1910.03.10
2.997 στίχοι · 21.839 λέξεις · 361 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 10 Μαρτίου 1910.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ν. Τσαμαδοῦ.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου περὶ ὥραν 11 π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 96 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Αἰγίνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῶσι τὰ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδια· Ἡ συντεχνία τῶν ἐν Ἀθήναις ξυλουργῶν καὶ λεπτουργῶν ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ὁρισμοῦ τῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας διὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς· Ὁ ἐν Ἀραγοζαίνῃ σύλλογος «Ἅγιος Γεώργιος» παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἡ περὶ ἐκριζώσεως σταφιδαμπέλων σύμβασις· Ὁ πρόεδρος τοῦ γεωργικοῦ συλλόγου Παΐων παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῶσι τὰ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδια· Τὸ ἐν Γυθείῳ σωματεῖον «Ἀδελφοποίησις» παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· Οἱ πρόεδροι τῶν ἐν Πύργῳ συλλόγων ἐμπορικοῦ καὶ ἐμποροϋπαλλήλων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ σταφιδικῆς συμβάσεως νομοσχεδίου. Ἡ ἐν Πειραιεῖ «Ἑταιρεία Εὐστ. Φινοπούλου καὶ Σιας» ὑποβάλλει αἴτησιν δι’ ἧς παρακαλεῖ, ὅπως ὑποβληθῇ ἐκ νέου ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΚΕʹ. Οἱ βουλευταὶ κ. Β. Μαρκεζίνης καὶ Π. Βαλαωρίτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΜΒʹ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 371). Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου Ὁ κ. Αἰγιαλείδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Ταμυνέων.
§2Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἀναβάλλω.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπαλάφας ὁμοίως εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Μοσχούλας περὶ φυλακῶν καὶ καταδίκων.
§4Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν.
§5ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ προλάβωμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Εἶναι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐκ ταύτης εἰσέτι δὲν ἐπανῆλθε· δὲν θὰ προλάβωμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ τὸ ἀποσύρω.
§6Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ φυλακαὶ ἐν Ἑλλάδι, καί, ἀφοῦ ἡ κατάστασις εἶναι γνωστὴ εἰς ἡμᾶς, νομίζω ὅτι ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ πρὶν τελειώσῃ τὰς ἐργασίας της ν’ ἀσχοληθῇ καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, ἔχω καθῆκον νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν καταδίκων τῶν πασχόντων ἐξ ἀνιάτων νόσων, διότι πρέπει καὶ περὶ τούτου ἡ Πολιτεία νὰ φροντίσῃ, καθόσον οὐ μόνον περὶ τῶν ἀτόμων αὐτῶν ἐπιβάλλεται πρόνοια ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν συγκρατουμένων, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται ἐκ τοῦ συγχρωτισμοῦ τὰ πάνδεινα, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ φόβου τῆς μεταδόσεως τοιούτων νοσημάτων. Δεύτερον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ διετίας καὶ πλέον ἀργεῖ ἡ βασιλικὴ προνομία τῆς χάριτος. Ὑπάρχουσι κατάδικοι οἱ ὁποῖοι ἐξέτισαν ἤδη τὴν ποινὴν αὐτῶν καὶ ἐκτίνουσι νῦν τὴν προφυλάκισιν. Δὲν φρονεῖτε ὅτι εἶναι δίκαιον οἱ ἄνθρωποι οὗτοι νὰ τύχωσι τῆς βασιλικῆς χάριτος, τῆς προνομίας αὐτῆς, ἀφοῦ ἤδη ἐξέτισαν τὴν ποινὴν αὐτῶν; Ὑπάρχουσι κατάδικοι οἱ ὁποῖοι ἐξέτισαν ἤδη τὰ ⅘ τῆς ποινῆς των καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ συστάσεις τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν· καὶ ἐκ φιλανθρωπίας ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων οἰκονομίας τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι κατάδικοι, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ λάβῃ πρόνοιαν γενικὴν περὶ τῶν ἀνθρώπων τούτων, διότι εἶναι ζήτημα δικαιοσύνης, εἶναι ζήτημα φιλανθρωπίας πᾶσα σκέψις καὶ ἀπόφασις περὶ αὐτῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ἐγκληματικότης ἐν Ἑλλάδι δὲν ὀφείλεται εἰς ἔνστικτα ἐκ γενετῆς, εἰς ἔνστικτα κακοῦργα· ἡ ἔλλειψις ἀγροτικῆς ἀσφαλείας κατὰ τὸ πλεῖστον ἔφερε τοὺς ἀνθρώπους τούτους εἰς τὸ ἔγκλημα· ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τοιούτων ἀνθρώπων νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἄνθρωποι διὰ τοὺς ὁποίους ὡμίλησεν ἡ Δικαιοσύνη καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξέτισαν τὰ 9)10 τῆς ποινῆς αὐτῶν εἶναι ἄξιοι τῆς προσοχῆς τῆς Πολιτείας, εἶναι ἄξιοι νὰ τύχωσι τῆς προνομίας τῆς βασιλικῆς χάριτος. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐξαιρέσεων οὐδὲ περὶ προσώπων· ὁμιλῶ περὶ γενικοῦ μέτρου μὲ τὴν κατάστασιν τὴν κρατοῦσαν σήμερον, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εὐθυδικίᾳ θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, τὴν ὁποίαν φρονῶ ὅτι ὑποστηρίζω ἐν τῷ δικαίῳ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὲρ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ὑπεβλήθη πρότασις περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως. Ὁ κ. Παππαϊωάννου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§8Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι ἵνα ληφθῇ ἓν μέτρον περὶ τῶν δυστυχῶν τούτων καταδίκων. Ἤδη, ὅτε ὑπάρχει ἐπίσημος δήλωσις ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως κτιρίων φυλακῶν, ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ σύντονος μέριμνα ὑπὲρ αὐτῶν. Εἶναι σοβαρώτατοι οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ὀλυμπίας περὶ τοῦ κινδύνου τὸν ὁποῖον διατρέχουσιν οὐχὶ οἱ πάσχοντες πλέον ἐξ ἀνιάτου νοσήματος, ἀλλ’ οἱ εἰσερχόμενοι δι’ οἱονδήποτε λόγον ἵνα ἀποτίσωσι φυλάκισιν 5–10 ἡμερῶν καὶ ἐξερχόμενοι ἀποκομίζουσι τὸν θάνατον. Εἶναι λοιπὸν τοιαύτη ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῶν κτιρίων καὶ ἕνεκα τῆς διαίτης, ὥστε ἐπιβάλλεται σύντονος ἡ προσοχὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἵνα προλάβῃ τὰ ἀπευκταῖα κακά, τὰ ὁποῖα ἀπό τινος χρόνου συντελοῦνται. Ἐκτὸς τούτου πολλοὶ φυλακισμένοι ἔχουσι διανύσει τὰ ¾ τῆς ποινῆς των, ἔχουσι 10–15–20 ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς καὶ μάλιστα ἔχουσι καὶ συστάσεις ὑπὲρ αὐτῶν. Φρονῶ ὅτι δι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἐξέτισαν τὴν ποινὴν ταύτην ἐν ἡσυχίᾳ καὶ ἐν τῇ φυλακῇ ἀποδείξαντες ἐμπράκτως ὅτι ἐβελτιώθησαν καὶ ὅτι εἶναι ἄξιοι νὰ ἐπαγέλθωσιν εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας, φρονῶ, λέγω, ὅτι δι’ αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν Β. Διάταγμα γενικοῦ μέτρου ἀναλόγως τῶν συστάσεων τὰς ὁποίας θὰ ὑποδείξῃ ἡ ὑπηρεσία, ἥτις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπολαύσωσι τοῦ προνομίου τῆς βασιλικῆς χάριτος. Σήμερον τὸ ταχύτερον ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὸ προνόμιον τοῦτο νὰ ἐνασκῆται συχνότερον ἕνεκα τῆς κακῆς διαίτης τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν σύστασιν ταύτην καὶ θέλει ταχέως προβῆ εἰς σύντονα μέτρα.
§9ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ θέμα ὅπερ ἀνεκοινώθη δὲν νομίζω ὅτι κατὰ ταύτην τὴν ὥραν πρέπει νὰ λάβῃ εὐρεῖαν ἐξέτασιν. Καὶ ἂν ὑπετίθετο ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ φυλακῶν ἐψηφίζετο, δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ πράξεως ἥτις ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν ἤθελε παραγάγει ἀποτελέσματα, διότι μετὰ ἔτη θὰ εἴχομεν τὰ κτίρια· ὥστε εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν αὔριον θὰ εὑρισκόμεθα, καὶ ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ν’ ἀναθεωρήσῃ γενικῶς τὰ τῶν καταδίκων, διότι ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ ἀναθεωρήσει θὰ εὑρεθῇ βεβαίως ἀριθμός τις καταδίκων ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἐγκεκλεισμένων καὶ ἐχόντων λόγους πρὸς ἀπονομὴν χάριτος, ἐλαττώσεως τῆς ποινῆς εἴτε καὶ ἐξόδου ἐκ τῶν φυλακῶν, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο ἔχει ἡ Κυβέρνησις· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ ἔργον ἀπαιτεῖ μεγάλην προσοχήν, διότι γεννᾷ καὶ μεγάλας εὐθύνας, ἡ δὲ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προσέχῃ τίποτε νὰ μὴ πράξῃ ὅπερ ἤθελε δώσει ἔξω ἀφορμὴν νὰ κριθῇ ὅτι ἐγένοντο χάριτες οὐχὶ ἐξ αἰσθήματος ἐπιεικοῦς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐκ προτιμήσεων τούτου καὶ ἐκείνου τοῦ προσώπου.
§10Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ πάντοτε ἐξέφρασε τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§11ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐθὺς ὡς λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θέλει ἐπιληφθῇ γενικῶς τοῦ θέματος καὶ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὑτοῦ θέλει ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ταῦτα, ἵνα παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ἐὰν τὸ πρᾶγμα δὲν προσκρούῃ εἰς ἀπόλυτον ἀνάγκην, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν μᾶλλον ἐπειγουσῶν ἐνταῦθα ἐπερωτήσεων, νὰ εἰσερχώμεθα ἀπὸ πρωΐας εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§12Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Πάντες ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰς συστάσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ καταναλίσκωμεν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ, ἐν τούτοις ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρισκομένων καταδίκων τῶν διανυσάντων ὁλόκληρον βίον, ἀλλὰ διὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει σωρεία ἐκθέσεων ἰατρικῶν, διὰ τῶν ὁποίων βεβαιοῦται ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ βίου των πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν ἵνα παραδώσωσι τὸ πνεῦμα πλησίον τῶν συγγενῶν των.
§13ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πιστεύω ὅτι θὰ ἐκτελέσω τὴν ὑποχρέωσίν μου.
§14Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Φρονῶ ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων τῶν ὑπαλλήλων οἵτινες δράσαντες σπουδαίως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἔπαθον καὶ παθόντες ἀπέθανον χωρὶς νὰ κατορθώσωσι νὰ συμπληρώσωσι τὰ ἔτη τῆς συντάξεως καὶ ἀφήσωσιν εἰς τὰς ἑαυτῶν οἰκογενείας τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα. Ὁ Δημήτριος Μπενῆς, γνωστὸς τοῖς πᾶσιν, ἔπαθεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἀπέθανεν, ἐγκαταλιπὼν ἓξ τέκνα καὶ τρεῖς γυναῖκας ἐν στενοχωρίᾳ μεγίστῃ. Φρονῶ ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων οἵτινες ἐξεπλήρωσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν μέριμναν. Δὲν εἶναι δίκαιον, κύριε Πρόεδρε, ἡ οἰκογένεια τοῦ Μπενῆ, τοῦ διακεκριμένου αὐτοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, νὰ ὑποφέρῃ διότι αὐτὸς δὲν ηὐτύχησε νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔτη τῆς συντάξεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, οἵτινες ἐγνώριζον τὸν Μπενῆν, νὰ ἐνεργήσωσί τι, ὅπως συντηρηθῇ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἐστερήθη τῶν μέσων πρὸς συντήρησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, διότι ἡ ἀδιαφορία πρὸς τὴν οἰκογένειαν Μπενῆ θὰ γίνῃ παράδειγμα καὶ πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσι πιστῶς τὸ καθῆκόν των.
§15Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ ὑμεῖς ἀναγνωρίζετε τὸ δίκαιον τῆς ὑφ’ ὑμῶν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀνακοινωθείσης αἰτήσεως τῆς οἰκογενίας Λ. Πετμεζᾶ, πέποιθα δ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πράξει τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν καθῆκον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§17Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου τῆς συνοικίας Πετραλώνων.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων.
§19Σ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Ἔχομεν τροπολογίας ἐπ’ αὐτοῦ· παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὸ ἀπόγευμα.
§20ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρέμεινεν ἐπὶ ἑβδομάδας εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἔχει ἐξονυχισθῆ καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις κατ’ αὐτοῦ. Τὰς ὑποβεβλημένας τροπολογίας ἔχω ἐνταῦθα· ἔχω νὰ δώσω ἀπάντησιν καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀναβληθῇ.
§21Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν μεταμεσημβρίαν, διότι θέλω νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν.
§22ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ. Ἐπίσης καὶ τὰ δύο ἑπόμενα ν’ ἀναβληθῶσιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πιστώσεως πρὸς συνδρομὴν τοῦ Κράτους εἰς δημοσυντήρητά τινα Γυμνάσια καὶ εἰς φιλανθρωπικὰ καὶ ἄλλα ἱδρύματα».
§24ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατόπιν τῆς χθεσινῆς συζητήσεως καὶ τῶν γενομένων παρατηρήσεων ἔφθασα εἰς τὸ ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα πάσας τὰς προτάσεις τὰς γενομένας ὑπ’ ἐμοῦ ἀποδεκτὰς ν’ ἀναγράψω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐκτὸς τούτου νὰ ἐξακριβώσω τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ Γυμνάσια ἅτινα δὲν μνημονεύονται ἐνταῦθα, διότι ταῦτα τὰ Γυμνάσια λαμβάνουσιν ἐπικουρίαν ἐκ νόμων εἰδικῶν. Περὶ τούτων λοιπὸν θέλουσιν ἀναγραφῆ πιστώσεις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ τοὺς εἰδικούς νόμους διὰ τὸ Ληξούριον, τὸν Πύργον καὶ τὴν Ἄμφισσαν. Διὰ τὰ Γυμνάσια τὰ ἄλλα, Ἀγρινίου, Λευκάδος, Καρδίτσης καὶ Γυθείου, ἀνεγράφησαν ἤδη οἱ ἀριθμοὶ οἱ ἀναγεγραμμένοι καὶ πρότερον ὑπὲρ αὐτῶν.
§25Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Δηλαδὴ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως;
§26ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· ἀπὸ τοῦ 1909. Δηλαδὴ διὰ τὸ Γυμνάσιον Ἀγρινίου 3,000, διὰ τὸ Γυμνάσιον Λευκάδος καὶ Καρδίτσης ἀνὰ 12.000 καὶ διὰ τὸ τοῦ Γυθείου 6.000.
§27Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐζήτησα.
§28ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ζητεῖτε, κ. συνάδελφε, τὸ ἔχετε ἤδη, διότι εἶναι νόμῳ ἐγγεγραμμένον βοήθημα ὑπὲρ τοῦ Πειραϊκοῦ Συνδέσμου ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ζητεῖτε τὴν ἐγγραφήν, ὁ νόμος δ’ οὗτος εἶναι τῆς 17 Ἰανουαρίου 1910, διὰ δὲ τὸν σύλλογον τῶν Ἐμποροϋπαλλήλων εἶναι δραχμαὶ χίλιαι.
§29Θ. ΛΕΚΑΣ. Πολὺ καλὰ τότε.
§30Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι διὰ τὸν σύλλογον τῶν Ἐμποροϋπαλλήλων χίλιαι δραχμαὶ εἶναι ἀνεπαρκεῖς;
§31ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ συλλόγου τῶν Ἐμποροϋπαλλήλων ἀνεκοίνωσα τοῦτο καὶ τὴν συνδρομὴν ἀπεδέχθη εὐγνωμόνως.
§32ΣΤ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Παρακαλῶ ὅπως ἡ παροχὴ βοηθημάτων ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὄχι μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐν Τριπόλει, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχαία πρωτεύουσα τῆς Πελοποννήσου, ἱδρύθη πτωχοκομεῖον καὶ ὀρφανοτροφεῖον· θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διαθέσητε χιλίας δραχμὰς δι’ ἕκαστον τῶν καταστημάτων. Ὑπάρχει δὲ τροπολογία τοιαύτη.
§33ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, κύριε Πρόεδρε.
§34Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Διὰ τὸν σύλλογον τῶν ἐμποροϋπαλλήλων;
§35ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται ὥστε προσθῆκαι εἰς τὰ ἤδη ὑπάρχοντα βοηθήματα ἀπὸ προτέρου χρόνου δὲν εἶναι ἔργον φρονήσεως. Οἱανδήποτε διαγραφὴν καὶ ἂν μοὶ συστήσῃ ἡ Βουλὴ ἐκτελῶ ἀμέσως. Πάντα ἐκεῖνα τὰ χορηγήματα ἅτινα εἶναι ἐγγεγραμμένα ἐν τῷ τελευταίῳ Προϋπολογισμῷ περιλαμβάνομεν ἐνταῦθα, κανονίζομεν ἐνταῦθα διὰ τοῦ νόμου καὶ ἐπαρχιακὰ καὶ τῶν Ἀθηνῶν· νέα δὲν νομίζω ὅτι πρέπει κατὰ ταύτην τὴν ὥραν νὰ καθιερωθῶσιν. Ἰδίως δὲ παρατηρῶ ὅτι κατὰ σύστημα πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν χορηγίας εἰς φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, διότι ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς κοινότητας καὶ ἰδιώτας, τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἔρχηται ἀρωγὸν εἰς ἄλλα ἔργα δημωφελῆ καὶ ἔρχεται σήμερον ἐπαρκῶς. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, στέλλεται δ’ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς πρὸς ἀνατύπωσιν (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 372). Ἐπίσης εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ μισθοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ τῶν γραφείων, Κλινικῶν, ἐργαστηρίων καὶ Μουσείων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ψηφίζεται εἶτα εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῶν χορηγουμένων ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου μηνιαίων χρηματικῶν βοηθημάτων»).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν ἐκ Θράκης, Μακεδονίας, Κρήτης, Ἠπείρου, Κύπρου καὶ Μικρᾶς Ἀσίας καταγομένων ἀπόρων φοιτητῶν».
§37ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δηλῶ ὅτι ἀπεδέχομαι τὰς τροπολογίας τῶν Βουλευτῶν Ἠλείας περὶ τῶν ἐξ Ἀμαλιάδος καὶ Χάβαρι φοιτητῶν καὶ τοῦ κ. Παππαμιχαλοπούλου διὰ τοὺς φοιτητὰς ἐκ Κύπρου. (Γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη). Ὁμοίως γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν ἐπὶ ἐκποιήσεως τῶν τραπεζιτικῶν ἐνεχύρων ἰσχυόντων ἐπὶ τῆς χορηγήσεως δανείων εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν ἐπὶ ἐνεχύρῳ καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως»).
§38Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἤκουσα.
§40Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἀναμένων νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον δὲν εἶπον ὅσα ἤθελον νὰ εἴπω.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον.
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς· συμβαίνει πολλάκις, ἰδίως δὲ ὑπὸ τῆς λαϊκῆς Τραπέζης, ἐνέχυρα ἀσημάντου ἀξίας ἐκποιούμενα νὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ ὑπερόγκους δαπάνας. Λοιπὸν εἶχον νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ὅτι ἐπὶ τοιούτων ἐνεχύρων μικρᾶς ἀξίας ἡ κοινοποίησις τῆς ἐπιταγῆς εἶναι περιττή· ἁπλῶς νὰ προηγῆται μία κοινοποίησις ἐπιστολῆς συστημένης, ὅταν πρόκειται περὶ δανείου μικροτέρου τῶν διακοσίων δραχμῶν.
§43ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν τὸ πρᾶγμα ἐγκαίρως προετείνετο...
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΓΥΠΘʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3489) περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ᾼΦΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου καὶ τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ καὶ τοῦ νόμου ͵ΓΦΛΑʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3531) περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ᾼΞϚΘʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1897 περὶ ναυτικῆς στρατολογίας». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης ἐδαφίων εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ͵ΓΥΙΖʹ νόμου».
§45ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§46ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπίσης ἀναβάλλονται καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 14 καὶ 15, διότι δὲν διενεμήθησαν. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ͵ΒΨΞΓʹ τῆς 10 Ἀπριλίου 1900 καὶ ͵ΓΥΝΒʹ τῆς 3 Δεκεμβρίου 1909 περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων».
§48Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ. Προσπάθειαι μεγάλαι κατεβλήθησαν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς μηχανικοὺς τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων.
§49ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀντίρρησις, ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΙΖʹ»
§51ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ περιέχωσιν αἱ προτάσεις νόμων καὶ τὴν ἐπικεφαλίδα, ἵνα γνωρίζωμεν περὶ τίνος πρόκειται.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§53Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεσύρθη.
§55Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἀπεσύρθη;
§56ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑγειονομικοῦ.
§57Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας καὶ τὸν νόμον.
§58ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§60ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ στρατιωτικά, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 18, 19 καὶ 20, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῶσιν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ συναδέλφου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ.
§61Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 18 δύναται νὰ γίνῃ.
§62ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς γίνῃ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 18, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ φρονιμώτερον εἶναι ν’ ἀναβληθῇ.
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§64ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά. Ἂς ψηφισθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Σχολείου Λοχαγῶν καὶ συγχωνεύσεως σχολείου Εὐελπίδων καὶ ὑπαξιωματικῶν». Εἶναι ὑπὸ τύπωσιν.
§66ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι ὑπὸ τύπωσιν καὶ δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ. Τὸ ἀφήνομεν διὰ τὴν μεταμεσημβρίαν.
§67Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ διατάξητε τὸ τυπογραφεῖον νὰ τὸ φέρῃ.
§68ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ τυπογραφεῖον μόλις κινεῖται. Ἔφθασε νὰ μὴ ἔχῃ πλέον στοιχεῖα.
§69Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂς τυπωθῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν.
§70ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Βουλῆς χθὲς προετιμήθη καὶ ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ἀτύπωτον, ἅμα τῇ καταθέσει. Διὰ τοῦτο σήμερον δὲν εἶναι ἕτοιμον.
§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἀπόψε πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἅπαντος.
§72ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπόψε, ἀλλὰ δι’ αὔριον.
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§74ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, νὰ τὸ ψηφίσῃ εἰς δευτέραν καὶ εἰς τὴν τρίτην νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις.
§75Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἴπομεν νὰ γίνῃ. Τὸ θέλει ὅλη ἡ Βουλή.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον. Τί ν’ ἀναγνώσωμεν;
§77ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω κανένα λόγον ἐγὼ νὰ ἐπιμείνω εἰς ὅ,τι ἐζήτησα. Ἐπιστοποίησα τὸ χθὲς γενόμενον χωρὶς νὰ ἐρωτηθῶ κἂν ἐπὶ τοῦ θέματος. Προσήχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ Βουλὴ ἐν βοῇ ἐζήτησε νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην. Θέλετε ν’ ἀναβληθῇ; Ἂς ἀναβληθῇ διὰ τὸ ἀπόγευμα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλῳ ἐνταῦθα. Θ’ ἀναβληθῇ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦ Παναγιώτου Σ. Παμπούκη, ὡς ἀντιπροσώπου, διευθυντοῦ καὶ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἑλληνικοῦ Λυσσιατρείου Παμπούκη συμβάσεως περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντηρήσεως καὶ λειτουργίας τοῦ ἱδρύματος τούτου».
§79Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
§80ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ περὶ στρατιωτικοῦ συμβουλίου ζητεῖτε τὸν λόγον;
§81Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§82ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τίνος;
§83Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20.
§84Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19 εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§85ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἔχομεν.
§87Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μετὰ μεσημβρίαν, κύριε Πρόεδρε.
§88ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19 ἀναβάλλεται διὰ τὴν μεταμεσημβρίαν.
§90ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20 παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔρχεται νῦν ἡ σταφιδικὴ σύμβασις.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Νοεμβρίου 1909 ἐξ ἄρθρων 11 συμβάσεως μεταξὺ 1) τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, 2) τῆς ἐν Ἀθήναις ἑδρευούσης «Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος» καὶ 3) τῆς ἐν Πάτραις ἑδρευούσης Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΠʹ (3080) τῆς 17 Ἰουλίου 1905».
§92Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§93Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§94ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς οἱ ἐνδιαφερόμενοι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ζητοῦσιν ἀναβολήν.
§95Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὄχι, ὄχι.
§96Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ναί, ναί.
§97ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Χάρις εἰς τὴν προθυμίαν τῆς Βουλῆς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἤδη ἐξεκαθαρίσαμέν τινα νομοσχέδια, ἀποφορτίζοντα αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βάρους αὐτῶν. Τὸ περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἐὰν θεωρηθῇ, ὅπως καὶ εἶναι, ὡς ὑπηρεσιακὸν καὶ ὡς βελτιοῦν τὴν κατάστασιν, ἴσως πρέπει εἰς γʹ ἀνάγνωσιν νὰ ψηφισθῇ καὶ πρὸ μεσημβρίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, τὸ ἀφήνομεν.
§98Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§99ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τὴν μεταμεσημβρίαν. Ἀναβάλλομεν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 23, 24 καὶ 25 ὡς καθαρῶς ὑπηρεσιακά, ὅτε θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ τὰ ψηφίσητε καὶ ἔπειτα θ’ ἀναβάλωμεν τὰ ἑπόμενα. Προτείνω, ὅπως ψηφισθῶσι πρὸ μεσημβρίας ἐκεῖναι αἱ προτάσεις αἵτινες ἐψηφίσθησαν καὶ χθές. Οὕτως ἀπαλλαττόμεθα καὶ τοῦ βάρους τούτου.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 23. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεώς τινος τοῦ νόμου ͵ΓΣΟΖʹ περὶ τηλεφωνητριῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ͵ΒΨΞϚʹ περὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων καὶ ͵ΒΨΞΘʹ καὶ ͵ΒϠΛΔʹ περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).
§102ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ περαιτέρω μέχρι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναβάλλονται.
§103Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 26 ἐψηφίσθη;
§104ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνεβλήθη. Ἦτο δικαστικόν. Ἔρχονται κατόπιν αἱ προτάσεις νόμων αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθη ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν. Αὗται φέρουσιν ἀριθμὸν 36, 37 καὶ 38. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 39 θ’ ἀναβληθῇ, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐπεξεργάζεται αὐτό. Εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 40.
§105Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος εἶχεν ἀναγραφῆ διάταξις περὶ φορολογίας αὐτοῦ 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ μετουσιουμένου οἰνοπνεύματος. Ἐγένετο κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἡ γνωστὴ συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φόρος τοῦ μετουσιουμένου οἰνοπνεύματος ὑπεβιβάσθη εἰς 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Κατὰ λάθος ὅμως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὀγδόου ἄρθρου, ὅπου ἐπρόκειτο περὶ οἰνοπνεύματος παραγομένου ὑπὸ νευτοοινοπνευματοποιῶν, δὲν ἐδόθη προσοχὴ καὶ δὲν διωρθώθη τὸ 30 εἰς 20 λεπτὰ, καὶ διὰ τοῦτο πληρώνουσιν οἱ οἰνοπαραγωγοὶ πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, οἱ δὲ νευτοοινοπνευματοποιοὶ πληρώνουσι 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον ἀπέσυρεν, εἶχε προτείνει τὴν διόρθωσιν εἰς 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§106Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ν’ ἀποσπασθῇ ἡ διάταξις αὐτή.
§107Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχω ὑποβάλει πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐν τέλει τῆς παραγράφου 1 ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «30 λεπτὰ» διὰ τῶν λέξεων «20 λεπτὰ».
§108Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τίνα ἀριθμὸν ἔχει ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει;
§109Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. 167.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῇ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός;
§112ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 167. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «Περὶ τροποποιήσεως τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ͵ΓΦΚΕʹ (3525) «περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 36 πρότασιν νόμου. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ͵ΒΣΙΓʹ τῆς 10 Ἰανουαρίου 1894 περὶ τιμαρίων ἐν Κερκύρᾳ ὡς καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΓΣΠʹ (3280) τῆς 11 Ἀπριλίου 1908».
§114Π. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλαωρίτης ἔχει τροπολογίαν· τί θὰ γίνῃ;
§116Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Νὰ γίνῃ δεκτή.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ μόνον ἄρθρον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ φορολογίας καὶ συλλογῆς βαλανιδίου».
§118ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι δεδικαιολογημένον, προτείνω ἀντὶ τοῦ ἐν τῇ προτάσει κειμένου ν’ ἀποσπασθῇ ἐκ τοῦ ἤδη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχεδίου περὶ δασῶν ἡ διατυπωθεῖσα ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας...
§119Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§120ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν;
§121Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὴν διατύπωσιν τῆς ὑπηρεσίας ὁ διακανονισμὸς τοῦ βαλανιδίου κανονίζεται κατ’ ἔτος, θὰ εὑρισκώμεθα δὲ πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ὅπως καὶ πρίν, καὶ θὰ βλέπωμεν ἄλλοτε νὰ τιμᾶται πρὸς 20 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν τὸ βαλανίδιον καὶ ἄλλοτε πρὸς 30 λεπτά.
§122ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πῶς ἔχει ἡ πρότασίς σας;
§123Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Δύο λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν διὰ τὴν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ κατανάλωσιν τοῦ βαλανιδίου καὶ ἐλεύθερον διὰ τὴν ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ χάριν τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας.
§124ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ καὶ ἂς τὸ ἀφήσωμεν διὰ τὸ ἀπόγευμα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὸ ἀπόγευμα.
§126ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τὸ ἑπόμενον, ἐὰν θέλητε, ψηφίζομεν καὶ τελειώνομεν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 38. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συνομολογήσεως δανείου ἐκ δραχ. 70,000 ὑπὸ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Γλώσσης διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Ὁ κ. Στέφ. Βάρβογλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Κανδήλας, κειμένης εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ καὶ Νάσων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας». Πολλοὶ Βουλευταὶ καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸ Ζʹ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρεσίας διατάξεων». Οἱ κ. Κ. Φλέσσας καὶ Κ. Αἰγιαλείδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 373–375). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ. μ. ὥραν (ὥρα 12 καὶ 15′) μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν. (ὥρα 5 καὶ 25′ μ. μ.)
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Θ’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τὸ ὁποῖον ἀνεβάλομεν τὴν πρωίαν.
§129ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§130ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἂν καὶ δὲν εἶναι ὥρα ἐπερωτήσεων, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἐπειδὴ ἐπανέρχομαι ἐκ Θεσσαλίας, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ δώσω ἐξηγήσεις μὲ ἐλαχίστας λέξεις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας.
§131ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ὥρα ἐπερωτήσεων.
§132Α. ΤΑΚΗΣ. Τὸ γνωρίζω, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιτρέπητε θὰ δώσω ἐξηγήσεις, αἵτινες θὰ ὠφελήσωσι τὴν Βουλήν.
ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ.
Ὄχι.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτοῦ ἀρχίσωμεν τὴν ἐργασίαν μας ἀνακοινῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε σχέδιον νόμου «περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀσφαλτόστρωσιν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς». Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Ἀλεξανδρῆς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ ͵ΒΧΜΒʹ νόμου τοῦ 1899 περὶ δασῶν».
§134Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἡ σχετιζομένη πρὸς τὴν ἀσφαλτόστρωσιν τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς νὰ τυπωθῇ, ἂν εἶναι δυνατόν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 376–377).
§136Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὡρίμασεν ἡ ἰδέα ὅτι πρόκειται ν’ ἀσφαλτοστρωθῇ ἡ ὁδὸς Πειραιῶς, δὲν μᾶς μένει καιρὸς καὶ νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπόψε νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§137Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Τί λέγετε; Εἶναι δυνατὸν νὰ μελετηθῇ σύμβασις ὁλόκληρος εἰς μίαν στιγμήν;
§138ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ κ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§140Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἐποιησάμην παρατηρήσεις τινάς, αἵτινες ἐφάνησαν ὅτι ἔτυχον εὐμενοῦς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ παρατηρήσεις μου ἐστρέφοντο εἰς δύο κεφάλαια ὡρισμένα, πρῶτον τὸ κεφάλαιον τὸ θεμελιῶδες τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐπιζητεῖται ἡ ἐκκαθάρισις, καὶ ὑπεστήριξα τότε ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὅστις ἐκηρύχθη εὐθὺς ἀμέσως κατὰ τῶν διαφόρων συμβουλίων, διότι ἐφρόνει ὅτι τὰ οὕτω πὼς καταρτιζόμενα συμβούλια δὲν εἶναι ἐκεῖνα ἅτινα παρασκευάζουσι καὶ παρέχουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν βεβαιότητα περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ἀποφάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προέλθῃ μεταγενεστέρως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον...
§141Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλύπτει τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ.
§142Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀντετάχθην, λέγω, πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου καὶ ὑπεστήριξα ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ ἡ γνώμη τοῦ συμβουλίου τοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τῶν ἁρμοδίων προϊσταμένων τῶν ὑπηρεσιῶν, ὑπεστήριξα δὲ τοῦτο, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ ὅτι οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς προκειμένου νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ του ἀσφαλῶς θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τὸ ποιὸν καὶ τὴν ἐν γένει δρᾶσιν τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ του διαφόρων ὑπαλλήλων. Δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς περὶ τῶν ὑπαλλήλων ὁ Ὑπουργὸς ὁ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγκατασταθεὶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ὑπεστήριξα δ’ ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ προστρέξῃ εἰς τὴν γνώμην τῶν προϊσταμένων τῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ προκύψῃ δὲ τὸ ἑξῆς ἄτοπον, ὅτι οἱ προϊστάμενοι τῶν ὑπηρεσιῶν καλούμενοι νὰ γνωμοδοτήσωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀνευθύνως καὶ ἀπὸ τοῦ κρυπτοῦ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γνωμοδοτήσωσιν εἴτε κατὰ τὰς συμπαθείας εἴτε κατὰ τὰς ἀντιπαθείας των. Θὰ ὑπάρξῃ περίστασις τοιουτοτρόπως γνωμοδοτοῦντες νὰ ἐξυπηρετήσωσι κρύφια πάθη, ἐκδικήσεως, ἀναλόγως τῶν ἀντιπαθειῶν ἢ συμπαθειῶν τὰς ὁποίας τρέφουσι διὰ τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς μικροτέρους ἄλλους ὑπαλλήλους. Ὁ δὲ Ὑπουργός, ὁ προϊστάμενος τῆς ὅλης ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τῶν τοιούτου εἴδους εἰσηγήσεων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ εἰς κρίσεις οὐχὶ δικαίας. Δι’ αὐτὸ ἐπέμεινα ὑποστηρίζων ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ γνωμάτευσις ἡ ἐπίσημος, ἡ ὑπεύθυνος τοῦ συμβουλίου τοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τῶν προϊσταμένων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Συνεφώνησα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴν καὶ πρὸς τοὺς διαφόρους ἀξιοτίμους συναδέλφους οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅτι ἐπίσης ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ διαφυλάξῃ δι’ ἑαυτὸν τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ ν’ ἀποδεχθῇ ἢ μὴ τὰς συστάσεις τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, νὰ ἔχῃ μόνον τὰς γνωματεύσεις ὑπ’ ὄψει τῶν προϊσταμένων τῶν ὑπηρεσιῶν, προκειμένου περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως διαφόρων ὑπαλλήλων, νὰ μὴ εἶναι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτελέσῃ ταύτας, ἀλλ’ ἡ τελικὴ ἀπόφασις νὰ ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον, τουτέστι νὰ διαφυλάξῃ αὐτὸς τὸ δικαίωμα τῆς τελικῆς οὕτως εἰπεῖν ἀποφάσεως. Καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἔχω τὴν βεβαιότητα ὅτι αἱ ἀποφάσεις θὰ ὦσι κατὰ πολὺ δικαιότεραι καὶ ἀσφαλέστεραι, θὰ φθάσῃ δὲ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὰ εὐάρεστα ἀποτελέσματα τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἐξ ἄλλου δὲ θὰ μεσολαβήσῃ καὶ μία ἄλλη ἱεραρχία εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσφύγῃ ὁ ὑπάλληλος ὡς πρὸς ἀνώτερον δικαστήριον. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἐποιησάμην ἐπίσης παρατήρησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων καὶ ὑπεστήριξα τότε ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἀναγκαζομένη ν’ ἀπομακρύνῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς καὶ εὑρίσκουσα ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ τοῖς ἀπονείμῃ σύνταξιν τοῖς ἀπονέμει τοιαύτην ἀναλόγως τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας τὰ ὁποῖα ἔχουσιν, ὅταν ἔχωσι συμπεπληρωμένα 15 ἔτη, ὑπεστήριξα, λέγω, τότε ὅτι θὰ εἶναι πρᾶξις δικαιοσύνης νὰ ἐπεκταθῇ ἡ σύνταξις αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν οὕτω πως ἀπολυομένων ὑπαλλήλων.
§143ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδέχθην τοῦτο, κύριε συνάδελφε, καὶ διέγραψα ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου τὴν φράσιν ἥτις ἀπέκλειε τοῦτο.
§144Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 5 ὡς διατυποῦται, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπονομὴν συντάξεων εἰς τοὺς ἔχοντας συμπεπληρωμένα τὰ 15 ἔτη, διότι καθὼς ἔχει τὸ ἄρθρον θὰ ἐγερθῶσι δίκαι, ἀρνουμένου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ χορηγήσῃ σύνταξιν εἰς τοὺς ἔχοντας συμπεπληρωμένην ὑπηρεσίαν 20–25 ἐτῶν.
§145ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πῶς; Αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ.
§146Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 προβλέπετε διὰ τοὺς ἀπομακρυνομένους ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἔχοντας 15 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν προβλέπετε διὰ τοὺς ἔχοντας μείζονα ὑπηρεσίαν, 20 καὶ 25 ἐτῶν.
§147ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ μείζονα λόγον ἐννοεῖται, ἀλλ’ ἂς θέσωμεν «τοὐλάχιστον», διὰ νὰ εἶσθε ηὐχαριστημένοι.
§148Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ἔχω νὰ κάμω μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἐπὶ τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τῆς καθοριζούσης τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ καὶ τῶν νομικῶν συμβούλων. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἔχω ἴσως σαφεστέραν γνώμην περὶ τοῦ ἂν πρέπει ἢ ὄχι ν’ ἀπομακρυνθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ὁ δικαστικὸς καὶ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, ὑποθέτω ὅμως ὅτι προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι προῆλθον ὑπὸ τὴν ἰσοβιότητα, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων οἵτινες ὑπηρετοῦσι θητείαν ὡρισμένην, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων οἷοι εἶναι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι καὶ ὁ δικαστικός, οἱ ὁποῖοι συνεβλήθησαν μετὰ τῆς Πολιτείας, ἵνα ἐφ’ ὡρισμένα ἔτη παρέχωσι τὰς ὑπηρεσίας των ἐπ’ ἀνταλλάγματι ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καὶ ἐν τῷ νόμῳ τῷ προβλέποντι τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως. Οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ἐλήφθησαν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐξασφαλιζομένων ὑπὸ τῆς ἰσοβιότητος, ἵνα μὴ δὲ διατρέχωσιν ἄλλον κίνδυνον συνεβλήθησαν μετὰ τοῦ Κράτους δι’ ὡρισμένα ἔτη. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθητε ὑμεῖς νὰ διαταράξητε τὴν συμφωνίαν τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ Κράτους καὶ ἀτόμων. Ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν σᾶς εἶναι χρήσιμοι οἱ ὑπάλληλοι, δύνασθε, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ἔχητε τὸ δικαίωμα πρὸς τοῦτο, ἀφοῦ ἅπαξ ἔχετε συμβληθῆ δι’ ὡρισμένην θητείαν, δύνασθε νὰ περιορίσητε τὸν χρόνον τῆς θητείας τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοιουτοτρόπως νὰ τοὺς ἀπομακρύνητε· δὲν γνωρίζω, λέγω, ἂν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο πρὶν ἢ λήξῃ ἡ θητεία τοὐλάχιστον τῶν ἤδη ὑπηρετούντων, μετὰ τῶν ὁποίων ἔχετε συμβληθῆ. Ἴσως τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ δύνασθε νὰ τὸ ἀναλάβητε διὰ τοὺς μεταγενεστέρους, διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι μόνον εἶναι ἄδικον, ἀλλ’ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει τὸ Κράτος πρὸς τὰ ἄτομα, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει συμβληθῆ μετ’ αὐτῶν, καὶ ἡ σύμβασις αὕτη, ἡ ἐγγύησις τὴν ὁποίαν εἶχον ἐπιτύχει παρὰ τῆς Πολιτείας, ἴσως τοὺς ὤθησε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ἰσοβιότητα καὶ νὰ μεταφερθῶσιν εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεώς μου ταύτης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχήν του, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἀδικήματος· πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπολύσῃ ὑπαλλήλους μετὰ τῶν ὁποίων συνεβλήθη καὶ νὰ τοὺς ἀπολύσῃ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον.
§149Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§150Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρὶν ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καθὼς καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ μοὶ δηλώσωσι πόσοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ἑνὸς Ὑπουργείου καὶ τοῦ ἑτέρου Ὑπουργείου περὶ ὧν ἐντὸς προθεσμίας 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου θέλει ἀποφανθῆ τὸ Συμβούλιον τὸ Ὑπουργικὸν ἂν εἶναι ἐπαρκεῖς, ἐπιμελεῖς καὶ χρηστοί, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§151ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι πολλοὶ οἱ ὑπάλληλοι δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ὁρίσω.
§152Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν;
§153ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἔχω κάμει τροποποίησιν ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ αʹ ἄρθρου τοῦ περὶ ἐκκαθαρίσεως νομοσχεδίου, διότι ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ αʹ ἄρθρου ἐξαιροῦνται οἱ ὑπάλληλοι τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ οὐδεμία γίνεται μνεία περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Προκειμένου περὶ ἐξαιρετικοῦ νόμου καὶ ἀπορρέοντος ἀπὸ τῶν περιστάσεων, ἀπὸ τῶν ἀναγκῶν καὶ ἐξ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι εὐρυτέρα ἡ δικαιοδοσία. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον ὅτι ἐγένετο ἤδη ἡ ἐκκαθάρισις τῶν Δημοσίων ἔργων· τὸ κατ’ ἐμέ, χωρὶς νὰ νομίζω ὅτι ἐγένετο ὄχι ἐπιμελῶς ἡ ἐκκαθάρισις τῶν Δημοσίων ἔργων, φρονῶν ὅτι δὲν ἔγινε πλήρης καὶ προσθέτων καὶ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, ἀφαιρῶ τὴν φράσιν «πλὴν τῶν ὑπαλλήλων τῶν Δημοσίων ἔργων» καὶ προσθέτω πάντας τοὺς ὑπαλλήλους.
§154Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου τῆς ἐχούσης τοῦτο τὸ περιεχόμενον κατέστησε γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐπεξέτεινε τὸν κύκλον τῶν ὑπαλλήλων ἐφ’ ὧν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος μετὰ τὴν νέαν ταύτην προσθήκην νὰ ἐρωτήσω πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἤδη ἔχω τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν γνωρίζει πόσοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι.
§155ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γνωρίζω πόσοι εἶναι καὶ ἔχω ἐνταῦθα πίνακα, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς παραδώσω.
§156Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω τὸν ἀριθμόν. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι, ἐνῷ ἐγὼ εἶχον κάμει τὴν ἐργασίαν πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, δὲν μοὶ χρησιμεύει πλέον εἰς τίποτε ἡ ἐργασία αὕτη, διότι προσθέτει ἤδη καὶ ἄλλους. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· τίς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐφ’ ὧν θέλει ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§157ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχω κάμει αὐτὴν τὴν πρόσθεσιν.
§158Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν προστεθῶσι καὶ οἱ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 4.000.
§159ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συλλήβδην ἡ ἐκκαθάρισις.
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συνεζήτησεν ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ ἀπόψε εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ἔχει ἐπιγραφὴν ἡ ὁποία ἐνδεικνύει τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, «σχέδιον νόμου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων». Ἡ ἐκκαθάρισις εἶναι ὁ σκοπὸς εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι σύμφωνος πόθος, πόθος ὅμως ὅστις δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διατάσσονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐδεμίαν παρέχει ἐγγύησιν ὅτι θέλουσι τύχει πραγματικῆς ἐφαρμογῆς. Φοβοῦμαι ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἁπλῶς νὰ φανῇ ὅτι πράττομέν τι, χωρὶς οὐδὲν νὰ πράττωμεν, θέλει ἐπέλθει ἓν μόνον ἀποτέλεσμα, τὸ ἀποτέλεσμα ἵνα κατασταθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι ἔτι μᾶλλον ὀλιγώτερον ἑλκυστικαὶ εἰς τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀνάγκην, ἔχομεν καθῆκον διαρκῶς νὰ προσελκύσωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρασκευάσωμεν αὐτοὺς ἱκανοὺς ἵνα ἐκπληρώσωσι τὸ ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐγκαθιδρυθῆ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι θὰ ἐνεργηθῇ ἐκκαθάρισις καὶ προσδιορίζει ὅτι θὰ διατηρηθῶσιν ἐφεξῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς, ἐπιμελεῖς καὶ χρηστοί. Καὶ διαιρεῖ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς εἰς δύο κατηγορίας, τοὺς ὑπαλλήλους περὶ τῶν ὁποίων θ’ ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁλόκληρον καὶ τοὺς ὑπαλλήλους διὰ τοὺς ὁποίους θ’ ἀποφανθῇ ἕτερόν τι συμβούλιον. Καὶ ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πόσοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι περὶ τῶν ὁποίων θ’ ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, πόσοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πόσοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸν ἀριθμὸν δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀνακοινώσωσι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ὅτι δὲν ἔκαμε τὴν πρόσθεσιν ταύτην, θεωρῶν ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος προσθέσεως, ἐνῷ πρόκειται περὶ ζητήματος οὐσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἔδωκε σημείωσιν περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· δὲν γνωρίζω πόσοι εἶναι οἱ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζονται ὅτι εἶναι 1660, πάντες δ’ οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι (ἀναγινώσκει τὸν δοθέντα αὐτῷ πίνακα) «8 τμηματάρχαι...κλπ.». Ὁ ἀριθμὸς εἶναι 60· ἴσως νὰ παραλείπω τινάς. Καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπάρξῃ ὁ Εἰσηγητὴς παρὰ τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, νὰ μοι εἴπῃ ἂν εἶναι εἰς θέσιν ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτων· νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτων τῶν 60 τῶν διευθυνόντων τὰς ἀνωτάτας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ἐν διαστήματι 15 ἡμερῶν.
§161Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοὺς ὁποίους ποτὲ δὲν διώκησεν.
§162Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ περὶ τίνος πρόκειται; Νὰ διατυπώσῃ γνώμην ὁ Ὑπουργὸς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ τοῦ ἂν οἱ ὑπάλληλοι πάντες οὗτοι οἱ 60 εἶναι ἐπαρκεῖς, εἶναι ἐπιμελεῖς, εἶναι χρηστοί; Τί σημαίνουσι ταῦτα καὶ πῶς θὰ καθορισθῶσι καὶ πῶς θὰ ἐξευρεθῶσι ταῦτα, ἵνα ὑπάρξῃ περὶ τούτων πάντων γνώμη παρὰ τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἀσφαλής; Ὅταν λέγητε περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου ὅτι εἶναι ἐπαρκής, γνωρίζετε τί σημαίνει; Πρέπει νὰ βεβαιώσητε ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἔχει ὁλόκληρον τὴν δύναμιν τὴν ψυχικήν, τὴν πνευματικήν, τὴν σωματικὴν ἵν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι εἰς θέσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ περὶ ἑνὸς μόνον ὑπαλλήλου ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους διευθύνει ὅτι ἔχει ὁλόκληρον τὴν ψυχικὴν δύναμιν, ὁλόκληρον τὴν πνευματικήν, ὁλόκληρον τὴν σωματικήν, τὴν ἀπαιτουμένην ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ ἔργα αὑτοῦ; Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον τοῦτο· πρέπει νὰ βεβαιώσῃ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ εἶναι καὶ χρηστοί, ὅτι δηλαδὴ ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑπηρεσίας αὑτῶν ἔχουσι πλήρη ἀντίληψιν τῶν ἠθικῶν αὑτῶν ὑποχρεώσεων. Καὶ πῶς θέλουσι κριθῇ πάντα ταῦτα; Ἐὰν θέλῃ τις ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν πραγματικῶς καὶ ὄχι παίζων, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ὁλόκληρον τὴν παρελθοῦσαν διαγωγὴν τῶν ἀνθρώπων τούτων, τὴν πολιτείαν αὐτῶν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ ἤδη κατὰ τίνα τρόπον τὰ ἐξήσκησε. Τότε δὲ καὶ μόνον τότε θὰ εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῇ καὶ εἴπῃ ὅτι ἐσχημάτισε μίαν γνώμην, γνώμην βεβαίως ἀνθρωπίνην, γνώμην ἡ ὁποία θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν. Ἐὰν δὲ χωρὶς νὰ πράξῃ πάντα ταῦτα, χωρὶς νὰ ἐπεξεργασθῇ, χωρὶς νὰ ἐπεξέλθῃ ὁλόκληρον τὸν προηγούμενον ὑπηρεσιακὸν βίον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, προσέλθῃ καὶ εἴπῃ ὅτι ὁ τοιοῦτος εἶναι χρηστός, εἶναι ἐπαρκής, εἶναι ἐπιμελής, ἐκεῖνος δ’ εἶναι ἄχρηστος, ἀνεπαρκής, ἀμελής, θὰ πράξῃ τι τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ μόνον ἵνα ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἁπλουστέρους, τοὺς ἀρκουμένους εἰς φράσεις καὶ λέξεις, ἀλλὰ δὲν θὰ πράξῃ τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν εὐσυνείδητον ἐκπλήρωσιν τῶν ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένων καθηκόντων, θὰ ἴδωμεν δὲ τότε πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρερχόμενον τὸ βῆμα καὶ ἐπαναλαμβάνοντα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν, ὅτι ὑφίστατο τὴν ἀνθρωπίνην ἀτέλειαν, τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἐνήργησε καὶ νὰ περιπέσῃ εἰς ὅσας πλάνας περιέπεσε. Κύριοι, ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία ὑφίσταται πάντοτε καὶ ὁ ἐκ ταύτης κίνδυνος τῆς πλάνης δὲν ὑπάρχει τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ν’ ἀποτραπῇ· ἀλλ’ αἱ συνέπειαι αὐτῆς δὲν καταλογίζονται διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συντάσσουσι τὰ νομοθετήματα, ἠξεύρετε πότε; ὅταν ληφθῶσι πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις, ἵνα γίνῃ πᾶν ὅ,τι τὸ ἀνθρωπίνως ὀρθὸν δύναται καὶ πρέπει, ἵνα ἐξευρεθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ὅτε ἐν τοῖς νομοθετήμασι διατυποῦνται καὶ ἐξετάζονται τὰ πράγματα κατὰ τρόπον ὥστε νὰ βεβαιοῦται ὅτι οὐχὶ ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία, ἀλλ’ οἱαδήποτε δύναμις τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀνωτέρα τις δύναμις ἀκόμη, ἤθελε περιπέσει εἰς πλάνας καὶ παραδρομάς, τότε ἂς μὴ αἰτιώμεθα τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, ἀλλ’ ἡμᾶς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θέλοντες νὰ θεραπεύσωμεν ἐνυπάρχοντα κακὰ προσπαθοῦμεν νὰ θεραπεύσωμεν ταῦτα μὲ λέξεις κενὰς καὶ μὲ φράσεις πομπώδεις διὰ τῆς κατασκευῆς νομοθετημάτων προωρισμένων νὰ ἔχωσι τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς πάντες πιστεύετε ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ νομοθέτημα αὐτό. Δὲν θὰ ἐξετάσω, Κύριοι, ποσῶς τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γίνωσιν εἰς τὰ πρόσωπα· δὲν μὲ ἐνδιαφέρουσι, διότι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ περὶ τοιούτων πραγμάτων νὰ ὁμιλῇ τις, περὶ τοῦ δικαίου ἢ τοῦ ἀδίκου τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιγένηται εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνάξιοι ὄντες θὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ ἄξιοι ὄντες θὰ ῥιφθῶσιν ἔξω. Αὐτὰ εἶναι μικρὰ καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πιέζοντες τὴν καρδίαν ἡμῶν τοιαῦτα ἀδικήματα νὰ παρορῶμεν καθ’ ἣν στιγμὴν περὶ πολὺ μεγαλυτέρων καὶ σπουδαιοτέρων καὶ σοβαρωτέρων πραγμάτων πρέπει νὰ φροντίζωμεν διὰ τὴν ἀτυχῆ ταύτην Πολιτείαν. Ἐξετάζω λοιπὸν τοῦτο οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἂν ἀναξίως θὰ διατηρηθῶσιν ὑπάλληλοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ κακῶς θὰ ἐκβληθῶσιν ἐκ ταύτης ἱκανοὶ ὑπάλληλοι, διότι περὶ τούτου, ἐπαναλαμβάνω, ἀδιαφορῶ, ἀλλ’ ἐξετάζω τοῦτο ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι θὰ καταστήσητε διὰ τῶν τοιούτων νομοθετημάτων τὰς ὑπηρεσίας τοιαύτας, ὥστε πᾶς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ σεβασμόν τινα πρὸς ἑαυτὸν νὰ βλέπῃ αὐτὰς καὶ νὰ τρέπηται εἰς φυγήν, εἶναι δὲ ὁ μόνος τρόπος καταρρίψεως τῶν ὑπηρετιῶν χαμηλότερον ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου ἔχουσι σήμερον κατέλθει. Διότι, ἐὰν θέλητε, ὡς εἶπον, ν’ ἀνυψώσητε τὰς ὑπηρεσίας, σεβασθῆτε αὐτάς, κάμετε ὥστε νὰ εἶναι αὗται ἑλκυστικαὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι νὰ προαγάγωσιν αὐτάς, οὐχὶ περισαίνοντες εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β, ἀλλ’ ἐργαζόμενοι καὶ ἐνασκοῦντες ἐν ταύταις τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ φύσις εἰς αὐτούς. Ὅτε δὲ εἰς τὰς ὑπηρεσίας καταφέρετε τοιούτου εἴδους τραύματα, ὡς αὐτά, ὅπως ἱκανοποιήσητε πρόσωπά τινα, ὅπως ἱκανοποιήσητε τῶν ἁπλουστέρων τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ἐκδηλουμένην δι’ ἀορίστου τινὸς λέξεως, «ἐκκαθάρισις», ἔστε βέβαιοι ὅτι θὰ καταρρίψητε τὰς ὑπηρεσίας πολὺ χαμηλότερον ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου σήμερον αὗται εὑρίσκονται. Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον διατετυπωμένον ὡς εἶναι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς καμμίαν ἀρχὴν ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπωσι τὰς ὑπηρεσίας καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ἐλπὶς τῆς βελτιώσεως αὐτῶν. Ἀπὸ ἐτῶν μακρῶν ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὥστε διὰ διαφόρων νομοθετημάτων ἀποκεντρωτικῶν κατὰ συνήθειαν κληθέντων ἐξησφαλίσθησαν οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας. Ἡ ἰδέα ἦτο ὑγιής, ἡ ἰδέα ἦτο ὀρθή, δύναταί τις δὲ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι πλεῖστα παρήγαγεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Βεβαίως μετὰ τῆς ἰδέας αὐτῆς εἶναι συνδεδεμένα καὶ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα πολλάκις εἴδομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐμφανιζόμενα. Ἀλλὰ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ πολλάκις σκεφθεὶς καὶ τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν τοιούτων νόμων προῆλθον καὶ τὰ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῶν προέκυψαν κλίνω μᾶλλον ἵνα ἀποδεχθῶ ὅτι ἡ διάταξις τῆς ἀρχῆς ἐκείνης ἔπρεπε νὰ εἶναι λίαν σεβαστὴ παρ’ ἡμῖν. Αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἀνατροπὴν τελείαν ποιεῖται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀρκετὴ μόνη ἡ ἀρχὴ αὐτή, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν αὐτὰς ἐν τῷ πόθῳ τὸν ὁποῖον πάντες ἔχομεν, ἵνα αἱ ὑπηρεσίαι προαχθῶσι καὶ καταστῶσιν ἐπαρκέστεραι ἐπὶ τὸν προορισμὸν διὰ τὸν ὁποῖον θέτομεν αὐτάς. Ὑπάρχουσι πολλὰ ἄλλα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα παρωράθησαν, καὶ ἡ παράβλεψις αὐτῶν εἶναι ἡ αἰτία ὅτι δὲν ἐπετεύχθησαν τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν, ἐὰν ἐλαμβάνοντο ταῦτα ὑπ’ ὄψιν· κακῶς δ’ ἀπεδόθησαν πάντα ταῦτα, πᾶσαι αὐταὶ αἱ ἀτέλειαι εἰς τὸ ὅτι ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, ἥτις ἐγένετο δεκτή, δὲν ἐπήρκεσεν. Δυστυχῶς, Κύριοι, παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπῆρξέ ποτε πλήρης καὶ σαφὴς ἔννοια τοῦ ὀργανισμοῦ ὑγιοῦς ὑπηρεσίας, αἱ δὲ ὑπηρεσίαι ἡμῶν ἀτελῶς ὀργανωθεῖσαι ὡς ἐκ τῆς μικρότητος τῶν ἀντικειμένων τὰ ὁποῖα εἶχον κατὰ τὸν χρόνον τῆς συστάσεως αὐτῶν νὰ ἐπιτελέσωσι κατέστησαν τελείως ἀνεπαρκεῖς βραδύτερον, ὅτε τὰ ἔργα αὐτῶν ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὰς ἐπεβλήθησαν οὐ μόνον κατὰ ποσὸν ηὔξησαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιὸν πολυπλοκώτερα ἐγένοντο. Ἐὰν θέλωμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ βελτιώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἦτο ἡ ἐργασία πρὸς ὀργανισμὸν αὐτῶν πραγματικόν, ὀργανισμὸς δὲ τῶν ὑπηρεσιῶν πραγματικὸς δὲν ὑφίσταται παρὰ μόνον ἐκεῖ ὅπου αἱ ὑπηρεσίαι ἔχουσιν οὕτω πρὸς ἀλλήλας διαταχθῆ, ὥστε ἑκάστου ὑπαλλήλου τὰ καθήκοντα σαφῶς καὶ καθαρῶς νὰ ὦσι διαγεγραμμένα, νὰ ὑφίσταται δ’ ἐπὶ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου πλήρης καὶ τελεία ἡ ἐποπτεία καὶ ἀσφαλὴς ὁ ἔλεγχος ἐξασκούμενος καὶ παρ’ αὐτῆς τῆς ἀνωτάτης κορυφῆς τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχον τὴν εὐθύνην καὶ ὂν ὑποκείμενον εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν δὲν καταστήσητε τοιοῦτον τὸν ὀργανισμὸν τῶν ὑπηρεσιῶν, οὐδέποτε θὰ φθάσητε εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχητε ἐξ αὐτῶν ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἔχει αὐτὰς τεταγμένας. Διὰ νὰ κατασταθῇ τοιοῦτος ὁ ὀργανισμὸς τῶν ὑπηρεσιῶν, ὑπάρχουσι, Κύριοι, μέγισται δυσχέρειαι. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ν’ ἀναπτύξῃ τις τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα ἵνα τοιοῦτος ἐπέλθῃ ὀργανισμὸς τῶν ὑπηρεσιῶν. Τοῦτο μόνον τονίζω καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν κατορθώσητε νὰ διατάξητε οὕτω τὰς ὑπηρεσίας, ὥστε πάντες οἱ διαχειριζόμενοι αὐτὰς νὰ ἔχωσι σαφῶς καὶ καθαρῶς διαγεγραμμένα τὰ καθήκοντα αὐτῶν, νὰ ὑπόκεινται δὲ εἰς τὴν ἀναπόφευκτον ἐποπτείαν, εἰς τὴν κανονικὴν καὶ ἀναγκαίαν ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον φθάνοντα μέχρι τῆς ἀνωτάτης κορυφῆς, μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ, δίδοντας λόγον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδέποτε θὰ δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι θὰ ἔχητε καταρτισμὸν ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο διατάξητε, ἔργον δυσχερέστατον, οὐδέποτε θέλετε δυνηθῆ νὰ ἔχητε ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὅσον δὲν τὰς καταστήσητε τοιαύτας, ὥστε νὰ ἑλκύωσι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα ἵνα διαπλασθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ σημειώσω ὅτι ἡ κυριωτέρα φροντίς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν αἱ ὑπηρεσίαι θὰ ἑλκύσωσι τὰ κατάλληλα στοιχεῖα, ἡ κυριωτέρα φροντὶς ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ τῆς τακτοποιήσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅταν ἔχητε ἀκόμη τοὺς μισθοὺς οἱ ὁποῖοι ἐδίδοντο πρὸ τριακονταετίας ἢ τεσσαρακονταετίας, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι δίδετε τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον τοῦ μισθοῦ τὸν ὁποῖον ἐδίδετε τότε, διότι πάντες γνωρίζετε ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ βίου ἀπὸ τεσσαρακονταετίας ἐδιπλασιάσθησαν, ἐτριπλασιάσθησαν ἢ καὶ πολλάκις ἐτετραπλασιάσθησαν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐλπίζητε ὅτι θὰ ἔχητέ ποτε ὑπηρεσίας, ὅτι ἡ ἀμοιβὴ παραδείγματος χάριν τοῦ τμηματάρχου ὁ ὁποῖος διευθύνει τὸ τελωνειακὸν τμῆμα εἶναι 400 δρχ. μηνιαίως καὶ διευθύνει τμῆμα ἔχον κύκλον ἐνεργείας περὶ τὰ 45 ἑκατομμύρια, ἢ τοῦ τμηματάρχου, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὸ τμῆμα τῶν Μονοπωλίων, ὅστις λαμβάνων 400 δρχ. μηνιαίως διαχειρίζεται περὶ τὰ 50 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Κύριοι, συχνὰ πυκνὰ παραβάλλομεν τὰ ἔργα τῶν ὑπηρεσιῶν ἡμῶν πρὸς τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ τελοῦσιν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι, δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶμεν τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας τελοῦσιν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἐκεῖ αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι, καίτοι καὶ ἐκεῖ ἐπαρκῶς δὲν ἀμείβονται, ἔχουσιν ἐν τούτοις τοιαύτην ὀργάνωσιν καὶ τοιοῦτον σύνδεσμον πρὸς τὰς διαφόρους ἰδιωτικὰς ὠργανωμένας ὑπηρεσίας, ὥστε ἔχουσι φθάσει εἰς τὸ σημεῖον νὰ δύνανται νὰ συνεργάζωνται μετὰ τῶν μεγαλυτέρων ἱδρυμάτων τοῦ τόπου καὶ νὰ παραλαμβάνωσιν ἐκεῖθεν διδάγματα καὶ ὀφέλη διὰ τὴν πραγματικὴν ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι οἱ μεγαλύτεροι, οἱ σπουδαιότεροι ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν πραγμάτων οἰκονομολόγων, πάντες διῆλθον ἐκ τῶν Ὑπουργείων τῶν χωρῶν τὰς ὁποίας διευθύνουσιν. Γνωρίζετε τὶς διευθύνει σήμερον τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν; Ὁ Pallain, ὁ ὁποῖος ἦτο διευθυντὴς τοῦ τελωνειακοῦ τμήματος· γνωρίζετε τίς διευθύνει τὴν Τράπεζαν τῆς Ἰταλίας; Ὁ Stringer, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἰταλίας μετέβη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Τραπέζης τῆς Ἰταλίας. Προχθὲς ἀκόμη ἐν Αὐστρίᾳ ὁ ὑποδιοικητὴς τῆς Αὐστριακῆς Τραπέζης ἐλήφθη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Βλέπετε ὅτι τὰ Ὑπουργεῖα ἔχουσιν οὕτω διατάξει τὰ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν καὶ ἀμοιβῶν, ὥστε νὰ ὑποδεικνύωσι πρόσωπα τοιαύτης περιωπῆς καὶ ἱκανότητος, ὥστε νὰ δύνανται νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἐξερχόμενα ἐκεῖθεν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν διεύθυνσιν ὑψίστων τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων πλουσιοπαρόχως ἀμειβόντων αὐτοὺς καὶ δὴ τοὺς διευθυντάς των. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ στιγμὴ διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλ’ ἐν ἐποχῇ κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάσθη ὅτι τὰ πάντα διορθοῦνται θὰ ἦτο ἴσως εὐκταῖον ἂν καὶ περὶ τούτου ἐγίνετό τις μελέτη· θὰ ἦτο δ’ ἡ μελέτη αὕτη ἀναγκαία καὶ δὲν θὰ ἦτο καὶ πρακτικῶς ἀνεπίδεκτος διεξαγωγῆς, ἐὰν ἐστρέφετο ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ στραφῇ, ἂν ἐστρέφετο εἰς τὴν συσχέτισιν τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων, ἂν παρετηρεῖτο ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρὸς οὐδὲν ἄλλο Κράτος δύναται νὰ συγκριθῇ διὰ τὴν σπατάλην ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς συντάξεις, εἶναι τοσοῦτον γλίσχρον πρὸς τοὺς μισθούς. Καὶ ἔκαμον ταύτην τὴν παρατήρησιν· δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἆρά γε νὰ ἐπέλθῃ μία τοιαύτη συσχέτισις τῶν μισθῶν πρὸς τὰς συντάξεις οὕτως ὥστε ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς σπατάλης τῆς ἐκ τῶν συντάξεων νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις τοῦ ἀτόπου τοῦ προσγενομένου ἐνταῦθα ὡς ἐκ τῆς γλισχρότητος τῶν μισθῶν; Ἤλπιζον ὅτι περὶ τοῦτο ἤθελον στραφῆ αἱ σκέψεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διευθύνουσι τὰ δημόσια ἡμῶν πράγματα· δυστυχῶς δὲν ἐστράφησαν περὶ τοῦτο· ὅταν δὲ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὅτε θὰ ἔλθῃ ἡ νέα Βουλὴ καὶ ὅτε θὰ εἶναι πραγματικὰ πλέον τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ψηφισθέντων ἤδη νόμων, ἀποβλέψωσιν εἰς τὰς συντάξεις θὰ κατατρομάξωσι πρὸ τοῦ ὕψους εἰς ὃ ἔχουσιν αὗται ἀνυψωθῆ. Ἰδοὺ αἱ συνέπειαι τῶν νομοθετημάτων τούτων. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον· γνωρίζω καὶ πάντες ὑμεῖς συναισθάνεσθε ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τίποτε οὐσιαστικὸν καὶ πραγματικὸν δὲν ἱκανοποιεῖ, ὅτι οὐδεμίαν ἀνάγκην τῆς χώρας προστατεύει, ὅτι οὐδεμίαν βελτίωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν θέλει συνεπιφέρει, ὅτι ἴσως θὰ γίνῃ πρόξενον ἀδικημάτων, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ ἀδιαφορῶ, βεβαίως δὲ θὰ γίνῃ πρόξενον ζημίας καὶ εἰς τὰς ὑπηρεσίας κατὰ ποσὸν εἰς ἑκάστην αὐτῶν, ἀπομακρυνομένου καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐτόνισα καὶ τὸ ὁποῖον καθίσταται προσελκυστικὸν εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάγκη ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὰς ὑπηρεσίας, ἵνα τὰς βελτιώσωσι· γνωρίζετε, λέγω, πάντα ταῦτα ὑμεῖς, τὰ γνωρίζετε, ὡς τὰ γνωρίζω καὶ ἐγώ. Γνωρίζω ἐπίσης ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ψηφισθῇ, γνωρίζω ὅτι θὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους καὶ θὰ ἐπέλθωσιν αἱ ζημίαι ἐκεῖναι, ζημίαι τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζετε ὅτι θὰ ἐπέλθωσιν, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ μὲ ἐμποδίσωσι νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἐνόμισα ὅτι εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἵνα χρησιμεύσωσι τοὐλάχιστον αἱ ἀποδείξεις ἐν τῷ μέλλοντι ὅτι τοὺς νόμους δὲν κατασκευάζουσι τὰ ἄτομα καὶ αἱ ἰδέαι αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς.
§163ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἀπέδειξε τὸ περιττὸν ἴσως τῆς μακρᾶς ἀναπτύξεως, ἣν ἐποιήσατο ὅπως ἀποδείξῃ πρᾶγμα ὀρθόν, ἀλλ’ ἀναγόμενον εἰς ὥρας ἄλλας ἢ ἐκείνας δι’ ὧν διερχόμεθα νῦν. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἐφαντάσθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα...
§164Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἤλεγξα τὴν παροῦσαν.
§165ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, ὄχι ... ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἦλθεν ἐνταῦθα ἔχουσα ὀρέξεις λαμίας ὅπως καταφάγῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοὺς ὑποτεταγμένους εἰς αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐλθοῦσα ἐνταῦθα ὑπὸ ὅλως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα τοιοῦτον, ὥστε ἡ παρουσία ἡ διηνεκὴς αὐτῆς ἐνταῦθα ν’ ἀποδεικνύῃ τὸ ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων, διότι εἶναι Κυβέρνησις οὐδένα ἀντιπροσωπεύουσα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐντούτοις ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις ἐκληρονόμησεν ἀπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως παραληφθείσας ἐκ πεδίου στρατιωτικοῦ ἐντολάς; ἐν διαγράμματι γενικῷ, αἵτινες κατὰ τὰ κύρια ἀποτελοῦσι πρόγραμμα πολιτείας ὑπαγορευομένης ὑπὸ τῆς συμπεπυκνωμένης θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς ταύτας, ὧν μέγα μέρος εἶχεν ἤδη ἐκπεπληρωμένον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐκληρονόμησε, λέγω, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς πυραμίδος τῶν νομοθετημάτων ἅτινα παρήχθησαν μεταξὺ Αὐγούστου καὶ Ἰανουαρίου, ἐν χρόνῳ ἥττονι τῶν ἕξ μηνῶν. Ἐκκαθάρισιν ἐζήτει ἅπασα ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐκκαθάρισιν ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις αὕτη, μετὰ τὴν προηγουμένην, νὰ ζητήσῃ νὰ διεξαγάγῃ καθ’ ὃν τρόπον εἶναι εἰς αὐτὴν δυνατόν. Βαρεῖα ἐντολή, δυσάρεστος ἐντολή, ἐντολὴ ἥτις ἀναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἔχῃ ἀληθῆ συνείδησιν τοῦ πράγματος, καὶ ἔχομεν συνείδησιν τοῦ πράγματος, νὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὰς δυνάμεις τὰς ἠθικὰς καὶ τὰς διανοητικάς, ὅπως ὅσον εἶναι δυνατὸν ὀλιγώτερον ἀνεπιτυχῶς διεξαγάγῃ ἔργον δυσχερέστατον καὶ ἔργον ὅπερ πᾶσα Κυβέρνησις μετὰ μεγάλης στενοχωρίας θὰ ᾐσθάνετο, ἂν ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ ἐκτελέσῃ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσῃ τὴν θέσιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν κατὰ τύχην εὑρισκόμεθα ἡμεῖς, εἰς ἣν κατ’ ἀντίθετον τύχην θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐτίθετο αὐτός. Ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσῃ ὅτι ὅσα ἐνταῦθα ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχον θέσιν πρὸ τούτου ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ ἄλλου νομοσχεδίου ὅπερ χθὲς καὶ προχθὲς εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐψηφίσαμεν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐχὶ δεκαπέντε ἡμέρας, ἀλλ’ ὀκτὼ ἡμέρας ὁρίζει· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει πολὺ μεγαλύτερα βάρη ἢ εὐθύνας· τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐκκαθαριστικόν, τὸ ἐπὶ πολλῷ μείζονος ἀριθμοῦ ἐκτεινόμενον ἢ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως στρατιωτικοῦ συμβουλίου. Ὅσαι ἀντιρρήσεις ἐνταῦθα ἀντετάχθησαν ἥρμοζον πρὸ τούτου εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Δὲν ἀντετάχθησαν, διατί; Διότι ὑπῆρχεν ἡ συνείδησις ὅτι οἱ καιροὶ ἔρχονται μετ’ ἀξιώσεων ἀναλόγων πρὸς τὴν σπουδαιότητα καὶ τὸ ἐπικίνδυνον αὐτῶν, καὶ ὅτι οἱ πολιτευόμενοι πρὸς τοὺς καιρούς, καὶ πάντες οἱ πολιτευόμενοι, ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δικαίου, πρέπει, ἀναγκάζονται, διὰ τοῦτο καὶ ὀνομάζονται πολιτευόμενοι, νὰ πολιτεύωνται πρὸς τοὺς καιρούς, ὅτε, λέγω, οἱ πολιτευόμενοι, οἱ οὕτω πρὸς τοὺς καιροὺς πολιτευόμενοι, εἶναι ὑπόχρεοι νὰ παραλαμβάνωσι τὰ πράγματα ὡς εὑρίσκουσι ταῦτα κατεσκευασμένα καὶ εἰς τὰ πράγματα ταῦτα νὰ παρέχωσι τὴν διέξοδον, ἥτις ἄγει εἰς τὸ νὰ περισώζῃ καὶ ἀποκαθιστᾷ εἰς τὸ ἄρτιον, εἰς τὸ ὄρθιον. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις ἣν ἐκληρονομήσαμεν ἡμεῖς, καὶ ἐπαναλέγω, σφόδρα ἀνησυχοῦντες περὶ τοῦ ἔργου ὅπερ εἰς ἡμᾶς ἐκληρώθη νὰ ἐνεργήσωμεν, σφόδρα ὀδυνώμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης εἰς ἣν ἐτέθημεν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀναλάβωμεν τὸ βαρύτατον καθῆκον καὶ νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὸ μετὰ πάσης μὲν προσοχῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ παντὸς θάρρους, μετὰ πάσης περισκέψεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης ἐμμόνου σταθερότητος, προσέχοντες εἰς τοῦτο, νὰ προσαρμόσωμεν τὰς συνειδήσεις πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἀνάγκης «ἐκκαθαρίσεως», ἥτις, ὅπως κατήντησεν αἰσθητὴ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως πανταχοῦ ὅπου ἐγένετο «ἐκκαθάρισις», ἀποτελεῖ ἀμφίστομον μάχαιραν, λίαν ἐπικίνδυνον. Εἴπερ τις καὶ ἄλλος γνωρίζω καὶ ἀπὸ μακρᾶς ὑπηρεσίας καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἐγήρασα καὶ ἀπέκτησα τὴν προῖκα τοῦ γήρατος, τὴν πεῖραν, εἴπερ τις καὶ ἄλλος γνωρίζω πόσους κινδύνους διατρέχουσιν οἱ τεταγμένοι εἰς τὰς ἀνωτέρας μάλιστα βαθμίδας τῆς ὑπηρεσίας, ποίας παρεξηγήσεις προκαλεῖ ἡ ἐργασία αὐτῶν, ποίας συκοφαντίας ἐπισύρουσιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν, ἴσως περισσοτέρας οἱ κρείττονες τῶν χειρόνων, βεβαίως, ὄχι ἴσως. Διὰ τοῦτο περισσότερον τρέμομεν, μήπως αἱ δυνάμεις ἡμῶν αἱ πεπερασμέναι καὶ ἡ τιμία ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας διάθεσις ἐκθέσωσιν ἡμᾶς εἰς πλάνας ἐξ ὧν νὰ βλαφθῇ τὸ μέλλον ὑπαλλήλων ἢ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν.
§166Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πάντως ὅμως θέλει προκύψει ἀγαθόν, ἔστω καὶ ἂν ὑποφέρωσιν ἄτομά τινα.
§167ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο, κύριε συνάδελφε, —καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν διέγνωτε τὸ πρᾶγμα—, διὰ τοῦτο αἱ βραχεῖαι προθεσμίαι ἐτέθησαν. Αἱ δεκαπέντε ἡμέραι εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνοι τῶν τριάκοντα, αἱ ὀκτὼ ἡμέραι τοῦ στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνοι τῶν δεκαὲξ καὶ αἱ ἡμέραι αἵτινες ἔφεραν ἡμᾶς ἐν ἐλαχίστῳ εἰς τὸ νὰ ἐκτιμήσωμεν ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ μετὰ τοῦ παραιτηθέντος συναδέλφου μου στρατηγοῦ Πετμεζᾶ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς ἀπεπέμφθησαν ὑπάλληλοι τῶν Δημοσίων ἔργων ἀνώτεροι καὶ ἐτηρήθησαν ἄλλοι, αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι αἱ ὀλίγισται ὑπῆρξαν μὲν ἐπαρκεῖς ὅπως εὐσυνειδήτως κρίνωμεν, ὑπῆρξαν μὲν οὐχὶ ἐπαρκεῖς ὅπως μὴ ἀποφύγωμεν πλάνας, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ σώτειραι, διότι, ἂν εἴχομεν περισσοτέρας ἡμέρας, ἠθέλομεν πιθανῶς πράξει ἧττον ἀσφαλῆ. Διὰ τοῦτο, κύριε συνάδελφε, καίτοι ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα πάντων ἐκείνων ὅσα ἐντεῦθεν εἴπετε, νομίζω ὅμως ὅτι κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν δὲν εἶχον ἐνταῦθα θέσιν, ὅτι κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἴσως ἥρμοζε συμπάθειά τις.
§168Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἐτελείωσα μὲ αὐτό;
§169ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι ἐκληρώθη, καὶ πάλιν ἐπαναλέγω, εἰς ἡμᾶς τοιοῦτον δυστυχὲς ἔργον, δυστυχὲς ἔργον δι’ ἐκείνους οἵτινες ἔχουσι νὰ διεξαγάγωσιν αὐτό, ἀλλ’ ἔργον ἠτιολογημένον ἀπὸ προθέσεων ἁγνῶν καὶ ἐκ πόθων οἵτινες πάντας ἡμᾶς—καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς—κατέχουσιν, ὅπως κατορθωθῇ διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ τοιούτου ἐκρύθμου, ἐκτάκτου τρόπου βελτιώσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων νὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ κατακριθῇ τὸ ἔργον ὅπερ θέλομεν ἐπιτελέσει ὡς ὑπερμέτρως αὐστηρόν, ὡς ἄδικον, ὡς ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἀκρίτως ἢ ἀσκόπως ἢ ὑποχωροῦντες εἰς εἰσηγήσεις ἀνεξελέγκτους ἐκλαδεύσαμεν τὸ δένδρον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε ἐκ τούτου νὰ βλαφθῇ ὁ κορμός. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη ἣν ἐδώκατε εἰς ἡμᾶς ἐν τῷ πολλαπλῷ ἔργῳ ὅπερ διεξάγομεν, ἡ ἐμπιστοσύνη ἡ πολιτική, ἡ ἀδικαιολόγητος ἐν ἄλλαις ὥραις, τελείως ἀδικαιολόγητος, ἡ αὐξάνουσα τὸ βάρος τῶν εὐθυνῶν ἡμῶν, θέλει ἐπεκταθῆ καὶ ἐπὶ τοῦτο τὸ ἔργον, περὶ οὗ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συναισθάνονται ὅ,τι κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ἐνώπιον ὑμῶν ἐδήλωσα ὅτι ἐγὼ αὐτὸς αἰσθάνομαι.
§170Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὸ πολλοῦ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ εὐρείας περιφερείας.
§171Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Κανονισμὸν νὰ ἐφαρμόσητε, κύριε Πρόεδρε.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε, κύριε Βουλευτά, νὰ ὁμιλήσητε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.
§173Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. (Κατέρχεται τοῦ βήματος). (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§175ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω τινά, ἀπαλείφεται ἡ φράσις «πλὴν τῶν ὑπαλλήλων τῶν Δημοσίων ἔργων ὡς καὶ» καὶ προστίθενται τὰ ἑξῆς· «ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητής, οἱ Ἐπιθεωρηταί, οἱ Τμηματάρχαι τῶν Δημοσίων ἔργων, οἱ Νομομηχανικοὶ αʹ τάξεως καὶ οἱ βοηθοὶ ἐπὶ βαθμῷ Μηχανικοῦ αʹ τάξεως, οἱ Τμηματάρχαι τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, οἱ Ἐπιθεωρηταὶ πάσης κατηγορίας τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ὡς καὶ οἱ τούτοις ὁμοιόβαθμοι, ὁ Διευθυντὴς καὶ οἱ Καθηγηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν βιομηχάνων τεχνῶν, οἱ Διευθυνταὶ τῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους, ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων τοῦ Κράτους».
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κροκιδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§177Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑπέβαλον τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἄρθρον 7, ἀναφερομένη εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις ἡ εὑρισκομένη ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ἂν θὰ τὴν διαγράψῃ ἐκ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§178ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρότασις ὑμῶν δὲν θέλει γίνει δεκτὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἄγει εἰς τὸ νὰ θερισθῶσι διὰ τῆς τριετίας ἀριθμὸς νομικῶν συμβούλων ἀκρίτως, οὕτως ὥστε, καὶ ἂν τυχὸν εἶναι ἐξ ἐκείνων οἵτινες πρέπει νὰ παραμείνωσιν, ἡμεῖς θερίζομεν αὐτοὺς ἐντεῦθεν ἀδίκως.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει πρότασις ὑποβληθεῖσα εἰς τὸ Προεδρεῖον ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν, ἵνα διαγραφῇ ἡ περίοδος «ἐν οἷς καταλέγονται ὅ τε δικαστικὸς καὶ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, ὁ παρὰ τῇ Ἐφορίᾳ Ἀττικῆς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος καὶ ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ».
§180ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν τροπολογίαν δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, διότι δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἐξαίρεσις. Διότι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ἔχουσιν ἰδιάζον ἔργον καὶ διότι προσελήφθησαν ἐπὶ θητείᾳ, τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ τὸ δικαίωμα, ὅτε ἐκρίθη τις ἀκατάλληλος πρὸς τὴν θέσιν, ν’ ἀπολυθῇ· καὶ περίπτωσιν ἐφαρμογῆς τῆς ἰδέας ἔχομεν μίαν ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη, ὅστις κρίνας ἀνεπαρκῆ ἕνα τῶν συμβούλων ἀπέλυσεν αὐτὸν παρὰ τὴν θητείαν ἥτις ἐξηκολούθει. Ἂν ἡ θητεία ἦτο πρόσκομμα κατὰ παντὸς λόγου ἀπολύσεως, τότε βεβαίως δὲν θὰ εἶχε θέσιν ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ λόγους τοιούτους δὲν εἶναι πρόσκομμα, νομίζω ὅτι ἡ ἐξαίρεσις δὲν δικαιολογεῖται.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ζητούντων ἂν ἡ Βουλὴ δὲν δεχθῇ τὴν τροπολογίαν νὰ προκληθῇ ὀνομαστικὴ κλῆσις. Ὁ κ. Λαναρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§182Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀνέμενον τοιαύτην ἄρνησιν ἐπὶ μιᾶς τροπολογίας τόσον δικαίας καὶ τόσον λογικῆς, διότι ἔχομεν σήμερον ὑφιστάμενον νόμον περὶ νομικῶν συμβούλων, ἐν τῷ ὁποίῳ διαγράφονται τὰ προσόντα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων ὀφείλουσι νὰ περικοσμῶνται οἱ ἑκάστοτε νομικοὶ σύμβουλοι· σημειωτέον δ’ ὅτι ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ προσελήφθησαν νομικοὶ σύμβουλοι πάντες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατεῖχον προηγουμένως δικαστικὰς ἰσοβίους θέσεις. Ἂν θελήσωμεν λοιπὸν σήμερον νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τοὺς νομικοὺς συμβούλους εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, πράττομέν τι τὸ ἀντισυνταγματικόν, διότι καταργοῦμεν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, πράττομεν δὲ καὶ μεγαλύτερον σφάλμα, διότι ἐκθέτομεν τὴν Πολιτείαν, ὁλόκληρον τὸν θεσμὸν τῶν νομικῶν συμβούλων, ὅστις τόσον λαμπρῶς ηὐδοκίμησε, νὰ θέλωμεν δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου ὑπὸ τοιούτους ὅρους προβαλλομένου νὰ ἐξευτελίσωμεν, ῥίπτοντες εἰς τοὺς δρόμους νομικοὺς συμβούλους οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων ἐγκατέλιπον τὴν ἰσοβιότητα τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν θητείαν τῶν νομικῶν συμβούλων. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδίκημα μέγιστον, τὸ ὁποῖον θὰ διαπράξωμεν κατὰ τῶν νομικῶν συμβούλων. Ἔχομεν δὲ τὸ ὅπλον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει· θὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἀλλ’ εἶναι ὁ νόμος, ὁ ἰσχύων περὶ νομικῶν συμβούλων, ὁ ὁποῖος καθ’ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς θητείαν νέαν τοὺς ἑκάστοτε νομικοὺς συμβούλους. Ὅταν λήξῃ ἡ θητεία αὐτῶν, καὶ πολλῶν ἡ θητεία λήγει μετ’ ὀλίγον χρόνον, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν, ἂν τοὺς εὑρίσκῃ ἀνεπαρκεῖς. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον νὰ θελήσωμεν νὰ ἐξευτελίσωμεν ἕνα θεσμὸν ὁ ὁποῖος ἐλειτούργησε τόσον καλῶς παρ’ ἡμῖν.
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἦτο καλύτερον ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ αὔριον καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ὥστε μέχρις αὔριον νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις.
§184ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ἡ ἀναβολὴ γίνεται ἐντὸς λίαν στενοῦ χρόνου καὶ ἴσως ἠδυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸ τέλος, ν’ ἀφήνωμεν τὴν σύνταξιν τοῦ μέρους τούτου τοῦ ἄρθρου εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ πάλιν.... ἂς γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
§185Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§186ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δέχομαι τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον καὶ νὰ τεθῇ πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Ἀρχειοφυλακείων».
§188ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐκ παραλλήλου βαῖνον πρὸς νομοσχέδιον ἕτερον, ἀφορῶν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφίσταται αὐτοῦ κατὰ τὰς βάσεις, διότι πρωτίστως τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τὰς ὑπαγομένας εἰς αὐτὸ εἶναι ὅλως διάφορα τῶν προσόντων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ πρῶτον εἰσαχθέν, ἀπαιτεῖται ὁ διαγωνισμὸς καὶ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, τουτέστι τελεία ἐγκυκλοπαιδικὴ μόρφωσις, κατὰ δὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τὸ πτυχίον τοῦ Πανεπιστημίου ἀποτελεῖ τὸ προσὸν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τοῦτο μετὰ διαγωνισμόν. Ἀλλὰ πλὴν ταύτης τῆς οὐσιώδους διαφορᾶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποκλείει τελείως τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πάντων τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχοντες τὰ προσόντα κατὰ τοὺς ἤδη κειμένους νόμους κεκτημένα ἐθεωροῦντο ὡς ἱκανοὶ καὶ ἦσαν ἴσως ἱκανοὶ καὶ ἱκανώτεροι τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατελούντων νὰ καταλάβωσι καὶ πάλιν τὰς θέσεις των. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου θέλει πληρωθῆ ἐπαρκῶς — ὅστις πρέπει νὰ εἶναι πρωτίστως ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νέων μεμορφωμένων καὶ δυναμένων ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ὑπηρεσίας—, ὁ σκοπός, λέγω, οὗτος θέλει πληρωθῆ καὶ αἱ ἐγγυήσεις πᾶσαι λαμβάνονται ἐν τῇ τροπολογίᾳ τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν τὴν τιμὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἐδαφ. 4 καὶ 5 νὰ ὑποβάλωμεν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Καρπετοπούλου. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, ὅπως ἡ τροπολογία αὕτη γίνῃ δεκτή, ἡ ὁποία ὡς προσὸν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁρίζει τὸν διαγωνισμὸν καὶ τὴν ὕπαρξιν ἀπολυτηρίου μὲν Γυμνασίου διὰ τὴν θέσιν γραφέως βʹ τάξεως, διπλώματος δὲ νομικῆς, ἐὰν πρόκειται περὶ θέσεως γραφέως αʹ τάξεως. Ὡσαύτως ἡ τροπολογία αὕτη ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα πρὸς ἐπανάκτησιν τῆς θέσεως διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὐδοκίμως ὑπηρέτησαν μέχρι τοῦδε, διὰ λόγους ὅμως γνωστοὺς εἰς ἡμᾶς εἶχον τὴν ἀτυχίαν σήμερον νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε Πρόεδρε, διατί αἱ διακρίσεις αὗται μεταξὺ τῶν μακαρίως κατεχόντων τὰς θέσεις καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠτύχησαν ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ εὑρεθῶσιν ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Οἱ ἐκτὸς ὑπηρεσίας δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι, καίτοι ἡ ὑπηρεσία ἀναγνωρίζει εἰς αὐτοὺς ὅτι εὐδοκίμως ὑπηρέτησαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Διὰ τοῦτο προτείνω ἀντὶ τῶν ἄρθρων 1–6 νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐξ Ἄργους Βουλευτοῦ καὶ ἐμοῦ.
§189ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ διασκευή, κύριε Πρόεδρε, τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ὅλως διάφορος τῆς διασκευῆς τοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα, παρέλαβον παρὰ τῆς προκατόχου ὑπηρεσίας. Δὲν εἶχον λοιπὸν οὔτε τὸν ἁρμόδιον χρόνον νὰ τὰ διασκευάσω, διότι ἡ διασκευὴ τοῦ ἀναλόγου νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι λίαν διάφορος τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διότι συνετάχθη μεταγενεστέρως. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τριφυλίας διϊσχυρίσθη ἐν πρώτοις ὅτι δὲν προϋποθέτει τὸν διαγωνισμόν, ἐνῷ ὁ διαγωνισμὸς διακηρύττεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου.
§190ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω, ἀλλὰ πρὸς τῷ διαγωνισμῷ ἀπαιτεῖται πάντως καὶ πτυχίον Πανεπιστημίου διὰ τὴν κατάληψιν θέσεως.
§191ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς Τριφυλίας δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν ταύτας ἐφ’ ὅσον ἀντίκεινται εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπάρχουσι τροπολογίαι αἵτινες δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου ταύτας βεβαίως θὰ δεχθῶμεν.
§192ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ν’ ἀσφαλίσῃ κρείσσονας ὑπαλλήλους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐν τῷ μέλλοντι· ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου πληροῦται διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ἐγώ. Κατὰ τοῦτο μόνον διαφέρει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπὸ τῆς προτάσεώς μου, καθόσον διὰ μὲν τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἔχοντας προϋπηρεσίαν παρέχεται τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακτήσωσι τὰς θέσεις των, διὰ δὲ τοὺς κριθησομένους ἐν τῷ μέλλοντι παρέχεται τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαχθῶσιν, ἐὰν ἔχωσι τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐπιστημονικῆς μορφώσεως, ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ λάβωσιν ἀνωτέραν θέσιν νὰ ἔχωσι καὶ τὸ πτυχίον. Ὁ σκοπὸς ἀμφοτέρων, καὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς προτάσεως, εἰς τὸ αὐτὸ τείνει.
§193Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἐπιμένῃ, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ δὲν πρόκειται περὶ ἔργου ἰδικοῦ του, ὡς ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ἀλλὰ τοῦ προκατόχου του. Ὁμολογουμένως ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἕτερον ὅμοιον νομοσχέδιον λίαν ἐπιτυχές, τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸ ὁποῖον συνεχάρην ἤδη τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Δὲν δύναμαι ν’ ἀντιληφθῶ διατί, ἀφοῦ ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθ’ ὅλα τέλειον, δὲν τὸ ἐφαρμόζομεν καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὰ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα θέλω ὑποδείξει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιβάλλουσι τοῦτο. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, βλέπομεν πρῶτον ἀντιφάσεις, αἵτινες ὁμολογουμένως θέλουσι φέρει ἀποτελέσματα ὄχι εὐχάριστα. Καὶ πρῶτον ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, ἐν τῷ ἐδαφίῳ αʹ ὁρίζεται ὅτι: «Καθίστανται μόνιμοι ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, ἐκ τῶν διατελούντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ ἔν τινι τῶν ὑπηρεσιῶν περὶ ὧν ὁ παρὼν νόμος ὁρίζει, οἱ ἔχοντες τριετῆ ἐν συνόλῳ ὑπηρεσίαν καὶ βαθμὸν τοὐλάχιστον γραμματέως βʹ τάξεως παρὰ τῷ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείῳ κλπ.». Ἐνῷ τοῦτο λέγει, ὅτι καθίστανται μόνιμοι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἔχοντες τριετῆ ὑπηρεσίαν, ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ καὶ κατὰ συνέχειαν ἀναγινώσκω ὅτι· «οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ἀπαλλάσσονται τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς ἑξῆς περιστάσεις». Εἶναι ἀντίφασις φανερά. Προχωροῦμεν. Ἐνῷ ἐξαιροῦνται τῆς μονιμότητος ὁ γενικὸς γραμματεὺς καὶ οἱ νομάρχαι, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα, ὡς πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης, θέλει τὰ προσλαμβάνει καὶ θέλει τὰ ἀπολύει κατὰ βούλησιν, ἐνῷ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοιοῦτο, βλέπομεν ἐν ἄρθρῳ 13 ὅτι: «Οὐδεὶς ἐκ τῶν διατελούντων καὶ διατελεσάντων ἐν ὑπηρεσίᾳ διοικητικῶν ὑπαλλήλων δύναται νὰ προαχθῇ ἢ νὰ διορισθῇ εἰς θέσιν βαθμοῦ ἀνωτέρου τοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, ἐφ’ ὅσον δὲν κέκτηται δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου τινός».
§194ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει μία τροποποίησις, Κύριε.
§195Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τροποποίησις.
§196ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τώρα θὰ τὴν προτείνω.
§197Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ μὴ φέρητε τοιαύτας τροποποιήσεις, παρακαλῶ.
§198Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔρχεται καὶ ἀναιρεῖ ὅ,τι προηγουμένως ἔχετε παραδεχθῆ περὶ νομάρχου καὶ γενικοῦ γραμματέως. Τρίτον, κύριε Ὑπουργέ, ἔρχομαι νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πονηρόπουλος. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 λέγετε· «Δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἄνευ διαγωνισμοῦ εἰς ἣν θέσιν εἶχον κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπολύσεώς των διατελέσαντες τμηματάρχαι, γραμματεῖς παρὰ τῷ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείῳ ἢ γραμματεῖς παρὰ Νομαρχίᾳ κλπ.». Ἐνῷ τοῦτο παραδέχεσθε διὰ τοὺς ἀνωτέρω ὑπαλλήλους, τὸ αὐτὸ εὐεργέτημα δὲν παραδέχεσθε καὶ διὰ τοὺς ἄλλους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρεδέχθη διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ὅτε ἔχομεν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τοιαύτας ἀντιφάσεις, προτιμότερον εἶναι νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως τὸ ἔχουσι μετατρέψει οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι μετατρέποντες μόνον τὰς λέξεις «οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας» εἰς «διοικητικῆς ὑπηρεσίας». Δὲν βλέπω τίνα κίνδυνον βλέπετε καὶ τί φοβεῖσθε. Ὁμολογῶ ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἔχουσι παραδεχθῆ συμβούλιον τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας ἕτερον ἢ τὸ ὑμέτερον, ἀλλὰ δὲν βλέπω διατί ἐνταῦθα νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὸ συμβούλιον τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν καὶ τὸ μὲν συμβούλιον τὸ ἐποπτικὸν ἂς εἶναι ὅπως τὸ ἔχετε ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, τὰ δὲ ἑπόμενα ἄρθρα ὅπως εἶναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ διατετυπωμένα ὅπως τὰ ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Πονηρόπουλος, μετατρέπων εἰς Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν τὸ τῶν Οἰκονομικῶν.
§199Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν σύνθεσιν τοῦ συμβουλίου τὴν μεταβάλλετε;
§200Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὴν λαμβάνω ὅπως τὴν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του.
§201Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀμφισβητεῖτε δικαιώματα τοῦ συμβουλίου; Τί μεταβάλλετε;
§202Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τίποτε.
§203Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπόν; Διὰ τὴν σύνταξιν εἶναι ὁ καυγᾶς.
§204Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ συμβούλιον θὰ ἔχῃ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἐξηγοῦμαι σαφῶς.
§205Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ συμβούλιον σᾶς φαίνονται ἐπαρκῆ ἢ ἀνεπαρκῆ;
§206Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παραδέχομαι τελείως τὸ νομοσχέδιον ὅπως τὸ ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· οἷα δικαιώματα ἔδωκεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ταῦτα τὰ δικαιώματα δίδομεν εἰς τὸ συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, μὲ μίαν παρατήρησιν—εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως θὰ κάμω προσεκτικὸν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχει ἀδικία τις, ἀνισότης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διορθωθῇ —, ὅτι, ἐνῷ παρεδέχθητε, κύριε Ὑπουργέ, τὴν ἀρχὴν τὴν λίαν δικαίαν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ εὑρισκόμενοι ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας πρέπει νὰ τύχωσι τῆς αὐτῆς εὐνοίας ὡς καὶ οἱ ἐντὸς τῆς ὑπηρεσίας, παρεδέχθητε ἀφ’ ἑτέρου ὅτι, ἐπειδὴ οἱ δεύτεροι θέλουσι παραμείνει μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, θέλουσι καταστῆ μόνιμοι, ἐνῷ οἱ ἕτεροι ὁσάκις προσλαμβάνονται θὰ προσλαμβάνωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀποκλείονται τῆς μονιμότητος. Ἐὰν εἶναι ὁ φόβος ὅτι θὰ τοὺς προσλαμβάνῃ ὁ Ὑπουργὸς χαριζόμενος, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ διορθωθῇ τὸ τοιοῦτον· δύνασθε ν’ ἀπαιτήσητε καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ἐποπτικοῦ συμβουλίου, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐγένοντο δεκτοὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν μονιμότητα τὴν ὁποίαν ἐδώκατε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους.
§207Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε χρόνος ἐπαρκὴς πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§209Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§211Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§212ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ διαγωνισμὸς εἰς τὰς κοινωνίας κατέστη σήμερον ἀπαραίτητος, τοῦτο δ’ ἀνεγνωρίσθη ἁπανταχοῦ, δὲν δύναμαι δὲ νὰ λησμονήσω ποτὲ τὴν λαμπρὰν πραγματείαν τοῦ Γλάδστωνος, ὅστις τὸ θέμα τοῦτο διὰ μακρῶν ἐξετάζων εἶπεν ὅτι, καίτοι δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἐπιφύλαξίν τινα περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ, οὐχ ἧττον ἡ ἀνάπτυξις τῆς νεωτέρας κοινωνίας, ἡ ἐξάπλωσις τῆς γνώσεως καὶ ἡ πληθὺς ἐχόντων ἐφόδια αὐτῆς ἐπιβάλλει ὡς σωτήριον τρόπον διακρίσεως πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν διαγωνισμόν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὁ διαγωνισμὸς καὶ ἐνταῦθα ἐπεκράτησε, διότι μεταξὺ τοῦ φυτωρίου τῶν ἐκ τῶν Σχολῶν ἐξερχομένων καὶ δὴ ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου ἄλλος τρόπος ἀσφαλέστερος, γενικῶς εἰπεῖν, πρὸς διάγνωσιν τῆς ἀξίας τοῦ εἰσακτέου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δὲν ὑπάρχει. Ἔχει δὲ καὶ τοῦτο τὸ ἄλλο ἀγαθόν, ὅτι ἀπαλλάσσει εὐθυνῶν τοὺς προϊσταμένους, οἵτινες δὲν δύνανται πλέον νὰ κινδυνεύσωσι προσλαμβάνοντες αὐτοὺς ἕνεκα συστάσεως ἄλλων ἢ καὶ αὐθαιρέτως.
§213Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§214Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπῆρξε, νομίζω, ὑπὲρ τὸ δέον τραγικὸς ἐν τῇ ἀναπαραστάσει πασῶν τῶν συμφορῶν τῶν ἐπικρεμαμένων ἐπὶ τῆς χώρας καὶ τῶν ἀτυχῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, νομίζω δ’ ὅτι ὑπερέβαλε κατὰ πολὺ κατὰ τὴν ἀκρίβειαν τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἐν πρώτοις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ζητεῖται διὰ συναρπαγῆς ἡ ψήφισις εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Τὸ νομοσχέδιον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Μαυρομιχάλη διὰ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, ὑφ’ ἧς ἐπεξειργάσθη καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε βελτιωμένον εἴτε μετὰ χειροτέρευσιν, ἀλλὰ τέλος πάντων μετ’ ἐπεξεργασίαν, ἐν δὲ τῇ ἐπιτροπῇ μετέσχον μέλη τῆς Βουλῆς τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύω ὅτι διακρίνονται διὰ τὴν ἀμάθειαν αὐτῶν. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προέβησαν εἰς νέαν ἐξέλεγξιν τῆς ὕλης τῆς νομοθετικῆς καὶ ὁ πρώην καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· κατὰ συνέπειαν νομοσχέδιον τυχὸν τῆς ἐπεξεργασίας τριῶν ἀλλεπαλλήλων Ὑπουργῶν καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς μετέσχον οὐχὶ οἱ ἀμαθέστεροι ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τὰ διοικητικά, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ὅτι ἐπιζητεῖται νὰ ψηφισθῇ διὰ συναρπαγῆς, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κεῖται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἐπαϊόντων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῇ χώρᾳ ἐπὶ πεντάμηνον. Πᾶν ἄλλο ἢ συναρπαγὴ εἶναι ἡ ζήτησις ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ φείδομαι τῆς ὥρας τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκτεθῶ εἰς ἀντιπαρατηρήσεις, αἵτινες κατ’ ἄρθρον δύνανται νὰ γίνωσι, νομίζω ὀρθὸν νὰ φέρω παρατηρήσεις εἰς ὡρισμένα θέματα, ἅτινα ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος τραγικῶς ὑπεστήριξεν. Ἐν πρώτοις δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποστηρίζηται κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ στρατολογῶμεν διοικητικοὺς ὑπαλλήλους μεταξὺ τῶν ἀποφοίτων τοῦ Γυμνασίου τῶν στερουμένων νομικῶν γνώσεων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὀλιγώτερον ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ἐπιζητῶμεν πρακτικὰς γνώσεις, ὡς ἀπολυτήριον ἐμπορικῶν σχολῶν ἢ οἱασδήποτε ἄλλης πρακτικῆς σχολῆς, διὰ τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν. Αὕτη ἀπαιτεῖ κατ’ ἐξοχὴν νομικὴν μόρφωσιν. Ἄνευ νομικῆς μορφώσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ καταρτισθῇ διοικητικὸς ὑπάλληλος. Ὁ κλάδος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἢ γνώσεων ἢ πείρας νομικῆς. Σήμερον ἔχομεν διοικητικοὺς ὑπαλλήλους ἐν τῇ κακίᾳ μέχρι τοῦδε ἐκτραφέντας κατὰ τὸ πλεῖστον, ἄλλους δὲ καὶ ἐν τῇ ἀρετῇ μὲν ἐκτραφέντας ὑποδεεῖς ὅμως κατὰ πολὺ τῶν γνώσεων τῶν ἐπιστημονικῶν τῶν ἀπαιτουμένων ὅπως εἶναι ὑπάλληλοι διοικητικοί. Ἔχομεν σπάνιν τοιούτων ὑπαλλήλων, εἶναι δ’ ἀνάγκη νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐφ’ ὅσον ζητοῦμεν ἵνα στρατολογῶμεν γραφεῖς τρίτης καὶ δευτέρας τάξεως, τοὺς γραφεῖς δὲ τούτους προάγομεν εἰς γραφεῖς πρώτης τάξεως, ἐφ’ ὅσον προσάγουσι δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου, οὐδὲν ἕτερον πράττομεν ἢ νὰ προμηθεύωμεν γραφεῖς εἰς οὓς ἡ Πολιτεία παρέχει μισθόν, ἵνα ἀκολουθοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν των, ἐφ’ ὅσον ὑπηρετοῦσιν ἐν Ἀθήναις, διεξάγωσι καὶ τὰς σπουδάς των ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Κατὰ συνέπειαν οὔτε ὑπαλλήλους τοιουτοτρόπως παρασκευάζομεν ἐπαρκεῖς οὔτε ἐπιστήμονας, ἐὰν οὗτοι εὐθὺς ὡς λαμβάνουσι τὸ δίπλωμά των ἀπέχωσι τῆς ὑπηρεσίας. Διότι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπάλληλος καλὸς ὁ ἐν ὑπηρεσίᾳ διοικητικῇ ὑπηρετῶν ἵνα σπουδάζῃ, οὔτε ἐπιστήμων ὁ σπουδάζων ἐνῷ ὑπηρετεῖ. Πρὸς τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ πρώην καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβον ὡς βάσιν, ἵνα ὡς ἀπολύτως ἀπαραίτητον στοιχεῖον πρὸς εἰσαγωγὴν διοικητικῶν ὑπαλλήλων θεωρηθῇ τὸ δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπέβλεψαν δ’ εἰς τοῦτο καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς νομικῆς μορφώσεως καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς προσηλώσεως εἰς τὰ ἔργα των. Ἀλλὰ μήπως ἐκαινοτομήσαμεν; Διότι βλέπω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατηγορεῖται ὅτι κατέστρεψε τὸ μέχρι τοῦδε καθεστώς. Τί προσὸν ἀπῃτεῖτο μέχρι τοῦδε; Δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου κατὰ τοὺς κειμένους νόμους διὰ τοὺς γραφεῖς πρώτης τάξεως. Ἡμεῖς κατηργήσαμεν τὰς θέσεις γραφέων δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως καὶ καθιερώσαμεν τοὺς πρώτης τάξεως γραφεῖς διατηρήσαντες τὸ προσὸν αὐτό. Ἡ καινοτομία ἡμῶν εἶναι ὅτι κατηργήσαμεν τὰς θέσεις γραφέων δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως ὡς θέσεις ἀργομίσθων, ὡς θέσεις οὔτε σπουδαζόντων οὔτε ὑπηρετούντων ἐπαρκῶς, καὶ ὡς θέσεις αἵτινες ἐν ταῖς Νομαρχίαις παρέχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ εἰσάγωνται στοιχεῖα τοπικά, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἕτερον πράττουσιν ἢ νὰ προδίδωσι πᾶν μυστικὸν τῆς ὑπηρεσίας εἰς τοὺς ἑκάστοτε τοπικῶς ἰσχύοντας. Ἐνῷ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου τῆς εἰσαγούσης δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς ὡς προσὸν θ’ ἀποκτήσωμεν ὑπαλλήλους ἔχοντας μόρφωσιν νομικήν, οἱ ὁποῖοι πρὶν ἢ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ κέντρῳ θὰ ὑπηρετῶσιν ἐν ταῖς Νομαρχίαις, ὅπως ἐκεῖ πρῶτον προασκῶνται ἐν τῇ διοικήσει καὶ ὕστερον προάγωνται εἰς τὸ κέντρον. Τοῦτο δ’ εἶναι ἀναγκαῖον, διότι μέχρι τοῦδε ἡ ὑπηρεσία εἶχε χαράξει τοιαύτην ὁδόν, ὥστε ἦτο δυνατὸν διοικητικὸς ὑπάλληλος νὰ προάγηται εἰς τμηματάρχην, χωρὶς νὰ γινώσκῃ ποία εἶναι ἡ νομαρχιακὴ ὑπηρεσία. Σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτυγχάνομεν τοῦτο, ὅτι οἱ ἀκόλουθοι θὰ ὑπηρετῶσι πρῶτον ἐν ταῖς Νομαρχίαις καὶ εἶτα ἐν τῷ κέντρῳ, θὰ εἶναι δ’ ὀρθὸν νὰ καθορισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι δὲν δύναται ὁ ὑπάλληλος νὰ προάγηται εἰς τμηματάρχην ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπηρέτησεν ὡς γραμματεὺς Νομαρχίας, διότι τότε θὰ ἔχωμεν ὑπαλλήλους εὐμοιροῦντας τῆς πολυειδοῦς μορφώσεως καὶ τῆς πείρας. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, νομίζω δ’ ὅτι θὰ εἶναι ὀρθὸν δι’ αὐτῶν ν’ ἀποβλέψωμεν ἀκριβῶς εἰς μόρφωσιν ἱκανῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον στερούμεθα μέχρι σήμερον εἶναι ὁ καταρτισμὸς προσωπικοῦ ἱκανῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Μέχρι τοῦδε οὗτοι ἐστρατολογοῦντο εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἐφροντίσαμεν περὶ ὑπαλλήλων τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, περὶ ὑπαλλήλων τῆς Δικαιοσύνης· πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως, οἵτινες ἔχουσιν ἐπίσης σπουδαίαν ἀποστολὴν ἐν τῷ Κράτει.
§215ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον μόνον ἵνα ἀπαντήσω εἰς ἐσφαλμένην ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, ὅτι ἐν τῇ διοικητικῇ ὑπηρεσίᾳ ἀπαιτοῦνται νομικαὶ γνώσεις, ὡσανεὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἦτο νομική. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ ἐν διοικητικῇ τινι ἢ ἄλλῃ ὑπηρεσίᾳ εἶναι ἀποκεκλεισμένος ἐκ τοῦ δικαιώματος, ἐὰν παρέχωνται εἰς αὑτὸν τὰ μέσα, ἐὰν ἐπαρκῇ εἰς αὐτὸν ὁ χρόνος, ἐὰν ἔχῃ σωματικὴν καὶ πνευματικὴν ἀντοχήν, νὰ παρακολουθῇ καὶ τὰς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ σπουδὰς ἐκ παραλλήλου τιθέμενος τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν. Εἰς τοῦτο ἀπαντᾷ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βάλτου τὸ ὑποβεβλημένον καὶ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον περὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ὅπερ ἐν ἄρθρῳ 3 ὁρίζει ὅτι καὶ οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ ἀρτίαν τὴν ἐγκυκλοπαιδικὴν μόρφωσιν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν δύναται δὲ νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἐκείνη ἥτις δὲν ἀπαιτεῖ νομικὰς γνώσεις.
§216Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὀλιγωτέρας ἀπὸ τὴν διοικητικήν.
§217ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περισσοτέρας, διότι ὁ διοικητικὸς ὑπάλληλος ἔχει ἀνάγκην διοικητικοῦ δικαίου, ἀλλ’ ὁ οἰκονομικὸς ἔχει ἀνάγκην καὶ δημοσίου δικαίου καὶ δημοσιονομίας καὶ ἀστικοῦ δικαίου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα τοῦ κ. συναδέλφου στερεῖται βάσεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς νέους ὑπαλλήλους τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ν’ ἀκολουθῶσι σπουδάς. Διατί τοῦτο ἐφ’ ὅσον εὐόρκως καὶ ἀνελλιπῶς ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των, ἔχουσι δὲ καὶ ὥρας διαθεσίμους νὰ φοιτῶσιν ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ; Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη ὅτι τὸ νομοσχέδιον χρήζει τροποποιήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα εἰς τὰς εὐγλώττους ἀγορεύσεις οὐδεμίαν δικαιολογίαν διὰ τὸ ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἀποκλεῖον τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους οἵτινες ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρέτησαν καίπερ μὴ ἔχοντες τὸ προσὸν τοῦ νομοσχεδίου, τῶν ὑπαλλήλων ὧν τὰ δικαιώματα καταπατοῦνται. Δι’ αὐτὸ θὰ προετίμων νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων.
§218Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ τροπολογία ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ ἄρθρον 14 νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθή. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας ἐκάκισε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐπάνοδος τῶν ὑπαλλήλων τῶν μὴ ἐχόντων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς. Μέχρι τοῦδε εἴχομεν ὑπαλλήλους κατὰ τοὺς κειμένους νόμους οἵτινες ὑπηρέτουν στηριζόμενοι εἴτε εἰς προϋπηρεσίαν μακρὰν εἴτε εἰς ὑπηρεσίαν ὑπάρχουσαν εἴτε εἰς δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καθορίζει τὸ πρᾶγμα συμφώνως πρὸς τὰς γνώμας τὰς κρατησάσας, διότι ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων οἵτινες ἦσαν μέχρι τοῦδε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δέον νὰ ζητήσῃ ἵνα ἐπανέλθωσιν οὗτοι εἰς τὰς τάξεις των ἦτο μόνον ἡ χρηστότης. Διότι, ἂν οὗτοι ἐτύγχανον νὰ εἶναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν θὰ ἐζητεῖτό τι πλέον παρ’ αὐτῶν, δὲν εἶναι δ’ ὀρθὸν νὰ κρίνωμεν τοὺς ὑπαλλήλους μὲ δύο μέτρα καὶ μὲ δύο σταθμά, διότι τοὺς κατέχοντας τὰς θέσεις διατηροῦμεν, ἐφ’ ὅσον τύχωσι τῆς ὑπὲρ αὐτῶν κρίσεως τοῦ συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θ’ ἀποκλείσωμεν μόνον τοὺς μὴ κατέχοντας θέσιν λόγῳ ἀπολύσεως, ἥτις ἀπόλυσις προυκλήθη καθ’ ὃν τρόπον προυκαλοῦντο εἰς τὸ παρελθὸν αἱ ἀπολύσεις τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ἀλλ’ τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰσάγει ἀδικίαν, διότι λέγει ὅτι δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκ τῶν προϋπηρετησάντων ὑπαλλήλων μόνον οἱ ἔχοντες δίπλωμα. Τοῦτο θεωρῶ ὀρθὸν μόνον διὰ τοὺς τμηματάρχας, διότι ἐφ’ ὅσον καθορίζεται ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τμηματάρχης καὶ ἂν εὑρίσκηται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὡς γραμματεύς, ἂν μὴ ἔχῃ δίπλωμα, δύνασθε νὰ εἴπητε καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τμηματάρχας «δὲν δύνασθε νὰ ἐπανέλθητε, ἂν δὲν ἔχητε δίπλωμα». Ἀλλὰ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς ἐκτὸς καὶ ἐντὸς ὑπηρεσίας θὰ κρίνητε ὡς ἐκ τῆς χρηστότητος μόνον.
§219ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ τμηματάρχαι οἱ ἄνευ διπλώματος δὲν θὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ;
§220Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸν βαθμὸν αὐτῶν.
§221ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διατί;
§222Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι θὰ γίνῃ καὶ ἐκκαθάρισις καὶ ὅτι εἷς καὶ μόνος τμηματάρχης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν στερεῖται διπλώματος, νομίζω δ’ ὅτι περιλαμβάνεται ἐν τῇ μελλούσῃ ἐκκαθαρίσει. Ὥστε μὴ ἀνησυχεῖτε.
§223ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἔχει γίνει δεκτὴ ἡ ἑξῆς τροπολογία· «Δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἄνευ δοκιμασίας, εἰς ἣν θέσιν εἶχον κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπολύσεώς των, οἱ διατελέσαντες τμηματάρχαι ἢ γραμματεῖς παρὰ τῷ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείῳ ἢ γραμματεῖς παρὰ νομαρχίᾳ». Τὸ ἐν τῷ μεταξὺ περὶ διπλώματος Νομικῆς Σχολῆς διαγράφεται «ἂν περὶ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν...κλπ.» καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ ἄρθρον.
§224ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες οἱ ὑπάλληλοι.
§225ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πάντες οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις ἃς κατεῖχον ἢ εἰς τὰς ὁμοιοβάθμους αὐτῶν. Οὕτω νὰ γίνῃ.
§226ΣΠ. ΡΑΓΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, οἱ κατώτεροι τί γίνονται;
§227ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ζητούντων τροπολογίας ἄρθρων τινῶν διὰ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐπιμένουσιν εἰς ταύτην οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν;
§229ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, μᾶς ἀναγκάζει ν’ ἀποσύρωμεν ὅλην τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐργασίαν, διότι, ἂν τοῦτο γίνεται ἐφ’ ἑκάστου νομοσχεδίου, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν.
§230ΑΝΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν διακόπτομεν δι’ ἀπόψε;
§231ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ διακόψωμεν τὴν ἐργασίαν δὲν νομίζω φρόνιμον. Νομίζω ὅτι ἐλησμονήσαμεν ἐνταῦθα διατί εὑρισκόμεθα καὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἐπιθυμία νὰ παραιτηθῇ ἡ κυβερνητικὴ ἐργασία. Δὲν θὰ εἴχομεν μεγάλην δυσκολίαν, ἐὰν δὲν ἐνομίζομεν τὸ πρᾶγμα βλαβερόν.
§232Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρουσιάζει μίαν εἰκόνα πρωτοφανῆ. Συζητοῦμεν, νομοθετοῦμεν, ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης μας, ὥστε νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας;
§233Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τώρα ἐξυπνήσατε;
§234Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, σιωπή! Ἐγὼ πάντοτε ἤμην ξύπνιος.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Καρπετόπουλε, νὰ μὴ μεταχειρίζησθε τοιαύτας φράσεις.
§236Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐξακολουθῶμεν ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν καὶ γνώμην· ἂν δὲν ἐξακολουθῶμεν ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν πλέον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, οὐδεμίαν θέσιν ἔχομεν ἐνταῦθα. Πρὸς τί ζητεῖται ἡ γνώμη ἡμῶν. Τί θέλομεν ἐνταῦθα συνεδριάζοντες; Ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ σκοπὸς ὅτι πρέπει τὰ νομοθετήματα νὰ ἐπιψηφισθῶσιν ὁπωσδήποτε, δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη κατὰ τρόπον τοιοῦτον νὰ τὰ ψηφίσῃ. Ἐφ’ ὅσον ἐνταῦθα παριστάμεθα ἀντιπροσωπεύομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἔχομεν καὶ ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον νὰ ἔχωμεν καὶ γνώμην καὶ ψῆφον ἐπὶ πάντων τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων. Ἂν περιττεύῃ ἡ γνώμη μας, ἂν περιττεύῃ ἡ ψῆφός μας, κατὰ μείζονα λόγον περιττεύομεν ὑμεῖς αὐτοὶ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι.
§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἶναι ἐλευθέρα καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ ὅπως συζητῇ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἔχω τὴν ἰδέαν δ’ ὅτι προκειμένου περὶ νομοσχεδίου περὶ προσόντων καλὸν θὰ ἦτο ἵνα ἡ Κυβέρνησις λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ὑπὸ Βουλευτῶν ὑποβάλλονται. Ἀλλὰ γεννᾶται ἕτερον ζήτημα· εἶναι ὀρθὸν ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου νὰ προκαλῶμεν ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως; Εἶναι ὀρθὸν διὰ τοῦ συστήματος τούτου νὰ παρελκύωμεν τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων; Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τοῦτο δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι ὀρθόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἠρέμως ἡ συζήτησις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν προκειμένου περὶ νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὀργανώσωσι τὰς ὑπηρεσίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίων ἐκκαθαρίσεως ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ὀργανοῦντος ὑπηρεσίαν, φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ἢ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς αὐτὴν ἢ ν’ ἀντικρούσῃ ταύτας, ἂν νομίζῃ ταύτας ἀντικρουστέας, ἀλλὰ νὰ μὴ παρέρχηται τὰς ἀντιορήσεις αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν καὶ ἤθελον παρακαλέσει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν νὰ παραιτηθῶσι ταύτης, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ὑποβάλωσι παρατηρήσεις καὶ χωρὶς τοῦτο νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τὰς γενομένας καὶ δεχθῇ ταύτας, ὅταν εἶναι ὀρθαὶ ἢ ἀντικρούσῃ ταύτας, ὅταν δὲν εὑρίσκῃ ταύτας ὀρθάς.
§238ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καλὴ ψυχρολουσία!
§239ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἤθελε βεβαίως ἀναγκασθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ καὶ κατὰ ταύτην τὴν ὥραν τελεσθέντος, ἂν τὸ πρὸ ὀλίγου γενόμενον ἐπὶ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου δὲν ἠνάγκαζε, κατὰ συμβουλὴν αὐτοῦ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας, τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναβάλῃ εἰς αὔριον τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι εἶναι νομοσχέδια προγραμματικὰ καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐξ ἐκείνων ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν συνδρομὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, εἶχε τὴν πεποίθησιν ταύτην ὡς ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τῇ προεπιδοκιμασίᾳ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς. Εὐθὺς ὡς τοιοῦτον προγραμματικὸν νομοσχέδιον θίγεται, δὲν ἐννοεῖται πλέον ἡ σημασία ἣν ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔχει ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντὸς ἀποδεικνύεται ὅτι λησμονοῦμεν ποῖος εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς εἰς ὅν, ἐργαζόμενοι συντόνως κατὰ ταύτας τὰς ἡμέρας, ἀποβλέπομεν· καὶ λησμονοῦμεν ὅτι ὁ κύριος οὗτος σκοπὸς εἶναι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ περαιτέρω διαφωνιῶν καὶ διχονοίας. Τρεῖς ἢ τέσσαρες ἡμέραι χωρίζουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ποθητῆς ἐκείνης ἡμέρας καθ’ ἣν θὰ ἴδωμεν ἐπανερχομένην τὴν συμφωνίαν μεταξὺ λαοῦ καὶ Στέμματος...
§240Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀσυμφωνία.
§241ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· μεταξὺ λαοῦ καὶ Στέμματος, λαοῦ, Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, λαοῦ καὶ Στρατοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό· τὴν συμφωνίαν τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τὴν τελείαν τοῦ καθεστῶτος, ὅπερ πάντες ἡμεῖς εὐλαβούμεθα ἀνεξαιρέτως καὶ ἐνταῦθα καὶ ἔξω καὶ ὅπερ ἐκ τῶν περιστάσεων ὑπέστη τραῦμα. Εἰς τοῦτο ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τοῦτο ἀποβλέποντες πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅτι πρὸ τούτου εἶναι μηδαμινὰ καὶ τὰ σπουδαιότερα ἐκείνων ἅτινα ἐνταῦθα συζητοῦμεν, οὐχὶ τὰ μικρά, περὶ γραφέων καὶ ἀκολούθων καὶ διαγωνισμῶν, ἐφ’ ὧν ἐνομίσθη ὅτι ἦτο ἀνάγκη κατὰ ταύτην τὴν ὥραν νὰ προκληθῇ ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις, ὡς ἂν προέκειτο περὶ ἀρχῆς. Εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ αὐτὸ νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ μετ’ ὀλίγον, ὅταν ἔλθῃ ἄλλο ὅμοιον νομοσχέδιον, ὅπερ εἶναι ὀλιγώτερον εὐάρεστον εἰς ἐκείνους οἵτινες ἐζήτησαν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἱκετεύω τὴν Βουλὴν — οὐδὲν ἔχω δικαίωμα ν’ ἀξιώσω ὁτιδήποτε—ἱκετεύω τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὰς περιστάσεις, νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι ἠρχίσαμεν νὰ βλέπωμεν τὸν λιμένα, καὶ νὰ συνδράμῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἔργον εἰς ὃ αὐτὴ ἀνέστησε τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἐνταῦθα ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν συμπράξει μεθ’ ἡμῶν αὐτὴ ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ τὴν λύσιν ἣν πάντες ἐπεδιώξαμεν.
§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰς τὰς παρατηρήσεις μου, ἀλλ’ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου παρατηρήσεων ἐξέφρασε τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀναβληθέντος. Γινώσκει ἄριστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι, ἂν ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦτο ἔπραξα πρὸς ἀποφυγὴν ἀκριβῶς τῆς προτάσεως ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῆ.
§243ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν κατέκρινα ἐγὼ ὑμᾶς. Ἐγὼ ἤκουσα τὴν συμβουλήν σας.
§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ἀναβληθὲν νομοσχέδιον δι’ αὔριον καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ἀκριβῶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν προκειμένου περὶ ὀργανωτικοῦ νομοσχεδίου πλέον, ὄχι περὶ νομοσχεδίου ἐκκαθαρίσεως, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς παρατηρήσεις τὰς ἐδῶ προβαλλομένας.
§245ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κυρίως αὐτὰς ἀρνεῖται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§246Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καί, ἂν ταύτας δὲν εὑρίσκῃ ὀρθάς, νὰ τὰς ἀπορρίψῃ, ἀφοῦ τὰς συζητήσῃ, ὅπως προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ἐν παρόδῳ ὁ κ. Πρωθυπουργός, παρατηρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἤδη ἐψηφίσθη εἰς δύο ἀναγνώσεις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔφερε δυσκολίας, διότι καὶ ἡ Βουλὴ παραδέχεται ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως. Δυσκολίαι ὑπάρχουσιν ὡς πρὸς τὸν τρόπον καθ’ ὃν πρέπει νὰ προβῶμεν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη καὶ ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ κάμω ἴσως παρατήρησίν τινα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Διότι ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν νομίζει ὅτι τὸ τελεσθὲν σήμερον τὴν πρωΐαν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἑδραιώσῃ τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον προκαλούμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δώσωμεν τὴν συμβολὴν ἡμῶν. Ἐψηφίσθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· καλῶς ἢ κακῶς ἐψηφίσθη, καλῶς ἢ κακῶς προυτάθη, καλῶς ἢ κακῶς δύναται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ Ναυτικοῦ, δὲν ἐξετάζω κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν· προτάσει τῆς Κυβερνήσεως ἐψηφίσθη. Καὶ τί ἠκούσαμεν χθές; Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ καταργήσεως ἐντελοῦς τοῦ νόμου ἐκείνου. Καὶ ἐρωτῶ· ποῦ εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὡρίζετο ὅτι τὸ συμβούλιον τὸ καταρτιζόμενον ὑπ’ αὐτοῦ ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἀποστρατείας ἢ μὴ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ περὶ στασιμότητος ἐπὶ τριετίαν τῶν κατωτέρων. Ἐξέδωκε τοιαύτας ἀποφάσεις τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ σήμερον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ ψήφισις τῆς προτάσεως νόμου σημαίνει ἄλλο τι ἢ κατάργησιν τοῦ νόμου ὡς πρὸς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς; καὶ ἐντεῦθεν δὲν γεννᾶται ἡ εὔλογος ἐπιθυμία τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τοὺς ἀνωτέρους, ἡ εὔλογος ἐπιθυμία, λέγω, νὰ εἴπωσιν, ἐὰν καταργῆτε τὸν νόμον διὰ τοὺς κατωτέρους, καταργήσατε τοῦτον καὶ διὰ τοὺς ἀνωτέρους; Χθὲς ἠκούσαμεν ὅτι πρόκειται ὄχι μόνον περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν εἰς στασιμότητα καταδικασθέντων πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς τριετίας, ἀλλὰ πρόκειται, ἐπανερχομένων τούτων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ν’ ἀναλάβωσιν οὗτοι καὶ τὴν ἀρχαιότητα, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἔχει, ἐὰν δὲν εἶχον καταδικασθῆ εἰς στασιμότητα, καὶ θὰ ἔχωμεν τὸ σόλοικον νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἓν ἔτος ἦσαν ἀρχαιότεροι καὶ διέτασσον τοὺς νεωτέρους μετὰ παρέλευσιν τοῦ ἔτους νὰ γίνωσι νεώτεροι καὶ νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ἐκτελῶσι τὰς διαταγὰς ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐπὶ ἓν ἔτος διέτασσον. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς προτάσεως νόμου τῆς ψηφισθείσης σήμερον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ ἐκκαθαρίσεως καθῆκον ἔχομεν νὰ γεννήσωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐργαζόμεθα σοβαρῶς καὶ ὅτι δὲν πρόκειται μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἡ ἐκκαθάρισις ἔφερε νὰ κανονίσωμεν τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν συμφώνως πρὸς τὰ ἀποτελέσματα. Ταῦτα ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ματαιώσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ κύριον θέμα ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν διάθεσιν ἔχει ἵνα φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐκκαθαρίσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ὁποίαν ἐκδηλοῖ διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων, ἂν δ’ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν ἔπραξα τοῦτο ὅπως διευκολύνω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ἤκουσε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι παρεκάλεσα ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν ὅπως παραιτηθῶσι ταύτης. Ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅπως στέρξῃ εἰς τινας τροπολογίας, τῶν ὁποίων ἡ παρ’ αὐτοῦ ἀποδοχὴ θέλει εὐκολύνει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§247ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι ἐγὼ εἶχον τὴν ἰδέαν περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ναυτικοῦ, ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω ὅτι οὔτε ὑπέβαλον ἐγὼ τοιοῦτο νομοσχέδιον οὔτε ἀπεδέχθην. Ἂν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ὑπαίτιος.
§248Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν νόμον ͵ΓΥΙΖʹ. Λοιπὸν καταστρέφεται ἀμέσως ὁ νόμος.
§249Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐὰν ἐπεκτείνωμεν τὴν συζήτησιν, θ’ ἀπολέσωμεν εἰς μάτην χρόνον καὶ οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ αὐτὸ οὔτε ἡ Βουλή. Αἱ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προέκυψαν ἐκ τοῦ ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐφ’ ὡρισμένης τροπολογίας. Ἀναμφισβητήτως διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἤθελεν ἀπολεσθῆ χρόνος, ἀλλὰ δὲν ἀπέδειξεν ἡ Βουλὴ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ὅτι εἰς τὸ ἐπίπονον ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον ἐκλήθη καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει μετὰ τόσης προθυμίας ἠθέλησεν ὁπωσδήποτε νὰ φανῇ προσκόπτουσα. Οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κ. συναδέλφους τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ὡρισμένης διατάξεως, ζητοῦντες ὅπως ψηφισθῇ ἡ τροπολογία αὐτή, ἡ διάταξις αὐτὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Δὲν βλέπω δ’ ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις ματαιώσεως τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, ὅτε βλέπω τὴν Βουλὴν τὴν ὀγδόην ὥραν καὶ κατὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς νὰ εἶναι πλήρης, δὲν βλέπω δέ τινα τῶν κ. Βουλευτῶν ἔχοντα τὴν διάθεσιν νὰ κινηθῇ ἐκ τῆς θέσεώς του. Ἴσως ἡ ὑπερκόπωσις εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἤγαγεν εἰς τὸ νὰ παρερμηνεύσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως. Ἀναμφισβητήτως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ μάρτυς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ ὑπερκόπωσις ἔχει καὶ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἐπιδρᾷ καὶ ἐπὶ τὰ νεῦρα. Ἀλλὰ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας, μετὰ τὰς δηλώσεις ἃς ἤδη ἐγὼ ποιοῦμαι δὲν βλέπω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παρερμηνεία περὶ τῶν διαθέσεων τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ὁμαλωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, αἱ ὁποῖαι, καίτοι σπουδαιόταται, ἔρχονται κατὰ τὴν ὑστάτην ὥραν, εἶναι ὅπως ἔχωμεν ὀλίγην ὑπομονήν. Εἰς τὰ πολυπληθῆ Σώματα ἡ πρώτη ἀρετὴ διὰ τῆς ὁποίας δύνανται αὐτὰ νὰ βαδίσωσιν εἶναι ἡ ὑπομονή. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸν Βουλευτὴν νὰ διατυπώσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ τὴν δεχθῇ· διότι τὰ νομοσχέδια ἔχουσι τὴν προγραμματικὴν ἰδιότητα, ἀλλὰ βεβαίως ἐν ταῖς λεπτομερείαις δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι εἶναι ἀλάθητα. Καὶ ἀναγινώσκω, ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶναι ἀλάθητα, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10, παραγράφου εʹ (ἀναγινώσκει)· «Τὸ συμβούλιον παρασκευάζει ἢ ἐπεξεργάζεται, ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ, σχέδια νόμων κλπ.». Καὶ κατόπιν ἔρχεται ἄλλη παράγραφος (ἀναγινώσκει)· «Αἱ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν κλπ.». Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ πῶς εἶναι δυνατὸν τοιαύτη διάταξις νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὴν πρωτοβουλίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός;
§250ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐννοεῖ τὰς ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν διορισμῶν. Εἶναι κακῶς ἐκπεφρασμένη ἴσως ἡ διάταξις.
§251Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ἤγαγεν εἰς ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ παρατηρηθῇ. Ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον ὡς εἶχεν, ἠθέλετε φθάσει εἰς τὸ τερατωδῶς ἄτοπον νὰ τίθησθε ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους ὑμεῖς διορίζετε. Αἱ ἀτέλειαι αὐταὶ ἀναμφισβητήτως εἶναι εὐεξήγητοι, διότι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ παρεσκευάσθησαν ἐν σπουδῇ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐνέχωσι τὰς ἀτελείας καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήττηταί τις ὅτι αἱ ἀτέλειαι αὗται κατὰ λόγον τῶν ζημιουμένων συμφερόντων προκαλοῦσι διαμαρτυρίας ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβε τροπὴν τὴν ὁποίαν δὲν ὤφειλε νὰ λάβῃ. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ τοιαύτην ἀπέδειξεν ἀντοχὴν εἰς τοιαύτην ἐπείγουσαν καὶ ἐσπευσμένην ἐργασίαν ἡ Βουλή, οὐδεὶς δύναται νὰ τῇ προτάξῃ ὅτι καὶ κατ’ ἐλάχιστον παρεῖδε τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, οὐδὲ εἶχεν ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ τῇ ὑπομνήσωσι τὰς περιστάσεις ταύτας. Ἐπεδόθη εἰς τὸ ἔργον ἐκεῖνο, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει ἐπέλθει ἡ εἴσοδος ἡμῶν εἰς τὴν νομιμότητα, παρακαλοῦμεν δὲ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ συντελῶσιν ἀκριβῶς, εὐκολύνοντες τὸ ἔργον. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει οἱαδήποτε λεπτομέρεια νομοσχεδίου νὰ κάμῃ τὴν Βουλὴν νὰ προσκόπτῃ εἰς τὸ ἔργον. Παρακαλῶ δὲ ὀλίγον περισσοτέρα εὐκαμψία καὶ ὀλίγον περισσοτέρα ὑπομονὴ νὰ ὁδηγῇ ἡμᾶς καὶ εἰς τὰς ἐργασίας μας καὶ εἰς τὰς δηλώσεις μας.
§252ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ πιστοποιηθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συμπολίτου μου καὶ πρὸ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας περὶ τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς προλαβὼν ἐγὼ αὐτὸς εἶχον ἐνταῦθα ἀναγνωρίσει καὶ σχεδὸν διὰ τῶν αὐτῶν φράσεων. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι καίτοι συνήθως δύσκαμπτος ἔδειξα ἔλλειψιν εὐκαμψίας κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῆς ἐργασίας τῆς δυσχεροῦς ἣν ἐνταῦθα διεξάγομεν. Εἶναι βαρὺ κατ’ αὐτὰς τὰς ὥρας τὸ ν’ ἀσχολῆταί τις εἰς τοιαύτας λεπτομερείας, ἀλλὰ μοιραίως ἀσχολεῖται, ἀφοῦ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ὀργανωτικοῦ καὶ πρέπει ἐν τῇ συζητήσει τοιούτων θεμάτων νὰ καταβάλληται προσοχὴ καὶ ἐντεῦθεν ἀπὸ τῶν ἐπικρινόντων τὰ νομοσχέδια καὶ ἐκεῖθεν ἀπὸ τῶν ὑποστηριζόντων αὐτά, ἀπὸ τῶν κυβερνητικῶν, ὥστε νὰ μὴ ἀποδίδηται εἰς αὐτὰ ὑπέρμετρος ἀξία διὰ τὰς λεπτομερείας, αἵτινες οὕτως ἢ ἄλλως ὁριζόμεναι δὲν ἔχουσι σπουδαῖα ἀποτελέσματα οὐδὲ κἂν διαρκῆ. Τοιοῦτο σύστημα ἐθεωρήθη χρήσιμον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, κριθέντος ἀναγκαίου εὐθὺς μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν νὰ ὑπάρχῃ νόμος περὶ προσόντων, νὰ ὑπάρχῃ ὀργανισμός. Ἀνάλογον σύστημα ὀλιγώτερον αὐστηρὸν ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως διότι οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι οἱ ἐργασθέντες ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ ἡ ἰδιοσυγκρασία αὐτῶν διαφέρει. Ἀλλ’ ἐπιμένοντες ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ δύο, ὡς παρακολούθημα ἀναγκαῖον τοῦ περὶ ἐκκαθαρίσεως νομοσχεδίου, ψηφισθῶσι, καὶ μὴ δεικνύοντες ὑπερβολικὴν εὐκαμψίαν ὡς πρὸς τὰς παραχωρήσεις ἐν ταῖς λεπτομερείαις, αἵτινες γινόμεναι καθ’ ὑπερβολὴν ταράττουσι τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῶν νομοσχεδίων, δὲν νομίζω ὅτι ἐπράξαμέν τι τὸ ὑπερβολικὸν οὐδ’ ὅτι ἠξιώσαμεν παρὰ τῶν ἐντίμων συναδέλφων τῶν συζητησάντων ἐπ’ αὐτῶν νὰ προβῶσιν εἰς ὑποχωρήσεις, αἵτινες εἶναι καὶ αὐταὶ ὑπερβολικαί. Ἐπιθυμῶ νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ψυχικὴ γαλήνη, ἥτις κατὰ τὸν συμπολίτην μου κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς φαίνεται ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ παρετηρήθη τεταραγμένη, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν καὶ τοῦ νομοσχεδίου ὅπερ ψηφίζεται καὶ τοῦ ἑπομένου νομοσχεδίου σήμερον, ὅπως...
§253Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὡριμάσωσιν αἱ σκέψεις.
§254ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ὅπως κατὰ τὴν πάροδον τῆς νυκτός, ἥτις συνήθως φέρει βουλὴν καὶ ὠνομάζετο διὰ τοῦτο ὑπὸ τῶν ἀρχαίων εὐφρόνη, δυνηθῶμεν αὔριον μετὰ τῶν νεύρων τῶν ἐμῶν ὀλιγώτερον τεταραγμένων νὰ προβῶμεν εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν.
§255Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τῶν νεύρων πάντων ἡμῶν. Ἐλησμονήσατε πρὸ ὀλίγου ἓν γεγονὸς τὸ ὁποῖον σᾶς ἔκαμε νὰ ἐπιρρίψητε τὴν εὐθύνην τῆς ἀναβολῆς τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἐπὶ τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας; Διότι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας διετύπωσε τὴν πρότασιν, ὑμεῖς ἀντέστητε, καὶ κατόπιν ἐφθάσαμεν εἰς μίαν ἄλλην συνεννόησιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑποταχθῇ ἄλλων νομοσχεδίων καὶ ἔλθῃ εἰς τὸ τέλος. Ἀλλὰ παρενέβην ἐγώ, καὶ παρενέβην κατ’ ἰδίαν, καὶ σᾶς παρεκάλεσα ἀκριβῶς ὅπως ἀναβάλητε τοῦτο, καὶ εὐηρεστήθητε πράγματι ν’ ἀναβάλητε αὐτό.
§256ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω εἶναι ἐπίσης ἀκριβές, ὅτι μετ’ εὐγνωμοσύνης ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας τὴν πρότασιν ταύτην περὶ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ἡ ἐπικουρία ἣν μοὶ παρέσχετε ἦτο ἐπικουρία πρὸς πεισθέντα ἤδη. Ἡ στενοχωρία μου ὑπῆρχεν ἐκ τοῦ πράγματος, ἀλλ’ ἡ συμβουλὴ ἦτο σοφή, καὶ ἡ προσθήκη τῆς τοιαύτης συμβουλῆς ἦτο σοφία ἐπὶ σοφίᾳ.
§257Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς ἔκαμον τὴν ὑπόμνησιν αὐτήν, διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι ὑπῆρξε κοινὴ πρόθεσις καὶ ἐπιθυμία καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκπροσωποῦντος τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐκ μέρους ἐμοῦ.
§258ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τούτου οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὑπῆρξε παρ’ ἐμοὶ ἀμφιβολία. Ἀναγνωρίζω, καὶ μετ’ εὐγνωμοσύνης ἀναγνωρίζω, τὰς ὑπὲρ τῆς καταστάσεως μεγάλας ὑπηρεσίας αἵτινες παρέχονται ἐκ τῶν δύο πλευρῶν ἑκάστοτε καὶ ἐν τῷ συνόλῳ καὶ διὰ τῶν δηλώσεων τῶν πράξεων τῶν ἡγετῶν αὐτῶν. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἐνταῦθα ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ἂς φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τῶν ἐξηγήσεων καὶ ἀναβάλλοντες τὰ ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 3 νομοσχέδια ὡς καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 6 καὶ 7, ἐπίσης δὲ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10, τὸ περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἀνακτόρων, ἐφ’ οὗ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου θὰ προσαγάγῃ ἐξηγήσεις τινὰς κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἂς ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τῶν ἑπομένων νομοσχεδίων, τῶν ὑπ’ ἀριθ. 13, 14, 15 καὶ 16, καὶ ἔπειτα τῶν ὑπ’ ἀριθ. 18 καὶ 19, ὅτε θέλομεν προσκρούσει εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ Λυσσιατρείου, ἥτις ὑποθέτω ὅτι δύναται κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ συζητηθῇ.
§259Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ ἀναφυέντος πρὸ ὀλίγου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν οἱ κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἔληξεν.
§261Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δι’ ἐμὲ δὲν ἔληξε, διότι εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν.
§262Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει θέμα συζητήσεως, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβαλε τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§263Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐφ’ ὅσον μοὶ παρακωλύετε τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ἐπιμένω.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε ν’ ἀγορεύσητε ἐπὶ νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἀνεβλήθησαν.
§265Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ὑπάρχει θέμα, διότι ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου. Οἱ κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ὡμίλησαν διὰ λογαριασμόν των, θέλω δὲ καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸν ἑαυτόν μου τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν. Ἔχω τὸν λόγον ἢ δὲν τὸν ἔχω, κύριε Πρόεδρε;
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη τὸ νομοσχέδιον.
§267Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν ἀνεβλήθη δι’ ἐμέ. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς αἰθούσης). Ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ μὲ ἀκούσῃ; Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§269Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, βεβαίως ἐν τῇ καταστάσει εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα καὶ φρονοῦντες ὅτι ὀλιγώτεροι ἐξ ἡμῶν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὁμιλήσει ἐνταῦθα προκαλεῖτε τὸν θόρυβον τοῦτον· ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ προεκαλεῖτο ὁ θόρυβος οὗτος, διότι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι εἰς βάρος ἐμοῦ, ἀλλ’ εἰς ἄλλην στιγμὴν θὰ εἶναι εἰς βάρος ὑμῶν τῶν θορυβούντων. Καὶ δὲν ἐννοῶ ποῖον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδει τὸν λόγον μόνον εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, δίδει τὸν λόγον εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δίδει τὸν λόγον εἰς τοὺς ἔχοντας ὑποστήριξιν εἴτε συγγενικὴν εἴτε κομματικήν, ἀφαιρεῖ δὲ παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μονάδας. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου, ἐφ’ ὅσον εἶμαι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑπάρχει μία τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων...
§270ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνεβλήθη αὐτό.
§271Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δεκαπέντε Βουλευταὶ ὑπεβάλομεν πρότασιν ἵνα προκαλέσωμεν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τοῦτο ἐκίνησε τὴν μῆνιν τῶν κ. Ὑπουργῶν καὶ προυκάλεσε τὸ ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὰς διαστάσεις τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τινος πικρίας ὡμίλησε περὶ τῶν Βουλευτῶν ὡς τεινόντων εἰς τὸ νὰ παρακωλύσωσι τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἐξηγοῦντο καὶ αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ δυσφορία τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν τὰ πράγματα ἐδικαιολόγουν τοῦτο· ἀλλ’ ἔχομεν καμμίαν ἄλλην ἱστορίαν ἡ ὁποία ἀπέδειξεν ὅτι ἡ Βουλὴ σύσσωμος καὶ βύσασα τὰ ὦτα οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ ψηφίζῃ ἄνευ ἀντιρρήσεως καὶ πράττει τοῦτο ἐμπνεομένη ἀπὸ τὴν γενικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν πάντες ἀντιλαμβανόμεθα; Ἀλλ’ ἂν οἱ Βουλευταὶ ἐφ’ ὡρισμένων σημείων νομοθετικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία προσάγεται ἐνώπιόν των, ἐννοοῦσι νὰ συζητήσωσι τὰ μέτρα ταῦτα καὶ ἐννοοῦσι νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς ποτε νὰ θέλωσι νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον νὰ παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδικαιολόγει τὴν μῆνιν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δικαιολογεῖ τοῦτο τὰς κατ’ ἐπανάληψιν παρατηρήσεις καὶ τὴν δυσφορίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ τότε φθάνομεν ἀναγκαίως εἰς τὸ ἄλλο συμπέρασμα, εἰς τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄργους. Καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης καθιεροῦται ἄλλη ἀρχή, καθ’ ἣν οὐδεὶς Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμας, οὐδεὶς Βουλευτὴς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ νομοσχεδίου ἐνδιαφέροντος εἴτε γενικῶς εἴτε τοπικῶς. Ἂν τοῦτο εἶναι, ἂς γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὅπως πάντα τὰ προσαγόμενα νομοσχέδια ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως συλλήβδην ἀναγνώσωμεν εἰς 2–3 ἀναγνώσεις καὶ φύγωμεν.
§272Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Μὴ μᾶς βασανίζῃς!
§273Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον μου, κύριε συνάδελφε. Θὰ ζητήσω πρόταξιν νομοσχεδίου. Ὑπάρχει ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς σύμβασιν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐργοστασιαρχῶν πυρίτιδος καὶ σκαγίων, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀριθμὸν 48.
§274ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§275Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Πολὺ καλά. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ θὰ ἐπιμείνω παριστῶν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος.
§276ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα ἐκείνη, κύριε συνάδελφε, λάβετε τὸν λόγον.
§277Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Οὐδέποτε ἔρχεται. Καθ’ ἡμέραν κατέρχεται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τὸ νομοσχέδιον.
§278Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐτυπώθη ἀκόμη.
§279Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐτυπώθη καὶ ἐγράφη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει πρὸ ἡμερῶν πολλῶν. Διατί ὁμιλεῖτε μὲ συμπερασμόν, κύριε Μπακόπουλε; Εἶναι ὑπ’ ἀριθ. 48.
§280Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διενεμήθη.
§281Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Διενεμήθη πρὸ πολλοῦ. Εἶναι ζήτημα ἀφορῶν εἰς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ἐξασφάλισιν ὡρισμένης τάξεως βιομηχάνων. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπεξειργάσθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ εἶναι ἕτοιμον· διατί νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν; Νὰ ἴδωμεν. Ὑπάρχει λόγος ἀπορρίψεως; Ν’ ἀπορριφθῇ. Ὑπάρχει λόγος πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως ταύτης; Νὰ γίνῃ. Ἰδοὺ τί ἐπιζητοῦμεν. Καὶ τότε ἡμεῖς εἴμεθα οἱ παρεμβάλλοντες τὰ προσκόμματα ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας; Καὶ ἂν σιωπήσωμεν ἡμεῖς, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσι νὰ ὁμιλήσωσι;
§282Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ μόνος τρόπος νὰ ματαιώσητε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ εἶναι αὐτός; λοιπὸν παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13.
§284ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 14. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῆς γʹ καὶ δʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ͵ΓΥΙΖʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3417) νόμου τῆς 16 Νοεμβρίου 1909 περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ νόμου ᾼΧΜʹ καὶ τῶν νόμων περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ σχολῆς ἐμποροπλοιάρχων». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16.
§286ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ν’ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17.
§288ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ καὶ αὐτό.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 18. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Σχολείου Λοχαγῶν καὶ συγχωνεύσεως σχολείων Εὐελπίδων καὶ ὑπαξιωματικῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§290Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Μετὰ τὴν λέξιν «ἐκπαιδεύονται» νὰ τεθῇ «ὑποχρεωτικῶς», ἀπὸ δὲ τοῦ «οὐδεὶς δύναται νὰ προβιβασθῇ...» μέχρι τέλους τῆς παραγράφου νὰ διαγραφῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη).
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§292Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Μετὰ τὸ «25 ἐτῶν» νὰ τεθῇ «μὴ συμπεπληρωμένων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη).
§293Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν· διατί ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ «οὐδεὶς δύναται νὰ προβιβασθῇ εἰς ἀνώτερον τοῦ λοχαγοῦ βαθμόν, ἐὰν δὲν ἐφοίτησεν ἐπιτυχῶς ἐν τῷ σχολείῳ τούτῳ»;
§294Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τοῦτο εἶναι περιττόν, διότι μετὰ τὴν φοίτησιν θὰ σημειοῦται ἐν τῷ φύλλῳ ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ ὁ βαθμὸς τῆς ἱκανότητός του, ὡς τοῦτο κανονισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος.
§295Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐνῷ λέγομεν ὅτι ἡ φοίτησις εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ ἀφαιροῦμεν τὴν διάταξιν ὅτι «οὐδεὶς δύναται νὰ προβιβασθῇ, ἐὰν δὲν ἐφοίτησεν ἐπιτυχῶς», ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δύναταί τις νὰ φοιτήσῃ, καίτοι δὲ δὲν ἐπέτυχε, νὰ προβιβασθῇ.
§296Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὄχι.
§297Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο δ’ ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι θὰ ἐκπαιδεύωνται ὑποχρεωτικῶς.
§298Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἡ κύρωσις τῆς ὑποχρεώσεως.
§299Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἡ κύρωσις τῆς ὑποχρεώσεως. Μὴ ὑπαρχούσης τῆς διατάξεως αὐτῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ φοιτῶσιν ἐν τῷ σχολείῳ καὶ ἀνεπιτυχῶς.
§300Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὡς προεῖπον, τὸ ἐπιτυχὲς ἢ μὴ τῆς φοιτήσεως θὰ καταφαίνηται ἐκ τοῦ φύλλου ποιότητος.
§301Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί κακὸν ἔχει νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις αὐτή; Διότι ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ ὑποχρεώσῃ πάντας νὰ φοιτῶσιν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῆς ἐπιτυχοῦς φοιτήσεως, διότι θὰ γνωρίζωσιν ὅτι, ἐὰν δὲν φοιτήσωσι καὶ δὲν ἐπιτύχωσιν εἰς τὰς σπουδάς, δὲν θὰ προβιβασθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Αὐτὸ νομίζω ὅτι θὰ εἶναι λογικώτερον· οὕτω θὰ ἔχητε τὴν κύρωσιν. Μετὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν ἡ φοίτησις θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ μέν, ἀλλ’ ἡ ἐπιτυχὴς φοίτησις μένει ἄνευ κυρώσεως.
§302Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Διαμένει ἄνευ κυρώσεως, ὡς προεῖπον.
§303Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ λεχθῇ αὐτὸ ἐν τῷ νόμῳ.
§304Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Θὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος.
§305Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ὅταν νομοθετῶμεν πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Β. Διατάγματος δὲν εἶναι ἐπαρκής.
§306Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀναπληροῖ τὴν φράσιν αὐτήν, διότι ἡ δήλωσις αὕτη θ’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. Εἶναι ὡς ἐπεξήγησις τῆς λέξεως «ὑποχρεωτικῶς».
§307Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ν’ ἀναγραφῇ λοιπὸν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ὅτι, ἐάν τις δὲν ἐπιτύχῃ εἰς τὴν σχολὴν αὐτήν, δὲν δύναται νὰ προβιβασθῇ εἰς ἀνώτερον βαθμόν.
§308Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δήλωσις, καθ’ ὅσον ἐνόησα, διότι ἐκ τῆς ἀποστάσεως δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ ἀκριβῶς τῶν λεχθέντων, ἀλλά, καθ’ ὅσον ἀντελήφθην, αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὴν λέξιν «ὑποχρεωτικῶς» ὁ κ. Ὑπουργός.
§309Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Μάλιστα.
§310Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν ἀκολουθήσει τις λοχαγὸς τὰ μαθήματα τῆς σχολῆς τῶν λοχαγῶν καὶ δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ προσὸν τοῦ προβιβασμοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια· ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλης προσθήκης. Ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§312Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Μετὰ τὸ «ὀφείλει» θὰ προστεθῇ «λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὸν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀποσταλησόμενον κατάλογον τῶν στρατιωτικῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη).
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2, τὸ τροποποιηθέν (ἀναγινώσκεται).
§314Ε. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν ἔχω νὰ κάμω· ἐὰν τὸ συμβούλιον τῶν διοικητῶν τῶν συνταγμάτων φέρωσι βαθμὸν ταγματάρχου ἢ ἀντισυνταγματάρχου, θὰ κρίνωσι καὶ περὶ τῶν συνταγματαρχῶν;
§315ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κατώτεροι περὶ τῶν ἀνωτέρων δηλαδή.
§316Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ συμβούλιον διὰ τοὺς ἀνωτέρους θ’ ἀποτελῆται ἐξ ἀνωτέρων.
§317Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· ἐὰν ἀνώτερός τις πρόκειται νὰ δικασθῇ ὑπὸ τοῦ συμβουλίου καὶ φέρῃ ἐπὶ παραδείγματι βαθμὸν ἀντισυνταγματάρχου, εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος ὁ ταγματάρχης εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ αὐτοῦ;
§318Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Θὰ λάβῃ.
§319Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν κατώτερος ἀξιωματικὸς νὰ δικάσῃ ἀνώτερον;
§320Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Εἰς ἄλλα Κράτη δικάζουσιν ὑπαξιωματικοί.
§321Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι λαμβάνεται πάντοτε καὶ εἷς ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ δικαζομένου, ἀλλὰ πάντοτε ἀρχαιότερος τοῦ δικαζομένου. Οὕτω πως ἡ νομοθεσία ἡμῶν κανονίζει τὰ πράγματα καὶ ὀρθῶς νομίζω ὅτι κανονίζονται τὰ πράγματα· ἀποκλείεται πᾶσα ὑπόνοια ὅτι δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ὁ κατώτερος ἐν τῇ ἀποφάσει αὑτοῦ. Ὅταν ὁ κατώτερος δύναται νὰ δικάσῃ ἀνώτερον, αἱ παρεξηγήσεις εἶναι δυναταί, καθόσον ὁ κατώτερος δύναται νὰ ἔχῃ συμφέρον εἰς τὴν ἀποστρατείαν τοῦ ἀνωτέρου.
§322Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι τότε θ’ ἀπῃτεῖτο δι’ ἕκαστον ἀξιωματικὸν νὰ συνιστᾶται καὶ ἀνὰ ἓν Συμβούλιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη).
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§324Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Προτείνω νὰ διαγραφῇ μία φράσις, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας, ἡ φράσις «οὐδεμία δὲ ἀπαιτεῖται ὡρισμένη αἰτιολογία τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου».
§325Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι μετὰ τὴν διαγραφὴν τῆς φράσεως ὅτι οὐδεμία αἰτιολογία ἀπαιτεῖται ὡρισμένη τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου εἶναι ὀρθὸν ἐν τῷ νόμῳ νὰ καθορισθῇ ἡ ἀρχή, ἐὰν ταύτην δέχηται ἡ Βουλή, ὅτι ἀπαιτεῖται αἰτιολογία.
§326Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· αὐτὸ εἶναι ζήτημα γενικῆς ἀρχῆς. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸ περιλάβωμεν ἐν τῷ νόμῳ, διότι ἔχομεν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν.
§327Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ. Τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει τὴν διάταξιν ταύτην διὰ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεων δικαστικῶν· πρόκειται περὶ ἀποφάσεων πειθαρχικοῦ συμβουλίου. Ἔχομεν δὲ πάντες τὴν πεῖραν τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστικῶν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, αἵτινες ἐκδίδονται καθ’ ἑκάστην ἐπὶ ἀποφάσεων τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων, διότι ἔχομεν τὴν πεῖραν ὅτι ἕνεκα παραλείψεως ἐλαχίστων διατυπώσεων ἐπανῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μετὰ τὸν πόλεμον πλεῖστοι.
§328Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες.
§329Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Καὶ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους δὲν ἠθέλησεν ἡ ὑπηρεσία νὰ κατατάξῃ καὶ πάλιν ἐλάμβανον τοὺς μισθοὺς αὐτῶν. Ἤδη σήμερον, ἂν ἡ διαγραφὴ τῆς φράσεως ταύτης, ὅτι οὐδεμία ἀπαιτεῖται αἰτιολογία κλπ., ἐγένετο διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπεται ἔκδοσις ἀποφάσεως ἄνευ αἰτιολογίας, τοῦτο ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον γίνεται ἡ διαγραφὴ τῆς φράσεως ταύτης, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ὡρισμένη αἰτιολογία, ἕπεται ἀντιθέτως ὅτι ἀπαιτεῖται πλέον αἰτιολογία τῆς ἀποφάσεως. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ ἑρμηνευτικῶς, θὰ εἶναι ὀρθότερον καὶ πρακτικώτερον ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σταθμήσῃ ὡρισμένως· θέλει ἢ δὲν θέλει αἰτιολογίαν; Ἡ Βουλὴ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ ἔλλειψις αἰτιολογίας, ὀφείλει νὰ κηρύξῃ τοῦτο σαφῶς, διὰ νὰ καθοδηγηθῶσι τὰ δικαστήρια κατόπιν· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ ἔλλειψις αἰτιολογίας, ὀφείλει κατὰ μείζονα λόγον ν’ ἀναγραφῇ τὸ ᾐτιολογημένον τῆς ἀποφάσεως ἐν τῷ νόμῳ, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ πέσωσι—καὶ δικαίως κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην—σήμερον αἱ κεφαλαί, ἀλλὰ θὰ ἐγείρωσι τὸν οἶκτον μετὰ πάροδον ἑνὸς μηνός; καὶ τότε οἱ δικασταὶ οἵτινες θὰ κρίνωσι τὰς ἀποφάσεις τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων θὰ ἐπιζητῶσι νὰ εὕρωσι τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἀποφάσεων καὶ τότε τὸ Δημόσιον θὰ πληρώνῃ μισθοὺς οὕς δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνῃ. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὀρθότερον ἵνα ὁ νόμος γίνῃ σαφὴς καὶ μὴ παραπέμπωμεν τοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀναζητῶσιν ἐκ τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν προδικάζω γνώμην ἂν πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη ἡ ἀπόφασις ἢ μὴ ᾐτιολογημένη, ἀλλὰ ζητῶ νὰ γίνῃ ὁ νόμος κατὰ τρόπον καθ’ ὃν δὲν θὰ προκαλέσῃ δίκας.
§330Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Τὸ Σύνταγμα ἐν κεφαλαίῳ «περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας» καὶ ἐν ἄρθρῳ 93ῳ λέγει· «Πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη καὶ ν’ ἀπαγγέλληται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει». Αἱ λέξεις «ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει» διαδηλοῦσιν ὅτι πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῶν Δικαστηρίων. Ἑπομένως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἐπιθυμεῖ αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τούτου νὰ ὦσιν ᾐτιολογημέναι ἢ νὰ μὴ ὦσιν ᾐτιολογημέναι. Τοῦτο εἶναι βεβαίως δικαίωμα τῆς Βουλῆς· ἐγὼ δὲν ἐκφέρω γνώμην. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο, νομοθετοῦσα. Διατί; Διότι πρέπει νὰ γνωσθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Τί θέλει ἡ Βουλή; Ἐπιθυμεῖ ἄνευ αἰτιολογίας νὰ δικάζωνται οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατεύματι; Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ἄνευ αἰτιολογίας, ἄνευ ἀπολογίας, νὰ δικάζωνται οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατεύματι καὶ οἵτινες, πρὶν ἢ καταδικασθῶσιν, ἔχουσι πάντα τὰ δικαιώματα καὶ πάντα τοὺς τίτλους νὰ θεωρῶνται ἔντιμοι ἄνθρωποι καὶ ἱκανῶς καὶ εὐόρκως ὑπηρετήσαντες; Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρασύρῃ ἡμᾶς τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ ῥητῶς περὶ ἀποφάσεως τῶν Δικαστηρίων. Τοῦτο δ’ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν τελευταίων λέξεων τοῦ ἄρθρου τοῦ σχετικοῦ, ὅπερ λέγει ὅτι ἡ ἀπόφασις πρέπει ν’ ἀπαγγέλληται ἐν «δημοσίᾳ συνεδριάσει». Ἐγὼ βεβαίως δὲν προβάλλω πρότασιν, διότι καθ’ ὅλην ταύτην τὴν Σύνοδον ὡς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δὲν ἠθέλησα, δι’ οὓς λόγους ἔχω, ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ἥν, ἐπαναλέγω, δὲν προβάλλω ὡς πρότασιν, ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν Κράτη μὴ ἔχοντα τὸ ἱστορικὸν παρελθὸν καὶ τὸν ἐνεστῶτα πολιτισμὸν τῆς Ἑλλάδος προσέχουσιν ὅπως μὴ παραβαίνωσιν ἀϊδίους τινὰς καὶ μεγάλας ἀρχάς, ὧν δυνάμει πρέπει νὰ διοικῶνται οἱ λαοὶ καὶ τὰ Κράτη, δὲν νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶναι συνετὸν καὶ ὀρθὸν καὶ πρέπον κατὰ τοιαύτην ἐποχὴν φώτων καὶ ἐλευθερίας καὶ ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, τηρουμένων μάλιστα ὑπὸ λαῶν μὴ ἐχόντων οὔτε τὸ ἱστορικὸν παρελθὸν οὔτε τὸ ἐνεστὼς τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα καὶ νὰ παραχωρήσωμεν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν τοιοῦτον αὐθαίρετον δικαίωμα, ὅσῳ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι αὕτη ἔσται σοβαρὰ καὶ δικαία, περὶ οὗ ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν. Διὰ τοῦτο, ἐὰν προέκειτο ἐγὼ νὰ λύσω τὸ ζήτημα, ἤθελον ἐπιμείνει, ὅπως αἱ ἀποφάσεις ὦσιν ᾐτιολογημέναι· ἤθελον μάλιστα προσθέσει ὅτι ἔπρεπε καὶ ν’ ἀκούηται ἡ ἀπολογία τῶν μελλόντων νὰ δικασθῶσι, διότι ἤθελεν εἶναι πρωτοφανὲς ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ φώτων καὶ δικαιοσύνης καὶ ἐλευθερίας νὰ δεχθῇ τις ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν τόσῳ προχείρως παρ’ οἱουδήποτε, καὶ παρ’ αὐτῶν ἀκόμη τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων, οἵτινες ἐδίκαζον τὴν νύκτα μετὰ κεκλεισμένων οὕτως εἰπεῖν ὀφθαλμῶν, ἵνα μὴ τυχὸν ἐπηρεάζωνται ὑπὸ τῆς μορφῆς τῶν κατηγορουμένων, νὰ δικάζωνται ἀναπολόγητοι ἄνδρες ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατεύματι ἴσως ἐπὶ πολλὰ ἔτη, περὶ ὧν δὲ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀποφάσεων δὲν εἶναι βέβαιον ἂν ἦσαν αὐτοὶ ἀνάξιοι νὰ φέρωσι τὰς ἐπωμίδας καὶ τὰ σήματα τοῦ στρατοῦ. Ἀδικαιολογήτως λοιπὸν αὐτοὶ πρέπει νὰ πετῶνται εἰς τοὺς δρόμους;
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4.
§332Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.
§333Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν δύο συναδέλφων σχετικῶς πρὸς τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεδέχθη. Ἀνέγνωσαν τὸ Σύνταγμα ὡς νὰ ἦτο νέον τι καὶ μᾶς εἶπον ὅτι τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ ἀποφάσεων, καὶ περὶ ἀποφάσεων δικαστικῶν. Τίς εἶναι ὁ ὁρισμὸς τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστικῶν, παρακαλῶ; Ἀπόφασις εἶναι πᾶσα πρᾶξις δικαστηρίου, εἴτε πειθαρχικοῦ εἴτε ποινικοῦ εἴτε πολιτικοῦ, ἥτις συνεπάγεται ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον ἢ τὴν περιουσίαν τοῦ ἀτόμου. Ἐνταῦθα ἔχομεν πράγματι πειθαρχικὸν Συμβούλιον, πειθαρχικὸν Δικαστήριον, στηριζόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 100 τοῦ Συντάγματος. Διατί θὰ θεωρήσωμεν ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 93 τοῦ Συντάγματος; Καὶ ἡ παράδοξος αὕτη ἑρμηνεία, ἥτις διετυπώθη ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς γενομένης ἀποδεκτῆς παρατηρήσεώς μου, ἀποβαίνει ἀκόμη παραδοξοτέρα, ὅτε ἐπικαλοῦνται ὑπὲρ αὐτῆς τὴν δευτέραν ἐπιταγὴν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ὅπως ἀποδείξωσιν ὅτι τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιστάμενον Συμβούλιον δὲν θὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις καὶ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀπόφασις δικαστηρίου, ἀπόφασις ποινικὴ ἢ πολιτική, ὅπως ὑπόκειται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς αἰτιολογίας. Πᾶσα ἀπόφασις, λέγει τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη καὶ πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ ἐκδίδηται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Καὶ τοῦτο θὰ γίνῃ καὶ διὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ πειθαρχικοῦ Συμβουλίου τοῦ νῦν καθισταμένου. Ἀλλ’ ὁ ἕτερος τῶν προλαλησάντων ἐζήτησεν ὅπως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ Συντάγματι ἐπαναληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ. Πρὸς τίνα σκοπόν; Τάχα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κληθῶσι νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν νομοθετικὴν ταύτην πρᾶξιν, ἥτις μετ’ ὀλίγον θὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, δὲν θὰ γνωρίζωσι τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν σχετικὴν διάταξιν αὐτοῦ; Καὶ ἐν πάσῃ πράξει νομοθετικῇ πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις; Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο περιττολογία ἐντελῶς ἄσκοπος. Οὔτε φοβοῦμαι ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἵτινες θὰ κληθῶσι νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον τοῦτον θὰ παρίδωσι τὰς συζητήσεις αἵτινες θέλουσι καταλήξει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον θὰ κυρωθῇ κατόπιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ θὰ δημοσιευθῇ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεψα ἦτο τὸ ν’ ἀποφύγωμεν νὰ ψηφίσωμεν νομοθετικὴν πρᾶξιν ἥτις θὰ ἐφαίνετο ὡς εὑρισκομένη εἰς ἀντίφασιν πρὸς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ πειθαρχικοῦ Συμβουλίου δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐπαχθῆ ἀποτελέσματα δι’ ὡρισμένους βαθμοφόρους οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν θὰ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως πειθαρχικῆς, ἡ δὲ πειθαρχικὴ ἀπόφασις πρέπει νὰ καταρτισθῇ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἑπομένως πρέπει νὰ ᾖ ᾐτιολογημένη καὶ πρέπει νὰ δημοσιεύηται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει.
§334Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ἔθεσα τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ προφυλάξω τὸ Δημόσιον ἀπὸ ἀποζημιώσεις. Οὐδεμία δὲ ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ Δημόσιον, καὶ ἐὰν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, θέλει ὑποστῆ τὸν κίνδυνον τῶν ἀποζημιώσεων τῶν δικαστικῶν. Ἡ γνώμη ὅτι πᾶσα ἀπόφασις δέον νὰ ᾖ ᾐτιολογημένη, δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ πραγματικὴ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος. Περὶ τούτου πᾶς τις δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ἰδίαν· ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι περὶ αἰτιολογίας τῶν ἀποφάσεων ἀναφέρεται ἐν τῷ εἰδικῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὁμιλεῖ δὲ περὶ ἀποφάσεων δικαστηρίων, τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι δικαστήρια, διότι δικαστήρια δύο τινὰ ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα, τὰ ποινικὰ καὶ τὰ πολιτικῆς φύσεως, τὰ ἀπονέμοντα τὴν ἀστικὴν δικαιοσύνην. Δικαστήρια πειθαρχικὰ δὲν ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα οὔτε ἀναγράφει· ταῦτα εἶναι ἁπλαῖ ἐπιτροπαὶ πειθαρχικαί. Ἄν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ἐπεκτείνωμεν εἰς τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια, θὰ γεννήσωμεν ἀφορμὰς ἀποζημιώσεων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Ἔχομεν δὲ καὶ ἕτερον νόμον τὸν δρῶντα τὸ ναυτικόν, τὸν ͵ΓΥΙΖʹ, ὅστις, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, δὲν ἐπιβάλλει ᾐτιολογημένην ἀπόφασιν. Ἄν λοιπὸν σήμερον δώσητε ταύτην τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ Σύνταγμα αἰτιολογία, τότε πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι ἄκυροι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ καθορισθῇ, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ ἀμφισβήτησις, ὅτι πρέπει νὰ ὦσιν ᾐτιολογημέναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, διότι οὕτω φρονεῖ ὡς ἀναγκαῖον ἡ Βουλή, οὐχὶ δὲ διότι τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ συνταγματικὴ διάταξις. Δὲν βλέπω διατί νὰ ὀρρωδῶμεν πρὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ ν’ ἀναγράψωμεν τὸ τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἶναι περιττόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιβλαβές, ἐνῷ ἡ ἔλλειψις τῆς περιττολογίας ταύτης δύναται νὰ ἐκθέσῃ τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις.
§335Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἀναγραφομένη ἡ διάταξις αὕτη, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. ἐκ Βάλτου Βουλευτής, οὐδεμίαν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν, διότι, ἂν ἡ ἔννοια τῆς συνταγματικῆς διατάξεως εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω κατὰ τί ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου θέλει ἐμποδίσει τὰ Δικαστήρια νὰ θεωρήσωσιν ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶναι ἄκυρος, καθὸ ἀντισυνταγματική. Ἄν τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλῃ τὴν αἰτιολογίαν τῆς ἀποφάσεως, δύνασθε ἐν τῷ νόμῳ ν’ ἀναγράψητε ὅσον θέλετε ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται αἰτιολογία· ἡ ἀπόφασις εἶναι ἄκυρος καὶ ἑπομένως τίς εἶναι ὁ σκοπὸς ὁ πρακτικὸς τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως; Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ στενὴ ἑρμηνεία τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἐκ τοῦ ὅτι ἀναγράφεται ἡ διάταξις ἐν τῷ κεφαλαίῳ ὅπερ ἀνέφερε δὲν ἕπεται ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται εἰς πάσας τὰς ἀποφάσεις. Φρονῶ ὅτι οἱαδήποτε ἀπόφασις Δικαστηρίου—καὶ περὶ τούτου πρόκειται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ—πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη. Λοιπόν, ἂν πρόκειται ν’ ἀναγραφῇ ἡ διάταξις ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τὴν ὁποίαν δίδω ἐγὼ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ποία ἡ πρακτικὴ ὠφέλεια τῆς διατάξεως; Ὑποθέσατε ὅτι ἀναγράφομεν ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται αἰτιολογία καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια αὔριον δίδουσι τὴν ἑρμηνείαν ἣν δίδω ἐγὼ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· νομίζετε ὅτι ἡ ἀναγραφὴ αὕτη θὰ ἐμποδίσῃ τὰ δικαστήρια νὰ ἀκυρώσωσι τὴν ἀπόφασιν; Ὄχι· ὑπερισχύει τὸ Σύνταγμα. Λαμβάνω τὴν ἑτέραν ἑρμηνείαν. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν ὅτι ἡ διάταξις ἡ συνταγματικὴ ἔχει τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ὁ φίλος μου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· καὶ πάλιν λέγω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως, διότι τὸ δικαστήριον θὰ εἶναι ἐλεύθερον νὰ μὴ ἀναγράψῃ τὴν αἰτιολογίαν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἡ δοθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ διατείνομαι ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἀναγραφή, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι πρόκειται περὶ συνταγματικῆς διατάξεως ἐφαρμοζομένης εἰς πάσας ἐν γένει τὰς ἀποφάσεις καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ἢ ἡ μὴ ἀναγραφὴ αὐτῆς οὐδεμίαν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ.
§336Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίφασις τις μεταξὺ τῆς γνώμης ἣν διετύπωσαν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Ἀττικῆς καὶ Βάλτου ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν τοῦ θεσμοῦ τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ τῶν συμπερασμάτων αὐτῶν. Καὶ οἱ δύο ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἀποφαίνονται ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικαστηρίου. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρόκειται περὶ δικαστηρίου, ἐρειδομένου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ δὲ συνεφώνησαν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικαστηρίου ἀξιοῦσι νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοθετήματι ἡ διάταξις ἡ συνταγματική, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων.
§337Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο· ἐγὼ εἶπον νὰ ἐκφράσῃ σαφῶς ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της, τί θέλει.
§338Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑμεῖς λέγετε ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα κατὰ πόσον πρόκειται περὶ δικαστηρίου ἢ ὄχι, ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ὑπερέβαλεν ὑμᾶς καὶ ἐδέχθη ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικαστηρίου. Τότε πρὸς τί ἡ αἴτησις ὑμῶν, ὅπως περιληφθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου, ὅτε τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 93 τοῦ Συντάγματος; Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν εἶναι τὸ ἑξῆς· ἡ παρατήρησις ἣν εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέχει μίαν ἐπιπλέον ἐγγύησιν. Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι θέλουσι ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν ἐγγύησιν ταύτην μόνον καὶ μόνον ἐκ πείσματος καὶ ἐκ πνεύματος ἀντιλογίας.
§339Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκ πείσματος οὐδέποτε συνήθισα νὰ ὁμιλῶ.
§340Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον ὅταν εὑρίσκησθε ἀπέναντι μιᾶς δυνάμεως ὑπερτέρας.
§341Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδέποτε συνήθισα νὰ κάμπτωμαι πρὸ δυνάμεως ὑπερτέρας, ἀλλὰ μόνον πρὸ τῶν δυνάμεων τῶν ἀσθενεστέρων, πάντοτε δὲ ἀπέναντι τῶν ἰσχυροτέρων συνήθισα νὰ ἔχω τὴν γνώμην μου ἀντιμέτωπον καὶ ἀπέδειξα τοῦτο ὅτε αἱ ὑπέρτεραι δυνάμεις ἴσχυον πραγματικῶς. Συνηθίζω ὅμως νὰ εἶμαι ἀκριβὴς ἐν τῇ διατυπώσει τῆς γνώμης μου, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον, ὅτι δὲν θέλω νὰ θίξω τὴν οὐσίαν, ἐπιμαρτύρομαι δὲ πάντας τοὺς συναδέλφους. Ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ὁμιλῶν εἶπε τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς οὐσίας· ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐπιφυλάσσομαι ἵνα καθ’ ἣν περίπτωσιν γίνῃ ἡ συζήτησις περὶ αὐτῆς τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατυπώσω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω, ἂν πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη ἡ ἀπόφασις ἢ ὄχι. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ταῦτα εἶπον νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ μὲ κατηγορήσῃ τις ὅτι ἐκ πείσματος θέλω ν’ ἀναγράψω οἱανδήποτε διάταξιν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὑτῆς σαφῶς. Ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι ὀφείλει νὰ εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀπόφασις, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ τὸ ἀναγράψῃ ἐν τῷ νόμῳ· ἂν ὄχι, ὀφείλει ἐπίσης νὰ τὸ ἀναγράψῃ. Ταῦτα εἶπον, διότι αἱ Βουλαὶ νομοθετοῦσαι ὀφείλουσι νὰ ἐκφράζωνται ῥητῶς. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὰ διλήμματα τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ κ. Θεοτόκης, θέλων νὰ λύσω καὶ νὰ τερματίσω τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως καταντᾷ ἀνιαρά, λέγω ὅτι ἀναμφισβητήτως, ἐὰν τὸ δικαστήριον τὸ πολιτικὸν σχηματίσῃ τὴν γνώμην ὅτι ὑπὸ τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικὴν ὑπάγονται τὰ Πειθαρχικὰ Συμβούλια, ὅτι δηλαδὴ τὰ Πειθαρχικὰ Συμβούλια, εἴτε εἶναι δικαστήρια εἴτε δὲν εἶναι, ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν περὶ αἰτιολογίας τῶν ἀποφάσεων, ἐάν, λέγω, ἡ Δικαιοσύνη ἡ πολιτικὴ λύσῃ οὕτω τὸ ζήτημα καὶ ἑρμηνεύσῃ τὸ θέμα οὕτω, τότε, εἴτε ὑπάρχει εἴτε δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Τοῦτο δὲν ἀμφισβητεῖται. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἀντίθετον, ἐὰν τὰ δικαστήρια εἴπωσιν ὅτι τὰ Πειθαρχικὰ Συμβούλια δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ὅτι εἶναι ἐπιτροπαὶ καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις περὶ δικαστηρίων. Ἐάν, λέγω, τὰ δικαστήρια τὰ πολιτικὰ ἀποφανθῶσιν οὕτως, ὅτι τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον τὸ συνιστώμενον ἐξέρχεται ἐντελῶς τῶν διατάξεων αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὰ δικαστήρια, τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα πῶς θέλει θεωρηθῇ ἡ ἔλλειψις ὑποχρεωτικῆς αἰτιολογικῆς ἀποφάσεως. Δὲν θέλει θεωρηθῇ ὑπὲρ τοῦ ἀξιωματικοῦ ὁ ὁποῖος θ’ ἀποπεμφθῇ; Διότι θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ νόμῳ κενόν, τὸ ὁποῖον παρήχθη μετ’ ἀφαίρεσιν τῆς διατάξεως περὶ ἀναιτιολογήτου τῶν ἀποφάσεων. Ὅταν δὲ ἡ Βουλὴ διαγράψῃ τὴν διάταξιν ταύτην οὐχὶ διὰ λόγους συνταγματικούς, τότε θέλει γεννήσει κενὸν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὁποιαδήποτε ἑρμηνεία θὰ εἶναι ἐπιζημία, διότι, ἐὰν τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἐκδώσῃ ἀναιτιολόγητον ἀπόφασιν, ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ βεβαίως θὰ εἶναι ἄκυρος. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι, διὰ ν’ ἀποφύγῃ εἰς τὸ μέλλον τὸ Δημόσιον τὰς ἀποζημιώσεις, εἶναι ὀρθότερον νὰ ἐκφρασθῇ σαφῶς ἡ Βουλὴ ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αἰτιολογία ἢ ὄχι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Φρονῶ ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ ὡρισμένην γνώμην, διότι ἄλλως θὰ γεννήσῃ κινδύνους. Ἀφοῦ ἐφορτώσαμεν συντάξεις εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, χάριν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ στρατοῦ, τῶν ὑπερβάντων τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καθ’ ὃ δὲν δύνανται οὗτοι νὰ ὑπηρετήσωσι λόγῳ σωματικῆς καχεξίας, θὰ φορτώσωμεν πλὴν τῶν συντάξεων καὶ μισθοὺς ὁλοκλήρους εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Δημοσίου, χάριν τῶν ἀποφάσεων τῶν Πειθαρχικῶν Συμβουλίων. Θὰ κηρυχθῶσι διὰ τούτων ὄχι ὡς ἀνίκανοι, ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὅρων τοῦ ἐντίμως συμβιοῦν μετὰ τῶν συναδέλφων των πολλοὶ ἀξιωματικοί. Ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων ἀτόμων, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κινδυνεύσωμεν νὰ ῥίψωμεν τόσας ἀποζημιώσεις εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ πάθημα θὰ εἶναι διπλοῦν καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ γίνῃ μία διασάφησις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν μελλούσας δαπάνας ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, διότι ὅσοι ἀναμιγνυόμεθα εἰς τὰ δικαστήρια γνωρίζομεν μετὰ πόσης ἐπιεικείας φέρονται τὰ δικαστήρια πρὸς ἐκείνους οἵτινες ἀποπέμπονται ὑπὸ τῶν Πειθαρχικῶν Συμβουλίων. Ὅτε λοιπὸν ἔχομεν δεδομένον ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ στάσις τῶν δικαστηρίων νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ μίαν γνώμην σαφῆ, διὰ νὰ μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν καὶ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὸ μέλλον. Νομίζω ὅτι τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγω δὲν εἶναι πεῖσμα.
§342Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἴπατε τὴν γνώμην σας.
§343Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἐφ’ ὅσον δὲν συζητοῦμεν τὴν οὐσίαν. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της.
§344Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ προσθέσω δύο λέξεις, διὰ νὰ καθησυχάσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ θεσμοῦ τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, διότι ἠκούσθη ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἐντελῶς συνταγματικὸς καὶ ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει· «Τὰ περὶ Στρατοδικείου, Ναυτοδικείου, πειρατείας καὶ ναυταπάτης κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων». Πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «Περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας», τὸ ὁποῖον ἐν ἄρθρῳ 87 λέγει· «Ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸν νόμον». Καταλήγει δὲ μὲ τὸ ἄρθρον 97, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, λέγει· «Τὰ περὶ Στρατοδικείου, Ναυτοδικείου, πειρατείας καὶ ναυταπάτης κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων». Ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι ἐκτὸς τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηρίζηται οἱαδήποτε ἀπόφασις ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ Στρατοδικεῖα καὶ τὰ Ναυτοδικεῖα, ὁ νόμος ἔρχεται νὰ κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας. Οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 97 καὶ 100 τοῦ Συντάγματος ἀφορῶσιν εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια καὶ ὄχι εἰς τὰ πειθαρχικά, διότι τότε πᾶσαι αἱ πειθαρχικαὶ ἀποφάσεις αἱ ἐκδοθεῖσαι ἀπὸ καταβολῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος μέχρι σήμερον ἤθελον εἶναι ἄκυροι.
§345Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Προβλέπει ἄλλο ἄρθρον.
§346Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Προβλέπει τὸ ἄρθρον 100.
§347Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὁποῖον ἄρθρον 100 λέγει: «Μόνον ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσῃ οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ, τῶν τιμῶν καὶ τῶν συντάξεών των». Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου λοιπὸν στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς θεσμὸς ἀντισυνταγματικός, διότι συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 97 καὶ 100 τοῦ Συντάγματος καθίσταται τὸ Συμβούλιον τοῦτο. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀναμφισβητήτως ἔχει τὰ καθήκοντα τοῦ Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου. Ἐκδίδει μίαν ἀπόφασιν· τίς ἔσται αὕτη; Θὰ εἶναι ἀπόφασις οἵαν ὁρίζει τὸ νομοθέτημα καὶ τὸ ἄρθρον 100, τὸ ὁποῖον λέγει· «Μόνον ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσῃ οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ, τῶν τιμῶν καὶ τῶν συντάξεών των». Καὶ εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα δύναται νὰ καταλήξῃ ὡς πρὸς ὡρισμένους βαθμοφόρους ὁ θεσμὸς αὐτὸς καὶ οἱ λειτουργοὶ τοῦ θεσμοῦ τὸν ὁποῖον καθιστῶμεν σήμερον. Ἔχομεν λοιπὸν πραγματικὸν θεσμὸν δικαστικὸν ἀφορῶντα μόνον εἰς τὸν βαθμόν, τὸν μισθὸν καὶ τὰς τιμὰς τῶν ἀξιωματικῶν. Ἑπομένως θὰ πρόκειται περὶ ἀποφάσεων Δικαστικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχομεν δ’ ἀνάγκην νὰ εἴπωμέν τι περὶ τούτου, ὅπως ἐκδηλώσῃ ἡ Βουλὴ μετὰ θάρρους τὴν γνώμην της, διότι ἡ Βουλή, δεχθεῖσα τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διετύπωσε σαφῶς καὶ ὡρισμένως τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ὅτι πρέπει ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη.
§348Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅσα ἐλέχθησαν ἀκριβῶς ἀποδεικνύουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκδηλώσεως οἱασδήποτε γνώμης, ἀλλὰ σαφοῦς γνώμης. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ αὑτῶν ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζῃ ἀκριβῶς καθιστᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς σαφηνείας τοῦ νόμου. Περὶ τίνος πρόκειται ἐνταῦθα; Περὶ δικαστηρίων ποινικῶν στερούντων τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας; Ὄχι βεβαίως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁρίζει διαδικασίαν καθ’ ἣν θὰ στερηθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ βαθμοῦ αὑτῶν. Περὶ τούτου πρόκειται. Πρόκειται λοιπὸν περὶ Πειθαρχικῶν Συμβουλίων τὰ ὁποῖα δέον νὰ καταρτισθῶσι συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ προνοουμένου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἀκριβῶς δ’ ἐγὼ ἐζήτησα ἵνα ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ὁρισθῇ ἂν πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη ἢ ὄχι ἡ ἀπόφασις, διότι κατόπιν τῆς γενομένης συζητήσεως θέλομεν προέλθει εἰς ἀσάφειαν μείζονα. Ἐὰν μείνῃ ἀσαφής, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διάταξις αὕτη, ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ μέλλον, μετὰ δύο ἔτη, καὶ θὰ ἔχωμεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, τότε θὰ ἐπιρρίπτωνται τὰ βάρη πλέον οὐχὶ εἰς τὴν ἀσάφειαν αὐτήν, ἀλλ’ εἰς τὰ Πειθαρχικὰ Συμβούλια καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν.
§349Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἀρέσκομαι εἰς διλήμματα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι αὐτὸς ἀρέσκεται εἰς σοφίσματα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τὸ σπουδαιότατον τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξε περὶ τοῦ κινδύνου ὃν θὰ διατρέξῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς μὴ παρεμβολῆς τῆς φράσεως ἐκείνης νομίζω ὅτι δὲν μᾶς φέρει εἰς τοῦτο, διότι ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ ὑπῆρχεν ἡ φράσις αὐτή, συνεπείᾳ δὲ τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀφῃρέθη ἡ φράσις αὕτη. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται ν’ ἀρυσθῇ τις ἐπιχείρημα, θὰ τὸ ἀρυσθῇ ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης· τῆς αἰτιολογίας.
§350Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐκτελεσθῇ, τί θὰ γίνῃ;
§351Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ. Ἡμεῖς δεχόμεθα ὅτι δυνάμει τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἡ αἰτιολογία ἐπιβάλλεται· ὑμεῖς δέχεσθε ὅτι, καὶ ἂν τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπῄτει τὴν αἰτιολογίαν, αὕτη πρέπει νὰ τεθῇ. Ἐγὼ λέγω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκύψῃ, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βάλτου συναδέλφου, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ γενόμεναι ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν διὰ τοὺς ἑρμηνευτὰς τοῦ νόμου, εἶναι ὅτι ἀπαιτεῖται δικαιολογία, διότι ἀφῃρέθη ἡ φράσις ἡ ὁποία λέγει ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται αἰτιολογία. Ἑπομένως δὲν βλέπω ἀσάφειαν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου θέλει ἀναγνωρίσει ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι δίλημμα, ἀλλ’ ἀπόδειξιν τοῦ νὰ μὴ ἀναγραφῇ νέα διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§352Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἴδητε τὰ ἀποτελέσματα μετὰ δύο ἔτη.
§353Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἐξ ὅσων ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ ἐκ τῆς συζητήσεως φαίνεται ἡ Βουλὴ καταλήγουσα εἰς τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἔδωκαν. Τότε γεννᾶται ἡ ἑξῆς ἀπορία εἰς ἐμέ, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ διασαφηνίσῃ· ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε καθιερωθῇ τὸ σύστημα τῆς αἰτιολογίας, ἐρωτῶ, τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν θὰ στηρίζηται ἐπὶ ὁμοίων γεγονότων καὶ τὰ γεγονότα δὲν θὰ στηρίζωνται ἐπὶ ἀποδείξεων καὶ αἱ ἀποδείξεις δὲν θὰ χρειάζωνται χρόνον περισσότερον; Διότι δύναται ἡ αἰτιολογία νὰ εἶναι ἀόριστος καὶ ἔπειτα τὸ Ἀναθεωρητικὸν δικαστήριον νὰ φέρῃ ἀκύρωσιν ἢ ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀρκούντως σοβαρὸν ὥστε νὰ διατρίψῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ πολύ, διότι, ἐὰν διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον ὥστε τὸ Δημόσιον μετ’ ὀλίγους μῆνας ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ πληρώσῃ μισθοὺς ἁδρούς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο ἔργον φρονήσεως καὶ μάλιστα εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Ἐγὼ ἤθελον συζητήσει ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ τοιαύτη ἑρμηνεία διδομένη, τὰ δὲ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι αὐτά, θὰ εἶναι ἀποτελέσματα παρόμοια ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσιν ἀποφάσεις ἐντελῶς ἀναιτιολόγητοι, διότι αἱ αἰτιολογίαι πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ ὡρισμένων γεγονότων, τὰ ὁποῖα μία ἀνάκρισις τακτικὴ θέλει ὑποβάλει.
§354Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι δυνάμει νόμου. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει αἰτιολογία. Κρίνεται ὁ ἀξιωματικὸς καὶ τίθεται εἰς ἀπόταξιν διὰ διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἀξίωμά του, ἐπαναλαμβάνω, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιολογίας. Ἐὰν θέλητε νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη αἰτιολογία, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶ.
§355Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, διότι ἡ δήλωσίς σας περὶ ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας εἶναι ἀκριβῶς δήλωσις ὅτι δὲν χρήζει τοιαύτης τροπολογίας.
§356Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ νὰ σημειωθῇ «διευθυντοῦ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τῆς καταργηθείσης».
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§358ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν, καί, ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ, νὰ συνέλθωμεν αὔριον πρὸ μεσημβρίας διὰ τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ συζητήσωμεν τὰ ἀναβληθέντα καί τινα ἄλλα νομοσχέδια.
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συνέλθωμεν αὔριον τῇ 10ῃ πρωινῇ;
§360ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.).