1910.02.16
2,695 rows · 20,377 words · 157 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11.
Τῆς 16 Φεβρουαρίου 1910.
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Ν. Τσαμαδοῦ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ., παρόντων Βουλευτῶν 112, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς· Οἱ ξυλέμποροι τῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλοῦσιν, ὅπως καταψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Λ. Ῥούφου Κανακάρη περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς ξυλείας». Οἱ ὁπλῖται τῆς Χωροφυλακῆς τῆς ἀστυνομικῆς ὑποδιευθύνσεως Σάμης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὰ αἰτήματα αὐτῶν· Ὁ κ. Ἀθανάσιος Γεωργιάδης τέως νομομηχανικὸς ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ ἐπαναφορᾶς του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Δημοσίων ἔργων· Ὁ Ἀρ. Ἀσημακόπουλος προτείνει, ὅπως κρατηθῶσιν ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ὑπαλλήλων 5% ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου· Ἐπιτροπὴ πολιτῶν Πεταλιδίου παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ σταφιδικῆς συμβάσεως· Ὁ δήμαρχος Ἁλμυροῦ ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σιδηροδρομικοῦ δικτύου τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ καὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ ὠφελειῶν· Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει φάκελον ἐγγράφων σχετικῶν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας· Ὁ κ. Β. Σεραφεὶμ ὑποβάλλει ἐπερώτησιν περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ γραμματιστῶν τοῦ διαιρεθέντος δήμου Ἤλιδος· Ὁ κ. Θ. Φαρμακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγραφῆς ἐτησίας συνδρομῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ κράτους εἰς γυμνάσια, ἐμπορικὰς σχολὰς κτλ.» Ὁ κ. Θ. Λέκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους.» (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 109–110). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς αʹ ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι: Συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας. Ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἐπερώτησις γενικευμένη.
§2Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§3ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐγώ.
§4Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Θὰ ζητήσω, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναβολὴν καὶ ἑπομένως προηγεῖται τοῦτο. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπορρίψῃ, τότε ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Εὐταξίας.
§5Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Διατί τὴν ἀναβολήν;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Εὐταξία, ἐὰν πρόκειται περὶ ἀναβολῆς, νὰ προηγηθῇ ὁ κ. Αἰγιαλείδης.
§7ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πιθανὸν νὰ καταλήξω καὶ ἐγὼ εἰς αὐτήν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ ζητήσητε ὑμεῖς· ἀλλ’ εἶναι κανονικώτερον νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Αἰγιαλείδης τὴν ἀναβολήν.
§9ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως θὰ καταλήξω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὁ ἐνδιαφερόμενος πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§11ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἷς τῶν κ. Βουλευτῶν ἀπηύθυνε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἐπερώτησιν περὶ τῆς ταχυδρομικῆς συμβάσεως, τῆς συνομολογηθείσης μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Βουλευτὴς ἐζήτησεν ἐγγράφως νὰ κατατεθῶσι πληροφορίαι καὶ ἔγγραφα σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἐπερώτησίν του. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως καλῶς ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς διετύπωσε τότε καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως αἴτησιν περὶ καταθέσεως πληροφοριῶν καὶ ἐγγράφων ἀναγομένων εἰς τὰς διπλωματικὰς σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς παραιτήσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐγώ, Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι εὗρον κατ’ ἀρχὴν ὀρθὴν καὶ δικαίαν τὴν τοιαύτην αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ταχυδρομικῆς συμβάσεως εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένον πρὸς τὸ ζήτημα τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας, οὕτως ὥστε ἄνευ τῆς ἐξετάσεως τούτων ν’ ἀποβαίνῃ ἀδύνατος ἡ κατανόησις τῶν λόγων οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς περιώρισεν αὐθαιρέτως πως τὸ χρονικὸν διάστημα ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ διπλωματικαὶ ἡμῶν σχέσεις πρὸς τὴν Ῥωμανίαν εἰς πολὺ στενὰ ὅρια, διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔγνων ἐγὼ τότε νὰ ἐπεκτείνω τὰ ὅρια ταῦτα μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν διεκόπησαν αἱ σχέσεις ἡμῶν αὗται ἐν ἔτει 1905. Πρὸς τοῦτο ἔσπευσα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ἔγγραφον ἀναγόμενον εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σχέσεων ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου, συγχρόνως δὲ παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα προσκομίσῃ εἰς ἡμᾶς πᾶσαν πληροφορίαν καὶ πᾶν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου του καὶ τῆς ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του διατελούσης Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ἡμῶν ἀναγόμενον εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως. Πᾶς τις, Κύριοι, θὰ συνομολογήσῃ ὅτι αἱ πληροφορίαι καὶ τὰ ἔγγραφα περὶ ὧν ὁ λόγος νῦν εἶναι ὅλως ἀπαραίτητα πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ὅπερ ἀνεκίνησε κατὰ προηγουμένην τῆς Βουλῆς συνεδρίασιν ἡ ξυνωρὶς τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν Ἀγυιᾶς καὶ Ἀττικῆς, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ὧν μάλιστα ἠπείλησεν αὐτὴ νὰ ὑποβάλῃ καὶ πρότασιν περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ὡς προβάντων δῆθεν εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην χάριν ἰδιοτελῶν ταπεινῶν συμφερόντων. Τούτου δ’ ἕνεκα καὶ πᾶς ἄλλος, μάλιστα δ’ ἐγὼ ὁ συνάδελφός των ἔπρεπε ν’ ἀναμένω ἐναγωνίως τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων. Δὲν ἤμην, Κύριοι, παρὼν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅτε δὲ σήμερον τὴν πρωίαν ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ προσκομίσῃ κατ’ αὐτὴν τὰ ἔγγραφα....
§12ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίνα ἔγγραφα;
§13ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ ἔγγραφα τῆς ῥωμανικῆς συμβάσεως. Οὕτω τοὐλάχιστον ἀνέγραψαν αἱ πρωιναὶ ἐφημερίδες, ἐγὼ δὲ νομίζων ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἦσαν τὰ αἰτηθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ἔσπευσα σήμερον πρὸ μεσημβρίας ν’ ἀναζητήσω αὐτὰ ἐν τοῖς Γραφείοις τῆς Βουλῆς. Μετ’ ἀπορίας μου ὅμως εἶδον τότε ὅτι πάντα τὰ περίφημα ταῦτα ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀπεδεικνύετο «τὸ τερατῶδες σκάνδαλον τῆς συμβάσεως μὲ τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν», ὡς ἐτερατεύετο γνωστή τις ἐφημερίς, ἦσαν δύο πιστοποιητικά. Τὸ ἓν τούτων ἔχει συνταχθῆ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἔχει ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Κύριε Πρόεδρε Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 164 σημερινῆς διαταγῆς ὅτι δὲν παρεδόθη εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν ἀντίγραφόν τι πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σχετικοῦ πρὸς τὴν συναφθεῖσαν σύμβασιν μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας». Τὸ ἕτερον πιστοποιητικὸν ἔχει συνταχθῆ ὑπὸ τοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διεκπεραιωτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ἁγιουτάντε καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Κύριε Πρόεδρε Ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν πρακτικῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν φαίνεται πρακτικὸν κατακεχωρισμένον σχετικῶς πρὸς τὸν νόμον ͵ΓΥΝΘʹ, ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας». Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι ν’ ἀποδώσω εἰς ἄλλο τι τὴν αἴτησιν καὶ ὑποβολὴν τῶν τοιούτων πιστοποιητικῶν ἢ εἰς τὸ ὅτι ἠγέρθη ἐνταῦθα, ὡς φαίνεται, ἡ ὑπόνοια ὅτι ἦτο δυνατόν ποτε ἡμεῖς οἱ συνάδελφοι τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσωμεν νὰ ὑπεκφύγωμεν τὴν μετ’ αὐτῶν ὑπουργικὴν ἀλληλεγγύην. Ὅπως λοιπὸν ἐξασφαλισθῇ καὶ ἡ ἡμετέρα παραπομπὴ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, δι’ ὃ προώρισαν οἱ ἔντιμοι Βουλευταὶ Ἁγυιᾶς καὶ Ἀττικῆς τοὺς ἀξιοτίμους ἐξ Οἰτύλου καὶ ἐκ Μαντινείας Βουλευτάς, ἐζητήθη ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν πιστοποιητικῶν τῶν κ. Μαρίνου καὶ Ἁγιουτάντε ὅτι τὸ μέγα ἔγκλημα τῆς συνομολογήσεως τῆς ταχυδρομικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας ἀπεφασίσθη καὶ ἐξετελέσθη ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Φαντάζεται δ’ ἕκαστος τώρα ὁποία θὰ εἶναι ἡ θλῖψίς των ὅτι διὰ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος πιστοποιητικῶν πᾶν ἄλλο ἀπεδείχθη ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἐπεθύμουν. Ἀλλ’ ἂς ἡσυχάσωσι, Κύριοι, καὶ οἱ ἔντιμοι Βουλευταὶ Ἁγυιᾶς καὶ Ἀττικῆς καὶ τὸ ἔντιμον αὐτῶν ὄργανον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὅπερ ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ ἰσχυρίσθη πρό τινων ἡμερῶν ὅτι ὁ κυρίως ἔνοχος ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως εἶμαι ἐγώ. Ναί, ἐγώ, ὃν κατήγγειλε τὸ ὄργανον αὐτὸ ὅτι ἔχων πολλὰ καὶ μεγάλα συμφέροντα ἐν Ῥωμανίᾳ — δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ μὲ φαντάζωνται οἱ γνωστοὶ καλοθεληταί μου ὡς ἰδιοκτήτην τίς οἶδεν ὁποίων ἀτμοπλοίων καὶ μεγάλων ἀγροτικῶν κτήσεων ἐν Ῥωμανίᾳ! — χάριν αὐτῶν τῶν συμφερόντων μου ἀπεπλάνησα, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοὺς συναδέλφους μου Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας καὶ τοὺς ἀγαθοὺς ἡμῶν συμπολίτας, τοὺς σπεύσαντας νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν χοροεσπερίδα, τὴν δοθεῖσαν ἐπὶ τοῦ ῥωμανικοῦ ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον κατέπλευσεν εἰς τὸν Πειραιᾶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ μηνὸς τούτου (Ἱλαρότης). Βεβαίως, Κύριοι, πρὸς τοιούτους ἀχρείους ὑπαινιγμοὺς καθίσταται περιττὴ πᾶσα ἀπάντησίς μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ὅπως καθησυχάσω τοὺς ἐντίμους Βουλευτὰς Ἁγυιᾶς καὶ Ἀττικῆς, δηλῶ νῦν ὅτι ὁ Βουλευτὴς Μαντινείας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν ὑφιστάμενον αὐτοῦ Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἵνα συνομολογήσῃ τὴν μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας σύμβασιν, ἀφοῦ προηγουμένως ἔλαβε τὴν συγκατάθεσιν εἰς τοῦτο παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ ἡμῶν Συμβουλίου. Κατ’ ἀκολουθίαν ἦτο περιττὸν νὰ ζητηθῶσι πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος πιστοποιητικὰ βεβαιοῦντα τὴν ὕπαρξιν σχετικοῦ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ ἡμῶν Συμβουλίου, ἀφοῦ τοιαῦτα πρακτικὰ οὐδέποτε συντάσσονται, προκειμένου περὶ συνομολογήσεως ταχυδρομικῶν συμβάσεων. Διὰ τοῦτο ἦτο περιττὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔγγραφα τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἐζητήθησαν παρ’ αὐτοῦ.
§14ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατέθηκα δύο μόνον ἔγγραφα χθὲς εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀναγόμενα εἰς τὸ ζήτημα ἑνὸς πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἠρωτήθημεν περὶ τούτου ἐν ἐπερωτήσει, ἂν ὑπάρχει δηλαδὴ πρακτικὸν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· δὲν εὑρέθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἰς τὸ βιβλίον πρακτικῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἐζήτησα μήπως εἰς τὸ ταχυδρομεῖον ἔχουσιν ἀντίγραφόν τι· μοὶ ἀπήντησαν ὅτι δὲν ἔχουσι, καὶ ἑπομένως κατέθηκα τὴν διπλῆν πιστοποίησιν, ὅτι πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ὑπάρχει.
§15ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλά, Κύριοι, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, δὲν προέκειτο περὶ τούτου μόνον. Ἐζητήθησαν ἔγγραφα, πράγματι σχετιζόμενα πρὸς τὴν προκειμένην σύμβασιν, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς.
§16ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτοῦ δι’ εἰδικῆς ἐπερωτήσεως· εἰς ταύτην τὴν εἰδικὴν ἐπερώτησιν ἀπήντησα ἐγγράφως, ὥστε δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγητε ὅτι κατετέθησαν ἔγγραφα ἅτινα δὲν ἐζητήθησαν. Ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτοῦ, καὶ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἡ αἴτησις.
§17ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς Ἀγυιᾶς ἐπεθύμει νὰ προσαγάγητε ἐνταῦθα πιστοποιητικὰ βεβαιοῦντα τὴν ὕπαρξιν πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐξ οὗ θ’ ἀπεδεικνύετο ἡ συνενοχή μου εἰς τὸ μέγα ἔγκλημα τῆς ῥωμανικῆς συμβάσεως, οὐχὶ δὲ πιστοποιητικὰ βεβαιοῦντα πᾶν τοὐναντίον, ἤτοι τὴν μὴ ὕπαρξιν τοιούτου πρακτικοῦ. Διότι, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἰς τί δύνανται νὰ τῷ χρησιμεύσωσι τὰ προσαχθέντα πιστοποιητικὰ τὰ διατρανοῦντα τὸ τελευταῖον τοῦτο; Ἀλλ’ ἀφοῦ, κ. Πρωθυπουργέ, ὡς παρατηρεῖτε καὶ ὑμεῖς, ἐγὼ προθύμως πάνυ συμμετέχω τῆς εὐθύνης τῶν συναδέλφων μου καὶ προκαλῶ μάλιστα τοὺς κατηγόρους τούτων, ἂν ἔχωσι τὸ θάρρος, νὰ συμπεριλάβωσι καὶ ἐμὲ εἰς τὸ κατηγορητήριόν των, ἀντὶ νὰ ὑποβάλητε ὑμεῖς τὰ ὅλως ἄσκοπα πιστοποιητικὰ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ διεκπεραιωτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔπρεπε νὰ συστήσητε εἰς τοὺς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν συναδέλφους σας νὰ καταθέσωσιν ὅσον οἷόν τε τάχιον τὰ παρ’ αὐτῶν αἰτηθέντα ἔγγραφα, ὧν ἄνευ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ταχυδρομικῆς συμβάσεως, τῆς συνομολογηθείσης ὑφ’ ἡμῶν μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη μέχρι τῆς καταθέσεως πάντων τῶν αἰτηθέντων ὑπ’ ἐμοῦ ἐγγράφων, τοῦτο δὲ τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐλπίζεται νὰ ἐπανακάμψῃ ἐν τῷ μεταξὺ ἐξ Ἑσπερίας καὶ ὁ ἀπὸ χθὲς ἤδη ἀναμενόμενος ἐνταῦθα πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι οὕτω πως ζητῶ ἐγὼ νὰ ὑπεκφύγω τὴν συζήτησιν. Ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἂν προκληθῶ εἰς τοῦτο, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ φιμώσω τοὺς κατηγόρους ἡμῶν·
§18Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω ὅτι ἐν τοῖς Ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ὑπάρχουσιν ἐπίσημα ἔγγραφα περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ῥωμανίας καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου μέχρι 15 Ἰανουαρίου. Ὡς πρὸς τἆλλα ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος νομίζω ὅτι δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσιν, ἐνόσῳ εἶναι εἰσέτι ἐκκρεμὲς τὸ ἑλληνορρωμανικὸν ζήτημα. Οὐδεμία σοβαρὰ διαπραγμάτευσις ἐγένετο εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποδεικνύηται ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις μεταξὺ Ῥωμανίας καὶ Ἑλλάδος. Τὰ ἔγγραφα μέχρι τοῦ 1906 ἔτους εἶναι δημοσιευμένα ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ καὶ ἐκεῖθεν δύνασθε νὰ λάβητε πάσας τὰς πληροφορίας περὶ τῶν διαβημάτων τὰ ὁποῖα ἐγένοντο καὶ περὶ τῶν διαπραγματεύσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τότε μεταξὺ τῶν κυρίων Βαρατάση καὶ Λαχωβάρη. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι καὶ αἱ τοῦ πρεσβευτοῦ ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει κ. Γρυπάρη ἦσαν ἀνεπίσημοι. Ἄλλα ἐπίσημα διαβήματα δὲν ἔχομεν.
§19ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἐνθυμῆσθε, κ. Ὑπουργέ, ἐν τῇ ἐμῇ ἐπερωτήσει ποιοῦμαι λόγον ὄχι μόνον περὶ ἐπισήμων, ἀλλὰ καὶ περὶ ἀνεπισήμων.
§20Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐμπιστευτικῶν μάλιστα λέγετε. Ἐὰν ὑπῆρξεν οἱοσδήποτε Ῥωμᾶνος πολιτευόμενος ἢ διπλωμάτης ὁ ὁποῖος ἐξήνεγκεν οἱανδήποτε προσωπικὴν γνώμην, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴ γίνῃ γνωστὸν τὸ ὄνομά του.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§22Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα περιέχουσι γνώμην πολιτικοῦ τινος Ῥωμάνου ἢ Ἕλληνος διπλωμάτου. Ἄλλαι διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ δὲν ἔχουσι διεξαχθῆ. Ἔχομεν πολλὰ ἔγγραφα περιέχοντα προσωπικὰς γνώμας Ῥωμάνων, ἀλλὰ τοιαῦτα ἔγγραφα δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, διότι θὰ ἐκθέσωμεν πρόσωπα χωρὶς ἀποτέλεσμα. Νομίζω ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσι καὶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.
§23ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι νὰ προσθέσω εἰς τὰ ἐπαρκῆ ταῦτα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ δύο ἐγγράφων ἅτινα καὶ μόνα εὗρε δυνάμενα ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. συναδέλφου· ἐξητάσθησαν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὰ ἔγγραφα ταῦτα, οὐδὲν δ’ ἐν αὐτοῖς ἐμπεριέχεται...
§24Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τίνος ἐποχῆς;
§25ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦ συνεδρίου τῆς Ἅγης τοῦ τελευταίου. ... Οὐδὲν ἐμπεριέχεται ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις ὅπερ νὰ δύναται οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς διαφώτισιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἐκεῖ ἐν δείπνῳ, εἰς ὃ ἦτο κεκλημένος καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἐλέχθησαν πολλὰ καὶ διάφορα καὶ πολλαὶ τρυφερότητες ἀντημείφθησαν, διότι ᾐσθάνοντο καὶ οἱ δύο κεκλημένοι στενοχωρίαν, ἐπειδὴ ἐδείπνουν ὁμοτράπεζοι, ἐνῷ τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἀντιπροσωπευόμενα Κράτη εἶχαν διακεκομμένας τὰς σχέσεις. Ταῦτα, σημειώσατε, συνέβαινον κατὰ τὸ Συνέδριον τὸ ἐν Ἅγῃ. Ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ ἐθαυμάσαμεν τὴν σαφήνειαν τῶν ἰδεῶν — τὰ πράγματα ἐγίνοντο inter pocula —, ἐθαυμάσαμεν τὴν σαφήνειαν τῶν ἰδεῶν τῶν συνδαιτυμόνων, οἵτινες ὡμίλησαν γενικῶς θαυμάσια καὶ ἐξήνεγκον εὐχὰς περὶ μέλλοντος εἰρηνικωτέρου μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ἀλλ’ οὐδὲν πλέον πέρα τούτου ἐγένετο.
§26ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτὴ σήμερον, νὰ ὁρισθῇ δὲ δι’ ἄλλην ἡμέραν. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, ὅστις ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του διατί ἐζητήθη τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ πρακτικὸν τοῦτο τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ ὅτι δὲν ὑπῆρχε, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ ὅτι ἦτο δυνατὸν τοιαύτη σπουδαία σύμβασις νὰ ὑπογραφῇ χωρὶς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἂν ἐξωτερικαὶ μεγάλαι ἀνάγκαι καὶ ἐξωτερικὰ συμφέροντα ἐπέβαλλον τὴν ἐπανάληψιν τῶν πλῶν τῶν ῥωμανικῶν ἀτμοπλοίων εἰς τὸν Πειραιᾶ, δὲν ἠδυνάμην, λέγω, νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦτο δυνατὸν ὅλως ἀνεξετάστως νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐπίσημοι σχέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μετὰ τοῦ Ῥωμανικοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος διεκήρυξεν ὅτι ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νομίζει ὅτι εἶναι συνυπεύθυνον, ἐὰν βεβαίως ὑπάρχῃ τοιαύτη εὐθύνη ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἐπιμένῃ διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῶν μὴ ἐπισήμων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Διότι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται παρά, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, περὶ φιλοφρόνων ὁμιλιῶν γενομένων ἐν δείπνῳ. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ περισσότερον, νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἀμέσως καὶ συζήτησις ἐκτενής, διότι πρόκειται περὶ ἀπεμπολήσεως ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων.
§27Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μόλις πρὸ ὀλίγου ἐπανῆλθον ἐκ τοῦ ταξιδίου μου, καθ’ ὁδὸν δ’ ἔμαθον τὰ τοῦ ζητήματος τούτου. Παρακαλῶ ν’ εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν.
§28ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§29Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ εἴπω δύο λέξεις. Μετὰ τὰς καταγγελίας τὰς γενομένας καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἁγυιᾶς καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν ὅτι ἡ κατακρινομένη σύμβασις ἐψηφίσθη ἐπὶ τῇ βεβαιώσει τῶν τότε Ὑπουργῶν ὅτι ψηφίζεται, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς de bons procédés, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ Ῥωμανίας καὶ Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1905, πᾶς τις ὑπέθετεν ὅτι πράγματι κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον διετέλεσεν ἐν τῇ Ἀρχῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου μετὰ τοῦ συναδέλφου του ἐγένοντο διαβήματα, καὶ διαβήματα σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι πράγματι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις μεταξὺ τῆς Ῥωμανίας καὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι τοιαῦτα διαβήματα εἶχον γίνει δυνάμενα νὰ καλύψωσι τὴν εὐθύνην τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαπραχθεῖσαν ἐκείνην σύμβασιν, ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ πᾶν ἔγγραφον διαμειφθὲν ἐν σχέσει πρὸς τὴν διαφορὰν μεταξὺ Ῥωμανίας καὶ Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου, ἤτοι τῆς αὐτῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἦλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου, ὅτε ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Ἀρχήν. Νομίζω ὅτι αὐτὸ ἦτο ἐπαρκές, ὅπως ἀποδειχθῇ ὅτι πράγματι ὑπῆρξεν οἱαδήποτε διαπραγμάτευσις. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ ὀλίγου ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι οὐδ’ ἴχνος ἐγγράφου ὑπάρχει ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ προέκυπτεν ὅτι ἐγένετο, ἔστω καὶ ἐπιπολαία, τοιαύτη διαπραγμάτευσις. Βεβαίως αὕτη ἦτο ἐπαρκὴς ὅπως ἀποδειχθῇ ὅτι, ἐὰν πράγματι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐβεβαιώθη ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ ἤθελε χρησιμεύσει ὡς μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλομεν ἐξευμενίσει τὸ Ῥωμανικὸν βασίλειον, τὸ ὁποῖον τόσον ἠδικήθη ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, ἠθέλομεν ἀναγκαίως φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ Ὑπουργοῦ...
§30ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ...
§31Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλέχθη ἐνταῦθα ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς.
§32ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπὸ τίνος;
§33Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀγυιᾶς συναδέλφου κ. Σλῆμαν, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ἡ ταχυδρομικὴ σύμβασις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως ὁ βουλευτὴς Ὕδρας κ. Ἰ. Κουντουριώτης ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν λόγῳ τοῦ ὅτι εἶχον διακοπῆ αἱ σχέσεις, καὶ τότε εἷς τῶν κ. Ὑπουργῶν, διότι δὲν παρέστην κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὑπέδειξεν εἰς τοὺς ἀνθισταμένους εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως Βουλευτὰς ὅτι πρόκειται περὶ μεγίστων συμφερόντων καὶ περὶ τοῦ τρόπου δι’ οὗ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι περιπλέον δὲν θέλει κυρωθῆ ἡ σύμβασις αὕτη, πρὶν ἢ κατορθωθῇ ἡ συνεννόησις μεταξὺ Ῥωμανίας καὶ Ἑλλάδος. Νομίζω ὅτι ἡ αἴτησίς μου εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως κατηγορουμένης διὰ τὴν διάπραξιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἀλλὰ κατόπιν ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος ἐζήτησε νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρον τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα ἀποδειχθῇ ἄν ποτε ὑπῆρξε διαπραγμάτευσίς τις ἀφορῶσα εἰς τὰς σχέσεις Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ ἐνταῦθα πᾶν ἔγγραφον ζητούμενον, καθόσον ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως αὐτοῦ οὐδόλως ζημιοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· διότι τέλος πάντων πρέπει νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ὑπῆρξε πραγματικὴ ἡ ἰδέα τῆς ἐπαναλήψεως ἀγαθῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν ὑπαγορεύουσα τὴν σύμβασιν. Ζητοῦσιν ἀναβολήν. Οὐδεὶς λόγος ἀπαγορεύει αὐτήν. Ἡ παρέμβασις καὶ ἡ αἴτησις τοῦ Βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Τριανταφυλλάκου εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι μόλις ἀφικόμενος πῶς θὰ ἐλάμβανε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων; Ἀλλ’ ἴσως ἡ ἀναβολὴ χρησιμεύσῃ ἵνα προσέλθῃ ἐνταῦθα καὶ ὁ Βουλευτὴς Ὕδρας κ. Κουντουριώτης, εἰς ὃν ἐδόθη ἡ βεβαίωσις, καὶ τότε θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν αἱ βεβαιώσεις ἐκεῖναι νὰ θεωρηθῶσιν ὡς βεβαιώσεις δυνάμεναι νὰ γίνωσιν ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι περιεβάλλοντο μὲ τὸ ἐπίσημον ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ.
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι οὔτε ἐγὼ οὔτε ἄλλος τις τῶν συναδέλφων μου Ὑπουργῶν ἐδηλώσαμεν ὅτι ἡ σύμβασις συνδέεται μὲ τὸ σπουδαῖον ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας.
§35Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τώρα προέχει τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς. Ὅταν θὰ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἐξετασθῶσι πάντα, ἵνα ἴδωμεν πῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἐνέργεια ἥτις οὐ μόνον ἐζημίωσε τὴν ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, ἐζημίωσε τὰ δημόσια καὶ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος ἐξηυτέλισεν ἀπέναντι τῶν ξένων.
§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς δράττεται πάσης εὐκαιρίας, ὅπως ἐκδηλώσῃ τὸ ἄσβεστον αὐτοῦ πάθος τόσον κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ὅσον καὶ κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἐνόσῳ περιορίζεται αὐτὸς εἰς προσωπικὰς μόνον ὕβρεις καὶ ἐπιθέσεις καθ’ ἡμῶν οὐδεμιᾶς βεβαίως δύναται νὰ τύχῃ παρ’ ἡμῶν ἀπαντήσεως, διότι οὐδέποτε ἡμεῖς θ’ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτὸν ἐπὶ τόσῳ ταπεινοῦ καὶ εὐτελοῦς πεδίου. Νῦν ὅμως ἠθέλησεν αὐτὸς νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὰς ὕβρεις καὶ ἐπιθέσεις του καὶ αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις καὶ ὑπὸ ἐσωτερικήν, μάλιστα δὲ ὑπὸ ἐξωτερικὴν ἔποψιν πρέπει νὰ ἵσταται ὑπεράνω παντὸς προσωπικοῦ ζητήματος καὶ νὰ προκαλῇ τὴν εὐλάβειαν καὶ τὸν σεβασμὸν πάντων ἡμῶν. Καὶ ἠκούσατε, Κύριοι, τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἐπιτιθεμένου κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν ζητήματι ἀναγομένῳ εἰς τὰς διεθνεῖς ἡμῶν σχέσεις καὶ ἰσχυριζομένου περὶ αὐτῆς ὅτι οὐ μόνον ἐζημίωσε τὴν ναυτιλίαν καὶ τὰ δημόσια ἡμῶν συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ ἐξηυτέλισε τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν ξένων. Ὅτε ὅμως τοιαῦτα ἐκστομίζει ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ὑπεραμυνθῶμεν οὐχὶ πλέον ἡμῶν αὐτῶν, ἀλλὰ τοῦ κύρους καὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐννοεῖ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ διασύρῃ ἀδιαφορῶν ἂν καὶ ὁ ἴδιος πολλάκις μέχρι τοῦδε προέστη καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀξιοῖ νὰ προστῇ αὐτῆς καὶ πάλιν. Ἐγώ, Κύριοι, θεωρῶ ἀνίκανον καὶ πᾶσαν ἄλλην Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, μάλιστα δὲ τὴν προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, τοῦ φέροντος τὸ τετιμημένον ὄνομα τοῦ Μαυρομιχάλη, νὰ ἐξευτελίσῃ ἀπέναντι τῶν ξένων τὸ Κράτος ἡμῶν. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν Ἕλληνες Ὑπουργοὶ ἀνίκανοι νὰ προστατεύσωσι προσηκόντως καὶ νὰ προαγάγωσι τὰ δημόσια καὶ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Ἀλλὰ διὰ τούτους ὑπάρχουσιν αἱ πολιτικαὶ καὶ ἐν ἀνάγκῃ αἱ νομικαὶ εὐθῦναι, ἃς δύναται νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν καὶ πᾶς ἄλλος, μάλιστα δὲ ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅστις ἔχει τὸ εὐτύχημα νὰ περιστοιχίζηται ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τόσων φίλων, ὅσοι ἀπαιτοῦνται κατὰ νόμον ἵνα συνυπογράψωσι μετ’ αὐτοῦ τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς καὶ περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς αὐτὸν ν’ ἀπειλῇ τοιοῦτό τι, ὡς ἔπραξεν ἤδη κατὰ τὴν πρώτην ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας, καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ εἶτα εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἀπειλῆς του. Πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ διασύρῃ, ὡς ἔπραξε σήμερον, αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τοῦτο πράττων ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀναγκάζει ἐμὲ νῦν νὰ ἐπιληφθῶ πάραυτα τῆς συζητήσεως καὶ ν’ ἀποδείξω ὁπόσον ἄδικοι καὶ ἀνυπόστατοι εἶναι αἱ αἰτιάσεις του αὗται κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πολιτευθεῖσα ὡς ἐπολιτεύθη ἐν τῷ ζητήματι τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας καὶ τὰ καλῶς ἐννοούμενα ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐφρόντισεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ προστατεύσῃ καὶ προαγάγῃ καὶ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους ἐκράτησεν ὑψηλά.
§37Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ προβῶμεν τώρα εἰς τὴν συζήτησιν;
§38ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἄνευ ἀπαντήσεως ὅσα ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπε κατὰ τρόπον προκλητικώτατον δι’ ἡμᾶς, νομίσας ἴσως ὅτι θ’ ἀπέφευγε τὴν τοιαύτην ἀπάντησιν, ὡς ἐκ τῆς προηγουμένης προτάσεώς μου καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐκδηλωθείσης ἤδη διαθέσεως τῆς Βουλῆς περὶ ἀναβολῆς τῆς προκειμένης συζητήσεως. Ἐδήλωσα, Κύριοι, πρίν, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ νῦν, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων πρὸς συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας, ἀφοῦ προηγουμένως συνεζητήθη αὕτη κατ’ ἀρχὴν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ ἡμῶν Συμβουλίῳ καὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τούτου. Ἐλπίζω διὰ τῆς δηλώσεώς μου ταύτης νὰ φιμωθῇ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ὅστις ἰσχυρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὰ Ὑπουργικὰ ἡμῶν Συμβούλια ἦσαν... ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἐπαναλάβω τὴν χυδαιολογίαν του. Ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν ἡμῶν Συμβούλιον συνήρχετο τακτικῶς ἅπαξ τοὐλάχιστον τῆς ἑβδομάδος, συνεζητοῦντο δὲ κατ’ αὐτὸ πάντα τὰ σπουδαῖα κυβερνητικὰ ζητήματα καὶ δὴ κατὰ τρόπον κινοῦντα μόνον τὸν φθόνον τῶν νῦν κατηγόρων ἡμῶν, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑπῆρξεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς, περὶ τούτου δὲν θὰ ὑπολειφθῇ ἀμφιβολία τις, ὡς πιστεύω, μετὰ τὴν λεπτομερῆ ἀφήγησιν τῶν ἀνακοινώσεων καὶ σκέψεων τῶν γενομένων ἐν τῷ Ὑπουργικῷ ἡμῶν Συμβουλίῳ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ζητήματος τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος συμβάσεως. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγνώρισεν ἡμῖν ὅτι ἀφίκετο εἰς Ἀθήνας ἀντιπρόσωπος τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας, ὅστις ἐπισκεφθεὶς αὐτὸν ἐπέδειξε πρόσκλησιν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ἡμῶν πρὸς συνομολόγησιν ταχυδρομικῆς συμβάσεως, χρονολογουμένην μῆνας πολλοὺς πρὸ τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἐξητάσθη τότε ὑφ’ ἡμῶν κατὰ πόσον ὑπὸ ἔποψιν διεθνῆ καὶ νομικὴν θὰ ἐπετρέπετο ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως, κατὰ πόσον δ’ ἐδέσμευεν ἡμᾶς ἡ προηγηθεῖσα πρόσκλησις τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τέλος ἂν αὐτὴ συνέφερεν ἡμῖν οὐ μόνον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἐθνικὴν καὶ πολιτικὴν καθόλου ἔποψιν. Τότε, Κύριοι, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀφηγήθη πρὸς ἡμᾶς διὰ μακρῶν τὰ κατὰ τὰς διπλωματικὰς σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας. Ἀνεσκόπησε τὰ θλιβερὰ συμβάντα τὰ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν διπλωματικῶν σχέσεων, ἅτινα ἔπληξαν εἰς τὰ καίρια πολλαπλᾶ ἡμῶν συμφέροντα ἐν Ῥωμανίᾳ. Δὲν ἀπέκρυψεν ὅμως τὴν λύπην του διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ὁ ἡμέτερος Πρωθυπουργὸς ἐν ἔτει 1905 ἐπέσπευσε τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ἐν στιγμιαίᾳ παραφορᾷ ἐξ ἐκείνων ὧν μάρτυρες παριστάμεθα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐνταῦθα καὶ ἧς γνῶσιν ἔλαβον οἱ τότε συνάδελφοί του Ὑπουργοὶ τὸ πρῶτον ἐκ τῶν ἐφημερίδων. Ἡ διακοπὴ ἐκείνη τῶν σχέσεων ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ ἐπεδείνωσεν ἔτι μᾶλλον τὴν κατάστασιν· διότι ἔκτοτε ἐπετάθη ὁ διωγμὸς τῶν Ἑλλήνων ἐν Ῥωμανίᾳ, ἐξακολουθήσας ἀμείλικτος μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 1907. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρετηρήθη ὕφεσίς τις τοῦ διωγμοῦ τῶν Ἑλλήνων ἐν Ῥωμανίᾳ, εἰς ἣν ἐπηκολούθησε καὶ ποιά τις ἐκδήλωσις εἰρηνικῶν πρὸς ἡμᾶς διαθέσεων, ὡς μαρτυρεῖ ἰδίᾳ τὸ ἑξῆς γεγονός. Κατὰ τὸ δεύτερον συνέδριον τῆς εἰρήνης ἐν Ἅγῃ, ὡς ὑπηνίχθη ἤδη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο ἡ πρώτη ἐκδήλωσις τῶν τοιούτων διαθέσεων.
§39ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· δὲν εἶπον τοιοῦτό τι.
§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ λέγω τότε ἐγώ, ὡς πρώην Ὑπουργός.
§41ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν τὸ λέγητε ὑπ’ εὐθύνην σας, ἄλλο τὸ ζήτημα. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐν γεύματι ἐν ᾧ παρευρίσκοντο οἱ δύο ἀντιπρόσωποι, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ῥωμανίας, συντρώγοντες, ἐγένετο ὅλως διόλου φιλικὸς ἀνεπίσημος λόγος περὶ ἐπαναλήψεως καλυτέρων σχέσεων ὑπὸ τοῦ κ. ἀντιπροσώπου τῆς Ῥωμανίας...
§42ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἰσχυρίζομαι καὶ ἐγώ.
§43Σ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ...... εἰς ὃν λόγων γενομένων μεταξὺ ποτηρίων, ὡς εἶπον λατινιστί, ἀπήντησεν ὁ ἡμέτερος ἀντιπρόσωπος ἀποδοὺς τὴν φιλοφροσύνην· ἑκάτερος δὲ τούτων ἐπέμεινεν ὅτι δὲν ἤθελε νὰ βλάψῃ τὸν ἕτερον, καὶ ὁ ἀπαντήσας ἀπήντησεν ὅτι τὸ σφάλμα δὲν ἦτο τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα δὲν εἶναι διπλωματικὴ ἀνταλλαγή.
§44Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ποτηριακή!
§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τούτοις, ἂν κατετίθετο εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, θ’ ἀπεδεικνύετο ἐξ αὐτῆς ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς δηλώσεως ἐν τῷ μέσῳ πότου, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸ πρᾶγμα πάντως ὑπ’ εὐθύνην του ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§46Σ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι περίεργον τὸ πρᾶγμα. Ὅτε διεβεβαίωσα τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδὲν τούτου πλέον περιείχετο, ἔρχεσθε ὑμεῖς καὶ ἰσχυρίζεσθε τὸ ἐναντίον, νομίζοντες ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκ τούτου νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα ἔγγραφον περιέχον τὰ ὀνόματα ἐκείνων οἵτινες τοιαῦτα εἶπον ἐν δείπνῳ φιλικῷ καὶ ἀνεπισήμῳ καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντι πρὸς τὴν παροῦσαν συζήτησιν.
§47ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς διεβεβαίωσεν ἡμᾶς ὅτι, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς ἐμπιστευτικῆς ἐκθέσεως ἣν ἀπηύθυνεν ὁ ἐν τῷ συνεδρίῳ τῆς Ἅγης ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἡμῶν, προέκειτο μᾶλλον περὶ ἐκδηλώσεων τοιούτων αἵτινες ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πρόκλησις πρὸς ἔναρξιν διαπραγματεύσεων, ἔστω καὶ ὑπὸ τύπον ἡμιεπίσημον. Αἱ ἐκδηλώσεις δ’ αὗται ἐγένοντο ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου μεγάλης Δυνάμεως ἐξ ἴσου φιλικώτατα διακειμένης ἀνέκαθεν καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τὴν Ῥωμανίαν. Ὅτι δ’ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα μαρτυρεῖ τὸ γεγονὸς καθ’ ὃ ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη ἀνέθετο βραδύτερον εἰς τὸν αὐτὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἅγῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πόλιν ἐν ᾗ διετέλει πρεσβευτὴς ὁ ἐν Ἅγῃ ἀντιπρόσωπος τῆς Ῥωμανίας καὶ νὰ προέλθῃ μετ’ αὐτοῦ εἰς περαιτέρω ἐξηγήσεις, περὶ ὧν ἔκθεσιν λεπτομερῆ ἔχει ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος. Διατί ἀποφεύγετε νὰ προσκομίσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καὶ μόνων διαψεύσητε τοὺς λόγους μου;
§48ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀνύπαρκτα.
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀνύπαρκτα, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§50ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ πληρεξουσίου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ;
§51ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἐμπιστευτικὴν τοῦ ἑτέρου τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ συνεδρίῳ τῆς Ἅγης καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ πρεσβευτοῦ ἡμῶν ἐν τῇ πόλει ἐν ᾗ διατελεῖ ὡς τοιοῦτος καὶ ὁ πληρεξούσιος τῆς Ῥωμανίας ἐν τῷ συνεδρίῳ τῆς Ἅγης.
§52Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἢ μία καὶ μόνη.
§53ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ γινώσκω κάλλιστα ὅτι ὑπάρχουσι δύο τοιαῦται, εἶμαι δ’ ἠναγκασμένος ν’ ἀναφέρω ἐπὶ τέλους ὀνόματα. Ἡ μία τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν, ἡ ὅλως ἐμπιστευτική, ἔχει ἀπευθυνθῆ πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξ Ἅγης ὑπὸ τοῦ κ. Γ. Στρέϊτ, τὴν δ’ ἑτέραν ἔχει ἀπευθύνει βραδύτερον ἐκ Βερολίνου ὁ κ. Κλέων Ῥαγκαβῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἰσχυρίζεται νῦν ὅτι ὑπάρχει μία καὶ μόνη ἔκθεσις. Ἂς καταθέσῃ ἐπὶ τέλους καὶ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τότε θ’ ἀποδειχθῇ ἂν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν περὶ ἁπλῶν διαχύσεων, γενομένων παρὰ πότον μόνον, ἢ ἐγὼ διατεινόμενος ὅτι προέκειτο περὶ ἐκδηλώσεων σοβαρῶν. Ἀλλ’ ἐνόσω, Κύριοι, οὐδεμία ἔκθεσις προσκομίζεται εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδ’ αὐτὴ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνομολογουμένη, τότε ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παράσχω πλήρη πίστιν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ, περὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ποτε ἐτόλμησε νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν. Καὶ κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις ταύτας ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθῶμεν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ ἡμῶν Συμβουλίῳ ὅτι πράγματι ἤρξαντο νὰ ἐπικρατῶσι σκέψεις διαλλακτικώτεραι πρὸς ἡμᾶς ἐν τοῖς κυβερνητικοῖς κύκλοις τοῦ Βουκουρεστίου. Τοῦτο ἐγένετο ἤδη κατάδηλον καὶ ἐκ τῶν ἠπίων μέτρων ἅτινα αὐτοὶ ἔκτοτε ἐφαρμόζουσι κατὰ τῶν ἐν Ῥωμανίᾳ Ἑλλήνων.
§54ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε· μέχρι ταύτης τῆς ὥρας τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον Καλαφατίου, ἡ ἑλληνικὴ ἐκκλησία Καλαφατίου καὶ τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον Βραΐλας ἀνοικτὰ εἶναι ἢ κλειστά;
§55ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα (γέλωτες ἀριστερόθεν).... Εἶναι κλειστὰ καὶ θὰ μείνωσι δυστυχῶς κλειστὰ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦσι διακεκομμέναι αἱ διπλωματικαὶ ἡμῶν σχέσεις πρὸς τὴν Ῥωμανίαν. Ἀλλὰ τίνα σημασίαν ἔχουσι τὰ μεμονωμένα αὐτὰ γεγονότα, ὁσονδήποτε θλιβερὰ καὶ ἂν ὦσιν αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, ἀπέναντι ἄλλου γενικωτέρου καὶ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ σπουδαιοτέρου γεγονότος, καθ’ ὃ ἑκατοντάδες ὅλαι ἑλληνικῶν πλοίων προσορμίζονται ἐτησίως εἰς τοὺς ῥωμανικοὺς λιμένας, ὑποβαλλόμενα ἐν αὐτοῖς εἰς τὰ αὐτὰ τέλη εἰς ἃ καὶ τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη ἐν Ῥωμανίᾳ; Καὶ ἐλέχθη μὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ὁ Δούναβις εἶναι διεθνὴς ποταμός, εἰς ὃν εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἐλευθέρα ἡ ποταμοπλοΐα, ἀλλ’ εἰς τί θὰ ὠφέλει τὰ ἡμέτερα πλοῖα ἡ τοιαύτη ἐλευθερία τῆς ποταμοπλοΐας, ἐὰν ἐφηρμόζετο κατ’ αὐτῶν ὁ κατὰ τῶν ξένων πλοίων ψηφισθεὶς νόμος ἐν Ῥωμανίᾳ, δι’ οὗ θὰ καθίστατο ἀδύνατος ἡ προσόρμισις αὐτῶν εἰς ῥωμανικοὺς λιμένας καὶ ἡ φόρτωσις καὶ ἐκφόρτωσις; Ὅπως ἐννοήσητε, Κύριοι, ὁποῖον δεινὸν τραῦμα θὰ ὑφίστατο οὕτω πως ἡ ἑλληνικὴ ναυτιλία καὶ τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς. Κατὰ στατιστικὰς πληροφορίας, δημοσιευθείσας πρό τινος χρόνου, προσωρμίσθησαν ἐν ἔτει 1908 εἰς τοὺς ῥωμανικοὺς λιμένας ὑπὸ ἀγγλικὴν σημαίαν 295 ἀτμόπλοια χωρητικότητος 478.863 τόννων. Ἠξεύρετε δέ, Κύριοι, ποία σημαία ἔρχεται μετ’ αὐτὴν ἐκεῖ; Οὐχὶ ἡ αὐστρουγγρική, οὐχὶ ἡ ῥωσική, ἡ γαλλικὴ ἢ ἡ ἰταλική, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνική, ὑφ’ ἣν προσορμίζονται εἰς τοὺς ῥωμανικοὺς λιμένας καὶ φορτώνουσι καὶ ἐκφορτώνουσιν ἐτησίως 264 ἀτμόπλοια χωρητικότητος 393.271 τόννων. Ἀναλογίσθητε νῦν ὁποῖα συμφέροντα περικλείουσι δι’ ἡμᾶς αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ καί, ἂν δύνασθε, θεωρήσατε ταῦτα ὡς bayatelles ἀπέναντι τοῦ σχολείου καὶ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Καλαφατίου, περὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι μὲ τὴν ἐπανάληψιν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων θ’ ἀνοιχθῶσι καὶ πάλιν καὶ θ’ ἀποδοθῶσι πρὸς τὴν ἐκεῖ ὁμογενῆ κοινότητα. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν ὁποίας ἀνυπολογίστους ζημίας ὑπέστη ὁ Ἑλληνισμὸς ὡς ἐκ τῆς ῥήξεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀνάξιαι ὅλως λόγου δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν αἱ ζημίαι τοῦ Ῥωμανισμοῦ, ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς ν’ ἀντεπεξέλθωμεν πρὸς τὰς ἐκδηλωθείσας καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ διαλλακτικὰς διαθέσεις τῆς Ῥωμανίας πρὸς ἡμᾶς διὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ἐγινώσκομεν κάλλιστα ὅτι ἵστατο αὐτὴ ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο δι’ ἡμᾶς εἷς λόγος ἐπὶ πλέον, ἵνα μὴ ἀποφύγωμεν τὴν συνομολόγησιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος συμβάσεως καὶ δὴ τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ εὑρέθημεν αἴφνης ἐνώπιον προσκλήσεως ἣν εἶχε πρὸ μηνῶν ἤδη ἀπευθύνει πρὸς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν ἡ ἡμετέρα Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Τίς δέ, Κύριοι, ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐγγυηθῇ νῦν ὅτι, ἄλλως πολιτευόμενοι ἡμεῖς ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι, δὲν θὰ μετετρέπομεν τὰς τελευταῖον ἐκδηλωθείσας διαλλακτικὰς διαθέσεις τῆς Ῥωμανίας καὶ πάλιν εἰς ἀδιαλλάκτους καὶ δὲν θὰ ἐξεθέτομεν οὕτω τὸν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ Ἑλληνισμὸν εἰς νέους διωγμούς; Τίς ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐγγυηθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐξωθοῦμεν οὕτω πως αὐτὴν εἰς ἀντίποινα κατὰ τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας ἐξ ὧν ἡ ζημία θὰ ἦτο δεκαπλασία ἴσως ἐκείνης ἣν θὰ ὑφίστατο ἡ ῥωμανικὴ ἀτμοπλοΐα ἐκ τῆς μὴ συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως μετ’ αὐτῆς; Καὶ ἐλέχθη, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι δῆθεν ἡμεῖς δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀντάλλαγμά τι ἀπέναντι τῶν πλεονεκτημάτων ἅτινα παρεχωρήσαμεν πρὸς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν. Ἀλλὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ μικρόν τι καὶ ἀνάξιον λόγου τὸ ἀντάλλαγμα ὅπερ εἴχομεν ἤδη προκαταβολικῶς ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας ἐν Ῥωμανίᾳ; Ὅτε ἐκεῖ ἀπολαύουσι πάντων τῶν πλεονεκτημάτων τῶν ἐγχωρίων καὶ τῶν ξένων πλοίων τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Κρατῶν 264 ἑλληνικὰ πλοῖα χωρητικότητος 393.271 τόννων, ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμῃ οἱανδήποτε ἐντύπωσιν τὸ γεγονὸς καθ’ ὃ μέλλουσι ν’ ἀπολαύσωσι τῶν αὐτῶν πλεονεκτημάτων ἐν Ἑλλάδι τὰ 25 ῥωμανικὰ ἀτμόπλοια τὰ προσορμιζόμενα ἐτησίως εἰς τοὺς ῥωμανικοὺς λιμένας μετὰ χωρητικότητος 45.053 τόννων; Οἱ ἔντιμοι ὅμως Βουλευταὶ Ἁγυιᾶς καὶ Ἀττικῆς ἀντέταξαν καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Ἰσχυρίσθησαν ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 9 αὐτῆς, κατὰ τρόπον πρωτάκουστον, ἐχορηγήθη εἰς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν πλεονέκτημα, ὅπερ οὔτε τὰ ἑλληνικὰ οὔτε τὰ ξένα πλοῖα τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Κρατῶν κέκτηνται. Ἐνῷ δηλαδὴ πάντα ταῦτα ὑπόκεινται εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τῆς ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν τελῶν, τὴν ἐπιβληθεῖσαν διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΦΕʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1909, τὰ ῥωμανικὰ ἀτμόπλοια κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς σχετικῆς συμβάσεως θὰ ὑποβάλλωνται εἰς μόνα τὰ ἠλαττωμένα τέλη τῶν νόμων ͵ΒΡΚ τοῦ 1892 καὶ ͵ΓΛ τοῦ 1905. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τοῦτο ἀληθές; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚʹ «τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ ξένα, τὰ δυνάμει συνθηκῶν ἀφομοιούμενα πρὸς τὰ ἐγχώρια, προερχόμενα ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ καταπλέοντα εἴς τινα τῶν λιμένων τοῦ Κράτους, καταβάλλουσι τέλη ἀγκυροβολίας καὶ φαρικά....». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ αὐτοῦ νόμου «τὰ ξένα ἐμπορικὰ πλοῖα, ἱστιοφόρα καὶ ἀτμόπλοια, τὰ μὴ ἀφομοιούμενα διὰ συνθηκῶν πρὸς τὰ ἑλληνικά, καταβάλλουσι διπλάσια τὰ διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλόμενα τέλη κατὰ τὰς διαφόρους περιστάσεις. Δὲν δύνανται δὲ νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὸ δικαίωμα τοῦ περιορισμοῦ τῆς φορολογίας, τὸ ὁριζόμενον ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν πλοίων καὶ τῶν πρὸς ταῦτα ἀφομοιουμένων ξένων πλοίων». Τί συνάγεται, Κύριοι, ἀριδήλως ἐκ τῶν δύο τούτων ἄρθρων τοῦ νόμου τοῦ 1892; Πρῶτον ὅτι τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια ἀπολαύουσι τοῦ πλεονεκτήματος ἵνα φορολογῶνται κατὰ τὸ ἥμισυ ὀλιγώτερον τῶν ξένων καὶ δεύτερον ὅτι τοῦ πλεονεκτήματος τούτου ἀπολαύουσι καὶ τὰ ξένα, τὰ δυνάμει συνθηκῶν ἀφομοιωθέντα πρὸς τὰ ἑλληνικά. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν πᾶσαι αἱ συμβάσεις πρὸς ξένας ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας περιλαμβάνουσι τὴν ἑξῆς στερεότυπον ῥήτραν· «Ἡ εἰρημένη ἀτμοπλοΐα ἀπολαύει πάντων τῶν παρὰ τοῦ νόμου ͵ΒΡΚʹ τοῦ 1892 περὶ ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν τελῶν χορηγουμένων πλεονεκτημάτων κλπ.» Οὐχ ἧττον οὐδαμῶς οὐδέποτε ἐδεσμεύθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἵνα τηρήσῃ τὴν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1892 ὁριζομένην ποσότητα τῶν φαρικῶν τελῶν καὶ τῶν τῆς ἀγκυροβολίας· διότι ἡ ἔννοια τῆς μνημονευθείσης ῥήτρας ἦτο ὅτι ἡ συμβαλλομένη ἑταιρεία ἀπολαύει τῶν πλεονεκτημάτων τῶν χορηγουμένων ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892 καὶ καθ’ ἃ φορολογοῦνται τὰ πλοῖα αὐτῆς ὅσον καὶ τὰ ἐγχώρια καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ ὀλιγώτερον τῶν μὴ συμβατικῶν ξένων. Πλέον τι τούτου οὐδαμῶς δικαιοῦται αὕτη ν’ ἀξιώσῃ. Ὅτι δέ, Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ ἀντίληψις τοῦ πράγματος, τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος: Διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΛʹ τοῦ 1905 ηὐξήθησαν τὰ φαρικὰ καὶ τὰ τῆς ἀγκυροβολίας τέλη, χωρὶς ὅμως οὐδεμία τῶν συμβεβλημένων μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν νὰ προβάλῃ κεκτημένα δικαιώματα καὶ διὰ νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν τότε ἐπελθοῦσαν αὔξησιν τῶν περὶ οὗ ὁ λόγος τελῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ νῦν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ ῥωμανικὴ σύμβασις συνετάχθη κατὰ τὸν αὐτὸν ἀπαράλλακτα τύπον καθ’ ὃν καὶ πᾶσα ἄλλη προγενεστέρα ἀτμοπλοϊκὴ σύμβασις. Ἂν μικρὸν μετὰ τὴν κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν αὐτῆς ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη ὡς νόμος τοῦ Κράτους ὁ ͵ΓΦΕʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1909, δι’ οὗ ἐπῆλθε νέα αὔξησις εἰς τὰ φαρικὰ καὶ τὰ τῆς ἀγκυροβολίας τέλη, ἡ αὔξησις αὕτη ἀφορᾷ καὶ εἰς αὐτήν, ὡς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρείαν, συμβληθεῖσαν πρὸ αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τελευταῖον, Κύριοι, ἐπιχείρημα προέβαλον οἱ ἔντιμοι Βουλευταὶ Ἁγυιᾶς καὶ Ἀττικῆς κατὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως ὅτι αὐτὴ δὲν ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ καθ’ ὃν χρόνον εἶναι διακεκομμέναι αἱ διπλωματικαὶ σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας, διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὰ διεθνῆ νόμιμα καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λόγος ἀκυρότητος τῆς συμβάσεως. Καὶ οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Βουλευταὶ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθησαν ὑπὲρ τῆς τοιαύτης γνώμης των τὰ φῶτα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχοντες ἀμφιβολίας περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς τοιαύτης γνώμης συνεβουλεύθημεν τὸν μόνον εἰδικὸν παρ’ ἡμῖν περὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν καθηγητὴν τοῦ διεθνοῦς Δικαίου ἐν τῷ Ἐθνικῷ ἡμῶν Πανεπιστημίῳ κ. Γ. Στρέϊτ, εἰς οὗ τὰ φῶτα προσφεύγει πάντοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, προκειμένου περὶ ζητημάτων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Αὐτὸς μᾶς διεβεβαίωσεν ὅτι οὐδόλως προσέκρουεν εἰς τὰ διεθνῆ νόμιμα ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασις.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προφορικῶς μόνον;
§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν ἀρχῇ προφορικῶς, εἶτα δὲ καὶ ἐγγράφως διὰ τῆς ἑξῆς ἐπιστολῆς, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν τέως Πρωθυπουργόν (ἀναγινώσκει): «Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ τεθέντος μοι ζητήματος κατὰ πόσον ἡ διακοπὴ τῶν διπλωματικῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ῥωμανίαν κωλύει ἐκ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου τὴν σύναψιν συμβάσεως μετὰ ῥωμανικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν τὰ ἑπόμενα, ἅτινα καὶ προφορικῶς ὑπέβαλον ὑμῖν. Ἐκ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου οὐδὲν διαβλέπω κώλυμα συνάψεως συμβάσεως πρὸς ἰδιωτικὴν ἑταιρείαν ἀνήκουσαν εἰς Πολιτείαν ἧς αἱ διπλωματικαὶ σχέσεις ἀνεστάλησαν ἢ εἰσι διακεκομμέναι, οὐδενὸς κανόνος τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἀναγράφοντος τοῦτο, οὐδ’ αἰρομένων τῶν εἰρηνικῶν σχέσεων μεταξὺ Πολιτειῶν ἀναστειλασῶν ἢ διακοψασῶν τὰς διπλωματικὰς σχέσεις, ὧν μεταξὺ ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζόμενον τὸ δίκαιον τῆς εἰρήνης».
§58Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιστολὴ περιέχει καὶ ἄλλην παράγραφον· δὲν ἀναγινώσκετε καὶ αὐτήν;
§59ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Χωριστὸν βεβαίως ζήτημα εἶναι τὸ τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς, κατὰ πόσον τουτέστιν ἀνασταλεισῶν ἢ διακοπεισῶν τῶν σχέσεων ἐνδείκνυται ἡ πρὸς ὑπηκόους τῆς ἑτέρας Πολιτείας παροχὴ πλεονεκτημάτων, δυναμένη νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντάλλαγμα κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς ἀναλήψεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεων πρὸς τὴν ἑτέραν Πολιτείαν». Μεταβαίνων δέ, Κύριοι, νῦν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς, περὶ οὗ ποιεῖται λόγον ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ παραγράφῳ τῆς γνωμοδοτήσεώς του ὁ ἔγκριτος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, δηλῶ ὅτι ἀκριβῶς λόγοι διεθνοῦς πολιτικῆς ἔπεισαν ἡμᾶς ἵνα προβῶμεν εἰς συνομολόγησιν τῆς προκειμένης συμβάσεως. Ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν ὅτι οὐδόλως ἐπιδοκιμάζομεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἀπομονώσεως, ἣν ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε ἡ Ἑλλάς. Καθ’ ὃν χρόνον, Κύριοι, ἔθνη μεγάλα καὶ κραταιά, διαθέτοντα ἑκατομμύρια ὅλα ἀνδρῶν ἑτοιμοπολέμων καὶ δεκάδας θωρηκτῶν πρὸς ἄμυναν τῆς χώρας των καὶ ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων των ἐπιζητοῦσι τὴν προσέγγισιν καὶ σύμπραξιν πρὸς ἄλλα Κράτη, φοβούμενα τὴν ἀπομόνωσίν των, πολλῷ μᾶλλον ἐπιβάλλεται τοῦτο εἰς τὰ μικρὰ καὶ ἀνίσχυρα Κράτη. Δὲν παρατηρεῖτε τί συμβαίνει πέριξ ἡμῶν τὴν σήμερον; Πάντα τὰ Κράτη τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου προσεγγίζουσιν ἄλληλα, φεύγοντα τὴν ἀπομόνωσιν· διότι μόνον ἐν τῇ τοιαύτῃ συμπράξει δύνανται νὰ καταστήσωσι σεβαστὰ τὰ δίκαιά των. Μόνη ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, ποιεῖται ἐξαίρεσιν ἐν τούτῳ. Μόνη αὐτή, ἡ πάλαι ποτὲ ἔχουσα τὴν ἡγεσίαν πάντων τῶν χριστιανικῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, κατώρθωσεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ν’ ἀποξενωθῇ τῶν συμπαθειῶν τούτων καὶ νὰ περιστῇ εἰς ἣν εὑρίσκεται τὴν σήμερον πλήρη καὶ τελείαν ἀπομόνωσιν. Ἂν αὕτη ὑφίσταται νῦν ταπεινώσεις καὶ ἐξευτελισμούς, ἂν βλέπει ἑκάστοτε τὰ ἐθνικά της δίκαια καταπατούμενα ὑπ’ ἄλλων, αἰτία τούτου δὲν εἶναι μόνη ἡ πολεμικὴ γυμνότης ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπομόνωσις αὐτῆς μεταξὺ πάντων σχεδὸν τῶν Κρατῶν τῆς ὑφηλίου. Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα, ἵν’ ἀνακρούσωμεν πρύμναν ὡς πρὸς τοῦτο; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον ν’ ἀποβάλωμεν τὸν μέχρι τοῦδε σωβινισμὸν καὶ ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ μέλλοντι πολιτικὴν ὀλίγον τι καιροσκόπον, ὡς πάντες οἱ ἄλλοι λαοί, μεγάλοι τε καὶ μικροί, ἰσχυροί τε καὶ ἀσθενεῖς μὴ καθιστάμενοι διὰ ψύλλου πήδημα ἀδιάλλακτοι;
§60Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀνευλάβεια νὰ ὁμιλῆτε οὕτως!
§61Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι αἶσχος νὰ λέγωνται ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ δὴ ἀπὸ πρώην Ὑπουργόν. Μόνον ἀπάτριδες δύνανται νὰ τὰ λέγωσιν!
§62Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγητε ὅτι διὰ ψύλλου πήδημα διακόπτομεν τὰς σχέσεις (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§63ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῇ πολιτικῇ δὲν ἐπιτρέπονται ἀδιάλλακτα μίση. Τοῦτο διδάσκει ἡμᾶς ἡ παγκόσμιος Ἱστορία, μάλιστα δ’ ἡ τῶν νεωτέρων χρόνων. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἐπὶ τέλους ὅτι ὑπάρχουσι καὶ λαοὶ ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου πρὸς οὓς ἔχομεν πλείονα σημεῖα ταυτότητος, ἢ ἀντιθέσεως συμφερόντων, καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ προσοικειωθῶμεν αὐτούς.
§64ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἀλλὰ τηροῦντες καὶ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀξιοπρέπειαν.
§65ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοιοῦτοι λαοί, Κύριοι, εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην πρὸ πάντων οἱ συγγενεῖς καὶ αὐτόχθονες τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, οἱ Ἀλβανοί, οἱ ἀπόγονοι τῶν πάλαι Ἰλλυριῶν, καὶ οἱ Ῥωμᾶνοι, οἱ ἀπόγονοι τῶν ἐκλατινισθέντων πάλαι Δακῶν. Πρὸς τοὺς πρώτους μᾶς συνδέει στενὴ συγγένεια, πρὸς τοὺς δευτέρους μακραίων ἐπικοινωνία καὶ συμβίωσις καὶ τοσαῦται ἱστορικαὶ παραδόσεις. Δὲν νομίζετε ὅτι πρὸς τοὺς λαοὺς τούτους εἶναι εὔκολος ἡ διαγεφύρωσις τοῦ χωρίζοντος ἡμᾶς χάσματος, οὕτως ὥστε νὰ ἐπέλθῃ σὺν τῷ χρόνῳ προσέγγισις καὶ σύμπραξις μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν; Ἡμεῖς, Κύριοι, τοιαύτην ἔχοντες γνώμην περὶ Ἑλλάδος ὑπὸ ἔποψιν διεθνοῦς πολιτικῆς δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι οὕτω πως ἐξυπηρετοῦμεν τὰ καλῶς ἐννοούμενα ἐθνικὰ καὶ πολιτικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Ἂν τοιουτοτρόπως ἐπέλθῃ προσέγγισις καὶ ἐπανάληψις τῶν διπλωματικῶν ἡμῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμανίας, ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐντεῦθεν, ὡς ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην, μάλιστα δ’ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν πολλαπλάσια ἐκείνης. Ἡ δὲ οἰκονομικὴ εὐρωστία εἶναι τὴν σήμερον ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς τοῦ μεγαλείου τῶν νεωτέρων λαῶν. Κατὰ τῆς προσεγγίσεως, Κύριοι, καὶ συνδιαλλαγῆς τῶν δύο χωρῶν δύνανται νὰ εἶναι μόνοι οἱ χείριστοι τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγονται καὶ οἱ Γερμανοεβραῖοι. Οὗτοι ἔχουσιν ἐξαπλωθῆ νῦν καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου καὶ τῆς Ἀνατολῆς καθόλου, μάλιστα δ’ ἐν Ῥωμανίᾳ, ἔνθα πάσης εὐκαιρίας δράττονται, ὅπως ἐπικρατήσωσιν οἰκονομικῶς ἐπὶ ζημίᾳ κυρίως τῶν Ἑλλήνων, οὓς αὐτοὶ παντοῦ ὑπονομεύουσι ἐπιδιώκοντες ἀντὶ πάσης θυσίας τὸν οἰκονομικόν των ὄλεθρον. Αὐτοὶ καὶ ἐκεῖ καὶ ἐνταῦθα τὰ πάντα μηχανῶνται, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ συμφιλίωσις μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, θὰ συνομολογήσητε πάντες ὅτι εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια, ἰσοφαρίζουσα πρὸς ἐθνικὴν αὐτοκτονίαν, νὰ ἐμμείνωμεν ἐν τῷ μέχρι τοῦδε σωβινισμῷ, ἐν τῇ μέχρι τοῦδε τελείᾳ ἡμῶν ἀπομονώσει, καθιστάμενοι οὕτω τὸ ἐξουθένωμα τῶν λαῶν τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου. Πρέπει, εἰ μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον τὰ μέχρι τοῦδε παθήματα νὰ γίνωσιν εἰς ἡμᾶς μαθήματα καὶ νὰ μᾶς ἀναγκάσωσιν ἵνα μεταβάλωμεν ἐφεξῆς πολιτικήν, ἂν θέλωμεν νὰ διασώσωμεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐθνικῶν ἡμῶν ναυαγίων ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἔτι νὰ περισωθῇ.
§66Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος, ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ θέσω, δηλαδὴ τίνα ἀνταλλάγματα ἐλάβομεν ἀντὶ τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν ὑπὲρ τοῦ Ῥωμανικοῦ Δημοσίου, ἤρχισεν ἐνταῦθα ἀναπτύσσων θεωρίας περὶ τῶν διαφόρων φυλῶν τοῦ Αἵμου! Ἡμεῖς δὲν διισχυρίσθημεν ὅτι οἱ Ῥωμᾶνοι δὲν εἶναι αὐτόχθονες, ὅτι τὰ συμφέροντα ἡμῶν δὲν εἶναι κοινά, ἀλλὰ ὁ κ. Βουλευτὴς εὗρεν εὐκαιρίαν ὑπεραμυνόμενος τῶν Ῥωμάνων νὰ ὁμιλήσῃ ἐναντίον ἄλλων λαῶν, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι φίλοι τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω ὅτι καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ ἐξετασθῇ· τὸ θέμα εἶναι ἕν: Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε σύμβασιν ὑπὲρ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας· πῶς ἐψήφισε ταύτην καὶ τί ἐλάβομεν ἡμεῖς ὡς ἀντάλλαγμα; Δὲν νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑπάρχει τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔβλεπεν εὐχαρίστως τὰς διπλωματικὰς σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας ἐπαναλαμβανομένας. Τοῦτο ἀπέδειξαν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ βεβαίως δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ ἐξετάσωμεν πάντα τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα. Αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ διακόψῃ μετὰ τῆς Ῥωμανίας τὰς διπλωματικὰς σχέσεις....
§67Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Διεκόπησαν παρὰ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως.
§68Α. ΣΛΗΜΑΝ. Διεκόπησαν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς πρωθυπουργίας ὑμῶν σιωπηρῶς τότε, ἂν καὶ ἔγινεν ὄχι ἐπίσημος διακοπή, ἀλλ’ ἡμιεπίσημος, ἐν τούτοις καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ διάδοχοι ὑμῶν πάντοτε ἐπεζήτησαν ἵνα κατορθωθῇ νὰ εὑρεθῇ ἔδαφος συνεννοήσεως ἐκ μέρους τῆς Ῥωμανίας. Τοῦτο ἐπεζήτησαν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον ἵνα τηρηθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους, ἵν’ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως ὅτι οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες ἔπαθον τὰ πάνδεινα, ὅτι τὸ ῥωμανικὸν χῶμα ἐβάφη δι’ αἵματος ἑλληνικοῦ καὶ ὅτι ὀφείλει ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν μικράν μας χώραν, ἡ ὁποία πάντοτε ἐπολιτεύθη ὑπερηφάνως καὶ ἐντίμως ἀπέναντι τῶν ξένων, ἠθικὴν ἱκανοποίησιν. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ οὐδέποτε ἡμεῖς ἐδείξαμεν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην δυσκολίαν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ἐκ νέου νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων. Ἐν τῇ σειρᾷ τῶν συνεννοήσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας, ἐν τῷ τελευταίῳ ἐγγράφῳ τὸ ὁποῖον κατετέθη ἐν τῷ τεύχει εὑρίσκομεν τὴν τελικὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωμανίας κ. Λαχωβάρη, ὁ ὁποῖος ἠρνεῖτο νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸ τοῦ διαιτητικοῦ δικαστηρίου τῆς Ἅγης, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν ἐπίσημον ἔγγραφον ἔχομεν, πολὺ δικαίως δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συνομιλίας αἱ ὁποῖαι διημείφθησαν κατ’ ἰδιωτικὸν δεῖπνον παρατεθὲν ἐν ξένῃ χώρᾳ εἰς Ἕλληνας καὶ Ῥωμάνους ἀντιπροσώπους ἐν τῷ συνεδρίῳ τῆς Ἅγης. Λοιπὸν μετὰ τὴν ἐπίσημον πλέον διακοπὴν τῶν σχέσεων τῶν διπλωματικῶν, μετὰ τὴν ἀπώλειαν πάσης ἐλπίδος ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ σχέσεις αὐταὶ νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐπὶ σταθερῶν καὶ κανονικῶν βάσεων, ἐδημιουργήθη καθεστώς, καθεστὼς βεβαίως βαρὺ διὰ τοὺς Ἕλληνας ἐν Ῥωμανίᾳ, οἱ ὁποῖοι ὄντως ὑφίστανται τὰ πάνδεινα ἐκεῖ, καὶ διωγμοὺς καὶ ἀπελάσεις καὶ δημεύσεις περιουσιῶν.
§69ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ἐγίνοντο ταῦτα. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὅτι ἐξετέθημεν εἰς τοιούτους διωγμοὺς καὶ παθήματα διότι διεκόψαμεν τὰς σχέσεις, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἡμεῖς διεκόψαμεν τὰς σχέσεις, διότι ἡμεῖς εἴχομεν ἤδη πάθει ταῦτα.
§70ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν εἶναι, νομίζω, τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἐγγράφων· ταῦτα εἶχον διατυπωθῆ τόσον σαφῶς ἐν τῷ τεύχει τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν τῷ 1906, ὥστε νομίζω περιττὸν νὰ διαπραγματευθῶ τὸ ζήτημα.
§71ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον νὰ δηλώσω τὴν διαφορὰν τῶν πραγμάτων.
§72ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἁπλῶς θέλω νὰ βεβαιώσω ὅτι ἐδημιουργήθη καθεστὼς τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἐν πολλοῖς ἐναντίον τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους καθεστὼς τὸ ὁποῖον δὲν ἐκθέτει οὔτε ἐξέθηκε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἀπέναντι τῶν παντοίων διωγμῶν τοὺς ὁποίους ὑφίσταται ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν Ῥωμανίᾳ ἡμεῖς δὲν ἀνενεώσαμεν τὴν σύμβασιν τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐπίσης δὲ δὲν ἤλθομεν εἰς τελωνειακὴν συνεννόησιν μετὰ τῆς Ῥωμανίας. Κατόπιν, κατὰ τὸ ἔτος 1907, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐγένετο συνεννόησις τελωνειακὴ μετὰ τῆς Ῥωμανίας, δι’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν προχθὲς νὰ ἐκθέσω ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον ἡ τελωνειακὴ αὕτη σύμβασις ἔφερεν ὠφελείας εἰς τὴν Ῥωμανίαν, τοῦτο δὲ ὡς ἐκ τῶν συνθηκῶν τῶν δύο ἐμπορίων, τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ, τῶν δύο Κρατῶν, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ῥωμανίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· ἐκεῖ τοὐλάχιστον ἂν ὠφελήθη περισσότερα ἡ Ῥωμανία παρ’ ὅ,τι ὠφελήθη ἡ Ἑλλάς, τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐδώκαμεν περισσότερα τούτοις παρ’ ὅ,τι ἔδωκαν αὐτοί, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ ἐμπορίου μεταξὺ τῶν δύο τούτων Κρατῶν. Κατόπιν μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς τελωνειακῆς συμβάσεως εἴχομεν δεύτερον καθεστώς· τὸ καθεστὼς τοῦτο ἦλθε νὰ διαταράξῃ ἡ ἐπιψήφισις τῆς παρούσης συμβάσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ῥωμανικῆς ἑταιρείας διὰ τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ ἀξιότιμος; ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς τῳόντι φαίνεται ἔγγραφον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας ἐν Πειραιεῖ, δι’ οὗ ἐγγράφου ἐκάλει αὐτὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς σύναψιν συμβάσεως. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει σχέσιν μετὰ τοῦ προκειμένου ζητήματος· εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει σχέσιν μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις περὶ ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως. Δέον νὰ συναφθῇ καὶ εἶναι συμφέρον εἰς τὸ Κράτος νὰ συναφθῇ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουσι τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Τὸ ζήτημα μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἐπελήφθη αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ συνέστησεν οὗτος τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης νομίζω ὅτι φέρει τὸν χαρακτῆρα ὃν πρέπει νὰ ἔχῃ, δηλαδὴ μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἐνδιαφέρει καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ· διότι δύναμαι βεβαίως νὰ κάμω τὴν ὑπόθεσιν ὅτι ἦτο καλὸν ἐκ μέρους ἡμῶν νὰ ἐπιδειχθῇ διάθεσις πρὸς ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων καὶ νὰ κάμωμεν ἡμεῖς τὸ πρῶτον βῆμα ἢ ἓν τῶν πρώτων βημάτων, ἵν’ ἀποδείξωμεν ὅτι ἔχομεν καλὴν διάθεσιν καὶ ἐρχόμεθα εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας καὶ καταρτίζομεν τοιαύτην σύμβασιν. Μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ φέρωμεν τὴν σύμβασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δίδεται ἡμῖν ὁ καιρὸς δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀντιθέτου πρὸς τὴν πρώτην νὰ ἔλθωμεν εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων. Δὲν γνωρίζω ἂν ἄλλο τι συνέβη· δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου προῆλθεν εἰς διαπραγματεύσεις· ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως νομίζω ὅτι αἱ συνεννοήσεις αὗται οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν εἶχον μὲ τὴν ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ψήφισιν τοιαύτης συμβάσεως καὶ μάλιστα δι’ οὓς λόγους αὕτη ἀνεκοίνωσεν ἐνταῦθα. Νομίζω ἑπομένως, Κύριοι, ὅτι δέον τὸ ζήτημα νὰ λάβωμεν ἐντελῶς κεχωρισμένον, ἡ δ’ ἐξέτασις τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύει ὅτι ἄλλη πρᾶξις εἶναι ἐν τῇ πρώτῃ περιστάσει καὶ ἄλλη πρᾶξις ἐν τῇ ἑτέρᾳ, ἄλλως δὲ καὶ τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον παρενέπεσε μεταξὺ τῶν δύο διαπραγματεύσεων εἶναι μέγα. Ὑπενθυμίζω εὐχαρίστως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιστοποίησε προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Μπαλτατζῆς, ὅτι ἐκεῖνος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπέρριψε τοιαύτην πρότασιν περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως· τοῦτο δὲ πιστοποιεῖ ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων εἶναι ἐντελῶς αὐτοτελής, οὐδεμίαν ἔχουσα σχέσιν πρὸς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως.
§73Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε; Κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1908 ἔτους ἐνεφανίσθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν Κύριός τις, ὀνόματι Ἀλέξανδρος Βαλλιᾶνος, ὅστις ἐζήτησεν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὰ προκαταρκτικὰ διαβήματα πρὸς σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως. Τότε ἐγώ, ἔχων τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπηυθύνθην εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ζητήσας πληροφορίας περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, ἡ δὲ Διεύθυνσις δι’ ἐγγράφου αὑτῆς ὑπ’ ἀριθ. 51024 τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1908 ἔτους, οὗτινος εὐτυχῶς ἔχω ἀντίγραφον, μοὶ διεβίβασεν ἐν συνόψει τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἡ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων λέγει (ἀναγινώσκει)· «ἐὰν ἤδη οἱ λόγοι οἵτινες προυκάλεσαν τότε τὴν ἀναστολὴν τῆς δημοσιεύσεως τῆς περὶ ἧς πρόκειται συμβάσεως ἤρθησαν, παρακαλοῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐξουσιοδοτήσῃ ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διομολόγησιν τῆς συμβάσεως ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον τῆς προηγουμένης, ἧς ἡ ἰσχὺς ἄρξεται ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς». Λαβὼν τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπετάθην πρὸς τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν κ. Μπαλτατζῆν, ἵνα μὲ διαφωτίσῃ, ὡς εἰδικώτερος, περὶ τοῦ θέματος, ὁ δὲ κ. Μπαλτατζῆς μοὶ ἀπήντησεν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Ῥωμανικοῦ Κράτους περὶ ἄλλων ζητημάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις ἡ γενομένη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τῆς ἐμῆς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως.
§74Α. ΣΛΗΜΑΝ. Τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα. Τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐσκέφθη ν’ ἀκολουθήσῃ καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτοῦ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρείας ταύτης Ἀλέξανδρος Βαλλιᾶνος καὶ παρουσιάσθη, καθὼς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος τότε ἀκριβῶς διηύθυνε τὸ σχετικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, παρουσιάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐζήτησεν, ἵνα ἐπέλθῃ συνεννόησις διὰ τὸν καταρτισμὸν τοιαύτης συμβάσεως.
§75Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπισήμως οὐδὲν ἐζήτησεν· ἀνεπισήμως προσῆλθεν εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην του.
§76ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀρνεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνέμενε καὶ εἶχε πάντοτε τὴν αὐτὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ σύμβασις αὕτη νὰ καταρτισθῇ.
§77Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐξέφρασε γνώμην· δὲν ἠρωτήθη.
§78ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Τοῦτο εἶναι χειρότερον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐσκέφθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ πρόσωπόν τι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὑπέροχον ἀξίαν καὶ τὴν ἐξέχουσαν εἰδικότητα τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον ἠρωτήθη· τὸ ὄνομα αὐτοῦ δὲν ἀναφέρεται ἐνταῦθα, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν. Ἀλλ’ ἐξεταστέον πῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα εἰς τὸ πρόσωπον τοῦτο· ἐτέθη εἰς τὸν Καθηγητὴν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ καθαρῶς ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως ἢ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως; Ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος προκύπτει ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ διαιρέσῃ τὸ ζήτημα εἰς δύο, εἰς ἐπιστημονικὸν καὶ εἰς πολιτικὸν ζήτημα. Νομίζω ὅτι τὸ ἐπιστημονικὸν ζήτημα, τὸ νομικὸν ζήτημα, οἱαδήποτε γνώμη καὶ ἂν ὑπάρχῃ, ἂν δηλαδὴ εἶναι δυνατὸν τοιαύτη σύμβασις νὰ συνομολογηθῇ μετὰ Κράτους μετὰ τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται ἕτερον Κράτος εἰς σχέσεις διακεκομμένας....
§79ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ ἰδιωτικῆς ἑταιρείας ἠρώτησεν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις.
§80ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἤκουσα ἂν ἐν τῇ γνωμοδοτήσει ταύτῃ ἀναφέρεται περὶ ἰδιωτικῆς ἑταιρείας· πλὴν ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ τοῦ Ῥωμανικοῦ Δημοσίου. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ πληρεξούσιον τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Βαλλιάνου (ἀναγινώσκει)· «Πρὸς τὸν κ. Ἀλέξανδρον Βαλλιᾶνον διευθυντὴν τοῦ Οἴκου Müller καὶ Σας, γενικὸν πράκτορα τῆς γενικῆς θαλασσίας ὑπηρεσίας κλπ. Κύριε, εἶσθε ἐπιφορτισμένος νὰ διαπραγματευθῆτε καὶ ὑπογράψητε εἰς τὸ ὄνομα ὑμῶν κλπ.». Ὑπογράφεται ὁ διευθυντὴς τῆς ὑπηρεσίας τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας, ἡ ὁποία, ὡς γνωστὸν—καὶ δὲν πιστεύω οὔτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο—, εἶναι αὐτὸ τὸ Ῥωμανικὸν Δημόσιον, τὸ ὁποῖον οὔτε κἂν εἶναι κεχωρισμένον, διότι καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἀτμοπλοΐας ταύτης εἰσέρχονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἑπομένως, ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου—καὶ οὐδένα λόγον ἔχομεν ν’ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τούτου—, ἂν ἐν τῇ ἀπαντήσει ταύτῃ τοῦ κ. καθηγητοῦ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἀναφέρεται ὅτι δύναται μετὰ ἰδιωτικῆς ἑταιρείας νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν, τοῦτο σημαίνει ὅτι κακῶς ἐτέθη εἰς τὸν καθηγητὴν τὸ ἐρώτημα.
§81ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος εἶναι καλὸν ν’ ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου, ἵνα τὸ ἀκούσωμεν.
§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ γνωμοδότησις (ἀναγινώσκει)· «Ἐπὶ τοῦ τεθέντος μοι ζητήματος κατὰ πόσον ἡ διακοπὴ τῶν διπλωματικῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ῥωμανίαν κωλύει κλπ.».
§83Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Ἀναγνώσατε καὶ κατωτέρω.
§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν:) «Χωριστὸν βεβαίως ζήτημα εἶναι τὸ τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς κλπ.». Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι οὕτω πως πράττοντες ἐξυπηρετοῦμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ἐὰν ὑμεῖς ἔχητε ἐναντίαν γνώμην, δύνασθε νὰ τὴν ἀκυρώσητε, καὶ τότε θὰ ἴδητε τὰς συνεπείας ὑπὸ ἔποψιν διεθνοῦς πολιτικῆς.
§85ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω διακόπτων τὴν συνέχειαν ὅτι εἶναί τι ἐντελῶς διάφορον ἡ μὴ συνομολόγησις συμβάσεως καὶ ἡ διακοπὴ τοιαύτης. Ἑπομένως ἡ ἀπειλὴ τὴν ὁποίαν ἐξήγγειλε, βεβαίως ἀτόπως, ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος οὐδεμίαν ἔχει θέσιν ἐν τῇ περιστάσει ταύτη, καὶ δὲν νομίζω ὅτι δι’ ἀπειλῶν ὀφείλομεν νὰ συζητῶμεν τοιαῦτα ζητήματα.
§86Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀπειλή του, διότι δὲν ἤκουσα;
§87ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. «Τολμήσατε νὰ διακόψητε τὴν σύμβασιν».
§88Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἀπύλωτον στόμα τοῦ Βουλευτοῦ Λοκρίδος....
§89ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς καὶ αὐτὴ ἡ χαριτόβρυτος φράσις τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς.
§90Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. ... δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σεβασθῇ οὔτε τὸν προϊστάμενον αὑτοῦ. Ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας προήδρευον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἁπλῶς διετάχθη λόγῳ τῶν βιαιοπραγιῶν αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ πολιτῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν μέτρων τῶν ὅλως αὐθαιρέτων κατ’ αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως, διετάχθη, λέγω, ὁ τότε Ἕλλην πρεσβευτής, ὅπως ἀναχωρήσῃ ἐκεῖθεν ἐπ’ ἀδείᾳ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ὅμως ἐκείνην, καθ’ ἣν καταγγέλλει ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος ὅτι διεπράχθησαν τὰ τόσα ἀνοσιουργήματα κατὰ τῆς Πολιτείας ἡμῶν, διότι χάριν ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων τῶν ἑλληνικῶν διετάχθη ὁ πρεσβευτὴς νὰ λάβῃ ἄδειαν καὶ ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκεῖθεν, ἀφοῦ καθίστατο ἀδύνατος ἡ παραμονὴ αὐτοῦ ἐκεῖ, λόγῳ τῆς ὑβριστικῆς στάσεως πασῶν τῶν Ἀρχῶν καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην λησμονεῖ ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου συνομολογήθη ἡ σύμβασις ἡ κατακρινομένη. Ἐὰν εἶναι πράγματι ἀξιόμεμπτος ἢ κατακριτέα ἡ πρᾶξις τῆς ἐπ’ ἀδείᾳ ἀναχωρήσεως τοῦ πρεσβευτοῦ ἡμῶν, αὐτὸ ἐκρίθη ἤδη, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ, πρὶν ἢ ἀνοίξῃ, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἀπύλωτόν του στόμα, νὰ σκεφθῇ ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος ὅτι προσβάλλει τὴν πολιτείαν ἐκείνου ὑπὸ τὸν ὁποῖον μέχρι προχθὲς ἦτο Ὑπουργὸς καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ὑπεράσπισιν θέλει σήμερον ν’ ἀναλάβῃ. Αὐτὸ ἐλησμόνησεν. Ἐλησμόνησεν ὅτι ἡ ἀλληλεγγύη ἐκείνη τὴν ὁποίαν τόσον γενναίως ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπ’ αὐτόν, ὡς ἐὰν τὸν ἐσυλλογίσθη τίς ποτε, ὅταν πρόκειται περὶ συμφερόντων τοῦ Κράτους, νὰ ἐπιρρίψῃ καὶ εἰς αὐτὸν τὰς εὐθύνας τῆς πολιτείας τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἡ ἀλληλεγγύη ἐκείνη ἐλησμόνησεν ὅτι ἐπεκτείνεται καὶ ἐπ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν ταύτην. Διότι ἐκεῖνος συνέπραττεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ, ἐν περιπτώσει δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἔχει διάφορον γνώμην, ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι ἢ θὰ ἐπέμενεν, ὅπως ἡ γνώμη αὐτοῦ κατισχύσῃ, ἢ ἄλλως θὰ παρῃτεῖτο. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ἔμεινε μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις κατεψηφίσθη ἐνταῦθα. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἐξιστορήσεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεων, τότε θ’ ἀναπτύξω καὶ θ’ ἀποδείξω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξήντλησε πᾶσαν ὑπομονὴν ἀπέναντι Κράτους κακοπίστου τὸ ὁποῖον ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἀπεμπολήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Πατριαρχείου, ὅπερ ὑπῆρξε πάντοτε τὸ λάβαρον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως, ὅπως ἀπεμπολήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν, τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, πάντας τοὺς ὁμογενεῖς ἡμῶν τοὺς ἐν Μακεδονίᾳ, παραδώσῃ δ’ αὐτοὺς ὡς ἀντάλλαγμα εἰς τὴν ῥωμανικὴν προπαγάνδαν, διότι αὐτὸ τοῦτο ἐζήτει, ὅπως παραδώσωμεν πάντας τοὺς Κουτσοβλάχους, ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλονται τὰ ὑπέρλαμπρα μέγαρα τὰ ὁποῖα κοσμοῦσι τὰς Ἀθήνας, παραδώσωμεν εἰς τοὺς Ῥωμάνους ὡς Ῥωμάνους. Ἐγνωρίζομεν ὅτι εἴχομεν ῥωμανίζοντας ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἤδη δὲ βλέπομεν ῥωμανίζοντας καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἡ θέσις αὐτῶν δὲν εἶναι ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων· ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι ἐν τῇ Ῥωμανικῇ Βουλῇ. Ἐκεῖ θὰ εὕρωσι τοὺς ὁμοίους των, κοινῆς καταγωγῆς, ἀλλ’ ἀρνησιπάτριδας ὡς αὐτούς.
§91ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Λοιπὸν δὲν πρόκειται, Κύριοι, σήμερον περὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τις γνώμην. Τοῦτο εἶναι ἄσχετον, καὶ τοῦτο λέγει ἀκριβῶς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου τὴν γνώμην ἐπὶ τῆς ὁποίας βασιζομένη ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτην σύμβασιν· ἀκριβῶς οὗτος διακρίνει τὸ ζήτημα τὸ νομικὸν ἀπὸ τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτικοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει προέχει τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν, τὸ ζήτημα τὸ πραγματικόν, τὸ ζήτημα τὸ οὐσιαστικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι τόδε. Ὡρισμέναι σχέσεις ὑπάρχουσι μεταξὺ Κρατῶν· καταδιώκονται οἱ ἡμέτεροι καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ῥωμανικῶν νόμων μεθ’ ὅλας τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας ὑπέστησαν. Οὐδεμία εὐκολία δίδεται εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς ἐν Ῥωμανίᾳ· τὰ Διατάγματα τῶν ἀπελάσεων ἐξακολουθοῦσιν, ἡ ἐκκλησία τοῦ Καλαφατίου δὲν εὑρίσκεται εἰς χεῖρας ἡμῶν· τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον τῆς Βραΐλας ἐπίσης· αἱ ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες καὶ τὰ ἔντυπα δὲν εἰσέρχονται εἰς Ῥωμανίαν· αὕτη εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς καταστάσεως ἐκεῖ. Ἡ δὲ εἰκὼν τῆς καταστάσεως ἐνταῦθα ποία εἶναι; Ῥωμανικὰ ἀτμόπλοια δύνανται ὡς τὰ λοιπὰ ἀτμόπλοια νὰ προσεγγίζωσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώνωσι τὰ νόμιμα φαρικὰ τέλη. Μόνον ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται εἰς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν νὰ συνομολογήσῃ μετ’ αὐτῆς σύμβασιν, ὥστε ἡ ῥωμανικὴ ἀτμοπλοΐα νὰ εὑρίσκηται εἰς προεξέχουσαν θέσιν ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν.
§92ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει διαφορὰν· ὅπως ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, οὐδὲ κατὰ κεραίαν διαφέρει ἡ διατύπωσις τῆς συμβάσεως ταύτης τῆς ἀφορώσης εἰς πλοῖα μὴ ἐξομοιούμενα μετὰ τῶν ἑλληνικῶν ἀπὸ τῆς διατυπώσεως τῶν συμβάσεων τῶν ἀτμοπλοϊκῶν τῶν ἐνδιαφερομένων Δυνάμεων μεθ’ ὧν εὑρισκόμεθα ὑπὸ συνθήκην. Μία μόνη ἐκτὸς τῆς Ῥωμανίας χώρα ἐν Εὐρώπῃ δὲν ἔχει συνθήκην ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας μεθ’ ἡμῶν, καὶ αὕτη εἶναι ἡ Πορτογαλλία, ἥτις βεβαίως δὲν ἔχει συνθήκην, μόνον διότι δὲν ἔχει ἐν Ἑλλάδι συμφέροντα· ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ἄλλαι χῶραι ἔχουσι συνθήκας ἐξομοιούσας τὰ πλοῖα αὐτῶν μετὰ τῶν ἡμετέρων. Πρὸς ταῦτα λοιπὸν τὰ πλοῖα κατὰ τὴν γενικὴν ταύτης τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως ἔκφρασιν φαίνονται ἐξομοιούμενα καὶ τὰ πλοῖα τὰ ῥωμανικά, ὑπὲρ ὧν συνωμολογήθη ἡ σύμβασις. Τοῦτο λέγει ἡ φράσις, τοῦτο λέγει ἡ κατὰ λέξιν ἀντιγραφὴ τῆς συμβάσεως ἀπὸ τῶν ἄλλων. Ἄλλο ζήτημα ἂν ἔχει δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις — καὶ ἔχει βεβαίως δικαίωμα καὶ ἐπεχείρησε τὴν ἐξάσκησιν αὐτοῦ — νὰ ὑποβάλῃ τὰ πράγματα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου, καθ’ ὃ δικαίωμα παρέχεται πλοῖα ξένα μὴ ἐξομοιούμενα πρὸς ἑλληνικὰ δυνάμει συνθηκῶν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς διπλάσιον τέλος. Εἰς τοῦτο ἀπέληξεν ἡ ἀπόφασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§93ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἄλλο θέλω νὰ εἴπω ἐγὼ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος εἶπεν ὅτι καυχᾶται, ὑπερηφανεύεται, εἶναι ηὐχαριστημένος ὅτι ἐν Ῥωμανίᾳ τὰ πλοῖά μας δὲν καταδιώκονται, δηλαδὴ ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτῶν δὲν ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι δέον νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ λέγει ὅτι ἑπομένως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς ἡμᾶς ἐν Ῥωμανίᾳ δέον καὶ ἡμεῖς νὰ δώσωμεν αὐτό. Τοῦτο δὲν ἔχεται ἀληθείας. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς. Πρὶν ἢ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις αὕτη τὰ πλοῖα τὰ ῥωμανικὰ εἶχον δικαίωμα νὰ ἔλθωσιν· ἀρκεῖ νὰ ἐπλήρωνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πληρώνουσι πᾶσαι αἱ ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἰδιαιτέραν σύμβασιν κυρωθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ σύμβασις αὕτη ἀντάλλαγμα τὸ ὁποῖον δίδομεν ἡμεῖς ἀπέναντι ἐκείνων τὰ ὁποῖα μᾶς δίδουσιν ἐκεῖ. Ἐκεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶναι ηὐχαριστημένος ὅτι δὲν καταδιωκόμεθα, ὅτι καθημερινῶς δὲν ἐξέρχονται ἐκ νέου τοῦ νόμου. Τί δύνανται, σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Βουλευτά, νὰ κάμωσιν ἐναντίον τῶν πλοίων μας ἐκεῖ; Τί ἔκαμον μέχρι τοῦδε; Ὅ,τι ἠδυνήθησαν νὰ κάμωσιν τὸ ἔκαμον τότε. Ὑμεῖς θὰ εἶσθε ηὐχαριστημένος διότι δὲν ἐμποδίζουσι διὰ τῆς βίας τὴν προσέγγισιν τῶν πλοίων. Τοῦτο ὀνομάζετε καλὰς σχέσεις καὶ καλὰς διαθέσεις τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ ἡμῶν; Διότι ποῦ ἀλλοῦ δύνασθε νὰ καταλήξητε; Ποῖον βῆμα εἴδετε ὅτι ἔκαμε πρὸς ἡμᾶς ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις; Ἢ γνωρίζετε τὰς ῥωμανικὰς Ἀρχὰς νὰ διατίθενται εὐμενῶς ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων ἐν Ῥωμανίᾳ; Αὐτὸ ὅμως ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν· δὲν γνωρίζομεν ἂν πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς περισσότερον προσεγγίζουσιν ἤδη ὡς πρὸς τὸν πατριωτισμὸν πρὸς τοὺς Ῥωμάνους παρὰ πρὸς τοὺς Ἕλληνας, συμβαίνει νὰ ἔχωσι τὸ εὐτύχημα τῆς τοιαύτης εὐμενείας ἐκ μέρους τῶν ῥωμανικῶν Ἀρχῶν. Ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνικῶν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα πάντας τοὺς Ἕλληνας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ὁλόκληρον τὴν ζωήν των ἀφιέρωσαν εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ οἱ ὁποῖοι τὰς οἰκονομίας των, ὅταν ἀποθνήσκωσι, διαθέτουσιν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους καὶ τῶν συγγενῶν αὐτῶν. Ἀπέναντι δὲ πάντων τούτων τί ἔπραξεν ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις; Τίνος Ἕλληνος ἐν Ῥωμανίᾳ διηυκόλυνε τὴν θέσιν; Οὐδὲν παράδειγμα ὑπάρχει περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιμένει ἐπὶ τῶν εὐμενῶν διαθέσεων. Τὰς εὐμενεῖς διαθέσεις οὐδαμοῦ βλέπομεν. Εὐμενεῖς διαθέσεις ἡμεῖς δυνάμεθα μόνον νὰ ἴδωμεν ἐν τοῖς διπλωματικοῖς ἐγγράφοις· ἀλλὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα τοιαῦτα οὐδαμοῦ ὑπάρχουσιν. Ἑπομένως μὴ ὑπαρχόντων τοιούτων διπλωματικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα νὰ ἐμφαίνωσι τὴν εὐμένειαν τῶν ῥωμανικῶν Ἀρχῶν, ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω ὅτι οὐδὲ κἂν χάριν πινακίου φακῆς ἐχορηγήσαμεν τὴν σύμβασιν ταύτην, ὅτι οὐδὲν ἀντάλλαγμα ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως ἀντ’ αὐτῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐν Ῥωμανίᾳ ἴσως ὑπάρχει μεγάλη μερὶς Ῥωμάνων οἱ ὁποῖοι εὐχαρίστως θὰ ἔβλεπον τὴν προσέγγισιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡμεῖς ἀντὶ τῆς συμβάσεως ταύτης οὐδὲν ἐζητήσαμεν νὰ λάβωμεν, ἀλλ’ ἐχαρίσαμεν ταύτην εἰς αὐτούς, καὶ τοιουτοτρόπως οὐ μόνον αὐτὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐμειώθησαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἡμετέρου Κράτους.
§94Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ ἦτο ἄτοπον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπιμείνω εἰς ἀναβολὴν συζητήσεως ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἐπερατώθη. Δίκαιον θὰ ἦτο βεβαίως εἰς ἐμὲ μόλις τὴν ὥραν ταύτην ἀφικόμενον ἐκ μακροῦ ταξιδίου νὰ δοθῇ ἀναβολή, ἐν τούτοις οὐδὲν παράπονον ἔχω κατὰ τῆς Βουλῆς, διότι αὕτη προθυμότατα ἀπεδέχθη τὴν αἴτησίν μου· ἀτυχὲς ὅμως ἐπεισόδιον προυκάλεσε τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μετάσχω ὅλως ἀνέτοιμος. Διὰ βραχυτάτων θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν πῶς τὰ πράγματα συνέβησαν καὶ τίνες σκέψεις ἐκράτησαν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ἦλθε τῳόντι πρὸς ἐμὲ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ῥωμανικῆς ἑταιρείας, κρατῶν εἰς χεῖράς του καὶ ἔγγραφον τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ἡμετέρων ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλεῖτο νὰ σπεύσῃ εἰς Ἀθήνας, ὅπως ὑπογράψῃ σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ μὲ παρεκάλεσεν, ὅπως καταρτισθῇ καὶ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, τὸ ὁποῖον ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον, μὲ ἔθεσεν εἰς δύσκολον θέσιν ἀμέσως, διότι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο προήρχετο ἐξ Ἀρχῆς ἡ ὁποία ἐξεπροσώπει ἀκριβῶς εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα Ἀρχὴν ἁρμοδίαν τῆς ἡμετέρας Πολιτείας.
§95Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Τί περιεῖχε τὸ ἔγγραφον αὐτό;
§96Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐκάλει κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοίας νὰ κατέλθῃ εἰς Ἀθήνας, ὅπως ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν.
§97Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων;
§98Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα· ὁ κ. Βελλιανίτης. Τότε ἀνεκοίνωσα κατὰ καθῆκον τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Πρέπει, Κύριοι, εὐθὺς νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον ἀντίληψιν πρόκειται μὲν περὶ ἑταιρείας ἡ ὁποία φαίνεται ὡς ἰδιωτική, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος τὸ Ῥωμανικόν. Ταῦτα εἶναι σχεδὸν κοινῶς γνωστά· ἀκριβῶς δὲ ἡ διπλῆ αὕτη ἰδιότης τῆς ἑταιρείας ἔφερεν ἡμᾶς εἰς θέσιν δυσχερεστέραν, διότι, ἀφοῦ διετελοῦμεν εἰς σχέσεις διακεκομμένας πρὸς τὴν Ῥωμανίαν, δὲν ἐνομίζομεν ὅτι ἦτο πρέπον νὰ μὴ προσέξωμεν εἰς ὑπόθεσιν ἡ ὁποία ἐλάμβανε τροπὴν ἔτι δυσαρεστοτέραν. Ὑπεστήριξα ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ὅτι ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ ἐπιστηθῇ, διότι, ἐὰν εἰς ἐκεῖνον ὅστις ἐκαλεῖτο ὑπὸ ἑλληνικῆς Ἀρχῆς νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ἐκπροσωπῶν κατὰ τύπους μὲν τὴν ἰδιωτικὴν ἑταιρείαν, κατ’ οὐσίαν δὲ τὴν Ῥωμανικὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἰς αὐτόν, λέγω, ἐφερόμεθα κατὰ τρόπον οὐχὶ τὸν προσήκοντα, ἦτο φανερὸν ὅτι θὰ ἐλαμβάνομεν στάσιν ἐντελῶς ἀδιάλλακτον πρὸς τὸ πρῶτον φιλικὸν διάβημα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἐγίνετο πρὸς ἡμᾶς. Εἶπον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν βαθύτατα καὶ ὑπὸ πάσας αὐτῆς τὰς ἀπόψεις τὴν ὑπόθεσιν, ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, χωρὶς ν’ ἀναλάβωμεν εὐθύνην βαρυτάτην διὰ μελλούσας ἴσως μεγάλας ζημίας τῶν πολλαπλῶν ἡμῶν ἐν Ῥωμανίᾳ συμφερόντων. Τὸ θέμα ἑπομένως τοῦτο ἦλθεν ἐπανειλημμένως εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐξητάσθη ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ἀπόψεις καὶ πρὸ πάντων ὅμως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος, κατελήξαμεν δὲ εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα: Ἐνομίσαμεν—καὶ εἰς τοῦτο ἐμείναμεν πάντες σύμφωνοι—ὅτι, ἐξ οἱωνδήποτε λόγων καὶ ἂν ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ῥωμανίαν, δὲν ἦτο καιρὸς οὔτε καὶ ὠφέλιμον ἦτο, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, ταῦτα ἐνταῦθα ν’ ἀναπτυχθῶσι, διότι ὠφελιμώτερον θὰ ἦτο ἂν ταῦτα ἀνεπτύσσοντο καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπεβάλλετο ἡ σύμβασις πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ἴσως τότε, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀλλοία ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἡ σύμβασις δὲν θὰ ἐψηφίζετο· ἀλλ’ ἡ σύμβασις εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη, συναινούσης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὔτε παρεκάλεσά τινα οὔτε εἶπον εἴς τινα ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐπρόκειτο ν’ ἀποκατασταθῶσιν αἱ σχέσεις Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας. Ἡ σύμβασις ἐψηφίσθη, ὡς καὶ τόσαι ἄλλαι συμβάσεις ὅμοιαι. Ἐὰν τότε λοιπὸν ἐγίνετο ἡ συζήτησις, ἴσως θὰ ἦτο καὶ συμφέρουσα, διότι, ἂν ἡ Βουλὴ εἶχε διάφορον γνώμην, τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶχε λόγον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ψήφισιν συμβάσεως ἡ ὁποία πρωθυστέρως προκαλεῖ τοιαῦτα πράγματα. Εἶπον λοιπὸν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, εἶναι ἓν πρῶτον βῆμα τὸ ὁποῖον πρὸς ἡμᾶς γίνεται παρὰ Πολιτείας μετὰ τῆς ὁποίας διετελοῦμεν εἰς διακεκομμένας σχέσεις...
§99ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ νὰ ζητήσῃ, οὐχὶ διὰ νὰ δώσῃ.
§100Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Βεβαίως... Καὶ ἐσκέφθημεν: τί ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ἡ Ῥωμανικὴ Πολιτεία; Μίαν σύμβασιν ἁπλουστάτην, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς πᾶσαν ἑταιρείαν. Ἐγὼ δ’ αὐτὸς κατὰ τὴν ἄρτι λήξασαν Σύνοδον πολλὰς τοιαύτας συμβάσεις ὑπέβαλον, πάντες δὲ οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τοιαύτας συμβάσεις ὑποβάλλουσι. Κατὰ τί διέφερεν ἡ περίστασις αὕτη; Μήπως μᾶς ἐζητοῦντο ἀνταλλάγματα ἢ ἐζητοῦντο συμφωνίαι ἄλλαι, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἐδικαιούμεθα καὶ ὠφείλομεν νὰ ζητήσωμεν ἀνταλλάγματα παρὰ τῆς Ῥωμανικῆς Πολιτείας; Οὐδὲν ἄλλο ἐζητεῖτο ἢ μία τῶν ἁπλουστάτων συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι παρέχονται εἰς πᾶσαν ἑταιρείαν μετὰ πάσης εὐκολίας. Ἐσκέφθημεν λοιπόν, Κύριοι: ἦτο πρέπον ν’ ἀρνηθῶμεν; Ἐπαναλαμβάνω δ’ ὅτι πρέπει νὰ σταθμισθῇ τὸ πρᾶγμα, ὅτι καὶ ἔγγραφον τῆς Ἑλληνικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων ὑπῆρχεν εἰς χεῖρας τοῦ ἀντιπροσώπου καὶ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ῥωμανίας, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖτο ὁ ἐνταῦθα ἀφικόμενος ἀντιπρόσωπος νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν. Ἐσκέφθημεν: οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἦτο πρέπον ν’ ἀποκρούσωμεν ἀποτόμως τὸν ἀντιπρόσωπον καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν συναινοῦμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοιαύτης συμβάσεως; Δὲν θὰ ἦτο τοῦτο κατ’ οὐσίαν ἔκφρασις θελήσεως ὅπως τηρήσωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον στάσιν ἀδιάλλακτον ἀπέναντι τῆς Πολιτείας ἐκείνης μετὰ τῆς ὁποίας εἴχομεν διακεκομμένας τὰς σχέσεις; Ἂς ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, χωρὶς νὰ κατηγορηθῶμεν ὅτι ῥωμανίζομεν, διότι οὐδεὶς ἐνταῦθα εἶναι ἀφιλόπατρις ὥστε νὰ ἔχῃ ἄλλην πατρίδα ἀπὸ τὴν ὡραίαν πατρίδα, τὴν Ἑλλάδα, ἂς ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν ἐναντίαν γνώμην πρὸς ἐκείνους οἵτινες νομίζουσιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς μεμονωμένη ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ. Ἡμεῖς ἄλλας ἔχομεν ἰδέας, διότι ταύτας ἐπιβάλλουσι καὶ τὰ πολλὰ συμφέροντα ἡμῶν καὶ τὰ πολλὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων ἡμῶν ἐν ταῖς ξέναις χώραις...
§101Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐζητήσατε πόθεν προεκλήθη ἡ πρόσκλησις τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων πρὸς τὴν ἑταιρείαν;
§102Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐξήγησε τὰ πράγματα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ὁ κ. Λεβίδης· εἶπεν ὅτι αὐτός, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφορίας, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν οὔτε πρέπει νὰ κάμωμεν τίποτε. Ἐν τούτοις ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας εἶχεν ἔγγραφον, οὐχὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἔγγραφον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων. Καὶ ἐξήγησα σαφῶς εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔθεσεν ἡμᾶς εἰς θέσιν, οὐχὶ δυσχερῆ βεβαίως, ἀλλὰ νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ θέσωμεν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰς σκέψεις ἡμῶν, ἵνα ληφθῇ ἀπόφασίς τις σχετική.
§103Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ὑπῆρχεν, ὅτε ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, τὸ προσήγαγον δὲ καὶ εἰς ἐμέ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὑπεχρέωσε τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτην σύμβασιν.
§104Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν σᾶς κατηγόρησα δι’ αὐτό. Βεβαίως δὲν σκέπτονται πάντες ὁμοίως.
§105Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Οὔτε ἐγὼ σᾶς κατηγορῶ, ἀλλὰ λέγω ὅτι τὸ ἔγγραφον ὑπῆρχεν, ὅτε παρ’ ἐμοῦ ἐζητήθη νὰ γνωμοδοτήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ἐγνωμοδότησα ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις αὕτη.
§106Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τί ἔγγραφον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο εἰς χεῖρας τοῦ κ. Βαλλιάνου καὶ πῶς προεκλήθη τὸ ἔγγραφον αὐτὸ καὶ πῶς ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων.
§107Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐγὼ ἀνέγνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν πρό τινος τὸ ἔγγραφον ὅπερ ὁ κ. Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων διεβίβασε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατόπιν τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐγὼ ἠρώτησα τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῆς ἐνδεχομένης λύσεως τοιαύτης ὑποθέσεως, ὅτε δ’ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν τοῦ κ. Μπαλτατζῆ, πρὸς ἣν ἐγὼ ἐκ τῶν προτέρων ἤμην σύμφωνος, ἀπέσχον παντὸς διαβήματος. Ἐὰν τώρα ὁ Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων προηγουμένως εἶχεν ἀποστείλει ἔγγραφον εἰς τὸν κ. Βαλλιᾶνον....
§108Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν τίνι δικαιώματι οἱ ὑπάλληλοι ἀλληλογραφοῦσι μετὰ ξένων Κρατῶν;
§109Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .... Πρώτην φορὰν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀκούω τοῦτο. Ἐντολὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵν’ ἀπευθύνῃ τοιοῦτον ἔγγραφον, δὲν ἔλαβεν. Ἐννοεῖται ὅτι σήμερον ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ζητήσω λόγον παρὰ τοῦ κυρίου μὴ Διευθυντοῦ. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω τὸ ἑξῆς, ὅτι πρώτην φορὰν κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἀκούω ὅτι ὑπῆρξε τοιοῦτον ἔγγραφον, ἐγὼ ὅμως οὐδέποτε ἔδωκα ἐντολὴν εἰς τὸν τότε Διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ν’ ἀπευθύνῃ τοιοῦτο προσκλητήριον πρὸς τὸν κ. Βαλλιᾶνον.
§110Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας κατέληξε τὸν λόγον παραπονούμενος, διότι ὑπέλαβεν ὅτι κατηγγέλθη ὑπ’ ἐμοῦ καὶ αὐτὸς ὡς ῥωμανίζων. Ἐγὼ ἀπεκάλεσα ῥωμανίζοντας ἐκείνους οἵτινες λαλοῦντες ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ τούτου βήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐλησμόνησαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ βήματος ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀξιοπρέπειαν. Ἀπεκάλεσα ῥωμανίζοντας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ ἐκστομίσωσιν ἐντεῦθεν ὅτι ἡ διάρρηξις τῶν σχέσεων μεταξὺ Ῥωμανίας καὶ Ἑλλάδος ἐγένετο διὰ παρωνυχίδα. Ἀπεκάλεσα ῥωμανίζοντας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ εἴπωσιν ὅτι οἱ ἔχθιστοι ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ ἐκ γενετῆς καὶ ἐκ θέσεως κακεντρεχεῖς μισέλληνες εἶναι ὁμογενεῖς πρὸς ἡμᾶς κοινὴν ἔχοντες τὴν καταγωγήν. Ἀλλὰ δικαιούμεθα νὰ ῥίψωμεν κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τῶν ἐκ φύσεως καὶ καταγωγῆς κακεντρεχῶν μισελλήνων καὶ τὴν ἐσχάτην ταύτην ὕβριν τοῦ ἀρνησιπάτριδος, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν κατὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦσαν ἀρνησιπάτριδες, ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου, ἂν δ’ ἐπέδειξαν τοσαύτην ἰταμότητα καὶ τοσαύτην πώρωσιν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ξένοι πρὸς τὸν τόπον, ἐν τῷ ὁποίῳ προσεπάθησαν ν’ ἀναδειχθῶσιν, ἠθέλησαν, ἀρνούμενοι τὴν ἰδίαν αὑτῶν καταγωγήν, λησμονοῦντες αὐτὴν ὡς πᾶς ἀρνησίπατρις νὰ διασύρωσι καὶ καταδιώξωσι πᾶν ὅ,τι ἡ φυλὴ ἡμῶν ἔχει ἱερόν. Ἄν τὴν διαγωγὴν ἐκείνων καὶ τὴν συμπεριφορὰν ἐκείνων θελήσητε νὰ παραβάλητε πρὸς τοὺς λόγους τοῦ Βουλευτοῦ Λοκρίδος τοὺς ἄρτι ἐντεῦθεν ἐξενεχθέντας, δὲν θὰ εὕρητε μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ τῶν πράξεων ἐκείνων καὶ τῶν λόγων αὐτοῦ. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, Κύριοι, τὰ αἴτια ἅτινα ἐπέβαλον καθ’ ὃν μὲν χρόνον διετέλουν ἐγὼ ἐν τῇ Ἀρχῇ τὴν ἀποχώρησιν ἐκ Βουκουρεστίου ἐπ’ ἀδείᾳ τοῦ πρεσβευτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καθ’ ὃν δὲ χρόνον διετέλει ἐν τῇ Ἀρχῇ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας τὴν διάρρηξιν τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ῥωμανίαν. Ἴσως ἐλησμονήθη ὑπό τινων ὅλη ἐκείνη ἡ μακρὰ ἱστορία τῶν ἐξευτελισμῶν, τῶν προπηλακισμῶν, τῶν καταπιέσεων τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν Ῥωμανίᾳ, ἀλλὰ καὶ τῶν δολοφονιῶν ἀκόμη· καὶ ταῦτα ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ἠδικήθησαν παρ’ Ἑλλήνων δῆθεν Ῥωμᾶνοι, ὑπήκοοι ἀφιλονεικήτως Ὀθωμανοί, ἐν αὐτῷ τῷ Ὀθωμανικῷ. Καὶ τίς ἦτο ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν μετῆλθον διὰ τ’ ἀδικήματα τὰ δῆθεν διαπραχθέντα παρ’ Ἑλλήνων εἰς ὑπηκόους οὐχὶ Ῥωμάνους ἀλλ’ Ὀθωμανοὺς καὶ ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ; Τίνες αἱ ἀπειλαὶ τὰς ὁποίας ὁ ἐπίτηδες καταφθάσας ἐδῶ πρεσβευτὴς τῆς Ῥωμανίας ἐπέδωκε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀφίξεώς του, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπιδόσεως τῶν διαπιστευτηρίων αὐτοῦ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα; Ἡ γλῶσσα αὕτη ἀναγράφεται ἐν ἐγγράφῳ γνωστῷ ἀπὸ τοῦ 1905. Τῇ 28 Ἰουνίου 1905 ὁ νέος πρεσβευτὴς τῆς Ῥωμανίας Παπινίου, ὅστις εἶχε ζητήσει νὰ ἴδῃ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ ἐπείγουσαν ἀνακοίνωσιν, ἐλθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐποιήσατο ἀπὸ μέρους τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως τὰς ἑξῆς δηλώσεις (ἀναγινώσκει)· «Τὰ ἐπεισόδια τὰ λαβόντα χώραν ἐν Δόλιανῃ, Γραμματικόβῳ, Πισοδερίῳ καὶ Βελκαμένῃ (τοῦ Ὀθωμανικοῦ), ἔνθα προσπάθειαι ἐγένοντο νὰ κλεισθῶσι τὰ ῥωμανικὰ σχολεῖα, αἱ ἀπειλαὶ κατὰ τοῦ ἐκ Βεροίας Ἀποστόλου Γώγου ὅπως κλείσῃ τὰ ἐν Βεροίᾳ καὶ Καλυβίοις (τοῦ Ὀθωμανικοῦ), σχολεῖα κτλ. δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωσι τὸν ἀντίκτυπον αὐτῶν ἐν αὐτῇ τῇ Ῥωμανίᾳ, ἔνθα ὑπῆρχε φόβος χρήσεως ἀντιποίνων κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Κατέληξε δὲ ἐκδηλῶν τὴν ἐλπίδα τῆς Κυβερνήσεώς του ὅτι θὰ παρημπόδιζεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὰς ἐναντίον τῶν Ῥωμάνων τῆς Μακεδονίας καταδιώξεις καὶ ὅτι θὰ ἔδιδεν ἐν τούτοις συμβουλὰς εἰς τὸ Πατριαρχεῖον νὰ μὴ ἀντιστῇ εἰς τὰς διὰ τοῦ τελευταίου σουλτανικοῦ ἰραδὲ παραχωρήσεις. Αὗται ὑπῆρξαν αἱ ἀξιώσεις αἱ διατυπωθεῖσαι ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ῥωμανίας καὶ τοιαῦται αἱ ἀπειλαί. Ἐζήτει ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν λογοδοσίαν διὰ πράξεις διαπραχθείσας ἐν ἐδάφει ὀθωμανικῷ, διαπραχθείσας δῆθεν κατὰ Ῥωμάνων ἀλλ’ ὑπηκόων Ὀθωμανῶν. Ἐζήτει περιπλέον ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Πατριαρχεῖον ν’ ἀναγνωρίσῃ κοινότητας ῥωμανικὰς ἐκεῖ ὅπου οὐδέποτε ὑπῆρξαν. Τὴν αὐθάδη γλῶσσαν ἐπηκολούθησαν τὰ ἔργα· ἤρξατο ὁ διωγμὸς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ῥωμανίας μέχρι τοῦ ἄλλου παντὸς Ἑλληνικοῦ, οἱ ἐξευτελισμοί, οἱ προπηλακισμοί, οἱ ἐμπαιγμοὶ καὶ κατὰ τοῦ προσώπου ἀκόμη τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους παρὰ τῇ Ῥωμανικῇ Κυβερνήσει. Ὅτε δ’ οἱ ἐξευτελισμοὶ ἔφθασαν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐζήτησεν ὡς χάριν παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του ὅπως τῷ παραχωρήσῃ ἄδειαν ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκεῖθεν, διότι ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ ὑπομένῃ τοὺς ἐξευτελισμούς. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις εὑρεθεῖσα ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1905, παρήγγειλε τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς, ὅπως ἔτι ἅπαξ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως τὴν καταστολὴν τῶν βιαιοπραγιῶν κατὰ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, τὴν παρεμπόδισιν τοῦ ἐμπαιγμοῦ καὶ τοῦ προπηλακισμοῦ παντὸς Ἑλληνικοῦ καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἐν Βουκουρεστίῳ. Ἀλλ’ εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην διαμαρτυρίαν ἡμῶν ἀπήντησαν διὰ σκωμμάτων, διότι εἴδετε πῶς διετύπωσαν τὴν ἀπειλήν· οὐδὲν τὸ Ἑλληνικὸν ἤθελον σεβασθῆ ἐν Ῥωμανίᾳ, ἐνόσῳ αἱ ἀξιώσεις αὐτῶν δὲν ἤθελον ἱκανοποιηθῆ. Ἦσαν δ’ ὄχι μόνον ὑπερφίαλοι ἀλλ’ ἀκατανόητοι κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον αἱ ἀξιώσεις ὅπως δώσωμεν ἡμεῖς λόγον εἰς τὴν Ῥωμανίαν διὰ πράξεις διαπραχθείσας δῆθεν, ἀλλ’ ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ, καθ’ ὑπηκόων Ὀθωμανῶν, καὶ ὅπως πείσωμεν τὸ Πατριαρχεῖον ν’ ἀναγνωρίσῃ ῥωμανικὰς κοινότητας ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπῆρχον ἢ Ἕλληνες. Τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν ταύτας ἠθέλησαν νὰ ἐπιβάλωσι διὰ τῆς καταδιώξεως παντὸς Ἑλληνικοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἔλεγεν ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ῥωμανίας ὅτι «ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι λίαν λυπηρὰ διὰ τὴν Ῥωμανίαν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ τὸν ἀντίκτυπον ἐν αὐτῇ τῇ Ῥωμανίᾳ, ἔνθα ὑπῆρχε φόβος χρήσεως ἀντιποίνων κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ὡς τοῦτο ἐγένετο ἐν Βουλγαρία». Ἐν Βουλγαρίᾳ δὲν εἶχον ἐκτραπῆ ἔτι εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἐξετράπησαν ἐν Ῥωμανίᾳ, κατόπιν τῶν συμβουλῶν καὶ τῇ ὠθήσει αὐτῆς τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἂν πενθοῦμεν διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἀγχιάλου καὶ τῆς Εὐξεινοπόλεως καὶ πασῶν ἐκείνων τῶν ἀνθηρῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων τῶν ἀκτῶν τοῦ Πόντου, πενθοῦμεν χάρις εἰς τὴν ἐνέργειαν καὶ εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς Ῥωμανίας. Καὶ τοῦτο βεβαιοῦται εἰς τὴν ἀπάντησιν ἥτις ἐδόθη τότε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν Ῥωμᾶνον πρεσβευτήν. Ἀπαντῶν τότε αὐτῷ ἔλεγεν ὅτι (ἀναγινώσκει)· «Μεγάλως ἐξεπλησσόμην ἐπὶ τῇ ἐντολῇ τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως γιγνομένῃ μοι ἀνακοινώσει· ὅτι ἐπεβάλλετό μοι τὸ καθῆκον πάραυτα νὰ καταγγείλω εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις τὴν ἀπειλὴν περὶ χρήσεως ἀντιποίνων κατὰ τῶν ἐν Ῥωμανίᾳ ἐγκατεστημένων φιλησύχων Ἑλλήνων, οἵτινες ὡς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδόλως ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὑπεύθυνοι τῶν ἐνεργειῶν τῶν μακεδονικῶν σωμάτων, ἅτινα δὲν ἐποιοῦντο χρῆσιν ἢ τοῦ δικαιώματος τῆς νομίμου ἀμύνης· ὅτι ὤφειλον ν’ ἀπονείμω εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν τὸν δίκαιον ἔπαινον, ἥτις πᾶν τὸ δυνατὸν τότε ἔπραξε πρὸς παρεμπόδισιν τῶν κατὰ τῶν Ἑλλήνων διαδηλώσεων, ἃς καὶ ἀπεδοκίμασε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην». Ἀλλ’ ἀπεναντίας, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἀπεδοκίμασε τὰς ἐξεγέρσεις κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις τὰς ὑπέθαλψε, τὰς ἐδημιούργησεν ἐκεῖ καὶ τὰς ἠπείλησεν ἐδῶ, ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, διότι ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδήλωσε τότε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ὁ Ῥωμᾶνος πρεσβευτὴς ὅτι τὰ ἀντίποινα διὰ τὰς πραττομένας δῆθεν ἀδικίας καὶ αὐθαιρεσίας κατὰ τῶν δῆθεν Ῥωμάνων ἀλλ’ ὑπηκόων Ὀθωμανῶν θέλει ἐκζητήσει ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις κατὰ τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐγκατεστημένων ἐν Ῥωμανίᾳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ παρωνυχὶς ἕνεκα τῆς ὁποίας διεκόψαμεν τὰς σχέσεις. Ἠξίουν νὰ παραδώσωμεν χάριν κερδοσκοπίας — διότι περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο —, νὰ παραδώσωμεν ὁλόκληρον τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τοὺς Ῥωμάνους πράκτορας καὶ εἰς τὴν ῥωμανικὴν προπαγάνδαν, ὅπως ἐν καιρῷ εὐθέτῳ πωλήσωσιν αὐτὸ ἀντὶ ἀνταλλάγματος ἄλλου ἐδάφους πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Διὰ τοῦτο ἔλεγον πρὸ ὀλίγου ὅτι μόνον ἄπατρις, μόνον ἀρνησίπατρις ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ἐντεῦθεν ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος. Ἀλλ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπ’ αὐτοῦ ἦταν ἄξια αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη εἶναι κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος δύναται νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν διάπραξιν συμβάσεως ὄχι πλέον πρὸς ἰδιωτικὴν ἑταιρείαν ῥωμανικὴν ἀλλὰ πρὸς ἀτμοπλοΐαν αὐτοῦ τοῦ Ῥωμανικοῦ Κράτους, πρὸς ῥωμανικὴν ἑταιρείαν συσταθεῖσαν, διατρεφομένην καὶ ἐνισχυομένην διὰ τῶν κεφαλαίων τοῦ Κράτους τοῦ Ῥωμανικοῦ. Ὡς δικαιολογίαν τῆς διαπράξεως τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας, ὀλισθήσας καὶ αὐτός, σᾶς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου ὅτι ὁ σκοπὸς ἦτο εἷς, νὰ παύσῃ ἡ ἀπομόνωσις τῆς Ἑλλάδος, διότι ἀναμφισβητήτως ἡ ἀπομόνωσις δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ συνεπείας ἐπιζημίους. Καὶ ἔλεγον: Ἄν μεγάλα Κράτη, ἂν κραταιαὶ Δυνάμεις προσπαθοῦσι διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφύγωσι τὴν ἀπομόνωσιν, πῶς Κράτος μικρὸν καὶ ἀσθενές, οἷον τὸ Ἑλληνικόν, πρέπει νὰ μένῃ ἐν τῇ ἀπομονώσει; Ἀλλ’ ὅπως τοιαῦτα ἐπικαλῶνται, διὰ νὰ καλύψωσι τὴν εὐθύνην τῆς διαπραχθείσης συμβάσεως, ὤφειλον νὰ ἐπιδείξωσιν ἓν οἱονδήποτε ἔγγραφον, ἕνα κἂν στίχον, μίαν φράσιν ἀποδεικνύουσαν ἂν ὄχι τὴν μεταμέλειαν διὰ τὰς κακουργίας τὰς διαπραχθείσας κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῇ ἐπινεύσει τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν πρόθεσιν τοῦ νὰ προέλθῃ αὕτη εἰς πολιτείαν μᾶλλον ἀνθρωπίνην. Ἀλλὰ ποῦ εὑρέθη αὕτη; Δὲν δύναμαι νὰ κατηγορήσω οὔτε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μαντινείας οὔτε τὸν προϊστάμενον τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ὅστις μετέσχε τῆς ὅλης δράσεως τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1905, καθ’ ὅσον ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ ν’ ἀναμνησθῶσι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ διαπράξωσι σύμβασιν πρὸς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν, σύμβασιν τῆς ὁποίας τὴν διάπραξιν προσπαθοῦσι νὰ δικαιολογήσωσι διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι ὑπῆρξαν σημεῖα μεταμελείας ἢ σημεῖα καλυτέρων διαθέσεων ἐκ μέρους τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἐζήτησα ὅπως κατατεθῇ πᾶν ἔγγραφον ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου, δηλαδὴ καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα καθ’ ὃ διετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου ἐν τῇ Ἀρχῇ, ἔχον οἱανδήποτε, ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην, σχέσιν πρὸς τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου καὶ τοῦ Ῥωμανικοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησεν ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν τοιοῦτον. Ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον, ἂν οὐδὲν ἕτερον ἔχετε νὰ ἐπικαλεσθῆτε πρὸς ἀπόδειξιν τῆς μεταμελείας ἢ τῶν καλυτέρων διαθέσεων τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως ἢ τὰς ἀνταλλαγείσας φιλοφρονήσεις ἐν πότῳ, βεβαίως εἶσθε ἀξιοκατάκριτοι, λησμονήσαντες πάντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας καὶ ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1905. Μεγάλη Δύναμις, πρὸς ἣν μόνον αἴσθημα εὐγνωμοσύνης δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον, προέθετο νὰ παρεμβῇ φιλικῶς μεταξὺ τῆς Ῥωμανίας καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐζήτησε διὰ τοῦ πρεσβευτοῦ αὐτῆς παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως συναινέσῃ ἵνα ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ῥωμανικῆς ἐξετασθῇ συντελούσης εἰς τοῦτο τῆς Μεγάλης Δυνάμεως. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔσπευσε νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Μεγάλης ἐκείνης Δυνάμεως καὶ νὰ δεχθῇ τὴν φιλικὴν παρέμβασιν αὐτῆς εἰς τὴν διαφοράν. Πῶς δὲ προσηνέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην καὶ πῶς προσηνέχθη ἡ Ῥωμανικὴ ἱστορεῖται εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα προερχόμενα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης ἐκείνης Δυνάμεως. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ τότε ἀρχικαγκελλάριος τῆς Ῥωσικῆς Κυβερνήσεως· «Προτείναντες τῇ Ἑλληνικῇ καὶ τῇ Ῥωμανικῇ Κυβερνήσει τὴν ἡμετέραν φιλικὴν παρέμβασιν ἐσκέφθημεν μόνον νὰ παράσχωμεν αὐταῖς τὰ μέσα ὅπως συνεννοηθῶσι δι’ ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων ἐπὶ ἐδάφους ἀμερολήπτου καὶ φιλικοῦ πρὸς ἀμφοτέρας τὰς χώρας, τοῦ τῆς Ῥωσίας (ἥτις, ὡς ἐξάγεται ἐκ προγενεστέρας ἀνακοινώσεως, θὰ ἦτο ἑτοίμη ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει ν’ ἀναλάβῃ τὴν προστασίαν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐν Ῥωμανίᾳ). Αἱ διαπραγματεύσεις αὗται θ’ ἀπέβλεπον εἰς τὸ νὰ διευκρινήσωσιν ἂν εἶναι δυνατὴ φιλικὴ λύσις τῆς διαφορᾶς, ἥτις ἠγέρθη μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν, ἐν καταφατικῇ δὲ περιπτώσει νὰ θέσῃ τὰς βάσεις συμφιλιώσεως. Ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις αὗται ἤθελον δώσει ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ ὁδηγίας πρὸς τοὺς ἐν Πετρουπόλει ἀντιπροσώπους των, αὐτὸ τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ἐχέγγυον τῆς εἰλικρινοῦς ἐπιθυμίας αὐτῶν νὰ ἐξομαλύνωσι φιλικῶς τὴν διαφοράν. Οὐδόλως κρίνομεν δυνατὸν διὰ τὴν Ῥωσίαν ν’ ἀναλάβῃ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τὸ ἔργον τοῦ διαιτητοῦ, ἠθέλομεν ὅμως θεωρήσει λίαν ὠφέλιμον, ὅπως διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δύο ἐνδιαφερομένων μερῶν, νὰ πληροφορηθῶμεν ἐπακριβῶς περὶ τῶν ἀληθῶν πόθων καὶ βλέψεων αὐτῶν, τόσον τῆς Ἑλλάδος ὅσον καὶ τῆς Ῥωμανίας, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ γενομένη ὑμῖν (τῷ πρεσβευτῇ τῆς Ῥωσίας) παρὰ τοῦ κυρίου Ῥάλλη ἀνακοίνωσις ἐπὶ τῶν ἀφορμῶν τοῦ ἐπεισοδίου εἶναι ἀξία τῆς πλήρους ἡμῶν εὐγνωμοσύνης». Ταῦτα ἔλεγεν ὁ ἀρχικαγκελλάριος Λανσδάουν περὶ τῆς πολιτείας ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐγκαλεῖ ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς! Αὐτός! Ἐν τέλει τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἔλεγεν: «Ἀνακοινοῦντες τὰ ἀνωτέρω τῷ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργῷ θέλετε προσθέσει ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς Ῥωμανίας γνωσθήσεται αὐτῷ βραδύτερον». Καὶ πράγματι μοὶ ἀνεκοινώθη παρὰ τῆς Ῥωσικῆς Κυβερνήσεως βραδύτερον ἡ ἀπάντησις τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἀκούσατέ την. Ἂς τὴν ἀκούσωσιν ἰδίᾳ ἐκεῖνοι οἵτινες εὑρίσκουσιν ὅτι ὑφίστατο περίστασις, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ μία ἐνθαρρυντικὴ φράσις, μία λέξις πέρα τῶν ὑπολογισμῶν τῶν ξενοδόχων, νὰ χορηγήσωμεν νέας παροχὰς πρὸς τὸ Ῥωμανικὸν Κράτος, διότι ἐλῃστεύθημεν, διότι ἐλῃστεύθη ὁ Ἑλληνισμὸς παρ’ αὐτοῦ. «Ἐκ τῆς παρὰ τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ πρεσβευτοῦ τῆς Ῥωσίας ληφθείσης ἀπαντήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ῥωμανίας ἐξάγεται ὅτι ὁ χρόνος δὲν ἐπέστη εἰσέτι πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς καὶ ὅτι ἡ Ῥωμανία, ὡς ὁ Ὑπουργὸς κ. Ῥάλλης εἶχεν ὑποθέσει, προτιμᾷ νὰ τηρήσῃ ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος τὴν ὑπ’ αὐτῆς ληφθεῖσαν στάσιν». Οὕτως ἡ παρέμβασις τοῦ ἀρχικαγκελλαρίου τῆς Ῥωσίας ἀπέτυχε παρὰ τῇ Ῥωμανικῇ Κυβερνήσει· ἀλλὰ παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει ἐπέτυχεν ἡ παρέμβασις τῶν ξενοδόχων, οἱ ὁποῖοι καὶ πρὸς ἐμὲ ἦλθον συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς δράσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως! Ἐὰν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπρόκειτο νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ξενοδόχων, βεβαίως ἔπραξεν ἄριστα· ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀποστολὴ οἱασδήποτε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅλως ἄλλη παρὰ ἡ προστασία τῶν μαγειρείων τῶν ξενοδόχων. Καὶ εἰς τὸν ξενοδόχον ὅστις ἦλθε πρός με, συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, αὐτὸ ἀκριβῶς ἀπήντησα. Ἀλλ’ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἡ ὑπόστασις τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, διότι τοιαύτη εἶναι τὸ Πατριαρχεῖον τὸ Οἰκουμενικόν, τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ, πάντα ταῦτα ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωσιν ὑπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ξενοδόχων! Ὁ ξενοδόχος δὲ περιῆγε τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ἐπέδειξε δὲ καὶ εἰς ἐμέ.
§111Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Διὰ τὸ ὁποῖον ἔγγραφον ἐγένετο λόγος πρὸ ὀλίγου.
§112Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὸ ὁποῖον παραδόξως εὑρέθη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ξενοδόχου!
§113ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἔγγραφον τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων πρὸς τὸν Ὑπουργόν.
§114Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἦτο τὸ ἔγγραφον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ διαβιβασθὲν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἠρώτα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ἐπιτρέπεται ὑφ’ οἵας περιστάσεις εὑρίσκονται αἱ σχέσεις Ῥωμανίας καὶ Ἑλλάδος ἡ διάπραξις συμβάσεως. Αὐτὸ καὶ μόνον ὤφειλε νὰ τοὺς σταματήσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελον νὰ σταματήσωσιν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο μέχρι τῆς 5 Δεκεμβρίου 1905 ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ συμβουλευθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας, ἐπὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ὁποίου ἐστήριζον τὴν παραμονήν των εἰς τὴν ἐξουσίαν. Διότι, ἂν ὑπῆρξαν κυβερνῆται ἐπὶ πεντάμηνον καὶ ἂν τοιαῦτα διέπραξαν, πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας ὅτι ἐν μέρει τὴν εὐθύνην ὑπέχει καὶ αὐτὸς διὰ τὴν χορηγηθεῖσαν αὐτοῖς ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην του. (Ἱλαρότης). Ὁ διάδοχός μου Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας, παρακινηθεὶς ἀπὸ ἄλλην Μεγάλην Δύναμιν, τῆς ὁποίας δὲν καλοῦμαι νὰ ἐκτιμήσω τὴν δρᾶσιν, ἀλλ’ οὔτε ὁ τόπος εἶναι κατάλληλος, ὅπως ἐκτιμήσωμεν αὐτήν, μεθ’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα τοῦ ἀρχικαγκελλαρίου τῆς Ῥωσικῆς Αὐτοκρατορίας ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ μαλάξῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ προῆλθεν εἰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τί κατέληξαν; Κατέληξαν εἰς τὰ ἑξῆς ἔγγραφα. Τὸ ἔγγραφον τῆς 6 Μαΐου 1906 τοῦ ἡμετέρου πρεσβευτοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν λέγει: «Εἰς ἀπάντησιν εἰς τὸ ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1906 ὑπ’ ἀρ. 1424 ἔγγραφον, δι’ οὗ εὐηρεστήθη ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὰς γνώμας τῆς Β. Κυβερνήσεως, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω αὐτῇ ὅτι ὁ μὲν κ. Δισέσκου διῆλθεν ἐντεῦθεν πρὸ εἴκοσι περίπου ἡμερῶν, ὁ δὲ τέως ἐνταῦθα πρεσβευτὴς κ. Λαχωβάρης πρὸ δώδεκα ἡμερῶν μετέβη διὰ Βουκουρεστίου εἰς Βιέννην. Ἀδύνατος κατ’ ἀκολουθίαν ἀποβαίνει ἡ πρὸς αὐτοὺς ἀνακοίνωσις τῆς ἐν τῷ ζητήματι γνώμης τῆς Β. Κυβερνήσεως». Εἰς τοῦτο κατέληξαν αἱ προσπάθειαι τοῦ διαδόχου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τότε οὗτος ἠναγκάσθη, ἐπειδὴ ἠρώτα ὁ πρεσβευτὴς ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει τί πρέπει νὰ πράξῃ ἀπέναντι τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς τῶν πρακτόρων τῆς Ῥωμαν. Κυβερνήσεως, νὰ γράψῃ αὐτῷ τὰ ἑξῆς: «Εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν γνώμην ὑμῶν ὅπως μὴ ἀνακοινώσητε εἰς τὸν νέον αὐτόθι πρεσβευτὴν τῆς Ῥωμανίας τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς ὑπὸ τῶν κυρίων Λαχωβάρη καὶ Δισέσκου προταθέντας ὅρους συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ῥωμανίας». Ἐννοεῖτε τίς ἦτο ὁ νέος πρεσβευτὴς τῆς Ῥωμανίας. Ἦτο ὁ Παπινίου. Ἀφοῦ ἀνεχώρησεν ὁ Δισέσκου καὶ κατόπιν αὐτοῦ ὁ Λαχωβάρης, ἔφθασεν ὁ Παπινίου, ὅστις ἐνετάλη τὴν ἐνταῦθα ἀρξαμένην διαπραγμάτευσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐγώ, ἐὰν ἤμην τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαίως δὲν ἤθελον γράψει τοιοῦτον ἔγγραφον, διότι, ἀφοῦ ἀντιπρόσωπος τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως ἐν Κωνσταντινουπόλει μεθ’ ἧς ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως ἦτο πλέον ὁ Παπινίου καὶ ὄχι ὁ Δισέσκου, πρὸς αὐτὸν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ μᾶς διαφωτίζει περὶ τῆς δυσαρέστου τροπῆς τὴν ὁποίαν εἶχον λάβει αἱ σχέσεις τῇ 13 Μαΐου 1906, ὅτε ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἀπὸ 6 μηνῶν, δὲν ὑπῆρχεν ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ὑπῆρξε κατὰ τὸν Βουλευτὴν Λοκρίδος ἡ ὑπαιτία τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων. Ἔχομεν ἐδῶ τὸ ἐπίσημον σημείωμα τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ σχέσεις αἱ φιλικαὶ μεταξὺ Ῥωμανίας καὶ Ἑλλάδος. Καὶ ἐπ’ αὐτῶν οἱ Ῥωμᾶνοι Ὑπουργοὶ εἶναι σύμφωνοι μετὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζει ἤδη κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1906 ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εὐθύνεται διὰ τὰ γεγονότα ἅτινα ἐλάμβανον χώραν ἐπὶ τῆς πρὸς τὴν Τουρκίαν ἑλληνικῆς μεθορίου. Ἀλλὰ κατὰ Ἰούνιον 1905 ἠπείλει τὴν ἐξόντωσιν τῶν ἐν Ῥωμανίᾳ Ἑλλήνων λόγῳ ἀντιποίνων, ὡς τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ. Καὶ φρονεῖ ἡ Ῥωμαν. Κυβέρνησις κατὰ Ἰανουάριον 1906 «ὅτι καθῆκον εἶχον καὶ τὴν δύναμιν οἱ ἰθύνοντες τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ διαφωτίσωσι τοὺς συμπολίτας των ἐπὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων καὶ ἐπὶ τῆς χρησιμότητος τῆς φιλίας τῶν Ῥωμάνων τῆς Μακεδονίας, καθισταμένων εὐγνωμόνων πρὸς τοὺς Ἕλληνας, διὰ τὴν εὐμένειαν αὐτῶν πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, οὗτινος θὰ εἶχον ἐνθαρρύνει τὴν ἐν ῥωμανικῇ γλώσσῃ θρησκευτικὴν μόρφωσιν. Ἡ γεωγραφικὴ θέσις καταδεικνύει ἀρκούντως καταφανῶς ὅτι τὸ συμφέρον τὸ ὑπὸ τοῦ Ῥωμανικοῦ βασιλείου ἐπιδιωκόμενον εἶναι συμφέρον φυλῆς, εἰς ὃ οὐδὲν τοιοῦτον ἔχουσι ν’ ἀντιτάξωσιν οἱ Ἕλληνες».
§115Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίς λέγει αὐτά;
§116Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἐπίσημον σημείωμα τὸ ὁποῖον ἐπεδόθη εἰς τὸν πρεσβευτὴν ἡμῶν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν διάδοχόν μου καὶ τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰς ἀξιώσεις αὐτάς.
§117Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦ Λαχωβάρη;
§118Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα. Διότι αὐτὴ ἦτο ἡ ἀξίωσις, ὄχι πῶς νὰ προσεύχωνται ῥωμανιστί, ἀλλὰ πῶς νὰ ἐξαναγκασθῶσιν οἱ Ἕλληνες τὴν καταγωγὴν νὰ ἐκμάθωσι τὴν Ῥωμανικήν. Τώρα ἔχομεν καὶ τὴν ῥετσέταν πῶς θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς φιλικὰς σχέσεις (ἀναγινώσκει)· «Ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι, ὅπως διασκεδασθῇ πᾶσα ἀφορμὴ ἐχθρότητος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας, δέον ἵνα οἱ ἐν Ἀθήναις κυβερνῶντες, ὁ ἑλληνικὸς τύπος, οἱ περὶ τὰ γράμματα ἀσχολούμενοι καὶ οἱ ἐν Ἑλλάδι ὑφιστάμενοι πολυάριθμοι σύλλογοι παρεμβῶσιν ὅπως διαφωτίσωσι τὸν λαὸν ὡς πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα αὐτοῦ καὶ κατορθώσωσι νὰ μετατρέψωσι τὸ κρατοῦν σήμερον ἐχθρικὸν πρὸς τοὺς Ῥωμάνους ῥεῦμα εἰς ῥεῦμα εὔνουν πρὸς ἐκείνους οἵτινες ζητοῦσι μόνον ν’ ἀναγινώσκωσι καὶ προσεύχωνται ἐν τῇ ἰδίᾳ των γλώσσῃ». Αὐτοὶ ἦσαν οἱ ὅροι. Ἐπρόκειτο νὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν Ῥωμανίαν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμόν· ἐπρόκειτο νὰ παραδώσωμεν τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἁλυσίδετον εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ῥωμανικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ῥωμανικῆς προπαγάνδας. Αὐτὰ ἦταν ψύλλου πηδήματα, αὐτὰ ἦσαν παρωνυχίδες, ἀπέναντι δὲ τῶν συμφερόντων τῶν ξενοδόχων αὐτὰ οὐδεμίαν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι σχέσιν. Ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων. Ἡ εὐωχία τῆς Ἅγης ἐγένετο καθ’ ἣν ἐποχὴν διετέλει ἐν τῇ Ἀρχῇ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν τὴν ἔκρινεν οὔτε ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας οὔτε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς ἀποδεικνύουσαν προθέσεις συμφιλιώσεως, προθέσεις ἐκ μέρους τοῦ Ῥωμανικοῦ βασιλείου συμφιλιώσεως πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Παρῆλθον ἀπὸ τῆς εὐωχίας ἐκείνης τῆς ἐν Ἅγῃ δύο ὁλόκληρα ἔτη καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνετάλησαν ἀπὸ τῆς 15 Αὐγούστου νὰ ὑπερασπισθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἀπέναντι τῶν ξένων ἀνέσκαψαν καὶ ἀνεῦρον τὰς κενὰς φιλοφρονήσεις τὰς ἀναγραφείσας ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Ἅγης καὶ τὰ εὗρον ὡς δικαιολογίαν τῆς συμβάσεως ἣν ὑπέβαλον. Εἶναι παράδοξον ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τόσων ἀσχολιῶν, τόσον ἐκρύθμου καταστάσεως, ἐν τῷ μέσῳ πάντων ἐκείνων τῶν ἀπειραρίθμων καὶ ποικίλων νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκατοστύας ἀνέγραφεν ἡ Ἡμερησία Διάταξις, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου τὸν ὁποῖον ἐποίουν χάριν τῆς ἀνορθώσεως, δὲν ἐλησμόνησαν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Ἅγης, δὲν ἐλησμόνησαν τὰς φιλοφρονήσεις τὰς ἐν πότῳ ἀμειφθείσας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ῥωμάνου διπλωμάτου καὶ εἰς αὐτὰς ἀνεῦρον μεταμέλειαν τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως, εἰς αὐτὰς ἀνεῦρον τὴν διάθεσιν αὐτῆς εἰς τὸ νὰ προέλθῃ εἰς σχέσεις μᾶλλον φιλικὰς καὶ εἰς αἰσθήματα μᾶλλον ἀνθρώπινα πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀρχικαγκελλάριος τῆς Ῥωσίας, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ Λευκὴ Βίβλος ὡς διαμειφθέντα καθ’ ὃν χρόνον διετέλει ἐν τῇ Ἀρχῇ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας ἦσαν μηδὲν ἀπέναντι τῶν ἐντυπώσεων ἃς ἀπεκόμισεν ἐκ τοῦ γεύματος ἐκείνου ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Ἅγης. Ἐκεῖνα ἤρκεσαν νὰ μᾶς πείσωσιν ὅτι δὲν ἔχαμεν ἢ νὰ τείνωμεν τὴν χεῖρα πρὸς τὴν Ῥωμανικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τείνῃ καὶ αὐτὴ πρὸς ἡμᾶς τὴν ἰδίαν της χεῖρα. Ναί· ἦτο πρόθυμος νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα, ὅπως λάβῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος τὸ Ῥωμανικόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἐπαίνων τῶν ξενοδόχων καὶ τῶν σχετικῶν ὠφελειῶν τί ἄλλο ἀπεκόμισε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἐκ τῆς συμβάσεως; Ἀπεκόμισε τὰς ζημίας τῶν 2.000.000 τῶν φαρικῶν τελῶν, ἅτινα ὤφειλε νὰ καταβάλλῃ διὰ τὰς 114 προσεγγίσεις ἡ ῥωμανικὴ ἀτμοπλοΐα καθ’ ἕκαστον ἔτος καὶ ἐπὶ τριετίαν, ἐξωμοιώθη δ’ ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἑλληνικὴν ἀτμοπλοΐαν καὶ πρὸς τὰς ἀτμοπλοΐας τῶν Κρατῶν ἐκείνων μεθ’ ὧν εὑρισκόμεθα εἰς ἀγαθὰς σχέσεις, διότι ὁ νόμος ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη ἡ συνομολογηθεῖσα σύμβασις ἐν ἄρθρῳ 1, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν εἰς ἡμᾶς ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργός, λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει)· «Τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ ξένα κλπ.». Ἡ ἐμπορικὴ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας κατηγγέλθη τῇ 21 Σεπτεμβρίου (ν. ἔ. 4 Ὀκτωβρίου) 1905 ὑπὸ τοῦ ὁμογενοῦς τοῦ Βουλευτοῦ Λοκρίδος στρατηγοῦ Λαχωβάρη (ἱλαρότης). Ἔκτοτε δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, ἐπὶ τῆς ὁποίας κατὰ τὸν νόμον δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ναυτιλιακὴ αὕτη σύμβασις. Οὐχ ἧττον ἐν τῇ ὁρμῇ τῆς ἐξυπηρετήσεως συμφερόντων, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν καὶ δὲν γνωρίζομεν, παρεῖδον καὶ αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ φαρικῶν τελῶν καὶ ἀπέδωκαν εἰς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ χαίρωσιν ἢ τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ ξένα τὰ δυνάμει συνθηκῶν ἀφομοιούμενα πρὸς τὰ ἐγχώρια. Ἐρωτῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, διότι ἀτυχῶς ὑπ’ εὐθύνην του διεπράχθη ἡ σύμβασις· ὑπῆρξεν ἡ περίπτωσις διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1892 περὶ φαρικῶν τελῶν; Δηλαδὴ ἀφομοιοῦνται πρὸς τὰ ἐγχώρια τὰ ῥωμανικὰ ἀτμόπλοια; Ἀναμφισβητήτως ὄχι, διότι εἶχε καταγγελθῆ ἡ σύμβασις τοῦ 1900, διότι δὲν ὑπῆρχε σύμβασις πλέον ἐμπορικὴ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας. Οὐχ ἧττον αὐτὸ δὲν ἐσταμάτησε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Καὶ δὲν ἀποδίδω εὐθύνην εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Μαντινείας, διότι δὲν ἦτο τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν περίστασιν ταύτην, ἀλλ’ ἦτο τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦτο τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ τμήματος ἐκείνου τὸ ὁποῖον τόσον ἐπαξίως διηύθυνεν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἠκούσατε τί ἐγένετο. Ἔπρεπεν ἀπέναντι τῆς ἀξιώσεως τῶν ξενοδόχων καὶ αὐτὴ ἡ ἱεραρχία τῆς διοικήσεως νὰ παραμερισθῇ, ἐνῷ δὲ πᾶς Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν στοιχειώδη φρόνησιν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς εὐθύνας ἃς συγκομίζει, ἀναγκαίως ἤθελε καταφύγει εἰς τὸ τμῆμα τὸ συμβατικόν, ὅπως πληροφορηθῇ κατὰ πόσον ἦτο δυνατὴ ἡ διάπραξις τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἔχομεν τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ποτὲ δὲν ἠρωτήθη. Ἀλλὰ τοῦτο τί δηλοῖ; Ἀναμφισβητήτως ὑπῆρχε μία δύναμις, ἂν ὄχι συμφέρον, ἡ ὁποία ὤθησε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ τοὺς σήμερον ὑπευθύνους εἰς τὸ νὰ παρατρέξωσι τὰ πάντα, νὰ παρατρέξωσι τὰς πληροφορίας τὰς ὑπηρεσιακὰς, ἀλλὰ νὰ παρατρέξωσι καὶ τὰ τιμαλφῆ ἐκεῖνα συμφέροντα, χάριν διασώσεως τῶν ὁποίων εἴχομεν φθάσει εἰς τὴν διάρρηξιν τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ῥωμανικὴν Ἐπικράτειαν. Ἴσως, Κύριοι, δὲν εἶναι ἤδη ἡ ὥρα, ὅπως ἐκτιμηθῇ πρεπόντως ἡ διάπραξις τῆς συμβάσεως αὐτῆς πρὸς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν, ἐκεῖνο ὅμως εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι, ὅπως παντὶ τρόπῳ, ὡς εἶπον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, προσπαθήσωσιν, ἵνα τὸ ἄγος αὐτὸ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς Πολιτείας τῆς Ἑλληνικῆς, ὅπως παντὶ τρόπῳ καταγγελθῇ σύμβασις ἥτις ἀναμφισβητήτως εἰς οὐδένα στηρίζεται νόμον καὶ ἥτις πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ συμφέροντα ὄχι μόνον ἀλλότρια πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ συμφέροντα ἀθέμιτα καὶ συμφέροντα ἀντίθετα πρὸς τὰ ἱερὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§119ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προσήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὑφ’ ἣν τρόπον κατ’ ἀνάγκην διεξήχθη, ὑπόθεσιν ἐλέγχου διὰ παρελθοῦσαν πρᾶξιν προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως προέκυψεν ἡ ὑποχρέωσις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ τόσα εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα θέλουσιν ἀρκέσει, ὅπως δυνηθῇ μὲν κατ’ ἀξίαν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν οὐσίαν τῶν τετελεσμένων, νὰ δυνηθῇ δὲ καὶ νὰ γνωρίσῃ εἰς ποῖον σημεῖον ταύτην τὴν ὥραν ἀπέληξεν ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀρξαμένη εὐθὺς ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπροσδοκήτως ἀνεκάλυψε τὴν ὕπαρξιν συμβάσεως διὰ νόμου κεκυρωμένης, καθὼς τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δι’ ὀλίγων ἐξέθηκα. Καθ’ ὃν χρόνον διεκόπησαν αἱ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας σχέσεις εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν πολλὰς μὲν δεκάδας ἑκατομμυρίων ἴσως καὶ ὑπὲρ τὴν ἑκατοντάδα ἑκατομμυρίων ἑλληνικῶν συμφερόντων παντοίων ἐκτεθειμένων ἐν Ῥωμανίᾳ, εἴχομεν δ’ ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν ἀληθὲς ἄλλο συμφέρον ῥωμανικὸν ὑπάρχον εἰμὴ τὸ παραγόμενον ἐκ τῆς κρείττονος θέσεως τῆς Ῥωμανίας ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἐξαγωγῆς — καίτοι δὲν ἦτο καὶ πολὺ μέγα τὸ συμφέρον τοῦτο — καὶ τὸ ἕτερον συμφέρον, τὸ μόνον τοῦτο ἐν Ἑλλάδι σπουδαῖον ῥωμανικὸν συμφέρον, τὸ τῆς ὠφελείας, ἣν ἐπορίζετο καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος τὸ Ῥωμανικόν —, ὠφελείας ὑλικῆς τε καὶ ἠθικῆς —, ἐκ τῆς διὰ τῶν ἑλληνικῶν ὑδάτων διελεύσεως καὶ ἐν αὐτοῖς ὑποστηρίξεως τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας. Καὶ τὰ μὲν ἐμπορικά, μετὰ διακοπὴν σχέσεων διαρκοῦσαν τότε ἐπὶ δύο καὶ πλέον ἔτη, ἐκανονίσθησαν δι’ ἀμοιβαίου τρόπου ἐνδεικνύοντος τὴν χαλάρωσιν τῆς πικρίας τὴν ἐκ τῆς προόδου τοῦ χρόνου γεννηθεῖσαν, ἐκανονίσθησαν, μετὰ πολλῆς ἐπιεικείας προσενεχθείσης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ναυτιλίας τῆς ῥωμανικῆς, ζήτημα σπουδαιότατον διὰ τὰ συμφέροντα τὰ ῥωμανικά, ἔμεινεν ἐκκρεμές, καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμὲς ἀποδειχθέντος ἀπὸ τοῦ πρώτου μηνὸς τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ὅτι — τοῦτο δ’ εἶναι καὶ ταύτην τὴν ὥραν ἀκριβὲς — ἀπολύτως ἀδύνατος εἶναι ἡ ἐν τῇ Μεσογείῳ κίνησις τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας, ἐὰν ὁ Πειραιεὺς ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτῆς· ἄνευ αὐτοῦ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς μεγάλας δαπάνας, ἃς ἡ ἄριστα ὠργανωμένη ὑπηρεσία αὕτη τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως προκαλεῖ ἐν τῇ ἀπὸ τοῦ Εὐξείνου μέχρι τῆς Ἀλεξανδρείας κινήσει τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῆς διὰ τοῦ Πειραιῶς. Ἡ Ἑλλὰς καὶ τὸ ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἐν Ἀνατολῇ εἶναι τὰ δύο κύρια στοιχεῖα παροχῆς πελατείας καὶ κέρδους εἰς τὴν Ῥωμανίαν. Ἐν τῇ διαδοχῇ τῶν ἐτῶν προφανὲς ἐγένετο ὅτι παρὰ πάντα τὰ μέγιστα συμφέροντα ἡμῶν ἐν Ῥωμανίᾳ τὰ πράγματα ἦλθον οὕτως, ὥστε ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις ἐξηναγκάσθη νὰ πολιτευθῇ τοιουτοτρόπως ὥστε τὰ συμφέροντα ἡμῶν ταῦτα μικρὰν νὰ ὑφίστανται ζημίαν, ἐμπεπιστευμένα μάλιστα ὅπως εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ῥωσικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τὰ Ῥωμανικὰ τὰ μικρότερα, τὰ περιοριζόμενα μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν τελωνειακῶν σχέσεων εἰς μόνην τὴν ὑπόθεσιν τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐπανορθωθῶσιν, ἂν δὲν ἐπετυγχάνετο ἀφ’ ἡμῶν εὐμενὴς ἐκτίμησις τῶν αἰτημάτων τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως. Καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις ἐπεζήτησεν ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν ν’ ἀνακτήσῃ ἐκεῖνο ὅπερ εἶχεν ἀπολέσει ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, καθισταμένης δυνατῆς τῆς ἀναλήψεως τῆς κινήσεως τῆς Ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας ἐν τῇ Μεσογείῳ, καθ’ ὃν χρόνον τοῦτο ἐνεφανίζετο ἡ Ῥωμανικὴ Κυβέρνησις μετήρχετο ἔτι ἐν τῷ ἐδάφει αὐτῆς στάσιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα καθ’ ὅσον ἀφεώρα εἰς τὰ ἤδη πεπραγμένα καὶ εἰς χεῖρας ἐκείνης ὄντα ἀπαράλλακτον οἵαν καὶ πρότερον. Διότι ἠκούσατε πρότερον ὅτι ἡ ἐκκλησία Καλαφατίου ἡ ἑλληνικὴ κατέχεται ἔτι καὶ μένει κεκλεισμένη ὑπὸ τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως· ἠκούσατε ἤδη ὅτι ἡ ἀπὸ αἰῶνος σχεδὸν λειτουργοῦσα ἐν Βραΐλᾳ ἑλληνικὴ σχολὴ ἡ πολλοὺς Ἕλληνας μορφώσασα καὶ πολλοὺς Ἕλληνας διασώσασα ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ τῷ φθοροποιῷ τῆς ἑλληνικῆς ἐθνότητος εἶναι κεκλεισμένη.
§120Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τίνα λόγον;
§121Σ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ λόγον ἐχθρικὸν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς πᾶν συμφέρον αὐτῆς.
§122Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι εὑρέθη ἓν τραπεζομάνδηλον κηλιδωμένον!
§123ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀθλία πρόφασις, προφάσεις δ’ ὄχι μόνον εὕρισκον, ἀλλὰ καὶ ἔπλαττον οἱ ἐν Ῥωμανίᾳ, ὅπως κατενεχθῶσι κατὰ τῶν συμφερόντων τῶν ἑλληνικῶν. Ἀλλά, τὸ χείριστον πάντων, μέχρι ταύτης τῆς ὥρας οὐδεμία ἐδόθη πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἱκανοποίησις διὰ πρᾶξιν ἄντικρυς ἀντικειμένην εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον, διὰ πρᾶξιν γενομένην ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς ῥωμανικῆς Ἀστυνομίας, ὅτε μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος εἰσέβαλον πλήθη μαινόμενα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐδάφους τῆς ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἐν Βουκουρεστίῳ, εἰσέβαλον εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρεσβείας, ἐπὶ ἐδάφους ἑλληνικοῦ, ἐπὶ ἐδάφους διεθνῶς ἁπανταχοῦ προκαλοῦντος σεβασμόν. Οὕτως ἐχουσῶν τῶν σχέσεων ἐνεφανίσθη ἡ ὑπόθεσις ἡ ἀναγομένη εἰς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν καὶ εὐτυχῶς κατ’ ἀρχὰς δὲν εὐωδοῦντο αἱ ἀπόπειραι τῶν ὀργάνων τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τελευταῖον—καὶ εἰς τοῦτο νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ ἔχῃ λόγον αἰτιάσεως — ἡ ὑπόθεσις τοῦ αἰτήματος τῆς Ῥωμανικῆς Κυβερνήσεως ἐξητάσθη μετὰ πολλῆς ἀπροσεξίας· διότι, ὅτε αἱ σχέσεις τῶν δύο Κρατῶν εἶναι τοιαῦται καὶ τὸ ἕτερον τῶν Κρατῶν τούτων ἔχει δικαίωμα ν’ ἀξιώσῃ ἀπὸ τοῦ ἄλλου ἀπόδοσιν τοσούτων πραγμάτων παρακρατουμένων καὶ ἀνόρθωσιν τοσούτων ἀδικιῶν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ προθυμία εἰς τὸ οὕτω συμπεριφερόμενον πρὸς αὐτὸ Κράτος νὰ δώσωσι παροχὰς αἵτινες καὶ ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν εἰς αὐτὸ προσφέρουσιν ὠφέλειαν. Μετὰ πάροδον τοσούτων ἐτῶν, τῆς ψυχικῆς ἐξεγέρσεως ἐλαττωθείσης, ἀμβλυνθείσης, εὐνόητον ἤθελεν εἶναι, ἂν ἡ ἰδέα τῆς ἀδελφότητος τῶν ἐθνῶν, ἡ γνώμη περὶ τῆς ἀξίας τῆς διαρκοῦς ὑποστάσεως σχέσεων ἰδίως μεταξὺ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν εἶχεν ἁπλῶς ὠθήσει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εἰς εὐμενεστέραν πρὸς τὴν Ῥωμανικὴν Κυβέρνησιν στάσιν. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς προδιετίθετο οὕτως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλεν ἀμέσως ν’ ἀνοίξῃ τὰ βιβλία αὐτῆς, νὰ ἴδῃ τοὺς λογαριασμοὺς ἡμῶν μετὰ τοῦ ἑτέρου Κράτους καὶ νὰ εἴπῃ· ζητεῖς νὰ λάβῃς τοῦτο τὸ κέρδος; Παρακαλῶ· ἀνόρθωσον πρῶτον ταύτας τὰς ζημίας καὶ ἀνταπόδος ἔπειτα καὶ σὺ ἄλλα τινά, ἅτινα διδόμενα θέλουσι προσδώσει καὶ εἰς ἐμὲ κέρδος τι. Τοῦτο ἐλησμονήθη ὑπ’ ἐκείνων οἵτινες ἀπροσέκτως τὴν σύμβασιν ταύτην ὑπέγραψαν. Ἐν τῷ ζητήματι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, προκειμένου καὶ περὶ ἄλλων ὑποθέσεων, μὴ ἐχουσῶν τόσον δεινὸν χαρακτῆρα, μέγα μέρος τοῦ ἁμαρτήματος κεῖται εἰς βάρος Ἀρχῆς, δι’ ἣν καὶ διὰ ταύτην ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος, εἰς βάρος τῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Διότι ἡ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ ἐν ἄλλοις πολλοῖς — ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ — συχνὰ ἀπεδείχθη τελείως ὀλιγωροῦσα πάσης ἄλλης σκέψεως καὶ πάντοτε πρόθυμος, ἀγνοῶ διὰ τίνας λόγους, νὰ εἰσέλθῃ εἰς οἱανδήποτε τοιαύτην σύμβασιν μὴ ὑπολογίζουσα μετὰ προσοχῆς τὰ πράγματα, ἀλλὰ σπεύδουσα μόνον πῶς ν’ ἀποκτήσῃ σύμβασιν. Καὶ τὸ σφάλμα τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο ὅτι ἐπὶ τῆς Ταχυδρομικῆς Διευθύνσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν ὑπῆρξεν αὐστηρὸς ἐπόπτης. Ἐν ἄλλῃ περιπτώσει, μὴ προκειμένης ῥωμανικῆς ὑποθέσεως, ἡ τοιαύτη ἔλλειψις αὐστηρότητος θὰ ἦτο μικρᾶς ἀξίας, δὲν θὰ ἦτο ἴσως ὁ πρῶτος Ὑπουργὸς ὅστις δὲν ἐπέστησε τὴν προσήκουσαν εἰς τὰς τοιούτου εἴδους συμβάσεις προσοχήν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τὸ ἁμάρτημα φαίνεταί πως βαρύτερον, διότι προκειμένου περὶ συμβάσεως τοιαύτης.....
§124Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπῆρξε σύμβασις τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη;
§125Σ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως ἥτις συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν ταύτην. Εἶπον τί γενικῶς ἄλλοτε συνέπιπτεν ὑπὸ ἄλλας Κυβερνήσεις, ἐν αἷς περιελαμβάνετο καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐντίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ. Ἐν τούτῳ κεῖται τὸ σφάλμα καὶ ἐβεβαιώθη σήμερον, ἀληθῶς δὲ τιμὴν εἰς ἑαυτὸν περιεποίησεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μαντινείας μετ’ εἰλικρινείας ἐξιστορήσας ἐνταῦθα τὰ γενόμενα καὶ μὴ ζητήσας νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην αὑτοῦ τὴν ἠθικήν, διότι ἡ ἄλλη εὐθύνη εἶναι ἤδη κεκαλυμμένη ἀπὸ πολλοῦ. Διὰ τῆς συμβάσεως, ὡς ἔχει τὸ κείμενον αὐτῆς, ἀπροσέκτως ὑπεγράφησαν πάντες ἐκεῖνοι οἱ ὅροι οἱ κατὰ λέξιν μεταγεγραμμένοι ἐν ταύτῃ ἀπὸ τῶν ἄλλων παντοίων συμβάσεων μετὰ τῶν ξένων ἐθνῶν μεθ’ ὧν ἔχομεν συνθήκας, πάντες οἱ ὅροι ἐκεῖνοι οἵτινες, ὅπως εἶναι ἐνταῦθα ἐκπεφρασμένοι, δὲν καθιστῶσιν ἀνεπανόρθωτον τὴν ζημίαν· διότι πάντα μὲν τὰ ἐν τῷ νόμῳ ΒΚʹ εἰς τοὺς ἄλλους παραχωρούμενα παραχωροῦνται καὶ εἰς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν, ἀλλ’ εὐτυχῶς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ παλαιοτέρου νόμου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ νέου νόμου, ὅστις ἀντικατέστησε τὸν παλαιότερον, παρέχει εἰς τὸ Κράτος τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἑρμηνεύσῃ ὅτι τὸ παραχωρούμενον εἰς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλο παρ’ ἐκεῖνο ὅπερ παρέχει ἐν τῷ συνόλῳ λαμβανόμενος ὁ νόμος, ὁ δὲ νόμος ἐν τῷ συνόλῳ λαμβανόμενος δεικνύει ὅτι παρεχωρήθη εἰς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν μόνον ὅ,τι ἐπετρέπετο κατ’ αὐτὸν νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὰ πλοῖα τὰ ξένα ἅτινα δὲν εἶναι ἐξωμοιωμένα μετὰ τῶν ἐγχωρίων πλοίων, μόνον δὲ ἔθνος ἐν Εὐρώπῃ (μετὰ καὶ τῆς Πορτογαλλίας) ὅπερ δὲν ἔχει συνθήκην ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος, συνθήκην ἐξομοιοῦσαν, εἶναι ἡ Ῥωμανία ὡς ἐκ τῆς καταγγελίας καὶ τῆς λύσεως τῆς πρώην ὑπαρχούσης συνθήκης. Τοῦτο ἔχουσα σήμερον ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐφρόντισεν ἐν ἀρχῇ,—μὴ ἔχουσα τὸν προσήκοντα χρόνον νὰ ἐπανορθώσῃ ἀμέσως τὰ πράγματα—νὰ μὴ πραχθῇ τι ὅπερ ἤθελεν ἐκθέσει τὴν ὑπογραφὴν τῆς Ἑλλάδος, τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος μὴ σεβομένης τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς, ἐφρόντισε τοῦτο πράττουσα καὶ νὰ ἀσφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους τὴν ὅλην εἴσπραξιν διὰ προκαταβολῆς — τηρουμένου ἰδίου λογαριασμοῦ — τῶν φαρικῶν τελῶν καὶ ἀγκυροβολίας εἰς τὸ διπλάσιον, ἅτινα οὕτω καὶ κατετέθησαν ἐν Πειραιεῖ. Ἐφρόντισε δ’ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἔτι ἐπιμελέστερον. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχω εἰς χεῖρας γνωμοδότησιν εἰδικωτάτων ἀνδρῶν, οἵτινες συμφώνως καὶ πρὸς τὰς γνώμας συγγραφέων, ἰδίως Γερμανῶν ἐξετασάντων τὸ ζήτημα ἐν πλάτει, ἐβεβαίωσαν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐφαρμόζουσα τὸν νόμον τὸν νέον ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἥτις ἐπικαλεῖται τοὺς παλαιοτέρους νόμους, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ ἐμπεδώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους, εὑρισκομένη ἀπέναντι ἰδιώτου, νὰ μεταβάλῃ τοὺς νόμους αὐτοῦ καὶ ἐπιβάλῃ αὐτοὺς εἰς τὸν ἰδιώτην μεθ’ οὗ συνηλλάχθη. Καὶ τοῦτο οὕτω πράξαντες θέλομεν βεβαίως πολιτευθῆ προσηκόντως πρὸς τὴν ἀτμοπλοΐαν μεθ’ ἧς συνηλλάχθη ἡ προκάτοχος ἡμῶν Κυβέρνησις, — ἡ Ἑλληνικὴ ἄρα Κυβέρνησις —, θέλομεν ἐφαρμόσει τὸν νόμον ἐν πάσῃ αὐτοῦ τῇ δυνάμει τῇ ἐπιβλητικῇ τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους, ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰ μὴ ἀφομοιούμενα πρὸς τὰ ἐθνικὰ ξένα πλοῖα καὶ ἀξιοῦντες παρὰ τῆς ῥωμανικῆς ἑταιρείας νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ διπλάσιον τὰ τέλη τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ νέου νόμου, ὅπως ἄλλως τε καὶ αἱ ἄλλαι ἑταιρεῖαι κατὰ τὸν νέον νόμον πληρώνουσι. Καὶ κατ’ ἀκολουθίαν θέλομεν ἐν πάσῃ δικαιοσύνῃ, περισώζοντες τοῦ Κράτους τὰ δικαιώματα, ἐπιτύχει νὰ εἰσπράξωμεν παρὰ τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας εἰς τὸ διπλάσιον ἐκεῖνα ἅτινα ὀλίγον ἔλειψε νὰ καρπωθῇ δωρεὰν ἡ ῥωμανικὴ ἀτμοπλοΐα ὑπὲρ τῶν πλοίων αὐτῆς καίπερ μὴ ἐξομοιουμένη πρὸς τὰ πλοῖα τὰ ἐθνικὰ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἐθνῶν τὰ διὰ συμβάσεων ἐξομοιούμενα πρὸς τὰ ἐθνικά. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον δύναται νὰ καθησυχάσῃ ἡ Βουλὴ μανθάνουσα ὅτι ἡ ζημία ἣν ἐκινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν συνωμολογήθη ἡ σύμβασις ἀπεσοβήθη, καὶ ὅτι, ἂν τυχὸν δὲν θέλῃ ἢ δὲν δύναται ἡ ῥωμανικὴ ἀτμοπλοΐα νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἐπιτακτικὸν νόμον τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν ἰδιωτῶν τῶν συμβληθέντων μετ’ αὐτοῦ, θέλει βεβαίως ἀναγκασθῆ νὰ τραπῇ τὴν πρὸς τὸν Εὔξεινον ἄγουσαν.
§126Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐρώτησίν τινα, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω. Πρὸ ὀλίγου κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγένετο γνωστὸν ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας Ἀλέξανδρος Βαλλιᾶνος εἶναι κάτοχος ἐγγράφου τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, διὰ τοῦ ὁποίου προσκαλεῖται ἡ ῥωμανικὴ ἀτμοπλοΐα ἐν ἔτει 1908 νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ πρόσωπον πρὸς διαπραγμάτευσιν καὶ συνομολόγησιν συμβάσεως μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ὁ ὑπογεγραμμένος Γενικὸς Διευθυντὴς εἶναι ὁ τότε Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων κ. Θ. Βελλιανίτης. Ἐν τῷ φακέλῳ βλέπω τὰ ἑξῆς δύο ἔγγραφα· ἔγγραφον ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1908, δι’ οὗ ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων διαβιβάζει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν αἴτησιν τοῦ Ἀλεξάνδρου Βαλλιάνου, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας, περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, συγχρόνως δ’ ἕτερον ἔγγραφον τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1908, δι’ οὗ ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων διαβιβάζει πρὸς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρείαν πλέον πρόσκλησιν ἵνα ἐξουσιοδοτήσῃ ἀντιπρόσωπον πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως. Οὐδὲν ζήτημα ἐξ ὅσων θέλω νὰ θίξω συνεζητήθη, διότι φρονῶ ὅτι εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου εἶναι ὁλόκληρος ἡ ὑπόθεσις, ἀλλ’ ἠκούσθη πρὸ ὀλίγου ὅτι ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων προέβη εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου τὸ πρωτότυπον ἔχομεν ἐν τῷ φακέλῳ, πρὸς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν, χωρὶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ τότε νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ἀποστολῆς. Ὅτε τὸ πρωτότυπον τοῦ ἐγγράφου τούτου πρὸς τὸν κ. Βαλλιᾶνον ἔχει ὡς ἀνέγνων ἐν τῇ Βουλῇ, νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν παρέσχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐντολὴν πρὸς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἵνα προσκαλέσῃ τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν, ὅπως διορίσῃ ἀντιπρόσωπον, ἵνα συνομολογήσῃ σύμβασιν, ἢ ἂν τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑφισταμένου του εἶναι ψευδὲς καὶ περιέλαβεν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἥτις δὲν εἶχε δοθῆ. Πρὸς διασάφησιν τοῦ πράγματος θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διεξαγάγῃ ἔρευναν καὶ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἀλληλογραφίαν, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος, ἐὰν ὁ τότε Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων προέβη εἰς τοιαύτην πρᾶξιν, ἀναγράφων ψευδῶς ἔγκρισιν Ὑπουργοῦ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσω οὐ μόνον τὸν καταλογισμὸν εὐθυνῶν καὶ ἐκείνου, ἀλλὰ νὰ ζητήσω, ὅπως καὶ διὰ μέτρου νομοθετικοῦ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοὺς Διευθυντὰς τῶν ταχυδρομείων τὸ δικαίωμα τῆς συνομολογήσεως τοιούτων συμβάσεων. Ἐὰν δέ, ὡς πιστεύω, τὸ ἔγγραφον εἶναι ἀκριβές, τότε βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τότε Ὑπουργὸς κ. Λεβίδης παρασχὼν τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν, ἵνα διομολογήσῃ τὴν σύμβασιν, καίτοι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο ἐναντίος, προητοίμασε τὴν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν συνετέλεσε μετὰ τόσῳ ἐλαφρᾶς συνειδήσεως ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Μαυρομιχάλη.
§127Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὅτε ἐγὼ ἠρωτήθην, τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ὑπῆρχεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Βαλλιάνου· συνεπῶς οὐδόλως ἐπηρέασεν οὔτε τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν οὔτε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ καὶ ἑπομένως ἐθεωρήθη δι’ ἡμᾶς ὡς μὴ ὑπάρχον. Φρονῶ ὅτι ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἵνα γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τὸ νομικὸν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς μόνον ἁρμόδιον ἀπετάθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεφήνατο ἣν γνωρίζει ἡ Βουλὴ γνώμην, συνετάχθη πρὸς τὴν γνώμην ταύτην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις. Ἂν ἐπανέρχησθε σήμερον εἰς τὸ ζήτημα, δύνασθε νὰ τὸ ἐπαναφέρητε ὡς ζήτημα τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ὑμᾶς, ἀλλὰ νὰ τὸ φέρητε ὡς ζήτημα ἐθνικόν, ὅτι τοῦτο ὑπεχρέωσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν.
§128Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετὰ λύπης καὶ δυσαρεσκείας μου ἀναγκάζομαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι οὐδεμίαν ὄρεξιν εἶχον ν’ ἀναμιχθῶ, ἀφοῦ περὶ ἐμοῦ δὲν πρόκειται. Ἀλλὰ παρατηρῶ τὸ ἑξῆς. Ὅτι ὑπάρχει τῳόντι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, ἐκ μέρους τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων πρὸς τὸν κ. Ἀλέξανδρον Βαλλιᾶνον, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ οὗ ἐγγράφου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐρωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ διομολογηθῇ τοιαύτη σύμβασις. Ἐὰν δ’ ἀπ’ ἐναντίας δὲν ὑπάρχῃ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, δι’ οὗ ἐγγράφου νὰ ἐξουσιοδοτῆται ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις νὰ προκαλέσῃ τοιαύτην σύμβασιν, τί δύναται νὰ τεκμαρθῇ; Ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ὑπῆρξεν, εἶναι βέβαιον· ἐὰν ὑπῆρξε, παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ, διότι πιθανὸν ἡ μνήμη νὰ μὲ πλανᾷ.
§129ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει, κ. συνάδελφε· ἐγὼ ἐζήτησα παρὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ δὲν μοὶ ἀπεστάλησαν ἢ μόνον τὰ ἐν τῷ φακέλῳ.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐψεύσθη ὁ κ. Βελλιανίτης;
§131Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ψεύδεται καθόλου.
§132Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι ψεύδεται, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει. Ἐγὼ ἐκεῖνα ἅπερ ἐπιθυμῶ νὰ λέγω ἐδιδάχθην νὰ τὰ λέγω, καὶ νὰ τὰ λέγω ἀκριβῶς· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν διάνοιάν μου καὶ μοὶ ἐμβάλῃ πράγματα ἅπερ ἐγὼ δὲν εἶπον· διότι ἐγώ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶμαι προσωπικὸς φίλος τοῦ κ. Βελλιανίτου, ἔχω πρὸς αὐτὸν καὶ πᾶσαν ὑπόληψιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βελλιανίτης σπανιώτατα ἤρχετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐργάζηται μετ’ ἐμοῦ· ἡ ὑπηρεσία ἦτο οὕτω διωργανωμένη, ὥστε εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς ἕνα τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ ταχυδρομείου νὰ ἔρχηται νὰ συνεργάζηται μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑποθέτω δ’ ὅτι καὶ σήμερον τοῦτο γίνεται. Ἑπομένως ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου ἤθελε παύσει ἐπερωτῶν με καὶ ὡς πρώην Ὑπουργόν, ἀφοῦ τοσαύτας ἐπερωτήσεις εἶχεν εὐαρεστηθῆ ν’ ἀπευθύνῃ κατ’ ἐμοῦ, ὅτε ἤμην Ὑπουργός. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ φυλάξῃ τὴν ὄρεξίν του δι’ ἄλλην ἐποχήν, ἐὰν διαπράξω τὸ λάθος νὰ δεχθῶ τόσῳ βαρὺ φορτίον ἄλλην φοράν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων περὶ διαταγῆς πρὸς διαπραγμάτευσιν καὶ ὑπογραφὴν τοιαύτης συμβάσεως, ἐξ ἐναντίας ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ οὗ ἐρωτᾶται ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ τοιαύτη σύμβασις ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων τῶν διπλωματικῶν εἰς ἃς εὑρίσκονται τὰ δύο ταῦτα Κράτη, ὑποθέτω ὅτι δὲν χρήζει περαιτέρω ἐρεύνης ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἀλλ’ ὅπως οἱ Κύριοι εὐαρεστοῦνται, ἐκ φόβου παραγραφῆς τῶν εὐθυνῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, ἵνα προσκομίζωσιν ἔγγραφα, ὅπως συζητῶσι τὰς εὐθύνας τῶν προκατόχων καὶ τῶν προκατόχων ἄλλων προκατόχων, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ συζητήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον· ἑπομένως παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§133Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θαυμάζω διὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἀληθῶς λυποῦμαι διότι προεκάλεσεν ὁ φίλος μου κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, διότι, ἐὰν εἴχομεν δεδομένα ὅτι ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς ἀρξαμένης ἐκ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ τῆς οὐδέποτε συντελεσθείσης ἐπλανήθη ἡ κατόπιν Κυβέρνησις καὶ διέπραξε τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν πάντες κατακρίνουσι καὶ διὰ τὴν ὁποίαν πάντες προσπαθοῦσι νὰ νίψωσι τὰς χεῖρας, θὰ ἐνόουν αὐτήν. Ἀλλ’ ἔχομεν ὡμολογημένον παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ διαπράξαντος καὶ ὑπογράψαντος τὴν σύμβασιν ὅτι τὸ ζήτημα ἤχθη ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐξητάσθη ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διεθνοῦς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἂν διακεκομμένων οὐσῶν τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμανίας ἐπετρέπετο ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως καὶ ὄχι ἡ διαπραγμάτευσις τῆς συμβάσεως. Ὅτε δ’ ἔχομεν τοῦτο ὡμολογημένον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιρρίψωμεν τὴν εὐθύνην τῆς διαπράξεως τῆς συμβάσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ διαβιβάσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τῷ εἶχον ὑποβληθῆ; Ἀναμφισβητήτως κατήρξατο διαπραγμάτευσίς τις τότε, καὶ ὑποθέτω ὅτι πάντες τότε οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν διάπραξιν τῆς συμβάσεως προσέφευγον πρὸς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ ἐπιτύχωσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατώρθωσαν νὰ ἐπιτύχωσιν ἐπὶ τῆς τελευταίας Κυβερνήσεως. Καὶ οἱοσδήποτε ἂν ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐκ Βάλτου ἐὰν ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δηλαδὴ ὀλίγους μῆνας πρότερον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἔπραττεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, θὰ διεβίβαζε τὸ ἔγγραφον τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν διαπραγμάτευσιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι πῶς τεθέντος τοῦ ζητήματος ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἐπετράπη ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὸν λόγον, εἶπον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ καταλογίσωμεν τὴν ὅλην εὐθύνην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἦτο ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν· μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ ἦτο ἁρμοδία νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦ κατὰ πόσον ἐπετρέπετο, ὑφ’ οὓς ὅρους εὑρίσκονται αἱ σχέσεις μεταξὺ Ῥωμανίας καὶ Ἑλλάδος, νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις αὕτη. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτην μετῆλθον γλῶσσαν πρὸς τὴν διάπραξιν τῆς συμβάσεως καὶ ὑπέγραψαν αὐτὴν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον διαπραχθείσης συμβάσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν πρώην, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμεν ἄλλο τι ἢ νὰ διαβιβάσῃ τὴν αἴτησιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐνδιεφέροντο ὑπὲρ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν; Νομίζω ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους διετυπώθη τελευταῖον ἡ συζήτησις βεβαίως αὕτη εἶναι ἄσκοπος, πρόκειται δὲ μόνον νὰ προκαλέσωμεν σκάνδαλα, καὶ εἰς οὐδένα Βουλευτὴν ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῇ σκάνδαλα, μάλιστα ὑφ’ ἃς περιστάσεις εὑρισκόμεθα.
§134Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῇ σκάνδαλα ἀνήκει εἰς ἕκαστον ἰδίᾳ, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναζητήσεως εὐθυνῶν ἀνήκει πάλιν εἰς ἕκαστον ἰδίᾳ, ἐγὼ δὲ τοὐλάχιστον καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν μου βίον εἰς οὐδένα παρέσχον ποτὲ τὸ δικαίωμα ἵνα μοὶ κανονίσῃ τὸν τρόπον τοῦ ἐλέγχου, καὶ εἰς οὐδένα ἔχω νὰ λογοδοτήσω εἰμὴ μόνον εἰς ἐκείνους οἵτινες μὲ ἀποστέλλουσιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Λυποῦμαι δ’ ὅτι δὲν κατενοήθη μέχρι τοῦδε ὅτι, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν εἶμαι, εἴτε εἰς ἐκείνην εἴτε εἰς ταύτην, πάντοτε ἐτήρησα τὴν ἐλευθερίαν τῶν σκέψεών μου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης ἐποιησάμην τὸν ἔλεγχον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἥτις ἐπὶ πεντάμηνον διοικήσασα τὸ Κράτος οὐδὲν ἀφῆκεν ὀρθὸν ἐν τῇ θέσει του καὶ τὴν ὁποίαν Κυβέρνησιν νῦν ἐκπροσωπεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος, ἐπίσης ὅμως καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον ὅστις πρὸ ὀλίγου ἠθέλησε νὰ καλυφθῇ ὑπὸ τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως Μαυρομιχάλη καὶ ὅστις προσεπάθει νὰ ἐπιρρίψῃ πάσας ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῆς Κυβερνήσεως ταύτης. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ ζητηθῶσιν εὐθῦναι, εὐθῦναι οὐχὶ διὰ τὴν παροῦσαν μόνον πρᾶξιν, ἀλλὰ διὰ σειρὰν πράξεων διαπραχθεισῶν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν· τὰς εὐθύνας ταύτας θὰ ἔλθῃ ἄλλο Συνέδριον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ζητήσῃ τὴν σύμπραξιν πάντων τῶν παραγόντων πρὸς ἀνόρθωσιν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ καθίσῃ ἕκαστον ἀναλόγως τῶν πεπραγμένων ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐδώλιόν του. Δὲν πρόκειται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ζητήσω εὐθύνας, οὐδὲ πρόκειται περὶ ἀπαγγελίας κατηγοριῶν κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Αἱ ἐπερωτήσεις μου αἱ γενόμεναι, ὅτε ἦτο Ὑπουργός, ἐγένοντο, διότι παρενόμει χάριν τῆς φατρίας, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἄν, ὅτε ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν .....
§135Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σὺ ἕνα φεγγάρι ἦσο Ὑπουργός!
§136Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπῆρξα ἕνα φεγγάρι Ὑπουργός, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ τῶν ἡμερῶν καθ’ ἃς ἐγενόμην Ὑπουργὸς ἀπησχόλησα ἀνακαλῶν τὰς παρανομίας σοῦ τοῦ θεράποντος τῆς πολιτικῆς φαυλότητος!
§137Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ψεύδεσαι, ψεύδεσαι!
§138Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ψεύδεσαι σύ· ἐγὼ οὐδέποτε συνήθισα νὰ ψεύδωμαι, ἐὰν δ’ ἔχῃ τι νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶναι ὅτι προσεπάθησε ν’ ἄρῃ πάσας τὰς ἀσχημίας τὰς ὁποίας ἐπεσώρευσεν ἐπὶ δεκάμηνον ἡ ὑπουργία τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ παραλύσαντος πᾶσαν ὑπηρεσίαν, τοῦ καταλύσαντος πάντα νόμον καὶ οὐδὲν ἄλλο πράττοντος ἢ νὰ δημιουργῇ κόμμα ἐν τῇ Ἀττικῇ, κόμμα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τοῦ ἀφήνοντος νομομηχανικοὺς ἐν Ἀθήναις οἵτινες ἔκτιζον οἴκους μὲ τὰ σκῦρα τῶν ὁδῶν! Τὸν ἔλεγχον τοῦτον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Νῦν ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἔσπευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ διακόψῃ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀγυιᾶς ὁμιλοῦντα καὶ νὰ διαδηλώσῃ πρὸς αὐτὸν μὲ σημείωμά τι ἀνὰ χεῖρας τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, ἐνέργειαν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὀρθήν, ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ζητοῦντος γνώμην περὶ τοῦ θέματος. Καὶ τὴν ἐνέργειαν ταύτην τίς ψέγει; Οὔτε ἔψεξα ἐγὼ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διότι παρεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· τοὐναντίον μάλιστα τὸν συγχαίρω διὰ τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια περὶ ἧς ἐγὼ ἐποιησάμην λόγον ἀφορᾷ εἰς ἄλλο τι, ἀφορᾷ εἰς ἐντολήν, ἣν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδωκε πρὸς τὸν τότε Διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ὅστις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐντολῆς ταύτης ἀπηύθυνε τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀνέγνων πρὸ μικροῦ, πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον Βαλλιᾶνον τὸν ἐκπροσωποῦντα τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς λέγεται ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐνέκρινε τὴν σύναψιν τῆς τοιαύτης συμβάσεως. Περὶ τούτου πρόκειται· πρόκειται πλέον ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπηυθύνθη πρὸς τρίτον τινά, ὅστις μάλιστα ἐξεπροσώπει αὐτὴν τὴν Ῥωμανικὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀκριβῶς ἐζήτησα νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ ἂν πράγματι ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ταύτην καὶ τὴν ἔγκρισίν του εἰς τὸν τότε Διευθυντὴν κ. Βελλιανίτην· ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, θέλων νὰ ἐπιρρίψῃ τὰς εὐθύνας τῆς πράξεώς του ταύτης εἰς τὸν τότε Διευθυντήν, βεβαίως δὲν προσφέρεται ἐνταῦθα μετὰ θάρρους ἀξίου εἰς πολιτευτήν. Ἐὰν δὲ πράγματι ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἔδωκε τοιαύτην ἔγκρισιν, τότε βεβαίως ὁ τότε Διευθυντὴς δὲν εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὁπότε ἔπρεπε νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὴν διαβεβαίωσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἀπέναντι τρίτου, ἐκπροσωποῦντος ὅμως Κράτος. Ἐφ’ ὅσον ἔγγραφον τοιοῦτον ἡμετέρας ὑπηρεσίας εὑρίσκεται εἰς χεῖρας ξένης ὑπηρεσίας ἀνηκούσης μάλιστα εἰς Κράτος μεθ’ οὗ δὲν ὑπάρχουσι σχέσεις διπλωματικαί, τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐκθέτει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀξιοπρεπείας ταύτης τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἐποιήσατο ἢ ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἐνεργήσας τὴν κύρωσιν ἢ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος; ὁ ὁποῖος δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα, δὲν ἐπεζήτησα δ’ ἐγὼ οὐδ’ ἐπιζητῶ ποτε τὸ σκάνδαλον. Τοῦτο μόνον ἐζήτησα ἐγὼ κατὰ τὸ μικρὸν πολιτικόν μου στάδιον, τὸ ὁποῖον φυσικὰ δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸν μακρὸν πολιτικὸν βίον τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἐζήτησα ὅπως, ὁσάκις ἐνασκεῖται ἔλεγχος ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὁ ἔλεγχος οὗτος ν’ ἀσκῆται κατὰ παντός, ἀδιάφορον ἂν οὗτος ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς πρὸ 24 ἡμερῶν ἢ πρὸ ἑνὸς ἔτους. Ἐὰν δ’ ἠσκήθη ὁ ἔλεγχος νῦν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ διαπράξει τῆς τοιαύτης συμβάσεως, ἐθεώρησα ὀρθὸν νὰ καθορισθῇ ὅτι, οἵαν ἐπεδείξατο λήθην πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, τοιαύτην ἀπεπειράθη νὰ ἐπιδείξῃ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς προκατόχου ταύτης Κυβερνήσεως, τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως ὁ τότε ἀρχηγὸς δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀλληλεγγύην τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν του, διότι οὗτος γινώσκει πάντοτε τί πρέπει νὰ πράττῃ προκειμένου περὶ τοιούτου εἴδους ἐνεργειῶν τῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν του Ὑπουργῶν.
§139Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι συνετέλεσα μὲ τὰς ὀλίγας μου λέξεις νὰ συγχυσθῇ τόσον ὁ φίλος μου κ. Στράτος.
§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου δὲν βασίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, διότι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὸ ἔγγραφον περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε μνείαν ἐστάλη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ ἔχομεν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὡμολόγησεν ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν εὑρέθη....
§141ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ἐστάλη.
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .... ἀλλά, λέγω, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐστάλη, ἐρωτῶ· τίνα ἡμερομηνίαν ἔχει τὸ ἔγγραφον;
§143Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. 14 Ὀκτωβρίου 1908.
§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ· τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐστάλη καθ’ ὑμᾶς τῇ 14 Ὀκτωβρίου 1908 ἔφερεν ἀποτελέσματα; Ὑπεγράφη σύμβασις ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων; Μὴ λησμονήσητε δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ συνεδρίαζεν, ὅτι, ἐὰν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις, ἦτο δυνατὸν ἡ σύμβασις αὕτη νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἄρα σύμβασις δὲν ὑπῆρξε. Ποία εἶναι ἡ βλάβη ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικά;
§145Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅτι περιφέρεται ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας ἔχων ἓν τοιοῦτον ἔγγραφον εἰς χεῖράς του.
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ· πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως δὲν δικαιοῦται ἡ Ἀρχὴ νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως; Καὶ δύνασθε νὰ κατηγορήσητε Ἀρχὴν ἐπὶ μὴ διαπράξει πράξεως τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε ἐπιζήμιον, ὅτε ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν συνετελέσθη; Ὁ κ. Βουλευτὴς Βάλτου εὗρεν ἐπιχείρημα ὅπως κατηγορήσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ διαθέσει διαπράξεως πράξεως ἐπιβλαβοῦς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς διαθέσεως ἐγένετο ἔπειτα ἡ κανονικὴ ἐνέργεια ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου· ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀπεφήνατο ὅτι ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων μεταξὺ Ῥωμανίας καὶ Ἑλλάδος ἐφρόνει ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις, καὶ δὲν συνωμολογήθη αὕτη. Εἶναι πρῶτον παράδειγμα τὸ ὁποῖον φέρεται ἐν τῇ Βουλῇ κατηγορίας βασιζομένης ἐπὶ ἀποπείρᾳ πράξεως ἐπιβλαβοῦς. Ἕως τώρα ἐνόμιζον ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ κατηγοροῦνται ἐπὶ τετελεσμένων γεγονότων, οὐδέποτε δ’ ἤκουσα κατηγορίαν, καὶ μετὰ τοσούτου σθένους διατυπωθεῖσαν, διὰ πρᾶξιν μὴ συντελεσθεῖσαν. Ἑπομένως εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Βάλτου, ὁ ὁποῖος ἔχει παραφοράς τινας, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἔχει τοσαύτην ἀντίληψιν, ὥστε, εὐθὺς ὡς ἡ παραφορὰ ἐκλείψῃ, σκέπτεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ διὰ τῆς ἀντιλήψεως αὑτοῦ δύναται νὰ διαγνώσῃ ἄριστα τὰ πράγματα, δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς κατηγορίαν ἡ ὁποία δὲν βασίζεται ἐπὶ τετελεσμένου γεγονότος.
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον ὅτι δὲν διετύπωσα κατηγορίαν, διότι δὲν ἦτο ἡ ὥρα ἡ προσήκουσα πρὸς κατηγορίαν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅστις μοὶ κάμνει τὴν τιμὴν νὰ μοὶ λέγῃ ὅτι δὲν στεροῦμαι ἀντιλήψεως, ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰ πράγματα μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅπως ὑπερασπίσῃ τὸν φίλον του. Ἐὰν ἔτεινε τὴν προσοχὴν εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον, θὰ ἤκουεν ὅτι δὲν ἀνέφερα ἐγὼ ἔγγραφον μεταξὺ τῶν τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, διότι τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν φθάνει οὐδὲ κἂν εἰς τὴν ἀπόπειραν τῆς πράξεως, ἀλλ’ ἀνέφερα ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ὁ κ. Λεβίδης κατέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν γνωστόν, διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι, ὅτε προσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν, ἤμην ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων. Ἀνέφερα ἔγγραφον ἀποσταλὲν ὑπὸ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων πρὸς τὴν ῥωμανικὴν ἀτμοπλοΐαν, δι’ οὗ ἐκαλεῖτο αὕτη ὅπως ὁρίσῃ πληρεξούσιον πρὸς συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως.
§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπεγράφη ἡ σύμβασις...
§149Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν σᾶς κατηγορῶ ἐπὶ τετελεσμένης πράξεως, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἀκούομεν ἐνταῦθα νὰ διατυμπανίζηται ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ῥωμανικῆς ἀτμοπλοΐας κατέστησε δυσχερῆ τὴν θέσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως Μαυρομιχάλη προσαγαγὼν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλεῖτο ἡ ἑταιρεία ἡ ῥωμανικὴ ὅπως ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι κατ’ οὐδὲν ἐλαφρύνεται ἡ Κυβέρνησις Μαυρομιχάλη δικαιολογουμένη ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου, διότι ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη τότε, μεθ’ ὅλην τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐγγράφου, κατιδοῦσα τὸ ἀσύμφορον τῆς συμβάσεως, ἠρνήθη νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἦτο ὑποχρεωμένη καὶ ἡ Κυβέρνησις Μαυρομιχάλη ν’ ἀρνηθῇ τὴν συνομολόγησιν. Φρονῶ ἑπομένως ὅτι κατ’ οὐδὲν δικαιολογεῖ τὴν Κυβέρνησιν Μαυρομιχάλη ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, ἀλλὰ φρονῶ συγχρόνως ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἐγγράφου ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων εἰς ξένην ἑταιρείαν, ἀνήκουσαν εἰς Κράτος μεθ’ οὗ ἔχομεν διακεκομμένας τὰς σχέσεις, εἶναι πρᾶξις ἐνέχουσα ἐπιπολαιότητα.
§150ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν φέρει χρονολογίαν 8 Ὀκτωβρίου, τὸ δ’ ἕτερον χρονολογίαν 14 Ὀκτωβρίου, ὅπερ σημαίνει ὅτι πρῶτον ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠρώτησε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ κατόπιν ἔστειλε τὸ ἔγγραφον.
§151Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τότε εἶναι ἀκόμη χειρότερον.
§152Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὅτε προσῆλθεν εἰς ἐμὲ ὁ κ. Βαλλιάνος, μοὶ ἐπέδειξεν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, προσῆλθε δ’ εἰς ἐμέ, διότι ἔμαθεν ὅτι ἐγὼ εἶχον ἀντίθετον γνώμην.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θεωρεῖται λήξασα.
§154ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ εἶναι καιρὸς νὰ προχωρήσωμεν καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐπερωτήσεων.
§155Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι θὰ θελήσωσι νὰ παραιτηθῶσι τῶν ἐπερωτήσεων, διὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§156ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή. Καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν διοικητικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 111).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Φλέσσα περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου Καλαμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἐπιμισθίου εἰς τοὺς διαχειριστὰς τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν». Οἱ κύριοι Σ. Κροκιδᾶς, Ἀ. Πονηρόπουλος, Ἰ. Μανέτας καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καθορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ συμβατικοῦ τόκου». Οἱ κύριοι Ν. Πλατσῆς, Μ. Φωτιάδης καὶ Σ. Γεωργόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγγείου φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 112–114). Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 9 μ. μ.).