| 1227 | 1) | Τοῦ Γραμματέως προϊσταμένου τοῦ γραφείου τοῦ | |||
| 1228 | Προέδρου πρὸς | Δρχ. | 240 | ||
| 1229 | 2) | Τοῦ Διεκπεραιωτοῦ | » | 200 | |
| 1230 | 3) | Τοῦ Λογιστοῦ | » | 180 | |
| 1231 | 4) | Τοῦ Διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων | » | 180 | |
| 1232 | 5) | Τῶν Γραφέων | » | 90 | |
| 1233 | 6) | Τοῦ Ἐφόρου | » | 240 | |
| 1234 | 7) | Τοῦ Βοηθοῦ τοῦ Ἐφόρου | » | 140 | |
| 1235 | 8) | Τοῦ Συντάκτου τῶν ἐπισήμων Πρακτι- | |||
| 1236 | κῶν Αʹ τάξεως | » | 240 | ||
| 1237 | 9) | Τοῦ Συντάκτου τῶν ἐπισήμων Πρακτι- | |||
| 1238 | κῶν Βʹ τάξεως | » | 180 | ||
| 1239 | 10) | Τοῦ Ἐπιμελητοῦ τῆς Ἐφημερίδος τῶν | |||
| 1240 | Συζητήσεων τῆς Βουλῆς | » | 240 | ||
| 1241 | 11) | Τοῦ Βοηθοῦ » » | » | 120 | |
| 1242 | 12) | Τῶν Στενογράφων Αʹ τάξεως | » | 320 | |
| 1243 | 13) | » » Βʹ » | » | 275 | |
| 1244 | 14) | » » Γʹ » | » | 225 | |
| 1245 | 15) | Τῶν Δοκίμων στενογράφων | » | 80 | |
| 1246 | 16) | Τοῦ Ταξινόμου τοῦ στενογραφ. γραφείου | » | 140 | |
| 1247 | 17) | Τοῦ ἀρχικλητῆρος | » | 120 | |
| 1248 | 18) | Τῶν τακτικῶν κλητήρων | » | 90 | |
| 1249 | 19) | Τοῦ τακτικοῦ θυρωροῦ | » | 60 | |
| 1250 | 20) | Τοῦ κηπουροῦ | » | 40 | |
| 1251 | 21) | Τῶν ἐκτάκτων κλητήρων | » | 60 | |
| 1252 | 22) | Τοῦ ἐκτάκτου θυρωροῦ | » | 50 |
1911.01.27
3,182 rows · 23,789 words · 1 table · 241 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14.
τῆς 27ης Ἰανουαρίου 1911.
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. παρόντων 190 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν, ὅπως τὸ ὄνομά μου ἀντικατασταθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, διότι διὰ λόγους διαρκοῦς κωλύματος δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσω τὰς ἐργασίας αὐτῆς.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§3ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, νὰ διατάξητε, ὅπως εὐκρινέστερον συντάσσωνται τὰ Πρακτικὰ καὶ μεγαλειτέρα προσοχὴ δίδηται εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν τυπογραφικῶν δοκιμίων, διότι ἐν αὐτοῖς μένουσι πολλὰ παροράματα καὶ βαρβαρισμοί.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ ἕνα βαρβαρισμόν. Θὰ ληφθῇ ἡ ζητουμένη πρόνοια. Ἀντίρρησις ἄλλη δὲν ὑπάρχει. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. (Προσέρχονται μετὰ τοῦτο καὶ δίδουσι τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον ὅρκον οἱ κύριοι Ἰωάν. Μπακόπουλος βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ Σ. Καβαλλιερᾶτος βουλευτὴς Κεφαλληνίας). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς: — Ὁ ἐφημέριος τοῦ χωρίου Ἀγριάνων τῆς Λακεδαίμονος δι’ ἀναφορᾶς του ὑποβάλλει ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς σκέψεις περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ἱερέων τῶν κωμῶν. — Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ λοχαγὸς τοῦ Οἰκονομικοῦ κ. Ἐπ. Στεργιόπουλος ἐξαιτεῖται τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γενομένου εἰς αὐτὸν ἀδικήματος ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν. — Οἱ κατάδικοι τῶν νέων φυλακῶν Ῥίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀνορθώσεως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν μέτρα καὶ δι’ αὐτούς. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἄνω Ὀρφανοὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιλυθῇ μία διαφορά των μετὰ τῶν Καντὴρ ἀγᾶ καὶ Ι. Σαπουντζῆ ἐκ Βόλου περὶ μιᾶς ἀμπέλου, ἥν τοῖς εἶχε δωρήσει κατὰ τὸ ἔτος 1849 ὁ πάππος τοῦ Καντὴρ ἀγᾶ. Ὅπως ἠκούσατε, ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Δραγούμης, ἐδήλωσεν, ὅτι κωλύεται νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ νὰ γίνῃ ἡ ἀναπλήρωσις τοῦ κ. Δραγούμη.
§5ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Δραγούμης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παραίτησίν του.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντες παρακαλοῦμεν τὸν κ. Δραγούμην νὰ μὴ ἐπιμείνῃ.
§7ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐδήλωσα παραίτησιν· παρεκάλεσα νὰ μὴ περιληφθῇ τὸ ὄνομά μου, διότι ἔχω τὴν συνείδησιν, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλώσω ὥρας τινὰς ὑπὲρ τοῦ ἔργου τούτου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Δραγούμης δηλοῖ ὄχι ἀπόλυτον ἀδυναμίαν, ἀλλὰ μερικὴν ἀδυναμίαν, ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Δραγούμην, ὅπως παραμείνῃ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, παρέχων τὴν συνδρομήν του εἰς συντέλεσιν τοῦ ἀνατεθέντος αὐτῇ ἔργου.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ὁ κ. Δραγούμης δέχεται νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Θὰ παρακαλέσω τὸν Ἀντιπρόεδρον κ. Παπαϊωάννου νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ ἐν τῇ προεδρίᾳ, διότι θὰ λάβω τὸν λόγον. (Τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§12Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Κύριοι Βουλευταί, προκειμένου νὰ συζητηθῇ τὸ σχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, θεωρῶ καθῆκον νὰ παράσχω συντόμους ἐξηγήσεις περὶ τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες μοὶ ὑπηγόρευσαν τὸ σχέδιον τοῦτο. Αἱ ἐξηγήσεις αὗται εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἀναγκαῖαι, καθ’ ὅσον ἐδημοσιεύθη ἐκ πλάνης ἐν ταῖς πρωιναῖς ἐφημερίσιν, ὅτι αὐξάνει τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς κατὰ 22 πρόσωπα· τοῦτο δὲ συνέβη, διότι οἱ ἀναγράψαντες ταῦτα εἶδον τὸν ἀριθμὸν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν παρέβαλον ταῦτα πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ ἄρθρον τὸ καταργούμενον. Ἡ αὔξησις δὲν εἶναι ἢ μόνον κατὰ τρία πρόσωπα. Ὡς ἔχουσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, παρουσιάζονται πολλὰ ἄτοπα περὶ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς. Ὑπῆρχε πρὶν ἐγκατεστημένη ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς ἦτο ἀπησχολημένος μὲ τὴν διεύθυνσιν τοῦ γραφείου, τὴν πραγματικήν, μὲ τὴν ἐργασίαν τοῦ γραφείου καὶ συγχρόνως μὲ τὴν ἐπιστασίαν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὅλης συνεδριάσεως καὶ τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς. Κατὰ συνέπειαν εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῆς χθὲς ἀντελήφθην, καὶ πρότερον δ’ ὡς Βουλευτὴς εἶχον ἀντιληφθῆ, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν καθ’ ἣν διεξήγετο ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς καὶ προεκαλοῦντο διάφοροι ἀνάγκαι, αἵτινες ἐπέβαλλον τὴν ἀδιάκοπον παρουσίαν τοῦ διευθυντοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ, τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς εὑρίσκοντο σχεδὸν ἐν παραλυσίᾳ, διότι ὁλόκληρον τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἦτο ἀπησχολημένον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν θεωρείων καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς θύρας. Ἐθεώρησα λοιπόν, ὅτι ἦτο ὀρθὸν ἡ ὅλη ὑπηρεσία νὰ διαιρεθῇ, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς νὰ καταργηθῇ ἐφεξῆς ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ τῶν γραφείων, συσταθῇ δὲ γραφεῖον Προέδρου, τὸ ὁποῖον θὰ περιλαμβάνῃ ἕνα γραμματέα προϊστάμενον τοῦ γραφείου, ἕνα διεκπεραιωτήν, ἕνα λογιστὴν καὶ δύο γραφεῖς, ὡς εἶχε καὶ πρότερον, συγχρόνως δὲ καὶ ἕνα διορθωτὴν τῶν ἐντύπων, διότι εἰς τὸ γραφεῖον ἐκεῖνο εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐκτύπωσις τῶν νομοσχεδίων, ἡ διόρθωσις τῶν προτάσεων νόμων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν τροπολογιῶν, καὶ πᾶσαι αἱ σχετικαὶ ἐργασίαι. Ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐθεώρησα ἀπαραίτητον νὰ δημιουργηθῇ θέσις ἐφόρου μεθ’ ἑνὸς βοηθοῦ, ἀνατεθῇ δὲ εἰς αὐτὸν ἡ φύλαξις ὅλου τοῦ ὑλικοῦ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἡ τάξις ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων καὶ ἡ τάξις τῶν ἀκροατηρίων καὶ τῆς εἰσόδου. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι ἀπεχθέστερον δι’ ἡμᾶς ἢ ἡ ἀταξία τῶν διαδρόμων καὶ τῆς θύρας. Συνήθως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπολιορκοῦντο ἀπὸ πληθὺν κόσμου προσερχομένου ἵνα ὑποβάλῃ παράπονα, ἀξιώσεις κλπ. Ἀπησχολοῦντο οὕτως οἱ Βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ ἔργου των. Ἵνα ἐπικρατήσῃ τάξις καὶ ἀπαλλαχθῶμεν τῆς καταστάσεως ταύτης, εἶναι ἀνάγκη, ἵνα ἱδρυθῇ ἡ πρέπουσα ὑπηρεσία. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ μὴ ἀποκρύψω ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ ἐργασίαι, αἵτινες ἐτάχθησαν ἡμῖν, εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐκ τοῦ εἴδους των εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀπασχόλησις εἰδικοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἀπαρτίαν, διότι θὰ ψηφίζωμεν συνταγματικὰς διατάξεις, αἱ πλεῖσται δὲ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται δι’ ἀναστάσεως, ἀλλὰ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ὥστε εἶναι ἀνάγκη ἀδιακόπου καὶ συνεχοῦς ὑπηρεσίας ἐπὶ τῆς ἀπαρτίας, ἵνα μὴ ἡ Βουλὴ διακόψῃ τὰ ἔργα αὑτῆς ἐλλείψει τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ἄλλη μεταρρύθμισις εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον καὶ τὸ γραφεῖον τῶν Πρακτικῶν. Πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος Κουλουμβάκης ὑπέβαλε τὴν παρατήρησιν τὴν εὐλογωτάτην, ὅτι τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ συντάσσονται ἐλλιπέστατα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ ἀπὸ χρόνου πολλοῦ δὲν εἶναι Πρακτικὰ ἐπίσημα τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εὑρετήριον τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, διότι οὐδεὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἐν τοῖς ἐπισήμοις Πρακτικοῖς τί ἀκριβῶς εἶπε. Δύναται μόνον νὰ εὕρῃ τὴν σειράν τῆς ἀγορεύσεώς του, ἵνα ἀναδράμῃ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ καὶ ἀνακαλύψῃ τὴν ἀγόρευσίν του. Συνήθως εἰς τὰ Πρακτικὰ ἀναγράφονται αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, τὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφιζόμενα νομοσχέδια καὶ αἱ δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν. Ἑπομένως ἀνάγκη εἶναι τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ νὰ τηρῶνται λεπτομερέστερον, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὑψίστη ἀνάγκη εἶναι, ὅπως λεπτομερέστερον τηρηθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς παρούσης Βουλῆς, διότι πρόκειται περὶ συνταγματικῶν διατάξεων καὶ τὰ Πρακτικὰ ταύτης θὰ εἶναι ἡ πηγὴ διὰ πᾶσαν ἀμφιβολίαν· εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέριμνα καὶ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρῶνται Πρακτικὰ ὑφ’ ἑνὸς καὶ μόνου ὑπαλλήλου λεπτομερῶς καὶ νὰ διανέμωνται ταῦτα τὴν ἐπαύριον, ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσι δύο πρόσωπα, ἵνα τηρῶσι ταῦτα, καὶ ἀποστέλλωσι ταῦτα πρὸς ἐκτύπωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον, παρετήρησα ἕτερόν τι ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν τῷ προσωπικῷ αὐτοῦ. Ὑπῆρχεν ἡ θέσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ οὐδένα σκοπὸν ἐξυπηρέτει ὡς ἐλειτούργει. Ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἦτο συγχρόνως καὶ ἐπιμελητὴς τῆς ἐφημερίδος τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ λόγῳ τῆς θέσεως καὶ τοῦ βαθμοῦ, ὃν προσέδιδεν εἰς τὴν θέσιν ταύτην ὁ μισθός, ἀπέβαινεν οὗτος ἅμα προϊστάμενος τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου, χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν συνάφειαν οὐδὲ σχέσιν πρὸς τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον. Πρὸς τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκον, ἵνα προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ χωρίσω ἐντελῶς τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς παραμένει ἀκεραία, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐλαττοῦται ὁ μισθὸς καὶ ὀνομάζεται ὁ ὑπάλληλος «Ἐπιμελητὴς τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» ὁ ὁποῖος μετὰ τῶν δύο πρακτικογράφων θ’ ἀποτελῇ τὸ γραφεῖον τῶν Πρακτικῶν, διότι τὰ μὲν ἐπίσημα Πρακτικὰ εἶναι ἡ περιληπτικὴ ἔκφανσις τῶν γενομένων, τὰ δὲ ἐστενογραφημένα εἶναι ἡ λεπτομερὴς αὐτῶν ἀφήγησις. Οὕτω τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον παραμένει αὐθύπαρκτον, ὁριζομένου ὡς προϊσταμένου τούτου ἑνὸς στενογράφου κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου. Τοιουτοτρόπως νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀποδίδεται πλήρης αὐθυπαρξία εἰς τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον λόγῳ τῆς τεχνικῆς αὐτοῦ ἐργασίας. Ἐπίσης ἐθεώρησα ὀρθόν, ἵνα προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐνισχυθῇ τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον διὰ προσθήκης δύο δοκίμων στενογράφων, ἵνα οὕτως ὑπάρχῃ φυτώριον στενογράφων, ὥστε, ἐάν τις ἐκ τῶν στενογράφων ἀπουσιάζῃ ἢ ἀσθενῇ ἢ μεταστῇ τοῦ κόσμου τούτου, νὰ ἀναπληρῶται ἀμέσως ἐκ τῶν δοκίμων. Αὗται εἶναι αἱ μεταρρυθμίσεις. Δηλῶ δὲ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ μόνη αὔξησις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται, εἶναι κατὰ 170 δραχμὰς μηνιαίως, προερχομένη ἐκ τῆς θέσεως τοῦ συντάκτου τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν βʹ τάξεως, ἐξαιρέσει τῆς ἐν τῷ στενογραφικῷ γραφείῳ προσθήκης τῶν δύο δοκίμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ αὔξησις τῆς ὅλης δαπάνης προερχομένη ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ γραφείου τῶν Πρακτικῶν καὶ τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου. Εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου, ἐθεωρήθη ἐπίσης ἀναγκαῖον, ὅπως δοθῇ ἓν ἐπιμίσθιον ἐξ 20 δραχμῶν.
§13Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ ἐν γένει διαφορὰ ποία εἶναι ἐκ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει σήμερον ὁ ἰσχύων Κανονισμός;
§14Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ προσθέσητε εἰς τὰς 170 δραχμὰς καὶ τὸν μισθὸν τῶν δύο δοκίμων στενογράφων, ὁ ὁποῖος ὁρίζεται εἰς 80 δραχμὰς δι’ ἑκάτερον, καὶ τὸ ἐπιμίσθιον τοῦ διευθυντοῦ, ἤτοι ἐν ὅλῳ 350 δραχμῶν. Ἀλλὰ τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου ἡ δαπάνη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, ὡς καὶ ἡ τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν, διότι ταῦτα εἶναι ἀνάγκαι τεχνικαὶ τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ λοιπὸν προσωπικόν, ἐπιθυμῶ νὰ πεισθῆτε, ὅτι προκειμένου περὶ προσωπικοῦ τοῦ γραφείου, λογιστηρίου καὶ τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν ἐμερίμνησα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία διαφορὰ δαπάνης πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας, διότι αἱ θέσεις ὠκονομήθησαν δι’ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑφισταμένων. Ἐπίσης ὑπάρχει μία δαπάνη εἰδικῶς διὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς προσλήψεως ἐκτάκτων κλητήρων. Ἡ Βουλὴ εἶχε προσωπικὸν ἐξ ἑνὸς ἀρχικλητῆρος καὶ δέκα τακτικῶν κλητήρων, ἀλλὰ δι’ ὑπηρεσίαν ἀριθμοῦ 180 Βουλευτῶν.
§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τότε δὲν ἐπήρκουν.
§16Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα· εἴχομεν παράπονα καθ’ ἡμέραν. Σήμερον ἔχομεν διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν, εἶναι δ’ ἀνάγκη ἡ Ἡμερησία Διάταξις κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ διανέμηται τουλάχιστον τὴν πρωίαν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωμεν μὲ 10 κλητῆρας. Συγχρόνως δὲ καὶ διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τῆς Βουλῆς δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πλειστάκις ἀπασχολοῦνται καὶ ὑπάλληλοι τηλεγραφικοί, ἀφήνω δὲ ὅτι κατὰ τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἀπασχολεῖται καὶ καταπονεῖται ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν ταύτης, διότι ὅλοι παραμένουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὀρθὸν οἱ ἔκτακτοι κλητῆρες νὰ παραμένωσι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, διὰ τοῦτο ἔχει διατυπωθῆ ἡ διάταξις, ὅτι οἱ ἔκτακτοι κλητῆρες διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ τακτικοῦ καθ’ ἑκάστην Σύνοδον, ἂν ἐγκριθῇ περὶ τούτων πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς. Καὶ συγχρόνως ὅτι οὗτοι ἀπολύονται τὴν ἐπαύριον τῆς τελευταίας συνεδρίας τῆς Συνόδου, ὥστε ἡ δαπάνη τοῦ Κράτους θὰ εἶναι μόνον διὰ τὰς ἡμέρας τῶν συνεδριάσεων. Ταῦτα, ὡς εἶπον, θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ἰσχύσωσι διὰ τὴν παροῦσαν διπλῆν Βουλήν, ἂν δὲ ἡ μετὰ ταῦτα τακτικὴ Βουλὴ δὲν εὑρίσκῃ τὴν ἀνάγκην τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἐκτάκτων κλητήρων, δύναται νὰ μὴ ἀναγράψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν της τὴν πίστωσιν. Οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀντίρρησιν, ὅπως ἀπὸ τοῦδε ἀναγραφῇ, ὅτι οἱ ἔκτακτοι κλητῆρες προσλαμβάνονται μόνον κατὰ τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Τὴν διάταξιν εἰσάγω μόνον διὰ τὸ ἔργον καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς παρούσης Βουλῆς, δι’ ἣν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Ἐπίσης ἐθεώρησα ὀρθόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἰσαγάγω εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο μίαν διάταξιν περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς τῶν ἐχόντων συμπεπληρωμένην ὡρισμένην συνεχῆ ὑπηρεσίαν· οὕτω δὲ αὐξάνεται ὁ μισθὸς τῶν μὲν συμπληρωσάντων δεκαετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν κατὰ δραχμὰς 20 μηνιαίως, τῶν δὲ συμπληρωσάντων δεκαπενταετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν κατὰ δραχμὰς 30 μηνιαίως, τῶν δὲ συμπληρωσάντων εἰκοσαετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν κατὰ δραχμὰς 40. Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία εἰς ὅλους τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους ὑπάρχει, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀδίκημα, ἂν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δὲν ἀπελάμβανον ἐπίσης τῆς αὐξήσεως. Φρονῶ δὲ ὅτι ἴσως ἡ διάταξις αὕτη δὲν θὰ ἔχῃ πρακτικὴν σημασίαν ἢ μόνον διὰ τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς, διότι ἕνεκα τῶν ἑκάστοτε πολιτικῶν μεταβολῶν δὲν ὑπάρχει πάγιον προσωπικόν. Ἐπίσης ἐθεώρησα καλόν, ἵνα προτείνω διὰ τοῦ σχεδίου τούτου τὴν μονιμοποίησιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς δι’ ὁλόκληρον τὴν Σύνοδον, καὶ διὰ τοῦτο εἰσάγεται ἡ διάταξις, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς διορίζει ὁ τακτικὸς Πρόεδρος, ὄχι ὁ προσωρινός, καὶ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς του, παρελθουσῶν δὲ τῶν πέντε ἡμερῶν οἱ ὑπάλληλοι διατηροῦνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρι τῆς ἀμέσου προσεχοῦς Συνόδου τῆς Βουλῆς· συγχρόνως δὲ προτείνω, ὅπως ὡρισμέναι θέσεις τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς δίδωνται οὐχὶ κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δυνάμει διαγωνισμοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη νομίζω ὅτι δὲν θὰ εὕρῃ ἀντίρρησίν τινα παρὰ τοῖς κυρίοις Βουλευταῖς, διότι θὰ εἶναι σώτειρα δι’ ὅλους μας. Αὗται εἶναι κεφαλαιωδῶς αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις, θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐγκρίνῃ ταύτας, ἵνα ἀπὸ τῆς αὔριον δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν τάξιν τινά.
§17Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Περιόδου τί γίνεται;
§18Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Περιόδου δὲν ἤρξατο ἀκόμη ἐκτυπουμένη. Ἡ ἐκτύπωσις ἔχει σταματήσει εἰς τὴν πρώτην τακτικὴν Σύνοδον τῆς δεκάτης ἑβδόμης Περιόδου. Συνεπῶς παραμένει ἀτύπωτος ἡ πρώτη ἔκτακτος τῆς δεκάτης ἑβδόμης Περιόδου καὶ ὁλόκληρος ἡ δεκάτη ὀγδόη Περίοδος. Τοῦτο προέρχεται κατὰ πρῶτον ἐκ τῆς ἀμεριμνησίας ἡμῶν πάντων. Ὁ ἀποθανὼν ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ὁ μακαρίτης Πολυζωίδης, ἐγένετο διώκτης πλέον τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου ὁμολογῶ, ἵνα ἐπιστρέφωμεν εἰς αὐτὸν τεθεωρημένας τὰς ἀγορεύσεις μας, διότι δυστυχῶς ὅση ἐπιμέλεια καταβάλλεται ὑφ’ ἡμῶν διὰ τὴν ζήτησιν τοῦ λόγου, τόση ἀμέλεια ἐπιδεικνύεται περὶ τὴν διόρθωσιν τῶν ἀγορεύσεών μας, ἕνεκα ἴσως καὶ τοῦ ἀηδοῦς τοῦ ἔργου. Καθιστάμεθα λοιπὸν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης.
§19Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶχε λεχθῆ καὶ ἀποφασισθῆ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας δὲν ἐπιστρέφονται διωρθωμέναι αἱ ἀγορεύσεις νὰ γίνεται ἡ ἐκτύπωσις λαμβανομένων τούτων ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν.
§20Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ λησμονῶμεν, κύριε συνάδελφε, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ δι’ ἀνατρεπτικῶν προθεσμιῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἀναγραφῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν ἐν τῷ ἐτησίῳ Προϋπολογισμῷ.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον;
§22Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐνθυμοῦνται ὅλοι ἐνταῦθα οἱ συνεχῶς ἐργασθέντες, ὅτι λόγοι οἰκονομικοί, ἴσως διὰ τὰς περιστάσεις δικαιολογούμενοι, ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν ἀδικαιολόγητοι, εἶχον ἐπιβάλει, ἵνα μὴ ἀναγράφηται πίστωσις διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν Πρακτικῶν. Εἶχε καθυστερήσει λοιπὸν ἡ ἐκτύπωσις τῶν Πρακτικῶν. Κατόπιν ὅμως ἐκρίθη, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ ἐτησίῳ Προϋπολογισμῷ πίστωσις ἐκ 10.000 διὰ τὴν ἐκτύπωσιν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως ταύτης προβαίνῃ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν ἐκτύπωσιν. Τώρα, ἂν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς δηλώσῃ νὰ φανῇ γενναιοτέρα καὶ ὁρίσῃ πίστωσιν γενναιοτέραν, εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὸ πράξῃ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον θέλω ἐπιμεληθῆ ἐντὸς τῶν καθηκόντων μου, ὅπως ἁρμοδίως ἐκτυπωθῶσιν ὅλα τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ τῆς τρεχούσης Περιόδου.
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ κλητῆρες οἱ ἔκτακτοι θὰ ἀπολύωνται αὐτοδικαίως, ἢ καθ’ ὑποχρέωσιν ὁ Πρόεδρος θὰ τοὺς ἀπολύῃ;
§24Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καθ’ ὑποχρέωσιν ὁ Πρόεδρος θὰ τοὺς ἀπολύῃ· ἂν δὲ θέλητε, δύναται νὰ τεθῇ διασάφησις, διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ὑπόνοια περὶ καταχρήσεως.
§25Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ προαγωγὴ τῶν δοκίμων στενογράφων πῶς θὰ γίνεται; Δὲν θὰ γίνεται διὰ διαγωνισμοῦ;
§26Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἡ προαγωγὴ τῶν στενογράφων ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν θὰ γίνεται διὰ προαγωγῆς· οὕτω νὰ τεθῇ.
§27Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 76 σχετικῶς πρὸς τὸ ἑξῆς μέρος· λέγει τὸ ἄρθρον ὅτι ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς τῶν συμπληρωσάντων δεκαετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν κλπ. Τοῦτο χρῄζει ἑρμηνείας. Τὸ «συμπληρωσάντων» σημαίνει καὶ ἐκείνων ὅσοι συνεπλήρωσαν κατὰ καιροὺς τόσην ὑπηρεσίαν. Τὸ «συνεχῆ» ὅμως ἀντιφάσκει, διότι σημαίνει «συναπτά». Παρακαλῶ λοιπὸν ἀντὶ τοῦ «συνεχῆ» νὰ τεθῇ «ἐν συνόλῳ».
§28Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ· τὸ «συμπληρωσάντων ἐν συνόλῳ» σημαίνει συμπληρωσάντων κατὰ διαλείμματα. Ὑποβαλὼν τὰς τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ ἠθέλησα ν’ ἀποφύγω οἱανδήποτε παρεξήγησιν, ὅτι ἔχουσιν αὗται σκοπὸν αὐξήσεως δαπανῶν. Διὰ τοῦτο ἔθεσα τὴν αὔξησιν ἐπὶ συνεχοῦς ὑπηρεσίας. Ἐὰν τώρα νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ συνεχοῦς εἰς ἐν συνόλῳ, εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὸ πράξῃ. Δηλῶ ὅμως πάντοτε, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πλὴν τῶν στενογράφων καὶ τῶν κλητήρων διὰ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους εἶναι περιττή, διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχωσιν ἄλλοι.
§29Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ δαπάνη θὰ εἶναι ἐλαχίστη, τὸ δὲ κέρδος τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῇ Βουλῇ θὰ εἶναι μέγα· δι’ αὐτὸ καλὸν εἶναι τὸ «συνεχῆ» νὰ γίνῃ «ἐν συνόλῳ».
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαλανὸς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῆς δʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 76 μετὰ τὰς λέξεις «ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς» νὰ προστεθῇ «καὶ τῆς Βιβλιοθήκης αὐτῆς», ν’ ἀπαλειφθῇ δὲ ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ἔχει τις ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§31ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ μικρὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω τοῦ Σώματος τούτου, παρετήρησα, ὅτι ἡ θέσις τοῦ διεκπεραιωτοῦ εἶναι πολυάσχολος, διότι αὐτὸς δίδει ὅλας τὰς πληροφορίας, ὅσαι ζητοῦνται εἴτε παρὰ Βουλευτῶν εἴτε παρ’ ἰδιωτῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου εἶναι ὅλως ἄδικος, διότι πρέπει νὰ ἀμείβηται καλῶς ὡς ἐκ τῆς πολυασχόλου ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἐπίσης παρατηρῶ, ὅτι, διὰ νὰ διορισθῇ τις γραφεύς, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον γυμνασίου, πιθανὸν δὲ νὰ εἶναι καὶ ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ τελειόφοιτος, καὶ αὐτὸς ὑπόκειται εἰς διαγωνισμόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἷς νέος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπολυτήριον γυμνασίου καὶ εἶναι φοιτητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται τόσας δοκιμάς, διότι ὁ Πρόεδρος μόνος δύναται νὰ κρίνῃ ἂν εἷς νέος εἶναι χρηστός.
§32Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν διάταξιν τοῦ διαγωνισμοῦ ἐπιμένω ὡς διάταξιν ἀπαραίτητον, θεωρῶ δὲ ἀναγκαῖον νὰ δηλώσω ὅτι, ἐὰν δὲν εἰσαχθῇ ἡ διάταξις αὐτή, θὰ μείνῃ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ὡς ἔχει, διότι βεβαίως ἐγώ, διὰ νὰ προβῶ εἰς οἱανδήποτε μεταβολὴν τοῦ προσωπικοῦ, εἶναι ἀδύνατον. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ καταδικασθῇ εἰς φρενοβλάβειαν μὲ τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει.
§33ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μερικὰς παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις ἔρχεται καὶ ἐπιτρέπει τὸ ἐλάττωμα, ὅπως εἶχεν ὁ πρώην ὀργανισμός, ὅστις ἐν τούτοις ἦτο συγκεντρωτικός, διότι καθιέρου τὸν μικρὸν τῶν γραφείων σύνδεσμον εἰς ἕνα διευθυντήν, ἐνῷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον μεταρρυθμίζον τὸν ὀργανισμὸν ὁρίζει τὸ ἀσύνδετον τῶν διαφόρων γραφείων, καταμοιράζον εἰς τμήματα ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξάρτητα. Ἀπὸ τοῦ 1844 ὑπάρχει «γραφεῖον τῆς Βουλῆς» καὶ σήμερον καταργουμένου τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς καθιεροῦται γραφεῖον τοῦ Προέδρου, τμῆμα δηλαδή. Τοῦτο εἰς ἐμὲ φαίνεται ἐλαττωματικόν. Δευτέραν παρατήρησιν ὑποβάλλω ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν κλητήρων. Ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν προέκυψε κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη οὐχὶ ὡς ἐκ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τοῦ ἑνός, ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τοῦ ἐκλεγομένου προσώπου. Κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη μέχρι τοιούτου, σημείου ἔφθασεν ἡ ἀνάγκη τῆς συναλλαγῆς, ἢ μᾶλλον ἡ βουλιμία τῆς συναλλαγῆς, ὥστε οὐδ’ ἐκεῖνο, ὅπερ πάντοτε πρότερον ἐσεβάσθησαν, οὐδ’ ἐκεῖνο ἐτηρήθη, τὸ νὰ ἐκλέγωνται δηλονότι οἱ συντάκται τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν τοιοῦτοι, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀντιλαμβάνωνται καὶ νὰ δύνανται νὰ ὑποβάλωσιν εἰς ἐπικύρωσιν τῆς Βουλῆς Πρακτικά, ἄξια τοῦ ὀνόματος. Ἐπανειλημμένως ἐξηγέρθημεν ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἐπανειλημμένως τῶν ἐξεγερθέντων ἡ φωνὴ ἐβόα ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν —ἀλλὰ καὶ μὴ ἀντιτιθέμενος διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἰδέας προσλήψεως καὶ δευτέρου—, ὅτι καλῶς ἐκλεγόμενος συντάκτης τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ ἡμᾶς εἰς τὸ ἔτος 1844, καθ’ ὃ θαυμάζει τις ἀναγινώσκων τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως.
§34Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ὑπῆρχον μάλιστα καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην στενογράφοι.
§35ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως καὶ διὰ τοῦτο, διότι δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικά, ἵνα καταρτίσωσιν ἐξ αὐτῶν τὰ ἐπίσημα. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀνεπαρκείας, κύριε Πρόεδρε. Ἀναγνωρίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ πρόοδος καὶ εἰς τὰ ἄλλα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μακρολογίαν νὰ καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην καὶ βοηθοῦ· ἀλλὰ πιστοποιῶ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι, ἐὰν σήμερον καὶ ἐν ταύτῃ τῇ διπλῇ Βουλῇ καὶ ταῖς ἄλλαις Βουλαῖς δὲν καθιερωθῇ εὐσυνειδήτως τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς καταλλήλου προσώπου διὰ τὴν θέσιν τοῦ συντάκτου τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν, καὶ τρίτον καὶ τέταρτον ἐὰν προσθέσωμεν, δὲν θέλομεν ἔχει ἐπίσημα Πρακτικά. Ἦλθεν ἡ ὥρα ἐνταῦθα ἀκριβῶς — διότι ἐμνημονεύθη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀποθανόντος ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, τοῦ ἀειμνήστου ἀληθῶς Πολυζωΐδου, ὅστις τὴν ζωὴν αὑτοῦ ἔδωκεν ἐργαζόμενος νυχθημερὸν ἐνταῦθα — νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐνῷ ἀκαμάτως εἰργάζετο, δὲν ἐπήρκει· διατί; Διότι εἰς τὸν Πολυζωΐδην — καὶ γνωρίζω τοῦτο ἐκ τῶν παθημάτων αὑτοῦ τῶν τελευταίων χρόνων — ἐδίδοντο βοηθοί, οἵτινες δὶς μόνον κατὰ τριακονθήμερον ἐνεφανίζοντο, εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ τέλος ἑκάστου μηνός. Καὶ ὅτε ἐνταῦθα πρὸ δύο ἢ τριῶν Συνόδων ἦλθε πρός με καὶ ἱκέτευσε, πάσχων ἐξ ἀσθενείας, ἣν ἐν τῇ Βουλῇ ἐργαζόμενος ὡς δοῦλος ἀπέκτησε, μὲ παρεκάλεσε νὰ μεσολαβήσω ἐπὶ συζητήσεως μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως δοθῶσιν εἰς αὐτὸν ἀληθεῖς βοηθοί, ὑπέδειξε δὲ καὶ τὴν μέθοδον, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀναμιχθῶ καὶ ὑπέβαλόν τινα πρότασιν περὶ τούτου. Γνωρίζετε, Κύριοι, τί συνέβη; Κληθεὶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἤκουσε ταῦτα: «σὺ εἶσαι ὁ παραίτιος ὅτι ὑποβάλλεται ἡ πρότασις αὕτη. Ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃς ὅτι, ἐὰν ἡ πρότασις αὐτὴ ἐπιμείνῃ ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ ψηφισθῇ, θὰ ἀπολυθῇς».
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἐλέγετο ὁ Πρόεδρος;
§37ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀνόματα δὲν ὑπάρχουσι, Κύριοι. Καταγγέλλω τὴν κατάχρησιν· δὲν καταγγέλλω ὀνόματα. Καί, κύριε Πρόεδρε, ἀπέσχον, διότι ἐγνώριζον, ὅτι ἡ ἀπειλὴ ἤθελεν ἐκτελεσθῆ. Αὕτη ἦτο ἡ δευτέρα παρατήρησις, γενική. Καὶ τρίτην ἐπίσης γενικὴν παρατήρησιν ἔχω, αἱ τρεῖς δὲ ὁμοῦ θέλουσιν ἀποτελέσει τρισυπόστατον σῶμα παρατηρήσεων, αἵτινες θέλουσιν ὁδηγήσει τὸν ἔχοντα, ὁμολογῶ, ἀγαθὰς διαθέσεις Πρόεδρον, ὅπως διορθώσῃ τὰ πράγματα. Ἡ τρίτη παρατήρησις εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν καλῶς τὸ πρᾶγμα ἐξετασθῇ, οἱ πρόσθετοι κλητῆρες θέλουσιν εἶναι ἐπαρκεῖς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς· ἴσως καὶ οἱ ἄλλοι οἱ μὴ πρόσθετοι θὰ ἦσαν ἐπαρκεῖς, καίτοι ἡ Βουλὴ εἶναι διπλῆ, ἂν ἐκανονίζετο τακτικὴ ἡ ὑπηρεσία πάντων. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει ἐξακολουθήσεως τῆς αὐτῆς καὶ πρότερον ἀταξίας θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ζητήσωμεν διπλάσιον ἀριθμόν, διότι τότε καὶ πάλιν θέλομεν προσκρούσει εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν.
§38Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀνάγκη ἀκριβῶς ἐπιβάλλει τὴν διαίρεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ μέχρι τοῦδε σύνθεσις ἔχει λάβει πλέον ἀξίαν ἀρχαιολογικήν, καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν φίλον κ. Δραγούμην. Τὸ ὅτι ὁ τρόπος τῆς διευθύνσεως τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς συνεχίζεται ἀπὸ τοῦ 1844 μέχρι σήμερον ὁμοιομόρφως δὲν εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ἐπέτυχεν. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός μοι φίλος, ἐπαναλαμβάνω, κ. Δραγούμης ἐνθυμεῖται τὰς ἐποχὰς διευθυντῶν τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπανεῖδε πλέον ἐν τῇ Βουλῇ· ἀλλ’ ἴσως ἐνθυμεῖται καὶ ἐποχήν τινα, κατὰ τὴν ὁποίαν κατελήφθη καὶ ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς ὑπὸ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον προσόντα οὔτε διὰ θέσεις ἐλαχίστας τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Τὸ ὕψος λοιπὸν τῆς θέσεως τοῦ διευθυντοῦ τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς δὲν ἐτηρήθη πάντοτε, οἷον ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἱδρύθη. Δὲν ὁμιλῶ δὲ περὶ τοῦ σήμερον κατέχοντος τὴν θέσιν, ὅστις ἐπαξίως —πρὸς τιμήν του τὸ λέγω— κατέχει αὐτὴν καὶ λίαν καλῶς ἐργάζεται. Αἱ ἀνάγκαι τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλουσι τὴν διαίρεσιν τῆς θέσεως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ διεύθυνσις τοῦ γραφείου καὶ ἄλλο ἡ ὑπηρεσία τῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκεῖνος δὲ ὁ ὁποῖος εἶναι κατάλληλος διὰ τὸ γραφεῖον εἶναι ἴσως ἀκατάλληλος διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἰδίως τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, καὶ πρὸς τοῦτο ἐθεώρησα ὀρθότερον, ἀφοῦ ἡ θέσις ἔχει καταπέσει τοῦ στηλοβάτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχε τάξει αὐτὴν ὁ ἀρχικὸς Κανονισμός, ὅστις ἐξομοιοῖ αὐτὴν τῷ τμηματάρχῃ, ἀφοῦ οἱ νόμοι οἱ νεώτεροι κατεβίβασαν ταύτην ἔτι μᾶλλον, ἐθεώρησα ὀρθόν, λέγω, νὰ καθορίσω ταύτην κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ διευκολύνηται ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω δέ, ὅτι ὀρθότερον εἶναι καὶ διὰ τοὺς Προέδρους, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσι τὰ ὑψηλὰ ταῦτα καθήκοντα, νὰ ἔχωσιν αὐτοὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ γραφείου καὶ νὰ μὴ ἀφήνωνται ἀπολύτως εἰς ἓν πρόσωπον· νομίζω ὀρθότερον, ἵνα ἡ ἐργασία τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς διεξάγηται ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Προέδρου· θεωρῶ δέ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν οἱ καταλαμβάνοντες τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου νὰ ὀχυρῶνται κατόπιν ὄπισθεν τῆς εὐθύνης τῶν ὑπαλλήλων, διότι τοῦτο δὲν εἶναι προσῆκον διὰ τὸν ἀναλαμβάνοντα οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ τὸν ἀναλαμβάνοντα τὴν σπουδαιοτέραν πασῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Πρακτικά, δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ὀρθότητα καὶ τὸ δίκαιον τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Δραγούμη. Ἀναμφισβητήτως ὄχι δύο, ἀλλὰ δέκα πρακτικογράφοι ἐὰν ὁρισθῶσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἄξιοι, ἀντὶ χασμῳδίας μικρᾶς, θὰ συμβῇ χασμῳδία μεγάλη. Διὰ τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Δραγούμης δὲν ἐνήσκησεν, οὕτως εἰπεῖν, προληπτικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ Προέδρου διὰ τὴν μέλλουσαν πορείαν του, ἀλλὰ μᾶλλον ἠθέλησε νὰ ἐνδείξῃ συστάσεις φιλικάς, ὅπως ἐπὶ τῆς σημερινῆς προεδρίας προληφθῇ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐγίνετο καὶ τὸ ὁποῖον ἀνομολογῶ καὶ ἐγώ. Συμφωνῶ, ὅτι προσήκουσα προσοχὴ δὲν ἐδόθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρακτικογράφου μέχρι τοῦδε, φρονῶ δέ, ὅτι τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον τοῦ πρακτικογράφου τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν δέον νὰ εἶναι πρόσωπον πεπροικισμένον διὰ τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ τρόπου τῶν συζητήσεων ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἀποδίδῃ ἀσφαλῶς τὰ ἐνταῦθα συζητούμενα. Αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς παρέχουσι δυσχέρειαν μεγάλην περὶ τὴν ἀπόδοσιν, διότι εἶναι μεγάλη ἡ ἐναλλαγὴ τῶν θεμάτων καὶ ἡ ποικιλία τῶν θεμάτων, ἐὰν δὲ ὁ πρακτικογράφος δὲν εἶναι παρεσκευασμένος πρὸς τοῦτο, ἀσφαλῶς θὰ ναυαγήσῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχομεν ἀνάγκην οὐ μόνον τὰ Πρακτικὰ νὰ εἶναι ἀκριβῆ, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα, ἐνῷ σήμερον καταγγέλλεται ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιληπτικά, προσκόπτει τὸ ἔργον τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου πρακτικογράφου εἰς τὴν τυπογραφικὴν ἀνάγκην. Τὰ Πρακτικὰ πρέπει τὴν ἐπαύριον τῆς συνεδριάσεως νὰ διανέμωνται· ἐφ’ ὅσον δ’ ἔχομεν συνεδριάσεις διαρκούσας ἴσως καὶ μέχρι δευτέρας τοῦ μεσονυκτίου, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν συζήτησιν,— ἡ πεῖρα δὲ τῆς Βουλῆς ἀπέδειξεν ὅτι ἐργάζεται αὕτη, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, τὴν νύκτα—, ἵνα προλάβωμεν τὴν ἐργασίαν καὶ ἔχωμεν διανομὴν τὴν ἐπαύριον, πρέπει βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ ἐναλλαγὴ προσώπων, ἵνα ᾖ δυνατὴ ἡ ἐκτύπωσις ἡ ἀκριβής. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ μόνον ἐθεώρησα τὴν ἀνάγκην προσθέτου προσωπικοῦ, ἐπιφυλασσόμενος ἵνα ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς προσδοκίας τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Δραγούμη διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων τῶν πρακτικογράφων, ἐὰν ὁρισθῇ νὰ εἶναι δύο, ἢ τοῦ ἑνός, ἐὰν ὁρισθῇ νὰ εἶναι εἷς· δηλῶ δὲ συγχρόνως, ὅτι αἱ θέσεις τῶν πρακτικογράφων ἦσαν πάντοτε δύο, μόλις δὲ ἀπὸ τετραετίας περιωρίσθησαν εἰς μίαν θέσιν οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ βελτιώσει τῆς ὑπηρεσίας.
§39Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 75 ὁρίζει, ὅτι ὡρισμέναι θέσεις πληροῦνται διὰ διαγωνισμοῦ. Περαιτέρω λέγεται ὅτι: «Τὸν κανονισμὸν τοῦ διαγωνισμοῦ ὁρίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐξ ἑνὸς τῶν Ἀντιπροέδρων τῆς Βουλῆς καὶ τριῶν τμηματαρχῶν τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείων, ὁριζομένων τούτων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ διαγωνισμοῦ.»
§40Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Φυσικά.
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φρονῶ ὅτι διὰ τῆς παραγράφου ταύτης τοῦ ἄρθρου 75 χορηγεῖτε μεγάλην ἐξουσίαν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Εἶναι καὶ διὰ τοὺς Ὑπουργούς, κύριε συνάδελφε, τὸ ἴδιον.
§43Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ. Ὥστε, ἀφοῦ θὰ ἔχῃ συνεργάτας καὶ συμπράκτορας ἐν τῷ διαγωνισμῷ τμηματάρχας καὶ ἕνα Ἀντιπρόεδρον, οἱ ὁποῖοι ἀρκετὰς ἐγγυήσεις θὰ παρέχωσι περὶ τῆς ἀμεροληψίας τῆς κρίσεώς των, φρονῶ ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τοιοῦτο ἀπολυταρχικὸν δικαίωμα ἐπὶ τῆς κυρώσεως τοῦ διαγωνισμοῦ.
§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Ποῦ εὑρέθη;
§45Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φρονῶ δ’ ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ κρίνῃ, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς ἐν τάξει διεξήχθη, ὁ Πρόεδρος θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κυρώσῃ αὐτόν.
§46Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Παραπονεῖσθε, διότι ὁ Πρόεδρος δὲν καταργεῖ ἑαυτόν, ἀφοῦ αὐτοβούλως περιορίζει ἑαυτόν. Ἀφ’ ἑνὸς λέγετε, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει! ἀφοῦ δὲ περιορίζει οὗτος τὰ δικαιώματά του, παραπονεῖσθε ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν τὰ καταργεῖ ἐντελῶς. Ὅλοι οἱ διαγωνισμοὶ εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους κυροῦνται ἢ ἀκυροῦνται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ διευθύνοντες τὴν ὑπηρεσίαν, διότι πρέπει ὁ διαγωνιζόμενος πολίτης νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ὑποβολῆς παραπόνων. Λοιπὸν διὰ τοῦτο ἐπεφύλαξα τὴν προεδρικὴν ἐξουσίαν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ παραπόνου οἱουδήποτε διαγωνιζομένου θεωρήσαντος ὅτι ἠδικήθη. Τοῦτο εἶναι ἐπιφύλαξις ὑπὲρ τῶν διαγωνιζομένων.
§47ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ὅτι προκειμένου περὶ ἐποπτικῶν Συμβουλίων ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπόχρεος νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην τῶν ἐποπτικῶν Συμβουλίων.
§48Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Προκειμένου περὶ μεταθέσεων καὶ παύσεων, ὄχι περὶ διαγωνισμοῦ ὅμως. Τὰ τοῦ διαγωνισμοῦ κανονίζει Β. Διάταγμα τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκδιδόμενον, καὶ εἰς τὰ Διατάγματα ταῦτα ἀναγράφεται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως.
§49ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ φροντίζων περὶ ἀποφυγῆς κινδύνων νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη μου, ὅπως πᾶς Πρόεδρος ἐν τῷ μέλλοντι προφυλαχθῇ.
§50ΙΩ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἐποιήσαντο εἰς ἐμὲ βαθεῖαν τὴν ἐντύπωσιν, καὶ ἐκ τούτου ἀχθεὶς καὶ ἐκ τοῦ ὅτι δὲν πιστεύω νὰ ἔλαβον ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ τὸν ἀνάλογον καιρόν, ὅπως μελετήσωσι τὰ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ μελετήσωσι συγχρόνως ἐντὸς 24 ὡρῶν καὶ τὰ ἑπτὰ ἔτι νομοσχέδια τὰ ὑποβαλλόμενα ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ὑπολογίζων ὅτι πρόκειται ὁπωσδήποτε περὶ δαπάνης νέας, περὶ νέων θέσεων.....
§51Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Εἴπομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι νέαι θέσεις.
§52ΙΩ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ὑποθέτω, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτά, ὅτι ὡμολογήσατε ὅτι εἶναι νέα δαπάνη τῶν κλητήρων, αὐξανομένου τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν κατὰ δέκα.
§53Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Μάλιστα.
§54ΙΩ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ὑποθέτω, ὅτι εἶναι τριῶν ὑπαλλήλων νέων ἑτέρα δαπάνη.
§55Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Παρακαλῶ· εἶναι τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου.
§56Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι τῶν ἐκτάκτων κλητήρων.
§57Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Τῶν ἐκτάκτων κλητήρων μάλιστα.
§58ΙΩ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Τῶν ἐκτάκτων κλητήρων εἶναι δέκα πρὸς ἑξήκοντα δραχμὰς κατὰ μῆνα; Εἶναι πολλά. Νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσέχωμεν πολύ, ὅταν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται αἱ δαπάναι. Ἐὰν δυνάμεθα διὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπαρχόντων νὰ πληρῶμεν τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἐνεργουμένας, μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὰς δαπάνας ταύτας, καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἔχει ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσῃ ὑποβάλλοντα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παράκλησιν, ὅπως παραπεμφθῇ ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐντὸς 24 ὡρῶν, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἀνάλογον χρόνον νὰ μελετήσωμεν καλῶς τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ παραβάλωμεν αὐτὸν πρὸς τὸν ὑπάρχοντα, νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς καὶ ὦμεν δεδικαιολογημένοι τελείως τότε ψηφίζοντες καὶ νέαν δαπάνην καὶ νέαν τροποποίησιν τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§59Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον νὰ περιορίσῃ τὴν χρηματικὴν ποινὴν εἰς τὸ τρίτον τῆς μηνιαίας μισθοδοσίας καὶ ὄχι μέχρι τοῦ ἡμίσεος, ὡς λέγει τὸ δεύτερον ἐδάφιον τῆς προτελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 75, διότι εἶναι πολύ.
§60ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, θὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 75, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ τροποποιηθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 81, τὸ ὁποῖον εἶναι σχετικὸν πρὸς αὐτὸ καὶ τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Ἄρθρον 81. Εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς συντάσσονται συμφώνως τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γραφείου καὶ τοῦ λογιστοῦ αὐτῆς, εὐθυνομένων κατὰ τὸν νόμον διὰ πᾶσαν ψευδῆ πιστοποίησιν, μισθοδοτικαὶ καταστάσεις, ἴδιαι διὰ τὸ τακτικὸν προσωπικὸν καὶ ἴδιαι διὰ τὸ ἔκτακτον τῶν τε ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, ἴδιαι δὲ διὰ τὰ ἔξοδα ἐν γένει τῆς Βουλῆς». Ἀφοῦ καταργεῖται ἤδη ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ, θὰ εὑρισκώμεθα εἰς κἄποιαν ἀνωμαλίαν ἐν σχέσει μὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐπιστηθῇ προσοχή, ὥστε κατὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 75 νὰ τροποποιηθῇ, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, καὶ τὸ ἄρθρον 81. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα κ. Παπαλουκᾶν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἐντὸς 24 ὡρῶν τὸ πολὺ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§61Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Ἔχω ἑτοίμην τὴν τροποποίησιν· πρόκειται περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀνόματος· ἀντὶ «διευθυντὴς» νὰ ὀνομασθῇ «προϊστάμενος τοῦ γραφείου». Δι’ αὐτὸ νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπὴν πρὸς Θεοῦ!
§62Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἓν ἄλλο. Λέγετε «προϊστάμενος τοῦ γραφείου» καὶ ὁρίζετε μισθὸν 240. Ἐπέρχεται λοιπὸν αὔξησις.
§63Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Αὔξησις οὐδεμία.
§64Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου μᾶς εἴπετε 400 δραχμῶν κατὰ μῆνα.
§65Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Ὄχι αὔξησις· ἐλάττωσις.
§66Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάττωσις, ἀλλ’ εἶναι ἄδικος. Βλέπω, ὅτι εἷς προϊστάμενος λαμβάνει ὀλιγώτερον ἀπὸ ἕνα γραφέα, διότι λαμβάνει 240 δραχμάς, ἐνῷ βλέπω ἀναγεγραμμένους μισθοὺς ἄλλους 320 δραχμῶν.
§67Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). 320 τῶν στενογράφων. Οἱ στενογράφοι, κύριε Ἠλιόπουλε, πληρώνονται εἰδικῶς. Θὰ ἐξισώσωμεν τὸν στενογράφον μὲ τὸν προϊστάμενον τοῦ γραφείου;
§68Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐπίσης δὲν εὑρίσκω δικαίαν καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ τοῦ διεκπεραιωτοῦ. Γνωρίζετε ποίας ὑπηρεσίας ἔχει. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου.
§69ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Φρονῶ καὶ ἐγὼ σκόπιμον τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τὴν παραπομπὴν τοῦ ὑποβληθέντος Κανονισμοῦ εἰς ἐπιτροπήν, ὅπως ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της, διότι πρόκειται περὶ Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀγνοοῦσιν εἰσέτι. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔσχον κἂν τὸν καιρὸν νὰ μελετήσω αὐτόν, εἶναι δὲ πολλά, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν διατύπωσιν εἶναι δεκτικὰ διορθώσεως καὶ ἐπεξηγήσεως. Τὸ ζήτημα π. χ. τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, τῆς κυρώσεως τοῦ διαγωνισμοῦ, καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Θέλει τάχα τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ νὰ δώσῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα; Θέλει τουτέστι τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ νὰ δώσῃ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τοῦ ἀκυροῦν τὸν διαγωνισμόν, καὶ οὐδενὸς λόγου συντρέχοντος; Ὑποθέτω, ὅτι ἀκριβέστερον καὶ γνησιώτερον θὰ ἀπεδίδετο τὸ πνεῦμα τὸ ὑπαγορεῦσαν τὴν σύνταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν καθωρίζετο, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀκυροῖ τὸν διαγωνισμόν, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς δὲν ἤθελε διεξαχθῆ σύμφωνα πρὸς τὸν διατυπώσαντα τὸν Κανονισμόν. Ἐνῷ κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυροῖ τὸν διαγωνισμόν, καὶ οὐδενὸς λόγου συντρέχοντος. Ἀλλὰ τότε πρὸς τί ὁ διαγωνισμός; Ἐὰν δύναταί τις νὰ κρίνῃ ἐκ τῆς λεπτομερείας ταύτης, θὰ ἴδῃ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἐπιδεκτικὸς μελέτης, καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν γνώμην νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῷ τέλει, ὅπως ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν εἰς ἡμᾶς καὶ δοθῇ καιρὸς νὰ μελετήσωμεν ἐπισταμένως ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον πάντες σχεδὸν πρώτην φορὰν θὰ μελετήσωσι.
§70Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι αὐτοὶ εἶναι μὲ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἄλλος νόμος. Βλέπετε, ὅτι διὰ τοὺς κατωτέρους γίνεται εἷς διαγωνισμός, εἰς τὸν ὁποῖον περιλαμβάνονται οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ προϋπηρετήσαντες, Ἀλλ’ οἱ προϋπηρετήσαντες εἰς ὑπηρεσίαν δευτέρας τάξεως γραφέων εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πιθανῶς νὰ μὴ φέρωσιν ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Δὲν καθορίζεται δ’ ἐν τῷ νόμῳ ὁποῖα θὰ εἶναι τὰ προσόντα καὶ εἰς ποῖα σημεῖα θὰ γίνῃ ἡ ἐξέτασις, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὰ προσόντα δι’ ἐξετάσεις καὶ δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀπαντήσωσιν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ καθορισθῶσιν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξετάσεις. Ἐρωτῶ λοιπόν, εἶναι σωστὸν νὰ ἐναπόκειται τοῦτο εἰς τὸν Πρόεδρον; Ποῖα θὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσῃ; Φρονῶ συνεπῶς, ὅτι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ πρέπει νὰ προσδιορισθῇ εἰς ποῖα σημεῖα θὰ ἐξετάζωνται, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζωσιν οἱ μέλλοντες νὰ ἐξετασθῶσιν.
§71ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταί, νὰ νομίζω, ὅτι συμβαίνουσι δύο ἄτοπα. Πρῶτον νὰ πέσωμεν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν παρεξήγησιν, ὅτι συζητοῦμεν μετὰ σοβαρότητος δι’ ὀλίγας τινὰς δραχμάς, προκειμένου περὶ διοικήσεως τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς. Ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην δὲν εἶναι σοβαρά. Δεύτερον ἄτοπον, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι τοῦτο: ἐνῷ ἐπεκροτήθη ἴσως ὑπό τινων ἡ γνώμη, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταπέσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ διευθύνοντος τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς, δὲν ἐξηγέρθημεν πάντες διότι κατεβλήθη προσπάθεια, οὐχὶ βεβαίως κατὰ πρόθεσιν, ἀλλὰ κατὰ παρεξήγησιν, κατεβλήθη, λέγω, προσπάθεια νὰ καταβιβασθῇ τὸ ἀξίωμα ἐκείνου, ὅστις εἶναι ἡ τελειοτέρα ἐκπροσώπησις τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. (Δεικνύει πρὸς τὸ Προεδρεῖον). Δὲν ἀνέμενον, Κύριοι, πάντοτε κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, νὰ νομίσητε, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ δοθῇ ἐξουσία τις, δὲν ἠξεύρω ἄλλως τε ποία ἐξουσία, εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ ἔθνους. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἐλάχιστος λόγος νὰ παραπεμφθῇ τὸ σχέδιον τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν, καὶ ὑπάρχει λόγος σπουδαῖος νὰ μὴ παραπεμφθῇ, διότι τὸ τελειότερον σχέδιον καὶ ὁ τελειότερος Κανονισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσιδιάζει εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου. Ἐφ’ ὅσον δὲ αἱ τροποποιήσεις εἶναι ἐπουσιώδεις, αἱ δὲ δαπάναι ἐλάχισται, καὶ πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν ἕνα Κανονισμόν, ὅστις, διότι ἀπορρέει ἀπὸ τοῦ τακτικοῦ Προέδρου, θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀκριβῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἐντελέστερον, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ δισταγμός, ὅπως ψηφισθῇ, παραχρῆμα, διὰ νὰ λείψωσι τὰ λόγια.
§72Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ νέας θέσεις δημιουργήσωμεν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην κλητήρων. Ὅσοι τῶν κ. Βουλευτῶν ἔχουσιν ἀνάγκην κλητήρων ἂς τοὺς καμαρώσωσιν οἱ ἐκλογεῖς των. Ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν τὰς ἑστίας μας, διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον καὶ τὸν προορισμόν μας. Νομίζω, ὅτι πᾶν μέτρον τοῦ κ. Προέδρου, τὸ ὁποῖον τείνει πρὸς αὔξησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀπορριπτέον καὶ ἄσκοπον. Ἐπὶ πλέον δὲ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ὁ Κανονισμός, ἵνα μελετηθῇ καὶ ἔχωμεν ἐπὶ τούτου ἀσφαλῆ κρίσιν.
§73Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ἵνα αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν, καθότι ὁμολογουμένως δὲν ἐλάβομεν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως μελετήσωμεν τὰ καθέκαστα αὐτοῦ. Ὑπάρχουσι πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι χρήζουσι σκέψεως μεγάλης. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν διαγωνισμῶν εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν θέσιν του. Οὐδεμίαν ἐκφράζω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς οὗτος θέλει διεξαχθῆ μετὰ τῆς δεούσης αὐστηρότητος. Τὰ κανονιστικὰ διατάγματα τῶν διαγωνισμῶν, ὡς μέχρι τοῦδε ἐγένοντο, παραθέτουσι πολλάκις τοιούτους περιορισμούς, ὥστε νὰ καθιστῶσι τὸν διαγωνισμὸν σχεδὸν ἀνέφικτον ἢ προνομιοῦχον. Ἐπειδὴ δὲ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν διαγωνισμῶν, ὡς διεξάγονται παρ’ ἡμῖν, δὲν ἀσφαλίζουσι τὸν ἱκανώτερον, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ τὸ σχέδιον αὐτὸ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα αὑτῆς ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν καὶ δοθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς μελέτην αὐτοῦ.
§74Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη πρότασις χθὲς περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ παρεπέμφθη αὕτη εἰς ἐπιτροπήν. Σήμερον ὑποβάλλετε ἄλλην.
§75Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ παροῦσα πρότασις ἐκηρύχθη κατεπείγουσα.
§76Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα.
§77Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ἰσχύων σήμερον, θὰ ἰσχύῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον χθὲς οἱ κ. Ὑπουργοί, ἠθέλησαν νὰ κάμωσι προσθήκην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας θὰ παρουσιάσῃ τὸ ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπεβλήθη ἴδιος Κανονισμὸς διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὡρισμέναι δὲ μόνον διατάξεις τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ τροποποιοῦνται καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ σημερινοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπειδὴ σήμερον ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὑπάρχει ἤδη ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη ἡ πρότασις τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ παραπεμφθῇ καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑποβληθῇ μία πρότασις ἀφορῶσα τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§78ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον, διατί ἡ μὲν ἐπιτροπὴ τοῦ διαγωνισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὁριστικοί, προεδρεύεται ὑφ’ ἑνὸς τῶν Ἀντιπροέδρων τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ διαγωνισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται οἱ προσληφθησόμενοι δόκιμοι στενογράφοι, προεδρεύεται ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Προέδρου.
§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Ἡ διάταξις αὕτη περὶ τῶν στενογράφων ὑπῆρχε καὶ ἐπαναλαμβάνεται, διὰ νὰ μὴ γίνῃ μετατροπή.
§80ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Παρατηρῶ καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, ὅτι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς στενογράφους, εἶναι ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς ἄλλους.
§81Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος). Βεβαίως, διότι ὁ στενογράφος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ μόνον ἀντίληψιν ἀκοῆς, ἀλλὰ καὶ ἀντίληψιν γνώσεων, διότι, ἂν δὲν ἀντιλαμβάνεται αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀκούει, δὲν δύναται καὶ νὰ τὸ ἀποδώσῃ.
§82Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέπτυξεν ἀρκούντως τὸ σχέδιον τὸ ἀφορῶν τὰς τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, κατόπιν δὲ τῆς γενομένης συζητήσεως ἐσχημάτισα οἵαν ἔπρεπε νὰ σχηματίσω γνώμην περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐγὼ πρὸ ὀλίγου ἔλαβον γνῶσιν τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι κατόπιν τῆς γενομένης συζητήσεως ἐσχημάτισα οἵαν ἔπρεπε νὰ σχηματίσω γνώμην. Διότι πρόκειται περὶ μεταβολῆς ἑνὸς προσώπου καὶ περὶ προσθήκης κλητήρων τινῶν, ὧν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή, καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος συντρέχει, ὥστε νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ σημεῖον νὰ παραπέμψῃ τὸ σχέδιον εἰς ἐπιτροπήν. Καὶ τί θὰ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπή; Ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν κλητήρων ἢ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προστεθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ οἱ ἐπιπλέον; Διὰ τοῦτο εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ παραπεμφθῇ, ἤ, ἂν ὑπάρχωσιν οἱ ἀντιλέγοντες, ἂς δηλώσωσι, διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ.
§83Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§84ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ πρόχειρον λογαριασμὸν— δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ἀκριβής—ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς 15.000.
§85Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς δʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 76 παρακαλῶ ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς» προστεθῇ «καὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς». Ν’ ἀπαλειφθῇ δὲ ἡ προτελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 77.
§86Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οἱ κλητῆρες οἱ ἔκτακτοι θὰ εἶναι μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Συνόδου. Θέλετε νὰ τοὺς κόψητε; Μὴ ἐγκρίνετε.
§87ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι τόσον ὀλίγα τὰ ἔξοδα, ὅσα λέγετε.
§88Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης εἶναι 350 δραχ. κατὰ μῆνα, τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου καὶ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς. Τὸ περιπλέον εἶναι ὁ μισθὸς τῶν ἐκτάκτων κλητήρων, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 600 δραχ. κατὰ μῆνα. Ἂν νομίζητε, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη θὰ θέσῃ ἐν κινδύνῳ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, δύνασθε νὰ διαγράψητε τὴν σχετικὴν διάταξιν ἀπὸ τὸ προτεινόμενον σχέδιον, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω κατόπιν, ὅταν θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ συνεδριάσεις νὰ μὴ ὑποβάλλωνται παράπονα, ὅτι δὲν διενεμήθησαν τὰ ἔντυπα, διότι ἐγὼ θὰ εἶμαι ἀθῷος. Ἂν ἀναλαμβάνητε τὴν εὐθύνην τῶν παραπόνων, ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§89ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν παλαιὸν Κανονισμὸν τὰ ἔξοδα ἀνήρχοντο εἰς 62.000 μηνιαίως, κατὰ δὲ τὸν νέον ἀνέρχονται εἰς 77.640. Ἐὰν εἴχετε στατιστικοὺς πίνακας, θὰ ἦσθε εἰς θέσιν νὰ διαφωτίσητε τὴν Βουλήν.
§90Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀφοῦ εἶσθε τόσον ἕτοιμος εἰς τοὺς λογαριασμούς, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶσθε ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, συναινεῖ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν;
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συναινεῖ ἡ Βουλή. Προχωρεῖ ἡ ψήφισις κατ’ ἄρθρον καὶ ἐδάφιον. (Ἀναγινώσκεται ἡ εἰς τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Κανονισμοῦ προσθήκη). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 58 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 75 (ἀναγινώσκεται).
§94ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰς λέξεις ἐφορεία καὶ ἔφορος διὰ τῶν κοσμητεία καὶ κοσμήτωρ.
§95Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχομεν κοσμήτορα.
§96ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε ἐπιμελητής;
§97Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· ἀφήσατε τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἔχω δώσει.
§98ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ μίαν παρατήρησιν εἰς τὴν προτελευταίαν παράγραφον. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ τέταρτον καὶ ὄχι εἰς τὸ ἥμισυ.
§99Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀφήσατέ το. Τὸ δικαίωμα τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς ὑπάρχει καὶ σήμερον, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως.
§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι, ψηφιζομένης τῆς διατάξεως ταύτης, θὰ ψηφισθῇ τι, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, διότι διὰ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἐπιβάλληται ποινὴ πειθαρχική. Καὶ ποιναὶ πειθαρχικαὶ νομίζω ὅτι μόνον διὰ νόμου δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν. Ὁ Κανονισμὸς ἔχει ἰσχὺν ὡς πρᾶξις ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἡ ποινὴ δὲν δύναται διὰ πράξεως τοιαύτης ψηφιζομένης, ὡς ἤθελεν αὕτη ψηφισθῆ, δὲν δύναται, λέγω, νὰ ἐπιβληθῇ.
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Χρηματικὴ ποινὴ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου, καὶ διότι θὰ ἐχρειάζετο εἰδικὸς νόμος πρὸς τοῦτο, καὶ διότι εἰδικώτερον δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος νὰ ἐπιβάλλῃ χρηματικὰς ποινάς, δηλαδὴ ἐπανορθωτικὰς ποινάς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ μεταβληθῇ ἡ φρασεολογία καὶ νὰ τεθῇ ὅτι ἐπιβάλλονται πρόστιμα χρηματικά.
§102Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν νὰ τεθῇ «πειθαρχικὰ πρόστιμα».
§103ΘΑΛΗΣ ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τῆς προτάσεώς του δικαιολογεῖ τὴν προσθήκην δύο δοκίμων στενογράφων. Λέγει, ὅτι θέλει αὐτοὺς ὡς φυτώριον στενογράφων. Ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, βεβαίως δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος εἶναι ἁρμόδιος καὶ θὰ ἐξήτασεν, ἂν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς προσθήκης τῶν δύο δοκίμων στενογράφων. Διὰ τὴν διδασκαλίαν ὅμως αὐτῶν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ Βουλή. Αἱ ἐφημερίδες κρατοῦσιν ἐστενογραφημένα Πρακτικά, ὑπάρχει δὲ καὶ σχολὴ στενογραφική, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ προσθήκη 160 δραχμῶν διὰ διδασκαλίαν. Σχετικῶς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν κλητήρων νομίζω, ὅτι ὁ διπλασιασμὸς τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, διαρκούσης τῆς Συνόδου, δὲν δικαιολογεῖται. Ὁ διπλασιασμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν δὲν πρέπει νὰ διπλασιάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων. Μικρά τις αὔξησις εἶναι δικαιολογημένη. Ἐξ ἄλλου δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν χρειάζονται οἱ 10 τακτικοὶ κλητῆρες, ὅταν δὲν ἔχῃ συνεδριάσεις ἡ Βουλή. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔχει μόνον 4 κλητῆρας. Ἂν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἀνάγκη αὐξήσεως διαρκουσῶν τῶν συνεδριάσεων, δύναται νὰ γίνῃ ἐλάττωσις τῶν τακτικῶν, μὴ ὑπαρχουσῶν συνεδριάσεων.
§104Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ πρόσληψις δύο δοκίμων στενογράφων, διότι ἡ ἀνάγκη αὐτῶν μοὶ παρεστάθη ὑπὸ τῆς ἰδίας ὑπηρεσίας. Βεβαίως ὑπάρχουσι στενογραφικαὶ σχολαὶ καὶ ἡ διδασκαλία αὐτῶν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται ἐνταῦθα, ἀφοῦ ἡ πρόσληψις αὐτῶν θὰ γίνῃ κατόπιν διαγωνισμοῦ, ὁ ὁποῖος προϋποθέτει ἀνθρώπους καταρτισθέντας ἐν τῇ στενογραφίᾳ. Πρέπει ὅμως ἀκόμη νὰ ὑπηρετήσωσιν οἱ στενογράφοι ὡς δόκιμοι ἐνταῦθα, ἵνα προσανατολισθῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι καὶ ὁ καλλίτερος στενογράφος εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ποικίλην ἐργασίαν τῆς Βουλῆς κανονικῶς. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ κἄτι ἄλλο. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἀρτίαν τὴν στενογραφικὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς. Ὁ νοῶν νοείτω, καὶ μὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ κάμω ἐξήγησιν μείζονα. Συνήθως ἀπουσιάζουσιν εἷς ἢ δύο στενογράφοι εὑρισκόμενοι ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν. Διὰ τὸ ζήτημα τῶν κλητήρων ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀνάγκη ὑποδεικνύει τὴν αὔξησιν αὐτῶν, διότι θὰ ἔρχησθε καθ’ ἑκάστην καὶ θὰ ζητῆτε ἀναβολὴν τῶν συζητήσεων, διότι δὲν θὰ ἔχητε λάβει ἐγκαίρως τὰ νομοσχέδια καὶ τὰ λοιπὰ ἔγγραφα. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ 10 μόνον ἀνθρώπους, ἐξ ὧν οἱ ἡμίσεις γηράσαντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν διανομὴν τῶν ἐντύπων εἰς διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν καὶ εἰς νυκτερινὴν ἐργασίαν, διότι ἔχουσιν οἱ κλητῆρες συνάμα τὴν ἐποπτείαν τῶν θυρῶν καὶ τῆς τάξεως. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀναμίξῃ τὸ ζήτημα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς μὲ τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου. Λέγω τοῦτο διά τινας τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ἐξαρτήσωσι τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ τακτικῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς μὲ ἐπὶ πλέον δαπάνην 3 χιλ. δραχμῶν. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ἐγκρίνητε τὰς τροποποιήσεις, ἀπορρίψατε αὐτάς, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ παραπονῆσθε ἔπειτα διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας.
§105Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν τακτικῶν, ὅταν παύωσιν αὗται.
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θέλετε νὰ ἀπολυθῶσιν; Ἀνέλθετε σεῖς εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, ἀναλάβετε τὴν γραφίδα του καὶ ἀπολύσατε ὁσουσδήποτε τῶν κλητήρων, τῶν ἐχόντων ὑπεροκταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Βουλῇ.
§107Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα.
§108Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον τὸν κ. Πρόεδρον μὲ δαπάνην ἐτησίαν 3 χιλ. δραχμῶν, παρὰ νὰ ἔχωμεν ἐλλιπεστάτην ὑπηρεσίαν, ὡς γίνεται τώρα. Ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην ἄνευ αὐτῶν, δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀρνηθῶμεν.
§109Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔθηκε μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία δὲν δικαιολογεῖται, τὴν ἀρχήν, ὅπως τὸ Κράτος γίνῃ πρυτανεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ τρέφῃ ἀχρήστους ἀνθρώπους.
§110Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἄχρηστοι.
§111Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δύναται ἡ Πολιτεία νὰ δώσῃ σύνταξιν εἰς αὐτούς, ἀλλὰ δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ διατηρῇ ἀχρήστους ἀνθρώπους. Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ θὰ εἶναι ἴσως ἠναγκασμένοι, ὅταν θὰ παρουσιάσωσι τοὺς προϋπολογισμούς των, νὰ ἀποκόψωσι δαπάνας· γνωρίζω δέ, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπαξιωματικοὶ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ μακρὰ ἔτη θὰ ἀπολυθῶσιν ἐλλείψει θέσεων. Ὅπως τὸ σοβαρὸν τοῦτο μέτρον θὰ ληφθῇ δι’ ἀνθρώπους χρησίμους, τὸ αὐτὸ μέτρον πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τοὺς κλητῆρας, τοὺς μὴ χρησίμους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὅτι δὲν δύνανται οὗτοι νὰ παυθῶσιν, εἶναι βεβαίως πολὺ φιλάνθρωπος, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι φιλάνθρωπος, ὅταν ἀπομυζᾷ τὸ χρῆμα τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Βεβαίως εἶναι βαρὺ τὸ νὰ ἀπολυθῇ τις, ἀλλ’ εἶναι βαρύτερον νὰ φορολογῆται ὁ ἄρτος τοῦ λαοῦ μὲ 15–20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§112Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τούτου· ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐργάζονται ἐπὶ ἕξ μῆνας βαρύτατα καὶ τοὺς μισθοδοτεῖ τὸ Κράτος 12 μῆνας γλισχρότατα.
§113Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Οἱ δόκιμοι, διὰ νὰ εἰσέλθωσι, θὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις, ἀλλὰ πῶς θὰ προαχθῶσιν εἰς στενογράφους;
§114Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ διαγωνισμοῦ. Ἔχω τροπολογίαν.
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ διοριζόμενοι διὰ διαγωνισμοῦ πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ πῶς παύονται. Νὰ ἐξασφαλισθῶσι τουτέστι.
§116Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐλήφθη πρόνοια διὰ μίαν Σύνοδον, διότι πέρα τῆς Συνόδου ἡ πρόνοια εἶναι ματαία, διότι μία πολιτικὴ μεταβολὴ τῆς θέσεως τῆς Βουλῆς δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰ πάντα. Ἡ τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς: «Δόκιμος στενογράφος διορίζεται ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κεκτημένος τοὐλάχιστον εἰσιτήριον ἐγγραφῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, πρωτίστως δὲ ἐν διαγωνισμῷ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τριῶν στενογράφων αʹ τάξεως ὁριζομένων πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Αἱ προαγωγαὶ εἰς τὰς θέσεις στενογράφου γʹ, βʹ καὶ αʹ τάξεως ἐνεργοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει διαγωνισμοῦ τελουμένου κατὰ τὴν ἀνωτέρω διάταξιν». Ὡς πρὸς τοὺς κλητῆρας τὸ ἐδάφιον 12 τροπολογεῖται ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἔκτακτοι κλητῆρες καὶ ὁ ἔκτακτος θυρωρὸς διορίζονται ὑπὸ τοῦ τακτικοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀπολύονται δὲ ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τὴν ἐπαύριον τῆς τελευταίας συνεδριάσεως ταύτης...»
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 75 μὲ τὴν προσθήκην τῆς φράσεως «καὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...
§118Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Διὰ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν....
§119Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐτέθη πειθαρχικὸν πρόστιμον ἀντὶ τῆς ποινῆς.
§120Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀντὶ τῆς συνεχοῦς ὑπηρεσίας δὲν θὰ τεθῇ τὸ ἐν συνόλῳ;
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 75 ὡς ἐτροποποιήθη). Ἄρθρον 76 (ἀναγινώσκεται).
§123Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω ὑπάλληλον πολυασχολώτερον τοῦ διεκπεραιωτοῦ τῆς Βουλῆς. Νομίζω δέ, ὅτι κακῶς κατεβιβάσθη ὁ μισθός του ἀπὸ 240 εἰς 180 καὶ πρέπει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ μέσον.
§124Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ ἔχῃ τὴν ἰδίαν μισθοδοσίαν μὲ τὸν λογιστήν.
§125Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου. Ἐγὼ ὑπέβαλον πρότασιν μὲ μισθὸν 180 δραχμῶν, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ γεννηθῇ ὑπόνοια, ὅτι ἐπέφερον σπατάλην. Ἠθέλησα νὰ τακτοποιήσω τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς καὶ περιέκοψα μισθούς, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς μεγάλην δαπάνην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ ὑπερβῇ τὰς 200 δραχμάς.
§126Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου...
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Γαλανοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 77. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν κατάργησιν τῆς προτελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 77, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γαλανοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§128Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 81 διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ὑπαλλήλου. Τὸ ἄρθρον 81 λέγει ὅτι: «εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς συντάσσονται, συμφώνως τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ γραφείου καὶ τοῦ λογιστοῦ αὐτῆς, εὐθυνομένων κατὰ τὸν νόμον διὰ πᾶσαν ψευδῆ πιστοποίησιν κ.τ.λ.» Αἱ λέξεις «ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γραφείου» θὰ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν «ὑπὸ τοῦ Γραμματέως προϊσταμένου τοῦ γραφείου».
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 81 ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 96 (ἀναγινώσκεται).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται οὕτω τὸ σύνολον τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἔχον οὕτω): Αʹ. Εἰς τὸ ἄρθρον 58 προστίθεται: Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν διακοπὴ τῆς ψηφοφορίας πρὸς δικαιολογίαν τῆς ψήφου των. Βʹ. Τὸ ἄρθρον 75 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς: Ἄρθρον 75. Ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς διεξάγεται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Προέδρου. 1) Διὰ τοῦ Γραφείου τοῦ Προέδρου 2) Διὰ τῆς Ἐφορείας. 3) Διὰ τοῦ γραφείου τῶν Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. 4) Διὰ τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου. 5) Διὰ τοῦ προσωπικοῦ τῶν κλητήρων καὶ ὑπηρετῶν. Τὸ Γραφεῖον τοῦ Προέδρου ἀποτελοῦσιν: Εἷς Γραμματεύς, προϊστάμενος τοῦ Γραφείου. Εἷς Διεκπεραιωτής. Εἷς Λογιστής. Εἷς Διορθωτὴς τῶν ἐντύπων. Δύο Γραφεῖς. Ἡ Ἐφορεία ἀποτελεῖται ἐξ ἑνὸς Ἐφόρου καὶ ἑνὸς Βοηθοῦ. Τὸ Γραφεῖον τῶν Πρακτικῶν ἀποτελοῦσιν: Εἷς Συντάκτης τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν Αʹ. τάξεως. Εἷς Συντάκτης τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν Βʹ. τάξεως. Εἷς Ἐπιμελητὴς τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Εἷς Βοηθὸς Ἐπιμελητὴς τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Τὸ Στενογραφικὸν γραφεῖον ἀποτελοῦσι: Τέσσαρες Στενογράφοι Αʹ. τάξεως Δύο Στενογράφοι Βʹ. τάξεως Δύο Στενογράφοι Γʹ. τάξεως Δύο Δόκιμοι στενογράφοι. Εἷς Ταξινόμος τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου. Τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου προΐσταται εἷς Στενογράφος Αʹ τάξεως ὁριζόμενος ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τὸ προσωπικὸν τῶν κλητήρων καὶ ὑπηρετῶν ἀποτελεῖται: Ἐξ ἑνὸς ἀρχικλητῆρος, δέκα τακτικῶν κλητήρων, δέκα ἐκτάκτων κλητήρων, ἑνὸς τακτικοῦ καὶ ἑνὸς ἐκτάκτου θυρωροῦ καὶ ἑνὸς κηπουροῦ. Πάντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἀπολύονται· δίδουσι δὲ τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ προϊστάμενος τοῦ γραφείου τοῦ Προέδρου γραμματεύς, ὁ διορθωτὴς τῶν ἐντύπων, ὁ ἔφορος, ὁ βοηθὸς τοῦ ἐφόρου, οἱ συντάκται τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν Αʹ καὶ Βʹ τάξεως καὶ ὁ ἐπιμελητὴς τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς διορίζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ διεκπεραιωτής, ὁ λογιστής, οἱ γραφεῖς, ὁ βοηθὸς τοῦ ἐπιμελητοῦ τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς διορίζονται ἐπὶ τῇ βάσει διαγωνισμοῦ προκηρυσσομένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς μεταξὺ τῶν ἐχόντων ἀπολυτήριον Γυμνασίου ὡς καὶ τῶν προϋπηρετησάντων εἰς τὰς θέσεις ταύτας. Τὸν κανονισμὸν τοῦ διαγωνισμοῦ ὁρίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐξ ἑνὸς τῶν Ἀντιπροέδρων τῆς Βουλῆς καὶ τριῶν τμηματαρχῶν τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείων, ὁριζομένων πάντων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ διαγωνισμοῦ. Δόκιμος στενογράφος διορίζεται ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κεκτημένος τοὐλάχιστον εἰσιτήριον ἐγγραφῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, πρωτεύσας δ’ ἐν διαγωνισμῷ διεξαγομένῳ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τριῶν στενογράφων Αʹ τάξεως ὁριζομένων πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Αἱ προαγωγαὶ εἰς τὰς θέσεις στενογράφου Γʹ, Βʹ καὶ Αʹ τάξεως ἐνεργοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει διαγωνισμοῦ, τελουμένου κατὰ τὴν ἀνωτέρω διάταξιν. Ὁ ταξινόμος τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου διορίζεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τῇ προτάσει τοῦ προϊσταμένου τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου. Ἀρχικλητὴρ καὶ τακτικοὶ κλητῆρες διορίζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατὰ προτίμησιν ὅσοι διετέλεσαν ἤδη τοιοῦτοι ἢ ὅσοι ὑπηρετήσαντες ἐπὶ διετίαν ἐν τῷ στρατῷ ἢ τῷ ναυτικῷ ἀπελύθησαν τῶν τάξεων μὲ τὸν βαθμὸν ὑπαξιωματικοῦ καὶ μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον μὲν ἐκ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καλὴν δὲ ἐκ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Ἔκτακτοι κλητῆρες, θυρωροὶ καὶ κηπουρὸς διορίζονται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, ὁ ἀρχικλητήρ, οἱ τακτικοὶ κλητῆρες, ὁ τακτικὸς θυρωρὸς καὶ ὁ κηπουρὸς δύνανται ν’ ἀπολυθῶσι καθ’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς μόνον ὑπὸ τοῦ τακτικοῦ Προέδρου καὶ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς του. Οἱ μὴ ἀπολυθέντες ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης διατηροῦνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρι τῆς ἀμέσως προσεχοῦς Συνόδου τῆς Βουλῆς. Οἱ ἔκτακτοι κλητῆρες καὶ ὁ ἔκτακτος θυρωρὸς διορίζονται ὑπὸ τοῦ τακτικοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀπολύονται δ’ ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τὴν ἐπαύριον τῆς τελευταίας συνεδριάσεως ταύτης. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνασκῶν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς ἐν γένει πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπιβάλλει 1) ἐπίπληξιν, 2) περικοπὴν μισθοῦ μέχρι τοῦ ἡμίσεος τῆς μηνιαίας μισθοδοσίας, 3) προσωρινὴν παῦσιν μέχρι δύο μηνῶν, 4) ἀπόλυσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ὁριστικὴ ἀπόλυσις δύναται νὰ ἐπιβληθῇ μετ’ ἐπιβολὴν δύο ἄλλων πειθαρχικῶν ποινῶν, ὁ δ’ οὕτως ἀπολυόμενος δὲν δύναται νὰ διορισθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐπὶ ὁλόκληρον Περίοδον ταύτης. Ἡ ἁρμοδιότης καὶ τὰ καθήκοντα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς ὁρίζονται διὰ κανονισμοῦ ὑπηρεσίας ἐκδιδομένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Γʹ. Τὸ ἄρθρον 76 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς: Ἄρθρον 76. Ὁ μηνιαῖος μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν κλητήρων ὁρίζεται ὡς ἑξῆς:
| 1) | Τοῦ Γραμματέως προϊσταμένου τοῦ γραφείου τοῦ | ||
| Προέδρου πρὸς | Δρχ. | 240 | |
| 2) | Τοῦ Διεκπεραιωτοῦ | » | 200 |
| 3) | Τοῦ Λογιστοῦ | » | 180 |
| 4) | Τοῦ Διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων | » | 180 |
| 5) | Τῶν Γραφέων | » | 90 |
| 6) | Τοῦ Ἐφόρου | » | 240 |
| 7) | Τοῦ Βοηθοῦ τοῦ Ἐφόρου | » | 140 |
| 8) | Τοῦ Συντάκτου τῶν ἐπισήμων Πρακτι- | ||
| κῶν Αʹ τάξεως | » | 240 | |
| 9) | Τοῦ Συντάκτου τῶν ἐπισήμων Πρακτι- | ||
| κῶν Βʹ τάξεως | » | 180 | |
| 10) | Τοῦ Ἐπιμελητοῦ τῆς Ἐφημερίδος τῶν | ||
| Συζητήσεων τῆς Βουλῆς | » | 240 | |
| 11) | Τοῦ Βοηθοῦ » » | » | 120 |
| 12) | Τῶν Στενογράφων Αʹ τάξεως | » | 320 |
| 13) | » » Βʹ » | » | 275 |
| 14) | » » Γʹ » | » | 225 |
| 15) | Τῶν Δοκίμων στενογράφων | » | 80 |
| 16) | Τοῦ Ταξινόμου τοῦ στενογραφ. γραφείου | » | 140 |
| 17) | Τοῦ ἀρχικλητῆρος | » | 120 |
| 18) | Τῶν τακτικῶν κλητήρων | » | 90 |
| 19) | Τοῦ τακτικοῦ θυρωροῦ | » | 60 |
| 20) | Τοῦ κηπουροῦ | » | 40 |
| 21) | Τῶν ἐκτάκτων κλητήρων | » | 60 |
| 22) | Τοῦ ἐκτάκτου θυρωροῦ | » | 50 |
Ὁ προϊστάμενος τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου λαμβάνει ἐπιμίσθιον μηνιαίως δραχμὰς 20. Οἱ στενογράφοι ἐκτελοῦσι τὴν ἀντιγραφὴν τῶν στενογραφημάτων, χορηγεῖται δὲ εἰς ἕκαστον τούτων ἀποζημίωσις μηνιαία ἐκ δραχμῶν 80, ἐφ’ ὅσον διαρκοῦσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς τῶν συμπληρωσάντων ἐν ταύτῃ δεκαετῆ ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν αὐξάνεται μηνιαίως κατὰ δρ. 20, τῶν δὲ συμπληρωσάντων δεκαπενταετῆ ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν κατὰ δρ. 30, καὶ τῶν συμπληρωσάντων εἰκοσαετῆ ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν κατὰ δραχμὰς 40. Ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους αὐξάνεται ὁ μισθὸς τοῦ ἀρχικλητῆρος, τῶν τακτικῶν κλητήρων, τοῦ τακτικοῦ θυρωροῦ καὶ τοῦ κηπουροῦ καπὰ δραχμὰς δέκα, δεκαπέντε καὶ εἴκοσι. Τὸ διὰ τὴν καθαριότητα καὶ θέρμανσιν τῆς Βουλῆς ἀπαιτούμενον προσωπικὸν κανονίζει καὶ διορίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς καθωρισμένων εἰδικῶν πιστώσεων. Δʹ. Ἡ διάταξις τῆς προτελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 77 καταργεῖται. Εʹ. Τὸ ἄρθρον 81 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς: Ἄρθρον 81. Εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς συντάσσονται, συμφώνως τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τοῦ Γραμματέως προϊσταμένου τοῦ Γραφείου καὶ τοῦ λογιστοῦ αὐτῆς, εὐθυνομένων κατὰ τὸν νόμον διὰ πᾶσαν ψευδῆ πιστοποίησιν, μισθοδοτικαὶ καταστάσεις, ἴδιαι διὰ τὸ τακτικὸν προσωπικὸν καὶ ἴδιαι διὰ τὸ ἔκτακτον τῶν τε ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, ἴδιαι δὲ διὰ τὰ ἔξοδα ἐν γένει τῆς Βουλῆς. Ϛʹ. Τὸ ἄρθρον 96 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς: Ἄρθρον 96. Ὁ Ἔφορος τῆς Βουλῆς παραλαμβάνει καὶ παραδίδει δι’ ἀπογραφῆς ἅπαν τὸ ὑλικὸν τοῦ Βουλευτηρίου, πλὴν τοῦ τῆς Βιβλιοθήκης, ὑπεύθυνος ὢν αὐτὸς προσωπικῶς διὰ πᾶσαν ἀπώλειαν ἀντικειμένου τινός). (Ἐπανέρχεται εἰς τὴν προεδρικὴν ἕδραν ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν ἑρμηνέων παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις Λαρίσης καὶ Τρικκάλων». Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὁ κ. Γαρδικιώτης.
§132Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, φοβούμενος μὴ νομισθῇ ὅτι, ὑποστηρίζων τὴν διατήρησιν τῶν θέσεων τῶν ἑρμηνέων παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, πράττω τοῦτο, ἵνα συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα κατέχουσι σήμερον τὰς θέσεις, ἐὰν δὲν ἐπειθόμην καὶ ἕνεκα τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός μου ὡς δικηγόρου ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅτι αἱ θέσεις τῶν ἑρμηνέων παρὰ τοῖς δικαστηρίοις τούτοις εἶναι ἀναγκαιόταται. Καθημερινῶς παρουσιάζονται πλεῖσται συναλλαγαί, αἵτινες στηρίζονται εἰς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συνταχθῆ Τουρκιστί, ὅλης τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ στηριζομένης ἐπὶ τίτλων Ὀθωμανικῶν, ἀλλὰ πλὴν τούτου λόγῳ τῆς ὑπαρχούσης ἐπικοινωνίας τῆς Θεσσαλίας μετὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας καὶ συναλλαγαὶ γίνονται ἀκόμη δι’ ἐγγράφων Ὀθωμανικῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ πολλάκις ἐπιλαμβάνονται αὐτῶν τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ Δικαστήρια. Καὶ ἡ ἀνακριτικὴ δὲ ἀρχὴ πολλάκις εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ἐπικαλῆται τὴν συνδρομὴν τῶν ἑρμηνέων, διότι καθημερινῶς παρουσιάζονται ἄνθρωποι πρὸ αὐτῆς, οἵτινες δὲν γνωρίζουσιν ἄλλην γλῶσσαν πλὴν τῆς Τουρκικῆς· ὥστε ὄχι μόνον ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων ἐπιβάλλει τὴν διατήρησιν τῶν θέσεων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξυπηρετήσεως αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης. Βλέπω ἀναγραφόμενον ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει, ὅτι ἡ ἐλαχίστη αὕτη ἀνάγκη θὰ ἀναπληρωθῇ κατ’ ἀνάλογον τρόπον πρὸς ὅ,τι συμβαίνει προκειμένου περὶ πραγματογνωμόνων καὶ μεταφραστῶν ἄλλων γλωσσῶν. Ἀλλὰ δὲν δύναταί τις, κύριοι Βουλευταί, νὰ παραδεχθῇ ἐν προκειμένῳ, ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ ἀντικατάστασις τῶν ἑρμηνέων, διότι πρόκειται περὶ γλώσσης, τὴν ὁποίαν ἐλάχιστοι ἐν Ἑλλάδι γνωρίζουσιν. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλης τινὸς Εὐρωπαϊκῆς γλώσσης, ὡς τῆς Γαλλικῆς, τῆς Ἰταλικῆς, τῆς Ἀγγλικῆς, θὰ ἦτο εὔκολος ἡ εὕρεσις μεταφραστοῦ. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς Τουρκικῆς γλώσσης, ἅμα οἱ ὑπάρχοντες ἑρμηνεῖς παυθῶσιν, ἡ ἀναπλήρωσις αὐτῶν δι’ ἀμίσθων εἶναι ἀδύνατος, διότι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν οἱ λαλοῦντες τὴν Τουρκικὴν γλῶσσαν, ἀλλ’ ὁ γνωρίζων ταύτην γραμματικῶς δὲν ὑπάρχει, διότι ἡ Τουρκικὴ γλῶσσα εἶναι δυσκολωτάτη, καθόσον πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἔχει ἐννέα εἴδη γραφῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ὡρμήθη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων αὐτῶν ἐξ ἐγγράφου τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει, ὅτι αἱ θέσεις αὗται εἶναι περιτταί. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰς ἐπανειλημμένας γνωμοδοτήσεις τῆς ὁλομελείας τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Τρικκάλοις Πρωτοδικῶν, διότι τρὶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸ παρελθὸν ἠρώτησε τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Δικαστηρίου Τρικκάλων καὶ τρὶς τὸ συμβούλιον τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς θέσεως τοῦ ἑρμηνέως ὡς ἀναγκαιοτάτης. Καὶ ἐρωτῶ τώρα, τίς ἔχει δίκαιον, ὁ κ. εἰσαγγελεὺς ἢ τὰ τρία αὐτὰ συμβούλια, τὰ 10 ἐν ὅλῳ αὐτὰ δικαστικὰ πρόσωπα; Αὐτὸ ὀφείλει νὰ κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἓν καθῆκον εἶχον, βλέπων ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ διατήρησις τῶν θέσεων τῶν ἑρμηνέων καὶ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς δικαιοσύνης καὶ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἰδιωτικῶν ἀναγκῶν, νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀρνηθῇ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ.
§133Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει εἰς πόσας ποινικὰς ἢ πολιτικὰς ὑποθέσεις λαμβάνουσι μέρος οἱ ἑρμηνεῖς;
§134Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς πολιτικὰς εἶναι εὔκολος ἡ εὕρεσις, διότι οἱ ἑρμηνεῖς τηροῦσι βιβλία καὶ καταχωρίζουσιν εἰς τὸ εὑρετήριον τὰς μεταφράσεις τῶν ἐγγράφων. Ἀλλά, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ποινικάς, ἡ εὕρεσις τοῦ γεγονότος εἰς πόσας δίκας ἐκλήθησαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ἔργον αὐτῶν εἶναι ἀδύνατος.
§135ΑΛ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΣ ΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω διὰ τὸν ἑρμηνέα τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων. Δικηγόρος δὲν εἶμαι καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν διεξάγει. Ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι εἶναι χρησιμώτατος διὰ τὴν ἄγνωστον ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Ἄν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν ὡς ἐκ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ εὑρίσκεται, θὰ ἔκρινεν αὐτὸν χρησιμώτατον νὰ παραμένῃ. Ὁ ἑρμηνεὺς αὐτὸς διεξάγει ἴσως ὑπηρεσίαν ἄγνωστον, δεκαπλασίαν τῆς γνωστῆς, καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζει ὁ κ. νομάρχης, ὁ κ. ἀνακριτὴς τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων, ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, τὸ γνωρίζει δὲ καὶ μία ἄλλη ἐπιτροπὴ ἡμιεπίσημος, δύναταί τις εἰπεῖν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐκεῖ καὶ ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ αἱ τοιαῦται περιστάσεις διὰ τὰ Τρίκκαλα οὔτε ἔλειψαν πρὸς τὸ παρὸν καὶ φρονῶ ὅτι οὔτε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ λείψωσιν, ἂν δὲν λυθῶσι μερικὰ ζητήματα. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ὁ ἑρμηνεὺς Τρικκάλων ἀποκλειστικῶς διὰ τοὺς ἀγνώστους τούτους λόγους, ὁσονδήποτε ἄχρηστος καὶ ἂν εἶναι διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐρωτήσῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου, καὶ ἐκεῖθεν θὰ μάθῃ πόσον εἶναι χρήσιμος ἡ θέσις αὕτη. Λάβετε δ’ ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὴν γλῶσσαν τὴν Τουρκικὴν ἐν Τρικκάλοις δὲν ὑπάρχει ἄλλος, ὅστις νὰ γράφῃ καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ. Ἦσαν ἐν ὅλῳ τρεῖς, ἐξ ὧν οἱ δύο ἀπέθανον καὶ ἔμεινε μόνον αὐτός.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον.
§137Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Οἱ κ. συνάδελφοι καὶ προσωπικοί μου φίλοι θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ διαφωνήσω πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας διετύπωσαν πρὸ ὀλίγου. Καταγόμενος ἐκ Λαρίσης εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω καὶ ἐγὼ ὡς καὶ αὐτοὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἑρμηνέων καὶ ὀφείλω νὰ ἀπονείμω ἔπαινον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὑπέβαλε τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ θέσεις τῶν ἑρμηνέων καὶ ἐν Τρικκάλοις καὶ ἐν Λαρίσῃ ἦσαν θέσεις ἐντελῶς περιτταί. Ὅτε πρὸ ὀλίγου ὡμίλει συνάδελφός μου ἐκ Λαρίσης, ὁ κύριος Βλάχος, καὶ ἐζήτησε πληροφορίας ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν παράγουσιν οἱ ἁδρῶς μισθοδοτούμενοι διερμηνεῖς τῆς Τουρκικῆς γλώσσης, δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐγὼ δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι εἰς οὐδεμίαν πολιτικὴν ἢ ποινικὴν ἐργασίαν ἀφορῶσαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τοῦ Δημοσίου ἔλαβον μέρος οἱ διερμηνεῖς. Οἱ διερμηνεῖς ὁμολογουμένως κρατοῦσιν εὑρετήριον, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ καταχωρίζουσι τὰς μεταφράσεις τῶν ἰδιωτικῶν ἐγγράφων καὶ διαφορῶν. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῶσιν αἱ θέσεις αὗται, ὄχι μόνον διότι ἐπέρχεται οἰκονομία εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ διότι ἱκανοποιεῖται ἡ κοινὴ συνείδησις, ἡ ὁποία εἶναι ἐξεγηγερμένη, διότι διατηροῦνται ὑπάλληλοι δυστυχῶς ἀργόμισθοι. Δύναται νὰ δημιουργηθῇ μία θέσις ἀμίσθου ἑρμηνέως, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ παρέχηται τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον λαμβάνουσιν οἱ ἑρμηνεῖς· διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι πλὴν τῶν 200 δραχμῶν, τὰς ὁποίας κατὰ μῆνα λαμβάνουσιν οἱ διερμηνεῖς οὗτοι, λαμβάνουσι καὶ τὸ διπλάσιον ποσὸν ἐξ ἰδιωτικῶν ὑποθέσεων. Καὶ διὰ τὴν διατήρησιν μιᾶς ἀμίσθου θέσεως ἑρμηνέως ἐν Λαρίσῃ, ὡς ἀναγκαίας, συνιστῶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον.
§138ΑΝΑΣΤ. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅστις ὑποστηρίζει, ὅτι αἱ θέσεις τῶν διερμηνέων παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις Λαρίσης καὶ Τρικκάλων δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι· διότι κατ’ ἀσφαλεῖς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὰ οἰκεῖα Πρωτοδικεῖα, αἱ θέσεις αὗται τῶν ἑρμηνέων εἶναι ἀναγκαιόταται. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ φαντασθῶ πῶς εἶναι δυνατὸν λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης νὰ ἐπιστοποίησαν ὅτι αἱ θέσεις αὗται εἶναι περιτταί.
§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Οἰκονόμου, ὅτι πρέπει νὰ δημιουργηθῶσι δύο θέσεις ἀμίσθων ἑρμηνέων καὶ νὰ καταργηθῶσιν οἱ ἔμμισθοι.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητοῦντος τὸν λόγον, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει....
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιστρόφως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀντίληψις τοῦ Προέδρου ἦτο ἀκριβής. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου δι’ ἀναστάσεως «περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν ἑρμηνέων, παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις Λαρίσης, Τρικκάλων» εἰς αʹ. συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΓΥΟϚʹ τοῦ 1909 περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι εὐχάριστον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁσημέραι ἀναγνωρίζεται καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ χρησιμότης τῆς στατιστικῆς, ὅπως συμβαίνει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ καταβάλλονται προσπάθειαι πρὸς πληρεστέραν ὀργάνωσιν τῆς δημοσίας στατιστικῆς ὑπηρεσίας. Ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου περὶ τῆς καταλληλοτέρας ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Δύο, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι οἱ τρόποι τῆς ὀργανώσεως τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας. Ἢ οἱ οὐσιωδέστεροι κλάδοι τῆς στατιστικῆς συγκεντροῦνται ὑπὸ ἑνιαίαν διεύθυνσιν εἰς αὐτοτελὲς τμῆμα ἢ γραφεῖον ἤ, προσαρμοζόμενοι εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, διατελοῦσι κεχωρισμένοι ἀπ’ ἀλλήλων καὶ ἐξηρτημένοι ἀπὸ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας. Ἡ ἑνιαία μέθοδος τῶν στατιστικῶν ἐρευνῶν καὶ ἡ συνάφεια τῶν φαινομένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐφαρμόζονται τοιαῦται ἔρευναι, ἐπιβάλλουσι τὴν συγκέντρωσιν τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας· ἐξ ἄλλου ἡ ἀνάμιξις διαφόρων ὑπηρεσιῶν εἰς τὴν λῆψιν τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν καὶ τὸ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν ὡρισμένων γεγονότων, συντελοῦσι πολλάκις εἰς τὸν χωρισμὸν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας. Ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἀναγνωρίζεται γενικῶς, ὅτι εἶναι προτιμοτέρα ἡ συγκεντρωτικὴ ὀργάνωσις, ἡ ὁποία καὶ οἰκονομικωτέρα εἶναι καὶ τελειότερα ἀποτελέσματα φέρει. Εἰς τὴν συγκεντρωτικὴν αὐτὴν ὀργάνωσιν ὀφείλονται τὰ ἀνώτερα ἀποτελέσματα τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας πολλῶν γερμανικῶν Κρατῶν τῆς Γερμανικῆς αὐτοκρατορίας, τῆς Ἰταλίας καὶ πολλῶν ἄλλων χωρῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὸν χωρισμὸν τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας ὀφείλονται ἐν μέρει τὰ ἐλαττώματα ἄλλων μεγάλων Κρατῶν, ὅπως τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Ἡμεῖς, Κύριοι, τείνομεν πλὴν ἄλλων καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἀτελέστερον σύστημα. Ἔχει ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἰδιαίτερον γραφεῖον στατιστικῆς ὑπηρεσίας· ἔχομεν κατὰ καιροὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἰδιαίτερον πάλιν στατιστικὸν γραφεῖον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς στατιστικῆς τοῦ πληθυσμοῦ· εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ὑπάρχει ἄλλο τμῆμα στατιστικῆς, καὶ ἄλλο ἐπίσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας. Τοῦτο δὲ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ Κράτους ἡμῶν, πρὸς τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους διαθέτομεν καὶ πρὸς τὴν σπάνιν τῶν εἰδικῶν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι στατιστικὰς ἐρεύνας. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι σκόπιμος ἡ ὀργάνωσις ἰδιαιτέρου τμήματος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπιθυμῶν δὲ νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι καλλιτέραν ὀργάνωσιν τῆς στατιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ ὀργανώσεως ἐν γένει τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἐφιλοπόνησα ἀπὸ πολλοῦ ἐξ ἀφορμῆς τῶν συζητήσεων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων τοῦ πρὸ ἔτους ἐν Ἀθήναις γενομένου συνεδρίου τῶν παραγωγικῶν σωματείων. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἱδρύεται ἰδιαίτερον κεντρικὸν στατιστικὸν γραφεῖον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Γεωργίας. Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ποῖον εἶναι τὸ καταλληλότερον Ὑπουργεῖον, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάγηται τὸ τοιοῦτο γραφεῖον, δὲν ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα. Δύναται νὰ θεωρηθῇ κατάλληλον, πλὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ μονομέρεια τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος διορθοῦται εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, ὅπου ἐφαρμόζεται, ἢ διὰ συστάσεως μονίμου συμβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἢ διὰ συγκλήσεως συνδιασκέψεων ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν καὶ ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἢ διὰ συστάσεως εἰδικῶν συμβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν δι’ ὡρισμένα ζητήματα. Ἐπροτίμησα τὸ τελευταῖον, δηλαδὴ τὴν σύστασιν εἰδικῶν συμβουλίων δι’ ἕκαστον κλάδον στατιστικῆς, διότι ἡ μία ἐπιτροπὴ ἕνεκα τοῦ ἑτερογενοῦς καὶ τοῦ πολυαρίθμου τῶν μελῶν αὐτῆς θὰ ἦτο δυσχερὲς ν’ ἀποφέρῃ ἀγαθοὺς καρπούς. Μετὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ κεντρικοῦ στατιστικοῦ γραφείου, ἡ ὁποία καθορίζεται ἐν τῇ προτάσει τοῦ νόμου, τὸ μᾶλλον ἐνδιαφέρον ζήτημα εἶναι ὁ καθορισμὸς τῶν ὀργάνων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ συλλογὴ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν. Ἡ ἀνάθεσις τῶν καθηκόντων τούτων εἰς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους προσκόπτει εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας· διὰ τοῦτο προετίμησα τὴν σύστασιν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν εἰς ἕκαστον δῆμον καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς ἑκάστην κοινότητα ἐκ προσώπων καταλλήλων. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται θὰ ἔχωσι πρώτιστον καθῆκον νὰ ἐκτελῶσι τὰς διαταγὰς τοῦ κεντρικοῦ στατιστικοῦ γραφείου, νὰ συλλέγωσι δηλ. τὰς στατιστικὰς πληροφορίας. Ἐπὶ πλέον θὰ δύνανται νὰ ἐκτελῶσιν εἰς ἐκείνους ἰδίως τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι περισσεύοντας πόρους πρὸς τοῦτο, εἰδικὰς στατιστικὰς ἐρεύνας διὰ τοπικὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἀσχοληθῇ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία. Ἐπὶ πλέον λαμβάνεται μέριμνα περὶ συστάσεως νομαρχιακῶν στατιστικῶν ἐπιτροπῶν, τῶν ὁποίων καθῆκον θὰ εἶναι ἡ ἐκτέλεσις εἰδικῶν νομαρχιακῶν στατιστικῶν ἐρευνῶν διὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελεν ἀσχοληθῇ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία. Πρὸς τούτοις λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἐκδόσεως εἰδικῶν στατιστικῶν δελτίων κατὰ τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, διότι σκοπὸς τοῦ γραφείου δὲν εἶναι μόνον ἡ συγκέντρωσις τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν καὶ ἡ προαγωγὴ ἐν γένει τῆς στατιστικῆς ἐπιστήμης. Ὑποβάλλων λοιπὸν τὴν νομοθετικὴν ταύτην πρότασιν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ ἰδική μου πρότασις παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἐξετασθῇ μᾶλλον ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως τῆς δημοσίας στατιστικῆς ὑπηρεσίας· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη σχετικὴ ἐργασία ἑτέρου τινὸς Ὑπουργείου, καλὸν εἶναι νὰ ὑποβληθῇ καὶ αὕτη, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ ἐξετασθῶσιν ὅλα τ’ ἀφορῶντα τὴν ὀργάνωσιν τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας σχέδια καὶ κριθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν λησμονῶ βεβαίως, ὅτι εἰς τὸ ἱδρυόμενον γραφεῖον τοῦ στατιστικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης θὰ εἶναι ἀνατεθειμέναι καὶ ἄλλαι ἐργασίαι. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐκτιμήσω κατὰ πόσον ἐκ τῶν ἄλλων ἐργασιῶν αὐτῶν καὶ μόνον δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ σύστασις τοῦ τμήματος τούτου.
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ ἰδικόν σας, θὰ καταργηθῶσιν ὅλα τὰ ἄλλα.
§145ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ συνδυάζονται, νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἂν παρεπέμποντο ἀμφότερα εἰς ἐπιτροπήν.
§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς παραπεμφθῇ τὸ ἰδικόν σας, καί, ἂν καταργηθῶσι τὰ ἄλλα, καταργεῖται μαζὶ καὶ αὐτό.
§147ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅσα εἶπε, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ὀρθὰ καὶ δίκαια. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ στατιστικὸν γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ὀρθὰ καὶ δίκαια, διότι, καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, ὑπάρχει ἀνάγκη ἰδιαιτέρου στατιστικοῦ γραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἄλλη εἶναι ἡ ἐργασία τῶν ἄλλων στατιστικῶν καὶ ἄλλη εἶναι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμνῃ καὶ νὰ συλλέγῃ τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ ἄλλαι στατιστικαὶ συνήθως ἔχουσιν ἀριθμοὺς ἐκπροσωποῦντας πράγματα, πραγματικὰ φαινόμενα, ἐνῷ τὸ στατιστικὸν γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης συλλέγει ἀριθμοὺς ἐκπροσωποῦντας καὶ ψυχικὰ ἀκόμη φαινόμενα· δὲν εἶναι δὲ ἄγνωστον, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐγκληματολογία εἶναι ὁλόκληρος ἐπιστήμη, πανταχοῦ δὲ ὑπάρχουσι τοιαῦτα διακεκριμένα γραφεῖα στατιστικῆς. Ἐν Γαλλίᾳ ἰδίως μέχρις ἐσχάτων, ὅτε ἀπεβίωσε, τὴν διεύθυνσιν τοῦ γραφείου τούτου τοῦ στατιστικοῦ τὴν εἶχεν ὁ περιώνυμος Tarde, διάσημος ἐγκληματολόγος, περίφημος φιλόσοφος, ἔξοχος κοινωνιολόγος καὶ ψυχολόγος. Καὶ διὰ τοῦτο ὁμιλῶν θὰ εἶχον μίαν παρατήρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, καὶ τὸ στατιστικὸν τοῦτο γραφεῖον δέον νὰ γίνῃ, καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου.
§148ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἰσχυρίσθη, ὅτι αἱ ἄλλαι στατιστικαὶ ἀσχολοῦνται μὲ ἀριθμοὺς γεγονότων καὶ ὄχι μὲ πράξεις. Αὐτὸ εἶναι ἐσφαλμένον.
§149ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§150ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἴπετε. Δὲν ἀγνοῶ, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάκρισις, ἀλλὰ τὴν διάκρισιν αὐτὴν τὴν κατέκρινα ἰδίως διὰ τὸν τόπον μας. Ἐπειδὴ βεβαίως εἶναι ἀπαραίτητοι ὡρισμέναι γνώσεις διὰ τὴν στατιστικήν, προβλέπεται ἡ σύστασις ἰδιαιτέρου συμβουλίου, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς ἐγγύησις. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον ἱδρυθῇ τοιοῦτόν τι γραφεῖον, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἐξευρεθῇ τὸ κατάλληλον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ἵνα διευθύνῃ τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν καὶ τῆς προτάσεώς μου καὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§151ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Εἶδον, κύριοι Βουλευταί, τὴν φράσιν «συμπλήρωσις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης» καὶ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαῖον διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπηρεσιῶν. Ὁσονδήποτε, Κύριοι, κατ’ οὐσίαν καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ψηφίσωμεν νόμους, οἱουσδήποτε νόμους καλοὺς καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ τὴν ἔκρυθμον αὐτῆς λειτουργίαν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ὑπηρεσίαν τακτικήν, οὐδὲν γίνεται. Ἐὰν δὲν ἐμπνεύσωμεν πεποιθήσεις εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἑκάστη ὑπηρεσία ἐνεργεῖται συμφώνως μὲ τὸν προορισμόν της, ὅτι ἑκάστη ὑπηρεσία δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἵνα τὴν ὠθήσῃ πρὸς καλὴν ἢ κακὴν ἐνέργειαν, ὅτι ὁ πολίτης πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὰ ἔργα του μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀναφερόμενος θὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του, θὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἀπάντησίν του, τίποτε δὲν γίνεται. Περὶ τούτου προνοεῖ καὶ τὸ Σύνταγμα ἢ μᾶλλον τὸ προσχέδιον περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως πρὸς τὰς Ἀρχάς, ὑποχρεουμένας πρὸς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον». Δὲν ἐτέθη, Κύριοι, τὸ «ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον» εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν· ἦτο σοφὸς ὁ συντάξας τὸ προσχέδιον. Πῶς δὲ θὰ κατορθωθῇ, Κύριοι, ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὁ ἀναφερόμενος, ὅτι περὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἀναφερθῇ, θὰ λάβῃ ἀπάντησιν καὶ ὅτι θὰ ἐνεργηθῇ προσηκόντως καὶ ἐν τῷ προσήκοντι μέτρῳ;
§152Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι σύμφωνος, κύριε Πρόεδρε, μετ’ ἐμοῦ καὶ ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμός. Ὁ ῥήτωρ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§153ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ ἱδρυθῇ γραφεῖον πληροφοριῶν.
§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἄλλου νομοσχεδίου. Θὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἰδίας μερίμνης τοῦτο.
§155ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἔχω τότε ἀνάγκην νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον, ἀρκεῖ μόνον νὰ εἴπω, ὅτι εὑρισκόμενος εἰς ἄλλο μέρος ἔτυχε νὰ ἴδω πληθὺν ὁμοιομόρφων φακέλων, οἵτινες μοὶ ἐκίνησαν τὴν περιέργειαν νὰ ἐρωτήσω τί εἶναι αὐτοί. Μοὶ ἐδόθη δὲ ἡ ἀπάντησις, ὅτι εἶναι ἀπαντήσεις ἐπὶ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν. Ἠρώτησα πῶς ἀναφέρονται, καὶ μοὶ εἶπον. Συνέπεσε δὲ καὶ ἐγὼ νὰ ἀναφερθῶ καὶ νὰ λάβω ἀπάντησιν. Ἐκεῖ ἕκαστος πολίτης ἀναφέρεται πρὸς τὴν Ἀρχήν, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ δέον νὰ ἀναφέρηται, ἐπικολλᾷ ἀνάλογον 5 ἢ 10 ἢ 15 λεπτῶν γραμματόσημον, ὡρισμένον ἐν ἑκάστῃ Ἐπικρατείᾳ, λαμβάνει δ’ ἀπάντησιν εἰς φάκελον φέροντα τὴν σφραγῖδα τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπειδὴ λοιπὸν πρόκειται περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα προτείνω τὴν σύστασιν τοιούτου τινὸς γραφείου.
§156Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ τὴν σύστασιν τμήματος στατιστικῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἀναγκαιοτάτην, διότι, καθὼς τὸ θερμόμετρον χρησιμεύει διὰ τοὺς ἰατροὺς πρὸς διάγνωσιν τῆς νόσου τοῦ ἀσθενοῦς, οὕτω πως, ἐὰν ἱδρυθῇ τοιοῦτον τμῆμα, οἱ ἀσχολούμενοι ἰδίως εἰς τὰ ποινικὰ θὰ δύνανται νὰ συμβουλεύωνται τοὺς πίνακας τῆς στατιστικῆς, ἵνα ἀνευρίσκωσι τὰ αἴτια τῆς προϊούσης παρ’ ἡμῖν ἐγκληματικότητος καὶ ποῖα τὰ καταλληλότερα μέσα πρὸς θεραπείαν ταύτης. Καὶ κατὰ τοῦτο θεωρῶ ἄξιον ἐπαίνου τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅστις ἔσπευσεν, ἵνα προτείνῃ τὴν ἵδρυσιν τοιούτου τμήματος, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις θέλει συντελέσει ἀσφαλῶς καὶ θέλει ὠφελήσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐγκληματικότητος παρ’ ἡμῖν. Κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν θέλω ζητήσει τὴν συμπλήρωσιν τούτου δι’ εἰδικοῦ γραφείου, ἵνα καταγράφωνται αἱ διάφοροι ποινικολογικαὶ κινήσεις καὶ ἀποφάσεις.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου....
§158ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπέβαλον πρότασιν περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν θέλει νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν.
§160ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς προτάσεως νόμου τοῦ κ. Παπαναστασίου εἰς ἐπιτροπήν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως παραπεμφθῶσι τὰ δύο ταῦτα εἰς ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§162Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂν ἡ θέσις τοῦ ἑνὸς γραμματέως ἢ γραφέως εἶναι ἀρκετή, ἤτοι τμηματάρχης μὲ δύο γραφεῖς.
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀρκετὸν προσωπικόν.
§164ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶπον. Ἡ ἐργασία εἶναι δυσχερεστάτη. Ἀπαιτεῖ εἰδικότητα ὑπαλλήλου. Ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο... ἀλλ’ εἶμαι ἐξηναγκασμένος νὰ τὸ εἴπω· ἐγὼ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἔχω ἀσχοληθῆ ἐν Ἑλλάδι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς πληροφορήσω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ ἐργασία εἶναι δυσχερεστάτη. Τμηματάρχης δὲ βʹ τάξεως καὶ μὲ μισθόν, τὸν ὁποῖον ἔχει οὗτος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ μεγάλα καὶ δυσχερέστατα αὐτοῦ καθήκοντα. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διορίζηται μόνον τμηματάρχης αʹ τάξεως καὶ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αʹ ἢ βʹ τάξεως.
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατ’ ἀρχὴν ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, ἔχεται πάσης ἀληθείας. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνώριμον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι λειτουργεῖ ἤδη δυνάμει νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1909 γραφεῖον στατιστικῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὸ γραφεῖον τοῦτο εἶναι ἀνατεθειμένα καὶ ἄλλα καθήκοντα, ἰδιαίτατα δὲ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ γραφεῖον τοῦτο ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου ἀναφερομένων ἄλλων ὑπαλλήλων πλὴν τοῦ τμηματάρχου βʹ τάξεως. Ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου κατ’ ἀμφότερα τὰ σημεῖα ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος ἐπολλαπλασιάσθη μεγάλως. Ἡ ἐργασία ἡ ἀναγομένη εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καθ’ ὅσον αὕτη ἀπόκειται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχει διπλασιασθῆ ἤδη. Τῆς ἐργασίας τῆς ἀναγομένης εἰς τὸ στατιστικὸν μέρος δὲν δύναμαι νὰ κάμω ὑπολογισμόν τινα τῆς αὐξήσεως. Διότι κατ’ ὄνομα μόνον ὑπῆρχε στατιστικὸν γραφεῖον. Ἠσχολεῖτο εἰς τὴν σύνταξιν ἀτελεστάτων τινῶν στατιστικῶν πινάκων, τῶν ὁποίων οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἠδυνήθη νὰ διαγνώσῃ τὴν χρησιμότητα. Διὰ Β. Διατάγματος καὶ διὰ μακρᾶς καὶ ἀναλυτικῆς ἐγκυκλίου, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε, νομίζω, ὅτι ἠδυνήθην νὰ ὀργανώσω πλήρως ἀληθῆ στατιστικὴν καὶ διὰ τὴν ποινικὴν καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν Δικαιοσύνην καὶ διὰ τὰς φυλακάς. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος καὶ ἐγώ, ὅτι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται καὶ θὰ ἀπαιτηθῇ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, εἶναι πλέον ἢ δυσχερές, ἂν μὴ ἀδύνατον, νὰ ἀνταποκριθῇ τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, ἀκόμη καὶ διὰ τῆς γινομένης ἤδη διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου προσθήκης ἑνὸς καὶ μόνου ὑπαλλήλου. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ παρασκευάζω ἤδη νέον ὀργανισμόν, ὡς χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω πρὸς ὑμᾶς, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὀργανισμόν, διὰ τὸν ὁποῖον περὶ πάντων συστηματικώτερον προνοῶ, ἐπιφυλάσσομαι τότε κατὰ τὴν ὑποβολὴν ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου νὰ προκαλέσω τὴν ἔρευναν ἐν γένει ἐπὶ τῆς γενικωτέρας μεταρρυθμίσεως καὶ τοῦ δι’ αὐτὴν ἀπαιτουμένου προσωπικοῦ. Ἐν τῷ παρόντι ὅμως εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ μικρὰ αὕτη τοῦ προσωπικοῦ αὔξησις, τὴν ὁποίαν προτείνω, διὰ τὴν στατιστικὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις ἤρξατο λειτουργοῦσα ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1911. Ἐλπίζω δέ, ὅτι πολὺ πρὸ τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Βουλῆς θὰ εὑρεθῶ εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω τὸ σύνολον τοῦ ὀργανισμοῦ.
§166ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ ἡ ἐκτέλεσις στατιστικῶν ἔργων προϋποθέτει εἰδικὰς μελέτας, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ προσόντα τοῦ τμηματάρχου, διότι αἱ γενικαὶ διατάξεις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ἀρκεταὶ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν καταλληλοτέραν κατάληψιν τῆς θέσεως ταύτης.
§167Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸν γενικὸν ὀργανισμὸν θὰ τὰ εἴπωμεν αὐτά.
§168ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον νὰ παρατηρήσω καὶ ἐγώ, ὅτι διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου μονιμοποιοῦνται μερικαὶ θέσεις τῶν μελλόντων νὰ καταρτίσωσι τὸ τμῆμα τῆς στατιστικῆς.
§169Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι μερικαί, ἀλλὰ μία. Ὑπάρχουσιν ἤδη αἱ θέσεις, ἀλλ’ εἶναι γραφεῖον καὶ γίνεται τμῆμα.
§170ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἔστω μία· ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο καλὸν ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς νὰ ὠργανοῦτο ὁλόκληρον τὸ τμῆμα αὐτό;
§171Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον, ὅτι αὐτὰ εἶναι ζητήματα τοῦ καθολικωτέρου ὀργανισμοῦ. Τώρα εἶναι τῆς ἀμέσου ἀνάγκης νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικῶν».
§173Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὸ ἑπόμενον, συναινέσῃ καὶ παραπεμφθῶσιν εἰς μίαν ἐπιτροπήν. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ἡ Βουλή, πολὺ δὲ περισσότερον ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὰ περὶ ὧν πρόκειται νομοσχέδια, ὡς ἔχουσι σχεδόν, ἐγένοντο πρὸ ἔτους νόμοι τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἀτελῆ ταῦτα, καὶ ἐπῆλθεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία κατήργησεν αὐτά. Δὲν θὰ δυνηθῇ, φρονῶ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἂν μὴ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι καὶ ἐγὼ εὑρίσκω χρήσιμα τὰ νομοσχέδια αὐτά, καὶ ἔσχον ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ καὶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη ταῦτα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν, διότι πρόκειται περὶ συμφερόντων μεγάλων, καὶ δέον νὰ λάβῃ γνῶσιν καταλλήλως ἡ Βουλὴ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἐὰν παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ταχθῇ ἴσως καὶ ὡρισμένη προθεσμία, ἵνα ἐπεξεργασθῇ αὐτά.
§174Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι Βουλευταί, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπεσχέθη νὰ εἰσηγηθῇ ἐργασίαν, ἡ ὁποία δὲν τιμᾷ αὐτὸν μόνον, ἀλλὰ δοξάζει τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ νομοσχεδίων κατ’ ἐξοχὴν πρακτικῆς φύσεως, προκειμένου περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα κανονίζει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργός, δικηγορήσας ἀπὸ περιωπῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐδικηγόρησε, νὰ ἔχῃ ἀκριβῆ γνῶσιν αὐτῶν, προκειμένου περὶ θεμάτων, τῶν ὁποίων ἀκριβῆ γνῶσιν ἔχουσιν ἰδίως μόνον οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀπὸ ἐτῶν δικηγοροῦντες συνάδελφοι, θὰ παρακαλέσω αὐτόν, ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ νομοσχέδιον, νὰ στέρξῃ ὅπως παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ παντάπασιν εἰς τὰς πληροφορίας τῶν εἰσαγγελέων, διότι ἀτυχῶς οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι τοῦδε ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ἔργων των δὲν εἶχον ἀντίληψιν κοινωνικήν, ἀλλ’ εἶχον ἀντίληψιν καθαρῶς ὑπηρεσιακήν, καὶ ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν τὴν συνήθη, γραφειοκρατικήν.
§175Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶχε σταματήσει ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, διότι δὲν εἶχον κλητῆρας.
§176Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν κλητήρων. Ἀλλ’ ὑπάρχει διάταξις, δι’ ἧς ὁρίζεται ὁ τρόπος τῆς ἐπιδόσεως καὶ λέγει τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει): «Παράλειψις τῆς ὑποχρεώσεώς των ταύτης μόνην συνέπειαν ἔχει τὴν τιμωρίαν τῶν παραβατῶν διὰ προστίμου δραχ. 10, φυλαττομένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις». Δηλαδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ἀλλὰ τί ἐνδιαφέρει τὸν πολίτην, ἂν καταδικασθῇ καὶ εἰς κεφαλικὴν ποινήν, ὅταν ὁ πολίτης καταδικασθῇ ὁριστικῶς ἕνεκα κακῆς ἐπιδόσεως; (Ἀναγινώσκει): «Ἡ προσβολὴ τῆς ἐπιδόσεως ὡς πλαστῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῆς ποιν. δίκης, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου δύναται αὕτη νὰ προχωρήσῃ». Ἡ κρίσις τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἑλληνικοῦ εἶναι συνήθως πρόχειρος καὶ λίαν εὔκολος καὶ ἡ κρίσις ἐκείνη θὰ καταλήξῃ πιθανὸν εἰς καταδίκην, ἀμετακλήτως, κατ’ ἄλλην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔχει μίαν πρωτοτυπωτάτην διάταξιν τὸ νομοσχέδιον.
§177Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὰ εἶναι λεπτομέρειαι.
§178Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι λεπτομέρειαι· ἀποβλέπουσι τὴν οὐσίαν. Τὸ νομοσχέδιον καταλύει ἓν δόγμα παγκόσμιον «οὐδεὶς δικάζεται ἀνήκουστος» καὶ καθορίζει περιπτώσεις ὡρισμένας τῆς ἀνακοπῆς. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἀνακοπὴ ἐπιτρέπεται γενικῶς, διὰ δὲ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὁρίζονται ὡρισμέναι περιπτώσεις. Ἐπίσης ἀποκλείει τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν ἀπολύτως». Εἶναι δὲ πιθανώτατον εἰς ὅλους μας νὰ ὑποπέσωμεν εἰς μίαν πρᾶξιν ἀσήμαντον καὶ κατὰ τὴν δικαστικὴν ἀντίληψιν τὴν πρόχειρον νὰ καταδικασθῶμεν εἰς πέντε ἐτῶν φυλάκισιν, νὰ ἀσκήσωμεν τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς, ἀκολούθως δὲ μεταβαίνοντες εἰς τὸ δικαστήριον νὰ συμβῇ νὰ πέσωμεν καὶ νὰ θραυσθῇ εἷς τῶν ποδῶν μας καὶ ἐπὶ πλέον νὰ ἔχωμεν καὶ ὁριστικὴν καταδίκην πέντε ἐτῶν φυλακίσεως. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶναι νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως ἐκλέξῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ δικηγόρους συναδέλφους, δικηγοροῦντας ἐπὶ μακρὰ ἔτη εἰς ἐπαρχιακὰ δικαστήρια, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξετάσωσι τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλωσι σχετικὴν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§179Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν δύναμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἢ κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ λαοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ φωταυγεῖ καὶ πεφωτισμένῃ αὑτοῦ ἀντιλήψει περὶ τῶν δικαστικῶν πραγμάτων τῆς χώρας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα χθὲς ἠκούσαμεν. Εἶναι ἀναμφισβήτητος ἀλήθεια, ὅτι πρὸ πολλοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπεδίωκε τὴν ἐξυγίασιν τῆς δικαιοσύνης, ὅτι πρὸ πολλοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐζήτει τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει τὴν λεπίδα τῆς ἐγχειρίσεως, διὰ νὰ φέρῃ γενικὴν ἀνακαίνισιν ἐπὶ τῶν ἀπηρχαιωμένων διατάξεων, τῶν διεπουσῶν ἡμᾶς προκειμένου περὶ τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἠκούσθη προχθὲς ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἷς ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων λόγων, δι’ ὃν ἐπολλαπλασιάσθη πολλαπλῶς τὸ ἔγκλημα καὶ ἡ κοινωνία μετεβλήθη εἰς ἀπέραντον ἐγκληματικὸν λουτῆρα, εἶναι ὅτι ἔχομεν βραδεῖαν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὑπέδειξε τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὑπέδειξε τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἐξυγίασις τῆς δικαιοσύνης, ἂν ὄχι καθ’ ὅλα, τοὐλάχιστον ἡ καταστολὴ τοῦ ἐγκλήματος. Διότι, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς παρουσιάζει ἀπέραντον ἐγκληματικὸν κλαυθμῶνα. Πρὸ ἡμερῶν ἐμελέτων στατιστικὴν σχετικῶς πρὸς τὰ διαπραττόμενα ἐγκλήματα τόσον ἐδῶ, ὅσον καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ εἶδον μετὰ μεγάλης μου λύπης, ὅτι ἡμεῖς κατέχομεν τὴν πρώτην βαθμίδα ἐν τῇ διαπράξει ἐγκληματικῶν πράξεων. Εὑρισκόμεθα ἐν τῇ αὐτῇ γραμμῇ μετὰ τῆς Ἰταλίας. Ἀλλ’ ἂν καὶ ὅλοι, Κύριοι, εἴμεθα κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς ταχυτέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἐν τούτοις ὅμως ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι πάντες προβάλλομεν σχετικὰ ἐμπόδια πρὸς καρκινοβασίαν ταύτης. Δὲν ἀρκεῖ νὰ φωνάζωσιν ὅλοι καὶ οἱ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι θέλομεν δικαιοσύνην, καὶ διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐπιδιώκωμεν τὴν ἐξουθένωσιν αὐτῆς. Πάντες πρέπει νὰ εἴμεθα καλῆς πίστεως, οὕτως ὥστε νὰ ἀναστηλωθῇ τὸ κράτος τοῦ Νόμου καὶ ἡ δικαιοσύνη νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς. (Εὖγε, εὖγε!) Ἦτο, Κύριοι, ἀπὸ πολλοῦ ἐνδεδειγμένη ἡ κοινὴ συνείδησις σχετικῶς πρὸς τὴν ἀμοιβὴν τῶν δικαστῶν, διότι ἔλεγον ἄλλοτε, ὅτι δικαιοσύνη πεινῶσα σημαίνει δικαιοσύνην δελεαζομένην, καὶ δικαιοσύνη δελεαζομένη σημαίνει ἀφόρητον τύραννον ἐγκυμονοῦντα θυέλλας καὶ κοινωνικὰς ἀνατροπάς. Δυνατὸν βεβαίως ὁ Ἕλλην δικαστὴς νὰ ζήσῃ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐντίμου πενίας καὶ νὰ κρατήσῃ τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ ἀλώβητον, ἀλλὰ τὰ Κράτη τὰ προηγμένα, τὰ ὁποῖα φροντίζουσι διὰ τοὺς λαοὺς καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ διὰ πᾶσαν τὴν περιουσίαν, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ πολιτικὸν μέρος αὐτῶν. Συνεπῶς εἶναι προδήλως δεδικαιολογημένη ἡ αὔξησις ἡ σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὴν μισθοδοσίαν τῶν δικαστῶν.
§180Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν συζητοῦμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§181Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§182Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν.
§183Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτωσι. Βλέπω, Κύριοι, ὅτι ὁ συμπολίτης μου Βουλευτὴς ἀσχάλλει.
§184Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συμπολίτης σας Βουλευτὴς θέλει νὰ σᾶς φέρῃ εἰς τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων, διότι ἐνδιαφέρεται ἀκριβῶς.
§185Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἂς ἔχῃ ὑπομονὴν ὁ συμπολίτης μου, καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν ἐγὼ ἐξέλθω τῶν χαρακωμάτων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, ἂς ἔλθῃ νὰ μὲ ἐπαναφέρῃ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, καὶ ὄχι ἀπὸ ἐκείνης, διότι πρέπει νὰ μάθωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς σωματεῖα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξερχώμεθα καὶ τῶν χαρακωμάτων τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐπρεπείας συγχρόνως ἀπέναντι τῶν συναδέλφων. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅλοι μας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ προέχῃ ἡ ἀρετὴ τῆς εὐλαβείας πρὸς τοὺς συναδέλφους.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Βουλευτά.
§187Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ψέγει τὸν Ἡρακλέα.
§188Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ὑπεβλήθη, Κύριοι, ἡ ἔνστασις τῆς ἀναβολῆς καί, ἐὰν ἡ μνήμη δὲν μὲ προδίδῃ, ὑπεβλήθη καὶ ἑτέρα πρότασις τοιαύτη, ὑπεβλήθη πρότασις τοῦ νὰ παραπεμφθῇ ἰδίως τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων τῶν ποινικῶν, εἰς οἰκείαν ἐπιτροπήν, καὶ ἠκούσθη ἐπίλεκτον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἐπιτροπὴν συναδέλφων γηρασάντων ἐν τῷ δικανικῷ βήματι, οὕτως ὥστε ἡ μέλλουσα αὐτῶν γνώμη, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ εἶναι πεφωτισμένη καὶ φωταυγής. Θὰ ἔλεγον πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἡ μὲν πεῖρα εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς στιγμῆς, ἡ δὲ ἐπιστήμη εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν αἰώνων. Ἂς μὴ πιστεύσῃ ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ὅτι ἡ πεῖρα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ποδηγετήσῃ καὶ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς ἀκριβὴς εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς· ἂς μὴ πιστεύσῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὅτι ἡ πεῖρα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ἄξων, τὸν ὁποῖον θὰ ἀσπασθῇ ἡ Βουλὴ καὶ θὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις αὐτῆς· ἡ Βουλὴ θὰ κανονίσῃ τὰς σκέψεις αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιστήμης, δηλαδὴ τῆς ἀληθείας, διότι, καὶ πάλιν τονίζω, ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν αἰώνων, ἡ δὲ πεῖρα εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς στιγμῆς. Ἠκούσθη, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος προχθές, ὅτι τὰ μελετήματα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν δικαιοσύνην δὲν εἶναι προϊόντα τῶν προθαλάμων, προϊόντα μελέτης ἐλαφρᾶς καὶ ἐπιπολαίας ἢ ἐπιστήμης ἀνερματίστου, οὐδὲ προϊόντα ἀμελέτητα καὶ ἀσυνάρτητα, ἀλλ’ εἶναι προϊόντα μελέτης μακρᾶς καὶ ἐπισταμένης, μελέτης φωταυγοῦς, προϊόντα ἀπορρέοντα ἀπὸ τὸ κῦρος τῆς ἐπιστημονικῆς αὐθεντίας τοῦ κ. Δημητρακοπούλου. Ἐφ’ ὅσον δὲ γνωρίζομεν ἅπαξ ἅπαντες ὅτι, ἐὰν ὁ τόπος οὗτος—καὶ ἂς τὸ εἴπωμεν πρὸς τιμὴν αὐτοῦ — ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ ὑπερτάτην ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ κορυφήν, τοιαύτη κορυφὴ ἔστιν ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κ. Δημητρακόπουλος, ἐάν τις ἔχῃ εἰς τοῦτο ἀντίρρησιν, πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ, διότι τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας πρὸ παντὸς πρέπει νὰ διακρίνῃ ἡ τόλμη καὶ τὸ θάρρος καὶ ἡ αὐτοπεποίθησις· ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ἔχῃ τις ἐξ ὑμῶν τὴν αὐτοσυνείδησιν, ὅτι ἵσταται εἰς ἀνώτερα ἐπιστημονικὰ βάθρα καὶ ἔχει ὑψηλότερον τὸ ἐπιστημονικὸν αὐτοῦ παράστημα, οὗτος ἂς ζητήσῃ τὴν παραπομπήν, ἀλλ’ ἂς γνωρίζῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποτελέσω μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔχομεν καὶ τὸ δεδομένον—καὶ πάντες πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν —ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ μέχρι τοῦδε συσταθεῖσαι κατέληξαν εἰς οἰκτρὰ ναυάγια, καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ μέχρι τοῦδε συσταθεῖσαι δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτελέσματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἴσως ὁ νομοθέτης προϋποθέτει, βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι πρέπει νὰ παραπέμψῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην. Εἶναι, Κύριοι, ἀναμφισβητήτως ἀληθές, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ὁσάκις νομοσχέδια γενικωτέρου συμφέροντος διὰ τὴν χώραν, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρέτουν τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν πατρίδα, ὑπεβλήθησαν, τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως πολλοὶ παρελάσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προέτειναν ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς ἐπιτροπάς, καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι τὰ παρέλαβον χωρὶς νὰ τὰ ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Πρέπει νὰ εἴπω εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρέπει νὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχήν, καὶ ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν συζητήσεων θὰ προκύψωσιν ἀσφαλῶς αἱ φωτεινότεραι σκέψεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ συζητοῦσα ἤθελεν ἀναπτύξει, συνεπῶς δὲ δὲν πρέπει νὰ ματαιώσωμεν αὐτὰ ἀποστέλλοντες διὰ τῶν ἐπιτροπῶν ταῦτα εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἅπαντες, ὅτι ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης δὲν ἀναμένει μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ μόνον τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος· τὴν Βουλὴν ταύτην ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θεωρεῖ ὡς πανάκειαν τῆς πολλαπλῶς πασχούσης Πολιτείας· ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης ἀναμένει πρὸ παντὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διοίκησιν ἀφ’ ἑνός, δικαιοσύνην ἀφ’ ἑτέρου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὸ κανονικώτερον, καὶ μεθοδικώτερον ῥύθμισιν τῆς φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ χωρὶς περιστροφὰς καὶ παρελκύσεις, χωρὶς πλοκὰς καὶ μηχανορραφίας, χωρὶς περιστροφικὰς σκέψεις, πρέπει εὐθὺς ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων καὶ ἐκ τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν θέλει προκύψει, ἂν ὑπάρχουσι τοιαῦται ἀτέλειαι, αἱ ὁποῖαι βεβαίως καὶ διὰ τῶν συζητήσεων θὰ προκύψωσι τοιαῦται, καὶ συνεπῶς δύναται νὰ συμπληρώσῃ ταύτας. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, τρέφω δὲ τὴν ἀδίστακτον ἐλπίδα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἀποστείλει τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὡς ἀπολύτως σωστικὰ διὰ τὸν τόπον, εἰς τὰς ἐπιτροπάς, ὅ ἐστὶν εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας, καὶ τότε εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας οὐδὲν ἕτερον θὰ μείνῃ ἢ ὁ ἐπικήδειος καὶ ἐπιτάφιος.
§189Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ αἴτησιν, ὅπως παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπήν. Ἐὰν ἐνόμιζον τοῦτο ἀναγκαῖον ἢ κἂν χρήσιμον καὶ λυσιτελές, βεβαίως πρῶτος ἐγώ, ἀγόμενος ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τῆς συμπληρώσεως τῶν νομοσχεδίων ἢ ἔστω καὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ἐπικρίσεως αὐτῶν, ἤθελον ἐγὼ αὐτὸς προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραπομπήν, ὡς ἔπραξα προκειμένου περὶ τοῦ σχεδίου πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Βουλῆς καὶ ὡς ἐγένετο προκειμένου περὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀναθεωρήσεως ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐν τούτοις δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Δὲν νομίζω ὄχι μόνον ἀναγκαῖον, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν χρήσιμον νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, καὶ τοῦτο, διότι δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν κατηρτίσθη καὶ πρώτην φορὰν ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου· πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἀναγομένου εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ δεκαετίας, ἴσως–ἴσως δὲ καὶ πλέον, μελετᾶται καὶ ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ καὶ τοῦ καθόλου νομικοῦ κόσμου. Μετὰ μελέτας μακράς, εἰς τὰς ὁποίας ἠσχολήθησαν μέλη τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου πολλά, εἰσαγγελεῖς καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀνώτεροι, εἰς τὰς ὁποίας ἠσχολήθη εἰδικώτερον ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, μετὰ μελέτας, λέγω, τοιαύτας κατηρτίσθη ἐπὶ τῆς ὕλης ταύτης νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπεβλήθη πέρυσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ ἐθεωρήθη πανταχόθεν σωστικόν· τότε δὲ ὑπεβλήθη αἴτησις περὶ παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπήν. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι μετὰ μελέτας τοιαύτας...
§190Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη μὲ τὸ κουδοῦνι καὶ μὲ τὸν Πρόεδρον.
§191Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι μετὰ μελέτας τοιαύτας, λόγοι σπουδαῖοι νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν δὲν ὑπῆρχον· ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, διότι προηγουμένως εἶχεν ὑποστῆ τὸν ἔλεγχον τῶν ἐπιτροπῶν, ὑπελείπετο δὲ μόνον τῆς Βουλῆς ὁ ἔλεγχος. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν θετικωτέραν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν στιγμὴν ταύτην, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ζητήσῃ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Καὶ τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις συνέταξε καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της· εἶτα δὲ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους μετὰ τροποποιήσεις ἐλαχίστας. Ἴσχυσεν ἐπὶ δύο μῆνας καὶ μετὰ τοῦτο κατηργήθη. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀνεζήτησα τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ κατάργησις. Δυστυχῶς δὲν μὲ διαφωτίζει ἐπαρκῶς, διότι ἔλεγε μόνον, ὅτι ὁ νόμος ἦτο καλός, παρουσιάσθησαν, ὅμως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του προσκόμματα· ὅτι εἶχεν ἀνάγκην συμπληρώσεως, ὅτι ὅμως ὁ χρόνος δὲν ἦτο ἐπαρκὴς πρὸς τοῦτο καὶ ἑπομένως παρίστατο ἀνάγκη προσωρινῶς νὰ καταργηθῇ, μέχρις οὗ δοθῇ καιρὸς πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ καὶ ἐπαναφορὰν εἰς ἰσχύν. Ἐκεῖνοι πρὸς τοὺς ὁποίους ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποταθῶ, ὅπως μὲ διαφωτίσωσι περὶ τῶν ἐλλείψεων τοῦ νόμου, αἵτινες κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἀνεφάνησαν, ἦσαν οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, ἦσαν οἱ δικηγορικοὶ τοῦ Κράτους σύλλογοι. Ἀμέσως λοιπὸν ἀπηύθυνα ἔγγραφον πρὸς πάντας τοὺς εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους καὶ πρὸς ὅλους τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους τοῦ Κράτους καὶ ἐζήτησα τὰς γνώμας καὶ τὰς πεποιθήσεις αὐτῶν ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς ὀλιγοχρονίου ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐσχημάτισαν περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ καὶ περὶ τῶν ἐνδεικνυομένων μεταρρυθμίσεων. Πάντες οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους δι’ ἐκθέσεών των, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι μόνον ἐπιδοκιμάζουσιν, ἀλλὰ καὶ ἐξαίρουσι τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὰ ἀγαθὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα καθόλου καὶ ἰδίᾳ εἰς ἐπίτευξιν τῆς ἐνημερότητος ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι δὲν ἀπήντησαν πάντες. Ἀλλά, ὅσοι ἐκ τούτων ἀπήντησαν, σχεδὸν πάντες εὑρέθησαν πληρέστατα σύμφωνοι πρὸς τὰς ἐκθέσεις καὶ πρὸς τὰς γνώμας τῶν εἰσαγγελέων. Οἱ εἰσαγγελεῖς, ἐπαναλαμβάνω, καὶ οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι ἀπήντησαν ἐξαίροντες τὰ ἀγαθὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀποτελέσματα εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐκείνου δὲ τοῦ νόμου τὴν ἰσχὺν μετά τινων τροποποιήσεων σκοπεῖ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Εἶπον πάντα ταῦτα, Κύριοι, οὐχὶ ὅπως ὑποστηρίξω ὅτι δὲν πρέπει ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν ἀντιρρήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα, καὶ αἱ ἀντιρρήσεις αὗται νὰ ἀκουσθῶσι μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ νὰ συζητηθῶσι μετὰ μείζονος τοιαύτης, ἀλλὰ διὰ νὰ τονίσω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἀπολύτως νέου. Δὲν πρόκειται περὶ κατασκευάσματος, ἂς ἐπαναλάβω τὴν φράσιν, προχείρου, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ὑποβάλλεται καὶ ἔρχεται εἰς φῶς εἰς τὸν δικαστικὸν καὶ δικηγορικὸν κόσμον, καὶ τὸ ὁποῖον ὡς τοιοῦτον θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἰδίαν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ὡς μὴ δυνάμενον ἄνευ τούτου νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει μεμορφωμένη πεποίθησις τοῦ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ἀσχολουμένου κόσμου. Ἑπομένως ἡ παραπομπὴ ἐκ νέου εἰς ἐπιτροπὴν οὐδένα πρόκειται νὰ πληρώσῃ σκοπόν. Τί θὰ εἴπῃ ἡ ἐπιτροπὴ περὶ τῆς ἀρχῆς; Θὰ εἴπῃ πλείονα τῶν ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν παρελθουσῶν ἐπιτροπῶν; Θὰ εἴπῃ πλείονα ἐκείνων τὰ ὁποῖα λίαν ἐμπεριστατωμένως περιέχει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις διαλαμβάνουσα ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νομοθετικῆς μερίμνης; Τί θὰ εἴπῃ ἡ ἐπιτροπή; Θὰ εἴπῃ πλείονα ἐκείνων τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς διμήνου ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου; πλείονα τῶν εἰσαγγελέων καὶ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων τοῦ Κράτους; Ἐπεράτωσα, Κύριοι, ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν. Ἐγὼ θὰ παρακολουθήσω μετ’ εὐλαβείας καὶ προσοχῆς πάσας τὰς συζητήσεις, καὶ θὰ εἶμαι ἕτοιμος νὰ μεταβάλω γνώμην ὄχι μόνον εἰς τὰς λεπτομερείας, ὅπως προσθέσω ἢ μεταβάλω ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα, ὡς ὑπέδειξεν ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀρχήν, καὶ νὰ κηρυχθῶ καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἤθελον πεισθῆ ἐκ τῶν γενησομένων συζητήσεων, ὅτι δὲν ἔχει ὀρθῶς τοῦτο, ὅτι ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιζήμιον εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ὑποθέτω, ὅτι ἀφορμὴ εἰς τὴν αἴτησιν πρὸς παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἔδωκε τὸ γεγονός, ὅτι μόλις εἰκοσιτέσσαρες ὧραι παρῆλθον ἀφ’ ἧς διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον. Καὶ δύναταί τις εὐλόγως νὰ εἴπῃ, ὅτι προκειμένου περὶ νομοθετήματος σοβαροῦ, ἔστω ὑποστάντος ἐλέγχους ἐπανειλημμένους καὶ βασάνους, εἶναι ἐνδεδειγμένη καὶ ἤδη μελέτη τις ὡριμωτέρα. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν θὰ ἦτο ἴσως δεδικαιολογημένη ἐπαρκῶς ἀναβολή τις, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν. Ὑπομιμνήσκω ἐν τούτοις εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποστῇ προφανῶς τριπλῆν ἀνάγνωσιν, καὶ θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ σήμερον εἰς πρώτην καὶ αὔριον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς τρίτην τοιαύτην, ἂν ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὥριμος πρὸς τελικὴν ἐπιψήφισιν, νὰ ἀναβάλῃ διὰ μίαν, δύο, ἔστω καὶ διὰ τρεῖς ἡμέρας, ὅπως οὕτω χορηγηθῇ ὁ προσήκων χρόνος εἰς πάντας τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ φέρωσι πεφωτισμένην γνώμην καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων καὶ λεπτομερειῶν.
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πλεῖστα, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ εἴπω, τὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Φαίνεται ὅμως, ὅτι διὰ τῆς ὁμιλίας του στέργει ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν στέργῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§193Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐάν τις δὲν εἶναι ἕτοιμος διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, ἂς ἀναβληθῇ καὶ ἡ ἔναρξις.
§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι ὅλως περιττόν. Εἶναι ἀδιαφιλονίκητον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προσθέσωσι τὰς γνώσεις των, θὰ ἦσαν ἀπὸ θεωρίας καὶ ἀπὸ πράξεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὰς δίκας τὰς ποινικάς. Ἐκεῖνοι μόνον ἀπεκόμισαν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αἱ δίκαι αἱ διεξαγόμεναι ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ δὲν εἶναι δίκαι εἰς τὰς ὁποίας ἀπονέμεται τὸ δίκαιον, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον δίκαι καθ’ ἃς βραβεύεται ὁ ἐνεδρεύων καὶ καραδοκῶν, ἵνα δικάσῃ τὴν ὑπόθεσίν του, εἰς περίστασιν, ἣν νομίζει κατάλληλον. Ἐκεῖνοι λοιπόν, οἵτινες ἔχομεν ἤδη τὴν πεῖραν αὐτήν, ἐλάβομεν καὶ τὴν πεῖραν τῆς διμήνου ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὗτινος τὸ πλεῖστον, τὰ 90 τοῖς ἑκατὸν τῶν διατάξεων, γενόμεναι ἤδη νόμος, ἐφηρμόσθησαν. Ἐὰν ἡ μελέτη, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ τοῦ διμήνου καὶ κατὰ τὸ δίμηνον τῆς ἐφαρμογῆς, δὲν θὰ ἦτο ἀρκετὴ ἵνα σχηματίσῃ ἐν ἡμῖν αὐτοῖς γνώμας ὡρισμένας περὶ τῶν καθ’ ἕκαστα τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως μιᾶς καὶ δύο ἡμερῶν ἀναβολὴ δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσῃ τοιαύτας. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος δύναται νὰ προσφέρῃ ἐκ τῆς πείρας πᾶν ὅ,τι συντελεῖ πρὸς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν αὐτοῦ.
§195Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε. Εἶμαι ἐξ ὁλοκλήρου σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐκ τῶν προτέρων δηλῶ, ὅτι ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§196Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρωτίστως ὀφείλει νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι πῶς νόμος ψηφισθεὶς καὶ τεθεὶς εἰς ἐφαρμογὴν ἐπὶ δύο μῆνας κατηργήθη διὰ βοῆς. Πρέπει νὰ δώσωμεν περισσοτέραν προσοχὴν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν πάντας τοὺς λόγους, ὅπως ἐπιτύχωμεν καλλίτερον νόμον, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ αἴτια τῆς διὰ βοῆς καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἰδιαιτέρως, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ ὡρισμένα Πρωτοδικεῖα καὶ ὡρισμένους τόπους, ἀλλὰ τὸ σύνολον. Ὑπάρχουσι πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι ἀποδημοῦσι καθ’ ὡρισμένας περιστάσεις. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐπαρχίας μου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πλεῖστοι ἀπουσιάζουσιν ὁλόκληρον τὸν χειμῶνα. Ὁ ὅρος τῆς βεβαιώσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων ὑποβάλλεται ὁ ἀνακόπτων, εἶναι βαρύτατος. Ὁ νόμος ἔχει πολλὰς ἀτελείας καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ, διότι ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δύο μῆνας ἴσχυσε καὶ κατηργήθη διὰ βοῆς, σημαίνει, ὅτι ἔχει σπουδαίας ἐλλείψεις. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς ἐγνωμάτευσαν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐξετάζουσι κατ’ ἴδιον τρόπον καὶ οὐχὶ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν κατηγορουμένων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ἡ ὁποία θ’ ἀποφανθῇ, ἂν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ ὄχι τὸ νομοσχέδιον. Εἶμαι τῆς γνώμης νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θ’ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ διαφόρους νομικοὺς Βουλευτὰς τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν.
§197Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν πρὸ μικροῦ κατελθόντα τοῦ βήματος ἀξιότιμον βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Θ. Παπαϊωάννου ὁμιλήσαντα μετὰ πικρίας περὶ τοῦ ͵ΓΦΜΖʹ νόμου τοῦ 1909 τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὰς ἐπιδόσεις τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ ἰσχύσαντος, ὡς γνωστόν, ἐπὶ δίμηνον, διότι ὁ λόγος ἀκριβῶς, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος νόμος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἠστόχησεν, ἦτο, ὄχι διότι ὁ νόμος κατὰ βάσιν δὲν ἦτο ὀρθός, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπαρουσίασε δυσυπέρβλητα κωλύματα, τουτέστι τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐπίδοσιν ὀργάνων. Μόνον ὁ λόγος οὗτος ὑπῆρξεν, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὴν γενικὴν ἐκείνην κατακραυγὴν τῶν δικαστικῶν κλητήρων, οἵτινες μονονουχὶ ἠπείλησαν παραίτησιν πρὸ τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας των τοῦ νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, μόνον ὁ λόγος οὗτος καὶ οὐχὶ ἡ πλημμέλεια τοῦ νόμου ἐδημιούργησε τὴν διὰ γενικῆς βοῆς, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κατάργησιν αὐτοῦ. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἰσάγεται τὸ ἕτερον νομοσχέδιον «Περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν ποινικῶν δικογράφων», διὰ τοῦ ὁποίου πληροῦται πλέον ἡ ἔλλειψις ἐκείνη, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων αὐξάνει εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα.
§198Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ αὐξήσῃ καὶ ὁ μισθὸς αὐτῶν;
§199Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ τούτου λαμβάνεται πρόνοια. Ὅταν ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀλληλένδετον μὲ τὸ σημερινόν, ἴσως ζητήσωμεν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅπως ἐκτὸς τῆς ἀμοιβῆς, τῆς γλισχροτάτης ἄλλως τε, ἥτις ὁρίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο διὰ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐπαρκεῖ πολλάκις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀνόδου καὶ καθόδου αὐτῶν ἀπὸ τὰ διάφορα χωρία, προστεθῶσι καὶ 30 λεπτὰ κατὰ κλῆσιν, ὑπὲρ τοῦ ἐπιδίδοντος αὐτὰς κλητῆρος, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ Δημόσιον πάντοτε λαμβάνει κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων παρὰ τοῦ κατηγορουμένου δραχμὰς δύο δι’ ἑκάστην κλῆσιν, μολογότι τὸ ἐπιδοτήριον γράφεται ἐπὶ ἀσήμου χάρτου. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ ἀμείβηται ὁ κλητὴρ διὰ 30 λεπτῶν δι’ ἕκαστον ἐπιδοτήριον μάρτυρος ἢ κατηγορουμένου. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία αὕτη, ἣν ἐν καιρῷ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω καὶ ἣν εὐελπίζομαι ὅτι θὰ ἀποδεχθῇ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ περὶ εὐδομικήσεως τοῦ εἰσαγομένου συστήματος περὶ ἐπιδόσεων, θὰ εἶχε θέσιν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ἑπομένου νομοσχεδίου, τοῦ συναφοῦς πρὸς τὸ ἤδη συζητούμενον. Ἐὰν δὲ ἀκροθιγῶς ἡψάμην τῆς ἀρχῆς τοῦ περὶ τῶν δικαστικῶν κλητήρων νομοσχεδίου, ἔπραξα τοῦτο διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο θὰ εἶναι ἡ λυδία λίθος τοῦ δοκιμαζομένου θεσμοῦ, διότι καὶ πάλιν θὰ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἐν τῇ πράξει ἀποτυγχάνοντα αὖθις τὸν θεσμόν, ἐὰν μὴ ἐξασφαλισθῇ καταλλήλως διὰ προσθέτων ἐγγυήσεων ἡ τακτικὴ τῶν ποινικῶν δικογράφων ἐπίδοσις ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἤδη ὅμως συζητουμένης τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔχω νὰ ἐπιφέρω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις.
§200ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν συζητεῖται ἡ ἀρχή.
§201Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη κατὰ τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπήν.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπεφάνθη.
§203Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὴν λύσιν τοῦ παρεμπίπτοντος τούτου ζητήματος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§204Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως δώσω ἐξηγήσεις τινὰς διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐπ’ ἐλάχιστον ἰσχύσαντος, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐφαρμοσθέντος, νόμου, καθόσον τότε ἐτύγχανον Ὑπουργός. Ὅτε ἔλαβον τὴν τιμήν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον τότε ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον αὐτόν, τεθέντα ἐν ἰσχύϊ ὀλίγον πρὸ τῆς ἀναλήψεως τοῦ Ὑπουργείου ὑπ’ ἐμοῦ. Ἀμέσως εὑρέθην πρὸ γενικοῦ δικαιοστασίου διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου. Μοὶ ἀνηγγέλθη ὑπὸ πάντων σχεδὸν τῶν εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐσταμάτησε καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἕνεκα τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου πάντες σχεδὸν οἱ κλητῆρες οἱ ἔμμισθοι παρὰ ταῖς διαφόροις εἰσαγγελίαις καὶ ἀνακριτικοῖς γραφείοις ἠναγκάσθησαν νὰ παραιτηθῶσι, καὶ οὕτως ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶχε τὰ ὄργανα τῆς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων. Προσεπάθησα, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατόν, νὰ ἀποκαταστήσω τὴν τάξιν τὴν οὕτω διασαλευθεῖσαν, ἀλλὰ κατέστη ἀδύνατον. Ἠθέλησα διὰ νόμου νὰ συμπληρώσω τὰς διατάξεις ἐκείνας τοῦ μόλις πρὸ μηνὸς ψηφισθέντος καὶ ἰσχύσαντος νόμου. Ἀλλ’ ὁ χρόνος οὐδόλως ἦτο ἐπαρκὴς πρὸς τοῦτο. Διὰ τοῦτο σύσσωμος τότε ἡ Βουλὴ ἠξίωσε παρ’ ἐμοῦ, ὅπως εἰσηγηθῶ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργῆται ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ νὰ ἐπαναφέρω ἐν ἰσχύϊ τὰς καταργηθείσας δι’ ἐκείνου ποινικὰς διατάξεις. Τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ πράξω, δηλώσας μάλιστα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι μὲ τοιαύτας ποινικὰς διατάξεις ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ τόσον πλημμελῶς, ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης χθὲς εἰσηγούμενος τῶν νομοσχεδίων εἶπε πρὸς ἡμᾶς. Οὐδεὶς τῶν δικηγόρων, οὐδεὶς τῶν νομικῶν ἀγνοεῖ τοῦτο, ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε καιρός, ὅπως εἰσηγηθῶ νόμον τροποποιοῦντα τὸν καταργηθέντα, ἠναγκάσθην, ὅπως εἶπον, νὰ προβῶ εἰς εἰσήγησιν νομοσχεδίου πρὸς κατάργησιν τούτου. Ἐὰν δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόσθη, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐψηφίσθη ὅλως ἀμελετήτως. Δὲν ἀρνεῖται κανεὶς ὅτι αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ γίνωσιν αἱ τροποποιήσεις τῶν ποινικῶν διατάξεων, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι φέρονται ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ. Τότε παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλά, ὡς ἐπληροφορήθην—διότι ἐγὼ πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὡς Ὑπουργός, δὲν ἤμην Βουλευτής—, ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη οὐδόλως εἰργάσθη, οὐδὲ κἂν συνῆλθε, καὶ ἑπομένως δὲν κατωρθώθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ταῦτα ἐνόμιζον ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὡς εἰσηγητὴς τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως ἐν τοῖς καθέκαστα νὰ λάβω τὸν λόγον, καί, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι κενά, δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν αὐτό, διότι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐδέποτε θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ ἔργον αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν βελτιώσεως.
§205ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, νὰ μὴ εὕρω αἰτίαν, ὅπως φέρω πρόσκομμα εἰς τὸ ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀτυχῶς ὅμως δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θίγουσιν ὡρισμένα μικροσυμφέροντα, πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ τὰ τοιούτου εἴδους νομοσχέδια εἶναι δημοσίας τάξεως, ἀφορῶσι τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους, διότι ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς Κράτους εἶναι ἡ καλὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἰδίᾳ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐπεθύμουν λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ λάβωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν καὶ λεπτομερῆ καὶ ἐπιμελῆ γνῶσιν πάντα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν τελευταίαν τακτικὴν Βουλήν, εἰς τὴν προτελευταίαν Σύνοδον αὐτῆς· τότε παρεπέμφθη μάλιστα εἰς ἐπιτροπήν, ἀλλά, ὡς μὲ ἐβεβαίωσεν ἀξιότιμον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἄλλα ἀπεφασίσθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἄλλα ἐγράφησαν ἐν τῇ ἐκθέσει. Τότε ἀτυχῶς ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει ἡ Βουλή, οἱ νόμοι ἐψηφίζοντο διὰ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Προέδρου, «οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη», καὶ τὰ νομοσχέδια ἐψηφίζοντο χωρὶς νὰ παρίστανται πολλάκις καὶ οἱ Βουλευταὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης. Ὅτε ὅμως ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, Ὑπουργὸς δὲ τῆς Δικαιοσύνης ἐτύγχανεν ὁ κ. Φικιώρης, καὶ ἡ Βουλὴ ἀνέλαβε τὸν τρόπον τὸν κανονικὸν τῶν ἐργασιῶν της καὶ τὴν ἐλευθέραν διαχείρισιν τῆς γνώμης της, τῇ προτάσει ἐμοῦ ὁ τότε νόμος κατηργήθη διὰ γενικῆς κραυγῆς ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ ἀντιλογίας. Ἔλαβον δὲ τὴν τιμὴν νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, διότι ὡς δικηγόρος ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ τοῦ τόπου μου εἶδον ὅτι ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐσταμάτησεν, οἱ δὲ εἰσαγγελεῖς διεμαρτύροντο, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὄχι βεβαίως μόνον διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλοι συνάδελφοι προέβαλον τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἔλλειψις τῶν ἁρμοδίων προσώπων τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων δὲν ἦτο ὁ μόνος λόγος τῆς στάσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ὁ νόμος προϋπέθετε τοὺς κατηγορουμένους ἔχοντας σταθερὰν καὶ ἀμετάβλητον κατοικίαν, διότι τί ὠφελεῖ, ἂν πολλαπλασιάσητε τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθησιν ὁ νόμος τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων, ὅταν ἀγνοῆται ἡ κατοικία τῶν πρὸς οὓς ἡ ἐπίδοσις; Οἱ συμπολῖταί μας π.χ., κύριε Ὑπουργέ, ποῦ θὰ εὑρεθῶσι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην νὰ κλητευθῶσι; Θὰ μεταβαίνῃ ὁ κλητήρ, θὰ τοιχοκολλᾶται τὸ δικόγραφον, θὰ εἶναι καθ’ ὅλα ἐγκυροτάτη ἡ ἐπίδοσις, ἀλλ’ ὁ πρὸς ὃν ἐπιδίδεται τὸ ἔγγραφον, Κύριοι, μετοικήσας ἀλλαχοῦ, οὐδεμίαν εἴδησιν θὰ λαμβάνῃ, διότι οἱ συμπολῖταί μας δὲν μετέρχονται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ τραπεζίτου, ὥστε νὰ μένωσιν εἰς τὰς οἰκίας των διαρκῶς καὶ ξεκοκκαλίζουν τὰ εἰσοδήματά των. Προστρέχουσι παντοῦ, ὅπως προσπορισθῶσι τὸν ἄρτον των. Καὶ διὰ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ τοιαύτη ἐρήμην ἀπόφασις εἰς ποίας διατυπώσεις ὑποβάλλεται τὸ δεκτὸν τῆς ἀνακοπῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους; Ὑποχρεοῦνται οἱ ἀνακόπτοντες νὰ καταβάλωσιν ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς δίκης, καὶ μόνον, ὅταν γένηται δεκτὴ ἡ ἀνακοπή, διατάσσεται ἡ ἐπιστροφὴ τῶν καταβληθέντων χρημάτων. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων ἀπὸ μέρους τοῦ δημοσίου ταμείου; Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ἀγνοῶν ὅτι, εὐθὺς ὡς εἰσῆλθον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξ οἱουδήποτε λόγου χρήματα Ἕλληνος πολίτου, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιστραφῶσι μὲ ὅλας τὰς διαταγὰς καὶ τὰς ἀποφάσεις ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, Κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ τουλάχιστον, ἂν δὲν παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐπί τινας ἡμέρας, ὅπως τὸ μελετήσητε καὶ διατελῆτε πάντες ἐν γνώσει τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Τὸ ἄλλο ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τοὐναντίον τὴν ἐπιβραδύνει, διότι, γενομένης τῆς ἀνακοπῆς δεκτῆς, δὲν προβαίνει τὸ Δικαστήριον εἰς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, ὡς ἤδη γίνεται, ἀλλὰ παραπέμπει εἰς ἄλλην δικάσιμον, ὅπως κλητευθῶσιν ἐκ νέου οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας, καὶ ἂν τότε διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς του δὲν δυνηθῇ νὰ προσέλθῃ ὁ κατηγορούμενος, ἔχομεν πάλιν νέαν δίκην, καὶ οὕτω πως ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἐπιτάχυνσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, τοὐναντίον θὰ ἔχωμεν ἐπιβράδυνσιν αὐτῆς. Ὁ λόγος δέ, Κύριοι, ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους συνέστησαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ εἰς νόμον τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι οὔτε νέος οὔτε ἐπαρκὴς νὰ μᾶς πείσῃ, ὅπως προβῶμεν εἰς μεταβολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς νόμον. Διότι οἱ κ. κ. εἰσαγγελεῖς ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰσαγγελεῖς, πάντοτε κατὰ τῆς ἐρημοδικίας καὶ τοῦ πολυποικίλου τῆς ἐργασίας των μεμψιμοιροῦσι. Βεβαίως οἱ εἰσαγγελεῖς, τὸ ἐπιθυμοῦσι, διότι κατὰ τὸ ἥμισυ ἐλαττοῦται ἡ ἐργασία των. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὲς εἰς ἡμᾶς, ὅπως μᾶς πείσῃ καὶ ψηφίσωμεν τοιαῦτα νομοσχέδια, ὥστε νὰ δικάζωνται οἱ κατηγορούμενοι ἀναπολόγητοι. Οἱ ἀναμιγνυόμενοι ἐξ ὑμῶν εἰς τὰ δικαστικὰ γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον παρίσταται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων ἀπουσιάζοντος τοῦ κατηγορουμένου καὶ κατὰ τίνα τρόπον παρίσταται, ὅταν ὁ κατηγορούμενος προσάγηται καὶ προσκομίζῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐμὸς φίλος καὶ συναγωνιστὴς θὰ στέρξῃ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, τὸν παρακαλῶ δὲ πρὸς τοῦτο, καίτοι ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, θὰ στέρξῃ, λέγω, εἰς τὴν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα τὸ μελετήσωμεν.
§206Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς τὸ ἠξεύρετε ἀπὸ καιροῦ.
§207Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠξεύρω, διότι εἶχον μελετήσει τὸν καταργηθέντα νόμον. Ἀλλ’ ἤδη μετεβλήθησαν κατά τι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ μόλις μετὰ μεσημβρίαν διενεμήθη, ὥστε ἐστάθη ἀδύνατον εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πολλοὺς τῶν κ.κ. συναδέλφων νὰ τὸ μελετήσωμεν ἢ καὶ νὰ λάβωμεν κἂν γνῶσιν. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι πάντα ὅσα λέγω τὰ λέγω ὅπως φέρω ἀντίδρασιν εἰς τὸ ἔργον σας.
§208Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κάθε ἄλλο.
§209Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ συντρέξω, μελετῶν ὅμως, τὸ ἔργον σας. Διατελῶ δὲ ἐν γνώσει τοῦ νομοσχεδίου, διότι, σᾶς εἶπον, τῇ προτάσει μου ἡ Βουλὴ τῆς τελευταίας τακτικῆς Συνόδου παμψηφεὶ κατήργησε τὸν νόμον αὐτόν. Καὶ τότε, ὡς ἐνθυμοῦμαι, τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα προέτεινα εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ὁποῖα καὶ ἤδη προτείνω. Ἐὰν δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Συνόδου ἐκείνης, θὰ ἐβλέπετε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ προκατόχου σας κ. Φικιώρη. Ἀλλά, ἵνα καταργηθῇ ὁ νόμος αὐτός, ἐψηφίσθη ἄλλος νόμος ἐπιβαρυντικώτατος κατὰ τῶν κατηγορουμένων, περὶ βιβλίων ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων, καθ’ ὃν ὑποβάλλεται εἰς χρηματικὴν ποινὴν ὁ ἀνακόπτων ἐκπροθέσμως ἢ ἐνεργῶν δευτέραν ἀνακοπήν.
§210Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι λαμβάνεται πρόνοια.
§211Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ μὴ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ φῶτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις νὰ νομοθετήσῃ δι’ οὐκαζίων; (Χειροκροτήματά τινα ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§212Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη καταργεῖται.
§213Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ μελετήσω τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν τὸ ἐμελέτων, δὲν θὰ ἔλεγον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ὀλιγοήμερον ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην δύνανται νὰ μεταβάλλωνται.
§214Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, τῆς ὁποίας μέλος ἐτύγχανον, ἤμην διατεθειμένος νὰ ψηφίσω κατ’ αὐτοῦ, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐπέτρεπον τότε οἱ Βουλευταὶ νὰ ἐκφράζωσι γνώμας καὶ δίδωσι κατ’ αὐτὰς ψῆφον. Καὶ τούτου ἕνεκα τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη, ὡς εἰσήχθη, εἷς δ’ ἐξ ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι συνειργάσθησαν διὰ τὴν πλήρη κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύσαντος ἐπὶ δύο μῆνας ἤμην καὶ ἐγώ. Συνετέλεσα δὲ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ ἐγγραφῆς εἰς βιβλίον τῶν ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων κατὰ τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἐστήλωσαν τὰς ἐλπίδας ὅλων ἡμῶν, οἵτινες εἰργάσθημεν πρὸς ψήφισιν αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχῃ τὴν καλωσύνην μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ προσαγάγῃ κατάστασιν τῆς τελευταίας τριμηνίας τοῦ λήξαντος ἔτους τῶν ἐργασιῶν τῶν Πλημμελειοδικείων καὶ Πταισματοδικείων τοῦ Κράτους, θέλετε πάντες πεισθῆ, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ ἐρημοδικία περιωρίσθη, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ½, κατὰ τὸ ⅓ ὅμως ἀναντιρρήτως. Διότι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐτέθη φιλάνθρωπος ὅσον καὶ πρακτικὴ διάταξις.
§215Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σοφή.
§216Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅτι οἱ προσερχόμενοι εὐπειθῶς, ἵνα δικασθῶσιν, ἅμα καλούμενοι, δὲν πληρώνουσι τὸ ὅλον τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ. Καὶ οἱ Ἕλληνες πολῖται, δὲν ἠξεύρω διατί, ἀλλά, ὅταν τεθῇ διάταξις εὐεργετικὴ ὑπὲρ αὐτῶν, δεικνύονται περισσότερον εὐπειθεῖς, παρ’ ὅταν διὰ τῆς ἀγριότητος τοῦ νόμου ζητήσητε νὰ ἐπιβληθῆτε εἰς αὐτούς. Ἑτέρωθεν ἐτέθη ἡ ἀντίστοιχος διάταξις, ὅτι οἱ μὴ εὐπειθεῖς, οἱ μὴ προσερχόμενοι ἅμα κληθῶσιν ὅπως δικασθῶσιν, ὑποβάλλονται εἰς τὴν πληρωμὴν παραβόλου. Ἐπεθύμουν, ὅπως ἐξετασθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐν παραβολῇ καὶ πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐκεῖνος ἔσχεν εἰς τὰς ποινικὰς δίκας, ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ ὀρθὴν γνώμην, ἂν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν καταργηθέντα νόμον, ἢ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἰσχύουσαι αἱ καὶ σήμερον ἰσχύουσαι διατάξεις, ἢ ἂν πρέπει νὰ τροποποιηθῶσιν αὗται καὶ κατὰ πόσον. Δὲν μὲ ἐκπλήττει ἡ εὐχέρεια τῶν κ. εἰσαγγελέων νὰ μεταβάλλωσι γνώμας ἀναλόγως τοῦ προσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ ἀπευθύνοντος τὴν ἐγκύκλιον πρὸς αὐτούς. Ἐνθυμοῦμαι μετὰ πόσης φρίκης πολλοὶ εἰσαγγελεῖς καὶ πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν ὑπεδέχθησαν τὸν καταργηθέντα νόμον, ὅστις ἦτο αὐτὸ τὸ σήμερον ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐντίμων τούτων κυρίων μὲ ἐξώρκιζον νὰ συντελέσω εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου. Σήμερον ὅμως, ὅτε ὁ συντάκτης τοῦ καταργηθέντος νόμου ἐκλήθη ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἴσως αὐτὰ ταῦτα τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτροπιαζόμενα τὸν νόμον ἐκεῖνον εὐχερῶς μετέβαλον γνώμην καὶ εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶπον, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι σοφὸς καὶ πρέπει τάχιστα νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ. Ἂς μὴν ἀποδέχηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς γνώμας τῶν ὑπαλλήλων τούτων, τῶν μετὰ τόσης εὐχερείας μεταβαλλόντων γνώμας, ἃς δίδῃ δὲ μόνον προσοχὴν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἔχει τὸ θάρρος νὰ λέγωσι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, θὰ μοὶ δοθῇ ἡ εὐκαιρία ἴσως νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ ἑκάστης διατάξεως. Τό γε νῦν ἔχον φέρω τὴν ἑξῆς πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν· νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς καὶ τὰ δύο ἑπόμενα ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ τῶν τριῶν ὁμοῦ ν’ ἀναβληθῇ ἡ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἵνα καταστῇ δυνατὴ εἰς πάντας τοὺς κυρίους συναδέλφους ἡ μελέτη αὐτῶν.
§217Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς) ΚΑΙ Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§218Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Τὸ ὅτι εἶναι φιλάνθρωπος καὶ πρακτική, τὸ ὅτι εἶναι σοφή, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ἀλεξάκης, ἡ διάταξις τοῦ νόμου, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας, δὲν εἶναι λόγος ἐμποδίζων τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν ψήφισιν αὐτοῦ καὶ μάλιστα ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία δέον νὰ ὀφείλῃ εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς προσπαθείας του, ὅπως καταστῇ τὸ ταχύτερον νόμος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι εἶναι τοσοῦτον ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεώς του, διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη μακρῶν ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεων. Ὅσον καὶ ἂν ἐφρόντισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τοὺς κατηγορουμένους ἀπὸ πάσης βλάβης διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἰσηγήθη ἐνώπιον ἡμῶν, εἶναι κίνδυνος νὰ ἐπέλθωσι σπουδαῖαι βλάβαι εἰς αὐτούς, ἐὰν ταχέως ψηφισθῇ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ συναφοῦς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἑτέρου νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων ἐκλείπουσιν ἐν μέρει τὰ τρωτά, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον προηγουμένως ἐν τῷ καταργηθέντι περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου νόμῳ. Ἀλλ’ ἐὰν θὰ ἐκλείψωσι τελείως, τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον μεγίστης ἐξετάσεως καὶ σκέψεως. Ἡ ἀμοιβὴ τῶν κλητήρων π. χ. εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ κοινοποίησις εἰς τοὺς κατηγορουμένους καὶ μάρτυρας. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται μεγίστη ἐξέτασις καὶ σκέψις τῆς Βουλῆς. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι διατάξεις ἔχουσαι ἀνάγκην σπουδαίας μελέτης. Ὁρίζεται π.χ. ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ κλῆσις ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ὅπως ἐμφανισθῇ ὁ κατηγορούμενος, κοινοποιεῖται εἰς αὐτὸν τοῦτον 3 μὲν ἡμέρας πρότερον, ὅταν εἶναι ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πρωτοδικείου, 5 δέ, ὅταν εἶναι ἐκτὸς αὐτῆς. Καὶ ὅμως πολλάκις αἱ ἀποστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐμφανίζηται ὁ κατηγορούμενος ἐντὸς 5 ἡμερῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, δὲν φρονῶ δέ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς ψήφισιν αὐτοῦ εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ κατὰ τὴν τρίτην νὰ συζητήσωμεν, διότι, ὅταν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐπιληφθῶμεν, ὡς ἐπελήφθημεν, τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ εἰσαγάγωμεν τὰς τροπολογίας, κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν, θὰ εἶναι δυνατὸν ἄλλοι ἐξ ὑμῶν νὰ ἐπιληφθῆτε τῶν τροπολογιῶν, καὶ οὕτω τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιασθῇ ἐπὶ τέλους εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, θὰ εἶναι πλῆρες καὶ τέλειον, καὶ θὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ θὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς κατηγορουμένους. Οἱ λόγοι οὗτοι, κύριοι Βουλευταί, μὲ ἔφεραν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα προτείνω εἰς ὑμᾶς καὶ παρακαλέσω καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καὶ οὗτος δεχθῇ, ἵνα ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἀναβληθῇ καὶ μὴ προβῶμεν εἰς συζήτησιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλωμεν αὐτήν, ἵνα κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ὅσας δυνάμεθα τροπολογίας καὶ παρατηρήσεις.
§219Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω· ζητήσας τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν δὲν ἐσκόπουν ποτὲ νὰ παρεμβάλω προσκόμματα, ἵνα ῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐρρήθη ὑπό τινων, εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ἤμην, εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἂν δὲ ἐζήτησα τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν, ἔπραξα τοῦτο, ἵνα δοθῇ καιρὸς εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μελετήσωσι τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις, καὶ φέρωσι τὰς μεμελετημένας γνώμας αὐτῶν, ὅταν ἀρχίσῃ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, ἵνα τελειοποιηθῇ τοῦτο, καὶ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν πρὸ ὀλίγου καιροῦ, νὰ καταργήσωμεν νόμον, τὸν ὁποῖον θέτομεν εἰς ἐφαρμογήν, μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας. Ὅτε πέρυσι, κύριε Πρόεδρε, εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τὸ ἴδιον καὶ παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη, εἰργάσθη μετὰ ζήλου πολλοῦ, καὶ δὲν ἦτο ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐρρήθη, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη παρέλειψε νὰ ἐργασθῇ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ ἐπὶ μακρὰς ἡμέρας εἰργάσθη καὶ ἐπήνεγκε πολλὰς καὶ ποικίλας διορθώσεις, ἐὰν δὲ κατόπιν ἐν τῇ ἐκθέσει δὲν ἐγράφησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπεφασίσθη νὰ γραφῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τοῦτο δὲν εὐθύνει τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, μετὰ πολλοῦ ζήλου εἰργάσθη τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ καίωμεν καὶ λιβανωτόν. Ἐγὼ ἴσως τιμῶ περισσότερον ἀπὸ σᾶς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὅταν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν παρελαύνων καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἢ θέλει νὰ ἔχῃ ἢ σκέπτεται νὰ ἔχῃ, καίῃ σωρὸν λιβανωτοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖ οὔτε τὸν κ. Ὑπουργόν, οὔτε ἑαυτόν, οὔτε αὐτὰ τὰ νομοσχέδια. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κορυφὴ νομικὴ ἄλλοτε, ὁ μακαρίτης Ψαρᾶς, ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ ἔφερεν ὑπὸ μάλης μελέτην, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει αὐτὸς ὁ ἴδιος, καὶ ἡ ὁποία ἐθεωρήθη καὶ ἦτο ἐν πολλοῖς μελέτη σοφή. Ἀλλ’ ὅτε τὸ ἔργον ἐκεῖνο παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ὅτε ἐζητήθη καὶ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ μακαρίτης Ψαρᾶς νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μετὰ συζήτησιν ἐκεῖ παρεκάλεσε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν του καὶ νὰ τραπῇ πρὸς τὸν οἶκόν του. Τοσοῦτον εὐσυνείδητος ἐπιστήμων ἦτο ὁ μακαρίτης Ψαρᾶς, διότι ἐπείσθη ὅτι μεγάλαι ἐλλείψεις ἦσαν ἐν τῷ ἔργῳ του. Λοιπόν, Κύριοι, ἂς μὴ σπεύδωμεν, ἀλλ’ ἂς συντρέχωμεν εἰς ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν πολὺ φιλοτίμως ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ προσφέρῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὰ φῶτά του καὶ κατὰ τὰς διανοητικὰς αὑτοῦ δυνάμεις τὰς ὑπηρεσίας του καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὥστε νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ ἀποβῇ κἄτι τι τελειότερον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πράττομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶδον σήμερον, οὐ μόνον δὲν θὰ διορθώσωμεν νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὑπάρχοντα ἐν πολλοῖς θὰ βλάψωμεν, καὶ θὰ εὑρεθῆτε σεῖς οἱ ἴδιοι ἴσως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσητε τὸν νόμον τοῦτον, ὅπως καταργεῖται καὶ ὁ σήμερον ἰσχύων.
§220Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδόθη ἀναβολή.
§221Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν· ἂς δοθῇ ἀναβολὴ πρὸς συζήτησιν. Θεωρῶ δὲ ἐπικίνδυνον, Κύριοι, νὰ προβῶμεν εἰς πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§222Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς πρώτην μόνον.
§223Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν μάλιστα νὰ γίνῃ δεκτόν, ἀλλά, ἀφοῦ γίνῃ δεκτόν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ αὐτῆς τῆς πρώτης ἀναγνώσεως. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον τὸ μέτρον τοῦτο. Δὲν δίδεται πλέον καιρὸς πρὸς μελέτην καὶ ἐργασίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν ἁρπάζονται τὰ νομοσχέδια καὶ γίνονται νόμοι τοῦ Κράτους.
§224ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διστάζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν πρέπει νὰ ὁμιλήσω. Ὁ σκοπός μου ἦτο νὰ εὕρω τρόπον, ὅστις ἤθελε πείσει νὰ φθάσωμεν εἰς ἀσφαλεστέραν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἢ ὅ,τι αὕτη φαίνεται πιθανὴ ὡς ἐκ τῆς ἀντιλογίας κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τῶν γνωμῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἐκ μακροῦ χρόνου πολιτευόμενος ἐκτησάμην ἐνταῦθα, ἐδιδάχθην, ὅτι νομοσχέδια τοιαῦτα, ἀφορῶντα εἰς μεταρρυθμίσεις τῶν δικαστικῶν νόμων, οὐδέποτε ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ἔχοντα τοιαύτην ὁποίαν τὸ συζητούμενον ἀξίαν, εἰμὴ ἀφοῦ διῆλθον δι’ ἐπιτροπῶν. Ἐδοκιμάσθη πολλάκις ἡ ἀποφυγὴ τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ ἐπὶ τέλους οἱ Ὑπουργοί, οἵτινες καὶ ἠθέλησαν νὰ σπεύσωσιν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀληθῶς ἀγαθοῦ αὑτῶν σκοποῦ, εὑρέθησαν ἀπέναντι ἀποτυχίας. Δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν ἐνταῦθα, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ψηφισθῶσι νόμοι, ἰδίως δικαστικοὶ νόμοι, εἰς οὓς παρεμβαίνει ἀμφισβητοῦσα ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ εἰδικὴ πεῖρα τῶν τριῶν τετάρτων ἴσως τῆς Βουλῆς, διότι τὰ τρία τέταρτα τῆς Βουλῆς, ἐὰν στατιστικῶς ἐξετάσωμεν, θὰ εὑρεθῶσιν οὐχὶ δικηγόροι μόνον, ἀλλὰ νομικοί, καὶ εἶναι ἀδύνατον νομικός, προκειμένων τοιούτων θεμάτων, ἅτε ἔχων ποιάν τινα γνῶσιν, νὰ μὴ ζητήσῃ ἀπ’ ἀγαθοῦ τοῦ συνειδότος νὰ εἰσφέρῃ τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, δὲν κατέστη, λέγω, δυνατὸν τοιοῦτόν τι ἄνευ παραπομπῆς προηγουμένως εἰς ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τὸ ζητούμενον ἐνταῦθα εἶναι, πῶς θέλομεν φθάσει νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ἄξιον πάσης ἡμῶν τῆς φροντίδος—διότι εἶναι βεβαίως νομοσχέδιον καθοδηγοῦν εἰς βελτίονα.— Τούτου κηδόμενος καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἔδειξε δυσκολίαν νὰ δεχθῇ δύο τινά, ἂν καλῶς ἀντελήφθην. Κατ’ ἀρχὰς μέν, μετὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, νὰ δοθῇ ποιά τις ἀναβολή, ὅπως παρασκευασθῶσι καὶ συναρμολογηθῶσι τὰ κείμενα διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἔπειτα δὲ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ δοθῇ καιρὸς πρὸς νέαν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς ἐμὲ ἀρέσκει μᾶλλον ἡ πρώτη παρὰ τὴν δευτέραν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἡ πρώτη μεταρρυθμιζομένη, διότι ἡ ἀναβολὴ καὶ ἡ παροχὴ χρόνου πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατ’ οὐδὲν θέλει συντελέσει εἰς διευκόλυνσιν τῆς ἐργασίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θέλομεν ἔλθει μετὰ τῆς μελέτης ταύτης πολὺ πλέον παρεσκευασμένοι, ἵνα διαφωνήσωμεν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν καὶ ἀποδειχθῇ ὅτι θὰ εἶναι ἀνίκανος ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἐν τούτοις κατὰ βάσιν ὅλοι θέλομεν νὰ ψηφισθῇ. Τοῦτο ἀπέδειξε μακρὰ πεῖρα, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον τὸ λεχθέν, ὅτι ἀποστέλλονται εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια ἀποστελλόμενα εἰς ἐπιτροπάς. Τοῦτο πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα ἐτῶν λεγόμενον ἴσως θὰ ἦτο ἀληθές, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι παρ’ ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ἀναπτυχθέντα εἰς τὰς τελευταίας Βουλάς, αἱ τελευταῖαι Βουλαὶ εἶχον προσλάβει νέον αἷμα, ὅπερ ἐφιλοτιμεῖτο καὶ εἰργάζετο εἰς τὰς ἐπιτροπάς, καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη οὐχὶ μικρὸς ἀριθμὸς νόμων δικαστικῶν καὶ ἄλλων βελτιωτικῶν τῆς καταστάσεως ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, χάρις εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τότε ἐστενοχωροῦντο, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς εἶδον καὶ ἀπέκτησαν τὴν πεῖραν, ὅτι δὲν ἦτο ἁπλῆ παραπομπὴ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἐζήτουν τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν. Ἡ τελευταία τῶν εἰρηνοδικειακῶν νόμων διευθέτησις, ἂν δὲν ἐζήτει αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ἐνταῦθα. Ἡ αἴθουσα αὕτη εἶχε μεταβληθῆ εἰς πανδαιμόνιον, καὶ ὅλοι εἶχον γνώμας, καὶ οὐδεμία γνώμη συνεφώνει πρὸς τὴν ἄλλην. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς προέτεινε νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα εἰς ἐπιτροπὴν καὶ μετέβη καὶ ὁ ἴδιος ἐκεῖ, καὶ οὕτως εὑρέθη διέξοδος. Καὶ ἡ τελευταία μεταρρύθμισις, ἥτις ἔσωσεν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς τῆς ἐκ τοῦ προηγουμένου νόμου τοὺς εἰρηνοδίκας, ἐπετεύχθη, διότι ὁ Πρόεδρος κατήρτισε τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τοιούτων μελῶν, ὥστε νὰ ἀντιπροσωπεύηται οὐ μόνον ἡ ἐπιστήμη, ἀλλὰ καὶ ἡ πεῖρα, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τοιαῦτα νομοσχέδια, πεῖρα, ἥτις δὲν ἦτο ἀξία τῆς περιφρονήσεως τοῦ Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Λοιπὸν θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ συγχωρηθῇ ὅτι μηκύνω τὸν λόγον πέρα τοῦ ὅ,τι ἐπιθυμῶ, διότι νομίζω ὅτι, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη μου, θὰ φθάσωμεν νὰ κερδίσωμεν πολλαπλασίονα τὸν χρόνον, ὃν ταύτην τὴν στιγμὴν δαπανῶμεν. Παραδεχόμενος μᾶλλον τὴν πρώτην γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ καὶ τροποποιῶν αὐτήν— καὶ τοῦτο λέγω ἐρωτηματικῶς, διότι τὸ κατ’ ἐμὲ θέλω ὑποταχθῆ εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν—ἐλπίζω νὰ φθάσωμεν εἰς αἴσιον πέρας. Ἐὰν ταύτην τὴν ἑσπέραν δεχθῶμεν — πρᾶγμα, ὅπερ πολλάκις ἐγένετο, καὶ συχνάκις ὑπῆρξεν ὠφέλιμον — νὰ ψηφίσωμεν, τυπικὴν ψήφισιν, εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, δεχθῇ δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὥστε μετὰ τὴν τοιαύτην τυπικὴν ψήφισιν τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἐπιμελῶς ἐκλεχθησομένην ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς μεταξὺ τῶν καταλληλοτέρων ἐνταῦθα, καὶ ταχθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ὁ χρόνος ἐκεῖνος, ὃν ὁ κύριος Ὑπουργὸς παραχωρεῖ ἤδη εἰς ἀναβολὴν μετὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἢ καὶ πρὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, ταχθῇ δὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ χρόνος ἐκεῖνος, ὅπως προσαγάγῃ τὸ ἔργον αὐτῆς ἐνταῦθα μετὰ τῆς ἐκθέσεως καὶ θέσῃ οὕτως ἡμᾶς εἰς θέσιν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ἔχοντες ἐκεῖ ἐκκαθαρισμένας τὰς γνώμας, αἵτινες ἐνταῦθα διαιροῦσιν ἡμᾶς, ἐὰν τοῦτο δεχθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ συναινέσῃ, θέλομεν κερδίσει τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ θέλομεν εὐτυχήσει μετὰ τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπιληφθῶμεν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅσα εἶναι ἀδύνατον μεταξὺ πολλῶν ἐνταῦθα νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν εἶναι εὐκολώτατον μεταξὺ ὀλίγων νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν, ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ γνώμη ἐκείνων ἐκκεκαθαρμένη, γνώμη ἐπιστήμης καὶ πείρας, τότε ἡμεῖς ἔχοντες ἐνταῦθα καθαρὰ τὰ συμπεράσματα θέλομεν βεβαίως συζητήσει, ἀλλὰ καὶ θέλομεν προαχθῆ ταχέως εἰς τὴν προσήκουσαν λύσιν καὶ ἀπόφασιν.
§225Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσα εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτὴς ἐν σχέσει πρὸς τὴν χρησιμότητα τῶν ἐπιτροπῶν τῶν καλουμένων εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ τὴν μελέτην δικαστικῶν νομοσχεδίων τοιαύτης φύσεως, τοιαύτης σπουδαιότητος, τοιαύτης κοινωνικῆς ἀποστολῆς, δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰς ἐμὰς γνώμας, οὐδὲ πρὸς τὰς δηλώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν, ἀρχόμενος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καὶ ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ χρήσιμον καὶ ὑπηρετικὸν διὰ τὴν παρασκευὴν καὶ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῶν τοιαῦτα ἐπαγγελλομένων, τῶν τοιαύτην ἐχόντων ἀποστολήν, τὴν παραπομπὴν εἰς ὀλιγομελῆ ἐπιτροπήν. Τοῦτο ὅμως γίνεται εἰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας προεξεργασία δὲν ἐγένετο· ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ ἐγένετο τοῦτο. Ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠξίωσεν εὐλόγως ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, ἐγένετο, καὶ ὑπὸ κλίμακα μάλιστα μεγάλην. Βεβαίως νομοσχέδιον, τὸ πρῶτον εἰσαγόμενον, νομοσχέδιον ὀργανωτικὸν καὶ μεταρρυθμιστικὸν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, νομοσχέδιον προερχόμενον παρὰ τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς χειρὸς ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἢ ἔστω καὶ ἑνὸς συμβούλου, εἰσαγόμενον τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι δύσκολον νὰ ὑποστῇ ταχέως καὶ μεθοδικῶς ἐκείνας τὰς μεταρρυθμίσεις, ἐκείνας τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ καταστήσωσι τοῦτο βιώσιμον νόμον τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ αἱ ἀρχαὶ αὗται, αἱ ἔχουσαι ὑπὲρ αὑτῶν ἀναμφισβήτητον τὸ κῦρος τῆς νομοθετικῆς πείρας, τίνα σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀπασχολεῖ ἡμᾶς; Πρόκειται ἐδῶ περὶ νομοσχεδίου τοιαύτης φύσεως, ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις συνταχθέντος, καὶ ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις εἰσαγομένου; ἢ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, καλουμένου οὕτως αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλ’ ὄντως κειμένου, τὸ ὁποῖον διῆλθεν ἀπὸ ἐπιτροπὰς ἐπανειλημμένας καὶ ὑπέστη τὴν βάσανον αὐτῶν τοσάκις; Ἐξηλέγχθη ἀπὸ ἐπιτροπὴν πρὶν ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καί, ἀφοῦ παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Μετὰ τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς ἐπιτροπὰς τόσας, ὅσαι εἶναι αἱ Εἰσαγγελίαι καὶ οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι τοῦ Κράτους, καὶ οὕτως εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν. Παραδέχομαι ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ἔλαβον γνῶσιν τούτου, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέχθην τὴν αἴτησιν τῆς ἀναβολῆς καὶ ἔσπευσα νὰ συνταχθῶ καὶ συντάσσομαι καὶ αὖθις μὲ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφος. Ἂς ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον καὶ ἂς ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν. Τότε θὰ δυνηθῶμεν πάντες νὰ συζητήσωμεν ὡρίμως εἰς βʹ ἀνάγνωσιν καὶ γʹ ἀνάγνωσιν.
§226ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, θὰ παρεκάλουν, ὅπου ὑπάρχει ἡ λέξις «δύναται», νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι εἴθισται, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ λέξις «δύναται» ἐν τοῖς νόμοις, νὰ ἀφήνηται ἡ ἑρμηνεία εἰς τοὺς δικαστάς.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο θὰ προτείνητε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας. Ἤδη συζητεῖται παρεμπῖπτον θέμα.
§228Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ κερδίσῃ παντάπασι χρόνον ἐκ τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ εἴπωσιν οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπήν, ἢ θὰ τὸ εἴπωσιν εἰς τὴν συζήτησιν ἢ τὸ εἶπον ἤδη.
§229Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δύο γνῶμαι, κ. Πρόεδρε, διετυπώθησαν ἐνώπιον ἡμῶν· ἡ μὲν πρώτη, ὅπως παραπεμφθῇ, εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον, ἡ δὲ δευτέρα, νὰ ψηφισθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ ἀναβληθῇ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἵνα δοθῇ καιρὸς εἰς ἡμᾶς νὰ μελετήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ οὕτω δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ἐπ’ αὐτοῦ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὰς κρίσεις μας. Ἡ πρώτη πρότασις, τουτέστι τοῦ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον, παρέλκει καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀφοῦ ἐλήφθησαν πάντα τὰ μέτρα πρὸς σύνταξιν καὶ διατύπωσιν αὐτοῦ καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ πρακτικῆς ἀπόψεως, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰ ὄντως ἐπίζηλα αὐτοῦ ἐπιστημονικὰ ἐφόδια, ἀλλά, ὅπως γίνῃ τελειότερον, ἐζήτησε τὰς γνώμας διαφόρων διακεκριμένων νομομαθῶν, τῶν εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους καὶ ὅλων τῶν δικηγορικῶν συλλόγων τοῦ Κράτους, ὡς ὁ ἴδιος εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον εἶπεν ἡμῖν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ ἐργασία αὕτη τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μὴ εἰς ἐπιτροπὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ δευτέρα πρότασις, τουτέστιν ἡ περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθὴ καὶ δικαία, διότι θὰ δοθῇ εἰς ἡμᾶς χρονικὸν διάστημα ἀρκετόν, ὅπως μελετήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τρόπον ὥστε κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν αὐτοῦ νὰ φέρωμεν τὰς ἀπαιτουμένας τροποποιήσεις πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ. Συνεπῶς καὶ ἐγὼ ἀσπάζομαι τὴν δευτέραν γνώμην. Τινὲς τῶν κ. κ. συναδέλφων λαβόντες ἀφορμὴν ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐμέμφθησαν τῶν δικαστῶν τοῦ Κράτους, φρονῶ, ἀδίκως. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ τοιαύτη μομφὴ τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἄκαιρος ἀλλὰ καὶ ἄδικος εἶναι, καθόσον, ἂν ἐν Ἑλλάδι ὑφίσταται κλάδος εἰς τὸ ὕψος του καὶ εἰς τὴν ἁρμόζουσαν εἰς αὐτὸν περιωπήν, ὁ κλάδος οὗτος εἶναι ὁ δικαστικός, ὅστις, ἐν παρόδῳ εἰρήσθω, ἀναξιοπαθεῖ ὡς ἐκ τοῦ γλίσχρου καὶ εὐτελεστάτου μισθοῦ, ὃν παρέχει αὐτῷ ἡ Πολιτεία ἡμῶν.
§230Ν. ΡΟΥΣΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, κατανοῶν τὴν σπουδαιότητα τοῦ νομοθετήματος τούτου, κρίνω ἐπάναγκες ὄχι νὰ ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην, διότι εἶναι ζήτημα ἐξηντλημένον κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ νὰ δοθῇ εἰς ἡμᾶς ὁ καιρός, ἵνα μελετήσωμεν αὐτό, διότι σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ ψηφίζωνται δεόντως μεμελετημένοι πρὸ πάντων οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πολλὴν τὴν ἐφαρμογήν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς Δευτέρας.
§231Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμεν ἤδη μίαν συγκατάβασιν, ἔστερξεν εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ ἡ δευτέρα συζήτησις· τὸ ζήτημα ὅμως δὲν εἶναι ζήτημα ἀναβολῆς μόνον, ἀλλά, ὅπως ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας σεβαστὸς πολιτευτὴς πολὺ ὀρθῶς ὑπεστήριξεν, εἶναι ζήτημα συστήματος ἐργασίας. Ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ἀνέγνωσα τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἤμην πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ παρίστατο ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, καθόσον εἶχον πεισθῆ, ὅτι ἡ προεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου εἶχε γίνει ἀρτία, ἀλλ’ ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως παρετήρησα, ὅτι τὰ θεμέλια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζεν αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐσαλεύθησαν. Ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως προκύπτει, ὅτι ἠρωτήθησαν διάφορα σωματεῖα, ὅτι ἠρωτήθησαν καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους ἐξεφράσθησαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ ὑπὲρ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπαναφέρει τὸ νομοσχέδιον. Ἔκπληκτος ὅμως ἤκουσα τοῦ προϋπηρετήσαντος ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὅτι οἱ αὐτοὶ εἰσαγγελεῖς εἶχον ἐναντίαν γνώμην πρὸ ἑνὸς ἔτους. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγείρεται εἰς τὴν ψυχήν μου μία ἀμφιβολία, κατὰ πόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι εἰλικρινῶς μεμελετημένον, ὄχι μόνον ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς πρακτικῆς σκοπιμότητος καὶ ἐφαρμογῆς του. Ἐφ’ ὅσον τοιαύτη ἀμφιβολία ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ καὶ ἐφ’ ὅσον παρετήρησα ὅτι ἔντιμα μέλη τοῦ Σώματος τούτου διαφωνοῦσι ῥιζικῶς πρὸς τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὑτοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις πρὶν ἢ σχηματισθῇ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μετάσχωσιν οἱ ἀντιλέξαντες ὡς πρὸς τὴν βάσιν καὶ συστηματικῶς νὰ ἐκθέσωσι τὰς σκέψεις καὶ οἱ παραδεχόμενοι καὶ οἱ πολεμοῦντες τὴν βάσιν ἢ τὰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· εἰς τρόπον ὥστε ἡμεῖς, οἱ διὰ πρώτην φορὰν μετέχοντες τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχομεν λάβει γνῶσιν τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς τῆς τελευταίας τακτικῆς Βουλῆς, νὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς παρεσκευασμένοι νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἂν ἐγὼ — καὶ ὁμιλῶ ὡς νομικός, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἤμην μᾶλλον παρεσκευασμένος ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι νομικοί —, ἂν ἐγὼ ὡς νομικὸς εὑρεθεὶς πρὸ τῶν διαφόρων ἀντικρουομένων μεμονωμένων γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι συστηματοποιηθῆ εἰς δύο ἢ τρεῖς διακεκριμένας κατηγορίας, θὰ εὑρεθῶ εἰς δυσχερεστάτην θέσιν νὰ κρίνω περὶ τῆς σκοπιμότητος ἢ τελειότητος τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τῆς πρακτικῆς ἀπόψεως καὶ αἰσθάνομαι φόβον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ αἰσθάνωνται περισσότερον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἀσχολοῦνται καθ’ ἑκάστην εἰς τοὺς νόμους, ὅπως ἀσχολούμεθα ἡμεῖς οἱ νομικοί, τόσῳ μᾶλλον ἐπιβάλλεται ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, καθόσον ἀπώλεσε τὴν ἀξίαν της ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἐν ᾗ ἐκτίθενται μὲν ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν ἐκτίθενται καὶ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ ὑλικόν, ἐξ οὗ παρεσκευάσθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἠκούσαμεν καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ἐντύπωσιν καὶ κατάπληξιν, ὅτι αἱ γνῶμαι τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς τελευταίας τακτικῆς Βουλῆς, εἰς ἣν εἶχε παραπεμφθῆ ὁ νόμος, ἐκ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ὁποίου ἐλήφθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δὲν ἀπεδόθησαν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὥστε, καὶ ἂν ἡμεῖς ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα φωτισθῶμεν, δὲν θὰ εὑρισκώμεθα πρὸ γνωμῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πρὸ τίνος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔστεργεν, ἀφοῦ ἔστερξεν ἅπαξ εἰς τὴν ἀναβολήν, ὅπως παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, τασσομένης βραχυτάτης προθεσμίας, ἵνα τοὐλάχιστον, ἂν μή τι ἄλλο, μᾶς ἀποκρυσταλλώσῃ αὕτη τὰς διαφερομένας γνώμας τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ὀρθοτέρας. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐκτιμᾷ προσηκόντως τὴν σύστασίν μου ταύτην τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον γνωρίζει, ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἦτο ἄλλως δυσχερὲς νὰ παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν δικαστικοῦ νομοσχεδίου. Ὅτε λοιπὸν ἐγὼ εὑρίσκω τοῦτο ἀναγκαῖον, πολλῷ μᾶλλον ἐπιβάλλεται χάριν τῶν ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπαράσκευοι νὰ παρακολουθήσωσι τὴν συζήτησιν, ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰσηγητὴς τῶν ἀντιπάλων γνωμῶν, ὥστε νὰ μὴ τὰς ἀκούσωμεν ἀπὸ 10 καὶ 15 ῥήτορας καὶ πελαγώσωμεν. Μόνον χάριν τῆς συστηματοποιήσεως τῆς συζητήσεως καὶ ὄχι διὰ νὰ λάβωμεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν, ἐπιβάλλεται νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπή.
§232Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι παρ’ ἡμῖν πολυνομία καὶ ἀντινομία εἶναι ἡ χειροτέρα νόσος, τῆς ὁποίας τὰ ἔξοδα ἀκριβῶς πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διὰ νὰ μὴ περιπέσωμεν καὶ πάλιν εἰς ἀντινομίαν καὶ πολυνομίαν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅπως παραπεμφθῇ δι’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἵνα ἐν πλήρει ἐπιγνώσει ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ νομοσχεδίου κατόπιν τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπή.
§233Ι. ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσηγούμενος τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν ὅτι ἐβασίσθη εἰς τὴν βάσανον, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ νομοσχέδιόν του κατὰ τὴν περυσινὴν εἰσαγωγήν του εἰς τὴν Βουλήν. Παρεῖδεν ὅμως τὴν βάσανον τῆς πείρας, διότι ἐφαρμοσθὲν τὸ νομοσχέδιον κατέπεσεν ὄχι μόνον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ὅλων τῶν δικηγόρων προὐξένησε τὴν ἀγανάκτησιν διὰ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ παραπεμφθῇ, πρὶν ἢ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα ἐκφέρωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τὰς γνώμας των πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡς ἐκ τῶν πρακτικῶν γνώσεών των θὰ ἠδύναντο νὰ δώσωσι γνώμην ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§234Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀπὸ ἐντελῶς ἄλλης ἀπόψεως. Θὰ παρεκάλουν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἅπαντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε καὶ θὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἴτε τὸ ποινικὸν εἴτε τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον — καὶ τοιαῦτα θέλουσιν ὑποβληθῆ πλεῖστα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς προκειμένης Βουλῆς—, ὅπως ἅπαντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρὰ τὴν δικαίαν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ περὶ τῆς ἀρτιότητος αὐτῶν, θὰ παρεκάλουν, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ὅλα τὰ νομοσχέδια ταῦτα παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι εἶναι οἴκοθεν ἀποδεδειγμένον, ὅτι Βουλὴ ἀποτελουμένη ἐκ 400 περίπου προσώπων εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εἰσέλθῃ εἰς λεπτομερείας εἴτε ζητημάτων τοῦ δημοσίου δικαίου, εἴτε τοῦ ἰδιωτικοῦ, εἴτε τοῦ ποινικοῦ δικαίου, λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι προπόνησιν ἐντελῶς ἐπιστημονικήν. Λέγω δὲ τοῦτο μὴ φοβούμενος ὅτι θὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι προβάλλω προσκόμματα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι αὐτὴ ἡ φύσις τῆς Βουλῆς ταύτης εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ζητῶ νὰ παρεμποδίσω τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, προτείνων τὴν παραπομπὴν αὐτῶν εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπήν· διότι ἡ φύσις τῆς Βουλῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀποκλείῃ τὴν τοιαύτην ὑπόνοιαν, ἀφοῦ ἅπαντες σχεδὸν εἰς τὸ αὐτὸ κόμμα ἀνήκομεν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ τις περὶ κόμματος ἐνώπιον διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἅπαντες ἐνταῦθα συνήλθομεν, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἀρτιωτέρα ἡ διαρρύθμισις ἁπάσης τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ διαρρύθμισις τοιαύτη, ἂν ἅπαντα τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἀπαιτοῦνται εἰδικαὶ γνώσεις, τίθενται ἄνευ προεξετάσεως αὐτῶν, ὑπὸ τὴν κρίσιν 400 προσώπων, ἐκ τῶν ὁποίων πλείονα ἢ τὰ ἡμίση εἶναι ξένα πρὸς τὸ θέμα. Δὲν λέγω δὲ ταῦτα μόνον διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἕπονται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ὑπάρχει νομοσχέδιον ἀναγεγραμμένον, τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει ἄρδην ὁλόκληρον τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ὑπάρχει τὸ νομοσχέδιον τὸ διαρρυθμίζον ἐντελῶς κατ’ ἄλλην βάσιν τὸν θεσμὸν τῆς ἀναιρέσεως· ὑπάρχει ἐπίσης νομοσχέδιον ἀνατρέπον οὐσιῶδες μέρος τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου, καὶ ἐννοῶ τὸν τύπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συντάσσονται αἱ διαθῆκαι. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων καὶ τοιαῦτά εἰσι πλεῖστα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἀναιρέσεως καὶ περὶ διαθηκῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἂν πρέπει νὰ χωρήσῃ ἀναίρεσις ἐπὶ τοῦ α ἢ β θέματος, μεταξὺ 400 ἀνθρώπων μὴ γνωριζόντων ἴσως τί ἐστὶν ἀναίρεσις κατὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν; Ὅταν δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ παραπέμψωμεν, ὡς ἐλπίζω, εἰς ἐπιτροπὴν τὰ δικαστικὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, διατί νὰ μὴ παραπεμφθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν μόνον ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς; Διότι ἀληθῶς τὸ ζήτημα, κατὰ ποῖον τρόπον θέλουσι διαρρυθμισθῆ αἱ ποινικαὶ δίκαι, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀπὸ πάσης πρακτικῆς ἀπόψεως, καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς, εἰ δυνατόν, ἀπόψεως. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἐκπροσωπεῖ τὴν τοιαύτην πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ἄποψιν, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ εἴπῃ τὴν τελευταίαν λέξιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος· καὶ τίς ἑπομένως εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτας σκέψεις ἀπὸ κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἀπόψεως εἰμὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς Βουλῆς; Ἐπαναλαμβάνω, διότι πρέπει νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως, ὅτι ὅσοι λαμβάνουσι τὸν λόγον δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἔχουσι λόγον τινὰ νὰ ἀντιπολιτευθῶσι πρόσωπόν τι, ἀλλ’ ἀκριβῶς λαμβάνουσι τὸν λόγον, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ προσφέρωσι τὰ φῶτα αὐτῶν, δι’ ὃν σκοπὸν ἄλλως ἐκλήθησαν, ἵνα προσέλθωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καταλήγων, Κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς νομικὴν ἄποψιν, ἀλλὰ καὶ εἰς κοινωνικὴν καὶ πολιτικήν, παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα ἡ Βουλή, καὶ μόνον ἡ Βουλή, εἴπῃ τὴν τελευταίαν αὐτῆς λέξιν.
§235ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ὅσα εἶπε, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Δεμερτζῆς νομίζω ὅτι συμβάλλουσι πολὺ εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων, καὶ τοιούτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι χαρακτῆρα ὅλως διόλου νομικόν, ἐπιστημονικόν· δὲν συμβάλλουσιν ὅμως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ταχύτητα τοῦ χρόνου, μεθ’ ἧς πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ τοῦτο νομίζω, καθόσον ἀντελήφθην, ἂν καὶ νεαρὸς τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν εἴσοδον εἰς τὴν Βουλὴν (ἱλαρότης), τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει μανίαν πάντοτε νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον εἰς οἱονδήποτε ζήτημα, ἀνεξαρτήτως τῆς εἰδικότητός του καὶ τῶν γνώσεων αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἀλήθεια τόσον προφανὴς καὶ τόσον προσπίπτουσα εὐκόλως εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς εἰσερχομένου εἴτε ὡς Βουλευτοῦ εἴτε ὡς ἀκροατοῦ, ὥστε δὲν πέφτω πολὺ ἔξω ἰσχυριζόμενος ὅτι εἶναι ἀληθέστατον αὐτό. Δι’ αὐτὸ καταλήγω συμμεριζόμενος τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον, διότι καὶ ἐκεῖ θὰ γίνωσιν αἱ ἴδιαι συζητήσεις χωρὶς ὅμως νὰ καταστήσωσι περιττὰς τὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ τοιαύτας. Ἴσως μάλιστα ἐκεῖναι προκονίσωσι ταύτας.
§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται παράδοξον, κύριοι Βουλευταί, πῶς ἠμφισβητήθη ἡ εἰλικρίνεια τῶν βεβαιώσεων τῶν περιεχομένων ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἶπεν, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἀναγράφεται, ὅτι ἐρωτηθέντες οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους πάντες ὁμοφώνως ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύσαντος ἐπὶ δίμηνον καὶ ἑπομένως ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προσάγεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, ἐν τούτοις ἐβεβαιώθη καὶ ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν περυσινὴν Βουλὴν τὴν ἄμεσον κατάργησιν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας θὰ εὕρισκε τὴν ἐξήγησιν τῆς ἀντιφάσεως καὶ μετὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως καὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήθη τότε ἡ κατάργησις, ἦτο ἡ ἔλλειψις προνοίας διὰ τὰ ὄργανα τῶν δικαστικῶν κοινοποιήσεων, ἥτις ἔφερε τῳόντι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ὅτε δὲ ἀπεφασίσθη νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως λαμβάνεται ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν, οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους ἐρωτηθέντες ἀπεφάνθησαν κατὰ τρόπον πλέον ἢ ἐνθουσιώδη ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ψηφίσεως αὐτοῦ. Τώρα ἐζητήθη νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τὰ φῶτα τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πεῖραν, καὶ τοῦτο ἐλέχθη ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀρχὴν φαίνονται πολεμοῦντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς φέρω ἐγὼ τὰ φῶτα, ὄχι τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ τῆς πείρας, θὰ σᾶς φέρω δὲ τὰ φῶτα ταῦτα, ὅταν βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι ἀπὸ μακροτάτου χρόνου ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, τῇ Κρήτῃ, ἰσχύει δικαστικὸν καθεστὼς ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις σχεδὸν ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν, δηλ. ἡ ἀνακοπὴ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ ἐκεῖ ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις, παρὰ μόνον διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, δι’ οὓς προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐπιτρέπηται καὶ παρ’ ἡμῖν, δηλ. ἐὰν ἐγένετο κλήτευσις ἢ διὰ περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας. Ἔχω δὲ τὸ παράδειγμα δικαστικοῦ βίου καὶ ἐγὼ οὐχὶ μικροῦ πλέον, ἀνερχομένου εἰς 23 ὁλόκληρα ἔτη, τὸ ὁποῖον μὲ διδάσκει, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας οὐδεμία κατάφωρος ἀδικία προέκυψέ ποτε. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἐν Κρήτῃ πατριώτας, οἱ ὁποῖοι μετοικοῦσι κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς τοῦ ἔτους, δὲν συνέβη ὅμως μέχρι σήμερον νὰ προκύψῃ ἡ τοιαύτη διαρρύθμισις τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐμβάλῃ ἡμᾶς εἰς ἀνησυχίαν μήπως προκαλέσωμεν ἀδικίας καταφώρους. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα μὴ ἐπὶ ματαίῳ παρέλθῃ τόσος χρόνος, ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀναβάλωμεν δὲ τὴν ψήφισιν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν διὰ τὴν Τρίτην ἢ τὴν Τετάρτην. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι τότε, ὅτε θὰ ἔχωμεν περισσότερον χρόνον νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅταν σᾶς ἀναφέρω τὰ ἐν Κρήτῃ κρατοῦντα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ὑπάρχει πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς δὲν θέλει ἀναγραφῆ τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν πρὸ τῆς προσεχοῦς Τετάρτης.
§238ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἑπόμενον, διότι εἶναι συναφές.
§239Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα, εἶμαι σύμφωνος.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων. Οἱ παραδεχόμενοι κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 10′ μ. μ.).