1910.02.22
2,700 rows · 19,466 words · 328 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16.
Τῆς 22 Φεβρουαρίου 1910.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ν. Τσαμαδοῦ.
(Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπευθύνει πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον: «Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ σημερινῶν Β. Διαταγμάτων, δημοσιευθέντων αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 74 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ τέως ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ κ. Ἐπ. Πετμεζᾶ, νὰ διορίσῃ δὲ καὶ διώρισεν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν κ. Ἐπ. Μαυρομμάτην. Ὁ Πρόεδρος Στ. Ν. Δραγούμης» Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ φαρμακοποιοὶ καὶ φαρμακέμποροι ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐπιβληθέντος τέλους εἰς τὰ ὑάλινα ὑποπράσινα φιαλίδια. Οἱ μηχανικοὶ τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΝΒʹ τῆς 3 Δεκεμβρίου 1909. Ἡ «Σύμπραξις ἁπάντων τῶν συλλόγων καὶ σωματείων τῆς πόλεως Πατρῶν» παρακαλεῖ, ἵνα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς στενῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας. Ἐπιτροπὴ προσφύγων Εὐξεινοπολιτῶν παρακαλεῖ, ὅπως ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως 200–250 χιλιάδων δραχ. διὰ τὴν ἐξαγορὰν ἐπαρκῶν κτημάτων πρὸς ἐγκατάστασιν αὐτῶν· Ἡ Ἀρετὴ χήρα Σπυρίδωνος Ῥοδίτου, ταγματάρχου τοῦ πεζικοῦ, παρακαλεῖ, ὅπως ἀπονεμηθῇ αὐτῇ ἡ σύνταξις ἡ ἀπονεμομένη εἰς τοὺς ἐκ τραυμάτων πολέμου ἀποθνήσκοντας· Ἡ «Σύμπραξις συλλόγων, συνδέσμων καὶ σωματείων Πατρῶν» παρακαλεῖ, ὅπως κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς περὶ ἐκριζώσεως τῶν σταφιδαμπέλων συμβάσεως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροποποιήσεις αἱ ὑποδειχθεῖσαι ὑπὸ τῆς μεγάλης ἐκ Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐπιτροπῆς· Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Καλαμῶν ὑποβάλλει μελέτην περὶ τῶν τροποποιητέων διατάξεων τοῦ περὶ ἐκτελέσεως νόμου· Ὁ νομάρχης Τρικκάλων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Φαρκαδόνος περὶ μὴ καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Τσιοτίου· Ὁ πρόεδρος τῶν οἰνοπωλῶν Βόλου παρακαλεῖ, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ κυριακῆς ἀργίας περιληφθῇ διάταξις περὶ τῶν ζυθοπωλείων καὶ καφῳδείων· Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Καλαρρυτῶν ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ μὴ καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου των· Ὁ ἐν Πάτραις σύλλογος τῶν ἰατρῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξασκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος· Οἱ ἔγγαμοι ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς παραπονοῦνται διὰ τὴν ἄδικον περικοπὴν τῶν διδάκτρων τῶν τέκνων των· Οἱ κάτοικοι διαφόρων χωρίων τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας παρακαλοῦσιν, ὅπως διατεθῇ χρηματικόν τι ποσὸν πρὸς κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων ἐπὶ τοῦ Κηφισοῦ ποταμοῦ· Οἱ κρεοπῶλαι Χαλκίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτοῖς ν’ ἀνοίγωσι τὰ καταστήματά των μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν· Οἱ ἐν τῷ λιμένι τῆς Κατάνης εὑρισκόμενοι πλοίαρχοι παρακαλοῦσιν, ὅπως χάριν τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας ἱδρυθῇ ἐκεῖ ταχέως ἔμμισθον Προξενεῖον· Οἱ κάτοικοι Κιούρκων παρακαλοῦσιν, ὅπως ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τσιφλικίων Κιούρκων καὶ Λιοσίων· Ὁ κ. Ἰω. Κρεστενίτης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ εἰσαγωγῆς ἐπὶ προσωρινῇ ἀτελείᾳ τεντζιπίων καὶ μουλίων πρὸς κατασκευὴν ῥινομάκτρων ἢ χειρομανδήλων καὶ ἐξαγωγὴν ἢ ἀποταμίευσιν αὐτῶν ὑπὸ διαμετακόμισιν»· Ὁ κ. Π. Σάκκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 156 καὶ 157). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§2Π. ΜΠΑΡΜΠΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 90 εἶναι ἀναγεγραμμένη πρότασις νόμου ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πλείστων ὅσων Βουλευτῶν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΝΕʹ περὶ κυριακῆς ἀργίας. Ἐπειδὴ παρετηρήθη ὅτι ἐκ τοῦ νόμου τούτου παραβλάπτονται σπουδαίως τὰ συμφέροντα ἐπαγγελματιῶν τινων, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως δεχθῇ τὴν πρόταξιν αὐτῆς.
§3ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Καλὸν θὰ εἶναι νὰ προχωρήσωμεν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ὡς ἔχει, διότι εἶναι ἐπείγοντα, καὶ ἔπειτα ὑποβάλλετε τὴν πρότασίν σας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τοῦ θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§5Γ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου.
§6ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον τὰ μεταποιούμενα ἄλευρα καὶ ἐξαγόμενα εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν πληρώνουσιν ἕνα φόρον μόνον, τώρα δὲ θὰ πληρώνωσι δύο. Ὥστε πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην σύμφωνον πρὸς τὸν δημοτικὸν νόμον.
§7ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὸν δημοτικὸν νόμον. Δυνάμεθα λεκτικῶς νὰ τὸ διορθώσωμεν, ὅταν ἔχωμεν τὸ κείμενον. Εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1847, νομίζω. Ἐπὶ τούτοις προσχωρῶ εἰς τὴν αἴτησιν τῶν ἐντίμων συναδέλφων καὶ συναινῶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ εἰς τὸ ἥμισυ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν. Ὡς πρὸς τὰ ἄλευρα δὲ τηρουμένων τῶν εἰδικῶν διατάξεων τῶν κειμένων δημοτικῶν νόμων περὶ μεταποιήσεως ἀλεύρων. Διατυπῶ τὸ πρᾶγμα ἐν ἁπλῇ φράσει, ὅπως διορθώσω ἔπειτα κατὰ τὴν διόρθωσιν τοῦ συνόλου τὴν φράσιν αὐτήν, τὴν ἐπιφύλαξιν δὲ ταύτην θέλω διατυπώσει ἀκριβέστερον μετ’ ὀλίγον, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 5–7 ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ. Ἀκολούθως ψηφίζεται εἰς γʹ συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως γεωργικοῦ ταμείου» καὶ τὰ ἄρθρα 1–6, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 7).
§9Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ταμεῖον νὰ μετακαλέσῃ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τὸ ἀναγκαῖον εἰδικὸν καὶ τεχνικὸν προσωπικόν· ἀλλ’ ὑπάρχει νομοσχέδιον ἕτερον ἀναφερόμενον εἰς τὸ θέμα τοῦτο· δὲν ὑφίσταται ἀντίθεσίς τις μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν νομοσχεδίων;
§10ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· εἶναι ἐκ παραλλήλου συντεταγμένα τὰ νομοσχέδια καὶ ὁ συντάκτης τῶν νομοσχεδίων εἶναι ὁ αὐτός, ἑπομένως ἐνταῦθα περιλαμβάνεται ὅ,τι δὲν περιλαμβάνεται ἐκεῖ. Ταῦτα συνετάχθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Καρούσου, τοῦ ἐξόχου ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων, καὶ ἐπεξειργάσθησαν ὑπ’ ἐμοῦ, ὥστε ὑπάρχει πλήρης συμφωνία μεταξὺ αὐτῶν. Μετὰ 3 δὲ ἢ 4 ἔτη θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ συγχώνευσις τοῦ ταμείου τούτου μετὰ τοῦ θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 7, τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον. Ἐπίσης ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐπισκευῆς καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑδραγωγείου τοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀγυιᾶς ἐθνικοῦ χωρίου Τσούξανη»).
§11ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀναγόμενον εἰς τὴν πόλιν Πατρῶν «περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ διὰ τοῦ λιμένος Πατρῶν ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου, πρὸς ἀποπεράτωσιν καὶ διακόσμησιν τοῦ ἐν Πάτραις ἀνεγειρομένου νέου ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 158).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παππαβασιλείου βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐλέγχου τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν». Ἐπίσης ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΚΓʹ τῆς 25 Νοεμβρίου 1845 περὶ ὑγειονομικῶν Ἀρχῶν ἐν γένει». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 159–160). Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥʹ περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ». Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§13Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δύο, Κύριοι, νομοσχέδια ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 4 καὶ 5 προσείλκυσαν τὴν προσοχήν μου καὶ ἐπὶ τούτων ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον. Τὸ πρῶτον, Κύριοι, πραγματεύεται περὶ τροποποιήσεως τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διαγωνίζονται οἱ μέλλοντες ν’ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν ἐπιτελικήν. Εὑρίσκω ὁμολογουμένως ὅτι αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ εἶναι θαυμάσιαι· εἶναι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις νὰ εἴπω, τὸ πρῶτον βῆμα τὸ ὁποῖον βλέπω πρὸς πραγματικὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατεύματος· συγχαίρω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Θ’ ἀποφύγωμεν οὕτω τοὺς ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας παρασκευαζομένους ἵνα ὑποστῶσιν ἐξετάσεις καὶ οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἐστερημένοι πάντων τῶν στοιχείων καὶ τῶν γνώσεων αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν ἐπιτελικὸν ἀξιωματικόν. Ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ ἑπομένου νομοσχεδίου. Πρὶν ἢ μεταβῶμεν εἰς τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τοῦ τύπου ἐλάλησα περὶ σπουδαιοτάτης ἐλλείψεως ἐν τῇ ὀργανώσει τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Κύριοι, ὡσεὶ τὸ ναυτικὸν νὰ ὑπηρετῇ ἄλλας ἀνάγκας, ἄλλας ὑπηρεσίας, ἄλλας δ’ ὑπηρεσίας νὰ ὑπηρετῇ ὁ στρατός, οὐδεμία συνάφεια ὑφίσταται μεταξὺ τῶν δύο ἐπιτελείων. Καὶ ἐν τούτοις ἡ μικρὰ πεῖρα τοῦ πολέμου τοῦ 1897, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐρυτάτη καὶ διαφωτιστικὴ πεῖρα τὴν ὁποίαν ὁ μέγας ἀγὼν τοῦ 1821 παρέσχεν ἡμῖν μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ σύμπραξις τοῦ ναυτικοῦ μετὰ τοῦ στρατοῦ εἶναι πρᾶγμα τόσον κοινόν, τόσον ἀναγκαῖον, ὥστε ἀπαραιτήτως πᾶσα ἀπόφασις σημαντικὴ λαμβανομένη ἐπὶ τῆς ἀμύνης τῆς χώρας εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ ὑφ’ ἑνὸς συμβουλίου, συγκειμένου ἐκ τοῦ ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἐπιτελείου τοῦ ναυτικοῦ, ὅπως τεθῶσιν ἀσφαλεῖς αἱ βάσεις αὐτῆς. Εἰς τὴν σκέψιν ταύτην μὲ φέρει τὸ ἑπόμενον ἀμέσως νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐκτελέσεως ὀχυρωματικῶν ἔργων. Διάφοροι εἶναι αἱ λύσεις τοῦ ζητήματος τούτου· αἱ λύσεις αὗται θὰ κανονίσωσι καὶ τὴν σχετικὴν ἔκτασιν τῆς δυνάμεως μιᾶς ἑκάστης τῶν θαλασσίων ἢ τῶν τῆς ξηρᾶς δυνάμεων, τὸ εἶδος αὐτῶν, ὡς καὶ τὰς πρὸς συμπλήρωσιν ὀχυρωτικὰς ἐργασίας. Αἱ ὀχυρώσεις αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ παραλιακαὶ ἢ ἐπάκτια ὀχυρώματα, ἀλλὰ καὶ αἱ ὀχυρώσεις αἱ τῆς ξηρᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιρρωσθῶσιν ἐκ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε μορφώσεως τοῦ στόλου ἡμῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε δὲν ἐκτίθεται συμφέρον τοῦ Κράτους, ἐὰν ὁμιλήσω ἀπροκαλύπτως. Προυτάθησαν πρὸς ἡμᾶς διάφορα μέσα κανονισμοῦ τοῦ στόλου, τὰ ὁποῖα ἤθελον καταστήσει αὐτὸν ἱκανὸν πρὸς ἄμυναν τῶν παραλίων τῆς χώρας ἢ πρὸς ἐπίθεσιν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τίνα ἔχω ἐγὼ γνώμην, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἂν δέχησθε τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην λύσιν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ στόλου, διάφορος πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἄμυνα τῆς μεθορίου γραμμῆς καὶ τῶν παραλίων. Ἐὰν ὁ στόλος ἡμῶν εἶναι μόνον ἀμυντικὸς καὶ δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν ν’ ἀποκρούσῃ τὸν ἐχθρικὸν στόλον πέρα τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν, τότε τὸ ἄκρον τοῦ σιδηροδρόμου μας, τὸ εὑρισκόμενον παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ἐν τῷ Θερμαϊκῷ κόλπῳ, μένει ἐκτεθειμένον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἀλλοίας ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ὑποχρεώσεις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὀχύρωσιν τῶν Τεμπῶν. Παρατηρῶ ὅτι οὐδέποτε οἱ διοικήσαντες τὴν χώραν ἠθέλησαν νὰ κάμωσι τὸν ὑπολογισμὸν τί δύναται νὰ κερδήσῃ αὕτη διὰ τῆς κατασκευῆς ὀχυρώσεων, σῳζομένης οὐ μόνον τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς χώρας ἀλλὰ καὶ δυναμένης μετὰ γαλήνης ν’ ἀποβλέψῃ αὕτη εἰς σοβαρὰν καὶ μὲ δαπάνας βαθμηδὸν γινομένας εἰς παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, ὅπερ καὶ οἰκονομίας θὰ ἐπέφερε. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως συνεννοούμενος μετὰ τοῦ συναδέλφου του κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐπινεύοντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δεχθῶσι νὰ ὑποβάλωσι νομοσχέδιον καταρτίζον μικτὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, δυναμένην ν’ ἀποτελεσθῇ ἐκ τοῦ ἐπιτελάρχου τῆς ξηρᾶς, τοῦ ἐπιτελάρχου τῆς θαλάσσης καὶ ἐκ δύο ἔτι ἢ τριῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἤθελον ὁρίσει, εἰς οὓς θέλουσι τεθῆ τὰ ζητήματα ταῦτα. Οὕτω παρασκευαζομένης τῆς ἐργασίας ταύτης μετὰ ὑπολογισμῶν τῶν πιθανῶν δαπανῶν, δύναται νὰ καταστρωθῇ ἐφάπαξ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ σειρὰ τῶν προσπαθειῶν ἡμῶν ὅπως κατασταθῶμεν σεβαστοὶ πρὸς τὸν ἐχθρὸν τὸν ὑποθετικόν, ἀφοῦ τοῦτο ἐπέτυχον ἄλλα Κράτη οὐχὶ ἡμῶν πολυαριθμότερα. Ἀλλὰ τούτων μὴ γενομένων ἄχρι τοῦδε καὶ ὑποτιθεμένου ὅτι ἐπιβάλλονται ἐν τάχει νὰ γίνωσι μελέται προχείρου ὀχυρώσεως πάλιν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἐπιβαλλομένης μεθόδου, ἧς δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν ν’ ἀπομακρυνθῶμεν. Διότι καὶ αἱ πρόχειροι ὀχυρώσεις προσλαμβάνουσι τοιαύτην σπουδαιότητα ἐνίοτε, ὥστε ἀπαιτοῦνται πολλὰ στοιχεῖα ἵνα κριθῶσι. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ ὀχυρώσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ ὀχυρώσεως, συνδυαζόμενον πρὸς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὃν βεβαίως μνημονεύει κατ’ ἀνάγκην τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, περιλαμβάνει ποσὸν 10.000.000 ὡς δαπάνην τῆς τοιαύτης ὀχυρώσεως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι διὰ τὰς μικρὰς ἡμῶν οἰκονομικὰς δυνάμεις εἶναι ἀρκούντως ἐμφαντικὴ ἡ ἰδέα ἐκείνου ὅστις ἀνέγραψε τὸ ποσὸν τῶν 10.000.000. Ἐγὼ ὅμως μᾶλλον αἰσιόδοξος καὶ περισσότερον ἐμπεποτισμένος ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς ὀχυρώσεως καὶ ἐξασφαλίσεως τῆς χώρας κατὰ τοῦ μόνου ἐχθροῦ ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἐπαφιέμενος εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ ὅπως μὴ ὑπάρξῃ κίνδυνος τοιοῦτος, λέγω ὅτι τὸ ποσὸν δὲν εἶναι ἀνεπαρκές, ἐκτὸς ἐὰν θεωρηθῇ ὡς ἀπαρχὴ δαπανῶν. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ ἀπολέσω τὴν αἰσιοδοξίαν μου, ἐλπίζω ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 10.000.000 ζητεῖται ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ἔναρξιν ἔργων ὀχυρωτικῶν, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἔργων τούτων καὶ ὅτι τὸ πυροβολικὸν καὶ τὰ πυρομαχικὰ αὐτοῦ, ἅτινα θέλουσιν ἐξυπηρετήσει τὰς ὀχυρώσεις ταύτας, θέλουσι ληφθῆ ἐξ ἄλλου κονδυλίου, «προμηθείας πυροβόλων». Διότι δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δεδομένου ὄντος ὅτι θὰ δαπανήσωμεν αὐτὰ τὰ 10.000.000 διὰ τὴν κατασκευὴν ὀχυρῶν, βεβαίως πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν—μὴ σᾶς φανῇ ὑπερβολικὸς ὁ ἀριθμός—ἄλλα πέντε ἑκατομμύρια, διὰ νὰ τὰ ὁπλίσωμεν. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι μόνον 10.000.000, τότε μόνον τὰ 5.000.000, τὸ πολὺ τὰ ἑπτά, θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ὀχύρωσιν, τὰ δ’ ἄλλα 3.000.000 θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ὁπλισμὸν τῶν ὀχυρῶν τούτων. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ εἰσέλθω εἰς καμμίαν λεπτομέρειαν, διότι θὰ ἦτο πρᾶξις ἐπιβλαβὴς διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Δὲν ἀποκρύπτω ὅτι ἀπὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν ἔχω καταγίνει εἰς μελέτας σχετικὰς καὶ εἰς τὸν νοῦν μου εἶναι ὥριμος ἡ ἰδέα πῶς πρέπει νὰ ἐπιτελεσθῇ ἡ ὀχύρωσις αὕτη. Πληροφοροῦμαι ὅτι ἐδόθησαν διαταγαὶ πρὸς ἀξιωματικούς, οἵτινες μετέβησαν καὶ ἐνήργησαν μελέτας, ἀλλὰ χωρὶς νὰ προσκρούσω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ὁποίαν πάντοτε ὡς ἑνιαίαν θεωρῶ καὶ ἣν ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, νομίζω ὅτι δὲν ἐδόθησαν τὰ θέματα ὡς ἔδει εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Μοὶ ἀνεκοινώθη ἡ μελέτη ἡ ὁποία ἔγινεν. Εἶδον ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ δὲν ἔγινεν· εἶδον ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ βάσις τῶν μελετῶν τούτων ἔλειπον. Ἐγώ, Κύριοι, ἐν τῇ σμικρότητι τῶν ἐργασιῶν τὰς ὁποίας ἔκαμα, προκειμένου περὶ ὀχυρώσεως, ἤρχιζον πάντοτε ἀπὸ τῆς μελέτης τοῦ χάρτου, γεωγραφικῶς ἐξετάζων τὰ πράγματα. Ἀπὸ τῆς τοιαύτης μελέτης, τὴν ὁποίαν, ὁσάκις ἠδυνάμην, συνεπλήρουν καὶ δι’ ἀτομικῆς ἐπισκέψεως, μετέβαινον εἰς τὴν λύσιν ζητημάτων τινῶν, ἅτινα ἐκανονίζοντο ἐκ τῆς τοιαύτης μελέτης· τὰ ἀποτελέσματα δὲ ταύτης κανονίζουσι τὴν στρατηγικὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολεμικοῦ σχεδίου. Μετὰ τὸν κανονισμὸν τῶν ζητημάτων τούτων ἐπέρχεται ἡ μελέτη ἡ τοπογραφικὴ τῶν μερῶν ἅτινα ἀποτελοῦσι ζώνην εὐρεῖαν, διήκουσαν ἑκατέρωθεν τῶν μεγάλων ὁδῶν, αἵτινες συνήθως περιέχουσι καὶ τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς τῆς χώρας. Μετὰ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ ἡ μελέτη ἡ τακτικὴ καὶ ἔπειτα τελευταία ἡ περὶ ὀχυρώσεως μέριμνα, ἡ ἐνισχύουσα τὰς στρατηγικὰς βλέψεις καὶ ὑποχρεοῦσα τὸν ἐχθρὸν νὰ μὴ παρεκκλίνῃ τῆς στρατηγικῆς ὁδοῦ εἰς ἣν θέλομεν νὰ σύρωμεν τὸν ἀντίπαλον. Διὰ νὰ γίνῃ δὲ μέριμνα σοβαρὰ περὶ τῆς ὀχυρώσεως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ζητηθῶσι πᾶσαι αἱ ἐνέργειαι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι προϋπῆρξαν, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τίνος ὀχυρώσεως. Καὶ ὅταν δὲν δοθῶσιν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι μεταβῆ, ἂν μὴ ὦσιν αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐποιήσαντο τὰς μελέτας ταύτας, ἂν δὲν δοθῶσιν αἱ μελέται αὗται αἱ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ χώρα, τότε ἡ ἐντολὴ εἶναι ἀόριστος καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἔσονται σφαλερά. Ἡ ἄμυνα προϋποθέτει πάντοτε ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως κερδηθῇ χρόνος ἀναγκαῖος ἵνα ὁ στρατὸς μεταβῇ εἰς ἐπίθεσιν, διότι ἄγει πάντοτε εἰς ὄλεθρον ἡ παθητικὴ ἄμυνα, ἀλλ’ ἡ ἐπίθεσις δύναται καὶ ὅπου αἱ ὀχυρώσεις ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ νὰ γένηται. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία πρέπει νὰ γινώσκῃ μέχρι τίνος σημείου θ’ ἀνακοινώσῃ τὰ δέοντα εἰς τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὀχυρώσεως. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα ἐξετάσῃ καλῶς καὶ ἐν τῇ εὐρύτητι τῶν γνώσεων αὐτοῦ, ἐν τῇ σοβαρότητι τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἐπαγγέλματός του, νὰ ζητήσῃ ν’ ἀντιληφθῇ τίνα στοιχεῖα ἐδόθησαν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν ἢ θὰ ἐνεργήσωσι τὰς τοιαύτας μελέτας, καὶ πειθόμενος ὅτι δὲν πρέπει νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας μελέτας νὰ συγκεντρώσῃ τὰ στοιχεῖα ταῦτα, νὰ τὰ ἐλέγξῃ αὐτὸς μόνος, καί, ἀφοῦ τὰ ἐλέγξῃ, νὰ τὰ παραδώσῃ, δίδων διαταγὴν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβῶσιν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ παίξωμεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐγείρωμεν ἀρτοποιεῖα, τὰ ὁποῖα κατόπιν εὑρίσκομεν ὅτι μᾶς εἶναι ἄχρηστα καὶ ἀποροῦμεν εἰς τί δυνάμεθα νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμεν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε στρατών τις μετεβλήθη εἰς στάνην ἐνοικιαζόμενος ἀντὶ 25 δραχμῶν κατὰ μῆνα, αὐτὸ δὲ γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἁλμυροῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ ὁποίου συνέβη. Διὰ τοῦτο, ἂν ἐν τοῖς σμικροῖς εἴμεθα οὕτως ἀπρόσεκτοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, εἶναι φόβος μὴ εἰς τοιαύτας ἀπροσεξίας περιπέσωμεν προκειμένου καὶ περὶ μεγάλων, ἀλλὰ τὸ πτωχὸν Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ δαπάνας νέας πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ὅσα σφαλερῶς θέλομεν πράξει.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἕτερος τὸν λόγον; (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως ὀχυρωματικῶν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως συμπληρωτικῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης ἐκ δρχ. 277,000 πρὸς ἀποπεράτωσιν κτιρίων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμμετοχῆς τῶν ἀνθυπασπιστῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀναβολῆς ἐκγυμνάσεως ἐφέδρων ἐγγεγραμμένων καὶ φοιτώντων ἐν τῇ Δʹ τάξει τοῦ Γυμνασίου».
§15Θ. ΓΚΟΦΑΣ. Παρακαλῶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ νὰ προστεθῇ «καὶ εἰς τοὺς σπουδαστὰς τῆς τελευταίας τάξεως τῆς σχολῆς τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν χορηγεῖται ἀναβολὴ ἐκγυμνάσεως μέχρι τέλους τρέχοντος ἔτους».
§16Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ τοῦ Διδασκαλείου.
§17Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ἵνα ἐπεκτείνῃ τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως νόμου καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς δασονομικῆς σχολῆς Βυτίνης, διότι εἶναι δίκαιον καὶ οἱ μαθηταὶ τῆς σχολῆς ταύτης νὰ μὴ διακόψωσι τὰ μαθήματα αὐτῶν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐκ τῆς σχολῆς ἀπόλυσίν των νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ὑποστῶσι τὴν κατὰ τὸν νόμον ἄσκησίν των.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται τὰς τροπολογίας. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη).
§19Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§21Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἔχωσιν ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 158, ἤτοι ἡ πρότασις περὶ συντάξεως τραυματιῶν τοῦ πολέμου τοῦ 1897 ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν, διότι πρέπει νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν.
§22Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Μάλιστα. Αὐτοὶ παρηγκωνίσθησαν ἄνευ λόγου.
§23Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Μάλιστα· νὰ προταχθῇ.
§24ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύναται νὰ σημειωθῇ ἀπόψε, ἵνα ταχθῇ αὔριον καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ προταχθῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ταύτης. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου, ͵ΓΦΝΔʹ τῆς 29 Ἰανουαρίου 1910».
§26Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἂν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως καὶ ἐπὶ θέματος ὅλως ξένου πρὸς τὰς γνώσεις μου, πράττω τοῦτο διότι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαίου κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἔχων ὡς γνώμονα μόνον τὴν πεῖραν. Οὐδεὶς ἀντιλέγει ὅτι αἱ δικονομικαὶ διατάξεις αἱ ἀπὸ πολλοῦ ὑφιστάμεναι περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως χρήζουσι βελτιώσεως, διότι εἶναι λίαν ἐπιζήμιοι εἰς τοὺς συναλλασσομένους, εἶναι ἀφορμὴ τῆς κακῆς πίστεως, οὐχ ἧττον ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοθέτου ὅτι ὁ ὀφειλέτης εἶναι πάντοτε κακῆς πίστεως εἶναι ἀρχὴ πλουτοκρατικὴ καὶ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἤδη καταρτίζεται χαρακτηρίζει τὸν ὀφειλέτην ὡς αὐτόχρημα ἐγκληματίαν· καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παραστῶ εἰς τὴν συντάξασαν τὸν ὑφιστάμεναν νόμον ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων τοῦ Κοινοβουλίου ἀνδρῶν νομομαθῶν, εἶπον πρὸς αὐτοὺς ἀπεριφράστως· θεσπίσατε κατὰ τοῦ ὀφειλέτου καὶ τὸν παρὰ Ῥωμαίοις θεσμόν, καθ’ ὃν ὁ πιστωτὴς εἶχε δικαίωμα ἐπὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, ἀλλὰ προφυλάξατε τοῦτον ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῆς αἰσχροκερδείας καὶ τοῦ πονηροῦ κεφαλαίου· διότι τὸ κεφάλαιον δὲν εἶναι πάντοτε ἀγαθόν. Πράξατε μάλιστα τοῦτο κατὰ τὰς παρούσας στιγμάς, ὁπότε ἡ τοκογλυφία, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, μεταβάλλει τὸν Ἕλληνα ἐργάτην καὶ μικρονοικοκύρην εἰς δουλοπάροικον καὶ ἥτις ἂν ἐξακολουθήσῃ ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον, τὸ ὑφιστάμενον ἀγροτικὸν θεσσαλικὸν ζήτημα θὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάντας τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἵτινες ἤδη εὑρίσκονται ἐν ἐπιστρατεύσει μεταναστεύσεως. Καὶ ὄντως ἡ ἐπιτροπὴ διὰ προσθήκης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἐπέφερε ποιάν τινα ἰσορροπίαν μεταξὺ τοῦ ὀφειλέτου καὶ τοῦ πιστωτοῦ, ἀλλ’ αἱ οἰμωγαὶ τῆς κερδοσκοπίας καὶ τὰ κροκοδείλεια δάκρυα αὐτῆς, διότι δὲν πρόκειται, ὡς εἴπομεν, περὶ τοῦ ἀγαθοῦ κεφαλαίου, ἐπειδὴ τοῦτο οὐδέποτε ἐκερδοσκόπησεν ἐπὶ τῆς δυστυχίας, συνετέλεσαν ὥστε ἡ σοφὴ καὶ δικαία αὕτη προσθήκη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ καταργῆται. Πιστεύω ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον ὅστις διὰ τῶν σθεναρῶν αὑτοῦ κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, τῶν ὁποίων μάρτυρες πάντες ἐγενόμεθα, ἔδωκεν ἄρτον καὶ στέγην εἰς χιλιάδας ὑποδούλων ἀδελφῶν, οὓς ἄξενος χώρα σκληρῶς ἀπήλασε τῶν ἑστιῶν αὐτῶν, δὲν θὰ στέρξῃ σήμερον νὰ ἴδῃ τὸν πτωχὸν ἐργάτην Ἕλληνα καὶ τὸν πτωχονοικοκύρην μεταβαλλόμενον εἰς δουλοπάροικον καὶ μεταναστεύοντα ἢ ζητοῦντα δι’ ἐξεγέρσεων τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν αὐτοῦ ἢ ν’ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν θλιβερὰν ἐκείνην φωνὴν ἣν ἤκουσεν ἀπευθυνομένην δι’ αὐτοῦ πρὸς τὴν Πολιτείαν τοῦ Θετταλοῦ δουλοπαροίκου· δότε μας, κύριε Πρόεδρε, γῆν νὰ ταφῶμεν. Δὲν θὰ στέρξῃ, λέγω, νὰ τὴν ἀκούσῃ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προνοήσῃ, ὅπως αὕτη νομίσῃ ὀρθὸν καὶ δίκαιον, καὶ θεσπίσῃ ἓν ὅριον προσφορᾶς τοῦ ἀναγκαστικῶς ἐκποιουμένου κτήματος, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τοιαύτας γνώσεις, καὶ δυνατὸν πολλαὶ γνῶμαί μου ν’ ἀντιτίθενται εἰς τὸ δίκαιον. Δότε πάντα τὰ ἀσφαλῆ ἐχέγγυα εἰς τὸ κεφάλαιον, θύσατε αὐτῷ σπονδάς, ἐπισημοποιήσατε τοῦτο ὡς λάβαρον πάσης ἑλληνικῆς προόδου, ἀλλὰ σώσατε τὸν ἐργάτην καὶ τὸν μικρονοικοκύρην ἀπὸ τῆς ἀπληστίας τοῦ τοκογλύφου. Ἐὰν δὲ νομίζητε ὅτι ὁ ἀπόλυτος πλειστηριασμὸς εἶναι τόσον εὐεργετικός, ὅτι ποιεῖ τὸ θαῦμα τοῦ πολιούχου τῆς Κερκύρας, μεταβάλλει δηλονότι τὸν ὄφιν εἰς χρυσοῦν, τοῦθ’ ὅπερ ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, κρατήσατέ τον, ἀλλ’ ἐγγὺς ὁ χρόνος, ὡς εἶπον, καθ’ ὃν ἡ Πολιτεία θ’ ἀκούσῃ τὴν αὐτὴν λυπηρὰν φωνὴν καὶ παρ’ ἄλλων δουλοπαροίκων τῆς Ἑλλάδος· δότε ἡμῖν γῆν πρὸς ταφήν, ὅπερ ἐγὼ ἀπεύχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς, καὶ τότε εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Πολιτεία θὰ μετανοήσῃ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά, διότι ἡ καταστροφὴ θὰ ἔχει συντελεσθῆ καὶ εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ ἡ τοιαύτη μεταμέλεια. Διὰ τοῦτο τελευτῶν, κύριοι Βουλευταί, καταθέτω τροπολογίαν αὐτοτελῆ καὶ εἰδικὴν διὰ τὴν πατρίδα μου Λευκάδα δι’ ἧς ἐπεκτείνονται αἱ διατάξεις νόμου ἰσχύοντος ἐν Κερκύρᾳ, καὶ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ἂν δὲν ληφθῇ γενικώτερον μέτρον περὶ ἐκτελέσεως, νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅπως ὅ,τι ἰσχύει διὰ τὴν Κέρκυραν ἰσχύῃ καὶ διὰ τὴν Λευκάδα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 161). (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§28Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχω παρατηρήσεις τινὰς νὰ κάμω ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 910. Προχθὲς ἔλαβον ἀφορμὴν συζητουμένης τῆς δευτέρας, τρίτης καὶ τετάρτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 910, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ μεταβολήν τινα. Νομίζω ὅτι τὰ θέματα περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύονται τὰ ἐδάφια αὐτὰ εἶναι ἀρκούντως σοβαρὰ ὥστε νὰ προσέξωμεν περισσότερον καὶ νὰ ἐννοήσωμεν ἀκριβῶς πρὸ παντὸς περὶ τίνος πρόκειται, διότι φοβοῦμαι ὅτι πρόκειται περὶ θέματος τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρξεν ἀκριβὴς κατανόησις ὁποῖόν τι εἶναι· καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ ὁρίζεται παραγραφὴ τῆς ἀγωγῆς περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ ἓν ἔτος. Παρῆλθε λοιπὸν τὸ ἔτος, παρεγράφη τὸ δικαίωμα τῆς ἀγωγῆς περὶ ἀκυρότητος τοῦ πλειστηριασμοῦ, ὁ πλειστηριασμὸς μένει ἰσχυρός· τί θέλομεν κατόπιν νὰ κάμωμεν; Προχθὲς ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Κορινθίας προσδιορίζοντα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλουσιν οἱ διατυποῦντες τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς· ἐπὶ ἓν ἔτος ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ ἕνεκα λόγων ἡ ἀκυρότης τοῦ πλειστηριασμοῦ, παρελθόντος δὲ τοῦ ἔτους καὶ παραγραφείσης τῆς ἀγωγῆς περὶ ἀκυρώσεως θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτούς, τοὺς δυναμένους νὰ ζητήσωσι τὴν ἀκύρωσιν τοῦ πλειστηριασμοῦ, νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ζημίαν ἣν ὑπέστησαν, γενομένου τοῦ πλειστηριασμοῦ ὡς ἐγένετο.
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι μετὰ τὸ ἔτος.
§30Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μετὰ τὸ ἔτος.
§31Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βλέπετε τί συμβαίνει; Ἀκόμη δὲν γνωρίζομεν τί θέλομεν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἐκκαθαρισθῇ τί θέλουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ διετύπωσαν. Θέλουσι μετὰ τὸ ἔτος, ὅπως ἐγὼ ὑπέβαλον προχθὲς εἰς τὸν κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴν ἐρώτησιν, ἢ θέλουσι καὶ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους;
§32Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι διαρκοῦντος τοῦ ἔτους.
§33Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τί νομίζει ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐὰν κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν θέλωσι διαρκοῦντος τοῦ ἔτους, εὑρίσκονται εἰς περιεργοτάτην περίπτωσιν.
§34Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅταν ἐρωτᾶτε καὶ κάμνητε μόνος ἀπαντήσεις, διὰ νὰ δίδητε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ χαριεντίζηται, βεβαίως. Εἶναι τὸ ἄρθρον ἁπλούστατον.
§35Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§36Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀπαντῶ ἐγώ. Λοιπὸν ἐπὶ ἓν ἔτος ὁ ζημιωθείς, ἤτοι ἐκεῖνος ὅστις εἶχεν ὑποθήκην καὶ δὲν ἐπληρώθη, παραδείγματος χάριν, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ πλειστηριασμοῦ. Παρελθόντος τοῦ ἔτους ἡ ἀγωγή του μετατρέπεται εἰς ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα.
§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τίνος;
§38Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας. Παρακαλῶ τώρα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ.
§39Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους καθ’ ὃ δὲν παραγράφεται ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως δύναται νὰ ἐγερθῇ ἡ περὶ ἀποζημιώσεως. Ἐὰν ὅμως παρεγράφη ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως, δὲν θ’ ἀπολέσωμεν τὸ δικαίωμα.
§40Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχομεν τοῦτο τὸ περίεργον κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ψηφίζομεν νομοσχέδιον φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ συντεταγμένον ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας καὶ ἔχομεν τοὺς δύο συντάκτας τοῦ νομοσχεδίου δίδοντας διάφορον ἔννοιαν!
§41Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι.
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως.
§43Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πῶς;
§44Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Χάνετε τὴν ὥραν μὲ τὰς διαφωνίας.
§45Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν χάνεται ἡ ὥρα. Θέλω νὰ ἴδω τί ἐννοοῦσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατεσκεύασαν τὸν νόμον. Ὅτε ἐκεῖνοι δὲν δύνανται νὰ συμφωνήσωσιν, εἶναι περίεργον τί θὰ πράξωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν ἐφαρμόσωσιν. Ὁ μὲν ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς λέγει ὅτι ἡ ἀγωγὴ ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἐγείρεται, ἀφοῦ ἤδη παρεγράφη ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως· ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι καὶ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ δὲν παραγράφεται ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως, δύναται νὰ ἐγερθῇ ἡ περὶ ἀποζημιώσεως. Ὑμεῖς λέγετε αὐτό· ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει καὶ πρὸ τοῦ ἔτους.
§46Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἀκυρωθῇ ὁ πλειστηριασμὸς ἐκ τῆς παραλείψεως, δὲν ἐπῆλθε καμμία ζημία· ἐὰν δὲν ἀκυρωθῇ ὁ πλειστηριασμός, τότε ἐπέρχεται ἡ ζημία.
§47Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διαρκοῦντος τοῦ ἔτους ἔχετε τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀκυρώσεως. Ἑπομένως ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως εἶναι περιττή. Ἐὰν θέλητε νὰ τὴν ἐνασκήσητε, βεβαίως δύνασθε· ἀλλὰ μετὰ τὸ ἔτος, διὰ νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸν τελευταῖον ὑπερθεματιστὴν νὰ μένῃ 29 ἔτη ὑπὸ τὴν σπάθην τῆς ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ, εἴπομεν ὅτι ἐπὶ ἓν ἔτος ἡ ἀγωγή μας περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ ἔχει ἀποτελέσματα καὶ διὰ τὸν ὑπερθεματιστήν· παρελθόντος τοῦ ἔτους μεταβάλλεται εἰς ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως. Ἐὰν θέλητε νὰ τὸ ἀναγνωρίσητε, καλῶς· ἐὰν δὲν θέλητε, μὴ τὸ ἀναγνωρίζετε.
§48Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας συμφωνεῖ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§49Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω εἶναι. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν σχέσιν μὲ κανένα.
§50Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κείμενον τί λέγει; (Διάλογοι).
§51Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Λοιπὸν λαμβάνω ἐγὼ πάσας τὰς ὑποθέσεις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ συμφωνία, καὶ λέγω ὅτι δύο τινὰ δύναται νὰ ἐννοῶσιν· ἢ ὅτι ἡ ἀγωγὴ αὕτη ἡ περὶ ἀποζημιώσεως θὰ ἐγερθῇ, ἀφοῦ ἤδη παρεγράφη ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως μὴ δυναμένη νὰ ἐγερθῇ καθ’ ὃ χρονικὸν διάστημα ὑφίσταται ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως κατὰ τὸ ἔτος, ἢ ἡ ἀγωγὴ αὕτη δύναται νὰ ἐγερθῇ καὶ κατὰ τὸ ἔτος. Ἄς ἴδωμεν αὐτὰς τὰς δύο περιπτώσεις.
§52Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δύναται καὶ συγχρόνως.
§53Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ συγχρόνως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἴδωμεν αὐτὰς τὰς δύο περιπτώσεις πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν· αὐτὴ ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τίνος θὰ ἐγερθῇ; Καὶ ἐδῶ χρειάζεται, σᾶς παρακαλῶ, προσοχή· διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβαίνῃ τὸ ἑξῆς· νὰ μὴ ἐπιτρέπηται μὲν ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ, νὰ ἐπιτρέπηται ὅμως κατ’ αὐτοῦ ἀγωγὴ περὶ ἄρσεως τῶν ζημιῶν αἱ ὁποῖαι ἐπεγένοντο συνεπεία τῆς παραλείψεως τῶν διατυπώσεων, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων αὐτὸς ἠγόρασεν εὐθηνότερον.
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ δηλαδή;
§55Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως. Δύνανται ὅμως νὰ ἐννοῶσι καὶ ἄλλο. Δύναται νὰ ἐγερθῇ κατὰ τοῦ κλητῆρος, κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου, κατὰ τοῦ ἐπισπεύδοντος, οἱ ὁποῖοι παρέλειψαν τὴν διατύπωσιν αὐτήν. Περὶ αὐτῶν ἀμφοτέρων τῶν θεμάτων δὲν δίδει ἀπάντησιν τὸ νομοσχέδιον. Δὲν λέγει πρῶτον ἂν ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως δύναται νὰ ἐγερθῇ συγχρόνως μὲ τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως· δὲν λέγει δεύτερον ἂν ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως θέλει ἐγερθῆ κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ ἢ κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ πλειστηριασμοῦ ἢ καὶ κατὰ τοῦ ἐπισπεύδοντος, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπαίτιοι πράξεως ἢ παραλείψεως στηριζούσης τὴν ἀκύρωσιν. Λοιπόν, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ συγχρόνως κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἡ περὶ ἀκυρότητος ἀγωγή, ὡς καθορίζουσιν ἤδη οἱ Κύριοι, κατὰ τοῦ ὑπαιτίου κλητῆρος, συμβολαιογράφου ἢ ἐπισπεύδοντος, δὲν νομίζετε ὅτι αὐτοὶ θέλουσιν εἰπεῖ ὅτι· φίλε μου, ἔχετε ἀνοικτὸν τὸν δρόμον νὰ ἀκυρώσητε αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχετε ὑποστῆ καμμίαν ζημίαν, νὰ ἀκυρώσητε τὴν διαδικασίαν καὶ ν’ ἀναλάβητε τὸ κτῆμά σας· τί ζητεῖτε ἀπὸ ἐμέ; Παρέλειψα ἐγὼ αἴφνης εἰς τὸ πρόγραμμα νὰ κάμω τοῦτο ἢ ἐκεῖνο; Ἰδοὺ ἡ ὁδός. Ἐγένετο ὁ πλειστηριασμός; Ἀκυρώσατέ τον, ἵνα ἀναλάβητε τὸ πρᾶγμα. Ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις. Καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι τοῦτο δίδει τὴν λύσιν καὶ εἰς τὸ ἐρώτημα ἂν δύναται αὕτη νὰ ἐγερθῇ συγχρόνως ἢ ὄχι, καὶ ἑπομένως φθάνω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι διὰ τοιούτων συλλογισμῶν θὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ συγχρόνως. Καὶ ἤδη ἐξεταστέον μένει τὸ ἑξῆς· μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ἔτους δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ μόνου τοῦ κλητῆρος, συμβολαιογράφου ἢ ἐπισπεύδοντος, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπαίτιοι τῆς πράξεως ἢ παραλείψεως ἐκείνης ἥτις προηγουμένως ἀσκουμένη θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν νὰ ἀκυρώσῃ τὸν πλειστηριασμὸν. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὴ αὐτὴ ἡ ἀγωγή; Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ τοιαύτη ἀγωγή; Θὰ μοὶ εἴπητε διατί; Διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον· ὑποθέσατε κλητῆρα ὁ ὁποῖος παρέλειψε μικράν τινα διατύπωσιν καὶ ἐγένετο πλειστηριασμὸς ὑπὸ συνθήκας αἱ ὁποῖαι ἐπήνεγκον τὴν πώλησιν τοῦ κτήματος ἀντὶ δέκα χιλιάδων εἰς χιλίας δραχμὰς καὶ πρόκειται νὰ πληρωθῇ ἡ διαφορὰ τῶν ἐννέα χιλιάδων, ἢ συμβολαιογράφον ὁ ὁποῖος παρέλειψε διατύπωσίν τινα καὶ ἐγένετο τοιαύτη τις διαφορά· τί πράττετε ὑμεῖς διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀγωγῆς ταύτης; Λέγετε εἰς αὐτοὺς ὅτι «Κύριε, θὰ πληρώσῃς σὺ τὴν διαφοράν· ἐὰν ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν ὁ ὀφειλέτης ἢ ὁ δανειστὴς ἢ οἱοσδήποτε ἔχων συμφέρον νὰ ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ τὸ ἔτος νὰ μὴ ἀκυρώσῃ τὸν πλειστηριασμὸν καὶ νὰ στραφῇ κατὰ σοῦ». Καὶ σᾶς λέγει αὐτός· «διατὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐνήργει νὰ ἀκυρώσῃ τὸν πλειστηριασμὸν καὶ νὰ ἐπέλθῃ ζημία ἑκατὸν—διακοσίων δραχμῶν, τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ἐπλήρωνον ἐγώ, ἀλλ’ ἀνέμενε νὰ παρέλθῃ τὸ ἔτος καὶ ζητεῖ νὰ πληρώσω 15.000 δραχμῶν; Τί θ’ ἀπαντήσητε εἰς αὐτὸν τὸν κλητῆρα, τὸν συμβολαιογράφον, τὸν ἐπισπεύδοντα; Εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσωμεν τοιαύτην ἀγωγὴν κατ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀφήνετε τὸν ἄλλον καὶ δὲν ἐπιμελεῖται αὐτός, ἀφήνων νὰ γίνῃ ἔγκυρος ὁ πλειστηριασμὸς καὶ διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ νὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη ζημία καὶ νὰ στραφῇ αὐτὸς κατὰ τῶν ὑπαλλήλων καὶ ζητῇ νὰ τῷ πληρώσωσι τοιαύτην ζημίαν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐγένετο ἐκ τῆς πράξεως τοῦ κλητῆρος ἢ τοῦ συμβολαιογράφου, ἀλλ’ ἐγένετο διότι αὐτὸς δὲν ἠθέλησε ν’ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον τῷ δίδει ὁ νόμος ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ν’ ἀναλάβῃ τὸ πρᾶγμά του, καὶ ἀφῆκε νὰ ὠφεληθῇ ἀτόπως ὁ ὑπερθεματιστής, ὁ ὁποῖος ἠγόρασεν εὐθηνότερον τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ καὶ στρέφεται τώρα κατὰ τρίτου τινός, ὁ ὁποῖος δὲν πταίει εἰς τίποτε καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῆς πράξεως τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐπήνεγκε ζημίαν 200 –300 δραχμῶν; Τοιαύτη ἀγωγὴ εἶναι ἀδύνατος.
§56Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ πλειστηριασμοῦ. Δὲν συνετελέσθη ἡ ζημία.
§57Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ πλειστηριασμοῦ! Δὲν συνετελέσθη ἡ ζημία! Αὐτὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἐὰν θέλητε νὰ δεχθῆτε ἀγωγὴν μετὰ τὴν παραγραφὴν τῆς ἀκυρώσεως, πρέπει νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν κλητῆρα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν, διότι αὐτὸς ὡς τρίτος δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ τίποτε, καὶ μεταβαίνει πρὸς τὸν ὀφειλέτην καὶ τῷ λέγει· «Κύριε, πρόσβαλε τὸν πλειστηριασμόν, διὰ νὰ μὴ εὕρω τὸν διάβολόν μου ἐγὼ αὔριον καὶ πληρώσω 15.000 δραχμῶν, καὶ νὰ πληρώσω 200 δραχμάς». Εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσι τοιαῦτα πράγματα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ; Δὲν εἶναι λοιπόν, Κύριοι, δυνατὸν νὰ πράξητε ἄλλο τι παρὰ νὰ εἴπητε ὅτι ἐπερχομένης παραγραφῆς ἐπέρχεται παραγραφή, ἐὰν δὲ ἡ παραγραφὴ τοῦ ἔτους εἶναι μικρά, κάμετέ την δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ἀλλ’ ἡ ἰδέα ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, ἐκείνη τὴν ὁποίαν οὔτε κἂν ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην, θὰ ἦτο ἂν ἀντὶ νὰ κρατῆτε ἐκκρεμῆ τὴν ἰδιοκτησίαν διὰ τῆς ἀγωγῆς περὶ ἀκυρώσεως νὰ κρατήσητε ἀγωγήν τινα ὁριστικήν, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ τοῦ ὠφεληθέντος, μετὰ τὴν διὰ τῆς παραγραφῆς στερέωσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀγωγὴν προσωπικήν, οὐχὶ πραγματικήν, μέχρι τῆς ὠφελείας. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐζήτουν ποτὲ νὰ γίνῃ αὐτό.
§58Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀναγράφομεν αὐτὴν τὴν ἀγωγὴν πολὺ λεπτομερέστερον ἀφ’ ὅ,τι νομίζετε.
§59Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀνεγράψατε δὲν εἶναι αὐτή.
§60Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωμεν ἡμεῖς, θὰ ἐλέγετε τὸ ἴδιον.
§61Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐκείνη περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ ἐγὼ εἶναι ἄλλη. Ἐκείνη εἶναι ὅτι εἶναι ἄκυρος ὁ πλειστηριασμὸς καὶ λόγῳ τῆς ἀκυρότητος ταύτης τοῦ πλειστηριασμοῦ λέγομεν εἰς σέ, κύριε Α, ὅτι διὰ τὸ κτῆμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ πωληθῇ 10.000 καὶ τὸ ἐπῆρες ἀντὶ χιλίων, δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω ἐγὼ ὁ νομοθέτης νὰ ἀκυρωθῇ ὁ πλειστηριασμός. Ἀλλὰ ἐὰν ἐπέτρεπον νὰ ἀκυρωθῇ ὁ πλειστηριασμὸς διατελεῖ ἡ ἰδιοκτησία ἐν ἀμφιβόλῳ καί, ἂν ὁ ἰδιοκτήτης θέλῃ νὰ πωλήσῃ τὸ κτῆμα, δὲν δύναται· ἐὰν θέλῃ νὰ τὸ ὑποθηκεύσῃ, δὲν δύναται· ἐὰν θέλῃ νὰ τὸ διαθέσῃ ὁπωσδήποτε, δὲν τὸ διαθέτει. Ἀντὶ νὰ δώσω τὴν τοιαύτην ἀγωγὴν τὴν τοιοῦτον ἔχουσαν ἀποτέλεσμα δύναμαι νὰ δώσω προσωπικήν τινα ἀγωγὴν κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ πότε; Ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἀκυρότητος, καὶ εἴπω πρὸς αὐτόν· Κύριε, σὺ ὠφελήθης 10.000· δὸς τὴν ὠφέλειαν τὴν ὁποίαν προσεπορίσθης, ἐνῷ ὑπάρχει λόγος ὅστις εἶναι λόγος ἀκυρώσεως. Αὐτὴ εἶναι ἀγωγὴ ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑμεῖς εἰσαγάγει κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ. Δὲν συνιστῶ ὅμως ἐγὼ οὔτε τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι τοιαύτη ἀγωγή, ὅσον καὶ ἂν φαίνηται δικαία —καὶ κατ’ ἀρχὴν εἶναι δικαία—, ὅσον καὶ ἂν φαίνηται δικαία, ἐν τῇ διατυπώσει, ἐν τῇ ἐκτελέσει θέλει γίνει πρόξενος ζημίας καὶ ἐνοχλήσεως καὶ ἀντὶ νὰ γίνῃ ὠφέλιμος εἰς τοὺς ὀφειλέτας θέλει γίνει ἐπιζήμιος εἰς αὐτούς.
§62Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν τὴν ἔχομεν σήμερον αὐτὴν τὴν ἀγωγήν, ὅταν ἔχωμεν χρησικτησίαν;
§63Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὐδεμίαν ἀγωγὴν ἔχετε ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μετὰ τὴν χρησικτησίαν. Δὲν ἔχετε τοιαύτην ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως μετὰ τὴν χρησικτησίαν, δὲν ἔχετε τίποτε τοιοῦτον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν.
§64Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν τὸ πιστεύω.
§65Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νὰ τὸ πιστεύσητε, διότι δὲν ἔχετε τοιαύτην ἀγωγὴν καὶ παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐνταῦθα νὰ εἴπῃ ἂν ὑπάρχει τοιαύτη ἀγωγή.
§66Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐὰν μετὰ δεκαετίαν ἔχητε διεκδικητικὴν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ χρησικτησικτήσαντος;
§67Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει τόπον αὐτὴ ἡ ἀγωγὴ ἐδῶ.
§68Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ περιπλακῶμεν εἰς λαβύρινθον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δυσκόλως θὰ ἐξέλθωμεν, ἐὰν δεχθῆτε τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν, νὰ συντομεύσωμεν τὸν χρόνον διὰ τὴν παραγραφὴν τῆς ἀγωγῆς περὶ ἀκυρότητος· ἴσως τὸ ἓν ἔτος νὰ εἶναι βραχύ, ἴσως ν’ ἀπαιτῶνται δύο ἔτη. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ν’ ἀρκεσθῶμεν. Πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ εἰς τοῦτο, διὰ νὰ μὴ θελήσωμεν μετὰ τὴν παραγραφὴν ν’ ἀνοίξωμεν νέαν πληγήν, διότι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς δυσχέρειαν μεγάλην.
§69Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατωρθώσαμεν τέλος πάντων νὰ συνεννοηθῶμεν εἰς τὸ ὅτι διεφωνοῦμεν ῥιζικῶς. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὴν ἑξῆς ἀρχήν· ὅτι κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ τοῦ πληρώσαντος τὸ τίμημα οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀγωγὴ περὶ ἀκυρότητος. Τοῦτο φαίνεται εἰς ὑμᾶς βαρύ, ἀλλὰ καὶ τὸ καθεστὼς ἦτο βαρύτερον, διότι γνωρίζετε πάντες ὅτι ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ μετὰ συνεπειῶν καὶ κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ διαρκεῖ ἐπὶ 30 ἔτη, ἐνομίσαμεν δ’ ὅτι συμβιβάζομεν καὶ τὴν ἀξίωσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀρχικοῦ καὶ τὴν ἀξίωσιν τῆς κοινωνίας, ὡς καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀναγράφοντες ὅτι ἐπὶ ἓν ἔτος ἐπιτρέπεται ἡ ἀκύρωσις τοῦ πλειστηριασμοῦ ἰσχύουσα κατὰ παντὸς καὶ ἑπομένως καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ. Ἀλλὰ παρετηρήθη ὅτι ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς ἔτους, ἂν ἐξασφαλίζει τὴν ἰδιοκτησίαν, δὲν ἐξασφαλίζει ὅμως τὰ δικαιώματα τὰ κινδυνεύοντα τῶν διαφόρων καὶ ἰδίᾳ τῶν δανειστῶν τῶν ἐνυποθήκων. Καὶ ἰδοὺ τὸ παράδειγμα. Ὑποθέσατε ὅτι δανεισθεὶς ἄθλιος προχωρεῖ ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κλητῆρος καὶ τοῦ συμβολαιογράφου εἰς πλειστηριασμὸν χωρὶς νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὸν ἐνυπόθηκον δανειστήν. Καὶ τοῦτο εἴδομεν, καθόσον πολλάκις συνετελέσθη. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ἐπὶ ἓν ἔτος ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς ἔχει δικαίωμα νὰ προσβάλῃ τὸν πλειστηριασμόν, τότε δεχόμεθα ὅτι πρέπει νὰ παρακολουθῇ τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ τὸν ὀφειλέτην του μήπως συνέβη νὰ κατασχεθῇ ἡ περιουσία του καὶ νὰ πωλῆται. Ἐνῷ λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς ἐστερήσαμεν τὸν δανειστὴν τὸν ἐνυπόθηκον τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ προσβάλῃ τὸν πλειστηριασμὸν μετ’ ἀποτελέσματος κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ, ἀφ’ ἑτέρου εἴπομεν· ἔχετε ἀκόμη προθεσμίαν· σᾶς δίδομεν 5 ἐτῶν προθεσμίαν, διὰ νὰ καταδικάσητε ἐκεῖνον ὅστις εἶναι ὑπαίτιος διὰ τὴν ζημίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ εἰς περισσότερον χρονικὸν διάστημα μετ’ ἀποτελέσματος κατὰ πάντων, ἂς τὸ κάμῃ. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ὀρθόν. Μάλιστα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὰς προθεσμίας τῆς ἀκυρότητος ἔχει περιορίσει ἐντὸς μηνὸς καὶ δεκαπέντε ἡμερῶν, δὲν εἶναι δὲ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ εἰς τὸν ὑπερθεματιστὴν εὐχάριστον καὶ ἀσφαλὲς ν’ ἀφήσητε αὐτὸν τὸν ὑπερθεματιστὴν ἐπὶ πενταετίαν ἢ ἐπὶ τριακονταετίαν, ὡς εἶναι σήμερον ὑποκείμενον εἰς τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ ἠναγκασμένον νὰ διατηρῇ πάντα τὰ δικόγραφα τοῦ πλειστηριασμοῦ μήπως ἡμέραν τινὰ φανῇ τις καὶ τῷ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐκάμετε αὐτὴν τὴν διατύπωσιν. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ διάταξις αὐτή. Δὲν εἶναι δὲ πρωτότυπος οὐδ’ ἔχει τὴν ἀξίαν τῆς πρωτοτυπίας. Αὐτὴ εὑρίσκεται ἐν τῇ Δικονομίᾳ τῆς Σικελίας.
§70Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τώρα δὲν ἰσχύει.
§71Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατὰ τὸν Βουλευτὴν Πατρῶν δὲν ἰσχύει.
§72Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὴ ἐξηγεῖτε τί λέγω ἐγώ· ἐὰν πρόκειται νὰ ὁρίζητε τί λέγω ἐγώ, ἐγὼ ἀπαντῶ. Νὰ λέγητε τί λέγετε ὑμεῖς.
§73Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο αὐτή, διότι εὑρέθη πρὸ τοῦ διλήμματος, ν’ ἀφήσῃ ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἐκκρεμὲς τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπερθεματιστοῦ. Δὲν ἐνόμισεν ὀρθὸν νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπερθεματιστοῦ, δηλαδὴ ἠσφάλισε τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπερθεματιστοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἠθέλησε νὰ στερήσῃ ἐκεῖνον ὅστις ἐζημιώθη ἀπὸ τὴν κακοήθειαν τοῦ κλητῆρος καὶ τοῦ συμβολαιογράφου καὶ νὰ εἴπῃ· παρῆλθε τὸ ἔτος καὶ δὲν ἔχετε νὰ κάμητε τίποτε. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§74Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὁ ὀφειλέτης θὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα;
§75Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ ὀφειλέτης καὶ ὁ δανειστής. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι αἱ ἀκυρότητες κατὰ τῶν πλειστηριασμῶν πρέπει νὰ προτείνωνται πρὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ. Θέλετε νὰ δεχθῆτε τοῦτο; Νὰ τὸ δεχθῆτε. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἀντὶ τριάκοντα ἐτῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον ἔχει ὁ ὀφειλέτης, νὰ περιωρίζοντο εἰς ἓν ἔτος. Ἐπειδὴ ὅμως θὰ συμβῇ, ὥστε δανειστὴς ἐνυπόθηκος νὰ εὑρίσκετο πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, πρὸ πλειστηριασμοῦ τετελεσμένου, καὶ νὰ ζημιωθῇ, δι’ αὐτὸ ἐδώσαμεν αὐτὴν τὴν ἀγωγήν. Ἐὰν τὴν νομίζετε περιττήν, διαγράψατέ την.
§76Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀνακοπὴ τί γίνεται;
§77Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀφοῦ διαγράφεται; Ἀλλ’ εἶπον ὅτι πᾶσα ἀγωγὴ ἢ ἀνακοπὴ τοῦ ὀφειλέτου ἢ τοῦ δανειστοῦ ἐναντίον τοῦ πλειστηριασμοῦ παρελθόντος τοῦ ἔτους εἶναι ἀπαράδεκτος· ἑπομένως καὶ ἡ τρίτου ἀνακοπή. Ἐὰν δεχθῆτε τὴν τρίτην ἀνακοπήν, εἴμεθα σύμφωνοι· τότε ἔχετε τὴν τριακονταετίαν.
§78Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀναγνώσατε, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχει ἡ τρίτη ἀνακοπή.
§79Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τότε εἶναι ἀναγκαία ἡ διάταξις.
§80Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὑπάρχει διάταξις περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ παντὸς ὑπευθύνου ἐν τῷ νόμῳ πάντοτε.
§81Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τότε εἶναι ἀναγκαία ἡ διάταξις· ἄρα δὲν εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις.
§82Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καθ’ ὅσον περιλαμβάνεται ἐν τῷ νόμῳ. Ὁ καθεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπό τινος ὁ ὁποῖος τὸν ἐζημίωσεν ἀποζημίωσιν. Ἔχει ἢ δὲν ἔχει δικαίωμα;
§83Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ εἴπωμεν τοῦτο· ἠθελήσαμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ στρέφεται κατὰ τοῦ κλητῆρος, κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου καὶ κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος, διότι παρημπόδισε τὸν ἀνταγωνισμόν. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν μόνον ἀγωγὴν κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου καὶ τοῦ κλητῆρος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ ὑπερθεματιστοῦ.
§84Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Λέγετε ὅτι ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως λόγῳ ἀκυρώσεως τῆς διαδικασίας δίδεται εἰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ὑπάρχει ἀκυρότης διαδικασίας. Λέγετε τώρα ὅτι ἡ ἀγωγὴ αὐτὴ θὰ χωρήσῃ, ὅταν παρεμποδίσῃ ὁ ὑπερθεματιστὴς τὸν πλειστηριασμόν. Δὲν ἔχετε μόνον ἕνα διάδικον καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἐφαρμόσητε τὴν πενταετῆ παραγραφὴν εἰς τὴν τοιαύτην ἀγωγήν, διότι ἡ τοιαύτη ἀγωγὴ εἶναι ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως.
§85Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἄσχετος ἐντελῶς πρὸς τὴν διαδικασίαν.
§86Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἔχει συνταχθῆ ἡ πρώτη παράγραφος περιλαμβάνουσι τὰ πάντα. Ἰδοὺ τί λέγει· «Πᾶσα ἀγωγὴ ἢ ἀνακοπὴ τοῦ ὀφειλέτου εἴτε τῶν δανειστῶν αὐτοῦ καὶ αὐτῶν τῶν ἐνυποθήκων περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ ἢ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως, εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν στηρίζηται λόγον, παραγράφεται ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ. Ἐπὶ δὲ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κράτους διαμενόντων ἐντὸς δύο ἐτῶν. Πᾶσα δὲ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως λόγῳ ἀκυρότητος τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως ἢ τοῦ πλειστηριασμοῦ κατὰ παντὸς ὑποχρέου παραγράφεται ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ πλειστηριασμοῦ. Πρὸς ἀποζημίωσιν λόγῳ ἀκυρότητος: 1) δὲν ἀπαιτεῖται ν’ ἀπηγγέλθη ἡ ἀκυρότης, ἀλλ’ ἀρκεῖ ἡ πρᾶξις ἢ ἡ παράλειψις νὰ εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας ὁ νόμος διακελεύει ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος· 2) δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ κατὰ τὸν πλειστηριασμὸν ἐπιτευχθεῖσα τιμὴ τοῦ πλειστηριασθέντος, ἀλλ’ ἡ μεγαλυτέρα ἀξία, ἣν τοῦτο εἶχε μεταξὺ τῆς ἡμέρας τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς».
§87Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ ἀγωγὴ περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ τὸ ἐδάφιόν σας εἶναι ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως.
§88Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μάλιστα· ὄχι λόγῳ τυπικῆς ἀκυρώσεως.
§89Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι.
§90Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἔκαμα πλειστηριασμόν τινα χωρὶς νὰ ἔχω ἀπαίτησιν ἐναντίον σας. Αὐτὴ εἶναι ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως πλειστηριασμοῦ καὶ αὐτὴ περιλαμβάνεται ἐδῶ. Τώρα, ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν προθεσμίαν τῆς ἀκυρότητος ἐχούσης ἀποτελέσματα κατὰ πάντων, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν. Εἰς τοῦτο θέλω νὰ ἐπιμείνω, ὅτι ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωμεν διὰ τῆς ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως μεγαλυτέραν προθεσμίαν.
§91Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διατί νὰ μὴ μείνῃ ἡ τριακονταετὴς παραγραφή;
§92Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος καὶ ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι οὕτω πως ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Πρὸ ὀλίγου ἔκαμα παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Γούναρην ὅτι δὲν εἶναι ἡ διάταξις πρωτότυπος. Ἡ διάταξις αὐτὴ εὑρίσκεται εἰς τὰς διαφόρους νομοθεσίας, τὴν ἔχομεν δὲ καὶ ἡμεῖς. Ἐὰν πωλήσω εἴς τινα ἀλλότριον κτῆμα καὶ ὁ ἀγοραστὴς χρησιδεσπόσῃ αὐτό, κατὰ τοῦ ἀγοραστοῦ δὲν ἔχετε ἀγωγήν, ἔχετε ὅμως ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως κατ’ ἐμοῦ. Δὲν βλέπω τίς ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἐνστάσεις καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι «παρελείψατε νὰ κάμητε τὴν ἀγωγήν σας». Αὐτὸ εἶναι αὐθαιρεσία τῆς νομοθεσίας καὶ δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν νομοθεσίαν μὲ ὅλην τὴν λογικὴν συνέπειαν τῶν κανόνων. Ἡμεῖς εἴπομεν· «ἐντὸς πενταετίας ὀφείλετε νὰ εἴπητε τὰ παράπονά σας. Παρήλθον τὰ πέντε ἔτη; Δέν ὀφείλετε νὰ τὰ εἴπητε». Νομίζετε ὑμεῖς ὅτι πρέπει νὰ τὸ κάμητε δύο ἢ τρία ἔτη; Κάμετέ το. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἀπολογούμενος εἰς τὴν μομφὴν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν.
§93Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Συνεπείᾳ παρακωλύσεως τοῦ ἀνταγωνισμοῦ δύο γνώμας δέχονται τὰ δικαστήρια. Κατὰ τὴν πρώτην ὁ πλειστηριασμὸς εἶναι ἄκυρος. Καὶ τὸ σύστημα τοῦτο, ἤτοι ἡ περὶ ἀκυρώσεως ἀγωγὴ περιλαμβάνεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, δηλαδὴ ἐπὶ ἓν ἔτος δύναται νὰ γίνῃ, μετὰ ἓν ἔτος τρέπεται εἰς ἀγωγὴν ἀποζημιώσεως. Κατὰ τὴν ἄλλην γνώμην ἡ ἀγωγὴ δὲν εἶναι λόγῳ ἀκυρώσεως τῆς διαδικασίας, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀγωγὴ ἀποζημιώσεως λόγῳ δόλου. Λοιπόν, ἂν τοῦτο δεχθῆτε, τότε ἡ ἀγωγὴ αὕτη δὲν θὰ ὑπάγηται εἰς τὴν παραγραφὴν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§94Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἀγωγὴ ἢ ἀνακοπὴ περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ λόγῳ παρακωλύσεως αὐτοῦ ἢ καὶ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον παραγράφεται ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀγωγῆς ταύτης χωρεῖ καὶ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ παντὸς ὑπευθύνου διὰ τὴν ἀκυρότητα, ἀδιαφόρως πρὸς τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀκυρώσεως, ἀρκεῖ μόνον ν’ ἀποδεικνύηται ὅτι ὑπῆρξε πρᾶξις συνεπαγομένη ἀκυρότητα τοῦ πλειστηριασμοῦ, ὁποία εἶναι καὶ ἡ παρακώλυσις αὐτοῦ, καὶ αὐτῆς δὲ τῆς περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγῆς διὰ τοιοῦτον λόγον ἀκυρότητος ἡ παραγραφὴ ὁρίζεται πενταετής.
§95Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς τῶν περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ ἀγωγῶν εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλ’ ἐν τῇ προνοίᾳ περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς ἐνεγράφησαν αἱ δύο διατάξεις τοῦ νόμου, περὶ ἀνακοπῆς πρὸς ἀκύρωσιν καὶ περὶ ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως, δι’ ἃς ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ἐγγραφῶσι διάφοροι τοιαῦται παραγραφαὶ καὶ ἀνεγράφησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐκτελέσεως καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπὸ συζήτησιν, ὥστε νὰ καθιστῶσι δεδικαιολογημένας καὶ βασίμους τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, Διότι ἀληθῶς γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν αἱ δύο ἀγωγαὶ δύνανται νὰ συμβαδίσωσι καὶ ἂν διὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς μιᾶς ἀποκλείεται ἡ ἑτέρα. Ἀκόμη γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν δὲν δύνανται νὰ συμβαδίσωσιν, ἂν θὰ δύναται νὰ ἐγερθῇ ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ ἐκκρεμοῦς οὔσης τῆς περὶ ἀκυρώσεως, ἂν συμβαίνῃ ν’ ἀπευθύνωνται κατὰ τῶν αὐτῶν προσώπων. Ἀλλ’ ἀκόμη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θίγονται ὄχι μόνον οὐσιαστικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ περὶ ἀγωγῆς κακοδικίου, διότι πρόκειται περὶ ἀγωγῆς κατὰ τῶν ὑπευθύνων, συμβολαιογράφου καὶ κλητῆρος, ἕνεκα ἀμελείας ἢ ῥᾳθυμίας. Καὶ ἀκόμη, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἦτο γνωστὴ ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τῶν ὑπαιτίων συνισταμένη εἰς τὰς ζημίας ἃς ὑπέστη τις ἐκ τῆς ἀταξίας τοῦ πλειστηριασμοῦ, συνισταμένη εἰς τὰς δαπάνας τὰς πλειστηριαστικάς, ἤδη προστίθεται εἰς τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην, ἥτις συνίσταται εἰς τὸ διαφέρον, προστίθεται οὐσιαστικὴ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ ὑπαίτιος τῆς ἀκυρότητος εἶναι ὑπόχρεος νὰ πληρώσῃ τὸ διαφέρον, ἤτοι τὴν διαφορὰν τῆς ἀξίας, περὶ ἧς ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν. Διὰ τῆς διαιρέσεως δὲ τῶν ἀγωγῶν περὶ ἀκυρώσεως καὶ ἀποζημιώσεως σήμερον δημιουργεῖται λαβύρινθος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι εὔκολον νὰ ἐξέλθῃ τις οὔτε ὁ ἱκανώτερος περὶ τὰ διαδικαστικά. Ἐθεώρησα ὅτι ταῦτα καὶ ἐν τῷ τροποποιουμένῳ νόμῳ περὶ ἐκτελέσεως καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ περιττῶς ἀνεγράφησαν, διότι, ἀναγνωρισθείσης τῆς ἀνάγκης νὰ συντομευθῇ ὁ χρόνος τῶν παραγραφῶν τῶν περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ ἀγωγῶν, ὄντος δὲ δεδομένου ὅτι ἡ ἀποζημίωσις λόγῳ ἀκυρότητος εἶναι παρακολούθημα τῆς περὶ ἀκυρώσεως ἀγωγῆς, ἔπρεπε νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ νομοθετημένα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Κατὰ τὸν νόμον τὸν δημοσιευθέντα τῇ 30 Νοεμβρίου 1909 περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν...
§96Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα ἔννοιαν δίδετε εἰς τὴν λέξιν παρακολούθημα;
§97Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅτι ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως εἶναι συνέπεια τῆς περὶ ἀκυρώσεως. Ὁ νόμος περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν εἶναι ἐπεξειργασμένος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀστικοῦ κώδικος καὶ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἡ παρὰ τοῦ ὀφειλέτου ἢ παρ’ οἱουδήποτε δανειστοῦ αὐτοῦ προσβολὴ τοῦ πλειστηριασμοῦ ἀκινήτων ἕνεκεν ἀκυρότητος ἢ ἄλλης ἀταξίας τῆς διαδικασίας δέον νὰ γίνηται δι’ ἀγωγῆς ἐντὸς ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς μεταγραφῆς τῆς περὶ κατακυρώσεως ἐκθέσεως...».
§98Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως.
§99Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περιμείνατε (ἀναγινώσκει)· «νὰ ἐγγράφηται δὲ ἐν τῷ περιθωρίῳ τῆς μεταγραφῆς ταύτης ἡ ἀγωγὴ ἐντὸς τῆς αὐτῆς διὰ τὴν προσβολὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ προθεσμίας, ἄνευ δὲ τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ τῆς ἀγωγῆς συζήτησις». Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 δὲν ὁμιλεῖ περὶ κινητῶν, ἀλλὰ περὶ ἀκινήτων, δὲν κάμνει δὲ τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἀγωγῆς περὶ ἀκυρώσεως καὶ περὶ ἀποζημιώσεως. Δίδει παραγραφὴν εἰς τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀκυρότητος τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ φαίνεται ὡς νὰ δέχηται ὅτι τότε μόνον ἔχεις ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως ὡς συνέπειαν τῆς ἀγωγῆς περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ, ὅταν ἐγείρῃς τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀκυρότητος.
§100Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρελθούσης τῆς πενταετίας δὲν ὑπάρχει ἀγωγή.
§101Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οὐδὲ περὶ ἀποζημιώσεως.
§102Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι δανειστὴς ἐνυπόθηκος.
§103Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, πάντες καὶ οἱ σπουδάσαντες ἢ ἐνασκήσαντες τὴν δικηγορίαν ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς σπουδάς μας, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον.
§104ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος, διότι κινδυνεύομεν ἕνεκα τῆς παραγραφῆς νὰ ἴδωμεν διαρρέοντα τὸν χρόνον τὸν μέχρι τέλους τῆς περιόδου.
§105Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρετήρησα ὅτι μὲ τὸν νέον νόμον περὶ ἐκτελέσεως, ὅστις ἐν τοῖς πλείστοις βελτιοῖ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, πολὺς κόσμος εἶναι ἐνθουσιασμένος καὶ ἐνδιαφέρεται νὰ μὴ θιχθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἀνεστάτωσε τὸν δικηγορικὸν κλητορικὸν κόσμον, εἴτε διότι δὲν ἐμελετήθη προσηκόντως, διότι δὲν ἐδόθη εὐκαιρία, εἴτε διότι δὲν κατενοήθη προσηκόντως, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διὰ τὸ πρῶτον. Ἕνεκα τούτου λαμβάνομεν καθ’ ἑκάστην ὑπομνήματα παρὰ δικηγορικῶν συλλόγων καὶ ἐρωτήσεις παρὰ κλητήρων καὶ συμβολαιογράφων περὶ διορθώσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως, φαίνεται δ’ ὅτι καὶ ἡ κτηματικὴ πίστις ὑπέστη κλονισμόν τινα ὄχι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἑρμηνείας αὐτῶν, καὶ ὁ νομικὸς καὶ ὁ δικαστικὸς κόσμος διατελεῖ εἰς ἀναστάτωσιν.
§106Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ δοθῇ τέλος τι.
§107Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν δίδεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπεβάλετε, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν ἢ μᾶλλον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναστολὴν τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως ἐπὶ 6 μῆνας ἢ 1 ἔτος ἕως ὅτου ἐπέλθωσιν αἱ τροποποιήσεις.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§109Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διότι μὲ τὸ ἐμβάλλωμα τὸ ὁποῖον ἐπιχειροῦμεν δὲν θὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν ἥτις κατήντησεν ἔκρυθμος. Ἡ γνώμη μου εἶναι λοιπὸν ν’ ἀνασταλῇ ὁ νόμος, ἵνα δοθῇ εὐκαιρία νὰ διορθωθῶσιν αἱ τυχὸν ἀτέλειαι, ἀλλὰ καὶ νὰ μελετηθῇ ὁ νόμος καὶ ἵνα καὶ εἰς τὴν νέαν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ πρὸς διόρθωσιν τοῦ νόμου, μὴ ἔχωμεν τὰς διαφωνίας τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ αἱ ὁποῖαι, τὸ διακηρύττω μὲ ὅλον τὸ θάρρος, βάσιν ἔχουσι τὸ ὅτι δὲν ἐμελετήθη ὁ νόμος καὶ ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 910 νὰ διαγραφῶσιν αἱ περὶ παραγραφῆς τρεῖς παράγραφοι, νὰ διαγραφῇ ὅμως καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 3453, οὕτως ὥστε νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ἄρθρον 7 ἐν ἰσχύϊ.
§110Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀφοῦ τροποποιεῖται ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 910 τοῦ ψηφισθέντος νόμου, εἰς τὸ ὁποῖον περιέχεται ἡ διάταξις...
§111Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι κατηργημένος νόμος.
§112Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ πρέπει νὰ τὸν ἐπαναφέρωμεν, ἐπειδὴ δ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 γίνεται λόγος περὶ ἀκινήτων πρέπει νὰ περιληφθῶσι καὶ τὰ κινητά.
§113ΑΡ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ πολλὰ ἐλέχθησαν· ἐγὼ νομίζω ὅτι οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις περὶ ἀποζημιώσεως, ὡς μὴ ἔχουσα νομικόν τι ἀποτέλεσμα. Ἀφοῦ ἐδόθη τὸ ἔνδικον μέσον τῆς προσβολῆς τῆς πράξεως τοῦ πλειστηριασμοῦ κατὰ τοῦ ὑπαιτίου, βεβαίως ὀφείλει νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα ὁ προσβάλλων τὸν πλειστηριασμόν...
§114Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὰ περὶ ἀποζημιώσεως νὰ διαγραφῶσι. Τὸ δέχομαι, ὅπως ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐκτελέσεις αἱ ὁποῖαι ἐσταμάτησαν.
§115Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ παράγραφοι γʹ καὶ δʹ διαγράφονται κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§116Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς ἔτους νὰ γίνῃ τριῶν ἐτῶν.
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πέντε.
§118Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μάλιστα· ν’ αὐξηθῇ εἰς τριετίαν.
§119Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν, διότι αὐτὸ περιλαμβάνει κινητὰ καὶ ἀκίνητα.
§120Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἡ διάταξις τῆς πενταετίας τοῦ προηγουμένου νόμου ἦτο σοφή.
§121Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μόνον δύο λέξεις θὰ παρατηρήσω· δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ διὰ μιᾶς διατάξεως ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν, ἡ ὁποία κατηργήθη, καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις.
§122Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ τρεῖς παράγραφοι νὰ τροποποιηθῶσι συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 7.
§123Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι πληρεστάτη ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, διότι περιλαμβάνει κινητὰ καὶ ἀκίνητα. Δυνάμεθα, εἴτε πενταετίαν δεχθῶμεν εἴτε τριετίαν, νὰ τελειώσωμεν.
§124Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μένει τὸ ζήτημα τῆς διακρίσεως τῆς ἀγωγῆς ἀποζημιώσεως μὲ τὴν ἀγωγὴν περὶ ἀκυρότητος.
§125Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἦσαν ἀναγκαῖαι αἱ διατάξεις αὐταί· ὑμεῖς θέλετε νὰ τὰς ἀπαλείψητε. Ἡ πέντε ἔτη θὰ διαρκῇ ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ ἢ τρία ἔτη· δι’ αὐτὸ θέσατε τριετίαν καὶ ἀρκεῖ.
§126ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· νὰ δώσωμεν προθεσμίαν εἰς τοὺς ἀντιμαχομένους μέχρι τῆς αὔριον, ὅπως κανονίσωσι τὰ τοῦ θέματος.
§127Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι, ὄχι.
§128ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου περὶ τοιούτου νόμου μὴ σπεύδετε· εἶναι ζήτημα μιᾶς ἡμέρας.
§129Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὑπεχώρησα ἐγώ.
§130Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφωνία δὲν ὑπάρχει.
§131Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τροπολογίας ἡ ὁποία ἔχει σπουδαίαν σημασίαν, ἀκριβῶς δὲ παρομοία σπουδὴ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον τροποποιοῦμεν ἤδη ἐπήνεγκε τὴν χασμωδίαν.
§132ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διαφωνία δὲν ὑπάρχει, λέγει, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Σύρου, ἀλλ’ ὑπάρχει τόση ὁμοφωνία, ὥστε δὲν κατορθοῦται ν’ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ὑπάρχει ἡ ὁμοφωνία· λοιπὸν παρακαλῶ διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἀναγνώρισις ν’ ἀναμείνωμεν μέχρι τῆς αὔριον, ὅπως ἰδιαιτέρως κανονίσωμεν τὰ πράγματα.
§133Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ ἓν ἄρθρον ἐψηφίσθη, κύριε Πρόεδρε· αὔριον θὰ εἶναι ἐξακολούθησις.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ἐστάθημεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ (3537) τοῦ 1909 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§135Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ καὶ αὐτό.
§136ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καθυποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, ἅτινα θέλουσι αὔριον διανεμηθῆ καὶ ἐφ’ ὧν προκαλεῖται ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς. Νομοσχέδιον περὶ δανείου δραχμῶν χρυσῶν 240.000.000 κατ’ ἀνώτατον ὅρον περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν ὅρων τοῦ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΦΙΘʹ τῆς 26 Φεβρουαρίου 1898 περὶ Διεθνοῦς Ἐλέγχου κυρωθέντος κανονισμοῦ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων χρεολυτικῶν καὶ παγίων εἰς χρυσὸν δημοσίων δανείων». Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις εἶναι μακρὰ καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου σαφῶς διατετυπωμέναι. Ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον ἄνευ περαιτέρω ἀναπτύξεως δι’ οἰκονομίαν χρόνου κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ, ὅπως διασαφήσω πᾶσαν τυχὸν ὑπάρχουσαν ἀμφιβολίαν. Ὑποβάλλω ὡσαύτως νομοσχέδιον μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἐκτενεστάτης καὶ λίαν διαφωτιστικῶς συντεταγμένης ὑπ’ ἀνδρὸς ὅστις ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐν Ἑλλάδι εἶναι γνώστης ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν κερματικῶν γραμματίων δι’ ἀργυρῶν κερμάτων καὶ περὶ περιορισμοῦ καὶ ἀντικαταττάσεως τῶν χαλκίνων κερμάτων καὶ ἀναχωνεύσεως τῶν ἐκ νικελίου».
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 164–165). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΓΦΜΗʹ νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως ἄρθρων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας».
§138Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ προτεινόμενος νόμος ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος ἐπωνομάσθη «νόμος περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως», ἀφορᾷ δὲ κατ’ ἐμὲ εἰς τὴν σπουδαιοτάτην διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τὴν διάταξιν ἡ ὁποία ἄντικρυς στρέφεται πρὸς τὴν καταπάτησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, καταπάτησιν ἡ ὁποία μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς διατάξεως ταύτης συνέβαινεν, ἡ ὁποία κατηργήθη ἔκτοτε καὶ ἡ ὁποία μετ’ ὀλιγοήμερον κατάργησιν πρόκειται ν’ ἀναβιώσῃ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου ἐκ τῶν Κρατῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν ἀπαίτησιν νὰ συγκαταλέγωνται μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν εἶναι δεκτὴ ἡ ἀρχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀνακριτὴς δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ νὰ ἔχῃ ψῆφον κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς κατηγορίας, διότι ἡ γνώμη τοῦ ἀνακριτοῦ ἐκ τῶν προτέρων εἶναι γνωστή, εἶναι γνώμη ἐξησφαλισμένη ὑπὲρ τῆς κατηγορίας, γνώμη ἐξησφαλισμένη κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Ἐνῷ δὲ ἡ ἀρχὴ τῆς δημοσίας ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸ δικαστήριον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀποφαίνηται οὗτος ἐπὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ μὴ τοῦ κατηγορουμένου, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ δικαστήριον, εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται σήμερον. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ διὰ τοῦτο σχετικῶς προκειμένου περὶ τόσῳ σπουδαίου θέματος ὀλίγα μόνον θὰ εἴπω, ὑπόσχομαι ὅμως πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἰδιαιτέρως ὅτι, ἂν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους τὴν Βουλήν, διότι θεωρῶ ὅτι ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν δὲν δύναται νὰ καταργηθῇ ἄνευ μακρᾶς καὶ διεξοδικῆς συζητήσεως. Θεωρῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ αἰτιολογία ἡ προβαλλομένη ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου τοῦ καταργουμένου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ συνεπείᾳ προτάσεως ἣν ἐγὼ ὑπέβαλον, ἔλεγον τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχομεν καὶ διάταξιν τοῦ νόμου περὶ κακουργιοδικῶν, ἡ ὁποία ὁρμωμένη ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἔχει προκατειλημμένην γνώμην ὑπὲρ τῆς κατηγορίας καὶ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ λαμβάνῃ μέρος ὡς πρόεδρος ἢ σύνεδρος κατὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως. Ἐνῷ δ’ ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τῶν κακουργιοδικῶν ἀπὸ τοῦ τοῦ 1892...
§139Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν ἔχει ἡ δικονομία ἀπὸ τοῦ 1834.
§140Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, εἰδικῶς δὲ τὴν ἔχομεν τακτοποιημένην ἀπὸ τοῦ 1892 διὰ τοῦ νέου νόμου περὶ κακουργιοδικῶν· ἐνῷ ἔχομεν, λέγω, τὴν διάταξιν ταύτην ὁρμωμένην ἐκ τῆς ἀρχῆς ἣν ἀνέφερα, εἴχομεν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ ἤδη καταργουμένου τὴν παράδοξον ἀντίφασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀνακριτὴς δὲν μεροληπτεῖ προκειμένου περὶ πλημμελήματος. Καὶ ὅτε τότε προεβλήθη ἡ ἀντίρρησις κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ὅτι ἐπὶ πλημμελημάτων οἱ κίνδυνοι τοῦ κατηγορουμένου εἶναι ὀλιγώτεροι ἢ προκειμένου περὶ κακουργημάτων ἀπήντων ὅτι προκειμένου περὶ κακουργημάτων ὁ δικαστὴς ὁ σύνεδρος ἔχει περιωρισμένην δικαιοδοσίαν, ὁ σύνεδρος δικαιοῦται μόνον ν’ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἐπιβλητέας ποινῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν προδιαγεγραμμένων ὑπὸ τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων, ὅτι προσέτι πολλάκις ἐπὶ κακουργημάτων εἶναι δυνατὸν νὰ πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ πολὺ ἐλαφροτέρα ἐκείνης ἣν δύναται νὰ ἐπισύρῃ πλημμέλημα, καὶ ὅτι εἰς τὸ πλημμέλημα ἔχει ἀπόλυτον ἐξουσίαν τὸ δικαστήριον ν’ ἀποφαίνηται καὶ ἐπὶ τῆς ἐνοχῆς καὶ ἐπὶ τῆς ποινῆς. Ἤδη τί προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τῶν τοιούτων ἰσχυρισμῶν; Προβάλλει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχος αὐτοῦ προέβαλε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἤδη καταργουμένου ἄρθρου, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ προσωπικὸν ὅπως διάταξις ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἀληθὴς ἐξακολουθήσῃ οὖσα διάταξις τῶν ἡμετέρων νόμων. Καὶ τότε ὁ προκάτοχός σας Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔλεγε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι Πολιτεία ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξασφαλίσῃ προκειμένου περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, προκειμένου περὶ τῆς τιμῆς τοῦ πολίτου, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀμερόληπτον κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, ἡ ὁποία μάλιστα ἔχει διατάξεις τοῦ νόμου αὐτῆς λεγούσας ὅτι ὁ δικαστὴς ὁ ὁποῖος δικάζει δὲν εἶναι δικαστὴς εἰς τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην, εἶναι δικαστὴς τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀναγνωρίζω οὐχὶ ἀμερόληπτον, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένη ἕνεκα τῶν μέσων μου νὰ ἐμπιστευθῶ εἰς χεῖρας ἀνθρώπου τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὡς μὴ δίκαιον, Πολιτεία τοιαύτη, ἔλεγε, δὲν εἶναι Πολιτεία ἡ ὁποία δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς Κράτος πεπολιτισμένον. Προβάλλεται καὶ ὑπὸ τῶν κ. συναδέλφων ἡ ἀντίρρησις ἡ ὁποία προβάλλεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει καὶ παρ’ ὑμῶν· τί νὰ γίνῃ; Εἶναι ἀδύνατος ἡ συγκρότησις τῶν δικαστηρίων. Καὶ μολονότι εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἤμην διατεθειμένος ν’ ἀντιτάξω τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὀφείλετε νὰ εὕρητε δικαστὰς καὶ νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν δικαίαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι Κράτος τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει Δικαιοσύνην δὲν δικαιοῦται νὰ λέγηται Κράτος, μολονότι, λέγω, ἤμην διατεθειμένος, ἐν τούτοις, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶ ὡς μηδόλως θέλων νὰ ὑποχωρήσω, ἔχω νὰ προβάλω τὸ ἑξῆς Ἐψηφίσθη νόμος ἐσχάτως κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ διάταξις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ ἡ διάταξις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ λαμβάνωσι μέρος ὡς δικασταὶ τῶν Πλημμελειοδικείων οἱ δικηγόροι, ἀναπληροῦντες τοὺς τακτικοὺς δικαστάς, κατηργήθη. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὴν αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ ἐγένετο νόμος, διατί οἱ ἄμισθοι πάρεδροι ἀπεκλείσθησαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναπληρώσεως τῶν πλημμελειοδικῶν, διατί οἱ δικηγόροι ἀπεκλείσθησαν τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν πλημμελειοδικῶν. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἀκούω παρὰ συναδέλφων καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ συναδέλφων καὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις ὅτι ἐγένετο χάριν ἐξασφαλίσεως τῶν κατηγορουμένων. Ἐγὼ νομίζω ὅτι οἱ δικηγόροι οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουσιν ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἐξασφαλίζονται διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἀποκλείοντος τοὺς δικηγόρους τῆς ἀναπληρώσεως τῶν πλημμελειοδικῶν ἀποδεικνύουσιν ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀντίληψιν τῆς ὑψηλῆς θέσεώς των.
§141Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λησμονεῖτε ὅτι τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἀπετελεῖτο ἐκ πέντε δικαστῶν; Σᾶς διαφεύγει ὅτι ἤδη συγκροτεῖται ἐκ τριῶν μόνον;
§142Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν μὲ διαφεύγει ποσῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε. Τὸ δικαστήριον τῶν πλημμελειοδικῶν ἀπετελεῖτο ἐκ πέντε δικαστῶν καὶ κατὰ τὸν νόμον ὁ ὁποῖος κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἀνέφερα ἠδύναντο ν’ ἀναπληρῶσι δύο δικαστάς, ἐκ τῶν πέντε, δύο δικηγόροι. Ἤδη, λέγω, τὸν ἕνα δικαστὴν ἐκ τῶν τριῶν τοῦ Πλημμελειοδικείου δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ δικηγόρος καὶ οὕτω τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεώς σας, κύριε Ὑπουργέ, ὑποδεικνύετε, παύει ὑφιστάμενον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ τις ὅτι εἶναι Πολιτεία ἐκείνη ἡ ὁποία λέγει «σὲ καταδικάζω νὰ σὲ δικάζῃ διαρκῶς ἄνθρωπος μεροληπτῶν, ἄνθρωπος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὄχι σύ, ἀλλὰ οὔτε ἐγὼ δέν ἔχω ἐμπιστοσύνην»· διότι ἀναγνωρίζετε ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ὁ ὁποῖος παραπέμπει τινὰ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον βεβαίως πρέπει νὰ εἶναι προκατειλημμένος.
§143Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶσθε βέβαιος ὅτι ὁ ἀνακριτὴς τὸν παρέπεμψε; Πιθανὸν καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸ βούλευμα νὰ τὸν παρέπεμψαν καὶ τότε πρέπει καὶ ἐκεῖνοι ν’ ἀποκλεισθῶσιν.
§144Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι διακεκριμένος δικηγόρος, γνωρίζει δ’ ὅτι ἡ ἱστορία τῶν δικαστηρίων οὐδέποτε, ἢ εἰς σπανιώτατα παραδείγματα τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν ὡς ἐπιχειρήματα, μᾶς παρουσιάζει κατηγορούμενον ὅστις νὰ ἔρχηται εἰς τὸ ἀκροατήριον ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ ἀπεκλείσθη ὁ ἀνακριτὴς καὶ ἀπὸ τοῦ συμβουλίου καὶ θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ πράξωμεν τὸ ἴδιον, ἀλλὰ δυστυχῶς πρὸ τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ προκάτοχος ὑμῶν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι περίπου ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ὑμῶν ἐκθέσει ὑπεχώρησα, ἠναγκάσθην δὲ νὰ προτείνω μόνον τότε τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ ἀνακριτοῦ ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως τοῦ δικαστηρίου. Ἤδη καὶ αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν θέλετε νὰ καταργήσητε ἐν στιγμῇ κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς ἀνόρθωσιν. Τίνος εἴδους ἀνόρθωσις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θεωρεῖ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ὡς παρωνυχίδα, ἀναξίαν προσοχῆς;
§145Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὄντως ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου εἶναι τὸ πολυτιμότερον ἀγαθὸν καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὁ ἀξιότιμος καὶ πολύτιμος φίλος κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἄγεται ἐξ εὐγενῶν αἰσθημάτων καὶ φιλελευθέρων ἰδεῶν καὶ ὀφείλω νὰ τὸν συγχαρῶ διὰ τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἔπεισαν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχει δίκαιον· διότι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔθηκεν, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰ δικαστήρια, καθόσον εἶχε προηγουμένως ἐκφέρει τὴν γνώμην του, τότε διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ ἀπαγορεύσωμεν νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὸ δικαστήριον τῶν πλημμελειοδικῶν καὶ οἱ ἄλλοι δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος ἐν τῷ συμβουλίῳ; Καὶ ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀληθῶς εὑρισκόμεθα πρὸ δικαιοστασίου καὶ πρέπει νὰ διπλασιάσωμεν ἢ μᾶλλον νὰ διπλασιάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ διαφύγωμεν τὸν κίνδυνον. Ἐκτὸς τούτου, ἂν θελήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτήν, τότε θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἄλλο ἄτοπον, νὰ μὴ δύνανται οἱ ἔνοχοι νὰ δίδωσι λόγον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ Πολιτεία θὰ εὑρίσκηται πρὸ τοῦ διλήμματος ἢ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ μετέχῃ τοῦ δικαστηρίου ἢ νὰ μεταθέτῃ δικαστάς, ἵνα εἶναι εἰς θέσιν οἱ μετατιθέμενοι νὰ μετέχωσιν εἰς τὰς δίκας εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἀνακριταὶ ἤθελον κωλύεσθαι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι μὲ τὸ νὰ θέλωμεν νὰ φροντίζωμεν ὑπὲρ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου δὲν πρέπει νὰ συντελῶμεν νὰ μένωσιν ἄνευ τιμωρίας οἱ πραγματικοὶ ἔνοχοι καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, πρέπει ν’ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν πλημμελειοδικῶν καὶ πάντας ἐκείνους τοὺς ἄλλους δικαστὰς οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος ἐν τῷ συμβουλίῳ, τὸ ὁποῖον παρέπεμψε τὸν κατηγορούμενον.
§146Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοσοῦτον ἐδικηγόρησε, δὲν κατώρθωσε νὰ πεισθῇ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος κ. συναδέλφου. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἢ θ’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἢ θὰ τὸ τροποποιήσῃ. Ὅτε ἐψηφίζομεν τὸν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου κατηργοῦντο οἱ πέντε δικασταὶ καὶ ἐθέτομεν τοὺς τρεῖς, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ τρεῖς δικασταὶ ἀνερχόμενοι τὴν ἕδραν τὴν δικαστικὴν ἤθελον εἶναι ἀνεπηρέαστοι πάσης προκαταλήψεως, ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστοι, ὅτε ὁ εἰσαγγελεὺς εἶχε πεισθῆ ὅτι εἶναι ἔνοχος, ὁ ἀνακριτὴς εἶχε πεισθῆ ὅτι εἶναι ἔνοχος καὶ δὲν μένει ἢ ὁ τρίτος δικαστής, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξέφερε γνώμην; Τίνα ἀπόφασιν δύνασθε ν’ ἀναμένητε παρὰ τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ; Δὲν εἶναι ὀρθόν, ἐὰν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκλείσωμεν πάντας τοὺς λαβόντας μέρος ἐν τῷ συμβουλίῳ, νὰ μὴ ἀποκλείσωμεν τὸν ἀνακριτήν. Εἶναι ἀνάγκη οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι μέρος ἐν τῇ ὑποθέσει μηδεμίαν προκατάληψιν νὰ ἔχωσι περὶ αὐτῆς. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἄτοπον· ἀπεκλείσθησαν οἱ δικηγόροι ἐκ προκαταλήψεως, διότι ὡς ἀναμιγνυόμενοι μετὰ πολλῶν προσώπων ἐκρίθη ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶσι γνώμην εἰς ὑποθέσεις ποινικάς, καὶ ἐνῷ ἀπεκλείσαμεν τοὺς δικηγόρους ἐθέσαμεν τὸν εἰρηνοδίκην ἐπὶ τῆς ἕδρας, καὶ τοῦτο εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰρηνοδίκης ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τοῦ προέδρου, διότι ἐκαλεῖτο ὁ πρόεδρος νὰ γνωμοδοτήσῃ ἂν εἶναι καλὸς ἢ ὄχι. Καὶ παρέστην εἰς δίκην κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰρηνοδίκης παρεδρεύων ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ ἐκύτταζεν εἰς τὰ μάτια τὸν πρόεδρον, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τίνα γνώμην ἔχει, ὅπως συμφωνήσῃ μετ’ αὐτοῦ. Δὲν χρειάζεται, κ. Ὑπουργέ, παρὰ εἷς δικαστὴς νὰ προστεθῇ καὶ αὐτὸς ὄχι εἰς πολλὰ δικαστήρια, διότι ὀλίγα ἔχουσι μόνον τρεῖς δικαστάς, καὶ τότε δύναται ὁ ἀνακριτὴς ν’ ἀφαιρεθῇ.
§147Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι ὀρθόταται, Κύριοι, αἱ παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος κ. Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Δωρίδος καὶ ὤφειλε πρὸ πολλοῦ ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ λάβει πρόνοιαν περὶ τῶν δικαστηρίων ἐκείνων ὅσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν ὑφισταμένης τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, εἶναι ὀρθοτάτη καὶ λογικωτάτη καὶ ἐπιβαλλομένη ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἀπεδείχθη πρὸ πολλοῦ ὅτι ἐν Ἀμφίσσῃ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ Πλημμελειοδικεῖον, διότι ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη κατὰ σειρὰν ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐτῷ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι μὴ ὑπάρχοντος εἰσαγγελέως ἄλλοτε ἦσαν εἰσαγγελεύοντες καὶ ἄλλοτε δικασταί. Ἐπιβάλλεται, φρονῶ, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν θέσωμεν ὡς βάσιν τὰς ἀρχὰς τὰς ὀρθάς, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐπιβάλλεται, λέγω, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ σπεύσῃ νὰ μεταθέσῃ ἐκεῖθεν τοὺς δικαστάς, ἵνα μὴ παρουσιάζηται τὸ ἄτοπον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὸν Ὑπουργὸν — διότι πιθανὸν νὰ συμβαίνῃ καὶ εἰς ἄλλα μικρὰ Πρωτοδικεῖα — νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι ἐξακολουθοῦσι νὰ παραμένωσι. Δὲν δύνανται νὰ λαμβάνωσι μέρος οἱ δικηγόροι, διότι ἐθεωρήθη ὅτι ὁ δικηγόρος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ὀρθήν· θὰ ἐπηρεασθῇ, ἐὰν δώσῃ ψῆφον προκειμένου περὶ φυλακίσεως 5–10–20 ἡμερῶν, δὲν θὰ ἐπηρεασθῇ ὅμως, ἂν δώσῃ ψῆφον προκειμένου περὶ ποινῆς 5–10–15 ἐτῶν ἢ καὶ περὶ δεσμῶν, προσκαίρων ἢ ἰσοβίων ἢ θανάτου, διότι δύναται νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον, ὡς πάρεδρος δικαστής, δὲν δύναται δὲ νὰ λαμβάνῃ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Τοῦτο εἶναι καὶ ἀνακόλουθον καὶ παράλογον. Δύναται ὁ δικηγόρος ν’ ἀναπληροῖ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων τὸν εἰσαγγελέα καὶ νὰ κατηγορῇ τὰς ὑποθέσεις εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, δὲν δύναται ὅμως ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ν’ ἀναπληρώσῃ τὸν εἰσαγγελέα. Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον· ἐκεῖ ὅπου δηλαδὴ εἶναι ἀνάγκη ὁ δικηγόρος νὰ κατηγορήσῃ ὑπόθεσίν τινα ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, καὶ ὅπου.....
§148ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Παρατηρῶ, πρὸ ὀλίγου ἰδὼν τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἔχει καίριον ἁμάρτημα, ὅτι καταργεῖ τὴν διάταξιν τὴν καταργήσασαν τὰς διατάξεις ἐκείνας τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀλλὰ δὲν ἐπαναφέρει ἐν ἰσχύϊ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα.
§149Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καταργεῖ τὴν προσθήκην μόνον.
§150ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Ὥστε πρέπει νὰ συνταχθῇ ἄλλως τὸ νομοσχέδιον.
§151Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Παρακαλῶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μεταθέσητε τοὺς δικαστὰς ἐκεῖθεν, κύριε Ὑπουργέ, διὰ ν’ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τοῦ Πλημμελειοδικείου.
§152Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀποσύρεται τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀπεσύρθη.
§154Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα νομοσχέδια· 1) «περὶ παιδαγωγικῆς μορφώσεως καὶ δοκιμασίας τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως»· 2) «περὶ ἱδρύσεως κεντρικοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου»· 3) «περὶ ἐκτελέσεως σκοπευτικῶν ἀγώνων ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «τὰ Ἐλευθέρια»»· 4) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΓϞΑʹ νόμου τῆς 17 Ἰουλίου 1905 «περὶ συστάσεως ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ διορισμοῦ ἐπιθεωρητῶν» καὶ 5) «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ΣΙΒʹ νόμου τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1852 περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων κ.λ.π.». Ἐστάλησαν πρὸς τύπωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 165–170) Συμβαίνει, Κύριοι, τὸ παράδοξον νὰ ὑπάρχωσι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν λειτουργοὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως λαμβάνοντες μισθὸν καὶ σύνταξιν, καί, ἐνῷ λαμβάνουσι σύνταξιν, θὰ ὑπολογισθῇ καὶ σύνταξις εἰς τὸ μέλλον τοῦ λαμβανομένου μισθοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω μόλις τυπωθῶσι καὶ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τὰ νομοσχέδια ταῦτα μετ’ ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω νὰ ὑποβάλω αὔριον περὶ ὀργανώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐλπίζω ἀκόμη καὶ περὶ τακτοποιήσεως τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς ὁριστικόν τι περὶ αὐτῶν ἀποτέλεσμα.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. Φ. Μοσχούλας καὶ Γ. Καρπετόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ͵ΓΦΜΒʹ νόμου τῆς 20 Ἰανουαρίου 1910». Ὁ κ. Μ. Καβαλιερᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 162–163) Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 189 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου».
§156Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ. Θέλω νὰ ὑπενθυμίσω τι τὸ ὁποῖον παρελείφθη ἐκ τοῦ νόμου περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ. Ὁ νόμος περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν, ὅπως ἀναφέρει ἄλλως τε ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, ἐλήφθη ἐκ τοῦ γερμανικοῦ κώδικος ἀναλλοιώτως, ἀκριβῶς ὡς ἐν τῷ γερμανικῷ κώδικι ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἐν τῷ γερμανικῷ κώδικι ὑπάρχει πρόσθετός τις διάταξις, ἥτις, ὑποθέτω, ἐκ παραδρομῆς θὰ παρελείφθη ἐκ τοῦ σχεδίου τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, οὕτω δ’ ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ προσθήκη ἐκείνη τοῦ ἀστικοῦ γερμανικοῦ κώδικος, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος. Ὁσάκις ἀπαίτησίς τις ἐκ τῶν εἰς βραχυπρόθεσμον παραγραφὴν κατὰ τὸν νόμον ὑπαγομένων ἀνεγνωρίσθη διὰ συμβολαίου ἡ παραγραφὴ δὲν εἶναι πλέον βραχυπρόθεσμος, ἀλλ’ εἶναι τριακονταετής, καὶ τοῦτο εἶναι λογικόν, διότι εἶναι παράλογον ν’ ἀναγκάζῃ τις τὸν δανειστὴν ποσοῦ εὐτελοῦς—ὡς εἶναι τὰ ποσὰ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν νόμον περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν—νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δίκης, νὰ ἐγγράφῃ ἀγωγήν, νὰ δικάζῃ τὴν ἀγωγὴν κ.τ.λ., ἐνῷ διὰ τῆς ἁπλουστάτης διατάξεως τοῦ γερμανικοῦ κώδικος, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, παρελείφθη, δὲν θὰ εἶναι ὑπόχρεος ὁ δανειστὴς νὰ προσφεύγῃ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς δαπάνας, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ διὰ τῆς διὰ συμβολαίου ἀναγνωρίσεως τῆς ὀφειλῆς τὴν τριακονταετῆ παραγραφήν. Νομίζω ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα τοῦτο καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν σύμφωνον πρὸς τοῦτο.
§157Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐπ’ ἀφορμῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Εἶναι γνωστὸν ὅτι γεννᾶται ζήτημα ἁρμοδιότητος καὶ κακῆς εἰσαγωγῆς ἀγωγῆς τινος στηριζομένης ἐπὶ ἐγγράφου ἐκδεδομένου εἰς διαταγὴν καὶ μὴ ὑπογεγραμμένου παρ’ ἐμπόρου. Τοῦτο δίδει ἀφορμὴν εἰς στρεψοδίκους ἐνστάσεις καὶ παρελκύσεις τῶν δικῶν. Θὰ ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἐὰν ὑπεβάλλετο νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου αἱ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις, αἱ στηριζόμεναι εἰς ἔγγραφα εἰς διαταγὴν ἐκδεδομένα, ἀδιακρίτως νὰ εἰσάγωνται καὶ νὰ δικάζωνται διὰ τοῦ πινακίου τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων, ἢ ἐὰν ὑπεβάλλετο νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργηθῇ τὸ πινάκιον τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων καὶ νὰ μείνῃ ἓν γενικόν.
§158Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω καλῶς τὴν βʹ παράγραφον, καὶ παρακαλῶ αὔριον νὰ μοὶ δώσητε ἐξήγησίν τινα, διότι λάθος τι ὑπάρχει. Δὲν ὁρίζει ἀκριβῶς πότε ἀρχίζει ἡ παραγραφὴ τῶν συναλλαγματικῶν.
§159Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας.
§160Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ λῆξις τῆς προθεσμίας ὅμως εἶναι ὑπὸ ὅρον. Καλὸν εἶναι νὰ θέσωμεν καὶ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως.
§161Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐὰν ὁ χρόνος εἶναι μακρός...
§162Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς συναλλαγματικῆς ἀρχίζει ἡ παραγραφή. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τί θέλετε νὰ εἴπητε.
§163Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπὸ τῆς λήξεως.
§164Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καλὸν εἶναι νὰ τὸ ἁπλοποιήσωμεν.
§165Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ διορθώνομεν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων τῆς ἐφέσεως καὶ ἀναιρέσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας» (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§167Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ ἑτέρου ζητήματος, τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐν τῇ πρακτικῇ, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ἀναιρετηρίου, ὅπως δύναται νὰ ὑπογράφῃ τὸ ἀναιρετήριον καὶ δικηγόρος μὴ διωρισμένος παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, διότι, ὡς γνωρίζετε, γεννᾶται μεγάλη δυσχέρεια πρὸ πάντων εἰς τοὺς δικηγόρους τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ παραπέμπωσι τὸ ἀναιρετήριον ἐνταῦθα νὰ ὑπογράφηται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου δικηγόρου καὶ ν’ ἀποστέλληται ὀπίσω, καὶ οὕτω νὰ ὑποβάλληται εἰς μυρίας διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι περιτταί. Δέον νομοθετικῶς νὰ ὁρισθῇ τοῦτο, νομίζω δ’ ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ διὰ προσθήκης ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅτι καὶ τὸ ἀναιρετήριον ὑπογράφεται καὶ ὑπὸ δικηγόρου μὴ διωρισμένου παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ.
§168Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ τὸ ἐφετήριον.
§169Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§170Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον;
§171ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατυπώσατε τὴν τροπολογίαν σας ἀπόψε, ἵνα τυπωθῇ.
§172Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἂς γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰδικῶν τινων διατάξεων ἀναγομένων εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων καὶ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν».
§174Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ· «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ὡς ἐτροποποιήθη).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως ἰατροδικαστικῆς ὑπηρεσίας».
§176Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τῆς ἀνορθώσεως τῶν πάντων ὑπεβλήθη πληθὺς νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄλλο περιέχουσιν εἰμὴ συστάσεις νέων θέσεων καὶ δημιουργίαν συντάξεων. Τοιαύτην θεωρῶ καὶ τὴν προκειμένην πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία ζητεῖ μὲν νὰ διορθώσῃ ὑπηρεσίαν τινὰ πράγματι οὐχὶ εὐχάριστον, ἀλλὰ δὲν ἐπιτυγχάνει τοῦτο διὰ τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας περιέχει. Ἡ ἰατροδικαστικὴ ὑπηρεσία, ἰδίως εἰς τὸ εἰσαγγελικὸν γραφεῖον καὶ τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα Ἀθηνῶν, βεβαίως εἶναι τοιαύτη οἵαν τὴν παριστᾷ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἀλλ’ ἀντὶ τῶν ἰατρῶν οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς διημερεύουσιν ἐν τοῖς διαδρόμοις τῶν ἀνακριτικῶν γραφείων καὶ τῆς Εἰσαγγελίας, ἐπιζητοῦντες νὰ λάβωσι παραγγελίαν πρὸς πραγματογνωμοσύνην, δὲν γίνεται τίποτε ἢ ἀντικατάστασις αὐτῶν διὰ πέντε ἰατρῶν, τοὺς ὁποίους θέλει διορίζει τῇ προτάσει τοῦ εἰσαγγελέως ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡ ἐκτέλεσις πραγματογνωμοσύνης, οἵαν πρέπει νὰ ζητῇ ἡ Πολιτεία, ἀπαιτεῖ καὶ μόρφωσιν μεγάλην τοῦ ἰατροῦ καὶ πεῖραν αὐτοῦ καὶ χρηστότητα ἐπὶ πᾶσιν. Ἀλλὰ διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Πολιτεία τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν, διότι μὲ τὴν ἀμοιβὴν τὴν ὁποίαν τάσσει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἰατροὺς ἔχοντας καὶ γνώσεις βαθείας καὶ πεῖραν ἐπαρκῆ διὰ ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἐκτέλεσιν ἰατροδικαστικῶν πράξεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀφίεται ἡ ἐκτίμησις τῶν ἰατρῶν αὐτῶν εἰς ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἴσως εἶναι ὁ ἀδαέστερος πάντων διὰ νὰ κρίνῃ τίς εἶναι ὁ καλύτερος τῶν ἰατρῶν ἵν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην ἐργασίαν· ἀφίεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα παρὰ πρωτοδίκαις, ὁ ὁποῖος οὔτε ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του οὔτε ἐκ τῆς κοινωνικῆς του θέσεως ἦλθεν εἰς συνάφειαν νὰ κρίνῃ περὶ τούτου. Νομίζω ὅτι διὰ τὰς Ἀθήνας, περὶ ὧν μεριμνᾷ ἡ προκειμένη πρότασις νόμου, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐπιζητηθῇ ν’ ἀνετίθεντο πᾶσαι αἱ ἰατροδικαστικαὶ πράξεις εἰς τὸν καθηγητὴν τῆς Ἰατροδικαστικῆς, ὁ ὁποῖος συντηρεῖ καὶ φροντιστήριον πρὸς διδασκαλίαν τῶν φοιτητῶν, ἵνα δίδηται καὶ ὑλικὸν πρὸς διδασκαλίαν καὶ πρὸς ἐξάσκησιν τῶν διδακτόρων. Ὅπως οἱ διδάκτορες τῆς Ἰατρικῆς φοιτῶσιν εἰς τὰς ἀστυκλινικὰς διὰ ν’ ἀποκτήσωσι πεῖράν τινα, οὕτως ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ ὅπως οἱ διδάκτορες τῆς Ἰατρικῆς οἱ προσερχόμενοι εἰς τὸ φροντιστήριον τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἰατροδικαστικῆς ὑποχρεῶνται νὰ ἐκτελῶσι τὰς ἰατροδικαστικὰς παραγγελίας τῶν ἐν Ἀθήναις ἀνακριτικῶν καὶ εἰσαγγελικῶν γραφείων. Θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν ἐγγύησιν ὅτι θὰ ἐργάζωνται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ καθοδήγησιν τοῦ καθηγητοῦ.
§177ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἰδέα εἶναι ἀληθῶς λίαν εὐφυὴς καὶ ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ πῶς θέλουσιν ἐκτελεσθῆ αἱ ἰατροδικαστικαὶ πράξεις αἱ ἔξω τῶν Ἀθηνῶν; Διότι ὁ καθηγητὴς τῆς Ἰατροδικαστικῆς δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείπῃ τὰ ἔργα του ἑκάστοτε καὶ νὰ τρέχῃ καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν. Οἱ δὲ διδάκτορες δὲν παρέχουσι τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας ἃς παρέχει ἰατρὸς ἤδη ἀποκτήσας τὴν πεῖραν.
§178Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως φαίνεται ὀρθή, ἀλλ’ ἂν ἐξετασθῇ βαθύτερον νομίζω ὅτι δύναται ν’ ἀνασκευασθῇ, διότι οἱ διδάκτορες τῆς Ἰατρικῆς βεβαίως δὲν ἔχουσι τὴν πεῖραν, ἀλλ’ ἐργαζόμενοι ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἰατροδικαστικῆς παρέχουσιν ἀναμφισβητήτως περισσοτέραν ἐγγύησιν ἀπὸ τοὺς ἰατρούς, τοὺς ὁποίους θὰ στρατολογήσῃ ῥουσφετολογικῷ τῷ τρόπῳ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ἰατροὺς διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀμοιβὴ θὰ εἶναι 200 δρχ. κατὰ μῆνα. Οὐδεὶς τῶν ἰατρῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ μάθησιν καὶ πεῖραν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ὑπηρεσίαν ἡ ὁποία θὰ τοῦ ἀπορροφᾷ ὅλον τὸν χρόνον τῆς ἡμερησίας ἐργασίας του ἐπ’ ἀμοιβῇ 200 δρχ. κατὰ μῆνα. Θὰ δεχθῶσι τὴν θέσιν ταύτην ἐκεῖνοι οἱ ἰατροὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι καμμίαν πελατείαν, μὴ παρέχοντες εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐπιστημονικῆς των μορφώσεως, αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον διημερεύουσιν ἐν τοῖς διαδρόμοις τοῖς ἀνακριτικοῖς. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι δύναται καὶ ἄνευ νομοθετικῆς πράξεως, ἢ καὶ διὰ νομοθετικῆς καθιερώσεως, νὰ καθιερωθῇ ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα προηγουμένως.
§179Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἀντιλέγων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν εἶναι σύμφωνος. Ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ πατάξω εἶναι ἡ κατάστασις αὐτὴ τῶν ἰατρῶν οἵτινες διημερεύουσιν ἐν τοῖς διαδρόμοις τῶν δικαστηρίων, παρακαλοῦντες ἄλλοτε μὲν τὸν ἀνακριτήν, ἄλλοτε δὲ τὸν εἰσαγγελέα νὰ τοῖς ἀναθέσῃ ἐργασίαν, εἶμαι δὲ πρόθυμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν ἡ ὁποία ἤθελε συντείνει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§180Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν εἶσθε ὑμεῖς ὁ ὁποῖος θὰ δεχθῆτε τροπολογίας.
§181ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ υἱοθετήσωμεν κατὰ βάσιν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ναυπλίας, δεχόμενοι ὡς κορυφὴν ἐν τῷ ἔργῳ τὸν καθηγητὴν τῆς Ἰατροδικαστικῆς. Ἴσως θὰ εἶναι ἐπαρκὲς ἀντὶ πέντε νὰ ἔχωμεν τρεῖς ἐν συνόλῳ ἰατρούς, ὧν εἷς θὰ εἶναι ὁ καθηγητὴς τῆς Ἰατροδικαστικῆς. Μένει τὸ ζήτημα νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου αὔριον θέλει εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρῃ ἀπάντησιν ἂν πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν διδάκτορας ἢ πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὸν δύο ἄλλους, οὓς αὐτὸς νὰ δύναται νὰ ὑποδεικνύῃ.
§182Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καὶ ἐπιμελητάς.
§183ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχουσιν ἀρκετὴν πεῖραν, πιστεύετε; Ἀλλ’ ἴσως δυνάμεθα ν’ ἀναμείνωμεν τὴν γνώμην του αὕτη δὲ νὰ μᾶς καθοδηγήσῃ περὶ τοῦ πρακτέου. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι πραγματικῶς ὑπέδειξε τροποποίησιν λίαν χρήσιμον, διότι τὰ τῆς Ἰατροδικαστικῆς εἶναι δυσχερέστατα καὶ καλοὶ ἰατροὶ πολλάκις εἶναι ἀκατάλληλοι πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν, θέλω δὲ φροντίσει νὰ τροποποιήσω τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὰς ὑποδείξεις του.
§184Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Ναυπλίας εἶναι πολὺ ὀρθαὶ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσεχώρησεν ἤδη, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα τροποποιηθῇ.
§185Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ πᾶσα τροποποίησις βελτιοῦσα τὸ νομοσχέδιον θὰ γίνῃ δεκτή, ἀρκεῖ μόνον ν’ ἀποσοβήσωμεν τὸν ὁμηρικὸν ἀγῶνα τὸν συναπτόμενον πρὸ τῆς θύρας τῆς Εἰσαγγελίας καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον δαπανῶμεν πλέον τῶν 20.000 δρχ. διὰ τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἀθηνῶν. Ὄχι μόνον δὲ διὰ τὴν δαπάνην ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις μέτρου τινός, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν αὐτῶν τῶν ἰατρῶν.
§186Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐξ ὅσων ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης φαίνεται ὅτι υἱοθέτησε τὴν πρότασιν νόμου τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πάλης, διότι ὁ ἰσχυρότερος τῶν λόγων ὁ ὁποῖος ὑπαγορεύει τὴν κατάλυσιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου εἶναι ὅτι οἱ ἰατροὶ ἐν τῷ εἰσαγγελικῷ γραφείῳ δὲν ἐξευτελίζουσι μόνον τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἐπιστήμονος, ἀλλὰ καὶ τὸν ἄνθρωπον, διότι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ προστρέχωσιν εἰς τὴν εὔνοιαν τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων τῆς Εἰσαγγελίας, ἵνα ἐκ τῆς εὐνοίας ταύτης λάβωσι παραγγελίαν τινὰ καὶ ἐκ ταύτης λάβωσι μίαν ἢ δύο δραχμάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Ναυπλίας εἶπεν ὅτι πρόκειται περὶ δημιουργίας θέσεων ἢ περὶ αὐξήσεως δαπάνης.
§187Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον περὶ αὐξήσεως δαπάνης, διότι ἐγὼ ἔχω ἄλλην γνώμην.
§188Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὅταν ἀναγνώσῃ τις τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄλλα αὐτοῦ ἄρθρα, θὰ πεισθῇ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης νέας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ οἰκονομίας. Ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως βλέπει τις ὅτι ἐτησίως ἀναγράφεται πίστωσις 85.000 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἰατροδικαστῶν, ἐνῷ, ἂν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη νόμου, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι πραγματικὴ οἰκονομία θὰ προκύψῃ, διότι δὲν φρονῶ ὅτι μόνον ἡ δαπάνη ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει εἶναι ἡ πραγματική· ὑποθέτω ὅτι καὶ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἑκάστοτε θὰ ζητῇ καὶ θὰ ἐζήτουν ἐν τῷ παρελθόντι οἱ προκάτοχοί του ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις πρὸς ἀντίκρυσιν τῶν πραγματικῶν ἐτησίων δαπανῶν. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἀνέφερεν ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀνατεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐν Ἀθήναις εἰς τὸν καθηγητὴν τῆς Ἰατροδικαστικῆς. Τοῦτο βεβαίως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἀποδεκτὸν καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσεχώρησεν ἐν μέρει εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἀπησχολημένος ἀκριβῶς εἰς τὰ καθήκοντα αὑτοῦ· εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διδάσκῃ τοὺς φοιτητὰς ἀπασχολούμενος κατὰ τὸ πλεῖστον τῆς ἡμέρας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ τῷ τοξικολογικῷ φροντιστηρίῳ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀξιώσητε παρ’ αὐτοῦ νὰ μεταβαίνῃ εἰς Μενίδιον ἢ εἰς Χαλάνδριον ἢ εἰς Πειραιᾶ, διὰ νὰ ἐνεργῇ ἰατροδικαστικὰς αὐτοψίας ἢ νεκροψίας καὶ τοιουτοτρόπως νὰ παραμελῇ τὸ καθῆκον αὑτοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ; Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον ἀνθρωπίνως νὰ γίνηται, διότι, ὡς παρατηρεῖ ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, αἱ παραγγελίαι αὗται εἶναι πλεῖσται ὅσαι καὶ ἀδιάλειπτοι, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν νεκροψιῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν αὐτοψιῶν, καθόσον ὑπάρχουσιν ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτοῦσι πάντοτε τὴν αὐτοψίαν, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσι καὶ τὴν νεκροψίαν. Ἀφοῦ δὲ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦνται προσόντα παρὰ τῶν ἰατρῶν, τοὐλάχιστον δεκαετὴς ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος, πρέπει μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ ὄχι τοῦ εἰσαγγελέως, ὡς ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, νὰ εἰσαχθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ τοὐλάχιστον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῶν νομῶν οἱ ἰατροδικασταί. Δὲν φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ γνώμη ὅτι εἰς τοὺς διδάκτορας τῆς Ἰατρικῆς δέον ν’ ἀναθέσωμεν τὴν νεκροψίαν, διότι οἱ διδάκτορες δὲν εἶναι ἰατροί, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς Πολιτείας νὰ ἐξασκήσωσι τὴν Ἰατρικήν, πολλῷ μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῶσιν ἰατροδικαστικὴν πρᾶξιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἰδικήν μου πρότασιν.
§189Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι σφαλερὰ ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Ναυπλίας ὅπως ἡ ἐργασία ἡ εἰδικὴ καὶ πρακτικὴ ἀνατεθῇ εἰς τὸν καθηγητὴν τῆς Ἰατροδικαστικῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καθὼς καὶ εἰς τοὺς διδάκτορας τῆς Ἰατρικῆς. Εἶναι γνωστὸν πόσαι εἶναι αἱ ἀσχολίαι εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐκτεθειμένος ὁ καθηγητὴς τῆς Ἰατροδικαστικῆς, εἰς τὸ νὰ προπαρασκευάζῃ τὰ μαθήματά του, εἰς τὸ νὰ ἐπιβλέπῃ τὸ Μουσεῖον καὶ τὴν ἐργασίαν τῶν μαθητῶν καὶ τῶν σπουδαστῶν. Οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ, εἰμὴ μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, ὁ καθηγητὴς τῆς Ἰατροδικαστικῆς ν’ ἀποφαίνηται γνώμην ἐπὶ σπουδαίων τινῶν ἰατροδικαστικῶν ὑποθέσεων, ἐξ ἄλλου δὲ οἱ διδάκτορες τῆς Ἰατρικῆς εἶναι ἄπειροι, κατέχοντες θεωρίαν τινὰ ἁπλῶς περὶ ἰατροδικαστικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι πεῖραν μακράν, ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ ἰατρικοῦ ἐπὶ πολύ, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἀναλύσεως εἴδους τινὸς τὸ ὁποῖον θὰ σταλῇ ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας οὔτε περὶ μικροβιολογικῆς τινος παρατηρήσεως, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη αὐτοψίας τοῦ σώματος τοῦ ἐγκλήματος. Πῶς εἶναι δυνατὸν διδάκτωρ τῆς Ἰατρικῆς ἐντελῶς ἄπειρος νὰ μεταβῇ εἰς ἐξέτασιν βιασμοῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πεῖραν ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται πρὸς ἐξακρίβωσιν τοιούτων ζητημάτων; Θεωρῶ ἐντελῶς ἄσκοπον καὶ ἐντελῶς ἀποτυχὸν τὸ μέτρον, ἂν τυχὸν ληφθῇ, ὅπως οἱ διδάκτορες τῆς Ἰατρικῆς οἱ ἄπειροι ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός των ἐνεργήσωσιν ἐξέτασιν ἰατροδικαστικήν, νὰ διακρίνωσι τὰς διαφόρους περιπλόκους περιπτώσεις καὶ νὰ ἐκφέρωσιν ὀρθὴν γνώμην ἐπὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀγνοοῦσι καὶ ἐξ ὧν θὰ προκύψωσι καὶ αἱ γνῶμαι τοῦ δικαστηρίου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει μέ τινας τροπολογίας.
§190ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ συμβουλευθῶμεν καὶ τὸ Ἰατροσυνέδριον, ὥστε νὰ τροποποιήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἔχωμεν πάσας τὰς ἐγγυήσεις.
§191Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιτείνω εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τινας παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ὀλυμπίας καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἠρνήθην τὴν ἀσχημίαν ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ τὴν σήμερον ὡς πρὸς τὰς ἰατροδικαστικὰς παραγγελίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι οἱ ἰατροδικασταὶ οἱ ἔχοντες δεκαετῆ πρᾶξιν, οἱ ὁποῖοι σήμερον λαμβάνουσι τὰς ἰατρικὰς παραγγελίας, εἶναι καλύτεροι τῶν διδακτόρων τῆς Ἰατρικῆς οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ καθηγητοῦ θὰ ἐκτελῶσι κατὰ τὴν γνώμην μου τὴν ἰατροδικαστικὴν ἐργασίαν. Εἶδον πολλὰς ἐκθέσεις ἰατρῶν αἱ ὁποῖαι πᾶν ἄλλο διηυκόλυναν παρὰ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐγκλήματος, διότι ἦσαν μετὰ τοσαύτης ἀμαθείας συντεταγμέναι, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐκλήθην ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου μετ’ ἄλλων διακεκριμένων συναδέλφων νὰ ἐξετάσωμεν ζήτημα σπουδαιότατον, ἀπαγχονισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθημεν ἐντελῶς εἰς ἀνικανότητα ν’ ἀποφανθῶμεν γνώμην, διότι οἱ ἰατροὶ οἱ λαβόντες παραγγελίαν παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπερδεκαετῆ πεῖραν, εἶχον παραλείψει νὰ ἐξετάσωσι τὰ στοιχειωδέστατα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωσιν εἰς περίπτωσιν ἀπαγχονισμοῦ, καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν ἐξ ἰδίων, διὰ νὰ μελετήσωμεν τὰ τοῦ ζητήματος καὶ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν, νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα ἀπὸ ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ τότε μᾶς ἔδωκεν εἰς ἀμοιβὴν τῆς ἰατροδικαστικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι ὑπογράφει καθ’ ἑκάστην σωρείαν ἐνταλμάτων ἰατροδικαστικῶν παραγγελιῶν, καὶ τὸ Δημόσιον δαπανᾷ σπουδαῖα ποσὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Κατὰ τῆς γνώμης ταύτης εἶμαι ἐντελῶς ἐναντίος· ὄχι μόνον δὲν δαπανᾷ ὅσα ἔπρεπεν, ἀλλὰ τὰ δαπανᾷ ἀσκόπως καὶ ματαίως, διότι δίδον τὸ Δημόσιον εὐτελῆ ἀμοιβὴν εἰς τοὺς ἰατρούς, τῶν ὁποίων τὴν συνδρομὴν ἐπικαλεῖται εἰς τὸ ἔργον τῆς Πολιτείας, δὲν ἐπιτυγχάνει τι, ἂν προσλαμβάνῃ συνεργάτας ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ ἰατροὺς μὴ χρησιμεύοντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου, διότι οἱ ἰατροὶ ἐκεῖνοι δὲν ἀποβλέπουσιν εἰμὴ μόνον νὰ λάβωσι τὴν κατάστασιν διὰ τὰ ὅσα τοῖς δίδει τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον νὰ λάβωσι, χωρὶς νὰ εἶναι εἰς θέσιν ἐπιστημονικῶς νὰ παράσχωσιν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν ὁποίαν καλοῦνται. Πρέπει ἡ Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἐπικαλεῖται τὴν συνδρομὴν τῆς Ἰατροδικαστικῆς ἐπιστήμης εἰς ἀνακάλυψιν τῶν ἀδικημάτων, νὰ δίδῃ γενναίαν ἀμοιβήν, διὰ νὰ ἔχῃ καὶ καλὴν συνδρομὴν τῆς ἐπιστήμης εἰς τὸ ἔργον της. Ἐφ’ ὅσον μετὰ γλισχρότητος οἱ Ὑπουργοὶ περιέκοψαν τὰ ποσὰ τὰ σημειούμενα ἐν τῇ καταστάσει τῇ ὑποβαλλομένῃ ὑπὸ τῶν ἀξίων λόγου ἰατρῶν τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἐκάλεσεν εἰς βοήθειαν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, οὐδεὶς ἰατρὸς ἔχων ποιάν τινα συναίσθησιν ὅτι δύναται νὰ δώσῃ εὐσυνειδήτως γνώμην θ’ ἀναλαμβάνῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Θὰ προσέρχωνται μόνον πρόθυμοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον διημερεύουσιν ἐν τοῖς διαδρόμοις τῶν ἀνακριτικῶν καὶ τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων τῶν Ἀθηνῶν.
§192Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Θὰ εἴπω δύο λέξεις, διὰ νὰ διευκολύνω τὴν σύνταξιν τῆς τροπολογίας, διότι, ὅταν καταρτισθῇ τὸ νέον νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν, καλύτερον δὲ νὰ δώσωμεν τὰς βάσεις τώρα. Λοιπὸν τὸ ζήτημα τῶν ἰατροδικαστικῶν πράξεων εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ τοὺς ἰατρούς, ἀπασχολεῖ ὅμως καὶ τοὺς δικηγόρους. Καὶ νομίζουσιν οἱ δικηγόροι καὶ πάντες οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι κατέχοντες τὸ σύγγραμμα τῆς Ἰατροδικαστικῆς ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ αὑτῶν εἶναι ἱκανοὶ νὰ λύσωσι τὰ ζητήματα τὰ ἰατροδικαστικά. Ὁ ἰατροδικαστὴς πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἐξοχώτερος τῶν ἰατρῶν, διότι ἡ Ἰατροδικαστικὴ εἶναι τὸ συμπέρασμα τῆς ὅλης ἐπιστήμης. Διὰ ν’ ἀποφανθῆτε ἐπὶ ζητήματος χειρουργικοῦ, πρέπει νὰ εἶσθε Γερουλάνος ἢ Φωκᾶς ἢ Ζαΐμης. Δὲν εἶναι ἔργον τοῦ τυχόντος αὐτό· διὰ ν’ ἀποφανθῆτε ἐπὶ ζητήματος γυναικολογικοῦ, πρέπει νὰ εἶσθε γυναικολόγος ἢ ἀφροδισιακὸς ἢ ὅ,τι ἄλλο. Κατὰ συνέπειαν βλέπω ἐν τῇ αἰτιολογίᾳ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι γίνεται μόνον λόγος περὶ οἰκονομίας δαπάνης· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ φωτισθῇ ἡ Δικαιοσύνη ἢ ὅταν πρόκειται ν’ ἀθῳώσητε ἢ νὰ καταδικάσητε τὸν ἔνοχον νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται καθόλου μνεία περὶ οἰκονομίας δαπάνης· πρέπει ν’ ἀναζητήσῃ ἡ Δικαιοσύνη τὸν ἔξοχον.
§193Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ θὰ τὸν εὕρῃ;
§194Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Ἐδῶ· ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀσχημία ἡ ὁποία γίνεται καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ εἶναι φοβερά, διότι ἰατροὶ μὴ ἔχοντες καμμίαν ἀξίαν, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐκτιμηθῶσιν ὑπὸ τῆς κοινωνίας καταφεύγουσιν εἰς αὐτὸν τὸν ἐξευτελισμόν, νὰ τρέχωσιν εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Εἰσαγγελίας. Λοιπὸν σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη καθ’ ἃ ἐφαρμόζω τὴν ἐπιστήμην εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας ἐν αἷς ὑπηρέτησα πάντοτε μὲ παρεκάλεσαν οἱ εἰσαγγελεῖς νὰ προσέλθω· καὶ ἐννοεῖτε ποῖος ἦτο ὁ λόγος· διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀντιμισθία· ἐὰν ζητῇ 200 δραχμὰς ὁ ἰατρός, δὲν γνωρίζω πόσα ἄλλα δύναται νὰ ὠφεληθῇ. Κατὰ συνέπειαν νομοθετοῦντες ἐπὶ τοιούτου θέματος νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καθόλου περὶ δαπάνης. Ἐὰν εἶναι ὀλίγοι οἱ ἰατροὶ οἱ πέντε, ἂς διορίσωμεν δέκα ἰατροὺς ἰατροδικαστάς· ἀλλ’ ὁσάκις εἰς τὰ δικαστήρια ἐτέθησαν ζητήματα ἰατροδικαστικὰ σοβαρὰ οἱ δικασταὶ ἠναγκάσθησαν νὰ προσκαλέσωσιν ἰατρογνώμονας ἄλλους, διότι ποτὲ ἔκθεσις ἰατροδικαστικὴ δὲν ἦτο σαφής· ἦτο αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Φαρμακόπουλος· ἐπισκοτίζουσι τὴν Δικαιοσύνην· εἶναι ἄνθρωποι ἄπειροι, διότι δὲν εἶναι ἰατροί.
§195Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πόσους νὰ θέσωμεν;
§196Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ βάσις τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ κ. ἐξ Ἀργολίδος συνάδελφος εἶναι ὀρθοτάτη· νὰ ζητήσωμεν βοηθητικὸν προσωπικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς ἰατρὸς νὰ ἐκτελέσῃ νεκροψίας καὶ λοιπά· πρέπει νὰ ἔχῃ βοηθούς· ἀφοῦ, ὅταν ἐνεργῇ ἐγχείρησιν ἐπὶ ζῶντος ἀνθρώπου, ἔχει ἀνάγκην βοηθῶν, πολὺ περισσότερον κατὰ τὴν ἐνέργειαν νεκροψίας· πρέπει δὲ νὰ εἶναι οἱ ἰατροὶ τῆς Εἰσαγγελίας διαφόρων κλάδων, διότι τώρα δὲν εἶναι ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ἀλλ’ ἰατρικαὶ ἐπιστῆμαι· πρέπει νὰ εἶναι πρῶτος παθολόγος, πρῶτος μαιευτήρ, πρῶτος χειρουργὸς καὶ μικροβιολόγος. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει 1) σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως γενικοῦ ταμείου τοῦ στρατοῦ». 2) ἐπίσης ἕτερον σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως παραγράφου καὶ προσθήκης ἑτέρων εἰς τὸν νόμον ͵ΒΥΜΖʹ τῆς 20 Δεκεμβρίου 1896 περὶ συστάσεως θέσεως στρατιωτικοῦ ἀκολούθου παρὰ τῇ ἐν Κωνσταντινουπόλει Β. Πρεσβεία». Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 174–175).
§198ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16, «περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων», καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17, «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων», ἀναβάλλονται, κύριε Πρόεδρε.
§199Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν θὰ ὑποβάλητε τὰς τροπολογίας, διὰ νὰ τὰς ἀναγνώσωμεν;
§200ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀναβάλλονται.
§201Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ παράσχῃ ἐπὶ στιγμὴν ἀκρόασιν· ἐπειδὴ ἀνεβλήθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17 νομοσχέδιον, νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν τινά.
§202ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως νὰ τὴν ὑποβάλητε, διὰ νὰ τυπωθῇ.
§203Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ ἀναβληθέντος νομοσχεδίου ὑπ’ ἀριθ. 17 παρακαλῶ συναινέσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἡ ὁποία θεωρῶ ὅτι σαφηνίζει κενόν τι, ἐνῷ εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ περὶ αὐτοῦ πρόνοια. Ἡ τροπολογία αὕτη προνοεῖ περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς ἐκείνους οἵτινες θεωροῦνται ἀνεπαρκεῖς.
§204ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐννοῶ. Τὸ κενὸν τοῦτο προεβλέψαμεν. Ἐννοεῖτε δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπολύονται ὡς ὑπεράριθμοι.
§205Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία μου (ἀναγινώσκει)· «Ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 νὰ προστεθῇ τελευταῖον ἐδάφιον ἔχον οὕτως· Εἰς τὴν ἀνωτέρω διάταξιν περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ὑπάγονται καὶ οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου διατελοῦντες ἐκτὸς ὑπηρεσίας διοικητικοὶ καὶ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, ἂν ἔχωσι συμπεπληρωμένην ὑπερδεκαπενταετῆ συντάξιμον ὑπηρεσίαν καὶ δὲν ἀπελύθησαν δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ ΓΡΓʹ νόμου τοῦ 1905».
§206Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 159 πρότασις νόμου «περὶ παροχῆς ἀδείας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν πάντα ἀξιωματικὸν ἀποστρατευθέντα τῇ αἰτήσει του δι’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας ἢ παραιτηθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1909».
§207ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπόψε δὲν εἶναι κατάλληλος ὥρα. Παρακαλῶ νὰ συνεννοηθῆτε μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ αὔριον....
§208Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν.
§209ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Συνεννοήθητε, καὶ αὔριον, ἐὰν εἶσθε σύμφωνοι, τὸ συζητοῦμεν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας ἐπιμισθίου εἰς τοὺς διαχειριστὰς τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἐξακολούθησις τῆς κατ’ ἄρθρον γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς; τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Εἴμεθα ἐν τῷ ἄρθρῳ 3. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§211Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ τρίτον ἄρθρον περιέχει τὴν ἑξῆς διάταξιν· «οἱ βοηθοὶ βʹ τάξεως προβιβάζονται εἰς βοηθοὺς αʹ τάξεως μετὰ παρέλευσιν τρίτης διετίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ κατὰ σειρὰν πάντοτε ἀρχαιότητος». Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης βεβαίως εἰσάγεται τὸ νόημα ὅτι χάριν εὐεργεσίας δικαίως παρεχομένης εἰς τοὺς βοηθοὺς οὗτοι αὐτοδικαίως προβιβάζονται μετὰ πάροδον τῆς τρίτης διετίας, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τοιοῦτον εἶναι τὸ νόημα τῆς διατάξεως ταύτης ἐθεώρησα ὀρθὸν ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν τροποποιούμενον οἱ βοηθοὶ αʹ τάξεων εἶναι 275, οἱ δὲ βʹ 225. Ἐὰν ἤδη ὅλος ὁ ἀριθμὸς τῶν βοηθῶν βʹ τάξεως προβιβασθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ βοηθοῦ αʹ τάξεως ἕνεκα συμπληρώσεως τῶν τριῶν διετιῶν, θέλομεν ἔχει βοηθοὺς αʹ τάξεως 500. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν τότε νὰ συμπληρωθῇ ἡ διάταξις καὶ δι’ ἄλλης, ὅτι ἐφ’ ὅσον προάγονται ἕνεκα τῆς διατάξεως ταύτης οἱ βοηθοὶ βʹ τάξεως εἰς αʹ δὲν θὰ συμπληροῦται ὁ ἀνάλογος ἀριθμὸς βοηθῶν βʹ τάξεως, διότι, ἐὰν μὴ κλείσωμεν τὴν θύραν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ κινδυνεύσωμεν νὰ ἴδωμεν μετὰ πάροδον τῶν τριῶν διετιῶν πάντας τοὺς βοηθοὺς τῆς βʹ τάξεως προαγομένους εἰς πρώτης καὶ τοὺς ἄλλους ἀποτασσόμενους, δηλαδὴ αὔξησιν τῶν ὑπαλλήλων κατὰ 500.
§212Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ὁρίζεται ἡ δύναμις τῶν βοηθῶν;
§213Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ δύναμις τῶν βοηθῶν κατὰ τὸν κείμενον νόμον ὁρίζεται εἰς 275 αʹ τάξεως καὶ 225 βʹ τάξεως. Τώρα τὸ νομοσχέδιον τὸ παρὸν λέγει ὅτι «οἱ βοηθοὶ βʹ τάξεως προβιβάζονται εἰς βοηθοὺς αʹ τάξεως μετὰ παρέλευσιν τρίτης διετίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος». Ἐννοεῖ ὅτι προβιβάζονται αὐτοδικαίως· βεβαιότατα.
§214Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι θέσεις.
§215Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν λέγει αὐτό.
§216Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ τὸ εἴπῃ.
§217Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν τεθῇ «ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι θέσεις», τότε εἶναι μείωσις τῆς θέσεως τῶν βοηθῶν, διότι ἤδη προβιβάζονται μετὰ ὑπηρεσίαν διετῆ. Ἐὰν λοιπὸν τεθῇ ἐνταῦθα ὅτι προβιβάζονται εἰς τὰς κενὰς θέσεις ἐφ’ ὅσον ἔχουσι συμπληρώσει τρεῖς διετίας, τότε δυσχεραίνομεν τὴν θέσιν των. Ὁ σκοπὸς εἶναι ἄλλος, ὅτι μετὰ πάροδον τριῶν διετιῶν νὰ τοῖς παρασχεθῇ προαγωγὴ αὐτοδικαίως· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λέγω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἵνα αἱ θέσεις αὐτῶν, προαγομένων αὐτοδικαίως εἰς βοηθοὺς αʹ τάξεως, μὴ πληρωθῶσι, διότι ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν βοηθῶν πολλαπλασιαζόμενον κατὰ τοσούτους ὅσοι θὰ προάγωνται.
§218ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Στράτου εἶναι ὀρθοτάτη. Βεβαίως εἶναι ἀνάγκη διορθώσεως τοῦ πράγματος· ἀκριβῶς ὅπως εἰς τὸ ναυτικόν. Λοιπόν, ἐὰν αὐτοδικαίως προβιβάζωνται, θὰ ἦτο ὀρθὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν βοηθῶν νὰ εἶναι εἷς· πάντες ἴσοι· νὰ μὴ εἶναι τόσοι πρώτης καὶ τόσοι δευτέρας.
§219Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Στράτος.
§220ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατυπώσατέ την.
§221Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἑξῆς προσθήκην· «Οἱ βοηθοὶ βʹ τάξεως προβιβάζονται αὐτοδικαίως μετὰ παρέλευσιν τρίτης διετίας...».
§222ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι «αὐτοδικαίως». «Προβιβάζονται» ἁπλῶς· ὅπως συμβαίνει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπου ὁ ἀκόλουθος βʹ τάξεως, ὅταν λήξῃ ὁ χρόνος του, προβιβάζεται εἰς ἀκόλουθον αʹ τάξεως.
§223Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. «Ὑποχρεωτικῶς» τότε, κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ, διὰ νὰ ὑπάρξῃ σαφὴς ἡ ἔννοια. Ἄν μὴ τεθῇ ἡ ἔννοια αὕτη, τότε θὰ ἔχωμεν καταστροφήν· «Οἱ βοηθοὶ βʹ τάξεως προβιβάζονται ὑποχρεωτικῶς εἰς βοηθοὺς αʹ τάξεως μετὰ παρέλευσιν τρίτης διετίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ κατὰ σειρὰν πάντοτε ἀρχαιότητος, τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν τηλεγραφικῶν βοηθῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως μὴ δυναμένου νὰ ὑπερβῇ τοὺς 500».
§224ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§225Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. «Κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος» τί ἐννοεῖ;
§226Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατ’ ἀρχαιότητα. Οἱ πρῶτοι κατὰ τὸν πίνακα θὰ προαχθῶσιν.
§227ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ σειρά.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ν. Γεωργακόπουλος καὶ Ἰ. Σπέντζας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 3 ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «Ὁ εἷς τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιθεωρητῶν βʹ τάξεως τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ ἐδ. 8 τῆς § 4 τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ ὁρίζεται εἰς ταχ. ἐπιθεωρητὴν αʹ τάξεως μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου αʹ τάξεως. Προάγεται δὲ εἰς ταχ. ἐπιθεωρητὴν αʹ τάξεως ὁ ὑπηρετῶν ἐπὶ τριακονταετίαν ἐν τῇ ταχυδρομικῇ καὶ τηλεγραφικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὑπὲρ τὴν πενταετίαν δὲ εὐδοκίμως ὡς ταχ. ἐπιθεωρητὴς βʹ τάξεως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης δοκιμασίας. Ὁ ταχ. ἐπιθεωρητὴς αʹ τάξεως ἔχει ἕδραν τὰς Ἀθήνας καὶ ἀποτελεῖ μέλος τοῦ παρὰ τῇ Γεν. Διευθύνσει Συμβουλίου».
§229ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;
§230Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπιμένει ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος, νὰ εἴπωμεν καὶ τὸ ὄνομα. Πρόκειται ἀληθῶς περὶ ὑπαλλήλου ἱκανοῦ, ἔχοντος τριάκοντα ἐτῶν ἔντιμον ὑπηρεσίαν, εὐδόκιμον, προσενεγκόντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πολλὰς ἐκδουλεύσεις· περὶ τοῦ κ. Ἀ. Φραντζῆ. Εἶναι ἐξαίσιος ὑπάλληλος.
§231ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§232Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται πρὸ παντὸς περὶ ὑπηρεσίας.
§233Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνῃ δεκτή, κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία.
§234ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§236Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Εἶχον τροπολογίαν τινὰ διὰ τοὺς ταξινόμους.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3;
§238Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Νομίζω.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ἄρθρου εἶναι; Ἔχετε τροπολογίαν καὶ δὲν γνωρίζετε ἐπὶ τίνος ἄρθρου εἶναι;
§240Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω ἂν τὴν συμπεριέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§241Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Περιελήφθη ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιελήφθη.
§243Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
§244ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρακαλῶ, ὅπως ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ν. Γεωργακοπούλου νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἰδική μου. Νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 3· «ὁ εἷς τῶν τηλεγραφικῶν ἐπιθεωρητῶν βʹ τάξεως μετονομάζεται τεχνικὸς ἐπιθεωρητὴς αʹ τάξεως. Εἰς τὴν θέσιν ταύτην προβιβάζεται ὁ ἐπιτυχὼν τηλεγραφικὸς ἐπιθεωρητὴς βʹ τάξεως κατόπιν δοκιμασίας κανονισθησομένης διὰ Β. Διατάγματος».
§245Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Προσωπικὰ θὰ ψηφίζωμεν ἐδῶ; (Μεθ’ ὃ ἀποδεκτῆς γενομένης καὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ἀθ. Μπασιᾶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀπορριφθεισῶν πασῶν τῶν ἄλλων ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογιῶν).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει)· Εἰς τὸ τέλος τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 13 προστίθεται ἡ ἑξῆς διάταξις· «Ἐπιτρέπεται ὅμως, ὅπως αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων παρὰ ταῖς ταχυδρομικαῖς καὶ τηλεγραφικαῖς Διευθύνσεσι διεξάγωνται ὑπὸ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ τηλεγραφητοῦ βʹ τάξεως ἄνευ καταβολῆς ἰδίας ἐγγυήσεως. Ἀπόντος ἢ κωλυομένου τοῦ ἐνεργοῦντος τὰς ὑπηρεσίας ταύτας ὑπαλλήλου δύναται ν’ ἀνατεθῇ ἡ διεξαγωγὴ αὐτῶν προσωρινῶς εἰς τοὺς προϊσταμένους τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν διευθύνσεων ἢ τοὺς νομίμους αὐτῶν ἀναπληρωτὰς ἄνευ καταβολῆς τῆς νομίμου ἐγγυήσεως».
§247Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 4 ὑπάρχει προσθήκη ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει)· «Ἐπίσης δύναται ν’ ἀνατεθῇ ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν εἰς τοὺς ἐν τοῖς ἀνταλλακτηρίοις ταχ. γραφείοις ἀναπληρωτὰς τῶν Διευθυντῶν ἐπιστάτας, ἂν ἔχωσιν οὗτοι καταβάλει τὴν νόμιμον ἐγγύησιν».
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει)· «Ὁ ὑπὸ τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ αὐτοῦ νόμου προβλεπόμενος δεύτερος ἐπιστάτης βʹ τάξεως τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν τοῦ κεντρικοῦ ταχυδρομείου Ἀθηνῶν ὑποχρεοῦται καὶ οὗτος εἰς κατάθεσιν ἐγγυήσεως ἐκ τριῶν χιλιάδων δραχμῶν εἰς χρήματα ἢ χρεόγραφα ἐθνικῶν δανείων, χρησιμοποιεῖται δὲ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιταγῶν καὶ διεξάγει τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀνατεθησομένου αὐτῷ διὰ Β. Διατάγματος γραφείου ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην».
§249Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 λαβὼν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς τροπολογίας τῶν κ. Κ. Ἰ. Ἀγγελοπούλου καὶ Ἀ. Μπασιᾶ προσέθηκα δύο ἐδάφια ἔχοντα οὕτως· «Εἰς δὲ τοὺς παρὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὁριζομένους ἐπιστάτας τοῦ κεντρικοῦ ταχυδρομείου Ἀθηνῶν προστίθενται δύο ἐπιστάται αʹ ἢ βʹ τάξεως διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ συστημένων καὶ διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῆς ἀνεπιδότου συστημένης ἀλληλογραφίας. Ὁ παρὰ τῇ κεντρικῇ Ἀποθήκῃ συσκευαστὴς αʹ τάξεως ὀνομάζεται οἰκονόμος καὶ ἀφομοιοῦται κατὰ βαθμὸν καὶ μισθὸν πρὸς βοηθὸν αʹ τάξεως, ἀπολαμβάνων πάντα τὰ εὐεργετήματα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας αὐτοῦ».
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει τοῦτο, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ)· «Τὰ ἐδάφια ιεʹ καὶ ιϛʹ τῆς § 4 τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τροποποιοῦνται, ὁριζομένων τῶν μὲν ταξινόμων εἰς 55, τῶν δὲ ταχυδρομικῶν διανομέων, συσκευαστῶν καὶ κλητήρων εἰς 240».
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§252Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Λαβὼν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς τροπολογίας τῶν κ. Μ. Καβαλιεράτου καὶ Γ. Καρπετοπούλου τροποποιῶ τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ὁ ἀρχικὸς μηνιαῖος μισθὸς τῶν ταξινομῶν ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 100, ἡ δὲ κατὰ τὴν § 1 τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ αὐτοῦ νόμου αὔξησις δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν δραχμῶν 180. Τῶν ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ ταξινόμων αἱ αὐξήσεις ὑπολογίζονται ἐπὶ τῇ βάσει ἀρχικοῦ μισθοῦ δραχμῶν 100 καὶ διὰ τὰς διανυθείσας ἤδη πενταετίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παραγράφων 1 καὶ 2 τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου. Ὀνομάζονται δ’ ἐφεξῆς ταξινόμοι οἱ ἔχοντες τοὐλάχιστον πενταετῆ ὑπηρεσίαν παρ’ ἀνταλλακτηρίοις ταχυδρομικοῖς γραφείοις διανομεῖς, παρὰ παραρτήμασι τελωνείων καὶ τῇ κεντρικῇ Ἀποθήκῃ τοῦ ὑλικοῦ συσκευασταί, ἀφοῦ προηγουμένως ὑποστῶσι τὰς ὑπὸ τῆς αὐτῆς § τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ αὐτοῦ νόμου προβλεπομένας ἐξετάσεις, ὧν αἱ λεπτομέρειαι κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος».
§253Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἀντὶ τῶν λέξεων «πενταετῆ ὑπηρεσίαν» παρακαλῶ νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «τετραετῆ ὑπηρεσίαν».
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὴ ἡ τροπολογία. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει): Ἡ § 3 τοῦ ἄρθρου 18 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Οὐδεὶς διορίζεται δόκιμος, ἐὰν δὲν ἐμαθήτευσεν εὐδοκίμως παρὰ τῷ Ἠλεκτρικῷ Ἐργοστασίῳ ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος καὶ ἄγῃ ἡλικίαν οὐχὶ μείζονα τῶν 21 ἐτῶν». Τὸ ἐδάφιον γʹ τῆς § 11 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τροποποιεῖται ὡς ἕπεται· «γʹ) ἐὰν ὑπερβῶσι τὸ 65 τῆς ἡλικίας των ἔτος».
§255Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ τελευταία παράγραφος τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «ἐὰν ὑπερβῶσι τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ διατελοῦντες ἐν ὑπηρεσίᾳ διατηροῦνται ἐν αὐτῇ μέχρι συμπληρώσεως τοῦ πρὸς σύνταξιν δικαιώματος».
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὴ ἡ τροπολογία. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκει)· Τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 21 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς· «Ἐκ τοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ τῶν τηλεφωνικῶν κέντρων καὶ σταθμῶν, ὁριζομένου τοῦ μὲν τῶν Ἀθηνῶν ἐξ ἑνὸς τεχνίτου βʹ τάξεως μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν τηλεγραφικοῦ βοηθοῦ αʹ τάξεως καὶ τριῶν τεχνιτῶν γʹ τάξεως μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν τηλεγραφικοῦ βοηθοῦ βʹ τάξεως, τοῦ δὲ τηλεφωνικοῦ κέντρου Πειραιῶς ἐξ ἑνὸς τεχνίτου βʹ τάξεως μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν τηλεγραφικοῦ βοηθοῦ αʹ τάξεως καὶ τῶν λοιπῶν τηλεφωνικῶν κέντρων καὶ σταθμῶν ἐξ ἑνὸς τεχνίτου βʹ τάξεως μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν αʹ τάξεως τηλεγραφικοῦ βοηθοῦ ἢ τεχνίτου γʹ τάξεως μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν τηλεγραφικοῦ βοηθοῦ βʹ τάξεως. Οἱ τεχνῖται καὶ βοηθοὶ οὗτοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ, προτάσει τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐργοστασίου μετὰ γνώμην τοῦ παρὰ τῇ Γενικῇ Διευθύνσει Συμβουλίου καὶ μετὰ δοκιμασίαν ἐνεργουμένην ἐν τῷ Ἠλεκτρικῷ Ἐργοστασίῳ περὶ τὴν ἐπισκευήν, χρῆσιν καὶ τοποθέτησιν τῶν τηλεφωνικῶν μηχανημάτων. Μετάθεσις ἢ ἀπόσπασις προσωρινὴ τῶν τεχνιτῶν τούτων παρὰ τῷ Ἠλεκτρικῷ Ἐργοστασίῳ δὲν ἐπιτρέπεται, οὐδὲ ἐκ τοῦ Ἐργοστασίου τεχνίτου, βοηθοῦ ἢ δοκίμου εἰς τὰ τηλεφωνικὰ κέντρα ἢ σταθμούς. Οἱ τεχνῖται καὶ βοηθοὶ τῶν τηλεφωνικῶν κέντρων καὶ σταθμῶν διορίζονται, ἀπολύονται καὶ τιμωροῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ. Ἡ διάταξις τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 17 ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς τεχνίτας καὶ βοηθοὺς τῶν τηλεφωνικῶν κέντρων καὶ σταθμῶν. Παρὰ τῷ τηλεφωνικῷ κέντρῳ Ἀθηνῶν ὑπηρετοῦσι, διοριζόμενοι ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ, προτάσει τοῦ τηλεφωνικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Ἀθηνῶν, δύο ἀρχιεργάται ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν 120».
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκει): «Ἐν τέλει τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 23 προστίθεται ἡ ἑξῆς διάταξις· «Οἱ ἀποκτήσαντες πτυχίον τῆς Τηλεγραφικῆς Σχολῆς καὶ μὴ διορισθέντες ἐντὸς πενταετίας ἀπὸ τῆς χρονολογίας τοῦ πτυχίου των δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν». Ἡ § 3 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 23 ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ἑξῆς· «Οὐδεὶς βοηθὸς διορίζεται τὸ πρῶτον εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν καὶ τὰς Ἀποθήκας, ἂν μὴ ἔχῃ ὑπηρετήσει πρότερον ἐπὶ ἕξ μῆνας εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν». Ἐν τέλει τῆς § 12 τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ αὐτοῦ νόμου προστίθεται ἡ ἑξῆς διάταξις· «Πάντες οἱ καλούμενοι ὅπως ἐκτελέσωσι τὴν ἐν τῷ στρατῷ θητείαν των ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐργάζονται ἐν αὐτῇ ὡς διαθέσιμοι, ἀπολαμβάνοντες τὰ δύο τρίτα τοῦ μισθοῦ των, καὶ δικαιοῦνται νὰ καθέξωσι τὰς πρώτας κενωθησομένας θέσεις. Αἱ κρατήσεις τῆς συντάξεως ὑπολογίζονται ἐπὶ τοῦ ἀκεραίου μισθοῦ».
§258Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαβὼν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς τροπολογίας τῶν κ. Σ. Γεωργοπούλου καὶ Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ ὡς καὶ τὰς ὑποδείξεις τῆς ὑπηρεσίας τροποποιῶ τὸ ἄρθρον 11 ὡς ἑξῆς· Ἐν τέλει τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 23 προστίθεται ἡ ἑξῆς διάταξις· «Οἱ ἀποκτήσαντες πτυχίον τῆς Τηλεγραφικῆς Σχολῆς διορίζονται κατὰ τὴν τάξιν τῆς εὐδοκιμήσεως αὐτῶν ἐν ταῖς ἐξετάσεσι, μὴ διορισθέντες δὲ ἐντὸς πενταετίας ἀπὸ τῆς χρονολογίας τοῦ πτυχίου των δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν, ἂν μὴ ὑποστῶσι νέαν δοκιμασίαν κανονισθησομένην διὰ Β. Διατάγματος» κλπ.
§259Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατεύματι ἤδη δὲν ἀπώλεσαν τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν ἐν τῷ μητρῴῳ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ οἱ ὑπηρετήσαντες κατὰ τὸν πόλεμον ἀπώλεσαν τὴν ἀρχαιότητά των καὶ οὕτως οἱ ἀπαλλαγέντες καὶ μὴ πολεμήσαντες ἦλθον ἀνωτέρω αὐτῶν.
§260ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διατυπωθῇ οὕτω· «Πάντες οἱ κληθέντες καὶ ἐκπληρώσαντες τὴν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν των ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, ὡς καὶ οἱ κληθησόμενοι ἐν τῷ μέλλοντι πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῆς, ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐργάζονται ἐν αὐτῇ ὡς διαθέσιμοι, ἀπολαμβάνοντες τὰ δύο τρίτα τοῦ μισθοῦ των. Δικαιοῦνται δὲ νὰ καθέξωσι τὰς πρώτας κενωθησομένας θέσεις καὶ διατηροῦσι τὴν ἀρχαιότητα ἣν εἶχον πρὸ τῆς εἰς τὸν στρατὸν κατατάξεώς των».
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12). Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκει)· Ἡ § 3 τοῦ στοιχείου βʹ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ αὐτοῦ νόμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ἡ ἀπόλυσις ἐπέρχεται κατὰ μὲν τὴν περίπτωσιν αʹ ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ ἐν αὐτῇ ὁριζομένου πιστοποιητικοῦ, κατὰ δὲ τὴν περίπτωσιν βʹ ἐπὶ τῇ πιστοποιήσει τῆς ἡλικίας τῶν ὑπαλλήλων. Ἡ ἡλικία τῶν ὑπαλλήλων κανονίζεται ἅμα τῇ εἰσόδῳ αὐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως ἢ τοῦ μητρώου τῶν ἀρρένων, μὴ ἐπιτρεπομένης οἱασδήποτε διορθώσεως ἢ ἀναθεωρήσεως ἡλικίας».
§262Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ἡ ἀπόλυσις ἐπέρχεται κατὰ μὲν τὴν περίπτωσιν αʹ ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ ἐν αὐτῇ ὁριζομένου πιστοποιητικοῦ, κατὰ δὲ τὴν περίπτωσιν βʹ ἐπὶ τῇ πιστοποιήσει τῆς ἡλικίας τῶν ὑπαλλήλων. Ἡ ἡλικία τῶν ὑπαλλήλων κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως ἢ τοῦ μητρώου τῶν ἀρρένων, μὴ ἐπιτρεπομένης οἱασδήποτε διορθώσεως ἢ ἀναθεωρήσεως ἡλικίας πλὴν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων οἵτινες ὑπέβαλον αἰτήσεις διορθώσεως τῆς ἡλικίας των μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1908». Καὶ τοῦτο διότι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις περὶ ἀναθεωρήσεως.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκει)· «Τὸ ἄρθρον 30 τοῦ αὐτοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν διανομέων, καταργεῖται, ἀντικαθίσταται δὲ διὰ τοῦ ἑξῆς· «Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ταχυδρομικοὶ διανομεῖς ἐν τοῖς ἀνταλλακτηρίοις ταχυδρομικοῖς γραφείοις καὶ τηλεγραφικοὶ διανομεῖς παρὰ ταῖς ταχυδρομικαῖς καὶ τηλεγραφικαῖς διευθύνσεσι καὶ τοῖς τηλεγραφικοῖς γραφείοις αʹ καὶ βʹ τάξεως διορίζονται μόνον οἱ ἄγοντες ἡλικίαν ἀπὸ 22 ἐτῶν συμπεπληρωμένων μέχρι καὶ τοῦ 30 ἔτους. Ὡς πρὸς τοὺς τηλεγραφικοὺς διανομεῖς τῶν τηλεγραφικῶν γραφείων γʹ τάξεως ἡ ἡλικία ὁρίζεται ἀπὸ τοῦ 22ου ἔτους μέχρι τοῦ 50οῦ. Τὰ προσόντα αὐτῶν καὶ ἡ δοκιμασία διὰ τὴν εἰσαγωγήν των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁρίζονται διὰ Β. Διατάγματος. Διὰ τὸν διορισμὸν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν διανομέων ἐν τοῖς ἀνταλλακτηρίοις ταχυδρομικοῖς γραφείοις καὶ ἐν ταῖς τηλεγραφικαῖς Διευθύνσεσιν ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων προκηρύσσει διαγωνισμὸν πρὸς καταρτισμὸν δι’ ἕκαστον τῶν ῥηθέντων ἀνταλλακτηρίων ταχυδρομικῶν γραφείων καὶ δι’ ἑκάστην τῶν τηλεγραφικῶν Διευθύνσεων πίνακος, ἐξ οὗ ἐν τῷ μέλλοντι θέλουσιν ἀποκλειστικῶς προσλαμβάνεσθαι οἱ διανομεῖς τῶν ἀνωτέρω γραφείων μετὰ μηνιαίαν παρ’ αὐτοῖς πρακτικὴν ἄσκησιν. Ἐξαντλουμένου τοῦ ἐν λόγῳ πίνακος, θέλει καταρτίζεσθαι νέος ἐπὶ τῇ βάσει νέου διαγωνισμοῦ καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ὁσάκις ἤθελε λάβει ἀνάγκην διὰ τὴν ἐν Ἀθήναις ὑπηρεσίαν βοηθητικοῦ προσωπικοῦ ταχυδρομικῶν ἢ τηλεγραφικῶν διανομέων, νὰ προσλαμβάνῃ ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὸν ἀνωτέρω διαγωνισμόν, κατὰ σειρὰν ἐπιτυχίας, ἐπὶ ἀποζημιώσει δραχμῶν 3 καθ’ ἑκάστην ἐργάσιμον ἡμέραν. Ἡ διάρκεια τῆς ἐκτάκτου ταύτης ἐργασίας δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέρα τῶν 15 ἡμερῶν. Ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν διανομέων τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν γραφείων αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως ὁ διαγωνισμὸς ὁρίζεται ἑκάστοτε, ὅταν πρόκειται νὰ κενωθῇ θέσις ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ διανομέως. Οἱ διατελέσαντες ἐπὶ συνεχῆ δεκαετίαν τηλεγραφικοὶ διανομεῖς ἔν τινι πόλει προτιμῶνται εἰς τὸν διορισμὸν ταχυδρομικῶν διανομέων ἐν τῇ αὐτῇ πόλει, ἐὰν ἔχωσιν εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν πιστοποιουμένην ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου παρ’ ᾧ ὑπηρετοῦσιν. Μετάθεσις ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν διανομέων δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ μόνον τῇ αἰτήσει των». Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Κ. Ἰ. Ἀγγελοπούλου ἔχουσα οὕτως· «Ὁ παρὰ τῇ κεντρικῇ Ἀποθήκῃ συσκευαστὴς πρώτης τάξεως ὀνομάζεται οἰκονόμος». (Ἀπορρίπτεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15). Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκει)· «Τὸ διὰ τῆς § 5 τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ αὐτοῦ νόμου καταβαλλόμενον δεκάλεπτον εἰς τοὺς ταχυδρομικοὺς διανομεῖς, τοὺς ἐνεργοῦντας τὴν κατ’ οἶκον διανομὴν τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν διὰ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν διαβιβαζομένων χρημάτων, περιορίζεται εἰς πεντάλεπτον».
§264Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Διὰ τοῦ προκειμένου ἄρθρου ἐλαττοῦται τὸ δεκάλεπτον τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον οἱ διανομεῖς εἰς τὰς οἰκίας τῶν παραληπτῶν εἰς πεντάλεπτον. Κατ’ ἀνάγκην θὰ μείνωσιν αἱ ἐπιταγαὶ εἰς τὰ γραφεῖα καὶ ἐκεῖθεν θὰ τὰς παραλαμβάνῃ ὁ παραλήπτης.
§265ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἐσκεμμένως προέβη εἰς τοῦτο.
§266Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξηγήσῃ διὰ τίνα λόγον ἡ ὑπηρεσία ἐμείωσε τὴν ἀμοιβὴν τῶν διανομέων τὴν ὁριζομένην διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος ἀπὸ δεκαλέπτου εἰς πεντάλεπτον, διότι φρονῶ ὅτι διὰ τῆς μικρᾶς μειώσεως τῆς ἀμοιβῆς ἀπὸ δεκαλέπτου εἰς πεντάλεπτον τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ. Οἱ διανομεῖς ὠθούμενοι ἐκ τοῦ κέρδους τοῦ δεκαλέπτου προσήρχοντο μετὰ μεγαλυτέρας σπουδῆς ἵνα δώσωσι τὰς ἐπιταγὰς κατ’ οἶκον καὶ ἑπομένως διὰ τῆς σπουδῆς αὐτῆς ὠφελεῖτο τὸ Δημόσιον τὸ δεκάλεπτον· ἂν μειωθῇ τὸ κέρδος, τότε οἱ διανομεῖς δὲν θὰ προσέρχωνται· ἑπομένως θὰ προσέρχωνται οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἐπιταγὰς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιζήμιον διὰ τὸ Δημόσιον.
§267Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία οὖσα εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ φρονεῖ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17).
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§269Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς τελευταία διάταξις ἡ ἑξῆς· «Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ ῥηθέντος νόμου ὑπάγονται καὶ αἱ ὑπὸ ἀνταποκριτῶν ἐφημερίδων πρὸς δημοσίευσιν διεξαγόμεναι τηλεφωνικαὶ συνδιαλέξεις καθαρῶς δημοσιογραφικοῦ χαρακτῆρος». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 18 οὕτω τροποποιημένον, ἀπορριφθείσης πάσης ἄλλης ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας).
§270Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 19 ἔχον οὕτω· «Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου ͵ΒΨΚΗʹ καταργεῖται, τηρουμένων τῶν κεκτημένων ἤδη δικαιωμάτων ὑπὸ τῶν εἰς οὓς ἀφεώρα ἡ καταργουμένη διάταξις αὕτη ὑπαλλήλων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ προστεθὲν ἄρθρον 19).
§271Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μετὰ τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἄλλο τὸ ὁποῖον νὰ διευκολύνῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος καὶ ὡς συνετάχθη, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, τελείως προσωπικὸς ἐν πάσαις ταῖς διατάξεσιν αὐτοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ παρουσιάσῃ δυσκολίας κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι Ὑπουργὸς πέντε ὡρῶν καὶ δὲν εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ χωνεύσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ διάταξις καθ’ ἣν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει κανονισθήσεται διὰ Β. Διαταγμάτων, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ ἢ ὄχι τὸν νόμον.
§272Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μάλιστα.
§273Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρὶν ὅμως προστεθῇ ὀφείλω ν’ ἀναπτύξω τροπολογίαν ἣν ὑπέβαλον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἢ μᾶλλον ἐνεχείρισα πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων καὶ εἰς τοὺς τηλεγραφικούς. Εἶναι γνωστὸν ποίας σπουδαιότητος, εἰς τὰ μικρὰ ἰδίως γραφεῖα, εἶναι ἡ θέσις τοῦ τηλεγραφητοῦ, εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ὁποίου εἶναι ἐμπεπιστευμένα πάντα τὰ μυστικὰ τοῦ τόπου, ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη γνωστὸν ὅτι περὶ τὸ πρόσωπον τοῦ τηλεγραφητοῦ συνάπτονται πᾶσαι αἱ κομματικαὶ διαμάχαι. Ἔχει καταντήσει νὰ μὴ ὑπάρχῃ τῆς μιᾶς μερίδος τοῦ τόπου ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τὴν ἐχεμυθίαν τοῦ τηλεγραφητοῦ καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ τόπου ν’ ἀποφεύγῃ νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει, νὰ τρέπηται δὲ εἰς ἄλλους γείτονας δήμους ἢ τηλεγραφικὰς ἕδρας, διὰ νὰ διεξάγῃ τὴν ἀλληλογραφίαν του.
§274Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι τόσῳ δεδικαιολογημένη ἡ τροπολογία, ὥστε τὴν δέχομαι μὲ τὴν ἐξαίρεσιν μόνον τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Διατυπώσατέ την λοιπόν.
§275Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. «Διὰ τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ͵ΦΜʹ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων πλὴν τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρετούντων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ».
§276Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον αἱ καταχρήσεις εἶναι ὁ λόγος τῆς τοιαύτης προτάσεως νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὸν νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεύς, πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι καὶ οἱ ἀνώτεροι τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι. Συμπληρῶν δ’ ἀκόμη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βοζίκη σᾶς παρακαλῶ νὰ προσθέσητε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε δι’ ἀποσπάσεως ἢ προσκολλήσεως, διότι, ἂν ζητήσητε πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, θὰ ἴδητε ὅτι εἰς γραφεῖα μερῶν τινων ἐξ ὧν συμπίπτει νὰ ὑπάρχωσι καταγόμενοι τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι πλεονάζον προσωπικόν, διότι διὰ τῆς μεθόδου τῆς προσκολλήσεως τοποθετοῦνται εἰς αὐτὰ πάντες οἱ ἐκεῖθεν καταγόμενοι ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων γραφείων καὶ ἐπὶ προφανεῖ τοῦ νόμου καταδολιεύσει.
§277Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν κατάλληλον τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, πρέπει ν’ ἀποστέλλωνται διὰ κανονικῆς ἀδείας εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, οὐδεμία δὲ δαπάνη θὰ προστεθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§278Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀναγκαιοτάτη ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ ἐν ἰδιαιτέρῳ νομοσχεδίῳ καὶ ὄχι ἐν νομοσχεδίῳ καθαρῶς ὑπηρεσιακῷ.
§279Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Παρακαλῶ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νὰ περιληφθῶσι καὶ αἱ Πάτραι, διότι ὁ αὐτὸς λόγος συντρέχει.
§280ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ἐξαιρέσωμεν λοιπὸν καὶ τὰς Πάτρας, Σῦρον, Κέρκυραν κλπ.
§281Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν.
§282Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προτιμότερον νὰ διατυπωθῇ οὕτως ἡ τροπολογία· «Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΦΜʹ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν τηλεγραφητῶν καὶ ἐπὶ τῶν βοηθῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως τῶν ὑπηρετούντων ἐν γραφείοις δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως».
§283Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, ὅπως τὰ ἄρθρα τὰ τροποποιηθέντα τεθῶσιν εἰς τὴν ἁρμόζουσαν θέσιν καὶ κατ’ αὔξοντα ἀριθμὸν ἐν σχέσει πρὸς τὰ τροποποιηθέντα ἄρθρα τοῦ νόμου.
§284ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἐπικίνδυνον· καλύτερον νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσι, τοῦ νόμου κατόπιν ἐκδιδομένου ἰδίᾳ ἐν ἀνεπισήμῳ κατατάξει. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ν. Στράτου).
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τοῦ κ. Αἰγιαλείδου προτείνεται νὰ προστεθῇ ἄρθρον ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Οἱ πτυχιοῦχοι τοῦ Πανεπιστημίου οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 2, § 5 τοῦ παρόντος νόμου προτιμώμενοι καταλαμβάνουσι τὸ ⅓ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατ’ ἐκλογὴν προσκαλουμένων διὰ τὴν δοκιμασίαν πρὸς προαγωγήν».
§286Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακὴ καὶ σκοπεῖ νὰ προλάβῃ ἄτοπα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσιν. Ἐν τῷ ψηφισθέντι ἄρθρῳ 2 εὐλόγως κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Νέγρη ἐγένετο δεκτὸν ὅπως εἰς τοὺς καλουμένους κατ’ ἐκλογὴν πρὸς ἐξέτασιν προτιμῶνται οἱ πτυχιοῦχοι τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσιν ἄτοπα καὶ ἀδικίαι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὑποθέσατε ὅτι πρόκειται νὰ κληθῶσι κατ’ ἐκλογὴν δέκα, ὑπάρχουσι δὲ εἴκοσι ὁμοιόβαθμοι ἔχοντες πτυχίον καὶ συνάμα ἄλλοι τινὲς μὴ κεκτημένοι μὲν πτυχίον, ἀλλ’ ἐπιδείξαντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐξαιρετικὰ ἄλλα προσόντα, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κληθῶσιν εἰς τὴν κατ’ ἐκλογὴν ἐξέτασιν, διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου 2 θὰ προτιμῶνται οἱ ἔχοντες πτυχίον τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις δὲν γνωρίζω κατὰ τί χρησιμεύει, ἂν τυχὸν εἶναι πτυχίον Ἰατρικῆς ἢ Θεολογικῆς. Τὸ ἄδικον τοῦτο πρὸς ἱκανοὺς ὑπαλλήλους, ζημία δὲ τῆς ὑπηρεσίας, νομίζω ὅτι δύναται νὰ προληφθῇ, ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου καὶ ψηφισθῇ οὕτως ὡς νέον ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν κατ’ ἐκλογὴν καλουμένων πρὸς ἐξέτασιν οἱ κατὰ προτίμησιν καλούμενοι, ὡς κεκτημένοι πτυχίον, καταλαμβάνουσι τὸ ⅓ ἢ τὸ ½ τῶν θέσεων, διὰ νὰ μένῃ πάντως καὶ θύρα τις ἀνοικτὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται αὕτη νὰ καλῇ κατ’ ἐκλογὴν πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπεδείξαντο ἔκτακτα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ προσόντα καὶ ζῆλον. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θέλει περιέλθει ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ μὴ καλῇ κατ’ ἐκλογὴν ἀλλὰ κατ’ ἀρχαιότητα, διὰ νὰ μὴ παραγκωνίσῃ καὶ ἀπογοητεύσῃ τοὺς ἱκανοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ μὴ κεκτημένους δίπλωμα Πανεπιστημίου, ἢ νὰ παραβλέπῃ τὴν ἱκανότητα πρὸς μεγάλην ζημίαν τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ πρᾶγμα οἰκονομεῖται καὶ ἡ δυσχέρεια αἴρεται ψηφιζομένου, ὡς εἶπον, νέου ἄρθρου εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ καλῇ κατ’ ἐκλογὴν καὶ ἐκ τῶν μὲν καὶ ἐκ τῶν δὲ καθ’ ὡρισμένην ἀναλογίαν.
§287Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη, κύριε Βουλευτά, τὸ πραγματευόμενον περὶ αὐτοῦ· ἄλλως τε μοὶ φαίνεται ὅτι περισσότερον θὰ δυσχεραίνηται ἡ ὑπηρεσία.
§288Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Τοὐναντίον ἐγὼ φρονῶ ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἡ δυσχέρεια διὰ τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἐκ συναρπαγῆς, διότι ψηφίζομεν ὅπως ψηφίζομεν. Νομίζω ὅμως ὅτι διὰ νέου ἄρθρου δύναται νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα.
§289ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν ἤδη τὸ σχετικὸν ἄρθρον.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τοῦ κ. Κ. Βοζίκη προτείνεται νέον ἄρθρον 21 ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Διὰ Β. Διατάγματος θέλει ὁρισθῆ ἡ ἡμέρα τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει». (Γίνεται δεκτὸν τὸ προταθὲν ἄρθρον 21, ὡς ἀνεγνώσθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΚΓʹ τῆς 25 Νοεμβρίου 1845 περὶ ὑγειονομικῶν Ἀρχῶν ἐν γένει».
§291Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Αἱ κατὰ τὸ παρελθὸν συμβᾶσαι ἀσχημίαι ἐν τῷ Ὑγειονομείῳ Πειραιῶς ὑπέδειξαν τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὸ κατώτερον προσωπικόν, εἰς τοὺς ἀμίσθους ἰατρούς, ἐνῷ κατ’ ἐμὴν γνώμην ἔπρεπε ν’ ἀποβλέπῃ περισσότερον καὶ νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ καλοῦ ποιοῦ τοῦ ὑγειονόμου, διότι ὁ ὑγειονόμος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διευθύνει τὰς ἐργασίας καὶ αὐτῶν τῶν ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ἐνεργοῦσι τὰς ἐπισκέψεις. Νομίζω ὅτι τὸ ἄτοπον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἴσως συνέχειαν εἰς τὰς σκηνὰς αἱ ὁποῖαι διεδραματίζοντο, δέον νὰ θεραπευθῇ διὰ προνοίας λαμβανομένης περὶ τοῦ ὑγειονόμου.
§292ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας προνοίας ἐν γενικωτέρῳ τινὶ νόμῳ.
§293Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Πείθομαι εἰς αὐτό, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Διὰ τοῦ μέτρου τοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκτοπίζονται πάντες οἱ πολιτικοὶ ἰατροί....
§294ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1 συνεπληρώθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· Ἄρθρον 1. «Ἀντὶ τοῦ ἐν τοῖς ἄρθροις 5, 6, 21, 22, 23 καὶ 24 τοῦ νόμου ΚΓʹ τῆς 25 Νοεμβρίου 1845 περὶ ὑγειονομικῶν ἀρχῶν ἐν γένει ὁριζομένου ἑνὸς ἐμμίσθου ἰατροῦ εἰς τὰ ὑγειονομεῖα αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἐπιστάτου λοιμοκαθαρτηρίου καὶ ἰατροῦ ἐν αὐτῷ, δύνανται, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ν’ ἀποσπασθῶσιν ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, φέροντες τὸν βαθμὸν ἰατροῦ ἢ ὑπιάτρου, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἰατροῦ ἐν τοῖς ὑγειονομείοις τούτοις καὶ τοῖς λοιμοκαθαρτηρίοις, προτιμωμένων τῶν εἰδικῶς ἀσχοληθέντων περὶ τὴν ὑγιεινὴν καὶ μικροβιολογίαν ἐν τῷ οἰκείῳ ἐργαστηρίῳ Πανεπιστημίου». Ἡ αʹ παράγραφος λοιπὸν τοῦ ἄρθρου 1 τροποποιεῖται ὅπως ἀνεγνώσθη.
§295Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Παρατηρῶ ὅτι ἀποσπῶνται στρατιωτικοὶ ἰατροί.
§296ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι μεγάλη οἰκονομία.
§297Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Μέχρι τοῦδε ἔχομεν ἀποσπάσεις στρατιωτικῶν ἰατρῶν εἰς τὰς φυλακάς, εἰς τὰς ἀστυνομίας.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖ δὲν εἶναι ἐξ ἀποσπάσεως· ἐγένοντο ὀργανικαὶ αἱ θέσεις.
§299Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Μάλιστα, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ κληθῶσιν οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ εἰς τὰ ἔργα τοῦ πολέμου θέλουσιν εὑρεθῆ ἀνίκανοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀποσπῶνται 14 στρατιωτικοὶ ἰατροὶ εἰς τὰ ὑγειονομεῖα.
§300ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§302Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἔχω τροπολογίαν τινά, δι’ ἧς ἐξαιρῶ τοὺς ἀποστράτους ἀξιωματικοὺς καὶ ἀντ’ αὐτῶν τίθενται πολιτικοί, διότι δὲν εἶναι δίκαιον ἰατροὶ οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξήντλησαν τὰ ὑλικὰ αὑτῶν μέσα ὅπως ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ, οὗτοι νὰ ἐκτοπίζωνται ἐκ τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν. Διὰ τοῦτο διὰ τῆς τροπολογίας μου ὥρισα ὅτι ἐν περιπτώσει ἐλλείψεως τοιούτων στρατιωτικῶν ἰατρῶν νὰ ληφθῶσι καὶ πολιτικοὶ ἰατροὶ ἐπὶ μισθῷ.
§303ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ «καὶ ἐκ τῶν ἀποστράτων» τὸ δεικνύει.
§304Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ τροπολογία ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀκριβῶς ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ὅτι συνεπάγεται τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ναυτικῶν ἰατρῶν...
§305ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἔχω πληροφορίαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὅτι ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμός.
§306Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἢ θὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν ὁλόκληρον, εἰ δ’ ἄλλως δὲν θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τίποτε. Τὸ ζήτημα τῶν ὑγειονομείων εἶναι σπουδαιότατον ὄχι μόνον λόγῳ τῶν σκανδάλων, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς ὑπολήψεως τῆς ἐξωτερικῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐντείνῃ τὰς προσπαθείας του, ὅπως φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα μᾶλλον εὐπρεπές.
§307ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ΣΜΗʹ νόμου περὶ Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης καὶ ἐφαρμογῆς διατάξεων αὐτοῦ εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς καὶ λοιπὰς δημοσίας ἢ δημοτικὰς Βιβλιοθήκας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐλέγχου τοῦ ἐμπορίου τῶν ἐλαιῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§310ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἑπόμενον ὑπ’ ἀριθμὸν 23 παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΤϞΑʹ (ὑπ’ ἀριθμὸν 3391) τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1909 περὶ φορολογίας κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν».
§312Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι εἰς γʹ ἀνάγνωσιν;
§313ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δίδει προθεσμίαν μέχρι 1 Δεκεμβρίου.
§314Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ἐπαρκής.
§315ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἦτο μέχρι τέλους Νοεμβρίου ἐκ μέρους τοῦ προτείναντος προκατόχου μου καὶ ἐγὼ παρέτεινα μέχρι τέλους Δεκεμβρίου.
§316Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι τίνος Δεκεμβρίου;
§317ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 1909.
§318Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ.
§319ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄς ἀναβληθῇ, παρακαλῶ, δι’ αὔριον.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§321ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ἑπόμενα ὑπ’ ἀριθ. 25, 26, 27, 28 καὶ 29 εἶναι σπουδαῖα καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῶσι, καὶ φθάνομεν εἰς τὰ ναυτικά.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν δαπάνης διὰ τὴν ἀνακαίνισιν, διαρρύθμισιν καὶ ἐπισκευὴν διαφόρων κτιρίων καὶ ἔργων ἐν τῷ ἐν Σαλαμῖνι Β. Ναυστάθμῳ καὶ τοῖς παραρτήμασιν αὐτοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ ᾼΡΞΒʹ νόμου περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ὡς ἀντικατεστάθησαν διὰ τοῦ ͵ΒΥΔʹ νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσλήψεως τοῦ ἀλλοδαποῦ μηχανικοῦ Σ. Μενείκου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Δημοσίων ἔργων ὡς τοπογράφου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.) Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς αʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ εʹ πίνακος τοῦ νόμου ͵ΓΦΝϚʹ (3556) τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ»).
§325ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἑπόμενον παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 34 δύναται νὰ γίνῃ.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 34. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δημοτικοῦ Μαιευτηρίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Οἱ βουλευταὶ κ. Ἰ. Φίλιος, Γ. Λαναρᾶς καὶ Ἁγ. Σλῆμαν ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν». (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 172)
§327ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἕως ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ.μ.)