| 1902 | αʹ.) | Εἰς τραπεζιτικὰ γραμμάτια | δρ. | 3.300.000 | |
| 1903 | βʹ.) | Εἰς χρυσὸν | » | 500.000 | |
| 1904 | Ἤτοι ἐν ὅλῳ | » | 3.800.000 |
1909.12.18
3,922 rows · 29,988 words · 1 table · 307 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65.
τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1909.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου περὶ ὥραν 10 καὶ 45′ π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 96 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον· Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ σημερινῶν Β. Διαταγμάτων δημοσιευθέντων αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 297 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ηὐδόκησε 1) ν’ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς τῆς προσωρινῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ 2) νὰ διορίσῃ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Ἰ. Κωνσταντινίδην, συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ. Ὁ Πρόεδρος Κυριακούλης Π. Μαυρομιχάλης Ἀνακοινῶ ἤδη παρὰ τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἑλληνικὴ καλλιτεχνικὴ ἑταιρεία παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δοθῇ αὐτῇ ἡ ἀπὸ ἐτῶν ἤδη χορηγουμένη τῇ ἰδίᾳ συνδρομὴ καὶ οὕτως ἐξακολουθήσῃ τὴν κατ’ ἔτος τελουμένην καλλιτεχνικὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ ἐν γένει ἔργον αὐτῆς, τοῦθ’ ὅπερ τυγχάνει τὸ τελεσφορώτερον μέσον ὅπως ὑποβοηθήσῃ τὴν γένεσιν, διάπλασιν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ καλλιτεχνικοῦ συναισθήματος παρὰ τῷ λαῷ καὶ ἀφοῦ διὰ Β. Δ. ἀπὸ τοῦ 1844 ἐλήφθη πρόνοια περὶ τούτου. Οἱ σταφιδοκτήμονες τοῦ δήμου Ἤλιδος ἱκετεύουσι τὴν Βουλήν, ὅπως πρὶν τελειώσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῆς σταφιδικῆς συμβάσεως. Ἐπιτροπὴ ἱερέων Καλαβρύτων ἐκφράζει ἄπειρον εὐγνωμοσύνην δι’ ὑποβολὴν νομοσχεδίου «περὶ ἐφημερίων καὶ ἐνοριῶν». Οἱ κ. Μ. Σ. Λυκούδης καὶ Σία, Κουρούκλης καὶ Καλλίνικος ἐργοστασιάρχαι Κυρκύρας διαμαρτύρονται κατὰ τῆς παροχῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας πρὸς παρασκευὴν ξυλανθράκων ἐξ ἀπηλαιωμένων ἐλαιοπυρήνων εἰς ὡρισμένους ἐργοστασιάρχας Πειραιῶς. Οἱ ἐφημέριοι τῆς πόλεως Ἀγρινίου καὶ τῶν χωρίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τάχιστα τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐφημερίων καὶ ἐνοριῶν»· Ὁ λαὸς Βαλτετσίου παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἀμπέλων». Ὁ κ. Μαρκέτης ἐκ Κερκύρας παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων ἡ διάταξις καθ’ ἣν οἱ Ἑπτανήσιοι ὑπόκεινται εἰς τὸν γενικὸν φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ Ἀπεραντίων παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀπεραντίων. Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ἀρακυνθίων παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ καταργήσῃ τὸ Εἰρηνοδικεῖον καὶ τὸν δῆμον Ἀρακυνθίων, διατηρήσῃ δὲ συγχρόνως καὶ τοὺς ἄμβυκας. Ὁ Γ. Λιμπερόπουλος καταγγέλλει σύμβασιν γενομένην μεταξὺ τῆς Μονῆς Ἤλια τοῦ δήμου Αἰδηψίων καὶ τοῦ τμηματάρχου κ. Σ. Μπαλάνου ἀφορῶσαν παραχώρησιν ἐκτάσεως τῆς ἐν λόγῳ Μονῆς εἰς τὸν ῥηθέντα τμηματάρχην. Οἱ ἱερεῖς τοῦ δήμου Βουφράδος παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν περὶ ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων». Κάτοικοι Πόρου παρακαλοῦσι τὴν σεβαστὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν περὶ μεταθέσεως τοῦ ἐν Πόρῳ ἀστυνόμου Βάγια ἀνθυπομοιράρχου. Ἐπιτροπὴ τῶν ἱερέων Ἀνδριτσαίνης παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων». Οἱ ἐργοστασιάρχαι Λιναρδάκης καὶ Στροῦμπος ἐκ Καλαμῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τοῦ διθειάνθρακος. Οἱ πρόεδροι τοῦ γεωργικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ συλλόγου ἐν Αἰγίῳ παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ καταργηθῶσιν ἡ Ἐφορία καὶ τὸ ταμεῖον Αἰγίου. Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Ἀνακτορίων παρακαλεῖ, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀπόσπασις ἑνὸς λόχου ἐκ τοῦ ἐν Λευκάδι τάγματος ἐν Βονίτσῃ. Ἡ ἕνωσις τῶν Ἑλληνικῶν σωματείων συνιστᾷ αἴτησιν τοῦ προέδρου τοῦ συλλόγου «Πανάγιος Τάφος» περὶ τακτικῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Παλαιστίνης. Ὁ πρόεδρος τοῦ κτηματικοῦ συλλόγου Πύργου παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου εἰς τὸν κ. Τασόπουλον. Ὁ δήμαρχος Αἰγιέων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου ὑπὲρ τῆς μὴ καταργήσεως τῆς Ἐφορίας καὶ τοῦ ταμείου Αἰγιαλείας. Οἱ Λεωνίδας Καράμπελας, Ν. Χατζηδημητρίου, Ἀγγελικὴ Παπαζαφειροπούλου, Ἀναστ. Σταματιάδης καὶ Χριστίνα Γρηγοράκη δηλοῦσιν ὅτι προσφέρονται, ἵνα συμβληθῶσι διὰ τὴν εἰς αὐτοὺς παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου Χαλάρων ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς ζητεῖ καὶ μία Γαλλικὴ ἑταιρεία. Ἐπιτροπὴ κτηματιῶν Ἀμαλιάδος παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις περὶ ἐκριζώσεως. Ἐπιτροπὴ κτηματιῶν τῆς πόλεως Πατρῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις περὶ ἐκριζώσεως. Ἐπιτροπὴ κτηματιῶν Πύργου παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις περὶ ἐκριζώσεως. Ὁ κ. Π. Πετρίδης ἀπευθύνει τὴν κάτωθι ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ἀπελύθη ὁ ἐνταῦθα ὑπογραμματεὺς τοῦ Πρωτοδικείου Λεωνίδας Μακρόπουλος ἐναντίον τοῦ περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων νόμου. Νὰ πληροφορήσῃ ἂν ἠγέρθη αἴτησις θεραπείας διὰ τὴν παράνομον ταύτην ἀπόλυσιν. Νὰ κατατεθῇ ἡ προκληθεῖσα σχετικὴ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου». Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταλλείων». Ὁ κ. Ἀθ. Μιαούλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 671–672).
§2Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θ’ ἀπασχολήσω διόλου τὴν Βουλήν, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλω ἁπλῶς τὴν ἀναφορὰν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Ἕλους, ἵνα περιέλθῃ αὕτη εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω διὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι τοιαύτη ἐντολὴ ὑπάρχει. Οὔτε τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται ἡ ἀναφορὰ θέλω ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ προσηκόντως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον περὶ τῆς ὁδοῦ Ἀνεμοχωρίου–Κρεστένων.
§4Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν πρέπει ν’ ἀνησυχῆτε, κ. συνάδελφοι, διότι ἡ ὁμιλία μου δὲν θὰ εἶναι κατ’ ὄγκον ἀνάλογος πρὸς τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα βλέπετε ἀνὰ χεῖράς μου. Ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω τὸν λόγον περὶ τῆς ὁδοῦ Ἀνεμοχωρίου–Κρεστένων καὶ ἀξιώσω τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἵνα ἀνταποκριθῶ εἰς κοινὴν ἐπιθυμίαν τῶν συμπολιτῶν μου, διότι, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει, δι’ ἐπανειλημμένων τηλεγραφημάτων κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας οἱ συμπολῖταί μου διαμαρτύρονται διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀνεμοχωρίου εἰς Κρέστενα, διὰ τῆς ὁποίας δὲν συγκοινωνεῖ μόνον ἡ ἐπαρχία τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ὅμοροι ἐπαρχίαι καὶ ἡ ἐπαρχία τῆς Γορτυνίας καὶ ἡ ἐπαρχία τῆς Ἠλείας, ὅταν πρόκειται νὰ μεταβῇ τις εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπαρχίας. Δυστυχῶς εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασις ἡ κρατοῦσα εἰς τὰ Δημόσια ἔργα, κατόπιν δὲ τῶν λεχθέντων χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος, διότι, ἂν ἐγένετο μία ἐπανάστασις καὶ κατωρθώθη τὸ τμῆμα τοῦτο τῶν Δημοσίων ἔργων νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστον ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως, τότε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑδρεύωμεν ἐδῶ. Δὲν δύναμαι δυστυχῶς ν’ ἀναπτύξω σήμερον τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐν πλάτει, διότι σᾶς εἶπον ὅτι αἱ στιγμαὶ εἶναι πολύτιμοι, ἀλλὰ θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ἐργολάβος τῆς ὁδοῦ ταύτης συνῆψε συμβόλαιον μετὰ τοῦ Δημοσίου τῇ 6 Δεκεμβρίου π. ἔ. Προσεκλήθη δυνάμει τοῦ νόμου νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν του ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν, δυνάμει τῶν σχετικῶν Διαταγμάτων καὶ αὐτὸς δὲν ἤρχισε τὸ ἔργον. Ἐπανειλημμένως ὁ ἐντιμότατος ὄντως νομομηχανικὸς κ. Κλάδος τὸν προσεκάλεσε νὰ κάμῃ ἔναρξιν τοῦ ἔργου, ἀλλ’ οὗτος ἐξακολουθεῖ τὴν αὐτὴν τηρῶν πορείαν. Ἐν τέλει ἀπηυθύνθη ὁ κ. νομομηχανικὸς πρὸς τὸν κ. νομάρχην μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς συνάψεως τοῦ συμβολαίου καὶ ἐζήτησεν, ὅπως κηρυχθῇ οὗτος ἔκπτωτος. Ἀλλ’ ὁ κ. νομομηχανικὸς—δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο τότε —δὲν προέβη δυστυχῶς εἰς τὴν κήρυξιν αὐτοῦ ὡς ἐκπτώτου. Μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἔκτοτε καὶ κατόπιν ἐπανειλημμένων παρατηρήσεων καὶ ἐγγράφων ἀπευθυνθεισῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν νομάρχην καὶ τὸν νομομηχανικὸν κατωρθώθη νὰ κηρυχθῇ ἐπὶ τέλους ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων ἔργων ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν δὲν ὑπῆρξε τυπικὴ καὶ διὰ λόγους τυπικοὺς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τῇ 19 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομομηχανικοῦ. Ποῖοι δὲ ἦσαν οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἠκυρώθη ἡ ἀπόφασις αὕτη; Πρῶτον ὅτι δὲν προσεκλήθη δυνάμει τοῦ νόμου ὁ ἐργολάβος, ἵνα ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας του, ἐνῷ ὁ νομομηχανικὸς δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα, ἐζήτησε παρὰ τοῦ νομάρχου νὰ καλέσῃ τὸν ἐργολάβον, ἵνα κάμῃ ἔναρξιν τοῦ ἔργου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ νομάρχης, τάξας προθεσμίαν εἰς τὸν ἐργολάβον, ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν ἐκώφευσε. Δεύτερον, λέγει, διότι δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ ἀπόφασις διὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύσσετο ὁ ἐργολάβος ἔκπτωτος εἰς τὸν ἀντίκλητον αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ νομάρχου ἀναφέρεται ὅτι ἡ παροῦσα ἀπόφασις θὰ κοινοποιηθῇ ἢ εἰς τὸν ἐργολάβον ἢ τούτου ἀπόντος εἰς τὸν πληρεξούσιον. Ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε· ὁ ἀντίκλητος δὲν εἶναι καὶ πληρεξούσιος; Πῶς λοιπὸν δὲν ἐξετελέσθησαν οἱ τύποι; Διατί δὲ τῶν τύπων ἐκτελεσθέντων ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων ἔργων κατεδίκασε τὸν λαὸν αὐτὸν ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς μίαν τοιαύτην κατάστασιν, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν δηλ. ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον νὰ διορθωθῇ ἐξ αἰτίας τῆς κακοηθείας, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ σφάλματος ἡ ὁδὸς αὕτη; Ἀλλὰ κηρύσσεται πάλιν ἔκπτωτος, κ. Ὑπουργέ, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, διότι βλέπετε ὅτι ὁ ἐργολάβος ἐξακολουθεῖ τὴν αὐτὴν τακτικὴν τηρῶν. Τίς ἦτο ἡ συνέπεια; ὅτι, ἐνῷ ὁ νομάρχης τὸν ἐκήρυξεν ἔκπτωτον, δι’ ἑτέρου ἐγγράφου, δυσπιστῶν πρὸς ὅσα ἄλλος νομομηχανικὸς ἀνέφερε πρὸς αὐτόν, λέγει· «καλὸν εἶναι ν’ ἀναθεωρηθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου καὶ νὰ σταλῇ ἐπιθεωρητής», ἐνῷ προηγουμένως εἶχε σταλῆ ὁ κ. Παντζίρης, ἵνα κατορθωθῇ πλέον νὰ περισωθῇ ὁ κύριος οὗτος ἐργολάβος. Τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ νομάρχου θεωρῶ οὐχὶ δικαίαν, οὐχὶ νόμιμον, οὐχὶ τυπικήν, οὐχὶ ὑπηρεσιακήν, διότι, ἀφοῦ ἐμελέτησε τὰ ζητήματα καὶ συνεμορφώθη πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ νομομηχανικοῦ, φρονῶ ὅτι καλῶς ἐνήργησε τὸ πρῶτον, ἀλλὰ κάκιστα ἐνήργησε τὸ δεύτερον, διότι, ἀφοῦ ἐκήρυξε τοῦτον ἔκπτωτον, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα, διότι ἀνεφέρθη πρὸς αὐτὸν πάλιν ὁ ἐργολάβος, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεώς του καὶ τὴν ἀποστολὴν νομομηχανικοῦ. Ἐπιπροσθέτω πρὸς ὑμᾶς ὅτι ὁ ἐργολάβος οὗτος καταγγελθεὶς ὑπὸ τοῦ πρώην νομομηχανικοῦ κ. Σκλίβα ἐκτίνει ἤδη ποινὴν φυλακίσεως τριῶν μηνῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Κυπαρισσίας· ἑπομένως καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον, κ. Ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ μὴ προβῆτε εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως δι’ ἧς ἐκηρύχθη οὗτος ἔκπτωτος, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον καὶ ἀποκατασταθῇ τέλος πάντων ἡ συγκοινωνία τῆς ὁποίας στεροῦνται ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ἤδη οἱ κάτοικοι τῆς μεγάλης κωμοπόλεως Κρεστένων, ἥτις, ὡς γνωστόν, παράγει ὀκτὼ ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου· εἶναι δὲ ἀδύνατος ἡ συγκοινωνία δι’ ἄλλης ὁδοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη. Ἡ μόνη ὁδὸς ἡ ὁποία ἄγει εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν εἶναι ἡ ὁδὸς ἀπὸ Κρεστένων εἰς Ἀνεμοχώριον. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, νὰ μὴ ἀκυρώσητε τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου, ἀλλὰ νὰ διατάξητε τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου εἰς βάρος τοῦ ἐργολάβου καὶ διὰ μικρᾶς δαπάνης.
§5Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς ἐξετέθησαν τὰ πράγματα, βεβαίως εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐπερωτήσαντος. Ἐγὼ τοῦτο ἐνθυμοῦμαι μόνον ἐκ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ὅτι τὴν πρώτην φορὰν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος πρὸ δέκα μηνῶν, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τοῦ νομάρχου ἀνεκλήθη δι’ οὓς λόγους ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Ἤδη δ’ ἐκηρύχθη πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν καὶ τὸ δεύτερον ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου ἔκαμεν, ὡς εἶχε δικαίωμα, ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐν τῇ ἐφέσει του ἰσχυρίζεται ἀκριβῶς τὰ ἐναντία ἀπὸ ὅ,τι ὁ νομάρχης διαβεβαιοῖ, διότι ὁ νομάρχης διαβεβαιοῖ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· ἀλλὰ πρὶν ἀποφασίσω διέταξα ἐπιθεώρησιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, τὸν ἴδιον μάλιστα κ. Παντζίρην, τοῦ ὁποίου τὴν ἔκθεσιν περιμένω, ἀναμφισβητήτως δ’ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θ’ ἀνακαλέσω τὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐκήρυσσεν ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς διαβεβαιώσῃ τὰ ἐναντία, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω ἰδιαιτέρας πληροφορίας ὅτι τῳόντι μεγάλη ἀμέλεια ἐδείχθη περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, καθόσον, ἐνῷ εἶχεν ἀναλάβει νὰ περατώσῃ αὐτὸ ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν μόνον, ἔχει παρέλθει ἤδη ἔτος καὶ τὸ ἔργον μένει ἀτελές.
§6ΑΓ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατὰ τὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου ὑπάρχει Μονὴ τιμωμένη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἤλια, ἡ ὁποία θεωρεῖται μία τῶν πλουσιωτέρων Μονῶν τοῦ Κράτους. Ἡ Μονὴ αὕτη καλῶς διοικουμένη δύναται νὰ ἔχῃ κατ’ ἔτος εἰσόδημα περὶ τὰς 100,000 δρ., διότι ἔχει πολλοὺς ἐλαιῶνας, πολλὰ δάση, πολλὰς γαίας καλλιεργησίμους, ὡς καὶ βοσκάς. Ἡ Μονὴ αὕτη ὑπάρχει πρὸ αἰώνων, ὅπως ὅλαι σχεδὸν αἱ Μοναὶ αἱ Ἑλληνικαί, ὡς γνωρίζετε, καὶ οὐδείς ποτε τὴν ἠνώχλησε. Πρὸ τριακονταετίας ὅμως περίπου ὁ γείτων αὐτῆς, ὁ μακαρίτης Ῥούκης, ὁ ὁποῖος ἦτο ἰδιοκτήτης ἑνὸς χωρίου ἐκεῖ πλησίον Σίμια ὀνόματι, παραπλεύρως τῆς Μονῆς, ἐπεχείρησε νὰ σφετερισθῇ ἓν μέρος τῆς αὐτῆς Μονῆς ἐκ πολλῶν χιλιάδων στρεμμάτων καὶ ἀξίας περὶ τὰς 300,000 δραχ. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις κατέληξεν εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ὁ τότε Ἡγούμενος ἐκεῖ, ὁ Γερμανός, πολὺ τοῦ καθήκοντος ἄνθρωπος, δὲν ἐνόει ν’ ἀφήνῃ νὰ κάμῃ ὁ Ῥούκης αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤθελεν. Ἡ ὑπόθεσις διῆλθεν ὅλην τὴν σειρὰν τῶν δικαστηρίων μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐπὶ τέλους ἐδικαιώθη ἡ Μονή, ὁ δὲ μακαρίτης Ῥούκης δὲν κατώρθωσε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διεκδικουμένην περιφέρειαν. Ἀλλὰ πρὸ 3–4 ἐτῶν ὁ νῦν κτήτωρ τοῦ χωρίου Σίμια ἐσκέφθη νὰ ἐπαναφέρῃ πάλιν τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην ἐπὶ τάπητος καί, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις ἦτο ὁριστικὴ ἀπὸ ὅλα τὰ δικαστήρια, ἔκαμεν ἀγωγὴν περὶ καθορισμοῦ δῆθεν τῶν ὁρίων. Ἡ ὑπόθεσις ἐπανῆλθεν εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον τί κάμνει, νομίζετε; Ἐκδίδει μίαν ἀπόφασιν ἥτις οὐ μόνον δὲν ἀνέφερέ τι περὶ καθορισμοῦ ὁρίων, ἀλλὰ παρεχώρει ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ μακαρίτης Ῥούκης ἐζήτει, χωρὶς νὰ λέγῃ τίποτε περὶ καθορισμοῦ ὁρίων. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου προυτάθη συμβιβασμὸς δι’ οὗ παραχωρεῖται ὁλόκληρον τὸ διεκδικούμενον μέρος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο ἦτο ἀδύνατον ἐμφανίζεται ὁ νῦν ἀρχιερεὺς Χαλκίδος, ὅστις φαίνεται ὅτι πολὺ συμπαθεῖ πρὸς τὸν ἀντίδικον τῆς Μονῆς, καὶ καλεῖ τὸν Ἡγούμενον καὶ δι’ ἀπειλῶν τῷ ἐπιβάλλει νὰ κάμῃ τὸν συμβιβασμόν. Ἀλλ’ ὁ Ἡγούμενος δὲν ἔστερξεν εἰς τοῦτο. Εὑρέθη λοιπὸν ὅτι ὁ Ἡγούμενος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἦτο πρὸ τριακονταετίας, ἦτο κατὰ μετάπεμψιν καὶ μιὰ τοῦ δίδει καὶ δρόμον, καὶ ἀντικαθιστᾷ αὐτὸν δι’ ἑτέρου ἐκ Κεφαλληνίας. Εἰς τὸν δεύτερον αὐτὸν Ἡγούμενον ὁ Σεβασμιώτατος ἐπέβαλε νὰ μὴ κάμῃ ἔφεσιν. Μανθάνω τοῦτο ἐγὼ καὶ φωνάζω τὸν Ἡγούμενον καί τῷ λέγω: Πρόσεξε μήπως δὲν κάμῃς ἔφεσιν, διότι ἐχάθης! Τέλος πάντων ὁ νέος Ἡγούμενος ἠδυνήθη νὰ κάμῃ ἔφεσιν μ’ ὅλους τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους προέτασσεν. Ἔγινεν ἡ ἔφεσις, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἀποπέμπεται καὶ ὁ δεύτερος Ἡγούμενος ὡς ἀπειθὴς καὶ διορίζεται ἄλλος Ἡγούμενος ἀπ’ ἐκεῖ ἐκ τῆς Μονῆς, ἕν ὄν τὸ ὁποῖον μόνον τὸν τίτλον τοῦ Ἡγουμένου ἐπεζήτει, ὅπως τὰ πάντα παραχωρήσῃ, καὶ πράγματι μόλις τῷ ἐδόθη ὁ τίτλος τοῦ Ἡγουμένου ὅλα ἔγιναν μέλι καὶ γάλα καὶ σχεδὸν δὲν ὑπερήσπισε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ οὕτω χάνεται ἡ ὑπόθεσις, ὑπόθεσις τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν! Ἀφοῦ ἐχάθη ἡ ὑπόθεσις, οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, καλεῖ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ χωρίου Σίμια τὸν Ἡγούμενον τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς τὸ μοναστήριον πρότερον ὁ ἀρχιερεὺς καὶ ἀπειλεῖ αὐτὸν ὅτι θὰ χάσῃ τὴν θέσιν του, ἐὰν δὲν συμβιβάσῃ τὴν ὑπόθεσιν μὲ τὸν νῦν ἰδιοκτήτην τοῦ χωρίου Σίμια καὶ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του. Ὁ Ἡγούμενος ὑπακούει καὶ ὁ συμβιβασμὸς γίνεται χωρὶς νὰ γίνῃ ἀναίρεσις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Τὸ δὲ συμβιβαστικὸν συμβόλαιον ποῦ νομίζετε ὅτι ἐγένετο; Εἰς τὸ χωρίον Σίμια ἐντὸς τῆς οἰκίας τῶν ἀντιδίκου τῆς Μονῆς, χωρὶς νὰ παρίσταται οὔτε δικηγόρος κἄν, παρὰ μόνον ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος σᾶς λέγω ὅτι εἶναι εἷς ἄνθρωπος ἀγράμματος. Τὸ συμβιβαστικὸν αὐτὸ συμβόλαιον ἐστάλη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς ἔγκρισιν. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω θερμῶς αὐτὸν νὰ προσέξῃ, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀδικώτερον πρᾶγμα ἢ νὰ καταληφθῇ αὐθαιρέτως κτῆμα ἀξίας τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ἀπὸ αἰώνων κατεχόμενον ὑπὸ τῆς Μονῆς Ἤλια, καὶ νὰ δοθῇ εἰς ἰδιώτην. Ἔχω, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν ὅτι σήμερον καθ’ ἣν ὥραν θυσιάζομεν τόσα καὶ τόσα καὶ κατὰ τοσοῦτον καταπονεῖται καὶ ὁ λαὸς καὶ ἡ Βουλή, καὶ καθ’ ἣν ὥραν καταγινόμεθα εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων ἐπιβάλλονται οἱ φόροι πρὸς ἀντιμετώπισιν μεγίστων κινδύνων ἐπαπειλούντων τὴν χώραν, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ν’ ἁρπάζωνται ἱερὰ κτήματα παρ’ ἰδιωτῶν καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ πράξῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι μόνον αὐτὰ ἐξεχωρήθησαν διὰ τῆς μεθόδου τοῦ παππᾶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην αὐτὸν τοῦ χωρίου Σίμια; Κατασκευάζεται πρὸς χάριν του ὁλόκληρος ὁδός, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον ἐντεῦθεν, ἀξίας διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Χθὲς μάλιστα ἐγένετο καὶ διαταγὴ περὶ παραλαβῆς μέρους τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, ἥτις πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ χωρίον συνιστάμενον ἐκ πέντε ἕως ἕξ μόλις οἰκιῶν, καὶ ἀπὸ τὴν τοῦ ἰδιοκτήτου, διότι δυστυχῶς οὐδὲν ἕτερον χωρίον ὑπάρχει ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης ὡς τελείως ἀποκέντρου. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη, ἡ κατασκευασθεῖσα ἀπὸ πέρυσιν, εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀκάνθας, μέγα δὲ μέρος αὐτῆς παρεσύρθη ὑπὸ τῶν ῥευμάτων, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐξακολουθοῦσι καὶ τὴν ἐπισκευάζουσι, καθ’ ἣν ὥραν ἅπαντα τὰ χωρία τῆς ἐπαρχίας πνίγονται εἰς τὸν βόρβορον, ἡ δὲ πόλις Ξηροχωρίου ἀπειλεῖται ὑπὸ τοῦ χειμάρρου.
§7Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ποία ὁδός;
§8Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁδὸς τὴν ὁποίαν ὠνόμασαν παρανόμως ἐθνικὴν Ξηροχωρίου–Σίμια–Λίμνης.
§9Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πότε ἐγένετο;
§10Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴ ἤρχισε πρὸ δύο ἐτῶν διὰ τῆς μεθόδου τῶν δέκα χιλιάδων δραχμῶν, ἀπὸ ἐκείνας δηλ. τὰς πιστώσεις τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν οἱ κ. Ὑπουργοὶ κατὰ τὰς τελευταίας ὥρας τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§11Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐφέτος ὄχι.
§12ΑΓ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφέτος ὄχι. Πέρυσιν. Ἀλλὰ χθὲς εἶδον ἔγγραφον τὸ ὁποῖον διατάσσει τὸν νομομηχανικὸν νὰ ἐπισκευάσῃ τὰ φθαρέντα μέρη, ἀφοῦ εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀκάνθας! Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνον αὐτό; Νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλο. Τὸ χωρίον Σίμια ἀποτελεῖται ἀπὸ ἓξ ἕως ὀκτὼ σπίτια, δὲν ἔχει δὲ οὔτε ἱερέα, ἡ ὑπηρεσία τῷ ἐγκατέστησε καὶ τηλέφωνον, πληρώνεται δὲ ὁ ὑπηρέτης του ὡς ἐπιστάτης τηλεφώνου, τὸ δὲ τηλέφωνον εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ δωματίου τοῦ ὕπνου τοῦ κ. ἰδιοκτήτου τοῦ χωρίου.
§13Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πότε ἔγινεν αὐτό;
§14Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πέρυσι, προπέρυσι.
§15Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὰ πράγματα, διότι ἐγὼ δὲν ἔκαμα τηλέφωνον, καὶ ὁ ἀκούων θὰ νομίσῃ ὅτι τὰ λέγετε δι’ ἐμέ.
§16ΑΓ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς τὰ λέγω, διότι δὲν ἤμην ἐδῶ καὶ εἶχον μάθει ὅτι εἶχε διαταχθῆ ἡ κατάργησις τηλεφωνείων τινῶν καὶ τηλεγραφείων, αὐτὸ δὲ ὄχι μόνον δὲν κατηργήθη, ἀλλ’ εἶναι καὶ εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ ὕπνου τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἰδιοκτήτου καὶ ἔχει διορισθῆ καὶ ὁ ὑπάλληλός του ὡς τηλεφωνητής.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ τίνα Κυβέρνησιν ἐγένετο;
§18Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ τὴν προκάτοχον. Ἐπιμένω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὐθὺς ὡς φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς χεῖράς του νὰ μελετήσῃ τὸ συμβιβαστικὸν συμβόλαιον καλῶς, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἐγκρίνῃ τὸν συμβιβασμὸν καὶ ὅτι θὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον δικηγόρον τοῦ Ὑπουργείου νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐξ ἀρχῆς καὶ θὰ ἴδῃ τὰς σκανδαλώδεις ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, νὰ φροντίσῃ δὲ νὰ θέσῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς εἰς τὴν θέσιν των, διότι εἶναι ἔγκλημα νὰ διαπράττωσι τοιαῦτα καὶ νὰ διαρπάζωσιν ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν ἀπὸ τὰς Μονάς, αἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
§19Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ξηροχωρίου οὐδὲν ἐνήργησα μέχρι τοῦδε, καθόσον ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου. Ὁ σχετικὸς φάκελος δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Βεβαιῶ ὅμως αὐτὸν ὅτι εὐθὺς ὡς περιέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον θέλω ἐπισταμένως μελετήσει αὐτὸν καὶ θέλω λάβει ἐν ἀνάγκῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς.
§20Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀναφορὰ παρακαλῶ ν’ ἀνακοινωθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§22Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Πληροφοροῦμαι ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Παρνασίδι Πρωτοδικῶν ἐξέδωκε φετφᾶν διὰ τοῦ ὁποίου γνωμοδοτεῖ νὰ καταργηθῶσι δύο Εἰρηνοδικεῖα τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος· καὶ πράττει τοῦτο, ἀφοῦ ἐνόμισεν ὀρθὸν νὰ ἐκσφενδονίσῃ ἕνα δῆμον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παρνασίδος, ἕτερον δὲ δῆμον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ναυπακτίας, ὅπως δικαστικῶς εἰς τὰς ἄνω ἐπαρχίας ὑπαχθῶσιν. Ἐρωτῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι οἱ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας ταύτης στεροῦνται συγκοινωνίας, ἂν δὲ πραγματοποιηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Παρνασίδι Πρωτοδικῶν, καθίσταται τελείως ἀδύνατος ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης.
§23Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θέλω μελετήσει τὸ ζήτημα.
§24Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πρό τινος χρόνου οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ποτιδανείας συνῆλθον εἰς συλλαλητήριον καὶ διεμαρτυρήθησαν διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν Εἰρηνοδικείου των, χθὲς δὲ ἀνεκοινώθη ἑτέρα ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Ἀρτοτίνης περὶ καταργήσεως ἑτέρου Εἰρηνοδικείου. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἡ μᾶλλον δύσβατος ἐπαρχία εἶναι ἡ τῆς Δωρίδος, ἡ ὁποία εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἐπισύρῃ ποτὲ τὴν προσοχὴν τῶν κυβερνώντων· εἶναι ἡ μᾶλλον παρημελημένη ἐπαρχία. Ὑπάρχουσι δῆμοι οἱ ὁποῖοι ἐν ὥρᾳ χειμῶνος εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκοινωνήσωσι μεταξύ των, καὶ διὰ τοῦτο συνεστάθησαν τρία Εἰρηνοδικεῖα ἐξυπηρετοῦντα τὴν δικαιοσύνην ἑπτὰ δήμων. Τὰ Εἰρηνοδικεῖα ταῦτα εἶναι ἀναγκαιότατα διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἡ κατάργησις δὲ καὶ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν θέλει φέρει τέλειον δικαιοστάσιον, διότι καὶ αἱ ἀποστάσεις θὰ αὐξήσωσι μεταξὺ τῶν διαφόρων δήμων, ἀλλὰ καὶ ποταμοὶ μεγάλοι ἀποκλείουσιν ἐντελῶς τὴν συγκοινωνίαν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπαρχία ἡ ὁποία νὰ δικαιολογῇ τὴν ὕπαρξιν πλειόνων Εἰρηνοδικείων ἐν αὐτῇ εἶναι ἡ Δωρίς. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐργασίας τὰ Εἰρηνοδικεῖα ταῦτα εἶναι διατηρητέα, διότι καὶ ποινικὴν ἐργασίαν ἔχουσι μεγάλην ἐκδικάζοντα πλέον τῶν 2 χιλ. πταισμάτων καὶ ἀνακριτικὰς ἐργασίας τῶν Πλημμελειοδικείων ἔχουσι καὶ πολιτικὰς ἀποφάσεις ἐκδίδουσι πλέον τῶν 700 ἢ 800· ἡ ἐργασία αὐτὴ εἶναι ἀδύνατον ὄχι μόνον καλῶς ἀλλὰ καὶ νὰ διεξαχθῇ κἄν. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὃν θὰ περιέλθωσιν αἱ ἀναφοραὶ αὗται τῶν κατοίκων, θέλει κάμει τὰς δεούσας παραστάσεις, ὥστε νὰ προληφθῇ ἓν μέγα ἀτόπημα τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ συντελεσθῇ. Εἶναι δ’ ἀναγκαιοτάτη ἡ διατήρησις τῶν τριῶν Εἰρηνοδικείων, διότι ἡ ἐπαρχία αὕτη οὔτε συγκοινωνίαν ἔχει οὔτε μέσα πρὸς διευκόλυνσιν τῆς διεξαγωγῆς τῆς δικαιοσύνης οὔτε ἀσφάλειαν ἀλλ’ οὔτε καὶ τὰς εὐκολίας καὶ τὰ ἀγαθὰ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Αὐτὴν τὴν σύστασιν ποιοῦμαι, ἵνα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ συστήσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον νὰ μὴ γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως.
§25Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἁρμόδιον εἶναι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων. Δύνασθε ν’ ἀπευθύνητε τὰς παραστάσεις ὑμῶν εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα.
§26Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει Ἀνώτατον Συμβούλιον, διότι ἀπεσύρθη τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν διὰ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον ἢ θὰ μείνῃ τὸ ζήτημα ἐκκρεμές. Διότι ἠμπορεῖ νὰ ἐξημερωθῶμεν μίαν ἡμέραν μὲ Εἰρηνοδικεῖα κατηργημένα χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Φίλιος ὁμιλεῖ περὶ ζημιῶν γενομένων εἰς τὸ Μέγα Κεσερλῆ, Ἀσαρλὴκ καὶ Τοϊβάσι ὑπὸ τοῦ ἐξ Ὄσσης κατερχομένου χειμάρρου. (Ὅρα ἀγόρευσιν ἐν Παραρτήματι).
§28Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως, ἂν περιμένωμεν τὰ γενικὰ ἔργα τὰ ὑδραυλικά, θὰ βραδύνωμεν ἐπὶ πολὺ ἀκόμη, ἀλλ’ ἔχω ὑποβάλει καὶ νομοσχέδιον περὶ γενικῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Ἑλλάδι, ἐν τούτῳ δὲ περὶ αὐτοῦ ἰδίως πρόκειται. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς ὀλίγας ταύτας ἡμέρας νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πλατῆς.
§30ΑΛ. ΠΛΑΤΗΣ. Δυνάμει τοῦ πρὸ ὀλίγου ψηφισθέντος νόμου περὶ καταργήσεως Εἰρηνοδικείων τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας συνελθὸν προέτεινε σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὑπάτης. Ἡ πρότασις ὅμως αὕτη εἶναι ἄδικος καὶ ἀδικαιολόγητος, διότι τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ὑπάτης εἶναι τὸ ἀρχαιότερον Εἰρηνοδικεῖον τοῦ Κράτους συσταθὲν ἅμα τῇ συστάσει τοῦ Βασιλείου. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕνεκα ἱστορικῶν λόγων ἀδικαιολόγητος ἡ πρότασις, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἡ Ὑπάτη ἐχρησίμευσεν ὡς πρωτεύουσα κατὰ τὸν 15 αἰῶνα τοῦ Βυζαντηνοῦ Κράτους, ἐχρησίμευσε δὲ κατόπιν ὡς πρωτεύουσα ἐπαρχίας. Μὴ θελήσητε ν’ ἀδικήσητε τὸν δῆμον τοῦτον, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ εἶδεν ἀφαιρεθείσας ἀπ’ αὐτοῦ πάσας τὰς ἐξουσίας, ἤδη πρόκειται νὰ ἴδῃ ἀφαιρούμενον καὶ τὸ Εἰρηνοδικεῖόν του. Παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα τῶν συμπολιτῶν μας καὶ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα διατηρηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος σήμερον ἔχει πληθυσμὸν πλέον τῶν 8 χιλ. ψυχῶν.
§31Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὑπάτης μόνον, καίτοι τὸ ζήτημα τῶν Εἰρηνοδικείων εἶναι γενικόν, θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὑπάτης. Τὸ Εἰρηνοδικεῖον τοῦτο δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταργηθῶσιν, οὔτε ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐζητήθη ἡ κατάργησις αὐτοῦ εἶναι νόμιμος. Ὅλοι ἐνθυμούμεθα, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ κανονισμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀπαράδεκτον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ἀποσύρῃ αὐτό. Ἀπορῶ μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν προηγουμένην, ὅτι τὰς ἀναφοράς τῶν καὶ ἐν γένει τὰς αἰτήσεις των, ὡς καὶ τὰς δικαιολογίας των διὰ τὴν διατήρησιν τῶν Εἰρηνοδικείων οἱ διάφοροι κάτοικοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι δέον ν’ ἀπευθύνωσιν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ποῖον Δικαστικὸν Συμβούλιον; Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐνομοθετήθη δι’ εἰδικοῦ νόμου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετέθησαν εἰδικὰ καθήκοντα καὶ εἰδικαὶ ὑπηρεσίαι, οὐδαμοῦ δ’ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἀναγράφεται, ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς καταργήσεως ἢ μὴ τῶν Εἰρηνοδικείων. Μήπως ἐννοοῦσι διὰ τοῦ τρόπου τούτου νὰ εὑρεθῶσι τὰ Εἰρηνοδικεῖα κατηργημένα χωρὶς ἡ κατάργησις νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ νόμου τινός; Περὶ τούτου ἐπιθυμῶ ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δηλώσῃ σαφῶς καὶ καθαρῶς, ἂν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸ συσταθὲν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἔχει ἁρμοδιότητα καὶ ἐπὶ τῆς καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων. Καὶ ἂν ἔχῃ τοιαύτην ἁρμοδιότητα, ἂν παραδόξως ἔχῃ ἀνατεθῆ τοιαύτη, νὰ δικαιολογήσῃ πῶς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πρὸ καιροῦ, ἠναγκάσθη νὰ τὸ ἀποσύρῃ κατὰ τὴν συζήτησίν του. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ περὶ τούτου σαφεῖς δηλώσεις.
§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὑπάτης θὰ ὁμιλήσω, μολονότι πρόκειται περὶ ζητήματος καταργήσεως Εἰρηνοδικείων καὶ θὰ ἠδύνατό τις σχετικῶς καὶ περὶ ἄλλων Εἰρηνοδικείων νὰ φέρῃ τὸν λόγον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις.
§34Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὑπάτης ἡ συζήτησις ἔχει γενικευθῆ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε τὰς γνώμας τοῦ ἁρμοδίου Δικαστικοῦ Συμβουλίου περὶ τῆς καταργήσεως ἢ μὴ καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὑπάτης καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν τίνος νόμου ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ μέχρι τοῦδε κρατοῦντος νόμου περὶ τοῦ τρόπου τῆς καταργήσεως καὶ συστάσεως τῶν Εἰρηνοδικείων ἢ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου περὶ καταργήσεως 120 Εἰρηνοδικείων; Ἐὰν ἐζήτησε τὰς γνώμας τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ παλαιοῦ νόμου, μοὶ φαίνεται ὅτι ματαίως ἐκοπίασε, διότι αἱ γνῶμαι τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσιν οὐδὲ ἔπρεπε νὰ προκληθῶσιν. Ἐὰν ἐζήτησε τὰς γνώμας τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου περὶ καταργήσεως μέχρις 120 Εἰρηνοδικείων....
§35Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος αὐτός;
§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐδημοσιεύθη. Τότε εἶναι ἐξεταστέον πρὸς τίνα θὰ ὑποβληθῶσιν αἱ γνῶμαι αὐταὶ κατὰ τὸν νέον νόμον. Περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων κατὰ τὸν νέον νόμον θ’ ἀποφανθῇ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ καταρτισμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων ἐδέχθη τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν, δηλ. ὅτι ἐν τῷ νόμῳ δὲν ὑπάρχει καθιδρυμένον τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, καὶ τοῦτο δεχθεῖσα ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑποβαλοῦσα νομοσχέδιον βεβαίως ἐδήλωσεν ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν γνώμην ἐκείνην, ὅτι δὲν ὑπάρχει σήμερον Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῶσιν αἱ γνωμοδοτήσεις. Ἀλλά, ἐὰν ἐμμένῃ πάλιν καὶ φρονῇ ὅτι ὑπάρχει Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ἱδρυθὲν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὸ Δικαστικὸν ἐκεῖνο Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων τῶν Πρωτοδικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἁρμοδιότης, ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς καταργήσεις καὶ συστάσεις τῶν Εἰρηνοδικείων, ἔπαυσεν· ἀλλὰ τί μένει τώρα, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε δὲν ἔχομεν Συμβούλιον καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν προτάσεων τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων; Διατί ζητοῦσιν αὐτάς; Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠξεύρει ποίαν ἔχει ὡρισμένην ἰδέαν περὶ τῆς καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἀντελήφθημεν ἐκ τῆς προχείρου ἀναγνώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ συμπεραίνω ὅτι ἔχει πάσας καὶ οὐδεμίαν ἰδέαν ἔχει περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων· ὅτι ἀκόμη δὲν ἔχει ὡρισμένον οὐδὲ τὸν τρόπον τῆς καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων οὔτε τὸν ἀριθμὸν οὔτε τὰ ὀνόματα τῶν Εἰρηνοδικείων τὰ ὁποῖα θὰ καταργηθῶσι.
§37Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ πίστωσις καὶ ἑπομένως ἔχει ὡρισμένην γνώμην.
§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι οὐδεμίαν ὡρισμένην γνώμην ἔχει. Κατὰ τὸν νόμον τὸν τελευταίως ψηφισθέντα δύνανται νὰ καταργηθῶσι μέχρις 120 Εἰρηνοδικείων μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διαγράφῃ τὴν πίστωσιν τῶν 120 Εἰρηνοδικείων, θὰ προτείνῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὴν κατάργησιν τῶν 120 Εἰρηνοδικείων ἢ θὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν μόνον 50 Εἰρηνοδικείων; Καὶ πότε θὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν; Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ ἱδρυθῇ κατὰ Ἰανουάριον, θ’ ἀποφανθῇ κατὰ Φεβρουάριον καὶ δὲν ἠξεύρω πότε θὰ τελειώσωσιν αἱ γνωμοδοτήσεις. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τῶν 200 τόσων Εἰρηνοδικείων, ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ ἡ πίστωσις τῶν 120 Εἰρηνοδικείων, πόσοι καὶ ποῖοι θὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῆς ὑπολειπομένης πιστώσεως τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Ἐμειώθη ἡ πίστωσις, διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἐγένοντο μεγάλαι οἰκονομίαι, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς. Αὐτὸ ἀφορᾷ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σχηματίζουσι τὰς πεποιθήσεις των περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν ἐντυπώσεων τῶν πρώτων, καὶ αὐτοὶ βεβαίως θὰ μείνωσι πεπλανημένοι. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο. Ἀφαιρεῖται πίστωσις διὰ 120 Εἰρηνοδικεῖα· διὰ ποῖα Εἰρηνοδικεῖα; Ποῖα εἶναι τὰ ὑπολειφθησόμενα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσῃ ἡ πίστωσις ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Περὶ τούτου οὐδὲν εἶναι γνωστόν, καὶ ὅταν λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ὡρισμένον σχέδιον διὰ τὴν κατάργησιν ὡρισμένων Εἰρηνοδικείων, λέγω ἀκριβῆ. Δὲν εἶναι δὲ τοῦτο μόνον· εἶναι καὶ τὰ ἄλλα φαινόμενα, ὅτι ζητεῖ γνωμοδοτήσεις τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων καὶ ζητεῖ γνωμοδοτήσεις τοιαύτας χωρὶς πλέον ταῦτα νὰ εἶναι ἁρμόδια καὶ χωρὶς νὰ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς γνωμοδοτήσεις ταύτας. Καὶ ζητεῖ τὰς γνωμοδοτήσεις ταύτας παρὰ τῶν Συμβουλίων τῶν Πρωτοδικῶν. Διατί; Διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν αὐταὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ὡς διατυποῦσαι τὴν γνώμην τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν. Ἀλλά, ἂν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη αὐτῶν, τίς θὰ κρίνῃ; Θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν πῶς παρεκινήθησαν τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια νὰ ὑποβάλωσι γνωμοδοτήσεις. Ἐδόθησαν διαταγαὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἢ αὐτεπαγγέλτως προέβησαν εἰς τὴν ὑποβολὴν γνωμῶν; Ὁποῖαι δέ τινες εἶναι αἱ προτάσεις τῶν εἰσαγγελέων, καί, ἂν ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων, εἶχον διαταγὰς οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ ποίας; Καὶ τότε θὰ εὕρωμεν διατί ἐζητήθησαν αἱ γνῶμαι τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως οὐδεμίαν ἐξ αὐτῶν ἔχομεν, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν Προϋπολογισμὸν οἷον ἔχομεν, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἁρμοδιότητα οἵαν ἔχομεν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὡς ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις, δὲν δικαιούμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέτρον ἔχει ἐν τῷ νῷ αὐτῆς. Δὲν ἐνόησα τὴν πορείαν αὐτῆς κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι, νομίζω, ἀσφαλὴς κυβερνητικὴ πορεία ἡ πορεία αὐτῆς καὶ δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συντελῇ εἰς τοιαύτην πορείαν ἐπὶ πόσῳ σπουδαίων ζητημάτων, ἀλλὰ πρέπει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἐχάραξε δι’ ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς εὐκαιρίας νὰ καθορίσῃ γενικούς τινας κανόνας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων καὶ τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἂν συσταθῇ τοῦτο, νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὰς διαθέσεις τῶν ἑκασταχοῦ Ἀρχῶν ἢ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργείου ἢ εἰς τὴν πρόχειρον γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἡ κατάργησις τῶν Εἰρηνοδικείων· διότι θέλει ἐπέλθει κακὸν μέγα εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι μόνον δικαιοσύνην εἰρηνοδικειακὴν ἀπολαμβάνουσι, καὶ θέλομεν ἔχει ἐξέγερσιν ὄχι ἐκείνην τὴν ὁποίαν παρατηροῦμεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀπό τινων ἡμερῶν, ἀλλὰ μεγαλειτέραν ἐξέγερσιν δυναμένην νὰ ἐπιδράσῃ σοβαρῶς ἐπὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ὁποίαν ἐμμένει κατ’ ἐμὲ ὀρθὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἣν ἐσχημάτισε μετὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου, τοῦ νὰ φέρῃ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρὸ καιροῦ ὑπέβαλε, τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι πάντα ταῦτα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀποφύγωμεν πάντα τὰ ἄτοπα, ὅσα ὑπέδειξα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι.
§39Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος ὁ προλαλήσας εἶπε καταλήγων ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἐξ ἀρχῆς περὶ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ συμπληρωτικοῦ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, πρέπει νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τούτου, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ συμπληροῦν τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, ὅτε θέλει ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. συνάδελφος εἶχέ ποτε τὴν ἀμφιβολίαν ἢ ἔσχε τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἡ εἰσαγαγοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀνεγνώρισε τουτέστιν ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸ ὁποῖον θ’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἡ εἰσαγαγοῦσα τοιοῦτον νομοσχέδιον καὶ ἀναγνωρίσασα τὴν ἀνάγκην πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ψηφισθέντος νόμου νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον καὶ μετὰ τὴν ὁμόθυμον γνώμην τῆς Βουλῆς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός, πῶς εἶναι δυνατόν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην.
§40Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐνόμισα.
§41Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διότι τότε ἠθέλομεν καταδείξει ὅτι παίζομεν ἐνταῦθα· ἠθέλομεν παρουσιάσει τὸ ἀναξιοπρεπὲς φαινόμενον ἀνθρώπων καταπεσόντων μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε νὰ παραιτῶσι τὰς σκέψεις αὐτῶν ἐν πάσῃ στιγμῇ καὶ συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε παρεμβάλλονται κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πράξεων αὐτῶν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει συνηθίσει ἡμᾶς ἐνταῦθα ἀπό τινων ἡμερῶν καὶ ἔχει ἀποδείξει ὅτι ὀλίγον εὐλαβεῖται τὴν θέσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὀλίγον εὐλαβεῖται καὶ ἑαυτὴν ἀκόμη, εἰς τρόπον ὥστε ἡ πρόχειρος αὐτὴ ἀπόδειξις τῆς ἀνευλαβείας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὰς γνώμας ἑαυτῆς νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ καταπλήξῃ τινά. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν, ἵνα ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς καὶ δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις ἐνταῦθα ὅστις νὰ ὑποστηρίξῃ μεθ’ ὅσα εἶπεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ καταργήσῃ τὰ Εἰρηνοδικεῖα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Κύριοι, ἐνταῦθα εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύωσι τοὺς νόμους αὐθεντικῶς καὶ ἤθελον παραχωρήσει τὸ δικαίωμα τοῦτο προκειμένου περὶ ἑρμηνείας, εἰς ἐκείνους εἰς οὓς ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι ἤδη γεγενημένη, διότι ἡ Βουλὴ ὁμόθυμος ἀπεδέχθη, ὅτε ἐγένετο συζήτησις περὶ τούτου, τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν ἀνεβλήθη ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦτο ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προηγηθῇ ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων, ὅπως γένηται δυνατὸν τυπικῶς νὰ γίνῃ ὁ συμπληρωτικὸς νόμος, ὁ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου. Κατόπιν τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐκφράσῃ τις ἀπορίαν πῶς ὁ κ. προλαλήσας ἀμφισβητεῖ ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταρτισμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν, διότι παρέχει ἐγγυήσεις περὶ τῆς καλῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου θέλω ζητήσει, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ ἀποτελέσωσι μέρος καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, οἱ μόνοι ἁρμόδιοι ἵνα κρίνωσι περὶ τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων τῆς περιφερείας αὑτῶν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἡ ἰδία ὕλη ἡ συγκεντρουμένη εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου θέλει χρησιμεύσει καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Συμβούλιον, ὅπως ὁδηγηθῇ ποῖα τὰ καταργητέα Εἰρηνοδικεῖα. Ἀλλ’ ἡ ὕλη, ἥτις θὰ προσκομισθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῆς καλῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Φοβοῦμαι δ’ ὅτι αἱ προκληθεῖσαι γνωμοδοτήσεις δὲν εἶναι ἐκεῖναι αἵτινες δύνανται νὰ καθοδηγήσωσι καλῶς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐζήτησα πρὸ ἡμερῶν τὰς γνωμοδοτήσεις τὰς ἀφορώσας τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων Πατρῶν καὶ Ἠλείας, ἵνα ἐννοήσητε ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν αἱ προτάσεις τὰς ὁποίας προυκάλεσεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα καθοδηγήσῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων λειτουργοῦσι 4 Εἰρηνοδικεῖα, ἤτοι τὰ Εἰρηνοδικεῖα Καλαβρύτων, Ἀροανίας, Νωνάκριδος καὶ Κλειτορίας, ἐπρότεινε δὲ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ καταργηθῇ τὸ τῆς Κλειτορίας καὶ διατηρηθῇ τὸ τῆς Ἀροανίας, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὑπαχθῇ ἡ περιφέρεια τοῦ Εἰρηνοδικείου Κλειτορίας. Ἐζήτησε δὲ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι, λέγει, δὲν εἶναι δυνατὸν λόγῳ τοῦ ὀρεινοῦ τῶν μερῶν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ψωφῖδος νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κλειτορίας. Τὸ Συμβούλιον ὅμως λέγει νὰ γίνῃ τὸ ἀντίθετον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ κάτοικοι τῆς Ψωφῖδος νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Σοπωτὸν τῆς Ἀροανίας. Τί συνέβη, ὥστε τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα; Ἐγὼ δὲν θ’ ἀναφέρω ἐνταῦθα τὰ λαβόντα χώραν, διότι δὲν θέλω νὰ συντελέσω ποσῶς εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ γόητρου τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ πλέον. Συζητοῦνται ἐν Πάτραις εὐρέως τὰ συμβάντα καὶ τὰ γνωρίζει ἴσως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὕλη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμερίμνησεν ὅπως φέρῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἵνα τῷ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγός. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο τὸ ἄτοπον, ὅπερ παρουσιάζει ἡ ἐνέργεια ἡ προπαρασκευαστικὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ἐνῷ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ καταργήσῃ μέχρις 120 Εἰρηνοδικείων, εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον παραγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς καταργήσεως πλέον τοῦ ἡμίσεος τῶν Εἰρηνοδικείων τῆς περιφερείας καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ ποῖον Εἰρηνοδικεῖον πρέπει νὰ καταργηθῇ καὶ ποῖον ὄχι. Ἀλλά, ὅπως ὑπῆρξεν αὐθαίρετος ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, αὐθαιρετωτέρα εἶναι ἡ ἀπάντησις τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων. Νομίζω δ’ ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἔκφρασιν ἀνευλαβείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν «θὰ καταργήσῃς 120 Εἰρηνοδικεῖα», ἀλλὰ «μέχρις 120».Ἤδη ὅμως ἡ Κυβέρνησις συγκεντρώσασα τὴν ὕλην προέγραψεν 120 Εἰρηνοδικεῖα, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἀφῄρει τὴν σχετικὴν πίστωσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τῶν Εἰρηνοδικείων τούτων. Ἀλλά, ἐὰν τὰ Συμβούλια εἴπωσιν ὅτι οὐδὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ, θὰ τρέχῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν νέαν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε διὰ τοῦ νόμου.
§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Εἶναι ἐπέκτασις τῆς ὑπηρεσίας.
§43Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἔχετε δίκαιον. Τί θέλει συμβῆ λοιπόν, ἐὰν δὲν καταργηθῶσι δυνάμει τῶν ἀποφάσεων τῶν Συμβουλίων; Πῶς θὰ διεξάγηται ἡ ὑπηρεσία τῶν Εἰρηνοδικείων τούτων; Κύριοι, καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ εἰδικοῦ τούτου θέματος ἡ Κυβέρνησις ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ ὅ,τι ἐνέδειξε πρὸς αὐτὴν ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῇ ὅ,τι εἶπε πρὸς αὐτὴν ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον. Δὲν πρόκειται νὰ καταργηθῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ Εἰρηνοδικεῖον. Τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶπον καὶ εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ αὐτῆς. Ἐγὼ θέλω ζητήσει, ἐπιστάσης τῆς ὥρας, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπερ ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε, ἐὰν δὲν συμπληρώσωμεν τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἴχνος ἀξιοπρεπείας ἐπὶ τέλους.
§44Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺς λόγος, Κύριοι, γίνεται περὶ ἀξιοπρεπείας, πολὺς λόγος γίνεται ἐπίσης περὶ ἀνευλαβείας πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ μομφὴ αὕτη δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, πρὸ παντὸς ὅταν ἀπευθύνηται πρὸς ἐμέ, διότι ἐγὼ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀπέδειξα ὅτι εὐλαβοῦμαι τὴν Βουλήν, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην. Διότι ἐγὼ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου προῆλθον καὶ διὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἐννοῶ νὰ ὑπάρξω· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐξέφρασα, ὅτι ἄνευ τοῦ Κοινοβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πολίτευμα. Λοιπὸν ἀπορῶ διὰ τὰς μομφὰς ταύτας, αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιαι οὔτε δεδικαιολογημέναι. Ἀλλ’ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα. Κύριοι, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν κατόπιν δημοσίευσιν τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων ἐνομίσαμεν ὅτι ἴσως τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῷ πρώτῳ νόμῳ, διότι ὁ πρῶτος νόμος ἀναφέρει καὶ ὁρίζει τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῷ δευτέρῳ νόμῳ περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς κατάργησιν αὐτῶν. Συνεβουλεύθημεν δὲ καὶ νομομαθεῖς, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην ταύτην.
§45Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐδῶ τί εἴμεθα;
§46Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι δὲ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχει.
§47Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μόνος ἐξ ὅλων τῶν Βουλευτῶν.
§48Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡμεῖς ἐν τῷ μεταξὺ ἔχομεν ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν. Δηλῶ δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἂν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι βεβαία ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην· ἀρκεῖ μόνον νὰ διαφυλαχθῇ, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος καθ’ ὃν τὰ Εἰρηνοδικεῖα ταῦτα θέλουσι καταργηθῆ.
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ ὀρθῶς.
§50Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἔσπευσα νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἐπιθυμῶ νὰ λείψῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἀφοῦ τόσον βραχὺς εἶναι ὁ χρόνος, νὰ λείψῃ ἡ ἀπεραντολογία. Βεβαίως τὰ πράγματα πρέπει νὰ ὑποδεικνύωνται· βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ ἡμῶν ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία δὲν λείπει ἀπὸ ἡμᾶς, νὰ εἶσθε δὲ βέβαιοι πάντες οἱ ἀποτελοῦντες μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εὐλαβηθῶ τὸ Κοινοβούλιον.
§51Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Οἱ λόγοι, κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐπιβαλόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάργησιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὑπάτης ὡς καὶ τὴν κατάργησιν τῶν ἄλλων Εἰρηνοδικείων ἦταν βεβαίως οἰκονομικοί. Ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου,— διότι αὐτὴν ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ,— ἐὰν ἡ βάσις, λέγω, ἦσαν λόγοι οἰκονομικοί, τότε ἀπορῶ πῶς δὲν ἐτέθησαν ὑπὸ ἐξέτασιν οἱ οἰκονομικοὶ οὗτοι λόγοι. Ἠδύνατο, κ. Πρόεδρε, καὶ ἔπρεπε κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην νὰ ἐρωτηθῶσι τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια ὄχι ἁπλῶς, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν, ἂν πρέπει νὰ καταργηθῶσιν ἢ ἂν πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ ἥμισυ τῶν Εἰρηνοδικείων, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῶσι τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια καὶ αἱ κατὰ τόπους διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ἂν ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ Α ἢ Β Εἰρηνοδικείου ἤθελε προκύψει ὠφέλεια ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἂν θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὑπάτης ἢ τοῦ Εἰρηνοδικείου Κρίσσης ἢ τῶν ἄλλων Εἰρηνοδικείων ὠφέλεια εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ποία, ἢ πόσον ζημιοῦται τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν. Ἐὰν τοιουτοτρόπως ἐτίθετο τὸ ἐρώτημα εἰς τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια καὶ εἰς τὰς ἁρμοδίας διοικητικὰς Ἀρχάς, ἤμην πλέον ἢ βέβαιος ὅτι ἅπασαι αἱ Ἀρχαὶ ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι δὲν συμφέρει ἡ κατάργησις τῶν 120 Εἰρηνοδικείων ἢ τοῦ πλείστου μέρους αὐτῶν. Πιθανὸν μεταξὺ τῶν 120 νὰ ὑπάρχωσι καὶ ὀλίγα τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι πρόξενα ζημίας εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ πάντως εἶναι πρόξενα ὠφελείας διὰ τὴν κοινωνίαν τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ὑπάτης, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κρίσσης καθὼς καὶ τὰ πλεῖστα τῶν ἄλλων Εἰρηνοδικείων, ὧν ζητεῖται ἡ κατάργησις· δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι πρόξενα ζημίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα παρέχουσιν ὠφελείας μεγάλας καὶ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Φαινομενικῶς ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὅτι ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων ἐπέρχεται ὠφέλεια εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 400,000 δραχμῶν. Ἐὰν ὅμως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ βάθος, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὠφέλεια εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ βλάβη μεγίστη καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἶμαι βεβαιότατος, καὶ προκαλῶ πάντα νὰ μὲ διαψεύσῃ, ὅτι ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων θὰ προέλθῃ 1) μείωσις τῆς καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου· ἰδοὺ μία ζημία καταφανὴς οὐ μικρά, ἀναμφισβήτητος. 2) μείωσις τῶν εἰσπραττομένων ἤδη ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων. 3) αὔξησις τῶν ὁποίων πληρώνει τὸ Δημόσιον ὁδοιπορικῶν ἐξόδων καὶ 4) ἐλάττωσις τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι ἡ μὴ παρουσία τοῦ εἰρηνοδίκου θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μὴ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων· διότι σήμερον εἷς ἐνωμοτάρχης ἔχων τὸν εἰρηνοδίκην πλησίον του ἐκτελεῖ μετὰ πλειοτέρου φόβου καὶ σεβασμοῦ τὰ τῆς εἰσπράξεως ἐντάλματα. Ἐὰν οὕτως ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν ἐτίθεντο τὰ ἐρωτήματα εἰς τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια καὶ εἰς τὰς ἁρμοδίας διοικητικὰς Ἀρχάς, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐν ἑνὶ στόματι πᾶσαι θὰ ἐγνωμοδότουν ὅτι δὲν συμφέρει ἡ κατάργησις τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἐκτὸς τούτου εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι θὰ διασαλευθῇ ἐν γένει ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια. Διὰ τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντός, ἂν σκέπτηται νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων ἄνευ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα πάντα, νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ ζητοῦσα τὰς δεούσας πληροφορίας. Οὕτως εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν 120 Εἰρηνοδικείων δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ καταργήσῃ παρὰ ἐλάχιστα. Τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ χάριν τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς κοινωνίας.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρίτσας.
§53Ν. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπειδὴ ὅλοι θέλουσι, βλέπω, νὰ δημοκοπήσωσι, θὰ βοηθήσω καὶ ἐγὼ τὴν δημοκοπίαν καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις διὰ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ὑπάτης καὶ νὰ μὴ καταργηθῇ τοῦτο, καθόσον τοὺς ὑπαλλήλους δύναται νὰ πληρώνῃ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Αἰγιαλείδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τηλεγραφήματος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Βόλου.
§55Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἀναβάλλω.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλέσσας ἔχει τὸν λόγον περὶ διαφόρων ὑποθέσεων.
§57Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς μεγάλην στενοχωρίαν καὶ δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐπιληφθῇ ὑποθέσεων μὴ ἐχουσῶν σπουδαῖον χαρακτῆρα. Ἀλλὰ νομίζω προσέτι ὅτι πάντοτε ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ἐστραμμένην τὴν προσοχὴν αὑτῆς εἰς τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν τοῦ λαοῦ, διότι, ὅταν ὁ λαὸς στερῆται ἀσφαλείας, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταβάλλῃ φόρους. Ἐν Μεσσήνῃ τελοῦνται καθ’ ἑκάστην ἐγκληματικαὶ πράξεις, ἀναιρέσεις, φόνοι καὶ ἀπαγωγαί, οἱ δὲ ἐγκληματίαι περιφέρονται ἐλεύθεροι μὴ ὑπάρχοντος στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει καὶ νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Εἰς ἕκαστον δῆμον τοῦ νομοῦ Μεσσήνης ὑπάρχουσι 5 ἕως 10 φυγόδικοι, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τούτοις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ γένηται λόγος περὶ τούτου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ συμπληρώσῃ τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ἀναθέτων τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ εἰς ἀμερόληπτον καὶ ἱκανὸν ἀξιωματικόν, διότι μέχρι σήμερον ὁ τόπος ἐκεῖνος πάσχει ἕνεκα τῶν ἐγκληματιῶν, οἱ ὁποῖοι περιφέρονται ἐλεύθεροι εἰς τὰς κώμας καὶ πόλεις. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ ἰδιαίτερα καὶ λυποῦμαι, διότι εἶναι καὶ φίλος μου, καὶ δὲν δίδει προσοχὴν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐμερίμνησε περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ παρανόμως συσταθέντος φαρμακείου Λεονταρίου καὶ δὲν ἀπήντησε πρὸς ἡμᾶς, καίτοι παρῆλθον δύο μῆνες· πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τάξεως ἐν Μεσσήνῃ; Βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι τὰ πνεύματα τοῦ λαοῦ εἶναι τόσον ἐξηρεθισμένα, ὥστε δὲν ἠξεύρω εἰς τί δύναται νὰ προβῇ οὗτος βλέπων ὅτι στερεῖται τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, ἐνῷ ἐξ ἄλλου οἱ εἰσπράκτορες πιέζουσι τοὺς πολίτας καθ’ ἑκάστην νὰ πληρώσωσι φόρους. Καὶ διατί νὰ πληρώνωσι φόρους, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσι τῆς οἰκίας των ἀπὸ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα; Ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὄχι νὰ πιέζῃ τὰς Ἀρχάς, ὥστε νὰ ὑποβάλλωσι προτάσεις περὶ παύσεως ἱκανῶν καὶ ἐντίμων ὑπαλλήλων. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προνοήσῃ ταχέως ὅπως σταλῇ ἀπόσπασμα πρὸς καταδίωξιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ὁμολογῶ ἐγὼ ὅτι θὰ ὑψώσω σημαίαν μὴ πληρωμῆς φόρου. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ τοῦ ἑξῆς. Ὁ σχολάρχης Θουρίας κατεδικάσθη εἰς δίμηνον φυλάκισιν ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔσπευσε νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ καὶ ὅλος ὁ δῆμος εἶναι ἐν ἀναστατώσει, διότι δὲν γνωρίζουσι πῶς θὰ καταρτισθῶσιν οἱ μαθηταί, ὥστε νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις κατὰ τὸν προσεχῆ Ἰούνιον. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα, διότι εἶναι σπουδαῖον. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν συγχώνευσιν τῶν δήμων, διότι δι’ αὐτῆς θὰ βελτιωθῶσιν οἱ δῆμοι. Ὁ δῆμος Ἀλαγονίας ἔχει 3000 ἐτήσιον εἰσόδημα· δὲν ἠξεύρω διατί νὰ μὴ ὑπαχθῇ εἰς τὸν δῆμον Καλαμῶν. Λέγων τοῦτο ὁμιλῶ κατὰ τοῦ προσωπικοῦ μου συμφέροντος, ἀλλὰ τὸ προσωπικὸν συμφέρον πρέπει νὰ κύψῃ ἀπέναντι τοῦ γενικοῦ συμφέροντος. Ἡ συγχώνευσις τῶν δήμων θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ λαοῦ, διότι οἱ δῆμοι οἱ ἔχοντες τοιαῦτα εἰσοδήματα δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα σπεύσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ Δικαστηρίου ἐν Καλάμαις. Πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ πέντε ἔτη ἔμεινεν ἐν Καλάμαις ὁ κ. Μανουσόπουλος —δὲν ἐξετάζω ἂν εἶναι ἱκανὸς ἢ ὄχι— καὶ ἐνῷ εἶχε μετατεθῆ, τὸν ἐπανέφερον πάλιν πρὸ ἑνὸς ἔτους, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐν Καλάμαις μένων ἐπὶ πέντε ἔτη ἤθελε συγχρωτισθῆ, ὅπως ἐθεωρήθη δι’ ἄλλους δικαστάς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν δεόντων, διότι δὲν εἶναι ἀνεκτὴ ἡ τοιαύτη κατάστασις.
§58Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπὶ δύο θεμάτων εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ φίλον ἐκ Καλαμῶν. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι ἡ εὐχὴ τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, ὅπως ἴδῃ συγχωνευομένους τοὺς δήμους. Εἰς τοῦτο εἶμαι συμφωνότατος καὶ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ ἐλπίζω τῇ συνδρομῇ τῆς Βουλῆς νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Τὸ ἕτερον θέμα εἶναι ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου δὲν ἤκουσα τὰς πρώτας λέξεις τοῦ κ. συναδέλφου καὶ βεβαίως ἐζήτησα νὰ τὸν ἀκούσω, ὄχι νὰ τὸν διαψεύσω· διότι εἶναι δυστυχῶς γνωστὸν ὅτι ὄχι σήμερον, ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν δὲν εἶναι πάντοτε ἐν ἀκμῇ. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς γνωρίζετε, εὑρίσκεται ἐν ἐκτάκτοις ἀσχολίαις, ἀλλὰ δὲν θέλω παραλείψει νὰ πράξω περὶ τοῦ θέματος τούτου ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§59Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Καὶ διὰ τὸ φαρμακεῖον, παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ.
§60Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ φαρμακεῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔπραξα, ὄχι διότι δὲν ἠθέλησα, ἀλλὰ διότι ἀπησχολούμην εἰς σπουδαιότερα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης ἔχει τὸν λόγον.
§62Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἀναβάλλω, κ. Πρόεδρε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον περὶ ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας Κύμης, Σκύρου, Σκοπέλου, Σκιάθου κλπ.
§64Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κατόπιν δικαίων παραστάσεων ἠθέλησε νὰ ἐκθέσῃ εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν καὶ τὴν συγκοινωνίαν τῆς ἀγόνου γραμμῆς Κύμης, Σκύρου, Σκοπέλου καὶ Σκιάθου. Δυστυχῶς ὅμως αἱ ἑταιρεῖαι αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦσιν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὴν γραμμὴν ταύτην ἀπετέλεσαν ἓν τρὰστ καὶ δὲν ἀπεδέχθησαν τὴν γραμμὴν αὐτήν. Ἐνῷ δὲ παρουσιάζεται ἄλλη ἑταιρεία ἡ ὁποία ἐδήλωσεν ὅτι τὴν δέχεται, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον ἡ ὑπηρεσία τῶν ταχυδρομείων δὲν θέλει μεμονωμένως ν’ ἀναθέσῃ τὴν συγκοινωνίαν αὐτήν. Ἵνα μὴ μακρηγορῶ, καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θελήσῃ, κηδόμενος τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐγκρίνῃ κεχωρισμένως ἑκάστην γραμμήν, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μεγάλως θὰ ἐξυπηρετηθῶσι καὶ τὰ μέρη ταῦτα θ’ ἀποκτήσωσι συγκοινωνίαν. Προσθέτω εἰς ταῦτα καὶ τὴν πληροφορίαν ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπλήρωνε τὸ Δημόσιον διὰ τὴν γραμμὴν ταύτην 70,000 δραχμῶν, ἡ δὲ ἑταιρεία Γιαννουλάτου–Δεστούνη προσφέρεται ν’ ἀναλάβῃ τὴν συγκοινωνίαν ταύτην μὲ μόνον 35,000 δραχμῶν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος κ. Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον περὶ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Λίμνης τῆς Εὐβοίας δι’ ἀπαλλαγὴν φόρου πορθμοῦ.
§66Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1853 ὑπεβλήθησαν λιμένες τινὲς τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου εἰς τὴν ὑποχρέωσιν πληρωμῆς ὡρισμένων λιμενικῶν δικαιωμάτων χάριν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου. Βραδύτερον δὲ ἐξηρέθησαν ὅλοι οἱ λιμένες, ἔμεινε δὲ μόνον ὁ τῆς Λίμνης, πόλεως ἡ ὁποία καὶ λιμένα ἔχει κατασκευάσει καὶ πολλὰ δι’ αὐτὸν δαπανᾷ καὶ εἶναι ἡ μόνη ἴσως πόλις τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου ἡ ὁποία δὲν ποιεῖται χρῆσιν τοῦ πορθμοῦ, διότι τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα μεταφέρει εἰς Χαλκίδα καὶ ἀντιθέτως, ἐπιβιβάζονται καὶ ἀποβιβάζονται διὰ τοῦ βορείου λιμένος τῆς Χαλκίδος. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἔχει ὑποβληθῆ καὶ ἀναφορὰ τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Λίμνης, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος κ. Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς κατάστασιν ἐνεργείας τοῦ ὑπομοιράρχου Κουνάδη.
§68Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ τελευταῖον ζήτημα ἀναφέρεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μετέχει τούτου. Πρόκειται περὶ τοῦ ὑπομοιράρχου Κουνάδη, ὅστις εἶχεν ἐν τῷ Μητρῴῳ τῆς Σκύρου ἐγγραφῆ ὑπὸ ἔτος γεννήσεως 1858, καίτοι δὲ ὁ πατήρ του τὸν εἶχε δηλώσει εἰς ἄλλον δῆμον μὲ ἄλλην ἡλικίαν μεγαλειτέραν, ὅτε ἐκλήθη νὰ δηλώσῃ τὴν ἡλικίαν του, ἐδήλωσε τὸ ἔτος 1858. Ἑπομένως συνήφθη οἱονεὶ σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀλλ’ ἐνδιαφερόμενοι ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ζητοῦντες νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν αὐτοῦ κατώρθωσαν νὰ τροποποιήσωσι τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ καὶ τὸν μεταφέρωσιν εἰς τὸ Μητρῷον τῆς Κύμης μὲ ἔτος γεννήσεως 1848. Κατέφυγε τότε ἀναφερόμενος εἰς τὰ Δικαστήρια φθὰς μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐδικαιώθη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του καὶ καταλάβῃ τὸν βαθμόν του. Ἡ ἀπόφασις κατέστη τελεσίδικος καὶ λαμβάνει τὴν μισθοδοσίαν του. Καίτοι ὅμως εἶναι ἀκμαιότατος, δὲν λαμβάνει τὸν βαθμόν του. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις ἀνεγνώρισεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα ν’ ἐπανακτήσῃ τὸν βαθμόν του καὶ τὰς ἀποδοχάς του.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου ᾼϠϞΘʹ τοῦ 1892». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 673). Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον περὶ τῆς ἀπορριφθείσης δωρεᾶς Μπενάκη, τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις ἐζητήθη νὰ γενικευθῇ διὰ προτάσεως δέκα Βουλευτῶν.
§70Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀναβάλλεται καὶ διακόπτομεν διὰ τὸ ἀπόγευμα. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 25′ μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρᾳ 5. 30′ μ. μ.) (Ἐπαναληφθείσης τῆς διακοπείσης συνεδριάσεως ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Νέγρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ συμπληρωτικοῦ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου.
§73ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διεκόπη χθὲς ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Κατὰ τὰ εἰθισμένα ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ προταχθῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, νὰ θεωρηθῇ δηλαδὴ ὡς ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησίς τις, νὰ προταχθῇ σήμερον.
§74Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον νὰ ζητήσω, κ. Πρόεδρε· νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§76ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἠγέρθησαν, Κύριοι, χθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως ἀμφιβολίαι, ἂν ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρέθην ἐν καλῇ τῇ πίστει ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Βουλῆς. Τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι ἂν τῳόντι ἐσκέφθην ἐγὼ σοβαρῶς ν’ ἀθετήσω μονομερῶς τὰς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ὁμολογιούχων τοῦ δανείου τῶν 20.000,000, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύει ἡ συνομολογήσασα τὸ δάνειον τοῦτο Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ὡς ὑπεβλήθη ἀρχικῶς τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Νοεμβρίου, ἠδύνατο νὰ παράσχῃ αὐτὸ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, διότι οὐδεὶς λόγος ἐγένετο ἐν αὐτῷ περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως, τὸ ὁποῖον ἦτο προωρισμένον διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἐμμέσως ὡς ὑπέγγυος πρόσοδος διὰ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000. Ἀλλά, Κύριοι, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 2 Δεκεμβρίου ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1910, δι’ οὗ ἀποδεικνύεται τρανῶς ὅτι οὐδαμῶς, οὐδέποτε ἐσκέφθην ἐγὼ νὰ θίξω τὰ δικαιώματα τῶν ὁμολογιούχων τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, οὐδὲ νὰ μειώσω κἂν τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου Ἀμύνης. Ἰδοὺ τί ἀναγράφω ἐν τῷ σχετικῷ κεφαλαίῳ καὶ ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ δεκατημόριον τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων (δρχ. 38,000,000 μετὰ τῶν ἐκ τῆς σακχάρεως εἰσπράξεων), ἀποδιδόμενον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης (Κεφ. Δʹ, ἄρθρον 1 προϋπολογισμοῦ ἐσόδων), μεῖον τῶν εἰσπράξεων τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου ἐκ δραχμῶν 5,000 000». Καὶ ἀπέναντι εἰς τὴν στήλην τῶν παρατηρήσεων ἀναγράφω: «Τὸ ποσὸν τῆς ἀποδόσεως ταύτης τροποποιηθήσεται διὰ δηλώσεως πρὸς τὴν Βουλήν, κατόπιν ἐπακριβοῦς ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑποκειμένων εἰς δεκατημόριον ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰσπράξεων μετὰ τὰς γενομένας διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ πολλὰς καὶ οὐσιώδεις μεταβολὰς καὶ κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς ἣν τυγχάνουσιν ἐκκεχωρημένα τὰ ἀποδιδόμενα ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν φρ. χρ. 20,000,000, ὡς ἐπίσης καὶ κατόπιν ἐκτιμήσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ ῥηθέντος ταμείου». Μετὰ τὴν τοιαύτην, Κύριοι, ἀναγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἐρωτῶ πάντα εὐσυνείδητον Βουλευτὴν ἂν δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἐμὲ κακὴ πίστις τόσον ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅσον καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ὡς ἠθέλησαν χθὲς τὴν ἑσπέραν νὰ παραστήσωσί τινες τῶν κυρίων συναδέλφων. Λαμβάνω, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τὰ χθὲς αἰτηθέντα ἔγγραφα, τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως.
§77Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τέλους!
§78ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ἐπὶ τέλους, διότι μόλις σήμερον ἔλαβον τὴν γραπτὴν ἀπάντησιν τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ ἐμὸν ἔγγραφον, δι’ οὗ; λόγους θὰ ἐκθέσω μετ’ ὀλίγον. Πρὸ τούτου ὅμως δηλῶ ὅτι ἐγώ, ἅμα τῇ συντάξει τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, ἐβολιδοσκόπησα τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν συνομολόγησιν μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τὸ δάνειον τῶν 20,000, 000· διότι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἔχει συνομολογηθῆ τὸ δάνειον τοῦτο, εἶναι λίαν ἐπαχθεῖς διὰ τὸ Κράτος. Τούτου ἕνεκεν ἐπεφυλάχθην τότε νὰ συμπεριλάβω καὶ τὸ δάνειον τοῦτο εἰς ἄλλο μεγαλείτερον ὑπὸ ὅρους ἧττον ἐπαχθεῖς· εἶχον δὲ ἀνακοινώσει προφορικῶς τὰς τοιαύτας μου σκέψεις πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι, ὡς γνωστόν, ἰδιαίτεροι δεσμοὶ μὲ συνδέουσι πρὸς ἓν τῶν μελῶν της. Οὐδέποτε, Κύριοι, ἐφαντάσθην ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν προθέσεών μου καὶ νὰ πιστευθῇ ὅτι ἐγὼ μονομερῶς καὶ αὐθαιρέτως ὅλως θὰ ἠθέτουν τὰς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις διὰ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000. Διὰ τοῦτο εἶχον προέλθει εἰς συνεννοήσεις προφορικάς, συνέπεια τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ν’ ἀναγράψω μὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὅ,τι πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνωσα, νὰ ὑποβάλω δὲ ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνωστὴν τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ταῦτα, νομίζω, εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσωσι καὶ τὸν μᾶλλον δύσπιστον ὅτι ἐγὼ ἐσεβάσθην τὴν σύμβασιν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Τραπέζης. Διαβεβαιῶ δέ, Κύριοι, νῦν ὑμᾶς καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν οὐδὲν ἔγγραφον εἶχον λάβει παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ πρῶτον μοὶ ἐπεδόθη τοιοῦτον ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα ἐζήτει νὰ ἐπιφυλάξῃ τὰ δικαιώματά της, τῇ 16 τρέχοντος μηνός. Ἅμα ἔλαβον αὐτὸ ἔσπευσα ἀμέσως ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸ τὰ δέοντα. Τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης φέρει ἡμερομηνίαν 7 Δεκεμβρίου, ἀπεστάλη ὅμως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τῇ 14 τοῦ ἰδίου μηνός, ὡς ἐξάγεται καὶ ἐκ τῆς ἀνταπαντήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὴν ἐμὴν ἀπάντησιν. Ἐννοεῖται ὅτι εἶχε κάμει καὶ εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν τὸ πρᾶγμα· διὸ ἐζήτησα ἐξηγήσεις, αἵτινες μόλις τώρα μοὶ ἐδόθησαν. Ἡ Διοίκησις δηλαδὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνομολογεῖ διὰ τοῦ τελευταίου ἐγγράφου της ὅτι πράγματι δὲν ἐστάλη τῇ 4 Δεκεμβρίου, καθ’ ἣν φέρει χρονολογίαν, τὸ πρῶτον ἔγγραφόν της διὰ τὴν τότε ἐκραγεῖσαν ὑπουργικὴν κρίσιν, ἀλλὰ μετὰ τὴν λῆξιν ταύτης. Ὁπωσδήποτε παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι τοῦ πρώτου ἐγγράφου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἔλαβον γνῶσιν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου, παρὰ τῇ 16 τρέχοντος μηνός.
§79Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τοῦτο δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγώ.
§80Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νεώτερον ἔγγραφον εἶναι σημερινόν;
§81ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Ἀλλά, Κύριοι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ κατ’ οὐσίαν εὑρισκόμην ἐν καλῇ τῇ πίστει τίνα λόγον εἶχον ν’ ἀρνηθῶ τὴν ἀποστολὴν τοῦ πρώτου ἐγγράφου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ὅτε, ἐπαναλαμβάνω, τὸ πρῶτον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνεκινήθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐγὼ δὲν εἶχον λάβει ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἤλπιζον δὲ τότε νὰ καταλήξω εἰς συνεννόησιν μετ’ αὐτῆς, χωρὶς νὰ παραβλαβῶσι τὰ συμφέροντά της. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐπανελήφθη τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔδωκα καμμίαν ἀπάντησιν, διότι εἶχον ἤδη ἀπαντήσει πρὸς τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἶχον λάβει τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀναγράψω τροπολογίαν τοιαύτην, ἀφοῦ ἄλλως τε ἐφρόντισα πρὶν ν’ ἀναγραφῇ καὶ ἡ σχετικὴ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ἡ ἀπάντησις τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ ἐμὸν ἔγγραφον ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου μοὶ συνιστᾷ νὰ λάβω πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ὑπεγγύων προσόδων διὰ τὰ δάνεια αὐτῆς πρὸς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα καὶ τοὺς δήμους, τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο ἤδη διὰ τῆς δευτέρας μου τροπολογίας. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ τις ὅστις νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν καλὴν πίστιν ἐμοῦ καὶ ἀπέναντι τῆς Τραπέζης καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.
§82Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διότι χθὲς διεκόπη ἡ περαιτέρω συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, ὅπως κατορθωθῇ νὰ καταθέσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε καταθέσει μέχρι τῆς χθὲς καὶ τῶν ὁποίων τὴν ὕπαρξιν ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ μετὰ τὴν γενομένην βεβαίωσιν ἐκ μέρους τοῦ συμπολίτου μου κ. Νέγρη. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι, ὅτε μετέβη εἰς τὴν Τράπεζαν ἀπὸ προχθές, ὅπως ἐρωτήσῃ κατὰ πόσον ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ εἰς προηγουμένην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν παράβασιν τῆς σχετικῆς συμβάσεως, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἔγραψαν ἤδη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλὰ χθὲς ἕνεκα τούτου διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐζητήθη ἡ μὴ περαιτέρω συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀναγκαίως λοιπὸν ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐξετασθῶσι προσαγόμενα σήμερον ἐνώπιον αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω πῶς διετυπώθη τὸ σημερινὸν ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι αἱ δηλώσεις αἱ ἐπανειλημμέναι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ πάσας τὰς προηγουμένας συζητήσεις τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπανειλημμένως ἐρωτηθεὶς οὔτε τὴν ἐγγραφὴν τῆς σημειώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη σήμερον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπεκαλέσθη, οὔτε ὅτι εἶχεν ἤδη προβῆ εἰς συνεννοήσεις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰς νοσφιζομένας διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπεγγύους εἰς τὸ δάνειον τῶν 20,000,000 προσόδους. Εἶπεν ἓν καὶ μόνον, ὅτι βολιδοσκοπήσας τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν σύναψιν δανείου πολὺ μεγαλειτέρου, ἐν τῷ ὁποίῳ προετίθετο νὰ συγχωνεύσῃ καὶ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, εὗρεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε κίνδυνος διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὐτὰ γνωρίζομεν. Τώρα ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων θὰ πεισθῶμεν περὶ τῶν περαιτέρω.
§83ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς ἐμὲ ἀπροθυμίαν περὶ τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων. Ἀλλὰ τοῦ πρώτου ἐγγράφου ἔλαβον ἐγὼ γνῶσιν μόλις τῇ 16 τοῦ μηνὸς τούτου, ἤτοι προχθές, ὅτε ἔσπευσα ἀμέσως ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτό, καθ’ ἃ ἀπέδειξα πρὸ ὀλίγου. Χθὲς τὴν ἑσπέραν ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὰ ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα καὶ ἰδοὺ σήμερον τὰ καταθέτω, ἀπορῶ δὲ τώρα πῶς ὁ κύριον Βουλευτὴς μοὶ ἐπιρρίπτει ἀπροθυμίαν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν αὐτῶν.
§84Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§85Φ. ΝΕΓΡΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§86Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεκάλεσε πάντας ἡμᾶς, ἵνα πιστεύσωμεν ὅτι ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτοῦ καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπῆρξεν ἀμέμπτου εὐθύτητος καὶ εἰλικρινείας, ὡς καὶ ἐν τῷ ζητήματι, ἐννοεῖται, τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Εἴμεθα ἀληθῶς διατεθειμένοι νὰ πράξωμεν τοῦτο, νὰ πιστεύσωμεν τοιαύτας διαβεβαιώσεις, καθόσον θὰ εἶναι ὄντως πολὺ λυπηρὸν Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους νὰ ἐξελεγχθῇ εὑρισκόμενος ἐν οὐχὶ ἀπολύτῳ εἰλικρινείᾳ ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τοὺς δανειστὰς ὑπὲρ τοῦ δανείου τῆς Ἀμύνης πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δυστυχῶς ὑπάρχουσι γεγονότα τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς ἡμᾶς ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως ἐγένετο κατὰ τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ τῇ 14 τοῦ μηνὸς τούτου. Κατὰ τὴν πρώτην ταύτην συζήτησιν διετυπώθησαν ὡρισμέναι αἰτήσεις σχετικαὶ πρὸς τὴν ἀπασχολοῦσαν ἡμᾶς ὑπόθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὰ πρακτικὰ τὰ δημοσιευόμενα ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος «Πατρίδος», τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνώπιόν μου, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν, ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς: «Ἐβολιδοσκοπήσαμεν τὴν Τράπεζαν τὴν ἐνδιαφερομένην διὰ τὸ δάνειον καὶ εὕρομεν ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν προσόδων τοῦ ταμείου Ἀμύνης κατὰ 650,000 εἶναί τι ἀσήμαντον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπομένουσιν πάντοτε 4,600.000· ἐβολιδοσκοπήσαμεν τὴν Τράπεζαν κλπ.» Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λέγει ὅτι ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῇ 14 τοῦ μηνός. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρχίσῃ βολιδοσκοπήσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς σημαίνει ὅτι ἡ Τράπεζα ἦτο σύμφωνος πρὸς ὅσα ἔλεγε, τὸ ἔγγραφον ὅμως ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἦτο καθόλου σύμφωνος, διότι ἐδῶ εἰς τὴν ὁμιλίαν του λέγει ὅτι ἐβολιδοσκοπήθη, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίρρησιν ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης. Εἶναι φανερὰ ἡ ἀνακρίβεια διὰ τὴν ὁποίαν καταγγέλλεται ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐγένετο συζήτησις δευτέρα τῇ 16 τοῦ μηνὸς καὶ τῇ 16 τοῦ μηνὸς οὐδὲν ἀναγγέλλει πρὸς ἡμᾶς ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῶν ἀντιρρήσεων καὶ τῶν διαμαρτυριῶν τῆς Ἐθνικῆς. Ἀλλ’ ἐγένετο συζήτησις χθές, τῇ 17 τοῦ μηνός, καὶ ἐὰν ἡμεῖς οἱ κωλυσιεργοῦντες δὲν ἠρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐψήφιζεν ἐν σιωπῇ, ὅπως ἐπεθύμουν καὶ ὡς ὀρέγονταί τινες, εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους καὶ αἱ ἀντιρρήσεις τῆς Ἐθνικῆς καὶ αἱ διαμαρτυρίαι θὰ εὑρίσκοντο ἐν τῷ χαρτοφυλακίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ τί ἠκούσαμεν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ἠκούσαμεν ὅτι αὐτὸς δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ μειώσῃ τὰς προσόδους, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ὡς ἐγγύησις τοῦ δανείου τῆς Ἐθνικῆς, διότι αὗται εἶναι πολλαὶ καὶ ἑπομένως οὐδεμία ἐπέρχεται ζημία εἰς τὴν Ἐθνικήν· καὶ ἔλεγε χθὲς ἔτι ἐνώπιον ἡμῶν γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ, ὅτι τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸν Ἔλεγχον, καὶ ὁ Ἔλεγχος δὲν διεμαρτυρήθη καὶ ἑπομένως ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι ἡ Ἐθνικὴ καὶ οἱ κύριοι ὁμολογιοῦχοι ἔχουσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν ποσὸν ἐγγυώμενον τὸ τοκομερίδιον τοῦ δανείου πλέον ἢ ἐπαρκές. Ταῦτα ἔλεγε μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας, καθ’ ἣν ὁ κ. Νέγρης κατήγγειλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει αὐτὰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ Ὑπουργός, καὶ ὅτι τοὐναντίον ἔχει διαμαρτυρηθῆ διὰ τὴν καταστρατήγησιν ταύτην τῆς συμβάσεως. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔρχεται καὶ λέγει πρὸς ἡμᾶς· «σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι ἤμην ἐν ἀκριβείᾳ καὶ εἰλικρινείᾳ». Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ εἰλικρίνεια αὐτή, ὅτε τὰ γεγονότα μαρτυροῦσιν ἐναντίον αὐτοῦ, καὶ μαρτυροῦσιν ὅτι αὐτός, ἐνῷ ἀνεγνώριζε τὰς διαμαρτυρίας τῆς Τραπέζης, ἀπέκρυπτε ταύτας καὶ ἤρχετο ἀπὸ τοῦ βήματος ἐδῶ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν δικαίωμα τῆς Τραπέζης καὶ ὅτι ἀξιόλογα ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν διὰ τῆς προηγουμένης συμβάσεως; Ταῦτα εἶναι τόσον φανερά, ὥστε εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται πλέον ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ὑπῆρξεν ἀκριβὴς εἰς τὰς παραστάσεις του οὔτε πρὸς ἡμᾶς οὔτε εἰς τὰς σχέσεις του πρὸς τὴν Τράπεζαν, διότι ἄλλα ἔλεγε πρὸς αὐτὸν ἡ Τράπεζα καὶ ἄλλα ἤρχετο αὐτὸς ὡς Ὑπουργὸς νὰ ἐφαρμόσῃ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς χθὲς δὲν συνεζητοῦμεν ἀλλ’ ἐψηφίζομεν ἐπιτροχάδην τὸ νομοσχέδιον, θὰ μετεβάλλετο εἰς νόμον καὶ ἡ Τράπεζα θὰ ἔμενε μὲ τὰς διαμαρτυρίας αὐτῆς. Ἀλλὰ λέγει σήμερον· εἶχόν ποτε τοιοῦτον σκοπὸν ἐγώ; Ἐγὼ ἀνέγραψα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὰς ἀποδόσεις, πῶς θὰ γίνῃ ἡ πληρωμὴ τοῦ δεκατημορίου τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων καὶ εὗρον καὶ τὴν εἴσπραξιν τῆς σακχάρεως καὶ ῥητῶς ἀναγράφω ἐκεῖ ὅτι θὰ γίνῃ προηγουμένη συνεννόησις μετὰ τῆς Τραπέζης. Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἔλεγεν ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην συνεννοήσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅτι ἐβολιδοσκόπησε τὴν Τράπεζαν καὶ ὅτι οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν· τώρα μᾶς λέγει· ἐγὼ εἶχον σκοπὸν ν’ ἀπατήσω τὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Βουλήν; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Ἐγὼ ἀνέγραψα καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἔκαμνεν ἐδῶ ἡ λογιστικὴ Ἀντιγόνη καὶ δὲν τὸν ὡδήγει μέχρι τοῦ Κολωνοῦ τῶν ἀποδόσεων· εὑρέθη ὁ ἐμὸς φίλος κ. Ῥέπουλης, Ἰσμήνης ἐκπληρῶν καθήκοντα, καὶ τὸν ἐχειραγώγησε σήμερον, καὶ εἶπε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅσα ἠκούσαμεν. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἄντικρυς εἰς φανερὰν ἀντίθεσιν πρὸς ὅσα ἔλεγε χθές, προχθές, τῇ 14 τοῦ μηνός, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ, μεθ’ ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ διάθεσιν, ν’ ἀποδεχθῇ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρξεν ἀμέμπτου εἰλικρινείας καὶ εὐθύτητος οὔτε πρὸς ἡμᾶς οὔτε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§88Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ διαφύγῃ ὑμᾶς ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου λαλῶν ἐσημείωσα ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς Τραπέζης τῆς 18 Δεκεμβρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαντᾷ αὕτη εἰς τὸ ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ φράσις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀπὸ 7 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου, ἐπιδοθέντος ἡμῖν μόνον τῇ 14 Δεκεμβρίου λόγῳ τῆς παρεμπεσούσης ὑπουργικῆς κρίσεως, ἐλάβομεν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 128 τῆς 16 τρέχοντος ὑμέτερον ἔγγραφον κλπ.». Εἶναι παράδοξον ὅτι ἡ φράσις αὕτη παρενεβλήθη ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ παράπονον ἢ ὑπόδειξις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἀπάντησίν του τῆς 16 Δεκεμβρίου 1909 περὶ τῆς ἀργοπορίας διὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ὑποβολὴν τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπὸ χρονολογίαν 7 Δεκεμβρίου. Ἡ πρώτη αὕτη φράσις ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς 18 Δεκεμβρίου θὰ εἶχεν ἔννοιαν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ πρῶτον ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τοῦ ἐγγράφου του τῆς 16 Δεκεμβρίου ἐπέρριπτε τὴν εὐθύνην τῆς ἀργοπορίας περὶ τὴν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς αὐτὴν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· διότι ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων ἀφορωσῶν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἀργοπορία μιᾶς ὥρας εἰς ἀνασκευὴν τῶν καταγγελλομένων οἷα κατηγγέλθησαν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς 7 Δεκεμβρίου δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη. Θέλετε τώρα νὰ χαρακτηρίσητε ὡς παράλειψιν τὸ παράπονον αὐτὸ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς 16 Δεκεμβρίου διὰ τὴν ἀργοπορίαν περὶ τὴν διαβίβασιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ ἐγγράφου τῆς 7 Δεκεμβρίου; Θέλετε νὰ χαρακτηρίσητε τὴν μνείαν τῆς ἀργοπορίας διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐγγράφου τῆς 7 Δεκεμβρίου ὡς δικαιολογίαν ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον ἀπάντησιν εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς 7 Δεκεμβρίου; Λάβετε αὐτὸ ὅπως θέλετε. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξηγήσητε αὐτὴν τὴν φράσιν τοῦ ἐγγράφου τῆς 18 Δεκεμβρίου, δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, εἶναι ἡ μνεία ὅτι μόνον τῇ 14 Δεκεμβρίου ἀπεστάλη τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, Κύριοι, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ὤφειλε ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, διὰ νὰ ἔχητε πλήρη τὴν ἰδέαν τῶν συνεπειῶν, αἵτινες ἤθελον προκύψει ὡς πρὸς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου δὲν ἐρρήγνυε χθὲς φωνὴν διότι ἀπεκρύβη ἡ διαμαρτυρία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐναντίον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐπιτρέψατέ μοι τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην ν’ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Κύριε Ὑπουργέ. Διὰ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως καταργοῦνται οἱ μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ ταύτης ἐπιβεβλημένοι φόροι ὑπὲρ τῶν λιμένων καὶ τῶν δήμων. Ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θέλει στερήσει τοὺς δήμους καὶ τοὺς λιμένας σημαντικῆς προσόδου, ἀναγκαιοτάτης διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῆς διοικήσεως καὶ συντηρήσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντων σχεδὸν τῶν λιμένων καὶ τῶν δήμων αἱ πρόσοδοι τυγχάνουσιν ἐκκεχωρημέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς ὑπηρεσίαν κεχορηγημένων ὑπὸ ταύτης δανείων, θέλει, ἐκτὸς σπανίων ἴσως ἐξαιρέσεων, προσκόψει ἀσφαλῶς ἡ κανονικὴ ἐξυπηρέτησις τῶν τοιούτων δανείων ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπὶ πλέον ἡ κατάργησις τῶν ἐκκεχωρημένων τούτων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συνωμολογημένων δανείων προσόδων τῶν λιμένων καὶ τῶν δήμων ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1896 σύμβασιν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κλπ.». Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τοὺς δήμους, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια οὔτε εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§89Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§90Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ εἶναι εὔκολον νὰ ἐξηγήσω πρὸς ὑμᾶς διατί οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια. Διότι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου ἀναγνωσθεῖσα χθὲς ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου καταγγέλλει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀφαιρέσαν πρῶτον ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης 650,000 δραχμῶν, δεύτερον ὡς ἀφαιρέσαν τὰς προσόδους τῶν δήμων καὶ τῶν λιμενικῶν ταμείων, ἀλλὰ δὲν εἶχε καταγγελθῆ καὶ ἡ παραβίασις τῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν οὔτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τοῦ ὁποίου τὸ τεῦχος διενεμήθη, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον, διότι ὡς πρὸς τὸ δάνειον τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς προσβάλλεται μὲν τὸ κῦρος τῶν συμβάσεων τοῦ Κράτους, διότι καὶ ἐκείνη εἶναι σύμβασις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ σύμβασις ἀφορῶσα τὸ ἐσωτερικόν, ἀλλὰ δὲν προσβάλλεται γενικῶς τὸ κῦρος τῶν συμβάσεων τοῦ Κράτους, ὅπως διὰ τῆς νοσφίσεως τῶν προσόδων, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν ὑπέγγυοι διὰ τὸ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Πλὴν τούτου ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἐπὶ τῆς σακχάρεως δασμοῦ τοῦ Δημοσίου τυγχάνει ἐκκεχωρημένον ὑπὸ τούτου μετ’ ἄλλων προσόδων εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ ἐξ 20 ἑκατομμυρίων φράγκων (1906) δανείου τοῦ Κράτους, τοῦ συνωμολογημένου διὰ τῆς ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1906 συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου ΓΡΟΕʹ (3175). Διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς αὐτῆς συμβάσεως συνωμολογήθη ὅτι πρὸ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διὰ νόμου κατάργησις τοῦ νόμου ΓΚΖʹ (1904), δι’ οὗ ἱδρύθη τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ καθωρίσθησαν οἱ σχηματίζοντες τοῦτο πόροι ἐκ διαφόρων προσόδων τοῦ Δημοσίου, ἐν αἷς καὶ ὁ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καταργούμενος φόρος ἐπὶ τῆς σακχάρεως, ἢ αἱ ἀφαιρέσεις ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τινὸς τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων πόρων ἢ καὶ ἡ κατάργησις τῶν ὑφισταμένων νόμων κλπ.». Τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἴτε περιῆλθεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῇ 14 Δεκεμβρίου εἴτε, ὡς ἔλεγε καὶ ἐπανέλαβεν ἡμῖν μεθ’ ὅλην τὴν ἐναντίαν βεβαίωσιν τὴν ἐν τῷ ἑτέρῳ ἐγγράφῳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῇ 16, ὤφειλε νὰ ἐπισπάσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν συνεπειῶν τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἡ παραβίασις συμβάσεως κυρωθείσης διὰ νόμου, συνομολογηθείσης ὄχι μόνον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τῆς ὁποίας τὴν παραίτησιν ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ πρὸς τοὺς ξένους τραπεζίτας, οἱ ὁποῖοι συνέπραξαν εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν: «Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι οἱ λοιποὶ πόροι τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν τοκοχρεολυτικὴν ἀπόσβεσιν τοῦ συνωμολογημένου δανείου τῶν 20,000,000· ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀποκλείουσιν ὅτι τὸ μέτρον ἀποτελεῖ παράβασιν τῶν ὅρων τῆς περὶ δανείου συμβάσεως συνομολογηθέντος οὐ μόνον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀλλὰ καὶ τῶν συμπραξάντων Habro et Son καὶ Comptoire National d’ Escompte de Paris»· οὐδόλως δ’ ἀπίθανον νὰ προκαλέσῃ διαμαρτυρίας τῶν τε συμμετασχουσῶν Τραπεζῶν ἢ καὶ τῶν σημερινῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν τῶν εἰρημένων δανείων». Ἐπὶ τούτου δ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λάβητε τὸν κόπον νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς αὐτὸ τὸ πρῶτον ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐθεώρησεν ἀνάξιον ἑαυτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπόμνησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦ μέτρου τοῦ αὐθαιρέτου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ κυρωθῇ, προσβάλλονται ξένα συμφέροντα, καὶ οὐδὲ λέξιν ποιεῖται εἰς τὸ ἔγγραφόν του τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον φιλοτεχνεῖ θεωρίας, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ πολεμήσωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἀπαντήσει του, ὅτι ὤφειλε νὰ προασπίσῃ ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τὰ ὑλικά, ἀλλὰ τὴν τιμήν, τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα ὅτε ἡ Κυβέρνησις τὴν ὅλην πολιτικὴν αὐτῆς καὶ τὴν ὅλην ὕπαρξιν αὐτῆς καὶ τὴν ὑπόστασιν αὐτῆς στηρίζει εἰς τὸ μελετώμενον δάνειον, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ. Καὶ ἐρωτῶ· ὅτε μετὰ τόσης ἀφελείας φαίνεται καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ παραβιάζουσα τὰς διεθνῶς συντεθειμένας συμβάσεις, εἰς τὰς ὁποίας μετέσχον ξένοι κεφαλαιοῦχοι, ἂν εἶναι δυνατὸν τὸ ὄνειρον αὐτῆς νὰ πραγματοποιηθῇ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι θὰ εὕρῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ προέλθωσιν εἰς συνομολόγησιν δανείου δι’ ἑκατὸν εἴκοσιν ἢ ἑκατὸν πεντήκοντα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἔχει δὲ τὴν ἀφέλειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φρονῇ, ὅτι ἱκανοποιεῖ τὰ συμφέροντα καὶ τῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἄλλων, μετὰ τῶν ὁποίων διεπραγματεύθη τὴν σύναψιν τοῦ δανείου τῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν περιέλαβε, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε χθὲς κατὰ πρῶτον ὡς περιληφθησομένην ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ τροπολογία αὐτὴ θεωρεῖται ὑφ’ ὑμῶν ἐπαρκὴς πρὸς διάσωσιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης καὶ νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως ἐκτιμήσητε ἀκριβῶς τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως ἤθελον προκύψει διὰ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε παρίδει καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴ τὰ διεθνῶς συντεθειμένα. Διότι τροπολογία ἐπὶ νομοσχεδίου καὶ οἱαιδήποτε διατάξεις νομοθετικαὶ δύνανται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μεταβληθῶσιν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, οὐδ’ ὑπάρχει τι τὸ κωλῦον, ὅπως τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα ἢ ψηφισθησόμενον σήμερον ἀναιρέσωμεν καὶ καταργήσωμεν δι’ ἑτέρου νόμου αὔριον. Ἀλλὰ ὅταν πρόκειται περὶ συμβάσεως, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἡ κυροῦσα τὰς συμβάσεις ταύτας δεσμεύεται, δεσμεύεται δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πᾶσα παράβασις τοιαύτης συμβάσεως δίδει δικαίωμα ἐπεμβάσεως τῶν ξένων πρὸς προστασίαν τῶν παραβιαζομένων ὑπὸ τοῦ κακοπίστου Κράτους συμφερόντων αὐτῶν. Ἐν περιπτώσει δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλετε παρίδει τ’ ἀποτελέσματα τῆς παραβιάσεως τῆς συμβάσεως τῶν 20,000,000 μηδεμίαν ἔχετε ἀμφιβολίαν ὅτι ὠθεῖτε τὴν ξένην ἐπέμβασιν εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι ἀνθηρά.
§91ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, μόνη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πρώτου ἐγγράφου, τοῦ ἀπευθυνθέντος πρὸς ἐμὲ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως ἔχητε ἀκριβῆ ἔννοιαν περὶ τοῦ πράγματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐγὼ τώρα καὶ τὴν ἐμὴν ἀπάντησιν πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ τὴν ἀνταπάντησιν αὐτῆς πρὸς ἐμέ, διότι οὕτω πως εἶναι δυνατὸν νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα. Ἡ ἀπάντησίς μου, ὡς θὰ ἴδητε, συνοψίζει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ προκληθεὶς εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Διεξεδίκησα, καθ’ ἣν ἐγὼ ἔχω ἀντίληψιν, τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἡ ἀπάντησίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ εἰς τὸ ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκκεχωρημένον δεκατημόριον τῶν ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσπράξεων, ὅπερ κατὰ τὸ δʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΓΚΖʹ τοῦ 1904 ἔχει ὁρισθῆ σὺν τοῖς ἄλλοις ὡς πόρος τοῦ ταμείου τούτου, παρατηροῦμεν ὅτι ὄντως διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΡΟΕʹ τοῦ 1906 κυρωθείσης συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ δανείου 20,000,000 φρ. χρ. εἰς τὸ ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τούτου (τόκοι, χρεολύσιον καὶ προμήθεια) ἔχει ἐξασφαλισθῆ προνομιακῶς διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ προμνησθέντος ͵ΓΚΖʹ νόμου τοῦ 1904 ὡρισμένων προσόδων τοῦ ταμείου τούτου, ἐν οἷς καὶ τὸ δεκατημόριον τῶν ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσπράξεων καὶ ὅτι ὄντως, κατὰ διάταξιν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, αʹ) δὲν ἐπιτρέπεται πρὸ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ συνομολογουμένου δανείου ἡ διὰ νόμου κατάργησις τοῦ νόμου ͵ΓΚΖʹ τοῦ 1904, βʹ) ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τινὸς τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων πόρων, ὡς καὶ ἡ κατάργησις τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἐξ ὧν παράγονται οἱ πόροι τοῦ Ταμείου, καὶ γʹ) ἡ τροποποίησις τῶν νόμων τούτων, ὅταν αὕτη συνεπάγηται μείωσιν τῆς προσόδου τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλ’ οὐδαμοῦ τῆς συμβάσεως ἀναγράφεται διάταξις περιορίζουσα τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ μεταβάλῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ τὰς διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου διὰ καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως δασμῶν ἢ διὰ μονοπωλήσεως εἰδῶν τινων. Περιορισμὸς τοιούτου δικαιώματος τοῦ Κράτους ἔδει ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει. Τοὐναντίον μάλιστα ἐκ τῆς ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ 4 τῆς συμβάσεως διαλαμβανομένης ῥήτρας, καθ’ ἣν «τὸ σύνολον τῶν ὑπεγγύων τούτων προσόδων περιέρχεται αὐτοδικαίως εἰς τὴν κυριότητα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δι’ ἑαυτὴν καὶ ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ὑπ’ αὐτῆς ἐκπροσωπουμένης ὁμάδος καὶ τῶν κατόχων ὁμολογιῶν τοῦ παρόντος δανείου μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἀπαιτουμένου ἑκάστοτε ποσοῦ διὰ τὴν ἑξαμηνιαίαν τοῦ δανείου ὑπηρεσίαν, μόνον δὲ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ταύτης τὸ πλεονάζον ὑπόλοιπον τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κλπ.», σαφῶς καὶ ἐναργῶς δηλοῦται ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ παρ’ αὐτῆς ἐκπροσωπουμένη ὁμὰς ἔχουσιν ἔννομον συμφέρον μόνον ὡς πρὸς τὴν ποσότητα τῶν ὑπεγγύων τούτων ἐσόδων τῶν μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἀπαιτουμένου ἑκάστοτε ποσοῦ διὰ τὴν ἑξαμηνιαίαν τοῦ δανείου ὑπηρεσίαν ἀπαιτουμένου. Πέρα τῆς ποσότητος ταύτης ἡ τε Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ ὁμὰς αὕτη οὐδὲν ἔννομον συμφέρον ἔχουσιν ἐξ ἐνδεχομένης δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν μειώσεως τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην, ἡ ὀρθὴ καὶ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως εἶναι ὅτι αἱ ῥῆτραι αὐτοῦ δὲν ἐπιτρέπουσι μεταβολὴν τῶν νόμων τούτων, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῆς ἐπέρχεται μείωσις τῆς προσόδου τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, διότι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐσκόπει νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ μετὰ τῆς Τραπέζης σύμβασις καὶ οὐχὶ τὴν ἐπέκεινα τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ποσότητα τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Οὐδεὶς δὲ λόγος συντρέχει, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν ῥήτραν ταύτην ἑρμηνεία εὐρυτάτη, ἄγουσα εἰς ἄτοπον. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, ἀποβλέπουσα, ἐκ γενικωτέρων καὶ ἀλλοτρίων πρὸς τὰ κείμενα τῶν συμβάσεων λόγων, εἰς τὴν διατήρησιν ἀπαραμειώτων τῶν ἄχρι τοῦδε ἐπιτευχθέντων πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, προτίθεται διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ ἐξασφαλίσῃ ἀκεραίαν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο κατ’ ἔτος ἀπόδοσιν ἐκ τοῦ δεκατημορίου τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων ποσῶν, οὐχὶ κατωτέρων τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1909 εἰς αὐτὸ ἀποδοθέντων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΑʹ κυρωθείσης, παρατηροῦμεν ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ οὐδαμῶς ἀναγράφεται διάταξις περιοριστικὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους νὰ μεταβάλῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὰς διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, οὐδὲ καθ’ ἣν περίπτωσιν τοιαύτη μεταβολὴ θὰ εἶχεν ὡς ἐνδεχομένην συνέπειαν τὴν μείωσιν τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκκεχωρημένων παρὰ δήμων ἢ λιμένων φόρων καὶ ὅτι τοιοῦτος περιορισμὸς οὕτω σπουδαίου δικαιώματος τοῦ Κράτους ἔδει ῥητῶς νὰ διαλαμβάνηται ἐν τῷ νόμῳ. Τοὐναντίον ἐκ τῆς ὁλοσχεροῦς ἀποσιωπήσεως αὐτοῦ ἀριδήλως συνάγεται ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία οἱασδήποτε μεταβολῆς τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἐν τέλει προσθέτομεν ὅτι διὰ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἄρτι ὑποβληθέντων δασμολογικῶν νομοσχεδίων δὲν ἐπέρχονται μόνον ἐλαττώσεις ἢ καταργήσεις εἰσαγωγικῶν δασμῶν, ἀλλὰ καὶ δημιουργοῦνται νέοι τοιοῦτοι καὶ αὐξήσεις ὑπαρχόντων ἐπιγίγνονται, οὕτως ὥστε τὸ δεκατημόριον τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ οἱ δημοτικοὶ δασμοὶ σημαντικῶς αὐξάνουσιν ἐκ τῶν νέων δασμῶν καὶ τῶν ηὐξημένων τοιούτων, ἐκ τῆς αὐξήσεως δὲ ταύτης κατὰ μέγα μέρος ἐπέρχεται συμψηφισμὸς πρὸς τὴν ἐκ καταργήσεως καὶ ἐλαττώσεως δασμῶν ἐνδεχομένην μείωσιν τοῦ τε δεκατημορίου καὶ τῶν δημοτικῶν αὐτῶν δασμῶν». Τί συνάγεται, Κύριοι, ἐκ τοῦ ἐγγράφου μου τούτου; ὅτι ἐγὼ ἐκτελῶν καθῆκον ἐπιτακτικὸν ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καίπερ πρὸς τὴν διοίκησιν ταύτης εὑρισκόμενος εἰς τόσον στενοὺς δεσμούς, ἀπέκρουσα μὲν τοὺς ἰσχυρισμούς της, ἐφ’ ὅσον οὗτοι προσέκρουον εἰς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἐφρόντισα δὲ νὰ ἐξασφαλίσω ἐκ παντὸς τρόπου τὰ συμφέροντα καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῆς ἐκπροσωπουμένων ὁμολογιούχων τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομ. χρ. φρ. Τοῦτο ἐδήλωσα πρὸς αὐτὴν διὰ τοῦ ἐγγράφου μου, τὴν δὲ δήλωσιν μου ἐκείνην καὶ ἐπραγματοποίησα ἤδη, ὡς μαρτυροῦσιν αἱ πρὸ μικροῦ ἀναγνωσθεῖσαι περικοπαὶ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ ἡ χθὲς ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογία μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Οὕτω πως, Κύριοι, τὸ μὲν ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διασῴζει ἀκεραίους τοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ διατεθειμένους πόρους, ἡ δὲ Τράπεζα καὶ οἱ ὁμολογιοῦχοι τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 χρ. φρ. τὰς ὑπεγγύους τούτου προσόδους, αἵτινες εἶναι τριῶν κατηγοριῶν, ἤτοι τὰ ποσοστὰ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ὁ φόρος τοῦ ζύθου. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ δασμολογίου ἐνόμισα ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ κυριαρχικοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους, ἵνα προβαίνῃ εἰς μεταρρυθμίσεις αὐτοῦ. Ἡ Τράπεζα, Κύριοι, λαβοῦσα γνῶσιν μόλις χθὲς τῆς ἀπαντήσεώς μου, ἣν προχθὲς ἀπηύθυνα πρὸς αὐτήν, ἔσπευσε σήμερον νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὸ δεύτερον ἔγγραφόν της, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριε Ὑπουργέ, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀπὸ 7 Δεκεμβρίου ἡμετέρου ἐγγράφου, ἐπιδοθέντος ὑμῖν μόνον τῇ 14 Δεκεμβρίου, λόγῳ τῆς παρεμπεσούσης ὑπουργικῆς κρίσεως, ἐλάβομεν τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 128,042 τῆς 16 τρέχοντος ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ βεβαιοῦτε ἡμᾶς ὅτι εἰς διατήρησιν ἀπαραμειώτων τῶν ἄχρι τοῦδε ἐπιτευχθέντων πόρων τοῦ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης προτίθεσθε διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ ἐξασφαλίσητε ἀκεραίαν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο κατ’ ἔτος ἀπόδοσιν ἐκ τοῦ δεκατημορίου τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων ποσῶν οὐχὶ κατωτέρων τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1909 εἰς αὐτὸ ἀποδοτέων. Νομίζομεν ὅτι, ἂν τοιαύτη διάταξις περιληφθῇ ἐν τῷ σχετικῷ περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως νομοσχεδίῳ, παύουσιν ὑφιστάμενοι οἱ λόγοι, δι’ οὕς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παραχωρηθέντας πόρους τοῦ ταμείου Ἀμύνης πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, ἀπηυθύναμεν ὑμῖν τὸ ἀπὸ 7 τρέχοντος μηνὸς ἔγγραφον. Ὡς καὶ διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου ὑπεβάλομεν ὑμῖν, νομίζομεν ἀπαραίτητον τοιαύτην πρόνοιαν, οὐχὶ χάριν τῆς ἀσφαλείας τοῦ δανείου, ἐπαρκῶς ἐξασφαλιζομένου διὰ τῶν λοιπῶν προσόδων, ἀλλὰ πρὸς ἔνδειξιν τῆς ἀπολύτου καὶ ἀνεπιδέκτου οἱασδήποτε συζητήσεως εὐλαβείας τοῦ Κράτους πρὸς τὰς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐκκεχωρημένων πρὸς ἀσφάλειαν λιμενικῶν καὶ δημοτικῶν δανείων φόρων, οὐδόλως συμφωνοῦντες πρὸς τὰς διατυπουμένας ἐν τῷ ἐγγράφῳ σας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο σκέψεις, καθ’ ἃς τὸ Κράτος δύναται νὰ καταργῇ ἢ νὰ τροποποιῇ ἐκκεχωρημένας προσόδους εἰς ὑπηρεσίαν λιμενικῶν καὶ δημοτικῶν δανείων ἐπὶ τῇ βάσει συμβάσεων ἐπικυρουμένων διὰ νόμων, ἐπιτραπήτω νὰ ἐμμείνωμεν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τούτους διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου κλπ.». Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, καὶ πρὶν ἢ λάβω τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς Τραπέζης σήμερον, ἤδη χθὲς τὴν ἑσπέραν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς τροπολογίας (ἀναγινώσκει): «Εἰς τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀνήκει δεκατημόριον τῶν καθαρῶν ἐκ τοῦ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ὁριζομένου μονοπωλίου ἐσόδων καὶ ἀποδίδοται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησόμενα. Ἐφ’ ὅσον ἔχουσι χορηγηθῆ εἰς δήμους καὶ λιμένας παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνεια ἐπὶ ἐγγυήσει δημοτικῶν δασμῶν ἢ λιμενικῶν φόρων, ἀποδίδοται ἐκ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τοῦ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ὁριζομένου μονοπωλίου εἰς τοὺς δήμους καὶ λιμένας τούτους ποσοστόν, ἴσον πρὸς τὸν μέσον ὅρον τοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1907, 1908 καὶ 1909 ἐκ σακχάρεως προκύψαντος δι’ ἕκαστον τῶν δήμων ἢ λιμένων τούτων ποσοῦ ἐκ τῶν ὑπεγγύων τούτων δασμῶν καὶ φόρων κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ἡ Τράπεζα ἔλαβε κατ’ οὐσίαν ὅ,τι ἐζήτει παρ’ ἐμοῦ, ἤτοι τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ὑπεγγύου ποσοῦ τόσον διὰ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, ὅσον καὶ διὰ τὰ λιμενικὰ καὶ δημοτικὰ δάνεια. Ἐγὼ ὡσαύτως κατ’ οὐσίαν διέσωσα ὑπὲρ τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα, ἵνα μεταρρυθμίζῃ κατὰ τὸ ἴδιον δοκοῦν τὸ δασμολόγιον ὑποκαθιστῶν ἐν ἀνάγκῃ τὰς ὑπεγγύους δι’ ἄλλων εἰσπράξεων, ἀποδιδουσῶν τὰ αὐτὰ ποσά. Καὶ νῦν ἐρωτῶ· πρὸς τί ὁ τόσος θόρυβος, ὁ χθὲς τὴν ἑσπέραν προκληθεὶς ἐνταῦθα ὑπό τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν; Ἀλλ’ ἴσως, Κύριοι, ἀντερωτήσῃ τις· πρὸς τί καθόλου αὐτὴ ἡ ἀναστάτωσις ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς σακχάρεως; Πρὸς τί ἡ σύγκρουσις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων; Πρὸς τί τέλος αὐτὴ ἡ ἐπιμονή μας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως;
§92Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμπρὸν μονοπώλιον εἶναι αὐτό, ὅπως ἔγινε τώρα!
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μεθ’ ὅλας, Κύριοι, τὰς ὑποχωρήσεις ἡμῶν πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως οὐδόλως ἀποβάλλει τὴν σπουδαιότητα ἣν ἡμεῖς ἀποδίδομεν εἰς αὐτό. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς σχετικῆς προσόδου ὑπὲρ τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀποτελεσματικῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου τῆς σακχάρεως οὐδὲ περὶ τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ λαοῦ, ὅστις οὕτω πως θὰ ἔχῃ ἓν ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης εὐωνότερον, ἀκριβῶς ἐζυγισμένον καὶ εἰς καλλιτέραν ποιότητα ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἄλλου τινὸς σπουδαιοτέρου, τοῦ ἑξῆς. Αἱ μονοπωλιακαί, Κύριοι, εἰσπράξεις εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἀποδίδουσι τὰς ἀσφαλεστέρας προσόδους. Ἡμεῖς ἠλπίσαμεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὰ μονοπώλια τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἵνα ἔχωμεν οὕτω πως ὁμοῦ μετὰ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων ἤδη προσόδων νὰ ἐπιδείξωμεν βεβαίας εἰσπράξεις διὰ τὴν συνομολόγησιν μεγάλου δανείου. Ἀφοῦ ὅμως εἴδομεν ὅτι δύσκολον ἦτο τό γε νῦν ἔχον νὰ ψηφισθῶσι τὰ μονοπώλια τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνδυάζον τὸ συμφέρον τῶν καταναλωτῶν μετὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου δύναται ν’ ἀποδώσῃ μίαν ἀσφαλῆ καὶ παγίαν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν νὰ παρουσιάσωμεν ὡς ὑπέγγυον διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Κύριοι Βουλευταί, ὡς πολλάκις ἐδήλωσα πρὸς ὑμᾶς, ἡ δημοσιονομικὴ ἡμῶν πολιτικὴ συνοψίζεται εἰς τὰ δύο ταῦτα· πρῶτον εἰς τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους καὶ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, οὕτως ὥστε ν’ ἀποφύγωμεν τὰ ἐλλείμματα ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ δεύτερον εἰς τὴν ἐξεύρεσιν πόρων ἀσφαλῶν πρὸς συνομολόγησιν μεγάλου δανείου, οὗ ἄνευ οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς, οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ διεκδικήσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων!
§94Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅ,τι πράττει τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἔπραξεν ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς 14 Δεκεμβρίου, καθ’ ἣν ὡμίλουν κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τῆς ζακχάρεως, ὑποδεικνύων πρὸς αὐτὸν τὴν καταπάτησιν τῆς συμβάσεως πρὸς τῇ ζημίᾳ ἥτις ἐπεγίνετο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ εἰς τὰ ταμεῖα δήμων καὶ λιμένων, διότι ἂν τοῦτο ἔπραττεν, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας θὰ παρουσίαζε καὶ τὴν εἰκόνα Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνωρίζοντος ἀμέσως λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον πᾶς ἄνθρωπος δύναται νὰ περιπέσῃ, ἀλλὰ πρὸ παντὸς στερρῶς ἐχομένου τῆς ὀφειλομένης ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους εὐλαβείας καὶ πρὸς τὰ συμβατικῶς καθωρισμένα, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως καὶ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Κυβερνήσεως, ἥτις, λόγῳ τῶν περιστάσεων τοῦ Κράτους, πάντα ἔχει λόγον ὅπως φείδηται τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, καὶ σπεύδῃ πρὸς ἐκτέλεσιν ἐκείνων δι’ ἃ ἐνταῦθα συνεκλήθημεν, φροντίζῃ δὲ οὐχὶ δι’ ἀπώλειαν, ἀλλὰ διὰ κέρδος χρόνου. Τρεῖς συζητήσεις μακραὶ ἐγένοντο, Κύριοι, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον εἰμὴ μόνον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέμενεν εἰς τὴν σφαλεράν του γνώμην, καίτοι ἡμεῖς ὑπεδεικνύομεν εἰς αὐτὸν τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰς συμβατικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἀπεδέχετο τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διακηρύττομεν καὶ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ὁποίας σήμερον εἶναι διατεθειμένος, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦτο ἔπραττε καὶ δὲν ἤρχετο νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς ὅτι οἱ φόβοι ἡμῶν εἶναι ἕωλοι, διὰ τῶν ἐφημερίδων δὲ διετυμπάνιζεν ὅτι ἡμεῖς κωλυσιεργοῦμεν, δὲν θὰ παρίστατο αὐτὸς καταναλωτὴς χρόνου τῆς Βουλῆς πολυτίμου, χρόνου πολυτίμου τῆς σταδιοδρομίας τοῦ Κράτους. Σήμερον δὲ μόλις, μετ’ ἀνάλωσιν τριῶν συζητήσεων, προσέρχεται ὁμολογῶν ὅτι ὀρθὰ συνεβουλεύομεν καὶ πράττει ὅσα ἡμεῖς συνεβουλεύομεν ἐξ ἀρχῆς καὶ πάλιν οὐχὶ κατὰ πλήρεις τύπους. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνήκει εἰς τὴν σχολὴν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται ἑαυτοὺς ἀλαθήτους, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι εἶναί τι φοβερὸν νὰ ὁμολογήσῃ τις ὅτι ἐπλανήθη, φρονοῦσι δ’ ὅτι εἶναι ὀρθότερον τῆς εἰλικρινοῦς ὁμολογίας τῆς πλάνης καὶ τῆς διορθώσεως τῶν κατὰ πλάνην γενομένων, νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν σφαλερὰν ὁδὸν καὶ νὰ προσπαθῶσι δι’ οἱωνδήποτε ἑλιγμῶν νὰ παρουσιάζωσιν ἐπιχειρήματα ἀνεμώλια πρὸς ὑποστήριξιν σφαλερῶν ἰδεῶν. Καὶ δράττομαι, Κύριοι, τῆς εὐκαιρίας ἵνα διατυπώσω καὶ τὸ ἑξῆς παράπονον, ἀκριβῶς διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, αἰτιολογῶν τὴν παράλειψιν αὐτοῦ ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν συμβατικῶς διωμολογημένων μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους, καὶ μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν λιμενικῶν ταμείων καὶ τῶν δήμων, ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περικοπήν, τὴν σημείωσιν, ἥτις εἶναι τεθειμένη ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀποδόσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§95ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σελὶς 124 καὶ 125.
§96Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μὲ βοηθεῖτε. Καὶ λέγει ἡ σημείωσις αὕτη (ἀναγινώσκει)· «τὸ ποσὸν τῆς ἀποδόσεως ταύτης τροποποιηθήσεται διὰ δηλώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν κατόπιν ἐπακριβοῦς ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑποκειμένων εἰς δεκατημόριον ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰσπράξεων, μετὰ τὰς γενομένας διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ πολλὰς καὶ οὐσιώδεις σχετικὰς μεταβολὰς καὶ κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης, εἰς ἣν τυγχάνουσιν ἐκκεχωρισμένα τὰ ἀποδιδόμενα, ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν φράγκων χρυσῶν 20,000,000 ὡς ἐπίσης καὶ κατόπιν ἐκτιμήσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ ῥηθέντος Ταμείου». Καὶ ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κεφάλαιον ἀποδόσεως 47, ἄρθρον 14. «Τὸ δεκατημόριον τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, (δραχ. 38,000,000 μετὰ τῶν ἐκ τῆς ζακχάρεως εἰσπράξεων), ἀποδιδόμενον εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης (Κεφ. Δʹ ἄρθρον 1 Προϋπολογισμοῦ ἐσόδων), μεῖον τῶν εἰσπράξεων τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου ἐκ δρ. 5,000,000, ὡς ἑξῆς:
| αʹ.) | Εἰς τραπεζιτικὰ γραμμάτια | δρ. | 3.300.000 |
| βʹ.) | Εἰς χρυσὸν | » | 500.000 |
| Ἤτοι ἐν ὅλῳ | » | 3.800.000 |
Διὰ τῆς σημειώσεως αὐτῆς, ἥτις ἔναντι τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου περὶ ἀποδόσεως εἶναι ἀναγεγραμμένη, ἐξάγεται τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσπαθεῖ νὰ μειώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀποδοτέον εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀνέγραψεν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀποδόσεων πίστωσιν ἥττονα, ἥτις ἔχρηζεν αὐξήσεως μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν πίστωσιν μείζονα, περιέλαβε δηλονότι ἅπασαν τὴν πίστωσιν τὴν κατ’ ἔτος ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ τοῦ δεκατημορίου τῶν τελωνειακῶν τελῶν καθοριζομένων. Καὶ ἀνέγραψε σημείωσιν ἔναντι, ἐπιφυλασσόμενος ἵνα κατορθώσῃ τὴν μείωσιν τῆς πιστώσεως, δηλονότι τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῶν 650.000 δρ. Ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ σημειώματος τὸ ὁποῖον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶχεν ἀναγράψει, προελάμβανε τοῦτο καὶ μόνον· πῶς νὰ μειώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ ἕτερον ζήτημα· ἦτο ἆρά γε ἀναγεγραμμένον τὸ σημείωμα τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν; Τοῦτο εἶναι μέγα ζήτημα καὶ διὰ τοῦτο ἔχω παράπονον νὰ ὑποβάλω. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐγὼ καθήμενος εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν κάθηται σήμερον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας καὶ ἔχων ἐν χειρὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1909, ἐσημείουν ἕκαστον κονδύλιον ἀπαγγελλόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔναντι τῶν ἀναγραφομένων κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1909, τοῦτο δέ, διότι εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ὅπως μοὶ δώσῃ τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ῥώμα. Ἀκριβῶς δέ, παρακολουθῶν ἀνὰ κονδύλιον τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐσταμάτησα αὐτὸν εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἀποδόσεως καὶ ἠρώτησα αὐτόν· τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀφήκατε ἀκέραιον, ὡς εἶχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1909; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἵσταται ἀμέσως—ἡ εἰκών μοι εἶναι ζωηρῶς ἐντετυπωμένη—, βλέπει τὰς σημειώσεις του, βλέπει τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ λέγει· «ὄχι, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι εἰς ὄφελός του, διότι τοιουτοτρόπως μειοῦνται τὰ ἔξοδα καὶ αὐξάνει κατὰ συνέπειαν τὸ περίσσευμα». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄρα δὲν εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ σημείωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον σήμερον παρουσιάζεται καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ὑπῆρχε, διότι, ἂν εἶχεν ἀναγράψει τοιοῦτον σημείωμα, θὰ ἠδύνατο νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν ἀμέσως· Τώρα ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπέστη κατεργασίαν, τὴν κατεργασίαν τῶν δερμάτων, ἐπωφεληθέντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς τριημέρου ἢ τετραημέρου, νομίζω, συγκλονίσεως τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν γνωστῶν γεγονότων τῶν ἐπακολουθησάντων τὴν παραίτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἴδωμεν τώρα τί ἐγένετο μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον. Ἀφίνω ὅτι ἀναγράφεται τὸ ποσὸν τὸ ἀποδοτέον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης καὶ πάλιν ἠλαττωμένον κάτω τοῦ πραγματικοῦ, διότι ὑπολογίζετε 600.000 δρ., ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶναι 670.000, ἂν ὑπολογίζετο τὸ ἔσοδον τῆς ζακχάρεως τὸ καθαρόν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ ὅλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησεν ὀρθόν, ἵνα τυπώσῃ ἀντὶ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τὴν ἀγόρευσίν του. Εἶναι τοῦτο μία καινοτομία, καινοτομία εἰσάγουσα τοῦτο τὸ καινόν· ὅτι, ἐνῷ οἱ κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ παρελθόντος τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἐτύπουν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων, ἅτινα εἶχον ὅτε ὑπέβαλον τὸν Προϋπολογισμόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς σήμερον, τοῦ καθεστῶτος τοῦ ἐλπιδοφόρου, μὴ ἔχων εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ τυπώνων τὴν ἀγόρευσίν του, ἠδύνατο νὰ διορθώνῃ ταύτην, ὅταν μάλιστα λαμβάνῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ διανέμῃ τὸν Προϋπολογισμὸν δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν ὑποβολήν του ἀναλόγως τῶν παρατηρήσεων, αἵτινες τῷ ἐγένοντο. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐννοεῖτε ὁποία τις εὐκολία παρέχεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα κατόπιν παρουσιάζωσιν ὅ,τι ἂν βούλωνται καὶ ἀποστομώνωσι τοὺς κ. Βουλευτὰς διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἀγορεύσεώς των. Λοιπόν, ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει)· «Ν. Στράτος—εἶναι ἡ διακοπὴ ἐπὶ τοῦ σημείου τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀποδόσεων— Ὑπελογίσατε τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀποδοτέων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων; Ἀθ. Εὐταξίας. Ὁ μὴ ὑπολογισμὸς τοιαύτης ἐλαττώσεως δὲν εἶναι βεβαίως πρὸς ὄφελός μου, διότι παριστῶνται οὕτω τὰ ἔξοδα ἔτι μᾶλλον ἐξωγκωμένα. Ν. Στράτος. Ἤθελον νὰ εἴπω κυρίως ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς ζακχάρεως ζημιοῦται τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνῆκεν εἰς αὐτὸ ἐκ τῶν τελωνιακῶν αὐτῆς εἰσπράξεων». Διότι ἐγώ, Κύριοι, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν αὐτήν, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι λεηλατεῖ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰσηγούμενος οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἂς ἐξακολουθήσωμεν (ἀναγινώσκει)· «Ἀθαν. Εὐταξίας. Καθ’ ὃν χρόνον ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ 37.000.000 δρχ. περίπου, δι’ ἃ τὸ Κράτος θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ καταβάλλῃ ἐτησίως τοκοχρεολύσιον ἐκ 2.000.000 δρ. περίπου, ἡ στέρησις 600,000 δρ. περίπου, εἰς ὅσα ἀνέρχεται τὸ ποσοστὸν τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Ταμεῖον ἐκ τοῦ δασμοῦ τῆς ζακχάρεως, δὲν θὰ ἦτο τόσον λόγου ἀξία. Ἐν τούτοις τὸ ποσὸν τῆς προκειμένης ἀποδόσεως ἐπιφυλάσσομαι νὰ καθορίσω βραδύτερον διὰ δηλώσεως πρὸς τὴν Βουλήν». Δηλαδὴ νὰ τὸ ἐλαττώσῃ.
§97ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§98Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διότι ἐγὼ ἀκριβῶς σᾶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἀφήκατε τὸ ποσὸν τὸ παλαιόν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ φόρου τῆς ζακχάρεως τῶν τελωνιακῶν ἐσόδων, ὠφείλετε νὰ ἐλαττώσητε τὸ δεκατημόριον, καὶ σεῖς λέγετε «ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸ καθορίσω».
§99ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ δηλώσεως.
§100Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ζωηρότερον ὅτι εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἀπήντησε μόνον, ἀφοῦ εἶδε τὰ ἔγγραφά του «ὄχι», καὶ κατόπιν ἰδὼν ὅτι θὰ εἶχεν ὄφελος ὑπὲρ τοῦ περισσεύματος, εἶπεν ὅτι θὰ εἶναι πρὸς ὄφελός του. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποσῶς τὴν περαιτέρω πομπώδη δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Συγχρόνως ἐνθυμοῦμαι καί τι ἄλλο, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν μοὶ συμβαίνει τὸ γεγονὸς νὰ διακόψω Ὑπουργὸν εἴτε οἱονδήποτε Βουλευτὴν καὶ κατόπιν νὰ βλέπω ἐκτεταμένην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ὑπουργοῦ περιέχουσαν τὰς ἐμὰς διακοπὰς ἄνευ θεωρήσεώς μου. Διότι πάντες οἱ ἀγορεύσαντες Βουλευταὶ γνωρίζουσιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ δημοσίευσις ἀγορεύσεως περιεχούσης διακοπὰς ἄλλου Βουλευτοῦ ἄνευ θεωρήσεως αὐτῶν.
§101Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ στοιχειώδης εὐπρέπεια.
§102Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τάξις. Τώρα ἐδημοσιεύθησαν διακοπαὶ ἰδικαί μου χωρὶς νὰ λάβω γνῶσιν τῶν διακοπῶν.
§103ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ὑποτίθεται ὅτι τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ παραδώσῃ εἰς τὸν ἀγορεύσαντα Βουλευτὴν τὴν ἀγόρευσίν του πρὸς θεώρησιν, φροντίζει ν’ ἀποταθῇ πρὸς τοὺς διακόψαντας Βουλευτάς ἵνα καὶ ἐκεῖνοι θεωρήσωσι τὰς διακοπάς των. Τοῦτο ἐνόμισα ὅτι ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§104Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐδῶ πταίει τώρα τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§105ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἴσως, προκειμένου περὶ μικρῶν διακοπῶν, δὲν λαμβάνεται αὐτὴ ἡ πρόνοια.
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ ἀριθμῶν, δὲν ἔχει σημασίαν;
§107ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁπωσδήποτε τὸ πταῖσμα δὲν εἶναι ἰδικόν μου, δὲν πιστεύω δὲ ὅτι θὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς πταῖσμα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, καθότι αὐτὸ καθιερώθη ἀνέκαθεν· ὁσάκις πρόκειται περὶ συντόμων διακοπῶν νὰ μὴ ζητεῖται ἡ διόρθωσις, ἐνῷ ὁσάκις πρόκειται περὶ μεγαλειτέρων διακοπῶν ζητεῖται αὐτή.
§108Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τώρα πταίει ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ὅστις δὲν ἐζήτησε ποσῶς τὴν θεώρησιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ ὅταν μάθῃ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιληφθεὶς ὅτι δὲν εἶχον θεωρήσει τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, διώρθωσε τὰ ἰδικά του ὡς καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους καὶ προσέθηκεν εἰς τοὺς ἐμοὺς λόγους ὅ,τι εἰς αὐτὸν συνέφερεν; Καὶ ἐζήτησα τὸ ἀντίγραφον πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον μοὶ παρέδωκε, καὶ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε τί λέγει, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐτύπωσεν ἄλλο (ἀναγινώσκει). «Ν. Στράτος. Ὑπελογίσατε τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀποδοτέων εἰς τὸ ταμεῖον Ἀμύνης ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων πόσα εἶναι; Ἀθ. Εὐταξίας. Δὲν τὴν ἔχω ὑπολογίσει, ἀλλ’ ὁ μὴ ὑπολογισμὸς εἶνε εἰς βάρος μου· ὥστε βλέπετε ὅτι ἀνακαλύπτετε καὶ κονδύλια ὄχι εἰς βάρος μου, ἀλλ’ εἰς ὄφελός μου. Τὸ συμφέρον μου ἦτο νὰ παρουσιάσω τὰ ἔξοδα ἠλαττωμένα καὶ οὐχὶ ηὐξημένα. Εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ ἔσοδον αὐτό, ἀλλὰ δὲν ἀνέγραψα τὴν ἐπὶ ἔλαττον ἀπόδοσιν, ὁ δὲ κ. Συνάδελφος λέγει ὅτι ἀφοῦ ἔχομεν ἐλάττωσιν τελωνειακῶν ἐσόδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀποδίδομεν ποσοστὸν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἔπρεπε ν’ ἀναγράψω τὴν ἐπὶ ἔλαττον ἀπόδοσιν». Ἰδοὺ τί ἐτύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του. (Ἀναγινώσκει)· «Ν. Στράτος. Ὑπελογίσατε τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀποδοτέων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων; Ἀθ. Εὐταξίας. Ὁ μὴ ὑπολογισμὸς τοιαύτης ἐλαττώσεως δὲν εἶναι βεβαίως πρὸς ὄφελός μου, διότι παριστῶνται οὕτω τὰ ἔξοδα ἔτι μᾶλλον ἐξωγκωμένα». Ὁ κ. Ὑπουργὸς μετέβαλε τὴν φρασεολογίαν ὁλόκληρον. Ἡ ἔννοια εἶναι ἡ αὐτή, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον διατετυπωμένη. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι ἄλλο. Ἀκούσατε τί ἐγένετο μὲ τὰ κατωτέρω (ἀναγινώσκει)· «Ν. Στράτος. Ὑπάρχει καὶ κἄτι τι ἄλλο, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς ζακχάρεως ζημιοῦται τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης κατὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἐκ τῶν τελωνείων. Ἀθ. Εὐταξίας. Διαγράφομεν τὴν ζημίαν τὴν μέχρι τοῦδε προελθοῦσαν ἐξ 124.000 δρχ. Ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ συνοικισμοῦ καὶ διανομῆς γαιῶν ἔχομεν φέτος ἐπὶ ἔλαττον δαπάνην 1.220.000, διότι τὸ περιπλέον ἐχορηγήθη εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1909 καὶ ἐδαπανήθη. Τώρα ἔχομεν νέα κεφάλαια ἐν τοῖς ἐξόδοις. Ὑπὸ τὸν τίτλον «ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις», ἀναγράφομεν πίστωσιν ἐκ 4.000.000 δρχ. δι’ ἐνδεχομένας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις κλπ.» Ἰδοὺ δὲ καὶ ἀντὶ τούτου τί ἐτυπώθη (ἀναγινώσκει)· «Ν. Στράτος. Ἤθελον νὰ εἴπω κυρίως ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς ζακχάρεως ζημιοῦται τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνῆκεν εἰς αὐτὸ ἐκ τῶν τελωνειακῶν αὐτῆς εἰσπράξεων. Ἀθ. Εὐταξίας. Καθ’ ὃν χρόνον ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ 37.000.000 δρχ. περίπου, δι’ ἃ τὸ Κράτος θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ καταβάλῃ ἐτησίως τοκοχρεολύσιον ἐκ 2.000.000 δρχ. περίπου, ἡ στέρησις 600.000 δρχ. περίπου, εἰς ὅσα ἀνέρχεται τὸ ποσοστόν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ταμεῖον ἐκ τοῦ δασμοῦ τῆς ζακχάρεως, δὲν θὰ ἦτο τόσου λόγου ἀξία. Ἐν τούτοις τὸ ποσὸν τῆς προκειμένης ἀποδόσεως ἐπιφυλάσσομαι νὰ καθορίσω βραδύτερον διὰ δηλώσεως πρὸς τὴν Βουλήν». Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ παράπονον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, παράπονον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι προσέθηκε λόγους τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν εἶπον, καὶ διότι ὑπεβλήθη εἰς τὸν κόπον, ἐν τῷ μέσῳ τῆς τόσης ἐργασίας τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ διορθώνῃ τὰς ἁπλᾶς περικοπὰς λόγων ἰδικῶν μου. Τὸ ζήτημα τοῦτο λήγει δι’ ἐμέ, διότι νομίζω ὅτι ἀρκετὰ μάλιστα ἠσχολήθην διὰ ζήτημα τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς ἢ ζήτημα διορθώσεως τῶν λόγων μου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔδει ν’ ἀποδίδηται εἰς αὐτὸ ἐκ τοῦ δεκατημορίου τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων καὶ συγχρόνως εἰς τοὺς λιμένας καὶ τοὺς δήμους, οἵτινες εἶναι συμβεβλημένοι μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἔχουσιν ὑπεγγύους τὰς εἰσπράξεις αὐτῶν, ὅσα εἶχον πρότερον ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν φρονῶ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πλέον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποκαθιστᾷ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερε, εἶχε δὲ λησμονήσει αὐτὴν ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλ’ ἐν τάξει δὲν εἴμεθα ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν, ἐφ’ ὅσον ἡ Τράπεζα διὰ τοῦ πρώτου αὐτῆς ἐγγράφου ὑπενθυμίζει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ὄπισθεν τῆς Τραπέζης ὑπάρχουσι ξένα κεφάλαια, ξένοι κεφαλαιοῦχοι. Ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ πίστις τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς συνεβάλλετο μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ συνωμολόγει τὸ δάνειον τῶν 20.000.000, ἐξάγεται ἐξ αὐτῆς τῆς ἀναγνώσεως τῆς συμβάσεως, ὄχι μόνον ἐξ ὅσων ἀνέγνω ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς χθές, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἄλλης ῥήτρας καθ’ ἣν ὑποχρεοῦνται οἱ τελῶναι νὰ καταθέτωσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πάσας τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν ὑπεγγύων εἰς τὸ δάνειον τοῦτο προσόδων ἐπὶ ταῖς ἀπειλουμέναις κατ’ αὐτῶν διὰ τῆς συμβάσεως ποιναῖς. Τοιαύτην ἰδέαν εἶχον περὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ὥστε τοιαύτας ἐπέβαλον εἰς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ αὐτὰς νὰ συμβληθῇ, διότι εἶχεν ἀνάγκην νὰ συντελέσῃ τὰς παρασκευὰς τὰς στρατιωτικάς. Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ θέλων νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 150 ἢ 180 ἑκατομμυρίων, σπεύδει μετὰ τόσης ταχύτητος, ὥστε εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν νὰ ῥίψῃ τὸ γάντι εἰς τοὺς δανειστάς, διότι τοιαῦτα πράττων κατὰ τῶν δανειστῶν, οὐδὲν ἕτερον ἐπιχειρεῖ ἢ νὰ ἐμβάλῃ τὴν δυσπιστίαν εἰς αὐτοὺς καθ’ ἣν στιγμὴν θέλει νὰ συνομολογήσῃ δάνειον. Ἀλλὰ σήμερον φθάνομεν καὶ εἰς ἕτερον συμπέρασμα, φθάνομεν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν. Ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἔλεγον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸν ἐπιμόνως μὴ στέργοντα ν’ ἀκούσῃ, ἀλλὰ θεωροῦντα ὅτι ἔχει τὸ ἀλάθητον ὑπὲρ αὐτοῦ — διότι ἔλεγον ὅτι δυοῖν θάτερον θὰ πράξῃ ἢ νὰ πλήξῃ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους ἢ ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὰ ταμεῖα ὅ,τι θὰ λάβῃ ἐκ τοῦ μονοπωλίου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρὸς τί τὸ μονοπώλιον. Καὶ φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγκασθεὶς ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐσύρθη εἰς τὸ καθῆκον καὶ ἀποκαθιστᾷ τὰ ὅσα ἠθέλησε ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τῶν λιμενικῶν καὶ δημοτικῶν ταμείων. Εἶπον καὶ χθὲς ὅτι, ἂν ἐχάρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰκοσάλεπτον κατ’ ὀκᾶν ζακχάρεως εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, χαρίζει ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ποσοῦ τῶν 6.000.000 ὀκάδων 1.200.000 δρχ., ἀκριβῶς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀφῄρει ἀπὸ τὰ εἰδικὰ ταμεῖα. Ἐχάρισε λοιπὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν 1.200.000 δρχ. ἀναλώμασιν οὐχὶ τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τῶν προσόδων τῆς παρασκευῆς τῆς στρατιωτικῆς τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετοῦσι τὰς ἀνάγκας ταύτας. Σήμερον εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποδώσῃ τὰ χρήματα ταῦτα. Πόσον εἶναι τὸ ποσὸν αὐτό; 1.250.000 δρχ., ἐξ ὧν 650.000 δρχ. θ’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ 600.000 εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, διότι ἀκριβῶς οἱ λιμένες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, εἶναι οἱ μεγάλοι λιμένες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀφειλέται πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ ἔχουσιν ἠγγυημένας τὰς προσόδους των. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει εἰς τὴν καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου τὴν καταστροφὴν τῶν λαθρεμπόρων καὶ εἰς τὴν μεγίστην πλουτοπαραγωγὸν δύναμιν τῆς χώρας. Τί ὑπολογίζει ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου; Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἀξίας τῆς ζακχάρεως, περίσσευμα 6.500.000 δρ. Ἀφαιρέσατε 1.250.000 δρ. ἀποδοτέας ἐκεῖ ὅθεν ἠθέλησε ν’ ἀφαιρέσῃ ταύτας, μένει περίσσευμα 5.250.000 δραχ. Εἰσπράττει ἤδη 6.000.000, ἔχομεν ἄρα 750.000 μείωσιν εἰσπράξεων. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα κατόρθωμα τοῦ μεγάλου οἰκονομολόγου, ὁ ὁποῖος ἐνέσκηψεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα διασώσῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς εἰσάγων τὸ μέγα οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§109Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγκασθεὶς νὰ λάβω τὸν λόγον ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, δὲν ἠδυνήθην νὰ διέλθω ὁλόκληρον τὸ δεύτερον ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του ἐζήτησεν εὔσημον, διότι διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνήγγειλεν ἐφρόντισεν ὄχι μόνον περὶ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀποδόσεως πρὸς τοὺς δήμους καὶ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ἀφήρει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ φαίνεται ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ ἀγορεύσει του ὡς παραιτηθεὶς τῶν περιέργων ἐκείνων θεωριῶν τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν χθὲς καὶ τὰς ὁποίας ἐπανέλαβε κατόπιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ τὸ τέλος τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ νὰ γνωρίσῃ πῶς ἠδυνήθη νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ σκεφθῇ νὰ παρεμβάλῃ καὶ τὴν δευτέραν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνήγγειλε πρὸ ὀλίγου. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ σχετικὴ παράγραφος (ἀναγινώσκει)· «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐκκεχωρημένων πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δημοτικῶν καὶ λιμενικῶν δανείων φόρων, οὐδόλως συμφωνοῦντες πρὸς τὰς διατυπουμένας ἐν τῷ ἐγγράφῳ σας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, σκέψεις, καθ’ ἃς τὸ Κράτος δύναται νὰ καταργῇ ἢ τροποποιῇ ἐκκεχωρημένας προσόδους εἰς ὑπηρεσίαν λιμενικῶν καὶ δημοτικῶν ταμείων ἐπὶ τῇ βάσει συμβάσεων ἐπικεκυρωμένων διὰ νόμων, ἐπιτραπήτω νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τούτους διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι κρίνομεν ὅτι ἄλλως ἐπέρχεται παράβασις τῶν ὅρων τῆς μετὰ τοῦ Κράτους συμβάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὅτι τοιαύτη ἀρχὴ καθιερουμένη καθιστᾷ ἀνέφικτον τὴν περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῆς ἐργασίας τοιούτων δανείων καὶ ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὰ ἤδη συνωμολογημένα τοιαῦτα». Αὕτη εἶναι ἡ φράσις ἡ ὁποία ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ συνέλθῃ εἰς ἑαυτὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ ἀφήσῃ τὰς ἑώλους ἐκείνας θεωρίας τὰς ὁποίας μετὰ τόσου στόμφου μᾶς ἀπήγγειλε χθὲς καὶ τὰς ὁποίας εἶχεν ἤδη περιλάβει ἐν τῷ ἐγγράφῳ του πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἕτερος τὸν λόγον;
§111Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, κ. Πρόεδρε.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§113Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἦταν, κύριοι Βουλευταί, αἱ κρηπῖδες ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐσκέπτετο νὰ στηρίξῃ τὸν σακχαροποίητον αὐτὸν πύργον, τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Ἡ πρώτη κρηπὶς ἦτο ἡ αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ αὔξησις ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν σύναψιν τοῦ μεγάλου δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ διευκολύνῃ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτὴν τὴν οἰκονομικήν. Ἡ ἑτέρα κρηπὶς ἦτο ἡ ἀνακούφισις ἀπὸ τῆς φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον αἱ δύο αὗται βάσεις εἶναι ἰσχυραί, ὥστε νὰ βαστάσωσι τὸ μεγαλοπρεπὲς ὑπουργικὸν οἰκοδόμημα. Σήμερον, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς φορολογίας τῆς σακχάρεως, τὸ Κράτος εἰσπράττει 6,500,000 δραχ. ἐξ εἰσαγωγῆς ὀκάδων σακχάρεως 6,300,000. Ἐκτὸς τῶν 6,500,000 δραχ. εἰσπράττουσι καὶ οἱ λιμένες καὶ οἱ δῆμοι ἑτέρας 600,000 δραχ. Πόσαι εἶναι αἱ δραχμαὶ τὰς ὁποίας θὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τοῦ νέου νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργικοῦ; Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον προϋποτίθησιν εἰσαγωγὴν ὀκάδων σακχάρεως 9,000,000, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, σήμερον εἰσάγονται εἰς τὸ Κράτος 6,300,000. Πόσα εἶναι τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου; Αἱ 9,000,000 ὀκάδες τιμώμεναι πρὸς 1.30 κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ φέρωσιν ἔσοδον 11,700,000 δραχ. Πόσαι θὰ εἶναι αἱ δαπάναι; Τὸ νομοσχέδιον προϋποθέτει, ὡς καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἀναγράφων τὰς δαπάνας, τιμὴν κατ’ ὀκᾶν 50 λεπτῶν· ἑπομένως διὰ τὰς 9,000,000 ὀκάδας προϋποθέτει δαπάνην 4,500,000 δρχ. Αἱ τιμαὶ τῆς σακχάρεως σήμερον ἀληθῶς στρέφονται εἰς τὰ 50–52 λεπτά. Ὑπάρχει μία διαφορὰ τριῶν λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν μεταξὺ τῆς σακχάρεως εἰς χῦμα καὶ τῆς σακχάρεως εἰς τετραγωνίδια. Ἡ μέση τιμὴ εἶναι 50–51–52 λεπτά σήμερον. Ἀλλ’ ἡ σάκχαρις εἶναι προϊὸν τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ ὑφίσταται μεγάλας διακυμάνσεις ἐκ καιρικῶν μεταβολῶν· εἶναι προϊὸν τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς καλλιεργείας καὶ ἡ καλλιέργεια ἔχει τύχας καὶ αἱ τύχαι αὗται ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ καιροῦ, καὶ βλέπομεν ἐν τοῖς δελτίοις ἀναδιφῶντες τοὺς τιμοκαταλόγους τῶν ἐτῶν μεγάλην διαφορὰν τιμῆς. Λόγου χάριν, ἐνῷ σήμερον τὰ 100 χιλιόγραμμα τιμῶνται πρὸς 42½ φρ. χρ., κατὰ τὸ 1889 ἐτιμῶντο 102 φρ. χρ. Σήμερον αἱ τιμαὶ εἶναι αἱ μεσαῖαι. Ἀλλὰ τίς ἀσφαλίζει ἡμᾶς ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον ἢ τὸ ἐρχόμενον ἔτος αἱ τιμαὶ δὲν θὰ αὐξήσωσι; καὶ τότε ἐνδέχεται ἡ ἀγορὰ τῶν 9,000,000 ὀκάδων σακχάρεως νὰ στοιχίσῃ εἰς τὸ Κράτος πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ποῦ ὑπάρχει τὸ ἀντιστάθμισμα τοῦ κινδύνου τούτου; Τὸ ἀντιστάθμισμα ὑπάρχει ἐν τῇ διατάξει ἐκείνῃ τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ὑψωθῆ ἡ τιμὴ τῆς σακχάρεως, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν αὐτῆς κατὰ 20 λεπτά, δηλαδὴ 1.50 χονδρικῶς, καὶ πρὸς τοὺς καταναλωτὰς 1.60. Ἀλλ’ εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ποσὸν τοῦτο; Οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ. Ἐπίσης οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τοῦ συναλλάγματος παρ’ ἡμῖν, διότι, ἐὰν σήμερον τιμᾶται παρ’ ἡμῖν ἡ σάκχαρις 52 λεπτά, τοῦτο συμβαίνει, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄρτιον. Ἐὰν ὅμως, ὃ μὴ γένοιτο, αὔριον ἢ μεθαύριον, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα ἡμεῖς οἰκονομικῶς διοικούμεθα, ἐπέλθῃ αὔξησις τοῦ συναλλάγματος, εἶναι φανερὸν ὅτι καὶ ἡ τιμὴ τῆς σακχάρεως θὰ ὑποστῇ μεταβολὴν ἐπὶ τὰ χείρω, ἡ ὁποία θὰ ἐλαττώσῃ πολὺ τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου. Πρέπει δὲ νὰ παρατηρήσω ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, διὰ ν’ ἀνοίξῃ ἓν παντοπωλεῖον, ὅπως καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον παντοπωλεῖον θὰ πωλῇ 9,000,000 ὀκάδας σάκχαριν, ἔχομεν ἀνάγκην μιᾶς παγίας προκαταβολῆς, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι κατωτέρα τῶν 4–5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, δηλαδὴ τὸ Κράτος ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου θὰ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ καταβάλῃ 4–5 ἑκατομμύρια δραχμῶν, διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὴν σάκχαριν, τὴν ὁποίαν θὰ πωλῇ. Αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν περιστάσεις καὶ αἱ χρηματικαὶ τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν γνωρίζω ἂν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὸ Κράτος τοῦτο τὸ πτωχὸν τὴν παγίαν προκαταβολὴν τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἀλλὰ ταῦτα δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ. Ἐγὼ προχωρῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ποσῶν κατὰ τούτους τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν θὰ ἔχωμεν περισσοτέρας εἰσπράξεις μεθαύριον τῶν εἰσπράξεων τῶν νῦν. Εἰς τὰ 4,500.000, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ προσθέσωμεν καὶ 5,000.000 δραχ., τὰς ὁποίας θὰ δώσωμεν εἰς τὸ σακχαροποιεῖον τὸ Θεσσαλικόν, καὶ ἔχομεν τότε 5,000.000 δραχ. Ἀλλ’ ἡ σάκχαρις αὕτη θὰ κομισθῇ εἰς τὸν Πειραιᾶ εἰς κιβώτια, ἂν εἶναι τετραγωνίδια, ἢ εἰς σάκκους. Ποῦ θὰ ἐγκατασταθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ καταπληκτικὸν τῶν 9,000,000 ὀκάδων; Καὶ πῶς θὰ γίνηται ἡ συσκευὴ αὐτῆς; διὰ ποίας δαπάνης; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ συσκευὴ θὰ στοιχίσῃ 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἐὰν τοῦτο παραδεχθῶμεν, ἐπὶ 9.000.000 ἔχομεν ἔξοδα συσκευῆς 1.800.000 δραχ. κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§114Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀφήσατε αὐτά.
§115Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ παρακαλεῖ ν’ ἀφήσω τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οἱ ὑπολογισμοὶ ἐκεῖνοι ἐγένοντο ἐν, δὲν ἠξεύρω, τίνι ἀπροσεξίᾳ, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ὅτι θὰ εἶναι κατώτερον τὸ ποσόν. Ἀποδέχομαι καὶ ταύτην τὴν φιλικὴν παράκλησιν καὶ ἐξετάζω κατὰ πόσον ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένη δαπάνη ἔχει ὀρθῶς. Ἐν πρώτοις πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὁπόση θὰ εἶναι ἡ δαπάνη τῆς ἀποθήκης, ἡ ὁποία θὰ περιλάβῃ τὰ 9.000.000 ταῦτα. Ἡ ἀποθήκη ἡ ὁποία θὰ περιλάβῃ τὰ 9.000.000 ὀκάδων σακχάρεως, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ὄγκου τὸν ὁποῖον καταλαμβάνει ἑκάστη ὀκᾶ, θὰ ἔχῃ διαστάσεις πολὺ εὐρείας· θὰ εἶναι μήκους μὲν 50 μέτρων, πλάτους ἑτέρων 50 καὶ ὕψους 23 μέτρων, ἵνα περιλάβῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ ἀποθήκη αὕτη θὰ περιλάβῃ τὴν σάκχαριν ἡ ὁποία θὰ κομισθῇ εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ τὴν ὁποίαν ἐπιτροπὴ ἐκ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ χημικῶν θὰ παραλαμβάνῃ καθ’ ἡμέραν. Γνωρίζετε δὲ τί σημαίνει παραλαβὴ 9.000.000 ὀκάδων σακχάρεως; Ἀφοῦ τοποθετηθῇ ἡ σάκχαρις αὕτη εἰς τὴν ἀποθήκην—καὶ ταῦτα θὰ ἔχωσι δαπάνας—, πρέπει νὰ τὴν συσκευάσωμεν εἰς πακέτα. Πόσα θὰ εἶναι τὰ πακέτα τῶν 9.000.000 ὀκάδων συμφώνως πρὸς τὸ νομοσχέδιον; Θὰ ἔχωμεν πακέτα τῆς ὀκᾶς, τῆς ἡμισείας ὀκᾶς, τῶν 100 δραμίων καὶ τῶν 50 δραμίων. Ἐὰν λοιπὸν τὰ 9.000.000 ὀκάδων ὑπολογίσωμεν, ὑπολογιζομένης ἑκάστης ὀκᾶς εἰς τρία πακέτα, θὰ ἔχωμεν ποσὸν 27.000.000 πακέτων. Τὰ 27.000.000 ταῦτα πακέτων πῶς θὰ τὰ συσκευάσωμεν; Ἐν πρώτοις θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἐκ τῆς ἀποθήκης τῆς μιᾶς, τῆς μεγάλης, τῆς κολοσσιαίας, νὰ μεταφέρωμεν εἰς τὴν ἄλλην πρὸς συσκευήν. Ἀλλὰ τὰ 27.000.000 ταῦτα πακέτων ἐὰν τὰ διαιρέσωμεν διὰ τῶν 360 ἡμερῶν τοῦ ἔτους, θὰ εὕρωμεν ὅτι ἑκάστην ἡμέραν πρέπει νὰ συσκευάζωνται 54.767 πακέτα· λοιπὸν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν πρέπει νὰ συσκευάζωμεν 54.767 πακέτα. Ἠρώτησα τὸν μεγαλέμπορον κ. Θανόπουλον πρὸ ὀλίγης ὥρας εἰς πόσην ὥραν δύναται εἷς ἐργάτης νὰ πακετάρῃ ἓν πακέτον σακχάρεως, νὰ τὸ ζυγίσῃ, νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὴν χαρτοσακκούλαν, νὰ κολλήσῃ τὴν ταινίαν καὶ νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν του. Καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι τρία λεπτὰ τῆς ὥρας βεβαίως χρειάζεται δι’ ἕκαστον πακέτον. Ἑπομένως, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἷς ἐργάτης ἐργάζεται δέκα ὥρας τὴν ἡμέραν, θὰ πακετάρῃ 200 πακέτα τὴν ἡμέραν. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ 54.767 πακέτα, πόσους ἐργάτας θὰ θέλωμεν; Ἔχομεν ἀνάγκην οὐχὶ ἑνὸς ἐργοστασίου ὡς τὸ καπνοκοπτήριον, ἀλλ’ ἴσως καὶ εὐρυτέρου, διότι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς γενομένους θὰ χρειασθῶσι 400 ἐργάται, ἵνα πακετάρωσιν ἓν τόσον ποσόν.
§116Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμερησίως.
§117Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως οἱ 400 οὗτοι ἐργάται δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μισθὸν ὀλιγώτερον τῶν τριῶν δραχμῶν καθ’ ἡμέραν ἕκαστος.
§118Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐργαζόμενοι δέκα ὥρας καθ’ ἡμέραν.
§119Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν 1200 δρχ. καθ’ ἡμέραν, ἤτοι 365,000 κατ’ ἔτος, εἰς τὰς ὁποίας ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὰς ἄλλας 60.000, θὰ θέλωμεν ἐν ὅλῳ 425.000 δρχ. διὰ τὴν συσκευήν. Ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἀποθήκην καὶ τὸ ἐργοστάσιον. Τώρα αὐτὸ τὸ ἐργοστάσιον πῶς θὰ λειτουργῇ; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε χαριέστατα· θὰ ἔχωμεν ἕνα γραμματέα, ὁ ὁποῖος θὰ λαμβάνῃ 190 δραχμάς· καὶ ὁ γραμματεὺς αὐτὸς θὰ παραλαμβάνῃ αὐτὰ τὰ 9.000.000 τῆς σακχάρεως μὲ ἕνα λοχίαν ἀπόστρατον, ὁ ὁποῖος θὰ λαμβάνῃ 70 δραχμάς! Αὐτὰ λέγει ὁ Προϋπολογισμός, αὐτὰ εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ δύο δυστυχισμένοι θὰ παραλαμβάνωσιν 9.000.000 ὀκάδων σακχάρεως καὶ θὰ μεταφέρωσιν ὑπ’ εὐθύνην των εἰς τὸ ἐργοστάσιον τῆς συσκευῆς. Καὶ δι’ ὅλα αὐτά, λέγει ὁ κ. Εὐταξίας, θὰ δαπανηθῶσι 3120 δρχ. διὰ τοὺς μισθούς των. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ, δὲν ὁμιλεῖ περὶ αὐτοῦ. Δὲν λέγει· μισθοὶ προσωπικοὶ εἶναι αὐτοί. Καὶ ἔχει δι’ ἐνοίκιον ἀποθήκης, τόσον μεγάλης ἀποθήκης, 5,000 δρχ. Ἔγραφε διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν του εἰς μίαν συνέντευξιν μὲ φιλικὴν αὐτοῦ ἐφημερίδα, ἐκθειάζων τὸ μεγαλούργημά του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1909, καὶ ἔλεγε μεταξὺ πολλῶν ἄλλων καὶ τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει)· «Οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία κλπ.». Οὗτος εἶναι ὁ εἰλικρινέστατος Προϋπολογισμός! Ἐκεῖ ὅπου ἀπαιτοῦνται 400 ἐργάται μόνον διὰ τὴν συσκευήν, αὐτὸς γράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἕνα ἐπιλοχίαν ἀπόστρατον ἢ ἕνα λοχίαν, καὶ ἕνα διαχειριστὴν μὲ 190 δρχ.
§120Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὴ ἡ μικρὰ ἀναγραφὴ σᾶς κάμνει αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ τόσα ἑκατομμύρια σακχάρεως θὰ προμηθευθῇ τὸ Κράτος, νὰ συμφωνήσῃ μετὰ τοῦ ἐργοστασίου ἐν Αὐστρίᾳ π. χ. ὅτι θὰ ἀγοράζωνται 9.000.000, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς στέλλητε ἐνταῦθα συνεσκευασμένα κατ’ ὀκάδας, ἡμισείας ὀκάδας, ἑκατὸν δράμια, καὶ ἑπομένως νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα συνεσκευασμένη ἀπὸ τὸ ἐργοστάσιον.
§121Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἀλλὰ σᾶς φαίνεται ὅτι ἐν Αὐστρίᾳ ἔγιναν τόσον χριστιανικοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὥστε νὰ ἐργάζωνται δωρεὰν καὶ ἡ συσκευὴ νὰ μὴ στοιχίζῃ οὔτε λεπτόν;
§122Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ λέγω ὅ,τι εἶπον καὶ χθές, ὅτι ὁ κ. Θανόπουλος πωλεῖ ὡραίαν συνεσκευασμένην σάκχαριν μὲ τὴν αὐτὴν τιμήν, μὲ τὴν ὁποίαν πωλεῖ καὶ πᾶς ἄλλος παντοπώλης, καὶ κερδίζει, διότι οὐδὲν δαπανᾷ διὰ τὴν συσκευήν· λοιπὸν λέγω ὅτι αὐτὴ ἡ συσκευὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς τὰ ἐργοστάσια ἔξω διὰ μηχανικῆς ἐργασίας καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκας καθ’ ἑκάστην διὰ τὴν συσκευήν.
§123Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ὁ Προϋπολογισμὸς γράφει ῥητῶς «συσκευὴ καὶ ἀποστολὴ σακχάρεως καὶ σακχαρίνης 2,000 δρχ». Αὐτὰ λέγει ὁ εἰλικρινέστατος Προϋπολογισμός, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν εἶδεν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου! Ἀλλ’ ὁ διαχειριστὴς οὗτος, ὁ περιβαλλόμενος μὲ τόσα ἑκατομμύρια, πῶς θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοιαύτην κολοσσιαίαν ὑπηρεσίαν; Θὰ ἔχωμεν μίαν ἀποθήκην, εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀποθηκεύσωμεν τὴν σάκχαριν· θὰ ἔχωμεν ἓν ἐργοστάσιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ γίνηται ἡ συσκευή, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐργάζωνται 350 ἕως 400 ἄνδρες· θὰ ἔχωμεν καὶ μίαν ἄλλην ἀποθήκην, τὸ παντοπωλεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ πωλῆται ἡ σάκχαρις. Καὶ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἡ σάκχαρις θὰ πωλῆται ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἐμπόρους, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα ἰδιώτην, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ὄρεξιν νὰ δίδῃ 10 λεπτὰ ἐπιπλέον εἰς τὸν παντοπώλην καὶ θὰ μεταβαίνῃ ν’ ἀγοράζῃ 50 ὀκάδας πρὸς 1.30, διὰ νὰ ὠφεληθῇ τὸ δεκάλεπτον. Τὸ παντοπωλεῖον αὐτὸ ποῖος θὰ διευθύνῃ; Ἀντιλαμβάνεσθε καλῶς ὅτι τὸ παντοπωλεῖον αὐτὸ ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας θὰ ἐπισκέπτωνται ἑκατοντάδες προσώπων, προκειμένου περὶ ἀντικειμένου πρωτίστης ἀνάγκης; Ποῖος θὰ εἰσπράττῃ τὰ χρήματα, ποῖος ὁ πωλητής, ποῖος ὁ ὑπηρέτης; Καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν μίαν θυρίδα πωλήσεως, πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν λογιστήν, ταμίαν, πωλητάς, νὰ ἔχωμεν προσωπικὸν τοῦ παντοπωλείου αὐτοῦ. Εἰς τοιοῦτον παντοπωλεῖον δὲν πιστεύω νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ ἀπόστρατος λοχίας, διότι θὰ τὸν ζητῇ ὁ διαχειριστὴς εἰς τὸ ἐργοστάσιον, θὰ τρέχῃ κατόπιν εἰς τὴν ἄλλην ἀποθήκην καὶ ὁ δυστυχὴς θὰ εἶναι καὶ ἡλικιωμένος. Αὐτὸ εἶναι τὸ περίφημον νομοσχέδιον! Λέγει καὶ ἄλλα ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ εἰλικρινής! Λέγει ὅτι ἐπὶ τῶν 11.700.000 εἰσπράξεων θὰ δίδῃ 5% ὡς ἀμοιβὴν τοῦ προσωπικοῦ. Ἀλλ’ 11.700.000 εἰσπράξεων πρὸς 1% μᾶς κάμνουν 11.700 πρὸς 5% θὰ δώσῃ ὁ Ἀθανάσιος Εὐταξίας 58,500 δρχ. Πόσας ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; 6.500. Αὐτὸς εἶναι ὁ εἰλικρινὴς Προϋπολογισμός! Ὁ ἁπλούστατος λογαριασμὸς δεικνύει ὅτι θὰ πληρώσῃ 58.500 εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θὰ πωλῶσι τὴν σάκχαριν. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι; Θὰ εἶναι οἱ τελῶναι αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως· ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ εἰς τὰ μεσόγεια μέρη ποῖος θὰ πωλῇ τὴν σάκχαριν; Ὁ εἰρηνοδίκης; Εἰς πλεῖστα ὅσα μέρη τῆς Ἑλλάδος κατηργήσαμεν τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Ὁ ὑποταμίας; Ὑποταμεῖα καταργοῦνται οὐχὶ ὀλίγα τὸν ἀριθμόν, δὲν ἔχουσι δὲ τὰ μέρη αὐτὰ ὑποταμίας. Πόθεν θὰ λαμβάνωσι τὴν σάκχαριν λοιπόν; Δὲν ἔχομεν τελώνας εἰς τὰ μεσόγεια μέρη· δὲν ἔχομεν ἄλλους δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἑπομένως ὁ κάτοικος τοῦ Καρπενισίου, τῆς Τριπόλεως, τῶν μεσογειοτέρων μερῶν, θὰ σπεύδῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὸν πλησιέστερον λιμένα, διὰ ν’ ἀγοράσῃ τὴν σάκχαριν, ὅση τῷ χρειάζεται. Ἀλλὰ τί πληρώνει ἡ σάκχαρις μεταφερομένη; Ὁ κ. Θανόπουλος ἐγέλα σήμερον ἀπὸ καρδίας μὲ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ἡ σάκχαρις θὰ πωλῆται παντοῦ πρὸς 1.40. Ἐγώ, λέγει, καὶ ἐν Ἀθήναις πληρώνω διὰ μεταφοράν, ὅπου ὑπάρχουσι δρόμοι, κάρρα, ἅμαξαι καὶ τόσα μέσα μεταφορᾶς, ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλὰ στοχάζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ποῦ θὰ μεταφέρῃ τὴν σάκχαρίν του μὲ ζῷα εἰς τὸ Καρπενίσιον, ποία θὰ εἶναι ἡ τιμὴ τῆς μεταφορᾶς καὶ ἀρκοῦσι τὰ 10 λεπτά, διὰ νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ παντοπῶλαι διὰ τὴν μεταφορὰν ἀπὸ Στυλίδος εἰς Καρπενίσιον; Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, θ’ ἀναγκάσῃ τὸν παντοπώλην διὰ τοῦ νόμου νὰ πωλῇ πρὸς 1.40. Τί νομίζετε ὅτι θὰ συμβῇ; Οὐδεὶς παντοπώλης θὰ ἔχῃ σάκχαριν εἰς τὰ χωρία, διότι οὐδεὶς θὰ εἶναι τόσον μωρὸς νὰ κοπιάζῃ διὰ τοὺς ἄλλους. Τὸ παντοπωλεῖον λοιπὸν τοῦ κ. Εὐταξίου δὲν ἔχει ἐλπίδας νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ θὰ περιέλθῃ εἰς δυσχερείας πολλάς. Εἴπομεν λοιπὸν ὅτι ἔχομεν 4.500.000 δρχ. δι’ ἀγοράν, 500.000 τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ δώσωμεν εἰς τὸ Ζωγράφειον σακχαροποιεῖον. Μᾶς κάμνουν 5.000.000. Ἔχομεν ἐπίσης ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπερβῇ τὸ ½ ἑκατομ., διὰ τὴν συσκευὴν καὶ ὑπηρεσίαν τῶν τριῶν ἀποθηκῶν, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ αὔξησιν προσωπικοῦ μεγάλην, διότι εἶναι εὐνόητον εἰς πάντα καλῆς πίστεως συζητητὴν ὅτι τοιαύτη ὑπόθεσις 9.000.000 σακχάρεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομηθῇ μὲ τὸν ἀπόστρατον λοχίαν καὶ μὲ τὸν διαχειριστήν. Ἀλλὰ τί ἄλλο θὰ ἔχωμεν; Οἱ ἐργάται αὐτοὶ οἱ 400, οἱ ὁποῖοι θὰ διαχειρίζωνται τὴν σάκχαριν, θὰ ὑποπίπτωσι καὶ εἰς μικράς τινας παρεκτροπάς. Δὲν εἶναι μόνον τὰ μικρὰ παιδία τὰ ὁποῖα ὀρέγονται τῆς σακχάρεως, ἀλλὰ καὶ τὰ μεγάλα θὰ τρώγωσι σάκχαριν καὶ εἶναι δύσκολος ἡ ἐπίβλεψις 400 ἀνθρώπων καὶ εἰς ὅλα τὰ νοήμονα μέρη τοῦ κόσμου ἀποφεύγουσι τοιαύτας ἐργασίας, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι καλὸς διοικητὴς τοιούτων ὑποθέσεων. Θὰ ἔχῃ λοιπὸν τὸ παντοπωλεῖον τοῦ κ. Εὐταξίου φύραν μεγάλην. Αὐτὴν τὴν ζημίαν ποῖος θὰ πληρώσῃ; Ὁ διαχειριστής, λέγει, θὰ δώσῃ μίαν ἐγγύησιν 5.000 δρχ. Φαντασθῆτε ἕνα ἄνθρωπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπιστεύεσθε μίαν περιουσίαν 11.700.000, καὶ εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν λέγετε· μὴ ἀνησυχεῖς· ἅμα ἔχῃς 5.000 δρχ. ἐγγύησιν, ἔλα ἐδῶ νὰ ἁλωνίσῃς· καὶ θὰ ἁλωνίσῃ ἐξ ἀνάγκης, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ 190 δρχ., βλέπων τὸν θησαυρὸν αὐτὸν εἰς χεῖράς του, νὰ μὴ αἰσθανθῇ κλονισμοὺς πολλούς, ἀφοῦ μάλιστα οὐδένα ἄλλον θὰ ἔχῃ νὰ τὸν ἐπιτηρῇ εἰμὴ τὸν ἀπόστρατον λοχίαν. Τρέχομεν λοιπὸν κίνδυνον ἐκ τοῦ παντοπωλείου φύρας μεγάλης, κλοπῆς, καταχρήσεως. Ἐὰν δέ, ὃ μὴ γένοιτο, ἓν κεραμίδιον τῆς ἀποθήκης τοῦ κ. Εὐταξίου θραυσθῇ καὶ ὑετὸς εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἀποθήκην, καταλαμβάνετε τί σιρόπιον θὰ τρέξῃ ἐπὶ τῶν παραθύρων καὶ θυρῶν ἐκ τοῦ σακχαρώδους αὐτοῦ Βαβέλ. Ἔχομεν λοιπὸν κίνδυνον, καὶ ὡς φρόνιμοι ἄνθρωποι δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναλαμβάνωμεν κινδύνους διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους τόσον μεγάλους· ἐὰν λοιπὸν ὑπολογίσωμεν καὶ πάντα ταῦτα, θὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον ἓν ποσὸν 500.000 δρχ. διὰ προσωπικὸν καὶ ἄλλα ἀπρόοπτα τῶν τριῶν τούτων ἐργοστασίων καὶ τῶν ἄλλων ἀποθηκῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὰ ἄλλα τελωνεῖα, ἤτοι ἐν συνόλῳ 6.000.000 θετικὴν δαπάνην διὰ τὴν πώλησιν. Πόσα θὰ εἶναι τὰ ἔσοδα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπολογίζει 11.700.000. Ἀφαιροῦντες τὰ ἔξοδα ταῦτα, τὰ θετικά, τὰ βέβαια, τὰ ἀναμφισβήτητα, ἔχομεν κέρδος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου 5.700.000. Ἀλλὰ θὰ εἶναι πραγματικὸν τὸ κέρδος τοῦτο; Τὸ κέρδος τοῦτο ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξ εἰσαγωγῆς 9.000.000, δηλ. ἐξ εἰσαγωγῆς 2.700.000 ἐπὶ πλέον τῆς σημερινῆς. Ἀλλὰ θ’ αὐξήσῃ κατὰ τοιοῦτον ποσὸν ἡ εἰσαγωγὴ κατὰ τὸ 1910; Ὁ κ. Ὑπουργός, θέλων νὰ ἔχῃ περιθώριον, ἀνέγραψε τὸ ποσὸν ἀδιαφορῶν ἂν θὰ εἰσπράξῃ τοῦτο. Εἶναι ὁ ἀσφαλὴς τρόπος τοῦ γράφειν ἀσφαλεῖς Προϋπολογισμοὺς μὲ περισσεύματα. Ἀλλὰ τίς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦτο θὰ εἶναι τόσον θαυματουργόν, ὥστε ἀμέσως νὰ γεννηθῇ ἡ ὄρεξις εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας νὰ φάγωσιν ἀνωτέραν ποσότητα σακχάρεως, διότι θὰ τὴν εὕρωσι κατὰ 20 λεπτὰ εὐθηνοτέραν καὶ ὅτι θὰ λείψῃ τὸ διενεργούμενον λαθρεμπόριον; Ποῖοι εἶναι οἱ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ φάγωσι τὴν σάκχαριν κατὰ 20 λεπτὰ εὐθηνοτέραν; Οἱ πληθυσμοὶ τῶν πόλεων, οἱ δ’ ἄλλοι εἶναι ἀδύνατον νὰ αἰσθανθῶσι τὴν παραμικρὰν ἀνακούφισιν, διότι θὰ πληρώνωσιν εἰς τὸν παντοπώλην τὴν μεταφοράν, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐπιβαρύνῃ καὶ ἡ ὁποία θὰ ἰσοφαρίζῃ μὲ τὸ ποσόν, τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐλαττούμενον· θὰ τὴν πληρώσῃ ὄχι μόνον 1.60, ἀλλ’ εἰς ὀρεινότερα μέρη περισσότερον. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν πράγματι νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς παντοπώλας, δὲν γνωρίζω διὰ ποίας μεθόδου, τὴν πώλησιν μὲ τὰς τιμὰς τοῦ μονοπωλίου, εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ κατανάλωσις μεγάλη. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὴν τιμὴν καμμία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐλάττωσις τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλὰ θὰ γίνῃ, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ τῆς μεθόδου τοῦ πακεταρίσματος, διὰ τῆς συσκευῆς· ἡ συσκευὴ θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν πλέον τὸ λαθρεμπόριον τῆς σακχάρεως. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν σάκχαριν ἡ ὁποία καταναλίσκεται εἰς τὰς οἰκίας, καὶ τὴν σάκχαριν ἡ ὁποία καταναλίσκεται εἰς τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα. Δὲν γνωρίζω ἂν εἰς ἓν οἱονδήποτε κατάστημα δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὸ νὰ προμηθευθῇ καὶ κατόπιν σάκχαριν λαθραίως εἰσάγον, διότι τὰ καταστήματα θὰ τὸ μεταβάλλωσιν ἀμέσως εἰς σιρόπιον καὶ ἡ ἐξέλεγξις δὲν θὰ εἶναι πλέον δυνατή. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σάκχαριν τὴν καταναλισκομένην εἰς τὰς οἰκίας, βεβαίως δύναται νὰ ὑπάρξῃ τις περιορισμός, δεδομένου ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα καὶ τὰ ἄλλα θὰ ἐκπληρώσωσι καλῶς τὸ καθῆκόν των. Ἀλλά, ἐὰν παραδέχησθε ὅτι εἰσάγονται 2.700.000 λαθραίως, παραδέχεσθε ἀναγκαίως ὅτι τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ τιμὴ τῆς σακχάρεως τῆς λαθραίας εἶναι εὐθηνοτέρα. Ἡ Ἄρτα προμηθεύεται σάκχαριν πρὸς ἐνενήκοντα λεπτὰ τὴν ὀκᾶν· τὰ ἄλλα μέρη, τὰ παράμερα, ἐπίσης. Ἐὰν λοιπὸν ἡ σάκχαρις αὕτη εἰσέρχηται διὰ τὴν εὐθηνίαν τῆς τιμῆς τοσαύτη, εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν αὐξάνει ἡ τιμὴ αὐτῆς διὰ τοῦ μονοπωλίου κατὰ ἑξήκοντα λεπτὰ δὲν εἶναι πιθανὸν ὅτι τὸ ἴδιον ποσὸν τῆς σακχάρεως θὰ καταναλωθῇ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὅπου γίνεται ἡ λαθραία εἰσαγωγή, διότι δὲν θὰ εἶσθε συνεπεῖς. Ἐὰν λέγητε ὅτι ἐλαττοῦντες κατὰ εἴκοσι λεπτὰ τὴν ἀξίαν αὐξάνετε τὸ ποσὸν τῆς εἰσαγωγῆς, διὰ τῶν ἑξήκοντα λεπτῶν, δι’ ὧν ἐπιβαρύνετε τὴν λαθραίαν ἐκείνην σάκχαριν, δὲν θὰ ἔχητε τὸ αὐτὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως. Καταναλίσκεται, διότι ἔχει ὀγδοήκοντα λεπτὰ εἰς τὴν Ἄρταν· καὶ τὸ γλυκὸν ἐκεῖνο, τὰ νεραντζάκια, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Τάκης, διατί πολλαπλασιάζονται καὶ γίνεται ἡ βιομηχανικὴ αὐτῶν ἐπεξεργασία; Διότι ἔχουσι τὴν σάκχαριν λαθραίαν πρὸς ὀγδοήκοντα λεπτά. Νομίζετε ὅτι δύναται πλέον νὰ τρώγῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Τάκης τὰ νεραντζάκια, ὅταν θὰ ἔχῃ ἡ σάκχαρις 1.30; Εἶναι ἀδύνατον. Δὲν γνωρίζω ἑπομένως πόσον θὰ τρώγῃ τὴν σάκχαριν ὁ Ἑλληνικὸς λαός· γνωρίζω ὅμως ὅτι ἔπρεπε νὰ φάγῃ πολλὰς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἰσχυρισθῆ ὅτι μὲ τὸ σύστημα τοῦτο θὰ εἰσπράξῃ περισσότερα χρήματα καὶ ὅτι θὰ φορολογήσῃ περιπλέον 2.700.000 ὀκ. σάκχαριν. Ὑπάρχει κίνδυνος. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι γνώμη προσωπική. Ἐξήτασα πολλοὺς καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις, δυναμένους νὰ κατέχωσι τὸ θέμα τοῦτο, διότι εἶναι τῆς δικαιοδοσίας των καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός των, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον ὅτι πολὺ φοβοῦνται ὅτι μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μὲ τὴν ἐπιβάρυνσιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ μεταφορά, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον οὔτε τὰ 6.300.000 τὰ νῦν εἰσερχόμενα νὰ μὴ εἰσέλθωσι, καὶ ἐννοεῖτε εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ἐὰν πράγματι, περιτελλομένων ἡμερῶν, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ ἀπολογισμός, εὕρωμεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπῆγε, τὸ δὴ λεγόμενον, διὰ μαλλὶ καὶ ἐβγῆκε κουρευμένος, διότι, ἐνῷ ἀνέμενεν 9.000.000 εἰσαγωγήν, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ φθάσωμεν οὔτε εἰς τὰ 6.000.000 καὶ τότε σᾶς ἀφήνω νὰ κρίνητε ποία θὰ εἶναι ἡ συμφορὰ τοῦ Κράτους τούτου, ποία θὰ εἶναι ἡ συμφορὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν λείψωσι τὰ 3.000.000 ταῦτα τῆς σακχάρεως τὰ ἐντελῶς εἰκονικά. Ἐφαρμοζόμενα διὰ πρώτην φορὰν αὐτὰ τὰ σχέδια, εἶναι λογικόν, εἶναι πιθανόν, ἐὰν λάβωσι πέρας διὰ μιᾶς, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν 3.000.000 σακχάρεως ἐπιπλέον; Διατί δὲν ἀναμένομεν τὰ ἀποτελέσματα, διὰ νὰ κρίνωμεν; Ἀλλ’ ἔπρεπε βεβαίως, διὰ νὰ εὑρεθῇ ἓν περιθώριον, νὰ ἔχωμεν νὰ δείξωμεν εἰσπράξεις, διὰ νὰ συνάψωμεν, λέγει, τὸ δάνειον. Ἀλλὰ παρεδέχομαι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ φορολογήσωμεν 9.000.000 ὀκ. σάκχαριν. Πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα πάλιν; 5.700.000 δρχ. τὰ πραγματικά. Πόσα εἰσπράττομεν σήμερον; 6.500.000 καὶ 600.000 διὰ τοὺς δήμους, ἄρα θετικὰ 7.100.000. Μὲ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον—παραδεχόμενοι ὅλα ὅσα λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, παραδεχόμενοι ὅτι 9.000.000 ὀκ. σάκχαριν θὰ φορολογήσωμεν —πόσα θὰ εἰσπράξωμεν; 5.700.000. Ἔλθετε τώρα σεῖς νὰ κρίνητε ποῦ βασίζονται ἐκεῖνα τὰ ἀνεμώλια ἔπη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως ὡς εἰς θησαυρὸν ὁ ὁποῖος πλέον θὰ ὁδηγήσῃ πλησιστίους ἡμᾶς εἰς τὴν λίμνην τῶν περισσευμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, 7.100.000 μὲ τὸ παλαιὸν σύστημα, 5.700.000 μὲ τὸ νέον. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ καὶ πρέπει νὰ προσέξητε εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀρθῶς παρετήρει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν χθές, ὅτι πρωτίστη ἀρετὴ τοῦ φορολογοῦντος, τοῦ ἐπιστήμονος, εἶναι τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἐκ τοῦ λαοῦ νὰ εἰσέρχηται ὡς οἷόν τε ἄθικτον εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τοῦ ταμείου· ἐδῶ θὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα χρήματα, οὐχὶ διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ χρηματοκιβώτιον τοῦ ταμείου, ἀλλὰ διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς ἀποθήκας, εἰς κλέπτας, εἰς καταχραστάς, εἰς 400 ὑπαλλήλους καὶ εἰς τὸν λόχον τῶν ἀπομάχων. Αὐτὰ νομοθετοῦμεν ἡμεῖς. Καὶ νομοθετοῦμεν ταῦτα πάντα, διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, διότι ἀντὶ 7.100.000 θὰ ἔχωμεν 5.700.000, καὶ ταῦτα ἐπὶ τῇ προβλέψει ὅτι πράγματι θὰ εἰσέλθωσιν 9.000.000 ὀκ., ἐνῷ δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο. Αὐτὸ εἶναι τὸ περίφημον νομοσχέδιον τῆς σακχάρεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν του—διότι ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δημοσιονομικὴν πολιτικήν!—Θὰ πράξωμεν λοιπὸν ἔργον ἀνίατον, ἐὰν ψηφίσωμεν τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ καταβαραθρώσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὡς ἀντιπροσωπεύοντος τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, λέγοντος πρὸς ἡμᾶς, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἀκριβέστατα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ φέρῃ καμμίαν ὠφέλειαν, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ φέρῃ ζημίαν, ὡς εἶναι φανερόν· ἀλλὰ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ καὶ παρακαλέσῃ ἡμᾶς καὶ θέσῃ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὸ ζήτημα, τότε παραβλέπομεν ὅλας τὰς ζημίας τὰς ἐθνικάς, τότε παραβλέπομεν ὅλην τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων καὶ θέλοντες νὰ σώσωμεν δὲν γνωρίζω ποῖα ἄλλα ὑψηλότερα συμφέροντα θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις—ὃ μὴ γένοιτο—ἐγκαταλείψῃ ἡμᾶς, ἔρχεται εἰς χάος! Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ χάος; Ἔχει σάρκας; Ἔχει ὀστᾶ ἢ μήπως εἶναι κανὲν ἴνδαλμα, κανεὶς μπαμπούλας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ κλείωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ ψηφίζωμεν ἐδῶ ὅ,τι εἶναι συμφορὰ καὶ ὄλεθρος διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ἔχω ὑψίστην ἰδέαν περὶ τῆς νοημοσύνης τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νομοσχέδια τὰ ὁποῖα θεωρεῖ αὐτὸς οὗτος ὡς ἐπιβλαβέστατα νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ τὰ ψηφίσωμεν, διότι ἐνδέχεται νὰ τεθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ ψήφισις τοιούτων νομοσχεδίων ὡς ζήτημα ὑπουργικῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· πρὸς τί θὰ θέσῃς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἓν ἁπλοῦν νομοσχέδιον φορολογικόν, προωρισμένον νὰ μὴ φέρῃ καμμίαν ὠφέλειαν εἰς τὸ Κράτος ἀλλὰ τοὐναντίον ζημίαν; Πρὸς τί θὰ φέρῃς εἰς ἀναστάτωσιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐνταῦθα, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἔχῃς τὴν εὐχαρίστησιν νὰ λέγῃς, ὅτι εἰσήγαγες εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως, μονοπώλιον πωλήσεως, τὸ ὁποῖον πᾶν φρόνιμον Κράτος ἀποφεύγει; Διότι ἔχομεν πολλὰ μονοπώλια, ἀλλὰ μπακάλικα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἱδρυόμενα δὲν γνωρίζω ἐγώ. Λυποῦμαι, διότι εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ ἐπικρίνω τοιαύτην πολιτείαν τῆς πλειονοψηφίας. Πρέπει νὰ συναισθανθῶσιν ὅτι ἡ εὐθύνη ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου δὲν θὰ εἶναι εὐθύνη τῶν κυβερνώντων· θὰ εἶναι εὐθύνη ὑμῶν τῶν ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τότε ἡ δικαιολογία, ὅτι ἐψηφίζετε τοιαῦτα πράγματα καὶ τοιαῦτα νομοσχέδια, διὰ νὰ σώσητε δῆθεν ἄλλους σκοπούς. Δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλοι σκοποί. Ὑπάρχει μία προσπάθεια ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἱκανοποιηθῇ πᾶς ἄλλος πόθος καὶ πᾶσα ἄλλη ἐπιθυμία, οὐχὶ ὅμως τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἐνόμιζον ὅτι μετὰ τὰς σαφεῖς καὶ εὐκρινεῖς ἐξηγήσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἤθελε πλέον καταδεχθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Δυστυχῶς ἠπατήθην. Καὶ παραδόξως βλέπω τὴν Κυβέρνησιν προσπαθοῦσαν ἐν ἀγωνίᾳ νὰ ἐπιτύχῃ ὅπως ὅπως, διὰ πάσης συγκαταβάσεως, τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εὑρίσκω ὅτι δὲν εἶναι τιμητικὴ δι’ αὐτὴν τοιαύτη ἐπιμονή, ἀφοῦ μάλιστα ἀκριβῶς εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ εἰς τρεῖς συζητήσεις ἤδη ἐξηλέγχθησαν τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ συνεπαγάγῃ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς ἰδίας ὑπολήψεως, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καὶ διότι θὰ εἶναι οἰκονομικῶς ἐπιβλαβὲς καὶ διότι θίγει ἄλλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν προστατεύει, ἀλλὰ καὶ διότι θίγει ἄλλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα θὰ προστατεύῃ, ἀλλὰ καὶ διότι δύναται νὰ παρεξηγηθῇ ὡς ἀποδίδουσα ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἀδημονεῖ πρὸ πολλοῦ καὶ ὅτι αἱ πράξεις ἡμῶν κρίνονται μετ’ αὐστηρότητος ἀλλὰ καὶ μετὰ δικαιοσύνης, καὶ ὅταν ὁ λαὸς γνωρίσῃ ὅτι ἀποτέλεσμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν θὰ εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ ζημία τοῦ Κράτους καὶ ἡ δωρεὰ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, δὲν νομίζω ὅτι θὰ χειροκροτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι θὰ χειροκροτήσῃ καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι συνυπεύθυνος διὰ τὴν κατασκευὴν τοιούτου νομοθετικοῦ ἱδρύματος.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Παρεδέχθη ὡσαύτως τὰ ἄρθρα 1–3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§125ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς τελευταία παράγραφος ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συμβληθῇ μετὰ τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν περὶ ἀποθηκεύσεως ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς τῆς σακχάρεως τοῦ μονοπωλίου, μετὰ δὲ τῆς Ἑταιρείας διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων περὶ μεταφορᾶς καὶ λιανικῆς πωλήσεως αὐτῆς διὰ τῶν εἰδικῶν αὐτῆς ἀποθηκῶν. Ἡ σάκχαρις τοῦ μονοπωλίου ὑφ’ οἱουδήποτε μεταφερομένη δὲν ὑπόκειται εἰς δημοτικόν, λιμενικὸν ἢ ἄλλον τοπικὸν φόρον ἢ δασμόν».
§126Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι θὰ εἶναι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ συνομολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν μᾶς λέγει. Καὶ πῶς θὰ δώσωμεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συμβληθῇ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὄρεξιν μὲ τὴν Ἑταιρείαν τῶν μονοπωλίων; Τίνες θὰ εἶναι οἱ ὅροι τῆς τιμῆς καὶ τίνα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν μονοπωλίων; Πῶς θὰ γίνωσιν ὅλα αὐτὰ δὲν μᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§127ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Ἑταιρεία τῶν μονοπωλίων θὰ κάμῃ ὅ,τι κάμνουσι καὶ οἱ ἔμποροι, δηλαδὴ θὰ πληρώνῃ εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὴν σάκχαριν 1,30 τὴν ὀκᾶν καὶ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ παραδίδῃ αὐτὴν πρὸς τοὺς ἐμπόρους ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον 1.40 τὴν ὀκᾶν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ ἑταιρεία θὰ λάβῃ λόγῳ ποσοστῶν μέχρις ἓξ ἕως ἑπτὰ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§128Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τῆς 1.40.
§129ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἑταιρεία θὰ λαμβάνῃ τὴν σάκχαριν πρὸς 1.30, θὰ εἶναι δὲ ὑποχρεωμένη νὰ παραδίδῃ τὴν σάκχαριν πρὸς 1.40 τὴν ὀκᾶν.
§130Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ θ’ ἀγοράζῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν μονοπωλίων τὴν σάκχαριν πρὸς 1.40, δὲν εἶναι ἀνάγκη συμβάσεως, διότι καὶ ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀγοράσῃ ὁλοκλήρους φορτηγοὺς ἁμάξας σακχάρεως καὶ νὰ τὰς μεταφέρῃ ὁπουδήποτε θέλει. Ἐὰν ἔχῃ συμφέρον νὰ τὸ πράξῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν μονοπωλίων, δὲν ἔχει ἀνάγκην συμβάσεως, ἀλλὰ μεταβαίνει καὶ φορτώνει ὁλόκληρα κάρρα σακχάρεως πρὸς 1.30 τὴν ὀκᾶν.
§131Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ Ἑταιρεία τῶν μονοπωλίων, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ πωλῇ τὴν σάκχαριν πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα τὴν ὀκᾶν εἰς τοὺς ἐμπόρους.
§132ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁποιοσδήποτε θέλει θὰ τὴν πωλῇ. Ὅπως πωλεῖται τὸ ἅλας πρὸς δεκαπέντε λεπτά, τὸ πετρέλαιον κ.τ.λ., τὸ ἴδιον θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὴν σάκχαριν.
§133Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Οἱ ἔμποροι λοιπόν, ὅταν θ’ ἀγοράζωσι τὴν σάκχαριν πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα τὴν ὀκᾶν, θὰ τὴν πωλῶσι πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα πάλιν; Θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ πωλῶσι καὶ μὲ ἀνωτέραν τιμήν;
§134ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰ μέρη τὰ ἀπόκεντρα θέτομεν ἓν ὅριον τιμῆς. Τὴν σήμερον ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀγοράσωσι τὰ διάφορα εἴδη τοῦ μονοπωλίου, ὡς τὸ ἅλας, τὸ πετρέλαιον κ.τ.λ., ἀπὸ τὰς ἀποθήκας καὶ νὰ τὰ μεταπωλῶσιν εἰς οἱανδήποτε τιμὴν θέλουσιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ προκειμένου λαμβάνομεν πρόνοιαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι, ὁρίζομεν ἀνώτατον ὅριον διὰ τὴν σάκχαριν πρὸς μίαν καὶ ἑξήκοντα τὴν ὀκᾶν.
§135Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τότε δὲν ἐκάμετε τίποτε.
§136ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη σήμερον πωλεῖται ἡ σάκχαρις πρὸς δύο δραχμὰς τὴν ὀκᾶν.
§137Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τουναντίον· τώρα μὲ τὸ λαθρεμπόριον πωλεῖται κατ’ ὀκᾶν πρὸς ἑξήκοντα λεπτά.
§138ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ συμβῇ δηλαδὴ ὅ,τι συμβαίνει καὶ μὲ διάφορα εἴδη τοῦ μονοπωλίου. Εἶναι ἕκαστος ἐλεύθερος νὰ λάβῃ εἴτε ἀπὸ τὰς γενικὰς ἀποθήκας εἴτε ἀπὸ τὸ μονοπώλιον τὴν σάκχαριν πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα τὴν ὀκᾶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἑταιρεία τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων δὲν ἔχει πανταχοῦ ἀποθήκας, θ’ ἀγοράζωσιν ἀπὸ τὸ κατάστημά της. Ὁ παντοπώλης θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀγοράν. Ἀλλ’ ἐφροντίσαμεν, ὅταν μεταπωλῆται ἡ σάκχαρις εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη, νὰ θέσωμεν τὴν περιπλέον τιμήν, ἤτοι μίαν καὶ ἑξήκοντα, ἐνῷ σήμερον πωλεῖται πρὸς δύο δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν.
§139Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεδειγμένον, εἶναι ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἐγγράφως καὶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ τὴν ἴδωμεν.
§140Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πρέπει τὸ ζήτημα νὰ εἶναι καθαρὸν καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ χωρία. Εἰς τὰς Ἀθήνας ὁ παντοπώλης Θανόπουλος θ’ ἀγοράσῃ ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τὴν σάκχαριν πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα τὴν ὀκᾶν;
§141ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ τὴν ἀγοράσῃ ἀπὸ τὰς ἀποθήκας πρὸς 1,30 τὴν ὀκᾶν.
§142Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τοῦ μονοπωλίου;
§143ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατ’ ἀρχὰς τοῦ Κράτους. Δύναται νὰ γίνῃ τὸ πρῶτον αὐτὴ ἡ ἀπόπειρα μὲ τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀγοράζωσι πρὸς μίαν καὶ τριάκοντα καὶ θὰ πωλῶσι πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα τὴν ὀκᾶν. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς πεισθῇ ὅτι οὕτω πως δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ ἐπιδιωκόμενος ὑπ’ αὐτοῦ σκοπός, τότε δύναται αὐτὸς νὰ συμβληθῇ μὲ τὴν ἑταιρείαν τῶν μονοπωλίων καὶ ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν πώλησιν ὑφ’ οὓς ὅρους ἔχει ἀναλάβει τὴν πώλησιν τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος καὶ νὰ τὴν μεταφέρῃ εἰς διάφορα μέρη καὶ νὰ τὴν πωλῇ πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα τὴν ὀκᾶν.
§144Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ ἑταιρεία θὰ ἔχῃ τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα αὐτὴ νὰ πωλῇ τὸ εἶδος μετὰ τοῦ ὁποίου ἔχει συμβληθῆ. Ἐδῶ ἔγκειται ἡ οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῆς συμβάσεως τῆς Ἑταιρείας τῶν μονοπωλίων καὶ τοῦ Κράτους.
§145Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν ἐπὶ μιᾶς τροπολογίας χωρὶς νὰ τὴν γνωρίζωμεν. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἡ τροπολογία, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τροπολογίας τὴν ὁποίαν μόλις κατορθώνει νὰ διατυπώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἡμεῖς νὰ συζητῶμεν.
§146ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι γεγραμμένη ἀπὸ χθὲς καὶ ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συμβληθῇ μετὰ μὲν τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν περὶ ἀποθηκεύσεως ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς τῆς σακχάρεως τοῦ μονοπωλίου, μετὰ δὲ τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων περὶ ἀποκλειστικῆς πωλήσεως τῆς σακχάρεως διὰ τῶν ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ἀποθηκῶν της πρὸς 1,40 τὴν ὀκᾶν». Ἀλλά, Κύριοι, πότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ συμβληθῇ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν μονοπωλίων; Ὅταν πεισθῇ ὅτι διὰ τοῦ ἐμπορίου ἡ σάκχαρις ὑπερτιμᾶται καὶ μεταπωλῆται εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη πρὸς 1,60 καὶ πλέον ἴσως τὴν ὀκᾶν, τότε δύναται αὐτὸς νὰ συμβληθῇ μετὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρείας, ἵνα ἀναλάβῃ, ἀντὶ νὰ ἀγοράζῃ ἀπὸ τὸ Δημόσιον τὴν σάκχαριν πρὸς μίαν καὶ τριάκοντα τὴν ὀκᾶν καὶ νὰ τὴν μεταφέρῃ μέχρι τῶν ἀπωτάτων μερῶν καὶ νὰ τὴν πωλῇ πανταχοῦ πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα τὴν ὀκᾶν...
§147Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ συζητήσω. Μεταξὺ τῶν πολλῶν τρόπων τοὺς ὁποίους προτείνετε εἶναι καὶ ὁ τρόπος τῆς παραχωρήσεως τῆς σακχάρεως εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ, ἐάν ποτε ἀποφασίσητε ν’ ἀναθέσητε τὴν πώλησιν εἰς τὴν ἑταιρείαν. Τὴν σήμερον ἡ Ἑταιρεία τῶν μονοπωλίων πωλεῖ τὸ πετρέλαιον εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὰ ἀπώτερα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ ἑταιρεία ἔχει ὄφελος μέγα, παμμέγιστον, ἀλλ’ εἰς τὰ χωρία ἔχει ζημίαν μεγίστην, παμμεγίστην. Ἔχει λοιπὸν καὶ τὰ δύο. Φθάνει εἰς ἓν μέσον ὅριον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κέρδος της τὸ λογικόν. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἂν τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὴν σάκχαριν. Εἴπετε μίαν τιμήν· ἐὰν εἶναι λογικὴ ἢ ὄχι δὲν γνωρίζω. Παραδέχεσθε ὑμεῖς, ὅτι εἶναι ἡ μεσαία τιμή, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ν’ ἀπαιτήσῃ ἡ ἑταιρεία κερδίζουσα ἐν Ἀθήναις, ὅπου θὰ ἔχῃ εὐκολίας, θὰ ζημιοῦται δὲ εἰς τὰ χωρία. Τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου εἶναι ὅτι θὰ πωλῇ εἰς τὰς Ἀθήνας τὴν σάκχαριν πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα, ὁ δὲ παντοπώλης Θανόπουλος ἀγοράζων ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα τὴν ὀκᾶν τὴν σάκχαριν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν πωλῇ πρὸς 1 καὶ 40;
§148ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ κάμῃ ὅ,τι κάμνει καὶ ἐπὶ τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου. Θὰ θέσωμεν ἕνα φραγμὸν διὰ τὰ ἀπώτερα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται μεταφορὰ καὶ ἵδρυσις ἀποθηκῶν, καὶ ὄχι διὰ τὰς Ἀθήνας, ὅπου ἕκαστος δύναται εὐκόλως νὰ προμηθευθῇ ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τῶν μονοπωλίων τὴν σάκχαριν.
§149Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πάλιν δὲν ἐνοήθην. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι σήμερον, οἱ παντοπῶλαι ἀγοράζουσι τὸ πετρέλαιον ἀπὸ τὰς ἀποθήκας καὶ τοιουτοτρόπως εἶναι δυνατὴ ἡ προμήθεια τοῦ πετρελαίου εἰς τὸν τόπον. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγίνετο, ὁ κόσμος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προμηθευθῇ πετρέλαιον. Τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ ἀναμφισβητήτως καὶ διὰ τὴν σάκχαριν. Ἀναμφισβητήτως ὁ παντοπώλης Θανόπουλος θ’ ἀγοράσῃ τὴν σάκχαριν ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν τῶν μονοπωλίων.
§150Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς μίαν καὶ τεσσαράκοντα.
§151Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Ἡ Ἑταιρεία τῶν μονοπωλίων θὰ τὴν πωλήσῃ πρὸς αὐτὸν μίαν καὶ τεσσαράκοντα· αὐτὸς δὲν θὰ εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὴν πωλήσῃ ὅσον θέλει, δὲν θὰ προσθέσῃ ὡρισμένον ποσόν;
§152ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ δώσωμεν περιθώριον, καθ’ ἣν περίπτωσιν πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ τὴν μονοπωλιακὴν διαχείρισιν ἡ Ἑταιρεία τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Θὰ συμβῇ ὅ,τι συμβαίνει μὲ τὸ ἅλας καὶ μὲ τὸ πετρέλαιον.
§153Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§154Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ζητεῖ νὰ τῷ δοθῇ ἡ ἄδεια ἵνα συνάψῃ νέαν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν πρὸς φύλαξιν τῆς σακχάρεως.
§155Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν σύμβασιν.
§156Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μίαν σύμβασιν, καὶ ἑτέραν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν ὑπεγγύων προσόδων πρὸς πώλησιν τῆς σακχάρεως.
§157Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸς λιανικὴν πώλησιν.
§158Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα. Ἡ τροπολογία αὕτη ἔρχεται κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς τρίτης ἀναγνώσεως, καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦδε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν ἑξῆς βάσιν, ὅτι θέλει πωλεῖσθαι ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν πώλησιν τὴν χονδρικὴν πρὸς 1,30 — μὲ περιορισμὸν νομικὸν πρωτοφανῆ, ὁμολογῶ, τῶν ἀγοραζόντων ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς 1,30 νὰ πωλῶσι πρὸς 1,40—, ἤδη ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ δώσωμεν τὴν ἄδειαν ἵνα συμβληθῇ μετὰ τῆς ἑταιρείας νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὴν μόνον τὴν χονδρικὴν πώλησιν, διότι τοῦτο εἶναι ἡ οὐσιώδης διάκρισις, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε εἰσηγεῖτο τῆς τροπολογίας του. Ἡ διάκρισις ἔγκειται ἐν τούτῳ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν μονοπωλίων δὲν θὰ ἀγοράζῃ μὲ 1,30, ἵνα πωλῇ μὲ 1,40, ὅπως εἷς οἱοσδήποτε παντοπώλης, ἀλλὰ θ’ ἀξιώσῃ νὰ μὴ δίδῃ τὸ Δημόσιον πρὸς 1,30 εἰς κανένα παντοπώλην, ἀλλὰ νὰ δίδῃ πρὸς 1,40. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι καὶ λιανικῶς πρὸς τόσον θὰ πωλῆται ἡ σάκχαρις. Προβάλλεται λοιπὸν τὸ ἐρώτημα: Τί θὰ ὠφελεῖτο ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀγοράζῃ ἐκ τῆς Ἑταιρείας τῶν μονοπωλίων τόσον τὴν σάκχαριν ὅσον θὰ πωλῆται καὶ λιανικῶς;
§159ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πέντε ἕως εἴκοσι λεπτά.
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βλέπετε ὅτι ὁλόκληρον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸ ἡμῶν, δὲν μένει πλέον, διότι ἀπὸ 1.40 γίνεται 1.60, καὶ κάμνομεν ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν ἀναστάτωσιν, διὰ νὰ φθάσωμεν ποῦ; Εἰς τὴν 1.60, δημιουργοῦμεν δὲ κέρδη διὰ τοῦ νόμου, κέρδη τὰ ὁποῖα ἴσως εἶναι ἀνώτερα τῶν κερδῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ προσπορίζονται οἱ ἔμποροι οἵ τε χονδρικῶς πωλοῦντες καὶ οἱ λιανικῶς.
§161Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι ἀνώτερα.
§162Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διότι αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι οἱ χονδρικῶς πωλοῦντες ἔμποροι κερδίζουσι ποσὰ τὰ ὁποῖα ὑπολογίζονται πρὸς ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἤδη θὰ θέσωμεν μέχρι 10 λεπτῶν κέρδος, καὶ σημειώσατε ὅτι ἐν τῇ τροπολογίᾳ ταύτῃ οὐδὲν ὅριον ὑπάρχει· δὲν λέγει οὔτε μέχρι 10 λεπτῶν. Δὲν λέγει ποία θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ τὴν ὁποίαν θέλομεν δώσει εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν μονοπωλίων διὰ τὴν πώλησιν τῆς σακχάρεως. Λέγει νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὅπως συμβληθῇ καὶ τὴν ἀναλάβῃ ἡ ἑταιρεία, βεβαίως δὲ ἐπ’ ἀμοιβῇ. Ἐπὶ τίνι ἀμοιβῇ; ποῖον ὅριον ἀμοιβῆς ἔχει θέσει; Οὐδέν. Ἀναφέρετε ὅριον ἀμοιβῆς, κ. Ὑπουργέ;
§163ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ἀναγινώσκει:) «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συμβληθῇ μετὰ μὲν τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν κλπ».
§164Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν λέγητε τῆς σακχάρεως, ἐννοεῖτε ἄλλην;
§165ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ὅλην.
§166Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἆ! Ἐννοεῖτε ἀποκλειστικὴν πώλησιν;
§167ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§168Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μοὶ δίδετε τὴν τροπολογίαν ν’ ἀναγνώσω;
§169ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπόν, διὰ νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις, ἐννοῶ ν’ ἀφήσω τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Δηλαδὴ μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ σάκχαρις ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου θὰ πωλῆται πρὸς 1.30 χονδρικῶς πρὸς τὸ ἐμπόριον, τὸ δὲ ἐμπόριον μένει ἐλεύθερον νὰ τὴν πωλῇ ὅσον θέλει.
§170Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ μοὶ δώσητε τὴν τροπολογίαν σας;
§171ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§172Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ζητεῖτε ἄδειαν συμβάσεως;
§173ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§174Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὔτε μὲ τὴν Ἑταιρείαν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν;
§175ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ σάκχαρις θὰ πωλῆται ἁπλῶς ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἐμπόρους χονδρικῶς πρὸς 1.30, οἱ δὲ ἔμποροι δὲν θὰ ἔχωσι πλέον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν πωλῶσι πρὸς 1.40.
§176Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς προγενεστέρας συζητήσεις τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλεγχόμενος ὅτι διὰ Β. Διατάγματος σκοπεῖ ν’ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τῆς σακχάρεως μέχρι τῆς τιμῆς 1.60, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ τότε μόνον εἰς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς ταύτης, ὅταν ἡ ἀγοραία τιμὴ τῆς σακχάρεως ἀνέλθῃ πέρα τῆς τιμῆς τῶν 50 λεπτῶν. Τώρα ἔχει ἄλλην διατίμησιν καὶ λέγει ὅτι θ’ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν εἰς 1.60. Πότε; Κατὰ τὴν προηγουμένην ὑποχρέωσιν θὰ τὴν αὐξήσῃ τότε μόνον, ὅταν ἡ ἀγοραία τιμὴ τῆς σακχάρεως ἀνέλθῃ πέρα τῶν 50 λεπτῶν. Ἐὰν λοιπὸν τώρα ἡ ἀγοραία τιμὴ τῆς σακχάρεως ἀνέλθῃ, ἡ σάκχαρις θὰ πωληθῇ πρὸς 1.60 συμφώνως πρὸς τὴν θεωρίαν του αὐτὴν, τὴν σημερινήν. Ποῖον ὅριον τιμῆς ἔχει νὰ κανονίσωμεν, ἐὰν διὰ Β. Διατάγματος θὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν τιμὴν 1.60 ἢ θὰ σταθῶμεν εἰς τὴν 1–40;
§177ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐθὺς ὡς θέσωμεν αὐτὴν τὴν βάσιν, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ πωλῇ πρὸς 1.30, ἀφήνομεν ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον νὰ μεταπωλῇ ἀκολούθως τὴν σάκχαριν εἰς οἱανδήποτε τιμὴν θέλει. Προκειμένου ὅμως περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς συνεπείᾳ ὑπερτιμήσεως τῆς σακχάρεως ἐν ταῖς χώραις τῆς παραγωγῆς της, ἔχομεν ἓν περιθώριον 20 λεπτῶν, τὸ ὁποῖον προσθέτομεν εἰς τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως. Δηλαδὴ κατ’ ἀνώτατον ὅρον δύναται ν’ αὐξηθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἡ τιμὴ τῆς σακχάρεως οὐχὶ πλέον μέχρι 1.60, ἀλλὰ μέχρι 1.50, ὁσάκις ἡ σάκχαρις ὑπερτιμᾶται.
§178Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ποῦ θὰ πωλῆται, κ. Ὑπουργέ, αὕτη ἡ σάκχαρις, χονδρικῶς ἢ λιανικῶς; Θὰ ἔχητε ἀποθήκας; Εἰς τὴν πρωτεύουσαν τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ εἰς τὰ χωρία τῶν ἐπαρχιῶν θὰ καταντᾷ ὁ χωρικὸς ν’ ἀγοράζῃ τὴν σάκχαριν πρὸς 2 δραχμάς.
§179Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καθαρισθῶσι τὰ πράγματα τελείως.
§180Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τίνα τροπολογίαν ὑποβάλλει.
§181ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Ἡ τιμὴ τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πωλουμένης εἰς ποσότητα τῶν 50 ὀκάδων καὶ ἄνω σακχάρεως ὁρίζεται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς δραχ. 1,30 κατ’ ὀκᾶν, δύναται δὲ διὰ Β. Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ὁρισθῇ ὁριστικῶς ἢ προσωρινῶς ἀνωτέρα τῆς τιμῆς ταύτης μέχρι 1.50 κατ’ ὀκᾶν».
§182Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ὅμως; Ἐν περιπτώσει ὑπερτιμήσεως.
§183ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ τὸ προσθέσωμεν. Λοιπόν: «ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς πέρα τῶν 50 λεπτῶν».
§184Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ συσκευῆς ἢ ἄνευ συσκευῆς;
§185ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῆς σακχάρεως.
§186Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὥστε ἡ συσκευὴ εἶναι χωριστά;
§187ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§188Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ πωλῇ 50 ὀκάδας χονδρικῶς εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι τὸ ἐμπόριον δὲν θὰ πωλῇ κατὰ 50 ὀκάδας, ἀλλ’ εἶναι ἠναγκασμένον νὰ πωλῇ λιανικῶς, μίαν ὀκᾶν, ἡμίσειαν ὀκᾶν, 100 δράμια καὶ 50 δράμια. Λοιπόν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις πωλῇ τὰς 50 ὀκάδας, θὰ δώσῃ εἰς τὸν ἔμπορον πληθὺν κυτίων, τὰ ὁποῖα ὅλα μαζὶ θὰ εἶναι 50 ὀκάδες.
§189ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§190Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τοῦτο ἤθελον νὰ καθαρισθῇ, ὥστε νὰ μὴ νομίζωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ ἐκ κυτίον ἐσφραγισμένον 50 ὀκάδων. Ἡ Κυβέρνησις θὰ παραδίδῃ πάντοτε κυτία μιᾶς ὀκᾶς, ἡμισείας, ἑνὸς τετάρτου καὶ ἑνὸς ὀγδόου τῆς ὀκᾶς.
§191Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα συνίσταται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ πώλησις ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου μεγαλειτέρας ποσότητος τῶν 50 ὀκάδων. Εἶναι ἐξηκριβωμένον ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ κατ’ ἄτομον κατανάλωσις σακχάρεως εἶναι 3 ὀκάδες, εἰς ἄλλα δὲ Κράτη 6. Ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὅστις θ’ ἀγοράσῃ διὰ μιᾶς 50 ὀκάδας σακχάρεως καὶ δὴ συνεσκευασμένης εἰς χάρτινα κυτία; Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπιτρέπεται ἡ κατὰ 5 ὀκάδας πώλησις τοῦ ἅλατος, οὗτινος ἡ φύλαξις εἶναι εὐχερεστέρα, καὶ ἡ κατὰ δοχεῖα πώλησις τοῦ πετρελαίου, τοῦ ὁποίου ἡ φύλαξις εἶναι εὐχερεστάτη, διατί νὰ μὴ ἐπιτρέπηται καὶ ἡ κατὰ μικροτέρας ποσότητας πώλησις καὶ τῆς σακχάρεως;
§192ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§193ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δέχομαι νὰ πωλῆται κατὰ 10 ὀκάδας.
§194Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σάκχαρις θὰ συσκευάζηται εἰς πακέτα χάρτινα. Ἀλλὰ τὸ βάρος τοῦ χάρτου θὰ ζυγίζηται ὡς σάκχαρις; Θὰ βαρύνῃ δηλαδὴ τὸν καταναλωτὴν ἢ τὸ Δημόσιον;
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὀκᾶ σακχάρεως, λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§196Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ δηλώσεις σας, κύριε Πρόεδρε, ἀκούονται ὑπ’ ἐμοῦ μετὰ πάσης εὐλαβείας, ἀλλὰ τολμῶ νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι δὲν ἔχουσιν ἑρμηνευτικὴν ἀξίαν τοῦ νόμου. Τοιαύτην ἔχουσι μόνον αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ διασαφήσῃ ποία θὰ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἀποβάρου· δηλαδὴ ὁ χάρτης θὰ προσμετρῆται εἰς τὸ βάρος τῆς σακχάρεως ἢ θ’ ἀφαιρῆται; Διότι, ἂν προσμετρῆται, θὰ ἔχωμεν νέαν φορολογίαν.
§197ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ νῦν ἡ πώλησις γίνεται ἐντὸς χαρτίνου περικαλύμματος. Ἐννοεῖται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον καθ’ ὃν ἡ σάκχαρις θὰ παρασκευάζηται εἰς κυτία μιᾶς ὀκᾶς ἢ ἡμισείας ἢ καὶ ἑκατὸν ἢ καὶ πεντήκοντα δραμίων φέροντα τὴν σφραγῖδα τοῦ Κράτους, ὥστε τὸ περικάλυμμα νὰ εἶναι ἐλαφρότατον. Αὐτὸ ὅμως θὰ κανονίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ διεξαχθῶσι μετὰ τοῦ σακχαροποιείου, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναλάβῃ τὴν παρασκευὴν τοιαύτης σακχάρεως.
§198Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὥστε τὸ βάρος θὰ εἶναι ἄσχετον.
§199Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§200Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχει καλῶς.
§201Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «ἡ ὀκᾶ τῆς σακχάρεως εἰς καθαρὸν βάρος ἄνευ ἀποβάρου».
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§203Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Τὸ ἀντίθετον.
§204ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡρίσαμεν ὡς κατώτατον ὅριον ἀντὶ τῶν 50 ὀκάδων 10 καὶ τιμὴν τῆς σακχάρεως 1.30 καί, ὅταν ἐπέρχηται ὑπερτίμησις τῆς σακχάρεως ἄνω τῶν 50 λεπτῶν, δύναται νὰ ὑπερτιμᾶται μέχρι 1.50.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§206ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον 5 κανονίζει τὴν τιμὴν τῆς κατ’ ὀκᾶν λιανικῆς πωλήσεως, ἐπειδὴ δ’ ἐννοοῦμεν ν’ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον εἰς τὴν λιανικὴν πώλησιν, τὸ ἄρθρον περιττεύει.
§207Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ὅριον πλέον εἰς τὴν λιανικὴν πώλησιν παρὰ τῷ ἐμπορίῳ καὶ ἑπομένως κατὰ τὸν λόγον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως θὰ ἔχωμεν τὸν καθορισμὸν ἑκάστοτε τῆς τιμῆς τῆς σακχάρεως καὶ τότε ὅλη ἡ θεωρία κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ τρώγῃ πρώτην ποιότητα σακχάρεως πρὸς 1.40 καταπίπτει, καὶ δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ καταπίνῃ σάκχαριν πρὸς 2.20, ὡς εἶπεν ὁ εἷς τῶν Βουλευτῶν Τρικκάλων, ἢ καὶ νὰ καταπίνῃ σάκχαριν πρὸς 1.20, ὡς εἶπεν ὁ ἕτερος τῶν Βουλευτῶν Τρικκάλων.
§208ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι, ὑφ’ οὓς ὅρους ἱδρύομεν τὸ μονοπώλιον, θὰ ἔχωμεν ἀρίστην ποιότητα σακχάρεως εἰς ὡρισμένον σχῆμα καὶ χρῶμα καὶ συνεσκευασμένην κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ πατάξωμεν κατὰ κεφαλῆς τὸ λαθρεμπόριον.
§209Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁμιλῶν περὶ τοῦ σχήματος τῆς σακχάρεως εἶπεν ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἓν εἶδος σακχάρεως, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσάγηται. Δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ποικιλίαν τῶν εἰδῶν τῆς σακχάρεως, τὴν ὁποίαν εἴχομεν μέχρι σήμερον, δηλ. εἰς κώνους, εἰς τετραγωνίδια ἢ τετριμμένην.
§210ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ εἶναι ὡρισμένος ὁ τύπος τῆς σακχάρεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ Κράτους, ἀκριβῶς ἵνα ἀποφύγωμεν τὸ λαθρεμπόριον. Ὅταν θελήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν μέχρι τοῦδε ποικιλίαν, τότε ἀποβάλλομεν τὸ κυριώτατον ὅπλον κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου. Τὸ Κράτος εἶναι ὑπόχρεον νὰ κατασκευάσῃ μίαν ποιότητα μὲ ὡρισμένον τύπον σακχάρεως, ἵνα ἀποφύγωμεν τὸ λαθρεμπόριον.
§211Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν τότε τὸ λαθρεμπόριον δύναται νὰ προκόψῃ κατὰ πᾶσαν νέαν παρασκευὴν τῆς σακχάρεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραγγείλῃ μόνον κώνους, διότι τότε μόνον ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἔχωμεν λαθρεμπόριον. Ἀλλ’ οἱ κῶνοι θὰ μετασχηματίζωνται εἰς κόνιν ἢ τετραγωνίδια, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν πρόχειρα τὰ πρωτόκολλα τοῦ λαθρεμπορίου εἰσαγωγῆς τῆς σακχάρεως ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν Ἀστυνομίαν τῶν ἐμμέσων φόρων.
§212Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὑπάρχουσι βιομηχανίαι τινές, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην ἰδιαιτέρας σακχάρεως, καὶ διὰ τὰς βιομηχανίας ταύτας θὰ εἶναι ἀκατάλληλος ἡ σάκχαρις, τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ τὸ μονοπώλιον, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀρίστη. Ὑπέβαλον ἀναφορὰν κατασκευασταὶ ἀφρωδῶν οἴνων καὶ ἀνέφερον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἡ κατασκευὴ ἀφρωδῶν οἴνων ἀπαιτεῖ σάκχαριν ὅλως ἰδιαιτέρας ποιότητος, τὴν ἐκ σακχαροκαλάμου καὶ ὄχι τὴν ἐκ τεύτλων παραγομένην. Ποῦ θὰ προμηθευθῶσι τὴν σάκχαριν ταύτην; Δὲν πρέπει νὰ φέρῃ καὶ τὸ μονοπώλιον τοιούτου εἴδους σάκχαριν; Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς μὲ ὁποιασδήποτε διατυπώσεις, ὁσονδήποτε αὐστηράς, ἡ εἰσαγωγὴ τοιαύτης σακχάρεως, ἵνα μὴ καταστραφῇ ἡ βιομηχανία αὕτη;
§213ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ λεπτομερείας, ἡ ὁποία θὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ προκειμένου περὶ καταναλώσεως πρέπει ἡ σάκχαρις νὰ ἔχῃ ἕτερον τύπον καὶ σχῆμα, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς διάκρισιν τῆς λαθρεμπορικῆς σακχάρεως. Διὰ τὴν ἐν λόγῳ βιομηχανίαν δὲν ἀποκλείεται τὸ Κράτος νὰ εἰσαγάγῃ σάκχαριν εἰδικὴν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ ἄρθρον 5 θὰ διαγραφῇ.
§215Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τῆς διαγραφῆς παρατηρῶ ὅτι ἤδη εἰς τὸ ἐμπόριον ἔχομεν διαφόρους ποιότητας σακχάρεως, τὴν κοινὴν σάκχαριν, τὴν εἰς τετραγωνίδια, τὴν ἀποκρυσταλλωμένην. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιβάλητε εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς τὰς πτωχὰς τάξεις ἀκόμη τὴν ἀποκρυσταλλωμένην σάκχαριν, μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ καταστήσητε ἀδύνατον τὴν χρῆσιν τῆς σακχάρεως εἰς τοὺς πτωχούς, διότι ἡ τιμὴ αὐτῆς ἀφιεμένη εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν ἀναμφισβητήτως θὰ ἐξικνῆται εἰς σημεῖον ἀκαταγωνίστου.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 διαγράφεται. Ἄρθρον 6, γινόμενον 5 (ἀναγινώσκεται).
§217ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἐδάφιον 1 διαγράφεται συνεπείᾳ τοῦ ἄρθρου 5.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, γινόμενον 5, τροποποιημένον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 γινόμενον 6 (ἀναγινώσκεται).
§219Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι ὑποθέτω ὅτι τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου θὰ ἔχῃ πρωτίστως αὐτός. Τὸ ἄρθρον 7 ἔχει μίαν διάταξιν ἐν τῷ τετάρτῳ ἐδαφίῳ κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει) «δʹ) Οἱ μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου πωλοῦντες, ἀγοράζοντες καὶ κατέχοντες σάκχαριν ἢ σακχαρίνην ἢ ἄλλην κατὰ τὸ ἄρθρον 1 γλυκαντικὴν οὐσίαν μὴ προερχομένην ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ μονοπωλίου τιμωροῦνται διὰ χρηματικῆς ποινῆς βαρυτάτης καὶ διὰ φυλακίσεως ἑνὸς μηνὸς ἄχρι πέντε ἐτῶν». Τώρα ὑποθέσατε ὅτι κατὰ τὴν πρώτην Μαρτίου ὁρίζεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι ἡ 3 μῆνας μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν πωλουμένη σάκχαρις θὰ κατάσχηται, ἀλλ’ ὅταν ἡ σάκχαρις τοῦ ἐμπορίου στοιχίζῃ εἰς αὐτὸν 1.60, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πωλῇ οὗτος τὴν σάκχαριν 1.30; Ὅταν τὸ Κράτος θὰ τὴν πωλῇ πρὸς 1.30 ἢ 1.40, εἶναι φανερὸν ὅτι ἀφ’ ἧς ἀρχίσῃ ἡ σάκχαρις τοῦ μονοπωλίου δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ πωλήσῃ τὴν σάκχαρίν του, καὶ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν ἔμπορον εἰς αὐτὴν τὴν ἀδυναμίαν νὰ πωλήσῃ τὸ ἐμπόρευμά του, λέγει εἰς αὐτόν: θὰ σὲ φυλακίσω ἐπὶ 5 ἔτη, διὰ νὰ μάθῃς νὰ εἶσαι πολίτης τόσον τιμίου καὶ τόσον εὐσυνειδήτου Κράτους, καὶ θὰ σοῦ κατάσχω καὶ τὸ ἐμπόρευμά σου. Διὰ ποῖον λόγον; Διότι μὲ ἀνταγωνίζεσαι καὶ πωλεῖς πρὸς 1.40. Πῶς θὰ με βάλῃς εἰς τὴν φυλακήν; Εἶναι τόσον ἀποτροπαία ἡ διάταξις αὐτή, ὥστε ἀπορῶ πῶς Ἕλληνες Βουλευταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ψηφίσωσι. Καὶ ἐὰν ἐπὶ τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐξακολουθῇ ἡ πώλησις τῆς σακχάρεως αὐτῆς, ἕπεται ὅτι εἰς τοὺς 3 μῆνας τοῦ ἔτους καθ’ οὕς θὰ ἰσχύῃ καὶ ἡ λιανικὴ πώλησις τοῦ ἄλλου ἐμπορίου, θὰ ἔχωμεν λαθρεμπόριον, δηλαδή, ἐὰν εἰς τοὺς 12 μῆνας, λέγῃ ὁ κ. Εὐταξίας, θὰ περιορίσωμεν τὸ λαθρεμπόριον κατὰ 2.700.000 ὀκάδας, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ¼ τῶν 2.700.000 ὀκάδων, διότι εἰς αὐτὸ ἀντιστοιχεῖ τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ εἰς τοὺς 3 μῆνας, δηλαδὴ ἐκ τῶν 2.700.000 διαιρουμένων διὰ τοῦ 4 θὰ ἔχωμεν ἕν ποσὸν σακχάρεως 650.000 ὀκάδων, τὰς ὁποίας δὲν θὰ φορολογήσῃ· καὶ ἐνῷ θὰ ἔχωμεν καὶ τὸν κίνδυνον τοῦ λαθρεμπορίου ἐπὶ 3 μῆνας, θὰ ἔχωμεν καὶ τὸν κίνδυνον τῶν τιμίων ἐμπόρων οἱ ὁποῖοι θὰ σταλῶσιν εἰς τὰς φυλακάς, διότι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ πωλήσωσι τὴν σάκχαριν μὲ τὴν ὁποίαν θ’ ἀνταγωνίζηται ἡ σάκχαρις τοῦ Κράτους; καὶ ἡ σάκχαρις τοῦ λαθρεμπορίου. Ἄν ψηφίσητε τοιαύτην διάταξιν, ἐγὼ ἀπορῶν θ’ ἀνοίξω τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ τὸ στόμα μου! Ψηφίσατέ την, ἀλλὰ θὰ ἔχητε τὴν κατάραν τοῦ Κράτους ὅλου καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ χάσωσι τὰς περιουσίας των καὶ θὰ σταλῶσιν εἰς τὰς φυλακάς.
§220Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι δύναται ν’ ἀγοράζῃ σάκχαριν ἐντὸς σάκκων, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀλλάξωμεν τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐδαφίου 5, τὸ ὁποῖον λέγει· «εʹ) Οἱ πωλοῦντες ἢ ἀγοράζοντες σάκχαριν μὴ συνεσκευασμένην ἐντὸς δοχείων ἢ σάκκων, φερόντων τὰς ταινίας ἢ τὰ σήματα ἢ ἐμβλήματα τοῦ μονοπωλίου ἢ φερόντων διερρηγμένα ταῦτα», καὶ νὰ γράψωμεν τὰ ἑξῆς: «οἱ πωλοῦντες ἢ ἀγοράζοντες σάκχαριν μὴ φέρουσαν τὰ σήματα τοῦ Δημοσίου», διότι τὸ ἄλλο θὰ σᾶς φέρῃ δυσκολίαν.
§221ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ σκέπτομαι ὅτι θὰ δύναμαι νὰ μεταφέρω σάκχαριν ἐντὸς δοχείου ἢ ἐντὸς σάκκων, ἀλλὰ δεδόσθω πρὸς στιγμὴν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ τὴν μεταφέρωμεν εἰς τετραγωνίδια, ἅτινα πρέπει νὰ εἶναι ἐντὸς δοχείων μιᾶς ὀκᾶς, ἡμισείας ὀκᾶς, 100 δραμίων καὶ 50 δραμίων ἀκόμη δι’ εὐκολίαν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν πρόνοιαν μήπως τὰ πακέτα πληρωθῶσι δι’ ἄλλης σακχάρεως.
§222Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πωλοῦντες ἔστω νὰ τιμωρηθῶσιν, οἱ ἀγοράζοντες ὅμως διατί νὰ τιμωρηθῶσιν; Ἡ σάκχαρις εἶναι εἶδος πρώτης ἀνάγκης· τί πταίει ὁ ἀγοράζων;
§223ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν τοὺς ἀγοράζοντας δὲν τιμωρήσωμεν, ἀδύνατον νὰ πατάξωμεν τὸ λαθρεμπόριον.
§224Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐννοεῖτε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὰ ὀλίγα τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω, σᾶς τὰ λέγω, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἐφαρμοσθῇ καλλίτερον.
§225ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ σᾶς εἶμαι διὰ τοῦτο εὐγνώμων.
§226Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ ἰδέα νὰ ἔλθῃ εἰς πλάκας ἡ σάκχαρις εἶναι ἡ καλλιτέρα, διότι θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν συσκευὴν καὶ εὔχομαι νὰ ἐπιτύχητε τοῦτο, ἀλλά, ἐὰν τὸ ἐπιτύχητε, θὰ ἔχητε δυσκολίαν λόγῳ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε εἰς τὸ ἐδάφιον τοῦτο, διότι θὰ σᾶς ἐμποδίζῃ νὰ φέρητε τὰς πλάκας ἄνευ συσκευασίας.
§227ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ περιβάλληται μὲ χάρτην καὶ ταινίας.
§228Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀφοῦ ἐννοεῖτε νὰ ἔχητε καὶ ταύτην τὴν δαπάνην, ἐγὼ παραιτοῦμαι, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου· ὅσον ἀφορᾷ τὴν σάκχαριν τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἔμπορος μετὰ 3 μῆνας νὰ εἶσθε ἠναγκασμένος νὰ τὴν παραλάβητε καὶ νὰ τὴν σφραγίσητε.
§229ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Διὰ Β. Διατάγματος ἐκδοθησομένου πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ὁρισθήσεται ἡ ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς». Τί σημαίνει τοῦτο προκειμένου περὶ πρώτης ἐφαρμογῆς τοιούτου μονοπωλίου; Θὰ παρέλθῃ ἀρκετὸς χρόνος μέχρις ὅτου προκηρυχθῇ δημοπρασία καὶ κάμωμεν τὴν προμήθειαν. Θὰ παρέλθωσι πάντως 4 μῆνες, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως. Κατόπιν τάττομεν 3 μῆνας προθεσμίαν ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀποφασισθῇ ἡ ἐφαρμογή του ἕως οὗ οἱ ἔμποροι ἐκποιήσωσι τὰς προμηθείας των. Ἂν θέλητε, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀκόμη ὅτι τὸ Διάταγμα τὸ κανονίζον τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου θέλει δημοσιευθῆ 3 μῆνας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§230Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ πωλήσητε πρὶν σάκχαριν;
§231ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας δὲν θὰ πωλῇ τὸ μονοπώλιον σάκχαριν, οἱ δὲ ἔμποροι θὰ ἔχωσιν οὕτω πως τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῆς προμηθείας των.
§232Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συνάψει συμβάσεις μετὰ τῶν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν πρακτόρων δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Τί θὰ γίνωσιν οὗτοι; Θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποστῶσι τὰς ζημίας; Ἀλλὰ τότε πρόκειται περὶ καθαρᾶς δημεύσεως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ὡς τελείως ἀντισυνταγματικόν. Πρέπει ν’ ἀγοράσῃ τὸ Δημόσιον τὴν σάκχαριν ἡ ὁποία ὑπάρχει.
§233Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς ἐξηυτελισμένας τιμάς.
§234Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐπιστολὰς διαφόρων ἐμπόρων, οἵτινες μὲ παρακαλοῦσι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι ἔχουσι παρακαταθήκας, ἔχουσι προαγορὰς καὶ θὰ εὑρεθῶσι μὲ πολὺ μεγάλας ποσότητας σακχάρεως· διότι τίς ἐγγυᾶται εἰς αὐτούς, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου θὰ ἔχωσι πωλήσει τὴν σάκχαριν; Τί θὰ γίνωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Εἶναι μία καθαρὰ δήμευσις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν καθιεροῖ τὸ Κράτος ἓν μονοπώλιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ παραλάβῃ τὸ ὑπάρχον εἶδος· αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ ἀνεγνωρισμένη εἰς ὅλον τὸν τίμιον κόσμον, μόνον δ’ ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ μονοπώλιον, ἔχεις ὑποχρέωσιν τὴν σάκχαριν τοῦ κόσμου νὰ τὴν ἀγοράσῃς. Ἐφ’ ὅσον δὲν πράττεις τοῦτο καὶ λέγεις ὅτι θὰ τοὺς στείλῃς εἰς τὰς φυλακὰς καὶ θὰ δημεύσῃς τὴν περιουσίαν των, δὲν εἶσαι Κράτος πεπολιτισμένον.
§235ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν τάξει προθεσμίαν 3 μηνῶν.
§236Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. 103 μηνῶν ἂν τάξῃς, δὲν εἶσαι Κράτος πεπολιτισμένον.
§237Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι οἱ ἔμποροι δὲν θὰ ἔχωσι τόσην ποσότητα σακχάρεως εἰς τὰς ἀποθήκας των, ὥστε νὰ εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ τὴν ἀγοράσῃ.
§238Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τῶν ἐμπόρων, δὲν θ’ ἀγοράσῃ τὸ Κράτος.
§239Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν εἶναι ὀρθὰ ὅσα λέγονται, τί κωλύει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ θέσῃ μίαν διάταξιν καθ’ ἣν τὸ Κράτος θὰ εἶναι ὑποχρεωμένον, ἐὰν εὑρεθῶσι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἔμποροι ἔχοντες σάκχαριν, ν’ ἀγοράσῃ ταύτην εἰς τὴν τιμὴν εἰς ἣν ἀγοράζει τὴν σάκχαριν τοῦ μονοπωλίου;
§240Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ σάκχαρις αὕτη τοῦ ἐμπορίου θὰ εἶναι ποιότητος κατωτέρας καὶ τὸ σχῆμα διάφορον τῆς τοῦ μονοπωλίου.
§241Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύουσι, μοὶ φαίνονται ὅτι δὲν εἶναι πραγματικοί, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, θὰ δημοσιευθῇ τρεῖς μῆνας πρότερον. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριῶν μηνῶν οἱ ἔχοντες σάκχαριν θὰ φροντίσωσι νὰ καταναλώσωσιν αὐτήν. Ἐντὸς μὲν τῶν τριῶν τούτων μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου θὰ πωληθῇ ἡ σάκχαρις εἰς τὰς σημερινὰς τιμάς, διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀνταγωνισμὸς τῆς πωλήσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Μετὰ τοὺς τρεῖς μῆνας βεβαίως ὁ ἔμπορος ὁ ὁποῖος θὰ εὑρεθῇ μὲ σάκχαριν θὰ ζημιωθῇ, διότι δὲν θὰ δύναται νὰ πωλῇ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῶν 1,30 κατ’ ὀκᾶν· ἀλλὰ θὰ εὑρεθῶσιν ἔμποροι μὲ σάκχαριν; Βεβαίως ὄχι· διότι οἱ μὲν μικροὶ ἔμποροι ἀγοράζουσιν ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἐμπόρους τοῦ Πειραιῶς, οἱ δὲ μεγάλοι ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς λόγῳ τοῦ μεγάλου φόρου ἔχουσι τὴν σάκχαριν των ὑπὸ διαμετακόμισιν, κατὰ μείζονα δὲ λόγον θὰ τὴν ἔχωσι τότε, ὅταν θὰ ἐπίκειται ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τοῦ μονοπωλίου εἰς τὴν διαμετακόμισιν, ἐὰν σωφρονῶσι. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 7 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 8).
§242ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ χορηγῆται ἀμοιβὴ ἄχρι δραχμῶν 200 εἰς τὸν ἀνακαλύπτοντα λαθρεμπόριον σακχάρεως 50 τουλάχιστον ὀκάδων».
§243Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τί θὰ γίνηται ἡ ἀνακαλυπτομένη αὕτη σάκχαρις;
§244ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, κατάσχεται, δημεύεται καὶ ἐνεργεῖται ἡ καταστροφὴ αὐτῆς.
§245Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ λαθρεμπόριον, κ. Πρόεδρε, προϋποθέτει δράστην καὶ τὸν ἀνακαλύψαντα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ λαθρεμπόριον τελούμενον ὑπ’ ἀγνώστων, λαθρεμπόριον ἀνακαλυπτόμενον, ἀλλὰ χωρὶς ν’ ἀνακαλυφθῇ καὶ ὁ δράστης. Ὁ ἀνακαλύπτων λοιπὸν τοιοῦτον λαθρεμπόριον μὲ ἄγνωστον τὸν δράστην θὰ λαμβάνῃ ἀμοιβήν;
§246ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ αὐτὸ ἐθέσαμεν ὅτι ἐπιτρέπεται κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ χορηγῆται ἀμοιβή· δὲν ὡρίσαμεν ὅτι ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ παρέχῃ τὴν ἀμοιβὴν ταύτην. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη).
§247ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνταῦθα, κ. Πρόεδρε, μετὰ τὸ ἄρθρον 9 τὸ γενόμενον 8 προστίθεται νέον ἄρθρον 9 ἔχον ὡς ἑξῆς: «Εἰς τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀνήκει δεκατημόριον τῶν καθαρῶν ἐκ τοῦ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ὁριζομένου μονοπωλίου ἐσόδων καὶ ἀποδίδοται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησόμενα. Ἐφ’ ὅσον ἔχουσι χορηγηθῆ εἰς δήμους καὶ λιμένας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνεια ἐπὶ ἐγγυήσει δημοτικῶν δασμῶν ἢ λιμενικῶν φόρων ἀποδίδοται ἐκ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τοῦ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ὁριζομένου μονοπωλίου εἰς τοὺς δήμους καὶ λιμένας τούτους ποσοστὸν ἴσον πρὸς τὸν μέσον ὅρον τοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1907, 1908 καὶ 1909 ἐκ σακχάρεως προκύψαντος δι’ ἕκαστον τῶν δήμων ἢ λιμένων τούτων ποσοῦ ἐκ τῶν ὑπεγγύων τούτων δασμῶν καὶ φόρων κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα». (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 9, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 10).
§248ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τελευταῖον ἐδάφιον ὡς ἑξῆς: «Διὰ Β. Διατάγματος ἐκδοθησομένου τρεῖς τοὐλάχιστον μῆνας πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ὁρισθήσεται ἡ ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς».
§249ΣΤ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Πρὶν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, κ. Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα δι’ ὀλίγων διαβιβάσω τὰ παράπονα τῶν βιομηχάνων Σύρου διὰ τὴν καταστροφήν, ἥτις ἐπέρχεται εἰς μεγάλην βιομηχανίαν, τὴν τῆς κατασκευῆς λουκουμίων, διὰ τοῦ μονοπωλίου τούτου. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁρίζεται ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς δημοσιευθῇ ὁ νόμος οὗτος καταργεῖται ἡ περὶ προσωρινῆς ἀτελείας σακχάρεως πρὸς κατασκευὴν λουκουμίων καὶ σακχαροπήκτων διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1893, ἕνεκα δὲ τῆς καταργήσεως ταύτης ἡ βιομηχανία αὕτη δὲν θὰ δύναται νὰ ἀνταγωνισθῇ πλέον πρὸς τὴν βιομηχανίαν τῆς Τουρκίας, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἀθρόως εἰσῆγε κιβώτια λουκουμίων εἰς Βουλγαρίαν, Ρωμουνίαν καὶ Ἀμερικήν. Οἱ ἐργοστασιάρχαι ἐν Σύρῳ κατώρθωσαν, ἀνταγωνιζόμενοι νὰ μετατρέψωσι τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν εἰς ἀτμοκίνητα, ἤδη ὅμως ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία καὶ ἡ κατάργησις πάσης δι’ αὐτοὺς εὐκολίας ἐπιβαρύνει αὐτοὺς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε πᾶσα ἐξαγωγὴ θὰ παύσῃ. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ συγκατανεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως παρασχεθῇ εὐκολία τις διὰ τὴν ἐξ Εὐρώπης εἰσαγομένην σάκχαριν πρὸς κατασκευὴν λουκουμίων, σακχαροπήκτων κ.λ.π.
§250ΑΛ. Γ. ΤΑΚΗΣ. Δίκαιον θεωρῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ τοὺς ἐργοστασιάρχας χαλβάδων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀκόμη ν’ ἀποστέλλωσι χαλβάδες. Εἶναι ἓξ μεγάλα τοιαῦτα ἐργοστάσια.
§251Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δίκαιον εἶναι.
§252ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου, διατυπουμένη ὡς ἑξῆς, προλαμβάνει πᾶσαν ζημίαν (ἀναγινώσκει)· «Διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθήσεται ἡ τιμὴ καὶ ἐν γένει οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς πωλεῖται σάκχαρις τοῦ μοιοπωλίου ἀποκλειστικῶς πρὸς κατασκευὴν λουκουμίων, σακχαροπήκτων, σακχαροπλαστῶν, χαλβάδων καὶ ῥοσολίων, προωρισμένων διὰ τὴν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴν καὶ κατανάλωσιν. Ἡ τιμὴ τῆς σακχάρεως ταύτης δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἀνωτέρα τῶν ἐξόδων τῆς προμηθείας πλέον 10% δι’ ἀπωλείας καὶ ἔξοδα διαχειρίσεως».
§253ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον θὰ μείνῃ δι’ αὔριον. Ὁ κ. Ἀντ. Καρτάλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐμπορίας τοῦ οἴνου· Ὁ κ. Ν. Γάτσος ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπεξεργασίαν τῆς προτάσεως νόμου περὶ συστάσεως ταμείου δημοσίας ἀντιλήψεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης· Ὁ κ. Φ. Νέγρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ συμπληρωτικοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταλλείων· Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀνακλήσεως ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς ἀποστρατείας· Ὁ κ. Ἰ. Δ. Ῥάλλης ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἥτις ἐπεξειργάσθη τὰ νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου καὶ τῆς πολιτικῆς δικονομίας· Ὁ κ. Μιλ. Ἀν. Καβαλλιεράτος ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν κάτωθι ἐπερώτησιν· «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν προέβη ἀκόμη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ΓΤΠΖʹ (3387) περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Σφραγιστηρίου, ἐνῷ ὁ νόμος οὗτος ἐδημοσιεύθη τῇ 24 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 249 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒϠΞΑʹ περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια πρὸς γεωργοκτηματίας· Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως ἄρθρου τινὸς τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας· Ὁ κ. Ν. Χατζίσκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν· Ὁ κ. Γ. Παπαβασιλείου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν οἰκοπέδων· Οἱ κ. Ἀρ. Ἀντωνόπουλος καὶ Ἀθ. Τυπ. Μπασιᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν· Ὁ κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν.
§255ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον ἕπεται τὸ περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν τώρα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τούτου. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ καταθέσω μίαν σχετικὴν περὶ αὐτοῦ πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε χθὲς παρ’ ἐμοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Καρυστίας. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι κατὰ σύστασιν πολλῶν μετεκλήθη ἐξ Αἰγύπτου ἐνταῦθα εἷς μέγας ἐκεῖ βιομήχανος οἰνοπνεύματος, ὅπως προβῇ εἰς προτάσεις περὶ μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος. Οὗτος διατυπώσας πράγματι τὰς προτάσεις του πρὸς ἐμὲ ἐδήλωσεν ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἦτο ἠναγκασμένος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς Αἴγυπτον. Ἐγὼ ἀπήντησα πρὸς αὐτὸν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τῶν ὀλίγων ὑπολειπομένων ἡμερῶν διὰ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας νὰ συζητήσωμεν τὰς προτάσεις αὐτάς, νὰ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν καὶ νὰ τὴν προσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν διὰ νόμου. Ἐπειδὴ ὅμως διεδόθη ὅτι αἱ προτάσεις αἱ γενόμεναι εἰς ἐμὲ ἦσαν συμφέρουσαι τὰ μάλιστα εἰς τὴν οἰνοπαραγωγὴν οὐχ ἧττον ἢ εἰς τὸ Κράτος καὶ ὅτι δῆθεν ἄλλα συμφέροντα ἐξυπηρετῶν ἐγὼ ἀπέκρουσα αὐτὰς εἶμαι ἠναγκασμένος τώρα νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ποῖαι ἦσαν αὐταὶ αἱ προτάσεις. Εὐτυχῶς ἔχετε ἀνὰ χεῖρας τὸ ὑποβληθέν μοι σημείωμα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος προτάσεων· τὸ καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἕκαστος λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ. Κατ’ αὐτὸ ὡς πρῶτος ὅρος ἐτίθετο ἡ ἄμεσος ἀπαγόρευσις πάσης ἀποστάξεως ἐν Ἑλλάδι ὄχι μόνον διὰ κοινῶν ἀμβύκων, ἀλλὰ καὶ δι’ οἱουδήποτε ἐργοστασίου οἰνοπνευματοποιίας. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ὅρου ἀνελάμβανεν ὁ ὑποβαλὼν τὰς προτάσεις κατὰ μὲν τὸ ἐπιὸν ἔτος 1910 οὐδὲν νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Κράτος, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1911 νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸς εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους τὸν φόρον τῶν 2 δραχ. κατ’ ὀκᾶν τοῦ καταναλισκομένου οἰνοπνεύματος. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1912 καὶ ἐφεξῆς ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ εἰς τὸ Κράτος πρόσοδον ἐκ 3.000.000. Προηγουμένως, Κύριοι, εἶχεν ὑποβάλει εἰς ἐμὲ ἡ Ἑταιρεία Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων προτάσεις καθ’ ἃς ἀνελάμβανεν αὐτὴ ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1910, ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ μονοπωλίου, νὰ εἰσπράξῃ εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους τὸν φόρον τῶν 2 δραχ. κατ’ ὀκᾶν. Ἀπὸ δὲ τοῦ 1911 ἔτους θὰ ἐξησφάλιζεν αὐτὴ εἰς τὸ Κράτος μίαν πρόσοδον ἐκ 3.000.000, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ 1913 θὰ ηὔξανεν εἰς 4.000.000. Πᾶν ὅ,τι θὰ εἰσέπραττεν αὐτὴ ἐπὶ πλέον θ’ ἀπέδιδεν εἰς τὸ Κράτος, τὸ δ’ ἐπὶ ἔλαττον θ’ ἀνεπλήρου ἐξ ἰδίων. Ἐπὶ πλέον, Κύριοι, ἡ Ἑταιρεία Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων ἀνελάμβανε ν’ ἀποζημιώσῃ αὐτὰ τὰ νῦν ἐν χρήσει οἰνοπνευματοποιεῖα πάσης κατηγορίας, ἐφ’ ὅσον δὲν προήρχετο εἰς συμφωνίαν μετά τινων ἐξ αὐτῶν, ἵν’ ἀποστάζωσιν οἰνόπνευμα εἰς λ)σμὸν της. Καὶ κατὰ τοῦτο δ’ ὑστέρουν αἱ προτάσεις τοῦ κ. Κότσικα, διότι οὕτως ὀνομάζεται ὁ ἐξ Αἰγύπτου μέγας οἰνοπνευματοποιός, ὁ θελήσας ν’ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος μονοπωλίου, ὁ ὁποῖος ἐνόει τὸ μὲν Κράτος ν’ ἀπαγορεύσῃ ἀδιακρίτως παντὸς οἰνοπνευματοποιείου τὴν λειτουργίαν καὶ ν’ ἀποζημιώσῃ πάντας τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, αὐτὸς δὲ νὰ καταβάλῃ διὰ τὴν τοιαύτην ἀποζημίωσιν 2.000.000 δρχ. μόνον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τὸ Κράτος. Ἠξεύρετε ὅμως, Κύριοι, τί σημαίνει τοῦτο; Καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν αἱ ἀξιώσεις περὶ ἀποζημιώσεως θ’ ἀνήρχοντο εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, θὰ προσετίθετο δὲ εἰς αὐτὰς καὶ ἡ ἀξίωσις περὶ ἀποζημιώσεως τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας τῆς σταφίδος, ἥτις διὰ τῆς συμβάσεώς της ἔτυχε σὺν ἄλλοις καὶ τοῦ προνομίου τῆς ἀποστάξεως τῆς σταφίδος ἐν Ἑλλάδι. Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς δὲν ἠθέλησα νὰ προέλθω κἂν εἰς σοβαρὰν συζήτησιν μετὰ τοῦ κ. Κότσικα περὶ τῶν γενομένων ὑπ’ αὐτοῦ προτάσεων.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐκ δρχ. 1.162.066.30.
§257ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Ν’ ἀναβληθῇ αὐτό, καὶ παρακαλῶ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ἄνευ συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων.
§258Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§259ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10, κύριε Πρόεδρε.
§260Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ αὐτό, διότι πρόκειται περὶ ληστοπραξίας.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§262ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, ἂν εἶναι δυνατόν, ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δι’ αὔριον καὶ ἐλπίζω νὰ συναινέσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ» (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως ναυπηγικοῦ κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν ὑπαρχόντων ναυπηγῶν βαθμοφόρων». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΧΝΘʹ νόμου περὶ Ναυτικῆς Ποινικῆς νομοθεσίας, ὡς ἐτροποποιήθη τοῦτο διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΡΜΕʹ, καὶ περὶ τῆς ἰσχύος ἐν τῇ Ναυτικῇ Ποινικῇ Δικαιοσύνῃ τοῦ νόμου ͵ΒΣΞΒʹ τοῦ μεταρρυθμίσαντος διατάξεις τινὰς τοῦ νόμου περὶ Στρατιωτικῆς Ποιν. Νομοθεσίας». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μὴ προβλεπομένων ὑπὸ εἰδικοῦ νόμου». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ καὶ Ἐπ. Ἐμπειρίκου ἔχουσα οὕτως: Ἄρθρον 2. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου 1 νὰ προστεθῇ: «Εἰς δαπάνας τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς ναυτικῆς ἑνώσεως, ὁριζομένας ἑκάστοτε δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ».
§264Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ δαπάνη εἶναι εὐλογωτάτη. Πρόκειται περὶ δαπάνης ἀφορώσης τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτικῆς ἑνώσεως τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, τῆς διατελούσης εἰς σχέσεις μετὰ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς τοῦ ναυτικοῦ δικαίου. Νομίζω ὅτι, ἐὰν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, θερμῶς συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα ἡ τροπολογία τῶν κυρίων Μπασιᾶ καὶ Ἐμπειρίκου γίνῃ ἀποδεκτή.
§265Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τίς δαπάνη ὑπάρχει;
§266ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει δαπάνη.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Μπασιᾶ καὶ Ἐμπειρίκου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὰ νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΓΣΚΖʹ νόμου περὶ συστάσεως Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ»· 2) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ νόμων καὶ περὶ διορισμοῦ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν».) Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς διὰ σκαφάνδρων σπογγαλιείας». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–17). Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§268Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 18 καθιστᾷ μίαν δουλείαν προσωπικήν, διότι λέγει: «Δύται, διακόπτοντες ἕνεκεν ἀσθενείας τὴν ἐργασίαν αὑτῶν, ὀφείλουσι μετὰ τὴν ἀποθεραπείαν αὑτῶν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ σπογγαλιευτικὴ περίοδος νὰ συνεχίσωσιν ἐργαζόμενοι εἰς ὃ πλοῖον ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς περιόδου ἐναυτολογήθησαν». Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελον ἀρνηθῆ τί θὰ γίνῃ; Θὰ τοὺς ἐξαναγκάσητε βίᾳ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ πλοῖον; Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς δουλείας προσωπικῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιβάλῃ. Δύναται ν’ ἀντλήσῃ ὁ μισθωτὴς ἐκ μιᾶς παραβάσεως ἑνὸς συμφώνου τὸ δικαίωμα εἰς ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ὄχι μὲ ἓν λυτάρι στρατιωτικὸν νὰ τὸν σύρῃ καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «Κόπιασε ἐδῶ πέρα νὰ κάμῃς τρεῖς καταδύσεις καὶ τρεῖς ἀναδύσεις.»
§269Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς ἐνόησα, θέλετε τὸ ἄρθρον 18 ν’ ἀπαλειφθῇ.
§270Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει μία δουλεία προσωπικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὕτη ἀνεκτὴ ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 18 ἀπαλείφεται. Τὸ ἄρθρον 19 γίνεται 18. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§272Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως σταλῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἐπεξεργασθῇ ὑπ’ αὐτῆς, διότι περιέχει διατάξεις—ἰδίως ποινικὰς—ὅλως ἀντισυνταγματικάς. Παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπεται ἡ προφυλάκισις, ἡ σύλληψις, ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως, ἄνευ ἐντάλματος προφυλακίσεως, καὶ ἀνατρέπεται ὁλόκληρον τὸ συνταγματικὸν οἰκοδόμημα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεξεργασθῇ τοῦτο ἐπιτροπή.
§273Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§274Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας δύναται νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§276ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ τοῦ λιμένος Κατακώλου», ὅπερ οὐδεμίαν ἔχει συζήτησιν.
§277ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§279ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ παρὸν νομοσχέδιον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νομοθεσίας τῆς κρατούσης εἰς ἄλλα Κράτη. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ προαγάγωμεν τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν εἰς βαθμὸν ἐπίζηλον. Ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 2 εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθελήσαμεν νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν ἐκ τῆς ἀλλαχοῦ κρατούσης νομοθεσίας. Κατὰ μίαν παράγραφον αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἐπιτρέπεται μετ’ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ συνομολόγησις συμβάσεως περὶ προμηθείας ἐγχωρίων εἰδῶν ἐκ τῶν ἐγχωρίων ἐργοστασίων μέχρι μιᾶς δεκαετίας. Δυστυχῶς, Κύριοι, ἡ παράγραφος αὐτὴ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, εἰς ἀποφυγὴν τῶν ὁποίων προτείνω νῦν νὰ τὴν διαγράψωμεν καὶ ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς δύο ἄλλας παραγράφους, διὰ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται εἰμὴ ὅ,τι συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλα Κράτη τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου. Ἐν Σερβίᾳ, Ῥωμουνίᾳ καὶ Βουλγαρίᾳ, προκειμένου τὸ Κράτος καὶ οἱ δῆμοι νὰ προμηθευθῶσι διάφορα εἴδη, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐπιτοπίως, νὰ προτιμῶνται ταῦτα τῶν ξένων. Νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποδείξῃ καὶ ἡ Ἑλλάς, ὅτι ἔχει τόσην φιλοτιμίαν, ὥστε, προκειμένου περὶ εἰδῶν τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται καὶ παρ’ ἡμῖν, νὰ προτιμῶμεν τὴν ἐγχώριον παραγωγήν. Εἶναι ἔκκλησις αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνει τὴν σήμερον πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία, ἡ ὁποία διανύει νῦν κρίσιν μεγάλην.
§280Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, Κύριοι, λίαν ὀρθῶς ἔπραξε νὰ ἐξαιρέσῃ τοῦ νομοσχεδίου τὸ δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κατ’ ἐμὲ ἦτο ἐδάφιον τρομερόν, ἦτο ἐδάφιον οὐχὶ ὑπὲρ τῆς προστασίας τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἀλλ’ ἐδάφιον ὑπὲρ τῆς προστασίας πάσης μελλούσης βιομηχανικῆς κακοηθείας.
§281Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφηρέθη.
§282Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Ἀφηρέθη.
§283Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πάλιν βιάζεσθε, κ. Λάππα, διὰ νὰ φάγητε φαίνεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δίκαιον πληρέστατον νὰ πιστεύῃ περὶ τῆς χρήσεως τῆς ὀρθοτάτης τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι θὰ εἶναι ἐπικινδυνωδέστερον μέτρον νὰ παρέχῃ τὸ δικαίωμα εἰς ὁποιονδήποτε θέλοντα νὰ συνάπτῃ συμβάσεις ἐργοστασίων διὰ μίαν πενταετίαν. Ὀρθῶς τοῦτο διαγράφει καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς προέλαβε ν’ ἀποφύγῃ τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ ἠγείρετο.
§284Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ ὅτι δυστυχῶς ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Παρακαλῶ ν’ ἀναπτύξητε τὴν παράγραφον.
§285Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος εἶναι προστατευτικὴ ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, εἶναι δυνατὸν ὅμως ν’ ἀντιληφθῶμεν ὅτι, ἐὰν ἐν Ἑλλάδι ἔχωμεν ἀνάγκην προστασίας τῆς βιομηχανίας, ἔχει ὅμως ἀνάγκην προστασίας καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διότι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν καθ’ ἡμέραν παρὰ νὰ προστατεύωμεν τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον. Ἂς ἴδωμεν τί πράττομεν διὰ τοῦ ἄρθρου πρώτου. Ὁρίζομεν διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ὅτι ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος, ὡς καὶ οἱ δῆμοι, ὁσάκις ἔχουσιν ἀνάγκην γεωργικῶν, βιομηχανικῶν καὶ χειροτεχνικῶν εἰδῶν, νὰ προτιμῶσι τὴν ἀγορὰν εἰδῶν ἐγχωρίου παραγωγῆς. Κατὰ συνέπειαν τὸ Κράτος θὰ προμηθευθῇ δέκα τοῖς ἑκατὸν ἀκριβότερον παρὰ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς παρ’ ὅ,τι ἤθελον προμηθευθῆ ξένα προϊόντα καταλογιζομένου καὶ τοῦ τελωνιακοῦ τέλους εἰς τὸ τίμημα. Διὰ τοῦ πρὸ ἡμερῶν συζητουμένου ἄλλου νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται ἀπαγορευτικὰ τέλη ἀκριβῶς εἰς τοιούτου εἴδους μηχανήματα καὶ ἐργαλεῖα χάριν προστασίας τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἐπιβάλλομεν τοιαῦτα ἀπαγορευτικὰ τέλη ὥστε νὰ καταστήσωμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν κατανάλωσιν διαφόρων εἰδῶν βιομηχανίας εἰς τὸ κοινόν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ δέκα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πλέον. Τὸ ὑποβάλλομεν δὲ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἶχε, διότι τὸ Κράτος δύναται νὰ προμηθευθῇ ἄνευ τελωνιακῶν τελῶν. Διατί νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸ Δημόσιον εἰς τὴν προσμέτρησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν, προσθέτοντες δέκα τοῖς ἑκατόν, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι ὑποχρεοῦμεν τοὺς δυστυχεῖς καὶ πτωχοὺς δήμους εἰς τοιαῦτα βάρη; Νομίζω ὅτι ἡ προστασία τῆς βιομηχανίας πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸν λόγον της, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἓν ὅριον. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προεῖπον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τελωνιακοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δηλαδὴ χάριν προστασίας τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς ἔχομεν μέχρι τοῦδε 25.000.000 δραχμῶν ἀξίας βιομηχανικὰ προϊόντα εἰσαγόμενα ἐν Ἑλλάδι ἀτελῶς, ἀλλ’ ἔχομεν συγχρόνως καὶ μεγάλης ἀξίας, μὴ ὑπολογισθείσης ὑπ’ ἐμοῦ, προϊόντα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιβεβλημένα τέλη ἀπαγορευτικὰ ἀκριβῶς χάριν τῆς βιομηχανίας· καταντᾷ δηλαδὴ τὸ ἓν τρίτον τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀποφεύγῃ τὴν δασμολόγησιν χάριν τῆς βιομηχανίας καὶ μέγα πλῆθος βιομηχανικῶν προϊόντων νὰ μὴ εἰσάγηται ὅπως διευκολύνηται ἡ ἐν τῷ τόπῳ παραγωγή των. Ὅταν τοιαύτας εὐκολίας παρέχωμεν καὶ θὰ παράσχωμεν εἰς τὴν τοιαύτην βιομηχανίαν, εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀφήσωμεν τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ καταβάλλωνται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον τοιαῦτα τερατώδη ποσά; Ὀρθὸν δὲ εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ πρὸς ἄρσιν παρεξηγήσεων ἀπήλλαξε τὴν Βουλὴν τῆς δευτέρας παραγράφου, νὰ παραιτηθῇ ἐντελῶς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον οὐδένα σκοπὸν εἶχε παρὰ νὰ καταστήσῃ τὸ Κράτος ὑποζύγιον πλέον ὀλιγίστων βιομηχάνων τοῦ Πειραιῶς.
§286Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καίτοι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι εἰλημμένον ἐκ τῶν ἄλλων Κρατῶν, φρονῶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πραγματικόν, διότι ἡ σύνταξις τοῦ ὅλου ἄρθρου ἀποδεικνύει, ὅτι βεβαίως εἶναι Ἑλληνικὸν κατασκεύασμα. Δύο διατάξεις εἰσάγει τὸ ἄρθρον τοῦτο κατ’ ἐμέ· τὴν διάταξιν τοῦ πρώτου ἐδαφίου, καθ’ ὃ τὸ Κράτος καὶ οἱ δῆμοι ὑποχρεοῦνται, ὁσάκις ἡ τιμὴ τῶν γεωργικῶν, βιομηχανικῶν καὶ χειροτεχνικῶν εἰδῶν τῶν ἐγχωρίων εἶναι δέκα τοῖς ἑκατὸν περισσότερον τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσερχομένων, νὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι ν’ ἀγοράζωσι τὰ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἐγχώρια εἴδη. Ἡ διάταξις αὐτὴ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι οὐδεμίαν ἔχει κύρωσιν, ἀλλά, ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον, ἀναμφισβητήτως τὸ Δημόσιον καὶ οἱ δῆμοι προκειμένου περὶ γεωργικῶν, βιομηχανικῶν καὶ ἄλλων ἐγχωρίων εἰδῶν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι ν’ ἀγοράζωσι ταῦτα πάντως 10% ἀκριβότερον ἀφ’ ὅ,τι τὰ ἠγόραζον μέχρι τοῦδε.
§287Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ πληρώνωσι τὸ τελωνιακὸν τέλος.
§288Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα. Δηλαδὴ ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς δήμους, ὅπως ὁ ἀμελέστερος καὶ μᾶλλον σπάταλος οἰκογενειάρχης προμηθεύηται τὰ ἀκριβότερα εἴδη ἀντὶ τὰ εὐθηνότερα. Τοιαύτη ἀρχὴ ἀντικειμένη εἰς τὰ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εἰλημμένη ἀπὸ ἄλλας νομοθεσίας, ἐκτὸς ἐὰν ἔχωμεν ὡς ὑπόδειγμα τὸ Κράτος τῶν Κάφρων. Δὲν γνωρίζω ἄλλο Κράτος ἐκτὸς τούτου νὰ ἔχῃ ἀξίωσιν νὰ νομοθετήσῃ τοιαύτην διάταξιν. Τὸ νομοσχέδιον ἀναμφισβητήτως Ἐπεβλήθη χάριν τῆς διατάξεως τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ὅπως δηλαδὴ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν ἐπὶ μίαν δεκκετίαν, τοῦτο δὲ εἶναι παράδοξον, διότι ἐπιτρέπει εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτην σύμβασιν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, νὰ δεσμεύσῃ δηλαδὴ τὸ Κράτος, ὅπως ἀγοράζῃ εἰς μίαν τιμὴν ἡ ὁποία δύναται αὔριον ἢ μεθαύριον νὰ εἶναι ὑπερβολικωτάτη καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐξαγοράζῃ αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα. Διατί νὰ ὑφίσταται αὐτὴν τὴν ζημίαν τὸ Κράτος; Ἡ προστασία συνήθως ἐπέρχεται δι’ ἐπιβολῆς προστατευτικῶν δασμῶν, ἀλλὰ προστασία διὰ συνάψεως τοιούτων συμβάσεων βεβαίως δὲν ὑφίσταται μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§289Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἂν εἶναι ὀρθόν, ἂν εἶναι βάσιμον, ἀλλ’ ἔρχομαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκφράσω ἓν παράπονον. Διαρκῶς ἀφ’ ἧς συνεστάθη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον λαμβάνομεν πᾶσαν προστασίαν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν περὶ ἑκάστης βιομηχανίας καὶ λησμονοῦμεν ἕνα μέγαν παράγοντα, τὴν ναυτιλίαν. Καθ’ ἣν στιγμὴν θέλετε διὰ νόμου τὸ Κράτος καὶ οἱ δῆμοι ν’ ἀγοράζωσιν ἀπὸ τὰ ἐγχώρια ἐργοστάσια πᾶν προϊόν κατὰ 10% ἀκριβότερον παρ’ ὅ,τι προσφέρεται ἐκ ξένης παραγωγῆς, δὲν ἐννοῶ διατί δὲν λαμβάνετε τὸ αὐτὸ μέτρον προκειμένου νὰ φέρητε εἴδη ἀναγκαιοῦντα διὰ τὸ Δημόσιον, διατί δὲν παρέχετε τὴν μεταφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν ἐγχώριον ναυτιλίαν, ἡ ὁποία θὰ παράσχῃ πάντα τὰ οἰκονομικὰ μέσα εἰς τὸ Κράτος. Ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχομεν ἐπιτακτικὸν καθῆκον, ὅπως ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ἀποφανθῶμεν καὶ περὶ τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας, τουτέστι νὰ περιλάβωμεν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν προκειμένου τὸ Δημόσιον νὰ μεταφέρῃ εἴδη ἀναγκαῖα ἀπὸ τὸ Ἐξωτερικόν, ὡς π. χ. ἄνθρακας διὰ τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν, διάφορα πολεμικὰ εἴδη, σῖτον διὰ τὸν στρατὸν κλπ., νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ὅπως προτιμῶμεν νὰ γίνηται ἡ μεταφορὰ δι’ Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων κατὰ 10% ὀλιγώτερον. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τοῦτο, διότι εἶναι καθῆκόν της.
§290ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ βλέπομεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προκαλεῖ ἀντιδράσεις, τὸ ἀποσύρομεν.
§291ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεμίαν ἀντίδρασιν.
§292Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ αὐτό.
§293Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Διατί; Τότε ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ζητῆτε σεῖς, ἐγὼ θὰ ζητῶ τὴν ἀναβολήν.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μελέτης γενικῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δασμολογίου καὶ ἐν γένει τῶν τελωνιακῶν νόμων». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1). Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μ. Ἀν. Καβαλλιεράτου.
§295ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§296Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν διὰ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἀπεδέξατο καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰς λεπτομερείας ὅλας αὐτοῦ, ὡς εἶχε διατυπώσει τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς καὶ εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἀπεδέξατο πάντα ταῦτα καὶ υἱοθέτησε τὴν ἰδέαν τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, διατί μετέβαλε τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς συστάσεως, διότι, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὅτι ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διαταγμάτων ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς, οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ ψηφίζωμεν νόμον· ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ὡρίζομεν ὅτι συνιστᾶται ἡ ἐπιτροπή.
§297ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί θὰ γίνῃ δεκτόν;
§299Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀντὶ τοῦ «ἐπιτρέπεται», «συνιστᾶται».
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τέλους ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων».
§301Μ. Α. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὡς εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ἐν Ἑπτανήσῳ φόρος ἐπιτηδεύματος δὲν πληρώνεται οὔτε φόρος οἰκοδομῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐξαιρῶνται οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ δικηγόροι.
§302Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὄχι. Νὰ καταργηθῇ ὁ ὑπάρχων νόμος καὶ νὰ πληρώνωσι. Δὲν εἶναι Ἕλληνες αὐτοί;
§303ΕΥΘ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐδέποτε μέχρι τοῦδε, κύριε συνάδελφε, ἐπλήρωσαν.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 13, 14, 15 καὶ 16 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναβάλλονται.
§305Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§306ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύομεν τὴν συνεδρίασιν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10 μ. μ.).