1910.02.08
2,407 rows · 18,011 words · 223 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4.
τῆς 8 Φεβρουαρίου 1910
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ν. Τσαμαδοῦ.
(Περὶ ὥραν 5 μ. μ. ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων Βουλευτῶν 98. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακκαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς 29 Δεκεμβρίου 1909· οἱ πίνακες διενεμήθησαν ἤδη.
§2Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς ΟΔʹ συνεδριάσεως τῆς 29 Δεκεμβρίου 1909).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§4Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς σελίδος 23 ἀναφέρονται ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τὰ ἑξῆς· «Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἐτροποποιήθη. Ψηφίζονται εἶτα τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τῶν πινάκων αὐτοῦ γίνονται δεκταὶ αἱ τροπολογίαι τῶν κ. Γ. Καρπετοπούλου, Γ. Καραϊσκάκη, Γ. Λαναρᾶ καὶ Σπ. Δεληγιάννη». Ἡ ὑπ’ ἐμοῦ διατυπωθεῖσα τροπολογία ἐγένετο ἀποδεκτή, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν, καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν ἡ δέουσα διόρθωσις συμφώνως μὲ τὴν γενομένην δεκτὴν τροπολογίαν εἰς τὴν σύνθεσιν ἱππικοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ἡ τροπολογία μου ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνθυπασπιστῶν ἐν σελίδι 9 καὶ παρέμεινεν οὗτος ὡς εἶχεν. Ἐπίσης καὶ ἐν σελίδι 20, ἔνθα ἀναφέρεται περὶ σχολείου ἱππευτικῆς, παρέμεινεν ὁ ἀριθμὸς ὡς εἶχεν, ἐνῷ ἡ τροπολογία ἐγένετο ἀποδεκτή. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει λάβει γνῶσιν τῆς γενομένης τροπολογίας καὶ τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ διορθωθῶσιν οἱ πίνακες συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν μου τὴν γενομένην ἀποδεκτήν.
§5ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θ’ ἀνεύρωμεν τὴν τροπολογίαν σας.
§6Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἀτυχῶς ἡ τροπολογία, ὅπως δὲν εἶναι καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι, εἴτε ἐγένοντο ἀποδεκταὶ εἴτε ἀπερρίφθησαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὑρίσκεταί τις ἐν δυσκολίᾳ νὰ γνωρίζῃ τί προυτάθη, τί ἐτροποποιήθη, τί ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ τοιουτοτρόπως παρουσιάζεται σύγχυσις. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ ἄλλαι τροπολογίαι ἐπακριβῶς ἀνεγράφησαν, ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν ὑπάρχει παράλειψις αὐτῆς κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν τῶν πινάκων. Ἐπίσης ἐν τῷ ἄρθρῳ 31 ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης Βουλευτὴς καὶ σεβαστὸς συνταγματάρχης κ. Τερτίπης ὑπέβαλε τροπολογίαν· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπεφυλάχθη καὶ εἶπε· «δέχομαι καὶ τροποποιῶ τὸ ἄρθρον μόνον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ἀναθεωρητικοῦ δικαστηρίου, γραμματέα καὶ ὑπογραμματέα, διότι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἄλλους ὑπάρχει ἀκόμη νωπὸς νόμος ψηφισθεὶς κατὰ τὸν Δεκέμβριον ὑπὸ τῆς Βουλῆς»· ἐνταῦθα ὅμως φαίνεται ἀναγραφομένη διάταξις ὁλόκληρος τροποποιοῦσα τὴν διάταξιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπογραμματεῖς ὅλους....
§7Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂς εἶναι· θὰ τὸ ἐξηγήσω ἐγώ.
§8Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην ὁ κ. Βοζίκης εἶναι ἐνημερώτερος, διότι ἀνέπτυξεν αὐτήν. Ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνωσιν αἱ ἀναγκαῖαι διορθώσεις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν.
§9Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 31—καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν—εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐνεχείρισα ἐγγράφως πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφορῶσαν εἰς πάντα τὰ πρόσωπα περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἀφεώρα δ’ ἡ τροπολογία μου εἰς πάντα τὰ πρόσωπα, διότι ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὰ τοῦ βαθμοῦ καὶ μισθοῦ τῶν γραμματέων καὶ ὑπογραμματέων τῶν Στρατοδικείων εἶχε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν εἶχε δημοσιευθῆ, ὅτε ἔδωκα τὴν τροπολογίαν μου, εἶχον δὲ παραλειφθῆ νὰ κανονισθῶσι τ’ ἀφορῶντα εἰς τὸν γραμματέα καὶ τὸν ὑπογραμματέα, ἐὰν ἐλαμβάνετο ἀνάγκη νὰ διορισθῇ ὑπογραμματεὺς τοῦ ἀναθεωρητικοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, κατὰ τὴν 20 δηλαδὴ Δεκεμβρίου, ἐδημοσιεύετο ὁ νόμος ὁ προηγουμένως ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι εἶπον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τότε ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη εἶχε θέσιν διὰ πάντα τὰ πρόσωπα, ἐὰν δὲν ἐδημοσιεύετο ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὅμως ἐδημοσιεύετο, δὲν εἶχε θέσιν εἰμὴ μόνον διὰ τὸν γραμματέα καὶ ὑπογραμματέα τοῦ ἀναθεωρητικοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δέχεται τὴν τροπολογίαν ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα, ἐθεώρουν δ’ ἐγὼ ὅτι τὴν ἑπομένην κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Πρακτικῶν, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ εἶχεν οὗτος ὑπ’ ὄψει τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν θ’ ἄφηνε νὰ τυπωθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς γραμματεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς τῶν Στρατοδικείων, περὶ τῶν ὁποίων ὁ νόμος τῆς αὐτῆς ἡμέρας προέβλεπεν, ἐν τούτοις τὸ μέρος τοῦτο ἐτυπώθη, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι δὲν ἐψηφίσθη, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλου ὅτι ὑπὸ τοιούτους μόνον ὅρους δέχεται τὴν τροπολογίαν καὶ δὲν θὰ ἦτο καὶ ὀρθὸν τὴν ἰδίαν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐδημοσιεύετο ὁ νόμος τῆς 29 Δεκεμβρίου νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια δι’ ἄλλου νόμου περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω κατὰ τί διαφέρει τῆς ἄλλης προνοίας, ἀλλὰ πάντως προνοεῖ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου δεικνύουσα παλιμβουλίαν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ἐψηφίσθη ἡ διάταξις ἐφ’ ὅσον αὐτὴ ἀναφέρεται εἰς τοὺς γραμματεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς τῶν Στρατοδικείων, ἀλλ’ ἐψηφίσθη μόνον ἐφ’ ὅσον ἀναφέρεται εἰς τὸν γραμματέα τοῦ ἀναθεωρητικοῦ καὶ εἰς τὸν ὑπογραμματέα, ἂν κρίνῃ ἡ ὑπηρεσία ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ὑπογραμματέως, ἐπειδὴ περὶ τῶν ἄλλων εἶχε ληφθῆ πρόνοια. Ἡ Βουλή, ἂν ἐνθυμῆται τὰ γενόμενα—καὶ ἐνθυμεῖται ὅτι ταῦτα ἐγένοντο ὡς ἐγὼ ἀνέφερα—, βεβαίως θὰ συναινέσῃ νὰ διαγραφῶσιν αἱ φράσεις αὐταί.
§10ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ βεβαιῶ ὅτι ἐγένοντο ταῦτα οὕτως.
§11Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶμαι ἐν γνώσει τῶν συμβάντων τότε καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην.
§12Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ὅ,τι ὁ κ. Βοζίκης ἀνέπτυξε κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν εἶναι ἀληθέστατον· ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Βοζίκην καὶ πρὸς ἐμέ, εἶπεν ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν καὶ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν διόρθωσιν ἐπὶ τῶν πινάκων. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα, οὐδένα δὲ πρόκειται νὰ ἐξαπατήσῃ τις.
§13Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος, διότι οὔτε παρίστατο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην οὔτε ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς. Κατὰ συνέπειαν σᾶς παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις κατὰ τὰς ὑποδείξεις μου.
§14ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διόρθωσις πρέπει νὰ γίνῃ μετὰ προσοχῆς, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰ ἄτοπα τῆς ἡμέρας ἐκείνης, διότι βεβαίως ἄτοπον εἶναι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ λέγηται ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 ὁ κ. Τερτίπης ὑποβάλλει τροπολογίαν καὶ νὰ μὴ φαίνηται ἡ τροπολογία αὕτη, ἐνῷ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τὸ ὅλον κείμενον τοῦ νόμου καὶ αἱ τροπολογίαι πρέπει νὰ εὑρίσκωνται ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. Ἀναγκαζόμεθα λοιπὸν νὰ ἴδωμεν τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τῆς ἀγνώστου ταύτης εἰς ἡμᾶς τροπολογίας, διότι εἶναι ἄγνωστον ἂν καὶ ἐγγράφως ὑπεβλήθη αὕτη ἡ τροπολογία, παρεκάλεσε νὰ μείνῃ ἡ διάταξις περὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἀναθεωρητικοῦ δικαστηρίου καὶ τοῦ Στρατοδικείου ὡς ἔχει, προέτεινε δὲ προσθήκην ἀφορῶσαν εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ἰδιωτῶν ὑπαλλήλων, ἥτις καὶ ἐγένετο δεκτή, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον πάντες οἱ ἐν τῷ Στρατοδικείῳ καὶ τῷ Ἀναθεωρητικῷ ὑπογραμματεῖς, γραμματεῖς καὶ γραφεῖς εἶναι στρατιωτικοί, δύνανται ὅμως νὰ ὦσι καὶ ἰδιῶται, τὰ περὶ προσόντων δ’ αὐτῶν καὶ πειθαρχικῶν ποινῶν καὶ ἀπολύσεως κανονισθήσονται δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ὁ μηνιαῖος μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων τούτων καὶ αὕτη ἡ προσθήκη ἣν προύτεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ μὲν γραμματέως τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ ἀνέρχεται εἰς 220 δρ., τοῦ δὲ Στρατοδικείου εἰς 200, τῶν ὑπογραμματέων δ’ ἀμφοτέρων τῶν δικαστηρίων εἰς 130 δρ. καὶ τῶν γραφέων εἰς 100 δρ., αὐξάνει δὲ κατὰ πενταετίαν ὁ μισθὸς τῶν γραμματέων τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ καὶ τοῦ Στρατοδικείου κατὰ 20 δρ., τῶν ὑπογραμματέων κατὰ 15 καὶ τῶν γραφέων κατὰ 10 ἐπὶ δύο πενταετίας, συνυπολογιζομένης καὶ τῆς μέχρι τοῦδε ὑπηρεσίας τῶν ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελούντων κλπ. Ἐνταῦθα ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ κείμενον τοῦ νόμου, διότι θὰ ἔχωμεν ἐκ τούτου νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἔχει τροποποιηθῆ, ἐὰν αἱ διατάξεις αὗται δὲν συνάδωσι πρὸς αὐτόν. Ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 1 λέγει· «Γραμματεῖς, ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς διορίζονται ἰδιῶται κατόπιν διαγωνισμοῦ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν μονιμότητα». Τοῦτο δὲν μεταβάλλει τίποτε.
§15Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀναφέρεται οὐχὶ εἰς τοὺς γραμματεῖς τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ ἀλλ’ εἰς τοὺς τοῦ Στρατοδικείου.
§16ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἑπομένως ἡ προσθήκη οὐδὲν μεταβάλλει.
§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν μεταβάλλει.
§18ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε βλέπετε ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἰδιωτῶν ὑπαλλήλων, τὰ δ’ ἄλλα μένουσιν ἀπαράλλακτα. Τὸ μόνον νέον εἶναι ὅτι συνυπολογίζεται δι’ αὐτοὺς καὶ ἡ μέχρι τοῦδε ὑπηρεσία τῶν ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελούντων, διότι ὁ παλαιὸς νόμος δὲν τὸ ἔχει.
§19Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἔχει.
§20ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως κατωτέρω· ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδὲν τὸ ἀντικείμενον ὑπάρχει καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ζημία.
§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἰδοὺ τί εἶναι τὸ διαφορετικόν· καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τῶν γραφέων ἡ αὔξησις κατὰ πενταετίαν ἀνέρχεται εἰς δρ. 15 καὶ οὐχὶ εἰς 20 καὶ ἀκόμη προκειμένου περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν πενταετιῶν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ μέχρι σήμερον ὑπηρεσία εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς κατὰ τὸν νόμον τὸν δημοσιευθέντα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφιζόμενον ἤδη ἀορίστως ἐκτίθενται τὰ περὶ πενταετιῶν.
§22ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀσήμαντον πρᾶγμα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικὰ ἕως ὅτου διορθωθῶσιν;
§24ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῶσιν. Ἀντίθεσις δὲν ὑπάρχει.
§25Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης παρατηρήσεώς μου δὲν ἐξήνεγκε γνώμην ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς πρὸς τὴν ἀντίθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ πίνακες πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν.
§26ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§27ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 26 λέγει ὅτι διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑγειονομικοῦ, φαρμακευτικοῦ καὶ κτηνιατρικοῦ κλάδου ὑπολογίζονται τὰ 4 ἔτη τῆς φοιτήσεως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὡς ἔτη συντάξεως.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ἐψηφίσθη.
§29ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὸν νόμον τοῦτον, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν σκοπῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον δι’ οὗ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν τὰ τέσσαρα ἔτη τῆς φοιτήσεως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ πάντων τῶν ἄλλων φοιτητῶν οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπάλληλοι.
§30Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διατί ὄχι καὶ τὰ ἔτη τῆς μαθητείας εἰς τὰ Γυμνάσια;
§31ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἐν τάξει. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους θέλει προσαγάγει τὴν ἔντυπον τροπολογίαν του, ἥτις, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτή, θέλει εἰσαχθῆ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. Τὰ λοιπὰ θέλουσι διακανονισθῆ. Ὥστε νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικά. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται, ὡς διωρθώθησαν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Ἀ. Γαρουφαλλιᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν· «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὅπως εὐαρεστούμενος προβῇ εἰς ἄμεσον ἀνάκλησιν τοῦ ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. Βασιλ. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐγκρίνεται ἀπόσπασμα τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν παρὰ τὴν ὁδὸν Τρικούπη, ὡς ἐκδοθέντος ἄνευ προηγουμένης ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου δημοτικοῦ συμβουλίου, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ͵ΓΥΚΓʹ τοῦ 1909 ὁρίζοντος ἐν ἄρθρῳ 5 ὅτι «πᾶσα ῥυμοτομία ἐν πόλεσι, κωμοπόλεσιν ἢ κώμαις ἐνεργεῖται ἐφεξῆς μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἐγκρινομένην διὰ Βασιλ. Διατάγματος». Ἵνα κολασθῇ ἡ κατάφωρος αὕτη παράβασις τοῦ νόμου (ἄρθρ. 5 τοῦ ΓΥΚΓʹ) καὶ καλυφθῇ, εἰ δυνατόν, εὐσχήμως, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ν’ ἀναφέρηται ἐν τῷ Βασ. Διατάγματι ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Ἀθηναίων ὑπ’ ἀριθ. 951 (1909), καθ’ ὃ δῆθεν πληροῦται ἡ ἀξίωσις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΓΥΚΓʹ νόμου, ἀλλὰ τὸ εἰρημένον ψήφισμα οὐδαμῶς ἀποτελεῖ γνωμοδοτικὴν ἀπόφασιν περὶ ῥυμοτομίας, καθόσον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ῥητῶς δηλοῖ ἐν αὐτῷ ὅτι «ἀπέχει ν’ ἀποφανθῇ», προβάλλον ὡς λόγον τὴν σπουδὴν μεθ’ ἧς ἐκλήθη ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος εἰς τὴν ῥυμοτομίαν τῆς πόλεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς μελέτης κλπ. Ἡ ἔκδοσις τοιούτου Βασιλ. Διατάγματος, τροποποιοῦντος αὐθαιρέτως τὸ σχέδιον τῆς πόλεως κατ’ ἰδίαν βούλησιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, ἔσχεν ὡς συνέπειαν τὴν ἀπαγόρευσιν ἀνεγέρσεως μεγάλης οἰκοδομῆς, καίτοι ἐτηρήθησαν πᾶσαι αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, ἐπὶ μεγίστῃ ἀφ’ ἑνὸς ζημίᾳ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐπὶ προφανεῖ ἀφ’ ἑτέρου εὐθύνῃ τοῦ Δημοσίου, καθ’ οὗ ἠγέρθη ἤδη ἀγωγή, λίαν ἄλλως βάσιμος, περὶ ὀγκώδους ἀποζημιώσεως, καὶ πάνυ δικαίως. Ἀναμένεται ὅθεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ οὐ μόνον ἡ ἄμεσος ἱκανοποίησις τοῦ δικαίου καὶ πρόληψις πάσης ζημίας τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς ἀμέσου ἀνακλήσεως τοῦ μνησθέντος Βασιλ. Διατάγματος, ἀλλὰ καὶ ἡ παραδειγματικὴ καὶ αὐστηρὰ τιμωρία παντὸς ὑπαιτίου τῆς τοιαύτης σκανδαλώδους ἐνεργείας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀσχέτως πρὸς τὴν προσωπικὴν εὐθύνην τοῦ τέως ἀναμορφωτοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὑποκειμένου, ὡς γνωστόν, εἰς εἰδικὰς διατάξεις κλπ.» Ἀνακοινῶ νῦν τὰ ἑξῆς ψηφίσματα, αἰτήσεις καὶ ἀναφοράς· Ἐπιτροπὴ κατοίκων τοῦ δήμου Ὑπάτης ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ μὴ ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου περὶ καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὑπάτης. Ἐπιτροπὴ κατοίκων Βόλου καὶ περιχώρων καὶ οἱ πρόεδροι τῶν αὐτόθι ἐργατικῶν σωματείων καὶ συντεχνιῶν ὑποβάλλουσι ψήφισμα περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων καὶ περὶ ἱδρύσεως γεωργικῆς Τραπέζης» Ἐπιτροπὴ κατοίκων τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Μεγαρίδος ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ διατηρήσεως τοῦ αὐτόθι Εἰρηνοδικείου· Ἐπιτροπὴ κατοίκων τοῦ δήμου Ὀλυμπίων ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ἐπιψηφίσεως τῆς σταφιδικῆς συμβάσεως περὶ ἐκριζώσεως σταφιδαμπέλων κλπ. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Πατρῶν δηλοῖ ὅτι συναινεῖ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ πληρωμῆς φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων· Ὁ δήμαρχος καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Σκιάθου ὑποβάλλουσιν εὐχὴν περὶ μὴ καταργήσεως τοῦ αὐτόθι Εἰρηνοδικείου· Ὁ λαὸς Μονεμβασίας καὶ περιχώρων ἐκφράζει εὐχὴν περὶ μὴ καταργήσεως τοῦ αὐτόθι Εἰρηνοδικείου· Οἱ ἐμποροκτηματίαι Ἀμαλιάδος ὑποβάλλουσιν εὐχὴν περὶ προτάξεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ σταφιδικῆς συμβάσεως νομοσχεδίου· Κάτοικοι τοῦ δήμου Ἰθώμης τῶν Καλαμῶν παρακαλοῦσι νὰ ἐπιψηφισθῇ ταχέως τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκριζώσεως σταφιδαμπέλων· Ὁ λαὸς τῶν δήμων Κλειτορίας καὶ Λευκασίας ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ μὴ καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Κλειτορίας· Ἐπιτροπὴ κατοίκων τῆς κοινότητος Βολάντζης ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ περὶ σταφιδικῆς συμβάσεως νομοσχεδίου· Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Λαμίας παρακαλεῖ ν’ ἀνασταλῇ ὁ νόμος περὶ κοινοποιήσεως ποινικῶν δικογράφων· Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ Μεσσήνης παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ ἐκριζώσεως τῶν σταφιδαμπέλων νομοσχεδίου· Ἐπιτροπὴ κατοίκων τοῦ δήμου Μανθυρέας ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ μὴ καταργήσεως τοῦ αὐτόθι Εἰρηνοδικείου· Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τοῦ δήμου Εὐρωστίνης (πρώην Ζαχόλης) ἐκφράζουσιν εὐχὴν περὶ ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου περὶ συγχωνεύσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ζαχόλης εἰς τὸ τῶν Τρικάλων τῆς Κορινθίας· Ἐπιτροπὴ κατοίκων Καρδίτσης ὑποβάλλει ψήφισμα ὑπὲρ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης· Ἐπιτροπὴ κατοίκων τῶν δήμων Λαμπείας, Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων ἐκφράζει εὐχαριστίας ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου περὶ ὁρισμοῦ τῆς κωμοπόλεως Δούκα ὡς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὀλυμπίων· Ἐπιτροπὴ κατοίκων Βώλακος ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ ἐκριζώσεως τῶν σταφιδαμπέλων νομοσχεδίου· Ἐπιτροπὴ κατοίκων Γαστούνης ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου· Ἐπιτροπὴ κατοίκων τοῦ δήμου Τραγέας τῆς Νάξου ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ διατηρήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Τραγέας· Αἴτησιν Νικολ. Ἀθ. Πετρούλια καὶ Βασιλείου Π. Σιαχάμη, φοιτητῶν τῆς Ἰατρικῆς, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτοῖς, ἕνεκα τῆς ἐκ σεισμοῦ καταστροφῆς τοῦ χωρίου των, ἡ ἀτελὴς ἀνανέωσις τῆς ἐγγραφῆς αὐτῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Ἐπιτροπὴ κατοίκων τοῦ δήμου Μυρτουντίων ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου περὶ σταφιδικῆς συμβάσεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§33ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ὑποβεβλημένου σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν», τροπολογίας ληφθείσας κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων, δι’ ὧν βελτιοῦται τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ συνόλῳ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 15).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς βιβλιοθήκης αὐτῆς διὰ τὴν Βʹ ἔκτακτον Σύνοδον τῆς ΙΗʹ βουλευτικῆς Περιόδου. Οἱ κύριοι Σωτ. Πολυζώης, Γ. Παππαβασιλείου καὶ Φ. Νέγρης ὑποβάλλουσι τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας». Ὁ κ. Π. Πετρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταστάσεως βαθμοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἐν τῇ Χωροφυλακῇ». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16–20).
§35Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ κατὰ ποῖον τρόπον ἀπεφάσισεν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο λόγον ἐν ταῖς δηλώσεσιν αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§36Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐπερώτησις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διατυπωθῇ.
§37Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι ἐρώτησις. Ἔχω ἀνάγκην τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης, ἵνα ὑποβάλω πρότασιν σχετικὴν πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν κανονίζοντες τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§38ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου τὴν ἐπιθυμίαν ἐκδηλῶ λέγων ὅτι ὅσον ἔνεστι τάχιστα ὀφείλομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς προτάσεως ταύτης, ἥτις θέλει ὑποβληθῆ καθ’ ὃν τρόπον ἐνδείξωσι τὰ πράγματα τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἔσται ὥριμον τὸ ζήτημα. Ἡ ἐργασία ἣν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προπαρασκευάσῃ οὐχὶ ὡς ἰδίαν, ὡς βάσιν προτάσεως, ἀλλ’ ὡς προμελέτην δυναμένην νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς διευκόλυνσιν τῶν μελετῶν ἃς πᾶς τις ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ, ἡ ἐργασία αὕτη ἔσται πλήρης αὔριον ἢ τὸ βραδύτερον μεθαύριον. Εἰδικὰ πρόσωπα ἐπεφορτίσθησαν νὰ ἐπεξεργασθῶσι τὰ στοιχεῖα διὰ τὰ διάφορα θέματα, καὶ ἐλπίζω ὅτι τὸ ἔργον τὸ ἐκτελούμενον θέλει δυνηθῆ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βοήθημα πάντων ὅσοι ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ τούτῳ ν’ ἀσχοληθῶσιν. Αὔριον ἢ μεθαύριον τὸ ἔργον τοῦτο θέλει παραδοθῆ, διὰ τὴν εὐκολίαν, εἰς τοὺς ἡγέτας τῶν κομμάτων, οἵτινες θέλουσιν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀνακοινώσωσιν αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς περὶ αὐτούς. Ἄν ὑπάρξῃ ἀνάγκη οἱασδήποτε διευκολύνσεως καὶ τοιαύτη τις ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις προθύμως θέλει ἐκτελέσει πᾶσαν αἴτησιν.
§39Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§40ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Εἶναι ἡ ἐργασία ἥτις θέλει συντελέσει, ἵνα καθορίσωμεν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ἐδάφους τὰς κατὰ μέρος ἰδέας. Τούτου οὕτως ἔχοντος, ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι θέλομεν δυνηθῆ περὶ τὰ μέσα Φεβρουαρίου νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ θέματος τούτου, βεβαίως διακόπτοντες τὴν πρόοδον τῶν ἄλλων ἐργασιῶν, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ὡς φαίνεται ἐνταῦθα, αἱ ὑπολειφθεῖσαι εἶναι ἱκαναί, ἔχομεν δὲ καὶ θέματα ἅτινα ἀνάγκη πᾶσα νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν τελειοτέραν αὐτῶν ἐπεξεργασίαν. Ὁ Προϋπολογισμός, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα ταύτην τὴν ὥραν, ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῇ, πρέπει δὲ νὰ ὑποβληθῇ μετὰ τὴν ψήφισιν ἐκείνων τῶν νομοθετημάτων τῶν εὐτυχῶς καθ’ ἡμέραν ἐλαττουμένων κατ’ ἀριθμόν, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου. Πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῶσι δύο θέματα μεγίστης σπουδαιότητος, τὸ περὶ ἀργυρῶν κερμάτων καὶ τὸ περὶ δανείου, καὶ ταῦτα τὰ θέματα ἐν νομοσχεδίοις περὶ τὸ τέλος τῆς ἐπεξεργασίας εὑρισκομένοις θέλουσιν ἀποτελέσει θέματα τῆς ἐξετάσεως τῆς Βουλῆς ἀμέσως πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατ’ ἀνάγκην. Ταῦτα τὰ τρία μεγάλα θέματα ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενα δι’ ἃ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς καὶ πέρα τοῦ χρόνου καθ’ ὃν θέλει ψηφισθῆ ἡ πρότασις ἧς ἰδιαιτέρως κηδόμεθα· καὶ βεβαίως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ὅτι μετὰ τὴν πρόταξιν, ἂν γίνῃ ἐν τῷ μέσῳ ἢ περὶ τὴν εἰκοστὴν Φεβρουαρίου, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδῃ ληγούσας τὰς ἐργασίας αὑτῆς, διότι θὰ μείνῃ τὸ Κράτος ἄνευ τῶν ἐφοδίων τῶν ἐκ τῶν σπουδαίων ἐκείνων συμβάσεων προερχομένων—ἡ μία δ’ αὐτῶν ἐπιβάλλεται καὶ ἐξ ὑποχρεώσεων διεθνῶν—καὶ ἄνευ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὗτινος ἡ ψήφισις θὰ εἶναι βεβαίως ἀπαραίτητος ὅπως βαδίσωμεν κανονικῶς εἰς τὰ περαιτέρω ἐν τῷ ἔτει 1910. Ἐν τῷ ἔτει 1910, ἂν τὰ πράγματα, ὅπως ἐγὼ εὐοιωνίζομαι, βαδίσωσι καλῶς, δὲν θέλει εἶναι ἀδύνατον νὰ ἴδωμεν τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς μηχανῆς ἐπανερχομένην κατὰ Σεπτέμβριον, ἔστω καὶ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, περὶ ἧς πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, τῆς ἐχούσης χαρακτῆρα καθαρῶς μεταρρυθμιστικόν.
§41Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἰς τὸ ἐρώτημα εἰς τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἔτυχον καὶ δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἠρώτησα κατὰ ποῖον τρόπον ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος τῆς συζητήσεως περὶ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἐπελήφθη ἤδη ἐργασίας καθοριζούσης τὰ προπαρασκευαστικά, τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ταύτης ἡ Βουλή, δὲν ἀνεκοίνωσεν ὅμως ὅτι ταῦτα καταρτίζονται, ἵνα ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τύπον σχεδίου ψηφίσματος προτεινομένου εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ταῦτα θέλουσι δοθῆ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ἵνα καὶ ἐκεῖνοι ἐπεξεργασθῶσιν αὐτά, δὲν καθώρισε δὲ τί θέλει γίνει κατόπιν. Θέλει ἐπιληφθῆ ἡ Βουλὴ τοῦ σχεδίου ἐκείνου ὑποβαλλομένου ὡς σχεδίου ψηφίσματος ὑπὸ τῶν κυρίων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ θέλει γίνει πρότασις εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καταρτίζουσα ἐπιτροπὴν συντάξῃ τοιοῦτον σχέδιον διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ βεβαίως θέλει χρησιμοποιήσει καὶ τὴν προεργασίαν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων θέλουσι παρασκευάσει; Ἐπὶ τούτου ἤθελον νὰ ἔχω μᾶλλον εἰδικὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ποῖον ἐκ τῶν δύο συστημάτων θέλει προτιμηθῆ. Ζητῶ δὲ νὰ ἔχω τὴν ἀπάντησιν ταύτην, διότι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τ’ ἀπαιτούμενα προκαταρκτικά, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς ἐργασίας ταύτης, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος ὑψίστης σπουδαιότητος, περὶ ζητήματος ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπεκδεχόμεθα τοσοῦτον σοβαρὰ ἀποτελέσματα. Κατ’ ἀνάγκην πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος ἐγκαίρως, διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ συζητήσῃ αὐτὸ μετὰ τῆς προσηκούσης εὐρύτητος, ἡ ὁποία μόνη ἤθελε προσδώσει εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς τὸ κῦρος, χάριν τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς ἐν τῷ πράγματι.
§42ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤλπιζον ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ἤθελον ἔχει διαπεφωτισμένον τελείως τὸν ἔντιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, ὅστις τοσοῦτον εἰσδύει εἰς τὴν ἐσωτέραν ἔννοιαν τῶν λόγων ἔχων ἰδιαιτέραν πρὸς τοῦτο ἱκανότητα. Ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα προϋποθέτουσι γνῶσιν τῆς τε καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῆς καταστάσεως τῆς Βουλῆς ταύτης. Ὅ,τι ἐνταῦθα ἐπιδιώκεται ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς συγκλήσεως τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συνεδρίου ἐπιδιώκεται ἐκ τελείας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατὰ βάσιν συμφωνίας γνωμῶν. Ὅτε δὲ τοιαύτη συμφωνία γνωμῶν ἐνταῦθα ὑπάρχει — καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἔχετε δηλώσεις ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἐγὼ ἐνταῦθα ὑπέβαλον, ἔχετε καθαρῶς ὑπ’ ὄψει τοῦτο, ὅτι τὸ πᾶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ ὁμοφωνίας. Ὅτε δὲ τὸ πᾶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ ὁμοφωνίας, ἀδιάφορον εἶναι ἂν ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἐξ ἑαυτῆς ἤθελεν ὑποβάλει τὴν πρότασιν. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἴσως ἐξ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ἐκ τῶν σπλάγχνων αὐτῆς νὰ ἐξέλθῃ ἡ πρότασις αὕτη, ἀλλ’ ἂν κατὰ τοῦτο τὰ πράγματα δὲν ἐπιτρέψωσιν αὕτη νὰ διατυπωθῇ, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θέλει συναισθανθῆ ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον, φρονοῦσα ὅτι τοῦτο πρέπει πάντως νὰ ἐκτελεσθῇ, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ κανονικόν, θέλει ἔχει τὸ θάρρος αὐτὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἥτις ἤδη προεξητασμένη καὶ ἐκκαθαρισμένη θέλει ἀντιπροσωπεύει βεβαίως τὸ πνεῦμα τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως τὸ πνεῦμα ἐκείνων οἵτινες ἔχουσι τὴν πεποίθησιν καὶ βοηθείᾳ τῶν ἡγετῶν τῆς Βουλῆς ταύτης ἀναγνωρίζουσιν ὅτι ἔχουσι καθῆκον νὰ παραμένωσιν ἐνταῦθα, ὅπως ἀπαρτίσωσι τὰ τρία τέταρτα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν καὶ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν χώραν ν’ ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθῶν ἅπερ ἐπιδιώκομεν.
§43Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Περὶ τῆς συμφωνίας δὲν ὑπάρχει τις ὁ διαφωνῶν· τὸ πρᾶγμα ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν πάντων, ἐβεβαιώθη δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπανειλημμένως. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ὑπάρχει ἡ συμφωνία κατ’ ἀρχὴν ἕπεται ἀκριβῶς ὅτι ἐνδείκνυται καὶ εἶναι εὔκολος ἡ ταχεῖα τῶν προκαταρκτικῶν διεξαγωγή, εἰς ταύτην δ’ ἀποβλέπων ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν πληροφορίαν κατὰ τίνα τρόπον σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θέλει διεξαχθῆ τὸ πρᾶγμα, ἵνα ἀναλόγως τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον θέλει εἴπει ὅτι ἔχει ἤδη ἐκλέξει ἡ Κυβέρνησις προτείνω τὴν ταχυτέραν ἐνέργειαν, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος διὰ νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἄν, ὡς φαίνεται νομίζων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὸ ὀρθότερον τὸ ἔργον νὰ ἐπιτελεσθῇ ἄνευ συζητήσεως. Οὔτε ἡ συζήτησις θὰ ἐπιφέρῃ διατάραξιν τῆς ὁμοφωνίας, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει καὶ τῆς ὁποίας συμμετέχω ἐγώ. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος νὰ συζητήσωμεν ἂν πρέπει νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ ταύτης καὶ μόνης τῆς ὁμοφωνίας ἢ ἂν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν νὰ γίνῃ ὅσον ἔνεστιν εὐρεῖα ἡ συζήτησις. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ εἴπω ὅτι πρόκειται περὶ θέματος τοιαύτης σπουδαιότητος ὥστε πρέπει ὄχι μόνον ἡ συνείδησις τῶν Βουλευτῶν νὰ ὑπάρξῃ τελεία καὶ ἀκεραία περὶ τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελεσθῇ, ἀλλὰ καὶ ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν καὶ μετ’ ἐκείνων τῶν ὁποίων κυρίως τὴν γνώμην θέλει ἀποτυπώσει διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς ἡ Βουλή. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἃς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐποιήσατο, ὅτε εἰσηγήθη τὴν ἰδέαν ταύτην ἐνταῦθα, οἱ Βουλευταὶ καλοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσιν ὄχι καθῆκον ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς αὐτούς, κατὰ τὸν καταστατικὸν χάρτην, διότι καλοῦνται νὰ δώσωσι τὴν συναίνεσιν αὐτῶν ἵνα κληθῇ τὸ Ἐθνικὸν αὐτὸ Συνέδριον κατὰ παράβασιν, ἐπουσιώδη ἔστω κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, τοῦ καταστατικοῦ ἡμῶν χάρτου, ἀλλὰ πάντως κατὰ παράβασιν διατάξεως τοῦ καταστατικοῦ ἡμῶν χάρτου, τῆς διατάξεως ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐν δυσὶ Βουλαῖς ψηφίσεως τῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς συγκλήσεως τοιαύτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ψηφιζομένη ὑπὸ μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς καὶ πρόκειται ἡ μία καὶ μόνη αὕτη Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν συναίνεσιν αὑτῆς, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει μόνης τῆς ὑπ’ αὐτῆς ψηφίσεως συγκληθῇ κατόπιν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Τοῦτο ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τούτου πρόκειται. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀγνοοῦμεν τοῦτο, διότι εἶναι πασίδηλον καὶ βεβαιωμένον ὑπ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος εἰσηγήσατο τὴν πρότασιν. Ὅτε δὲ τοιαύτην καλούμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον, δὲν θὰ δώσωμεν ταύτην ὡς Βουλευταὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς μας, διότι αὕτη σταματᾷ εἰς τὰ ὅρια τοῦ καταστατικοῦ χάρτου, ἀλλ’ ὡς ἐκπροσωποῦντες ἐκείνους οἵτινες ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκόμενοι ἔστειλαν ἡμᾶς ἐνταῦθα καὶ τῶν ὁποίων κατὰ τεκμήριον ἀπορρέον οὐχὶ ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἀλλ’ ἐκ τῶν δεσμῶν τῆς ἐμπιστοσύνης, οἱ ὁποῖοι συνδέουσιν ἡμᾶς μετ’ αὐτῶν, δυνάμεθα νὰ ἐκπροσωπῶμεν τὴν γνώμην. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπικοινωνήσωμεν μετ’ ἐκείνων, ἵνα μετὰ πλήρους κύρους δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασιν τῆς ὅσον ἔνεστι ταχείας ἐνεργείας τῶν προκαταρκτικῶν, ἵνα ὑποβληθῇ τὸ θέμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δοθῇ καιρὸς ἵνα γένωνται ὡς ἀνωτέρω τὰ πράγματα, ἵνα μετὰ πλείονος κύρους ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ ἐκείνου περὶ οὗ θ’ ἀποφασίσῃ καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ.
§44ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἦτο περιττὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα, ἂν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν πρᾶγμα ὅπερ βεβαίως αἰσθάνεται, διότι πρὸ ὀλίγου ταῦτα πάντα συνέβησαν, ὅτι δηλαδὴ οὐδὲ λέξις ἐξέφυγε τοῦ στόματός μου ὑποδεικνύουσα ὅτι ὑπάρχει—ἢ ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ —τοιαύτη μωρὰ καὶ ἀσεβὴς ἀξίωσις, τοιούτου ζητήματος προκειμένου, νὰ μὴ συζητήσῃ ἡ Βουλή. Τοιοῦτο πρᾶγμα δὲν γνωρίζω ἐγὼ ἐνταῦθα ἄνδρα φιλελεύθερον ὅστις ποτὲ ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ· δὲν πιστεύω δ’ ὅτι τὸ παρελθόν, ὅπερ ἀντιπροσωπεύω, ἔδωκέ ποτε ἀφορμὴν νὰ λεχθῇ ὅτι ἀπέφυγόν ποτε ἢ ἠθέλησα νὰ ἴδω ἀποπεφευγμένην ἄλλοθεν τὴν συζήτησιν.
§45Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοῦτο.
§46ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ θέμα ὅπερ ἐθέσατε περὶ αὐτὸ ἐστράφη. Ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἀξίωσιν, ἥτις ἤθελεν εἶναι παράλογος καὶ ἀνευλαβής, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ φαντασθῇ ἠδύνατο ὅτι τοιοῦτο θέμα θὰ ἐπετρέπετο νὰ παρέλθῃ ἡ Βουλὴ ἐν σιγῇ καὶ δι’ ἁπλῆς ψήφου. Εἶναι θέμα μέγιστον, ἐφ’ οὗ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ, θέσαντες ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τὰ θέματα, εἰς τρόπον ὥστε ἐκεῖνο ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν φοβεῖται ὅτι θὰ συμβῇ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ. Διότι γνωρίζει σήμερον καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω Ἑλληνικὸς κόσμος ἐπὶ ποίας βάσεως ἤλθομεν ἐνταῦθα καὶ ὑπεβάλομεν τὸ πρόγραμμα ὅπερ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνέπτυξα συντόμως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ λαὸς γνωρίζει ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ μέθοδος ἣν ἐνταῦθα ἐχαράξαμεν· ἡ μέθοδος δ’ αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀφορᾷ δ’ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὸ ἔργον ὅπερ αὕτη ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ψέξῃ τὴν μέθοδον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ καταψηφίσῃ αὐτήν· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ «δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω, διότι μὲ εἰδοποίησες ὅτι μία μόνον ψῆφος θέλει ἀρκέσει, ἵνα προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς μεταρρυθμίσεως». Τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλο. Ἡ Βουλὴ αὕτη, καλουμένη κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, ἔχει ν’ ἀποφασίσῃ ἂν θέλει ἢ οὐ νὰ προσκληθῇ τὸ Ἀναθεωρητικὸν Συνέδριον. Τί θέλει συμβῇ ἔπειτα, ἄλλοι θέλουσιν ἐξετάσει. Ἡμεῖς, οἵτινες ἐλάβομεν τὸ θάρρος ἐνταῦθα νὰ ὑποβάλωμεν τὴν κατὰ τύπον ἀνώμαλον ταύτην πρότασιν, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ὑποστῶμεν πάντα τὰ ἐπακόλουθα τῆς τόλμης ἡμῶν (εὖγε).
§47Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (ἐγείρεται ἵνα ὁμιλήσῃ).
§48Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Γούναρης εἶναι ἀντιλέγων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, προθύμως δέχομαι νὰ ὑποχωρήσω, ἀλλὰ πρὸ οὐδενὸς ἄλλου ἐννοῶ νὰ ὑποχωρήσω.
§49Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχομεν Κανονισμόν, θεωρῶ δ’ ὅτι ὅλως ἀκαίρως ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐπηγγέλθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀλλὰ περὶ παντὸς ἄλλου ὡμίλησεν ἢ ἐπ’ αὐτῆς. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ προκαταλάβῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἔσφαλεν ἐπιληφθεὶς τῆς συζητήσεως ταύτης κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ὁ Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ μὴ ἐκτρέπηται τῆς συζητήσεως ἐν χρόνῳ μὴ ἁρμόζοντι μηδὲ νὰ προκαλῇ συζητήσεις, μάλιστα ὅταν εἶναι τῆς περιωπῆς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν, αἵτινες δύνανται νὰ φέρωσι σύγχυσιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ σύγχυσιν εἰς τὸ δημόσιον φρόνημα. Παρακαλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
§50Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς....
§51Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐξερχόμεθα τοῦ Κανονισμοῦ· δὲν ὑπάρχει πλέον Κανονισμός.
§52Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. .. ἔλαβε τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ οὐχὶ περὶ ἐκείνου περὶ τοῦ ὁποίου ἐγίνετο ἡ συζήτησις, ἀλλὰ διὰ νὰ καταγγείλῃ ἐμὲ ὅτι λαβὼν τὸν λόγον ἔπραξα δὲν ἠξεύρω τίνα δεινά, τὰ ὁποῖα περιέγραψε μετὰ τόσης τραγικότητος. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ κριθῇ οὐδὲ σύμφωνος πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἤθη.
§53Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν. Κύριε Πρόεδρε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
§54Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε.
§55Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καθίσατε εἰς τὴν θέσιν σας.
§56Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ κάθημαι εἰς τὴν θέσιν μου.
§57Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἂν παραβιάζω τὸν Κανονισμόν, μόνον ὁ κ. Πρόεδρος εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ. Ἐὰν ὑπάρχῃ παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν θέλουσι κυρώσει τὸν Κανονισμὸν αἱ παρεμβάσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνωσιν, ἀλλὰ τὸν Κανονισμὸν θέλει κυρώσει μόνον τὸ κῦρος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου, ὁ ὁποῖος κάθηται ἐπὶ τῆς ἕδρας ἐκεῖ, καθῆκον ἔχων νὰ ἐφορεύῃ ἐπὶ τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Θέλω δ’ ἀποδείξει ὅτι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος ἦτο ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ θέλω τὸ ἀποδείξει ἀναμιμνήσκων εἰς πάντας ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠκούσατε, κατὰ ποῖον τρόπον προέβην εἰς τὴν συζήτησιν. Προκειμένου νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὁποίας ἔχει προέλθει ἀποφάσεις περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ ἐκείνου τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον τῶν θεμάτων τῶν ἀπασχολούντων ἡμᾶς, ἐκείνου τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ἡ Κυβέρνησις ὡς τὸν μόνον λόγον τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς, ἐκείνου τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον κυρίως ἔμελλε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ταύτην. Διετύπωσα λοιπὸν τὴν ἐρώτησίν μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, καὶ ὀρθότατα ἡ ἐρώτησις ἐγένετο ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, διότι εἰς ταύτην ἀνάγεται ἡ συζήτησις κατὰ ποῖον τρόπον θέλει ὑποβληθῇ τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα, ὁριζομένου τοῦ τρόπου περὶ τῆς ὑποβολῆς, ἐπισπευσθῇ ἡ ὑποβολὴ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ κανονισθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀπαντήσῃ καὶ νὰ δώσῃ ἐκείνας τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκε καὶ αἱ ὁποῖαι προυκάλεσαν τὴν ἐκ μέρους μου ζήτησιν περαιτέρω ἐξηγήσεων καὶ ἡ συζήτησις προέβη. Ἐρωτῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, τοῦ ὁποίου τὰ νεῦρα ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ ἐρεθισθῶσιν ἐκ τῶν συμβάντων τούτων, κατὰ τί τὰ γενόμενα ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ προκαλέσωσι τὰς ἐντόνους διαμαρτυρίας αὐτοῦ τὰς ὑπὸ τύπον παραστάσεων πρὸς ἐμέ, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ κάμῃ εἰς οὐδένα τῶν κυρίων Βουλευτῶν; Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς ὅτι ὑψίστη ἀρχὴ ἐν παντὶ Κοινοβουλίῳ εἶναι ὅτι ἕκαστος πρέπει νὰ κανονίζῃ τὴν ἑαυτοῦ πορείαν καθ’ ὃν τρόπον νομίζει ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένον ὑπὸ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ δὲ εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν οἱ ἄλλοι πράττουσι τοῦτο. Ἂν ἐκ τούτου ὑπάρχει παρεκτροπὴ ἁρμόδιος εἶναι νὰ κρίνῃ μόνος ὁ κ. Πρόεδρος. Ἡ ἐπέμβασις ἄλλου καὶ πρὸ πάντων προσώπου τοῦ κύρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ μάλιστα ὅταν γίνηται ἡ ἐπέμβασις αὕτη ὑπὸ τύπον παραστάσεων πρὸς Βουλευτὴν ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἤθη, ὅτι προσβάλλει τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναγνωρίζωσι πρὸς ἀλλήλους καὶ ἀπολαύωσι ταύτης ἀπέναντι ἀλλήλων οἱ ἐν Κοινοβουλίῳ συζητοῦντες, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρῶσι πρεπόντως τὰ καθήκοντά των. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν θέλω βεβαίως ἐμποδισθῆ ἐξ οἱασδήποτε στάσεως τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπω. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι εἰς τοὺς ὁποίους νὰ μὴ εἶναι εὐχάριστον νὰ προκαλέσωσι τοὺς κεραυνοὺς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ δυσκολευθῶσι ἕνεκα τούτου νὰ εἴπωσι πράγματα τὰ ὁποῖα ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι ὀρθά. Ἤθελον λοιπὸν συστήσει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς εἰς τὸ μέλλον ν’ ἀποφεύγῃ τὰς τοιούτου εἴδους ἐπεμβάσεις. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ συζήτησις. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζήτησιν, αἱ δὲ διαμαρτυρίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἦσαν περιτταί. Ἐγὼ μόνον ἤθελον νὰ προκαλέσω τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐνάρξεως τῆς τοιαύτης συζητήσεως καὶ εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀπέβλεπεν ἡ ἐρώτησις τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Χαίρω δὲ διότι βλέπω ὅτι πράγματι θὰ ἐπισπευσθῶσι καὶ θὰ φθάσωμεν ταχέως ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ φθάσωμεν, ἤτοι εἰς τὸ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος τῆς συγκλήσεως Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καί τις ἐπανόρθωσις εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ μόνον περὶ τοῦ ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ συγκληθῇ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, τὸ ἂν θὰ κληθῇ δὲ μετὰ τὴν ψῆφον μιᾶς ἢ δύο Βουλῶν ὀφείλει ν’ ἀγνοῇ.
§58ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτό τι. Τὸ πρᾶγμα ἔχετε ἤδη ὑπ’ ὄψει καὶ κατ’ αὐτὸ κανονίσατε τὴν πολιτείαν σας καὶ ἐκφέρετε τὴν ψῆφόν σας.
§59Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐκφέροντες τὴν ψῆφον ταύτην θὰ τὴν ἐκφέρωμεν ἐν γνώσει ὅτι οὕτω πρόκειται νὰ γίνῃ τὸ πρᾶγμα. Ζητεῖται ἡ ψῆφος ἡμῶν καί, ἂν δοθῇ, θὰ δοθῇ ἀποδεχομένη ἵνα κληθῇ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, παραβιαζομένης τῆς περὶ ἧς πρόκειται διατάξεως. Διότι διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καθ’ ἣν στιγμὴν ἐνεφανίσθη τὸ πρῶτον τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνταῦθα, καθωρίσθη σαφῶς ὅτι περὶ τούτου πρόκειται, οὐδεὶς δ’ ὑπάρχει τρόπος ἵνα ἡ ψῆφος ἡμῶν μὴ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην. Τοῦτο δὲν πιστεύω ν’ ἀρνῆται οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§60Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ ἐν τέλει δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως πείσωσι τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ παρέμβασίς μου ἦτο ἐντελῶς δικαία. Ἐὰν δ’ εἰσήκουε καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν τὴν παράκλησίν μου, ὅπως συμμορφωθῇ οὗτος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ διέποντος τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν περίεργον ταύτην ἀληθῶς τροπὴν τῆς συζητήσεως· καὶ ἐρωτᾷ ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἂν πρόκειται νὰ παραβιασθῇ ἢ μὴ τὸ Σύνταγμα. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις, ὅταν θὰ προβληθῶσιν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναθεωρητέαι κατὰ τὴν γνώμην ἑνὸς ἑκάστου Βουλευτοῦ, διότι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν ὑπάρχουσι κόμματα, ἀλλ’ ὑπάρχει γνώμη τῆς Βουλῆς, γνώμη τῶν Βουλευτῶν, ὅταν, λέγω, προβληθῶσιν αἱ διατάξεις αὗται, ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν δύναται νὰ διατυπώσῃ οἱασδήποτε ἔχει γνώμας. Ἀλλὰ σήμερον βεβαίως ἡ πρόφασις ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἤγαγε τὸ ζήτημα ἦτο ἐντελῶς ἀντικανονικός. Ἡ παρέμβασίς μου λοιπὸν ἦτο ἐντελῶς δικαία, καὶ ὄχι μόνον δικαία ἀλλὰ καὶ ἀναγκαία, διότι προσεπάθησα διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποτρέψω τὸν κ. Βουλευτὴν Πατρῶν ἀπὸ τῆς κατωφερείας εἰς τὴν ὁποίαν παρεσύρθη. Ἂν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐννοῶμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν σκέψεων, θέλομεν καταντήσει τὴν Βουλὴν ὄχλον.
§61Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως δὲν θὰ καταντήσῃ ἀπὸ ἐμέ.
§62Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε.
§63Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω δὲ καὶ ἐγὼ μεθ’ ὅλης τῆς Βουλῆς τὴν ἀξίωσιν, ὅταν πρόκειται περὶ Βουλευτοῦ τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, νὰ συμμορφῶται πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§64Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὐδέποτε τὸν παρεβίασα.
§65Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ νὰ μὴ ὑπολαμβάνῃ τὴν Βουλὴν ὡς ὄχλον.
§66Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ τὴν Βουλὴν ὡς ὄχλον; Τὸ λέγετε ὑμεῖς;
§67Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὐθὺς ὡς ἐξερχόμεθα τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι πλέον δυνατὴ ἐργασία λυσιτελής. Καὶ βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ καυχηθῆτε ὅτι ἡ συζήτησις τὴν ὁποίαν προεκαλέσατε ἤθελε καταλήξει εἰς λυσιτελῆ ἀποτελέσματα. Διότι, σᾶς παρακαλῶ, τίνα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα εἰς ἃ ἀπεβλέψατε; Τί ἐζητεῖτε; Ὅτε δὲ ἀπηυθύνεσθε πρὸς τὴν Βουλήν, εἶχε, φρονῶ, τὸ καθῆκον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος, ἀλλὰ καὶ πᾶς Βουλευτής, νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ τί ἐζητεῖτε, διότι δὲν κατώρθωσα, εἰ καὶ εἶχον ἐντεταμένην τὴν προσοχήν μου, δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω τί ἐζητεῖτε. Θέλετε νὰ θέσητε ζήτημα πολιτικόν; Κοπιάσατε. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ προλάβητε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως θέλει συζητηθῆ ἀλλ’ οὐχὶ πλέον ἀπὸ ἐννοίας κομματικῆς, ἀλλ’ ἀπὸ ἐννοίας ἐθνικῆς. Ἐὰν δὲν τὸ ἐννοῆτε, τόσον τὸ χειρότερον δι’ ὑμᾶς.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα ἔλαβε τροπὴν τὴν ὁποίαν κατ’ ἐμὲ ὀρθὸν ἦτο νὰ μὴ λάβῃ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐρώτησίν τινα· ἠρώτησε τίς εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ζήτημα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐνόσῳ προέκειτο περὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης νομίζω ὅτι αὕτη ἦτο ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἠδύνατο ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ ἐρωτήσῃ πότε τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὀρθῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς τὸ σπουδαιότερον θέμα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ν’ ἀσχοληθῇ ἡ παροῦσα Βουλή, θὰ ἔλθῃ πρὸ αὐτῆς. Φρονῶ ὅτι μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δηλώσαντος ὡρισμένως ὅτι ἡ προεξεργασία τοῦ σχεδίου τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ οὕτως εἰπεῖν τὴν βάσιν τῶν συζητήσεων, ὅτι ἡ ἐπεξεργασία αὕτη βαίνει πρὸς τὸ τέλος καὶ ὅτι πρόκειται ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν τὸ σχέδιον τοῦτο ν’ ἀνακοινωθῇ πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ἐννοεῖται δ’ ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἔλεγεν ὅτι πρόκειται ν’ ἀνακοινωθῇ πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ἐνυπῆρχεν ἡ ἰδέα ὅτι πρόκειται ν’ ἀνακοινωθῇ πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτάς...
§69ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον καὶ αὐτό.
§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. ... οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, οἵτινες ἐκ τῆς συνεργασίας μετὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀρύονται τὴν ἰσχὺν αὑτῶν, εὐθὺς ὡς ἀνακοινωθῇ τὸ σχέδιον τοῦτο πρὸς αὐτοὺς θέλουσι βεβαίως ἀνακοινώσει τοῦτο πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς καὶ σκεφθῶσι μεταξὺ των περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον δέον τὸ ζήτημα νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, φρονῶ, λέγω, ὅτι ἐνταῦθα ἔπρεπε νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις· διότι πᾶσα συζήτησις σχετιζομένη πρὸς τὸ θέμα καὶ ἐρχομένη οὐχὶ ἐν τῇ συζητήσει περὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος ἀλλ’ ἐν τῇ προσυζητήσει περὶ τοῦ θέματος μοὶ φαίνεται ὅτι παρέλκει. Καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, καὶ θεωρήσῃ ὅτι πᾶσα συζήτησις σήμερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι περιττὴ καὶ εἶναι καλὸν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν καὶ τοῦ μεγάλου θέματος τὸ ὁποῖον πρόκειται μετά τινας ἡμέρας ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ὅπως παύσῃ πᾶσα περαιτέρω συζήτησις.
§71ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πᾶσα συζήτησις καὶ πρόωρος εἶναι καὶ περιττή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ν’ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὄχι μόνον ὡς οἷόν τε τάχιον ἀνακοινωθῶσιν αἱ σχετικαὶ προτάσεις πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὅπως καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς λάβῃ ὡς οἷόν τε τάχιον γνῶσιν αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς ἐργασίας αὐτῆς εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ἀλλ’ ὅπως τὴν παραδώσῃ πρὸς ἐκτύπωσιν καὶ διανεμηθῇ αὐτὴ καὶ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως λάβῃ καὶ οὗτος ἐγκαίρως γνῶσιν τῆς μελετωμένης ἀναθεωρήσεως· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· πρέπει λοιπὸν νὰ σπεύσωμεν ὅσον τάχιστα ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐργασίαν ταύτην, ὅπως λάβῃ αὐτῆς γνῶσιν. Τοῦτο ἠξίωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, τοῦτο ἀξιῶ καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς Βουλευτὴς ἔχων συνείδησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ αὑτοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προχωροῦμεν, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 ἐκ δρ. 155,543.97». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910 μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν Γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων αὐτοῦ τῆς ῥηθείσης χρήσεως, ὡς ἐπίσης τῶν ἐσόδων τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπαγομένων κληροδοτημάτων, τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν τῆς ἰδίας χρήσεως μέχρι τῆς ψηφίσεως τῶν ὑποβληθέντων περὶ αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον ἐ. ἔ. ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν διὰ τὸν αὐτὸν μῆνα ἐξόδων τῶν ὡς εἴρηται εἰδικῶν προϋπολογισμῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§73ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀνακοινωθῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν αἱ γενόμεναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου προσθῆκαι καὶ περιληφθῶσιν αὗται ἐν αὐτῷ, ἀνατυπωθῇ δὲ τὸ νομοσχέδιον.
§74ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ συμπληρωθὲν ἄρθρον 2. Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον. (Ὅρα ἀνατυπωθὲν νομοσχέδιον ἐν Παραρτήματι, ἀρ. 21).
§75ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων εἶναι καὶ τὸ «περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως εἶναι λυσιτελὲς διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως τῶν δήμων, καθιστάμενον νόμος τοῦ Κράτους θὰ ἐξυπηρετήσῃ ὄχι μόνον τῶν δήμων τὰ συμφέροντα ἀλλὰ καὶ τοῦ Δημοσίου. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐθεωρήθη καλὸν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἐπεξεργασθῇ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι δὲ ἤδη ὥριμον πρὸς συζήτησιν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς νὰ δηλώσῃ τίνα γνώμην ἔχει περὶ αὐτοῦ.
§76ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει παντελῶς πρόθεσις νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ διευκολυνθῇ εἰς τὴν μελέτην πάντων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε βεβαίως τὸ δεκαπενθήμερον τὸ ὁποῖον εἴχομεν μέχρι τοῦδε δὲν ἐπέτρεπεν εἰς ἡμᾶς νὰ μελετήσωμεν πάντα ταῦτα. Πρόκειται ν’ ἀποφεύγωμεν τὴν ἐσπευσμένην συζήτησιν καὶ ἀθρόαν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ἀκριβῶς ἵνα μὴ περιπέσωμεν εἰς τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἐσπευσμένης συζητήσεως δύνανται νὰ προέλθωσιν. Ὑπάρχει ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγεγραμμένον καὶ νομοσχέδιον «περὶ κοινοτήτων», τὸ ὁποῖον θὰ παρατηρήσητε ὅτι προετάχθη ἐνταῦθα τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων», διότι ἠθελήσαμεν νὰ παρασκευάσωμεν τὴν μελέτην τοῦ θέματος.
§77Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων» εἶναι ἓν ἐκ τῶν μᾶλλον μεμελετημένων καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἂν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις δὲν ἐπέσπευσε τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἔπραξε τοῦτο, ὄχι διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ διότι ἐθεώρησεν ἀπαραίτητον τὴν σύγχρονον ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κοινοτήτων», ἐπειδὴ ἄνευ ταύτης ὄχι μόνον ἀγαθοῦ πρόξενος δὲν θὰ ἐγίνετο, ἀλλὰ καὶ σύγχυσιν καὶ ταραχὴν θὰ ἐπέφερε. Διὰ τοῦτο, εἰ καὶ εἶχε ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον «περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων» εἰς δύο ἀναγνώσεις, ἀνεβάλομεν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν μέχρις οὗ ἐπεψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον «περὶ κοινοτήτων». Ὅθεν συνιστῶ καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καί, ἂν νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ τὸ συζητήσῃ ἀπ’ εὐθείας, ἔχει καλῶς· ἄλλως, ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι σπουδαῖον, καλὸν εἶναι κατὰ τὸ ἐπικρατῆσαν σύστημα ν’ ἀποσταλῇ ἀπὸ τοῦδε εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐγκαίρως νὰ ὑποβάλῃ τὴν μελέτην αὑτῆς.
§78ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ συναινέσω εἰς τὴν εὔλογον πρότασιν τοῦ ἐντίμου κ. συναδέλφου, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ὁρίσῃ ἐπιτροπὴν ἐξ ἐκείνων οἵτινες φαίνονται μᾶλλον διατεθειμένοι καὶ μᾶλλον παρεσκευασμένοι ἵνα ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα, ὥστε ἐν τῷ προσήκοντι χρόνῳ νὰ ἔχωμεν παρεσκευασμένην τὴν ἐργασίαν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς. Δʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως κλάσσεών τινων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου».
§80ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπάγονται τρεῖς τροπολογίαι εἰς τὸ δασμολόγιον, καθόσον ἐλαττοῦται ὁ δασμὸς ὁ εἰσαγωγικὸς τῶν ἐν τῇ κλάσσει 61 ἀναφερομένων ὑπολειμμάτων χρησίμων εἰς τὴν κηροποιίαν ἐκ τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων. Τὰ δύο ἐδάφια τοῦ νομοσχεδίου, τὸ βʹ καὶ γʹ, ἀναφέρονται κυρίως εἰς πρόσοδον διατεθεῖσαν ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ἐκ τῆς ὁποίας ὑπελογίσαμεν ἡμεῖς ἔσοδον 250,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον καὶ ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἐπὶ ἀποδόσει πρὸς τὸ ταμεῖον τὸ ἐκκλησιαστικόν. Ἂν ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, βεβαίως θὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ πολὺ τὰ ἔσοδα τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ταμείου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ ἂν καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θὰ μείνῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ἢ ὄχι.
§81ΑΝΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. συνάδελφος παρετήρησε τὴν ἔλλειψιν τοῦ ποσοῦ τούτου. Ὡς πρὸς τὸ ψηφισθὲν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρόσοδος αὕτη ὁμολογουμένως ἀποτελεῖ τὸν μεγαλύτερον πόρον τοῦ ἱδρυθέντος ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, γενομένους καθ’ ὃν χρόνον ἐπέκειτο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου, αἱ δαπάναι τοῦ ταμείου τούτου, περιλαμβανομένων τῶν μισθῶν τῶν ἱερέων, τῶν καθηγητῶν τῶν θρησκευτικῶν μαθημάτων κλπ., ἀνέρχονται εἰς 360 χιλ. δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ λειτουργία τοῦ εἰδικοῦ γραφείου τοῦ ἀπαιτουμένου κατὰ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου. Ἡ κυριωτέρα ὁμολογουμένως πρόσοδος εἶναι ἡ ἐκ τῆς παραφίνης· ἀπαλειφομένης δὲ τῆς πιστώσεως ταύτης δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ ταμεῖον, διότι τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ κληρονομιῶν, τὰ ἔσοδα τὰ ἄλλα τὰ ἐκεῖ περιλαμβανόμενα ἀνήκουσιν εἰς ἀπώτερον μέλλον, τὸ δὲ ταμεῖον ἦτο ἀνάγκη νὰ λειτουργήσῃ ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου. Δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται οὐ μόνον σκέψις περὶ κατατάξεως τοῦ ποσοῦ τούτου διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ταμείου ἀλλὰ καὶ σκέψις περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ ταμείου τούτου, ἀδυνάτου οὔσης ἐπὶ τοῦ παρόντος. Διότι συνεστάθη γραφεῖον καὶ ταμεῖον παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν οἱ πόροι διὰ τῶν ὁποίων θὰ λειτουργῇ τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ εἰσπραχθῶσιν εὐθύς, ἐνῷ αἱ ὑπηρεσίαι διὰ τὰς ὁποίας εἶναι προωρισμένοι ἐξακολουθοῦσι λειτουργοῦσαι. Κατὰ τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην ἔχομεν Ἐπισκόπους ζητοῦντας νὰ πληρωθῶσι καὶ μὴ δυναμένους νὰ τὸ ἐπιτύχωσιν, ἔχομεν ἱεροκήρυκας οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ πληρωθῶσι καὶ μὴ δυναμένους, ἔχομεν πρὸ παντὸς διδασκάλους τῶν σχολείων πτωχοτάτους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ πληρωθῶσι καὶ δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσι. Δι’ αὐτὸ θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν μεταβολάς τινας, τὸ μὲν ὅπως προσωρινῶς λειτουργήσῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ δὲ ὅπως κατασταθῇ δυνατὴ ἡ λειτουργία αὐτοῦ εἰς τὸ μέλλον. Διδομένης ὅμως τῆς εὐκαιρίας ταύτης ὀφείλω νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, καίτοι τηλεγραφικῶς ἐζητήσαμεν, τὰ στοιχεῖα, ἵνα προσδιορίσωμεν τίνας πόρους δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν Μονῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, οὗτινος μοὶ ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις, οὐδεμίαν εὗρον προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν στατιστικήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ βασισθῶ, ἵν’ ἀρυσθῶ τὰς πληροφορίας ταύτας. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ προσδιορίσωμεν τίνα θὰ εἶναι τὰ εἰσπραχθησόμενα ποσὰ ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν Μονῶν. Καθ’ ἑαυτὸ τὸ ταμεῖον θεωρῶ χρησιμώτατον, ἂν ἤρχοντο τὰ πράγματα εἰς τὴν φυσικωτέραν καὶ ὀρθοτέραν καὶ ἐξ ἱστορικῶν λόγων κατάστασιν αὐτῶν· ἂν ὅμως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν γενικώτερά τινα φαινόμενα ἀφορῶντα εἰς τὰ μοναστήρια παρ’ ἡμῖν, ἔχω ἐνδοιασμοὺς μήπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐφαρμοζόμενον, πρὶν κανονισθῇ ὁ βίος καὶ τὰ ἤθη καὶ ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τῶν μοναστηρίων, ἐπιφέρῃ ἀποτελέσματα βλαπτικὰ εἰς τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν. Καὶ ὀφείλω νὰ εἰδικεύσω τὰς ἐντυπώσεις μου ἀκριβῶς διότι τὰ μοναστήρια ἔπαυσαν νὰ εἶναι Ἱεραὶ Μοναί, νὰ ἐκπληρῶσι τὴν προορισμὸν αὐτῶν, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο οἱ μοναχοὶ κατέστησαν οἱ ἄριστοι φύλακες τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας· ἀκριβῶς διότι ἡ μοναστηριακὴ περιουσία χρησιμεύει πρὸ παντὸς εἰς σχηματισμὸν ἰδιαιτέρων περιουσιῶν τῆς ἀριστοκρατίας τῶν Μονῶν, οἱ μοναχοὶ ἐμπνέονται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον τμῆμα τῆς περιουσίας των ν’ ἀπολέσωσι. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο τὸ ἐγωιστικὸν συμφέρον ἐμπνέει τοὺς μοναχούς· ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι συμφέρον ἐμπνεόμενον εἰς αὐτοὺς ἐκ τῆς ὑπερηφανείας τῆς Μονῆς αὐτῆς. Οἱ μοναχοὶ σήμερον βλέπουσιν ὅτι πλὴν τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον θεωροῦσι μικρὸν καὶ ἀνεπαρκὲς διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, κυριολεκτικῶς ἡ περιουσία τῶν Μονῶν περιῆλθεν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας μὴ σχετιζομένων ἀμέσως μετὰ τῶν Μονῶν. Δὲν κατακρίνω τὸ σύστημα τοῦτο ἀπολύτως, ἀλλ’ ἐφαρμοζόμενον ὑφ’ οὓς ὅρους διατελοῦσι παρ’ ἡμῖν τὰ μοναστηριακὰ ἔθιμα ἔχω ἐνδοιασμοὺς ὅτι δύναται νὰ συνεπιφέρῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα. Βεβαίως καθῆκον ἔχομεν νὰ φέρωμεν τοὺς μοναχοὺς εἰς τὸ καθῆκον αὐτῶν, νὰ δώσωμεν τὴν ἐμπρέπουσαν ἠθικὴν θέσιν εἰς τὰ μοναστήρια, ἅτινα ἔπρεπε ν’ ἀποτελῶσι φωτεινὰ σημεῖα δυνάμενα νὰ ἐπιδράσωσι διὰ τῶν ἀρετῶν αὐτῶν ἐπὶ παντὸς τοῦ λαοῦ. Πρὸ παντὸς λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα καὶ τὴν ὁποίαν μόνον στρεψοδικοῦντες δὲν δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὰ μοναστηριακὰ εὑρίσκονται εἰς ἣν εὑρίσκονται κατάστασιν, ἐφ’ ὅσον ἐπλάσθη ἡ ψυχολογικὴ ἐκείνη κατάστασις ἡ ἐκ τοῦ παρελθόντος δὲν ληφθῶσι προηγουμένως τὰ μέσα ἵνα ἐπεξεργασθῶσι πάντα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα, ἔχω, λέγω, ἐνδοιασμοὺς μὴ ἐπιφέρῃ βλαπτικὰ ἀποτελέσματα. Διότι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν κατατεθειμένους τοὺς τίτλους τῶν Μονῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν κτηματολόγιον τῶν Μονῶν, νὰ ἔχωμεν τὰς ποικίλας σχέσεις τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ προστατεύσωμεν ταύτας ἐν τῷ μέλλοντι. Τοιαύτη ἐργασία οὔτε ἐγένετο οὔτε δύναται νὰ γίνῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, διότι εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασις τῶν Ὑπουργείων ὑπ’ ἔποψιν ὀργανισμοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ νομοθετήσῃ αὐτὸς εἰσερχόμενος εἰς λεπτομερείας καὶ ὄχι νὰ ἔχῃ τὰς γενικὰς μόνον γραμμάς. Ὅτε ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἀταξίαν ἐκείνην ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ὑμᾶς εἶναι ὑπέρτερον τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας νὰ ἐπαρκέσῃ μόνον εἷς Ὑπουργός. Εἶχεν ἄλλοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐχὶ ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ ἀλλ’ ἐκ προνοίας ἰδιωτικῆς, εἶχεν ἀρχίσει ἐργασία ἰδιαιτέρα τοιαύτη· ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἐνοικίασις κτημάτων παρὰ καθ’ ὅσον κατωρθοῦτο ἡ ἐξιχνίασις τῆς ἱστορίας τῶν ἐνοικιάσεων τοῦ κτήματος, διότι ἠξεύρετε εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται ὁ Ὑπουργὸς ἔχων ν’ ἀποφασίσῃ πολλάκις περὶ μεγίστων ποσῶν καὶ συμφερόντων. Παρουσιάζεται ὁ ὑπάλληλος καὶ λέγει: «διὰ τὸ Α κτῆμα προσέφερον τόσα· τί νὰ κάμωμεν, κ. Ὑπουργέ;». Τὸ δὲ κτῆμα Α εὑρίσκεται ἐν τῇ ἄκρᾳ τοῦ Βασιλείου, οὐδεμίαν δ’ ἔχετε σχεδὸν πληροφορίαν ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ σᾶς ὁδηγήσωσιν. Εἶχε λοιπὸν ἀρχίσει νὰ καταρτίζηται ἱστορία τῶν ἐνοικιάσεων καὶ νὰ καταρτίζηται κτηματολόγιον, ὡς καὶ τῶν νέων ἐνοικιάσεων νὰ τηρῆται ἀκριβὴς σημείωσις. Τίνα δ’ ἀποτελέσματα ἔσχεν ἡ ἐργασία αὕτη ἐπεκταθεῖσα μόνον εἰς τοὺς τύπους; Δηλ. ἐπρόκειτο περὶ τυπικῆς τινος μεταβολῆς, καὶ ὅμως εἴδομεν τ’ ἀποτελέσματα, οὐχὶ ὑπολογισμούς, ἀλλ’ ἀριθμοὺς πραγματικούς, ἐκείνους οἵτινες φωτίζουσιν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν προσδοκιῶν καὶ ὑπολογισμῶν. Ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐκ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν καὶ ἐξ ἄλλου τινὸς μέτρου, νὰ διεξάγωνται δηλ. τάχιστα αἱ ἐνοικιάσεις, ἐντὸς 24 ὡρῶν, εἰ δυνατόν, ἀφοῦ ἔλαβον ὁδηγίας τὰ ἡγουμενοσυμβούλια ἐπερχομένης τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔσχομεν ὡς ἀποτέλεσμα κέρδη ὑπὲρ τῶν Μονῶν κατὰ 30% ἐφ’ ὅλων τῶν ἐνοικιάσεων ἑνὸς ἔτους, ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τουτέστι τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Λαμβανομένου δ’ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ εἰσοδήματα τὰ μοναστηριακὰ ἀνέρχονται εἰς 2,700,000 ἔχομεν ἓν ποσὸν 700,000 δραχ. μόνον ἐκ μερικῶν κατὰ τύπους τακτοποιήσεων, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν κατὰ τόπους καὶ τῆς οὐσίας εἰς ἣν εἰσέρχεται πᾶς ἰδιοκτήτης ἔχων νὰ ἐνοικιάσῃ κτῆμα. Τελειοποιουμένου τοῦ συστήματος, συστηματοποιουμένης τῆς ἐργασίας ταύτης, συνέλαβον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἠδύνατο νὰ διπλασιασθῇ τὸ κέρδος αὐτὸ χωρὶς νὰ μεταβληθῇ τὸ παράπαν ἡ ἰδιότης τῶν μοναχῶν· ἠδύναντο νὰ μένωσιν οἱ μοναχοὶ καταναλίσκοντες ὡς φύλακτρα ἐκ τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ποσὰ πολὺ μεγαλύτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ ταῦτα μόνον διὰ κανονικωτέρας τακτοποιήσεως τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ οἱ καιροὶ ἐπείγουσιν, αἱ ἡμέραι εἶναι μεμετρημέναι κατὰ τὰς ὁποίας ἔχομεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ζητεῖται νὰ συντομεύσωμεν ταύτας ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον καὶ ἑπομένως περὶ τοιούτων μέτρων δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, ἂν τοιαύτην τροπὴν πρόκειται νὰ λάβωσιν αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ παρεσύρθην ἴσως εἰς γενικωτέραν ἔκθεσιν τῶν πραγμάτων· προκειμένου ὅμως εἰδικῶς περὶ τοῦ ταμείου τούτου λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ, διότι οὐδένα πόρον ἔχει, ἡ δ’ ἀνάγκη εἶναι ἐπείγουσα, ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουσι τὸ Κράτος περισσότερον ἐξηρθρωμένον παρ’ ὅ,τι πραγματικῶς εἶναι, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω αὔριον ἴσως ἢ μᾶλλον βεβαίως τὰ μέτρα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων καὶ τὴν προσωρινὴν ἀνάγκην θέλομεν ἀντιμετωπίσει καὶ ῥιζικώτερον θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα.
§82ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω καὶ ἐγὼ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις συνέπεσε καθ’ ἣν ὥραν ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῶν διατάξεων τούτων τοῦ δασμολογίου νὰ μὴ εἶναι παρών, διότι τότε εἶπον τοὺς λόγους δι’ οὓς ἀπεφάσισα—καὶ πᾶς ἕτερος ἀντ’ ἐμοῦ ἤθελεν ἀποφασίσει— νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ταύτην...
§83ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠρώτησα τὸν λόγον τῆς ὑποβολῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς ἂν θὰ παραμείνῃ τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν ἐπὶ ἀποδόσει εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§84ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁλόκληρον τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Ἀμερικῆς ἤθελε καταρρεύσει, ἂν ἔμενον ἀμετάβλητοι αἱ διατάξεις ἐν τῷ ἡμετέρῳ δασμολογίῳ· εἴχομεν ῥητὴν περὶ τούτου δήλωσιν. Μόνον ἀντὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ δασμοῦ εἰς τὸ πρότερον καθεστὼς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον τῆς Ἀμερικῆς. Προκειμένου λοιπὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ζημίαν ταύτην, καὶ ἂν ἐπρόκειτο διπλάσια νὰ ὦσι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τοῦ ἱερατικοῦ, θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι...
§85ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἔχετε πληροφορίας τοιαύτας;
§86ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω πληροφορίας τοιαύτας παρὰ τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῆς Ἀμερικῆς καὶ παρὰ τοῦ ἐν Ἀμερικῇ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος.
§87Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Κουντουριώτου, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ τότε, ὁ ὁποῖος ἐλέγχει τώρα, ἦτο ξηροκέφαλος, ὡς πάντοτε.
§88ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῇ 14 Φεβρουαρίου ἐφαρμόζεται τὸ ἀμερικανικὸν δασμολόγιον, ὅπερ περιέχει προσθήκην 25% εἰς βάρος πάντων ἐκείνων τῶν Κρατῶν ἅτινα φέρονται δυσμενῶς πρὸς τὰ ἐμπορεύματα τὰ ἀμερικανικά. Ἐφρόντισα τοῦτο πράττων νὰ δώσω ἀνακούφισίν τινα εἰς τὰ ἐνταῦθα ἐργοστάσια ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ὑπολειμμάτων καὶ οἱ ἔχοντες αὐτὰ ἔμειναν σύμφωνοι δηλώσαντές μοι ῥητῶς ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίωσιν ἐπὶ τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων, ἐὰν μείνωσι φορολογούμενα ὡς πρότερον, καὶ τοῦτο μετὰ μεγάλης προθυμίας. Μένει τὸ ζήτημα περὶ οὗ ὡμίλησε—καὶ ἐπαρκῶς ὡμίλησεν—ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργός. Ἐπὶ τούτου ἴσως ἔχω τι νὰ προτείνω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὅπερ πρὸ μικροῦ ὑπέβαλον ἐνταῦθα πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν καὶ εἰς Μονὰς διαλελυμένας ἀνηκόντων φθαρτῶν κτημάτων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ ἀναθεωρεῖ προηγουμένην νομοθεσίαν ὁλόκληρον, ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀσφαλίσωμεν μείζονα πρόσοδον ἐκ τῆς κανονικωτέρας καὶ ἀσφαλεστέρας διαθέσεως εἰς πώλησιν τῶν κτημάτων τούτων, ἴσως δὲ θὰ εἶναι δίκαιον, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα ἐκείνη, νὰ ἐξετάσωμεν — ἐὰν πεισθῶμεν ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ—τὴν ὑποβληθησομένην πρότασιν καὶ ἴδωμεν μήπως εἶναι δυνατὸν μέρος τοὐλάχιστον τῆς προσόδου τῆς ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν κτημάτων τῶν φθαρτῶν, τῶν ἐπισκοπικῶν καὶ τῶν εἰς Μονὰς διαλελυμένας ἀνηκόντων νὰ δοθῇ εἰς τὸ ταμεῖον, ὅπερ εἶναι ἄξιον πάσης προνοίας.
§89Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν.
§90ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§91Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ νομοσχέδιον λαμβάνει τὸ Δημόσιον τὸ προϊὸν τῆς ἐκποιήσεως;
§92ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μέχρι τοῦδε οὕτως εἶχε.
§93Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον;
§94ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐθίχθη τὸ ζήτημα, ἐπιφυλαχθέντος ἐμοῦ νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ τούτου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται νὰ θίξωμεν ἀπὸ μακροῦ χρόνου κεκτημένα καὶ γνωρίζετε πόσον δύσκολον εἶναι τὸ πρᾶγμα τοῦτο.
§95ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅτε, Κύριοι, ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τακτικὴν Σύνοδον τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ὡς πρῶτον πόρον αὐτοῦ ἀνεγράψαμεν τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ. Τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ ἔχει καθιερωθῆ καὶ εἰς ἄλλας ὀρθοδόξους χώρας, ὡς ἐν Ῥωσίᾳ, ἐν αὐτῇ τῇ ὁμόρῳ Ἐπικρατείᾳ, ὅπου πλεῖσται ὅσαι κοινότητες ὀρθόδοξοι διατηροῦσι καὶ τοὺς ναούς των καὶ ἀγαθοεργὰ καταστήματα ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ. Τότε ὅμως πάντες σχεδὸν οἱ κηροπηγοὶ προέβησαν εἰς παραστάσεις καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Α. Πανιερότητα τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, παρακαλοῦντες ὅπως ἀντὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ καθιερωθῇ ἄλλος τις φόρος — ἐπὶ τοῦ κηροῦ ὅμως πάντοτε —, εἰ δυνατόν, φόρος καταναλώσεως. Ἐσκέφθημεν πρὸς στιγμὴν νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην τινὰ πρότασιν πρὸς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ οἱ ἴδιοι οἱ κηροπηγοὶ παρέστησαν ὁπόσας δυσχερείας θὰ παρουσίαζε τὸ πρᾶγμα εἰς αὐτούς· διὰ τοῦτο προέτειναν αὐτοὶ οὗτοι μᾶλλον τὴν ἐπιβολὴν δασμοῦ ἐπὶ τῶν πρώτων ὑλῶν τοῦ κηροῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων καὶ ὡς ἐκ τούτου συνετάξαμεν καὶ ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο αὐτὸς ὁ δασμός. Πρόκειται δὲ περὶ δύο εἰδῶν κυρίως, περὶ ὑπολειμμάτων ὀρυκτῶν ἐλαίων καὶ περὶ τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων. Τὸ βαμβακέλαιον, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἐνταῦθα λόγος, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον οὐδὲ ἐγένετο πρὸς ἡμᾶς παράστασις. Ἐπὶ τοῦ βαμβακελαίου αὐτοῦ ἐπεβλήθη ὁ δασμὸς αὐτὸς ὁ βαρὺς ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1909 ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλογεροπούλου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγένοντο παραστάσεις, ἀλλὰ καθ’ ὅσον δὲν ἀντέκειτο ἡ ἐπιβολὴ τοῦ δασμοῦ τούτου εἰς διάταξίν τινα τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀμερικῆς ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον τοῦτον, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλε δι’ ἄλλους λόγους, λόγους πάντως ὑγιεινῆς. Ὅτε ἐπεβάλομεν ἡμεῖς τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων—διότι περὶ τούτου τοῦ εἴδους καὶ μόνου πρόκειται —προκειμένου περὶ ὑπολειμμάτων οὐδεμίαν παράστασιν ἔκαμε πρὸς ἡμᾶς ἡ Ἀμερικανικὴ πρεσβεία, διότι τὰ ὑπολείμματα δὲν εἰσάγονται κυρίως ἐξ Ἀμερικῆς, ἀλλ’ εἰσάγονται ἐκ Ῥωμανίας πάντοτε...
§96ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοῦτο.
§97ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον περὶ ὑμῶν. Ἐλέχθη ὑπό τινος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων προχθὲς ὅτι τότε ἐγένοντο παραστάσεις μεγάλαι καὶ σοβαραί.
§98Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι σᾶς ἐγένετο ὑπόμνησις ὑπὸ τοῦ κ. Κουντουριώτου.
§99ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τοῦ βαμβακελαίου.
§100ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περὶ τοῦ βαμβακελαίου δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς. Ὅτε ἐπρόκειτο ἡμεῖς νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων, τότε ἐγένοντο παραστάσεις πρὸς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀμερικῆς· ἐνομίσαμεν ὅμως ὅτι αἱ παραστάσεις αὗται προήρχοντο μᾶλλον παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐνταῦθα εἰσαγωγέων ἐμπόρων καὶ οὐχὶ ἐξ Ἀμερικῆς, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἔδειξε μεγάλην ἐπιμονὴν ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀμερικῆς. Τί δ’ ἐσκέφθημεν ἡμεῖς τότε;
§101Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν;
§102ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπαλλάξω ἀμέσως. ....Ἐσκέφθημεν ὅτι προκειμένου καὶ περὶ βαμβακελαίου καὶ περὶ τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων προθυμότατα θὰ προεβαίνομεν εἰς πᾶσαν παραχώρησιν· ἤρκει μόνον νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐν Ἀμερικῇ ὄχι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου προϊόντος τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Ἀμερικήν, τῆς σταφίδος, ἀλλὰ τὴν διατήρησιν τοῦ ὑπάρχοντος δασμοῦ, εὐθὺς δ’ ὡς ἐξασφαλίσωμεν τοῦτο προθύμως; θὰ προεβαίνομεν οὐ μόνον εἰς τὴν ἐλάττωσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κατάργησιν παντὸς δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τούτων τόσον ἐπὶ τοῦ βαμβακελαίου ὅσον καὶ ἐπὶ τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θεωρῇ ἤδη ἐξησφαλισμένην τὴν διατήρησιν τοῦ δασμοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τῆς σταφίδος, βεβαίως εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ἡμεῖς ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς ἀντάλλαγμα τούτου καὶ εἰς μεγαλύτερον, ἐὰν ἦτο δυνατόν. Ὥστε κατὰ τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι, συμφωνότατοι. Τώρα, Κύριοι, ἐὰν ὁ φόρος οὗτος ἐκλίπῃ ἐκ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, δὲν εἶναι λόγος οὗτος ὅπως τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον μείνῃ ἄνευ πόρων. Τίνας πόρους ὅμως ἐνδεικνύουσιν αὐτὰ τὰ πράγματα; Πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν ἀρχικὸν πόρον, τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ ἢ εἰς φόρον ἐσωτερικῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ κηροῦ τοῦ παραγομένου ἐν Ἑλλάδι ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόδων τὰς ὁποίας ἀπὸ δεκαετηρίδων πολλῶν εἰσπράττει τὸ Κράτος εἰς βάρος καὶ διὰ λογαριασμὸν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ν’ ἀναγράψωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 250 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν ἀναγράψει ἤδη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Διότι, Κύριοι, δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῆτε ὅτι ἅμα τῇ ἀνακηρύξει τῆς Ἑλλάδος εἰς Βασίλειον ἢ μικρὸν μετὰ ταύτην ἐδημοσιεύθη Διάταγμά τι, μεσοῦντος τοῦ ἔτους 1833, περὶ διακηρύξεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ δὲ διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου, ἐπέχοντος νομοθετικὸν χαρακτῆρα, καθιεροῦτο ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἐκκλησίας, συγχρόνως δυστυχῶς προέβαινεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ἥτις ἦτο ξένη, εἰς τὴν ἐκλαΐκευσιν ἑκατοντάδων ὅλων μοναστηρίων· ἐπὶ 592 μοναστηρίων, τὰ ὁποῖα τότε ἦσαν, κατηργήθησαν τὰ 312. Μετὰ ἓν ἔτος ἐδημοσιεύθη Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶτο ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ διεχειρίζετο τὰ ἔσοδα πάντων τῶν κτημάτων τῶν μοναστηριακῶν τῶν διαλυθεισῶν Μονῶν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας, οὐ μόνον δὲ τὰ ἔσοδα αὐτῶν τῶν διαλυθεισῶν Μονῶν ἀλλὰ καὶ τὸ ⅒ τῶν εἰσοδημάτων τῶν λοιπῶν Μονῶν. Τοῦτο τὸ ταμεῖον εἶχεν, ὡς ἀναφέρει τὸ σχετικὸν Διάταγμα, ἴδιον κιβώτιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐναπέθετε τὸ χρῆμα τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τῶν διαλυθεισῶν Μονῶν καὶ τῶν ἄλλων. Βραδύτερον ἐδημοσιεύθη Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου εἰδικὴ ἐπιτροπὴ πενταμελὴς ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξηκολούθει διευθύνουσα τὸ ταμεῖον τοῦτο, ἀλλ’ ἐθεωρήθη τοῦτο πολυτέλεια· ὑπήχθη δι’ ἑτέρου Διατάγματος εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν διαχείρισιν τοῦ τμήματος τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1847 ὑπήχθη αὐτὸ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ τηρῶνται χωριστὰ βιβλία περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τούτου ταμείου. Τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον λοιπὸν ὑφίστατο ἔκτοτε· ἀλλά, καὶ ἂν δὲν ὑφίστατο αὐτό, πάντα τὰ κτήματα τῶν καταργηθεισῶν τότε Μονῶν, τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦσιν ἀναγραφόμενα ὑπὸ ἔποψιν εἰσπράξεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατ’ ἔτος, τί ἄλλο ἀποδεικνύουσιν ἢ ὅτι πρόκειται περὶ ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, τῆς ὁποίας ἡ πρόσοδος ἀνέρχεται κατ’ ἔτος ἐξ ἐνοικιάσεων μόνον εἰς 300.000 δρχ. καὶ ἐπέκεινα; Ἀπέναντι τοιαύτης προσόδου, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ Κράτος ἐκ τῶν μοναστηριακῶν τούτων κτημάτων, δαπανᾷ μέχρι τοῦδε μέρος μόνον αὐτῆς τῆς προσόδου διὰ τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἀνάγκας, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 240.000 δραχμῶν. Καὶ τί ἐζητήσαμεν ἡμεῖς νὰ πράξωμεν; Ἐπιβάλλοντες τὸν δασμὸν τοῦτον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ εἴχομεν περίπου τὸ ποσὸν τῶν 250.000 δραχμῶν, ἠθελήσαμεν τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ διαθέσωμεν, ἀφήσαμεν δ’ ἀνοικτὸν τὸ ζήτημα τῆς μεγάλης αὐτῆς μοναστηριακῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἥτις ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1833, ἀφ’ ὅτου ἀπεφασίσθη ἡ διάλυσις τῶν 312 Μονῶν, προωρισμένη πάντοτε ὑπὲρ ἐκκλησιαστικῶν ἀναγκῶν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, καὶ ἂν ἐκλίπῃ αὐτὴ ἡ πρόσοδος ἐκ τῶν πρώτων ὑλῶν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων διὰ τὸν κηρόν, ἔχει ἱκανὴν πρόσοδον τὸ Κράτος ἐκ τῶν κτημάτων τῶν διαλελυμένων Μονῶν, ὅπως ἀπέναντι αὐτῆς τῆς προσόδου ἀναγράψῃ αὐτὸ τὸ ἔσοδον διὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον τὸ ἐκ 250 χιλιάδων.
§103Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅ,τι σκέπτεται.
§104ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι σκέπτεται καθ’ ὅσον διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν, ἐπισκοπικῶν καὶ εἰς Μονὰς διαλελυμένας ἀνηκόντων κτημάτων θὰ ἔχῃ ἀρκετὰς προσόδους νὰ διαθέσῃ ἐξ αὐτῶν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι καὶ πρὸ τούτου καὶ ἄνευ τούτου ἔχει ἤδη ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῆς ἐτησίας πάντων τῶν ὑπολειπομένων μοναστηριακῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων πρόσοδον ὑπερτριακοσίων χιλιάδων, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δύναται νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου τὰς 250.000 ταύτας.
§105ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου ὅτι μέχρι τοῦδε τὸ Κράτος ἐδαπάνα 240.000 ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας· ἀλλὰ τὸ ζητούμενον ὑφ’ ὑμῶν ἦτο νὰ προσθέσητε ἐξ ἑτέρου φόρον 250.000· ὁ φόρος ἐκλείπει· θὰ ἐξακολουθήσωμεν δαπανῶντες ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ βεβαρημένου καὶ θὰ φροντίσωμεν διὰ νέων προτάσεων νὰ ἐξεύρωμεν καὶ ἡμεῖς ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀσφαλεστέρας προσόδους ὑπὲρ τοῦ ταμείου αὐτοῦ.
§106ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίστατο ἔργῳ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον καὶ εἶχε τὴν προσωρινὴν διαχείρισίν του, τὸ Δημόσιον ἐδικαιοῦτο αὐτὸ νὰ εἰσπράττῃ καὶ νὰ δαπανᾷ, εὐθὺς ὅμως ὡς ἀνασυνεστάθη τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ παύσῃ κηδεμονεῦον τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν.
§107Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κηδεμονεῦον τὴν Ἐκκλησίαν;
§108ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον... Νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου τὰς προσόδους ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀνέκαθεν ἡ Πολιτεία διέθεσεν ὑπὲρ αὐτοῦ καταργήσασα πολλὰς Μονὰς καὶ ἐκλαϊκεύσασα τὰ κτήματα αὐτῶν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῶμεν ὅτι, ἂν ἄλλως πως διαθέσωμεν τὰς περιουσίας τῶν μοναστηρίων καὶ τῶν Ἐκκλησιῶν, θὰ δώσωμεν ἴσως τὸ σύνθημα εἰς τοιαύτην ἐκλαΐκευσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ ἐν γένει τῶν μοναστηριακῶν περιουσιῶν ἀλλαχοῦ, ὅπου ἐξήρτηνται ἐξ αὐτοῦ σπουδαιότατα καὶ τιμαλφέστατα ἐκκλησιαστικά, οὐχ ἧττον δὲ καὶ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§109Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐγὼ εἶπον ὅτι θέλω σπεύσει νὰ ὑποβάλω τὰ προσήκοντα μέτρα· βεβαίως ὅμως ἡ συναρμολόγησις ἐκ τῶν μέτρων ἑκάστου Ὑπουργείου πρὸς τὸν γενικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους συνεπάγεται ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχομεν δ’ ἀνάγκην νὰ συγκρίνωμεν αὐτὰ πρὶν καταλήξωμεν εἰς ὑποβολὴν προτάσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μελετήσωμεν τὰ πράγματα ἐπὶ εἰλικρινοῦς Προϋπολογισμοῦ περιλαμβάνοντος ἀκριβῆ καθρέπτην, ὅστις θὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν λύσιν διαφόρων ζητημάτων ὑπὲρ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων.
§110Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ὅστις ἠγωνία ὁσάκις ἤκουέ τινα ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα ἐγείροντα ἀντιρρήσεις ἐναντίον τῆς σωρείας τῶν μέτρων τῶν ὑποβληθέντων ὑπ’ αὐτοῦ εἰς σωρείας συνεδριάσεων, ἵνα ἐν σωρείᾳ ἀποκομισθῶσι ταῦτα εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων, ἤθελε καθ’ ἑκάστην ἐξεγείρεσθαι ἐνταῦθα ἐναντίον παντὸς μέτρου ὠφελίμου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εὗρε τὴν εὐκαιρίαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δασμολογίου ν’ ἀναπτύξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς θεωρίας του περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μέτρον τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ἐγένετο τότε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Βουλευτὴς Λοκρίδος διὰ χειρὸς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὸ μέτρον ἐκεῖνο δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ περιφρουρήσῃ τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν οὔτε τὴν ἐκκλησιαστικήν· τὸ μέτρον ἐκεῖνο εἶχε σκοπὸν νὰ καλύψῃ τὴν ἀναλήθειαν περὶ τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῶν λαθροχειριῶν τῶν ὁποίων εἰσηγητὴς ἦτο αὐτὸς παραπλανῶν τὴν δημοσίαν γνώμην καὶ ὁμιλῶν ἐνταῦθα περὶ οἰκονομιῶν, ἐνῷ λαθροχειρίας ἐποίει. Εἰσηγήθη τὸν θεσμὸν τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἐπὶ τίνι σκοπῷ; Ὅπως οἰκονομήσῃ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν χρήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον διατεθῆ διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας. Καὶ τί ἔπραξεν; Ἐφορολόγησε προσθέτως καὶ εἰσήγαγε τὸν φόρον εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἐφόρτωσε καὶ τὰς δαπάνας τὰς ἐκκλησιαστικάς. Τοῦτο ὀνομάζει οἰκονομίαν ἄνευ φόβου, ἐνῷ εἶναι λαθροχειρία. Καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ εἰσηγητὴς αὐτῶν τῶν λογιστικῶν λαθροχειριῶν νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοῦ ὁποίου ὁ βίος ὑπῆρξεν ἡ λευκὴ ἀλήθεια πάντοτε, θὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ ὁποίου ὁ βίος ὑπῆρξεν εἰλικρινὴς πάντοτε, θέλει εἰσαγάγει εἰλικρινῆ μέτρα, ὅπως τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ὀρθοποδήσῃ. Καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἵνα ὀρθοποδήσῃ, ἔχει ἀνάγκην μέτρων σοβαρῶν, τοιαῦτα δὲ μέτρα σοβαρὰ δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἐξεύρεσις τῶν περισσευμάτων τῶν Μονῶν καὶ ἄλλων πόρων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἐκ τῶν περιουσιῶν ἐκείνων, ἀφοῦ ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδὲν στοιχεῖον ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ νὰ συντάξῃ τοιοῦτον Προϋπολογισμόν, καὶ ἀφοῦ καταγγέλλει τὸ ἕτερον, ὅτι δὲν ὑπῆρχον χρήματα εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἵνα μισθοδοτῶνται ἐκεῖνοι οἵτινες μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1909 ἐμισθοδοτοῦντο ὡς ὑπάλληλοι ἀπὸ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον. Διότι ὁ πάνσοφος Ὑπουργὸς ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὅτι τὰ εἰσοδήματα ἀπὸ τὴν φορολογίαν τοῦ κηροῦ, καθ’ ἣν ἡμέραν θὰ εἰσήγοντο ἀπὸ τὰ Τελωνεῖα τοῦ Κράτους, καὶ τῶν Μονῶν τὰ περισσεύματα θὰ κανονισθῶσι μετὰ ἑξάμηνον, ἀφ’ ἧς εἰσαχθῶσι, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ διαχείρισις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου θὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀπορίαν τῆς πρώτης ἡμέρας. Πάντα ταῦτα ἐτέθησαν κατὰ μέρος καὶ παρεδόθη ὁλόκληρον τὸ ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα εἰς τὸ χάος, τὸ ὁποῖον χάος ἐτελεύτησεν ὁμοῦ, ἀφοῦ ἐτελεύτησε καὶ τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ἐβασίλευεν ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ ἐν τούτοις κόπτεται σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἐκκλησίας! Ἦτο ἀνάγκη νὰ μᾶς ἀφηγηθῇ ὁλόκληρον ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν ἀπὸ τοῦ 1832; Γινώσκομεν τὰ γενόμενα. Γινώσκομεν ὅτι συνέστη ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ εὐσέβεια ἡμιλλᾶτο πρὸς τὴν φιλαλήθειαν καὶ πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν. Γινώσκομεν ὅτι μέχρι τοῦ 1909 τὸ Κράτος εἰσέπραττεν ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας εἰσοδήματα καὶ εἰσῆγεν αὐτὰ ὡς δημόσια ἔσοδα, ἀνελάμβανε δὲ τὴν ἀντίστοιχον δαπάνην τῶν ἐκκλησιῶν. Ἐν ἔτει 1909 διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ὁ κοπτόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὲρ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας παρακρατήσας ἀπὸ τὸ Κράτος τὰ ἔσοδα τοῦ διαλυθέντος ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἔρριψεν αὐτὰ εἰς ὄφελος τοῦ νέου ταμείου δημιουργήσας εὐρεῖς πόρους, τῶν ὁποίων τὸ ἥμισυ ἦτο νέα λαθροχειρία. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁμιλῶν περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ φόβου τοῦ μεγάλου τῆς ἐκλαϊκεύσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων. Καὶ τίς εἶναι ὁ νόμος καὶ ποῖα δικαιώματα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου γεννῶνται ἐπὶ τῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναπτύξω. Πᾶς τις ἀναγνώστης τοῦ νόμου περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου θὰ πεισθῇ ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς οὐδὲν ἕτερον εἰσήγαγε παρὰ τὴν κατάργησιν τῶν μοναστηριακῶν περιουσιῶν, ἔρχεται δὲ σήμερον καὶ μᾶς ὁμιλεῖ περὶ διασώσεως καὶ περὶ κινδύνου τῶν περιουσιῶν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὰς ὁποίας ἐσεβάσθησαν οἱ μὴ χριστιανοί!
§111ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεμίαν θὰ δώσω ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα. Ἐγὼ περιορίζομαι εἰς τὰ πράγματα. Καθ’ ὃν χρόνον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1910 διατίθενται ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ 240.000, ὡς πρίν, ἀλλὰ 250.000 δραχμῶν, περὶ παντὸς δύναται νὰ γίνῃ λόγος, μόνον δὲ δὲν δύναται νὰ γίνῃ περὶ λαθροχειρίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς ζημίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ περὶ ἀποκρύψεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Θ’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§112Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκεῖ ὅπου θέλετε ἀπαντᾶτε.
§113ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀπαντῶ εἰς τὰς ὕβρεις.
§114Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς εἶσθε ὑβριστὴς ἐν Ἑλλάδι!
§115ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶπε πρὶν ὅτι οὐδὲν ἔσοδον ὑπάρχει ἐκ τοῦ δασμοῦ τοῦ ἐπιβληθέντος ἐπὶ τῶν πρώτων ὑλῶν τοῦ κηροῦ, ὅπως τὸ διαθέσωμεν ὑπὲρ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου τόσῳ μᾶλλον ὅσῳ ἀπὸ τοῦ παρόντος ἔτους, ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου, περιωρίσθη νὰ λειτουργῇ ὁ θεσμὸς ὡς πρίν. Ἀλλ’ ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν πρώτων ὑλῶν τοῦ κηροῦ ἐπεβλήθη ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς καὶ ἔκτοτε ἱκανὰ ἔσοδα εἰσῆλθον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὥστε νὰ ἔχῃ ἤδη αὐτὸ κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ 1910 νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου τὸ δωδεκατημόριον τῶν 250.000 δραχμῶν, ὡς ζητεῖται καὶ διὰ πάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὸ δωδεκατημόριον. Ἔσοδα λοιπὸν εἶχε τὸ Κράτος, διὰ νὰ διαθέσῃ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐσόδων τὰ ὁποῖα ἀνέκαθεν ἐνέμετο ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς μοναστηριακῆς ἐν γένει περιουσίας καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς ὁμολογῶ ὅτι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην διὰ πρώτην φορὰν ἤκουσα ὅτι ἡ περιουσία αὐτὴ διατίθεται ἐν ἀσφαλείᾳ ἐφ’ ὅσον δὲν διαχειρίζεται αὐτήν, ὅπως διαχειρίζεται ὑπὸ τῶν ἑκασταχοῦ μοναστηριακῶν συμβουλίων. Διότι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅτι, ἂν ὄχι εἰς ἄλλον, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν καὶ μόνον ὀφείλεται ἡ διάσωσις ὁλοκλήρου τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Ἐγὼ οὕτω πως ἐνόησα τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, καὶ πᾶς τις ἄλλος μέχρι τοῦδε εἴχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ μοναστηριακὴ περιουσία, ὅπως διεχειρίζετο μέχρι τοῦδε, κατεσπαταλᾶτο καὶ ἐκινδύνευεν ἡμέραν τινὰ νὰ ἐκλίπῃ. Ὄχι μόνον, Κύριοι τὰ ἐτήσια ἔσοδα ἐδαπανῶντο ἐπ’ ἀμοιβῇ, ἀλλὰ κατὰ διαφόρους τρόπους κατωρθοῦτο νὰ ἐκποιῆται ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία. Τούτου ἕνεκεν ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτὴν ὑπὸ τὴν ἑνιαίαν διαχείρισιν τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ὅπως κάλλιον διασωθῇ αὕτη καὶ χρησιμοποιηθῇ ἐν μέρει ὑπὲρ καθαροῦ ἐκκλησιαστικοῦ σκοποῦ, ἐν ᾧ σήμερον ὡς διαχειρίζεται αὕτη πᾶν ἄλλο παρὰ δι’ ἐκκλησιαστικοὺς σκοποὺς χρησιμοποιεῖται. Εἶναι περιττὸν ν’ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς πράγματα τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε, πῶς διασπαθῶνται τοιαῦται περιουσίαι. Καὶ δὲν ἦτο, Κύριοι, ἡ γνώμη ἡμῶν αὕτη; Πᾶσαι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐνθυμοῦνται ὅτι ἐν πάσῃ βουλευτικῇ Περιόδῳ, ἐν πάσῃ βουλευτικῇ Συνόδῳ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἡ ἀνωτάτη αὐτὴ ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχή, προέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νομοσχέδιον περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἐκλιπαροῦσα αὐτὴν ὅπως τὸ ὑποβάλῃ πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν, διότι οὕτω πως μόνον ἡ μοναστηριακὴ περιουσία θὰ διεσώζετο ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε σπατάλης, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶχεν ἐπαρκῆ τὰ μέσα ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της. Τὴν εὐχὴν καὶ ἐπιθυμίαν τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἀπὸ πολλοῦ καὶ ἐπανειλημμένως ἐκδηλωθεῖσαν πρὸς τὴν Πολιτείαν ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ἔσπευσε νὰ ψηφίσῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, δι’ ὃ ὄχι μόνον ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ καθόλου ἡ Πολιτεία θὰ εὐγνωμονῇ πρὸς τὴν Βουλήν, ἥτις τὸ ἐψήφισε, διότι δι’ αὐτοῦ κατατίθεται ἀσφαλὴς βάσις ὄχι μόνον διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν μοναστηριακῶν πραγμάτων καὶ τὴν διάσωσιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἡ ὁποία εἶναι περιουσία κυρίως εἰπεῖν ὄχι τῶν ἑκασταχοῦ μοναχῶν, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀνακτᾷ ὅλα τὰ ὑλικὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ δυνηθῇ νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ κατωτέρου Κλήρου καὶ περὶ τῆς θρησκευτικῆς μορφώσεως τῶν ἱερέων καὶ περὶ τῆς καθόλου ἀνυψώσεως αὐτοῦ εἰς τὸν προορισμὸν ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον κέκληται ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων.
§116ΑΝΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ συζήτησις παρεξετράπη καὶ εἰς θέματα περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον τὸν προλαλήσαντα ὅτι δὲν ἡρμήνευσε καλῶς τοὺς λόγους μου, εἶναι δ’ εὔκολον νὰ ἐξάγῃ τις συμπεράσματα, ὅταν ἐξ ἑνὸς λόγου περιέχοντος πολλὰς ἐννοίας ἀποσπᾷ τινας ἐξ αὐτῶν, τὰς ἀπομονώνῃ ἐκ τοῦ συνόλου καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀπαντᾷ. Δὲν εἶπον ὅτι τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν Μονῶν ἔχουσι καλῶς, οὔτε ὅτι τὰ μοναστήρια ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν προορισμόν των. Ἀλλ’ εἶπον ὅλως τὸ ἀντίθετον ὅτι ἡ μοναστηριακὴ περιουσία, ἀντὶ νὰ χρησιμεύῃ πρὸς τὸν ὑψηλὸν σκοπὸν πρὸς ὃν ἀφιερώθη χρησιμεύει ὑπὲρ τῶν μοναχῶν, ἀκριβῶς διότι οἱ μοναχοὶ δὲν εἶναι μοναχοί. Εἶπον καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀπομονῶν ὡρισμένας ἐννοίας ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἠθέλησε νὰ θίξῃ. Εἶπον ὅτι τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο, ἵνα αἱ Μοναὶ γίνωσι πράγματι φάροι ψυχικῆς διαπλάσεως, ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσιν ἄλλα μέτρα, ἅτινα δὲν λαμβάνονται ἐκ τοῦ προχείρου. Βεβαίως δέ, ἐὰν ἠδύνατο τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὰ μέσα, ἵνα ἀποκατασταθῇ Κλῆρος ζωντανὸς καὶ ὄχι νεκρός, ὡς εἶναι, ἐὰν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ τὰ μέσα, ἵνα διαφωτίσῃ τὰς ψυχὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὰ καθήκοντα ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύνανται νὰ γεννηθῶσι τὰ μεγάλα πνεύματα, τὰ ὁποῖα τὴν πλάνην καὶ τὴν ἁμαρτίαν συντρίβουσι, γεννῶσι δὲ τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν ἀλήθειαν, τὸ πρᾶγμα θὰ εἶχε καλῶς. Ἀλλ’ ἐλήφθησαν τὰ μέτρα ταῦτα; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: εἶσθε εἰς θέσιν ὑμεῖς, ὅστις ἦσθε μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπελογίσατε τίνα τὰ περισσεύματα τῶν Μονῶν, νὰ εἴπητε πρὸς τὴν Βουλὴν ἂν ταῦτα δὲν χρησιμεύουσι οὐχὶ πρὸς ὑψηλοὺς ἀλλὰ πρὸς ἄλλους σκοπούς; Ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ κατακρίνω τὸ ἔργον ὑμῶν, διότι δὲν δύναμαι κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν οὔτε νὰ τὸ κρίνω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶδον εἶναι ὅτι δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ ταμεῖον καὶ περὶ αὐτοῦ ὡμίλησα. Μὴ νομίζετε δ’ ὅτι ἔσπευσα νὰ δώσω πληροφορίας. Γνωρίζω τὰς δυσχερείας τοῦ νομοθετεῖν καὶ μάλιστα ὑπὸ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑμεῖς ἐνομοθετεῖτε, διότι δὲν εἴχετε νὰ ἐπαρκέσητε εἰς νομοθετικὰ μόνον ἔργα ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἠρώτησα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις μοὶ ἀπήντησεν ὅτι οὐδὲν περίσσευμα δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπὲρ τοῦ ταμείου. Μετέβην καὶ ἐζήτησα ἄλλας σχετικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω. Μήπως εἶμαι ὑπεύθυνος ἂν ἡ ὑπηρεσία δὲν ἦτο ἕτοιμος νὰ δώσῃ πληροφορίας, ὥστε νὰ ἔλθητε ν’ ἀποδώσητε εἰς ἡμᾶς μομφήν;
§117ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐμέμφθην.
§118ΑΝΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τρόπος μομφῆς ἦτο καὶ μάλιστα ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος ἐδήλωσε δύο ἁπλούστατα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ καταπνίξωσι τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι μελετᾷ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀνεπτύχθη, ἐγὼ δ’ ἐδήλωσα ὅτι θὰ προσαγάγω τάχιστα μέτρα, ἐὰν νομίσω ὅτι τὸ ταμεῖον δύναται νὰ λειτουργήσῃ, ἱκανὰ ὅπως λειτουργήσῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο, καὶ οὐχὶ μέτρα οἷα ὑμεῖς νομίζετε ἐπαρκῆ, ὡς ἐὰν μετατεθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ἱεραρχῶν, καθηγητῶν καὶ ἱεροκηρύκων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κονδυλίου καὶ ἀπὸ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἰς εἰδικὸν προϋπολογισμὸν μεταβαλλομένης τῆς οὐσίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ. Ἐνῷ ταῦτα συζητοῦνται, ἦτο ὀρθὸν νὰ προκαλέσωμεν εἴτε ἀμέσως εἴτε πλαγίως μομφάς; Ἡμεῖς δὲν ἐψέξαμεν· μελετῶμεν τὸ ἔργον ὑμῶν καί, ἐὰν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν πλήρη πορίσματα καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ὄντως τὸ ταμεῖον ἔχει τοὺς ὑψηλοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους δι’ ὑψηλῶν λόγων ἐξεθέσατε εἰς τὴν Βουλήν, δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν. Εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς τ’ ἀποτελέσματα νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἔλθω καὶ νὰ εἴπω ὅτι, ἂν δὲν ἐπράξατε τίποτε ἄλλο, ἐδώσατε ὅμως τὴν δᾷδα ἥτις θὰ φωτίσῃ τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων.
§119Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ συζήτησις ἤρξατο ἀπὸ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος ἂν θὰ ἀναγραφῇ τὸ κονδύλιον τῶν 250.000 δραχμῶν.
§120ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄν θὰ παραμείνῃ.
§121Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂν θὰ παραμείνῃ, μάλιστα, ἂν θ’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ἀπὸ τῶν ἄλλων πόρων τοῦ Κράτους. Ἀληθῶς τὸ μόνον ἀσφαλὲς ἔσοδον διὰ τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον εἶναι ὁ φόρος οὗτος, διότι περὶ τῶν περισσευμάτων τῶν Μονῶν οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι οὐδαμῶς ὑπάρχουσι βεβαιωμένα. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς Προϋπολογισμούς, ἔχομεν καὶ ἐκεῖ τὰ εἰκονικὰ περισσεύματα, ὡς εἰς πάντας τοὺς Προϋπολογισμούς ἐμφανίζονται, ἀλλ’ ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς ἔχομεν τὸ συμπέρασμα πάντοτε ὅτι καταφεύγομεν εἰς ἐλλείμματα. Προκειμένου περὶ τοῦ ἐσόδου τῶν 250.000 δρ. γεννᾶται τὸ ἐρώτημα ἂν θὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν 250.000 δρ. ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλεῖται κατὰ τὴν ἑπομένην ἀνάγνωσιν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα περὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ φόρου τῆς παραφίνης ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ἀφ’ ἧς ἴσχυσε τὸ δασμολόγιον, μέχρι σήμερον, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖον τὸ μέχρι σήμερον εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς φορολογίας ταύτης, τί δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ εἰς τὸ μέλλον καὶ νὰ συμπεράνωμεν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ἔσοδον διὰ τὰς δαπάνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου.
§122ΑΝ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. 35.000 δρ. κατὰ μῆνα εἶναι αἱ δαπάναι αὐτοῦ.
§123Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος παρετήρησεν ὅτι διὰ τὰς δαπάνας τὰς κατεπειγούσας εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον αἱ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου εἰσπράξεις ἐκ τοῦ δασμοῦ τῆς παραφίνης, διότι ἀπὸ τότε ἴσχυσε τὸ δασμολόγιον. Παρατηρῶ ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν.
§124ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδωμεν ἀσφαλῶς πόσον ποσὸν θὰ εἰσεπράττομεν ἐκ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς, τὸ Κράτος ὅμως ὤφειλεν ὁπωσδήποτε νὰ ἐξασφαλίσῃ πρόσοδόν τινα εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον οὐχὶ μόνον ἀπέναντι τῶν προσόδων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῶν ἄλλων εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τῆς μοναστηριακῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς καθόλου περιουσίας. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν ἀπέναντι τῶν 240.000 δρ., τὰς ὁποίας πρὶν διέθετε τὸ Κράτος διὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, νὰ διαθέσωμεν νῦν ὑπὲρ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου 250.000 δρ. κατ’ ἔτος. Αὐτὸ ἦτο ἡ σκέψις μας τότε.
§125Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν;
§126Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· διαθέτομεν 250.000 ἐκ τοῦ φόρου τούτου περὶ οὗ συζητοῦμεν;
§127Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πόθεν τὰς ἀνευρίσκομεν;
§128Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δι’ ἐπιβολῆς νέου φόρου καὶ διὰ σφετερισμοῦ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας.
§129Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι δι’ οἰκονομιῶν;
§130Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν σᾶς εἶπον δι’ οἰκονομιῶν. Διατί δὲ σᾶς εἶπον τὴν φράσιν «διὰ σφετερισμοῦ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας»; Διότι αἱ δαπάναι αἱ ἐκκλησιαστικαί, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουσι τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἀφορῶσιν εἰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δ’ ὑποχρεώσεις τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὰς ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ὑποχρεώσεις ἀναγόμεναι εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν Ἐπισκόπων καὶ τῶν ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν δαπανῶν, διότι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ξένον πρὸς τὰς δαπάνας τὰς ἀφορώσας πρὸς βελτίωσιν καὶ συντήρησιν τοῦ Κλήρου. Δὲν ἐννοῶ διατί τίθεται ἡ ἀρχὴ ὅτι πρόκειται περὶ δαπανῶν ξένων πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ δυναμένων νὰ διατεθῶσιν εἰς χεῖρας ἄλλων καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι τοῦτο, ὅτι πρὸς πληρωμὴν τῶν δαπανῶν αὐτῶν ἀφαιροῦμεν τὰ περισσεύματα, ἐὰν ὑπάρχωσι—διότι κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ὑπάρχουσιν—ἀφαιροῦμεν τὰ περισσεύματα τῶν Μονῶν, ἀφαιροῦμεν περιουσίαν ἰδιωτικὴν καὶ τὴν μεταχειριζόμεθα κατὰ τρόπον οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, οὐχὶ πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε εἶχον τεθῇ ὡς σκοπὸς τοῦ μοναστικοῦ βίου, τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας.
§131Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας.
§132Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ γίνῃ λόγος περὶ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ παραβίασις κανόνος ἐπουσιώδους ἐπὶ γενικῇ ὠφελείᾳ, ἐξεγείρονται οἱ περὶ τὴν Ἐκκλησίαν ὅτι παραβιάζονται οἱ κανόνες· ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ παραβιάσεως κανόνων οὐσιωδῶν, τῶν ὁποίων ἡ παραβίασις ἔχει ἀποτελέσματα ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν, ἵνα μὴ εἴπω ὑπὲρ τῶν συμφερόντων, τοῦ Κλήρου, τότε δὲν εἶναι παραβίασις κανόνων, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐπιβάλλομεν φόρον 250.000 δρ., ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν θὰ εἰσπραχθῇ, καὶ ἐχορηγήσαμεν εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἵνα ἐκεῖνο πληρώνῃ τὰς δαπάνας μὲ τὰς ὁποίας ἐπεβαρύναμεν τὸ Κράτος. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὁ σήμερον Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὅτι ἀπαιτοῦνται 360.000 δρ. κατ’ ἔτος, διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον.
§133ΑΝΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δαπάναι ἀπορρέουσαι ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ λειτουργοῦντος σήμερον ἐκτὸς τῆς συστάσεως τοῦ ἰδιαιτέρου γραφείου.
§134Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀναμιγνύομαι εἰς τὰ οἰκονομικά...
§135ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλάβετε τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1907, 1908 καὶ 1909;
§136Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοὺς ἔλαβον.
§137ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ δαπάναι αἱ ἐκκλησιαστικαὶ ἀνέρχονται εἰς 240.000 δραχμῶν.
§138Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§139ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκειμένου περὶ ἄλλων ἀναγκῶν, περὶ καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, διότι αὐταὶ εἶναι αἱ νέαι δαπάναι αἱ ὁποῖαι προστίθενται εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἡ Ἐκκλησία ἀνέλαβε προθύμως ταῦτα, ὄχι μόνον διότι εἶχε τὸ ἔσοδον τῶν 240.000 δρ., ἀλλὰ διότι ἤλπιζεν ἐκ τῆς διευθετήσεως τῆς διαχειρίσεως τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἔσοδον ἄνω τῶν 500.000 δρ. Λοιπὸν ἀπέναντι ἐσόδων 750.000 δρ. ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν μόνον 240.000 δρ. νὰ δαπανᾷ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς καθηγητὰς καὶ διδασκάλους.
§140Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συζητοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεών σας. Ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὸ ποσὸν τῶν 240,000 δραχ., διὰ νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν βεβαιοῖ τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει ἀνάγκην 360.000 δρ.· καὶ ἂν ἀκόμη προσθέσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν καθηγητῶν τῶν ἱερῶν μαθημάτων, καὶ πάλιν δὲν φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 360.000 δρ. Πρόκειται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει περὶ δαπάνης μεγαλυτέρας τῆς γινομένης μέχρι σήμερον καὶ ἀνευρίσκω ἐγὼ πόθεν προέρχεται ἡ περιπλέον δαπάνη· ἡ περιπλέον δαπάνη προέρχεται ἐκ τῆς ἱδρύσεως θέσεων νέων, τὰς ὁποίας δὲν εἴχομεν μέχρι σήμερον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ, τὸ πλεόνασμα αὐτὸ θὰ δαπανηθῇ πόθεν; Ἐκ τῶν περισσευμάτων, ἂν ὑπάρξωσι, τῶν Μονῶν καὶ, ἂν πρόκειται νὰ δαπανηθῇ εἰς πλήρωσιν ἀναγκῶν μὴ ἀνεγνωρισμένων μέχρι τοῦδε καὶ συνεπῶς ἀναγκῶν ἀνυπάρκτων, ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν σπατάλην τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας δημιουργηθεῖσαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ οὗ πρόκειται; Ἤμην καὶ ἐγὼ καὶ εἶμαι ἐκ τῶν ὑποστηριξάντων ὅτι ἔπρεπεν ἡ διαχείρισις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας νὰ κανονισθῇ κατὰ τρόπον διάφορον τοῦ μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἐνόουν νὰ διαγραφῶσι διατάξεις ἐμποδίζουσαι τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, διότι ἐκεῖ κυρίως διαβλέπω τὸν κίνδυνον ἐγώ. Ἐκ τῆς παραβιάσεως τῶν τοιούτων διατάξεων ἔβλεπον κατασπαταληθεῖσαν τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν, τὸ ἔβλεπον συμβαῖνον ἐν Ἀθήναις, ὅπως καὶ πάντες ὑμεῖς τὸ ἐβλέπετε, καὶ ἀνέμενον διατάξεις ἀπαγορευούσας τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Εὐτυχῶς ἐγένοντο τοιαῦται διατάξεις, ἀλλ’ ἐγένοντο ἀτελεῖς. Ἐκεῖ ἐπεζήτουν ἐγὼ τὴν διόρθωσιν, ἐζήτουν ἀκριβέστερον τὸν ἔλεγχον τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τῶν Μονῶν, ἐπεζήτουν ἀποκέντρωσίν τινα, ὥστε οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ νὰ μὴ κανονίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αἰτήσεων τῶν ἐνδιαφερομένων μοναστηριακῶν συμβούλων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν, δὲν ἐπεζήτουν τὴν ἵδρυσιν ἰδίου Κράτους ἐν τῷ Κράτει, κατελήξαμεν δὲ διὰ τοῦ νόμου περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ἤδη μελετᾶτε, νὰ ἱδρύσωμεν νέον Κράτος, οὐχὶ διὰ ν’ ἐξασφαλίσωμεν τὰ ἔσοδα τῶν Μονῶν, ἀλλὰ διὰ ν’ ἁρπάσωμεν πᾶν περίσσευμα αὐτῶν, ἵνα διαθέσωμεν αὐτὸ οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ἀνεγνωρισμένων ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὑπὲρ ἀναγκῶν τὰς ὁποίας ἐδημιουργήσαμεν διὰ τοῦ νόμου, ἢ ἀφήσαμεν νὰ δημιουργήσῃ τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἀναλόγως τῶν μελλουσῶν περιστάσεων. Τοιαύτη ἡ γνώμη μου περὶ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον μελετᾶτε καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἐπεκτείνητε τὰς μελέτας σας καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων διατάξεων, οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, διότι εἶναι δυνατὸν ἡ τοιαύτη μελέτη ν’ ἀναγκάσῃ ὑμᾶς εἰς ὑποβολὴν νομοσχεδίου μεταρρυθμιστικοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἠρχίσαμεν. Ἐδήλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ὅτι ὁ δασμολογικὸς νόμος λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅτι συνεπῶς σήμερον ὑπάρχει ποσὸν δυνάμει τοῦ ὁποίου δύνασθε νὰ πληρώσητε τὰς πρώτας ἀνάγκας τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσητε τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος, διότι αἱ εἰσπράξεις αἱ τελωνειακαὶ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καθόσον ὁ νόμος περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἴσχυσεν ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου.
§141ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὕτω πως ἐνόησα τὸ πρᾶγμα· δὲν εἰσεπράξαμεν μέχρι τοῦδε τόσα ἔσοδα, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον;
§142ΑΝΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ἠδυνήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαθέσῃ ποσὰ τοιαῦτα καί, ἐννοεῖται, ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, ὁπότε ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ διαθέσῃ. Τὰ προηγούμενα γνωρίζετε ὑμεῖς καλύτερον· δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὰ διαθέσωμεν χωρὶς ν’ αὐξήσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προηγουμένου ἔτους.
§143Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἠδύνασθε νὰ πληρώσητε, εἶσθε δ’ ἠναγκασμένοι νὰ πληρώσητε.
§144ΑΝΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν.
§145Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ πληρωθῶσιν οἱ μέχρι τοῦδε πληρωνόμενοι ἐκ τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ κατὰ τρόπον οἱονδήτινα ὑμεῖς θέλετε ἀνεύρει καὶ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια καί, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἡ πρόνοια αὕτη εἰς τὸ δωδεκατημόριον, ἔπρεπε νὰ φέρητε νομοσχέδιον χορηγοῦν πίστωσιν, κανονίζον τὴν δαπάνην, νομοσχέδιον τέλος πάντων δίδον τὸν ἄρτον εἰς τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἐμισθοδοτοῦντο ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ἔχομεν ὀγδόην Φεβρουαρίου καὶ μισθοδοσία εἰσέτι δὲν ἐδόθη. Ἔχομεν ὑποτρόφους εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐκ τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ πληρωθῶσιν αἱ ὑποτροφίαι των.
§146ΑΝΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς πληρώσωμεν, διότι σήμερον ἐψηφίσθη τὸ δωδεκατημόριον. Σᾶς εἶπον ὅτι δι’ αὐτοὺς θὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια, ἀλλ’, ἐὰν ἡ πρόνοια μόνη ἠδύνατο νὰ κατασκευάσῃ χρήματα, βεβαίως θὰ τὴν ἐλαμβάνομεν διὰ μεγαλύτερα καὶ εὐρύτερα ζητήματα.
§147Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ταῦτα περὶ τῶν πληρωμῶν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀναγραφῆς τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἐγγραφῆς τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ νόμος περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου μεταξὺ τῶν ἄλλων σκοπῶν ἔχει καὶ τὸν τῆς μισθοδοσίας τοῦ κατωτέρου Κλήρου. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐπεκυρώθησαν σήμερον τὰ Πρακτικά, ὅτι θὰ δημοσιεύσῃ ἴσως τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰς μισθοδοσίας τὰς ὁποίας ἀνέλαβον αἱ ἐκκλησίαι νὰ πληρώσωσιν εἰσπράττουσαι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ τὰς ἐνορίας καὶ τὸ ποσὸν τὸ προωρισμένον πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀληθῶς ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ νόμου τούτου τὸν ἐπίλογον, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς πρώτης ἀγορεύσεως τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λοκρίδος, τὸν ἐπίλογον τὸν ἀναγόμενον εἰς τὸ καταργηθὲν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, τὸν ἐπίλογον τὸν ἀναγόμενον εἰς τὴν διατήρησιν τῶν Μονῶν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει. Εἶπέ τι ὀρθὸν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος, ὅτι τὸ ταμεῖον τὸ σχηματισθὲν ἐκ τῆς περιουσίας τῶν διαλυθέντων κατὰ τὸ 1834 μοναστηρίων κατηργήθη καὶ ἡ περιουσία συνεχωνεύθη μετὰ τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους.
§148ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ.
§149Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ λέγω ἐγώ, ἐνόμιζον δ’ ὅτι τὸ εἴπετε καὶ ὑμεῖς.
§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐτέθη ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, παρέμεινε δ’ ἀκόμη ἐν ἰσχύϊ κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1847, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τηρῶνται χωριστὰ βιβλία περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου.
§151Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐτηρήθησαν.
§152ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλο ζήτημα.
§153Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ συνεπῶς κατηργήθη.
§154ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν κατηργήθη.
§155Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπὶ δικαστηρίοις ἐκπροσώπησις εἶναι χωριστή· κατὰ τ’ ἄλλα ἡ συγχώνευσις ἐπῆλθε πλήρης.
§156Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πάντα τὰ ἔσοδα καὶ τὸ τίμημα τῶν ἐκποιηθεισῶν Μονῶν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνε τὰς ἐκκλησιαστικὰς δαπάνας· συνεπῶς ἀπὸ τοῦ 1847 ὅλη ἡ περιουσία ἐκείνη εἰσήχθη ὡς δημοσία περιουσία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§157ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἀνεγράφετο ἑκάστοτε ὅτι εἶναι ἔσοδον ἐκκλησιαστικῆς καὶ μοναστηριακῆς περιουσίας, διότι οὐδείς ποτε ἐσκέφθη νὰ δώσῃ τὸ σύνθημα εἰς τὴν διαρπαγὴν ὁλοκλήρου τῆς μεγάλης περιουσίας τῶν Μονῶν.
§158Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δίδω ἐγὼ τὸ σύνθημα;
§159ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως. Ὁ ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ μοναστηριακὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία εἶναι δημοσία δίδει τὸ σύνθημα εἰς τὴν ἐκλαΐκευσιν ἁπανταχοῦ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας.
§160Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ λέγων τὴν ἀλήθειαν πράττει τοῦτο τὸ ὁποῖον εἴπετε ὑμεῖς, ἀλλ’ ὁ μὴ φροντίζων νὰ πράξῃ ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ τί σύνθημα δίδει; Διότι ὑμεῖς ἐγνωρίζετε ὅτι τὰ ἔσοδα εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ὅμως ὑπεβάλετε τὸν νόμον περὶ ἱδρύσεως ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ ἐψάλατε Ἱερεμιάδας καὶ ἐφροντίσατε δι’ ἐπιλόγου νὰ παραστήσητε ὅτι κινδυνεύει ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία, ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα, ἀλλ’ ὑμεῖς ὁ ὁποῖος ἐψηφίσατε τὸν νόμον δὲν ἐκάμετε λόγον περὶ τῆς εἰσερχομένης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον περιουσίας. Ἐὰν ἐμελετήσατε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐφέρατε εἰς τὴν Βουλήν, θὰ εἴδετε ὅτι διὰ τοῦ νόμου συνιστᾶται ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, νέον πρόσωπον ἄσχετον πρὸς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον τὸ ἱδρυθὲν κατὰ τὸ 1834. Εἶναι ξένον πρόσωπον καὶ ἔπρεπε ν’ ἀποδοθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ πρόνοια αὐτὴ εἰς τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἀλλὰ τοιαύτην πρόνοιαν δὲν ἐλάβετε. Καί, ἐνῷ δὲν ἐλάβετε τοιαύτην πρόνοιαν, σήμερον ἔρχεσθε νὰ διατυπώσητε ἀπορίας διατί δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἐκείνων καὶ ὡμιλήσατε περὶ τοῦ ζητήματος τῆς συντηρήσεως ἢ τῆς διαλύσεως τῶν μοναστηρίων χωρὶς νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι διεγράψατε διατυπώσεις οὐδὲν ἄλλο σκοπούσας ἢ εἰς οὐδὲν ἄλλο δυναμένας ν’ ἀγάγωσιν ἢ εἰς τὴν διάλυσιν τῶν μοναστηρίων καὶ ἄνευ γνώσεως τῆς Πολιτείας, διότι μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔφθασεν ἡ ἀποκεντρωτικὴ ὑμῶν σκέψις, ὥστε νὰ ὑποδουλωθῆτε εἰς ἐκείνους τῶν ὁποίων αἱ γνῶμαι, ὅσον ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ ἂν ἐπήγαζον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦσαν ὀρθαί. Ταῦτα πάντα παρελείψατε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε σιωπῶσα καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἀφήσατε νὰ σπαταλᾶται ἡ μοναστηριακὴ περιουσία διὰ τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ἀφαιροῦντες τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν ἀπὸ τὰς Μονὰς καὶ διαθέτοντες αὐτὴν ὑπὲρ τῶν Ἐπισκόπων καὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου.
§161Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ὑποδείξητε τίνα δαπάνην ἐδημιούργησε τὸ γενικὸν ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ἄσχετον πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν· νὰ ὑποδείξητε μίαν.
§162Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ γραφεῖον.
§163Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ ταμείου τὸ ὁποῖον θὰ διαχειρίζηται ἑκατομμύρια καὶ λέγετε ὅτι εἶναι δαπάνη νὰ ἔχῃ ἕνα γραμματέα καὶ ἕνα ὑπογραμματέα; Ἔχομεν τώρα νομικοὺς συμβούλους καὶ δικηγόρους καὶ δαπανῶνται ἑκατομμύρια ὅλα καὶ ἔρχεσθε τώρα καὶ κλαίετε καὶ ὀδύρεσθε ὅτι θὰ διαλυθῶσιν αἱ Μοναί;
§164Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν κλαίω· οἰκτίρω μόνον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς σήμερον νὰ συλλογισθῇ τίνας φέρει εὐθύνας, ἐὰν ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ὡς ἔχει, διότι δὲν παύει νὰ εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, δι’ ἣν αὐτὸς ἐκλήθη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως. Καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μελετήσῃ ἐξ ἀρχῆς τὸν νόμον, νὰ λάβῃ δ’ ὑπ’ ὄψιν ὅσα μέχρι τοῦδε ἀνεπτύχθησαν, νὰ μελετήσῃ εὐρύτερον τὰς διατάξεις καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα σκοποῦντα οὐχὶ τὸ οἰκονομικὸν μέρος ἁπλῶς, διότι ἐκεῖνο εἶναι ἄλλο ἔργον, ἀλλὰ σκοποῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῶν Μονῶν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν εἰσοδημάτων μόνον, νὰ ὑποβάλῃ δ’ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν συμφωνῇ πρὸς τὴν γνώμην μου, μέτρον σκοποῦν τὴν τελείαν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως ὑφ’ οἱονδήποτε τύπον, διότι οὕτω θὰ σωθῇ ἡ μοναστηριακὴ περιουσία. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θέλῃ νὰ δείξῃ αὐτὸς ὅτι ἔχει οἰκονομολογικὰς γνώσεις καὶ δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ὑπάρχει ἡ μέθοδος νὰ προσπορίσῃ καὶ ἄλλα ἔσοδα ἀφαιρῶν αὐτὰ ἀπὸ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ τότε δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.
§165Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐβεβαιώθησαν καὶ ἐπισήμως ἐπιστοποιήθησαν, ὅσα δὲ καὶ οἱ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι εἶπον ἀποδεικνύουσιν ἐμφανῶς ἓν καὶ μόνον, ὅτι ἡ σύστασις ἰδιαιτέρων ταμείων καὶ οἱ ἰδιαίτεροι λογαριασμοὶ οἱ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ προξενοῦσι σύγχυσιν λογιστικήν, ἀταξίαν διοικητικὴν καὶ κυκεῶνα οἰκονομικόν, ὀλέθριον καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν οἰκονομικὴν σύνταξιν τοῦ Κράτους. Ἕν, ἔλεγεν ὁ Θιέρσος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς γαλλικῆς Βουλῆς, ἓν εἶναι τὸ σωτήριον, τὸ τίμιον καὶ σεμνόν, ἡ ἀναγραφὴ εἰς ἕνα καὶ μόνον πίνακα, εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, πασῶν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ἡ σύστασις ἰδιαιτέρου ταμείου ἄγει ἀναγκαίως εἰς τὴν ἀπόκρυψιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἀπόκρυψιν ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ ἀπὸ τῆς κοινωνίας τῆς ἀληθοῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ πεῖρα ἡμῶν μέχρι τοῦδε ἀπέδειξεν ὅτι πάντα σχεδὸν τὰ συσταθέντα ταμεῖα ἐκτὸς τῶν δύο πολεμικῶν ταμείων, τὰ ὁποῖα καλῶς ἐπιβλέπονται καὶ τὰ ὁποῖα διέρχονται ἀναγκαίως καὶ ἀπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, πάντα τἆλλα ταμεῖα ἐναυάγησαν καὶ πάντα τἆλλα ταμεῖα συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀπόκρυψιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἡ σύστασις τοῦ ταμείου τούτου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ οὐδένα σκοπὸν εἶχε παρὰ νὰ περιορίσῃ οἰκονομικῶς καὶ λογιστικῶς καὶ κρυφίως τὰς ἀληθεῖς δαπάνας τοῦ Κράτους, νὰ μετατρέψῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων εἰς τὸ ἰδιαίτερον τοῦτο ταμεῖον, καὶ τὸ ἰδιαίτερον τοῦτο ταμεῖον φέρεται ἤδη κατὰ τὸ λέγειν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅτι δὲν ἔχει τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα θὰ χρειασθῇ. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον παρηγορεῖτο μέχρι τοῦδε κατὰ τὸ λέγειν τοῦ τέως κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ οἰκονομίας 12.000.000, νὰ ἔλθῃ νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα οἱ ἰδιαίτεροι φόροι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσωσι. Συνέστη ἰδιαίτερον γεωργικὸν θεσσαλικὸν ταμεῖον καὶ εἴδομεν ὅτι τοῦτο δὲν ἐπήρκεσε νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους τοῦ δι’ αὐτὸ συνομολογηθέντος δανείου καὶ οἱ τόκοι οὗτοι πληρώνονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
§166ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἔχει ἰδιαίτερον λόγον, διότι γνωρίζετε ὅτι αἱ δόσεις τῶν ἐποίκων θ’ ἀρχίσωσι πληρωνόμεναι ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, διότι ἀνέλαβε τὴν πληρωμὴν δύο δόσεων τὸ Κράτος καὶ τότε θὰ ἔχητε τὰ συμπληρώματα.
§167Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, ὅτι χάριν τοῦ θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου ἐπληρώθησαν ὑπὸ τοῦ Κράτους χρήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐπληρώθη μέχρι τοῦδε 1.000.000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους καὶ ὁ κυκεὼν αὐτὸς ἐπιτρέπει εἴς τινας Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρουσιάζωνται ἐνταῦθα καὶ νὰ ἐπιδεικνύωσι μεγάλα περισσεύματα καὶ εἴμεθα δυστυχῶς ὁ μόνος λαὸς τῆς ὑφηλίου ὁ ὁποῖος ἐπτώχευσεν ἐν περισσεύμασι καὶ θὰ πτωχεύσῃ καὶ πάλιν ἐν περισσεύμασιν! (Ἱλαρότης). Ἔχομεν καὶ ἕτερον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη καὶ πάλιν ἵνα ἀποκρύψῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἀπεκρύβησαν δαπάναι 3.000.000, αἱ ὁποῖαι θὰ πληρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ νεωστὶ συσταθέντος ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ἀλλοκότους πόρους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν θ’ ἀρκέσωσι καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωσιν εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ μὴ κατασκευάσωμεν τὰς ὁδοὺς ἢ νὰ δανεισθῶμεν τὰ χρήματα ἀπὸ τοῦ Ταμείου τοῦ Κράτους. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις ἡ δημιουργουμένη πάντοτε δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος τῶν ἰδιαιτέρων λογαριασμῶν καὶ τῶν ἰδιαιτέρων ταμείων. Ἐὰν δὲν ἀποφασίσητε πάσας τὰς ἀναγκαίας ὑμῶν δαπάνας ν’ ἀναγράφητε εἰλικρινῶς ἐντὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως πᾶσαι διέρχωνται ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι οὐδέποτε θὰ ἔχητε οἰκονομικὴν κατάστασιν ἐπιτρέπουσαν ὑμῖν τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ Πορτογαλλία, γράφει ξένος τις οἰκονομολόγος, ἔφθασεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον ἀπροχωρήτου καὶ ἀποσυνθέσεως καὶ παραλυσίας, τοῦτο προέκυψε, διότι δὲν ὑπάρχει λογιστικὴ ὑπηρεσία, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ ἰδέα τῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διευθύνσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Πάντες ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου εἶχον ἰδιαιτέρους λογαριασμοὺς μετὰ τοῦ ταμείου καὶ εὑρέθη ἡ Πορτογαλλία εἰς κατάστασιν ἀληθοῦς οἰκονομικῆς ἀποσυνθέσεως. Ἂν προχωρήσωμεν ὑπὸ τοῦτο τὸ σύστημα, θέλουσι φθάσει οἱ λογαριασμοὶ εἰς πληθώραν, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὴν διόρθωσιν. Ἐν Γαλλίᾳ τοὺς ἰδιαιτέρους τούτους λογαριασμοὺς προσεπάθησαν νὰ περιορίσωσιν εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον καὶ ἔφθασαν εἰς δεκαπέντε μόνον ἰδιαιτέρους λογαριασμούς. Ἐὰν δὲν ἀποδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο, ἐὰν δὲν θελήσωμεν ἑκάστοτε τοὺς λογαριασμοὺς τούτους ἕνα πρὸς ἕνα ἐξελέγχοντες ν’ ἀναγράψωμεν κανονικῶς ἐντὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰς περιστάσεις ἐκείνας περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἠσχολήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τὸ ταμεῖον τὸ ἐκκλησιαστικόν. Θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀσχοληθῇ διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ προσθήκας εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ταμείου τοῦ θεσσαλικοῦ, θὰ ἔχωμεν αὐτὰς τὰς ἀκαταστασίας, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς ἡμᾶς νὰ γνωρίζωμεν ποῦ βαίνομεν. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω τὰ ὀλίγα ταῦτα, ὅπως συστήσω θερμῶς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν παραδοχὴν τοιαύτης τινὸς λογιστικῆς μεθόδου, ὅπως ἐξέλθωμεν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ οἰκονομικοῦ κυκεῶνος καὶ ἀποκαταστήσωμεν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς πράγμασιν ἡμῶν τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ἀληθῆ οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν.
§168Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπηγγέλθη τὴν ὑποβολὴν νομοθετήματος τακτοποιοῦντος τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ἤθελον συστήσει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ διάταξις καθ’ ἣν ἡ διαχείρισις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάγονται πάντα τ’ ἄλλα ταμεῖα, ν’ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους.
§169Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν ἀφορᾷ τὴν εὐκολίαν τῆς ἀμέσου λειτουργίας τοῦ ταμείου, ἀλλὰ τὸν νόμον θέλω μελετήσει ὑπὸ εὐρυτέραν ἔννοιαν λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ πᾶσαν ἄλλην σύστασιν τὴν ὁποίαν θὰ εὐηρεστοῦντο νὰ μοὶ παράσχωσιν. Ἐγὼ ἤδη προέβην εἰς τὴν ἐργασίαν, ἐὰν δὲ βραδύνῃ, τοῦτο συμβαίνει διότι νομίζω ὅτι τοιοῦτος νόμος διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἔχει ἀνάγκην στατιστικῶν στοιχείων ἀσφαλῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ ἔχω, οὐδ’ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχω πολὺ ταχέως.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§171Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία, κ. Πρόεδρε.
§172ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἡ ὁποία συνδέεται μετὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, καὶ ἴσως διασάφησιν εὐρυτέραν. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς αʹ συζήτησιν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ ἀνωτέρου νομοσχεδίου· «περὶ τροποποιήσεως κλάσσεών τινων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Ἐπίσης ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ παραχωρήσεως ἐπὶ ἐκτιμήσει τῶν ἐν τῷ ἐθνικῷ χωρίῳ Τσαμασίῳ τοῦ δήμου Ταμασίου, τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, κειμένων δύο ὑδρομύλων μετὰ τῆς περιοχῆς αὐτῶν καὶ τοῦ ὕδατος εἰς τοὺς ἐγκατεστημένους ἐν τῷ χωρίῳ τούτῳ ἐγχωρίους καὶ ἐποίκους ὁμογενεῖς ἐκ Καβακλῆ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας καὶ τῆς ὑδρεύσεως τῶν συνοικισμῶν Εὐξεινουπόλεως καὶ Κὸτζ–Μπασάν»).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν καὶ τῶν εἰς διαλελυμένας Μονὰς ἀνηκόντων φθαρτῶν κτημάτων, οἰκοπέδων καὶ γαιῶν».
§174ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατέθηκα τροπολογίαν, κ. Πρόεδρε, ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἥτις βελτιοῖ τὸ νομοσχέδιον. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ τροποποιημένον.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 22) (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§176ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 6, 7 καὶ 8 παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῶσι δι’ αὔριον.
§177Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καταθέτω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7 νομοσχεδίου.
§178ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, κύριε Πρόεδρε. Ἐπίσης παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9, διότι ἔχω νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἡ φορολογία τοῦ ἐπιτηδεύματος ὁρίζεται ἄλλως ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, καὶ ἄλλως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐκτὸς ἐὰν αἱ ἐπαρχιακαὶ περιφέρειαι δηλώσωσι διὰ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων ὅτι προτιμῶσι τὸν ὅρον τὸν ἐν Ἀθήναις ἐφαρμοστέον. Διότι παρετηρήθη ὅτι ὁ φόρος, ὡς ὁρίζεται, διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς περιφερείας κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι λίαν βαρύς, καὶ διὰ τοῦτο νομίζουσιν οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δικηγορικοὶ σύλλογοι ὅτι θὰ εἶναι ἄδικον νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὁμοία φορολογία. Ἔχω πίνακας οὓς θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν—καὶ ἴσως εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποβάλω τούτους κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν—, κατὰ τοὺς ὁποίους πίνακας ἀποδεικνύεται ἀληθῶς ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἡ φορολογία θέλει βαρύνει—ἐν ταῖς πλείσταις τοὐλάχιστον—πλέον τοῦ προσήκοντος τοὺς δικηγόρους. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀκριβεῖς καθ’ ὅλα οἱ πίνακες, ἀλλὰ προκύπτει ἐκ τῶν πινάκων τούτων ὅτι ἐπὶ 174.000 δρ. εἰσπράξεως ὑπολογιζομένης ἐκ τοῦ φόρου τούτου αἱ 66.000 ἀνήκουσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, πᾶσαι δ’ αἱ λοιπαὶ βαρύνουσι τὰς ἐπαρχίας. Ἐν Ἀθήναις δ’ ἔχομεν τόσα δικαστήρια, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ φορολογία αὕτη· ἔχομεν τὸν Ἄρειον Πάγον, τὸ Ἐφετεῖον, τὸ Πρωτοδικεῖον, τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὸ Κακουργιοδικεῖον Ἀθηνῶν, τὸ Πλημμελειοδικεῖον, τὰ Πταισματοδικεῖα, τὸ Ἀναθεωρητικὸν Στρατοδικεῖον, τὰ Στρατοδικεῖα καὶ τὰ Ναυτοδικεῖα, ἐνῷ εἰς τὰς ἐπαρχίας δὲν ὑπάρχουσι παρὰ Πρωτοδικεῖα, Εἰρηνοδικεῖα καὶ τὰ ὡρισμένα Ἐφετεῖα. Ἐκ τούτου βλέπετε ὅτι ἐπὶ τῶν 174.000 αἱ 108.000 δρ. βαρύνουσι τὰς ἐπαρχίας. Ἐφ’ ὅσον αἱ ἐπαρχίαι προτιμῶσι τὸ σύστημα τοῦτο θέλουσι δηλώσει τὴν προτίμησιν διὰ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἀποστέργουσιν αὐτὸ θέλουσι μείνει ὑπὸ τὸν κείμενον νόμον. Σημειωτέον δὲ—καὶ τοῦτο πρὸς τιμὴν τῶν ἐπαρχιῶν—ὅτι οἱ δικηγόροι τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι τακτικώτεροι εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἢ οἱ ἐν Ἀθήναις.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας προκαταβολῶν εἰς τοὺς πρὸς διεξαγωγὴν βουλευτικῶν καὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν διοριζομένους ἀντιπροσώπους τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–2) Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§180Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἤθελον συστήσει νὰ περιληφθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἀποστέλλωνται δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι καὶ νὰ μὴ δίδηται προκαταβολὴ εἰς αὐτούς, ὁσάκις δὲν ἀνακηρύσσεται παρὰ εἷς καὶ μόνος ὑποψήφιος. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ διατυπώσω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν διάταξιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διατυπώσῃ ταύτην. Ἔχω παρατηρήσει τοῦτο, ὅτι πολλάκις δὲν ἀνακηρύσσεται παρὰ εἷς καὶ μόνος ὑποψήφιος, ἀποστέλλονται δὲ δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι νὰ ἐφορεύσωσι, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη, καὶ δαπανᾷ τὸ Δημόσιον ἄνευ λόγου.
§181Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ καθιερωθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς πάντα τὰ συνταγματικὰ Κράτη ἰσχύει, δηλαδή, ὅταν ἀνακηρύσσηται εἷς καὶ μόνος ὑποψήφιος, δὲν ἐνεργεῖται ἐκλογή.
§182Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πραγματικῶς ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνει τοῦτο· ὅταν ἀνακηρύσσηται εἷς καὶ μόνος ὑποψήφιος, δὲν ἐνεργεῖται ἐκλογή. Δυστυχῶς τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, διότι δὲν ἐπιτρέπει ἡμῖν τοῦτο ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ ὀλίγα χρήματα μὴ ἀποστέλλοντες διοικητικοὺς καὶ δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους καὶ μὴ ὑποβάλλοντες τὸ Κράτος εἰς τὴν τοιαύτην δαπάνην, ἀφοῦ ὁ ὑποψήφιος πρόκειται νὰ ἐκλεγῇ Βουλευτής, ἔστω καὶ ἂν λάβῃ μίαν καὶ μόνην λευκὴν ψῆφον.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§184ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο τὸ ἄρθρον δύναται νὰ χωρήσῃ παράγραφος κατὰ τὴν ὁποίαν ὅπου ὑπάρχει εἷς μόνος ὑποψήφιος δὲν γίνεται δαπάνη πρὸς ἀποστολὴν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων.
§185Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ἐξηγηθῶμεν. Δηλαδὴ ὅπου ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι τόσοι ὅσαι εἶναι καὶ αἱ κεναὶ θέσεις τότε δὲν ἀποστέλλονται ἐκεῖ δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι. Πρόκειται περὶ συμπληρώσεως δύο θέσεων καὶ ἀνεκηρύχθησαν δύο ὑποψήφιοι καὶ ὄχι τέσσαρες· τότε δὲν θ’ ἀποσταλῶσι δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι.
§186ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν· «ὅπου ἀνεκηρύχθησαν τόσοι ὑποψήφιοι ὅσαι εἶναι αἱ χηρεύουσαι θέσεις δὲν ἀποστέλλονται δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι».
§188ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§189Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι τὸ ἄρθρον 4 ἔχει ὅρον τινὰ δρακόντειον, ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ πάντοτε ἀπέρριψεν. Ὁ ὅρος οὗτος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος λαμβάνει προκαταβολικῶς, ὡς γνωρίζετε, ποσόν τι χρημάτων καὶ μετὰ ταῦτα εἶναι ἠναγκασμένος νὰ δώσῃ λογαριασμὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἐκδίδει ἔνταλμα ποσοῦ ἴσου μὲ τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Ἡ αʹ παράγραφος ἐν ἀρχῇ λέγει ὅτι, ἐὰν δὲν ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας—ἑξαμηνίας, νομίζω—, καταδιώκεται ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος καὶ ἀποστέλλεται εἰς τὰς φυλακάς, ὡσεὶ ἐξηρτᾶτο ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος.
§190Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑποβάλῃ τὰ δικαιολογητικά του.
§191Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἄλλο πρᾶγμα λέγει· ἐὰν δὲν ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα.
§192ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῦ εἶναι;
§193Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀκούσατε· (ἀναγινώσκει): «Οἱ τὰς προκαταβολὰς ἐνεργήσαντες ταμίαι, ἐὰν μετὰ παρέλευσιν ἕξ μηνῶν ἀφ’ ἧς ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαί, δι’ ἃς προκατέβαλον, δὲν περιέλθωσιν αὐτοῖς τὰ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον χρηματικὰ ἐντάλματα, χρεοῦσιν ἐν τοῖς βιβλίοις εἰσπρακτέων ἐσόδων τοὺς λαβόντας τὴν προκαταβολὴν δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους καὶ καταδιώκουσιν αὐτοὺς ὡς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων». Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις χρήζει διορθώσεως.
§194ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι μὲν αὐστηρὰ ἀλλ’ εἶναι καὶ ὀρθὴ ἡ διάταξις. Πρέπει νὰ φροντίσωσιν ἐκεῖνοι νὰ περιέλθωσιν εἰς τοὺς ταμίας τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα τὰ προβλεπόμενα διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ.
§195Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτῶν ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος.
§196ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ θέσωμεν «ἐπαρκῶς μετὰ τῶν προσηκόντων δικαιολογητικῶν».
§197Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύναται ὁ ταμίας νὰ κρίνῃ ἂν ὑπέβαλον ἢ οὐ τὰ δικαιολογητικά των.
§198ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε, ἂν θέλητε, νὰ σταματήσωμεν ἐδῶ καὶ νὰ τὸ διορθώσωμεν αὔριον.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον ἡ ψήφισις αὐτοῦ.
§200Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συναινέσωσιν ὥστε νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις προτάσεώς τινος ὑποβληθείσης ὑπὸ συναδέλφων καὶ ἐμοῦ περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς κυριακῆς ἀργίας, περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἤδη ἐψηφισμένου νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας. Ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως ταύτης ἐξαρτῶνται σπουδαῖα οἰκονομικὰ συμφέροντα πολυπληθῶν τάξεων ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προστατεύσῃ τὸ ἔννομα ταῦτα συμφέροντα, διότι δυστυχῶς ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας δὲν ἔλαβε σωστικὴν φροντίδα περὶ τῶν καταστημάτων τούτων. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θελήσῃ νὰ μελετήσῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου, θὰ τὸν παρακαλέσω, ἵνα αὔριον τοὐλάχιστον προταχθῇ αὕτη καὶ ψηφισθῇ.
§201ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὔριον δυνάμεθα.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως συμπληρωτικῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν δικαστικῶν μεγάρων Λαμίας, Χαλκίδος καὶ Ναυπλίου, ὧν ἕκαστος μετὰ τοῦ συναφοῦς ἀρχικοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπαιτεῖ δαπάνην ἀνωτέραν τῶν δραχμῶν 10.000, πάντες δ’ ὁμοῦ οἱ συμπληρωτικοὶ οὗτοι προϋπολογισμοὶ ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 86.100. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑπογραφῆς καὶ θεωρήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος πρώην ταμίου Βόλου Δ. Παππαευστρατίου ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων εἰκοσιτριῶν (23) γραμματίων παραλαβῆς καὶ ἑξήκοντα ἐννέα (69) ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς εἰσπρακτέων ἐσόδων τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1908». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταστροφῆς διὰ τοῦ πυρὸς ἐξωφλημένων τοκομεριδίων καὶ ὁμολογιῶν ἐθνικῶν δανείων». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κτηματικοῦ χάρτου καὶ ὁροθεσίας τῶν ἀκινήτων κτημάτων». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.)
§204ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τώρα τὰ ναυτικά.
§205Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ παράκλησίς τις πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τῶν ναυτικῶν. Ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ τῶν δημοσίων ἔργων, ὅστις ἤδη εἶναι ἐν ἐφαρμογῇ, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου, ἐθεώρησεν ὀρθὸν ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ διοικητικοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τῶν λιμένων, ἥτις μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ἐλειτούργει ὑπὸ τὰ Δημόσια ἔργα, χωρὶς οὐδεμία σχέσις νὰ ὑπάρχῃ καὶ συνάφεια τῆς μιᾶς ὑπηρεσίας πρὸς τὴν ἄλλην. Πρὸς τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξεν ἰδίαν πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν λιμένων ὑπῆγεν εἰς τὸ δʹ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ τμῆμα τῆς Δημοσίας Οἰκονομίας. Ἡ πρότασις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ εἰς αʹἀνάγνωσιν ἐψηφίσθη μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν δημοσίων ἔργων, εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ἔμεινε, διότι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γενόμενος κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ ἐπιδείξῃ τὴν νομοθετικήν του πεῖραν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ ὑπέβαλεν ἕτερον νομοσχέδιον ἐκ 50 περίπου ἄρθρων περὶ διαχειρίσεως τῶν λιμένων, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τότε, ἀλλ’ οὔτε σήμερον. Πρὸ πάντων δ’ ἐπείγει νὰ κανονισθῇ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ ἐλέγχου, διότι ἀφ’ ἧς ἡμέρας τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν δημοσίων ἔργων ἐγένετο νόμος ἔπαυσε πλέον ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης νὰ εἰσηγῆται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ὑποθέσεις τῶν λιμένων, οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, οὐδεμίαν ἀπόφασιν θὰ ἐξέδωκεν ἐπὶ διαχειρίσεως λιμένων, διότι οἱαδήποτε ἀπόφασις ἡ ὁποία ἤθελεν ἐκδοθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ εἶχε τύχει ἀκύρου εἰσηγήσεως καὶ ἀκύρου ὑπογραφῆς ὑπευθύνου τμηματάρχου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῶσι ν’ ἀναγράψωσιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τὴν πρότασιν ταύτην· ἐὰν δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θεωρήσῃ ὅτι εἶναι ὀρθή, νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισίν της.
§206ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε αὔριον ν’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§207Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἤδη μὲ πληροφοροῦσιν ὅτι εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 108· ἑπομένως, ἐὰν θέλητε, δύναται νὰ ψηφισθῇ καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§208ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀφήσατε· θέλω φροντίσει, ὅπως τὸ ἀναβιβάσωμεν εἰς μίαν τῶν πρώτων θέσεων.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§210ΑΝ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, διότι ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῶσιν.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν νέων ἔργων ἐν Ναυστάθμῳ Σαλαμῖνος, ἐν τοῖς παραρτήμασιν αὐτοῦ καὶ τοῦ ἱδρυθησομένου ναυτικοῦ βλητικοῦ σταθμοῦ». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν δαπάνης διὰ τὴν ἀνέργεσιν διαφόρων κτιρίων πρὸς ἵδρυσιν νέων φάρων». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§213ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Τὰ δύο ἑπόμενα, 18 καὶ 19, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῶσιν.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τότε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως θέσεως οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ ναυτικοῦ». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).
§215ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 21 ν’ ἀναβληθῇ.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 22. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συστάσεως ταμείου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ νόμων». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§217ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 23–26 πρέπει ν’ ἀναβληθῶσι, διὰ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι.
§218Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 26, περὶ ἀναστολῆς τῶν περὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νόμων, ἔχει χαρακτῆρα γενικόν, ἐνῷ οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει νὰ ἔχῃ γενικὸν χαρακτῆρα, διότι προκειμένου περὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐλήφθη μέριμνα διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου· προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Δημοσίων ἔργων ἐλήφθη μέριμνα· προκειμένου περὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ὑπάρχει νόμος, ὅστις εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὁ νόμος δ’ οὗτος παρέχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῆς μονιμότητος. Προκειμένου ἤδη περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὀρθόν, νομίζω, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ ληφθῇ ὡρισμένη τις ἀπόφασις περὶ τῆς τύχης τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς εἰς βʹ ἀνάγνωσιν περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Ἀρχειοφυλακείων, καὶ δι’ αὐτὸ ἦτο καλὸν νὰ συνδυασθῶσι τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια ὡς συναφῆ.
§219ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦ Παναγ. Σ. Παμπούκη, ὡς ἀντιπροσώπου, διευθυντοῦ καὶ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐν Ἀθήναις «Ἑλληνικοῦ Λυσσιατρείου Παμπούκη» συμβάσεως περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντηρήσεως καὶ λειτουργίας τοῦ ἱδρύματος τούτου».
§221Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ Λυσσιατρείου νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, διότι πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰδικοὶ ὅροι ἐν τῇ συμβάσει, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τοὺς ἀσθενεῖς.
§222ΕΠ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν θὰ γίνωσι τροποποιήσεις. (Γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, ὡσαύτως δὲ εἰς αʹ συζήτησιν καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ αὐξήσεων τῶν φυλάκων τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας». Ψηφίζεται εἶτα εἰς γʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς γʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων εἰς τὰ παλαιὰ στρατιωτικὰ κτίρια». Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον φοιτώντων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ πυροβολικοῦ ἀπὸ τῆς ἐν τῷ Ἀκαδημαϊκῷ Γυμναστηρίῳ ἀσκήσεως εἰς τὴν γυμναστικὴν καὶ ὁπλομαχητικήν». Ἐπίσης ψηφίζονται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὰ νομοσχέδια 1) «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν ὑπηρεσιῶν τινων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν» καὶ 2) «περὶ συνταξίμου ὑπηρεσίας ἀλλοδαπῶν κτηνιατρικῶν ἀξιωματικῶν». Ψηφίζεται ὡσαύτως εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ κρατήσεων ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ὑπὲρ τῶν ταμείων τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου».
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ.μ.).