1910.03.05
3,029 rows · 22,158 words · 340 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
τῆς 5 Μαρτίου 1910.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ν. Τσαμαδοῦ.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 11 π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 93.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ θ’ ἀναγνωσθῶσι βραδύτερον. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ πρόεδρος τοῦ συνδέσμου τῶν δημοδιδασκάλων Μαγνησίας παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ τὰ ὑποβληθέντα ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια· Ἡ ἀλληλοβοηθητικὴ ἀδελφότης τῶν τυπογράφων ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τῆς ἀνάγκης συμπληρώσεως αὐτοῦ· Οἱ δημοδιδάσκαλοι τῆς Ἠλείας παρακαλοῦσι νὰ ψηφισθῶσι τὰ ὑποβληθέντα ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια· Ὁ Παμβοιωτικὸς Σύλλογος τῶν δημοδιδασκάλων παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· Ὁ κ. Π. Φίλιππας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν προξενικῶν νόμων»· Ὁ κ. Ἀ. Γαρουφαλλιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 2, ἐδ. ϛʹ, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων τοῦ Κράτους τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καταρτισθέντος»· (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 288–289). Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ὑπέβαλον ψήφισμα εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ συμμορφούμενος πρὸς τὸν Κανονισμὸν δὲν ἀπεδέχθην ν’ ἀναγνώσω, καθόσον περιέχει ὑβριστικὰς φράσεις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§2Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§3ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀρθῶς ἐπράξατε, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀλλαχοῦ τίνα καθήκοντα ἔχουσιν αἱ ἁρμόδιαι Ἀρχαὶ νὰ ἐκτελέσωσιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ ἀποστείλω εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§5ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἰς προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Γαρουφαλλιᾶς ὑπέβαλε παράπονα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ἀπάντησις ἔχει κατατεθῆ ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Διεκπαιραιώσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἀποδείξει ἀπὸ τῆς 18 Φεβρουαρίου. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν κ. Φλέσσας ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους τοῦ Ἁγίου Φλώρου. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρέχω σημειώσεις τινὰς πρὸς γνῶσιν αὐτοῦ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀναστασίου. Ἀπών. Ὁ κ. Μιαούλης. Ἀπών. Ὁ κ. Καρπετόπουλος.
§7Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰδικώτεροι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι βεβαίως οἱ κύριοι Ἀναστασίου καὶ Μιαούλης, οἵτινες ὅμως ἀπουσιάζουσιν. Ἐγὼ ὅμως ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω καὶ ταύτας ἵνα ποιήσωμαι σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις καὶ αὐτὸς ἀπουσιάζει. Ἐκ περιτροπῆς αἱ Κυβερνήσεις ὑπεσχέθησαν ὅτι θὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον δίκαιον εἶναι νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι εἶναι ἐγκαταλελειμμένον τελείως, ὅταν δὲ ἐγκαταλείπωμεν τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν ἡμῶν, ἐγκαταλείπομεν τὴν μεγαλυτέραν πλουτοπαραγωγὸν πηγὴν τῆς χώρας. Δὲν εἶναι τῆς ὥρας νὰ ἐξετάσω τί θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφεληθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐφιστῶσα περισσότερον τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῆς μεγάλης αὐτῆς ἐργασίας. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ θελήσῃ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπάρχουσαν ἑτοίμην νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἐμποροπλοιάρχων καὶ τῶν πληρωμάτων τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ ἐν γένει. Διότι πρέπει νὰ γνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἰσχύει διὰ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν ἡμῶν ἡ νομοθεσία τοῦ 1836. Ἔκτοτε πολλὰς ἠκούσαμεν ἐπαγγελίας ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ὅτι πρὸ παντὸς αὐταὶ θὰ προνοήσωσι περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐφιλοδόξει ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν νὰ προσκομίσῃ σχετικὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Δὲν ἠξεύρω ὅμως πῶς κατωρθώθη ἡ ἐξαγγελθεῖσα καὶ ὑποσχεθεῖσα ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν ἐργασία νὰ μὴ προσκομισθῇ. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ φέρῃ ταύτην.
§8ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ὑποβάλλονται σήμερον τὰ σχετικὰ νομοσχέδια.
§9Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι εὐτύχημα.
§10ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ ταύτην καὶ ἐγὼ ἐφρόντισα. Ὑπάρχει ἑτοίμη ἐργασία ἐν εἴδει κώδικος, ἥτις ἐλπίζω ὅτι θὰ κατατεθῇ, ὅπως δυνηθῶμεν, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ ψηφίσωμεν καὶ ταύτην, ὅπως ἐψηφίσαμεν τροποποιήσεις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ἄνευ συζητήσεως. Ἐὰν ἡ ἐργασία αὕτη κατατεθῇ καὶ ἡ Βουλὴ δυνηθῇ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοιούτου θέματος, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θέλει θεωρήσει καθῆκον νὰ βοηθήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Δὲν εἶναι μόνον ἡ ναυτιλιακὴ ἡμῶν νομοθεσία ἥτις εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ ἡ νομοθεσία ἡ σχετικὴ πρὸς τὰς ἑταιρείας εὑρίσκεται εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον εἰς ὃ εὑρίσκετο ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1807 ἐψηφίσθη ὁ Γαλλικὸς κῶδιξ. Ταύτην τὴν νομοθεσίαν ἔχομεν, ἥτις ἀντὶ βοηθήματος ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν ἑταιρικῶν ἐργασιῶν εἶναι πρόσκομμα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἑταιρικῆς ὑποστάσεως ἐν Ἑλλάδι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Λαναρᾶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§12Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν δὲν νομίζω σκόπιμον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, φρονῶ ὅμως ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀφιερώσῃ ὀλίγας στιγμὰς ἐκ τῶν πολυτίμων, τὰς ὁποίας ὁμολογουμένως ἔχει, εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κλάδου τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον ἡ τάξις αὐτὴ ἔφθασε σήμερον νὰ εὑρίσκηται ἐν ἐξεγέρσει, ὥστε ν’ ἀπειλῆται διατάραξις τῆς τάξεως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐκ τῆς δικαίας ἀγανακτήσεως τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ μέχρι σήμερον δὲν ἐφρόντισε ν’ ἀποδώσῃ κάποιαν δικαιοσύνην. Κίνδυνος ὑπάρχει ἀπεργίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ ὀδυνηρὰς συνεπείας, διότι αἱ ἀπεργίαι εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἐπιφέρουσιν εἰς τὸ ἔθνος ζημίας μεγάλας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαναρᾶς ἐπὶ τῶν προσόντων διὰ τὰς ἐξετάσεις ἐπὶ προαγωγῇ τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§14Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πολλάκις ἠθέλησα ν’ ἀπασχολήσω ἐν ὀλίγοις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δυστυχῶς ὅμως ἀπουσιάζει καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ τὸ φέρω εἰς τὴν Βουλήν, διότι νομίζω ὅτι οἱ ἄλλοι κ. Ὑπουργοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀναρμόδιοι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανναβός. Ἀπών. Ὁ κ. Πολυγένης. Ἀπών. Ὁ κ. Δ. Κατσίνας περὶ ἀπαλλοτριώσεως κτήματος τοῦ Ἀλ. Κοκκώνη παρὰ τὸ Λυσσιατρεῖον.
§16Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δύο λέξεις θέλω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἠλεκτρικῶν τροχιοδρόμων ἀπεφασίσθη ἡ εὔρυνσις τῆς ὁδοῦ Πατησίων. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ἡ ὁδὸς Πατησίων εἶναι μία τῶν κυριωτέρων ἀρτηριῶν, μία τῶν σπουδαιοτέρων ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν ἡ ἄγουσα εἰς τὸ προάστειον τῶν Πατησίων. Κατὰ τὸν διακανονισμὸν καὶ τὴν διευθέτησιν τῆς ὁδοῦ ταύτης πάντες οἱ παρόδιοι εὐχαρίστως καὶ οἰκειοθελῶς παρεχώρησαν τὰ γήπεδα καὶ συνεμορφώθησαν πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, εἷς ὅμως ὀνόματι Ἀλέξανδρος Κοκκώνης ἔχων γήπεδον παρὰ τὸ Λυσσιατρεῖον ἔδειξε τοιαύτην δυστροπίαν, ὥστε νὰ προσπαθῇ νὰ ἐκβιάσῃ καὶ τὴν ἑταιρείαν τῶν τροχιοδρόμων καὶ τοὺς παροδίους καὶ τὸ Δημόσιον ζητῶν ὑπέρογκα ποσά, ὅπως ἀπαλλοτριώσῃ τὸ κτῆμά του, ὡς ἐκ τούτου δ’ ἠναγκάσθη ἡ ἑταιρεία τῶν τροχιοδρόμων νὰ παρακάμψῃ τὴν γραμμὴν πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, οὕτω πως δὲ ἡ κυριωτέρα ὁδὸς ἔχασε τὸ εὖρος αὐτῆς· ἔκτοτε τὰ πράγματα μένουσιν ἐν τῷ αὐτῷ σημείῳ. Ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη δι’ ἀλλεπαλλήλων νόμων νὰ φροντίσῃ ὅπως ἐξομαλύνῃ τὰ πράγματα καὶ ἐν ἀρχῇ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη, διότι εἶχε διατάξεις συνδεομένας πρὸς τὴν λεωφόρον Συγγροῦ, ἐπειδὴ δέ, ἂν ἐφηρμόζετο, τὸ Δημόσιον ἤθελεν ὑποστῆ ὑπερόγκους ἀποζημιώσεις, διὰ τοῦτο δὲν ἐφηρμόσθη. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε καὶ ἕτερον νόμον κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1909, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος οὗτος καὶ πάλιν δὲν ἐφηρμόσθη. Δὲν γνωρίζω τίνα μέσα ἐξασκεῖ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ τίνα ἐμπόδια ὑπάρχουσιν, ὥστε τὸ μέρος αὐτὸ νὰ μένῃ ἐν τῷ αὐτῷ σημείῳ, εἰς τρόπον ὥστε πάντες οἱ κάτοικοι τῶν Πατησίων ἔχουσι καταληφθῆ ὑπὸ ἀγανακτήσεως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, διὰ νὰ ἐξομαλυνθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§17ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν καὶ θὰ μεριμνήσω περὶ αὐτῆς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κατσίνας περὶ κανονισμοῦ συντάξεως τοῦ ἀρχιμουσικοῦ Ἰωσὴφ Καίσαρη.
§19Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀναβάλλω.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιτσάρας. Ἀπών. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Ι. Στεφανόπουλος περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Ἠλείᾳ καὶ ἰδίᾳ ἐν τῷ δήμῳ Πηνείων.
§21Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ ἀνησυχητικὰς διαστάσεις.
§22Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ν’ ἀντικαταστήσητε τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα· τοῦτο συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§23Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· ἐν τῷ δήμῳ Πηνείων ὑπάρχει κατάστασις τόσον ἔκρυθμος, ὥστε εἶναι ἀδύνατον, ἂν δὲν πολλαπλασιασθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων, νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις. Ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ διεπράχθη εἷς φόνος ἐκ μέρους τινὸς Παππαγιάννη, ὅστις κατήρτησε συμμορίαν καὶ ἀπειλεῖ τὴν ἐξόντωσιν ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας τοῦ φονευθέντος. Οἱ κάτοικοι μοὶ ἀπέστειλαν ἐπιστολάς, διὰ τῶν ὁποίων μὲ παρακαλοῦσιν, ὅπως συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν θερμῶς, ἵν’ ἀπευθύνῃ ἔγγραφον εἰς τὸν κ. διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅπως ἐνισχύσῃ τὴν Ἀστυνομίαν Πηνειίων πρὸς καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν τῆς συμμορίας αὐτῆς, ἥτις, ἐὰν μείνῃ ἀκαταδίωκτος, θὰ καταστῇ μάστιξ καὶ φόβητρον τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ ὅλης τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας· καὶ πρὸ παντὸς τώρα, ὅτε ἀρχίζει τὸ θέρος, ἂν μείνῃ ἡ συμμορία αὐτή, θὰ παράσχῃ πράγματα πολλὰ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ θὰ καταστῇ ὁμοία πρὸς τὴν συμμορίαν Τσουλῆ–Παππακυριτσοπούλου. Λέγω ταῦτα, ὅπως διὰ συντόνου ἐνεργείας προληφθῶσι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπερχόμενα μεγάλως θὰ βλάψωσι τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.
§24Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ φύγωσιν οἱ ὑπαξιωματικοί, διότι ἔχουσι γνωρισθῆ πολὺ μὲ τὸν τόπον. Εἶναι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Στεφανοπούλου.
§25Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· οἱ ὑπαξιωματικοὶ πάντοτε ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των· τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ὁπλιτῶν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος περὶ τῆς μισθώσεως οἰκίας ἐν Μεσολογγίῳ διὰ τὴν χρῆσιν Ἐλεγκτηρίου τῆς Γʹ Μεραρχίας.
§27Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν διὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ὅμως ἀπουσιάζει, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ τὴν διαβιβάσητε πρὸς αὐτόν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς πράγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε διακηρύξει δημοπρασίαν πρὸς ἐνοικίασιν Ἐλεγκτηρίου τῆς Γʹ Μεραρχίας. Ὅτε δ’ ἐνηργεῖτο ἡ δημοπρασία τὸ Ὑπουργεῖον συγχρόνως προέβη εἰς ἐνοικίασιν ἄλλης οἰκίας. Εἶναι πρᾶξις εὐθύνουσα τὸν πρώην Ὑπουργόν· ὑπεβλήθη ὅμως ἀναφορὰ ὑπὸ τοῦ ἀδικηθέντος καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὸ συμβάν, ἡ ὁποία θ’ ἀποβῇ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλέσσας περὶ τῆς γενικῆς καταστάσεως τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας.
§29Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, ἀλλὰ παραιτοῦμαι, διότι βλέπω ὅτι ἡ τάξις εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν κακὴν κατάστασιν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης.
§31Π. ΣΑΚΚΗΣ. Μοὶ διεβιβάσθησαν ἐπανειλημμένως παράπονα τῶν ἐν Ἀμερικῇ ἐγκατεστημένων Ἑλλήνων συμπολιτῶν μου καὶ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, συνεπείᾳ ἑνὸς συμβάντος ὑπὸ Ἕλληνος μετανάστου κατ’ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, οἱ ἐντόπιοι κάτοικοι τῆς Ὀχάχας ἐπετέθησαν κατὰ τῶν ἐκεῖ ἐγκατεστημένων Ἑλλήνων. Τί ἔπταισαν ὅμως οὗτοι διότι εἷς Ἕλλην ἐφόνευσεν ἀμυνόμενος μάλιστα ἕνα ἀστυφύλακα καὶ διατί νὰ ἐξεγερθῶσιν οἱ κάτοικοι κατ’ αὐτῶν καὶ νὰ καταστρέψωσι τὰ ἑλληνικὰ καταστήματα τὰ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ εὑρισκόμενα; Αἱ δὲ ζημίαι οἱ προξενηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ μαινομένου ἀμερικανικοῦ πλήθους εἶναι σημαντικαὶ ἀνερχόμεναι εἰς πολλὰς χιλιάδας δολλαρίων. Ὁ πρεσβευτὴς ἡμῶν ἐν Ἀμερικῇ ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ταύτης συνεπείᾳ τῶν παραπόνων τῶν παθόντων καὶ τῆς αἰτήσεως αὐτῶν περὶ ἀποζημιώσεως, δυστυχῶς ὅμως παρῆλθεν ἔτος ὁλόκληρον ἔκτοτε, καὶ οὐδεμία ἀπόφασις ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν ἐλήφθη, παραπονοῦνται δὲ οἱ ἐγκατεστημένοι ἐκεῖ Ἕλληνες παθόντες κατὰ τοῦ πρέσβεως ὡς δεικνύοντος ὀλιγωρίαν ὁμοιάζουσαν πρὸς τελείαν ἐγκατάλειψιν αὐτῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἐκφράζονται μάλιστα πολὺ πικρῶς καὶ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἐκεῖ πρέσβεως, διότι πρὸς τοὺς παρουσιασθέντας πρὸς αὐτὸν ἐκ τῶν παθόντων ἵνα παραπονεθῶσιν ἐφέρθη σκαιότατα. Ὁ πρεσβευτὴς κ. Κορομηλᾶς διακρίνεται διὰ τὴν εὐθύτητά του, ἀλλὰ διακρίνεται ἐπίσης καὶ διὰ τὴν νευρικότητά του καὶ πιθανῶς εἰς τὰ δίκαια παράπονα αὐτῶν, γενόμενα ὅμως ἐντονώτερα ἴσως τοῦ δέοντος, νὰ μὴ ἔδειξε τὴν δέουσαν ψυχραιμίαν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ὅτι οἱ Ἕλληνες οἱ παθόντες ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου τοιαύτας ζημίας, τὰς ὁποίας κατ’ ἀρχὴν ἀναγνώρισεν αὐτὴ ἡ Ἀμερικανὴ Κυβέρνησις, μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἀπεζημιώθησαν. Θὰ ἦτο δὲ ἄδικον νὰ καταστραφῶσι περιουσίαι ὁλόκληροι, αἱ ὁποῖαι μετὰ κόπων πολλῶν δεκάδων ἐτῶν ἀπεκτήθησαν. Ἑπομένως ὀφείλω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄμεσον μέριμναν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαναρᾶς περὶ ληπτέων μέτρων πρὸς καταδίωξιν τῆς ἀκρίδος.
§33Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν ὅτι μία τῶν μεγαλυτέρων πληγῶν ὑπὸ τῶν ὁποίων κατατρύχεται ἡ γεωργία εἶναι καὶ ἡ πληγὴ τῆς ἀκρίδος. Ὁλόκληρα ἑκατομμύρια χάνονται κατ’ ἔτος ἐκ τῆς μάστιγος ταύτης. Εἰς ἄλλα Κράτη ἡ Πολιτεία μεριμνᾷ σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ὁμολογουμένως εἶναι μία ἐκ τῶν βαρυτέρων καὶ ὀλεθριωτέρων θεομηνιῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀπὸ τοῦδε λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς θεραπείας τῆς δυνατῆς ἐναντίον τοῦ κακοῦ τούτου, διότι δὲν θέλω ν’ ἀνατρέξω εἰς παρωχημένας ἐποχάς, ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι πέρυσιν ἕνεκα τῆς ἀκρίδος ἐπῆλθε τοιοῦτος πλεονασμὸς τῆς μάστιγος ταύτης, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δεκάδων ἑκατομμυρίων πλοῦτος ἐχάθη ἀπὸ τῆς Θεσσαλικῆς γῆς.
§34Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνες εἶναι οἱ ἁρμόδιοι;
§35Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Οἱ ἁρμόδιοι εἶναι ὁ νομάρχης καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§36Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ κτηματίαι καὶ ὁ δῆμος.
§37Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὄχι. Πέρυσι συνεπείᾳ ἀναφορᾶς ἣν ὑπέβαλον οἱ διάφοροι κτηματίαι ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ πληγὴ αὐτὴ ἤρχισε ν’ ἀναφαίνηται, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ συστήματος τῆς γραφειοκρατίας ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἕως ὅτου διαταχθῶσι τὰ δέοντα ὑπὸ τοῦ νομάρχου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τρεῖς μῆνας οὐδὲν ἐγένετο, οὕτως ὥστε, ὅτε ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ σπουδαίως, ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἐνεργήσῃ τι, διότι ἦτο κατόπιν ἑορτῆς. Νομίζω δ’ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πολεμήσῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ καταστρέψῃ πλεῖστα ὅσα προϊόντα τῆς γεωργίας, ἰδίᾳ τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωρίζετε, ἐφέτος ἔχει μεγάλην ἀξίαν καὶ εἶναι ἤδη εἰς λίαν εὐχάριστον κατάστασιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀπὸ τοῦδε λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα συνεννοούμενος μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων, οὕτως ὥστε, ἐὰν ἐπέλθῃ τὸ κακόν, νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἀβελτερίας τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων λόγων ὑπερτέρων τῶν δυνάμεων ἡμῶν.
§38Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπὶ τῇ ὑπομνήσει ὑμῶν ἢ ἄλλου τινὸς ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βόλου συνέστησα τὰ δέοντα, ὅπως γίνῃ πᾶν ὅ,τι δέον νὰ γίνῃ καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ μεριμνήσω περὶ τούτου.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς περὶ τοῦ χρόνου ὃν θὰ διανύσωσιν ἐν τῷ στρατῷ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ ἔτους 1908.
§40Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀναβάλω τὴν ἐπερώτησιν, διότι καὶ αὐτὴ ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὀσάκις γίνονται ἐπερωτήσεις ἀφορῶσαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συστήσῃ αὐτῷ ὅπως εὐαρεστῆται νὰ παρευρίσκηται ἐν τῇ Βουλῇ.
§41ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε δίκαιον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς 23ης συνεδριάσεως (3ης Μαρτίου). (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς 23ης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν κατόπιν παρατηρήσεων τῶν βουλευτῶν κ. Δ. Κατσάνου, Θ. Λέκα καὶ Θ. Φαρμακοπούλου).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Ὁ κ. Σλῆμαν ἔχει ἐπ’ αὐτῆς τὸν λόγον.
§44ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΦΞΒʹ τῆς 13 Φεβρουαρίου 1910». Ἀφορᾷ εἰς τὴν διόρθωσιν ἑνὸς ἀτόπου τὸ ὁποῖον παρεισέφρησε κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συμφωνεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ προτασσόμενον;
§45Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§46Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ πρὸ τούτου τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον ΓΥΝΕʹ περὶ κυριακῆς ἀργίας».
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς γʹ συζήτησιν τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον ΓΥΝΕʹ «περὶ κυριακῆς ἀργίας»).
§48ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Νὰ προταχθῇ, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἤδη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 66 πρότασις νόμου.
§49ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ προχωρήσωμεν κατὰ σειράν. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν ὀφείλω νὰ συμπληρώσω τὰς χθὲς ἡμιδοθείσας ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ οὗ ἔφερεν ἀντιρρήσεις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ψηφισθῇ, αἱ ἑταιρεῖαι αἱ ἀγγλικαί, ὧν κήδεται ἐκ πληροφοριῶν, ἃς λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅτι ἔχουσι δεδηλωμένον ὅτι ἀποχωροῦσιν ἐξ Ἑλλάδος —καὶ ἡ δήλωσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ πρέπῃ τις νὰ πιστεύσῃ ὅτι τοῦτο θέλει συμβῆ—, αἱ ἑταιρεῖαι αἱ ἀγγλικαὶ θέλουσιν ἀπέλθει. Ἐὰν ὅμως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει καὶ ὅπως μάλιστα διὰ προσθέτου συμπληρώσεως γίνεται ἐπιεικέστερον, αἱ ἑταιρεῖαι αἱ ἀγγλικαὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θ’ ἀναχωρήσωσιν ἐξ Ἑλλάδος. Βεβαίως ἔχομεν συμφέρον ὅπως μηδὲν τὸ ἐνοχλητικὸν πράξωμεν καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον ὅπως τοιαύτης δυνάμεως ἑταιρεῖαι μὴ ἀναχωρήσωσιν ἐκ τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἣν παρέχουσιν ὑπηρεσίαν οἰκονομικὴν σπουδαίαν. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὸ ζήτημα ἦτο ἐκκρεμές, ἦτο δ’ ἐκκρεμὲς καὶ μετ’ ἐπιφυλάξεως διαμαρτυρίας ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐπήρχετο μεταβολὴ εἰς τὸν νόμον τὸν ἐψηφισμένον τὸν ΓΥϞΓʹ τοῦ 1910 καὶ μοὶ ἀνεκοινώθη ἐπιστολὴ παραδεδομένη εἰς τὸν προκάτοχον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἧς εἴχομεν ὁδηγίαν περὶ τῶν διαθέσεων τῶν ὑφισταμένων γνωμῶν παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ, ἥτις δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ψήφισιν, ὅμως διατηρήσασα πάσας τὰς ἐπιφυλάξεις αὑτῆς ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν ἥτις ἐδίδετο εἰς τὴν συνθήκην τοῦ 1886 καὶ τὴν συμφωνίαν τοῦ 1888 ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχων ταῦτα ὑπ’ ὄψει, ἔχων δὲ καὶ τὰς ὑποδείξεις τὰς ἄλλας τοῦ νομίμου προστάτου τῶν ἑταιρειῶν ἐζήτησα νὰ ἔλθω εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ἔχω δ’ ἐνταῦθα τὸ ἐγχειρισθέν μοι ὑπόμνημα, ὅπερ διαφωτίζει καὶ καθοδηγεῖ εἰς τὸν σχηματισμὸν πεποιθήσεως καὶ ἐν ᾧ ῥητῶς λέγεται ὅτι θέλουσιν ἀναγκασθῆ ν’ ἀπέλθωσιν ἐξ Ἑλλάδος, ἐὰν ὁ νόμος μείνῃ ὡς ἔχει. Ἡ μελέτη τοῦ θέματος μ’ ἔπεισεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κανονίσωμεν ὁριστικῶς τὰ τῶν ἑταιρειῶν τῶν ἀσφαλιστικῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀνακτῶντες τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν καὶ μὴ ἐκτιθέμενοι ἐφεξῆς εἰς τοιαύτας διαμαρτυρίας τῶν ξένων, ἂν τὰ πράγματα διεσκευάζοντο ὅπως διεσκευάσθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ γνωσθὲν ἐκ τῆς μετὰ τὴν τύπωσιν αὐτοῦ διανομῆς παρ’ ἐκείνοις οἵτινες παρενέβαινον ὑπὲρ τῶν ἀγγλικῶν ἑταιρειῶν προυκάλεσε τὴν δήλωσιν αὐτῶν ὅτι οὐδὲν ἔχουσι πλέον δικαίωμα διαμαρτυρίας, διότι γίνεται ἐξομοίωσις καὶ τῶν ἑλληνικῶν ἑταιρειῶν πρὸς τὰς ξένας, ἐκ δὲ τούτου ἀφῃρέθη πᾶν δικαίωμα διαμαρτυρίας. Οὕτως ἐπὶ μόνῃ τῇ τοιαύτῃ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου ἀνεκτήθη ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος νὰ κανονίζῃ τὰ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν ὅπως κανονίζουσιν αὐτὰ πάντα τ’ ἄλλα ἔθνη, τὰ ἐπιφυλάξαντα ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν. Ἐξεταστέον νῦν τί ἐγένετο ὅπως τοῦτο κερδηθῇ, ἐν ταὐτῷ δὲ καταστῇ καὶ πιθανή, πιθανωτάτη, ἡ παραμονὴ τῶν ξένων ἑταιρειῶν, τῶν ἀγγλικῶν, ἐν Ἑλλάδι. Ἓν τῶν παραπόνων τῶν ἑταιρειῶν ἦτο ὅτι ἡ ἐγγύησις τῶν 200.000 δραχμῶν παρηκολουθεῖτο ὑπὸ προσαυξήσεως τῶν τόκων, ἥτις ἐντελῶς παρημπόδιζε τὰς ἑταιρείας νὰ διαθέσωσι τὸ χρῆμα αὐτῶν εἰς τὰς ἐπωφελεῖς ἐργασίας. Τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς μετερρύθμισε τὸν κείμενον νόμον διὰ τῆς προσθήκης τῆς διατάξεως ταύτης· «μὴ προσαυξάνοντες εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτό». Βελτίωσις τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ καὶ ἕτεραι βελτιώσεις περιελήφθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἡ περαιτέρω μελέτη ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιλάβῃ ἐν τροπολογίᾳ ῥητῶς ἐκεῖνο ὅπερ ἀνεγνωρίζετο ὅτι ἐνυπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἐψηφισμένῳ, διὸ καὶ διεμαρτύροντο διὰ τὸ πιεστικὸν αἱ ξέναι ἑταιρεῖαι. Περιελήφθη δὲ ῥητῶς ἐνταῦθα, ἐξομοιωθεισῶν οὕτω πρὸς αὐτὰς καὶ τῶν ἑλληνικῶν ἑταιρειῶν, καὶ ἐλέχθη (ἀναγινώσκει)· «Αἱ ἑλληνικαὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι κλάδου ζωῆς ὀφείλουσι νὰ καταθέτωσι, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ΓΥϞΓʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3493) τῆς 22 Δεκεμβρίου 1909, 40% τῶν ὁλικῶν ἐξ ἀσφαλίστρων εἰσπράξεων αὐτῶν καὶ νὰ ὑποβάλωσιν, ὡς καὶ αἱ ἀλλοδαπαὶ ὅμοιαι ἑταιρεῖαι, ἀπόδειξιν τῆς τοιαύτης καταθέσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν». Προσετέθη μὲν τοῦτο, περιωρίσθη δ’ ἡ προσαύξησις εἰς τὸ 40% ἐγένετο δηλαδὴ ἐν ἀριθμοῖς τοῦτο, ὅτι τὸ 40% τὸ ἀντιπροσωπεῦον τὰς 200.000 δραχμῶν φθάνει καὶ σταματᾷ εἰς τὸ 80%. Εἰς τοῦτο ἔρχομαι κατὰ ταύτην τὴν ὥραν νὰ προσθέσω καὶ ἑτέραν ἀνακούφισιν διὰ τροπολογίας ἐχούσης οὕτω (ἀναγινώσκει)· «Δικαιοῦται ν’ ἀναλαμβάνηται ἡ ἐκ 200.000 δραχμῶν διὰ τὸν κλάδον ζωῆς ὁριζομένη ἐγγύησις καθ’ ἣν ἡμέραν αἱ ἐξ εἰσπράξεων ἀσφαλίστρων καταθέσεις συμφώνως τοῖς ὅροις τοῦ ἑπομένου ἄρθρου ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 400.000 δραχμῶν». Ἐὰν τὸ 40% τὸ ἐπιπροστιθέμενον φέρῃ εἰς τὸ ποσὸν 400.000 δραχμῶν, κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν ἡ διὰ τὸν κλάδον ζωῆς ἐγγύησις τῶν 200.000 δραχ. ἀναλαμβάνεται, καὶ ἐκ τούτου ἀνακουφίζεται πᾶσα οἱαδήποτε ἑταιρεία, ὑποχρεωθεῖσα διὰ τὸν κλάδον ζωῆς νὰ καταθέσῃ τὴν ἐγγύησιν. Σημειωτέον δ’ ὅτι αἱ ἐν Ἑλλάδι ἑταιρεῖαι αἱ σπουδαῖαι κλάδου ζωῆς εἶναι αἱ ἀγγλικαί· ὥστε τὸ εὐεργέτημα σήμερον εἰς αὐτὰς ἀφορᾷ, μέλλει δὲ ν’ ἀποβῇ καὶ εὐεργέτημα εἰς τὰς ἐν τῷ μέλλοντι ὁμοίας ἑλληνικὰς ἑταιρείας. Ἀλλὰ καθ’ ὑπόδειξιν τῶν ἐνδιαφερομένων ἐλάφρωσις γίνεται καὶ ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 2 ἡ διὰ κυρτῶν γραμμάτων δηλουμένη· «τὰ ἕνεκεν ἰσοβίων συντάξεων καταβαλλόμενα ἀσφάλιστρα». Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι δίκαιον, διότι αἱ ἰσόβιοι συντάξεις, αἵτινες ἐνταῦθα δὲν εἶναι γνωσταί, παρέχουσιν εὐεργετήματα δικαιολογοῦντα ἐπὶ θυσίαις τῶν ἑταιρειῶν τὴν πρὸς αὐτὰς ἀνακούφισιν τὴν ἐνταῦθα εἰσαγομένην. Ἄλλη ἀνακούφισις εἶναι ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, πάλιν ὑπὲρ τῶν αὐτῶν ἑταιρειῶν γινομένη, διότι αἱ ἑλληνικαὶ ἑταιρεῖαι σήμερον δὲν ἔχουσι τοιαύτας ἀνάγκας (ἀναγινώσκει)· «Ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι, ἔχουσαι κεχωρισμένον τὸν κλάδον ζωῆς ἀπὸ τοὺς κλάδους πυρὸς καὶ θαλάσσης καὶ λειτουργοῦσαι δι’ ἰδίων κεφαλαίων, ἐκδίδουσαι δὲ ἰδιαίτερον διὰ τὸν κλάδον ζωῆς ἰσολογισμόν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ἔχουσαι ἕδραν ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ ἀκινήτῳ καὶ τὸ αὐτὸ διοικητικὸν συμβούλιον, θεωροῦνται διὰ τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος ὡς μία ἑταιρεία, ἔχουσα διαφόρους κλάδους». Καὶ τελευταῖον ἄλλη ἐλάφρωσις τῆς θέσεως αὐτῶν ἐν τῇ γʹ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 3 διὰ τροπολογίας εἰσαχθεῖσα (ἀναγινώσκει)· «Τὸ ἐν ἄρθρῳ 10 τοῦ προμνησθέντος νόμου ὁριζόμενον τέλος 3% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἐξ ἀσφαλίστρων τῶν ἐν Ἑλλάδι κατοικούντων περιορίζεται εἰς 1% ἐπὶ ἀσφαλειῶν σκαφῶν ἀτμοπλοίων». Τοῦτο ἀφορᾷ ὄχι εἰς ταύτας τὰς ἑταιρείας, ἀλλ’ εἰς τὰς ἀσφαλιζούσας σκάφη ἀτμοπλοίων, καὶ εἰς ἐνθάρρυνσιν τῶν τοιούτων ἀσφαλειῶν, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι εἰς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν. Δυστυχῶς κατὰ ταύτην τὴν ὥραν δὲν δύναμαι νὰ εἴπω περισσότερα. Οὕτω κατηρτισμένον τὸ νομοσχέδιον παρέχει, νομίζω, πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἐντεῦθεν νὰ παρασχεθῇ, ἔχω δὲ καὶ λόγους νὰ πιστεύω ὅτι θέλει καταστήσει δυνατὴν τὴν παραμονὴν ἐν Ἑλλάδι τῶν ἀγγλικῶν ἑταιρειῶν, αἵτινες κατὰ δηλώσεις αὐθεντικάς, κατὰ δηλώσεις δὲ καὶ αὐτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων, ὑπὸ τὸν κείμενον νόμον εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμείνωσιν.
§50Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐψηφίσθη;
§51ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1909 καὶ ἐγένετο νόμος κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1910. (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ ὑπομνήματος)· «Ἐὰν ἤθελεν εἰσακουσθῆ ἡ παράκλησις τῶν ῥηθεισῶν ἑταιρειῶν κλπ.». Λοιπόν, ἐὰν ὁ νόμος ὁ κείμενος μείνῃ ἀμεταρρύθμιστος, εἶναι βεβαία ἡ ἀναχώρησις τῶν ἑταιρειῶν. Γινώσκομεν τοῦτο καὶ ἐκ ταύτης τῆς δηλώσεως καὶ ἑτέρας ῥητῆς δηλώσεως καὶ αὐθεντικωτέρας ἀνακοινώσεως. Ἐὰν ὁ νόμος οὗτος σήμερον μεταρρυθμισθῇ, ὑπάρχει μεγάλη πιθανότης ὅτι αἱ ἑταιρεῖαι αὗται θέλουσιν ὑποταχθῆ λόγῳ τῆς πλήρους ἀφομοιώσεως καὶ τῶν ἑλληνικῶν πρὸς τὰς ξένας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἑταιρείας τὰς ἀπηλλαγμένας ἐγγυήσεως ἐκ τοῦ κειμένου νόμου ἔχομεν τὰς δηλώσεις αὐτῶν προκαταβολικῶς δοθείσας ὅτι δέχονται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὰς ἐκεῖναι εἰς ἃς πιστεύω ὅτι θὰ δεχθῶσι νὰ ὑποβληθῶσι—βεβαίως μετά τινος στενοχωρίας, διότι εἶχον πλήρη μέχρι τοῦδε ἄνεσιν ἣν νῦν δὲν θέλουσιν ἔχει τὴν αὐτὴν— μὴ ἀπερχόμεναι αἱ ἀγγλικαὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι. Ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους εὑρίσκονται καὶ ἄλλαι ξέναι ἑταιρεῖαι, αἵτινες καὶ αὐταὶ ὑπέβαλον παρατηρήσεις ἀλλ’ ἄνευ τῆς ἀπειλῆς ὅτι θέλουσιν ἀπέλθει. Κατ’ ἀνάγκην πᾶσαι αὗται θέλουσιν ὑποταχθῆ εἰς τὸν νόμον, ἐξαλειφομένης οὕτω πάσης ἀφορμῆς διαμαρτυρίας, διότι ὁ νόμος εἶναι κοινὸς εἰς Ἕλληνας καὶ εἰς ξένους, ὅπου δὲ ὁ νόμος ἐν χώρᾳ τινὶ εἶναι κοινὸς εἰς ἐγχωρίους καὶ ξένους, αἱ δὲ συνθῆκαι τὴν ἰσότητα ταύτην ἐξασφαλίζουσιν, οὐδὲν ὑπάρχει δικαίωμα διαμαρτυρίας. Ἡ Βουλὴ ἔχει νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῆς ἀναχωρήσεως τῆς θετικῆς τῶν ξένων ἑταιρειῶν, ἐὰν μείνῃ ὁ νόμος ὁ κατὰ τὴν πρότασιν ἡμῶν μεταρρυθμιζόμενος, καὶ τοῦ πιθανωτάτου εὐτυχήματος ὅτι αἱ ἑταιρεῖαι αὗται δὲν θέλουσι πᾶσαι ἀπέλθει μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§52ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἑξῆς: Αἱ μόναι ἑταιρεῖαι αἵτινες μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου εἶχον ἀντιρρήσεις, διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἐπήρχετο δι’ αὐτοῦ πλήρης ἐξομοίωσις μεταξὺ τῶν ξένων ἑταιρειῶν καὶ τῶν ἑλληνικῶν, ἦσαν αἱ ἀγγλικαὶ ἑταιρεῖαι.
§53ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὕτως εἶπον· τώρα ἔχομεν καὶ τὰς αὐστριακάς.
§54ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ αὐστριακαὶ ἑταιρεῖαι ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου. Εἷς ἀντιπρόσωπος μεγάλης ἀσφαλιστικῆς ἑταιρείας τῆς Τεργέστης ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἐπεσκέφθη τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας κ. Ἔλλιοτ καὶ τὸν ἐπηρέασε, δύναμαι νὰ εἴπω, ἵνα ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Αἱ ἀγγλικαὶ λοιπὸν ἑταιρεῖαι καὶ μόνον εἶχον ἀντιρρήσεις· δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἱκανοποιεῖ τὰς ἀξιώσεις των, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὰς ἄλλας ξένας ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι μάλιστα διακρίνονται διὰ τὸ νομοταγὲς αὐτῶν, ὅτι θὰ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς ἄνευ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν. Ἐγὼ τοὐναντίον πολὺ φοβοῦμαι ὅτι καὶ μὲ τὴν παραχώρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ παραμείνωσιν αἱ ἀγγλικαὶ ἑταιρεῖαι ἐν Ἑλλάδι.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
§56Ι. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, διότι ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποβλέπει, ὅπως καὶ ὁ ἤδη ψηφισθεὶς νόμος, εἰς τὸ νὰ παραμένωσιν ἐν Ἑλλάδι τὰ χρήματα τὰ ἀσφαλιζόμενα, διότι ταῦτα θὰ εἶναι εἰς ἑλληνικὰ χρεόγραφα. Τοιουτοτρόπως διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης μέγα ποσὸν θὰ φεύγῃ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναλήψεως τοῦ ποσοῦ τοῦ κατατεθειμένου. Ἐγὼ ἄλλοτε ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νόμου τοῦ ὑφισταμένου διὰ τῆς εἰσηγητικῆς μου ἐκθέσεως ἀπέδειξα ὅτι κατ’ ὀλίγον διὰ τῆς παρελεύσεως ἐτῶν θὰ μείνωσι περὶ τὰ 50.000.000 δραχ. ἐν Ἑλλάδι, τὰ ὁποῖα σήμερον μὲ τὴν εὐκολίαν τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ τροπολογία αὕτη θ’ ἀπέλθωσι τῆς Ἑλλάδος. Συνεπῶς φρονῶ ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης οὐδὲν καλὸν θὰ ἐπιτευχθῇ, κηδόμενος δ’ ἀκριβῶς τοῦ δημοσίου πλούτου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα αὐστηροί. Ἡ Γαλλία καὶ πάντα τὰ μεγάλα Κράτη διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων αἱ ὁποῖαι ἐπετεύχθησαν μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον κατώρθωσαν ὥστε ἑκατομμύρια ὁλόκληρα ἐξερχόμενα τῶν λοιπῶν Κρατῶν νὰ παραμένωσιν ἐκεῖ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μὲ τὴν πεποίθησιν ἀκριβῶς τῆς προασπίσεως τοῦ δημοσίου πλούτου νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροπολογίαν του, διότι ἀδικεῖ αὐτόν.
§57Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοὺς ἀσφαλιζομένους.
§58ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται μόνον περὶ τῶν κλάδων ζωῆς, οἵτινες ἔχουσι τὸ 40%· λέγομεν λοιπὸν ὅτι, ὅταν ἐκ τῶν καταθέσεων παραχθῇ ποσὸν 400.000 δραχ., τότε δύνανται ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἐγγύησιν τῶν 200.000 δραχμῶν.
§59Ι. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθόν.
§60ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐγγύησις τῶν 200.000 δρ. εἶναι κατατεθειμένη εἰς χρεόγραφα ἑλληνικά. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει ἐκεῖνα τὰ χρήματα θέλουσιν ἀφαιρεθῆ ὅσα ἀντεπροσωπεύοντο ὑπὸ χρεογράφων ἑλληνικῶν ἀξίας 200.000 δρχ., διότι ὡς πρὸς τοὺς τόκους οὗτοι ἀνεγνωρίσθη ἐν προγενεστέρᾳ διατάξει ὅτι ἀναλαμβάνονται ἐκεῖ ὅπου κατατίθενται. Προκειμένου περὶ ἀσφαλειῶν πυρός, ἐκεῖ αἱ 200.000 δρ. θέλουσι παραμείνει εἰς χρεόγραφα ἑλληνικά, λαμβανομένων τῶν τόκων ἐκ τῶν τοκομεριδίων ὑπὸ τῶν καταθετῶν. Ἑπομένως μόνον τὸ ἥμισυ τῶν 400.000 δραχ. τῶν δύο ἐγγυήσεων θέλει ἀφαιρεθῆ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχει κατάθεσις συμπληροῦσα τὸ ποσὸν τῶν 400.000 δραχμῶν, ἤτοι τὸ διπλάσιον τῆς ἐγγυήσεως. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη χωρεῖ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ὅτε ἔπρεπε νόμος μεταβατικός, οὕτως εἰπεῖν, νὰ κανονίσῃ τὰ πράγματα, συμβιβαζομένων τῶν ἀντιξόων καὶ ἀνακτωμένης τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀνακτῶντες τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν δυνάμεθα εἰς τὸ μέλλον ὁπωσδήποτε νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην.
§61Ι. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ 10.000.000 ὁλοκλήρων, διότι σήμερον ὑπάρχουσι πεντήκοντα ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι κλάδου ζωῆς καὶ πυρός. Ἐὰν θέσωμεν αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν, τὰ 10.000.000, τὰ ὁποῖα μεθαύριον θὰ διπλασιασθῶσι, θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπέλθωσι τῆς Ἑλλάδος χωρὶς κανένα σκοπόν. Ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ σήμερον ἡ τοιαύτη διάταξις, οὐδέποτε ἄλλοτε θὰ ἐπιτύχωμεν τοιαύτας συνθήκας τὰς ὁποίας σήμερον ἔχομεν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§62ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι σφάλλεται ὁ κ. συνάδελφος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει τι τὸ ἑκουσίως συμβιβαστικὸν καὶ διὰ λόγους ἄκρας δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους πολιτικῆς φρονήσεως, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Τούτου ψηφιζομένου, ἡ Ἑλλὰς εἶναι κυρία τῶν καθ’ ἑαυτήν, διότι τοῦτο περιλαμβάνει τὴν ἀναγνώρισιν πλήρους ἰσότητος μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν καὶ ξένων ἑταιρειῶν. Ἐὰν τοῦτο ψηφισθῇ, ἐξερχόμεθα τῆς δυσχερείας καὶ ἀποδίδομεν καὶ δικαιοσύνην ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξασφαλίζομεν καί τι πλέον, ὅπερ εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς κατὰ ταύτας μάλιστα τὰς ὥρας. Εὐθὺς ὡς τοῦτο γένηται ἡ ἐλευθερία ἡ νομοθετικὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ μέλλον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι πλήρης, εἰς δὲ τὸ μέλλον τοῦτο αἱ περιστάσεις θέλουσι καθοδηγήσει ἡμᾶς ἂν πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὴν αὔξησιν τῶν εὑρεθέντων κεφαλαίων ἢ πρέπει νὰ θυσιάσωμεν μέρος τῆς τοιαύτης προσδοκίας καὶ ὑπὲρ ἄλλων ὠφελίμων.
§63ΙΩ. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ἄρθρον 2 παρέχει ἀκριβῶς εὐκολίας αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετηθῶσι. Διότι παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ὁρίζεται εἰς 40% τὸ μαθηματικὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ κατατίθηται. Τὸ μαθηματικὸν κεφάλαιον ὡρίσθη λίαν ἐπιεικῶς, διότι πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι ἀπαιτοῦσιν 60%. Διὰ τῆς προσθήκης δὲ ἡ ὁποία ἐν τῷ τέλει τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 ὁρίζεται ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποσύρωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ διπλάσιον τοῦ ποσοῦ· τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον καὶ ἀδικεῖ τοὺς ἀσφαλιζομένους, διότι οἱ ἀσφαλιζόμενοι βεβαίως θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ μετέχωσι τοῦ ποσοῦ τούτου πλὴν τοῦ 80%. Λοιπὸν ἀφήνετε τούτους ἐκτεθειμένους.
§64ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τίς ἐμποδίζει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τότε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος καὶ τὸ ἐνταῦθα ὁριζόμενον νὰ μεταρρυθμισθῇ; Δὲν γίνεται σύμβασις ἐνταῦθα· γίνεται νομοθετικὴ διατύπωσις. Ἐγενόμεθα ἐκ τούτου κυρίαρχοι. Τότε, ἐὰν τὰ πράγματα ἀποδειχθῶσιν ἄλλως ὠφέλιμα, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται ν’ αὐξήσῃ τὰ 80 εἰς 100.
§65ΙΩ. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Ἀντὶ νὰ ὁρισθῇ 40% καὶ τὸ διπλάσιον, θὰ εἶναι ἴσως καλύτερον νὰ ὁρισθῇ μέχρι τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον δικαιοῦται ν’ ἀναλάβῃ ὁ ἀσφαλιζόμενος. Τότε θὰ εἴμεθα ἐν ἰσότητι.
§66ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται σήμερον νὰ εἴμεθα ὀλιγώτερον τέλειοι ἀπὸ ἀτελέστατοι ὁποῖοι εἴμεθα μέχρι τοῦδε.
§67ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠγέρθησαν ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων προέβη τότε ὁ Ἄγγλος πρεσβευτὴς εἰς παραστάσεις. Ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν δύο τινά, πρῶτον ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας, προκειμένου περὶ ἐξισώσεως μεταξὺ Ἄγγλων ὑπηκόων καὶ Ἑλλήνων ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἐννοοῦνται νομικὰ πρόσωπα ἀλλὰ φυσικὰ καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην ταύτην ὠχυρώθημεν ὄπισθεν τῆς γνώμης διασήμων συγγραφέων καὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς τοιαύτης ῥήτρας τῆς συνθήκης τῆς γενομένης ἰδίᾳ ἐν Γαλλίᾳ. Δεύτερον ἰσχυρίσθημεν ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τὰ νομικὰ πρόσωπα ἀπολαύουσι τῶν αὐτῶν δικαίων ἐν Ἑλλάδι τῶν ὁποίων καὶ τὰ φυσικά, δὲν πρόκειται κυρίως εἰπεῖν περὶ διαφορᾶς, διότι κατ’ οὐσίαν ἐξωμοιοῦντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν αἱ ξέναι πρὸς τὰς ἡμετέρας ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας. Ταῦτα διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις μελετήσασα τὸ πρᾶγμα ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς πλήρους ἐξομοιώσεως μεταξὺ ξένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν καὶ ἑλληνικῶν, ἀλλ’ ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι δηλ. ἡ συνθήκη ἐννοεῖ νὰ ἐξομοιῶνται τὰ ξένα μὲ τὰ ἐγχώρια, τὰ φυσικὰ οὐχὶ καὶ τὰ νομικὰ πρόσωπα. Συνεπείᾳ τῆς τοιαύτης ἀπαντήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς διεβίβασεν ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, προέβημεν εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Αἱ ἀγγλικαὶ ἑταιρεῖαι ὅμως ἐνόμισαν ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐπηρεάζονται τὰ συμφέροντά των καὶ ἐδήλωσαν ὅτι θ’ ἀπεμακρύνοντο ἐξ Ἑλλάδος, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο μεταρρύθμισις αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισε καλὸν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπήρχετο μία ἰσότης, διότι ἡμεῖς ἐνομίζομεν ὅτι, ἐὰν ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὰς τὰς ξένας ἑταιρείας νὰ καταθέσωσιν ὡς ἐγγύησιν 200.000 δραχμῶν, ἐπιβάλλομεν συγχρόνως εἰς τὰς ἐγχωρίους ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας νὰ ἔχωσι κεφάλαιον κατατεθειμένον 1.000.000. Τώρα εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐξαναγκασθῶσι καὶ αἱ ἑλληνικαὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι νὰ λάβωσι τὸ αὐτὸ μέτρον. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι πρόκειται περὶ ἀνακτήσεως κυριαρχικοῦ δικαιώματος οὐδέποτε διαμφισβητηθέντος. Διημφεσβητήθη μόνον ἡ ἑρμηνεία τῆς συνθήκης, διότι ἄλλην ἔννοιαν ἐδώκαμεν ἡμεῖς εἰς αὐτὴν καὶ ἄλλην ἐκεῖνοι. Ἡμεῖς δὲ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὴν ἑρμηνεύσωμεν αὐθαιρέτως, ἀλλὰ στηριζόμενοι εἰς τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωκαν καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς εἶπον πρίν. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι δευτερεῦον. Τὸ πρωτεῦον εἶναι ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔκαμεν ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ νόμου ὡς οὗτος ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη.
§68ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος ἔχει τὴν μνήμην οὐχὶ ἀσφαλῆ κατὰ ταύτην τὴν ὥραν. Καὶ θέλω ἀποδείξει τοῦτο, μεταφράζων ἐνταῦθα τὸ ἔγγραφον τὸ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ οὗ συνειργάζετο, ἀποσταλὲν τῇ 25/12 Ἰανουαρίου. Τῇ 13 Ἰανουαρίου ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, ὅστις φέρει χρονολογίαν 22 Δεκεμβρίου. Ἦτο γνωστὸς ὁ νόμος· τί δὲ ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας λέγει; (Ἀναγινώσκει·) «Χθὲς μόλις ἔλαβον ταχυδρομικῶς τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεώς μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ νόμου ἐπὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν. Ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὰς μεταρρυθμίσεις τὰς μεγάλας αἵτινες ἐπηνέχθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ ἐμφανίσεως εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησίς μου μοὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ παραιτήσω τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας εἶχον διατυπώσει, ἀλλὰ παραμενουσῶν ἀκεραίων τῶν ἐπιφυλάξεων καὶ ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τῶν παρεχομένων εἰς τὴν συνθήκην τοῦ 1886 καὶ εἰς τὴν συμφωνίαν τοῦ 1888 ὑπὸ τῆς Α. Ε. τοῦ κ. Εὐταξίου ἐν τῇ ὑπὸ χρονολογίαν 4/17 Δεκεμβρίου ἐπιστολῇ αὐτοῦ, ἧς ἀντίγραφον εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ πέμψητε, καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος τῶν βρεττανικῶν ἑταιρειῶν ἐν γένει νὰ ἀπολαύωσιν ἐν τῇ μεταχειρίσει ἰσότητος πρὸς τὰς ἑλληνικὰς καθ’ ὅσον ἀνάγεται καὶ εἰς τὰς ἐκτάσεις καὶ τὰς ἐργασίας αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι.» Ὁπωσδήποτε, καίπερ ἀνακαλοῦσα τὴν ἀντίρρησιν αὑτῆς κατὰ τοῦ νόμου, ἡ Κυβέρνησίς μου φρονεῖ ὅτι διατάξεις τινὲς αὐτοῦ ἔχουσιν ἔτι καὶ σήμερον χαρακτῆρα σοβαρῶς ἐπιβαρύνοντα τὰς ἐν Ἑλλάδι ἐργαζομένας ἀγγλικὰς ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας, καὶ προτίθεται ἐν ὑστέρῳ χρόνῳ νὰ ὑποδείξῃ καὶ τὰς διατάξεις ταύτας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐκφράζουσα τὴν ἐλπίδα ὅτι αὕτη θέλει ἐξεύρει τρόπον νὰ ἐπιφέρῃ θεραπείαν διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστολὴ ἡ ἀποσταλεῖσα εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Οἰτύλου καὶ τότε Πρωθυπουργὸν ἐν γνώσει τοῦ νόμου καὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως δοθεῖσα. Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἐνόμισε καθῆκον αὐτοῦ καὶ ὀρθῶς ὁ Ἄγγλος πρεσβευτὴς νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ μετὰ παρακλήσεως νὰ ἐξετάσω τὰ πράγματα εἰς τρόπον ὥστε νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία. Εἶχον ἤδη ἐπιστήσει τὴν προσαχήν μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, μετὰ δὲ τὴν λῆψιν τῆς ἐπιστολῆς καὶ τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν λεχθέντων εἰς τὸν προκάτοχόν μου ἐφρόντισα νὰ ἐξετάσω περαιτέρω τὸ ζήτημα καὶ ἴσως ἔφθασα εἰς τὰ συμπεράσματα τὰ τελευταῖα, ἅτινα κατὰ ταύτην τὴν ὥραν μετὰ τῆς τροπολογίας προσήγαγον. Ἐπείσθην ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παραχωρήσωμεν πᾶν ὅ,τι ἦτο ἐπιδεκτικὸν παραχωρήσεως, ἓν δὲ μόνον πρᾶγμα νὰ φροντίσωμεν, ἐνέχον πολιτικὴν σπουδαιότητα, ὅ,τι καὶ τῳόντι ἀπεκτήσαμεν, μετὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου οἷα ἐγένετο καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῶν αὐτῶν βαρῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν ἑταιρειῶν, τὸ ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ πρεσβευτοῦ αὐτῆς ἐδήλωσε πρὸς ἡμᾶς ὅτι ἔμεινεν ἀφωπλισμένη.
§69ΙΩ. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἐνέχει σημασίαν, ὅτι ἀπῄτησεν ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας πλήρη ἰσότητα, μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι ἡ ἰσότης αὕτη ἐπετεύχθη μὲ τὴν ἐπιβολὴν 200.000 δραχμῶν ἐγγυήσεως. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἀλλὰ πλὴν τούτου φρονῶ ὅτι εἶναι ἄδικον καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποσύρῃ τὴν τροπολογίαν.
§70ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ καμμία μεταβολή.
§71ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§72Ι. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Χάριν τῆς ἀσφαλείας τῶν ἀσφαλιζομένων θὰ παρακαλέσω νὰ τροποποιηθῇ τὸ τέλος τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου 2. ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις «μέχρι διπλασιασμοῦ τῶν 40%» καὶ νὰ προστεθῇ «τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὸ κεφάλαιον τὸ ἀποδοθησόμενον εἰς τοὺς ἀσφαλιζομένους». Δὲν εἶναι τίποτε τὸ παράλογον τὸ ὁποῖον ζητῶ, διότι ζητῶ μίαν ἐγγύησιν διὰ τοὺς ἀσφαλιζομένους. Ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία ἔχει τὸν τελειότερον νόμον, ζητεῖ 60% δι’ ἀπόθεμα.
§73ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῆ εἶναι ταῦτα, καὶ ἡ πρώτη διατύπωσις ἡ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας γενομένη ἀνεβίβαζεν εἰς 50%, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπέμεινα εἰς 40%.
§74ΙΩ. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις· ἂς ὁρισθῇ μέχρι τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀνταποκρινομένου τῆς ἀσφαλείας. Πρέπει πρὸς τούτοις ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πρώτη διάταξις, διότι δύναται νὰ γίνῃ δι’ αὐτῆς καταστρατήγησις τοῦ νόμου. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὁρίζεται ὅτι, ἂν ἑταιρεία τις ἔχῃ δύο κλάδους, κλάδον πυρὸς καὶ κλάδον ζωῆς, θεωρεῖται ὡς μία ἑταιρεία ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· δὲν πρέπει νὰ γίνῃ αὐτό.
§75ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται οὕτως, ἀφοῦ λέγομεν «τὸ αὐτὸ διοικητικὸν συμβούλιον».
§76Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ φροντίζῃ νὰ μὴ ἐξαπατηθῇ.
§77ΙΩ. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Ἔστω καὶ ἂν εἶναι τὸ αὐτὸ διοικητικὸν συμβούλιον, ὑπάρχει τμῆμα ἀσφαλιστικὸν ζωῆς μὲ ἄλλα ἀσφάλιστρα καὶ τμῆμα κατὰ τοῦ πυρὸς μὲ ἄλλα ἀσφάλιστρα. Διατί ἄλλα Κράτη φορολογοῦσιν ὡς δύο ἑταιρείας; Φαινομενικῶς εἶναι μία ἑταιρεία, ἀλλὰ πραγματικῶς, οὐσιαστικῶς, εἶναι δύο καὶ ὑπάρχει ἐνταῦθα ἡ ἐνδιαφερομένη ἑταιρεία ὁ αὐστριακὸς «Φοῖνιξ».
§78ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι κανεὶς ἐδῶ ὁ ὁποῖος ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν αὐστριακὸν «Φοίνικα».
§79ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ γαλλικὸς «Φοῖνιξ».
§80ΙΩ. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ βλέπω ὅτι προβαίνομεν πάλιν εἰς ἀφέσεις φόρων· ἐνῷ πρὸ ὀλίγου χρόνου, κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ἐνομοθετήσαμεν φόρον διὰ τὰς ἑταιρείας αὐτὰς ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων, ἔστω βαρύν, διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀφήνομεν 2000. Ἀλλ’ ἐπὶ 50 ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦσιν ἐν Ἑλλάδι, αἱ 2000 εἶναι 150.000 δραχμῶν. Δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς τοιαύτης μειώσεως τῶν ἐπιτηδευμάτων. Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν τὸ Κράτος, ὥστε νὰ ἐλαττοῖ φόρους οἱ ὁποῖοι οὔτε ἐφηρμόσθησαν κἄν, διότι μόλις πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσθησαν.
§81ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§82ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διαγράφεται ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 12 καὶ 30′ μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν (ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.)
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φαρμακόπουλος.
§85Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος προχθὲς καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον ὑπὸ συζήτησιν εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον κατὰ τὸ ὁποῖον προσετίθετο διάταξις ἐπιτρέπουσα τὴν ἀπόλυσιν τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ ἀνικανότητι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου θὰ ἐγίνετο δυνατὴ ἡ ταχυτέρα ἐκκαθάρισις τοῦ κλάδου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπὸ πενταετίας λειτουργεῖ νόμος σκοπῶν τὴν βελτίωσιν διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως αὐτοῦ, τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἦτο ὅλως περιττὸν καὶ ὅτι, ἀφοῦ καὶ τὰ ἄλλα παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπήν, ἔδει καὶ τοῦτο νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Διὰ τοῦτο κάμνω τὴν πρότασιν ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ ὅλον σύστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα λάβῃ καὶ αὐτὸ τὴν ἀνάλογον θέσιν του.
§86Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς χθὲς ὁλόκληρον τὸ σύστημα παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, κατὰ μείζονα λόγον διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ἠξίωσε νὰ μὴ ἀποχωρισθῇ κανὲν νομοσχέδιον, ὡς διαταράσσον τὸ σύστημα. Συνεπῶς καθ’ ὑπόδειξιν αὐτοῦ καὶ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς παρεπέμφθησαν πάντα τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§87ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς ἀληθῶς παρεπέμφθησαν τὰ νομοσχέδια τὰ ἄλλα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νομίζω δ’ ὅτι καὶ τοῦτο παρεπέμφθη. Εἶχον ζητήσει νὰ ἐξαιρεθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγεγραμμένον τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὅπερ κατὰ πλάνην περιελήφθη καὶ τοῦτο, καίτοι συνῄνεσαν καὶ αἱ δύο πλευραὶ εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας σκέψεις, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὰ παραπεμφθέντα χθὲς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς δύο ἕτερα, ἅτινα δὲν προέλαβεν ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπήν, διότι δὲν ἦσαν ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ σειρᾷ τῶν νομοσχεδίων τῶν παραπεμφθέντων, δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀνάγονται εἰς ὁλόκληρον τὸ σύστημα ἐκεῖνο τῶν νομοθετημάτων ἅτινα προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη κατὰ τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν ἐμφάνισιν αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κρίνασα ὅτι κατὰ τὸ διαγεγραμμένον εἰς αὐτὴν πρόγραμμα γενικῆς ἀνακαθάρσεως ἐν πάσαις ταῖς ὑπηρεσίαις εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Καθὼς αἱ ἄλλαι πολιτικαὶ ὑπηρεσίαι ὑπεβλήθησαν εἰς ἀνακάθαρσιν καὶ ἔχομεν νομοσχέδια ἔτι καὶ νῦν ψηφιζόμενα μετὰ τὰ πρῶτα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα, οὕτως εἶναι εὔλογον καὶ ἴσως ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας νὰ γένηται ἡ τοσοῦτον ποθητὴ ἀνακάθαρσις, ἥτις καὶ ἐξεδηλώθη διὰ τοιούτου τρόπου ἐπιθυμητὴ ὑπὸ ὁμοθύμου τοῦ ἔθνους θελήσεως. Ταῦτα ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ ὅπως ψηφισθῶσιν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Βουλὴ ἐδείχθη πρόθυμος νὰ δείξῃ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ πολὺ σπουδαιοτέρων θεμάτων ἢ ὅ,τι ταῦτα καὶ ἡ προθυμία αὐτῆς καθ’ ἡμέραν ἐμφανίζεται ἐν γνώσει τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη, τῆς Βουλῆς μεθαύριον περατούσης τὰ ἔργα αὐτῆς, πρόκειται νὰ μείνῃ μόνη διευθετήτρια καὶ ἐκτελέστρια ἐκείνων ἅτινα ἡ Βουλὴ μετὰ τοσαύτης ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτὴν ψηφίζει. Διὰ τοῦτο ἤθελον προκαλέσει τὴν ἰδιαιτέραν τῆς Βουλῆς εὐμένειαν ἐπὶ τῆς παρακλήσεώς μου, ὅπως ἐπιτρέψῃ νὰ ψηφισθῶσι τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τοῦ νόμου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὸ περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, βεβαία ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἀπεδείχθη ἀξία τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς ἐπὶ τῶν μεγίστων ἐκείνων ἅτινα ἡ Βουλὴ φαίνεται ὅτι ἔχει ἀπόφασιν νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτήν, δὲν θὰ διστάσῃ ἐπὶ τούτων τῶν ὀλιγώτερον βαρέων νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς. Ταῦτα ὑποβάλλω πρὸς τὴν Βουλὴν μετὰ τῆς ἐλπίδος ὅτι δὲν θέλουσι μείνει ἄκαρποι ἐντελῶς οἱ λόγοι οὓς πρὸ ὀλίγου εἶπον.
§88Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε χθὲς συνεζητοῦντο τὰ νομοσχέδια τὰ ἐκπαιδευτικά, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω τῆς Βουλῆς.
§89ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρῶτον εἶχε παραπεμφθῇ, τὸ ἄλλο ὄχι.
§90Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχεν ἀποφασισθῆ τίποτε. Θέλω νὰ δηλώσω πῶς ἔχει ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως καὶ ν’ ἀποδείξω ὅτι ὄχι κατὰ πλάνην τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, ἀλλὰ κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.
§91ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ πλάνην εἰς τοῦτο, διότι, ἐνῷ εἶχον ζητήσει νὰ παραπεμφθῶσι καὶ νὰ συζητηθῶσιν, ἀμφότεραι δ’ αἱ πτέρυγες, καὶ ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς μείζονος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν καὶ ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, συνήνεσαν, ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας εἰπόντος ὄχι πάντα καὶ ἐκ τούτου ἡ πλάνη, διότι ἠκούσθη ἡ πρώτη φωνὴ καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἐπεκράτησεν ἡ δευτέρα.
§92Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ εἰσηγουμένου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας ἐγνώρισα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πολυαρίθμων Βουλευτῶν ζητούντων τὴν παραπομπὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπήν. Ἠγόρευσεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας, ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπηκολούθησεν ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς ἐλάσσονος Ἀντιπολιτεύσεως καὶ κατέληξεν ἡ συζήτησις εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, παρατηρήσαντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποσπασθῇ ἐκ τῶν ὅλων νομοσχεδίων τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐγὼ εὐθὺς ἀμέσως ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ὑποβεβλημένη εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασις ὑποδεικνύει τὴν παραπομπὴν πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπήν. Τότε προλαβὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἠξίωσε καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα μὴ ταραχθῇ τὸ ὅλον σύστημα.
§93Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας;
§94Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴν ἀκριβῶς τὸ μὲν τῆς ἐπιθυμίας τῆς Βουλῆς ἢ μᾶλλον τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν Βουλευτῶν, τὸ δὲ τῆς ὑποδείξεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως παρεπέμφθησαν πάντα τὰ νομοσχέδια τὰ ἐκπαιδευτικὰ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὥστε ὄχι κατὰ πλάνην παρεπέμφθη καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπήν...
§95ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξήγησα τίνων.
§96Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἀλλ’ ἐξ ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ τὸ παραπέμψω εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀφοῦ τὸ ἠξίωσεν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Σήμερον παραδόξως ζητεῖται ἡ πρόταξις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ ἐπακολούθησις συζητήσεως τόσον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅσον καὶ ἄλλων δύο νομοσχεδίων, τοῦ περὶ ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἀπεναντίας ἡ Κυβέρνησις ἔτυχε καὶ τυγχάνει ἐπαξίως τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ὥστε δὲν θὰ θεωρηθῇ ὄχι μόνον ἔλλειψις, ἀλλ’ οὔτε καὶ μετριασμὸς τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ— καὶ τοῦτο δὲν γνωρίζω—ἤθελεν ὑποδείξει ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ αὐτὰ τὰ ἀποσπασθέντα ἀπὸ τὸ ὅλον σύστημα νομοσχέδια νὰ παρακολουθήσωσι τ’ ἄλλα εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐκρίθη ἐπάναγκες ἡ ἀληθῶς σοβαρά, ἡ ἀληθῶς μεμελετημένη, ἡ ἀληθῶς εἰλικρινὴς ἐργασία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐκρίθη ἐπάναγκες, λέγω, νὰ μελετηθῇ ὑπὸ μιᾶς ἐπιτροπῆς, ὄχι διότι ἐλλείπει ἡ ἐμπιστοσύνη, ὄχι διότι εἶναι καταφανὴς ἡ ἄγνοια, ἡ ἀντίληψις τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ νὰ συντρέξῃ τὸ ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐζήτησεν ἡ Βουλὴ νὰ συντελεσθῇ μία προεργασία, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ μέρους ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ Βουλευτῶν. Ἐγώ, καίτοι θαυμάζω καὶ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὸ σοβαρὸν τῆς ἐργασίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὀφείλω ἐξ ἄλλου νὰ ὁμολογήσω ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς στιγμὰς τοιαύτης ψυχολογικῆς καταστάσεως ἀφαντάστου, ὅτι εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἀλλόφρον ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατούσης ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀνωμαλίας, ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατούσης φαγεδαινικῆς καταστάσεως, ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατούσης, ἐπαναλαμβάνω, ἀβεβαιότητος περὶ πάντων, ὥστε ὄχι ἀνησυχία, ἀλλὰ τρόμος δεδικαιολογημένος νὰ κατέχῃ τὴν κοινωνίαν ἅπασαν, ἥτις ὡς δὲν ἔπρεπε εὑρίσκεται πρὸ τοσούτου χρόνου εἰς τὸ φθοροποιὸν ἀμφίβολον. Τοιαύτη εἶναι δυστυχῶς ἡ κατάστασις ἡ ψυχολογικὴ εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ τὸ Κράτος, ὥστε πᾶσα νομοθετικὴ ἐργασία, ἔστω καὶ ἡ πλέον μεμελετημένη, ἔστω καὶ ἡ πλέον ἐπωφελεστέρα ἐργασία νὰ γεννᾷ φόβους καὶ ἀπελπισίαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ τοιούτους ἀκριβῶς φόβους καὶ ἀνησυχίας ἐγέννησαν αὐτὰ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα ἡ ψυχή του, ἡ καρδία του αὐτὴ ἐξεπόνησεν πρὸς διαπαιδαγώγησιν τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς· καὶ ὅμως εἵμαρτο αὐτὴ ἡ ἐργασία ἡ ὄντως ἐπιμεμελημένη, ἡ ὄντως εἰλικρινής, ἡ ὄντως προωρισμένη νὰ ὠφελήσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ κατ’ ἐπέκτασιν αὐτὴν τὴν κοινωνίαν, αὐτὴ ἡ ἐργασία ἀκαίρως ἐλθοῦσα ὡς ἐκ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος νὰ ἐμβάλλῃ εἰς ἀνησυχίαν, οὐχὶ τὴν συνήθη, ὡς ἐκ τούτου ἀκούομεν πανταχόθεν διαμαρτυρίας. Εἶναι τοιαύτη ἡ ψυχολογικὴ στιγμή, ὥστε καὶ τὰ καλύτερα νομοθετικὰ μέτρα νὰ προξενήσωσι φόβους καὶ ἀνησυχίας. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἐξετάζων τὰ πράγματα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ αὐτὰ τὰ τρία νομοσχέδια νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκτιμῶσα τὴν φιλότιμον ἐργασίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ παρουσιάσῃ ἐν καιρῷ νομοθετήματα οὐδὲν ἄλλο ἢ τοὺς πόθους καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου πληροῦντα, τότε δὲ φρονῶ ὅτι δυνάμεθα ἡσυχώτερον καὶ ἀσφαλέστερον καὶ νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ νομοθετήσωμεν.
§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ὅπως ἐκφράσω καὶ ἐγὼ ἁπλῶς τὴν ἀτομικήν μου περὶ τούτου γνώμην. Νομίζω ὅτι ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς ἡγέτας τῶν δύο μεγάλων τῆς Βουλῆς κομμάτων καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ συνήθεια, ἡ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐπικρατοῦσα, ἐπιβάλλουσι ν’ ἀναμένωμεν τοὐλάχιστον ἐπί τινας στιγμὰς μέχρις ὅτου φθάσωσιν οἱ ἀρχηγοὶ ἑκατέρας τῶν μεγάλων τῆς Βουλῆς πτερύγων, ἵν’ ἀκούσωμεν καὶ τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὰ Πρακτικά εἰσιν οὕτω πως συντεταγμένα, ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, ὥστε καὶ τὰ κυοφορούμενα νομοσχέδια ἀποκλείονται τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὶν παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν, διότι τὰ Πρακτικὰ λέγουσιν ἐν σελίδι 5ῃ ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς· «Εἶτα ἀποφάσει τῆς Βουλῆς παραπέμπονται εἰς ἐπιτροπήν πάντα γενικῶς τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια συμφώνως τῇ ὑποβληθείσῃ προτάσει ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν». Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ πνεύματι αὐτῆς ἀποφασιζούσης ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα περὶ παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐκπαιδευτικῶν οὐχὶ μόνον τῶν παρουσιασθέντων μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ τῶν μελλόντων νὰ παρουσιασθῶσιν.
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐπεκυρώθησαν ἀκόμη τὰ Πρακτικά.
§99Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρεπωδέστερον εἶναι ν’ ἀναμείνωμεν ἐπί τινα χρόνον τὴν ἔλευσιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν μεγάλων κομμάτων, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ περαιτέρω νομοσχέδια, καί, ὅταν ἔλθωσι καὶ οἱ ἡγούμενοι τῆς Βουλῆς, δύναται ἡ Βουλὴ εὐχερέστερον ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν μελλόντων. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὡς ἐν παρόδῳ, περὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ἤθελον παρατηρήσει τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐργάζεται ἡ Βουλή. Ἤθελον παρατηρήσει ὅτι, ἐνῷ κυρίως προέκειτο περὶ δύο μεγάλων καὶ ἐθνικωτάτων ζητημάτων, περὶ τῆς ὀργανώσεως καὶ παρασκευῆς τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐξαρτήσεως τοῦ ἑνὸς ζητήματος ἐκ τοῦ ἑτέρου, ἐφθάσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, περὶ ἧς προεμαντεύετο ὅτι μόλις ἕνα ἢ δύο μῆνας ἤθελεν ἐργασθῆ, μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον κατὰ τὴν ἀκριβῆ ἀπαρίθμησιν ἐπέκεινα τῶν διακοσίων νόμων, ἐντὸς δ’ ἐλαχίστων ἡμερῶν, καθ’ ἃς συνεδριάζει ἡ παροῦσα Σύνοδος, ἐψηφίσθησαν νόμοι ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν πέντε. Καὶ ἐκπλήττεται τις καὶ νομίζει ὅτι ἐνταῦθα τέλος πάντων δὲν ὑπῆρχε Κράτος, ἐνῷ πάντες γνωρίζομεν ὅτι τὸ Κράτος αὐτὸ συμπληροῖ τὸν αἰῶνα τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, διότι ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχει Βουλὴ εἰς μέρος τι τοῦ ἄλλου κόσμου ἥτις δύναται νὰ κατασκευάζῃ τόσον εὐκόλως νόμους. Διὰ τοῦτο μετὰ παραδόξου περιεργείας βλέπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σήμερον μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔργων αὐτῆς ἔχει καὶ τοῦτο, νὰ καταστρέφῃ τινὰς τῶν εἰσηγήσει αὐτῆς ψηφισθέντων νόμων, τοῦτο δ’ ἴσως εἶναι ἐνδεικτικὸν ὅτι ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις δὲν εἶναι παράδοξον νὰ καταστρέψῃ τοὺς ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑποβαλλομένους νόμους. Οἱ λόγοι δι’ οὓς συνεκλήθημεν ἐνταῦθα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ὡς εἶπον, ἦσαν κυρίως ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἡ ἐξεύρεσις τῶν πόρων καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα τοῖς πόροις τούτοις νομοσχέδια, δὲν νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη μέχρι πέρατος τῆς παρούσης Περιόδου καὶ Συνόδου. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῶν νομοσχεδίων τούτων, διότι ταῦτα θέλουσι συζητηθῆ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, εὐθὺς ὡς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τούτων, ἧς τὴν ἀναβολὴν βλέπω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Κυβερνήσεως ἀποδέχεται μέχρις ὅτου ἐμφανισθῶσιν οἱ ἡγέται τῶν κομμάτων, βλέπω δ’ εὐχαρίστως ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς ἡγέτης ἔφθασεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν νομίζω — μὴ εἰσερχόμενος βεβαίως ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων — ὅτι εἶναι τόσον εὔκολον ἐκπνεούσης οὐχὶ πλέον τῆς Συνόδου, ἀλλὰ τῆς Περιόδου τῆς Βουλῆς, αἰσθανομένων πάντων ἡμῶν ὅτι ἡ βουλευτικὴ τήβεννος ἀρχίζει νὰ πίπτῃ ἐκ τῶν ὤμων ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς συνεδριάζοντες ἐνταῦθα νὰ διορθώσωμεν πάντας τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ δώσωμεν ἐξουσίαν εἰς τοὺς κ. Ὑπουργούς, εἰς οὓς καὶ ὡς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὡς ἄτομα ἐγὼ ἔχω πᾶσαν ὑπόληψιν καὶ πᾶσαν ἐμπιστοσύνην, ἐκφράζων ἁπλῶς τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον εἰς αὐτοὺς νὰ παραχωρήσωμεν δικαιώματα ἅτινα οὐδεμία Κυβέρνησις ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐφαντάσθη ποτὲ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τῇ ἐπιτραπῶσι, τουτέστι διὰ μιᾶς ἀποφάσεως ν’ ἀπολυθῶσι πάντες οἱ Καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὧν μεταξὺ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καί τινες μὴ εὑρισκόμενοι εἰς τὸ ὕψος τῆς ἐντολῆς αὐτῶν, καὶ κατόπιν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀπολαύει ὁμολογουμένως τῆς ἀνοχῆς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐφ’ ὡρισμένων θεμάτων, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τὸν διορισμὸν ἐκ τῶν ἀπολυθέντων ἐκείνων ὅσους αὐτὴ ἤθελε νομίσει ἱκανοὺς πρὸς ἀναδιορισμόν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀναβληθῶσιν ἐπί τινα ὥραν τὰ νομοσχέδια ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 3 μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ ἡ συνεννόησις τῶν ἀρχηγῶν τῶν μεγάλων κομμάτων.
§100ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσα ἤδη, κύριε Πρόεδρε, ὅτι νομίζω ὀρθὸν ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ὥραν περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε, καὶ παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ περαιτέρω. Τὰ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας κατετέθησαν ἔπειτα, εἶναι δὲ νομοσχέδια περὶ τῶν ὁποίων ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας δὲν κανονισθῶσι κατὰ τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ὑπάρξῃ ἀδύνατον καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ λειτουργήσῃ καλῶς καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ ἴδια αὐτῆς ἔργα. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας νομοθετικῶς, τῆς Ἑταιρείας οὔσης ἰδιωτικῆς, ἐχούσης ἑταίρους, ἐχούσης μὲν ὀργανισμόν, ὑπαγομένης ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἡ ἀνάμιξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ τῆς Ἑταιρείας εἶχέ τινα λόγον εὔλογον τὸ ὅτι τὸ Κράτος εἶχε προικισμένην τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν πλουσιώτατα δι’ ἑνὸς τμήματος τοῦ Λαχείου τοῦ Στόλου καὶ τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ ἡ προίκισις αὕτη ἔδιδε δικαίωμα εἰς τὸ Κράτος νὰ προνοήσῃ ὅπως καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν προκαλουμένην ἐπὶ τούτου, ὅπως τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ χρήματος γίνωνται συμφώνως πρὸς τὰς δικαίας ἀξιώσεις καὶ προσδοκίας τοῦ χορηγοῦ Κράτους. Ἐὰν τότε εἶχεν εὑρεθῆ ἄλλη ὁδός, δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀδιέξοδον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα κατὰ ταύτην τὴν ὥραν καὶ νομίζω ὅτι ἡ σήμερον ἐξευρεθεῖσα ὁδὸς εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς μὲν τὸ Κράτος νὰ κρατήσῃ δι’ αὑτὸ καὶ τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ τὸ χρῆμα τὸ ἀπὸ τοῦ λαχείου πηγάζον, εἰς δὲ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ν’ ἀφεθῇ μετὰ τῆς περιουσίας αὐτῆς, ἥτις εἶναι σχεδὸν ἐπαρκής, 40.000 δραχ. περίπου εἰσοδήματος ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῆς, ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ κύρια ἐπιστημονικὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένη. Τὸ Κράτος ἀναλαμβάνον τὸ χρῆμα ὅπερ ἐκ τοῦ Λαχείου εἰς αὐτὸ ἀνήκει θὰ ἐπαρκέσῃ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς πάσας τὰς ἀρχαιολογικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, θ’ ἀναλάβῃ πᾶσαν τὴν διοίκησιν τῶν ἀρχαιολογικῶν ὑποθέσεων, θέλει δ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ὅπερ ἀνέλαβεν, εἰσφέρει ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας εἰσφορὰν 30 περίπου χιλιάδων δραχμῶν ἀντὶ 200.000 ἃς ἔδιδεν εἰς αὐτήν. Ἡ ἑταιρεία διττῶς θέλει εὐεργετηθῆ, πρῶτον ὅτι θέλει λάβει τὸ ποσὸν τοῦτο, εἰς ὃ δὲν εἶχε δικαίωμα, ἂν τὸ Κράτος δὲν συνῄνει, καὶ γινομένη ὀλιγώτερον πλουσία θὰ ἦτο ἐξησφαλισμένη ἐπίσης κατὰ τῶν παντοίων ἐπιδρομῶν εἰς ἃς ἀπεδείχθη ἀνίκανος ν’ ἀνθέξῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι συμφέρον νὰ ψηφισθῶσι. Τὸ Κράτος παραλαμβάνον τὸ χρῆμα τὸ ἐκ τοῦ Λαχείου τοῦ Στόλου θὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ εἰς ἰδιαίτερον εἰδικὸν ταμεῖον, εἰδικὸν ἐξ ἐκείνων εἰς ἅτινα ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Ἀγγελόπουλος δὲν τρέφει μεγάλην στοργὴν οὐδ’ ἐγώ, ἅτινα ὅμως κατὰ τὴν ὥραν ταύτην εἶναι σωτήρια, διότι μεταβαίνει τὸ χρῆμα εἰς τὰς εἰδικὰς ἐκείνας ὑπηρεσίας εἰς τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀνήκῃ, καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα καθ’ ἣν εὑρισκόμενον ἐκεῖ θὰ κατορθωθῇ νὰ εἰσαχθῇ τὸ χρῆμα εἰς τὸν γενικὸν Προϋπολογισμόν, ὅπως πληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν εἰς ἣν εἶναι ὡρισμένον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ Κράτος διὰ τούτου ἐγένετο πλουσιώτερον, ἐγένετο ὀλιγώτερον ἐλλειμματικόν, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀρχαιολογικὴν θὰ ἔχῃ πᾶν τὸ ἐπαρκές, θὰ προικισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ἐκ τῶν 200.000 δραχμῶν, ἡ δὲ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία μένουσα ἔξω τῆς τοιαύτης προικοδοσίας θὰ μένῃ μετὰ τῆς προικοδοσίας τοῦ Κράτους ἔχουσα ἔσοδα 75.000 δραχμῶν, μεθ’ οὗ πληρέστατα θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς ἐπιστημονικὰς καὶ ἀνασκαφικὰς ἔτι αὐτῆς ἐπαναφερομένη εἰς τὸ σημεῖον εἰς ὃ εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς λαμπρᾶς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Κουμανούδη.
§101ΑΝΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν ἐκ Θρᾴκης, Μακεδονίας, Κρήτης, Ἠπείρου καὶ Μικρᾶς Ἀσίας καταγομένων ἀπόρων φοιτητῶν». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 290).
§102ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω ἀνάγκην ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
§103Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὅτι ἐν τῷ ὑποβεβλημένῳ Προϋπολογισμῷ εἶναι διαγεγραμμέναι αἱ πιστώσεις.
§104ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο ὅπερ πρότερον ἐγίνετο. Γινώσκετε ὅτι πέρυσιν ἢ προπέρυσι κατὰ τοὺς τεταραγμένους χρόνους τρεῖς ἢ τέσσαρες οἱ ἀπορώτεροι ἐκ τῶν τεταραγμένων ἐπαρχιῶν φοιτηταὶ ἐλάμβανον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ χρῆμα, ὅπως πληρωθῶσι δι’ αὐτοῦ τὰ δίδακτρα. Τοῦτο ὁ τελευταῖος νόμος ὁ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προταθεὶς ὀρθῶς ἐμποδίζει νὰ γίνηται· πρέπει δὲ νὰ ὑπάρξῃ νόμος ὅπως παραχωρηθῶσι τοιαῦται βοήθειαι μὴ προερχόμεναι ἐξ ὀργανικῶν νόμων τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ὁ μόνος τρόπος ὁ πρακτικός, ὅστις ἐνδείκνυται εἶναι οὗτος ὃν ἠκολουθήσαμεν, δι’ οὗ ἀπαλλάσσονται τῶν διδάκτρων τοῦ σχολικοῦ ἔτους οἱ ἀπορώτεροι, οἱ ἐξελεγχθησόμενοι μετὰ πάσης ἀκριβείας ὡς τοιοῦτοι φοιτηταί.
§105ΑΝΔΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ ἀνέρχεται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν;
§106ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς δυστυχῶς εἶναι μέγας, ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ τοιαύτη ἐξέλεγξις, ὥστε νὰ περιορισθῇ κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατόν.
§107ΑΝΔΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ γίνῃ ἐξέλεγξις;
§108ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπ’ ἐκείνων ὑφ’ ὧν ἐγένετο καὶ πέρυσι, παραδείγματος χάριν, ἴσως τελειοτέρα, διότι πέρυσι καὶ προπέρυσιν ἡ ἐξέλεγξις ἐγένετο κυβερνητικὴ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατέβαλε τὸ χρῆμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὰ δίδακτρα, δηλαδὴ τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους κατέβαλεν εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους ἐξ ἄλλου τμήματος τὰ χρήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ τμῆμα τὸ ἐκπαιδευτικόν. Ἀλλ’ ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ δηλώσω ὅτι τὸ πρᾶγμα κατεστάθη τοσούτῳ σπουδαῖον, ὥστε εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦ ἑπομένου σχολικοῦ ἔτους νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτο βοήθημα, ὅπερ δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος νὰ δίδηται, διότι ἡ ταραχὴ ἥτις ἐδικαιολόγει αὐτὸ καὶ ἡ ἀνωμαλία εὐτυχῶς καὶ κατὰ ταύτην τὴν ὥραν δὲν ὑπάρχει, οἱ λόγοι οἱ ἐθνικοὶ οἵτινες ὤθουν τὸ Κράτος εἰς τοιαύτην παραχώρησιν ὑπὲρ τῶν ἀπόρων φοιτητῶν τοῦ Ἐξωτερικοῦ δὲν ὑπάρχουσιν ὅμοιοι τοὐλάχιστον σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιλαμβάνεται ἡ λέξις «ἐξαιρετικῶς», διότι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως ταύτης εἶναι προειδοποίησις ὅτι κατὰ τὸ ἑπόμενον σχολικὸν ἔτος δὲν θὰ εἶναι δυνατόν, οὐδὲ θὰ ἐπιτρέψωσιν αἱ δυνάμεις τοῦ Κράτους νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον.
§109Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε περὶ ἀπαλλαγῆς νομοθετοῦμεν;
§110ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§111Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ εἰσόδημα μεταβαίνει εἰς τὸ ταμεῖον πρὸς ἀνέγερσιν διδακτηρίων.
§112ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως πρέπει νὰ προστεθῇ τροπολογία.
§113Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐταὶ αἱ 100.000 δραχμῶν θὰ εἶναι ζημία τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν διδακτηρίων.
§114ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως διὰ τροπολογίας δυνηθῶμεν νὰ τὸ ὁρίσωμεν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 2 καὶ 3 ἀναβάλλονται.
§116ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ἀρχαιολογικά, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῶσιν.
§117Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Αὐτὰ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῶσιν.
§118ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς ψηφισθῶσιν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§119Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Μόλις τὴν πρωίαν ἐλάβομεν τὸ περὶ ἱδρύσεως εἰδικοῦ ἀρχαιολογικοῦ ταμείου, τὸ δὲ περὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους μόλις πρὸ ὀλίγου διενεμήθη.
§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πειράζει.
§121Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Διατί δὲν πειράζει;
§122ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ ἕνεκα τοῦ ὀλίγου τοῦ χρόνου, ὅστις ὑπολείπεται, ὡς κατεπείγοντα τὰ νομοσχέδια.
§123Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀμελέτητα.
§124ΙΩ. ΦΙΛΙΟΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§125Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν τὰ ἀνέγνωσεν ἀκόμη κανείς.
§126ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ ἐμελετήσαμεν. (Θόρυβος).
§127Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νομίζετε ὅτι, ἂν φωνάζητε, θὰ μὲ κάμητε νὰ κατέλθω τοῦ βήματος; Ἀφήσατε, κύριε Φίλιε, καὶ ἡμεῖς νὰ ὁμιλήσωμεν· ἀρκετὰ ὡμιλήσατε διὰ τὰ ἰδικά σας ζητήματα. Σᾶς παρηκολουθήσαμεν τόσας ἡμέρας ὁμιλοῦντας περὶ τῶν θεσσαλικῶν ζητημάτων· ἀφήσατε καὶ ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀρχαιολόγων. Ἄλλως τε, ἀφοῦ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, θὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω καὶ δὲν ἔχει κανεὶς οὔτε τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ τὸ ἀπαγορεύσῃ οὔτε τὴν δύναμιν νὰ μ’ ἐμποδίσῃ. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ περὶ ὀργανώσεως τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, μόλις πρὸ ὀλίγου ἔλαβον γνῶσιν, ἵνα ἐννοήσητε δὲ πόσον εἶναι ἀμελέτητον καὶ πόσης προσοχῆς ἔχει ἀνάγκην, θὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅτι προστίθενται πέντε θέσεις ἐφόρων ἀρχαιοτήτων, τουτέστι προστίθεται δαπάνη 1250 δραχμῶν κατὰ μῆνα εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ὀργανοῦνται δὲ τὰ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν ἠξεύρω ποῖον θὰ βαδίσωσι ταῦτα ἐφεξῆς δρόμον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξε, χωρὶς ν’ ἀναπτύξῃ καὶ τοὺς λόγους τοὺς αἰτιολογικούς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπαγορεύει ἡ ἀνάγκη τοῦ διακανονισμοῦ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, διότι, εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασεν αὕτη, κινδυνεύει νὰ παραλύσῃ. Δὲν μᾶς εἶπεν ὅμως τοὺς λόγους δι’ οὓς περιῆλθεν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία. Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δημιουργοῦνται νέαι θέσεις ἐφόρων ἀρχαιοτήτων.
§128ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δημιουργοῦνται νέαι θέσεις.
§129Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Μέχρι τοῦδε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων ἦτο 10.
§130ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἔφοροι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι ἐπληρώνοντο.
§131Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πρὸς καταστρατήγησιν τοῦ νόμου, διότι, ἵνα διορισθῇ τις ἔφορος ἀρχαιοτήτων, πρέπει νὰ ὑποστῇ διαγωνισμόν, ὡς διαγράφει ὁ περὶ ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων νόμος ἐν ἄρθρῳ 12. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναγνωρίζονται οἱ ἔφοροι τῆς ἑταιρείας ταύτης ὡς ἔφοροι τοῦ Δημοσίου, δύνασθε δὲ νὰ ἐννοήσητε περὶ τίνος πρόκειται, ὅταν μάθητε ὅτι ἔφορος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας εἶναι ἐπιστήμων ὅστις τρὶς ἀπερρίφθη διαγωνισθεὶς διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐφόρου τοῦ Δημοσίου. Ἤδη δὲ διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ὑπὸ μορφὴν διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου ἀναγνωρίζεται οὗτος ὡς ἔφορος τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου δημιουργεῖται ταμεῖον ἀρχαιολογικόν, εἰς τὸ ὁποῖον διοχετεύεται ὅλη ἡ πρόσοδος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ἐκ τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων.
§132ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόσοδος τοῦ Κράτους.
§133Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, διότι τὸ λαχεῖον τὸ ὁποῖον θεωρεῖται πρᾶξις ἀνήθικος γινομένη εἴτε ὑπὸ ἰδιωτῶν εἴτε ὑπὸ Κρατῶν ἐδικαιολογήθη εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐκ τοῦ εἴδους τῶν ἐργασιῶν καὶ τῆς ἐντελοῦς ἀπορίας τῆς ἑταιρείας ταύτης. Γνωρίζετε ἄλλως ἂν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ νὰ διαχειρισθῶσιν εὐσυνειδήτως τὰ χρήματα ταῦτα, ὅτε γίνεται σήμερον ἐτησία δαπάνη ὑπὲρ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ἐκ 35.000 δραχμῶν, ποσὸν ὅπερ διατίθεται εἰς ἀργομίσθους.
§134ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω.
§135Κ. Ν. ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδαπανᾶτο μέχρι τοῦδε.
§136Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸ παρελθὸν μᾶς διδάσκει διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ παρετήρησα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὁ διευθύνων ἀντιπρόεδρος κ. Μιστριώτης διαμαρτύρεται, διότι ἀφαιρεῖτε τὸ χρῆμα τὸ προωρισμένον διὰ σκοποὺς ὡρισμένους τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, ἵνα διατεθῇ ἀλλαχοῦ. Τοιοῦτο νομοσχέδιον διανεμηθὲν μόλις πρὸ ὀλίγης ὥρας, χωρὶς νὰ δοθῇ ἐπαρκὴς χρόνος ὅπως μετὰ προσοχῆς μελετηθῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν;
§137Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Βεβαίως.
§138Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἔργον οὔτε τριῶν ἀναγνώσεων, ὡς γίνονται αὗται κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐπιτροχάδην, διότι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ φέρωσι πρὸς τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Νομοσχέδια τοιαῦτα πρέπει νὰ τύχωσι βαθείας μελέτης, πολὺ δὲ περισσότερον ὅτε ὄπισθεν τῶν διατάξεων αὐτῶν κρύπτεται ἐπιβουλὴ κατ’ ἀνθρώπων οἵτινες ἐθυσίασαν ὁλόκληρον τὸν βίον των ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος καὶ μάλιστα ὅτε πρόκειται νὰ δοθῇ ἀμοιβὴ εἰς ἐκείνους οἵτινες ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῶσιν, ἐὰν ὑπῆρχε σήμερον μία ἔννομος κατάστασις εἰς τὴν χώραν. Σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ βραβεύονται πάντες οἱ ἀντάρται οἱ καταπατήσαντες τὸν ὅρκον των, οἱ ἐγκαταλείψαντες τὰς θέσεις των καὶ ἐπὶ μῆνα ὁλόκληρον εὑρισκόμενοι ἐν Ἀθήναις καὶ βυσσοδομοῦντες παντοῖα κακὰ ἐναντίον τοῦ προϊσταμένου των.
§139Κ. Ν. ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι πάσης ὑπολήψεως ἄξιοι.
§140Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νὰ τοὺς χαίρεσθε! Ἀλλ’ ἀσχέτως ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσι τοιαῦτα νομοσχέδια καὶ μάλιστα κατὰ τοιαύτας ὥρας καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ παραπέμψῃ τὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν, τοὐλάχιστον συμμορφουμένη πρὸς τὸν Κανονισμὸν ν’ ἀφήσῃ τὴν συζήτησιν δι’ ἄλλην ἡμέραν, διότι μόλις πρὸ ὀλίγου διενεμήθησαν.
§141Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν γίνεται τοῦτο.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§143Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὑπέβαλον πρότασιν ἀναβολῆς. Τοὐλάχιστον δὲν ἐρωτᾶτε κατὰ τύπους τὴν Βουλήν;
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνος δὲν δύνασθε κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§145Μ. Α. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὅταν πρόκειται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως; (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν».
§147ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὲ πιστεύσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ἔλαβον χθὲς τὸ ἀπόγευμα. Εἶναι νομοθέτημα ὑψίστης σημασίας, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ διαρρυθμίσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ περὶ ἀνασυντάξεως τῶν κλάδων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν προξενικῶν νόμων καὶ ὡς τοιοῦτον ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ τὸ ψηφίσῃ ἐν τάχει καὶ ἐσπευσμένως, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ τὸ μελετήσωμεν εἰς ὀλίγας ὥρας. Διὰ τούτων τὰ ὁποῖα λέγω δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς Δευτέρας, δὲν πρόκειται δὲ ἢ περὶ ἀπωλείας μιᾶς ἡμέρας, ὥστε νὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν εὐρεῖαν καὶ σαφῆ.
§148ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν θέλετε ἀναβολὴν μέχρι τῆς αὔριον.
§149Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι καὶ πολλὰ ἄρθρα, ἄλλως τε πρόκειται περὶ κωδικοποιήσεως τῶν παλαιῶν νόμων.
§150ΕΠΑΜ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πῶς εὑρίσκετε ὅτι εἶναι ζήτημα ὑψίστης σημασίας;
§151Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπὶ νέων βάσεων ὀργάνωσιν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας.
§152ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ αἴτησίς σας εἶναι εὔλογος, ἐὰν θελήσητε νὰ τὴν περιορίσητε μέχρι τῆς αὔριον.
§153Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔστω.
§154ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῶσιν αὐτὸ καὶ τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον μέχρι τῆς αὔριον.
§155ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναγνώσω τὸ νομοσχέδιον, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ σημείωμα εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν περὶ τούτου δὲν λαμβάνῃ πρόνοιαν, ἐμφαῖνον τὰς μεταβολὰς τὰς ἐπερχομένας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων.
§156Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσι πίνακες, θὰ τοὺς ὑποβάλω.
§157ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῶν ἑπομένων νομοσχεδίων, τῶν δικαστικῶν, πᾶν ἐξ αὐτῶν τὸ ὁποῖον ἤθελε προσκρούσει εἰς ἀντιρρήσεις ν’ ἀναβληθῇ.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφέσεως κατὰ παρεμπιπτουσῶν καὶ προδικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ περὶ διαδικασίας κατὰ διαδίκων ἀγνώστου διαμονῆς».
§159Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω ἀντίθετον γνώμην, καίπερ δὲ λυπούμενος εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συζητήσω.
§160ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ· εἶναι ἐπίμαχον ἀπὸ δύο γενεῶν. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΓΦΜΖʹ τοῦ 1910 καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας».
§162Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δύο παρατηρήσεις μόνον, κ. Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω, πρὸς διαγραφὴν δύο ἄρθρων ἐκ σφάλματος ἀναγραφέντων. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 257 καὶ τὸ ἄρθρον 273 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κατηργήθησαν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη μετὰ τὸν νόμον περὶ ποινικῆς διατιμήσεως, τὸν ὁποῖον τροποποιεῖ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ὁ τροποποιούμενος διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου μετὰ τὸν νόμον περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως. Ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθε τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως καταργεῖται τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 257 καὶ τὸ ἄρθρον 273 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὁ νόμος περὶ ποινικῆς διατιμήσεως ψηφισθεὶς πρότερον, ἀλλὰ δημοσιευθεὶς κατόπιν, τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 273, τὸ ἀνύπαρκτον πλέον, καὶ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 257, ἐπίσης ἀνυπάρκτου. Παρακαλῶ λοιπὸν ὅπως διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τὰ ἄρθρα 257 καὶ 273. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ διαγραφῶσιν ἀπὸ πάντα τὰ ἄρθρα αἱ παραπομπαί, αἱ ὁποῖαι κατὰ λάθος τοῦ ἀντιγραφέως ἀνεγράφησαν, διότι πρόκειται περὶ παραπομπῶν τοῦ ἐκδότου καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα ὡς κείμενον νομοθετικόν.
§163Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω, κ. Πρόεδρε, τὴν Βουλήν· ἐπιθυμῶ μόνον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς αἰτίας τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐψηφίσθη ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ προσφάτως ψηφισθέντος νόμου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ὁ ψηφισθεὶς νόμος ἦτο ἓν βῆμα πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς Δικονομίας, ἀλλ’ ἐφάνη οὗτος παρεμβάλλων καὶ προκαλῶν δυσχερείας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ κλάδου τοῦ κλητορικοῦ. Δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν δι’ ἀτελείας τοῦ κλάδου τῶν κλητήρων ν’ ἀνατραπῇ νόμος ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχουσιν ἤδη ἀποφανθῆ καὶ εἶναι προϊὸν σοβαρᾶς ἐπιστημονικῆς ἐργασίας. Ὁ νόμος δὲν καταγγέλλεται οὔτε κατηγγέλθη οὔτε καταψηφίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δι’ ἀτέλειαν, ἀλλὰ κατηγορεῖται δι’ ἀνεπάρκειαν τῶν κλητήρων. Διορθώσατε λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς κάμνει νὰ καταγγέλλητε τὸν νόμον. Ἐπειδή, λέγετε, δὲν δύναμαι νὰ οἰκονομήσω τοὺς κλητῆρας, πελεκῶ τὸν νόμον καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ ἀνεπιδότου τῶν δικογράφων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἕνεκα τούτου ἐπῆλθεν ἡ μεταρρύθμισις, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ καταργήσητε σήμερον. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἄρθρον 1, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 2).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τροπολογίαν. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§165Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπέβαλον τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Μετὰ τὸ ἄρθρον 1ον νὰ προστεθῇ ἄρθρον 2ον ἔχον ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἄρθρον 160 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: Ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, ἥτις πάντοτε εἶναι συνοπτική, ἀποπεραίνεται ἀναφερομένου τοῦ Εἰσαγγελέως πρὸς τὸν ἀνακριτὴν ἢ πρὸς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον. Τὸ ἄρθρον 161 τῆς Ποιν. Δικονομίας καταργεῖται». Κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ ἄρθρον 161 πρέπει νὰ λείψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν, νὰ μεταρρυθμισθῇ δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 160, ὥστε ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, ἥτις πάντοτε εἶναι συνοπτική, ἀποπεραίνεται ἀναφερομένου τοῦ Εἰσαγγελέως πρὸς τὸν ἀνακριτὴν ἢ πρὸς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιριμώκου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου».
§167Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν παραγραφὴν εἶμαι συμφωνότατος καὶ ἐγὼ πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς διακρίσεις τῶν διαφόρων ποινῶν τῆς ψευδορκίας παρατηρῶ ὅτι κακῶς κατὰ τὴν γνώμην μου ὁρίζει τοιαύτας τὸ νομοσχέδιον· διότι κατὰ τὴν κρατοῦσαν ἤδη θεωρίαν, τὴν ἄλλως τε νομοθετηθεῖσαν εἰς τὰς πλείστας χώρας τὰς ἐχούσας νέους ποινικοὺς νόμους, ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν διαφόρων εἰδῶν τῆς ψευδορκίας ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ποινὴν εἶναι ἐντελῶς σόλοικος. Τὸ ἀδίκημα τῆς ψευδορκίας εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἀδιαφόρως τῶν διακρίσεων τῶν ἀναφερομένων καὶ ἐν τῷ ἰσχύοντι Ποινικῷ Νόμῳ ὡς καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ ἀδίκημα ὑπάρχει, εἴτε πρόκειται περὶ πολιτικῆς δίκης εἴτε περὶ ποινικῆς, εἴτε μάρτυς ψευδορκεῖ ἐν ποινικῇ δίκῃ εἴτε ἐν πολιτικῇ. Ἡ δὲ διάκρισις μεταξὺ τῶν δύο τούτων διαφόρων εἰδῶν τῆς ψευδορκίας δὲν εἶναι ἐπιστημονική. Διὰ τοῦτο προτείνω ὅπως λείψῃ ἡ διάταξις αὕτη καὶ ὁρισθῇ ὅτι οἱ ψεύδορκοι τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν καὶ χωρὶς νὰ ὁρισθῇ κατώτατον ὅριον, τοῦτο δὲ διὰ τὸν λόγον ὅτι, ὡς γνωστόν, ἂν αἱ ποιναὶ τῆς ψευδορκίας δὲν ἐπέφερον μέχρι σήμερον τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπιφέρωσι, τοῦτο προέκυψεν ἐκ τοῦ ὅτι ἦσαν ποιναὶ ἀνεφάρμοστοι λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς σκληρότητος αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον οὕτως ὥστε γενικῶς οἱ ψεύδορκοι νὰ τιμωρῶνται μὲ φυλάκισιν, ν’ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὸ δικαστήριον ἡ ἐπιβολὴ τοῦ χρόνου τῆς φυλακίσεως.
§168Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι αἱ περιπτώσεις δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῶσι, διότι ὑπάρχει βεβαίως διαφορὰ ψευδορκίας μάρτυρος ἀπὸ τὴν ψευδορκίαν ἑνὸς διαδίκου, διαφέρουσι δ’ αἱ συνέπειαι τῆς ψευδορκίας ἐπὶ πράξεων αἱ ὁποῖαι τιμωροῦνται εἰς βαθμὸν κακουργήματος ἢ εἰς βαθμὸν πλημμελήματος. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ διαβάθμισις ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ ἰσχύοντι Ποινικῷ Νόμῳ δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ, νὰ ἐλαττωθῶσι δὲ μόνον αἱ ποιναί. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε δὲν ἐφηρμόσθη.
§169Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ γίνῃ καὶ τὸ δεύτερον· ἀλλ’ ἀφοῦ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα ἡ διάκρισις αὕτη ἐγὼ δὲν ἐπιμένω. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε νὰ μὴ ὁρισθῇ κατώτατον ὅριον ποινῆς φυλάκισις μόνον.
§170Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῆς ψευδορκίας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος εἶναι ἀκριβῆ. Ἡ ψευδορκία σήμερον δὲν τιμωρεῖται ἕνεκα τῆς μεγάλης ποινῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου συντομεύεται ἡ παραγραφὴ τῶν κακουργημάτων. Διὰ τὰ κατ’ ἔγκλησιν κακουργήματα σήμερον ἡ παραγραφὴ εἶναι μετὰ πενταετίαν καὶ διὰ τὰ ἐξ ἐπαγγέλματος μετὰ δεκαετίαν. Σήμερον διὰ τὰ πρῶτα τὸ νομοσχέδιον λέγει διετίαν.
§171Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ σήμερον διὰ τὰ κατ’ ἔγκλησιν κακουργήματα διετίαν ἔχομεν διὰ τὴν παραγραφήν.
§172Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πενταετίαν.
§173Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι· διετίαν.
§174Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· πενταετίαν, διὰ δὲ τὰ ἐξ ἐπαγγέλματος δεκαετίαν. Ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει πολλὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀναβληθῇ, διότι δὲν εἶναι καιρὸς τώρα νὰ συζητῶμεν τοιαῦτα.
§175ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». (Γίνεται κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Βοζίκη.
§177Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ τροπολογία μου δεκτή. Ζητῶ τὴν ἀφομοίωσιν τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν συνταξιούχων ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν χρόνον ὑπηρεσίας πρὸς τοὺς προέδρους τῶν Πρωτοδικῶν, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων οἱ συμπληρώσαντες 35 ἐτῶν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν λαμβάνουσιν ὡς σύνταξιν τὸν μισθόν των. Ἀλλ’ αὐτὸ διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν δὲν ἡρμηνεύθη ὅτι οὕτως ἔχει. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας μου. Ἡ ἄλλη τροπολογία μου ἀφορᾷ εἰς διευκόλυνσιν τῆς ἀποχωρήσεως πρωτοδικῶν ἐχόντων εἰκοσαοκταετῆ δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν προήχθησαν, παραμένουσι δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν θὰ φύγωσι παρὰ ὅταν θελήσωσιν. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία νομίζῃ ὅτι διευκολύνεται διὰ τῆς ἑκουσίας ἀποχωρήσεως αὐτῶν, θὰ εἶναι ὀρθόν, ἀφοῦ δὲν θὰ τοὺς προαγάγῃ, νὰ τοῖς δώσῃ μίαν τοιαύτην σύνταξιν. Πόσον χρόνον θέλετε, κύριε Ὑπουργέ; 28 ἔτη ἔχω προτείνει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 291).
§178Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι βʹ συζήτησις, ν’ ἀφήσωμεν τὰς τροπολογίας διὰ τὴν γʹ συζήτησιν.
§180ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ͵ΓΥΛΖʹ (3437) τοῦ 1909 νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§182Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρουσιάζεται πάλιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σπεύσας ἐδήλωσεν ὅτι τὸ ἀποσύρει, διότι ὡμολόγησεν ὅτι εἶναι ἄτοπον τοῦτο, ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων ὁ ἄρτι ψηφισθεὶς καὶ εἰσέτι μὴ ἐφαρμοσθεὶς δὲν κατέδειξεν ἐλλείψεις ὥστε νὰ λάβῃ ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία νὰ φέρῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§183Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρεισηγάγετε μίαν τροπολογίαν κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν ἐν τῷ τελευταίῳ νόμῳ καὶ κατεστρέψατε αὐτόν.
§184Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Διότι ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται μετὰ πόσου ἐνθουσιασμοῦ ἐγένετο δεκτὸς ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, καὶ ὁμολογουμένως ἐτέθη τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκετο ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἐχειραφετήθη αὕτη ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῆς συναλλαγῆς, ὑφ’ ἧς κατετρύχετο ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἀνύψωσε δὲ τὸ δικαστικὸν γόητρον. Δυστυχῶς ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐφηρμόσθη, καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀμελετήτως νὰ φέρῃ τροποποιήσεις διατάξεων περὶ προσόντων, ἀγνοῶ διατί, ἐνῷ οὐδεμία ἀκόμη διάταξις περὶ προαγωγῆς ἐφηρμόσθη, ὥστε νὰ καταδειχθῶσι τὰ κενὰ ἢ αἱ ἐλλείψεις ἢ τέλος πάντων λόγοι ἐπιβάλλοντες τοιαύτην μεταρρύθμισιν τόσον ταχέως. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἶχον ὑποστηρίξει ὅτι ἔπρεπε τέλος νὰ τεθῇ μία τάξις πραγμάτων εἰς τὰ δικαστικὰ πράγματα, νὰ τεθῇ ἱεραρχία δικαστική, νὰ μὴ παριστάμεθα θεαταὶ πρὸ πρωτοδικῶν νεαρωτάτων προαγομένων εἰς ἐφέτας, ὑποσκελιζόντων τοὺς ἀρχαιοτέρους! Ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη, ὅπως ὁ πρωτοδίκης, ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ εὐδοκίμως 5–8–10 ἔτη, νὰ προάγηται εἰς πρόεδρον καὶ μετὰ τριετῆ ἢ πενταετῆ ὑπηρεσίαν προάγηται εἰς ἐφέτην· οὕτω νὰ τεθῇ πλέον μία ἱεραρχία δικαστικὴ εἰς τρόπον ὥστε νὰ λείψωσιν ἐν τῷ μέλλοντι αὐτὰ τὰ ἄτοπα διὰ τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία εἶχεν ἀγανακτήσει καὶ ὁ δικαστικὸς κλάδος εἶχεν ἀπολέσει πάντα ζῆλον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ πάντα σεβασμὸν πρὸς αὐτήν. Ἡ τάξις αὕτη τοῦ νόμου μεταβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τόσον ταχέως καὶ ἐσπευσμένως νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τέλος πάντων καὶ αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐφήρμοσε καμμίαν εἰσέτι διάταξιν, ἵνα προκύψῃ καμμία ἔλλειψις. Διατί σπεύδετε ἀδικαιολογήτως;
§185Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν θέσιν τοῦ προέδρου νομίζετε ὑψηλοτέραν ἢ τὴν τοῦ ἐφέτου;
§186Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὴν θέσιν τοῦ προέδρου. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ τις ἐφέτης πρέπει ν’ ἀποκτήσῃ τὰ προσόντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ τὸν καταστήσωσιν ἐφέτην. Εἶναι μία ἐκ τῶν διατάξεων αἱ ὁποῖαι εὐλόγως ἔχουσιν ἀνησυχήσει καὶ εὐλόγως ἔχουσι συνταράξει ἅπαντα τὸν δικαστικὸν κόσμον, διότι ζητεῖται ν’ ἀνατραπῇ ἡ σειρὰ ἡ τεθεῖσα διὰ τοῦ νέου ἐκείνου νόμου, ἡ τάξις τῆς ἱεραρχίας. Διότι δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον ὁ πρωτοδίκης ἀμέσως νὰ ὑπερπηδήσῃ τὴν θέσιν τοῦ προέδρου καὶ νὰ γίνῃ ἐφέτης, καὶ διατί νὰ μὴ ἀφήσωμεν αὐτὸν ν’ ἀποκτήσῃ τὴν πρέπουσαν ἄσκησιν καὶ τὴν πεῖραν διὰ τῆς ἱεραρχίας τῆς δικαστικῆς, τὴν πεῖραν τῆς προεδρικῆς διοικήσεως, ὥστε νὰ μορφωθῇ τελειότερον καὶ νὰ ἐπιτελέσῃ εἶτα τὰ καθήκοντα τοῦ ἐφέτου μετὰ μεγαλυτέρας ἀφοσιώσεως καὶ ἐπιγνώσεως πρὸς τὰ καθήκοντά του. Διατί θέλομεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν σειρὰν τῆς τάξεως, ἡ ὁποία μόνον ἐν Ἑλλάδι παρουσιάζεται τοιαύτη; Εἰς πάντα τὰ Κράτη οἱ βαθμοὶ τῆς ἱεραρχίας ἰσχύουσιν.
§187Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τίνα Κράτη;
§188Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πανταχοῦ.
§189Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οὐδαμοῦ.
§190Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ πρωτοδίκης προάγεται εἰς πρόεδρον καὶ ὁ πρόεδρος εἰς ἐφέτην, οὐχὶ δὲ ὁ πρωτοδίκης νὰ ὑπερπηδᾷ τὴν θέσιν τοῦ προέδρου καὶ νὰ γίνηται ἐφέτης. Ζητεῖτε πάλιν νὰ ἐπαναφέρητε τὴν ἀνωμαλίαν καὶ τὴν ἀταξίαν εἰς τὰ δικαστικὰ πράγματα, ἅτινα θείᾳ προνοίᾳ προυκάλεσαν τὴν ἀποκέντρωσιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ παρωνυχίδος· δὲν πρόκειται περὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ κατόπιν νὰ διορθώσῃ. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον, καθόσον οὔτε τὸν νόμον ἀκόμη εἴδομεν ἐφαρμοζόμενον εἰς τρόπον ὥστε νὰ μᾶς πείσῃ ἡ ἐφαρμογή του ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ προβῶμεν εἰς βελτιώσεις καὶ μεταρρυθμίσεις.
§191Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ τὰ λέγετε, ἀλλ’ ἀπαράδεκτα.
§192Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπαράδεκτα, διότι ἴσως θὰ ἔχητε λόγους προσωπικοὺς νὰ τὸ ὑποστηρίξητε.
§193Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς κάμνετε αὐτό.
§194Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ οὐδένα λόγον ἔχω, καὶ ὅτε εἰργάσθην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀπέβλεψα μόνον εἰς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶχον τὴν τιμὴν ἄλλοτε ν’ ἀνήκω εἰς τὸν κλάδον ἐκεῖνον καὶ ἔχω πάντοτε ζωηροτάτας ἀναμνήσεις καὶ ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῆς ἀνυψώσεώς του καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς του ἐκ τῆς πολιτικῆς. Ἑτέρα διάταξις ἡ ὁποία ἐγέννησεν ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς ὀρθότητος εἶναι ὅτι ἐν ἐδαφίῳ τινὶ ἀναφέρεται ὅτι καὶ ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν δύναται νὰ γίνῃ εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν. Καὶ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, ὅσοι ὁπωσδήποτε ἀναμιγνύεσθε εἰς τὰ τῶν δικαστηρίων· εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνατεθῶσιν εἰσαγγελικὰ καθήκοντα εἰς τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν; Ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν εἶναι θέσις ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τοιαύτην διάταξιν εἶχε τὸ θάρρος ἀμελετήτως νὰ φέρῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν αὐτῆς. Εἶναι ἱεραρχία δικαστικὴ νὰ ἀξιοῦτε ὅπως ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν δύναται νὰ γίνῃ εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν; Εἶναι πράγματα αὐτά; Ζητεῖτε νὰ συντρίψητε τὸν κλάδον ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπορῶ δὲ μὲ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, τὸν ὁποῖον διακρίνει εὐθυκρισία καὶ γνῶσις τῶν πραγμάτων, πῶς ἐλάβετε τὸ θάρρος νὰ φέρητε τοιαύτην διάταξιν. Εἶναι διάταξις ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ σᾶς κινήσῃ τὴν ἀγανάκτησιν ὅτε σᾶς τὴν ἔφεραν. Ὅτε λοιπὸν γνωρίζω καὶ τὰ ἐλατήρια τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν ὑμᾶς τοιαύτην διάταξιν νὰ φέρητε, δὲν θέλετε ν’ ἀγανακτῶ καὶ ν’ ἀξιῶ ἵνα μὴ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον; Ἐγὼ διαμαρτύρομαι διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου πρὸς κακὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἀξιῶ νὰ περιφρουρήσητε καὶ ἀφήσητε εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν μεγάλων καθηκόντων αὐτῆς καὶ οὐχὶ νὰ θελήσητε νὰ μαράνητε τὸν ζῆλον πάντων τῶν δικαστικῶν τοὺς ὁποίους θὰ παραγκωνίσητε διὰ τῶν τοιούτων διατάξεων.
§195Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τίνα εἶναι τὰ ἐλατήρια νὰ μᾶς εἴπητε.
§196Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς πρόσωπα· τώρα τίνα εἶναι τὰ ἐλατήρια, ὅταν τὰ προσόντα ἀφορῶσιν εἰς πρόσωπα, ἐκτιμήσατε ὑμεῖς. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ...
§197ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§198Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. .. καὶ θὰ θελήσῃ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ὅπως διασκευασθῇ εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ.
§199Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι πολὺ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας ἐπίστευσεν ὅτι ὅλως ἀμελετήτως, καὶ ὄχι μόνον ἀμελετήτως, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὑποστήριξιν προσώπων ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς αὐτοὺς περὶ ὑποστηρίξεως προσώπων καὶ ἄλλων ἐλατηρίων δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαντήσω, ἀλλ’ ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀνώτερον τοιούτων ἐλατηρίων καὶ τοιούτων μομφῶν. Τοιοῦτοι ὑπαινιγμοὶ ἐρρίφθησαν καὶ ἐν τῷ τύπῳ ὑπὸ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐνδιαφερομένων, οἱ ὁποῖοι πῶς ἔφθασαν εἰς τὰς θέσεις τοῦ προέδρου γνωρίζετε πάντες, καὶ οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἐξασφαλίζουσι τὴν προαγωγήν των εἰς τὰς θέσεις τῶν ἐφετῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται· διότι, ὅπως εἶπον, δὲν ἔχω σκοπὸν οὔτε εἰς τὰς δημοσιεύσεις ἐν τῷ τύπῳ οὔτε εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ν’ ἀπαντήσω, διότι θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀνώτερον αὐτῶν. Μικρὸς εἶναι ὁ βίος μου ὁ πολιτικός, ἀλλ’ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε πιστεύω ὅτι δεόντως ἐκτιμῶνται πᾶσαι αἱ συκοφαντικαὶ κατ’ ἐμοῦ διαδόσεις. Μία ἰδέα μὲ ἔκαμε νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουσι πρωτοδίκαι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἶναι ἄριστοι ἐφέται, δὲν δύνανται ὅμως νὰ εἶναι καὶ καλοὶ πρόεδροι καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δίκαιον καὶ διὰ τὰ πρόσωπα καὶ διὰ τὴν Δικαιοσύνην ν’ ἀποκλείωνται οὗτοι τῆς προαγωγῆς εἰς ἐφέτας ἀπ’ εὐθείας. Δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ δικαστικός, ὅτι διὰ τὴν θέσιν τοῦ προέδρου ἀπαιτοῦνται ἰδιαίτερα προσόντα καὶ ἰδιάζουσαι ἀρεταί, τὰς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ εἰς πάντα δικαστικόν. Ὅτε λοιπὸν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι πρωτοδίκαι, τοὺς ὁποίους οὐδέποτε τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον θ’ ἀποφασίσῃ νὰ προαγάγῃ εἰς προέδρους διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι στεροῦνται τῶν προσόντων τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν θέσιν τοῦ προέδρου, ὁποῖα δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας προηγουμένως εἶπεν, ἐνῷ ἀναγνωρίζει τὴν ἱκανότητα αὐτῶν ὡς ἐφετῶν, δὲν νομίζετε ὅτι πρὸς βλάβην τῆς Δικαιοσύνης ἀποκλείονται οὗτοι τῆς προαγωγῆς; Ἡ θέσις τοῦ προέδρου εἶναι ἀνωτέρα τοῦ ἐφέτου εἰς πολλὰ ζητήματα διοικήσεως τοῦ Δικαστηρίου κυρίως, καὶ τοιαύτη πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἐκ τῶν ἐφετῶν ἔπρεπε νὰ ἐκλέγωνται οἱ πρόεδροι. Ἐκ τοιούτων σκέψεων ὁρμώμενος, Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὅπως μὴ καταληφθῶσιν ὑπὸ προέδρων θέσεις ἐφετῶν ἀνήκοντες εἰς ἱκανωτέρους αὐτῶν πρωτοδίκας, οἱ ὁποῖοι ὅμως παρελείφθησαν εἰς προηγουμένως γενομένας προαγωγὰς προέδρων διὰ λόγους ἀσχέτους πρὸς τὴν ἱκανότητα καὶ τὸ δίκαιον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ εὑρυνθῇ ὁ ὁρίζων ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ὅτι δὲν θὰ γίνωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο πρότερον καὶ εἰς τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀνοίξωμεν θύραν. Ἠθελήσαμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως μή, ἐὰν αὔριον ἀποσυρθῇ τις τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἴτε πρόεδρος εἴτε ἐφέτης, περιορισθῇ ἡ ἐκλογὴ μεταξὺ δύο ἀρεοπαγιτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ εἶναι οἱ καλύτεροι. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ φέρω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως μὴ ἴδωμεν ἐπὶ τῆς κορυφῆς τῆς Δικαιοσύνης κατ’ ἀνάγκην ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δὲν θεωροῦνται ἀνώτεροι ἄλλων νεωτέρων αὐτῶν. Ἐὰν νομίζητε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μείνῃ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ὡς ἐτάχθη ἐν τῷ νόμῳ, ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἐλάττωσιν αὐτοῦ, εἰς τὸ ζήτημα ὅμως τῆς προαγωγῆς τῶν πρωτοδικῶν εἰς ἐφέτας ἀπ’ εὐθείας νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§200ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου νὰ παρεμποδισθῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§201Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναβληθῇ.
§202ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13.
§204ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13 εἶναι συναφὲς πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶπον ὅτι θὰ συζητηθῶσι μαζὶ αὐτά. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9 συνεζητήθη σήμερον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν· ἀφήσατε λοιπὸν αὔριον νὰ συζητηθῶσι καὶ τὰ δύο εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
§205Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ δημοσιευθῶσι μαζί.
§206ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά, ἀλλ’ ἂς ψηφισθῶσιν αὔριον μαζί.
§207Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ν’ ἀναβληθῇ.
§208ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπίσης καὶ τὸ ἑπόμενον παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15.
§210Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπεβλήθη τροπολογία καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὅπως κατὰ τὴν ἔναρξιν πάσης δίκης διορίζηται ἀντίκλητος. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ μείνῃ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ διατυπώσωμεν τὴν τροπολογίαν.
§211Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πολὺ καλά· δι’ αὔριον.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§213Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τόσον πρακτικὸν νομοσχέδιον, πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ ὑπαλλήλων ἀδικουμένων. Ὑπάρχει ὑπάλληλος ὑπηρετῶν ἐν τῷ Ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου ὑπὲρ τὴν δεκαετίαν, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἔχει ἐλπίδα προαγωγῆς, ὁ κ. Ἐπαμεινώνδας Πασχάλης.
§214Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πασχάλης εἶναι ἱκανώτατος.
§215Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή· «Γραμματεὺς δὲ βʹ τάξεως παρὰ τῷ Ἀρχείῳ διορίζεται ἢ προάγεται ὁ ὑπηρετήσας ἐν αὐτῷ ὡς γραφεὺς αʹ τάξεως πλέον τῆς δεκαετίας».
§216Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ γίνῃ δεκτή, κύριε Πρόεδρε. Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γεωργοπούλου.
§217ΙΩ. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως θελήσῃ νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου 3 τὰ ἑξῆς· «ἢ νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ὁ ἔχων ὁμοιόβαθμον θέσιν, ἂν ἔχῃ προϋπηρετήσει ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ὡς γραμματεὺς αʹ ἢ βʹ τάξεως τοὐλάχιστον ἐπὶ δεκαετίαν».
§218Π. ΣΑΚΚΗΣ. Διατί νὰ διαγραφῇ αὐτό;
§219ΙΩ. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι, ἐὰν παραμείνῃ ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ παραβλάπτωσιν ἄλλους ἔχοντας κεκτημένα δικαιώματα.
§220Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διατί δὲν ἀφήνετε εὐρύτερον κύκλον ἐκλογῆς; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Γεωργοπούλου· ὁμοίως δὲ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου τοῦ 1877». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§222Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἀντὶ 25 ἡμερῶν κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, εἰς ἣν προστίθεμαι, νὰ τεθῇ 20 ἡμερῶν· νὰ γίνῃ δηλ. δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρκεζίνη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, οὕτω τροπολογηθέν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§223Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἀντὶ 20 τοὐλάχιστον ἡμερῶν νὰ γραφῇ 16 τοὐλάχιστον ἡμερῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, οὕτω τροποποιηθέν). Ἅρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§224Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Διὰ νὰ νοηθῶσιν αἱ συντμήσεις τῶν προθεσμιῶν τὰς ὁποίας ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ παρακολουθήσῃ καὶ ἡ σύντμησις τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 45 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ εἴπωμεν τὸ ἑξῆς ὡς ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει)· «Τὸ Β. Διάταγμα δημοσιεύεται διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τριάκοντα τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας, περιέχει δὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων Βουλευτῶν ἐξ ἑκάστου νομοῦ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ͵ΓΛΘʹ τῆς 10 Ἰουνίου 1905 καὶ πρὸς τὴν τελευταίαν δημοσιευθεῖσαν ἐπίσημον ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν τῶν δήμων τοῦ Κράτους καὶ προσκαλεῖ τοὺς ἐκλογεῖς νὰ προτείνωσι τοὺς ὑποψηφίους». Συγχρόνως ὅμως κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας πρέπει νὰ θέσωμεν καὶ πέμπτον ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι πρέπει, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, κατὰ τὴν 26 ἡμέραν πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸν πρόεδρον πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας ἀναφέρουσιν ὅτι ἀποδέχονται τὴν ὑποψηφιότητα, λέγων δὲ 26 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἐννοεῖ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν ἀναφορῶν. Ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν 17 ἡμέραν πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς τὴν ὑποβολὴν τῶν ἀναφορῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ προστεθῇ ἕτερον ἄρθρον, 5, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ϠΞΒʹ τῆς 15 Μαΐου 1882 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: Δὲν δύνανται ν’ ἀνακηρυχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου ὑποψήφιοι Βουλευταὶ ἀξιωματικοί, ἐὰν δέκα καὶ ἑπτὰ τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ὁρισθείσης διὰ τὴν ψηφοφορίαν μὴ ἐπιδώσωσι διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ οἰκείου Πρωτοδικείου δήλωσιν ὅτι ἀποδέχονται ὑποψηφιότητα ἢ ὅτι ἐζήτησαν τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος ἄδειαν».
§225Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ὅπως ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ ἡ διάταξις περὶ τῆς προθεσμίας καθ’ ἣν ὤφειλον νὰ ὑποβάλωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τὴν αἴτησίν των περὶ ἀποδοχῆς τῆς ὑποψηφιότητος καὶ ὅπως ὑποβάλλεται διὰ τῆς τροπολογίας ὑπάρχει τι τὸ πρωθύστερον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ αἴτησις περὶ ἀνακηρύξεως ὑποψηφίου ὑποβάλλεται ὑπὸ ἐκλογέων, ἡ δὲ δήλωσις περὶ ἀποδοχῆς ὑπὸ τοῦ ὑποψηφίου, ἀλλ’ ἐνῷ, διὰ ν’ ἀποδεχθῇ τίς τι, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀποδεχθῇ, ἐνταῦθα κατὰ τὴν προθεσμίαν τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ τὴν προθεσμίαν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μαρκεζίνη ἔπεται τῆς δηλώσεως περὶ ἀποδοχῆς ἡ πρότασις περὶ ὑποψηφιότητος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ ὡρίσθη προθεσμία 16 ἡμερῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς αἰτήσεως πρὸς ἀνακήρυξιν, ἡ προθεσμία πρὸς ἀποδοχὴν τῆς ὑποψηφιότητος πρέπει νὰ εἶναι 15 ἡμέραι. Αὐτὸ εἶναι τὸ λογικὸν ἀναμφισβητήτως.
§226Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀντὶ τὴν 19 ἡμέραν θὰ τεθῇ τὴν 15 ἡμέραν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρκεζίνη.
§228Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα.
§229ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ ὀρθὰ καὶ τὰ δύο, κύριε Πρόεδρε. Τὰ ἀποδέχομαι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ὡς καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ προταθέντα ἄρθρα 4 καὶ 5).
§230Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Προτείνω τὴν προσθήκην καὶ ἑτέρου ἄρθρου, ἔχοντος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Οἱ ἐν τῷ ἄρθρ. 1 τοῦ παρόντος νόμου ἀναφερόμενοι δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται ἀνακηρυσσόμενοι ὑποψήφιοι χωρὶς νὰ παραιτηθῶσι τῆς θέσεώς των, ἐὰν ὑποστηρίξωσι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ὑποψηφιότητά των, καταδικάζονται καὶ τιμωροῦνται μὲ τὰς ἐν ἄρθρ. 87 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου ἀναγραφομένας ποινάς. Μὲ τὰς αὐτὰς ποινὰς τοῦ αὐτοῦ 87 ἄρθρου τοῦ ΧΜΗʹ νόμου τιμωρεῖται καὶ πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης ὅστις ἤθελε δεχθῆ νὰ διορισθῇ καὶ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντιπρόσωπός τινος τῶν ὑποψηφίων».
§231ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βοζίκη, αὐτὸ θ’ ἀποτελέσῃ ἕκτον ἄρθρον.
§233Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα. Τὸ πέμπτον ἐψηφίσθη.
§234Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πολὺ ὀρθῶς ἀπεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυνουρίας, ἐν ᾧ ἔδωκε μίαν ἑρμηνείαν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κειμένου νόμου. Λοιπόν, ἀφοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἑρμηνεύομεν τὸν νόμον καὶ καθιστῶμεν σαφέστερα τὰ ἄρθρα αὐτοῦ, νομίζω ἐπιβεβλημένον νὰ δεχθῆτε μίαν συμπλήρωσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Βοζίκη προταθέντος καὶ δεκτοῦ γενομένου νέου ἄρθρου, ἔχουσαν οὕτω: «Δὲν τιμωροῦνται, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν καὶ δημαιρεσιῶν νόμων οἱ ἄμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται οἵτινες πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἀνακηρυχθέντες ὑποψήφιοι, χωρὶς νὰ παραιτηθῶσιν, ὑπεστήριξαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ὑποψηφιότητα αὐτῶν».
§235ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6.
§237ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· κατὰ συνέχειαν.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γκότση. Ὁ κ. Βοζίκης θὰ τὰ συναρμολογήσῃ.
§239Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀπέστειλα τὴν τροπολογίαν διὰ τὸ ἕκτον ἄρθρον. Ὄπισθεν αὐτῆς ἔχω σημείωσιν καὶ διὰ πρόσθετον ἄρθρον ἔχον ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἰσχύουσι καὶ ἐπὶ δημαιρεσιῶν», διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ ἀμφιβολία.
§240ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τοῦτο καλόν. Ὡς ἴδιον ἄρθρον νὰ τεθῇ τοῦτο τελευταῖον, ἕβδομον.
§241Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ προσθήκη τῆς διατάξεως τοῦ νὰ μὴ ἐκτίθενται ὡς ὑποψήφιοι οἱ δήμαρχοι εἶναι διὰ νὰ μὴ καταλείπωνται αἱ θέσεις των κεναί, ὅπερ συνέβη κατὰ τὸ παρελθόν.
§242Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι διότι ἐπηρεάζουσι τοὺς ἐκλογεῖς.
§243Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐπηρεάζει ὁ συμβολαιογράφος; Ἐὰν ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ λόγος, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὁμιλῶ.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον 6.
§245Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν εἰς τὸ τέλος τῆς τρίτης συζητήσεως ὑποβάλλωνται τόσον σπουδαῖαι τροπολογίαι, τουλάχιστον νὰ τὰς ἀκούωμεν!
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει (ἀναγινώσκει)· «Ἄρθρον 6. Οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος νόμου ἀναφερόμενοι δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται ἀνακηρυσσόμενοι ὑποψήφιοι χωρὶς νὰ παραιτηθῶσι τῆς θέσεώς των, ἐὰν ὑποστηρίξωσι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ὑποψηφιότητά των, καταδικάζονται καὶ τιμωροῦνται μὲ τὰς ἐν ἄρθρῳ 87 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου ἀναγραφομένας ποινάς. Μὲ τὰς αὐτὰς ποινὰς τοῦ αὐτοῦ 87 ἄρθρου τοῦ ΧΜΗʹ νόμου τιμωρεῖται καὶ πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης, ὅστις ἤθελε δεχθῆ νὰ διορισθῇ καὶ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντιπρόσωπός τινος τῶν ὑποψηφίων. Δὲν τιμωροῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν καὶ δηαιρεσιῶν νόμων οἱ ἄμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται οἵτινες πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἀνακηρυχθέντες ὑποψήφιοι, χωρὶς νὰ παραιτηθῶσιν, ὑπεστήριξαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ὑποψηφιότητα αὐτῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἶτα τὸ προταθὲν ἄρθρον 7 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§247ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω δύο νομοσχέδια, ἅτινα εἶναι παρακολουθήματα καὶ στηρίγματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ τελευταῖα. Εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸ Ζʹ Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρεσίας διατάξεων» καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΤΟΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3374) τοῦ ἔτους 1909 ἀφορῶντος εἰς τὴν τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους νόμου ΣΙΒʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1852». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 292–293). Πρὸ ὀλίγου, κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν, ἀπόντων τῶν ἐντίμων ἐκ Κερκύρας καὶ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτῶν, εἶχον ἀποτείνει τὸν λόγον πρὸς τὴν Βουλήν, παρακαλέσας, ὅτε ἐπῆλθεν εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ν’ ἀκροασθῇ γνωμῶν ἃς ἐνόμιζον ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτήν. Ἀκριβὲς εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο χθὲς παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὅτι μόνον δι’ ἐπισταμένης ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ὡσαύτως ἀκριβὲς εἶναι ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καθ’ ἣν ὥραν ἐγὼ μὲν ἐζήτουν νὰ παραμείνῃ, ὁ δ’ ἔντιμος συνάδελφός μου εἶπεν ὅτι ἦτο καλὸν νὰ παραπεμφθῶσι πάντα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, οὕτω δὲ μετὰ τὴν τοιαύτην προτροπὴν ἐνεδεικνύετο μετὰ τῶν ἄλλων νὰ εἰσαχθῇ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τοῦτο καὶ παρεπέμφθη εἰς τὸ τέλος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἀλλ’ ὁ λόγος δι’ ὃν ἐζήτησα τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς ὅπως, εἰ δυνατόν, συναινέσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὅπως συναινέσῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, περὶ οὗ χθὲς ἐξεδηλώθη ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου νὰ συζητηθῇ, καὶ πρὸς τούτοις τὸ ἔπειτα χθὲς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἐθνιτοῦ Πανεπιστημίου, ὁ λόγος δι’ ὃν ταῦτα ἐγένοντο εἶναι ἡ συναίσθησις, ἣν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἀνῆλθε τὴν ἐξουσίαν τῇ ἐπινεύσει τῶν ὑποστηριζόντων αὐτὴν ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ πάσης ἐκθύμου διακρίσεως, δι’ ἣν καὶ πάλιν ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν εὐγνωμοσύνην, τὰ τοιαῦτα ἀνακαθαρτικὰ τῶν ὑπηρεσιῶν νομοσχέδια, τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ὡς τὸ πρᾶγμα ὠνομάσθη μιᾷ λέξει, ἀνῆκον εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο περὶ ὃ πάντες ἐπὶ τέλους συνήλθομεν καθ’ ὃν χρόνον τὰ πράγματα ἔλαβον τὴν διέξοδον ἥτις ἔφερε τοὺς κατέχοντας τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τοιαύτην ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα συναίσθησιν ἐκπληρώσεως ἐπιβεβλημένου καθήκοντος ἐξεπλήρωσε τοῦτο. Πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἐπαναλαμβάνων δὲ ὅσα εἶπον ἔρχομαι καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θελήσῃ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μεγάλην, τὴν ὑπερβάλλουσαν ἐμπιστοσύνην ἣν ἔδειξε καὶ δεικνύει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ θεμάτων πολὺ σπουδαιοτέρων, νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπερ συνδέεται μετὰ τῶν περιστάσεων αἵτινες δι’ ἀνωμαλίας ἔφερον ἡμᾶς ἐνταῦθα. Ἡ Κυβέρνησις ταῦτα ὑποβάλλουσα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπεκδεχομένη τὴν εὐμενῆ τούτων ὑποδοχὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἰσθάνεται τὸ βάρος τῆς εὐθύνης δι’ οὗ θέλει βαρυνθῆ ἐν ᾗ περιπτώσει τυχὸν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐμένειαν αὑτῆς μέχρι καὶ τούτου, ἀλλ’ αἰσθάνεται καὶ ὅτι ἔχει ἐν ἑαυτῇ πάντα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τῆς προαιρέσεως, καὶ τῆς θελήσεως τὴν τοιαύτην προαίρεσιν νὰ καταστήσῃ πρᾶγμα, ἅτινα θέλουσιν ἐπιτρέψει εἰς αὐτὴν νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι οὐδὲν θέλει πράξει, ἐὰν τυχὸν τοιαύτη τις ἐντολὴ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτήν, ὅπερ ν’ ἀποτελῇ ἐξολίσθησιν εἰς ἐνέργειαν ἔχουσαν χαρακτῆρα προγραφῆς. Τὴν ἐκκαθάρισιν εἰς πάντας τοὺς ἄλλους κλάδους ἐπέτρεψεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσαγάγῃ ἐνταῦθα ὑπὸ τύπον νομοσχεδίων. Καὶ ἂν εἰς πάντας τοὺς ἄλλους κλάδους τοιαύτη ἄδεια ἐκκαθαρίσεως ἐπετράπη διὰ νόμου, ἐπιτρέπει δὲ καὶ κατὰ ταύτην τὴν ὥραν δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐρωτᾶται ἂν ὁ κλάδος ὁ ἐκπαιδευτικὸς τοσοῦτον διαφέρει ἐν Ἑλλάδι λόγῳ ἀήθους καταστάσεως τῶν ἄλλων κλάδων, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὁ μόνος ὅστις δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν τοιαύτην ἐκκαθάρισιν. Ἐὰν ἐξετάσωμεν καλῶς ἐν γένει αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀπομακρύνοντες πᾶσαν ἰδέαν προτιμήσεων προσωπικῶν καὶ συμπαθειῶν, ἀμφιβάλλω ἂν πάντες δὲν θέλομεν ἀναγνωρίσει ἐν ἡμῖν αὐτοῖς ὅτι ἴσως ὁ κλάδος ὁ παντὸς ἄλλου πλέον δεόμενος ἐπισκοπήσεως καὶ ἐκκαθαρίσεως εἶναι ὁ ἐκπαιδευτικός, οὕτω δὲ συμβαίνει δυστυχῶς καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, ἴσως περισσότερον πρὸς τὰ ἄνω ἢ πρὸς τὰ κάτω. Τοῦτο εἶναι ὅπερ μοὶ ἔδωκε τὸ θάρρος, καὶ ζητῶ τὴν συγγνώμην τῆς Βουλῆς ὅτι ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, ἀπεκδεχόμενος τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ἀταράχως· μοὶ ἔδωκε τὸ θάρρος νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν μὴ ἐπηρεαζομένη παντελῶς ὑπὸ τῆς θέσεως ἡμῶν ἐν τοῖς πράγμασι νὰ θελήσῃ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐμένειαν αὐτῆς καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην μέχρι τοῦ νὰ ἐξετάσῃ καὶ ταῦτα τὰ θέματα μετὰ προθέσεως νὰ μὴ ἀπορρίψῃ αὐτά. Ἡ περίστασις μοὶ δίδει τὴν ἀφορμὴν καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ὀρρωδοῦμεν πρὸ τοῦ βάρους ὅπερ εἰς ἡμᾶς ἐπεβλήθη καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς σπανίας εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος. Τοσοῦτο δὲ μεγαλυτέρα εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη ἡμῶν, καθόσον αἰσθανόμεθα ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σύνηθες. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐκτελέσεως ἐντολῆς προγραμματικῆς, διατυπωθείσης εἰς τρόπον ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς ἐκεῖνο ὅπερ ἐγέννησε τὴν τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως ἀξίωσιν, ἠναγκάσθην νὰ ἐπαναλάβω τὴν αἴτησιν ταύτην ἀπεκδεχόμενος ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτῆς.
§248Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ ὅτι τὰ θέματα περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε λόγον εἶναι θέματα ὑψίστης σπουδαιότητος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησεν ὑποστηρίζων τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ βασισθῇ ἐπὶ τῶν νόμων ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ λησμονήσῃ ὅτι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀνετέθη τὸ ἔργον εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, εἰς τὴν Ἀνωτάτην Δικαστικὴν Ἀρχήν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι προκειμένου περὶ λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἶναι τὸ ἁρμόδιον ὅπως κρίνῃ περὶ τῆς τύχης τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Τὸ αὐτὸ μέτρον ἐλήφθη καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπόφασις, μὴ λησμονῶμεν ὅμως ὅτι ἀφέθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως κρίνῃ περὶ τῆς τύχης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διοριζομένων. Ἐνταῦθα τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν μορφήν. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ λειτουργῶν διορισθέντων συνεπείᾳ διατυπώσεων τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ὁ διορισμὸς δὲν ἐξηρτήθη ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς θελήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης καταφαίνεται ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον πρόκειται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ κανονισθῇ. Ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τοῦ θέματος ἑπομένως ἤθελον προτείνει, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποδεχθῇ αὕτη, ἵνα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, τὴν σπουδαιότητα ἀναγνωρίζω, παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν μὲ τὴν ῥητὴν ὑποχρέωσιν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα τὴν προσεχῆ Δευτέραν φέρῃ τὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἔκθεσιν αὐτῆς.
§249ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ δύο νομοσχέδια.
§250Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ δύο νομοσχέδια περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι ὀρθόν, φρονῶ, ἡ Κυβέρνησις νὰ συνδυάσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν θέλει λάβει, ἐμπνεομένη ἐκ τῶν συμφερόντων τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, δὲν πρέπει ποσῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ συνδυάσῃ οἱανδήποτε, λέγω, ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ πρὸς αὐτήν. Τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης παρέσχομεν τόσα δείγματα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὥστε οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὅτι πλήρης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐμπιστοσύνη ὑπάρχει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπως παρουσιάζεται, εἶναι τοσοῦτο περίπλοκον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, θὰ ἔχῃ αὕτη κοινόν τι πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Βουλὴ πάντοτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιδεικνύῃ. Ὑπὸ τοιοῦτο πνεῦμα ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ὅπως τὰ δύο νομοσχέδια παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν.
§251ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τῆς ἐκκαθαρίσεως.
§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσεχῆ Δευτέραν τὴν ἔκθεσίν της.
§253Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ διὰ τῆς ψήφου μου καὶ διὰ τοῦ λόγου μου ἔδωκα ἱκανὰς ἀποδείξεις περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον προκειμένου περὶ νομοσχεδίων οἷα ἐκεῖνα τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν ἐπεζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπω σαφῶς καὶ καθαρῶς τὴν γνώμην μου, διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι ἀμφίστομος μάχαιρα, ἡ ὁποία καιρίως θὰ τραυματίσῃ τὰ στέρνα τῆς Κυβερνήσεως. Πάντες οἱ διατελέσαντες Ὑπουργοὶ ἐδοκίμασαν τὰς πιέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι κεκλημένος ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ ζητήματος προσωπικοῦ, καὶ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἔχῃ τὴν εὐτυχίαν νὰ δύναται νὰ χαρακωθῇ ὄπισθεν χαρακώματος οἷον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἵδρυσα ἐγὼ ὡς πρὸς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον καυχῶμαι, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἀναπνέει. Διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἐκ προθέσεως κακοποιοί, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἕνα καὶ μόνον ἔχουσι σκοπόν, πῶς νὰ καταδολιεύωνται τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, πῶς νὰ συντρίβωσι πᾶσαν ὑπηρεσίαν αὐτῆς. Ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ ἦταν τοιαῦτα κακοποιὰ στοιχεῖα, ἀναμφισβητήτως ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἂν οἱ Ὑπουργοὶ διεχειρίσθησαν κατὰ τρόπον ἐπιβλαβῆ τὰς προνομίας τὰς ὁποίας ἐνεπιστεύθη εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν ἡ Πολιτεία, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀδυναμίαν αὐτῶν, ὄχι εἰς τὴν ἀδυναμίαν τὴν προσωπικὴν τὴν ἐκ χαρακτῆρος, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀδυναμίαν τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἡ θέσις αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ καθ’ ἡμέραν ὑψουμένου, ὀγκουμένου κύματος τῶν ἀξιώσεων τῶν προσωπικῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἔλεγον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν του χαράκωμα οἷον ἱδρύθη κατὰ τὸ 1905 διὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀναπνέει καὶ αἰσθάνεται ἑαυτὸν εὐτυχῆ. Τί ζητεῖται διὰ τῶν δύο νομοσχεδίων; Ζητεῖται ἡ ἀναστολὴ τοῦ νόμου τῆς 17 Ἰουλίου τοῦ 1905 περὶ συστάσεως Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ τίνα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι πρῶτον ὅτι ὅλον τὸ προσωπικὸν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται, νομίζω, εἰς τρεῖς χιλιάδας, θὰ ὁρμήσῃ εἰς τὴν κλίμακα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ζητῶν καθεὶς ἐξ αὐτῶν ὅ,τι νομίζει ὅτι συμφέρει αὐτῷ καὶ ὅ,τι θεωρεῖ ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· γνωρίζει τὸν γίγαντα Ὑπουργὸν ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ ν’ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτοῦ τοῦ ῥεύματος τοῦ φοβεροῦ, τὸ ὁποῖον καταστέλλει μόνον ὁ νόμος; Δὲν ἐννοεῖ ὅτι πάντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατώρθωσεν ὁ νόμος νὰ παραμερίσῃ, πάντα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα θέλουσιν εἰς αὐτὴν τὴν ζύμωσιν προκύψει ἀπειλητικά; Καὶ τί θ’ ἀντιτάξῃ ἡ Κυβέρνησις; Καὶ τί θὰ ἔχῃ ν’ ἀντιτάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως; Θ’ ἀντιτάξῃ τὴν προσωπικὴν ἐκτίμησιν καὶ οὐδὲν πλέον. Καὶ δύναται νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν ἰδίαν προσωπικὴν ἐκτίμησιν; Καὶ τί γνωρίζει αὐτὸς ἐπὶ προσωπικοῦ τριῶν χιλιάδων διδασκάλων καὶ καθηγητῶν; Θαυμάζω δὲ τὴν τόλμην του, διότι, ἐὰν εἶναι θεσμὸς ὁ ὁποῖος ἐλειτούργησε, διὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ καυχηθῇ ἡ Πολιτεία, διὰ τὸν ὁποῖον καυχᾶται ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ, εἶναι ὁ θεσμὸς τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἔχω ἤδη πεντηκοντάδα τηλεγραφημάτων, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ λέγουσιν (ἀναγινώσκει)· «Παρακαλοῦμεν προστατεύσατε νόμον καὶ ἀποκρούσατε κλπ.». Ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ φθάσω μέχρι παραιτήσεως ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
§255Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δὲν γνωρίζω κανένα ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὸ ἀνάστημα ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον δύναται νὰ τελεσθῇ διὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§256Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ ὡραῖα.
§257Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον λειτουργεῖ· ἐὰν δὲν σᾶς ἀρέσκῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὅπως εἶναι κατηρτισμένον, ζητήσατε ν’ ἀντικατασταθῇ ὑπ’ ἄλλου.
§258Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§259Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τί ἐκάματε τῇ 22 Φεβρουαρίου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΖΑʹ τῆς 17 Ἰουλίου τοῦ 1905 περὶ συστάσεως Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Καὶ δὲν γνωρίζω διατί μετὰ πέντε ἡμέρας, ἤτοι τῇ 27 Φεβρουαρίου, λέγετε ὅτι ἀναστέλλεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ͵ΓΖΑʹ τῆς 17 Ἰουλίου τοῦ 1905 περὶ συστάσεως Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως κτλ. ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Καὶ μετὰ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς μῆνας τί θὰ κάμητε; Θὰ καταργήσητε πάντα τὰ σχολεῖα καὶ θὰ ἔχητε τὸν συναγερμὸν ὅλου τοῦ προσωπικοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου, πάντας τοὺς Ἑλληνοδιδασκάλους καὶ Καθηγητὰς καὶ Γυμνασιάρχας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσι καὶ θὰ παρελάσωσιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνόρθωσις; Ἐρρέτω. Ἐὰν εἶναί τι εἰς τὸ ὁποῖον ἀπεβλέψαμεν, εἶναι πῶς διὰ τῶν θεσμῶν τῶν ἀποκεντρωτικῶν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν εὐπρεπῆ καὶ ἐπαρκῆ διοίκησιν καθ’ ἅπαντας τοὺς κλάδους τοὺς ὑπηρεσιακούς. Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε ὅτι ἀναλαμβάνοντες τοιοῦτο γιγάντειον ἔργον, τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἶναι εἰς θέσιν καὶ νὰ καυχηθῇ ὅτι θὰ τὸ ἐκτελέσῃ, ἀναλαμβάνοντες τοιοῦτο γιγάντειον ἔργον καταρρίπτετε ἐκ βάθρων πᾶσαν ἐλπίδα ἀναστηλώσεως τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας; Δύναμαι νὰ καυχηθῶ ὅτι δὲν γνωρίζω προσωπικῶς ἕνα ἐξ ὅλου τοῦ προσωπικοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀφ’ ἧς τὸ νομοσχέδιόν σας καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους ἀναστέλλων τὸν νόμον δι’ οὗ ἐβελτιώθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν διὰ τῆς λειτουργίας καὶ τελειοποιήσεως αὐτοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν τελειότητα τοῦ προσωπικοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καταρρίπτοντες τὸ χαράκωμα τὸ ὁποῖον σᾶς κατέστησε Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικήν, θὰ εὑρεθῆτε πρὸ ὠκεανοῦ ἀπαιτήσεων καὶ θὰ καταποντισθῆτε. Ἔλεγον πρὸ ὀλίγου· εἰς τίνα μέσα θὰ καταφύγητε, ὅπως σχηματίσητε τὴν κρίσιν σας; Εἰς τὴν ἰδίαν σας εὐθύνην. Ἀλλ’ ἔχομεν πρόχειρα καὶ πρόσφατα νομοθετήματα τὰ ὁποῖα κατέστησαν τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν ὄχι ἐν κύκλῳ τόσον εὐρυτάτῳ οἷος ὁ κύκλος τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐν στενωτάτῳ, ὑποπίπτοντι εἰς τὴν ἄμεσον ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τίνα τὰ ἀποτελέσματα μέχρι τοῦδε; Ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξητε μεταξὺ δέκα ἢ δεκαπέντε μηχανικῶν ἢ νομομηχανικῶν· δύνασθε νὰ καυχηθῆτε ὅτι ἡ κρίσις σας ὑπῆρξεν ἀσφαλής; Καὶ θέλετε εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν νὰ ἐμπιστευθῶμεν, ὅτε πρόκειται περὶ προσωπικοῦ 2000 ἢ 3000 προσώπων; Θαυμάζω τὴν τόλμην ἐκείνων οἵτινες ἠθέλησαν νὰ προβάλωσι τοιαῦτα νομοσχέδια. Θὰ προτιμήσω νὰ παραιτηθῶ τῆς ἐντολῆς τῆς βουλευτικῆς ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τοιαῦτα ἐξαμβλώματα ἤθελον γίνει δεκτὰ ἐνταῦθα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).
§260Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πολὺ δικαίως ὑπερηφανεύεται ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος διὰ τὸ ἔργον αὑτοῦ, δι’ οὗ ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν μονιμότητα τοῦ καθηγητικοῦ καὶ διδασκαλικοῦ κλάδου. Ἀλλ’ οὐδὲν ἔργον τέλειον ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, διὰ δὲ τοῦ χρόνου ἀποδεικνύονται αἱ ἀτέλειαι αὐτοῦ καὶ ἀκριβῶς οἱ τοιαῦτα ὑποβάλλοντες ἔργα, ὡς τὸ νομοσχέδιον, ὑπηρετοῦσιν εἰς τὴν εὐγενῆ αὐτῶν ἰδέαν, ὅταν γίνηται προσπάθεια, ἵνα τὸ ἔργον αὐτῶν λειτουργήσῃ καθ’ ὃν εἶχον ἀρχῆθεν πόθον. Βεβαίως ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων εἶναι εἷς τῶν μεγαλυτέρων πόθων τῶν κηδομένων τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐσημείωσε δὲ ἀγαθὸν σταθμὸν ἐν τῇ ἐκπαιδευτικῇ ἡμῶν ἱστορίᾳ. Δύναται ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ληφθέντος τοῦ μέτρου τῆς μονιμότητος ἄνευ προηγουμένης ἐκκαθαρίσεως τοῦ κλάδου δὲν παρέμειναν ἐν αὐτῷ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα οὗτος ἐν τῷ πόθῳ τὸν ὁποῖον εἶχε νὰ τὸν καθαρίσῃ δὲν θὰ ἐπεθύμει νὰ μένωσιν; Εἴπετε, κύριε Πρόεδρε τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἔργον γιγάντειον ἡ ἐκκαθάρισις καὶ βεβαίως τὸ ἔργον εἶναι δυσχερὲς καὶ βεβαίως, ἐάν τις ἤθελεν ἐξ ἰδίας μόνης ἀντιλήψεως νὰ κρίνῃ, θὰ ἦτο βέβαιος ὅτι κατὰ τὰ 90% θ’ ἀπετύγχανεν. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ὁ θέλων νὰ κρίνῃ, ἐὰν θέλῃ νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οἷα στοιχεῖα καὶ οἱονδήποτε ἄλλο σωματεῖον, ἵνα θέτων βάσιν εἰς αὐτὰ κατ’ ἰδίαν κρίνῃ καὶ ἐκκαθαρίσῃ οἱονδήποτε κλάδον. Μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία ὡς Ὑπουργὸς ν’ ἀναλάβω ἔργον πρὸ τοῦ νόμου τούτου τοιοῦτο καὶ προέβην εἰς μεταβολάς, εὐτυχῶς δέ, οὐχὶ διότι ἐγὼ ἤμην διάφορος τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ διότι αἱ περιστάσεις ἦσαν διάφοροι, εἶχον πλήρη ἐλευθερίαν νὰ ἐνεργήσω, καὶ δὲν ἐφάνη ὅτι προυξένησα μέχρι τοῦδε βλάβην τινά, ἐβεβαιώθη δ’ ὅτι καὶ πολλὴ ἐπῆλθε πεποίθησις εἰς τὸν κλάδον ὅτι οὔτε καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ προξενήσω τοιαύτην. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ἀρκετόν, θὰ ἦτο δὲ ὄντως παράλογος ἐγωισμός, ἐὰν τὸ προέβαλλον ὡς ἐπιχείρημα, ἵνα εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν «δώσατέ μοι τὴν ἐξουσίαν τοῦ γίγαντος ταύτην». Ἂν ἐζήτησα τὴν ἐκκαθάρισιν, ἐζήτησα αὐτὴν διότι αὐτὰ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὥρισεν ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος τεθείς, διαμαρτύρονται ὅτι ὁ νόμος δὲν δίδει εἰς αὐτοὺς τὰ ὅπλα, ἵνα ἐκπληρῶσι τὸν προορισμόν των.
§261Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Συμπληρώσατέ τον.
§262Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διαμαρτύρονται ὅτι ἀτελὴς ἔκφρασις τοῦ νόμου ἐμποδίζει τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ν’ ἀποβάλωσι τῆς ἐκπαιδεύσεως καθηγητὰς καὶ διδασκάλους θεωρουμένους ἐπιβλαβεῖς. Ἑκατὸν καὶ πλέον ἐκθέσεις ὑπάρχουσι, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν ἡ ἀπόλυσις ἐπιμόνως ἐπιβλαβεστάτων λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὸ δὲ ἐποπτικὸν συμβούλιον δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν μετὰ γνωμοδότησιν, νομίζω, καὶ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι περιέχει ὁ νόμος διάταξιν περὶ τῆς ἠθικῆς τῶν διδασκάλων καὶ περὶ ἄλλων λεπτομερῶν περιστάσεων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο πρό τινων ἡμερῶν λόγος, ἀλλ’ οὐδὲν ἀναφέρει περὶ ἀνεπαρκείας καὶ ἀνικανότητος.
§263Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Συμπληρώσατε τὸν νόμον.
§264Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοὶ λέγετε δὲν τὸ ἐσκέφθην ἐγώ; Ἀφήσατέ με καὶ θὰ τὸ εἴπω· δι’ αὐτὸ ὑπέβαλον σχέδιον νόμου ἐν τῷ ὁποίῳ περιέχεται διάταξις διευκολύνουσα τὸ ἔργον. Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐξηγέρθησαν εὐθὺς ἀντιρρήσεις, ἀνεβλήθη ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, ὅτε δ’ ἐξέφραζον τὴν στενοχωρίαν ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ παρελθόν, ἤκουσα ἐκεῖθεν μίαν ἡμέραν· φέρατε ἓν νομοσχέδιον ἐκκαθαρίσεως, διὰ νὰ καθαρίσωμεν τὸν κλάδον αὐτόν, καὶ προσήγαγον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θὰ ἦτο εὐχάριστον εἰς ἐμὲ νὰ ἐκτελέσω, καὶ ἐὰν μοὶ ἔδιδεν ἡ Βουλὴ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ ὡς ἔργον ἀνάγκης τὸ ὑποβάλλω, ἀφοῦ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο συστηματικώτερον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου νόμου παρεπέμφθη εἰς ἀναβολὴν μετὰ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων.
§265Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐψηφίσαμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§266Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε δὲ εἶναι βέβαιον, ἐὰν πρέπῃ νὰ σπουδαιολογῶμεν, οὔτε παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο, ὅτι ἐντὸς τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν, ὅτε εἶναι βεβαιωμένον ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπεστείλατε εἰς ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσιν οὔτε νὰ ψηφισθῶσιν, ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ὑποβάλω μίαν πρόχειρον διάταξιν, διὰ νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο.
§267Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπὸ τῆς 27ης Φεβρουαρίου.
§268Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μόλις προετάθη ὑμεῖς ἠγείρατε κραυγὴν καὶ ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν ἐφθάσαμεν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§269Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδέχθητε καὶ τροπολογίας, ἃς ὑπέδειξα.
§270Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἔλειπεν· οἱ Βουλευταὶ νὰ μὴ ἔχωσι γνώμην!
§271Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§272Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ σεβασθῆτε τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν, ὡς σέβονται καὶ τὴν ἰδικήν σας.
§273Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν, ἐγὼ ὁ πολιτευόμενος ἐνταῦθα ἀπὸ τόσων ἐτῶν καὶ ἰδὼν τὴν γνώμην μου σεβασθεῖσαν. Ἐνόμισα ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ κλάδου, ὅπως ἐπεβάλλετο καὶ ἡ ψήφισις...
§274Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν Δημοσίων ἔργων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον!
§275Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. ὡς ἐνόμιζον ὅτι ἐπεβάλλετο καὶ ἡ ψήφισις ἑνὸς οἱουδήποτε ἐκπαιδευτικοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως δὲ θὰ γεννήσῃ τὴν ἀπορίαν ὅτι, ἐνῷ εἴχομεν καιρόν, καὶ τώρα ἀκόμη συζητοῦμεν περὶ νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὴν σοβαρότητα τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, ἡ Βουλὴ ἠρκέσθη οὐχὶ νὰ ψηφίσῃ, ἀλλὰ νὰ συζητήσῃ νομοσχέδια ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν ὁποίων καὶ ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὰ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη θὰ ἐμόρφου πεποίθησιν τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον. Ἐγὼ δὲν ἀπῄτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν οὔτε ἤμην τόσον ἐπιπόλαιος ν’ ἀπαιτήσω· παρεκάλεσα μόνον νὰ συζητηθῶσι, διότι ἀκριβῶς ἡ σπουδὴ μεθ’ ἧς ἐγένοντο τὰ νομοσχέδια δὲν ἐπέτρεψε νὰ τὰ ὑποβάλω εἰς τὸ κριτήριον εἰς τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω τοιοῦτον ἔργον. Ἐνόμισα ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ τὰ δημοσιεύσω καὶ νὰ προκαλέσω κρίσιν ἐπ’ αὐτῶν, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔπραξα, ἡ δὲ συζήτησις, οὐχὶ ἡ ψήφισις αὐτῶν, ἐνταῦθα βεβαίως θὰ ἐσχημάτιζε σοβαρωτέρας γνώμας περὶ αὐτῶν. Ἐνταῦθα οὐδεὶς δύναται σοβαρῶς σκεπτόμενος νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχομεν καιρὸν οὐδὲ διὰ μίαν ἡμέραν νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὅτε ἀκόμη συζητοῦμεν ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον σοβαρὰ ἀπὸ οἱονδήποτε ἐκπαιδευτικὸν νομοσχέδιον.
§276Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν συντάσσει ἡ Κυβέρνησις. Κατακρίνετε τὸ ἴδιόν σας ἔργον.
§277Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις συντάσσει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀλλ’ ἂν ἐδυσφόρησεν ἡ Βουλή, ὅτε καὶ ἄλλα νομοσχέδια συνεζητοῦμεν, ἐδυσφόρησε πλειότερον, ὅτε ἐζητήθη ἁπλῶς ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ζωτικωτάτων τούτων νομοσχεδίων. Οὐδεμίαν ἔχω διάθεσιν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν οὔτε δικτατορίαν τινὰ οὔτε τὸ βάρος τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνταῦθα ἐχαρακτήρισεν· ἔχω πλήρη τὴν ἀντίληψιν καὶ τῶν δυσχερειῶν καὶ τοῦ βάρους καὶ τῆς ἀηδίας, δύναμαι νὰ εἴπω, τοῦ ἔργου, ἀλλ’ ἔχω καὶ πλήρη ἀντίληψιν ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὅτι δὲν πρέπει εὐχαρίστως νὰ δεχθῶ νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει νὰ εὑρίσκωνται λειτουργοὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας τέκνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐζήτησα μίαν οἱανδήποτε διέξοδον. Δὲν θέλετε αὐτήν; Δώσατε οἱανδήποτε ἄλλην· ἀλλά, ἐὰν κήδησθε τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ λαοῦ, δώσατε τέλος πάντων μίαν οἱανδήποτε διέξοδον. Δύνανται νὰ μυκτηρίζωσιν, ὅσοι θέλουσι νὰ μυκτηρίζωσι, τὰς τοιαύτας ἰδέας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ δοθῇ ἓν μέσον ὅπως καθαρισθῇ ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἐνθαρρύνει τοὺς κακούς, ἡ ὁποία ἀποθαρρύνει τοὺς ἀγαθοὺς λειτουργοὺς καὶ καταδικάζει τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς στασιμότητα καὶ εἰς ὕπνον ἐπικίνδυνον εἰς τὴν γενεὰν ἐκείνην ἡ ὁποία ἔρχεται κατόπιν ἡμῶν. Ὡμιλήσατε ἐντεῦθεν ἀπειλήσαντές τι διὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐγὼ δὲν θ’ ἀνελάμβανον τὴν εὐθύνην, ἀπειλήσαντες ὅτι θὰ παραιτηθῆτε ὑμεῖς τῆς θέσεως τοῦ πολιτευομένου, ἂν ἐψηφίζετο τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ν’ ἀμφισβητήσω τὴν χρησιμότητα τοῦ ἔργου σας, θὰ ἤμην δ’ εὐτυχὴς ἐγώ, ἂν ἠδυνάμην νὰ εἶμαι πατὴρ τοιούτου ἔργου· ἐζήτησα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν διάνοιαν, οὐχὶ εἰς τοὺς τύπους, τοῦ ἔργου σας, καὶ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς πάντας· «Δότε μοι τὰ μέσα νὰ φθάσω εἰς τὸ ἰδανικόν, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον νόμον». Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐζήτησα καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησα εἶναι νὰ μοὶ δώσητε τὰ μέσα νὰ ἐκπληρώσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἠθελήσατε νὰ ἐκπληρώσητε. Ὑμεῖς πρὸ παντός, ἡγέτης μεγάλου κόμματος καὶ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἐφροντίσατε τοιοῦτον νὰ πλάσητε νόμον, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ἓν ἰδανικόν, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ἐπιθυμῆτε ὁ διδασκαλικὸς κλάδος νὰ ἐκκαθαρισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ὠνειρεύθητε ὑμεῖς νὰ καθαρισθῇ ὑποβαλόντες τοιοῦτο νομοσχέδιον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§278Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι οἱ χειροκροτοῦντες εἶναι οἱ μέλλοντες νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν ἀπολυθησομένων.
§279Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Πρόεδρε...
§280Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ τὸ κάμητε προσωπικόν.
§281Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ κάμνω προσωπικόν.
§282Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφήσατέ με νὰ ἔχω νὰ κάμω μὲ τοὺς ἀκροατάς, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὸ σέβας τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ μὴ ἐπεμβαίνετε εἰς τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει εἷς Βουλευτὴς νὰ παραπονῆται πρὸς τὸν Πρόεδρον διὰ τοιαύτην ἀνευλαβῆ στάσιν τῶν ἀκροατῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔγιναν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀποδεικνύουσι ποῖον εἶναι τὸ ῥεῦμα ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ εὑρεθῆτε. Ἢ ἀποβλέπουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐχειροκρότησαν πρὸ ὀλίγου εἴς τι ἰδανικόν; Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦσι πῶς νὰ πέσωσιν οἱ φραγμοὶ ὅπως εἰσπηδήσωσιν· αὐτὸς εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς καί, ἂν ἠδυνάμην ν’ ἀναβῶ ἐπάνω καὶ νὰ λάβω ἕνα ἕκαστον ἐξ αὐτῶν ἐκ τοῦ ὠτός, θὰ σᾶς ἀπεδείκνυον ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ συζητήσω πρὸς αὐτούς· ἂν συζητῶ, συζητῶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ συζητῶ χάριν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρον τὴν χώραν. Τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα πάντοτε ἔθηκα κατὰ μέρος, ἡ πολιτεία μου δὲ 37 ἐτῶν αὐτὸ ἀποδεικνύει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀρνηθῇ τὴν χρησιμότητα τοῦ ἔργου τοῦ 1905. Παρεπονέθη ὅτι ὑπάρχουσιν 100 ἀποφάσεις...
§283Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περισσότεραι.
§284Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. ... τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου μὴ ἐκτελεσθεῖσαι, ἀποφάσεις ἀποβλέπουσαι εἰς ἐκκαθάρισιν. Δὲν ἠξεύρω πόθεν προῆλθε τὸ ἐμπόδιον τοῦτο, ἀλλ’ ἂν τὸ ἐμπόδιον αὐτὸ προέρχηται ἐξ ἐλαττώματος τοῦ νόμου ἕν εἶχε καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ φέρῃ τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐλειτούργει πληρέστερον ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ συμπληροῦν ἕνα νόμον καὶ συντελεῖν εἰς τὸ νὰ καθίσταται τελειότερος μέχρι τοῦ καταλύειν ἀκριβῶς τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας τὰς ὁποίας παρέχει ὁ νόμος εἶναι εἷς ὠκεανὸς ἀπέραντος, ὠκεανὸς ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναμφισβητήτως θὰ καταποντισθῇ ὁλόκληρος ὁ κλάδος τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, διότι σᾶς εἶπον ὅτι οὐδὲν στοιχεῖον ἔχετε ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηριχθῆτε, καὶ ἂν ἔχητε ὅλην τὴν δύναμιν ν’ ἀντιταχθῆτε κατὰ τοῦ ῥεύματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπολύετε ὑμεῖς μόνος μὲ τὴν κατάλυσιν αὐτοῦ τοῦ φράγματος τὸ ὁποῖον ἐτέθη. Διατί θὰ φέρητε τοιαύτην μεταρρύθμισιν; Μήπως σᾶς ἠνώχλησεν ἡ γνώμη τοῦ ἐκ Ναυπλίας κ. Βουλευτοῦ καὶ φίλου μου, ὡς νὰ μὴ εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ ἐκεῖνος νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἔργου ὑμῶν, ὅτε τὸ ἔργον ὑμῶν ἐχαρακτηρίσατε ὅπως ὑμεῖς τὸ ἐχαρακτηρίσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι τοιοῦτον ὥστε δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε πεποίθησιν καὶ θέλετε ν’ ἀκούσητε τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μορφώσητε γνώμην καὶ ὑμεῖς περὶ τοῦ ἰδίου ὑμῶν ἔργου; Ἀλλὰ τὸ ἔργον ὑμῶν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα· εἶναι ἡ κατάργησις πάσης ἐγγυήσεως διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἡ κατάργησις πάσης ἐγγυήσεως διὰ τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτικὸν προσωπικόν. Εἶναι ἡ κρίσις ὑμῶν ἡ προσωπική, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἀτελής, ὡς εἶναι ἀτελὲς πᾶν πολίτευμα αὐθαίρετον καὶ αὐταρχικόν. Ἐὰν εἶναί τι τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸ θαυμάσιον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ὁ ἔλεγχος· ἐὰν εἶναί τι τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐγγυηθῇ τὴν βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι τὰ ἀποκεντρωτικὰ νομοθετικὰ μέτρα. Ὑμεῖς δὲ ἔρχεσθε νὰ καταλύσητε τὰ πάντα καὶ ζητεῖτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαίως εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις δὲν θὰ διενοεῖσθέ ποτε ὄχι νὰ ζητήσητε, ἀλλὰ νὰ τὸ σκεφθῆτε κἄν. Ἀλλὰ ζητεῖτε ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἰδίαν ὑμῶν κρίσιν ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀνωτάτης τοιαύτης· αὐτὸ ἀποτελεῖ κατ’ ἐμὲ μίαν μεγάλην πλάνην ἢ ἀποτελεῖ μίαν ὑπερβάλλουσαν αὐτοπεποίθησιν. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ καυχηθῆτε ὅτι ἔχετε τοιαύτην πεποίθησιν εἰς ὑμᾶς αὐτούς; Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε ἕνα ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, ὅτι εἶσθε ὑμεῖς ὁ παντογνώστης καὶ πανεπιστήμων, διὰ νὰ ἐκτιμήσητε τὴν ἀξίαν ἑνὸς ἑκάστου; Πόθεν θ’ ἀρυσθῆτε τὰ στοιχεῖα αὐτά; Θὰ τὰ ἀρυσθῆτε ἐκ τῶν περὶ ὑμᾶς, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰς ἀντιπαθείας των καὶ τὰς συμπαθείας των. Καὶ νομίζετε ὅτι ταῦτα εἶναι ἀσφαλῆ μέσα ἐκτιμήσεως τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς χρηστότητος ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων λειτουργεῖ ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτάτη ἐκπαίδευσις; Ἀναμφισβητήτως σφάλλεσθε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τις ὅστις θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν αὐτοπεποίθησιν, ὅτι διὰ τοιούτων προχείρων μέσων, μὴ στηριζομένων ἐπὶ τῶν πραγμάτων, εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἀσφαλής τις κρίσις, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑμεῖς θ’ ἀποβλέψητε πῶς νὰ σχηματίσητε ἀσφαλῆ κρίσιν. Ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὸ ἔργον ὑμῶν ἐκεῖνο τῆς βελτιώσεως, μηδεμίαν νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ ἔχητε εὔνουν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἐὰν ἐπιμείνητε ὅμως εἰς τὴν κατάλυσιν τῶν χαρακωμάτων ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ἐλπὶς τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους, μηδεμίαν νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν ὅτι ἐγὼ πρῶτος θὰ καταψηφίσω τὸ ἔργον ὑμῶν.
§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τίνα ἔχω ἰδέαν περὶ τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν σήμερον ἀνεκοίνωσα ἀπεριφράστως πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, ὑπεδήλωσα δὲ ταύτην διὰ τῆς παρατηρήσεως μετὰ τῆς ὁποίας ἔδειξα τὴν μικρὰν ἀντίρρησίν μου εἰπὼν ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δικαιωθῇ νὰ θεωρήσῃ ταύτην ὡς ἔκφρασιν μὴ ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτήν. Ἑπομένως περὶ τῆς γνώμης τῆς ἐμῆς δὲν πρόκειται. Ἀλλ’ ὅτε εἶπον ὅτι καλὸν εἶναι τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἀκριβῶς τὰς σκέψεις ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέπτυξε, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως λαβὼν τὸν λόγον ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνεγνώρισε τὸ χρήσιμον καὶ τὸ ὠφέλιμον τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, εἶπεν ὅμως ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἔχει ἀτελείας, εἰπὼν δ’ ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἔχει ἀτελείας ὑπεδήλωσεν ἀκριβῶς ὅτι εἶναι δυνατὸν ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀτελειῶν τούτων ἀσχοληθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι νόμος τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμότης καὶ τὸ ὠφέλιμον ἀναγνωρίζεται πρέπει νὰ καταργηθῇ ὅπως λειτουργήσῃ καλύτερον. Πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ, ὅπως λειτουργήσῃ καλύτερον, καὶ δι’ αὐτὸ κυρίως προέτεινα ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην θὰ συμπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει ὁ ἰσχύων νόμος, καὶ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποθούμενον, χωρὶς νὰ ζητῶμεν ἐπιψήφισιν μέτρων τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως ἔχουσι τὰ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ζωηρῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ὀρθότερον εἶναι ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν μελέτην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ὑποχρεωθῇ, ἵνα τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου θέλομεν ἴσως φθάσει εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν ἀτελειῶν τῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ νόμου, ὅπως δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως καὶ ὅπως πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνέφερε διορθωθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ καὶ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου τροπολογουμένου καὶ συμπληρουμένου φθάσωμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ποθεῖ καὶ ἐπιδιώκει.
§286ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σκοπούμενον ὑπὸ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐνταῦθα γνωμῶν ὅτι εἶναι καὶ σκοπούμενον τῶν δύο πλευρῶν τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο περὶ ὃ ἡ κατ’ ἐπιφάνειαν διαφωνία, ἀλλ’ ἀληθῶς παρανόησις, στρέφεται εἶναι ἡ πρόθεσις τοῦ ὑποβαλόντος τὰ νομοσχέδια νὰ ἐκλέξῃ τὴν δευτέραν ὁδόν, ἥτις ἠνάγκασεν ἡμᾶς κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἀληθῶς τὸ προτιμηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ προτιμηθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο διὰ νομοσχεδίου, ὁποῖον ἐκεῖνο ὅπερ ἀφεώρα εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν κατὰ τὸ Συμβούλιον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνεξέτασιν καὶ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ κλάδου τὴν δυνατήν. Δυστυχῶς μετὰ τοῦ σωροῦ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων προκατάληψις παρέλαβε καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ ἦτο ἄξιον κρείττονος ἐκτιμήσεως, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν κατὰ τρόπον ὅστις ἐνομίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὅτι κατεδίκαζεν αὐτὸ ἐν τάφῳ μετὰ τῶν ἄλλων λόγῳ τῆς ἐλλείψεως χρόνου πρὸς ἐξέτασιν παντὸς τοῦ συστήματος. Ἡ πρότασις ἣν κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπεξηγήσας τὴν πρώτην αὐτοῦ γνώμην, τοῦ νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὑπὸ τῆς εἰδικῆς, ἣν προέτεινεν, ἐπιτροπῆς, ὅπως τὴν Δευτέραν ἔχωμεν ἐνταῦθα τοῦτο ἐξητασμένον καὶ βελτιωμένον, εἶναι πρότασις ἥτις δίδει διέξοδον εἰς τὴν στενοχωρίαν τὴν γεννηθεῖσαν ἐνταῦθα. Ἐὰν δὲ προσθέσω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ οὕτω παραπεμπόμενον εἰς τὴν εἰδικὴν ταύτην ἐπιτροπὴν θὰ ἔλθῃ, κατὰ τὰς ἀγορεύσεις τὰς ἐνταῦθα ἀκουσθείσας, τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἕτοιμον πρὸς συζήτησιν καὶ ψήφισιν, ἂν εἰς αὐτὸ προσθέσωμεν συνηδελφωμένον καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, οὗτινος μόνον τὴν ἰδέαν παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ υἱοθετήσῃ, νὰ διευθετήσῃ δὲ τὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κατὰ τρόπον ὅστις νὰ καταστήσῃ τὴν πρότασιν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς πανεπιστημιακῆς αὐτῆς καταστάσεως κατὰ τὸν ἀσφαλέστερον τρόπον παραγωγὸν ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων, θέλομεν εὐγνωμονήσει πρὸς τὴν Βουλήν, ἥτις ἦλθε καὶ ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὴν συμπλήρωσιν ἐκείνων ἅτινα δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τοιαύτης ἐσπευσμένης ἐργασίας νὰ ἔχωμεν.
§287Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας;
§288ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τοσοῦτο τὰ θέματα οἰκεῖα πρὸς πάντας τοὺς Βουλευτάς, εἶναι τοσοῦτο γνωσταὶ αἱ πληγαί, αἱ πληγαὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, εἰς πάντας ἡμᾶς — δυσφημουμένης ἀδίκως, διότι ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι εἰς πάντας τοὺς κλάδους προσωπικὸν ὅπερ δύναται νὰ παραγάγῃ καρποὺς ἀγλαοὺς ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει —, ὥστε βεβαίως ἡ Βουλὴ κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ἀφορμὴν λαμβάνουσα ἐκ τῆς σπουδαίας ταύτης συζητήσεως, ἥτις εἰς ἐμὲ πολὺ ἐφάνη ἀρεστή, ἂν καὶ ὁ τόνος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἑτέρας τῶν πλευρῶν ὑπῆρξεν ἐπιτακτικός, ὥστε, λέγω, νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐνταῦθα τὴν Δευτέραν πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως δυνηθῇ εὐσυνειδήτως ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνακαθάρσεως τὸ ἐπιβαλλόμενον ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων. Οὐδεὶς ἡμῶν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐπιβάλλεται καὶ ὅτι ἦλθε κανονικῶς ἡ περὶ πληρώσεως αὐτῆς πρότασις διὰ τοῦ κρείττονος τρόπου. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις εἶναι δίκοπος, ἀμφίστομος μάχαιρα· παράγει ἀγαθόν, παράγει καὶ κακόν. Εἶναι ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος ὁ τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ κρίσιμος ὥρα τὰ ἔθνη, τὰ Κράτη εἶναι ἠναγκασμένα νὰ προβαίνωσιν εἰς ἐκκαθάρισιν. Καὶ τί ἄλλο ἔπραξεν ἡ τελευταία γαλλικὴ ἐπανάστασις εἰς πάντας τοὺς κλάδους μὴ στήσασα τὴν ὁρμὴν αὐτῆς μηδὲ πρὸ τῆς ἰσοβιότητος; Λυπηρότερον καθῆκον εἰς κυβερνήτην δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρισθῇ. Δυσχερέστερον καθῆκον βεβαίως δὲν ὑπάρχει καὶ οὐδεὶς κυβερνήτης μετ’ ἀγαλλιάσεως εἰσέρχεται εἰς τὴν τοιαύτην ὁδόν· ἀλλ’ ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ὥραν νὰ βλέπωμεν τὰ πάντα περὶ ἡμᾶς κινδυνεύοντα καὶ διασαλευόμενα καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραγάγωμεν κατασκεύασμά τι κυβερνητικὸν ἰδιόρρυθμον, ὅπως φθάσωμεν, τοὺς πόθους ἔχοντες κοινοὺς καὶ τὴν πρόθεσιν ἀγαθήν, εἰς ἐπανόρθωσιν τῶν πραγμάτων θὰ εἶναι κρῖμα ἂν ἐκ παρανοήσεως τοιαύτης μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ ποθούμενον, ὅπερ εἶναι βέβαιον ὅτι καὶ πάντες ὑμεῖς ποθεῖτε καὶ ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποθεῖ (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§289ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον, κ. Πρόεδρε.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. (Ἐνεργεῖται ἡ ἐκκένωσις τοῦ ἀκροατηρίου ἐξ οὗ προῆλθον τὰ χειροκροτήματα).
§291ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, ἐὰν οἱ λόγοι μου ἐγένοντο ἀποδεκτοί, νὰ θελήσωσιν οἱ προϊστάμενοι τῶν δύο πτερύγων τῆς Βουλῆς νὰ ὑποδείξωσι τὰ κατ’ ἐκλογὴν εἰδικὰ πρόσωπα εἰς ὑμᾶς, ὅπως καταρτιζομένης ἐκ τούτων τῆς ἐπιτροπῆς ἐξετασθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια καὶ τὴν Δευτέραν δυνηθῶμεν νὰ συλλέξωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν καὶ φθάσωμεν εἰς τὸ σκοπούμενον.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§293ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νῦν, κ. Πρόεδρε, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως».
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ παραπομπῆς πάντων τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπήν.
§295Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶναι ἐκπαιδευτικὸν νομοσχέδιον.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου παρεπέμφθη ἀπὸ χθὲς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§297Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ δὲ πρότασις ἡ σημερινὴ ἀφορᾷ μόνον εἰς νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει σήμερον.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἀνακαλεῖ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασίν της.
§299Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἀνταποκρινόμεθα πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ σώματος ἄλλα χθὲς ἀποφασίζοντες, ἄλλα δὲ σήμερον.
§300ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς.
§301Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Γνωρίζω ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν φρονῶ ὅτι ἐπιτρέπεται συχνὴ χρῆσις. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως συμβιβαζομένων τῶν πραγμάτων καὶ ἀφοῦ ἤδη ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ ὅπως τὰ ἄλλα δύο νομοσχέδια παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἐπανέλθωσιν ἐπεξεργαζόμενα τὴν Δευτέραν, τοῦτο γίνῃ καὶ διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· τουτέστι ν’ ἀναλάβῃ ἡ ἐπιτροπὴ συνεπείᾳ νέας ἐντολῆς τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπεξεργασθῇ καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ βραδύτερον τὴν Δευτέραν ἐπαναφέρῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, καί, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δυνηθῇ νὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ ἐπαναφέρῃ αὐτὸ τὴν Δευτέραν, ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ἄνευ τῆς μελέτης καὶ ἐπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§302ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀντελήφθητε χθὲς ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συνῄνεσαν ὅπως συζητηθῇ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀντελήφθητε τί συνέβη ἔπειτα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐστενοχωρημένος ἐκ τῆς συλλήβδην παραπομπῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων εἶπε νὰ περιληφθῇ καὶ τοῦτο. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπὸ τῆς χθὲς ἔχομεν τὴν γνώμην τῶν δύο πλευρῶν ὅτι συναινοῦσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ τύπος αὐτός, ὁ ὁποῖος φοβίζει τὸν κ. Βουλευτήν, καὶ φοβίζει αὐτὸν διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μὴ σᾶς ἐμποδίσῃ νὰ δεχθῆτε, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ.
§303ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἀναπόσπαστα πάντα τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ἰδίως τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν μία ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ ἐπεξεργασθῇ ἅπαντα ταῦτα. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ πρότασις περὶ συστάσεως νέας ἐπιτροπῆς, ὑποδεικνυομένης ὑπὸ τῶν ἡγετῶν τῶν δύο μερίδων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐνδεικνύει δυσπιστίαν πρὸς τὴν πρώτην ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον κατήρτισε. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲ τὸ Προεδρεῖον συνιστᾷ τὰς ἐπιτροπὰς καὶ ὄχι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἀποφασίζει ὅπως συζητηθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως». Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§305ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 20 νομοσχέδιον.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταφορᾶς τῶν βασιλικῶν στάβλων καὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς ἀνέγερσιν τῶν νέων ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δραχμῶν 365,000, ἐκποιήσεως δὲ τοῦ οἰκοπέδου ἐφ’ οὗ οἱ μετενεχθησόμενοι ὑπάρχουσι νῦν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἰ. Στεφανοπούλου, ἔχουσα οὕτω· «Μετὰ τὴν λέξιν «Σταδίου» ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς· «Εἰς χῶρον τοῦ Δημοσίου ἔνθα σήμερον εἶναι οἱ στάβλοι τοῦ Πυροβολικοῦ, ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ Ἰλισσοῦ ποταμοῦ, παρὰ τὴν ὁδὸν Ῥηγίλλης».
§307ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω ἤδη διατυπώσει τὴν πρότασιν ἡ ὁποία εἶναι ἐπαρκής (ἀναγινώσκει)· «Ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ Ἰλισσοῦ παρὰ τὴν ὁδὸν Ῥηγίλλης».
§308Ι. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ῥηγίλλης;
§309ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· «παρὰ τὴν ὁδὸν Ῥηγίλλης». Ἀφήσατε τὰ πράγματα καὶ καλῶς ἔχουσι. Δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλο μέρος ἐκεῖ.
§310Ι. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ γραφῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ὅτι πρόκειται περὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ Ἰλισσοῦ.
§311ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§312Ι. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ῥηγίλλης.
§313ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τόσον σαφὴς ἡ λέξις παρά, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γραφῇ αὐτὸ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἀπορριφθείσης τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ἰ. Στεφανοπούλου). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 22 θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν αὔριον.
§314Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρελείψατε τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 21, τὴν σύμβασιν.
§315ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω ἤδη δήλωσιν τῆς Τραπέζης σήμερον, ἣν θ’ ἀκολουθήσῃ καὶ ἑτέρα, καὶ ἐλπίζω ὅτι αὔριον θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως.
§316Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νὰ μὴ ἀπολέσωμεν τὴν ἡμέραν.
§317Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μετὰ συνεννόησιν χθεσινὴν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνῆλθον σήμερον πάντες οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων μερῶν καὶ προσῆλθε καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας. Ἐπειδὴ δὲν ἦσαν παρεσκευασμένοι καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχον συγκεντρωθῆ πάντα τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἦσαν χρήσιμα διὰ τὴν μελέτην ἐκείνην, ἀπεφασίσαμεν ὅπως αὔριον ὥρᾳ 4 μ. μ. συνέλθωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν ὁριστικῶς ἐπὶ τῆς συμβάσεως, κανονίσωμεν δὲ τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ μὴ παρακωλύσωμεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ δυνηθῶμεν εἰς τρεῖς συνεχεῖς ἡμέρας νὰ ἐπιψηφίσωμεν ταύτην. Ἐπειδὴ λοιπὸν πρόκειται αὔριον νὰ καθορίσωμεν τὴν σύμβασιν, νομίζω ὅτι πρέπει αὔριον νὰ ψηφισθῇ καὶ ὄχι σήμερον, διότι πιθανόν τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ ἔχωσιν ἀντιρρήσεις, νὰ ἔχωμεν ὡς ἐκ τούτου συζητήσεις καὶ νὰ παρακωλύσωμεν τὸ λοιπὸν ἔργον τῆς Βουλῆς.
§318Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει λόγον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως τοὐλάχιστον κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν, διότι ἔχει στάδιον νὰ συζητήσῃ ταύτην κατὰ τὴν βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν, κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἱαδήποτε τροποποίησις, ἥτις ἤθελε συμφωνηθῆ μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας. Λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ἀπόψε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συμβάσεως καὶ ψηφίσῃ αὐτὴν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§319ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε συνάδελφε, νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιούτων σοβαρῶν ζητημάτων. Γνωρίζετε κάλλιστα ὅτι τὰ σταφιδικὰ καὶ τὰ οἰνολογικὰ ζητήματα εἶναι τὰ καταναλίσκοντα τὸν μείζονα χρόνον ἐν τῇ Βουλῇ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ συναινέσητε αὔριον νὰ θέσωμεν τὴν σύμβασιν εἰς τοιαύτην θέσιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ὥστε νὰ γίνῃ εὐρεῖα ἡ συζήτησις.
§320Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ ζητοῦντες Βουλευταὶ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως ἢ δὲν ἐνόησαν αὐτὴν ἢ τέλος πάντων δὲν γνωρίζουσι τίς εἶναι ὁ λόγος...
§321Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Τὴν ἐνόησαμεν πολὺ καλά.
§322Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐπιβάλλονται βάρη εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς καὶ εἶναι ἀνάγκη μετὰ προσοχῆς καὶ περισκέψεως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν ταύτης.
§323Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι δέον μετὰ προσοχῆς καὶ περισκέψεως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Ἡμεῖς μόνον τοῦτο εἴπομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπόψε νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, καὶ κατὰ τὴν βʹ καὶ γʹ συζήτησιν βεβαίως θὰ ἐξετασθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ εὐρέως καὶ λεπτομερῶς τὸ ζήτημα. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§324Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη ὅτι ἡ σύμβασις θὰ ἦτο ἀναγεγραμμένη μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ θὰ ἐψηφίζετο σήμερον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Σήμερον πάλιν ζητεῖ νέαν ἀναβολήν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἐπιψήφισιν ταύτης εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ἀπόψε, διότι γνωρίζετε εἰς ποίαν ἀνησυχίαν εὑρίσκονται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί. Κατὰ τὴν βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν δυνάμεθα εὐρέως νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§325Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως ἡμεῖς οἱ ἐνταῦθα Βουλευταί, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἐφέραμεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἴπομεν πρὸς τὸν ἀξιότιμον τέως Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς ὡς ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν σταφιδοφόρων νὰ δεχθῶμεν τὴν συζήτησιν, πολλῷ μᾶλλον δὲ τὴν ψήφισιν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατόπιν τῶν ἀντιρρήσεων ἐκείνων ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεδέχθη ἵνα οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐκπροσωποῦντες σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς συνέλθωσιν ἡμέραν τινὰ μετὰ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν καὶ συζητήσωσιν ἐπὶ τῆς τότε ὑποβληθείσης συμβάσεως. Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ προέβη εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεκρυσταλλώθησαν εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ σύμβασιν.
§326ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Καὶ κατὰ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς ἔχει διαμαρτυρίας.
§327Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχει καμμία σύμβασις νέα;
§328Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη καὶ τῆς ὁποίας, νομίζω, ἀντίτυπον ἐλάβετε κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν ὥραν συνεδρίαζεν ἡ ἐπιτροπή. Αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι κατ’ ἐμὲ ἀποτελοῦσι σύμβασιν. Ἑπομένως, χωρὶς ν’ ἀποστερηθῶμεν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ συνέλθωμεν καὶ αὔριον, ὅπως ἐπὶ τῶν νέων δηλώσεων τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας πλέον συζητήσωμεν, νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι χάριν τῆς ἡσυχίας οὐ μόνον τοῦ πνεύματος τῶν πληθυσμῶν τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν, ἀλλὰ χάριν τῆς ἡσυχίας ἡμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι καθημερινῶς διὰ τηλεγραφημάτων παρακαλούμεθα ὅπως ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ἀπὸ σήμερον, καὶ αὔριον, κύριε Πρόεδρε, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις τροποποιημένη καθ’ ὃν τρόπον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, νὰ προβῶμεν οὐχὶ εἰς τὴν ψήφισιν, ἀλλ’ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, διότι τοῦτο ζητοῦμεν, τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως.
§329Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκ τῶν λόγων τοῦ τέως ἀγορεύσαντος δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὅτι τινὲς τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκ τῶν σταφιδοφόρων μερῶν καταγόμενοι φρονοῦσιν ὅτι ἡ σύμβασις, ὡς ὑπεβλήθη καὶ μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς γενομένας, πρόκειται νὰ ὠφελήσῃ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Ἐὰν τοιαύτην ἀντίληψιν ἔχωσιν οἱ κ. συνάδελφοι περὶ τῆς συμβάσεως, ἤθελον τοὺς παρακαλέσει νὰ μελετήσωσιν αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὥστε αὔριον νὰ εἶναι εἰς καλυτέραν θέσιν.
§330Π. ΣΑΚΚΗΣ. Τὴν ἐμελετήσαμεν καὶ ἔχομεν καὶ ἄπειρα τηλεγραφήματα.
§331ΙΩ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ τῆς συμβάσεως, κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς ἄλλος ὠφελεῖται, εἰμὴ ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία, ἥτις μίαν καὶ μόνην ἐκ τῆς παλαιᾶς συμβάσεως ὑποχρέωσιν ἔχει, ν’ ἀγοράζῃ πᾶν ἀπομένον πλεόνασμα ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους. Διὰ τῆς γενομένης νέας συμβάσεως καὶ διὰ τῆς ἐξευρέσεως τοῦ δανείου καὶ διὰ τῆς ἐκριζώσεως, ὡς προτείνεται αὕτη, οὐδὲν ἄλλο γίνεται εἰμὴ μόνον νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία τὴν ἀνυπαρξίαν περισσεύματος. Ἀλλ’ ἡ ἀνυπαρξία περισσεύματος κατ’ οὐδὲν ὠφελεῖ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, διότι ἐκ τῆς ὑπαρχούσης συμβάσεως ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη πᾶν περίσσευμα νὰ ἐξαγοράζῃ.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
§333ΙΩ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως ἡ σύμβασις ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, νὰ παύσω· ἐὰν ὅμως δὲν δεχθῇ, εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου.
§334Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συμβάσεως καὶ ὁρισμὸν τῆς αὔριον ὡς ἡμέρας συζητήσεως αὐτῆς, βεβαίως καὶ ἡμῖν τοῖς ἀντιφρονοῦσι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπιμείνωμεν. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἠλείας ὅτι ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχουσι Βουλευταί, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν, ἐνδιαφερόμενοι διὰ συμφέροντα τρίτων ἐκτὸς τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν αὑτῶν.
§335ΙΩ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οὐδεὶς εἶπεν αὐτό.
§336Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας καὶ φίλος μου ἔχει τὴν γνώμην του προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς ἡμᾶς δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωμεν ἴσως ἀλλοίας γνώμας ἐκείνων τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. Βουλευτής. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἡ σύμβασις ἢ μᾶλλον αἱ δηλώσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐκ μέρους τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν χρήζουσι συζητήσεως καὶ μεταρρυθμίσεως ἔν τισιν, ἀλλὰ, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε δεχθῇ μεταρρυθμίσεις ἐν τῇ νέᾳ ὑποβληθείσῃ συμβάσει, τοὐλάχιστον ἐγώ, ὡς ἐκπροσωπῶν σταφιδικὸν πληθυσμόν, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ὅτι καὶ ἄνευ τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ψηφίσω τὴν σύμβασιν ταύτην.
§337ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ συμφέρον ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγορεῖτε, διότι ἡ σύμβασις θὰ εἶναι εὐεργετική, ὑπαγορεύει ν’ ἀφήσητε δι’ αὔριον τὴν συζήτησιν, διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ βελτιωθῇ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ προκαλέσῃ ἀντιρρήσεις.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ἰ. Δ. Ράλλης, Ἰ. Σπέντζας, Ἀλ. Κανάρης καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΙΖʹ». Ὁ κ. Γ. Παππαβασιλείου καὶ Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ μισθοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ τῶν γραφείων, κλινικῶν, ἐργαστηρίων καὶ Μουσείων τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου». Οἱ κ. Κ. Γκότσης, Κ. Αἰγιαλείδης καὶ Σ. Κουμουνδοῦρος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου συμπληρωτικοῦ τοῦ «περὶ μορφώσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς νόμου». Ὁ κ. Κ. Ἰ. Ἀγγελόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν προξενικῶν νόμων». Ὁ κ. Θ. Λέκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Ἀρχειοφυλακείων». Οἱ κ. Φ. Μοσχούλας καὶ Θ. Λέκας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 294–299). Τὰ δύο νομοσχέδια «περὶ ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς μέσης Ἐκπαιδεύσεως» καὶ τὸ «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου» παραπέμπω εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν τὴν χθὲς σχηματισθεῖσαν μὲ τὴν παράκλησιν νὰ συνέλθῃ αὔριον κατὰ τὴν 11 π. μ. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§339ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ μείνωμεν ἕως ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε.
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 9 μ. μ.).