1909.12.17
5.314 στίχοι · 40.473 λέξεις · 423 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64.
τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1909.
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 10,35′ π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 96 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ δὲν εἶναι ἕτοιμα. Θ’ ἀναγνωσθῶσι μετὰ τὴν διακοπήν. Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Βωμέας παρακαλοῦσιν, ὅπως διατηρηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κροκυλίου· Ὁ ἐν Ἑλλάδι ἀντιπρόσωπος τῆς ἐν Παρισίοις ἑδρευούσης Γαλλικῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας τῶν μεταλλείων Σερίφου καὶ Σπηλιαζέζης Λαυρείου δηλοῖ ὅτι προσφέρεται νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον δρ. 3 κατὰ ἐξαχθησόμενον τόννον μεταλλεύματος ἐκ τοῦ μεταλλείου Σερίφου εἰς ἣν περίπτωσιν τὸ Κράτος ἤθελε συμβληθῆ μετ’ αὐτοῦ διὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ ἐν λόγῳ μεταλλείου· Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Βόλου παρακαλεῖ, ὅπως νομοθετικῶς ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου καὶ τὰ ἐκ τοῦ λιμένος Βόλου προερχόμενα ἐμπορεύματα· Ὁ δήμαρχος Θορικίων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ἀμπέλων· Κάτοικοι τοῦ χωρίου Βαθέος τῆς Αὐλίδος καταγγέλλουσι τὸν ἐκεῖ ὑποδιδάσκαλον ὡς διαιρέσαντα τοὺς μαθητάς του εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ ἀνάκρισις κατ’ αὐτοῦ· Οἱ ἱερεῖς τοῦ δήμου Ἐρυθρῶν τῆς Μεγαρίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν». Ἡ ἐν Ἀθήναις Πανελλήνιος φαρμακευτικὴ ἑταιρεία παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ φαρμακείων καὶ φαρμακεμπορείων». Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Λίμνης παρακαλεῖ, ὅπως νομοθετικῶς ἀπαλλαγῇ ὁ λιμὴν Λίμνης τῆς πληρωμῆς φόρου τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου· Ὁ σύνδεσμος τῶν Ἑλλήνων ἐμποροπλοιάρχων παρακαλεῖ, ὅπως συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ἐμπειρίκου ὑποβληθέντα νομοσχέδια. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐνοριακῶν ναῶν». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 665). Ἐκ τῶν κ. Ὑπουργῶν ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; Οὐδείς. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§2Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Θὰ παρακαλέσω νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ προνομίου ἐφευρέσεως τῆς κατασκευῆς σακχάρεως ἐκ τῆς σταφίδος». Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἶναι νομοσχέδιον ἀφορῶν ὁλόκληρον τὸν σταφιδικὸν κόσμον μετὰ τὴν ἀναβολὴν μάλιστα τῆς συμβάσεως τῆς Προνομιούχου. Παρακαλῶ νὰ συγκινέσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ, νὰ δοθῇ μία λύσις τέλος πάντων εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ τὸν πληθυσμὸν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς.
§3Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τί λέγει ἡ Κυβέρνησις, κ. Πρόεδρε;
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγει τίποτε, κ. συνάδελφε. Θὰ τηρήσωμεν τὴν σειράν, καὶ κατόπιν.
§5Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως προνομίου. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ἂν δύναται τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει μετὰ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Ὁπωσδήποτε ὅμως, καὶ ἂν ἔχῃ τὴν γνώμην αὐτήν, πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὅτι καὶ ἡ ὑπόληψις ἡμῶν τῶν ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν εἶναι ἐκτεθειμένη. Διαρκῶς ὑβριζόμεθα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπληρώθημεν ἐνταῦθα!
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ τὰ λέγετε αὐτά.
§7Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!
§8Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Διατί νὰ μὴ τὰ λέγωμεν;
§9Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ δώσωμεν ἐπὶ τέλους τὸ προνόμιον αὐτοῦ τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ παύσῃ νὰ ἐκθέτῃ ὅλον τὸν κόσμον.
§10Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ ὑποβάλωμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶν ἄλλο δύνασθε νὰ εἴπητε· ὄχι νὰ λέγητε αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, ὅτι ἐπληρώθητε.
§12ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐπειδὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπῆρξαν δύο γνῶμαι καὶ ἐγένοντο δύο σχέδια, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην, ἵνα αὔριον, εἰ δυνατόν, συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§13Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§14Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Αὔριον θ’ ἀναγραφῇ.
§15Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Αὔριον νὰ συζητηθῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένον· δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ. Λοιπὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 ἐκ δραχμῶν 1,161,738.30». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οὐδείς. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§17ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπῆλθε μεταβολή τις εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν βοηθῶν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν. Συνεπείᾳ τῆς μεταβολῆς ταύτης, καθόσον ἐψηφίσθη ἤδη ὁ Κανονισμός, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρνεῖται νὰ θεωρήσῃ τὰς καταστάσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας μεταβολῆς, διότι ἡ θέσις αὕτη δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Πρόκειται περὶ ἀναξίου λόγου ποσοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, λίαν φιλοπόνου καὶ ἐμπειροτάτου. Ν’ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν τοῦτο τῆς διαφορᾶς ἐν τῇ ἀναπληρωματικῇ ταύτῃ πιστώσει, ἐκ 328 δρχ., καὶ οὕτως ἡ πίστωσις θ’ ἀνέλθῃ εἰς 1.162,066.30. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντ. Καρτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§19Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι δύο τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν Νέαν Ἀγχίαλον. Τὸ μὲν ὑπ’ ἀριθ. 43 ἀφορᾷ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν τῆς Νέας Ἀγχιάλου, τὸ δὲ ὑπ’ ἀριθ. 46 ἀφορᾷ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ ἀρτισυστάτου δήμου Ἀγχιάλου. Πρόκειται περὶ συμπληρώσεως τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Νέας Ἀγχιάλου. Εἶναι δύο νομοσχέδια τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν θὰ ἔχωσιν ἀντίρρησιν. Παρακαλῶ νὰ προταχθῶσι.
§20Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῶν προσφύγων εἰς οὐδὲν ἄλλο ἔχει ν’ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ παρὰ μόνον περὶ Ἀγχιάλου. Προχθὲς ἐψηφίζετο νόμος —διότι ἐγὼ ἀπουσίαζον καὶ δὲν ἀντελήφθην— νὰ κατασκευάσωμεν ὁδοὺς ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βόλου. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ συντήρησις ν’ ἀφεθῇ εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον τροφοδοτεῖ ὁ νομὸς Καρδίτσης κατὰ πρῶτον λόγον, κατὰ δεύτερον τῶν Τρικκάλων καὶ τρίτον τῆς Λαρίσης. Τί θὰ γίνωμεν τέλος πάντων μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Τώρα θέλομεν ν’ ἀποξηράνωμεν τὰ ἕλη τῆς Ἀγχιάλου, ὅτε δὲ ἠγοράζετο τὸ κτῆμα, ὅλοι ἐφωνάζομεν ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλον τοῦτο ἕνεκα τῶν ἑλῶν! Ποίου νομοῦ ἀπεξηράνθησαν τὰ ἕλη; Νὰ στείλωμεν καὶ ἠλεκτρικὰ φῶτα καὶ τὰ πάντα καὶ νὰ τελειώνῃ ἡ ὑπόθεσις. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τηρήσωμεν τὴν σειρὰν καὶ θὰ ἔλθωσιν ὅλα, κ. Καρτάλη.
§22Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐὰν τὰ ἕλη ἐκεῖνα δὲν ἀποξηρανθῶσι, δὲν δύναται νὰ γίνῃ τελεία ἐγκατάστασις· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ αὐτὸς ὁ συνοικισμός. Ἑπομένως τὰ ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα διεθέσαμεν διὰ τὸν πληθυσμὸν ἐκεῖνον εἰς μάτην ἐδαπανήθησαν. Εἶναι ζήτημα συμπληρώσεως τῆς ἐγκαταστάσεως ἀπαραιτήτως. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος κ. Δ. Τερτίπης ἀντιτείνει πρὸς τοῦτο. Κατόπιν ἔρχεται τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακόν. Πρόκειται περὶ καταρτισμοῦ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Ἀγχιάλου. Εἶναι δὲ ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ προκαλέσῃ ἀντίρρησίν τινα. Τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ψηφισθῇ ἄνευ ἀντιρρήσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πρόταξιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§23Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου κ. Καρτάλης εἶπεν ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους, διὰ νὰ γίνῃ τελεία ἡ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων, ν’ ἀποξηρανθῇ τὸ ἕλος. Ἐγὼ ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἐπὶ λόγῳ τιμῆς νὰ βεβαιώσωσι τὴν Βουλὴν ἂν δύο ὁλόκληροι δῆμοι μὲ πληθυσμὸν 6500 κατοίκων δύνανται νὰ συγκοινωνήσωσιν ἐπὶ ἕξ μῆνας, τὸ δὲ σχεδιάγραμμα τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὴν ἀποξήρανσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἑλῶν μένει ἀτελείωτον, οὐδεμία δ’ ἐνέργεια ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἐπ’ αὐτοῦ.
§24ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ ἔχωμεν περίσσευμα ἐκ τῆς τελευταίας πιστώσεως τοῦ 1,200,000 δραχ. τῆς διατεθείσης ὑπὲρ τῶν προσφύγων διὰ τὴν ἐφάπαξ περίθαλψιν αὐτῶν. Εἴχομεν δι’ ἐλπίδος ὅτι θὰ περισσεύσωσι χρήματα. Δυστυχῶς ὅμως ὡς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν μέχρι τοῦδε δὲν θὰ περισσεύσῃ τίποτε. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂς προβῇ, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο.
§25Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Δὲν τὴν ἀνεγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ;
§26ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἐκ τῆς τελευταίας πιστώσεως τοῦ 1,200,000 δραχ. θὰ περισσεύσωσι 10,000 δραχ. ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Μέχρι τοῦδε ἐπείσθημεν ὅτι δυστυχῶς δὲν θὰ περισσεύσωσι χρήματα. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΥΠΒʹ τῆς 28ης Μαΐου 1887 περὶ συστάσεως ταμείου φάρων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νόμων». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν συνιστῶνται· «Τμῆμα φάρων καὶ ὑδρογραφίας», καταργουμένου τοῦ ὑπάρχοντος τμήματος ἐπὶ τῶν φάρων καὶ τῶν δημοσίων ναυτικῶν κτιρίων. «Τμῆμα τορπιλλῶν», χωριζομένης τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἀπὸ τῆς τοῦ πυροβολικοῦ· «Τμῆμα δημοσίων ναυτικῶν κτιρίων», χωριζομένης τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἀπὸ τῆς τῶν φάρων»· «Τμῆμα ἐξελέγξεως», καταργουμένου τοῦ ὑπάρχοντος γραφείου ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν μισθῶν, τῶν τροφῶν καὶ τῆς ἐνδυμασίας τῶν πληρωμάτων· «Γραφεῖον ναυτολογίας», ὑπαγόμενον εἰς τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ· «Γραφεῖον εἰσηγητοῦ ναυτικῶν συντάξεων»· «Γραφεῖον δικαστικόν», καταργουμένου τοῦ ὑπάρχοντος γραφείου τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου. Τὸ γραφεῖον τοῦτο ὑπάγεται εἰς τὸ «Τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ»· «Γραφεῖον στατιστικῆς», ὑπαγόμενον εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ προσωπικὸν ἁπάντων τῶν ἀνωτέρω τμημάτων καὶ γραφείων ἐμφαίνεται ἐν τῷ προσηρτημένῳ τῷ παρόντι νόμῳ πίνακι». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι, μία τοῦ Ἰ. Μπούμπουλη καὶ ἑτέρα τοῦ κ. Γρ. Φούφα. (Ἀπορρίπτεται συναινέσει τῆς Βουλῆς ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπούμπουλη). Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φούφα ἔχει ὡς ἑξῆς· «Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου τούτου προστίθενται «εἰς δὲ τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑγειονομικοῦ γραφείου προστίθεται καὶ εἷς ἐπιφαρμακοποιός».
§28ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Ἐπιφαρμακοποιὸς κατὰ τὸν πρώην ἰσχύοντα νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ναυστάθμου. Κατὰ τὸν ἄρτι ψηφισθέντα νόμον ἔχει τοποθετηθῆ διὰ Β. Διατάγματος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Διὰ τῆς τροπολογίας μου δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ἄλλο τι παρὰ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν ὀργανισμόν, διότι σήμερον δὲν ὑπάρχει. (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φούφα. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει)· «Οἱ πολιτικοὶ σχεδιασταὶ καὶ γραφεῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διορίζονται ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων κανονισθησομένων διὰ Β. Διατάγματος, ἀπολαμβάνουσι δὲ μηνιαῖον μισθὸν οἱ μὲν σχεδιασταὶ ἐκ δραχμῶν 150, αὐξανόμενον μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς δρχ. 200, οἱ δὲ γραφεῖς ἐκ δραχμῶν 120. Τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν 50 δραχ. ἀπολαύουσι καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη ὡς σχεδιασταὶ καὶ συμπληρώσαντες πενταετῆ καὶ πλέον ὑπηρεσίαν. Οἱ ἀνωτέρω δὲν ἀπολύονται εἰμὴ καθ’ ἃς περιπτώσεις οἱ δημόσιοι πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, ὑπάγονται δὲ εἰς τὰς διατάξεις τῶν περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμων καὶ ὑφίστανται τὰς ὁριζομένας ἐν αὐταῖς κρατήσεις ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ πολιτικῆς ὑπηρεσίας των προσμετρεῖται εἰς τὸν χρόνον τῆς προγενεστέρας αὐτῶν πολιτικῆς ὑπηρεσίας». Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Θ. Λέκα ἔχουσα ὡς ἑξῆς· μετὰ τὰς λέξεις «οἱ δὲ γραφεῖς ἐκ δραχμῶν 120» νὰ προστεθῇ «τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν 50 δραχ. ἀπολαύουσι καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη ὡς σχεδιασταὶ καὶ συμπληρώσαντες ἤδη πενταετῆ καὶ πλέον ὑπηρεσίαν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Θ. Λέκα. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει)· «Καταργοῦνται 1) Ὁ νόμος ᾼΥΝΑʹ τῆς 26 Μαΐου 1887 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΠΖʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν», ἐπανερχομένου τοῦ διὰ τοῦ ἀνωτέρω νόμου ὁρισθέντος προσωπικοῦ ἐκ τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν εἰς τὴν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων μετὰ τὴν ἐν ἄρθρῳ 6 δίμηνον προθεσμίαν· 2) Ὁ νόμος ͵ΒΡΛΘʹ τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893 «περὶ πληρωμῆς ὑπὸ τοῦ ταμείου τῶν φάρων τῶν μισθῶν τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ὡρισμένου προσωπικοῦ»· 3) Ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ᾼΥΠΒʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887 «περὶ συστάσεως ταμείου φάρων»· 4) Ὁ νόμος ͵ΒΡΛΘʹ τῆς 5 Φεβρουαρίου 1893 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΠΖʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν». 5) Αἱ ἐν τῷ νόμῳ ᾼΡΠΖʹ τῆς 14 Ἀπριλίου 1884 «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀναγραφόμεναι διατάξεις περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπολογιστῶν»· 6) Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσθέτει τὰ ἑξῆς· «ἐπανερχομένου τοῦ διὰ τοῦ ἀνωτέρω νόμου ὁρισθέντος προσωπικοῦ ἐκ τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν εἰς τὴν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων μετὰ τὴν ἐν ἄρθρῳ 6 δίμηνον προθεσμίαν».
§29Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κύριε Πρόεδρε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου)· Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΒΨΟΔʹ νόμου περὶ συστάσεως ταμείου Ἐθνικοῦ Στόλου».
§31Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αἱ τροπολογίαι μου, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ περιελήφθησαν;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐξετυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· δέχεται ταύτας;
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 συμφώνως πρὸς τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φαρικῶν τελῶν καὶ ἀγκυροβολίας». Ποῖον θὰ συζητηθῇ; Τὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἢ τὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ;
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀνετυπώθη τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν. Θὰ ψηφισθῇ λοιπὸν τὸ περὶ τελῶν φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§35Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκεται εἰς διαφωνίαν εἴς τινα σημεῖα. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸ ἀπόγευμα, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ εὕρῃ λύσιν εἰς αὐτά, πλὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 3 δρ., αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δεκταί.
§36ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§37Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἢ ὄχι, ὀφείλω ὅμως νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅτι ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ὡς ὑπεβλήθη, διὰ τὸν λόγον ὅτι διεδόθη καὶ ἐπιστεύθη καὶ παρὰ τῇ κοινωνίᾳ καὶ παρὰ τοῖς στρατιωτικοῖς κύκλοις ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ μετέβαλε τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔλαβε δῶρα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λέγετε τοιαῦτα πράγματα, κ. συνάδελφε.
§39Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ὅτι μάλιστα τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ψευδέστατον.
§41Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶπεν ὅτι, διὰ νὰ μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἐπιτροπή, ἐπηρεάσθη ἢ ἔλαβε δῶρα, ὥστε νὰ εἶναι εὐνοϊκὴ πρὸς τοὺς ἐφοπλιστὰς καὶ τοὺς πράκτορας τῶν διαφόρων ἑταιρειῶν (Διαμαρτυρίαι). Τοῦτο θίγει τὴν φιλοτιμίαν μας καὶ διαμαρτύρομαι. Ἄν εἰργάσθημεν ἐπὶ 15 ἡμέρας συνεχῶς ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅπως κάμωμεν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ἐπράξαμεν, ἵνα συντελέσωμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδέποτε δ’ ἐγὼ θ’ ἀνεχθῶ, εἴτε εἶπε τοῦτο Ὑπουργὸς εἴτε διεδόθη, ὅπως ἐπηρεασθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον. Τοῦτο εἶναι ἡ δεινοτέρα τῶν ὕβρεων διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν σεῖς οἱ κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ν’ ἀποδείξητε ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τόσον ἀμελετήτως, ἀκαταρτίστως καὶ ἀμαθῶς ἐλάβετε τὴν τόλμην νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει δώσει τὰ ἔσοδα, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, τῶν 2,000,000 ἢ 3,000,000. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπωφελὲς καὶ διὰ τὴν ναυτιλίαν καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Προϋπολογισμόν, νὰ τὸ ψηφίσωμεν καὶ ἐγὼ πρῶτος θέλω ἀνομολογήσει ὅτι ἐπλανήθην δεχθεὶς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετάσασα ἐν γένει καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐδέχθη καὶ κατήρτισε νομοσχέδιον ἄρτιον καθ’ ἡμᾶς, διότι δι’ αὐτοῦ πρόκειται ἀσφαλῶς νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον 800,000 ἢ 900,000 φράγκων περιπλέον ἐκείνων ἃς εἰσπράττει τὸ ταμεῖον σήμερον. Καὶ ἐὰν ταῦτα δὲν εἶναι ἀρκετά, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι οὐδεμία πίεσις γίνεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, θὰ εἶναι εὔκολον εἰς πάντα Ὑπουργὸν μεταγενέστερον νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον καὶ αὐξήσῃ τὰ φαρικὰ τέλη. Ἀλλὰ τὸ νὰ διαδίδηται κακοβούλως καὶ πιστεύηται δυστυχῶς εἰς κύκλους κατέχοντας ἀξιώματα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, τοῦτο εἶναι φρικῶδες καὶ ἀπαίσιον καὶ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑποστῶ πᾶσαν τιμωρίαν, ἐὰν ἤθελον ἐπηρεασθῇ ἔστω καὶ ἐξ εὐνοίας...
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λέγετε αὐτά.
§43Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντροπή.
§44Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δυστυχῶς λέγονται ὑπὸ ἐπισήμων.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴτε ἐπίσημοι εἴτε ἀνεπίσημοι τὰ λέγουσι, νὰ τοὺς περιφρονήσητε.
§46Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ δι’ ὅσα λέγονται. Εἶμαι γνωστὸς καὶ τοῦτο ἀρκεῖ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἀπόγευμα.
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Ἵνα ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν. Ἡμεῖς εὑρέθημεν σύμφωνοι πρὸς τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὸ ἀπόγευμα. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «συμπληρωτικοῦ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§50Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει τὰς προσόδους τῶν μεταλλείων ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ, οὐδεμίαν ἔχω νὰ φέρω ἀντίρρησιν, διότι πράγματι πρόκειται περὶ τοιούτων μεταλλείων, τοιούτου πλούτου, ὥστε νὰ εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλά, ἐὰν τοιαύτην γνώμην ἐπὶ τοιούτου μέτρου ἐξήνεγκεν ἡ Βουλή, τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περιλαμβάνει καὶ διατάξεις ἀφορώσας τὰ λουτρὰ καὶ τὰς ἰαματικὰς πηγὰς τὰς διεσπαρμένας ἐν τῷ Κράτει, αἵτινες νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσι θέσιν ἐν νομοθετήματι τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ σχετικῶς μόνον πρὸς τὰ μεταλλεῖα ἀπῄτησε. Διὰ τῆς διατάξεως ἰδίως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἄλλο γίνεται ἢ μία δήμευσις τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων τῶν ἤδη ὑπαρχόντων καὶ κατεχομένων εἴτε ὑπὸ δήμων εἴτε ὑπὸ ἰδιωτῶν. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι πρὸ παντὸς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ εὑρίσκονται ἰαματικαὶ πηγαὶ τοιαῦται, οἷαι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρονται, αἱ τοῦ Λουτρακίου. Νομίζω δ’ ὅτι καὶ ἄλλαι ἰαματικαὶ πηγαὶ εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ὑπάγονται διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου. Φρονῶ ὅτι εἶναι διατάξεις τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τὸ Κράτος νὰ θελήσῃ νὰ κυρώσῃ διὰ νόμου, διότι ὁ δῆμος Περαχώρας ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει ὡς ἰδιοκτησίαν τὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων τοῦ μέρους ἐκείνου, εἶναι δ’ ἴσως καὶ ὁ μόνος πόρος διὰ τοῦ ὁποίου συντηρεῖ τὰς ποικίλας αὐτὰς δημοτικὰς ἀνάγκας. Ἓν μόνον μέρος τοῦ σχεδίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ ψηφίσῃ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων τὰ προερχόμενα ἐκ τοιούτων ἰαματικῶν πηγῶν. Καὶ τοῦτο εἶναι βαρύ, ἀλλά, ἐπειδὴ τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὀρθὸν θὰ ἦτο, ὅπως ἐτίθετο φόρος τις εἰς τὰ ἰαματικὰ λουτρά, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ διάταξιν δι’ ἧς ἀφαιρεῖται ἡ ἐκμετάλλευσις ἀπὸ τοὺς δήμους, εἰς οὓς ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἀνήκει, ἢ ἀπὸ ἑταιρείας αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις. Ἡ Βουλὴ χθὲς ἐζήτησεν ὁμοφώνως νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον καθορίζον τὰ μεταλλεύματα τὰ πλούσια, ὅπως ταῦτα καὶ μόνα τὸ Κράτος ἐκμεταλλεύηται, οὐχὶ δὲ τὰς ἰαματικὰς πηγάς, ἐφ’ ὧν ὑπάρχουσι κεκτημένα δικαιώματα καὶ ἐφ’ ὧν οὐδὲν δικαίωμα ἔχει τὸ Κράτος ὅπως ἐπεμβῇ καὶ τὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν χειρῶν αἱ ὁποῖαι νομίμως διαχειρίζονται ταῦτα. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, ὅπως μὴ προσβληθῶσι κεκτημένα δικαιώματα ἰδιωτικὰ καὶ ἰδίως δημοτικά, ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν παρατηρήσεών μου τούτων, διότι ἐπαναλέγω ὅτι πρόκειται περὶ δημεύσεως τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπὶ καταστροφῇ ἑταιρειῶν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐπὶ καταστροφῇ πολλῶν δήμων.
§51Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, εἶναι ἄπορον πῶς, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον κατατίθεται ἕνεκεν εἰδικῆς ἐντελῶς περιστάσεως τοῦ μεταλλείου Χαλάρων, οὐδεμία λέξις ὑπάρχει περὶ τοιούτου μεταλλείου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὐδεμία ἐν τῇ ἐκθέσει. Δηλαδὴ ἐχρησίμευσε τὸ μεταλλεῖον τοῦτο, ὅπως ἀνατραπῇ τελείως ὁ νόμος περὶ μεταλλείων, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ἐν λόγῳ μεταλλεῖον οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς· ὅλοι εἶναι σύμφωνοι ὅτι τὸ μεταλλεῖον τοῦτο πρέπει νὰ παραχωρηθῇ διὰ δημοπρασίας, ὅπως τὸ Δημόσιον ἀπολαύσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον καὶ μεγαλύτερον ποσόν. Εἰς τοῦτο εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι καὶ τὸ δηλῶ καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι ὑποπτεύομαι ὅτι πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ πάλιν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον τῆς ἀναλήψεως τοῦ μεταλλείου Χαλάρων. Λοιπὸν περὶ τοῦ μεταλλείου τούτου οὐδεμία ὑπάρχει συζήτησις· τὸ Δημόσιον ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸ καὶ τὸ παραχωρήσῃ διὰ δημοπρασίας, ὅπως ἀπολαύσῃ ἐξ αὐτοῦ ὅσον δύναται περισσότερα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐτελειώσαμεν μὲ τὸ μεταλλεῖον Χαλάρων, ἂς ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τί λέγει τὸ νομοσχέδιον. Πλήρης ἀνατροπὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ποῖαι εἶναι αἱ βάσεις τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου; Δύο εἶναι αἱ βάσεις, ὅτι ὁ πρῶτος εὑρέτης θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ μεταλλείου· διατί; ὅπως ὑποκινήσωμεν τὴν προθυμίαν νὰ τρέξῃ ὁ κόσμος νὰ εὕρῃ τὰ μεταλλεῖα, ὅπως ὁ νέος νόμος ἐθεώρησε τὸ ὀρθότερον. Δευτέρα βάσις εἶναι ὅτι ἅπαντα τὰ μεταλλεῖα τὰ περιεχόμενα ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ χώρου θὰ ἐκμεταλλεύωνται ὑφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους αὐτοῦ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἐπωφελῶς, ἐὰν ὁ ἔχων ἓν μετάλλευμα ἔδει νὰ προσέχῃ μή τι μέρος ἀνήκει εἰς ἕτερον. Αὐταὶ κυρίως εἶναι αἱ δύο βάσεις τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ αἱ δύο βάσεις αὐταὶ ἀνατρέπονται. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 2. Τὸ ἄρθρ. 2 λέγει· «Ἔρευνα καὶ παραχώρησις μεταλλείου ἔχοντος κύριον μετάλλευμα χρυσὸν ἢ ἄργυρον, ἔτι δὲ τῶν ἀργυρομεταλλευμάτων τῆς Μήλου, Κιμώλου, Πολυαίγου ὡς καὶ τῶν μήπω παρακεχωρημένων μεταλλούχων ἐκτάσεων τῆς νήσου Σερίφου, ὡς καὶ τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων, θειούχων, ῥαδιούχων, ἁλατούχων καὶ πάσης ἄλλης φύσεως καὶ συστάσεως προσήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Κράτος». Προσέξατε εἰς τὰς λέξεις «ἔχοντος ὡς κύριον μετάλλευμα χρυσὸν ἢ ἄργυρον». Τί λέγει ὁ παλαιὸς νόμος; Ὁ παλαιὸς νόμος λέγει ἐν τῇ αʹ παραγράφῳ ὅτι ἅπαντα τὰ μεταλλεύματα χρυσοῦ, ἀργύρου, σιδήρου καὶ ὅλων τῶν μετάλλων παραχωροῦνται καθ’ ἃ λέγει ὁ νόμος. Τί λέγει ἡ δʹ παράγραφος αὐτοῦ; ὅτι ὁ αὐτοφυὴς ἢ εἰς μεταλλικὴν κατάστασιν χρυσὸς καὶ ἄργυρος καὶ τὰ ἀργυροῦχα μεταλλεύματα Μήλου, Κιμώλου καὶ Πολυαίγου ἐξαιροῦνται· διατί, Κύριοι; Διότι εἰς ὅλα τὰ μεταλλεύματα ὑπάρχει καὶ χρυσός, ὑπάρχει καὶ ἄργυρος, διότι καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς μεταλλείοις τοῦ Λαυρείου ἐμπεριέχεται καὶ ἄργυρος. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄργυρος δύναται νὰ ἔχῃ μικροτέραν ἀξίαν τοῦ μολύβδου, ἀλλὰ καὶ μεγαλειτέραν· ὅταν ὁ ἄργυρος ἔχῃ δέκα λεπτὰ κατὰ γραμμάριον, ὁ περιεχόμενος ἄργυρος ἐν τῷ μολύβδῳ ἔχει μικροτέραν ἀξίαν τοῦ μολύβδου καὶ τότε ὁ μόλυβδος εἶναι τὸ πολυτιμότερον μέταλλον. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ὁ ἄργυρος ἔφθασεν εἰς τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸ 30 ἐτῶν, τῶν εἴκοσι λεπτῶν, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δύναται ν’ ἀνέλθῃ, ὁ ἄργυρος θὰ ἔχῃ ἀξίαν μεγαλειτέραν τοῦ μολύβδου καὶ ὁ ἄργυρος θὰ εἶναι τὸ κύριον μέταλλον. Ἰδοὺ πῶς τὰ μεταλλεύματα τὰ ἀργυροῦχα τοῦ Λαυρείου δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι δι’ ἑταιρειῶν· προσθετέον δ’ ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μεταλλεύματα τοῦ Λαυρείου ὑπάρχει χρυσός. Καὶ ναὶ μέν, Κύριοι, παραδέχομαι ὅτι, ἐὰν παρουσιασθῇ ἓν μετάλλευμα τὸ ὁποῖον παρουσιάζει χρυσὸν ἐν συνθέσει ἐντὸς τοῦ μολύβδου ὄχι αὐτοφυᾶ εἰς μεγάλην ποσότητα, τὸ Δημόσιον ὀφείλει βεβαίως νὰ προσέξῃ. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν παρουσιάζεται, τοὐλάχιστον καθ’ ὅσον σήμερον εἶναι γνωστὰ τὰ πράγματα. Τί λοιπὸν θὰ συμβῇ, ἂν ἐπιτρέψωμεν τοῦτο; Θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀφίεμεν εἰς τὸν κύριον μηχανικόν, τὸν ὀρυκτολόγον, ἀφίεμεν εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρουσιάσῃ τὰ πράγματα τοιουτοτρόπως ὥστε νὰ ὑποδεικνύῃ ὅτι τὸ κύριον μετάλλευμα εἶναι ὁ χρυσός, εἶναι ὁ ἄργυρος· καὶ τότε, ἐὰν μὲν εἶναι ὅπως πρέπει νὰ εἶναι οἱ ὑπάλληλοι, θὰ τὰ ἐκθέσωσιν εἰλικρινῶς. Ἐὰν ὅμως συμβῇ τὸ ἐναντίον, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἔχω τὴν πεῖραν ὅτι γίνεται, θὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον τῷ δίδει ὁ νόμος πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν ζητούντων τὴν παραχώρησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, Κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ὅριον ὅπου ὁ ἄργυρος— διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ χρυσοῦ, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν τοιοῦτον— ἔχει ἀξίαν ὡς ἔγγιστα ἴσην πρὸς τὸν μόλυβδον. Εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ὁ ἐρευνητὴς τότε, ὅταν ἐξαρτᾶται ἐντελῶς ἀπὸ τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ ὑπαλλήλου; Καὶ τί θὰ γίνῃ, Κύριοι; Τὸ μεταλλεῖον παραχωρεῖται καὶ ὁμολογεῖται ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου, ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν· ἀποδεικνύεται διὰ τῆς περαιτέρω ἐργασίας ὅτι ὁ ἄργυρος ηὔξησε κατὰ τοσοῦτον, ὥστε ἡ ἀξία αὐτοῦ ἔχει ὑπερβῆ τὴν ἀξίαν τοῦ μολύβδου· τί θὰ συμβῇ, λέγω, τότε; Θὰ ἔλθῃ ἀμέσως ὁλόκληρον τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ ὅτι κακῶς παρεχωρήθη δυνάμει τοῦ νόμου τούτου τὸ μεταλλεῖον καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ παραχωρηθῇ. Ἔκπτωτος λοιπὸν ἡ ἑταιρεία. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρχίσῃ τις, Κύριοι, ἐργασίαν ὑπὸ τοιούτους ὅρους; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· εἶναι ἢ οὐ ἀναμφισβήτητον ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀποκλείομεν ἐντελῶς τὴν ἐργασίαν ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας, ἀπὸ τὰς ἑταιρείας; Ἀλλά, Κύριοι, ἐκ τῆς ἐκθέσεως μανθάνομεν πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἐγνωρίζομεν μέχρι τοῦδε (ἀναγινώσκει)· «ἐπεκράτει ἡ γνώμη ὅτι τὸ Κράτος εἶναι κακὸς ἰδιοκτήτης καὶ διαχειριστὴς μεγάλων κτημάτων, ἔτι δὲ μᾶλλον κακὸς ἐπιχειρηματίας, βιομήχανος ἢ ἔμπορος». Ἀλλὰ σήμερον, ὁπότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διευθύνει τὰ τοῦ Κράτους, μὴ ἔχετε φόβον, διότι τὸ Κράτος ἐγένετο ὁ ἄριστος ἰδιοκτήτης πάντων. Θέλετε μεταλλεῖα; Ἔλθετε ἐδῶ. Ποῖος θὰ τὰ διευθύνῃ καλλίτερον παρὰ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου; Ἀκούσατε τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει (ἀναγινώσκει)· «Πολλοὶ μάλιστα νομίζουσιν ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἐκτελέσῃ ταύτας κάλλιον καὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ὡς ἐκ τῆς μείζονος εὐθύνης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῆς αὐστηροτέρας ἐπιβλέψεως, ἣν δύναται ν’ ἀσκήσῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπιχειρήσεως τὸ Κράτος». Καὶ ταῦτα, ὅταν ἔχωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ κεφαλῆς. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίσῃ ὅτι θὰ μείνῃ πάντοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τότε θὰ παραδεχθῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἀναλαμβάνω ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διευθύνω μὲ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Δημοσίου τοιαῦτα πράγματα. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὄχι εἰσοδήματα δὲν θὰ ἔχητε εἰς αὐτὸ τὸ Λαύρειον τὸ ὁποῖον σήμερον εὐημερεῖ, ἀλλὰ ζημίας θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον. Καὶ μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ἐννοεῖ τί εἶχε τὸ Δημόσιον καὶ ὑπέστη ζημίας μεγάλας. Διατί ὑπέστη ζημίας; Διότι τὴν σήμερον τὸ εἰσόδημα τοῦτο τῶν μεταλλείων ἀμέσως μετὰ τὸ εἰσόδημα τῆς σταφίδος εἶναι τὸ μεγαλείτερον εἰσόδημα τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ εἰσοδήματος τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ περὶ εἰσοδήματος τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ εἰσοδήματος τὸ ὁποῖον ἔδιδεν εἰς ἓν μέγα μέρος τοῦ Κράτους, καίτοι τὰ μεταλλεῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν εἴχομεν. Καὶ ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὴν δευτέραν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ ἂς ἴδωμεν κατὰ πόσον ἵσταται αὐτή. Ἔλεγον ὅτι πρώτη βάσις ἦτο ὅτι ὁ πρῶτος εὑρέτης κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ λαμβάνῃ τὸ μεταλλεῖον· τί λέγει τὸ ἄρθρον 13; (Ἀναγινώσκει:) «Ἐπί τε τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Κράτος παραχωρουμένων μεταλλευμάτων καὶ πηγῶν, ὡς καὶ ἐπὶ ἄλλων μεταλλευμάτων, τῶν παραχωρουμένων καὶ εἰς ἰδιώτας, ἐφ’ ὅσον περὶ τῶν τελευταίων τούτων δὲν ἐξεδόθη Β. Διάταγμα παραχωρήσεως πρὸς ἰδιώτας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παραγγέλλει τὴν ἔρευναν καὶ ἐνεργεῖ ταύτην». Ὑποθέτει ὅμως ὅτι ἡ ἔρευνα ἔχει γίνει ὑπὸ τοῦ εὑρέτου «διὰ τοῦ ὀρυκτολόγου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ διὰ δημοσίων μηχανικῶν καὶ γεωμετρῶν, οἵτινες συντάσσουσι κλπ». Καὶ μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις μεταβῇ μέχρι τοῦ γραφείου τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, «ἐὰν ὁ ἐπιθεωρητὴς συμφωνήσῃ πρὸς τοὺς διενεργήσαντας τὴν ἔρευναν ἢ συνιστᾷ ἄλλως τὴν παραχώρησιν εἰς τὸ Κράτος, προκαλεῖται περὶ ταύτης Β. Διάταγμα». Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, ὁ εὑρέτης μετέβη καὶ ἀνεκάλυψεν ἕνεκα τῆς ἰδιότητός του, ἔχων τὸν νόμον τὸν παλαιὸν πρὸ ὀφθαλμῶν, τὸ μεταλλεῖον· ἔρχεται ὁ ὀρυκτολόγος καὶ λέγει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· «ἐδῶ πρόκειται περὶ μεταλλείου σπουδαίου»· ἀλλὰ πρότερον εἶπεν εἰς τὸν εὑρέτην· «ἠξεύρεις, ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι πολὺ καλὰ διὰ τὸ Δημόσιον....». Οὕτω κλείεται μία συμφωνία, γίνεται μία σύμβασις καὶ ὁ ὀρυκτολόγος κάμνει τὴν ἔκθεσιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὁ εὑρέτης λαμβάνει τὸ μεταλλεῖον. Ἐὰν δὲν ἐγένετο σύμβασις, ὁ ὀρυκτολόγος θ’ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραχωρηθῇ τὸ μεταλλεῖον τοῦτο καὶ τὸ μεταλλεῖον θὰ μένῃ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Δημοσίου. Τί θὰ τὸ κάμῃ τὸ Δημόσιον; Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι δυστυχῶς οἱ νόμοι τῆς Γερμανίας, ὁσάκις μεταφέρονται ἐν Ἑλλάδι, ἐντελῶς ἀνατρέπονται. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Θεοδώρου Δηλιγιάννη νόμον, μετενεχθέντα ἐκ τῆς Γερμανίας ὁ ὁποῖος δὲν ηὐνοήθη καὶ ἔλεγεν ὅλως τὰ ἐναντία ἀπὸ ὅ,τι ἔλεγεν ὁ νόμος ὁ γερμανικός. Ὑποθέτω ὅτι τὸ αὐτὸ θὰ συνέβη καὶ ἐνταῦθα. Μᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὅτι ὑπερεπαινεῖται τὸ Πρωσσικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον μέγα τῶν προσόδων αὐτοῦ μέρος ἀρύεται ἐξ ἰδιοκτήτων σιδηροδρόμων, δασῶν καὶ ἄλλων ἀκινήτων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δάση βεβαίως τὸ Κράτος τὰ νέμεται· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς σιδηροδρόμους, εὐθὺς ὡς κατασκευασθῶσιν, ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν καθίσταται ἐργασία ἐντελῶς στρατιωτική, ἡ ὁποία ἐντελῶς προσήκει εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ἡ ἐργασία περὶ τῶν δασῶν καὶ ἡ ἐργασία τῶν σιδηροδρόμων δὲν εἶναι ἐργασίαι εἰς τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀφήνηται ἡ κερδοσκοπία νὰ ζητῇ κέρδος. Λόγοι σπουδαιότατοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζουσι τὸ Κράτος νὰ φροντίζῃ καὶ διὰ τὰ δάση καὶ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους. Ἐὰν τὸ Κράτος παραχωρῇ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων εἰς ἑταιρείας, τοῦτο γίνεται λόγῳ τῶν μεγάλων δαπανῶν καὶ πρὸς τοῦτο δίδουσιν εἰς τὰς ἑταιρείας τὴν ἐλπίδα τοῦ κέρδους διὰ τῆς ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον ἐκμεταλλεύσεως, ἵνα ἀποφασίσωσι νὰ τοὺς κατασκευάσωσι. Κατωτέρω ἀναφέρεται «καὶ δὴ καὶ μεταλλείων καὶ τὸ ὁποῖον Πρωσσικὸν Κράτος οὐ μόνον λαμβάνει παραχωρήσεις μεταλλείων ὑπὲρ αὑτοῦ, ὅπως καὶ οἱ ἰδιῶται, ἀλλ’ ἐπ’ ἐσχάτων διά τινα μεταλλεύματα καὶ ἰαματικὰς πηγὰς ἐξησφάλισεν ἀποκλειστικότητα παραχωρήσεως ὑπὲρ ἑαυτοῦ εἰς ὡρισμένας περιφερείας». Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, ποῖα εἶναι τὰ μεταλλεύματα τὰ ὁποῖα ἐκράτησεν ἡ Πρωσσία δι’ ἑαυτήν;
§52ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦ τελευταίου νόμου ἐκήρυξεν ὅλα τὰ μεταλλεῖα νόμημα τοῦ Κράτους.
§53Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τίνος νόμου;
§54ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὔριον κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ὅτε θὰ φέρω καὶ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας θὰ συντάξω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν ἃς θ’ ἀκούσω σήμερον, θὰ σᾶς φέρω καὶ τὸν νόμον αὐτόν.
§55Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ λέξις νόμημα εὑρίσκεται καὶ ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ· καὶ ἐν Ἑλλάδι τὰ μεταλλεῖα εἶναι νόμημα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι, ἂν δεχθῶμεν τὰς βάσεις ταύτας, θέλομεν καιρίως βλάψει τὰ μεταλλεῖα, διότι οὐδεμία ἑταιρεία πλέον θ’ ἀποφασίσῃ νὰ διαθέσῃ κεφάλαια ὑπὲρ μεταλλευτικῶν ἐργασιῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἂν νομίζωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἑταιρειῶν διὰ τὰ μεταλλεῖα, ἐάν, ὅπως ἐλέγετο χθές, δὲν βλάπτῃ ἂν φύγωσιν ὅλοι οἱ πλούσιοι, ἂν πρόκειται οἱ πτωχοὶ νὰ ζήτωσι μὲ ψωμὶ καὶ ἐληὲς εἰς τὸ ἑξῆς, ἂς γίνῃ καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ περίεργον εἶναι ὅτι ψηφίζομεν μίαν ἡμέραν ἕνα νόμον καὶ τὴν ἄλλην ἐρχόμεθα ἀμέσως καὶ τὸν τροποποιοῦμεν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐδώσαμεν δικαίωμα εἰς τὸν κ. Μητσόπουλον νὰ κάμῃ ἐρεύνας δι’ ὕδατα καὶ ἰαματικὰς πηγὰς καὶ σήμερον ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἀπαγορεύεται πᾶσα ἀνασκαφὴ καὶ ἀναζήτησις ἰαματικῶν ὑδάτων ὑπὸ ἰδιωτῶν». Ἀλλά, κ. Ὑπουργέ, ἀληθῶς κατὰ τὴν γνώμην μου τὴν ταπεινὴν ἀναγνωρίζω ὅλας τὰς ὑπερόχους ἀρετὰς ὑμῶν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὅτι εἶσθε ἄλλο τι παρὰ ἄνθρωπος. Θεὸς δὲν εἶσθε ἀκόμη. Εἶναι δυνατὸν τόσον σπουδαῖα ζητήματα, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει καὶ τῶν πνευμάτων καὶ ὑμῶν αὐτῶν, ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν ἔχετε, νὰ παρουσιάσητε τὸ νομοσχέδιον ἄνευ λαθῶν; Νὰ σᾶς παρουσιάσω καὶ ἄλλα λάθη; Λέγετε ἐν ἄρθρῳ «Μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔρευνα καὶ παραχώρησις ἐκ τῶν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Κράτος ἀνηκόντων καὶ δυναμένων νὰ παραχωρηθῶσι μεταλλευμάτων καὶ ὀρυκτῶν καὶ πρὸς ἰδιώτας, ἀλλὰ δι’ ὡρισμένην περιφέρειαν, τηρουμένων ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τὴν ἔρευναν καὶ παραχώρησιν τῶν ὅρων τῶν περὶ μεταλλείων νόμων». Λοιπὸν μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ παραχώρησις τοιούτου μεταλλείου εἰς ἰδιώτην. Ἀλλά, ἐνῷ λέγομεν τοῦτο, λέγομεν ἐπίσης «τηρουμένων ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τὴν ἔρευναν καὶ παραχώρησιν τῶν ὅρων τῶν περὶ μεταλλείων νόμων». Συνδυάσατε τὰ δύο ταῦτα καὶ εἴπατέ μοι τί λέγουσι. Θὰ προηγηθῶσιν αἱ ἔρευναι τοῦ νόμου ἢ θὰ παραχωρηθῇ τὸ μεταλλεῖον καὶ ἔπειτα θὰ γίνωσιν αἱ ἔρευναι; Διότι, ἂν μὲν γίνῃ νόμος, καὶ ἡ παραχώρησις ἐτελείωσεν· ἂν δὲν γίνῃ νόμος, ἀπαγορεύεται καὶ ἡ ἔρευνα. Καθόσον ἡ διάταξις ὁρίζει ὅτι μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ γίνῃ ἡ παραχώρησις, ἄρα καὶ ἡ ἔρευνα. Ἐννοεῖται λοιπὸν ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρον οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει. Ἐὰν δὲ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 9, βλέπομεν πάλιν καταργούμενον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἀπῄτησε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 9 λέγει· «Πλείονες λαβόντες παραχώρησιν μεταλλείου εὐθύνονται ἀλληλεγγύως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν κατὰ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον φόρων, δικαιούμενοι εἰς ἀνταγωγὴν κατὰ τῶν συνυποχρέων, ὡς πρὸς τὴν βαρύνουσαν ἕκαστον αὐτῶν ἀναλογίαν». Ἀλληλεγγύως. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὅλοι ἀπῃτήσαμεν ἢ μᾶλλον ἀπῃτήσατε τοῦτο ν’ ἀφαιρεθῇ. Βλέπομεν ὅτι πάλιν ἐτέθη ἐνταῦθα ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει Βουλή· αὐτὸ θέλει ὁ δικτάτωρ. Μὴ θαυμάζετε ὅτι ὁμιλῶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἐγώ, Κύριοι, ὑπὲρ τῶν μεταλλείων εἰργάσθην. Τὰ θεωρῶ ὡς ἕνα τῶν μεγαλειτέρων πόρων τοῦ Κράτους, καὶ ὅ,τι τὰ ἐγγίζει νομίζω ὅτι βλάπτει τὸ Κράτος, καὶ ἐπειδὴ πονῶ τὸ Κράτος, ὅπως τὸ πονεῖτε καὶ σεῖς, μὲ βλέπετε νὰ ὁμιλῶ οὕτω πως. Φέρετε, κ. Ὑπουργέ, νομοσχέδιον περὶ Χαλάρων καὶ μόνον καὶ ἀποσύρατε αὐτό. Τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§57Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μίαν μόνην παρατήρησιν, κ. Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ Πρωσσία ἐψήφισε διὰ νόμου ὅτι τὰ μεταλλεύματα εἶναι νόμημα τοῦ Κράτους, ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων τοῦ 1861. Συμβαίνει δηλ. ἡμεῖς νὰ τὸ ἔχωμεν καθιερώσει πρὸ πολλῶν δεκαετηρίδων. Ἀλλά, ἂν τοῦτο συνέβη ἤδη εἰς τὴν Πρωσσίαν καὶ τὸ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς στήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ νομοσχεδίου πράττει ἐντελῶς τὸ ἐναντίον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 «Κτῆσις καὶ ἐκμετάλλευσις μεταλλείου ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑπάγονται εἰς τοὺς ὅρους τοῦ γενικοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιοῦνται διὰ τῶν ἑπομένων διατάξεων». Καὶ αἱ ἑπόμεναι διατάξεις ὁμιλοῦσι περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον δηλαδὴ εἶναι ἰδιώτης ὑπόχρεος νὰ δηλώσῃ τὰ μεταλλεῖα, ἐφ’ ὅσον διὰ τῶν ἑπομένων διατάξεων δὲν λαμβάνει ἄλλο τι προνόμιον· διὰ τῶν ἑπομένων δὲ διατάξεων καθορίζεται ὁ τρόπος καθ’ ὃν παραχωρεῖται εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μεταλλεῖον καὶ μεταγράφεται. Ἀλλὰ παραχωρεῖται ὑπὸ τίνος καὶ πρὸς τίνας; Ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι σημαίνει τίποτε. Ἀλλὰ τὸ ἄλλο σημεῖον, ὅτι δὲν ἀποτελοῦσι περιουσίαν τοῦ Κράτους, ἤ, ἂν θέλητε, νόμημα τοῦ Κράτους τὰ μεταλλεῖα, ἀλλ’ ἀνήκουσιν εἰς ἄγνωστον κύριον, δύνανται δὲ νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὸ Κράτος, κατόπιν διατυπώσεων, τοῦτο μεταβάλλει καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου τοῦ 1861 καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἰσχυούσης ἐν Πρωσσίᾳ καὶ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν καθώρισε τὸ ἐσχάτως ψηφισθὲν νομοσχέδιον, τὸ μὴ δημοσιευθὲν ἔτι ἢ μὴ κυρωθέν. Καθ’ ὅλα ταῦτα τὴν κυριότητα τῶν μεταλλείων ἔχει τὸ Κράτος, κυριότητα ἀποσπωμένην ἀπὸ τῆς κυριότητος τοῦ ἐδάφους, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου. Δὲν πρόκειται ν’ ἀναπτύξω ἐν προκειμένῳ τὰς συνεπείας τοῦ τοιούτου ὁρισμοῦ· δύναται πᾶς τις ὅμως νὰ ἐννοήσῃ ὅτι τὸ Δημόσιον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, μὴ ἀναγνωρίζον ὅτι εἶναι κύριος τῶν μεταλλείων καὶ ἀφῆνον τὴν κυριότητα τῶν μεταλλείων ἐκκρεμῆ, δύναται νὰ περιπέσῃ εἰς περιπλοκὰς αἱ ὁποῖαι νὰ φέρωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ζημίαν. Ὡς ἔχει διατυπωθῆ δὲ τὸ ἄρθρον 3, εἶμαι ἠναγκασμένος εἰς συνέχειαν τῆς παρατηρήσεώς μου, διὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὸν λόγον, νὰ εἴπω καὶ τοῦτο. Ἡ διάθεσις τοῦ μεταλλείου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τὴν γνώμην ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἂν δὲν συμβῇ νὰ συμφωνήσωσιν οὗτοι εἰς τὸ νὰ παραχωρηθῇ τὸ μεταλλεῖον εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ μεταλλεῖον τοῦτο δὲν θὰ παραχωρηθῇ. Τί θὰ γίνῃ δ’ ἐν τῷ μεταξύ, ὅτε τὸ μεταλλεῖον δὲν θ’ ἀνήκῃ εἰς τὸ Δημόσιον —διότι κατὰ τὸν νόμον δὲν εἶναι νόμημα τοῦ Κράτους τὸ μεταλλεῖον—, τοῦτο ἀπομένει ἄγνωστον. Δηλαδὴ ἐπὶ τῶν μεταλλευμάτων τοῦ ἄρθρου 2 καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τῶν δυναμένων νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἰδιώτας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παραγγέλλει τὴν ἔρευναν καὶ διενεργεῖ ταύτην διὰ τοῦ ὀρυκτολόγου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ διὰ δημοσίων μηχανικῶν καὶ γεωμετρῶν, οἵτινες συντάσσουσι τὰ κατὰ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον ἀπαιτούμενα διαγράμματα καὶ ἐκθέσεις καὶ ὑποβάλλουσιν αὐτὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦτο δέ, ὅταν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης συνιστῶσι τὴν παραχώρησιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, παραπέμπει τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων ἢ ἄλλου ἐπιθεωρητοῦ δημοσίων ἔργων ἐξελέγχει τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν ὀρθότητα τῶν πορισμάτων τῆς γενομένης ἐρεύνης. Τίς θὰ κρίνῃ ἂν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης συνιστῶσι τὴν παραχώρησιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου; Θὰ κρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εὑρίσκῃ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, θ’ ἀφήσῃ τὰ ἔγγραφα νὰ κοιμῶνται καὶ δὲν θὰ παραχωρηθῇ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μεταλλεῖον. Ἀλλά, καὶ ἂν παραπεμφθῶσι τὰ ἔγγραφα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πάλιν παραχώρησις τοῦ μεταλλείου δὲν εἶναι εἰς τὸ Δημόσιον. (Ἀναγινώσκει:) «Ἐὰν ὁ ἐπιθεωρητὴς συμφωνήσῃ πρὸς τοὺς διενεργήσαντας τὴν ἔρευναν ἢ συνιστᾷ ἄλλως τὴν παραχώρησιν εἰς τὸ Κράτος, προκαλεῖται περὶ ταύτης Β. Διάταγμα ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ὅπερ δημοσιευθὲν προσηκόντως μεταγράφεται», ὥστε, ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἶναι διάφορος, ἡ παραχώρησις δὲν γίνεται. Ταῦτα πάντα δύνανται νὰ γεννήσωσιν ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς προλαμβάνονται, ἐὰν μεταβάλωμεν τὴν ἀρχὴν καὶ μείνωμεν εἰς τὴν τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μεταλλεῖα εἶναι κτῆσις ἢ νόμημα ἐν τέλει τοῦ Κράτους, τὸ δὲ Κράτος παραχωρεῖ εἰς ἰδιώτας ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν κυριότητά του ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν τηρεῖ πρὸς ἰδίαν ἐκμετάλλευσιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζω ὅτι θέλει διευκολυνθῆ ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου καὶ θέλομεν ἀποφύγει ἀπὸ τοῦ νὰ περιπέσωμεν εἰς ἄτοπα. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, ἂν καὶ δὲν φαίνεται ἀσάφεια, εἶναι δυνατὸν ἐν τούτοις νὰ προκύψῃ ἔνστασις. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει· «Ἔρευνα καὶ παραχώρησις μεταλλείου ἔχοντος ὡς κύριον μέταλλον χρυσὸν ἢ ἄργυρον, ἔτι δὲ τῶν ἀργυρομεταλλευμάτων τῆς Μήλου, Κιμώλου, Πολυαίγου, ὡς καὶ τῶν μήπω παρακεχωρημένων μεταλλούχων ἐκτάσεων τῆς νήσου Σερίφου, ὡς καὶ ἰαματικῶν ὑδάτων, θειούχων, ῥαδιούχων, ἁλατούχων καὶ πάσης ἄλλης φύσεως καὶ συστάσεως, προσήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Κράτος».
§58ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. «Ὡς κύριον μέταλλον»;
§59Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ αὐτό. Μήπως προκύψῃ ἑρμηνεία κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐπὶ τῶν μεταλλούχων ἐκτάσεων τῆς νήσου Σερίφου ἐπιτρέπεται.
§60ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν παραχωρουμένας καὶ μὴ παραχωρουμένας ἐκτάσεις. Ἐνταῦθα γίνεται λόγος περὶ τῶν μὴ παραχωρουμένων ἐκτάσεων.
§61Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ναί· ἀλλ’ ἐκ τῶν μὴ παραχωρουμένων ἐκτάσεων εἶναι εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἔρευνα καὶ ἡ παραχώρησις ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὡς κύριον μετάλλευμα χρυσὸν ἢ ἄργυρον.
§62ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχομεν τοιαύτας.
§63Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὸ λέγει τὸ γράμμα. Κάμνω τὴν παρατήρησιν, ἵνα μὴ προκύψῃ εἰς τὸ μέλλον καμμία ἀντίρρησις. Μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Εἰς τὴν παρατήρησιν δὲ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς περὶ τῆς ἀλληλεγγύης τῶν συγκυρίων τῶν μεταλλείων δὲν προέλαβον νὰ μελετήσω. Ἐφιστῶ ἐν τούτοις τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μήπως ἡ ψήφισις τοιαύτης διατάξεως ἀντίκειται εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν πρότασις ἀπορριφθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ κατὰ τὴν αὐτὴν Σύνοδον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σλήμαν ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§65ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Παραιτοῦμαι. Θὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§67Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. «Κτῆσις καὶ ἐκμετάλλευσις μεταλλείου ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑπάγονται εἰς τοὺς ὅρους τοῦ γενικοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιοῦνται διὰ τῶν ἑπομένων διατάξεων». Ἡ κτῆσις εἶναι τὸ Κράτος. Ποία εἶναι ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἡ ὑπερτέρα τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία θὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ Κράτος τὴν κτῆσιν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀφοῦ ἡ κτῆσις ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος; Ἴσως θέλετε νὰ εἴπητε· «ὑπὸ τοῦ Δημοσίου» ὡς νομικοῦ προσώπου. Τότε νὰ τὸ διακρίνητε. Τὸ Κράτος εἶναι γενικὴ ἰδέα. Τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ λάβῃ τι παρ’ ἄλλης τινὸς ἐξουσίας.
§68ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
§69Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τότε ἔχει καλῶς.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§71Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 νομίζω ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα θέλει ἔχει εἰμὴ μόνον τὴν ἐπανάληψιν τοῦ αὐτοῦ μεταλλευτικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον κατήργησεν ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ μεταλλείων. Ἦτο γνωστὸν ὅτι ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἢ ἑξαετίαν οὐδεμία Κυβέρνησις ἐτόλμα νὰ συγκαλέσῃ μεταλλευτικὸν Συμβούλιον ὅπως προβῇ εἰς τὴν παραχώρησιν μεταλλείων ἕνεκα τῶν διαφόρων σκανδάλων, τὰ ὁποῖα ἀδιακόπως αἰωροῦνται, ὅταν πρόκειται περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων ἐκ μέρους τῶν διαγωνιζομένων ὁμάδων. Τούτου δ’ ἕνεκα πλεῖστα μεταλλεῖα ἔμειναν ἀπαραχώρητα, ὁ ἐργατικὸς κόσμος ἐστερήθη ἐργασίας καὶ ὁ μεταλλευτικὸς πλοῦτος τοῦ Κράτους μένει εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, χωρὶς οὔτε τὸ Δημόσιον νὰ δύναται ν’ αὐξήσῃ τὰ εἰσοδήματα αὐτοῦ ἐκ τῆς φορολογίας τῶν μεταλλείων. Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ἔθηκε μίαν βάσιν ὀρθήν, ὅτι τελεῖται ἡ παραχώρησις εἰς τὸν πρῶτον αἰτησάμενον τὴν παραχώρησιν μεταλλείου, κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος ἐκεῖνος, διαδικασίαν ἀσφαλίζουσαν τὸ δικαίωμα τοῦ πρώτου δηλωτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀσφαλίζουσαν ἂν ὑπάρχει πράγματι μετάλλευμα ἢ ἂν πρόκειται περὶ μεταλλευτικῶν ἀστειοτήτων. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν ταύτην εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ σκάνδαλον, διότι ὁ πρῶτος αἰτησάμενος, κατ’ ἀπόδειξιν, ἥτις παρέχεται ἐκ τῶν βιβλίων τῆς οἰκείας Νομαρχίας, θέλει ἀναλάβει τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου τούτου, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς ἐρεύνης ὅτι ὑπάρχει μετάλλευμα. Σήμερον τί πράττομεν; Παρέχομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἵνα παρακολουθῇ οὗτος διὰ τοῦ ὀρυκτολόγου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεταλλευτικῶν ἐρευνῶν, αἵτινες θὰ γίνωνται κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τοῦ πρώτου αἰτησαμένου τὴν παραχώρησιν. Καὶ ἂν ἀνακαλύψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὀρυκτολόγου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τὸ μεταλλεῖον ἔχει ἀξίαν σπουδαίαν, τότε θὰ τὸ παραχωρῇ εἰς τὸ Κράτος. Ἐὰν βεβαιωθῇ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀξίας σπουδαίας, τότε θὰ δύναται νὰ τὸ ἀναλάβῃ ὁ ἰδιώτης. Τί θέλει συμβῆ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἐὰν τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν τοιοῦτος νόμος, θέλαμεν ἐπανέλθει εἰς τὸ πρώην καθεστώς, διότι, ἐνῷ πρὶν ὁ ἀγὼν ἐγίνετο μεταξὺ ὁμάδων κατηρτισμένων ἐξ ἰσχυρῶν προσώπων περὶ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων, ὁμάδων διαγωνιζομένων τίς θὰ ὑποσκελίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἑτέρας, σήμερον θὰ γίνηται ἀγὼν ὁμάδων οὐχὶ πλέον περὶ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς παραχωρήσεως, ἀλλὰ περὶ τὴν μὴ ἐξαίρεσιν τοῦ μεταλλείου ἐκ τῆς παραχωρήσεως. Θὰ μεταστραφῇ ὁ ἀγὼν ὁ μέχρι τοῦδε γινόμενος εἰς ἕτερον στάδιον, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ θέσωμεν ἐν κινδύνῳ καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι τεταγμένοι διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, καὶ αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργούς, διότι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, φιλοδοξῶν τις νὰ ἐπιτύχῃ μεταλλεῖον, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἄλλος πρῶτος δηλωτής, θὰ σπεύδῃ νὰ καταγγέλλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τὸ μεταλλεῖον τοῦτο ἔχει μεγίστην ἀξίαν. Καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ δυστυχὴς ὀρυκτολόγος τοῦ Ὑπουργείου ἢ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν μεταλλείων εἴπωσιν ὅτι δὲν εἶναι τόσον μεγάλη ἡ ἀξία τοῦ μεταλλείου, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἐξαίρεσις αὐτοῦ, θ’ ἀναγινώσκωμεν κατόπιν διατριβὰς ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιέσθη ὑπὸ ὁμάδος ἢ ἐδωροδοκήθη—διότι καὶ τοῦτο θὰ λεχθῇ—ἢ ὅτι ὁ ὑπάλληλος τοῦ Δημοσίου ἐδωροδοκήθη καὶ διὰ τοῦτο ἐγνωμοδότησεν ὅτι ἡ ἀξία τοῦ μεταλλείου δὲν εἶναι μεγάλη. Ἢ ἀφ’ ἑτέρου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν κίνδυνον τῶν τοιούτων ζητημάτων, τῶν συκοφαντιῶν, θὰ σπεύδωσι νὰ γνωμοδοτῶσι περὶ παντὸς μεταλλείου ὡς ἔχοντος ἀξίαν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δυνατόν τις ποτε νὰ σκεφθῇ ὅτι δύνανται νὰ γένωνται αἱ ἔρευναι αἱ κατὰ νόμον ὁριζόμεναι διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ μεταλλευτικοῦ ἐδάφους; Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι τὰ μεταλλευτικὰ ἐδάφη δὲν ἀνακαλύπτουσιν οἱ κατόπιν λαμβάνοντες μέρος εἰς τὴν παραχώρησιν αὐτῶν κεφαλαιοῦχοι, ἀλλ’ ἀνακαλύπτονται ταῦτα ὑπὸ τῶν χωρικῶν. Ὅταν ὁ χωρικὸς ἀνακαλύψῃ ἓν τοιοῦτον μεταλλευτικὸν ἔδαφος καὶ μεταβῇ ὅπως ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν κεφαλαιούχου τινὸς πρὸς ἐκμετάλλευσιν τούτου, τίς θὰ εἶναι ὁ κεφαλαιοῦχος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ σπεύσῃ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν κατὰ νόμον ἔρευναν, ὅταν γινώσκῃ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ μεταλλεῖον δὲν ἀποδειχθῇ ὡς ἔχον οἱανδήποτε ἀξίαν, οὐδὲν θέλει ἀπολαύσει ἐκ τῶν χρημάτων του, διότι τὰ χρήματά του θὰ εἶναι χαμένα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐρευνῶν, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ μεταλλεῖον εἶναι ἀξίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπεμβῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θὰ τὸ κρατήσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου; Τοῦτο εἶναι ἄτοπον, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν ἑνὸς ὑπαλλήλου ἢ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τὴν ἐσφαλμένην ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἁρπαγὴν ἀκριβῶς, ὑπὸ τοῦ νόμου θεσπιζομένην, περιουσίας τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἀνεκάλυψαν διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν χρημάτων καὶ τῶν κόπων αὐτῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Βεβαίως οὐδεὶς θέλει ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα νὰ στερήσῃ τὸ Κράτος τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἐξ ἑνὸς σπουδαίου μεταλλείου. Πρὸς τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθότερον, ὅπως διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ἀντὶ νὰ θεσπισθῇ ὅλη αὐτὴ ἡ διαδικασία, καὶ νὰ ἔχωμεν κατόπιν τὰς ἐξαιρέσεις τῶν μεταλλείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι μεταλλεῖα πλούσια, ὁρισθῇ περιεκτικότης μεταλλείου, ἄνω τῆς ὁποίας, ἐὰν ἀνακαλυφθῇ ὅτι τοῦτο ἔχει μεγαλειτέραν περιεκτικότητα, τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ νὰ κρατῆται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· νὰ δύναται δηλαδὴ τὸ Δημόσιον νὰ καταλάβῃ τὸ μεταλλεῖον τοῦτο ἢ νὰ καθορισθῇ ὡρισμένη κατηγορία μεταλλείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ δύναται τὸ Δημόσιον νὰ θέσῃ χεῖρα. Ἀλλ’ οὐχὶ νὰ προκύψωσιν αὐταὶ αἱ ἀοριστίαι, διότι θὰ καταστῇ ἀδύνατος πᾶσα μεταλλευτικὴ ἐνέργεια. Ἐπὶ τούτων ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§72ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ γίνῃ συζήτησις κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἵνα ἀκούσω τὰς διαφόρους γνώμας καὶ συναρμολογήσω τὰς τροπολογίας μου συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος ὅτι θᾶττον ἢ βράδιον θὰ παρουσιασθῶσι πλούσια μεταλλεῖα. Δὲν πρόκειται δ’ εὐθὺς ὡς ἕκαστος ἰδιώτης προβῇ εἰς οἱανδήποτε μεταλλευτικὴν ἔρευναν καὶ ἀνακαλύψῃ μεταλλεῖόν τι νὰ ἔρχηται τὸ Κράτος νὰ θέτῃ χεῖρα καὶ νὰ καταλαμβάνῃ τοῦτο, διότι τοιοῦτόν τι θὰ ἐσήμαινε δήμευσιν περιουσίας, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν προτιθέμεθα. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ κανονίσωμεν τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς πλούσια, πολύτιμα μεταλλεῖα νὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ κρατῇ δι’ ἑαυτό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα πρόθυμοι πᾶσαν τροπολογίαν τείνουσαν εἰς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀποδεχθῶμεν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει ν’ ἀκούσω τὰς γνώμας ὅλων τῶν συναδέλφων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν αὐτῶν θέλω διορθώσει τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν τὸ εὑρίσκῃ ἡ Βουλὴ ὀρθὸν καὶ δίκαιον, τὸ ψηφίζομεν· ἐὰν δὲν τὸ εὑρίσκῃ, τὸ ἀφήνομεν.
§73Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τοῦτο διετύπωσα τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα θεωρεῖ ὀρθὸν νὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον πλούτου πραγματικοῦ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νὰ μὴ τεθῶσι καὶ τὰ συνήθη μεταλλεῖα εἰς τὰς ἁρπακτικὰς διαθέσεις τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὀρθότερον μετὰ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὀρυκτολογικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ καθορισθῇ μία βάσις, καθ’ ἣν νὰ ἐξαιρέσωμεν ὡρισμένα μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ θέτῃ ἐκτὸς παραχωρήσεως, εἴτε νὰ ὁρίσῃ ἐπὶ πάντων τῶν μεταλλείων τὴν περιεκτικότητα ἐφ’ ἧς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκμετάλλευσις ὑπὸ ἰδιωτῶν.
§74Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ποῖα μεταλλεῖα εἶναι πολύτιμα.
§75Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βάλτου ἐπρότεινε τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐφάνη ἀρίστη εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐνδιατρίψω ἐπ’ ὀλίγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βάλτου ὅτι δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ὅριον περιεκτικότητος, καὶ ὁσάκις τὸ ὅριον τοῦτο εἶναι μέγα νὰ κρατῇ τὸ μεταλλεῖον τὸ Δημόσιον. Τοῦτο εἶναι ἀνέφικτον, διότι ὑπάρχουσι μεταλλεῖα, καὶ τὰ πτωχότερα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξάγωσι μετάλλευμα μεγίστης περιεκτικότητος. Εἰς τὸν Κάβο– Μαλιὰ π. χ. ὑπάρχει μεταλλεῖον σιδήρου, τὸ ὁποῖον ἔχει περιεκτικότητα 65%, δηλ. ὅ,τι ἄριστον. Ἐγένοντο ἐργασίαι, ἐδαπανήθησαν χρήματα καὶ τίποτε δὲν ἐγένετο, διότι τὸ μετάλλευμα εἶναι πλουσιώτατον μέν, ἀλλ’ εἶναι τόσον ὀλίγον, ὥστε δὲν συμφέρει νὰ γίνῃ ἐκμετάλλευσις. Ὥστε πῶς θὰ ὁρίσῃ τὸ ὅριον ὁ κ. Ὑπουργός; Δυνατὸν νὰ σᾶς φέρωσιν ἀπὸ τὸ πτωχότερον μεταλλεῖον τὰ ἄριστα δείγματα; Εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσωσιν; εἰς τίποτε ἀπολύτως. Εἴπετε ἄλλο τι, ὅτι εἶσθε πεπεισμένος ὅτι θὰ εὑρεθῶσι πλούσια μεταλλεῖα ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Κύριε Ὑπουργέ, βεβαιωθῆτε ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχον τοιαῦτα, θὰ τὰ ἐγνωρίζετε καὶ σεῖς καὶ ἐγώ, διότι τοσοῦτον ἠρευνήθη ἡ Ἑλλάς, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ τὰ ἐγνωρίζομεν. Ἐὰν εἶναι εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ τὸ μάθητε παρὰ ἀφοῦ ἀρχίσωσιν αἱ ἔρευναι ἀπὸ τὰ πτωχὰ καὶ φθάσωσιν εἰς τὰ πλούσια. Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀρχίσωσιν ἀπὸ τὰ πτωχά, οὐχὶ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθῶσιν, ὅπως φθάσωσιν εἰς τὰ πλούσια. Ἡ ἐπιτροπή, στηριζομένη εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνεπτύξατε, ἀφῄρεσεν ὅσα μεταλλεῖα ἐθεώρησεν ὡς δυνάμενα νὰ παράσχωσιν εὐκόλως εἰσοδήματα εἰς τὸ Δημόσιον. Κατ’ ἐμὴν γνώμην ἔκαμε μέγα σφάλμα νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον καὶ τὰ μεταλλεῖα Μήλου καὶ Κιμώλου, σφάλμα μέγα, καὶ τὸ σφάλμα αὐτὸ ἔγινε διατί; Χάριν τῆς κοινῆς γνώμης. Δυστυχῶς διστάζοντες διὰ τὴν κοινὴν γνώμην πολλάκις διαπράττομεν πρὸς τὸ Κράτος ἐγκλήματα. Ἐὰν ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἴχετε ἀφήσει τὰς ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀρχίσει τὰς ἐκμεταλλεύσεις, νὰ ἐργάζωνται, δὲν γνωρίζομεν ἂν σήμερον εἰς τὴν Μῆλον δὲν θὰ εἴχομεν ἄλλο Λαύρειον. Θὰ εἶχε δὲ καὶ τὸ Δημόσιον διάφορα ἄλλα εἰσοδήματα ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πληθυσμοῦ ἐν τῷ τόπῳ, ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ πολλῶν ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἀναπτύσσονται ἐκεῖ ὅπου ἀναπτύσσονται τὰ μεταλλεῖα. Ὥστε δὲν ἀφήσαμεν τὰς ἑταιρείας ἐκείνας νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ ζημίᾳ μεγίστῃ τοῦ Κράτους. Ὑπεκύψαμεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς ὡς ἄτομα —ὁμολογῶ τὴν ἁμαρτίαν μας—, διότι ἐφοβήθημεν τὴν κοινὴν γνώμην. Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια, κ. Ὑπουργέ, ὥστε τολμῶ σήμερον νὰ εἴπω ὅτι, ἂν ἀφαιρέσητε ἀπ’ ἐδῶ τὸ μεταλλεῖον ἀργύρου τῆς Μήλου, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ τὸ ἴδω μετὰ μεγάλης μου εὐχαριστήσεως. Νὰ ὁρίσωμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐμποδίσωσι τὴν περαιτέρω παραχώρησιν τοιούτων μεταλλείων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὰ ἐκμεταλλευθῶσι, δὲν νομίζω ὀρθόν. Κατὰ τὴν γνώμην μου λοιπὸν νομίζω ὅτι τὸ μὲν ἄρθρον 2 πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ μεταλλεῖα Σερίφου, τὸ δὲ ἄρθρον 3 νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς. (Γίνονται δεκτὰ τὸ ἄρθρον 3 ὡς καὶ τὰ λοιπὰ μέχρι τοῦ 10 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν».
§77ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§78ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Αὐτὸ εἶναι προσωπικόν, κύριε Πρόεδρε.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπασιᾶς.
§80Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσσεών τινων τοῦ δασμολογίου. Τὸ εἰκοσιτετράωρον χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, βεβαίως δὲν ἦτο ἀρκετὸν ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ μελετήσῃ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δηλ. τί σύστημα ἠκολούθησε, διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπεξειργάσθη ὅμως ὅλας τὰς κλάσσεις, ἰδίᾳ δὲ προκειμένου περὶ τῆς σιδηροβιομηχανίας ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔκαμνεν ὀρθότερον ὅπως μελετήσῃ τὰς διαφόρους συμβάσεις, μήπως αὗται ἀντίκεινται πρὸς τὰς μελετωμένας μεταβολάς. Διὰ ταῦτα καταθέτω τὴν ἔκθεσιν καὶ παρακαλῶ, ὅπως τυπωθῇ τὸ ταχύτερον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑξήκοντα Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 666–668). Θέλετε νὰ ψηφίσωμεν τὸ περὶ Βουλευτῶν;
§82ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 καὶ 30′ τῆς μεσημβρίας) (Μετὰ τὴν διακοπήν). (ὥρᾳ 5 30′ μ. μ.).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν; Οὐδεμία. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται. Ὁ κ. Τερτίπης ἔχει τὸν λόγον.
§85Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως εἶχον ἀπέλθει εἰς τὸ ξενοδοχεῖον νὰ γευματίσω, ὅτε ὑμεῖς εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ διατάξητε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου». Ἀλλὰ τινες τῶν κ. Βουλευτῶν διεμαρτυρήθησαν, ὡς ἔμαθον, εἰπόντες ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι προσωπικόν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλήν· προσωπικὴ εἶναι ἡ διάταξις αὐτὴ ἡ ὁποία ζητῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους οἵτινες θέλουσι νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὸ πραγματικόν των ὄνομα ἢ προσωπικὸν εἶναι τὸ ζήτημα δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ εἰσέρχωνται μὲ πλαστὸν ὄνομα; Καί, ἂν ἔχητε ἀμφιβολίαν περὶ τούτου, ἐπικαλοῦμαι τὰ Πρακτικὰ τῆς τελευταίας βουλευτικῆς ἐκλογῆς, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἴδητε ὅτι τὰ ⅔ τῶν ὑποψηφίων Βουλευτῶν ἐξετέθησαν μὲ μεταβεβλημένα ὀνόματα. Λοιπὸν ἐρωτῶ· εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα ἢ ἀφορᾷ τοὺς εἰλικρινεῖς Βουλευτάς, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὸ πραγματικόν των ὄνομα; Ὥστε παρακαλῶ διὰ τελευταίαν φορὰν ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 29 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν».
§87Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Κατὰ τὴν κρατοῦσαν ἐκλογικὴν νομοθεσίαν ἐπιτρέπεται εἴς τινα ν’ ἀνακηρυχθῇ καὶ ἐκλεχθῇ Βουλευτής, χωρὶς νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένος καὶ ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ, μόνον δὲ διὰ τὰ ἀξιώματα τὰ δημοτικὰ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ὅπως εἶναι συγχρόνως ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ. Ψηφίζοντες τὴν διάταξιν ταύτην ὅπως ἔχει δημιουργοῦμεν ἕνα νέον περιορισμὸν εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκτίθεσθαί τινα ὡς ὑποψήφιον εἰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ἀπόδειξις δ’ εἶναι ὅτι εἴχομεν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς τὸν Ἀριστείδην Οἰκονόμου, ἐνῷ ἦτο δημότης Καλαβρύτων, καὶ τὸν μακαρίτην Πεσμαζόγλου ἐκ Καλαμῶν καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον Βουλευταὶ χωρὶς νὰ εἶναι δημόται ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξελέχθησαν. Δυνάμεθα ἑπομένως, κύριοι Βουλευταί, νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου· «ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐγγεγραμμένα ἐν αὐτῷ τὰ ὀνόματα τῶν ὑποψηφίων, νὰ ἐφαρμόζηται αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει νὰ μὴ εἶναι περιοριστικὴ ἡ διάταξις· ἂν δὲν εἶναί τις ἐγγεγραμμένος εἴς τινα δῆμον, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκλεχθῇ. Συγχρόνως νὰ ἔλθῃ ἡ ἰδική μου πρότασις ὡς πληρεστέρα, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ λείψωσιν ἐντελῶς τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμβῶσιν ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν μέχρι σήμερον τοποθετοῦνται αἱ κάλπαι, κατὰ τὰ ἐπώνυμα τῶν ὑποψηφίων, διότι ζητῶ νὰ τοποθετῶνται μὲν αἱ κάλπαι ἀφ’ ἑσπέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι ὡρισμένον ποῦ θὰ τοποθετηθῇ ἑκάστη κάλπη, τὴν πρωίαν δὲ νὰ γίνεται ἡ τοποθέτησις τῶν καλπῶν κατὰ κλήρωσιν τῶν ὀνομάτων τῶν ὑποψηφίων κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐξαγωγῆς ἐκ τῆς κληρωτίδος καὶ νὰ τοποθετῆται τὸ ὄνομα ἐπὶ τῆς προμετωπίδος τῆς κάλπης κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ὀνόματος ἐκ τῆς κληρωτίδος, τοῦτο δὲ εἶναι δικαιότατον ἤδη μάλιστα, προκειμένου περὶ νομαρχιακῶν ἐκλογῶν, ὅπου ὑπάρχει ἀπειρία ἐκλογικῶν τμημάτων.
§88Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχει ἐμπόδιόν τι εἰς τὴν πρότασιν ὑποψηφίου οἱονδήποτε ἐκ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καρδίτσης, διότι πάντες οἱ ὑποψήφιοι, ὁσοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, εἴτε διότι ἔτυχον ἐγκαταστάσεως εἴτε διότι θὰ εἶναι δημόται, θὰ εἶναι εἰς κάποιον δῆμον ἐγγεγραμμένοι. Δὲν ζητεῖται ἤδη ἢ νὰ εἶναι ἡ ὀνομασία τοῦ δήμου ἀπὸ τοῦ ὁποίου προτείνεται νὰ ἐκλεχθῇ τις. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι ἐγγεγραμμένος δημότης. Ἅμα λοιπὸν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καρδίτσης, τὸ νομοσχέδιον γινόμενον νόμος καλῶς ἔχει, διότι εἶναι ἀδύνατον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μὴ ἔχῃ τις δημοτικότητα εἰς ἕνα δῆμον τοῦ Κράτους.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§90Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ τῆς ὁποίας προηγουμένως ἐμνημόνευσα, παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφισθῇ, διότι δι’ αὐτῆς, ἐὰν ψηφισθῇ, θεραπεύονται τόσα ἄτοπα· ἓν ἄρθρον εἶναι καὶ δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀργότερα. Ἀνεβλήθη, Κύριοι, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 «περὶ τελῶν φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας».
§92ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ αὔριον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 νομοσχέδιον «συμπληρωτικὸν τῶν περὶ μεταλλείων νόμων» ἐψηφίσθη. Τώρα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 «περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν».
§94Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συναινέσωσιν, ὅπως συζητηθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ «περὶ κυριακῆς ἀργίας». Εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον οὐδένα χρόνον θ’ ἀπαιτήσῃ.
§95Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν· Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οὐδείς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§97ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πολλαὶ ἀλλοδαπαὶ καὶ ἡμεδαπαὶ ἑταιρεῖαι, Κύριοι, μέχρι τοῦδε ἐργάζονται ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῇ βάσει καταστατικῶν ὡρισμένων, ἐγκεκριμένων διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀλληλασφαλιστικῶν ἑταιρειῶν δέον νὰ διακρίνωμεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐγγυήσεως τὰς ἑταιρείας τὰς ἀσφαλιστικάς. Προκειμένου περὶ μετοχικοῦ ἢ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου δέον νὰ διαστείλωμεν μεταξὺ τῶν λεγομένων κοινωφελῶν ἑταιρειῶν καὶ τῶν ἀλληλασφαλιστικῶν. Ἐπὶ τῶν κοινωφελῶν ἑταιρειῶν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀλληλασφαλιστικῶν ἑταιρειῶν οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη καταθέσεως. Ἀρκεῖ μόνον ἐπὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν νὰ κατατίθενται τὰ ἀσφάλιστρα καὶ νὰ ὑπάρχῃ περὶ τούτου ἐπίσημος ἀπόδειξις ὅτι πράγματι κατετέθησαν τὰ ἀσφάλιστρα ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τριμηνίαν ἢ ἑξαμηνίαν. Ἀτυχῶς ὅμως τὸ νομοσχέδιον οὐδόλως προνοεῖ περὶ καταθέσεως τῶν ἀσφαλίστρων προκειμένου περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 καθ’ ἣν τὰ ἀσφάλιστρα τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν δέον νὰ κατατίθενται ἔν τινι Τραπέζῃ καὶ νὰ ὑποβάλληται κατὰ τριμηνίαν ἰσολογισμὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ὑφισταμένων ἤδη ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν δέον νὰ δοθῇ προθεσμία ἓξ μηνῶν, ὅπως συμπληρώσωσιν αἱ ἀσφαλιστικαὶ αὗται ἑταιρεῖαι τὸ ἀποθεματικὸν αὑτῶν κεφάλαιον. Αὐτὴν τὴν προσθήκην θέλω· νὰ δώσητε μίαν προθεσμίαν ἑξάμηνον, ὅπως συμπληρώσωσι τὸ ἀποθεματικὸν αὑτῶν κεφάλαιον, διότι τοῦτο εἶναι δίκαιον, διότι, ὅταν κατατίθενται τὰ ἀσφάλιστρα, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου. Ἀλλά, καὶ ἂν ἀπαιτηθῇ αὐτό, δέον νὰ δοθῇ προθεσμία ἑξάμηνος, ὅπως κατατεθῇ τοῦτο εἰς μίαν Τράπεζαν.
§98Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Τήνου ἀποβλέπει εἰς δύο τινά· τὸ μὲν αἱ ἐνεργοῦσαι ἀλληλασφαλείας ἑταιρεῖαι ν’ ἀπαλλαχθῶσι τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, τὸ δὲ νὰ δοθῇ προθεσμία ἑξάμηνος εἰς τὰς ἤδη ὑφισταμένας ἑταιρείας. Φρονῶ ὅτι τοιαύτη ἐξαίρεσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οὔτε πρέπει νὰ γίνῃ, ἐὰν ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ματαιοῦται ἐντελῶς, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐγγύησις τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὲρ τῶν ἀσφαλιζομένων, ὑπὲρ τῆς ἐγκαθιδρύσεως ἑταιρειῶν σοβαρῶν καὶ σπουδαίων — τονίζω δὲ τὸ «σπουδαίων», ἵνα μὴ εἴπω τίποτε ἄλλο —καὶ δεύτερον ματαιοῦται —καὶ δημιουργοῦμεν καὶ ἄλλα ζητήματα— ἡ ἰσότης ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῶν ξένων ἑταιρειῶν, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀξιώσωμεν ἀπὸ μὲν τὰς ἑλληνικὰς τοῦτο, ἀπὸ δὲ τὰς ξένας ἕτερον.
§99Θ. ΓΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀπὸ ὅλας.
§100Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητος ἡ κατάθεσις τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχηταί τις καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα μιᾶς ἑταιρείας ἄνευ κεφαλαίου, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, νὰ προβαίνῃ εἰς ἐκείνας τὰς ἀσφαλείας καὶ νὰ παριστάμεθα θεαταὶ τῶν γινομένων καθ’ ἑκάστην καὶ τῶν ἁρπαγῶν αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς βάρος τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἀπαραίτητος λοιπὸν εἶναι διὰ τὴν σοβαρότητα τῆς ἐπιχειρήσεως, ἐπαναλαμβάνω, ἡ κατάθεσις τῆς ἐγγυήσεως. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ τὸ ἕτερον αἰτούμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ παράσχωμεν εἰς τὰς τοιαύτας ὑφισταμένας ἑταιρείας ἑξάμηνον προθεσμίαν διὰ νὰ σχηματίσωσι —ὄχι διὰ νὰ καταθέσωσι— κεφάλαιον. Εἶναι σοβαρὸν τὸ τοιοῦτον καὶ δὲν ματαιοῖ ἐντελῶς τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ψηφίζομεν, ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττωσιν ἀσφάλιστρα καὶ νὰ τὰ καταθέτωσι; Καὶ ποία ἡ ἐγγύησις ὅτι θὰ τὰ καταθέσωσι; Μὴ δὲν ἔχομεν πρόχειρα παραδείγματα καὶ δὲν ἔχομεν ἤδη καταζητούμενον διευθυντὴν τοιαύτης ἑταιρείας καὶ ὁ ὁποῖος ᾤχετο ἀπιών; Παρακαλῶ νὰ παραιτηθῆτε τῆς τοιαύτης προτάσεως, διότι δὲν εἶναι σοβαρὰ καὶ διότι ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου.
§101ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι προκειμένου περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν ἐννοῶ νὰ προστεθῇ διάταξις δικαιοτάτη, ἡ ὁποία παρελείφθη ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν δίδεται καμμία ἐγγύησις—καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως—, διότι προκειμένου περὶ τῶν ἀσφαλίστρων ἑκατὸν χιλιάδες φράγκων δὲν εἶναι τίποτε. Ἡ «Ἀμοιβαία» τῆς Νέας Ὑόρκης ἔχει κεφάλαιον ἓν δισεκατομμύριον καὶ πεντακόσια ἑκατομμύρια, τὸ δὲ ἑταιρικόν της κεφάλαιον εἶναι μόνον δύο ἑκατομμύρια, καὶ παρ’ ἡμῖν ἑκατὸν χιλιάδες διὰ μετοχικὸν ἢ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον δὲν εἶναι τίποτε. Ἡ μόνη ἐγγύησις, ἐὰν θέλητε τὸ νομοσχέδιον νὰ γίνῃ τέλειον, εἶναι νὰ ὑποχρεωθῇ πᾶσα ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία κατὰ τριμηνίαν νὰ προσάγῃ ἀπόδειξιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι κατετέθησαν τὰ ἀσφάλιστρα, ὅταν δὲ ὑπάρχῃ ἀπόδειξις ὅτι κατετέθησαν τὰ ἀσφάλιστρα κατὰ πᾶσαν τριμηνίαν, τὸ ἑταιρικὸν κεφάλαιον θὰ εἶναι ἁπλῶς μία σκιά. Ἂς προστεθῇ καὶ αὐτό, ἐὰν θέλητε. Ἡ μόνη διάταξις εἶναι ὅτι τὰ ἀσφάλιστρα πρέπει νὰ κατατίθηνται καὶ νὰ προσάγηται ἀπόδειξις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τριμηνίαν ἀποδεικνύουσα ὅτι κατετέθησαν.
§102Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ κατάθεσις μετὰ ἓξ μῆνας;
§103ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ζητῶ νὰ δοθῇ προθεσμία ἑξάμηνος, ὅπως κατατεθῇ καὶ τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῶν ἑκατὸν χιλιάδων.
§104Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ἐπαναλαμβάνονται πράγματα τὰ ὁποῖα συνεζητήσαμεν κατὰ πλάτος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδυνήθημεν παρὰ πᾶσαν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐκφέρωμεν ἄλλην γνώμην. Δὲν ἐπιτρέπεται δημοσίᾳ νὰ εἴπω τοὺς λόγους.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα ἀλλοδαπὴ ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ περὶ τούτου αἴτησιν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, συνοδεύουσα αὐτὴν διὰ γραμματίου παραλαβῆς δημοσίου ταμείου περὶ καταβολῆς τέλους ἐγκαταστάσεως δρ. χιλίων καὶ δι’ ἀντιτύπου εἰς διπλοῦν τοῦ καταστατικοῦ αὑτῆς ἐν πρωτοτύπῳ καὶ ἐν ἑλληνικῇ μεταφράσει, ὡς καὶ τοῦ τελευταίου ἰσολογισμοῦ αὐτῆς. Αἱ μεταφράσεις γράφονται ἐπὶ χαρτοσήμου δραχ. πέντε. Ἡ ἀκρίβεια τῶν μὲν πρωτοτύπων δέον νὰ πιστοποιῆται ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ἑλληνικῆς Προξενικῆς Ἀρχῆς, τῆς δὲ μεταφράσεως παρ’ ἀνωτέρου δημοσίου ὑπαλλήλου. Δι’ ἕκαστον κλάδον ἀσφαλειῶν τῆς αὐτῆς ἑταιρείας ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα αἴτησις καὶ ἰδιαίτερον ἀντίτυπον τοῦ τε καταστατικοῦ καὶ τοῦ τελευταίου ἰσολογισμοῦ μετὰ τῆς οἰκείας μεταφράσεως, συντεταγμένα κατὰ τὰ ἀνωτέρω ὁριζόμενα. Μετὰ τῆς αἰτήσεως ὑποβάλλεται ἀπόδειξις καταθέσεως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἐγγυήσεως ἢ εἰς ἄλλην Ἑλληνικὴν Τράπεζαν προνομιοῦχον, εἴτε εἰς χρῆμα εἴτε εἰς χρεόγραφα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἴτε εἰς ὁμολογίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἢ Ἑλληνικῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν καὶ ὁριζομένης ὡς ἑξῆς: 1) Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἑνὸς κλάδου πυρὸς ἢ ζωῆς εἰς δραχ. 200,000 δι’ ἕκαστον καὶ 2) Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ οἱουδήποτε ἄλλου κλάδου, ἐκτὸς θαλασσασφαλειῶν, εἰς δρχ. 50,000 δι’ ἕκαστον. Ἡ ἑταιρεία δὲν δύναται ν’ ἀποσύρῃ τὴν ἐγγύησιν ταύτην, ἐφ’ ὅσον ἐργάζεται ἢ ἔχει ἐν ἰσχύι ἀσφαλείας συνομολογηθείσας ἢ ἐκτελεσθησομένας ἐν Ἑλλάδι, ὀφείλει δὲ νὰ συμπληροῖ τὴν ἐγγύησιν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, ἐὰν αὕτη ἤθελεν ἐλαττωθῆ, εἴτε συνεπείᾳ ἐκτελέσεως ἀποφάσεως εἴτε συνεπείᾳ ὑποτιμήσεως τῶν χρεογράφων τῆς ἐγγυήσεως κατὰ τὸ τέταρτον ἢ συνεπείᾳ ἐπιβολῆς χρηματικῶν ποινῶν. Ἐν περιπτώσει μὴ συμπληρώσεως ἐμπροθέσμως τῆς ἐγγυήσεως δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ καταστατικοῦ ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Πᾶσα κατάθεσις ἐγγυήσεως ἢ ἀσφαλίστρων δέον νὰ γίνεται ὑπὸ τὴν ῥητὴν δήλωσιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου, ἡ δὲ κατάθεσις αὕτη δὲν δύναται ὑπὸ τῆς ἑταιρείας ν’ ἀναληφθῇ ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 3. Προκειμένου περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν κλάδου ζωῆς ὑποβάλλονται καὶ τὰ τιμολόγια αὐτῶν, μεταπεφρασμένα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, καὶ ἔκθεσις περὶ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν στηρίζονται ταῦτα, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη πληροφορία, αἰτουμένη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀποφαίνεται δὲ τοῦτο κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3».
§106ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς τρίτης παραγράφου νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐφ’ ὅσον δὲν ὑποβάλλεται συγχρόνως αἴτησις περὶ πλειόνων τοῦ ἑνὸς κλάδων».
§107Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν. Συνεζητήθη ἂν διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἐγγυήσεως ἐπὶ τῶν ἀλλοδαπῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν συντελοῦμεν εἰς τὸ νὰ ἐνισχύσωμεν τὰς ἐν Ἑλλάδι ἐργαζομένας ξένας ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας ἢ ἂν διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἐγγυήσεων ἀποδιώκομεν ἐκ τῆς Ἑλλάδος τὰς ξένας ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας. Ἐγένοντο παραστάσεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ἐκ τῶν παραστάσεων ἐκείνων ἐξάγεται ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἐγγυήσεως θὰ ἐπήρχετο τὸ ἀποτέλεσμα ν’ ἀποσυρθῶσιν ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν ἐργασιῶν αἱ πλεῖσται τῶν ξένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, αἵτινες ἐν Ἑλλάδι ἀνέρχονται εἰς τριάκοντα, ἐνῷ Ἑλληνικαὶ δὲν εἶναι παρὰ μόνον δύο. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐδέχθη τὸ κείμενον ὡς εἶναι ἤδη τροποποιημένον, ἀλλ’ ἡμεῖς εὑρίσκοντες, μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βόλου κ. Κασσαβέτη, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ καταστήσωμεν ἀπρόσιτον τὴν ἐν Ἑλλάδι ἐργασίαν τῶν ξένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν καὶ ὅτι εἶναι ἀσύμφορον νὰ καθιερώσωμεν μονοπώλιον ἀσφαλειῶν ὑπὲρ τῶν δύο Ἑλληνικῶν ἑταιρειῶν, χωρὶς νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῶν μονοπωλιακῶς ἐργαζομένων ἑταιρειῶν, ἐσκέφθημεν, λέγω, ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων καὶ οὐχὶ ὅπως ἐδέχθη ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐσκέφθημεν δηλαδὴ ὅτι οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν ἐπιβολὴν ἐγγυήσεως εἶναι τὰ παρατηρηθέντα ἄτοπα, ὅτι Ἕλληνες ἀσφαλισθέντες καὶ ἐπιτυχόντες δικαίωμα εἰς λῆψιν τοῦ ἀσφαλιζομένου ποσοῦ κατόπιν δυστυχήματος δὲν πληρώνονται εὐκόλως ἀπὸ τὰς ξένας ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας, ἀλλ’ οὔτε καὶ δικαστικῶς κατ’ αὐτῶν δύνανται οὔτε νὰ ἐκτελέσωσιν ἀποφάσεις κατ’ αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν ἑδρεύουσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι ἐργάζονται ἐν Ἑλλάδι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι μὴ παρέχουσαι πᾶσαν ἐγγύησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀσφαλιζομένων. Ἐσκέφθημεν ὅτι αὐτὰ τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐζητήθη νὰ ἐπιβληθῇ ἐγγύησις καθίστανται ἄνευ ἀποτελέσματος, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τοῦτο, ὅτι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ἔχουσαι κεφάλαιον κατατεθειμένον ἢ κεφάλαιον μετοχικὸν κατατεθειμένον μετὰ τοῦ ἀποθέματος.
§108Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἑταιρείας.
§109Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἑταιρείας. Κεφάλαιον 5,000,000 δραχμῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐλέχθη περὶ 5,000 000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ ποσόν, ἀλλὰ μὲ τὴν διάθεσιν νὰ τὸ καταβιβάσωμεν ἢ νὰ τὸ ἀναβιβάσωμεν ἀναλόγως τῶν σκέψεων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐλέχθη τοῦτο, ὅτι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ἔχουσαι κεφάλαιον κατατεθειμένον εἰς ἓν ποσὸν ἐπαρκὲς δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἐγγυήσεως, διότι τοιαῦται ἑταιρεῖαι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε οὔτε ν’ ἀρνηθῶσι τὴν ὑποχρέωσιν οὔτε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ παρεμβάλωσι δυσχερείας εἰς τοὺς ἀσφαλιζομένους. Εἶναι δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξησφαλισμένα τὰ δικαιώματα τῶν ἀσφαλιζομένων καὶ δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν καὶ πᾶσαν δυσχέρειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων κατὰ τῶν ξένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, ἐὰν προσθέσωμεν μίαν διάταξιν, ὅτι ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία, ἡ ὁποία δὲν ἐσεβάσθη τὸ Ἑλληνικὸν δεδικασμένον ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως μιᾶς ἀποφάσεως, αὐτὴ νὰ ἐκπίπτῃ τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐργάζηται ἐν Ἑλλάδι. Τοιουτοτρόπως ἐξασφαλίζομεν τὴν ἐπιτυχίαν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, οὐδένα δὲ διατρέχει κίνδυνον ὁ ἀσφαλιζόμενος νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν δι’ ὃ ἠσφαλίσθη μετὰ τὸ ἀτύχημα. Τοῦτο δὲν ἐδέχθη ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν δέχεται τοῦτο ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἀναγράφει ἐγγυήσεις, εἶναι, ἂν ὄχι βέβαιον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον κατ’ ἐμὲ πιθανὸν ὅτι πολλαὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι δὲν θὰ θελήσωσι νὰ καταθέσωσι κεφάλαιον ἐγγυητικόν, ὅπως ἀναφέρει τὸ ἄρθρον, καὶ θ’ ἀπομείνῃ τὸ ἴσως σκοπούμενον νὰ περιέλθῃ μονοπωλιακῶς εἰς τὰς δύο Ἑλληνικὰς ἑταιρείας, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀσφαλίζειν ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλά, ἐὰν περιέλθῃ οὕτως εἰς τὰς δύο Ἑλληνικὰς ἑταιρείας προνομιακῶς, μονοπωλιακῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀσφαλίζειν ἐν Ἑλλάδι, εἶναι δυνατὸν νὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Δύνανται αἱ ἑταιρεῖαι αὐταὶ ν’ ἀναβιβάσωσι τὰ ἀσφάλιστρα συνεννοούμεναι, διότι δὲν ἔχουσιν ἀνταγωνιστήν, ἀλλὰ δύνανται καὶ νὰ περιβάλωσι τὰς ἀσφαλείας μὲ ὅρους τοιούτους, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἐξασφαλίζωσι τοὺς ἀσφαλιζομένους καὶ νὰ μὴ εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὰ καταβαλλόμενα ἀσφάλιστρα. Θὰ καταστήσωμεν δηλαδὴ μονοπώλιον ἐπὶ ἐπιχειρήσεως μὴ κανονίζοντες διὰ νόμου καὶ μὴ ἐπιβάλλοντες ὑποχρεώσεις εἰς τὰς ἑταιρείας αὐτάς. Τὸ ἐπιχείρημα τῶν ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς μονοπωλιακῆς ἀσφαλίσεως ἐν Ἑλλάδι εἶναι ὅτι τὸ χρῆμα τῶν ἀσφαλιζομένων δὲν πρέπει νὰ ἐξέρχηται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Καὶ ἡ ἰδέα αὐτὴ εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθή, ἐφ’ ὅσον ὅμως εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ χρῆμα αὐτὸ δὲν παραμένει ὁλόκληρον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον μέρος αὐτοῦ διὰ τῆς μεθόδου τῶν αὐτασφαλειῶν δίδεται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ χρῆμα πρέπει νὰ μένῃ ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι τελείως βάσιμον, ἀλλ’ ἐν μέρει. Ἐξ ἄλλου αἱ Ἑλληνικαὶ ἑταιρεῖαι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὡς ἔχουσι νῦν δι’ ὅλην τὴν ἀσφαλιστικὴν ἐν Ἑλλάδι ἐργασίαν καὶ εἶναι πιθανόν, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς ἔχει ἢ ὡς τὸ κατήρτισεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἀντὶ νὰ παράσχωμεν ἀσφαλείας ὑπὲρ τοῦ ἀσφαλιζομένου θὰ καταστήσωμεν δυσχερεστέραν τὴν ἀσφάλειαν καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἐναντίον ἐκείνου τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν. Αὐταὶ εἶναι περίπου αἱ γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ κρίνῃ αὕτη ἂν πρέπει νὰ δεχθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἢ ὡς τὸ κατήρτισεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἢ ἂν πρέπει νὰ μετριάσῃ τὴν αὐστηρότητα τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ μετριάσῃ κυρίως τὴν εὐμένειαν τὴν ὁποίαν καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔδειξαν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἑταιρείας.
§110Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος ἀναπτύσσων τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἔθηκεν ὡς βάσιν τῶν γνωμῶν αὐτῆς τὸ ἑξῆς, ὅτι αἱ ἐν Ἑλλάδι ἐργαζόμεναι ξέναι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι δὲν ἐργάζονται βεβαίως ἀποβλέπουσαι εἰς κέρδος ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ ἀποβλέπουσαι νὰ εὐεργετήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον.
§111Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μὴ θέτητε εἰς τὸ στόμα μου λέξεις τὰς ὁποίας δὲν εἶπον καὶ εἰς τὸν νοῦν μου ἰδέας τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἔχω. Αἱ ἑταιρεῖαι αἱ ἀσφαλιστικαὶ ἔρχονται ἐδῶ διὰ νὰ κερδίσωσι.
§112Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Πρὸ παντὸς βεβαίως ἐπὶ ἐπιχειρήσεως ἐμπορικῆς ὑπάρχει ἡ ἰδέα τοῦ κέρδους, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντὸς ἔρχονται διὰ νὰ εὐεργετήσωσι τὸν κόσμον, χωρὶς ὁ κόσμος ν’ ἀποφύγῃ νὰ λάβῃ καὶ τὸ ἐλάχιστον κέρδος ἐξ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι εὐθὺς ὡς ὑποχρεωθῶσιν αἱ ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἀπολαύουσι τοσαῦτα ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς ἐν τῷ Κράτει, νὰ καταθέσωσιν ἐγγύησιν 200,000 δραχμῶν, τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θέλουσιν ἐγκαταλείψει πᾶσαν ἐργασίαν ἐν Ἑλλάδι καὶ θέλουσιν ἀναχωρήσει, καὶ τότε τὸ μονοπώλιον τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης θὰ μείνῃ εἰς τὰς δύο Ἑλληνικὰς ἑταιρείας, ἀποτέλεσμα δὲ τούτου θὰ εἶναι ἡ ὕψωσις τῶν ἀσφαλίστρων. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ φρονῶ ὅτι δὲν σκέπτεται καλῶς ἡ μειονοψηφία. Προκειμένου περὶ μιᾶς ἐπιχειρήσεως τοιούτων διαστάσεων, προκειμένου περὶ ἑταιρείας ἡ ὁποία ἐπιδιώκει τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ ἑπομένως περὶ ἑταιρείας ἡ ὁποία ἔχει τόσων ἑκατομμυρίων κεφάλαια καὶ τόσον μέγαν κύκλον ἐργασιῶν, δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσῃ, διὰ νὰ φέρῃ σπουδαίαν ζημίαν, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἰς μετοχάς, ὁπότε θὰ ζημιοῦται τοὺς τόκους, ἀλλὰ θὰ ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ εἰς χρεόγραφα, τῶν ὁποίων τὸν τόκον θ’ ἀπολαμβάνῃ. Ὅτι δ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι οὐδένα διατρέχομεν κίνδυνον, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι κέρδος αἱ ξέναι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ὑπάρχει νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιβολὴ ἢ ἡ κατάθεσις ἐγγυήσεως εἰς πᾶσαν ξένην ἀσφαλιστικὴν ἑταιρείαν ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἐκτελῇ τὰς ἐργασίας της εἶναι ἐπιβεβλημένη. Εἶμαι ὑποχρεωμένος μάλιστα ν’ ἀναφέρω καὶ τὸ ἑξῆς ἱστορικόν, ἱστορικώτατον ἐπεισόδιον. Ἀγγλικὴ ἑταιρεία ἐκ τῶν σοβαρωτάτων ἠρώτησεν ἐνταῦθα ἀνταποκριτὴν ἐκ τῶν δυναμένων νὰ γνωρίζωσι τὰ κατὰ τὴν ἰσχύουσαν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν ποίας ἐγγυήσεις ἀπαιτεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία διὰ τὴν ἐνέργειαν τοιούτων πράξεων. Ὁ Ἕλλην ἀνταποκριτὴς ἀπήντησεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία οὐδεμίαν ἐγγύησιν ἀπαιτεῖ. Εἰς ἀπάντησιν ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρεία εἶπεν ὅτι οὐδεμίαν κάμνει ἀσφαλιστικὴν ἐργασίαν εἰς τόπον ὅπου διὰ τὸ μὴ ἀπαιτεῖν ἐγγύησιν εἶναι δυνατὸν πᾶς κατεργάρης νὰ ἐργασθῇ. Τοιουτοτρόπως ἀποδιώκομεν τὰς σοβαρὰς ἀσφαλιστικὰς ξένας ἑταιρείας καὶ ἔρχονται μικραὶ ξέναι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴδομεν πρό τινος χρόνου ἐνταῦθα, τουτέστιν εἷς Κύριος ἠσφαλισμένος, ἀφοῦ ἐπέτυχε δικαστικὴν ἀπόφασιν κατὰ τῆς ἑταιρείας, οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ παρὰ μίαν τράπεζαν καὶ ἓν κάθισμα εἰς τὸ γενικὸν Πρακτορεῖον ἐνταῦθα τῆς τόσον σπουδαίας ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν τράπεζαν διεπόμπευσεν ἀνὰ τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν. Εἶναι, φρονῶ, καιρὸς τὸ Κράτος νὰ λάβῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ μέτρα νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξαν τὰ ἀρτισύστατα Κράτη. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κυνουρίας ὅτι ἡ Βουλγαρία ἐθέσπισεν αὐστηρότατον νόμον καὶ δὴ τοιοῦτον ὁ ὁποῖος ἀπεδίωξεν ἀληθῶς τὰς ξένας ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας ὄχι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐγγυήσεως, ἀλλ’ αὐστηρὰς διατυπώσεις τὰς ὁποίας ἀπῄτησεν ἀπέναντι τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ξένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν. Αὐτοστιγμεὶ ἐδημιουργήθησαν δέκα ἕως εἴκοσιν ἐγχώριοι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς περιωρίσθη μεταξὺ τῶν ἐγχωρίων τοιούτων. Τί δὲ ζητεῖ ὁ Ἕλλην νομοθέτης διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ὁ Ἕλλην νομοθέτης εἶναι ὁ ἐπιεικέστερος πάντων τῶν νομοθετῶν καὶ τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον ζητεῖ ἐλαφροτάτας ἐγγυήσεις. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, μολονότι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἡ ἐγγύησις τῶν 300 δρ. εἶναι μετριωτάτη.
§113ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μεθ’ ὅσα, Κύριοι, εἶπον χθὲς περὶ τῶν φιλικῶν παραστάσεων, εἰς ἃς ἡ ἐνταῦθα Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, μετ’ αὐτὴν δὲ καὶ ἄλλαι τινὲς Πρεσβεῖαι προέβησαν παρὰ τῇ ἡμετέρᾳ Κυβερνήσει ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω τι σήμερον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐνδιέφερεν ἴσως τώρα τὴν Βουλὴν εἶναι ὅτι μετὰ μακρὰς διαπραγματεύσεις ἃς ἔσχομεν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν τε ἡμεδαπῶν καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, τῶν ἐνεργουσῶν ἀσφαλείας ἐν Ἑλλάδι, κατελήξαμεν εἰς πλήρη συμφωνίαν ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχε πρὶν διαφωνία. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι πᾶσαι αἱ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ἡμεδαπαί τε καὶ ἀλλοδαπαί, αἱ εἰλικρινῶς καὶ τιμίως ἐργαζόμεναι, εὐχαρίστως ἔμαθον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἀπεφάσισε νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, οὗτινος ἡ ἀνάγκη ἀπὸ πολλοῦ εἶχε καταστῆ αἰσθητὴ τὰ μάλιστα παρ’ ἡμῖν καὶ ὅπερ προώρισται ν’ ἀποβῇ εὐεργετικώτατον εἰς τοὺς ἀσφαλιζομένους οὐχ ἧττον καὶ εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας. Ἡ ἔλλειψις, Κύριοι, τῆς ἀναγκαίας νομοθετικῆς προνοίας περὶ τῶν ἑταιρειῶν τούτων ἐστοίχισε μέχρι τοῦδε πολὺ εἰς τὸν τόπον ἡμῶν. Οὐδενὸς σχεδὸν ἐλέγχου ὑπάρχοντος ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, πολλαὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ἡμεδαπαὶ καὶ ἀλλοδαπαὶ ἐναυάγησαν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξεμύζησαν τὰς οἰκονομίας πολυαρίθμων Ἑλλήνων. Φυσικὴ συνέπεια τούτου ὑπῆρξεν ἡ ἔκτοτε γεννηθεῖσα δυσπιστία παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ πρὸς πάσας ἀδιακρίτως τὰς ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ καὶ τούτων καὶ αὐτοῦ. Πανταχοῦ, Κύριοι, τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἔχουσι ψηφισθῆ νόμοι περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, καθιεροῦντες ἐπ’ αὐτῶν αὐστηρὸν τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον τόσον ὡς πρὸς τὴν ἵδρυσιν τῶν ἐγχωρίων, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν αὐτῶν τε καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν ἑταιρειῶν, καὶ προνοοῦντες περὶ ὑλικῶν ἐγγυήσεων. Ἐνιαχοῦ ἀποδίδουσιν ἰδιάζουσαν σημασίαν εἰς τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον, ἀλλαχοῦ εἰς τὰς ἐγγυήσεις, ἃς ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ ἀδιακρίτως πᾶσα ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία, αἱ δὲ ξέναι τοιαῦται καὶ νὰ διαθέσωσιν ἐν τῷ τόπῳ πάντα τὰ χρήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τοὺς ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἀσφαλιζομένους καὶ ἀλλαχοῦ ἐφαρμόζουσιν ἀμφότερα τὰ συστήματα ταῦτα. Ἐάν, Κύριοι, τοιαύτη τις νομοθετικὴ πρόνοια εἶχε ληφθῆ ἤδη καὶ παρ’ ἡμῖν, δὲν θὰ εἴχομεν τὰ οἰκονομικὰ ναυάγια τῶν ἐγχωρίων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν «Φοίνικος», «Ἀρχαγγέλου» καὶ «Ἀγκύρας», οὐδὲ θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ξένας τοιαύτας ἑταιρείας νὰ κηρύττωνται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὡς ἡ Γαλλικὴ «Esperance» καὶ ἡ Ἀγγικὴ «Mutual reserve Life», καὶ νὰ διακόπτωσιν ἀποτόμως τὰς ἐν Ἑλλάδι ἐργασίας των, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας εἶχον ἀναλάβει ἀπέναντι τῶν εἰς αὐτὰς ἠσφαλισμένων ἐνταῦθα, ὡς ἡ «Fraternité Française». Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου σᾶς ἀναφέρω τὸ γεγονός, καθ’ ὃ ἡ «Mutual reserve Life», καθ’ ὃν χρόνον ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἀσφαλείας ἐν Ἑλλάδι, ἐζήτητε νὰ πράξῃ τὸ ἴδιον καὶ ἐν Ἑλβετίᾳ, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἐκεῖ ἰσχύοντος νόμου δὲν ἔτυχεν αὐτῆς, οὕτω δὲ οἱ Ἕλληνες οἱ ἀσφαλισθέντες εἰς αὐτὴν ἀπώλεσαν τὰς οἰκονομίας των, ἐνῷ οἱ Ἑλβετοὶ δὲν ὑπέστησαν αὐτὴν τὴν ζημίαν. Εἶναι, δέ, Κύριοι, ἐπὶ τέλους ζήτημα ἐθνικῆς φιλοτιμίας δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν. Ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι Ἑλληνικὴ ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία, θελήσασα νὰ ἐργασθῇ ἐν Ῥωμουνίᾳ, Σερβίᾳ καὶ Βουλγαρίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑσπερίας Εὐρώπης, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐγκατεστημένοι Ἕλληνες, δὲν ἔτυχε τῆς πρὸς τοῦτο ἀδείας παρὰ τῶν οἰκείων Κυβερνήσεων, ἐνῷ ἔχει ἐπιτραπῆ εἰς 30 περίπου ἑταιρείας, Γαλλικάς, Ἀγγλικάς, Γερμανικάς, Αὐστριακάς, Ἰταλικάς, Ῥωσικὰς καὶ Βουλγαρικὰς ἀκόμη, ἄνευ ἐγγυήσεων καὶ πολλῶν διατυπώσεων, ἄνευ σχεδὸν φορολογίας, νὰ ἐνεργῶσιν ἀνεξελέγκτως ὅλας τὰς ἀσφαλείας ἐν Ἑλλάδι καὶ ν’ ἀποκομίζωσιν ἐντεῦθεν ἐτησίως περὶ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια· ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι ἀλλαχοῦ φροντίζουσι νομοθετικῶς νὰ θέσωσιν εἰς κρείττονα μοῖραν τῶν ξένων τὰς ἐγχωρίους ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν συμβαίνει πᾶν τὸ ἐναντίον, καθόσον ἐλλείψει καταλλήλου νομοθεσίας ἐκεῖναι μὲν ἀπολαύουσι πλήρους ἀσυδοσίας, αὗται δὲ φορολογοῦνται βαρέως· ὅταν, λέγω, ταῦτα ἀναλογισθῶμεν, θὰ κατανοήσωμεν πάντες ὁπόσον ἐπιτακτικὴ ἔχει καταστῆ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκομεν τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλλάδι ἀσφαλιζομένων καὶ ἐν ταὐτῷ μίαν ἀξίαν λόγου πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ὑποβάλλοντες εἰς φορολογίαν δικαίαν ἁπάσας τὰς παρ’ ἡμῖν λειτουργούσας ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας ἡμεδαπάς τε καὶ ἀλλοδαπάς. Ζητοῦντες δ’ ἐγγυήσεις παρὰ τούτων καὶ καθιεροῦντες αὐστηρὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον ἐπ’ αὐτῶν θέλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν φερεγγύων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν ἐν Ἑλλάδι, νὰ παρακωλύσωμεν δὲ τὴν ἵδρυσιν ἀφερεγγύων ἐγχωρίων καὶ τὴν λειτουργίαν ξένων ἑταιρειῶν ἀμφιβόλου φερεγγυότητος. Ἀφοῦ δέ, Κύριοι, ἅπαξ ἀπεδέχθημεν τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως ἡμῶν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ἣν ὑπεστήριξεν ὁ πρεσβευτὴς ταύτης καὶ καθ’ ἣν τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ἀναγνωριζόμενα εἰς τοὺς ὑπηκόους τῶν συμβαλλομένων Κρατῶν, δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὰ φυσικὰ πρόσωπα, ὡς ὑποστηρίζουσιν ἐπιφανεῖς ἐπιστήμονες ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλ’ ἐπεκτείνονται καὶ εἰς τὰ νομικά, ἐφροντίσαμεν νὰ καθιερώσωμεν πλήρη ἰσότητα μεταξὺ ἐγχωρίων καὶ ξένων ἑταιρειῶν τόσον ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν αὐτῶν. Ἡ ἰσότης αὕτη γίνεται καταφανεστέρα διὰ τῶν τροπολογιῶν ἃς θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τώρα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τὰς ὁποίας περιεστράφησαν κυρίως καὶ αἱ μακραὶ ἡμῶν διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν. Πρὸ τούτου ὅμως, Κύριοι, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τὰς ἀντιρρήσεις, ἃς ἤγειρεν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Αὕτη θρηνεῖ καὶ ὀδύρεται διὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον, ἂν ψηφισθῇ αὐτὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν δρακοντείων αὐτῶν διατάξεων θ’ ἀναγκασθῶσιν ὅλαι αἱ ξέναι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι, αἱ λειτουργοῦσαι νῦν ἐν Ἑλλάδι, νὰ διακόψωσι τὰς ἐργασίας των καὶ ν’ ἀποσύρωσι τὰ κεφάλαιά των. Αἱ ὑπολειπόμεναι ἐγχώριοι ἑταιρεῖαι, ἀνάξιαι λόγου αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς καὶ ἀνίκανοι ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀσφαλιστικὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θᾶττον ἢ βράδιον θὰ συντριβῶσι καὶ αὐταὶ καὶ θὰ παύσωσι λειτουργοῦσαι ὡς ἐκ τῶν ἀφορήτων βαρῶν, εἰς ἃ θὰ ὑποβληθῶσι διὰ τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου. Ταῦτα, Κύριοι, ἰσχυρίζεται ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, καθ’ ὃ ἀνάγκη νὰ μετριασθῶσι ἢ καὶ νὰ ἐξοβελισθῶσι τέλεον καὶ ἄλλαι αὐστηραὶ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, μάλιστα δὲ ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰς ἐγγυήσεις, ἀφοῦ ὑπάρχουσι καὶ χῶραι μὴ ἀπαιτοῦσαι τοιαύτας. Τὸ τελευταῖον τοῦτο δὲν εἶναι ἄγνωστον οὔτε εἰς ἡμᾶς οὔτε εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, τοὺς ἀναγνόντας τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου, ἐν ᾗ ὁμολογοῦμεν ὅτι ἐνιαχοῦ, ὡς ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ Γαλλίᾳ, ἀρκοῦνται εἰς τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον μόνον. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐξηγοῦμεν τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἐθεωρήσαμεν κατάλληλον τό γε νῦν ἔχον τὸ σύστημα αὐτὸ διὰ τὴν Ἑλλάδα· διότι αὐτὸ προϋποθέτει (ἀναγινώσκει) «εἰδικὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἄριστα μὲν ἐπιστημονικῶς κατηρτισμένην, τελείως δὲ ὠργανωμένην, καὶ πρόσωπα μεγάλης εἰδικῆς πείρας, στοιχεῖα, ἅτινα ἀδύνατον νὰ δημιουργηθῶσιν ἐκ τοῦ παραχρῆμα. Αὐτὴ ἡ Ἑλβετία καὶ ἡ Γαλλία μόλις πρὸ ἐλαχίστου χρόνου (ἡ Γαλλία ἐν ἔτει 1905) κατώρθωσαν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ σύστημα τοῦτο. Τὸ τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων καὶ τηρήσεως ὡρισμένων διατυπώσεων σύστημα, ὅπερ δὲν στερεῖται καὶ παντὸς ἐπὶ τῶν ἑταιρειῶν κυβερνητικοῦ ἐλέγχου, εἶναι εὐχερέστερον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ ὡς ἐκ τούτου προτιμότερον νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν, ὡς φαίνεται, δὲν ἔσχε πρὸ ὀφθαλμῶν ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καθιστᾷ περιττὴν πᾶσαν ἄλλην ἀνασκευὴν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του. Ὡς ἐκ περισσοῦ μόνον προσθέτει νῦν ὅτι, ἐὰν ἦτο ἀρκετὴ ἐγγύησις διὰ τὰς ξένας ἑταιρείας ὅτι αὐταὶ ἔχουσι συμμορφωθῆ ἐν τῇ ἕδρᾳ των πρὸς τὰ ἐκεῖ τεθεσπισμένα, τότε δὲν θὰ ὑφιστάμεθα ἐν Ἑλλάδι τὰς γνωστὰς ζημίας ἐκ τῶν προμνημονευθεισῶν ξένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, τῶν γαλλικῶν «Esperance», καὶ «Fraternité Française» καὶ τῆς Ἀγγλικῆς «Mutual reserve Life». Αὗται εἶχον συσταθῆ καὶ ἐλειτούργουν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ κειμένων νόμων, ἐν ταῖς χώραις δηλαδὴ ἐκείναις, ἃς ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς προβάλλει ὡς πρότυπον καὶ ὑπογραμμὸν ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν διὰ τὰς ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐκώλυσεν αὐτὰς μίαν πρωίαν νὰ διακόψωσιν ἀποτόμως τὰς ἐργασίας των ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ φυγαδευθῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν ἐντεῦθεν συναποκομίζουσαι οὐχὶ τὰ κεφάλαιά των, ὡς ἔχει τὴν ἀφέλειαν νὰ νομίζῃ ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ τοιαῦτα δὲν διαθέτουσιν ἐνταῦθα, ὡς γνωστόν, αἱ ξέναι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι, ἀλλὰ τὰς οἰκονομίας μόνον τὰς ὁποίας πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων εἶχον ἐμπιστευθῆ εἰς αὐτὰς ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἀσφαλίστρων. Δι’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἐλπίζω νὰ μὴ ἀξιώσητε προσοχῆς τὰς ἀντιρρήσεις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὑμεῖς ἀποβλέποντες εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα θὰ σπεύσητε νὰ ψηφίσητε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅπερ πρὸ πολλοῦ ἤδη ἔχει καταστῆ ἐθνικὴ ἀνάγκη καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν ἀναμένουσι νῦν ἐναγωνίως τόσον οἱ ἀναγνωρίζοντες τὴν μεγάλην χρησιμότητα τῶν ἀσφαλειῶν παρ’ ἡμῖν, ὅσον καὶ αἱ σοβαραὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ξέναι τε καὶ ἐγχώριοι, αἱ ἐννοοῦσαι νὰ ἐργάζωνται ἐν Ἑλλάδι ἐντίμως καὶ εἰλικρινῶς. Καὶ νῦν, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς τροποποιήσεις τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες εἶναι τὸ πόρισμα τῶν διαπραγματεύσεών μας μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἑταιρειῶν, ἀρχόμενος ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως, περὶ ἧς ἠσχολήθη ἰδιαιτέρως ὁ ἐκ Κυνουρίας ἔντιμος συνάδελφος. Εἰ καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 500 χιλ. δραχ., ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐν τούτοις μετὰ συμφωνίαν ἐπελθοῦσαν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων ἑταιρειῶν ἀποδεχόμεθα τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ περιορισθῇ εἰς 200,000 δρ. ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἑνὸς κλάδου πυρὸς ἢ ζωῆς δι’ ἕκαστον τούτων, εἰς 50,000 δρχ. δὲ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ οἱουδήποτε ἄλλου κλάδου ἐξαιρέσει τῶν θαλασσασφαλειῶν.
§114Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον 4 τοῦ ἄρθρου 5 πρέπει νὰ ὁρισθῇ ποῦ θὰ κατατίθενται αἱ ἐγγυήσεις καὶ νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα καταστήματα.
§115ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς διατύπωσις πρὸς διασάφησιν τοῦ πράγματος· «Εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἢ εἰς τὰ ἐν Ἑλλάδι ὑποκαταστήματα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἢ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην Ἑλληνικὴν Τράπεζαν ἔχουσαν κεφάλαιον καταβεβλημένον 15,000,000».
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§117ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 παρακαλῶ νὰ τεθῇ ὡς τελευταία παράγραφος: «Ἐφ’ ὅσον αἱ ἐν Ἑλλάδι, μετὰ τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν ἑταιρείας, μὴ προσαγούσης τὴν ἀνωτέρω δήλωσιν, ὑφιστάμεναι ὑποχρεώσεις αὐτῆς εἶναι κατώτεραι τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως, δύναται, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπιτραπῇ ὁ περιορισμὸς τῆς ἐγγυήσεως εἰς ποσὸν ἴσον πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§119Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ δοθῇ ἡ ἐγγύησις καὶ εἰς ἀκίνητον ἐν Ἑλλάδι ἰδιοκτησίαν. Ἀλλὰ τότε θὰ καθιερωθῇ διαδικασία ἐκτεταμένη, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ καταστρατήγησις, ἐὰν ἕν παληοσαράβαλο ἐκτιμηθῇ ὡς μεγάλης ἀξίας.
§120ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, διότι κατηναλώσαμεν δι’ αὐτὸ μακρὰς συζητήσεις. Θὰ τροποποιηθῇ ὅμως οὕτω καὶ ἐνταῦθα προστιθεμένων ἐκτὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑποκαταστημάτων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ πάσης Τραπέζης ἐχούσης κεφάλαιον καταβεβλημένον 15,000,000. Θὰ παρακαλέσω δὲ νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν δευτέραν παράγραφον παράγραφος ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐκ τοῦ ἀνωτέρω ἀναφερομένου 40% τῶν ὁλικῶν εἰσπράξεων ἀσφαλίστρων δύνανται αἱ ἑταιρεῖαι ν’ ἀφαιρῶσι αʹ) τὰ ποσὰ τὰ δοθέντα εἰς δάνεια πρὸς ἠσφαλισμένους, ὑποχρεούμεναι ὅμως νὰ καταθέτωσι ταῦτα, ἅμα ὡς ἤθελον ἐπιστραφῆ παρ’ αὐτῶν, καὶ βʹ) τὰ ποσὰ τὰ διατεθέντα δι’ ἀγορὰν ἢ δι’ ἀνέγερσιν ἀστικῶν κτημάτων τῆς ἀποκλειστικῆς κυριότητος τῶν ἑταιρειῶν τούτων κειμένων ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι τὸ δι’ ἀγορὰν ἀκινήτων οὕτω διατιθέμενον ποσὸν δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ ⅔ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν καταθετέων εἰσπράξεων. Ἐκ τοῦ ὁριζομένου ὡς ἀνωτέρω ποσοῦ καταθέσεως ἀσφαλίστρων ἐκπίπτονται τὰ ποσὰ τὰ ἀνήκοντα εἰς ἀκυρωθέντα ἢ ἐξαγορασθέντα ἀσφαλιστήρια τῆς ἑταιρείας, εἰς τὰ ἐξοφληθέντα συνεπείᾳ θανάτου ἢ λόγῳ λήξεως καὶ εἰς μεταφερθέντα εἰς ἄλλας χώρας». Ν’ ἀντικατασταθῇ δὲ ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ τὸ «λεπτομερῆ» διὰ τοῦ «συνοπτικὴν κατάστασιν». Ἐν τέλει δὲ τῆς γʹ παραγράφου νὰ προστεθῇ· «Κατάσχεσις συντηρητικὴ τῆς ἐγγυήσεως ἢ τῶν κατατεθειμένων ἀσφαλίστρων δὲν ἐπιτρέπεται».
§121Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ 40%, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ ἄρθρον τοῦτο, πρέπει ν’ ἄρχηται ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους.
§122Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ πρώτου.
§123ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγνώσκεται).
§125ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα ἀλλοδαπὴ ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία πρέπει νὰ ὀνομάζῃ ἕνα ἢ πλείονας ἀντιπροσώπους ἐν Ἑλλάδι, οἵτινες ἐκπροσωποῦσι τὴν ἑταιρείαν ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν καὶ δικαστηρίων καὶ τῶν ὁποίων αἱ πράξεις ὑποχρεοῦσι τὴν ἑταιρείαν. Εἷς τῶν ἀντιπροσώπων ἑδρεύων ἐν Ἀθήναις ὁρίζεται παρ’ ἑκάστης ἑταιρείας, ὡς ἀντιπροσωπεύων αὐτὴν ἐν ταῖς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν σχέσεσιν». Καὶ ἀκολούθως: «Οὗτοι δέον νὰ ἔχωσι πληρεξουσιότητα τοῦ ὑπογράφειν τὰ ἔγγραφα τῆς ἑταιρείας καὶ τοῦ συνυπογράφειν μετὰ τῆς κεντρικῆς διευθύνσεως τὰ ἀσφαλιστήρια συμβόλαια αὐτῆς. Ἐν περιπτώσει παραλείψεως εἶναι νόμιμος ἀντίκλητος ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου κατοικεῖ ὁ ἀσφαλιζόμενος». Καὶ ἐν τέλει νὰ προστεθῇ· «ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ συνομολόγησις ἀσφαλείας ζωῆς διὰ συνδυασμῶν εἰδικῶν διὰ τῶν ἀσφαλιστηρίων καθοριζομένων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγκεκριμένων τιμολογίων».
§126Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου καθίστανται ἁρμόδια τὰ δικαστήρια τῆς κατοικίας τοῦ ἀσφαλιζομένου ἵνα δικάζωσι τὰς διαφορὰς μεταξὺ ἀσφαλιζομένων καὶ ἑταιρειῶν. Εἰς ἄλλο ἐδάφιον, τὸ προτελευταῖον, ὁρίζεται ὅτι αἱ ἀλλοδαπαὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώνωσι τὰς ὀφειλομένας ἀποζημιώσεις εἰς τὴν κατοικίαν τῶν δικαιούχων. Τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ, εἰδικῶς μάλιστα διὰ τὰς ἀλλοδαπὰς ἑταιρείας, καὶ ἀρκετὴν ἀσφάλειαν ὑπὲρ τῶν ἀσφαλιζομένων ἀναγράφομεν, ἐὰν καταστήσωμεν ἁρμόδια τὰ Δικαστήρια τῆς περιφερείας ἐν τῇ ὁποίᾳ ἑδρεύει ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν ἑταιρειῶν τούτων. Ἐπειδὴ δὲ συνήθως ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρείας ἑδρεύει ἐν Ἀθήναις, νὰ ὁρίσωμεν τὰ δικαστήρια τῶν Ἀθηνῶν, διότι μὲ τὴν διάταξιν αὐτὴν καθιστῶμεν ὁπωσδήποτε δυσχερῆ τὴν εἰς τὰ δικαστήρια προσφυγὴν τῶν ἀλλοδαπῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, ἀναγκάζοντες αὐτὰς νὰ προστρέχωσιν εἰς τὰ δικαστήρια τῶν Τρικκάλων π. χ., τῆς Λαρίσης κλπ.
§127ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ τίθεται κατ’ ἀπαίτησιν τῶν ξένων ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀντιπροσώπους καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις.
§128Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ἵνα συνηγορήσω εἰς ὅ,τι θέλουσιν αἱ ἑταιρεῖαι, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, εἴτε θέλουσιν εἴτε δὲν θέλουσι τοῦτο αἱ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι, ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι δεῖ ἀδιαφοροῦντες ἂν αἱ εἰρημέναι ἑταιρεῖαι φρονοῦσιν ὅτι τοῦτο ἀναγράφεται ἵνα παρεμβάλῃ δυσχερείας εἰς τὰς ἐργασίας τῶν ξένων ἑταιρειῶν.
§129Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εὐκολώτερον διεξάγονται αἱ ἀποδείξεις εἰς τὸν τόπον ὅπου συνέβη τὸ ἀτύχημα, καθόσον ὑπάρχουσιν αὐτόθι τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα.
§130Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂς τεθῇ τότε ὅτι εἶναι ἁρμόδια τὰ δικαστήρια τοῦ τόπου τοῦ ἀτυχήματος.
§131Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ προτελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 8 πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι περιέχει διάταξιν ἐξωφρενικήν, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι αἱ ἀλλοδαπαὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώνωσι τὰς ὀφειλομένας ἀποζημιώσεις εἰς τὴν κατοικίαν τῶν δικαιούχων. Ἐὰν κάθηται ὁ δικαιοῦχος εἰς ἓν χωρίον τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος, πρέπει ν’ ἀποσταλῇ εἷς ὑπάλληλος τῆς ἑταιρείας ὁ ὁποῖος ὑπὸ μάλης ἔχων τὰ χρήματα μὲ τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν θὰ μεταβῇ νὰ εὕρῃ τὸν ἀσφαλισθέντα καὶ τὸν πληρώσῃ. Τουλάχιστον νὰ τεθῇ ὅτι ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸ πλησιέστερον κατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§132ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα· τὸ δέχομαι.
§133Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Ὁμολογῶ ὅτι οἱ συνάδελφοι τῆς ἐπιτροπῆς αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἐννοοῦμεν τί ἐννοεῖ αὐτὴ ἡ τροπολογία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἦτο εὐχάριστον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς ἔδιδε παράδειγμα πρὸς ἐξήγησιν τῆς φορολογίας, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον παράδειγμα. Θεωρῶ λοιπὸν καλὸν νὰ ὑποβληθῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιτρεπομένου μετὰ γνωμοδότησιν τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς τῆς ὁριζομένης ἐν ἄρθρῳ 3 νὰ συνομολογῶνται ἀσφάλειαι, διὰ τῶν ἀσφαλιστηρίων καθοριζόμεναι.
§134ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ προσέθηκα· «ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ συνομολόγησις ἀσφαλειῶν ζωῆς διὰ συνδυασμῶν εἰδικῶν διὰ τῶν ἀσφαλιστηρίων καθοριζομένων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγκεκριμένων τιμολογίων».
§135Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ εἴπῃ αὐτό;
§136ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ μοὶ ὑπέβαλον.
§137Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ λοιπόν, ἐπειδὴ καὶ ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἐννοίας τῆς τροπολογίας, παρακαλῶ νὰ τεθῇ ὅτι μετὰ γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιτρέπεται τοῦτο.
§138Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου κατώρθωσα νὰ μὴ ἐννοήσω τίποτε. Καὶ δὲν ἐνόησα ἐγὼ ὁ ὁποῖος παρηκολούθησα τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὑποτίθεται ὅτι ἔχω εἰδικότητά τινα μεγαλειτέραν ἀπὸ τοὺς μὴ παρακολουθήσαντας τὰς συζητήσεις καὶ τοὺς μὴ καταγινομένους εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος. Φαντάζομαι οἱ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι τί ἔχουσιν ἐννοήσει. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἔγινε μόνον εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν· ἐγένετο καὶ εἰς τὰ προηγούμενα καὶ θὰ γίνῃ καὶ εἰς τὰ ἑπόμενα καὶ θὰ ψηφίσωμεν τροπολογίας τοῦ νομοσχεδίου τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιληφθῶμεν κατ’ ἔννοιαν πῶς ἔχουσιν. Ἤθελον παρακαλέσει, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν γʹ συζήτησιν καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ συνόλῳ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τροπολογίας, νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι ἤδη, νὰ σταθῶμεν ἕως ἐδῶ καὶ νὰ προβῶμεν αὔριον εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἔννοιαν τῶν τροπολογιῶν περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς κατ’ ἐπανάληψιν ἐδήλωσεν ὅτι τῷ ὑπεβλήθησαν.
§139ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ξένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας των. Μετ’ ἐπανειλημμένας διαπραγματεύσεις κατελήξαμεν εἰς αὐτὰς τὰς τροπολογίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δὲν θὰ ὑπάρξῃ πλέον ἀντίδρασις παρὰ τοῖς ξένοις. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν καὶ μετὰ ταῦτα ἐν τῷ συνόλῳ, ἀφοῦ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αἱ τροπολογίαι, δύναται αὐτὴ ν’ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς νέας διαπραγματεύσεις· πρόκειται περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον θὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἄνω τῶν 300,000 δραχ. κατ’ ἔτος, συγχρόνως δὲ ἐξασφαλίζει καὶ τοὺς πολίτας.
§140Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν περιέμενον νὰ τεθῇ ὡς ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἐφ’ ὅσον διεξάγομεν τὰς συζητήσεις κατὰ τρόπον καθαρῶς νομοθετικόν. Ἐὰν τὸ ζήτημα λαμβάνῃ ἄλλην μορφήν, εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι συνέπειαι τῶν ὁποίων νὰ μὴ φέρωμεν ἡμεῖς τὴν εὐθύνην. Πρέπει νὰ κατανοηθῇ ὅτι γίνεται ἡ συζήτησις ἡ νομοθετικὴ καὶ γίνεται οὐχὶ πρὸς κύρωσιν συμβάσεως μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, ἀλλ’ ὅπως νομοθετήσωμεν πρὸς ὄφελος τῶν ἀσφαλιζομένων. Βεβαίως δὲν ἐπιδιώκομεν τὴν ζημίαν τῶν ἑταιρειῶν, ἀλλ’ ἐπιδιώκομεν ν’ ἀσφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τῶν ἀσφαλιζομένων, ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ τροπολογιῶν τὰς ὁποίας διάφοροι ἑλληνικαὶ καὶ ἀλλοδαπαὶ ἑταιρεῖαι κατὰ συμφωνίαν ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, ἡμεῖς δὲν δεσμευόμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν κατὰ πόσον εἶναι βάσιμοι αἱ τοιαῦται τροπολογίαι καὶ κατὰ πόσον εἶναι βάσιμος ἡ νέα μορφὴ τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ πόσον ἐξασφαλίζονται ἀκόμη τὰ δικαιώματα τῶν ἀσφαλιζομένων. Διὰ τοῦτο παρεκαλέσαμεν νὰ μᾶς δοθῇ καιρὸς νὰ τὰ μελετήσωμεν καὶ ὁ καιρὸς τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν εἶναι ἀπὸ ταύτης τῆς ὥρας μέχρι τῆς πρωΐας τῆς αὔριον, διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι δὲν ζητεῖται πρὸς ἄλλον σκοπὸν ἡ ἀναβολὴ αὕτη. Εἶναι σύμφωνον τοῦτο καὶ πρὸς τὸν Κανονισμὸν ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ὑποβάλλωνται αἱ τροπολογίαι, νὰ τυπώνωνται καὶ νὰ διανέμωνται, νὰ μελετῶνται καὶ κατόπιν νὰ γίνεται ἡ συζήτησις. Καὶ δὲν λέγω ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει τὴν συζήτησιν μιᾶς τροπολογίας ὑποβληθείσης κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ ἡ ἔννοια ἡ ἀληθὴς τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι νὰ δίδηται καιρὸς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μελετᾷ, νὰ κατανοῇ τί ψηφίζει. Εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι βέβαιον ὅτι ψηφίζομεν χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τὰς τροπολογίας καὶ τὰ ὑπὸ τὰς τροπολογίας. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ ὅτι αὐτὸ εἶναι πολιτικὸν ζήτημα καὶ ὅτι πρέπει ἢ νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει ἢ νὰ μὴ ψηφισθῇ καὶ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως, τότε διαφέρει τὸ ζήτημα καὶ παραιτούμεθα.
§141ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ζητήματος· πρόκειται περὶ ἐξοικονομήσεως χρόνου. Λοιπὸν ἤδη ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ὅλαι σχεδὸν αἱ τροπολογίαι, ὑπολείπεται δὲ ἡ τροπολογία ἑνὸς μόνου ἄρθρου, ἐννοῶ δὲ νὰ ἐκτυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροπολογίας μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων καὶ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου, ἀφοῦ λάβωσι γνῶσιν οἱ κ. Βουλευταὶ τῶν τροπολογιῶν τούτων. Ὥστε παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμένῃ.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§143Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ παραδεχθῆτε κανὲν ἄρθρον, πρὶν τὸ παραδεχθῇ ἡ Βουλή. Ἔχω ζητήσει τὸν λόγον.
§144Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ κατήντησε μακαρονοποιεῖον.
§145Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν περὶ πάσης τροπολογίας ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ ἂν πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀμέσως ἢ ν’ ἀποσταλῇ πρὸς τύπωσιν καὶ μετὰ τὴν τύπωσιν νὰ ψηφισθῇ. Ὁ Κανονισμὸς ἔχει ὑπ’ ὄψει μίαν τροπολογίαν καὶ ὄχι σειρὰν τροπολογιῶν· σήμερον ὑπεβλήθη σειρὰ τροπολογιῶν, ἡ ὁποία μεταβάλλει ἐντελῶς τὴν μορφὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως ὀρθὸν καὶ κανονικὸν εἶναι νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι, νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ καὶ κατόπιν νὰ τὰς συζητήσῃ.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 8. Ἄρθρον 9.
§147Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§149Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ καθίσητε ἥσυχος καὶ νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ συζητήσωμεν. Εἶναι τέλος πάντων καιρὸς νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ὑπάρχει εἷς Κανονισμὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα πάντες.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς παρεβίασε τὸν Κανονισμόν.
§151Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ οὕτως ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Ἐγείρεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγινώσκει τροπολογίας τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης καὶ ἡ Βουλὴ τὰς παραδέχεται ἄνευ συζητήσεως. Τότε καλλίτερον εἶναι νὰ νομοθετῇ μόνος ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ὁ κύριος Πρόεδρος εἶναι ἕτοιμος νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχουσι ζητήσει τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυνουρίας, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σάμης καὶ ἤδη ζητεῖ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεγαρίδος.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἐζήτησε τὸν λόγον.
§153Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι παρηγορία νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι θέλετε συναινέσει, ὅταν ψηφισθῇ κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον, ἵνα τὸ σύνολον ψηφισθῇ αὔριον. Αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν δὲ παρείδομεν καὶ αὐτό, τὸ ἐκάμαμεν διὰ νὰ ὑποστῶμεν τὴν βίαν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια ὅπως ὅπως.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§155Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς παύσῃ πλέον αὐτὴ ἡ ἱστορία· ἐψηφίσθη καὶ ἐψηφίσθη.
§156Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ προτελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 8.
§157ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἀπεδέχθην.
§158Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει ν’ ἀνακοινωθῇ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ τροπολογία, ὅπως τὰ Πρακτικὰ μὴ ἀποδεικνύωσιν ὅτι εἴμεθα πλαστογράφοι, διότι θὰ ἔλθωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θ’ ἀναγινώσκωσι τὰ Πρακτικὰ καὶ δὲν θὰ ἠξεύρωσι πῶς ἐψηφίσθησαν πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἀνεγνώσθησαν· ἀναμφισβητήτως δὲ διαπράττομεν συνεχῶς πλαστογραφίας, ἀλλὰ τέλος πάντων ἂς τὰς διαπράττωμεν μᾶλλον εὐσχήμως. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἅπασαι αἱ ἀλλοδαπαὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώνωσι τὰς ὀφειλομένας ἀποζημιώσεις εἴτε εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ δικαιούχου εἴτε εἰς τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ πλησιέστερον πρὸς τὴν κατοικίαν τούτου κείμενον».
§159ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν, κ. Πρόεδρε. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἰ. Δ. Ῥάλλη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ἔχει τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§161ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ὑποβάλλω τροπολογίαν, καθ’ ἣν ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος τῶν ἀσφαλιστικῶν καὶ ἀλληλασφαλιστικῶν ἡμεδαπῶν τε καὶ ἀλλοδαπῶν Ἑταιρειῶν ὁρίζεται εἰς δραχ. 1500 ἐτησίως.
§162Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τῶν θαλασσασφλειῶν.
§163ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα· δι’ ἃς ὁρίζεται εἰς 1000 δραχμάς.
§164Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Διατί γίνεται αὐτό;
§165ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος καθοριζομένου τὸ πρῶτον νῦν διὰ τὰς ἀλλοδαπὰς ἑταιρείας, ἐπειδὴ διὰ τὰς ἡμεδαπὰς ὑπῆρχεν ὁ γενικὸς φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος.
§166Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν ὁποῖον φόρον αὐξάνετε κατὰ 500 δραχμάς.
§167Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐξίσωσιν μεταξὺ Ἑλληνικῶν καὶ ἀλλοδαπῶν ἑταιρειῶν, ἥτις εἶναι εὔλογος διὰ λόγους γνωστούς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ διασαφηνισθῇ. Ὁ φόρος τῶν 1500 δραχμῶν εἶναι δι’ ἕκαστον κατάστημα ἢ περιλαμβάνει καὶ τὰ ὑποκαταστήματα;
§168ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως περιλαμβάνει καὶ τὰ ὑποκαταστήματα.
§169Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ αὐξήσεως φορολογίας ἀπὸ 1000 δραχμῶν εἰς 1500 καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἐξισώσεως τῶν ἀλλοδαπῶν ἑταιρειῶν πρὸς τὰς ἡμεδαπὰς αὐξάνετε τὴν φορολογίαν τῶν ἡμεδαπῶν ἑταιρειῶν. Καλὸν εἶναι νὰ γνωσθῇ ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς τροπολογίας ἐπιβάλλει τοιαύτην φορολογίαν, διότι οὐδεμία ἄλλη δικαιολογία ὑπάρχει εἰμὴ μόνον ὅτι ὅπου ἠμπορεῖ νὰ παρεμβάλῃ μίαν τροπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν τελευταίαν στιγμὴν τὴν παρεμβάλλει ἄνευ οὐδενὸς σκοποῦ, ἄνευ οὐδενὸς συστήματος.
§170Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σχέδιον περιελάμβανε τὰ πρακτορεῖα ἀνὰ 1000 δραχ. ἕκαστον. Τώρα ὅλα ἑνοῦνται καὶ πληρώνουσι 1500.
§171ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον ὑπεβάλλοντο εἰς φόρους καὶ τὰ διάφορα ὑποκαταστήματα, ἐνῷ τώρα εἰς τὰς 1500 δρ. περιλαμβάνεται ὄχι μόνον τὸ κεντρικόν, ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ πρακτορεῖα καὶ μεσιτικὰ γραφεῖα αὐτῶν πλὴν τῶν θαλασσασφαλειῶν, δι’ ἃς ὁ φόρος ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 1000. Τοῦτο εἶναι μᾶλλον ἀνακούφισις.
§172Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἐτροπολογήσατε μετὰ τὰς παρατηρήσεις μου.
§173Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ εἴπωμεν καὶ τὸ δίκαιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ διατύπωσις αὐτὴ ὅτι περιλαμβάνονται καὶ τὰ ὑποκαταστήματα ἦτο ἐξ ἀρχῆς.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος τῶν ἀσφαλιστικῶν καὶ ἀλληλασφαλιστικῶν ἡμεδαπῶν τε καὶ ἀλλοδαπῶν ἑταιρειῶν ὁρίζεται εἰς δραχμὰς χιλίας πεντακοσίας ἐτησίως διά τε τὸ κεντρικὸν καὶ τὰ λοιπὰ πρακτορεῖα καὶ μεσιτικὰ γραφεῖα αὐτῶν, πλὴν τῶν θαλασσασφαλειῶν, δι’ ἃς ὁ φόρος οὗτος ὁρίζεται εἰς δραχμὰς χιλίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§175ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἕκτης σελίδος ἀντὶ φόρου νὰ τεθῇ τέλος, ὅπως καὶ κατόπιν. Ὥστε τὸ μὲν αʹ ἐδάφιον θὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Τὰ ὑπόλοιπα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς: «Αἱ πάσης φύσεως ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι, πλὴν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 φόρου ἐπιτηδεύματος, ὑποβάλλονται εἰς πληρωμὴν τέλους 3% ἐπὶ τῶν παρ’ αὐτῶν πραγματοποιουμένων εἰσπράξεων ἐξ ἀσφαλίστρων τῶν ἐν Ἑλλάδι κατοικούντων, πλὴν τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν κλάδου ζωῆς, αἵτινες ὑποβάλλονται εἰς πληρωμὴν τέλους 2 τοῖς χιλίοις ἐφάπαξ ἐπὶ τοῦ ἀσφαλιζομένου κεφαλαίου καὶ ἐπὶ τῇ παραδόσει τοῦ ἀσφαλιστηρίου συμβολαίου. Τὰ τέλη ταῦτα καταβάλλονται μὲν εἰς τὸ Δημόσιον, κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα, παρὰ τῶν ἑταιρειῶν, αὗται ὅμως δύνανται νὰ εἰσπράττωσι ταῦτα ἀπὸ τοὺς ἀσφαλιζομένους. Αἱ αὐταὶ ἑταιρεῖαι ὑπόκεινται εἰς τὴν κατὰ τὰ ἄρθρα 7 ἕως 15 τοῦ νόμου ͵ΓΤϞΓʹ τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1909 φορολογίαν. Ἡ μὲν κατὰ τὰ ἄρθρα 7 ἕως 12 τοῦ νόμου ͵ΓΤϞΓʹ φορολογία 5% ἀναβιβάζεται εἰς 7%, ὡς πρὸς τὰ καθαρὰ κέρδη τῶν ἐν Ἑλλάδι πρακτορείων τῶν ἀλλοδαπῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, τὸ δὲ κατὰ τὰ ἄρθρα 13, 14 καὶ 15 τοῦ αὐτοῦ νόμου τέλος μεταβιβάσεως λογίζεται, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀλλοδαπῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, ἐπὶ κεφαλαίου δραχμῶν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὁριζόμενον σταθερῶς εἰς δραχ. χιλίας κατ’ ἔτος, ἐφαρμοζομένης ὅμως καὶ ἐπὶ τῶν ἀλλοδαπῶν τούτων ἑταιρειῶν τῆς διατάξεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου ͵ΓΤϞΓʹ. Αἵ τε ἡμεδαπαὶ καὶ αἱ ἀλλοδαπαὶ ἀσφαλιστικαὶ κλάδου ζωῆς ἑταιρεῖαι ἀπαλλάσσονται τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 7 ἕως 12 τοῦ νόμου ͵ΓΤϞΓʹ τοῦ 1909 φόρου καθαρῶν κερδῶν».
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12) Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Τοπάλη. Ὁ κ. Τοπάλης ἔχει τὸν λόγον.
§178Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμισα ὀρθόν, ἀφοῦ ὑποβάλλομεν εἰς φόρον ἀρκετὰ σημαντικὸν τόσον τὰς ἡμεδαπὰς ὅσον καὶ τὰς ἀλλοδαπὰς ἑταιρείας νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τόσον τῶν ἑταιρειῶν ὅσον καὶ τῶν πολιτῶν καὶ ἐθεώρησα ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προβλέποντος περὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν ἠδυνάμεθα νὰ προβλέψωμεν περὶ ἱδρύσεως πυροσβεστικοῦ λόχου. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν νὰ προτείνω τὴν διάθεσιν ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποῖον θὰ εἶναι ἐκ τοῦ εἰσπραχθησομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸν λόχον. Ἐπίσης εἰς αὐτὸ τὸ ποσοστὸν νὰ προστεθῇ 1 δραχμὴ ἐφ’ ἑκάστου συμβολαίου ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν καὶ ὅλον τὸ ποσὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἵδρυσιν πυροσβεστικοῦ λόχου, ὅστις θὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος.
§179ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἔσοδα καὶ κατὰ πόσον ταῦτα θ’ ἀρκέσωσι διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ λόχου καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ τροπολογία δὲν γίνεται δεκτή. Γίνεται λοιπὸν δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Τὸ σύνολον θ’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, ὁπότε θ’ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§181Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν ἡ Βουλὴ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων «περὶ μονιμότητος καὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν», «περὶ ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων» καὶ περὶ συστάσεως ὀγδόου Ὑπουργείου», περατώσασα τὴν ἐργασίαν της λαμβάνει τὴν τιμὴν δι’ ἐμοῦ, ὡς εἰσηγητοῦ, νὰ ὑποβάλῃ τὰ νομοσχέδια τροπολογημένα κατὰ τὰς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζητήσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον περὶ μονιμότητος καὶ προσόντων τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας κατετέθη ἤδη πρὸ ἡμερῶν καὶ τυπωθὲν διενεμήθη. Ἔμειναν πρὸς ἐπεξεργασίαν τὰ νομοσχέδια «περὶ ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ «περὶ συστάσεως ὀγδόου Ὑπουργείου». Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ ζητεῖ συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἐβράδυνεν ἡμέρας τινὰς εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, δικαιολογεῖται δὲ εἰς τοῦτο, διότι καὶ ἡ ἐργασία ἦτο ὀγκώδης καὶ καθ’ ὕλην καὶ κατὰ σπουδαιότητα τοῦ περιεχομένου καὶ διότι παρενέπεσον πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, αἵτινες φυσικὸν ἦτο ν’ ἀποσπάσωσιν ἀπὸ τῶν Βουλευτῶν τὴν ὀφειλομένην ψυχραιμίαν διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως ὀγδόου Ὑπουργείου» ὑπέστη τὰς ἑξῆς κυρίας μεταβολάς. Καθωρίσθησαν ἐν πρώτοις τὰ τμήματα πάντα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι εἰδικῶς, τὰς ὁποίας θέλει περιλάβει τὸ συνιστάμενον Ὑπουργεῖον. Τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὁ τίτλος ὁρίζεται «Ὑπουργεῖον Γεωργίας, Βιομηχανίας καὶ Ἐμπορίου», ἀφῃρέθη δὲ ἡ λέξις δασῶν, διότι, ὡς ἐτέθη ὁ τίτλος, θεωρεῖται περιεκτικώτερος, ἔλειψε δὲ καὶ ὁ τίτλος ὀγδόου Ὑπουργείου, διότι ἐν τῇ συνθέσει τῶν Ὑπουργείων κατὰ σειρὰν φέρει τὸν ἀριθμὸν 6, ἑβδόμου ἐρχομένου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὀγδόου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Αἱ ὑπηρεσίαι αἵτινες ἀνατίθενται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι αἱ ἑξῆς κεφαλαιωδῶς. Ἐν πρώτοις ἡ ὑπηρεσία τῆς γεωργίας ἥτις ἀφαιρεῖται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· δεύτερον ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν ἀφαιρουμένη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· τρίτον ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας ἱδρυομένη νῦν τὸ πρῶτον, διότι ἐν οὐδενὶ Ὑπουργείῳ ἐλειτούργει. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ καινοτομήσῃ ἐν τούτῳ, καὶ εἰς τὸ τμῆμα τὸ εἰδικὸν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας προνοεῖ περὶ ἱδρύσεως γραφείου ἐργασίας θεωρουμένου καθ’ ἡμέραν ἀναγκαιοτάτου πρὸς παρακολούθησιν τῶν ἐργατικῶν τάξεων ἐν τῷ μέλλοντι. Νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἵνα μὴ ἔλθῃ ἡ Πολιτεία καὶ μεριμνήσῃ ἐν τελευταίᾳ στιγμῇ, κατόπιν γεγονότων σπουδαίων καὶ ἀφοῦ πρότερον τὰ ἐργατικὰ ζητήματα ἀφεθῶσι παρανάλωμα τῶν τυχαίων δημοκόπων. Τέταρτον τμῆμα ἱδρύεται τὸ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, τὸ ὁποῖον ἀποσπᾶται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ πέμπτον τὸ τμῆμα τῶν μεταλλείων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἐκ τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπηρεσίας τῆς παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων καὶ ἐκ τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπηρεσίας τοῦ ἐλέγχου τῶν παραχωρουμένων μεταλλείων. Αἱ δύο ὑπηρεσίαι ἐκρίθη ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι διῃρημέναι καὶ εἶναι ὀρθότερον νὰ συγκεντρωθῶσιν ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ, τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας. Ἕκτον τμῆμα ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἱδρυθῇ τὸ τμῆμα στατιστικῆς. Ἡ στατιστικὴ ἐλλείπει ἀνέκαθεν ἐν Ἑλλάδι. Ἐθεωρήσαμεν ὀρθόν, ἵνα, προκειμένου νὰ προνοήσωμεν περὶ Ὑπουργείου δρῶντος κυριώτατα τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, πρὸ παντὸς ἱδρύσωμεν τμῆμα στατιστικῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον ἀκριβῶς διὰ τὴν κίνησιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας καὶ τὴν μόρφωσιν γνωμῶν καὶ περὶ δασμολογίου ἐν Ἑλλάδι καὶ περὶ πάσης δασμολογικῆς μεταρρυθμίσεως, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τῆς πλουτολογικῆς κινήσεως τῆς χώρας. Ἕβδομον εἶναι τὸ τμῆμα τοῦ εἰδικοῦ Λογιστηρίου. Χάριν οἰκονομίας ὅμως ἐθεωρήθη ὅτι εἰς τοῦτο ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ διορισθῇ τμηματάρχης εἰμὴ μόνον μετὰ πενταετίαν. Ἐπίσης ὁρίζεται γραφεῖον Διεκπεραιώσεως ὁμοῦ μετὰ τοῦ γραφείου Πρωτοκόλλου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο δὲν θὰ ἔχῃ τοσαύτην ἐξ ὑπαρχῆς ὑπηρεσίαν ὥστε νὰ ἱδρυθῶσι δύο διάφορα γραφεῖα. Ἡ πραγματικὴ δαπάνη ἥτις προστίθεται εἶναι ἡ ἐκ τῆς δημιουργίας τοῦ τμήματος τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, διότι ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐν οὐδενὶ Ὑπουργείῳ νῦν λειτουργεῖ. Ἐφρόντισεν ἡ ἐπιτροπὴ ἵνα καὶ τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τμηματάρχην τῆς γεωργίας ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι δέον οὗτος νὰ ἔχῃ εἰδικὰς γνώσεις, νὰ μὴ συμβαίνῃ δ’ ὅ,τι συμβαίνει σήμερον, ὅτε δικηγόρος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ νὰ φωτισθῇ παρὰ δικηγόρου τμηματάρχου τῆς Γεωργίας. Ἀναμφισβητήτως ὁ σήμερον διευθύνων τὸ τμῆμα τῆς γεωργίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι τόσον φιλόπονος καὶ ἐπιμελὴς ὑπάλληλος, ὥστε διὰ τῆς φιλοπονίας αὑτοῦ καὶ τῆς ἐπιμελείας κατώρθωσε νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἔλλειψις εἰδικῆς γνώσεως ἤθελε παράσχει εἰς αὐτόν. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν καθ’ ἑκάστην νὰ ἐπιτυγχάνηται καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ὀρθὸν ἵνα ἐφεξῆς μία τόσον σπουδαία παραγωγικὴ ὑπηρεσία διευθύνηται ὑπὸ εἰδικοῦ προσώπου. Εἰς τὸ τμῆμα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ εἰς τὸ τμῆμα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῶσι προσόντα ἐξ ὑπαρχῆς δι’ εἰδικὰ πρόσωπα, καίτοι ἀκριβῶς ἦτο ἀνάγκη ἵνα ἔχωμεν τοιαῦτα. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει ἀκόμη καθωρισμένη ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡ ἐπαγγελματικὴ μόρφωσις, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀνωτέρας ἐπαγγελματικὰς σχολὰς διὰ τοιοῦτον προσωπικόν. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν θέλομεν ἀφεθῆ εἰς τὴν στρατολογίαν ὑπαλλήλων ἐκ τοῦ αὐτοῦ προσωπικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου στρατολογοῦνται οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν. Θὰ φροντίσωμεν νὰ θέσωμεν διαγωνισμοὺς καὶ διαφόρους ἄλλους περιορισμούς, ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ τὸ πτυχίον τοῦ διδάκτορος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐκλογὴν τῶν τμηματαρχῶν ἀφήνομεν τὴν εὐθύνην τῆς ἐκλογῆς τούτων εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Διὰ τὸν τμηματάρχην τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἐθεωρήθη ὀρθὸν νὰ τεθῇ καὶ ὡς προσὸν τοῦ τε τμηματάρχου ὡς καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ γραμματέως ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ σώματι τῷ οἰκονομικῷ τοῦ Ναυτικοῦ, καθόσον ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ οἰκονομικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ ἐπὶ ἀρκετὴν σειρὰν ἐτῶν ἀπέκτησαν μεγίστην πεῖραν. Ἐκ τῆς ἐκλογῆς τούτων ἐκ τοῦ τοιούτου κλάδου θέλει προκύψει καὶ οἰκονομία τοῦ μισθοῦ, καθόσον θέλουσι ληφθῆ ὡς τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες ἤδη.
§182Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἔχομεν εἰσέλθει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§183Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐπεκράτησεν, ὅπως ἡ εἰσήγησις ἐκθέσεων ἐπιτροπῶν ὡς καὶ ἡ κατάθεσις προτάσεων νόμων δύναται νὰ γίνηται καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ εὑρίσκηται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, διότι θεωρεῖται ὅτι καὶ ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§184Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἴσως κατὰ τὸν νέον Κανονισμόν.
§185Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι· καὶ κατὰ τὸν παλαιόν.
§186Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι· κατὰ τὸν παλαιὸν δὲν ἐπιτρέπεται. Τοῦτο εἶναι παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ.
§187Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι, ἂν ποιοῦμαι ταύτην τὴν στιγμὴν παράβασιν, ἡ παράβασις αὕτη δὲν θὰ εἶναι ἡ πρώτη, ἀλλ’ ἴσως ἡ ἑκατοστή.
§188Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπελογίσατε τὴν δαπάνην τὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου προκύπτουσαν;
§189Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ὑπελόγισα. Εἶπον ὅτι ὑπὲρ τὴν ὑπολογισθεῖσαν δαπάνην ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προστίθεται ἡ δαπάνη τοῦ τμήματος τῆς Στατιστικῆς, διότι τμῆμα ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας εἶχε καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπουργικόν.
§190Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφῃρέσατε τὴν Στατιστικὴν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν;
§191Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Τοῦτο εἶναι τμῆμα δασμολογικῆς στατιστικῆς τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας. Ἐκείνη μὲν ἔχει ἀντικείμενον τὴν τελωνειακὴν κίνησιν, αὕτη δὲ τὴν παραγωγικὴν κίνησιν τῆς χώρας. Δεύτερον νομοσχέδιον εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ὑποβάλει δύο νομοσχέδια περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων, ἓν μὲν περὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων, ἕτερον δὲ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ συνόλου τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐθεωρήσαμεν ὀρθότερον νὰ συγκεντρώσωμεν τὴν ὕλην τῶν δύο νομοσχεδίων εἰς ἓν καὶ μόνον νομοσχέδιον, ἵνα καταργουμένων ἢ τροποποιουμένων τῶν ἰσχυόντων νόμων καὶ τῶν διατάξεων τούτων ἔχῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἕνα κώδικα πλήρη τῆς νομοθεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων, παρέχοντα πᾶσαν εὐκολίαν διὰ τὴν ἐξεύρεσιν πάσης διατάξεως. Διὰ τοῦτο λοιπὸν κατηρτίσθη νομοσχέδιον περιλαμβάνον ὅλας τὰς διατάξεις. Τὸ νομοσχέδιον τῶν Δημοσίων ἔργων εἶναι σπουδαιότατον, θεωρῶ δ’ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ἐὰν ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ Δημοσίων ἔργων, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς ἔσχε τὴν τιμὴν — καὶ λέγω τοῦτο ὑφ’ ὅλην τὴν πραγματικὴν σημασίαν τῆς φράσεως — νὰ γένηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θ’ ἀποτελέσῃ διὰ τῆς ψήφου ταύτης ἡ Βουλὴ ἓν πραγματικὸν θεμέλιον ὑπὲρ τῆς ἐξυγιάσεως καὶ τῆς τακτοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων. Ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων ἔργων εἶναι ὑπηρεσία καθ’ ἧς καταβοᾷ ἀπὸ ἐτῶν σύμπαν τὸ Ἑλληνικόν, τό τε πολιτευόμενον, ὡς καὶ τὸ ἔξωθεν κρῖνον τὰ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ θόρυβος ὅστις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων συντελεῖται, ὢν συγχρόνως δίκαιος ἐν πολλοῖς, δὲν δύναται νὰ ἐπιρρίπτηται συλλήβδην καθ’ ὅλου τοῦ προσωπικοῦ. Διὰ τοῦτο διδομένης τῆς περιστάσεως, ἵνα λάβῃ ἡ Βουλὴ αὐστηρὰ μέτρα, εἶναι ὀρθὸν ὅπως μετὰ πάσης ἐπιμελείας ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος τούτου τεθῇ χαλινὸς εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης καθοριζομένης αὐστηρῶς, ἀποκαθαιρομένης δὲ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔχει περιέλθει ἐν πολλοῖς εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθε, μένοντος δὲ τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ εἰς τὴν θέσιν του, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον κατ’ οὐδὲν πταίει. Ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ χαλινὸς ἐπὶ ἑτέρου θέματος. Οἱ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων εἶχον κατορθώσει διὰ μυρίων μεθόδων καὶ διὰ δημιουργίας ἑκάστοτε ἔργων ἐκτάκτων καὶ ἐκτάκτων ὑπηρεσιῶν νὰ παραμένωσιν ἐν Ἀθήναις, τοιουτοτρόπως δὲ οἱ πλεῖστοι τῶν νομῶν τοῦ Κράτους διηυθύνοντο ὑπὸ μηχανικῶν δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως, ἔργα δὲ μεγίστης σπουδαιότητος ἐμελετῶντο ὑπὸ ἐργοδηγῶν καὶ παρελαμβάνοντο ὑπὸ μηχανικῶν δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως. Ἐντεῦθεν εἴχομεν ἀτελεῖς μελέτας λόγῳ τῆς ἀτελείας τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον προέβαινεν εἰς τὰς μελέτας, ἐντεῦθεν εἴχομεν ἀτελῆ ἐποπτείαν λόγῳ τοῦ μικροῦ μισθοῦ τῶν μικρῶν ὑπαλλήλων οἵτινες ἐπώπτευον, ἐντεῦθεν εἴχομεν ζημίας σπουδαίας ἐκτελουμένων ἔργων καὶ δαπάνας ἐπανειλημμένας διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἑνὸς ἑκάστου ἔργου. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐγίνοντο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ καὶ ἐνῷ εἴχομεν παραβάσεις καθημερινὰς τῶν νόμων, ἐν Ἀθήναις παρέμενε τὸ πλεῖστον τῶν νομομηχανικῶν καὶ ἐπιθεωρητῶν. Ἠθέλησε λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ κτυπήσῃ διὰ τοῦ νόμου τούτου κάκιστον παρελθὸν καὶ πρὸς τοῦτο συνεπλήρωσε τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ ῥητῶν διατάξεων, δι’ ὧν καθωρίσθησαν αἱ περιφέρειαι τῶν νομῶν, τὰ γραφεῖα τῶν μηχανικῶν καὶ τὰ γραφεῖα τῶν ὑπομηχανικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργῶσιν, ὡς καὶ τὸ προσωπικὸν τὸ ἀπαραίτητον διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν γραφείων αὐτῶν, δὲν ἀφήσαμεν δὲ παρὰ μόνον τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μείνῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξ ὑπομηχανικῶν καὶ μηχανικῶν, τὸ ὁποῖον θὰ διαθέσῃ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῶν γραφείων, καὶ τοῦτο διὰ τὰ γραφεῖα τὰ τοπικά, οὐχὶ δὲ διὰ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς πᾶσα προσκόλλησις πλείονος προσωπικοῦ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ὁρίζει. Ὡρίσαμεν δ’ ὅτι τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου θὰ ὦσιν ἕξ: αʹ) τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ, βʹ) τὸ τμῆμα τῆς ὁδοποιΐας, γʹ) τὸ τμῆμα τῶν ὑδραυλικῶν καὶ λιμενικῶν ἔργων, δʹ) τὸ τμῆμα τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων, εʹ) τὸ τμῆμα τὸ ἀρχιτεκτονικὸν καὶ ϛʹ) τὸ τμῆμα τῶν μελετῶν, τὸ ὁποῖον μεταβάλλεται εἰς τμῆμα, διότι ἐθεωρήσαμεν ὅτι τὸ τμῆμα τῶν μελετῶν κέκληται νὰ προσφέρῃ σπουδαιοτάτας ὑπηρεσίας. Ἐθεωρήσαμεν δὲ ὀρθὸν νὰ ὁρισθῇ τμῆμα ἐλέγχου τῶν μελετῶν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάγωνται ὅλαι αἱ μελέται καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν ἐντολὴν ἵνα ἐξελέγχῃ τὰς μελέτας ταύτας καὶ ἐκ τούτου γίνηται ἡ εἰσήγησις εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων· οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν συγκεντρωμένην καὶ ὑπεύθυνον ἐξέλεγξιν τῶν μελετῶν. Ἕκαστον τῶν ἓξ τούτων τμημάτων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας θὰ λειτουργῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπίσης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται καὶ μία ὑπηρεσία περὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων, ὑπηρεσία ἀπαραίτητος. Ὀργανοῦται ἤδη εὐρύτερον καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ νομομηχανικοῦ Ἀττικῆς, καταργεῖται δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ γραφεῖον τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως καὶ δημοσίων κτιρίων, διότι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος νὰ δεσμεύσωμεν δύο νομομηχανικούς, ἕνα τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως καὶ ἕνα ὡς νομομηχανικόν, ἐνῷ εἰς ὅλους τοὺς νομοὺς ὁ εἷς νομομηχανικὸς εἶναι ἐντεταλμένος καὶ εἰς τὰς δύο ὑπηρεσίας. Ἐπίσης καταργεῖται τὸ ἴδιον γραφεῖον τοῦ σχεδίου Πειραιῶς, διότι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην θὰ ἔχῃ τὸ γραφεῖον τοῦ νομομηχανικοῦ Ἀττικῆς, πεπροικισμένον διὰ προσωπικοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐκ δὲ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐλέγχου τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων ἀφῃρέσαμεν δύο μηχανικοὺς ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε τοποθετημένων τριῶν, προσεθέσαμεν δὲ τὸν ἠλεκτρολόγον καὶ τὸν μηχανουργόν, διότι ἀκριβῶς ἦτο ἀναγκαῖον νὰ προσκολληθῇ εἷς ἠλεκτρολόγος καὶ εἷς μηχανουργὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἥτις ἔχει τὸν ἔλεγχον τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων καὶ τῶν αὐτοκινήτων καὶ ἀτμολεβήτων. Ἐπεφυλάχθημεν δὲ ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν μηχανουργῶν εἰς δύο ἀντὶ ἑνός, διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀτμολεβήτων, μεγίστου ἀριθμοῦ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀπαιτεῖ ὡρισμένον προσωπικὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς καὶ μόνος μηχανουργὸς νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν σιδηροδρόμων καὶ συγχρόνως ὅλων τῶν ἀτμολεβήτων τοῦ Κράτους. Ἅπαν τὸ λοιπὸν προσωπικὸν τοποθετεῖται πλέον εἰς τὰ γραφεῖα τῶν νομῶν. Ἐλάβομεν δὲ τοῦτο τὸ μέτρον διὰ τοῦ νομοσχεδίου· εἰς ἕκαστον γραφεῖον νομοῦ θέλουσιν ὑπάγεσθαι καὶ ὑποτεταγμένα τινὰ γραφεῖα μηχανικῶν καὶ ὑπομηχανικῶν. Τοιαῦτα τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε δέκα καὶ πέντε, ἡμεῖς ὡρίσαμεν ταῦτα εἰς τριάκοντα, δέκα διὰ μηχανικοὺς καὶ εἴκοσι δι’ ὑπομηχανικούς. Ὡρίσαμεν δὲ ταῦτα τριάκοντα, ποιοῦντες οἰκονομίαν συγχρόνως, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ γραφεῖα ἦσαν μὲν δέκα πέντε μηχανικῶν, ἀλλὰ διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν τοπικὴν θ’ ἀπεστέλλετο ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ νομοῦ ὑπάλληλος, ὅστις θὰ ἐλάμβανεν ὁδοιπορικά, καθ’ ἣν δὲ περίπτωσιν θ’ ἀπεσπῶντο εἰς ὑπηρεσίαν τοπικὴν πλέον τοῦ μηνός, θὰ ἐλάμβανον ἐπιμίσθιον κανονικὸν ἀπὸ 100 μέχρι 200 δραχ. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι τόσα δημόσια ἔργα ἐν ἐκτελέσει, θὰ εἶναι ἀνάγκη εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας νὰ ὑπάρχῃ εἷς ὑπάλληλος, ἀπεσπασμένος μὲν ἀλλὰ μόνιμος, λαμβάνων ἐπιμίσθιον. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι εἶναι ὀρθότερον εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας αἵτινες εἶχον μέχρι τοῦδε ὑπάλληλον μόνιμον ν’ ἀφήσωμεν τὰ γραφεῖα. Κατὰ συνέπειαν ἔχομεν ἐλάττωσιν δαπάνης, θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τὸν ἔλεγχον καλλίτερον διὰ τῆς ἀενάου παρουσίας τοῦ προσωπικοῦ. Συγχρόνως ὅμως ὀνομάζομεν τὰ γραφεῖα ταῦτα ὑποτεταγμένα, διότι θ’ ἀναφέρωνται εἰς τὸν νομομηχανικόν, παρ’ οὗ θὰ λαμβάνωσι διαταγάς, ὥστε ἡ ἑνότης τῆς ὑπηρεσίας δὲν θέλει διασπασθῆ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον. Διὰ τοὺς ἐπιθεωρητὰς προτείνομεν τὸ ἑξῆς ῥιζικὸν μέτρον. Μέχρι τοῦδε εἴχομεν ἐπιθεωρητὰς ἕνα γενικόν, δύο πρώτης τάξεως καὶ πέντε δευτέρας· πάντες ὅμως οὗτοι εἶχον κατορθώσει νὰ εὑρίσκωνται ἐν Ἀθήναις. Ἔχουσι δημιουργηθῆ διὰ Β. Διαταγμάτων τέσσαρες τοπικαὶ περιφέρειαι τῶν ὁποίων αἱ ἕδραι κεῖνται πᾶσαι ἐν Ἀθήναις καὶ γίνεται ἡ ἐπιθεώρησις ἐξ Ἀθηνῶν δὶς κατ’ ἔτος. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι, σχὼν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ 40 ἡμέρας, εὗρον ὅτι ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη οὐδεὶς τῶν ἐπιθεωρητῶν εἶχεν ὑποβάλει τὰς δύο κατ’ ἔτος ὑποχρεωτικὰς ἐκθέσεις περὶ τῶν ἔργων, περὶ λογαριασμοῦ τῶν ἔργων, περὶ παραλαβῆς τοῦ ὑλικοῦ καὶ περὶ τοῦ προσωπικοῦ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον τέσσαρας ἡμέρας πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω, καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν εἶχον καλέσει εἰς ἀπολογίαν ὅλους τοὺς ἐπιθεωρητὰς διὰ τὴν παράβασιν αὐτὴν τῶν καθηκόντων των. Ἐὰν εἶχον δὲ τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω ἐπὶ δέκα ἡμέρας ἔτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἀργία θὰ ἔπληττεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς Κυρίους. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐκτόπισιν ὅλων, πλὴν τοῦ τῆς περιφερείας Ἀττικῆς. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ οὕτως ὁρίζονται εἰς πέντε, εἷς γενικὸς καὶ τέσσαρες ἐπιθεωρηταί, καὶ κατὰ τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὁρίζονται περιφέρειαι τέσσαρες, ἤτοι μία ἐν Ἀθήναις, μία ἐν Πάτραις, μία ἐν Ναυπλίῳ καὶ μία ἐν Λαρίσῃ, ὁρίζονται δ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ οἱ νομοὶ οἱ ἀποτελοῦντες ἑκάστην περιφέρειαν. Εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν Ἀττικῆς εἰδικῶς ἀνατίθεται καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς ὑπηρεσίας τῶν λιμενικῶν ἔργων Πειραιῶς. (Ἐνταῦθα ὁ κ. Λιδωρίκης συνομιλῶν διακόπτει τὸν ῥήτορα). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ὀλίγην ἡσυχίαν.
§192Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα προσηλωμένοι ἐκεῖ ὑποχρεωτικῶς;
§193Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀπαίτησιν νὰ κρέμασθε ἀπὸ τὰ χείλη μου. Ἔχω ὅμως τὴν ἀπαίτησιν νὰ μὴ θορυβῆτε, διὰ νὰ μὴ καταπνίγητε τὴν φωνήν μου, διότι ὅστις θέλει νὰ θορυβῇ δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἔξω.
§194Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἐθορύβησα· ἁπλῶς συνομιλῶ.
§195Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Συνέπεια τῶν μέτρων τῶν αὐστηρῶν, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύει ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ἡ ἑξῆς· μέχρι τοῦδε —καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ ἐπὶ τούτου— τὸ προσωπικὸν τῶν Δημοσίων ἔργων ἀπετελεῖτο ἐκ 259 ὑπαλλήλων τεχνικοῦ καὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ. Ἐκ τούτων πόσοι νομίζετε ὅτι ὑπηρετοῦσιν ἐν Ἀθήναις; Μιμούμενος τὸ παράδειγμα ἄλλου συναδέλφου, θελήσαντος διὰ τοῦ πήχεως νὰ παραστήσῃ τὸ πρᾶγμα, κατήρτισα τὸν πίνακα τοῦτον (δεικνύει μακρὰν λωρίδα χάρτου). Εἶναι ὁ ὄφις τῶν Δημοσίων ἔργων. 129 εὑρίσκονται ἐν Ἀθήναις ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον, ἄλλος ὡς ἐπιθεωρητὴς τῶν λιμενικῶν ἔργων Πειραιῶς, ἄλλος ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Πειραιῶς καὶ ἄλλος μεταβαλλόμενος εἰς Ἰκτῖνον διὰ νὰ κατασκευάσῃ τὸν Παρθενῶνα. Οὕτω τὸ πλεῖστον μέρος τῶν νομομηχανικῶν εὑρίσκεται ἐν Ἀθήναις καὶ πάντες οἱ ἐπιθεωρηταί, εἰς τὰς ἐπαρχίας δὲ οἱ ἐργοδηγοί. Ἐν συνόλῳ 129 ὑπηρετοῦσιν ἐν Ἀθήναις, δηλ. πλέον τοῦ ἡμίσεος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς κατήρτισε τοῦτο ἡ ἐπιτροπή, τὸ προσωπικὸν τὸ ἐν Ἀθήναις, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ νομομηχανικοῦ Ἀττικῆς καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐλέγχου τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων, περιορίζεται εἰς 75 καὶ μόνον, ὅταν δ’ ἀποχωρισθῶσι τῆς ὑπηρεσίας δύο πρόσωπα ἅτινα προσωρινῶς διατηροῦνται, θέλει περιορισθῇ εἰς 73. Τὸ δὲ λοιπὸν προσωπικὸν ὁρίζεται εἰς 230· ἀποκόπτονται 39. Ἡ περικοπὴ θὰ ἦτο μείζων, ἀλλ’ ἡ ἵδρυσις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας κατέστησεν ἀπαραίτητον τὴν δημιουργίαν μιᾶς θέσεως γραμματέως καὶ μιᾶς θέσεως γραφέως, διότι καθ’ ἕκαστον νομὸν εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία ἑνὸς γραφέως διὰ τὴν διατήρησιν ὅλων τῶν καταστάσεων καὶ τῶν μακρῶν ἐκθέσεων τὰς ὁποίας θὰ παρέχῃ ἡ ὑπηρεσία τῆς ὁδοποιίας. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ προσωπικοῦ. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐλαφραί τινες τροπολογίαι ἐγένοντο ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὸ ποινολόγιον. Οὕτως ἐτηρήθη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Δημοσίων ἔργων ἡ ἐκτέλεσις ἔργων ἰδιωτικῶν ἄνευ ἀδείας τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἡ τοιαύτη ἐλευθερία μέχρι τοῦδε περὶ τὰ ἰδιωτικὰ ἔργα κατέστησε καὶ ἀμφίβολον κατ’ ἐμὲ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ τιμωρεῖν τὸν ὑπάλληλον τὸν ἀπόντα ἐκ τοῦ γραφείου του. Ἐνῷ ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων καθορίζει ὡς ἐπιτηδευματίαν τὸν ἀρχιτέκτονα ὑπάλληλον τῶν Δημοσίων ἔργων, πῶς δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τιμωρήσῃ τὸν μὴ προσερχόμενον ὑπάλληλον κατὰ τὴν προσήκουσαν ὥραν, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶναι ἀπησχολημένος εἰς ἰδιωτικὴν ὑπηρεσίαν δι’ ἣν πληρώνει φόρον; Πάντα ταῦτα καταργοῦνται. Ὡς πρὸς τὸ μέτρον τῆς ἐκκαθαρίσεως διὰ τοὺς ἐπιθεωρητάς, νομομηχανικοὺς καὶ τοὺς μηχανικοὺς αʹ τάξεως, τοῦτο ἀνατίθεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὑπευθύνως θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, διότι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην Ἀρχὴν ἠθέλησεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐκκαθάρισιν ταύτην, διὰ τὴν ἄγνοιαν πάσης ἄλλης Ἀρχῆς περὶ τοὺς τεχνικοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους· ζητεῖ δὲ τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ εἶναι δεδικαιολογημένον, διὰ νὰ εἶναι πλήρης ἡ ἐγγύησις περὶ τῆς ἀμερολήπτου καὶ δικαίας ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀνωτέρων βαθμῶν, ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς καὶ οἱ 4 ἐπιθεωρηταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ διατηρηθῶσι καὶ 4 νομομηχανικοὶ αʹ τάξεως θέλουσιν ἀποτελέσει ἐπιτροπήν, ἥτις θέλει κρίνει περὶ τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ. Περὶ τῶν προαγωγῶν μέχρι τοῦ βαθμοῦ νομομηχανικοῦ ἀποφαίνεται τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων ἐν γνωμοδοτήσει, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐφρόντισα νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν ἀκυρωτικὴν ψῆφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν διετυπώσαμεν τὴν ἑξῆς τροποποίησιν, ὅτι τὴν γνωμοδότησιν τοῦ συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται δι’ ἠτιολογημένης ἀποφάσεώς του, δημοσιευομένης ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», νὰ ἀκυρώσῃ. Ἂν δὲν τὴν ἀκυρώσῃ ἐντὸς 30 ἡμερῶν, εἶναι αὐτοδικαίως κεκυρωμένη. Ἐὰν τὸ συμβούλιον ἐπανέλθῃ μετὰ τὴν ἀκύρωσιν, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἔκθεσιν διὰ τυπικοὺς λόγους. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐτηρήθησαν οἱ νόμιμοι ὅροι κατὰ τὴν δευτέραν γνωμοδότησιν τοῦ συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων, τότε ἀκυροῖ ἐκ δευτέρου καὶ καταρτίζει οὗτος πλέον τὸν πίνακα ἰσχύοντα δι’ ἓν ἔτος. Διὰ τὴν προαγωγὴν προτείνομεν τὸ ἑξῆς μέτρον· νὰ γίνηται καὶ ὁ πίναξ εἰς διπλοῦν, πίναξ ἀρχαιότητος, παραλειπομένων τῶν κρινομένων ὑπὸ τοῦ συμβουλίου ὡς μὴ προβιβασίμων, καὶ πίναξ δεύτερος ὁ κατ’ ἐκλογήν, ὁ Ὑπουργὸς δὲ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ δικαιοῦται νὰ προάγῃ ⅔ ἐκ τοῦ πίνακος τῆς ἀρχαιότητος καὶ ⅓ ἐκ τοῦ πίνακος τῆς ἐκλογῆς. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν προταθῇ ὁ κατ’ ἐκλογήν, θὰ γίνωσιν αἱ προαγωγαὶ ὅλαι κατ’ ἀρχαιότητα. Θεωρῶ περιττὸν ν’ ἀναφέρω τὰς λεπτομερεῖς τροπολογίας εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ μὴ καταναλώσω τὴν ὥραν αὐτῆς ἐπὶ πολύ. Ὑποβάλλομεν καὶ πρότασιν νόμου περὶ ἐποπτείας τῆς διοικήσεως τῆς λιμενικῆς ὑπηρεσίας. Ὡς εἶχε μέχρι τοῦδε, διεξήγετο ὑπὸ μηχανικοῦ διατελοῦντος ὑπὸ τὸν διευθυντὴν τῶν Δημοσίων ἔργων, ἀλλ’ εἶναι αὕτη ὑπηρεσία διαχειριστική, ἥκιστα δὲ τεχνική. Ἐθεωρήσαμεν ὀρθότερον ἵνα προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μετάθεσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐποπτείας τῆς διοικήσεως τῶν λιμένων εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ τὸ τέταρτον τμῆμα τῆς Δημοσίας οἰκονομίας, ὅπερ θέλει διαχειρισθῆ νομικώτερον τῆς σήμερον ἄνευ κύρους νομικοῦ λειτουργίας. Τοῦτο θὰ παρετήρησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ κατ’ ἐπανάληψιν ὑπ’ αὐτοῦ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου. Ἄν θελήσῃ νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, θέλομεν συμπληρώσει τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐγένετο διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν διοικητικῶν. Περατώσας τὴν εἰσήγησιν, Κύριοι, λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, ἀφοῦ ἐκτυπωθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς πρωινὰς συνεδριάσεις εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ὁρώντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι νομίζω ὅτι, ἀφοῦ πλείστους κλάδους τῆς πολιτικῆς ὑπηρεσίας ἐβελτιώσαμεν μέχρι τοῦδε, θὰ ἦτο ἀτέλεια καὶ παράλειψις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἂν ἄφηνεν ἀθεραπεύτους τὰς πληγάς, αἵτινες παρετηρήθησαν ἐν τῇ διοικητικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Δημοσίων ἔργων. Ἐπίσης θὰ ἦτο παράλειψις, ἂν ἐπιβάλλοντες φόρους ἀφθόνους δὲν ἐλαμβάνομεν πρόνοιαν, ὅπως κατὰ τὰς πρωινὰς συνεδριάσεις ἐπιληφθῶμεν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δημοσίων ἔργων καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ ἐγκαταλίπῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν μῆνιν τὴν ὁποίαν δεικνύει ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβληθέντος διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νῦν ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ προικισθῇ τὸ Πανεπιστήμιον μὲ ὀργανισμὸν ὁ ὁποῖος εἶναι πάντως τελειότερος καὶ ἐπιτυχέστερος ἀπὸ τὸ ἐξάβλωμα τὸ ὁποῖον λέγεται ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ μὴ ἀναχωρήσωμεν δ’ ἐντεῦθεν ἀφήνοντες τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐδείξαμεν ἐνδιαφέρον εἰς ζητήματα ἐλάχιστα καὶ τυχαῖα ἐν πολλοῖς, ἠδιαφορήσαμεν δὲ διὰ τὰ μέγιστα. (Ὅρα ἔκθεσιν ἐν τέλει παραρτήματος Ἐφημ. Συζ. Βουλῆς τοῦ 1909)
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τῶν οἰκοπέδων». Οἱ κύριοι Μπασιᾶς, Καβαλλιεράτος καὶ Βελλιανίτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 669–670).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν κάρρων, ἁμαξῶν καὶ αὐτοκινήτων καὶ ὑπαγωγῆς εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος τῶν ἐργοστασίων ἀεριόφωτος καὶ ἠλεκτρικοῦ φωτός».
§198Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἰς θέσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται ἐν συνόλῳ ἡ ἀνακούφισις αὕτη ἡ φορολογικὴ ἡ ἐπὶ τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν ἁμαξηλατῶν ἐν τῷ συνόλῳ, ὁποία δηλ. θὰ εἶναι ἡ μείωσις τῶν εἰσπράξεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς φορολογικῆς ταύτης ἀνακουφίσεως; Δὲν πρόκειται περὶ δικαίου καὶ ἀδίκου· ἐγὼ θεωρῶ ταύτην δικαιοτάτην καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ὁποῖον ποσὸν θὰ ζημιωθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ἂν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσετε τὴν Βουλήν, διότι νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ προχείρους τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποῦ βαδίζομεν.
§199ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ εἰσπράξωμεν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου διπλάσια τῶν ὅσα χαρίζομεν εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν ἁμαξηλατῶν.
§200Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦται ὑπεκφυγαὶ δὲν ἁρμόζουσιν εἰς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἐρώτημά μου εἶναι σαφέστατον. Λέγω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· ἐλαττώνεις τὸν φόρον τῶν ἁμαξηλατῶν· δικαιοτάτη ἡ πρᾶξίς σου, ἀξία παντὸς ἐπαίνου, παράδειγμα χριστιανικόν, καίτοι παραδείγματα τοιαύτης χριστιανικότητος δὲν ἐδώκατε πολλά· ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐν συνόλῳ θὰ ζημιωθῇ ὁ Προϋπολογισμός; Ποῖον ποσὸν εἰσπράττομεν μέχρι σήμερον διὰ τοῦ ὑφισταμένου φόρου καὶ ποῖον ποσὸν θὰ εἰσπράξωμεν μεθαύριον; Εἶναι ἁπλούστατον τὸ πρᾶγμα· ὁ κ. Ὑπουργὸς τί λέγει; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σιωπᾷ καὶ ἀνοίγει τὰ χείλη μόνον ὅταν συγκεντροῖ περὶ αὑτὸν τοὺς δημοσιογράφους, διὰ νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ Ἀγγελοπούλου καὶ διὰ νὰ τὸν στολίσῃ μὲ ἐπίθετα τὰ ὁποῖα δὲν λέγονται ἐδῶ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνει μεθ’ ἡδονῆς εἰς τὸν κύκλον τῶν δημοσιογράφων. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἐπιθέτων τὰ ὁποῖα μοὶ ἀποδίδει ἐγὼ ἀδιαφορῶ, φροντίζω ὅμως καὶ μανθάνω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει εἰς τοὺς δημοσιογράφους ὅτι ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς Ἀγγελόπουλος κωλυσιεργεῖ ἐδῶ ἀπαύστως, διότι θέλει νὰ ἐκμηδενίσῃ τὰ σωστικὰ αὑτοῦ μέτρα! Ἀλλά, ἂν ἐρωτῶ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ φορολογικὴ αὕτη ἀνακούφισις, πράττω τοῦτο, διότι ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ θαυμασίου τούτου Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος συνεκίνησε πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐν τῷ ἐκφωνηθέντι κατ’ αὐτὴν λόγῳ ἀναφέρεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτικήν· καὶ ποία εἶναι ἡ δημοσιονομικὴ καὶ οἰκονομικὴ αὕτη πολιτική; Ἡ ἀνακούφισις τῶν πτωχῶν τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· καὶ ἐρωτῶ νὰ μάθω τέλος πάντων· ἀφοῦ ἐπεβλήθησαν φόροι 18 ἑκατομμυρίων περίπου, ἀφοῦ ἡ φορολογία δὲν εὗρεν ἄλλο ἐμπόδιον νὰ σταθῇ παρὰ τὰς θύρας τοῦ νεκροταφείου, διότι μόνον τοῦτο ἀφῆκεν ἀφορολόγητον, ἐρωτῶ· ποία εἶναι ἡ μεγάλη ἀνακούφισις τοῦ λαοῦ τὴν ὁποίαν ἔφερε διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Εἶναι τάχα αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τῶν ἁμαξηλατῶν; Καὶ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην εἰς ποίαν στιγμὴν ἀπεδέχθη; εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκάλεσεν αὐτοὺς νὰ τὸν συντρέξωσι κατὰ τῶν ποτοποιῶν καὶ ἐξώρκιζεν αὐτοὺς νὰ τεθῶσιν εἰς τὸ πλευρόν του, διὰ νὰ καταπολεμήσωσι τοὺς ποτοποιούς, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ φορολογηθῶσι μὲ δύο δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν οἰνοπνεύματος. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνακούφισις τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουσιν οἱ ἁμαξηλάται ἢ καὶ ἄλλη τις ἀνακούφισις; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ εἶναι ἀξία ν’ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς εἰσήγησις αὐτοῦ καὶ νὰ λέγηται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι ἔχει πολιτικὴν τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ λαοῦ; Ἀλλ’ ἔχει ἐλάφρυνσιν ὁ λαός, ὅταν αὐτὸς ὁ ἁμαξηλάτης καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ τὰ ἄρρενα, τὰ ἔχοντα ἡλικίαν ἀπὸ 18 ἕως 65 καὶ πέρα ἀκόμη, θὰ πληρώνωσι φόρον κεφαλικόν; Ἐρωτῶ· ὅταν χαρίζωμεν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς 20–25 χιλ. δραχμῶν φόρον καὶ ἐπιβάλλομεν διὰ τῆς ἄλλης κεφαλικὸν φόρον 3½ ἑκατομμυρίων, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος ἐνώπιον Βουλῆς ἐλευθέρας, ἐνώπιον κοινωνίας τῆς Ἑλλάδος σωφρονούσης νὰ λέγωμεν ὅτι μετερχόμεθα πολιτικὴν οἰκονομικὴν καὶ δημοσιονομικήν, ἀνακουφίζουσαν τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ; Περὶ τούτου ἐρωτῶμεν τὸν κ. Ὑπουργόν. Δὲν θὰ εὐκρεστηθῇ τάχα νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς μίαν διασάφησιν;
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1.
§202Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρθρον πρῶτον! Ἄρθρον πρῶτον καὶ ἄρθρον δεύτερον! (Γέλωτες).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§204Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβληθῇ οὕτω· «περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΓΡΜΒʹ περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§206ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶχεν ὑποβληθῆ χθὲς τροπολογία ὑπὸ τῶν κ. Θ. Παπαϊωάννου καὶ Δ. Τσιτσάρα.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτή.
§208ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφεται, διότι δὲν ἐτυπώθη τὸ νομοσχέδιον.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· εἶναι ἐδῶ προσκεκολλημένη.
§210ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τρίτης ἀναγνώσεως, νὰ ἐπαναληφθῇ πάλιν. Εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 νὰ τεθῇ ἀντὶ τῶν 40 δρ. 35 δραχμαί. Εἰς τὸ πέμπτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 μετὰ τὴν λέξιν «ἰδιοκτήτης» νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἰδιωτικοῦ», ὁπότε τὸ πέμπτον ἐδάφιον θὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς: 5) «Ἰδιοκτήτης ἰδιωτικοῦ διτρόχου ἢ τετρατρόχου ἁμαξίου πολυτελείας δρχ. 120 δι’ ἕκαστον».
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὑπάρχει μία τροπολογία περὶ τοῦ πληθυσμοῦ.
§212ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δέχομαι μέχρι 12,000 κατοίκων ἀντὶ 10,000 (διάλογοι). Παρακαλῶ δέ, κ. Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ἑξῆς ἐπεξήγησις συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις ἃς ἔκαμεν ὁ κ. Καλογερόπουλος· «Τὸ ἐν Νέῳ Φαλήρῳ κείμενον ἐργοστάσιον θεωρεῖται κείμενον ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ὁ κατὰ τὸν παρόντα νόμον φόρος ἐπιτηδεύματος ἐπιβάλλεται μόνον ἐπὶ τῶν ἐργοστασίων παραγωγῆς ἠλεκτρικῆς δυνάμεως, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῶν ἐργοστασίων μετατροπῆς».
§213Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Διατί ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἠλεκτρικοῦ καὶ τοῦ φωταερίου; Διατί αὐτὴ ἡ διάκρισις;
§214ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὡς ἐκ τῆς ἀποστάσεως ἀντελήφθην ὀρθῶς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ. Νομίζω ὅτι ἐρωτᾷ· διατί φορολογοῦνται ἐλαφρότερον τὰ ἐργοστάσια τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἀπὸ τὰ τοῦ φωταερίου; Δὲν ἔχει οὕτω;
§215Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Μάλιστα.
§216ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι πρόκειται περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις ἐργοστασίου τὸ ὁποῖον ἔχει ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτερα ἔξοδα τοῦ ἐργοστασίου τοῦ φωταερίου. Διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται ἀνώτερος φόρος. Προκειμένου περὶ ἄλλων ἐργοστασίων φωταερίου, ἅτινα δὲν ἔχουσι τόσον μεγάλα κέρδη, ἐπεφέραμεν ἤδη κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου.
§217Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ δώσω εὐκαιρίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ χειροκροτήσῃ τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διὰ προηγουμένου νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ τῶν εἰδῶν τοῦ φωτισμοῦ τῶν πτωχοτέρων τάξεων τοῦ λαοῦ, ἐπιβάλλεται ἀκόμη φορολογία 320% ἐπὶ τοῦ φωτισμοῦ τῆς ἀσετυλίνης, καὶ φορολογοῦμεν, ἔλεγον καὶ χθές, τὸν πτωχὸν καστανοπώλην τὸν πλανόδιον, ὅστις ἔχει ἕνα μικρὸν λαμπτῆρα διὰ νὰ κερδίζῃ τῇ βοηθείᾳ τοῦ λαμπτῆρος ἐκείνου τὰ πρὸς τὸ ζῇν· ἐπεβάλομεν φόρον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ οἰνοπνεύματος, ὁ ὁποῖος ἐπίσης εἶναι λαϊκός, λαϊκώτατος φωτισμός, καὶ ἀναγινώσκω σήμερον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθλίβη χθές, διότι ἀμειλίκτως ἐφορολόγει τοὺς πλουτοκράτας τῆς Κηφισίας, ἀλλ’ ἐπροστάτευε τὸν μικρὸν λαόν, ὡσανεὶ μόνοι οἱ κάτοχοι κήπων ἐν Κηφισίᾳ εἶναι πλούσιοι καὶ δὲν ὑπάρχει πληθὺς χωρικῶν ἐντοπίων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ οἰκόπεδα καὶ οἱ ὁποῖοι πωλοῦσι τὰ οἰκόπεδα ταῦτα. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡ φορολογικὴ τῶν πλουσίων, διατί τάχα δὲν θὰ φορολογήσῃ τὸν φωτισμὸν τὸν ἠλεκτρικόν, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζεται ὁ εὔπορος, ὁ εὐπορώτατος, διατί δὲν θὰ φορολογήσῃ τὸν διὰ τοῦ ἀεριόφωτος, τὸν ὁποῖον μεταχειρίζεται ὁ τῆς μέσης τάξεως; Ποία λογικὴ εἶναι αὐτή, νὰ φορολογῶμεν τὸν φωτισμὸν τοῦ ποιμένος εἰς τὰ ὄρη τοῦ Καρπενισίου — ἢ τῆς πατρίδος ὑμῶν, κ. Πρόεδρε —, καὶ νὰ μὴ φορολογῶμεν τὰ μέγαρα τῶν πλουσίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι φωτισμὸν ἠλεκτρικόν; Πῶς ἐξηγεῖται αὐτὴ ἡ δημοσιονομικὴ καὶ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ποῖον ἔδαφος ἔχει νὰ σταθῇ αὐτὴ ἡ πολιτική; Θέλετε νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασίς μας αὐτή; Νὰ ψηφισθῇ τί; Οἰκονομικοὺς λογισμούς, δημοσιονομικοὺς παραλογισμοὺς νὰ ψηφίσωμεν, ἀφοῦ εἶναι γενικὴ εὐχαρίστησις, ἀφοῦ πανταχόθεν ἀκούομεν ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ καὶ νὰ τελειώνωμεν ὅπως–ὅπως, νὰ θέσωμεν τοὺς φόρους αὐτοὺς καὶ βραδύτερον, μεθαύριον τίνα ἐργασίαν ἔχομεν; Πάλιν μεθαύριον θὰ μᾶς στείλῃ ὁ λαὸς νὰ τοὺς καταργήσωμεν, διὰ νὰ μὴ μᾶς λείψῃ ἡ ἐργασία! Αὐτὰ μᾶς συμβουλεύουσι! Θέλετε τώρα σεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπισπεύσωμεν αὐτὸ τὸ ἔργον, εἶναι τόση ἀνάγκη, καὶ νὰ λέγωμεν τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον μὲ ἀγωνίαν, ὡσανεὶ πρόκειται νὰ σώσωμεν τὸ ἔθνος καὶ τὸν λαόν; Πράξατέ το. Ἀλλὰ λύπη θὰ εἶναι εἰς πάντα ἔντιμον καὶ εὐσυνείδητον πολιτευόμενον νὰ βλέπῃ τοιαύτην κατάστασιν, νὰ βλέπῃ τοιαύτην ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§218Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δύο λέξεις θ’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Ἐὰν ὑπάρχωσι μέγαρα τὰ ὁποῖα φωτίζονται δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς καὶ ἀεριόφωτος, εἶναι ὅμως καὶ ἡ τάξις ἡ ἐμπορική, ἡ τάξις ἡ παραγωγική, ἡ ὁποία σήμερον ὑποφέρει, ἡ ὁποία συνεισφέρει τὰ περισσότερα εἰς τὸ Κράτος, αὐτὴν δὲ ζητεῖ νὰ πλήξωμεν ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τῆς φορολογίας τῆς νέας τοῦ ἀεριόφωτος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρατηρῶ ὅτι προσέχει πάντοτε καὶ ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ, ὅταν φοβηθῇ ὅτι νομοσχέδιόν τι προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ψηφιζόμενον εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐν μέρει ἡ Κυβέρνησις προσέχει, ὅσον τῇ ἐπιτρέπεται, εἰς τὰς ἀξιώσεις τὰς δικαίας εἴτε τάξεως ὡρισμένης ἀνθρώπων εἴτε καὶ ἐπαγγελμάτων. Τοῦτο προσέχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πάντοτε καὶ τότε ἐγείρεται καὶ ὁμιλεῖ, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καταστρέψῃ τὴν τοιαύτην ἐντύπωσιν.
§219Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν δὲν προσέχει εἰς ὅσα λέγονται ἐνταῦθα. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον εἰς ἐμὲ ποῖον εἶναι τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς τὰ πράγματα καὶ ἕκαστον νομοσχέδιον ἐξετάζω κατὰ τὴν δικαιολογικὴν αὑτοῦ βάσιν. Καὶ ἔλεγον πρὸ μικροῦ· ποία βάσις εἶναι ἡ φορολογικὴ τοῦ φωτισμοῦ τῶν πτωχοτέρων τάξεων, ὅταν ὁ φωτισμὸς τῶν πλουσιωτέρων τάξεων, ὁ ἠλεκτρικὸς καὶ ὁ δι’ ἀεριόφωτος, δὲν φορολογῶνται; Καὶ ἔλεγεν εἰς ἐμὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὅστις, καίτοι πολὺ νεώτερός μου, ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ μὲ διδάξῃ, ὅτι διὰ τῆς φορολογίας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ λέγω, θὰ ἐνοχλήσωμεν τὰς τάξεις τῶν ἐμπόρων, τῶν βιομηχάνων, τῶν ἄλλων τραπεζιτῶν, οἱ ὁποῖοι στενοχωροῦνται αὐτὰς τὰς ἡμέρας καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἔχωσι φῶς ἄπλετον ἠλεκτρικόν, ἐνῷ δὲν στενοχωρεῖται ὁ μικρὸς λαὸς καὶ πρέπει νὰ φορολογήσωμεν τὸν φωτισμὸν τοῦ οἰνοπνεύματος.
§220Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§221Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι θεωρίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία αὔριον θὰ τὸν ἀκούσῃ, θὰ τὸν συγχαρῇ δι’ αὐτὰς τὰς ἰδέας· οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἂς ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ λέγωμεν ὅτι εἶναί τι ἀκατανόητον ἡ φορολογία τοῦ φωτισμοῦ ἀσετυλίνης, ἐνῷ κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, τὸν σπεύδοντα εἰς ἐπικουρίαν τοῦ σιωπῶντος Ὑπουργοῦ, εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καὶ κρῖμα νὰ φορολογήσωμεν τὰ μέγαρα τῶν πλουσίων τὰ δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ φωτιζόμενα.
§222Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγεῖτο τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου, ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὅτι ἐμνημόνευσεν ὅτι αἱ ἐνέργειαί του ἐστρέφοντο εἰς μείωσιν τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου καὶ πάντες ἀνωμολόγουν ὅτι ἐν τῇ μερίμνῃ ἐκείνῃ ὑπῆρχεν ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπὲρ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, περιεμένομεν δὲ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑποστῆ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου, ν’ ἀνακτήσῃ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς καὶ τοῦ ἀεριόφωτος. Ἀλλ’ ἤδη βλέπομεν ὅτι περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου οὐδεὶς γίνεται λόγος, ἐγκατελείφθη, καίτοι καὶ ὁ Ἔλεγχος εἰς τοῦτο συγκατετέθη. Ἐπέβαλε τὴν φορολογίαν τῆς ἀσετυλίνης, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, βαρύτατα φορολογήσας φῶς τὸ ὁποῖον ἀποκλειστικῶς ὁ λαὸς μεταχειρίζεται· ἐπέβαλε φορολογίαν ἐπὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον σχεδὸν τείνει νὰ γενικευθῇ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν πτωχὸν λαόν, καὶ διστάζει νὰ φορολογήσῃ τοὺς πλουσίους ἐπὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς καὶ τοῦ ἀεριόφωτος, εἰδῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων εὑρίσκει μέγιστον ἔδαφος ἵνα προβῇ εἰς φορολογίαν, ἐὰν θέλῃ νὰ δείξῃ ὅτι ἐνδιαφέρεται. Ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ πράξῃ τοῦτο χαριζόμενος εἰς τοὺς πλουσίους, διότι Κυβέρνησις σεβομένη ἑαυτὴν καὶ πονοῦσα τὸν λαὸν ἤθελε δεκαπλασιάσει τὸν φόρον τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τὸν δι’ ἠλεκτρικοῦ καὶ ἀεριόφωτος φωτισμόν. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ λέγωμεν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ὅτι μεριμνῶμεν δῆθεν περὶ τοῦ λαοῦ, ὅτε τόσον χαριζόμεθα ὑπὲρ τῶν πλουσίων, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μεριμνῶσιν ὑπὲρ τῆς φορολογίας τῶν οἰκοπέδων τῆς Κηφισίας δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐψήφιζον χθὲς κατὰ τῆς φορολογίας, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῶν πλουσίων, καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῶσι τὰς συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ὄχι νὰ ἐπιβάλωμεν 16,000,000 εἰς τὸν λαὸν καὶ ν’ ἀποφεύγωμεν τὴν φορολογίαν εἰς τοὺς πλουσίους ὅπου ὑπάρχει φωτισμὸς ἠλεκτρικός, ὅπου ὑπάρχει ἀεριόφως.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ οἰνοπνεύματος».
§224Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§225ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶμαι, κ. Πρόεδρε, ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω πρῶτος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν γίνῃ συζήτησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, δηλῶ ὅτι θὰ ὁμιλήσω.
§226Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Προκειμένου, κ. Πρόεδρε, νὰ γίνῃ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κ. Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν ἦλθεν εἰς συζήτησιν, ἐκρίθη δ’ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπὸν τὸν δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενον, ὅτι εἶναι ἀσύμφορον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ὅτι, ὡς εἶχε συνταχθῆ τὸ νομοσχέδιον, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο παρεπέμφθη τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν, ὅπως ἐπεξεργαζόμενον καὶ τροπολογούμενον εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλήν, ἐλλείψει ὅμως χρόνου δὲν ἠδυνήθη νὰ διατυπώσῃ καὶ συσχετίσῃ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἔκρινεν ἀναγκαίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· οὐχ ἧττον ἡ ἐπιτροπὴ ἐξεδήλωσε διὰ τῆς ἐκθέσεώς της τὰς γνώμας της καὶ ὑπέδειξεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰς ἐπιβαλλομένας ἀναγκαίας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἔκθεσις αὕτη μόλις σήμερον διενεμήθη· ἀμφιβάλλω δ’ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβε ταύτην ὑπ’ ὄψιν, διότι, ἐὰν ἐλάμβανε ταύτην ὑπ’ ὄψιν, βεβαίως θὰ ἐλάμβανε τὴν καλωσύνην ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἢ μόνος του νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τούτου, ὅπως ὑποβάλῃ αὐτὸ τροπολογημένον συμφώνως πρὸς τὰς συστάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἢ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδέχεται ἐν μέρει ἢ καθ’ ὅλου τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐκδηλώσῃ τὰς σκέψεις αὐτοῦ ἐπὶ τῶν γνωμῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἶτα γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο κρίνω ἀναγκαῖον, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, ἵνα λάβῃ καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὴν τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Συνιστῶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὰς συστάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἰδίως τὰς ἀφορώσας τὴν μὴ κατάργησιν τῶν ἀμβύκων. Διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἀμβύκων....
§227Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁμιλεῖτε τώρα ἐπὶ τῆς οὐσίας ἢ ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
§228Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν πρότασίν μου ἁπλῶς· ἀλλὰ παρατηρῶν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς σύμφωνον μὲ τὴν πρότασίν μου ἀποφεύγω νὰ ἐξετάσω τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἤδη ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μόνον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα κατέληξαν, πρὶν εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ κεφαλαιούχου ἐπὶ τούτῳ ἐλθόντος ἐνταῦθα ἐξ Αἰγύπτου περὶ παραχωρήσεως εἰς αὐτὸν τοῦ μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθείσας προτάσεις. Τοῦ κεφαλαιούχου ἐκείνου, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἀσφαλεῖς, αἱ προτάσεις εἶναι λίαν συμφέρουσαι διά τε τὸ Κράτος καὶ διὰ τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔσπευσε ν’ ἀποδεχθῇ αὐτάς. Ἐκτὸς τούτου ἂς εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ ἄλλων ἑταιρειῶν περὶ παραχωρήσεως μονοπωλίου οἰνοπνεύματος, μετὰ τίνων ἑταιρειῶν, καὶ ὁποῖαι προτάσεις ἐκ μέρους αὐτῶν ὑπεβλήθησαν.
§229ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἔσχον καιρὸν ν’ ἀναγνώσωσι τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον· ἐὰν ὅμως ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἕτοιμος, ἂς ὁμιλήσῃ ἀπόψε.
§230ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§231ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐπειδὴ φοβοῦμαι ὅτι ἡ συζήτησις θὰ λάβῃ διαστάσεις, καλὸν νομίζω, ἵνα δύο ἢ τρεῖς ἐκ τῶν κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι θὰ μετάσχωσιν αὐτῆς, ἀγορεύσωσιν ἀπόψε χωρὶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον...
§233ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναγραφῇ πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§234ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§235ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ αὔριον θὰ εἶναι ἐπερωτήσεις, ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ μετὰ μεσημβρίαν.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον, θὰ εἶναι δ’ ἐγγεγραμμένον πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§237Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συζητηθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 25, «περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ περὶ προσόντων τῶν ἐφημερίων».
§238Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἔχω ἀντίρρησιν. Δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ὅτε ὑπεβλήθη πρὸ μηνὸς νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Βάλτου Βουλευτοῦ περὶ ἐνοριῶν, ταυτοχρόνως ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ νομοσχέδιά τινα σχετιζόμενα μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐνοριῶν. Ἔκτοτε παρῆλθε μὴν καὶ τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἐτυπώθησαν.
§239Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δέκα ἡμέραι παρῆλθον μόνον.
§240Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς 22 Νοεμβρίου ὑπέβαλον τὰ νομοσχέδια αὐτά, ἔκτοτε δὲ παρῆλθον 15–20 ἡμέραι καὶ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια δὲν ἐτυπώθησαν, ὅπως συσχετισθῶσι μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν περὶ ἐνοριῶν. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι τὰ νομοσχέδιά μου δὲν ἐτυπώθησαν.
§241Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὔτε τὸ ἰδικόν μου ἐτυπώθη.
§242Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Καὶ ἄλλα νομοσχέδια δὲν ἐτυπώθησαν, τὸ παράπονον δὲ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κορινθίας ἔχουσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἵτινες ὑπέβαλον νομοσχέδια καὶ δὲν ἐτυπώθησαν.
§243Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι ὀλίγον ὑπερβολικός, διότι εἶναι μὲν δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ νὰ μὴ ἐτυπώθη ἐγκαίρως, ἀλλὰ μᾶς εἶναι καὶ γνωστὸν ποία εἶναι σήμερον ἡ ἀσχολία τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον νὰ τυπωθῇ ἀμέσως, οὐδεμία δὲ προαίρεσις κακὴ οὔτε ἐκ μέρους ἡμῶν οὔτε ἐκ μέρους τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, νὰ διαταχθῇ δὲ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον νὰ τυπώσῃ ὅσον τάχιστα τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, ἵνα ἴδῃ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας.
§244Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ συνηγόρησα διὰ τῆς προτάσεώς μου καὶ συνέστησα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀσχοληθῇ σοβαρῶς καὶ εὐρύτερον περὶ μορφώσεως τοῦ Κλήρου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς 20 Νοεμβρίου ἐ. ἔ., ἔκτοτε δὲ παρῆλθον 25 ἡμέραι περίπου. Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν οὔτε νὰ μειώσω τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον δεικνύει διὰ τὸν Κλῆρον. Ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον ἔχει ἄμεσον σκοπὸν μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τώρα. Εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς τροπολογία, ἐν ᾗ περιπτώσει συζητηθῇ τὸ κυβερνητικόν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, τί θὰ συζητήσωμεν; Συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὰ καθέκαστα τροπολογίαι καὶ νὰ καταστήσωσιν αὐτὸ τελειότερον καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ, ἔχω δὲ πεποίθησιν ὅτι τὸ ἰδικόν μου νομοσχέδιον θέλει ἐκτυπωθῆ μέχρι τῆς αὔριον καὶ θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§245Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ μόνον, ἐὰν δὲ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κορινθίας ἐπιθυμῇ νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἂς τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ λησμονήσῃ ὅτι συζητήσεις πολλαὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀποδεχθῆ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Βεβαίως δικαίωμα ἔχει πᾶς τις συνάδελφος νὰ κάμῃ παρατηρήσεις, ἀλλ’ ὄχι καὶ εὐρείας συζητήσεις, διότι ἡ παροῦσα στιγμὴ δὲν εἶναι στιγμὴ εὐρειῶν συζητήσεων. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ψήφισιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ν’ ἀναμείνωμεν δὲ κατόπιν τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κορινθίας νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον νομοσχέδιον θέλει χρησιμεύσει καὶ ὡς τροπολογία, ἐὰν πρόκειται περὶ ἁπλῆς τροπολογίας καὶ ὄχι περὶ εὐρυτάτης συζητήσεως.
§246Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐτυπώθη ἡ τροπολογία μου;
§247Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ σήμερον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ἐγὼ τάσσομαι μὲ τὴν γνώμην ταύτην. Βεβαίως ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον· πιθανὸν καὶ διατάξεις τινὲς αὐτοῦ νὰ χρήζωσι βελτιώσεώς τινος. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐπίσης καὶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀποδίδουσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Κλῆρον τὴν ἐμπρέπουσαν εἰς αὐτὸν θέσιν. Συνεπῶς δύναται νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ ὅσοι ἐκ τῶν κ. συναδέλφων ἔχουσι νὰ ὑποβάλωσι τροπολογίας, ἂς τὰς ὑποβάλωσιν. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐκφράζω τὴν εὐχήν, ὅπως γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ σπουδαιότατον τοῦτο νομοσχέδιον.
§248Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει μετὰ τόσης σπουδῆς νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον μεθ’ ὅλην τὴν προθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει πολλὰς διατάξεις σπουδαιοτάτας καὶ περιλαμβάνει καὶ φόρους μάλιστα, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἐπιβάλητε σεῖς, ἀλλ’ ὁ Ἐπίσκοπος. Περιέχει δὲ καὶ ἄλλα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἴδητε ἅμα ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον· ἡ Ἐκκλησία δὲν δέχεται πάντας εἰς τοὺς κόλπους της, διότι, ἐάν τις ἁμαρτήσῃ, στερεῖται τοῦ δικαιώματος νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῆς· π. χ. ὁ στερηθεὶς τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ τοὺς ἐπιτρόπους.
§249Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ ὅσα λέγετε ζητεῖτε ν’ ἀπορριφθῇ μᾶλλον τὸ νομοσχέδιον παρὰ ν’ ἀναβληθῇ.
§250Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι.
§251Π. ΖΑΙΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καί, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐλλείψεις σοβαρὰς καὶ ὑποβληθῶσι τροπολογίαι, δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν τρίτην συζήτησιν διά τινας ἡμέρας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει καταρτισθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἔτος 1902 εἶχεν ὑποβάλει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Μομφερρᾶτος. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐπεξεργασθῆ ὑπὸ εἰδικῶν ἀνδρῶν καταγινομένων εἰς τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε δὲ καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ νῦν. Ἡμεῖς ἐπεφέραμεν μερικὰς μεταρρυθμίσεις μόνον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς φορολογίας, διότι ἐπιβάλλεται κατ’ οἰκογένειαν ὡς εἰσφορὰ ἡ ὑποχρέωσις τῶν 50 λεπτῶν κατὰ μῆνα. Αἱ ἄλλαι εἶναι προαιρετικαί. Σήμερον μάλιστα δίδουσι περισσότερα. Ὅταν δὲ φθάσωμεν κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ἐν τῷ ὁποίῳ γίνεται λόγος περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτρόπων, τότε θὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἰσάγομεν καινὰ δαιμόνια, ἀλλὰ συμμορφούμεθα πρὸς τὰ κρατοῦντα ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ, διότι καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡ ἀρχιεπισκοπὴ διαιρεῖται εἰς 28 ἐνορίας, ἕκαστος δ’ ἐνοριακὸς ναὸς διοικεῖται ὑπὸ ἐπιτρόπων, τοὺς ὁποίους ἐκλέγουσιν οἱ ἐνορῖται. Ἡ ἐκλογὴ δὲ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν ἐχόντων ψῆφον κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν Πατριαρχείων. Ὥστε δὲν εἶναι τίποτε πρωτοφανές, διότι γίνεται καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει, παρατηρεῖται δ’ ὅτι ὁλόκληρος ὁ Κλῆρος τῆς Ἑλλάδος δι’ ἀπειραρίθμων τηλεγραφημάτων ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καί, ἐὰν παρατηρηθῶσιν ἐλλείψεις, τὰς διορθώνομεν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§252Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐζήτησα τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Κλήρου ἐν Ἑλλάδι εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ περὶ τούτου μέτρα. Ἄν τὰ μέτρα τὰ προβαλλόμενα διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι τὰ προσήκοντα, τοῦτο θ’ ἀνεύρῃ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία θὰ καταδείξῃ τὰ προσήκοντα ἢ ἂν τὰ μέτρα τὰ λαμβανόμενα εἶναι οἷα πρέπει. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησα εἶναι ἡ πρόταξις, ἀλλ’ ἀντιτίθενται εἰς τὴν πρόταξιν διὰ λόγους τελείως οὐσιαστικοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἰσχυροὶ νὰ παρεμποδίσωσι τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ αὕτη, διότι τοῦτο εἶναι τὸ προέχον, διότι δὲν πρέπει καὶ ἡ Σύνοδος αὕτη τῆς Βουλῆς νὰ διέλθῃ ἄνευ τῆς συζητήσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων καὶ ἄνευ ἐπιχειρήσεως τοὐλάχιστον πρὸς διόρθωσιν τῶν τοῦ κλήρου, διότι κυρίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν εἶναι τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτύχωμεν ἀνεξαρτησίαν καὶ βελτίωσιν τῶν προσόντων τοῦ Κλήρου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ οὗ πρόκειται ζητεῖται τὸ προσὸν τοῦ διπλώματος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἵνα γίνῃ τις ἱερεὺς εἰς πόλεις, διὰ νὰ γίνῃ δὲ εἰς μικρότερα χωρία, ζητεῖται τὸ προσὸν τοῦ διπλώματος τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς. Ἀλλά, ὅταν θέλωμεν Κλῆρον μὲ τοιαῦτα προσόντα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλίσωμεν πόρον ζωῆς, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὸν Κλῆρον οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα, κατ’ ἀνάγκην δὲ θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν μισθοδοσίαν τοῦ Κλήρου τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν ἐκ τῶν συνδρομητῶν τῆς ἐκκλησίας. Καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὄχι φορολογικήν, κυρίως εἰπεῖν, ἀλλὰ ταμιευτικήν τινα ἔννοιαν. Πάντα ταῦτα εἶναι ἀνάγκη νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ θὰ καταδείξῃ ἡ συζήτησις ἂν εἶναι ὀρθά, δυνατὸν δὲ ν’ ἀνταλλαχθῶσιν αἱ διατάξεις δι’ ἄλλων προσφορωτέρων, ὥστε τὸ νομοσχέδιον νὰ διαμορφωθῇ εἰς νόμον πλήρη. Ἐζήτησα τὴν πρόταξιν καὶ τὴν συζήτησιν, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν, χωρὶς νὰ συζητήσωμεν τοὐλάχιστον περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων, διότι πρόκειται περὶ κλάδου ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ἠθικὴ μόρφωσις τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἐν γένει πρόοδος τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ δὲν ἀποβλέπω τόσον εἰς τὴν ψυχικὴν σωτηρίαν, ὅσον εἰς τὴν διαμόρφωσιν τὴν ἠθικὴν τοῦ λαοῦ.
§253Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐπιρρίπτει μομφὴν κατ’ ἐμοῦ ὅτι δὲν θέλω νὰ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τοῦ Κλήρου. Ἐγὼ ἀκριβῶς νὰ μεριμνήσωμεν θέλω καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν τελείαν ἐξονύχισιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ. Ἂν ὁ κ. συνάδελφος ἠσχολήθη περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, ὡσεὶ νὰ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς τάξεως τῶν κληρικῶν καὶ κατὰ λάθος παρεισέφρησεν ἐδῶ καὶ εἶναι ἕτοιμος κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ συζητήσῃ, εἰς ἐμὲ δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιον. Εἶπον λοιπὸν κατὰ τί θέλει προαχθῆ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἀσυζητητὶ τὸ ψηφίσωμεν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§254Π. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἔχομεν καιρόν.
§255Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἀντιτείνω εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, διότι ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ Κλήρου. Δι’ αὐτῆς θὰ διαμορφωθῇ καὶ θὰ διαπλασθῇ ἡ κοινωνία ἠθικώτερον, ἐκ τῆς ἠθικοποιήσεως δ’ αὐτῆς πολλὰ θ’ ἀναμένωμεν, διότι, ἂν κακοδαιμονοῦμεν ἐν πολλοῖς, ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς λαϊκῆς μορφώσεως, ἥτις διὰ τοῦ Κλήρου καὶ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἐπιτυγχάνεται. Ἐπιμένω ὅμως εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ τροπολογίαι μου, δι’ ὧν καταρτίζεται τὸ νομοσχέδιον τελειότερον. Οἱ πόροι τοῦ ἐνοριακοῦ ταμείου, ὡς κανονίζονται ἤδη, εἶναι ἀνεπαρκεῖς, ὅπως μισθοδοτηθῇ ὁ Κλῆρος, ὁπότε καὶ μόνον θ’ ἀνυψωθῇ οὗτος εἰς τὸ ὕψος τοῦ μεγάλου καὶ ὑψηλοῦ του ἀξιώματος. Ἂν σήμερον δὲν ἔχομεν Κλῆρον ἀξιοπρεπῆ, εἶναι διότι τὰ ὄργανα αὐτοῦ ταπεινοῦνται λόγῳ τῆς εὐτελοῦς μισθοδοσίας, τὴν ὁποίαν εἶναι ἠναγκασμένα νὰ λαμβάνωσι περιτρέχοντα διὰ δίσκου τὰς οἰκίας τῶν χωρίων. Οἱ πόροι, λέγω, τοῦ νομοσχεδίου σας ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ἀλλ’ ἴσως οὔτε πραγματοποιήσιμοι. Ἐπεθύμουν νὰ ἱδρύετο ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ἔχον πόρους οὐσιαστικοὺς καὶ ἐπαρκεῖς διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ Κλήρου ἐν τοῖς χωρίοις πρὸ παντός, διότι ἐν αὐτοῖς πρέπει νὰ δώσωμεν προσοχήν, ὅπως ὁ ἱερεὺς ἀνυψωθῇ εἰς τὴν προσήκουσαν θέσιν, καὶ οὐχὶ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, διότι, καὶ ὀλίγην ἀμοιβὴν ἂν ἔχωσιν ἐν Ἀθήναις, ὑπάρχει ἡ μόρφωσις τῶν ὀργάνων τοῦ Κλήρου τοιαύτη, ὥστε δύνανται τὰ ἐλαττώματα ταῦτα ν’ ἀναπληρῶσιν, ἐν τοῖς χωρίοις ὅμως ἡ ἔλλειψις ἱκανοῦ προσωπικοῦ μὴ μισθοδοτουμένου καλῶς φέρει τὴν ἔλλειψιν καταλλήλων προσώπων. Λέγω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1895 ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη, θὰ ἔβλεπεν ἐκεῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία πράγματι ἠθέλησε νὰ προνοήσῃ περὶ τοῦ Κλήρου, περιελάμβανε διάταξιν δι’ ἧς ἐγκαθίστατο ὡς πόρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ, ὅπερ θὰ εἶναι πόρος ἐκκλησιστικός, τὸν ὁποῖον δύνασθε εὐχερῶς καὶ μετὰ θάρρους νὰ ἐπιδιώξητε, ὅπως τροφοδοτήσητε τὸ συνιστάμενον ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀμοιβὰς τῶν ἐγγάμων ἱερέων. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐμελετήσατε, νομίζω ὅτι ἐπράξατε κακῶς καὶ δὲν συντείνετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ Κλήρου, διότι διὰ ταύτην ἀπαιτεῖται ἐπαρκὴς μισθοδοσία. Οἱ πόροι τοὺς ὁποίους ἐγκαθιστᾶτε εἰς οὐδὲν θέλουσιν ἐπαρκέσει, θὰ εἶναι δὲ καὶ ἐπαχθεῖς διὰ τὰ μικρὰ χωρία, κατ’ ἀντίθεσιν δὲ πρὸς ταῦτα τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ θὰ σᾶς ἔδιδε πολλὰς ὠφελείας. Καὶ ὑμεῖς εἴχετε τὴν ἀπόφασιν νὰ εἰσαγάγητε τοῦτο, ἀλλ’ ὠρρωδήσατε πρὸ τῶν φωνῶν ὀλίγων κηροποιῶν, τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο ν’ ἀποκλείσητε, ἀλλὰ πρὸ τοῦ συμφέροντος τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία ἔπρεπε τὰ μικροσυμφέροντα τῶν κηροποιῶν καὶ κηροπλαστῶν νὰ παρίδητε καὶ νὰ τροφοδοτήσητε τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον διὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ, οὕτω δὲ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εἰς τὰ βαλλάντια τῶν κηροπλαστῶν, θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ἐγγάμου Κλήρου, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἀνύψωσις τοῦ Κλήρου δέον νὰ εἶναι τὸ μέλημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ θὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ, διότι διὰ τοῦ σήμερον ψηφιζομένου μονοπωλίου οὐδὲν ἄλλο καθιστᾶτε εἰμὴ φορολογίαν τῶν χωρικῶν, ἡ ὁποία εἶναι βαρυτάτη, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀνθηρά.
§256Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Γνωρίζετε πολὺ καλῶς ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐν τοῖς χωρίοις, διότι ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις περὶ τούτου ἐν τῷ νόμῳ· πρόκειται περὶ συνοικισμῶν ἐχόντων 5000 ψυχῶν. Ὁ φόρος τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ θὰ ἐξασφαλίσῃ τελείαν τιμὴν μὲ βάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μισθοδοτηθῶσιν αἱ 3000 ἢ 3500 ἱερέων ἐν τῷ Κράτει.
§257Π. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι 5500.
§258Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ 50 λεπτὰ τὰ ὁποῖα θέτετε ν’ ἀποτελεσθῇ μισθοδοσία ἀξιοπρεπὴς δι’ ἱερέα. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶχον, κ. Πρόεδρε, τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπευθύνω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως εὐρύτερον συζητήσωμεν κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, ὁπότε θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν σχέσει μὲ τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ.
§259Π. ΖΑΪΜΗΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλῶς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαθιδρυθῇ τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ. Ὑμεῖς δ’ ἐπιζητοῦντες τὸ μονοπώλιον δὲν ἐπιζητεῖτε τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Γνωρίζετε πολὺ καλῶς ὅτι, ἂν ἐγκαθιδρυθῇ τὸ μονοπώλιον, θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα πρὸς ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς κηροπλάστας· ἑπομένως θέλετε νὰ ματαιώσητε τὸ νομοσχέδιον ὁμιλοῦντες περὶ μονοπωλίου.
§260Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σᾶς ἐξηνάγκασα νὰ φέρητε τὸ νομοσχέδιον, ὅτε ὁλόκληρος ὁ Κλῆρος διεμαρτύρετο, ἤμην δὲ ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως, ἀλλὰ τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο πράγματι προωρισμένον ν’ ἀνυψώσῃ τὸν Κλῆρον εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ θέσιν καὶ ὄχι νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ καταπέσῃ εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἐφαρμογῆς του.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–5 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6).
§262Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πρόκειται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὁρίζεται δ’ ὅτι κατ’ ἀρχὰς θὰ ὁρίσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ Β. Διατάγματος τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ εἰς τὰς πόλεις· ἑπομένως ἀπομένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ, ὁπόταν θελήσῃ, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου εἰς τὰ χωρία. Θὰ παρακαλέσω ὅμως ν’ ἀποδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν καθ’ ἣν ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐπιβάλλεται κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῶν οἰκείων δημοτικῶν συμβουλίων.
§263Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 12.
§264Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καὶ δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἵνα τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 7–12). Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§266Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Τὸ ἄρθρον 13 λέγει· «Οἱ ἐφημέριοι τῶν ἐνοριακῶν ναῶν διορίζονται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ἐπισκόπου προτάσει τῶν ἐνοριτῶν ἀποφαινομένων κατὰ πλειονοψηφίαν». Κατὰ τίνα τρόπον; Δὲν ὑπάρχει τρόπος καθ’ ὃν θὰ ἐνδεικνύηται ἡ πλειονοψηφία ἢ ἡ μειονοψηφία;
§267Π. ΖΑΪΜΗΣ. Αὐταὶ εἶναι λεπτομέρειαι αἱ ὁποῖαι θὰ κανονισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14).
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§269Π. ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 15 νὰ τεθῇ· «Μόνον ἐλλείψει διδακτόρων τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ἐπιτρέπεται ὁ διορισμὸς ἀποφοίτων τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς ἤ τινος τῶν ἐν τῷ Κράτει ἱερατικῶν σχολῶν ἢ τοῦ Γυμνασίου ἢ τοῦ Διδασκαλείου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη).
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§271Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 16 νὰ τεθῇ· «νὰ φέρωσιν ἀπολυτήριον τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς».
§272Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ αἰσιοδοξία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς χωρία, τὴν κατάστασιν τῶν ὁποίων γνωρίζετε, νὰ εὕρητε νὰ κάμητε ἱερεῖς, ἔστω καὶ ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου, εἶναι ὑπερβολική.
§273Π. ΖΑΪΜΗΣ. Προσέθηκα καὶ σχολαρχείου, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλοι ἔχοντες ἀνώτερα προσόντα.
§274Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Προσετέθησαν οἱ ἀπόφοιτοι Διδασκαλείων.
§275Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τόσον τὸ χειρότερον. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει νὰ προσθέσητε καὶ ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ δι’ αὐτούς. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 18).
§276Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένος ὁ περιορισμὸς τὸν ὁποῖον καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, διότι λέγει ὅτι ἐφημέριος διωρισμένος ἐν χωρίῳ δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς δευτερεύουσαν ἢ πρωτεύουσαν πόλιν μὴ κεκτημένος τὰ προσόντα ἐφημερίου πόλεως πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως. Δεδομένου ὅμως ὅτι καὶ εἰς τὰ χωρία εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ διορισθῶσιν οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου ἢ Διδασκαλείου δύνανται οὗτοι νὰ μετατεθῶσι καὶ εἰς ἐνορίας πόλεων, ἀφοῦ μορφωθῶσιν ἐν τῷ χωρίῳ. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 18 καὶ 19 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 20).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετροπουλάκη.
§278Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑπέβαλον, κ. Πρόεδρε, τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι μεταξὺ Ἐπισκόπων τινῶν καὶ τοῦ ποιμνίου αὐτῶν προυκλήθη ἔχθρα καὶ ἑπομένως ἐξέλιπε τελείως ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν ἱεράρχην, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ποιμνίῳ· διότι καλούμενοι νὰ ἱερουργήσωσιν οἱ Ἐπίσκοποι καὶ λαμβάνοντες δραχμὰς 25 ἀπὸ τὸν προσκαλέσαντα παρεπονέθησαν ἢ ὕβρισαν, διότι δὲν ἐδόθησαν εἰς αὐτοὺς 50 ἢ 100 δραχμαί. Ἐπίσης προσκαλούμενοι νὰ τελέσωσιν ἐγκαίνια ναῶν, διότι εἰς πολλὰς περιφερείας ἐπισκοπικὰς εὑρέθησαν ναοὶ ἄνευ ἐγκαινίων, ἐκανόνισαν μίαν τιμὴν διὰ τὰ ἐγκαίνια δραχμῶν 600 μέχρι 400 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἵνα μεταβαίνωσι πρὸς τέλεσιν ἐγκαινίων. Ἐντεῦθεν ὁ κόσμος ἐξανέστη, φρονῶ δὲ ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης τίθεται ἓν τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν χωρὶς νὰ ζημιοῦται καὶ ὁ Ἐπίσκοπος. Ἡ τροπολογία ὁρίζει ὅτι προκειμένου νὰ μεταβῇ ὁ Ἐπίσκοπος εἰς ἐγκαίνια νὰ λαμβάνῃ δραχμὰς 100, ὅταν δὲ πρόκειται νὰ τελέσῃ ἐγκαίνια ἐντὸς τῆς ἕδρας, δραχμὰς 50, ὅταν δὲ πρόκειται νὰ τελέσῃ ἱεροτελεστίαν, δραχμὰς 25. Πρέπει νὰ προσθέσωμεν ὅμως εἰς τὴν τροπολογίαν ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἱεροτελεστίας εἰς ἣν καλεῖται εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ἐπίσκοπον καὶ ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως, μὴ δικαιολογουμένης εἴτε ἐκ λόγων ὑγείας εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, νὰ ὑπόκειται ὁ Ἐπίσκοπος εἰς τὰς ποινὰς τὰς ἐπιβαλλομένας διὰ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου. Νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ συντελέσῃ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν εἰρήνην μεταξὺ ἱεραρχῶν τινων καὶ τοῦ ποιμνίου των, ἡ ὁποία, ὅπως σᾶς εἶπον, διεσαλεύθη.
§279Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συμβαίνουσιν ἀληθῶς ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐξέθηκεν· ἀλλ’ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, θὰ ἥρμοζε μᾶλλον εἰς τὸν νόμον τῶν Ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν τὸν κανονίζοντα τὰ τῶν ἀποδοχῶν καὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀρχιερέων. Ἐὰν πρόκειται νὰ τροπολογηθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον διὰ τοιαύτης τροπολογίας, θὰ εἶχον τὴν ἑξῆς οὐσιαστικὴν ἀντίρρησιν· ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐγκαινίων ἐκκλησιῶν, ἐπειδὴ τὸ ἐγκαινίζειν ἐκκλησίας εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων τῶν Ἐπισκόπων, ὄχι μόνον νὰ μὴ δοθῇ διὰ τοῦ νόμου δικαίωμα εἰς τὸν Ἐπίσκοπον τοῦ ἀπολαμβάνειν ἀμοιβήν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ σιωπηρῶς ἰσχύουσα διάταξις, καθ’ ἣν ὁ Ἐπίσκοπος δὲν δικαιοῦται δι’ ἐγκαίνια ναῶν νὰ λαμβάνῃ ἀμοιβήν. Προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων τῶν διὰ τὰς ἱεροτελεστίας τοῦ Ἐπισκόπου, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ εἷς κανονισμὸς τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, θὰ ἦτο δὲ ὀρθὸν ὄχι μόνον διὰ τὰ δικαιώματα τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ δικαιώματα τῶν ἐφημερίων νὰ γίνῃ κανονισμός τις, ὥστε νὰ μὴ ἐκβιάζωνται οἱ πολῖται εἰς πληρωμὴν ἀμοιβῶν ὑπερτέρων τοῦ προσήκοντος ἢ ὑπερτέρων τῶν δυνάμεών των· διότι πλὴν τῶν ἄλλων βαρῶν καὶ καταπιέσεων ἔχουσιν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ καὶ τὰς καταπιέσεις τῶν ἱερέων, τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν ἀκολούθων τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων παραστατῶν τοῦ κλήρου. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν γʹ συζήτησιν ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. συναδέλφου, ἐπεχείρησα δὲ ν’ ἀπαντήσω ἀπὸ τοῦδε, ἵνα συντελέσω νὰ ὡριμάσῃ ἡ ἰδέα ἐπὶ τῶν τοιούτων μέτρων.
§280Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν. Θὰ παρακαλέσω ὅμως ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι τόσον σαφὲς τὸ ζήτημα, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ, διότι, τολμῶ νὰ τὸ εἴπω ἐπὶ τέλους, εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα ἦτο ἄγνωστος εἰς τοὺς γάμους ἡ παγκόσμιος δόξα, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀπεκτήσαμεν Ἐπίσκοπον, ἤδη δὲ εἰς τοὺς γάμους, ἅμα ἀναγινωσκομένης τῆς παγκοσμίου δόξης, εἶναι ὑποχρεωμένοι πάντες οἱ κεκλημένοι εἰς τοὺς γάμους νὰ εἰσφέρωσιν ὅ,τι ἕκαστος ἔχει εἰς τὴν τσέπην του, ἄλλος 5, ἄλλος 10 δραχ., ἐγὼ δὲ ὁ ὁποῖος δὲν εἶχον τίποτε δὲν ἐπῆγα εἰς τὸν γάμον. Βλέπετε ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις προσπαθοῦμεν νὰ εὕρωμεν ἕνα τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν νὰ κτίσωμεν ἕνα σπίτι, ἡμεῖς οἱ ἔχοντες νὰ κάμνωμεν μὲ τὸν Θεόν.
§281Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, κ. Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῶσιν αἱ τοιαῦται διατάξεις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει κύρωσις ἐν τῷ νόμῳ τῶν παραβάσεων τῶν τοιούτων διατάξεων. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτας διατάξεις καὶ κατὰ μείζονα λόγον δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ καὶ κύρωσιν τῶν τοιούτων διατάξεων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τῆς νομικῆς, ἂν εἶναι δυνατόν, αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας προτείνει ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐκ Γυθείου, νὰ κυρωθῶσι διὰ ποινικῶν διατάξεων. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 20–25 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 26).
§282Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁριζομένη μισθοδοσία ἐφημερίων εἰς δραχμὰς 50 μέχρις 100 νὰ ὡρίζετο μέχρι 250. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 26 ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ἄρθρον 27 ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§283Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ δεχθῇ, ὅπως προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 18 νομοσχέδιον. Εἶναι συζήτησις σχεδίου νόμου διὰ τοὺς τεχνίτας ἢ μᾶλλον διὰ τοὺς ἐργάτας τοῦ μηχανουργείου σιδηροδρόμου. Οἱ ἐργάται οὗτοι ὑφίστανται νέαν φορολογίαν, τοῖς γίνεται κράτησις 17 καὶ 20% διὰ λόγους συντάξεως, ἐνῷ οὗτοι δὲν ὑπάγονται εἰς σύνταξιν. Οἱ ἐργάται οὗτοι ἐργάζονται δύο ἢ τρία ἔτη καὶ ἔπειτα τοῖς λέγουσι· πηγαίνετε εἰς τὴν δουλειά σας. Ἐν τούτοις κρατεῖται ἀπ’ αὐτοὺς κατὰ μῆνα τὸ ποσὸν τοῦτο.
§284Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§285ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὲ τὴν σειράν, κ. Πρόεδρε.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ συστάσεως ταμείου ἀμύνης ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς».
§287ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς καὶ τὸ ἑπόμενον περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν συνδέονται ἀρρήκτως καὶ ἀναποσπάστως μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος. Λοιπόν, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι καὶ αὐτά. Ἀφοῦ ἀνεβλήθη ἐκεῖνο δι’ αὔριον, κατ’ ἀνάγκην πρέπει ν’ ἀναβληθῶσι καὶ αὐτά.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 12 ἀναβάλλονται. Τώρα τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως».
§289Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνεπτύχθησαν καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐπικρίσεις καὶ αἰτιάσεις σοβαρώταται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀλλ’ οὔτε καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἔλαβε τὸν κόπον ν’ ἀναιρέσῃ τὰς προβληθείσας ἐπικρίσεις ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ἐννοεῖ νὰ δώσῃ τὰς ἀπαραιτήτους διασαφήσεις εἰς τὰς καταδειχθείσας ἐλλείψεις αὐτοῦ. Μοὶ φαίνεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐχὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποβλέπων εἰς συμφέρον τι θετικὸν τοῦ Κράτους ἀλλ’ ὥς τις συνωμότης ἐλλοχεύων ὡς κακοποιός, ὅστις ἐν ἀδημονίᾳ καὶ ἀγωνίᾳ ἀναμένει νὰ διαπράξῃ κάτι τι τὸ κακόν. Νομοσχέδια τοιαῦτα προβαλλόμενα ὑπὸ εἰλικρινοῦς καὶ εὐσυνειδήτου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μένουσιν οὕτως ἔκθετα εἰς τοιαύτας ἐπικρίσεις, ὅσαι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους συζητήσεις. Ἡ Βουλὴ κατεδίκασε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Θέλω νὰ ἴδω ποῖον θάρρος ἐπιτρέπει τὴν ἐκ νέου παρουσίαν αὐτοῦ. Τὸ θάρρος δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ὑπάρχει ἔννομόν τι συμφέρον τοῦ Κράτους· ὑπάρχουσιν ἄλλα συμφέροντα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν λάβῃ τὸν λόγον, ἵνα ἀναιρέσῃ ὅσα κατὰ τὰς δύο προηγουμένας συζητήσεις εἴπομεν. Πρὸς τί νὰ ἐξακολουθήσω παρατάσσων ἐπιχειρήματα ἐναντίον νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὅλοι κρίνετε ὡς ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον ὅλοι εἶσθε σύμφωνοι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ; Εἶναι στοιχειώδης ὑποχρέωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν πράττει, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πράξωμεν ἄλλο ἢ ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις τοσοῦτον εὐθαρσῶς καὶ τοσοῦτον εἰλικρινῶς ἐξήνεγκε τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Διὰ τοῦτο εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιμείνωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν μέχρις ὅτου ἴδωμεν ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου. Εἶναι ὑποχρέωσις εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὑποχρέωσις εὐλαβείας πρὸς ἑαυτὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὴν ψήφισίν του.
§290Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, φρονῶν ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἐποιεῖτο κατάχρησιν τοῦ συνόλου τῆς πολιτειακῆς ἡμῶν καταστάσεως κερδοσκοπῶν πρὸς ὑποστήριξιν γνωμῶν οὐχὶ ὀρθῶν ἐπὶ τῆς ἀνοχῆς τὴν ὁποίαν πάντες ἐνταῦθα ἐπιδεικνύομεν, καὶ θέλων νὰ εἰσάγῃ μέτρα τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἡ κατάστασις ἦτο διάφορος, ἤθελον ἀποπεμφθῆ, οὐχὶ ἁπλῶς ἀπορριφθῆ, ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁμοῦ μετὰ τῶν εἰσηγητῶν των. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ συζητήσω διὰ μακρῶν τὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὰς περὶ τοῦ νομοσχεδίου γνώμας μου, θεωρῶ δὲ περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω καὶ πάλιν τὴν Βουλήν, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐλευθέρως νὰ δείξῃ ὅτι ἐπείσθη, ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως ἤθελε τερματισθῆ καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις. Διὰ τοῦτο θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔπεισαν, διότι δὲν θέλει νὰ πεισθῇ. Ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν κείμενα νόμου, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνέγνων κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπεστήριξα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως καταλύει τὴν σύμβασιν περὶ δανείου 20,000,000 ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὰς ἐγγυήσεις τὰς δεδομένας ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπὸ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου. Ἀνέφερον πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνέγνων τὰ κείμενα τοῦ νόμου, πάντες δὲ ἐπείσθησαν ἐνδομύχως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας ἐξεδήλωσε καὶ τὴν πεποίθησίν του δηλώσας ὅτι ὅσα ἐγὼ ἀνέγνων πρὸς τὴν Βουλὴν ἦταν ἀληθῆ. Μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὅτι ἔδει νὰ ἐπιμείνῃ καὶ νὰ δικαιολογῆται λέγων πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι «διαπραγματεύομαι πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν». Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν σύμβασιν ῥητὴν καὶ νόμον κυροῦντα τὴν σύμβασιν ταύτην, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐρχόμενοι νὰ μετατρέπωμεν φορολογικὸν νόμον καὶ νόμον καταστατικὸν τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης κατὰ τρόπον αἴροντα τὰς ἐγγυήσεις τὰς δεδομένας ὑπὲρ τῶν δανειστῶν. Εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον καὶ ὅσα προσέθηκε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρης καὶ νέον ἔτυχεν ἐπιχείρημα ὅτι, καὶ ἐὰν δήλωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προσήγετο ἢ σύμβασις νέα πρὸς τὸ Δημόσιον εἰσήγετο πρὸς κύρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δι’ ἧς αὕτη νὰ συγκατετίθετο εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελωνιακῶν δασμῶν τῶν ἀφιερωμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, καὶ πάλιν ἦτο ζήτημα ἂν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ ν’ ἄρῃ τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες ἦσαν ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων. Εἶπον καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἴσως ἐθεωρήθη ὀλιγώτερον σπουδαῖον. Εἶναι ἀνάγκη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς σπουδαιότητός του, τὴν ὁποίαν πλέον τὰ κείμενα δημιουργοῦσιν. Εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μὴ βεβαιοῦν ὅτι ἀσφαλίζει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πόρον μείζονα ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἔχομεν σήμερον ἠσφαλισμένον, τοὐναντίον δὲ ἀσφαλίζον ἐλάσσονα καταλύει τὰς ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης ἀσφαλείας, καταλῦον οὕτω καὶ τὰς ἀσφαλείας τὰς ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καταλύει δηλονότι τὴν πίστιν τοῦ Κράτους οὕτω συμβεβλημένου. Εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ποιεῖται καὶ ἑτέραν παραβίασιν, ὅτι ἔχομεν τὰ λιμενικὰ ταμεῖα δανεισθέντα παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ λιμενικὰ ἔργα ἐπὶ ἀσφαλείᾳ τῶν πόρων τῶν λιμενικῶν Ταμείων τὰ ὁποῖα ὡς ἕνα τῶν κυριωτάτων αὑτῶν πόρων ἔχουσι τὸ πρόσθετον τέλος ἐπὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῆς σακχάρεως, καὶ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου αἴροντες ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων τὰς εἰσπράξεις ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου τέλους αἴρομεν συνάμα τὰς ἀσφαλείας αἵτινές εἰσι δεδομέναι ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δι’ ἐγγυήσεων τοῦ δανείου. Ἀλλὰ σήμερον προσθέτω ὅτι τὰ ὅσα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἀνεπτύχθησαν ἀποτελοῦσι κατάλυσιν φόρων τεθειμένων διὰ ψηφισμάτων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων καὶ κεκυρωμένων διὰ Β. Διαταγμάτων κυρούντων παράτασιν τῶν φόρων τούτων τῶν λιμένων μέχρι λήξεως τῆς συμβάσεως. Προκειμένου περὶ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς ὑπάρχει καὶ νόμος ῥητῶς παρατείνων τὴν ἰσχὺν τοῦ λιμενικοῦ φόρου μέχρις ἀποπληρωμῆς τοῦ δανείου. Τὸν νόμον τοῦτον ὁμολογῶ ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, καὶ χθὲς ἐργαζόμενος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δημοσίων ἔργων πρὸς κατάρτισιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς εὗρον τὸν νόμον τοῦτον καὶ ἐθεώρησα ὀρθόν, ἵνα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὸν νόμον αὐτόν, τὸν ὁποῖον παραβιάζει ἡ φορολογικὴ σπουδὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Λοιπὸν ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει)· «Νόμος ͵ΓΣΕʹ τῆς 17 Ἀπριλίου 1907 περὶ συνομολογήσεως δανείου κλπ.». Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νόμου νομιμοποιοῦνται πλέον καὶ ἀποκτῶσι κῦρος νόμου πάντα τὰ Β. Διατάγματα τὰ ἐκδεδομένα πρὸς κύρωσιν ψηφισμάτων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων καὶ προτάσεων τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ λιμενικοῦ φόρου Πειραιῶς· νομιμοποιοῦνται δὲ ἀκριβῶς, διότι πρόκειται περὶ ποσοῦ 3,600,000, καὶ διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ διαθέσῃ τὰς ἐγγυήσεις πλήρως πρὸς κάλυψιν τοῦ τοιούτου ποσοῦ.
§291Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξέδωκε καὶ ὁμολογίας, νομίζω.
§292Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως. Κατὰ συνέπειαν ἔχομεν Διάταγμα ἀπὸ τοῦ 1894 κανονίζον τὸν φόρον τῆς σακχάρεως ὑπὲρ τοῦ λιμένος Πειραιῶς εἰς 2½ ἐπὶ τοῦ κεκανονισμένου εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἔχομεν δὲ τὸ Διάταγμα τοῦτο νομιμοποιηθὲν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1907 καὶ ἔχομεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χορηγήσασαν δάνειον 3,600,000 πρὸς κατασκευὴν τῶν δεξαμενῶν Πειραιῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομιμοποιηθέντων Β. Διαταγμάτων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει διατάξεως ῥητῆς, ἥτις τὴν ἰσχὺν τῶν Διαταγμάτων τούτων ὡς ἰσχὺν νόμου παρατείνει μέχρις ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου. Ταῦτα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐθέσπισεν ἀπὸ δύο ἐτῶν. Σήμερον εἰσάγομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, εἰσάγομεν δηλονότι διάταξιν καθ’ ἣν ἡ σάκχαρις ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ καὶ καθίσταται μονοπώλιον τοῦ Κράτους. Κατὰ συνέπειαν αἴρομεν ἀπὸ τῶν δήμων καὶ τῶν λιμένων τοῦ Κράτους τὰς εἰσπράξεις τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε εἶχον ἐκ τῆς σακχάρεως. Πράττοντες δὲ ταῦτα οὐ μόνον καταστρέφομεν τὰ οἰκονομικὰ δήμων καὶ λιμένων, ἀλλ’ αἴρομεν συμβάσεις συνωμολογημένας τοῦ Δημοσίου, ἀποδεικνύομεν δ’ ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν κακοπιστίᾳ. Δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀερολογῇ ὅσον θέλει, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ δημιουργῇ τὴν εἰκόνα Κράτους κακοπίστου.
§293ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ συνήγοροι, Κύριοι, τῶν δῆθεν καταπατουμένων ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως δικαιωμάτων τῶν ξένων ὑπηκόων, οἱ ἐπισείοντες πρὶν τὰς παραστάσεις τῶν πρεσβευτῶν τῶν Μ. Δυνάμεων καθ’ ἡμῶν, ἐμφανίζονται νῦν ὡς συνήγοροι ἄλλων δικαιωμάτων, κατ’ αὐτοὺς ἐπίσης ἀθετουμένων ὑφ’ ἡμῶν, δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐν ἱερᾷ δὲ ἀγανακτήσει διαμαρτύρονται ὅτι ἡμεῖς διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀποστεροῦμεν τὴν Τράπεζαν ὑπεγγύων εἰς αὐτὴν προσόδων τόσον διὰ τὸ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τῶν 20 ἑκατομμυρίων, ὅσον διὰ διάφορα δημοτικὰ καὶ λιμενικὰ δάνεια. Λαμβάνοντες δ’ ἐντεῦθεν ἀφορμὴν δὲν ἐδίστασαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἐπὶ πάσης ὑπεγγύου τελωνειακῆς προσόδου ἀπαλλοτριοῦται τοῦ δικαιώματος, ἵνα ἐπιφέρῃ εἰς αὐτὴν οἱανδήποτε μεταβολήν.
§294Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπαλλοτριοῦται δυνάμει τοῦ νόμου καὶ τῶν συμβάσεων τὰς ὁποίας ὑμεῖς, ὡς φαίνεται, οὐδέποτε ἀνεγνώσατε.
§295ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἵνα σᾶς ἀποδείξω, Κύριοι, ὅτι μετὰ προηγουμένην μελέτην τῶν σχετικῶν νόμων καὶ συμβάσεων συνέταξα καὶ ὑπέβαλον ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐκθέσω πῶς ἔχει τὸ ζήτημα. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΚΖʹ τοῦ 1904, ἄρθρου 2, ἐδαφ. δʹ ἐξεχωρήθη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὁμοῦ μετ’ ἄλλων πόρων καὶ τὸ «δεκατημόριον τῶν ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσπράξεων». Διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ͵ΓΡΟΕʹ τοῦ 1906, τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ δανείου 20 ἑκατομμυρίων φρ. χρ. εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τούτου (τόκος, χρεολύσιον καὶ προμήθεια) ἐξησφαλίσθη προνομιακῶς διὰ τῶν προσόδων τῶν εἰδικῶν πόρων, τῶν ἐκχωρηθέντων εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ταμεῖον διὰ τοῦ προμνημονευθέντος νόμου ͵ΓΚΖʹ τοῦ 1904 καὶ δὴ ὑπὸ τοὺς ὅρους καθ’ οὓς δὲν ἐπιτρέπεται πρὸ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ συνομολογουμένου δανείου 1) ἡ διὰ νόμου κατάργησις τοῦ νόμου τούτου, 2) ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης τινὸς τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων πόρων, ὡς καὶ ἡ κατάργησις τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἐξ ὧν παράγονται οἱ πόροι οὗτοι, καὶ 3) ἡ τροποποίησις τῶν νόμων αὐτῶν, ὅταν αὕτη συνεπάγηται μείωσιν τῆς προσόδου τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλά, Κύριοι, οὕτω πως ἀπαλλοτριοῦται τὸ Κράτος τοῦ δικαιώματος, ἵνα μεταβάλῃ, κατὰ τὸ δοκοῦν τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ, τὰς διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου διὰ τροποποιήσεως δασμῶν ἢ διὰ μονοπωλήσεως εἰδῶν τινων;
§296Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως ἀπαλλοτριοῦται.
§297ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας ναί, κατὰ τὴν ἐμὴν ὅμως γνώμην ὄχι, διότι περιορισμὸς τοιούτου δικαιώματος τοῦ Κράτους ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐν τῇ συμβάσει.
§298Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τί εἶναι αὐτά, κ. Πρόεδρε; Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς Φελλάχους.
§299ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῆς συμβάσεως μάλιστα συνάγεται, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, πᾶν τὸ ἐναντίον. Ἐν ἄρθρῳ ῥητῷ αὐτῆς περιλαμβάνεται ἡ ἑξῆς ῥήτρα (ἀναγινώσκει): «Τὸ σύνολον τῶν ὑπεγγύων προσόδων περιέρχεται αὐτοδικαίως εἰς τὴν κυριότητα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος δι’ ἑαυτὴν καὶ ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ὑπ’ αὐτῆς ἐκπροσωπουμένης ὁμάδος καὶ τῶν κατόχων ὁμολογιῶν τοῦ παρόντος δανείου, μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἀπαιτουμένου ἑκάστοτε ποσοῦ διὰ τὴν ἑξαμηνιαίαν τοῦ δανείου ὑπηρεσίαν, μόνον δὲ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ταύτης τὸ πλεονάζον ὑπόλοιπον τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ.λ.π.». Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ παρ’ αὐτῆς ἐκπροσωπουμένη ὁμὰς ἔχουσιν ἔννομον συμφέρον μόνον ὡς πρὸς τὴν ποσότητα τῶν ὑπεγγύων τούτων ἐσόδων τὴν μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἀπαιτουμένου ἑκάστοτε ποσοῦ διὰ τὴν ἑξαμηνιαίαν τοῦ δανείου ὑπηρεσίαν. Πέρα τῆς ποσότητος ταύτης τόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅσον καὶ ἡ ὑπ’ αὐτῆς ἐκπροσωπουμένη ὁμὰς οὐδὲν ἔννομον συμφέρον ἔχουσιν ἐξ ἐνδεχομένης δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν μειώσεως τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἡ ὀρθὴ καὶ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως, ὡς ἐγὼ νομίζω, εἶναι ὅτι κατὰ τοὺς ὅρους αὐτοῦ δὲν ἐπιτρέπεται μεταβολὴ τῶν νόμων περὶ ὑπεγγύων προσόδων, ἐφ’ ὅσον οὕτω πως ἐπέρχεται μείωσις τῶν προσόδων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου· διότι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐσκόπει νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ μετὰ τῆς Τραπέζης σύμβασις καὶ οὐχὶ τὴν ἐπέκεινα τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ποσότητα τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, οὐδεὶς δὲ λόγος συντρέχει εἰς τὸ νὰ δοθῇ εὐρυτέρα ταύτης ἑρμηνεία εἰς τὴν σχετικὴν τῆς συμβάσεως διάταξιν, ἥτις θὰ ἦγεν εἰς ἄτοπον. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον, Κύριοι, 4 τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς ἀφορώσης εἰς δάνεια τῶν δήμων καὶ τῶν λιμενικῶν ταμείων, παρατηρῶ ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως διάταξις ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ περιοριστικὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους, ἵνα μεταβάλῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὰς διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, οὐδὲ καθ’ ἣν περίπτωσιν τοιαύτη μεταβολὴ θὰ συνεπήγετο μείωσιν τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκχωρηθέντων παρὰ δήμων ἢ λιμενικῶν ταμείων φόρων. Πρόδηλον δ’ ὅτι τοιοῦτος περιορισμὸς ἑνὸς σπουδαίου δικαιώματος τοῦ Κράτους ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ ὁλοσχερὴς ἀποσιώπησίς του καθιστᾷ ἀναμφισβήτητον τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, ἣν κέκτηται τὸ Κράτος, ἵνα ἐπιφέρῃ οἱανδήποτε μεταβολὴν εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Πρόκειται, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, περὶ θεωρητικῆς μᾶλλον συζητήσεως, εἰς ἣν ἠναγκάσθην νὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Βάλτου Βουλευτοῦ εἰς τοῦτο, ἵν’ ἀποδείξω ὅτι ὄχι μόνον ἀνέγνων, ἀλλὰ καὶ ἐμελέτησα ἐπισταμένως τοὺς νόμους καὶ τὰς συμβάσεις, περὶ ὧν νῦν ὁ λόγος, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς τοιαύτης μελέτης ἐμόρφωσα τὴν γνώμην, ἣν σᾶς ἐξέθεσα νῦν. Πιθανὸν ἡ γνώμη μου αὕτη νὰ εἶναι πεπλανημένη, ἀλλ’ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐγὼ συνέταξα καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ἔχω γνῶσιν τῶν νόμων καὶ συμβάσεων, τῶν ἐπισειομένων νῦν κατ’ ἐμοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν ὑπὸ καθαρῶς θεωρητικὴν ἔποψιν. Καὶ νῦν, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐκ τῶν ὁποίων τί ἀποδεικνύεται; Διὰ τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν δασμολογικῶν νομοσχεδίων δὲν ἐπέρχονται μόνον ἐλαττώσεις ἢ καταργήσεις εἰσαγωγικῶν δασμῶν, ἀλλὰ καὶ δημιουργίαι νέων τοιούτων καὶ αὐξήσεις ὑπαρχόντων, οὕτως ὥστε τὸ δεκατημόριον τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ οἱ δημοτικοὶ δασμοὶ σπουδαίως αὐξάνουσιν, ἐκ δὲ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως ἐπέρχεται κατὰ μέγα μέρος συμψηφισμὸς πρὸς τὴν ἐκ τῆς καταργήσεως καὶ ἐλαττώσεως δασμῶν ἐνδεχομένην μείωσιν τοῦ τε δεκατημορίου καὶ τῶν δημοτικῶν δασμῶν. Ἐπὶ πλέον, Κύριοι, ἡμεῖς ὁρμώμενοι ἐκ λόγων γενικωτέρων καὶ ἀλλοτρίων πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὴν διατήρησιν ἀπαραμειώτων τῶν μέχρι τοῦδε ἐκχωρηθέντων πόρων πρὸς τὸ ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἔγνωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἀκεραίαν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἐτησίαν εἰς αὐτὸ ἀπόδοσιν ἐκ τοῦ δεκατημορίου τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων ποσοῦ οὐχὶ κατωτέρου ἐκείνου, ὅπερ ἀπεδόθη εἰς αὐτὸ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος 1909. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἔχει ἀναγραφῆ ἤδη καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910, ὃν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ δύο ἑβδομάδων, ἔχω δ’ ἑτοίμην καὶ τὴν σχετικὴν τροπολογίαν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνω κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων αὐτοῦ. Τούτων, Κύριοι, λαβοῦσα γνῶσιν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει ἀντίρρησιν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, ἀπορῶ δὲ πῶς εὑρίσκονται ἐν τῇ Βουλῇ οἱ θέλοντες νὰ φανῶσιν ὡς κηδόμενοι τῶν συμφερόντων αὐτῆς περισσότερον καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν διοίκησίν της καὶ ἀδιαφοροῦντες, ἂν οὕτω πως θέτουσιν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἅτινα αὐτοὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους κέκληνται πρὸ παντὸς νὰ προστατεύσωσιν. Ἐλπίζω ὅμως νὰ ἔχωσι πεισθῇ ἤδη αὐτοὶ ἐξ ὅσων εἶπον μέχρι τοῦδε ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὅτι εἶναι καιρὸς τέλος πάντων ν’ ἀφήσωσι κατὰ μέρος τὸ παρεμπῖπτον τοῦτο ζήτημα καὶ νὰ ἐπιληφθῶσι σοβαρῶς τῆς ἐξετάσεως τοῦ κυρίου ζητήματος, ὅπερ εἶναι τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως. Ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, Κύριοι, τούτου ἡμεῖς προβάλλομεν τρεῖς λόγους, τοὺς ἑξῆς: Ἐν πρώτοις ἡ σάκχαρις, ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης διὰ τὸν λαόν, θὰ καταστῇ ὑπ’ αὐτὸ εὐωνοτέρα. Εἶτα δὲ τὸ Δημόσιον, καθόσον διὰ τοῦ μονοπωλίου δύναται νὰ καταδιώξῃ ἀποτελεσματικώτερον τὸ λαθρεμπόριον τῆς σακχάρεως, θὰ ἐξασφαλίσῃ ἐξ αὐτῆς μεγαλειτέραν πρόσοδον ἐκείνης ἣν ἔχει νῦν ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ της. Τέλος τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἡ κυριωτέρα βάσις διὰ τὴν συνομολόγησιν μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου, τοῦ ὁποίου τόσην ἀνάγκην ἔχομεν τὴν σήμερον πρὸς κάλυψιν τῶν μέχρι τοῦδε ἐλλειμμάτων, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας καὶ ἰδίως διὰ τὴν πραγμάτωσιν τῆς ἐθνικῆς μας πολιτικῆς. Ἐπὶ τῶν λόγων, Κύριοι, τούτων καλεῖσθε νὰ συζητήσητε, ὅσοι εἶσθε κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Ἔλθετε ν’ ἀποδείξητε ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνακουφιστικὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§300Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀποδείξητε σεῖς προηγουμένως αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε.
§301ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τί ἄλλο ἔπραξα ἐγὼ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ συζήτησιν; Δὲν ἀπέδειξα κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀνακουφίζονται οἱ ἀστικοὶ ἰδίως πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν σάκχαριν ὑπὸ τὸ μονοπώλιον καλλιτέρας ποιότητος, ἀκριβῶς ἐζυγισμένην καὶ εὐωνοτέραν ἢ νῦν, ὡς διὰ τῶν νομοσχεδίων μας περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος καὶ περὶ φόρων τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἀνακουφίζονται αἱ λαϊκαὶ κυρίως τάξεις;
§302Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε; πότε;
§303ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν αὐτὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους καὶ ἐφαρμοσθῶσιν ὡς τοιοῦτοι.
§304Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πότε θὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ τίς μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν;
§305ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἂς λείψωσιν αὐταὶ αἱ διακοπαί, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἄλλον σκοπὸν ἢ νὰ παρελκύσωσι τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ἄλλως τε ἡμεῖς οὔτε τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν οὔτε ἄλλον τινὰ διακόπτομεν ἀγορεύοντα.
§306Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι οὐδεὶς ἄλλος λέγει τοιαύτας ἀνακριβείας.
§307ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ λέγῃ ὅ,τι ἂν θέλῃ, ἀφοῦ γινώσκει κάλλιστα ὅτι ἐγὼ ἀδιαφορῶ τελείως δι’ ὅ,τι καὶ ἂν εἴπῃ περὶ ἐμοῦ. Ἐγώ, Κύριοι, περιορίζομαι εἰς μόνα τὰ πράγματα, τὰ δὲ πράγματα τί μαρτυροῦσιν; ὅτι ἡ σάκχαρις τὴν σήμερον κακῆς συνήθως ποιότητος καὶ κακῶς ἐζυγισμένη πωλεῖται εἰς μὲν τὰς πόλεις, τὰ κέντρα τοῦ ἐμπορίου, πρὸς δρ. 1.70–1.80, εἰς δὲ τὰ ἀπόκεντρα χωρία πρὸς 2– 2.20 τὴν ὀκᾶν. Εἶναι ἀλήθεια αὐτή, ἣν δύνανται μὲν ἴσως ν’ ἀρνηθῶσιν οἱ προερχόμενοι ἐξ ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς ἀκμάζει καθόλου τὸ λαθρεμπόριον, μάλιστα δὲ τὸ τῆς σακχάρεως, ἀνομολογοῦσιν ὅμως πάντες οἱ ἀνήκοντες εἰς ἐπαρχίας ἀποκλήρους τῶν ἀγαθῶν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐκ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος τιμήματος δρ. 1 καὶ λ. 7 περίπου ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς δήμους, 40–45 λεπ. εἶναι ἡ ἀξία τῆς σακχάρεως, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἔξοδα μεταφορᾶς, διαπύλια τέλη τῶν ἀγροτικῶν δήμων καὶ κέρδη τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν μεταπωλητῶν. Διὰ τοῦ μονοπωλίου, Κύριοι, ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος νὰ παραδίδῃ σάκχαριν πρώτης ποιότητος καὶ ἀκριβῶς ἐζυγισμένην πρὸς δρ. 1 καὶ λεπτὰ 30 τὴν ὀκᾶν τόσον εἰς τὸ ἐμπόριον, ὅσον καὶ εἰς τοὺς καταναλωτὰς ἀπ’ εὐθείας, ὅσοι θὰ προμηθεύωνται ὡρισμένην ποσότητα ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν του. Τὸ ἐμπόριον θὰ μεταπωλῇ αὐτὴν λιανικῶς εἰς μὲν τὰ κέντρα αὐτοῦ πρὸς 1.35–1.40, εἰς δὲ τὰ ἀπόκεντρα μέρη πρὸς 1.60–1.80 τὴν ὀκᾶν. Καὶ ἐρωτῶ νῦν· εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ἀνακούφισις ἀξία λόγου διὰ τοὺς καταναλωτάς, οἵτινες τὴν σήμερον πληρώνουσι διὰ σάκχαριν κακῆς ποιότητος καὶ κακῶς ἐζυγισμένην 1.70–2.20 τὴν ὀκᾶν; Ἰδοὺ τί μαρτυροῦσι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε τουλάχιστον οὐδεὶς τῶν κεκηρυγμένων κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως ἠδυνήθη νὰ διαψεύσῃ, οὐχὶ διὰ λόγων κενῶν ἀλλὰ διὰ γεγονότων καὶ ἀριθμῶν, ὡς πράττομεν ἡμεῖς. Ἀλλά, Κύριοι, διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως δὲν ἐπιδιώκομεν μόνον τὴν φορολογικὴν ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποτελεσματικὴν καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου αὐτῆς, ἧς συνέπεια θὰ εἶναι ἡ αὔξησις τῆς σχετικῆς προσόδου τοῦ Κράτους. Καὶ τοῦτο ἀπεδείξαμεν ἡμεῖς δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταγωνίστων τόσον κατὰ τὴν εἰσήγησιν, ὅσον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Εἰς δύο κυρίως αἴτια ὀφείλεται ἡ ἐπέκτασις τοῦ λαθρεμπορίου τῆς σακχάρεως ἐν Ἑλλάδι, ἔνθεν μὲν εἰς τὸ μέγα περιθώριον ὅπερ ἀφήνει δι’ αὐτὸ ὁ ὑπέρογκος εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐκ δρ. 1 καὶ 7 λεπ. περίπου τὴν ὀκᾶν, ἔνθεν δὲ εἰς τὸ δυσδιάκριτον τῆς ἐκτελωνιζομένης ἀπὸ τῆς λαθραίως εἰσαγομένης σακχάρεως, ἀφοῦ καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη εἰσάγονται χύμα ὑπὸ τὴν αὐτὴν μορφήν. Τὰ αἴτια αὐτὰ θὰ ἐκλίπωσι σχεδὸν ὑπὸ τὸ μονοπώλιον. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, περιορίζεται ὑπ’ αὐτὸ τὸ εἰρημένον περιθώριον κατὰ 30 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, εἶτα δέ, ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον, καθίσταται εὐδιάκριτος, ὑποπίπτουσα εἰς τὴν ἀντίληψιν οὐ μόνον τῶν τελωνειακῶν καὶ ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν καὶ ὀργάνων, ἀλλὰ καὶ παντὸς πολίτου, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μονοπωλιακῆς καὶ τῆς λαθραίας σακχάρεως. Ἡ πρώτη δὲν θὰ εἶναι μόνον συνεσκευασμένη εἰς κιβώτια καὶ κυτία ἐσφραγισμένα, σεσημασμένα καὶ φέροντα τὰς ταινίας τοῦ μονοπωλίου, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ ἴδιον σχῆμα καὶ χρῶμα, ὅπερ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἔχῃ καὶ ἡ λαθραίως εἰσαγομένη σάκχαρις. Κατὰ τοῦτο θὰ πλεονεκτῇ τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως τοῦ τοῦ πετρελαίου καὶ θὰ εἶναι εὐκολωτέρα ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου αὐτῆς. Ὅταν δὲ τέλος λάβητε πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὴν περὶ καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου διάταξιν, τὴν περιληφθεῖσαν ἐν τῷ νέῳ ὀργανισμῷ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς καὶ καθ’ ἣν ἐδόθη ἡ προσήκουσα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἑρμηνεία τοῦ «ἐπ’ αὐτοφώρῳ», θὰ πεισθῆτε ὅτι ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως θὰ καταστῇ σχεδὸν δύσκολος πολύ, ἂν ὄχι καὶ ἀδύνατος, ἡ λαθραία εἰσαγωγὴ καὶ κατανάλωσις αὐτῆς ἐν Ἑλλάδι.
§308Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὡς κυριώτερον ἐπιχείρημα τῆς ἀποτελεσματικῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου τῆς σακχάρεως ὑπὸ τὸ μονοπώλιον ἀνεφέρατε τὸ εὐδιάκριτον τῆς μονοπωλιακῆς ἀπὸ τῆς λαθραίως εἰσαγομένης σακχάρεως. Μήπως τὸ ἴδιον δὲν συμβαίνει καὶ μὲ τὸ σιγαρόχαρτον; Διατί εἰσάγεται τοῦτο λαθραίως;
§309ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ σιγαρόχαρτον κατορθοῦται νὰ εἰσάγηται λαθραίως, διότι δὲν ἔχει ὄγκον καὶ εὐκόλως ἀποκρύπτεται κατὰ τὴν εἰσαγωγήν του καὶ τὴν καταδίωξίν του καθόλου. Τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ μόνον ἐπὶ τῆς σακχαρίνης, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὑπάγομεν ὡσαύτως εἰς τὸ μονοπώλιον. Καὶ αὐτὴ δὲν κέκτηται ὄγκον καὶ εἶναι εὐμετακόμιστος λάθρα. Ἐν τούτοις ἔπρεπε νὰ καταστήσωμεν καὶ αὐτὴν μονοπωλιακὸν ἀντικείμενον τοῦ Κράτους, διότι ἡ ἐλευθέρα εἰσαγωγή της γίνεται δύο κακῶν πρόξενος. Ἐν πρώτοις ἡ σακχαρίνη ἔχει γλυκαντικὴν δύναμιν πολλαπλασίαν τῆς σακχάρεως· διὸ πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ὑπερόγκου δασμοῦ ταύτης γίνεται ἐν τῇ σακχαροπλαστικῇ ἰδίως πολλὴ χρῆσις αὐτῆς πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Εἶτα δ’ εἶναι βεβαιωμένον ἐπιστημονικῶς ὅτι ἡ σακχαρίνη εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν ἀνθρώπινον ὀργανισμόν. Ἀμφότερα τὰ κακὰ ταῦτα ἐλπὶς ὑπάρχει νὰ περισταλῶσι κατὰ τὸ δυνατὸν μόνον διὰ τοῦ μονοπωλίου, εἶναι δὲ τοῦτο ἓν ἐπὶ πλέον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τίνα ὅμως σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ σιγαρόχαρτον πρὸς τὴν σάκχαριν, ἧς τὸ λαθρεμπόριον τότε καὶ μόνον ἀποβαίνει ἐπικερδές, ὅταν εἰσάγηται κατὰ φορτία; Εἶναι δ’ εὔκολον ταῦτα ν’ ἀποκρυβῶσι καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ κατὰ τὴν καταδίωξιν καθόλου, ὅταν ἡ λαθραία σάκχαρις καὶ κατὰ τὸ σχῆμα καὶ κατὰ τὸ χρῶμα εἶναι διάφορος τῆς μονοπωλιακῆς, πᾶς δὲ κάτοχος αὐτῆς εἰς οἱανδήποτε ποσότητα καταδιώκεται καὶ τιμωρεῖται ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ; Καὶ εἶναι ν’ ἀμφιβάλλῃ τις ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους θ’ ἀποβῇ δύσκολος τὰ μάλιστα, ἂν ὄχι καὶ ἀδύνατος, ἡ λαθραία εἰσαγωγὴ καὶ κατανάλωσις τῆς σακχάρεως παρ’ ἡμῖν, ὡς εἶπον ἐγὼ πρίν; Τί δὲ σημαίνει τοῦτο; ὅτι θὰ ὑπαχθῶσιν οὕτω πως εἰς φορολογίαν ὅλα τὰ ἑκατομμύρια ὀκάδων σακχάρεως τὰ νῦν λαθραίως εἰσαγόμενα καὶ καταναλισκόμενα ἐν Ἑλλάδι καὶ θ’ ἀποκατασταθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ ἰσοπολιτεία μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων φορολογουμένων καὶ θ’ αὐξήσῃ κατ’ ἴσον ποσὸν ἡ φορολογουμένη σάκχαρις. Θ’ αὐξήσῃ αὕτη καὶ διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐξαγορὰν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιείου, τοῦ ὁποίου ἡ παραγωγή, ἀνερχομένη ἐτησίως εἰς ἑκατοστύας ὅλας χιλ. ὀκάδων, καταναλίσκεται ἀφορολόγητος, θ’ ἀναπληρωθῇ δ’ ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης σακχάρεως. Ἡ κατανάλωσις αὐτῆς θ’ αὐξήσῃ καὶ διότι ὑπὸ τὸ μονοπώλιον ἡ σάκχαρις θὰ εἶναι εὐωνοτέρα, καλλιτέρας ἢ μέχρι τοῦδε ποιότητος καὶ ἀκριβῶς ἐζυγισμένη. Κατ’ ἀκολουθίαν θὰ ἔχωμεν τοιαύτην αὔξησιν τῆς ἐκ τῆς σακχάρεως προσόδου, ὥστε θὰ καλυφθῶσιν οὕτως οὐ μόνον ἡ διὰ τοῦ μονοπωλίου καθιερουμένη ἐλάττωσις τοῦ φόρου αὐτῆς καὶ πάντα τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου καὶ τῆς συσκευῆς αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ πολλοῦ λόγου ἀξίαν καθαρὰν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου ἐπὶ πλέον ἐκείνης ἣν ἔχει αὐτὸ τὴν σήμερον. Ἰδού, Κύριοι, τὰ κυριώτατα τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προβάλλομεν ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως καὶ τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον οὐδεὶς τῶν ἀντιφρονούντων ἀπεπειράθη κἂν σοβαρῶς ν’ ἀναιρέσῃ. Ἀντὶ τούτου ἐσκέφθησαν αὐτοὶ ν’ ἀντιτάξωσιν ἴδια ἐπιχειρήματα κατ’ αὐτοῦ, συνοψιζόμενα κυρίως εἰς τὰ ἑξῆς: Ἐν πρώτοις τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως παραβλάπτει σπουδαίως τὸ ἐμπόριον, διότι ἀφαιρεῖ ἓν τῶν πρωτίστων εἰδῶν τῆς καταναλώσεως. Εἶτα δὲ θὰ στοιχίσῃ ἡ διαχείρισίς του καὶ ἡ συσκευὴ τῆς σακχάρεως τόσα εἰς τὸ Δημόσιον, ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν αὐτὸ θὰ ἔχῃ ὑπὸ τὸ μονοπώλιον καὶ τὴν σημερινὴν πρόσοδον ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως. Ἀντιπροτείνουσι δ’ αὐτοὶ ὡς μόνον σωστικὸν μέτρον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως κατὰ 50 λεπ. τὴν ὀκᾶν, ὑφ’ ἣν καὶ οἱ καταναλωταὶ θ’ ἀνακουφισθῶσι καὶ ἡ κατανάλωσις θὰ ὑπερδιπλασιασθῇ, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωμεν αὔξησιν τῆς σχετικῆς προσόδου τοῦ Κράτους. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προυβλήθησαν κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὰ ὁποῖα ἐνόμισα ἐπάναγκες ν’ ἀντεπεξέλθω νῦν δι’ ὀλίγων. Ζημίαν, Κύριοι, θὰ ὑποστῇ διὰ τοῦ μονοπωλίου μόνον τὸ μέγα εἰσαγωγικὸν ἐμπόριον τῆς σακχάρεως, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἵστανται καὶ ὡρισμέναι Τράπεζαι καί τινες προεξοφληταὶ δανείζοντες αὐτὸ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης σακχάρεως. Αὐτοὶ δὲ εἶναι κυρίως οἱ προκαλοῦντες τὸν μεγαλείτερον θόρυβον κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως καὶ ἀφειδῶς δαπανῶντες διὰ τὰ κατ’ αὐτοῦ δημοσιεύματα τοῦ τύπου. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον χάριν τῶν εἰσαγωγέων τῆς σακχάρεως καὶ τῶν ἐνεχυροδανειστῶν των, οἱ ὁποῖοι ἀποκομίζουσι τὰ μεγαλείτερα κέρδη ἐκ τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας αὐτῆς, νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ τὸ μονοπώλιον, ὅπερ εἶναι τόσον εὐεργετικὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, κέκληται δὲ νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι μέλλει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἡ κυριωτάτη βάσις πρὸς συνομολόγησιν μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου; Τὸ ἄλλο ἐμπόριον, τὸ μεταπωλοῦν τὴν σάκχαριν ἐν Ἑλλάδι, ὄχι μόνον ζημίαν δὲν θὰ ὑποστῇ, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ὠφέλειαν θὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ μονοπωλίου. Αὐτὸ προμηθευόμενον τὴν σάκχαριν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου εἰς τιμὴν ὡρισμένην καὶ παγίαν θὰ ἔχῃ ἐξ αὐτῆς ἕν βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς κέρδος χωρὶς νὰ διατρέχῃ πλέον τοὺς σημερινοὺς κινδύνους, τοὺς ἐπικρεμαμένους εἰς αὐτὸ ἐκ τῶν συχνῶν διακυμάνσεων τῆς τιμῆς καὶ ἐκ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐγώ, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, ἔσχον τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὑπὸ τὸ μονοπώλιον θὰ ὑποστῶσι ζημίαν τὸ μέγα εἰσαγωγικὸν ἐμπόριον τῆς σακχάρεως καὶ οἱ ἐνεχυροδανεισταὶ τούτου. Θὰ ἔχωσιν ὅμως τὴν εἰλικρίνειαν καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ συνομολογήσωσι μετ’ ἐμοῦ ὅτι τὸ ἄλλο ἐμπόριον ὄχι μόνον ζημίαν δὲν θὰ ὑποστῇ, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ κέρδος βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς θὰ ἔχῃ ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως; Ἐξετάσωμεν νῦν κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὴς ὁ ἕτερος ἰσχυρισμὸς τῶν ἀντιφρονούντων, καθ’ ὃν δῆθεν ὄχι μόνον αὔξησις τῆς σχετικῆς προσόδου τοῦ Κράτους δὲν θὰ ἐπέλθῃ, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ μείωσιν αὐτῆς θὰ ἔχωμεν μεγάλην ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως· διότι θὰ στοιχίζωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἡ διαχείρισις αὐτοῦ καὶ ἡ συσκευὴ τῆς σακχάρεως ἑκατομμύρια ὅλα. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἥ τε διαχείρισις καὶ ἡ συσκευὴ τῆς σακχάρεως τοῦ μονοπωλίου θὰ στοιχίζωσιν εἰς τὸ Κράτος ἔλαττον τῶν 10 λεπ. κατ’ ὀκᾶν. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ σάκχαρις τοῦ μονοπωλίου θὰ ἐναποθηκεύηται εἰς τὰ τελωνεῖα πρώτης τάξεως, εἰς ἃ θὰ προστεθῶσιν εὐάριθμοι πάνυ ὑπάλληλοι χάριν τῆς εἰδικῆς ταύτης ὑπηρεσίας. Καὶ τὰ ἔξοδα δὲ τῆς συσκευῆς δὲν θὰ εἶναι τόσον μεγάλα, ὅσον φαντάζονταί τινες. Καὶ τώρα, ὡς γνωστόν, μέγα μέρος τῆς σακχάρεως εἰσάγεται διὰ τοῦ ἐμπορίου εἰς ξύλινα κιβώτια, ἐπιβαρυνομένη διὰ τῶν ἐξόδων τούτων. Ἡ πρόσθετος δαπάνη τοῦ μονοπωλίου διὰ μικρότερα κιβώτια τῶν 10 ὀκάδων καὶ διὰ χάρτινα κυτία τῆς ὀκᾶς, θὰ εἶναι ἀναξία λόγου. Ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ ὅτι δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ προβῶ εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ μονοπωλίου, καὶ ἐὰν ἔτι ἡ διαχείρισις τούτου καὶ ἡ συσκευὴ τῆς σακχάρεως ἐστοίχιζον καὶ 15 καὶ 20 λεπ. τὴν ὀκᾶν.
§310Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἴκοσι λεπτά; Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§311ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν εἶναι ἀδύνατον ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος δαπάνη νὰ ὑπερβῇ τὰ 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλά, καὶ εἰς 20 λεπ. ἐὰν ἀνήρχετο αὐτή, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκπλαγῇ διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής· διότι καὶ οὕτως ἔχομεν ἱκανὸν περιθώριον μεταξὺ τῆς δρχ. 1.30, τῆς τιμῆς εἰς ἣν θὰ πωλῇ τὸ μονοπώλιον τὴν σάκχαριν κατ’ ὀκᾶν, καὶ τῶν 45 λ., ὅση εἶναι κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἡ ἀξία αὐτῆς. Ἀλλά, Κύριοι, ὑπὸ τὸ μονοπώλιον, ὡς ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τοῦτο καὶ ὡς σᾶς ἀπέδειξα ἤδη, θὰ παταχθῇ κατὰ κεφαλῆς τὸ λαθρεμπόριον τῆς σακχάρεως, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ θὰ φορολογηθῶσιν ὅλα σχεδὸν τὰ ἑκατομμύρια ὀκάδων σακχάρεως, τὰ εἰσαγόμενα νῦν λαθραίως. Καὶ διὰ τοῦτον δὲ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξέθηκα, θ’ αὐξήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κατανάλωσις τῆς φορολογουμένης σακχάρεως ἐν Ἑλλάδι, ὥστε οὐ μόνον τὸ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἔλλειμμα καὶ αἱ δαπάναι τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου νὰ καλυφθῶσι ταχέως, ἀλλὰ καὶ αὔξησιν ἀξιόλογον νὰ ἔχωμεν τῆς σχετικῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου. Ἐν τούτῳ ἐλπίζω νὰ ἔχω σύμφωνον μετ’ ἐμοῦ καὶ τὸν διακόψαντά με ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅστις ἄλλοτε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέτεινε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως ἀπεκδεχόμενος ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης αὔξησιν μεγάλην τῆς καταναλώσεώς της, ἐνῷ ἡμεῖς πλὴν τῆς ἐλαττώσεως......
§312Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἰδικῆς μου καὶ τῆς ἰδικῆς σας ἐλαττώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ κυρίως ἐστήριζον τοὺς ὑπολογισμούς μου περὶ αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως. Πλὴν τούτου ἡ ἰδική σας ἐλάττωσις δὲν εἶναι μόνον μικροτέρα τῆς ἰδικῆς μου, ἀλλὰ καὶ ἐξουδετεροῦται σχεδὸν μὲ τὰς μεγάλας δαπάνας τοῦ μονοπωλίου, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον.
§313ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναμένω νὰ σᾶς ἀκούσω, μὴ ἀμφιβάλλετε δ’ ὅτι, ἂν ἀποδείξητε ἐσφαλμένους τοὺς ὑπολογισμούς μου, δὲν θὰ διστάσω νὰ ὁμολογήσω τὴν πλάνην μου καὶ ν’ ἀποσύρω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως συμπληρῶν τὴν ἀγόρευσίν μου δηλῶ ὅτι τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχῃ ἐν ἀρχῇ τὰς ἀτελείας καὶ ἐλλείψεις του, ὡς πᾶς θεσμὸς τὸ πρῶτον εἰσαγόμενος εἴς τινα χώραν. Ἡ πεῖρα ὅμως, ἣν θ’ ἀποκτήσωμεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς του, θὰ καταδείξῃ τόσον τὰς ἀτελείας καὶ ἐλλείψεις του, ὅσον καὶ τὰς ἐπενεκτέας εἰς αὐτὸ μεταρρυθμίσεις. Ἄν, Κύριοι, ἴδωμεν ὅτι τὸ ἐμπόριον κερδοσκοποῦν ἐπὶ τῆς μονοπωλιακῆς σακχάρεως, ἡ ὁποία θὰ παραδίδηται εἰς τὰ τελωνεῖα πρώτης τάξεως, θὰ συνετέλει εἰς ἀδικαιολόγητον ὕψωσιν τῆς τιμῆς της, τότε δυνάμεθα ν’ ἀναθέσωμεν καὶ τοῦ προκειμένου μονοπωλίου τὴν διαχείρισιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἂν μάλιστα εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαθέσωμεν καὶ τὴν πρόσοδον αὐτοῦ ὑπὲρ νέου μεγάλου δανείου.
§314Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πόσας ἀποθήκας ἔχει ἡ Ἑταιρεία τῶν μονοπωλίων; Νομίζετε ὅτι μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τῶν μεταπωλητῶν τῆς σακχάρεως δὲν ὑπάρχει στάδιον πρὸς κερδοσκοπίαν;
§315ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν ἀνάγκῃ φροντίζομεν, ὅπως ἡ Ἑταιρεία συστήσῃ πλείονας ἀποθήκας τῶν νῦν, οὕτως ὥστε καὶ τῶν ἀποκέντρων μερῶν οἱ καταναλωταὶ νὰ προμηθεύωνται ἐξ αὐτῶν τὴν σάκχαριν. Ἡ πεῖρα θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ὡσαύτως καὶ εἰς μείζονα ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, ὅταν σὺν τῷ χρόνῳ ἴδωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν αὐξάνουσαν τὴν κατανάλωσιν κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα αὐτήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐξερχόμενα ἐκ τῆς παρούσης κρίσεως καὶ εἰσερχόμενα εἰς τὸ στάδιον τῆς πλήρους ἀναρρώσεως. Αὐτά, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐγερθεισῶν ἀντιρρήσεων κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, ἱκανά, ὡς νομίζω, νὰ πείσωσι πάντα ἀπαθῶς καὶ ἄνευ προκαταλήψεως κρίνοντα τὰ πράγματα ὅτι αὐτὸ συμφέρει εἰς τὸν λαόν, οὐχ ἧττον καὶ εἰς τὸ Κράτος.
§316Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τοῦτο τὸ ἰδιάζον, ὅτι πανταχόθεν ἀπεκρούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀνέπτυξε διαφόρους σκέψεις, ἔθηκε δὲ καὶ διάφορα πράγματα, τὰ ὁποῖα διεβεβαίωσεν, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἐδέχθη παρατήρησιν ἢ ἀμφισβήτησιν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριχθεὶς προέβη εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα τῇ ἀληθείᾳ εἶναι θαυμάσια, ἀλλ’ ἔχουσιν ἓν ἐλάττωμα, ὅτι στηρίζονται ἐπὶ πραγμάτων φανταστικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανηγύρισεν ὅτι θὰ δώσῃ εἰς τὸν λαὸν τὴν σάκχαριν εὐθηνήν. Καὶ διατί θὰ τὴν δώσῃ εὐθηνήν, νομίζετε; διότι σήμερον πωλεῖται δραχμὰς 2.20, κατὰ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν μὲ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἰσάγει θὰ πωλῆται 1.40. Καί, ὅτε ἠρωτήσαμεν ποῦ πωλεῖται 2.20, εἶπεν «εἰς τὰ ἀπομεμακρυσμένα χωρία».
§317Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὰ Τρίκκαλα.
§318Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης εἶπεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, καὶ εἶπε 1.20.
§319ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Γεωργόπουλος μὲ διέκοψε καὶ μοὶ εἶπε δύο δραχμάς.
§320Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ χωρία βεβαίως.
§321Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι εἰς τὰ ἀπομεμακρυσμένα χωρία πωλεῖται 2.20, ἔσπευσε δὲ νὰ διαβεβαιώσῃ ἡμᾶς ὅτι θὰ πωλῆται διὰ τοῦ συστήματός του 1.40, καὶ ἐπειδὴ ᾐσθάνθη ἀμφιβολίαν τινὰ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, διότι, ἐνῷ σήμερον εἰς τὸν Πειραιᾶ ἔχει ἡ σάκχαρις 1,60, εἰς τὰ ἀπομεμακρυσμένα χωρία πωλεῖται σήμερον, καθ’ ἃ διαβεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργός, 2.20, ἤτοι μὲ διαφορὰν ἑξήκοντα λεπτῶν, τότε δὲ διατί, ἐνῷ θὰ ἔχῃ 1. 30, θὰ πωλῆται μὲ διαφορὰν μιᾶς δεκάρας, ᾐσθάνθη, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν διαφορὰν αὐτὴν κάποιαν ἐνόχλησιν ἐν ἑαυτῷ καὶ ἀμέσως τὴν ἀπέκρουσε διὰ μιᾶς ἐξόχου ἀποστροφῆς· τὸ ἐμπόριον διατελεῖ ἐν ἀνταγωνισμῷ καὶ δὲν ἐπιτρέπει ὁ εἷς ἔμπορος εἰς τὸν ἄλλον νὰ ὠφεληθῇ πολὺ καὶ φθάνει ἡ ὠφέλεια τοῦ ἐμπόρου μέχρι τοῦ ἐλαχίστου. Αὐτὸς εἶναι λόγος οἰκονομικός, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τοιούτου στόμφου αὐτὴν τὴν στιγμὴν λέγει· καὶ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ διατί ὁ λόγος αὐτὸς ὁ οἰκονομικὸς θέλει ἐφαρμοσθῆ, ὅταν θὰ εἰσαγάγῃ τὸ μονοπώλιον, δὲν ἐφαρμόζεται δὲ σήμερον, καὶ διατί σήμερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουσι 1.60 εἰς τὸν Πειραιᾶ, πωλοῦσι μὲ διαφορὰν ἑξήκοντα λεπτῶν· ὅταν δὲ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ τὸ μονοπώλιον, θὰ πωλῶσι μὲ διαφορὰν τιμῆς δέκα λεπτῶν; Ἐπὶ τούτου ἔπρεπε νὰ συζητήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτε ἤθελε νὰ βεβαιώσῃ ὅ,τι ἐβεβαίωσεν· ἐπὶ τούτου ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσῃ πῶς σκέπτεται καὶ ποῦ εὑρίσκει καὶ ποῦ στηρίζει τὴν διαφορὰν ταύτην, ἵνα ἐπὶ ταύτης στηριζόμενος λέγῃ ὅτι ἐγὼ ὑποβιβάζω τὴν τιμὴν τῆς σακχάρεως.
§322ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, ἀφοῦ μὲ ἠρωτήσατε;
§323Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νόμου θὰ μοὶ εἴπητε.
§324ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§325Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζω.
§326ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅ,τι συμβαίνει τώρα μὲ τὴν κινίνην, τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὴν σάκχαριν. Πιθανὸν εἰς μικρά τινα καὶ ἀπόκεντρα χωρία νὰ πωλῆται κάτι τι περισσότερον ἡ σάκχαρις, ἀλλ’ εἰς τὰ διάφορα κέντρα θὰ πωλῆται εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, δηλαδὴ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 1.40. Ἐπὶ τέλους, καὶ ἂν παραδεχθῆτε ὅτι ὁ ἔμπορος προμηθεύεται αὐτὴν τὴν σήμερον πρὸς 1.60 καὶ τὴν πωλεῖ πρὸς δύο δραχμὰς τὴν ὀκᾶν καὶ πλέον εἰς τὰ χωρία...
§327Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. 2.20 εἴπετε ὑμεῖς· ἐγὼ δὲν λέγω τίποτε.
§328ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅπως θέλετε. Ὁ κ. Γεωργόπουλος εἶπε πρὸς 2.20 καὶ ἐγὼ τὸ ἐπανέλαβον.
§329Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἴπετε ὑμεῖς ἐδῶ καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν τιμὴν μέχρι τῆς 1.40 θὰ εὕρητε τὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεσθε εἰς τὸν λαόν.
§330ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν ὁ ἔμπορος ἀγοράζων νῦν πρὸς 1.60 πωλῇ πρὸς 2.20, προμηθευόμενος αὐτὴν πρὸς 1.30 θὰ τὴν πωλῇ πρὸς 1.90, ἤτοι πάντοτε 30 λεπτὰ εὐθηνότερον. Αὐτὸ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω ἐγώ· διότι κατὰ 30 λεπ. τὴν ὀκᾶν πρόκειται νὰ ἐκπέσῃ ὁ φόρος τῆς σακχάρεως.
§331Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Λοιπὸν ἡ διαφορὰ ἡ μεταξὺ τῶν 2.20 καὶ 1.40, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ πωλῇ, κατὰ ὀγδοήκοντα λεπτά, ἤδη ἐξητμίσθη κατὰ 50 λεπτὰ καὶ περιωρίσθη εἰς τριάκοντα. Διατί; Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ σταθῇ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Καὶ ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ πρᾶγμα—διότι αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα—· ἐὰν σήμερον ἡ σάκχαρις πωλῆται 1.60, τότε θὰ πωλῆται 1.30, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ διαφορὰν τριάκοντα λεπτῶν, θὰ προστίθηται δὲ εἰς τὴν 1.30 τὴν τότε τιμὴν μέχρι τῆς διὰ τὴν μικρὰν κατανάλωσιν ἐκείνη ἡ προσθήκη ἡ ὁποία γίνεται σήμερον εἰς τὴν 1.60. Παρετήρησα δ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠγέρθη νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐκ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ νόμου δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πωλῆται περισσότερον. Καὶ καλῶς ἔπραξα νὰ τὸ παρατηρήσω, διότι θὰ μᾶς ἀπησχόλει, ἵνα ἀποκρούσωμεν πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπεν.
§332ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τὴν ὁποίαν εἶπον ἐπιμένω ὅτι, ἐὰν συμβληθῶμεν μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν μονοπωλίων, ἡ ὁποία θὰ τὸ ἀναλάβῃ, θὰ τὸ δίδῃ εἰς τιμὴν ὡρισμένην τότε.
§333Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ Ἑταιρεία;
§334Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ συζητήσωμεν κατόπιν περὶ τῆς Ἑταιρείας. Λοιπὸν περιωρίσαμεν τὴν διαφορὰν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸν λαὸν ἀπὸ ὀγδοήκοντα λεπτῶν εἰς τριάκοντα λεπτά. Καὶ ἐρχόμεθα νὰ ἴδωμεν τί γίνεται μὲ τὴν ὑποτίμησιν αὐτῆς τῆς τιμῆς εἰς 1.30. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι γίνονται δύο πράγματα, ἀγαθὰ καὶ τὰ δύο· ὁ λαὸς κερδίζει τριάκοντα λεπτά, τὸ Δημόσιον εἰσπράττει περισσότερα. Ἐγὼ λέγω ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἐπενόησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ῥίπτεται γενναία ποσότης χρημάτων εἰς τὴν θάλασσαν, ἡ ὁποία θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ θυλάκια τοῦ λαοῦ καὶ δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον καί, διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ, θέλω ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ὑπολογίζει ὅτι ἡ σάκχαρις θέλει φθάσει εἰς κατανάλωσιν δέκα ἑκατομμυρίων; Σήμερον ἡ κατανάλωσις εἶναι μέχρις 6,200,000. Ὑπολογίζοντες 20–30 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ὡς εἶπεν ἡμῖν ὁ ἴδιος ὅτι θὰ στοιχίζῃ ἡ συσκευὴ ἐπὶ 6,200,000 ὀκ. σακχάρεως, πόσον ἔχομεν;
§335Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτε.
§336Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦτο. Ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, τότε συνεννοηθῆτε μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν δὲν ἔχητε γνῶσιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, μὴ μὲ διακόπτετε. Ἐγὼ δὲν συζητῶ. Ἐγὼ ἠρώτησα πόσον θὰ στοιχίσῃ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν: 20–30 λεπτά. Λοιπόν, παρακαλῶ, θὰ στοιχίζῃ τριάκοντα λεπτά. Ἐὰν ἡ κατανάλωσις μείνῃ ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὰς ὀκάδας 6,000,000– 6,200,000, γνωρίζετε, Κύριοι, πόσον θὰ εἶναι; 1,200,000 μέχρις 1,800,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ ἡ κατανάλωσις ἀνέλθῃ εἰς τὰ δέκα ἑκατομμύρια, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἡ δαπάνη αὕτη θὰ φθάσῃ μεταξὺ δύο καὶ τριῶν ἑκατομμυρίων. Λέγει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός· δὲν τὸ λέγω ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε· αὐτὸ τὸ 1,200,000 τὸ ὁποῖον ἀμέσως θὰ ἐξοδευθῇ μέχρις 1,800,000, ἢ αὐτὰ τὰ δύο ἑκατομμύρια μέχρι τριῶν τὰ ὁποῖα θὰ ἐξοδεύωνται, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὰ δέκα ἑκατομμύρια, πόθεν θὰ ἐξέρχωνται; Ἀπὸ τὰ θυλάκια τοῦ λαοῦ; Δὲν ἔχει οὕτως; Εἰς τί δὲ θὰ δαπανῶνται; εἰς χαρτόνια καὶ ταινίας. Τί δὲ θὰ γίνωνται αὐτὰ τὰ χαρτόνια καὶ αὐταὶ αἱ ταινίαι; Θὰ σχίζωνται καὶ θ’ ἀπορρίπτωνται. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο καταστροφὴ ἑνὸς μέχρι τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς τὴν θάλασσαν ῥιπτομένων διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἐπενόησεν ὁ κ. Ὑπουργός; Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε—καὶ θὰ τὸ εἴπῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς—ὅτι ἔκαμε λάθος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στοιχίσῃ τόσον πολὺ ἡ συσκευή. Ἀλλά, Κύριοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε· τίνα γνώμην θὰ ἔχητε σεῖς περὶ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχων τὴν ἰδέαν καὶ λέγων ὅτι τόσον θὰ στοιχίσῃ ἡ συσκευή; Ὁποῖαι ἰδέαι ἐπρυτάνευσαν εἰς τὴν κατασκευὴν ἑνὸς τοιούτου νομοθετήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸ ἔκαμεν ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ στοιχίσῃ ἡ δαπάνη ἕως τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν ῥιπτομένων εἰς τὴν θάλασσαν; Καί, ὅταν κατασκευάζητε τοιαῦτα νομοθετήματα ἔρχεσθε καὶ ὁμιλεῖτε περὶ ἀνακουφίσεως τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ χρῆμα ῥίπτετε εἰς τὴν θάλασσαν; Καὶ κάμνετε ὑπολογισμούς, ὅταν ἐπινοῆτε σύστημα τὸ ὁποῖον τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἄσκοπος καὶ ἄχρηστος δαπάνη ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε νὰ σᾶς πληρώσῃ ὁ κόσμος; Καὶ τί πρὸς ἡμᾶς, ἂν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ λαμβάνετε ὀλιγώτερα, εἰσέρχονται δὲ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἀκόμη ὀλιγώτερα; Τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα δίδει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι χρήματα χαμένα, καί, ἂν λαμβάνητε περισσότερα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὰ λαμβάνετε, διότι χρησιμεύουσιν ἐφ’ οἷς σκοποῖς χρησιμεύουσι. Τὰ χρήματα ὅμως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ τὰ ῥίψητε εἰς σχισμένα χαρτιά, αὐτὰ εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα καταστρέφονται διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον εἰσάγετε.
§337ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§338Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀλλὰ πρὸς τί τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως; Θέλομεν νὰ καταδιώξωμεν τὸ λαθρεμπόριον; Δύο τρόποι ὑπάρχουσι, Κύριοι, πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐὰν θέλητε νὰ καταδιώξητε τὸ λαθρεμπόριον, δύνασθε νὰ δημιουργήσητε ἀστυνομίαν πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Καὶ ἀντὶ τὰ χρήματα αὐτά, τὸ ἕν ἑκατομμύριον, τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὰ τρία ἑκατομμύρια, διότι πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων, ἀντὶ νὰ τὰ ῥίψητε εἰς τὴν θάλασσαν, ῥίψατέ τα ἐκεῖ, διὰ νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ὁλοσχερῆ καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ὑπάρχει ὁ τρόπος τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου. Ὅταν ἐλαττώνητε τὸν φόρον, μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁλόκληρος ἡ ποσότης θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ δὲν θὰ παραμένῃ εἰς τὰ θυλάκια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὑμεῖς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε τὰ οἰκονομικά, θὰ γνωρίζητε βεβαίως ὅτι ἡ ὑψίστη οἰκονομικὴ ἀρχὴ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ θυλάκια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ὑφίστανται μικροτέραν ἐλάττωσιν μέχρις ὅτου κατατεθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἶναι ἀρχὴ οἰκονομικὴ ὑψίστη, τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ἠκούσατε κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῶν πανεπιστημιακῶν σας σπουδῶν, τὴν ὁποίαν ὅμως τώρα ἐλησμονήσατε, διότι καταγίνεσθε εἰς ἄλλα. Καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐλπίζει ἐκ τοῦ ὅτι ἡ τιμὴ τῆς σακχάρεως θὰ κατέλθῃ εἰς μίαν καὶ τεσσαράκοντα ἀπὸ μίαν καὶ ἑξήκοντα, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς κατανάλωσιν δέκα ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων. Θεωρεῖ δὲ ἡμᾶς ἀδικαιολογήτους καὶ λυποῦμαι διότι κάμνω λόγον, καθόσον δὲν ἐσυνήθισα ν’ ἀνατρέχω εἰς τὸ παρελθόν, θεωρεῖ ἡμᾶς, ἐπαναλαμβάνω, ἀδικαιολογήτους, διότι, ὅτε εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἴχομεν προτείνει ἐλάττωσιν πεντήκοντα λεπτῶν. Καὶ θεωρεῖ τοῦτο τολμηρόν, ὅτι μὲ πεντήκοντα λεπτῶν ἐλάττωσιν ἠθέλομεν αὔξησιν δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐνῷ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι μὲ τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἴκοσι λεπτῶν θέλει αὔξησιν ἕνδεκα ἑκατομμυρίων. Ἡμεῖς δὲν περιεμένομεν τοιαῦτα πράγματα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἐν τούτοις μᾶς θεωρεῖ ἀδικαιολογήτους. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν περιέμενον τότε νὰ φθάσω εἰς τὴν κάλυψιν τῆς διαφορᾶς, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει σχέσιν ποσῶς, διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐλάμβανον ἀπὸ τὰ θυλάκια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ ἔμενον εἰς αὐτὸν καὶ ἐγνώριζον ὅτι αὐξάνων τὴν φορολογικὴν ἱκανότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτε ἄφηνον εἰς αὐτὸν τρία ἑκατομμύρια δρ., ηὔξανον τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ καθ’ ὅλην τὴν ποσότητα, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπλήρωνε διὰ τὴν ἀφορολογήτως, διὰ τὴν λαθραίως εἰσαγομένην σάκχαριν. Παρέμενον εἰς τὰ θυλάκια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τρία ἕως τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν, διότι ἐκεῖνα τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἔμενον εἰς τὰ θυλάκια αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτὸ ἐστράφην πρὸς αὐτὸν καὶ ἐζήτουν ἄλλην φορολογίαν, τὴν φορολογίαν τοῦ οἰνοπνεύματος. Καὶ δὲν ἐσκεπτόμην ἐκ μόνης τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου ὅτι ἤθελε καλυφθῆ ἡ διαφορὰ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἡ μείωσις, διότι μείωσις κατὰ 50 λεπτὰ ἦτο πραγματικὴ μείωσις. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι τὸ Δημόσιον οὐδὲν ζημιοῦται ἐνεργοῦν μείωσιν φορολογικὴν κατὰ τὸ ἓν πέμπτον. Καὶ ἠξεύρετε πόσος μένει φόρος διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἂς τὸν ὑπολογίσωμεν. Ὁ φόρος ὁ ἤδη εἰσπραττόμενος εἶναι 1.07, ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ πωλῇ 1.30, θ’ ἀγοράζῃ τὴν σάκχαριν 50 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν καὶ 20–30 λεπτὰ τὰ ὁποῖα θὰ δαπανῶνται δι’ ἔξοδα συσκευῆς γίνονται 90 λεπτά, καὶ δέκα λεπτὰ τὰ ὁποῖα θὰ δίδωνται εἰς τὴν ἑταιρείαν τοῦ μονοπωλίου, —ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ δίδωνται ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἢ ἐννέα λεπτά—, πόσα γίνονται;
§339Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μία δραχμή.
§340Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Λοιπὸν 50 λεπτὰ θ’ ἀγοράζῃ τὴν σάκχαριν, 20–30 λεπτὰ θὰ δίδωνται δι’ ἔξοδα συσκευῆς, γίνονται 80 λεπτά, καὶ 10 λεπτὰ εἰς τὴν ἑταιρείαν τοῦ μοπωλίου γίνονται 90 λεπτά, μέχρι τῆς 1.30 ἔχομεν 40 λεπτά. Δεδομένου ὅτι σήμερον εἰσπράττεται ἐκ τοῦ δασμοῦ 1.07, ἡ διαφορὰ θὰ εἶναι 67 λεπτά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμαν ἄλλοτε, δηλ. νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον τῆς σακχάρεως κατὰ 50 λεπτά, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσω τὸν φόρον κατά τι ὀλιγώτερον καὶ δι’ αὐτὸ τὸν ἐλαττώνω κατὰ 60 λεπτά. Αὐτὰ λέγουσιν οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§341ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σεῖς λέγετε αὐτά.
§342Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὰ λέγουσιν οἱ ἀριθμοὶ καὶ αὐτοὺς λαλοῦντες πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεφέρατε. Ἂν οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ φέρουσιν εἰς κωμικὰ ἀποτελέσματα, τόσον τὸ χειρότερον δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀνέφεραν, ἐὰν δὲ εἶναι ἀκριβεῖς, τόσον τὸ χειρότερον δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι στηριζόμενοι ἐπὶ τοιούτων ἀριθμῶν φέρουσι τοιαῦτα νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλήν. Τοὺς ἀριθμοὺς τούτους δὲν ἀνέφερα ἐγὼ καὶ παρακαλῶ ἐπὶ τούτου νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξηγγέλθησαν ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅτε οἱ εἰσηγηταὶ τῶν νομοσχεδίων ἐπὶ τοιούτων ἀριθμῶν στηριζόμενοι τοιαῦτα νομοσχέδια φέρουσιν, ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτούς· εἴπατε πραγματικῶς ὅτι δὲν ἐτολμήσατε νὰ ἐλαττώσητε τὸν φόρον μέχρι τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἠλαττώσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ θέλετε νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι θέλετε νὰ ἐλαττώσητε τὸν φόρον ἀπὸ ὅ,τι ἡμεῖς τὸν ἠλαττώσαμεν, ἐνῷ συγχρόνως ἡ ἀνακούφισις τὴν ὁποίαν θὰ φέρητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν θὰ προέρχηται ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν 50 λεπτῶν, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν προτείνει, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν 20 λεπτῶν, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς προτείνετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίνοια ὑμῶν. Ἀλλ’ ἤθελέ τις ἐρωτήσει· τί χρησιμεύει τὸ μονοπώλιον διὰ τὴν καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου; Διότι, ὡς ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ μονοπώλιον χρησιμεύει διὰ τὴν καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἠξεύρετε δὲ ποῖον εἶναι τὸ μέσον τῆς διὰ τοῦ μονοπωλίου καταπολεμήσεως τοῦ λαθρεμπορίου; Εἶναι ἡ συσκευὴ τῆς σακχάρεως. Διότι ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λέγῃ ὅτι τὸ λαθρεμπόριον θὰ καταπολεμηθῇ διὰ τοῦ μονοπωλίου, διότι ἡ σάκχαρις θὰ εἶναι ἐντὸς ὡρισμένων κυτίων, θὰ ἔχῃ ταινίας καὶ θὰ διακρίνηται εὐκόλως ἐκ τῆς μὴ ἀφορολογήτου.
§343Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ ἔχῃ διάφορον σχῆμα;
§344Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μένῃ καὶ ἄτριφτη. Θὰ τρίβωσι τὴν σάκχαριν διὰ νὰ ψήνουν τὸν καφέ τους οἱ ἄνθρωποι. Λοιπὸν ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω· κατὰ τί ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ καταστείλωσι τὸ λαθρεμπόριον, κατὰ τί ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ἡνωμένα μὲ τὴν ἑταιρείαν τοῦ μονοπωλίου; Τοῦτο ἤθελον νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τις. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι πρέπει εἰς τὴν σάκχαριν τὴν φορολογικὴν νὰ δώσωμεν ἓν περικάλυμμα ἰδιαίτερον, νομίζων ὅτι εἰς τοῦτο δὲν ἀντίκειται ἡ δαπάνη ἡ μεγάλη εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν ὑποβάλει ἐπὶ ἀπωλείᾳ τῆς δαπάνης ταύτης τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐὰν εἰσαγάγωμεν τὸ μονοπώλιον; Τί χρειάζεται τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος θὰ προμηθεύηται εὐθηνά, θὰ προμηθεύηται ἀκριβὰ τὴν σάκχαριν, θὰ μεταφέρῃ αὐτήν, θὰ μεταβληθῇ εἰς ἔμπορον σακχάρεως, θὰ ἔχῃ ἀποθήκας πρὸς τοποθέτησιν αὐτῆς, θὰ συνάψῃ συμβάσεις μετὰ διαφόρων· τί χρειάζονται ὅλα αὐτά; Θέλετε νὰ δώσητε εἰς τὴν φορολογουμένην σάκχαριν ἐξωτερικῶς διάφορον μορφὴν διὰ νὰ διακρίνητε αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀφορολόγητον σάκχαριν; Ἁπλούστατα τότε νὰ εἴπητε ὅτι ὅστις θέλει νὰ φέρῃ σάκχαριν εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ φέρῃ αὐτὴν καθ’ ὡρισμένον τρόπον συσκευῆς. Νὰ γίνηται ὅπως γίνεται καὶ εἰς τὸν καπνὸν εἰς τὰ καπνεργοστάσια. Θὰ τίθηται μία ταινία ἐπὶ τῆς σακχάρεως εἰς τὸ τελωνεῖον καὶ θὰ τὴν παραλαμβάνῃ τὸ Κράτος. Νὰ γίνῃ ὅπως γίνεται καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅπως κάμνουσιν οἱ καπνοπῶλαι, οἵτινες κόπτουσι τὸν καπνὸν εἰς τὰ καπνεργοστάσια καὶ ἔπειτα θέτουσι τὴν ταινίαν ἐπ’ αὐτῶν. Τί χρειάζεται ἐπὶ τῆς σακχάρεως ἡ ταινία, τί χρειάζεται τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως, τί χρειάζεται ἡ ἀνάμιξις διαφόρων, τί χρειάζεται ἡ διαχείρισις, τί χρειάζονται αἱ ἀποθῆκαι καὶ χίλιοι δύο κίνδυνοι τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ μονοπωλίου δημιουργοῦμεν εἰς τὸ Κράτος καὶ δὴ τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους θὰ δημιουργήσῃ ὁ νόμος αὐτός; Νομίζετε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἡ ταινία ἐπὶ τῆς σακχάρεως; Εἰσαγάγετε τὴν ταινίαν· οὐδεὶς σᾶς ἐμποδίζει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι καὶ ἡ ποιότης τῆς σακχάρεως εἶναι κακή. Ἐὰν νομίζητε ὅτι οἱ ἔμποροι φέρουσι ποιότητα βλαβεράν, δύνασθε νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον περὶ νοθείας τῶν τροφίμων, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἡ σάκχαρις νοθευμένη καὶ ν’ ἀπογορεύηται ἡ εἰσαγωγὴ κατεστραμμένης, βλαβερᾶς σακχάρεως. Καὶ τότε, ἐὰν πράξητε τοῦτο, θὰ ἔχητε ὁλόκληρα τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταπολεμήσεως τοῦ λαθρεμπορίου ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν ἐξωτερικὴν μορφήν, χωρὶς νὰ ὑποβάλητε τὸ Κράτος εἰς ἐνοχλήσεις καὶ κινδύνους διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι σήμερον ἡ σάκχαρις ἔχει 40 λεπτά· ἡ συνήθης τιμὴ εἶναι 30 λεπτά.
§345ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σεῖς λέγετε αὐτό· ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον. Σήμερον ἔχει 40 λεπτά.
§346Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§347ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διαστρέφετε ὅλους τοὺς ἀριθμούς.
§348Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὐδένα ἀριθμὸν διαστρέφω. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι διαστρέφω ὅλους τοὺς ἀριθμούς. Δηλῶ ὅτι τοῦτο εἶναι φράσις ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ λεχθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Βουλῆς, ἂν ἐγὼ ἀνέφερα ἔστω καὶ ἕνα ἀριθμὸν ἀλλοῖον.
§349ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδέποτε.
§350Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκτοξεύει εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν οἱονδήποτε ἀριθμόν, διὰ νὰ καταπλήξῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ τὸν ἐξελέγξωσι τί κρύπτεται ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ἀριθμούς, κατόπιν δέ, ὅτε ἐρευνῶνται καὶ ἀναλύονται οἱ ἀριθμοί, αἰσθάνεται αἴσθημά τι τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ καταστέλλῃ καὶ νὰ πνίγῃ τὸ αἴσθημά του αὐτὸ καὶ νὰ μὴ ἐκρηγνύηται εἰς φράσεις ἀναρμόστους καὶ πρὸς τὴν αἴθουσαν καὶ πρὸς τὸ ἀξίωμά του.
§351Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὖγε.
§352ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε.
§353Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξακολουθήσω ν’ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Ἡ τελευταία σκέψις τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἶναι νὰ ὑποδείξω τίς θὰ εἶναι ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἡ ὀρθοτέρα γνώμη ἀπὸ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω ὅτι ἡ δαπάνη εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβληθῇ ὁ τόπος διὰ τὴν συσκευὴν εἶναι ἐντελῶς χαμένη καὶ δι’ αὐτὸ ἱκετεύω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προτιμήσῃ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον μέχρι τοῦ ἡμίσεος, καὶ τὰ τριάκοντα λεπτά, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πεταχθῶσιν εἰς χαρτιά, νὰ τὰ χαρίσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τότε θὰ χαρίσῃ περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ἐχαρίζομεν ἡμεῖς χωρὶς νὰ χάσῃ τὸ Δημόσιον τίποτε. Ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὸ σύστημά του, τότε ἂς ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ταινίαν καὶ ἂς ἐγκαταλείψῃ τὸ μονοπώλιον, διότι τοιουτοτρόπως καὶ τὸν μηχανισμὸν τῆς κοινωνίας διὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγεται ἡ σάκχαρις δι’ ὡρισμένου συστήματος θέλει ἀφήσει εἰς τὴν θέσιν του νὰ λειτουργῇ καὶ τὸ Κράτος θ’ ἀπαλλάξῃ μεγάλων φροντίδων. Βεβαιῶ δ’ αὐτὸν ὅτι, ὅσον αἰσιόδοξος καὶ ἂν εἶναι, ὅσον καὶ ἂν πιστεύῃ ὅτι τὰ πάντα εἶναι ῥόδινα, εἶναι κατώτερα τοιαύτης φροντίδος διὰ τὸ Κράτος. Πρέπει δὲ ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ τοιαύτας φράσεις, τὰς ὁποίας τώρα δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§354Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δημοσιολογικὴ πολιτική.
§355Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα, δημοσιολογικὴ πολιτική. Αὐταὶ εἶναι φράσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ ὅταν λέγωνται δὲν στολίζουσι πολὺ καὶ ὅταν ἀφαιρῶνται δὲν ἀφαιροῦνται πολλὰ πράγματα ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει τὸ ἔωλον τῶν φράσεων αὐτῶν.
§356ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐάν, Κύριοι, ὑπάρχωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δύο ἢ τρεῖς οἱ θεωρούμενοι ὡς εἰδικώτερόν πως ἀσχολούμενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα καὶ ταῦτα ἐξετάζοντες ἀπὸ περιωπῆς ἐπιστημονικῆς, μεταξὺ αὐτῶν καταλέγεται καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, ὅστις μάλιστα ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πολλὰ νομοσχέδια, προσπορίσαντα εἰς αὐτὸν τὸν τίτλον τοῦ μεταρρυθμιστοῦ. Σὺν τοῖς ἄλλοις εἶχεν ὑποβάλει καὶ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς σακχάρεως, μαρτυροῦν ὅτι αὐτὸς ἔχει μελετήσει ἰδιαιτέρως τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἔχει ἁρμοδιότητα ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ ἐκφέρῃ περὶ αὐτοῦ γνώμην. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ὁμολογῶ ὅτι εὐχαρίστως ἤκουσα πρὶν τὸν κ. Βουλευτὴν διακόπτοντά με ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀγορεύσεώς μου περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ ζητοῦντα τὸν λόγον, ἵνα μετ’ ἐμὲ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτοῦ, διότι ἀνέμενον νὰ διαφωτίσῃ αὐτὸς καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἐμέ. Ἀνέμενον ν’ ἀκούσω αὐτὸν ἐξετάζοντα τὰ τῆς φορολογίας τῆς σακχάρεως διὰ τοῦ μονοπωλίου ὑπὸ ἔποψιν δημοσιονομικήν, οἰκονομικὴν καὶ ἠθικοπολιτικὴν καὶ καταδεικνύοντα τὰ πλεονεκτήματα ἢ μειονεκτήματα αὐτῆς. Δυστυχῶς ὅμως ἐπλανήθην· διότι ὁ κ. Γούναρης ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος περιορισθεὶς εἰς ἐμπειρικὴν καὶ λογιστικὴν πολεμικὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, πολεμικὴν ἐλέγχουσαν μόνον τὰς ἀντιπολιτευτικάς του διαθέσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὡς φαίνεται, ἐζήλωσε κατὰ τοῦτο τὴν δόξαν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ οὕτω ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτήν, τὸν θεωρούμενον εἰδικὸν ἐπιστήμονα οἰκονομολόγον καὶ μεταρρυθμιστὴν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, παρακολουθῶν τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὸ ἐπίπεδον ἔτι εἰς ὃ ἠθέλησε νὰ τὴν καταβιβάσῃ αὐτός. Ὁ κ. Γούναρης ὑπεστήριξεν ἐν ὅλῃ τῇ σοβαρότητι ὅτι ὑπὸ τὸ μονοπώλιον ἡ σάκχαρις δὲν θὰ στοιχίζῃ ὀλιγώτερον, ἀλλὰ περισσότερον ἢ νῦν εἰς τοὺς καταναλωτάς, ἡ δὲ σχετικὴ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ὄχι μόνον δὲν θ’ αὐξήσῃ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐλαττωθῇ· διότι ἡ συσκευὴ τῆς μονοπωλιακῆς σακχάρεως, ἰδίως ἡ εἰς κυτία χάρτινα, θὰ εἶναι κατ’ αὐτὸν δαπανηροτάτη, θ’ ἀπαιτήσῃ αὐτὴ καὶ μόνη ἐπὶ καταναλώσεως 10,000,000 ὀκάδων 1,000,000 καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι θὰ στοιχίζῃ 10 λεπ. μόνον κατ’ ὀκᾶν. Ὤκτιρε δὲ ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι μὲ τόσον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν μεταβάλλομεν ἓν ἑκατομμύριον δραχ. εἰς παληόχαρτα τὰ ὁποῖα ῥίπτομεν εἰς τοὺς δρόμους! Πάντες ὅμως οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι εἶναι ὅλως ἀνυπόστατοι, ὡς ἔρχομαι νὰ σᾶς ἀποδείξω ἐγὼ νῦν. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἡ σάκχαρις ὑπὸ τὸ μονοπώλιον δὲν θὰ στοιχίζῃ περισσότερον, ἀλλ’ ὀλιγώτερον ἢ νῦν· καὶ ἰδοὺ διατί. Τὴν σήμερον ἡ σάκχαρις στοιχίζει εἰς τοὺς μεταπωλητὰς πρὸς 1.60 τὴν ὀκᾶν· διότι ἡ ἀρχικὴ αὐτῆς ἀξία εἶναι περὶ τὰ 45 λεπ., ἐπιβαρύνεται δ’ αὕτη μὲ 1.07 εἰσαγωγικὰ τέλη καὶ μὲ 5–8 λεπ. τὴν ὀκᾶν ἔξοδα καὶ κέρδος τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου. Ὅταν λοιπὸν τὴν σάκχαριν οἱ μεταπωληταὶ προμηθεύωνται πρὸς 1.60 τὴν ὀκᾶν, τὴν παραδίδουσι κατ’ ἀνάγκην εἰς τοὺς καταναλωτὰς ἀναλόγως τῶν ἀποστάσεων, τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς καὶ τοῦ κέρδους αὐτῶν πρὸς 1.65–2.20 τὴν ὀκᾶν. Ἀλλ’ ὅταν ὑπὸ τὸ μονοπώλιον προμηθεύωνται αὐτὴν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς 1.30 τὴν ὀκᾶν, ἤτοι 30 λεπ. εὐθηνότερον ἢ τώρα, κατ’ ἀνάγκην θὰ τὴν μεταπωλῶσι 30 λεπ. ὀλιγώτερον ἢ τώρα. Τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ στοιχειώδης λογική, εἶναι δὲ ν’ ἀπορῇ τις τῇ ἀληθείᾳ πῶς δὲν θέλει νὰ τὸ ἀνομολογήσῃ Βουλευτὴς τῆς ἀντιλήψεως καὶ κρίσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου.
§357Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου καὶ τῆς συσκευῆς πῶς θὰ καλύπτωνται;
§358ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὰ συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν τιμὴν τῆς 1.30, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ μονοπώλιον θὰ παραδίδῃ τὴν σάκχαριν ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν του εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν κατανάλωσιν καθόλου.
§359Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τότε θὰ ζημιώνηται τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ νὰ εἰσπράξῃ διὰ τοῦ μονοπωλίου τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα σεῖς φαντάζεσθε.
§360ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι αὐτὸς ὁ δεύτερος ἰσχυρισμός σας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπίσης ἀνακριβής, ὡς καὶ ὁ πρῶτος· καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον θὰ προμηθεύηται τόσα ἑκατομμύρια ὀκάδων σακχάρεως ἐτησίως διὰ διεθνοῦς διαγωνισμοῦ, φυσικὸν εἶναι νὰ στοιχίζῃ αὐτὴ εὐθηνότερον ἢ εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ἡ ἀρχική της ἀξία θὰ εἶναι ἐπίσης 45 λεπ. τὴν ὀκᾶν, ὅτι δὲ αὐτὴ θὰ ἐπιβαρύνηται μὲ ἔξοδα διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου καὶ συσκευῆς της οὐχὶ μὲ 10, ἀλλὰ μὲ 20 λεπ., καὶ θὰ στοιχίζῃ οὕτως εἰς αὐτὸ 65 λεπ. τὴν ὀκᾶν. Μέχρι τῆς 1.30 ὑπολείπονται ἄλλα 65 λεπτά, ἅτινα θ’ ἀντιπροσωπεύωσι τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου. Τί δὲ θὰ εἰσπράττῃ τοῦτο ἐτησίως ἐξ αὐτοῦ τοῦ φόρου; Κατὰ τὰ τρία παρελθόντα ἔτη, 1906, 1907 καὶ 1908 —τοῦ 1909 δὲν ἔχομεν ἀκόμη πλήρη τὰ ἀποτελέσματα, —ὁ μέσος ὅρος εἰσαγωγῆς τῆς σακχάρεως διὰ τῶν τελωνείων ἀνέρχεται εἰς 6,260,325 ὀκ., ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν εἰσπραχθέντων ἐξ αὐτῆς εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς 6,772,301 δρχ. Ἐὰν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σακχάρεως καὶ τὸ φορολογούμενον αὐτῆς ποσὸν ἔμενε τὸ αὐτὸ καὶ ὑπὸ τὸ μονοπώλιον, τότε βεβαίως θὰ εἴχομεν ἔσοδον ἐξ αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου μόνον 4,069,211, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 2,693,190 δρ. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ μείνῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῆς φορολογουμένης σακχάρεως; Ὑπὸ τὸ μονοπώλιον, ὡς ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τοῦτο, θὰ παταχθῇ κατὰ κεφαλῆς τὸ λαθρεμπόριον τῆς σακχάρεως, καθ’ ἃ ἀπέδειξα ἐγὼ καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ σήμερον ἔτι. Φυσικὸν ἐπακόλουθον τούτου εἶναι νὰ φορολογηθῶσιν ὅλα σχεδὸν τὰ ἑκατομμύρια ὀκάδων σακχάρεως, τὰ εἰσαγόμενα νῦν λαθραίως. Ἂν δὲ συνυπολογίσωμεν καὶ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιείου ἐξ ἑκατοστύων ὅλων χιλ. ὀκάδων σακχάρεως, ἥτις δὲν φορολογεῖται τώρα, θὰ φορολογηθῇ ὅμως ἐφεξῆς, ἀναπληρουμένη ὑπὸ τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης σακχάρεως· ἂν προσέτι ἀναλογισθῶμεν ὅτι ἡ κατανάλωσίς της θ’ αὐξήσῃ αἰσθητῶς, διότι ὑπὸ τὸ μονοπώλιον θὰ εἶναι αὐτὴ εὐωνοτέρα, καλλιτέρας ποιότητος καὶ ἀκριβῶς ἐζυγισμένη, τότε ἀναγκαίως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ διὰ τοῦ μονοπωλίου φορολογουμένη σάκχαρις θὰ ὑπερβῇ κατὰ πολὺ τὰ 10 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Τί σημαίνει τοῦτο; Ἐπὶ τῇ ἀδυνάτῳ, Κύριοι, ὑποθέσει ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου καὶ ἡ συσκευὴ τῆς σακχάρεως θὰ στοιχίσωσιν 20 λεπ. τὸ Δημόσιον εἰσπρᾶττον 65 λ. τὴν ὀκᾶν θὰ ἔχῃ ἐπὶ 10 ἑκατομμυρίων ὀκ. ἓν ἐτήσιον ἔσοδον ἐξ 6,500,000 δρ., ὅσον σχεδὸν καὶ τώρα. Ἂν ὅμως τὰ ἔξοδα αὐτὰ περιορισθῶσιν εἰς 10 λεπ., καθ’ ἣν ἡμεῖς ἔχομεν πεποίθησιν, τότε ἡ ἐκ τῆς σακχάρεως καθαρὰ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου θ’ ἀνέλθῃ εἰς 7,500,000 δρχ. ἐτησίως. Εἶναι δέ, Κύριοι, μετὰ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα νὰ δυσανασχετῇ τις καὶ νὰ διαμαρτύρηται διὰ τὴν δαπάνην ἑνὸς ἑκατομμυρίου δρχ., ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής; Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ παραγωγικωτέρα δαπάνη ταύτης, ἀφοῦ πρόκειται δι’ αὐτῆς ν’ αὐξήσῃ μία πρόσοδος τοῦ Δημοσίου κατὰ ἓν ἑκατομμύριον δρχ. ἐτησίως; Δύναται δὲ νὰ ὑπάρξῃ καὶ μᾶλλον δεδικαιολογημένη δαπάνη τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος νῦν, ἀφοῦ πρόκειται οὕτω πως ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἰσοπολιτείαν μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ὑπὸ ἔποψιν φορολογικήν, διὰ δὲ τῆς περιστολῆς τοῦ λαθρεμπορίου τῆς σακχάρεως ν’ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου μίαν ἀφορμὴν παραβάσεως τοῦ νόμου, ἥτις κυρίως εἰπεῖν περικλείει ἐν ἑαυτῇ τὸ ἔγκλημα τῆς κλοπῆς ἐναντίον τῆς Πολιτείας; Ἐγὼ νομίζω ὅτι καὶ χάριν μόνης τῆς τοιαύτης ἠθοποιοῦ δυνάμεως τοῦ μονοπωλίου δὲν ἔπρεπε νὰ φεισθῶμεν δαπάνης οὐχὶ ἑνὸς ἀλλὰ καὶ δύο ἑκατομμυρίων δραχ. ἐν ἀνάγκῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρεπονέθη ἐναντίον μου, διότι κατέκρινα τὴν ὑπ’ αὐτοῦ προταθεῖσαν ἁπλῆν ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως.
§361Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν παρεπονέθην. Μὴ ὁμιλεῖτε περὶ παραπόνων, διότι ἐγὼ οὐδέποτε εἰς τὴν ζωήν μου παρεπονέθην οὔτε θὰ παραπονεθῶ.
§362ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς μακαρίζω ἂν οὐδέποτε εἰς τὸν βίον σας ἔτυχε νὰ παραπονεθῆτε, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδένα ἐγνώρισα μέχρι τοῦδε, ὅστις δὲν ἔσχε ποτὲ ἀφορμὴν παραπόνου. Ἀλλ’ ὅτε ἐλέγετε πρὶν ὅτι ἐγὼ κατέκρινα ὑμᾶς, διότι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἐλαττοῦν τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν τῆς σακχάρεως εἰς τὸ ἥμισυ σχεδόν....
§363Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ εἶπον.
§364ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. ἐνόμισα τότε ὅτι ἠθέλετε οὕτω πως νὰ παραπονεθῆτε ἐναντίον μου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται τώρα περὶ τούτου. Ἐπειδὴ ὑμεῖς τὸ νομοσχέδιόν σας ἐκεῖνο ἀντετάξατε πρὸς τὸ προκείμενον, ὡς σκοπιμώτερον καὶ μᾶλλον συμφέρον εἴς τε τὴν κατανάλωσιν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο δὲν ἔχετε δίκαιον. Βεβαίως ἡ σάκχαρις θὰ ἦτο εὐωνοτέρα, ἀφοῦ θὰ ἐπεβαρύνετο μὲ δασμὸν 57 λεπτῶν μόνον καὶ οὐχὶ 1.07, ὡς πρίν. Θὰ παρεδίδετο ὅμως αὐτὴ παρὰ τοῦ ἐμπορίου εἰς τὴν κατανάλωσιν εἰς κακὴν ποιότητα καὶ κακῶς ἐζυγισμένη, ὡς νῦν, οὐχὶ δὲ εἰς καλὴν ποιότητα καὶ ἀκριβῶς ἐζυγισμένη, ὡς ὑπὸ τὸ μονοπώλιον, ὅπερ οὕτω πως εἶναι προτιμότερον. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ἦτο μᾶλλον συμφέρον ν’ ἀρκεσθῇ αὐτὸ εἰς ἁπλῆν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ, ὡς ὑμεῖς νομίζετε. Ἐπὶ τῇ βάσει, Κύριοι, τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς τῆς σακχάρεως ἐξ 6,772,301 μὲ τὴν ἐλάττωσιν τῶν 50 λεπ. κατ’ ὀκᾶν, ἣν εἶχε προτείνει ὁ κ. Γούναρης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ εἰσαγωγῆς 6,260,325 ὀκάδων θὰ κατήρχετο εἰς 3,130,162, ἤτοι κατὰ ἓν σχεδὸν ἑκατομμύριον ὀλιγώτερον ἢ ὑπὸ τὸ μονοπώλιον, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὁ δασμός, ὡς εἴδομεν πρότερον, μέλλει νὰ κατέλθῃ εἰς 4,069,211 δρχ. Ἀδύνατον δὲ εἶναι μὲ μόνην τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ ν’ αὐξήσῃ τόσον ταχέως καὶ ἀσφαλῶς ἡ κατανάλωσις τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου φορολογουμένης σακχάρεως, ὥστε ν’ ἀναπληρωθῇ τὸ ἔλλειμμα τῶν 3,130,162 δρχ. καὶ νὰ ὑπερβῇ μάλιστα τὸ νῦν εἰσπραττόμενον ποσόν, ὡς φαντάζεται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής. Τοῦτο δύναται νὰ κατορθωθῇ μόνον ὑπὸ τὸ μονοπώλιον ὑπὸ τὸ ὁποῖον πρὸς τῇ ἐλαττώσει τοῦ δασμοῦ ἡ σάκχαρις θὰ εἰσάγηται καὶ θὰ τίθηται εἰς κυκλοφορίαν συνεσκευασμένη εἰς κιβώτια καὶ κυτία μετὰ ταινιῶν σεσημασμένων.
§365Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μήπως δὲν δυνάμεθα καὶ ἄνευ τοῦ μονοπωλίου νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸ ἐμπόριον, ἵνα ἐν τοῖς τελωνείοις περιβάλλωνται διὰ ταινιῶν σεσημασμένων τὰ κιβώτια τῆς ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαγομένης σακχάρεως καὶ διακρίνηται οὕτως αὐτὴ ἀπὸ τῆς λαθραίως εἰσαγομένης σακχάρεως;
§366ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ διάκρισις αὐτή. Διότι δὲν εἶναι δύσκολον εἰς ἕνα λαθρέμπορον νὰ εἰσαγάγῃ ἀριθμόν τινα κιβωτίων διὰ τῶν τελωνείων καὶ ἀφοῦ ἐκκενώσῃ αὐτὰ διὰ τῆς λιανικῆς πωλήσεως νὰ τὰ πληρώνῃ διὰ τῆς λαθραίως εἰσαγομένης σακχάρεως. Ὑπάρχει ἔν τινι νήσῳ γνωστὸς λαθρέμπορος, ὅστις πρὸ πολλοῦ ἐκτελωνίσας ἅπαξ 10 σάκκους σακχάρεως ἐπιδεικνύει αὐτοὺς πάντοτε πλήρεις ἐν τῇ ἀποθήκῃ του ὡς ἀπωλήτους, εἰ καὶ ἔχει καταναλώσει ἔκτοτε πολλὰς δεκάδας σάκκων σακχάρεως. Πρέπει, Κύριοι, νὰ διακρίνηται καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ φορολογουμένη σάκχαρις ἀπὸ τῆς ἀφορολογήτου διὰ τοῦ σχήματος καὶ τοῦ χρώματος αὐτῆς· διότι οὕτω πως μόνον δύναται νὰ καταδιωχθῇ ἀποτελεσματικῶς τὸ λαθρεμπόριον αὐτῆς. Ὅταν πᾶς κάτοχος σακχάρεως, εἴτε ἔμπορος εἴτε ἰδιώτης εἶναι οὗτος, γινώσκῃ ὅτι θὰ καταδιωχθῇ καὶ θὰ τιμωρηθῇ ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, εὐθὺς ὡς ἡ σάκχαρίς του δὲν συμφωνεῖ καὶ κατὰ τὸ σχῆμα καὶ κατὰ τὸ χρῶμα μὲ τὴν φορολογουμένην σάκχαριν, τότε καὶ μόνον δύνασθε νὰ ἐξασφαλισθῆτε κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου. Τοῦτο δὲ θὰ κατορθωθῇ μόνον διὰ τοῦ μονοπωλίου, ὡς ἡμεῖς προτείνομεν αὐτό. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας καὶ ὑπολογισμοὺς διὰ τοὺς ὁποίους ἴσως δὲν θὰ ἦτο κατάλληλον τὸ βῆμα τοῦτο. Ἀλλὰ προκληθεὶς ἅπαξ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ ὤφειλον ἑκὼν ἄκων ν’ ἀντεπεξέλθω πρὸς αὐτὸν καὶ ἐπὶ τοιούτου πεδίου, ἵνα ἀποδείξω ὁπόσον ἄδικον ἔχει αὐτὸς καταφερόμενος ἐναντίον τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἀπορῶ πῶς καὶ αὐτὸς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀνέχονται μὲν τὰ ἤδη ὑφιστάμενα μονοπώλια τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένετο προσφυγή, ἵνα ἐπιβληθῇ ἡ βαρυτάτη τῶν φορολογιῶν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τούτων πρωτίστης ἀνάγκης, ἐξανίστανται δὲ κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, δι’ οὗ ἐπιζητεῖται οὐχὶ ἡ ἐπιβάρυνσις, ἀλλ’ ἡ ἀνακούφισις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν μέτρῳ δικαίῳ ἐκ τοῦ νῦν βαρυτάτου δασμοῦ αὐτῆς.
§367Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ εὔγλωττος καὶ σθεναρὰ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, κύριοι Βουλευταί, ἀπαλλάσσει πάντα ἕτερον ἐξ ἡμῶν, ὅπως ἐπανέλθῃ ἐν λεπτομερείᾳ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους τοῦ ζητήματος, αὐτὸς δὲ ὁ τόνος τῆς φωνῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαντῶντος ἀποδεικνύει ὅτι ἡ πειθὼ ἐνισχύθη εἰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸν νοῦν, ἀλλ’ ἡ πείσμων ψυχή του ἀκόμη ἀνθίσταται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναλαβὼν τὴν σωτηρίαν τῶν πάντων διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως νομίζει ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ καταπολεμήσῃ τὸ λαθρεμπόριον ἀπὸ δύο ἀπόψεων, ἀπὸ τῆς τεχνικῆς ἀπόψεως λόγῳ τοῦ μονοπωλίου καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς. Δὲν λέγω πρὸς αὐτὸν ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ἵνα μὴ καταπονῶ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐρωτήσω αὐτόν· κατὰ τί κατέστειλε τὸ σιγαρόχαρτον — τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχει ἰδίαν σφραγῖδα καὶ τύπον — τὴν λαθρεμπορίαν ἑαυτοῦ; Ποῖα μέτρα λυσιτελέστερα θέλετε λάβει διὰ τὴν σάκχαριν ἐκείνην ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐλάβετε διὰ τὸ σιγαρόχαρτον; Τὸ λαθρεμπόριον θὰ καταπολεμήσητε οὐχὶ διὰ τῆς συσκευῆς εἰς πακέτα, ἀλλὰ διὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας τῆς καταδιώξεως τῶν ἐμμέσων φόρων. Διὰ τοῦτο προχθές, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀστυνομίας τῶν ἐμμέσων φόρων», ἔλεγον ὅτι ἔδει νὰ ὀργανώσητε ὑπηρεσίαν σοβαρὰν καὶ λόγῳ ἀριθμοῦ. Διότι φαντάζεσθε ὅτι ὀργανοῦντες δύο λόχους ἐξ 120 ἀνδρῶν δύνασθε νὰ καταδιώξητε τὸ λαθρεμπόριον ὅλων τῶν εἰδῶν. Εἶπε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἦτο δυνατὸν ὀργανοῦντες σῶμα ἴδιον ν’ αὐξήσητε εἰς τὸ διπλάσιον καὶ τὸν ἀριθμὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ἵνα ἐκ τοῦ σώματος αὐτῆς ἔχοντος ἐντολὴν πρὸς καταδίωξιν τῶν ἀδικημάτων λαμβάνοντες βοήθειαν καταστήσητε τὴν καταδίωξιν τῶν ἐμμέσων φόρων λυσιτελεστέραν. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ἐπίσης ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν εἶπεν ἐν σχέσει πρὸς τὴν καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου. Καὶ εἶναι τοῦτο ἡ δευτέρα βάσις τῆς καταπολεμήσεως τοῦ λαθρεμπορίου. Διότι ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν· ἐὰν θέλητε νὰ καταστείλητε ἐντελῶς τὸ λαθρεμπόριον τῆς σακχάρεως, διότι τοῦτο συμβαίνει ἐκ τῆς μεγάλης τιμῆς αὐτῆς, ἐλαττώσατε τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος αὐτῆς κατὰ 20 λεπτά. Οὕτω θὰ ἔχητε ἀμέσως τὸ μέσον τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖτε τῆς καταπολεμήσεως τοῦ λαθρεμπορίου τῆς σακχάρεως. Καὶ θὰ ἔχητε τὸ μέσον τοῦτο, χωρὶς νὰ παρουσιάζητε τὰ πομπώδη σχέδια περὶ μονοπωλίων, τὰ ὁποῖα μόνον τοὺς μὴ γνωρίζοντας τί ἐστὶ μονοπώλιον καὶ τί ἐστὶν οἰκονομικὴ ἐπιστήμη δύνανται νὰ πλανῶσι καὶ καταπλήττωσι καὶ εἶναι γνωστὰ ὡς πομφολυγώδη τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφ’ ὅτου ἐπεχείρησε νὰ εἰσαγάγῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ σχέδια οὐχὶ ὡς Ὑπουργός, ἀλλ’ ὡς Βουλευτής. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνθυμούμενος τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν ἄλλο ἐνθυμοῦμαι παρὰ καθ’ ἑκάστην εἰσηγήσεις καὶ ἰδέας περὶ μονοπωλίων. (Ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποχωρεῖ τῆς αἰθούσης). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ σταματήσω ὀλίγον, ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ μὴ διαμφισβητήσῃ κατόπιν τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἀκούσω τὴν κατηγορίαν τῆς παραχαράξεως.
§368Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκουράσθη καὶ ἐξῆλθεν ἐπ’ ὀλίγον.
§369Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν δυσαρεστοῦμαι διὰ τοῦτο.
§370Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐκουράσθημεν καὶ καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγον.
§371Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σεῖς θέλετε καὶ κουράζεσθε.
§372Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡμεῖς δὲν κουραζόμεθα χάριν ἰδίων σκοπῶν καὶ συμφερόντων· κουραζόμεθα, διότι νομίζομεν ὅτι προσφέρομεν ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον μας.
§373Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἄλλο τι —ἂν ἀμφισβητηθῇ οἱοσδήποτε ἀριθμὸς ἐξ ὅσων θὰ εἴπω, ἔχω τὸ Ὑπουργικὸν συμβούλιον παρὸν τὸ ὁποῖον θὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀκρίβειαν—, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς ἀπωλείας τῶν χρημάτων.
§374Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ μὴ στηριχθῆτε εἰς τὸ ὅτι θὰ δαπανῶμεν 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν διὰ συσκευήν, διότι θὰ σᾶς παραπέμψω εἰς τὸν ἐδωδιμοπώλην Θανόπουλον.
§375Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸν Θανόπουλον νὰ παραπέμψητε τὸν συνυπουργόν σας διὰ νὰ λάβῃ μαθήματα καὶ ἂν ταύτην τὴν στιγμήν, ἐξελθὼν τῆς αἰθούσης, μετέβη ἐκεῖ καλῶς ἔπραξε, διότι θὰ ἐπανέλθῃ σοφώτερος, διότι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν ἐδῶ συζητῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποιῆται ὑπερβολάς, τότε δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι Ὑπουργὸς ποιούμενος ὑπερβολὰς ἐπὶ συζητήσεως νομοσχεδίου ἔχει ὡς ὑπερβολὴν ὁλόκληρον τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§376Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς εἶπε τὸν ἀριθμὸν αὐτόν, διὰ νὰ ἔχῃ περιθώριον.
§377Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Περιθώρια ἐπὶ οἰκονομιῶν δὲν γίνονται κατὰ τοιοῦτον ἀφελῆ τρόπον καθ’ ὃν ποιεῖται ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὰ περιθώρια ταῦτα καὶ ἂν συγκατανεύσωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα χάριν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὑπάρχουσιν οἱ εὐφυέστεροι ἐκτὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι διατεθειμένοι τοσοῦτον εὐκόλως ν’ ἀποδεχθῶσι. Καὶ προχωρῶ εἰς τὸν ὑπολογισμὸν· ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπέρχεται ἀνακούφισις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐξαγγέλλετε τὴν ἀνακούφισιν ταύτην, ὀφείλετε πρὸ παντὸς νὰ σκεφθῆτε, ἵνα μὴ χάνωνται διαμέσως χρήματα ἐξαγόμενα ἐκ τῶν θυλακίων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μὴ εἰσαγόμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι τοιαύτη τις φορολογία εἶναι φορολογία ἄδικος ἡ ὁποία ἐπιβαρύνει καὶ πλήττει τὸν κόσμον, ἡ ὁποία δὲν ὠφελεῖ τὸ Δημόσιον καὶ ἡ ὁποία γίνεται ὑπὲρ τῶν διαμέσων. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πλέον οὐχὶ τοὺς τελευταῖον ἐξαγγελθέντας, ἀλλ’ εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι χαρίζει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν σακχάρεως· ὑποθέτω ὅτι τοῦτο δὲν ἀμφισβητεῖται, διότι, ἐνῷ ἡ ἀγοραία τιμὴ τῆς σακχάρεως εἶναι 1 δρ. καὶ λεπτὰ 60, ἤδη διὰ τῆς τιμῆς λιανικῆς πωλήσεως εἰς δρ. 1 καὶ λ. 40 χαρίζει 20 λεπτά.
§378Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· αὐτὸ ἐλέχθη· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνακούφισις.
§379Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνακούφισις. Ἀφήνω κατὰ μέρος ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὀρθοὺς τοὺς ὁποίους ἐποιήσατο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν καὶ ὑπολογίζω· βεβαίως ἡ δωρεά, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῶν 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν γίνεται ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων ἐκείνων, οἵτινες καταναλίσκουσι τὰ 6,300,000 ὀκάδων σακχάρεως καὶ οἵτινες καταναλίσκοντες τὴν σάκχαριν ταύτην τὴν νομίμως εἰσερχομένην πληρώνουσι ταύτην πρὸς 1,60 κατ’ ὀκᾶν, διότι βεβαίως δὲν δωρεῖται τὰ 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἐκείνους τοὺς μέλλοντας καταναλωτὰς τῶν 3,000,000, τοὺς ὁποίους ὑπελόγισεν ὡς περίσσευμα, οἵτινές εἰσιν οἱ λαθρεμπορικὴν σάκχαριν καταναλίσκοντες, διότι ἀκριβῶς τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ν’ αὐξήσῃ κατὰ 3,000,000 τὴν νόμιμον κατανάλωσιν, διότι παραδέχεται ὅτι ἤδη χάνονται τὰ 3,000,000 ταῦτα. Οἱ καταναλίσκοντες λοιπὸν τὰ 6,300,000 ὀκάδων θέλουσι δεχθῆ δωρεὰν 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἤτοι θέλουσι καταβάλει ὀλιγώτερα τῶν 1,280,000 δρχ. Τὸ ποσὸν τοῦτο πράγματι ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς. Ἂς ἴδωμεν τώρα ποία εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξαγγέλλει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήγγειλε κατανάλωσιν 9,000,000 ὀκάδων, ἔλεγε δὲ 10,000,000 πρὸ ὀλίγου, διότι ἐνεθυμήθη—καὶ πολλάκις ἔχει προσφιλεῖς ἀναμνήσεις καὶ ἀνατρέχει εἰς τὸ παρελθὸν—τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ὑπελόγιζε 10,000,000, ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπολογίζει 9,000,000.
§380ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶπον ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπελόγισα 9,000,000, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ταχέως 10,000,000 καὶ ἔλαβον ὡς βάσιν τὰ 10,000,000, διότι εἶναι στρογγύλος ἀριθμός, ἵνα εὑρίσκωμεν εὐκόλως τὰ ποσά.
§381Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς. Κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν ὑπελογίσθησαν 9,000,000 πρὸς 1.30· ὑπελογίσθησαν ὡς ἀπόδοσις 11,700,000 δρ. Πρὸς ἀγορὰν τῆς σακχάρεως χρειάζονται λεπτὰ 50 κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῶν 9,000,000· λοιπὸν θὰ ἔχωμεν δαπάνην 4,500,000 δρ., Μέχρι τῶν 11,700.000 δρ. ἔχομεν διαφορὰν 7,200,000, ἀπὸ τῆς ὁποίας διαφορᾶς θὰ ἐκπέσητε καὶ τὸ ποσὸν τῶν 500,000 δρ., τὸ ὁποῖον θὰ παράσχητε ὡς πρώτην δόσιν διὰ τὴν ἐξαγορὰν τοῦ καταστήματος τῆς Ζωγραφείας.
§382ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι παραγωγικὴ δαπάνη αὐτή, δαπάνη ἐγκαταστάσεως τρόπον τινά.
§383Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἐκπέσητε ἐπίσης ἑτέρας 500,000 δρ. διὰ τὸ δεύτερον ἔτος, ἤτοι κατὰ τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἔτος θὰ ἔχητε δαπάνην 5,000,000 δι’ ἑκάτερον τῶν ἐτῶν, κατὰ τὸ τρίτον ἔτος θὰ ἔχητε δαπάνην 4,500,000· τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον· σήμερον ἔχομεν εἴσπραξιν ἐκ τῆς σακχάρεως ἐξ ὀκάδων 6,300,000 πρὸς 1.07 κατ’ ὀκᾶν 6½ ἑκατομμύρια. Κατὰ συνέπειαν ὑπολογίζω αὔξησιν κατὰ τί ποσὸν κατὰ τὸν τρέχοντα ὑπολογισμόν, ἂν μὴ ὑπολογισθῇ καὶ ἡ πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸ κατάστημα Ζωγραφείας; Θὰ ἔχωμεν 700,000 δρ. αὔξησιν, ὥστε κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν ὑμῶν ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἀνέρχεται κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς 200,000 δρ. ὑπολογιζομένης αὐξήσεως καταναλώσεως 3,000,000 ὀκάδων. Οὗτοι εἶναι οἱ ὑπολογισμοὶ ὑμῶν. Τὰς 700,000 δρ. αὐτάς, τὰς ὁποίας παραδέχομαι ἀπὸ τοῦδε χάριν ὑμῶν, διότι αἱ 500,000 τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ κ. Ζωγράφου εἶναι παραγωγικὴ δαπάνη, εἶναι νέος ὅρος, παραδέχομαι τὴν αὔξησιν τῶν 700,000 πάντοτε ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ κατανάλωσις τῶν 9,000,000.
§384ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ θὰ αὐξήσῃ ἐπὶ πλέον.
§385Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ταῦτα μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὁ ὁποῖος πολλὰ πράγματα ὑποστηρίζει ἐνταῦθα καὶ τὰ ὁποῖα μετὰ μίαν ὥραν ἀπαρνεῖται. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 700,000 δρ. πόθεν ἀφαιρεῖται;
§386ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τὸ λαθρεμπόριον.
§387Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπὸ τὸ λαθρεμπόριον λέγετε;
§388ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§389Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν δήμων, ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῶν λιμένων. Ἀπ’ ἐκεῖ ἀφαιρεῖται, διότι ἀκριβῶς ἵνα ἐπιτύχητε τὴν τιμὴν τῆς 1.40 καταργεῖτε τοὺς δημοτικοὺς φόρους, καταργεῖτε τοὺς λιμενικοὺς φόρους, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοιουτοτρόπως δύνασθε καὶ τὴν τιμὴν τῆς 1.40, τὴν τιμὴν τὴν θεωρητικήν, νὰ ἐπιτύχητε. Κατὰ συνέπειαν οὐδὲν ἕτερον πράττετε εἰμὴ λεηλατεῖτε τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη ὑπὸ τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον διατηρεῖται ὑπὸ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ χάριν τοῦ ἐξοπλισμοῦ αὐτοῦ, καὶ λεηλατεῖτε ἐπίσης τοὺς δήμους, λεηλατεῖτε καὶ τοὺς λιμένας, διότι ἀφαιρεῖτε ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐκ τῶν δήμων καὶ τῶν λιμένων, ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν ἀριθμόν, 1,500,000 δρ. κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Τοῦτο πράττετε λοιπόν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πράττει ταῦτα καὶ ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης εὐκολίας λεηλατεῖ τὰ ταμεῖα, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήγγειλε πρὸ ὀλίγου θεωρίας οἰκονομικὰς καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὅτι, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ζημιῶται, τὸ Κράτος ἔχει τὴν ῥώμην, ἵνα στηρίξῃ τὸ ἵδρυμα τοῦτο. Καὶ τίς ὡμίλησε πρὸς ὑμᾶς περὶ τῆς ζημίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Καὶ τί ἐνδιαφέρει ἡμᾶς ἐνταῦθα ἡ οἰκονομικὴ ζημία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς σήμερον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νόμον διασαλεύοντα τὴν συμβατικὴν πίστιν τοῦ Κράτους; Πρώτιστον καὶ κύριον μέλημα ἡμῶν εἶναι νὰ μεληθῶμεν καὶ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους. Καὶ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι πῶς θὰ διαμαρτυρηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου, ἀφοῦ εἷς ἐκ τῶν πόρων τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων εἶναι ὁ ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς καὶ ἀφαιροῦμεν τὸ ἔσοδον τὸ τελωνιακὸν ἐκ τῆς σακχάρεως, καὶ λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι εἰσὶ διατεθειμέναι αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι καὶ μεταξὺ τούτων εἶναι καὶ τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πλεονασμάτων, καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ πόροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι διὰ τὴν διανομὴν τῶν πλεονασμάτων ὑπερκαλύπτουσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, τὸ δὲ τελωνεῖον Πειραιῶς δὲν εἶναι ὑπέγγυον διὰ πλεονάσματα, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν ἀσφάλειαν, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων...
§390ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000.
§391Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου δὲν εἶχε νὰ εἴπῃ τίποτε, διότι τὴν τοιαύτην ἀσφάλειαν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων ἀποτελοῦσιν ἐκεῖναι αἱ πρόσοδοι τῶν τελωνείων, αἵτινες συνεισφέρουσι διὰ τὰ πλεονάσματα καὶ τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ θίξῃ. Ἂς δοκιμάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θίξῃ πρόσοδόν τινα ἐξ ἐκείνων, αἵτινες συνεισφέρουσι διὰ τὴν διανομὴν τῶν πλεονασμάτων, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν πόσας ἐπισκέψεις θὰ δεχθῇ καὶ ποίας διαμαρτυρίας θὰ λάβῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε καὶ ἄλλο τι: Ἡ Τράπεζα, ἂν ἔχῃ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, θὰ λάβῃ τὰ χρήματα παρὰ τοῦ Δημοσίου, διότι θέλω εἰσαγάγει τροπολογίαν, δι’ ἧς θὰ ἀποκαταστήσω τὸ ποσὸν εἰς τὴν Τράπεζαν. Τοῦτο εἶναι ἐξεταστέον ἀπὸ δύο ἀπόψεων.
§392ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θ’ ἀποκαταστήσω τὸ ποσὸν ἀπέναντι τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§393Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι λεηλατεῖ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ κατὰ δεύτερον λόγον προσβάλλει τὰ συντεθειμένα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ εἶπεν ἀπόψε μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐν περιπτώσει ἐλαττώσεως τῶν προσόδων θὰ συνεισενέγκῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ περιπλέον ποσὸν πρὸς κάλυψιν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως καλύπτεται ἡ διαφορά, ἀλλὰ τότε θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν ζημίαν ἐκ τῆς καθολικῆς εἰσπράξεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Ἀλλὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ὑφίσταται πάντοτε πραγματικὴν ζημίαν, διότι ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ τὸ δεκατημόριον τῶν τελωνειακῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἐκ τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως. Δύνασθε νὰ εἴπητε, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι μετέβαλον τοὺς ἄλλους τελωνειακοὺς δασμοὺς καὶ ηὔξησα τὴν πρόσοδον; Οἱ ὑπολογισμοὶ ὑμῶν εἶναι ὑπολογισμοὶ ἐπιδεκτικοὶ ἐκτιμήσεως ἀναλόγου καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἀριθμοὺς ὑμῶν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁρίζεται ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ἡ πρόσοδος τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης εἶναι τὸ δεκατημόριον τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἀφορῶν τελωνειακὴν εἴσπραξιν ὡρισμένην ἐξ 650,000 δραχ., σήμερον ὑμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζημιοῦτε τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, διότι ἐλαττοῦτε τὰς προσόδους αὐτοῦ κατὰ 650,000 δραχμῶν. Τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον. Τί πρὸς ἡμᾶς, ἐὰν αἱ λοιπαὶ πρόσοδοι αἱ τελωνειακαὶ αὐξήτωσι κατ’ ἀπόδοσιν; Φυσικὸν εἶναι ὅτι τὸ Κράτος θὰ προοδεύσῃ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καὶ αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις θὰ ἔχωσιν ἀπόδοσιν μείζονα, ὅπως ὅλοι οἱ φόροι. Τοῦτο εἶναι φυσικόν. Ἀλλὰ πάντως ἡ ἐξαίρεσις ἑνὸς ὡρισμένου ποσοῦ ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης εἶναι ἐλάττωσις τοῦ κεφαλαίου. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλει νὰ πεισθῇ ὅτι ἡ ἐλάττωσις δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἐπὶ τοῦ θετικοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται σήμερον, ἀλλ’ ἐκ τοῦ θετικοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπολογίζηται αὔριον. Διότι, ἂν τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ἔχει σήμερον πόρους 5,000,000 δραχ., οἵτινες αὔριον δύνανται νὰ γίνωσιν 6,000,000 ἐκ τῆς φυσικῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων, τοῦ ποσοῦ τούτου γίνεται ἐλάττωσις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου 650,000 δραχ. Τοῦτο πρέπει ν’ ἀντιληφθῆτε, ὅτι πραγματικὴν ζημίαν 650,000 διαπράττετε εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θ’ ἀποδώσῃ ἐξ ἄλλων φόρων τὸ ποσὸν τοῦτο. Δὲν ἔχετε δικαίωμα. Σᾶς ἀπαγορεύει ἡ σύμβασις τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας, καί, ἂν ἀναγνώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καλῶς τὸν νόμον, ὀφείλει ἐπὶ τέλους νὰ πεισθῇ ὅτι εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν συμβατικῶν ὅρων, διότι πρόκειται περὶ ῥητῆς διατάξεως συμβατικῆς. Ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀρυόμεθα ἐντεῦθεν, καὶ ἔρχεσθε ὑμεῖς ἐνταῦθα νὰ καταργήσητε ῥητὴν συμβατικὴν διάταξιν; Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι παρουσιάζετε τὸ Κράτος ὑπὸ ἔνδυμα ἀλήτου, καὶ δίδετε εἰς αὐτὸ τὴν φήμην τοῦ κακοπίστου; Καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ὅσα εἶπον περὶ τοῦ λιμένος Πειραιῶς ἐξέθηκεν ἑτέραν θεωρίαν καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς· ηὔξησα τοὺς τελωνειακοὺς δασμοὺς καὶ ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν δασμῶν θὰ συνεπαγάγῃ καὶ τὴν αὔξησιν καὶ τῶν λιμενικῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν δημοτικῶν τοιούτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὅτι εὑρίσκεται ἐνταῦθα ἐνώπιον ἀγελαίων ἢ κεχηναίων καὶ οὐχὶ ἐνώπιον Βουλευτῶν οἵτινες γινώσκουσι καὶ τὴν δημοτικὴν ὡς καὶ τὴν λιμενικὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγητε τοιαῦτα πράγματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κ. Ὑπουργέ. Εἰς οἱανδήποτε μάλιστα ἄλλην χώραν δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ παρίσταται Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁμιλῶν οὕτω πως περὶ τελωνειακῶν, λιμενικῶν καὶ δημοτικῶν δασμῶν. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι προκειμένου περὶ τῶν λιμένων εἶναι ἰδία νομοθεσία, ὅτι δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ τοὺς τελωνειακοὺς δασμούς, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου θ’ αὐξάνωνται αὐτομάτως καὶ οἱ λιμενικοί, διότι, ἵνα αὐξηθῶσιν οἱ λιμενικοὶ δασμοί, πρέπει νὰ προκληθῇ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ Β. Διάταγμα ἐγκρῖνον τὸ τοιοῦτον ψήφισμα. Ἀγνοεῖ ἀκριβῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι βάσις τῶν εἰσπράξεων τοῦ λιμένος δὲν εἶναι οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοί, ἀλλ’ οἱ ἐξαγωγικοὶ καὶ οἱ μεταφορικοί, διὰ τοῦτο δ’ ἐπὶ τῶν ἐξαγωγικῶν δασμῶν ὡς καὶ ἐπὶ τῶν μεταφορικῶν φορολογεῖται ἡ ἀξία τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τὰ τέλη ταῦτα ἀποδίδουσι τὴν μείζονα εἴσπραξιν εἰς τοὺς λιμένας. Προκειμένου περὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ὡρισμένοι λιμένες ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τοιαῦτα τέλη. Εἰδικῶς μεταξὺ τούτων εἶναι καὶ ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς, ὅστις ὅμως δὲν φορολογεῖ πᾶν εἶδος τὸ ὁποῖον τὸ δασμολόγιον φορολογεῖ, διότι, ἵνα ἐπιβληθῇ τὸ λιμενικὸν τέλος, εἶναι ἀνάγκη πρῶτον ψηφίσματος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκδόσεως Β. Διατάγματος ἐγκρίνοντος τὸ ψήφισμα τοῦτο. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐξαιρεῖ τὴν σάκχαριν τῶν εἰδῶν τῶν δασμολογικῶς φορολογουμένων, ἐξαιρεῖ ναὶ ἢ οὐ τὸν πόρον τοῦτον ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων; Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λησμονεῖ ὅτι, προκειμένου περὶ αὐξήσεως τῶν λιμενικῶν τελῶν, χρειάζεται νὰ προηγηθῇ ἡ ὅλη αὐτὴ διαδικασία τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ ἐγκρίνοντος τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἀφοῦ, λέγω, λησμονεῖ πάντα ταῦτα, λησμονεῖ καὶ πάλιν ὅτι ἔχομεν νόμον τηρήσαντα σύμβασιν καὶ ἀπαγορεύοντα ῥητῶς εἰς ἡμᾶς τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας συμβατικῶς. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα, κ. Ὑπουργέ· οἱ ἀνεμώλιοι λόγοι τοὺς ὁποίους ἐξηγγείλατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι λόγοι τοῦ ἀνέμου, οἱ ὁποῖοι παρασύρονται, τὰ ἔργα ὅμως ὑμῶν θὰ μείνωσιν ἔργα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸν νόμον τοῦτον. Ἀπὸ τῆς ἐπαύριον δέ, ἐὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ νόμος οὗτος περιβληθῇ τὸ κῦρος τῆς τριπλῆς ψήφου τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τῆς ἐπαύριον, λέγω, θὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι ὄχι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταπατεῖ συνωμολογημένας ἤδη συμβάσεις, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ οἰκοπέδων, ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ Κράτους, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀπέβαλε καὶ αὐτὴ πᾶσαν αἰδῶ περὶ τὰ συμβατικῶς καθωρισμένα μεταξὺ Κράτους καὶ Ἑταιρειῶν. Ἐὰν ὅμως νομίζητε ὅτι δύνασθε νὰ ἀδιαφορῆτε διότι καταγγέλουσιν ὑμᾶς ὡς Ὑπουργὸν κακόπιστον, ἡ Βουλὴ τοὐναντίον θὰ συναισθανθῇ ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐγκολάψῃ τοιοῦτον στίγμα εἰς τὸ Κράτος. Καὶ μεθ’ ὅσα πράττετε, δύνασθε νὰ λέγητε εἰς ἡμᾶς δημοκοποῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἀνακουφίζετε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀνακουφίζετε μεταβάλλοντες τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων καὶ τῶν ἀμπέλων μετὰ δύο ὁλόκληρα ἔτη. Καὶ σᾶς χαρίζουσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες τὸν φόρον τοῦτον, ὅταν πρόκειται ἀντὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τούτου νὰ στερηθῶσιν ἄλλων πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σήμερον διὰ τῆς καταναλώσεως μεγάλου μέρους τοῦ προϊόντος αὐτῶν μεταβάλλοντες τοῦτο εἰς οἰνόπνευμα. Ἀφήσατε τὰς ἰδέας τῆς ἀνακουφίσεως τὰς ὁποίας ῥίπτετε ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου βαυκαλίζοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέβαλεν ἀφ’ ἑαυτοῦ πᾶσαν τοιαύτην ἐλπίδα περὶ ὑμῶν μεθ’ ὅσα ἤκουσε καὶ μεθ’ ὅσα εἶδε διαπραττόμενα ὑφ’ ὑμῶν. Οὕτω πράττοντες δὲν ἀνακουφίζετε οὐδὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι θὰ μειώσητε ἀσυναισθήτως τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Μεταβάλλετε τὸ Κράτος εἰς ἔμπορον ἄλλην μίαν φορὰν ἔτι, ὑποβάλλετε τὸ Κράτος εἰς ἐνοχλήσεις μυρίας, τὸ λαθρεμπόριον δὲν πλήσσεται, τὸν κόσμον οὐδαμῶς ἀνακουφίζετε. Μόνον οὐδεμίαν εὐκαιρίαν δὲν ἀφήνετε ἵνα ἀποτείνησθε εἰς τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα, καὶ αὔριον θὰ πράξετε τοῦτο, κατηγοροῦντες ἡμᾶς ὡς οὐδὲν πράττοντας ἐνταῦθα, ὡς παρακωλύοντας τὰ πάνσοφα ὑμῶν ἔργα καὶ ὡς παρεμποδίζοντας ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ σώσητε τὸν δυστυχῆ Ἑλληνικὸν λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐχαρίσατε 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν εἰς τὴν σάκχαριν, ἀφοῦ ἐφορτώσατε ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του φόρους 30 ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων. Τοιαύτην ἀνακούφισιν μὴ περιμένετε νὰ παρακολουθήσῃ διαδήλωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· περιμένετε μόνον νὰ τὴν ἀκολουθήσωσι αἱ ἀραὶ τῶν φορολογουμένων καὶ τὰ κούτσουρα τῶν ἀμπέλων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐγερθῶσι κατὰ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν.
§394Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁμολογῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι μετὰ μεγάλης δυσαρεσκείας λαμβάνω τὸν λόγον· ἀλλ’ ἕνεκα τῆς σημασίας τοῦ ζητήματος ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξω. Ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν σύμβασιν. Δὲν ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς ὅτι παραβιάζομεν ταύτην ἀφαιροῦντες τὸν δασμὸν τῆς σακχάρεως ἐκ τῶν προσόδων τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης. Καὶ τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν παράβασιν ταύτην; Λέγει πρῶτον ὅτι, ἐὰν τοιαύτη ὑπῆρχε παράβασις, πρῶτος ὁ Ἔλεγχος ἤθελεν ἀμέσως διαμαρτυρηθῆ. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ Ἐλέγχου δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο. Ὁ νόμος περὶ Ἐλέγχου λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐν τῷ μέλλοντι μεταβάλει τὰ τιμολόγια τῆς εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσαγωγῆς καὶ κατὰ τοὺς δώδεκα ἐπακολουθοῦντας μῆνας ἤθελεν ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης προκύψει ἐλάττωσις τῆς προσόδου τῶν ὑποβεβλημένων εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τελωνείων, ὑποβιβάζουσα τὸ σχετικὸν ἔσοδον εἰς ποσὸν κατώτερον τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ ὁριζομένου ἐν τοῖς ἄρθροις 11 καὶ 12, ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ καταστήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀνωτέρων μνημονευομένων δανείων ὑπεγγύους προσόδους συμπληρωτικὰς ἀντιστοιχούσας εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς προσόδου, τὴν προκύψασαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων δασμολογίων». Ὥστε ἔπρεπε νὰ παρέλθωσιν οἱ δώδεκα μῆνες καὶ νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ εἰσοδήματα, καὶ τότε νὰ διαμαρτυρηθῇ ὁ Ἔλεγχος, ἂν κατήρχετο τὸ ἔσοδον τοῦ τελωνείου Πειραιῶς κάτωθεν τῶν 10,700,000, ὅσα σημειοῦνται ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 τοῦ νόμου. Ἀλλ’ οὔτε οἱ δώδεκα μῆνες ἐπέρασαν, οὔτε εἶναί ποτε φόβος ὅτι θὰ κατέλθωσι τὰ εἰσοδήματα κάτω τῶν 10,700,000. Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ὅτι ὁ Ἔλεγχος δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ καμμίαν διαμαρτυρίαν, οὐδὲ ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις ἡμῶν τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον, ἀλλὰ τοὺς ἐνδιαφερομένους εἰς τὸ δάνειον τοῦ ταμείου Ἀμύνης. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὰ εἰσοδήματα ὑπεραρκοῦσιν ὅπως ἀσφαλίσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Καὶ ἐρωτῶ· ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπογράψαντα σύμβασιν νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν μονομερῶς. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπογράψαντα σύμβασιν νὰ εἴπῃ: δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὰ ὅσα ὑπέγραψα, ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένος ἀρκούντως κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ μετ’ ἐμοῦ συμβληθείς; Καὶ ἐν τούτοις, ἂν καὶ ἡμεῖς διαμαρτυρόμεθα, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένοντος εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ λέγοντος ὅτι οὐδεμία ἠκούσθη διαμαρτυρία ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ σφάλλω, καὶ μετέβην εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἠρώτησα τὴν γνώμην της. Ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅσα εἶχον εἴπει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Καὶ ποίαν ἔλαβον ἀπάντησιν, κ. Βουλευταί; Ἀκούσατε ὅσα εἴπετε, κ. Νέγρη, ταῦτα ἡμεῖς ἐγράψαμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ὅσα εἴπετε πρὸς τὴν Βουλήν, ταῦτα ἡμεῖς διετυπώσαμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἐνῷ τοιοῦτον ἔγγραφον ἔχει ἀνὰ χεῖρας, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τέλους ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ συναισθανθῇ τὸ μέγεθος τοῦ ἀτόπου τὸ ὁποῖον θέλει διαπράξει.
§395Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν ἐλέχθη πρὸς ἡμᾶς ἡ ἀλήθεια, ὅτι καμμία διαμαρτυρία δὲν ἐγένετο.
§396Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Σᾶς λέγω αὐθεντικῶς ὅτι ταῦτα ἔλαβον ὡς ἀπάντησιν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§397Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἀποκρύπτετε τοιοῦτον γεγονός, καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοιούτου νομοσχεδίου μετὰ τὴν διαμαρτυρίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης;
§398Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ βεβαιώσω τοῦτο, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ὡς ἔχει ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους, ἤθελεν ὑποστῆ ἡ μὲν Βουλὴ ζημίαν ἠθικήν, τὸ δὲ Κράτος ἠθικὴν καὶ ὑλικήν.
§399Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι ὑπάρχει ἔγγραφόν τι τῆς Τραπέζης· παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ.
§400Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἐὰν δὲν λάβωμεν γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ.
§401ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγένοντο παραστάσεις τῆς Τραπέζης πρὸς ἐμέ, πρὸς τὰς ὁποίας ἔσπευσα ν’ ἀπαντήσω ἐκθέσας ὅσα καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπεστήριξα. Ἵνα ὅμως μηδεμία ὑπολειφθῇ ὑπόνοια περὶ τῆς καλῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ἀπεφασίσαμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ὡς ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει)· «Εἰς τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀνήκει δεκατημόριον τῶν καθαρῶν ἐκ τοῦ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ὁριζομένου μονοπωλίου ἐσόδων καὶ ἀποδίδεται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησόμενα. Ἐφ’ ὅσον ἔχουσι χορηγηθῆ εἰς δήμους καὶ λιμένας παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνεια ἐπ’ ἐγγυήσει δημοτικῶν δασμῶν ἢ λιμενικῶν φόρων, ἀποδίδεται ἐκ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τοῦ κατὰ τὸν παρόντα νόμον μονοπωλίου εἰς τοὺς δήμους καὶ λιμένας τούτους ποσοστόν, ἴσον πρὸς τὸν μέσον ὅρον τοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1907, 1908 καὶ 1909 ἐκ σακχάρεως προκύψαντος δι’ ἕκαστον τῶν δήμων ἢ λιμένων τούτων ποσοῦ ἐκ τῶν ὑπεγγύων τούτων δασμῶν καὶ φόρων κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα. Κατὰ ταῦτα μένει ἀκεραία καὶ ἡ πρόσοδος τοῦ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ τῆς σακχάρεως.
§402Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προσαχθῇ τὸ ἔγγραφον, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ ἡ Βουλή.
§403Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄνευ τοῦ ἐγγράφου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§404ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Τράπεζα μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν θεωρεῖ ἐξησφαλισμένα τὰ συμφέροντά της, μετὰ προηγουμένην δὲ συνεννόησιν μετ’ αὐτῆς; ἀπεφάσισα νὰ προτείνω τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐξασφαλίσεως τοκοχρεολυσίου εἰς δρχ. 1,250,000, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἐκχωρηθῆ εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπέγγυοι πρόσοδοι, ἀνερχόμεναι εἰς 5,250,000 δρ. Προκειμένου νὰ ἐπέλθῃ μία τοιαύτη ἐλάττωσις ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως, τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀπέναντι τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἰσέπραττεν ἐκ τοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι μετὰ τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου, ὅπερ ἀνέγνων πρὸ ὀλίγου ἡ Τράπεζα ἐξασφαλίζεται μὲ τὸ περιπλέον.
§405Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καταργεῖτε σύμβασιν, καὶ τὸ νομοσχέδιον μὲ μίαν τροπολογίαν θὰ χορηγήσῃ ἐγγύησιν;
§406Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου. Περὶ τούτου πρόκειται ταύτην τὴν στιγμήν· δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τίνα διόρθωσιν θέλει ἐπιφέρει εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον διεβίβασεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλήν.
§407ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὔριον θὰ προσαγάγω τὸ αἰτούμενον ἔγγραφον τῆς Τραπέζης.
§408Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν θ’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀπαραδέκτου· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§409Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὑπάρχει ἡ ἀπορία ὅτι ἐγεννήθησαν παραστάσεις ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, διότι δὲν λησμονεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος ἐδηλώσατε ὅτι δὲν ὑπάρχουσι παραστάσεις ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν δηλώσεων τούτων διετέλεσεν ἡ Βουλή. Ἴσως κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν αἱ δηλώσεις αὗται ἐγένοντο, δὲν εἴχετε λάβει τὸ ἔγγραφον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο μνεία περὶ ἐγγράφου, νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ὅπως τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὑποβληθῇ, ἵνα ἴδῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἀθέτησις ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους.
§410Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει ἐδῶ νὰ λησμονηθῇ ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ὑπάρχουσι παραστάσεις ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι ἐπηκολούθησε δευτέρα συζήτησις καὶ οὐδὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔρχεται τώρα ὀψὲ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ μάθωμεν παρὰ τοῦ κ. Νέγρη ὅτι ὑπάρχουσι παραστάσεις, οὐχὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ τοιαύτην διαγωγήν.
§411ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐπεφυλάχθην νὰ φέρω κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τὰς τροπολογίας, φέρω δ’ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν ὅτι τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει ν’ ἀναπληρώσῃ εἰς ἀκέραιον τὸ ποσοστὸν τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ λάβῃ γνῶσιν τόσον τοῦ ἐγγράφου τῆς Τραπέζης, ὅσον καὶ τῆς ἐμῆς ἀπαντήσεως, εἶμαι πρόθυμος αὔριον νὰ τὰ φέρω.
§412Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν τὸ ἔγγραφον τῆς Τραπέζης.
§413Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι μόνον τὸ ἔγγραφον τῆς Τραπέζης πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ἀλλὰ καὶ τὴν συμπεριφορὰν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδήλωσε κατὰ τὰς δύο ἀναγνώσεις ὅτι οὐδεμία παράστασις ἐγένετο.
§414ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· εἶπον ὅτι ἐβολιδοσκόπησα τὴν Τράπεζαν καὶ εἶμαι πρόθυμος, ἐὰν ἡ Τράπεζα ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τοιαύτης προσόδου, νὰ φέρω τροπολογίαν.
§415Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἂν καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐδῶ διὰ νὰ μαρτυρήσῃ κατὰ πόσον σήμερον λέγει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλεγε προχθές. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ ἐγγύησις τὴν ὁποίαν προσφέρει; Ἐδῶ καταφώρως παραβιάζομεν συμβάσεις συνομολογηθείσας καὶ κυρωθείσας διὰ νόμου καὶ προσφέρομεν ὡς ἐγγύησιν τί; Μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον! Πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς πολὺ ἁπλοῦς, καὶ ὑποθέτω τοιαύτην ἁπλότητα δὲν ἔχει ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἀνέλαβε ὑποχρεώσεις καὶ πρὸς τρίτους διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, διὰ νὰ ὑποθέτῃ καὶ νὰ πιστεύῃ ὅτι μία τροπολογία περιλαμβανομένη ἐν νομοσχεδίῳ τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ καταργηθῇ διὰ παντὸς νόμου ὑστέρου παρέχει τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν παρέχει μία ἐγγύησις συνομολογηθεῖσα διὰ συμβάσεως κυρωθείσης διὰ νόμου. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι τόσον καταφανής, ὥστε εἶναι περιττὸν ν’ ἀναπτύξω τι περιπλέον. Θεωρῶ ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως εἶναι ἀληθῶς ὑβριστικὴ πρὸς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους καὶ ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τῆς Τραπέζης, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ μέχρι ποίου σημείου προσβάλλεται ὄχι μόνον ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπόληψις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας συμπραττούσης εἰς τοιαῦτα ἔργα.
§416ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τοκοχρεολυσίου ἐξ 1,200,000 ἔχοντος ὡς ἀσφάλειαν 5,250,000...
§417Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὰ τί εἶναι αὐτά; Αὐτὰ εἶναι διὰ Φελλάχους πλέον, δὲν εἶναι δι’ Ἕλληνας.
§418ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔφερα, καθ’ ἣν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποκαταστήσῃ εἰς τὸ ἀκέραιον τὰς εἰσπράξεις τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι ἐφάνην ἐγὼ κακόπιστος ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τότε εἶναι περιττὴ ἡ κατάθεσις οἱωνδήποτε ἐγγράφων. Ἀπὸ τοῦδε ἡ Βουλὴ ἂς ἐξενέγκῃ ψῆφον.
§419Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε θεωρήσει ἡ Τράπεζα ὡς ἀνεπαρκεῖς τὰς ἀσφαλείας, ἃς ἤδη σκέπτεται νὰ χορηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς αὐτήν, πάλιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, διότι, μόνον ἐὰν ἤθελε συνομολογηθῆ μία νέα σύμβασις, εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὅ,τι θίγει τὴν πίστιν τοῦ Κράτους εἶναι ἱερὸν δι’ ἡμᾶς καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου παραβιάζεται καταφώρως πλέον ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ συναίσθημα τὸ ὁποῖον βεβαίως ἤθελε καταλάβει πάντας ἡμᾶς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐβεβαίου πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φοβῆται οἱανδήποτε διαμαρτυρίαν ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης· ἂν δὲν ἔχῃ τὸ συναίσθημα αὐτό, εἶναι ἀληθῶς ἄξιον θρήνου τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ.
§420ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν...
§421Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τί λοιπὸν καὶ λοιπόν. Λύσατε τὴν συνεδρίασιν.
§422Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις.
§423ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 11 καὶ 15′ μ. μ).