ὅστις ἐκ δόλου ἢ ἐκ βαρυτάτης ῥαθυμίας ἔθηκεν εἰς κίνησιν τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ συνεπήγαγε δαπάνας εἰς τὸ Κράτος, στοιχειῶδες, λέγω, ἔργον δικαιοσύνης εἶναι, ἀποδεικνυομένου τοῦ δόλου ἢ τῆς βαρυτάτης ῥαθυμίας, νὰ ἀποκαταστήσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ματαίως καταβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ δικαστικὴν δαπάνην. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι γενομένης δεκτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου θέλει δυσχερανθῆ ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· δὲν δυσχεραίνεται παντάπασιν ἡ προσφυγὴ εἰς τὸν τελοῦντα ἐν καλῇ πίστει καὶ καταγγέλλοντα ἀληθῆ πράγματα· ἐὰν δυσχεραίνηται ἡ προσφυγὴ εἴς τινα λόγῳ τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβληθῶσι μετὰ τὴν προσφυγήν, δυσχεραίνεται μόνον διὰ τὸν τελοῦντα ἐν κακῇ πίστει καὶ ψευδῆ καταγγέλλοντα. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου στηρίζεται οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω στοιχειώδους κανόνος τοῦ δικαίου, ὅτι πρέπει ὁ προκαλῶν ζημίαν, καὶ ὅταν αὕτη προσγίνηται εἰς τὸ Κράτος, νὰ ἀποκαθιστᾷ αὐτήν, ἀλλὰ στηρίζεται ἐπὶ τῆς βάσεως ὅτι αἱ μηνύσεις αἱ ὑποβαλλόμεναι εἶναι κατὰ μέγα μέρος ψευδεῖς καὶ δέον νὰ περισταλῇ ἡ τῶν μηνύσεων μανία. Ὀφείλομεν μετ’ εἰλικρινείας νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὅτι πολλάκις οἱ μηνυταὶ μηνύουσιν, οὐχὶ διὰ νὰ ἀνορθωθῇ γενόμενον ἀδίκημα, ἀλλ’ ἕνεκα ἐκδικήσεως καταγγέλλουσιν ἀνυπάρκτους πράξεις, ἵνα τιμωρηθῶσιν οἱ μηνυόμενοι οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ διὰ τῶν ἐξόδων τῆς μεταβάσεως εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ τῶν συγκινήσεων, εἰς ἃς θὰ ὑποβληθῶσιν οἱ μηνυθέντες μόνον ἵνα ἀποκομίσωσι μίαν ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔφερε πρὸς ἀπόδειξιν τῆς πληθώρας τῶν ψευδῶν μηνύσεων ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι πράγματι ὀφείλουσι νὰ κάμωσιν ἐντύπωσιν. Ὅτε ἐκ τῶν ἀριθμῶν παρατηρεῖται ὅτι τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις ὑπερτεροῦσιν αἱ ἀθωωτικαί, βεβαίως πρέπει τὸ πρᾶγμα νὰ μᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν. Ἔχων ἀνὰ χεῖρας ἓν ἐγχειρίδιον διασήμου καθηγητοῦ τῆς στατιστικῆς, τοῦ φὸν Μάϋρ, συνέκρινα καὶ εἶδον, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ ἑκατὸν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων 25 μόνον εἶναι ἀθωωτικαί, δηλαδὴ 25 εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν ἀθωωτικῶν ἐπὶ τῶν 100 καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, ἐν Βαυαρίᾳ δὲ 18 ἕως 19% εἶναι ἡ ἀναλογία αὕτη. Παρ’ ἡμῖν ἔχουσιν ἀντιστραφῆ οἱ ὅροι. Τοῦτο ὀφείλει βεβαίως νὰ μᾶς κινήσῃ τὴν προσοχήν, καὶ χωρὶς νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ἡ μόνη αἰτία τῆς ἀπαλλαγῆς ἢ μᾶλλον τῆς ἀθωώσεως τῶν κατηγορουμένων εἶναι αἱ ψευδεῖς μηνύσεις, πάντως ὅμως δέον νὰ δεχθῶμεν κατὰ μεγίστην πιθανότητα, ὅτι κυριώτατον λόγον τῶν ἀθωώσεων ἀποτελοῦσιν αἱ ψευδεῖς μηνύσεις. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἠθέλησε νὰ τὸ ἀνατρέψῃ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας λέγων τὸ ἑξῆς: Καὶ σήμερον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀθωωθεὶς νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν καὶ νὰ τῷ ἐπιδικασθῇ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἀποζημίωσις; Ἐν τούτοις, ἂν καὶ τοσαύτη ἀναλογία ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων ὑπάρχει, δὲν συνέβη τοῦτο, καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀθωωθέντων ἐζήτησέ ποτε νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν. Τοῦτο, εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ ἀθωωθέντες δὲν ἠθωώθησαν, διότι ἦσαν ἀθῷοι; Ἐὰν δὲν ἐζήτησαν ἀποζημίωσιν, δὲν ἐννοεῖτε ὅτι ἐγνώριζον, ὅτι ἡ μήνυσις, ἐξ ἧς ἠθωώθησαν, ἦτο ἀληθὴς καὶ ὅτι ἐφοβοῦντο μήπως ἡ ἀγωγή των περὶ ἀποζημιώσεως ἀπερρίπτετο ὡς ἀβάσιμος; Ἀπαντῶ, ὅτι δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν, ἂν τοιοῦτόν τι δὲν συμβαίνει, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν εἰδικῆς διατάξεως ἐπιβαλλούσης ἀποζημίωσιν διὰ τὰς συγκινήσεις τῆς δίκης, ἀποζημίωσιν, ἧς τὸ ποσὸν θὰ ἠδύνατο νὰ κινήσῃ τὸ συμφέρον τοῦ ψευδῶς μηνυθέντος καὶ ἀθωωθέντος, ἵνα ἐπιδιώξῃ τὴν καταψήφισιν αὐτῆς.
§113Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει διάταξις.
§114Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ ζητήσῃ τὰ ἔξοδά του καὶ μόνον, ὄχι δὲ καὶ ἀποζημίωσιν διὰ τὰς ἠθικὰς βλάβας. Θὰ ἐπεθύμουν δέ, ὅπως αὐτὸς οὗτος ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, εἰσαγάγῃ ἐνταῦθα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἐπιδίκασιν ἀποζημιώσεως διὰ τὰς ἠθικὰς βλάβας. Κηρύσσομαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως ἐκ παραλλήλου καὶ τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίου προνοοῦντος περὶ ἀποζημιώσεως δι’ ἠθικὴν ζημίαν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἐπεθύμουν ἐπίσης καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐνισχύσεως τῶν εἰσαγγελιῶν καὶ βελτιώσεως τῆς ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ καθίσταται εὐχερὴς καὶ ταχεῖα ἡ διονύχισις τῶν μηνύσεων καὶ ἡ ἀπόρριψις αὐτῶν ἀποδεικνυομένων ψευδῶν. Εἶναι τοῦτο τὸ ἕτερον σκέλος εἰς τὴν τάσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην· ἔχει καὶ τρίτην βάσιν τὸ νομοσχέδιον, ταμιευτικήν. Δὲν ἐκτίθησιν ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐν λεπτομερείᾳ τὰς σκέψεις του ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§115Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκτίθενται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει.
§116Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ταμιευτικὴ βάσις σχετίζεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ γνωρίζω τὰς λεπτομερείας τοῦ ταμιευτικοῦ μέρους, κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν.
§117Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διστάζω, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νὰ δεχθῶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Διστάζω ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν τῶν Δικαστηρίων μας σήμερον καὶ ἰδίως τῶν κατωτέρων, διστάζω νὰ δώσω ἐξουσίαν ἰδίᾳ εἰς τὰ κατώτερα Δικαστήρια νὰ ἐξετάζωσιν, ἂν ἐκ δόλου ἢ ἐξ ἀμελείας ἐδόθη μήνυσις, διστάζω, λέγω, νὰ δώσω ἐξουσίαν τοιαύτην, διότι φοβοῦμαι μήπως ἀντὶ καλοῦ γίνωμεν πρόξενοι μεγάλου κακοῦ καὶ κλείσωμεν τὰς θύρας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς ἀδικουμένους· διότι, ἐὰν συμβῇ νὰ καταδικασθῇ καὶ εἷς ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἢ εἷς ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ᾐτήσατο ἀνόρθωσιν παρὰ τῆς δικαιοσύνης τοῦ δικαίου του καὶ οὐ μόνον δὲν ἱκανοποιεῖται ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καταδικάζεται ὑπ’ αὐτῆς καὶ εἰς δαπάνην καὶ χαρακτηρίζεται ἐκεῖνος, ὁ πραγματικῶς παθὼν καὶ ὡς ψευδομηνυτής, δὲν θὰ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ διστάσῃ ἕκαστος ἐκ τῶν ἐντίμων πολιτῶν, ἵνα μὴ πάθῃ τοῦτο καὶ συνεπῶς ἀδικούμενος μὴ καταφύγῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ μὴ ζητήσῃ ἐπανόρθωσιν τοῦ δικαίου του; Ὁ λόγος δέ, κύριε Πρόεδρε, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις φέρει, καὶ τὸν ὁποῖον ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τὸ βῆμα ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπε πρὸς αἰτιολογίαν τοῦ παραδεκτοῦ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι λόγος ἀληθὴς μόνος τῆς σωρείας τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων. Αἱ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις, κύριε Πρόεδρε, ὅσοι ἀκολουθοῦσι τὰ Δικαστήρια γνωρίζουσιν ὅτι δὲν εἶναι ἀπόρροια ψευδῶν μηνύσεων, ἀλλ’ εἶναι ἔλλειψις προσοχῆς κατὰ πολύ, ἴσως κατὰ τρία τέταρτα, τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, ἥτις, ὅταν ἐγχειρίζηται πρὸς αὐτὴν μήνυσις, καὶ ἂν ἡ μήνυσις δὲν περιέχῃ στοιχεῖα ἀδικήματος, ἤ, ἐὰν ἡ μήνυσις ἦτο δυνατὸν διὰ προβουλεύματος νὰ τεθῇ ἐκποδών, ἀποστέλλεται εἶτα δι’ ἔλλειψιν χρόνου εἴτε λόγῳ φυγοπονίας εἰς τὸ καλάθι ἢ στέλλεται πρὸς ἐνέργειαν, εἰσάγεται ὁ κατηγορούμενος, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς διαδικασίας ὅτι δὲν κατηγορεῖται διὰ πραγματικὸν ἀδίκημα καὶ ἐπέρχεται ἡ ἀθώωσις. Τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου θέλει εὕρει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν παραγγείλῃ ἔλεγχον αὐστηρὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγαμένων μηνύσεων, καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι ἐκ τῆς φυγοπονίας τῶν εἰσαγγελιῶν πλεῖσται τούτων φθάνουσι μέχρι τοῦ ἀκροατηρίου, ἤτοι, κατὰ συνέπειαν, μὴ ἀνακαλυπτομένου ἀδικήματος, ἐπέρχονται ἀποφάσεις ἀθωωτικαί. Γνωρίζετε ἐπίσης πάντες, ὅσοι ἀσκεῖτε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, ποῖον ποσοστὸν κρατεῖται ἐν τοῖς Δικαστηρίοις ἐκ τῶν πρωτοκόλλων τῶν εἰσαγομένων ὑπὸ τῶν δικαστικῶν ὀργάνων· οὐδὲ τὸ τέταρτον τούτων ἀποδεικνύεται ἀληθές. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχετε τὴν πληθώραν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, ἐνῷ, ἂν ἡ Εἰσαγγελία ἔδιδε προσοχήν, ὅτε ἐνεχειρίζετο πρὸς αὐτὴν ἡ μήνυσις εἴτε ὑπὸ ἰδιωτῶν εἴτε ὑπὸ ὑπαλλήλων, καὶ ἔβλεπεν ὅτι ἐν αὐτῇ δὲν καταγγέλλεται ἀδίκημα, ἠθέλετε ἔχει αὐτὰς τὰς ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε; Ὁ ἀξιότιμος κ. προλαλήσας ἔφερε παραδείγματα ἐκ Γαλλίας καὶ ἀλλαχόθεν καὶ εὗρε μίαν ἀναλογίαν ἐλαχίστην ὡς πρὸς τὰς ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις. Ἀλλὰ κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος καὶ προσωπικῶς ἐπεσκέφθη τὰς χώρας ἐκείνας, ὅτι ἐν ταῖς εἰσαγγελίκαις ἐκείναις ἐνεργεῖται προανάκρισις, καὶ ἐκκαθαρίζονται αἱ μὴ ἀποδεικνυόμεναι καὶ αἱ μὴ περιέχουσαι στοιχεῖα ἀδικήματος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δίδονται καὶ μηνύσεις μὴ ἀληθεῖς, ἀλλ’ αὐταὶ εἶναι ἐλάχισται. Τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἂν τὸ νομοσχέδιον γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἀπέναντι τοῦ προσδοκωμένου καλοῦ εἶναι μέγα, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ συντελέσω διὰ τῆς ψήφου μου νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους καὶ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπον, ὅτι δὲν βλέπω νὰ ἐπέρχηται μέγα καλὸν διὰ τούτου, ἀλλὰ καὶ διότι πέπεισμαι ὅτι ἐλαττοῦται τὸ κακόν, ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς συστήσῃ εἰς τοὺς κυρίους Εἰσαγγελεῖς νὰ ἐπεξεργάζωνται τὰς ἐπιδιδομένας αὐτοῖς μηνύσεις.
§118Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἐνισχυθῶσιν αἱ Εἰσαγγελίαι.
§119Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα, νὰ ἐνισχυθῶσι.
§120ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργός, ὡς καὶ ἡ ἐργασία, τῆς ὁποίας τὴν προσαγωγὴν ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς συντόνως, ἐπέσπασε δικαίως τὰ συγχαρητήρια ὅλων ἡμῶν. Καὶ τοιαύτην ἀνεμένομεν ἐργασίαν παρὰ νομομαθοῦς τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἓν ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα βεβαίως κατὰ τὴν κρίσιν μου μὲ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάττομαι κατωτέρω νὰ ποιήσωμαι, ἓν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐξασφαλίσει τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν μείωσιν τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται τὸ Κράτος, λόγῳ τῶν καταδιώξεων, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ μηνύσεων ἀβασίμων καὶ συχνότατα δολίως ὑποβαλλομένων, εἶναι καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Φρονῶ δέ, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου τοῦ νομοθετικοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προβαίνει εἰς τὸ πρῶτον βῆμα ἀνορθώσεως τῶν ζημιῶν, αἵτινες ἐπέρχονται ἐκ κακῆς ἐνεργείας ἰδιωτῶν, τεινούσης νὰ ὑποβάλῃ τὸ Δημόσιον εἰς περιττὰς δαπάνας, ἐλπίζω δέ, ὅτι προσεχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει ὑποβάλει νομοθέτημα σχετικὸν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν, τῶν προερχομένων ἐκ κακῆς ἐνεργείας τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, διότι δὲν ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ ψηφίσει νόμον περὶ παροχῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἀδίκως προφυλακιζομένους ἢ ἀδίκως καταδικαζομένους. Ἤδη μίαν παρατήρησιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ τῷ ὑποβάλω. Τὸ ἄρθρον, ὡς διατυποῦται, κατ’ ἐμέ, περιέχει καί τινα κίνδυνον, διότι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως τῶν συμβουλίων ἢ τῶν Δικαστηρίων ἡ ἐπιβολὴ εἰς τὸν δόλιον ἢ ἀμελῆ μηνυτὴν τῶν δικαστικῶν δαπανῶν. Σκοπιμώτερον καὶ πρακτικώτερον, ἀλλὰ καὶ ἐπιεικέστερον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Δικαίου ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν δικαστικῶς ἐβεβαιοῦτο ὁ δόλος ἢ ἡ βαρεῖα ἀμέλεια τοῦ μηνυτοῦ, φρονῶ δέ, ὅτι προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι, ἐάν, τῶν δικαστικῶν συμβουλίων πειθομένων, ὅτι ὑπάρχει ὁ δόλος ἢ ἡ βαρεῖα ἀμέλεια, παρεπέμπετο αὐτεπαγγέλτως νὰ δικασθῇ ὁ μηνυτὴς ἐκεῖνος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§121Γ. ΠΩΠ. Ἐκ τῆς ὅλης γενομένης συζητήσεως, κύριοι συνάδελφοι, προέκυψαν ἀμφιβολίαι τινὲς ὅσον ἀφορᾷ τὴν σκοπιμότητα τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Οἱ δισταγμοί, ἢ μᾶλλον ἡ βάσις τῶν δισταγμῶν, οἵτινες διετυπώθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἄλλων συναδέλφων, στηρίζονται ἐπὶ δύο σημαντικῶν ὄντως παρατηρήσεων, τῆς μιᾶς καθαρῶς κοινωνικῆς, τῆς ἑτέρας καθαρῶς δικαστικῆς. Διότι προκειμένου περὶ ζητήματος τοσοῦτον σημαντικοῦ, ἀφορῶντος αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἥτις ἀπαιτεῖ ἀναμφισβητήτως τὴν συμμετοχὴν παντὸς πολίτου εἰς κατάδοσιν τῶν πράξεων, αἵτινες θίγουσιν αὐτὴν τὴν ἁρμονίαν τῆς Πολιτείας, οὐδεὶς δισταγμὸς καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία πρέπει ν’ ἀπομείνῃ, ὅτι ἡ Πολιτεία θέλει παράσχει πάντα τὰ μέσα εἰς οἱονδήποτε πολίτην, ἵνα μετὰ θάρρους προσερχόμενος καταθέσῃ ὅσα γνωρίζει. Σήμερον πάντες γνωρίζομεν ὑπὸ τίνος δέους κατέχονται καὶ αὐτοὶ οἱ προσκαλούμενοι ὡς μάρτυρες νὰ καταθέσωσιν ὑποβοηθοῦντες τὴν δικαιοσύνην. Τὸ ἕτερον μέρος, τὸ ὁποῖον μετὰ μείζονος θάρρους διετύπωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, εἶναι τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ποιοτικὴν σύστασιν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ. Ἀλλὰ καθ’ ἣν περίπτωσιν οὐδεὶς δύναται ἀναμφιβόλως νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἦτο ἄσκοπος ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου τοιούτου, δυναμένου νὰ προλάβῃ δαπάνας τοῦ Κράτους καὶ ἀνωμαλίας τῆς δικαιοσύνης, θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, ἀφ’ ἑνὸς τὸ ἀκαταδίωκτον τοῦ πολίτου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐξασφάλισις τῆς ποιοτικῆς συστάσεως τῶν δικαστῶν. Καὶ θὰ ηὐχόμην ἐπὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων νὰ ἐστρέφετο ἡ προσοχὴ ἡμῶν, διότι προκειμένου περὶ δικαστῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνατίθεται ἡ διαβάθμισις ποινῶν βαρυτάτων, δὲν θὰ ἐπετρέπομεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐπιβολὴν ποινῶν ὀλιγοδράχμων; Καὶ ὅμως ὑπάρχουσι δισταγμοί, καὶ δισταγμοὶ εὔλογοι. Διὰ τοῦτο, ἐὰν καθωρίζετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατ’ ἀρχήν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅπως αἱ ὑποβαλλόμεναι μηνύσεις ὦσιν ἔγγραφοι, ἐξ ἄλλου δέ, ἂν καθωρίζετο, ὅπως ἡ ἀπόφασις, ἥτις θὰ ἐξεδίδετο, ἢ τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέβαλλε τὰς ποινὰς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκρίνοντο μηνύοντες εἴτε δόλῳ εἴτε βαρείᾳ ἀμελείᾳ, ἐξεδίδετο διὰ παμψηφίας, μὴ ἐπιτρεπομένης παντάπασι μειονοψηφίας, θὰ ἐπετυγχάνομεν, νομίζω, τοῦ σκοποῦ, ὃν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν. Τοιουτοτρόπως, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ δεκτόν, καὶ οἱ φόβοι, οἱ ὁποῖοι διετυπώθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου συναδέλφου, νὰ μὴ ἔχωσι βάσιν τοσούτῳ σοβαράν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν διετύπωσε ἐπὶ τῶν δύο τούτων ἀκριβῶς γνωμῶν.
§122ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συζητεῖται, Κύριοι, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· δηλαδὴ εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθόν, ἐκεῖνος ὅστις ἐπιδίδει ἀνυπόστατον ἐντελῶς μήνυσιν, νὰ ὑφίσταται τὰς δαπάνας; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, ὑποθέτω δέ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εὔλογος ἀντίρρησις. Ἐπιτρέψατέ μοι ἓν παράδειγμα. Εἷς κάτοικος τῶν Μεγάρων καταγγέλλει ἕνα ἄλλον κάτοικον ἐπίσης τῶν Μεγάρων, ψευδῶς καθ’ ὁλοκληρίαν, τὸν ἀναγκάζει νὰ ἔλθῃ ἐπανειλημμένως εἰς Ἀθήνας, νὰ ὑποβληθῇ εἰς διαφόρους ἐνοχλήσεις καὶ στενοχωρίας, θέτει εἰς κίνησιν δικαστικὰς ἀρχὰς πολυμελεῖς, καὶ εἰς τὸ τέλος ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ μήνυσίς του ἦτο παντελῶς ἀνυπόστατος. Ζητεῖτε νὰ μὴ εἶναι δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πρέπει νὰ ὑποστῇ τοὐλάχιστον τὰς δαπάνας, ἵνα μὴ ἐκραγῇ εἰς καγχασμούς, λέγων, ὅτι «δὲν ἐπέτυχον μὲν μίαν καταδίκην, ἐπέτυχον ὅμως ἀρκετὰ μίαν τιμωρίαν». Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα ἀρχῆς. Τὸ ζήτημα, ἑπομένως, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ, εἶναι τοῦτο: ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς λεπτομερείας ἀσφαλίζει ἀπὸ πάσης καταχρήσεως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς ἀρχῆς ταύτης; Ἡ συζήτησις ἑπομένως μόνον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ· κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη. Δὲν ἀπαιτεῖται νὰ εἶναί τις νομικός, διὰ νὰ δεχθῇ, ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον ἵσταται ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν εἰσαγομένην ἀρχήν τινα ἄγνωστον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ, πρωτότυπον; Οὐδαμῶς ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ· εἶναι τὸ ἄρθρον 86 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§123Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τῆς ἰδιωτικῆς κατηγορίας.
§124ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλο ἐκεῖνο· θὰ τὸ εἴπω. Ὁ κατηγορούμενος, λέγει τὸ ἄρθρον 86, ἀφοῦ ἀθωωθῇ, δύναται ὑπὸ τὸν εἰς τὸ ἄρθρον 85 ἐκτεθέντα περιορισμὸν νὰ παραστήσῃ ἐνώπιον τοῦ Ποινικοῦ Δικαστηρίου τὴν περὶ ἀποζημιώσεως, ἱκανοποιήσεως καὶ ἐξόδων ἰδιωτικὴν ἀπαίτησίν του. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἔχομεν ὁλόκληρον ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ, δὲν εἶναι ἑπομένως ἐπιτετραμμένον νὰ παραξενευθῇ τις ἐκ τῶν κ. συναδέλφων μάλιστα ἐκ τῶν μὴ νομικῶν καὶ νὰ νομίσῃ ὅτι εἰσάγεταί τι ἐντελῶς νέον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ. Μετὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἀπομένει νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ἂν καὶ τὰ πράγματα δικαιολογοῦσι τοιοῦτον νομοσχέδιον. Καὶ τὰ πράγματα, Κύριοι, δικαιολογοῦσιν αὐτό, διότι ὅσοι ἔχουσιν ἀσχοληθῆ εἰς τὰ ζητήματα τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζωσι τὸ μυριάκις γραφέν, ὅτι ἴσως περισσότερον μαστίζει τὸν τόπον ἡμῶν ἡ μανία τῶν μηνύσεων παρὰ ἡ ἐγκληματικότης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ τις ἐξ ἡμῶν ὅτι γραφεῖα δικολάβων, γραφεῖα κομματαρχῶν εἶναι αὐτόχρημα χαλκεῖα ψευδῶν μηνύσεων. Δὲν εἶναι μόνον αἱ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις αἱ διπλάσιαι τῶν καταδικαστικῶν, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα, ἀλλ’ εἶναι ὅτι τὰ βουλεύματα τὰ ἀθωωτικὰ εἶναι δεκαπλάσια, εἰκοσαπλάσια, τριακονταπλάσια τῶν παραπεμπτικῶν ἀναλόγως τῶν συμβουλίων — τὰ βουλεύματα, Κύριοι, ὄχι αἱ ἀποφάσεις.— Ἐκ τούτου μάλιστα καταπίπτει τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖ ἰσχυρόν, ἂν δὲν ὑπῆρχε τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ λέγω. Ἀληθῶς εἶναι πολλαὶ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις ἕνεκα τῶν ψευδεστάτων καὶ κακοηθεστάτων πρωτοκόλλων δασικῶν καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀλλ’ ὅλα τὰ πρωτόκολλα, αἱ μηνύσεις, ἃς εἴπω, αἱ ὑπ’ ἐκείνων ὑποβαλλόμεναι, δὲν ἀπορρίπτονται ὑπὸ τῶν συμβουλίων, ἀλλὰ παραπέμπονται ὅλαι εἰς δίκην, ὥστε τὸ ἐπιχείρημά μου μένει ὁλόκληρον. Τὰ βουλεύματα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀναλόγως τῶν διαφόρων Δικαστηρίων δεκαπλάσια, εἰκοσαπλάσια, τριακονταπλάσια.
§125Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν πληροφορίας περὶ βουλευμάτων.
§126ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις ἐκ τούτου ἢ ὅτι καὶ τὰ πράγματα δικαιολογοῦσι τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι σπουδαῖοι οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν, μάλιστα θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω ὅτι, μολονότι εὑρίσκω ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον ὀρθότατον καὶ λογικώτατον καὶ ἀσφαλέστατα ἱστάμενον ἐπὶ τῶν ποδῶν του, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔχῃ μεγάλην σπουδαιότητα. Θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν κοινωνίαν ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ, διότι, ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἤρχισεν ὁπωσδήποτε βελτιουμένη, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντα λόγον νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ μεριμνήσωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν ποινικοὺς δικαστάς, τῶν ὁποίων δυστυχῶς, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, κύριοι Βουλευταί, στερούμεθα, δὲν ἔχομεν τουτέστι τὴν σπουδαιοτάτην λειτουργίαν πάσης Πολιτείας, τότε τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἔχῃ τὴν σπουδαιότητα, ἣν θὰ ὑπέθετέ τις ὅτι ἔχει. Ἐν τούτοις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φοβώμεθα κινδύνους, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι εἰς αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς δικαστάς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, ἔχομεν ἐμπιστευθῆ, ὡς ἐλέχθη ἤδη, πολὺ σπουδαιότερα δικαιώματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καταλήγων λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἔχει διατυπωθῆ καλῶς τὸ νομοσχέδιον; Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν κατ’ ἄρθρον, ἐγὼ μάλιστα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μίαν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω καὶ ἐκ τῆς ὁποίας νομίζω ὅτι ἀσφαλίζεται τις ἐντελῶς κατὰ πάσης καταχρήσεως.
§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατέ την.
§128ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τὴν φράσιν «ὁσάκις πεισθῶσι» ζητῶ νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «παμψηφεί». Ὑπάρχει σχετικὴ διάταξις ἐπίσης εἰς τοὺς κειμένους παρ’ ἡμῖν νόμους, εἰς τὸ ἄρθρον 444 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται ἡ παμψηφία. Εἰς αὐτό, ἂν θέλητε, δὲν ἐπιμένω πολύ· τὸ προτείνω μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δισταγμοὺς περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν ὅμως κατωτέρω τὸ ἄρθρον λέγον ὅτι· «ἡ καταγγελία εἶναι ἐντελῶς ψευδὴς ἢ ὅτι παρεμορφώθησαν δι’ αὐτῆς δολίως τὰ πράγματα». Ζητῶ νὰ τεθῇ ἡ φράσις «προσετέθησαν δολίως πράγματα», διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰ ἑξῆς, ὅτι ἡ παραμόρφωσις εἶναι εὔκολος εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατέχεται ὑφ’ ἑνὸς πείσματος, εἶναι εὔκολος νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ δικολάβου ἢ τοῦ δικηγόρου τοῦ συντάσσοντος τὴν μήνυσιν, εἶναι εὔκολος νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ ἔχοντος ζωηρότατον καὶ φλέγον διαφέρον.
§129Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δολίως ὅμως.
§130ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ζωηρὸν διαφέρον, ἔχει πεῖσμα, δὲν θὰ συντάξῃ ὁ ἴδιος τὴν μήνυσιν, καὶ εἶναι εὐχερὲς νὰ παραμορφώσῃ τὰ γεγονότα, ὁ δὲ δικαστὴς μὴ ἔχων τὸ πεῖσμα αὐτό, μὴ ἐμπνεόμενος ὑπὸ τοῦ ζωηροῦ διαφέροντος καὶ βλέπων ὅτι παρεμορφώθησαν τὰ πράγματα εὔκολον εἶναι νὰ φθάσῃ εἰς τὴν γνώμην ὅτι δολίως παρεμορφώθησαν, διότι αὐτὸς δὲν ἔχει ἐξοργισθῆ, δὲν ἔχει τὸ ζωηρὸν διαφέρον, ὥστε νὰ μεγαλοποιῇ τὰ πράγματα. Ἡ εὕρεσις ὅτι παρεμορφώθησαν γεγονότα ὑπὸ τοῦ μηνυτοῦ εἶναι εὔκολος εἰς τὸν δικαστὴν τὸν ψυχραίμως ἐξετάζοντα τὰ πράγματα, δὲν εἶναι ὅμως εὔκολος ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ἂν ὑπῆρξεν ἢ δὲν ὑπῆρξε δολιότης. Διὰ τοῦτο ἀντὶ τοῦ «παρεμορφώθησαν» ζητῶ νὰ τεθῇ «προσετέθησαν». Νομίζω ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης ἀσφαλιζόμεθα ἀπὸ πάσης καταχρήσεως τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὑπάρχει καὶ μία διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον, δυστυχῶς θεωρηθεῖσα ἀναγκαία, ἕνεκα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι θὰ συμπληρώσωμεν, ἡ ἑξῆς, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει ἐπίσης ἀπὸ πάσης καταχρήσεως «ἡ ἐπιβολὴ τούτων ἢ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ καταγγείλαντος δέον νὰ αἰτιολογῆται εἰδικῶς». Πῶς ἐπείσθης, κύριε δικαστά, ὅτι προσετέθησαν δολίως γεγονότα ἢ εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα; Δι’ αὐτῆς λοιπὸν τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ διὰ τῆς τροποποιήσεως, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸς τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι ἀσφαλιζόμεθα ἀπὸ πάσης καταχρήσεως, προκειμένου νὰ θέσωμεν μίαν ἀρχήν, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἰκεία καὶ εὔλογος ἀντίρρησις, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐπιτροπήν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.)
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω πληροφορίας τινάς. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ ἀναπτύξω τὰ τοῦ νομοσχεδίου οὔτε κατὰ τὴν βάσιν οὔτε κατὰ τὰς λεπτομερείας. Πρῶτον, διότι νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἀπολογεῖται ὑπέρ τε τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτὴ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις· δεύτερον δὲ καὶ κυρίως διότι οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, τόσον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠμύνθησαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐξ ἀντιθέτου διὰ τῶν ἀντιρρήσεων διεφώτισαν τὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατ’ αὐτοῦ, ἀπεσάφησαν τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πᾶσα περαιτέρω ἀνάπτυξις παρέλκει. Ἐπισπῶσιν ἐν τούτοις τὴν προσοχήν μου δύο παρατηρήσεις ὑποβληθεῖσαι, ἡ μὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Νέων Ψαρῶν Βουλευτοῦ, ἡ δὲ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἡ μήνυσις, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ ἰσχύουσα Ποινικὴ Δικονομία, ἡ διδομένη τουτέστιν ἐγγράφως ἢ ἐκείνη, περὶ ἧς συντάσσεται ἡ προσήκουσα ἔκθεσις. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ δισταγμός τις περὶ αὐτοῦ καὶ ἵνα ἀποφύγῃ τις τοὺς κινδύνους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους διετύπωσεν ὁ κ. ἐκ Νέων Ψαρῶν Βουλευτής, δὲν θὰ ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ ἀποσαφήσω τὸ πρᾶγμα διὰ καταλλήλου τροπολογίας γενησομένης κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Ἐπίσης καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν αὐτοῦ παρατήρησιν, τὴν ἀξίωσιν τουτέστιν, ὅπως παμψηφεὶ τὸ συμβούλιον ἢ τὸ Δικαστήριον ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἐπιβολῆς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ οὐδὲ τὸ παράπαν βλέπω τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι θὰ καθίστων ἐνδεδειγμένην τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην πρόνοιαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Μὴ λησμονήσητε, ὅτι πρόκειται περὶ συμβουλίων καὶ περὶ Δικαστηρίων, περὶ ἀρχῶν δηλονότι, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσι διαπεπιστευμένα συμφέροντα πολύτιμα σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὴν περιουσίαν, πολλῷ σπουδαιότερα τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀνατιθεμένων αὐτοῖς ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴν ἀκόμη ἐλευθερίαν. Θὰ ἦτο δέ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τελείως ἀνώμαλον νὰ ἐξενεχθῇ δισταγμὸς περὶ τοῦ ἂν δικαίως θὰ κρίνωσι τὰ Δικαστήρια περὶ ἐπιβολῆς 30, 40 ἢ 50 δραχμῶν, καὶ νὰ ζητῆται παμψηφία, ἐνῷ κατὰ πλειονοψηφίαν δικαιοῦνται νὰ ἀποφαίνωνται περὶ πολυτιμοτάτων ἀγαθῶν. Ἐν τούτοις προστίθημι ὅτι, ἂν αἱ διαθέσεις τῆς Βουλῆς ἤθελον στραφῆ καὶ πρὸς τοῦτο τὸ σημεῖον, ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν οἱ νομίζοντες ὅτι πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς καινοῦ θεσμοῦ, δὲν θὰ εἶχον δισταγμὸν νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις παμψηφία, ὅπως καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς ἀρθῇ.
§132Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ὑπάρχει κανὲν τοιοῦτον πνεῦμα.
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἄλλως τε αὐταὶ εἶναι λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν θὰ συζητηθῶσιν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§135ΙΩ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως ποινικῶν νόμων κατεδείχθη πρὸ πολλοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ φοβοῦμαι μήπως αὐξήσῃ ἡ ψευδομαρτυρία, διότι μέχρι σήμερον εἴχομεν τοὺς κατηγορουμένους φροντίζοντας διὰ τὴν ἐξεύρεσιν ψευδομαρτύρων, σήμερον δὲ ἀναγκάζομεν καὶ τοὺς μηνυτάς, ὅπως φροντίζωσι διὰ τὴν ἐξεύρεσιν ψευδομαρτύρων. Διὰ τοῦτο λοιπὸν καλὸν θεωρῶ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύηται καὶ μὲ νομοσχέδιον περὶ διαβαθμίσεως τῶν ποινῶν τῆς ψευδομαρτυρίας.
§136ΑΝΔΡ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, κεκηρυγμένος κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ σοβαρῶς ὅτι δὲν ὑφίστανται ψευδεῖς καὶ ἀνυπόστατοι μηνύσεις μεγάλαι τὸν ἀριθμόν, αἱ ὁποῖαι ὀφείλουσι νὰ ἐπισπάσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς λήψεως τοιούτου τινὸς μέτρου, περιορίζοντος ἢ καὶ ἐκμηδενίζοντος τελείως εἰς τὸ μέλλον τὴν ὕπαρξιν τοιούτων ψευδῶν καὶ ἀσυστάτων μηνύσεων, εἶμαι ὑποχρεωμένος συγχρόνως νὰ εἴπω κεφαλαιώδεις τινὰς παρατηρήσεις ἀκριβῶς διὰ νὰ καταδείξω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πλήρως κατηρτισμένον, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑφίσταται ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις ἐκείνη τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὴν ὁποίαν καὶ πρὸ ἐμοῦ δύο συνάδελφοι ἐμνημόνευσαν καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν κατ’ αἴτησιν τοῦ κατηγορουμένου δύναται τὸ Δικαστήριον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν μηνυτὴν τὰ ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα καθυπεβλήθη ἐκ τῆς ψευδοῦς μηνύσεως κατ’ αὐτοῦ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, θὰ συμβιβάζηται ἢ μᾶλλον θὰ συμβαδίζῃ ἡ παλαιὰ ἐκείνη διάταξις, ἡ ὁποία εἶναι ἐν ἀχρηστία, μὲ τὸν νέον αὐτὸν νόμον;
§137ΠΑΝΤ. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀφοῦ εἶναι χωριστὰ τὰ ἔξοδα, ἄλλα ὑφίσταται τὸ Δημόσιον καὶ ἄλλα ὁ μηνυτής.
§138ΑΝΔΡ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς λέγω, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ὁ μηνυτὴς τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ πληρώσῃ εἰς δύο διάφορα πρόσωπα τὰ ἔξοδα, τόσον εἰς τὸ Δημόσιον, ὅσον καὶ εἰς τὸν κατηγορούμενον. Ἄλλα εἶναι τὰ μέν, ἄλλα εἶναι τὰ δέ.
§139ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ πληρώσῃ καὶ τοὺς δύο.
§140ΑΝΔΡ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὅταν ἡ καταδίωξις γίνηται ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ ἐπέλθῃ ἡ ἀθώωσις τοῦ κατηγορουμένου, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει πληρώσει εἰς τὸν ἀθωωθέντα κατηγορούμενον τὰ ἔξοδα; Πῶς λαμβάνεται μονομερῶς πρόνοια μόνον ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, ὁσάκις αὕτη ἀδίκως ὑποβάλλει τὰ ὄργανα αὑτῆς εἰς καταδίωξιν κατόπιν ψευδοῦς μηνύσεως καὶ δὲν ὑφίσταται τὸ αὐτὸ μέτρον, ὁσάκις αὕτη ἐξ ἐπαγγέλματος φέρει μέχρι τοῦ ἑδωλίου τοῦ κατηγορουμένου ἀθῷον κατηγορούμενον; Ἀλλὰ καὶ ἄλλην κεφαλαιώδη παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω. Βλέπω ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ συμβούλια Πλημμελειοδικῶν καὶ Ἐφετῶν ἐκτρεπόμενα τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχουσι σαφῶς διαγεγραμμένην ἐκ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐπιβάλλουσι καὶ ποινάς, αἱ ὁποῖαι ἀντιτίθενται πρὸς τὸ ὅλον πνεῦμα τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐμνημόνευσε τὸν Γερμανικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὡς βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐκεῖ ῥητῶς λέγει, ὅτι μόνον τὰ Δικαστήρια ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἦτο ψευδὴς ἡ μήνυσις, ἐπιβάλλουσι τὴν ποινὴν ταύτην, ἀλλ’ οὐδόλως ἀναγράφει ὁ Γερμανικὸς νόμος, ὅτι καὶ τὰ δικαστικὰ συμβούλια δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσι ποινὰς πρὸς τὸν ἐγκαλοῦντα ἢ μηνυτήν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην πρέπει νὰ διαρρυθμισθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ νομοσχέδιον, διότι εἰσάγει νέαν ὅλως ἀρχήν, ἄγνωστον ἐντελῶς εἰς τὴν ποινικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν. Καὶ βλέπετε τὴν ἑξῆς μεταρρύθμισιν, ὅτι, ἐάν τις καταδικασθῇ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, δικαιοῦται νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν οὐχὶ ἐνώπιον τοῦ ἐκδόντος τὴν ἀπόφασιν Δικαστηρίου, ὡς λέγει τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἐν τῇ Γερμανικῇ νομοθεσίᾳ, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Ἐὰν λοιπὸν τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶ ὅτι δύναται ὁ θεσμὸς αὐτός, ὁ νέος, νὰ διαπλασθῇ κατὰ τρόπον ἐκπληροῦντα μίαν κοινωνικὴν ἀνάγκην ἀλλὰ μὴ ἀπομακρυνόμενος μιᾶς θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ δικαίου.
§141Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ πρὸς περιστολὴν τῶν ψευδῶν μηνύσεων, καθότι ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία δὲν εἶναι ἀρκοῦσα, ὅπως περιστείλῃ τὰς ψευδεῖς μηνύσεις. Ἀλλὰ τὰ λαμβανόμενα μέτρα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι συντελεστικά. Εἶναι μὲν συντελεστικά, ὡς πρὸς τὴν περιστολὴν τῶν ψευδῶν μηνύσεων, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβῆ διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καθότι τίθεται φραγμὸς εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ἀληθῶς ἐκτελεσθέντων ἀδικημάτων. Οὕτως ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν ὄντως ἐξετελέσθη εἴς τινα τὸ ἀδίκημα καὶ ἔχῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς μηνύσεως οἱ μάρτυρες πιθανὸν νὰ μὴ θελήσωσι νὰ καταθέσωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀποδειχθῇ ὡς ψευδὴς ἡ μήνυσις, τότε δὲν θὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀθώωσιν τοῦ ἐνόχου καὶ τὴν καταδίκην τοῦ ἀδικηθέντος εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων; Ἐκτὸς τούτου ὁ φόβος τῆς μὴ ἀποδείξεως τῆς πράξεως θὰ ὠθῇ τὸν ἀδικούμενον εἰς τὴν χειροδικίαν, καὶ οὕτως, ἀντὶ παγιώσεως τῆς δημοσίας τάξεως, θὰ ἔχωμεν τὴν διασάλευσιν αὐτῆς. Ἐν τοιαύτῃ ὅθεν περιπτώσει φρονῶ, ὅτι πρέπει ἄλλα μέτρα νὰ ληφθῶσι πρὸς περιστολὴν τῶν μηνύσεων, καὶ ὡς τοιοῦτον μέτρον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς: Ἀντὶ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τὸν ψευδῶς καταγγέλλοντα, ἀποδεικνυομένου τοῦ ψεύδους αὐτοῦ, νὰ ἐπιβληθῇ φόρος κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν μηνύσεων, καὶ ὡς τοιοῦτον φόρον προτείνω τὴν ἐπικόλλησιν φοροσήμου ἐπὶ τῶν ἐγχειριζομένων μηνύσεων.
§142ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ.......
§143Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν καὶ πάλιν λέγω, ὅτι, ἀντὶ νὰ καταδικάζωνται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων μηνύσεων, διότι τότε σᾶς βεβαιῶ ὅτι αἱ μηνύσεις θέλουσι περισταλῆ, ἐν ᾧ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ ἔχωμεν ἀντίθετα ἀποτελέσματα τῶν ἐπιδιωκομένων πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Καθότι εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι θὰ περισταλῶσιν αἱ ψευδεῖς μηνύσεις, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιδίδωνται καὶ αἱ ἀληθεῖς τοιαῦται, διότι πιθανὸν νὰ μὴ ἔχῃ ὁ παθὼν πλήρη τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκτελέσεως τῆς πράξεως, ἀλλ’ ἐλπίζει, ὅτι μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς μηνύσεως, ἐρειδομένης εἰς ἐνδείξεις περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου, εἶναι δυνατὸν ἡ ἀνάκρισις νὰ συλλέξῃ τὰς ἀποδείξεις, ὡς τοῦτο πλειστάκις συμβαίνει. Ἐξ ἄλλου, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἐκ τῶν προτέρων ἔχων πλήρη τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως ἐπιδίδῃ τὴν μήνυσιν, συμβαίνει ὥστε κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως νὰ χάσῃ ταῦτα, διότι οἱ μάρτυρες δὲν ἠθέλησαν νὰ καταθέσωσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ τότε ὅλως ἀδίκως θέλει καταδικασθῇ ὁ μηνυτής. Διὰ τοῦτο θέλω νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέλουσιν ἐπέλθει τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἐκείνων, ἅτινα ἐπιδιώκει. Οὕτω λοιπὸν οὐδεὶς θὰ τολμᾷ νὰ ἐπιδίδῃ μηνύσεις, ἐὰν δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων πεπεισμένος, ὅτι θὰ ἔχῃ πλήρη τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τῆς καταγγελλομένης πράξεως, ἐνῷ, ἐὰν ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν μηνύσεων, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεμία ψευδὴς μήνυσις θὰ ἐπιδοθῇ.
§144ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι γίνεται εἷς φόνος καὶ πηγαίνετε εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τῷ λέγετε· κύριε εἰσαγγελεῦ, ἔχω νὰ σᾶς καταγγείλω ἓν φοβερὸν ἔγκλημα. Τότε θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὁ εἰσαγγελεύς: Ἆ! Κύριε, τὸ χαρτόσημον· δὲν ἀκούω.
§145Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε, διότι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐπιλαμβάνεται τῆς αὐτεπαγγέλτου καταδιώξεως ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐγχειρίσεως τῆς μηνύσεως. Ἐκ τῆς φορολογίας λοιπὸν ταύτης θὰ ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς ἐπαύξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου Ταμείου, ὅταν μάλιστα ἐπιβληθῇ τρίδραχμον ἢ πεντάδραχμον φορόσημον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου περιστολὴν τῶν ψευδῶν μηνύσεων.
§146ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα προβαίνουσιν εἰς τὴν σύνταξιν πρωτοκόλλων καὶ ἐκθέσεων, ἐπεχουσῶν τόπον μηνύσεων καὶ περὶ τῶν ὁποίων εἶναι βεβαιωμένον ἐκ τῆς πράξεως τῶν Δικαστηρίων, ὅτι συνηθέστατα ὑποβάλλονται δολίως ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, θὰ ἐπεθύμουν νὰ γνωσθῇ, ἂν περιλαμβάνονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου καὶ τὰ ὄργανα ταῦτα.
§147Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§148ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ αὐτὸ εἰς τὰ Πρακτικά.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ συνεχίσωμεν αὔριον, ἐπειδὴ εἶναι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν νὰ ὁμιλήσωσιν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8½ μ. μ.)