1910.09.03
4,468 rows · 33,104 words · 342 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 1
τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1910
(Παρασκευή)
Προεδρία προσωρινὴ κ. ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΥ (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν κ. κ.
Βουλευτῶν περὶ ὥραν 10 π. μ. καὶ παρόντων ἐξ αὐτῶν 216, ἠνεῴχθησαν τὰ θεωρεῖα, ἀνεγνώσθη τὸ Πρακτικὸν τῆς ἐνάρξεως τῆς 1 Σεπτεμβρίου 1910 καὶ ἐπεκυρώθη ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος: «Οἱ Βουλευταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν τὸν ἑξῆς ὅρκον.....»· παρακαλοῦνται ὅθεν οἱ κ.κ. Βουλευταὶ νὰ ὀμόσωσι τὸν ὅρκον τοῦτον. Πάραυτα ὁ κ. Δημ. Γ. Ράλλης ἐγείρεται τῆς θέσεως αὑτοῦ, προχωρεῖ πρὸς τὸ βῆμα, ὅπου τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ θέτει τὴν χεῖρα πρῶτος ἐπ’ αὐτοῦ. Τοῦτον ἀκολουθοῦσι πολλοὶ τῶν εἰς τὰ πρῶτα καθίσματα τῆς ἀριστερᾶς καθημένων φίλων αὐτοῦ ὡς καὶ ἄλλοι ὑπὲρ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Συγχρόνως ὁ Γραμματεὺς ἄρχεται ἀναγινώσκων τὸ κείμενον τοῦ ὅρκου ἐκ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος. Πολλοὶ Βουλευταί, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Κ. Μᾶνος, ζητοῦσι τὸν λόγον καὶ ἐν φωναῖς ὁρμῶσι πρὸς τὸ βῆμα καὶ ῥιπτόμενοι ἐν μέσῳ τῶν ἀποπειρωμένων νὰ ὁρκισθῶσιν ἀναθεωρητικῶν συμπλέκονται καὶ ὠθοῦντες αὐτοὺς διὰ φωνῶν: ὄχι, ὄχι, δὲν θὰ ὁρκισθῶμεν, φύγετε ἀπ’ ἐδῶ, καὶ ὠθούμενοι κινοῦνται περὶ τὸ βῆμα ὡς μία μᾶζα συμπλεκόμενοι. Ὁ Πρόεδρος κ. Κατριβᾶνος καταλείπει τὴν ἕδραν. Τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον ἁρπάζεται ἀπὸ τοῦ βήματος, διὰ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ὁρκωμοσία τῶν ἀναθεωρητικῶν Βουλευτῶν. Εἴκοσι καὶ πλέον ζεύγη χειρῶν κρατοῦσι τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὸ σύρουσι τῇδε κἀκεῖσε προσπαθοῦντες τίς νὰ ἀποσπάσῃ αὐτὸ ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ ἑτέρου, κραυγάζοντες δὲ μανιωδῶς. Περὶ τὸ Προεδρεῖον ἄλλη πάλη κατισχύσεως. Οἱ συντακτικοὶ Βουλευταὶ καταλαμβάνουσι τὸ Προεδρεῖον, ἐνῷ ἄλλοι συμπλέκονται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ τῆς αἰθούσης. Δαιμονιώδης θόρυβος γίνεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὑπὸ τῶν συντακτικῶν, τῶν μὲν κτυπώντων τὰς ῥάβδους των ἐπ’ αὐτοῦ δαιμονιωδῶς, ἄλλων δὲ ὀρθίων ἱσταμένων ἐπὶ τῆς τραπέζης τοῦ Προεδρείου. Μεταξὺ τούτων διακρίνονται οἱ κ. κ. Π. Πετροπουλάκης, Π. Κ. Μαυρομιχάλης, Εὐστρ. Κουλουμβάκης, Γ. Καπετανάκης, Χ. Εὐταξίας καὶ ἄλλοι, φωνάζοντες: Ζήτω ἡ πατρίς, ζήτω τὸ Σύνταγμα, ζήτω ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις! Τὰς φωνὰς ταύτας ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων παρακολουθοῦσι ῥαγδαῖα χειροκροτήματα καὶ κραυγαὶ τοῦ κόσμου ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς, ἀκούονται δὲ καὶ πάλιν αἱ φωναὶ μεταξὺ Βουλευτῶν: αἶσχος, αἶσχος, ζήτω τὸ ἔθνος, ζήτω ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, καὶ χειροκροτοῦσι πάλιν τὰ θεωρεῖα ἀπαντῶντα ὁμοίως εἰς τὰς φωνὰς καὶ τὰς ζητωκραυγάς. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ πάλη μεταξὺ τῶν συντακτικῶν καὶ τῶν ἀναθεωρητικῶν διὰ τὴν ἀπαγωγὴν τοῦ Εὐαγγελίου ἐξακολουθεῖ ζωηροτάτη, δι’ ἀπειλῶν, ἀντεγκλήσεων, φωνῶν καὶ διαπληκτισμῶν. Ἡ Κυβέρνησις παρίσταται ἀπαθὴς πρὸ τῶν γινομένων. Καθ’ ἣν ὅμως στιγμὴν οἱ συντακτικοὶ καταλαμβάνουσι τὸ Προεδρεῖον, ὁ Πρόεδρος κ. Ἀθ. Κατριβᾶνος ἀπέρχεται τῆς αἰθούσης. Τότε ὁμὰς συντακτικῶν φέρει ἐπὶ τῶν χειρῶν τὸν γηραιότερον κ. Ἐμ. Στεφανίδην, Βουλευτὴν Εὐβοίας, καὶ ἐγκαθιστᾷ αὐτὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὁ κ. Ἀγ. Σλῆμαν εὑρὼν κατάλογον ἑτοιμάζεται νὰ προβῇ ἐκ νέου εἰς ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις. Αἱ φωναί, αἱ ἀντεγκλήσεις καὶ ὁ θόρυβος ἐν τῇ αἰθούσῃ ὡς καὶ ἐν τοῖς θεωρείοις ἐξακολουθεῖ, τῶν ἐν τοῖς θεωρείοις ζητωκραυγαζόντων ὑπὲρ τοῦ ἔθνους καὶ τῶν συντακτικῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Πρόεδρος κ. Ἀθ. Κατριβᾶνος ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἑαυτοῦ θέσιν, ἀποσυρθέντος προθύμως τοῦ κ. Ἐμ. Στεφανίδου, ὅτε εἰς τὴν ἐμφάνισιν αὐτοῦ νέα χειροκροτήματα ζωηρὰ ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων μετὰ τῶν αὐτῶν ζητωκραυγῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος παρακαλεῖ τοὺς Βουλευτὰς νὰ καθίσωσιν, ἵνα δώσῃ ἑνὶ ἑκάστῳ κατὰ σειρὰν τὸν λόγον. Ὁ κ. Ἰ. Ῥάλλης καὶ ἄλλοι ζητοῦσι νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ὅτε ἐπιφαίνεται ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Στ. Δραγούμης, τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ὁποίου ὑποδέχεται ἡ Βουλὴ διὰ ζωηρῶν χειροκροτημάτων. Ὁ Πρόεδρος παραχωρῶν τὸν λόγον εἰς αὐτὸν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἡσυχάσῃ, ὅπως ἀκούσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Πράγματι δὲ καὶ ἐπέρχεται ἀπόλυτος ἡσυχία. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ζητεῖ νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν ὁ λόγος μετὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος λέγει ὅτι ἔχουσιν ἄλλοι ζητήσει τοῦτον καὶ ἀπαγγέλλει τὴν σειράν ἑκάστου: πρῶτος ὁ κ. Μᾶνος, δεύτερος ὁ κ. Δημητρακόπουλος, ἔπειτα ὁ κ. Φλέσσας κ.λ.π., καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις ὁμαλῶς.
§2ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐκλήθημεν καὶ συνήλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα συνεργασθῶμεν πρὸς εὕρεσιν διεξόδου βελτιώσεως εἰς τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα διὰ θίξεως διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, ἃς ἄνευ τῆς τοιαύτης συγκλήσεως δὲν ἐπετρέπετο νὰ θίξωμεν. Ἐξ ὅσων ἠκούσθησαν καὶ ἔξω τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ ἐξ ὅσων δυστυχῶς μετὰ τοσούτου θορύβου καὶ τοιαύτης εἰσαγωγῆς εἰς τὰ ἔργα τῆς Συνόδου—ὁποία ἐλπίζω ὅτι ἐπείσθησαν ἤδη οἱ κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα—ἐνταῦθα ἐξειλίχθησαν, ἀντελήφθημεν, ὅτι ὑπάρχει διχογνωμία ἐπὶ θέματος οὐσιώδους, ἐφ’ οὗ δὲν εἴμεθα πάντες (ἀφοῦ ὑπάρχει διχασμὸς) σύμφωνοι. Τὸ καθεστὼς εἶναι ὁ ὅρκος· κατὰ τοῦ καθεστῶτος ἐξεγείρεται ἡ συνείδησις τῶν διαμαρτυρομένων. Τὸ ζήτημα δὲν θὰ λυθῇ διὰ ῥάβδων καὶ φωνῶν. Θὰ λυθῇ διὰ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ψηφοφορίας. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§3Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὄχι ὅμως δι’ ὑφαρπαγῆς καὶ διὰ τερτιπίων.
§4ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὰ Βουλευτήρια μόνον ὁ λόγος ἰσχύει, ὁ λόγος ὁ ἐκπορευόμενος ἐξ ἁγνῆς συνειδήσεως. (Εὖγε καὶ ἐπιδοκιμασίαι). Δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα ἡ διπλῆ αὕτη Βουλή, τὸ παράδειγμα, ὅπερ πρὸ ὀλίγου εἴδομεν ἐκτυλισσόμενον ἐνταῦθα, κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι αἱ ἁπλαῖ Βουλαὶ δὲν ἦσαν κατώτεραι. Τὸ σφάλμα εἶναι κοινὸν ὅλων ἡμῶν. Καὶ ἐκεῖνοι εἶναι ἄξιοι τιμῆς, οἵτινες ὁμολογοῦσι τὰς ἁμαρτίας αὑτῶν. Ῥίψατε πέπλον ἐπὶ τῶν πρὸ ὀλίγου συμβάντων, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δὲν ἐξηκολούθησαν, ἱσταμένου τοῦ Προέδρου ἐν τῇ θέσει αὑτοῦ, καὶ ἂς προβῶμεν ὅλοι ὁμοῦ εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, φροντίζοντες ἀμοιβαίως νὰ σεβασθῶμεν τὰ φρονήματα ἡμῶν....
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Δὲν συμφωνῶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἠθέλησαν ἐνταῦθα νὰ προτάξωσι ζήτημα, ὅπερ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν ἔπρεπε νὰ προταχθῇ. Ἀλλὰ τοῦτο λέγων εἶμαι κατὰ καθῆκον καὶ ἐκ πεποιθήσεως πρόθυμος νὰ ἀκούσω πάσας τὰς γνώμας καὶ νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῶν, ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ συζήτησις θέλει ἀπαλλάξει ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ὅπως τοῦτο πράξωμεν, πρέπει νὰ προταχθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπιβάλλει ὁ ἰσχύων ἀπὸ τοῦ Συντάγματος Κανονισμός. (Διαμαρτυρίαι καὶ φωναί). Ἐὰν ἐξακολουθῇ ἡ τοιαύτη ἐπὶ ἑκάστης περιόδου διαμαρτύρησις, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἔπειτα καὶ ἀντίθετος, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνωμαλίαν, εἰς ἣν πρὸ ὀλίγου περιήλθομεν, ὅπερ ἀπεύχομαι. Λοιπὸν λέγω—καὶ παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε τὴν γνώμην μου ἡσυχάζοντες—, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ κρατήσῃ ὁ Κανονισμός, ὁ ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ μὴ καταλυθέντος ἀπορρέων. Ἤλθετε ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν διπλῷ ἀριθμῷ, ἤλθετε, τοῦ λαοῦ συγκληθέντος, καθ’ ὃν τρόπον συνεκλήθη.... (Νέαι ἀντεγκλήσεις).
§7Κ. ΜΑΝΟΣ. Εἴχομεν συντακτικὸν πρόγραμμα.
§8Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σιωπὴ ἐπὶ τέλους!
§9ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴχετε πρόγραμμα ὑμεῖς συντακτικόν, καὶ ἐπὶ τοῦ προγράμματος τούτου θέλετε ὁμιλήσει, καὶ εἰς τοῦτο θέλομεν ἀπαντήσει. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἡ ψηφίσασα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐκάλεσεν εἰς τὰς κάλπας τοὺς πολίτας κατὰ μεγίστην πλειονοψηφίαν, κατὰ σχεδὸν παμψηφίαν, εἶχεν ἄλλο πρόγραμμα. Καὶ ἐπ’ ἐκείνου τοῦ προγράμματος θέσας τὴν ὑπογραφὴν Αὑτοῦ ὁ Βασιλεὺς κατεκύρωσε τὴν συμφωνίαν, ἥτις ἔφερεν ἡμᾶς ἐνταῦθα. Καὶ ἐνόσῳ δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι ἐπῆλθον γεγονότα, ἅτινα ἀνατρέπουσι τοῦτο τὸ κανονικόν, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀνατραπῇ ἡ τάξις τῶν πραγμάτων, ἡ ὁριζομένη, ἐπαναλέγω, ὑπὸ Κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβεβλημένου. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὸ Σύνταγμα, ἂν εἶναι προϊόν τῆς θελήσεως τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ὡς κυριάρχου συγκληθέντος, ἀλλ’ εἶναι καὶ προϊόν τῆς θελήσεως τοῦ μετ’ αὐτοῦ συμβληθέντος Βασιλέως, εἶναι συμβόλαιον, ὅπερ οὐδὲν δύναται ν’ ἀνατρέψῃ, εἰμὴ μόνον ἡ ἐπανάστασις.
§10ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μόνον σεῖς ὑποστηρίζετε αὐτό. Δὲν ὑπάρχει πολίτης καὶ τῆς τελευταίας τάξεως, ὅστις νὰ ὑποστηρίζῃ τοιαῦτα πράγματα. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§11ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶναι ὀρθόν, ὅπερ ταύτην τὴν στιγμὴν πράττετε. Καὶ ἐξαιτοῦμαι τὴν ἐπιείκειαν ὑμῶν, διότι ὑποστηρίζω γνώμην, εἰς ἣν φαίνεται ὅτι εἶμαι μόνος· Ἀλλὰ καὶ ἐὰν μόνος εἶμαι ἐν τῇ γνώμῃ ταύτῃ, ἤθελον κριθῆ ἀνάξιος οἱασδήποτε ἐκτιμήσεως, ἂν δὲν ἐτόλμων νὰ εἴπω τὴν ἐμὴν γνώμην. Λοιπὸν τὸ Σύνταγμα εἶναι συμβόλαιον, καὶ ὑπεγράφη ὡς συμβόλαιον, καὶ ἐδηλώθη ὅτι ὑπεγράφη ὡς συμβόλαιον, καὶ τὰ συμβόλαια δὲν ἀνατρέπονται μονομερῶς. Ὑπάρχει τρόπος ἀνατροπῆς τοιούτων συμβολαίων, ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος δὲν ἐξεδηλώθη. Ὁ τρόπος οὗτος εἶναι εἷς καὶ μόνος, ἡ ἐπανάστασις. Θέλετε μοὶ εἴπει ὅτι ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις, καὶ θέλω ἀπαντήσει εἰς τοῦτο, ὅτι ἀκριβῶς ἐγένετο ἐπανάστασις πρὸς στήριξιν τοῦ πολιτεύματος· ἐγένετο ἐπανάστασις, ἥτις ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας ἐδήλωσε διὰ παντὸς τρόπου τὴν θέλησιν αὑτῆς νὰ σεβασθῇ τὸ καθεστώς, ἥτις δὲ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἐνταῦθα ἦλθε καὶ ἠξίωσεν ἀπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐπέτυχε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὥστε σεβομένη τὰ θεμέλια ἄθικτα τοῦ καθεστῶτος, ἀμετάβλητον τὸ καθεστώς, νὰ ζητήσῃ διὰ τῆς τοιαύτης συγκλήσεως εἰδικοῦ συνεδρίου τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιτρεπομένων, τῶν δεκτικῶν ἀναθεωρήσεως διατάξεων αὐτοῦ. Τοῦτο δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε ἃς ἔχετε γνώμας. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφαιρέσῃ ὑμᾶς τὸ δικαίωμα τῆς ὑποβολῆς προτάσεως κατοπτριζούσης τὰς ὑμετέρας γνώμας. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα θέλουσι πραχθῆ κατὰ τὸν Κανονισμόν, καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ὑμεῖς, οἵτινες ἔχετε τὰς γνώμας ταύτας, ν’ ἀξιώσητε ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν πλείονα ἢ ὅ,τι παραχωρεῖτε εἰς τοὺς ἀπέναντι ὑμῶν εὑρισκομένους. Ἡ ἐλευθερία εἰς τοὺς πάντας πρέπει νὰ μείνῃ ἄθικτος, καὶ ἕκαστος ἐνταῦθα νὰ ἐκθέσῃ τὰς γνώμας αὑτοῦ ἀνεπηρεάστως.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§13ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα καὶ ἐκθέσητε τὰς γνώμας ὑμῶν, θέλουσι βεβαίως ἀπαντήσει ἄλλοι εἰς αὐτάς, καὶ ἡ λύσις θέλει δοθῆ κατὰ τὸν Κανονισμὸν διὰ ψηφοφορίας. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα—ὅπως δὲν ἔχουσι καὶ οἱ ἄλλοι δικαίωμα νὰ ὑποχρεώσωσιν ὑμᾶς εἰς ὅ,τι ἡ συνείδησις ὑμῶν ἀποκρούει—, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐμποδίσητε τοὺς θέλοντας νὰ ὀμόσωσι τὸν ἐν τῷ Συντάγματι ὅρκον ἀπὸ τοῦ νὰ πράξωσι τοῦτο. Τοῦτο δὲν ἀφαιρεῖ ὑμᾶς τὸ δικαίωμα, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, νὰ ζητηθῇ ἀφ’ ὑμῶν ὁ ὅρκος, νὰ ἀρνηθῆτε τὸν ὅρκον, καὶ ἐκθέσητε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἀρνεῖσθε αὐτόν. Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ἂν ἀρνεῖσθε ἢ δὲν ἀρνεῖσθε, διότι δὲν εἶμαι κάτοχος τῶν μεταξὺ ὑμῶν γενομένων. Ἀλλ’ εἴτε ἀρνεῖσθε εἴτε δὲν ἀρνεῖσθε, τὸ ζήτημα τοῦ πῶς θέλετε δώσει ἢ δὲν θέλετε δώσει τὸν ὅρκον εἶναι ζήτημα, ὅπερ θὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν ἀνήκουσαν εἰς αὐτὸ σειράν. Δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τοὺς κατὰ κανόνα πορευομένους ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν. Θὰ ἀπολέσητε ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας καὶ θὰ ἐπιφυλαχθῆτε ἔπειτα ἐν σώματι διὰ τῶν ῥητόρων, οὓς—καθὼς βλέπω—ἔχετε ἀφθόνους, νὰ ὑποστηρίξητε τὰς γνώμας ὑμῶν. Καὶ θέλομεν ἀκούσει ὑμῶν, ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀκούσωμεν ὑμῶν μετὰ πάσης ἡσυχίας, μετὰ πάσης εὐλαβείας πρὸς τὰς ἰδέας ὑμῶν, τοσοῦτο μεγαλειτέρας εὐλαβείας, καθ’ ὅσον ὀλιγώτερον συμμεριζόμεθα αὐτάς. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἵνα, κηδόμενοι ὄχι μόνον τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν πάντων ἐνταῦθα καὶ τῆς θέσεως τῆς διπλῆς ταύτης Βουλῆς ἀπέναντι ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀλλὰ πρὸ πάντων κηδόμενοι τῆς θέσεως τῶν ἡμετέρων πραγμάτων καὶ τῆς καταστάσεως τῆς πατρίδος, ἥτις σπανίως εὑρέθη τοσοῦτον ἐστενοχωρημένη καὶ τόσον περιεστοιχισμένη ὑπὸ κινδύνων, ὅσον σήμερον, φροντίσωμεν πάντες, ὅπως τὸ ταχύτερον εἰσέλθωμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν, καθ’ ὃν τρόπον θέλομεν ἐξεύρει ἡμεῖς αὐτοὶ συσκεπτόμενοι περὶ τούτου, καὶ δώσωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀναμένει ἀφ’ ἡμῶν τὸ ταχύτερον ἡ πατρίς, ὅπως τὰ πράγματα ἐπανέλθωσιν εἰς κατάστασιν ὁμαλήν. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§14Κ. ΜΑΝΟΣ. Καλούμεθα, κύριοι Πληρεξούσιοι, νὰ ὀμόσωμεν ὅρκον πίστεως εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν θεσμὸν τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καίτοι ἀνήκω εἰς τὴν ὁμάδα τῶν λαϊκῶν συντακτικῶν, τὴν ἐν Ἑλλάδι Volkspartei, νὰ δηλώσω ὅτι οὐδένα γνωρίζω ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, ὅστις νὰ εἶναι πολέμιος τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ προσώπου Ἐκείνου. Πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας καὶ μεθ’ ὅλα τὰ ἐθνικά μας δεινοπαθήματα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς εἰς τί χρησιμεύουσι, κύριοι Πληρεξούσιοι, οἱ πολιτικοὶ ὅρκοι; Γνωρίζετε πάντες, ὅτι οὐδεὶς ἐδεσμεύθη ὑπὸ πολιτικῶν ὅρκων καὶ ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ παρουσιάζει τὸ ἀνώμαλον θέαμα τῆς ἀλλεπαλλήλου πολιτικῆς ἐπιορκίας ὑπὸ διάφορα πολιτεύματα καὶ Συντάγματα. Διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὅρκους δύναται νὰ λεχθῇ ὅ,τι ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι διὰ τοὺς ἀφροδισίους ὅρκους: οὐκ ὀνήσιμοι: δηλαδὴ δὲν πιάνονται. Γνωρίζετε δὲ καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Barthélemy εἰς τοὺς ἐπικρίνοντας τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἀστασίαν, ὅτι μόνον οἱ μωροὶ δὲν ἀλλάζουν ποτέ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Πληρεξούσιοι, διότι ὡς ἐκ τῆς ταραχῆς, ἡ ὁποία μὲ κατέλαβε πρὸ ὀλίγης ὥρας, δὲν δύναμαι... (θόρυβος).
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διακόψατε ὀλίγον.
§16Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ θεωρία τοῦ ἀγορεύοντος κ. Μάνου, χειριστοῦ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τοῦ λόγου, μοὶ ἐμπνέει τὸ καθῆκον, ἵνα ἀποτεινόμενος εἴπω, ὅτι μετὰ τὰ γενόμενα πρὸ ὀλίγου, μετὰ τὰς σώφρονας εἰσηγήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τοὺς κινδύνους, οἵτινες παρ’ ὀλίγον νὰ ἐκραγῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔργον σωφροσύνης θὰ ἦτο, ἐὰν ἡ συζήτησις ἀνεβάλλετο.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπευθυνόμενος πρὸς ὑμᾶς ὑποβάλλω πρότασιν.
§20Κ. ΜΑΝΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε.
§21Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἢ ὄχι;
§22Κ. ΜΑΝΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ προστρέξωμεν μακράν; Μήπως καὶ πάντες οἱ ψηφίσαντες καὶ συμβουλεύσαντες τὴν μετὰ μίαν μόνην βεβαίωσιν σύγκλησιν τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ ῥητῶς ἐπιτάσσοντος τὴν βεβαίωσιν τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως κατὰ δύο συνεχεῖς Βουλευτικὰς Περιόδους, μήπως καὶ πάντες οὗτοι δὲν εἶναι πολιτικῶς ἐπίορκοι; Καὶ μήπως καὶ αὐτὸς ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων ὁ καταλύσας διὰ πραξικοπήματος, διὰ τοῦ Διαγγέλματος τῆς 19 Μαρτίου, τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιώρκησε πολιτικῶς; Καταλυθέντος δὲ τοῦ Συντάγματος διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς μακαρία τῇ λήξει Βουλῆς καὶ διὰ τριῶν ἀλλεπαλλήλων ἀμνηστιῶν δὲν δεσμευόμεθα πλέον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος τοῦ ἐπιτάσσοντος ὅρκον. Καταλυθέντος τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς ἐπανόδου εἰς τὴν συνταγματικότητα εἰμὴ διὰ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἐνθυμήθητε τὸ παράδειγμα τῆς Κρήτης, ὅπου μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Θερίσου ἡ Βουλὴ τῇ προτροπῇ τοῦ τότε Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ κ. Δ. Ῥάλλη ἐψήφισε, συμφώνως μάλιστα πρὸς τὸ τότε ἐν Κρήτῃ ἰσχῦον Σύνταγμα τὸ ἐπιτάσσον μίαν μόνην βεβαίωσιν τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, ἐψήφισε, λέγω, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ ὥρισε τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Ἀλλ’ ἀφοῦ συνῆλθεν ἡ διπλῆ Βουλὴ ἢ ἡ Συνέλευσις μετετράπη αὕτη εἰς Συντακτικὴν χωρὶς οὐδεὶς νὰ δυνηθῇ νὰ ἀντείπῃ τι εἰς τὴν σχετικὴν πρότασιν τῆς μειονοψηφίας. Φαντάζεσθε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία δύναται νὰ περιορισθῇ ὑπὸ διατάξεων καταργηθέντων Συνταγμάτων ἢ ὑπὸ ἀποφάσεως προηγουμένων Βουλῶν; Ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία ἐκπροσωπεῖται ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ ἀφοῦ ἅπαξ συνῆλθεν ἡ συνέλευσις οὐδεὶς δύναται νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἡ ἐπιστήμη ἄλλως τε ἔχει ἤδη ἀποφανθῆ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ πολιτικοῦ ὅρκου ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ θεῖον πρὸς διευκόλυνσιν τῆς προόδου καὶ διότι ἐκ τῆς ἱστορίας ἀπεδείχθη, ὅτι οὗτος εἶναι ἐντελῶς ἀνωφελής.
§23ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ Πρακτικὸν τῆς ὁρκοδοσίας, τὸ ὁποῖον περιφέρεται οὐδένα ἔχει λόγον, διότι οὐδεμία ἐγένετο ὁρκοδοσία. Διὰ τοῦτο διαμαρτυρόμεθα ἀπὸ τοῦδε.
§24Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀγορεύσωμεν καὶ πρέπει νὰ διακόψητε, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι συνετάχθη Πρακτικὸν ὁρκοδοσίας.
§25ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Οἱ Βουλευταὶ ὡρκίσθησαν καὶ ἐφ’ ὅσον ὡρκίσθησαν, οἱ ὁρκισθέντες δικαιοῦνται νὰ ὑπογράψωσι τὸ πρωτόκολλον. Οἱ ὁρκισθέντες ἔχουσιν ὑπογράψει τὸ πρωτόκολλον, οἱ μὴ ὁρκισθέντες δικαιοῦνται νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ὑπογράφουσι. Πρωτόκολλον ἐγένετο.
§26ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ἐπὶ τίνος συζητοῦμεν;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὅρκου.
§28Κ. ΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὅρκου ὁμιλοῦμεν. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἂς ἀφήσωμεν τοὺς ὅρκους καὶ τὰς ἀφοσιώσεις. Ἂς ἀκολουθήσωμεν τὸ Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἔστω δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὒ οὔ». Ἂς κηρύξωμεν τὴν Συνέλευσιν Συντακτικὴν καὶ ἂς ἀγώμεθα εἰς ὅλας μας τὰς πράξεις ὑπὸ μόνου τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§29Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐγκάθετοι πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὰ θεωρεῖα.
§30ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ἐρωτῶμεν ἐκ νέου ἐπὶ τίνος εἶναι ἡ συζήτησις.
§31Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, Θὰ ηὐχόμην ὡς Ἕλλην νὰ ἀπεφεύγομεν τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἥτις περικλείει τοὺς Πληρεξουσίους τοῦ ἔθνους, τὴν συζήτησιν τὴν βυζαντιακήν. Θὰ ηὐχόμην τὴν στιγμὴν ταύτην ἵνα πάντες ἐν σώματι καὶ ἐν συμπνοίᾳ ἀτενίσωμεν πρὸς τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι περισφίγγουσι τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ νὰ σκεφθῶμεν πῶς δυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτούς. Θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἐτίθετο κἂν ζήτημα ὅρκου καὶ νὰ προκληθῇ ἐντεῦθεν συζήτησις, καὶ νὰ προκληθῇ ἔρις, καὶ νὰ προκληθῶσι διαπληκτισμοὶ μεταξὺ ἡμῶν. Εἶναι βέβαιον, εἶναι ἀναμφισβήτητον, κ. Πληρεξούσιοι, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἐκλήθημεν, καθ’ ὃν τρόπον, ἐπαναλαμβάνω, ἤλθομεν ἐνταῦθα, δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ἄλλως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλην ἐντολὴν ἐπιτακτικὴν εἰμὴ τὴν ἐντολὴν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν Συντακτικήν. Δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεφθῶμεν ἄλλως, διότι, ὅτε ἔχομεν μίαν διαμαρτυρίαν ἔνοπλον—δὲν τὴν ὀνομάζω ἐπανάστασιν,—ὅτε, λέγω, ἔχομεν μίαν διαμαρτυρίαν ἔνοπλον τῆς 15 Αὐγούστου τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅτε ἔχομεν μίαν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς ἐνόπλου αὐτῆς διαμαρτυρίας, ὅτε ἔχομεν ἐξέλιξιν ἐνόπλου διαμαρτυρίας προσεγγίζουσαν εἰς ἐπανάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν προσεχώρησε καὶ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, ὁ Βασιλεύς, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ἄλλως. Τί ἦτο τὸ ἀπαγγελθὲν ἐνταῦθα Διάγγελμα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως; Ἦτο δήλωσις ἐπιμαρτυροῦσα, ὅτι ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων προσεχώρησεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν, τὴν ἔνοπλον διαμαρτυρίαν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, προσεχωρήσαντος τουτέστι καὶ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος εἰς τὴν ἐπανάστασιν, τί εἴμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα; Πῶς δέον νὰ χαρακτηρισθῶμεν; Δέον νὰ χαρακτηρισθῶμεν ὡς συντακτικοί. Δὲν κρίνω ἐνώπιον ὑμῶν ὡς ἐπιβεβλημένον, ὡς ἀναγκαῖον, νὰ ὑπομνήσω τὰς διατάξεις ἢ μᾶλλον τὴν ῥήτραν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Δυνάμεθα, ὡς ἐπιμένουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, νὰ βαπτισθῶμεν ὅπως αὐτοὶ θέλουσιν; Ἐτήρησαν οἱ ἀντιφρονοῦντες τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 107 ἢ μᾶλλον ἐτηρήθησαν αἱ ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεις, ὅτε οὗτοι εἰσεπήδων αὐτόκλητοι μεσεγγυοῦχοι, προεξοφλοῦντες τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ; Βεβαίως δὲν ὑπάρχει τις ὁ ἀντιφρονῶν καὶ ὑποστηρίζων ὅτι ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§32ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Ὅτι ἐτηρήθησαν οἱ τύποι, καὶ ἡ Συνέλευσις εἶναι Ἀναθεωρητική.
§33Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος πείθει πάντα μὴ θέλοντα νὰ διαστρεβλώσῃ ὀφθαλμοφανῶς τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος.
§34Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο θέλετε νὰ ἐξέλθητε ἐντελῶς τῶν ὁρίων αὐτοῦ;
§35Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ ἀκούσητε τί ζητοῦμεν. Ζητοῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτό. Λοιπόν, κύριοι Πληρεξούσιοι, τοιαύτης ἐντολῆς δοθείσης πρὸς ἡμᾶς παρὰ τοῦ λαοῦ, θέλομεν θεωρήσει ἡμᾶς αὐτοὺς ἐπιόρκους, ἐὰν δὲν ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἐντολὴν τὴν ἐπιτακτικὴν ἥτις μᾶς ἐδόθη. Ἀλλὰ προέχον ζήτημα διὰ τὴν διατύπωσιν καὶ δόσιν τοῦ ὅρκου εἶναι νὰ βαπτίσωμεν τὴν Συνέλευσιν ταύτην. Τί εἶναι; Διπλῆ Βουλή; Ἁπλῶς Ἀναθεωρητική; Συντακτική;
§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συντακτική.
§37ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§38Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλο ἢ Συντακτική.
§39ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ πάλιν ὁ λαός.
§40Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀφοῦ κατὰ τὴν γνώμην του τὴν οὕτως ἐκδηλωθεῖσαν διὰ πλειονοψηφίας καταφανοῦς εἶναι Συντακτική;
§41ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ὄχι.
§42Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρέπει λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προέχοντος ζητήματος, τοῦ χαρακτηρισμοῦ δηλονότι τῆς Συνελεύσεως, νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποφανθῶμεν.
§43Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Θὰ ὁρκισθῆτε κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§44Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν Κανονισμόν.
§45Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε πῶς ὁμιλεῖτε;
§46Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅταν λυθῇ τὸ προέχον ζήτημα, τότε θὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ὅρκου. Διατί λοιπὸν ταράσσεσθε καὶ θορυβεῖτε; Καὶ διατί ἀντιποιεῖσθε τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ; Ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι θὰ διακυβεύσωμεν τὴν τάξιν καὶ θὰ θέσωμεν εἰς ἀνωμαλίαν καὶ ἀναρχίαν τὴν πατρίδα; Ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι θὰ μεταβάλωμεν τὸν θεσμὸν τῆς βασιλείας ἢ ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν τὸν Βασιλέα Γεώργιον;
§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔγινε λόγος περὶ αὐτοῦ.
§48Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διατί ῥίπτονται οἱ δηλητηριώδεις οὗτοι θρῦλοι ἀπὸ σκοποῦ; Ἡμεῖς δηλοῦμεν ὅτι οὐδεμίαν πρόθεσιν ἔχομεν, οὔτε μᾶς ἐνδιαφέρει ἄλλως τὸ ζήτημα τῆς διατυπώσεως τοῦ ὅρκου. Πρωτίστως μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τίνα χαρακτῆρα φέρει. Ἐπὶ τούτου ἐπιμένομεν καὶ θὰ ἐπιμείνωμεν.
§49Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ τελευταῖος τῶν προαγορευσάντων ἔντιμος Βουλευτὴς Λακωνίας....
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπεβλήθη πρότασις.
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ὑπεβλήθησαν προτάσεις, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἀμφότεραι τείνουσαι εἰς τὸν σκοπὸν ὅπως τὸ Σῶμα δώσῃ εἰς ἑαυτὸ τὸν χαρακτηρισμὸν ὡς Συνελεύσεως Συντακτικῆς. Ἡ μὲν σιωπηρῶς οὕτως εἰπεῖν καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς δηλώσεως ὅτι ὁ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀναγραφόμενος ὅρκος ὁρίζεται ἤδη ὡς ὅρκος τῶν Πληρεξουσίων τῆς Συνελεύσεως· ἡ δὲ ἀπὸ τοῦ εὐθέος καὶ πρὸ τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου καὶ πρὸ πάσης περὶ τούτου συζητήσεως, προκαλοῦσα ἰδίαν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως, ἀποφαινομένης ἑαυτὴν Συντακτικήν, ὅτε ἀφ’ ἑαυτοῦ λύεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου, ὅστις θέλει ἐπακολουθήσει. Κατὰ τῆς τοιαύτης προκαταρκτικῆς προτάσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφάνη ὑποβάλλων ἀπαράδεκτόν τι ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἀνεγνώρισεν, ὡς ὤφειλεν ἄλλως τε, τὸ δικαίωμα εἰς πάντα Πληρεξούσιον, ἵνα προκαλέσῃ ἐπὶ τούτου τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος· ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ἡ ψῆφος αὕτη θὰ προκληθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ὅταν τουτέστι καταρτισθῇ τὸ Σῶμα. Μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ πολιτικὴ καὶ πολιτειακὴ θέσις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, μιᾶς τῶν ἐγκυροτάτων ἐκπροσωπήσεων τῆς μελέτης καὶ τῆς γνώσεως τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι τοῦτο οὔτε κατ’ ἀρχὴν ὀρθὸν εἶναι οὔτε σκόπιμον. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθόν, διότι ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας, ἀφ’ ἧς ὑποβάλλεται ἡ πρότασις, καὶ ἀπὸ τῆς γνώμης, ἀφ’ ἧς ἀφορμᾶται ὁ ὑποβαλὼν ταύτην θεωρῶν τὴν Συνέλευσιν ὡς Συντακτικήν, καλῶς καὶ συννόμως ὑποβάλλει ταύτην. Διότι, ὅτε ὁ ὑποβάλλων τὴν πρότασιν ἀναχωρεῖ ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς ὅτι Σύνταγμα δὲν ὑφίσταται πλέον, δῆλον ὅτι λογικὸν καὶ συνεπὲς εἶναι οὐδὲ τὸν Κανονισμόν, ὅστις ἀπὸ τοῦ Συντάγματος ἕλκει τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ καὶ τὸ κῦρος, νὰ ἀναγνωρίζῃ. Ἡ δὲ Συντακτικὴ Συνέλευσις, οἵαν φρονεῖ τὴν ὑπάρχουσαν, εἶναι κυρίαρχον Σῶμα καὶ δύναται καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ κανονίσῃ τὰς ἀποφάσεις του. Ὅ,τι ἀποφασίσῃ καὶ ὅπως καὶ ὅταν ἀποφασίσῃ, τοῦτο εἶναι καὶ τὸ κανονικόν. Εἶναι ἄρα λογικὴ καὶ σύμφωνος πρὸς ἑαυτὴν ἡ πρότασις αὕτη, ἀλλὰ πρὸς τούτοις εἶναι καὶ σκόπιμος. Διότι σκόπιμον θεωρῶ πρὸς ἐξοικονόμησιν χρόνου καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς λυσιτελείας τῶν συζητήσεων καὶ τῆς ἐν τάχει διεξαγωγῆς αὐτῶν, ὅπως ἀπὸ τοῦδε καὶ προκαταρκτικῶς, δι’ ἰδίας αὐτοτελοῦς προτάσεως, προκληθῇ ψῆφος τοῦ Σώματος περὶ τοῦ ἰδίου χαρακτηρισμοῦ ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἢ ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Διότι, ἐὰν ἄλλως γένηται, θὰ ἔχωμεν συζητήσεις ἀφ’ ἑνὸς ἐπὶ τοῦ ὅρκου μὴ λυούσας ἀμέσως τὸ ζήτημα, ἐπανάληψιν δὲ τῆς συζητήσεως μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος καὶ ἀπώλειαν χρόνου. Ὀρθότερον ἑπομένως εἶναι καὶ σκοπιμώτερον, ἀφοῦ ἅπαξ ἤχθη εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἐκκαθαρίσωμεν προηγουμένως καὶ ἀπὸ τοῦδε τὸ ἔδαφος ἐκ τῶν τοιούτων ἐνασχολήσεων. Εἶναι ἆρά γε τὸ ἐθνικὸν συνέδριον, εἰς ὃ παρακαθήμεθα, Συνέλευσις Συντακτικὴ ἢ Βουλὴ Ἀναθεωρητική; Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀκροτάτης σπουδαιότητος, δεόμενον ἐρεύνης πολλαπλῆς, ὅπως κατανοηθῶσι καὶ αἱ ἀρχαί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων πρέπει νὰ λυθῇ, καὶ αἱ συνέπειαι, εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη λύσις αὐτοῦ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι μετὰ τὰς λυπηρὰς σκηνάς, αἱ ὁποῖαι προηγουμένως διεδραματίσθησαν πρὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἤρξατο ἐνταῦθα ἡ συζήτησις, θὰ εἶχον δισταγμοὺς νὰ λάβω ἤδη ἐπὶ τοιούτου ζητήματος τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἡ θερμὴ ὑποδοχή, ἧς ἔτυχον οἱ σοφοὶ καὶ ἐμβριθεῖς καὶ συνετοὶ λόγοι καὶ αἱ συστάσεις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως καὶ τῆς εὐλαβοῦς προσοχῆς πρὸς πᾶσαν ἀντίθετον γνώμην, μὲ ἐνθαρρύνει νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου, αἵτινες ἀφίστανται τῶν ἀκροτήτων τῶν ἑκατέρωθεν, τείνουσι δὲ εἰς μέσην ὁδόν, ἥτις νομίζω ὅτι ἱκανοποιεῖ πλήρως τὰς οὐσιαστικὰς ἀπαιτήσεις ἑκατέρων τῶν ἀντιτιθεμένων μερίδων. Ὀφείλω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ εἴπω ὅτι τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον δὲν εἶναι ἀκριβῶς εἰπεῖν Βουλὴ Ἀναθεωρητική, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ τοὺς περιορισμούς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους νοεῖ τὸν ὅρον τοῦτον ἡ ἐπιστήμη τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου καὶ ἡ κρατοῦσα ἀντίληψις καὶ ἐφαρμογὴ εἰς τὴν πρακτικὴν τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ συνταγματικὰ ἐκεῖνα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἀποφαίνεται κατ’ ἀρχὴν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, διὰ δὲ τῆς ἐνεργείας τῆς ἀναθεωρήσεως συγκαλεῖται ἴδιον Σῶμα, εἰδικὴ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, εἰς τὰ συνταγματικὰ ἐκεῖνα Κράτη γεννᾶται τὸ ζήτημα, ὅπερ θὰ ἀπασχολήσῃ ἤδη καὶ τὴν ἡμετέραν Συνέλευσιν. Τὸ ζήτημα τουτέστιν, ἂν αἱ ἀποφάσεις αἱ ληφθεῖσαι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῆς ἀποφανθείσης περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, εἶναι ὑποχρεωτικαὶ καὶ ἐντὸς τίνων ὁρίων διὰ τὴν δευτέραν Βουλὴν τὴν εἰδικήν, τὴν Ἀναθεωρητικὴν καλουμένην. Δικαιοῦται ἆρά γε τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως ἀποφαινόμενον, νὰ χαράξῃ τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θέλει περιστραφῆ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ τὰ καθήκοντα ταύτης; Εἶναι ἆρά γε τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα ταύτης ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προδιέγραψε τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἢ ἡ ἐξουσία καὶ ἡ ἁρμοδιότης αὐτῆς καὶ πέρα ἐκείνων ἐκτείνεται; Δύναται ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ ἄλλων πλὴν τῶν ὁρισθεισῶν διατάξεων; Ἢ ἐκτὸς τούτου δύναται αὕτη καὶ εἰς ἐκτέλεσιν νομοθετικῶν καθηκόντων νὰ προβῇ; Τὰ ζητήματα ταῦτα, ὅτε δὲν ἔτυχον εἰδικῆς λύσεως εἰς τοὺς συνταγματικοὺς χάρτας, ἤγειραν ἀμφισβητήσεις. Ἤχθησαν καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιστήμης καὶ ἐνώπιον τῶν Συνελεύσεων εἰς ἀναλόγους πρὸς τὴν ἡμετέραν περιστάσεις. Αἱ γνῶμαι δὲ διῃρέθησαν καὶ τὸ ζήτημα στασιάζεται. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι οὐδὲν ἀπολύτως δικαίωμα ἔχει τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἵνα χαράξῃ ὅρια εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ὅρια τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένη, ὡς εἶπον, νὰ σεβασθῇ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Λέγουσιν οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἐρχομένη ἀνεξαρτήτως οἱωνδήποτε προγεγραμμένων ὁρίων, εἶναι κατὰ τὴν συνταγματικὴν ἔκφρασιν κυρία τῆς Ἡμερησίας αὑτῆς Διατάξεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ γνώμη ἀντίθετος, κατισχύουσα ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τῇ ἐφαρμογῇ, γνώμη, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐστηρῶς τὰ ὅρια τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς χαράσσει τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Ὄχι μόνον σημειοῦται τὸ νομοθετικὸν Σῶμα τὰ ἄρθρα, ἐφ’ ὧν θὰ ἐκταθῇ ἡ ἀναθεώρησις, ἀλλ’ ἔτι πλέον, σημειοῦται καὶ τὰς παραγράφους ἐκείνων· καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, κατὰ τὴν γνώμην ταύτην, νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα καὶ νὰ μὴ ἐξέλθῃ αὐτῶν οὔτε πρὸς ἐνέργειαν ἄλλων συνταγματικῶν μεταβολῶν οὔτε πρὸς ἐκτέλεσιν νομοθετικῶν καθηκόντων. Τὰ περὶ τούτου δύναταί τις νὰ εὕρῃ εἰς συνταγματικὴν ἱστορίαν τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἅτινα προέβησαν εἰς ἀναθεωρήσεις τῶν Συνταγμάτων των. Ἀλλ’ εἰκόνα ἀκριβεστέραν τῶν ζητημάτων τούτων ἀνευρίσκει τις εἰς τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας ἐν Γαλλίᾳ πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τοῦ 1875 κατὰ τὸ ἔτος 1879. Κυρίως δὲ εἰς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν ἐνώπιον ἑκατέρου τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, διὰ τὴν ἀναθεώρησιν, ἥτις προετάθη ὑπὸ τοῦ Γαμβέττα κατὰ τὸ 1882 καὶ συνετελέσθη τῷ 1884. Ὁ παρακολουθῶν τὰς ἐνώπιον ἑκατέρου τῶν Σωμάτων τούτων συζητήσεις, ὁ παρακολουθῶν ἰδίᾳ τὰς συζητήσεις καὶ τὰς θυέλλας, ἃς ἐγέννησε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως κατὰ τὸ 1884, λαμβάνει πλήρη καὶ ἀρτίαν τὴν εἰκόνα αὐτοῦ. Ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες περιορίζουσι τὰ ὅρια τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐχάραξε τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, γνώμη τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ ὁ Γαμβέττας ὡς Πρωθυπουργὸς ἐν ἔτει 1882 διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ περὶ ἀναθεωρήσεως νομοσχεδίου, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κατίσχυσεν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τοῦ 1884. Καὶ πᾶσαι αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπεδιώκετο ἡ μεταρρύθμισις ἄλλων ἄρθρων, ἀπερρίφθησαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ὡς ἀπαράδεκτοι. Ἀλλ’ ἐνώπιον ἡμῶν ἐγείρεται ἤδη τὸ ἐρώτημα· ἔχουσιν ἆρά γε ἐφαρμογὴν αἱ θεωρίαι αὗται; Ἔχουσι χρησιμότητά τινα ἐν τῷ προκειμένῳ αἱ περὶ τούτου συζητήσεις αἱ συνταγματικαί; Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 107 ἔταμε τὴν συνταγματικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀμφισβήτησιν ὑπὲρ τῆς δευτέρας ἐκδοχῆς· τῆς ἐκδοχῆς ἡ ὁποία κατίσχυσεν ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1884. Καὶ εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς δύο συνεχεῖς Περιόδους ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν διὰ πράξεως ὁριζούσης καὶ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Ἄρα καθορίζει καὶ ἀπαριθμεῖ οὐχὶ ἁπλῶς τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον ἔτι, τὰς διατάξεις, τὰς παραγράφους ἑκάστου ἄρθρου. Εἶναι ἄρα ἐκτὸς πάσης σπουδαίας ἀμφιλογίας, ὅτι ἐννοεῖ νὰ περιορίσῃ τὰ ὅρια τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καί τι πλέον. Τὸ ἄρθρον 107 λέγει ὅτι συγκαλεῖται Βουλὴ ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν εἰδικῶς πρὸς τοῦτο· καὶ διὰ τῆς ῥήτρας ἄρα ταύτης ἀποκλείεται ἡ ἐνέργεια νομοθετικῶν καθηκόντων. Ὅλα ταῦτα, Κύριοι, θὰ εἶχον πλήρη ἐφαρμογὴν εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 107 καὶ κατ’ αὐτὸ, συνεκαλούμεθα πρὸς ἀναθεώρησιν. Ἐν προκειμένῳ ὅμως συμβαίνει τὸ ἐναντίον. Ἐν προκειμένῳ ἔχομεν κατάλυσιν τοῦ ἄρθρου 107, οὐχὶ βεβαίως ὁλοκλήρου, ἀλλ’ καθ’ ὅσον τοῦτο κανονίζει τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως· ἔχομεν κατάλυσιν γενομένην διὰ βιαίων πολιτειακῶν πράξεων. Διότι ἀπὸ συνταγματικῆς καὶ πολιτειακῆς ἐπόψεως δὲν δύναται βεβαίως νὰ φιλονεικηθῇ σοβαρῶς, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Βουλῆς τῆς 19 Φεβρουαρίου, ἡ γενομένη ἐπὶ τῷ προδεδηλωμένῳ σκοπῷ τῆς ἀμέσου ἀναθεωρήσεως, ἀποτελεῖ αὐτόχρημα ἐπαναστατικὴν πρᾶξιν· διότι καὶ αὕτη ὑπαγορευθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς παρεβίασε τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἥτις ἄλλας διέγραφε πρὸς ἀναθεώρησιν ἐγγυήσεις. Τὸ ἐπακολουθῆσαν δὲ καὶ σύμφωνον πρὸς ταύτην Διάγγελμα τοῦ Βασιλέως δὲν δύναται ἐπίσης νὰ φιλονεικηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ πραξικόπημα πολιτικόν. Ἀφοῦ δὲ ὁ λαὸς υἱοθέτησε ταῦτα καὶ ἔστερξε καὶ ἐπεδοκίμασε τὴν ἄμεσον ἀναθεώρησιν, τὸ ἄρθρον 107 κατελύθη ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καὶ ἔπαυσεν ὑφιστάμενον. Τούτου τεθέντος πῶς καὶ πόθεν καὶ τίνες θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν περιορισμοί; Ἡ πρᾶξις τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Βασιλικὸν Διάγγελμα ἐχάραξαν ἀληθῶς τὰ ὅρια τῶν ἔργων μας. Ἀλλ’ αἱ πράξεις αὗται συνταγματικὴν καὶ νόμιμον δύναμιν οὐδεμίαν ἔχουσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν στηρίζονται εἰς τὸ Σύνταγμα. Θὰ εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῶμεν ἀκριβῶς τὰ ὅρια ταῦτα, μόνον ἂν εἴχομεν πρὸ ἡμῶν τὰς ἀποφάσεις δύο Βουλῶν εἰς δύο συνεχεῖς Περιόδους. Ἀπὸ μέρους λοιπὸν τοῦ Συντάγματος ἀναμφισβητήτως δὲν ὑπάρχει κώλυμα εἰς ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τοῦ Διαγγέλματος ἐκείνου καὶ ἀπὸ τῆς πράξεως ἐκείνης τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα). Πόθεν δὲ ἄλλοθεν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἡμῖν ὑποχρέωσις τῆς τηρήσεως τούτου, ἀφοῦ δὲν ἐπιβάλλεται πλέον ἐκ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως; Ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰπόντος ἢ μᾶλλον ἀφήσαντος νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι σύμβασίς τις συνετελέσθη διὰ τῆς πράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Διαγγέλματος, πέρα τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ ἐκταθῶσι τὰ ἔργα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω ὅτι ἀβασανίστως ἐρρίφθη ἐνταῦθα ἡ θεωρία τῆς συμβάσεως. Ἴσως εἶναι εἰλημμένη ἐκ τῶν ἐν Γαλλίᾳ συζητήσεων τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει καὶ παρὰ τοῖς Γάλλοις συνταγματολόγοις· καὶ ἀληθῶς ἐκεῖ εἶχε θέσιν τινὰ ἡ θεωρία αὕτη, καίτοι κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν ἐν τῷ πολιτικῷ δικαίῳ εἶναι ἥκιστα ἠκριβολογημένη ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως. Διότι ἐν Γαλλίᾳ ἐκαλεῖτο ἡ Συνέλευσις, συμφώνως πρὸς τὰ ἐκεῖ συνταγματικὰ νόμιμα, συνεπείᾳ ἀποφάσεως περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, γενομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων, καὶ συνεπείᾳ ὁμοφώνου ἐπὶ πασῶν τούτων ἀποφάσεως τῆς Γερουσίας. Καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις αὕτη ἀπετελεῖτο ἐκ τῶν δύο Σωμάτων, Βουλῆς καὶ Γερουσίας, ἡνωμένων, καὶ ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα προηγουμένως εἰς κεχωρισμένα Σώματα ἀπεφήναντο ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἦτο ἄρα εὔλογος ὑπὸ πραγματικὴν καὶ οὐσιαστικὴν τοὐλάχιστον ἔποψιν, ἀδόκιμος δὲ πάντως ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἡ θεωρία τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία κατίσχυσεν ἐν τῇ Γαλλικῇ Συνελεύσει καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας ἐτηρήθησαν αὐστηρῶς τὰ ὅρια, ἅτινα κατ’ ἰδίαν προηγουμένως αἱ δύο Βουλαὶ εἶχον χαράξει. Ἀλλὰ ποῖον συνάλλαγμα, ποία σύμβασις δεσμευτικὴ δι’ ἡμᾶς δύναται νῦν νὰ ἐννοηθῇ ἐξ ὅσων συνεφωνήθησαν μεταξὺ τῆς ἐπαναστατησάσης Βουλῆς καὶ τοῦ μετ’ αὐτῆς εἰς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις συμφωνήσαντος μοναρχικοῦ παράγοντος; Καὶ ποῦ εἶναι κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην ὁ κυρίως ἐνδιαφερόμενος λαός, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἤδη ἕλκομεν τὰ δικαιώματά μας καὶ ἐκ τῆς ἐντολῆς τοῦ ὁποίου καὶ μόνης θὰ κανονίσωμεν τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἔκτασιν τούτων; (Χειροκροτήματα). Εἶναι ἄρα ἀναμφισβήτητον ἐπιστημονικῶς καὶ πολιτικῶς, ὅτι τὸ σημεῖον, εἰς ὃ θὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἵνα ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ Σώματος τούτου, εἶναι αἱ ἐκλογαὶ τῆς 8ης Αὐγούστου. Ἐκεῖθεν θὰ ἀρυσθῶμεν τὴν λύσιν. Ἂν ἡ ἐντολή, ἡ ὁποία ἐδόθη ἡμῖν, —διότι συνταγματικὴν διάταξιν δεσμεύουσαν δὲν ἔχομεν, καὶ σύμβασιν ὑποχρεοῦσαν ἡμᾶς ἐπίσης δὲν ἔχομεν— περιορίζηται εἰς τὰ ὅρια τοῦ Διαγγέλματος, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὅλοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβασθῶμεν τῶν ἐντολέων ἡμῶν τὴν θέλησιν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη πολλῶν συζητήσεων καὶ καταναλώσεως χρόνου, ἵνα κατανοηθῇ ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ ἐπὶ τοσοῦτον περιοριστικὴ ἦτο ἡ ἐκδήλωσις τῆς θελήσεως τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Ἂν ἐνόει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν οὔτε ἀπὸ τὰ ἄρθρα οὔτε ἀπὸ τὰ ἐδάφια, τὰ ὁποῖα ἐχάραξεν ἡ κυβερνητικὴ χεὶρ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς 11 Φεβρουαρίου, νὰ ἐξέλθωμεν. Ἀλλὰ τότε πῶς θὰ ἀναθεωρηθῶσι πλεῖσται διατάξεις τοῦ Συντάγματος μὴ περιλαμβανόμεναι ἐν τῷ Διαγγέλματι, ἐφ’ ὧν ὅμως δεδηλωμένη τυγχάνει ἡ περὶ ἀναθεωρήσεως γνώμη τοῦ λαοῦ; Ἀλλὰ καί τι πλέον, Κύριοι. Θὰ ἔπρεπεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ εἴπωμεν καὶ θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν, ὅτι, ἂν τοσοῦτον περιωρισμένη ἦτο ἡ ἐντολὴ τοῦ Σώματος τούτου, οὐδὲ νομοθετικὰ καθήκοντα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ. Ἀλλὰ δύνασθε σπουδαίως νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς δὲν ἔγκειται κυρίως καὶ πρωτίστως ἡ νομοθετικὴ πρόνοια; Τίς εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ τὰς συνεχεῖς διαμαρτυρίας καὶ τὰ παράπονα λαοῦ τοσούτῳ δεινῶς χειμαζομένου καὶ ἐπιζητοῦντος τὴν λύσιν ζωτικωτάτων τοπικῶν ζητημάτων; (Χειροκροτήματα). Καὶ ὅτε καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, Κύριοι, εἶναι ἀπολύτως βεβαιωμένον ὅτι ἡ ἔννοια τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς κεῖται τελείως ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀποφάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Β. Διαγγέλματος, δυνάμεθα πλέον νὰ ἀμφιβάλλωμεν ὅτι ὄχι μόνον δέσμευσιν οὐδαμόθεν ἔχομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς ταῦτα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν καὶ ὑποχρέωσιν ἔχομεν νὰ προβῶμεν εἰς ἀναθεώρησιν καὶ ἄλλων διατάξεων πέρα ἐκείνων κειμένων καὶ εἰς θεμελίωσιν νέων συνταγματικῶν διατάξεων μὴ θεμελιωδῶν, αἵτινες δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ὑπάρχοντι Συντάγματι, καὶ εἰς θεμελίωσιν ὀργανικῶν νόμων; Ἀλλ’ ἂν ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἀληθῆ καὶ ἀναμφισβήτητα, νέον ἐγείρεται ἐρώτημα· ἐξερχόμενοι τῶν ὁρίων τοῦ Διαγγέλματος εἰς ποῖον σημεῖον θὰ σταματήσωμεν; Ἡ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 107 παρεχομένη ἡμῖν ἐλευθερία μέχρι τίνος ὁρίου ἐκτείνεται; Ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ σταματήσωμεν, ἀπομακρυνόμενοι τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐχάραξε τὸ Βασ. Διάγγελμα; Τοῦτο εἶναι τὸ σταθμητέον. Ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ ἄρθρου 107 ἔπεται ἆρά γε, ἐκ τούτου καὶ μόνου, ὅτι ἡ καλουμένη Συνέλευσις εἶναι Συντακτική; Ὅτι δηλαδὴ εἶναι περιβεβλημένη τὴν κυριαρχικὴν ἐκείνην ἐξουσίαν τοῦ λαοῦ πρὸς νέαν σύνταξιν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην.
§52Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὖγε!
§53Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προϋπόθεσις τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος εἶναι πρῶτον μὲν καθολικὴ κατάλυσις τοῦ Συντάγματος εἴτε ἐκ τῶν κάτω εἴτε ἐκ τῶν ἄνω· δεύτερον δὲ εἰδικὴ ἐντολὴ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ πρὸς ἀνασύνταξιν τῆς Πολιτείας. Οἱ δύο οὗτοι ὅροι εἶναι συστατικοὶ καὶ ἑπομένως ἀπαραίτητοι ἵνα γίνῃ λόγος περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Συντακτικὴ ἦτο ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862, διότι ἡ ἐπανάστασις ἐστρέφετο κατὰ τοῦ πολιτεύματος, καὶ τὸ ἐπαναστατικὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐγράφη ἐπὶ τοῦ τηλεβόλου, ἐκάλει Ἐθνικὴν Συνέλευσιν πρὸς σύνταξιν τῆς Πολιτείας. Ἐρωτῶ: ἤδη ὑπὸ τὰς αὐτὰς εὑρισκόμεθα συνθήκας; Ἡ γενομένη ἐπανάστασις ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπασχολεῖ—καὶ ἐννοῶ τὴν γενομένην διὰ τῆς πράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Βασ. Διαγγέλματος— τίνα σκοπὸν καὶ τίνα ἔκτασιν εἶχον; Καὶ συνεπῶς μέχρι τίνος σημείου ἐκτείνεται ἡ διὰ τῶν πράξεων τούτων, ἃς ἡ ἐπανάστασις ἐπέβαλε, κατάργησις τοῦ Συντάγματος; Ἔχω τὴν γνώμην καὶ θεωρῶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως ὅτι ἡ ἐπανάστασις οὐδεμίαν οὔτε ἀπὸ τὰς θεμελιώδεις οὔτε ἀπὸ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος κατήργησε. Κατέλυσε μόνον τὴν διαδικασίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία καθιεροῦτο ἀπὸ τὸ ἄρθρον 107 διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 107 κατ’ ἀπομίμησιν ἄλλων Συνταγμάτων, ἀλλὰ μετὰ μείζονος αὐστηρότητος καὶ πρωτοτυπίας ἐν πολλοῖς, ἀναγράφονται δύο ἀρχαὶ ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι ἀλλήλων. Διέκρινον οἱ συνταγματικοὶ νομοθέται τοῦ 1862 τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἰς θεμελιώδεις καὶ μὴ τοιαύτας. Καὶ ἐθέσπισαν ὅτι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις οὐδέποτε, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ καὶ κατ’ οὐδένα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναθεωρηθῶσι. Πέραν αὐτῶν ἐκτείνονται αἱ διατάξεις αἱ μὴ θεμελιώδεις, αἱ ὁποῖαι ἀναθεωροῦνται ὧδέ πως· καὶ τὸ ἄρθρον 107 ἀναγράφει τὸν τρόπον καὶ τὴν διαδικασίαν, καθ’ ἣν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀναθεώρησις αὐτῶν. Ἂς ἀναζήσωμεν ἐπὶ στιγμὴν εἰς παρῳχημένους χρόνους, ἵνα ἐνθυμηθῶμεν ὅτι αἱ μεμψιμοιρίαι καθ’ ὡρισμένων συνταγματικῶν διατάξεων καὶ κατὰ τῆς ἐλλείψεως ἄλλων ἤρχισαν ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη εἰς ἐπιστημονικὰ συγγράμματα, εἰς ἐπιστημονικοὺς συλλόγους, εἰς ἑταιρείας, καὶ κατὰ πᾶσαν εὐκαιρίαν, ἐξεδηλώθη πάντοτε ἡ εὐχὴ περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως. Κώλυμα ἐν τούτοις ἐπιπροσθοῦν εἰς ταύτην, κώλυμα δυσυπέρβλητον, ἂν μὴ ἀνυπέρβλητον, ἦτο τὸ οἰκονομικὸν καθεστώς, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐκ τῆς πείρας ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ἀναθεώρησις, καίτοι ἡ ἀνάγκη ταύτης εἶχεν ὡριμάσει ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ. Ἰδοὺ ποῦ παρενέβη ἡ ἐπανάστασις εἰς βιαίαν ἄρσιν τῆς δυσχερείας ταύτης, τοῦ κωλύματος τούτου. Ἰδοὺ ποῦ ἀνεφάνη καὶ εἶπεν ὅτι καταλύει τὴν διαδικασίαν αὐτὴν καὶ καλεῖ ἀμέσως τὸ ἐθνικὸν συνέδριον εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀναθεωρήσεως, δηλαδὴ τῶν μὴ θεμελιωδῶν. Πέρα τοῦ σημείου τούτου δὲν προέβη ἡ ἐπανάστασις. Δὲν κατέλυσε τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου 107, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδέποτε συγχωρεῖται ἡ ἀναθεώρησις τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ καταλύσωμεν ἤδη ὅ,τι ἐσεβάσθη ἡ ἐπανάστασις; Ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ἤδη ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ διὰ ψηφίσματος ἀπεφαίνετο ἑαυτὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, βεβαίως κατὰ τὴν ἐμὴν ἐπιστημονικὴν καὶ πολιτικὴν πεποίθησιν θὰ ἔκαμνε πρᾶξιν αὐτόχρημα ἐπαναστατικήν. Ἤθελε κηρύξει νέαν ἐπανάστασιν ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ καὶ ἐπαναστατικῶς θὰ ἀνελάμβανεν ὡς τοιαύτη τὴν ἀνασύνταξιν τῆς Πολιτείας ὑπὸ ὅλους τοὺς κινδύνους, ὑπὸ ὅλας τὰς προϋποθέσεις καὶ ὑπὸ ὅλας τὰς συνεπείας τοιαύτης μεγίστης ἀποφάσεως. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, Κύριοι, ὅτι τὸ Βασ. Διάγγελμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου καλούμεθα, εἶναι χάρτης ἄγραφος — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις — δι’ ἡμᾶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑποχρεωτικῆς δυνάμεως τῶν περιορισμῶν, οὓς ἀνέγραψεν, ὅτι συνεπῶς εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ἀναθεωρήσωμεν πάσας τὰς κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀναθεωρητέας, τὰς μὴ θεμελιώδεις τουτέστι, διατάξεις. Ὅτι εἴμεθα ἐλεύθεροι καὶ δικαιούμεθα νὰ προσθέσωμεν καὶ νέας διατάξεις μὴ ὑπαρχούσας εἰς τὸ Σύνταγμα, μὴ θεμελιώδεις δέ. Ὅτι ἔχομεν καὶ πάντα τά δικαιώματα καὶ πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν, ἵνα ὡς Σῶμα νομοθετικὸν ἐργασθῶμεν νομοθετοῦντες.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἄλλου, Κύριοι, ἐξ ὅσων εἶπον, ἀποκρούεται ἡ κήρυξις τῆς Συνελεύσεως ὡς Συντακτικῆς. Διότι τότε θὰ εἶχεν ἕκαστος ἡμῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως πασῶν ἐν γένει τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου μέχρι τοῦ τελευταίου, παρὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου 107, ἣν ἐσεβάσθη ἡ ἐπανάστασις. Θὰ εἴχομεν δὲ πρὸ ἡμῶν διαρκῶς τοὺς σοβαρωτάτους κινδύνους, τοὺς ὁποίους πάντοτε ἐγκυμονεῖ ἡ περὶ τοῦ πολιτεύματος ἀβεβαιότης. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἀποδείξωμεν ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει.
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὕτη κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν εἶναι ἡ συνταγματικὴ καὶ νομικὴ οὕτως εἰπεῖν ὄψις τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις, ἴσως, καὶ δικαιοῦται νὰ εἴπῃ· ἆρά γε ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν ἐξετάζονται τὰ ζητήματα ταῦτα ἐνώπιον Σώματος πολιτικοῦ;
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ εἶναι νομικῶς ἔγκυροι αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν;
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Περιμένετε ὅμως, διὰ νὰ μὴ διασπάσω τὴν σειράν τῶν σκέψεών μου. Θὰ ἠδύνατο, λέγω, νὰ ἐρωτήσῃ τις· εἶναι ἆρά γε ἡ συνταγματική, ἡ νομικὴ ἄποψις ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δίδῃ τὴν λύσιν εἰς ζητήματα τοιαύτης φύσεως; Δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ σκοπιμότης ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει τὸν τόνον εἰς ταῦτα; Εἶμαι ὑπὲρ ταύτης τῆς γνώμης, Κύριοι, καὶ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον πεισθῆ ὅτι λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος ἐνδεικνύουσι νὰ περιορισθῶσι τὰ ἔργα ἡμῶν εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐχάραξε τὸ Διάταγμα, θὰ ἐθεώρουν ἀδικαιολόγητον καὶ κενόσπουδον πᾶσαν νομικὴν καὶ συνταγματικὴν ἀκριβολογίαν. Ἀλλὰ καὶ ἀντιθέτως, ἂν ἐπειθόμην, ὅτι λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος, λόγοι ἐθνικοῦ συμφέροντος ἐπέβαλλον τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἤθελον κηρυχθῆ ὑπὲρ αὐτῆς. Καὶ θὰ ἔστεργον εἰς τοῦτο, καίτοι ἀποτελεῖ κατ’ ἀλήθειαν νέον ἐπαναστατικὸν κήρυγμα. Διότι ἄγομαι ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι τὰ ἔργα τῶν πολιτικῶν καὶ νομοθετικῶν Σωμάτων δὲν δύνανται νὰ διαγράφωνται ἀπὸ νομικὰς θεωρίας καὶ συνταγματικὰς συζητήσεις ἀπηλλαγμένας ἀπὸ τῆς ἐρεύνης τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος. Τοῦτο κυρίως διαγράφει τὰς θεμελιώδεις καὶ κυριωτάτας γραμμάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀφανίζονται πᾶσαι αἱ νομικαὶ λεπτολογίαι καὶ αἱ ἀκαδημαϊκαὶ σχολαστικότητες. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην ὅτι, ὡς ἡ ὄψις τῆς συνταγματικότητος, οὕτω καὶ ἡ ἄποψις τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν βάσανον καὶ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος ἐπιβάλλουσιν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῶν ὁρίων τοῦ Διαγγέλματος· διότι δυστυχῶς κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἐπεκράτησαν σκέψεις πολιτικῆς στενῆς. Καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφορμώμενος βεβαίως ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως ὡς ἐκ τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα συνετάραττον τότε τὴν Πολιτείαν, ἠθέλησεν, εἰσηγούμενος τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως σχέδιον, νὰ χαράξῃ στενῶς τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν. Καὶ εἶπεν, ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, ὅτι οὐδεὶς εἶναι ἐκεῖνος ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐλευσομένης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἡ τότε Βουλὴ θὰ διέγραφε.
§60ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποτέ, ποτέ.
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· τότε τὸ εἴπετε.
§62ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· ὡμίλησα μόνον περὶ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, εἶμαι δὲ βέβαιος περὶ τοῦ πράγματος, διότι ἤκουσα καὶ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἐχόντων ἀντίθετον γνώμην. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἡ πρότασις ἡ ψηφιζομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς περὶ Ἀναθεωρητικοῦ Συνεδρίου ἀπετέλει μόνον τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς ἐνώπιον τῆς διπλῆς Βουλῆς, ὅτι δὲ παρὰ τῇ Βουλῇ τῇ διπλῇ ὑπάρχει πλῆρες δικαίωμα πρωτοβουλίας, ἥτις θέλει δυνηθῆ πρὸς ταῖς προτάσεσι ταῖς ὑποβληθείσαις νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐξέτασιν καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν ἄλλων μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, αἵτινες θὰ ἐκρίνοντο ὑπ’ αὐτῆς ἀναθεωρητέαι. Ἐὰν προσέξητε εἰς τὸ Διάγγελμα τῆς 18ης Φεβρουαρίου, θέλετε ἴδει ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς ἐν ἐκείνῳ περιλαμβάνεται. Ἐὰν προσέξητε δὲ καὶ εἰς τὸν προχθεσινὸν Βασιλικὸν Λόγον, θέλετε ἴδει ὅτι σαφῶς τοῦτο λέγεται.
§63Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι πείθομαι εἰς τὴν βεβαίωσίν σας.
§64ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ θέματος, περὶ οὗ ἔχω πλήρη τὴν ἰδίαν γνῶσιν, παρακαλῶ νὰ πεισθῆτε ὅτι αὕτη ἦτο ἡ ἰδέα μου, καὶ ἀπόδειξις ὅτι αἱ προτάσεις αἱ ὑπ’ ἐμοῦ διατυπωθεῖσαι ἐξετείνοντο εὐρύτερον, ἀλλ’ ἵνα μὴ παρακωλύσω τὸ ἔργον τῆς ψηφίσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς παρεσιώπησα τὰς προτάσεις μου ἐκείνας τὰς οὐσιώδεις, σκεφθεὶς ὅτι εἶχον καιρὸν νὰ εἰσαγάγω ἔπειτα ἐνταῦθα, ὅπου βεβαίως ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω αὐτὰς κατὰ τὴν γενησομένην συζήτησιν.
§65Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγῶν τοὺς λόγους μου, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διακοπήν, παρατηρῶ ὅτι σκοπός μου βεβαίως δὲν εἶναι νὰ κατακρίνω ἐνταῦθα τῆς Βουλῆς ἐκείνης τὴν πρᾶξιν ἢ ἀπόφασιν οὔτε καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὴν εἰσήγησιν. Ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ ἐκφράσω ἐνδοιασμὸν ἂν ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις, ἥτις ὑπηγόρευσε τοὺς περιορισμοὺς τοῦ σχεδίου τῆς ἀναθεωρήσεως, ἔτυχε τοῦ σκοποῦ. Ἠθέλησα νὰ ἐκφράσω ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος τῆς κατευθύνσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως, εἰς ὃ ἐκλήθη ὁ λαός, διὰ τῆς ἀναγραφῆς ὡρισμένων διατάξεων καὶ τῆς παραλείψεως ἄλλων, ἐπὶ τῶν ὁποίων μᾶλλον ἐναργὴς ἦτο τῆς κοινῆς γνώμης ἡ ἀξίωσις. Ἠθέλησα νὰ ἐκφράσω ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς ἐπαρκοῦς διαγνώσεως τῶν ψυχολογικῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους λειτουργοῦσι Σώματα πολυμελῆ τοιαύτης προελεύσεως, τοιαύτης συνθέσεως καὶ τοιαύτης ἀποστολῆς. Διότι, ὡς ἀνεγνώρισε, διακόψας με, καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ὁποίων ἀπὸ δεκαετηρίδων ὅλων ἔχει στραφῆ ἡ δημοσία προσοχή. Ἐν τούτοις οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους κατηρτίσθη τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως ψήφισμα τῆς Βουλῆς· αἱ προηγηθεῖσαι συνεννοήσεις τῶν κομμάτων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἡ ἀφαίρεσις ὡρισμένων διατάξεων ἐκ τοῦ προσχεδίου—καὶ κατὰ σύμπτωσιν τῶν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἄλλων, ἃς κατ’ ἐξοχὴν ἠξίου ἡ δημοσία γνώμη— ἐγέννησαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς προδιαθέσεις εἰς ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν ηὔξησαν μεταγενέστερα γεγονότα. Εἶναι ἄρα ἐνδεδειγμένον νὰ καταστῇ δυνατὴ ἤδη ἡ ἀναθεώρησις καὶ τῶν λοιπῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν ὁποίων ἔχει ὡριμάσει ἡ κοινὴ συνείδησις. Νὰ ἐπιτραπῇ δὲ ἐλευθέρα ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων σοβαρὰ ὁπωσδήποτε προβάλλεται γνώμη. Ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη ζητεῖται ἐπιμόνως ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος καὶ, ἀδιάφορον ἂν καλῶς ἢ κακῶς, εἰς τὰς ἐλλείψεις τούτου ἀποδίδονται τὰ δεινὰ τῆς συγχρόνου πολιτικῆς καταστάσεως. Θὰ ἦτο αὐτόχρημα πολιτικὴ ἀφροσύνη ὁ περιορισμὸς τῆς ἀναθεωρήσεως. Θὰ ἄφηνεν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἔθνους τὴν ἐπικίνδυνον διὰ τὸ μέλλον πεποίθησιν, ὅτι ἄνευ αὐτοῦ ἄλλως θὰ εὐωδοῦντο τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα. Πρέπει πρὸς τούτοις νὰ προσθέσω ὅτι, ὡς ἔχει ἤδη ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ἐνδεδειγμένον εἶναι ὅπως τὸ Σῶμα τοῦτο περιβληθῆ καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Διότι κυρίως ἀπὸ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ὡς τοιούτου καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἰδεῶν, ἃς ἐμπνέει καὶ ὑποβοηθεῖ ἡ νέα τροπὴ τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου, ἀναμένει ὁ λαὸς μεταβολὴν τῆς καταστάσεως. Θὰ ἦτο πολιτικὴ ἀφροσύνη, ἂν ἀφήνετο νὰ παρέλθῃ ἄκαρπος ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ ἐξαιρετικὴ εὐκαιρία, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς ἡμᾶς πρὸς θεμελίωσιν ὀργανικῶν νόμων, τῶν ὁποίων ἀδύνατος θὰ ἦτο ἡ νομοθέτησις ὑπὸ ἄλλην κατάστασιν πραγμάτων, ἡ θεμελίωσις νόμων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπροστάτευον καὶ θὰ ἐξησφάλιζον τὴν τροπήν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὰ πολιτικὰ ἡμῶν ἤθη καὶ εἰς τὸν πολιτικόν μας βίον. Εἶναι βεβαίως κοινὴ εὐχὴ καὶ ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους ἡ ταχεῖα περάτωσις τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσω καὶ περαιτέρω γνώμην περὶ τούτου, θὰ ἠδυνάμην νὰ διατυπώσω ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος, τῆς σπουδῆς, ἣν ὑπαγορεύουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκ τῆς πολιτικῆς αὐτῶν θέσεως ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἴδωσι τὸν τόνον καὶ τὴν κατεύθυνσιν εἰς τὰς συζητήσεις καὶ τὴν πορείαν τῶν πολιτικῶν Σωμάτων. Καὶ ἡ φράσις ἐκείνη, ἡ ὁποία μετεβιβάσθη ἡμῖν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θρόνου περὶ σπουδῆς ἐν τοῖς ἔργοις, θὰ ἦτο πλήρης καὶ ἀρτία, ἐὰν συνεπληροῦτο διὰ τῆς βραδείας σπουδῆς. Οὐχὶ ἁπλῶς σπουδή, ἀλλὰ βραδεῖα σπουδὴ ἐνδείκνυται.
§66ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μελέτη.
§67Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἡρμήνευσα ὡς ἐπίσπευσιν. Ἄλλως τε ἀποβλέπω εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον περὶ τούτου εἴπετε καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τοσάκις διελαλήθησαν καὶ ὑφ’ ὑμῶν καὶ ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὅτι ἐπὶ 40 τὸ πολὺ ἡμέρας θὰ διαρκέσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως! Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει του ὅρους, ὑφ’ οὓς συνεκλήθησαν καὶ ἐλειτούργησαν ἀλλαχοῦ παρεμφερῆ συνέδρια, ἵνα κρίνῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἡ σπουδὴ ἢ εἶναι ἐνδεδειγμένη πολλάκις ἡ ἀπώλεια ἀκόμη χρόνου χάριν τῆς ἀκινδύνου διεξαγωγῆς τῶν ἔργων συνεδρίων ἐχόντων τόσῳ εὐρεῖαν ἐξουσίαν καὶ τοσαῦτα δικαιώματα. Δὲν θέλω νὰ ἐνθυμηθῶ πόσον διήρκεσεν ἐν Πορτογαλλίᾳ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ ἔτος 1885, καίτοι τὰ κόμματα εἶχον συμφωνήσει ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων οὔτε τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1887 γενομένην ἀναθεώρησιν τοῦ Ὁλλανδικοῦ Συντάγματος. Περιορίζομαι νὰ ὑπομνήσω τὴν ἐν ἔτει 1892–1893 ἀναθεώρησιν τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, τὴν κανονικῶς καὶ οὐχὶ συνεπείᾳ ἐπαναστάσεως γενομένην. Ἀνεθεωρήθησαν ἕνδεκα μόνον ἄρθρα αὐτοῦ καὶ ἐδαπανήθη, Κύριοι, πρὸς τοῦτο χρονικὸν διάστημα δέκα τεσσάρων μηνῶν, ἀπὸ 12 Ἰουλίου 1892 μέχρι τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1893. Δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ ἐπιδοκιμάσω τὸ γεγονός. Περιορίζομαι μόνον νὰ βεβαιώσω τοῦτο καὶ ἀναζητήσω εἰς τοῦτο τοὺς ἐξαιρετικοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐλειτούργησαν ἀλλαχοῦ τοιαύτης ἀποστολῆς Σώματα, καὶ τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα, ἡ ὁποία ἐμπνέει τὴν ἀνοχὴν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες κανονίζουσι τὴν ἔναρξιν καὶ τὸ πέρας τοιούτων συζητήσεων. Ἡ παράτασις αὕτη τῆς Βελγικῆς Ἀναθεωρήσεως κατακρίνεται εὐλόγως ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τοῦ πλημμελοῦς συστήματος, καθ’ ὃ ἡ ἀναθεώρησις γίνεται, οὐχὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος τοῦ ἀποφαινομένου περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ εἰδικῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἀμφιβάλλω ὅμως ἂν τὴν ἐπιστημονικὴν κατάκρισιν τῆς τοιαύτης παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν συνεμερίσθη σοβαρά ποτε γνώμη τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἡ πρόθεσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν τὰς ἐργασίας τῆς Βελγικῆς Συνελεύσεως, βεβαίως ἦτο ὑπὲρ τῆς ταχείας περατώσεως τῶν ἔργων αὐτῆς, ἀλλ’ ἐσκέφθην ὅτι μικρὰ πολλάκις ἀδεξιότης ἢ αὐστηρότης περὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοιούτου συνεδρίου δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπολογίσωσι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀναιτίως τὰ προκαλοῦσι, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παραφερόμενοι τὰ ἐκτελοῦσιν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ ἐνασχόλησις ἡμῶν καὶ πέρα τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διέγραψε τὸ Διάγγελμα, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναθεωρήσεως μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν προσθήκης τοιούτων, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἄλλης κυρίως νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐὰν λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος καὶ πρακτικῆς ἀκόμη ἀντιλήψεως συνηγορῶσιν ὑπὲρ τοιαύτης ἐπεκτάσεως, νομίζω ὅτι λόγοι ἐπίσης σπουδαῖοι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ὠθήσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν μέχρι κηρύξεως τῆς Συνελεύσεως ὡς Συντακτικῆς μέχρι καταλύσεως δηλαδὴ τοῦ Συντάγματος. Ἡ κήρυξις Συντακτικῆς Συνελεύσεως θὰ ἐσήμαινε καθολικὴν κατάλυσιν τοῦ ὑπάρχοντος Συντάγματος, ἔναρξιν τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν ἄρθρων αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου· νέαν ὅρκισιν τοῦ Βασιλέως καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἀνυπαρξίαν πολιτεύματος. Θὰ ἦτο ἀκατανόητον, Κύριοι, ὑπὸ τοιαύτας ἐσωτερικὰς περιστάσεις νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς ἀβεβαιότητα πολιτεύματος καὶ ἐν ὥρᾳ ἐξωτερικῶν κινδύνων καὶ ἴσως περιπλοκῆς τινος οὐχὶ ἀπιθάνου νὰ εὑρεθῶμεν μὲ ἀβεβαίαν ἔννομον τάξιν καὶ μὲ ἀβέβαιον πολίτευμα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἐὰν λόγοι μεγάλης πολιτικῆς σκοπιμότητος, ἐὰν ἐθνικὰ συμφέροντα σπουδαῖα ἐπέβαλλον τὴν κατάλυσιν καὶ τὴν ἀνασυζήτησιν ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος, θὰ ἤμην ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος θὰ τὸ ἐδεχόμην καὶ θὰ ἐκηρυσσόμην ἐπαναστάτης. Ἀλλ’ ὅτε τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἡ δικαιοδοσία καὶ τὰ ὅρια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διαγράψω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, τίνας λόγους ἔχει ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Συνελεύσεως ὡς Συντακτικῆς; Πρόκειται ἆρά γε περὶ τῆς παρατηρήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων μοὶ ὑπέβαλε πρὸ μικροῦ διακόψας με; Φρονοῦσι δηλαδὴ οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος εἶναι ἀναγκαῖος, διὰ νὰ ἔχωσι κῦρος αἱ μεταρρυθμίσεις αὐτῆς καὶ μὴ ἀμφισβητῆται ἡ ἰσχὺς αὐτῶν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων; Ἡ παρατήρησις φαινομενικὴν μόνον ἀξίαν ἔχει. Ἐγγυτέρα ἐξέτασις τοῦ πράγματος θὰ ἀπεδείκνυεν ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ σπουδαῖον ἐν τῇ παρατηρήσει ταύτῃ. Τίς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἰσχυρισθῆ τις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ μεταρρύθμισις, ἣν εἰς ὡρισμένον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔφερεν ἡ Συνέλευσις; Ἤθελεν οὗτος στηριχθῆ βεβαίως εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἤθελεν ἀντιταχθῆ αὐτῷ κατὰ τρόπον ἀπολύτως τέμνοντα τὸ ζήτημα, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο κατηργήθη διὰ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἐπανάστασιν δὲ λέγων ἐννοῶ ἐνταῦθα τὴν ὑπὸ ταύτης ἐπιβληθεῖσαν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Βασιλικὸν Διάγγελμα, δι’ ὧν ἀπεφασίσθη ἡ ἄμεσος ἀναθεώρησις, καταργηθέντων οὕτω δι’ ἐπαναστάσεως τῶν δικονομικῶν κωλυμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραφε τὸ ἄρθρον 107. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὑπάρχει καί τις ἄλλος λόγος φερόμενος εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀνάγκης νὰ κηρυχθῇ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις Συντακτική. Ἐπιδιώκεται δι’ αὐτοῦ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ Σώματος ἀπὸ κινδύνου τῆς διαλύσεως τῆς ταχείας, ἥτις ἤθελε καταστήσει εἰς αὐτὸ ἀδύνατον τὴν προσήκουσαν ἐπεξεργασίαν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων καὶ ἰδίως τὴν ἐκτέλεσιν νομοθετικῶν καθηκόντων. Ἀτυχῶς δὲ δηλώσεις ὑπεύθυνοι ἔδωκαν εὔλογον ἀφορμὴν νὰ γεννηθῶσι τοιοῦτοι φόβοι. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀκριβῶς, ἂν τὸ βῆμα κηρυχθῇ Συνέλευσις Συντακτική, θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ ἐπὶ μακρὸν ἐξακολούθησις τῶν ἔργων του. Καὶ στοιχειώδης πατριωτισμὸς θὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ταχίστην περάτωσιν τούτων. Ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν δημιουργήσει καταλύοντες τὸ Σύνταγμα, ὅλοι ἡμεῖς καὶ ἕκαστος κατ’ ἰδίαν ἠθέλομεν αἰσθανθῆ ἐπιβεβλημένην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ συνεπῶς εἰς τὸν βίον τῆς Συνελεύσεως· ἐνῷ ἀντιθέτως Βουλὴ Ἀναθεωρητική, κρατοῦσα τὸ συνταγματικὸν αὐτῆς ἔργον καὶ ἀσχολουμένη εἶτα ἐνδελεχῶς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν νομοθετικῶν καθηκόντων, οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ. Βουλὴ ἐργαζομένη καὶ οὐχὶ ἀπρακτοῦσαν· Βουλὴν ἀσχολουμένην ἐν βραδείᾳ σπουδῇ εἰς νομοθετικὰ ἔργα ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰς ποικίλας καὶ ῥιζικὰς νομοθετικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας· Βουλὴν μελετῶσαν τὰ ζητήματα, ἅτινα συγκινοῦσι τοὺς Θεσσαλικοὺς πληθυσμούς, ἀσχολουμένην εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἡμῶν συστήματος, ψηφίζουσαν νόμους περὶ ὀργανώσεως τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν δήμων —ἵνα περιορισθῶ εἰς παραδείγματα μόνον— Βουλὴν τοιαύτην δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ταράξῃ εἰς τὸ ἔργον της· διότι θὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν δημοσίαν γνώμην, τὸν ἰσχυρότερον ἐγγυητὴν τῆς παρατάσεως τοῦ βίου της. Μηδὲ νομίσῃ τις ὅτι, ὅπως ἐκτελέσωμεν καὶ νομοθετικὰ καθήκοντα, πρέπει ἀναγκαίως νὰ κηρυχθῇ ἡ Συνέλευσις Συντακτική. Φαίνεται κρατοῦσα παρ’ ἡμῖν τοιαύτη τις γνώμη. Εἶναι ὅμως ἀβασάνιστος καὶ πεπλανημένη. Ἐὰν ἴσχυε τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος καὶ δυνάμει αὐτοῦ ἦτο συγκεκλημένη ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, θὰ ἠδύνατο εὐλόγως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δὲν εἶχεν αὕτη νομοθετικὰ καθήκοντα. Διότι κατ’ αὐτὸ ἡ διπλῆ Βουλὴ συγκαλεῖται εἰδικῶς πρὸς ἀναθεώρησιν ὡρισμένων συνταγματικῶν διατάξεων. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς τὸ ἄρθρον τοῦτο κατηργήθη, πῶς θὰ ἐμποδισθῇ ἡ διπλῆ Βουλὴ πρὸς ἐκτέλεσιν νομοθετικῶν καθηκόντων; Ἐκ τίνος λόγου δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὴν διπλῆν ὅ,τι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἁπλῆν Βουλήν; Ἐκ τῆς συνταγματικῆς ἱστορίας τῆς Γαλλίας ἀρύομαι παράδειγμα χρήσιμον διὰ τὴν περίστασιν, τὸ ὁποῖον θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἐν τῷ Γαλλικῷ Συντάγματι τοῦ ἔτους 1848, ἐν ἄρθρῳ 111, ὑπῆρχεν εἰδικὴ διάταξις ὁρίζουσα ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δικαιοῦται ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἀσκήσῃ καὶ νομοθετικὰ καθήκοντα. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ ἔτους 1875 ἡ διάταξις αὕτη ἤρθη· ὅτε δὲ κατὰ τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1884, καὶ ἐν ᾧ διήρκουν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς, ὑπεβλήθη νομοθετική τις πρότασις, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν ἠδύνατο ἡ Συνέλευσις ἐκείνη νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς νομοθετικὸν Σῶμα. Καὶ δὲν ἐπετράπη μὲν ἡ ἄμεσος ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ὡς τοιαύτης συζήτησις τῆς προτάσεως, ἐν τούτοις δι’ ἰδίας ἀποφάσεώς της ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἀνέβαλεν ἐπί τινας ἡμέρας τὴν συντακτικὴν αὐτῆς ἐργασίαν, ὅπως τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Συνέλευσιν Σώματα ἀσκήσωσι τὰ νομοθετικὰ καθήκοντα. Ἡ τοιαύτη ἀπόφασις ἦτο ἐπιβεβλημένη ἐκεῖ ὡς ἐκ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀσκεῖται κατὰ τὸ Γαλλικὸν πολίτευμα τὸ νομοθετικὸν ἔργον ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Νομίζω ἑπομένως ὅτι οὐδαμόθεν ἐπιβάλλεται κώλυμα εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ νομοθετικῶν καθηκόντων. Προκειμένου δὲ ἤδη δι’ ἰδίου ψηφίσματος, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους αὕτη καλεῖται, νὰ διαγράψῃ τὰ ἴδια αὐτῆς καθήκοντα, νομίζω ὅτι δύναται ἐν τούτῳ ῥητῶς νὰ ἀναγράψῃ καὶ τὰ νομοθετικά. Ἐπὶ τῇ βάσει, Κύριοι, τῶν σκέψεών μου τούτων, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω, διετύπωσα τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγνώσω, ἂν ἡ Βουλὴ μοὶ ἐπιτρέψῃ. (Ἀναγινώσκει): Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀπὸ 19 Φεβρουαρίου 1910 ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΗʹ Βουλευτικῆς Περιόδου μετὰ τοῦ ἀπὸ 18 Μαρτίου 1910 Βασ. Διατάγματος καὶ τὴν δεδηλωμένην θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ Ψηφίζει: Κηρύττει ἑαυτὴν νομίμως κατηρτισμένην ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν καὶ τοῦ καταρτισμοῦ οῦ ὁριστικοῦ αὐτῆς Προεδρείου. Βεβαιοῖ τὴν ἑαυτῆς κυριαρχίαν πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ προσθήκην νέων τοιούτων. Βεβαιοῖ πρὸς τούτοις τὴν ἐξουσίαν αὑτῆς ὡς νομοθετικοῦ Σώματος καὶ προβαίνει εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων της. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι). Συγκεφαλαιῶ καὶ περατῶ τὰς σκέψεις μου, Κύριοι. Ἀποκρούω τὴν ἔννοιαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τὸν περιορισμὸν καὶ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφει ἡ πρότασις τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Διάγγελμα τοῦ Βασιλέως. Ἀποκρούω δὲ ταύτην ὡς ἐπιστήμων ἑρμηνεύων τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ ὡς πολίτης ἀσκῶν τὰ ἐκ τῆς ἰδιότητός μου ταύτης δικαιώματα καὶ καθήκοντα. Ἀλλ’ ἀποκρούω ἐπίσης τὴν ἰδέαν τῆς συντακτικῆς παντοδυναμίας. Ἀποκρούω δὲ ταύτην ὡς Πληρεξούσιος τοῦ λαοῦ, ἐν ὀνόματι τῶν δικαιωμάτων καὶ ἐλευθεριῶν αὐτοῦ. Τὴν πρᾶξιν τῆς κηρύξεως Συντακτικῆς Συνελεύσεως θεωρῶ αὐτόχρημα ἐπαναστατικὸν κήρυγμα, ἀθέτησιν τῆς ἐντολῆς τοῦ λαοῦ, δι’ ἧς περιεβλήθην, ἀφαίρεσιν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ ἀναπαλλοτριώτων. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι). Εἶναι ἡ γνώμη μου αὕτη. Καὶ ἐν μέσῳ ἀνευρίσκω τὴν ἐπιστημονικήν, τὴν πολιτικὴν ἀλήθειαν καὶ πρωτίστως τὸ πολιτικὸν συμφέρον. Φρονῶ ὅτι ἡ διὰ τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεως ὑποδεικνυομένη λύσις εἶναι ἡ συμφωνοτέρα πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἡ δυναμένη νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὀλιγωτέρας καὶ ἀσθενεστέρας ἀντιρρήσεις, πολιτικὰς ἢ ἐπιστημονικάς. Ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ πράγματα, εἶναι ἡ συμβιβάζουσα τὰς ἀντιθέτους γνώμας ὑπὸ τὴν λογικὴν ἱκανοποίησιν ἀμφοτέρων· εἶναι συνεπῶς ἡ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς φρονήσεως καὶ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου πολιτικοῦ συμφέροντος ὑπαγορευομένη, ἡ δυναμένη, ὡς νομίζω, νὰ παρακάμψῃ τοὺς ἑκατέρωθεν σκοπέλους, νὰ διευκολύνῃ τὴν λυσιτελῆ καὶ ἐν βραδείᾳ σπουδῇ πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἀνωτάτου Ἐθνικοῦ Συνεδρίου καὶ νὰ ἀνταποκριθῇ πληρέστερον εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας καὶ τὴν ἀληθῆ θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι). (Κατερχόμενος τοῦ βήματος ὁ κ. Δημητρακόπουλος ὑποβάλλει καὶ ἐγγράφως τὴν ἀνωτέρω πρότασίν του εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἣν ἰδὲ καὶ ἐν Παραρτήματι ἀριθ. 1).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§70Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν ψηφίσματος. Ἡ πρότασις αὕτη ὑπογεγραμμένη καὶ ὑπ’ ἄλλων Βουλευτῶν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
Ἡ Γʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συντακτικὴ Συνέλευσις Ἐνασκοῦσα τὴν ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀπορρέουσαν ἐντολήν της ἀποφασίζει νὰ δοθῇ ὑπὸ τῶν Πληρεξουσίων ὁ ἐν τῷ ἄρθρῳ 64 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος διατυπούμενος ὅρκος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Σεπτεμβρίου 1910. Ν. Ἀξελός, Γ. Καπετανάκης, Η. Νεόφυτος, Κ. Δ. Κοντογεῶργος, Θρ. Γ. Πετμεζᾶς, Κωνστ. Παπακυρίτσης, Α. Π. Παπαναστασίου, Πελ. Ἠλιόπουλος, Ἀγαμέμνων Σλῆμαν, Μ. Γαρδίκης, Γ. Ἀθανασιάδης, Χρ. Καρᾶς, Ἐμμ. Στεφανίδης, Γ. Ράμμος, Μιχ. Οἰκονόμου, Γ. Τσαξίρης, Κ. Δεστούνης, Π. Παπαποστόλου, Δ. Ζαχαριάδης.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Τὸ ἀπόγευμα εἰς τὰς 5. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 30′ τῆς μεσημβρίας). (Μετὰ μεσημβρίαν, ὥρᾳ 5).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοίξωσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των.
§73Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§74ΚΩΝΣΤ. ΕΣΛΙΝ. Μίαν σᾶς δίδω ὑπόσχεσιν, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τώρα καὶ διὰ τὸ μέλλον, ὁσάκις θὰ ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς νὰ εἶμαι σύντομος πάντοτε. Πρόκειται σήμερον περὶ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἄλλος ἐκ τῶν προλαλησάντων ὀρθῶς εἶπεν ὅτι, ὡς ἐτέθη, εἶναι ζήτημα χειρισμοῦ λέξεων, ἁπλοῦν ζήτημα ὀνομασίας τῆς Συνελεύσεως ταύτης. Συζητοῦμεν ἂν ἡ Συνέλευσις εἶναι Συνέλευσις Συντακτικὴ ἢ Συνέλευσις Ἀναθεωρητική. Ἐχορηγήθη ἡμῖν ὑπὸ τοῦ ἔθνους ἡ ψῆφος καὶ ἐχορηγήθη ὁ λόγος, ὅπως διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν καὶ τοῦ λόγου κανονίζωμεν καὶ λύωμεν τὰ ζητήματα, παντὸς ἄλλου μέσου ἐπηρεασμοῦ ἀποκλειομένου. Δυστυχῶς σήμερον τὴν πρωίαν περιεπέσαμεν εἰς ἀτοπήματα. Ἐλπίζω ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ἡ Συνέλευσις θὰ αἰσθανθῇ, ὅτι ἐντολὴν ἔχει τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐντολῆς της διὰ μόνου νὰ ἐνεργήσῃ τοῦ λόγου καὶ διὰ μόνης τῆς ψήφου. Συμβαίνει τι σφόδρα παράδοξον. Ἀκούω τοὺς μὲν συντακτικοὺς ὅτι Συντακτική ἐστὶν ἡ Συνέλευσις ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ἀποκλεισμοῦ πάσης συζητήσεως ἀφορώσης εἰς τὴν Βασιλείαν, τὴν Διαδοχὴν καὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἀκούω τοὺς δέ, τοὺς ἀναθεωρητικούς, νὰ δέχωνται ὅτι πρὸς εὐρυτάτην δικαιούμεθα συζήτησιν, περιλαμβάνουσαν πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀποκλειομένου μόνου τοῦ ζητήματος τῆς Βασιλείας, τῆς Διαδοχῆς καὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐρωτῶ ἐμαυτόν· ποῦ ἆρά γε ἔγκειται ἡ διαφορὰ τῶν γνωμῶν; Καὶ ἐρωτῶ ἐμαυτόν· εἴμεθα ἆρά γε ἐν τῷ ὀρθῷ, ἢ περὶ λέξεων ἐρίζομεν ἐν ἀτόπῳ; Μίαν παρατήρησιν ἀντιτάσσουσιν οἱ συντακτικοί, ὅτι, ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν κηρυχθῇ Συντακτική, κινδυνεύει νὰ διαλυθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἀναβάλῃ ἐπ’ ἄπειρον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐτάχθη, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ φρονῶ ὅτι κινδυνεύει νὰ διαλυθῇ ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἐλθόντες ἐνταῦθα ὀφείλομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς ἠθέλησε νὰ συνέλθωμεν, καὶ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς μᾶς ἐκάλεσε. Μᾶς εἶπον οἱ συντακτικοὶ ὅτι δὲν θίγουσι τὴν Βασιλείαν, ὅτι εἰσὶ τοὐναντίον πρόθυμοι, ὅπως διὰ νέας διατάξεως τοῦ Συντάγματος τὴν Βασιλείαν διατηρήσωσιν. Ἀλλ’ εἶναι τελείως ἀδύνατον αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγουσιν· εἶναι ἀδύνατον καὶ ἀπὸ θεωρίας ἀκόμη, διότι καταλύει τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὴν Βασιλείαν θέλει κληρονομικὴν καὶ οὐχὶ αἱρετήν. Ἐὰν ἀποφασίσωμεν ὅτι θὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Βασιλείαν ἐκ νέου, καταλύομεν τὴν Βασιλείαν. Εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τὸ εἶναι τὴν Βασιλείαν κληρονομικήν. Τὸ εἶναι αὐτὴν κληρονομικὴν σημαίνει, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ καταλύσωμεν αὐτὴν καὶ ἐκ νέου ἐγκαθιδρύσωμεν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπὸ κληρονομικῆς εἰς αἱρετὴν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν τὴν μεταβάλλομεν. Ἡ Βασιλεία ὑπάρχει, διότι ὑπάρχει. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἐκ συμβάσεως, καὶ ὑψώθησαν ἀμέσως φωναὶ διαμαρτυρίας ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν βασιλεύει παρ’ ἡμῖν ἀπὸ συμβάσεως. Καὶ ὅμως ἀπὸ συμβάσεως ὁ Βασιλεὺς μετεκλήθη καὶ ἦλθεν. Ἐνθυμήθητε ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ Ἕλληνος ὑπηκόου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς προτοῦ νὰ γίνῃ Βασιλεὺς ἦτο ἀλλοδαπὸς Πρίγκιψ, καὶ πρὸς ἀλλοδαπὸν ἀπετάθημεν. Καὶ τίνα εἰς Ἑαυτὸν θέσιν ὁ Βασιλεὺς ἀνεγνώρισε; Θέσιν συμβαλλομένου. Ὅτε ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς, δὲν ὑπῆρχεν ἀκόμη τὸ Σύνταγμα, παρῆλθεν ἓν ἔτος ἕως οὗ γίνῃ τὸ Σύνταγμα· ἦλθε πρὸ τοῦ Συντάγματος ἐκ συμβάσεως καὶ εἰς σύμβασιν ἦλθε τότε καὶ πρὸς ξένας ἀκόμη Δυνάμεις, ἀξιώσας ὅτι θὰ ἡνοῦτο μὲ τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἑπτάνησος. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1864 ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνε Διάγγελμα πρὸς τὴν τότε Συνέλευσιν, δι’ οὗ ἔλεγεν ὅτι πεισθεὶς εἰς τὰς διαβεβαιώσεις, ἃς ἔλαβεν, ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα προτοῦ ἀκόμη νὰ ἀποδοθῇ τῇ χώρᾳ ἡ Ἑπτάνησος καὶ ὅτι ἦλθε πεποιθὼς ὅτι θὰ ἐξεπληροῦντο πᾶσαι αἱ δοθεῖσαι πρὸς Αὐτὸν ὑποσχέσεις, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ ἡ ὑπόσχεσις ὅτι θὰ κατηρτίζετο τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχε ψηφισθῆ ἀκόμη. Εἴχομεν Βασιλέα, καὶ Σύνταγμα δὲν εἴχομεν ἔτι. Καὶ ἀπῄτησεν ὁ Βασιλεὺς παρὰ τῆς Συνελεύσεως δυνάμει τῶν ὑποσχέσεων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη, ὅπως ἐντὸς δεκαπενθημέρου προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπολοίπου τοῦ Συντάγματος μέρους. Ἦτο περὶ τὰ μέσα τοῦ Ὀκτωβρίου, μεθ’ ὅλας δὲ τὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντετάχθησαν, ἐπεσπεύσθη ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπεράτωσεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη τὸ ἔργον αὑτῆς τῇ 17 Νοεμβρίου 1864. Παράδοξα παρατηρῶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐντολὴν ἣν ἐλάβομεν. Ὡμίλησα μετὰ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ἐξελέγην, καὶ μ’ ἐβεβαίουν οὗτοι ὅτι ἔχουσιν ἐντολὴν παρὰ τῶν ἐκλογέων αὐτῶν, ὅπως ζητήσωσι νὰ μεταβληθῇ ἡ Συνέλευσις εἰς Συντακτικήν. Βεβαίως δὲν μ’ ἔπεισαν εἰς ὅ,τι ἐπέμενον, διότι παρὰ τῶν αὐτῶν ἐκλογέων τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἐνετάλην, καὶ Ἀναθεωρητικὴν χρεωστοῦμεν νὰ δεχθῶμεν τὴν Συνέλευσιν. Καὶ μίαν ἀκόμη ὀφείλω νὰ ἐκδηλώσω ὑμῖν, Κύριοι, σταθερὰν πεποίθησιν· ὅτι εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τόπον γεννηθέντες, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πρεσβεύοντες θρησκείαν, ὑπὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἀνατραφέντες σύστημα, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πάντες λαλοῦντες γλῶσσαν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δικαιούμεθα ν’ ἀξιώσωμεν ὅτι ὁ λαὸς ἡμῶν εἶναι διῃρημένος εἰς λευκοὺς καὶ εἰς μαύρους. Δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι προβάλλουσι νέοι ἄνδρες, ἀνήκοντες εἰς ἄλλην περιωπὴν ἢ οἱ παλαιοί. Ὅ,τι μόνον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἶναι, ὅτι καὶ παλαιοὶ καὶ νέοι ἄνδρες ἀδύνατον ἦτο νὰ προκόψωμεν ὑπὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον προφανῶς ἦτο δι’ ἡμᾶς ἀκατάλληλον καὶ τὸ ὁποῖον ἐπλάσθη δι’ ἄλλους χαρακτῆρας ἢ τοὺς ἡμετέρους. Καὶ διὰ τοῦτο ἐντολὴν ἐλάβομεν, Κύριοι, ν’ ἀναθεωρήσωμεν καὶ μεταρρυθμίσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ οὐχὶ νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ τὸ παρελθόν. Ἐκεῖνο μόνον τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, τὸ πρὸς τὴν ἐντολὴν ἡμῶν σύμφωνον, εἶναι νὰ χαράξωμεν τὸν νέον δρόμον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παλαιοὶ καὶ νέοι θὰ σταδιοδρομήσωσιν εἰς τὸ μέλλον. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κηρύξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς συντακτικοὺς χωρὶς δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κηρύγματος νὰ παραβιάσωμεν τὰς ὑφισταμένας θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀναγκαίως εἴμεθα ἀναθεωρητικοί· ἐγὼ τοὐλάχιστον αἰσθάνομαι ὅτι ὡς μέλος Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως ἐξελέγην. (Χειροκροτήματα).
§75Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἡ ὁμιλία τοῦ εὐρυμαθοῦς κ. Δημητρακοπούλου, κατανοήσαντος τὸ πνεῦμα, δι’ ὃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, ἀνέπτυξε κατὰ πλάτος τοῦτο. Καὶ ἠκούσθησαν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης φωναὶ διαιροῦσαι ἡμᾶς εἰς λαϊκοὺς καὶ ἀριστοκράτας, εἰς βασιλικοὺς καὶ διαμαρτυρομένους, καὶ Κύριος οἶδεν ἀκόμη ποῖα ὀνόματα θὰ εὑρεθῶσιν, ἐνῷ πάντες εἴμεθα Ἕλληνες. Ναί, ἠγέρθησαν φωναὶ καὶ ἠθέλησαν νὰ ῥίψωσιν εἰς τοὺς Ἕλληνας τὸν διχασμόν. Πάντες εἰσήλθομεν ἐνταῦθα ἐμπνεόμενοι ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἀνορθώσεως τῆς πατρίδος. Εἰς οὐδένα Ἕλληνα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαμφισβητήσῃ τὸν πατριωτισμὸν οὐδενὸς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον ἐνταῦθα. Δυστυχῶς ἠγέρθησαν τοιαῦται φωναὶ τὴν πρωίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δύνασθε νὰ εἶσθε συντακτικοί, ἀσύντακτοι, ἀνεξάρτητοι, ἀνορθωτικοὶ καὶ ὅ,τι ἄλλο θέλετε, ὀφείλετε ὅμως νὰ σεβασθῆτε τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἄλλων, διότι τοῦτο εἶναι ἴδιον δικαίωμα τῶν πολιτευομένων. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἐλευθερία ἑνὸς ἑκάστου κεῖται ἐκεῖ, ὅπου ἀρχίζει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ψηφίζων ἡμᾶς μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, ἵνα ἀνορθώσωμεν, ἵνα δημιουργήσωμεν, ἵνα ἀναπλάσωμεν, ἵνα σώσωμεν τὴν πατρίδα. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει 26,000 φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους εἰς τὸ Βασίλειόν του. Αὐτὴ εἶναι ἡ Στατιστικὴ τοῦ Κράτους ἐπὶ Ὄφμαν. Ἔχει 200.000 Γκρᾶ καὶ 2.500.000 κάμες εἰς τὰ σπίτιά του. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει δικαιοσύνην εἰμὴ κατ’ ὄνομα, δὲν ἔχει ἰσονομίαν.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς. Σύμφωνοι.
§77ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει ἐμπόριον. Στένει καὶ ἄγχεται τοῦτο ὑπὸ τὴν πτέρναν τοῦ Κερὶμ Ἀγᾶ, ἡμεῖς δὲ ἐνταῦθα δίκην μοναχῶν τῆς Μονῆς Στουδίτου συζητοῦμεν διὰ τὴν σύνταξιν ἢ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συγκεντρώσωμεν τὸν πατριωτισμόν μας καὶ τὰς δυνάμεις μας καὶ ταχθέντες ὑπὸ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν θρησκείαν καὶ τὴν ἰσονομίαν νὰ φροντίσωμεν νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν τάλαιναν πατρίδα. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος νομίζω ὅτι ἔθεσε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Τί θέλετε οἱ συντακτικοὶ καὶ οἱ ἀναθεωρητικοί; Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀγαπῶμεν πάντες τὸν Βασιλέα μας;
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§79Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Θέλομεν πολίτευμα συνταγματικόν, κοινοβουλευτικόν;
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§81Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Θέλομεν θρησκείαν Ὀρθόδοξον;
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§83Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἂς διορθώσωμεν λοιπὸν τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Τί μείζονα τούτου θέλετε; Κύριοι, αἰωρεῖται περὶ τὸν Γενάρχην ἡμῶν ἡ ἀγχόνη Γρηγορίου τοῦ Εʹ. Ἀφήσατε τοὺς Κανονισμούς, καὶ πάντες ἂς ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
§84Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Παρ’ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν πρὸ τοῦ τελευταίου ὁμιλήσαντα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἐν ὀνόματι τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν ὀνόματι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ἡμῶν εἰς τὸν τόπον τοῦτον, νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῆς ἐννοίας τῆς θέσεως τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ Βασιλείῳ, νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι, ἐὰν ὄντως οὕτω φρονῇ ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι πρὸ τοῦ Συντάγματος προϋπῆρξεν εἰς Ἑλλάδα ὁ Βασιλεύς, ἔχομεν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτὸν ὅτι πρὸ τοῦ Βασιλέως ὑπῆρξαν τὰ αἵματα τοῦ 1821. Δὲν γνωρίζω, διατί ὁ κ. συνάδελφος ἤρξατο τοῦ λόγου του ἐντεῦθεν, ἀπὸ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἴσως ἔπρεπε νὰ καταλήξῃ. Ὡμίλησε περὶ Ἑπτανήσου, ἐνῷ ἦτο ἐπαρκῶς γνωστόν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος πολὺ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως Γεωργίου εἶχε προταθῆ νὰ παραχωρηθῇ ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. συνάδελφος ἐνόμισε πρέπον νὰ θίξῃ.
§85Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Αἱ συμβάσεις αἱ ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ ἀπαγορεύωνται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα.
§86Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ πραγματευθῶμεν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν νὰ ἀποφασίσωμεν, εἶναι τόσῳ σοβαρόν, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται εἰς πάντα θέλοντα τὴν ὀρθὴν αὐτοῦ λύσιν νὰ συντελῇ καὶ διὰ τῆς ἠρεμίας καὶ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἄλλου καὶ διὰ τῆς εὐπρεπείας τοῦ λόγου καὶ τῆς σιγῆς, ὅταν διατυπῶνται γνῶμαι ἐναντίαι τῆς ἰδικῆς του, νὰ συντελῇ εἰς τὴν ὁριστικὴν καὶ ὀρθὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Μόνον ὅταν βεβαιωθῶμεν περὶ τῆς προελεύσεως τοῦ παρόντος συνεδρίου, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποφανθῶμεν, ἂν εἴμεθα, ὡς ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἢ ἂν, ὡς ἄλλοι νομίζουσιν, ἁπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Δύο εἶναι αἱ δυναταὶ προελεύσεις ἑνὸς τοιούτου συνεδρίου· ἡ καθ’ ὡρισμένον γράμμα τοῦ Συντάγματος ἐκπορευομένη καὶ ἡ κατόπιν ἐπαναστάσεως. Θὰ ἦτο ὁμολογουμένως ἀνιαρὸν νὰ προσπαθήσῃ τις νὰ ἀποδείξῃ πόσον ἀληθὴς εἶναι ὁ συντακτικὸς τοῦ συνεδρίου τούτου χαρακτήρ, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς ὅλα τὰ προηγμένα πολιτικῶς Κράτη συζητεῖται ὄχι πλέον, ἂν Συνέλευσις, ὡς ἡ ἡμετέρα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομασθῇ καὶ ἐργασθῇ ὡς Συντακτική, ἀλλὰ συζητεῖται καὶ σοβαρῶς πιστεύεται ὅτι Συνέλευσις Συντακτικὴ εἶναι καὶ ἡ ἐρχομένη συμφώνως πρὸς τὴν διαγεγραμμένην καὶ τὴν ῥητὴν διάταξιν τῶν Συνταγμάτων τῶν Κρατῶν ἐκείνων. Ὅτε τοιαῦται Συνελεύσεις θεωροῦνται, ὑπὸ προσώπων τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐγκύψει εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα καὶ ὑπὸ ἐπιστημονικῶν αὐθεντιῶν, ὡς ἔχουσαι τὸ κῦρος νὰ μεταβάλλωσι τὰ πάντα, χωρὶς οὐδένα περιορισμόν, θὰ ἦτο πράγματι ἀνιαρὸν νὰ προσπαθήσῃ τις νὰ ἀποδείξῃ ὅτι Συνέλευσις, εὐθέως πηγάσασα ἀπὸ τὴν ἀγανάκτησιν ἑνὸς λαοῦ, λαοῦ ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ εἶδε πρὸ αὐτοῦ κατηρειπωμένον καὶ ἐξηυτελισμένον τὸ Κράτος του, ἐσκέφθη νὰ δημιουργήσῃ νέαν κατάστασιν, ὅτι τοιαύτη Συνέλευσις οὐδὲν τὸ σχετικὸν ἔχει μὲ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν ἐφηρμόσθη τυπικῶς, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον δὲν ἐφηρμόσθη οὐσιαστικῶς. Διότι, ἐάν τινες τῶν κ. κ. συναδέλφων ἰσχυρίσθησαν προλαβόντως ὅτι μόνον διὰ μιᾶς Βουλῆς προαπεφασίσθησαν τὰ σήμερον μελετώμενα καὶ ὅτι μόνη ἡ ψῆφος τῆς μιᾶς Βουλῆς θὰ ἤρκει, ἀπαντῶ εἰς αὐτούς, ὅτι οὐδὲ τῆς μιᾶς Βουλῆς ἡ γνώμη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀπεφάσισεν ἀσυζητητὶ καί, δύναταί τις εἰπεῖν, χωρὶς νὰ θέλῃ. Ἔχομεν ἑπομένως τελείαν τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ῥητῶς ἀπαιτοῦντος τὴν γνώμην δύο Βουλῶν. Ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ γεγονός, ὅτι οὔτε τῆς μιᾶς Βουλῆς ἡ γνώμη ὑπάρχει, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη εἰργάσθη, ὡς εἶπον, παρὰ πᾶσαν θέλησιν τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν μελῶν. (Εὖγε). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Νομίζω δὲ ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τὸ Γένος ὁλόκληρον στρέφει πρὸς ἡμᾶς τὰ βλέμματά του ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι θέλει ἴδει νεωτέραν ἀληθῶς ἐθνικὴν πολιτικήν, ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν θὰ ἦτο κάτι περισσότερον ἢ ἄρνησις ἐκτελέσεως καθήκοντος, ἐὰν ἀπηντῶμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὸ Γένος, ὅτι δὲν θὰ ἐργασθῶμεν ὡς αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἔθνους ἀξιοῦσι, διότι ἐμποδιζόμεθα δῆθεν ἀπὸ τύπους τινὰς ἀπολύτως δευτερεύοντας. Ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ μόνη, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἀντικρύσωμεν, αὕτη δὲ λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα ταύτην τὴν στιγμήν. Σύνταγμα τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς ἀνέστειλε μία ἐπανάστασις καὶ τὸ ὁποῖον κατερράκωσεν ἡ στάσις τῶν Βουλῶν ἀπέναντι τῆς εὐλαβείας, ἣν ὤφειλον πρὸ καιροῦ πρὸς αὐτό· Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κατεξηυτελίσθη ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀποδεχθέντος τὴν παραβίασίν του Συνταγματικοῦ Βασιλέως, καλούμεθα ἡμεῖς νὰ βελτιώσωμεν καὶ νὰ ἐπανιδρύσωμεν. Ἀλλ’ ἵνα ἐπανιδρύσωμεν αὐτό, ὀφείλομεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους δεικνύουσί τινες, καὶ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν καθηκόντων ἡμῶν πρὸς τοὺς ἀποστείλαντας ἡμᾶς, νὰ προχωρήσωμεν πρὸς τὰς ἐργασίας συντόνως, ἀλλ’ εὐσταθῶς καὶ εὐσυνειδήτως. Διότι θὰ ἦτο ὁμολογουμένως ἀσύγγνωστος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὀλιγοψυχία ἡ προσπάθεια, ὅπως ἀποκρύψωμεν ἀπὸ τοῦ ἔθνους τὴν ἀλήθειαν, καὶ τοῦτο εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναμένει παρὰ τοῦ συνεδρίου τούτου, τοῦ ἐλθόντος κατόπιν πεντηκονταετοῦς πολιτικῆς ἀναρχίας, νὰ ἐπανιδρύσῃ τὸ θεμέλιον τοῦ πολιτικοῦ μας οἰκοδομήματος, ἐφ’ οὗ σὺν τῷ χρόνῳ θέλει κατορθώσει ὁ λαὸς νὰ στηρίξῃ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ μέλλουσαν πολιτικὴν ζωήν. Ἐὰν τοῦτο δὲν συμβῇ, καὶ ἐὰν ὑπὸ τὸ κράτος πείσματος καὶ φανατισμοῦ, ἀσχέτου ἐντελῶς πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ τὴν προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, προβῶμεν εἰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις, εἶναι βέβαιον ὅτι αὗται θὰ καταλήξωσιν εἰς τὸν ὄλεθρον τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἐκλήθημεν νὰ προασπίσωμεν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, διατυπῶν τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, ὡς ἐγὼ τὴν ἀντελήφθην, νὰ ἐξηγήσω, ὅτι ὄχι μόνον λόγῳ τῆς προφανοῦς παραβάσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλά, καὶ ἂν τοῦτο δὲν παρεβαίνετο, ὅτι καὶ πάλιν ἔπρεπε μετὰ περισσοτέρας τόλμης καὶ θάρρους καὶ πνεύματος νεωτεριστικοῦ νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου ἡμῶν, ὡς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, διότι τὸ ἄρθρον 107 εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν πῶς ἐψηφίσθη. Εἶναι γνωστόν, πόσον ἀσχέτως πρὸς τὴν θέλησιν τῶν ψηφισάντων αὐτὸ ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ἀπολύτως ἀνελεύθερον, τὸ ἐντελῶς ἀντιφατικὸν πρὸς τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἀπὸ τοῦ ἔθνους. Διότι τὸ ἄρθρον 107 προδικάζει καὶ προεξοφλεῖ τὴν θέλησιν πασῶν τῶν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος γενεῶν, διότι λέγει τοῦτο πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς συνταγματικὰς αὐτοῦ διατάξεις, ἐκτὸς τῶν μὴ θεμελιωδῶν, ἀλλὰ καὶ ταύτας ὑπὸ ὡρισμένους ἀπραγματοποιήτους ὅρους. Διότι καὶ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τῆς ὑποβληθείσης κατὰ τὸ 1864 βλέπομεν ῥητῶς ὑπάρχοντα καὶ σημειούμενον τὸν δικαιολογητικὸν λόγον, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, μηδαμόθεν ἄλλοθεν δυνάμεναι νὰ ἀντλήσωσι δύναμιν καὶ νομιμότητα. Ἂν λοιπὸν σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ὄντως πρωτοφανῶς ἐκρύθμου καταστάσεως, ἂν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν Σύνταγμα ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη παραβεβιασμένον, ἂν ἔχομεν λαὸν ἀγνοοῦντα πόθεν καὶ ποῦ θὰ στηρίξῃ πλέον τὴν μέλλουσαν αὐτοῦ πολιτικὴν ζωήν, ἂν πάντα ταῦτα συμβαίνουσι, ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, ποῖον εἶναι τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπανορθωθῇ τὸ σήμερον δημιουργηθὲν χάος, διότι ὄντως εἰς χάος εὑρισκόμεθα; Ἐν περιπτώσει δέ, καθ’ ἣν ἡ Συνέλευσις αὕτη χαρακτηρισθῇ καὶ ἐργασθῇ ὡς Ἀναθεωρητική, πολλοὶ ἐλθόντες ἐδῶ νὰ κάμωσι τὸ καθῆκόν των δὲν ἔχουσι καμμίαν θέσιν, διότι ἦλθον μὲ τὴν στερρὰν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐξέλθωσιν, ἐὰν δὲν ἐκτελέσωσι προηγουμένως τὸ καθῆκόν των, καὶ τὸ καθῆκόν των εἶναι νὰ πείσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἄλλως περὶ αὐτοῦ σκεπτόμενοι καὶ ἄλλας περὶ αὐτοῦ ἔχοντες ἰδέας. (Χειροκροτήματα). Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἶναι παράδοξον πῶς τινες ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκλαμβάνουσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον πρὸ ἡμῶν ἐμφανίζονται καὶ πῶς ἐπιλαμβάνονται τῆς λύσεως αὐτῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι δὲ πάντες οὗτοι νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν πῶς ὑποτιμῶσι τὴν σημερινὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πῶς δὲν διαβλέπουσιν εἰς τὴν σημερινὴν σχετικὴν ἠρεμίαν, εἰς τὴν σχετικὴν τάξιν, ἥτις βασιλεύει εἰς τὸ Βασίλειον, πῶς δὲν διαβλέπουσιν, ἐν τῇ τάξει αὐτῇ, τὴν θερμὴν ἐλπίδα, τὴν πεποίθησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ὁριστικῶς πλέον ἐτερματίσθη κατάστασις πολιτικὴ ἀθλία καὶ μακρὰ καὶ ὅτι ἀντ’ αὐτῆς, ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος σχετικῶς βραχέος, θὰ ὑπάρξῃ ὄντως ἐθνικὴ πολιτική, ὄντως ἐθνικὴ ζωή, ὄντως πραγματικὴ ἐξυπηρέτησις τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου; Ἂν ἀφαιρέσητε τὴν πεποίθησιν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ λαοῦ καὶ ἂν ἐναντίον αὐτῆς τῆς πεποιθήσεως καὶ τῆς ἐλπίδος θελήσωμεν ἡμεῖς σήμερον νὰ ἐξυπηρετήσωμεν ἀλλοίους πολιτικοὺς σκοπούς, εἶμαι εἰς θέσιν, ἐφ’ ὅσον δικαιοῦμαι νὰ νομίζω ὅτι ἐκ τοῦ πρὸς τὸν λαὸν συγχρωτισμοῦ μου ἠδυνήθην νὰ σχηματίσω γνώμην τινά, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς ὅτι ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος πολὺ μικροῦ θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ὁριστικῶς πλέον καὶ τελεσιδίκως θέλουσι προκαλέσει κατάστασιν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν πάντες ἀπευχόμεθα νὰ ἴδωμεν. (Χειροκροτήματα). Πολλαὶ γνῶμαι ἠκούσθησαν ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, ἐν σχέσει πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ συνέδριον αὐτό. Μεταξὺ τῶν γνωμῶν τούτων ἓν οὐσιῶδες ἐγὼ διαβλέπω, ὅτι δὲν ἐδόθη ἐκ μέρους ἐκείνων οἵτινες ἐξήνεγκον τὰς γνώμας, ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχή, καὶ δὲν ἐγένετο ἡ δέουσα παρακολούθησις τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα, εὐθὺς μετὰ τὸ τέρμα τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς ἢ κατὰ τὸ διάστημα αὐτῆς, δύνανται νὰ ἐπακολουθήσωσι. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ αὕτη κατάλληλος νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερεῖς καὶ ἐπιβεβλημένας ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐξηγήσεις, καὶ δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος, διότι νομίζω ὅτι πρὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος ἐπισήμως, πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ὁριστικοῦ Προεδρείου καὶ πρὸ τῆς ὁριστικῆς τάξεως τῶν πραγμάτων εἰς τὴν θέσιν των, δὲν πρέπει νὰ λεχθῶσι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ μόνον θὰ λεχθῶσιν. Ἐκφράζω ἐν τούτοις τὴν ἀπορίαν μου πῶς διετυπώθη ἐνταῦθα γνώμη ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν δικαιοῦται καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀλλάξῃ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θέλει νὰ τὰς ἀλλάξῃ, ὄχι ὅμως δὲν ἠμπορεῖ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια... (Ἐπιδοκιμασίαι).
§87Θ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐπιθυμεῖτε καὶ σεῖς μεταβολὴν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων;
§88Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ ὅτε ἐμφανιζόμεθα ἡμεῖς οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀνάγκην τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ βεβαιοῦμεν ὑμᾶς, ὅτι λέγοντες Συντακτικὴν Συνέλευσιν δὲν ἐννοοῦμεν κατάργησιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν κατάργησιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, δίδομεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν σχέδιον ψηφίσματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀποφασίζεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ πλήρης ἀπαγόρευσις πάσης συζητήσεως σχετικῆς πρὸς τὴν μορφὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ Θρόνου τῆς ὑφισταμένης Δυναστείας, ὅτε ταῦτα λέγομεν πρὸς ὑμᾶς, ἐπιτρέψατε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ εἴμεθα πιστευτοὶ καὶ ἐπιτρέψατε νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν ὑμῶν πρὸς καθησύχασιν τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἥτις διὰ πολλοὺς λόγους εἶναι ἀνάγκη νὰ ἠρεμήσῃ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος δημοσίας Εὐρωπαϊκῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω διατί, ἐπὶ τίνι σκοπῷ, μὲ προθέσεις ἀγνώστους ζητοῦσι πολλοὶ νὰ παρασύρωσιν εἰς τὸ νὰ πεισθῇ ὅτι δῆθεν παρασκευάζεται ἄγνωστόν τι ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει κόμμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὴν ἐκθρόνισιν τοῦ Βασιλέως, τὴν κατάργησιν τῆς Δυναστείας, τὴν ἵδρυσιν Δημοκρατίας καὶ ἀγνοῶ τί ἄλλο, χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται οἱ τοιαῦτα λέγοντες καὶ διαδίδοντες, ὅτι δὲν ὑπάρχει προδοτικώτερον διὰ τὴν σημερινὴν Ἑλλάδα ἢ ὁ συγκλονισμὸς τῆς πεποιθήσεως τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν καὶ εὐνομίαν τοῦ Κράτους, εὐνομίαν ὑποσχομένην βελτίωσιν οἰκονομικὴν καὶ ἐξέλιξιν πολιτειακὴν ἀπολύτως εἰρηνικήν. Εἶναι ὄντως ἀπελπιστικόν, ὅτι ἐγείρονται δισταγμοὶ περὶ τῶν προθέσεων τῶν συντακτικῶν, ἀφοῦ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, οἱ ἀποτελοῦντες, ἂς τὸ εἴπωμεν οὕτω, τὴν ὁμάδα τῶν συντακτικῶν, ἐρχόμεθα καὶ βεβαιοῦμεν ὑμᾶς, ὅτι λέγοντες Συντακτικὴν Συνέλευσιν ἐννοοῦμεν Συνέλευσιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ἐπιτραπῇ πᾶσα συζήτησις δυναμένη νὰ διαφωτίσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ἐπιτραπῇ συζήτησις ἱκανὴ νὰ ἀποκαλύψῃ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ παρὰ τὴν θέλησιν ὑμῶν θὰ ἀποκαλυφθῶσι, Συνέλευσιν τοιαύτην, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ἐπιτραπῇ νὰ διατυπωθῶσι σκέψεις ἤρεμοι καὶ γνῶμαι μεμελετημέναι ἱκαναί, διὰ τῶν ὁρισθησομένων συνταγματικῶν διατάξεων, νὰ ὠθήσωσι τὴν Ἑλλάδα πρὸς νέον ἐντελῶς στάδιον, Συνέλευσιν ὅμως, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἀπαγορευθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τῆς ὑφισταμένης Δυναστείας. Καὶ θὰ ἀπαγορευθῇ τοῦτο, ὄχι διότι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ οἱουδήποτε, ἀλλὰ διότι αἰσθανόμεθα, ὅτι συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι νὰ ἀπαγορευθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων... (Χειροκροτήματα).
§89ΑΝ. ΤΣΕΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐπεξήγησιν; Ποῖος θὰ τεθῇ ὁ μεσεγγυοῦχος αὐτῆς τῆς νεωτέρας βεβαιώσεως;
§90Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος μὲ ἐρωτᾷ ποῖος θὰ εἶναι ὁ μεσεγγυοῦχος, ποῖος τουτέστι θὰ ἐγγυηθῇ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν διατήρησιν τοῦ καθεστῶτος, ποῖοι θὰ ἐγγυηθῶσι πρὸς αὐτούς, ὅτι ὄντως δὲν ψευδόμεθα. Καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι θὰ ἐγγυηθῇ ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ βούλησις ἡμῶν ἐδῶ τῶν ἐλθόντων μὲ ὡρισμένον πρόγραμμα καὶ μὲ ὡρισμένας ἀρχάς, θὰ ἐγγυηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος δὲν δέχεται νὰ κυβερνᾶται παρὰ τὴν θέλησίν του, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ δεχθῇ πλέον νὰ κυβερνᾶται παρὰ ἀπὸ πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης του καὶ μόνον τῆς ἐμπιστοσύνης του.
§91Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Πότε δὲν ἐκυβερνήθη ἀπὸ πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης του;
§92Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἂν δὲν ἐκυβερνήθη ποτὲ ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα περιεφρόνησαν τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, δὲν θὰ ἐδιστάζετε σήμερον νὰ κηρύξητε Συντακτικὴν τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλὰ τὰ ἐγνώρισεν...
§93ΑΝ. ΤΣΕΛΟΣ. Ἐπειδὴ μοὶ ἐκάμετε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀπαντήσητε, γνωρίζετε διατί σᾶς ἔκαμον τὴν ἐρώτησιν; Ἀκριβῶς, διότι ὑπῆρξε καὶ μία ἄλλη μεσεγγύησις ἡ ὁποία δυστυχῶς ἠστόχησε.
§94ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠγγυήθη περὶ τῆς διατηρήσεως τοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ διαλύσεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου· διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ πολιτεύματος ἁμιλλώμεθα πλειοδοτοῦντες εἰς ἐκδηλώσεις συντηρητικότητος· ὁ Σύνδεσμος διελύθη, ὁ μεσεγγυοῦχος ἄρα ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσίν του.
§95Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν νομίζω, ἀξιότιμοι κύριοι Πληρεξούσιοι, ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας νομίζουσιν ὅτι ἐξυπηρετοῦσιν, οἱ λέγοντες διὰ τῆς διαγωγῆς των, οἱ ὁμολογοῦντες πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ τῆς συμπεριφορᾶς των, ὅτι «σὲ φοβούμεθα» καὶ ὅτι «πιστεύομεν ὅτι, ἄν ποτε σοὶ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃς ἐλευθέρως, θὰ εἴπῃς πράγματα ἐπικίνδυνα ἐναντίον ἡμῶν»! Εὑρισκόμεθα ἑπομένως πρὸ τοῦ θεάματος σήμερον, θεάματος κυβερνητῶν, ἀρχηγῶν ἐθνικῶν ἢ πολιτειακῶν, φοβουμένων τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τόσον χρόνον ἐκυβέρνησαν. Ὤφειλον αὐτοὶ πρῶτοι νὰ ἡγηθῶσι τῆς τοιαύτης τῶν πραγμάτων θέσεως, αὐτοὶ νὰ ἐρωτήσωσι πρῶτοι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ ἑαυτῶν, πολὺ δὲ περισσότερον ἡ γνώμη αὐτῶν δὲν ἔπρεπε νὰ συγκρουσθῇ πρὸς τὴν ἡμετέραν. Καὶ ὅτε ἔρχεται αὐτὸς ὁ λαός, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε ἴσως δικαίωμα νὰ ἔχῃ μερικὰ παράπονα διὰ τὴν ἐσωτερικήν του διοίκησιν καὶ τὴν ἐξωτερικήν του ὑπόστασιν, ὅτε ἔρχεται αὐτὸς ὁ λαός, ὁ ὁποῖος συγκρίνων ἑαυτὸν πρὸς τοὺς γείτονας λαοὺς αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ βαθὺ τὸ ἐθνικὸν ἄλγος, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν εἰς αὐτὸν τὴν δικαίαν ἀξίωσιν, ὅπως τὸν σέβωνται ἐκεῖνοι πρὸς οὓς ἀπευθύνεται, καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ γίνηται πιστευτὸς εἰς ὅσα οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ λέγουσι πρὸς ἐκείνους. Δὲν ἐπιτρέπεται, ἀξιότιμοι κύριοι Πληρεξούσιοι, εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας θέλοντας νὰ κυβερνήσωσι καὶ πάλιν τὴν χώραν, κυβερνήσαντας δ’ ἐπὶ μακρὸν αὐτήν, νὰ δίδωσι τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν στάσιν τοῦ λαοῦ, θέλοντος τὴν Συνέλευσιν Συντακτικήν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διδάσκωσι τὴν δυσπιστίαν καὶ νὰ θέτωσιν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν καὶ τὸν πατριωτισμὸν πάντων ἡμῶν, οἵτινες διὰ πρώτην φορὰν εἰσήλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα μεθ’ ὑμῶν σκεφθῶμεν περὶ τῶν πολιτικῶν τῆς πατρίδος πραγμάτων. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας, ἀξιοῦντας εὐλόγως ἢ μή, νὰ κατέχωσι τὰ πρωτεῖα τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς καὶ νὰ ποδηγετῶσι τὴν δημοσίαν γνώμην, ἀξιοῦντας νὰ ἡγῶνται τῶν πολιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, δὲν εἶναι, λέγω, ἐπιτετραμμένον νὰ διδάσκωσιν ἡμᾶς τὴν τοιαύτην πολιτικὴν κακοπιστίαν, τὴν τοιαύτην πολιτικὴν δυσπιστίαν, διότι, ἂν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως ταύτης ἐξελιχθῶσιν, ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τοιαύτης ἀμοιβαίας ἡμῶν γνώμης, βεβαίως οὐδὲν καλὸν θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς καὶ βεβαίως οἱ καρποὶ τῆς Συνελεύσεως θὰ εἶναι ἐντελῶς δυσανάλογοι καὶ ἐντελῶς διάφοροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους παρ’ ἡμῶν ἀναμένει σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ταῦτα τὰ ὀλίγα μόνον ἐνόμισα σήμερον ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπω, ἵνα σὺν τούτοις ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ ψῆφον τῆς Συνελεύσεως ψήφισμα συγκεντροῦν, ἐν ταῖς ὀλίγαις αὐτοῦ λέξεσι, τὰ κυριώτερα μέρη τῶν προτάσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι οἱ σήμερον κοπτόμενοι διὰ τὴν Ἀναθεωρητικήν, τὴν ἀνεπιφύλακτον Ἀναθεωρητικὴν ἢ τὴν εὐρυτέραν Ἀναθεωρητικήν, τὴν ἔτι μᾶλλον ἀνεπιφύλακτον, θὰ θελήσωσι ν’ ἀναγνωρίσωσιν ὡς μὴ προερχόμενον ἐκ πηγῆς ὑστεροβούλου, ἀλλ’ ὅτι καὶ τὸ ψήφισμα τοῦτο εἶναι εἰλικρινὲς ὡς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ κατὰ νοῦν ἔχουσιν. Ἡ πρότασις ἔχει
οὕτω·
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
«Ἡ ἐν Ἀθήναις Γʹ τῶν Ἑλλήνων Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀναλαμβάνουσα τὴν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ ἀπορρέουσαν ἐνάσκησιν τῶν πρὸς τὴν πατρίδα καθηκόντων καὶ ὁρκιζομένη εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα τὴν αὐστηρὰν αὐτῶν ἐκπλήρωσιν, ἀποδέχεται καὶ ψηφίζει ὅτι ἀποκλείει, μέχρι πέρατος τῶν ἐργασιῶν της καὶ μέχρι ψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος, οἱανδήποτε ἀπολύτως συζήτησιν ἢ πρότασιν θίγουσαν τὴν μορφὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἢ τὰ ἐπὶ τοῦ Θρόνου δικαιώματα τῆς ὑφισταμένης Δυναστείας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Σεπτεμβρίου 1910. Ν. Κοντογούρης Πληρεξούσιος Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ θρησκείας δὲν γίνεται λόγος.
§97Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ λόγος περὶ θρησκείας, διότι, ὅτε ὁρκιζόμεθα εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, πιστεύω ὅτι ἐπαρκῶς ἀποδεικνύομεν ὅτι εἴμεθα καὶ ἐννοοῦμεν νὰ μείνωμεν χριστιανοί... Δύο λέξεις ἀκόμη θὰ προσθέσω ἐν σχέσει πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ σεβαστός μοι ἄλλος συνάδελφος κ. Ἔσλιν διετύπωσε περὶ μὴ ὑπάρξεως διαφορᾶς μεταξὺ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Ἀναθεωρητικῆς. Ἐν πρώτοις πρέπει ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν νὰ πλανῶμεν ἑαυτούς. Κατ’ ἐμὴν γνώμην εὐρεῖα Ἀναθεωρητικὴ δὲν ὑπάρχει, διότι οὐδὲν σημαίνει. Ὑπάρχει μόνον Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, εἶναι δὲ οὗτος ὅρος ἐπιστημονικός, ἀνεγνωρισμένος καὶ ὑφιστάμενος εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα τοῦ Κόσμου. Ἐὰν ἐξέλθωμεν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ ἀναθεωρήσωμεν καὶ μερικὰ ἄλλα ἄρθρα, τότε—καὶ ἐρωτῶ ἰδίως τὸν ἀξιότιμον κ. Δημητρακόπουλον, τὸν ἐπὶ τούτου τοῦ σημείου στηρίξαντα τὸ ψήφισμά του καὶ τὴν ὁμιλίαν του—, ἐὰν ἐξέλθωμεν τῶν στενῶν ὁρίων τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τότε ὁποῖον κῦρος θὰ ἔχωσιν ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ἐπὶ πλέον ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὕτως θὰ ἀναθεωρηθῶσιν, οὔτε κατόπιν γνώμης δύο Βουλῶν περὶ ἀνεθεωρήσεως οὔτε κατόπιν τῆς γνώμης Συντακτικῆς Συνελεύσεως τῆς κυριάρχου. Θὰ μείνωσι προφανῶς μετέωρα τὰ ἄρθρα, τὰ μεταξὺ τοῦ ἔργου τῆς γνωστῆς καὶ σχεδιασθείσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ προσχέδιον, καὶ τοῦ ἔργου καὶ τῆς ἐκτάσεως μιᾶς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἥτις θὰ ἐπελαμβάνετο τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ὅλου Συντάγματος. Ποῖον κῦρος θὰ ἔχωσι πάντα ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα οὕτω θὰ μεταρρυθμισθῶσι; Ποίαν Κυβέρνησιν θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι; Καὶ ἂν εἴμεθα σύμφωνοι σήμερον, εἶναι φρόνιμον νὰ δώσωμεν λαβήν, ἐπὶ ἔτη μακρὰ εἰς τὸ μέλλον, εἰς οἱονδήποτε δημοκόπον, εἰς οἱονδήποτε ἐκβιαστήν, εἰς οἱονδήποτε τοιούτου εἴδους πολιτικὸν ἐπιχειρηματίαν, γνωρίζοντα νὰ ὑποδαυλίζῃ τὰ συγκρουόμενα πολιτικὰ συμφέροντα, εἶναι, ἐρωτῶ, φρόνιμον καὶ συνετὸν νὰ δώσωμεν λαβὴν εἰς τὸ νὰ ἐπικαλῶνται διαρκῶς, τόσον ἐν Δικαστηρίοις, ὅσον καὶ ἐντὸς τῶν Βουλῶν, νὰ ἰσχυρίζωνται διαρκῶς καὶ παρασύρωσι καὶ μέγα μέρος τῆς Κοινῆς Γνώμης, λέγοντες ὅτι δὲν ὑφίσταται Σύνταγμα, ὅτι τὰ ἄρθρα τ’ ἀναθεωρηθέντα ἀνεθεωρήθησαν αὐθαιρέτως κατόπιν τῆς γνώμης μιᾶς μόνον Βουλῆς, καὶ Βουλῆς ἥτις ἐγνωμοδότησεν οὐχὶ ἐν πεποιθήσει, ἀλλ’ ἥτις ἔπραξε τοῦτο τυπικῶς, ὑπὸ τὴν πίεσιν ἐπαναστατικῆς καταστάσεως, ἥτις εἶχε δημιουργηθῆ ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους σήμερον ζητοῦμεν ἡμεῖς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν; Διατί, ἀξιότιμοι Κύριοι, νὰ μὴ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην ἀμοιβαίως, τόσον εἰς τὰς μεταξὺ ἡμῶν συζητήσεις, ὅσον καὶ εἰς τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων πολιτικῶν παραγόντων ἢ τοῦ Βασιλέως; Διατί νὰ μὴ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐμπιστοσύνη μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὥστε νὰ βαδίσωμεν μετὰ θάρρους καὶ πεποιθήσεως ἐπὶ τὸ ἔργον, ἕτοιμοι νὰ προχωρήσωμεν εἰς εὐρώστους καὶ γενικὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ πολιτεύματος, τὰς ἐκ τῶν πραγμάτων σαφῶς ὑποδεικνυομένας, τροποποιοῦντες πᾶν ἐν αὐτῷ κακῶς ἔχον καὶ διατηροῦντες πάντα αὐτοῦ τ’ ἀγαθά; Δὲν φρονεῖτε, ὅτι μόνον ἐν τοιούτῳ πνεύματι ἐργαζόμενοι θὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν; (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§98ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι ἀπορῶ περὶ τῆς τάσεως καὶ τῆς διευθύνσεως, ἣν ἔλαβεν ἡ προκειμένη συζήτησις. Ἡ βάσις ἥτις ἐτέθη εἰς αὐτὴν εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸ πᾶν ἀνετράπη. Εἴμεθα ἐνταῦθα 362 ἐκλελεγμένοι ὡς Βουλευταί, οἵτινες πρὶν ἢ ἀποκτήσωμεν ἀληθῶς ἀνεγνωρισμένον, θετικῶς νόμιμον τὸν χαρακτῆρα, ὃν προσέδωκεν, ὃν φαίνεται προσδοῦσα εἰς ἡμᾶς ἡ ἐκλογή, ἐρχόμεθα καὶ προβάλλομεν ἅπαντα τὰ πολιτικὰ ζητήματα ἐνταῦθα. Καὶ διατί; Διότι ἐσκέφθημεν ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ μέθοδος, ὥστε νὰ εἴπωμεν μετὰ τῶν ἄλλων τὰ αὐτά, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ ἁπλοῦν πρᾶγμα τὸ νὰ σκεφθῶμεν ὅτι, ἐνόσῳ δὲν ἐξηλέγξαμεν ἀλλήλους κατὰ τὸν νόμιμον τρόπον —καὶ νόμιμος τρόπος εἶναι ὁ ἐν τῷ Κανονισμῷ—, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ θέματα ἐκεῖνα, ἅτινα μόνα ἐπιτρέπεται καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν νὰ θίξῃ. Οὐδεμία δὲ Βουλὴ καὶ οὐδεμία Συνέλευσις, ὁσονδήποτε Συντακτικὴ καὶ ἂν χαρακτηρισθῇ, ἐπιτρέπεται νὰ θίξῃ οἱαδήποτε οὐσιαστικὰ θέματα πρὶν ἢ ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν εἶναι γνήσιοι ἀντιπρόσωποι. Ἐννοῶ τὸ ζήτημα τὸ τεθέν, τῆς ὁρκοδοσίας, καὶ ἤθελον ἐννοήσει νὰ εἴπῃ τις· Ἐγώ, ἐπειδὴ πάντες λέγουσιν ὅτι ἀποδέχονται τὸν ὅρκον, ἀλλ’ ἕκαστος ὑπὸ ἕτερον τρόπον, ἐγώ, ὅστις δὲν συμμερίζομαι τὸν τρόπον τοῦ ἀντιλαμβάνεσθαι τὰ πράγματα, ὡς θέλουσιν οἱ ἄλλοι ἐνταῦθα, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω τὸν ὅρκον, ἀλλ’ ἐπιβάλλω τοῦτον ἐγὼ εἰς ἐμὲ αὐτὸν κατὰ τὸν ὁρισμὸν ἐκεῖνον, καθ’ ὃν θεωρῶ μὲν κατηργημένον τὸ πολίτευμα, ἀλλ’ ἀνασυνιστῶ αὐτὸ ἐνταῦθα ἐγὼ αὐτός, ὅστις δὲν εἶμαι ἀκόμη ἐξεληλεγμένος Βουλευτής. Ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐξουσίαν ἔχοντες ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ πράξωμεν ὅ,τιδήποτε ἄλλο ἢ νὰ διαιρεθῶμεν εἰς τμήματα μετὰ τὴν ὅρκισιν, ἵνα προβῶμεν εἰς ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡμῶν, ἀνασκευάζομεν ἐν τούτοις καὶ τὸ πολίτευμα κατὰ τὰς διαθέσεις ἡμῶν, αἵτινες εἶναι ὅμοιαι πρὸς τὰς θεμελιώδεις διαθέσεις ἐκείνων, οἵτινες ἰσχυρίζονται ὅτι ὑπάρχει ἐπὶ ποδὸς τὸ τοιοῦτον πολίτευμα· καὶ λέγομεν· Ἰδοὺ πολίτευμα, ἰδοὺ ψήφισμα περὶ τοῦ πολιτεύματος, ψήφισμα περὶ οὗ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι πλῆρες. Πρῶτος ὁ κ. συνάδελφος, ὅστις ὑπέβαλε τὸ ψήφισμα, δὲν θὰ παρέλθωσι μῆνες πολλοὶ καὶ θὰ ἔλθῃ ν’ ἀνακαλέσῃ πολλὰ ἐξ ἐκείνων, ἅτινα περιέλαβε τὸ ψήφισμα αὐτοῦ. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι λυποῦμαι, ὅτι ἔρχομαι ἐνταῦθα νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ἰδέας ἐξενεχθείσας ὑπὸ τοῦ τελευταίου καταβάντος ἀπὸ τοῦ βήματος συναδέλφου, πρὸς ὃν τρέφω ἰδιάζουσαν ἀγάπην καὶ συμπάθειαν, καὶ λίαν δεδικαιολογημένως. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος παρέστησεν εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα, ὅτι τὸ πολίτευμα κατελύθη, κατελύθη δὲ ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς τῆς τελευταίας, ἥτις ὑπερεπήδησε μίαν διάταξιν τυπικὴν τοῦ Συντάγματος, ἓν ἐμπόδιον, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς κατηργήθη πολίτευμα, οὗτινος οἱ ὑπηρέται εὑρίσκονται ἐνταῦθα καὶ ἀγορεύουσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀντιπροσωπεύομεν τὴν Κυβέρνησιν τὴν Συνταγματικὴν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, τὴν ἀπὸ τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ δικαιώματι Αὐτοῦ ἐκλεχθεῖσαν καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς τότε ἐνισχυθεῖσαν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Καὶ θέλομεν ἀντιπροσωπεύει ταύτην τὴν Κυβέρνησιν ἐνόσω δὲν ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν τηρουμένου τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ὑφίσταται, ἀφαιρεθῇ ἀφ’ ἡμῶν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως, καθ’ ἣν τηρουμένου τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ὑφίσταται, θέλει ἀφαιρεθῆ ἀφ’ ἡμῶν ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, τῆς Βουλῆς συντεταγμένης, τῆς Βουλῆς ἐκπληρωσάσης πάντα ἐκεῖνα, ἅτινα τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, ὅπως δυνηθῇ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς τακτικὰς αὐτῆς ἐργασίας. Ὑφιστάμεθα δυνάμει ὀρθίου Συντάγματος καὶ θέλομεν ἐξακολουθήσει τηροῦντες τὴν ὑπόστασιν ἡμῶν δυνάμει τοῦ ὀρθίου τούτου Συντάγματος, πεπεισμένοι ὅτι, ἂν ἐνταῦθα ὑπάρχωσιν οἱ ἐκ πεποιθήσεως φρονοῦντες ἄλλα, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδεμίαν ἄλλην ἐντολὴν ἔδωκεν εἰμὴ ἐκείνην, ἥτις ἀπέρρεεν ἐκ τοῦ ψηφίσματος τῆς προηγουμένης Βουλῆς, καὶ ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ πολίτευμα, ἐὰν τυχὸν τρέξῃ οἱονδήποτε κίνδυνον ἀμφισβητήσεως. Οὕτως ἱστάμενοι καὶ οὕτως ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἔχομεν ἐντολὴν καὶ καθῆκον, ἀποτεινόμενοι πρὸς τὴν Βουλὴν λέγομεν: «Μὴ λησμονεῖς ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο ἐκ συμπληρώσεως τῆς ἐπαναστατικῆς κινήσεως, ἥτις ἠγέρθη πέρυσι κατὰ τὴν 15 Αὐγούστου 1909. Αἱ ἐπαναστάσεις ἐπιτυγχάνουσαι ἔχουσι δικαίωμα νὰ καταργῶσι τὰ πολιτεύματα, ἐκεῖνο δὲ τὸ κίνημα ἦτο ἐπανάστασις δείξασα ὅτι εἶχε τὸ κράτος ὅλον ἀνὰ χεῖρας καὶ ὅ,τιδήποτε ἐνόμιζεν ὅτι ὀφείλει νὰ πράξῃ, ἠδύνατο ἀληθῶς νὰ πράξῃ, διότι ἐκυριάρχει. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, καίτοι ὑπῆρξεν ὑπερτέρα ἡμῶν τῶν ἄλλων, ἔκυψεν ἐνώπιον τοῦ Συντάγματος, ἔκυψεν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ἔκυψεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς συνταγματικῆς Κυβερνήσεως, καίτοι δὲν συνεμερίζοντο τὰς ὑπ’ αὐτῆς ἀνακηρυχθείσας ἀρχάς, καὶ ἀνεγνώρισε καὶ διετήρησε πάσας τὰς ἐξουσίας ταύτας, ἐφρόντισε δὲ μόνον, ὅπως δι’ αὐτῶν κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ τὴν διέξοδον, ἥτις ἤγαγεν ἡμᾶς ἐνταῦθα.
§99Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἡ ἐπανάστασις δὲν ἔκυψεν, ἡ ἐπανάστασις καθώρισεν ὡς πολίτευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν ἐδῶ.
§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλω ἀκριβῶς τοῦτο νὰ εἴπω. Ἡ ἐπανάστασις ἐσεβάσθη τὸ καθεστὼς καὶ ἐπανειλημμένως, ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας, ἔδειξε τὸν πρὸς αὐτὸ σεβασμόν, καίτοι τὰ πράγματα ἠνάγκαζον αὐτὴν νὰ ἔχῃ ὑπὸ ἐπιτήρησιν τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο. Καὶ δότε, παρακαλῶ, Κύριοι, προσοχὴν εἰς τοῦτο, ὅτι τὴν τελευταίαν ἡμέραν, τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἠθέλησεν ἄνευ ἀναβολῆς τὴν διέξοδον, ἐζήτησε καὶ ἔδωκε χεῖρα πρὸς τοὺς ἄλλους, ὅπως συμπράττουσα μετ’ αὐτῶν, καίτοι τέως δὲν συνεφώνουν, φθάσῃ εἰς ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων διὰ Σώματος νομίμως συγκροτουμένου. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὅτι ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ὑπὸ πρόσταγμα. Τοῦτο, ὅπως ὑπ’ αὐτοῦ λέγεται, δὲν πιστεύω. Ὅμως αὐτὸ τοῦτο ὅπερ λέγει ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐπανάστασις προστάττουσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιτυγχάνουσα παρὰ τῆς Βουλῆς αὐτὸ τὸ προσταττόμενον συνεπλήρωσε τὸ ἴδιον αὐτῆς ἔργον. Καὶ ὁποία ἐγένετο ἡ συμπλήρωσις; Διατήρησις ἀκεραίου τοῦ καθεστῶτος, διατήρησις ἁπάσης τῆς οὐσίας τοῦ πολιτεύματος· θίξις δὲ τοῦ πολιτεύματος μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι μία μόνη τυπικὴ διάταξις διεγράφη. Καὶ τοῦτο πάλιν διατί; Ἵνα διευκολύνῃ εἰς ἑαυτὴν ἡ ἐπανάστασις τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν, ἵνα διευκολύνῃ καὶ εἰς ἑαυτὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος τὴν ἐπίληψιν καὶ ἐξέτασιν τῶν θεμάτων ἐκείνων, δι’ ὧν λυομένων ἤλπισε καὶ αὐτὴ καὶ ἐλπίζομεν πάντες, ὅτι θέλομεν ἐπιφέρει διόρθωσιν εἰς τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας. Ἡ Βουλὴ παρεμβληθεῖσα ἐψήφισεν ἐκεῖνο, ὅπερ δυναμένη εἶχε δικαίωμα καὶ μόνη ἡ ἐπανάστασις ἀπ’ εὐθείας νὰ πράξῃ. Καὶ τοῦτο πράξασα ἡ Βουλὴ ἔδωκεν αὐτῇ διὰ ψηφίσματος ὅ,τι ἔλειπεν, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὴν νομιμότητα, διαγράψασα κατὰ τὴν συνταγματικὴν ὑπαγόρευσιν τὴν ὁδόν, δι’ ἧς ἔμελλε νὰ διέλθῃ τὸ δημόσιον φρόνημα, ὅπως ἐκλεχθέντας πέμψῃ ἐνταῦθα τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ καὶ ἐπιβάλῃ δι’ αὐτῶν τὴν θέλησιν αὐτοῦ τὴν γενικήν. Ἔδειξεν αὐτὴ τὴν μόνην δυνατὴν ὁδόν, ὅπως ὁ λαὸς συγκαλούμενος εἰς τὰς κάλπας διὰ Βασ. Διατάγματος ἔλθῃ ἐνταῦθα ἀντιπροσωπευόμενος ὑπὸ ἐκλεκτῶν καὶ λύσῃ δι’ αὐτῶν τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, ἅτινα εἶχε διακηρυχθῆ πρὸς αὐτὸν ὅτι θέλουσι τεθῆ ἐνώπιον διπλῆς Βουλῆς. Καὶ παρακαλῶ τίς ἐξ ἡμῶν δύναται μετὰ λόγου νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἦλθεν ἐνταῦθα ἔχων ἄλλην ἐντολὴν ἢ ἐκείνην, καθ’ ἣν διετάχθη ὑπὸ τῶν δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς κληθέντων ἐκλογέων; Τὰ στόμια τῶν καλπῶν ἔχαινον, ὅπως παραλάβωσι τὰς ψήφους ἐκείνων, οἵτινες εἰς ἐκλογὴν Ἀναθεωρητικοῦ Συνεδρίου ἐκαλοῦντο νομίμως.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸν πανίσχυρον ἀρχηγὸν τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἀπέδειξεν ὁ λαὸς τὴν θέλησίν του.
§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα ἀναμεμιγμένοι ἐπιτυχόντες διὰ περισσοτέρων καὶ ἐπιτυχόντες δι’ ὀλιγωτέρων ψήφων· διότι αἱ ψῆφοι εἴς τινας ἐμετρήθησαν περισσότεραι καὶ εἰς ἄλλους ὀλιγώτεραι, τοῦτο δὲν ἀφαιρεῖ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀντιπροσώπου ἀπ’ ἐκείνου, ὅστις ἔλαβεν ὀλιγωτέρας, οὐδὲ καθιστᾷ αὐτὸν ἀδυνατώτερον ἐκείνου, ὅστις ἔλαβε περισσοτέρας.
§103Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Ὅτε κατὰ τὰς ἐκλογὰς πολλοὶ τῶν ὑποψηφίων ἐξετέθησαν μὲ πρόγραμμα συντακτικόν, αἱ καθεστηκυῖαι ἀρχαὶ παρενέβαλον πρόσκομμά τι;
§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§105Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀλλὰ τότε, ἐὰν οἱ ἐπιτυχόντες ὑπὸ πρόγραμμα συντακτικὸν εἶναι οἱ περισσότεροι, τοῦτο δὲν ἦτο νέα ἐπανάστασις πρὸς Συντακτικὴν Συνέλευσιν; Εἶναι ἀνάγκη ἡ ἐπανάστασις νὰ εἶναι αἱματηρά; δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπανάστασις μὴ τοιαύτη;
§106ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ σύνοιδα εἰς ἐμαυτόν, ὅτι δὲν ἐξελέγην ὑπὸ πρόγραμμα συντακτικόν· καὶ νομίζω ὅτι, μὴ ἐκλεγεὶς ὑπὸ πρόγραμμα συντακτικόν, ἔχω ἴσην δύναμιν πρὸς ὑμᾶς ὡς ἀντιπρόσωπος· καὶ ἐὰν ἔχω ἴσην δύναμιν πρὸς ὑμᾶς ὡς ἀντιπρόσωπος, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πολλοὶ ὡς ἐγὼ ἔχοντες ἕκαστος ἴσην δύναμιν πρὸς ὑμᾶς, τὸ ἀποτέλεσμα θέλει ἀποδείξει ἡ ὥρα ἐκείνη, καθ’ ἣν μοιραίως θέλομεν φθάσει εἰς ψηφοφορίαν, δι’ ἧς καὶ τὸ ζήτημα θέλει λυθῆ.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, ψηφοφορία.
§108ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, λέγω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἔδαφος ὑπάρχον, νομίμως ὑπάρχον, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς ἔδαφος ὅμοιον προσφερόμενον εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῆς προθυμίας τῶν νεωτεριστῶν, ὅση καὶ ἂν ᾖ ἡ παρεχομένη εἰς ἡμᾶς ὑπ’ αὐτῶν ἐγγύησις — περὶ ἧς ἐν τούτοις εἶδον ὅτι ἔδειξεν ἀμφιβολίας, καὶ λίαν εὐλόγως, ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος.
§109ΑΝ. ΤΣΕΛΟΣ. Πρὸς ἐμὲ ἀπευθύνεσθε;
§110ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἔδαφος ὑπάρχον νομίμως, ἵνα ἀποδεχθῶμεν τὸ προσφερόμενον εἰς ἡμᾶς παραπλήσιον ἔδαφος, ὅπερ δὲν παρέχει τὰς ἐγγυήσεις, περὶ ὧν εὐλόγως ἐξεφράσατε δισταγμούς.
§111ΑΝ. ΤΣΕΛΟΣ. Εἶπον περὶ τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν ἀνελαμβάνετε, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν—νομίζω, ὁ κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου— σᾶς ἠρώτησε, τίς θὰ εἶναι ὁ μεσεγγυοῦχος.
§112ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίνος πράγματος;
§113ΑΝ. ΤΣΕΛΟΣ. Τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.
§114ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· δὲν ἠρώτησε τοῦτο, δὲν ἐνθυμεῖσθε καλῶς· καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ παραστήσω τὰ ἀκριβῆ. Ὁ τότε Βουλευτὴς Τυρνάβου καὶ ἰδιαίτερος φίλος μου, καίτοι ἀνήκομεν εἰς διαφόρους πολιτικὰς τάξεις, κ. Θ. Λιμπρίτης, μὲ ἠρώτησε τίς εἶναι ὁ μεσεγγυοῦχος τῆς ἀσφαλοῦς διαθέσεως τῆς ἐπαναστάσεως πρὸς τὰ συμπεφωνημένα· καὶ ἐγώ, ὅστις κατεῖχον τὴν θέσιν τοῦ διευθύνοντος καὶ εἶχον ἀναλάβει ἅπασαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἔκβασιν τῶν προσυμφωνηθέντων, ἥτις καὶ ἀπέβη εὐτυχῶς αἰσία, ἠγέρθην καὶ εἶπον· Ὁ μεσεγγυοῦχος εἶμαι ἐγώ. Τὰ δὲ πράγματα, ὡς βλέπετε, μὲ ἐδικαίωσαν. Λοιπὸν ἐπανερχόμενος λέγω ὅτι τὸ ἔδαφος τὸ συνταγματικόν, τὸ ὑπάρχον, ἔχομεν καθῆκον πάντες νὰ διατηρήσωμεν, καὶ ἐπὶ τούτου ἱστάμενοι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, συναισθανόμενοι ὅτι ἔχομεν ἐντολὴν νὰ ἐκπληρώσωμεν αὐτὸ μετὰ πάσης τῆς ὀφειλομένης εὐσυνειδησίας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ὀλίγον τι σκεφθῶμεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως μετ’ ἀπαθείας, μετ’ ἀταραξίας, ἀπαλλασσόμενοι τῶν ἀμοιβαίων προκαταλήψεων, καὶ τῶν προκαταλήψεων τῶν κατὰ τοῦ παρελθόντος,— διότι μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων τοῦ παρελθόντος ὑπάρχουσι καί τινα, ἅτινα ἐκ προκαταλήψεως νομίζονται κακά—, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἐκείνου, ὅπερ ἐκίνησε, καὶ εὐλόγως, τὴν φιλοτιμίαν τινῶν τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ ἄλλους ὅρους νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον ἢ ὑφ’ οὓς ζητεῖται ἀπ’ αὐτῶν. Τοῦτο ζητοῦμεν ἡμεῖς σήμερον, νὰ ὁρκισθῶμεν· τοῦτο δὲν ἀρνεῖσθε καὶ ὑμεῖς, ἀλλὰ λέγετε· «Δὲν θέλομεν νὰ ὁρκισθῶμεν δι’ ὃν λόγον λέγετε ὑμεῖς ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ πράξητε· θέλομεν νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον κατὰ τύπον μὲν τὸν αὐτόν, ἀλλὰ καὶ δι’ οὓς λόγους ἔχομεν ἡμεῖς ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν», τοὺς λόγους οὓς ἀνεπτύξατε διὰ τῶν ὑμετέρων ῥητόρων. Ἐὰν κατὰ ταῦτα οἱ διαφωνοῦντες δέχωνται νὰ ὁρκισθῶσι, δι’ οὓς λόγους αὐτοὶ φρονοῦσιν, εἰς τὸ πραγματικὸν γεγονὸς τῶν ὑφισταμένων συνταγματικῶν Ἀρχῶν, τὸ πᾶν ἐπαρκῶς ἐγένετο. Καὶ φθάνομεν νὰ ὁρκισθῶμεν πάντες κατ’ οὐσίαν τὸ αὐτὸ ἕκαστος μετ’ ἐπιφυλάξεως τῆς αἰτιολογίας, ἣν ἐν ἑαυτῷ ἔχει· καὶ ἐκ τούτου τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν δυνάμενοι ἔπειτα, ἐν καιρῷ, πάντα τὰ θέματα, ἅτινα νῦν ἐνταῦθα συζητοῦμεν παντελῶς ἔξω τῆς ὥρας, νὰ συζητήσωμεν εὐρέως. Διότι πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι, ἂν εὑρίσκηταί τις ἐνταῦθα θέλων νὰ ἀσεβήσῃ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος θὰ θελήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν, οὕτω δὲ θὰ ἐπιτραπῇ εἰς πάντα θέλοντα νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ εὐπρεπῶς ὡς νόμιμον κατὰ τὴν πεποίθησιν τοῦ λέγοντος αὐτήν, θὰ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπῃ αὐτὴν ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ καθῆκον πάσης Βουλῆς ἐλευθέρας ἐν ἐλευθέρῳ Κράτει.
§115ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς δύο πράγματα, Κύριοι, διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς ἓν συμφωνῶ. Διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν νομίζοντα, ὅτι Σῶμα πολιτικὸν τοιοῦτον ἐκλήθη νὰ ὑποκύψῃ εἰς κανόνας δικαίου. Συμφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἐπανάστασις, οὖσα καὶ ἐκείνη καθεστώς, ἐδημιούργησεν ἄλλο διάφορον καθεστώς, ἐγκαταστήσασα καὶ τὴν μέχρι σήμερον Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις δὲν ἔχει Σύνταγμα γραπτόν, ἡ ἐπανάστασις ἐξελίσσεται κατὰ τὰ γεγονότα ἑκάστης ἡμέρας, ἑκάστης ὥρας, ἑκάστης στιγμῆς, ἡ ἐπανάστασις ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον ἐξελισσομένη ἀναμφισβητήτως, καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινός, εἰμὴ ἡ ἐπανάστασις νὰ συντάξῃ τὸ Σύνταγμα αὐτῆς τὸ γραπτόν, ὅπερ ἔσται τὸ νέον Σύνταγμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, οἱ κανόνες οἱ μόνιμοι τῆς ἐπαναστατικῆς ἐξελίξεως, δηλαδὴ οἱ κανόνες τοῦ δικαίου, τοὺς ὁποίους τὸ πολιτικὸν τοῦτο Σῶμα θὰ δημιουργήσῃ. Τὴν ἐπανάστασιν δὲν δύναται νὰ ἐκπροσωπήσῃ εἷς ἄνθρωπος, τὴν ἐπανάστασιν ἐκπροσωπεῖ τὸ ἔθνος. Ἡ ἐπανάστασις, ἐπαναλαμβάνω, ἐξακολουθεῖ ἐξελισσομένη, ἡ διαφορὰ δὲ εἶναι ὅτι τότε μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ᾐσθάνετο τὴν ἀπειλὴν τῶν λογχῶν, σήμερον δὲ—καὶ εἶναι τοῦτο πρὸς τιμήν του — αἰσθάνεται τὴν ἀπειλὴν τῶν λόγων.
§116ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ᾐσθάνετο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπειλὴν τῶν λογχῶν, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ πρὸς τιμήν των, οὐδέποτε μᾶς ἠπείλησαν.
§117Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προκειμένου περὶ πραγματικῶν γεγονότων, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ φέρητε εἰς τὴν δυσχερεστάτην θέσιν, νεώτερον ὄντα, νὰ ἀμφισβητῶ τὰς βεβαιώσεις σας. Ἐχειροκροτήθη, Κύριοι, εἷς τῶν προλαλησάντων, διότι εἶπεν, ὅτι δὲν ἀπῃτεῖτο παρὰ ὀλίγη καλὴ θέλησις. Ἄν τὰ πράγματα ἦσαν τοσοῦτον ἁπλᾶ, ἂν δὲν ἀπῃτεῖτο παρὰ ὀλίγη νοημοσύνη καὶ ὀλίγη καλὴ θέλησις, ἀλλοίμονον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τοιούτους καὶ τοσούτους κινδύνους, ἥτις ὑπέστη τοιαύτας καὶ τοσαύτας καταστροφάς, ἐνῷ δὲν ἀπῃτεῖτο παρὰ ὀλίγη νοημοσύνη καὶ ὀλίγη καλὴ θέλησις! Τὰ πράγματα εἶναι πολὺ δυσκολώτερα, τὰ ζητήματα περὶ τῶν ὁποίων διεξάγεται ἡ συζήτησις, εἶναι πολὺ δυσχερέστερα· καὶ εἶναι ἀναμφιβόλως ἄξιος ἐπαίνου ἐκεῖνος, ὅστις, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἡ κορυφὴ τῶν Ἑλλήνων δικηγόρων, διότι ἀξιεπαίνως προσεπάθησε νὰ δώσῃ τὴν λύσιν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα. Τοιοῦτος ἀληθῶς δικηγόρος ἥρμοζεν εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν· ὑπόθεσιν πάντοθεν διαρρέουσαν, πανταχόθεν καταρρέουσαν. Δὲν ἀποτελεῖ ἐλάττωμα εἰς τὸν πολιτικὸν τὸ ὅτι δὲν ἀνεδείχθη ἰσόπαλος τοῦ δικηγόρου. Δώσατε εἰς αὐτὸν ὑπόθεσιν ἄλλην, ὑπόθεσιν δυναμένην νὰ σταθῇ, καὶ τότε θέλετε θαυμάσει τὴν δύναμιν αὐτοῦ, ὡς τὴν ἐθαυμάζομεν ἡμεῖς εἰς τὰ Δικαστήρια. Εἶπε πρὸς ὑμᾶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὅτι δὲν ἀποτελοῦμεν Συνέλευσιν Ἀναθεωρητικήν, διότι δὲν ἐτηρήθη τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος· εἶπε πρὸς ὑμᾶς ἀκολούθως, ὅτι δὲν ἀποτελοῦμεν Συνέλευσιν Συντακτικήν, διότι δὲν κατελύθη ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα. Καὶ ὑπεστήριξε παραδόξως—ἐπίστευον ὅτι δὲν ἤθελε φθάσει μέχρι τοσούτου, διότι ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῶν στοιχειωδῶν ἐπιστημονικῶν ἀληθειῶν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐπιστήμονας τοσούτου κύρους—ὅτι διότι δὲν κατελύθη τὸ πολίτευμα ὁλόκληρον δὲν ἀποτελοῦμεν Συνέλευσιν Συντακτικήν, δηλαδή, διὰ νὰ ὑπάρξῃ Συνέλευσις Συντακτική, πρέπει νὰ καταλυθῇ ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα, πρέπει νὰ ἀρχίσῃ δημιουργοῦσα ἡ Συνέλευσις ἐκ τοῦ μηδενός. Θεωρία ἐντελῶς διάστροφος, θεωρία μὴ δυναμένη νὰ ὑποστῇ τὴν ἁπλουστάτην κριτικήν· θεωρία διαψευδομένη ὑπὸ τῆς ἱστορίας ὅλων τῶν Κρατῶν. Νομίζετε, ὅτι κατελύθη ἅπαν τὸ πολίτευμα, ὅτε συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863; Κατάλυσις ὁλοκλήρου τοῦ πολιτεύματος σημαίνει ἐξαφάνισιν τῆς ἐννόμου τάξεως, σημαίνει ἀναρχίαν. Ὑπάρχει τις ὁ ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν ἅπαντες οἱ νόμοι οἱ ὀργανικοί, ὅτι δὲν εἶχον τηρηθῆ καὶ μετὰ τὴν ἔξωσιν τοῦ Ὄθωνος αἱ διατάξεις περὶ τῶν δημοσίων δικαίων τῶν Ἑλλήνων; Τὸ πρᾶγμα, λέγω, εἶναι ἐντελῶς διάστροφον, ἐντελῶς ἀκατανόητον. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχουσι διαρκῆ συντακτικὴν ἐξουσίαν, τὸ Κοινοβούλιον ἀποτελεῖ συντακτικὴν ἐξουσίαν, διαρκῶς λοιπὸν εὑρίσκονται καὶ ἐν καταλύσει τοῦ πολιτεύματος; Ἑκάστην στιγμὴν καταλύεται τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα καὶ ἑκάστην στιγμὴν ἀναδημιουργεῖται; Ἐν Γαλλίᾳ συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1871 καὶ κατήρτισε νόμους συντακτικούς, οὐδεμία δ’ ἐν αὐτοῖς ὑπάρχει διάταξις καταργοῦσα τοὺς προηγουμένους συντακτικοὺς νόμους, οὐδεμία ὑπάρχει ἐν αὐτοῖς διάταξις ἀναγνωρίζουσα τὸ κῦρος τῶν προηγουμένων συντακτικῶν νόμων. Αἱ διατάξεις τῶν συντακτικῶν νόμων, αἱ μὴ συγκρουόμεναι πρὸς τὰς διατάξεις τῶν συντακτικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἡ Συνέλευσις ἐκείνη κατήρτισεν, ἐξηκολούθησαν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ἰσχύωσιν. Ἡ σύγκλησις λοιπὸν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως δὲν σημαίνει κατάλυσιν ὁλοσχερῆ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλοίμονον, ἐὰν Κράτη ὁλόκληρα, ἐὰν λαοὶ ὁλόκληροι εὑρίσκοντο καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἐν καταστάσει ἀναρχίας! Ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη καὶ φυσικὸν νὰ νοηθῇ τοῦτο; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ἡ ὕπαρξις κοινωνίας ἀνθρώπων μὴ διατελούσης ὑπὸ κανόνας τινάς; Ἡ διάκρισις μεταξὺ Συνελεύσεως Συντακτικῆς καὶ Συνελεύσεως Ἀναθεωρητικῆς εἶναι διάκρισις ἐκ τῶν ὑστέρων. Οἱ νόμοι διακρίνονται εἰς νόμους συντακτικοὺς καὶ εἰς νόμους συνήθεις, καὶ αἱ ἐξουσίαι αἵτινες καταρτίζουσι τοὺς νόμους τοὺς συντακτικοὺς καλοῦνται ἐξουσίαι συντακτικαί, αἱ δὲ ἐξουσίαι αἱ ὁποῖαι καταρτίζουσι τοὺς νόμους τοὺς συνήθεις καλοῦνται ἐξουσίαι νομοθετικαί. Αἱ συντακτικαὶ ἐξουσίαι καθὼς καὶ αἱ νομοθετικαὶ εἶναι διάφοροι εἰς τὸ ἓν Κράτος, διάφοροι εἰς τὸ ἄλλο. Ἡ ἐξουσία δὲ ἡ συντακτική, ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἥτις ἔρχεται νὰ θέσῃ νόμους θεμελιώδεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐξελιχθῇ ὁ κατόπιν βίος ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔθνους, δὲν εἶναι ἐξουσία δυναμένη νὰ τεθῇ ὑπὸ περιορισμόν. Ἐξουσία θέτουσα νόμους συνταγματικοὺς μόνον ὑπὸ νόμων συνταγματικῶν ῥητῶν δύναται νὰ περιορισθῇ. Προηγουμένη δηλαδὴ ἐξουσία ἀπεριόριστος δύναται μόνη νὰ χαράξῃ τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ κατόπιν ἐρχομένη ἐξουσία, καλουμένη νὰ θέσῃ νόμους συνταγματικούς, ὀφείλει νὰ περιορισθῇ. Αἱ διατάξεις αὗται εἶναι αἱ περιεχόμεναι εἰς διάφορα Συντάγματα, καθορίζουσαι τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ Συντάγματα ἐκεῖνα ἀναθεωροῦνται. Ὅταν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι δὲν τηρηθῶσι, τότε τὰ συνερχόμενα πολιτικὰ Σώματα, ὅπως καταρτίσωσι νόμους συνταγματικούς, εἶναι ἐξουσίαι συντακτικαὶ ἀπεριόριστοι ἢ δὲν εἶναι τίποτε. Ἢ ἔχετε δικαίωμα ἀπεριόριστον ἢ δὲν ἔχετε τίποτε. Ὡμολογήθη, ὅτι δὲν ἐτηρήθη τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος· ἑπομένως δὲν συνήλθομεν κατὰ τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἡ ἐξουσία ἡμῶν δὲν ἀπορρέει ἀπὸ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς ἡ συντακτικὴ ἐξουσία τοῦ 1864. Ἢ ἔχομεν ἐξουσίαν ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπεριόριστον ἢ οὐδεμίαν ἐξουσίαν ἔχομεν. Τὰ πράγματα ὅμως παρενοήθησαν παντελῶς, καὶ παρενοήθησαν μέχρι σημείου, ὥστε ὀλισθαίνομεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀγνοῶ δὲ ποῦ θέλομεν καταλήξει ὀλισθαίνοντες, ἀλλὰ κινδυνεύομεν νὰ φθάσωμεν εἰς κινδύνους, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν, εἰς κινδύνους πολιτικοὺς τρομερούς, εἰς κινδύνους διὰ τὴν Βασιλείαν, ἐὰν κρατήσῃ ἡ γνώμη ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡμῶν εἶναι Ἀναθεωρητική. Ἡ ἔρις δὲν εἶναι ἔρις περὶ λόγων, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ λόγων, πρόκειται περὶ κινδύνων τῆς Βασιλείας. Ἂν ἡ Συνέλευσις, λέγουσι, χαρακτηρισθῇ Ἀναθεωρητική, θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσωμεν πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος πλὴν τῶν θεμελιωδῶν. Πρώτη ἔρις, ἥτις θέλει ἐγερθῆ: ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις αἱ θεμελιώδεις, ποῖαι αἱ μὴ θεμελιώδεις; Ποῖαι ὄντως εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις; Θεμελιώδεις διατάξεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι παρὰ μόνον αἱ ἀφορῶσαι τὰ ἀναφαίρετα δίκαια τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα καλοῦνται ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 δημόσια δίκαια τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21, καθ’ ἣν ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους. Οὐδεμία ἄλλη διάταξις εἶναι θεμελιώδης. Διότι ὁ ὅρος «θεμελιώδεις διατάξεις» τὸ πρῶτον ἐτέθη ὑπὸ τῶν διδαξάντων τὸ λεγόμενον Φυσικὸν Δίκαιον κατὰ τὸν 17 αἰῶνα. Ἐκεῖνοι πρῶτοι μετεχειρίσθησαν τὸν ὅρον «θεμελιώδεις διατάξεις», ἐκείνους ἠκολούθησαν καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τὴν Ἀμερικανικὴν καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τὴν Γαλλικὴν οἱ καθορίσαντες τὰ λεγόμενα δίκαια τοῦ ἀνθρώπου, τὰ δίκαια τὰ ἀπὸ τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπορρέοντα, τὰ δίκαια τὰ ἀναφαίρετα, ἐξ ὧν πηγάζει καὶ τὸ δόγμα τῆς Λαϊκῆς Κυριαρχίας, τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Συντάγματος ἡμῶν καθιερούμενον. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον: «προσέχετε· ὁ Βασιλεὺς ὑπῆρξε πρὸ τοῦ Συντάγματος, ὁ Βασιλεὺς ἦλθεν ἐνταῦθα κατόπιν συμβάσεως! Ἀκούσατε, Κύριοι, τί εἶπεν ὁ Βασιλεὺς ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα (ἀναγινώσκει): «Ἕλληνες, ἀναβαίνων τὸν Θρόνον, ἐφ’ ὃν μὲ ἐκάλεσεν ἡ ψῆφος ὑμῶν, κλπ.» Ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκάλεσεν ἐνταῦθα τὸν Βασιλέα. Ἐδέχθημεν τὸν Βασιλέα, δὲν συνεφωνήσαμεν μετ’ Αὐτοῦ. Ἦλθεν ἐνταῦθα ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, ὅτι ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν ἐπιταγὴν τὴν ἐθνικήν, τὴν ἐπιταγὴν τὴν περιεχομένην εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Βασιλεὺς ἂν τὸ ἔθνος θέλει ν’ ἀναθεωρήσῃ τοὺς κανόνας τοῦ βίου του τοῦ ἱστορικοῦ. Ἀλλ’ ἀπηύθυνε καὶ Διάγγελμα, λέγουσι, πρὸς τὴν τότε Ἐθνοσυνέλευσιν. Ναί, ἀπηύθυνε Διάγγελμα ὁ Βασιλεύς, ἀλλά, διὰ νὰ δικαιολογήσωσιν οἱ νομιμοφρονέστεροι τῶν Πληρεξουσίων τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης τὴν ἀποστολὴν τοῦ Διαγγέλματος ἐκείνου, εἶπον ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῆς—καὶ οἱ λόγοι των ἀναγράφονται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ —, ὅτι τὸ Διάγγελμα προῆλθεν ἐξαπατηθέντος τοῦ Βασιλέως, διότι εἶναι Διάγγελμα στιγματίζον τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν· ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ ἀποτελεῖ προσβολὴν κατὰ τοῦ ἔθνους.
§118ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἀπεδοκιμάσθη ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τὸ Διάγγελμα ἐκεῖνο;
§119ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Διὰ ψηφίσματος ὄχι.
§120Ε. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Μόνον διὰ ψηφίσματος γίνεται ἡ ἀποδοκιμασία.
§121Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτι δὲ εἶναι τοῦτο ἀληθές, ὅτι ὁ Βασιλεὺς οὐδὲν ἄλλο ἔπραξε παρὰ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἐπιταγὴν τοῦ ἔθνους καὶ νὰ ὁρκισθῇ εἰς τὴν τήρησιν αὐτοῦ, ἀποδεικνύουσι περιτράνως αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος· «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους», λέγει τὸ ἄρθρον 21. «Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι», λέγει τὸ ἄρθρον 44. Ἀπενεμήθησαν ἐξουσίαι εἰς τὸν Βασιλέα. Δὲν ἔχει αὐτὰς ἐκ δικαιώματος, ἐκ συμβάσεως. Καὶ ἀναφέρω τὰς διατάξεις, διότι πρέπει νὰ ἀποδείξω τὰ ὀλισθήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο. Ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 107. Ἡ ἀναθεώρησις ἀποφασίζεται «δι’ ἰδίας πράξεως» τῆς Βουλῆς. «Δι’ ἰδίας πράξεως», λέγει τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως τότε καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς περιείχετο ἡ λέξις «νόμος» καὶ οὐχὶ ἡ λέξις «πρᾶξις». Διαμαρτυρίαι ὅμως ἠκούσθησαν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, παρατηρήσεις ἐγένοντο καὶ ἐτέθη ἡ λέξις «πρᾶξις»· αἱ παρατηρήσεις εἶχον περιεχόμενον τὸ ἑξῆς: Ἐὰν θέσητε τὴν λέξιν «νόμος», τοῦτο σημαίνει, ἔλεγον, ὅτι συμπράττει ὁ Βασιλεύς, τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ κυρώσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναθεωρεῖν τὸ πολίτευμα δὲν ἀνήκει κατὰ μέρος εἰς τὸν Βασιλέα· ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου πρᾶξις τοῦ ἔθνους καὶ μόνον, ὅπερ λέγει sic volo, sic jubeo, οὕτω βούλομαι, οὕτω πράττω. Σὺ ἔχεις τὸ δικαίωμα μόνον νὰ εἴπῃς: ναί, οὔ, δέχομαι ἢ δὲν δέχομαι. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἀπεφασίζετο ἐν παραδόξῳ συμβουλίῳ καὶ διεπραγματεύοντο τὰς ὑποθέσεις τὰς ἐθνικὰς κατὰ τρόπον ἀπαγορευόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, καὶ συνέτασσον πρωτόκολλα ἔκτροπα καὶ παρέδιδον τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἔθνους εἰς μεσεγγυούχους, καὶ ἐδέχοντο νὰ εἶναι μεσεγγυοῦχοι, καὶ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις καὶ εἰς τὰς μεσεγγυήσεις περιελάμβανον ἀσεβῶς καὶ τὸν Βασιλέα, τοιαῦτα πράξαντες, τοιαῦτα κατεργασάμενοι, τοιαῦτα διαπραγματευθέντες, τοιαύτην θέσαντες μεσεγγύησιν, ἔρχονται σήμερον νὰ ὁμιλῶσι περὶ νομιμοφροσύνης, νὰ ὁμιλῶσι περὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα; (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§122Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Οἱ δημοσιογράφοι ἔπρεπε νὰ τηρῶσι σεβασμόν, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§123ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς Κανονισμός.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ χειροκροτῆτε.
§125ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει γνώμην καὶ ψῆφον. Ἐὰν χρησιμοποιήσωμεν τὰ χειροκροτήματα, πρέπει νὰ χρησιμοποιήσωμεν κατ’ ἀνάγκην καὶ τὰ ποδοκροτήματα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀπαλλάξητε τῶν χειροκροτημάτων, ἵνα εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀπαλλαχθῶ καὶ τῶν ποδοκροτημάτων! (Γέλωτες). Διὰ τῆς ψήφου σας τὴν γνώμην σας.
§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ Βουλευταὶ μόνον διὰ τῆς ψήφου ἀποφαίνονται.
§127ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ πῶς προχωροῦν καὶ προβαίνουν! Ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς δὲν συμπράττει ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ πολιτεύματος, τίνα λόγον εἶχε τὸ ἀναγνωσθὲν προχθὲς συνονθύλευμα ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπεκλήθη Βασιλικὸς Λόγος; Ποίαν θέσιν εἶχεν ἡ παρουσία τῆς Α. Μ. ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ τούτου Σώματος, τὸ ὁποῖον συνῆλθε δικαιώματι λαοῦ, καὶ μόνον δικαιώματι τοῦ λαοῦ; Ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς δὲν συμπράττει, πῶς ἐκλήθη ἐνταῦθα; Ἐπὶ ματαίῳ ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς ἐνταῦθα; ἢ ἐκλήθη, ὅπως ἐπηρεάσῃ τὸ Σῶμα; Καὶ ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς δὲν συμπράτει ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ πολιτεύματος, πῶς ἠναγκάσατε αὐτὸν νὰ καλέσῃ τὸν λαὸν εἰς ἐκλογὰς ἐπὶ τῇ βάσει ψηφίσματος τῆς Βουλῆς ἀντισυνταγματικοῦ; πῶς σήμερον θέτετε εἰς τὸ στόμα Του ἀντισυνταγματικότητας; πῶς συμβουλεύετε Αὐτὸν νὰ προτρέπῃ τὸ Σῶμα, ὅπως ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τῆς ἀναθεωρήσεως; Ἐὰν ἡ ἀναθεώρησις, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφασίσθη «μόλις θιχθέντος», κατὰ τὴν φράσιν σας τοῦ ἄρθρου 107, πῶς τὸ ἀνατρέπετε ὁλόκληρον σήμερον διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου; Ποῖον ἐπανορθωτικὸν καθεστὼς τοῦ Ἰανουαρίου ἐπικαλεῖσθε, ὅτε δημιουργεῖτε ἄλλο ἐπαναστατικὸν καθεστὼς διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου; Καὶ ἐξωθήσαντες τὰ πράγματα ἀπὸ μιᾶς πράξεως εἰς ἄλλην, χειροτέραν τῆς μιᾶς τὴν ἄλλην, ἔρχεσθε σήμερον δῆθεν φροντίζοντες νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν Βασιλείαν, προσπαθοῦντες διὰ παντὸς μέσου νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ Συνέλευσις Ἀναθεωρητική! Σᾶς ἐρωτῶ: ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Βουλή; Ναί; Ἐγὼ λέγω ὄχι. Ἀλλὰ «ναὶ» λέγετε σεῖς. Καὶ θὰ ἐπικρατήσῃ ἴσως ἡ γνώμη σας. Σᾶς ἐρωτῶ: Μετὰ τὴν διάλυσιν θὰ κληθῇ Βουλὴ ἁπλῆ ἢ διπλῆ; Ἐὰν ἁπλῆ, τότε ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ τοῦ Βασιλέως, ἢ τοὐλάχιστον καὶ τοῦ Βασιλέως. Ὑπάρχουσι Συντάγματα καθιεροῦντα τοιαύτην ἀναθεώρησιν, ὡς τὸ Σερβικὸν καὶ τὸ Βελγικόν, ἀλλὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα οὐδαμῶς ἐπιτρέπει σύμπραξιν τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ ἀναθεωρήσει.
§128Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ τί μὲ τοῦτο;
§129ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ τὸ ἴδητε τὸ τί μὲ τοῦτο. Δὲν εἶναι τόσον ἁπλᾶ τὰ ζητήματα, εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου. Μὴ βιάζεσθε. Δὲν εἶναι τοῦ παντὸς τὰ ζητήματα αὐτά, ἐὰν θέλητε νὰ σᾶς εἴπω ἄλλως.
§130Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν μοὶ ἀπηντήσατε. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία σᾶς γεννᾶται, θὰ ἐγεννᾶτο, καὶ ἂν ἐτηροῦντο αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐτηρήθησαν; Ναὶ ἢ οὔ;
§131ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περιμένετε νὰ σᾶς εἴπω. Δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, θὰ φθάσω ἐκεῖ. Ἡ ἀπορία δὲν θὰ ἐγεννᾶτο εἰς ἐμέ, διότι—τὸ εἶπον προηγουμένως, ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθητε — κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, διότι εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος εἶναι δικαίωμα τοῦ ἔθνους, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδεμίαν ἔχει συμμετοχὴν ὁ Βασιλεύς. Ὅτε λοιπὸν ὁ Βασιλεὺς δὲν συμπράττει ἐν τῇ ἀναθεωρήσει καὶ ἡ Συνέλευσις ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ διακόψῃ τὴν Συνέλευσιν ἀσχολουμένην εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ θέλετε ν’ ἀκούσητε ἀμέσως τί ἐκτροπώτερον ἐδημιούργησεν ἡ σημερινὴ κατάστασις καὶ ἐπιμονή σας; Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας παρὰ μόνον ἐκείνας, τὰς ὁποίας ῥητῶς ἀπονέμει εἰς Αὐτὸν τὸ Σύνταγμα. Κατὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἀκόμη περισσότερον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν σημερινὴν Βουλήν, Ἀναθεωρητικὴν ἔστω, ὅπως θέλετε νὰ τὴν ὀνομάσητε, διότι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἐκλήθη κατὰ τὸ ἄρθρον 107, διότι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἐκλήθη κατὰ τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Πῶς θέλει διακόψει ἔργον ὁ Βασιλεύς, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ ἐκτελῆται οὐχὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅπερ καὶ μόνον παρέχει εἰς Αὐτὸν δικαιώματα; Θέλει λοιπὸν εἶναι τότε ὁ Βασιλεὺς οὐχὶ συνεπαναστάτης ὑμῶν, ἀλλὰ θὰ εἶναι μόνος ἐπαναστάτης. Καλύπτει μέρος τῆς εὐθύνης Αὐτοῦ ἡ εὐθύνη ὑμῶν, διότι καθ’ ὑμῶν θέλομεν νὰ στραφῶμεν. Ὑμᾶς θέλομεν νὰ ἐλέγξωμεν, διότι συμφωνοῦμεν μὲ τοὺς Πληρεξουσίους τοῦ 1863, ὅτι ἐξηπατήθη καὶ τώρα ὁ Βασιλεύς, ὡς ἐξηπατήθη καὶ τότε. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Οὕτως ἔχουσι, Κύριοι, τὰ πράγματα ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Ἀλλά, πρὶν φθάσω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἄλλης ἀπόψεως, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἱκανοποιήσω τὴν περιέργειαν ὀλίγων ἢ καὶ πλειοτέρων συναδέλφων, ἐπὶ τῆς παρατηρήσεώς μου, ὅτι διατρέχει κίνδυνον ἡ Βασιλεία, ἐὰν ἡ Συνέλευσις χαρακτηρισθῇ Ἀναθεωρητική. Ἠρώτησα προηγουμένως, ἂν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, καὶ ἤκουσα τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσιν ἀντίθετον ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ γνώμην ἡμῶν, ἤκουσα αὐτῶν νὰ λέγωσι ναί. Καὶ ἐρωτῶ: Θὰ εἶναι ἡ Βουλὴ ἡ κατόπιν κληθησομένη ἁπλῆ ἢ διπλῆ; Ἐὰν εἶναι ἁπλῆ, ἡ κλῆσις αὐτῆς δὲν σημαίνει κατάργησιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, κωλυομένης οὕτω διὰ τῆς διαλύσεως ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ αὐτὰς τὰς ἐν αὐτῷ διατάξεις; Τίς ἔχει τὸ ἀνάστημα ἐκεῖνο, ὥστε νὰ τολμήσῃ τοιαύτην πρᾶξιν; Ἐὰν δὲ θὰ εἶναι διπλῆ ἡ κληθησομένη Βουλή, ἐρωτῶ: διατί ἤθελε διαλυθῆ; Βεβαίως διότι ἤθελε διαφωνήσει πρὸς τὸν Βασιλέα. Καὶ ἐὰν ἡ ἐρχομένη δευτέρα διπλῆ Βουλὴ διαφωνήσῃ ὡσαύτως πρὸς τὸν Βασιλέα, θὰ διαλυθῇ καὶ αὐτή; Θὰ ἔλθῃ τρίτη καὶ τετάρτη διπλῆ Βουλή; Τοιοῦτον ἀγῶνα ἐνδεχόμενον, κ. Πρωθυπουργέ, θέλετε νὰ δημιουργήσητε μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως; Αὐτή, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ νομικὴ ἄποψις τῶν μεγάλων ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀσχολούμεθα. Ἡ νομικὴ αὕτη ἄποψις ὑποστηρίζεται ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῶν Κρατῶν. Δὲν ὑπῆρξέ ποτε ἐπανάστασις, κατόπιν τῆς ὁποίας νὰ κληθῇ Συνέλευσις, ἥτις νὰ εἶχε δικαιώματα περιωρισμένα. Τοῦτο εἶναι τόσον ἀληθές, ὥστε ὡς κανὼν πλέον θεωρεῖται ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις μεταξὺ ἡμῶν, ὅστις νὰ μὴ ἀποδίδῃ αὐθεντίαν καὶ κῦρος μέγα ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ζητημάτων εἰς τὸν διάσημον συνταγματολόγον τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Παρισίων τὸν Esmein. Ἰδοὺ τί λέγει ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ περὶ «Συνταγματικοῦ Δικαίου»: «Μία εἰρηνικὴ ἐπανάστασις ἐξερράγη καὶ ἐθριάμβευσε καὶ τὸ Κράτος κατέπεσεν ἢ καταδήλως δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ πλέον· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ ἐπανάστασις δὲν κατέρριψε πάσας τὰς ἀρχάς, αἵτινες ἐχρησίμευον ὡς ὄργανα τῆς ἐξαφανισθείσης Κυβερνήσεως, καὶ εἰδικῶς ἀπέμειναν ὄρθιαι μία ἢ πλείονες ἀντιπροσωπευτικαὶ Συνελεύσεις, αἵτινες κατεῖχον κατὰ πολὺ ἢ ὀλίγον εὐρύτερον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἐγένετο δεκτὸν ὅτι αἱ νομοθετικαὶ αὗται Συνελεύσεις ἠδύναντο ν’ ἀσκήσωσι τὴν συνταγματικὴν ἐξουσίαν· καὶ τὴν ἤσκησαν μᾶλλον ἢ ἧσσον εὐρύτερον κατὰ τὰς περιστάσεις, κηρύσσουσαι τὴν ἐκθρόνισιν ἑνὸς μονάρχου καὶ καλοῦσαι ἕνα ἄλλον εἰς τὸν θρόνον, μεταρρυθμίζουσαι τὸ τέως Σύνταγμα, ψηφίζουσαι μάλιστα ὁλοκλήρως Σύνταγμα νέον». Βλέπετε, πῶς ἀντιλαμβάνονται τῶν ζητημάτων τούτων ἐκεῖνοι, οἵτινες μετὰ κύρους περὶ αὐτῶν ἀποφαίνονται. Δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἐπανάστασις νὰ καταλύσῃ ὁλόκληρον τὸ καθεστώς. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἀπολύτου κύρους νομοδιδάσκαλος ἐκεῖνος καὶ Πολιτειολόγος ἀναφέρει ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλίας ἑκατὸν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα πλειστάκις ἀνεθεωρήθησαν τὰ Γαλλικὰ πολιτεύματα, καταλήγει εἰς ἕτερον συμπέρασμα, τὸ ἑξῆς: «Ἀνέφερα ἀνωτέρω ὁλόκληρον σειρὰν προηγουμένων, δεικνυόντων ὅτι, μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, Συνελεύσεις ἤσκησαν τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, καίτοι δὲν κατεῖχον αὐτὴν οὔτε ἐκ τῆς ὑποστάσεώς των οὔτε ἐκ τῆς ῥητῆς ἐντολῆς τῶν ἐκλογέων. Πόσον κατὰ μείζονα λόγον θὰ διεκδικήσῃ νομίμως τὸ δικαίωμα τοῦτο Συνέλευσις ἐλευθέρως ἐκλεγεῖσα πολλοὺς μῆνας μετὰ τὴν συντελεσθεῖσαν ἐπανάστασιν!». Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ Esmein ἔγραφε δι’ ἡμᾶς; Ἰδοὺ ἀκόμη τί λέγει: «Ἀλλά, διὰ νὰ θεμελιώσῃ τὴν συντακτικὴν τῆς ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ τίτλου τούτου, θὰ ἔπρεπεν ἡ Συνέλευσις νὰ τὴν ἤσκησεν ἐν πραγματικῇ συμφωνίᾳ μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης». Θέλω νὰ εἶμαι ἀπολύτως ἐν καλῇ πίστει καὶ δι’ αὐτὸ μετέφερα τὴν τελευταίαν ταύτην περικοπὴν τοῦ συγγραφέως. Διότι δι’ αὐτῆς ἐρχόμεθα ἀληθῶς εἰς τὸ σπουδαιότερον ζήτημα: Τίνες μεταξὺ ἡμῶν εὑρίσκονται ἐν πραγματικῇ συμφωνίᾳ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην; Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἀρνοῦμαι ἐγώ, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπῆρξαν οἱ θελήσαντες νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς σημαίας, τὴν ὁποίαν ἀνεπέτασεν αὐθορμήτως ὁ λαός, διότι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις ὑπέστη πόλεμον ἀχαρακτήριστον ἀκριβῶς ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς σημαίας τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῆτε καὶ σεῖς ὅτι μόνον διὰ νὰ συγκρατήσητε τὰ κόμματά σας συσπειροῦσθε περὶ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, μολονότι διαμαρτύρεται ἡ συνείδησίς σας.
§132ΣΤΕΦ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καρδιογνώστης εἶσθε!
§133Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Γνωρίζετε, σεβαστὲ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτά, ὅτι δὲν εἶμαι καρδιογνώστης. Τὸ γνωρίζετε καλῶς.
§134ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ποῖον τὸ λέγετε;
§135ΣΤΕΦ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον.
§136Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω μεγάλην ὑπόληψιν εἰς τὸν χαρακτῆρά σας καὶ εἰς τὴν ἀρετήν σας, ἀλλὰ προκειμένου περὶ θεμάτων πολιτικῶν δὲν ἀσχολοῦμαι περὶ ὑμῶν ἢ μόνον καθ’ ὅσον θὰ ἔπρεπε νὰ διαγνώσω τὴν ἔντασιν τῆς κομματικῆς σας πειθαρχικότητος.
§137ΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶσθε πολὺ πεπλανημένος.
§138Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τέλος πάντων, πρέπει ἄλλως νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ πράγματα, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, οἱ τὸ πρῶτον λαμβάνοντες τὴν τιμὴν νὰ ἐκπληρώσωμεν ἐνταῦθα τὸ καθῆκόν μας πρὸς τὴν πατρίδα. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ἐν τῷ νῷ ἡμῶν καὶ ἐν τῇ συνειδήσει μας βαθέως ἐγκεχαραγμένον, ποῖοι ἀκριβῶς καὶ κατὰ ποίους τρόπους κατὰ τὸ παρελθὸν ἔβλαψαν τὴν πατρίδα μας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπεσώρευσαν βλάβας κατ’ ἐξοχὴν ἡ πρόωρος φιλοδοξία καὶ ἡ ὑπουργειοθηρία. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς νέους ἄνδρας, περιωπῆς ἐπιστημονικῆς, ἐρχομένους ἐνταῦθα, νὰ μεταχειρίζωνται τὰς μεθόδους, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἁλιεύσωσι μεταξὺ τῶν ζωηροτέρων ἐκ τῶν κομμάτων, θὰ ἁλιεύσωσι μεταξὺ τῶν μετριοπαθεστέρων ἐκ τῶν ἀνεξαρτήτων, νὰ χαράξωσι δι’ ἑλιγμῶν τὸν δρόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ φθάσωσιν εἰς τὴν κατάκτησιν χαρτοφυλακίου. Μὴ παραπλανᾶσθε οἱ ἀνεξάρτητοι Πληρεξούσιοι. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, τό γε νῦν ἔχον, ὅτι ἀποτελεῖ μομφὴν τὸ νὰ ἀνήκῃ τις εἰς κόμμα. Ἀλλ’ οἱ ἀνεξάρτητοι ἀληθῶς Πληρεξούσιοι μὴ παραπλανᾶσθε ἀπὸ τοὺς ἑλιγμοὺς τῶν φιλοδόξων. Μείνατε ἐνταῦθα ἀκλόνητοι, ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως. Μείνατε ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ συμβουλάς, ἀπὸ συμμαχίας καὶ ἀπὸ ὑποσχέσεις, καὶ ἐκπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας. (Χειροκροτήματα) Ἐὰν δὲ σεῖς οἱ εἰς τὰ κόμματα ἀνήκοντες θέλητε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπανάστασις, δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπεύθυνοι τῶν ἐνδεχομένων. Ἐὰν θέλητε νὰ δαμάσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ δαμάσητε τὸν λέοντα, θέτοντες τὴν κεφαλήν σας εἰς τὸ στόμα του, μὴ φοβούμενοι τὸν κίνδυνον, δὲν θὰ πταίωμεν ἡμεῖς, ἐὰν ὁ λέων κλείσῃ τὸ στόμα του καὶ συντρίψῃ τὴν κεφαλήν σας. Δὲν ἔπρεπε, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις αὕτη νὰ συνέλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς εἶναι οἰκεῖος ὁ τόπος, δὲν ἔπρεπε νὰ κάθησθε εἰς τὰς ἰδίας θέσεις, δὲν ἔπρεπε νὰ περιστοιχίζησθε ἀπὸ φίλους, ἀπὸ ἰδιαιτέρους γραμματεῖς ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι τὰ πράγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴχετε ἄλλοτε ὑπ’ ὄψει. Μετεβλήθη ἡ κατάστασις. Μωροὶ καὶ τυφλοὶ οἱ μὴ ἀντιλαμβανόμενοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τοὺς ἐσχάτους ἐκ τῆς διαγωγῆς τῶν κομμάτων διατρέχων κινδύνους, διατελεῖ ἐν ἐθνικῇ ἐξάψει. Ζητεῖ ἱκανοποίησιν, ζητεῖ, ἂν θέλητε, ἔστω μίαν διέξοδον. Τολμᾶτε τόλμην μεγάλην, ἐὰν ἀγωνίζησθε ἐναντίον ὁλοκλήρου λαοῦ, ἀγωνιζομένου περὶ τῆς ὑπάρξεώς του. Ἡμεῖς, τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐλθόντα νὰ συνεργασθῶμεν μεθ’ ὑμῶν ἐνταῦθα, σᾶς λέγομεν: μετανοήσατε. Τείνομεν ἡμεῖς πρῶτοι τὴν χεῖρα προθύμως καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα μας. Διότι ἄλλως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἀνεχθῶμεν νὰ παύσῃ νὰ γράφηται ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία! Εἰς τὰ 1453, τὴν 29 Μαΐου, ἡλώθη ἡ Κωνσταντινούπολις καὶ κατέπεσε τὸ τότε Ἑλληνικὸν Κράτος. Τὴν 30 Μαΐου, ἀμέσως τὴν ἑπομένην, ἔσφαζον μὲν τὰ γυναικόπαιδα τῶν Ἑλλήνων αἱ ὀρδαὶ Μωάμεθ τοῦ Βʹ. τοῦ κατακτητοῦ, ἀλλ’ ὁ τρομερὸς κατακτητὴς καὶ μονάρχης ἐκεῖνος ἐκάλει τὸν Πατριάρχην τῶν Ἑλλήνων μετὰ τιμῶν, ἀπένεμε δέ, κύριε Πρωθυπουργέ, εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Γένος προνόμια, διότι ἀνεγνώριζε τὴν θέσιν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους. Ποία εἶναι σήμερον ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους, σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πρωθυπουργέ; Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Καὶ ποῖος ἄλλος δύναται νὰ εἶναι ὑπεύθυνος εἰς Κράτος κοινοβουλευτικὸν παρὰ ἡ Βουλή; Εἰς αὐτήν, τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή. Καὶ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ εἰς αὐτὰ τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Βουλήν, διότι εἶναι ὑπὸ τῆς Στατιστικῆς ἀποδεδειγμένον, ὅτι τοὺς Βουλευτάς, τοὺς πολιτευομένους ἔδιδεν ὡρισμένος ἀριθμὸς οἰκογενειῶν. Τὸ θέμα, ἑπομένως, δὲν εἶναι μόνον πολιτικόν, τὸ θέμα εἶναι ἐξόχως κοινωνιολογικόν. Εἰς οὐδένα βεβαίως ἐγὼ ἀρνοῦμαι φιλαπατρίαν, εἰς οὐδένα ἀρνοῦμαι τὴν γνῶσιν τῶν ζητημάτων τοῦ τόπου, εἰς οὐδένα ἀρνοῦμαι τὴν θέλησιν νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι τρόποι καὶ τρόποι τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὑπάρχουσι τρόποι καὶ τρόποι, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐκτελεῖ ἕκαστος τὸ καθῆκόν του. Ἄλλως σκέπτεται ὁ εἷς, καὶ ἄλλως συναισθάνεται ὁ ἄλλος. Καὶ εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐκ τῆς Ἱστορίας, ὅτι, ὅταν ὑπάρξῃ μία τάξις ἀποκλειστικῶς ἀποτελοῦσα τοὺς ἀντιπροσώπους ἑνὸς ἐπαγγέλματος, ἡ τάξις ἐκείνη δὲν σκέπτεται ὅπως σκέπτονται αἱ ἄλλαι τάξεις, δὲν αἰσθάνεται ὅπως αἰσθάνονται αἱ ἄλλαι τάξεις δὲν ἔχει τὰ αὐτὰ συμφέροντα. Ὡς λέγουσιν οἱ κοινωνικῶς ψυχολογοῦντες ἀποκτᾷ τὴν συνείδησιν τῆς τάξεως, ἡ συνείδησις δὲ τῆς τάξεως εἶναι συνείδησις ἀποκλειστική, δὲν εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους. Μὴ λησμονεῖ δέ τις ὅτι ὅλη ἡ θεωρία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ τὸ ἔχειν Κυβέρνησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δύναται καὶ θέλει νὰ δώσῃ εἰς ἑαυτὸν ὁ λαός, Κυβέρνησιν εὑρισκομένην ἐν ἰσορροπίᾳ πρὸς τὰς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅταν τὴν Κυβέρνησιν παρέχῃ τάξις ὡρισμένη, ἔχουσα συνείδησιν τάξεως ἰδικιτέρας, τότε ἔχετε Κυβέρνησιν σκεπτομένην ὅπως ὁ λαός, αἰσθανομένην ὅπως ὁ λαός, ἔχουσαν τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔξαψις ἡ ἐθνική. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως θέλει μίαν διέξοδον ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Συνετισθῆτε καὶ μετανοήσατε. Τείνομεν ἡμεῖς πρῶτοι τὴν χεῖρα. Σᾶς ἀναφέρω δύο μεγάλα ἱστορικὰ παραδείγματα. Ἐπέκειτο ὁ διαμελισμὸς τῆς Πολωνίας, αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ Ῥωσίας, Πρωσσίας καὶ Αὐστρίας εἶχον ἀρχίσει· καί, ἐνῷ ἐπέκειτο ὁ διαμελισμός, οἱ Πολωνοὶ εὐπατρίδαι, εὐπατρίδαι πλήρεις φιλοπατρίας, πλήρεις ψυχικῆς εὐγενείας, πλήρεις γενναιότητος, ἐμάχοντο ἐν τῇ Πολωνικῇ Διαίτῃ περὶ προνομίων! Καὶ διεμελίσθη ἡ Πολωνικὴ πατρὶς καὶ εὑρίσκεται εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται. Ἐξ ἀντιθέτου, κατὰ τὴν μεγάλην Γαλλικὴν ἐπανάστασιν οἱ Γάλλοι εὐπατρίδαι παρήρχοντο ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἔλεγον: «Καταθέτω ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῆς πατρίδος τὰ προνόμιά μου». Καταθέσατε καὶ σεῖς τὰ προνόμια ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῆς πατρίδος τῆς Ἑλληνικῆς. Μὴ θέλετε νὰ δαμάσητε τὸν λέοντα, μὴ ἐπιμένετε. Δὲν θὰ δαμάσητε τὸν λέοντα. Θὰ σᾶς συντρίψῃ ὑπὸ τὸ πέλμα του!
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! Εὖγε!
§140Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ποῖος εἶχε τὰ προνόμια αὐτά;
§141Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέστελλον τὰς θυγατέρας των εἰς ἐπαρχιακὴν πόλιν καὶ ἐκάθηντο εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως καὶ παρήγγελλον οὖζο καὶ διέτασσον νὰ διακόψῃ ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν πλατεῖαν, διὰ νὰ λάβῃ τὰς δικταγάς των. (Χειροκροτήματα). Τὰ προνόμια τὰ εἶχεν ἐκεῖνος, ὅστις ἐν τῇ πλατείᾳ τῶν Καλαμῶν ἔδειρεν ἀνηλεῶς δικαστὴν διὰ τὰ ἀνακριτικά του καθήκοντα καὶ δὲν εἰσήχθη εἰς δίκην, ἐνῷ πολίτης τις χωρίου τῶν Καλαμῶν κατεδικάσθη εἰς τριετῆ φυλάκισιν, διότι εἶπεν ἁπλῶς εἰς τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον ἐν τῷ ἐκλογικῷ τμήματι «στάσου, βρέ».
§142Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Πρὸ τῶν καλπῶν ὅλοι εἴμεθα ἴσοι.
§143Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ προνόμια τὰ εἶχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγίνοντο Ὑπουργοί, ἐνῷ πολὺ θὰ ἦτο, ἂν ἐγίνοντο κλητῆρες Ὑπουργείων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Τὰ προνόμια τὰ ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγίνοντο στρατηγοί, ἐνῷ πολὺ θὰ ἦτο, ἂν ἐγίνοντο ὑποδεκανεῖς. (Χειροκροτήματα). Τὰ προνόμια τὰ ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔστελλον τὰ τέκνα των νὰ σπουδάζωσι δαπάναις τοῦ Κράτους εἰς τὴν Εὐρώπην.
§144ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τὰ κορίτσια των.
§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἁπλῶς ζητήματα κακοδιοικήσεως.
§146Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς κακοδιοικήσεως δὲν εἶναι παρὰ ἀποτελέσματα κακῆς Κυβερνήσεως, παρὰ ἀποτελέσματα κακῆς Βουλῆς κακοὺς διδούσης Ὑπουργούς. Ἀπέδειξα, καθ’ ὅσον ἠδυνάμην, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἔρις περὶ λόγων, ἡ ἔρις εἶναι περὶ πραγμάτων οὐσιωδῶν, οὐσιωδεστάτων. Δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι σήμερον ὑπάρχει εἴτε πραγματικῶς, ὡς ἐγὼ δὲν πιστεύω, εἴτε κατὰ πρόληψιν, ὡς ὑπονοοῦσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀσφαλῶς κατὰ πρόληψιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὑπάρχει δυσαρμονία τις μεταξὺ Βασιλείας, μεταξὺ Δυναστείας καὶ ἔθνους. Τὴν δυσαρμονίαν ταύτην ἐκαλλιέργησαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔσπειρον σπόρους ὑπούλους, σπόρους βδελυροὺς παρὰ τῷ λαῷ, ὅτε δὲν κατεῖχον τὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγέμιζον μὲ ψεύδη τὴν Βασιλείαν, ὅτε ἦσαν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§148Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν δυσαρμονίαν ταύτην δὲν δύναται νὰ ἐξαφανίσῃ Συνέλευσις Ἀναθεωρητική, ἥτις θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη κατόπιν ψήφου, ἥτις ἤθελε πείσει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἐνίκησαν τὰ κόμματα. Τὴν δυσαρμονίαν θὰ ἐξαφανίσῃ μόνον Συντακτικὴ Συνέλευσις, διαλαλοῦσα ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους, τοῦ ὁποίου θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν κυριαρχίαν, εἰς τὸν κόσμον σύμπαντα: «Ἰδοὺ ἡμεῖς, οὐχὶ οἱ παλαιοὶ πολιτευόμενοι, ἀλλὰ τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν, διακηρύττομεν ὅτι ἀγαπῶμεν τὸν Βασιλέα καὶ διαλαλοῦμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν πρὸς τὴν βασιλεύουσαν Δυναστείαν». (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο μέγα ζήτημα, ζήτημα δημοσίας τάξεως. Τίς ἀγνοεῖ τοὺς δραστικούς, τοὺς ἀντιδραστικούς, τοὺς ἁγίους Βαρθολομαίους καὶ Ναθαναήλ, τίς δὲν ἀναγινώσκει καθ’ ἑκάστην λιβέλλους καθυβρίζοντας τὴν Κυβέρνησιν, καθυβρίζοντας τὴν ἐπανάστασιν, καθυβρίζοντας τὸν Βασιλέα, τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα; Τίς ἔχει τὴν τόλμην, τίς αἰσθάνεται τὴν δύναμιν νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα τοῦ νόμου ἐπ’ αὐτῶν;
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδείς.
§150ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μόνον μία Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἐκπροσωποῦσα τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ θέσῃ τὴν χεῖρά της, διότι θὰ ἔχῃ δύναμιν ἀκαταγώνιστον. Οὐχὶ Συνέλευσις, ἡ ὁποία εἰς τὰ ὄμματα τοῦ λαοῦ δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ τὰ ἐπικρατήσαντα κόμματα, τουτέστιν ἡ φαυλοκρατία. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι ζήτημα, ὑψηλότερον πάντων τούτων καὶ σπουδαιότερον. Ἐκεῖνο τὸ μέγα κακόν, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε τὸ μέχρι τοῦδε Κράτος, τὸ μέγα, λέγω, ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε τὸ μέχρι τοῦδε Κράτος, εἶναι ὅτι ἐξηφάνισε παρ’ ἡμῖν τὸ συναίσθημα τῆς νομιμοφροσύνης. Οὐδεὶς ᾐσθάνετο σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους, διότι οὐδεὶς ᾐσθάνετο ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτούς. Ὁ Ἕλλην πολίτης, μεταβαίνων εἰς οἱονδήποτε δημόσιον γραφεῖον μόνος, ἐνόμιζεν ὅτι θέλει συναντήσει ἐχθρούς, ὅτι παραμονεύουσι κάπου λυσσασμένα σκυλλιὰ νὰ τὸν δαγκάσουν! Ἔπρεπε νὰ μεταβῇ συνοδευόμενος ὑπὸ προστάτου, διὰ νὰ ἐλπίσῃ ὅτι θέλει εὕρει τὰ δίκαια αὐτοῦ. Νομιμοφροσύνη παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπῆρχεν. Νομίζετε, ὅτι θέλει παγιωθῆ νομιμοφροσύνη παρὰ λαῷ, ὅστις χθὲς ἐπαναστατήσας κατὰ τῶν κομμάτων ἀπεκάλει αὐτὰ φαυλοκρατίαν; Βλέπων ὁ λαὸς τὴν νίκην τῶν κομμάτων, βλέπων τὴν ἐπάνοδον τῆς φαυλοκρατίας, θὰ ἐπαναστατήσῃ καὶ πάλιν καὶ πάλιν καὶ πάλιν. Τρέμετε! «Ποῖοι εἶναι αὐτοί;», ἤκουσα προχθὲς λέγοντας παλαιοὺς πολιτευομένους. Αὐτοὶ εἴμεθα ἡμεῖς, τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ. Νὰ σᾶς εἴπω δὲ τί εἶπον ἐν τῷ ἐκλογικῷ μου λόγῳ ἐν Γυθείῳ; Ἡμεῖς εἴμεθα ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ, ὄπισθεν ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§151Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί...
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία. Ψηφοφορία.
§153Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. ... Πᾶσαι αἱ ἀπόψεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν κήρυξιν τῆς Συνελεύσεως ὡς Συντακτικῆς ἔχουσιν ἤδη κριθῆ εὐγλώττως, σαφῶς, ὡρισμένως. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον. Ἔχει ἄποψιν νομικήν, πολιτικὴν καὶ ἐθνικήν, ἀκριβῶς ἡμεῖς οἱ θέλοντες Συντακτικὴν Συνέλευσιν ἀγωνιζόμεθα λεληθότως ὑπὲρ ἐκείνων, οὓς νομίζει ὁ λαὸς αἰτίαν τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡμεῖς λέγομεν ὅτι ἀκριβῶς πταίει τὸ πολίτευμα, ὅτι πταίει τὸ ἐπάρατον σύστημα τῆς διοικητικῆς συγκεντρώσεως, τὸ ὁποῖον ἔχει καταδικασθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης χωρὶς νὰ εὑρεθῇ συνήγορός του.
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, ψηφοφορία.
§155Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν ἀνάγνωσιν προτάσεως ψηφίσματος (ἀναγινώσκει):
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
Ἡ Γʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συντακτικὴ Συνέλευσις Ἐνασκοῦσα τὴν ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀπορρέουσαν ἐντολήν της ἀποφασίζει νὰ δοθῇ ὑπὸ τῶν Πληρεξουσίων ὁ ἐν τῷ ἄρθρῳ 64 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος διατυπούμενος ὅρκος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Σεπτεμβρίου 1910. Ν. Ἀξελός, Γ. Καπετανάκης, Η. Νεόφυτος, Κ. Δ. Κοντογεῶργος, Θρ. Γ. Πετμεζᾶς, Κ. Παπακυρίτσης, Α. Π. Παπαναστασίου, Πελ. Ἠλιόπουλος, Ἀγαμέμνων Σλῆμαν, Μ. Γαρδίκης, Γ. Ἀθανασιάδης, Χρ. Καρᾶς, Ε. Στεφανίδης, Γ. Ῥάμμος, Μιχ. Οἰκονόμου, Γ. Τσαξίρης. Κ. Δεστούνης, Π. Παπαποστόλου, Δ. Ζαχαριάδης».
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ψηφοφορίαν, εἰς ψηφοφορίαν.
§157ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Πῶς δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν; Θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαλταμπάσης.
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, ψηφοφορία.
§162ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Θέλετε νὰ ἐκβιάσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου;
§163ΕΜΜ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ πλειονοψηφία κανονίζει.
§164ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ποία πλειονοψηφία; Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος, διὰ νὰ ἀκούωνται ὅλαι αἱ γνῶμαι· αὐτὸ θὰ εἴπῃ πολίτευμα κοινοβουλευτικόν, αὐτὸ θὰ εἴπῃ ἐλευθερία.
§165ΚΩΝΣΤ. ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗΣ. Κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπέπεσε, φρονῶ, εἰς μικρὰν ἀντίφασιν, διότι κατὰ μὲν τὴν μετὰ μεσημβρίαν ἀγόρευσίν του εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ προορισμοῦ τῆς Συνελεύσεως καὶ οὔτε πρέπει νὰ ἀνοίξῃ κανεὶς τὸ στόμα του πρὶν ἢ ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαί. (Θόρυβος καὶ διάλογοι).
§166ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις, κύριε Πρόεδρε, διότι ἡ γνώμη τοῦ ῥήτορος εἶναι πολύτιμος.
§167Κ. ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Κατὰ τὴν πρωίαν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤνοιξε τὸ στόμα του εἰπὼν καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει του καὶ ὅτε διέκοψε τὸν κ. Δημητρακόπουλον, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ ἐξέλθῃ τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον ἡ τελευταία Βουλὴ διέγραψε. Κατὰ τὴν δευτέραν ἐν τούτοις ἀγόρευσίν του ἐπρότεινε νὰ ἀναβληθῇ ἡ περὶ ἁρμοδιότητος τῆς Συνελεύσεως συζήτησις, νὰ προβῶμεν δὲ ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ὁρκοδοσίαν. Καὶ κατὰ τὰ δύο αὐτὰ διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁρκοδοσία δὲν δύναται νὰ γίνῃ πρὶν ἢ νομιμοποιηθῶμεν, πρὶν ἢ ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἀναγνωρισθῶμεν ὁριστικῶς Πληρεξούσιοι. Ἂν σήμερον δώσω ἐγὼ τὸν ὅρκον καὶ αὔριον ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή μου, θὰ ἐξέλθω τῆς αἰθούσης ταύτης ἀποκομίζων μίαν ὁρκοδοσίαν καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν γίνεται, ὅταν ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἐκλεγῇ τὸ ὁριστικὸν Προεδρεῖον· τότε ἀμέσως ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ ὅρκου· τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο δὲν τὸ θεωρῶ ἐπουσιῶδες, εἶναι ζήτημα σοβαρώτατον, διότι πρόκειται νὰ δώσωμεν μίαν ἐπίσημον διαβεβαίωσιν, μίαν ἐθνικὴν ὑπόσχεσιν περὶ τοῦ τί θὰ πράξωμεν. Ὁ ὅρκος ὁ περιεχόμενος εἰς τὸ Σύνταγμα μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν συνᾴδει μὲ τὸ νέον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν ἐδῶ. Πρέπει ὁ ὅρκος νὰ μεταρρυθμισθῇ καὶ ἐν τῇ μεταρρυθμίσει νὰ περιληφθῇ ἔκφρασις ὑψηλῆς ἐννοίας. Ἐνῷ ὅμως φρονῶ ὅτι ἡ περὶ ὁρκοδοσίας συζήτησις δέον νὰ ἀναβληθῇ, ἐκ τοῦ ἐναντίου νομίζω ἐπάναγκες πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἐξετάσωμεν τίνες εἴμεθα, πόθεν προερχόμεθα, τίνα ἁρμοδιότητα ἔχομεν, πῶς ὀνομαζόμεθα· διότι τόσαι γνῶμαι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐρρήθησαν, ὥστε μόνον ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ εὑρεθῇ ἡ ὀρθοτέρα, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσωμεν. Μᾶς εἶπον ὅτι ἀποτελοῦμεν διπλῆν Βουλήν, Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν μὲ περιωρισμένην δικαιοδοσίαν, Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν μὲ εὐρυτέραν ἐξουσίαν. Κατ’ ἄλλους εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις. Οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐρείδονται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ 1863, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον ἄνδρες πολυμαθεῖς καὶ ἔξοχοι ῥήτορες, λησμονήσαντες, ὅτι ἦσαν ἄνθρωποι, καὶ ἑπομένως ἀτελεῖς, ἐνόμισαν ὅτι κατήρτισαν ἔργον τέλειον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ θιχθῇ. Ὅθεν ἀπηγόρευσαν εἰς τὸ ἔθνος ἐπὶ μίαν δεκαετίαν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ ἔργον τῶν καὶ μόνον μερικὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ ταύτας ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁρισθησομένας εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ. Εἶχε τὸ τοιοῦτον δικαίωμα ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863; Ὄχι· καὶ λέγω ὄχι, διότι, ἂν ἀντὶ νὰ δεσμεύσῃ τὸ ἔθνος ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἔλεγεν «ἀπαγορεύεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἐπὶ ἕνα αἰῶνα», τί ἤθελε γίνει; Ὁμολογῶ ὅτι τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατάττει τὴν ἀναθεώρησιν, δικαιοῦται νὰ ὁρίσῃ καὶ μίαν διακοσιετίαν, ἀλλ’ ὅταν ἡ διακοσιετία αὐτὴ εἶναι παράλογος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ καμμίαν ἀξίωσιν σεβασμοῦ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ ἄρθρου 107 δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς εὐχή, ὅπως εἶναι εὐχὴ ἄλλη διάταξις, καθ’ ἣν ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλ’ οὔτε ἐφηρμόσθη τὸ ἄρθρον 107, τοὺς δὲ λόγους περιττὸν νὰ ἀναφέρω, διότι ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ ὅτι εἴμεθα δεσμευμένοι ἐκ τῆς πράξεως τῆς τελευταίας Βουλῆς ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν της καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ῥητῶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐντὸς τοῦ κύκλου ἐκείνου. Τί εἴμεθα λοιπόν; Εἰς τὴν ἰδίαν, Κύριοι, ἀμηχανίαν εὑρέθη ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1789, ὅτε συνεκλήθησαν αἱ λεγόμεναι Γενικαὶ τάξεις. Ἡ ἐντολή των ἦτο λίαν περιωρισμένη, συνίστατο εἰς τὸ νὰ ψηφίσωσι φόρους καὶ ἐξεύρωσι χρηματικοὺς πόρους ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν αὐλικῶν. Πρῶτος Ὑπουργὸς ἦτο ὁ Νέκερ, ὅστις διερρύθμισε τὰ ἀνωμάλως ἔχοντα οἰκονομικά, ἔδωκε τὴν ἀτομικήν του ἐγγύησιν δι’ ἓν ἀναγκαῖον δάνειον καὶ οὐδέποτε ἐδέχθη ἀντιμισθίαν ὡς Ὑπουργός. Εἰς αὐτὸν δὲ ὀφείλεται ἡ ἐκλογὴ διπλασίου ἀριθμοῦ ἀντιπροσώπων, ἐκ μέρους τῆς μεσαίας τάξεως, ἥτις ὠνομάσθη τρίτη τάξις, τῆς τάξεως ἐκείνης τῆς τοσοῦτον περιφρονηθείσης, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τὰ μέλη αὐτῆς νὰ εἰσέλθωσιν ἀπὸ τὴν κυρίαν ἀλλ’ ἀπό τινα ὀπισθίαν θύραν, ἔνθα παρέμειναν βρεχόμενοι μέχρις ὅτου εἰσέλθωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ κλήρου καὶ τῶν εὐγενῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι ὅμως τῆς τάξεως ἐκείνης ἦλθον μὲ τὴν σταθερὰν θέλησιν νὰ ἀνακαινίσωσι τὴν κοινωνίαν, νὰ κατεδαφίσωσι τὸ σεσαθρωμένον πολιτικὸν καθεστὼς καὶ νὰ ἐγείρωσι νέον ἐρειδόμενον ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητος καὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ὅτε δὲ κατώρθωσαν τὴν συνένωσιν τῶν τάξεων—διότι πρὶν ἑκάστη τάξις συνεδρίαζεν εἰς ἰδιαιτέραν αἴθουσαν—ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ποῖος τίτλος ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὴν ὁμήγυριν τῶν 960 ἀντιπροσώπων τῆς Γαλλίας. Ἐκ τῶν διαφόρων προτάσεων ἐνεκρίθη ἡ τοῦ ἀββᾶ Siéyès, ὅστις, ἂν καὶ κληρικός, ἀνῆκεν εἰς τὴν τρίτην τάξιν—, προτείναντος νὰ ὀνομασθῇ «Ἐθνοσυνέλευσις» (Assemblée nationale). Γνωστὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ μεγάλα ἔργα τῆς ἐνδόξου ἐκείνης Ἐθνοσυνελεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν συνηντῶντο ῥήτορες ἔξοχοι, μεγαλοφυΐαι καὶ ἱκανότητες, ἐν πάσαις ταῖς ἐπιστήμαις. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1791 καὶ ἡ ἐπιψήφισις τῆς πολυκρότου ἐκείνης διακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου ἐχρησίμευσαν ὡς ἔρεισμα, ἐφ’ οὗ ἱδρύθησαν ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης. Ἐθνοσυνέλευσις λοιπὸν προτείνω νὰ ὀνομασθῇ τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, διότι μόνη ἡ Ἐθνοσυνέλευσις περιέχει τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν, ἣν ἠθέλομεν ἀσκήσει πρὸς θεραπείαν τοῦ πολιτικοῦ νοσήματος. Τὰ νεώτερα Συντάγματα δὲν ἀναγνωρίζουσι πλέον Συντακτικὰς καὶ Ἀναθεωρητικὰς Συνελεύσεις ἐν διαστάσει εὑρισκομένας, ἀλλ’ ὁσάκις ἀποφασίζεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος εἴτε ἐν γένει εἴτε ἐν μέρει συνέρχονται τὰ νομοθετικὰ Σώματα εἰς Συνέλευσιν, ἥτις καλεῖται Συντακτικὴ καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἔργον λήγει ἅμα τῇ λήξει τῆς ἀναθεωρήσεως. Ὁ φίλος μου κ. Δημητρακόπουλος εἶπεν ὅτι δὲν θέλει Συντακτικὴν τὴν Συνέλευσιν, διότι περιέχει αὕτη τὴν ἰδέαν τῆς ἐπαναστάσεως. Ὅλως τὸ ἐναντίον κατ’ ἐμὲ συμβαίνει· ἡ πλέον ἥσυχος καὶ ἡ πλέον ἤρεμος Συνέλευσις εἶναι ἡ Συντακτική, διότι τὰ ὅρια αὐτῆς εἶναι περιωρισμένα. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις καλεῖται νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα ἢ νὰ συντάξῃ νέον καὶ ἀπέρχεται, ἐνῷ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι Ἀρχὴ κυρίαρχος ἀσκοῦσα τήν τε συντακτικὴν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τοῦτο δὲ τὸ ὄνομα ἔφερε καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863. Τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Οἱ ἐκλογεῖς μας μᾶς εἶπον: Ἡ κοινωνία πάσχει, ὁ λαὸς γογγύζει, ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια καταρρέει, σᾶς στέλλομεν, ἵνα εὕρητε μέσα θεραπείας. Δὲν σᾶς δίδομεν ἐντολὴν ἐπιτακτικὴν καὶ ὑποχρεωτικήν, διότι ἀπεδοκιμάσθη τὸ τοιοῦτο σύστημα, καθόσον ἐκ τῆς συζητήσεως προκύπτει ἡ ἀλήθεια· σεῖς θὰ διορθώσητε τὰ κακῶς ἔχοντα διὰ τῶν θεραπευτικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ εὕρητε». Ἔχομεν λοιπὸν ἐντολὴν ἀπεριόριστον, ἔχομεν δικαιώματα εὐρυτάτης ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ δικαιώματα νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν καταλίπωμεν ἄγονον τὸ ἔδαφος τοῦτο, ἐὰν μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου ἐξέλθωμεν ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ ἐξεύρωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν τὰ μέσα τῆς θεραπείας, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι θέλει συγκροτηθῆ μία ἄλλη Συνέλευσις, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὅλους τοὺς τύπους τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, θὰ ἔχῃ βῆμα, ῥήτορας, Κανονισμόν, Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀκροατήρια, θὰ λείπῃ ὅμως ἀπ’ αὐτῆς ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ εὐθύνη. Ἡ Συνέλευσις ἐκείνη θὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀποφάσεις της πρὸς ἡμᾶς, ἐὰν ὑπάρχωμεν τότε, ἢ πρὸς τὴν Βουλήν, ἥτις θὰ μᾶς διαδεχθῇ. Θὰ ὁμοιάζῃ πρὸς τὸ Club τῶν Ἰακωβίνων, τὸ ὁποῖον τοσαύτας ὠμότητας διέπραξεν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀλλὰ συγχρόνως διὰ τῆς δραστηριότητος, τῆς τόλμης, τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσεν εἰς τοὺς Γάλλους, ἐπέτυχε τοσαύτας νίκας κατὰ τῆς συνησπισμένης Εὐρώπης. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κηρύξωμεν εἰς τὸ ἔθνος ὅτι θὰ φυλάξωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι ἰσχύουσιν. Οἱ ἐντολεῖς ἡμῶν θέλουσι νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ἐκ τῶν ἔργων ἡμῶν θέλουσι μᾶς κρίνει. Περαίνων, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ ὅρκος δὲν δύναται νὰ δοθῇ πρὶν ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαί, πρὶν ἀναγνωρισθῶμεν Πληρεξούσιοι. Τοῦτο ἀποδέχονται πάντες οἱ περὶ τὴν Συνταγματολογίαν ἀσχοληθέντες. Πῶς δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ὅρκον σήμερον, ἀφοῦ μόνον τεκμήριον ἔχομεν ὅτι εἴμεθα Πληρεξούσιοι; Ἡ μόνη πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω μετὰ τὴν ὁμοφωνίαν περὶ τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὅπως ταχέως ἐπιληφθῶμεν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν.
§168ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. (Ὅρα Παράρτημα).
§169ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Αὔριον, αὔριον...
§170ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τοῦ κέντρου). Ὄχι, ὄχι.
§171Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν ψηφοφορίαν. Πῶς «αὔριον, αὔριον»!
§172Σ. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. Ἡμεῖς θὰ φύγωμεν.
§173Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φύγετε σεῖς· ἡμεῖς θὰ μείνωμεν ἐδῶ. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τοῦ κέντρου). Θὰ μείνωμεν, θὰ μείνωμεν.
§174Σ. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. Λύσατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§175ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ Πρόεδρος νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν ἀφ’ ἑαυτοῦ, πρέπει νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν. Ἀναγνώσατε τὸν Κανονισμόν. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα.
§176Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις των οἱ Γραμματεῖς. Διατί ἐσηκώθησαν;
§177Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν ἂν θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἢ ὄχι.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε κάτω, Κύριοι.
§179Π. Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Καραπᾶνε, ὁμιλήσατε.
§180Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν. Ἐγὼ εἶμαι προθυμότατος νὰ ὁμιλήσω. Ἐὰν θέλητε νὰ παύσω, παύω.
§181Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον, ἂν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλή.
§182Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι ἐλύθη ἡ συνεδρίασις. (Διαμαρτυρίαι καὶ ἀντεγκλήσεις).
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σεῖς τὸ λέγετε αὐτό.
§184Σ. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. Ἡμεῖς θὰ φύγωμεν.
§185Π. Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ φύγητε.
§186ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμπρός, κύριε Καραπᾶνε.
§187Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καθίσατε, Κύριοι, ἥσυχα, διὰ νὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὴ δουλειά μου! (Γέλως).
§188Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλύσατε τὴν συνεδρίασιν; ναὶ ἢ ὄχι;
§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§190ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλητε ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἀλλ’ ἡ συνεδρίασις ἐξακολουθεῖ.
§191Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι...
§192Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Εἰς ποίους ἀποτείνεσαι; Τί «Κύριοι συνάδελφοι»;
§193Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§194Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὶν ἢ δι’ ὀλίγων ἀπασχολήσω τὸ ἐθνικὸν τοῦτο Σῶμα καὶ δικαιολογήσω τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον σήμερον τὴν πρωίαν ἔδωκα... (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι καὶ ἀντεγκλήσεις).
§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Δὲν ὡρκίσθη κανείς. Κατεβάσατέ τον κάτω. Δὲν ἐντρέπεται! Πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ. Δὲν ἐδόθη ὅρκος. Οὐδεὶς ὡρκίσθη, οὐδείς. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος καὶ ἀπειλαὶ συγκρούσεως).
§196ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε. Πρέπει ν’ ἀνακαλέσητε.
§197Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ γίνω ἀφορμὴ ῥήξεως. Ἐὰν ἡ φράσις τὴν ὁποίαν εἶπον σᾶς ἔθιξε, τὴν φράσιν αὐτὴν θεωρήσατε ὡς μὴ λεχθεῖσαν. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅμως ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ ἔχω τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ νὰ φρονῶ ὅτι ὡρκίσθην.
§198ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Δὲν ὡρκίσθημεν. Νὰ μὴ λέγητε ἀνακριβείας.
§199Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἰδέα σας. Αἱ ἰδέαι δὲν ἐπιβάλλονται διὰ τῆς ῥάβδου.
§200ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Δὲν ὡρκίσθημεν.
§201ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ὡρκίσθημεν.
§202Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ ἰδέαι δὲν ἐπιβάλλονται διὰ τῆς σπάθης· ἐπιβάλλονται διὰ τῆς συζητήσεως καὶ τοῦ λόγου.
§203Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί κατάστασις εἶναι αὐτή! Λύσατε τὴν συνεδρίασιν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε μίαν πρότασιν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§205Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θεωρήσατε ὡς μὴ λεχθὲν τὸ περὶ ὅρκου, χωρὶς νὰ θεωρήσητε ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν.
§206Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Ὄχι· ὡρκίσθημεν. (Σφοδραὶ διαμαρτυρίαι καὶ φωναί).
§207Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ γίνῃ ἡσυχία ἢ ὄχι; Πρέπει νὰ σεβασθῆτε τὸν συνάδελφον τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος.
§208ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Λέγει ἀνακριβείας.
§209ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ἡμεῖς ὡρκίσθημεν.
§210ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Οὐδείς, οὐδείς, οὐδείς.
§211Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, δι’ ὀλίγων νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω σχηματίσει περὶ τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου Σώματος, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν πρόκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Μήλιου.
§212ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν καθηκόντων σας. Ἔχομεν ἄλλο καθῆκον ἱερώτερον.
§213Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι μὲ προεκαλέσατε.
§214ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Σεῖς ἐζητήσατε τὸν λόγον, ὄχι διὰ τὴν πρόκλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐγώ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξητε ἂν ἡ Συνέλευσις εἶναι Συντακτικὴ ἢ Ἀναθεωρητική. Ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλήσατε.
§215Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ φωτίσω καὶ ὑμᾶς.
§216ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Εἶναι περιττόν. Σεῖς ἤδη καταγίνεσθε καὶ ἔχετε καὶ διδασκάλους· ἐγὼ ἐγήρασα πλέον.
§217Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι· εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι τὸ ἐθνικὸν τοῦτο Σῶμα εἶναι τέκνον ἐπαναστατικοῦ φαινομένου, καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου ταύτην, φρονῶ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται δι’ ὀλίγων νὰ ἐκθέσω τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐσχημάτισα περὶ τοῦ ἐπαναστατικοῦ τούτου φαινομένου, ὅπως καταλήξω εἰς ἐξήγησιν αὐτοῦ. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἀπὸ ἐτῶν παρὰ πάντων ὡμολογεῖτο κακοδαιμονία ἐπελθοῦσα ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, πανταχόθεν δὲ ἠκούοντο φωναὶ διαμαρτυριῶν κατὰ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξεπλήρου καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ μέρη τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον ἅπαντες ποθοῦμεν. (Εὖγε! εὖγε!). Αἱ διαμαρτυρίαι αὗται, κύριοι συνάδελφοι, πλὴν τῶν παραπόνων κατὰ τῆς νομοθεσίας ἀπηυθύνοντο καὶ κατὰ τοῦ Καταστατικοῦ ἡμῶν Χάρτου, ἐβλέπομεν δ’ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐν διαλέξεσιν, ἐν ἐφημερίσιν, ἐν διαφόροις ἀνακοινώσεσι, γνώμας πολιτευομένων καὶ διαφόρων ἄλλων διακεκριμένων ἐπιστημόνων, ζητούντων τὴν ἀναθεώρησιν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ πολιτεύματος. Ἡ κακοδαιμονία ὅμως τοῦ τόπου τούτου, εἰς ὡρισμένα αὐτοῦ σημεῖα προέβαινεν ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ, κατελήξαμεν δὲ εἰς τὰ γεγονότα τῆς 15 Αὐγούστου 1909, καθ’ ἃ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τοῦ Κράτους ἐκπροσωποῦσα καὶ τὴν λαϊκὴν θέλησιν ἐξῆλθεν εἰς τὸ ἱστορικὸν ἐκεῖνο μέρος (τὸ Γουδὶ) καὶ ἐζήτησε τὴν ἀνόρθωσιν, πρὸ παντὸς ἄλλου ζητωκραυγάσασα ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως καὶ ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος.
§218ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἴμεθα ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος.
§219Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, διὰ νὰ τελειώσω. Τὴν ἔναρξιν τῆς ἐπαναστατικῆς ἐκείνης κινήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἠκολούθησεν ὡς κατακλεὶς ἡ ἐξέγερσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις συνελθὼν εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως ἐζήτησε καὶ οὗτος τὴν ἀνόρθωσιν, τὴν ἐζήτησε δὲ μὲ τόνον πατριωτικόν, ἀνομολογῶν ὅτι καὶ αὐτὸς συνετέλεσε διὰ τῆς μέχρι τοῦδε διαγωγῆς του εἰς τὴν κακοδαιμονίαν ταύτην — καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ, διότι λαὸς ὁμολογῶν τὰ σφάλματά του ἔχει μέλλον τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ.
§220Κ. ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Ὁ λαὸς εἶναι τὸ θῦμα.
§221Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ λαὸς οὗτος, Κύριοι, παμπληθὴς καὶ σύσσωμος μετέβη πρὸ τῶν ἀνακτόρων τοῦ Ἀνωτάτου ἄρχοντος, καὶ ζητωκραυγάσας καὶ ἐκεῖ ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, καὶ ζητωκραυγάσας ὑπὲρ τῆς Δυναστείας ἐζήτησε τὴν ἀνόρθωσιν. Ἡ ἐπανάστασις, Κύριοι, ἀποκτήσασα ὅλην τὴν δύναμιν ἐνήσκησε τὸ ἔργον αὑτῆς ἐπί τινων σημείων μόνον. Ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη οὐδὲν καταλύσασα καὶ τὰ πάντα σεβασθεῖσα ἐπίεσε τὴν Βουλήν, ἐπίεσε τὴν Διοίκησιν, ἐπίεσε τὴν Κυβέρνησιν, τὰ πάντα, ἐνασκήσασα τὴν νόμιμον αὑτῆς πλέον δύναμιν, καθ’ ὅλην δὲ τὴν δρᾶσιν αὐτῆς, καθ’ ὅλην τὴν ἐξέλιξίν της, εἴτε ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε ἐντὸς αὐτοῦ, μίαν εἶχε σημαίαν, ἓν λάβαρον, τὸν σεβασμὸν τοῦ πολιτεύματος, τὸν σεβασμὸν τῆς Δυναστείας. Ἔφθασεν ὅμως ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ ἐζήτει μίαν διέξοδον, διότι κατέβλεπεν, ὅτι ἐφέρετο πλέον κατὰ κρημνῶν, ἐὰν δὲν ἐκρατεῖτο ἀπὸ σοβαρόν τι στήριγμα, διὰ τῆς συνεργασίας τοῦ ὁποίου νὰ ἐξευρεθῇ ἡ διέξοδος αὕτη, καὶ νὰ φθάσῃ εἰς αἴσιον τέλος. Καὶ ἡ διέξοδος αὐτὴ ἐξευρέθη διὰ τῆς συνεννοήσεως πρὸς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῆς δυνάμεως τῆς ἐπαναστάσεως, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς συνεργασίας τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 107. Καὶ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος κατηργήθη, διότι τὸ ψήφισμα τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς Περιόδου βεβαίως κατὰ τὴν γνώμην μου οὐδὲν ἔχει κῦρος, διότι οὔτε ἐκ τοῦ Συντάγματος πηγάζει οὔτε ἀπὸ ἄλλην νομοθετικὴν διάταξιν ἢ συνταγματικὴν ἐνέργειαν· ἡ ἀπόφασις περὶ ἀναθεωρήσεως δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ πίεσις τῆς ἐπαναστάσεως, πίεσις τὴν ὁποίαν ἡ ἐπανάστασις ἤσκησε ποιουμένη χρῆσιν πάσης τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς χεῖράς της. Καὶ ὅτε, κ. Βουλευταί, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἐγένετο μία ἐπανάστασις, καὶ ὅτε ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ ἐσεβάσθη τὰς ἀρχὰς τὰς καθεστηκυίας καὶ τὰς καθωρισμένας διὰ τοῦ πολιτεύματος, ὅτε ἡ ἐπανάστασις ἐσεβάσθη τὸ πολίτευμα τοῦτο καὶ δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος προέβη εἰς ἐνέργειαν ἐκλογῶν, αἵτινες ἔφεραν ἡμᾶς ἐνταῦθα, τίς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐν τῇ συναισθήσει ὅτι ἐκτελεῖ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Δείξατέ μοι ἓν σημεῖον τῆς χώρας, δείξατέ μοι ἓν σημεῖον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ λαὸς ἐνασκῶν τὴν κυριαρχικὴν αὐτοῦ δύναμιν κατέλυσε καὶ τὸν τελευταῖον διοικητικὸν παράγοντα, ὄχι πλέον συνταγματικὸν ἀλλὰ καὶ διοικητικόν. Τὰ πάντα ἐσεβάσθη, ἀλλ’ ἀνόρθωσιν ἐζήτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατανοῶν ὅτι καὶ αὐτὸς συνετέλεσεν εἰς τὴν σημερινὴν κακοδαιμονίαν. Δέχομαι βεβαίως, ὅτι καὶ οἱ ἄρχοντες ἔπραξαν σφάλματα, δέχομαι ὅμως, ὅτι καὶ ὁ λαὸς ἔπταισεν.
§222ΣΠΥΡ. ΜΗΛΙΟΣ. Διότι τοὺς ἠνέχθη ἐπὶ πολὺν χρόνον.
§223ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτε λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, τοιαύτη εἶναι κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων, φρονῶ, ὅτι μόνον εὐρυτάτη Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις δικαιολογεῖται.
§224ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Πῶς θὰ λήξῃ ἡ ἐπανάστασις, αὐτὸ δὲν μᾶς τὸ εἴπετε.
§225Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ζητεῖτε τὸν λόγον;
§226ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Μήλιος δύναται, ἐὰν θέλῃ, νὰ συζητήσῃ εὐρύτατα.
§227ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Ὁ στρατιωτικός μου βίος δὲν μὲ ἤσκησε εἰς τὴν ῥητορείαν, μὲ ἤσκησε μόνον διὰ νὰ δίδω μαθήματα εἰς σὲ καὶ εἰς πάντα ἄλλον. (Χειροκροτήματα).
§228ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ μοὶ δίδῃ μαθήματα, πρὸ παντὸς δὲ εἰς σέ. Τοῦτο εἶναι δικαίωμά μου. Νὰ καθίσῃς κάτω. Οὐδεμίαν ἐπιτρέπω διακοπήν.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§230ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς, ἰδίως εἰς τὸν συνάδελφον κ. Μήλιον. Ὅτε, κ. συνάδελφοι, ἡ ἐπανάστασις ἐθεώρησεν ὡς κατακλεῖδα καὶ τέρμα αὑτῆς τὴν Ἀναθεωρητικὴν ταύτην Βουλήν, τότε ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ ἔπαυσεν ὑπάρχουσα, καὶ ἐντολοδόχοι τῆς ἐπαναστάσεως εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν πλήρη δικαιώματα νὰ ἐνεργήσωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔταξεν ἡμῖν ἡ ἐπανάστασις. Ἀφοῦ ἡ ἐπανάστασις ἀπῄτησε παρ’ ἡμῶν νὰ εἴμεθα ἀναθεωρητικοί, θὰ εἴμεθα καὶ θὰ ἐμμείνωμεν τοιοῦτοι, τὸ δὲ λεγόμενον ὑπὸ τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ὅτι θὰ σεβασθῶσι τὴν Δυναστείαν καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ἀπαντήσω, ὅτι δὲν στηρίζονται εἰς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβον. Τὸν σεβασμὸν τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς Δυναστείας δὲν θὰ τὸν ἐπιβάλητε σεῖς, τὸν ἐπιβάλλει ὁ λαός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ἐνταῦθα. (Χειροκροτήματα).
§231ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἁγνὸν τέκνον, κ. συνάδελφοι, καὶ ἐγὼ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦλθεν ἐμπνευσμένος ἐνταῦθα. Σᾶς βεβαιῶ ὅμως, ὅτι ἅμα τῇ εἰσόδῳ μου ἐθλίβην, καὶ ἐθλίβην πολύ, διὰ τὰ τελεσθέντα τὴν πρωίαν. Ἄν, Κύριοι, εἰς τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐλεύθερον τοῦτο συνέδριον, ὅπου αἱ πεποιθήσεις πρέπει νὰ εἶναι σεβασταὶ ἀπὸ τοὺς ἀντιφρονοῦντας, γίνονται ἐπιθέσεις καὶ βίᾳ θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσιν οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες τὰς πεποιθήσεις των εἰς τοὺς ἄλλους, τότε ἀλλοίμονον εἰς τὰ ἄλλα συνέδρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὴν μεγάλην ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν τὸ συνέδριον τοῦτο ἔχει. Ἐπεθύμουν, ἔντιμοι κ. συνάδελφοι, νὰ ἤκουόν τινας ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐκηρύχθησαν συντακτικοί, νὰ μᾶς εἴπωσιν ἂν φρονοῦσιν, ὅτι κατελύθη τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι σήμερον, ταύτην τὴν στιγμήν, δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα, διότι μόνον ὑπὸ τὴν αἵρεσιν αὐτὴν δύναται νὰ συνέλθῃ Συντακτικὴ Συνέλευσις πρὸς ἀνασύνταξιν τοῦ πολιτεύματος. Οἱ φρονοῦντες ὅτι κατελύθη τὸ Σύνταγμα ἀρύονται τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἐκ τῆς δῆθεν καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἤκουσα τοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτοῦ κ. Κοντογούρη, ὁ ὁποῖος ἀπεκάλεσε τὸ ἄρθρον 107 ἀνελεύθερον. Ἐὰν ὁ κ. Κοντογούρης ἦτο νομικὸς καὶ ἐνέκυπτεν ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔννοιαν εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἄρθρου τούτου, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἦτο ἀνελεύθερον ἀλλὰ λίαν φιλελεύθερον. Διότι δὲν ἐπέτρεψεν, ὅπως εἰς ἄλλα Συντάγματα, εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα διὰ μιᾶς ἀποφάσεως ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τῶν μὴ θεμελιωδῶν, ἀλλ’ ἠθέλησεν, ὅπως τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἐκδώσῃ ἀπόφασιν καὶ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, τὰς ὁποίας νὰ ἐγκρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν γνώσει πλέον περὶ τοῦ τίνες διατάξεις δέον νὰ ἀναθεωρηθῶσι, καλούμενος καὶ ἐκλέγων νέαν Βουλήν, ἡ ὁποία, ἐν γνώσει τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, δέον νὰ ψηφίσῃ αὐτάς, συμφώνως μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξέλεξε καὶ ἀπέστειλεν ἡμᾶς σήμερον ἐνταῦθα.
§232Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἔχει δικαίωμα ὁ λαὸς νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα ὅλον.
§233ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὄχι, ἀλλὰ δέον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ ἔχωσι τοιαύτην παρ’ αὐτοῦ ἐντολὴν καὶ τότε μόνον.
§234Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνελεύθερον.
§235ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ὁ λαὸς ἐπαναστατῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσῃ ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα.
§236Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Διατί νὰ εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦτο τοιουτοτρόπως συντεταγμένον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νά......
§237ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἀπατᾶσθε. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει γραφῆ ὑπὸ τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξήγησα. Τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ὁρίζει τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, ἔπειτα διαλύεται καὶ ἐρωτᾶται κατόπιν ὁ λαός, ἂν ἐγκρίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Ἐὰν ἐγκρίνῃ, τότε ἐκλέγεται νέα Βουλὴ ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, καὶ ἐὰν ἡ νέα Βουλή, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέστειλεν, ἐπιβεβαιώσῃ τὸ πρόγραμμα, τότε αἱ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀναθεωροῦνται ὑπὸ τῆς ἐπὶ τούτῳ καλουμένης διπλῆς Βουλῆς. Οἱ ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς ἔχουσι τοῦτον τὸν φόβον, ὅτι δὲν ἐτηρήθη τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐντεῦθεν θὰ γεννηθῶσιν ἀταξίαι καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας ζητήματα. Ἀλλὰ λησμανοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν οὕτως, ὅτι, καὶ ἂν ἐπουσιώδεις διατάξεις ἀναθεωρηθῶσι, θὰ κληθῶσιν ἀπὸ τοῦ Βασιλέως μέχρι τοῦ τελευταίου ὑπαλλήλου νὰ ὁρκισθῶσιν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακάμπτεται ὁ σκόπελος, ὁ ὁποῖος ἦτο δυνατὸν νὰ παρεντεθῇ μεταξὺ δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπέκτων τυχὸν δικαιώματα ἐκ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 107, κ. συνάδελφοι, εἶναι ἐντελῶς κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δικονομικόν· δὲν ἐτηρήθη ὁ τύπος, ἡ οὐσία ἐτηρήθη. Ἐπῆλθεν ἡ λεγομένη ἐπανάστασις, ἥτις ἐσεβάσθη τὰς καθεστηκυίας ἀρχὰς καὶ τὸ πολίτευμα, ἥτις ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχήν, ὅτι θὰ ἔπραττε τὰ πάντα διὰ τῶν καθεστηκυιῶν ἀρχῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ δὴ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, καὶ ὁ λαὸς ἠρωτήθη, ἂν ἐπιδοκιμάζει τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο καὶ ἂν δέχεται νὰ συγκληθῇ διπλῆ Βουλὴ μὲ τὴν δύναμιν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνε πρὸς τοῦτο εἰς τὸν λαὸν Διάγγελμα, καὶ ὁ λαὸς προσῆλθεν εἰς τὰς κάλπας καὶ ἐψήφισε συμφώνως μὲ τὸ Διάγγελμα τοῦ Βασιλέως. Μεταξὺ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας κ. Ν. Δημητρακόπουλος ὑπέβαλε, καὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἔντιμοι συνάδελφοι ἐξ ἄλλων μερῶν συντακτικοὶ ὑπέβαλον, οὐδεμία ὑφίσταται διαφορὰ οὐσιαστική, ἔρις μόνον περὶ τὴν ὀνομασίαν τοῦ συνεδρίου τούτου ὑπάρχει. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἡ μὲν ἐγκυμονεῖ κινδύνους, ἡ δὲ οὐδένα κίνδυνον ἐγκυμονεῖ.
§238Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ παγίδος, τὸ λεγόμενον δὲ ὑπό τινων, ὅτι θὰ σεβασθῶσι τὰς θεμελιώδεις διατάξεις, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν δύναται νά σεβασθῇ αὐτάς.
§239ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Διαφέρουσιν οἱ λόγοι πρὸς τὰ πράγματα, καὶ διαφέρουσι τοσοῦτον, ὥστε παρετήρησα ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀνθρώπους ἄλλα λέγοντας καὶ ἄλλα πράττοντας. Ἐὰν ἡ συνταγματικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 64, ἡ καθορίζουσα τὸν ὅρκον τῶν Βουλευτῶν καὶ ὑπαγομένη εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις, διότι ὑπάγεται εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, παρεβιάσθη σήμερον καὶ βίᾳ μάλιστα παρὰ τὰς διαβεβαιώσεις σας, ἐάν, λέγω, ἐγερθέντος σήμερον τὴν πρωίαν τοῦ ζητήματος τούτου, σεῖς ἐξανέστητε λέγοντες ὅτι δὲν ὑπάρχει Κανονισμὸς καὶ Σύνταγμα, καὶ δὲν ὡρκίζεσθε εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτό, πῶς θέλετε μᾶς πείσει ὅτι αὔριον δὲν θέλετε εἴπει ὅτι δεχόμεθα μὲν τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, ἀλλὰ περιορίζομεν τὰ προνόμια αὐτῆς, ὅτε ἀναγκάζομεν τοιουτοτρόπως τὸν Βασιλέα νὰ ἀπέλθῃ τῆς Ἑλλάδος;
§240ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ εἶναι ψεύδη καὶ συκοφαντίαι.
§241ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Βεβαίως ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι θὰ συμβῶσι ταῦτα, διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχετε ἀγαθὰς προθέσεις καὶ σεῖς ὅπως καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ δὲν ἠθέλετε ἐγείρει ζήτημα περὶ μὴ ὑπάρξεως τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος, ἐὰν πραγματικῶς ὑπεστηρίζετε τὴν μὴ κατάλυσιν τοῦ Συντάγματος. Ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου σᾶς εἶπον, ἐθλίβην, διότι ἁγνὸς πρώτην φορὰν εἰσερχόμενος ἐνταῦθα εἶδον νὰ θέλητε νὰ ἐνασκήσητε βίαν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἴσως κακῶς νομίζουσιν ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωσιν ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος. Καί, ἐὰν προχωροῦντος τοῦ συνεδρίου τούτου, μεταβάλητε γνώμην καὶ θελήσητε, κηρυσσομένης τῆς Συνελεύσεως Συντακτικῆς, νὰ περιορίσητε τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος ἐμμένοντες εἰς τὸ ψήφισμα ὑμῶν καὶ μὴ μεταβάλλοντες τὴν Βασιλείαν, μὴ μεταβάλλοντες τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, μὴ μετατρέποντες δηλαδὴ τὴν Βασιλείαν εἰς Δημοκρατίαν, ἀλλὰ περιορίζοντες μόνον τὰ προνόμια τοῦ Βασιλέως, θὰ εἶσθε βεβαίως σύμφωνοι μὲ τὸ ψήφισμά σας· καὶ ἐν τούτοις θὰ ἐφέρετε μεταβολὴν ἐν τῷ ἰσχύοντι πολιτεύματι.
§242ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καί, ἐὰν προχωρουσῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, μεταβάλητε γνώμην σεῖς καὶ θελήσητε σεῖς νὰ περιορίσητε τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ποίαν ἔχομεν ἀσφάλειαν παρ’ ὑμῶν; Ἔχομεν ἀσφάλειαν τὴν ἀμοιβαίαν καλὴν πίστιν καὶ μόνην, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει, νὰ ἀσκήσῃ ὅλα τὰ δικαιώματά της ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία καὶ ὄχι ἄλλη ἐξουσία. Ἔχοντες ἐναντίαν ἰδέαν νομίζω ὅτι ἀσεβεῖτε πρὸς τὸ ἔθνος.
§243ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ ἀσεβῶ ποτέ, εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐσεβάσθησαν τὰς λαϊκὰς θελήσεις, διότι ἐξελέγην ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ ὑπὸ μόνου τοῦ λαοῦ. Ὁ λέων, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Κουλουμβάκης, δὲν εἶναι ὁ λέων τῶν Ἀθηνῶν. Ὄχι. Εἶναι ὁ λέων ὁ ἁγνὸς τῶν ἐπαρχιῶν, εἶναι ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν ὁ ἐργαζόμενος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔστειλεν ἐνταῦθα, ἵνα διαδηλώσω, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος θέλει τὴν ἡσυχίαν του καὶ τὴν ἀνάπαυσίν του, θέλει ἐργασίαν, πρόοδον, εὐημερίαν, ἐπιθυμεῖ νὰ τερματισθῇ ἐπὶ τέλους ἡ οἰκτρὰ αὕτη κατάστασις.
§244ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θέλετε σεῖς τὴν ἡσυχίαν του.
§245ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Σεῖς, διότι σεῖς προκαλοῦντες Συντακτικὴν Συνέλευσιν δὲν θέλετε τὴν ἡσυχίαν του.
§246ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Τὴν ἀνησυχίαν εἰς τὸν τόπον τὴν ἔφερεν ἡ δρᾶσις τῶν κομμάτων· ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ δρᾶσις τῶν κομμάτων, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνησυχία. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§247Γ. ΤΖΕΒΑΣ. Ἀπαντᾷ ὁ λαὸς ἐκ τῶν θεωρείων.
§248ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ τὰ γλυκὰ λόγια νὰ μαγεύητε τὸ παιδὶ τὸ καλούμενον λαόν, εἶσθε ἠπατημένοι· δὲν ἐννοῶ τὸν ἐν τοῖς θεωρείοις ἐξ ἀέργων τὸ πλεῖστον ἀποτελούμενον, ἀλλὰ τὸν ἐργαζόμενον καὶ ζῶντα διὰ τοῦ ἱδρῶτός του λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν.
§249ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Δὲν μαγεύεται ἀπὸ τὰ γλυκὰ λόγια, ἀλλὰ μάχεται ἐναντίον τῶν κομμάτων καὶ τῆς κακοδαιμονίας του.
§250ΘΕΜ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλετε ὅλοι οἱ φοιτηταὶ νὰ παίρνουν μισθούς. Ἄς μοὶ εἴπῃ τις ὅστις δὲν ἐπῆρε.
§251ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ.
§252ΘΕΜ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτελεῖτε ἐξαίρεσιν.
§253ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἐνταῦθα δὲν ἤλθομεν νὰ δημοκοπήσωμεν, ἐνταῦθα ἤλθομεν, ὅπως ἐν ἐπιγνώσει τῆς καταστάσεως τῆς ἐσωτερικῆς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς νομοθετήσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ Πολιτεία νὰ προοδεύσῃ, τὸ ὅλον ἔθνος νὰ προοδεύσῃ. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει θελήσητε, ἐνῷ εἰς τοιαύτην ἀνωμαλίαν ἐξωτερικὴν εὑρισκόμεθα, νὰ παρασκευάσητε ἐσωτερικὴν ἀνωμαλίαν, τότε ὁ ἁγνὸς λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν θὰ σᾶς θέσῃ εἰς τὴν θέσιν σας, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἔχει τὴν δύναμιν ταύτην.
§254ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Σεῖς τὴν παρασκευάζετε καὶ τὴν προκαλεῖτε.
§255ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἠξεύρετε τί σημαίνει ἀνωμαλία εἰς ἕνα τόπον; Τὸ νὰ φονεύωνται ἄνθρωποι εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ μὴ διατάσσηται οὔτε ἀνάκρισις. Ἠξεύρετε τί σημαίνει ἀνωμαλία; Νὰ γίνωνται ἐκλογικαὶ διαδηλώσεις εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου μὲ τοὺς γκράδες.
§256ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ὑποθέτω ὅτι κάλλιον παντὸς ἄλλου σεῖς μὲ γνωρίζετε, ἂν δύναμαι νὰ γνωρίζω τί ἐστὶν ἀνωμαλία.
§257ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ συμφωνήσωμεν μέχρι τέλους, διότι ἡ ἐπανάστασις ἠθέλησε Συντακτικὴν Συνέλευσιν.
§258ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ἴσα ἴσα περὶ αὐτοῦ πρόκειται, διότι δὲν εἶδον τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκαταστήσῃ Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Ἡ ἐπανάστασις ἡ μεταβαλοῦσα τὰς ἀρχὰς ἀμέσως, ἡ καλοῦσα τὸν λαὸν νὰ προσέλθῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα πρὸς κατάλυσιν ἁπασῶν τῶν ἐξουσιῶν, ἡ καταλύουσα ἁπάσας τὰς ἐξουσίας καὶ ἀναλαμβάνουσα αὕτη ἀπ’ εὐθείας τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ἡ μὴ στεγασθεῖσα ὑπὸ τὰς αὐτὰς καθεστηκυίας ἀρχάς, δύναται νὰ συγκαλῇ Συντακτικὴν Συνέλευσιν.
§259Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σήμερον ἡμεῖς ἐλθόντες ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν ἐπανάστασιν; Καὶ ἀπορῶ πῶς συζητεῖτε περὶ αὐτοῦ. Ἡ ἐπανάστασις εἶναι εἰς τὸ τελευταῖον στάδιόν της, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ συνεχισθῇ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σεῖς ἐπιθυμεῖτε.
§260ΘΕΜ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον νὰ συνεχισθῇ.
§261Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ μᾶς φοβερίζετε. Δὲν μᾶς φοβίζουν τοιαῦται ἀπειλαί. Οὐδεμία ἀπειλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, ὅπως ἡμεῖς τὸ καταλαμβάνομεν. Εἶναι περιττὸν νὰ μᾶς ἀπειλῆτε.
§262Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Προβῆτε εἰς ψηφοφορίαν.
§263ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Αὐτὸ σᾶς λέγω ὡς τελευταίαν λέξιν· μὴ νομίσητε ὅτι θὰ πτοηθῶμεν διότι θὰ κάμητε ἐπανάστασιν· θὰ θεωρήσωμεν ἑαυτοὺς εὐτυχεῖς νὰ πέσωμεν ἁγνοὶ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, καὶ δηλῶ ὅτι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μας, ὡς τὸ ἀντιλαμβανόμεθα, θὰ θέσωμεν ὑπεράνω παντὸς ἄλλου.
§264ΕΜΜ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἄνευ προοιμίου καὶ ἐπιλόγου, ἀλλ’ ἐν συντομίᾳ περιορίζομαι εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον. Τὸ κυρίως θέμα εἶναι νὰ ἀποφανθῶμεν, ἂν τὸ προσχέδιον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος εἶναι ἔγκυρον καὶ ὑποχρεωτικὸν δι’ ἡμᾶς καὶ ἂν κατ’ αὐτὸ πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ γνώμην. Ἐξεταστέον λοιπὸν ἐν ὀλίγοις ὁποῖόν τί ἐστι τὸ προβούλευμα τοῦτο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζητοῦσι νὰ ὁρκισθῶμεν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος—βλέπετε ὅτι εἶμαι πολὺ συνταγματικός—ἐκ τοῦ λαοῦ πηγάζουσιν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ δικαστική. Ἀλλὰ πρέπει τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ ἐξετασθῇ κατ’ οὐσίαν τί ἐννοεῖ. Ἐννοεῖ, κύριοι ἀντιπρόσωποι, ὅτι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς εἶναι κυρίαρχος, καὶ ἡ κυριαρχία εἶναι ἀδιαίρετος, ἀναπαλλοτρίωτος, ἀναφαίρετος. Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος συνδυάζεται καὶ μὲ τὸ ἄρθρον 110, καθ’ ὃ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἀφιεροῦται ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον δὲ 107 εἶναι μία παραφωνία ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ, ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ καθορίζει τὸ πολίτευμα αὐτοῦ, καθορίζει τοὺς νόμους, καθ’ οὓς θέλει νὰ διέπηται. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν δι’ ἡμᾶς τὸ ἄρθρον 107, οὐχὶ μόνον διότι περιορίζει τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ παραφωνίαν ἀποτελεῖ ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ ταυτοχρόνως δὲν εἶναι καὶ σύμφωνον μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τὰς κυριαρχικάς, τὴν θεμελιώδη κυρίως τοῦ ἄρθρου 110. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107 περιορίζει τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχουσα. Ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ἐτηρήθη. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ ὁ λαὸς εἶναι κυρίαρχος νὰ καθορίζῃ τὸ πολίτευμά του ἐν πάσῃ στιγμῇ—διότι δὲν δικαιοῦταί τις νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν λαὸν ὅτι δὲν εἶναι κυρίαρχος, ἀφοῦ τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα, βλέπετε δέ, ὅτι πολὺ συνταγματικοὶ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ συντακτικοί—, ὅτε, λέγω, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ περιορίσῃ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν πάσῃ ὥρᾳ καὶ στιγμῇ δύναται νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ πολίτευμα αὐτοῦ, δύναται νὰ κανονίσῃ αὐτό, βλέπετε ὅτι ἡμεῖς οἱ συντακτικοὶ συμφωνοῦμεν μὲ τὸ Σύνταγμα, συνεπῶς εἴμεθα καὶ ἐλεύθεροι νὰ κανονίσωμεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον ἐπὶ τοῦ προσχεδίου, τουτέστιν ὅτι μόνον τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὥρισε τὸ προσχέδιον, αὐτὰ καὶ μόνα εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἀναθεωρήσωμεν, οὐχὶ δὲ καὶ τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι, ὡς προεῖπον, αὐτὸς εἶναι περιορισμὸς τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ. Ἤδη, κύριοι Πληρεξούσιοι, λέγω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι περιττὰ τὰ ζητήματα τὰ ἄλλα, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, καὶ τὸ ζήτημα τὸ κύριον εἶναι τὸ ἑξῆς: Εἶναι ὑποχρεωτικὸν τὸ προσχέδιον αὐτό; Ὄχι λέγω, διότι τὸ προσχέδιον αὐτὸ περιορίζει τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· κατὰ συνέπειαν δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν καὶ τὸν ὅρκον ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τούτου, διότι διὰ τοῦ προσχεδίου τούτου περιορίζονται τὰ κυριαρχικὰ τοῦ λαοῦ δικαιώματα, συνεπῶς ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ νὰ εἴμεθα συντακτικοί, τουτέστι νὰ ἐνασκῶμεν τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ καθορίσωμεν καὶ τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας νομίζομεν ἀναθεωρητέας. Ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐξακολουθεῖ, ὅτι ἐπαναστατικὴν ἔχομεν Κυβέρνησιν, τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, καί, ἂν θελήσῃ νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, δὲν θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὰ πράγματα. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν εἶναι συμβόλαιον μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ διαφεύγῃ τὴν ὀξυδέρκειαν καὶ πολυμάθειαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ συμβόλαιον αὐτὸ μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως δὲν μεταβάλλει τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ· διότι ὁ Βασιλεὺς εἶναι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὁ ἀρχηγός, εἶναι ὁ ἐντολοδόχος τοῦ κυριάρχου λαοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, εἶναι συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ κυριάρχου λαοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως ὡς ἐντολοδόχου, καθ’ ὅσον καὶ ἐκεῖνος συμμετέχει τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ, τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ· καὶ ἡμεῖς ὄντες συντακτικοὶ καὶ μὲ τὸ Σύνταγμα συμφωνοῦμεν καὶ προσέτι εἴμεθα καὶ σύμφωνοι μὲ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ. Κατὰ συνέπειαν νομίζω ὅτι πρέπει διὰ ψηφίσματος νὰ κανονισθῇ ἡ δικαιοδοσία ἡμῶν πρῶτον καὶ ὁποῖον πρέπει καὶ πῶς νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡμεῖς ὡς συντακτικοὶ καὶ ὡς ἀποτελοῦντες μέρος τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ εἴμεθα κύριοι νὰ κανονίσωμεν καὶ τὸν ὅρκον ἡμῶν, ὅτι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν τὸν ὅρκον τοῦτον, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν Δυναστείαν ἢ νὰ καταργήσωμεν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Τοιαύτας προθέσεις δὲν ἔχομεν ἡμεῖς οἱ συντακτικοί. Οἱ συντακτικοὶ ἐννοοῦσι νὰ μεταρρυθμίσωσιν ὅσας διατάξεις κρίνουσιν ἀναγκαίας πρὸς ἀναθεώρησιν· αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ἡ πρόθεσις τῶν λεγομένων συντακτικῶν, καὶ λέγω τοῦτο ὡς ἐκπροσωπῶν τὰς συντακτικὰς ὁμάδας, αἵτινες κυρίως προτίθενται ὄχι νὰ ἀνατρέψωσιν, ὡς εἶπον, τὴν Δυναστείαν καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, διότι ἀναγνωρίζουσι καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ἐννοοῦσι νὰ καθορίσωσι καὶ τὸν ὅρκον καὶ τὴν δικαιοδοσίαν αὑτῶν. Ἡμεῖς λοιπὸν οἱ συντακτικοί, οἱ θεωρούμενοι ὑπό τινων ὡς ἀνατροπεῖς τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας καὶ ὡς δῆθεν θέλοντες νὰ ἀνατρέψωμεν πάντα, προτείνομεν τὸ ἑξῆς ψήφισμα εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ: Ἡ τρίτη ἐν Ἀθήναις Συντακτικὴ Συνέλευσις Κληθείσης τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 107 τοῦ Συντάγματος, οἱ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 8 Αὐγούστου 1910 ἐκλεγέντες ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἀντλοῦντες τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας Ψηφίζουσι τάδε· Αʹ) Κηρύσσουσι τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Γʹ ἐν Ἀθήναις Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ γνωστοποιοῦσι ταύτην πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Βʹ) Τὸ ἀπὸ 17 Ν)βρίου 1864 Σύνταγμα θὰ ἰσχύῃ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ψηφισθησομένου νέου Καταστατικοῦ Χάρτου· Γʹ) Ὁ θεσμὸς τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας καὶ ἐν γένει ἡ μορφὴ τῆς πολιτεύματος, ἀναγνωριζόμενα ὡς θεμελιώδη, θέλουσιν ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι. Τὸ παρὸν δημοσιευθήτω ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀνακοινωθήτω εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι δὲν εἴμεθα ἀνατροπεῖς, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν νόμιμον τάξιν, διότι μέχρι τοῦδε δυστυχῶς τὰ κόμματα ἐργαζόμενα πρὸς ἴδιον συμφέρον καὶ οὐχὶ πρὸς ὄφελος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐτήρησαν καὶ τὸ ἔθνος ἔφεραν εἰς τὴν κρίσιμον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Κατὰ συνέπειαν θέλομεν νόμιμον τάξιν, ἡ ὁποία δὲν ἴσχυσεν ἐπὶ 40 ἔτη, ἀλλὰ φιλοδοξίαι καὶ ἰδιωτικὰ συμφέροντα· ταῦτα πάντα θέλομεν νὰ καταργήσωμεν, θέλομεν ὅπως ἔλθῃ ὁ νόμος ὑπεράνω πάντων, θέλομεν ὅπως ἰσχύσωσιν οἱ νόμοι καὶ οὐχὶ τὰ κόμματα, θέλομεν ἀρχὰς νὰ καθιερώσωμεν, θέλομεν νὰ παύσῃ ἡ ἰδιοτέλεια καὶ τὰ συμφέροντα τὰ ποικίλα τὰ δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν, τὰ ὁποῖα ἐξεμεταλλεύοντο πολλοί. Αὐτὰ θέλομεν νὰ παύσωσι. Καὶ λέγομεν ὅτι εἴμεθα συντακτικοί, διὰ νὰ ἀρθῶσι πολλαὶ πονηρίαι, αἵτινες ὑπούλως ὑπεισάγονται ἐνταῦθα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ὤθησαν ἡμᾶς ὅπως λεγώμεθα συντακτικοί, ὅπως μὴ περιορισθῶμεν εἰς τὸ προσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, εἶναι προσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι νόμιμον καὶ δὲν εἶναι καὶ εὔλογον· αὐτὸ εἶναι παράλογον, εἶναι σφετερισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι οἱ συντάξαντες καὶ ψηφίσαντες αὐτὸ ἐσφετερίσθησαν, παρὰ τὸ ἄρθρον 121 καὶ 110 τοῦ Συντάγματος, ἐσφετερίσθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ κυριάρχου λαοῦ καὶ θέλουσι τὴν αὐθαίρετον, τὴν ἀτομικήν, τὴν παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικὴν αὐτῶν βούλησιν νὰ τὴν ἐπιβάλωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ παρεισαγάγωσιν ὑπούλως ἓν τοιοῦτο προσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠξεύρετε πῶς ἐγένετο, καὶ μὴ θέλετε νὰ ἀναξέσωμεν πληγάς, αἵτινες πρέπει νὰ θεραπευθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο προτείνομεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ ψήφισμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα.
§265Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτό.
§266ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Εἶναι τὸ ἄλλο τὸ ἁπλούστερον.
§267Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Τὸ περιοριζόμενον μόνον εἰς τὸν ὅρκον.
§268ΕΜΜ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔστω· ἐμὲ δὲν κωλύει τίποτε· ἀναγινώσκω καὶ τοῦτο τὸ ὁποῖον εἶναι συντομώτερον, δὲν εἶναι ὅμως ἀναλυτικώτερον, ὅπως εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα. Ἐγὼ καθυποβάλλω καὶ τὰ δύο, καὶ ἂν τοῦτο τὸ τελευταῖον δὲν γίνῃ δεκτόν, ἂς ψηφισθῇ τὸ ἄλλο.
§269Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δηλαδὴ δι’ αὐτοῦ κηρύσσεται συντακτικὴ ἡ Συνέλευσις, ἐλευθέρα νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. Τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἄλλο ὑπάρχει περιορισμός. (Τὴν ἕδραν τοῦ κ. Προέδρου καταλαμβάνει ὁ κ. Ἔσλιν).
§270Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Θὰ προβῶμεν, κύριε Πρόεδρε, ἤδη εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἢ θὰ τυπωθῇ πρῶτον τὸ ψήφισμα, διὰ νὰ τὸ μελετήσωμεν;
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§272ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὑποχωρήσας εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν ὁμοφρονούντων αὐτῷ, ἐδέχθη ὥστε νὰ προταχθῇ εἰς ψήφισιν τὸ σχέδιον τοῦτο, ὅπερ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω ἐκ νέου (ἀναγινώσκει):
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
Ἡ Γʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνέλευσις. Κληθείσης τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 107 τοῦ Συντάγματος, οἱ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 8 Αὐγούστου 1910 ἐκλεγέντες ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἀντλοῦντες τὴν ἐξουσίαν αὑτῶν ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας Ψηφίζουσι τάδε· Αʹ) Κηρύσσουσι τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Γʹ ἐν Ἀθήναις Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ γνωστοποιοῦσι ταύτην πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Βʹ) Τὸ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1864 Σύνταγμα θὰ ἰσχύῃ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ψηφισθησομένου νέου Καταστατικοῦ Χάρτου. Γʹ) Ὁ θεσμὸς τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας, καὶ ἐν γένει ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἀναγνωριζόμενα ὡς θεμελιώδη, θέλουσιν ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι. Τὸ παρὸν δημοσιευθήτω ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνακοινωθήτω εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Ἀντιπροσωπεύων τὸ καθεστὼς ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς μετ’ ἐμοῦ συναντιπροσωπευούσης τοῦτο τὸ καθεστώς, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι τοιαύτης προτάσεως ἡ ψήφισις εἶναι ἀδύνατον νὰ γένηται ὑφ’ ἡμῶν παραδεκτή. Ἀντιπροσωπεύομεν ὅ,τι ἀντιπροσωπεύομεν· τούτου δὲ ἀνατροπὴ ἐπέρχεται ἐκ ψηφίσματος, ὅπερ οὐχὶ μόνον κατ’ οὐσίαν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτον εἰς τὸ καθεστώς, ἀλλὰ καὶ ἔρχεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἀνεχομένη τὴν τοιαύτην ψήφισιν ἤθελε κατασταθῆ συνένοχος πράξεως ἀνατρεπτικῆς τῆς ὅλης οἰκονομίας τῆς περιόδου ταύτης τῆς Βουλῆς, περιόδου δικαστικῆς, καθ’ ἣν ὀφείλουσι νὰ μένωσι περιωρισμένοι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δικαστικῶν καθηκόντων οἱ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐνταῦθα κληθέντες. Ἐὰν τοιαύτη πρότασις, ἐπιμείνωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, δηλῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀποχωρήσῃ, ὅπως μεταβαίνουσα ἐκεῖ ὅπου ὀφείλει ν’ ἀναφέρῃ τὰ τῆς περιπλοκῆς, προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἔχοντος δικαίωμα ν’ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τοιούτων δυσχερειῶν, ὅτε ἀναφέρονται εἰς αὐτόν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§273ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μαζαράκης.
§275ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀπορῶ πῶς λαμβάνει τὸν λόγον ἡ Κυβέρνησις, ὡς Κυβέρνησις, ἐπὶ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸν λόγον.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μαζαράκης.
§277Ν. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Πρώτην φορὰν παρουσιαζόμενος ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ δὲν θὰ παραλείψω πρῶτον νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὰ λυπηρὰ συναισθήματά μου, διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ λάτρης Σχολῆς μᾶλλον ἰδανικῆς ἢ πρακτικῆς, τὰ λυπηρὰ συναισθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὴν καρδίαν διὰ τὰ κατὰ τὴν πρωίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συμβάντα. Τὸ κόμμα ἠθέλησε νὰ ἀφαρπάσῃ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν καὶ ἐπειράθη νὰ ὁρκισθῇ πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ ὥρα· ἐκ τούτου ἐγένοντο φρικαλέα τῷ ὄντι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι καὶ εἰς τὸν χειρότερον δῆμον τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῶσιν ἢ προκληθῶσιν. Δυστυχῶς κινδυνεύει τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον νὰ γίνῃ σπήλαιον σταλακτιτῶν φλυαρίας καὶ λογοκοπίας, ἂν καὶ πάντες ὁμολογοῦσιν, ὅτι «ἀγορὰ Ἑλλάδος οὐ λόγων δεῖται, ἀλλ’ ἔργων». Καὶ νῦν ἔρχονται εἰς τὴν μνήμην μου οἱ λόγοι τοῦ φιλοσόφου Σωκράτους, ὁ ὁποῖος ἔλεγε πρὸς τὸν Πῶλον, τὸν ὁποῖον σήμερον ἀντιπροσωπεύουσιν οἱ νεαροὶ πλουτοκράται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ πολιτεύωνται εἰς συνταγματικὰ Κράτη, ὁ ὁποῖος, λέγω, Σωκράτης ἔλεγε πρὸς τὸν ἐλεγχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ διὰ τὴν λογοκοπίαν του Πῶλον νὰ ἀφήσῃ ταύτην πρὸς ὁμαλὴν περαιτέρω συζήτησιν. Ἀλλ’ ὁ Πῶλος ἀπαντᾷ· «Δὲν ὁρίζω νὰ λέγω ὅ,τι θέλω;»· ὅτε ὁ Σωκράτης ἀνταπαντᾷ πρὸς αὐτόν· «Ὦ Πῶλε, φοβερὸν πάθημα ἤθελες πάθει, ἂν ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας, ὅπου πλείστη ἐλευθερία τοῦ λόγου, σὺ μόνος ἤθελες στερηθῆ ταύτης». Οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι, τὸ ἐλάττωμα τῶν ὁποίων ἐκληρονομήσαμεν, τὴν λογοκοπίαν, περιώριζον ταύτην δι’ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζον κλεψύδραν· καὶ πράγματι, ἂν δὲν θελήσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ περιορισθῶμεν ἀγορεύοντες, πάντοτε θὰ ἔχωμεν ἀντεγκλήσεις. Ἐγὼ κηρυσσόμενος ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀπολύτου τοῦ λόγου καὶ τῆς καταστολῆς πάσης βίας, οὐχὶ μόνον τῆς διὰ τῶν χειρῶν, ἥνπερ εἴδομεν τὴν πρωίαν, ἀλλὰ καὶ τῆς βίας τῆς διὰ τοῦ ἀκολάστου λόγου, καὶ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ καταναλισκώμεθα εἰς ματαίας συζητήσεις, προτείνω, ὅπως εἰς τὰς ἑξῆς συζητήσεις σχηματίζηται ἐξ ἑκάστου νομοῦ τριμελὴς ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ἐμπειροτέρων ἑκάστοτε, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὰς γνώμας ἰδίᾳ ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ νομοῦ, νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ, διότι μόνον οὕτω θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τελικὸν συμπέρασμα. Καὶ ἤδη ἐπὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως λαμβάνων τὸν λόγον κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως· ἀφοῦ δὲ δίδομεν πρὸς τοὺς κυρίους ἀναθεωρητικοὺς ἢ πρὸς τὰ κόμματα τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν θὰ κόψωμεν τὸ πολυσχιδὲς συνταγματικὸν δένδρον ἀπὸ τὴν ῥίζαν, διότι τὴν παντελῆ ἐκρίζωσιν τοῦ παμμεγίστου δένδρου δὲν ἀπαιτεῖ ἡ σημερινὴ αὐτὴ κατάστασις, ἀλλὰ θὰ διατηρήσωμεν τρεῖς κλάδους αὐτοῦ, θὰ διατηρήσωμεν τὴν Θρησκείαν, τὸν τύπον αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τὴν Βασιλείαν, διατί δὲν θέλουσι Συνέλευσιν Συντακτικήν; Δὲν θέλουσι, διότι φαίνεται, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, «κἄτι λάκκον ἔχ’ ἡ φάβα» (Ἱλαρότης, χειροκροτήματα). Δὲν γνωρίζουσιν οἱ Κύριοι, ὅτι περισσοτέρους κινδύνους ἔχει ἡ Ἀναθεωρητική, ἡ ὁποία θὰ μᾶς φέρῃ ἐντὸς μηνὸς εἰς ἐπανάστασιν, ἀλλ’ ἐπανάστασιν οὐχὶ εἰρηνικὴν πλέον, ἀλλ’ ἐπανάστασιν αἱματηράν; Ἀφοῦ δὲ δίδομεν τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν τριῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διατί δὲν θέλουσι νὰ ἔχωμεν κατὰ τὰ λοιπὰ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν; Δὲν θέλουσι Συντακτικὴν οἱ πλουτοκράται ὀλιγαρχικοί, οἵτινες ἔχουσιν ἕρμαιον τὰ κόμματα, διότι οὐδέποτε συνεισέφερόν τι ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Εἶναι πολὺ σπάνιον παράδειγμα πλουτοκράτης τις νὰ ἔχῃ τὸν μαλθακὸν υἱόν του ἄλλοθι ἢ εἰς τὰ γραφεῖα Τραπεζῶν καὶ Στρατοῦ, οὐδέποτε δὲ ὑπὲρ πατρίδος εἰς τὴν γραμμήν. Δὲν θέλουσι Συντακτικὴν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξεπόρνευσαν τὴν τιμὴν τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν θυγατέρων ἡμῶν ἀντὶ πινακίου φακῆς· δὲν θέλουσι τοιαύτην οἱ θέλοντες τὸν ἐργάτην ἐργαζόμενον 48 ὥρας, εἰ δυνατόν, τὴν ἡμέραν καὶ κύπτοντα ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἐργασίας, ἐνῷ αὐτοὶ οἱ πλουτοκράται διασκεδάζουσι μὲ ὅσα ὑποφέρει καὶ ἀποφέρει ὁ ἐργάτης· ναί, δὲν θέλουσι Συντακτικήν, διότι δὲν θέλουσι νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ῥητὸν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ὁ μὴ ἐργαζόμενος μηδὲ ἐσθιέτω», ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ παροιμίαι: 1) Τοῦ τεμπέλη τὸ ψωμὶ διπλὸ καὶ καθαρό, τοῦ δουλευτῆ μονὸ καὶ βρώμικο· 2) ’Μεροδοῦλι, ’μεροφάϊ· 3) Δούλευε νὰ πεινᾷς καὶ κλέφτε νὰ χορταίνῃς· 4) Ὅσο θέλεις δούλευε κι ὅσο θέλει ὁ Διάβολος σοῦ δίνει. Ναὶ ὁ Διάβολος· διότι ὁ Θεὸς εἶπεν, ὅτι πρέπει ὁ ἐργαζόμενος ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του νὰ φάγῃ· διότι τὸ ῥητὸν τοῦ Χριστοῦ λέγει· «Βοῦν ἀλοῶντα οὐ φιμώσεις· ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὑτοῦ=βῷδι ’ποῦ δουλεύει τὴν γῆν μὴ τοῦ κλείσῃς τὸ στόμα· διότι ἀξίζει ὁ ἐργαζόμενος νὰ φάγῃ καλά»· ἀφοῦ δὲ ὁ Χριστὸς πονεῖ ὑπὲρ τῶν ζῴων καὶ λέγει νὰ φάγῃ καλὰ ὁ ἐργαζόμενος βοῦς, ἵνα χώσῃ βαθέως τὸ ἄροτρον εἰς τὴν γῆν ὡς εὐτραφής, καὶ φέρῃ αὕτη πολλὴν συγκομιδήν, πόσῳ μᾶλλον πονεῖ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν στερουμένων; Δὲν θέλουσι Συντακτικήν, ὅσοι θέλουσιν οἱ παπαγάλοι καὶ ἡ γάττες των νὰ εἶναι ἀνώτερα ἀπὸ τοὺς ἐργάτας, καὶ εἴθε, ὅπως περνοῦν ἡ γάττες καὶ οἱ παπαγάλοι τῶν πλουτοκρατῶν, νὰ ἐπερνοῦσε καὶ ὁ ἐργάτης (ἱλαρότης). Δὲν θέλουσι, διότι φοβοῦνται τὴν φορολογίαν τῶν κεφαλαίων, τὴν ἐλευθεροτυπίαν καὶ τὸν ἔλεγχον. Ταῦτα φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι τὰ ἐλατήρια τῶν κομμάτων, ἤτοι τῆς πλουτοκρατικῆς ὀλιγαρχίας, ἥτις ταῦτα φοβεῖται καὶ οὐχὶ κινδύνους ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικούς. Δὲν θέλουσι τὴν Συντακτικήν, ἵνα ἐφαρμόζηται ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οὐχὶ τὸ ῥητὸν τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ ἢ τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος «Ἄμελγε γάλα καὶ ἔστω σοι βούτυρον», ἀλλὰ τὸ αὐθαίρετον «Ἐκπίεζε μυκτῆρας καὶ χύσον αἷμα». Αὐτοὶ εἶναι οἱ πλουτοκράται, οἵτινες μᾶς ἀφῆκαν ἐλεεινοὺς καὶ μᾶς ἔγλειψαν πετσὶ καὶ πέτσωμα καὶ δὲν μᾶς ἀφῆκαν νύχι νὰ ξυσθοῦμε! (Χειροκροτήματα). Ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος βροντοφωνεῖ εἰς τὴν καθολικὴν Ἐπιστολήν του· «Ἀλλοίμονον εἰς σᾶς τοὺς πλουτοκράτας. Ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς χώρας ὑμῶν, ὁ ἀπεστερημένος ἀφ’ ὑμῶν κράζει καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν». Διάφορα εἶναι τὰ ῥητὰ τῆς Φιλοσοφίας καὶ τῆς Θρησκείας, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς, ἵνα πείσω σύμπαντας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἕρμαιον τῶν συνηθισμένων νὰ ἀγοράζωσι τὴν τιμὴν τῶν ἀδελφῶν καὶ θυγατέρων μας, διότι πρὸς τοῦτο μένουσιν ἄγαμοι οἱ πλουτοκράται, οἵτινες κληροδοτοῦσι συνήθως τὰ ἑκατομμύρια αὑτῶν πρὸς ὁμοίους μαγκούφηδες (ἱλαρότης), ἵνα συνεχίσωσι τὸν πορνικὸν αὑτῶν βίον· ἀλλ’ ἂς εἶναι βέβαιοι, ὅτι καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ πρὸς στιγμὴν ὡς ἀσκὸς βυθίζεται, ἀλλὰ δὲν καταποντίζεται. (Χειροκροτήματα). Ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἀντιπροσωπεύων τὸν νομὸν Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης, ἐξ οὗ ἐξελέγην, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐκφράζω τὰ νοήματα αὐτοῦ, ἐνῷ ἀντιπροσωπεύω καὶ πάντων τῶν συντακτικῶν τὴν γνώμην (χειροκροτήματα), καίτοι δὲν εἶμαι νομομαθής, δὲν εἶμαι δικηγόρος, δὲν εἶμαι κοινωνιολόγος, ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔχω αἴσθημα καὶ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ τὸν Μαζαράκην νὰ πεινᾷ, ἐνῷ οἱ πλουτοκράται οὐδὲν παράγοντες τῶν πάντων ἀπολαύουσι, καὶ μὴ ἔχων ἄλλο τι νὰ εἴπω ἀναφωνῶ· Ζήτω ὁ Ἑλληνικὸς λαός! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Ὁ κ. Δρακούλης, ὁ κ. Δεστούνης καὶ ἐγὼ ἔχομεν διατυπώσει ψήφισμα ἔχον ὡς ἑξῆς:
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
Οἱ ὑποφαινόμενοι προτείνομεν τὸ ἑξῆς: Ψήφισμα Αʹ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Γʹ. Συνέλευσις τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους Ψηφίζει ὅτι, διατηροῦσα, ὡς ἔχουσι, τὴν ἐπικρατοῦσαν Θρησκείαν, τὸν τύπον τοῦ πολιτεύματος καὶ τὸν θεσμὸν τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας, προβαίνει εἰς τὰ κυριαρχικὰ ἔργα αὑτῆς καὶ δηλοῖ ὅτι δὲν θὰ διαλυθῇ μέχρις οὗ περατώσῃ τὰ ἔργα της ταῦτα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Σεπτεμβρίου 1910. Οἱ πληρεξούσιοι Πλάτων Δρακούλης, Κωνσταντῖνος Δεστούνης, Νικόλαος Μαζαράκης.
§278Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας, Κύριοι, παρακολουθῶ ἀπὸ τῆς πρωίας τὰς φωταυγεῖς συζητήσεις, αἵτινες διεξάγονται μετὰ πολλῆς τάξεως καὶ ἀκριβείας ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ περιβόλῳ, χαίρω δὲ ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπέστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἄνδρας φιλοπάτριδας καὶ πεφωτισμένους, ὅπως συσκεφθῶσιν.
§279Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Σεῖς ἐχαρακτηρίσατε ἄκριτον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§280Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ψεῦδος καὶ συκοφαντία! Καίτοι δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν διακόψαντά με, κηρύττω ὅμως πρῶτον νῦν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ λεχθὲν εἶναι ψεῦδος καὶ συκοφαντία. Τέκνον τοῦ λαοῦ ἐγώ, ἐπὶ τριάκοντα συναπτὰ σχεδὸν ἔτη ἀντιπροσωπεύων τὸν λαὸν ἐνταῦθα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκφέρω τοιαύτην βλασφημίαν περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ ταῦτά εἰσι ζητήματα ἀφορῶντα ἐμέ, δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀπασχολήσω περὶ αὐτοῦ τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐὰν δὲ ἐν τῇ συζητήσει, τῇ διεξαγομένῃ ἀπὸ τῆς πρωίας τῆς σήμερον, ἐβασίλευεν ὀλιγωτέρα ἀπόπειρα ταχύτητος καὶ ὀλιγωτέρα δόσις ὀργῆς, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι τῷ ὄντι ἡ Συνέλευσις αὕτη πρωτοφανὴς ἐν τοῖς χρονικοῖς τῶν Συνελεύσεων τοῦ Κόσμου. Καὶ δὲν ἔχω μὲν τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσωμαι συμβουλὰς πρὸς τοσούτῳ σεβαστὸν συνέδριον, ἀλλὰ νομίζω, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς γνώμης τοῦ πρώτου ἱστορικοῦ τοῦ Κόσμου, τοῦ Θουκυδίδου, ὅτι δύναμαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν γνώμην ἐκείνου· ὅτι, ἐὰν θέλωμεν εὐβούλως νὰ συσκεπτώμεθα καὶ μετ’ εὐβουλίας νὰ ἀποφασίζωμεν, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος ἀπὸ μὲν τῆς μιᾶς πλευρᾶς τὴν ταχύτητα, ἀπὸ δὲ τῆς ἑτέρας τὴν ὀργήν. Μόνον τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἧς δυνάμει καὶ πάντες ὁμοῦ καὶ ἕκαστος συνεδρεύομεν ἐνταῦθα. Κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους οἱ ῥήτορες τῆς πόλεως ταύτης περιεβάλλοντο στεφάνῳ τὴν κεφαλήν, ἵνα θεωρῶνται ἱεροὶ καὶ ἀπαραβίαστοι, ἀλλὰ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους τῶν Πολιτειῶν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι τοσούτῳ ἱερὰ καὶ τοσούτῳ σεβαστή, ὥστε καὶ ἄνευ τῶν τοιούτων ἐπισήμων ἐπιδείξεων ἀνερχόμενος ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος ἔχει τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀπαραβίαστος, ὅτι θέλει ἀφεθῆ ἐλεύθερος, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ, ἣν κυρία εἶναι ἡ αἴθουσα αὕτη διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτῆς νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικρατήσῃ τάξις τις καὶ δικονομικὴ οὕτως εἰπεῖν μέθοδος πρὸς τελεσφορωτέραν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν προκειμένῳ καθηκόντων ἡμῶν. Ὑπὲρ τῆς τάξεως ταύτης καὶ τῆς μεθόδου θέλω κηρυχθῆ, παρακαλῶν ὑμᾶς, ὅπως εὐδοκήσητε νὰ ἀκούσητε τὴν γνώμην μου διὰ τῆς ἐπιεικοῦς ὑμῶν ἀνοχῆς. Πρὶν ἢ ὅμως εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα, ἴσως δὲν θέλει μοι ἀπαγορευθῆ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπί τινων παρεμπεσόντων ζητημάτων· διότι ἡ συνεδρίασις αὕτη εἶναι τοσούτῳ ἱστορική, θέλει δὲ ἀποτελέσει καὶ σημεῖον ἐποχῆς τῆς ἐθνικῆς ζωῆς, ὥστε, ἐὰν τοῖς νεωτέροις ἐπιτρέπηται νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην αὐτῶν, ἐλπίζω ὅτι θέλουσιν εἶσθαι ἀνεκταὶ καὶ αἱ γνῶμαι ἡμῶν τῶν γεραιτέρων. Ἤκουσα νὰ ὁμιλῶσι περὶ συμβολαίου μεταξὺ Βασιλείας καὶ ἔθνους. Πιθανὸν νὰ φανῇ παράδοξον, ὅτι ἐγώ, ὁ εὑρισκόμενος ἴσως ἐν τοῖς συνόροις ἤδη τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς, νεωτερίζω ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ φρονῶ, ὅτι κατὰ τὰς νεωτέρας θεωρίας οὐδὲν συμβόλαιον ὑπάρχει μεταξὺ Βασιλέων καὶ λαῶν. Οἱ Βασιλεῖς δὲν εἶναι τίποτε, εἰμὴ οἱ πρῶτοι, οἱ ὑπέρτατοι, οἱ ἀνεύθυνοι καὶ οἱ ἀπαραβίαστοι λειτουργοὶ τοῦ Κράτους, οὐδὲ εἶναι ὀρθόν, οὐδ’ ἀκριβὲς ἱστορικῶς εἶναι, νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς τὰ κείμενα τῶν Συνταγμάτων, ἵνα ἀντλήσωμεν ἐξ αὐτῶν ἐπιχειρήματα, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος συνεβλήθη δῆθεν μετὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ὅπως δυναστεύσῃ ἡ Μεγαλειότης Αὐτοῦ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Αἱ θεωρίαι αὗται εἶναι πεπαλαιωμέναι, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐν ταῖς ἰδέαις αὑτοῦ περὶ Ἐθνοσυνελεύσεως ἔσχε συνεπίκουρον καὶ σύμβουλον καὶ συναντιλήπτορα τὸν τέως Ὑφηγητὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ἤδη δὲ καθηγητὴν αὐτοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, πῶς δὲν ἐζήτησε καὶ περὶ τούτου τοῦ ζητήματος τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἀφοῦ ἠρώτησεν αὐτὸν καὶ περὶ ἄλλων πολὺ σπουδαιοτέρων. Ἐὰν ἠρώτα αὐτόν, ἤθελε μάθει, ὅτι ἐν τῇ μελέτῃ αὐτοῦ ὁ κύριος Σαρίπολος «περὶ Κρητικοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου» ἐν σελίδι 12–13 ῥητῶς λέγει, ὅτι ἡ θεωρία περὶ συμβολαίων μεταξὺ Βασιλέων καὶ ἐθνῶν εἶναι ἀπηρχαιωμένη· ἀντιβαίνει εἰς αὐτὰς τὰς βάσεις τῶν φιλελευθέρων πολιτευμάτων, ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν νεωτέρων φιλελευθέρων λαῶν, ἀντιβαίνει εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Ἡ ἔννοια συμβολαίου, λέγει ὁ κ. καθηγητής, εἶναι ἀπηρχαιωμένη. Διότι σήμερον καὶ οἱ Βασιλεῖς εἰσιν ὄργανα τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ συμβαλλόμενοι ἐν ἰσηγορίᾳ. Τὴν δὲ γνώμην ταύτην ἀντλεῖ ὁ κύριος καθηγητὴς ἐκ συγγραφέων πολὺ βεβαίως αὐτοῦ σπουδαιοτέρων, οἷοι ὁ Jelliek, ὁ Gierke, ὁ Meyer. Περὶ τούτου λοιπὸν τοῦ ζητήματος αὐτὸ τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι καὶ ἡ ἐμὴ γνώμη. Ἐὰν δὲ ἤθελέ μοι ἐπιτραπῆ, συνεπὴς εἰς τὰ ἀνωτέρω, ἤθελον προχωρήσει καὶ περαιτέρω, ἤθελον ἰσχυρισθῆ, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε συνταγματικὴ διάταξις ἰσχύουσα, ἐφ’ ὅσον τὸ διέπον ἡμᾶς Σύνταγμα δὲν κατηργήθη, ἤθελον κηρυχθῆ καὶ κατὰ τοῦ ὅρκου τῶν πολιτῶν καὶ κατὰ τοῦ ὅρκου τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὸν Βασιλέα. Ἀλλ’ ἀπέναντι ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἰσχύοντος, βεβαίως δὲν προτίθεμαι νὰ ὑποστηρίξω τοιαύτην γνώμην. Οἱ Βασιλεῖς εἰσιν ὑποχρεωμένοι νὰ ὁρκίζωνται πρὸς τοὺς λαούς, οὐχὶ δὲ οἱ λαοὶ πρὸς τοὺς Βασιλεῖς. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην θέλετε εὕρει παρὰ τινι τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1863 ἔτους, παρὰ τῷ τότε πληρεξουσίῳ καὶ καθηγητῇ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, τῷ ἀειμνήστῳ Διομήδει Κυριακῷ, ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ περὶ «Ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος», ἐν τόμῳ Βῳ καὶ σελίδι 101 (ἀναγινώσκει): «Ὁ ὅρκος πίστεως πρὸς τὸν Βασιλέα εἶναι ἀπόρροια μεσαιωνικῶν ἰδεῶν, καθ’ ἃς οἱ ὑπήκοοι μόνον ὑποχρεώσεις εἶχον πρὸς τὸν Βασιλέα. Νῦν μᾶλλον ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὑπόχρεος νὰ ὁρκίζηται πρὸς τὸ ἔθνος». Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ συνεδριάσει ταύτῃ, ἥτις θέλει καταλάβει σπουδαιοτάτην σελίδα ἐν τῇ νεωτέρᾳ ἱστορίᾳ τοῦ ἔθνους, καθῆκον εἶχον νὰ ἐκφέρω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου, ἀφοῦ ἄλλοι ἐξήνεγκον τὴν ἑαυτῶν, ἀντίθετον τῇ ἐμῇ. Ἀλλ’ ἤδη, Κύριοι, ἂς θέσωμεν τάξιν ἐν τῇ συζητήσει, καὶ ἂς πειραθῶμεν νὰ προτείνωμεν λύσιν, ἥτις, ἐὰν τύχῃ τῆς ἀποδοχῆς ὑμῶν, θέλει ἐπιφέρει τὴν εἰρήνην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἧς μεγίστην ἔχομεν ἀνάγκην, θέλει ἐπιφέρει τὴν μεμετρημένην ταχύτητα ἐν ταῖς ἐργασίαις ἡμῶν, τὴν ταχύτητα ἄνευ κινδύνου ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς, θέλει ἐπιφέρει τὴν κατάπαυσιν τῆς ἀσυμφόρου ὀργῆς, τῆς ὁρμῆς καὶ τοῦ μένους τοῦ πολεμικοῦ, συμβούλων κακίστων ἐν ταῖς τοιαύταις λαϊκαῖς Συνελεύσεσιν. Τῇ 15 Αὐγούστου π. ἔ. ἐδημοσιεύετο ἐν τῷ τύπῳ τῶν Ἀθηνῶν τὸ κείμενον τοῦ «Ὑπομνήματος τῶν κυρίων Ἀξιωματικῶν», κείμενον ἀπορρέον ἐκ τοῦ τότε ὑπάρχοντος «Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου». Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ μετέπειτα γενόμενα ἐκ μέρους τοῦ «Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου», διότι οὐδὲ περὶ τοῦ θέματος τούτου πρόκειται, οὐδὲ ἡ στιγμὴ εἶναι κατάλληλος· ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ κείμενον ἐκεῖνο ἦτο συγγεγραμμένον μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ μετὰ πολλῆς ἅμα ἁβρότητος, ἁβρότητος πρὸς πάντας, ἁβρότητος πρὸς τὰ διοικήσαντα μέχρι τότε τὴν χώραν πολιτικὰ κόμματα. Τὸ κείμενον ἐκεῖνο μεταξὺ ἄλλων ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης ὁ «Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος» οὔτε τὴν ἀλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως προτίθεται, διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος εἰσὶ πλειότερον παντὸς ἄλλου φιλοπάτριδες καὶ ἐργάζονται πάντοτε διὰ τὴν εὐημερίαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος». Ταῦτα ἔλεγεν ὁ «Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος» περὶ τῶν κομμάτων τῶν πολιτικῶν τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι μεθ’ ἁβρότητος καὶ μετὰ πολλῆς συνέσεως ἦτο συντεταγμένον τὸ κείμενον ἐκεῖνο. Διατί δὲ τάχα ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τοῦ κειμένου τούτου; Διότι ἐν ἄλλῳ μέρει τοῦ ἐν λόγῳ «Ὑπομνήματος τῶν κυρίων Ἀξιωματικῶν» ἀναγινώσκω: «Ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος δὲν ἐπιδιώκει τὴν κατάργησιν τῆς Δυναστείας ἢ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Βασιλέως, Οὗτινος τὸ πρόσωπον εἶναι ἱερὸν διὰ τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτόν, οὐδὲ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ τὴν ἀπολυταρχίαν ἢ τὴν στρατοκρατίαν, ἢ νὰ θίξῃ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα». Ἔχομεν λοιπὸν τὴν πρώτην ἀρχήν, τὴν δοῦσαν ὤθησιν εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, ἧς ἄνευ δὲν ἠθέλομεν βεβαίως παρεδρεύει ὑπὸ τοὺς τίτλους, ὑφ’ οὓς παρεδρεύομεν ἐνταῦθα, ἔχομεν, λέγω, τὴν ἀρχήν, ἥτις ἔδωκε τὴν πρώτην ὤθησιν εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὤθησιν δοθεῖσαν κατ’ ἐμὲ ὀρθῶς καὶ δικαίως, διότι ἡ κατάστασις ἦτο ἀφόρητος, ὡς ἐγὼ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν 15 Αὐγούστου π. ἔ. διὰ τοῦ τύπου ἐδήλωσα (χειροκροτήματα). — Ἀντιγράφων τὸν συνάδελφον δὲν δέχομαι χειροκροτήματα, ἵνα μὴ ὑποστῶ καὶ ποδοκροτήματα. — Ἔχομεν, λέγω, τὴν πρώτην ἀρχὴν τῆς παρούσης καταστάσεως, ἧς ἄνευ ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ παρεδρεύωμεν ἐνταῦθα, ὑποστηρίζουσαν τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολιτεύματος, ὑποστηρίζουσαν τὴν συνταγματικὴν Βασιλείαν, μὴ κηρυσσομένην κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ πολιτεύματος, ἐν ταῖς θεμελιώδεσι βεβαίως αὐτοῦ διατάξεσιν. Ἀνέρχομαι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἵνα καταδείξω ποία εἶναι τῷ ὄντι ἡ θέλησις ἡ ἀληθὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἧς τινος ἡμεῖς ἐσμεν ἀντιπρόσωποι ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἱστορικοῦ τούτου γεγονότος ἔχομεν καὶ τὰ σχέδια ψηφισμάτων, ἅτινα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀναγινώσκομεν ἐν τῷ τύπῳ, συντελουμένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐπισήμων ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐν τοῖς ψηφίσμασι τούτοις τί βλέπομεν; Ἀναγινώσκω: «Ὁ θεσμὸς τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας καὶ ἡ ἐν γένει μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἀναγνωριζόμενα ὡς θεμελιώδεις διατάξεις, θέλουσιν ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῷ νέῳ πολιτεύματι». Συμφωνία πλήρης καὶ τελεία τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους, ἂς εἴπω, τῆς ἐπαναστάσεως. Ἦτο, Κύριοι, ἡ νὺξ τῆς 13 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., ὅτε ἐπιτροπὴ τοῦ «Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου», εἰσελθοῦσα ἐν τοῖς διαδρόμοις τοῦ Βουλευτηρίου, ἐζήτησε νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς ἡγέτας τῶν μεγάλων κομμάτων, τὸν ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ τὸν ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμον συνάδελφον. Πάνυ εὐγενῶς καὶ μετὰ πολλῆς φιλοφροσύνης ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ κυρίου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ καὶ μετὰ ταῦτα ἐνώπιον τοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἐπέδωκεν ἑκατέρῳ αὐτῶν ὁμοιόμορφον ἔγγραφον, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ σήμερον κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὗτινος ἡ ἔλλειψις ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης μᾶς θλίβει.
§281ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως· διὰ τοῦτο δὲν ἔρχεται.
§282Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον τῆς ἀπουσίας αὐτοῦ. Ἔβλεπον ὅμως πρό τινος ἐνταῦθα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Τὸ ἔγγραφον λοιπὸν ἐκεῖνο φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε συνταγματάρχου κ. Ζορμπᾶ, καὶ ἐν αὐτῷ ἐζητεῖτο νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν ἐξ Οἰτύλου Βουλευτήν. Ἀλλὰ τὰς διαφόρους παραγράφους τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παραλείψω, διότι οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα. Περὶ αὐτῶν ἴσως ἄλλοτέ ποτε θέλει γίνει λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Παράγραφος ὅμως 4η τοῦ ἐγγράφου ἔλεγεν ὅτι καλεῖ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ὅπως ὑποχρεώσωσι τοὺς φίλους αὐτῶν «νὰ μὴ ἐξέλθωσι τῶν ὁρίων ἐν τῇ διαγραφῇ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων....». Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κύριος Ῥάλλης, νομίζω, ὅτι ἔχει εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ ἐν λόγῳ ἔγγραφον. Παράγραφος 6η: «....οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως συνυπογράψωσι πρωτόκολλον καὶ βεβαιώσωσιν ἐπὶ λόγῳ τιμῆς τὴν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει διατήρησιν τῶν ἐγκριθησομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀναθεωρητέων διατάξεων». Ἔχομεν λοιπόν, Κύριοι, τρία κείμενα, ἅτινα ἱστορικὰ θέλουσι παραμείνει εἰς τοὺς ἐφεξῆς χρόνους, συναυλοῦντα οὕτως εἰπεῖν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς μορφῆς τοῦ «συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος», ὅπερ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται ἄνευ «συνταγματικῆς Βασιλείας». Ὅτε, Κύριοι, τὰ πράγματα οὕτως ἔχουσι, τίνι τίτλῳ, παρακαλῶ, καὶ τίνι δικαίῳ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ ὀμόσωσι τὸν ὅρκον τοῦτον, θέλουσι παρακωλυθῆ ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων; Καὶ ἐπὶ τίνος ἐπιχειρήματος βασιζόμενοι θέλουσιν ἀρνηθῆ νὰ ὀμόσωσι τὸν ὅρκον τοῦτον οἱ ἀντιφρονοῦντες; Ἡ ἔλευσις καὶ ἡ ὑπόστασις τοῦ ἐθνικοῦ τούτου συνεδρίου γνωρίζομεν πῶς ἐγένετο, ἀνέπτυξα δι’ ὀλίγων λέξεων τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. «Ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος διατηρεῖται», αὐτὴ εἶναι ἡ καθολικὴ γνώμη, ὡς ἀπὸ τῆς πρωίας, εὐλαβῶς ἀκροώμενος τῶν ἀξιοτίμων ῥητόρων, κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω, αὐτὴ εἶναι ἡ καθολικὴ γνώμη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην συμφωνοῦσι τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἐξ ὧν ἡ Συνέλευσις ἀπέρρευσε, πρὸς τὴν γνώμην ταύτην συμφωνεῖ ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ τὸ ἐλεύθερον καὶ τὸ ταλαίπωρον τὸ δοῦλον. Τίνι τίτλῳ καὶ τίνι δικαίῳ, παρακαλῶ, Κύριοι, θέλετε ἐμποδίσει ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι νὰ ὀμόσωσι τὸν ἐν τῷ Συντάγματι ὅρκον, τὸν οὐδαμῶς ἔξω ὄντα τῆς μορφῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος; Ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ ὀμόσωσι τὸν ὅρκον τοῦτον—ἀφοῦ κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς «συνταγματικῆς Βασιλείας» καὶ τῆς καθεστώσης μορφῆς τοῦ πολιτεύματος —, τίνι τίτλῳ καὶ τίνι προφάσει θέλουσιν ἀρνηθῆ νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον τοῦτον; Ἢ μήπως ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσιν ὀμόσει καὶ οἵτινες μετὰ ταῦτα ἤθελον τυχὸν πεισθῆ, ὅτι δὲν τηρεῖται τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ἀποστείλαντες αὐτοὺς ἐνταῦθα ἐκλογεῖς νὰ κηρυχθῶσι κατὰ τῆς τότε καταστάσεως τῶν πραγμάτων; Τίς ποτε λαὸς δὲν ἐπανεστάτησε κατὰ τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν ὅρκον, ὃν ἔδωκεν; Ἐὰν τοιοῦτό τι δόγμα ἀναγραφῇ, αἱ ἐπαναστάσεις πρέπει νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῶν σελίδων τῆς Ἱστορίας τοῦ Κόσμου. Οἱ συνταγματικοὶ λαοὶ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν λαῶν τῶν συνταγματικῶν ὁρκίζονται τὸν «συνταγματικὸν» ὅρκον, ὁρκίζονται πίστιν εἰς τὸ Σύνταγμα, κατ’ ἄλλην ἀρχὴν—κακῶς κατ’ ἐμέ, ἀλλ’ ὅπως δήποτε κειμένην — καὶ πίστιν εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1863 ἔτους, ἐν τῷ προσχεδίῳ τοῦ Συντάγματος ὁ ὅρκος εἶχεν οὑτωσίν: «Ὁμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν Βασιλέα...», ὁ δὲ τότε εἰσηγητὴς τοῦ πολιτεύματος, ὁ ἀείμνηστος Σαρίπολος, ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, σοφῶς κρίνων, προσέθηκε τὴν λέξιν συνταγματικὸν Βασιλέα. Ποῖος λοιπὸν κίνδυνος ὑφίσταται τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ; Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς παύσῃ νὰ εἶναι συνταγματικός, ὁ ὅρκος ἡμῶν βεβαίως αἴρεται καὶ ἀνακαλεῖται, καὶ οὐδεὶς τίμιος ἀνὴρ εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ κατηγορήσῃ ἐπὶ τούτῳ τὸν ὁρκισθέντα, καὶ οὐδεὶς ἱεράρχης εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ ἀπολύσῃ ἀφορισμὸν κατ’ αὐτοῦ, διότι δῆθεν παρέβη τὸν ὅρκον, ὃν ἔδωκεν εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα. Ἀφοῦ λοιπὸν πάντες, καὶ οἱ ἱστορικοὶ λόγοι τῆς Συνελεύσεως ταύτης καὶ αἱ γνῶμαι τῶν πτερύγων καὶ αἱ γνῶμαι τῶν σποράδην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καθημένων — εἴτε συντεταγμένων εἴτε μή, ἀδιάφορον — ἀφοῦ αἱ γνῶμαι πάντων συμπίπτουσι, διατί, Κύριοι, πρὸς Θεοῦ, δὲν κανονίζομεν τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν συμφώνως πρὸς τὴν κρατοῦσαν κοινοβουλευτικὴν τακτικήν; Διατί ἐκεῖνοι μέν, οἵτινες θέλουσιν ἀνεπιφυλάκτως νὰ ὁρκισθῶσι, νὰ μὴ προσέλθωσι νὰ ὁρκισθῶσι; Λέγω, νὰ μὴ προσέλθωσι, διότι ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὴν πρωίαν δὲν ὡρκίσθην.
§283Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι μόνον σεῖς· οὐδείς. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§284Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡρκίσθην· δὲν ἠξεύρω οἱ Κύριοι...
§285ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδείς, οὐδείς.
§286Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ παρουσιασθῇ κανεὶς ὁ φρονῶν ὅτι ὡρκίσθη. (Νέαι ἐπιδοκιμασίαι).
§287Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατί οἱ μὴ ὁρκισθέντες καὶ θέλοντες νὰ ὁρκισθῶσι, διατί οἱ ὄντες ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἔχοντες ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ὅρκου, νὰ μὴ ὁρκισθῶσιν, ἐπιφυλασσόμενοι ἐν ἀνάγκῃ οἱ δεύτεροι, διατηροῦντες πάσας τὰς ἑαυτῶν ἐπιφυλάξεις; Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ κοινοβουλευτικὴ τακτική, ἣν ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ φωταυγὲς τοῦτο καὶ ἐθνικὸν συνέδριον ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ. Εὐθὺς δὲ ὡς ὁ ὅρκος δοθῇ, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, καθῆκον ἔχομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἵνα ὦμεν ἐν τάξει καὶ πρὸς τὰς συνειδήσεις ἡμῶν καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τὴν καθεστῶσαν συνήθειαν, νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐξελέγξεις, ἵνα νομιμοποιήσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν παράστασιν ἡμῶν ἐν τῇ σεμνῇ ταύτῃ αἰθούσῃ, μετὰ δὲ ταῦτα ἐπιλύονται ὅλα τὰ ζητήματα, ἅτινα νομίζω ὅτι πρωθυστέρως ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐγώ, Κύριοι, ἐπειδὴ εἶναι στιγμὴ αὕτη ἐξομολογήσεως τῶν γνωμῶν ἑκάστου, δὲν διστάζω νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς γνώμας μου. Ὅτε ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας ἡγέτης μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐρωτήσῃ τίνα γνώμην ἔχω περὶ τῶν προτάσεων τοῦ τότε ἰσχύοντος Συνδέσμου ὡς πρὸς τὴν σύγκλησιν Ἐθνοσυνελεύσεως, ῥητῶς καὶ ἀπεριφράστως εἶπον, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν σύγκλησιν Συνελεύσεως ἐν τοιαύταις χαλεπαῖς στιγμαῖς καὶ τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Τῆς ἰδέας τῆς Συνελεύσεως ἡγεῖτο ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Δὲν πιστεύω νὰ μένῃ εὐχαριστημένος ἐκ τῆς καταστάσεως, ἣν αὐτὸς μεταξὺ τῶν πρώτων προεκάλεσε. Βλέπω αὐτὸν σύνοφρυν, κρατοῦντα τὸ μέτωπον ἐν χερσί. Βλέπω αὐτὸν ἕτοιμον καὶ μελαγχολικὸν νὰ τρέπηται τὴν πρὸς τὰ Ἀνάκτορα ἄγουσαν, ἵνα ὑποβάλῃ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ ἀφήσῃ Αὐτὸν ἔκθετον, Ὃν συνεβούλευε νὰ δεχθῇ τὴν μεταβολὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ ἡμῖν χθὲς ἐνταῦθα ὅσα νομίζω ὅτι ἐπερίττευον. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχωσι πολιτικὰ κόμματα, ὅταν τὰ μέλη αὐτῶν τὰς ἰδίας γνώμας ἐννοῶσιν ὁπωσδήποτε νὰ ἐπιβάλλωσιν. Ὅτε εἶδον κοινὴν συμφωνίαν καὶ ἀπόφασιν, ὅπως ἡ Συνέλευσις ψηφισθῇ, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ do ut des, ὅπως ἔλεγον οἱ Ῥωμαῖοι, δηλαδή: «διαλύεται ὁ Σύνδεσμος, ἐὰν συγκληθῇ Ἐθνοσυνέλευσις», ὅτε πάντες εἰς τοῦτο ἦσαν σύμφωνοι, βεβαίως τὸ ἐμὸν μικρὸν ἀνάστημα δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐκεῖνο, ὅπερ τελεσφόρως ἐδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὰς γνώμας τοσούτῳ μεγάλων κομμάτων. Καὶ ὅμως ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἐγὼ ἀπεκδέχομαι, ὅτι ἀσφαλῶς ὠφέλιμος ἔσται καὶ τῷ κράτει καὶ τῷ ἔθνει ἡ παροῦσα Συνέλευσις, ἧς τὰ μέλη καὶ πεφωτισμένα τυγχάνουσιν ὄντα, καὶ φιλοπατρίας βεβαίως δὲν στεροῦνται, καὶ τοὺς καιροὺς καὶ τοὺς ἔσω καὶ τοὺς ἔξω εἶναι εἰς κρείττονα παντὸς ἄλλου θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσιν. Ἀλλά, ἵνα πάντα ταῦτα γένωνται, ἀπαιτεῖται κατὰ πρῶτον ταχύτης μεμετρημένη, ἔλλειψις βιαίου τάχους καὶ ὀργῆς, ἀπαιτεῖται πεποίθησις ἐπὶ τὸ ἔργον ἡμῶν, ἵνα μὴ εἴπω καὶ ἔμπνευσις ὑπὲρ τοῦ ἔργου ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὡραῖοι σκοποὶ εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ τελεσφορήσωσι — πιστεύσατε ἄνθρωπον, ὅστις, ὡς πάντες, βεβαίως ἔχει καὶ αὐτὸς τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, ἀλλὰ παρήδρευσεν ἐνταῦθα ἐπὶ τριάκοντα καὶ ἐπέκεινα ἔτη, καὶ κέκτηται, ἐπιτρέψατέ μοι τὸν ἐγωισμόν, τὴν πεῖραν τὴν κοινοβουλευτικήν, καὶ γνωρίζει πότε αἱ μεγάλαι λαϊκαὶ Συνελεύσεις εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶσιν εἰς ἔργα ἐθνωφελῆ καὶ σωτήρια—ὅλοι, λέγω, αὐτοὶ οἱ ὡραῖοι καὶ εὐγενεῖς σκοποί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματωθῶσιν ἄλλως, εἰμὴ διὰ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὰ κείμενα, διὰ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὰς συνταγματικὰς ῥήτρας, πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ κείμενα καὶ τὰς συνηθείας, διὰ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν γνώμην τῶν ἀντιπάλων, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἑαυτοῦ. Καθῆκον ἄρα ἔχομεν οἱ μὲν νομίζοντες, ὅτι δικαιούμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ ὀμόσωμεν ἀνεπιφυλάκτως τὸν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένον ὅρκον, ἵνα καλέσωμεν τῇ στιγμῇ ταύτῃ διὰ τοῦ κ. Προέδρου τὸν ἱερέα, καὶ νὰ ὁρκισθῶμεν· ὅσοι δὲ θέλουσι μὲν νὰ ὁρκισθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἐπιμένουσι νὰ τηρήσωσι τὰς ἐπιφυλάξεις αὑτῶν, τίς εἶναι τοσοῦτον ἀνελεύθερός ποτε, ἵνα ἀρνηθῇ αὐτοῖς τὸ δικαίωμα αὐτῶν τοῦτο; Ἀλλά, καὶ ἐὰν ἐπὶ τέλους ἀρνηθῇ τις τὸ δικαίωμα αὐτῶν τοῦτο, πῶς τέλος πάντων ἐν τοῖς πολυμελέσι Σώμασι λύονται αἱ ἀμφισβητήσεις καὶ αἱ ἀμφιγνωμίαι; Δὲν λύονται, εἰμὴ διὰ ψηφοφορίας.
§288ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ζητοῦμεν.
§289Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ψηφοφορία βεβαίως θέλει γίνει. Καὶ δὲν τρομάζω ἐγώ, οὐδ’ ἐξίσταμαι πρὸ τῆς ψηφοφορίας, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς. (Εὖγε, εὖγε!). Ἐὰν οἱ πανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα συρρεύσαντες εὐγενεῖς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν πλειονοψηφίᾳ εἴπωσιν, ὅτι αὐτοὶ οὕτω θέλουσι νὰ ὁρκισθῶσι, τίς εἶναι τοσοῦτον μέγας καὶ τοσοῦτον αὐθάδης, ὥστε νὰ ἀντιταχθῇ; (Εὖγε, εὖγε, καὶ ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἐγώ, Κύριοι, ἤμην κατὰ τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐκινδύνευσα νὰ ἐκφέρω πικροὺς λόγους πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἡγοῦντο τῆς ἰδέας ταύτης. Ἀλλ’ ἤδη βλέπω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐμβάλλοντα εἰς τὰ χείλη τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ἰδέας περὶ εὐρυτέρας ἀναθεωρήσεως. Ποῦ ἐβασίσθη, ἵνα στηρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην; Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος; Τὸ ἄρθρον 107 λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁρίζει «τὰς ἀναθεωρητέας» διατάξεις, διαλύεται, καὶ ἔρχεται ἄλλη, ἥτις ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Οὐδεμία ἄρα ἄλλη διάταξις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναθεωρηθῇ πλὴν ἐκείνων, ἃς ἡ Βουλὴ ὥρισεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὦμεν ἀκριβεῖς καὶ πιστοὶ τηρηταὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τὸ κείμενον πρὸς τοσοῦτον ἐμπείρους καὶ πεφωτισμένους Κυρίους. Ἐξήλθομεν ἄρα συνεπεία τῆς γνώμης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀντιπροσωπευθείσης ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, τῶν ῥητῶν καὶ στενῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὅτε ἐξήλθομεν, συνεδρεύομεν ἆρά γε ἐνταῦθα πλέον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος; Εἶναι τοσοῦτον χονδροειδὲς τὸ ζήτημα, ὥστε νομίζω, ὅτι ἤθελον ἀδικήσει καὶ ἐμὲ καὶ ὑμᾶς, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ ἀναπτύξω λεπτομερέστερον αὐτό. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐξήλθομεν τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀσπασθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν διατυπωθεῖσαν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, τίς πλέον θέλει ἐμποδίσῃ ἡμᾶς τοῦ νὰ συζητήσωμεν πάντα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἐκτὸς ἐκείνων, ἅτινά εἰσι θεμελιώδη, καὶ ἐξαιροῦνται ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου; Καὶ ὅταν εἰς τοῦτο, Κύριοι, συμφωνήσωμεν, καὶ βλέπω, ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν, διένεξις δύναται πλέον νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ κειμένου καὶ τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου; Οἱ δεχόμενοι τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς ἀναγραφείσας ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς διατάξεις, ἀλλὰ νὰ δώσωμεν εὐρυτέραν ἔκτασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅταν, λέγω, ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀμφιγνωμοῦμεν ἆρά γε πρὸς ἀλλήλους, ὅταν καὶ ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς καὶ πάντες ὦμεν σύμφωνοι, ὅτι τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι πρέπον νὰ θίξωμεν; Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα, καὶ μάλιστα πρωθυστέρως, καὶ νὰ προκαλῶμεν ζητήματα περὶ «Ἀναθεωρητικῆς» καὶ «Συντακτικῆς» Συνελεύσεως ἐν οὐ δέοντι; Ἐάν, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀνάγκη τέλος πάντων νὰ συζητηθῇ, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτὴ δὲν εἶναι «Ἀναθεωρητική», ἀλλὰ «Συντακτική», ἄλλο ζήτημα. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τοῦτο δὲν ἐπιβάλλεται, οὐδὲ εἶναι ἀναγκαῖον, διατί, καὶ πρωθυστέρως μάλιστα, νὰ προβῶμεν εἰς ἀκαδημαϊκάς, οὕτως εἰπεῖν, συζητήσεις καὶ ἀκαδημαϊκὰς ἀποφάσεις περὶ τοῦ τί ἐστὶν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις αὕτη, καὶ νὰ φαινώμεθα ἐρίζοντες καὶ συζητοῦντες, ἐνῷ ὕψιστα ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ συμφέροντα περιβάλλουσιν ἡμᾶς, ἅτινα μόλις τώρα εἶδεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, κινῶν τὴν κεφαλὴν τὴν πρωίαν καὶ λυπούμενος καὶ ὑποδεικνύων τοὺς κινδύνους; Διατί, ἐπαναλαμβάνω, ἐν τοσούτῳ κρισίμοις στιγμαῖς καὶ τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ νὰ συζητῶμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα περὶ ἀκαδημαϊκῶν ζητημάτων; Ἐγώ, Κύριοι, ὅστις ἤμην ἐναντίον τῆς συγκλήσεως Συνελεύσεως, ἐπαναλαμβάνω, δὲν κωλύομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀπεκδέχομαι σωτήρια τὰ βουλεύματα αὐτῆς καὶ τὰς ἀποφάσεις. Ἐγώ, ὅστις δὲν θέλω νὰ θιχθῶσιν αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν βλέπω πῶς αὗται θέλουσι θιχθῆ διὰ τῆς δόσεως καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τοῦ ὅρκου, τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Συντάγματι, ἢ ἄνευ τουτέστιν ἐπιφυλάξεων ἢ μετ’ ἐπιφυλάξεων, ὅτε πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι δὲν πρόκειται νὰ διασαλευθῶσιν αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος. Εἶδον τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου βουλευτὴν καὶ παλαιὸν συνάδελφον κύριον Φιλάρετον κατὰ τὴν πρωίαν ταύτην σφόδρα ἀνησυχοῦντα καὶ διαρκῶς κινούμενον. Θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι ἐγίνετο ἐπίθεσις κατὰ τῶν ἰδεῶν αὐτοῦ, καὶ ἐμάχετο ἀναβαινοκαταβαίνων τοὺς τομεῖς, τοὺς διαδρόμους τῆς αἰθούσης ταύτης, μοὶ ἐνεποίει δὲ ἔκπληξιν, παρὰ τὸ φιλειρηνικὸν αὐτοῦ, νὰ βλέπω αὐτὸν πρὸ τοῦ βήματος τούτου κατ’ ἀπαισίας τινὰς στιγμάς, αἵτινες εἴθε νὰ μὴ ἐπήρχοντο, ὥσπερ μαχόμενον ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν αὑτοῦ ὑπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, ἐν τοσούτῳ μάλιστα καύσωνι, ὡσεὶ αἱ ἰδέαι αὐτοῦ προσεβάλλοντο, καὶ αὐτὸς ἠμύνετο. Ἀνέτρεξα λοιπὸν εἰς παλαιὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ εὗρον γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ἃς ἐὰν ἐνεθυμεῖτο, ποσῶς δὲν ἤθελεν ἀνησυχεῖ καὶ μάχεσθαι καὶ ἀμύνεσθαι. Κατὰ τὸ 1883 ἔτος ἐξελέγη Βουλευτὴς Ἀττικῆς ὁ ἀείμνηστος Ῥόκκος Χοϊδᾶς, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι ἦτο δημοκρατικός. Εἰσῆλθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἧς προήδρευε τότε ὁ μέγας ἐθνικὸς νομοδιδάσκαλος, ὁ ἀείμνηστος Παῦλος Καλλιγᾶς. Ἡ δημοκρατικὴ προσωπικότης τοῦ ἀειμνήστου Χοϊδᾶ δὲν ἐδέχετο νὰ δώσῃ τὸν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένον ὅρκον, ἐν ᾧ ἀναφέρεται ὁ «συνταγματικὸς Βασιλεύς»! Ἡ Βουλὴ ἀνάστατος ἐζήτει νὰ ἐπιβάλῃ τῷ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτῇ νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον. Ὁ Βουλευτὴς διεμαρτύρετο, σφοδραὶ δ’ ἐντεῦθεν συζητήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις· ἀπ’ ἐδῶ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ὁ ἀείμνηστος Δηλιγιάννης, φρικιῶντες ἀπέναντι τῆς ἰδέας, ὅτι ἦτό ποτε δυνατόν, ἵνα ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ ἐνταῦθα Βουλευτὴς ἀνωμοτί. Τότε ὡς ἀπὸ μηχανῆς θεὸς ἐνεφανίσθη ὁ ἐπίσης δημοκρατικῶν ἰδεῶν, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, βουλευτὴς κ. Φιλάρετος (χειροκροτήματα)....
§290Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§291Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. καὶ εἶπε τοὺς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους (ἀναγινώσκει): «ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. (Πρακτικὰ τῆς Θʹ Περιόδου, τῆς Γʹ Συνόδου, σελὶς 17η, στήλη αʹ ἐν τέλει) «.... Ἐπιτρέπεται λοιπὸν ἡ δημοκρατικὴ ἐπιφύλαξις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον», ποῖον ὅρον νομίζετε, Κύριοι; «ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δώσῃ τὸν ὅρον», ποῖον ὅρκον νομίζετε, Κύριοι; τὸν ὅρκον «ὃν ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα, ἀνεχόμενος, ὡς ὀφείλει, τὸ καθεστώς».
§292ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο τότε περὶ Ἐθνοσυνελεύσεως.
§293Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν προέκειτο περὶ Ἐθνοσυνελεύσεως, ὅτε ὅμως ἡ Ἐθνοσυνέλευσις αὕτη κηρύττει καὶ ἐκ τῆς ἱστορικῆς προελεύσεως αὐτῆς καὶ ἐκ τῶν ψηφισμάτων, ἅτινα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἤκουσα ὑποβαλλόμενα καὶ ἀναγινωσκόμενα, ὅτι εἶναι μὲν Συνέλευσις, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν κρατοῦσαν μορφὴν τοῦ «συνταγματικοῦ» πολιτεύματος, ὅπερ εἶναι ἡ «συνταγματικὴ Βασιλεία», καὶ ὅτε εἰς τὸν δημοκρατικὸν βουλευτὴν Χοϊδᾶν ἐζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε τὸν ὅρκον τοῦ Συντάγματος, ἔστω μετ’ ἐπιφυλάξεων, πῶς νομίζετε, ὅτι δικαιοῦσθε νὰ μὴ ὁρκισθῆτε, ὅταν παρέχηται μάλιστα ὑμῖν ἡ ἐλευθερία νὰ ποιήσησθε ὅσας ἂν θέλητε ἐπιφυλάξεις, τοῦθ’ ὅπερ τῷ Χοϊδᾷ δὲν ἐπετράπη, ὁρκισθέντι ἄνευ ἐπιφυλάξεων; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ εὐχαριστῶν ὑμᾶς, διότι μετὰ τοσαύτης ἐπιεικείας ἠκούσατε τῶν ἐμῶν λόγων, ἤθελον συστήσει καὶ προτείνει, ἵνα ὅσοι μὲν θέλουσι νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον, τὸν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένον, ἄνευ παρατηρήσεων καὶ ἐπιφυλάξεων, ὀμόσωσιν αὐτόν, ὅσοι δὲ θέλουσι νὰ ὀμόσωσι τὸν ὅρκον συμφώνως πρὸς τὸ καθεστὼς πολίτευμα, οὗτινος τὰς βάσεις δὲν ἀναιροῦσιν, ἀλλὰ μετ’ ἐπιφυλάξεως, ἐλεύθεροι εἶναι νὰ ὀμόσωσιν οὕτως αὐτόν. Ἵνα δὲ ὦμεν ἐν τάξει, δέον ἀμέσως νὰ καταρτισθῶμεν εἰς Σῶμα συγκεκροτημένον, δηλαδὴ νὰ παραπεμφθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὰ οἰκεῖα Τμήματα, νὰ συζητηθῶσι καὶ ἐπικυρωθῶσι καὶ ἐκλεχθῇ τὸ τακτικὸν Προεδρεῖον τοῦ Σώματος. Καὶ τότε πάλιν μένει ἡ ἐλευθερία εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ ἐν τῇ συζητήσει τῶν καθ’ ἕκαστα διατάξεων τοῦ Συντάγματος νὰ ἀφήσωσι νὰ ἐννοηθῇ καὶ νὰ κρίνωσι καὶ ν’ ἀποφασίσωσιν ὁποῖόν τινα χαρακτῆρα θέλουσι νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην. Οὕτω, Κύριοι, σεβόμενοι τὸ καθεστώς, τηροῦντες ἀπαρασαλεύτως τὰ κρατοῦντα παρὰ τοῖς κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι, θέλομεν προσφέρει ὑψίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον, θέλομεν ἐλευθέρᾳ τῇ συνειδήσει καὶ τῇ βουλήσει πάντες ἐνταῦθα, εἴτε ἀνήκομεν εἰς κόμματα πολιτικά, εἴτε εἰς ὁμάδας, εἴτε ἀνεξάρτητοι, ἐκφέρει τὰς γνώμας ἡμῶν, ἃς ἀπεκδέχεται μετ’ ἀγωνίας ἡ Ἑλληνικὴ φυλή.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Καφετζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§295ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπουσιάζει.
§296ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, ψηφοφορία.
§297Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ δεκάωρον ἤδη δὲν ἀκούομεν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν εἰμὴ ἀγορεύσεις τεινούσας νὰ ἀποδείξωσι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα διὰ τῶν ἰδίων περίπου ἐπιχειρημάτων. Οὕτω κεκοπιακότες δὲν δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν ἐπὶ μακρότερον συζήτησιν, καὶ νομίζω ὅτι τοιούτου σπουδαίου ζητήματος προκειμένου, καὶ μάλιστα μὴ παρισταμένων ἐνταῦθα τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, ὧν σκόπιμον καὶ ἐπωφελὲς θὰ εἶναι νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον τὴν συνέχειαν.
§298ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι! Νὰ γίνῃ ψηφοφορία τώρα.
§299Γ. ΠΩΠ. Μὴ δυσπιστεῖτε πρὸς ἐμέ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀγωνιστὴς τῆς ἰδέας, καὶ ὁ ἀγὼν ἡμῶν στρέφεται κατὰ τῶν φατριῶν, αἵτινες ἐπανεστάτησαν κατὰ παντὸς νομίμου καὶ θεμιτοῦ. Μὲ χωρίζουσιν ἀποστάσεις μακραὶ ἀπὸ τῶν κομμάτων, καὶ ἡμεῖς τὸν κίνδυνον τῆς χώρας δὲν διαβλέπομεν εἰς τὴν μορφήν, ἥτις θὰ δοθῇ εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν τοῦτο Σῶμα, ἀλλὰ τὸν ἐννοοῦμεν ἐνυπάρχοντα ἐν τῇ ἐπανόδῳ εἰς τὸ πρώην καθεστώς, εἰς τὸ καθεστὼς ὅπερ ἐδημιούργησε τὴν ἐπανάστασιν, ἧς τὸ εὐγενέστερον ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ ἐκλογὴ τῆς 8ης Αὐγούστου. Ἀλλὰ δυσπιστεῖτε καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐπιζητοῦσι νὰ ὑφαρπάσωσι διὰ τοῦ ἀγῶνος περὶ τὴν ἰδέαν ὠφελήματα ὑπὲρ ἑαυτῶν.
§300ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§301Γ. ΠΩΠ. Τοὺς ἐπέδειξεν ἤδη ὁ ῥήτωρ, ὃν ἠθελήσατε ν’ ἀναδείξητε ἀρχηγὸν τῆς ῥητορικῆς σας ἰσχύος, ἀφοῦ διὰ τοῦ λόγου αὐτοῦ ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις, καὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ζητοῦσι νὰ ἐμφανίσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτὶ ἐπειγόμενον νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς τύχης τῆς πατρίδος. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§302ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§303Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Προτείνετε πρότασιν ἀναβολῆς;
§304Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς θὰ ὁμιλήσω. Κύριοι ἀντιπρόσωποι, ὠνόμασα ἡμᾶς ἀντιπροσώπους, διότι ὀφείλω νὰ διαδηλώσω ὅτι δὲν κατώρθωσα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ σχηματίσω τὴν γνώμην, ἂν πρέπει νὰ εἶμαι Βουλευτὴς ἢ Πληρεξούσιος, ἢ νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν μορφὴν τοῦ ἀντιπροσώπου, ἥτις ἐνέχει τὰ πάντα καὶ μὲ ἱκανοποιεῖ. Καὶ ἔχω δίκαιον, φρονῶ, οὕτω σκεπτόμενος, διότι ὡς τὸ θέμα ἀπὸ πρωίας ἐτέθη, τουτέστι νὰ δοθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς μορφῆς τῆς Συνελεύσεως ταύτης, πρέπει νὰ σκεφθῇ τις ἐπὶ μακρὸν καὶ σοβαρώτατα πρὶν ἀχθῇ εἰς ἀπόφασιν, τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ οὔτε νὰ ὑπολογίζῃ τὰς συνεπείας. Καὶ ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι δὲν ἐξελέγην οὔτε ὡς ἑνωτικὸς οὔτε ὡς συντακτικός, ἀλλ’ ὡς ἀνεξάρτητος, ἐννοῶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης μου, ἣν συμφώνως πρὸς τὴν δοθεῖσάν μοι ἐντολὴν ὀφείλω νὰ διατηρήσω ἐνταῦθα μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ἴσως καὶ ὑμεῖς, πρὸς οὓς ὡς ἀνεξάρτητος μᾶλλον κατὰ φύσιν ἀνήκω, δὲν ἠθέλετε μείνει ἐνθουσιασμένοι. Ἀλλὰ βεβαίως οὔτε ἡ πτέρυξ ἐκείνη θὰ μείνῃ ἐνθουσιασμένη. Διεδήλωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τῇ 14 Σεπτεμβρίου τὴν σταθερὰν βούλησίν του νὰ μεταβάλῃ τὰς μεθόδους τοῦ πολιτεύεσθαι, καὶ τοῦτο ἐπηκολούθησεν ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ ἡ ἐκδοθεῖσα τῇ 8ῃ Αὐγούστου, δι’ ἧς ἐπέβαλλεν ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταβάλωμεν τὰς μέχρι τοῦδε μεθόδους τοῦ πολιτεύεσθαι. Ἀλλ’ αἱ μέθοδοι αἱ πολιτικαὶ ἠσκήθησαν καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐλάβομεν ἐντολὴν—καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς ἀνεξαρτήτους καὶ τοὺς συντακτικοὺς—νὰ μεταβάλωμεν τὰς πολιτικὰς μεθόδους, ὀφείλομεν πρώτιστα νὰ ἀρξώμεθα τοῦ ἔργου ἡμῶν μεταβάλλοντες τὰς πολιτικὰς μεθόδους τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν πολυμελῶν σωματείων ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Κύριοι, αἱ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου μέθοδοι τοῦ παρελθόντος ἦσαν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ματαιώσεις τῶν συνεδριάσεων, πολυλογία ἀφόρητος, τὰ ὁποῖα ἐξήντλησαν τὴν ὑπομονὴν τοῦ λαοῦ. Εἰς Συνόδους ἐπὶ ἑξάμηνον διαρκεσάσας, καθ’ ἃς ἐπληρώθησαν διπλαῖ ἀποζημιώσεις, κατωρθώθη νὰ συζητηθῇ ὁτὲ μὲν τὸ ἄγονον νομοσχέδιον τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, ὁτὲ δὲ τὸ ἀνεπιτυχὲς τῆς ἀγροφυλακῆς. Πρέπει λοιπὸν ἐν πρώτοις νὰ μεταβάλωμεν τὰς πολιτικὰς μεθόδους. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι πανταχόθεν ἐσφάλλομεν τὴν πρωίαν. Παρέστημεν μάρτυρες τῶν λυπηρῶν γεγονότων, ἅτινα ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιον ἡμῶν. Καὶ παραπονοῦμαι καθ’ ἡμῶν, ὄχι κατὰ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἥτις ἐφαρμόσασα ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὰς πολιτικὰς μεθόδους ὡδήγησε τὸν τόπον εἰς καταστροφήν. Δὲν ἔπρεπε νὰ περιμένητε παρ’ αὐτῆς, μεθ’ ὅλην τὴν μεταβολήν, ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ἁγνοτέρα ἢ ὅ,τι ἦτο εἰς τὸ παρελθόν. (Χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἀλλὰ παρ’ ἡμῶν, οἵτινες ἐνετάλημεν νὰ ἀναστηλώσωμεν τὸ κράτος τῶν νόμων καὶ διδάξωμεν τὴν εὐνομίαν, ἀνέμενον μείζονα ψυχραιμίαν, ἀφοῦ κατ’ οὐδὲν θὰ ἐβλάπτετο ἡ ὑπόθεσίς μας. Καὶ τώρα πρόκειται νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν σοβαρὰν ἀπόφασιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Συνελεύσεως. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ πεδίου δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ Συντακτικὴ Συνέλευσις, εἰς τὴν ὁποίαν τερματίζεται ἡ ἐπανάστασις, χωρὶς νὰ ἐννοηθῇ ἐπανάστασις, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἐπανάστασις ἢ ἐκείνη, ἡ ὁποία στρέφεται κατὰ τῶν ἀμεταβλήτων παραγόντων τοῦ πολιτεύματος ἢ κατὰ τῆς μορφῆς αὐτοῦ. Φρονῶ ὅτι, ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως οἱ συντακτικοὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἴμεθα ἐν ἐπιστημονικῇ ἀληθείᾳ. Ἀλλ’ ἐν τοῖς συνεδρίοις τούτοις τὰ ζητήματα πρέπει νὰ ἐρευνηθῶσιν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος ἢ ἀπὸ τῆς συνταγματικῆς ἀπόψεως. Οὕτω σκεπτόμενος φρονῶ ὅτι ἡ πολιτικὴ σκοπιμότης ἐπιβάλλει νὰ λάβωμεν τοιαύτας προφυλάξεις κατὰ τὴν ἀπόφασίν μας, ὥστε νὰ μὴ διακινδυνεύσωμεν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ ἀποδεχθῶ πρότασίν τινα ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξησφάλιζον τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Σῶμα νὰ νομοθετῇ, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου δεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διὰ νὰ σταδιοδρομήσῃ εὐδοκίμως, δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις νομοθετικῶν διατάξεων. Δυστυχῶς τοιαύτην ἔνδειξιν περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς κατευθύνσεως τῆς γνώμης μου καὶ ἐπαρκῆ ἐγγύησιν, ὅτι θὰ τηρηθῇ, δὲν ἔχομεν.
§305ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητρακοπούλου.
§306Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δὲν τὴν ἐδέχθη κανείς.
§307Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἠσπάσθημεν.
§308Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δὲν τὴν υἱοθέτησε κανεὶς ἐπὶ τοῦ παρόντος, δὲν τὴν ὑπεστήριξε κανείς.
§309Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ αὐτὴν ὑπεστήριξα.
§310Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἡ σειρά μας νὰ ὁμιλήσωμεν.
§311Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι δικαίωμα; Ἂν εἶναι δικαίωμα, διατί πρὸ ὀλίγων λεπτῶν, ἐνῷ ὡμίλησαν ἄλλοι καὶ ἔκαμον πρότασιν, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν; Λοιπὸν ἡ πρότασις λέγει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι λείπει ὁ Βενιζέλος, καὶ περὶ τὸν Βενιζέλον καὶ ὑπὸ τὴν στέγην τοῦ Βενιζέλου πολλοὶ ἐξελέγησαν· ἐπίσης λείπει καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος καὶ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν κατόπιν ὅλων αὐτῶν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολήν.
§312ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἀρχηγοὶ πλέον· δὲν τὸ ἐνοήσατε ἀκόμη; Ἂς ἔλθωσιν ἐδῶ οἱ ἀρχηγοὶ νὰ τοὺς ἴδωμεν.
§313Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Θὰ τοὺς ἴδητε.
§314ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂς ἔλθωσι νὰ ἀναδειχθῶσιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης.
§315ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις, καὶ τὴν πρότασιν αὐτὴν ὀφείλετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἂς ἀπορριφθῇ. Τί εἶναι αὐτοὶ οἱ Κύριοι; Εἶναι τοῦ λαοῦ; Καὶ ἡμεῖς τί εἴμεθα; Διατί χειροκροτοῦν; Διὰ τὸν Βενιζέλον χειροκροτοῦν; Διὰ τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος; Ὅ,τι εἶναι οἱ μέν, εἴμεθα καὶ οἱ δέ· ὅλοι ἔχομεν πατριωτισμόν, ὅλοι εἴμεθα Ἕλληνες καὶ ἔχομεν νεῦρα, καὶ τὰ νεῦρα τὰ ἔχομεν κάμει μὲ τὴν ἐργασίαν καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀτιμίαν, καὶ ὀφείλετε νὰ μᾶς σέβησθε, ὅπως σεβόμεθα καὶ ἡμεῖς σᾶς. (Χειροκροτήματα).
§316Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ λάβωμεν, εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων. Ἔχομεν μίαν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παραιτηθῇ εὐθὺς ὡς κηρυχθῇ Συντακτικὴ ἡ Συνέλευσις. (Θόρυβος).
§317ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Προηγεῖται ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§318Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐρωτῶ τοὺς συντακτικοὺς τοὺς ὁμόφρονας: Παραιτουμένης τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον ἢ θὰ εἴμεθα ἐκτεθειμένοι εἰς τὰ βέλη τῶν Ἑνωτικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσιν αὔριον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: «Ἰδοὺ τὸ Κράτος ἀκυβέρνητον εἰς τοιαύτας ἐξόχως κρισίμους καὶ σπουδαίας περιστάσεις; Καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι; Εἶναι οἱ ἀνεξάρτητοι, ἢ εἶναι οἱ συντακτικοί, τοὺς ὁποίους ἔστειλες»; Καὶ ἀναλογίζεσθε τὴν σοβαρὰν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρομεν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν διὰ τῆς ἀποφάσεώς μας θέσωμεν ἐν κινδύνῳ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἂν νομίζητε ὅτι οὕτω οὐδένα διατρέχει κίνδυνον ἡ πατρίς, ἂν νομίζητε ὅτι τοιουτοτρόπως ἔχετε ἐξησφαλισμένην ὑπὲρ ὑμῶν τὴν κοινὴν γνώμην, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, πράξατέ το...
§319ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλοίμονον, ἂν εἶχεν ἐξαρτήσει ἡ Ἑλλὰς τὴν τύχην της ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια. Ἡ Ἑλλὰς ἐμπιστεύεται σήμερον εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἀντιπροσώπων της καὶ εἰς τὴν σύνεσιν τοῦ Βασιλέως της. (Χειροκροτήματα).
§320Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζωσιν ὅ,τι γνωρίζει ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους, καὶ τότε τί θὰ γίνῃ; (Χειροκροτήματα). Ἄν ὑμεῖς θέλητε νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην, ἀναλάβετέ την, ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς παρακολουθήσω ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βασιλείου ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§322Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγου πρότασιν ἀναβολῆς. Τὴν πρότασιν ταύτην ἐστήριξεν εἰς τὸ γεγονός, ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο ἐπὶ δεκάωρον συζητεῖ περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου θέματος, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἡ βάσις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν εἶναι τοσούτῳ βεβαία, ὥστε νομίζω ὅτι οὐδεμία συζήτησις χωρεῖ. Ἐναντίον τῆς προτάσεως ταύτης οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἠκούσαμεν, ἀκούομεν μόνον τὴν φωνὴν ὅτι ἀπερρίφθη ἡ πρότασις. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ πολυμελῆ σωματεῖα ἀποφαίνονται ἐρωτώμενα ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῶν, ἀποφαίνονται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁ Κανονισμὸς ὁ διέπων τὰς ἐργασίας αὐτῶν διατάσσει.
§323ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει Κανονισμός.
§324Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Μέχρι τοῦδε δὲν ἠρωτήθημεν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
§325ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἄν δὲν ὑπάρχῃ Κανονισμός, τότε νὰ ὁμιλῶμεν ὅλοι μαζί. Κύριε Βασιλείου, θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ μὲ τὸν ἰδικόν μου Κανονισμὸν καθεὶς κάμνει ὅ,τι θέλει· ἐμπρὸς λοιπὸν ἐδῶ εἴμεθα ἕνα μπουλοῦκι (γέλωτες).
§326ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν παρουσιάζετε. Πιέζετε τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν.
§327ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι πολὺ φιλελεύθερος, ἀλλά, ὅτε λέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχει Κανονισμός, θὰ εἴπῃ ὅτι εἴμεθα ἕνα μπουλοῦκι καὶ κάμνει καθεὶς ὅ,τι θέλει. (Θόρυβος).
§328Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Θὰ ἐνόουν, κύριοι Βουλευταί, ἀποκρουομένην τὴν πρότασιν ταύτην, ἂν ὄντως ἐπρόκειτο νὰ κληθῶμεν ἀμέσως νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην...
§329Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι βεβαίως νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ συνεπῶς νομίζω ὅτι, ἂν προτείνητε τὴν ἀναβολήν, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν πρότασιν ταύτην.
§330Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὄχι μόνον ζητῶ νὰ γίνῃ ψηφοφορία, ἀλλὰ θέλω νὰ δικαιολογήσω ἐπιπροσθέτως τὴν γνώμην μου.
§331Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§332Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Πρὶν ἢ ψηφοφορία γίνῃ νομίζω ὡς Βουλευτής, υἱοθετῶν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς, ὅτι, καὶ ἂν ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις αὕτη, δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἀπόψε διὰ ψηφοφορίας, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς πρωΐας μᾶς ἀπησχόλησε. Τριάκοντα Βουλευταὶ εἶναι ἐγγεγραμμένοι καὶ ἔχουσι ζητήσει τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσωσι μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν πολλοί, οἵτινες ἔχουσι τὸ καθῆκον καὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὡς ἐπιστήμονες νὰ ἀναλύσωσι λεπτομερῶς ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὑπεστηρίχθησαν ἐνώπιον ἡμῶν. Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπιστημονικὴ συζήτησις εἰς μεταμεσονυκτίους ὥρας ἐπὶ θεμάτων οὕτω σοβαρῶν; Ἐγὼ εἶμαι τῆς ἐναντίας ἰδέας. Δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ζητῶ συμφώνως πρὸς τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι». (Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κ. κ. Γ. Πολυγένους καὶ Ἰ. Σταΐκου).
§334ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ ἡσυχία, κύριε Πρόεδρε.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε εἰς τὰς θέσεις σας. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§336ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ ψηφοφορία. (Θόρυβος).
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις;
§338ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§339Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγινε μέχρι τοῦδε, ἐπιτρέψατέ μοι, κ. Πρόεδρε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἦτο ψηφοφορία. Παρακαλῶ νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν καὶ νὰ ἀπαγορεύσητε εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ περικυκλῶσι τὸ βῆμα καὶ τὸ Προεδρεῖον, καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία ἐν τάξει καὶ ἀκριβείᾳ, διότι, ἂν ταῦτα δὲν γίνωσι, θὰ προέλθῃ ἔνστασις κατὰ τῆς ψηφοφορίας. (Ἄρχεται ἐκ νέου ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία).
§340ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ ἵνα οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς θεωρηθῶσιν ὡς παρόντες.
§341ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἐναντίος τοῦ ὑφισταμένου Κανονισμοῦ· ἑπομένως ὁ Πρόεδρος θὰ ἐφαρμόσῃ οἱονδήποτε Κανονισμὸν θέλει. (Ἐν τῷ μεταξὺ γενομένης διαλογῆς εὑρέθησαν ψηφίσαντες ἐν ὅλῳ 140).
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 12 καὶ 25′ τοῦ μεσονυκτίου).