Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Α ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Sitting 2

1910.09.06

3,806 rows · 27,137 words · 1 table · 220 turns

Date
1910.09.06
Presidency
ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΥ
Period
Α ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Session
—
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2

τῆς 6 Σεπτεμβρίου 1910

(Δευτέρα)

Προεδρία προσωρινὴ κ. Ἀθ. Κατριβάνου.

(Ἀναγνωσθέντος περὶ ὥραν 10 π. μ. τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 223 Βουλευτῶν).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σήμερον δὲν θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά, διότι δὲν εἶναι ἕτοιμα. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν εἶχε τὸν λόγον ὁ κ. Κασίμης ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, ἀλλὰ παρενεβλήθη τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ δι’ αὐτὸ κατόπιν ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή. Ἐὰν ὁ κ. Κασίμης θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του, αὐτὸς εἶναι πρῶτος.

§2Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον μείνει ἐγὼ πρῶτος.

§3Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐξηγήθημεν. Κύριοι συνάδελφοι, βλέπω ὅτι ἀποτολμῶ τόλμην μεγάλην ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τόσον πολυπληθοῦς καὶ τόσον σοβαροῦ καὶ τόσον σοφοῦ ἀκροατηρίου, διὰ νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1863 δὲν ἀπησχόλησε τὸ Σῶμα τοῦτο. Συγχωρήσατε τὴν τόλμην. Ὀφείλεται ὄχι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν ὅτι θὰ σᾶς φωτίσω, ἀλλ’ εἰς ἓν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον μὲ παρεκίνησε νὰ παρουσιάσω ἐνώπιόν σας τὴν εἰκόνα μιᾶς λαϊκῆς ψυχῆς, ὡς αὕτη ἀντιλαμβάνεται τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Εἰς τὸ αἴσθημα τοῦτο ἀφορῶντες, εἰς τὴν πηγὴν τῆς τόλμης μου, κρίνατέ με μετ’ ἐπιεικείας. Τρεῖς εἶναι, Κύριοι, αἱ γνῶμαι ἢ αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπασχολοῦσι. Κατὰ τὴν μίαν πρότασιν πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν εὐρυτάτην ἀναθεώρησιν, οὐδὲ νομοθετικῆς ἐξουσίας ἀναγνωριζομένης εἰς τὸ Σῶμα. Κατὰ τὴν δευτέραν τὸ Σῶμα τοῦτο πρέπει νὰ λάβῃ μορφὴν Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Κατὰ τὴν τρίτην, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Δημητρακοπούλου, δέον νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸ Σῶμα ἡ δύναμις Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς μὲ εὐρυτάτην ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος πλὴν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, ἀλλὰ συνάμα καὶ δύναμις νομοθετικῆς ἐξουσίας. Αἱ προτάσεις αὗται δύνανται νὰ ἐρευνηθῶσι καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ πολιτικῆς σκοπιμότητος. Δὲν θίγω τὴν ἐπιστημονικὴν ἄποψιν, διότι δὲν φρονῶ ὅτι ἔχω τὸ ἀνάστημα ἑνὸς Δημητρακοπούλου οὔτε τὸ ἀνάστημα τόσων ἄλλων φλογερῶν ῥητόρων, τοὺς ὁποίους ἤκουσα προχθὲς καὶ ἐθαύμασα. Ἐὰν πρέπῃ ἡ ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια ἡ ἀπόλυτος νὰ ἔλθῃ εἰς ἁρμονίαν τινὰ μὲ τὸν πολιτικὸν σκοπόν, αὐτὸ θὰ ἦτο βεβαίως εὐκταῖον. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ διάστασις, ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὰ πολιτικὰ Σώματα μᾶλλον πρέπει νὰ προσβλέπωσιν εἰς τὸν πολιτικὸν σκοπὸν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἄποψιν. Διετυπώθη, Κύριοι, ἡ γνώμη ὅτι, ἐὰν δὲν συμβιβάσωμεν τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν ἀλήθειαν, τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ ἐρευνήσωσι τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως — ἐὰν δύνανται νὰ τὰς ἐρευνήσωσιν—, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κηρύξωσιν αὐτὰ τὴν ἀναρχίαν ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τῶν Δικαστηρίων. Ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν διαβλέπω τοιοῦτον κίνδυνον, διότι δὲν πιστεύω ὅτι τὸ Κράτος αὐτὸ θὰ πληρώνῃ δικαστάς, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶσι νὰ κηρύξωσιν ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν Δικαστηρίων τὴν ἀναρχίαν. Πάντοτε θὰ εὑρεθῶσιν ὀλίγαι λέξεις, ὀλίγαι σκέψεις νομικαί, νὰ δικαιολογήσωσι τὰ πράγματα, ἀφοῦ εὑρίσκονται τόσαι ἄλλαι νὰ δικαιολογήσωσι τὰ σκάνδαλα. Δὲν ἔχω ἄλλως τε τοιούτους φόβους, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ἐκτίμησίν σας τὴν σκέψιν μου πῶς ἀπὸ πολιτικῆς σκοπιμότητος πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ ποίαν ἐκ τῶν γνωμῶν τούτων νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἡ πρώτη γνώμη εἶναι ὑπὲρ τῆς εὐρυτάτης ἀναθεωρητικῆς ἄνευ ἄλλης τινὸς ἐξουσίας καὶ δὴ ἄνευ νομοθετικῆς ἐξουσίας. Νὰ ἀποτολμήσω νὰ εἴπω ὅτι τὴν θεωρῶ ὡς χειρίστην πασῶν; Βλέπω ὅτι δὲν ἔχω τοιοῦτον ἀνάστημα. Καὶ ἐν τούτοις ἔχω τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον συγχωρήσατε, διότι εἶναι θάρρος ἁγνῆς πεποιθήσεως. Θεωρῶ, Κύριοι, τὴν γνώμην αὐτὴν ὡς ἀφισταμένην ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως τὴν μᾶλλον καταδικαστέαν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξήρτησε τὰ πάντα ἐκ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καί, ἂν εἴπωμεν ὅτι ἐξήρτησε καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν τετριμμένων ὑποδημάτων του, θὰ εἴμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἐὰν ἄρα περιορισθῶμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον θὰ προσφέρῃ μεταρρυθμίσεις τινὰς ξηρῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ καταδείξωσι πρακτικὰ ὠφελήματα, ὄχι ὅμως ἐν τῷ παρόντι, φρονεῖτε ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως ὄχι. Καὶ ἐὰν τοιουτοτρόπως ἀφιστάμεθα ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν καθ’ ἣν ἔκτασιν ἐννοεῖ αὕτη, ἀλλὰ πρὸς τὴν ὁποίαν κἄτι τι πάντες πρέπει νὰ προσφέρωμεν, πόθον τινὰ αὐτῆς πάντως, νομίζω, πρέπει νὰ ἱκανοποιήσωμεν, ἀφοῦ μάλιστα συνέπεσε νὰ εἴμεθα διπλάσιοι τῶν ὅσοι συνήθως εἶναι, καὶ ἀφοῦ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔλειψε καμμία σοφία εἰς τὸ Κράτος, ἡ ὁποία νὰ μὴ εἰσῆλθεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀπὸ τοιοῦτον λοιπὸν Σῶμα νὰ μὴ περιμένῃ τίποτε ὁ λαός, ἀλλὰ μόνον μεταρρυθμίσεις τινὰς συνταγματικάς, τῶν ὁποίων τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἴδῃ μετὰ τριάκοντα ἔτη;

§4Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;

§5Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὄχι. Δεύτερος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ πείθει νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην ταύτην, εἶναι ὅτι, ἐὰν αὕτη ἐπικρατήσῃ, τὸ ἔργον τοῦ Σώματος θὰ λήξῃ ταχέως καὶ μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας ληγουσῶν τῶν ἐργασιῶν μας ὁ λαὸς θὰ κληθῇ εἰς νέας ἐκλογὰς καὶ ὁ λαός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν ἀγωνίᾳ ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου καὶ σχεδὸν ἐν ἐκλογαῖς, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη ἀνησυχῶν διὰ τῶν ἐκλογῶν. Ἐφρόνουν καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο εἶναι δυνατὸν δι’ ἓν ἔτος τοὐλάχιστον νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πράγματα τῆς χώρας, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πολυπληθὲς Σῶμα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐν πειθαρχίᾳ ἐπὶ μακρὸν καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ τελευτήσῃ, ἀλλὰ προσωρινῶς ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἀναβαλλομένων τῶν ἐκλογῶν. Ἡ τρίτη δικαιολογία, ἡ ὁποία μὲ πείθει νὰ ἀποκρούω τὴν ἁπλῆν Ἀναθεωρητικὴν ἄνευ νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐνταῦθα ἔστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἑκατὸν ἀνθρώπους ὡς ἀνεξαρτήτους, οἱ ὁποῖοι ὑπεσχέθησαν ἴσως πολλὰ ἐν τῇ ὑπερβολικότητι, οἱ ὁποῖοι ὅμως φρονοῦσιν, ὅτι δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσι καί τινα ἐξ αὐτῶν. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἐρωτῶ, τί θὰ τοὺς κάμητε; Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἀποφασίσωσι νὰ ἀποχωρήσωσιν, ὁ κίνδυνος εἶναι μικρός· ἂς ὑπάγουν εἰς τὸ καλό. Ἐὰν ὅμως ἀποφασίσῃ αὐτὸ τὸ Σῶμα νὰ ἀντιδράσῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, φρονεῖτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λήξωσι κανονικῶς αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως ἢ θὰ ματαιωθῇ καὶ τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐπερχομένης διαλύσεως; Ἐγὼ εἶμαι ὁ συντηρητικώτατος πάντων, ἀλλὰ πρὸ τοῦ κινδύνου νὰ ἐπιστρέψω πρὸς τὴν ἐπαρχίαν μου μὴ ἀποκομίζων τίποτε θὰ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑπηρετήσω πᾶσαν ἰδέαν ἀντιδράσεως, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ ἄλλοι συντακτικοὶ θὰ ἠσπάζοντο. Ἡ δευτέρα γνώμη εἶναι ἡ ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τῶν συντακτικῶν διὰ προτάσεως σαφοῦς, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψει. Ἡ γνώμη αὐτὴ ὁμολογουμένως ἔχει πλεονεκτήματα, ἀλλὰ καὶ κινδύνους ἐνέχει. Κατ’ αὐτὴν τὴν γνώμην πρέπει νὰ καταλύσωμεν τὸ ὑπάρχον. Δίδονται ὑποσχέσεις, ὅτι θὰ ἀνοικοδομηθῇ κατὰ τὴν θεμελιώδη αὐτοῦ μορφὴν καὶ θὰ βελτιωθῇ. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται.—Ἐγὼ ἔχω πίστιν εἰς τὰς ἐγγυήσεις καὶ δὲν ἐρωτῶ, ἀλλὰ δύνανται ἄλλοι ἀντιφρονοῦντες νὰ ἐρωτήσωσιν: —«Ἀφοῦ ὑπόσχεσθε, ὅτι θὰ ἀνιδρύσητε τὸ οἰκοδόμημα, ὅπως ἦτο, τότε διατί νὰ τὸ καταλύσητε; Ἁπλῶς διὰ νὰ λάβητε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸ ἴδητε καταλυόμενον καὶ ἀνιδρυόμενον;» Ἡ λογικὴ αὕτη εἶναι τόσον σιδηρᾶ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ ἐκεῖθεν οὐδεὶς χωρὶς νὰ φαίνηται, ὅτι δὲν δεσμεύεται ὑπὸ τῆς λογικῆς, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀναιρέσῃ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο θ’ ἀποκρούσῃ τὴν Συντακτικήν. Προσθέτως ἡ συντακτικὴ μορφὴ τοῦ Σώματος ἐνέχει καὶ ἀναμφισβητήτους κινδύνους, τοὺς ὁποίους δὲν δύνανται νὰ προλάβωσιν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑποθέσεως, αἱ προσωπικαὶ ἐγγυήσεις, ἡ ἐντιμότης, ὁ ἁγνός, ὁ φλογερὸς πατριωτισμὸς τῆς ὁμάδος τῶν συντακτικῶν· δηλαδὴ κατὰ τοὺς ἀντιφρονοῦντας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀναρχίαν παρὰ τὴν θέλησιν, παρὰ τὴν δύναμιν τῶν συντακτικῶν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀντιτάξωσιν. Εὐλόγως ἄρα φρονοῦσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες τοῖς συντακτικοῖς ὅτι εὑρίσκονται πρὸ τοῦ κινδύνου ἀναρχίας, καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀποτρέψῃ καὶ τὸν ἐνδεχόμενον κίνδυνον τοῦτον, τοῦ ὁποίου κατανοεῖτε εὐχερῶς τὰς καταστρεπτικὰς συνεπείας. Ἡ τρίτη γνώμη, Κύριοι, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη διὰ τοῦ σοφοῦ νομικοῦ, διὰ τοῦ κορυφαίου τῶν Ἑλλήνων δικηγόρων, ἀποδεικνυομένου οὕτω καὶ ὡς ὀξυνουστάτου πολιτικοῦ ἀνδρός, πολλὰ ὑποσχομένου εἰς τὴν πατρίδα, εἶναι ἡ μέση, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Σῶμα θὰ διατηρήσῃ τὸν εὐρύτατον ἀναθεωρητικὸν αὑτοῦ τύπον, θὰ προσκτήσηται ὅμως τὴν δύναμιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη, ἥτις φαίνεται ἱκανοποιοῦσα τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα περίπου, ἐνέχει κινδύνους σοβαρωτάτους. Δύνανται νὰ μὲ ἐρωτήσωσιν οἱ συντακτικοί: Ποῖα εἶναι τὰ γενικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλημεν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ὑποδείξωμεν καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν διὰ τῆς ψήφου μας, ποία εἶναι ἡ κατεύθυνσις τῆς δημοσίας γνώμης, ὡς ἐξεδηλώθη τὴν ὀγδόην Αὐγούστου; Κατὰ τὴν γνώμην μου σαφῶς ἐξεδηλώθη ἡ λαϊκὴ βούλησις κατὰ τῶν προσωπικῶν κομμάτων. Ἐὰν ἄρα, ἐρωτῶμαι, ὑποδειχθῶσι μέτρα ἢ ἀξιωθῇ νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς ἀποσύνθεσιν τῶν προσωπικῶν κομμάτων, ἆρά γε τὰ κόμματα, εἰς τὰ ὁποῖα τοσαύτην δυσπιστίαν τρέφομεν, δὲν θὰ θελήσωσι νὰ ἀντιδράσωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μεταγενεστέρως, ἔχοντα καὶ τὴν εὐκολίαν καὶ τὰς σχέσεις, νὰ τραπῶσιν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ νὰ μᾶς διασκορπίσωσι; Καὶ τότε τί θὰ γίνῃ; Τί θὰ ἀποκομίσωμεν ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μας; Βεβαίως τὴν ἐξακολούθησιν τῆς τυραννίας τῶν κομμάτων, δηλαδὴ τῆς εἰδεχθεστάτης τῶν τυραννιῶν, τῆς ὁποίας ἀπείρως προτιμοτέρα εἶναι ἡ τυραννία τῆς ἀναρχίας. Αὕτη θὰ λήξῃ μίαν ἡμέραν, ἐνῷ ἡ πρώτη ἔφερε τὴν σῆψιν καὶ θὰ φέρῃ ἀσφαλῶς καὶ τὸν θάνατον τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κίνδυνος οὗτος ὁ σοβαρώτατος, ὁ ὁποῖος συνέχει ἡμᾶς νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὴν μορφὴν τῆς Συντακτικῆς, κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ὁ μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένος, διότι τὸν κίνδυνον αὐτὸν δυνάμεθα νὰ τὸν προλάβωμεν. Ὅταν ἐντεῦθεν δηλώσωμεν, ὅτι ἀπεστάλημεν ἐργάται ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μιᾶς ἰδέας, ὅτι θὰ εἴμεθα ἐργάται ἀφιλοκερδεῖς, ὅτι δὲν θὰ ζητήσωμεν ἀμοιβὴν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ φύλλον ἐκεῖνο δὲν θὰ μολυνθῇ ποτε δι’ οὐδεμιᾶς πράξεως κυβερνητικῆς τῇ εἰσηγήσει ἢ τῇ ἀπαιτήσει ἡμῶν, φρονεῖτε, ὅτι δὲν θὰ εὕρωμεν ἕνα ἄνδρα, ἕνα πολιτικὸν ἀρχηγόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ὑπηρεσίας μας ταύτας, νὰ μᾶς ὀργανώσῃ καὶ νὰ μᾶς χρησιμοποιήσῃ; Καὶ ὅταν ὁ λαός, καὶ ὅταν ἄνωθεν, καὶ ὅταν πανταχόθεν θὰ μᾶς ἴδωσι συγκροτουμένους εἰς ἕνα ἑσμὸν μελισσῶν φιλοπόνων καὶ φιλοτίμως ἐργαζομένων ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ἄνευ ἐπιδείξεων, ἄνευ λογοκοπιῶν, φαντάζεσθε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τις τόσον ἀσεβής, τόσον ἀφιλόπατρις, ὥστε νὰ διακόψῃ τὸ ἔργον αὐτὸ τοῦ ἑσμοῦ, ὥστε νὰ σκορπίσῃ τὸν ἑσμὸν ἐκεῖνον; Εἶναι τοῦτο ἀδύνατον; Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον φοβούμεθα, δηλαδὴ τῆς διαλύσεως, ἐξαρτώμενος ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ τῆς συνέσεως ἢ ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐργασθῶμεν, δύναται ἀναμφισβητήτως νὰ ἀποτραπῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχέ τι ἀνάστημα, τὸ ὁποῖον οὕτως ἐργαζομένους θὰ ἐζήτει νὰ διασκορπίσῃ, θὰ ἐτόλμα νὰ ἀντικρύσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν λαϊκὴν βούλησιν; Ἐγὼ δὲν τὸ φαντάζομαι ἀτομικῶς. Παρὰ τὴν πανταχόθεν ἐκδήλωσιν εὐλόγου δυσπιστίας, ἔχω πλήρη καὶ ἀκλόνητον πεποίθησιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ εἰς τὰ φρονήματα τῶν κομματικῶς πολιτευομένων καί, ὡς πιστεύω, μεταξὺ ἐκείνων καὶ ἡμῶν τῶν νέων ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις καὶ ὡς πρὸς τὴν πεῖραν καὶ ὡς πρὸς τὴν μόρφωσιν καὶ ὡς πρὸς τὰ φῶτα. Ὅλα ταῦτα μὲ πείθουσιν, ὅτι δύναμαι νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην· δύναμαι νὰ παράσχω τὰς ὑπηρεσίας μου εἰς πάντα, ὁ ὁποῖος θὰ ἐζήτει νὰ τὰς χρησιμοποιήσῃ, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν ζητηθῇ παρ’ ἡμῶν ἡ κατάλυσις τῆς τυραννίας τοῦ κομματισμοῦ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τείνωσι τὰς χεῖρας πρὸς ἡμᾶς, θὰ εἶναι οἱ πολιτευόμενοι, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κυρίως ἔχουσι γίνει θύματα τῆς καταστάσεως ταύτης, εἶναι οἱ πολιτικοί.

§6Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.

§7Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐὰν ἄρα μᾶς ἴδωσιν οἱ πολιτευόμενοι ἐργαζομένους καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ αἰσθάνομαι καὶ ἐννοῶ, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἀντιδράσωσιν, ἀλλὰ θὰ τείνωσι πρὸς ἡμᾶς τὰς χεῖρας, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐνισχύσωσι νὰ καταλύσωμεν τὸ κράτος αὐτὸ τῆς κομματικῆς τυραννίας, τὸ ὁποῖον οἱ ἴδιοι δυσθυμότατα φέρουσιν. Ἐὰν συμβῇ τοὐναντίον, τότε δικαιούμεθα νὰ κηρύξωμεν τὴν ἐπανάστασιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τοῦ λαοῦ. Κύριοι, ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Δημητρακοπούλου, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ πάντας. Νομίζω, ὅτι ὑποχωροῦντες εἰς τὴν γνώμην ταύτην οἱ συντακτικοὶ θὰ νικήσωμεν νίκην περιφανῆ. Πρέπει νὰ εἴμεθα—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, καίτοι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δίδω συμβουλὰς—, πρέπει νὰ εἴμεθα ἀρκετὰ συνετοὶ νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐκ τῆς νίκης, διὰ νὰ δρέψωμεν καρποὺς ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους, διότι οἱ καρποὶ αὐτοὶ θὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἀγαθὸν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Οὕτως ὑπηρετοῦντες τὸν λαὸν θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν εὐμένειαν αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἡμῶν κεφάλαιον διὰ τὸ μέλλον, ἐνῷ πείσμονες ὄντες καὶ μὴ ὑποχωρητικοὶ θὰ στερηθῶμεν τῶν συμπαθειῶν ἐκείνων καὶ θὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ μετανοήσωσιν, ἐὰν ἤδη δὲν μετεμελήθησαν διότι μᾶς ἔστειλαν ἐνταῦθα. (Χειροκροτήματα).

§8Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐκ καθήκοντος συναδελφικῆς ξενίας ἐπεθύμουν νὰ παραχωρήσω τὴν ἐμὴν σειρὰν εἰς τὸν ἐξέχοντα ἐκ Κρήτης πολιτευτὴν κ. Ἐλευθέριον Βενιζέλον.

§9ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι εὐγνώμων πρὸς τὸν κύριον συνάδελφον διὰ τὴν προτίμησιν, ἀλλὰ δὲν σκέπτομαι νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρόντος.

§10Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Προχθὲς σπευδόντων τῶν ὁμοφρονούντων μοι πρὸς ψηφοφορίαν παρῃτήθην τοῦ λόγου. Ἀλλ’ εἰς πολυμελῆ Σώματα, σκοπὸν ὕψιστον ἔχοντα, ὡς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον, πρέπει τις ἀξίως καὶ νὰ λέγῃ καὶ νὰ πράττῃ. Καὶ ἂν μὲν ἔχωμεν πλειονοψηφίαν, πρὸς τί ἡ σπουδή; Ἐπιτρέπεται ἡ ἐκ συναρπαγῆς λύσις τοῦ ζητήματος, πιεζομένης τῆς μειονοψηφίας; Ἂν δὲ μή, ἐπιδιώκοντες τοιαύτην λύσιν, κεκηρυγμένοι δὲ κατὰ τῶν κομμάτων, δὲν συντελοῦμεν εἰς αὔξησιν τῆς ἰσχύος αὐτῶν, πλειονοψηφούντων ἐν Συνελεύσει, χαρακτηριζομένῃ Συντακτικῇ; Προσήκει λοιπὸν μᾶλλον νὰ πείσωμεν ἀντιφρονοῦντας καὶ διχογνωμοῦντας. Καὶ ἀληθῶς ὀφείλεται χάρις εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, οὗ παρεμβάσει ἐν καιρῷ, ὡς εἴθισται τοῖς ἐξέχουσιν ἐν Κοινοβουλίοις, καθωδηγήθη καὶ παρετάθη ἡ συζήτησις. Ἐκφέρων τις τὰς ἑαυτοῦ ἰδέας ἐνταῦθα δέον ν’ ἀποβλέπῃ καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐμμένων μὲν εἰς αὐτάς, ἀλλὰ τροποποιῶν ἐν ἀνάγκῃ, ὅταν ἐκ τῶν κοινῇ συζητήσεων ἐκπηδᾷ τὸ ὀρθότερον καὶ ἐθνωφελέστερον. Διότι δὲν παρίσταταί τις ὧδε ὡς ἄτομον κεχωρισμένος, ἀλλ’ ἡνωμένος ἀρρήκτως τῷ ὅλῳ. Ὀφείλει, ἐξερχόμενος τῶν στενῶν ὁρίων τῆς ἀτομικῆς του ζωῆς, ν’ ἀνυψοῦται εἰς τὴν ἐθνικήν. Καὶ ἐπιβάλλεται ἑκάστῳ φρόνησις, σύνεσις, περίσκεψις. Ἀντιπροσωπεύει τὰ προτερήματα, οὐχὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ λαοῦ. Καὶ ἂν παρετηρήθησαν ἔκτροπα ἀληθῶς, ταῦτα ἦσαν οἱονεὶ κραυγαὶ βρεφικαί, ἃς ἐξέβαλεν ἅμα τῇ γεννήσει αὐτῆς ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’ αἱ ὧραι καὶ ἡμέραι εἰσὶν ἔτη καὶ πλέον, καὶ δέον νὰ ἐπέρχηται ἐθνικοῖς συνεδρίοις ἡ ὥριμος ἡλικία ὡς τάχιστα. Καὶ ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρεμβὰς ἐπίσης ἐν καιρῷ, κατηύθυνε τὴν συζήτησιν. Ταύτης δὲ δύο μὲν φαίνονται αἱ ἀπόψεις, ἀλλ’ ἔστι κυρίως μία. Κατὰ τοῦ ὅρκου, πρὸς ὃν βίᾳ ἔσπευδεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. συνάδελφος, ἠμύνθησαν οἱ συντακτικοὶ φρονοῦντες ὅτι, διδομένου τούτου, ἐχαρακτηρίζετο ἴσως ἡ Συνέλευσις Ἀναθεωρητική... Οὐχὶ λοιπὸν ἀσέβεια πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον ἢ ἀντιχριστιανικὸν αἴσθημα ὤθει αὐτούς. Ἀλλά, καὶ ἂν ἠρνοῦντο νὰ ὀμόσωσι, πιστότεροι ἐδηλοῦντο εἰς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὸν Χριστόν... Τὸν ὅρκον, ὡς ἐπίκλησιν τῆς θεότητος, ἐφορευούσης ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου, εἶχον πάντες οἱ ἀρχαῖοι λαοί (Ἀσσύριοι, Αἰγύπτιοι, Μῆδοι, Πέρσαι, Ῥωμαῖοι). Ἐπίσης οἱ Ἕλληνες πάντοτε. Ἀλλ’ ὁ Χριστὸς ἀπηγόρευσε (κατὰ τὸν Ματθαῖον) ῥητῶς τὸν ὅρκον, οἱ δὲ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Βασίλειος ὁ μέγας, Γρηγόριος ὁ θεολόγος, Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος) ἐχαρακτήρισαν αὐτὸν ἀντιχριστιανικὸν καὶ ὡς τοιοῦτον τὸν ἀπηγόρευσαν ῥηταὶ διατάξεις τῆς Ϛʹ καὶ Ζʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐν τούτοις πᾶσαι αἱ κείμεναι νομοθεσίαι ἀπεδέχθησαν αὐτόν. Καὶ νῦν ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει μεταξὺ συντακτικῶν καὶ ἀναθεωρητικῶν διαφωνία ὑπὸ θρησκευτικὴν ἔποψιν (τοιαύτη οὐδ’ ἐδύνατο νὰ νοηθῇ), ἀλλ’ ὑπὸ πολιτικήν: Ἡ Συνέλευσις εἶναι Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητική; Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν τάξεως: Δύναται νὰ δοθῇ ὅρκος πρὸ τῶν ἐξελέγξεων, πρὸ τῆς νομιμοποιήσεως τοῦ Σώματος; Ὄχι ὡς φρονοῦσιν ἔγκριτοι πολιτειολόγοι, ἐν οἷς καὶ ἡμέτεροι, ὁ Σαρίπολος καὶ ὁ Φλογαΐτης· ὁ τελευταῖος μάλιστα παρατηρεῖ, ὅτι: «ἕως τῆς ἐξελέγξεως ὁ Βουλευτὴς διατελεῖ ὑπὸ δοκιμασίαν, δυνάμενος νὰ ἐξωσθῇ τοῦ Βουλευτηρίου· ἑπομένως ἀνάρμοστον νὰ ὁρκίζηται, κατειρωνευόμενος τοῦ Θεοῦ, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ καθήκοντα, ἃ δὲν ἀνέλαβεν». Ἀλλ’ αἱ Συνελεύσεις τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1862 ὤμοσαν τὸν ὅρκον πρὸ τῶν ἐξελέγξεων, αὕτη δὲ (τῆς 10 Δεκεμβρίου 1862) μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν, ὅτι «θεωρεῖ αὐτὸν ὡς ὑπὸ τῆς ἰδίας ὑπαγορευθέντα καὶ ὡς τοιοῦτον τὸν οἰκειοποιεῖται». Οὕτω καὶ νῦν ἐδύνατο νὰ δοθῇ διὰ δηλώσεως, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν προλύεται τὸ κύριον ζήτημα, ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς αὐτό, ἐπιτραπήτω μοι διαμαρτυρία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅ, ἱδρυμένον ἐπὶ τόσης προγονικῆς εὐκλείας καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ τῶν πατέρων καὶ τοῦ μαρτυρίου τῆς φυλῆς ἡμῶν ὅλης, ἐγείρεται οἱονεὶ ἐθνικὸς ἄμβων ἐνταῦθα, ἐν τῷ μεγάλῳ τούτῳ Ναῷ τῆς πατρίδος ... Καὶ ἡ διαμαρτυρία αὕτη στρέφεται κατὰ τοῦ γιγνομένου πάντοθεν ἀμοιβαίου ἐξευτελισμοῦ πάντων... Οὐδὲν ἀφήνεται σεβαστὸν καὶ ὄρθιον. Ἀναλόγως δὲ τῶν συζητούντων κύκλων ἀκούει καὶ «ὁ Βασιλεύς... ὁ λαός... οἱ πολιτικοί... εἶναι...» καὶ προστίθεται ἑκάστοτε ἐπίθετον σχετικὸν εἰς τὴν ψύχωσιν τοῦ κρίνοντος. Διότι δεικνύει φρενοπάθειαν ὁ λόγος, μὴ ἀπορρέων ἐκ τοῦ λόγου. Τὸ λογικὸν δέ, οὐχὶ τὸ πάθος εἶναι ὁ ἄνθρωπος. L'homme c’ est la raison. Καὶ τῶν ἐδῶ γιγνομένων ἀγορεύσεών εἰσιν αἱ τηροῦσαι ἔτι τὴν κεκτημένην ἐκ τῶν ἐκλογῶν φοράν. Δὲν εἶναι κοινοβουλευτικαί. Ἀλλὰ τοῦ λογικοῦ ἡ ἐξοχωτέρα ἔκφανσις εἶναι ἡ Ἐπιστήμη. Ὡς δ’ ὑπάρχει Φιλολογία, Νομική, Ἰατρική, οὕτω καὶ Πολιτική, ἥτις διδάσκει «πῶς δέον εἶναι τὴν πολιτείαν» (wie der Staat sein soll, ὡς λέγουσιν οἱ Γερμανοί). Καὶ ἡ πολιτικὴ κηρύσσει, ὅτι ἡ διοικητικὴ συγκέντρωσις εἶναι ἡ κυρία αἰτία ὅλων τῶν κακῶν καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ὁπουδήποτε ἐπεκράτησεν. Ἀπὸ τοῦ Ἀριστοτέλους, ὃς ἀπεφήνατο «τὸ λίαν ζητεῖν ἑνοῦν τὴν πόλιν οὐκ ἔστιν ἄμεινον», μέχρι σήμερον οἱ σπουδαιότεροι καὶ μεγαλείτεροι πολιτικοὶ σοφοὶ καὶ πολιτειολόγοι καταδικάζουσι τὸ ἐπάρατον τοῦτο σύστημα. Ἡ ἐλευθερία δὲν ἐξήρτηται ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς, ἀλλ’ ἐκ τῆς πραγματικῆς μορφῆς τῆς Πολιτείας. Ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Ἄγγλος Jenks, ὅτι «εἴτε Πολιτεία τις καλεῖται μοναρχικὴ εἴτε δημοκρατική, τοῦτο ἐλαχίστην σημασίαν ἔχει ἐν τῇ πράξει. Ὀλίγοι θὰ ἐτόλμων νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι ὑπάρχει περισσοτέρα ἐλευθερία ἐν τῇ δημοκρατικῇ Γαλλίᾳ ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ, χώρᾳ μοναρχικῇ». Ὁ δὲ Berthélemy, καθηγητὴς νῦν τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῶν Παρισίων, λέγει, ὅτι οἱ Ῥῶσοι καὶ οἱ Τοῦρκοί εἰσι σχεδὸν οἱ μόνοι ἐν Εὐρώπῃ (à peu près les seuls en Europe), οἵτινες ἐδύναντο νὰ φθονήσωσι τοὺς Γάλλους ἐπὶ πολιτικῇ ἐλευθερίᾳ. Πάντων τῶν κακῶν ἐπίσης ἐν Γαλλίᾳ, τῇ τόσῳ πλουσίᾳ καὶ πεπολιτισμένῃ καὶ ἰσχυρᾷ χώρᾳ, αἰτία εἶναι ἡ συγκέντρωσις. Καὶ ἐκεῖ τὴν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ κατάστασιν ἀποδίδουσιν εἰς τὴν διαφορὰν τῶν φυλῶν. Εὔκολος λύσις, εἰς ἣν ἀρκοῦνται τὰ ἐπιπόλαια πνεύματα (les esprits superficiels), ὡς παρατηρεῖ ὁ σοφὸς Γάλλος καθηγητής. Καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ αὐτὸ κατηγοροῦσι τῆς φυλῆς ἡμῶν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλῶσι «περὶ πάντων τῶν πραγμάτων καί τινων ἄλλων». Ἀλλ’ ἀγνοοῦσιν, ὅτι, ὅσῳ τις καὶ ἂν ᾖ σοφός, δὲν δύναται νὰ κρίνῃ ὅσα ἀγνοεῖ. Ὀρθῶς δὲ ὁ Ἄγγλος Spencer λέγει: «Ἡ ἄγνοια τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἀμαθῶν εἶναι ἡ αὐτή. Ἡ συγκέντρωσις δὲν εἶναι μόνον ἀποκλειστικὴ πάσης ἀνεξαρτησίας, εἶναι κατασταλτικὴ πάσης προσωπικῆς πρωτοβουλίας, καταστρεπτικὴ παντὸς δημοσίου φρονήματος. Καταθλιπτικὴ καὶ ἀπομωραντική, ἡ συγκέντρωσις μεταμορφοῖ τοὺς πολίτας εἰς διοικουμένους, τοὺς καθιστᾷ παθητικὰ ὄργανα εἰς τὴν διάθεσιν φιλοδόξων πολιτευτῶν (politiciens ambitieux)». Ταῦτα τὰ ῥήματα τοῦ Berthélemy δὲν ἐφαρμόζονται ἀκριβῶς παρ’ ἡμῖν; Καὶ ἕτερος Γάλλος πολιτειολόγος λέγει: «ἡ διαφθορὰ εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς συγκεντρώσεως (la corruption est l’ âme de la centralisation)». Καὶ ἐν τῷ αὐτῷ πνεύματι καὶ Γερμανοὶ καὶ Ἄγγλοι καὶ Ἰταλοὶ πολιτικοὶ σοφοὶ καταδικάζουσι τὸ ἐπάρατον σύστημα. Ἡμεῖς ὅμως, ἀσεβοῦντες πρὸς τὴν Ἐπιστήμην, παραβιάζοντες τὰς ὑψηλὰς αὐτῆς ἐπιταγὰς ὑβρίζομεν ἡμᾶς αὐτούς, ἐξευτελίζοντες πάντας καὶ πάντα. Καὶ ἄν τις ἀλλοεθνὴς δημοσιεύσῃ ὅσα κατηγοροῦμεν ἀλλήλων, ἀγανακτοῦμεν καὶ διαμαρτυρόμεθα. Ἅπαξ διὰ παντὸς δέον νὰ κηρυχθῇ, ὅτι δὲν πταίουσι τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τὸ σύστημα... Τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως. Ἀλλὰ ταύτης δέον νὰ διακρίνωμεν δύο εἴδη, τὴν κυβερνητικὴν καὶ τὴν διοικητικήν, ὡς ἔλεγον ἄλλοτε, διαφωνῶν πρὸς τὸν σεβαστῆς μνήμης Δηλιγιάννην, τὸν πολιτικὸν ἐκεῖνον, ὃν ἐκίνουν τόσα μὲν πατριωτικὰ αἰσθήματα, ἀλλ’ ἐνέπνεον ἐσφαλμέναι ἰδέαι, ὡς τόσους ἄλλους, περὶ συγκεντρώσεως ἐκ συγγραφέων εἰλημμέναι, συγχεόντων ταύτην, πλανωμένων δ’ οὕτω καὶ πλανώντων, ὡς τοῦ Dupont-White καὶ ἄλλων. Βεβαίως ἡ κυβερνητικὴ συγκέντρωσις εἶναι σωστική, ὅσον ὀλεθρία εἶναι ἡ διοικητική! Καὶ ἡμεῖς ἀγνωμονήσαντες πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν, πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς κοινότητος, ἥτις ἐπὶ αἰῶνας ἔσωσεν ἡμᾶς, δικαίως πάσχομεν ἃ πάσχομεν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει τοῦ Ἑλληνικοῦ, παραβιάζοντι τοὺς ἱστορικοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Καὶ ἐπιτραπήτω μοι ἓν σωκρατικὸν παράδειγμα (ὡς ἔφερε τοιαῦτα ἐκ τοῦ συνήθους βίου ὁ μέγας ἡμῶν φιλόσοφος), ἵνα τερματίσω ἐδῶ τὴν μακρὰν παρέκβασιν καὶ δηλωθῇ ὅλη τῆς διοικητικῆς συγκεντρώσεως ἡ φρικωδία. Ὑπ’ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, ἀσχολουμένη εἰς συμφέροντα δήμων ἢ ἀτόμων, εἰς παύσεις, διορισμούς, μεταθέσεις, ἐξ ἑαυτῆς ἐξαρτῶσα πάντας καὶ πάντα, ὁμοιάζει κυρίῳ οἰκογενείας, θέλοντι ἐκτὸς τοῦ ἰδίου ἐπαγγέλματος νὰ ἐκτελῇ καὶ πάσας τὰς οἰκιακὰς ἐργασίας. Γιγνόμενος γελοῖος πρὸ τῶν οἰκείων καὶ πρὸ τῆς κοινωνίας περιφρονεῖται πάντοθεν, διατρέχει δὲ τόσους ἄλλους εὐνοήτους κινδύνους καὶ ὑφίσταται παντοῖα κακά. Ἡ Γαλλία πλουσία δὲν ἐχρεοκόπησεν, ἀλλ’ ἡττήθη. Ἡμεῖς πτωχοί, ἐχρεοκοπήσαμεν καὶ ἡττήθημεν. Θέλετε ἄλλα δεινά; Ἐξεγέρσεις, ἐπαναστάσεις ἐπίσης ἐκεῖ καὶ ἐδῶ. Θέλετε χείρω; Ἴδετε τὴν ἀλύτρωτον πατρίδα! Καίπερ Ἕλληνες πάντες ἐν Μακεδονίᾳ ἀλλοεθνίζουσιν ἕνεκα κινδύνων εὐνοήτων, ἀναμένοντες οἱ πλεῖστοι τὸν καιρόν, ἵνα ἐκφανθῶσιν οἷοι πράγματι εἶναι. Ἡ ψυχή των εἶναι ἡ ἀποπλανηθεῖσα ἢ βιασθεῖσα παρθένος, ἡ ποθοῦσα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός, τοῦ μωροῦ ἐκείνου οἰκογενειάρχου... Ὑπὸ συγκεντρωτικὴν διοίκησιν δὲν δύναται νὰ νοηθῇ κἂν συνταγματικὸν ἢ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, οὐδὲ νὰ ὑπάρξῃ ἔτι ἀληθὴς ἐλευθερία, ἥτις εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ ζωογονοῦν καὶ ἐμψυχοῦν τὰ ἄτομα καὶ τοὺς λαούς. Σκοπὸς δὲ τελικὸς καὶ ἐμφανὴς τῆς 15 Αὐγούστου 1909 εἶναι ἡ ἄρσις τῆς κυρίας αἰτίας τῆς νῦν καταστάσεως, οὐχὶ ὡς ἄχρι τοῦδε ἀτελῶς ἐδηλώθη, ἀλλ’ ὡς ἐπιτάσσει ἡ Ἐπιστήμη, ἥτις εἶναι ἡ ἐξοχωτέρα ἔκφανσις τοῦ λογικοῦ, ἡ ἐνανθρωπίζουσα δύναμις τοῦ Θείου... Ἂν ἕκαστος λαὸς συγκροτῇ Πολιτείαν, εἶναι ὀργανισμὸς ζῶν καὶ δρῶν, τὴν ζωὴν αὐτοῦ καὶ ὕπαρξιν κανονίζει νόμος ὑπέρτατος, ἀπαράβατος, αἰώνιος, ὁ ἐθνικός... Ἐξ αὐτοῦ ἀπορρέει καὶ τὸ πολίτευμά του (μοναρχικόν, συνταγματικόν, δημοκρατικόν), ὡς ἀποδεικνύει καὶ τὸ ἄρθρ. 110 τοῦ Συντάγματος: «Ἡ τήρησις τοῦ παρόντος Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων». Ἄρα ὁ πατριωτισμὸς εἶναι ἐπιταγή, εἶναι καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ τὴν μὴ τήρησιν ἐν ἀνάγκῃ ἐπιτάσσει οὗτος. Διότι καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι μέσον θεμελιῶδες πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ μόνου. Οὕτω τὸ κίνημα τοῦ Στρατοῦ, ὡς τῆς ὠργανωμένης λαϊκῆς δυνάμεως, ἦτο ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ἀνεξαρτήτως ἐπαγγέλματος, τάξεως, ἔργου ὑπηρετοῦσι τῇ αὐτῇ ἰδέᾳ. Δὲν ἦτο στρατοκόπημα (pronunciamiento), ἀλλ’ ἐξέγερσις, σκοποῦσα τὴν ἄρσιν καταστάσεως ἀντιπολιτειακῆς, ἀντισυνταγματικῆς, ἀντεθνικῆς, ὀλεθρίας, ἐπανάστασις ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ, διότι τὴν ἐπέβαλεν ὁ ἐθνικὸς νόμος (lex legum), ὃν διατυποῦσι Ῥωμαῖοι νομοδιδάσκαλοι: «Suprema lex salus populi, ὑπέρτατος νόμος ἡ σωτηρία τοῦ λαοῦ». Ἀλλὰ καὶ λογικὴ ἐκδήλωσις τῆς ἱστορικῆς ζωῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς δρῶντος ὀργανισμοῦ, εἶαι ἡ 15 Αὐγούστου 1909, ἑνουμένη πρὸς ἄλλας μεγάλας ἐθνικὰς ἡμέρας. Οἱ Ἀρματωλοὶ καὶ οἱ Κλέφται, οἱ Καπεταναῖοι καὶ οἱ Ὁπλαρχηγοί, οἱ ἑκάστοτε προϊστάμενοι τῶν ἐθνικῶν ἐξεγέρσεων, οἱ διατηροῦντες τὸ πνεῦμα τῆς ἀνεξαρτησίας, οἱ ἰθύνοντες τὸν Ἱερὸν Ἀγῶνα, δὲν ἦσαν ἡ ὠργανωμένη λαϊκὴ δύναμις; ὁ Στρατὸς τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐθνικῆς περιόδου; Καὶ μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας (25 Μαρτίου 1821–25 Ἰανουαρίου 1833), τὴν ἐπιβολὴν ἔπειτα τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας (25 Ἰανουαρίου 1833–3 Σεπτεμβρίου 1843), τίς δύναμις ἐπήνεγκε τὴν κατάλυσιν ταύτης, τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν Μεσοβασιλείαν, τὴν κατάρτισιν ἐλευθερωτέρου Συντάγματος, τίς ἄλλη εἰμὴ ὁ Στρατός, τουτέστιν ἡ ὠργανωμένη δύναμις τοῦ ἔθνους; Μὴ ἀποβλέψῃ δέ τις μόνον εἰς τὸ μέρος, διότι τοῦτο ἀντιπροσωπεύει τὸ ὅλον. Τῆς ἀρρήκτου δ’ ἑνότητος αὐτῶν ἑκάστοτε ἔκφανσις, ἀναλόγως τῶν καιρῶν καὶ τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, εἶναι ἡ 25 Μαρτίου 1821, ἡ 3 Σεπτεμβρίου 1843, ἡ 11 Ὀκτωβρίου 1862, ἡ 15 Αὐγούστου 1909... Ὑπὸ πᾶσαν δ’ ἔποψιν ἐξεταζομένη ἡ νέα τοῦ ἔθνους αὕτη ἐξέγερσις δὲν ἔχει ὃν σκοπὸν νομίζει ὁ ἐπιπόλαιος ἢ ἐμπαθὴς τῶν πραγμάτων παρατηρητής, ἀλλ’ ὃν βλέπει ὁ δυνάμενος νὰ κρίνῃ τὰ γιγνόμενα καὶ νὰ ἐξευρίσκῃ τὰς αἰτίας αὐτῶν, κατέχων τὰς πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένας εἰδικὰς γνώσεις. Ἡ κρίσις περί τινος προϋποθέτει τὴν ἀκριβῆ τούτου γνῶσιν. Ἐξ αὐτῆς δ’ ἐξήρτηται καὶ τὸ πρακτέον· Διότι εἰδέναι ἐστὶ δύνασθαι. (Kennen ist Können). Ἀλλ’ ἡ 15 Αὐγούστου 1909 εἶναι ἡμέρα ἐπαναστάσεως; Καὶ τὰ μετ’ αὐτὴν γενόμενα ἐνέχουσι στοιχεῖα τοιαύτης; Ποῦ βλέπετε—λέγουσι—τὴν ἐπανάστασιν; Τὴν βλέπομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 107 τοῦ Συντάγματος, ἐγκυμονουμένην ἐν αὐτῷ ἅμα τῇ συντάξει αὐτοῦ, τῇ προκαλεσάσῃ τότε τὴν προσοχὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὡς δηλοῦται ἐκ τοῦ Διαγγέλματος πρὸς τὴν Βʹ ἐθνικὴν Συνέλευσιν τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1864, συνιστῶντος «τὴν ἐπιψήφισιν πρακτικωτέρου τινὸς καὶ πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα μᾶλλον συνᾴδοντος τρόπου ἀναθεωρήσεως». Καὶ πόσον εἶχε δίκαιον ὁ Ἄναξ ἀποδεικνύει ἡ Ἐπιστήμη, κηρύσσουσα ὅτι «ὅσοι τὸ ἀμετάβλητον, εἴτε διαρκῶς εἴτ’ ἐπὶ χρόνον, τῶν πολιτευμάτων ἐθέσπισαν, αὐτὴν τὴν ἐπανάστασιν καθιέρωσαν». Οὕτως ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως πέντε συντάγματα, Ἐπιδαύρου 1822, Ἄστρους 1824, Τροιζῆνος 1827, Ἄργους 1831, Ἀθηνῶν 1844, ἀμετάβλητα ἢ ἀθάνατα κηρυχθέντα, μεταβάλλονται ἢ ἀνατρέπονται ἐντὸς τεσσαράκοντα ἢ μᾶλλον τριάκοντα ἐτῶν, ἀφαιρουμένων δέκα τῆς ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ὄθωνος παμβασιλείας. Καὶ νῦν ἔχομεν τὸ ἕκτον Σύνταγμα τοῦ 1864!... Ἐν Γαλλίᾳ τὰ συντάγματα τοῦ 1814, 1830 ἀνατρέπουσιν ἡ Ἰουλιανὴ καὶ ἡ Φεβρουαριανὴ ἐπανάστασις. Τοῦ 1791 τὸ Σύνταγμα κηρυχθὲν ἐπὶ τριάκοντα ἔτη ἀμετάβλητον, μετὰ ἕξ μῆνας, ἐν μιᾷ νυκτὶ τοῦ 1792, καταρρέει, ἐντὸς δὲ τῆς τριακονταετίας, ἣν τοῦτο ὥριζε, πέντε ἄλλα συντάγματα ἔσχεν ἡ Γαλλία, ἐπαναλαβοῦσα τὸ αὐτὸ σφάλμα τῷ 1848 καὶ 1851. Ἀλλὰ τὸ δυσχερὲς ἢ τὸ ἀδύνατον τῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀληθὴς παραφροσύνη κατὰ τὸν Laboulay, διότι ἀπαγορεύεται τῷ λαῷ ν’ ἀναζητήσῃ τὸ μᾶλλον αὐτῷ ὠφέλιμον. Ἀλλὰ τοιαῦται διατάξεις ἐν τοῖς Συντάγμασιν εἶναι σφετερισμὸς τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Τὸ ἔθνος, ὃ δὲν δύναται νὰ δεσμεύσῃ ἑαυτὸ πρὸς ἑαυτό, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Κάντ, δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐντολοδόχους αὐτοῦ ἐξουσίαν, ἣν δὲν ἔχει. Ἀλλ’ ὅπου τὰ Συντάγματα ἐλευθέραν ἀφήνουσι τὴν ἐθνικὴν βούλησιν, πρὸς μεταβολὴν αὐτῶν, ἐκεῖ ἀκριβῶς ἀσφαλίζεται τὸ ἀτάρακτον τῶν Πολιτειῶν. Οὕτως ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Βορείου Ἀμερικῆς ἐπιτρέπεται κατὰ πάντα καιρὸν ἡ ἀναθεώρησις, τηρουμένης μόνον τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ ἑκάστης Πολιτείας ἀπαρατρέπτως ἐχούσης, χάριν τῆς αὐθυπαρξίας αὐτῆς, δύο γερουσιαστὰς ἐν τῷ Ὁμοσπονδιακῷ συνεδρίῳ. Καὶ ὅμως ἐπὶ πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος αἰῶνος ἰσχύει νεάζον τὸ ἐπὶ Οὐασιγκτῶνος Σύνταγμα!... Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα «οὐδὲν γραπτὸν Σύνταγμα ὑπάρχει», τὸ Κοινοβούλιον δύναται ἐν παντὶ καιρῷ νὰ ψηφίσῃ καὶ καταργήσῃ πάντα νόμον, καὶ ὅμως μετ’ οὐ πολὺ συμπληροῖ ὀκτὼ αἰῶνας συνταγματικῶς πολιτευομένη... Ἐν Ἑλβετίᾳ ἐπιτρέπεται ἐν παντὶ καιρῷ ἡ ἀναθεώρησις, ἣν δύναται καὶ ἓν μόνον τμῆμα τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Συνόδου νὰ ζητήσῃ ἢ καὶ αὐτοὶ οἱ πολῖται ἀπ’ εὐθείας, εἰς 50,000 ἀνερχόμενοι. Ἐν Γαλλίᾳ δὲ νῦν (Συνταγμ. Νόμ. 25 Φεβρ. 1875) ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, οἴκοθεν ἢ κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, δύνανται χωρὶς ἑκάστη νὰ δηλώσωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως, ἔπειτα δ’ ὁμοῦ συνεδριάζουσαι νὰ προβῶσιν εἰς αὐτήν. Καὶ ταῦτα πάντα, παραδείγματα ξένων λαῶν, μιμουμένων ἐν παντὶ τοὺς ἐνδόξους ἡμῶν προγόνους, ἀναμιμνήσκουσιν ἡμᾶς τοὺς ἀρχαίους Ἀθηναίους, οἵτινες — κατὰ νόμον τοῦ Σόλωνος —, πολιτικώτεροι καὶ σωφρονέστεροι τῶν νῦν, ἀνεθεώρουν κατ’ ἐνιαυτὸν καὶ ἐπεψήφιζον τὸ πολίτευμα, μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν Θεσμοθετῶν ἀνακάθαρσιν, ἐκαλεῖτο δὲ τοῦτο «ἐπιχειροτονία τῶν νόμων». Παραβιάζον τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοὺς νόμους τῆς ζωῆς καὶ τοῦ λογικοῦ, τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν Ἐπιστήμην, δὲν ἐδύνατο εἰμὴ νὰ παραβιασθῇ. Ἀπετέλει δέσμευσιν τῆς κυριάρχου θελήσεως τοῦ ἔθνους ὑπὸ τῶν τότε ἐντολοδόχων αὐτοῦ. Ἀλλὰ γενομένης τῆς παραβιάσεως τοῦ ἄρθρ. 107, ἂν μὲν ἄκοντος τοῦ Βασιλέως, παρεβιάσθη τὸ ἄρθρ. 29, καθ’ ὃ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀπαραβίαστον, ἂν δ’ ἑκόντος τοῦ Βασιλέως, παρεβιάσθη τὸ ἄρθρ. 44, καθ’ ὃ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι. Ἂν δὲ πάλιν ἡ παραβίασις τοῦ ἄρθρ. 107 ἐγένετο ἑκούσης ἢ ἀκούσης τῆς Βουλῆς, τότε ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει παρεβιάσθη ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, ἡ κηρύσσουσα τὴν ὑπεροχὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου, περιορίζοντος τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ ἀνῃρέθη ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἂν εἶσθε ἄξιοι ἐπαίνου οἱ πολιτικοί, ὅσοι πρὸς ἀποφυγὴν δεινοτέρας τῆς ἐπαναστάσεως ἐκτραχύνσεως ἠνέχθητε τὴν βίαν χάριν ἐθνικῶν λόγων, μὴ ἀρνεῖσθε ὅμως τὴν ἐπανάστασιν, ἧς οἱ τύποι τῶν δακτύλων φαίνονται ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῆς Βουλῆς, ἀφῆκαν δ’ ἀμαυρὰ καὶ ἐπὶ τοῦ Στέμματος σημεῖα... Ἀλλὰ τί καλεῖται ἐπανάστασις; Εἶναι ἡ ἀπόπειρα βιαίας μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος Πολιτείας τινὸς πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ὑφισταμένης διοικήσεως ἢ τοῦ ὑφισταμένου πολιτεύματος εἴτε πρὸς ἀπόκτησιν αὐτονομίας. Προϋπόθεσις τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ἰσχυρὰ πολιτικὴ διαφωνία πρὸς τὰ καθεστῶτα μεγάλου ἢ μείζονος μέρους τοῦ λαοῦ καὶ ἡ δυσχέρεια ἢ τὸ ἀδύνατον τῆς κατὰ νόμον καὶ συμφώνως τῷ πολιτεύματι ἱκανοποιήσεως τῶν αἰτουμένων τὴν μεταρρύθμισιν. Καὶ λησμονοῦντες τὰ πράγματα κραυγάζοντα, τὰς ἐπιφυλακάς, τὰς ἀμνηστίας δὲν βλέπετε τὸ καθεστὼς τῆς ἐπαναστάσεως, ἧς ἔταξεν ὁ λαὸς ἀρχηγὸν αὐτὸν τὸν Ἄνακτα τῇ 14 Σεπτεμβρίου 1909, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ μεταβληθῇ ὁ χαρακτήρ της, διότι ἐκδηλοῦται ἡ δύναμίς της. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἐπανάστασις πρὸς τούτοις εἶναι οἱονεὶ ἡ Δικονομία πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπερτάτου ἐκείνου νόμου τοῦ ἐθνικοῦ, κατ’ ἀνάγκην ἔδει νὰ ζητήσῃ τὴν νομιμοποίησίν της εἰς τὴν ἐθνικὴν βούλησιν, εἰς τὴν κυρίαρχον θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἰδοὺ πόθεν ἡ ἐκλογὴ τῆς 8 Αὐγούστου 1910. Καὶ ἡ Συνέλευσις, ἀπορρέουσα ἐκ τῆς πρὸς ἀνασύνταξιν καὶ ἀνόρθωσιν τῆς Πολιτείας ἐκδηλωθείσης κυριάρχου θελήσεως τοῦ λαοῦ, εἶναι Συντακτική. Καὶ παραβιασθέντος τοῦ Συντάγματος εἴτ’ ἐλαττουμένων, παρὰ τὸ ἄρθρον 29, τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος, εἴτ’ αὐξανομένων, παρὰ τὸ ἄρθρον 44 ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ παρὰ τὸ 107, ἀπαιτοῦν τὴν ἀναθεώρησιν «δι’ ἰδίας πράξεως τῆς Βουλῆς» ἄνευ ἀναμίξεως τοῦ Στέμματος, μόνη ἡ Συνέλευσις, ἅτε Συντακτική, δύναται νὰ ἄρῃ τὴν παραβίασιν ταύτην, οὐχὶ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ καθ’ αὑτό, ἀλλὰ τῆς κυριάρχου θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἧς ἀπόρροια εἶναι ἐκεῖνο. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔτι ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ εἶναι Ἀναθεωρητική, γίνεται κατ’ ἀνάγκην Συντακτική! (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ πάλιν καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ συντακτικοὶ ἐν ψηφίσματι κηρύσσουσι τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, μέχρις ἀνασυντάξεως αὐτοῦ, καὶ δηλοῦσιν, ὅτι ὀμνύουσι τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος ὡρισμένον ὅρκον, ὅτι κατὰ τὴν ἀνασύνταξιν ταύτην ἡ μορφὴ τῆς Πολιτείας καὶ οἱ θεσμοὶ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς Διαδοχῆς θὰ μείνωσιν ἀμετάβλητοι, ὡς θεμελιώδεις, τότε ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν Ἀναθεωρητική; Ἀλλ’ ἂν Ἀναθεωρητικὴν οὕτω κηρύσσωμεν τὴν Συντακτικήν, τί φοβεῖσθε ἡμᾶς; Ἂν δ’ ὑμεῖς ἔχητε τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Συνελεύσει, κηρυσσομένῃ Συντακτικῇ, τί φοβεῖσθε ὑμᾶς αὐτούς; Ἀφοῦ δ’ ἡ Συνέλευσις εἶναι κατ’ ἀνάγκην Συντακτικὴ καὶ κατ’ οὐσίαν Ἀναθεωρητική, πρὸς τί ἡ διαφωνία καὶ οἱ φόβοι; πρὸς τί τὸ ματαιόσχολον; Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, λύεται τοῦτο, ὀρθῶς τιθέμενον. Ἀνάγκη νὰ συγκριθῇ πρὸς ἄλλα πολιτεύματα τὸ συνταγματικόν. Καὶ ἔχει τοῦτο, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ δημοκρατικόν, κυρίως θεμελιώδεις διατάξεις τὰς περὶ Βασιλείας καὶ Διαδοχῆς, διότι καὶ μία μόνη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ δημοκρατικοῦ καὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἐν τούτῳ μὲν ὁ ἀνώτατος Ἄρχων εἶναι ἰσόβιος, ἀνεύθυνος, κληρονομικός, ἐν ἐκείνῳ δὲ ὑπεύθυνος καὶ αἱρετός. Ἀλλὰ πρὸς τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα τὸ συνταγματικὸν συγκρινόμενον ἔχει θεμελιώδεις διατάξεις πολλάς. Καὶ εἶναι αὗται: Ἡ ἀνακήρυξις τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας· ἡ διαίρεσις τῶν ἐξουσιῶν εἰς τρεῖς, τὸ αὐτοτελὲς καὶ ἀνεξάρτητον ἐν τῷ κύκλῳ αὐτῶν καὶ ὁ ἀμοιβαῖος αὐτῶν ἔλεγχος· ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία κατὰ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὸ ἀπαραβίαστον τῶν ἀντιπροσώπων· ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστῶν· ἡ ἀναγνώρισις τῶν φυσικῶν ἢ ἀτομικῶν δικαίων, ὡς τῆς πρὸ τοῦ νόμου ἰσότητος, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας, τοῦ συνεταιρίζεσθαι, συνέρχεσθαι κ. λ. π., τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως καὶ τοῦ λόγου, τὸ ἀπαραβίαστον τῶν ἐπιστολῶν· ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου, ἐφ’ οὗ δέον νὰ ἐρείδηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, μὴ δυναμένη νὰ ἐξέλθῃ τούτου κ.λ.π. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἀφοῦ πάντες εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐννοοῦμεν δὲ τοὺς ἐθνικοὺς κινδύνους, ἐπιβάλλοντας περίσκεψιν καὶ φρόνησιν, καὶ γινώσκομεν τὴν πρὸς ταχίστην ἀλλ’ ἀποτελεσματικὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, διατί δὲν κηρύσσομεν τὴν Συνέλευσιν Συντακτικήν, ἀφοῦ, ὡς τὴν διατυποῦσιν οἱ συντακτικοί, ἔχει πάντα τὰ προτερήματα τῆς Ἀναθεωρητικῆς, οὐδὲν δ’ ἐλάττωμα αὐτῆς; Καὶ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς, διότι αὐτὴ μόνη αὐτοδικαίως 1) αἴρει τὴν κατὰ τῆς κυριάρχου θελήσεως τοῦ λαοῦ γενομένην προσβολήν, δικαιουμένης νὰ ὁρίζῃ τὸ πολίτευμα, οὗ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ τήρησις ἀφήνεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων· 2) ἐξαλείφει τὴν ἐπιορκίαν τοῦ εἰς αὐτὴν ἀναγκασθέντος Ἄνακτος καὶ πάντων τῶν παραβιασάντων τὸ Σύνταγμα, ἐξ ὑπερτάτης δεδικαιολογημένης βεβαίως αἰτίας. 3) Ἀποκρούει ἐγκύρως καὶ ἀποτελεσματικῶς πάντα κίνδυνον ἐξ οἱουδήποτε μυστικοῦ συλλόγου ἢ συνδέσμου, τυχὸν ὑπάρχοντος, ἐπιβαλλομένη διὰ τῆς δυνάμεως, ἣν ἀντλεῖ ἀμέσως ἐκ τοῦ λαοῦ. 4) Δύναται διὰ ψηφίσματος νὰ δεχθῇ τοὺς ἐπιλαχόντας πληρεξουσίους ἀντὶ τῶν παραιτουμένων ἢ ἀποδεχομένων μίαν ἐκ τῶν ἐν διαφόροις νομοῖς ἐκλογῶν. 5) Δύναται ἐπίσης νὰ ἐκλέξῃ διὰ μυστικῆς σχετικῆς πλειονοψηφίας ἐν καιρῷ, μετὰ τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀμέσως τὸ ἥμισυ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀναλόγως τῆς ὁμάδος ἢ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἕκαστος δηλοῖ ὅτι ἀνήκει, καὶ νὰ καταρτισθῇ οὕτως ἁπλῆ Βουλὴ νομοθετικὴ ἤ, καὶ ἄνευ τοιαύτης ἐκλογῆς, νὰ χαρακτηρισθῇ τοιαύτη πρὸς περάτωσιν, ἐντὸς ὅμως ἔτους, τοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς ἔργου, τοῦ ἀμέσως σχετιζομένου πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν. Ὑπὸ οἰκονομικὴν δ’ ἔποψιν συμφέρει τοῦτο, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς διὰ νέας βουλευτικὰς ἐκλογὰς δαπάνης, ὁριζομένης δὲ σχετικῶς ἐλάσσονος ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ πάντως ἐπιβάλλεται ἡ ἀποφυγὴ βουλευτικῶν νῦν ἐκλογῶν, διότι ἄλλως συμπίπτουσιν ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος βραχυτέρου τοῦ ἔτους ἐκλογαὶ Συνελεύσεως, ἀναπληρωτικαί, βουλευτικαί, δημοτικαί, ἕκαστος δ’ ἐννοεῖ τὴν ἐκ τούτων οἰκονομικὴν καὶ ἄλλην ποικίλην συντάραξιν τοῦ λαοῦ. 6) Δύναται πᾶν ψήφισμά της ἐξ ἐθνικῆς ἀνάγκης ἐπιψηφιζόμενον ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ συνεδριάσει νὰ ἰσχύῃ ἀμέσως ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἅμα τῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσει του. 7) Νομιμοποιεῖ ἡμᾶς αὐτούς, διότι οὐδενὸς δικαιουμένου νὰ χαρακτηρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν Συνέλευσιν Ἀναθεωρητικὴν καὶ νὰ προσκαλέσῃ διὰ τοιαύτην μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς τὸν λαὸν εἰς ἐκλογάς, παράνομον ἔχομεν τὴν προέλευσιν, ἀντισυνταγματικήν, τουτέστι παρὰ τὴν κυρίαρχον θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἧς ἀπόρροια εἶναι τὸ Σύνταγμα κ.τ.λ. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, καίπερ οὖσα Συντακτική, δέον νὰ χαρακτηρισθῇ τοιαύτη, ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, χάριν συμβιβασμοῦ τῶν διχογνωμούντων πάντων, ἵνα διὰ καταλλήλου ψηφίσματος ἐγκύρως κηρυχθῇ Ἀναθεωρητικὴ μὲ τὰς εἰρημένας ἀνωτέρω συνταγματικὰς ἀπόψεις. Οὕτω κέκτηται πάντα τὰ προτερήματα τῆς Συντακτικῆς ἄνευ οὐδενὸς ἐλαττώματος καὶ χωρὶς οὕτω νὰ προκαλῇ τοὺς κινδύνους, οὓς φοβοῦνται ἐξ αὐτῆς οἱ ἀναθεωρητικοί. Τὴν μακρὰν ταύτην ἀγόρευσιν τερματίζων ἐδῶ εὐγνωμονῶ ὑμῖν, ἀξιωθεὶς προσεκτικῆς οὕτω καὶ ἀταράκτου ἀκροάσεως. Ἂν δ’ ἐκτὸς ὑμῶν ἄλλοθεν ἠκούσθη ἀνευλαβὴς φωνή, ὅτι πολλὰ λέγω, τίς πταίει, ἂν μεγάλα δὲν χωρῇ κεφαλὴ μικρὰ ἢ ἂν ὀλίγος νοῦς δὲν ἐννοῇ πολλά; Ἀλλά, προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς καθορισμὸν τῆς θέσεώς μου, ὅτι, ἀνέκαθεν καθ’ ὡρισμένας ἀρχὰς καὶ ἰδέας πολιτευόμενος, δὲν ἀνήκω εἰς κόμμα καί, μὴ ἔχων προστριβὴν πρός τινα προσωπικήν, κρίνω κατὰ τὰς ἑκάστοτε πράξεις αὐτῶν πάντας, μηδένα κακολογῶν. Κατερχόμενος ἐκ τῆς χώρας τοῦ Ἡρωισμοῦ εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἰδέας, προσπαθῶ νὰ συμβιβάζω τὸ σεμνὸν τοῦ Σπαρτιάτου πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀθηναίου!... Φρονῶν δέ, ὅτι ἐν Κοινοβουλίοις ἢ ἐθνικοῖς συνεδρίοις λαῶν, ἐχόντων μεγάλα ἰδεώδη νὰ ἐκπληρώσωσιν, οἱ ῥήτορες ὀφείλουσι νὰ ἐξυψῶνται εἰς αὐτά, καὶ ἐκ τοῦ βάθους τῶν αἰώνων αἰσθάνομαι, τῇ στιγμῇ ταύτῃ, ἀναπηδῶσαν ἐδῶ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διαρκῶς ζῶντος, ἀθανάτου, ἀκαταβλήτου ἐν ἀγῶσι, διωγμοῖς ἢ μαρτυρίοις!... Καὶ μέρη μὲν ἐκείνης, ἀλλ’ ἐν ἀρρήκτῳ ὅλῳ, ἱπτάμεναι ἐκ τοῦ Ἄστεως εἰς τὴν Πόλιν αἱ ψυχαὶ ἡμῶν, γονυκλινεῖς ἀσπάζονται ἐκεῖ τὴν δεξιὰν τοῦ Μεγάλου Ἱεράρχου τοῦ Χριστοῦ, ὃς ἐξήνεγκε τὸν μέγιστον ἔπαινον ὑπὲρ τῆς φυλῆς ἡμῶν προορισθείσης εἰς δόξαν αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ!... Ἐν συνέσει δὲ καὶ περισκέψει εἴθε νὰ ὁδηγῇ ἡμᾶς εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν τὸ πνεῦμα τῆς μεγάλης καὶ ἱερᾶς ἡμῶν πατρίδος, ἧς ὅλην τὴν ἀξίαν ἐν θεσπεσίῳ περιέλαβε στίχῳ ὁ Γερμανὸς ποιητὴς Müller, ἔνθους ψάλλων: «Ἄνευ ἐλευθερίας τί θὰ ἦσο, Ἑλλάς; Ἄνευ σοῦ, Ἑλλάς, τί θὰ ἦτο ὁ κόσμος;... (Χειροκροτήματα).

§11ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Θὰ κατατρίβωμεν, κύριε Πρόεδρε, ἀκόμη τὸν καιρόν μας εἰς λόγους; Δὲν θ’ ἀρχίσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν;

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγεγραμμένοι εἶναι ἤδη ὁ κ. Ψηλογαλάνης. Κατόπιν ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μομφερρᾶτος. Εἶτα ὁ κ. Βασιλείου.

§13Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ θέμα τοῦ ὅρκου, ἀφ’ οὗ ὡρμήθη ἡ προκειμένη συζήτησις, ἐπέβαλεν ὄντως ἐπιφυλάξεις εἰς τοὺς φρονοῦντας ὅτι κατελύθη ἡ διὰ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος διεπομένη καθεστηκυῖα ἔννομος τάξις καὶ ὅτι ἡμεῖς καλούμεθα ὡς συντακτικὸν Σῶμα νέον συνταγματικὸν καθεστὼς νὰ διατυπώσωμεν· ἀλλὰ συζήτησις τοιούτων εὐρέων ὁρίων, τὰ ὁποῖα βλέπομεν ὑφιστάμενα ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, προσῆκε μᾶλλον εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν τὸ Σῶμα θὰ ἦτο νομίμως συγκεκροτημένον. Ἀφοῦ δ’ ὅμως ἡ συζήτησις ἐξετάθη, κρίνω ἐμὸν καθῆκον νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἀπασχολούντων ἡμᾶς θεμάτων, μάλιστα μετὰ τὴν ἐξενεχθεῖσαν γνώμην, ἴσως λίαν εὔλογον, ὅτι καὶ οἰκονομία χρόνου θέλει ἐπέλθει ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θέλομεν ἐπανέλθει ἐπὶ τὰ αὐτὰ θέματα. Τρεῖς εἶναι, Κύριοι, αἱ ἀπόψεις, ἀφ’ ὧν δέον νὰ μελετηθῶσι τὰ ἀπασχολοῦντα ἡμᾶς θέματα, ἡ οὐσιαστική, ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ ἡ πολιτική. Ἡ οὐσιαστικὴ ἄποψις εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη πρὸς γεγονότα ἐπελθόντα κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Ἡ 15 Αὐγούστου 1909 ἐχαιρέτισε στασιαστικὸν κίνημα μεγάλου μέρους τοῦ ἐν Ἀθήναις στρατοῦ. Ἀποκαλῶ τὸ κίνημα τοῦτο στασιαστικὸν καὶ οὐχὶ ἐπαναστατικόν, διότι οὐδαμοῦ διαβλέπω ἐν τῷ κινήματι ἐκείνῳ ἐπαναστατικὴν πρόθεσιν, τουτέστι πρόθεσιν καταλύσεως τῆς ὑφισταμένης ἐννόμου τάξεως, καὶ δὴ τῆς συνταγματικῆς τάξεως, πρὸς δημιουργίαν νέας τοιαύτης. Ὁ στρατὸς ὑπέβαλεν ὑπόμνημα, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδαμοῦ διεφαίνετο ἀνατροπὴ τῶν καθεστηκυιῶν ἀρχῶν, τοὐναντίον ἀνεγνωρίζετο προσήλωσις πρὸς τὴν ἔννομον τάξιν, τὰ δὲ ὑποβαλλόμενα αἰτήματα ἦσαν διοικητικοῦ καθαρῶς χαρακτῆρος, ἀποβλέποντα εἰς ἀναδιοργάνωσιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Αὐτὸς μάλιστα ὁ στρατὸς ἀνεγνώριζεν ὅτι ἡμάρτησε πρὸς τὴν ἔννομον τάξιν καὶ διὰ τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ περὶ ἀμνηστίας ἠθέλησε νὰ δηλώσῃ ὅτι εὐθὺς ὡς τὰ αἰτήματα ταῦτα ἐγένοντο δεκτὰ ὑπὸ τῆς ἐννόμου τάξεως ἐπανέρχεται πρὸς τὴν τάξιν καὶ σέβεται ἁπάσας τὰς κειμένας διατάξεις. Τὰς βλέψεις τοῦ στρατοῦ συνεμερίσθη ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς διὰ συλλαλητηρίου πανδήμου, τοῦ τῆς 14 Σεπτεμβρίου. Καὶ ἐν τῷ ψηφίσματι τοῦ λαοῦ οὐδαμοῦ διαβλέπομεν ἐπιθυμίαν τινὰ στρεφομένην κατὰ τοῦ Συντάγματος. Τοὐναντίον μάλιστα ὁ λαὸς ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀνώτατον Ἄρχοντα διεδήλου πρὸ παντὸς τὸ φιλόνομον αὑτοῦ καὶ ἠξίου καὶ οὗτος τὴν ἐκτέλεσιν μεταρρυθμίσεων διοικητικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὁπόθεν εἴδομεν τὰς γνώμας τοῦ λαοῦ νὰ διαβιβάζωνται εἰς τὴν πρωτεύουσαν, οὐδεμία τοιαύτη ἀπέβλεπεν εἰς συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις. Κατὰ τὸ στάδιον τὸ ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρις Ἰανουαρίου, ὅτε εἰσηγεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς 15 Αὐγούστου, πολλὰ μέτρα ὑπεβλήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, πολλαὶ συζητήσεις καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἔξω ἐγένοντο, ἀλλὰ καὶ πάλιν οὐδαμόθεν προβάλλεται ἐπιθυμία τις πρὸς μεταβολὴν τοῦ Συντάγματος. Οὐδεὶς ἠξίωσε τὴν διάλυσιν τοῦ τότε ὑφισταμένου νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τὴν σύγκλησιν ἑτέρου Σώματος συντακτικὸν χαρακτῆρα ἔχοντος. Ἐπρόκειτο πάντοτε καὶ τότε περὶ διοικητικῶν μέτρων, περὶ νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων, εἰσαγομένων ἴσως καὶ συζητουμένων ὑπὸ τὴν ἐπιβολὴν ἀλλοτρίων ἐπιδράσεων, ἀλλὰ πανταχοῦ βλέπομεν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰς καθεστηκυίας ἀρχάς. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ ἔτους τούτου, ὁπότε ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει Κρητὸς πολιτευτοῦ ὃν ἀπὸ τῆς σήμερον ἔχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ βλέπωμεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, ἤρξατο σκέψις περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, πάντοτε ἐτονίζετο κατὰ κόρον καὶ πάντοτε ῥητῶς ἐδηλοῦτο, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μεταβολῆς οὐχὶ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ τοὐναντίον περὶ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς παράγοντας τοὺς κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐνασκοῦντας τὰς συνταγματικὰς λειτουργίας, καὶ ὅτι μόνον ἐπιθυμητὴ ἀπέβαινεν ἡ ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος Συνταγματικοῦ Χάρτου. Καθ’ ὅλον ἐκεῖνο τὸ στάδιον τῶν συνεννοήσεων καὶ τῶν ἀναληφθεισῶν ἐγγράφων ὑποχρεώσεων οὐδεμία συζήτησις ἐγένετο περὶ τοῦ ὅτι ἀπέβλεπέ τις εἰς μεταρρύθμισιν θεμελιωδῶν τοῦ ἰσχύοντος πολιτεύματος διατάξεων. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ λαοῦ οὐδαμόθεν πάλιν προεβλήθη σκέψις τις περὶ μεταβολῆς οὐσιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Συνεπὴς πρὸς ταύτας τὰς ὑποχρεώσεις καὶ συζητήσεις ἡ νέα Κυβέρνησις τοῦ Ἰανουαρίου ἀνέθετο εἰς ἐπιστήμονα κατέχοντα τότε θέσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν κ. Σαρίπολον, νὰ συντάξῃ προμελέτην τείνουσαν οὐχὶ εἰς μεταβολὴν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἀποσκοποῦσαν ἁπλῶς τὴν μελέτην πρὸς ἀναθεώρησιν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸ προσχέδιον ἐκεῖνο ἢ μᾶλλον ἡ προμελέτη ἐκείνη, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ ἀνεπίσημον τύπον εἰς τὴν Βουλήν, ἀπησχόλησε τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα τότε ἀπετέλουν τὴν πλειονοψηφίαν τῶν τριῶν τετάρτων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἔσχον, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω, ὅπως παράσχω τὴν ἀσθενῆ ἐπιστημονικήν μου ἐργασίαν εἰς τὴν τελικὴν διατύπωσιν τοῦ προσχεδίου τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πνεῦμα ἐλευθερίας ἐπρυτάνευσε τότε εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ αἰτήματος, ὅπερ ἡ Βουλὴ ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσῃ. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἔξωθεν προέβαλέ τις γνώμην μεταβολῆς θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ὅλοι ἦσαν σύμφωνοι, ὅτι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἔδει νὰ παραμείνωσιν ἀνέπαφοι. Τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὸ στάδιον ἐκεῖνο τῆς προεργασίας, ἔτεινεν εἰς τὸ νὰ θεωρηθῶσιν ἀναθεωρητέαι διατάξεις οὐ μόνον ἐκεῖναι, αἵτινες, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῶν συνταξάντων τὸ προσχέδιον, ἔδει ὄντως νὰ ἀναθεωρηθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν καὶ κατ’ ἀρχὴν νὰ προκαλέσωσι συζήτησιν ἐν διπλῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς εἴχομεν ἐν ἀρχῇ περιλάβει εἰς τὸ προσχέδιον καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος περὶ μιᾶς Βουλῆς, ἵνα ἐπιτρέψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν δύο Βουλῶν, οὐχὶ διότι οἱ συντάξαντες τὸ προσχέδιον ἐθεωροῦμεν χρήσιμον τὴν δευτέραν Βουλήν, ἀλλ’ ἁπλῶς διότι ἴσως θὰ εὑρίσκοντο ἄλλοι, οἵτινες θὰ ἐπεθύμουν νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα τῆς Γερουσίας ὑπὸ τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἀτυχῶς παρὰ τῇ τότε πλειοψηφίᾳ ἐπεκράτησεν ἀντίθετος γνώμη, διότι ἐθεωρήθη ὅτι ὑπάρχει ἐρριζωμένη παγία ἰδέα περὶ τῆς μὴ χρησιμότητος τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἀναθεωρητέα αὕτη διάταξις, ὡς καὶ ἄλλαι τινές, ἀτυχῶς κατὰ τὴν γνώμην μου, διεγράφησαν ἀπὸ τὸ προσχέδιον. Ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς ἡμετέρας προτάσεις προέβαινον εἰς μελέτας καὶ ἄλλοθι εἰς ἐπιστημονικοὺς κύκλους. Ὑπομιμνήσκω πρὸς ὑμᾶς τὴν ἐργασίαν τὴν γενομένην ἐν τῷ διοικητικῷ συμβουλίῳ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ οὐδαμῶς ὑπεστηρίχθη ὅτι ἔδει νὰ μεταβληθῇ θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἦλθε τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐνταῦθα, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ πρῶτον ἐπαναστατικὸν κίνημα, τὸ καὶ τελευταῖον, βλέπω ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς τῆς 18 Φεβρουαρίου, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἐνῷ ὤφειλε, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, τοὐναντίον, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῇ ψηφισθείσῃ προτάσει, δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Ἡ Βουλή, συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶπεν ὅτι ψηφίζει τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἵνα ἐπακολουθήσῃ ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 107, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶπεν ὅτι: «Ψηφίζει νὰ ἀναθεωρηθῶσι κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἅπασαι αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Συντάγματος δι’ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, συγκειμένης ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν». Ἔπραξέ τι τουτέστι, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει εἰς αὐτὴν ἡ συνταγματικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν ὁ βουλευτὴς κ. Νέγρης ὑπεστήριξεν ὅτι τοῦτο δὲν ἀντίκεται οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος οὔτε καὶ εἰς τὸ γράμμα αὐτοῦ, οὐδαμοῦ ὁρίζοντος ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι βεβαία μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς ἐν περιπτώσει ψηφίσεως εἰς δύο Περιόδους καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἄλλοθεν νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀνάγκη αὕτη. Ἀλλ’ ἡ Βουλή, ὡς εἴρηται, δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὴν γνώμην τοῦ τότε ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, οὐδὲ τὸ Διάγγελμα ἀνεγνώρισεν ἄλλοθεν ἀπορρέουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, ἐστηρίχθη δὲ μόνον εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ πρώτη καὶ ἡ μόνη προσβολὴ κατὰ τῶν κειμένων συνταγματικῶν διατάξεων, διὰ πραξικοπήματος γενομένη, εἶναι ἡ ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς τῆς 18 Φεβρουαρίου καὶ τῇ ἐπικυρώσει τῆς ἀποφάσεως ταύτης, διὰ τοῦ Βασ. Διαγγέλματος γενομένη. Ἀλλὰ τὴν προσβολὴν ταύτην ἐκύρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου. Λέγω δὲ τὴν ἐκύρωσε, διότι καθ’ ὅλον τὸ προεκλογικὸν στάδιον δὲν ἠκούσθη εἷς καὶ μόνος ὑποψήφιος, ὁ ὁποῖος νὰ προβάλῃ πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅτι ἀξιοῖ μεταβολὴν θεμελιώδους διατάξεως. Ὑπῆρξαν ὁμολογουμένως πολλοὶ ὑποψήφιοι, καὶ δὴ ὁλόκληρον πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ὄντως προέβη μετὰ θάρρους καὶ μετ’ ἀναπτύξεως τῶν ἐπιχειρημάτων αὑτοῦ, ὑποστηρίζον ὅτι τὸ συγκληθησόμενον Σῶμα δέον νὰ ᾖ συντακτικοῦ χαρακτῆρος καὶ οὐχὶ ἀναθεωρητικοῦ, πολλοὶ δὲ καὶ ἐκ τῶν ἀνεξαρτήτων ὑποψηφίων ἔπραξαν τοῦτο. Πλεῖστοι τῶν τοιούτων ὑποψηφίων ἐξελέγησαν, καὶ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἔχωμεν τούτους μεταξὺ ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἡμεῖς δὲν προεβάλομεν πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὅτι ἐμμένομεν εἰς τὸν καθαρῶς ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὑπεστήριξεν ὅτι τὸ συγκληθησόμενον Σῶμα θὰ ὑπάγηται εἰς τὰ δεσμά, τὰ ὁποῖα προϋποθέτει ἡ ἀκριβὴς τήρησις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐδηλώσαμεν ὅτι ἐννοοῦμεν εὐρύτατα τὰ ὅρια τῆς ἀναθεωρήσεως. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιόν σας ἡμέρας τινὰς μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐρωτηθεὶς ἐν συνεντεύξει μετὰ δημοσιογράφου ἐδήλωσεν (ἰδὲ «Ἐμπρὸς» 14 Αὐγούστου 1910), ὅτι ἡ ἀναθεώρησις ἡ ἐνώπιον ἡμῶν τιθεμένη δέον νὰ ἔχῃ εὐρύτατα τὰ ὅρια. Τὴν τοιαύτην ἡμῶν ἀντίληψιν ἐκύρωσεν ἀπὸ αὐτῆς τῆς στιγμῆς τῆς ἐνάρξεως ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ Λόγου Αὑτοῦ ὑπεδήλωσε σαφῶς, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς θεωρεῖ εὐρὺ καὶ οὐχὶ συνδεόμενον πρὸς τὸ ἄρθρον 107. Ἀπὸ διπλῆς δὲ ἀπόψεως ἐνόησαμεν νὰ ἀπελευθερώσωμεν ἀπὸ τῶν δεσμῶν τὸ ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς· πρῶτον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι δὲν θὰ ἐπετρέπετο ταύτῃ εἰμὴ μόνον ἡ ἀναθεώρησις τῶν ὡς ἀναθεωρητέων χαρακτηρισθεισῶν διατάξεων καὶ δεύτερον, ὡς εἶπον, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ὅτι ὤφειλεν εἰδικῶς ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων καὶ μόνον ν’ ἀποφανθῇ. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως λίαν εὐγλώττως ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι, μολονότι καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῆς προδικασίας οὕτως εἰπεῖν τῆς ἀναθεωρήσεως οὐδεὶς ἐγένετο λόγος περὶ ἀναθεωρήσεως θεμελιωδῶν τοῦ Συντάγματος διατάξεων, μολονότι πρὸ τῶν ἐκλογῶν οὐδὲν πρόγραμμα ὑπεβλήθη, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναφέρῃ τὴν μεταβολὴν θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἐν τούτοις τὸ συνέδριον τοῦτο ὤφειλε νὰ μεταβάλῃ τὸν χαρακτῆρα αὑτοῦ καὶ ἀπὸ συνεδρίου ἀναθεωρητικοῦ νὰ μεταβληθῇ εἰς συνέδριον συντακτικόν.

§14ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;

§15Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὄχι.

§16Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καθίσατε κάτω, καθίσατε κάτω.

§17Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τοὺς ἐκφωνηθέντας λόγους οὔτε εἰς τὰ ὑποβληθέντα ἤδη ψηφίσματα εὕρομεν οὐσιαστικόν τινα λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι προβάλλουσι μεταρρύθμισίν τινα, ἣν ἠδύνατο μὲν νὰ ἐπιχειρήσῃ Συντακτικὴ Βουλή, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Μαζαράκη καὶ λοιπῶν ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτῶν ὑποβληθὲν ψήφισμα εἶναι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ὑποδηλοῖ τοιαύτην ἀνάγκην, διότι ἐκεῖ καθορίζεται ἡ κατάργησις θεμελιώδους διατάξεως, τουτέστι λέγει τὸ ψήφισμα ὅτι τὸ Σῶμα θεωρεῖ ἑαυτὸ ἀδιάλυτον, ἑπομένως θεωρεῖ ἑαυτὸ ἐξαιρούμενον τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως, μέχρις οὗ τελειώσῃ τὸ ἔργον αὑτοῦ. Τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἐντεῦθεν ἠκούσθησαν, εἶναι ἐπιχειρήματα ἀντλούμενα ἐκ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὐδαμῶς βασιζόμενα ἐπὶ τοῦ ὅτι ὡρισμέναι μεταβολαὶ πρὸς θεραπείαν τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους εἶναι ἱκαναὶ νὰ ἐπιχειρηθῶσι μόνον ὑπὸ Σώματος συντακτικὴν ἀποστολὴν κεκτημένου. Ἡ ἄλλη κατηγορία τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν ἠκούσαμεν, εἶναι ἐπιχειρήματα καθαρῶς ἐπιστημονικοῦ χαρακτῆρος, τείνοντα τουτέστι νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι Σῶμα καλούμενον παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὑφισταμένου Συντάγματος νὰ προβῇ εἰς καθορισμὸν συνταγματικῶν θεσμῶν εἶναι Σῶμα ἀπαραιτήτως συντακτικὴν ἀποστολὴν καὶ συντακτικὴν ἰδιότητα κεκτημένον. Καὶ ἐὰν ὄντως τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐπιβάλλῃ ὅπως Σώματα καλούμενα νὰ θεσμοθετήσωσι διατάξεις συντακτικὰς εἶναι ἀπαραιτήτως Σώματα συντακτικά, τότε βεβαίως ἔχουσι δίκαιον οἱ προλαλήσαντες ἐνταῦθα. Θὰ ζητήσω τούτου ἕνεκα παρ’ ὑμῶν συγγνώμην, ἐὰν ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς ἀναγκασθῶ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ ἐπιστημονικὰς θεωρίας, ἃς κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν κρίνω κατ’ ἀρχὴν φευκτέας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ ὅρος συντακτικὴ ἐξουσία καὶ Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν εἶναι ὅρος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς πρῶτοι ἐνταῦθα θὰ δημιουργήσωμεν οὐδ’ ἡμεῖς τὸ περιεχόμενον τοῦ ὅρου τούτου θὰ καθορίσωμεν. Εἶναι ὅρος πρὸ πολλοῦ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἐν χρήσει καὶ περὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ ἐγράφησαν. Δυστυχῶς δὲν ἠκούσθη ὡς ἔδει, λόγῳ τῆς ἀπαγγελίας, ἡ ἐπιστημονικωτάτη ἀγόρευσις τοῦ ἐκ Κυκλάδων βουλευτοῦ κ. Σαλταμπάση, τοῦ δεινοῦ μελετητοῦ τῶν κατὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, ὁ ὁποῖος ὑπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν πόθεν ὁ ὅρος προῆλθεν. Ὄντως, Κύριοι, συζητουμένου τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ Γαλλικῇ Συνελεύσει, ὁ μέγας τότε πολιτικὸς ῥήτωρ τῆς Γαλλίας, ὁ ἀββᾶς Sieyès, ἐν τῇ περιλαλήτῳ αὐτοῦ ἀγορεύσει τῆς 2 Θερμιδὼρ ἔτους Γʹ, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως, ὅτι εἶναι ἀπόκτημα τῆς Γαλλικῆς ἐπιστήμης ἡ διάγνωσις δύο ὅρων, τοῦ ὅρου συντακτικὸν Σῶμα καὶ τοῦ ὅρου συντεταγμένον Σῶμα, ὑπεδήλωσε δ’ ὅτι ἡ τιμὴ αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν ἴδιον γράψαντα ὀλίγον πρότερον τὸ ἔργον περὶ τῆς τρίτης λεγομένης τάξεως, ἐν ᾧ αὐτὸς ἔχει διατυπώσει ὄντως τὴν διάκρισιν. Ἀλλὰ κατόπιν ὁ στρατηγὸς La Fayette (Mémoires τόμ. Δʹ σελ. 36 ἑπ.), γνωρίζων καλῶς ὡς ἐκ τῆς ἐν Ἀμερικῇ δράσεώς του τὰ ἐκεῖ κρατοῦντα, παρετήρησεν ὅτι ἡ θεωρία τῆς εἰρημένης διακρίσεως δὲν ὀφείλεται πρῶτον εἰς τὸν Sieyès, ἀλλὰ πρὸ ἐτῶν ἦτο ἤδη ἐν Ἀμερικῇ γνωστὴ καὶ εἶχε διατυπωθῆ εἰς Ἀμερικανικὰ πολιτεύματα. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην τοῦ La Fayette ἐπεκύρωσαν ἐσχάτως καὶ αἱ περὶ Ἀμερικανικοῦ πολιτεύματος ἔρευναι τοῦ Bryce. Ἀλλὰ πάντως δέον νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς ἀπετυπώθη πλαγίως ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπιστήμης, μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ὁ ὅρος αὐτὸς Γαλλιστὶ ἐκφραζόμενος περιελήφθη ἐν τῇ Γερμανικῇ ἐπιστήμῃ ἄνευ μεταγλωττίσεως. Περὶ τοῦ θέματος ἐγράφη τελευταίως περισπούδαστος μονογραφία ὑπὸ τοῦ Αὐστριακοῦ Zweig ἐπιγραφομένη «Die Lehre vom Pouvoir Constituant». Ἔχει δ’ ὁ ὅρος οὗτος τὸ ἑξῆς περιεχόμενον, ὅτι τουτέστι λέγοντες συντακτικὴν ἐξουσίαν ἐννοοῦμεν δρᾶσιν τείνουσαν ἢ πρὸς δημιουργίαν πολιτείας ἢ πρὸς δημιουργίαν πολιτεύματος. Ἂν δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ Πολιτεία, ἂν δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ πολίτευμα, ἡ ἔννοια συντακτικὴ ἐξουσία εἶναί τι ἀκατάληπτον. Ἡ ἁπλῆ ἀναθεώρησις ἰσχύοντος πολιτεύματος οὐδέποτε ἐθεωρήθη ἔργον συντακτικῆς ἐξουσίας. Διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω ἄλλους συγγραφεῖς καὶ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸν τελευταῖον, τὸν γράψαντα τὴν μονογραφίαν, περὶ ἧς σᾶς ἐλάλησα, κρίνω καλὸν νὰ σᾶς μεταγλωττίσω ἐντεῦθεν, ἔχων πρὸ ἐμοῦ καὶ τὸ γερμανικὸν κείμενον, τὸ μέρος ἔνθα σαφῶς τίθεται τὸ ζήτημα, τουτέστιν ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως δὲν εἶναι συντακτικόν (παράβαλε) «Zweig, Die Lehre vom Pouvoir Constituant. Tübingen 1909 ἐν σελ. 306. Ἱστορικοδογματικῶς ὅμως πρέπει πρὸ παντὸς νὰ τονισθῇ ὅτι ἡ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον ἔρευνα τοῦ Συντάγματος (diese Detailprüfung des Verfassung) δὲν εἶναι πρᾶξις τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως δ’ εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς ὄργανον συντεταγμένον, ὅπερ οὐσιωδῶς εἶναι ταυτόσημον πρὸς τὸ ἀντιπροσωπευτικῶς συντεταγμένον ὄργανον, ὅπερ ἐνασκεῖ καὶ τὴν συνήθη νομοθετικὴν λειτουργίαν». Οὐδὲ εἷς συγγραφεὺς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις πολιτεύματος εἶναι συντακτικὸν ἔργον, ἐκτὸς μόνον ἂν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀναθεωρήσεως πρόκειται νὰ καταργηθῶσι θεμελιώδεις διατάξεις, ὅτε κατ’ ἀνάγκην ἔχομεν νέαν δημιουργικὴν ἐργασίαν ὄντως συντακτικὸν περίβλημα κεκτημένην. Τὴν ἀντίληψιν ταύτην ἠσπάσθησαν πάντα τὰ συντακτικὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα εἰσηγούμενα τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν διαδηλοῦσιν ὅτι εἶναι συντακτικά, διότι ἐνασκοῦσι τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἵνα μὴ σᾶς ἀναφέρω ἄλλο τι, ὑπομιμνήσκω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν δημιουργίαν ἐν Γαλλίᾳ νέου συνταγματικοῦ καθεστῶτος διὰ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου τῆς 31 Αὐγούστου 1871 ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ὡς ἑξῆς προοιμιάζεται: «Ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις ἀποβλέπουσα ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μεταχειρισθῇ τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν εἶναι οὐσιῶδες παρακολούθημα τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν τυγχάνει οὖσα περιβεβλημένη...» Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐφ’ ὅσον ἔχετε Βασιλέα κηρύσσοντα τὴν ἔναρξιν Βουλῆς διὰ Βασιλικοῦ Λόγου, ἐφ’ ὅσον ἔχετε καθεστηκυίας Ἀρχάς, τὸν πρὸς τὰς ὁποίας σεβασμὸν πάντες διαδηλοῦμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς ἐνασκοῦμεν τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ πρὸς συντακτικὸν σκοπόν; Εἶμαι ἐναντίος, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὸ λέγω διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, εἶμαι ἐναντίος τῆς θεωρίας τοῦ συναλλάγματος τῆς ἐντεῦθεν ἀναπτυχθείσης ἐν σχέσει πρὸς τὴν νομικὴν φύσιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι προκειμένου περὶ συνταγματικῶν πολιτευμάτων μὴ κτηθέντων ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ παραχωρηθέντων ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος, ὑπεστηρίχθη ἡ θεωρία τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς πολιτεύματος. Ἐν Ἀγγλίᾳ παρήχθη ἡ θεωρία αὕτη τοῦ settlement, διότι ὁ Ἡγεμὼν παρεχώρησε τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, τὸ αὐτὸ δ’ ἰσχύει καὶ διὰ τὰς γερμανικὰς χώρας. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ὁ λαὸς μόνος ἀπέκτησε τὴν ἐλευθερίαν αὑτοῦ, ἔνθα διετυπώθη ὁ θεμελιώδης κανὼν ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι ἀπὸ τοῦ ἔθνους ἀπορρέουσι, βεβαίως περὶ τῆς θεωρίας τοῦ συναλλάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος. Οὕτω δὲ δὲν δυνάμεθα θεωρητικῶς παρ’ ἡμῖν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι θεωρία. Ἐν τῇ πράξει πρέπει τὸ ζήτημα νὰ ἐρευνηθῇ ἄλλως. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα ὡς ἐπαναστάται, ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ κηρύξωμεν τὴν λῆξιν ἐπαναστάσεως· οὐδὲ πρόκειται νὰ κηρυχθῶμεν ἐπαναστάται κατὰ τοῦ Βασιλέως, ἀφοῦ οὐσιαστικῶς πάντες εἴμεθα σύμφωνοι. Σεβόμεθα τὴν Βασιλείαν πάντες, ἀλλὰ τινὲς μὲν ἀξιοῦσι νὰ κηρυχθῇ τὸ Σῶμα συντακτικόν, ἄλλοι δὲ ἀναθεωρητικόν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, οἱ πολιτειακοὶ παράγοντες εἶναι ἀναλλοίωτοι, δὲν δυνάμεθα ἄνευ τῆς συναινέσεως αὐτῶν νὰ μεταβάλωμεν τὰ κείμενα. Κατ’ ἀκολουθίαν, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναπτύξω, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν τὸ Σῶμα ἔχει ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα, ὡς καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐπιβεβαιοῖ, ἔχει ὅμως τοιοῦτον χαρακτῆρα ἐντελῶς ἰδιότυπον, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν συγκαλεῖται εὑρίσκει καταλελυμένον τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, τουτέστι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν αὐτὸ Σῶμα οἱ περιορισμοὶ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου, τοῦ ἐπιβάλλοντος τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς αἰτήσεως περὶ ἀναθεωρήσεως, περιστέλλοντος δὲ τὰ ἔργα τοῦ ἀναθεωρητικοῦ Σώματος εἰδικῶς εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ ἀποκλείοντος οὕτω πᾶσαν νομοθετικὴν λειτουργίαν. Τὸ ἰδιότυπον αὐτὸ τοῦ Σώματος, τὸ ἀπορρεῦσαν ἐκ τῆς κακῆς διατυπώσεως τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεων ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς εἴτε κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἀναθεωρητικῶν ἡμῶν ἐργασιῶν εἴτε καὶ μετ’ αὐτὰς νὰ ἐπιληφθῶμεν, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιληφθῶμεν, καὶ νομοθετικῶν ἔργων, κυρίως συζητοῦντες ὀργανικοὺς νόμους, οἵτινες ἀπαραίτητοι θὰ καταστῶσιν ἐκ τῆς μεταρρυθμίσεως ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα τὰ ὑπὸ τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης εἰς ἡμᾶς ἐπιβαλλόμενα εἶναι τὰ ἀπαρεγκλίτως καὶ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς εἰς ἡμᾶς διαγραφόμενα. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ μήτηρ ἡμῶν Ἐκκλησία καὶ τὸ Γένος σύμπαν ἀπόλλυσιν ἕνεκα ἐθνικῶν λόγων τὸν περινούστατον αὐτῶν ἡγήτορα, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἀντίθετα συμφέροντα πρὸς ἡμᾶς ἔχοντες περίοικοι λαοὶ συκοφαντοῦσι καὶ κατηγοροῦσι τὸ ἡμέτερον ἔθνος ὡς τὸν ταραξίαν τῆς Ἀνατολῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ μὲν δημόσια οἰκονομικὰ ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς ὃ σημεῖον πάντες γινώσκετε, ἡ δὲ ἰδιωτικὴ οἰκονομία πάσχει ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος τῆς αὔριον, καὶ πάσχει ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους δεινῶς, νομίζω, Κύριοι, ὅτι θὰ εἴμεθα πολὺ θαρραλέοι, ἂν δὲν ἠθέλομεν ἀτενίσει εἰς τὰ δεινὰ ἐπακόλουθα, ἅτινα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς ἄνευ οὐσιαστικῆς ἀνάγκης μετατροπῆς τοῦ ἡμετέρου Συνεδρίου ἀπὸ ἀναθεωρητικοῦ εἰς συντακτικόν. Τὰ ζητήματα τὰ ἀπασχολοῦντα ἡμᾶς δὲν εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λύσωμεν κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ μειονοψηφίαν, εἶναι ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων μία φωνὴ πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἐξ ὅλων ἡμῶν: Ὁμονοήσωμεν, Κύριοι, καὶ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, ἵνα τὴν μὲν Πολιτείαν ἐξερχόμενοι ἐντεῦθεν ἀμείνω παραδῶμεν, ἔχωμεν δ’ ἅμα καὶ τὴν συνείδησιν ἥσυχον ὅτι διὰ τῶν ἔργων ἡμῶν δὲν ἐγενόμεθα μεγάλου τινὸς κακοῦ πρόξενοι. (Χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς ἀριστερᾶς καὶ πολλῶν σειρῶν τῆς δεξιᾶς).

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 5 μ. μ. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 30′. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.)

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Φιλάρετος.

§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι· στρατιώτης καὶ ἐγὼ τῆς ἐκλογικῆς ἐπαναστάσεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον ὑμῶν, ὅπως συντελέσω διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς πατρίδος. Συναισθάνομαι τὴν μεγίστην εὐθύνην πρὸς ἐκδήλωσιν γνώμης, καθ’ ἣν ἐποχὴν πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα κατεύθυνσις τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων πρὸς διάσωσιν τοῦ ἀληθῶς κινδυνεύοντος ἔθνους. Καὶ ἐγώ, ἐπίσης πάντες οἱ συντακτικοί, νομίζω ὅτι ἐλάβομεν ἐντολὴν ῥητήν, ὅπως ἐργασθῶμεν, ἵνα ἀπολαύσῃ ὁ λαὸς τοὺς καρποὺς τῆς ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον ἀρξαμένης ἐπαναστάσεως· διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο μόνον θυσίας καὶ δαπάνας ὑπέστη. Εὐελπιστῶ ὅτι καὶ μετὰ δωδεκαετῆ ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν θὰ λησμονήσω ὅτι δὲν εἶναι δικανικὸν βῆμα, ἵνα διὰ λίαν βεβιασμένων ἐπιχειρημάτων ὑποστηρίξω συμπέρασμα οἱονεὶ ὡς ἐνώπιον Δικαστηρίου· ἀλλ’ οὔτε καθηγητικὴ ἕδρα, ἵνα περιπέσω εἰς ἀνάπτυξιν ἀτελευτήτων ἀφῃρημένων θεωριῶν. Τοιαῦτα δὲ παθήματα νομίζω ὅτι δὲν ἀπέφυγόν τινες τῶν προαγορευσάντων ἀναθεωρητικῶν. Θὰ λάβω τὴν τιμήν, ἵνα διὰ βραχέων ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς μόνον τὰ συμπεράσματα τῶν ἐμῶν πεποιθήσεων. Ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν θυελλώδη συνεδρίασιν τῆς τρίτης Σεπτεμβρίου ὑπέδειξεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὅτι ἐν Πολιτείᾳ κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένῃ πάντα τὰ ζητήματα μόνον διὰ τοῦ λόγου καὶ ἐν ἀνάγκῃ δι’ ἀριθμῶν πρέπει νὰ λύωνται. Ἀτυχῶς πάντοτε ὁ λόγος καὶ ἡ πειθὼ ἕνεκεν τῆς διαφωνίας τῶν γνωμῶν δὲν ἄγουσιν εἰς συμπεράσματα καὶ ἔρχεται ἡ στιγμὴ τῶν ἀριθμῶν. Τὴν τελευταίαν λέξιν λοιπὸν ἔχουσιν οἱ ἀριθμοί. Ἀλλὰ δὲν πρέπει πάντες, καὶ ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν (δεικνύει ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας), νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἔχουσι σημασίαν καὶ φέρουσιν ἀποτέλεσμα, ὅταν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Ἦλθον καὶ παρῆλθον πολλαὶ πλειονοψηφίαι, ἀλλά, ὅτε αἱ πλειονοψηφίαι δὲν εἶχον τὸν πόθον νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἐπέφερον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀγανακτήσεως, καὶ ἡ ἀγανάκτησις ἐκείνη προεκάλεσε τὴν ἐπανάστασιν. Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 8ης Αὐγούστου 1910 διήρεσαν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς ἀναθεωρητικοὺς καὶ εἰς συντακτικούς· ποὺ μὲν ζωηρότερον, ποὺ δὲ ὠχρότερον, πάντοτε ὅμως διὰ τῆς ψήφου του ὁ λαὸς ἐξεδήλωσε τὴν θέλησιν, ὅτι πρῶτον ζήτημα προεβάλλετο, ἂν τὸ συνέδριον τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀναθεωρητικὸν ἢ συντακτικόν. Πάντες δὲ τὴν καταγωγὴν ἔχοντες ἐκ τοῦ λαοῦ, ἦτο φυσικὸν ἐνταῦθα νὰ εὑρεθῶμεν ἀντιμέτωποι. Καὶ ἰδοὺ ὅτι τὰ δύο στρατόπεδα εὑρέθησαν παρατεταγμένα· ἔνθεν μὲν οἱ συντακτικοί, ἐκεῖθεν δὲ οἱ ἀναθεωρητικοί. Πάλη γνωμῶν, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τοιοῦτον βαθμόν, νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1843 μέχρι τῶν ἡμερῶν μας οὐδέποτε ἐγένετο. Ὤμεν πάντες προσεκτικοί, καὶ θὰ ἦτο τολμηρὸν δι’ ἐμὲ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἰς χεῖρας ὑμῶν ὑπάρχει πλέον τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Φυσικώτατον ἦτο οἱ ἀναθεωρητικοί, πιστοὶ εἰς τὸ πρόγραμμά των, νὰ ἀξιῶσιν, ὅπως ὀμόσωσι τὸν ὅρκον τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐπίσης φυσικὸν ἢ καὶ φυσικώτερον ὅπως οἱ συντακτικοὶ ἀντιταχθῶσιν εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Τὴν διαφορὰν ἤθελον λύσει βεβαίως οἱ ἀριθμοί, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προταχθῇ ὁ λόγος. Πρῶτον ζήτημα, ὅπερ προυτάθη, ἦτο τρόπον τινὰ ἔνστασις ἀπαραδέκτου—ἵνα ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ εἰς δικανικὴν φρασεολογίαν—κατὰ τῆς ὁρκωμοσίας, διότι οἱ συντακτικοί, οὐδαμῶς ἐπιλανθανόμενοι τῆς καταγωγῆς αὑτῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ συναινέσωσι νὰ δοθῇ ὁ ὅρκος πρὶν ἢ εἴπωσι τὴν γνώμην των. Ἀντετάχθη εἰς ταῦτα, ὅτι ὁ ὅρκος πρέπει νὰ δοθῇ, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν κατελύθη. Ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι θέλω ἀποδείξει ὅτι, εἴτε παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα κατελύθη εἴτε τοὐναντίον, κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ἐκδοχάς, ὀφείλομεν ν’ ἀπολήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς μὴ δόσεως τοῦ ὅρκου. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς πρώτης ἀπόψεως. Δὲν θ’ ἀσχοληθῶ εἰς ἀπόδειξιν ὅτι οὐσιαστικῶς τὸ Σύνταγμα εἶχε καταλυθῆ τελείως καὶ πρὸ τῆς 15ης Αὐγούστου τοῦ 1909. Μόνον κακόπιστος ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶχε μείνει ὄρθιόν τι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τῆς 15ης Αὐγούστου τοῦ 1909. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς τοιαύτης ἀσυστόλου καταλύσεως. Ὑπενθυμίζω ἁπλῶς, ὅτι ὁ λαὸς ὑπέδειξε καὶ πρὸ τῆς 15ης Αὐγούστου τὴν ἀνάγκην τῆς Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὡς μόνης ἐνδεικνυομένης ἀποφασιστικῆς καὶ ἐθνικῆς λύσεως ἢ διεξόδου ἐκ τῆς κρισίμου καταστάσεως τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Δύναται σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν κατελύθη καὶ πανηγυρικῶς ἀπὸ τῆς 15ης Αὐγούστου 1909; Ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἀντιπρόσωπος οὐχὶ σοβαρῶς ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι τὰ Διατάγματα τῆς ἀμνηστίας ἐδόθησαν ὑπὲρ στασιαστῶν! Τὰ δύο πρῶτα ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἐπαναστατήσαντας εἰς τὸ Γουδὶ καὶ τὸ τρίτον βραδύτερον διὰ τὴν ἐν Σαλαμῖνι ἐπανάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ ἐξεδόθησαν, ἵνα δοθῇ ἀμνηστία εἰς τοὺς διαπράξαντας τὸ πολιτικὸν ἀδίκημα τῆς ἐπαναστάσεως. Οὕτως ἔχετε. Διατάγματα, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ τῶν συμβούλων Αὐτοῦ, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἐγένετο ἐπανάστασις. Καὶ πῶς ἄλλως; Ὅτε τὰ τηλεβόλα ἐστράφησαν καθ’ ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἐξουσιῶν· ὅτε αἱ ἐξουσίαι ὑπέκυψαν συνθηκολογήσασαι· ὅτε ἡ ἐπανάστασις κατήρτισε Κυβέρνησιν· ὅτε ἀπὸ τῆς 15ης Αὐγούστου 1909 μέχρι τῆς 18ης Ἰανουαρίου 1910 ἡ ἐπανάστασις διέτασσε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν νομοθετικήν, τὸν Βασιλέα καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς Βουλευτάς· ὅτε αὕτη ἐκυβέρνησε καὶ ἐβασίλευσεν· ὅτε αὕτη ἐνομοθέτησεν· ὅτε ἀγράφως ἀνεγνωρίσθη τετάρτη ἐξουσία, μὴ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ ἐνταφιασθέντι Συντάγματι, δύνασθε σοβαρῶς νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἐπέζησε τοῦτο, ἔστω καὶ τυπικῶς; Δὲν φοβεῖσθε τὴν κωμικότητα συμπεράσματος περὶ τῆς ζωῆς ἑνὸς νεκροῦ; Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μεταγενεστέρα ἀπόδειξις, ἐὰν μένωσιν ἔτι οἱ ἀμφιβάλλοντες. Ἡ Βουλὴ προέτεινε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν διατυπώσεων τοῦ ἄρθρου 107 αὐτοῦ. Πασιδήλως κατεδείχθη ὅτι, εἴτε θεωρηθῇ τηρηθὲν τὸ Σύνταγμα εἴτε οὔ, ὁ Βασιλεὺς οὐδαμῶς δικαιοῦται νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν. Καὶ ὅμως ἄνευ τινὸς δικαιώματος ἀνέλαβε τὰς εὐθύνας τοῦ πραξικοπήματος. Ἐμφανισθεὶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνέγνω Διάγγελμα πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ἐναντίον τοῦ ὅρκου, ὃν εἶχε δώσει, καὶ τῶν διατάξεων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Συντάγματι, βεβαιώσας ὅτι καλεῖται Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ πρὸς ἀναθεώρησιν ὡρισμένων διατάξεων, καίπερ μὴ τηρηθεισῶν τῶν διατασσομένων διατυπώσεων. Θὰ προσπαθήσω, κύριοι Πληρεξούσιοι, νὰ μὴ παλιλλογήσω, ἐπαναλαμβάνων ὅσα ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ τοσοῦτον εὐγλώττως καὶ πειστικῶς ἀνέπτυξαν. Θὰ προσπαθήσω, εἰ δυνατόν, νὰ εἴπω μόνον καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ὅσα ἄλλοι παρέλιπον, ὡς νομίζω, καὶ μὲ κίνδυνον ἔτι ν’ ἀφήσω χάσματα ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου. Τολμᾶτε μετὰ πάντα τὰ ἐκτεθέντα νὰ ὑποστηρίζητε ὅτι κατελύθη μὲν τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος πανηγυρικῶς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὅλον τὸ Σύνταγμα; Ἐνταῦθα προκύπτει ἡ ὑπό τινων ἀναπτυχθεῖσα θεωρία τῆς συμβάσεως μεταξὺ Βασιλέως καὶ λαοῦ ἢ ἡ ἐκ τοῦ ὅρκου ὑποχρέωσις τῶν ἀρχόντων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ Συντάγματι διατυπουμένων. Δὲν θέλω νὰ ποιήσωμαι κατάχρησιν τῆς εὐμενοῦς ἀκροάσεως ὑμῶν, ἵνα ἀναγνώσω χωρία συγγραφέων καὶ ἀποδείξω ὅτι εἴτε κατὰ τὴν θεωρίαν τῆς συμβάσεως, ἣν παραδέχεται καὶ ὁ Hubert Languet ἐν τῷ Vindiciae contra tyrannos, εἴτε κατὰ τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑποχρέωσιν, κατ’ ἀμφοτέρας, λέγω, τὰς ἐκδοχάς, μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως παραβίασιν τοῦ ὅρκου, ἐλύθη ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν πρὸς Αὐτὸν καὶ τοὺς ἄλλους ἐπιόρκους ἄρχοντάς του. Ἀλλ’ εἶπόν τινες τῶν ἀναθεωρητικῶν, πρωτίστως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐγκρατὴς βεβαίως ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ περὶ τοὺς νόμους καὶ περὶ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας, ἔλεγον καὶ ἄλλοι: «Πῶς οἱ Ὑπουργοὶ κάθηνται ἐκεῖ ὡς σύμβουλοι τοῦ Στέμματος; Ἀφοῦ—λέγουσιν—αἱ συνταγματικαὶ ἐξουσίαι λειτουργοῦσι, δὲν κατελύθη τὸ Σύνταγμα». Ἀλλ’ εἰς ταῦτα εὐκόλως ἀπαντῶ ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνεγνώσθη τὸ Βασιλικὸν Διάγγελμα, αἱ ἐξουσίαι αὗται εἶναι ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος. Ἡ δὲ θεωρητικῶς ἀκοίμητος λαϊκὴ κυριαρχία, μόνη αὕτη, ἀπ’ εὐθείας εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κυβερνήσῃ, νὰ νομοθετήσῃ· ἀλλὰ τοῦτο πρακτικῶς ἦτο ἀδύνατον. Ἡ χώρα εἶχεν ἀνάγκην τῆς δημοσίας τάξεως. Ὁ λαὸς ἕνεκα τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ἠνέχθη τὰς ἐξουσίας. Ἀπὸ τῆς 17ης Μαρτίου 1910 ὑφίστανται αὗται ἐν τῇ Πολιτείᾳ μόνον κατ’ ἀνοχήν, διότι πάντες ἀνεξαιρέτως εἴμεθα φιλόνομοι καὶ εἴχομεν συμφέρον ἅμα καὶ καθῆκον ν’ ἀνεχθῶμεν τὸ καθεστώς. Ἀνεμένομεν ὅμως τὴν στιγμήν, ὅπως διαμαρτυρηθῶμεν. Ἰδοὺ ὅτι ἔφθασεν ἡ στιγμή. Ὡς ἑρμηνεῖς τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς καὶ φρουροὶ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν ἀποδοκιμάζομεν τὰ τελεσθέντα· διαμαρτυρόμεθα. Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω, κύριοι Πληρεξούσιοι, καὶ τὸ ἄρθρον 44ον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλα δικαιώματα πλὴν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐξ αὐτοῦ βεβαιότατα δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ ὅσα ἔπραξεν. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι συντηρητικὸς κατὰ τὸ πλεῖστον· εἶναι φιλήσυχος· ἀγαπᾷ τὴν πατρίδα. Δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς ἐκδήλωσιν, δυναμένην νὰ προκαλέσῃ ἀταξίας. Ἄλλως δὲ ὁ ἀνώτατος Ἄρχων εὐθύνεται κυρίως ἐνώπιον τῆς Ἱστορίας διὰ τὸ τελεσθὲν πραξικόπημα· ὁ λαὸς ὅμως ἔχει τοὺς συμβούλους τοῦ Στέμματος ὡς ὑπευθύνους συνταγματικῶς. Παρ’ αὐτῶν καὶ τῶν συναυτουργῶν ἀναντιρρήτως δέον νὰ ζητηθῶσιν αὐστηραὶ εὐθῦναι. Οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ λαὸς ἐκαλεῖτο εἰς Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἤθελεν εἶναι εὐγνώμων εἰς τὸ Στέμμα καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα θὰ ἐκαλοῦντο οἱ ἐκλογεῖς ὡς μόνοι ἁρμόδιοι νὰ δώσωσι τὴν κατεύθυνσιν, ἵνα ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς ἀνωμαλίας, εἰς ἣν ὀπωσδήποτε εἰσήλθομεν, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἀφοῦ ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων ὁ λαὸς ἐζήτει Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, τῆς συνταγματικῆς μάλιστα ἀναθεωρήσεως οὔσης ἀνεφίκτου. Ἄς ὑποθέσωμεν ὅμως, πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν κατελύθη. Νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἐν τῇ λογικῇ, ὑποστηρίζοντες ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὀμόσωμεν τὸν ὅρκον τοῦ ἄρθρου 64ου; Οἱ Πληρεξούσιοι τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1864, ψηφίσαντες τὸ ἄρθρον τοῦτο, τί ἀνέγραψαν ἐν αὐτῷ; Ὅτι οἱ Βουλευταί, πρὶν ἢ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντά των, ὀφείλουσι νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον τοῦτον. Τοῦτο διέταξαν οἱ Πληρεξούσιοι καὶ πέρα τούτου οὐδὲν δύναται νὰ γίνῃ. Διὰ νὰ δοθῇ ὅρκος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος ἢ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Οὔτε νόμος οὔτε διάταξις ὑπάρχει. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἴσως εἶναι ζήτημα, ἂν ὁ αὐτὸς ὅρκος ἐπετρέπετο νὰ δοθῇ καὶ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἐὰν αὕτη συνταγματικῶς ἐκαλεῖτο, διότι ἀκριβέστερον θὰ ἦτο νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τοῦ Σώματος εἰδικὸς ὅρκος διὰ τὰ μέλη τακτικῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὅμως εἰς τοῦτο ἀντετάσσετο ἀντίρρησίς τις, βεβαίως δὲν δύναται νὰ σταθῇ ἐν τῇ λογικῇ ἡ τῶν ἀναθεωρητικῶν αὐθαίρετος πρότασις, ὅτι ὁ ὅρκος τοῦ ἄρθρου 64, ὅστις ὡρίσθη ὡς ὅρκος διὰ τοὺς Βουλευτὰς τῶν τακτικῶν Βουλῶν, πρέπει νὰ ζητηθῇ καὶ παρὰ τῶν ἐχόντων τὴν ἐκλογικὴν καταγωγήν των ὡς Πληρεξουσίων Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Λεβίδης μετὰ πολλῆς εὐγλωττίας καὶ μετὰ συγκινητικῆς κατανύξεως προέβη εἰς τὴν ἐξομολόγησιν πολιτικῶν του ἁμαρτιῶν ἐπὶ τριάκοντα καὶ τρεῖς ἐνιαυτούς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐνόμισεν, ὅτι ἤντλησεν ἐπιχείρημα ἐξ ἀγορεύσεώς μου, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ καταρρίψῃ πᾶσαν γνώμην, ἣν θὰ ὑπεστήριζον ἀντίθετον. Καὶ ἐνεθυμήθη, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1883—ἐν παρενθέσει δὲ λέγω, ὅτι ἀποκαλύπτων διὰ τῶν ἀνασκαφῶν βουλευτικήν μου ἀγόρευσιν πρὸ 27 ἐτῶν μὲ κατήγγειλεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου ὡς κακῶς παρεισδύσαντα μεταξὺ τῶν νέων ἀνδρῶν—ἐνεθυμήθη, λέγω, ὅτι τῷ 1883 ὑπεστήριζον περὶ τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ ἀλησμονήτου φίλου μου Ῥόκκου Χοϊδᾶ, ὅτι ὤφειλε νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ἀλλὰ νὰ δεχθῶσι τὰς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένας ἐπιφυλάξεις. Πάντοτε ἐκηρύχθην κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ πολιτικοῦ ὅρκου, ὅστις εἶναι πολιτικὸν ψεῦδος. Ἐπιφύλαξιν ἐν πρωτοκόλλῳ ὁρκωμοσίας καὶ ἐγὼ ἐποιησάμην, καίτοι θεωρῶ ταύτην ὑπονοουμένην. Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ περίστασις ἐκείνη πρὸς ταύτην; Οὐδεμίαν ἀπολύτως. Τὸ ζήτημα τοῦ ὅρκου, Κύριοι, ἀναποδράστως ἔφερεν εἰς τὸ μέσον τὴν ἀνάγκην τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Ἦτο φυσικώτατον οἱ λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι, ὅσοι ἔλαβον τὴν διαταγὴν πρὸς Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, νὰ ἀντιταχθῶσιν ἐναντίον ὅρκου, πρὸς ἀντισυνταγματικὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ἐνασκοῦντες τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος. Δικαιοῦνται νὰ βεβαιώσωσι διὰ ψηφίσματος, ὅτι δὲν κατηρτίσθη Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις. Οὐδὲ δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ἀντίρρησις, ὅτι δὲν κατηρτίσθη τὸ Σῶμα ἕνεκα τῆς μὴ ἐπικυρώσεως εἰσέτι τῶν ἐκλογῶν, διότι πρὸ τῶν ἀπεριορίστων κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ οὐδὲν ὑφίσταται πρόσκομμα ἕνεκα τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης, ὅπως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς χαρακτηρισθῇ τὸ Σῶμα καὶ ὁρισθῶσι τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ. Ἀλλά, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀντιθέτου ἐκδοχῆς, θὰ ἐπακολουθήσωσι τὰ γεγονότα, τὰ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἅπερ θὰ κυρώσωσι τὰ ἤδη γιγνόμενα. Δὲν ἐπετρέπετο ὅμως νὰ μεσολαβήσῃ μεσόχρονον ἀμφιβολίας. Ἡ ἐξέλιξις τῶν περιπετειῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς παρουσιάζει περίεργον φαινόμενον. Τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψεν ὡς παραφωνίαν τῶν κυριαρχικῶν τοῦ λαοῦ δικαιωμάτων τὴν κατὰ διατάξεις αὐτοῦ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ὁ θεσμὸς οὗτος ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη ὑπ’ ἄλλων ἀνελεύθερος. Πραγματικῶς περιέχει τὴν ἀντινομίαν, δηλαδὴ ἀναθεώρησιν ὡρισμένων μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων κατὰ ὡρισμένας διατυπώσεις παρὰ τὰς περὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ αὐτῷ θεμελιώδει νόμῳ διατάξεις. Ταύτην, ἀλλ’ ἄνευ τῶν διατυπώσεων, ἀπεφάσισαν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν προσωπικῶν κομμάτων, τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως, καταργήσαντες διὰ τῆς προεξοφλήσεως τῆς ἐκλογικῆς ψήφου τὸ δικαίωμα τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Οὕτως ἤρξατο ἡ ἐξέλιξις τῆς ἀναθεωρήσεως, ἤτοι ἡ Ἀναθεωρητικὴ κατὰ τὸ Σύνταγμα· ἡ Ἀναθεωρητικὴ παρὰ τὸ Σύνταγμα κατὰ τὸ προβούλευμα τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὸ Βασιλικὸν Διάγγελμα. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ὁ λέων ἐδείκνυε πρὸς τοὺς ἅρπαγας τῶν δικαιωμάτων του τοὺς ὀδόντας αὑτοῦ, ἐπὶ τοσοῦτον προεχώρει ἡ ἐξέλιξις τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἠρέμα, ἠρέμα, ἡ παρὰ τὸ Σύνταγμα ψηφισθεῖσα ἀναθεώρησις μετωνομάσθη εὐρεῖα Ἀναθεωρητική· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ προήχθη εἰς εὐρυτάτην Ἀναθεωρητικήν, ἴσως δὲ αὔριον θὰ μετονομασθῇ εὐρυτάτη Ἀναθεωρητικὴ τῆς εὐρυτάτης Ἀναθεωρητικῆς, ὡς ὑπέδειξε καὶ ὁ Βασιλικὸς Λόγος τῆς 1ης Σεπτεμβρίου. Μέχρι τοῦδε ἔχομεν τὰς τέσσαρας φάσεις τῆς Ἀναθεωρητικῆς, ὅσαι εἶναι καὶ αἱ φάσεις τῆς σελήνης! Ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις καὶ αἱ τρεῖς ἀδελφαὶ αὐτῆς, θνησιγενῆ τέκνα ἢ μᾶλλον τέρατα τῶν ἀναλαβόντων νὰ ὁδηγήσωσι τὸν λαὸν εἰς τὸν λιμένα τῆς σωτηρίας, ἐφονεύθησαν τὴν 8ην Αὐγούστου 1910 ὑπὸ τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ὅστις στεντορείᾳ τῇ φωνῇ διέταξε τοὺς ἄρχοντάς του ὅτι θέλει τὴν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἡ ἐκλογικὴ ἐπανάστασις ἐγέννησεν ὡς φυσικὸν τέκνον τὴν Συντακτικὴν Γʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνέλευσιν.

§21Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ τώρα ἀκόμη τηλεγραφοῦσι διὰ τὴν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν.

§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἴσως θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ προείπω ὁποῖοί τινές εἰσιν οἱ ἀριθμοὶ ἐνταῦθα, καίτοι νομίζω, εἰς τὰς μέχρι τοῦδε ψηφοφορίας στηριζόμενος, ὅτι δὲν ἀπομακρύνομαι τῆς ἀληθείας, παραδεχόμενος ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Μετὰ θάρρους ὅμως ἅμα καὶ δεδικαιολογημένης τόλμης, μετ’ ἀκραδάντου πεποιθήσεως ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ μεγάλη πλειονότης τῶν ἐκλογέων, μεθ’ ὅλας τὰς μεθόδους καὶ τὰ ὁδοφράγματα, κυβερνητικά τε καὶ κομματικά, ἐβαπτίσθη ἐν τῇ ἐκλογικῇ κολυμβήθρᾳ ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὅλοι ἐρχόμεθα ἐκ τῆς ἀμέσου μετὰ τοῦ λαοῦ ἐπαφῆς καὶ ὅλοι καλῶς γνωρίζομεν, ὅτι τὰ ἀληθῆ φρονήματα αὐτοῦ εἶναι ὑπὲρ ἀληθοῦς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ κατὰ τῆς ψευδοαναθεωρητικῆς Βουλῆς. Πάντα ταῦτα εἶναι πασίδηλα καὶ κατάδηλα. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ, χωρὶς νὰ κινδυνεύσῃ τὴν ἐντύπωσιν ἢ ὅτι στερεῖται ὁράσεως ἢ ὅτι κλείει τοὺς ὀφθαλμούς, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ὕπαρξιν τοῦ σκότους. Ἀλλὰ διατί αὐτοὶ οἱ ἑλιγμοί; Διατί οἱ ἀτελεύτητοι οὗτοι, ἐπιζήμιοι καὶ ἐπικίνδυνοι περίδρομοι, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τῆς ἐπαναστάσεως; Τὰ πράγματα ἦσαν ἁπλούστατα, φυσικώτατα. Ἀτυχῶς ὁ λαὸς ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν ἀρχόντων του ὡς ἐχθρὸς τῆς πατρίδος! Ἀπεφάσισαν νὰ τὸν κηδεμονεύσωσι. Καὶ ἀνέλαβον ἔργον, ὅπερ θεωρῶ τολμηρόν, ἵνα μὴ χαρακτηρίσω αὐτὸ βαρύτερον καὶ τοῦ ὑβριστικοῦ πρὸς τὴν παντοκράτειραν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Τὰ πράγματα ἀφ’ ἑαυτῶν ἦσαν ἐνδεδειγμένα. Ἐπιθυμῶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐπεζητεῖτο ἡ βελτίωσις τοῦ πολιτεύματος, διότι δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἱ πατέρες τῆς Ἀναθεωρητικῆς ἐζήτουν ἁπλῶς ἔξοδον, ὅπως διαλυθῇ ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος. Ἐὰν τοιοῦτό τι ἐσχεδίαζον, ἐπεβουλεύθησαν τὴν ἐπανάστασιν, ἵνα αὕτη τερματισθῇ, χωρὶς ν’ ἀπολαύσῃ ὁ λαὸς τοὺς ἐξ αὐτῆς καρπούς· θὰ ὠνειρεύθησαν ἓν εἶδος πολιτεύματος κατὰ τὸ σερβικόν, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη εἰς τοὺς αὐλικοκομματικοὺς ἀντιθαλάμους καὶ ὅπερ λίαν μὲν εὐκόλως ἐψηφίσθη, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ γνωστὸν τραγικὸν ἀποτέλεσμα. Οὕτως ἢ ἄλλως διεκήρυξαν, ὅτι πρόκειται νὰ τεθῶσι νέαι τοῦ πολιτεύματος βάσεις. Ἔλαβον τὸ καταρρακωθὲν Σύνταγμα. Ἐξέλεξαν διατάξεις ἐξ αὐτοῦ, τὰς ὁποίας ἐθεώρησαν κατὰ τὴν κρίσιν των ὡς τὰς μόνας δεκτικὰς ἀναθεωρήσεως. Ὑπεκρίθησαν ψευδῆ χαράν, λέγοντες: «Ἰδοὺ ἡ σωτηρία! Ἀρκεῖ τὸ ἔμπλαστρον αὐτὸ νὰ θέσητε εἰς τὴν γάγγραιναν, καὶ ἔστε βεβαιότατοι, ὅτι αὕτη ἀσφαλῶς θὰ θεραπευθῇ...». Ἀλλά, ἐὰν εἶχον ἀληθῶς τὴν ἰδέαν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, μία ὑπῆρχεν ἡ ὁδός. Νὰ ἐφαρμόσωσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἠδύναντο εἰς τοῦτο ἐξ οἱουδήποτε προσκόμματος; Ὤφειλον πάντως νὰ καλέσωσι Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἢ Ἀναθεωρητικὴν ἢ Συντακτικήν. Δύο μόνον ὑπῆρχον ὁδοὶ πρὸς βελτίωσιν τοῦ πολιτεύματος. Τρίτη γνώμη δὲν ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἄνευ τοῦ ψεύδους, τῆς ἐπιορκίας, τῆς ἀσεβείας πρὸς τὴν λογικὴν καὶ πρὸς τὰ λαϊκὰ δικαιώματα. Ἐρωτῶσιν ὅμως ἡμᾶς οἱ κύριοι ἀναθεωρητικοί: «Πόθεν ἀντλεῖτε δικαιώματα, ὅπως προτείνητε Συντακτικὴν Συνέλευσιν; Γνωρίζετε τί σημαίνει Συντακτικὴ Συνέλευσις;... Εἶναι ἐπανάστασις!... Θέλετε ν’ ἀρχίσωμεν ἐκ νέου; Νὰ παρατείνωμεν τὰς ἀνωμαλίας;». Ἀπαντῶμεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαναστάσεως, ὅπερ ἀπὸ τῆς δημιουργίας τοῦ Κόσμου ἀναγνωρίζει τὸ ἄγραφον δίκαιον, εἶναι ἀναγεγραμμένον καὶ εἰς τὸ θετικόν. Ἡ ἐνάσκησις τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, καὶ ἐὰν ὡς ἐπανάστασις χαρακτηρισθῇ, βεβαίως ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 21ου τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ καὶ τὸ 110ον ἄρθρον, τὸ τελευταῖον, σαφῶς καὶ ἐπιτακτικῶς διατάσσει, ὅτι ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Δὲν θὰ τολμήσῃ τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἀνεγράφησαν περιττῶς καὶ ἄνευ λόγου. Ὄχι! Οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὁδηγηθέντες ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862, ἐσάλπισαν πρὸς τὸν λαόν: «Φύλακες, γρηγορεῖτε! Καθ’ ἣν στιγμὴν πεισθῆτε, ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, ζητήσατε Ἐθνοσυνέλευσιν ἐν ἀνάγκῃ καὶ δι’ ἐπαναστάσεως». Ἦλθε στιγμή, καθ’ ἣν πρέπει νὰ δικαιωθῶσιν οἱ ἔκτοτε καταδικάσαντες τὸ ἄρθρον 107. Καὶ διὰ τῶν αὐτῶν μεθόδων, οἷαι καὶ νῦν προτείνονται, προσεπάθησαν νὰ διαστρέψωσι τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ καὶ τότε λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι προεῖπον τὰ σήμερον γενόμενα. Ἀπέδειξαν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Ἀναθεωρητικῆς, καὶ δὴ καθ’ ὃν τρόπον διετυποῦτο, ἦτο βεβιασμένος, οἰκονομία ἐξερχομένη ἐκ τῶν ὁρίων τῆς λογικῆς καὶ ἀπὸ τὰ σοφὰ διδάγματα τῆς Ἱστορίας. Ἡ λαϊκὴ κυριαρχία εἶναι πάντοτε ἐν ἐγρηγόρσει. Οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ ποτε νὰ τὴν παρακωλύσῃ. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι τὸ δικαίωμα τῆς Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἀλλὰ τίς σπουδαίως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, χωρὶς νὰ ἀρνηθῇ τὴν Ἱστορίαν συμπάσης τῆς ἀνθρωπότητος ὅτι ὁ λαὸς εἶχε δικαίωμα ἐπαναστάσεως; Ὁ λαὸς ὅμως, ὁ ἀποτίνων τὰ ἔξοδα πάσης ἐπαναστάσεως, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπαναστατῇ συνεχῶς. Βασανίζεται, ἀλγεῖ, ὑπομένη μετὰ πολλῆς καρτερίας τὰ δεινοπαθήματα, ἅπερ κατεργάζονται οἱ ἄρχοντές του· ἀλλ’ ἔρχεται στιγμή, καθ’ ἣν γενναίως ἀποτινάσσει τὸν ζυγόν. Ὅταν ἡ Πολιτεία φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, οὐδεὶς πλέον δισταγμός, οὐδὲν δι’ αὐτὸν πρόσκομμα, ἵνα ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῶν δικαίων του σώσῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν πατρίδα. Δὲν θέλω νὰ ἀπαριθμήσω ἐνταῦθα οὔτε τὰ ὀνόματα τῶν συγγραφέων, οἵτινες ταῦτα λέγουσι καὶ ἀποδεικνύουσι καὶ ἀναπτύσσουσιν, ἀναγνωρίζοντες εἰς τὸν λαὸν ὅτι δικαιοῦται νὰ ἐπαναστατήσῃ κατὰ τῆς τυραννίας ἢ κατὰ τῆς τυραννικῆς ὀλιγαρχίας. Τίς δύναται νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τοῦ φωτὸς τῆς ἀληθείας; Τίς θ’ ἀρνηθῇ τὴν ἀψευδῆ Ἱστορίαν; Τίς τὰ ἀντίθετα θὰ ὑποστηρίξῃ, ἐπιλανθανόμενος τῶν ἀθανάτων δέλτων αὐτῆς; Τίς ἀγνοεῖ τὴν Ἀγγλικὴν ἐπανάστασιν, ἥτις κατὰ τὸ 1649 ἐψήφισε διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων τὸ ψήφισμα ὅτι: «Μετὰ τὸν Θεὸν μόνος ὁ λαὸς κυριαρχεῖ καὶ ἐξ αὐτοῦ πᾶσαι αἱ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐξουσίαι ἐκπορεύονται»; Τίς δὲν ἐμελέτησε τὴν λαοσωτήριον Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, ἥτις ἀπηλευθέρωσε τὸν ἕως τότε τυραννούμενον λαὸν καὶ ἥτις ἀνέγραψεν εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα, ὅτι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία εἶναι μία, ἀδιαίρετος, ἀναπαλλοτρίωτος καὶ ἀπαράγραπτος, ἀνήκουσα εἰς σύμπαν τὸ ἔθνος; Θὰ ἦτο μακρότατον νὰ ἐκθέσω, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη αἱματηροὶ ἀγῶνες συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, ἅτινα μόνον τυφλοὶ ἄρχοντες δὲν βλέπουσι. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραλίπω τὸν πρωτομάρτυρα τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας, Ῥήγαν τὸν Φεραῖον. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Πληρεξούσιοι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας γραμμάς. Ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀκούσητε, τί Ῥήγας ὁ Βελεστινλῆς—πρὸ τῆς μνήμης τοῦ ὁποίου πάντες πρέπει νὰ ἀποκαλυφθῶμεν γονυκλινεῖς—ἀνέγραψεν εἰς τὸ πολίτευμά του: «Ἡ κυριαρχία εἶναι θεμελιωμένη εἰς τὸν λαόν. Αὐτὴ εἶναι μία, ἀδιαίρετος, ἀπροσδιόριστος καὶ ἀναφαίρετος. Ἤγουν ὁ λαὸς μόνον ἠμπορεῖ νὰ προστάζῃ καὶ ὄχι ἓν μέρος ἀνθρώπων...». Ὅλαι αἱ ἐθνικαὶ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεις ἀπὸ τοῦ 1822 μέχρι τοῦ 1863 ἀνεγνώρισαν τὰ κυριαρχικὰ τοῦ λαοῦ δικαιώματα. Καὶ ἂν εἰς ἄλλα Κράτη νεώτερα τὰ ἀξιώματα ταῦτα ἔχουσι πάντοτε πολλὴν ἀξίαν, πόσῳ μᾶλλον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἔνθα ποταμοὶ αἱμάτων ἐζύμωσαν τὴν ἔνδοξον γῆν χάριν τῆς ἐλευθερίας ταύτης; Δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀποφύγητε, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, τὴν σιδηρᾶν λογικήν, τὸ γραπτὸν καὶ ἄγραφον δίκαιον, ὅσον καὶ ἂν στραφῆτε δεξιᾷ ἢ ἀριστερᾷ· ὅσον καὶ ἐὰν ἐκβιάσητε τὴν ἱκανῶς ἀνώμαλον κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Δὲν δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε ἄλλο τι ἢ μόνον Ἀναθεωρητικὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἤ, ταύτης μὴ γενομένης, Συντακτικήν. Πέρα τῶν δύο γνωμῶν ἐμφανίζονται τέρατα ἑρμαφρόδιτα. Ἀναθεωρητικὴ ἀντισυνταγματική, εὐρεῖα Ἀναθεωρητική, ἢ εὐρυτάτη τῶν μὴ θεμελιωδῶν ἢ καὶ τῶν θεμελιωδῶν εἶναι βαβυλωνιακὴ κατάστασις, στηριζομένη εἰς παραλογισμοὺς καὶ ἐγκυμονοῦσα κινδύνους. Πλὴν τούτων δὲ ἡ Ἀναθεωρητική, εἴτε ἀντισυνταγματικὴ εἴτε εὐρεῖα εἴτε εὐρυτάτη, τηρουμένων τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, ὡς στερεοτύπως ἐπαναλαμβάνεται, σημαίνει, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ἐπιχείρησιν ἔργου ἑτοιμορρόπου. Νομίζετε ἁπλοῦν τὸ ζήτημα τῆς διακρίσεως τῶν θεμελιωδῶν ἀπὸ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων; Ἐπὶ πέντε δεκαετηρίδας συζητεῖται τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀκόμη δὲν ὑπάρχει ὁρισμὸς πρὸς διάκρισιν τῆς μιᾶς κατηγορίας τῶν διατάξεων ἐκ τῶν τῆς ἑτέρας. Καὶ σᾶς ἀναφέρω προχείρως ἓν παράδειγμα. Ὑπεσχέθητε νὰ θεραπεύσητε τὸν πάσχοντα τόπον διὰ τοῦ φαρμάκου τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἀλλὰ πῶς θὰ κατορθώσητε τοῦτο; Πῶς θὰ σώσητε τὴν χώραν ἐκ τῶν δεινῶν πληγῶν τῆς νομομανίας, τῆς κακονομίας, τῆς ἀντινομίας; Μόνον αἱ δύο τελευταῖαι Σύνοδοι ἐφόρτωσαν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ δυστυχισμένου λαοῦ τέσσαρας περίπου ἑκατοντάδας νόμων! Πῶς, τηροῦντες τὰς θεμελιώδεις διατάξεις περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας, θὰ δυνηθῆτε νὰ θεραπεύσητε τὸν πλημμελέστατον τρόπον τῆς θέσεως τῶν νόμων; Δὲν προεξοφλῶ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἂν εἶμαι ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς Γερουσίας, διότι ἴσως ἐξευρεθῇ δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν τρόπος ἀσφαλέστερος. Ἀλλ’ οὐδεὶς ὁ ἀγνοῶν ὅτι μεγάλη μερὶς τοῦ λαοῦ σοβαρῶς συζητεῖ τὸ θέμα. Πῶς θὰ τολμήσητε νὰ ἐμποδίσητε τοὺς ἔχοντας τὴν γνώμην ταύτην νὰ συζητήσωσι τὸ θέμα; Πῶς θὰ τολμήσητε νὰ ἐμποδίσητε τοὺς ἔχοντας τὴν γνώμην ταύτην νὰ συζητήσωσι περὶ Γερουσίας; Καὶ τὸ ζήτημα τῆς θέσεως τῶν νόμων δὲν εἶναι θεμελιῶδες; Δὲν εἶναι δὲ καὶ τὸ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο σπουδαιότατον, ἐξ οὗ ἤρτηται σχεδὸν πάντα τὰ λοιπά; Ἄ!, Κύριοι! Ἀφήσατε κατὰ μέρος πλέον τὰς παλαιὰς μεθόδους. Ἐξομολογήθητε, ἐπίσης ὡς ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ...

§23Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξωμολογήθην ποτέ!

§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ κατανύξεως μάλιστα, καὶ σᾶς συγχαίρω ...

§25Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἀπελογήθη, διὰ τὴν ἀκρίβειαν.

§26Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὔτε ἐξωμολογήθην, οὔτε ἀπελογήθην.

§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω προσωπικῶς τὰς ἐμὰς πολιτειακὰς πεποιθήσεις, καίτοι προεκλήθην ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν τὸ ἐθνικὸν τοῦτο Σῶμα, ἵνα ἀπαντήσω εἰς κέντημα ἀβλαβές ...

§28Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀβλαβές, ἀλλ’ ὁμιλεῖτε τόσην ὥραν ἐπ’ αὐτοῦ.

§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄλλοτε ταῦτα. Ἀσχέτως πρὸς τὰς ἐμὰς πολιτικὰς πεποιθήσεις, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀνώτατος Ἄρχων ἐγκαίρως, ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, προεῖδε τὴν ἀνωμαλίαν τοῦ ἄρθρου 107, ὡς γνωστόν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀκόμη περίοδον εἶναι ὁ μόνος, ὅστις ὡμίλησε μετὰ γλώσσης εἰλικρινοῦς κατὰ τὴν 16 Ἰανουαρίου 1910. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε οἱ μεσεγγυοῦχοι ἀνελάμβανον ὑπὸ προσωπικήν των εὐθύνην τὴν προεξόφλησιν τῆς γνώμης τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ὁ ἀνώτατος Ἄρχων εὐθαρσῶς εἶπεν, ὡς κατὰ λέξιν ἐδημοσιεύθη καὶ οὐδέποτε ἀνηρέθη, ταῦτα: «... Ἀλλὰ ποῖος δύναται νὰ ἐγγυηθῇ, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη, ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος καλουμένη, διὰ πραξικοπήματος, δὲν θὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν πᾶν μέλος αὐτῆς; ...». Καλῶς ὁ Βασιλεὺς προεῖδεν ἐγκαίρως, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλο τι πλὴν τῆς Συντακτικῆς. Ἀφ’ ὅτου ἀνεφύη τὸ ζήτημα ἤκουσα κατὰ κόρον ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι ἡ ἔρις εἶναι μόνον περὶ λέξεων καὶ τύπων· ὅτι τὰ λεγόμενα εἶναι σχολαστικισμοὶ καί ... βυζαντινισμοί. Παρακαλῶ πρὸ παντὸς νὰ παύσωσιν οἱ ἀνιστόρητοι λέγοντες ἐπὶ ἐννοίᾳ κακῇ τοὺς βυζαντινισμούς, διότι τοιαῦτα μόνον ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους δύνανται νὰ λέγωσιν, οὐχὶ δὲ Ἕλληνες, καὶ δὴ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους...

§30ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τὴν λέξιν, ἀλλ’ ἐνόουν τὰς συζητήσεις περὶ τοῦ ἂν ἡ Παρθένος εἶναι Χριστοτόκος ἢ Θεοτόκος, ἐνῷ ἐπολιορκεῖτο ἡ Κωνσταντινούπολις...

§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποκρίνονται ἢ παρανοοῦσι τὸ θέμα λέγοντες ὅτι οὐσιαστικὴ διαφορὰ δὲν ὑπάρχει. Δὲν σπουδαιολογοῦσι βεβαίως τοιαῦτα ἐκστομίζοντες. Χάσμα χωρίζει τοὺς ἀναθεωρητικοὺς τῶν συντακτικῶν. Θὰ ἦτο μακρότατον, ὄχι νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ εἶπον, ἀλλὰ καὶ νὰ προσθέσω πλεῖστα ἄλλα στηρίγματα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς γνώμης τῶν συντακτικῶν. Ἀπευθύνομαι ὅμως πρὸς πεφωτισμένον ἀκροατήριον, πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, καὶ πάντες γνωρίζετε, ὡς ἐγώ, ὁπόσον μεγίστη διαφορὰ χωρίζει τὴν Ἀναθεωρητικὴν τῆς Συντακτικῆς. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητική, εἴτε ἀποφασισθῆ στενή, εἴτε εὐρεῖα, εἴτε εὐρυτάτη, πηγάζει ἐξ ἐντολῆς περιωρισμένης; ὅτι πέρα τούτου οὐδὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ; ὅτι, καὶ ἐὰν παρὰ τὰ θέσμια καὶ τὸ φυσικὸν δίκαιον γίνῃ, θὰ θεμελιωθῇ ἐπὶ ἄμμου τὸ κτίριον τῆς Πολιτείας; Ὅτε, Κύριοι, μετὰ ἥμισυν αἰῶνα τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπεφάσισε νὰ βελτιώσῃ τὸ πολίτευμά του, ν’ ἀνεύρῃ τὰς μὴ ὀρθῶς κειμένας διατάξεις ἢ τὰς μὴ δεκτικὰς ἐφαρμογῆς, νομίζετε, ὅτι πραγματικῶς ἐξυπηρετοῦμεν τὸ ἔθνος καὶ τὴν πατρίδα λέγοντες: «Σπεύσατε νὰ ψηφίσητε ὁπωσδήποτε ἓν Σύνταγμα, οἱονδήποτε, καὶ καλέσατε ἀμέσως τὸν λαὸν εἰς ἐκλογὰς βουλευτικὰς καὶ κατόπιν εἰς δημοτικάς»; Ἐλέχθη καὶ ἐπιμόνως γράφεται καὶ ἰσχυρογνωμόνως ὑποστηρίζεται ἡ δῆθεν χάριν ἐθνικῶν λόγων καὶ χάριν ἐπανόδου τῆς γαλήνης βραχεῖα, ἂν μὴ καὶ βραχυτάτη, διάρκεια τοῦ τέρατος τῆς 17 Μαρτίου 1910. Καὶ διατί, Κύριοι, ἄνευ οὐδεμιᾶς πραγματικῆς ἀνάγκης νὰ ἔχωμεν ἀμέσως βουλευτικὰς ἐκλογάς; Ἵνα ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν Προϋπολογισμόν; Μὰ διατί ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ 181 ἀντιπρόσωποι πράττουσι, δὲν δύνανται ἐπίσης, ἂν μὴ καὶ καλλίτερον, νὰ πράξωσιν οἱ 362 ἀντιπρόσωποι, ἐκλεγέντες δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου; Διατί νὰ μὴ γίνῃ μεγάλη οἰκονομία χρήματος εἰς τὸ Κράτος; Πρὸ παντὸς καὶ κυρίως διατί νὰ μὴ τεθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως αἱ βάσεις νέου οἰκονομικοῦ βίου; Πλὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύνανται ν’ ἀμφισβητήσωσιν οἱ ἀναθεωρητικοί, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκεν ἡμῖν τὴν ἐντολήν, ὅπως μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ νέου Συνταγματικοῦ Χάρτου ψηφίσωμεν νέον ἐκλογικὸν νόμον, ἵνα καταπαύσῃ ἡ ἐκλογικὴ νοθεία, ἡ αἰσχρά, ἡ διὰ διαφόρων μεθόδων καὶ τῇ βοηθείᾳ τῶν πλουτοκρατῶν ἀπομακρύνουσα ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου τὴν γνησίαν τοῦ λαοῦ ἀντιπροσωπείαν; Νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἔργον συνήθους Βουλῆς; Ἀλλὰ τότε διατί ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα δὲν ἐγένετο; Καὶ τὰ ζητήματα τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς τῶν δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων ὀργανώσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τῶν ἀπαραιτήτων ἀποκεντρωτικῶν νόμων πρὸς ἁρμονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος δέον νὰ μᾶς ἀπασχολήσωσι. Καὶ εἰς τὴν τύχην τῶν τυραννουμένων ἀγροτῶν καὶ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν βασανιζομένων ἐργατῶν καὶ εἰς τόσας ἄλλας κοινωνικὰς πληγὰς δυνάμεθα νὰ μείνωμεν ἐγωιστικῶς ἀπαθεῖς καὶ ἀδρανοῦντες; Νομίζετε, ὅτι θὰ λυθῶσι καλλίτερον πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα ἀπὸ τὴν νέαν Βουλὴν κομμάτων προσωπικῶν ἴσως καὶ ἐν τῷ μέλλοντι; Ὄχι βεβαίως! Ταῦτα λέγων ὅμως δὲν ἐννοῶ νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ παρουσία τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀπαραιτήτως εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς θέσιν νόμων, ἀνταποκρινομένων πρὸς τὸ λαϊκὸν φρόνημα καὶ οὐχὶ δοκιμίων τῶν ὑπουργικῶν ὑπαλληλίσκων ἢ τῶν κομματικῶν ἀντιθαλάμων. Πλὴν τούτων, κατὰ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς προβάλλεται σημαντικωτέρα ἀντίρρησις, τὸ ἀνίσχυρον καὶ τὸ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἀνεφάρμοστον τῶν οὕτω πως ἀναθεωρηθησομένων διατάξεων. Ὅτε οἱ Πληρεξούσιοι τοῦ ἔθνους κατὰ τὸ ἔτος 1864 διέτασσον ὡρισμένως κατὰ ποῖον τρόπον ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις, νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, καὶ μάλιστα ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει μέρος, θὰ ἦτο δυνατόν, λέγω, ὥστε νὰ ψηφισθῇ πολίτευμα ἰσχῦον, ἔγκυρον, ἐφαρμοστέον ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν διατυπώσεων; Ἤκουσα συναδέλφου τινός, λέγοντος ὅτι «τὰ Δικαστήρια θὰ εὕρωσι δικαιολογίαν τινά», ἐννοῶν ἴσως ὡς ἐκείνας, ἅς τινα ἐξ αὐτῶν συντάσσουσιν, ὅταν θέλωσι νὰ μεταβάλλωσι τὸ μέλαν εἰς λευκὸν ἢ τὸ ψεῦδος νὰ παραστήσωσιν ὡς ἀληθές. Αὐτὸ βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος. Φαντάσθητε νὰ ψηφίσωμεν πολίτευμα, περὶ οὗ ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων βασιμωτάτη ἀμφιβολία περὶ τῆς ἰσχύος του! Κατ’ ἐμὲ οὐδὲ δισταγμὸς δύναται νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ, ὅτι πολίτευμα τελείως καταρρακωθὲν καὶ οὕτως ἀναθεωρηθησόμενον ἔσεται χάρτης ἄγραφος. Δικαστήρια, σεβόμενα ἑαυτά, οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωσι τοιαύτας ἀντισυνταγματικῶς τυχὸν ψηφισθησομένας διατάξεις. Θὰ ἦτο μακρὸν ν’ ἀναπτύξω ἐπιστημονικῶς, καὶ ἴσως ἄκαιρον, ἀπὸ τοιούτου βήματος τὸ θέμα ἀπὸ ἑρμηνευτικῆς ἀπόψεως. Ἄλλως δὲ θεωρῶ τοῦτο τόσον αὐταπόδεικτον, ὥστε νομίζω, ὅτι ἤθελον ἀδικήσει καὶ τὸ ἀκροατήριον καὶ ἐμὲ αὐτόν, ἐὰν ἐπεχείρουν ἀνάπτυξιν πασιδήλων. Τὸ ἡμέτερον Σῶμα, οὕτω κληθέν, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ μίαν γνώμην, ὅτι κακῶς προσκαλεῖται δι’ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, διότι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο κωμικοτραγικὸν νὰ γίνωσιν ἄλλαι ἐκλογαὶ βουλευτικαί, ἵνα τηρηθῇ ἡ παραλειφθεῖσα συνταγματικὴ διατύπωσις καὶ ἐκλεχθῇ ἐκ νέου ἄλλη Ἀναθεωρητικὴ Βουλή! Δι’ οἵας δήποτε ἄλλης πορείας εἰσερχόμεθα εἰς ἀδιέξοδον στενωπόν, πλήρη ἐσωτερικῶν κινδύνων, ἐνῷ μόνον διὰ τῆς εὐρυτάτης λεωφόρου τῆς Συγκακτικῆς Συνελεύσεως δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν αὐτοὺς ἤδη, ὅτε εἶναι καιρός. Ἀτυχῶς κατὰ τὴν συζήτησιν ἐξετοξεύθησαν καὶ ἀσεβεῖς ἀπειλαὶ κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἐπέσεισαν καθ’ ἡμῶν χάριν ψυχολογικῆς βίας τὰς ξένας Δυνάμεις!... Ἕως πότε τέλος πάντων θὰ βασανιζώμεθα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ φάσματος;... (Χειροκροτήματα, καὶ εὖγε). Ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος ὀφείλω καὶ ἐγώ, ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὡς πάντες, νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου καὶ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς πάντα, τοιαῦτα λέγοντα, τὴν ἰσοτέλειαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν παντὸς Κράτους, μικροῦ ἢ μεγάλου...

§32Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ποῖος τὰ εἶπεν;

§33Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἤκουσα τοιοῦτόν τι.

§34ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ὁμιλεῖτε περὶ ὑποθέσεων.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διακόπτωμαι, ἵνα μὴ ἐπὶ πολὺ κρατήσω τὸ βῆμα. Καὶ ἐλέχθησαν ἐνταῦθα καὶ ἐγράφησαν πολλάκις καὶ ἐπαναλαμβάνονται συστηματικῶς χάριν ἐκφοβίσεως.

§37ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Δηλώσατε ἀπὸ ποῖον ἐλέχθησαν.

§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε. (Θόρυβος).

§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀριστοτέχνης εἰς τὴν φρασεολογίαν, ἀλλ’ οὐχὶ μεταξὺ τῶν γραμμῶν ἢ μεταξὺ τῶν λέξεων, μᾶλλον δὲ σαφῶς ὑπεδήλωσε τοιαῦτά τινα...

§40ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε;

§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅτε ὡμιλήσατε. Καὶ σήμερον ἀκόμη, κύριε Πρόεδρε, ἀνέγνων εἰς πάσας σχεδὸν τὰς ἐφημερίδας κάτι τι τερατωδέστερον τῶν ὅσα εἶπον. Αἱ συνεντεύξεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν, τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γράφουσιν, ὅτι ἰδίως ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ ὀφείλομεν νὰ προσέχωμεν, διότι εἴμεθα πλησιέστερον τῶν Τούρκων. Ἔχω δὲ ἐδῶ τὰς ἐφημερίδας...

§42ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔδωκα συνέντευξιν, κύριε συνάδελφε. Ὅ,τι εἶπον, τὸ εἶπον καθαρὰ ἐδῶ, ἐν δὲ τοῖς λόγοις μου οὐδὲ πόρρωθεν, ὅσῳ καὶ ἂν διυλίσητε αὐτούς, θέλετε δυνηθῆ νὰ εὕρητε, ὅτι ἀναμιγνύω ξένας γνώμας.

§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω πολύ, ἀκούων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ταῦτα λέγοντος. Ἐν τούτοις ὅσα εἶπον εἶχον δημοσιευθῆ καὶ δὲν εἶχον ἀναιρεθῆ, ἦτο δὲ λίαν ἐπάναγκες νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι οὕτως ἔδωκα τὴν πρὸς διάψευσιν εὐκαιρίαν. Καλῶς διεψεύσθησαν, καὶ συγχαίρω τῷ κ. Πρωθυπουργῷ δι’ ὅ,τι εἶπε. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ὑπῆρξαν ῥήτορες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἔσλιν, ὁ ὁποῖος ὁμιλῶν περὶ συμβάσεως μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως, περὶ ὑποχρεώσεων ἐκ συνθηκῶν, παρέστησαν ἡμῖν, ὅτι ὑπάρχουσι δῆθεν κωλύματα καὶ περιορισμοὶ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ἄλλων; Ἐλησμονήσατε αὐτά; Τὸ θέμα εἶναι εὐρύτατον, δεόμενον μακροτέρας ἀναπτύξεως. Ἀλλὰ δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ μηκύνω ὑπὲρ τὸ δέον τὸν λόγον μου καὶ δι’ αὐτὸ ἁπλῶς θίγω ζητήματα, ἅπερ ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ πρέπει ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐπαρκῶς, ὅπως διαλυθῇ τὸ τεχνητὸν σκότος. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ παύσωσι πλέον ἐκφοβίζοντες καὶ ἀπειλοῦντες οἱοιδήποτε. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀποφασίσαν νὰ θέσῃ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, οὐδαμῶς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς τοιαύτας ἀπειλάς.

§44ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Δὲν θὰ λάβῃ καμμίαν ἀπειλὴν ὑπ’ ὄψιν.

§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως οὐδεμίαν ἀπειλὴν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἡ ὀργάνωσις τῆς Πολιτείας ἀνήκει παντὶ ἀνεξαρτήτῳ Κράτει εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δίκαιον. (Χειροκροτήματα). Ἀσχέτως πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς συμβάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ πειστικῶς καὶ ἐπαρκῶς ἀπήντησαν, δὲν λέγω τι ἄγνωστον ὑποστηρίζων ὅτι οὐδεμία συνθήκη δύναται νὰ ἐμποδίσῃ πᾶν Κράτος ἀνεξάρτητον νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ οἴκου του. Πᾶσα διάταξις συνθήκης, ἀντικειμένη εἰς τὸ δημόσιον, εἰς τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, εἶναι ἀνίσχυρος δυνάμει τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ δημοσίου δικαίου, κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῶν συγγραφέων. Τοιαῦτα προηγούμενα δὲν θὰ ἦσαν ἀνεκτά.

§46ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ποῖος τὰ ἀμφισβητεῖ αὐτά; (Θόρυβος).

§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θὰ μοὶ ὑπαγορεύσητε, Κύριοι, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ὁμιλήσω.

§48ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν θέσιν σας νὰ λέγητε αὐτὰ τὰ πράγματα.

§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάτω, κάτω.

§50ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νὰ μὴ λέγητε κάτω· τὰς κραυγάς σας δὲν τὰς φοβεῖται κανείς. (Νέος θόρυβος).

§51Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προστατεύσατε τὸν ῥήτορα· δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.

§52ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι σωστόν, ἄνθρωποι τῆς περιωπῆς σας νὰ λέγωσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε.

§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅσα τὸ Διεθνὲς καὶ τὸ Φυσικὸν Δίκαιον παραδέχονται; Ἴσως! Εἴμεθα μικροί, Κύριοι, ὡς Κράτος, ἀλλ’ ὅσον μικροὶ καὶ ἂν εἴμεθα, κατόπιν τόσων ἀγώνων ἱερῶν ἐννοοῦμεν νὰ εἴμεθα ἀνεξάρτητον Κράτος. Τὰ τηλεβόλα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν βλέπομεν εἰς τὸν λιμένα τοῦ Φαλήρου, εἶναι καιρὸς νὰ παύσωσι νὰ ἐμφανίζωνται. (Εὖγε, εὖγε).

§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν λέξιν.

§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάτω, κάτω.

§56ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Τί κάτω, κάτω; Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι).

§57ΙΩ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καθίσῃ εἰς τὴν θέσιν του.

§58ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν θὰ μᾶς περιορίσητε. (Ἀντεγκλήσεις καὶ θόρυβος).

§59ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγητε αὐτὰ ἐδῶ μέσα, διὰ νὰ σᾶς χειροκροτῶσιν.

§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι θὰ βαδίσωμεν, χωρὶς νὰ βλάψωμέν τινα, εὐθέως πρὸς τὸ ἔργον ἡμῶν. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ εὐκαιρία, ἡ ὁποία παρουσιάσθη, νὰ θέσωμεν τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, δὲν πρέπει ν’ ἀπολεσθῇ, ἵνα λάβωμεν τὸ ἀντάλλαγμα τῶν θυσιῶν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ὅπως ἀποσοβήσωμεν σοβαρωτέρους κινδύνους ἐν τῷ μέλλοντι. Ἂν δέ, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, συνέβαινεν ἐξωτερικὴ περιπλοκὴ ἐξ οἱουδήποτε λόγου ἢ ἔστω καὶ ἀτύχημα, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω ὡς ταπεινήν μου γνώμην, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἄψογος στάσις ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἵνα συμπληρώσωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν. (Χειροκροτήματα). Ἀρκετὰ ἐρραπίσθημεν. (Θόρυβος). Ἀρκετὰ ἐξηυτελίσθημεν. Ἐάν, ὃ μὴ γένοιτο, ἐδημιουργεῖτο ἢ ἀνεφύετο περίπτωσις νεωτέρας ταπεινώσεως, ὀφείλομεν νὰ ὑποστῶμεν καὶ ταύτην, ἀκριβῶς ὅπως πολιτειακῶς συνταχθῶμεν τοιούτῳ τρόπῳ, ὥστε ν’ ἀποσοβήσωμεν τοὐλάχιστον ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ἐθνικὰ ῥαπίσματα. Κύριοι, ματαίως ἀνησυχεῖτε· οὐδεμίαν εἶχον πρόθεσιν προσωπικῶς νὰ ἐνοχλήσω τινά. Πάντας ἀνεξαιρέτως, ὄχι μόνον τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα εἰς ἴσον σεβασμόν, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς μὴ τοιούτους, ἔστω καὶ ἀντιφρονοῦντας, θεωρῶ ἀξίους σεβασμοῦ. Ἐν τῇ πάλῃ ἀρχῶν ἡ ἀλήθεια θέλει κατισχύσει θᾶττον ἢ βράδιον. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀναγκαῖος σεβασμὸς καὶ εἰς τὰς ἐμὰς γνώμας καὶ πεποιθήσεις. Ἐὰν εἶπόν τι, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρέ τινα, ἔχει οὗτος τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου, ὅπως ἀντικρούσῃ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀνησυχῆτε, διότι καὶ ἐγὼ δυνάμει τοῦ αὐτοῦ πληρεξουσίου οἷον καὶ ὑμεῖς ἔχετε, τοῦ λαϊκοῦ, πρὸς ἐπανάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς μου ὅτι κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν πράττω τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὡς ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι, ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν ἄνευ περικαλυμμάτων καὶ ἀπεριστρόφως τὰς ἐμὰς σκέψεις. Κύριοι, πρέπει νὰ τελειώσω, διότι φοβοῦμαι ὅτι σᾶς ἐκούρασα.

§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· δὲν μᾶς ἐκουράσατε.

§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμά μου. Εὐλόγως ἀπησχολήθη ἡ ὁμὰς τῶν συντακτικῶν, ἵνα ἡ ἀντιπροσωπεία καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα. Καίτοι ἀρτιγενὴς καὶ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἀνοργάνωτος, ἀλλ’ ἐμπνεομένη ὑπὸ τοῦ ἱεροῦ ἐθνικοῦ πυρός, κατώρθωσε νὰ φθάσῃ μέχρι σαφῶν συμπερασμάτων. Πρότασις διατυπωθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης συναδέλφου κ. Τριανταφυλλίδου υἱοθετήθη ὑπὸ τῆς ὁμάδος τῶν συντακτικῶν καὶ ὑπογραφεῖσα ὑπ’ ἄλλων ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Γκλαβᾶ, πληρεξουσίου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Εἶναι ἀνάγκη, διότι εἶναι καὶ σύντομος, νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐν Ἀθήναις Γʹ ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἐνασκοῦσα τὴν ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀπορρέουσαν ἐκλογήν της, ἀποφασίζει νὰ δοθῇ ὑπὸ τῶν Πληρεξουσίων ὁ ἐν τῷ ἄρθρῳ 64ῳ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος διατυπούμενος ὅρκος». Εἶναι ἱκανῶς σαφής· ἀνεπτύχθη καὶ προηγουμένως. Περιττεύει πᾶσα πρόσθετος ἀνάλυσις. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ πρὸ ταύτης εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπ’ ἄλλου Πληρεξουσίου ἐκ Λαρίσης καὶ ἄλλη πρότασις, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη πληρεστέρα καὶ ἀπαντῶσα εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὰς συκοφαντίας καὶ εἰς τὰς παρανοήσεις ἢ καὶ ἔστω μόνον εἰς τὰς ὑποψίας. Πλὴν δὲ ταύτης ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλαι ὑπὸ τῶν κυρίων Κουλουμβάκη, Καπετανάκη ἢ καὶ ἄλλων, οὓς δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὸν προεδρεύσαντα ἐν τῇ ὁμάδι τῶν συντακτικῶν κ. Ἐμ. Στεφανίδην, Πληρεξούσιον ἐξ Εὐβοίας, ἵνα εἴτε ἐξ ὅλων καταρτίσῃ μίαν εἴτε ὑποβάλῃ μίαν ἐξ ὅλων τῶν ἐγχειρισθεισῶν αὐτῷ, ὡς προερχομένην ἐκ μέρους τῶν συντακτικῶν. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἦσαν ἀπόντες, ὅτε ὑπεβλήθη τῇ 3 Σεπτεμβρίου ἀπαράλλακτος ὑπὸ τοῦ προεδρεύσαντος υἱοθετηθεῖσα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω, διότι αὕτη ἦτο πρότασις, ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα οὗτος δηλώσῃ, ὅτι, ἂν ἐψηφίζετο τοιαύτη πρότασις, ἤθελε παραιτηθῆ ἡ Κυβέρνησις. Κατακρίνω τὴν δήλωσιν ταύτην ὡς γενομένην χάριν ψυχολογικῆς βίας, διότι ἠδύνατο μὲν νὰ παραιτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ προείπῃ πρὸς ἐκφόβισιν πρὸ πάσης ψηφοφορίας. (Ἀναγινώσκει):

ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ

«Ἡ Γʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνέλευσις Τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς κληθείσης καὶ οὐχὶ συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 107 τοῦ Συντάγματος, οἱ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 8 Αὐγούστου 1910 ἐκλεγέντες ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἀντλοῦντες τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας Ψηφίζουσι τάδε· αʹ) Κηρύσσουσι τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Γʹ ἐν Ἀθήναις Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ γνωστοποιοῦσι τοῦτο πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· βʹ) Τὸ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1864 Σύνταγμα θὰ ἰσχύῃ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ψηφισθησομένου νέου Καταστατικοῦ Χάρτου· γʹ) Ὁ θεσμὸς τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας, καὶ ἐν γένει ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἀναγνωριζόμενα ὡς θεμελιώδη, θέλουσιν ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι. Τὸ παρὸν δημοσιευθήτω ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνακοινωθήτω εἰς ὅλον τὸ Κράτος». Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν φράσιν «θέλει ἰσχύει». Διὰ τοὺς φρονοῦντας ὅτι κατελύθη τὸ Σύνταγμα ἐξηγεῖ, ὅτι δίδεται ζωὴ εἰς αὐτὸ ὑπὸ τοῦ κυριάρχου τούτου Σώματος· ἀλλά, καὶ διὰ τοὺς φρονοῦντας ὅτι δὲν κατελύθη, συμβιβάζεται ὡς ἐν συνεχείᾳ ἰσχῦον μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νέου πολιτεύματος. Διὰ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως δίδεται ἀμέσως ἡ ἀπάντησις εἰς τοὺς λέγοντας ὅτι θὰ φέρωμεν τὴν ἀναρχίαν, τὴν ἐπανάστασιν καὶ ὅτι τὰ πάντα ἀνατρέπονται διὰ τῆς Συντακτικῆς. Δι’ αὐτῆς ἀπαντῶμεν ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἔννομον τάξιν. Θέλομεν νὰ δώσωμεν ζωὴν προσωρινὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπερ πάντως ἐκλονίσθη, ἐξηυτελίσθη, ἐταπεινώθη. Οὕτω καὶ ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας ὡς θεμελιώδης διάταξις διατηρεῖται κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Δίδεται λοιπὸν εὐθὺς ἀμέσως ἡ ἀπάντησις εἰς τοὺς θέλοντας νὰ παρερμηνεύωσι τὰ ἡμέτερα φρονήματα. Ἀλλὰ δὲν σταματᾷ ἐκεῖ τὸ ψήφισμα. Οὐ μόνον ἀναγράφει τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναγνώρισιν αὐτῶν ὡς θεμελιωδῶν, ἅμα δὲ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς τοιοῦτοι καὶ ἐν τῷ νέῳ Καταστατικῷ Χάρτῃ. Εἶναι καιρὸς, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω χάριν τῆς ἱστορικῆς ἀκριβείας, ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην ἐγὼ διετύπωσα ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι δι’ αὐτῆς ἑρμηνεύεται ἡ λαϊκὴ γνώμη, ἡ γνώμη τῆς μεγάλης πλειονότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὕτη, ἐγκριθεῖσα ὑπὸ τῶν συντακτικῶν, ὑπεβλήθη, ὡς εἶπον, ὑπὸ τοῦ προεδρεύσαντος δυνάμει τῆς χορηγηθείσης αὐτῷ ἐντολῆς. Ἀναγνωρίζω καλῶς, ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας ὡς θεμελιώδης, τοῦ περιορισμοῦ τούτου τιθεμένου ὑφ’ ἡμῶν ὡς ἀντιπροσώπων τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, καὶ ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ διατηρηθῇ, διαρκούσης τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Θὰ παρουσιασθῇ ἴσως ἄλλως τε εὐκαιρία νὰ εἴπω σαφέστερον τὰς γνώμας μου περὶ τῆς μορφῆς τῶν πολιτευμάτων. Ἀλλὰ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν πρέπει νὰ καταχρασθῶ τῆς μεγάλης εὐμενείας, μεθ’ ἧς μὲ ἐτιμήσατε πάντες ἀνεξαιρέτως, ἐφ’ ᾧ καὶ εὐγνωμονῶ. Αὗται, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι αἱ δύο προτάσεις, πλὴν ἄλλων ὑποβληθεισῶν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως. Ἡ μία εἶναι περιοριστικωτέρα, εἰδικωτέρα ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ὅρκου· ἡ ἄλλη πληρεστέρα, ἀπαντῶσα καὶ εἰς τοὺς ἔσω ἀνησυχοῦντας καὶ εἰς τοὺς ἔξω ἐχθρούς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀνατροπῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀναρχίας, ἀλλὰ τοὐναντίον πρόκειται περὶ τῆς ἐννόμου τάξεως. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐν λαϊκῇ θυέλλῃ τὰ ἡμίμετρα εἶναι τὰ χείριστα. Ἀναμφισβητήτως εὑρισκόμεθα πρὸ γαγγραίνης τῆς Πολιτείας ἕνεκα τῆς τυραννικῆς ὀλιγαρχίας. Ἀπειλούμεθα ὑπὸ ἐθνικῆς ἀποσυνθέσεως. Ἀνάγκη σοβαρῶς νὰ σκεφθῶμεν, ἂν τὸ καταπότιον ἐκ σακχάρεως θὰ θεραπεύσῃ τὸ νόσημα ἢ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν περίστασιν, ἀφοῦ ἄλλως τε οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Τσέλου, ζητοῦντος πάλιν μεσεγγυούχους, ἀφοῦ ἀπέτυχεν ὁ τῆς 18ης Φεβρουαρίου 1910. Κύριοι, τοὺς μεσεγγυούχους ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν. Δὲν ἔχετε μόνον ἕνα, δύο ἢ τέσσαρας, ὡς τότε· ἔχετε ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶναι οὔτε φερέοικοι, οὔτε ἀναρχικοί, οὔτε ταραξίαι καὶ θορυβοποιοί. Ἀρτίως καὶ οὗτοι ἐξῆλθον ἁγνῶς ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καλπῶν μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως, ἣν ἔδωκεν αὐτοῖς ἡ κρίσιμος τοῦ ἔθνους κατάστασις. Πλὴν τῶν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει συντακτικῶν, μεσεγγυοῦχος ὑπὲρ πάντα ἄλλον εἶναι ὁ κατὰ τὸν Σταγειρίτην πολύχειρ καὶ πολύπους Ἑλληνικὸς λαός....

§63Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ μεγαλείτερος πάντων εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός.

§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Bluntschli λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀδρανὴς ἐνέργεια μεταρρυθμίσεων σωρεύει ἐν τῷ ἔθνει νοσηρὰν ὕλην, προπαρασκευάζουσαν τὴν ἐπανάστασιν». Ζητεῖτε νὰ μεταρρυθμίσητε τὸ Σύνταγμα· ἀλλ’ ἐὰν ἡ μεταρρύθμισις εἶναι χλιαρά, ἀνεπαρκής, ἀσφαλῶς παρασκευάζετε ἐπανάστασιν πραγματικήν. Ἡμεῖς λεγόμεθα ἐπαναστάται, καὶ ὅμως εἴμεθα εἰρηνικοὶ ἐπαναστάται, κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐξήγησα. Ἐρχόμεθα παρακαλοῦντες ὑμᾶς νὰ συναινέσητε, ὅπως κηρυχθῇ Συντακτικὴ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἡ ἔναρξις τοῦ τέρματος τῆς ἐπαναστάσεως, πραγματικοῦ τέρματος, οὐχὶ ψευδοῦς. Ἐὰν ἀπατηλῶς καλύψητε τὴν γάγγραιναν, βεβαίως θὰ φθάσωμεν μέχρι πραγματικῆς καὶ αἱματηρᾶς ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπὸ καρδίας ἀπεύχομαι καὶ καθ’ ἧς πάντοτε εἰργάσθην, ἐγκαίρως καὶ ἀπροκαλύπτως λέγων τὴν ταπεινήν γνώμην μου περὶ μεταρρυθμίσεων ἀνταξίων τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος λαοῦ. Προβλέπω ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν σκολιὰν ὁδόν, δὲν θὰ ἀποφύγωμεν αὐτήν. Εὔχομαι νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τῶν συντακτικῶν, διότι ἐλπίζω, ὅτι οὕτω θ’ ἀποσοβηθῇ ἡ ἐθνικὴ ἀποσύνθεσις ἢ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος. Δι’ αὐτῆς θὰ τεθῶσι θεμέλια ἀσφαλῆ πρὸς ἐθνικὴν ἀναβίωσιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀναμφισβητήτως μεγάλην ζωτικότητα πάντοτε, πρόθυμος εἰς θυσίας χάριν τοῦ ἔθνους. Ἐπὶ χιλιετηρίδας παλαίει, ἀλλ’ ἀνθίσταται πάντοτε. «Ἀσκὸς βαπτίζῃ· δῦναι δέ τοι οὐ θέμις ἐστίν», κατὰ τὴν Πυθίαν. Ἀλλ’ ἦλθε στιγμή, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς ἀκριβῶς ἢ τῆς ἐθνικῆς ἀποσυνθέσεως ἢ τῆς ἐθνικῆς ἀναβιώσεως. Ἀπὸ ὑμᾶς ἐξαρτᾶται τὸ πᾶν, τὸ μέλλον τοῦ ἐνδόξου Ἑλληνικοῦ γένους. (Χειροκροτήματα).

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει κατὰ τὴν σειρὰν ὁ κ. Μομφερρᾶτος, ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου παρεμπιπτόντως μοὶ ἐζήτησε νὰ ὁμιλήσῃ διὰ παρεμπῖπτον ζήτημα ὁ κ. Κοντογούρης.

§66Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριοι, ἐκ πείρας γνωρίζω ὅτι ἡ ἀδυναμία τῶν ἀκουόντων εἶναι ἡ συντομία τῶν ἀγορευόντων. Ἐξηντλήθη τοσοῦτον πολύ, ὑποθέτω, ἡ ὑπομονὴ ὑμῶν, ὥστε ἀναγκάζομαι νὰ περιορισθῶ ἀκριβῶς εἰς τὰ ὑπὸ συζήτησιν θέματα καὶ νὰ μὴ παρακολουθήσω μέχρι τῶν νεφῶν ῥήτορας, οἱ ὁποῖοι καὶ μεγάλην μὲν μάθησιν ἐπέδειξαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ῥητορικὰς ἐξάρσεις ἐξίχθησαν. Εἰς ὅλα, Κύριοι, τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῇ δικονομική τις διαδικασία, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται τὸ Κράτος κατὰ καιροὺς νὰ μεταβάλῃ διατάξεις τῶν θεμελιωδῶν νόμων, διότι αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, αἱ πολιτικαὶ περιπέτειαι, αἱ νεώτεραι ἰδέαι καὶ αἱ πρόοδοι τοῦ πολιτισμοῦ πολλάκις ἐπιβάλλουσι τὴν μεταβολὴν αὐτῶν. Πάντα τὰ Κράτη προσπαθοῦσι τῷ ὄντι νὰ εἰσάγωσι τοιαύτην δικονομίαν, ἡ ὁποία ὅμως εὐχερῶς καὶ ἄνευ σάλου κοινωνικοῦ νὰ ἐπιτυγχάνῃ τοιαύτας μεταβολὰς τῶν συνταγματικῶν νόμων. Ἐν Γαλλίᾳ π.χ., ὅταν αἱ δύο Βουλαὶ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἀνάγκης τοιαύτης μεταβολῆς, συνέρχονται ἀμφότεραι καὶ συνενούμεναι εἰς ἓν Σῶμα ἀποτελοῦσι τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία προβαίνει εἰς τὴν μεταβολήν. Ἐν Βελγίῳ ἐπίσης, μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν δύο Βουλῶν, ὅταν ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἀνάγκης τοιαύτης τροποποιήσεως, ἐπανέρχονται καὶ ἀποφαίνονται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου ὁ δεσποτισμὸς κυριεύει, ὅταν τὸ Συνέδριον (Bundesrath) ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον ὑποδεικνύει ἐν πλειονοψηφίᾳ, νομίμως συναινέσῃ, προβαίνουσιν εἰς μεταβολὰς τῶν διατάξεων τῶν θεμελιωδῶν νόμων. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσι τοσοῦτοι σωστικοὶ δεσμοί, καὶ οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα ἐφρόντισαν νὰ παρεμβάλωσι τοιαύτας δυσχερείας πρὸς τὴν τοιαύτην μεταβολήν, ὥστε τὸ ἄρθρον 107, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἀντικείμενον μακρῶν συζητήσεων, καὶ οἱ δικονομικοὶ αὐτοῦ ὁρισμοὶ καὶ προϋποθέσεις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Εἰς τὴν Συνέλευσιν μάλιστα τοῦ 1864 ὑπεβλήθησαν καὶ γνῶμαι αὐστηρότεραι ἔτι καὶ δὴ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν οὐδεμία συνταγματικὴ διάταξις νὰ κινηθῇ. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον ἀποκλείει πᾶσαν ἰδέαν πρὸς μεταρρύθμισιν, εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε παρῆλθον τόσα ἔτη καὶ ἐνῷ, ὡς γίνεται εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ Κράτη, ἐπέρχονται κατὰ καιροὺς βελτιώσεις τῶν θεσμῶν, παρ’ ἡμῖν δὲν ἠδυνήθη οὐδ’ ἐτόλμησε οὐδὲ διενοήθη κἄν τις Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἐνῷ ὑπάρχουσι βεβαίως διατάξεις ἄξιαι τροποποιήσεως. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ· τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον, ἡ δυσπραγία, ἡ πολιτικὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε τὸ Κράτος διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ῥαπισμάτων καὶ ἐξευτελισμῶν, κατέστησαν ἀναγκαίαν τὴν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων· οἱ πολιτικοὶ ἡμῶν ἄνδρες, ἕνεκα τῆς ἀφορήτου καταστάσεως, ὁσάκις ἤρχοντο εἰς τὴν ἀρχὴν περιεβάλλοντο ἀκάνθινον στέφανον μαρτυρίου, καὶ δύναται ἀκριβολογῶν τις νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἄλλοτε εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅτι ἡ ἕδρα, εἰς ἣν παρακάθηνται καὶ σήμερον οἱ ἡμέτεροι Ὑπουργοί, εἶναι πράγματι banco dei dolori... Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, Κύριοι, οἵτινες ἀπεγοητεύθησαν καὶ ἐνόμισαν ὅτι πρόκειται κίνδυνος ἀποσυνθέσεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Τουναντίον φρονῶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει μὲν μεγάλας ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγκάζουσι πολλάκις αὐτὸν νὰ ὑποκύπτῃ καὶ νὰ ὑποφέρῃ, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τεραστίως προοδεύει καὶ γοργῶς βαίνει εἰς τὴν ἀκμὴν καὶ τὸν πολιτισμόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπομείνῃ τυραννούμενος ἐν τῷ ἀπροχωρήτῳ. Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἓν μέσον, ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἀπότομός τις μεταστροφή, καὶ τῷ ὄντι ἐξερράγη ἀληθὴς ἐπανάστασις, ἐπανάστασις ἡ ὁποία διὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ ἐπέβαλε τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεως, ἣν ἐνόμισαν οἱ διαχειρισταὶ τῆς ἐπαναστάσεως ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξωθήσωσιν εἰς μεταρρύθμισιν διατάξεων τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου. Καὶ εὑρισκόμεθα ἤδη ἀπέναντι ἑνὸς τεραστίου ζητήματος. Ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107, ἡ ὁποία συνετρίβη, παρεκάμφθη, διότι συνεκλήθη Βουλὴ διὰ πραξικοπήματος, ἵνα ἀποφασίσῃ τὴν μεταρρύθμισιν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ἐνῷ οἱ τύποι τοῦ ἄρθρου 107 δὲν ἐξετελέσθησαν. Ἀλλὰ, ἐὰν δὲν ἐξετελέσθησαν οἱ τύποι οὗτοι, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνώμαλος ἢ καὶ ἄκυρος ἡ ἐπιχειρουμένη μεταρρύθμισις; Νομίζω, ὅτι οὐδὲν τὸ παράνομον ἐνυπάρχει ἐν τῇ διαδικασίᾳ, ὅτι κανονικῶς συνεκλήθη ἡ Συνέλευσις, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ψῆφος τῶν δύο Βουλῶν δύο Περιόδων, ἣν διαγράφει τὸ περίφημον ἄρθρον, 107, ἵνα τὸ ἔθνος προβῇ εἰς ἐξυγίασιν τῶν θεσμῶν του, δὲν εἶναι ἡ ἀνεφάρμοστος διαδικασία τοῦ ἄρθρου 107 ἡ μόνη διέξοδος, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται ἡ κλεὶς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἵνα προβῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ τὴν κλεῖδα δύναται νὰ μεταχειρισθῇ καὶ ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ δεσπόζουσα δύναμις καὶ ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ λαοῦ εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως, ἥτις ἐνισχύθη δι’ ὅλου τοῦ στρατοῦ. Ἡ κυριαρχία αὕτη ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τοιαύτης μεταρρυθμίσεως, καὶ ἀπέναντι αὐτῆς πᾶν πρόσκομμα ὑποχωρεῖ. Δὲν εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἀπέναντι ἀνωμαλίας ἢ παρανόμου καταστάσεως. Ἐὰν τὸ ἄρθρον 107 δὲν ἐφηρμόσθη, ἡ θέλησις τοῦ κυριάρχου λαοῦ εἶναι ἀνωτέρα τοῦ ἄρθρου 107, εἶναι τοῦ κυριάρχου λαοῦ ἡ γνώμη, ἀπέναντι τῆς ὁποίας πᾶσα ἄλλη ἐξουσία ὠχριᾷ καὶ ἐξαφανίζεται. Καὶ ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἡμᾶς ἐπὶ τοσοῦτον. Ποῖον χαρακτῆρα πρέπει νὰ δώσωμεν ἆρά γε εἰς τὸ μέγα τοῦτο συνέδριον, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν τυχῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους; Εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἆρά γε ἡ Βουλὴ ἢ εἶναι Συντακτική; Αἱ διαφοραὶ εἶναι μεγάλαι, καὶ ἠκούσατε αὐτὰς ἐπανειλημμένως ἀναπτυσσομένας ὑπὸ τῶν διαφόρων ῥητόρων. Ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν εἶναι σύστημα, δόγμα τῶν νεωτέρων πολιτευμάτων, πρὸς εἰρηνικὴν βελτίωσιν τῶν θεμελιωδῶν νόμων, ἄνευ σάλου κοινωνικοῦ, ἄνευ ἀνάγκης ἐπαναστάσεως. Καὶ δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν δι’ ἑκάστην μεταβολήν, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἀναγκαία, τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν νόμων νὰ προηγῆται ἐπανάστασις, ἵνα ἐπιβάλῃ αὐτήν. Ἡ βελτίωσις τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι εὐεργετική, εἶναι πολύτιμος διὰ πᾶν Κράτος. Ἀλλ’ ὄψιν ἀλλοίαν ἐγὼ διακρίνω εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἀνατρέχων τις τῷ ὄντι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου εἰς ἄλλα Κράτη, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς θεωρίας τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τῆς βασιμότητος τῶν θεωριῶν, ἃς ἠκούσαμεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ περὶ Ἀναθεωρητικῆς καὶ Συντακτικῆς Βουλῆς, περὶ τοῦ δόγματος, ὅτι δὲν ἔχομεν σήμερον Βουλὴν Συντακτικήν, ἀλλὰ μόνον Ἀναθεωρητικήν. Αἱ μελέται μου δὲ ὁμολογῶ ὅτι ἐκλόνισαν τὴν πεποίθησίν μου, ἂν πρόκειται σήμερον περὶ καθαρῶς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Πότε ἐφαρμόζεται, Κύριοι, ἡ ἀναθεώρησις; Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἐφαρμόζεται, ὅταν ὑπάρχῃ τελεία κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ γαλήνη, ὅταν τὸ Κράτος ἔχῃ τὴν νομοθεσίαν αὑτοῦ ὁπωσδήποτε ἐν ἀκμῇ, ὅταν δὲν περιστοιχίζηται ὑπὸ ἄλλων ἀναγκῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ ἠρέμῳ καταστάσει ἀποφασίζῃ νὰ βελτιώσῃ διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρακτικὰς μὲν ἀλλ’ ἀκινδύνους εἰς τὸν θεμελιώδη τύπον τοῦ πολιτεύματος. Παρομοιάζω δὲ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀναθεωρήσεως ὡς τὴν ἐνέργειαν ἑνὸς εὐημεροῦντος οἰκοδεσπότου, ὅστις ἀποφασίζει καὶ ἐνεργεῖ τὴν ἀλλαγὴν παλαιωθέντος τινὸς ἐπίπλου. Καὶ ἐπὶ παραδείγματι κατὰ τὸ 1879 ἡ Γαλλία προέβη εἰς μεταρρύθμισιν τοιαύτην, ἀνεθεώρησεν ὅμως ἐδάφιά τινα ἐκ σοβαρᾶς ἀνάγκης. Ἐφοβεῖτο τότε ἡ Γαλλικὴ Δημοκρατία μήπως ποτὲ ἐκ τῶν μελῶν τῆς Βασ. Οἰκογενείας ἐκλεχθῇ τις ἐν τῇ Προεδρίᾳ τῆς Δημοκρατίας, καὶ ὁ κίνδυνος ἦτο μέγας καὶ προφανής, διότι ὑπὸ τοιοῦτον Πρόεδρον ἠδύνατο νὰ διατρέξῃ κίνδυνον ἡ Δημοκρατία. Συνῆλθον αἱ δύο Βουλαί, ἀπετέλεσαν ἐθνικὴν Συνέλευσιν καὶ ἀνέγραψαν ἐδάφιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸ 3 ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ νόμου, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται μέλος πεπτωκυίας Βασ. Οἰκογενείας νὰ περιβληθῇ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου, καὶ ἄνευ περαιτέρω ἄλλης ἐργασίας διελύθη. Κατὰ τὸ 1884 ἐπελήφθησαν καὶ πάλιν τῆς μεταβολῆς διατάξεών τινων οὐσιωδεστάτων, ἀναγκαιοτάτων. Ἐν τῇ Συνελεύσει δ’ ἐκείνῃ ἐγεννήθη καὶ συνεζητήθη τὸ ζήτημα ἂν ἡ Ἀναθεωρητικὴ λεγομένη Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ἐκταθῇ, ἂν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφουσι Διαγγέλματα καὶ Προγράμματα τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Προέδρων. Δὲν εἶπον δὲ οὔτε ἐν Γαλλίᾳ, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωσιν, ὅτι κατὰ συνταγματικὸν δόγμα ἡ Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις κωλύεται νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων της, ἀλλ’ ὅτι ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ θέσῃ περιορισμούς, καὶ ἔθεσε τὸν περιορισμὸν λύσασα τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα προκαταρκτικόν. Τὸ ζήτημα, ἂν Βουλὴ Ἀναθεωρητική, ὅπως τινὲς θέλουσι νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτήν, εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνον τὰ 30 ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ διάγραμμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, νὰ μεταρρυθμίσῃ, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἀποφατικῶς, ἀλλὰ καὶ εἰς οὐδὲν Κράτος θὰ ἦτο δυνατόν ποτε νὰ ὁρισθῇ καὶ νὰ διαγραφῇ τοιαύτη πορεία. Θὰ ἐθεωρεῖτο βεβαίως ὅτι εἶναι παραλογισμὸς ἡ ἐπιχείρησις τῆς μεταρρυθμίσεως τοσούτων συνταγματικῶν διατάξεων, ἡ μεταβολὴ 30 ἄρθρων, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπέκτασις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναθεωρήσεως εἰς νομοθετικὰς καὶ ἄλλας ἐργασίας. Ἄν ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμελιωδῶν ἄρθρων, θὰ ἀπομείνῃ μόνον ὁ σκελετὸς τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ τί θὰ διαφέρῃ ἡ λεγομένη Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία κατέχει ὁλόκληρον τὴν κυριαρχικὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ εἰς χεῖράς της.

§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θέλετε νὰ γίνῃ Συντακτική;

§68ΑΝΤ. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν φωνὴν τὴν ὁποίαν ἀκούω δύναμαι ἀπαντῶν νὰ ἐρωτήσω· Πῶς ἡμεῖς συνερχόμεθα ἐνταῦθα; Συνεπείᾳ σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μεταβολῆς τινος συνταγματικῆς διατάξεως ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ἄρθρου 107; Ἀναντιρρήτως οὐχί! Ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐθεωρήθη ἁπλῶς ὡς διέξοδος, ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι προϊὸν ἐπαναστάσεως ἀναμφισβητήτως. Διότι ἀναγνώσατε τὸ Διάγγελμα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως ἀπηγγέλθη εἰς τὴν Βουλήν (ἀναγινώσκει): «Εἶναι εἰς Ὑμᾶς καλῶς γνωστοὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἐπειγόντως ἐν Ἐκτάκτῳ Συνόδῳ ἐκλήθητε, ἵνα κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ Πολιτεύματος ἐργασθῆτε εἰς ἔργα μεταρρυθμίσεως πρὸς τὸ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς τελεσφόρον τῶν ὁρισμῶν αὐτοῦ κανονικῶς λειτουργοῦντος». Εἰς τί ὅμως ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ μεταρρύθμισίς τις περὶ μὴ δωρεὰν ἀπονομῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἢ ἄλλων τινῶν συνταγματικῶν ἐπουσιωδῶν ἀρχῶν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς; Διὰ τοιαύτας μεταρρυθμίσεις ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις; Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῶν φράσεων, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν σύγκλησιν διπλῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ μεταρρυθμίσῃ ἐπουσιώδη ἄρθρα τοῦ Συντάγματος; (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν): «Ἐξηκολούθει ἀπὸ τῶν μέσων Αὐγούστου ὁ σάλος ὁ ἐξ ὀδυνηρᾶς ἀφορμῆς ἐθνικοῦ προσκόμματος αἰφνιδίως ἐκραγείς. Εἰς ἀδιέξοδον δ’ ἐφέρετο ἡ μεγάλη πολιτειακὴ κρίσις, ἐν ᾗ καὶ δι’ ἀνωμάλου δράσεως ἐξεδηλώθη ἡ πρόθεσις τοῦ ἐξεγερθέντος δημοσίου φρονήματος, ἵνα ἐπιβάλῃ μεταβολὴν πολιτικῶν μεθόδων πρὸς ἐπιτυχίαν ἐπανορθώσεως τῶν ἡμετέρων πραγμάτων καὶ στερέωσιν τοῦ καθεστῶτος καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ ἀρρήκτως συνδεδεμένων ἐθνικῶν προσδοκιῶν». Ὑπῆρξε λοιπὸν κίνδυνος. Δὲν διετελοῦμεν ἐν κοινωνικῇ καὶ πολιτικῇ γαλήνῃ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠσχολεῖτο πῶς νὰ ἀποσοβήσῃ ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς κινδύνους, τοῖς πᾶσι γνωστούς, καὶ συνήχθησαν τότε οἱ ἀριστεῖς τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀνεζήτησαν μίαν διέξοδον, καὶ ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ εἴπῃ (ἀναγινώσκει): «Μία μόνη διέξοδος ἐφαίνετο ὑπολειπομένη. Καὶ ταύτην, ἐπὶ τῇ παραιτήσει τῶν τότε Ὑπουργῶν Μου, ὑπέδειξαν περιστοιχίσαντές Με οἱ κορυφαῖοι τῶν ἐν τῇ χώρᾳ πολιτευτῶν». Ἀνοίξατε ἐν τούτοις τὰ Πρακτικὰ οἱασδήποτε Βουλῆς, συμβουλεύθητε τὰς πράξεις οἱασδήποτε Κυβερνήσεως ἐλευθέρου Κράτους καὶ εἰπέτε μοι ἂν δύνασθε νὰ εὕρητε σύγκλησιν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς συνεπείᾳ τοιούτων περιστάσεων ὡς ἀποτέλεσμα καὶ λύσιν μιᾶς ἐπαναστάσεως. Αἱ Ἀναθεωρητικαὶ Βουλαὶ πρὸς βελτίωσιν ἐπουσιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος δὲν καλοῦνται ἐν καιρῷ γενικῆς ἐπαναστάσεως, καθ’ ὃν χρόνον ἐν αὐτῷ τῷ περιβόλῳ τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου ἀπειλούμεθα, καθ’ ὃν χρόνον ἀπηγορεύθη ἡ εἴσοδος τῶν Κρητῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1864 ἐκ τῶν ἀλλοδαπῶν, ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος ἐκαλοῦντο καὶ παρεκάθηντο ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἀναγνώσατε τὸν λόγον τοῦ Κρητὸς πολιτικοῦ, ὅστις ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα παράσχῃ τὴν πολύτιμον αὐτοῦ συνδρομήν, καὶ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι καὶ ἐκεῖνος ὁμολογεῖ ὅτι δὲν ἦτο ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 107 Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ αὐτή, ἀλλὰ συνέδριον κληθὲν κατ’ ἀνάγκην συνεπείᾳ τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία, λέγει, δὲν εἶχε πρόγραμμα, καὶ δὲν εἶχε καὶ πολιτικὸν νοῦν. Ἀλλὰ ποῖον πρόγραμμα, κύριε Βενιζέλε, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἐπανάστασις, ὅτε ὁ λαὸς ἐξηγείρετο συντετριμμένος ἕνεκα ἀλλεπαλλήλων προσβολῶν, τὰς ὁποίας ἐπὶ ὁλόκληρον ἤδη ἔτος ὑφίσταται; Ὁ στρατός, ὁ ὁποῖος ἐπροπηλακίσθη, ποῖον πρόγραμμα ἠθέλετε νὰ ἔχῃ; Ἔχουσι προγράμματα αἱ ἐπαναστάσεις; Ἐγὼ εἶμαι, Κύριοι, ἐκ τῶν μᾶλλον συντηρητικῶν, ἀλλ’ ἐβασάνισα τὴν ψυχήν μου, διὰ νὰ εὕρω ποία ἆρά γε θὰ ἦτο ἡ ὀρθὴ γνώμη καὶ τίς ἡ ἔννοια τοῦ χαρακτηρισμοῦ καὶ τῆς διακρίσεως τῆς Συνελεύσεως, ὡς συνεκλήθη καὶ παρίσταται. Καταδιωχθεὶς καὶ ἐγὼ ὑπὸ τῶν κομμάτων καὶ περιπλανώμενος ἤδη μεταξὺ τῶν ἀνεξαρτήτων, ἐσχημάτισα εἰλικρινῶς τὴν πεποίθησιν, ὅτι προτιμότερον βεβαίως ἡ συνελθοῦσα διὰ πραξικοπήματος Βουλὴ νὰ ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὴν δύναμιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἵνα προβῇ εἰς θεμελιώδεις μεταβολάς, παρὰ ὑπὸ τὸ πρόσχημα Βουλῆς Ἀναθεωρητικῆς (Εὖγε, εὖγε), ἵνα καταγίνωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν ἀστείων διατάξεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀηδιάζω καὶ νὰ ἀσχοληθῶ. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγκασθεὶς ἐκ τῶν σφοδρῶν ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶπεν ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ἀνωμαλίαν τινὰ κυβερνητικήν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν μετέβαλε πολίτευμα οὐδὲ τὸ καθεστὼς ἠλλοιώθη. Καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα ἔχει μεταβληθῆ, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι ἤθελον ἐρωτήσει, παραδείγματος χάριν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, πῶς εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον παραμένει εἰς αὐτὸ τὸ ἕλος, ὅπως ὠνομάσθη ἡ θέσις αὕτη ἄλλοτε ὑπό τινος Βουλευτοῦ, διατί εἶναι συντετριμμένον μὲ φυσιογνωμίαν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ παραδώσωσιν ἐντὸς ὀλίγου τὸ πνεῦμά των, καὶ πῶς εἶναι ἐνταῦθα; Τὸ πολίτευμα, κύριε Πρωθυπουργέ, ἀναμφιβόλως μετεβλήθη ἀφ’ ὅτου νέος τροχὸς προσετέθη εἰς τὴν κυβερνητικὴν μηχανήν· ὁποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ τροχός; Ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ τελευταῖον αὐτοῦ ἔγγραφον ἀνέγραψε 16 νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἠξίου νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, ἐδημοσιεύοντο δὲ καὶ διὰ τοῦ τύπου. Ἐγὼ ἄλλοτε εἶχον συνεργασθῆ μετὰ τῶν κ. κ. Ῥέπουλη καὶ Νέγρη εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων. Διετέλουν δὲ πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου τῆς ἐντίμου ἐκείνης ἐργατικῆς τάξεως, ὅτε εἶδον εἰς τὸν κατάλογον τῶν νομοσχεδίων τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, ὅτι ἐζητεῖτο νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ συντάξεων πρὸς βλάβην τῶν σιδηροδρομικῶν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ ποῦ; Οὐχὶ βεβαίως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι μεταβὰς καὶ ἐκεῖ διέκρινα τελείαν παράλυσιν ἐξουσίας καὶ ἀδυναμίαν. Ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, νὰ συζητήσω μετὰ μελῶν αὐτοῦ. Ὡμολόγησεν ὁ κ. Ζορμπᾶς, ὅτι μετὰ σπουδῆς κακῶς ὑπεβλήθη ἡ ἀξίωσις συνεπείᾳ μονομερῶν ἐνεργειῶν, ἐσώθη δὲ τὸ ταμεῖον τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, διότι ὁ Σύνδεσμος ηὐδόκησε καὶ ἐπεβλήθη, διότι αὐτὸς ἦτο ἡ διοίκησις, αὐτὸς ἦτο ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸς ἦτο τὸ πᾶν, μολονότι εἰς τὰ πράγματα ὑπῆρχον πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐστεροῦντο οὔτε θελήσεως οὔτε πείρας οὔτε πατριωτισμοῦ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ὅμως ἐκείνην ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ἦτο ἐν ἰσχύϊ, αὐτὸς ἦτο τὸ Κράτος ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἔρχεσθε ὑμεῖς νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶχε μεταβληθῆ τὸ πολίτευμα; Εἶχε βεβαίως ῥιζικῶς μεταβληθῆ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὡς διέξοδος ἐθεωρήθη ἡ σύγκλησις διπλῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸ θὰ προετίμων ἐγὼ κατόπιν ἐπαναστάσεως Συντακτικὴν Συνέλευσιν. (Εὖγε, εὖγε). Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία, οὐδεμίαν ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων ἤθελε σαλεύσει (Μάλιστα, μάλιστα), ἀλλ’ ἤθελε σεβασθῆ τὸν τύπον τοῦ πολιτεύματος, διότι καὶ ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐσκόπει τοιαύτην μεταβολήν, διότι, ἂν ἤθελε τοιαύτην μεταβολήν, θὰ ἐξετέλει αὐτὴν πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ διπλῆ Βουλή. Οὐδαμοῦ δὲ κἂν ἠκούσθη, ὅτι ἡ ἐκραγεῖσα ἐπανάστασις ἀπέβλεπεν εἰς ἀνατροπὴν τῆς Βασιλείας. Ἐγὼ δὲ δύναμαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δηλώσω, ὅτι ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ μετὰ τοῦ Βασιλέως ὡς σύμβουλος Αὐτοῦ, ἐξετίμησα τὴν πεῖραν Αὐτοῦ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα, ἐὰν καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα ἠθέλομεν ἐπιβουλευθῆ τὴν Δυναστείαν. Λοιπόν, ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἀσφαλεῖς, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσιν οἱ θεμελιώδεις αὐτοὶ θεσμοί, ὅτι καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν θὰ θιχθῇ τὸ παράπαν, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχει ἡ Διαδοχή, καὶ γενικῶς αἱ θεμελιώδεις ἀρχαὶ τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι ἀκινδύνως δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν Βουλὴν ὡς Συντακτικήν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη τάχα ἐκ τῶν προτέρων νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ Βουλὴ ὡς Συντακτική; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, εἶναι ἂν διὰ ψηφοφορίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τοιοῦτον χαρακτηρισμόν. Ἠκούομεν, Κύριοι, μετὰ κόρου, ὅτι ἡ Βουλή, χαρακτηριζομένη ὡς ἄνωθεν, θὰ εἶναι καὶ εὐρεῖα κατὰ τὴν δικαιοδοσίαν αὑτῆς, ὅτε θὰ προβῇ καὶ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις, ἐγὼ βεβαίως θὰ εἶμαι ἐναντίος, διότι ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχει πλάνη τεραστία ἐπιστημονικῶς διὰ διακρίσεως Ἀναθεωρητικῆς καὶ Συντακτικῆς Βουλῆς. Τὸ δημόσιον Δίκαιον, Κύριοι, δύο μόνον ἐξουσίας ἀναγνωρίζει, τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν συντακτικήν. Ἡ ἀναθεώρησις διατάξεων τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου δὲν ἀποτελεῖ ἐξουσίαν ἀνεξάρτητον· εἶναι ἁπλῶς ἐνέργεια καὶ πρᾶξις προερχομένη ἐκ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ. Ἡ διαίρεσις ἄρα, εἰς ἣν ἐξωθούμεθα, Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀνεξαρτήτου τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἀπὸ ῥίζης ἐσφαλμένη, καὶ δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς αὐτήν, ἥτις προϋποθέτει ἄγνοιαν τῶν στοιχείων τοῦ δημοσίου Δικαίου. Ἡ συζήτησις αὕτη δυστυχῶς προεκλήθη ὑπὸ τοῦ τύπου τῆς ὁρκοδοσίας, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ παρακαμφθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Συνελεύσεως ὡς Σώματος. Ἤθελον δ’ ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὸ ἄρθρον 64. Τί θέλετε νὰ βεβαιώσωσι διὰ τοῦ ὅρκου οἱ Βουλευταί; «Ὁμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου». Εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σοβαρὸς ὅρκος ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται καὶ δύναται ἀμέσως νὰ ἀκρωτηριασθῇ ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον; Ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ δώσωμεν ὅρκον ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν ὅτι πρόκειται περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, δὲν ὑφίσταται, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ εἰσαγάγωσι τὴν διάκρισιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς, ὁ ὅρκος εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος, διότι πρόκειται τὸ Σύνταγμα νὰ μεταρρυθμισθῇ εὐρέως; Κύριοι, αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑποβάλω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ μακρὸν νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον εἰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ ἔχωσιν.

§69Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ προσθέσω. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Παρηκολούθησα μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ εὐλαβείας τὰς ὁμιλίας ὅλων τῶν ὁμιλησάντων, ἰδιαιτέρως δὲ πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτῶν ἐπαγγέλματος ἔχουσιν ἐγκύψει περισσότερον εἰς συνταγματικὰ ζητήματα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν ἐν τούτοις ὅλοι νὰ ἐκφράσω μίαν ἀπορίαν, ὅτι περισσότερον τῶν πραγμάτων ἐξήτασαν τὰς θεωρίας, καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον, πολὺ δὲ περισσότερον, ὅταν τοῦτο ἀποτελῇ ἐθνικὴν Συνέλευσιν, δὲν εἶναι οὔτε Ἀκαδημία οὔτε Πανεπιστήμιον. Εἶναι ἡ αἴθουσα, ἐντὸς τῆς ὁποίας, μελετώμενα τὰ πολιτικὰ ζητήματα ἀπὸ τῆς σκοπιμότητος καὶ τῆς πρακτικῆς ὄψεως αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ τύχωσι τῆς λύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν συμφέρουσαν ἐξέλιξιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἀνεμίχθην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν συζήτησιν πρὸ ἡμερῶν, εἰπὼν ὀλίγα. Βλέπων ὅμως τό γε νῦν ἔχον τὴν συζήτησιν φερομένην πρὸς τὸ τέρμα αὐτῆς καὶ ἀντιλαμβανόμενος ἐξ ὅσων δεδομένων ἠμπορεῖ τις νὰ ἔχῃ, ὅτι ἡ μέλλουσα ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίσῃ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ εἶναι οὔτε δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἐξησφαλισμένον διὰ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο μέρος, οὔτε μεταβολὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰς γνώμας καὶ τὰς πεποιθήσεις τῶν ἐχόντων τοιαύτας μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἰδίως ὑπεστηρίξαμεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, νομίζω ἐμαυτὸν ὑπόχρεον νὰ διατυπώσω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ μεγαλείτερον ὅπλον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, λείπει ἀπὸ τὰς χεῖράς μας, καὶ τὸ ὅπλον τοῦτο εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Καὶ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων λείπει ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ὡρισμένα στοιχεῖα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι βέβαιος καὶ διὰ πολλὰ μὲν ἄλλα στοιχεῖα, ἀλλ’ ἰδίως δι’ ἕν, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε σήμερον νὰ ἀποσιωπήσω, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσω νὰ κατατεθῇ ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου, ὅτι θὰ εἶναι στοιχεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, ἂν δηλαδὴ ἡ Συνέλευσις δέον νὰ ᾖ Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητική. Ἐπὶ πλέον τὸ στοιχεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσω καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ζητήσω ἐφ’ ὅσον δὲν ὡρκίσθημεν, τὸ στοιχεῖον ἐκεῖνο θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι, ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνῃ Συντακτικὴ ἡ Συνέλευσις, πρέπει νὰ γίνῃ ἀκριβῶς διὰ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν λέγουσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ Συντακτική. Οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ἐκφράζουσι, καὶ αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας δίδουσιν οἱ λέγοντες ὅτι δὲν πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ γίνῃ Συντακτική, τοῦτο εἶναι τὸ ἰσχυρότερον ὅπλον κατ’ αὐτῶν. Τοῦτο θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσωμεν καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ βεβαίως νὰ παράσχῃ ἡμῖν. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα βεβαίως ἐν πολλοῖς δὲν τὴν ἀφορῶσιν, ἀλλ’ ἀφορῶσι τὴν ὅλην ἐξέλιξιν τῆς πολιτικῆς ταύτης περιόδου, καὶ τὴν ὁποίαν περίοδον ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ κατὰ βάθος, διότι, μόνον ὅταν γνωσθῇ καλῶς τὸ νόσημα, ἐκ τοῦ ὁποίου πάσχομεν, τότε καὶ θὰ θεραπευθῇ ὁ τόπος. Διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους σήμερον δὲν θ’ ἀναπτύξω, μὴ θέλων νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους θὰ προσέθετον δύο ἢ τρεῖς οὐσιώδεις, φρονῶ, ὅτι ἡ ψηφοφορία αὕτη, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην ὅλων ἀναμφιβόλως, πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, αὐτὴ ἡ ψηφοφορία δὲν εἶναι συμφέρον νὰ γίνῃ, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐδῶ, δὲν ἀπολαύουσι τῆς ἐγκύρου ἀναγνωρίσεως. Διότι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει πιθανότης νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ μία λύσις ἢ ἡ ἄλλη διὰ δύο, τριῶν ἢ πέντε ψήφων, αὐταὶ δὲ αἱ ὀλίγισται ψῆφοι ἠμπορεῖ νὰ ἀνήκωσιν εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ παρακάθηνται ἐγκύρως ἐνταῦθα, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸν διὰ τὴν εὐθύνην μας ἀπέναντι τοῦ ἔθνους τὸ νὰ προβῶμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Εἶναι τοῦτο, Κύριοι, ἄξιον πολλῆς προσοχῆς. Τελευταῖον λόγον, οὐχὶ βεβαίως ἰσχυρὸν ὅσον οἱ προηγούμενοι καὶ ἰδίως ὅσον ὁ πρῶτος, ἔχω καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ συμπέρασμα τῆς συζητήσεως αὐτῆς θὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην τὸ κεφαλαιῶδες μέρος τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον· κατ’ ἀνάγκην ἑπομένως εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην νομίζω ὅτι ἔχει τὴν θέσιν της ἡ συζήτησις περὶ τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ τὸ συνέδριον.

§70ΣΠ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διατί δὲν μᾶς τὰ εἴπετε χθὲς αὐτά;

§71Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τί θέλετε νὰ κάμω; Ἔπρεπεν ἴσως νὰ τὰ εἴπω, διότι ὅμως προηγήθη συζήτησις μιᾶς ἡμέρας, σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ χαθῇ ὁλόκληρος ἡ ὑπόθεσις; Δὲν τὰ εἶπον διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν κατεῖδον χθὲς τόσον ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην· σήμερον ὅμως τὴν βλέπω κατάφωρον. Λέγω δὲ ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ πεποίθησις εἰς τὰς ἰδέας, ἐὰν ὑπάρχῃ διάθεσις, ὅπως μὴ ὑποτιμῶμεν τὰς σκέψεις τῶν ἄλλων, τοὐναντίον δὲ νὰ ἐξάγωμεν καὶ ἰδικά μας συμπεράσματα ἀπὸ ὅσα ἀκούομεν, καὶ αὐτὰ τὰ συμπεράσματα νὰ μὴ εἶναι μόνον ἀποκρυστάλλωσις τῶν ἀτομικῶν πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστος, ἀλλὰ τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ συνέδριον αὐτό, ἔχον ἄλλως ἀπόλυτον εἰς ἑαυτὸ πεποίθησιν περὶ τῆς μελλούσης πορείας του, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, ἵνα συνεχίσῃ αὐτὴν εὐθὺς μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου, δεδομένου ὄντος ὅτι τότε μὲ τὸν ὁριστικὸν Πρόεδρον ἡ διεύθυνσις τῆς συζητήσεως ἐν γένει — χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐκφράσω καμμίαν στενοχωρίαν διὰ τὸν ἀξιότιμον προσωρινὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος εἶναι τοὐναντίον ἄξιος πολλῶν εὐχαριστιῶν — ἀναμφιβόλως θέλει εἶναι πολὺ κανονικωτέρα. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς σχετικὴν πρότασιν.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ψηλογαλάνης ἔχει τὸν λόγον.

§73Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ ὑποβάλῃ πρότασιν.

§74Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νὰ ἀναγνώσω, ἐὰν θέλητε, τὴν πρότασιν: «Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐπιφυλαττομένη νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἀποφασίζει, ὅπως τὰ μέλη αὐτῆς ὀμόσωσι τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος κεκανονισμένον ὅρκον».

§75Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅπως ἔρχεται αὐτὴ ἡ πρότασις, ἐννοεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἂν θέλομεν νὰ ὁρκισθῶμεν ἢ ὄχι, ἐνῷ ἐννοεῖτε τὸ ἀντίθετον, ὅτι νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, νὰ καταρτισθῇ τὸ Σῶμα καὶ κατόπιν νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Σώματος. Δύνασθε νὰ ὑποβάλητε μίαν πρότασιν ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν, μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ Σώματος. Ὑπὸ τοιούτους τύπους δύνασθε νὰ τὴν ὑποβάλητε. Ὑποβάλλοντες αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἐννοεῖτε ὅτι κάμνομεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς πρόκειται νὰ ὁρκισθῶμεν καὶ οὐχὶ δυνάμει τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ δὲν θέλετε νὰ εἴπητε τοῦτο, νομίζω.

§76Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὸ ὄντως κἄπως ὀξύ, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἕν καλὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὅλοι βεβαίως θέλουσιν, εἶναι ἀνάγκη ἡμεῖς μέν, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὴν ἰδέαν τῆς Συντακτικῆς, νὰ ἐνδώσωμεν εἰς αὐτὸ ἐδῶ τὸ ἀβλαβὲς σημεῖον, νὰ δώσωμεν δηλαδὴ αὐτὸν τὸν ὅρκον, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις.

§77Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ζητήσωμεν ἀπὸ σᾶς τὴν ἄδειαν, διὰ νὰ δώσωμεν τὸν συνταγματικὸν ὅρκον!

§78Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κανείς, κύριε Ράλλη, δὲν θὰ ζητήσῃ κανενὸς τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ λέγω ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν αἱ ἀντιγνωμίαι ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, πρέπει νὰ ἐνδώσωμεν ἀμφότεραι αἱ μερίδες, οὐδὲν ἑκάστης ἐχούσης νὰ χάσῃ ἐκ τούτου.

§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει Σῶμα συντεταγμένον, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει τίποτε, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις. Ὅτε ζητεῖτε λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἀντιφάσκετε πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε. Εἶναι Σῶμα ἢ δὲν εἶναι;

§80Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐὰν δὲν εἴμεθα τίποτε, τότε διατί σεῖς παραμένετε ἐδῶ; διατί παρακολουθεῖτε τὰς συζητήσεις τοῦ Σώματος αὐτοῦ; διατί ἔχομεν Πρόεδρον; διατί παρευρίσκεται ἡ Κυβέρνησις ἐδῶ; Δὲν πρόκειται νὰ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις, Κύριοι. Ἐγὼ νομίζω ὅτι προσφέρω μίαν ὑπηρεσίαν καὶ ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου, ὑποβάλλων τὴν πρότασιν ταύτην.

§81Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Δώσατέ την εἰς τὸν Πρόεδρον, Κύριε.

§82Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἐντελῶς.

§83Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἑκατέρωθεν ἀποκρούεται.

§84Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀνερχόμενοι διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεώς σας εἴπετε, ὅτι πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος δὲν δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν ἀποφάσεις ἐπὶ τοιούτου σοβαροῦ ζητήματος· ἐν τούτοις ἔρχεσθε καὶ διὰ τῆς προτάσεώς σας οὐδὲν ἄλλο προτείνετε εἰμὴ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, διὰ νὰ δώσωμεν ἢ νὰ μὴ δώσωμεν τὸν ὅρκον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα νὰ δώσωμεν, καὶ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ δώσωμεν πρὸ τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων μας, ὅπως λέγει τὸ Σύνταγμα, ἤλθομεν καὶ ἐδώκαμέν τινες ἐξ ἡμῶν τὸν ὅρκον ἐκεῖνον. (Σφοδραὶ διαμαρτυρίαι δεξιόθεν). Φρονῶ λοιπόν, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἠδύνατο ἡ πρότασις ὑμῶν νὰ μεταρρυθμισθῇ οὕτω πως, ὥστε νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα, τὸν ὁποῖον ἐδώσαμέν τινες ἐξ ἡμῶν. (Νέαι διαμαρτυρίαι καὶ ἀντιρρήσεις).

§85Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὴν πρότασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποστηρίξω διὰ τῶν ὀλίγων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἐὰν δ’ ὑμεῖς κρίνητε ἄλλως, τὸ ζήτημα διαφέρει, καὶ πράξατε ὅ,τι νομίζετε.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ψηλογαλάνης ἔχει τὸν λόγον.

§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κάμωμεν 5 λεπτῶν διακοπήν, διὰ νὰ ἀναπνεύσωμεν.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά, Κύριοι. (Γίνεται διακοπὴ πέντε λεπτῶν, μεθ’ ὃ ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ Ἀλεξανδρῆς.

§90ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὰ μέλη τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων δὲν εἰσέρχονται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον εἰμὴ διὰ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Πρωτοδικείου, ἥτις δὲν φέρει εἰμὴ τὴν ἐπίσημον σφραγῖδα, ὅτι οὗτοι εἶναι οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ. Ἡ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων ὅμως τοῦ λαοῦ ἀποδοχὴ τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ γίνεται διὰ τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου. Ὁ ὅρκος δὲν δίδεται, εἰμὴ διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, μεθ’ ὃν τὸ Σῶμα τοῦτο ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ τῶν κυρίων αὐτοῦ καθηκόντων. Τὰ καθήκοντα δὲ ταῦτα εἶναι γνωστὸν ποῖα εἶναι. Ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν, ὡς πάρεργα ὅμως καθήκοντα τοῦ Σώματος, ἐθεωρήθησαν καὶ τὰ δικαστικὰ τοιαῦτα. Καὶ ὑπῆρξεν ἡ νομολογία, ἡ ἑρμηνεία ἐπὶ τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου, ὅτι ὀφείλει τὸ Σῶμα νὰ δώσῃ τοῦτον προτοῦ ἐπιληφθῇ τῶν δικαστικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ἤγειρεν ἐνταῦθα τὴν συζήτησιν μεταξὺ ἡμῶν ἐπὶ τῇ δόσει τοῦ ὅρκου, εἶναι ὄχι ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα, ὅπως δώσωμεν τὸν ὅρκον διὰ τὰ πάρεργα δικαστικὰ καθήκοντα, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως, προτοῦ ἀρχίσωμεν τὸ κύριον ἡμῶν ἔργον, τὸ συνταγματικὸν εἴτε ἄλλο εὐρύτερον, ὅπως καθορισθῇ ἡ μορφὴ τοῦ συνεδρίου τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως, Κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἐνδιαφέρει τὰ κύρια τοῦ Σώματος τούτου ἔργα, διότι μετ’ ὀλίγον θέλομεν κληθῆ, ὅπως ἐκτελέσωμεν δικαστικὰ τοιαῦτα, θὰ ἦτο εὐκταῖον, ὅπως προχωρήσῃ τὸ Σῶμα εἰς τὰς κυρίας αὐτοῦ ἐργασίας, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι πρόωρος, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ κύρια ἔργα αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ δικαστικά, καὶ δύναται τὸ Σῶμα νὰ δώσῃ ὅρκον σήμερον ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἔργων ἐπιφυλασσόμενον, ὅπως συζητήσῃ τὴν μορφὴν τοῦ συνεδρίου τούτου μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν τούτων ἔργων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κρίνῃ διὰ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τὸ Σῶμα πρέπει νὰ λάβῃ. Ἡ δόσις τοῦ ὅρκου δὲν εἶναι εἰμὴ ἀπόφασις τῶν μελῶν, ἑνὸς ἑκάστου. Ἕκαστον μέλος ἐρχόμενον ἐνταῦθα νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον πρὸς τοῦτο καὶ ἀποφασίζον τοῦτο ἔχει τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον νὰ τὸ εἴπῃ διὰ τῆς θέσεως τῆς χειρὸς ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ διὰ προφορικῆς ἐκδηλώσεως τῆς γενικῆς βουλήσεως τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δυστυχῶς ἡ λέξις ἀποφασίζει τοῦ Σώματος τούτου ἐθεωρήθη ὡς λέξις, ἡ ὁποία προσκρούει εἰς τὸν ἐν γένει χαρακτηρισμὸν τῆς μορφῆς τοῦ Σώματος, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν, ὅπως ἀντὶ τῆς λέξεως ἀποφασίζει, τὴν ὁποίαν ἐνέχει ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου, τεθῇ ἡ λέξις προβαίνει· ἡ δὲ πρότασις ἡ ἰδική μου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐπιφυλασσομένη νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ ἑαυτῆς ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν ὁριστικὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος, προβαίνει εἰς δόσιν τοῦ ὅρκου τῶν μελῶν αὐτῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος».

§91ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλώσαντες, Κύριοι, τὴν γνώμην ἡμῶν, ὅτι ἀποτελοῦμεν Συνέλευσιν Συντακτικήν, δικαίωμα ἔχομεν νὰ χαράξωμεν ἴδιον κανονισμόν, δικαίωμα ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν, δικαίωμα ἔχομεν, κατὰ τὴν γνώμην πάντως ἡμῶν, καὶ νὰ προβῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν.

§92ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὅταν εἶναι κατηρτισμένη ἡ Βουλή, τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα.

§93ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλώσαντες, ὅτι θεωροῦμεν τὴν Συνέλευσιν Συντακτικήν, δικαίωμα ἔχομεν, οἱανδήποτε στιγμὴν ἂν ἡμεῖς θέλωμεν, νὰ θεωρήσωμεν τὸ Σῶμα κατηρτισμένον.

§94ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Τὸ σῶμα τὸ ἰδικόν σας. (Ἱλαρότης).

§95ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην ἐμοῦ δὲν συζητεῖται ζήτημα ὅρκου. Κατὰ τὴν προσωπικήν μου γνώμην δὲν ὑφίσταται ζήτημα τοιοῦτο. Θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ δώσω τὸν ὅρκον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, μολονότι εἶμαι συντακτικώτατος, ὄχι ἁπλῶς συντακτικός. Ἐπίσης δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ἀνεβάλλετο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ ἤρξατο ἡ συζήτησις, καὶ ὁλόκληρος ἡ προσοχὴ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ἔξω κόσμου εἶναι ἐστραμμένη περὶ τοῦ ποίαν θὰ λάβωμεν ἀπόφασιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Συνελεύσεως, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναβάλωμεν. Ἐγένετο λόγος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος περὶ τῶν δικαστικῶν ἡμῶν ἔργων. Καὶ τίς ἐβεβαίωσεν αὐτόν, ὅτι ἴσως τὸ Σῶμα, ἀφοῦ ἤθελε χαρακτηρίσει ἑαυτὸ συντακτικόν, δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει δι’ ἑτέρου ψηφίσματος νὰ ἐπικυρώσῃ πάσας τὰς ἐκλογάς;... Ἐγένετο λόγος ὑπ’ αὐτοῦ περὶ τοῦ ὅρκου. Καὶ τίς ἐβεβαίωσεν αὐτόν, ὅτι δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει τὸ Σῶμα διὰ ψηφίσματος νὰ μὴ ὁρκισθῶμεν; Τὸ ζήτημα τὸ κύριον εἶναι τοῦτο· ἀφοῦ ἅπαξ ἤρχισεν ἡ συζήτησις, πρέπει νὰ τερματισθῇ· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ τὸ ἔθνος ἐν ἀγωνίᾳ εὑρισκόμενον περὶ τούτου, ποῖος εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ προσήκων εἰς τὸ Σῶμα. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Τὸ ἔθνος ἀγωνιᾷ νὰ μάθῃ, πότε θὰ διαλυθῶσι τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα τὸ συνέτριψαν.

§96Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Σεῖς τὸ συντρίβετε.

§97ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε καθόλου ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως.

§98ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἓν μόνον ἐλησμόνησεν, ἀλλὰ τὸ ἓν τοῦτο εἶναι τὸ καιριώτατον, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ Συνέλευσις, τὸ συνέδριον, ὅπως θέλετε, ὀνομάσατε αὐτό, ἢ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἢ Συντακτικήν, δὲν εἶναι ταύτην τὴν στιγμὴν κυρία· διότι, ὅπως ὑπάρξῃ κυρία Συνέλευσις, Συνέδριον κύριον, Βουλὴ κυρία, πρέπει νὰ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι εἷς ἕκαστος ἡμῶν εἶναι νόμιμος ἀντιπρόσωπος.

§99ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαιότατα. Εὖγε, εὖγε!

§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀμφιβάλλω πρῶτον δι’ ἐμέ—καὶ ἔπειτα διὰ πάντας τοὺς ἄλλους—, ὅτι εἶμαι νόμιμος ἀντιπρόσωπος. Δὲν γνωρίζω ἐγὼ ἂν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποφανθῇ τις σήμερον ἐπὶ τῆς ἐμῆς ἐκλογῆς κατὰ τρόπον, ὅστις δύναται νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτὴν κῦρος. Καί, ἐὰν δὲν γνωρίζω τοῦτο περὶ τῆς ἐμῆς ἐκλογῆς, κατὰ μείζονα λόγον ἀγνοῶ τοῦτο περὶ τῶν ἄλλων. Θὰ ἦτο δὲ σκανδαλώδης παραβίασις τοῦ δικαίου καὶ τῆς λογικῆς, ἂν ἐρχόμενοι ἐνταῦθα ἀνελαμβάνομεν ἀνεξέλεγκτοι νὰ συζητήσωμεν καὶ λύσωμεν τὰ μέγιστα τῶν ζητημάτων, ὅτε οὐδὲ τῶν ἐλαχίστων εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιληφθῶμεν.

§101ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε!

§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ πρέπει νὰ τελειώσωμεν. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖται ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἐπὶ τῇ δηλώσει μου ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι δὲν πρέπει παντελῶς νὰ στενοχωρηθῇ ἡ συνείδησις ἐκείνων, οἵτινες ᾐσθάνοντο, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτοὺς νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον, ἂν μὴ δείξωσι πρότερον τὴν γνώμην αὐτῶν περὶ τῆς ἐννοίας, ἣν ἀποδίδουσιν εἰς τὴν τοιαύτην ὁρκοδοσίαν. Ἐκ τούτου εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις νῦν παρατείνεται· διὰ τοῦτον τὸν σκοπὸν καὶ ὄχι διὰ τὰς προτάσεις τὰς ἄλλας, αἵτινες ὕστερον ὑπεβλήθησαν. Τὸ ζήτημα ἠγέρθη, ὅπως, συζητούμενον εὐρέως, ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς νὰ δώσωμεν ἔπειτα τὸν ὅρκον, οἱ μὲν ἁπλῶς καὶ ἄνευ ἐξηγήσεων, ἅτε καὶ ὑποτασσόμενοι εἰς τὸ ὄρθιον ὑφιστάμενον Σύνταγμα, οἱ δὲ μετ’ ἐξηγήσεων, ἅτε καὶ ἰσχυριζόμενοι ὅτι Σύνταγμα δὲν ὑφίσταται. Ἀλλὰ πόρισμα τῆς ὅλης συζητήσεως δυνατὸν εἶναι ἓν καὶ μόνον· ἡ ὑπὸ τὴν διάκρισιν τὴν τοιαύτην δόσις τοῦ ὅρκου, ἡ ἐν ἐλευθερίᾳ λῆξις τῆς συζητήσεως, ὅπως προβῶμεν ἀμέσως ἔπειτα εἰς τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου. Πᾶν ἄλλο ἐκτὸς τούτου δὲν εἶναι μόνον ἄνομον, ἀλλὰ—καὶ ἡ προσβολὴ εἶναι μεγαλειτέρα—εἶναι ἄλογον· δὲν εἶναι μόνον ἄθεσμον, εἶναι καὶ παράλογον καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ ἀπορεῖ τις πῶς ἄνδρες τοιαύτης ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὅτι ἔχει ὁ κ. Βουλευτής, ἰσχυρίζονται ἐνταῦθα, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ κηρύξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ὅτε δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι ἀποτελοῦμεν κἂν νομίμως Συνέλευσιν. (Χειροκροτήματα).

§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῷ μεταξὺ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη διὰ τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου· ὁ ἀξιότιμος ὅμως καὶ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀπήλλαξε κατὰ τὸ πλεῖστον τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους εἶχον νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν, θεωρῶν ὅτι κακῶς, κάκιστα φέρεται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη, ποία εἶναι ἡ φύσις καὶ ποῖος ὁ χαρακτήρ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἡμῶν, εἰς τὸ Σῶμα ἡμῶν. Ὑπεβλήθησαν προτάσεις ἑκατέρωθεν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ τοιοῦτος ἢ τοιοῦτος ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Σώματος καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡ δικαιοδοσία του τοιαύτη ἢ τοιαύτη. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω μετὰ τὸν κ. Πρόεδρον, κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις εἴτε ἐκ μέρους τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις εἴτε ἐκ μέρους τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι εἶναι Ἀναθεωρητική; Ἀναντίρρητον ὅτι ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι Ἀναθεωρητική, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, διότι κατ’ αὐτοὺς τὸ Σῶμα εἶναι Βουλή, ἡ δὲ Βουλὴ κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ ὀμόσῃ πρῶτον, κατόπιν νὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαί της, καὶ μετὰ τοῦτο δύναται νὰ λάβῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, θεωρήσητε, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις, δύνασθε νὰ λάβητε ἀπόφασίν τινα χωρὶς προηγουμένως νὰ συνταχθῆτε ὡς Σῶμα νόμιμον; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύνασθε νὰ λάβητε πρὸ τούτου ἀπόφασιν δυναμένην νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα; Ὑποθέσατε, ὅτι σήμερον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην παριστάμεθα 200 καὶ ψηφίζομεν 98 ὑπὲρ τῆς μιᾶς προτάσεως καὶ 102 ὑπὲρ τῆς ἄλλης, αὔριον ὅμως, ὅταν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀποφασίσητε—πάντες δὲ θὰ ἀποφασίσητε καθ’ ἕνα τρόπον νὰ ἐξελέγξητε τὰς ἐκλογάς—καὶ εὕρητε, ὅτι τέσσαρες τῆς πλειονοψηφίας παρανόμως κάθηνται εἰς τὰς ἕδρας των, τίνα σημασίαν θὰ ἔχῃ τότε ἡ ἀπόφασίς σας; Θὰ εἶναι ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ πλειονοψηφία; Ἐκ τίνος νόμου ἀρύεσθε τὸ δικαίωμα, ὅτι ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ ἀπεφάσιζε μὲ 102 ψήφους νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ Συνέλευσις ὡς Συντακτικὴ ἢ ὡς Ἀναθεωρητική, θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ὅταν δύνανται οἱ συνάδελφοι οἱ ἐκλεχθησόμενοι, ἐρχόμενοι ἐδῶ, νὰ προστεθῶσιν εἰς τοὺς ἄλλους 98 καὶ νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός, τὸν ὁποῖον ἐδώσατε, εἶναι ἄκυρος, διότι ἡμεῖς ἤδη ἀποτελοῦμεν πλειονοψηφίαν, καὶ ἂν ὑποβάλλωνται ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Συνέλευσιν ὡς Συντακτικήν, αὐτοὶ θὰ δύνανται νὰ σᾶς εἴπωσιν: «Αὐτὰ δὲν τὰ ψηφίζομεν, διότι εἶναι ἀπαράδεκτα»; Τίνα σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ λάβητε; Νομίζω, ὅτι ἀσχολούμεθα ἐντελῶς ματαίως ἐπὶ δύο ἡμέρας μὲ τὸ ζήτημα τίνα χαρακτῆρα ἔχει ἡ Συνέλευσις, διότι οὔτε δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν οὔτε θὰ ἔχῃ σημασίαν, καὶ ἂν τὴν λάβωμεν.

§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως. Τὴν ἀπόφασιν τὴν ἔλαβεν ὁ λαός.

§105Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀπὸ τὸν λαὸν ἤλθομεν ὅλοι. Ἡμεῖς δὲν προερχόμεθα ἐκ τοῦ λαοῦ;

§106Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. «Ὁ λαὸς καὶ ὁ λαός», μᾶς λέγετε διαρκῶς.

§107Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔστειλε καὶ σᾶς καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσι τὸ Σῶμα ὡς Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ἂν σᾶς ἔδωκεν αὐτὴν τὴν ἐντολήν, εἰς τοὺς ἄλλους ἔδωκε τὴν ἀντίθετον, καὶ δὲν θὰ κατισχύσωσιν ἐδῶ αἱ φωναί, ἀλλὰ θὰ κατισχύσῃ τὸ πρᾶγμα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα περιεπλάκη εἰς ἀδιέξοδον καὶ περιεπλάκη ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐτέθη. Τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ τεθῇ πρὶν ἢ ἔχωμεν Σῶμα· τὸ ζήτημα θὰ τεθῇ, ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν Σῶμα νομίμως κατηρτισμένον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν».

§108ΙΩ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀκριβῶς.

§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ἐννοῶ κάλλιστα, ἀλλὰ τίθεται ἐσφαλμένως καὶ δὲν πρέπει νὰ τίθεται οὕτω.

§110Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Καθ’ ὑμᾶς· ἂν εἶσθε τῆς γνώμης τῆς ἰδικῆς μας, θὰ ἐλέγετε, ὅτι καλῶς τίθεται.

§111Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε, παρακαλῶ.

§112Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀντικρούσητε τὴν γνώμην μου, ἅμα τὴν ἀκούσητε, διότι ἀκόμη δὲν ἠξεύρετε, καὶ δὲν πιστεύω νὰ εἶσθε νοομάντις καὶ νὰ μαντεύητε τί ἔχω σκοπὸν νὰ εἴπω. Ἔχετε λοιπὸν ὑπομονὴν νὰ ἀκούητε, διότι τοῦτο καὶ σᾶς ἐπιβάλλεται ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸ Σῶμα καὶ τὸν ὁμιλοῦντα ὡς μέλος αὐτοῦ. Ἔλεγον τοῦτο, ὅτι ἀκαίρως καὶ ἐντελῶς ἀτόπως ἦλθε τὸ ζήτημα. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Σῶμα ἡμῶν, εἶναι δικαιώματα οὐσιαστικά, ἡ παράστασις ὅμως εἶναι ἄλλη, ἵνα δὲ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὀρθῶς, ἵνα θέσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν τυπικὴν παράστασιν τοῦ Σώματος καὶ τὴν οὐσιαστικήν, δηλαδὴ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ. Καὶ ὑποθέτω ὅτι, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν διάκρισιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν σᾶς κάμνω, θὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ λαβυρίνθου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεπέσαμεν. Ποῦ θὰ ζητήσωμεν νὰ ἴδωμεν τί Σῶμα εἴμεθα, πῶς παριστάμεθα; Ἤκουσα γνώμην εἰς τὰ προγράμματα πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ ἐκλογεῖς ἐπὶ τῶν προγραμμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν θελήσητε νὰ θέσητε τὴν βάσιν αὐτὴν τῶν προγραμμάτων, θὰ εὑρεθῆτε νὰ ἔχητε τοσαύτας φάσεις τοῦ Σώματος, ὅσα ἦσαν τὰ διάφορα ἐκλογικὰ προγράμματα τῶν ἐκλεγέντων.

§113Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως, διότι προηγοῦμαι ἐγώ· σεῖς εἰσήλθετε εἰς τὴν οὐσίαν, ὁμιλεῖτε περὶ προγραμμάτων καὶ περὶ τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ.

§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).

§115Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἀναμένω ἕως ὅτου ἡσυχάσητε.

§116Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἀφοῦ ἐλάβετε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως, πρέπει νὰ ὁμιλήσητε ἐπ’ αὐτῆς.

§117Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶσθε ὁ ἁρμόδιος νὰ μοὶ κανονίσητε τὴν ὁμιλίαν. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος μὲ διακόψῃ, θὰ διακόψω. Ἀλλὰ τὰ προγράμματα καὶ αἱ εἰς αὐτὰ ἀπαντήσεις δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι μόνον διὰ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς μας. Τούτου ὅμως πρέπει νὰ διακριθῇ ἐνταῦθα τὸ πῶς παριστάμεθα, πῶς ἐκλήθημεν. Καὶ οὔτε δυνάμεθα ἤδη νὰ ἀποφασίσωμεν, ὡς εἶπον, περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐντολῆς μας· τοῦτο θὰ τὸ ἀποφασίσωμεν κατόπιν. Τί εἴμεθα, πῶς παριστάμεθα, πῶς ἐκλήθημεν, τοῦτο θὰ κανονισθῇ μόνον ἐκ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκάλεσε καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκάλεσεν ὡς Βουλὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικήν.

§118Ι. ΨΗΛΟΓΑΛΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι οὐσία.

§119Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Ἂν λάβητε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, θὰ δεχθῆτε τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, νὰ δοθῇ ὁ ὅρκος ἄνευ ἀναβολῆς, διότι πρὶν ἢ ὁ ὅρκος δοθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐκλήθη ἀπὸ τὸ Διάταγμα αὐτὸ ὡς Βουλή, δὲν ἔχετε παράστασιν καὶ δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐντολῆς σας καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐξουσίας σας.

§120Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ἀναγνωρίζομεν τὸ Διάταγμα.

§121ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.

§122Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περιμείνατε νὰ ἀκούσητε· ἔχετε ὑπομονήν· δὲν σᾶς ὠφελοῦσιν αὐταὶ αἱ διακοπαί. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς συνδέεται μετὰ τῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ ταύτης, περὶ τοῦ πῶς νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ Σῶμα, ἀλλὰ πῶς παρίσταται τοῦτο ἐξωτερικῶς. Παντοῦ, ὅπου καὶ ἂν αἱ Συνελεύσεις συνῆλθον ὑπὸ ἐκτάκτους περιστάσεις, περὶ τῆς ἐξουσίας των ἀπεφάσισαν, ἀφοῦ κατηρτίσθησαν ὡς Σῶμα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξωτερικῆς παραστάσεως τοῦ Σώματος, ἥτις ἐκανονίσθη ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκλήθη. Τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκλήθη, ὁρίζει ἐν προκειμένῳ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκάλεσε τοὺς ἐκλογεῖς νὰ ἐκλέξωσι τὸ Σῶμα τοῦτο. Ἔχει τὴν ἰδέαν τὸ Σῶμα τοῦτο, ὅτι τῷ ἔδωκε μεγαλειτέραν ἐντολὴν ὁ λαός; Δὲν κωλύεται νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐντολὴν ἐκείνην, ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ καταρτισθῇ τελείως, καὶ θὰ καταρτισθῇ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς του. Ἂν τοῦτο ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα νὰ δοθῇ ὁ ὅρκος χωρὶς νὰ ἐπηρεάζηται καθόλου ἡ ἔννοια καὶ ἡ φύσις καὶ ὁ χαρακτὴρ ἐν γένει τοῦ Σώματος· ὁ ὅρκος θὰ δοθῇ, διότι ἡ ἐξωτερικὴ παράστασις, ὁ τύπος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑφιστάμεθα ἐνταῦθα, εἶναι τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἂν ἔχωμεν μείζονα ἐντολὴν ἢ ὄχι, θὰ κριθῇ μετὰ τοῦτο, ἀφοῦ δοθῇ ὁ ὅρκος, καὶ ἐξελέγξῃ τὸ Σῶμα τὰς ἐκλογάς. Μετὰ τοῦτο ἕκαστος ἡμῶν δύναται νὰ εἴπῃ: «Ναὶ μὲν ἐξελέγην ὡς Βουλευτὴς ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐγὼ ἔλαβον παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου, παρὰ τῶν ἐκλογέων μου ἐντολὴν νὰ ἔχω μείζονα ἐξουσίαν αὐτῆς, καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν θὰ τὴν καθορίσῃ μέχρις οἱουδήποτε σημείου νομίζει ἡ πλειονοψηφία. Τοῦτο θὰ κανονίζηται ἴσως μάλιστα εἰς ἕκαστον ζήτημα ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία θὰ ἀποφασίζῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον ὑπάγεται εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ οὔτε τὴν ἐξουσίαν ἐν γένει οὔτε τὸν χαρακτηρισμὸν ὡς Ἀναθεωρητικῆς ἢ Συντακτικῆς τῆς Συνελεύσεως παρακωλύει ἡ δόσις τοῦ ὅρκου συμφώνως πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκλήθη. Ἂν ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, θὰ ἴδητε συχνάκις παρουσιαζόμενον τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν συζητήσεως ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν Γαλλίαν (Θόρυβος).

§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως.

§124Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως καταλήγω, ὅτι καὶ πρέπει καὶ οὐδὲν κωλύει, ὅπως πρὸ πάσης ἀποφάσεως ἐπὶ τῷ χαρακτηρισμῷ δοθῇ ὁ ὅρκος ὑπὸ τοῦ Σώματος. Δὲν κωλύει οὔτε τοὺς συντακτικοὺς οὔτε τοὺς ἀναθεωρητικούς (Χειροκροτήματα).

§125Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. ἀγορεύσαντος τοῦτο: ἂν ὁ ὅρκος ὁ διατυπούμενος ἐν τῷ Συντάγματι δὲν ἀνέφερε τὴν φράσιν «Ὁρκίζομαι νὰ τηρῶ ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα...», ἀλλ’ ἔλεγε προσθέτως καὶ νὰ τηρήσῃ αὐτὸ ἀμετάβλητον ὁ ἀναθεωρητικὸς Βουλευτής, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον;

§126Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰκασίας θὰ κάμωμεν;

§127ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ ὑποθέσεων δὲν συζητοῦμεν· συζητοῦμεν ἐπὶ τῶν πραγμάτων.

§128Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, θέλω περιορισθῆ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος τῆς προτεινομένης ἀναβολῆς. Εἶναι ἀληθῶς δυσχερὲς νὰ φαίνωμαι ἀντιλέγων πρὸς τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου τὰς δοξασίας συνήθισα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν νὰ τιμῶ καὶ νὰ ὑπολήπτωμαι. Δυστυχῶς εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τὴν αἰτίασιν, ὅτι δῆθεν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς προτάσεως ἡμῶν, ὡς εἰσήχθη ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, ὑπῆρξεν ἄτακτος καὶ ἀσυνήθιστος.

§129ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίνος προτάσεως;

§130ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Τῆς προτάσεως περὶ τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου ἀπὸ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως.

§131ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοῦτο ἐγώ· ἀπ’ ἐναντίας διηκόλυνα τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, εἰπὼν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποφασίζωμεν περὶ τοῦ χαρακτῆρός μας, περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, καὶ θεωρῶμεν αὐτὴν κυρίαν πρὶν ἐξελεγχθῶμεν.

§132ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πρότασις ἡμῶν δὲν εἰσάγει συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας· ἡ πρότασις ἡμῶν πρόκειται νὰ χορηγήσῃ μίαν διέξοδον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκτεθῆ μὲ ῥητὸν πρόγραμμα Συντακτικῆς, ὅπως δώσωμεν τὸν ὅρκον χωρὶς νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὴν ἐντολὴν ἡμῶν. Αὕτη ἦτο ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς γνώμης ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγημεν καὶ ἀπεστάλημεν μὲ πρόγραμμα Συντακτικῆς, καὶ τῆς ἀντιθέτου γνώμης, καθ’ ἣν ἡ ἐξουσία τοῦ Σώματος πηγάζει ἀπὸ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρώτη πρᾶξις τοῦ κ. Προέδρου, ὅπως καλέσῃ τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ ὁρκισθῶσι τὸν ὅρκον τοῦ Συντάγματος, ἤτοι τὸν ὅρκον Βουλευτῶν, ὑπεχρέωσεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἐναντίωσιν, καὶ ἀντετάξαμεν τότε, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Βουλευταί, ἀλλ’ εἴμεθα Πληρεξούσιοι. Δεχόμεθα νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον, ἔστω καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφόμενον, ἀλλ’ ὡς ὅρκον Πληρεξουσίου, τὸν ὁποῖον ἤθελε ψηφίσει ἀμέσως τὸ Σῶμα. Εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβάλωμεν τὴν ἀντίρρησιν ταύτην, ἵνα μὴ νομισθῇ, ὅτι ἀρνούμεθα ἢ ἀποφεύγομεν δῆθεν νὰ ὀμόσωμεν ὅρκον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα. Ἐναντίον τῆς δικαιοτάτης ταύτης προτάσεως ἀντετάχθησαν αἰτιάσεις, ὅτι ἡ τοιαύτη πρότασις ἔφερε κατ’ ἀνάγκην καὶ συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἂν τὸ Σῶμα εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἢ Συντακτικὴ Συνέλευσις. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει βεβαίως ἡμᾶς, ἐνδιαφέρει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐναντίαν γνώμην ἀπὸ ἡμᾶς καὶ οἱ ὁποῖοι παρεκώλυσαν τὸ Σῶμα νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν. Τώρα ἐρωτῶμεν: ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ἂν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἰδική μας πρότασις, καὶ ἐδίδομεν τὸν ὅρκον μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως; Βεβαίως προκριματικῶς, παρεμπιπτόντως, τὸ ἐριζόμενον ζήτημα ἐκρίνετο ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλὰ καταρτιζόμενον μετ’ ὀλίγον τὸ Σῶμα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ ἀλλοίαν γνώμην καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλ’ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἑπομένως, ἂν προεκλήθη μακρὰ συζήτησις, ἂν αὕτη ἐπεξετάθη εἰς ζητήματα οὐσίας, τὴν εὐθύνην τῆς παρεγκλίσεως ταύτης δὲν φέρομεν ἡμεῖς. Τὴν φέρουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν αὐτὴν τὴν γνώμην, καὶ τὴν ἐπολέμησαν ἄνευ λόγου, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν ὅλοι ἐξ ἴσου τὴν ἐπιστήμην τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ἵνα κρίνωμεν ἂν ἡ γνώμη μας εἶναι ὀρθή. Ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν, ὅτι δύναται ἕκαστος νὰ δώσῃ ὅρκον κατὰ θέλησιν καὶ νὰ κάμῃ οἱανδήποτε θέλει ἐπιφύλαξιν, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον τύπον δίδει τὸν ὅρκον. Δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἐκδοχὴν ταύτην. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἐὰν τὴν πρωίαν ἐνεφανίζετο εἷς Κύριος ἐνώπιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐζήτει νὰ δώσῃ ὅρκον νομάρχου, τί θὰ ἔπραττεν ὁ κ. Πρωθυπουργός;

§133ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅρκον οἱονδήποτε. Εἶπον τὸν ὅρκον αὐτὸν μὲ ἐπιφύλαξιν.

§134ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Βεβαίως τοῦτο εἴπετε καὶ εἰς τοῦτο σᾶς ἀπαντῶ. Ὑποθέσατε ὅτι ἐνεφανίζετο εἷς Κύριος πρὸς ὑμᾶς καὶ ἔλεγε: «Θέλω νὰ ὀμόσω τὸν ὅρκον τοῦ νομάρχου». Θὰ τὸν ἐδέχεσθε μὲ ἐπιφύλαξιν ἢ θὰ ἐζητεῖτε παρ’ αὐτοῦ πρῶτον ἀπόδειξιν τοῦ διορισμοῦ του ὡς νομάρχου; Ἄρα καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας περίστασιν πρὶν δώσωμεν τὸν ὅρκον πρέπει νὰ ἐξακριβώσωμεν τὴν ἰδιότητα ἡμῶν, ἂν εἴμεθα Βουλευταὶ ἢ ἂν εἴμεθα Πληρεξούσιοι. Ἄνευ τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορίσωμεν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον θὰ ὀμόσωμεν. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἴπομεν, ὅτι δὲν εἴχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ὀμόσωμεν αὐτὸν τοῦτον τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἀπεπειράθη ἡ ἄλλη πτέρυξ νὰ ὀμόσῃ, ἀρκεῖ μόνον ὁ ὅρκος οὗτος νὰ προέρχηται ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως.

§135ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔπρεπε πρῶτον νὰ συγκροτηθῇ τὸ Σῶμα.

§136ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἀκούω τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Σῶμα κατηρτισμένον, ὅπως λάβωμεν ἀποφάσεις. Ἡ ἀντίρρησις θὰ ἦτο ὀρθοτάτη, ἂν ἐπρόκειτο περὶ προτάσεως αὐτοτελοῦς, μὴ ἀπορρεούσης ἀπὸ τὴν πρὸς ὁρκοδοσίαν πρᾶξιν τοῦ Προεδρείου. Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον ἐσκέπτετο νὰ μὴ προκαλέσῃ τὴν ὁρκοδοσίαν, δὲν εἴχομεν τότε δικαίωμα νὰ φέρωμεν ἀντίρρησιν, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν. Εὐθὺς ὅμως, ὡς τὸ Προεδρεῖον ἔνευσεν εἰς τὸν ἱερέα νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Βῆμα, ἵνα ὀμόσωσιν οἱ κ. κ. Βουλευταί, ἐγεννήθη ἀμέσως εἰς ἡμᾶς δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσις νὰ ζητήσωμεν ἐξηγήσεις, τίνα ὅρκον καὶ διατί καλούμεθα νὰ ὀμόσωμεν.

§137ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Τὸ Προεδρεῖον ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο πάντοτε ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν Βουλῶν· τουτέστι πρὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος νὰ ὀμνύωσιν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ τὸν ἐν τῷ Συντάγματι ὅρκον. Λοιπὸν ἀδίκως κατὰ τὴν γνώμην μου ψέγετε τὸ Προεδρεῖον.

§138ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἴμεθα Βουλή, ἀλλὰ Συνέλευσις.

§139ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ὡς Βουλὴ ἐκλήθητε.

§140Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Σεῖς εἶσθε Βουλευταί, ἡμεῖς εἴμεθα Πληρεξούσιοι.

§141ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Σᾶς συγχαίρω, κ. Πληρεξούσιε!

§142ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου. Δὲν ἦτο ὅθεν ἄτακτος ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκαλέσαμεν διὰ τῆς προτάσεως ἡμῶν· ἐὰν μάλιστα προσέξητε εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως, θὰ ἴδητε, ὅτι ἔδει νὰ γίνῃ λόγος διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἀφοῦ δὲν δέχεσθε, ὅτι τὸ Σῶμα ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν του ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, σᾶς προκαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε· ἐκ τίνος ἄλλης πηγῆς ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν του; Ἐὰν δὲν τὴν ἀντλῇ ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, πῶς εὑρισκόμεθα ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ ἀποπειρώμενοι νὰ ἐκτελέσωμεν ἔργα Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς; Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι δύο εἶναι αἱ πηγαί, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ Σώματα ἀντλοῦσι τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, ἢ οἱ κείμενοι νόμοι ἢ ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους. Σᾶς ἐρωτῶ· οἱ κείμενοι νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς δίδουσι τὴν ἐξουσίαν νὰ συνερχώμεθα ἐδῶ καὶ νὰ λαμβάνωμεν ἀπόφασιν εἴτε περὶ τοῦ πολιτεύματος ἢ περὶ ἄλλων θεμάτων; Ἀλλὰ τότε ἐκ ποίας διατάξεως τῶν κειμένων νόμων θ’ ἀντλήσωμεν τὴν ἐξουσίαν; Ὑπάρχει κανεὶς ὑποστηρίζων, ὅτι συνεκλήθημεν κατὰ τὸ Σύνταγμα; Ἤκουσα, Κύριοι, λεγόμενον, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐπεδίωξε ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, νὰ καταλύσῃ τουτέστιν ἐδάφιόν τι τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος! Καὶ μᾶς ἀνέπτυξαν σοβαροὶ ῥήτορες, τοὺς ὁποίους τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἀνωμαλία καὶ ἡ ἀναστάτωσις τῆς Ἑλλάδος ἄλλον σκοπὸν δὲν εἶχεν ἢ νὰ καταλύσῃ ἓν ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος! (Χειροκροτήματα). Καὶ ποῦ τὸ ἀνεκάλυψαν αὐτό; Ὅλοι, Κύριοι, ἀνεγνώσαμεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκδώσει ὅλαι αἱ ἐξουσίαι καὶ ὅλαι αἱ ἀντιποιηθεῖσαι ἔργα ἐξουσιῶν ὀργανώσεις, τὰ Σωματεῖα, οἱ διάφοροι σύνδεσμοι, αἱ πολιτικαὶ ὀργανώσεις, καὶ τέλος ὅλοι οἱ πολιτικοὶ παράγοντες τοῦ Κράτους καὶ ὅλα ἀκόμη τὰ κόμματα. Οὔτε ἤκουσα οὔτε ἀνέγνωσα εἰς ὅλα ταῦτα, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 107, τουτέστιν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τροποποιηθῇ ἡ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος διαδικασία χωρὶς νὰ τὴν ψηφίσωσι δύο Βουλαί. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διάθεσιν νὰ ἐργασθῶσι, καὶ ἔχουσι πάντες διάθεσιν νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως πείσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς ν’ ἀνασυνταχθῇ τὸ Κράτος, ν’ ἀναβιώσῃ ἡ ἐθνικὴ ζωή, ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς ν’ ἀναστηλώσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν ὡς Κράτους καὶ Βουλῆς, ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Σῶμα νομοθετικὸν κῦρος. Αὐτὸ τὸ κῦρος δὲν τὸ δίδει τὸ ἄρθρον 107 οὔτε τὰ πρωτόκολλα τῶν κομμάτων, διότι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, τοὺς ὁποίους σέβομαι, καὶ ἡ Α. Μεγαλειότης, τὸν Ὁποῖον ἐπίσης σέβομαι, δὲν εἶναι ἀνώτεροι τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ἀνώτεροι τοῦ Καταστατικοῦ νόμου, ὥστε νὰ δίδωσιν ἐξουσίας εἰς Βουλάς, αἱ ὁποῖαι ἐκλήθησαν ἀντισυνταγματικῶς.

§143ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω τι, τὸ ὁποῖον βλέπω ὅτι εἶναι εἰς ὑμᾶς ἄγνωστον· ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ἐσκέφθη ἡ ἐπανάστασις ἡ ὠργανωμένη κατ’ Ἰανουάριον, ὅτι ἦτο ἀνάγκη διεξόδου πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν, παμψηφεὶ ἐν ἐγγράφῳ, ὅπερ καὶ εἰς ἐμὲ ἀνεκοινώθη, ἐδήλωσεν ἡ ὀργάνωσις ἐκείνη, ὅτι τὴν θεραπείαν θέλει δι’ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.

§144ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πᾶσα ὀργάνωσις πρέπει νὰ κύψῃ πρὸ τῆς λαϊκῆς θελήσεως.

§145ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἔκαμεν, ὑπενθυμίσας μίαν ἄγνωστον λεπτομέρειαν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν μεταβάλλει παντάπασι τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, διότι, καὶ ἂν ἀκόμη μὲ προσταγὴν τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου συνεκλήθη ἡ Συνέλευσις, ὀφείλω ὡς Πληρεξούσιος, ἐκλεγεὶς ὑπὸ τοῦ λαοῦ μὲ ἐπιτακτικὴν ἐντολήν, ὀφείλω νὰ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ Σῶμα ἔχει κυρίαρχον ἐξουσίαν. Ἔχω πρὸς τούτοις ὑποχρέωσιν νὰ διακηρύξω, ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ὑπῆρξε μόνον διαχειριστὴς καὶ οὐχὶ κυρίαρχος τῆς ἐπαναστάσεως. Ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος δὲν εἶχεν ἑπομένως δικαίωμα νὰ καταπατήσῃ τὸ Σύνταγμα, ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ καταλύσῃ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ἦτο καὶ αὐτὸς μία ὀργάνωσις, ἡ ὁποία προέκυψεν ἀπὸ τὴν γενικὴν ἐθνικὴν δυσφορίαν, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ γίνῃ ἀκρωτηριαστὴς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Καὶ οὔτε ἐξεδήλωσέ ποτε πρόθεσιν νὰ καταλύσῃ τὸ πολίτευμα ἢ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσε, διετύπωσε καὶ αὐτὸς ἕνα πόθον, τὸν ἐθνικὸν πόθον τῆς ἀνορθώσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι πόθος ὁλοκλήρου τοῦ ἐλευθέρου καὶ ἀλυτρώτου Γένους, εἶναι πόθος, πρὸς τὸν ὁποῖον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνταποκριθῶμεν καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ὅλοι, ἀφήνοντες τὰς παλαιὰς ἕξεις καὶ συστήματα, διότι τὰ συστήματα ἐκεῖνα ἐδημιούργησαν τὴν ἀνυποληψίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὁμιλῆτε ἐπὶ τῆς παρεμπιπτούσης προτάσεως καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας.

§147ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, διότι ὁ κώδων τοῦ κ. Προέδρου μοὶ ὑπενθυμίζει, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶ εἰς τὸ θέμα, καὶ ὑποτάσσομαι εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦτον.

§148Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐν ὅσῳ δὲν ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε ὅσον θέλετε ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς παρεμποδίσῃ, οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος οὔτε ἡ Βουλή.

§149ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ φέρω ἀντίρρησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ δώσω ἀφορμὴν νέας διαμαρτυρίας εἰς ἄλλον συνάδελφον, ὅτι μέμφομαι τὴν πολιτείαν τοῦ προσωρινοῦ Προεδρείου.

§150Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδενὸς τὴν διαμαρτυρίαν ἠθέλετε προκαλέσει. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσητε.

§151ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἐξετάσωμεν ἤδη τὰς δύο προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐνώπιον ἡμῶν. Ἡ πρώτη πρότασις, ἡ ἰδική μας, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Συνέλευσις, ἀντλοῦσα τὴν ἐξουσίαν της ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ψηφίζει, ὅπως οἱ Πληρεξούσιοι ὀμόσωσι τὸν ὅρκον τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος». Ἡ δευτέρα πρότασις, ἡ τῶν κ.κ. Κοντογούρη καὶ Ἀλεξανδρῆ, εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς αὐτήν. Ἡ δευτέρα πρότασις, ἥτις ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τῆς προτάσεως ἡμῶν, περιέχει: «Τὸ Σῶμα ἀναβάλλον τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ του, ἂν εἶναι συντακτικὸν ἢ ἀναθεωρητικόν, προβαίνει εἰς τὸν ὅρκον κατὰ τὸ ἄρθρον 64». Διὰ τῆς λύσεως ταύτης ἐπιδιώκεται ἀκριβῶς, ὅπως δεχθῶμεν ὅρκον Βουλευτοῦ καὶ ὄχι ὅρκον Πληρεξουσίου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονῶ, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα κεκηρυγμένοι ὀπαδοὶ τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Σώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, διότι τὴν εὑρίσκομεν χειροτέραν ἀκόμη τῆς σιωπηρᾶς δόσεως τοῦ ὅρκου. Ἠδύνατο ἴσως, πρὶν ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως δοθῇ ὁ ὅρκος χωρὶς νὰ λυθῇ ὁριστικῶς ἡ καταγωγὴ τῆς ἐξουσίας τοῦ Σώματος· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ προεχώρησεν ἐπὶ ἡμέρας ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ συνέβησαν τόσα ἐπεισόδια, φρονῶ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πρώτην μας πρότασιν, ἡ ὁποία διὰ ψηφίσματος τοῦ Σώματος πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον θὰ δώσωσιν οἱ Πληρεξούσιοι. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἤτοι τῆς φύσεως τῆς Συνελεύσεως, διότι φρονῶ, ὅτι ἀληθῶς ἡ τοιαύτη συζήτησις πρέπει νὰ γίνῃ, καὶ θὰ γίνῃ, ὅταν καταρτισθῇ τὸ Σῶμα, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήτω, ἂν ἀπορριφθῇ ἡ ἀναβολή. Ἀλλ’ ἡ ἐμπεριεχομένη ἀναβολὴ τῆς τοιαύτης συζητήσεως εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραπλανήσῃ, διότι ἡ τοιαύτη ἀναβολὴ σημαίνει σιωπηρὰν ἀπόρριψιν, καί, ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὸ ζήτημα περὶ τοῦ πόθεν ἕλκομεν καὶ ἀντλοῦμεν τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν, νομίζω, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν διὰ ψηφίσματος νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Σώματος προέρχεται ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 107, τὸ ὁποῖον παρεβιάσθη ἀπὸ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ τὰ κόμματα καὶ ἀπὸ τὸν ἀνώτατον Ἄρχοντα, καὶ δὲν εἶναι πλέον σκόπιμον, ἀλλὰ μάλιστα ἐπικίνδυνον, νὰ μείνῃ μετέωρος καὶ ἄλυτος ἡ καταγωγὴ τῆς ἐξουσίας τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, θέλω καταψηφίσει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, τοῦτο δὲ πρέπει νὰ πράξωσι, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ πάντες οἱ ὁμοφρονοῦντες συντακτικοί. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).

§152Κ. ΕΣΛΙΝ. Προκειμένου νὰ γίνῃ συνεννόησις μεταξὺ τῶν ὁμάδων, παρακαλῶ νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 20 λεπτὰ τῆς ὥρας, μήπως εὑρεθῇ τις λύσις, ἡ ὁποία νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπεραντολογίαν καὶ δυσχέρειαν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Νομίζω μάλιστα, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο πρὸς συνεννόησιν τῶν ὁμάδων νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα νὰ μὴ συνέλθῃ πρὸ τῆς μεθαύριον.

§153ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§154Κ. ΕΣΛΙΝ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης ὑπάρχει εἰλικρινὴς ἐπιθυμία νὰ εὑρεθῇ διέξοδος. Δώσατε λοιπὸν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως εὑρεθῇ τοιαύτη.

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον εἰς τὰς 10 τὴν συνεδρίασιν;

§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§157Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Μᾶς ἐμέμφθησαν ἐπανειλημμένως, ὅτι παρελκύομεν δι’ ἀπεραντολογίας καὶ συζητήσεων ἀκαίρων τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι ἡμεῖς σπεύδομεν εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοιαύτας καθ’ ἡμῶν ἐκτοξεύουσι κατηγορίας. Ἡμεῖς ἠθελήσαμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ Σῶμα, ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτοῦ δικαιώματι, νὰ ὁρίσῃ ἂν εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις ἢ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Οἱ φρονοῦντες ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἔχει δικαίωμα τὸ Σῶμα νὰ πράξῃ, διότι δὲν ἐξηλέγχθησαν αἱ ἐκλογαί, πῶς ἐπιζητοῦσι σήμερον νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν; Διότι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, βεβαίως θὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν. Σῶμα λοιπὸν μὴ κατηρτισμένον, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν; Ἀφοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ Σῶμα δὲν ἠθέλησε νὰ ὀμόσῃ τὸν ὅρκον, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ, καὶ ἤρχισεν ἡ συζήτησις, πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλά, ἀφοῦ ὑπεβλήθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, εἶναι περιττὴ ἡ δευτέρα πρότασις τοῦ κ. Ἔσλιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.

§158Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ ἀκούσωσι δύο λέξεις μόνον, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, διότι δὲν ἦλθεν ἡ κατάλληλος στιγμὴ πρὸς τοῦτο. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, ὑφ’ ὃν τύπον προτείνεται ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, ἐνέχει τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: Τί πρέπει νὰ προηγηθῇ, ὁ ὅρκος ἢ ἀπόφασις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος; Ἀδιστάκτως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ὁ ὅρκος. Βεβαίως τὸ ὀρθότερον ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος, καλέσας ἡμᾶς εἰς ὅρκον ἄνευ ἀποφάσεως, καὶ βεβαίως σήμερον προβαίνομεν δι’ ἐμμέσου ὁδοῦ, ἵνα ἀποκαταστήσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Ἐὰν ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι Ἀναθεωρητική, ἐκλεχθεῖσα κατὰ τὸ ἄρθρον 107, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι προηγεῖται ὁ ὅρκος. Ἀλλά, καὶ ἂν ἠθέλομεν δεχθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ποῖος κανονίζει τὸ τυπικὸν τῆς τοιαύτης Συνελεύσεως; Ὅλοι οἱ συγγραφεῖς λέγουσιν, ὅτι αὐτὸ κανονίζεται ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ἥτις συγκαλεῖ τὴν ἐπαναστατικὴν αὐτῶν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία κατόπιν ἀποβαίνει αὐτεξουσία νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως θελήσῃ. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς ἐκάλεσε, ποῖον τύπον ἔδωκε; Τὸν τύπον τῆς διπλῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸ σήμερον εἴμεθα 362 καὶ ὄχι 400, οὔτε 300. Διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς ἐκάλεσεν, ἔδωκεν αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς διπλῆς Βουλῆς. Τῆς Βουλῆς ταύτης ἡ κατάρτισις γίνεται, ἀφοῦ δοθῇ ὁ ὅρκος, γίνωσιν αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν καὶ καταρτισθῇ τὸ Προεδρεῖον. Μετὰ δὲ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος θὰ ἔλθῃ ὁ χαρακτηρισμὸς ὑπὸ τοῦ ἰδίου Σώματος. Διότι τί θὰ ὠφελήσῃ νὰ χαρακτηρισθῇ σήμερον τὸ Σῶμα συντακτικὸν καὶ αὔριον νὰ κάμῃ μόνον ἔργα ἀναθεωρητικοῦ; Λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ χαρακτηρίσῃ τὴν Συνέλευσιν, εἶναι τὰ ἔργα αὐτῆς, κατὰ τὰ ἔργα δὲ αὐτῆς θὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν ἁρμοδιότητά της. Ἀλλ’ εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ὅρκου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐνταῦθα, εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι εἴμεθα ὁμόφρονες ὑπὲρ τοῦ ὅρκου τοῦ διαλαμβάνοντος πρῶτον τὴν πατρίδα, διαλαμβάνοντος πίστιν εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα καὶ διαλαμβάνοντος ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Ἐφ’ ὅσον ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ θίξωμεν τὴν Βασιλείαν, δὲν πρόκειται νὰ θίξωμεν τὸ Σύνταγμα, ἐρωτῶ· ποίαν ἀντίρρησιν ἔχουσι νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον αὐτόν; Διότι δὲν πρόκειται περὶ τύπου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρκου. Λέγει ὁ ὅρκος ὑπακοὴν εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ ἐνασκοῦσα τὰ δικαιώματά της μεταβάλλει τοὺς νόμους. Παρασπονδεῖ ἡ Βουλή;

§159ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Διατί δὲν θέλετε νὰ γίνῃ ψήφισμα;

§160Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλωμεν τὴν βάσιν τοῦ Συντάγματος, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον αὐτόν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἴμεθα σύμφωνοι νὰ μὴ μεταβάλωμεν τὰς βάσεις, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δύνανται ὅλοι νὰ ὀμόσωσι τὸν ὅρκον αὐτόν. Ὁ ὅρκος αὐτὸς κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδουσιν οἱ Συνταγματολόγοι, ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν, ὅτι ὁρκίζομαι νὰ ἀναγνωρίσω καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον προέλθει ἐξ αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Ὥστε, ἂν ἐξετάσωμεν τὸν ὅρκον κατ’ οὐσίαν, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν ἐπὶ τοῦ ζητουμένου χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Διότι ἐγὼ δὲν ὁρκίζομαι εἰς τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει τὸ περιεχόμενον τοῦ ὅρκου.

§161ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ προηγηθῇ ψήφισμα. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνω σήμερον, νὰ ἀναβληθῇ δηλαδὴ ἡ συζήτησις ἢ νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἡ Βουλή...

§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§163Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ ὅρκος αὐτὸς ἀποτελεῖ μίαν συνταγματικὴν νομολογίαν, διότι ὁ ὅρκος αὐτὸς συγκρατεῖ τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δέκα πέντε Βουλευταὶ ὑπέβαλον πρότασιν...

§165Κ. ΜΑΝΙΑΚΗΣ. Κύριοι, καταλιπὼν μετὰ εἰκοσαετίαν τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα εἰσέρχομαι ὡς ἀντιπρόσωπος εἰς τὴν Συνέλευσιν, τὴν ὁποίαν οὔτε νομοθετικήν, οὔτε συντακτικήν, οὔτε τίποτε ἄλλο εὑρίσκω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας. Κύριοι, ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι διατί τὰ ζητήματα δὲν ἔχουσι μίαν θέσιν, μίαν τάξιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ Ἄλφα πηγαίνομεν εἰς τὸ Ὠμέγα, ὡς χάος! Ἐδῶ οὐδεμία βία ὑπάρχει πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων. Δὲν ἐγνοῶ, διατί βιάζεσθε. Μήπως θέλετε νὰ μεταβῆτε εἰς τὰς πατρίδας σας; Δὲν πηγαίνετε, νὰ μᾶς ἀφήσητε ἡσύχους; (γέλως). Τί βιάζεσθε, Κύριοι; Δύο καὶ δύο κάμνουν τέσσαρα! Ἐγώ, Κύριοι, ἐννοῶ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντά μας εὐσυνειδήτως καὶ ἡσύχως καὶ ἐντίμως. Ἀλλὰ νὰ ἔρχωνται εἰς τὰ χέρια!...

§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλᾶτε καὶ σεῖς.

§167Κ. ΜΑΝΙΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι· τὸ ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή μου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι. Κύριοι, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω ἓν πρᾶγμα, πῶς ἠμπορεῖ εἷς Βουλευτής, εἷς ὑπάλληλος, εἷς Ὑπουργός, εἷς Βασιλεύς, εἷς Αὐτοκράτωρ, πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξουσίας του χωρὶς νὰ δώσῃ ἕνα ὅρκον. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ψηφίσῃ, ἄνευ ὅρκου. Τὸ εἰσιτήριον μόνον δὲν τῷ ἀρκεῖ, ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ δώσῃ ἕνα ὅρκον. Λοιπὸν ποῖος εἶναι ὁ ὅρκος αὐτός; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐδῶ γεννᾶται ἓν ζήτημα λεπτόν. Αὐτὰ εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς, ἐκεῖνα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Πληρεξουσίου τῆς Συντακτικῆς· ποῖον λοιπὸν ὅρκον θὰ δώσῃ ὁ Πληρεξούσιος; Βλέπετε, εἶναι ζήτημα λεπτόν, καὶ πιστεύω, ὅτι ὀφείλει νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή. Καὶ πῶς θὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή; Θὰ τὸ λύσῃ ὡς ἓν προκαταρκτικὸν ζήτημα, περιοριζομένου τοῦ ὅρκου αὐτοῦ εἰς τὰ νόμιμα ὅρια. Ἀλλὰ πρέπει νὰ δοθῇ εἷς ὅρκος. Λοιπὸν ὀφείλει, δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφανθῇ ἂν εἶναι Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητική. Λοιπὸν ἐδῶ, Κύριοι, ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἔχει τὸ εἰσιτήριόν του, καὶ ὀφείλει νὰ δηλώσῃ, τί εἶναι. Πρόκειται λοιπὸν νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἐγὼ εἰσέρχομαι ἀναθεωρητικός, ὁ ἄλλος συντακτικός. Λοιπὸν τοιουτοτρόπως γίνεται ἡ ψηφοφορία, ἐκ τῶν παρόντων Βουλευτῶν τῶν ἐχόντων εἰσιτήρια, τὰ ὁποῖα τὰ ἐξελέγχει τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως ἢ μία ἐπιτροπή. Λοιπόν, Κύριοι, παρακαλῶ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, ἂν ὑπάρχει Συνέλευσις νομοθετικὴ ἢ Συντακτική (Χειροκροτήματα).

§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε τὸν ῥήτορα.

§169Κ. ΜΑΝΙΑΚΗΣ. Ἂν δὲν θέλητε νὰ ἀκούητε, ἀποσυρθῆτε.

§170Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἡ Συνέλευσις, κύριε Πρόεδρε, παρουσιάζει ὄψιν μὴ σοβαράν. Νὰ λάβητε ἓν μέτρον.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἔσλιν ἐπιμένει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν;

§172Κ. ΕΣΛΙΝ. Τὴν ἀποσύρω.

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις, Κύριοι, ἡ τοῦ κ. Κοντογούρη καὶ ἡ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ. Ἀπὸ τῆς Παρασκευῆς ὑπεβλήθη καὶ πρότασις τροπολογοῦσα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γκλαβᾶ. Ἄλλη πρότασις δὲν ὑπεβλήθη.

§174Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ὑπάρχουσι σήμερον κατατεθεῖσαι προηγουμένως τρεῖς προτάσεις, ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Δημητρακοπούλου, κατόπιν δὲ τρεῖς προτάσεις ἀφορῶσαι πλέον εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ αἱ προτάσεις αἱ ἄρτι κατατεθεῖσαι ἐκ μέρους τοῦ κ. Κοντογούρη καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ εἶναι προτάσεις περὶ ἀναβολῆς· ἑπομένως κατὰ τὸν Κανονισμόν, προτασσομένης τῆς ἀναβολῆς, ἀναγκαίως αὐτὴ ψηφίζεται κατὰ πρῶτον λόγον. Ἅμα δὲ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀναβολή, ἀναμφισβητήτως ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις, ἂν δὲ ἀπορριφθῇ ἡ ἀναβολή, ἐπανέρχεται πάλιν ἡ οὐσιαστικὴ συζήτησις, κατόπιν τῆς ὁποίας, κηρυχθείσης περατωμένης, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία τῶν ἄλλων προτάσεων. Πρόκειται λοιπὸν περὶ προτάσεως ἀναβολῆς, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὰς ἄλλας προτάσεις.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς...

§176Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντός, κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνῃ ἡσυχία, διὰ νὰ ἀκούωμεν.

§177Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των.

§178Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Παρέλειψα νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις, ἡ μία ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτοῦ κ. Κοντογούρη καὶ ἡ ἑτέρα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων κ. Ἀλεξανδρῆ. Ὑποθέτω, ὅτι αἱ δύο αὐταὶ προτάσεις κατὰ προαίρεσιν τῶν ὑποβαλόντων αὐτὰς δύνανται νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς μίαν καὶ μόνην, εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ· καὶ αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑποβαλόντος τὴν πρότασιν κ. Κοντογούρη. Ἐὰν οὗτος δηλώσῃ, ὅτι συγχωνεύει τὴν πρότασίν του πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, τότε ἀναγκαίως θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν περὶ τῆς ἀναβολῆς.

§179Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι πρῶτον καὶ αἱ δύο προτάσεις, διὰ νὰ ἴδωμεν, τί λέγουσιν.

§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω τὴν τοῦ κ. Κοντογούρη πρότασιν: «Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐπιφυλασσομένη νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτῆρος αὑτῆς ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἀποφασίζει, ὅπως τὰ μέλη αὑτῆς ὀμόσωσι τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος ὅρκον». Τώρα ἡ ἄλλη πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ δὲν διαφέρει.

§181Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπεσύρθη αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε.

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ εἶναι ἡ ἀπωτέρα, καὶ αὐτὴ θὰ ψηφισθῇ.

§183ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀκούσωμεν.

§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἰδία εἶναι. «Προβαίνει καὶ ἀποφασίζει».

§185Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὄχι «προβαίνει».

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, ἡ ὁποία λέγει ὅτι «προβαίνει».

§187Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Μετὰ τὴν δήλωσιν τὴν γενομένην ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος δὲν ἔχετε πλέον δύο προτάσεις περὶ ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἔχετε μίαν καὶ μόνην, τὴν τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, ἡ ὁποία μόνην ἔννοιαν ἔχει τὴν ἀναβολήν.

§188Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ υἱοθετῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κοντογούρη, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ ἀπορριφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν μὴ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη, φέρω ἑτέραν πρότασιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, ὅπως ἀντὶ τῶν λέξεων «προβαίνει καὶ ἀποφασίζει» τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἀποφασίζει καὶ προβαίνει».

§189Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δύο λέξεις. Ἐγὼ λέγω εἰς τὴν πρότασίν μου: «Ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου». Ναὶ ἢ οὔ; Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ φράσεις οὔτε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξηγήσῃ τίνα γνώμην ἐκφέρω.

§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ: «Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐπιφυλασσομένη νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτῆρος αὑτῆς ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, προβαίνει εἰς τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου τῶν μελῶν αὑτῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος».

§191Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Εὖγε! Ὡραῖα. Ἐμπρὸς εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι λέγουσι «ναί».

§192ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§193Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ ὁμιλήσωσι τώρα.

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι».

§195ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον. (Διαμαρτυρίαι ἀριστερόθεν. Θόρυβος).

§196ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε Τριανταφυλλίδη, ἔχετε τὸν λόγον, θέλετε νὰ ὁμιλήσητε;

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία. Ἐτελείωσαν οἱ λόγοι.

§198Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προχωρήσατε εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§199Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§200ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἐτέθη τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν. Ποῖον λόγον;

§201Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.

§202Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω.

§203Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσητε.

§204Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν καταβαίνω ἀπὸ ἐδῶ.

§205ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἐτέθη ζήτημα.

§206Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐτέθη, Κύριε. (Θόρυβος περὶ τὸ βῆμα. Κωδωνοκρουσίαι σφοδραὶ καὶ διάλογοι θορυβώδεις). Ἔχω ἀντίρρησιν. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεως). Εἶναι ἀναβολὴ αὐτή;

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἶναι;

§208Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀναγνώσατε νὰ ἴδητε τί εἶναι. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ὅλοι ἀπεφασίσαμεν νὰ γίνῃ ψηφοφορία περὶ ἀναβολῆς...

§209ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία.

§210ΘΕΜ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξεφωνήθησαν τρία ὀνόματα ἤδη (κατέρχεται τοῦ βήματος ὁ κ. Στάϊκος).

§211Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ δύο ὥρας ζητῶ τὸν λόγον καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη. Θέλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν διὰ τὴν ψῆφόν μου, ὅτι θὰ ψηφίσω τὴν πρότασιν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διὰ τῆς ψήφου μου νὰ προδικάσω τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτῆρος τῆς Συνελεύσεως. (Θόρυβος).

§212ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, ἔληξεν ἡ συζήτησις.

§213Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προχωρήσητε.

§214Κ. ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗΣ. Προτοῦ ἄρξηται ἡ ψηφοφορία, δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου δηλῶ, ὅτι θεωρῶ ὡς μὴ κανονικῶς διδόμενον τὸν ὅρκον, διότι τὰ μέλη, προτοῦ ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαί των, δὲν δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς ὁρκοδοσίαν, καθόσον, ἐὰν δὲν ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαί των, θὰ ἐξέλθωσιν ἐντεῦθεν φέροντες εἰς τὴν ῥάχιν των μίαν ὁρκοδοσίαν. Διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσω ἐπὶ τῆς προτάσεως καταφατικῶς, ἀλλὰ μετ’ ἐπιφυλάξεως. (Συγχωνευθείσης ἐν τῷ μεταξὺ τῇ συγκαταθέσει τοῦ κ. Ν. Κοντογούρη τῆς πρώτης προτάσεως πρὸς τὴν τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, τίθεται αὕτη εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἄρχεται αὕτη).

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία, κύριοι Βουλευταί. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Καλούτση, βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, καὶ Σπ. Δεληγιάννη, βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κωνσταντῖνος Τρικούπης ΝἸω. Στάϊκος Ο
Νικόλαος Α. Στράτος Γ. Μακρυκώστας Ν
Ἀλ. Γαρδικιώτης Γρίβας ΝἸωάν. Φαρμάκης Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΝΝικόλ. Παπαϊωάννου Ν
Ξενοφ. Μαυρομμάτης Δ. Κατσᾶνος
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος ΝΚωνστ. Σ. Ζῶτος
Λεωνίδας Δεληγεώργης Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν
Περ. Σισμάνης Βασίλ. Καραπᾶνος Ν
Ἐπ. Σουλτάνης ΝΠ. Καρασεβδᾶς Ν
Ἰωάν. Καναβὸς Γ. Ζερβουδάκης Ν
Δημήτριος Γ. Τσιτσάρας ΟΚ. Μᾶνος Ο
Δημ. Καραγιάννης Κ. Ἔσλιν Ν
Σπυρ. Ῥάγκος ΝΓ. Ζωγράφος Ν
Δημ. Τσάτσος ΝΝεοκλ. Καζάζης Ο
Στέφ. Γρανίτσας ΝΣτέφ. Ν. Δραγούμης Ν
Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΔημήτριος Γ. Ῥάλλης Ν
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος ΝΓεώργ. Παπαβασιλείου
Σωτ. Γρ. Κροκιδᾶς Α. Μιχελιδάκης
Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝΑ. Παναγιωτόπουλος Ο
Παναγ. Τσαλδάρης ΝΚ. Ῥακτιβὰν Ν
Παναγ. Δ. Πετρίδης ΝΓ. Νικολαΐδης Ο
Γεώργιος Πολυγένης ΝΠ. Λαγοπάτης Ν
Περικλ. Μεντζελόπουλος ΝΚ. Γιολδάσης Ο
Ἠλίας Παπαηλιοῦ ΝΧ. Πωλογιώργης
Γεώργιος Καρπετόπουλος ΝΓ. Πασπάτης Ν
Κωνστ. Βασιλείου ΝΝικόλ. Λεβίδης Ν
Ἰωάν. Κοφινιώτης ΟΓ. Καπετανάκης Ο
Ἰωάν. Τσουτσάνης ΝΝαπολ. Κανάρης Ο
Δημ. Οἰκονόμου ΝΜ. Γαλανὸς
Δημ. Ξύδης ΝΘεόδ. Γ. Ῥετσίνας
Νικόλ. Σκαρπέτης ΝΘ. Πετμεζᾶς Ο
Θεμιστ. Οἰκονομόπουλος ΝἸω. Δ. Ῥάλλης Ν
Παναγ. Λαλάκας ΝΘεόδωρος Λέκας Ν
Δημ. Καλέργης ΝΜ. Κούντουρος
Ἀναστ. Κακκαβᾶς ΝΓεώργ. Ἀναστασόπουλος Ν
Γεώργιος Κορυζῆς Π. Δρακούλης Ν
Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης ΟΔ. Πουρῆς Ν
Νικ. Τριανταφυλλάκος Ἀλέξανδρος Σκουζὲς Ν
Νικ. Δημητρακόπουλος ΟΓ. Τζεβᾶς Ο
Β. Δημητρακόπουλος ΝἈντ. Ζυγομαλᾶς Ν
Σπυρ. Τσακόπουλος ΝΣάββας Βαρβιτσιώτης Ο
Ἰωάν. Καλούτσης ΝΑ. Ψύλλας Ν
Ἀλ. Παπαναστασίου ΟΜ. Κατσούλης Ο
Σπυρ. Τσαγκάρης ΝΚωνστ. Ἀγγελόπουλος Ν
Γ. Μινόπουλος Γ. Παπαμαστοράκης
Θεόδ. Ζέρβας Γ. Βοῦρος Ν
Δ. Πλαπούτας Ν. Τσολάκος Ο
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Α. Κανελλόπουλος Ν
Στέφανος Σακελλαριάδης ΝΛάμπρος Καλλιφρονᾶς Ν
Χαρ. Στασινόπουλος ΝΑ. Μιχαλακόπουλος
Παν. Σπυράκης ΟἈλέξ. Ζαΐμης
Ἀριστ. Ἀντωνόπουλος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Γ. Παπαπετρόπουλος Ν. Κοντογούρης Ν
Παν. Δεληβοριᾶς ΟΑ. Χοϊδᾶς Ν
Θ. Πέρρος ΝΑ. Φωτήλας
Δ. Γεωργίτσας Δημ. Γούναρης
Α. Κατριβᾶνος ΝΔ. Γκλαβᾶς Ο
Χ. Βοσυνιώτης Λ. Φλαμῆς Ο
Ἰωάν. Π. Μανέτας ΝΑ. Καφετζόπουλος Ο
Ἠλ. Κοσονάκος ΟΛ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Ν
Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΝΠαν. Ζαΐμης
Σπυρ. Σῖμος ΝΣ. Δουκάκης Ο
Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς ΟΠ. Ἠλιόπουλος Ο
Σπυρ. Μήλιος ΟἸω. Ἐ. Κρεστενίτης Ν
Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Γ. Παπακυριακόπουλος Ο
Περ. Κ. Καραπᾶνος ΝΑ. Σ. Παναγιωτόπουλος Ν
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ν
Ἐλ. Βενιζέλος ΝΑ. Τσέλος Ν
Ἐμ. Μπενάκης ΝἈνδρ. Ι. Στεφανόπουλος Ν
Δημ. Καλέργης Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
Γ. Στρατούλης ΝΔ. Μάρκου
Κ. Μανιάκης ΟἈνδρ. Μονοκροῦσος Ο
Χ. Τριάντης ΝΚωνστ. Δεστούνης Ο
Ἀριστόβ. Λ. Πετμεζᾶς Γεώργιος Κόρπας
Ἰωάν. Ἰ. Στεφανόπουλος Κωνστ. Τσιροπινᾶς
Κωνστ. Γκότσης Κωνστ. Καλομενόπουλος
Λ. Οἰκονομίδης ΝΔημ. Βοκοτόπουλος
Ἰω. Ν. Σισίνης Ἐμμ. Λαδόπουλος
Ἄγγ. Ἀγγελόπουλος ΟἸω. Ν. Καλαμάρης Ν
Ἰω. Τσερτίδης ΝΝικόλ. Καμπάνης Ν
Κωνστ. Μητρόπουλος Ἀντ. Βιτάλης
Εὐάγ. Γεωργιάδης ΟΦρ. Βάλληνδας Ν
Ζήσης Ἰατροῦ ΝἘπαμ. Ἐμπειρίκος Ν
Γεώργ. Ἀβέρωφ Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ν
Μιχ. Στεφανίδης ΝΛουδοβ. Λιμπρίτης Ν
Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΠέτρ. Πρωτοπαπαδάκης
Νικόλ. Βασιλείου ΟἈλέξ. Πετρίτσης
Νικόλ. Κάραλης ΟΚωνστ. Σαλταμπάσης Ν
Ἰω. Βογιατζῆς Τριαντ. Παπαδὰμ Ν
Δ. Νικολαΐδης ΝἸωάν. Μαραγκός Ν
Σπ. Κριεζώτης ΝἈλέξ. Μαλασπίνας
Ἀλέξ. Οἰκονόμου ΝΒασίλ. Μαρκεζίνης
Δημ. Χρυσοστάλης ΟἘμμ. Πατρίκιος Ν
Νικόλ. Σταματιάδης ΝΜανοῦσος Δερλερὲς Ο
Νικόλ. Πετσάλης ΟΓεώργ. Ῥεδιάδης Ν
Ἐμμ. Στεφανίδης ΟΓεώργ. Καρυστινάκης Ν
Νικόλ. Ἀβέρωφ ΟΓεώργ. Παπαδάκης
Βασίλ. Ἀθανασούλας ΟἸωάν. Μαμάης Ν
Βασίλειος Βουδούρης Χριστόφορος Ἀσιμῆς
Γεώργ. Μερκάτης Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Κωνστ. Δ. Ἀργ. Λομβάρδος Γεώργ. Φικιώρης Ν
Ἀλέξ. Σ. Κ. Ῥώμας ΟΠαναγ. Κοσονάκος Ο
Νικόλ. Τζαν. Μουζάκης Πέτρος Κ. Μαυρομιχάλης Ο
Δημ. Στεφάνου ΝΕὐστρ. Κουλουμβάκης Ο
Διον. Μυλωνᾶς Γεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Παναγ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
Γεώργ. Ν. Θεοτόκης Δημ. Α. Πετροπουλάκης Ο
Σπ. Χαντζάρης ΝΣπυρ. Ξύδης Ο
Εὐθ. Α. Βελλιανίτης ΝΔημ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Κυρ. Κυρίτσης ΝΧαρίλ. Τζαννετάκης Ο
Μιχαὴλ Ν. Θεοτόκης Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης
Πέτρ. Π. Φίλιππας Ἰω. Α. Ἀντωνόπουλος Ο
Σπ. Καποδίστριας ΝΝικόλ. Λεωτσᾶκος Ο
Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Κωνστ. Σαλταφέρος Ο
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Θεόδ. Ῥίτσος Ο
Θεόδ. Τσαρλαμπᾶς ΝΒρασίδας Λεώπουλος Ο
Ἰω. Βαλαωρίτης Ἠλίας Δ. Κατσάκος Ο
Ἀνδρ. Δενδρινὸς ΝἸωάν. Χρυσοβελόνης Ο
Εὐστ. Βερροιώτης ΝΓεώργ. Φιλάρετος Ο
Περ. Βαλαωρίτης ΝἈγαμέμνων Σλῆμαν Ο
Σπυρ. Παϊπέτης Μιλτ. Δάλλας
Παν. Λιβιεράτος ΝΔημ. Οἰκονόμου Ο
Ἡρ. Νεόφυτος ΟΜιλτ. Μπουφίδης Ο
Ἀθ. Πινιατῶρος ΝΣοφοκ. Τριανταφυλλίδης Ο
Π. Δρακούλης Σωκρ. Μαρκίδης Ο
Νικόλ. Γερουλᾶνος Νικόλ. Ζαρλῆς Ο
Παν. Καββαδίας ΝΔιαμ. Ζαχαριάδης Ο
Μιλτ. Ἄγγ. Καβαλλιερᾶτος Δημ. Χατζηγιάννης Ο
Παντ. Λιβαδᾶς ΝΛεων. Ἀναγνώστου Ο
Διον. Βινιερᾶτος ΝΝικόλ. Ἀξελὸς Ο
Ἀντ. Μομφερρᾶτος Μιλτ. Δηλιγιάννης Ο
Νικόλ. Μαζαράκης ΟΝτῖνος Νούσιας Ο
Σπ. Τυπάλδος Φορέστης ΝἸωάν. Βασιλάκης Ο
Κωνστ. Κοντογεωργίου ΟΑ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΟ
Παναγ. Παπαδόπουλος ΟΓεώρ. Καραϊσκάκης Ο
Γεώργ. Ἀθανασιάδης ΟἈλ. Γιαννούσιος Τάκης Ο
Πέτρ. Κουτσόπουλος ΟΠαυσ. Ζωγλοπίτης Ο
Δημ. Μανωλόπουλος ΟΒασίλ. Γρίβας Ο
Γεώρ. Φίλωνος ΟἈχ. Δ. Ἔξαρχος Ο
Ἐλευθ. Γκόλτσιος ΟΓεώργ. Ράμμος Ο
Γ. Τσαξιρόπουλος ἢ ΤσαξίρηςΟΧρ. Καρᾶς
Π. Μερλόπουλος ΟΠ. Ἀκριβὸς ἢ Παπαποστόλου Ο
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΔημ. Κουκουλέτσος Ο
Π. Κασίμης ΝΚωνστ. Παπακυρίτσης Ο
Σ. Ντολιόπουλος ΝἈντ. Καπάλας Ο
Π. Ἰατρόπουλος ΝΘεόδ. Φίλιος Ο
Σπυρίδ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝἸωάν. Θεοδωρόπουλος Ο
Γ. Καντιάνης ΝΓεώργ. Σπυρόπουλος Ο
Χ. Δικαῖος ΝἈπ. Ἀλεξανδρῆς Ν
Ἀντ. Παπαγεωργίου ΟΠαναγ. Βερβενιώτης
Π. Καράπαυλος Δημ. Τομπάζης Ν
Ἠλ. Π. Μαυρομιχάλης Κυρ. Κυριαζόπουλος
Π. Σταματελάκης ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
Παναγιώτης Π. Σάκκης ΝΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
Ἰωάννης Γ. Σπέντζας Ἰωάν. Μᾶνος Ν
Παν. Φλέσσας ΝἈθανάσιος Εὐταξίας Ο
Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος ΟἸωάν. Τσιριμῶκος Ν
Α. Πετρομανιάτης ΟΝ. Ξηρὸς Ν
Δημ. Ἀναστασόπουλος ΟΙ. Παπαλουκᾶς Ν
Εὐστ. Κοκκέβης ΟΝικόλ. Βελέντζας Ο
Μ. Δαζέας ΟΝικόλ. Χατζῖσκος Ν
Νικόλ. Δαγρὲς Στ. Σουμαρίπας Ν
Ι. Ψηλογαλάνης ΟΝικόλ. Α. Σιμόπουλος Ν
Περικλ. Μποῦτσος ΟΚ. Λιδωρίκης Ο
Μ. Παπατσώρης ΟΝικόλ. Κρίτσας Ν
Γ. Οἰκονομόπουλος Χαράλ. Εὐταξίας Ο
Θεόδ. Μοσχούλας Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
Ν. Παπαλέξης Μ. Γαλανὸς
Ν. Χριστόπουλος Ἀνδρ. Μαρλᾶς
Νικόλ. Λεωνίδας Ι. Δημοκωστούλας Ν
Ἰωάν. Λεωνίδας ΝΝικόλ. Γαζῆς
Γεώργ. Μπούμπουλης ΝΜιλ. Γ. Λιδωρίκης Ν
Ἰάσων Μπούμπουλης ΝἸωάν. Δελμοῦζος Ν
Γεώργ. Χατζηδημητρίου ΟΔημ. Κρεμεζῆς Ν
Ν. Γαρδικιώτης ΟΓ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Χρ. Τεγόπουλος ΟΧρόνης Γαρδίκης
Δημ. Μπούσδρας ΟΝ. Δεστερλῆς Ν
Μιχ. Δημάκης ΟἈλέξ. Μ. Κανάρης Ν
Χρ. Ἀλαμανῆς ΟΓεώργιος Πὼπ Ν
Κωνστ. Σταμούλης ΟΘεμιστ. Μ. Κανάρης Ν
Μ. Κοτρῶτσος ΟἈνδρ. Χατζηκυριάκος Ν

Οὕτω δὲ ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ἀνακοινοῖ ὡς ἑξῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος.

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 269· ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ 148· κατ’ αὐτῆς δὲ 121.

§217Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ὁρκισθῶμεν, κύριε Πρόεδρε. (Οἱ κύριοι Βουλευταὶ σπεύδουσι ν’ ἀνατείνωσι τὰς χεῖρας, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος ἀναγινώσκει τὸν ἑξῆς ὅρκον: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου»).

§218Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ζήτω τὸ Σύνταγμα!

§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ζήτω ὁ Βασιλεύς! (Χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). (Τὸν ὅρκον τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος ὤμοσαν οἱ ἑξῆς κ. κ. Βουλευταί): Κωνσταντῖνος Τρικούπης, Ἀλ. Γαρδικιώτης Γρίβας, Ἐπ. Μαυρομμάτης, Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος, Ἐπαμ. Σουλτάνης, Ἰωάν. Στάϊκος, Γ. Μακρυκώστας, Ἰωάν. Φαρμάκης, Νικόλ. Παπαϊωάννου, Ἰωάννης Καλαντζόπουλος, Βασίλ. Καραπᾶνος, Π. Καρασεβδᾶς, Ἰωάν. Καναβός, Δημ. Γ. Τσιτσάρας, Σπυρ. Ῥάγκος, Δημ. Τσάτσος, Ἀθ. Χριστόπουλος, Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος, Ἐμμ. Ῥέπουλης, Παναγ. Τσαλδάρης, Παναγ. Δ. Πετρίδης, Γεώργ. Πολυγένης, Περικλῆς Μεντζελόπουλος, Ἠλ. Παπαηλιοῦ, Γεώργ. Καρπετόπουλος, Κωνστ. Βασιλείου, Ἰωάν. Κοφινιώτης. Ἰωάννης Τσουτσάνης, Δημ. Οἰκονόμου, Δημ. Ξύδης, Νικόλ. Σκαρπέτης, Θεμιστ. Οἰκονομόπουλος, Παναγ. Λαλάκας, Δημ. Καλέργης, Ἀναστ. Κακκαβᾶς, Γεώργιος Κορυζῆς, Σπυρίδων Ἰ. Δεληγιάννης, Νικ. Δημητρακόπουλος, Β. Δημητρακόπουλος, Σπυρ. Τσακόπουλος, Ἰωάν. Καλούτσης, Ἀλέξ. Παπαναστασίου, Σπυρ. Τσαγκάρης, Στέφ. Σακελλαριάδης, Χαρ. Στασινόπουλος, Παν. Σπυράκης, Παν. Δεληβοριᾶς, Θ. Πέρρος, Δ. Γεωργίτσας, Α. Κατριβᾶνος, Ἰωάν. Π. Μανέτας, Ἠλ. Κοσονάκος, Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης, Σπ. Σῖμος, Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς, Σπυρ. Μήλιος, Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς, Περ. Κ. Καραπᾶνος, Ἐλ. Βενιζέλος, Ἐμ. Μπενάκης, Γ. Στρατούλης, Γ. Ζερβουδάκης, Κ. Μᾶνος, Κ. Ἔσλιν, Γ. Ζωγράφος, Νεοκλῆς Καζάζης, Στέφ. Ν. Δραγούμης, Δημήτριος Γ. Ῥάλλης, Α. Παναγιωτόπουλος, Κ. Ῥακτιβάν, Γ. Νικολαΐδης, Π. Λαγοπάτης, Κ. Γιολδάσης, Γ. Πασπάτης, Νικόλ. Λεβίδης, Γ. Καπετανάκης, Ναπολ. Κανάρης, Θεόδ. Γ. Ῥετσίνας, Θ. Πετμεζᾶς, Ἰωάν. Δ. Ῥάλλης, Θεόδ. Λέκας, Γεώργ. Ἀναστασόπουλος, Δ. Πουρῆς, Ἀλέξ. Σκουζές, Γ. Τζεβᾶς, Ἀντ. Ζυγομαλᾶς, Σάββας Βαρβιτσιώτης, Α. Ψύλλας, Μ. Κατσούλης, Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος, Γ. Βοῦρος, Ν. Τσολάκος, Α. Κανελλόπουλος, Λάμπρος Καλλιφρονᾶς, Α. Μιχαλακόπουλος, Α. Παπαγιαννακόπουλος, Ν. Κοντογούρης, Α. Χοϊδᾶς, Δ. Γκλαβᾶς, Λ. Φλαμῆς, Α. Καφετζόπουλος, Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης, Σ. Δουκάκης, Π. Ἠλιόπουλος, Ἰω. Ε. Κρεστενίτης, Γ. Παπακυριακόπουλος, Α. Σ. Παναγιωτόπουλος, Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος, Α. Τσέλος, Ἀνδρ. Ι. Στεφανόπουλος, Ἄγγ. Πετραλιᾶς, Δ. Μάρκου, Κ. Μανιάκης, Χ. Τριάντης, Ἀριστόβ. Λ. Πετμεζᾶς, Ἰωάν. Ι. Στεφανόπουλος, Λ. Οἰκονομίδης, Ἄγγ. Ἀγγελόπουλος, Ἰωάν. Τσερτίδης, Κωνστ. Μητρόπουλος, Εὐάγ. Γεωργιάδης, Ζήσης Ἰατροῦ, Γεώργ. Ἀβέρωφ, Μιχ. Στεφανίδης, Νικόλ. Βασιλείου, Νικόλ. Κάραλης, Δημ. Νικολαΐδης, Σπυρ. Κριεζώτης, Ἀλέξ. Οἰκονόμου, Δημ. Χρυσοστάλης, Νικόλ. Σταματιάδης, Νικόλαος Πετσάλης, Ἐμμ. Στεφανίδης, Νικόλ. Ἀβέρωφ, Βασίλ. Ἀθανασούλας, Γεώρ. Μερκάτης, Ἀλέξ. Σ. Κ. Ῥώμας, Δημ. Στεφάνου, Σπυρ. Χαντζάρης, Εὐθ. Α. Βελλιανίτης, Κυρ. Κυρίτσης, Σπυρ. Καποδίστριας, Θεόδ. Τσαρλαμπᾶς, Ἰω. Βαλαωρίτης, Ἀνδρ. Δενδρινός, Εὐστ. Βερροιώτης, Περ. Βαλαωρίτης, Παν. Λιβιερᾶτος, Ἡρ. Νεόφυτος, Ἀθ. Πινιατῶρος, Π. Δρακούλης, Νικόλ. Γερουλᾶνος, Παν. Καββαδίας, Μιλ. Ἄνν. Καβαλλιερᾶτος, Παντ. Λιβαδᾶς, Διον. Βινιερᾶτος, Ἀντ. Μομφερρᾶτος, Νικόλ. Μαζαράκης, Σπ. Τυπάλδος Φορέστης, Ἀνδρ. Μονοκροῦσος, Κωνστ. Δεστούνης, Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης, Νικόλ. Καμπάνης, Ἀντ. Βιτάλης, Φρ. Βάλληνδας, Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος, Γεώργ. Γαϊτᾶνος, Λουδοβ. Λιμπρίτης, Πέτρ. Πρωτοπαπαδάκης, Τριαντ. Παπαδάμ, Ἰωάν. Μαραγκός, Ἐμμ. Πατρίκιος, Μανοῦσος Δερλερές, Γεώργ. Ῥεδιάδης, Γεώργ. Καρυστινάκης, Ἰωάν. Μαμάης, Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης, Γεωργ. Φικιώρης, Παναγ. Κοσονάκος, Πέτρος Κ. Μαυρομιχάλης, Εὐστρ. Κουλουμβάκης, Γεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης, Παναγ. Λ. Πετροπουλάκης, Δημ. Α. Πετροπουλάκης, Σπυρ. Ξύδης, Δημ. Παπαμιχαλόπουλος, Χαρίλ. Τζαννετάκης, Ἰω. Α. Ἀντωνόπουλος, Νικόλαος Λεωτσάκος, Κωνστ. Σαλταφέρος, Θεόδωρος Ῥίτσος, Βρασίδ. Λεώπουλος, Ἠλίας, Δ. Κατσάκος, Ἰωάν. Χρυσοβελόνης, Γεώργ. Φιλάρετος, Ἀγαμέμνων Σλῆμαν, Δημ. Οἰκονόμου, Μιλτ. Μπουφίδης, Σοφοκλ. Τριανταφυλλίδης, Σωκρ. Μαρκίδης, Νικόλ. Ζαρλῆς, Διαμ. Ζαχαριάδης, Δημ. Χατζηγιάννης, Λεωνίδας Ἀναγνώστου, Νικόλ. Ἀξελός, Μιλτ. Δηλιγιάννης, Ντῖνος Νούσιας, Ἰωάν. Βασιλάκης, Κωνστ. Κοντογεωργίου, Παναγ. Παπαδόπουλος, Γεώργ. Ἀθανασιάδης, Δημ. Μανωλόπουλος, Γεώργ. Φίλωνος, Ἐλευθ. Γκόλτσιος, Γ. Τσαξιρόπουλος ἢ Τσαξίρης, Π. Μερλόπουλος, Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος, Π. Κασίμης, Σ. Ντολιόπουλος, Π. Ἰατρόπουλος, Σπυρίδ. Α. Κουμουνδοῦρος, Γ. Καντιάνης, Χ. Δικαῖος, Ἀντ. Παπαγεωργίου, Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης, Π. Σταματελάκης, Παναγιώτης Π. Σάκκης, Ἰωάννης Γ. Σπέντζας, Παναγ. Φλέσσας, Α. Πετρομανιάτης, Δημ. Ἀναστασόπουλος, Εὐστ. Κοκκέβης, Μ. Δαζέας, Νικόλαος Δαγρές, Ι. Ψηλογαλάνης, Μ. Παπατσώρης, Θεόδ. Μοσχούλας, Νικόλαος Λεωνίδας, Ἰωάν. Λεωνίδας, Γεώργ. Μπούμπουλης, Ἰάσων Μπούμπουλης, Γεώργ. Χατζηδημητρίου, Ν. Γαρδικιώτης, Δημ. Μπούσδρας, Μιχ. Δημάκης, Χρ. Ἀλαμανῆς, Κωνστ. Σταμούλης, Μ. Κοτρῶτσος, Α. Ἀθανασίου ἢ Βαβυλόπουλος, Γεώργ. Καραϊσκάκης, Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης, Παυσ. Ζωγλοπίτης, Βασίλ. Γρίβας, Γεώργ. Ῥάμμος, Χρ. Καρᾶς, Π. Ἀκριβὸς ἢ Παπαποστόλου, Δημ. Κουκουλέτσος, Κωνστ. Παπακυρίτσης, Ἀντ. Καπάλας, Θεόδ. Φίλιος, Ἰωάν. Θεοδωρόπουλος, Γεώργ. Σπυρόπουλος, Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς, Παναγ. Βερβενιώτης, Δημ. Τομπάζης, Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης, Νικόλ. Μ. Τσαμαδός, Ἰωάννης Μᾶνος, Ἀθαν. Εὐταξίας, Ἰωάν. Τσιριμῶκος, Ν. Ξηρός, Ι. Παπαλουκᾶς, Νικόλ. Βελέντζας, Νικόλ. Χατζίσκος, Στ. Σουμαρίπας, Νικόλαος Α. Σιμόπουλος, Κ. Λιδωρίκης, Νικόλ. Κρίτσας, Χαρ. Εὐταξίας, Θεμ. Παπαϊωάννου, Μ. Γαλανός, Ι. Δημοκωστούλας, Μιλ. Γ. Λιδωρίκης, Ἰωάν. Δελμοῦζος, Δημ. Κρεμεζῆς, Γ. Ἀγαθοκλῆς, Χρόνης Γαρδίκης, Ν. Δεστερλῆς, Ἀλέξανδρος Μ. Κανάρης, Γεώργ. Πὼπ, Θεμ. Μ. Κανάρης καὶ Ἀνδρέας Χατζηκυριάκος». Οἱ δὲ κ. Πλάτων Ε. Δρακούλης καὶ Κ. Δεστούνης, Βουλευταὶ Κεφαλληνίας, ὡρκίσθησαν μέν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπιφύλαξιν: «Οἱ ὑποφαινόμενοι Πληρεξούσιοι τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας δίδομεν τὸν ὅρκον ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἐπιφύλαξιν, ὅτι: Συναισθανόμενοι τὴν ἱερότητα τοῦ χριστιανικοῦ δόγματος: «μὴ ὀμόσαι ὅλως», δίδομεν τὸν ὅρκον ὡς ἐκτέλεσιν ἐπιβαλλομένου τύπου, θεωροῦντες αὐτὸν κατ’ οὐσίαν ἰσοδύναμον πρὸς ἁπλῆν βεβαίωσιν, ὅτι θὰ ἐκτελέσωμεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν μας, καὶ συνεπῶς, ἐὰν ἡ εὐσυνείδητος αὕτη ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντός μας εὑρεθῇ ποτε ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ δοθέντος ὅρκου, θὰ πορευθῶμεν κατὰ τὴν συνείδησίν μας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Σεπτεμβρίου 1910. Οἱ Πληρεξούσιοι Κεφαλληνίας Πλάτων Ε. Δρακούλης, Κ. Δεστούνης»). Τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην ὑπέβαλον οὗτοι καὶ ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς).

§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2
2τῆς 6 Σεπτεμβρίου 1910
3(Δευτέρα)
4Προεδρία προσωρινὴ κ. Ἀθ. Κατριβάνου.
5(Ἀναγνωσθέντος περὶ ὥραν 10 π. μ. τοῦ ὀνομαστικοῦ
6καταλόγου εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 223
7Βουλευτῶν).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σήμερον δὲν θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ
9πρακτικά, διότι δὲν εἶναι ἕτοιμα. Κατὰ τὴν τελευταίαν
10συνεδρίασιν εἶχε τὸν λόγον ὁ κ. Κασίμης ἐπὶ τῆς οὐσίας
11τοῦ θέματος, ἀλλὰ παρενεβλήθη τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς
12τῆς συζητήσεως καὶ δι’ αὐτὸ κατόπιν ἀνεγνώσθη ὁ κατά-
13λογος καὶ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή. Ἐὰν ὁ κ. Κα-
14σίμης θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του, αὐτὸς εἶναι
15πρῶτος.
16§2Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον μείνει ἐγὼ
17πρῶτος.
18§3Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐξηγήθημεν.
19Κύριοι συνάδελφοι, βλέπω ὅτι ἀποτολμῶ τόλμην μεγά-
20λην ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τόσον πολυπληθοῦς καὶ τόσον
21σοβαροῦ καὶ τόσον σοφοῦ ἀκροατηρίου, διὰ νὰ ἐκφέρω γνώ-
22μην ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1863
23δὲν ἀπησχόλησε τὸ Σῶμα τοῦτο. Συγχωρήσατε τὴν τόλ-
24μην. Ὀφείλεται ὄχι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν ὅτι θὰ σᾶς φω-
25τίσω, ἀλλ’ εἰς ἓν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον μὲ παρεκίνησε νὰ
26παρουσιάσω ἐνώπιόν σας τὴν εἰκόνα μιᾶς λαϊκῆς ψυχῆς,
27ὡς αὕτη ἀντιλαμβάνεται τῆς καταστάσεως τῶν πραγμά-
28των ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Εἰς τὸ αἴ-
29σθημα τοῦτο ἀφορῶντες, εἰς τὴν πηγὴν τῆς τόλμης μου,
30κρίνατέ με μετ’ ἐπιεικείας.
31Τρεῖς εἶναι, Κύριοι, αἱ γνῶμαι ἢ αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι
32μᾶς ἀπασχολοῦσι. Κατὰ τὴν μίαν πρότασιν πρέπει νὰ ἀρ-
33κεσθῶμεν εἰς τὴν εὐρυτάτην ἀναθεώρησιν, οὐδὲ νομοθετι-
34κῆς ἐξουσίας ἀναγνωριζομένης εἰς τὸ Σῶμα. Κατὰ τὴν
35δευτέραν τὸ Σῶμα τοῦτο πρέπει νὰ λάβῃ μορφὴν Συντα-
36κτικῆς Συνελεύσεως. Κατὰ τὴν τρίτην, τὴν ὑποβληθεῖσαν
37ὑπὸ τοῦ κ. Δημητρακοπούλου, δέον νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸ
38Σῶμα ἡ δύναμις Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς μὲ εὐρυτάτην ἐξου-
39σίαν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος πλὴν τῶν θεμελιω-
40δῶν διατάξεων, ἀλλὰ συνάμα καὶ δύναμις νομοθετικῆς
41ἐξουσίας. Αἱ προτάσεις αὗται δύνανται νὰ ἐρευνηθῶσι καὶ
42ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ πολιτικῆς σκοπιμό-
43τητος. Δὲν θίγω τὴν ἐπιστημονικὴν ἄποψιν, διότι δὲν φρονῶ
44ὅτι ἔχω τὸ ἀνάστημα ἑνὸς Δημητρακοπούλου οὔτε τὸ ἀνά-
45στημα τόσων ἄλλων φλογερῶν ῥητόρων, τοὺς ὁποίους
46ἤκουσα προχθὲς καὶ ἐθαύμασα.
47Ἐὰν πρέπῃ ἡ ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια ἡ ἀπόλυτος νὰ
48ἔλθῃ εἰς ἁρμονίαν τινὰ μὲ τὸν πολιτικὸν σκοπόν, αὐτὸ θὰ
49ἦτο βεβαίως εὐκταῖον. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ διάστασις, ἐγὼ
50φρονῶ ὅτι τὰ πολιτικὰ Σώματα μᾶλλον πρέπει νὰ προσ-
51βλέπωσιν εἰς τὸν πολιτικὸν σκοπὸν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐπιστη-
52μονικὴν ἄποψιν.
53Διετυπώθη, Κύριοι, ἡ γνώμη ὅτι, ἐὰν δὲν συμβιβάσωμεν
54τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν ἀλήθειαν, τὰ
55Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ ἐρευνήσωσι
56τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως — ἐὰν
57δύνανται νὰ τὰς ἐρευνήσωσιν—, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κηρύ-
58ξωσιν αὐτὰ τὴν ἀναρχίαν ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τῶν Δικα-
59στηρίων. Ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν διαβλέπω τοιοῦτον κίνδυνον,
60διότι δὲν πιστεύω ὅτι τὸ Κράτος αὐτὸ θὰ πληρώνῃ δικα-
61στάς, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶσι νὰ κηρύξω-
62σιν ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν Δικαστηρίων τὴν ἀναρχίαν. Πάν-
63τοτε θὰ εὑρεθῶσιν ὀλίγαι λέξεις, ὀλίγαι σκέψεις νομικαί,
64νὰ δικαιολογήσωσι τὰ πράγματα, ἀφοῦ εὑρίσκονται τόσαι
65ἄλλαι νὰ δικαιολογήσωσι τὰ σκάνδαλα. Δὲν ἔχω ἄλλως τε
66τοιούτους φόβους, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω ὑπὸ
67τὴν ἐκτίμησίν σας τὴν σκέψιν μου πῶς ἀπὸ πολιτικῆς σκο-
68πιμότητος πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ ποίαν ἐκ τῶν γνω-
69μῶν τούτων νὰ ἀκολουθήσωμεν.
70Ἡ πρώτη γνώμη εἶναι ὑπὲρ τῆς εὐρυτάτης ἀναθεωρητι-
71κῆς ἄνευ ἄλλης τινὸς ἐξουσίας καὶ δὴ ἄνευ νομοθετικῆς
72ἐξουσίας.
73Νὰ ἀποτολμήσω νὰ εἴπω ὅτι τὴν θεωρῶ ὡς χειρί-
74στην πασῶν; Βλέπω ὅτι δὲν ἔχω τοιοῦτον ἀνάστημα. Καὶ
75ἐν τούτοις ἔχω τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον συγχωρήσατε, διότι
76εἶναι θάρρος ἁγνῆς πεποιθήσεως.
77Θεωρῶ, Κύριοι, τὴν γνώμην αὐτὴν ὡς ἀφισταμένην ἀπὸ
78τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως τὴν μᾶλλον καταδικα-
79στέαν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
80ἐξήρτησε τὰ πάντα ἐκ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καί, ἂν εἴπωμεν
81ὅτι ἐξήρτησε καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν τετριμμένων
82ὑποδημάτων του, θὰ εἴμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἐὰν ἄρα περι-
83ορισθῶμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τὸ
84ὁποῖον θὰ προσφέρῃ μεταρρυθμίσεις τινὰς ξηρῶν διατάξεων
85τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ
86καταδείξωσι πρακτικὰ ὠφελήματα, ὄχι ὅμως ἐν τῷ πα-
87ρόντι, φρονεῖτε ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὴν θέλησιν
88τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως ὄχι. Καὶ
89ἐὰν τοιουτοτρόπως ἀφιστάμεθα ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλ-
90ληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἱκανο-
91ποιήσωμεν καθ’ ἣν ἔκτασιν ἐννοεῖ αὕτη, ἀλλὰ πρὸς τὴν
92ὁποίαν κἄτι τι πάντες πρέπει νὰ προσφέρωμεν, πόθον τινὰ
93αὐτῆς πάντως, νομίζω, πρέπει νὰ ἱκανοποιήσωμεν, ἀφοῦ
94μάλιστα συνέπεσε νὰ εἴμεθα διπλάσιοι τῶν ὅσοι συνήθως
95εἶναι, καὶ ἀφοῦ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔλειψε καμμία
96σοφία εἰς τὸ Κράτος, ἡ ὁποία νὰ μὴ εἰσῆλθεν ἐν τῷ Κοινο-
97βουλίῳ. Ἀπὸ τοιοῦτον λοιπὸν Σῶμα νὰ μὴ περιμένῃ τί-
98ποτε ὁ λαός, ἀλλὰ μόνον μεταρρυθμίσεις τινὰς συνταγμα-
99τικάς, τῶν ὁποίων τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἴδῃ μετὰ τριάκοντα
100ἔτη;
101§4Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
102§5Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὄχι. Δεύτερος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ πείθει
103νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην ταύτην, εἶναι ὅτι, ἐὰν αὕτη ἐπι-
104κρατήσῃ, τὸ ἔργον τοῦ Σώματος θὰ λήξῃ ταχέως καὶ μετὰ
105δύο ἢ τρεῖς μῆνας ληγουσῶν τῶν ἐργασιῶν μας ὁ λαὸς θὰ
106κληθῇ εἰς νέας ἐκλογὰς καὶ ὁ λαός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν
107ἀγωνίᾳ ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου καὶ σχεδὸν ἐν ἐκλογαῖς, θὰ
108ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη ἀνησυχῶν διὰ τῶν ἐκλογῶν. Ἐφρό-
109νουν καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι τὸ
110Σῶμα τοῦτο εἶναι δυνατὸν δι’ ἓν ἔτος τοὐλάχιστον νὰ οἰ-
111κονομήσῃ τὰ πράγματα τῆς χώρας, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγ-
112κην βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πολυ-
113πληθὲς Σῶμα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐν πειθαρχίᾳ ἐπὶ μα-
114κρὸν καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ τελευτήσῃ, ἀλλὰ προσωρινῶς
115ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέ-
116ροντα τῆς χώρας, ἀναβαλλομένων τῶν ἐκλογῶν.
117Ἡ τρίτη δικαιολογία, ἡ ὁποία μὲ πείθει νὰ ἀποκρούω
118τὴν ἁπλῆν Ἀναθεωρητικὴν ἄνευ νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶ-
119ναι ἡ κατάστασις τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐνταῦθα ἔστειλεν ὁ
120Ἑλληνικὸς λαὸς ἑκατὸν ἀνθρώπους ὡς ἀνεξαρτήτους, οἱ
121ὁποῖοι ὑπεσχέθησαν ἴσως πολλὰ ἐν τῇ ὑπερβολικότητι, οἱ
122ὁποῖοι ὅμως φρονοῦσιν, ὅτι δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσι
123καί τινα ἐξ αὐτῶν. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἐρωτῶ, τί θὰ
124τοὺς κάμητε; Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἀποφασίσωσι νὰ ἀπο-
125χωρήσωσιν, ὁ κίνδυνος εἶναι μικρός· ἂς ὑπάγουν εἰς τὸ
126καλό. Ἐὰν ὅμως ἀποφασίσῃ αὐτὸ τὸ Σῶμα νὰ ἀντιδράσῃ
127ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, φρονεῖτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
128λήξωσι κανονικῶς αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως ἢ θὰ μα-
129ταιωθῇ καὶ τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς Ἀναθεωρη-
130τικῆς Βουλῆς, ἐπερχομένης διαλύσεως; Ἐγὼ εἶμαι ὁ συν-
131τηρητικώτατος πάντων, ἀλλὰ πρὸ τοῦ κινδύνου νὰ ἐπι-
132στρέψω πρὸς τὴν ἐπαρχίαν μου μὴ ἀποκομίζων τίποτε θὰ
133εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑπηρετήσω πᾶσαν ἰδέαν ἀντιδρά-
134σεως, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ ἄλλοι συντακτικοὶ θὰ ἠσπάζοντο.
135Ἡ δευτέρα γνώμη εἶναι ἡ ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τῶν συν-
136τακτικῶν διὰ προτάσεως σαφοῦς, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψει.
137Ἡ γνώμη αὐτὴ ὁμολογουμένως ἔχει πλεονεκτήματα, ἀλλὰ
138καὶ κινδύνους ἐνέχει. Κατ’ αὐτὴν τὴν γνώμην πρέπει νὰ
139καταλύσωμεν τὸ ὑπάρχον. Δίδονται ὑποσχέσεις, ὅτι θὰ ἀνοι-
140κοδομηθῇ κατὰ τὴν θεμελιώδη αὐτοῦ μορφὴν καὶ θὰ βελ-
141τιωθῇ. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται.—Ἐγὼ ἔχω πίστιν εἰς τὰς ἐγγυήσεις
142καὶ δὲν ἐρωτῶ, ἀλλὰ δύνανται ἄλλοι ἀντιφρονοῦντες νὰ
143ἐρωτήσωσιν: —«Ἀφοῦ ὑπόσχεσθε, ὅτι θὰ ἀνιδρύσητε τὸ οἰ-
144κοδόμημα, ὅπως ἦτο, τότε διατί νὰ τὸ καταλύσητε; Ἁπλῶς
145διὰ νὰ λάβητε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸ ἴδητε καταλυόμε-
146νον καὶ ἀνιδρυόμενον;» Ἡ λογικὴ αὕτη εἶναι τόσον σιδηρᾶ,
147ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ ἐκεῖθεν οὐδεὶς χωρὶς νὰ
148φαίνηται, ὅτι δὲν δεσμεύεται ὑπὸ τῆς λογικῆς, καὶ μὴ δυ-
149νάμενος νὰ ἀναιρέσῃ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο θ’ ἀποκρούσῃ
150τὴν Συντακτικήν. Προσθέτως ἡ συντακτικὴ μορφὴ τοῦ Σώ-
151ματος ἐνέχει καὶ ἀναμφισβητήτους κινδύνους, τοὺς ὁποίους
152δὲν δύνανται νὰ προλάβωσιν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑπο-
153θέσεως, αἱ προσωπικαὶ ἐγγυήσεις, ἡ ἐντιμότης, ὁ ἁγνός, ὁ
154φλογερὸς πατριωτισμὸς τῆς ὁμάδος τῶν συντακτικῶν· δη-
155λαδὴ κατὰ τοὺς ἀντιφρονοῦντας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κατα-
156λήξωμεν εἰς τὴν ἀναρχίαν παρὰ τὴν θέλησιν, παρὰ τὴν δύ-
157ναμιν τῶν συντακτικῶν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀντιτάξωσιν. Εὐλό-
158γως ἄρα φρονοῦσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες τοῖς συντακτικοῖς ὅτι
159εὑρίσκονται πρὸ τοῦ κινδύνου ἀναρχίας, καὶ εἶναι ἐπιβεβλη-
160μένον νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀπο-
161τρέψῃ καὶ τὸν ἐνδεχόμενον κίνδυνον τοῦτον, τοῦ ὁποίου
162κατανοεῖτε εὐχερῶς τὰς καταστρεπτικὰς συνεπείας.
163Ἡ τρίτη γνώμη, Κύριοι, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη διὰ τοῦ
164σοφοῦ νομικοῦ, διὰ τοῦ κορυφαίου τῶν Ἑλλήνων δικηγόρων,
165ἀποδεικνυομένου οὕτω καὶ ὡς ὀξυνουστάτου πολιτικοῦ ἀν-
166δρός, πολλὰ ὑποσχομένου εἰς τὴν πατρίδα, εἶναι ἡ μέση,
167κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Σῶμα θὰ διατηρήσῃ τὸν εὐρύτατον
168ἀναθεωρητικὸν αὑτοῦ τύπον, θὰ προσκτήσηται ὅμως τὴν δύ-
169ναμιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη, ἥτις
170φαίνεται ἱκανοποιοῦσα τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα περίπου,
171ἐνέχει κινδύνους σοβαρωτάτους. Δύνανται νὰ μὲ ἐρωτήσω-
172σιν οἱ συντακτικοί: Ποῖα εἶναι τὰ γενικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα
173ἀπεστάλημεν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ὑποδείξωμεν καὶ
174νὰ ἐνισχύσωμεν διὰ τῆς ψήφου μας, ποία εἶναι ἡ κατεύ-
175θυνσις τῆς δημοσίας γνώμης, ὡς ἐξεδηλώθη τὴν ὀγδόην Αὐ-
176γούστου; Κατὰ τὴν γνώμην μου σαφῶς ἐξεδηλώθη ἡ λαϊκὴ
177βούλησις κατὰ τῶν προσωπικῶν κομμάτων. Ἐὰν ἄρα, ἐρω-
178τῶμαι, ὑποδειχθῶσι μέτρα ἢ ἀξιωθῇ νὰ ληφθῶσι μέτρα
179πρὸς ἀποσύνθεσιν τῶν προσωπικῶν κομμάτων, ἆρά γε τὰ
180κόμματα, εἰς τὰ ὁποῖα τοσαύτην δυσπιστίαν τρέφομεν, δὲν
181θὰ θελήσωσι νὰ ἀντιδράσωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε
182μεταγενεστέρως, ἔχοντα καὶ τὴν εὐκολίαν καὶ τὰς σχέσεις,
183νὰ τραπῶσιν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ νὰ μᾶς διασκορπίσωσι;
184Καὶ τότε τί θὰ γίνῃ; Τί θὰ ἀποκομίσωμεν ὑπὲρ τῶν συμ-
185πολιτῶν μας; Βεβαίως τὴν ἐξακολούθησιν τῆς τυραννίας τῶν
186κομμάτων, δηλαδὴ τῆς εἰδεχθεστάτης τῶν τυραννιῶν, τῆς
187ὁποίας ἀπείρως προτιμοτέρα εἶναι ἡ τυραννία τῆς ἀναρ-
188χίας. Αὕτη θὰ λήξῃ μίαν ἡμέραν, ἐνῷ ἡ πρώτη ἔφερε τὴν
189σῆψιν καὶ θὰ φέρῃ ἀσφαλῶς καὶ τὸν θάνατον τῆς Ἑλλάδος.
190Ὁ κίνδυνος οὗτος ὁ σοβαρώτατος, ὁ ὁποῖος συνέχει ἡμᾶς
191νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὴν μορφὴν τῆς Συντακτικῆς, κατὰ τὴν
192γνώμην μου εἶναι ὁ μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένος, διότι τὸν
193κίνδυνον αὐτὸν δυνάμεθα νὰ τὸν προλάβωμεν.
194Ὅταν ἐντεῦθεν δηλώσωμεν, ὅτι ἀπεστάλημεν ἐργάται ἐκ
195μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μιᾶς ἰδέας, ὅτι θὰ εἴμεθα ἐργά-
196ται ἀφιλοκερδεῖς, ὅτι δὲν θὰ ζητήσωμεν ἀμοιβὴν διὰ τῆς
197Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ φύλλον ἐκεῖνο δὲν θὰ
198μολυνθῇ ποτε δι’ οὐδεμιᾶς πράξεως κυβερνητικῆς τῇ εἰση-
199γήσει ἢ τῇ ἀπαιτήσει ἡμῶν, φρονεῖτε, ὅτι δὲν θὰ εὕρωμεν
200ἕνα ἄνδρα, ἕνα πολιτικὸν ἀρχηγόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἀποδεχθῇ
201τὰς ὑπηρεσίας μας ταύτας, νὰ μᾶς ὀργανώσῃ καὶ νὰ μᾶς
202χρησιμοποιήσῃ; Καὶ ὅταν ὁ λαός, καὶ ὅταν ἄνωθεν, καὶ ὅταν
203πανταχόθεν θὰ μᾶς ἴδωσι συγκροτουμένους εἰς ἕνα ἑσμὸν
204μελισσῶν φιλοπόνων καὶ φιλοτίμως ἐργαζομένων ὑπὲρ τῶν
205συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ἄνευ ἐπιδείξεων, ἄνευ λογοκοπιῶν,
206φαντάζεσθε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τις τόσον ἀσεβής, τόσον ἀφιλό-
207πατρις, ὥστε νὰ διακόψῃ τὸ ἔργον αὐτὸ τοῦ ἑσμοῦ, ὥστε
208νὰ σκορπίσῃ τὸν ἑσμὸν ἐκεῖνον; Εἶναι τοῦτο ἀδύνατον; Διὰ
209τοῦτο φρονῶ ὅτι ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον φοβούμεθα, δηλαδὴ
210τῆς διαλύσεως, ἐξαρτώμενος ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ τῆς συνέσεως
211ἢ ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐργασθῶμεν, δύναται
212ἀναμφισβητήτως νὰ ἀποτραπῇ.
213Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχέ τι ἀνάστημα, τὸ ὁποῖον οὕτως ἐρ-
214γαζομένους θὰ ἐζήτει νὰ διασκορπίσῃ, θὰ ἐτόλμα νὰ ἀντι-
215κρύσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν λαϊκὴν βούλησιν; Ἐγὼ
216δὲν τὸ φαντάζομαι ἀτομικῶς. Παρὰ τὴν πανταχόθεν ἐκδή-
217λωσιν εὐλόγου δυσπιστίας, ἔχω πλήρη καὶ ἀκλόνητον πε-
218ποίθησιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ εἰς τὰ φρονήματα τῶν
219κομματικῶς πολιτευομένων καί, ὡς πιστεύω, μεταξὺ ἐκείνων
220καὶ ἡμῶν τῶν νέων ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις καὶ ὡς πρὸς
221τὴν πεῖραν καὶ ὡς πρὸς τὴν μόρφωσιν καὶ ὡς πρὸς τὰ φῶτα.
222Ὅλα ταῦτα μὲ πείθουσιν, ὅτι δύναμαι νὰ ἔχω ἐμπιστοσύ-
223νην· δύναμαι νὰ παράσχω τὰς ὑπηρεσίας μου εἰς πάντα, ὁ
224ὁποῖος θὰ ἐζήτει νὰ τὰς χρησιμοποιήσῃ, καὶ οὐδεμίαν ἔχω
225ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν ζητηθῇ παρ’ ἡμῶν ἡ κατάλυσις
226τῆς τυραννίας τοῦ κομματισμοῦ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τεί-
227νωσι τὰς χεῖρας πρὸς ἡμᾶς, θὰ εἶναι οἱ πολιτευόμενοι, διότι
228ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κυρίως ἔχουσι γίνει θύματα τῆς καταστά-
229σεως ταύτης, εἶναι οἱ πολιτικοί.
230§6Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
231§7Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐὰν ἄρα μᾶς ἴδωσιν οἱ πολιτευόμενοι
232ἐργαζομένους καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ αἰσθάνομαι καὶ ἐννοῶ, μὴ
233ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἀντιδράσωσιν, ἀλλὰ θὰ
234τείνωσι πρὸς ἡμᾶς τὰς χεῖρας, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐνισχύσωσι νὰ
235καταλύσωμεν τὸ κράτος αὐτὸ τῆς κομματικῆς τυραννίας,
236τὸ ὁποῖον οἱ ἴδιοι δυσθυμότατα φέρουσιν. Ἐὰν συμβῇ τοὐ-
237ναντίον, τότε δικαιούμεθα νὰ κηρύξωμεν τὴν ἐπανάστασιν
238ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τοῦ λαοῦ.
239Κύριοι, ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Δημητρα-
240κοπούλου, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ πάντας. Νομίζω, ὅτι ὑποχω-
241ροῦντες εἰς τὴν γνώμην ταύτην οἱ συντακτικοὶ θὰ νικήσω-
242μεν νίκην περιφανῆ. Πρέπει νὰ εἴμεθα—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ
243εἴπω, καίτοι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δίδω συμβουλὰς—,
244πρέπει νὰ εἴμεθα ἀρκετὰ συνετοὶ νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐκ
245τῆς νίκης, διὰ νὰ δρέψωμεν καρποὺς ὅσον τὸ δυνατὸν περισ-
246σοτέρους, διότι οἱ καρποὶ αὐτοὶ θὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἀγα-
247θὸν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Οὕτως ὑπηρετοῦντες τὸν λαὸν θὰ ἐξασφα-
248λίσωμεν τὴν εὐμένειαν αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μεγαλείτε-
249ρον ἡμῶν κεφάλαιον διὰ τὸ μέλλον, ἐνῷ πείσμονες ὄντες καὶ
250μὴ ὑποχωρητικοὶ θὰ στερηθῶμεν τῶν συμπαθειῶν ἐκείνων
251καὶ θὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ μετανοήσωσιν, ἐὰν ἤδη δὲν
252μετεμελήθησαν διότι μᾶς ἔστειλαν ἐνταῦθα. (Χειροκρο-
253τήματα).
254§8Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐκ καθήκοντος συναδελφικῆς ξε-
255νίας ἐπεθύμουν νὰ παραχωρήσω τὴν ἐμὴν σειρὰν εἰς τὸν
256ἐξέχοντα ἐκ Κρήτης πολιτευτὴν κ. Ἐλευθέριον Βενιζέλον.
257§9ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι εὐγνώμων πρὸς τὸν κύ-
258ριον συνάδελφον διὰ τὴν προτίμησιν, ἀλλὰ δὲν σκέπτομαι
259νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρόντος.
260§10Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Προχθὲς σπευδόντων τῶν ὁμοφρο-
261νούντων μοι πρὸς ψηφοφορίαν παρῃτήθην τοῦ λόγου. Ἀλλ’
262εἰς πολυμελῆ Σώματα, σκοπὸν ὕψιστον ἔχοντα, ὡς τὸ ἐθνι-
263κὸν τοῦτο συνέδριον, πρέπει τις ἀξίως καὶ νὰ λέγῃ καὶ
264νὰ πράττῃ. Καὶ ἂν μὲν ἔχωμεν πλειονοψηφίαν, πρὸς τί ἡ
265σπουδή; Ἐπιτρέπεται ἡ ἐκ συναρπαγῆς λύσις τοῦ ζητή-
266ματος, πιεζομένης τῆς μειονοψηφίας; Ἂν δὲ μή, ἐπιδιώ-
267κοντες τοιαύτην λύσιν, κεκηρυγμένοι δὲ κατὰ τῶν κομμά-
268των, δὲν συντελοῦμεν εἰς αὔξησιν τῆς ἰσχύος αὐτῶν, πλειονο-
269ψηφούντων ἐν Συνελεύσει, χαρακτηριζομένῃ Συντακτικῇ;
270Προσήκει λοιπὸν μᾶλλον νὰ πείσωμεν ἀντιφρονοῦντας καὶ
271διχογνωμοῦντας. Καὶ ἀληθῶς ὀφείλεται χάρις εἰς τὸν ἐξ
272Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, οὗ παρεμ-
273βάσει ἐν καιρῷ, ὡς εἴθισται τοῖς ἐξέχουσιν ἐν Κοινοβουλίοις,
274καθωδηγήθη καὶ παρετάθη ἡ συζήτησις.
275Ἐκφέρων τις τὰς ἑαυτοῦ ἰδέας ἐνταῦθα δέον ν’ ἀποβλέπῃ
276καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐμμένων μὲν εἰς αὐτάς, ἀλλὰ τρο-
277ποποιῶν ἐν ἀνάγκῃ, ὅταν ἐκ τῶν κοινῇ συζητήσεων ἐκπηδᾷ
278τὸ ὀρθότερον καὶ ἐθνωφελέστερον. Διότι δὲν παρίσταταί
279τις ὧδε ὡς ἄτομον κεχωρισμένος, ἀλλ’ ἡνωμένος ἀρρήκτως
280τῷ ὅλῳ. Ὀφείλει, ἐξερχόμενος τῶν στενῶν ὁρίων τῆς ἀτο-
281μικῆς του ζωῆς, ν’ ἀνυψοῦται εἰς τὴν ἐθνικήν. Καὶ ἐπιβάλ-
282λεται ἑκάστῳ φρόνησις, σύνεσις, περίσκεψις. Ἀντιπροσω-
283πεύει τὰ προτερήματα, οὐχὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ λαοῦ.
284Καὶ ἂν παρετηρήθησαν ἔκτροπα ἀληθῶς, ταῦτα ἦσαν οἱο-
285νεὶ κραυγαὶ βρεφικαί, ἃς ἐξέβαλεν ἅμα τῇ γεννήσει αὐτῆς
286ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’ αἱ ὧραι καὶ ἡμέραι εἰσὶν ἔτη καὶ πλέον,
287καὶ δέον νὰ ἐπέρχηται ἐθνικοῖς συνεδρίοις ἡ ὥριμος ἡλι-
288κία ὡς τάχιστα. Καὶ ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
289νήσεως, παρεμβὰς ἐπίσης ἐν καιρῷ, κατηύθυνε τὴν συζήτη-
290σιν. Ταύτης δὲ δύο μὲν φαίνονται αἱ ἀπόψεις, ἀλλ’ ἔστι κυ-
291ρίως μία.
292Κατὰ τοῦ ὅρκου, πρὸς ὃν βίᾳ ἔσπευδεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ
293Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. συνάδελφος, ἠμύνθησαν οἱ συν-
294τακτικοὶ φρονοῦντες ὅτι, διδομένου τούτου, ἐχαρακτηρί-
295ζετο ἴσως ἡ Συνέλευσις Ἀναθεωρητική... Οὐχὶ λοιπὸν
296ἀσέβεια πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον ἢ ἀντιχριστιανικὸν αἴσθημα
297ὤθει αὐτούς. Ἀλλά, καὶ ἂν ἠρνοῦντο νὰ ὀμόσωσι, πιστό-
298τεροι ἐδηλοῦντο εἰς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὸν Χριστόν...
299Τὸν ὅρκον, ὡς ἐπίκλησιν τῆς θεότητος, ἐφορευούσης ἐπὶ
300τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου, εἶχον πάντες οἱ ἀρχαῖοι λαοί
301(Ἀσσύριοι, Αἰγύπτιοι, Μῆδοι, Πέρσαι, Ῥωμαῖοι). Ἐπίσης
302οἱ Ἕλληνες πάντοτε. Ἀλλ’ ὁ Χριστὸς ἀπηγόρευσε (κατὰ
303τὸν Ματθαῖον) ῥητῶς τὸν ὅρκον, οἱ δὲ πατέρες τῆς Ἐκκλη-
304σίας (Βασίλειος ὁ μέγας, Γρηγόριος ὁ θεολόγος, Κλήμης ὁ
305Ἀλεξανδρεύς, ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος) ἐχαρακτήρισαν αὐτὸν
306ἀντιχριστιανικὸν καὶ ὡς τοιοῦτον τὸν ἀπηγόρευσαν ῥηταὶ
307διατάξεις τῆς Ϛʹ καὶ Ζʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐν
308τούτοις πᾶσαι αἱ κείμεναι νομοθεσίαι ἀπεδέχθησαν αὐτόν.
309Καὶ νῦν ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει μεταξὺ συντακτικῶν καὶ
310ἀναθεωρητικῶν διαφωνία ὑπὸ θρησκευτικὴν ἔποψιν (τοιαύτη
311οὐδ’ ἐδύνατο νὰ νοηθῇ), ἀλλ’ ὑπὸ πολιτικήν: Ἡ Συνέλευ-
312σις εἶναι Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητική; Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ
313ἔποψιν τάξεως: Δύναται νὰ δοθῇ ὅρκος πρὸ τῶν ἐξελέγ-
314ξεων, πρὸ τῆς νομιμοποιήσεως τοῦ Σώματος; Ὄχι ὡς
315φρονοῦσιν ἔγκριτοι πολιτειολόγοι, ἐν οἷς καὶ ἡμέτεροι,
316ὁ Σαρίπολος καὶ ὁ Φλογαΐτης· ὁ τελευταῖος μάλιστα παρα-
317τηρεῖ, ὅτι: «ἕως τῆς ἐξελέγξεως ὁ Βουλευτὴς διατελεῖ ὑπὸ
318δοκιμασίαν, δυνάμενος νὰ ἐξωσθῇ τοῦ Βουλευτηρίου· ἑπο-
319μένως ἀνάρμοστον νὰ ὁρκίζηται, κατειρωνευόμενος τοῦ Θεοῦ,
320ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ καθήκοντα, ἃ δὲν ἀνέλαβεν». Ἀλλ’ αἱ
321Συνελεύσεις τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1862 ὤμοσαν τὸν ὅρκον πρὸ
322τῶν ἐξελέγξεων, αὕτη δὲ (τῆς 10 Δεκεμβρίου 1862) μὲ τὴν
323ἐπιφύλαξιν, ὅτι «θεωρεῖ αὐτὸν ὡς ὑπὸ τῆς ἰδίας ὑπαγορευ-
324»θέντα καὶ ὡς τοιοῦτον τὸν οἰκειοποιεῖται». Οὕτω καὶ νῦν
325ἐδύνατο νὰ δοθῇ διὰ δηλώσεως, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν προλύε-
326ται τὸ κύριον ζήτημα, ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Συνελεύσεως.
327Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς αὐτό, ἐπιτραπήτω μοι δια-
328μαρτυρία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅ, ἱδρυμένον ἐπὶ τόσης
329προγονικῆς εὐκλείας καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ τῶν πατέρων καὶ
330τοῦ μαρτυρίου τῆς φυλῆς ἡμῶν ὅλης, ἐγείρεται οἱονεὶ ἐθνι-
331κὸς ἄμβων ἐνταῦθα, ἐν τῷ μεγάλῳ τούτῳ Ναῷ τῆς πα-
332τρίδος ... Καὶ ἡ διαμαρτυρία αὕτη στρέφεται κατὰ τοῦ
333γιγνομένου πάντοθεν ἀμοιβαίου ἐξευτελισμοῦ πάντων...
334Οὐδὲν ἀφήνεται σεβαστὸν καὶ ὄρθιον. Ἀναλόγως δὲ τῶν
335συζητούντων κύκλων ἀκούει καὶ «ὁ Βασιλεύς... ὁ λαός...
336οἱ πολιτικοί... εἶναι...» καὶ προστίθεται ἑκάστοτε ἐπί-
337θετον σχετικὸν εἰς τὴν ψύχωσιν τοῦ κρίνοντος. Διότι δει-
338κνύει φρενοπάθειαν ὁ λόγος, μὴ ἀπορρέων ἐκ τοῦ λόγου.
339Τὸ λογικὸν δέ, οὐχὶ τὸ πάθος εἶναι ὁ ἄνθρωπος. L'homme
340c’ est la raison. Καὶ τῶν ἐδῶ γιγνομένων ἀγορεύσεών
341εἰσιν αἱ τηροῦσαι ἔτι τὴν κεκτημένην ἐκ τῶν ἐκλογῶν φο-
342ράν. Δὲν εἶναι κοινοβουλευτικαί.
343Ἀλλὰ τοῦ λογικοῦ ἡ ἐξοχωτέρα ἔκφανσις εἶναι ἡ Ἐπι-
344στήμη. Ὡς δ’ ὑπάρχει Φιλολογία, Νομική, Ἰατρική, οὕτω
345καὶ Πολιτική, ἥτις διδάσκει «πῶς δέον εἶναι τὴν πολι-
346τείαν» (wie der Staat sein soll, ὡς λέγουσιν οἱ Γερμα-
347νοί). Καὶ ἡ πολιτικὴ κηρύσσει, ὅτι ἡ διοικητικὴ συγκέν-
348τρωσις εἶναι ἡ κυρία αἰτία ὅλων τῶν κακῶν καὶ παρ’ ἡμῖν
349καὶ ὁπουδήποτε ἐπεκράτησεν. Ἀπὸ τοῦ Ἀριστοτέλους, ὃς
350ἀπεφήνατο «τὸ λίαν ζητεῖν ἑνοῦν τὴν πόλιν οὐκ ἔστιν ἄμει-
351νον», μέχρι σήμερον οἱ σπουδαιότεροι καὶ μεγαλείτεροι πο-
352λιτικοὶ σοφοὶ καὶ πολιτειολόγοι καταδικάζουσι τὸ ἐπάρα-
353τον τοῦτο σύστημα. Ἡ ἐλευθερία δὲν ἐξήρτηται ἐκ τῆς
354ἐξωτερικῆς, ἀλλ’ ἐκ τῆς πραγματικῆς μορφῆς τῆς Πολιτείας.
355Ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Ἄγγλος Jenks, ὅτι «εἴτε Πολιτεία
356»τις καλεῖται μοναρχικὴ εἴτε δημοκρατική, τοῦτο ἐλαχί-
357»στην σημασίαν ἔχει ἐν τῇ πράξει. Ὀλίγοι θὰ ἐτόλμων
358»νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι ὑπάρχει περισσοτέρα ἐλευθερία ἐν
359»τῇ δημοκρατικῇ Γαλλίᾳ ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ, χώρᾳ μοναρχικῇ».
360Ὁ δὲ Berthélemy, καθηγητὴς νῦν τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου
361ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῶν Παρισίων, λέγει, ὅτι οἱ Ῥῶσοι
362καὶ οἱ Τοῦρκοί εἰσι σχεδὸν οἱ μόνοι ἐν Εὐρώπῃ (à peu
363près les seuls en Europe), οἵτινες ἐδύναντο νὰ φθονή-
364σωσι τοὺς Γάλλους ἐπὶ πολιτικῇ ἐλευθερίᾳ. Πάντων τῶν
365κακῶν ἐπίσης ἐν Γαλλίᾳ, τῇ τόσῳ πλουσίᾳ καὶ πεπολιτι-
366σμένῃ καὶ ἰσχυρᾷ χώρᾳ, αἰτία εἶναι ἡ συγκέντρωσις. Καὶ
367ἐκεῖ τὴν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ κατάστασιν ἀποδίδουσιν
368εἰς τὴν διαφορὰν τῶν φυλῶν. Εὔκολος λύσις, εἰς ἣν ἀρκοῦν-
369ται τὰ ἐπιπόλαια πνεύματα (les esprits superficiels), ὡς
370παρατηρεῖ ὁ σοφὸς Γάλλος καθηγητής. Καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ
371αὐτὸ κατηγοροῦσι τῆς φυλῆς ἡμῶν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλῶσι
372«περὶ πάντων τῶν πραγμάτων καί τινων ἄλλων».
373Ἀλλ’ ἀγνοοῦσιν, ὅτι, ὅσῳ τις καὶ ἂν ᾖ σοφός, δὲν δύ-
374ναται νὰ κρίνῃ ὅσα ἀγνοεῖ. Ὀρθῶς δὲ ὁ Ἄγγλος Spencer
375λέγει: «Ἡ ἄγνοια τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἀμαθῶν εἶναι ἡ αὐτή.
376»Ἡ συγκέντρωσις δὲν εἶναι μόνον ἀποκλειστικὴ πάσης
377»ἀνεξαρτησίας, εἶναι κατασταλτικὴ πάσης προσωπικῆς
378»πρωτοβουλίας, καταστρεπτικὴ παντὸς δημοσίου φρονή-
379»ματος. Καταθλιπτικὴ καὶ ἀπομωραντική, ἡ συγκέντρω-
380σις μεταμορφοῖ τοὺς πολίτας εἰς διοικουμένους, τοὺς καθι-
381στᾷ παθητικὰ ὄργανα εἰς τὴν διάθεσιν φιλοδόξων πολιτευ-
382τῶν (politiciens ambitieux)». Ταῦτα τὰ ῥήματα τοῦ
383Berthélemy δὲν ἐφαρμόζονται ἀκριβῶς παρ’ ἡμῖν; Καὶ
384ἕτερος Γάλλος πολιτειολόγος λέγει: «ἡ διαφθορὰ εἶναι ἡ
385ψυχὴ τῆς συγκεντρώσεως (la corruption est l’ âme de la
386centralisation)». Καὶ ἐν τῷ αὐτῷ πνεύματι καὶ Γερμανοὶ
387καὶ Ἄγγλοι καὶ Ἰταλοὶ πολιτικοὶ σοφοὶ καταδικάζουσι
388τὸ ἐπάρατον σύστημα. Ἡμεῖς ὅμως, ἀσεβοῦντες πρὸς τὴν
389Ἐπιστήμην, παραβιάζοντες τὰς ὑψηλὰς αὐτῆς ἐπιταγὰς
390ὑβρίζομεν ἡμᾶς αὐτούς, ἐξευτελίζοντες πάντας καὶ πάντα.
391Καὶ ἄν τις ἀλλοεθνὴς δημοσιεύσῃ ὅσα κατηγοροῦμεν ἀλ-
392λήλων, ἀγανακτοῦμεν καὶ διαμαρτυρόμεθα. Ἅπαξ διὰ
393παντὸς δέον νὰ κηρυχθῇ, ὅτι δὲν πταίουσι τὰ πρόσωπα,
394ἀλλὰ τὸ σύστημα... Τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως.
395Ἀλλὰ ταύτης δέον νὰ διακρίνωμεν δύο εἴδη, τὴν κυβερ-
396νητικὴν καὶ τὴν διοικητικήν, ὡς ἔλεγον ἄλλοτε, διαφωνῶν
397πρὸς τὸν σεβαστῆς μνήμης Δηλιγιάννην, τὸν πολιτικὸν ἐκεῖ-
398νον, ὃν ἐκίνουν τόσα μὲν πατριωτικὰ αἰσθήματα, ἀλλ’ ἐνέ-
399πνεον ἐσφαλμέναι ἰδέαι, ὡς τόσους ἄλλους, περὶ συγκεν-
400τρώσεως ἐκ συγγραφέων εἰλημμέναι, συγχεόντων ταύτην,
401πλανωμένων δ’ οὕτω καὶ πλανώντων, ὡς τοῦ Dupont-
402White καὶ ἄλλων. Βεβαίως ἡ κυβερνητικὴ συγκέντρωσις
403εἶναι σωστική, ὅσον ὀλεθρία εἶναι ἡ διοικητική! Καὶ ἡμεῖς
404ἀγνωμονήσαντες πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν, πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς
405κοινότητος, ἥτις ἐπὶ αἰῶνας ἔσωσεν ἡμᾶς, δικαίως πάσχο-
406μεν ἃ πάσχομεν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει τοῦ Ἑλληνικοῦ,
407παραβιάζοντι τοὺς ἱστορικοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους.
408Καὶ ἐπιτραπήτω μοι ἓν σωκρατικὸν παράδειγμα (ὡς ἔφερε
409τοιαῦτα ἐκ τοῦ συνήθους βίου ὁ μέγας ἡμῶν φιλόσοφος),
410ἵνα τερματίσω ἐδῶ τὴν μακρὰν παρέκβασιν καὶ δηλωθῇ
411ὅλη τῆς διοικητικῆς συγκεντρώσεως ἡ φρικωδία. Ὑπ’ αὐ-
412τὴν ἡ Κυβέρνησις, ἀσχολουμένη εἰς συμφέροντα δήμων ἢ
413ἀτόμων, εἰς παύσεις, διορισμούς, μεταθέσεις, ἐξ ἑαυτῆς
414ἐξαρτῶσα πάντας καὶ πάντα, ὁμοιάζει κυρίῳ οἰκογενείας,
415θέλοντι ἐκτὸς τοῦ ἰδίου ἐπαγγέλματος νὰ ἐκτελῇ καὶ πά-
416σας τὰς οἰκιακὰς ἐργασίας. Γιγνόμενος γελοῖος πρὸ τῶν
417οἰκείων καὶ πρὸ τῆς κοινωνίας περιφρονεῖται πάντοθεν,
418διατρέχει δὲ τόσους ἄλλους εὐνοήτους κινδύνους καὶ ὑφίστα-
419ται παντοῖα κακά. Ἡ Γαλλία πλουσία δὲν ἐχρεοκόπησεν,
420ἀλλ’ ἡττήθη. Ἡμεῖς πτωχοί, ἐχρεοκοπήσαμεν καὶ ἡττή-
421θημεν. Θέλετε ἄλλα δεινά; Ἐξεγέρσεις, ἐπαναστάσεις
422ἐπίσης ἐκεῖ καὶ ἐδῶ. Θέλετε χείρω; Ἴδετε τὴν ἀλύτρω-
423τον πατρίδα! Καίπερ Ἕλληνες πάντες ἐν Μακεδονίᾳ ἀλ-
424λοεθνίζουσιν ἕνεκα κινδύνων εὐνοήτων, ἀναμένοντες οἱ πλεῖ-
425στοι τὸν καιρόν, ἵνα ἐκφανθῶσιν οἷοι πράγματι εἶναι. Ἡ
426ψυχή των εἶναι ἡ ἀποπλανηθεῖσα ἢ βιασθεῖσα παρθένος, ἡ
427ποθοῦσα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός, τοῦ μωροῦ
428ἐκείνου οἰκογενειάρχου...
429Ὑπὸ συγκεντρωτικὴν διοίκησιν δὲν δύναται νὰ νοηθῇ
430κἂν συνταγματικὸν ἢ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, οὐδὲ νὰ
431ὑπάρξῃ ἔτι ἀληθὴς ἐλευθερία, ἥτις εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ
432Θεοῦ, τὸ ζωογονοῦν καὶ ἐμψυχοῦν τὰ ἄτομα καὶ τοὺς λαούς.
433Σκοπὸς δὲ τελικὸς καὶ ἐμφανὴς τῆς 15 Αὐγούστου 1909
434εἶναι ἡ ἄρσις τῆς κυρίας αἰτίας τῆς νῦν καταστάσεως,
435οὐχὶ ὡς ἄχρι τοῦδε ἀτελῶς ἐδηλώθη, ἀλλ’ ὡς ἐπιτάσσει ἡ
436Ἐπιστήμη, ἥτις εἶναι ἡ ἐξοχωτέρα ἔκφανσις τοῦ λογικοῦ,
437ἡ ἐνανθρωπίζουσα δύναμις τοῦ Θείου...
438Ἂν ἕκαστος λαὸς συγκροτῇ Πολιτείαν, εἶναι ὀργανισμὸς
439ζῶν καὶ δρῶν, τὴν ζωὴν αὐτοῦ καὶ ὕπαρξιν κανονίζει νό-
440μος ὑπέρτατος, ἀπαράβατος, αἰώνιος, ὁ ἐθνικός... Ἐξ αὐ-
441τοῦ ἀπορρέει καὶ τὸ πολίτευμά του (μοναρχικόν, συντα-
442γματικόν, δημοκρατικόν), ὡς ἀποδεικνύει καὶ τὸ ἄρθρ. 110
443τοῦ Συντάγματος: «Ἡ τήρησις τοῦ παρόντος Συντάγματος
444ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων». Ἄρα ὁ
445πατριωτισμὸς εἶναι ἐπιταγή, εἶναι καθῆκον, ἐπιβαλλόμε-
446νον ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ τὴν μὴ τήρησιν ἐν
447ἀνάγκῃ ἐπιτάσσει οὗτος. Διότι καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι μέ-
448σον θεμελιῶδες πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ μόνου. Οὕτω τὸ
449κίνημα τοῦ Στρατοῦ, ὡς τῆς ὠργανωμένης λαϊκῆς δυνά-
450μεως, ἦτο ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τῶν Ἑλλήνων, οἵτι-
451νες ἀνεξαρτήτως ἐπαγγέλματος, τάξεως, ἔργου ὑπηρετοῦσι
452τῇ αὐτῇ ἰδέᾳ. Δὲν ἦτο στρατοκόπημα (pronunciamiento),
453ἀλλ’ ἐξέγερσις, σκοποῦσα τὴν ἄρσιν καταστάσεως ἀντιπο-
454λιτειακῆς, ἀντισυνταγματικῆς, ἀντεθνικῆς, ὀλεθρίας, ἐπανά-
455στασις ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐκτὸς τοῦ Συντά-
456γματος, ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ, διότι τὴν ἐπέβαλεν ὁ ἐθνικὸς
457νόμος (lex legum), ὃν διατυποῦσι Ῥωμαῖοι νομοδιδάσκα-
458λοι: «Suprema lex salus populi, ὑπέρτατος νόμος ἡ σω-
459τηρία τοῦ λαοῦ». Ἀλλὰ καὶ λογικὴ ἐκδήλωσις τῆς ἱστορι-
460κῆς ζωῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς δρῶντος ὀργανισμοῦ, εἶ-
461αι ἡ 15 Αὐγούστου 1909, ἑνουμένη πρὸς ἄλλας μεγάλας
462ἐθνικὰς ἡμέρας. Οἱ Ἀρματωλοὶ καὶ οἱ Κλέφται, οἱ Καπετα-
463ναῖοι καὶ οἱ Ὁπλαρχηγοί, οἱ ἑκάστοτε προϊστάμενοι τῶν
464ἐθνικῶν ἐξεγέρσεων, οἱ διατηροῦντες τὸ πνεῦμα τῆς ἀνε-
465ξαρτησίας, οἱ ἰθύνοντες τὸν Ἱερὸν Ἀγῶνα, δὲν ἦσαν ἡ ὠρ-
466γανωμένη λαϊκὴ δύναμις; ὁ Στρατὸς τῆς μεγάλης ἐκείνης
467ἐθνικῆς περιόδου; Καὶ μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Ἑλληνι-
468κῆς Δημοκρατίας (25 Μαρτίου 1821–25 Ἰανουαρίου
4691833), τὴν ἐπιβολὴν ἔπειτα τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας (25
470Ἰανουαρίου 1833–3 Σεπτεμβρίου 1843), τίς δύναμις
471ἐπήνεγκε τὴν κατάλυσιν ταύτης, τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ Συν-
472τάγματος, τὴν Μεσοβασιλείαν, τὴν κατάρτισιν ἐλευθερω-
473τέρου Συντάγματος, τίς ἄλλη εἰμὴ ὁ Στρατός, τουτέστιν
474ἡ ὠργανωμένη δύναμις τοῦ ἔθνους; Μὴ ἀποβλέψῃ δέ τις
475μόνον εἰς τὸ μέρος, διότι τοῦτο ἀντιπροσωπεύει τὸ ὅλον.
476Τῆς ἀρρήκτου δ’ ἑνότητος αὐτῶν ἑκάστοτε ἔκφανσις, ἀνα-
477λόγως τῶν καιρῶν καὶ τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, εἶναι ἡ
47825 Μαρτίου 1821, ἡ 3 Σεπτεμβρίου 1843, ἡ 11 Ὀκτω-
479βρίου 1862, ἡ 15 Αὐγούστου 1909...
480Ὑπὸ πᾶσαν δ’ ἔποψιν ἐξεταζομένη ἡ νέα τοῦ ἔθνους
481αὕτη ἐξέγερσις δὲν ἔχει ὃν σκοπὸν νομίζει ὁ ἐπιπόλαιος ἢ
482ἐμπαθὴς τῶν πραγμάτων παρατηρητής, ἀλλ’ ὃν βλέπει ὁ
483δυνάμενος νὰ κρίνῃ τὰ γιγνόμενα καὶ νὰ ἐξευρίσκῃ τὰς αἰ-
484τίας αὐτῶν, κατέχων τὰς πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένας εἰδι-
485κὰς γνώσεις. Ἡ κρίσις περί τινος προϋποθέτει τὴν ἀκριβῆ
486τούτου γνῶσιν. Ἐξ αὐτῆς δ’ ἐξήρτηται καὶ τὸ πρακτέον·
487Διότι εἰδέναι ἐστὶ δύνασθαι. (Kennen ist Können).
488Ἀλλ’ ἡ 15 Αὐγούστου 1909 εἶναι ἡμέρα ἐπαναστάσεως;
489Καὶ τὰ μετ’ αὐτὴν γενόμενα ἐνέχουσι στοιχεῖα τοιαύτης;
490Ποῦ βλέπετε—λέγουσι—τὴν ἐπανάστασιν;
491Τὴν βλέπομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 107 τοῦ Συντάγματος, ἐγκυ-
492μονουμένην ἐν αὐτῷ ἅμα τῇ συντάξει αὐτοῦ, τῇ προκαλε-
493σάσῃ τότε τὴν προσοχὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὡς δη-
494λοῦται ἐκ τοῦ Διαγγέλματος πρὸς τὴν Βʹ ἐθνικὴν Συνέ-
495λευσιν τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1864, συνιστῶντος «τὴν ἐπιψή-
496φισιν πρακτικωτέρου τινὸς καὶ πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα
497μᾶλλον συνᾴδοντος τρόπου ἀναθεωρήσεως».
498Καὶ πόσον εἶχε δίκαιον ὁ Ἄναξ ἀποδεικνύει ἡ Ἐπι-
499στήμη, κηρύσσουσα ὅτι «ὅσοι τὸ ἀμετάβλητον, εἴτε διαρ-
500κῶς εἴτ’ ἐπὶ χρόνον, τῶν πολιτευμάτων ἐθέσπισαν, αὐτὴν
501τὴν ἐπανάστασιν καθιέρωσαν». Οὕτως ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς
502ἀπελευθερώσεως πέντε συντάγματα, Ἐπιδαύρου 1822,
503Ἄστρους 1824, Τροιζῆνος 1827, Ἄργους 1831, Ἀθηνῶν
5041844, ἀμετάβλητα ἢ ἀθάνατα κηρυχθέντα, μεταβάλλονται
505ἢ ἀνατρέπονται ἐντὸς τεσσαράκοντα ἢ μᾶλλον τριάκοντα
506ἐτῶν, ἀφαιρουμένων δέκα τῆς ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ὄθω-
507νος παμβασιλείας. Καὶ νῦν ἔχομεν τὸ ἕκτον Σύνταγμα τοῦ
5081864!... Ἐν Γαλλίᾳ τὰ συντάγματα τοῦ 1814, 1830
509ἀνατρέπουσιν ἡ Ἰουλιανὴ καὶ ἡ Φεβρουαριανὴ ἐπανάστα-
510σις. Τοῦ 1791 τὸ Σύνταγμα κηρυχθὲν ἐπὶ τριάκοντα ἔτη
511ἀμετάβλητον, μετὰ ἕξ μῆνας, ἐν μιᾷ νυκτὶ τοῦ 1792, κα-
512ταρρέει, ἐντὸς δὲ τῆς τριακονταετίας, ἣν τοῦτο ὥριζε,
513πέντε ἄλλα συντάγματα ἔσχεν ἡ Γαλλία, ἐπαναλαβοῦσα
514τὸ αὐτὸ σφάλμα τῷ 1848 καὶ 1851.
515Ἀλλὰ τὸ δυσχερὲς ἢ τὸ ἀδύνατον τῆς μεταβολῆς τοῦ
516πολιτεύματος εἶναι ἀληθὴς παραφροσύνη κατὰ τὸν La-
517boulay, διότι ἀπαγορεύεται τῷ λαῷ ν’ ἀναζητήσῃ τὸ μᾶλ-
518λον αὐτῷ ὠφέλιμον. Ἀλλὰ τοιαῦται διατάξεις ἐν τοῖς Συν-
519τάγμασιν εἶναι σφετερισμὸς τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Τὸ
520ἔθνος, ὃ δὲν δύναται νὰ δεσμεύσῃ ἑαυτὸ πρὸς ἑαυτό, ὡς
521ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Κάντ, δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐν-
522τολοδόχους αὐτοῦ ἐξουσίαν, ἣν δὲν ἔχει. Ἀλλ’ ὅπου τὰ Συν-
523τάγματα ἐλευθέραν ἀφήνουσι τὴν ἐθνικὴν βούλησιν, πρὸς
524μεταβολὴν αὐτῶν, ἐκεῖ ἀκριβῶς ἀσφαλίζεται τὸ ἀτάρακτον
525τῶν Πολιτειῶν. Οὕτως ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς
526Βορείου Ἀμερικῆς ἐπιτρέπεται κατὰ πάντα καιρὸν ἡ ἀνα-
527θεώρησις, τηρουμένης μόνον τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος
528καὶ ἑκάστης Πολιτείας ἀπαρατρέπτως ἐχούσης, χάριν τῆς
529αὐθυπαρξίας αὐτῆς, δύο γερουσιαστὰς ἐν τῷ Ὁμοσπονδιακῷ
530συνεδρίῳ. Καὶ ὅμως ἐπὶ πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος αἰ-
531ῶνος ἰσχύει νεάζον τὸ ἐπὶ Οὐασιγκτῶνος Σύνταγμα!...
532Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα «οὐδὲν γραπτὸν Σύνταγμα ὑπάρχει»,
533τὸ Κοινοβούλιον δύναται ἐν παντὶ καιρῷ νὰ ψηφίσῃ καὶ κα-
534ταργήσῃ πάντα νόμον, καὶ ὅμως μετ’ οὐ πολὺ συμπληροῖ
535ὀκτὼ αἰῶνας συνταγματικῶς πολιτευομένη... Ἐν Ἑλβε-
536τίᾳ ἐπιτρέπεται ἐν παντὶ καιρῷ ἡ ἀναθεώρησις, ἣν δύνα-
537ται καὶ ἓν μόνον τμῆμα τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Συνόδου νὰ
538ζητήσῃ ἢ καὶ αὐτοὶ οἱ πολῖται ἀπ’ εὐθείας, εἰς 50,000
539ἀνερχόμενοι. Ἐν Γαλλίᾳ δὲ νῦν (Συνταγμ. Νόμ. 25 Φεβρ.
5401875) ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, οἴκοθεν ἢ κατὰ πρόσκλη-
541σιν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, δύνανται χωρὶς ἑκάστη
542νὰ δηλώσωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως, ἔπειτα
543δ’ ὁμοῦ συνεδριάζουσαι νὰ προβῶσιν εἰς αὐτήν. Καὶ ταῦτα
544πάντα, παραδείγματα ξένων λαῶν, μιμουμένων ἐν παντὶ τοὺς
545ἐνδόξους ἡμῶν προγόνους, ἀναμιμνήσκουσιν ἡμᾶς τοὺς ἀρ-
546χαίους Ἀθηναίους, οἵτινες — κατὰ νόμον τοῦ Σόλωνος —, πο-
547λιτικώτεροι καὶ σωφρονέστεροι τῶν νῦν, ἀνεθεώρουν κατ’
548ἐνιαυτὸν καὶ ἐπεψήφιζον τὸ πολίτευμα, μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν Θε-
549σμοθετῶν ἀνακάθαρσιν, ἐκαλεῖτο δὲ τοῦτο «ἐπιχειροτονία
550τῶν νόμων».
551Παραβιάζον τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοὺς νό-
552μους τῆς ζωῆς καὶ τοῦ λογικοῦ, τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν Ἐπι-
553στήμην, δὲν ἐδύνατο εἰμὴ νὰ παραβιασθῇ. Ἀπετέλει δέ-
554σμευσιν τῆς κυριάρχου θελήσεως τοῦ ἔθνους ὑπὸ τῶν τότε
555ἐντολοδόχων αὐτοῦ. Ἀλλὰ γενομένης τῆς παραβιάσεως τοῦ
556ἄρθρ. 107, ἂν μὲν ἄκοντος τοῦ Βασιλέως, παρεβιάσθη τὸ
557ἄρθρ. 29, καθ’ ὃ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀπαρα-
558βίαστον, ἂν δ’ ἑκόντος τοῦ Βασιλέως, παρεβιάσθη τὸ ἄρθρ.
55944, καθ’ ὃ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας
560τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες
561πρὸς αὐτὸ νόμοι. Ἂν δὲ πάλιν ἡ παραβίασις τοῦ ἄρθρ. 107
562ἐγένετο ἑκούσης ἢ ἀκούσης τῆς Βουλῆς, τότε ἐν μὲν τῇ
563πρώτῃ περιπτώσει παρεβιάσθη ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ ἐλευθέ-
564ρου πολιτεύματος, ἡ κηρύσσουσα τὴν ὑπεροχὴν τοῦ Συν-
565ταγματικοῦ Χάρτου, περιορίζοντος τὴν νομοθετικὴν ἐξου-
566σίαν, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ ἀνῃρέθη ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀπαραβιάστου
567τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους.
568Ἀλλ’ ἂν εἶσθε ἄξιοι ἐπαίνου οἱ πολιτικοί, ὅσοι πρὸς
569ἀποφυγὴν δεινοτέρας τῆς ἐπαναστάσεως ἐκτραχύνσεως
570ἠνέχθητε τὴν βίαν χάριν ἐθνικῶν λόγων, μὴ ἀρνεῖσθε ὅμως
571τὴν ἐπανάστασιν, ἧς οἱ τύποι τῶν δακτύλων φαίνονται
572ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῆς Βουλῆς, ἀφῆκαν δ’ ἀμαυρὰ καὶ ἐπὶ
573τοῦ Στέμματος σημεῖα...
574Ἀλλὰ τί καλεῖται ἐπανάστασις; Εἶναι ἡ ἀπόπειρα βι-
575αίας μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος Πολιτείας τινὸς πρὸς ἀνα-
576τροπὴν τῆς ὑφισταμένης διοικήσεως ἢ τοῦ ὑφισταμένου πο-
577λιτεύματος εἴτε πρὸς ἀπόκτησιν αὐτονομίας. Προϋπόθεσις
578τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ἰσχυρὰ πολιτικὴ διαφωνία πρὸς
579τὰ καθεστῶτα μεγάλου ἢ μείζονος μέρους τοῦ λαοῦ καὶ ἡ
580δυσχέρεια ἢ τὸ ἀδύνατον τῆς κατὰ νόμον καὶ συμφώνως τῷ
581πολιτεύματι ἱκανοποιήσεως τῶν αἰτουμένων τὴν μεταρ-
582ρύθμισιν.
583Καὶ λησμονοῦντες τὰ πράγματα κραυγάζοντα, τὰς ἐπι-
584φυλακάς, τὰς ἀμνηστίας δὲν βλέπετε τὸ καθεστὼς τῆς
585ἐπαναστάσεως, ἧς ἔταξεν ὁ λαὸς ἀρχηγὸν αὐτὸν τὸν Ἄνα-
586κτα τῇ 14 Σεπτεμβρίου 1909, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ μετα-
587βληθῇ ὁ χαρακτήρ της, διότι ἐκδηλοῦται ἡ δύναμίς της.
588Ἀλλ’ ἂν ἡ ἐπανάστασις πρὸς τούτοις εἶναι οἱονεὶ ἡ Δι-
589κονομία πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπερτάτου ἐκείνου νόμου τοῦ
590ἐθνικοῦ, κατ’ ἀνάγκην ἔδει νὰ ζητήσῃ τὴν νομιμοποίησίν
591της εἰς τὴν ἐθνικὴν βούλησιν, εἰς τὴν κυρίαρχον θέλησιν
592τοῦ λαοῦ. Καὶ ἰδοὺ πόθεν ἡ ἐκλογὴ τῆς 8 Αὐγούστου 1910.
593Καὶ ἡ Συνέλευσις, ἀπορρέουσα ἐκ τῆς πρὸς ἀνασύνταξιν καὶ
594ἀνόρθωσιν τῆς Πολιτείας ἐκδηλωθείσης κυριάρχου θελήσεως
595τοῦ λαοῦ, εἶναι Συντακτική. Καὶ παραβιασθέντος τοῦ Συν-
596τάγματος εἴτ’ ἐλαττουμένων, παρὰ τὸ ἄρθρον 29, τῶν δι-
597καιωμάτων τοῦ Στέμματος, εἴτ’ αὐξανομένων, παρὰ τὸ
598ἄρθρον 44 ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ παρὰ τὸ 107, ἀπαιτοῦν τὴν
599ἀναθεώρησιν «δι’ ἰδίας πράξεως τῆς Βουλῆς» ἄνευ ἀνα-
600μίξεως τοῦ Στέμματος, μόνη ἡ Συνέλευσις, ἅτε Συντα-
601κτική, δύναται νὰ ἄρῃ τὴν παραβίασιν ταύτην, οὐχὶ τοῦ
602Συντάγματος αὐτοῦ καθ’ αὑτό, ἀλλὰ τῆς κυριάρχου θε-
603λήσεως τοῦ λαοῦ, ἧς ἀπόρροια εἶναι ἐκεῖνο. Καὶ καθ’ ἣν
604στιγμὴν ἔτι ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ εἶναι Ἀνα-
605θεωρητική, γίνεται κατ’ ἀνάγκην Συντακτική! (Χειροκρο-
606τήματα).
607Ἀλλὰ πάλιν καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ συντακτικοὶ ἐν ψηφί-
608σματι κηρύσσουσι τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864,
609μέχρις ἀνασυντάξεως αὐτοῦ, καὶ δηλοῦσιν, ὅτι ὀμνύουσι τὸν
610ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος ὡρισμένον ὅρκον, ὅτι
611κατὰ τὴν ἀνασύνταξιν ταύτην ἡ μορφὴ τῆς Πολιτείας καὶ
612οἱ θεσμοὶ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς Διαδοχῆς θὰ μείνωσιν
613ἀμετάβλητοι, ὡς θεμελιώδεις, τότε ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι
614κατ’ οὐσίαν Ἀναθεωρητική;
615Ἀλλ’ ἂν Ἀναθεωρητικὴν οὕτω κηρύσσωμεν τὴν Συντα-
616κτικήν, τί φοβεῖσθε ἡμᾶς; Ἂν δ’ ὑμεῖς ἔχητε τὴν πλειονο-
617ψηφίαν ἐν τῇ Συνελεύσει, κηρυσσομένῃ Συντακτικῇ, τί φο-
618βεῖσθε ὑμᾶς αὐτούς;
619Ἀφοῦ δ’ ἡ Συνέλευσις εἶναι κατ’ ἀνάγκην Συντακτικὴ
620καὶ κατ’ οὐσίαν Ἀναθεωρητική, πρὸς τί ἡ διαφωνία καὶ οἱ
621φόβοι; πρὸς τί τὸ ματαιόσχολον;
622Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, λύεται
623τοῦτο, ὀρθῶς τιθέμενον. Ἀνάγκη νὰ συγκριθῇ πρὸς ἄλλα
624πολιτεύματα τὸ συνταγματικόν. Καὶ ἔχει τοῦτο, ἐν συγ-
625κρίσει πρὸς τὸ δημοκρατικόν, κυρίως θεμελιώδεις διατά-
626ξεις τὰς περὶ Βασιλείας καὶ Διαδοχῆς, διότι καὶ μία μόνη
627διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ δημοκρατικοῦ καὶ συνταγματι-
628κοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἐν τούτῳ μὲν ὁ ἀνώτατος Ἄρχων
629εἶναι ἰσόβιος, ἀνεύθυνος, κληρονομικός, ἐν ἐκείνῳ δὲ ὑπεύ-
630θυνος καὶ αἱρετός. Ἀλλὰ πρὸς τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα τὸ
631συνταγματικὸν συγκρινόμενον ἔχει θεμελιώδεις διατάξεις
632πολλάς. Καὶ εἶναι αὗται: Ἡ ἀνακήρυξις τῆς ἐθνικῆς κυ-
633ριαρχίας· ἡ διαίρεσις τῶν ἐξουσιῶν εἰς τρεῖς, τὸ αὐτοτελὲς
634καὶ ἀνεξάρτητον ἐν τῷ κύκλῳ αὐτῶν καὶ ὁ ἀμοιβαῖος αὐ-
635τῶν ἔλεγχος· ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία κατὰ τὴν νομοθε-
636τικὴν καὶ τὸ ἀπαραβίαστον τῶν ἀντιπροσώπων· ἡ ἀνεξαρ-
637τησία τῶν δικαστῶν· ἡ ἀναγνώρισις τῶν φυσικῶν ἢ ἀτο-
638μικῶν δικαίων, ὡς τῆς πρὸ τοῦ νόμου ἰσότητος, τῆς προ-
639σωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς
640ἐλευθέρας ἐνεργείας, τοῦ συνεταιρίζεσθαι, συνέρχεσθαι
641κ. λ. π., τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως καὶ τοῦ λόγου, τὸ
642ἀπαραβίαστον τῶν ἐπιστολῶν· ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Συντα-
643γματικοῦ Χάρτου, ἐφ’ οὗ δέον νὰ ἐρείδηται ἡ νομοθετικὴ
644ἐξουσία, μὴ δυναμένη νὰ ἐξέλθῃ τούτου κ.λ.π.
645Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἀφοῦ πάντες εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ συνταγμα-
646τικοῦ πολιτεύματος, ἐννοοῦμεν δὲ τοὺς ἐθνικοὺς κινδύνους,
647ἐπιβάλλοντας περίσκεψιν καὶ φρόνησιν, καὶ γινώσκομεν τὴν
648πρὸς ταχίστην ἀλλ’ ἀποτελεσματικὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς
649ἐχόντων ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, διατί δὲν κηρύσσομεν τὴν Συνέ-
650λευσιν Συντακτικήν, ἀφοῦ, ὡς τὴν διατυποῦσιν οἱ συντα-
651κτικοί, ἔχει πάντα τὰ προτερήματα τῆς Ἀναθεωρητικῆς,
652οὐδὲν δ’ ἐλάττωμα αὐτῆς; Καὶ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς Συντα-
653κτικῆς, διότι αὐτὴ μόνη αὐτοδικαίως 1) αἴρει τὴν κατὰ
654τῆς κυριάρχου θελήσεως τοῦ λαοῦ γενομένην προσβολήν, δι-
655καιουμένης νὰ ὁρίζῃ τὸ πολίτευμα, οὗ κατὰ τὸ Σύνταγμα
656ἡ τήρησις ἀφήνεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων·
6572) ἐξαλείφει τὴν ἐπιορκίαν τοῦ εἰς αὐτὴν ἀναγκασθέντος
658Ἄνακτος καὶ πάντων τῶν παραβιασάντων τὸ Σύνταγμα,
659ἐξ ὑπερτάτης δεδικαιολογημένης βεβαίως αἰτίας. 3) Ἀπο-
660κρούει ἐγκύρως καὶ ἀποτελεσματικῶς πάντα κίνδυνον ἐξ
661οἱουδήποτε μυστικοῦ συλλόγου ἢ συνδέσμου, τυχὸν ὑπάρ-
662χοντος, ἐπιβαλλομένη διὰ τῆς δυνάμεως, ἣν ἀντλεῖ ἀμέσως
663ἐκ τοῦ λαοῦ. 4) Δύναται διὰ ψηφίσματος νὰ δεχθῇ τοὺς
664ἐπιλαχόντας πληρεξουσίους ἀντὶ τῶν παραιτουμένων ἢ
665ἀποδεχομένων μίαν ἐκ τῶν ἐν διαφόροις νομοῖς ἐκλογῶν. 5)
666Δύναται ἐπίσης νὰ ἐκλέξῃ διὰ μυστικῆς σχετικῆς πλειονο-
667ψηφίας ἐν καιρῷ, μετὰ τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ Συντάγματος,
668ἀμέσως τὸ ἥμισυ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀναλόγως τῆς ὁμά-
669δος ἢ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἕκαστος δηλοῖ ὅτι ἀνήκει, καὶ
670νὰ καταρτισθῇ οὕτως ἁπλῆ Βουλὴ νομοθετικὴ ἤ, καὶ ἄνευ
671τοιαύτης ἐκλογῆς, νὰ χαρακτηρισθῇ τοιαύτη πρὸς περάτω-
672σιν, ἐντὸς ὅμως ἔτους, τοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς ἔργου, τοῦ
673ἀμέσως σχετιζομένου πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν. Ὑπὸ οἰκονο-
674μικὴν δ’ ἔποψιν συμφέρει τοῦτο, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν
675τῆς διὰ νέας βουλευτικὰς ἐκλογὰς δαπάνης, ὁριζομένης δὲ
676σχετικῶς ἐλάσσονος ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ πάντως ἐπιβάλ-
677λεται ἡ ἀποφυγὴ βουλευτικῶν νῦν ἐκλογῶν, διότι ἄλλως
678συμπίπτουσιν ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος βραχυτέρου τοῦ
679ἔτους ἐκλογαὶ Συνελεύσεως, ἀναπληρωτικαί, βουλευτικαί,
680δημοτικαί, ἕκαστος δ’ ἐννοεῖ τὴν ἐκ τούτων οἰκονομικὴν
681καὶ ἄλλην ποικίλην συντάραξιν τοῦ λαοῦ. 6) Δύναται πᾶν
682ψήφισμά της ἐξ ἐθνικῆς ἀνάγκης ἐπιψηφιζόμενον ἐν μιᾷ
683καὶ μόνῃ συνεδριάσει νὰ ἰσχύῃ ἀμέσως ὡς νόμος τοῦ Κρά-
684τους, ἅμα τῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημο-
685σιεύσει του. 7) Νομιμοποιεῖ ἡμᾶς αὐτούς, διότι οὐδενὸς
686δικαιουμένου νὰ χαρακτηρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν Συνέ-
687λευσιν Ἀναθεωρητικὴν καὶ νὰ προσκαλέσῃ διὰ τοιαύτην
688μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς τὸν λαὸν εἰς ἐκλογάς, παράνομον
689ἔχομεν τὴν προέλευσιν, ἀντισυνταγματικήν, τουτέστι παρὰ
690τὴν κυρίαρχον θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἧς ἀπόρροια εἶναι τὸ Σύν-
691ταγμα κ.τ.λ.
692Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, καίπερ οὖσα Συντακτική, δέον νὰ χα-
693ρακτηρισθῇ τοιαύτη, ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, χάριν συμβι-
694βασμοῦ τῶν διχογνωμούντων πάντων, ἵνα διὰ καταλλήλου
695ψηφίσματος ἐγκύρως κηρυχθῇ Ἀναθεωρητικὴ μὲ τὰς εἰρη-
696μένας ἀνωτέρω συνταγματικὰς ἀπόψεις. Οὕτω κέκτηται
697πάντα τὰ προτερήματα τῆς Συντακτικῆς ἄνευ οὐδενὸς
698ἐλαττώματος καὶ χωρὶς οὕτω νὰ προκαλῇ τοὺς κινδύνους,
699οὓς φοβοῦνται ἐξ αὐτῆς οἱ ἀναθεωρητικοί.
700Τὴν μακρὰν ταύτην ἀγόρευσιν τερματίζων ἐδῶ εὐγνω-
701μονῶ ὑμῖν, ἀξιωθεὶς προσεκτικῆς οὕτω καὶ ἀταράκτου
702ἀκροάσεως. Ἂν δ’ ἐκτὸς ὑμῶν ἄλλοθεν ἠκούσθη ἀνευλαβὴς
703φωνή, ὅτι πολλὰ λέγω, τίς πταίει, ἂν μεγάλα δὲν χωρῇ
704κεφαλὴ μικρὰ ἢ ἂν ὀλίγος νοῦς δὲν ἐννοῇ πολλά;
705Ἀλλά, προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, ὀφείλω νὰ
706εἴπω πρὸς καθορισμὸν τῆς θέσεώς μου, ὅτι, ἀνέκαθεν καθ’
707ὡρισμένας ἀρχὰς καὶ ἰδέας πολιτευόμενος, δὲν ἀνήκω εἰς
708κόμμα καί, μὴ ἔχων προστριβὴν πρός τινα προσωπικήν,
709κρίνω κατὰ τὰς ἑκάστοτε πράξεις αὐτῶν πάντας, μηδένα
710κακολογῶν. Κατερχόμενος ἐκ τῆς χώρας τοῦ Ἡρωισμοῦ εἰς
711τὴν πόλιν τῆς Ἰδέας, προσπαθῶ νὰ συμβιβάζω τὸ σεμνὸν
712τοῦ Σπαρτιάτου πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀθηναίου!... Φρονῶν
713δέ, ὅτι ἐν Κοινοβουλίοις ἢ ἐθνικοῖς συνεδρίοις λαῶν, ἐχόν-
714των μεγάλα ἰδεώδη νὰ ἐκπληρώσωσιν, οἱ ῥήτορες ὀφείλουσι
715νὰ ἐξυψῶνται εἰς αὐτά, καὶ ἐκ τοῦ βάθους τῶν αἰώνων αἰ-
716σθάνομαι, τῇ στιγμῇ ταύτῃ, ἀναπηδῶσαν ἐδῶ τὴν ψυχὴν
717τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διαρκῶς ζῶντος, ἀθανάτου, ἀκατα-
718βλήτου ἐν ἀγῶσι, διωγμοῖς ἢ μαρτυρίοις!... Καὶ μέρη μὲν
719ἐκείνης, ἀλλ’ ἐν ἀρρήκτῳ ὅλῳ, ἱπτάμεναι ἐκ τοῦ Ἄστεως
720εἰς τὴν Πόλιν αἱ ψυχαὶ ἡμῶν, γονυκλινεῖς ἀσπάζονται
721ἐκεῖ τὴν δεξιὰν τοῦ Μεγάλου Ἱεράρχου τοῦ Χριστοῦ, ὃς ἐξ-
722ήνεγκε τὸν μέγιστον ἔπαινον ὑπὲρ τῆς φυλῆς ἡμῶν προο-
723ρισθείσης εἰς δόξαν αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ!... Ἐν συνέσει δὲ
724καὶ περισκέψει εἴθε νὰ ὁδηγῇ ἡμᾶς εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν
725τὸ πνεῦμα τῆς μεγάλης καὶ ἱερᾶς ἡμῶν πατρίδος, ἧς ὅλην
726τὴν ἀξίαν ἐν θεσπεσίῳ περιέλαβε στίχῳ ὁ Γερμανὸς ποιη-
727τὴς Müller, ἔνθους ψάλλων: «Ἄνευ ἐλευθερίας τί θὰ ἦσο,
728Ἑλλάς; Ἄνευ σοῦ, Ἑλλάς, τί θὰ ἦτο ὁ κόσμος;... (Χειρο-
729κροτήματα).
730§11ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Θὰ κατατρίβωμεν, κύριε Πρόεδρε,
731ἀκόμη τὸν καιρόν μας εἰς λόγους; Δὲν θ’ ἀρχίσωμεν τὴν
732ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν;
733§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγεγραμμένοι εἶναι ἤδη ὁ κ. Ψηλογα-
734λάνης. Κατόπιν ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μομφερρᾶτος. Εἶτα ὁ
735κ. Βασιλείου.
736§13Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι
737τὸ θέμα τοῦ ὅρκου, ἀφ’ οὗ ὡρμήθη ἡ προκειμένη συζήτη-
738σις, ἐπέβαλεν ὄντως ἐπιφυλάξεις εἰς τοὺς φρονοῦντας ὅτι κα-
739τελύθη ἡ διὰ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος διεπομένη κα-
740θεστηκυῖα ἔννομος τάξις καὶ ὅτι ἡμεῖς καλούμεθα ὡς συν-
741τακτικὸν Σῶμα νέον συνταγματικὸν καθεστὼς νὰ διατυ-
742πώσωμεν· ἀλλὰ συζήτησις τοιούτων εὐρέων ὁρίων, τὰ ὁποῖα
743βλέπομεν ὑφιστάμενα ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς παρελθού-
744σης Παρασκευῆς, προσῆκε μᾶλλον εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν τὸ
745Σῶμα θὰ ἦτο νομίμως συγκεκροτημένον. Ἀφοῦ δ’ ὅμως ἡ
746συζήτησις ἐξετάθη, κρίνω ἐμὸν καθῆκον νὰ φέρω τὸν λόγον
747ἐπὶ τῶν ἀπασχολούντων ἡμᾶς θεμάτων, μάλιστα μετὰ τὴν
748ἐξενεχθεῖσαν γνώμην, ἴσως λίαν εὔλογον, ὅτι καὶ οἰκονο-
749μία χρόνου θέλει ἐπέλθει ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἐν τῷ μέλ-
750λοντι δὲν θέλομεν ἐπανέλθει ἐπὶ τὰ αὐτὰ θέματα.
751Τρεῖς εἶναι, Κύριοι, αἱ ἀπόψεις, ἀφ’ ὧν δέον νὰ μελετη-
752θῶσι τὰ ἀπασχολοῦντα ἡμᾶς θέματα, ἡ οὐσιαστική, ἡ ἐπι-
753στημονικὴ καὶ ἡ πολιτική.
754Ἡ οὐσιαστικὴ ἄποψις εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη
755πρὸς γεγονότα ἐπελθόντα κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Ἡ 15
756Αὐγούστου 1909 ἐχαιρέτισε στασιαστικὸν κίνημα μεγά-
757λου μέρους τοῦ ἐν Ἀθήναις στρατοῦ. Ἀποκαλῶ τὸ κίνημα
758τοῦτο στασιαστικὸν καὶ οὐχὶ ἐπαναστατικόν, διότι οὐδα-
759μοῦ διαβλέπω ἐν τῷ κινήματι ἐκείνῳ ἐπαναστατικὴν πρό-
760θεσιν, τουτέστι πρόθεσιν καταλύσεως τῆς ὑφισταμένης ἐν-
761νόμου τάξεως, καὶ δὴ τῆς συνταγματικῆς τάξεως, πρὸς δη-
762μιουργίαν νέας τοιαύτης. Ὁ στρατὸς ὑπέβαλεν ὑπόμνημα, ἐν
763τῷ ὁποίῳ οὐδαμοῦ διεφαίνετο ἀνατροπὴ τῶν καθεστηκυιῶν
764ἀρχῶν, τοὐναντίον ἀνεγνωρίζετο προσήλωσις πρὸς τὴν ἔν-
765νομον τάξιν, τὰ δὲ ὑποβαλλόμενα αἰτήματα ἦσαν διοικητι-
766κοῦ καθαρῶς χαρακτῆρος, ἀποβλέποντα εἰς ἀναδιοργάνω-
767σιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώ-
768ρας. Αὐτὸς μάλιστα ὁ στρατὸς ἀνεγνώριζεν ὅτι ἡμάρτησε
769πρὸς τὴν ἔννομον τάξιν καὶ διὰ τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ περὶ
770ἀμνηστίας ἠθέλησε νὰ δηλώσῃ ὅτι εὐθὺς ὡς τὰ αἰτήματα
771ταῦτα ἐγένοντο δεκτὰ ὑπὸ τῆς ἐννόμου τάξεως ἐπανέρχε-
772ται πρὸς τὴν τάξιν καὶ σέβεται ἁπάσας τὰς κειμένας δια-
773τάξεις. Τὰς βλέψεις τοῦ στρατοῦ συνεμερίσθη ὁ λαὸς τῶν
774Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς διὰ συλλαλητηρίου πανδήμου,
775τοῦ τῆς 14 Σεπτεμβρίου. Καὶ ἐν τῷ ψηφίσματι τοῦ
776λαοῦ οὐδαμοῦ διαβλέπομεν ἐπιθυμίαν τινὰ στρεφομένην
777κατὰ τοῦ Συντάγματος. Τοὐναντίον μάλιστα ὁ λαὸς ἀπευ-
778θυνόμενος πρὸς τὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀνώτατον Ἄρχοντα
779διεδήλου πρὸ παντὸς τὸ φιλόνομον αὑτοῦ καὶ ἠξίου καὶ οὗ-
780τος τὴν ἐκτέλεσιν μεταρρυθμίσεων διοικητικῶν. Ἀλλὰ καὶ
781ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὁπόθεν εἴδομεν τὰς γνώμας τοῦ λαοῦ νὰ
782διαβιβάζωνται εἰς τὴν πρωτεύουσαν, οὐδεμία τοιαύτη ἀπέ-
783βλεπεν εἰς συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις. Κατὰ τὸ στά-
784διον τὸ ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρις Ἰανουαρίου, ὅτε εἰσηγεῖτο
785ἐν τῇ Βουλῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς 15 Αὐγούστου, πολλὰ μέ-
786τρα ὑπεβλήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, πολλαὶ συζητήσεις καὶ ἐν
787τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἔξω ἐγένοντο, ἀλλὰ καὶ πάλιν
788οὐδαμόθεν προβάλλεται ἐπιθυμία τις πρὸς μεταβολὴν τοῦ
789Συντάγματος. Οὐδεὶς ἠξίωσε τὴν διάλυσιν τοῦ τότε ὑφι-
790σταμένου νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τὴν σύγκλησιν ἑτέρου
791Σώματος συντακτικὸν χαρακτῆρα ἔχοντος. Ἐπρόκειτο πάν-
792τοτε καὶ τότε περὶ διοικητικῶν μέτρων, περὶ νομοθετι-
793κῶν μεταρρυθμίσεων, εἰσαγομένων ἴσως καὶ συζητουμένων
794ὑπὸ τὴν ἐπιβολὴν ἀλλοτρίων ἐπιδράσεων, ἀλλὰ πανταχοῦ
795βλέπομεν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰς καθεστηκυίας ἀρχάς.
796Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ ἔτους τούτου, ὁπότε ἐπὶ
797τῇ εἰσηγήσει Κρητὸς πολιτευτοῦ ὃν ἀπὸ τῆς σήμερον ἔχομεν
798τὴν εὐχαρίστησιν νὰ βλέπωμεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, ἤρξατο σκέ-
799ψις περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, πάντοτε ἐτονίζετο κατὰ
800κόρον καὶ πάντοτε ῥητῶς ἐδηλοῦτο, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ με-
801ταβολῆς οὐχὶ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος,
802ἀλλὰ τοὐναντίον περὶ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς παράγοντας τοὺς
803κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐνασκοῦντας τὰς συνταγματικὰς λει-
804τουργίας, καὶ ὅτι μόνον ἐπιθυμητὴ ἀπέβαινεν ἡ ἀναθεώ-
805ρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος Συνταγμα-
806τικοῦ Χάρτου. Καθ’ ὅλον ἐκεῖνο τὸ στάδιον τῶν συνεννοή-
807σεων καὶ τῶν ἀναληφθεισῶν ἐγγράφων ὑποχρεώσεων οὐ-
808δεμία συζήτησις ἐγένετο περὶ τοῦ ὅτι ἀπέβλεπέ τις εἰς με-
809ταρρύθμισιν θεμελιωδῶν τοῦ ἰσχύοντος πολιτεύματος δια-
810τάξεων. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ λαοῦ οὐδαμόθεν πάλιν προεβλήθη
811σκέψις τις περὶ μεταβολῆς οὐσιώδους διατάξεως τοῦ Συν-
812τάγματος.
813Συνεπὴς πρὸς ταύτας τὰς ὑποχρεώσεις καὶ συζητήσεις ἡ
814νέα Κυβέρνησις τοῦ Ἰανουαρίου ἀνέθετο εἰς ἐπιστήμονα
815κατέχοντα τότε θέσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης,
816τὸν κ. Σαρίπολον, νὰ συντάξῃ προμελέτην τείνουσαν οὐχὶ
817εἰς μεταβολὴν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος,
818ἀλλ’ ἀποσκοποῦσαν ἁπλῶς τὴν μελέτην πρὸς ἀναθεώρησιν
819μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸ προσχέ-
820διον ἐκεῖνο ἢ μᾶλλον ἡ προμελέτη ἐκείνη, ὑποβληθεῖσα
821ὑπὸ ἀνεπίσημον τύπον εἰς τὴν Βουλήν, ἀπησχόλησε τὰ κόμ-
822ματα, τὰ ὁποῖα τότε ἀπετέλουν τὴν πλειονοψηφίαν τῶν τριῶν
823τετάρτων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἔσχον, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ἀνα-
824λάβω, ὅπως παράσχω τὴν ἀσθενῆ ἐπιστημονικήν μου ἐργα-
825σίαν εἰς τὴν τελικὴν διατύπωσιν τοῦ προσχεδίου τῶν ἀνα-
826θεωρητέων διατάξεων, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι
827πνεῦμα ἐλευθερίας ἐπρυτάνευσε τότε εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ
828αἰτήματος, ὅπερ ἡ Βουλὴ ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσῃ. Ἀλλ’ οὔτε
829καὶ ἔξωθεν προέβαλέ τις γνώμην μεταβολῆς θεμελιώδους
830διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ὅλοι ἦσαν σύμφωνοι, ὅτι αἱ
831θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἔδει νὰ παραμεί-
832νωσιν ἀνέπαφοι. Τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὸ στάδιον
833ἐκεῖνο τῆς προεργασίας, ἔτεινεν εἰς τὸ νὰ θεωρηθῶσιν ἀνα-
834θεωρητέαι διατάξεις οὐ μόνον ἐκεῖναι, αἵτινες, κατὰ τὴν
835πεποίθησιν τῶν συνταξάντων τὸ προσχέδιον, ἔδει ὄντως νὰ
836ἀναθεωρηθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν
837καὶ κατ’ ἀρχὴν νὰ προκαλέσωσι συζήτησιν ἐν διπλῇ Βουλῇ.
838Διὰ τοῦτο ἡμεῖς εἴχομεν ἐν ἀρχῇ περιλάβει εἰς τὸ προ-
839σχέδιον καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος περὶ μιᾶς Βου-
840λῆς, ἵνα ἐπιτρέψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν
841δύο Βουλῶν, οὐχὶ διότι οἱ συντάξαντες τὸ προσχέδιον ἐθεω-
842ροῦμεν χρήσιμον τὴν δευτέραν Βουλήν, ἀλλ’ ἁπλῶς διότι
843ἴσως θὰ εὑρίσκοντο ἄλλοι, οἵτινες θὰ ἐπεθύμουν νὰ συζη-
844τηθῇ τὸ θέμα τῆς Γερουσίας ὑπὸ τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητι-
845κῆς Βουλῆς. Ἀτυχῶς παρὰ τῇ τότε πλειοψηφίᾳ ἐπεκρά-
846τησεν ἀντίθετος γνώμη, διότι ἐθεωρήθη ὅτι ὑπάρχει ἐρρι-
847ζωμένη παγία ἰδέα περὶ τῆς μὴ χρησιμότητος τοῦ θεσμοῦ
848τῆς Γερουσίας, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἀναθεωρητέα αὕτη διάτα-
849ξις, ὡς καὶ ἄλλαι τινές, ἀτυχῶς κατὰ τὴν γνώμην μου,
850διεγράφησαν ἀπὸ τὸ προσχέδιον. Ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς
851ἡμετέρας προτάσεις προέβαινον εἰς μελέτας καὶ ἄλλοθι εἰς
852ἐπιστημονικοὺς κύκλους. Ὑπομιμνήσκω πρὸς ὑμᾶς τὴν ἐρ-
853γασίαν τὴν γενομένην ἐν τῷ διοικητικῷ συμβουλίῳ τοῦ δι-
854κηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ οὐδαμῶς ὑπε-
855στηρίχθη ὅτι ἔδει νὰ μεταβληθῇ θεμελιώδης διάταξις τοῦ
856Συντάγματος.
857Ἦλθε τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐνταῦθα, ὀφείλω νὰ
858τὸ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ πρῶτον ἐπαναστατικὸν κίνημα, τὸ
859καὶ τελευταῖον, βλέπω ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς τῆς
86018 Φεβρουαρίου, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἐνῷ ὤφειλε, συμ-
861φώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, νὰ περιορι-
862σθῇ εἰς τὸ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῶν ἀναθεωρητέων δια-
863τάξεων, τοὐναντίον, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῇ ψηφισθείσῃ προ-
864τάσει, δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντά-
865γματος, ἀλλὰ πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Ἡ Βουλή, συμφώνως
866πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶ-
867πεν ὅτι ψηφίζει τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συν-
868τάγματος, ἵνα ἐπακολουθήσῃ ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου
869107, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶπεν ὅτι: «Ψηφίζει νὰ ἀναθεωρη-
870θῶσι κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἅπασαι αἱ διατάξεις αὗται τοῦ
871Συντάγματος δι’ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, συγκειμένης ἐκ
872διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν».
873Ἔπραξέ τι τουτέστι, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει εἰς αὐτὴν
874ἡ συνταγματικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107.
875Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζή-
876τησιν ὁ βουλευτὴς κ. Νέγρης ὑπεστήριξεν ὅτι τοῦτο δὲν ἀν-
877τίκεται οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγμα-
878τος οὔτε καὶ εἰς τὸ γράμμα αὐτοῦ, οὐδαμοῦ ὁρίζοντος ὅτι
879ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι βεβαία μόνον καὶ ἀπο-
880κλειστικῶς ἐν περιπτώσει ψηφίσεως εἰς δύο Περιόδους καὶ
881ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἄλλοθεν νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀνάγκη
882αὕτη. Ἀλλ’ ἡ Βουλή, ὡς εἴρηται, δὲν συνεμορφώθη πρὸς
883τὴν γνώμην τοῦ τότε ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, οὐδὲ τὸ
884Διάγγελμα ἀνεγνώρισεν ἄλλοθεν ἀπορρέουσαν τὴν ἀνάγκην
885τῆς ἀναθεωρήσεως, ἐστηρίχθη δὲ μόνον εἰς τὴν ἀπόφασιν
886τῆς Βουλῆς. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ πρώτη καὶ ἡ μόνη προσ-
887βολὴ κατὰ τῶν κειμένων συνταγματικῶν διατάξεων, διὰ
888πραξικοπήματος γενομένη, εἶναι ἡ ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς Βου-
889λῆς τῆς 18 Φεβρουαρίου καὶ τῇ ἐπικυρώσει τῆς ἀποφάσεως
890ταύτης, διὰ τοῦ Βασ. Διαγγέλματος γενομένη. Ἀλλὰ τὴν
891προσβολὴν ταύτην ἐκύρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῶν
892ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου. Λέγω δὲ τὴν ἐκύρωσε, διότι
893καθ’ ὅλον τὸ προεκλογικὸν στάδιον δὲν ἠκούσθη εἷς καὶ
894μόνος ὑποψήφιος, ὁ ὁποῖος νὰ προβάλῃ πρὸ τοῦ Ἑλληνι-
895κοῦ λαοῦ ὅτι ἀξιοῖ μεταβολὴν θεμελιώδους διατάξεως.
896Ὑπῆρξαν ὁμολογουμένως πολλοὶ ὑποψήφιοι, καὶ δὴ ὁλό-
897κληρον πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ὄντως προέβη μετὰ θάρ-
898ρους καὶ μετ’ ἀναπτύξεως τῶν ἐπιχειρημάτων αὑτοῦ, ὑπο-
899στηρίζον ὅτι τὸ συγκληθησόμενον Σῶμα δέον νὰ ᾖ συντα-
900κτικοῦ χαρακτῆρος καὶ οὐχὶ ἀναθεωρητικοῦ, πολλοὶ δὲ
901καὶ ἐκ τῶν ἀνεξαρτήτων ὑποψηφίων ἔπραξαν τοῦτο. Πλεῖ-
902στοι τῶν τοιούτων ὑποψηφίων ἐξελέγησαν, καὶ ἔχομεν τὴν
903τιμὴν νὰ ἔχωμεν τούτους μεταξὺ ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου
904καὶ ἡμεῖς δὲν προεβάλομεν πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὅτι ἐμμένο-
905μεν εἰς τὸν καθαρῶς ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα τῆς Βου-
906λῆς. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὑπεστήριξεν ὅτι τὸ
907συγκληθησόμενον Σῶμα θὰ ὑπάγηται εἰς τὰ δεσμά, τὰ
908ὁποῖα προϋποθέτει ἡ ἀκριβὴς τήρησις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ
909Συντάγματος. Καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὰς ἐκλο-
910γὰς ἐδηλώσαμεν ὅτι ἐννοοῦμεν εὐρύτατα τὰ ὅρια τῆς ἀνα-
911θεωρήσεως.
912Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιόν σας ἡμέρας τινὰς
913μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐρωτηθεὶς ἐν συνεντεύξει μετὰ δημοσιο-
914γράφου ἐδήλωσεν (ἰδὲ «Ἐμπρὸς» 14 Αὐγούστου 1910), ὅτι
915ἡ ἀναθεώρησις ἡ ἐνώπιον ἡμῶν τιθεμένη δέον νὰ ἔχῃ εὐ-
916ρύτατα τὰ ὅρια. Τὴν τοιαύτην ἡμῶν ἀντίληψιν ἐκύρωσεν
917ἀπὸ αὐτῆς τῆς στιγμῆς τῆς ἐνάρξεως ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος
918διὰ τοῦ Λόγου Αὑτοῦ ὑπεδήλωσε σαφῶς, ὅτι τὸ ἔργον τῆς
919Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς θεωρεῖ εὐρὺ καὶ οὐχὶ συνδεόμε-
920νον πρὸς τὸ ἄρθρον 107. Ἀπὸ διπλῆς δὲ ἀπόψεως ἐνόησα-
921μεν νὰ ἀπελευθερώσωμεν ἀπὸ τῶν δεσμῶν τὸ ἔργον τῆς
922Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς· πρῶτον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι δὲν
923θὰ ἐπετρέπετο ταύτῃ εἰμὴ μόνον ἡ ἀναθεώρησις τῶν ὡς
924ἀναθεωρητέων χαρακτηρισθεισῶν διατάξεων καὶ δεύτερον,
925ὡς εἶπον, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ὅτι ὤφειλεν εἰδικῶς ἐπὶ
926τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων καὶ μόνον ν’ ἀποφανθῇ. Ἀλλὰ
927ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως λίαν εὐγλώττως ὑπεστηρίχθη
928ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι, μολονότι καθ’ ὅλον τὸ στά-
929διον τῆς προδικασίας οὕτως εἰπεῖν τῆς ἀναθεωρήσεως οὐ-
930δεὶς ἐγένετο λόγος περὶ ἀναθεωρήσεως θεμελιωδῶν τοῦ Συν-
931τάγματος διατάξεων, μολονότι πρὸ τῶν ἐκλογῶν οὐ-
932δὲν πρόγραμμα ὑπεβλήθη, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναφέρῃ τὴν μετα-
933βολὴν θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἐν τούτοις
934τὸ συνέδριον τοῦτο ὤφειλε νὰ μεταβάλῃ τὸν χαρακτῆρα
935αὑτοῦ καὶ ἀπὸ συνεδρίου ἀναθεωρητικοῦ νὰ μεταβληθῇ εἰς
936συνέδριον συντακτικόν.
937§14ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώ-
938τησιν;
939§15Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὄχι.
940§16Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καθίσατε κάτω, καθίσατε κάτω.
941§17Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τοὺς ἐκφωνηθέντας λό-
942γους οὔτε εἰς τὰ ὑποβληθέντα ἤδη ψηφίσματα εὕρομεν οὐ-
943σιαστικόν τινα λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι προβάλ-
944λουσι μεταρρύθμισίν τινα, ἣν ἠδύνατο μὲν νὰ ἐπιχειρήσῃ
945Συντακτικὴ Βουλή, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή.
946Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Μαζαράκη καὶ λοιπῶν ἐκ Κεφαλληνίας Βου-
947λευτῶν ὑποβληθὲν ψήφισμα εἶναι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ὑπο-
948δηλοῖ τοιαύτην ἀνάγκην, διότι ἐκεῖ καθορίζεται ἡ κατάρ-
949γησις θεμελιώδους διατάξεως, τουτέστι λέγει τὸ ψήφισμα
950ὅτι τὸ Σῶμα θεωρεῖ ἑαυτὸ ἀδιάλυτον, ἑπομένως θεωρεῖ
951ἑαυτὸ ἐξαιρούμενον τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως, μέχρις οὗ
952τελειώσῃ τὸ ἔργον αὑτοῦ.
953Τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἐντεῦθεν ἠκούσθησαν,
954εἶναι ἐπιχειρήματα ἀντλούμενα ἐκ τῆς κακῆς καταστά-
955σεως τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὐδαμῶς βασιζόμενα ἐπὶ τοῦ ὅτι
956ὡρισμέναι μεταβολαὶ πρὸς θεραπείαν τῆς κακῆς καταστά-
957σεως τοῦ Κράτους εἶναι ἱκαναὶ νὰ ἐπιχειρηθῶσι μόνον ὑπὸ
958Σώματος συντακτικὴν ἀποστολὴν κεκτημένου. Ἡ ἄλλη κα-
959τηγορία τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν ἠκούσαμεν,
960εἶναι ἐπιχειρήματα καθαρῶς ἐπιστημονικοῦ χαρακτῆρος,
961τείνοντα τουτέστι νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι Σῶμα καλούμενον
962παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὑφισταμένου Συντάγματος νὰ προβῇ
963εἰς καθορισμὸν συνταγματικῶν θεσμῶν εἶναι Σῶμα ἀπα-
964ραιτήτως συντακτικὴν ἀποστολὴν καὶ συντακτικὴν ἰδιό-
965τητα κεκτημένον. Καὶ ἐὰν ὄντως τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶ-
966ναι ὀρθὸν καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐπιβάλλῃ ὅπως Σώματα καλού-
967μενα νὰ θεσμοθετήσωσι διατάξεις συντακτικὰς εἶναι ἀπα-
968ραιτήτως Σώματα συντακτικά, τότε βεβαίως ἔχουσι δίκαιον
969οἱ προλαλήσαντες ἐνταῦθα.
970Θὰ ζητήσω τούτου ἕνεκα παρ’ ὑμῶν συγγνώμην, ἐὰν ἐπ’
971ὀλίγας στιγμὰς ἀναγκασθῶ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ ἐπιστημονικὰς
972θεωρίας, ἃς κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν κρίνω κατ’ ἀρχὴν φευ-
973κτέας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
974Ὁ ὅρος συντακτικὴ ἐξουσία καὶ Συντακτικὴ Συνέλευσις
975δὲν εἶναι ὅρος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς πρῶτοι ἐνταῦθα θὰ δημι-
976ουργήσωμεν οὐδ’ ἡμεῖς τὸ περιεχόμενον τοῦ ὅρου τούτου θὰ
977καθορίσωμεν. Εἶναι ὅρος πρὸ πολλοῦ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἐν
978χρήσει καὶ περὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ ἐγράφησαν. Δυστυχῶς
979δὲν ἠκούσθη ὡς ἔδει, λόγῳ τῆς ἀπαγγελίας, ἡ ἐπιστημονι-
980κωτάτη ἀγόρευσις τοῦ ἐκ Κυκλάδων βουλευτοῦ κ. Σαλτα-
981μπάση, τοῦ δεινοῦ μελετητοῦ τῶν κατὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπα-
982νάστασιν, ὁ ὁποῖος ὑπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν πόθεν ὁ ὅρος προ-
983ῆλθεν. Ὄντως, Κύριοι, συζητουμένου τοῦ Συντάγματος ἐν
984τῇ Γαλλικῇ Συνελεύσει, ὁ μέγας τότε πολιτικὸς ῥήτωρ τῆς
985Γαλλίας, ὁ ἀββᾶς Sieyès, ἐν τῇ περιλαλήτῳ αὐτοῦ ἀγορεύ-
986σει τῆς 2 Θερμιδὼρ ἔτους Γʹ, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
987Γαλλικῆς Συνελεύσεως, ὅτι εἶναι ἀπόκτημα τῆς Γαλλικῆς
988ἐπιστήμης ἡ διάγνωσις δύο ὅρων, τοῦ ὅρου συντακτικὸν
989Σῶμα καὶ τοῦ ὅρου συντεταγμένον Σῶμα, ὑπεδήλωσε δ’
990ὅτι ἡ τιμὴ αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν ἴδιον γράψαντα ὀλίγον πρό-
991τερον τὸ ἔργον περὶ τῆς τρίτης λεγομένης τάξεως, ἐν ᾧ αὐτὸς
992ἔχει διατυπώσει ὄντως τὴν διάκρισιν. Ἀλλὰ κατόπιν ὁ στρα-
993τηγὸς La Fayette (Mémoires τόμ. Δʹ σελ. 36 ἑπ.), γνωρί-
994ζων καλῶς ὡς ἐκ τῆς ἐν Ἀμερικῇ δράσεώς του τὰ ἐκεῖ κρα-
995τοῦντα, παρετήρησεν ὅτι ἡ θεωρία τῆς εἰρημένης διακρί-
996σεως δὲν ὀφείλεται πρῶτον εἰς τὸν Sieyès, ἀλλὰ πρὸ ἐτῶν
997ἦτο ἤδη ἐν Ἀμερικῇ γνωστὴ καὶ εἶχε διατυπωθῆ εἰς Ἀμε-
998ρικανικὰ πολιτεύματα. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην τοῦ La
999Fayette ἐπεκύρωσαν ἐσχάτως καὶ αἱ περὶ Ἀμερικανικοῦ πο-
1000λιτεύματος ἔρευναι τοῦ Bryce. Ἀλλὰ πάντως δέον νὰ ὁμο-
1001λογηθῇ ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς ἀπετυπώθη πλαγίως ὑπὸ τῆς Γαλ-
1002λικῆς ἐπιστήμης, μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ὁ ὅρος αὐ-
1003τὸς Γαλλιστὶ ἐκφραζόμενος περιελήφθη ἐν τῇ Γερμανικῇ
1004ἐπιστήμῃ ἄνευ μεταγλωττίσεως. Περὶ τοῦ θέματος ἐγράφη
1005τελευταίως περισπούδαστος μονογραφία ὑπὸ τοῦ Αὐστρια-
1006κοῦ Zweig ἐπιγραφομένη «Die Lehre vom Pouvoir Con-
1007stituant».
1008Ἔχει δ’ ὁ ὅρος οὗτος τὸ ἑξῆς περιεχόμενον, ὅτι τουτέ-
1009στι λέγοντες συντακτικὴν ἐξουσίαν ἐννοοῦμεν δρᾶσιν τεί-
1010νουσαν ἢ πρὸς δημιουργίαν πολιτείας ἢ πρὸς δημιουργίαν
1011πολιτεύματος. Ἂν δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ Πολιτεία,
1012ἂν δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ πολίτευμα, ἡ ἔννοια συν-
1013τακτικὴ ἐξουσία εἶναί τι ἀκατάληπτον.
1014Ἡ ἁπλῆ ἀναθεώρησις ἰσχύοντος πολιτεύματος οὐδέποτε
1015ἐθεωρήθη ἔργον συντακτικῆς ἐξουσίας. Διὰ νὰ μὴ ἀνα-
1016φέρω ἄλλους συγγραφεῖς καὶ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸν τε-
1017λευταῖον, τὸν γράψαντα τὴν μονογραφίαν, περὶ ἧς σᾶς ἐλά-
1018λησα, κρίνω καλὸν νὰ σᾶς μεταγλωττίσω ἐντεῦθεν, ἔχων
1019πρὸ ἐμοῦ καὶ τὸ γερμανικὸν κείμενον, τὸ μέρος ἔνθα σα-
1020φῶς τίθεται τὸ ζήτημα, τουτέστιν ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀνα-
1021θεωρήσεως δὲν εἶναι συντακτικόν (παράβαλε) «Zweig, Die
1022Lehre vom Pouvoir Constituant. Tübingen 1909 ἐν
1023σελ. 306. Ἱστορικοδογματικῶς ὅμως πρέπει πρὸ παντὸς
1024νὰ τονισθῇ ὅτι ἡ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον ἔρευνα τοῦ Συντάγμα-
1025τος (diese Detailprüfung des Verfassung) δὲν εἶναι
1026πρᾶξις τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως δ’ εἶναι ἀνα-
1027τεθειμένη εἰς ὄργανον συντεταγμένον, ὅπερ οὐσιωδῶς εἶναι
1028ταυτόσημον πρὸς τὸ ἀντιπροσωπευτικῶς συντεταγμένον ὄρ-
1029γανον, ὅπερ ἐνασκεῖ καὶ τὴν συνήθη νομοθετικὴν λει-
1030τουργίαν».
1031Οὐδὲ εἷς συγγραφεὺς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπεστήρι-
1032ξεν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις πολιτεύματος εἶναι συντακτικὸν ἔρ-
1033γον, ἐκτὸς μόνον ἂν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀναθεωρήσεως
1034πρόκειται νὰ καταργηθῶσι θεμελιώδεις διατάξεις, ὅτε κατ’
1035ἀνάγκην ἔχομεν νέαν δημιουργικὴν ἐργασίαν ὄντως συντα-
1036κτικὸν περίβλημα κεκτημένην.
1037Τὴν ἀντίληψιν ταύτην ἠσπάσθησαν πάντα τὰ συντα-
1038κτικὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα εἰσηγούμενα τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν
1039διαδηλοῦσιν ὅτι εἶναι συντακτικά, διότι ἐνασκοῦσι τὴν
1040κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ.
1041Καὶ ἵνα μὴ σᾶς ἀναφέρω ἄλλο τι, ὑπομιμνήσκω πρὸς ὑμᾶς,
1042ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν δημιουργίαν ἐν Γαλλίᾳ νέου συντα-
1043γματικοῦ καθεστῶτος διὰ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου τῆς 31 Αὐ-
1044γούστου 1871 ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ὡς ἑξῆς προοι-
1045μιάζεται:
1046«Ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις ἀποβλέπουσα ὅτι τὸ δικαίωμα
1047τοῦ νὰ μεταχειρισθῇ τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν εἶναι οὐ-
1048σιῶδες παρακολούθημα τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν
1049τυγχάνει οὖσα περιβεβλημένη...» Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐφ’ ὅ-
1050σον ἔχετε Βασιλέα κηρύσσοντα τὴν ἔναρξιν Βουλῆς διὰ
1051Βασιλικοῦ Λόγου, ἐφ’ ὅσον ἔχετε καθεστηκυίας Ἀρχάς, τὸν
1052πρὸς τὰς ὁποίας σεβασμὸν πάντες διαδηλοῦμεν, πῶς εἶναι
1053δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς ἐνασκοῦμεν τὴν κυριαρχίαν
1054τοῦ λαοῦ πρὸς συντακτικὸν σκοπόν;
1055Εἶμαι ἐναντίος, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὸ λέγω διὰ νὰ
1056εἶμαι εἰλικρινής, εἶμαι ἐναντίος τῆς θεωρίας τοῦ συναλλά-
1057γματος τῆς ἐντεῦθεν ἀναπτυχθείσης ἐν σχέσει πρὸς τὴν νο-
1058μικὴν φύσιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι προκειμέ-
1059νου περὶ συνταγματικῶν πολιτευμάτων μὴ κτηθέντων ὑπὸ
1060τοῦ λαοῦ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ παραχωρηθέντων ὑπὸ τοῦ
1061Ἡγεμόνος, ὑπεστηρίχθη ἡ θεωρία τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ
1062παρ’ ἡμῖν δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς πολιτεύμα-
1063τος. Ἐν Ἀγγλίᾳ παρήχθη ἡ θεωρία αὕτη τοῦ settlement,
1064διότι ὁ Ἡγεμὼν παρεχώρησε τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, τὸ
1065αὐτὸ δ’ ἰσχύει καὶ διὰ τὰς γερμανικὰς χώρας. Ἀλλ’ ἐν
1066Γαλλίᾳ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ὁ λαὸς μόνος ἀπέκτησε τὴν
1067ἐλευθερίαν αὑτοῦ, ἔνθα διετυπώθη ὁ θεμελιώδης κανὼν ὅτι
1068πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι ἀπὸ τοῦ ἔθνους ἀπορρέουσι, βεβαίως περὶ
1069τῆς θεωρίας τοῦ συναλλάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ
1070λόγος. Οὕτω δὲ δὲν δυνάμεθα θεωρητικῶς παρ’ ἡμῖν νὰ εἴπω-
1071μεν ὅτι ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως δὲν δυνάμεθα νὰ
1072μεταβάλωμεν θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ ἡμετέρου πολιτεύ-
1073ματος. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι θεωρία. Ἐν τῇ πράξει πρέπει τὸ
1074ζήτημα νὰ ἐρευνηθῇ ἄλλως. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα ὡς
1075ἐπαναστάται, ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ κηρύξωμεν τὴν λῆξιν ἐπα-
1076ναστάσεως· οὐδὲ πρόκειται νὰ κηρυχθῶμεν ἐπαναστάται
1077κατὰ τοῦ Βασιλέως, ἀφοῦ οὐσιαστικῶς πάντες εἴμεθα σύμ-
1078φωνοι. Σεβόμεθα τὴν Βασιλείαν πάντες, ἀλλὰ τινὲς μὲν
1079ἀξιοῦσι νὰ κηρυχθῇ τὸ Σῶμα συντακτικόν, ἄλλοι δὲ ἀνα-
1080θεωρητικόν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, οἱ πολιτειακοὶ
1081παράγοντες εἶναι ἀναλλοίωτοι, δὲν δυνάμεθα ἄνευ τῆς
1082συναινέσεως αὐτῶν νὰ μεταβάλωμεν τὰ κείμενα.
1083Κατ’ ἀκολουθίαν, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναπτύ-
1084ξω, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν τὸ Σῶμα ἔχει ἀναθεωρητι-
1085κὸν χαρακτῆρα, ὡς καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐπιβεβαιοῖ, ἔχει ὅμως
1086τοιοῦτον χαρακτῆρα ἐντελῶς ἰδιότυπον, διότι καθ’ ἣν στι-
1087γμὴν συγκαλεῖται εὑρίσκει καταλελυμένον τὸ βʹ ἐδάφιον
1088τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, τουτέστι δὲν ὑπάρχου-
1089σιν εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν αὐτὸ Σῶμα οἱ περιορισμοὶ τοῦ
1090εἰρημένου ἄρθρου, τοῦ ἐπιβάλλοντος τὴν συζήτησιν ἐντὸς
1091τῶν ὁρίων τῆς αἰτήσεως περὶ ἀναθεωρήσεως, περιστέλλον-
1092τος δὲ τὰ ἔργα τοῦ ἀναθεωρητικοῦ Σώματος εἰδικῶς εἰς
1093τὴν ἀναθεώρησιν καὶ ἀποκλείοντος οὕτω πᾶσαν νομοθετι-
1094κὴν λειτουργίαν.
1095Τὸ ἰδιότυπον αὐτὸ τοῦ Σώματος, τὸ ἀπορρεῦσαν ἐκ τῆς
1096κακῆς διατυπώσεως τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεων ἐν
1097τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς εἴτε κατὰ
1098τὴν διάρκειαν τῶν ἀναθεωρητικῶν ἡμῶν ἐργασιῶν εἴτε καὶ
1099μετ’ αὐτὰς νὰ ἐπιληφθῶμεν, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ
1100ἐπιληφθῶμεν, καὶ νομοθετικῶν ἔργων, κυρίως συζητοῦντες
1101ὀργανικοὺς νόμους, οἵτινες ἀπαραίτητοι θὰ καταστῶσιν ἐκ
1102τῆς μεταρρυθμίσεως ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντά-
1103γματος.
1104Ἀλλὰ ταῦτα πάντα τὰ ὑπὸ τῆς οὐσίας τῶν πραγμά-
1105των καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης εἰς ἡμᾶς ἐπιβαλλόμενα εἶναι
1106τὰ ἀπαρεγκλίτως καὶ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς εἰς ἡμᾶς διαγρα-
1107φόμενα.
1108Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ μήτηρ ἡμῶν Ἐκκλησία καὶ τὸ Γέ-
1109νος σύμπαν ἀπόλλυσιν ἕνεκα ἐθνικῶν λόγων τὸν περινού-
1110στατον αὐτῶν ἡγήτορα, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἀντίθετα συμ-
1111φέροντα πρὸς ἡμᾶς ἔχοντες περίοικοι λαοὶ συκοφαντοῦσι
1112καὶ κατηγοροῦσι τὸ ἡμέτερον ἔθνος ὡς τὸν ταραξίαν τῆς
1113Ἀνατολῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ μὲν δημόσια οἰκονομικὰ
1114ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς ὃ σημεῖον πάντες γινώσκετε, ἡ δὲ
1115ἰδιωτικὴ οἰκονομία πάσχει ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος τῆς αὔ-
1116ριον, καὶ πάσχει ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους δεινῶς, νομίζω,
1117Κύριοι, ὅτι θὰ εἴμεθα πολὺ θαρραλέοι, ἂν δὲν ἠθέλομεν
1118ἀτενίσει εἰς τὰ δεινὰ ἐπακόλουθα, ἅτινα εἶναι δυνατὸν νὰ
1119ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς ἄνευ οὐσιαστικῆς ἀνάγκης μετατροπῆς
1120τοῦ ἡμετέρου Συνεδρίου ἀπὸ ἀναθεωρητικοῦ εἰς συντακτικόν.
1121Τὰ ζητήματα τὰ ἀπασχολοῦντα ἡμᾶς δὲν εἶναι ζητήματα
1122τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λύσωμεν κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ μειο-
1123νοψηφίαν, εἶναι ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων μία φωνὴ πρέπει
1124νὰ ἐξέλθῃ ἐξ ὅλων ἡμῶν: Ὁμονοήσωμεν, Κύριοι, καὶ προβῶ-
1125μεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, ἵνα τὴν μὲν Πολιτείαν ἐξερχόμενοι
1126ἐντεῦθεν ἀμείνω παραδῶμεν, ἔχωμεν δ’ ἅμα καὶ τὴν συνεί-
1127δησιν ἥσυχον ὅτι διὰ τῶν ἔργων ἡμῶν δὲν ἐγενόμεθα με-
1128γάλου τινὸς κακοῦ πρόξενοι. (Χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς
1129ἀριστερᾶς καὶ πολλῶν σειρῶν τῆς δεξιᾶς).
1130§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς
11315 μ. μ.
1132(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 30′. Ἐπαναλαμβάνεται
1133δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.)
1134§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1135Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Φιλάρετος.
1136§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι· στρατιώτης
1137καὶ ἐγὼ τῆς ἐκλογικῆς ἐπαναστάσεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν
1138νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον ὑμῶν, ὅπως συντελέσω διὰ τῶν ἀσθε-
1139νῶν μου δυνάμεων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς πατρίδος. Συν-
1140αισθάνομαι τὴν μεγίστην εὐθύνην πρὸς ἐκδήλωσιν γνώμης,
1141καθ’ ἣν ἐποχὴν πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα κατεύθυν-
1142σις τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων πρὸς διάσωσιν τοῦ ἀληθῶς κιν-
1143δυνεύοντος ἔθνους. Καὶ ἐγώ, ἐπίσης πάντες οἱ συντακτι-
1144κοί, νομίζω ὅτι ἐλάβομεν ἐντολὴν ῥητήν, ὅπως ἐργασθῶμεν,
1145ἵνα ἀπολαύσῃ ὁ λαὸς τοὺς καρποὺς τῆς ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον
1146ἀρξαμένης ἐπαναστάσεως· διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα
1147τοῦτο μόνον θυσίας καὶ δαπάνας ὑπέστη. Εὐελπιστῶ ὅτι
1148καὶ μετὰ δωδεκαετῆ ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1149του δὲν θὰ λησμονήσω ὅτι δὲν εἶναι δικανικὸν βῆμα, ἵνα
1150διὰ λίαν βεβιασμένων ἐπιχειρημάτων ὑποστηρίξω συμπέ-
1151ρασμα οἱονεὶ ὡς ἐνώπιον Δικαστηρίου· ἀλλ’ οὔτε καθηγη-
1152τικὴ ἕδρα, ἵνα περιπέσω εἰς ἀνάπτυξιν ἀτελευτήτων ἀφῃ-
1153ρημένων θεωριῶν. Τοιαῦτα δὲ παθήματα νομίζω ὅτι δὲν
1154ἀπέφυγόν τινες τῶν προαγορευσάντων ἀναθεωρητικῶν. Θὰ
1155λάβω τὴν τιμήν, ἵνα διὰ βραχέων ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς μόνον
1156τὰ συμπεράσματα τῶν ἐμῶν πεποιθήσεων.
1157Ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ
1158τὴν θυελλώδη συνεδρίασιν τῆς τρίτης Σεπτεμβρίου ὑπέδει-
1159ξεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὅτι ἐν Πολιτείᾳ κοι-
1160νοβουλευτικῶς κυβερνωμένῃ πάντα τὰ ζητήματα μόνον
1161διὰ τοῦ λόγου καὶ ἐν ἀνάγκῃ δι’ ἀριθμῶν πρέπει νὰ λύων-
1162ται. Ἀτυχῶς πάντοτε ὁ λόγος καὶ ἡ πειθὼ ἕνεκεν τῆς δια-
1163φωνίας τῶν γνωμῶν δὲν ἄγουσιν εἰς συμπεράσματα καὶ
1164ἔρχεται ἡ στιγμὴ τῶν ἀριθμῶν. Τὴν τελευταίαν λέξιν λοι-
1165πὸν ἔχουσιν οἱ ἀριθμοί. Ἀλλὰ δὲν πρέπει πάντες, καὶ ἔνθεν
1166καὶ ἐκεῖθεν (δεικνύει ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας), νὰ λησμο-
1167νήσωμεν, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἔχουσι σημασίαν καὶ φέρουσιν ἀπο-
1168τέλεσμα, ὅταν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν.
1169Ἦλθον καὶ παρῆλθον πολλαὶ πλειονοψηφίαι, ἀλλά, ὅτε αἱ
1170πλειονοψηφίαι δὲν εἶχον τὸν πόθον νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς
1171τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἐπέφερον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀγανα-
1172κτήσεως, καὶ ἡ ἀγανάκτησις ἐκείνη προεκάλεσε τὴν ἐπανά-
1173στασιν.
1174Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 8ης Αὐγούστου 1910 διήρεσαν τὸν Ἑλ-
1175ληνικὸν λαὸν εἰς ἀναθεωρητικοὺς καὶ εἰς συντακτικούς· ποὺ
1176μὲν ζωηρότερον, ποὺ δὲ ὠχρότερον, πάντοτε ὅμως διὰ τῆς
1177ψήφου του ὁ λαὸς ἐξεδήλωσε τὴν θέλησιν, ὅτι πρῶτον ζήτημα
1178προεβάλλετο, ἂν τὸ συνέδριον τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀνα-
1179θεωρητικὸν ἢ συντακτικόν. Πάντες δὲ τὴν καταγωγὴν
1180ἔχοντες ἐκ τοῦ λαοῦ, ἦτο φυσικὸν ἐνταῦθα νὰ εὑρεθῶμεν
1181ἀντιμέτωποι. Καὶ ἰδοὺ ὅτι τὰ δύο στρατόπεδα εὑρέθησαν
1182παρατεταγμένα· ἔνθεν μὲν οἱ συντακτικοί, ἐκεῖθεν δὲ οἱ
1183ἀναθεωρητικοί. Πάλη γνωμῶν, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τοιοῦ-
1184τον βαθμόν, νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1843 μέχρι τῶν
1185ἡμερῶν μας οὐδέποτε ἐγένετο. Ὤμεν πάντες προσεκτικοί,
1186καὶ θὰ ἦτο τολμηρὸν δι’ ἐμὲ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἰς χεῖρας
1187ὑμῶν ὑπάρχει πλέον τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Φυσικώ-
1188τατον ἦτο οἱ ἀναθεωρητικοί, πιστοὶ εἰς τὸ πρόγραμμά των,
1189νὰ ἀξιῶσιν, ὅπως ὀμόσωσι τὸν ὅρκον τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐπίσης
1190φυσικὸν ἢ καὶ φυσικώτερον ὅπως οἱ συντακτικοὶ ἀντιτα-
1191χθῶσιν εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Τὴν διαφορὰν ἤθελον λύσει
1192βεβαίως οἱ ἀριθμοί, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προταχθῇ ὁ λόγος.
1193Πρῶτον ζήτημα, ὅπερ προυτάθη, ἦτο τρόπον τινὰ ἔνστα-
1194σις ἀπαραδέκτου—ἵνα ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ εἰς δικανικὴν φρα-
1195σεολογίαν—κατὰ τῆς ὁρκωμοσίας, διότι οἱ συντακτικοί,
1196οὐδαμῶς ἐπιλανθανόμενοι τῆς καταγωγῆς αὑτῶν, δὲν ἠδύ-
1197ναντο νὰ συναινέσωσι νὰ δοθῇ ὁ ὅρκος πρὶν ἢ εἴπωσι τὴν
1198γνώμην των. Ἀντετάχθη εἰς ταῦτα, ὅτι ὁ ὅρκος πρέπει νὰ
1199δοθῇ, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν κατελύθη. Ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι
1200θέλω ἀποδείξει ὅτι, εἴτε παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα
1201κατελύθη εἴτε τοὐναντίον, κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ἐκδοχάς,
1202ὀφείλομεν ν’ ἀπολήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς μὴ δόσεως
1203τοῦ ὅρκου.
1204Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς πρώτης ἀπόψεως. Δὲν θ’ ἀσχοληθῶ
1205εἰς ἀπόδειξιν ὅτι οὐσιαστικῶς τὸ Σύνταγμα εἶχε κατα-
1206λυθῆ τελείως καὶ πρὸ τῆς 15ης Αὐγούστου τοῦ 1909.
1207Μόνον κακόπιστος ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι
1208εἶχε μείνει ὄρθιόν τι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τοῦ 1864
1209μέχρι τῆς 15ης Αὐγούστου τοῦ 1909. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς
1210τοιαύτης ἀσυστόλου καταλύσεως. Ὑπενθυμίζω ἁπλῶς, ὅτι
1211ὁ λαὸς ὑπέδειξε καὶ πρὸ τῆς 15ης Αὐγούστου τὴν ἀνάγκην
1212τῆς Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὡς μόνης ἐνδεικνυομέ-
1213νης ἀποφασιστικῆς καὶ ἐθνικῆς λύσεως ἢ διεξόδου ἐκ τῆς
1214κρισίμου καταστάσεως τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Δύ-
1215ναται σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν
1216κατελύθη καὶ πανηγυρικῶς ἀπὸ τῆς 15ης Αὐγούστου 1909;
1217Ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας
1218ἀντιπρόσωπος οὐχὶ σοβαρῶς ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι τὰ Δια-
1219τάγματα τῆς ἀμνηστίας ἐδόθησαν ὑπὲρ στασιαστῶν! Τὰ
1220δύο πρῶτα ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἐπαναστατήσαντας εἰς τὸ
1221Γουδὶ καὶ τὸ τρίτον βραδύτερον διὰ τὴν ἐν Σαλαμῖνι ἐπα-
1222νάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ ἐξεδόθησαν, ἵνα δοθῇ ἀμνηστία εἰς
1223τοὺς διαπράξαντας τὸ πολιτικὸν ἀδίκημα τῆς ἐπαναστά-
1224σεως. Οὕτως ἔχετε. Διατάγματα, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν
1225τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ τῶν συμβούλων Αὐτοῦ, διὰ
1226τῶν ὁποίων εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἐγένετο ἐπανάστασις.
1227Καὶ πῶς ἄλλως; Ὅτε τὰ τηλεβόλα ἐστράφησαν καθ’
1228ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἐξουσιῶν· ὅτε αἱ ἐξουσίαι ὑπέ-
1229κυψαν συνθηκολογήσασαι· ὅτε ἡ ἐπανάστασις κατήρτισε
1230Κυβέρνησιν· ὅτε ἀπὸ τῆς 15ης Αὐγούστου 1909 μέχρι τῆς
123118ης Ἰανουαρίου 1910 ἡ ἐπανάστασις διέτασσε τὴν ἐκτε-
1232λεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν νομοθετικήν, τὸν Βασιλέα καὶ
1233τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς Βουλευτάς· ὅτε αὕτη ἐκυβέρνησε
1234καὶ ἐβασίλευσεν· ὅτε αὕτη ἐνομοθέτησεν· ὅτε ἀγράφως
1235ἀνεγνωρίσθη τετάρτη ἐξουσία, μὴ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ
1236ἐνταφιασθέντι Συντάγματι, δύνασθε σοβαρῶς νὰ ὑποστη-
1237ρίξητε, ὅτι ἐπέζησε τοῦτο, ἔστω καὶ τυπικῶς; Δὲν φο-
1238βεῖσθε τὴν κωμικότητα συμπεράσματος περὶ τῆς ζωῆς
1239ἑνὸς νεκροῦ;
1240Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μεταγενεστέρα ἀπόδειξις, ἐὰν μένω-
1241σιν ἔτι οἱ ἀμφιβάλλοντες. Ἡ Βουλὴ προέτεινε τὴν ἀνα-
1242θεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν διατυ-
1243πώσεων τοῦ ἄρθρου 107 αὐτοῦ. Πασιδήλως κατεδείχθη
1244ὅτι, εἴτε θεωρηθῇ τηρηθὲν τὸ Σύνταγμα εἴτε οὔ, ὁ Βασιλεὺς
1245οὐδαμῶς δικαιοῦται νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν. Καὶ
1246ὅμως ἄνευ τινὸς δικαιώματος ἀνέλαβε τὰς εὐθύνας τοῦ
1247πραξικοπήματος. Ἐμφανισθεὶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνέγνω
1248Διάγγελμα πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ἐναντίον
1249τοῦ ὅρκου, ὃν εἶχε δώσει, καὶ τῶν διατάξεων τῶν ἀναγε-
1250γραμμένων ἐν τῷ Συντάγματι, βεβαιώσας ὅτι καλεῖται
1251Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ πρὸς ἀναθεώρησιν ὡρισμένων δια-
1252τάξεων, καίπερ μὴ τηρηθεισῶν τῶν διατασσομένων διατυ-
1253πώσεων.
1254Θὰ προσπαθήσω, κύριοι Πληρεξούσιοι, νὰ μὴ παλιλλο-
1255γήσω, ἐπαναλαμβάνων ὅσα ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ τοσοῦτον εὐ-
1256γλώττως καὶ πειστικῶς ἀνέπτυξαν. Θὰ προσπαθήσω, εἰ
1257δυνατόν, νὰ εἴπω μόνον καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ὅσα ἄλλοι
1258παρέλιπον, ὡς νομίζω, καὶ μὲ κίνδυνον ἔτι ν’ ἀφήσω χά-
1259σματα ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου.
1260Τολμᾶτε μετὰ πάντα τὰ ἐκτεθέντα νὰ ὑποστηρίζητε
1261ὅτι κατελύθη μὲν τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος πανη-
1262γυρικῶς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὅλον τὸ Σύνταγμα;
1263Ἐνταῦθα προκύπτει ἡ ὑπό τινων ἀναπτυχθεῖσα θεωρία
1264τῆς συμβάσεως μεταξὺ Βασιλέως καὶ λαοῦ ἢ ἡ ἐκ τοῦ ὅρ-
1265κου ὑποχρέωσις τῶν ἀρχόντων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ
1266Συντάγματι διατυπουμένων. Δὲν θέλω νὰ ποιήσωμαι κατά-
1267χρησιν τῆς εὐμενοῦς ἀκροάσεως ὑμῶν, ἵνα ἀναγνώσω χω-
1268ρία συγγραφέων καὶ ἀποδείξω ὅτι εἴτε κατὰ τὴν θεωρίαν
1269τῆς συμβάσεως, ἣν παραδέχεται καὶ ὁ Hubert Languet
1270ἐν τῷ Vindiciae contra tyrannos, εἴτε κατὰ τὴν ἐκ τοῦ
1271Συντάγματος ὑποχρέωσιν, κατ’ ἀμφοτέρας, λέγω, τὰς ἐκδο-
1272χάς, μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως παραβίασιν τοῦ ὅρκου,
1273ἐλύθη ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν πρὸς Αὐτὸν καὶ τοὺς ἄλ-
1274λους ἐπιόρκους ἄρχοντάς του.
1275Ἀλλ’ εἶπόν τινες τῶν ἀναθεωρητικῶν, πρωτίστως ὁ κ.
1276Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐγκρατὴς βεβαίως ὑπὸ πᾶ-
1277σαν ἔποψιν καὶ περὶ τοὺς νόμους καὶ περὶ τὰς συνταγμα-
1278τικὰς θεωρίας, ἔλεγον καὶ ἄλλοι: «Πῶς οἱ Ὑπουργοὶ κά-
1279θηνται ἐκεῖ ὡς σύμβουλοι τοῦ Στέμματος; Ἀφοῦ—λέγου-
1280σιν—αἱ συνταγματικαὶ ἐξουσίαι λειτουργοῦσι, δὲν κατε-
1281λύθη τὸ Σύνταγμα».
1282Ἀλλ’ εἰς ταῦτα εὐκόλως ἀπαντῶ ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς
1283ἀνεγνώσθη τὸ Βασιλικὸν Διάγγελμα, αἱ ἐξουσίαι αὗται εἶ-
1284ναι ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος. Ἡ δὲ θεωρητικῶς ἀκοίμητος
1285λαϊκὴ κυριαρχία, μόνη αὕτη, ἀπ’ εὐθείας εἶχε τὸ δικαίωμα
1286νὰ κυβερνήσῃ, νὰ νομοθετήσῃ· ἀλλὰ τοῦτο πρακτικῶς ἦτο
1287ἀδύνατον. Ἡ χώρα εἶχεν ἀνάγκην τῆς δημοσίας τάξεως.
1288Ὁ λαὸς ἕνεκα τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ἠνέχθη τὰς ἐξου-
1289σίας. Ἀπὸ τῆς 17ης Μαρτίου 1910 ὑφίστανται αὗται
1290ἐν τῇ Πολιτείᾳ μόνον κατ’ ἀνοχήν, διότι πάντες ἀνεξαιρέ-
1291τως εἴμεθα φιλόνομοι καὶ εἴχομεν συμφέρον ἅμα καὶ καθῆ-
1292κον ν’ ἀνεχθῶμεν τὸ καθεστώς. Ἀνεμένομεν ὅμως τὴν στι-
1293γμήν, ὅπως διαμαρτυρηθῶμεν. Ἰδοὺ ὅτι ἔφθασεν ἡ στιγμή.
1294Ὡς ἑρμηνεῖς τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς καὶ φρουροὶ τῶν λαϊκῶν
1295ἐλευθεριῶν ἀποδοκιμάζομεν τὰ τελεσθέντα· διαμαρτυ-
1296ρόμεθα.
1297Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω, κύριοι Πληρεξούσιοι, καὶ τὸ ἄρ-
1298θρον 44ον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλα
1299δικαιώματα πλὴν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Συντάγματι.
1300Ἐξ αὐτοῦ βεβαιότατα δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ
1301ὅσα ἔπραξεν. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι συντηρητικὸς
1302κατὰ τὸ πλεῖστον· εἶναι φιλήσυχος· ἀγαπᾷ τὴν πατρίδα.
1303Δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς ἐκδήλωσιν, δυναμένην νὰ προκα-
1304λέσῃ ἀταξίας. Ἄλλως δὲ ὁ ἀνώτατος Ἄρχων εὐθύνεται κυ-
1305ρίως ἐνώπιον τῆς Ἱστορίας διὰ τὸ τελεσθὲν πραξικόπημα·
1306ὁ λαὸς ὅμως ἔχει τοὺς συμβούλους τοῦ Στέμματος ὡς ὑπευ-
1307θύνους συνταγματικῶς. Παρ’ αὐτῶν καὶ τῶν συναυτουργῶν
1308ἀναντιρρήτως δέον νὰ ζητηθῶσιν αὐστηραὶ εὐθῦναι. Οὐδὲ
1309ἡ ἐλαχίστη ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν
1310ἐκείνην ὁ λαὸς ἐκαλεῖτο εἰς Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν,
1311ἤθελεν εἶναι εὐγνώμων εἰς τὸ Στέμμα καὶ εἰς τὸ Ὑπουργι-
1312κὸν Συμβούλιον, διότι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰ κυριαρχικὰ δι-
1313καιώματα θὰ ἐκαλοῦντο οἱ ἐκλογεῖς ὡς μόνοι ἁρμόδιοι νὰ
1314δώσωσι τὴν κατεύθυνσιν, ἵνα ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς ἀνωμαλίας,
1315εἰς ἣν ὀπωσδήποτε εἰσήλθομεν, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἀφοῦ ἀπὸ
1316πολλῶν δεκαετηρίδων ὁ λαὸς ἐζήτει Συντακτικὴν Ἐθνο-
1317συνέλευσιν, τῆς συνταγματικῆς μάλιστα ἀναθεωρήσεως
1318οὔσης ἀνεφίκτου.
1319Ἄς ὑποθέσωμεν ὅμως, πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ Σύνταγμα
1320δὲν κατελύθη. Νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἐν τῇ λογικῇ, ὑποστη-
1321ρίζοντες ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὀμόσωμεν τὸν ὅρκον τοῦ ἄρθρου
132264ου; Οἱ Πληρεξούσιοι τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1864,
1323ψηφίσαντες τὸ ἄρθρον τοῦτο, τί ἀνέγραψαν ἐν αὐτῷ; Ὅτι
1324οἱ Βουλευταί, πρὶν ἢ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντά των, ὀφεί-
1325λουσι νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον τοῦτον. Τοῦτο διέταξαν οἱ Πλη-
1326ρεξούσιοι καὶ πέρα τούτου οὐδὲν δύναται νὰ γίνῃ. Διὰ νὰ
1327δοθῇ ὅρκος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος ἢ διάταξις τοῦ Συν-
1328τάγματος. Οὔτε νόμος οὔτε διάταξις ὑπάρχει. Κατὰ τὴν
1329ἐμὴν γνώμην, ἴσως εἶναι ζήτημα, ἂν ὁ αὐτὸς ὅρκος ἐπε-
1330τρέπετο νὰ δοθῇ καὶ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἐὰν
1331αὕτη συνταγματικῶς ἐκαλεῖτο, διότι ἀκριβέστερον θὰ ἦτο
1332νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τοῦ Σώματος εἰδικὸς ὅρκος διὰ τὰ μέλη
1333τακτικῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὅμως εἰς τοῦτο
1334ἀντετάσσετο ἀντίρρησίς τις, βεβαίως δὲν δύναται νὰ στα-
1335θῇ ἐν τῇ λογικῇ ἡ τῶν ἀναθεωρητικῶν αὐθαίρετος πρό-
1336τασις, ὅτι ὁ ὅρκος τοῦ ἄρθρου 64, ὅστις ὡρίσθη ὡς ὅρκος
1337διὰ τοὺς Βουλευτὰς τῶν τακτικῶν Βουλῶν, πρέπει νὰ ζη-
1338τηθῇ καὶ παρὰ τῶν ἐχόντων τὴν ἐκλογικὴν καταγωγήν
1339των ὡς Πληρεξουσίων Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
1340Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Λεβίδης μετὰ
1341πολλῆς εὐγλωττίας καὶ μετὰ συγκινητικῆς κατανύξεως
1342προέβη εἰς τὴν ἐξομολόγησιν πολιτικῶν του ἁμαρτιῶν ἐπὶ
1343τριάκοντα καὶ τρεῖς ἐνιαυτούς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐνό-
1344μισεν, ὅτι ἤντλησεν ἐπιχείρημα ἐξ ἀγορεύσεώς μου, διὰ τοῦ
1345ὁποίου ἤθελεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ καταρρίψῃ πᾶσαν γνώμην,
1346ἣν θὰ ὑπεστήριζον ἀντίθετον. Καὶ ἐνεθυμήθη, ὅτι κατὰ τὸ
1347ἔτος 1883—ἐν παρενθέσει δὲ λέγω, ὅτι ἀποκαλύπτων διὰ
1348τῶν ἀνασκαφῶν βουλευτικήν μου ἀγόρευσιν πρὸ 27 ἐτῶν μὲ
1349κατήγγειλεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου ὡς κακῶς παρεισδύσαντα
1350μεταξὺ τῶν νέων ἀνδρῶν—ἐνεθυμήθη, λέγω, ὅτι τῷ 1883
1351ὑπεστήριζον περὶ τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ ἀλησμονήτου φίλου
1352μου Ῥόκκου Χοϊδᾶ, ὅτι ὤφειλε νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ἀλλὰ
1353νὰ δεχθῶσι τὰς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένας ἐπιφυλάξεις. Πάντοτε
1354ἐκηρύχθην κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ πολιτικοῦ ὅρκου, ὅστις
1355εἶναι πολιτικὸν ψεῦδος. Ἐπιφύλαξιν ἐν πρωτοκόλλῳ ὁρκω-
1356μοσίας καὶ ἐγὼ ἐποιησάμην, καίτοι θεωρῶ ταύτην ὑπονο-
1357ουμένην. Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ περίστασις ἐκείνη πρὸς
1358ταύτην; Οὐδεμίαν ἀπολύτως.
1359Τὸ ζήτημα τοῦ ὅρκου, Κύριοι, ἀναποδράστως ἔφερεν εἰς
1360τὸ μέσον τὴν ἀνάγκην τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος.
1361Ἦτο φυσικώτατον οἱ λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι, ὅσοι ἔλαβον τὴν
1362διαταγὴν πρὸς Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, νὰ ἀντιταχθῶ-
1363σιν ἐναντίον ὅρκου, πρὸς ἀντισυνταγματικὴν Ἀναθεωρη-
1364τικὴν Βουλήν. Ἐνασκοῦντες τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα,
1365ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν εὐ-
1366θὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώ-
1367ματος. Δικαιοῦνται νὰ βεβαιώσωσι διὰ ψηφίσματος, ὅτι δὲν
1368κατηρτίσθη Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις. Οὐδὲ δύναται ν’ ἀντι-
1369ταχθῇ ἀντίρρησις, ὅτι δὲν κατηρτίσθη τὸ Σῶμα ἕνεκα τῆς
1370μὴ ἐπικυρώσεως εἰσέτι τῶν ἐκλογῶν, διότι πρὸ τῶν ἀπε-
1371ριορίστων κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ οὐδὲν ὑφί-
1372σταται πρόσκομμα ἕνεκα τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης,
1373ὅπως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς χαρακτηρισθῇ τὸ Σῶμα καὶ
1374ὁρισθῶσι τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ.
1375Ἀλλά, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀντιθέτου ἐκ-
1376δοχῆς, θὰ ἐπακολουθήσωσι τὰ γεγονότα, τὰ μετὰ τὸν κα-
1377ταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἅπερ θὰ κυρώσωσι τὰ ἤδη γι-
1378γνόμενα. Δὲν ἐπετρέπετο ὅμως νὰ μεσολαβήσῃ μεσόχρονον
1379ἀμφιβολίας.
1380Ἡ ἐξέλιξις τῶν περιπετειῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βου-
1381λῆς παρουσιάζει περίεργον φαινόμενον. Τὸ Σύνταγμα ἀνέ-
1382γραψεν ὡς παραφωνίαν τῶν κυριαρχικῶν τοῦ λαοῦ δικαιω-
1383μάτων τὴν κατὰ διατάξεις αὐτοῦ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.
1384Ὁ θεσμὸς οὗτος ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη ὑπ’ ἄλλων ἀνελεύ-
1385θερος. Πραγματικῶς περιέχει τὴν ἀντινομίαν, δηλαδὴ ἀνα-
1386θεώρησιν ὡρισμένων μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων κατὰ ὡρι-
1387σμένας διατυπώσεις παρὰ τὰς περὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας
1388ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ αὐτῷ θεμελιώδει νόμῳ διατάξεις.
1389Ταύτην, ἀλλ’ ἄνευ τῶν διατυπώσεων, ἀπεφάσισαν οἱ ἀρχη-
1390γοὶ τῶν προσωπικῶν κομμάτων, τῇ συναινέσει τῆς Κυβερ-
1391νήσεως, καταργήσαντες διὰ τῆς προεξοφλήσεως τῆς ἐκλο-
1392γικῆς ψήφου τὸ δικαίωμα τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Οὕ-
1393τως ἤρξατο ἡ ἐξέλιξις τῆς ἀναθεωρήσεως, ἤτοι ἡ Ἀναθεω-
1394ρητικὴ κατὰ τὸ Σύνταγμα· ἡ Ἀναθεωρητικὴ παρὰ τὸ Σύν-
1395ταγμα κατὰ τὸ προβούλευμα τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὸ
1396Βασιλικὸν Διάγγελμα.
1397Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ὁ λέων ἐδείκνυε πρὸς τοὺς ἅρπαγας τῶν
1398δικαιωμάτων του τοὺς ὀδόντας αὑτοῦ, ἐπὶ τοσοῦτον προε-
1399χώρει ἡ ἐξέλιξις τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἠρέμα, ἠρέμα, ἡ
1400παρὰ τὸ Σύνταγμα ψηφισθεῖσα ἀναθεώρησις μετωνομάσθη
1401εὐρεῖα Ἀναθεωρητική· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ
1402προήχθη εἰς εὐρυτάτην Ἀναθεωρητικήν, ἴσως δὲ αὔριον θὰ
1403μετονομασθῇ εὐρυτάτη Ἀναθεωρητικὴ τῆς εὐρυτάτης Ἀ-
1404ναθεωρητικῆς, ὡς ὑπέδειξε καὶ ὁ Βασιλικὸς Λόγος τῆς 1ης
1405Σεπτεμβρίου. Μέχρι τοῦδε ἔχομεν τὰς τέσσαρας φάσεις τῆς
1406Ἀναθεωρητικῆς, ὅσαι εἶναι καὶ αἱ φάσεις τῆς σελήνης!
1407Ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις καὶ αἱ τρεῖς ἀδελφαὶ
1408αὐτῆς, θνησιγενῆ τέκνα ἢ μᾶλλον τέρατα τῶν ἀναλαβόν-
1409των νὰ ὁδηγήσωσι τὸν λαὸν εἰς τὸν λιμένα τῆς σωτηρίας,
1410ἐφονεύθησαν τὴν 8ην Αὐγούστου 1910 ὑπὸ τοῦ κυριάρχου
1411λαοῦ, ὅστις στεντορείᾳ τῇ φωνῇ διέταξε τοὺς ἄρχοντάς του
1412ὅτι θέλει τὴν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἡ ἐκλογικὴ
1413ἐπανάστασις ἐγέννησεν ὡς φυσικὸν τέκνον τὴν Συντακτικὴν
1414Γʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνέλευσιν.
1415§21Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ τώρα ἀκόμη τηλεγραφοῦσι διὰ τὴν
1416Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν.
1417§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἴσως θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ προείπω
1418ὁποῖοί τινές εἰσιν οἱ ἀριθμοὶ ἐνταῦθα, καίτοι νομίζω, εἰς
1419τὰς μέχρι τοῦδε ψηφοφορίας στηριζόμενος, ὅτι δὲν ἀπομα-
1420κρύνομαι τῆς ἀληθείας, παραδεχόμενος ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι
1421καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὑπὲρ τῆς
1422Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Μετὰ θάρρους ὅμως ἅμα
1423καὶ δεδικαιολογημένης τόλμης, μετ’ ἀκραδάντου πεποιθή-
1424σεως ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ μεγάλη πλειονότης τῶν ἐκλογέων,
1425μεθ’ ὅλας τὰς μεθόδους καὶ τὰ ὁδοφράγματα, κυβερνητικά
1426τε καὶ κομματικά, ἐβαπτίσθη ἐν τῇ ἐκλογικῇ κολυμβήθρᾳ
1427ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὅλοι ἐρχόμεθα
1428ἐκ τῆς ἀμέσου μετὰ τοῦ λαοῦ ἐπαφῆς καὶ ὅλοι καλῶς γνω-
1429ρίζομεν, ὅτι τὰ ἀληθῆ φρονήματα αὐτοῦ εἶναι ὑπὲρ ἀληθοῦς
1430Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ κατὰ τῆς ψευδοαναθεωρητικῆς Βουλῆς.
1431Πάντα ταῦτα εἶναι πασίδηλα καὶ κατάδηλα. Οὐδεὶς δύ-
1432ναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ, χωρὶς
1433νὰ κινδυνεύσῃ τὴν ἐντύπωσιν ἢ ὅτι στερεῖται ὁράσεως ἢ
1434ὅτι κλείει τοὺς ὀφθαλμούς, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ὕπαρξιν
1435τοῦ σκότους.
1436Ἀλλὰ διατί αὐτοὶ οἱ ἑλιγμοί; Διατί οἱ ἀτελεύτητοι
1437οὗτοι, ἐπιζήμιοι καὶ ἐπικίνδυνοι περίδρομοι, ὅπως φθάσω-
1438μεν εἰς τὸ τέρμα τῆς ἐπαναστάσεως; Τὰ πράγματα ἦσαν
1439ἁπλούστατα, φυσικώτατα. Ἀτυχῶς ὁ λαὸς ἐθεωρήθη ὑπὸ
1440τῶν ἀρχόντων του ὡς ἐχθρὸς τῆς πατρίδος! Ἀπεφάσισαν
1441νὰ τὸν κηδεμονεύσωσι. Καὶ ἀνέλαβον ἔργον, ὅπερ θεωρῶ
1442τολμηρόν, ἵνα μὴ χαρακτηρίσω αὐτὸ βαρύτερον καὶ τοῦ
1443ὑβριστικοῦ πρὸς τὴν παντοκράτειραν λαϊκὴν κυριαρχίαν.
1444Τὰ πράγματα ἀφ’ ἑαυτῶν ἦσαν ἐνδεδειγμένα. Ἐπιθυμῶ νὰ
1445παραδεχθῶ, ὅτι ἐπεζητεῖτο ἡ βελτίωσις τοῦ πολιτεύματος,
1446διότι δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἱ πατέρες τῆς Ἀναθεωρη-
1447τικῆς ἐζήτουν ἁπλῶς ἔξοδον, ὅπως διαλυθῇ ὁ Στρατιωτι-
1448κὸς Σύνδεσμος. Ἐὰν τοιοῦτό τι ἐσχεδίαζον, ἐπεβουλεύθη-
1449σαν τὴν ἐπανάστασιν, ἵνα αὕτη τερματισθῇ, χωρὶς ν’ ἀπο-
1450λαύσῃ ὁ λαὸς τοὺς ἐξ αὐτῆς καρπούς· θὰ ὠνειρεύθησαν ἓν
1451εἶδος πολιτεύματος κατὰ τὸ σερβικόν, τὸ ὁποῖον κατηρτί-
1452σθη εἰς τοὺς αὐλικοκομματικοὺς ἀντιθαλάμους καὶ ὅπερ
1453λίαν μὲν εὐκόλως ἐψηφίσθη, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ γνωστὸν
1454τραγικὸν ἀποτέλεσμα.
1455Οὕτως ἢ ἄλλως διεκήρυξαν, ὅτι πρόκειται νὰ τεθῶσι
1456νέαι τοῦ πολιτεύματος βάσεις. Ἔλαβον τὸ καταρρακωθὲν
1457Σύνταγμα. Ἐξέλεξαν διατάξεις ἐξ αὐτοῦ, τὰς ὁποίας ἐθεώ-
1458ρησαν κατὰ τὴν κρίσιν των ὡς τὰς μόνας δεκτικὰς ἀνα-
1459θεωρήσεως. Ὑπεκρίθησαν ψευδῆ χαράν, λέγοντες: «Ἰδοὺ
1460ἡ σωτηρία! Ἀρκεῖ τὸ ἔμπλαστρον αὐτὸ νὰ θέσητε εἰς
1461τὴν γάγγραιναν, καὶ ἔστε βεβαιότατοι, ὅτι αὕτη ἀσφαλῶς
1462θὰ θεραπευθῇ...».
1463Ἀλλά, ἐὰν εἶχον ἀληθῶς τὴν ἰδέαν τῆς Ἀναθεωρητικῆς
1464Βουλῆς, μία ὑπῆρχεν ἡ ὁδός. Νὰ ἐφαρμόσωσι τὰς διατά-
1465ξεις τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἠδύναντο εἰς τοῦτο ἐξ οἱουδή-
1466ποτε προσκόμματος; Ὤφειλον πάντως νὰ καλέσωσι Συν-
1467τακτικὴν Συνέλευσιν, ἢ Ἀναθεωρητικὴν ἢ Συντακτικήν.
1468Δύο μόνον ὑπῆρχον ὁδοὶ πρὸς βελτίωσιν τοῦ πολιτεύμα-
1469τος. Τρίτη γνώμη δὲν ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἄνευ τοῦ ψεύ-
1470δους, τῆς ἐπιορκίας, τῆς ἀσεβείας πρὸς τὴν λογικὴν καὶ
1471πρὸς τὰ λαϊκὰ δικαιώματα.
1472Ἐρωτῶσιν ὅμως ἡμᾶς οἱ κύριοι ἀναθεωρητικοί: «Πόθεν
1473ἀντλεῖτε δικαιώματα, ὅπως προτείνητε Συντακτικὴν Συν-
1474έλευσιν; Γνωρίζετε τί σημαίνει Συντακτικὴ Συνέλευσις;...
1475Εἶναι ἐπανάστασις!... Θέλετε ν’ ἀρχίσωμεν ἐκ νέου; Νὰ
1476παρατείνωμεν τὰς ἀνωμαλίας;». Ἀπαντῶμεν ὅτι τὸ δι-
1477καίωμα τῆς ἐπαναστάσεως, ὅπερ ἀπὸ τῆς δημιουργίας
1478τοῦ Κόσμου ἀναγνωρίζει τὸ ἄγραφον δίκαιον, εἶναι ἀναγε-
1479γραμμένον καὶ εἰς τὸ θετικόν. Ἡ ἐνάσκησις τῶν κυριαρ-
1480χικῶν δικαιωμάτων, καὶ ἐὰν ὡς ἐπανάστασις χαρακτηρι-
1481σθῇ, βεβαίως ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 21ου τοῦ
1482Συντάγματος, καθ’ ὃ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ
1483τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ καὶ τὸ 110ον ἄρθρον, τὸ τελευταῖον,
1484σαφῶς καὶ ἐπιτακτικῶς διατάσσει, ὅτι ἡ τήρησις τοῦ Συν-
1485τάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλ-
1486λήνων.
1487Δὲν θὰ τολμήσῃ τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αἱ διατάξεις αὗ-
1488ται ἀνεγράφησαν περιττῶς καὶ ἄνευ λόγου. Ὄχι! Οἱ πλη-
1489ρεξούσιοι τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὁδηγηθέντες ἐκ τῆς ἐπα-
1490ναστάσεως τοῦ 1862, ἐσάλπισαν πρὸς τὸν λαόν: «Φύλα-
1491κες, γρηγορεῖτε! Καθ’ ἣν στιγμὴν πεισθῆτε, ὅτι παραβιά-
1492ζεται τὸ Σύνταγμα, ζητήσατε Ἐθνοσυνέλευσιν ἐν ἀνάγκῃ
1493καὶ δι’ ἐπαναστάσεως». Ἦλθε στιγμή, καθ’ ἣν πρέπει νὰ
1494δικαιωθῶσιν οἱ ἔκτοτε καταδικάσαντες τὸ ἄρθρον 107.
1495Καὶ διὰ τῶν αὐτῶν μεθόδων, οἷαι καὶ νῦν προτείνονται,
1496προσεπάθησαν νὰ διαστρέψωσι τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ καὶ
1497τότε λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι προεῖπον τὰ σήμερον γενόμενα.
1498Ἀπέδειξαν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Ἀναθεωρητικῆς, καὶ δὴ καθ’
1499ὃν τρόπον διετυποῦτο, ἦτο βεβιασμένος, οἰκονομία ἐξερχο-
1500μένη ἐκ τῶν ὁρίων τῆς λογικῆς καὶ ἀπὸ τὰ σοφὰ διδάγματα
1501τῆς Ἱστορίας. Ἡ λαϊκὴ κυριαρχία εἶναι πάντοτε ἐν ἐγρη-
1502γόρσει. Οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ ποτε νὰ τὴν παρακωλύσῃ.
1503Ἂς ὑποθέσωμεν ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν
1504τῷ Συντάγματι τὸ δικαίωμα τῆς Συντακτικῆς Ἐθνοσυνε-
1505λεύσεως. Ἀλλὰ τίς σπουδαίως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ,
1506χωρὶς νὰ ἀρνηθῇ τὴν Ἱστορίαν συμπάσης τῆς ἀνθρωπότητος
1507ὅτι ὁ λαὸς εἶχε δικαίωμα ἐπαναστάσεως; Ὁ λαὸς ὅμως,
1508ὁ ἀποτίνων τὰ ἔξοδα πάσης ἐπαναστάσεως, βεβαίως δὲν δύ-
1509ναται νὰ ἐπαναστατῇ συνεχῶς. Βασανίζεται, ἀλγεῖ, ὑπο-
1510μένη μετὰ πολλῆς καρτερίας τὰ δεινοπαθήματα, ἅπερ κα-
1511τεργάζονται οἱ ἄρχοντές του· ἀλλ’ ἔρχεται στιγμή, καθ’
1512ἣν γενναίως ἀποτινάσσει τὸν ζυγόν. Ὅταν ἡ Πολιτεία
1513φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, οὐδεὶς πλέον δισταγμός, οὐδὲν
1514δι’ αὐτὸν πρόσκομμα, ἵνα ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῶν δικαίων
1515του σώσῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν πατρίδα. Δὲν θέλω νὰ ἀπα-
1516ριθμήσω ἐνταῦθα οὔτε τὰ ὀνόματα τῶν συγγραφέων, οἵτι-
1517νες ταῦτα λέγουσι καὶ ἀποδεικνύουσι καὶ ἀναπτύσσουσιν,
1518ἀναγνωρίζοντες εἰς τὸν λαὸν ὅτι δικαιοῦται νὰ ἐπαναστα-
1519τήσῃ κατὰ τῆς τυραννίας ἢ κατὰ τῆς τυραννικῆς ὀλιγαρχίας.
1520Τίς δύναται νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τοῦ φωτὸς
1521τῆς ἀληθείας; Τίς θ’ ἀρνηθῇ τὴν ἀψευδῆ Ἱστορίαν; Τίς
1522τὰ ἀντίθετα θὰ ὑποστηρίξῃ, ἐπιλανθανόμενος τῶν ἀθανά-
1523των δέλτων αὐτῆς; Τίς ἀγνοεῖ τὴν Ἀγγλικὴν ἐπανάστα-
1524σιν, ἥτις κατὰ τὸ 1649 ἐψήφισε διὰ τῶν ἀντιπροσώπων
1525τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων τὸ ψή-
1526φισμα ὅτι: «Μετὰ τὸν Θεὸν μόνος ὁ λαὸς κυριαρχεῖ καὶ ἐξ
1527αὐτοῦ πᾶσαι αἱ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐξουσίαι ἐκπορεύονται»;
1528Τίς δὲν ἐμελέτησε τὴν λαοσωτήριον Γαλλικὴν ἐπανάστα-
1529σιν, ἥτις ἀπηλευθέρωσε τὸν ἕως τότε τυραννούμενον λαὸν
1530καὶ ἥτις ἀνέγραψεν εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα, ὅτι ἡ λαϊκὴ
1531κυριαρχία εἶναι μία, ἀδιαίρετος, ἀναπαλλοτρίωτος καὶ
1532ἀπαράγραπτος, ἀνήκουσα εἰς σύμπαν τὸ ἔθνος; Θὰ ἦτο
1533μακρότατον νὰ ἐκθέσω, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη αἱματηροὶ ἀγῶ-
1534νες συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν λαϊκῶν δικαιω-
1535μάτων, ἅτινα μόνον τυφλοὶ ἄρχοντες δὲν βλέπουσι. Δὲν δύ-
1536ναμαι ὅμως νὰ παραλίπω τὸν πρωτομάρτυρα τῆς Ἑλληνι-
1537κῆς παλιγγενεσίας, Ῥήγαν τὸν Φεραῖον. Ἐπιτρέψατέ μοι,
1538κύριοι Πληρεξούσιοι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, νὰ σᾶς ἀναγνώσω
1539ὀλίγας γραμμάς. Ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀκούσητε, τί Ῥή-
1540γας ὁ Βελεστινλῆς—πρὸ τῆς μνήμης τοῦ ὁποίου πάντες
1541πρέπει νὰ ἀποκαλυφθῶμεν γονυκλινεῖς—ἀνέγραψεν εἰς τὸ
1542πολίτευμά του:
1543«Ἡ κυριαρχία εἶναι θεμελιωμένη εἰς τὸν λαόν. Αὐτὴ
1544εἶναι μία, ἀδιαίρετος, ἀπροσδιόριστος καὶ ἀναφαίρετος.
1545Ἤγουν ὁ λαὸς μόνον ἠμπορεῖ νὰ προστάζῃ καὶ ὄχι ἓν μέ-
1546ρος ἀνθρώπων...».
1547Ὅλαι αἱ ἐθνικαὶ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεις ἀπὸ τοῦ
15481822 μέχρι τοῦ 1863 ἀνεγνώρισαν τὰ κυριαρχικὰ τοῦ
1549λαοῦ δικαιώματα. Καὶ ἂν εἰς ἄλλα Κράτη νεώτερα τὰ
1550ἀξιώματα ταῦτα ἔχουσι πάντοτε πολλὴν ἀξίαν, πόσῳ μᾶλ-
1551λον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἔνθα ποταμοὶ αἱμάτων ἐζύμωσαν
1552τὴν ἔνδοξον γῆν χάριν τῆς ἐλευθερίας ταύτης;
1553Δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀποφύγητε, κύριοι ἀντιπρόσωποι
1554τοῦ λαοῦ, τὴν σιδηρᾶν λογικήν, τὸ γραπτὸν καὶ ἄγραφον
1555δίκαιον, ὅσον καὶ ἂν στραφῆτε δεξιᾷ ἢ ἀριστερᾷ· ὅσον καὶ
1556ἐὰν ἐκβιάσητε τὴν ἱκανῶς ἀνώμαλον κατάστασιν τῶν
1557πραγμάτων.
1558Δὲν δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε ἄλλο τι ἢ μόνον Ἀναθε-
1559ωρητικὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἤ, ταύτης μὴ γενομένης,
1560Συντακτικήν. Πέρα τῶν δύο γνωμῶν ἐμφανίζονται τέρατα
1561ἑρμαφρόδιτα. Ἀναθεωρητικὴ ἀντισυνταγματική, εὐρεῖα
1562Ἀναθεωρητική, ἢ εὐρυτάτη τῶν μὴ θεμελιωδῶν ἢ καὶ τῶν
1563θεμελιωδῶν εἶναι βαβυλωνιακὴ κατάστασις, στηριζομένη
1564εἰς παραλογισμοὺς καὶ ἐγκυμονοῦσα κινδύνους.
1565Πλὴν τούτων δὲ ἡ Ἀναθεωρητική, εἴτε ἀντισυνταγμα-
1566τικὴ εἴτε εὐρεῖα εἴτε εὐρυτάτη, τηρουμένων τῶν θεμελιω-
1567δῶν διατάξεων, ὡς στερεοτύπως ἐπαναλαμβάνεται, σημαί-
1568νει, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ἐπιχείρησιν ἔργου ἑτοιμορ-
1569ρόπου. Νομίζετε ἁπλοῦν τὸ ζήτημα τῆς διακρίσεως τῶν
1570θεμελιωδῶν ἀπὸ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων; Ἐπὶ
1571πέντε δεκαετηρίδας συζητεῖται τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀκόμη
1572δὲν ὑπάρχει ὁρισμὸς πρὸς διάκρισιν τῆς μιᾶς κατηγορίας
1573τῶν διατάξεων ἐκ τῶν τῆς ἑτέρας. Καὶ σᾶς ἀναφέρω προ-
1574χείρως ἓν παράδειγμα.
1575Ὑπεσχέθητε νὰ θεραπεύσητε τὸν πάσχοντα τόπον διὰ
1576τοῦ φαρμάκου τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἀλλὰ πῶς θὰ κατορθώ-
1577σητε τοῦτο; Πῶς θὰ σώσητε τὴν χώραν ἐκ τῶν δεινῶν πλη-
1578γῶν τῆς νομομανίας, τῆς κακονομίας, τῆς ἀντινομίας; Μό-
1579νον αἱ δύο τελευταῖαι Σύνοδοι ἐφόρτωσαν εἰς τὴν ῥάχιν
1580τοῦ δυστυχισμένου λαοῦ τέσσαρας περίπου ἑκατοντάδας νό-
1581μων! Πῶς, τηροῦντες τὰς θεμελιώδεις διατάξεις περὶ νο-
1582μοθετικῆς ἐξουσίας, θὰ δυνηθῆτε νὰ θεραπεύσητε τὸν πλημ-
1583μελέστατον τρόπον τῆς θέσεως τῶν νόμων; Δὲν προεξοφλῶ
1584τὴν ἐμὴν γνώμην, ἂν εἶμαι ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς Γερουσίας,
1585διότι ἴσως ἐξευρεθῇ δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν τρόπος ἀσφα-
1586λέστερος. Ἀλλ’ οὐδεὶς ὁ ἀγνοῶν ὅτι μεγάλη μερὶς τοῦ
1587λαοῦ σοβαρῶς συζητεῖ τὸ θέμα. Πῶς θὰ τολμήσητε νὰ
1588ἐμποδίσητε τοὺς ἔχοντας τὴν γνώμην ταύτην νὰ συζητήσωσι
1589τὸ θέμα; Πῶς θὰ τολμήσητε νὰ ἐμποδίσητε τοὺς ἔχοντας
1590τὴν γνώμην ταύτην νὰ συζητήσωσι περὶ Γερουσίας; Καὶ
1591τὸ ζήτημα τῆς θέσεως τῶν νόμων δὲν εἶναι θεμελιῶδες;
1592Δὲν εἶναι δὲ καὶ τὸ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο σπουδαιότατον, ἐξ οὗ
1593ἤρτηται σχεδὸν πάντα τὰ λοιπά;
1594Ἄ!, Κύριοι! Ἀφήσατε κατὰ μέρος πλέον τὰς παλαιὰς
1595μεθόδους. Ἐξομολογήθητε, ἐπίσης ὡς ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνά-
1596δελφος ...
1597§23Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξωμολογήθην ποτέ!
1598§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ κατανύξεως μάλιστα, καὶ σᾶς
1599συγχαίρω ...
1600§25Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἀπελογήθη, διὰ τὴν ἀκρίβειαν.
1601§26Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὔτε ἐξωμολογήθην, οὔτε ἀπελογήθην.
1602§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω
1603προσωπικῶς τὰς ἐμὰς πολιτειακὰς πεποιθήσεις, καίτοι
1604προεκλήθην ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς. Δὲν
1605θέλω νὰ ἀπασχολήσω κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν
1606τὸ ἐθνικὸν τοῦτο Σῶμα, ἵνα ἀπαντήσω εἰς κέντημα ἀβλα-
1607βές ...
1608§28Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀβλαβές, ἀλλ’ ὁμιλεῖτε τόσην ὥραν
1609ἐπ’ αὐτοῦ.
1610§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄλλοτε ταῦτα. Ἀσχέτως πρὸς τὰς
1611ἐμὰς πολιτικὰς πεποιθήσεις, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀνώτα-
1612τος Ἄρχων ἐγκαίρως, ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος,
1613προεῖδε τὴν ἀνωμαλίαν τοῦ ἄρθρου 107, ὡς γνωστόν. Ἀλλὰ
1614καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀκόμη περίοδον εἶναι ὁ μόνος,
1615ὅστις ὡμίλησε μετὰ γλώσσης εἰλικρινοῦς κατὰ τὴν 16 Ἰα-
1616νουαρίου 1910. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε οἱ μεσεγγυοῦχοι ἀνε-
1617λάμβανον ὑπὸ προσωπικήν των εὐθύνην τὴν προεξόφλησιν
1618τῆς γνώμης τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ὁ ἀνώτατος Ἄρχων εὐ-
1619θαρσῶς εἶπεν, ὡς κατὰ λέξιν ἐδημοσιεύθη καὶ οὐδέποτε
1620ἀνηρέθη, ταῦτα: «... Ἀλλὰ ποῖος δύναται νὰ ἐγγυηθῇ,
1621ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη, ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος καλου-
1622μένη, διὰ πραξικοπήματος, δὲν θὰ ἐπιληφθῇ καὶ ἄλλων
1623θεμάτων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν πᾶν
1624μέλος αὐτῆς; ...». Καλῶς ὁ Βασιλεὺς προεῖδεν ἐγκαίρως,
1625ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλο τι πλὴν τῆς Συντακτικῆς.
1626Ἀφ’ ὅτου ἀνεφύη τὸ ζήτημα ἤκουσα κατὰ κόρον ἐπανα-
1627λαμβανόμενον, ὅτι ἡ ἔρις εἶναι μόνον περὶ λέξεων καὶ τύ-
1628πων· ὅτι τὰ λεγόμενα εἶναι σχολαστικισμοὶ καί ... βυζαντι-
1629νισμοί. Παρακαλῶ πρὸ παντὸς νὰ παύσωσιν οἱ ἀνιστόρητοι
1630λέγοντες ἐπὶ ἐννοίᾳ κακῇ τοὺς βυζαντινισμούς, διότι τοιαῦτα
1631μόνον ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους δύνανται νὰ λέγωσιν,
1632οὐχὶ δὲ Ἕλληνες, καὶ δὴ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους...
1633§30ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τὴν λέξιν, ἀλλ’ ἐ-
1634νόουν τὰς συζητήσεις περὶ τοῦ ἂν ἡ Παρθένος εἶναι Χρι-
1635στοτόκος ἢ Θεοτόκος, ἐνῷ ἐπολιορκεῖτο ἡ Κωνσταντινού-
1636πολις...
1637§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποκρίνονται ἢ παρανοοῦσι τὸ θέμα
1638λέγοντες ὅτι οὐσιαστικὴ διαφορὰ δὲν ὑπάρχει. Δὲν σπου-
1639δαιολογοῦσι βεβαίως τοιαῦτα ἐκστομίζοντες. Χάσμα χω-
1640ρίζει τοὺς ἀναθεωρητικοὺς τῶν συντακτικῶν. Θὰ ἦτο μα-
1641κρότατον, ὄχι νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ εἶπον,
1642ἀλλὰ καὶ νὰ προσθέσω πλεῖστα ἄλλα στηρίγματα πρὸς
1643ἀπόδειξιν τῆς γνώμης τῶν συντακτικῶν. Ἀπευθύνομαι
1644ὅμως πρὸς πεφωτισμένον ἀκροατήριον, πρὸς τοὺς ἀντιπρο-
1645σώπους τοῦ ἔθνους, καὶ πάντες γνωρίζετε, ὡς ἐγώ, ὁπόσον
1646μεγίστη διαφορὰ χωρίζει τὴν Ἀναθεωρητικὴν τῆς Συντα-
1647κτικῆς. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Ἀναθεωρητική, εἴτε
1648ἀποφασισθῆ στενή, εἴτε εὐρεῖα, εἴτε εὐρυτάτη, πηγάζει ἐξ
1649ἐντολῆς περιωρισμένης; ὅτι πέρα τούτου οὐδὲν ἐπιτρέπε-
1650ται νὰ γίνῃ; ὅτι, καὶ ἐὰν παρὰ τὰ θέσμια καὶ τὸ φυσικὸν
1651δίκαιον γίνῃ, θὰ θεμελιωθῇ ἐπὶ ἄμμου τὸ κτίριον τῆς Πο-
1652λιτείας;
1653Ὅτε, Κύριοι, μετὰ ἥμισυν αἰῶνα τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος
1654ἀπεφάσισε νὰ βελτιώσῃ τὸ πολίτευμά του, ν’ ἀνεύρῃ τὰς
1655μὴ ὀρθῶς κειμένας διατάξεις ἢ τὰς μὴ δεκτικὰς ἐφαρμο-
1656γῆς, νομίζετε, ὅτι πραγματικῶς ἐξυπηρετοῦμεν τὸ ἔθνος
1657καὶ τὴν πατρίδα λέγοντες: «Σπεύσατε νὰ ψηφίσητε ὁπωσ-
1658δήποτε ἓν Σύνταγμα, οἱονδήποτε, καὶ καλέσατε ἀμέσως
1659τὸν λαὸν εἰς ἐκλογὰς βουλευτικὰς καὶ κατόπιν εἰς δημοτι-
1660κάς»; Ἐλέχθη καὶ ἐπιμόνως γράφεται καὶ ἰσχυρογνωμόνως
1661ὑποστηρίζεται ἡ δῆθεν χάριν ἐθνικῶν λόγων καὶ χάριν ἐπανό-
1662δου τῆς γαλήνης βραχεῖα, ἂν μὴ καὶ βραχυτάτη, διάρ-
1663κεια τοῦ τέρατος τῆς 17 Μαρτίου 1910.
1664Καὶ διατί, Κύριοι, ἄνευ οὐδεμιᾶς πραγματικῆς ἀνάγκης
1665νὰ ἔχωμεν ἀμέσως βουλευτικὰς ἐκλογάς; Ἵνα ψηφίσῃ ἡ
1666Βουλὴ τὸν Προϋπολογισμόν; Μὰ διατί ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ
1667181 ἀντιπρόσωποι πράττουσι, δὲν δύνανται ἐπίσης, ἂν μὴ
1668καὶ καλλίτερον, νὰ πράξωσιν οἱ 362 ἀντιπρόσωποι, ἐκλε-
1669γέντες δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου; Διατί νὰ μὴ γίνῃ
1670μεγάλη οἰκονομία χρήματος εἰς τὸ Κράτος; Πρὸ παντὸς
1671καὶ κυρίως διατί νὰ μὴ τεθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς Συνελεύ-
1672σεως αἱ βάσεις νέου οἰκονομικοῦ βίου;
1673Πλὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύνανται ν’ ἀμφισβητήσωσιν
1674οἱ ἀναθεωρητικοί, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκεν ἡμῖν τὴν
1675ἐντολήν, ὅπως μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ νέου Συνταγμα-
1676τικοῦ Χάρτου ψηφίσωμεν νέον ἐκλογικὸν νόμον, ἵνα κατα-
1677παύσῃ ἡ ἐκλογικὴ νοθεία, ἡ αἰσχρά, ἡ διὰ διαφόρων μεθό-
1678δων καὶ τῇ βοηθείᾳ τῶν πλουτοκρατῶν ἀπομακρύνουσα ἐκ
1679τοῦ Κοινοβουλίου τὴν γνησίαν τοῦ λαοῦ ἀντιπροσωπείαν;
1680Νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἔργον συνήθους Βουλῆς; Ἀλλὰ
1681τότε διατί ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα δὲν ἐγένετο; Καὶ τὰ ζητή-
1682ματα τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς τῶν δήμων
1683καὶ τῶν κοινοτήτων ὀργανώσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τῶν
1684ἀπαραιτήτων ἀποκεντρωτικῶν νόμων πρὸς ἁρμονικὴν λει-
1685τουργίαν τοῦ πολιτεύματος δέον νὰ μᾶς ἀπασχολήσωσι.
1686Καὶ εἰς τὴν τύχην τῶν τυραννουμένων ἀγροτῶν καὶ εἰς τὴν
1687κατάστασιν τῶν βασανιζομένων ἐργατῶν καὶ εἰς τόσας ἄλ-
1688λας κοινωνικὰς πληγὰς δυνάμεθα νὰ μείνωμεν ἐγωιστι-
1689κῶς ἀπαθεῖς καὶ ἀδρανοῦντες; Νομίζετε, ὅτι θὰ λυθῶσι
1690καλλίτερον πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα ἀπὸ τὴν νέαν Βου-
1691λὴν κομμάτων προσωπικῶν ἴσως καὶ ἐν τῷ μέλλοντι;
1692Ὄχι βεβαίως! Ταῦτα λέγων ὅμως δὲν ἐννοῶ νὰ παρα-
1693ταθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ παρουσία τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀλλ’
1694ἐφ’ ὅσον ἀπαραιτήτως εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς θέσιν νόμων,
1695ἀνταποκρινομένων πρὸς τὸ λαϊκὸν φρόνημα καὶ οὐχὶ δοκι-
1696μίων τῶν ὑπουργικῶν ὑπαλληλίσκων ἢ τῶν κομματικῶν
1697ἀντιθαλάμων.
1698Πλὴν τούτων, κατὰ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς προ-
1699βάλλεται σημαντικωτέρα ἀντίρρησις, τὸ ἀνίσχυρον καὶ τὸ
1700ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἀνεφάρμοστον τῶν οὕτω πως ἀναθεω-
1701ρηθησομένων διατάξεων. Ὅτε οἱ Πληρεξούσιοι τοῦ ἔθνους
1702κατὰ τὸ ἔτος 1864 διέτασσον ὡρισμένως κατὰ ποῖον τρό-
1703πον ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις, νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο
1704δυνατόν, καὶ μάλιστα ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν ἀντιπρο-
1705σώπων τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει
1706μέρος, θὰ ἦτο δυνατόν, λέγω, ὥστε νὰ ψηφισθῇ πολίτευμα
1707ἰσχῦον, ἔγκυρον, ἐφαρμοστέον ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν δια-
1708τυπώσεων; Ἤκουσα συναδέλφου τινός, λέγοντος ὅτι «τὰ
1709Δικαστήρια θὰ εὕρωσι δικαιολογίαν τινά», ἐννοῶν ἴσως ὡς
1710ἐκείνας, ἅς τινα ἐξ αὐτῶν συντάσσουσιν, ὅταν θέλωσι νὰ
1711μεταβάλλωσι τὸ μέλαν εἰς λευκὸν ἢ τὸ ψεῦδος νὰ παραστή-
1712σωσιν ὡς ἀληθές. Αὐτὸ βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, καὶ
1713μάλιστα ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος. Φαντάσθητε νὰ
1714ψηφίσωμεν πολίτευμα, περὶ οὗ ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων
1715βασιμωτάτη ἀμφιβολία περὶ τῆς ἰσχύος του! Κατ’ ἐμὲ
1716οὐδὲ δισταγμὸς δύναται νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ, ὅτι πολίτευμα
1717τελείως καταρρακωθὲν καὶ οὕτως ἀναθεωρηθησόμενον ἔσε-
1718ται χάρτης ἄγραφος. Δικαστήρια, σεβόμενα ἑαυτά, οὐδέ-
1719ποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωσι τοιαύτας ἀντισυνταγμα-
1720τικῶς τυχὸν ψηφισθησομένας διατάξεις.
1721Θὰ ἦτο μακρὸν ν’ ἀναπτύξω ἐπιστημονικῶς, καὶ ἴσως
1722ἄκαιρον, ἀπὸ τοιούτου βήματος τὸ θέμα ἀπὸ ἑρμηνευτικῆς
1723ἀπόψεως. Ἄλλως δὲ θεωρῶ τοῦτο τόσον αὐταπόδεικτον,
1724ὥστε νομίζω, ὅτι ἤθελον ἀδικήσει καὶ τὸ ἀκροατήριον καὶ
1725ἐμὲ αὐτόν, ἐὰν ἐπεχείρουν ἀνάπτυξιν πασιδήλων. Τὸ ἡμέ-
1726τερον Σῶμα, οὕτω κληθέν, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκ-
1727φράσῃ μίαν γνώμην, ὅτι κακῶς προσκαλεῖται δι’ Ἀναθεω-
1728ρητικὴν Βουλήν, διότι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις· ἀλλ’
1729ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο κωμικοτραγικὸν νὰ γίνω-
1730σιν ἄλλαι ἐκλογαὶ βουλευτικαί, ἵνα τηρηθῇ ἡ παραλειφθεῖσα
1731συνταγματικὴ διατύπωσις καὶ ἐκλεχθῇ ἐκ νέου ἄλλη Ἀνα-
1732θεωρητικὴ Βουλή! Δι’ οἵας δήποτε ἄλλης πορείας εἰσερ-
1733χόμεθα εἰς ἀδιέξοδον στενωπόν, πλήρη ἐσωτερικῶν κινδύ-
1734νων, ἐνῷ μόνον διὰ τῆς εὐρυτάτης λεωφόρου τῆς Συγκα-
1735κτικῆς Συνελεύσεως δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν αὐτοὺς ἤδη,
1736ὅτε εἶναι καιρός.
1737Ἀτυχῶς κατὰ τὴν συζήτησιν ἐξετοξεύθησαν καὶ ἀσε-
1738βεῖς ἀπειλαὶ κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους. Ὀφείλω
1739νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἐπέσεισαν καθ’ ἡμῶν χάριν ψυχολογι-
1740κῆς βίας τὰς ξένας Δυνάμεις!... Ἕως πότε τέλος πάντων
1741θὰ βασανιζώμεθα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ φάσματος;... (Χειροκρο-
1742τήματα, καὶ εὖγε). Ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος ὀφείλω
1743καὶ ἐγώ, ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὡς πάντες, νὰ διαμαρτυ-
1744ρηθῶ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου καὶ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς
1745πάντα, τοιαῦτα λέγοντα, τὴν ἰσοτέλειαν καὶ τὴν ἀνεξαρ-
1746τησίαν παντὸς Κράτους, μικροῦ ἢ μεγάλου...
1747§32Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ποῖος
1748τὰ εἶπεν;
1749§33Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἤκουσα τοιοῦτόν τι.
1750§34ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ὁμιλεῖτε περὶ ὑποθέσεων.
1751§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1752§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διακόπτωμαι, ἵνα μὴ
1753ἐπὶ πολὺ κρατήσω τὸ βῆμα. Καὶ ἐλέχθησαν ἐνταῦθα καὶ
1754ἐγράφησαν πολλάκις καὶ ἐπαναλαμβάνονται συστηματικῶς
1755χάριν ἐκφοβίσεως.
1756§37ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Δηλώσατε ἀπὸ ποῖον ἐλέχθησαν.
1757§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε. (Θόρυβος).
1758§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶ-
1759ναι ἀριστοτέχνης εἰς τὴν φρασεολογίαν, ἀλλ’ οὐχὶ μεταξὺ
1760τῶν γραμμῶν ἢ μεταξὺ τῶν λέξεων, μᾶλλον δὲ σαφῶς ὑπε-
1761δήλωσε τοιαῦτά τινα...
1762§40ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε;
1763§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅτε ὡμιλήσατε. Καὶ σήμερον ἀκόμη,
1764κύριε Πρόεδρε, ἀνέγνων εἰς πάσας σχεδὸν τὰς ἐφημερίδας
1765κάτι τι τερατωδέστερον τῶν ὅσα εἶπον. Αἱ συνεντεύξεις,
1766αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν, τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυ-
1767βερνήσεως γράφουσιν, ὅτι ἰδίως ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ ὀφείλο-
1768μεν νὰ προσέχωμεν, διότι εἴμεθα πλησιέστερον τῶν Τούρ-
1769κων. Ἔχω δὲ ἐδῶ τὰς ἐφημερίδας...
1770§42ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδεμίαν
1771ἔδωκα συνέντευξιν, κύριε συνάδελφε. Ὅ,τι εἶπον, τὸ εἶ-
1772πον καθαρὰ ἐδῶ, ἐν δὲ τοῖς λόγοις μου οὐδὲ πόρρωθεν, ὅσῳ
1773καὶ ἂν διυλίσητε αὐτούς, θέλετε δυνηθῆ νὰ εὕρητε, ὅτι ἀνα-
1774μιγνύω ξένας γνώμας.
1775§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω πολύ, ἀκούων τοῦ κ. Προέδρου
1776τῆς Κυβερνήσεως ταῦτα λέγοντος. Ἐν τούτοις ὅσα εἶπον
1777εἶχον δημοσιευθῆ καὶ δὲν εἶχον ἀναιρεθῆ, ἦτο δὲ λίαν ἐπά-
1778ναγκες νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι οὕτως ἔδωκα τὴν πρὸς διά-
1779ψευσιν εὐκαιρίαν. Καλῶς διεψεύσθησαν, καὶ συγχαίρω τῷ κ.
1780Πρωθυπουργῷ δι’ ὅ,τι εἶπε. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ὑπῆρξαν
1781ῥήτορες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἔσλιν,
1782ὁ ὁποῖος ὁμιλῶν περὶ συμβάσεως μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασι-
1783λέως, περὶ ὑποχρεώσεων ἐκ συνθηκῶν, παρέστησαν ἡμῖν, ὅτι
1784ὑπάρχουσι δῆθεν κωλύματα καὶ περιορισμοὶ εἰς τὴν ἐνά-
1785σκησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ἄλ-
1786λων; Ἐλησμονήσατε αὐτά; Τὸ θέμα εἶναι εὐρύτατον, δεό-
1787μενον μακροτέρας ἀναπτύξεως. Ἀλλὰ δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ
1788μηκύνω ὑπὲρ τὸ δέον τὸν λόγον μου καὶ δι’ αὐτὸ ἁπλῶς
1789θίγω ζητήματα, ἅπερ ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ πρέπει ν’ ἀναπτυ-
1790χθῶσιν ἐπαρκῶς, ὅπως διαλυθῇ τὸ τεχνητὸν σκότος.
1791Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ παύσωσι πλέον ἐκφοβίζοντες καὶ
1792ἀπειλοῦντες οἱοιδήποτε. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀποφασίσαν
1793νὰ θέσῃ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, οὐδαμῶς θὰ λάβῃ ὑπ’
1794ὄψιν τὰς τοιαύτας ἀπειλάς.
1795§44ΙΩ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Δὲν θὰ λάβῃ καμμίαν ἀπειλὴν ὑπ’ ὄψιν.
1796§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως οὐδεμίαν ἀπειλὴν θὰ λάβῃ ὑπ’
1797ὄψιν, διότι ἡ ὀργάνωσις τῆς Πολιτείας ἀνήκει παντὶ ἀνε-
1798ξαρτήτῳ Κράτει εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δίκαιον. (Χειροκρο-
1799τήματα).
1800Ἀσχέτως πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς συμβάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν
1801ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ πειστικῶς καὶ ἐπαρκῶς ἀπήντησαν, δὲν
1802λέγω τι ἄγνωστον ὑποστηρίζων ὅτι οὐδεμία συνθήκη δύνα-
1803ται νὰ ἐμποδίσῃ πᾶν Κράτος ἀνεξάρτητον νὰ κανονίσῃ τὰ
1804τοῦ οἴκου του. Πᾶσα διάταξις συνθήκης, ἀντικειμένη εἰς τὸ
1805δημόσιον, εἰς τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, εἶναι ἀνίσχυρος
1806δυνάμει τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ δημοσίου δικαίου, κατὰ τὴν ὁμό-
1807φωνον γνώμην τῶν συγγραφέων. Τοιαῦτα προηγούμενα δὲν
1808θὰ ἦσαν ἀνεκτά.
1809§46ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ποῖος τὰ ἀμφισβητεῖ αὐτά;
1810(Θόρυβος).
1811§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θὰ μοὶ ὑπαγορεύσητε, Κύριοι, τὸν
1812τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ὁμιλήσω.
1813§48ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς
1814τὴν θέσιν σας νὰ λέγητε αὐτὰ τὰ πράγματα.
1815§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάτω, κάτω.
1816§50ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νὰ μὴ λέγητε κάτω· τὰς
1817κραυγάς σας δὲν τὰς φοβεῖται κανείς. (Νέος θόρυβος).
1818§51Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προστατεύσατε τὸν ῥήτορα·
1819δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
1820§52ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι σωστόν, ἄνθρωποι
1821τῆς περιωπῆς σας νὰ λέγωσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε.
1822§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅσα τὸ Διεθνὲς καὶ τὸ Φυσικὸν Δί-
1823καιον παραδέχονται; Ἴσως! Εἴμεθα μικροί, Κύριοι, ὡς
1824Κράτος, ἀλλ’ ὅσον μικροὶ καὶ ἂν εἴμεθα, κατόπιν τόσων ἀγώ-
1825νων ἱερῶν ἐννοοῦμεν νὰ εἴμεθα ἀνεξάρτητον Κράτος. Τὰ τη-
1826λεβόλα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν βλέπομεν εἰς τὸν
1827λιμένα τοῦ Φαλήρου, εἶναι καιρὸς νὰ παύσωσι νὰ ἐμφανί-
1828ζωνται. (Εὖγε, εὖγε).
1829§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν λέξιν.
1830§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάτω, κάτω.
1831§56ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Τί κάτω, κάτω; Δὲν εἶναι κατάστασις
1832αὐτή. (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι).
1833§57ΙΩ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καθίσῃ εἰς τὴν θέ-
1834σιν του.
1835§58ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν θὰ μᾶς περιορίσητε. (Ἀντεγκλήσεις
1836καὶ θόρυβος).
1837§59ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγητε αὐτὰ ἐδῶ
1838μέσα, διὰ νὰ σᾶς χειροκροτῶσιν.
1839§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι,
1840ὅτι σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι θὰ βαδίσωμεν, χωρὶς νὰ βλά-
1841ψωμέν τινα, εὐθέως πρὸς τὸ ἔργον ἡμῶν.
1842Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ εὐκαιρία, ἡ ὁποία πα-
1843ρουσιάσθη, νὰ θέσωμεν τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, δὲν
1844πρέπει ν’ ἀπολεσθῇ, ἵνα λάβωμεν τὸ ἀντάλλαγμα τῶν θυ-
1845σιῶν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ὅπως ἀποσοβήσωμεν σοβαρω-
1846τέρους κινδύνους ἐν τῷ μέλλοντι. Ἂν δέ, παρὰ πᾶσαν προσ-
1847δοκίαν, συνέβαινεν ἐξωτερικὴ περιπλοκὴ ἐξ οἱουδήποτε λό-
1848γου ἢ ἔστω καὶ ἀτύχημα, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
1849δείξω ὡς ταπεινήν μου γνώμην, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ
1850ἐξακολουθήσῃ ἡ ἄψογος στάσις ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος
1851κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἵνα συμπληρώ-
1852σωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν. (Χειροκροτήματα). Ἀρκετὰ ἐρραπί-
1853σθημεν. (Θόρυβος). Ἀρκετὰ ἐξηυτελίσθημεν. Ἐάν, ὃ μὴ γέ-
1854νοιτο, ἐδημιουργεῖτο ἢ ἀνεφύετο περίπτωσις νεωτέρας τα-
1855πεινώσεως, ὀφείλομεν νὰ ὑποστῶμεν καὶ ταύτην, ἀκριβῶς
1856ὅπως πολιτειακῶς συνταχθῶμεν τοιούτῳ τρόπῳ, ὥστε ν’
1857ἀποσοβήσωμεν τοὐλάχιστον ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ἐθνικὰ ῥα-
1858πίσματα.
1859Κύριοι, ματαίως ἀνησυχεῖτε· οὐδεμίαν εἶχον πρόθεσιν
1860προσωπικῶς νὰ ἐνοχλήσω τινά. Πάντας ἀνεξαιρέτως, ὄχι
1861μόνον τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δι-
1862καίωμα εἰς ἴσον σεβασμόν, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς μὴ τοι-
1863ούτους, ἔστω καὶ ἀντιφρονοῦντας, θεωρῶ ἀξίους σεβασμοῦ.
1864Ἐν τῇ πάλῃ ἀρχῶν ἡ ἀλήθεια θέλει κατισχύσει θᾶττον ἢ
1865βράδιον. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀναγκαῖος σεβασμὸς
1866καὶ εἰς τὰς ἐμὰς γνώμας καὶ πεποιθήσεις. Ἐὰν εἶπόν τι,
1867τὸ ὁποῖον ἐξήγειρέ τινα, ἔχει οὗτος τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου,
1868ὅπως ἀντικρούσῃ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀνησυχῆτε, διότι
1869καὶ ἐγὼ δυνάμει τοῦ αὐτοῦ πληρεξουσίου οἷον καὶ ὑμεῖς
1870ἔχετε, τοῦ λαϊκοῦ, πρὸς ἐπανάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς μου
1871ὅτι κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν πράττω τὸ ἐπ’ ἐμοί,
1872ὡς ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι, ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοι-
1873νώσω ὑμῖν ἄνευ περικαλυμμάτων καὶ ἀπεριστρόφως τὰς
1874ἐμὰς σκέψεις.
1875Κύριοι, πρέπει νὰ τελειώσω, διότι φοβοῦμαι ὅτι σᾶς
1876ἐκούρασα.
1877§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· δὲν μᾶς ἐκουράσατε.
1878§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμά μου.
1879Εὐλόγως ἀπησχολήθη ἡ ὁμὰς τῶν συντακτικῶν, ἵνα ἡ
1880ἀντιπροσωπεία καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα. Καίτοι ἀρτιγε-
1881νὴς καὶ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἀνοργάνωτος, ἀλλ’ ἐμ-
1882πνεομένη ὑπὸ τοῦ ἱεροῦ ἐθνικοῦ πυρός, κατώρθωσε νὰ φθάσῃ
1883μέχρι σαφῶν συμπερασμάτων. Πρότασις διατυπωθεῖσα ὑπὸ
1884τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης συναδέλφου κ. Τριανταφυλλί-
1885δου υἱοθετήθη ὑπὸ τῆς ὁμάδος τῶν συντακτικῶν καὶ ὑπο-
1886γραφεῖσα ὑπ’ ἄλλων ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Γκλαβᾶ, πλη-
1887ρεξουσίου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Εἶναι ἀνάγκη, διότι εἶναι
1888καὶ σύντομος, νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει):
1889«Ἡ ἐν Ἀθήναις Γʹ ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συντακτικὴ
1890Συνέλευσις, ἐνασκοῦσα τὴν ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀπορ-
1891ρέουσαν ἐκλογήν της, ἀποφασίζει νὰ δοθῇ ὑπὸ τῶν Πληρε-
1892ξουσίων ὁ ἐν τῷ ἄρθρῳ 64ῳ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος
1893διατυπούμενος ὅρκος».
1894Εἶναι ἱκανῶς σαφής· ἀνεπτύχθη καὶ προηγουμένως. Πε-
1895ριττεύει πᾶσα πρόσθετος ἀνάλυσις. (Χειροκροτήματα).
1896Ἀλλὰ πρὸ ταύτης εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπ’ ἄλλου Πληρεξου-
1897σίου ἐκ Λαρίσης καὶ ἄλλη πρότασις, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη
1898πληρεστέρα καὶ ἀπαντῶσα εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὰς συκοφαν-
1899τίας καὶ εἰς τὰς παρανοήσεις ἢ καὶ ἔστω μόνον εἰς τὰς
1900ὑποψίας. Πλὴν δὲ ταύτης ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλαι ὑπὸ τῶν
1901κυρίων Κουλουμβάκη, Καπετανάκη ἢ καὶ ἄλλων, οὓς δὲν
1902ἐνθυμοῦμαι. Ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὸν προεδρεύσαντα ἐν τῇ ὁμάδι
1903τῶν συντακτικῶν κ. Ἐμ. Στεφανίδην, Πληρεξούσιον ἐξ Εὐ-
1904βοίας, ἵνα εἴτε ἐξ ὅλων καταρτίσῃ μίαν εἴτε ὑποβάλῃ μίαν
1905ἐξ ὅλων τῶν ἐγχειρισθεισῶν αὐτῷ, ὡς προερχομένην ἐκ μέ-
1906ρους τῶν συντακτικῶν. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἦσαν ἀπόντες, ὅτε
1907ὑπεβλήθη τῇ 3 Σεπτεμβρίου ἀπαράλλακτος ὑπὸ τοῦ προ-
1908εδρεύσαντος υἱοθετηθεῖσα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὴν ἀνα-
1909γνώσω, διότι αὕτη ἦτο πρότασις, ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς τὸ
1910βῆμα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα οὗτος δηλώσῃ,
1911ὅτι, ἂν ἐψηφίζετο τοιαύτη πρότασις, ἤθελε παραιτηθῆ ἡ
1912Κυβέρνησις. Κατακρίνω τὴν δήλωσιν ταύτην ὡς γενομένην
1913χάριν ψυχολογικῆς βίας, διότι ἠδύνατο μὲν νὰ παραιτηθῇ
1914ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ προείπῃ πρὸς ἐκφό-
1915βισιν πρὸ πάσης ψηφοφορίας. (Ἀναγινώσκει):
1916ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
1917«Ἡ Γʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνέλευσις
1918Τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς κληθείσης καὶ οὐχὶ συμφώ-
1919νως τῷ ἄρθρῳ 107 τοῦ Συντάγματος, οἱ κατὰ τὰς ἐκλογὰς
1920τῆς 8 Αὐγούστου 1910 ἐκλεγέντες ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους
1921ἀντλοῦντες τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας
1922Ψηφίζουσι τάδε·
1923αʹ) Κηρύσσουσι τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Γʹ ἐν
1924Ἀθήναις Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ γνωστοποιοῦσι
1925τοῦτο πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν·
1926βʹ) Τὸ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1864 Σύνταγμα θὰ ἰσχύῃ
1927μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ψηφισθησομένου νέου
1928Καταστατικοῦ Χάρτου·
1929γʹ) Ὁ θεσμὸς τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας, καὶ ἐν γένει
1930ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἀναγνωριζόμενα ὡς θεμελιώ-
1931δη, θέλουσιν ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι.
1932Τὸ παρὸν δημοσιευθήτω ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερ-
1933νήσεως καὶ ἀνακοινωθήτω εἰς ὅλον τὸ Κράτος».
1934Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν φράσιν «θέλει
1935ἰσχύει». Διὰ τοὺς φρονοῦντας ὅτι κατελύθη τὸ Σύνταγμα
1936ἐξηγεῖ, ὅτι δίδεται ζωὴ εἰς αὐτὸ ὑπὸ τοῦ κυριάρχου τούτου
1937Σώματος· ἀλλά, καὶ διὰ τοὺς φρονοῦντας ὅτι δὲν κατελύθη,
1938συμβιβάζεται ὡς ἐν συνεχείᾳ ἰσχῦον μέχρι τῆς ψηφίσεως
1939τοῦ νέου πολιτεύματος. Διὰ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως δί-
1940δεται ἀμέσως ἡ ἀπάντησις εἰς τοὺς λέγοντας ὅτι θὰ φέ-
1941ρωμεν τὴν ἀναρχίαν, τὴν ἐπανάστασιν καὶ ὅτι τὰ πάντα
1942ἀνατρέπονται διὰ τῆς Συντακτικῆς.
1943Δι’ αὐτῆς ἀπαντῶμεν ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διὰ
1944τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἔννομον τάξιν. Θέλομεν νὰ δώσωμεν
1945ζωὴν προσωρινὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπερ πάντως ἐκλονίσθη,
1946ἐξηυτελίσθη, ἐταπεινώθη. Οὕτω καὶ ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας
1947ὡς θεμελιώδης διάταξις διατηρεῖται κατὰ τὴν διάρκειαν
1948τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Δίδεται λοιπὸν εὐθὺς ἀμέσως ἡ ἀπάν-
1949τησις εἰς τοὺς θέλοντας νὰ παρερμηνεύωσι τὰ ἡμέτερα φρο-
1950νήματα.
1951Ἀλλὰ δὲν σταματᾷ ἐκεῖ τὸ ψήφισμα. Οὐ μόνον ἀνα-
1952γράφει τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς
1953μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναγνώρισιν αὐ-
1954τῶν ὡς θεμελιωδῶν, ἅμα δὲ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγνω-
1955ρισθῶσιν ὡς τοιοῦτοι καὶ ἐν τῷ νέῳ Καταστατικῷ Χάρτῃ.
1956Εἶναι καιρὸς, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω χάριν τῆς ἱστορικῆς
1957ἀκριβείας, ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην ἐγὼ διετύπωσα ἐπὶ τῇ
1958ἐλπίδι ὅτι δι’ αὐτῆς ἑρμηνεύεται ἡ λαϊκὴ γνώμη, ἡ γνώμη
1959τῆς μεγάλης πλειονότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὕτη, ἐγκρι-
1960θεῖσα ὑπὸ τῶν συντακτικῶν, ὑπεβλήθη, ὡς εἶπον, ὑπὸ τοῦ
1961προεδρεύσαντος δυνάμει τῆς χορηγηθείσης αὐτῷ ἐντολῆς.
1962Ἀναγνωρίζω καλῶς, ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς
1963συνταγματικῆς Βασιλείας ὡς θεμελιώδης, τοῦ περιορισμοῦ
1964τούτου τιθεμένου ὑφ’ ἡμῶν ὡς ἀντιπροσώπων τῆς λαϊκῆς
1965κυριαρχίας, καὶ ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ διατηρηθῇ, διαρ-
1966κούσης τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνα-
1967γραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι.
1968Θὰ παρουσιασθῇ ἴσως ἄλλως τε εὐκαιρία νὰ εἴπω σαφέ-
1969στερον τὰς γνώμας μου περὶ τῆς μορφῆς τῶν πολιτευμά-
1970των. Ἀλλὰ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν πρέπει νὰ καταχρα-
1971σθῶ τῆς μεγάλης εὐμενείας, μεθ’ ἧς μὲ ἐτιμήσατε πάντες
1972ἀνεξαιρέτως, ἐφ’ ᾧ καὶ εὐγνωμονῶ.
1973Αὗται, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι αἱ δύο προτάσεις, πλὴν
1974ἄλλων ὑποβληθεισῶν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως. Ἡ
1975μία εἶναι περιοριστικωτέρα, εἰδικωτέρα ἐν σχέσει πρὸς τὸ
1976ζήτημα τοῦ ὅρκου· ἡ ἄλλη πληρεστέρα, ἀπαντῶσα καὶ εἰς
1977τοὺς ἔσω ἀνησυχοῦντας καὶ εἰς τοὺς ἔξω ἐχθρούς, ὅτι δὲν
1978πρόκειται περὶ ἀνατροπῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, ὅτι
1979δὲν πρόκειται περὶ ἀναρχίας, ἀλλὰ τοὐναντίον πρόκειται
1980περὶ τῆς ἐννόμου τάξεως.
1981Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐν λαϊκῇ θυέλλῃ τὰ ἡμίμετρα
1982εἶναι τὰ χείριστα. Ἀναμφισβητήτως εὑρισκόμεθα πρὸ γαγ-
1983γραίνης τῆς Πολιτείας ἕνεκα τῆς τυραννικῆς ὀλιγαρχίας.
1984Ἀπειλούμεθα ὑπὸ ἐθνικῆς ἀποσυνθέσεως. Ἀνάγκη σοβαρῶς
1985νὰ σκεφθῶμεν, ἂν τὸ καταπότιον ἐκ σακχάρεως θὰ θερα-
1986πεύσῃ τὸ νόσημα ἢ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν περί-
1987στασιν, ἀφοῦ ἄλλως τε οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει.
1988Ἀλλ’ ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ.
1989Τσέλου, ζητοῦντος πάλιν μεσεγγυούχους, ἀφοῦ ἀπέτυχεν
1990ὁ τῆς 18ης Φεβρουαρίου 1910. Κύριοι, τοὺς μεσεγγυού-
1991χους ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν. Δὲν ἔχετε μόνον ἕνα, δύο ἢ τέσ-
1992σαρας, ὡς τότε· ἔχετε ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλ-
1993ληνικοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶναι οὔτε φερέοικοι,
1994οὔτε ἀναρχικοί, οὔτε ταραξίαι καὶ θορυβοποιοί. Ἀρτίως
1995καὶ οὗτοι ἐξῆλθον ἁγνῶς ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καλπῶν
1996μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως, ἣν ἔδωκεν αὐτοῖς ἡ κρίσιμος τοῦ
1997ἔθνους κατάστασις. Πλὴν τῶν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει συντα-
1998κτικῶν, μεσεγγυοῦχος ὑπὲρ πάντα ἄλλον εἶναι ὁ κατὰ τὸν
1999Σταγειρίτην πολύχειρ καὶ πολύπους Ἑλληνικὸς λαός....
2000§63Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ μεγαλείτερος πάντων εἶναι ὁ
2001Ἑλληνικὸς λαός.
2002§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Bluntschli λέγει (ἀναγινώσκει):
2003«Ἡ ἀδρανὴς ἐνέργεια μεταρρυθμίσεων σωρεύει ἐν τῷ ἔθνει
2004νοσηρὰν ὕλην, προπαρασκευάζουσαν τὴν ἐπανάστασιν». Ζη-
2005τεῖτε νὰ μεταρρυθμίσητε τὸ Σύνταγμα· ἀλλ’ ἐὰν ἡ μεταρ-
2006ρύθμισις εἶναι χλιαρά, ἀνεπαρκής, ἀσφαλῶς παρασκευά-
2007ζετε ἐπανάστασιν πραγματικήν. Ἡμεῖς λεγόμεθα ἐπανα-
2008στάται, καὶ ὅμως εἴμεθα εἰρηνικοὶ ἐπαναστάται, κατὰ τὴν
2009ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐξήγησα. Ἐρχόμεθα παρακαλοῦντες
2010ὑμᾶς νὰ συναινέσητε, ὅπως κηρυχθῇ Συντακτικὴ ἡ Ἐθνο-
2011συνέλευσις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἡ ἔναρξις τοῦ τέρματος τῆς
2012ἐπαναστάσεως, πραγματικοῦ τέρματος, οὐχὶ ψευδοῦς. Ἐὰν
2013ἀπατηλῶς καλύψητε τὴν γάγγραιναν, βεβαίως θὰ φθάσω-
2014μεν μέχρι πραγματικῆς καὶ αἱματηρᾶς ἐπαναστάσεως, τὴν
2015ὁποίαν ἐγὼ ἀπὸ καρδίας ἀπεύχομαι καὶ καθ’ ἧς πάντοτε
2016εἰργάσθην, ἐγκαίρως καὶ ἀπροκαλύπτως λέγων τὴν ταπει-
2017νήν γνώμην μου περὶ μεταρρυθμίσεων ἀνταξίων τῶν προσ-
2018δοκιῶν τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος λαοῦ. Προβλέπω ὅμως, ὅτι,
2019ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν σκολιὰν ὁδόν, δὲν θὰ ἀποφύγωμεν
2020αὐτήν. Εὔχομαι νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τῶν συντακτικῶν,
2021διότι ἐλπίζω, ὅτι οὕτω θ’ ἀποσοβηθῇ ἡ ἐθνικὴ ἀποσύνθεσις
2022ἢ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος. Δι’ αὐτῆς θὰ τεθῶσι θεμέλια ἀσφαλῆ
2023πρὸς ἐθνικὴν ἀναβίωσιν.
2024Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀναμφισβητήτως μεγάλην ζω-
2025τικότητα πάντοτε, πρόθυμος εἰς θυσίας χάριν τοῦ ἔθνους.
2026Ἐπὶ χιλιετηρίδας παλαίει, ἀλλ’ ἀνθίσταται πάντοτε. «Ἀ-
2027σκὸς βαπτίζῃ· δῦναι δέ τοι οὐ θέμις ἐστίν», κατὰ τὴν
2028Πυθίαν. Ἀλλ’ ἦλθε στιγμή, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλ-
2029ληνικοῦ ἔθνους, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς πα-
2030ραμονὰς ἀκριβῶς ἢ τῆς ἐθνικῆς ἀποσυνθέσεως ἢ τῆς ἐθνι-
2031κῆς ἀναβιώσεως. Ἀπὸ ὑμᾶς ἐξαρτᾶται τὸ πᾶν, τὸ μέλλον
2032τοῦ ἐνδόξου Ἑλληνικοῦ γένους. (Χειροκροτήματα).
2033§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει κατὰ τὴν σειρὰν ὁ κ. Μομ-
2034φερρᾶτος, ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου παρεμπιπτόντως μοὶ ἐζήτησε νὰ
2035ὁμιλήσῃ διὰ παρεμπῖπτον ζήτημα ὁ κ. Κοντογούρης.
2036§66Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριοι, ἐκ πείρας γνωρίζω ὅτι ἡ
2037ἀδυναμία τῶν ἀκουόντων εἶναι ἡ συντομία τῶν ἀγορευόν-
2038των. Ἐξηντλήθη τοσοῦτον πολύ, ὑποθέτω, ἡ ὑπομονὴ ὑμῶν,
2039ὥστε ἀναγκάζομαι νὰ περιορισθῶ ἀκριβῶς εἰς τὰ ὑπὸ συ-
2040ζήτησιν θέματα καὶ νὰ μὴ παρακολουθήσω μέχρι τῶν νε-
2041φῶν ῥήτορας, οἱ ὁποῖοι καὶ μεγάλην μὲν μάθησιν ἐπέδει-
2042ξαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ῥητορικὰς ἐξάρσεις ἐξίχθησαν.
2043Εἰς ὅλα, Κύριοι, τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα ἐθεω-
2044ρήθη ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῇ δικονομική τις διαδικασία,
2045κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται τὸ Κράτος κατὰ καιροὺς νὰ
2046μεταβάλῃ διατάξεις τῶν θεμελιωδῶν νόμων, διότι αἱ κοι-
2047νωνικαὶ ἀνάγκαι, αἱ πολιτικαὶ περιπέτειαι, αἱ νεώτεραι
2048ἰδέαι καὶ αἱ πρόοδοι τοῦ πολιτισμοῦ πολλάκις ἐπιβάλ-
2049λουσι τὴν μεταβολὴν αὐτῶν. Πάντα τὰ Κράτη προσπαθοῦσι
2050τῷ ὄντι νὰ εἰσάγωσι τοιαύτην δικονομίαν, ἡ ὁποία ὅμως
2051εὐχερῶς καὶ ἄνευ σάλου κοινωνικοῦ νὰ ἐπιτυγχάνῃ τοιαύ-
2052τας μεταβολὰς τῶν συνταγματικῶν νόμων. Ἐν Γαλλίᾳ
2053π.χ., ὅταν αἱ δύο Βουλαὶ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἀνάγκης τοι-
2054αύτης μεταβολῆς, συνέρχονται ἀμφότεραι καὶ συνενούμεναι
2055εἰς ἓν Σῶμα ἀποτελοῦσι τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία
2056προβαίνει εἰς τὴν μεταβολήν. Ἐν Βελγίῳ ἐπίσης, μετὰ τὴν
2057διάλυσιν τῶν δύο Βουλῶν, ὅταν ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἀνάγ-
2058κης τοιαύτης τροποποιήσεως, ἐπανέρχονται καὶ ἀποφαίνον-
2059ται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου ὁ δε-
2060σποτισμὸς κυριεύει, ὅταν τὸ Συνέδριον (Bundesrath) ἀπο-
2061φανθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν τὸ
2062Κοινοβούλιον ὑποδεικνύει ἐν πλειονοψηφίᾳ, νομίμως συναι-
2063νέσῃ, προβαίνουσιν εἰς μεταβολὰς τῶν διατάξεων τῶν θε-
2064μελιωδῶν νόμων.
2065Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσι τοσοῦτοι σωστικοὶ δεσμοί,
2066καὶ οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα ἐφρόντισαν νὰ παρεμβάλω-
2067σι τοιαύτας δυσχερείας πρὸς τὴν τοιαύτην μεταβολήν,
2068ὥστε τὸ ἄρθρον 107, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἀντικείμενον μακρῶν
2069συζητήσεων, καὶ οἱ δικονομικοὶ αὐτοῦ ὁρισμοὶ καὶ προϋπο-
2070θέσεις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν.
2071Εἰς τὴν Συνέλευσιν μάλιστα τοῦ 1864 ὑπεβλήθησαν καὶ
2072γνῶμαι αὐστηρότεραι ἔτι καὶ δὴ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε
2073νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν οὐδεμία συνταγματικὴ διάταξις νὰ κι-
2074νηθῇ. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον
2075ἀποκλείει πᾶσαν ἰδέαν πρὸς μεταρρύθμισιν, εἰς τοιοῦτον
2076βαθμόν, ὥστε παρῆλθον τόσα ἔτη καὶ ἐνῷ, ὡς γίνεται εἰς
2077ὅλα τὰ συνταγματικὰ Κράτη, ἐπέρχονται κατὰ καιροὺς
2078βελτιώσεις τῶν θεσμῶν, παρ’ ἡμῖν δὲν ἠδυνήθη οὐδ’ ἐτόλ-
2079μησε οὐδὲ διενοήθη κἄν τις Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν
2080ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἐνῷ ὑπάρχουσι βεβαίως διατάξεις ἄξιαι
2081τροποποιήσεως. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις δὲν
2082ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ· τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον,
2083ἡ δυσπραγία, ἡ πολιτικὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περι-
2084ῆλθε τὸ Κράτος διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ῥαπισμάτων καὶ
2085ἐξευτελισμῶν, κατέστησαν ἀναγκαίαν τὴν μεταβολὴν τῶν
2086πραγμάτων· οἱ πολιτικοὶ ἡμῶν ἄνδρες, ἕνεκα τῆς ἀφορή-
2087του καταστάσεως, ὁσάκις ἤρχοντο εἰς τὴν ἀρχὴν περιεβάλ-
2088λοντο ἀκάνθινον στέφανον μαρτυρίου, καὶ δύναται ἀκριβο-
2089λογῶν τις νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἄλλοτε εἰς τὴν
2090Ἰταλίαν, ὅτι ἡ ἕδρα, εἰς ἣν παρακάθηνται καὶ σήμερον οἱ
2091ἡμέτεροι Ὑπουργοί, εἶναι πράγματι banco dei dolori...
2092Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, Κύριοι, οἵτινες ἀπεγοητεύ-
2093θησαν καὶ ἐνόμισαν ὅτι πρόκειται κίνδυνος ἀποσυνθέσεως
2094τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Τουναντίον φρονῶ ὅτι ὁ Ἑλλη-
2095νικὸς λαὸς ἔχει μὲν μεγάλας ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι
2096ἀναγκάζουσι πολλάκις αὐτὸν νὰ ὑποκύπτῃ καὶ νὰ ὑποφέρῃ,
2097ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τεραστίως προοδεύει καὶ
2098γοργῶς βαίνει εἰς τὴν ἀκμὴν καὶ τὸν πολιτισμόν. Ὁ
2099Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπομείνῃ τυραννούμε-
2100νος ἐν τῷ ἀπροχωρήτῳ. Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἓν μέσον,
2101ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἀπότομός τις μεταστροφή, καὶ τῷ ὄντι
2102ἐξερράγη ἀληθὴς ἐπανάστασις, ἐπανάστασις ἡ ὁποία διὰ
2103τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ ἐπέβαλε τὴν μεταβολὴν τῆς
2104καταστάσεως, ἣν ἐνόμισαν οἱ διαχειρισταὶ τῆς ἐπαναστά-
2105σεως ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξωθήσωσιν εἰς μεταρρύθμισιν διατά-
2106ξεων τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου. Καὶ εὑρισκόμεθα
2107ἤδη ἀπέναντι ἑνὸς τεραστίου ζητήματος. Ἔχομεν τὴν διά-
2108ταξιν τοῦ ἄρθρου 107, ἡ ὁποία συνετρίβη, παρεκάμφθη, διότι
2109συνεκλήθη Βουλὴ διὰ πραξικοπήματος, ἵνα ἀποφασίσῃ τὴν
2110μεταρρύθμισιν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος
2111ἡμῶν, ἐνῷ οἱ τύποι τοῦ ἄρθρου 107 δὲν ἐξετελέσθησαν.
2112Ἀλλὰ, ἐὰν δὲν ἐξετελέσθησαν οἱ τύποι οὗτοι, δύναται νὰ θε-
2113ωρηθῇ ἀνώμαλος ἢ καὶ ἄκυρος ἡ ἐπιχειρουμένη μεταρρύθμι-
2114σις; Νομίζω, ὅτι οὐδὲν τὸ παράνομον ἐνυπάρχει ἐν τῇ δια-
2115δικασίᾳ, ὅτι κανονικῶς συνεκλήθη ἡ Συνέλευσις, διὰ τὸν
2116ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ψῆφος τῶν δύο
2117Βουλῶν δύο Περιόδων, ἣν διαγράφει τὸ περίφημον ἄρθρον,
2118107, ἵνα τὸ ἔθνος προβῇ εἰς ἐξυγίασιν τῶν θεσμῶν του, δὲν
2119εἶναι ἡ ἀνεφάρμοστος διαδικασία τοῦ ἄρθρου 107 ἡ μόνη
2120διέξοδος, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται ἡ κλεὶς εἰς τὸ Ἑλλη-
2121νικὸν ἔθνος, ἵνα προβῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν συνταγμα-
2122τικῶν διατάξεων, ἀλλὰ τὴν κλεῖδα δύναται νὰ μεταχειρισθῇ
2123καὶ ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ δεσπόζουσα δύ-
2124ναμις καὶ ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ
2125λαοῦ εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως, ἥτις ἐνισχύθη δι’ ὅλου τοῦ
2126στρατοῦ. Ἡ κυριαρχία αὕτη ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τοιαύ-
2127της μεταρρυθμίσεως, καὶ ἀπέναντι αὐτῆς πᾶν πρόσκομμα
2128ὑποχωρεῖ. Δὲν εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἀπέναντι ἀνωμαλίας ἢ
2129παρανόμου καταστάσεως. Ἐὰν τὸ ἄρθρον 107 δὲν ἐφηρ-
2130μόσθη, ἡ θέλησις τοῦ κυριάρχου λαοῦ εἶναι ἀνωτέρα τοῦ
2131ἄρθρου 107, εἶναι τοῦ κυριάρχου λαοῦ ἡ γνώμη, ἀπέναντι
2132τῆς ὁποίας πᾶσα ἄλλη ἐξουσία ὠχριᾷ καὶ ἐξαφανίζεται.
2133Καὶ ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπη-
2134σχόλησεν ἡμᾶς ἐπὶ τοσοῦτον. Ποῖον χαρακτῆρα πρέπει νὰ
2135δώσωμεν ἆρά γε εἰς τὸ μέγα τοῦτο συνέδριον, τὸ ὁποῖον
2136πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν τυχῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ
2137ἔθνους; Εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἆρά γε ἡ Βουλὴ ἢ εἶναι Συν-
2138τακτική; Αἱ διαφοραὶ εἶναι μεγάλαι, καὶ ἠκούσατε αὐτὰς
2139ἐπανειλημμένως ἀναπτυσσομένας ὑπὸ τῶν διαφόρων ῥητό-
2140ρων. Ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη, διότι τὸ δικαίωμα τῆς
2141ἀναθεωρήσεως τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν εἶναι σύστημα,
2142δόγμα τῶν νεωτέρων πολιτευμάτων, πρὸς εἰρηνικὴν βελτίω-
2143σιν τῶν θεμελιωδῶν νόμων, ἄνευ σάλου κοινωνικοῦ, ἄνευ
2144ἀνάγκης ἐπαναστάσεως. Καὶ δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν δι’
2145ἑκάστην μεταβολήν, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἀναγκαία, τῶν συν-
2146ταγματικῶν ἡμῶν νόμων νὰ προηγῆται ἐπανάστασις, ἵνα
2147ἐπιβάλῃ αὐτήν. Ἡ βελτίωσις τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου
2148διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι εὐεργετική,
2149εἶναι πολύτιμος διὰ πᾶν Κράτος. Ἀλλ’ ὄψιν ἀλλοίαν ἐγὼ
2150διακρίνω εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀναθεωρήσεως.
2151Ἀνατρέχων τις τῷ ὄντι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τού-
2152του εἰς ἄλλα Κράτη, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς θεωρίας τοῦ Συν-
2153ταγματικοῦ Δικαίου δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τῆς βασιμό-
2154τητος τῶν θεωριῶν, ἃς ἠκούσαμεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ περὶ
2155Ἀναθεωρητικῆς καὶ Συντακτικῆς Βουλῆς, περὶ τοῦ δόγμα-
2156τος, ὅτι δὲν ἔχομεν σήμερον Βουλὴν Συντακτικήν, ἀλλὰ
2157μόνον Ἀναθεωρητικήν. Αἱ μελέται μου δὲ ὁμολογῶ ὅτι
2158ἐκλόνισαν τὴν πεποίθησίν μου, ἂν πρόκειται σήμερον περὶ
2159καθαρῶς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Πότε ἐφαρμόζεται, Κύ-
2160ριοι, ἡ ἀναθεώρησις; Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος
2161ἐφαρμόζεται, ὅταν ὑπάρχῃ τελεία κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ
2162γαλήνη, ὅταν τὸ Κράτος ἔχῃ τὴν νομοθεσίαν αὑτοῦ ὁπωσδή-
2163ποτε ἐν ἀκμῇ, ὅταν δὲν περιστοιχίζηται ὑπὸ ἄλλων ἀναγκῶν
2164καὶ ἐν τοιαύτῃ ἠρέμῳ καταστάσει ἀποφασίζῃ νὰ βελτιώσῃ
2165διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρακτικὰς μὲν ἀλλ’ ἀκινδύνους
2166εἰς τὸν θεμελιώδη τύπον τοῦ πολιτεύματος. Παρομοιάζω δὲ
2167τὴν περίπτωσιν τῆς ἀναθεωρήσεως ὡς τὴν ἐνέργειαν ἑνὸς εὐ-
2168ημεροῦντος οἰκοδεσπότου, ὅστις ἀποφασίζει καὶ ἐνεργεῖ τὴν
2169ἀλλαγὴν παλαιωθέντος τινὸς ἐπίπλου. Καὶ ἐπὶ παραδείγματι
2170κατὰ τὸ 1879 ἡ Γαλλία προέβη εἰς μεταρρύθμισιν τοιαύ-
2171την, ἀνεθεώρησεν ὅμως ἐδάφιά τινα ἐκ σοβαρᾶς ἀνάγκης.
2172Ἐφοβεῖτο τότε ἡ Γαλλικὴ Δημοκρατία μήπως ποτὲ ἐκ τῶν
2173μελῶν τῆς Βασ. Οἰκογενείας ἐκλεχθῇ τις ἐν τῇ Προεδρίᾳ
2174τῆς Δημοκρατίας, καὶ ὁ κίνδυνος ἦτο μέγας καὶ προφανής,
2175διότι ὑπὸ τοιοῦτον Πρόεδρον ἠδύνατο νὰ διατρέξῃ κίνδυνον
2176ἡ Δημοκρατία. Συνῆλθον αἱ δύο Βουλαί, ἀπετέλεσαν ἐθνικὴν
2177Συνέλευσιν καὶ ἀνέγραψαν ἐδάφιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸ
21783 ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ νόμου, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπε-
2179ται μέλος πεπτωκυίας Βασ. Οἰκογενείας νὰ περιβληθῇ τὸ
2180ἀξίωμα τοῦ Προέδρου, καὶ ἄνευ περαιτέρω ἄλλης ἐργασίας
2181διελύθη. Κατὰ τὸ 1884 ἐπελήφθησαν καὶ πάλιν τῆς με-
2182ταβολῆς διατάξεών τινων οὐσιωδεστάτων, ἀναγκαιοτάτων.
2183Ἐν τῇ Συνελεύσει δ’ ἐκείνῃ ἐγεννήθη καὶ συνεζητήθη τὸ
2184ζήτημα ἂν ἡ Ἀναθεωρητικὴ λεγομένη Βουλὴ ἠδύνατο νὰ
2185ἐκταθῇ, ἂν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα δια-
2186γράφουσι Διαγγέλματα καὶ Προγράμματα τῶν Κυβερνή-
2187σεων καὶ τῶν Προέδρων. Δὲν εἶπον δὲ οὔτε ἐν Γαλλίᾳ, οὔτε
2188ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωσιν, ὅτι κατὰ συνταγματικὸν δόγμα
2189ἡ Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις κωλύεται νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων
2190της, ἀλλ’ ὅτι ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ θέσῃ
2191περιορισμούς, καὶ ἔθεσε τὸν περιορισμὸν λύσασα τὸ ζήτημα
2192ὡς ζήτημα προκαταρκτικόν.
2193Τὸ ζήτημα, ἂν Βουλὴ Ἀναθεωρητική, ὅπως τινὲς θέ-
2194λουσι νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτήν, εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνον
2195τὰ 30 ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ διάγραμμα τῆς με-
2196ταβολῆς τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, νὰ μεταρρυθμίσῃ, ἀλλὰ
2197καὶ ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἀποφα-
2198τικῶς, ἀλλὰ καὶ εἰς οὐδὲν Κράτος θὰ ἦτο δυνατόν ποτε νὰ
2199ὁρισθῇ καὶ νὰ διαγραφῇ τοιαύτη πορεία. Θὰ ἐθεωρεῖτο βε-
2200βαίως ὅτι εἶναι παραλογισμὸς ἡ ἐπιχείρησις τῆς μεταρρυ-
2201θμίσεως τοσούτων συνταγματικῶν διατάξεων, ἡ μεταβολὴ
220230 ἄρθρων, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπέκτασις τοῦ
2203δικαιώματος τῆς ἀναθεωρήσεως εἰς νομοθετικὰς καὶ ἄλλας
2204ἐργασίας. Ἄν ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν
2205νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμε-
2206λιωδῶν ἄρθρων, θὰ ἀπομείνῃ μόνον ὁ σκελετὸς τοῦ Συντά-
2207γματος, καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ τί θὰ διαφέρῃ ἡ λεγομένη
2208Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ
2209ὁποία κατέχει ὁλόκληρον τὴν κυριαρχικὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ
2210εἰς χεῖράς της.
2211§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θέλετε νὰ γίνῃ Συντακτική;
2212§68ΑΝΤ. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν φωνὴν τὴν ὁποίαν ἀκούω
2213δύναμαι ἀπαντῶν νὰ ἐρωτήσω· Πῶς ἡμεῖς συνερχόμεθα
2214ἐνταῦθα; Συνεπείᾳ σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρ-
2215χει ἀνάγκη μεταβολῆς τινος συνταγματικῆς διατάξεως
2216ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ἄρθρου 107; Ἀναντιρρήτως οὐχί!
2217Ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐθεωρήθη ἁπλῶς ὡς διέξοδος, ἡ Βουλὴ
2218αὕτη εἶναι προϊὸν ἐπαναστάσεως ἀναμφισβητήτως. Διότι
2219ἀναγνώσατε τὸ Διάγγελμα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ στόματος τοῦ
2220Βασιλέως ἀπηγγέλθη εἰς τὴν Βουλήν (ἀναγινώσκει):
2221«Εἶναι εἰς Ὑμᾶς καλῶς γνωστοὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἐπει-
2222γόντως ἐν Ἐκτάκτῳ Συνόδῳ ἐκλήθητε, ἵνα κατὰ τὰς
2223ὑπαγορεύσεις τοῦ Πολιτεύματος ἐργασθῆτε εἰς ἔργα
2224μεταρρυθμίσεως πρὸς τὸ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς
2225τελεσφόρον τῶν ὁρισμῶν αὐτοῦ κανονικῶς λειτουρ-
2226γοῦντος».
2227Εἰς τί ὅμως ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ μεταρρύθμισίς τις περὶ
2228μὴ δωρεὰν ἀπονομῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἢ ἄλλων τι-
2229νῶν συνταγματικῶν ἐπουσιωδῶν ἀρχῶν εἰς τὴν βελτίωσιν
2230τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς; Διὰ τοιαύτας μεταρρυθμί-
2231σεις ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις; Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῶν φρά-
2232σεων, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, διὰ
2233νὰ δικαιολογήσωσι τὴν σύγκλησιν διπλῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία
2234πρόκειται νὰ μεταρρυθμίσῃ ἐπουσιώδη ἄρθρα τοῦ Συντά-
2235γματος; (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν):
2236«Ἐξηκολούθει ἀπὸ τῶν μέσων Αὐγούστου ὁ σάλος ὁ
2237ἐξ ὀδυνηρᾶς ἀφορμῆς ἐθνικοῦ προσκόμματος αἰφνιδίως
2238ἐκραγείς. Εἰς ἀδιέξοδον δ’ ἐφέρετο ἡ μεγάλη πολιτειακὴ
2239κρίσις, ἐν ᾗ καὶ δι’ ἀνωμάλου δράσεως ἐξεδηλώθη ἡ πρό-
2240θεσις τοῦ ἐξεγερθέντος δημοσίου φρονήματος, ἵνα ἐπι-
2241βάλῃ μεταβολὴν πολιτικῶν μεθόδων πρὸς ἐπιτυχίαν
2242ἐπανορθώσεως τῶν ἡμετέρων πραγμάτων καὶ στερέω-
2243σιν τοῦ καθεστῶτος καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ ἀρρήκτως συν-
2244δεδεμένων ἐθνικῶν προσδοκιῶν».
2245Ὑπῆρξε λοιπὸν κίνδυνος. Δὲν διετελοῦμεν ἐν κοινωνικῇ
2246καὶ πολιτικῇ γαλήνῃ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠσχολεῖτο πῶς νὰ
2247ἀποσοβήσῃ ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς κινδύνους, τοῖς πᾶσι
2248γνωστούς, καὶ συνήχθησαν τότε οἱ ἀριστεῖς τῶν πολιτικῶν
2249ἡμῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀνεζήτησαν μίαν διέξοδον, καὶ ὑπηγό-
2250ρευσαν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ εἴπῃ (ἀναγινώσκει):
2251«Μία μόνη διέξοδος ἐφαίνετο ὑπολειπομένη. Καὶ ταύ-
2252την, ἐπὶ τῇ παραιτήσει τῶν τότε Ὑπουργῶν Μου,
2253ὑπέδειξαν περιστοιχίσαντές Με οἱ κορυφαῖοι τῶν ἐν
2254τῇ χώρᾳ πολιτευτῶν».
2255Ἀνοίξατε ἐν τούτοις τὰ Πρακτικὰ οἱασδήποτε Βουλῆς,
2256συμβουλεύθητε τὰς πράξεις οἱασδήποτε Κυβερνήσεως ἐλευ-
2257θέρου Κράτους καὶ εἰπέτε μοι ἂν δύνασθε νὰ εὕρητε σύγ-
2258κλησιν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς συνεπείᾳ τοιούτων περιστά-
2259σεων ὡς ἀποτέλεσμα καὶ λύσιν μιᾶς ἐπαναστάσεως. Αἱ
2260Ἀναθεωρητικαὶ Βουλαὶ πρὸς βελτίωσιν ἐπουσιωδῶν δια-
2261τάξεων τοῦ Συντάγματος δὲν καλοῦνται ἐν καιρῷ γενικῆς
2262ἐπαναστάσεως, καθ’ ὃν χρόνον ἐν αὐτῷ τῷ περιβόλῳ τοῦ
2263ἐθνικοῦ συνεδρίου ἀπειλούμεθα, καθ’ ὃν χρόνον ἀπηγο-
2264ρεύθη ἡ εἴσοδος τῶν Κρητῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1864 ἐκ τῶν
2265ἀλλοδαπῶν, ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος ἐκαλοῦντο καὶ παρε-
2266κάθηντο ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ
2267ἔθνους.
2268Ἀναγνώσατε τὸν λόγον τοῦ Κρητὸς πολιτικοῦ, ὅστις ἦλ-
2269θεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα παράσχῃ τὴν πολύτιμον αὐτοῦ συν-
2270δρομήν, καὶ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι καὶ ἐκεῖνος ὁμολογεῖ
2271ὅτι δὲν ἦτο ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 107 Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ
2272αὐτή, ἀλλὰ συνέδριον κληθὲν κατ’ ἀνάγκην συνεπείᾳ τῆς
2273ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία, λέγει, δὲν εἶχε πρόγραμμα, καὶ
2274δὲν εἶχε καὶ πολιτικὸν νοῦν. Ἀλλὰ ποῖον πρόγραμμα, κύ-
2275ριε Βενιζέλε, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἐπανάστασις, ὅτε ὁ λαὸς
2276ἐξηγείρετο συντετριμμένος ἕνεκα ἀλλεπαλλήλων προσβολῶν,
2277τὰς ὁποίας ἐπὶ ὁλόκληρον ἤδη ἔτος ὑφίσταται; Ὁ στρατός,
2278ὁ ὁποῖος ἐπροπηλακίσθη, ποῖον πρόγραμμα ἠθέλετε νὰ ἔχῃ;
2279Ἔχουσι προγράμματα αἱ ἐπαναστάσεις; Ἐγὼ εἶμαι, Κύ-
2280ριοι, ἐκ τῶν μᾶλλον συντηρητικῶν, ἀλλ’ ἐβασάνισα τὴν
2281ψυχήν μου, διὰ νὰ εὕρω ποία ἆρά γε θὰ ἦτο ἡ ὀρθὴ γνώμη
2282καὶ τίς ἡ ἔννοια τοῦ χαρακτηρισμοῦ καὶ τῆς διακρίσεως
2283τῆς Συνελεύσεως, ὡς συνεκλήθη καὶ παρίσταται. Καταδιω-
2284χθεὶς καὶ ἐγὼ ὑπὸ τῶν κομμάτων καὶ περιπλανώμενος ἤδη
2285μεταξὺ τῶν ἀνεξαρτήτων, ἐσχημάτισα εἰλικρινῶς τὴν πε-
2286ποίθησιν, ὅτι προτιμότερον βεβαίως ἡ συνελθοῦσα διὰ πρα-
2287ξικοπήματος Βουλὴ νὰ ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὴν δύναμιν
2288τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἵνα προβῇ εἰς θεμελιώδεις μεταβο-
2289λάς, παρὰ ὑπὸ τὸ πρόσχημα Βουλῆς Ἀναθεωρητικῆς (Εὖγε,
2290εὖγε), ἵνα καταγίνωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν ἀστείων διατά-
2291ξεων, διὰ τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀηδιάζω καὶ νὰ ἀσχοληθῶ.
2292(Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγκασθεὶς ἐκ
2293τῶν σφοδρῶν ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ βήμα-
2294τος τούτου, εἶπεν ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ἀνωμαλίαν τινὰ
2295κυβερνητικήν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν μετέβαλε πολίτευμα οὐδὲ
2296τὸ καθεστὼς ἠλλοιώθη. Καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα ἔχει μετα-
2297βληθῆ, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι ἤθελον ἐρωτήσει, παρα-
2298δείγματος χάριν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, πῶς
2299εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργι-
2300κὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον παραμένει εἰς αὐτὸ τὸ ἕλος, ὅπως
2301ὠνομάσθη ἡ θέσις αὕτη ἄλλοτε ὑπό τινος Βουλευτοῦ, διατί
2302εἶναι συντετριμμένον μὲ φυσιογνωμίαν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι
2303πρόκειται νὰ παραδώσωσιν ἐντὸς ὀλίγου τὸ πνεῦμά των, καὶ
2304πῶς εἶναι ἐνταῦθα; Τὸ πολίτευμα, κύριε Πρωθυπουργέ,
2305ἀναμφιβόλως μετεβλήθη ἀφ’ ὅτου νέος τροχὸς προσετέθη εἰς
2306τὴν κυβερνητικὴν μηχανήν· ὁποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ τροχός;
2307Ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ τελευταῖον
2308αὐτοῦ ἔγγραφον ἀνέγραψε 16 νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἠξίου
2309νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, ἐδημοσιεύοντο δὲ καὶ διὰ τοῦ τύπου.
2310Ἐγὼ ἄλλοτε εἶχον συνεργασθῆ μετὰ τῶν κ. κ. Ῥέπουλη
2311καὶ Νέγρη εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων τῶν σιδηροδρο-
2312μικῶν ὑπαλλήλων. Διετέλουν δὲ πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου
2313τῆς ἐντίμου ἐκείνης ἐργατικῆς τάξεως, ὅτε εἶδον εἰς τὸν
2314κατάλογον τῶν νομοσχεδίων τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου,
2315ὅτι ἐζητεῖτο νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ συντάξεων πρὸς
2316βλάβην τῶν σιδηροδρομικῶν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ
2317ποῦ; Οὐχὶ βεβαίως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν,
2318διότι μεταβὰς καὶ ἐκεῖ διέκρινα τελείαν παράλυσιν ἐξου-
2319σίας καὶ ἀδυναμίαν. Ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ εἰς τὸ τμῆμα
2320τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, νὰ συζητήσω μετὰ μελῶν
2321αὐτοῦ.
2322Ὡμολόγησεν ὁ κ. Ζορμπᾶς, ὅτι μετὰ σπουδῆς κακῶς ὑπε-
2323βλήθη ἡ ἀξίωσις συνεπείᾳ μονομερῶν ἐνεργειῶν, ἐσώθη δὲ
2324τὸ ταμεῖον τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, διότι ὁ Σύν-
2325δεσμος ηὐδόκησε καὶ ἐπεβλήθη, διότι αὐτὸς ἦτο ἡ διοίκη-
2326σις, αὐτὸς ἦτο ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸς ἦτο τὸ πᾶν, μολονότι
2327εἰς τὰ πράγματα ὑπῆρχον πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν
2328ἐστεροῦντο οὔτε θελήσεως οὔτε πείρας οὔτε πατριωτισμοῦ.
2329Κατὰ τὴν ἐποχὴν ὅμως ἐκείνην ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος
2330ἦτο ἐν ἰσχύϊ, αὐτὸς ἦτο τὸ Κράτος ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἔρχεσθε
2331ὑμεῖς νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶχε μεταβληθῆ τὸ πολίτευμα;
2332Εἶχε βεβαίως ῥιζικῶς μεταβληθῆ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον
2333ὡς διέξοδος ἐθεωρήθη ἡ σύγκλησις διπλῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸ
2334θὰ προετίμων ἐγὼ κατόπιν ἐπαναστάσεως Συντακτικὴν
2335Συνέλευσιν. (Εὖγε, εὖγε). Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία,
2336οὐδεμίαν ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων ἤθελε σαλεύσει
2337(Μάλιστα, μάλιστα), ἀλλ’ ἤθελε σεβασθῆ τὸν τύπον τοῦ
2338πολιτεύματος, διότι καὶ ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐσκόπει τοιαύ-
2339την μεταβολήν, διότι, ἂν ἤθελε τοιαύτην μεταβολήν, θὰ
2340ἐξετέλει αὐτὴν πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ διπλῆ Βουλή. Οὐδαμοῦ
2341δὲ κἂν ἠκούσθη, ὅτι ἡ ἐκραγεῖσα ἐπανάστασις ἀπέβλε-
2342πεν εἰς ἀνατροπὴν τῆς Βασιλείας. Ἐγὼ δὲ δύναμαι ἀπὸ
2343τοῦ βήματος τούτου νὰ δηλώσω, ὅτι ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος,
2344κατὰ τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ μετὰ τοῦ
2345Βασιλέως ὡς σύμβουλος Αὐτοῦ, ἐξετίμησα τὴν πεῖραν Αὐ-
2346τοῦ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα, ἐὰν καὶ ἡμεῖς ἐν-
2347ταῦθα ἠθέλομεν ἐπιβουλευθῆ τὴν Δυναστείαν. Λοιπόν, ἀφοῦ
2348δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἀσφαλεῖς, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέ-
2349χουσιν οἱ θεμελιώδεις αὐτοὶ θεσμοί, ὅτι καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν
2350θὰ θιχθῇ τὸ παράπαν, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχει ἡ
2351Διαδοχή, καὶ γενικῶς αἱ θεμελιώδεις ἀρχαὶ τοῦ Συντάγμα-
2352τος, νομίζω ὅτι ἀκινδύνως δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσω-
2353μεν τὴν Βουλὴν ὡς Συντακτικήν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη
2354τάχα ἐκ τῶν προτέρων νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ Βουλὴ ὡς Συν-
2355τακτική; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ
2356συζητηθῇ, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ κλονίσῃ τὴν
2357πεποίθησιν ἡμῶν, εἶναι ἂν διὰ ψηφοφορίας θὰ ἠδυνάμεθα
2358νὰ προβῶμεν εἰς τοιοῦτον χαρακτηρισμόν. Ἠκούομεν, Κύ-
2359ριοι, μετὰ κόρου, ὅτι ἡ Βουλή, χαρακτηριζομένη ὡς ἄνωθεν,
2360θὰ εἶναι καὶ εὐρεῖα κατὰ τὴν δικαιοδοσίαν αὑτῆς, ὅτε θὰ
2361προβῇ καὶ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐὰν πρόκειται νὰ
2362ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις, ἐγὼ βεβαίως θὰ εἶμαι ἐναν-
2363τίος, διότι ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχει πλάνη τε-
2364ραστία ἐπιστημονικῶς διὰ διακρίσεως Ἀναθεωρητικῆς καὶ
2365Συντακτικῆς Βουλῆς.
2366Τὸ δημόσιον Δίκαιον, Κύριοι, δύο μόνον ἐξουσίας ἀνα-
2367γνωρίζει, τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν συντακτικήν. Ἡ ἀνα-
2368θεώρησις διατάξεων τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου δὲν ἀπο-
2369τελεῖ ἐξουσίαν ἀνεξάρτητον· εἶναι ἁπλῶς ἐνέργεια καὶ πρᾶ-
2370ξις προερχομένη ἐκ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶναι
2371ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ. Ἡ διαίρεσις ἄρα, εἰς ἣν ἐξωθούμεθα,
2372Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀνεξαρτήτου τῆς συντακτικῆς
2373ἐξουσίας, εἶναι ἀπὸ ῥίζης ἐσφαλμένη, καὶ δὲν πρέπει νὰ προ-
2374βῶμεν εἰς αὐτήν, ἥτις προϋποθέτει ἄγνοιαν τῶν στοιχείων
2375τοῦ δημοσίου Δικαίου.
2376Ἡ συζήτησις αὕτη δυστυχῶς προεκλήθη ὑπὸ τοῦ τύπου
2377τῆς ὁρκοδοσίας, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ παρακαμφθῇ καὶ νὰ
2378συζητηθῇ μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Συνελεύσεως ὡς Σώ-
2379ματος.
2380Ἤθελον δ’ ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὸ ἄρθρον
238164. Τί θέλετε νὰ βεβαιώσωσι διὰ τοῦ ὅρκου οἱ Βουλευταί;
2382«Ὁμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδι-
2383αιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς
2384τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα
2385καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνει-
2386δήτως τὰ καθήκοντά μου». Εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σοβα-
2387ρὸς ὅρκος ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται καὶ
2388δύναται ἀμέσως νὰ ἀκρωτηριασθῇ ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον;
2389Ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ δώσωμεν ὅρκον ἐπὶ τοῦ Συντάγματος,
2390τὸ ὁποῖον κατ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν ὅτι πρόκειται
2391περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, δὲν ὑφίσταται, ἀλλὰ καὶ
2392κατ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ εἰσαγάγωσι τὴν διά-
2393κρισιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς, ὁ ὅρκος εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος,
2394διότι πρόκειται τὸ Σύνταγμα νὰ μεταρρυθμισθῇ εὐρέως;
2395Κύριοι, αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα κα-
2396λὸν νὰ ὑποβάλω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ μακρὸν
2397νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον εἰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν
2398πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ ἔχωσιν.
2399§69Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ προσ-
2400θέσω. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέμα-
2401τος. Παρηκολούθησα μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ εὐλαβείας
2402τὰς ὁμιλίας ὅλων τῶν ὁμιλησάντων, ἰδιαιτέρως δὲ πάντων
2403ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτῶν ἐπαγγέλμα-
2404τος ἔχουσιν ἐγκύψει περισσότερον εἰς συνταγματικὰ ζητή-
2405ματα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν ἐν τούτοις ὅλοι νὰ ἐκφράσω
2406μίαν ἀπορίαν, ὅτι περισσότερον τῶν πραγμάτων ἐξήτασαν
2407τὰς θεωρίας, καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Κοινοβού-
2408λιον, πολὺ δὲ περισσότερον, ὅταν τοῦτο ἀποτελῇ ἐθνικὴν
2409Συνέλευσιν, δὲν εἶναι οὔτε Ἀκαδημία οὔτε Πανεπιστήμιον.
2410Εἶναι ἡ αἴθουσα, ἐντὸς τῆς ὁποίας, μελετώμενα τὰ πολιτικὰ
2411ζητήματα ἀπὸ τῆς σκοπιμότητος καὶ τῆς πρακτικῆς ὄψεως
2412αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ τύχωσι τῆς λύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία
2413εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν συμφέρουσαν ἐξέλιξιν τῶν ἐθνι-
2414κῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἀνεμίχθην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν συζήτη-
2415σιν πρὸ ἡμερῶν, εἰπὼν ὀλίγα. Βλέπων ὅμως τό γε νῦν ἔχον
2416τὴν συζήτησιν φερομένην πρὸς τὸ τέρμα αὐτῆς καὶ ἀντι-
2417λαμβανόμενος ἐξ ὅσων δεδομένων ἠμπορεῖ τις νὰ ἔχῃ, ὅτι
2418ἡ μέλλουσα ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον
2419θὰ ἀποφασίσῃ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ εἶναι οὔτε
2420δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἐξησφαλισμένον διὰ τὸ ἓν ἢ τὸ
2421ἄλλο μέρος, οὔτε μεταβολὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς
2422τὰς γνώμας καὶ τὰς πεποιθήσεις τῶν ἐχόντων τοιαύτας
2423μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων, ἕνεκα τῶν
2424ὁποίων ἡμεῖς ἰδίως ὑπεστηρίξαμεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὴν
2425Συντακτικὴν Συνέλευσιν, νομίζω ἐμαυτὸν ὑπόχρεον νὰ δια-
2426τυπώσω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ μεγαλείτερον
2427ὅπλον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν εἰς τοὺς
2428ὑποστηρίζοντας τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, λείπει ἀπὸ
2429τὰς χεῖράς μας, καὶ τὸ ὅπλον τοῦτο εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν
2430πραγμάτων. Καὶ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων λείπει ἐφ’
2431ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ὡρισμένα στοιχεῖα ἀπὸ
2432τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι βέβαιος καὶ διὰ
2433πολλὰ μὲν ἄλλα στοιχεῖα, ἀλλ’ ἰδίως δι’ ἕν, τὸ ὁποῖον θὰ
2434μοὶ ἐπιτρέψητε σήμερον νὰ ἀποσιωπήσω, τὸ ὁποῖον θὰ ζη-
2435τήσω νὰ κατατεθῇ ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου, ὅτι θὰ
2436εἶναι στοιχεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν παρὰ
2437νὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, ἂν δηλαδὴ ἡ Συνέλευσις δέον
2438νὰ ᾖ Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητική. Ἐπὶ πλέον τὸ στοιχεῖον
2439τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσω καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ
2440ζητήσω ἐφ’ ὅσον δὲν ὡρκίσθημεν, τὸ στοιχεῖον ἐκεῖνο θὰ
2441ἀποδείξῃ, ὅτι, ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνῃ Συντακτικὴ ἡ Συνέλευσις,
2442πρέπει νὰ γίνῃ ἀκριβῶς διὰ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους
2443οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν λέγουσιν ὅτι
2444δὲν πρέπει νὰ γίνῃ Συντακτική. Οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ἐκ-
2445φράζουσι, καὶ αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας δίδουσιν οἱ λέγοντες
2446ὅτι δὲν πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ γίνῃ Συντακτική, τοῦτο
2447εἶναι τὸ ἰσχυρότερον ὅπλον κατ’ αὐτῶν. Τοῦτο θὰ ἀποδει-
2448χθῇ ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσωμεν καὶ τὰ
2449ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ βεβαίως νὰ παράσχῃ ἡμῖν.
2450Τὰ στοιχεῖα ταῦτα βεβαίως ἐν πολλοῖς δὲν τὴν ἀφορῶσιν,
2451ἀλλ’ ἀφορῶσι τὴν ὅλην ἐξέλιξιν τῆς πολιτικῆς ταύτης πε-
2452ριόδου, καὶ τὴν ὁποίαν περίοδον ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ
2453κατὰ βάθος, διότι, μόνον ὅταν γνωσθῇ καλῶς τὸ νόσημα, ἐκ
2454τοῦ ὁποίου πάσχομεν, τότε καὶ θὰ θεραπευθῇ ὁ τόπος. Διὰ
2455λόγους, τοὺς ὁποίους σήμερον δὲν θ’ ἀναπτύξω, μὴ θέλων νὰ
2456εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους
2457θὰ προσέθετον δύο ἢ τρεῖς οὐσιώδεις, φρονῶ, ὅτι ἡ ψηφοφορία
2458αὕτη, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην ὅλων ἀναμφιβόλως, πρό-
2459κειται νὰ ἀποφασίσῃ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, αὐτὴ ἡ
2460ψηφοφορία δὲν εἶναι συμφέρον νὰ γίνῃ, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνοι, οἱ
2461ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐδῶ, δὲν ἀπολαύουσι τῆς ἐγκύρου
2462ἀναγνωρίσεως. Διότι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει πιθανότης νὰ ἐπιτευ-
2463χθῇ ἡ μία λύσις ἢ ἡ ἄλλη διὰ δύο, τριῶν ἢ πέντε ψήφων,
2464αὐταὶ δὲ αἱ ὀλίγισται ψῆφοι ἠμπορεῖ νὰ ἀνήκωσιν εἰς πρό-
2465σωπα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ παρακάθηνται ἐγκύρως ἐνταῦθα, νο-
2466μίζω ὅτι θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸν διὰ τὴν εὐθύνην μας ἀπέ-
2467ναντι τοῦ ἔθνους τὸ νὰ προβῶμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ὁρι-
2468στικὴν ἀπόφασιν. Εἶναι τοῦτο, Κύριοι, ἄξιον πολλῆς προ-
2469σοχῆς.
2470Τελευταῖον λόγον, οὐχὶ βεβαίως ἰσχυρὸν ὅσον οἱ προη-
2471γούμενοι καὶ ἰδίως ὅσον ὁ πρῶτος, ἔχω καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ
2472συμπέρασμα τῆς συζητήσεως αὐτῆς θὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην
2473τὸ κεφαλαιῶδες μέρος τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν
2474Λόγον· κατ’ ἀνάγκην ἑπομένως εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην
2475νομίζω ὅτι ἔχει τὴν θέσιν της ἡ συζήτησις περὶ τῆς μορ-
2476φῆς, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ τὸ συνέδριον.
2477§70ΣΠ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διατί δὲν μᾶς τὰ εἴπετε χθὲς
2478αὐτά;
2479§71Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τί θέλετε νὰ κάμω; Ἔπρεπεν
2480ἴσως νὰ τὰ εἴπω, διότι ὅμως προηγήθη συζήτησις μιᾶς
2481ἡμέρας, σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ χαθῇ ὁλόκληρος ἡ ὑπόθε-
2482σις; Δὲν τὰ εἶπον διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν κα-
2483τεῖδον χθὲς τόσον ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην· σήμερον ὅμως
2484τὴν βλέπω κατάφωρον. Λέγω δὲ ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ πεποί-
2485θησις εἰς τὰς ἰδέας, ἐὰν ὑπάρχῃ διάθεσις, ὅπως μὴ ὑποτι-
2486μῶμεν τὰς σκέψεις τῶν ἄλλων, τοὐναντίον δὲ νὰ ἐξάγωμεν
2487καὶ ἰδικά μας συμπεράσματα ἀπὸ ὅσα ἀκούομεν, καὶ
2488αὐτὰ τὰ συμπεράσματα νὰ μὴ εἶναι μόνον ἀποκρυστάλλω-
2489σις τῶν ἀτομικῶν πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστος,
2490ἀλλὰ τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῆς
2491ὅλης συζητήσεως, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ συνέδριον
2492αὐτό, ἔχον ἄλλως ἀπόλυτον εἰς ἑαυτὸ πεποίθησιν περὶ τῆς
2493μελλούσης πορείας του, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, ἵνα
2494συνεχίσῃ αὐτὴν εὐθὺς μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προε-
2495δρείου, δεδομένου ὄντος ὅτι τότε μὲ τὸν ὁριστικὸν Πρόε-
2496δρον ἡ διεύθυνσις τῆς συζητήσεως ἐν γένει — χωρὶς νὰ
2497θέλω νὰ ἐκφράσω καμμίαν στενοχωρίαν διὰ τὸν ἀξιότιμον
2498προσωρινὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος εἶναι τοὐναντίον ἄξιος πολ-
2499λῶν εὐχαριστιῶν — ἀναμφιβόλως θέλει εἶναι πολὺ κανονικω-
2500τέρα.
2501Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ θέσω
2502ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς σχετικὴν πρότασιν.
2503§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ψηλογαλάνης ἔχει τὸν λόγον.
2504§73Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ ὑποβάλῃ πρότασιν.
2505§74Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νὰ ἀναγνώσω, ἐὰν θέλητε, τὴν
2506πρότασιν:
2507«Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐπιφυλαττομένη νὰ συνε-
2508χίσῃ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς ὡς Ἀνα-
2509θεωρητικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν
2510ὁριστικὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἀποφασίζει, ὅπως τὰ
2511μέλη αὐτῆς ὀμόσωσι τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντά-
2512γματος κεκανονισμένον ὅρκον».
2513§75Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅπως ἔρχεται αὐτὴ ἡ πρότασις, ἐν-
2514νοεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἂν θέ-
2515λομεν νὰ ὁρκισθῶμεν ἢ ὄχι, ἐνῷ ἐννοεῖτε τὸ ἀντίθετον, ὅτι
2516νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, νὰ καταρτισθῇ τὸ Σῶμα
2517καὶ κατόπιν νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Σώ-
2518ματος.
2519Δύνασθε νὰ ὑποβάλητε μίαν πρότασιν ἀναβολῆς τῆς συ-
2520ζητήσεως μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν, μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν
2521ἐκλογῶν καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ Σώματος. Ὑπὸ τοιού-
2522τους τύπους δύνασθε νὰ τὴν ὑποβάλητε. Ὑποβάλλοντες
2523αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἐννοεῖτε ὅτι κάμνομεν ἀπόφασιν τῆς
2524Βουλῆς καὶ συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς πρόκειται
2525νὰ ὁρκισθῶμεν καὶ οὐχὶ δυνάμει τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ δὲν
2526θέλετε νὰ εἴπητε τοῦτο, νομίζω.
2527§76Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο
2528τὸ ὄντως κἄπως ὀξύ, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ συζήτη-
2529σις, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἕν καλὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον
2530ὅλοι βεβαίως θέλουσιν, εἶναι ἀνάγκη ἡμεῖς μέν, οἱ ὁποῖοι
2531ἔχομεν τὴν ἰδέαν τῆς Συντακτικῆς, νὰ ἐνδώσωμεν εἰς αὐτὸ
2532ἐδῶ τὸ ἀβλαβὲς σημεῖον, νὰ δώσωμεν δηλαδὴ αὐτὸν τὸν ὅρ-
2533κον, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ
2534ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις.
2535§77Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ζητήσωμεν ἀπὸ σᾶς τὴν ἄδειαν, διὰ
2536νὰ δώσωμεν τὸν συνταγματικὸν ὅρκον!
2537§78Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κανείς, κύριε Ράλλη, δὲν θὰ ζη-
2538τήσῃ κανενὸς τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ λέγω ὅτι τὴν στιγμήν,
2539καθ’ ἣν αἱ ἀντιγνωμίαι ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, πρέ-
2540πει νὰ ἐνδώσωμεν ἀμφότεραι αἱ μερίδες, οὐδὲν ἑκάστης
2541ἐχούσης νὰ χάσῃ ἐκ τούτου.
2542§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὁμο-
2543λογεῖτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει Σῶμα συντεταγμένον, καὶ ἑπο-
2544μένως δὲν ὑπάρχει τίποτε, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφα-
2545σις. Ὅτε ζητεῖτε λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἀντιφάσκετε
2546πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε. Εἶναι Σῶμα ἢ δὲν εἶναι;
2547§80Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐὰν δὲν εἴμεθα τίποτε, τότε
2548διατί σεῖς παραμένετε ἐδῶ; διατί παρακολουθεῖτε τὰς
2549συζητήσεις τοῦ Σώματος αὐτοῦ; διατί ἔχομεν Πρόεδρον;
2550διατί παρευρίσκεται ἡ Κυβέρνησις ἐδῶ; Δὲν πρόκειται νὰ
2551παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις, Κύριοι. Ἐγὼ νομίζω ὅτι προσ-
2552φέρω μίαν ὑπηρεσίαν καὶ ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου, ὑπο-
2553βάλλων τὴν πρότασιν ταύτην.
2554§81Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Δώσατέ την εἰς τὸν Πρόεδρον,
2555Κύριε.
2556§82Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἐντελῶς.
2557§83Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἑκατέρωθεν ἀποκρούεται.
2558§84Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀνερχόμενοι διὰ νὰ δικαιολογήσητε
2559τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεώς σας εἴπετε, ὅτι πρὸ τοῦ κα-
2560ταρτισμοῦ τοῦ Σώματος δὲν δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν
2561ἀποφάσεις ἐπὶ τοιούτου σοβαροῦ ζητήματος· ἐν τούτοις
2562ἔρχεσθε καὶ διὰ τῆς προτάσεώς σας οὐδὲν ἄλλο προτεί-
2563νετε εἰμὴ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, διὰ νὰ δώσωμεν ἢ νὰ
2564μὴ δώσωμεν τὸν ὅρκον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει
2565τὸ Σύνταγμα νὰ δώσωμεν, καὶ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐρχόμεθα
2566νὰ δώσωμεν πρὸ τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων μας, ὅπως
2567λέγει τὸ Σύνταγμα, ἤλθομεν καὶ ἐδώκαμέν τινες ἐξ ἡμῶν
2568τὸν ὅρκον ἐκεῖνον. (Σφοδραὶ διαμαρτυρίαι δεξιόθεν). Φρονῶ
2569λοιπόν, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἠδύνατο ἡ πρότασις ὑμῶν νὰ
2570μεταρρυθμισθῇ οὕτω πως, ὥστε νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον, τὸν
2571ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα, τὸν ὁποῖον ἐδώσαμέν
2572τινες ἐξ ἡμῶν. (Νέαι διαμαρτυρίαι καὶ ἀντιρρήσεις).
2573§85Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὴν πρότα-
2574σιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ
2575ὑποστηρίξω διὰ τῶν ὀλίγων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἐὰν
2576δ’ ὑμεῖς κρίνητε ἄλλως, τὸ ζήτημα διαφέρει, καὶ πράξατε
2577ὅ,τι νομίζετε.
2578§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ψηλογαλάνης ἔχει τὸν λόγον.
2579§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κάμωμεν 5 λεπτῶν δια-
2580κοπήν, διὰ νὰ ἀναπνεύσωμεν.
2581§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λε-
2582πτά, Κύριοι.
2583(Γίνεται διακοπὴ πέντε λεπτῶν, μεθ’ ὃ ἐπαναλαμβάνε-
2584ται ἡ συνεδρίασις).
2585§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ Ἀλεξανδρῆς.
2586§90ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὰ μέλη τῶν νομοθετικῶν Σω-
2587μάτων δὲν εἰσέρχονται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον εἰμὴ διὰ
2588τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Πρωτοδικείου, ἥτις δὲν φέρει εἰμὴ
2589τὴν ἐπίσημον σφραγῖδα, ὅτι οὗτοι εἶναι οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ
2590λαοῦ. Ἡ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων ὅμως τοῦ λαοῦ ἀποδοχὴ
2591τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ γίνεται διὰ τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου. Ὁ
2592ὅρκος δὲν δίδεται, εἰμὴ διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώμα-
2593τος, μεθ’ ὃν τὸ Σῶμα τοῦτο ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ
2594τῶν κυρίων αὐτοῦ καθηκόντων. Τὰ καθήκοντα δὲ ταῦτα
2595εἶναι γνωστὸν ποῖα εἶναι. Ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν, ὡς πάρεργα
2596ὅμως καθήκοντα τοῦ Σώματος, ἐθεωρήθησαν καὶ τὰ δικα-
2597στικὰ τοιαῦτα. Καὶ ὑπῆρξεν ἡ νομολογία, ἡ ἑρμηνεία ἐπὶ
2598τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου, ὅτι ὀφείλει τὸ Σῶμα νὰ δώσῃ τοῦ-
2599τον προτοῦ ἐπιληφθῇ τῶν δικαστικῶν αὐτοῦ καθηκόντων.
2600Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ἤγειρεν ἐνταῦθα τὴν συζήτησιν μεταξὺ
2601ἡμῶν ἐπὶ τῇ δόσει τοῦ ὅρκου, εἶναι ὄχι ἡ ὑποχρέωσις,
2602τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα, ὅπως δώσωμεν τὸν ὅρκον διὰ τὰ
2603πάρεργα δικαστικὰ καθήκοντα, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως,
2604προτοῦ ἀρχίσωμεν τὸ κύριον ἡμῶν ἔργον, τὸ συνταγματι-
2605κὸν εἴτε ἄλλο εὐρύτερον, ὅπως καθορισθῇ ἡ μορφὴ τοῦ
2606συνεδρίου τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως, Κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη
2607δὲν ἐνδιαφέρει τὰ κύρια τοῦ Σώματος τούτου ἔργα, διότι
2608μετ’ ὀλίγον θέλομεν κληθῆ, ὅπως ἐκτελέσωμεν δικαστικὰ
2609τοιαῦτα, θὰ ἦτο εὐκταῖον, ὅπως προχωρήσῃ τὸ Σῶμα εἰς τὰς
2610κυρίας αὐτοῦ ἐργασίας, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἡ
2611ὁποία, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι πρόωρος, διότι
2612δὲν πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ κύρια ἔργα αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ
2613δικαστικά, καὶ δύναται τὸ Σῶμα νὰ δώσῃ ὅρκον σήμερον
2614ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἔργων ἐπιφυλασσόμενον, ὅπως
2615συζητήσῃ τὴν μορφὴν τοῦ συνεδρίου τούτου μετὰ τὴν ἐκτέ-
2616λεσιν τῶν δικαστικῶν τούτων ἔργων, τὰ ὁποῖα πρόκειται
2617νὰ κρίνῃ διὰ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Τὴν τοιαύτην
2618ἀπόφασιν τὸ Σῶμα πρέπει νὰ λάβῃ. Ἡ δόσις τοῦ ὅρκου
2619δὲν εἶναι εἰμὴ ἀπόφασις τῶν μελῶν, ἑνὸς ἑκάστου. Ἕκα-
2620στον μέλος ἐρχόμενον ἐνταῦθα νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον πρὸς
2621τοῦτο καὶ ἀποφασίζον τοῦτο ἔχει τὸ δικαίωμα ὄχι
2622μόνον νὰ τὸ εἴπῃ διὰ τῆς θέσεως τῆς χειρὸς ἐπὶ τοῦ Εὐαγ-
2623γελίου, ἀλλὰ καὶ διὰ προφορικῆς ἐκδηλώσεως τῆς γενικῆς
2624βουλήσεως τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δυστυχῶς ἡ λέξις
2625ἀποφασίζει τοῦ Σώματος τούτου ἐθεωρήθη ὡς λέξις, ἡ ὁποία
2626προσκρούει εἰς τὸν ἐν γένει χαρακτηρισμὸν τῆς μορφῆς τοῦ
2627Σώματος, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν, ὅπως ἀντὶ τῆς
2628λέξεως ἀποφασίζει, τὴν ὁποίαν ἐνέχει ἡ πρότασις περὶ ἀνα-
2629βολῆς τοῦ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου, τεθῇ ἡ
2630λέξις προβαίνει· ἡ δὲ πρότασις ἡ ἰδική μου ἔχει ὡς ἑξῆς:
2631«Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐπιφυλασσομένη νὰ συνεχίσῃ
2632»τὴν συζήτησιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ ἑαυτῆς ὡς Ἀναθεωρη-
2633»τικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν ὁρι-
2634»στικὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος, προβαίνει εἰς δόσιν
2635»τοῦ ὅρκου τῶν μελῶν αὐτῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 64 τοῦ
2636»Συντάγματος».
2637§91ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλώσαντες, Κύριοι, τὴν
2638γνώμην ἡμῶν, ὅτι ἀποτελοῦμεν Συνέλευσιν Συντακτικήν,
2639δικαίωμα ἔχομεν νὰ χαράξωμεν ἴδιον κανονισμόν, δικαίωμα
2640ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν, δικαίωμα ἔχομεν, κατὰ τὴν γνώ-
2641μην πάντως ἡμῶν, καὶ νὰ προβῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν.
2642§92ΣΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὅταν εἶναι κατηρτισμένη ἡ Βουλή,
2643τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα.
2644§93ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλώσαντες, ὅτι θεω-
2645ροῦμεν τὴν Συνέλευσιν Συντακτικήν, δικαίωμα ἔχομεν,
2646οἱανδήποτε στιγμὴν ἂν ἡμεῖς θέλωμεν, νὰ θεωρήσωμεν τὸ
2647Σῶμα κατηρτισμένον.
2648§94ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Τὸ σῶμα τὸ ἰδικόν σας. (Ἱλα-
2649ρότης).
2650§95ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην ἐμοῦ
2651δὲν συζητεῖται ζήτημα ὅρκου. Κατὰ τὴν προσωπικήν μου
2652γνώμην δὲν ὑφίσταται ζήτημα τοιοῦτο. Θὰ ἤμην διατε-
2653θειμένος νὰ δώσω τὸν ὅρκον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, μολονότι εἶμαι
2654συντακτικώτατος, ὄχι ἁπλῶς συντακτικός. Ἐπίσης δὲν
2655θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ἀνεβάλλετο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ συ-
2656ζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ἀφοῦ ὅμως
2657ἅπαξ ἤρξατο ἡ συζήτησις, καὶ ὁλόκληρος ἡ προσοχὴ τοῦ
2658ἔθνους καὶ τοῦ ἔξω κόσμου εἶναι ἐστραμμένη περὶ τοῦ ποίαν
2659θὰ λάβωμεν ἀπόφασιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Συνε-
2660λεύσεως, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναβά-
2661λωμεν. Ἐγένετο λόγος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος
2662περὶ τῶν δικαστικῶν ἡμῶν ἔργων. Καὶ τίς ἐβεβαίωσεν
2663αὐτόν, ὅτι ἴσως τὸ Σῶμα, ἀφοῦ ἤθελε χαρακτηρίσει ἑαυτὸ
2664συντακτικόν, δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει δι’ ἑτέρου ψηφίσματος
2665νὰ ἐπικυρώσῃ πάσας τὰς ἐκλογάς;... Ἐγένετο λόγος ὑπ’
2666αὐτοῦ περὶ τοῦ ὅρκου. Καὶ τίς ἐβεβαίωσεν αὐτόν, ὅτι δὲν
2667ἤθελεν ἀποφασίσει τὸ Σῶμα διὰ ψηφίσματος νὰ μὴ ὁρκι-
2668σθῶμεν; Τὸ ζήτημα τὸ κύριον εἶναι τοῦτο· ἀφοῦ ἅπαξ ἤρ-
2669χισεν ἡ συζήτησις, πρέπει νὰ τερματισθῇ· δὲν εἶναι δυνατὸν
2670νὰ ἀναμένῃ τὸ ἔθνος ἐν ἀγωνίᾳ εὑρισκόμενον περὶ τούτου,
2671ποῖος εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ προσήκων εἰς τὸ Σῶμα.
2672(Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
2673Τὸ ἔθνος ἀγωνιᾷ νὰ μάθῃ, πότε θὰ διαλυθῶσι τὰ κόμ-
2674ματα, τὰ ὁποῖα τὸ συνέτριψαν.
2675§96Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Σεῖς τὸ συντρίβετε.
2676§97ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε καθόλου ἀντί-
2677ληψιν τῆς καταστάσεως.
2678§98ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἓν μόνον ἐλη-
2679σμόνησεν, ἀλλὰ τὸ ἓν τοῦτο εἶναι τὸ καιριώτατον, ὅτι ἡ
2680Βουλὴ αὕτη, ἡ Συνέλευσις, τὸ συνέδριον, ὅπως θέλετε, ὀνομά-
2681σατε αὐτό, ἢ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἢ Συντακτικήν, δὲν εἶναι
2682ταύτην τὴν στιγμὴν κυρία· διότι, ὅπως ὑπάρξῃ κυρία Συνέ-
2683λευσις, Συνέδριον κύριον, Βουλὴ κυρία, πρέπει νὰ εἶναι βε-
2684βαιωμένον, ὅτι εἷς ἕκαστος ἡμῶν εἶναι νόμιμος ἀντιπρόσωπος.
2685§99ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαιότατα. Εὖγε, εὖγε!
2686§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀμφιβάλλω πρῶτον δι’
2687ἐμέ—καὶ ἔπειτα διὰ πάντας τοὺς ἄλλους—, ὅτι εἶμαι νό-
2688μιμος ἀντιπρόσωπος. Δὲν γνωρίζω ἐγὼ ἂν ἐπιτρέπεται
2689νὰ ἀποφανθῇ τις σήμερον ἐπὶ τῆς ἐμῆς ἐκλογῆς κατὰ τρό-
2690πον, ὅστις δύναται νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτὴν κῦρος. Καί,
2691ἐὰν δὲν γνωρίζω τοῦτο περὶ τῆς ἐμῆς ἐκλογῆς, κατὰ μεί-
2692ζονα λόγον ἀγνοῶ τοῦτο περὶ τῶν ἄλλων. Θὰ ἦτο δὲ σκαν-
2693δαλώδης παραβίασις τοῦ δικαίου καὶ τῆς λογικῆς, ἂν ἐρχό-
2694μενοι ἐνταῦθα ἀνελαμβάνομεν ἀνεξέλεγκτοι νὰ συζητήσωμεν
2695καὶ λύσωμεν τὰ μέγιστα τῶν ζητημάτων, ὅτε οὐδὲ τῶν
2696ἐλαχίστων εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιληφθῶμεν.
2697§101ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε!
2698§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι εἰσήλθο-
2699μεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ πρέπει νὰ τελειώσωμεν. Ἀλλ’
2700ἐνθυμεῖται ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτη-
2701σιν ταύτην ἐπὶ τῇ δηλώσει μου ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι δὲν
2702πρέπει παντελῶς νὰ στενοχωρηθῇ ἡ συνείδησις ἐκείνων, οἵ-
2703τινες ᾐσθάνοντο, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτοὺς νὰ δώσωσι
2704τὸν ὅρκον ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον, ἂν μὴ δείξωσι πρότερον τὴν
2705γνώμην αὐτῶν περὶ τῆς ἐννοίας, ἣν ἀποδίδουσιν εἰς τὴν
2706τοιαύτην ὁρκοδοσίαν. Ἐκ τούτου εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζή-
2707τησιν, ἥτις νῦν παρατείνεται· διὰ τοῦτον τὸν σκοπὸν καὶ
2708ὄχι διὰ τὰς προτάσεις τὰς ἄλλας, αἵτινες ὕστερον ὑπε-
2709βλήθησαν. Τὸ ζήτημα ἠγέρθη, ὅπως, συζητούμενον εὐρέως,
2710ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς νὰ δώσωμεν ἔπειτα τὸν ὅρκον, οἱ μὲν
2711ἁπλῶς καὶ ἄνευ ἐξηγήσεων, ἅτε καὶ ὑποτασσόμενοι εἰς τὸ
2712ὄρθιον ὑφιστάμενον Σύνταγμα, οἱ δὲ μετ’ ἐξηγήσεων, ἅτε
2713καὶ ἰσχυριζόμενοι ὅτι Σύνταγμα δὲν ὑφίσταται. Ἀλλὰ
2714πόρισμα τῆς ὅλης συζητήσεως δυνατὸν εἶναι ἓν καὶ μόνον·
2715ἡ ὑπὸ τὴν διάκρισιν τὴν τοιαύτην δόσις τοῦ ὅρκου, ἡ ἐν
2716ἐλευθερίᾳ λῆξις τῆς συζητήσεως, ὅπως προβῶμεν ἀμέσως
2717ἔπειτα εἰς τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου. Πᾶν ἄλλο ἐκτὸς τούτου
2718δὲν εἶναι μόνον ἄνομον, ἀλλὰ—καὶ ἡ προσβολὴ εἶναι με-
2719γαλειτέρα—εἶναι ἄλογον· δὲν εἶναι μόνον ἄθεσμον, εἶναι
2720καὶ παράλογον καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ ἀπο-
2721ρεῖ τις πῶς ἄνδρες τοιαύτης ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὅτι
2722ἔχει ὁ κ. Βουλευτής, ἰσχυρίζονται ἐνταῦθα, ὅτι ἐπιτρέπεται
2723νὰ κηρύξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ὅτε
2724δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι ἀποτελοῦμεν κἂν νομί-
2725μως Συνέλευσιν. (Χειροκροτήματα).
2726§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, κύριοι Βου-
2727λευταί, ἐν τῷ μεταξὺ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπε-
2728βλήθη διὰ τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου· ὁ ἀξιότιμος ὅμως καὶ σε-
2729βαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀπήλλαξε κατὰ τὸ
2730πλεῖστον τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους εἶχον νὰ ἐκθέσω ἐνώ-
2731πιον ὑμῶν, θεωρῶν ὅτι κακῶς, κάκιστα φέρεται τὸ ζήτημα,
2732τὸ ὁποῖον ἐτέθη, ποία εἶναι ἡ φύσις καὶ ποῖος ὁ χαρακτήρ,
2733ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἡμῶν, εἰς
2734τὸ Σῶμα ἡμῶν. Ὑπεβλήθησαν προτάσεις ἑκατέρωθεν, ὅτι
2735πρέπει νὰ δοθῇ τοιοῦτος ἢ τοιοῦτος ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ
2736Σώματος καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡ δικαιοδοσία του τοιαύτη ἢ τοι-
2737αύτη.
2738Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω μετὰ τὸν κ. Πρόεδρον, κατὰ τίνα
2739τρόπον δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις εἴτε ἐκ μέρους τῶν ὑπο-
2740στηριζόντων ὅτι εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις εἴτε ἐκ μέ-
2741ρους τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι εἶναι Ἀναθεωρητική; Ἀναν-
2742τίρρητον ὅτι ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν,
2743ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι Ἀναθεωρητική, δὲν δύναται νὰ λη-
2744φθῇ ἀπόφασις, διότι κατ’ αὐτοὺς τὸ Σῶμα εἶναι Βουλή, ἡ
2745δὲ Βουλὴ κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ ὀμόσῃ πρῶτον, κατό-
2746πιν νὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαί της, καὶ μετὰ τοῦτο δύνα-
2747ται νὰ λάβῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, θεω-
2748ρήσητε, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις,
2749δύνασθε νὰ λάβητε ἀπόφασίν τινα χωρὶς προηγουμένως νὰ
2750συνταχθῆτε ὡς Σῶμα νόμιμον; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύνα-
2751σθε νὰ λάβητε πρὸ τούτου ἀπόφασιν δυναμένην νὰ ἔχῃ ἀπο-
2752τέλεσμα; Ὑποθέσατε, ὅτι σήμερον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην
2753παριστάμεθα 200 καὶ ψηφίζομεν 98 ὑπὲρ τῆς μιᾶς προτά-
2754σεως καὶ 102 ὑπὲρ τῆς ἄλλης, αὔριον ὅμως, ὅταν καθ’ οἱον-
2755δήποτε τρόπον ἀποφασίσητε—πάντες δὲ θὰ ἀποφασίσητε
2756καθ’ ἕνα τρόπον νὰ ἐξελέγξητε τὰς ἐκλογάς—καὶ εὕρητε, ὅτι
2757τέσσαρες τῆς πλειονοψηφίας παρανόμως κάθηνται εἰς τὰς
2758ἕδρας των, τίνα σημασίαν θὰ ἔχῃ τότε ἡ ἀπόφασίς σας;
2759Θὰ εἶναι ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ πλειονοψηφία;
2760Ἐκ τίνος νόμου ἀρύεσθε τὸ δικαίωμα, ὅτι ἡ ἀπόφασις, ἡ
2761ὁποία θὰ ἀπεφάσιζε μὲ 102 ψήφους νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ
2762Συνέλευσις ὡς Συντακτικὴ ἢ ὡς Ἀναθεωρητική, θὰ εἶναι
2763ὑποχρεωτικὴ, ὅταν δύνανται οἱ συνάδελφοι οἱ ἐκλεχθησό-
2764μενοι, ἐρχόμενοι ἐδῶ, νὰ προστεθῶσιν εἰς τοὺς ἄλλους 98
2765καὶ νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός, τὸν ὁποῖον ἐδώ-
2766σατε, εἶναι ἄκυρος, διότι ἡμεῖς ἤδη ἀποτελοῦμεν πλειονο-
2767ψηφίαν, καὶ ἂν ὑποβάλλωνται ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ
2768ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Συνέλευσιν ὡς Συντακτικήν, αὐ-
2769τοὶ θὰ δύνανται νὰ σᾶς εἴπωσιν: «Αὐτὰ δὲν τὰ ψηφίζομεν,
2770διότι εἶναι ἀπαράδεκτα»; Τίνα σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ ἀπόφα-
2771σις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ λάβητε; Νομίζω, ὅτι ἀσχολού-
2772μεθα ἐντελῶς ματαίως ἐπὶ δύο ἡμέρας μὲ τὸ ζήτημα τίνα
2773χαρακτῆρα ἔχει ἡ Συνέλευσις, διότι οὔτε δυνάμεθα νὰ λά-
2774βωμεν ἀπόφασιν οὔτε θὰ ἔχῃ σημασίαν, καὶ ἂν τὴν λά-
2775βωμεν.
2776§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως. Τὴν
2777ἀπόφασιν τὴν ἔλαβεν ὁ λαός.
2778§105Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀπὸ τὸν λαὸν ἤλθομεν ὅλοι. Ἡμεῖς
2779δὲν προερχόμεθα ἐκ τοῦ λαοῦ;
2780§106Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. «Ὁ λαὸς καὶ ὁ λαός», μᾶς λέ-
2781γετε διαρκῶς.
2782§107Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔστειλε καὶ σᾶς
2783καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσι τὸ Σῶμα ὡς Ἀ-
2784ναθεωρητικὴν Βουλήν. Ἂν σᾶς ἔδωκεν αὐτὴν τὴν ἐντολήν,
2785εἰς τοὺς ἄλλους ἔδωκε τὴν ἀντίθετον, καὶ δὲν θὰ κατισχύ-
2786σωσιν ἐδῶ αἱ φωναί, ἀλλὰ θὰ κατισχύσῃ τὸ πρᾶγμα.
2787Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα περιεπλάκη εἰς ἀδιέξο-
2788δον καὶ περιεπλάκη ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐτέθη. Τὸ
2789ζήτημα δὲν δύναται νὰ τεθῇ πρὶν ἢ ἔχωμεν Σῶμα· τὸ ζή-
2790τημα θὰ τεθῇ, ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν Σῶμα νομίμως κατηρτισμέ-
2791νον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ὑπο-
2792ταχθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται ἡ Ἀ-
2793ναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν».
2794§108ΙΩ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀκριβῶς.
2795§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ἐν-
2796νοῶ κάλλιστα, ἀλλὰ τίθεται ἐσφαλμένως καὶ δὲν πρέπει
2797νὰ τίθεται οὕτω.
2798§110Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Καθ’ ὑμᾶς· ἂν εἶσθε τῆς γνώμης τῆς
2799ἰδικῆς μας, θὰ ἐλέγετε, ὅτι καλῶς τίθεται.
2800§111Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε, παρακαλῶ.
2801§112Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀντικρού-
2802σητε τὴν γνώμην μου, ἅμα τὴν ἀκούσητε, διότι ἀκόμη δὲν
2803ἠξεύρετε, καὶ δὲν πιστεύω νὰ εἶσθε νοομάντις καὶ νὰ μαν-
2804τεύητε τί ἔχω σκοπὸν νὰ εἴπω. Ἔχετε λοιπὸν ὑπομονὴν νὰ
2805ἀκούητε, διότι τοῦτο καὶ σᾶς ἐπιβάλλεται ἐξ εὐλαβείας
2806πρὸς τὸ Σῶμα καὶ τὸν ὁμιλοῦντα ὡς μέλος αὐτοῦ.
2807Ἔλεγον τοῦτο, ὅτι ἀκαίρως καὶ ἐντελῶς ἀτόπως ἦλθε τὸ
2808ζήτημα. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ τὸ
2809Σῶμα ἡμῶν, εἶναι δικαιώματα οὐσιαστικά, ἡ παράστασις
2810ὅμως εἶναι ἄλλη, ἵνα δὲ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὀρθῶς, ἵνα θέ-
2811σωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, πρέπει νὰ
2812διακρίνωμεν τὴν τυπικὴν παράστασιν τοῦ Σώματος καὶ τὴν
2813οὐσιαστικήν, δηλαδὴ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ.
2814Καὶ ὑποθέτω ὅτι, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν διάκρισιν αὐ-
2815τήν, τὴν ὁποίαν σᾶς κάμνω, θὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ λαβυ-
2816ρίνθου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεπέσαμεν.
2817Ποῦ θὰ ζητήσωμεν νὰ ἴδωμεν τί Σῶμα εἴμεθα, πῶς πα-
2818ριστάμεθα; Ἤκουσα γνώμην εἰς τὰ προγράμματα πρὸς
2819τοὺς ἐκλογεῖς καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ
2820ἐκλογεῖς ἐπὶ τῶν προγραμμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι,
2821ἂν θελήσητε νὰ θέσητε τὴν βάσιν αὐτὴν τῶν προγραμμά-
2822των, θὰ εὑρεθῆτε νὰ ἔχητε τοσαύτας φάσεις τοῦ Σώματος,
2823ὅσα ἦσαν τὰ διάφορα ἐκλογικὰ προγράμματα τῶν ἐκλε-
2824γέντων.
2825§113Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως, διότι προηγοῦ-
2826μαι ἐγώ· σεῖς εἰσήλθετε εἰς τὴν οὐσίαν, ὁμιλεῖτε περὶ προ-
2827γραμμάτων καὶ περὶ τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ.
2828§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
2829§115Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἀναμένω ἕως ὅτου ἡσυχάσητε.
2830§116Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἀφοῦ ἐλάβετε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς
2831προτάσεως, πρέπει νὰ ὁμιλήσητε ἐπ’ αὐτῆς.
2832§117Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶσθε ὁ ἁρμόδιος νὰ μοὶ κανο-
2833νίσητε τὴν ὁμιλίαν. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος μὲ διακόψῃ, θὰ
2834διακόψω.
2835Ἀλλὰ τὰ προγράμματα καὶ αἱ εἰς αὐτὰ ἀπαντήσεις
2836δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι μόνον διὰ τὸ περιεχόμενον τῆς
2837ἐντολῆς μας. Τούτου ὅμως πρέπει νὰ διακριθῇ ἐνταῦθα τὸ
2838πῶς παριστάμεθα, πῶς ἐκλήθημεν. Καὶ οὔτε δυνάμεθα ἤδη
2839νὰ ἀποφασίσωμεν, ὡς εἶπον, περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐν-
2840τολῆς μας· τοῦτο θὰ τὸ ἀποφασίσωμεν κατόπιν. Τί εἴμεθα,
2841πῶς παριστάμεθα, πῶς ἐκλήθημεν, τοῦτο θὰ κανονισθῇ μό-
2842νον ἐκ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκάλεσε καὶ τὸ
2843ὁποῖον μᾶς ἐκάλεσεν ὡς Βουλὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικήν.
2844§118Ι. ΨΗΛΟΓΑΛΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι οὐσία.
2845§119Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Ἂν
2846λάβητε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, θὰ δεχθῆτε τὴν πρότασιν
2847ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, νὰ δοθῇ ὁ ὅρκος ἄνευ ἀναβο-
2848λῆς, διότι πρὶν ἢ ὁ ὅρκος δοθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία
2849ἐκλήθη ἀπὸ τὸ Διάταγμα αὐτὸ ὡς Βουλή, δὲν ἔχετε πα-
2850ράστασιν καὶ δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ
2851περιεχομένου τῆς ἐντολῆς σας καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐξου-
2852σίας σας.
2853§120Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ἀναγνωρίζομεν τὸ Διάταγμα.
2854§121ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
2855§122Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περιμείνατε νὰ ἀκούσητε· ἔχετε
2856ὑπομονήν· δὲν σᾶς ὠφελοῦσιν αὐταὶ αἱ διακοπαί. Ἡ πρό-
2857τασις τῆς ἀναβολῆς συνδέεται μετὰ τῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἐγὼ
2858δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ ταύτης, περὶ τοῦ πῶς νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ
2859Σῶμα, ἀλλὰ πῶς παρίσταται τοῦτο ἐξωτερικῶς.
2860Παντοῦ, ὅπου καὶ ἂν αἱ Συνελεύσεις συνῆλθον ὑπὸ ἐκτά-
2861κτους περιστάσεις, περὶ τῆς ἐξουσίας των ἀπεφάσισαν, ἀφοῦ
2862κατηρτίσθησαν ὡς Σῶμα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξωτερικῆς πα-
2863ραστάσεως τοῦ Σώματος, ἥτις ἐκανονίσθη ἐκ τοῦ τρόπου,
2864καθ’ ὃν ἐκλήθη. Τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκλήθη, ὁρίζει ἐν προκει-
2865μένῳ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκάλεσε τοὺς ἐκλογεῖς νὰ
2866ἐκλέξωσι τὸ Σῶμα τοῦτο. Ἔχει τὴν ἰδέαν τὸ Σῶμα τοῦτο,
2867ὅτι τῷ ἔδωκε μεγαλειτέραν ἐντολὴν ὁ λαός; Δὲν κωλύεται
2868νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐντολὴν ἐκείνην, ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει
2869νὰ καταρτισθῇ τελείως, καὶ θὰ καταρτισθῇ λαμβανομένης
2870ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς του. Ἂν τοῦτο ληφθῇ ὑπ’
2871ὄψιν, θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα νὰ δοθῇ ὁ ὅρκος χωρὶς νὰ
2872ἐπηρεάζηται καθόλου ἡ ἔννοια καὶ ἡ φύσις καὶ ὁ χαρακτὴρ
2873ἐν γένει τοῦ Σώματος· ὁ ὅρκος θὰ δοθῇ, διότι ἡ ἐξωτερικὴ
2874παράστασις, ὁ τύπος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑφιστάμεθα ἐνταῦθα,
2875εἶναι τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἂν ἔχωμεν μείζονα ἐντολὴν ἢ
2876ὄχι, θὰ κριθῇ μετὰ τοῦτο, ἀφοῦ δοθῇ ὁ ὅρκος, καὶ ἐξελέγξῃ
2877τὸ Σῶμα τὰς ἐκλογάς. Μετὰ τοῦτο ἕκαστος ἡμῶν δύναται
2878νὰ εἴπῃ: «Ναὶ μὲν ἐξελέγην ὡς Βουλευτὴς ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐγὼ
2879ἔλαβον παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου, παρὰ τῶν ἐκλογέων
2880μου ἐντολὴν νὰ ἔχω μείζονα ἐξουσίαν αὐτῆς, καὶ τὴν ἐξου-
2881σίαν αὐτὴν θὰ τὴν καθορίσῃ μέχρις οἱουδήποτε σημείου
2882νομίζει ἡ πλειονοψηφία. Τοῦτο θὰ κανονίζηται ἴσως μά-
2883λιστα εἰς ἕκαστον ζήτημα ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία
2884θὰ ἀποφασίζῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον ὑπάγεται εἰς τὴν ἐξου-
2885σίαν τῆς Συνελεύσεως.
2886Ἀλλ’ οὔτε τὴν ἐξουσίαν ἐν γένει οὔτε τὸν χαρακτηρι-
2887σμὸν ὡς Ἀναθεωρητικῆς ἢ Συντακτικῆς τῆς Συνελεύσεως
2888παρακωλύει ἡ δόσις τοῦ ὅρκου συμφώνως πρὸς τὸν τρό-
2889πον, καθ’ ὃν ἐκλήθη.
2890Ἂν ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, θὰ
2891ἴδητε συχνάκις παρουσιαζόμενον τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ
2892ὁποῖον ὅμως δὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν συζητήσεως ὡς πρὸς τὸν
2893καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν Βουλήν,
2894ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν Γαλλίαν (Θόρυβος).
2895§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως.
2896§124Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως καταλήγω, ὅτι
2897καὶ πρέπει καὶ οὐδὲν κωλύει, ὅπως πρὸ πάσης ἀποφάσεως
2898ἐπὶ τῷ χαρακτηρισμῷ δοθῇ ὁ ὅρκος ὑπὸ τοῦ Σώματος. Δὲν
2899κωλύει οὔτε τοὺς συντακτικοὺς οὔτε τοὺς ἀναθεωρητικούς
2900(Χειροκροτήματα).
2901§125Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ μάθω
2902παρὰ τοῦ κ. ἀγορεύσαντος τοῦτο: ἂν ὁ ὅρκος ὁ διατυπού-
2903μενος ἐν τῷ Συντάγματι δὲν ἀνέφερε τὴν φράσιν «Ὁρκίζο-
2904μαι νὰ τηρῶ ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα...», ἀλλ’ ἔλεγε προσ-
2905θέτως καὶ νὰ τηρήσῃ αὐτὸ ἀμετάβλητον ὁ ἀναθεωρητικὸς
2906Βουλευτής, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον;
2907§126Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰκασίας θὰ κάμωμεν;
2908§127ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ ὑποθέσεων δὲν συζητοῦμεν· συ-
2909ζητοῦμεν ἐπὶ τῶν πραγμάτων.
2910§128Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, θέλω
2911περιορισθῆ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος τῆς προ-
2912τεινομένης ἀναβολῆς.
2913Εἶναι ἀληθῶς δυσχερὲς νὰ φαίνωμαι ἀντιλέγων πρὸς τὴν
2914γνώμην τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ
2915ὁποίου τὰς δοξασίας συνήθισα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν νὰ τιμῶ
2916καὶ νὰ ὑπολήπτωμαι.
2917Δυστυχῶς εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω
2918πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τὴν αἰτίασιν, ὅτι δῆθεν ἡ εἰσαγωγὴ
2919τῆς προτάσεως ἡμῶν, ὡς εἰσήχθη ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις,
2920ὑπῆρξεν ἄτακτος καὶ ἀσυνήθιστος.
2921§129ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίνος προτάσεως;
2922§130ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Τῆς προτάσεως περὶ τῆς
2923δόσεως τοῦ ὅρκου ἀπὸ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως.
2924§131ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοῦτο
2925ἐγώ· ἀπ’ ἐναντίας διηκόλυνα τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως,
2926εἰπὼν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποφασίζωμεν περὶ τοῦ χα-
2927ρακτῆρός μας, περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, καὶ θεωρῶ-
2928μεν αὐτὴν κυρίαν πρὶν ἐξελεγχθῶμεν.
2929§132ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πρότασις
2930ἡμῶν δὲν εἰσάγει συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας· ἡ πρότασις
2931ἡμῶν πρόκειται νὰ χορηγήσῃ μίαν διέξοδον εἰς τοὺς ἀντι-
2932προσώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκτεθῆ μὲ ῥητὸν πρό-
2933γραμμα Συντακτικῆς, ὅπως δώσωμεν τὸν ὅρκον χωρὶς νὰ
2934προσκρούσωμεν εἰς τὴν ἐντολὴν ἡμῶν.
2935Αὕτη ἦτο ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς γνώμης ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι
2936ἐξελέγημεν καὶ ἀπεστάλημεν μὲ πρόγραμμα Συντακτικῆς,
2937καὶ τῆς ἀντιθέτου γνώμης, καθ’ ἣν ἡ ἐξουσία τοῦ Σώματος
2938πηγάζει ἀπὸ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος.
2939Ἡ πρώτη πρᾶξις τοῦ κ. Προέδρου, ὅπως καλέσῃ τοὺς κ.
2940κ. συναδέλφους νὰ ὁρκισθῶσι τὸν ὅρκον τοῦ Συντάγματος,
2941ἤτοι τὸν ὅρκον Βουλευτῶν, ὑπεχρέωσεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἐναν-
2942τίωσιν, καὶ ἀντετάξαμεν τότε, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Βου-
2943λευταί, ἀλλ’ εἴμεθα Πληρεξούσιοι. Δεχόμεθα νὰ δώσωμεν
2944τὸν ὅρκον, ἔστω καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἐν τῷ Συντάγματι
2945ἀναγραφόμενον, ἀλλ’ ὡς ὅρκον Πληρεξουσίου, τὸν ὁποῖον
2946ἤθελε ψηφίσει ἀμέσως τὸ Σῶμα.
2947Εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβάλωμεν τὴν ἀντίρ-
2948ρησιν ταύτην, ἵνα μὴ νομισθῇ, ὅτι ἀρνούμεθα ἢ ἀποφεύγο-
2949μεν δῆθεν νὰ ὀμόσωμεν ὅρκον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς
2950τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα.
2951Ἐναντίον τῆς δικαιοτάτης ταύτης προτάσεως ἀντετά-
2952χθησαν αἰτιάσεις, ὅτι ἡ τοιαύτη πρότασις ἔφερε κατ’
2953ἀνάγκην καὶ συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἂν τὸ Σῶμα εἶναι
2954Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἢ Συντακτικὴ Συνέλευσις.
2955Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει βεβαίως ἡμᾶς, ἐνδια-
2956φέρει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐναντίαν γνώμην ἀπὸ ἡμᾶς
2957καὶ οἱ ὁποῖοι παρεκώλυσαν τὸ Σῶμα νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν
2958ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν.
2959Τώρα ἐρωτῶμεν: ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ἂν ἐγί-
2960νετο δεκτὴ ἡ ἰδική μας πρότασις, καὶ ἐδίδομεν τὸν ὅρκον
2961μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως;
2962Βεβαίως προκριματικῶς, παρεμπιπτόντως, τὸ ἐριζόμενον
2963ζήτημα ἐκρίνετο ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλὰ καταρτιζόμενον μετ’
2964ὀλίγον τὸ Σῶμα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ ἀλλοίαν
2965γνώμην καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις,
2966ἀλλ’ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή.
2967Ἑπομένως, ἂν προεκλήθη μακρὰ συζήτησις, ἂν αὕτη
2968ἐπεξετάθη εἰς ζητήματα οὐσίας, τὴν εὐθύνην τῆς παρεγ-
2969κλίσεως ταύτης δὲν φέρομεν ἡμεῖς. Τὴν φέρουσιν ἐκεῖνοι,
2970οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν αὐτὴν τὴν γνώμην, καὶ τὴν ἐπολέμη-
2971σαν ἄνευ λόγου, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν ὅλοι
2972ἐξ ἴσου τὴν ἐπιστήμην τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ἵνα
2973κρίνωμεν ἂν ἡ γνώμη μας εἶναι ὀρθή.
2974Ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν,
2975ὅτι δύναται ἕκαστος νὰ δώσῃ ὅρκον κατὰ θέλησιν καὶ νὰ
2976κάμῃ οἱανδήποτε θέλει ἐπιφύλαξιν, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον τύ-
2977πον δίδει τὸν ὅρκον.
2978Δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἐκδοχὴν ταύτην.
2979Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἐὰν τὴν πρωίαν ἐνεφανίζετο εἷς Κύριος
2980ἐνώπιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐζήτει νὰ δώσῃ ὅρκον
2981νομάρχου, τί θὰ ἔπραττεν ὁ κ. Πρωθυπουργός;
2982§133ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅρ-
2983κον οἱονδήποτε. Εἶπον τὸν ὅρκον αὐτὸν μὲ ἐπιφύλαξιν.
2984§134ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Βεβαίως τοῦτο εἴπετε
2985καὶ εἰς τοῦτο σᾶς ἀπαντῶ.
2986Ὑποθέσατε ὅτι ἐνεφανίζετο εἷς Κύριος πρὸς ὑμᾶς καὶ
2987ἔλεγε: «Θέλω νὰ ὀμόσω τὸν ὅρκον τοῦ νομάρχου». Θὰ τὸν
2988ἐδέχεσθε μὲ ἐπιφύλαξιν ἢ θὰ ἐζητεῖτε παρ’ αὐτοῦ πρῶτον
2989ἀπόδειξιν τοῦ διορισμοῦ του ὡς νομάρχου;
2990Ἄρα καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας περίστασιν πρὶν δώσωμεν
2991τὸν ὅρκον πρέπει νὰ ἐξακριβώσωμεν τὴν ἰδιότητα ἡμῶν, ἂν
2992εἴμεθα Βουλευταὶ ἢ ἂν εἴμεθα Πληρεξούσιοι.
2993Ἄνευ τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2994καθορίσωμεν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον θὰ ὀμόσωμεν.
2995Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἴπομεν, ὅτι δὲν εἴχομεν καμμίαν
2996ἀντίρρησιν νὰ ὀμόσωμεν αὐτὸν τοῦτον τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον
2997ἀπεπειράθη ἡ ἄλλη πτέρυξ νὰ ὀμόσῃ, ἀρκεῖ μόνον ὁ ὅρκος
2998οὗτος νὰ προέρχηται ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως.
2999§135ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔπρεπε πρῶτον νὰ συγκροτηθῇ
3000τὸ Σῶμα.
3001§136ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἀκούω τὴν ἀντίρρησιν,
3002ὅτι δὲν ὑπάρχει Σῶμα κατηρτισμένον, ὅπως λάβωμεν ἀπο-
3003φάσεις.
3004Ἡ ἀντίρρησις θὰ ἦτο ὀρθοτάτη, ἂν ἐπρόκειτο περὶ προ-
3005τάσεως αὐτοτελοῦς, μὴ ἀπορρεούσης ἀπὸ τὴν πρὸς ὁρκοδο-
3006σίαν πρᾶξιν τοῦ Προεδρείου.
3007Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον ἐσκέπτετο νὰ μὴ προκαλέσῃ τὴν
3008ὁρκοδοσίαν, δὲν εἴχομεν τότε δικαίωμα νὰ φέρωμεν ἀντίρ-
3009ρησιν, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν. Εὐθὺς ὅμως, ὡς τὸ
3010Προεδρεῖον ἔνευσεν εἰς τὸν ἱερέα νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Βῆμα,
3011ἵνα ὀμόσωσιν οἱ κ. κ. Βουλευταί, ἐγεννήθη ἀμέσως εἰς
3012ἡμᾶς δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσις νὰ ζητήσωμεν ἐξηγήσεις,
3013τίνα ὅρκον καὶ διατί καλούμεθα νὰ ὀμόσωμεν.
3014§137ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Τὸ Προεδρεῖον ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3015ἐγίνετο πάντοτε ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν Βου-
3016λῶν· τουτέστι πρὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος νὰ
3017ὀμνύωσιν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ τὸν ἐν τῷ Συντάγματι ὅρκον.
3018Λοιπὸν ἀδίκως κατὰ τὴν γνώμην μου ψέγετε τὸ Προεδρεῖον.
3019§138ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἴμεθα Βουλή, ἀλλὰ Συνέ-
3020λευσις.
3021§139ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ὡς Βουλὴ ἐκλήθητε.
3022§140Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Σεῖς εἶσθε Βουλευταί, ἡμεῖς εἴμεθα
3023Πληρεξούσιοι.
3024§141ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Σᾶς συγχαίρω, κ. Πληρεξούσιε!
3025§142ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς
3026τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου.
3027Δὲν ἦτο ὅθεν ἄτακτος ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκα-
3028λέσαμεν διὰ τῆς προτάσεως ἡμῶν· ἐὰν μάλιστα προσέξητε
3029εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως, θὰ ἴδητε, ὅτι ἔδει νὰ
3030γίνῃ λόγος διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Σώματος.
3031Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἀφοῦ δὲν δέχεσθε, ὅτι τὸ Σῶμα ἀντλεῖ
3032τὴν ἐξουσίαν του ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, σᾶς προ-
3033καλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε· ἐκ τίνος ἄλλης πηγῆς ἀντλεῖ τὴν
3034ἐξουσίαν του; Ἐὰν δὲν τὴν ἀντλῇ ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ
3035ἔθνους, πῶς εὑρισκόμεθα ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ ἀποπειρώ-
3036μενοι νὰ ἐκτελέσωμεν ἔργα Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς; Ἐγὼ
3037γνωρίζω, ὅτι δύο εἶναι αἱ πηγαί, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ Σώ-
3038ματα ἀντλοῦσι τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, ἢ οἱ κείμενοι νόμοι ἢ
3039ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους.
3040Σᾶς ἐρωτῶ· οἱ κείμενοι νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς
3041δίδουσι τὴν ἐξουσίαν νὰ συνερχώμεθα ἐδῶ καὶ νὰ λαμβάνωμεν
3042ἀπόφασιν εἴτε περὶ τοῦ πολιτεύματος ἢ περὶ ἄλλων θεμάτων;
3043Ἀλλὰ τότε ἐκ ποίας διατάξεως τῶν κειμένων νόμων θ’
3044ἀντλήσωμεν τὴν ἐξουσίαν; Ὑπάρχει κανεὶς ὑποστηρίζων,
3045ὅτι συνεκλήθημεν κατὰ τὸ Σύνταγμα;
3046Ἤκουσα, Κύριοι, λεγόμενον, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐπεδίωξε
3047ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, νὰ καταλύσῃ τουτέστιν ἐδάφιόν τι
3048τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος! Καὶ μᾶς ἀνέπτυξαν
3049σοβαροὶ ῥήτορες, τοὺς ὁποίους τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, ὅτι
3050ὁλόκληρος ἡ ἀνωμαλία καὶ ἡ ἀναστάτωσις τῆς Ἑλλάδος
3051ἄλλον σκοπὸν δὲν εἶχεν ἢ νὰ καταλύσῃ ἓν ἐδάφιον τοῦ ἄρ-
3052θρου 107 τοῦ Συντάγματος! (Χειροκροτήματα).
3053Καὶ ποῦ τὸ ἀνεκάλυψαν αὐτό; Ὅλοι, Κύριοι, ἀνεγνώσα-
3054μεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκδώσει ὅλαι αἱ ἐξουσίαι
3055καὶ ὅλαι αἱ ἀντιποιηθεῖσαι ἔργα ἐξουσιῶν ὀργανώσεις, τὰ
3056Σωματεῖα, οἱ διάφοροι σύνδεσμοι, αἱ πολιτικαὶ ὀργα-
3057νώσεις, καὶ τέλος ὅλοι οἱ πολιτικοὶ παράγοντες τοῦ Κρά-
3058τους καὶ ὅλα ἀκόμη τὰ κόμματα. Οὔτε ἤκουσα οὔτε ἀνέ-
3059γνωσα εἰς ὅλα ταῦτα, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐδαφίου τοῦ ἄρ-
3060θρου 107, τουτέστιν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τροποποιηθῇ ἡ περὶ
3061ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος διαδικασία χωρὶς νὰ τὴν
3062ψηφίσωσι δύο Βουλαί.
3063Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διάθεσιν νὰ ἐργασθῶσι, καὶ
3064ἔχουσι πάντες διάθεσιν νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως πείσωσι τὸν
3065Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς ν’ ἀνασυνταχθῇ τὸ Κρά-
3066τος, ν’ ἀναβιώσῃ ἡ ἐθνικὴ ζωή, ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς ν’ ἀνα-
3067στηλώσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν ὡς Κράτους καὶ Βου-
3068λῆς, ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Σῶμα νομο-
3069θετικὸν κῦρος.
3070Αὐτὸ τὸ κῦρος δὲν τὸ δίδει τὸ ἄρθρον 107 οὔτε τὰ πρω-
3071τόκολλα τῶν κομμάτων, διότι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων,
3072τοὺς ὁποίους σέβομαι, καὶ ἡ Α. Μεγαλειότης, τὸν Ὁποῖον
3073ἐπίσης σέβομαι, δὲν εἶναι ἀνώτεροι τῆς κυριαρχίας τοῦ
3074ἔθνους, ἀνώτεροι τοῦ Καταστατικοῦ νόμου, ὥστε νὰ δίδω-
3075σιν ἐξουσίας εἰς Βουλάς, αἱ ὁποῖαι ἐκλήθησαν ἀντισυντα-
3076γματικῶς.
3077§143ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ μὲ συγ-
3078χωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω τι, τὸ ὁποῖον βλέπω ὅτι εἶναι εἰς
3079ὑμᾶς ἄγνωστον· ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ἐσκέφθη ἡ ἐπανάστασις
3080ἡ ὠργανωμένη κατ’ Ἰανουάριον, ὅτι ἦτο ἀνάγκη διεξόδου
3081πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν, παμψηφεὶ ἐν ἐγ-
3082γράφῳ, ὅπερ καὶ εἰς ἐμὲ ἀνεκοινώθη, ἐδήλωσεν ἡ ὀργάνωσις
3083ἐκείνη, ὅτι τὴν θεραπείαν θέλει δι’ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.
3084§144ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πᾶσα ὀργάνωσις πρέπει νὰ κύψῃ πρὸ
3085τῆς λαϊκῆς θελήσεως.
3086§145ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ
3087ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ σεβαστὸς
3088Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἔκαμεν, ὑπενθυμίσας μίαν
3089ἄγνωστον λεπτομέρειαν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν μεταβάλλει
3090παντάπασι τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, διότι, καὶ ἂν ἀκόμη
3091μὲ προσταγὴν τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου συνεκλήθη ἡ
3092Συνέλευσις, ὀφείλω ὡς Πληρεξούσιος, ἐκλεγεὶς ὑπὸ τοῦ λαοῦ
3093μὲ ἐπιτακτικὴν ἐντολήν, ὀφείλω νὰ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ
3094Σῶμα ἔχει κυρίαρχον ἐξουσίαν. Ἔχω πρὸς τούτοις ὑπο-
3095χρέωσιν νὰ διακηρύξω, ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος
3096ὑπῆρξε μόνον διαχειριστὴς καὶ οὐχὶ κυρίαρχος τῆς ἐπαναστά-
3097σεως. Ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος δὲν εἶχεν ἑπομένως δικαί-
3098ωμα νὰ καταπατήσῃ τὸ Σύνταγμα, ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδε-
3099σμος δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ καταλύσῃ τὴν κυριαρχίαν τοῦ
3100λαοῦ, ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ἦτο καὶ αὐτὸς μία ὀργά-
3101νωσις, ἡ ὁποία προέκυψεν ἀπὸ τὴν γενικὴν ἐθνικὴν δυσφο-
3102ρίαν, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ γίνῃ ἀκρω-
3103τηριαστὴς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
3104Καὶ οὔτε ἐξεδήλωσέ ποτε πρόθεσιν νὰ καταλύσῃ τὸ πο-
3105λίτευμα ἢ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγρά-
3106φων, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσε, διετύπωσε καὶ αὐτὸς ἕνα πό-
3107θον, τὸν ἐθνικὸν πόθον τῆς ἀνορθώσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι πό-
3108θος ὁλοκλήρου τοῦ ἐλευθέρου καὶ ἀλυτρώτου Γένους, εἶναι
3109πόθος, πρὸς τὸν ὁποῖον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνταπο-
3110κριθῶμεν καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ὅλοι,
3111ἀφήνοντες τὰς παλαιὰς ἕξεις καὶ συστήματα, διότι τὰ συ-
3112στήματα ἐκεῖνα ἐδημιούργησαν τὴν ἀνυποληψίαν τῆς Ἑλ-
3113λάδος καὶ τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Ζωηρὰ
3114χειροκροτήματα).
3115§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ὁμιλῆτε ἐπὶ τῆς παρεμπι-
3116πτούσης προτάσεως καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
3117§147ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν
3118εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, διότι ὁ κώδων τοῦ κ. Προέ-
3119δρου μοὶ ὑπενθυμίζει, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶ εἰς τὸ θέμα,
3120καὶ ὑποτάσσομαι εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦτον.
3121§148Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐν ὅσῳ δὲν ἐκηρύχθη πε-
3122ρατωμένη ἡ συζήτησις ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε
3123ὅσον θέλετε ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς
3124παρεμποδίσῃ, οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος οὔτε ἡ Βουλή.
3125§149ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε,
3126ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ φέρω ἀντίρρησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον
3127τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ δώσω ἀφορμὴν νέας διαμαρτυρίας εἰς
3128ἄλλον συνάδελφον, ὅτι μέμφομαι τὴν πολιτείαν τοῦ προ-
3129σωρινοῦ Προεδρείου.
3130§150Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδενὸς τὴν διαμαρτυρίαν ἠθέλετε
3131προκαλέσει. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσητε.
3132§151ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἐξετάσωμεν ἤδη τὰς
3133δύο προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐνώπιον ἡμῶν.
3134Ἡ πρώτη πρότασις, ἡ ἰδική μας, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ
3135Συνέλευσις, ἀντλοῦσα τὴν ἐξουσίαν της ἐκ τῆς κυριαρχίας
3136τοῦ ἔθνους, ψηφίζει, ὅπως οἱ Πληρεξούσιοι ὀμόσωσι τὸν ὅρ-
3137κον τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος».
3138Ἡ δευτέρα πρότασις, ἡ τῶν κ.κ. Κοντογούρη καὶ Ἀλε-
3139ξανδρῆ, εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς αὐτήν. Ἡ δευτέρα πρό-
3140τασις, ἥτις ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τῆς προτάσεως ἡμῶν, περιέ-
3141χει: «Τὸ Σῶμα ἀναβάλλον τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χα-
3142ρακτηρισμοῦ του, ἂν εἶναι συντακτικὸν ἢ ἀναθεωρητικόν,
3143προβαίνει εἰς τὸν ὅρκον κατὰ τὸ ἄρθρον 64».
3144Διὰ τῆς λύσεως ταύτης ἐπιδιώκεται ἀκριβῶς, ὅπως δε-
3145χθῶμεν ὅρκον Βουλευτοῦ καὶ ὄχι ὅρκον Πληρεξουσίου.
3146Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονῶ, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα κε-
3147κηρυγμένοι ὀπαδοὶ τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Σώματος,
3148δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην,
3149διότι τὴν εὑρίσκομεν χειροτέραν ἀκόμη τῆς σιωπηρᾶς δό-
3150σεως τοῦ ὅρκου.
3151Ἠδύνατο ἴσως, πρὶν ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, νὰ
3152ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως δοθῇ ὁ ὅρκος χωρὶς νὰ λυθῇ ὁριστι-
3153κῶς ἡ καταγωγὴ τῆς ἐξουσίας τοῦ Σώματος· ἀλλ’ ἀφοῦ
3154ἅπαξ προεχώρησεν ἐπὶ ἡμέρας ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ συν-
3155έβησαν τόσα ἐπεισόδια, φρονῶ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι
3156νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πρώτην μας πρότασιν, ἡ ὁποία διὰ
3157ψηφίσματος τοῦ Σώματος πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὸν ὅρ-
3158κον, τὸν ὁποῖον θὰ δώσωσιν οἱ Πληρεξούσιοι.
3159Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἤτοι τῆς φύσεως
3160τῆς Συνελεύσεως, διότι φρονῶ, ὅτι ἀληθῶς ἡ τοιαύτη συ-
3161ζήτησις πρέπει νὰ γίνῃ, καὶ θὰ γίνῃ, ὅταν καταρτισθῇ τὸ
3162Σῶμα, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήτω, ἂν ἀπορριφθῇ ἡ
3163ἀναβολή.
3164Ἀλλ’ ἡ ἐμπεριεχομένη ἀναβολὴ τῆς τοιαύτης συζητή-
3165σεως εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν δὲν πρέπει νὰ μᾶς
3166παραπλανήσῃ, διότι ἡ τοιαύτη ἀναβολὴ σημαίνει σιωπη-
3167ρὰν ἀπόρριψιν, καί, ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύ-
3168σεως τὸ ζήτημα περὶ τοῦ πόθεν ἕλκομεν καὶ ἀντλοῦμεν
3169τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν, νομίζω, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν διὰ ψη-
3170φίσματος νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Σώματος
3171προέρχεται ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὸ
3172ἄρθρον 107, τὸ ὁποῖον παρεβιάσθη ἀπὸ τὴν νομοτελεστι-
3173κὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ τὰ κόμματα καὶ ἀπὸ τὸν ἀνώτατον
3174Ἄρχοντα, καὶ δὲν εἶναι πλέον σκόπιμον, ἀλλὰ μάλιστα ἐπι-
3175κίνδυνον, νὰ μείνῃ μετέωρος καὶ ἄλυτος ἡ καταγωγὴ τῆς
3176ἐξουσίας τοῦ Σώματος.
3177Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, θέλω καταψηφίσει τὴν πρό-
3178τασιν τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, τοῦτο δὲ πρέπει νὰ πράξωσι,
3179κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ πάντες οἱ ὁμοφρονοῦντες συντα-
3180κτικοί. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεω-
3181ρείων).
3182§152Κ. ΕΣΛΙΝ. Προκειμένου νὰ γίνῃ συνεννόησις μεταξὺ
3183τῶν ὁμάδων, παρακαλῶ νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 20
3184λεπτὰ τῆς ὥρας, μήπως εὑρεθῇ τις λύσις, ἡ ὁποία νὰ μᾶς
3185ἐξαγάγῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπεραντολογίαν καὶ δυσχέρειαν,
3186εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Νομίζω μάλιστα, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο
3187πρὸς συνεννόησιν τῶν ὁμάδων νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα νὰ
3188μὴ συνέλθῃ πρὸ τῆς μεθαύριον.
3189§153ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3190§154Κ. ΕΣΛΙΝ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς
3191πλευρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης ὑπάρχει εἰλικρινὴς ἐπιθυμία
3192νὰ εὑρεθῇ διέξοδος. Δώσατε λοιπὸν τὸν ἀπαιτούμενον χρό-
3193νον, ὅπως εὑρεθῇ τοιαύτη.
3194§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον
3195εἰς τὰς 10 τὴν συνεδρίασιν;
3196§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3197§157Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Μᾶς ἐμέμφθησαν ἐπανειλημμένως, ὅτι
3198παρελκύομεν δι’ ἀπεραντολογίας καὶ συζητήσεων ἀκαίρων
3199τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι ἡμεῖς σπεύδομεν
3200εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοιαύ-
3201τας καθ’ ἡμῶν ἐκτοξεύουσι κατηγορίας. Ἡμεῖς ἠθελήσα-
3202μεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ Σῶμα, ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτοῦ
3203δικαιώματι, νὰ ὁρίσῃ ἂν εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις
3204ἢ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Οἱ φρονοῦντες ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν
3205ἔχει δικαίωμα τὸ Σῶμα νὰ πράξῃ, διότι δὲν ἐξηλέγχθησαν
3206αἱ ἐκλογαί, πῶς ἐπιζητοῦσι σήμερον νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν;
3207Διότι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλεξαν-
3208δρῆ, βεβαίως θὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν. Σῶμα λοιπὸν
3209μὴ κατηρτισμένον, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, μὲ ποῖον
3210δικαίωμα θὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν; Ἀφοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς
3211τὸ Σῶμα δὲν ἠθέλησε νὰ ὀμόσῃ τὸν ὅρκον, ἐν τῷ δικαιώ-
3212ματι αὐτοῦ, καὶ ἤρχισεν ἡ συζήτησις, πρέπει ἀπαραιτήτως
3213νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφο-
3214ρίαν. Ἀλλά, ἀφοῦ ὑπεβλήθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ,
3215εἶναι περιττὴ ἡ δευτέρα πρότασις τοῦ κ. Ἔσλιν, καὶ πα-
3216ρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως
3217ταύτης τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
3218§158Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους
3219νὰ ἀκούσωσι δύο λέξεις μόνον, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ
3220ζητήματος τῆς ἀναβολῆς. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν,
3221διότι δὲν ἦλθεν ἡ κατάλληλος στιγμὴ πρὸς τοῦτο. Τὸ ζή-
3222τημα τῆς ἀναβολῆς, ὑφ’ ὃν τύπον προτείνεται ὑπὸ τοῦ κ.
3223Ἀλεξανδρῆ, ἐνέχει τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: Τί πρέπει νὰ προη-
3224γηθῇ, ὁ ὅρκος ἢ ἀπόφασις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ
3225Σώματος; Ἀδιστάκτως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ
3226ὁ ὅρκος. Βεβαίως τὸ ὀρθότερον ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρα-
3227ξεν ὁ κ. Πρόεδρος, καλέσας ἡμᾶς εἰς ὅρκον ἄνευ ἀποφάσεως,
3228καὶ βεβαίως σήμερον προβαίνομεν δι’ ἐμμέσου ὁδοῦ, ἵνα
3229ἀποκαταστήσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Ἐὰν
3230ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι Ἀναθεωρητική, ἐκλεχθεῖσα κατὰ τὸ
3231ἄρθρον 107, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι προηγεῖται ὁ
3232ὅρκος. Ἀλλά, καὶ ἂν ἠθέλομεν δεχθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ
3233Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ποῖος κανονίζει τὸ τυπικὸν τῆς
3234τοιαύτης Συνελεύσεως; Ὅλοι οἱ συγγραφεῖς λέγουσιν, ὅτι
3235αὐτὸ κανονίζεται ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ἥτις συγκαλεῖ τὴν ἐπανα-
3236στατικὴν αὐτῶν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία κατόπιν ἀποβαίνει
3237αὐτεξουσία νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως θελήσῃ. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προ-
3238κειμένου ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς ἐκάλεσε, ποῖον τύπον
3239ἔδωκε; Τὸν τύπον τῆς διπλῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸ σήμερον
3240εἴμεθα 362 καὶ ὄχι 400, οὔτε 300. Διότι ἡ Κυβέρνησις,
3241ἡ ὁποία μᾶς ἐκάλεσεν, ἔδωκεν αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς διπλῆς
3242Βουλῆς. Τῆς Βουλῆς ταύτης ἡ κατάρτισις γίνεται, ἀφοῦ
3243δοθῇ ὁ ὅρκος, γίνωσιν αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν καὶ κα-
3244ταρτισθῇ τὸ Προεδρεῖον. Μετὰ δὲ τὸν καταρτισμὸν τοῦ
3245Σώματος θὰ ἔλθῃ ὁ χαρακτηρισμὸς ὑπὸ τοῦ ἰδίου Σώματος.
3246Διότι τί θὰ ὠφελήσῃ νὰ χαρακτηρισθῇ σήμερον τὸ Σῶμα
3247συντακτικὸν καὶ αὔριον νὰ κάμῃ μόνον ἔργα ἀναθεωρητι-
3248κοῦ; Λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ χαρακτηρίσῃ τὴν Συνέ-
3249λευσιν, εἶναι τὰ ἔργα αὐτῆς, κατὰ τὰ ἔργα δὲ αὐτῆς θὰ
3250ἐξετάσῃ καὶ τὴν ἁρμοδιότητά της. Ἀλλ’ εἰδικῶς ὅσον
3251ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ὅρκου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατη-
3252ρήσω, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
3253ἐνταῦθα, εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι εἴμεθα ὁμόφρονες ὑπὲρ τοῦ
3254ὅρκου τοῦ διαλαμβάνοντος πρῶτον τὴν πατρίδα, διαλαμ-
3255βάνοντος πίστιν εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα καὶ δια-
3256λαμβάνοντος ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους.
3257Ἐφ’ ὅσον ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι δὲν
3258πρόκειται νὰ θίξωμεν τὴν Βασιλείαν, δὲν πρόκειται νὰ θί-
3259ξωμεν τὸ Σύνταγμα, ἐρωτῶ· ποίαν ἀντίρρησιν ἔχουσι νὰ δώ-
3260σωσι τὸν ὅρκον αὐτόν; Διότι δὲν πρόκειται περὶ τύπου,
3261ἀλλὰ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρκου. Λέγει ὁ ὅρκος ὑπακοὴν
3262εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ ἐνα-
3263σκοῦσα τὰ δικαιώματά της μεταβάλλει τοὺς νόμους. Πα-
3264ρασπονδεῖ ἡ Βουλή;
3265§159ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Διατί δὲν θέλετε νὰ γίνῃ
3266ψήφισμα;
3267§160Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλωμεν τὴν
3268βάσιν τοῦ Συντάγματος, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δώ-
3269σωμεν τὸν ὅρκον αὐτόν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἴμεθα σύμφωνοι νὰ
3270μὴ μεταβάλωμεν τὰς βάσεις, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι
3271δύνανται ὅλοι νὰ ὀμόσωσι τὸν ὅρκον αὐτόν. Ὁ ὅρκος αὐτὸς
3272κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδουσιν οἱ Συνταγματολό-
3273γοι, ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν, ὅτι ὁρκίζομαι νὰ ἀναγνωρίσω καὶ
3274τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον προέλθει ἐξ αὐτῆς τῆς
3275Βουλῆς. Ὥστε, ἂν ἐξετάσωμεν τὸν ὅρκον κατ’ οὐσίαν,
3276οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν ἐπὶ τοῦ ζητουμένου χαρακτηρισμοῦ
3277τοῦ Σώματος. Διότι ἐγὼ δὲν ὁρκίζομαι εἰς τὸ ἄρθρον 64
3278τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει
3279τὸ περιεχόμενον τοῦ ὅρκου.
3280§161ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ προηγηθῇ ψή-
3281φισμα.
3282Νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνω σή-
3283μερον, νὰ ἀναβληθῇ δηλαδὴ ἡ συζήτησις ἢ νὰ ἐπιφυλαχθῇ
3284ἡ Βουλή...
3285§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3286§163Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ ὅρκος αὐτὸς ἀποτελεῖ μίαν συν-
3287ταγματικὴν νομολογίαν, διότι ὁ ὅρκος αὐτὸς συγκρατεῖ
3288τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
3289§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δέκα πέντε Βουλευταὶ
3290ὑπέβαλον πρότασιν...
3291§165Κ. ΜΑΝΙΑΚΗΣ. Κύριοι, καταλιπὼν μετὰ εἰκοσαετίαν
3292τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα εἰσέρχομαι ὡς ἀντιπρόσωπος εἰς
3293τὴν Συνέλευσιν, τὴν ὁποίαν οὔτε νομοθετικήν, οὔτε συντα-
3294κτικήν, οὔτε τίποτε ἄλλο εὑρίσκω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει
3295νὰ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας.
3296Κύριοι, ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι διατί τὰ ζητήματα δὲν
3297ἔχουσι μίαν θέσιν, μίαν τάξιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ Ἄλφα πηγαί-
3298νομεν εἰς τὸ Ὠμέγα, ὡς χάος! Ἐδῶ οὐδεμία βία ὑπάρχει
3299πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων. Δὲν ἐγνοῶ, διατί βιάζεσθε.
3300Μήπως θέλετε νὰ μεταβῆτε εἰς τὰς πατρίδας σας; Δὲν πη-
3301γαίνετε, νὰ μᾶς ἀφήσητε ἡσύχους; (γέλως). Τί βιάζεσθε,
3302Κύριοι; Δύο καὶ δύο κάμνουν τέσσαρα! Ἐγώ, Κύριοι, ἐν-
3303νοῶ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντά μας εὐσυνειδήτως
3304καὶ ἡσύχως καὶ ἐντίμως. Ἀλλὰ νὰ ἔρχωνται εἰς τὰ
3305χέρια!...
3306§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλᾶτε καὶ σεῖς.
3307§167Κ. ΜΑΝΙΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι· τὸ ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή
3308μου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι.
3309Κύριοι, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω ἓν πρᾶγμα, πῶς ἠμπο-
3310ρεῖ εἷς Βουλευτής, εἷς ὑπάλληλος, εἷς Ὑπουργός, εἷς Βασι-
3311λεύς, εἷς Αὐτοκράτωρ, πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξου-
3312σίας του χωρὶς νὰ δώσῃ ἕνα ὅρκον. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ
3313παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ψηφίσῃ, ἄνευ ὅρκου.
3314Τὸ εἰσιτήριον μόνον δὲν τῷ ἀρκεῖ, ἀλλὰ πρέπει προηγου-
3315μένως νὰ δώσῃ ἕνα ὅρκον. Λοιπὸν ποῖος εἶναι ὁ ὅρκος αὐ-
3316τός; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐδῶ γεννᾶται ἓν ζήτημα
3317λεπτόν. Αὐτὰ εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ τῆς Ἀ-
3318ναθεωρητικῆς, ἐκεῖνα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Πληρεξου-
3319σίου τῆς Συντακτικῆς· ποῖον λοιπὸν ὅρκον θὰ δώσῃ ὁ
3320Πληρεξούσιος; Βλέπετε, εἶναι ζήτημα λεπτόν, καὶ πιστεύω,
3321ὅτι ὀφείλει νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή. Καὶ πῶς θὰ τὸ λύσῃ ἡ
3322Βουλή; Θὰ τὸ λύσῃ ὡς ἓν προκαταρκτικὸν ζήτημα, περι-
3323οριζομένου τοῦ ὅρκου αὐτοῦ εἰς τὰ νόμιμα ὅρια. Ἀλλὰ
3324πρέπει νὰ δοθῇ εἷς ὅρκος. Λοιπὸν ὀφείλει, δύναται ἡ Συνέ-
3325λευσις νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφανθῇ ἂν εἶναι Συντακτικὴ
3326ἢ Ἀναθεωρητική. Λοιπὸν ἐδῶ, Κύριοι, ἕκαστος τῶν Βου-
3327λευτῶν ἔχει τὸ εἰσιτήριόν του, καὶ ὀφείλει νὰ δηλώσῃ, τί
3328εἶναι. Πρόκειται λοιπὸν νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἐγὼ εἰσέρχομαι
3329ἀναθεωρητικός, ὁ ἄλλος συντακτικός. Λοιπὸν τοιουτοτρό-
3330πως γίνεται ἡ ψηφοφορία, ἐκ τῶν παρόντων Βουλευτῶν τῶν
3331ἐχόντων εἰσιτήρια, τὰ ὁποῖα τὰ ἐξελέγχει τὸ Προεδρεῖον
3332τῆς Συνελεύσεως ἢ μία ἐπιτροπή. Λοιπόν, Κύριοι, παρα-
3333καλῶ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, ἂν ὑπάρχει Συνέλευσις νομοθε-
3334τικὴ ἢ Συντακτική (Χειροκροτήματα).
3335§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε τὸν ῥήτορα.
3336§169Κ. ΜΑΝΙΑΚΗΣ. Ἂν δὲν θέλητε νὰ ἀκούητε, ἀποσυρ-
3337θῆτε.
3338§170Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἡ Συνέλευσις, κύριε Πρόεδρε, πα-
3339ρουσιάζει ὄψιν μὴ σοβαράν. Νὰ λάβητε ἓν μέτρον.
3340§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἔσλιν ἐπιμένει νὰ προβῶμεν εἰς
3341τὴν ψηφοφορίαν;
3342§172Κ. ΕΣΛΙΝ. Τὴν ἀποσύρω.
3343§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις, Κύριοι, ἡ τοῦ
3344κ. Κοντογούρη καὶ ἡ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ. Ἀπὸ τῆς Παρα-
3345σκευῆς ὑπεβλήθη καὶ πρότασις τροπολογοῦσα τὴν πρότασιν
3346τοῦ κ. Γκλαβᾶ. Ἄλλη πρότασις δὲν ὑπεβλήθη.
3347§174Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω τὸν λόγον
3348ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ὑπάρχουσι σήμερον κατα-
3349τεθεῖσαι προηγουμένως τρεῖς προτάσεις, ἡ πρότασις τοῦ
3350ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Δημητρακοπούλου, κα-
3351τόπιν δὲ τρεῖς προτάσεις ἀφορῶσαι πλέον εἰς τὴν οὐσίαν
3352τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ αἱ προτάσεις αἱ ἄρτι κατατεθεῖσαι
3353ἐκ μέρους τοῦ κ. Κοντογούρη καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀλε-
3354ξανδρῆ εἶναι προτάσεις περὶ ἀναβολῆς· ἑπομένως κατὰ
3355τὸν Κανονισμόν, προτασσομένης τῆς ἀναβολῆς, ἀναγκαίως
3356αὐτὴ ψηφίζεται κατὰ πρῶτον λόγον. Ἅμα δὲ γίνῃ δεκτὴ
3357ἡ ἀναβολή, ἀναμφισβητήτως ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις, ἂν
3358δὲ ἀπορριφθῇ ἡ ἀναβολή, ἐπανέρχεται πάλιν ἡ οὐσιαστικὴ
3359συζήτησις, κατόπιν τῆς ὁποίας, κηρυχθείσης περατωμένης,
3360ἄρχεται ἡ ψηφοφορία τῶν ἄλλων προτάσεων. Πρόκειται
3361λοιπὸν περὶ προτάσεως ἀναβολῆς, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔχει
3362σχέσιν μὲ τὰς ἄλλας προτάσεις.
3363§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
3364Ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, ἡ
3365ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς...
3366§176Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντός, κύριε
3367Πρόεδρε, νὰ γίνῃ ἡσυχία, διὰ νὰ ἀκούωμεν.
3368§177Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ κατα-
3369λάβωσι τὰς θέσεις των.
3370§178Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Παρέλειψα
3371νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ὑπεβλήθησαν δύο προ-
3372τάσεις, ἡ μία ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος
3373βουλευτοῦ κ. Κοντογούρη καὶ ἡ ἑτέρα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτί-
3374μου ἐκ Τρικκάλων κ. Ἀλεξανδρῆ. Ὑποθέτω, ὅτι αἱ δύο αὐταὶ
3375προτάσεις κατὰ προαίρεσιν τῶν ὑποβαλόντων αὐτὰς δύνανται
3376νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς μίαν καὶ μόνην, εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν
3377ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ· καὶ αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑπο-
3378βαλόντος τὴν πρότασιν κ. Κοντογούρη. Ἐὰν οὗτος δηλώσῃ,
3379ὅτι συγχωνεύει τὴν πρότασίν του πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ.
3380Ἀλεξανδρῆ, τότε ἀναγκαίως θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφο-
3381φορίαν περὶ τῆς ἀναβολῆς.
3382§179Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι πρῶτον καὶ αἱ δύο
3383προτάσεις, διὰ νὰ ἴδωμεν, τί λέγουσιν.
3384§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω τὴν τοῦ κ. Κοντογούρη πρό-
3385τασιν:
3386«Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐπιφυλασσομένη νὰ συνεχίσῃ
3387τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτῆρος αὑτῆς ὡς Ἀναθεωρητι-
3388κῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν ὁριστικὸν
3389καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἀποφασίζει, ὅπως τὰ μέλη αὑτῆς
3390ὀμόσωσι τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος
3391ὅρκον».
3392Τώρα ἡ ἄλλη πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ δὲν διαφέρει.
3393§181Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπεσύρθη αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώ-
3394σατε.
3395§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ εἶναι ἡ ἀπωτέρα,
3396καὶ αὐτὴ θὰ ψηφισθῇ.
3397§183ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀκούσωμεν.
3398§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἰδία εἶναι. «Προβαίνει καὶ ἀποφασίζει».
3399§185Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὄχι «προβαίνει».
3400§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ
3401κ. Ἀλεξανδρῆ, ἡ ὁποία λέγει ὅτι «προβαίνει».
3402§187Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Μετὰ
3403τὴν δήλωσιν τὴν γενομένην ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευ-
3404τοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος δὲν ἔχετε πλέον δύο προτάσεις
3405περὶ ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἔχετε μίαν καὶ μόνην, τὴν τοῦ κ.
3406Ἀλεξανδρῆ, ἡ ὁποία μόνην ἔννοιαν ἔχει τὴν ἀναβολήν.
3407§188Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ υἱοθετῶ τὴν πρό-
3408τασιν τοῦ κ. Κοντογούρη, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ ἀπορριφθῇ
3409ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν μὴ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη, φέρω
3410ἑτέραν πρότασιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ,
3411ὅπως ἀντὶ τῶν λέξεων «προβαίνει καὶ ἀποφασίζει» τεθῶ-
3412σιν αἱ λέξεις «ἀποφασίζει καὶ προβαίνει».
3413§189Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δύο λέξεις. Ἐγὼ
3414λέγω εἰς τὴν πρότασίν μου: «Ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν
3415δόσιν τοῦ ὅρκου». Ναὶ ἢ οὔ; Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν δύναται
3416νὰ προσθέσῃ φράσεις οὔτε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξηγήσῃ
3417τίνα γνώμην ἐκφέρω.
3418§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλε-
3419ξανδρῆ:
3420«Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐπιφυλασσομένη νὰ συνε-
3421χίσῃ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτῆρος αὑτῆς ὡς Ἀνα-
3422θεωρητικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν
3423ὁριστικὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, προβαίνει εἰς τὴν δό-
3424σιν τοῦ ὅρκου τῶν μελῶν αὑτῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 64 τοῦ
3425Συντάγματος».
3426§191Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Εὖγε! Ὡραῖα. Ἐμπρὸς εἰς ψηφοφορίαν.
3427Οἱ παραδεχόμενοι λέγουσι «ναί».
3428§192ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
3429§193Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ ὁμιλήσωσι τώρα.
3430§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
3431Ἀλεξανδρῆ λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν
3432«ὄχι».
3433§195ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα
3434τὸν λόγον. (Διαμαρτυρίαι ἀριστερόθεν. Θόρυβος).
3435§196ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε Τριανταφυλλίδη, ἔχετε τὸν
3436λόγον, θέλετε νὰ ὁμιλήσητε;
3437§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία. Ἐτελείωσαν οἱ
3438λόγοι.
3439§198Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προχωρήσατε
3440εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
3441§199Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
3442§200ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἐτέθη τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν.
3443Ποῖον λόγον;
3444§201Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
3445§202Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω.
3446§203Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσητε.
3447§204Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν καταβαίνω ἀπὸ ἐδῶ.
3448§205ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἐτέθη ζήτημα.
3449§206Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐτέθη, Κύριε. (Θόρυβος περὶ τὸ βῆμα.
3450Κωδωνοκρουσίαι σφοδραὶ καὶ διάλογοι θορυβώδεις). Ἔχω
3451ἀντίρρησιν. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεως). Εἶναι
3452ἀναβολὴ αὐτή;
3453§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἶναι;
3454§208Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀναγνώσατε νὰ ἴδητε τί εἶναι. Κύριοι,
3455σᾶς παρακαλῶ, ὅλοι ἀπεφασίσαμεν νὰ γίνῃ ψηφοφορία περὶ
3456ἀναβολῆς...
3457§209ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμι-
3458λήσητε. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία.
3459§210ΘΕΜ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξεφωνήθησαν τρία ὀνό-
3460ματα ἤδη (κατέρχεται τοῦ βήματος ὁ κ. Στάϊκος).
3461§211Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ δύο
3462ὥρας ζητῶ τὸν λόγον καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη. Θέλω νὰ κάμω
3463μίαν δήλωσιν διὰ τὴν ψῆφόν μου, ὅτι θὰ ψηφίσω τὴν πρό-
3464τασιν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διὰ τῆς ψήφου μου νὰ προδικάσω τὸ
3465ζήτημα τοῦ χαρακτῆρος τῆς Συνελεύσεως. (Θόρυβος).
3466§212ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, ἔληξεν ἡ συ-
3467ζήτησις.
3468§213Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ
3469προχωρήσητε.
3470§214Κ. ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗΣ. Προτοῦ ἄρξηται ἡ ψηφοφορία,
3471δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου δηλῶ, ὅτι θεωρῶ ὡς μὴ κα-
3472νονικῶς διδόμενον τὸν ὅρκον, διότι τὰ μέλη, προτοῦ ἐπικυ-
3473ρωθῶσιν αἱ ἐκλογαί των, δὲν δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς ὁρ-
3474κοδοσίαν, καθόσον, ἐὰν δὲν ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαί των,
3475θὰ ἐξέλθωσιν ἐντεῦθεν φέροντες εἰς τὴν ῥάχιν των μίαν ὁρ-
3476κοδοσίαν. Διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσω ἐπὶ τῆς προτάσεως κατα-
3477φατικῶς, ἀλλὰ μετ’ ἐπιφυλάξεως.
3478(Συγχωνευθείσης ἐν τῷ μεταξὺ τῇ συγκαταθέσει τοῦ κ.
3479Ν. Κοντογούρη τῆς πρώτης προτάσεως πρὸς τὴν τοῦ κ.
3480Ἀλεξανδρῆ, τίθεται αὕτη εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἄρχεται αὕτη).
3481§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία, κύριοι Βουλευταί.
3482(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3483ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Κα-
3484λούτση, βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, καὶ Σπ. Δεληγιάννη, βουλευ-
3485τοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ
3486ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3487Κωνσταντῖνος Τρικούπης ΝἸω. Στάϊκος Ο
3488Νικόλαος Α. Στράτος Γ. Μακρυκώστας Ν
3489Ἀλ. Γαρδικιώτης Γρίβας ΝἸωάν. Φαρμάκης Ο
3490Ἐπ. Μαυρομμάτης ΝΝικόλ. Παπαϊωάννου Ν
3491Ξενοφ. Μαυρομμάτης Δ. Κατσᾶνος
3492Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος ΝΚωνστ. Σ. Ζῶτος
3493Λεωνίδας Δεληγεώργης Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν
3494Περ. Σισμάνης Βασίλ. Καραπᾶνος Ν
3495Ἐπ. Σουλτάνης ΝΠ. Καρασεβδᾶς Ν
3496Ἰωάν. Καναβὸς Γ. Ζερβουδάκης Ν
3497Δημήτριος Γ. Τσιτσάρας ΟΚ. Μᾶνος Ο
3498Δημ. Καραγιάννης Κ. Ἔσλιν Ν
3499Σπυρ. Ῥάγκος ΝΓ. Ζωγράφος Ν
3500Δημ. Τσάτσος ΝΝεοκλ. Καζάζης Ο
3501Στέφ. Γρανίτσας ΝΣτέφ. Ν. Δραγούμης Ν
3502Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΔημήτριος Γ. Ῥάλλης Ν
3503Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος ΝΓεώργ. Παπαβασιλείου
3504Σωτ. Γρ. Κροκιδᾶς Α. Μιχελιδάκης
3505Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝΑ. Παναγιωτόπουλος Ο
3506Παναγ. Τσαλδάρης ΝΚ. Ῥακτιβὰν Ν
3507Παναγ. Δ. Πετρίδης ΝΓ. Νικολαΐδης Ο
3508Γεώργιος Πολυγένης ΝΠ. Λαγοπάτης Ν
3509Περικλ. Μεντζελόπουλος ΝΚ. Γιολδάσης Ο
3510Ἠλίας Παπαηλιοῦ ΝΧ. Πωλογιώργης
3511Γεώργιος Καρπετόπουλος ΝΓ. Πασπάτης Ν
3512Κωνστ. Βασιλείου ΝΝικόλ. Λεβίδης Ν
3513Ἰωάν. Κοφινιώτης ΟΓ. Καπετανάκης Ο
3514Ἰωάν. Τσουτσάνης ΝΝαπολ. Κανάρης Ο
3515Δημ. Οἰκονόμου ΝΜ. Γαλανὸς
3516Δημ. Ξύδης ΝΘεόδ. Γ. Ῥετσίνας
3517Νικόλ. Σκαρπέτης ΝΘ. Πετμεζᾶς Ο
3518Θεμιστ. Οἰκονομόπουλος ΝἸω. Δ. Ῥάλλης Ν
3519Παναγ. Λαλάκας ΝΘεόδωρος Λέκας Ν
3520Δημ. Καλέργης ΝΜ. Κούντουρος
3521Ἀναστ. Κακκαβᾶς ΝΓεώργ. Ἀναστασόπουλος Ν
3522Γεώργιος Κορυζῆς Π. Δρακούλης Ν
3523Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης ΟΔ. Πουρῆς Ν
3524Νικ. Τριανταφυλλάκος Ἀλέξανδρος Σκουζὲς Ν
3525Νικ. Δημητρακόπουλος ΟΓ. Τζεβᾶς Ο
3526Β. Δημητρακόπουλος ΝἈντ. Ζυγομαλᾶς Ν
3527Σπυρ. Τσακόπουλος ΝΣάββας Βαρβιτσιώτης Ο
3528Ἰωάν. Καλούτσης ΝΑ. Ψύλλας Ν
3529Ἀλ. Παπαναστασίου ΟΜ. Κατσούλης Ο
3530Σπυρ. Τσαγκάρης ΝΚωνστ. Ἀγγελόπουλος Ν
3531Γ. Μινόπουλος Γ. Παπαμαστοράκης
3532Θεόδ. Ζέρβας Γ. Βοῦρος Ν
3533Δ. Πλαπούτας Ν. Τσολάκος Ο
3534Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Α. Κανελλόπουλος Ν
3535Στέφανος Σακελλαριάδης ΝΛάμπρος Καλλιφρονᾶς Ν
3536Χαρ. Στασινόπουλος ΝΑ. Μιχαλακόπουλος
3537Παν. Σπυράκης ΟἈλέξ. Ζαΐμης
3538Ἀριστ. Ἀντωνόπουλος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
3539Γ. Παπαπετρόπουλος Ν. Κοντογούρης Ν
3540Παν. Δεληβοριᾶς ΟΑ. Χοϊδᾶς Ν
3541Θ. Πέρρος ΝΑ. Φωτήλας
3542Δ. Γεωργίτσας Δημ. Γούναρης
3543Α. Κατριβᾶνος ΝΔ. Γκλαβᾶς Ο
3544Χ. Βοσυνιώτης Λ. Φλαμῆς Ο
3545Ἰωάν. Π. Μανέτας ΝΑ. Καφετζόπουλος Ο
3546Ἠλ. Κοσονάκος ΟΛ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Ν
3547Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΝΠαν. Ζαΐμης
3548Σπυρ. Σῖμος ΝΣ. Δουκάκης Ο
3549Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς ΟΠ. Ἠλιόπουλος Ο
3550Σπυρ. Μήλιος ΟἸω. Ἐ. Κρεστενίτης Ν
3551Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Γ. Παπακυριακόπουλος Ο
3552Περ. Κ. Καραπᾶνος ΝΑ. Σ. Παναγιωτόπουλος Ν
3553Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ν
3554Ἐλ. Βενιζέλος ΝΑ. Τσέλος Ν
3555Ἐμ. Μπενάκης ΝἈνδρ. Ι. Στεφανόπουλος Ν
3556Δημ. Καλέργης Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
3557Γ. Στρατούλης ΝΔ. Μάρκου
3558Κ. Μανιάκης ΟἈνδρ. Μονοκροῦσος Ο
3559Χ. Τριάντης ΝΚωνστ. Δεστούνης Ο
3560Ἀριστόβ. Λ. Πετμεζᾶς Γεώργιος Κόρπας
3561Ἰωάν. Ἰ. Στεφανόπουλος Κωνστ. Τσιροπινᾶς
3562Κωνστ. Γκότσης Κωνστ. Καλομενόπουλος
3563Λ. Οἰκονομίδης ΝΔημ. Βοκοτόπουλος
3564Ἰω. Ν. Σισίνης Ἐμμ. Λαδόπουλος
3565Ἄγγ. Ἀγγελόπουλος ΟἸω. Ν. Καλαμάρης Ν
3566Ἰω. Τσερτίδης ΝΝικόλ. Καμπάνης Ν
3567Κωνστ. Μητρόπουλος Ἀντ. Βιτάλης
3568Εὐάγ. Γεωργιάδης ΟΦρ. Βάλληνδας Ν
3569Ζήσης Ἰατροῦ ΝἘπαμ. Ἐμπειρίκος Ν
3570Γεώργ. Ἀβέρωφ Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ν
3571Μιχ. Στεφανίδης ΝΛουδοβ. Λιμπρίτης Ν
3572Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΠέτρ. Πρωτοπαπαδάκης
3573Νικόλ. Βασιλείου ΟἈλέξ. Πετρίτσης
3574Νικόλ. Κάραλης ΟΚωνστ. Σαλταμπάσης Ν
3575Ἰω. Βογιατζῆς Τριαντ. Παπαδὰμ Ν
3576Δ. Νικολαΐδης ΝἸωάν. Μαραγκός Ν
3577Σπ. Κριεζώτης ΝἈλέξ. Μαλασπίνας
3578Ἀλέξ. Οἰκονόμου ΝΒασίλ. Μαρκεζίνης
3579Δημ. Χρυσοστάλης ΟἘμμ. Πατρίκιος Ν
3580Νικόλ. Σταματιάδης ΝΜανοῦσος Δερλερὲς Ο
3581Νικόλ. Πετσάλης ΟΓεώργ. Ῥεδιάδης Ν
3582Ἐμμ. Στεφανίδης ΟΓεώργ. Καρυστινάκης Ν
3583Νικόλ. Ἀβέρωφ ΟΓεώργ. Παπαδάκης
3584Βασίλ. Ἀθανασούλας ΟἸωάν. Μαμάης Ν
3585Βασίλειος Βουδούρης Χριστόφορος Ἀσιμῆς
3586Γεώργ. Μερκάτης Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
3587Κωνστ. Δ. Ἀργ. Λομβάρδος Γεώργ. Φικιώρης Ν
3588Ἀλέξ. Σ. Κ. Ῥώμας ΟΠαναγ. Κοσονάκος Ο
3589Νικόλ. Τζαν. Μουζάκης Πέτρος Κ. Μαυρομιχάλης Ο
3590Δημ. Στεφάνου ΝΕὐστρ. Κουλουμβάκης Ο
3591Διον. Μυλωνᾶς Γεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
3592Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Παναγ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
3593Γεώργ. Ν. Θεοτόκης Δημ. Α. Πετροπουλάκης Ο
3594Σπ. Χαντζάρης ΝΣπυρ. Ξύδης Ο
3595Εὐθ. Α. Βελλιανίτης ΝΔημ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
3596Κυρ. Κυρίτσης ΝΧαρίλ. Τζαννετάκης Ο
3597Μιχαὴλ Ν. Θεοτόκης Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης
3598Πέτρ. Π. Φίλιππας Ἰω. Α. Ἀντωνόπουλος Ο
3599Σπ. Καποδίστριας ΝΝικόλ. Λεωτσᾶκος Ο
3600Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Κωνστ. Σαλταφέρος Ο
3601Ἀλκίνοος Ζερβὸς Θεόδ. Ῥίτσος Ο
3602Θεόδ. Τσαρλαμπᾶς ΝΒρασίδας Λεώπουλος Ο
3603Ἰω. Βαλαωρίτης Ἠλίας Δ. Κατσάκος Ο
3604Ἀνδρ. Δενδρινὸς ΝἸωάν. Χρυσοβελόνης Ο
3605Εὐστ. Βερροιώτης ΝΓεώργ. Φιλάρετος Ο
3606Περ. Βαλαωρίτης ΝἈγαμέμνων Σλῆμαν Ο
3607Σπυρ. Παϊπέτης Μιλτ. Δάλλας
3608Παν. Λιβιεράτος ΝΔημ. Οἰκονόμου Ο
3609Ἡρ. Νεόφυτος ΟΜιλτ. Μπουφίδης Ο
3610Ἀθ. Πινιατῶρος ΝΣοφοκ. Τριανταφυλλίδης Ο
3611Π. Δρακούλης Σωκρ. Μαρκίδης Ο
3612Νικόλ. Γερουλᾶνος Νικόλ. Ζαρλῆς Ο
3613Παν. Καββαδίας ΝΔιαμ. Ζαχαριάδης Ο
3614Μιλτ. Ἄγγ. Καβαλλιερᾶτος Δημ. Χατζηγιάννης Ο
3615Παντ. Λιβαδᾶς ΝΛεων. Ἀναγνώστου Ο
3616Διον. Βινιερᾶτος ΝΝικόλ. Ἀξελὸς Ο
3617Ἀντ. Μομφερρᾶτος Μιλτ. Δηλιγιάννης Ο
3618Νικόλ. Μαζαράκης ΟΝτῖνος Νούσιας Ο
3619Σπ. Τυπάλδος Φορέστης ΝἸωάν. Βασιλάκης Ο
3620Κωνστ. Κοντογεωργίου ΟΑ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΟ
3621Παναγ. Παπαδόπουλος ΟΓεώρ. Καραϊσκάκης Ο
3622Γεώργ. Ἀθανασιάδης ΟἈλ. Γιαννούσιος Τάκης Ο
3623Πέτρ. Κουτσόπουλος ΟΠαυσ. Ζωγλοπίτης Ο
3624Δημ. Μανωλόπουλος ΟΒασίλ. Γρίβας Ο
3625Γεώρ. Φίλωνος ΟἈχ. Δ. Ἔξαρχος Ο
3626Ἐλευθ. Γκόλτσιος ΟΓεώργ. Ράμμος Ο
3627Γ. Τσαξιρόπουλος ἢ ΤσαξίρηςΟΧρ. Καρᾶς
3628Π. Μερλόπουλος ΟΠ. Ἀκριβὸς ἢ Παπαποστόλου Ο
3629Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΔημ. Κουκουλέτσος Ο
3630Π. Κασίμης ΝΚωνστ. Παπακυρίτσης Ο
3631Σ. Ντολιόπουλος ΝἈντ. Καπάλας Ο
3632Π. Ἰατρόπουλος ΝΘεόδ. Φίλιος Ο
3633Σπυρίδ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝἸωάν. Θεοδωρόπουλος Ο
3634Γ. Καντιάνης ΝΓεώργ. Σπυρόπουλος Ο
3635Χ. Δικαῖος ΝἈπ. Ἀλεξανδρῆς Ν
3636Ἀντ. Παπαγεωργίου ΟΠαναγ. Βερβενιώτης
3637Π. Καράπαυλος Δημ. Τομπάζης Ν
3638Ἠλ. Π. Μαυρομιχάλης Κυρ. Κυριαζόπουλος
3639Π. Σταματελάκης ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
3640Παναγιώτης Π. Σάκκης ΝΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
3641Ἰωάννης Γ. Σπέντζας Ἰωάν. Μᾶνος Ν
3642Παν. Φλέσσας ΝἈθανάσιος Εὐταξίας Ο
3643Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος ΟἸωάν. Τσιριμῶκος Ν
3644Α. Πετρομανιάτης ΟΝ. Ξηρὸς Ν
3645Δημ. Ἀναστασόπουλος ΟΙ. Παπαλουκᾶς Ν
3646Εὐστ. Κοκκέβης ΟΝικόλ. Βελέντζας Ο
3647Μ. Δαζέας ΟΝικόλ. Χατζῖσκος Ν
3648Νικόλ. Δαγρὲς Στ. Σουμαρίπας Ν
3649Ι. Ψηλογαλάνης ΟΝικόλ. Α. Σιμόπουλος Ν
3650Περικλ. Μποῦτσος ΟΚ. Λιδωρίκης Ο
3651Μ. Παπατσώρης ΟΝικόλ. Κρίτσας Ν
3652Γ. Οἰκονομόπουλος Χαράλ. Εὐταξίας Ο
3653Θεόδ. Μοσχούλας Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
3654Ν. Παπαλέξης Μ. Γαλανὸς
3655Ν. Χριστόπουλος Ἀνδρ. Μαρλᾶς
3656Νικόλ. Λεωνίδας Ι. Δημοκωστούλας Ν
3657Ἰωάν. Λεωνίδας ΝΝικόλ. Γαζῆς
3658Γεώργ. Μπούμπουλης ΝΜιλ. Γ. Λιδωρίκης Ν
3659Ἰάσων Μπούμπουλης ΝἸωάν. Δελμοῦζος Ν
3660Γεώργ. Χατζηδημητρίου ΟΔημ. Κρεμεζῆς Ν
3661Ν. Γαρδικιώτης ΟΓ. Ἀγαθοκλῆς Ο
3662Χρ. Τεγόπουλος ΟΧρόνης Γαρδίκης
3663Δημ. Μπούσδρας ΟΝ. Δεστερλῆς Ν
3664Μιχ. Δημάκης ΟἈλέξ. Μ. Κανάρης Ν
3665Χρ. Ἀλαμανῆς ΟΓεώργιος Πὼπ Ν
3666Κωνστ. Σταμούλης ΟΘεμιστ. Μ. Κανάρης Ν
3667Μ. Κοτρῶτσος ΟἈνδρ. Χατζηκυριάκος Ν
3668Οὕτω δὲ ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς
3669συζητήσεως τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας
3670ἀνακοινοῖ ὡς ἑξῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος.
3671§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 269· ὑπὲρ τῆς
3672προτάσεως τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ 148· κατ’ αὐτῆς δὲ 121.
3673§217Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ὁρκι-
3674σθῶμεν, κύριε Πρόεδρε.
3675(Οἱ κύριοι Βουλευταὶ σπεύδουσι ν’ ἀνατείνωσι τὰς χεῖ-
3676ρας, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος ἀναγινώσκει τὸν ἑξῆς ὅρκον:
3677«Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ
3678Ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα
3679καὶ εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ
3680Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκ-
3681πληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου»).
3682§218Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ζήτω τὸ Σύνταγμα!
3683§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ζήτω ὁ Βασιλεύς!
3684(Χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
3685(Τὸν ὅρκον τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος ὤμοσαν οἱ
3686ἑξῆς κ. κ. Βουλευταί):
3687Κωνσταντῖνος Τρικούπης, Ἀλ. Γαρδικιώτης Γρίβας,
3688Ἐπ. Μαυρομμάτης, Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος, Ἐπαμ.
3689Σουλτάνης, Ἰωάν. Στάϊκος, Γ. Μακρυκώστας, Ἰωάν. Φαρ-
3690μάκης, Νικόλ. Παπαϊωάννου, Ἰωάννης Καλαντζόπουλος,
3691Βασίλ. Καραπᾶνος, Π. Καρασεβδᾶς, Ἰωάν. Καναβός, Δημ.
3692Γ. Τσιτσάρας, Σπυρ. Ῥάγκος, Δημ. Τσάτσος, Ἀθ. Χριστό-
3693πουλος, Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος, Ἐμμ. Ῥέπουλης, Παναγ.
3694Τσαλδάρης, Παναγ. Δ. Πετρίδης, Γεώργ. Πολυγένης, Περι-
3695κλῆς Μεντζελόπουλος, Ἠλ. Παπαηλιοῦ, Γεώργ. Καρπετό-
3696πουλος, Κωνστ. Βασιλείου, Ἰωάν. Κοφινιώτης. Ἰωάννης
3697Τσουτσάνης, Δημ. Οἰκονόμου, Δημ. Ξύδης, Νικόλ. Σκαρ-
3698πέτης, Θεμιστ. Οἰκονομόπουλος, Παναγ. Λαλάκας, Δημ.
3699Καλέργης, Ἀναστ. Κακκαβᾶς, Γεώργιος Κορυζῆς, Σπυρί-
3700δων Ἰ. Δεληγιάννης, Νικ. Δημητρακόπουλος, Β. Δημητρα-
3701κόπουλος, Σπυρ. Τσακόπουλος, Ἰωάν. Καλούτσης, Ἀλέξ.
3702Παπαναστασίου, Σπυρ. Τσαγκάρης, Στέφ. Σακελλαριάδης,
3703Χαρ. Στασινόπουλος, Παν. Σπυράκης, Παν. Δεληβοριᾶς,
3704Θ. Πέρρος, Δ. Γεωργίτσας, Α. Κατριβᾶνος, Ἰωάν. Π. Μα-
3705νέτας, Ἠλ. Κοσονάκος, Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης, Σπ. Σῖ-
3706μος, Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς, Σπυρ. Μήλιος, Εὐάγ. Γαρουφαλ-
3707λιᾶς, Περ. Κ. Καραπᾶνος, Ἐλ. Βενιζέλος, Ἐμ. Μπενάκης,
3708Γ. Στρατούλης, Γ. Ζερβουδάκης, Κ. Μᾶνος, Κ. Ἔσλιν,
3709Γ. Ζωγράφος, Νεοκλῆς Καζάζης, Στέφ. Ν. Δραγούμης,
3710Δημήτριος Γ. Ῥάλλης, Α. Παναγιωτόπουλος, Κ. Ῥακτιβάν,
3711Γ. Νικολαΐδης, Π. Λαγοπάτης, Κ. Γιολδάσης, Γ. Πασπά-
3712της, Νικόλ. Λεβίδης, Γ. Καπετανάκης, Ναπολ. Κανάρης,
3713Θεόδ. Γ. Ῥετσίνας, Θ. Πετμεζᾶς, Ἰωάν. Δ. Ῥάλλης, Θεόδ.
3714Λέκας, Γεώργ. Ἀναστασόπουλος, Δ. Πουρῆς, Ἀλέξ. Σκουζές,
3715Γ. Τζεβᾶς, Ἀντ. Ζυγομαλᾶς, Σάββας Βαρβιτσιώτης, Α.
3716Ψύλλας, Μ. Κατσούλης, Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος, Γ.
3717Βοῦρος, Ν. Τσολάκος, Α. Κανελλόπουλος, Λάμπρος Καλλι-
3718φρονᾶς, Α. Μιχαλακόπουλος, Α. Παπαγιαννακόπουλος, Ν.
3719Κοντογούρης, Α. Χοϊδᾶς, Δ. Γκλαβᾶς, Λ. Φλαμῆς, Α. Κα-
3720φετζόπουλος, Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης, Σ. Δουκάκης, Π.
3721Ἠλιόπουλος, Ἰω. Ε. Κρεστενίτης, Γ. Παπακυριακόπου-
3722λος, Α. Σ. Παναγιωτόπουλος, Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος, Α.
3723Τσέλος, Ἀνδρ. Ι. Στεφανόπουλος, Ἄγγ. Πετραλιᾶς, Δ.
3724Μάρκου, Κ. Μανιάκης, Χ. Τριάντης, Ἀριστόβ. Λ. Πετμε-
3725ζᾶς, Ἰωάν. Ι. Στεφανόπουλος, Λ. Οἰκονομίδης, Ἄγγ. Ἀγ-
3726γελόπουλος, Ἰωάν. Τσερτίδης, Κωνστ. Μητρόπουλος, Εὐάγ.
3727Γεωργιάδης, Ζήσης Ἰατροῦ, Γεώργ. Ἀβέρωφ, Μιχ. Στε-
3728φανίδης, Νικόλ. Βασιλείου, Νικόλ. Κάραλης, Δημ. Νικο-
3729λαΐδης, Σπυρ. Κριεζώτης, Ἀλέξ. Οἰκονόμου, Δημ. Χρυσο-
3730στάλης, Νικόλ. Σταματιάδης, Νικόλαος Πετσάλης, Ἐμμ.
3731Στεφανίδης, Νικόλ. Ἀβέρωφ, Βασίλ. Ἀθανασούλας, Γεώρ.
3732Μερκάτης, Ἀλέξ. Σ. Κ. Ῥώμας, Δημ. Στεφάνου, Σπυρ.
3733Χαντζάρης, Εὐθ. Α. Βελλιανίτης, Κυρ. Κυρίτσης, Σπυρ.
3734Καποδίστριας, Θεόδ. Τσαρλαμπᾶς, Ἰω. Βαλαωρίτης, Ἀνδρ.
3735Δενδρινός, Εὐστ. Βερροιώτης, Περ. Βαλαωρίτης, Παν. Λιβιε-
3736ρᾶτος, Ἡρ. Νεόφυτος, Ἀθ. Πινιατῶρος, Π. Δρακούλης,
3737Νικόλ. Γερουλᾶνος, Παν. Καββαδίας, Μιλ. Ἄνν. Καβαλ-
3738λιερᾶτος, Παντ. Λιβαδᾶς, Διον. Βινιερᾶτος, Ἀντ. Μομφερ-
3739ρᾶτος, Νικόλ. Μαζαράκης, Σπ. Τυπάλδος Φορέστης, Ἀνδρ.
3740Μονοκροῦσος, Κωνστ. Δεστούνης, Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης,
3741Νικόλ. Καμπάνης, Ἀντ. Βιτάλης, Φρ. Βάλληνδας, Ἐπαμ.
3742Ἐμπειρῖκος, Γεώργ. Γαϊτᾶνος, Λουδοβ. Λιμπρίτης, Πέτρ.
3743Πρωτοπαπαδάκης, Τριαντ. Παπαδάμ, Ἰωάν. Μαραγκός,
3744Ἐμμ. Πατρίκιος, Μανοῦσος Δερλερές, Γεώργ. Ῥεδιάδης,
3745Γεώργ. Καρυστινάκης, Ἰωάν. Μαμάης, Κυριακ. Π. Μαυρο-
3746μιχάλης, Γεωργ. Φικιώρης, Παναγ. Κοσονάκος, Πέτρος Κ.
3747Μαυρομιχάλης, Εὐστρ. Κουλουμβάκης, Γεώργ. Λ. Μαυρο-
3748μιχάλης, Παναγ. Λ. Πετροπουλάκης, Δημ. Α. Πετροπου-
3749λάκης, Σπυρ. Ξύδης, Δημ. Παπαμιχαλόπουλος, Χαρίλ. Τζαν-
3750νετάκης, Ἰω. Α. Ἀντωνόπουλος, Νικόλαος Λεωτσάκος,
3751Κωνστ. Σαλταφέρος, Θεόδωρος Ῥίτσος, Βρασίδ. Λεώπουλος,
3752Ἠλίας, Δ. Κατσάκος, Ἰωάν. Χρυσοβελόνης, Γεώργ. Φιλά-
3753ρετος, Ἀγαμέμνων Σλῆμαν, Δημ. Οἰκονόμου, Μιλτ. Μπου-
3754φίδης, Σοφοκλ. Τριανταφυλλίδης, Σωκρ. Μαρκίδης, Νικόλ.
3755Ζαρλῆς, Διαμ. Ζαχαριάδης, Δημ. Χατζηγιάννης, Λεωνίδας
3756Ἀναγνώστου, Νικόλ. Ἀξελός, Μιλτ. Δηλιγιάννης, Ντῖνος
3757Νούσιας, Ἰωάν. Βασιλάκης, Κωνστ. Κοντογεωργίου, Παναγ.
3758Παπαδόπουλος, Γεώργ. Ἀθανασιάδης, Δημ. Μανωλόπουλος,
3759Γεώργ. Φίλωνος, Ἐλευθ. Γκόλτσιος, Γ. Τσαξιρόπουλος ἢ
3760Τσαξίρης, Π. Μερλόπουλος, Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος,
3761Π. Κασίμης, Σ. Ντολιόπουλος, Π. Ἰατρόπουλος, Σπυρίδ.
3762Α. Κουμουνδοῦρος, Γ. Καντιάνης, Χ. Δικαῖος, Ἀντ. Παπα-
3763γεωργίου, Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης, Π. Σταματελάκης,
3764Παναγιώτης Π. Σάκκης, Ἰωάννης Γ. Σπέντζας, Παναγ.
3765Φλέσσας, Α. Πετρομανιάτης, Δημ. Ἀναστασόπουλος, Εὐστ.
3766Κοκκέβης, Μ. Δαζέας, Νικόλαος Δαγρές, Ι. Ψηλογαλάνης,
3767Μ. Παπατσώρης, Θεόδ. Μοσχούλας, Νικόλαος Λεωνίδας,
3768Ἰωάν. Λεωνίδας, Γεώργ. Μπούμπουλης, Ἰάσων Μπούμπου-
3769λης, Γεώργ. Χατζηδημητρίου, Ν. Γαρδικιώτης, Δημ. Μπού-
3770σδρας, Μιχ. Δημάκης, Χρ. Ἀλαμανῆς, Κωνστ. Σταμούλης,
3771Μ. Κοτρῶτσος, Α. Ἀθανασίου ἢ Βαβυλόπουλος, Γεώργ.
3772Καραϊσκάκης, Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης, Παυσ. Ζωγλοπί-
3773της, Βασίλ. Γρίβας, Γεώργ. Ῥάμμος, Χρ. Καρᾶς, Π. Ἀκρι-
3774βὸς ἢ Παπαποστόλου, Δημ. Κουκουλέτσος, Κωνστ. Παπα-
3775κυρίτσης, Ἀντ. Καπάλας, Θεόδ. Φίλιος, Ἰωάν. Θεοδωρό-
3776πουλος, Γεώργ. Σπυρόπουλος, Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς, Παναγ.
3777Βερβενιώτης, Δημ. Τομπάζης, Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης,
3778Νικόλ. Μ. Τσαμαδός, Ἰωάννης Μᾶνος, Ἀθαν. Εὐταξίας,
3779Ἰωάν. Τσιριμῶκος, Ν. Ξηρός, Ι. Παπαλουκᾶς, Νικόλ. Βε-
3780λέντζας, Νικόλ. Χατζίσκος, Στ. Σουμαρίπας, Νικόλαος Α.
3781Σιμόπουλος, Κ. Λιδωρίκης, Νικόλ. Κρίτσας, Χαρ. Εὐταξίας,
3782Θεμ. Παπαϊωάννου, Μ. Γαλανός, Ι. Δημοκωστούλας, Μιλ.
3783Γ. Λιδωρίκης, Ἰωάν. Δελμοῦζος, Δημ. Κρεμεζῆς, Γ. Ἀγα-
3784θοκλῆς, Χρόνης Γαρδίκης, Ν. Δεστερλῆς, Ἀλέξανδρος Μ.
3785Κανάρης, Γεώργ. Πὼπ, Θεμ. Μ. Κανάρης καὶ Ἀνδρέας
3786Χατζηκυριάκος».
3787Οἱ δὲ κ. Πλάτων Ε. Δρακούλης καὶ Κ. Δεστούνης,
3788Βουλευταὶ Κεφαλληνίας, ὡρκίσθησαν μέν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἑξῆς
3789ἔγγραφον ἐπιφύλαξιν:
3790«Οἱ ὑποφαινόμενοι Πληρεξούσιοι τοῦ νομοῦ Κεφαλλη-
3791νίας δίδομεν τὸν ὅρκον ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἐπιφύλαξιν, ὅτι: Συν-
3792αισθανόμενοι τὴν ἱερότητα τοῦ χριστιανικοῦ δόγματος: «μὴ
3793ὀμόσαι ὅλως», δίδομεν τὸν ὅρκον ὡς ἐκτέλεσιν ἐπιβαλλομέ-
3794νου τύπου, θεωροῦντες αὐτὸν κατ’ οὐσίαν ἰσοδύναμον πρὸς
3795ἁπλῆν βεβαίωσιν, ὅτι θὰ ἐκτελέσωμεν εὐσυνειδήτως τὸ κα-
3796θῆκόν μας, καὶ συνεπῶς, ἐὰν ἡ εὐσυνείδητος αὕτη ἐκτέλεσις
3797τοῦ καθήκοντός μας εὑρεθῇ ποτε ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ
3798περιεχόμενον τοῦ δοθέντος ὅρκου, θὰ πορευθῶμεν κατὰ τὴν
3799συνείδησίν μας.
3800Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Σεπτεμβρίου 1910.
3801Οἱ Πληρεξούσιοι Κεφαλληνίας
3802Πλάτων Ε. Δρακούλης, Κ. Δεστούνης»).
3803Τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην ὑπέβαλον οὗτοι καὶ ἐγγράφως
3804εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς).
3805§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3806(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.).