1909.12.15
3.934 στίχοι · 29.738 λέξεις · 304 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
τῆς 15 Δεκεμβρίου 1909.
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 10,40′ π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 93.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ δὲν εἶναι ἕτοιμα, ὥστε θ’ ἀναγνωσθῶσι τὸ ἀπόγευμα. Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν· Ὁ κ. Πρύτανις τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου παρακαλεῖ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅπως παραστῶσιν εἰς τὴν αὔριον Τετάρτην 16 τρέχοντος μηνὸς καὶ ὥραν 11 π. μ. ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἑορταζομένην ἑκατοστὴν ἀμφιετηρίδα ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Γουλιέλμου Γλάδστωνος. Οἱ σεβασμιώτατοι Ἐπίσκοποι Ἄρτης, Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, Χαλκίδος καὶ Καρυστίας, Μονεμβασίας καὶ Λακεδαίμονος καὶ Παροναξίας παρακαλοῦσιν, ὅπως προταχθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν»· Πολλοὶ Ἀμφισσεῖς παρακαλοῦσιν, ὅπως κατὰ προτίμησιν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως»· Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Λαρίσης ὑποβάλλει ψήφισμα ὑπὲρ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων καὶ τοῦ κανονισμοῦ τούτου κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν δικηγόρων Ἀθηνῶν· Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Χαλκιδέων παρακαλεῖ, ὅπως ἐλαττωθῇ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ διὰ τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων ἀπὸ 10 εἰς 5 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Οἱ φαρμακοποιοὶ Ζακύνθου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ φαρμακείων καὶ φαρμακεμπορείων». Οἱ ἱερεῖς τοῦ δήμου Ἤλιδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν». Οἱ ἱερεῖς τοῦ δήμου Ὀπιταϊδῶν τῆς Ζακύνθου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν». Ἐπιτροπὴ τῶν ἱερέων Μαντινείας παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν». Ἐπιτροπὴ τῶν ἱερέων τοῦ δήμου Εὔας παρακαλεῖ, ὅπως κατὰ προτίμησιν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων». Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς ἐνταῦθα ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων Πετράκη παρακαλεῖ, ὅπως ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας τὰ ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως οἰκόπεδα τῆς Μονῆς. Ἐπιτροπὴ τῶν ἐφημερίων τῶν δήμων Βουπρασίων καὶ Μυρτουντίων τῆς Ἠλείας παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν». Ὁ κτηματικὸς σύλλογος Αἰγίου παρακαλεῖ, ὅπως ἀποκρουσθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις περὶ ἐκριζώσεως. Ἐπιτροπὴ τῶν διδασκαλισσῶν τοῦ νομοῦ Λακωνικῆς παρακαλεῖ, ὅπως διὰ νόμου κανονισθῇ ἡ ἀπονομὴ συντάξεως εἰς τὰς διδασκαλίσσας μετὰ 16ετῆ ὑπηρεσίαν. Ὁ ἱερὸς κλῆρος Πύργου καὶ περιχώρων παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν». Ἐπιτροπὴ τῶν ἐφημερίων Χαλκίδος καὶ Καρυστίας παρακαλεῖ, ὅπως ταχέως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν». Ὁ κ. Β. Μαρκεζίνης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 50 καὶ τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ ΧΜΒʹ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 628). Ὁ κ. Κατσάνος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὅπως ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου.
§2Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς, κύριοι Βουλευταί, τῇ 15 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν ὑποβαλὼν πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ΣΑʹ νόμου τοῦ 1867 περὶ ζῳοκλοπῆς». Δὲν ἐπεθύμουν ν’ ἀπασχολήσω καὶ αὖθις τὴν Βουλήν, διατρέχων μάλιστα τὸν κίνδυνον τῆς παρεξηγήσεως ὅτι ἐπιδιώκω τὸ μονοπώλιον τῆς μερίμνης ὑπὲρ τῶν πασχόντων ἐκ τῆς ζωοκλοπῆς. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐκ πλείστων διαμαρτυριῶν τὰς ὁποίας ἔχω ἀπὸ ὅλην τὴν βορειοδυτικὴν Ἑλλάδα ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν παρακαλέσω νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι μεγίστης σημασίας. Ἀφοῦ ψηφίζομεν νόμους καὶ ζητοῦμεν φορολογίας βαρείας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας· ἀφοῦ ψηφίζομεν διατάξεις δρακοντείους κατὰ τῶν λαθρεμπόρων καὶ κατὰ πάντων τῶν παραβαινόντων τοὺς νόμους τοὺς φορολογικούς, πῶς θὰ ἔχωμεν δυσκολίαν τινὰ νὰ ψηφίσωμεν διατάξεις δρακοντείους κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι τὰς περιουσίας αὐτῶν τούτων τῶν φορολογουμένων ἀπὸ τῶν ὁποίων ζητοῦμεν τοὺς φόρους; Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδεμίαν δυσκολίαν βλέπω. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ πρότασίς μου περιβάλλεται ἀπὸ τοὺς δικονομικοὺς τύπους, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμπληρώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ἀποβλέπω ἁπλῶς εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀνεκδιήγητα τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ ἐκ τῆς μάστιγος ταύτης τῆς ζωοκλοπῆς, ἡ δὲ Πολιτεία ἀποδεικνύεται ἀνεπαρκὴς πρὸς προστασίαν τῆς περιουσίας τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Εἴτε δι’ ἀνεπάρκειαν τῆς Ἀστυνομίας εἴτε δι’ ἔλλειψιν θελήσεως ταύτης καθ’ ἑκάστην ἔχομεν συλλήβδην τὴν ἀφαίρεσιν τῆς περιουσίας τῶν δυστυχῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἔχομεν ἀμέσως ἕτοιμον τὸν χωροφύλακα νὰ τοὺς ἀπαγάγῃ εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τὴν καθυστέρησιν τῶν φόρων πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Πολιτείαν· ὁ οὕτω πως καταδιωκόμενος ἀγρότης διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς φορολογίας μὲ τίνα μέσα θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, καὶ πρέπει ἡ Πολιτεία ν’ ἀδιαφορῇ καὶ μόνην μέριμναν ν’ ἐπιδεικνύῃ, ὅπως διὰ νόμου ἐξασφαλίσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὸν ἀγρότην; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀλληλένδετον καὶ ἔχει μεγίστην σημασίαν καὶ παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἐὰν τὴν ἐγκρίνῃ, καὶ νὰ διατάξῃ νὰ προταχθῇ αὕτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὅπως ψηφισθῇ, καθόσον εἶναι βέβαιον ὅτι οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος. Παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ σπεύσῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὲ παρεξηγήσῃ ὅτι ζητῶ νὰ καταναλώσω χρόνον ἐπὶ ματαίῳ, διότι ὑποβάλλω πρότασιν νόμου ἀφορῶσαν τοπικὸν ζήτημα.
§3Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ματαία ἡ συζήτησις, ἀφοῦ ὑποβάλλετε τοιαύτην πρότασιν.
§4Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός.
§5Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς διότι καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν δὲν ἀντίκειται, καὶ δὲν εἶναι ἡ συζήτησις ματαία, δι’ αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω τινά, καθόσον νομίζω ὅτι εἶναι κακὴ ἡ πρόληψις ἥτις ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ θεωρῇ ματαίαν τὴν συζήτησιν ὁσάκις πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοπικοῦ ζητήματος. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ἄθροισμα τῶν τοπικῶν διαμερισμάτων καί, ὅταν τὰ τοπικὰ ταῦτα διαμερίσματα δὲν ἔχωσι καλῶς, ἐννοεῖται ὅτι οὔτε καὶ τὸ ὅλον Κράτος ἔχει καλῶς. Ὑποβάλλω ἐπίσης ἑτέραν πρότασιν νόμου ἀφορῶσαν τὸν δῆμον Παρακαμπυλίων. Ἔχω ψηφίσματα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ὡς καὶ ἐπιστολάς, διὰ τῶν ὁποίων παρακαλοῦμαι νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, δι’ ἧς νὰ ζητῶ νὰ ὑπαχθῇ ὁ δῆμος οὗτος διοικητικῶς μὲν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας, δικαστικῶς δὲ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Μεσολογγίου. Δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῶν συνήθων ἐκείνων τοπικῶν ζητημάτων τοῦτο. Ὁ δῆμος οὗτος χωρίζεται γεωγραφικῶς τὸ μὲν διὰ τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Αἰτωλικοῦ, τὸ δὲ διὰ τῶν ἀδιαβάτων ποταμῶν Μέγδοβα καὶ Ἀχελώου κατὰ τοιοῦτον τρόπον τῆς λοιπῆς ἐπαρχίας, ὥστε ἡ ἐπικοινωνία τῶν δημοτῶν ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς Εὐρυτανίας, τοῦ Καρπενισίου, εἶναι ἐντελῶς ἀνέφικτος, ἐντελῶς ἀδύνατος. Εἶναι τόσον βέβαιον τοῦτο, ὥστε δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ζητῶν πληροφορίας παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, νὰ ἴδῃ ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Πολιτεία ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπικοινωνία τῶν δημοτῶν μετὰ τῆς πρωτευούσης τῆς Εὐρυτανίας, καθόσον οὐδέποτε ἠδυνήθη νὰ ὑπάρξῃ συγκοινωνία ταχυδρομικὴ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου μετὰ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται, ἀλλὰ τοὐναντίον περιστροφικῶς ἐνεργεῖται ἡ συγκοινωνία διὰ τοῦ Ἀγρινίου ἢ διὰ τοῦ Κεφαλοβρύσου ἢ ἄλλως πως. Ἀνεγνώρισε λοιπὸν ἡ Πολιτεία ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ συγκοινωνία τοῦ τόπου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος χωρίζεται ὑπὸ τοιούτων φυσικῶν ἐμποδίων, ὑποβάλλεται δ’ εἰς τὰ ἔσχατα μαρτύρια, ἂν ὄχι εἰς τὸν θάνατον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀποπειραθῆ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀντίληψιν τῆς Πολιτείας παντάπασιν, οὔτε διοικητικῶς οὔτε δικαστικῶς. Εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ παραδώσωσι τὸ πνεῦμα διαβαίνοντες τὰ χιονοσκεπῆ ὄρη καὶ τοὺς ἀδιαβάτους ποταμοὺς οἱ διάδικοι, ἐὰν δὲ δὲν προτιμήσωσι τοῦτο, θὰ προτιμήσωσι νὰ καταδικάζωνται ἐρήμην μὴ δυνάμενοι νὰ μεταβαίνωσιν ἐκεῖ. Νομίζω ὅτι οὐδένα ἔχει λόγον ἡ Βουλὴ ν’ ἀντιστῇ εἰς τοῦτο ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐξ Εὐρυτανίας, ὁπότε ἐγὼ παραιτοῦμαι· ἄλλως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τοῦτο ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ ψηφίσῃ αὐτό, ἵνα μὴ ὑφίσταται δεινὰ μαρτύρια ἓν ἑλληνικὸν διαμέρισμα, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ πληρώνει τοὺς φόρους.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Ὁ κ. Δ. Τερτίπης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§7Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ κατάχρησις πολλῶν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἐκορυφώθη ἀπό τινος χρόνου φθάσασα μέχρι τῆς παραποιήσεως καὶ νοθεύσεως τῶν ἐπωνύμων τῶν ὑποψηφίων, ὅπως γενομένης τῆς ἀνακηρύξεως ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεων μὲ τοιαύτας γραμματικὰς παραποιήσεις τῶν ἐπωνύμων τῶν ὑποψηφίων ἐπιτυγχάνῃ ἡ τοιάδε ἢ τοιάδε τοποθέτησις τῆς κάλπης αὐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς ἐκλογῆς. Ἡ παραμόρφωσις δὲ αὕτη γίνεται τοσοῦτον εὐχερῶς ὅσον καὶ ἀκινδύνως διὰ τὸν δράστην αὐτῆς ὑποψήφιον προτασσομένου ἑνός τινος μόνον στοιχείου τοῦ ἀλφαβήτου εἰς τὸ ἐπώνυμον αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ. Ἡ πρότασίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον μόνον. Εἰς τὸ ἄρθρον 28 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν προστίθεται § δευτέρα ἔχουσα οὕτως· «Ἡ ἀνακήρυξις γίνεται ἀναγραφομένων ἐν τῇ ἀποφάσει τῶν ὀνομάτων τῶν ὑποψηφίων κατ’ ὄνομα, ἐπώνυμον καὶ ἐπάγγελμα, ὡς ταῦτα κατὰ γράμμα ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένα ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τοῦ δήμου οὗτινός εἰσι δημόται. Ἡ σειρὰ δὲ τῆς τοποθετήσεως τῶν καλπῶν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπωνύμων ὡς ταῦτα ἀνεκηρύχθησαν διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα· ν’ ἀναγνωσθῇ τώρα.
§9Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ὑπ’ ἀριθ. 142. Λοιπόν: Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν» (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου).
§11ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Νέας Ἀγχιάλου, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§12Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τοῦτο.
§13Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἂς ψηφισθῇ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου περὶ «κατασκευῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ ἀπὸ Βόλου εἰς Νέαν Ἀγχίαλον δαπάναις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βόλου». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 ἐκ δραχ. 1,161,738.30. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 πρὸς πληρωμὴν ὑπολοίπων ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων ἐκ δραχ. 1,796,217.93».
§15Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῶν ἄλλων τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦσιν ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἐγένετο παρατήρησις ὅτι τινὰ ἐκ τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται νῦν μόνον πρόκειται νὰ κανονισθῶσι καὶ πρόκειται περὶ τυπικῆς μόνον ἀναγραφῆς. Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀναγραφήν, ὡς τὴν εἶχεν ὁ κύριος Ὑπουργός. Τοιαῦτα κονδύλια εἶναι περὶ προμηθείας καὶ ἀγορᾶς κινίνης, ἔξοδα ἐξορύξεως, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1907 καὶ 1908, καθὼς καὶ τὸ κονδύλιον τῶν 312,181 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθμὸν 3. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ποσὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν κατέβαλε τὸ Δημόσιον ἕνεκεν ἀνεχείας, καὶ πάντα ταῦτα εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθῶμεν. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν αὐτὰ τὰ νομοσχέδια ὡς ἔχουσι καὶ ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, εἶναι καθ’ ὅλα πιθανὸν ὅτι ἡ αὐτὴ ἀνέχεια θὰ ὑπάρξῃ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταβληθῶσι, κατὰ τὸ ἄρθρον δὲ 74 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἐὰν δὲν ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα ταῦτα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1909, θέλουσιν ἀκυρωθῆ. Νομίζει λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα ταῦτα οὐχὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1909, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1910, διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ διὰ τοῦ σχεδίου νόμου σήμερον, θὰ γίνῃ αὔριον διὰ τῶν πραγμάτων καὶ διὰ νέου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὸ 1910. Ταύτας τὰς σκέψεις ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου.
§16Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπείας ὑπολείπεται πολὺ ὀλίγα ἐγὼ νὰ προσθέσω· θὰ ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτου, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσπάθεια καταβάλλεται ἵνα παραχαραχθῇ ἡ μέχρι τοῦδε κρατοῦσα λογιστικὴ τάξις καὶ ἀναγραφῶσιν ἔξοδα τῆς χρήσεως 1910 εἰς τὴν ῥάχην ἄλλων χρήσεων. Εἶναι περίεργον ὅτι, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμῷ ἀναγράφει ὡς ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων 4,102,000, διπλάσιον τοῦ μέχρι τοῦδε ἀναγραφομένου, ἔξοδα ἀνερχόμενα εἰς τὸ αὐτὸ σχεδὸν ποσὸν ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων θέλει νὰ τὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν ῥάχιν ἄλλων χρήσεων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι λογιστικῶς ἄκοσμον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως ἡ Βουλὴ νὰ τὸ δεχθῇ. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῇ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ὁ ὁποῖος ἐξετέθη, ὅτι, καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἠθέλομεν ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ νόμου δὲν θὰ εἶναι δυνατή, καθόσον οἱ αὐτοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν μὴ πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τούτων κατὰ τὸ 1908 θὰ ἐπιβάλωσι καὶ τὴν μὴ πληρωμὴν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τούτου 1909, δηλαδὴ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ ταμεῖον ἡμῶν θὰ πληρωθῇ ἐξ ἑκατομμυρίων χρημάτων εἰς τὸ διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν; Βεβαίως τὰ μέτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ πληρώσωσι τὸ ταμεῖον χρημάτων ἐκ πολλῶν ἑκατομμυρίων! Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλ’ αὐτὸ θὰ γίνῃ κατὰ τὸ 1910 καὶ εἶναι λυπηρὸν πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα ταῦτα κατὰ τὸ 1910, ὅτε θὰ εἶναι Πακτωλὸς χρυσοῦ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ θέλει νὰ πληρώσῃ τὰ 4,000,000 κατὰ τὸ 1909, ὅτε οὐδὲ λεπτὸν ἔχομεν! Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀπορρίψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ν’ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν δι’ ἁπλῆς δηλώσεως ἀναγραφὴν τῶν δαπανῶν τούτων εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1910, ὅπως πάντοτε γίνεται. Διότι, ἐὰν συμβῇ τὸ ἀντίθετον, ἡ χρῆσις τοῦ 1909, θὰ βαρύνηται μὲ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ 1907 καὶ 1908, ὁ μελετῶν δὲ δυστυχῶς τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως ταύτης θὰ περιέρχηται εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Εἶναι κακὸν προηγούμενον ἡ παραχάραξις αὕτη τῶν χρήσεων, διότι θ’ ἀγάγῃ εἰς κακὰ ἀποτελέσματα. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου· πρόκειται περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὰ δὲ ἔξοδα ἑκάστης χρήσεως πρέπει νὰ βαρύνωσιν αὐτὴν τὴν χρῆσιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν τῶν κεκανονισμένων σήμερον ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν μίαν ἀφελῆ ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως παρασταθῇ ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ Προϋπολογισμὸς δὲν πρέπει νὰ περιέχῃ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων; Τὸ νομοσχέδιον ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§17ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ μόνον, Κύριοι, πραγματικὸν ὁπωσδήποτε ἐπιχείρημα κατὰ τῶν προκειμένων νομοσχεδίων εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ πρῶτος τῶν δύο προαγορευσάντων Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Νέγρης. Οὗτος, ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν παροῦσαν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐξεδήλωσεν ἐνδοιασμούς, ἂν οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν ἄχρι τοῦδε μὴ πληρωμὴν καὶ ἐξόφλησιν τῶν ὀφειλῶν του, περὶ ὧν νῦν ἡ συζήτησις, δὲν θὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑφιστάμενοι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ματαία, κατὰ τὸν κ. συνάδελφον, ἡ δι’ αὐτὰς χορηγία πιστώσεων εἰς βάρος τῆς τρεχούσης χρήσεως. Εἰς τὸ ἐπιχείρημα, Κύριοι, τοῦτο, ὅπερ πᾶς τις δύναται νὰ θεωρήσῃ εὐλογοφανές, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαντήσω μονομερῶς, ἂν μὴ προηγουμένως ἐξετάσω τὸ βάσιμον τοῦ ἑτέρου ἐπιχειρήματος, καθ’ ὃ δῆθεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀντίκειται πρὸς τὸν λογιστικὸν νόμον, ὡς ἐκ τούτου δὲ πρέπει νὰ μὴ ψηφισθῇ αὐτὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ἐτόνισεν ἰδίᾳ ὁ ἕτερος τῶν προαγορευσάντων ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτῶν, ὅστις ἐπεκαλέσθη εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του καὶ τὸ γεγονὸς καθ’ ὃ ἑκάστοτε λαμβάνονται πρὸ ὀφθαλμῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους πάντα τὰ ὑπόλοιπα τῶν πληρωτέων ἐξόδων τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων καὶ ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ ὑπὸ ἴδια κεφάλαια, ὡς ἀναγράφονται καὶ ἐν τοῖς ἐσόδοις αὐτοῦ ὑπὸ ἴδια ὡσαύτως κεφάλαια ὑπόλοιπα εἰσπρακτέων ἐσόδων ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ συνήθης πρᾶξις, ὁσάκις πρόκειται περὶ συνήθων ὑπολοίπων πληρωτέων ἐξόδων ἐκ προηγουμένων χρήσεων. Ἀλλ’ ὅταν τὰ ὑπόλοιπα ταῦτα ἀνέρχωνται εἰς ἑκατομμύρια ὅλα, ὡς νῦν, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγραφῶσιν αὐτὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1910;
§18Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἀναγράφονται καὶ τὰ ἀντίστοιχα ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ὁ λογιστικὸς νόμος.
§19ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ λογιστικὸς νόμος διὰ τῶν ἄρθρων 65–74 ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐντέλληται ἡ πληρωμὴ τῶν πληρωτέων ὑπολοίπων ἀπὸ τὰ κεφάλαια τῆς τρεχούσης χρήσεως, νὰ ἐξοφλῶνται δὲ τὰ ἐκδιδόμενα χρηματικὰ ἐντάλματα μέχρι τέλους τοῦ ἰδίου ἔτους. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω δύο ἐξ αὐτῶν τῶν ἄρθρων, τὸ 67 καὶ τὸ 72. Κατὰ τὸ ἄρθρον 67 (ἀναγινώσκει): «Πρὸς πληρωμὴν χρέους ἀποχρῶντως ἀποδεδειγμένου κεκλεισμένης τινὸς χρήσεως, μὴ συμπεριλαμβανομένου δὲ εἰς τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, ἀπαιτεῖται ἀναπληρωματικὴ ἐπὶ τῆς παρούσης χρήσεως πίστωσις, καταλογιζομένη εἰς τὸ κεφάλαιον κεκλεισμέναι χρήσεις». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 72 (ἀναγινώσκει): «Τῶν κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς ἑκάστου Ὑπουργείου μενόντων πληρωτέων ἐξόδων, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον πιστώσεις, συγχωρεῖται νὰ διαταχθῇ ἡ πληρωμὴ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἀπὸ τὰ κεφάλαια τῆς τρεχούσης χρήσεως καὶ πρὶν τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς κλεισθείσης χρήσεως νόμου». Αὐτά, Κύριοι, διατάσσει ὁ λογιστικὸς νόμος. Καὶ νῦν ἂς ἴδωμεν ἂν ἐν τῇ πράξει δὲν ὑπάρχουσι προηγούμενα δικαιολογοῦντα πληρέστατα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πράττομεν ἡμεῖς νῦν. Τὰ προηγούμενα ταῦτα εἶναι δύο νόμοι, ψηφισθέντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει δύο ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τοῦ Χαριλ. Τρικούπη καὶ τοῦ Θ. Δηλιγιάννη, τῶν κομμάτων τῶν ὁποίων ἀξιοῦσιν ὅτι ἡγοῦνται νῦν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Κερκύρας καὶ ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ πρῶτος αὐτῶν τῶν νόμων εἶναι ὁ ᾼΨΟΒʹ τῆς 2 Μαΐου 1889 «περὶ χορηγίας πιστώσεως δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων καὶ διαγεγραμμένων». Κατὰ τὸ πρῶτον αὐτοῦ ἄρθρον (ἀναγινώσκει) «Ἐπιτρέπεται ἡ ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς τρεχούσης χρήσεως 1899 πληρωμὴ καὶ ἡ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν ταύτης μεταφορὰ δρ. 408,320.96, ὀφειλομένων εἰς ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν διὰ τῶν ἀπολογισμῶν βεβαιωθέντων πλεονασμάτων τῶν νομίμως χορηγηθεισῶν ἀρχικῶν πιστώσεων».
§20Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πλεονασμάτων, ὄχι ἐλλειμμάτων.
§21Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἐδῶ πλεονάσματα πιστώσεων διὰ τὸ κονδύλιον τῶν 250,000 δρ. τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης;
§22ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε προηγουμένως καὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ Χαριλ. Τρικούπη καὶ ἔπειτα ἐκφέρετε τὰς κρίσεις σας. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Χορηγεῖται πίστωσις δρ. 1,886,837.43 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1899 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, δι’ ἃς δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἀπολογισμοὶ ἢ οἱ δημοσιευθέντες ἀποδεικνύουσιν ἐξηντλημένας τὰς νομίμως χορηγηθείσας πιστώσεις». Ὁ δεύτερος νόμος εἶναι ὁ τῆς 10 Ἀπριλίου 1891 «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς καὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1891 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων». Κατὰ τὸ ἄρθρον μόνον αὐτοῦ (ἀναγινώσκει) «Πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων κατὰ τοὺς προσηρτημένους εἰς τὸν παρόντα νόμον ὀνομαστικοὺς πίνακας χορηγοῦνται ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1891 πιστώσεως ἐκ δρ. 756,149.08, ἐξ ὧν ἀναπληρωματικαὶ μὲν ἐκ δρ. 643,828.87 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ἔκτακτοι δὲ ἐκ δρ. 114,320.21 δι’ ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων, καταλογιζόμεναι ὑπὸ τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα τὰ ἐν τῷ πρώτῳ τῶν συνημμένων πινάκων ἀναγραφόμενα». Ταῦτα, Κύριοι, διακελεύει ὁ λογιστικὸς νόμος καὶ αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπικαλούμεθα καὶ τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσι πληρέστατα, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα τόσον πολὺ ἐσκανδάλισαν, ὡς φαίνεται, ἐνίους τῶν κ. Βουλευτῶν. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐγὼ ὑπὸ ἔποψιν τυπικήν. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν πραγματικήν, ἵνα μὴ μείνῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ πράγματος. Ἔχομεν, Κύριοι, τέσσαρα εἴδη πληρωτέων ὑπολοίπων. Ἔχομεν ἐν πρώτοις τοιαῦτα ἐκ χορηγηθεισῶν πιστώσεων, ἐφ’ ὧν ἔχουσιν ἐκδοθῆ ἐντάλματα, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐξωφλήθησαν, δι’ ὃν λόγον ὑπηνίχθη ὁ κ. Νέγρης. Τοῦτο συμβαίνει ἰδίως ἐπὶ τῆς πιστώσεως ἐκ 2,250,000 δρ., ἣν ζητοῦμεν νῦν μετὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀξιοτίμου συναδέλφου μου διὰ τοῦ οἰκείου νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1908 εἶχε χορηγηθῆ ἡ σχετικὴ πίστωσις δι’ ὀφειλομένην παροχὴν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ εἶχεν ἐκδοθῆ μάλιστα καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 534 ἔνταλμα, ὅπερ ὅμως ἔμεινεν ἀνεξόφλητον ἐλλείψει διαθεσίμων πρὸς τοῦτο χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἔχομεν εἶτα ὑπόλοιπα διὰ τὰ ὁποῖα ἔχουσι μὲν χορηγηθῆ πιστώσεις, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ἐντάλματα, διότι δὲν ἐγένετο ἐγκαίρως ἡ ἐκκαθάρισις τῶν σχετικῶν δαπανῶν. Τρίτον εἶδος ὑπολοίπων εἶναι ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι χορηγηθῆ ἐπαρκεῖς πιστώσεις, τέταρτον δὲ καὶ τελευταῖον εἶδος ὑπολοίπων εἶναι ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει χορηγηθῆ πίστωσις, ἀλλὰ γεννῶνται ἐν τῷ μεταξὺ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, ὡς λ. χ. ἐπὶ δικαστικῶν διαφορῶν. Εἰς τὰ τρία τελευταῖα εἴδη τῶν ὑπολοίπων ἀναφέρονται αἱ ὑφ’ ἡμῶν ζητούμεναι νῦν πιστώσεις ἐκ δρχ. 1,796,217.93, ἐκ δρχ. 312,181 καὶ ἐκ δρχ. 1,161,736.30 διὰ τῶν οἰκείων νομοσχεδίων. Ἀνέρχονται αὐταὶ ἐν ὅλῳ εἰς 5,520,136.00 ἀλλ’ αἱ ἀντιρρήσεις δὲν ἐπεκτείνονται ἐπὶ τῆς τελευταίας πιστώσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν πρώτων, συμποσουμένων εἰς 4,358,498. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, πρόκειται περὶ ὀγκώδους ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ λογιστικὸς νόμος ὁ καθορίσας δι’ ἑκάστην ἐν ἐνεργείᾳ χρῆσιν τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων δὲν ἠδύνατό ποτε νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν. Ἀφοῦ δὲ πρόκειται περὶ ἐλλείμματος τοῦ παρελθόντος, διατί νὰ μὴ καταλογισθῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν τρέχουσαν χρῆσιν, ἵνα καλυφθῇ καὶ αὐτὸ διὰ δανείου, ὡς καὶ τὸ ἄλλο ἔλλειμμα αὐτῆς καὶ τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1908; Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἔχῃ τις τὴν ἀξίωσιν, ἵνα πάντα ταῦτα τὰ ἐλλείμματα, τὰ συμποσούμενα εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, καλύψωμεν ἡμεῖς διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1910!
§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήγησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐπηγγέλθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ μίαν σπουδαίαν ἐπαγγελίαν, ἐπηγγέλθη ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ μέλλοντος δὲν θὰ ἔχωσιν ἐλλείμματα καί, διὰ νὰ συμβῇ τοῦτο, κατέφυγεν εἰς ἀφελεστάτην παραχάραξιν τῶν ἀριθμῶν. Ἀναγράφει ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων ἀντὶ 2,500,000, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο μέχρι τοῦδε, 4,102,000, καὶ διὰ νὰ δημιουργηθῇ αὐτὸ τὸ λαμπρὸν ἀποτέλεσμα τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀναγράφει εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1909 ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ βαρύνωσι τὴν χρῆσιν τοῦ 1910. Καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός· πρέπει νὰ τελειώσωμεν μὲ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐξοφλήσωμεν ὅλα τὰ ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος διὰ δανείου. Μεταξὺ τῶν πληρωμῶν τούτων εἶναι καὶ ἓν κονδύλιον 2,250,000 ἀνῆκον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Χθὲς κατηγγείλαμεν ὅτι ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς σακχάρεως ἀφαιροῦνται 650,000· σήμερον καταγγέλλομεν ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης κατὰ τὸ 1910, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν θὰ λάβῃ τὸ ἀνωτέρω κονδύλιον, καὶ τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ἔχει εἰλημμένας ὑποχρεώσεις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαδίσῃ ἄνευ τῆς ἐπικουρίας τῶν 2,500,000 καὶ τῶν 650,000 δρχ., τὰς ὁποίας ἀφαιρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς σακχάρεως καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ τὸ ταμεῖον κατὰ τὸ 1910, διότι εἶναι φανερὸν τὸ πρᾶγμα· ὁ νόμος οὗτος, ἐὰν ψηφισθῇ, θὰ δημοσιευθῇ μετὰ πέντε ἢ ἓξ ἡμέρας, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν κατὰ τὰ Χριστούγεννα νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ πληρώσωμεν τὰ 3,000,000. Καὶ τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης θὰ στερηθῇ κατὰ τὸ 1910 ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐστερήθη κατὰ τὸ 1908 καὶ 1909· αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ διατί; Διὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἀθῴαν εὐχαρίστησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιδεικνύηται εἰς τὸν κόσμον ὅτι ἔχει ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Θὰ ἐξετάσωμεν τὸ μέγα τοῦτο ἰσοζύγιον καὶ θὰ ἐξετάσωμεν ἂν αἱ μεγάλαι ἐπαγγελίαι πραγματοποιοῦνται διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἐξετασθῶσι ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον στερεῖ τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης κατὰ τὸ 1910 τῶν 2,250,000 καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι παραχάραξις πραγματικὴ τῶν λογιστικῶν διατυπώσεων, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐξετελοῦντο ὑπὸ πάσης Κυβερνήσεως, διότι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, εἴτε εἶναι πολλὰ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων εἴτε ὀλίγα, ἀναγράφουσι ταῦτα τακτικῶς δι’ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς μεθεπομένης χρήσεως. Τοῦτο ἐγένετο μέχρι τοῦδε, τοῦτο δὲ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὰς πιστώσεις ταύτας.
§24Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ παρωνυχίδος· πρόκειται νὰ πλανήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, νὰ πλανῶμεν δὲ καὶ ὁλόκληρον τὴν χώραν. Δὲν ἠξεύρω διατί ὁ ἀξιότιμος φίλος μου καὶ συμπολίτης μου ὠνόμασε παραχάραξιν τὸ πρᾶγμα, ἐνῷ πρόκειται περὶ λαθροχειρίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνήγγειλεν urbi et orbi ὅτι κατώρθωσε τυμβωρυχῶν νὰ καταστήσῃ περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀσφαλές, ἀσφαλέστατον, 2.500.000 δρχ., καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες εἰς τὰ ἀκροατήρια, διότι πρόκειται περὶ παρεπιδήμων, οὐχὶ δὲ περὶ πολιτῶν Ἀθηναίων, ἐφρύαξαν ἐκ χαρᾶς καὶ ἠλάλαξαν. Καὶ τὴν πρώτην στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κατετέθη τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς καταθέσεως αὐτοῦ, ἀποδεικνύεται ἐκεῖνο τὸ περίσσευμα τὸ ἀσφαλές, τὸ ἀσφαλέστατον, ὡς ἔλλειμμα χονδροειδές, διότι, ἐνῷ ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910, τοῦ ὁποίου τὸ τεῦχος χθὲς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, «ἔσοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων 4.100.000», εἰς μάτην θ’ ἀναζητήσητε ἐν τῷ αὐτῷ τεύχει τὴν ἀντίστοιχον ἀναγραφὴν ἐν τοῖς ἐξόδοις. Τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ συμψηφισθῶσι πρὸς τὰ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἔπρεπε λοιπὸν ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910 εἰς τὴν στήλην τῶν ἐξόδων τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν διὰ νομοσχεδίων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ὅπως ἰσοζυγίσωμεν τὸ ἔσοδον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων πρὸς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀποδείξωμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ πρὸς τοὺς ξένους — διότι καθ’ ὅλην τὴν Οἰκουμένην ἐτηλεγραφήθη τὸ ἀσφαλές, τὸ ἀσφαλέστατον ἐκεῖνο περίσσευμα — ὅτι τὸ ἀσφαλές, τὸ ἀσφαλέστατον ἐκεῖνο περίσσευμα, τὸ ὁποῖον καταγγέλλομεν ὡς ἐκ λαθροχειρίας προκῦπτον, ἀποτελεῖ ἔλλειμμα ἤδη 1.500.000. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ πλειονοψηφία εἶναι διατεθειμένη νὰ καλύψῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς τὴν τοιαύτην λαθροχειρίαν, ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον νὰ δηλώσω εἶναι ὅτι καὶ ἐκεῖθεν (δεικνύει τὸ βῆμα) εἶναι «ἀνάγκη εἰλικρινείας).
§25ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρήλθον, Κύριοι, μετ’ ἐμὲ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο οἱ δύο ἔντιμοι ἐξ Ἀττικῆς Βουλευταί. Ὁ πρῶτος αὐτῶν ὡμίλησε περὶ παραχαράξεως, ὁ δὲ δεύτερος, ὁ καὶ ἀρχηγὸς ἐκείνου, θέλων νὰ φανῇ ἐν τούτῳ ὑπέρτερος τοῦ ὀπαδοῦ του, ὡμίλησε περὶ λαθροχειρίας καὶ τυμβωρυχίας. Ἐὰν ἀμφότεροι αὐτοὶ ἤλπισαν οὕτω πως νὰ συμπαρασύρωσι καὶ ἐμὲ εἰς τόσον ταπεινὸν πεδίον ὕβρεων καὶ προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων, τοὺς διαβεβαιῶ ὅτι ἐπλανήθησαν.
§26ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Μεγαλύτερος ὑβριστὴς ἀπὸ σᾶς οὐδέποτε ὑπῆρξε!
§27Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς ἐπέσατε ἀπὸ Ὑπουργὸς δι’ ὕβρεις καὶ ὁμιλεῖτε περὶ ὕβρεων τώρα;
§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Βόλου καὶ ἐκ Βάλτου ἠθέλησαν ἴσως νὰ διατρανώσωσιν οὕτω πως ὅτι εἶναι ἀντάξιοι ὀπαδοὶ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ τίς ποτε ἐσκέφθη νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν ταύτην; Ἐγώ, Κύριοι, σεβόμενος καὶ ἐμαυτὸν καὶ τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον φέρω, περιορίζομαι εἰς μόνα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔχων τις ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἀδιαφορεῖ διὰ πᾶσαν προσωπικὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον του. Καὶ τὰ πράγματα εὐτυχῶς ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τῷ δικαίῳ, ἀδίκως δὲ ὅλως ἐπετέθησαν κατ’ ἐμοῦ οἱ προαγορεύσαντες. Τίς, Κύριοι, καταφεύγει εἰς παραχάραξιν, εἰς λαθροχειρίαν καὶ τυμβωρυχίαν; Ὁ θέλων νὰ συγκαλύψῃ ἰδίαν πρᾶξιν, δι’ ἣν ἔχει λόγους ν’ ἀποφεύγῃ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ὑπάρχει τι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω νὰ συγκαλύψω, ἵνα τοιουτοτρόπως ἀποφύγω τὴν εὐθύνην; Ἡ συζήτησις γίνεται περὶ ὑπολοίπων πληρωτέων ἐσόδων τῶν χρήσεων 1907 καὶ 1908, τὰ ὁποῖα διολισθήσαντα κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1908 καὶ 1909 συνεποσώθησαν ἤδη εἰς 4.358.398 δρχ. Κατὰ τί δ’ εὐθύνομαι ἐγὼ δι’ αὐτά, ἵνα θέλω τώρα νὰ τὰ συγκαλύψω διὰ παραχαράξεως, διὰ λαθροχειρίας καὶ τυμβωρυχίας; Μήπως, Κύριοι, ἐξετέλεσα ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1907, ἵνα εὐθύνωμαι διὰ τὰ ὑπόλοιπα πληρωτέων ἐξόδων αὐτοῦ ἐκ 355,779 δραχμῶν; Μήπως συνέταξα ἐγὼ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1908 καὶ 1909, ἵνα εὐθύνωμαι διὰ τὴν μὴ ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ τούτου ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἐξόδων αὐτῶν διὰ κεκλεισμένας χρήσεις; Μήπως ἐξετέλεσα ἐγὼ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1908, ἵνα εὐθύνωμαι διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον ἐξόφλησιν τοῦ ἐντάλματος τῶν 2,250,000 δρχ. διὰ τὴν παροχὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους ἐκείνου; Μήπως συνέταξα ἐγὼ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1909, ἵνα εὐθύνωμαι διὰ τὴν μὴ ἀναγραφὴν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἐξόδων τῶν κεκλεισμένων αὐτοῦ χρήσεων τόσον τῶν ἐκ 2,250,000 ὅσον καὶ τῶν ἐξ 1,440,438 δρχ. ὑπολοίπων πληρωτέων ἐξόδων τοῦ 1908; Ἀφοῦ δέ, Κύριοι, οὐδεμίαν ἀπολύτως εὐθύνην ὑπέχω ἐγὼ δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπόλοιπα πληρωτέων ἐξόδων τῶν χρήσεων 1907 καὶ 1908, πρὸς τί νὰ διαπράξω τώρα χάριν συγκαλύψεως αὐτῶν παραχάραξιν, λαθροχειρίαν καὶ τυμβωρυχίαν, ὡς εἶχον τὸ θάρρος νὰ διισχυρισθῶσιν οἱ κ. Βουλευταὶ Ἀττικῆς, ὁ ὀπαδὸς καὶ ὁ ἀρχηγός; Ἦτο δ’ ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκστομίσωσι περὶ ἐμοῦ τοιούτους χαρακτηρισμούς, καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910 ὡμίλησα ἐν πλάτει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ αὐτῶν τῶν ὑπολοίπων καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους, τούς τε τυπικοὺς καὶ τοὺς πραγματικούς, δι’ οὓς ἔπρεπεν αὐτοὶ νὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν τρέχουσαν χρῆσιν τοῦ 1909; Ἐκ τῶν λόγων, Κύριοι, οὓς ἐγὼ προέβαλον, οὐδένα ἀνῄρεσαν αὐτοί, ἀντὶ δὲ νὰ φροντίσωσι ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι τὰ κείμενα τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ τῶν νόμων τοῦ Χ. Τρικούπη καὶ τοῦ Θ. Δηλιγιάννη, τὰ ὁποῖα ἐγὼ σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ, δὲν δικαιολογοῦσι πληρέστατα τὰ ἡμέτερα νομοσχέδια, αὐτοὶ ἐνόμισαν ὅτι θὰ ἐμείουν τὴν ἐξ αὐτῶν ἐντύπωσιν διὰ τῶν ἀποστροφῶν των περὶ παραχαράξεως, λαθροχειρίας καὶ τυμβωρυχίας!
§29Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἐλύσατε ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, τὴν ἀπορίαν πῶς θὰ ἐξοικονομήσητε ἐντὸς τῶν ὑπολειπομένων ἡμερῶν τοῦ ἔτους τούτου τὴν πληρωμὴν καὶ τῶν ἄλλων ὑπολοίπων, ἰδίως δὲ τῶν 2,250,000 δρχ. τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§30ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν νὰ λάβωμεν τὰ πλεονάσματα τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τῶν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς Διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, πρῶτον δὲ μέλημα ἡμῶν θὰ εἶναι νὰ ἐξοφλήσωμεν δι’ αὐτῶν τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ὀφειλὴν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ ταμεῖον τὰς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Τονίζω δὲ τοῦτο, ἵνα ἀποδείξω ὅτι μάτην προφασίζονται οἱ ἀντιλέγοντες ὅτι ἐπιμένουσιν εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ποσοῦ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910, ἵνα οὕτω καταβληθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὅσον οἷόν τε τάχιον τὰ ὀφειλόμενα πρὸς αὐτό. Τὰ ὀφειλόμενα 2,250,000 πρὸς αὐτὸ θὰ καταβληθῶσι τώρα ἀμέσως, ἂν ψηφισθῇ τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον. Ἂν ἡ ὀφειλὴ αὕτη παραπεμφθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910, θὰ ἐξοφληθῇ αὐτὴ μόλις μετὰ μῆνας πολλούς. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι προφασίζονται οἱ ἀντιλέγοντες, τοιαῦτα ἐπιχειρήματα προβάλλοντες. Ὁ πρώτιστος καὶ κυριώτατος λόγος δι’ ὃν αὐτοὶ ἀποκρούουσι τὰ προκείμενα νομοσχέδια εἶναι ὅτι φοβοῦνται μήπως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1910, ὅστις εἶναι τὸ κάτοπτρον οὕτως εἰπεῖν τῆς δημοσιονομικῆς μας πολιτικῆς, καταλήξῃ εἰς ἰσοζύγιον μετὰ τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τὰ ὁποῖα ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσιν οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1908 καὶ 1909. Ἵνα λοιπὸν ἀποφύγωσι τὸ πικρὸν τοῦτο δι’ αὐτοὺς ποτήριον, τὰ πάντα μετέρχονται πρὸς ἐπιβάρυνσιν τοῦ ἡμετέρου Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἡ προσπάθεια αὐτῶν, ὅπως τὰ ἐκ 4,358,398 δρχ. πληρωτέα ὑπόλοιπα ἐπιπέσωσιν εἰς τὴν ῥάχιν αὐτοῦ. Δὲν ἐδίστασαν μάλιστα αὐτοὶ νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι ἡμεῖς οἱονεὶ προβλέποντες τὸ ἀδύνατον τῆς ἀποκαταστάσεως πραγματικοῦ ἰσοζυγίου μεθ’ ὅλα τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέτρα ζητοῦμεν διὰ τῆς τοιαύτης δῆθεν αὐθαιρέτου μεταφορᾶς ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1910 εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1909 νὰ συγκαλύψωμεν τὴν ἀποτυχίαν ἡμῶν παρουσιάζοντες εἰκονικὸν ἰσοζύγιον. Καὶ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἀλλὰ προέβησαν καὶ ἔτι περαιτέρω μονονουχὶ καλοῦντες ἡμᾶς ἀπὸ τοῦδε εἰς ἀπολογίαν, διότι δῆθεν διεψεύσαμεν τὰς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐπαγγελίας μας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπεσχέθημεν, λέγουσι, νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα καὶ τώρα ἐρχόμεθα νὰ τὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς ἄλλας χρήσεις. Ἀλλά, Κύριοι, πότε ὑπεσχέθημεν ἡμεῖς νὰ καλύψωμεν ἀμέσως, ἤτοι νὰ ἐξοφλήσωμεν διὰ τοῦ πρώτου Προϋπολογισμοῦ μας, πάντα τὰ μέχρι τοῦδε ἐλλείμματα, τὰ ἀνερχόμενα εἰς 25 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν; Πῶς ἦτο δυνατόν ποτε ἡμεῖς μὲν νὰ ἐκφέρωμεν, ὁ δὲ λαὸς νὰ πιστεύσῃ μίαν τοιαύτην ἀνοησίαν; Ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον, οὕτως ὥστε ὁ ἡμέτερος Προϋπολογισμὸς νὰ μὴ ἐγκαταλίπῃ ἔλλειμμα, ὡς οἱ προηγούμενοι αὐτοῦ τοῦ 1908 καὶ 1909. Ὑπεσχέθημεν ἐπὶ πλέον νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα διὰ τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας καὶ νὰ ἔχωμεν ἓν τοιοῦτον περιθώριον ἐσόδων, ὥστε καὶ μέγα ἐξωτερικὸν δάνειον νὰ συνομολογήσωμεν ἀπέναντι αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ διατρέχωμεν ἐφεξῆς τὸν κίνδυνον νέων ἐλλειμμάτων. Αὐτὰ ὑπεσχέθημεν καὶ αὐτὰ ἐξεπληρώσαμεν ἡμεῖς ἤδη μέχρι κεραίας, ὡς μαρτυρεῖ ὁ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸς τοῦ 1910. Κατ’ αὐτόν, Κύριοι, ὡς σᾶς ἀπέδειξα ἤδη κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον, ἐνῷ αὐξάνομεν τὰς δαπάνας τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων κατὰ 8 ἑκατομμύρια περίπου, ἔχομεν οὐχ ἧττον ἓν περιθώριον ἐκ 14 ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι αὐτά;
§32ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια δι’ ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀναγράφομεν πρώτην ταύτην φορὰν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἑπτὰ ἑκατομμύρια διὰ τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον. Καὶ μὲ τοιοῦτον Προϋπολογισμὸν τολμᾶτε νὰ ἰσχυρίζησθε ὅτι ἡμεῖς παρουσιάζομεν εἰκονικὸν καὶ ὄχι πραγματικὸν ἰσοζύγιον;
§33Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διατί τότε δὲν ἀναγράφετε εἰς αὐτὸν καὶ τὰ 4,000,000 ἔξοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων;
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι βεβαίως διὰ νὰ παρουσιάσωμεν εἰκονικὸν ἰσοζύγιον, ἀλλὰ χάριν τῆς λογιστικῆς τάξεως. Ἡ ἀναγραφὴ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ποσοῦ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910 οὐδόλως δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἰσοζύγιον. Αὐτὸς δύναται ἀφόβως νὰ φέρῃ καὶ αὐτὸ τὸ πρόσθετον βάρος. Θὰ μειωθῇ οὕτω πως μόνον τὸ περίσσευμα, δι’ οὗ κυρίως ἐλπίζομεν ἡμεῖς ν’ ἀνυψώσωμεν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν.
§35Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶσθε τόσον βέβαιος ὅτι θὰ ἔχητε περίσσευμα;
§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι τόσον βέβαιος, ὥστε δὲν διστάζω νὰ δηλώσω ὅτι, ἵνα παύσῃ ἡ ἀνιαρὰ αὕτη συζήτησις, δέχομαι ν’ ἀποσύρω τὰ προκείμενα νομοσχέδια· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1910 καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν ἐξόδων του διὰ τῶν πληρωτέων ὑπολοίπων τῶν κεκλεισμένων χρήσεων 1907 καὶ 1908 ἐκ 4,358,398 δρχ. θὰ ἔχῃ καὶ πάλιν νὰ ἐπιδείξῃ περίσσευμα!
§37Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, πᾶσα συζήτησις παρέλκει, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ἡ ὁποία ὑπεβλήθη καὶ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ ἔργα της.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§40Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀποσύρεται ἢ καταψηφίζεται, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον προυτίθετο ν’ ἀποκρύψῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἐν τῷ μέλλοντι.
§41ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ θέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐὰν ἀπέκρυπτον τὴν ἀλήθειαν ἀπ’ αὐτήν. Ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια περὶ τῆς εἰλικρινείας μου...
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποσύρεται.
§43Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ βιάζεσθε.
§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιμονὴ καθίσταται περιττή, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὰ ἑξῆς· πρῶτον ὅτι ἀνέγραψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910 τὰ ἔσοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων· τοῦτο ἀνεγνώρισε, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τὸ ἀναγράφει.
§45Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διπλασιάσας αὐτά.
§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπεστήριξαν οἱ Κύριοι ὅτι, ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910 τῶν ἐσόδων τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, λογικὸν εἶναι ἡ χρῆσις αὕτη νὰ περιλάβῃ καὶ τὰς δαπάνας τὰς ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων· διότι δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ 1910 μεταφέρωνται ἔσοδα τοῦ παρελθόντος, δέον νὰ μεταφερθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ παρελθόντος· διότι τὰ ἔξοδα ταῦτα δέον νὰ καλυφθῶσι διὰ τῶν ἐσόδων τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ· ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἔλεγε· ποῖον τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον αἰτεῖται ὁ κ. Ὑπουργός; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τοῦ Δεκεμβρίου θὰ καταβληθῶσι τὰ ὀφειλόμενα ποσά· κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν θὰ μετενεχθῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1910. Ἡ δὲ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον προέτεινε θὰ κατωρθοῦτο ἡ ταχυτέρα πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν μοὶ φαίνεται βάσιμος, διότι, ἐὰν πράγματι τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπάρχῃ πρόχειρον, εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ καταβληθῇ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Πᾶσα λοιπὸν συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι περιττή, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δηλώσαντος ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν ὅπως ἀποσύρῃ τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα καὶ ὅπως τὰ ποσὰ τὰ ὀφειλόμενα ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἀναγραφῶσιν ὡς ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910.
§47Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πρότασις ἡμῶν.
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ. Ἐγένετο λόγος, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐξηπάτησε...
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§50ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ διαμαρτυρία ὑμῶν ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εὑρίσκοντο οὗτοι ἐν δικαίῳ.
§51Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοιαῦτα πράγματα δὲν διαπράττει. Ἴσως ἡ Ἀντιγόνη ἡ λογιστική, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ Οἰδίπους προσέλαβε, διότι δὲν εἶχεν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν τελεσθέντων ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς τοῦ Κράτους, τὸν ἀπεπλάνησε καὶ τῷ ὑπέβαλεν ἀναμφισβητήτως «βλέπω ἐκεῖ που 4,000,000 ἀντὶ τῶν 2,200,000, τὰ ὁποῖα ἀνέγραφον ἄλλοτε οἱ φαῦλοι ἐκεῖνοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἐξαλαπάξῃ ἡ ἐπανάστασις διὰ τὴν ἀνειλικρίνειάν των»! Οὕτως, ἐνῷ ἐκεῖ ἔβλεπε 2,200,000, ἡ Ἀντιγόνη ἠνέῳξε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Οἰδίποδος καὶ τῷ κατέδειξε 4,000,000. Ἔσφαλε διὰ τοῦτο; Ἀλλ’ ἔσφαλε καὶ διότι ὤφειλε ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων τοὐλάχιστον ἴσον ποσὸν πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐσόδων διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις; Βεβαίως ὄχι. Βεβαίως δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις. Τὸν ἐπλάνησεν ἡ Ἀντιγόνη!
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ 3ον, 4ον καὶ 5ον ἀποσύρονται. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ 6ον.
§53Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ 3ον τί γίνεται; Ἀποσύρεται;
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεσύρθησαν ὅλα.
§55Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν;
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐκεῖνο. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας συμβάσεως περὶ διαιτησίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Δημήτριος». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομίας ἐμμέσων φόρων». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 δὲν ὑπάρχει τροπολογία.
§57Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει μία τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν βλέπω.
§59Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἴσως ἀπωλέσθη. Ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ἔχοντας ἄμεμπτον διαγωγὴν καὶ εἴκοσιν ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ ἄνευ ἐξετάσεων καὶ ἄνευ διπλώματος.
§60ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τροπολογία.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§62Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ, ὅπως οἱ ὑπηρετήσαντες ὡς δεκανεῖς, λοχίαι ἢ ἐπιλοχίαι ἐν τῷ στρατῷ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ ὑπηρετοῦντες νῦν ὡς τελωνοφύλακες δύνωνται νὰ καταταχθῶσι κατόπιν διαγωνισμοῦ εἰς τὴν ἀστυνομίαν τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἶναι διεφθαρμένοι οἱ νῦν ὑπηρετοῦντες τελωνοφύλακες, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§63ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί θὰ γίνῃ;
§65ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δέχομαι, ἀλλὰ θὰ ὑπαχθῶσιν ὅλοι εἰς τὸν διαγωνισμόν.
§66Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὸν διαγωνισμὸν νὰ ὑπαχθῶσι. Μάλιστα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχουσι, Κύριοι, πολλαὶ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. Θὰ τὰς ἀναγνώσω κατὰ σειράν. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μοσχούλα, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τοῦ ἄρθρου 4 ἡ παράγραφος πρώτη νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἀκολούθως: «Ὡς τελωνοφύλακες αʹ τάξεως κατατάσσονται ἄνευ διαγωνισμοῦ ὅσοι ἐκ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων τελωνοφυλάκων ἔχουσι προταθῆ διὰ τὴν θέσιν τοῦ δεκάρχου παρὰ τελώνου αʹ τάξεως καὶ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, αἰτήσωσι δὲ τὴν κατάταξίν των».
§68ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ διαγωνισμὸς πρέπει νὰ παραμείνῃ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. Γ. Λαναρᾶ ἔχουσα οὕτως: Ἄρθρον 4, § αʹ, νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς· «Αʹ) Ὡς τελωνοφύλακες αʹ τάξεως κατατάσσονται ἄνευ διαγωνισμοῦ ὅσοι ἐκ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων τελωνοφυλάκων ἔχουσι προταθῆ ἁρμοδίως παρὰ τελώνου αʹ τάξεως καὶ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ διὰ τὴν θέσιν τοῦ δεκάρχου καὶ αἰτήσωσι τὴν κατάταξίν των δι’ ἀναφορᾶς των· καὶ Βʹ) Οἱ τελωνοφύλακες οἱ ἔχοντες δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῇ τελωνοφυλακῇ καὶ συμπεπληρωμένον τὸ 45ον ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ἔχουσι προταθῆ ἁρμοδίως διὰ τὴν θέσιν τοῦ δεκάρχου δύνανται νὰ διορισθῶσι τελωνειακοὶ σταθμάρχαι ἢ ἀποθηκάριοι, ἐὰν αἰτήσωσι τοῦτο δι’ ἀναφορᾶς των». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λαναρᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§70Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Χωρὶς νὰ τὴν ἀναπτύξω, κύριε Πρόεδρε; Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὴν τροπολογίαν μου.
§71Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχεις δικαίωμα.
§72Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐνόμιζον ὅτι οὐχὶ μετὰ τόσον περισσῆς μάλιστα περιφρονήσεως ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀπορρίψῃ, διότι στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὴν λογικήν. Πρόκειται περὶ τῶν τελωνοφυλάκων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τὰ 15 ἔτη καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ καὶ δὴ οἱ ἐπιθεωρηταὶ οἱ ἀνώτεροι καὶ οἱ τελῶναι αʹ τάξεως ὅτι εἶναι ἄξιοι προσοχῆς· περὶ αὐτῶν τῶν τελωνοφυλάκων δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν ὅπως εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην μου, διὰ νὰ δύνανται αὐτοὶ νὰ μὴ ῥίπτωνται εἰς τοὺς δρόμους, ἀλλὰ νὰ δύνανται νὰ καταλάβωσι καὶ αὐτοὶ μίαν τελευταίαν θέσιν τελωνοσταθμάρχου ἄνευ διαγωνισμοῦ, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, περὶ αὐτῶν ὑπάρχῃ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἢ τελώνου αʹ τάξεως ὅτι εἶναι ἱκανοὶ ἢ ὅτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ηὐδοκίμησαν. Τί ὀλιγώτερον καὶ δικαιότερον τούτου; Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐρώτησις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ αὐτῆς τῆς συστάσεώς μου.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λαναρᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τῶν κυρίων Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Ν. Γερουλάνου καὶ Μιλτ. Καβαλλιεράτου ἔχουσα οὕτως· Ἄρθρον 4. Μετὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου προστεθήτω· «Ὡς φύλακες αʹ τάξεως κατατάσσονται ἄνευ διαγωνισμοῦ καὶ μέχρι τοῦ 50οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας αὐτῶν ὅσοι ἐκ τῶν ὑπηρετούντων τελωνοφυλάκων ἔχουσι προταθῆ ἁρμοδίως ἀπὸ δύο τελώνας καὶ δύο ἐπιθεωρητὰς διὰ τὴν θέσιν δεκάρχου βʹ τάξεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλαι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4.) (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν πρώτην πενταετίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος νόμου τὰ καθήκοντα τοῦ λοχαγοῦ τῆς ἀστυνομίας ταύτης ἀνατίθενται εἰς ἀλλοδαπὸν δημόσιον λειτουργόν, εἰδικὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, μετακαλούμενον ἐπὶ τούτῳ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ὁ ἀλλοδαπὸς οὗτος ἀπολαύει ἀπὸ τῆς μετακλήσεώς του τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ τῆς διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησομένης ἀντιμισθίας του ἐκ δραχ. 800 κατὰ μῆνα κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Παρέχονται δ’ εἰς αὐτὸν καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τῆς εἰς Ἑλλάδα ἀφίξεώς του. Αἱ θέσεις τῶν ἀνθυπολοχαγῶν πληροῦνται διὰ κατατάξεως ὡς τοιούτων ἐκ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τῶν ἐχόντων δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, κατόπιν διαγωνισμοῦ. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον συμπληροῦνται καὶ αἱ κεναὶ θέσεις ἐπιλοχιῶν καὶ λοχιῶν κατὰ τὴν πρώτην τριετίαν τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου. Μετὰ πάροδον τριετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου αἱ θέσεις τῶν ἀνθυπολοχαγῶν πληροῦνται ἐκ τῶν ἐχόντων διετῆ ὑπηρεσίαν ὡς ἐπιλοχιῶν καὶ λοχιῶν κατόπιν διαγωνισμοῦ. Ἡ προαγωγὴ τῶν ἀνθυπολοχαγῶν εἰς ὑπολοχαγοὺς καὶ τούτων εἰς λοχαγοὺς γίνεται κατ’ ἀρχαιότητα μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ. Ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς ἡ ἄνευ διαγωνισμοῦ προαγωγὴ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὑπολοχαγοῦ καὶ λοχαγοῦ ἕνεκα διακεκριμένων ὑπηρεσιῶν μετὰ ὁμόφωνον γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἀστυνομίας τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἐλλείποντος, ἀπόντος ἢ κωλυομένου λοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ τῆς ἀστυνομίας ταύτης, ἡ ἀναπλήρωσις αὐτῶν γίνεται διὰ τοῦ ἀρχαιοτέρου ἀνθυπολοχαγοῦ».
§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 6 καὶ τῆς δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου παρατηρῶ ἀνακολουθίαν τινά. Κατὰ τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ λόχος ἢ μᾶλλον ἡ σύνθεσις τοῦ λόχου, ὁ ὁποῖος θὰ δημιουργηθῇ διὰ τὴν πρώτην τριετίαν, θὰ σύγκειται ἐξ ἑνὸς λοχαγοῦ, ἑνὸς ὑπολοχαγοῦ, τριῶν ἀνθυπολοχαγῶν, ἐξ ἑνὸς ἐπιλοχίου, ἐκ πέντε λοχιῶν, ἐξ ἑνὸς κελευστοῦ, ἑνὸς ὑποκελευστοῦ καὶ ἐκ φυλάκων, ναυτοφυλάκων καὶ τελωνοφυλάκων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως αἱ θέσεις τῶν ἀνθυπολοχαγῶν θὰ πληρωθῶσι διὰ κατατάξεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν· ἑπομένως κατὰ τὴν πρώτην τριετίαν καὶ κατὰ τὸ πρῶτον τουλάχιστον ἔτος δὲν θὰ ἔχωμεν ὑπολοχαγούς καὶ λοχαγούς, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν μόνον ὑπολοχαγούς. Δὲν βλέπω ὅμως ἐκ ποίου ὑλικοῦ θὰ ληφθῶσι καὶ οἱ κελευσταὶ καὶ ὑποκελευσταί, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ναυτικοί. Δὲν βλέπω εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἂν οἱ ναυτικοὶ θὰ εἶναι τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης οὔτε ποῖον πλοῖον θὰ ἔχωσι καὶ ποῖον θὰ εἶναι τὸ πλοῖον αὐτὸ καὶ ποία φροντὶς καταβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς ἀγορὰν πλοίου διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Γνωρίζω ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Διεθνοῦς ἐλέγχου τακτικῶς ἐπὶ ἕνδεκα ἕως δώδεκα ἔτη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Διεθνοῦς ἐλέγχου συνιστᾷ τὴν ἀγορὰν ἀτμοπλοίου ταχυτάτου πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Αἱ Κυβερνήσεις αἱ κατὰ καιροὺς ἀνέγραψαν πίστωσιν τετρακοσίων χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πρὸς ναυπήγησιν τοιούτων πλοίων, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἴσως μὴ ἐνδιαφερομένη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μὴ θέλουσα νὰ παρουσιάζῃ ἔξοδα ναυτικὰ διὰ πλοῖα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν συνετέλεσε καὶ ἴσως καὶ ἡ ἀδιαφορία τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν Ναυτικῶν συνετέλεσεν, ὥστε ἐπὶ τέσσαρα ἕως πέντε ἔτη ἡ τακτικῶς ἀναγραφομένη πίστωσις ἐκ τετρακοσίων χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ναυπήγησιν πλοίων διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου νὰ ἀκυροῦται. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν βλέπω νὰ λαμβάνηται τοιαύτη πρόνοια· ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἀναγράφεται ἐπίσης ἡ πίστωσις τῶν τετρακοσίων χιλιάδων δραχμῶν· ἑπομένως οἱ κελευσταὶ καὶ οἱ ὑποκελευσταὶ ποῖον προορισμὸν θὰ ἔχωσι; Τί θὰ πράξωσιν αὐτοί; Θὰ εἶναι ἁπλοῖ λοχίαι, ἐπιλοχίαι τοῦ λόγου τῆς τελωνειακῆς ἀστυνομίας; Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ διασαφήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τέλος πάντων τί θὰ ψηφίσωμεν, διότι νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πολὺ ἀπροσέκτως συνετάχθη καὶ δὲν προνοεῖ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς τελωνειακῆς ἀστυνομίας. Ἐπιθυμῶ, προτοῦ νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ, διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ πληροφορίας, δηλαδὴ ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἔξοδα τοῦ λόχου τούτου καὶ ἰδίως μᾶς πληροφορήσῃ διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ πλοίου, διότι ἄνευ ἀποκτήσεως ἀτμοτελωνίδων πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσφορήσωσι τὰ μέτρα ταῦτα, φοβοῦμαι δὲ πολὺ μὴ τὸ Κράτος ὑποστῇ δαπάνας πρὸς δημιουργίαν πολυτελῶν θέσεων καὶ πολυτελοῦς ἀστυνομίας χωρὶς νὰ καρπωθῇ τὰς ὠφελείας τὰς ὁποίας ἀναμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὴν δημιουργίαν τοιαύτης ἀστυνομίας.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι πολλαὶ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6.
§77Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου κανονίζεται καὶ ἡ πλήρωσις τῶν θέσεων τῶν λόχων τῆς ἀστυνομίας τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ ὡς τοιοῦτοι διορίζονται κατόπιν διαγωνισμοῦ οἱ ἔχοντες δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς λοχίαι καὶ ἐπιλοχίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Σημειώσατε ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὑπαξιωματικοὶ τοιοῦτοι, ἔχοντες δηλ. δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, ἐνδέχεται νὰ μὴ καταταχθῶσι μὲ τὸν μισθὸν τῶν ἑκατὸν δραχμῶν· ἑπομένως θὰ ἦτο ἀνάγκη προσωρινῆς διατάξεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν παρουσιασθῶσι τοιοῦτοι λοχίαι ἔχοντες τοιαῦτα προσόντα νὰ διορίζωνται ὁμοιόβαθμοί των τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν μὴ ἔχωσι δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ σχηματισθῇ ὁ λόχος οὗτος. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τεθῇ προσωρινὴ διάταξις, καθ’ ἥν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν παρουσιασθῶσιν οἱ κεκτημένοι δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς λοχίαι καὶ ἐπιλοχίαι, νὰ δύναται νὰ διορίζῃ τοιούτους τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ μὲ ὑπηρεσίαν πολυχρόνιον, μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον, μὲ ὡρισμένην ἡλικίαν, προτιμωμένων πάντοτε τῶν διακριθέντων ἐν πολέμῳ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ προστεθῇ τοιαύτη προσωρινὴ διάταξις εἰς τὸ τέλος πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§78Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὰ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κ. Κ. Ἀγγελόπουλος εἶπε περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πλοῖα ἴδια πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου ἡ χρησιμοποίησις τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν κελευστῶν καὶ ὑποκελευστῶν εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύσῃ, διότι οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν θὰ δύνανται νὰ προσφέρωσιν οὗτοι, δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐννοήσω, κ. Πρόεδρε, διατί ἡ Κυβέρνησις παρέλιπε τὴν πίστωσιν τῶν τετρακοσίων χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ναυπήγησιν καταλλήλων πλοίων διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι τὰ πλοῖα τὰ χρησιμεύοντα τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ τοιαύτη ὑπηρεσίαν εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλα. Τὸ πρῶτον τρεχαντήριον Ὑδραϊκὸν ἢ Αἰγινητικὸν εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἶναι μίλλια μακρὰν τοῦ καταδιώκοντος πλοίου, τῆς Κίχλης π. χ. καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν λέγω ὅτι τὰ πλοῖα τὰ κατάλληλα θὰ εἶναι ἐκεῖνα καὶ μόνα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσιν ἀποτέλεσμα, διότι τὸ ἀποτέλεσμα πρόκειται νὰ φέρῃ τὸ προσωπικὸν τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας καὶ ἰδίως τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Ἐὰν παραδείγματος χάριν εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς εἴχετε αὐξήσει τὸ προσωπικόν, εἴχετε διαρρυθμίσει τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ ἁπλοποίησις νὰ εἶναι εὐχερής, ὥστε νὰ μὴ συμφύρωνται τὰ διάφορα εἴδη τῶν ἐμπορευμάτων, θὰ ἦτο δυνατὸν ἐκ μόνου τοῦ τελωνείου Πειραιῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ εἰσπράξεις περὶ τὰ δύο ἢ τρία ἢ καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἐὰν δὲ διερρύθμιζε τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τῶν ἄλλων κεντρικῶν τελωνείων, βεβαίως τὰ ἑκατομμύρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἦσαν παρὰ πολλά, τοῦτο δ’ ἴσως θὰ γίνῃ βραδύτερον. Διὰ τοῦτο ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου δὲν δύναται νὰ γίνῃ μόνον διὰ τῶν πλοίων καὶ διὰ τῶν τελωνοφυλάκων, ἀλλὰ διὰ τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ πλοῖα εἶναι ἀναγκαῖα ὅπλα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ νὰ μὴ θυμώνῃ· διότι ὁ Ὑπουργὸς πρέπει ν’ ἀκούῃ καὶ νὰ δέχηται, ἐὰν εὑρίσκῃ ὀρθὰ τὰ προτεινόμενα, ἡμεῖς δὲ ἐπιτιθέμενοι κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐπιτιθέμεθα κατ’ αὐτοῦ, ὅπως τὸν ὁδηγήσωμεν, διότι ἐκ πείρας γνωρίζομεν τί ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ὑπηρεσία εἴτε ἑκουσίως εἴτε ἀκουσίως νὰ δίδῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐσφαλμένας πληροφορίας. Πρέπει δὲ δυστυχῶς νὰ εἴπωμεν καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχομεν ὑπηρεσίαν μεμορφωμένην εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φούφα ἔχουσα οὕτως: Ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου, ἐδαφ. 3, § βʹ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀστυνομίας ἐμμέσων φόρων». Τὸ ἄρθρον 6, ἐδ. 3, § βʹ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον συμπληροῦνται καὶ αἱ κεναὶ θέσεις ἐπιλοχιῶν καὶ λοχιῶν κατὰ τὴν πρώτην τριετίαν τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, τὸ ἥμισυ τῶν ὁποίων θέλουσι συμπληρωθῆ κατὰ προτίμησιν ἄνευ διαγωνισμοῦ παρ’ ὁμοιοβάθμων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, διαγραφομένων τῆς δυνάμεως τοῦ στρατεύματος, ὅσοι τούτων ἐπιθυμοῦσι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ κέκτηνται τὰ ἑξῆς προσόντα· 1) Εἰκοσαετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν ὑπαξιωματικοῦ ἐν τῷ στρατῷ· 2) Διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον· 3) Διακριθέντες κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον τοῦ 1897. 4) Ἄγοντες ἡλικίας ἐλάττονα τῶν 48 ἐτῶν καὶ ὄντες ἄγαμοι. Οὗτοι κατατάσσονται κατὰ σειρὰν τῶν αἰτήσεων αὐτῶν. Μὴ ὑπάρχοντος ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ πρὸς πλήρωσιν τῶν τοιούτων θέσεων, διὰ τὰς κενὰς τοιαύτας θέλουσιν ἰσχύει αἱ διατάξεις τῆς αʹ § τοῦ ἐδαφίου τούτου».
§80Γ. ΦΟΥΦΑΣ. Νομίζω ὅτι δικαιοτέρα ἀξίωσις ἄλλη ἀπ’ αὐτὴν δὲν ὑπάρχει. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις, καθ’ ἣν θὰ ὑπηρετῶσιν ὑπαξιωματικοὶ μὲ τοιαῦτα προσόντα. Μόνον μὲ τοιαῦτα ἐχέγγυα θὰ πληρωθῇ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§81Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἅμα λάβωμεν, κύριε Πρόεδρε, ἐπιλοχίας καὶ λοχίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πολυχρόνιον ὑπηρεσίαν, ἄμεμπτον διαγωγὴν καὶ διεκρίθησαν εἰς τὸν πόλεμον, νομίζω ὅτι οἱ λόχοι οἱ καταρτισθησόμενοι θὰ εἶναι καλοὶ καὶ ἄριστοι. Δὲν θὰ προσθέσῃ ἀπέναντι αὐτῶν ὁ διαγωνισμὸς πολλὰ πράγματα. Δι’ αὐτὸ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ ἐξ Ἠλείας συναδέλφου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Τοπάλη ἔχουσα οὕτως· «Εἰς τὸ ἄρθρον 6 προστίθεται μετὰ τὰς λέξεις «κατόπιν διαγωνισμοῦ» τὸ ἑξῆς ἐδάφιον· «βʹ τῶν ἐχόντων ὑπερδεκαετῆ τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸν βαθμὸν τοὐλάχιστον τελώνου γʹ τάξεως καὶ ὑπηρετησάντων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μὲ τὸν βαθμὸν λοχίου ἢ ἐπιλοχίου». Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μοσχούλα ἔχουσα οὕτως· «Αἱ θέσεις τῶν ἀνθυπολοχαγῶν πληροῦνται διὰ κατατάξεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τῶν ἐχόντων δίπλωμα Πανεπιστημίου κατόπιν διαγωνισμοῦ. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον συμπληροῦνται καὶ αἱ κεναὶ θέσεις ἐπιλοχιῶν καὶ λοχιῶν κατὰ τὴν πρώτην τριετίαν τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου». Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Κυνουρίας κ. Χ. Βοζίκη ἔχουσα οὕτως· Εἰς τὸ ἄρθρον 6 νὰ προστεθῇ ἐδάφιον 4 ἔχον οὕτω· «Προτιμῶνται ὅμως διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν θέσεων ἐπιλοχιῶν καὶ λοχιῶν ἄνευ διαγωνισμοῦ οἱ ἐκ τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ τελωνοφυλακῇ, κεκτημένοι ἤδη τὰ ἑξῆς προσόντα· 1) Ἡλικίαν ἐλάσσονα τῶν 40 ἐτῶν· 2) Στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν μὲ τὸν ἀντίστοιχον βαθμὸν λοχίου ἢ ἐπιλοχίου τοὐλάχιστον πέντε ἐτῶν· 3) Ἀποδεδειγμένως εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ δεκάρχου ἢ ὑπερδεκαετῆ ὑπηρεσίαν τελωνοφύλακος μετὰ προτάσεως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου τελώνου καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ περὶ προαγωγῆς».
§83ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπορρίψω, κ. Πρόεδρε, πάσας τὰς ἄλλας τροπολογίας, τὰς ἀφορώσας ἰδίως εἰς τὴν παραγκώνισιν τοῦ διαγωνισμοῦ, διότι ἐπιθυμῶ νὰ τεθῇ φραγμὸς δυσυπέρβλητος εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ μὴ δύναται αὐτὸς νὰ διορίζῃ ἐπὶ τῇ βάσει οἱουδήποτε προσόντος. Δέχομαι μόνον μίαν ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς τοὺς μετασχόντας εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Νὰ καταλαμβάνωσι δ’ οὗτοι τὰς θέσεις τῶν ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ὑπολοχαγῶν.
§84Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ ὡρισμένον ἔτος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχωσιν ὑπερβῆ.
§85Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διαγωνισμὸς καὶ προτίμησις εἶναι δύο ἀσυμβίβαστα.
§86ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται πάντοτε περὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν μετασχόντων τοῦ πολέμου τοῦ 1897. Δι’ αὐτοὺς μόνον δέχομαι τὴν ἐξαίρεσιν.
§87Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Μετὰ λύπης μου παρατηρῶ ὅτι ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς δίδων ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς εἰσηγήσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία καταστρώνει τὰ νομοσχέδια κατὰ τὰ προσωπικὰ συμφέροντα καὶ ἐξακολουθεῖ τὸν ἀγῶνα ἐν τῇ Βουλῇ μὲ ὅλας τὰς δικαίας τροπολογίας, ἃς κύριοι συνάδελφοι προβάλλουσιν. Ἐξακολουθεῖ λοιπὸν ἐμμένων κατὰ τρόπον δεικνύοντα ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωπικόν. Ἀλλ’ ἡ ἐξακολούθησις αὕτη δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον ἰταμὸν καὶ προσωπολατρικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τοῦ νομοσχεδίου, γεγονὸς δέ τι ἐπιτείνει τὴν ὑπόνοιάν μου. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς προκειμένου νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν προυκάλεσε διαγωνισμὸν τελωνοφυλάκων πρὸς πλήρωσιν κενῶν θέσεων δεκαρχῶν, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνεται πρόνοια περὶ συμπληρώσεως τῶν θέσεων αὐτῶν. Εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἔλαβον μέρος φίλοι καὶ προστατευόμενοι καὶ τὸ πλεῖστον συμπολῖται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἔκαμον ἐπερώτησίν τινα καὶ ἠγέρθη θόρυβος ἐν τῷ τύπῳ ἐματαιώθη ἡ ἐγκύκλιος διαταγὴ αὐτοῦ περὶ συμπληρώσεως τῶν δεκαρχῶν. Τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἤδη. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν κατάστασιν καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτόν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι τὴν ἐξυγίασιν τῶν κομμάτων, νὰ δώσῃ αὐτὸς τὸ παράδειγμα τῆς ἀνορθώσεως καὶ ἐξυγιάσεως καὶ ὄχι τῆς σπατάλης καὶ τῆς κομματικῆς ἀναρχίας.
§88Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον καθίσταται προσωπικόν, ὅταν παραλειφθῇ ὁ διαγωνισμός, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ δύνανται νὰ ὦσι καλοί, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς ἡλικίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εἶναι, διὰ νὰ εἶναι ἄριστοι. Ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν τῶν ἀξιωματικῶν ἐφέδρων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὅριον, διότι οἱ τοῦ πολέμου τοῦ 1897 δύνανται νὰ ὑπερβαίνωσι τὸ 40ὸν ἔτος. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ ὡς ὅριον τὸ 45ον ἔτος.
§89ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔστω. Δέχομαι τὸ 45ον ἔτος.
§90Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Φοβοῦμαι μὴ συμβῇ τὸ ἑξῆς ἄτοπον ἐκ τῆς προτιμήσεως τῶν μετασχόντων εἰς τὸν πόλεμον εἰς τὸν διαγωνισμόν. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ λάβῃ τις τὸν βαθμὸν 10 ἐν τῷ διαγωνισμῷ καὶ νὰ μὴ ἔχῃ μετάσχει ἐν τῷ πολέμῳ καὶ ἕτερος μετασχὼν νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν 2. Οὗτος θὰ προτιμηθῇ καὶ θὰ ὑπερπηδήσῃ τὸν ἄλλον. Πρέπει λοιπὸν ἡ μετοχὴ εἰς τὸν πόλεμον νὰ βαθμολογῆται ὡς ἀριθμός, νὰ προτιμᾶται δὲ μεταξὺ ἴσων ὁ μετασχών.
§91ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ θὰ γίνεται.
§92Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ προχθὲς εὐηρεστήθη νὰ δηλώσῃ ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν συζήτησιν σήμερον, ὅπως ἀντιληφθῇ τὰς προσθήκας, βελτιώσεις ἢ χειροτερεύσεις, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἤθελε προτείνει διὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐν ἀνάγκῃ δὲ ν’ ἀναβάλῃ διὰ μίαν ἡμέραν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως σχηματίσῃ σαφῆ γνώμην ἐπὶ τῶν προτεινομένων. Ἐγὼ νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνεπαρκὲς διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον προτίθεται, εἶναι ἀνεπαρκὲς δὲ λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς συνθέσεως τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἱδρύει διὰ τὴν καταδίωξιν ὅλων τῶν παραβάσεων τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἐάν τις ἁπλῶς ἀναγνώσῃ τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἴδῃ ὅτι εἰς τὴν δύναμιν ταύτην ἀνατίθενται ἀσχολίαι δυσανάλογοι. Εἰς τὴν δύναμιν ταύτην ἀνατίθεται οὐχὶ μόνον ἡ καταδίωξις τῶν παραβάσεων περὶ τοὺς ἐμμέσους φόρους, ἀλλὰ καὶ ἀκόμη ἡ ἐπιβοηθητικὴ ἐνέργεια ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλὰ τὸ σῶμα τοῦτο τὸ ἀστυνομικόν, τὸ ὁποῖον ἱδρύεται, δὲν καθορίζεται ὅτι θέλει ἐνεργεῖ μόνον ὡς ἐνήργει μέχρι τῆς σήμερον ἡ τελωνοφυλακή, φυλάττουσα τὰ παράλια τῆς χώρας, διότι οὐδεμία τοπικὴ περιφέρεια ὁρίζεται διὰ τὸ σῶμα τοῦτο· ὁρίζεται μόνον τὸ εἶδος τῶν παραβάσεων περὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ὁποίων θ’ ἀσχοληθῇ. Ἀλλ’ αἱ παραβάσεις περὶ τοὺς νόμους τοὺς δρῶντας τοὺς ἐμμέσους φόρους δὲν εἶναι παραβάσεις γινόμεναι εἰς τὰ παράλια, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μεσόγειον χώραν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἔχει πρόθεσιν ἵνα διὰ τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν συνιστᾷ καταδιώξῃ πάσας τὰς παραβάσεις τῶν ἐμμέσων φόρων τὰς γινομένας ἀνὰ τὴν Ἑλληνικὴν χώραν; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ δύναμις εἶναι ἐπαρκής; Διότι ἐκ τίνων ἀνδρῶν συντίθεται ἡ δύναμις αὕτη; Ἐκ δύο λοχαγῶν, δύο ὑπολοχαγῶν, ἕξ ἀνθυπολοχαγῶν, δύο ἐπιλοχιῶν, δέκα λοχιῶν καὶ 120 φυλάκων πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατὰ ξηρὰν δύναμις. Δύναται νὰ θεωρήσῃ τις ὡς ἐπαρκῆ τὴν δύναμιν 120 φυλάκων; Οἱασδήποτε ἐξειδικευμένης εἰδικότητος καὶ ῥώμης καὶ ἀντοχῆς καὶ ἂν ὦσιν οἱ ἄνδρες οὗτοι, δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ ταύτην ἐπαρκῆ διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν παραβάσεων τῶν ἐμμέσων φόρων ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον; Θὰ ἑνόουν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑποβάλει ἄλλοτε οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀείμνηστος ἐκ Παρνασσίδος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν, διὰ τῶν ὁποίων προετείνετο ἡ ἵδρυσις σώματος καταδιώξεως τῶν παραβάσεων περὶ τοὺς δασμοὺς τοὺς εἰσαγωγικούς, σώματος ἐνισχυτικοῦ τῆς τελωνοφυλακῆς. Διότι τότε θὰ ἤρκουν ἄνδρες 120, ὅπως ἐνισχύσωσι τὴν τελωνοφυλακὴν διὰ τὴν προφύλαξιν τῶν Ἑλληνικῶν παραλίων. Θὰ ἑνόουν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν δημιουργίαν σώματος τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε σκοπὸν διφυᾶ, σώματος κατὰ ξηρὰν ἀστυνομίας καὶ κατὰ θάλασσαν ἀστυνομίας. Θὰ εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ προφυλάξῃ τὰ παράλια δρῶν ἀπὸ ξηρᾶς καὶ νὰ προφυλάξῃ ἐπίσης τὰ παράλια δρῶν ἀπὸ θαλάσσης διὰ τῶν πλοίων. Ἀλλὰ σήμερον εἰς τὸ σῶμα τοῦτο ἀνατίθενται αἱ καταδιώξεις τῶν παραβάσεων περὶ τὰ τελωνεῖα, πασῶν τῶν παραβάσεων τῶν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ οἰνοπνεύματος, ὅστις θὰ ψηφισθῇ μετ’ ὀλίγον, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ καταδίωξις τῆς λειτουργίας τῶν λαθραίων ἀμβύκων, ἐὰν διατηρηθῇ ἡ περὶ τούτων διάταξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πασῶν τῶν παραβάσεων περὶ τὸν καπνὸν καὶ τὸ ἅλας, πασῶν τῶν παραβάσεων περὶ τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως καὶ ἄλλων διαφόρων νόμων κειμένων, ἀνατραπέντων καὶ ἀνατρεπομένων κατὰ τὰς διαθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι δυνατὸν 120 ἄνδρες νὰ ἐπαρκέσωσι δι’ ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην; Δὲν προνοεῖτε ἤδη περὶ ἐνισχύσεως τοῦ σώματος διὰ τῆς Χωροφυλακῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον προνοεῖτε, ἵνα τὸ σῶμα τοῦτο ἐνισχύῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Τοσαύτην σοβαρὰν δύναμιν ἔχει τὸ σῶμα τοῦτο, ὥστε, ἀφοῦ ἐπαρκέσῃ δι’ ὅλας τὰς ἄλλας ἀνάγκας, θὰ ἐνισχύσῃ καὶ τὴν ἀστυνομίαν τὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ 6,000 ἄνδρας; Φρονῶ λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἡ δύναμις τοῦ σώματος εἶναι ἀνεπαρκής· θεωρῶ ἐπίσης ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τοῦ λόχου εἰς τὸν κληθησόμενον ἀλλοδαπόν. Ὁ ἀλλοδαπός, ὁ ὁποῖος δέον νὰ κληθῇ, καὶ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον προυνόησε περὶ τούτου, πρέπει ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐποπτείαν τοῦ λόχου καὶ τὴν ἀνωτέραν διεύθυνσιν αὐτοῦ καὶ τὴν ὀργάνωσιν. Ὁ ἀλλοδαπὸς δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναλάβῃ διοίκησιν λόχου πραγματικήν, ἐὰν ὁ ἀλλοδαπὸς μετακληθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικήσῃ τὸν λόχον συντεταγμένον. Θὰ ἐνόουν τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μετακληθῇ ὀργανωτής, ὅπως διοικήσῃ συντεταγμένην μονάδα. Βεβαίως προκειμένου περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαποῦ πρὸς ὀργάνωσιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, θὰ συνίστων, ὅπως ὁ ἀλλοδαπὸς οὗτος ἀξιωματικὸς τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς συντεταγμένης μονάδος, ἵνα ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ ἐκπαιδευθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ἄνδρες. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ διοίκησις τοῦ λόχου παρὰ τοῦ ἀλλοδαποῦ; Ὁ λόχος οὗτος δὲν θὰ δράσῃ συντεταγμένος, διότι ἀλλοίμονον, ἐὰν οἱ 120 ἄνδρες ταχθῶσιν εἰς ἓν σῶμα, ἵνα ἐκπαιδεύωνται ὑπὸ τοῦ ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ. Ὁ λόχος οὗτος θὰ ἐνεργῇ κατὰ μικρὰς μονάδας. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ λοιπὸν ἡ διοίκησις ἑνὸς λόχου ὑπὸ τοῦ ἀλλοδαποῦ; Μόνον δύναται νὰ ταχθῇ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ μία τάξις ἀνδρῶν ὡς ἐκπαιδευτικὴ μονάς. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, θεωρῶ ὀρθὸν νὰ γίνωνται δεκτοὶ οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου διὰ τὴν σύνθεσιν τοῦ σώματος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητον οὔτε τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς διὰ τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικούς οὔτε ὁ διαγωνισμός. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐφέδρους ἀξιωματικούς, δι’ οὓς ἡ κτῆσις τῆς ἐπωμίδος τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ δὲν ἀπαιτεῖ ὡς προσὸν ἀπαραίτητον τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς, θεωρῶ ἥκιστα ὀρθὸν νὰ προβῶμεν ἡμεῖς εἰς διάκρισιν καὶ νὰ προτιμήσωμεν τοὺς ἔχοντας δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, ἀφοῦ ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ καὶ τοῦ θανάτου εἰσὶν ἴσοι. Διὰ τὴν ἐν πολέμῳ ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἔχουσιν ὅλοι τὰ προσόντα, ἵνα ἀποθάνωσι, καλοῦνται πάντες, ἵνα ὅμως ὑπηρετήσωσι τὸ Κράτος ἐν εἰρήνῃ, εἶναι ἀνάγκη νὰ προνοήσωμεν πάντοτε περὶ τῶν δικηγόρων; Ἀλλά, παρακαλῶ, μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωσι δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς, διὰ νὰ καταδιώξωσι τὰς παραβάσεις τῶν ἐμμέσων φόρων; Μήπως πρόκειται νὰ κάμωμεν σῶμα γραφειοκρατικόν; Ἐννοῶ μίαν ὑπηρεσίαν διοικητικήν, οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους, δι’ ἣν ν’ ἀπαιτῆται δίπλωμα, ἀλλά, ὅταν πρόκειται περὶ καταδιωκτικῆς ὑπηρεσίας, πρὸ παντὸς ἔχομεν ἀνάγκην ῥώμης σώματος καὶ τόλμης καρδίας καὶ χρηστότητος, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ἔχομεν ἀνάγκην τῶν διπλωμάτων, ἡ χρηστότης δὲ καὶ ἡ ῥώμη δὲν ἐκτιμᾶται διὰ διαγωνισμῶν οὔτε διὰ διπλώματος. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν νέους φέροντας τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ, ἤδη δὲ κατὰ τοὺς νέους νόμους θὰ ἔχωμεν καὶ ὑπολοχαγοὺς ἐφέδρους, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐξαλείψωμεν τὸ δίπλωμα καὶ νὰ στρατολογήσωμεν ἐξ αὐτῶν τοὺς ἀξιωτέρους, δυνάμεθα δὲ δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ζητοῦντες περὶ αὐτῶν προτάσεις τῶν μεράρχων καὶ σωματαρχῶν ὑφ’ οὓς ὑπηρέτησαν, διότι αὐτοὶ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσι περὶ τῶν στρατιωτικῶν προσόντων. Κρίνω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατιωτικῶν προσόντων, διότι πρόκειται περὶ καταδιωκτικῆς ὑπηρεσίας, περὶ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἥκιστα δὲ περὶ ὑπηρεσίας γραφείου. Ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ποιούμενος τὰς διακρίσεις μεταξὺ ἐχόντων καὶ μὴ ἐχόντων δίπλωμα θὰ ἐξαιρέσῃ ἐφέδρους ἀξιωματικούς, οἵτινες ἐτραυματίσθησαν κατὰ τὸν πόλεμον ἡμῶν, καὶ θὰ παράσχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καταταχθῶσιν ἄλλοι, οἵτινες, καθ’ ὃν χρόνον οἱ μὴ ἔχοντες δίπλωμα ἐτραυματίζοντο ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, οὗτοι, ἔχοντες δίπλωμα, ἠσχολοῦντο εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ἔργα ἐν πολέμῳ ἀναπληροῦντες τοὺς μαχίμους ἀξιωματικούς, οἵτινες εἶχον τραπῆ πρὸς τὰ σύνορα. Διότι ἐνθυμοῦνται πάντες καὶ γινώσκουσι πάντες ὅτι ὑπῆρξε διάκρισις τότε καί, ἐπειδὴ ἐλειτούργει ἀκόμη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, πλεῖστοι τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐστάλησαν πρὸς ἐκτέλεσιν ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἕνεκα τοῦ πλήθους αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ Κράτος ἵνα τηρήσῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, διότι δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν οἱοσδήποτε τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν νὰ παραμένῃ ἐκτελῶν ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Λοιπὸν διὰ τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν καὶ φέρουσι τιμητικὰς πληγὰς ἀποκλείονται διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ καὶ εἰσάγονται οἱ ἀσχοληθέντες τότε εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκτὸς τούτου φρονῶ ὅτι μεταξὺ τῶν ἐχόντων δίπλωμα βεβαίως οὐχὶ εὐδοκιμοῦντες δικηγόροι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ καταταχθῶσιν ὡς ἀνθυπολοχαγοὶ ἔχοντες τὴν ἐλπίδα μετὰ μακρὰ ἔτη, ἀφοῦ διαγωνισθῶσι πρὸς τόσους ἄλλους, νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ νὰ διεκδικήσωσι τὰς δύο θέσεις ὑπολοχαγῶν. Ἐπίσης θεωρῶ ὅτι εἶναι ὀρθότερον, ὅπως αἱ θέσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας πληρωθῶσι διὰ λοχιῶν καὶ ἐπιλοχιῶν, οὐχὶ δὲ δι’ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, διότι, ὅταν φέρῃ τις τὰς ἐπωμίδας τοῦ ἀξιωματικοῦ, δὲν δύνασθε νὰ τὸν κατατάξητε ὡς ὑπαξιωματικὸν ἐν ἐνεργείᾳ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὁρίσητε ὅτι αἱ κεναὶ θέσεις ἐπιλοχιῶν καὶ λοχιῶν κατὰ τὴν πρώτην τριετίαν τοῦ παρόντος νόμου πληροῦνται δι’ ἐφέδρων ὑπαξιωματικῶν.
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι πολλοὶ θὰ θέλωσι νὰ καταταχθῶσιν ὡς λοχίαι καὶ ἐπιλοχίαι.
§94Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ κερδοσκοπήσητε ἐπὶ τῆς δυστυχίας τοῦ ἀτόμου. Δὲν δύνασθε νὰ καταβιβάσητε τὸν ἔχοντα τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καίπερ οὗτος ἐν πενίᾳ εὑρισκόμενος; δέχεται νὰ γίνῃ καὶ φύλαξ.
§95ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι πολὺ ὀλίγαι αἱ θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν, αἱ ἱδρυόμεναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὥστε καὶ ἐκ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν θὰ καταλάβωσιν αὐτάς. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ οὔτε προσβολὴ οὔτε ἐξευτελισμὸς διὰ πολλοὺς ἄλλους κεκτημένους τὰ προσόντα, ἐὰν αὐτοὶ ἐλλείψει θέσεων δὲν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§96Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἓν πρᾶγμα· ὅτι πρόκειται περὶ στρατιωτικοῦ βαθμοῦ, περὶ ἱεραρχίας. Ὁ ἔφεδρος ἀξιωματικὸς εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας μὲ ὡρισμένον βαθμόν, τὸν βαθμὸν δὲ τοῦτον δὲν δύναται νὰ τὸν ὑποβιβάσῃ πλέον ἡ Πολιτεία δι’ ἄλλου νόμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναί τις ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς δικαιούμενος νὰ προαχθῇ εἰς ὑπολοχαγὸν καὶ συγχρόνως νὰ εἶναι λοχίας τῆς τελωνιακῆς ἀστυνομίας. Ταῦτα εἶναι ἀσυμβίβαστα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς διὰ νόμου νὰ ἐξευτελίσωμεν τοὺς βαθμούς, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος ἔδωκεν εἰς τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ἄτομα, τὰ ὁποῖα θὰ δεχθῶσι, ἐπειδὴ δὲν εὐδοκίμησαν εἰς τὸ ἐπάγγελμά των, νὰ καταταχθῶσιν ὡς ὑπαξιωματικοί. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄτομα δυστυχῶς, τὰ ὁποῖα θὰ δεχθῶσι τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ ἀξιώματος, ὁ νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐπὶ τῆς δυστυχίας τῶν ἀτόμων. Φρονῶ δ’ ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν δυστυχῶν τούτων ἀτόμων· φρονῶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος καὶ οὐχὶ διότι λιμώττουσι, διότι τοιαῦτα πρόσωπα στρατολογούμενα δὲν θέλουσι παράσχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀθροίσῃ περισσεύματα, ἀλλὰ θέλουσι παράσχει τὸ θέαμα κοιλίας παχυνομένης καὶ θέλουσι δημιουργήσει ἐλλείμματα ἐκ τῶν παραβάσεων τὰς ὁποίας αὐτὰ τὰ ἴδια ὄργανα θὰ ἐνεργῶσι.
§97ΣΠ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν Χωροφυλακὴν διὰ νὰ καταταχθῇ τις ὡς ἐνωμοτάρχης αʹ τάξεως, εἶναι ἰδιαίτερον προσὸν νὰ εἶναι ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγός.
§98Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν Χωροφυλακὴν κύριον προσὸν εἶναι τὸ τοῦ διδάκτορος· τοῦτο εἶναι ἡ βάσις.
§99ΣΠ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δευτέρα βάσις εἶναι ὁ βαθμὸς τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ ἐφέδρου· αὐτοὶ κατατάσσονται κατὰ προτίμησιν.
§100Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε ἓν πρᾶγμα, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, ὅτι ἡ Χωροφυλακὴ εἶναι ἴδιον σῶμα, τὸ ὁποῖον κατέχει τὸ δεξιὸν τοῦ στρατεύματος πάντοτε, ἔχει τὸ λεγόμενον βῆμα (le pas) ἐπὶ τοῦ στρατεύματος πάντοτε καὶ προκειμένου περὶ τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τοιαύτη προτίμησις, ἀλλ’ ἡ τελωνειακὴ ἀστυνομία δὲν εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα.
§101ΣΠ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπε πῶς θὰ ὑποβιβάσωμεν τὸν ἀνθυπολοχαγὸν καὶ θὰ τὸν κάμωμεν ὑπαξιωματικόν.
§102Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Χωροφυλακὴ εἶναι σῶμα ἰδιώνυμον στρατιωτικὸν κατέχον τὸ δεξιόν...
§103ΣΠ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ βαθμὸς τοῦ ὑπενωμοτάρχου εἶναι βαθμὸς ὑπαξιωματικοῦ.
§104Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. ... καὶ προηγεῖται πάντων τῶν ἄλλων ἔχουσα τὸ βῆμα.
§105ΣΠ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐνωμοτάρχης αʹ τάξεως δὲν προηγεῖται τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἐφέδρου ἐν εἰρήνῃ.
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς εἰς τὴν Χωροφυλακήν, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Χωροφυλακὴ εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα ἐπὶ τῶν λοιπῶν στρατιωτικῶν σωμάτων κατέχον τὸ δεξιόν, ἐπειδὴ δ’ ἔχει ἰδιαιτέραν τιμητικὴν θέσιν ἐν τῇ διαβαθμίσει τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς τὸ πρᾶγμα. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλους στρατούς, προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν σωμάτων δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ σώματος πολιτικοῦ, περὶ ἀστυνομίας ἀνηκούσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ τιμητικὴ διάκρισις, τοὐναντίον ὑπάρχει τι ἐπὶ τὸ χεῖρον, ὑπάρχει ὑποβιβασμὸς καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸν ὑποβιβασμόν. Παρατήρησιν ἐπίσης ἔχω ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῶν κελευστῶν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι προνοεῖτε περὶ προαγωγῆς, ἀλλὰ δὲν προνοεῖτε περὶ ἀμέσου κατατάξεως κελευστῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ θελήσητε νὰ συγκροτήσητε ἀμέσως τὸ ἄγημα βεβαίως δὲν θὰ ἔχητε κελευστάς. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ προστεθῇ διάταξις ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἀπ’ εὐθείας εἰσαγωγὴν κελευστῶν, διότι ἄλλως θὰ εὑρεθῆτε ἀπέναντι σώματος τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ μόνον φύλακας αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ὀρθὸν λοιπὸν θὰ ἦτο διὰ προσωρινῆς διατάξεως νὰ καθορίσητε πῶς θὰ στρατολογηθῶσι διὰ τὴν πρώτην σύνθεσιν οἱ κελευσταὶ καὶ ὑποκελευσταί, θεωρῶ δὲ ὀρθὸν νὰ συστήσητε θέσιν καὶ βαθμὸν ἀρχικελευστοῦ, τοῦτο δὲ θὰ εἶναι ἡ διέξοδος τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας ταύτης, διότι δὲν θέλετε ἀξιωματικοὺς ἐκ τῶν τάξεων τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ναυτικοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν τάξεων τῶν ὑπηρετησάντων. Ἄν δὲ θέλητε νὰ ἔχητε χρηστοὺς ὑπαξιωματικούς, πρέπει νὰ παρέχητε εἰς αὐτοὺς τιμίαν διέξοδον, ἡ τιμία δὲ διέξοδος θὰ εἶναι ὁ βαθμὸς τοῦ ἀρχικελευστοῦ, διότι ἄλλως οὗτοι μὴ ἔχοντες βαθμὸν παρέχοντα σύνταξιν ἀνωτέραν θὰ καταγίνωνται καὶ οὗτοι εἰς πάχυνσιν τῆς κοιλίας των.
§107ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς τελευταίας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βάλτου εὑρίσκω ὀρθὰς καὶ θὰ λάβω αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν μου. Ἀλλά, προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων αὐτοῦ παρατηρήσεων, καθ’ ἃς δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν σύστασιν ἑνὸς καὶ μόνου λόχου, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὴν ἀστυνομίαν τῶν ἐμμέσων φόρων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, νομίζω ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ συστήσωμεν δοκιμαστικῶς ἕνα καὶ μόνον λόχον, ὁ ὁποῖος θ’ ἀπασχοληθῇ κυρίως εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ εἰς ἄλλα τελωνεῖα αʹ τάξεως. Ὅταν ἴδωμεν ὅτι εὐδοκιμεῖ αὐτός, τότε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς σύστασιν 2–3 καὶ 4 λόχων ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν. Κατὰ τοῦτο διαφέρει τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ μακαρίτης Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὅπερ ἵδρυε πλείονας λόχους μὲ πολυτέλειαν ἀξιωματικῶν μέχρι, νομίζω, συνταγματάρχου. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι ἠδυνάμεθα δοκιμαστικῶς νὰ προβῶμεν κατ’ ἀρχὰς εἰς τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς λόχου διὰ τὰς μᾶλλον ἐπειγούσας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς καὶ εἰς 2–3 ἄλλα μεγάλα τελωνεῖα καὶ πρὸς τοῦτο ἐσκέφθημεν ὅτι ἔπρεπε νὰ μετακαλέσωμεν ὡς ὀργανωτὴν καὶ διοικητὴν ἕνα Ἰταλὸν ἀξιωματικὸν ἔμπειρον περὶ τὰ τοιαῦτα. Ἡμεῖς θεωροῦμεν πολυτέλειαν δαπάνης νὰ ἔχωμεν διοικητὴν τοῦ λόχου καὶ ἐπὶ πλέον ἕνα ὀργανωτήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο πλείονες λόχοι νὰ συσταθῶσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, τότε βεβαίως θὰ παρίστατο ἀνάγκη καὶ ὀργανωτοῦ, ἔχοντος τὴν ἐποπτείαν καὶ ὅλων τῶν λόχων. Προκειμένου ὅμως περὶ ἑνὸς λόχου ἐνομίσαμεν ὅτι ὡς διοικητὴν τούτου ἠδυνάμεθα νὰ μετακαλέσωμεν ἕνα Ἰταλὸν ἀξιωματικὸν ὁ ὁποῖος νὰ χρησιμεύσῃ ὕστερον καὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῶν ἄλλων λόχων, ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ μᾶς ἐπιτρέψωσι νὰ ἱδρύσωμεν καὶ ἄλλους λόχους.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ ὥρα εἶναι 12 καὶ 30′ καὶ κατὰ τὴν 5ην μ. μ. θὰ ἐπανέλθωμεν. Πρὶν διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, θὰ σᾶς ἀνακοινώσω ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ λάθος ἐτυπώθη πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς ὁ κ. Νέγρης. Πρόεδρος εἶναι ὁ κ. Νέγρης καὶ εἰσηγητὴς ὁ κ. Μπουφίδης. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 30′ τῆς μεσημβρίας). (Μετὰ τὴν διακοπήν). (Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.) (Ἐπαναληφθείσης τῆς διακοπείσης συνεδριάσεως ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω θερμῶς τοὺς κ. Ὑπουργούς, μετὰ τῆς προσηκούσης πάντοτε πρὸς αὐτοὺς εὐλαβείας, νὰ προσέρχωνται ἐνωρίτερον εἰς τὰς συνεδριάσεις. Οἱ βουλευταὶ κ. Σ. Ῥάγκος, Γ. Λαναρᾶς, Δ. Κρεμεζῆς καὶ ἄλλοι ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσθηκῶν εἰς τὰ ἄρθρα 276 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ 36 τῆς Πολ. Δικονομίας». Θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§110Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρις ὅτου ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εἶναι καλὸν νὰ διακοπῇ ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας τῶν ἐμμέσων φόρων. Προτείνω δέ, ἐπειδὴ εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν», τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχει συζήτησιν. Εἶναι νομοσχέδιον συντεταγμένον μετὰ πολλῆς προσοχῆς, καὶ ἐνέχει χρησιμότητα πολὺ βεβαίως ἀνωτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἄλλα νομοσχέδια.
§111Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν ἔχει διανεμηθῆ ἀκόμη.
§112Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυριακῆς ἀργίας».
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦλθε, ὥστε συνεχίζομεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομίας τῶν ἐμμέσων φόρων». Ἐμείναμεν εἰς τὸ ἄρθρον 6, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἰ. Κουντουριώτης.
§114Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρατηρήσεις τινὰς ἤθελον νὰ κάμω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἀληθές, κ. Ὑπουργέ, ὅτι πνεῦμα οἰκονομίας πρυτανεύει εἰς τὴν οἰκονομίαν ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ βεβαίως αἱ οἰκονομίαι εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ ἐπιδιώκωνται εἰς πᾶσαν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς τελωνιακῆς δὲν θὰ ἔχῃ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν γνώμην ὅτι πρέπει αὐστηρῶς νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν οἰκονομίαν, διότι διὰ τῆς οἰκονομίας θέλομεν ἔχει ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἐκείνων, εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῶν ὁποίων ἅπαντες τείνομεν, καὶ πρωτίστως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἥτις εἰσηγήθη καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 ἀναβιβάζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν τελωνιακῶν φυλάκων ἐν γένει κατὰ μὲν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν εἰς 85, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 2 εἰς 120 φύλακας καὶ τὸ ἀνάλογον προσωπικὸν εἰς στελέχη.
§115ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἔχει 85, ἀλλ’ ἔπειτα ἀνεθεώρησα τὸ ὅλον νομοσχέδιον καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἀντὶ 85 ἔθηκα 120. Ὥστε ἐπὶ τῶν 120 θὰ γίνῃ συζήτησις.
§116Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν 120 κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀνεπαρκής, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων ἕνεκεν ἀνικανότητος ἢ ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας θέλουσιν ἀπολυθῆ τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας ἡ ὑπηρεσία φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Εἰς τὸ σῶμα τοῦτο θέλομεν ἔχει εἰς τὸ μέλλον τοὺς 120 τούτους νέους, τοὺς ἐπιλέκτους, τοὺς ὁποίους θέλετε κατατάξει. Ἀλλὰ δι’ 120 ἀνδρῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσητε εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς ὑπηρεσίας, διότι διὰ τοῦ ὑπάρχοντος ὀργανισμοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν φυλάκων ἀνέρχεται εἰς 540, νομίζω, μὲ τοὺς φύλακας καὶ τοὺς βαθμοφόρους, καὶ ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1861, καθ’ ἣν ἐποχὴν δηλαδὴ δὲν ὑπῆρχον οὔτε ἡ Ἑπτάνησος οὔτε ἡ Θεσσαλία προσηρτημένη. Διὰ λόγους οἰκονομίας μεταγενέστερον καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν 540 τούτων φυλάκων καὶ βαθμοφόρων ἠλαττώθη κατὰ μίαν ἑκατοντάδα καὶ πεντήκοντα ἀκόμη, σήμερον δὲ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ εἰς ὅλα τὰ τελωνεῖα δὲν ὑπάρχουσι πλέον τῶν 320 ἕως 350 φυλάκων, ἀριθμὸς ἀνεπαρκής, ἀνεπαρκέστατος, διὰ νὰ κτυπήσητε τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον, ὡς καὶ ὑμεῖς ὡμολογήσατε, ἔχει ὑπεράρει τὴν κεφαλὴν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἔχετε ἀνάγκην προσωπικοῦ ἐκλεκτοῦ καὶ καλῶς συντεταγμένου. Ἀφοῦ σήμερον μὲ τὸ ὑπάρχον προσωπικόν, ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς καταπολεμήσεως τοῦ λαθρεμπορίου, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς μὲ 120 ἄνδρας θέλετε ἐπιτύχει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκετε διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τὴν περιστολὴν δηλαδὴ τῆς λαθρεμπορίας. Καὶ λέγει μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δοκιμαστικῶς θέλει ἐφαρμόσει τοῦτο καὶ θέλει προορίσει τοὺς ἄνδρας τοὺς διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέλλοντας νὰ καταταχθῶσι μόνον εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς ἢ καὶ εἰς τὸ τελωνεῖον Πατρῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς δύο ἢ τρία ἐκ τῶν Αʹ τάξεως τελωνείων, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχητε ἀποτέλεσμα εἰμὴ ἀνάλογον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν φυλάκων· θὰ ἔχητε ἀποτελέσματα ἴσως εὐχάριστα διὰ τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, ἀλλὰ θὰ ἔχητε ἀποτελέσματα λυπηρὰ εἰς τὰ διάφορα ἄλλα τελωνεῖα. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί δὲν θὰ θελήσητε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ν’ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν φυλάκων εἰς 200 τουλάχιστον, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι οἰκονομία τοιαύτη δὲν εἶναι οἰκονομία, εἶναι δὲ πλέον ἢ βέβαιον σήμερον ὅτι ἐκ τῶν τελωνείων, καὶ ἰδίως τῶν κεντρικῶν, τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου διαρρέουσι κατὰ τρόπον ἀπελπιστικόν. Ἐκ τῆς καλῆς ὑπηρεσίας τῆς τελωνειακῆς καὶ ἰδίως τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ θέλετε ἔχει ἐπαύξησιν τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων οὐχὶ ὀλιγωτέραν τῶν 6,000,000. Εἶναι χρῆμα τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πλὴν τὸ πληρώνει οὐχὶ εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐνεργοῦσι τὸ λαθρεμπόριον πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ τιμίου ἐμπορίου. Διὰ νὰ περιστείλητε ταῦτα, ἔχετε ἀνάγκην προσωπικοῦ καλῶς ἀμειβομένου καὶ ἐπαρκοῦς κατ’ ἀριθμόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ 120 ἀνδρῶν νὰ φέρητε ἀποτελέσματα ἀγαθά. Εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβαλόντα καὶ ἔχοντα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιψηφίσῃ τοιοῦτον ὀργανισμόν, ἐὰν μὴ αὐξήσῃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ προσωπικόν, τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν πλήρεις τοὺς δύο λόχους. Ἵνα δυνηθῆτε νὰ φθάσητε εἰς ἀποτελέσματα εὐάρεστα διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τοὺς 120 ἄνδρας μόνον, διότι φοβοῦμαι ὅτι θέλετε ἔχει πλήρη ἀποτυχίαν τοῦ θεσμοῦ καὶ ἡ ἀποτυχία αὕτη θέλει σημειωθῆ εἰς τὸ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ παντελῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἀρτιωτέρων νομοσχεδίων τῶν εἰσαχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν τὸ ἀφήσητε πλημμελὲς καὶ κουτσουρευμένον, θὰ ἔλθῃ ἐποχή, μετὰ δύο ἔτη, ὁπότε ὑπολογίζετε νὰ ἐφαρμόσητε ἐν τῇ πληρότητι αὐτοῦ τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, εἴτε ὑμεῖς εἶσθε Ὑπουργὸς εἴτε ἄλλος, νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἀπέτυχε καὶ ὁ θεσμὸς οὗτος. Ἀπέτυχε καὶ θ’ ἀποτύχῃ ἀσφαλῶς, διότι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν φυλάκων. Αὐξήσατέ τον· καταρτίσατε δύο λόχους πλήρεις καὶ τότε θέλετε ἴδει τ’ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θέλετε πληρώσει διὰ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν θὰ εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν εἰσπράξεων τὰ ὁποῖα θέλετε ἔχει. Ἔχω νῦν πεποίθησιν ὅτι θέλετε ἐνδώσει εἰς τὸ ν’ ἀποδεχθῆτε τὰς παρατηρήσεις ταύτας καὶ θέλετε καταρτίσει ἄρτιον νομοσχέδιον. Μετὰ παρέλευσιν δὲ τῆς τριετίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς αὐξήσητε ἀκόμη πλειότερον, διότι οὔτε μὲ 300 οὔτε μὲ 400 ἄνδρας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὴν τελωνιακὴν ἀστυνομίαν μετὰ τὴν προσθήκην τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας.
§117ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν ὅτι διὰ τοῦ σώματος αὐτοῦ τῆς ἀστυνομίας τῶν ἐμμέσων φόρων μέλλει ν’ ἀναπληρωθῇ ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς τελωνοφυλακῆς. Εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ, ὡς θὰ ἐπείθετο καὶ ὁ ἴδιος, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸ ἄρθρον 19, καθ’ ὃ παραμένει τὸ σῶμα τῆς τελωνοφυλακῆς. Ἡ ἀστυνομία τῶν ἐμμέσων φόρων θὰ εἶναι νέον σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ προσλάβῃ ὅλους τοὺς ἐπιλέκτους ἐκ τῶν ὑφισταμένων τελωνοφυλάκων, θὰ προσθέσῃ δὲ καὶ νέους ἄνδρας ἐκ τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ ἐξ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Ὡς εἶπον τὸ πρωί, ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν ὅτι, προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς ἑνὸς τοιούτου θεσμοῦ παρ’ ἡμῖν, ἔπρεπε βαθμηδὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου, συνιστῶντες κατ’ ἀρχὰς ἕνα λόχον, καὶ καθ’ ὅσον οὗτος θὰ ηὐδοκίμει νὰ συστήσωμεν καὶ δεύτερον καὶ τρίτον καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὸν συσταθησόμενον κατ’ ἀρχὰς λόχον θὰ χρησιμοποιήσωμεν ἰδίως ἐν Πειραιεῖ, διότι κυρίως τὸ μέγα λαθρεμπόριον δὲν διεξάγεται τόσον ἐν τῇ ἀνεπεπταμένῃ θαλάσσῃ, ὅσον ἐν αὐτοῖς τοῖς λιμέσι καὶ ἰδίως ἐν αὐτοῖς τοῖς κεντρικοῖς τελωνείοις, κατ’ ἐξοχὴν δ’ ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον διὰ πολλὰς καὶ παντοίας ἐλλείψεις δὲν δύναται νὰ προλάβῃ αὐτὰς τὰς καταχρήσεις. Λοιπὸν πρὸ παντὸς θὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς, ἐκεῖ δὲ θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν μίαν λιμενικὴν ἀστυνομίαν. Εἶναι τόσα τὰ ἄτακτα στοιχεῖα ἐν αὐτῷ, ὥστε οἱ τελωνοφύλακες δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι. Διὸ ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἔχωμεν ἐπίτηδες σῶμα στρατιωτικῶς συντεταγμένον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν, καὶ οὕτω νὰ προσλάβῃ καὶ ὁ λιμὴν Πειραιῶς ὄψιν λιμένος Εὐρωπαϊκοῦ. Εἴχομεν, Κύριοι, σκεφθῆ κατ’ ἀρχὰς πρὸς τοῦτο νὰ ἐκμισθώσωμεν λέμβους, ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο τὸ πρωὶ συζήτησις ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, προσέθηκα ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία δύναται ν’ ἀγοράσῃ λέμβους ἢ ἐν ἀνάγκῃ νὰ μισθώσῃ τοιαύτας ἢ ἀτμακάτους. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι πρόκειται περὶ δοκιμασίας ἐπὶ θεσμοῦ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνοντος θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύστασιν καὶ δύο καὶ τριῶν λόχων, ἐν ἀνάγκῃ καὶ τεσσάρων. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ἐν τέλει τῆς παραγράφου γʹ προστίθεται (ἀναγινώσκει): «Αἱ δὲ κεναὶ θέσεις τῶν κελευστῶν καὶ ὑποκελευστῶν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν προϋπηρετησάντων ὡς τοιούτων ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ ἐπὶ τριετίαν καὶ ἐχόντων ἡλικίαν οὐχὶ ἀνωτέραν τῶν 30 ἐτῶν κατόπιν διαγωνισμοῦ». Ἐγὼ ἐνόμισα κατ’ ἀρχὰς ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τοὺς φύλακας πρώτης τάξεως καὶ σὺν τῷ χρόνῳ νὰ προβαίνωμεν εἰς προβιβασμούς, ἀλλὰ μετὰ τὰς παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὴν πρωίαν δέχομαι ἀπὸ τοῦδε τὴν τροποποίησιν αὐτήν. Ὡς τελικὴ δὲ παράγραφος προστίθεται (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῇ παρὰ τῷ ἀλλοδαπῷ λοχαγῷ εἷς γραμματεὺς καὶ διερμηνεὺς ἐπὶ μηνιαίᾳ ἀντιμισθίᾳ δρ. 150, τῆς ὑπηρεσίας ληγούσης ἅμα τῷ πέρατι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ. Ὡς τοιοῦτος δύναται προσωρινῶς ν’ ἀποσπασθῇ κατώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ».
§118Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ καὶ φροντὶς καὶ περὶ τοῦ στρατωνισμοῦ τῶν ἀνδρῶν τούτων. Πρόκειται περὶ 100 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ μένωσιν ἐν Πειραιεῖ. Ποῦ θὰ στρατωνισθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Καί, ἵνα στρατωνίζωνται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἐνοικιάσῃ στρατῶνά τινα μικρὸν καὶ ὄχι μόνον στρατῶνα ἀλλὰ καὶ τὰ εἴδη τοῦ στρατωνισμοῦ. Φροντίζει περὶ αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον; Διότι χθὲς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὰ 9,000,000 τῆς σακχάρεως θὰ τὰ τοποθετήσῃ εἰς τὰς αἰθούσας τοῦ τελωνείου Πειραιῶς· ἀλλ’ εἶναι τόσον εὐρύχωροι, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ τελώνης δὲν ἔχει θέσιν νὰ σταθῇ. Τώρα θὰ ἔχωμεν καὶ 100 ἄνδρας οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ποῦ θὰ καθίσωσι; Νὰ φροντίσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅταν φροντίσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ συλλέξωμεν ὅλα τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσωμεν δι’ αὐτὴν τὴν νέαν μεταρρύθμισιν, τότε θὰ ἴδωμεν ὅτι θὰ δαπανήσωμεν 120,000 καὶ πλέον δι’ αὐτὴν τὴν ἀπόπειραν, ἀπόπειραν ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, 100 ἄνδρες, Ἕλληνες πάντοτε, οἱ ὁποῖοι νὰ φροντίζωσιν εἰδικῶς περὶ καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἐὰν ἁπλούστατα ἐνισχύομεν τὴν ἀστυνομικὴν δύναμιν Πειραιῶς, ἐὰν ἐστέλλομεν μίαν διλοχίαν νὰ ἥδρευε διαρκῶς ἐν Πειραιεῖ, διότι ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς δυστυχῶς ἀπὸ ἀπόψεως ἀσφαλείας εἶναι χειρίστη πασῶν, διότι ἐν Πειραιεῖ τελοῦνται ἐγκλήματα τοσαῦτα, ὅσα δὲν τελοῦνται ἐν πάσῃ τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἐὰν μίαν διλοχίαν πεζικοῦ ἀδαπάνως στρατωνίσωμεν ἐν Πειραιεῖ, δώσωμεν δὲ τὸν καιρὸν καὶ τὴν ἄνεσιν εἰς τὴν Χωροφυλακὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῶν τοῦ λιμένος, νομίζω ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ αὐτὰ εὐχάριστα ἀποτελέσματα, χωρὶς νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νέους ὑπαλλήλους. Διότι τοῦτο πράττοντες σήμερον ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκραυγάζετε ὑπὲρ οἰκονομιῶν, δημιουργεῖτε νέας θέσεις, νέας δαπάνας, νέους ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ τελωνοφύλακας καὶ νέας πληρωμὰς ὑπαλλήλων, διὰ νὰ κάμητε μίαν ἀπόπειραν. Αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμον εἰς τὸ Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο ἀντέκρουσα ἀπὸ τῆς πρωίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ ἐν γένει δήλωσιν τῶν δαπανῶν, ἂν θ’ ἀναγραφῶσιν αὗται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ κρίνωμεν ὅτι ἡ δαπάνη θὰ εἶναι πολὺ δυσανάλογος πρὸς τὰς ἐλπιζομένας ὠφελείας.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς τροπολογίας ἀποσύρουσιν οἱ κύριοι Βουλευταί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶτα δ’ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7–15). Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§120ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγώ εἰμι ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τοῦ σώματος, ἀλλ’ ὄχι ὑπὲρ τῆς συνθέσεως εἰς λόχους, ἡ ὁποία δίδει τὴν ἔννοιαν ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτελῶνται γυμνάσια στρατιωτικά. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὅτι σῶμα τελωνοφυλακῆς εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εὑρίσκηται ἐν συγκεντρώσει λόχου, διὰ νὰ ἐκγυμνάζηται στρατιωτικῶς. Νομίζω ὅτι εἶναι μία περιττολογία τοῦ νομοσχεδίου ἥτις ἠδύνατο νὰ λείψῃ, διὰ νὰ μὴ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν, διότι εἶναι ἀδύνατον τὴν τελωνοφυλακὴν νὰ μεταχειρισθῆτε ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν ὅσον ἀφορᾷ τὰ γυμνάσια. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τοὺς φύλακας τούτους συγκεντρωμένους ποτέ, ἔστω καὶ ἂν ὁλόκληρον τὸ σῶμα εὑρίσκηται ἐν Πειραιεῖ· εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς συγκεντρώσητε πρὸς ἐκτέλεσιν γυμνασίων λόχου. Ὥστε ἡ λέξις «λόχου» εἶναι μᾶλλον ποιητική, πρὸς συναρμολόγησιν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, παρὰ πρακτική· εἶναι δὲ πολὺ πιθανὸν νὰ φέρῃ σύγχυσίν τινα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16 ὡς καὶ τὸ 17).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§122ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου φοβοῦμαι μὴ προκύψῃ σύγχυσις δικαιοδοσίας μεταξὺ τῶν λιμεναρχῶν καὶ τῶν ἀστυνόμων. «Δικαιοδοσίαν ἐν λιμέσι». Εἰς τοὺς λιμένας ὑπάρχει πάντοτε ἀστυνομικὴ διεύθυνσις καὶ λιμενάρχης. Ἐδῶ προκαλῶ τὴν προσοχήν σας καὶ συνιστῶ ν’ ἀφήσητε τοὺς λιμενάρχας. Θὰ ἐκδώσῃ μίαν διαταγὴν ὁ ἀξιωματικός, ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας εἶναι πιθανὸν νὰ ἐκδώσῃ ἄλλην καὶ νὰ ἔχωμεν δύο διαφόρους διαταγὰς δι’ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ «εἰς τοὺς λιμένας» καὶ νὰ εἴπητε «μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν τοῦ λιμενάρχου καὶ τοῦ ἀστυνόμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18). Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§123ΜΙΛΤ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὴν πρωίαν ὑπέβαλον τροπολογίαν, δι’ ἧς ἠθέλησα νὰ ληφθῇ μία πρόνοια διὰ τὰ κενὰ τὰ ὁποῖα ἤθελον παρουσιασθῇ ἐκ τῆς μὴ κατατάξεως τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα, διὰ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν τοῖς λόχοις τῆς ἀστυνομίας τῶν ἐμμέσων φόρων, καὶ ζητῶ δι’ αὐτῆς, ἵνα ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ κατατάσσωνται οἱ ὑπαξιωματικοὶ οἱ συμπληρώσαντες εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἔχοντες διαγωγὴν ἐξαίρετον.
§124ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτοὶ πρέπει νὰ τρέχωσιν ἡμέραν καὶ νύκτα· τίνα εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν λοιπόν;
§125ΜΙΛΤ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι τοιοῦτοι ὑπαξιωματικοὶ πολλοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι συμπληρώσει ἀκόμη τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των. Προσέξατε αὐτό, διότι δὲν θὰ ἔχητε πλήρη τὰ στελέχη.
§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἴδωμεν, ἂν προστεθῇ μία τελευταία διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιτρέπηται κατ’ ἀρχὰς νὰ κατατάσσωνται ὡς ἀξιωματικοί, ἐν ἀρχῇ δύνανται νὰ μετατεθῶσιν ὡς ὑπαξιωματικοὶ ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ τοῦ στρατοῦ ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπερδεκαετῆ ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν ὑπερέβησαν τὸ 35ον ἔτος τῆς ἡλικίας των.
§127ΜΙΛΤ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸ 40όν, κύριε Ὑπουργέ.
§128ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ τεσσαρακοστόν, ἔστω ἀλλὰ μετὰ προηγούμενον διαγωνισμόν, ἐννοεῖται.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 ὑπάρχουσι πολλαὶ τροπολογίαι. Ὑπάρχει μία ἐκ μέρους τῶν κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Ν. Γερουλάνου, Δ. Τσιτσάρα καὶ Μιλ. Ἄνν. Καβαλλιεράτου ἔχουσα οὕτως· «Οἱ ἔχοντες ὑπερδεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν τελωνοφύλακες δύνανται ν’ ἀποχωρήσωσι τοῦ νέου σώματος λαμβάνοντες ἀνάλογον σύνταξιν δυνάμει τῶν γενικῶν τοῦ νόμου περὶ συντάξεων διατάξεων».
§130Ν. ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς πληροῦται ἓν χάσμα τοῦ νόμου περὶ τελωνοφυλακῆς. Κατὰ τὸν νόμον λαμβάνουσι σύνταξιν οἱ τελωνοφύλακες οἱ συμπληρώσαντες τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ἀλλὰ κατ’ ἄλλην διάταξιν τοῦ νόμου οἱ συμπληρώσαντες τὸ 55ον δὲν δύνανται ν’ ἀνακαταταχθῶσι καὶ ἑπομένως νὰ συμπληρώσωσι τὸ ἑξηκοστὸν ἔτος, διὰ νὰ λάβωσι τὴν σύνταξίν των. Διὰ τῆς τροπολογίας λοιπὸν αὐτῆς διορθοῦται αὐτὸ τὸ ἄτοπον, διότι οἱ συμπληροῦντες 25 ἔτη θὰ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὴν σύνταξίν των.
§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη. Ἀλλὰ νὰ τεθῇ «οἱ ἔχοντες εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν».
§132Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Πῶς ἐγένετο δεκτὴ ἡ κατάταξις τῶν ὑπαξιωματικῶν ὡς τελωνοφυλάκων, ὅταν ἔχωσι μεγάλην ὑπηρεσίαν ἢ ἀνεξαρτήτως πάσης ὑπηρεσίας οἱ ἀφυπηρετήσαντες θὰ δύνανται νὰ γίνωνται δεκτοὶ πρὸς κατάταξιν; Ἐν ὅλῳ νὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν ἢ ὡς ὑπαξιωματικοί; Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ γίνωσι δεκτοὶ πάντες οἱ ἀφυπηρετήσαντες ὡς ὑπαξιωματικοί, ἀρκεῖ νὰ ἔχωσι τὴν ἡλικίαν τὴν ὁποίαν θέλει τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν βλέπω τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσιν οἱ διατελέσαντες ὡς ὑπαξιωματικοὶ ἐπὶ δεκαπενταετίαν ἢ ἐπὶ πενταετίαν ἢ ἐπὶ διετίαν. Ἂν πρόκειται νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακατατάξεως, πρέπει εἰς ὅλους νὰ χορηγηθῇ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐξ ἄλλου τροπολογία τοῦ κ. Σπ. Κουμουνδούρου ἔχουσα οὕτω· «Προσωρινὴ διάταξις. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τὸ ἥμισυ τῶν κενῶν θέσεων λοχιῶν θέλουσι πληρωθῆ κατὰ προτίμησιν ἄνευ διαγωνισμοῦ παρ’ ὁμοιοβάθμων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ διαγραφομένων τῆς δυνάμεως τοῦ στρατεύματος, ὅσοι τούτων ἐπιθυμοῦσι νὰ καταταχθῶσι καὶ κέκτηνται τὰ ἑξῆς προσόντα· 1) Εἰκοσαετῆ συνεχῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν ὑπαξιωματικοῦ ἐν τῷ στρατῷ· 2) Διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον· 3) Διακριθέντες κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον 1897· 4) Ἄγοντες ἡλικίαν ἐλάττονα τῶν 48 ἐτῶν καὶ ὄντες ἄγαμοι· (Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως). Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Σ. Κροκιδᾶ ἔχουσα οὕτω. «Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς ἀστυνομίας ἐμμέσων φόρων τὸ ἥμισυ τῶν κενῶν θέσεων λοχιῶν θέλουσι πληρωθῆ κατὰ προτίμησιν ἄνευ διαγωνισμοῦ παρ’ ὁμοιοβάθμων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, διαγραφομένων τῆς δυνάμεως τοῦ στρατεύματος, ὅσοι τούτων ἐπιθυμοῦσι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐμμέσων φόρων καὶ κέκτηνται τὰ ἑξῆς προσόντα· 1) Εἰκοσαετῆ εὐδόκιμον συνεχῆ ὑπηρεσίαν ὑπαξιωματικοῦ ἐν τῷ στρατῷ· 2) Διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον· 3) Διακριθέντες κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον 1897· 4) Ἄγοντες ἡλικίαν ἐλάττονα τῶν 48 ἐτῶν καὶ ὄντες ἄγαμοι». (Ἀπορρίπτεται). Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Ἰ. Τσιριμώκου ἔχουσα οὕτω· Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τῶν προσωρινῶν διατάξεων ἡ κάτωθι παράγραφος· «Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς ἀστυνομίας ἐμμέσων φόρων τὸ ἥμισυ τῶν κενῶν θέσεων λοχιῶν θέλουσι πληρωθῆ κατὰ προτίμησιν ἄνευ διαγωνισμοῦ παρ’ ὁμοιοβάθμων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, διαγραφομένων τῆς δυνάμεως τοῦ στρατεύματος καὶ κεκτημένων τὰ ἑξῆς προσόντα· 1) Εἰκοσαετῆ συνεχῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν ὑπαξιωματικοῦ ἐν τῷ στρατῷ· 2) Διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον· 3) Νὰ ἔχωσι διακριθῆ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον τοῦ 1897». (Ἀπορρίπτεται). Ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις ἐπρόκειται νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος» ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της διὰ τοῦ κ. Ἐμ. Ῥέπουλη εἰσηγητοῦ αὐτῆς. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Σκοπέλου κ. Κ. Αἰγιαλείδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ πληρωμῆς τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων Νέας Ἀγχιάλου». Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Λευκάδος κ. Π. Φίλιππας ὑποβάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». Οἱ βουλευταὶ κ. Ν. Χατζίσκος, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς, Μ. Καβαλλιεράτος, Κ. Γκότσης, Κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ ἄλλοι ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν».
§134ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος νὰ σταλῇ, κ. Πρόεδρε, ἀμέσως πρὸς ἐκτύπωσιν μὲ τὴν διαταγὴν νὰ γίνῃ ἐντὸς τῆς νυκτός, ὥστε αὔριον νὰ τὴν ἔχωμεν. (Ὅρα ἐκθέσεις καὶ προτάσεις νόμου ἐν Παραρτήματι Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 630–633).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§136Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δηλῶ ὅτι ἀποδέχομαι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§137Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ. Ἔχω τὸν λόγον. Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἐπιμείνητε εἰς τὸ ἰδικόν σας, μολονότι δὲν ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. Σάκκη ἔχουσα οὕτω· Προστίθενται ἐπὶ τοῦ κεφ. γʹ, ἄρθρου 19, ὡς τρίτη παράγραφος τὰ ἑξῆς· «Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἰσχύος αὐτοῦ τὸ ἥμισυ τῶν κενῶν θέσεων λοχιῶν θέλει πληρωθῆ παρ’ ὁμοιοβάθμων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἄνευ διαγωνισμοῦ, διαγραφομένων τῆς δυνάμεως τοῦ στρατεύματος τῇ αἰτήσει των καὶ κεκτημένων τὰ ἑξῆς προσόντα· 1) εἰκοσαετῆ συνεχῆ καὶ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν ὑπαξιωματικοῦ ἐν τῷ στρατῷ· 2) διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον· 3) διακριθέντων κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον τοῦ 1897 καὶ 4) ἀγόντων ἡλικίαν ἐλάττονα τῶν 50 ἐτῶν καὶ ὄντων ἀγάμων». (Ἀπορρίπτεται). Ἀπορρίπτεται ἐπίσης καὶ ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Ν. Γερουλάνου καὶ Μ. Καβαλλιεράτου ἀναγνωσθεῖσα. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη. (Τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται δι’ αὔριον.
§139Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὡς ἐτροποποιήθη. Νὰ κάμητε τὴν δήλωσιν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἐτροποποιήθη.
§141ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θ’ ἀνατυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ αὔριον θὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον.
§142Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει μεγάλη διαφορά· ἐπειδὴ ὑπάρχουσι συμφέροντα ἐν Σύρῳ καὶ ἄλλοις δήμοις, τὰ λιμενικὰ καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπέγγυα, δι’ αὐτὸ ἐνόμισα ὅτι ἦτο ὀρθὸν ν’ ἀφήσωμεν τὸν νόμον ὡς ἦτο.
§143Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὡς ἦτο. Ἀλλὰ μὲ τὴν διαφορὰν μόνον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ὁμιλεῖ περὶ τοῦ μεταφερομένου ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ σίτου, ἐνῷ πρόκειται περὶ τοῦ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἢ εἰσαγομένου ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, διότι ἐπιφυλάσσεται πάντοτε ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1880.
§144Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κάμετε τὴν παρατήρησίν σας, καὶ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§145Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἔχω παρατήρησιν. Μίαν λέξιν. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον· ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο νομοσχεδίων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι περὶ διαμετακομίσεως δημοτικῆς ὑπῆρχεν ὁ νόμος ΥΜΒʹ τῆς 27 Μαΐου 1871, ὁ ὁποῖος ἴσχυε μέχρι προχθές· ἀλλὰ, ὅτε προχθὲς συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη νομοσχέδιον σχετικόν, ἀπηλείφθη ἡ διάταξις κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατιδὼν τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐκ τῆς διαγραφῆς τῆς διατάξεως ἐκείνης ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν δημοτικὴν διαμετακόμισιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ πρώτου νόμου, τοῦ ΥΜΒʹ, μὲ μόνην τὴν ἑξῆς προσθήκην. Ὁ νόμος τοῦ 1871 ἔλεγεν ὅτι ἀπηλλάσσετο παντὸς φόρου ὁ σῖτος ὁ εἰσαγόμενος ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ προωρισμένος ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν· ἐπίσης προσέθηκεν ὁ νόμος ὅτι ἀπηλλάσσετο παντὸς φόρου δημοτικοῦ ἢ λιμενικοῦ ἢ παντὸς οἱουδήποτε ἐντοπίου φόρου—διότι ὁ πρῶτος ἀπηλλάσσετο καὶ τοῦ δημοσίου φόρου καὶ παντὸς—καὶ ὁ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ μεταφερόμενος εἰς δῆμόν τινα, ἵνα ἐκεῖ ἀλεσθῇ καὶ μεταφερθῇ εἰς ἄλλον δῆμον· ἠθέλησε δηλαδὴ ὁ νόμος νὰ καταστήσῃ πλήρη τὴν δημοτικὴν διαμετακόμισιν καὶ νὰ ἐξαιρέσῃ τὸν σῖτον εἴτε ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἴτε ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ εἰς δῆμόν τινα, ἵνα ἀλεσθῇ ἐκεῖ καὶ μεταφερθῇ εἰς ἄλλον δῆμον. Τοῦτο ἔχει δύο σκοπούς, τὸ μὲν ἵνα εὐνοήσῃ τὴν βιομηχανίαν τῶν ἐργοστασίων, διότι πρόκειται περὶ τόπου ὅπου λειτουργοῦσιν ἐργοστάσια ἀτμοκίνητα ἀλεστικά, τὸ δὲ ἵνα μὴ ἐπιβαρύνῃ μὲ τοὺς σχετικοὺς φόρους τὸν σῖτον τὸν ἀλεθόμενον εἰς ἓν μέρος διὰ νὰ μὴ καταναλωθῇ ἐκεῖ, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ, διότι, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποβληθῆ ὁπωσδήποτε ὁ εἰσαγόμενος εἴς τινα δῆμον σῖτος εἰς φόρον ἐν τῷ δήμῳ ἐν τῷ ὁποίῳ ἀλέθεται, χωρὶς νὰ καταναλωθῇ ἐν αὐτῷ, θὰ ἐπλήρωνε τὸν φόρον αὐτόν, ἀλλὰ θὰ ἐπλήρωνε καὶ εἰς ἄλλον δῆμον εἰς τὸν ὁποῖον μεταφέρεται. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχεν ὁ νόμος καὶ τοῦτο ᾐσθάνθη εὐθὺς ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ ὁ νόμος, διότι καὶ ἐγκύκλιος ὁδηγία πρὸς τὰς Ἀρχὰς ἀπηυθύνθη περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, καθ’ ὅσον παρήρχοντο τὰ ἔτη, προέκυψεν ἀμφιβολία τις περὶ τὴν ἔννοιαν καὶ ἰσχυρίσθησάν τινες ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ μόνον εἰς δῆμόν τινα μεταφερόμενος σῖτος, ἵνα ἀλεσθῇ ἐκεῖ, οὐχὶ ὅμως καὶ ὁ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ· καὶ ἐγένοντο δίκαι μεγάλαι· ἡ νομολογία διχάζεται· ἄλλα δικαστήρια εἶπον ὅτι καὶ ὁ τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ ὁ τοῦ Ἐσωτερικοῦ ἀπαλλάσσεται. Ἐγὼ ὑπ’ ὄψει μου ἔχω δίκην μεγάλην, ἡ ὁποία προέκυψε μεταξὺ τῶν ἐργοστασίων ἐν Πάτραις καὶ τοῦ δήμου. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, ἡ ὁποία ἡρμήνευσε τὸν νόμον ὅπως λέγω ἐγὼ καὶ ὅπως ἐνόει ἐξ ἀρχῆς.
§146Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ διοίκησις ἀκόμη δὲν ἦτο σύμφωνος.
§147Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐδῶ διαφόρους ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου καὶ γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰς ὁποίας αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, καί, ἂν θέλητε, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν τελευταίαν ἐξ αὐτῶν τοῦ 1886 γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. δεῖνα ἐγγράφου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς πληρωμὴν τοῦ φόρου ὁ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ καὶ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενος πρὸς ἄλεσιν σῖτος, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ καταναλωθῇ ἐν ᾧ τόπῳ ἀλεσθῇ, διότι ἡ περὶ τούτου διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1871 εἶναι σαφὴς καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ἐπιδέχεται ἑρμηνείαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ὁ ὑπὸ τῶν ἐμπόρων Τριάντη ἀλεσθεὶς ἐν Πάτραις σῖτος θὰ πληρώσῃ μόνον ἐφ’ ὅσον καταναλωθῇ τὸ ἄλευρον ἐν Πάτραις καὶ οὐχὶ ἐφ’ ὅσον θὰ μετακομισθῇ ἀλλαχοῦ. Οὕτω δ’ ἡρμηνεύθη ὁ νόμος ὡς ἐκ τῶν ὁδηγιῶν τοῦ Ὑπουργείου ἐξάγεται». Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς ὁδηγίας αὐτὰς εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρεται τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ὀκτωβρίου 1871. Πρὸς τὰς διοικητικὰς καὶ τελωνιακὰς Ἀρχὰς τοῦ Κράτους. Πρὸς ἀνάπτυξιν κλπ.». Ἑπομένως ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ἦτο αὐτή. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, ὑποθέτω ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι οὕτω πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν. Ἐὰν πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὰ βιομηχανικὰ αὐτὰ καταστήματα καὶ ἂν πρόκειται νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν καὶ τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ ἑρμηνεύσωμεν οὕτω τὴν διάταξιν, διότι ὁ σῖτος ὅλος ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλλάδα· εἶναι γνωστὸν αὐτό· ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ ἐλάχιστος σῖτος μεταφέρεται ἀπὸ ἑνὸς δήμου εἰς ἕτερον. Οὕτω πως νομοθετοῦντες κατορθώνομεν τέλος πάντων κάτι τι καὶ ἐπιτυγχάνομεν ὥστε νὰ προστατεύσωμεν τὰ ἐργοστάσια τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν. Νομίζω ἑπομένως ὅτι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ νομοσχέδιον ὀρθότερον ἔχει κατὰ τοῦτο, ὅτι αἴρει ἀπὸ τοῦ μέσου μίαν ἀμφιβολίαν ἡ ὁποία ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε. Κατὰ τὰ ἄλλα τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι πλῆρες· πρόκειται μόνον περὶ προσθήκης μιᾶς φράσεως «καὶ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ». Αὐτὸ μόνον ἐὰν γίνῃ, τότε εἶναι ὅμοιον μὲ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω ἀρκετὸν αὐτό.
§148Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ νὰ τεθῇ ἡ φράσις;
§149Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐκεῖ ποῦ λέγετε «Ἐσωτερικοῦ» νὰ προστεθῇ «καὶ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ». Τὸ νομοσχέδιον λέγει· «ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου δημοτικοῦ μωλικοῦ καὶ πορθμοῦ ὁ βάμβαξ καὶ ὁ σῖτος ὁ μεταφερόμενος ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ καὶ κατεργαζόμενος ἐν τοῖς ἀνωτέρω ἐργοστασίοις». Νὰ γίνῃ «ὁ εἰσαγόμενος ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἢ μεταφερόμενος ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ καὶ κατεργαζόμενος ἐν τοῖς ἀνωτέρω ἐργοστασίοις». Ἅμα προστεθῇ αὐτὴ ἡ λέξις, τὸ νομοσχέδιον καθίσταται πλῆρες. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν, διότι ἀρκετὰ εἶναι αὐτά, ὅπως πείσωσιν αὐτὸν ὅτι εἶναι τὸ ὀρθότερον νὰ καταρτισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς εἶπον.
§150Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀπετέλουν μέλος καὶ ἐγὼ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον, εἰμὶ ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τινά, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις τὸ πρῶτον ἔμεινε σύμφωνος, ἀπεφασίσθη, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ σῖτος εἰσερχόμενος πρὸς μεταποίησιν εἴτε ἀπὸ τοῦ Ἐσωτερικοῦ εἴτε ἀπὸ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰς οὐδεμίαν ὑπήγετο φορολογίαν. Ἀκολούθως ὅμως ἐπιδραμόντων ὅλων τῶν βιομηχάνων τῶν διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος ἡ ἐπιτροπὴ δυστυχῶς ἐδιχάσθη, καί τινες μὲν ἀπετέλεσαν τὴν ἐλάσσονα γνώμην καὶ ἐδέχθησαν ὥστε ὁ σῖτος ὁ εἰσερχόμενος ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ φορολογῆται παρανόμως, διότι μέχρι τοῦδε κακῶς ἐφορολογεῖτο καὶ ἄνευ νόμου, ἡ πλειονοψηφία δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἐδέχθη νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τοῦ 1871 καὶ νὰ μείνῃ ἀφορολόγητος ὁ σῖτος ὁ εἰσερχόμενος ἔκ τε τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ τοῦ Ἐσωτερικοῦ. Οὐδεὶς λόγος συντρέχει, κ. Πρόεδρε, ὥστε νὰ προστατευθῇ διὰ φορολογίας ὁ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ μόνον σῖτος, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καταστῇ προνομιακὸν ὡρισμένων ἀτμομύλων διαφόρων μερῶν, ἄλλοι δὲ θὰ καταδικασθῶσιν εἰς κατάπαυσιν τῶν ἐργασιῶν των· τοὐναντίον δέ τινες δῆμοι, δῆμοι καταναλώσεως, θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώσωσι δὶς δημοτικὸν φόρον καταναλώσεως, πολλάκις δὲ καὶ τρίς. Διὰ τοῦτο οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τοῦ 1871. Ψευδῶς δὲ καὶ ἀνακριβῶς παρεστάθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι δῆθεν διάφοροι πιστωταὶ συνῆψαν δάνεια μετὰ διαφόρων δήμων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου αὐτοῦ· ὁ νόμος οὐδὲν ἔδιδε δικαίωμα μέχρι τῆς χθὲς εἰς τοὺς δήμους νὰ συνάψωσι δάνεια καὶ νὰ θέσωσιν εἰς ἐγγύησιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ φόρον μὴ στηριζόμενον εἰς κανένα νόμον. Δι’ αὐτὸ ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τοῦ 1871 τοῦ καταργηθέντος κατὰ παραδρομὴν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδεὶς δὲ λόγος ὑπάρχει νὰ ὑποχρεώσωμεν κατοίκους διαφόρων μερῶν νὰ πληρώνωσι διπλάσιον φόρον καταναλώσεως.
§151Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε κατετέθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν ἁπάσας τὰς λεπτομερείας καὶ δυσκολίας εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ ἐπιτροπή. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπ’ οὐδενὸς ἐπιέσθη καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀπόφασιν αὐτῆς εἶχε παραδεχθῆ νὰ ἐπανέλθῃ τὸ τὸ πρώην καθεστώς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλοὶ βιομήχανοι ἦλθον καὶ προσεπάθησαν νὰ πείσωσι τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μὴ ἐμμείνῃ εἰς τὸ πρώην καθεστώς, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη εἰς τὴν δύσκολον θέσιν τί νὰ πράξῃ· νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς ἐργοστασιάρχας τοὺς ζητοῦντας νὰ μὴ ἐπανέλθῃ τὸ πρώην καθεστὼς ἢ νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς δημάρχους διαμαρτυρομένους ὅτι ἕνεκα τῶν δανείων τὰ ὁποῖα ἔχουσι θὰ εὑρεθῶσι παραβιασταὶ πρὸς τὰς Τραπέζας. Σκεφθεῖσα ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν πρὸς τὰς Τραπέζας δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1895 ἀπεφάσισε νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν πρώτην ἀπόφασίν της, δηλαδὴ νὰ μείνῃ τὸ πρώην καθεστώς· καὶ οὕτω πως διετυπώθη τὸ πρώην καθεστὼς κατὰ γράμμα, οὐδεμίαν δὲ κεραίαν ἤλλαξε. Δυστυχῶς τὸ πρώην καθεστὼς ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς δίκας, καὶ ἡ νομολογία ἐδιχάσθη, ὡς πολὺ καλῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη ὅτι ὁ εἰσαγόμενος σῖτος ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰς δῆμον χωρὶς νὰ καταναλωθῇ δὲν εἶναι κατανάλωσις. Τοῦτο συνέβη ἐν Πάτραις. Ἐν Πειραιεῖ συνέβη τὸ ἐναντίον. Ἐκεῖ ἔχομεν ἄλλην νομολογίαν καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν γνωρίζομεν ποία νομολογία θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον ἰσχυρά. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα· συμφέρει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον; Νομίζω ὅτι, ἐὰν πρόκειται ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, πρέπει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ τὸ πρώην καθεστώς.
§152Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐπιβολὴ φορολογίας, δηλαδὴ κατάργησις τῆς δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ εἴς τινα τόπον ἀλεθομένου σίτου διὰ νὰ μεταφερθῇ εἰς ἄλλον δῆμον τοῦ Κράτους, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐπιβολὴ τοιαύτης φορολογίας εἶναι ἄδικος. Διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος κ. Τσιτσάρας, οὐδένα λόγον ἔχει ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας νὰ πληρώνῃ διπλοῦν φόρον διὰ τὰ ἄλευρα.
§153Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀγοράζει 75 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν τὸ ἄλευρον.
§154Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὁ σῖτος ὁ εἰσαγόμενος εἴτε ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἴτε ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ διὰ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἄλευρον εἰς ὡρισμένον τόπον ζητεῖ φιλοξενίαν ὀλίγων ἡμερῶν διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Εἶναι λοιπὸν ἄδικον νὰ πληρώνῃ ὁ οὕτω κατεργαζόμενος σῖτος εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ἔνθα δὲν καταναλίσκεται καὶ νὰ πληρώνῃ ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς φόρον δι’ ὡρισμένον δῆμον τοῦ Κράτους. Εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ὀρθῶς παρέστησε τὶ συνέβη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶχον καὶ ἐγὼ λάβει μέρος, λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ πρώην καθεστὼς διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871 εἶχε δώσει λαβὴν εἰς πλείστας ὅσας παρεξηγήσεις καὶ πλείστας ὅσας ἀδικίας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀποκαλύψῃ, ὅτι ὁ δῆμος Παγασῶν εἰσπράττει φόρον ἀπὸ τοῦ σίτου ἀλεθομένου οὐχὶ ἐν τῷ δήμῳ Παγασῶν, διότι τὰ ἐργοστάσια δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ δήμῳ Παγασῶν, ἀλλ’ ἐν πλείστοις δήμοις.
§155Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἰς τὸ Βελεστῖνον.
§156Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐν τούτοις ὁ δῆμος Παγασῶν εἰσπράττει φόρον ὀγδοήκοντα χιλιάδων δραχμῶν διὰ σῖτον, ὁ ὁποῖος δὲν κατεργάζεται ἐν τῷ δήμῳ Παγασῶν. Τὰ ἐργοστάσια εὑρίσκονται ἐν πλείστοις ἄλλοις δήμοις.
§157Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἕν μόνον ἐργοστάσιον εἶναι.
§158Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὁ δῆμος Κερκυραίων κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου τοῦ 1871 ἐξαιρεῖται πάσης φορολογίας διὰ τὸν σῖτον ὁ ὁποῖος ἐξάγεται δι’ ἄλλους δήμους τοῦ Κράτους, καὶ τοῦτο διότι ἡ μὲν ἐξαγωγὴ ἐκ Κερκύρας εἶναι ἐλαχίστη, σχεδὸν μηδαμινή. Ἐκράτησε δὲ δι’ ἑαυτὸν ὁ δῆμος Κερκύρας τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ εἰσπράττῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν ἀλεθομένων ἀλεύρων τῆς νήσου Κερκύρας. Ἐνῷ ἐξάγονται ἐκ τοῦ δήμου Κερκύρας εἰς τοὺς ἄλλους δήμους Κερκύρας, ἐν τούτοις τὸν φόρον αὐτὸν τῆς καταναλώσεως τῆς ὅλης νήσου Κερκύρας ἀνέχεται ὁ δῆμος Κερκύρας. Ἐν Πειραιεῖ ἐκράτησεν ἄλλο σύστημα. Ἐκεῖ, διὰ νὰ λείψωσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι ἀπὸ τὰς δίκας καὶ ἀπὸ τὰς ἀμφιταλαντεύσεις τοῦ φόρου, διὰ νὰ μὴ ἀγοράζωσιν ἄλλοτε μὲ μεγαλειτέραν τιμὴν καὶ ἄλλοτε μὲ μικροτέραν τιμήν, καὶ ἐπειδὴ ἐξ ἄλλου ἡ ἐξαγωγὴ ἐκ τοῦ λιμένος Πειραιῶς εἶναι μεγίστη καὶ ὁ δῆμος Πειραιῶς ἔχει συμφέρον νὰ περιορισθῇ εἰς ἐλάχιστον ποσοστόν, ἔκαμαν σύμβασιν μὲ τὸν δῆμον Πειραιῶς, διότι, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κ. Γκότσης, δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ δῆμος Πειραιῶς νὰ εἰσπράττῃ τὸν φόρον αὐτόν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ὡς κατέφυγον οἱ ἐργοστασιάρχαι Πειραιῶς, ἐδέχθησαν καὶ ἔκαμαν σύμβασιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ὁ δῆμος Πειραιῶς εἰσπράττει 200,000 δραχμῶν. Ἕνεκεν αὐτῶν τῶν ἀλληλοσυγκρουομένων συμφερόντων ἐπέμεινα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἰς τὴν γνώμην ὅτι ὁ σῖτος ὁ οὕτω πως ζητῶν φιλοξενίαν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον εἰς τὸν τόπον εἰς ὃν θὰ κατεργασθῇ δὲν πρέπει νὰ πληρώνῃ φόρον. Ἐπειδὴ ὅμως πλεῖστοι δῆμοι τοῦ Κράτους, ὡς τῆς Κερκύρας, τῆς Σύρου τοῦ Πειραιῶς, τῶν Πατρῶν δὲν πληρώνουσι κατόπιν δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἐπειδὴ οἱ δῆμοι αὐτοὶ θὰ ἐλαττώσωσι τὰ ἔξοδά των κατὰ μέγα ποσόν, διὰ τοῦτο ἐπέμεινα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθορίσωμεν ἓν ποσοστὸν ἐλάχιστον ἐφ’ ὅλου τοῦ σίτου τοῦ οὕτως εἰσαγομένου καὶ ἐξαγομένου εἰς ἄλλους δήμους, ἓν ἐλάχιστον ποσοστόν, ἑνὸς ἢ ἑνὸς τετάρτου τοῦ λεπτοῦ.
§159Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Τὴν ὀκᾶν;
§160Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δηλαδὴ ἓν ἐλάχιστον ποσὸν ἀπέναντι ἐκείνου τὸ ὁποῖον πληρώνει σήμερον, καὶ οὕτω θὰ κρατήσῃ μία νομολογία παγία καὶ διαρκὴς εἰς ὅλον τὸ Κράτος, δὲν θὰ ἔχωμεν δὲ τὰ ἐργοστάσια εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἑκάστοτε δημοτικῶν συμβουλίων. Ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς τὸ ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπή, τότε θὰ δοθῇ πλέον ἑρμηνεία οὐχὶ ἐκείνη ἡ ὁποία ἐδίδετο μέχρι τοῦδε, καὶ τοῦτο παρετήρησα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἔλεγον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅτι ἐπανερχόμενοι εἰς τὸ πρώην καθεστὼς δὲν ἐπανερχόμεθα, διότι τὸ πρώην καθεστὼς ἄλλως ἡρμηνεύθη. Ὅταν σήμερον ἀναφέρωμεν τὸν νόμον τοῦ 1871 καὶ τὸν ἑρμηνεύωμεν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ κρατήσῃ ἡ νομολογία ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐκράτησε, καὶ τότε ὁ σῖτος, ὁ ὁποῖος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσάγεται, θὰ πληρώνῃ δασμὸν ἄνισον, διότι ὁ δῆμος Πειραιῶς πάλιν θὰ ἐξακολουθῇ τὴν σύμβασίν του. Ὁ δῆμος Πατρῶν μὴ ὑπολογίζων ὅτι βλάπτει τὰ ἐργοστάσια τοῦ τόπου του θέλει νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα χρήματα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν καθ’ ἃς διοικοῦσιν οἱ δήμαρχοι καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι θέτουσιν ἐν ἀνίσῳ μοίρᾳ τὰ ἰδικά των ἐργοστάσια πρὸς τὰ ἐργοστάσια τοῦ Πειραιῶς καὶ νομίζοντες ὅτι δύνανται αὐθαιρέτως νὰ ἐξοικονομῶσι τὸν φόρον αὐτὸν εἰς βάρος τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ φάγῃ τὸν ἄρτον του ἀκριβά. Διὰ τοῦτο ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δέον νὰ δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς τὸ ὑπέβαλε, μὴ ἐξαιρῶν τὸν Πειραιᾶ, διότι τότε θὰ εἶναι ἄδικον νὰ θέσωμεν τοὺς ἐργοστασιάρχας τοῦ Πειραιῶς ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ τοὺς ἄλλους, ἤ, ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τῶν δήμων, τότε νὰ τεθῇ ἓν μικρὸν ποσοστόν. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Τριφυλίας κ. Σπέντζαν, διακόψαντά με πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ δὲν εἶναι πολύ.
§161Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ἓν λεπτὸν ἢ ἓν τέταρτον τοῦ λεπτοῦ.
§162Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἓν λεπτόν. Ἐν Κερκύρᾳ πληρώνουσι τέσσαρα λεπτά, ὥστε θὰ ἐπέλθῃ ἐξίσωσις διὰ τοῦ μέσου τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύω.
§163Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Διότι γίνεται εἰς τὴν Κέρκυραν, πρέπει νὰ γίνῃ εἰς ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους;
§164Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ εἰς τὰς Πάτρας τὸ αὐτὸ γίνεται διὰ τὸ καταναλισκόμενον ἐν τῷ δήμῳ Πατρέων. Λοιπὸν ἢ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μὴ ἐξαιρουμένου τοῦ Πειραιῶς, δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀπαλειφομένης τῆς λέξεως «ἐξαιρουμένου τοῦ Πειραιῶς», ἢ θὰ ὁρισθῇ ἓν ποσοστὸν ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, καὶ τοῦ καταναλισκομένου καὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου.
§165Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι προκειμένου νὰ θέσωμεν νόμον τινὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀναχωροῦμεν. Ἅπαξ ἐτέθη ἡ ἀρχὴ πρέπει νὰ ἐξετάζηται αὐτὴ καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς συνεπείας, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον διά τινα συνέπειαν δὲν ὑπάρχει εἰδικὸς λόγος ἐπιβάλλων ἵνα μὴ δι’ αὐτὸν ἀποδεχθῶμεν τὴν τεθεῖσαν ἀρχήν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν ποία τις εἶναι ἡ ἀρχή; Ἡ ἀρχὴ εἶναι ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ φορολογῆται διὰ τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ὡς δὲν φορολογεῖται καὶ διὰ τῆς δημοσίας τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπιβαλλομένης φορολογίας, ὁ σῖτος ὁ εἴς τινα δῆμον εἰσαγόμενος καὶ ἐν αὐτῷ λαμβάνων τὴν ἁπλῆν ἐπεξεργασίαν εἰς ἄλευρον καὶ καταναλισκόμενος εἰς ἄλλον τόπον. Πρόκειται περὶ ἀρχῆς, νομίζω, βιομηχανικωτάτης. Διότι, ἐὰν ἠθέλετε δεχθῆ πρὸς στιγμὴν τὸ ἀντίθετον, ἤθελετε περιπέσει εἰς τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ φορολογήσητε τὴν ἐν τῷ τόπῳ διεξαγομένην ἐργασίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἀπὸ τίνα θέλετε λάβει τὸν φόρον αὐτόν; Θέλετε λάβει αὐτὸν ἀπὸ τοὺς καταναλωτὰς τοῦ ἀλεύρου; Ὄχι βεβαίως, διότι οἱ καταναλωταὶ τοῦ ἀλεύρου εὑρίσκουσιν ἴσως προσφυγὴν εἰς ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται τὴν ἐπιβάρυνσιν αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον περιορίζετε τὴν φορολογίαν ἐντὸς τοῦ δήμου θὰ λάβητε αὐτὴν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται. Δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ τερατωδεστέρα φορολογία ἀπὸ ταύτην, ἡ ὁποία λέγει· πληρώσατε, διότι ἐργάζεσθε· πληρώσατε, οὐχὶ διότι καταναλίσκετε, ἀλλὰ διότι ἐργάζεσθε. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1871 ἐτέθη ἡ ἀρχὴ ὅτι ὁ σῖτος ὁ κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν ἐπεξεργαζόμενος ἔν τινι δήμῳ δὲν φορολογεῖται ἐν αὐτῷ. Ὁ νόμος τοῦ 1871 ἔχει δύο ἄρθρα. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ὁμιλεῖ περὶ σίτου, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ προερχόμενος ἐπεξεργάζεται εἴς τινα δῆμον καὶ ἐξάγεται πάλιν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ ὁμιλεῖ περὶ σίτου ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ προερχόμενος ἐπεξεργάζεται ἔν τινι δήμῳ καὶ εἰσάγεται εἰς ἄλλον τοιοῦτον τοῦ Ἐσωτερικοῦ. Δὲν ὡμίλησε περὶ τῆς συμπεπλεγμένης ἐξ ἀμφοτέρων τῶν διατάξεων περιπτώσεως. Ἀλλ’ ὁ ἔχων ἰδέαν τῶν κοινοτέρων κανόνων τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων ἤθελεν ἐννοήσει ὅτι ἡ συμπλοκὴ αὕτη εἶναι ἔργον τοῦ ἑρμηνευτοῦ. Ἑπομένως, ὅταν ὁ νομοθέτης λέγῃ ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς φορολογίαν ὁ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενος καὶ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐξαγόμενος σῖτος καὶ ὁ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ εἰσαγόμενος καὶ εἰς τὸ Ἐσωτερικὸν εἰσαγόμενος ὑπονοεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ καὶ ὁ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενος εἰς τὸ Ἐσωτερικὸν καὶ κατεργαζόμενος ἐν αὐτῷ, ἐξαγόμενος δὲ εἰς τὸ Ἐσωτερικὸν καὶ ἀντιστρόφως. Διότι οἱ νόμοι ἑρμηνεύονται μὲ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἐκπροσωποῦσιν, ἔργον δὲ τοῦ ἑρμηνευτοῦ εἶναι ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἰδέαν τοῦ νομοθέτου. Τὴν ἰδέαν αὐτοῦ ἀνευρίσκομεν οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δίς, εἰς τὰς διπλᾶς διατάξεις τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ἐὰν δ’ ἔτυχεν ἄλλως νὰ ἑρμηνεύσῃ τις τὸ πρᾶγμα, τοῦτο δὲν σημαίνει, διότι τὸ ἡρμήνευσε ἀλλοιώσας τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου. Τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1871 ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα, ἀποδεκτῆς γενομένης μετὰ πάσης συνεπείας. Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη· διατὶ ἐν ἔτει 1909, μετὰ 38 ἔτη, θέλομεν εἴπει ὅτι τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν δεχόμεθα, ὅτι δεχόμεθα μόνον ὅταν ὁ σῖτος ὁ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ εἰσάγηται εἴς τινα δῆμον καὶ ἐπεξεργάζηται εἰς αὐτόν, ἐξάγηται δὲ καὶ καταναλίσκηται ἐν ἑτέρῳ δὲν θέλει ὑποστῆ φορολογίαν, ὅταν δὲ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἔρχηται, θέλει τὴν ὑποστῆ. Δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ λόγος τοιαύτης διακρίσεως. Βεβαίως ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ἐλέχθη, ὅτι αἱ Τράπεζαι ἔχουσι συνάψει δάνεια μετὰ τῶν δήμων καὶ ἔχουσιν ἀναλάβει ὡς ὑπεγγύους, ὡς ἐνέχυρα, ὡς ἐξασφάλισιν τὰς προσόδους τῶν δήμων καὶ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Ἀλλ’ ἐνόμισαν αἱ Τράπεζαι ὅτι εἰς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως περιλαμβάνεται καὶ ὁ φόρος τοῦ σίτου; Ἀλλὰ διατί τοῦτο, ἀφοῦ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1871 ὑπάρχει; Πῶς δὲ δύνανται νὰ στηριχθῶσιν αἱ Τράπεζαι εἰς τοιαύτας παρανόμους ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον διατυπώσει οἱ δῆμοι ἀπέναντι τῶν ἐργοστασιαρχῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐπὶ παρανόμων ἀξιώσεων στηριζομένων δικαιωμάτων ἤθελον συνάψει συμβάσεις; Ποῖος δὲ εἶναι ὁ δῆμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνεπεία τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν, συνεπεία τῆς θέσεως τοῦ νόμου, οἷος ἦτο καὶ πρὶν ὀρθῶς ἑρμηνευόμενος, θέλει περιέλθει εἰς ἀνεπάρκειαν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν ὑποχρεώσεών του; Οὐδείς. Δὲν εἶναι δὲ σοβαρὸν νὰ λέγωμεν ὅτι θέτοντες τὸν νόμον ὡς διατυποῖ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ πράττομεν, ἵνα προστατεύσωμεν τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῶν Τραπεζῶν. Τὸ πράττομεν, δύναται νὰ λεχθῇ, ἵνα παράσχωμεν εἰς τοὺς δήμους πόρους. Ἀλλὰ τότε μεταβάλλετε τὴν νομοθεσίαν τὴν δημοτικήν, τὴν στιγμὴν δὲ καθ’ ἣν θὰ μεταβάλητε ταύτην, δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ σᾶς εἴπῃ τις, οὔτε σεῖς θὰ τὸ προτείνητε, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριλάβητε μεταξὺ τῶν πραγμάτων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ φορολογήσῃ ὁ δῆμος καὶ τὴν ἐν τῷ δήμῳ τελουμένην ἐργασίαν. Ἄς φορολογήσῃ μὲ εὐρύτατον ὅριον τὴν κατανάλωσιν ὁ δῆμος, ἂς φορολογήσῃ τὰς προσόδους· ἀλλὰ πέρα τῶν προσόδων καὶ πέρα τῆς καταναλώσεως δὲν ἐπιτρέπεται ἐπιβολὴ φόρων καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Δυστυχῶς δ’ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἔχομεν ἐπιβάλει οὐκ ὀλίγας ἀτέχνους φορολογίας ἐπὶ πλείστων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα οὔτε προσόδους οὔτε κατανάλωσιν ἀποτελοῦσιν. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος ὑπάρχει τῆς διακρίσεως τῶν δύο περιπτώσεων. Διατί τάχα, ὅταν ἔρχηται ὁ σῖτος ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ καὶ ὑφίσταται τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ ἐξάγηται ὡς ἄλευρον ἐπεξειργασμένος, λέγετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ, ὅταν δὲ ἔρχηται ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἁπλῶς πρέπει νὰ πληρώσῃ; Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὸν λόγον τῆς τοιαύτης διακρίσεως.
§166Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι εἶναι νόμος εἰδικός, προνομιακός, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκταθῇ εἰς περίπτωσιν ἥτις δὲν περιλαμβάνεται ἐν αὐτῷ.
§167Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κατασκευάζομεν ἤδη νόμον προνομιακὸν καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λόγος, ἵνα κατασκευάσωμεν τοιοῦτον νόμον. Καὶ ἐρωτῶ· ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ κατασκευάσωμεν νόμον τοιοῦτον;
§168Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εὕρηται ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1871.
§169Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ σημερινοῦ.
§170Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
§171Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὐδένα λόγον ἤκουσα τῆς διακρίσεως, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ λόγος τις. Τώρα ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Ὁ σῖτος ὁ ἐγχώριος ὁ εἰσαγόμενος καὶ καταναλισκόμενος ἔν τινι τόπῳ εἶναι ἐλάχιστος. Διὰ τοὺς πλείστους δὲ δήμους, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, διὰ τὰς Πάτρας, τὸν Πειραιᾶ κλ., ἐὰν τὸν περιορίσωμεν εἰς τὸν ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ εἰσαγόμενον σῖτον, δὲν θὰ ἔχωμεν ἀποτέλεσμα, διότι θὰ εἶναι ὡς νὰ μὴ θέσωμεν τὸν νόμον. Καὶ ἑπομένως ἡ τοιαύτη διάκρισις ἕνα σκοπὸν ἔχει, τὴν ἐπιτηδείαν ματαίωσιν τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ θέσωμεν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνηται. Ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει σαφῶς καὶ εἰλικρινῶς νὰ εἴπωμεν ὅτι θέλομεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν νὰ τὴν θέσωμεν ἐν ὁλοκλήρῳ τῇ ἐκτάσει ὅπου θέλομεν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν θέλομεν νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν, ἐὰν θέτωμεν αὐτὴν οὕτως ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ; Τοῦτο εἶναι ἔλλειψις ἐπιχειρημάτων, ἵνα ἀντικρούσωμεν τοὺς τὰ ἐναντία λέγοντας· εἶναι ἔλλειψις θάρρους νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅ,τι θέλομεν καὶ ἔμμεσος τρόπος ὑπεκφυγῆς εἰς ὅ,τι εὑρισκόμενοι ἐν τῇ ἀνάγκῃ πρὸ τῆς λογικῆς τῶν πραγμάτων πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν.
§172Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι γίνεται ἐλαφρά τις σύγχυσις μεταξὺ τῶν κανόνων οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐπιβαλλομένην φορολογίαν καὶ τῶν κανόνων οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν ὑπὲρ τῶν δήμων. Ἐὰν εἶναι ὀρθὸν τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν εἰσαγωγὴν ἀτελῶς τοῦ σίτου τοῦ εἰς ἄλευρα μεταποιουμένου πρὸς ἐξαγωγήν, δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ διὰ τοὺς δήμους νὰ ἐπιτρέψωσι τοῦτο. Διότι, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἤθελε φορολογήσει τὸν σῖτον τὸν μεταποιούμενον εἰς ἄλευρον, βεβαίως ἤθελε φορολογήσει ἐργασίαν ἀποκλειστικῶς γενομένην, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐντόπιον βιομηχανίαν διὰ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ καταναλωθῇ ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλ’ ὁ δῆμος φορολογεῖ, διότι παρέχει ἀνταλλάγματα εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας, ἀνταλλάγματα διὰ τοὺς λιμένας, διὰ τὰς ὁδούς. Ὅταν δὲ τὰ φορτία τὰ καθ’ ἑκατομμύρια διέρχωνται διὰ τῶν ὁδῶν, ἐπιβιβάζωνται καὶ ἀποβιβάζωνται, δύναται ὁ δῆμος νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτούς· «ἐκ τῆς ἐργασίας σας ὠφελεῖσθε, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναγνωρίσητε ὅτι καὶ ἐγὼ σᾶς προσφέρω κάτι τι πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἐργασίας σας διατηρῶν τὰς ὁδοὺς καὶ τὸν λιμένα, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλετε ἀνταλλάγματα. Τοῦτο εἶναι φυσικώτατον. Ἐὰν δ’ ἀφαιρέσητε τὸ εἰσόδημα τοῦτο ἀπὸ τὸν δῆμον Πειραιῶς, ἀσφαλῶς ὁ δῆμος οὗτος θὰ περιέλθῃ εἰς χρεοκοπίαν. Λοιπόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ στερήσωμεν τοὺς δήμους νομιμωτάτης προσόδου, πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὸν γενικὸν κανόνα ὅτι ὑπὲρ παντὸς δήμου ὁ σῖτος ὁ εἰσαγόμενος εἴτε ἔσωθεν εἴτε ἔξωθεν πρὸς μεταποίησιν εἰς ἄλευρα πρέπει νὰ πληρώνῃ ἐλαφρὸν φόρον, διότι ἄλλως θὰ στερήσωμεν τοὺς δήμους τῶν μέσων τῆς συντηρήσεώς των, καί, ἐὰν εἴτε οἱ λιμένες εἴτε αἱ ὁδοὶ δὲν συντηρηθῶσι καλῶς, τότε οἱ ἐργοστασιάρχαι θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μείζονα δαπάνην.
§173Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰδικῶς περὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου. Ἐφ’ ὅσον τὰ δικαιώματα τῶν δήμων στηρίζονται εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871 κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς δημοτικὸν φόρον ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος σῖτος, ὅστις ἄνευ τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ ὑπέκειτο εἰς φορολογίαν, πρόκειται περὶ δικαιώματος, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, στηριζομένου εἰς παρερμηνείαν τοῦ νόμου. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1847 περὶ δημοτικῶν φόρων ὑπόκεινται εἰς δημοτικὸν φόρον τὰ εἰσαγόμενα ἔν τινι δήμῳ πρὸς κατανάλωσιν. Ἦτο περιττὸς ὁ νόμος τοῦ 1871, ἐὰν ἀντελαμβάνοντο τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου τοῦ 1847, διότι ἡ κατεργασία δὲν εἶναι κατανάλωσις. Εἶναι δὲ περίεργον ὅτι, ἐνῷ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ 1871 θεωρεῖ τὴν κατεργασίαν ὄχι κατανάλωσιν, ἐν τούτοις σκέπτεται περὶ ἀπαλλαγῆς ἢ μὴ τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ σίτου τοῦ εἰσαγομένου μόνον πρὸς κατεργασίαν. Ὁ νόμος τοῦ 1871 διαστέλλων ῥητῶς τὴν κατεργασίαν ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν ἔκρινε περιττὸν ν’ ἀπαλλάξῃ τοῦ δημοτικοῦ φόρου τὸν σῖτον τὸν κατεργαζόμενον, μὴ καταναλισκόμενον δὲ εἴς τινα δῆμον. Μήπως δὲ εἰς τὸ περιττὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὰς κατόπιν ἀμφισβητήσεις, ὀφείλεται τὸ δυσχερὲς τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου; Δὲν γινώσκω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω εἶναι ὅτι, ἐὰν δὲν ἐψηφίζετο ὁ εὐεργετικὸς νόμος, θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1847 καὶ δὲν θὰ ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα ἂν ἡ ἄλεσις ἔν τινι δήμῳ ἀποτελεῖ τὴν κατανάλωσιν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκετο δικαστὴς νὰ δεχθῇ τοῦτο, εὑρέθη ὅμως δυστυχῶς ὁ Ἄρειος Πάγος. Καὶ νομικῶς, Κύριοι, θέλων νὰ ἐξετάσῃ τις καὶ διεισδύσῃ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐδέχετο ὅτι ἡ ἄλεσις εἶναι κατανάλωσις. Καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρχον οἱ ὑποστηρίζοντες ἐπιστημονικῶς τοιαύτην λύσιν, πάλιν ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ὁ Ἕλλην δικαστὴς ὅτι μία τοιαύτη ἑρμηνεία ὑποβάλλει εἰς δημοτικὴν φορολογίαν πάντα σῖτον, ὅστις πρόκειται ν’ ἀλεσθῇ εἰς ἕνα δῆμον ὄχι πλέον εἰς ἐργοστάσιον ἀτμοκίνητον, ἀλλ’ ὁπουδήποτε. Καὶ οὕτω θὰ ὑπῆρχε διττὴ φορολογία διὰ πάντα ἑλληνικὸν σῖτον. Δι’ ἡμᾶς τοὺς ἐκ τῶν ἀποκέντρων ἐπαρχιῶν καταγομένους εἶναι γνωστὸν τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχουσι πάντες οἱ δῆμοι ἀλευρομύλους, διότι δὲν ἔχουσιν ὕδωρ διὰ τὴν κινητήριον δύναμιν, ὅτι συμβαίνει αἴφνης ἐν Μαντινείᾳ μόνον οἱ ἔξω δῆμοι, δύο ἢ τρεῖς, νὰ ἔχωσιν ἀλευρομύλους καὶ οἱ ἄλλοι νὰ μὴ ἔχωσι. Τί γίνεται δὲ εἰς ἕνα ἀλευρόμυλον τοῦ δήμου Φαλάνθου; Συγκεντροῦνται σῖτοι πρὸς ἄλεσιν ἐκ τριῶν ἢ τεσσάρων δήμων, γίνεται ἡ ἄλεσις ἐκεῖ καὶ μεταφέρονται τὰ ἀλεσθέντα ἄλευρα εἰς τοὺς δήμους ἐξ ὧν προέρχονται. Θὰ ἐφορολογοῦντο λοιπὸν μὲ τὴν διδομένην ἔννοιαν εἰς τὸν νόμον ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ τοῦ Φαλάνθου, ἐν ᾧ εἶχον φορολογηθῆ δημοτικῶς, ὅτε εἰσήχθησαν εἰς τὸν δῆμον τῆς καταναλώσεως. Ἴσως μάλιστα ἐπανερχόμενα εἰς τὸν δῆμον ἐξ οὗ προέρχονται ἐκ τοῦ δήμου εἰς τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἄλεσις νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς νέαν φορολογίαν καὶ θὰ ἔχωμεν οὕτω τριπλασίαν φορολογίαν. Εἰς αὐτὰ τὰ ἄτοπα ἄγει ἡ θεωρία ὅτι ἡ ἄλεσις ἀποτελεῖ κατανάλωσιν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐδέχθη ὁ νόμος τοῦ 1871. Ὁ νόμος τοῦ 1871 διέκρινε μεταξὺ τῆς κατεργασίας καὶ καταναλώσεως· καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγένετο διάκρισις μόνον ἡ κατανάλωσις δικαιολογεῖ τὴν ἐπιβολὴν δημοτικοῦ φόρου. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει δὲν θὰ ἔπρεπεν οὔτε νὰ συζητῶμεν ἂν ὑπάγονται εἰς δημοτικὸν φόρον. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία ἐζητήθη διὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους τόπους ἀντίκειται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς φορολογίας καὶ ὅτι, ἐὰν ἄλλην ἀρχὴν εἶχε καθιερώσει ὁ νόμος ἐκεῖνος, θὰ ἐχρειάζετο νὰ κάμωμεν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τοῦ σίτου καὶ ὄχι ἔχοντες τὴν ὑγιᾶ ἀρχὴν τοῦ νόμου, ὅτι ἡ ἄλεσις δὲν ἀποτελεῖ κατανάλωσιν, νὰ θελήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν ἀντίθετον ἀρχήν, ἐπιβαρύνουσαν τὸν σῖτον διὰ δημοτικοῦ φόρου. Νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ὅτι ἡ ἄλεσις δὲν ἀποτελεῖ κατανάλωσιν, εἶναι ἡ ἑρμηνεία ἡ ἀληθής, ἡ σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1871, ἡ δυναμένη νὰ λύσῃ ὅλα τὰ γεννηθέντα ζητήματα. Βεβαίως εἶναι πιθανὸν νὰ ζημιωθῶσι δῆμοί τινες, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἀπέκτησαν ἐκ τῆς παρερμηνείας αὐτῆς δικαιώματα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ νόμου.
§174Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέλαβον ὑποχρεώσεις δημιουργηθέντων πόρων δημοτικῶν διὰ τῆς τοιαύτης παρερμηνείας καὶ εὑρισκόμεθα σήμερον ἐνώπιον καθεστῶτος ὑποχρεωτικοῦ διὰ πολλοὺς δήμους.
§175Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅμως μιᾶς παρερμηνείας.
§176Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὥστε θεωροῦσιν οἱ δῆμοι ὅτι ἀπέκτησαν δικαιώματα ἐκ τῆς παρερμηνείας τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τοιούτων δικαιωμάτων στηριζόμενοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἀδικοῦνται, ἀλλὰ τὰ ἐκ παρερμηνείας κτηθέντα δικαιώματα ταῦτα δὲν εἶναι δικαιώματα.
§177Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι παρερμηνεία.
§178Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ὁ κ. Βοκοτόπουλος εἶναι τοῦτο, ὅτι ταῦτα τὰ ὁπωσδήποτε κτηθέντα δικαιώματα ἀπὸ τὴν φορολογίαν τὰ ἔδωκαν οἱ δῆμοι ὡς ἀντάλλαγμα διὰ δάνεια τὰ ὁποῖα ἔκαμον. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ Τράπεζα προκειμένου νὰ δανείσῃ ἕνα δῆμον δὲν θὰ ἐστηρίχθη ἐπὶ τοιούτου εἰσοδήματος. Καὶ δὲν θὰ ἐστηρίχθη, διότι εἰς οὐδένα δῆμον ὑπῆρχεν ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§179Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰδικῶς μάλιστα ἐστηρίχθη ἐπ’ αὐτοῦ.
§180Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ τίνος δὲ σίτου φορολογουμένου ἐπρόκειτο, ὥστε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τούτου ἡ Τράπεζα; Ὁσηδήποτε καὶ ἐὰν ἐγένετο παρερμηνεία, μόνον ἐφ’ ἑνὸς σημείου θὰ ἐγένετο τοιαύτη· ἐπρόκειτο περὶ σίτου εἰσαγομένου ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, διὰ νὰ καταναλωθῇ εἰς τὸ Ἐσωτερικόν· μόνον περὶ αὐτοῦ τοῦ σίτου θὰ ἐπρόκειτο, δὲν ἐπρόκειτο δὲ περὶ ἄλλου σίτου. Τοῦτο εἶναι ἐπιχείρημα ἐκ τῶν ὑστέρων ὑποβαλλόμενον, διότι ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ νόμου μειοῖ τὰ μέχρι τοῦδε ἔσοδα τῶν δήμων, ὡς εἰθίσθη, νὰ εἰσπράττωνται. Καὶ δύναται νὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα ἂν συμφέρει νὰ ἐλαττώσωμεν ἔσοδα τῶν δήμων γεννηθέντα ἔστω καὶ ἐκ παρερμηνείας τοῦ νόμου ἢ συμφέρει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀδιαφοροῦντες ἂν θὰ μειώσωμεν ἔσοδα κακῶς κτηθέντα ἢ συμφέρει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν καλὴν ἑρμηνείαν καὶ νὰ προνοήσωμεν δι’ ἄλλου νόμου, ἵνα αὐξήσωμεν τὰ συμφέροντα τὰ κακῶς μέχρι τοῦδε αὐξηθέντα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου, διὰ νὰ εἴμεθα νομοθετικῶς ἐν τάξει καὶ νὰ μὴ καθιερώσωμεν ἀρχὰς ἀντικειμένας εἰς τὸ ὀρθόν. Καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ ἐξ ἑνὸς ἄλλου λόγου, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ὁ σῖτος ἔχει βαρυνθῆ τόσον πολὺ διὰ φορολογίας, ὥστε μία ἀκόμη φορολογία θὰ ἐπαυξήσῃ τὴν δυσχέρειαν καὶ στενοχωρίαν τοῦ καταναλίσκοντος τὸν σῖτον λαοῦ.
§181Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔλαβεν, ὡς μὴ ὤφελε, διαστάσεις μεγαλειτέρας τοῦ δέοντος, καθόσον ὁ νόμος περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συζητήσωμεν εἶναι γνωστὸς καὶ σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον τὸν καταργηθέντα κατὰ λάθος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐντύπωσιν ὁπωσδήποτε εἶναι ἡ ὄντως Ἰησουϊτικὴ βάσις τὴν ὁποίαν ὁ ἀγαπητός μοι φίλος κ. Ἀγγελόπουλος ἔθηκεν ὑπὲρ τῶν δήμων. Εἶπεν ὅτι οἱ δῆμοι προσφέρουσιν ὑπηρεσίας καὶ ὑποβάλλονται εἰς θυσίας ὑπὲρ τῶν βιομηχάνων καὶ δὲν λαμβάνουσιν ἀνταλλάγματα. Ἐλησμόνησε βεβαίως ὅτι οἱ δῆμοι αὐτοὶ καὶ δὴ ὁ δῆμος Πειραιῶς λαμβάνει καὶ λόγῳ εἰσαγωγῆς καὶ λόγῳ ἐξαγωγῆς λιμενικὰς ὑποχρεώσεις ἀρκετὰ μεγάλας ἀπὸ τοὺς βιομηχάνους τῆς μεταποιήσεως τοῦ σίτου, ἀλλὰ προσθέτω: λαμβάνει ὁ δῆμος ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον ἐκ τοῦ ἀναλισκομένου ἀλεύρου ἐν τῷ δήμῳ Πειραιῶς.
§182Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει ἀξίαν.
§183Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πῶς δὲν ἔχει ἀξίαν;
§184Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλετε νὰ μὴ πληρώνωσι;
§185Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ πληρώνωσιν, ἀλλὰ κατὰ συνέπειαν λαμβάνει ἀνταλλάγματα ὁ δῆμος Πειραιῶς.
§186Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἀνταλλάγματα τὰ λαμβάνουσιν ὅλοι οἱ δῆμοι.
§187Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Λαμβάνει καὶ ὁ λιμήν. Δὲν βλέπω τὸν ἐξαιρετικὸν λόγον δι’ ὃν δὲν θὰ λαμβάνῃ. Ἐνδεχόμενον τὸ ἐργοστάσιον νὰ μὴ εὑρίσκετο ἐν Πειραιεῖ, ἀλλὰ νὰ ἦτο ἐν ἄλλῳ δήμῳ· τί θὰ ἐλάμβανε τότε ὁ Πειραιεύς; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη, ὅτι ὁ δῆμος Πειραιῶς ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις ἐνώπιον τῆς Τραπέζης ἢ ἄλλου τινός, δὲν θὰ ἦτο ἀληθές, διότι ὁ δήμαρχος Πειραιῶς κληθεὶς νὰ φέρῃ τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας συνωμολόγησε μὲ τὰς Τραπέζας ἢ μὲ ἄλλα καταστήματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων τούτων εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει κάμει τοιαύτας συμβάσεις.
§188Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον περὶ συμβάσεων.
§189Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὡμίλησεν ἄλλος. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ διχογνωμήσωμεν· δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται ὁ σῖτος ὁ ἐρχόμενος ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, διότι θὰ δημιουργηθῶσι διχόνοιαι καὶ προνόμια ὡρισμένων ἐργοστασίων. Ἐθεσπίσθη δὲ τοῦτο ἐξαιρετικῶς δι’ ἓν ἐργοστάσιον, τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Βόλου, διότι ὁ δῆμος πολὺ κακῶς φερόμενος ἐφορολόγει τὸν σῖτον εἰς τὸ ἐργοστάσιον κείμενον εἰς τὴν περιφέρειαν ἑτέρου δήμου. Πρόκειται δὲ νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς: νὰ φορολογηθῇ ὁ σῖτος ὁ εἰσερχόμενος ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, ἐνῶ τὸ ἐργοστάσιον, μεταποιοῦν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σῖτον ἐγχώριον θὰ ὠφεληθῇ τότε τὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν θὰ πληρώνωσιν εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς, Σύρου, Κερκύρας, Πατρῶν. Οὕτως, ἐκεῖνα μὲν τὰ ἐργοστάσια θὰ προκόψωσι, ταῦτα δὲ θὰ χαντακωθῶσι. Κατὰ συνέπειαν ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τοῦ 1871, ὅπως ἔχει, καὶ κακῶς ἔκαμον τὰ δικαστήρια καὶ οἱ δῆμοι νὰ παρερμηνεύσωσι τὸν νόμον καὶ νὰ δημιουργῶσι δικαιώματα ἐκεῖθεν ὅπου δὲν ὑπῆρχον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστεθῇ ψηφιζομένου εἴτε τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς εἴτε τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι εἰς τὸ «Ἐσωτερικοῦ ἢ Ἐξωτερικοῦ πρὸς μεταποίησιν» νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «Ἐξωτερικοῦ» καὶ τότε εἴμεθα ἐν τάξει. Βεβαιωθῆτε δ’ ὅτι ὁ δῆμος Πειραιῶς θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ λαμβάνῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἤδη ἀπὸ τὰ ἐργοστάσια.
§190Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δύο λέξεις θέλω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπον ἀπαντῶν εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ὁ δῆμος παρέχει διαφόρους ὑπηρεσίας εἰς τὰ ἐργοστάσια αὐτὰ διὰ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν καὶ διὰ ποικίλων ἄλλων προφανῶν καὶ ἀναμφισβητήτων ὑπηρεσιῶν, παρεχομένων εἰς τὴν βιομηχανίαν αὐτήν, καὶ ὅτι εἶναι δίκαιον ἀπέναντι αὐτῶν ν’ ἀπολαύσῃ ἀναλόγου ἀνταλλάγματος. Καὶ εἰς τὰ δύο αὐτὰ συμφωνῶ πληρέστατα. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι παρέχονται αἱ ὑπηρεσίαι αὐταὶ ὑπὸ τοῦ δήμου· εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι ὁ δῆμος πρέπει νὰ λάβῃ ἀντάλλαγμα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα περὶ οὗ συζητοῦμεν εἶναι ὅτι, ἂν λαμβάνῃ ὁ δῆμος ἀντάλλαγμα, τὸ ἀντάλλαγμα λαμβάνει ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἐργοστασιάρχου, ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων ἐπὶ τῶν καταναλισκομένων ὑπὸ τοῦ ἐργοστασίου καὶ τῶν ἐργατῶν, τοὺς ὁποίους ὁ ἐργοστασιάρχης μεταχειρίζεται. Νομίζω ὅτι τὸ πρόβλημα ποῦ θὰ ἐπιτεθῇ ἡ φορολογία εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ προβλήματος ἂν ἡ φορολογία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Δέχομαι πληρέστατα ὅτι ὁ δῆμος πρέπει νὰ φορολογῇ καὶ πρέπει νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ φορολογῇ καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῆς ὅλης βιομηχανίας, εἰς τὴν ὁποίαν τοσαύτας παρέχει ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ ζητήματος κατὰ ποίαν μέθοδον θὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν καὶ ἐπὶ ποίων πραγμάτων, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ πρόξενος ζημίας. Νομίζω ὅτι, ὡς καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου ἀπέδειξα, δὲν πρέπει νὰ φορολογῇ ὁ δῆμος κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς ἰσχυούσας ἐπὶ δημοσίων καὶ δημοτικῶν φόρων αὗται εἶναι τόσον συγγενεῖς, ὥστε ἡ διάκρισις ἀνάγεται εἰς τελευταίας τινὰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ δικαιώσωσι τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ἵνα εἴπῃ ὅτι θὰ ἐδέχετο πάντα ὅσα εἶπον προκειμένου περὶ φορολογίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους· δὲν δέχεται ὅμως ταῦτα προκειμένου περὶ φορολογίας ἐκ μέρους τοῦ δήμου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι θέμα οὐχὶ ἐπιβολῆς φορολογίας ἢ μὴ ἐπιβολῆς φορολογίας εἰς τοὺς πολίτας, ἀλλ’ εἶναι θέμα μεθόδου ἐπιβολῆς τῆς τοιαύτης φορολογίας, ὥστε νὰ μὴ γένηται αὕτη πρόξενος ζημιῶν.
§191Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει συζήτησις ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος, διότι ἐπ’ αὐτοῦ εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι πρέπει χάριν τοῦ δήμου, χάριν τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς τὰ ἐργοστάσια ὁ δῆμος νὰ ἐπιβάλῃ ἐλαφράν τινα φορολογίαν.
§192Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι, ὄχι· δὲν εἶπον αὐτό. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐπειδὴ πρόκειται, κύριε συνάδελφε, νὰ διατυπώσητε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀρκετὰ σαφῶς διετύπωσα, ὥστε νὰ μὴ χρήζωσι σχολίων καὶ διατυπώσεως ἄλλης καὶ παραφράσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶπον. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ἀμφισβητῶ ποσῶς ὅτι ὁ δῆμος παρέχει ὑπηρεσίας· δὲν ἀμφισβητῶ ποσῶς ὅτι ὁ δῆμος πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, δι’ ὧν νὰ καλύπτῃ τὰς δαπάνας τῶν ὑπηρεσιῶν τὰς ὁποίας παρέχει. Εἶπον ὅμως καὶ ἐτόνισα ὅτι τὸ ποῦ θὰ ἐπιβληθῶσιν αὐτοὶ οἱ φόροι εἶναι ἐντελῶς ἕτερον ζήτημα καὶ εἶπον καὶ ἐτόνισα ἀρχόμενος τῆς δευτέρας ὁμιλίας μου ὅτι οἱ φόροι οἱ ὁποῖοι πληρώνονται ἤδη ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν εἶναι ἀρκετοί, διότι πληρώνονται οἱ φόροι τοῦ εἰσοδήματος τοῦ βιομηχάνου αὐτοῦ, οἱ φόροι οἱ βαρύνοντες τὸ ἀκίνητον αὐτοῦ, τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ, οἱ φόροι οἱ βαρύνοντες τὸ εἰσόδημα αὐτοῦ κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, πληρώνονται οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως, οὓς αὐτὸς ὁ βιομήχανος καταβάλλει διὰ τῶν διαφόρων φόρων τῆς καταναλώσεως, πληρώνονται οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως ὑπὸ τῶν ἐργατῶν τοὺς ὁποίους μεταχειρίζεται, πληρώνονται ἐπίσης ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους μεταχειρίζεται. Βλέπετε ὅτι εἶναι ἓν ὁλόκληρον δένδρον φόρων, τοὺς ὁποίους πληρώνει αὐτὴ ἡ βιομηχανία.
§193Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς δήμους;
§194Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἰς τοὺς δήμους. Νομίζετε ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὲς τὸ δένδρον αὐτὸ καὶ θέλετε νὰ τὸ ἀναπτύξητε περισσότερον; Ἀναπτύξατέ το, ἀλλὰ μὴ τοποθετεῖτε ἀλλαχοῦ τὴν φορολογίαν, διότι ἡ φορολογία τοποθετουμένη πέρα τῶν ὁρίων τῆς καταναλώσεως εἶναι φορολογία πλημμελής. Ταῦτα ἀνέπτυξα καὶ ταῦτα ἐπαναλαμβάνω πρὸς ἀποφυγὴν παραφράσεων.
§195Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ ὡραία ἡ φορολογία τὴν ὁποίαν πληρώνει εἷς ἐργοστασιάρχης ἐν Πειραιεῖ, ὅταν ἀναλογισθῇ τις ὅτι οἱ φόροι καταναλώσεως τοῦ σίτου ἐν Πειραιεῖ πληρώνονται ὑπὸ τῶν κατοίκων. Ἀλλά, λέγει ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, πληρώνουσιν οἱ ἐργάται, τοὺς ὁποίους ἀπασχολεῖ τὸ ἐργοστάσιον· πληρώνει ὅμως τι τὸ ἐργοστάσιον χάριν τῶν μεγάλων ἀνταλλαγμάτων τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτὸ ὁ δῆμος; Ὁ δῆμος δαπανᾷ, ἵνα καταστήσῃ μίαν ὁδὸν ἀσφαλτοστρωμένην καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη διευκολύνει τὸν ἐργοστασιάρχην· τί πληρώνει δι’ αὐτὴν ὁ ἐργοστασιάρχης; Ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς παρέχει μεγίστας εὐκολίας εἰς ὅλα τὰ ἐργοστάσια καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μεταφερομένου σίτου καὶ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ Πειραιῶς· δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ ὁ ἐργοστασιάρχης, ὅταν ἔχῃ ἕνα λιμένα λαμπρόν, ὅταν σὺν Θεῷ αὔριον διὰ τῶν μέσων τῶν λιμενικῶν ἡ φόρτωσις καὶ ἐκφόρτωσις καταστῇ εὐκολωτέρα; Ἐὰν ἐφαρμόσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ὑπὲρ τῶν δήμων τὴν ἀρχὴν τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν καθιεροῦμεν ἐπὶ τῆς φορολογίας τῆς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἶπον ἤδη ποῦ θὰ περιέλθωμεν· θὰ περιέλθωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι στερούμενοι καὶ αὐτῆς τῆς ἐπικουρίας τῆς χρηματικῆς δὲν θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀναπτύξωσι τὰς ἐργασίας αὑτῶν, δὲν θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀνθέξωσιν οἰκονομικῶς (θόρυβος). Παρατηρῶ ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν θέλουσι συζήτησιν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ στενοχωρῶ αὐτούς· ἐννοῶ πολὺ καλῶς ὅτι ἀντιπροσωπεύοντες δήμους οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνονται διὰ τῆς φορολογίας ταύτης θέλουσι νὰ ἐπιδείξωσιν αἰσθήματα εἰς τοὺς συνδημότας αὑτῶν. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ, ἔχω φίλους ἐργοστασιάρχας, πολὺ δυναμένους ἐν Πειραιεῖ, καὶ ἴσως φανῶ δι’ ὅσων λέγω δυσάρεστος πρὸς αὐτούς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται νὰ ἔχωμεν φορολογίαν δικαίαν καὶ δίκαιον εἶναι ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους νὰ φορολογηθῶσιν ἐλαφρότατα ὡς ἐν Πειραιεῖ. Ἐὰν οἱ δῆμοι στενοχωρηθῶσι χρηματικῶς, θέλει πέσει τὸ βάρος εἰς τὸ Κράτος, διότι ἤδη τὸ Κράτος δαπανᾷ ἑκατομμύρια ὅλα χάριν τῶν δήμων καὶ βλέπομεν μεγάλους δήμους, ὡς τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Πατρῶν, νὰ μὴ ἀντέχωσι καὶ νὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παρέχωμεν πολλὰς χιλιάδας καθ’ ἕκαστον ἔτος διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἐὰν στερήσωμεν καὶ αὐτῆς τῆς ἐπικουρίας τοὺς δήμους, τὸ βάρος θὰ πέσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ βάρος θὰ πέσῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Εὐταξίου.
§196Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως εἶχε θέσιν ἡ γνώμη ἡ ὁποία ἐνταῦθα ὑπεστηρίχθη· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὅτι εἰς πολλοὺς δήμους ὑπάρχουσι τεθειμένοι φόροι ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σίτου, ὡς ἐν Σύρῳ καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐν Πειραιεῖ, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἐξαίρεσις, καὶ βλέπω ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβε μεγάλας διαστάσεις, νομίζω ὅτι εἶναι συντελεστικὸν ν’ ἀφεθῇ νὰ μελετήσω καὶ ἐγὼ ἀπόψε τὸ ζήτημα. Ὥστε ἂς ἀναβάλωμεν διὰ αὔριον.
§197Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς πρώτην συζήτησιν.
§198ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ψηφισθῇ.
§199Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δύναται νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς πρώτην συζήτησιν.
§200Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἐκτὸς τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου ἕτερος τῶν κ. συναδέλφων δὲν ὡμίλησεν ὑπὲρ τοῦ ζητήματος ὅτι ἡ ἀνάλωσις δὲν εἶναι κατανάλωσις. Καὶ τὸ ζήτημα εἶναι θεωρητικόν. Ἐξεταστέον τί ἐστὶν ἀνάλωσις, διότι, ἂν περιορισθῶμεν εἰς τὸν στενώτατον κύκλον τῆς πραγματικῆς ἀναλώσεως τοῦ πράγματος, βεβαίως δὲν εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν νομοθετικήν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καθιερώσει ἀπὸ τοῦ 1847. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου τοῦ 1847 εἶναι ἀρχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνάλωσις λέγεται πᾶσα διάθεσις τοῦ πράγματος, εἴτε ἐμπορεύματος εἴτε ὠνίου τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὸν δῆμον καὶ ἐκεῖ διατιθεμένου οὕτως ἢ ἄλλως εἴτε ἀναλισκομένου. Διὰ τοῦτο ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ νόμου κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διαμετακόμισις δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε μὲ τὴν κατανάλωσιν. Ἐντεῦθεν ὀρθῶς, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Γκότσης, ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐλέγομεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἡ ἀνάλωσις—διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ Γάλλου νομοθέτου, ἡ consommation—εἶναι ὄχι ἡ λέξις κατανάλωσις τοῦ πράγματος, ἀλλ’ ἡ διάθεσις αὐτοῦ. Καὶ ἐνταῦθα ὁ σῖτος δὲν ἀναλίσκεται, διατίθεται, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ φορολογηθῇ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὴν διπλῆν καὶ τριπλῆν φορολογίαν, ἔχουσι δίκαιον, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχει νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης περὶ ἧς ὁμιλῶ. Εἶναι βεβαίως ἐπιζημία διὰ τὸν πολίτην τοῦ δευτέρου δήμου εἴτε καὶ τοῦ τρίτου, ἀλλὰ πάντως τοῦ δευτέρου, δὲν ἔχομεν ὅμως δύο διπλᾶς ἢ τριπλᾶς φορολογίας τοῦ ἀλεύρου, ἀλλ’ ἔχομεν ἅπαξ μόνον φορολογίαν εἰς τὸν δῆμον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ καταναλωθῇ ὡς ἄλευρον καὶ εἰς τὸν δῆμον εἰς τὸν ὁποῖον θ’ ἀλεσθῇ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ φορολογία ἐν τῷ δήμῳ δὲν συμβάλλει εἰς τὴν ἰδέαν ἂν πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ ἄλεσμα ὡς κατανάλωσις. Βεβαίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔπρεπε νὰ εἶναι περισσότερον φειδωλὴ εἰς τὴν ἐπέμβασιν αὐτῆς, τὸ ὀρθότερον δὲ θὰ ἦτο ν’ ἄφηνεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοὺς δήμους νὰ κανονίζωσι τὰ τῆς φορολογίας καὶ δασμολογίας αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1847. Ἐν τούτοις ἐπελήφθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς φορολογίας τῆς δημοτικῆς καὶ ἅπαξ ἐπιληφθεῖσα ὥρισε τὸν νόμον τοῦ 1871 καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν πρέπει νὰ θιχθῶσιν αἱ βάσεις τοῦ νόμου τούτου. Ἐπιφυλάσσομαι, ἀφοῦ ἀκούσω καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ψηφισθῇ ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου»).
§202Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Θὰ παρεκάλουν, κ. Πρόεδρε, ἂν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχωσιν ἀντίρρησιν, νὰ προυτάσσετο πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ μεγάλην ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ κλήρου, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπιζητοῦμεν.
§203ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διενεμήθη εἰσέτι.
§204ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐξετυπώθη. Αὔριον θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ ἡ Βουλὴ, ἂν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, δύναται νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Νοεμβρίου 1909 ἐξ ἄρθρων 11 συμβάσεως μεταξὺ 1) τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, 2) τῆς ἐν Ἀθήναις ἑδρευούσης «Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος καὶ 3) τῆς ἐν Πάτραις ἑδρευούσης Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΠʹ (3080) τῆς 17 Ἰουλίου 1905».
§206Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Δὲν ὑπάρχει καιρὸς διὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, κύριε Πρόεδρε.
§207ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς δι’ ἐπικυρώσεις τοιούτων συμβάσεων· αὐτὸ πρέπει ν’ ἀναβληθῇ.
§208ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀποσυρθῇ πρέπει.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§210Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγένετο πρότασις περὶ ἀναβολῆς, κ. Πρόεδρε.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς θὰ ὁμιλήσητε, κ. Πετρίδη;
§212Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς συμβάσεως. Ἐὰν πρόκειται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ἀναβολῆς, προέχει ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ἀναβολῆς ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν.
§214ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, εἴχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν· ἀλλὰ, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δεχόμεθα ν’ ἀναβληθῇ.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΥΠΒ’ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ συστάσεως ταμείου Φάρων». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιρρήσεως). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τελῶν φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§216ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει καὶ ἄλλων παρατηρήσεων συνέταξα καὶ ὑποβάλλω νῦν εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίας τινάς.
§217Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπεθύμουν πολὺ νὰ ἐγνώριζον, κύριε Πρόεδρε, ποῖον νομοσχέδιον ψηφίζομεν· τὸ κυβερνητικὸν ἢ τὸ τῆς ἐπιτροπῆς;
§218ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ψηφισθῇ τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν μετὰ τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλω τώρα καὶ μετὰ τῶν ὁποίων ἀνατυπωθὲν αὐτὸ θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ ψηφισθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν. Ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 1ου ἄρθρου προτείνω νὰ διαγραφῶσιν αἱ παράγραφοι ἕκτη καὶ ἑβδόμη, πρὸς δὲ αἱ ἑξῆς τελευταῖαι λέξεις τῆς ὀγδόης παραγράφου (ἀναγινώσκει): «οὐδὲ δικαιοῦνται εἰς τὴν περὶ ἧς ἡ προηγουμένη παράγραφος ἀνάληψιν καταβληθέντων ὁπωσδήποτε τελῶν». Συγχρόνως παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ἡ τετάρτη παράγραφος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ τέλη ταῦτα ἰσχύουσιν ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας ἀπὸ τοῦ κατάπλου, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ἀνωτέρω περιπτώσεις δὲν προσήγγισε τὸ ἀτμόπλοιον εἰς λιμένα, ὅρμον ἢ ἀκτὴν τῆς ἀλλοδαπῆς, πλὴν λόγῳ ἀνωτέρας βίας».
§219Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1, ἀφοῦ καθορίζουσι τὰ μέλη, δέχονται καὶ σύστημα τῆς προκαταβολῆς ἢ συνδρομῆς, ὅπως καὶ ὁ Ἰταλικὸς νόμος. Τοῦτο εἶναι βεβαίως πρόνοια ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, διότι φυσικώτατον εἶναι πλείονας τοῦ ἑνὸς πλοῦς νὰ ἐνεργῶσι τὰ ἐγχώρια ἀτμόπλοια, σπανίως δὲ συμβαίνει ξένα ἀτμόπλοια νὰ ἔρχωνται δὶς ἢ τρὶς τοῦ ἔτους εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς λιμένας. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ἡ συνδρομὴ ἔχει ὁρισθῆ μόνον εἰς τὸ τριπλάσιον, πληρώνουσι δὲ τὰ ἀτμόπλοια ὡς φόρον ἐκεῖ 1.45 κατὰ τόννον, ἐρχόμενα δ’ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς πληρώνουσιν, ὡς εἶπον, τὸ τριπλάσιον ἐφάπαξ, ἀπαλλάσσονται δὲ παντὸς ἄλλου φόρου τὰ ἐγχώρια ἐκεῖ ἀτμόπλοια, διότι αὐτὰ συνήθως ἔρχονται περισσοτέρας φορὰς εἰς τοὺς λιμένας τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναμολογεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει του ὅτι τὰ τέλη τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι τὰ ὑπέρτατα πάντων, ἐν τούτοις ζητεῖ ὡς συνδρομὴν τὸ τετραπλάσιον, εἰς τρόπον ὥστε ἀποκλείει τὰ ἐγχώρια ἀτμόπλοια τῆς μόνης ἀντιλήψεως τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δώσῃ τὸ Κράτος εἰς αὐτά, διότι τετραπλασιάζων τὸν φόρον φέρει αὐτὰ εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν μὲ τὰ ξένα ἀτμόπλοια. Ὁ Ἰταλικὸς νόμος ὁρίζει μὲν τὸ τριπλάσιον, ἀλλ’ ὁ φόρος κατὰ τόννον εἶναι 1.45, ἤτοι ἐν ὅλῳ 4.35, ἐὰν δ’ ἡμεῖς ὁρίσωμεν τὸ τετραπλάσιον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ φόρος εἶναι μία δραχμὴ μόνον, θὰ πληρώνωσι τὰ ἐγχώρια ἀτμόπλοια ὡς συνδρομὴν 4 δραχ. ἀπέναντι τῆς συνδρομῆς τῶν 4.35 τῶν Ἰταλικῶν ἀτμοπλοίων, ὥστε ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι μόνον 35 λεπτά, δηλαδὴ ἐξομοιοῦτε τὰ Ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν πρὸς τὰ Ἰταλικά, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε, ὡς καὶ πάντα τὰ ἄλλα Εὐρωπαϊκὰ ἀτμόπλοια, ἔχουσι μυρίας ὅσας εὐκολίας εἰς τοὺς διαφόρους λιμένας, ἔνθα προσορμίζονται, μυρίας δ’ ὅσας ἄλλας εὐκολίας ἔχουσι προσέτι καὶ παρὰ τῶν ἰδίων Κρατῶν εἰς ἃ ταῦτα ἀνήκουσι. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἅμα δεχθῇ ὡς βάσιν τὴν δραχμὴν κατὰ τόννον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συναινέσῃ, ὅπως ἡ συνδρομὴ περιορισθῇ εἰς μόνον τὸ τριπλάσιον, οὐχὶ δ’ εἰς τὸ τετραπλάσιον, διότι βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ ὅλα αὐτὰ τὰ βάρη. Ἔχει ἀνάγκην ποιᾶς τινος ἀντιλήψεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἀντίληψις αὐτὴ διδομένη πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἔγκειται κατὰ μέγα μέρος, ἐὰν ἡ συνδρομὴ γίνῃ εἰς τὸ τριπλάσιον, ὅπως ἐν Ἰταλίᾳ, οὐχὶ ὅμως εἰς τὸ τετραπλάσιον, ὡς θέλομεν σήμερον πράξει δεχόμενοι τὸ σχέδιον τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ παραδεχθῇ, ἵνα εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1 μείνῃ τὸ λάθος ὅπως εἶναι ἀνεγεγραμμένον, διὰ νὰ δοθῇ τὸ μόνον ἀντάλλαγμα τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν.
§220Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πραγματικῶς, κύριε Πρόεδρε, ἡ βάσις τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ἡ δραχμὴ καὶ κατ’ ἀναλογίαν ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ ἡ συνδρομὴ εἰς τὸ τριπλάσιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναλογία, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ Ἰταλὸς καὶ ταύτην ἐδέχθη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὡς λογικωτέραν καὶ συμφωνοτέραν ἀκόμη πρὸς τὴν ἐργασίαν τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας ὑπὸ τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ αὕτη. Ἀντέταξαν ὅμως εἰς τοῦτο ὅτι ἐλαττοῦται τὸ βάρος ὁπωσδήποτε, ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ τετράδραχμον, ἐκ τοῦ ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀτμοπλοίου τοῦ ὑπὸ συνδρομὴν δι’ ἑτέρου, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς πλοῦς. Αὐτὸ ὁμολογουμένως εἶναι μία ἐλάφρυνσις, μία μείωσις τοῦ βάρους τὸ ὁποῖον προστίθεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὰς γνώμας αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, συμφώνως μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ τρίδραχμον τῆς συνδρομῆς. Τὰς σκέψεις ταύτας, τὰς ἀνταλλαγείσας ἑκατέρωθεν, ὑποβάλλω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς μελετήσῃ μέχρι τῆς τρίτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§221ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῶν τροπολογιῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἰδικῶν μου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις μεθαύριον. Ἐλπίζω, Κύριοι, οὕτω πως νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἔγινε πᾶν τὸ δυνατόν, ἵνα ἱκανοποιηθῶσιν ὄχι μόνον αἱ ἰδικαί μας ἀτμοπλοΐαι, ἀλλὰ καὶ αἱ ξέναι. Ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ παρετήρουν μόνον τοῦτο πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Χαλκίδος, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ ἡμετέρων καὶ ξένων, διότι θὰ προσεκρούομεν εἰς διεθνεῖς συμβάσεις.
§222Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς εἶπον νὰ κάμητε διάκρισιν. Σᾶς εἶπον ὅτι δύνασθε νὰ παράσχητε μόνον αὑτὴν τὴν εὐκολίαν τὴν ὁποίαν παρέσχον καὶ τὰ ἄλλα Κράτη.
§223ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχωμεν ἰδιαιτέρας εὐκολίας εἰς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν χωρὶς νὰ προσκρούσωμεν εἰς διεθνεῖς συμβάσεις, πράττομεν τοῦτο προθύμως, ὡς ἀποδεικνύουσι δύο ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι ψηφισθῆ ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Δι’ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων χορηγοῦνται πλεονεκτήματά τινα εἰς τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν, χωρὶς νὰ προσκρούωμεν εἰς διεθνεῖς συμβάσεις.
§224Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐὰν δεχθῶμεν τὸ τριπλάσιον τῆς συνδρομῆς, πρέπει νὰ λείψῃ ἡ ἀντικατάστασις.
§225ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 2).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§227ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ ἱστιοφόρα, ἀποβιβάζοντα ἢ ἐπιβιβάζοντα φορτίον ἀνερχόμενον ἐν ὅλῳ εἰς τόννους τῶν χιλίων χιλιογράμμων, οὐχὶ περισσοτέρους κατ’ ἀριθμὸν τοῦ πέμπτου τῶν κόρων τῆς καθαρᾶς αὐτῶν χωρητικότητος, καταβάλλουσι τὸ ἥμισυ τῶν τελῶν, περὶ ὧν τὰ ἐδάφια αʹ καὶ βʹ τῆς πρώτης παραγράφου ἑκατέρου τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2, τὸ πέμπτον δέ, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν τόννων φορτίου δὲν εἶναι ἀνώτερος τοῦ δεκάτου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κόρων. Ἀτμόπλοιον τηροῦν κανονικὸν δρομολόγιον μετὰ τῶν Ἑλληνικῶν λιμένων καὶ ἀναλαβὸν δι’ ἐγγράφου δηλώσεως τὴν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1 δωρεὰν μεταφορὰν τῆς Ἑλληνικῆς ἀλληλογραφίας καὶ τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων καταβάλλει τὸ τέλος περὶ οὗ τὰ ἐδάφια αʹ καὶ βʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 ὡς ἑξῆς ἠλαττωμένον· αʹ) Εἰς τὸ ἥμισυ, ἂν ἀποβιβάσῃ ἢ ἐπιβιβάσῃ τόννους φορτίου οὐχὶ περισσοτέρους τῶν ⅖ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κόρων τῆς καθαρᾶς αὐτοῦ χωρητικότητος· βʹ) Εἰς τριάκοντα πέντε ἑκατοστὰ αὐτοῦ, ἐὰν ὁ ὡς ἄνω ἀριθμὸς τῶν τόννων φορτίου δὲν εἶναι ἀνώτερος τοῦ ⅕ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κόρων· γʹ) Εἰς εἴκοσι ἑκατοστὰ αὐτοῦ, ἐὰν ὁ ὡς ἄνω ἀριθμὸς τῶν τόννων φορτίου δὲν εἶναι ἀνώτερος τοῦ ⅒ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κόρων. Ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν τόννων φορτίου δὲν εἶναι ἀνώτερος τοῦ εἰκοστοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κόρων, ἐπιτρέπεται νὰ καταβληθῶσι δι’ ἕκαστον τόννον ἀποβιβασθέντος ἢ ἐπιβιβασθέντος φορτίου τὸ τετραπλάσιον τῶν κατὰ τὸ ἐδάφιον αʹ καὶ βʹ τῆς πρώτης παραγράφου ἑκατέρου τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 τελῶν. Ἐπὶ τῇ ἀποβιβάσει ἢ ἐπιβιβάσει τετραπόδων, ἕκαστος ἵππος, βοῦς ἢ ἡμίονος ἀντιστοιχεῖ πρὸς ἕνα τόννον, ἕκαστον δὲ τῶν λοιπῶν πρὸς τέταρτον τόννου φορτίου. Ἐπὶ τῇ ἀποβιβάσει ἢ ἐπιβιβάσει ἐπιβατῶν ἕκαστος ἐπιβάτης ἀντιστοιχεῖ πρὸς δύο τόννους φορτίου. Τὰ κατὰ τὸ παρὸν ἄρθρον τέλη ἰσχύουσι μόνον διὰ τὰς ἐν τῷ αὐτῷ λιμένι ἢ ὅρμῳ ἢ ἀκτῇ τοῦ Κράτους γενομένας πράξεις. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ πλοῖον ἐνήργησεν ἔν τινι λιμένι, ὅρμῳ ἢ ἀκτῇ τοῦ Κράτους πρᾶξιν ἐμπορικὴν μὴ ἐκτεινομένην μέχρι καὶ τῶν ὁρίων τῶν ἐν ταῖς ἀνωτέρω παραγράφοις τεθειμένων, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν πρὸς ὑπολογισμὸν τῶν ὀφειλομένων τελῶν ὁ μέχρις ἐξαντλήσεως τῶν ὁρίων τούτων ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τόννων φορτίου, τοὺς ὁποίους ἤθελε τὸ πλοῖον ἀποβιβάσει ἢ ἐπιβιβάσει κατὰ τὰς μεταγενεστέρας προσορμίσεις αὐτοῦ εἰς ἑτέρους λιμένας, ὅρμους ἢ ἀκτὰς τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον δὲν παρῆλθον τριάκοντα μὲν ἡμέραι ἀπὸ τοῦ κατάπλου αὐτοῦ εἰς τὸν πρῶτον λιμένα, ὅρμον ἢ ἀκτὴν τοῦ Κράτους καὶ δὲν προσωρμίσθη ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἐὰν τὸ πλοῖον εἶναι ἀτμόπλοιον, τρεῖς δὲ μῆνας, ἐὰν εἶναι ἱστιοφόρον. Ἅμα ὡς διὰ τῆς διαδοχικῆς καταβολῆς οὕτως ἠλαττωμένων τελῶν συμπληρωθῇ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἐν ἐδαφίοις αʹ καὶ βʹ τῆς πρώτης παραγράφου τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2, δὲν ὑποβάλλεται τὸ πλοῖον εἰς ἕτερον τοιοῦτον τέλος, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τοῦ κατάπλου δι’ ὃν κατεβλήθη τὸ πρῶτον τέλος, δὲν ἔχουσι μὲν παρέλθει τριάκοντα μὲν ἡμέραι, ἐὰν τὸ πλοῖον εἶναι ἀτμοκίνητον καὶ δὲν προσήγγισε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εἰς λιμένας, ὅρμον ἢ ἀκτὴν τῆς ἀλλοδαπῆς, πλὴν λόγῳ ἀνωτέρας βίας, τρεῖς δὲ μῆνας, ἐὰν εἶναι ἱστιοφόρον. Δι’ ὅσα ἀντικείμενα δὲν ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν τελωνιακῶν Ἀρχῶν ζύγισις κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἢ ἐξαγωγὴν αὐτῶν θέλει ἐφαρμοσθῆ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νόμου διὰ Β. Διατάγματος ἡ πρὸς τὴν μονάδα ὑφ’ ἣν σημειοῦται ὑπὸ τῶν τελωνιακῶν Ἀρχῶν ἀντιστοιχία αὐτῶν εἰς χιλιόγραμμα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§229ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐντὸς τοῦ Κράτους ἐργαζόμενα ἀτμοκίνητα ῥυμουλκὰ καταβάλλουσι λόγῳ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν πεντήκοντα ἑκατοστὰ τῆς δραχμῆς δι’ ἕκαστον ἵππον ἐνδεικτικῆς δυνάμεως τῆς κινητηρίου μηχανῆς αὐτῶν, αἱ παντὸς εἴδους φορτηγίδες καὶ οἱασδήποτε χρήσεως καὶ χωρητικότητος μίαν δραχμὴν δι’ ἕκαστον κόρον τῆς καθαρᾶς αὐτῶν χωρητικότητος, οἱ δὲ πλωτοὶ γερανοὶ μίαν δραχμὴν δι’ ἕκαστον τόννον βάρους, ὅπερ δύνανται νὰ ἄρωσι. Τὰ τέλη ταῦτα ἰσχύουσι ἐπὶ δώδεκα μῆνας. Ρυμουλκόν, καίπερ καταβαλὸν τὰ ἐπὶ δωδεκάμηνον ἰσχύοντα ὡς ἄνω τέλη, ἐνεργοῦν πλοῦς μετὰ πράξεων ἐμπορικῶν ἀλλοτρίων πρὸς τὸν εἰδικὸν αὐτοῦ προορισμόν, ὑποβάλλεται εἰς τὰ ἀναλόγως τῶν ἐνεργουμένων πράξεων κεκανονισμένα τέλη». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§231ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «τηρουμένης πρὸς καθορισμὸν τῆς τοιαύτης χωρητικότητος τῆς ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 10 διατάξεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη).
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§233ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ τροποποιηθῶσι τὰ ἐδάφια δʹ καὶ ιʹ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): δʹ) Ἡ ἐπιβίβασις καὶ ἀποβίβασις δοχείων κενῶν, ἅτινα ἐχρησιμοποιήθησαν ἢ πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς μεταφορὰν φορτίου ἐκ λιμένος ἢ εἰς λιμένα τοῦ Κράτους· ιʹ) Ἡ ἐπιβίβασις καὶ ἀποβίβασις ἀντικειμένων δωρεὰν κατὰ πρόσκλησιν τῆς λιμενικῆς, ταχυδρομικῆς ἢ προξενικῆς Ἀρχῆς διὰ πλοίου μεταφερομένων, ὡς καὶ τῶν δωρεὰν ἐπίσης μεταφερομένων ἀφιερωμάτων καὶ δωρημάτων πρὸς εὐαγῆ ἱδρύματα». Παρακαλῶ δὲ νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς ἐδάφια (ἀναγινώσκει): ιαʹ) Ἡ ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον μεταβίβασις ἐμπορευμάτων ὡς πρὸς ἀμφότερα τὰ πλοῖα ἐφ’ ὅσον τὰ ἐμπορεύματα δὲν ἀποβιβάζονται ὁπωσδήποτε κατὰ τὴν μεταβίβασιν ταύτην εἰς τὴν ξηράν». βʹ) Ἡ δι’ ἱστιοφόρων μεταφορὰ ἐπιβατῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ ἄρθρα 7–12).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§235ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ προστεθῶσιν αἱ ἑξῆς λέξεις ἐν τέλει (ἀναγινώσκει): «Ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος οὗτος ἀνέρχεται εἰς ὀκτὼ τοὐλάχιστον ἡμέρας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§237ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ μετὰ τὰς λέξεις «ἐὰν ἐτέθησαν εἰς χρῆσιν» νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ ἔτους, ἠλαττωμένα εἰς τὰ τρία τέταρτα, ἐὰν κατὰ τὴν δευτέραν τριμηνίαν, εἰς τὰ δύο τέταρτα, ἐὰν κατὰ τὴν τρίτην τριμηνίαν εἰς τὸ ἓν τέταρτον, ἐὰν κατὰ τὴν τετάρτην τριμηνίαν».... (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15. Διαγράφεται. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 16, 17, 18 καὶ 19). Ἄρθρον. 20 (ἀναγινώσκεται).
§239ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον 20 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Τὰ περὶ ὧν ὁ παρὼν νόμος τέλη ἐκκαθαρίζονται ὑπὸ τῶν λιμενικῶν Ἀρχῶν ἐπὶ τῇ βάσει βεβαιώσεως τῆς τελωνειακῆς μὲν Ἀρχῆς προκειμένου περὶ ἀποβιβάσεως ἢ ἐπιβιβάσεως ἐμπορευμάτων, τῆς ὑγειονομικῆς δὲ προκειμένου περὶ ἐπιβατῶν, εἰσπράττονται δὲ ὑπὸ τῶν τελωνειακῶν Ἀρχῶν μὴ δικαιουμένων εἰς οὐδεμίαν ἐπὶ τούτῳ ἀπόληψιν ποσοστῶν. Ὅπου δὲν ἑδρεύουσι λιμενικαὶ Ἀρχαὶ τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως κανονίζονται διὰ Β. Διατάγματος. Διὰ Β. Διατάγματος ἐπίσης κανονισθήσονται ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τῶν ὑπὸ τῶν πλοίων ἐνεργουμένων ἐμπορικῶν πράξεων, ἐξαιρέσει τῶν εἰς ἀποβιβάσεις ἢ ἐπιβιβάσεις ἐμπορευμάτων εἴτε ἐπιβατῶν ἀναφερομένων, αἱ διατυπώσεις εἰς ἃς πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος τοῦ νόμου ὑποβάλλονται οἱ πλοιοκτῆται ἢ πλοίαρχοι καὶ τὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐν γένει τοῦ παρόντος νόμου. Ἡ εἰς τὴν λιμενικὴν Ἀρχὴν Πειραιῶς ἀνατιθεμένη ἐκκαθάρισις τελῶν ἀγκυροβολίας διεξάγεται ὑπὸ ὑποφροντιστοῦ τοποθετουμένου παρ’ αὐτῇ, ὄντος δι’ αὐτοῦ ὑπολόγου ἐπὶ τούτῳ. Ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁποίου ὑπάγεται κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα ὁ ἔλεγχος τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν περὶ ὧν ὁ παρὼν νόμος τελῶν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ μετὰ προηγουμένην πρὸς ἀπολογίαν πρόσκλησιν πρόστιμον 25–100 δραχμῶν κατὰ παντὸς πολιτικοῦ ὑπαλλήλου ἐντεταλμένου τὴν βεβαίωσιν ἐμπορικῶν πράξεων ἢ ἐκκαθάρισιν ἢ εἴσπραξιν τελῶν ἀγκυροβολίας λόγῳ ἀμελείας». (Γίνεται δεκτὸν ὡς προυτάθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 21, 22 καὶ 23 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων». Ὁ κ. Παπαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον.
§241Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, χθὲς ἔγινεν ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθησαν τὰ νομοσχέδια περὶ καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καὶ ἱδρύσεως ταμείου Ἀμύνης ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς, περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τότε ἤκουσα ὅτι τὸ «περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων» νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπήγετο εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ ἐνδιεφέροντο ζωηρῶς οἱ οἰνοπαραγωγοί, ἐπρόκειτο δὲ νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐψηφίζετο εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἐγὼ ἔκαμα παραστάσεις, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην.
§242ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἔκαμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§243Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἐγὼ ἐξεδήλωσα ταύτην τὴν στιγμὴν τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε αἰφνιδίως εἶδε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὶν ἢ συζητηθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἀβρόχοις ποσί. Τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ τὸ περὶ οἰνοπνεύματος, ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἀπήτουν πολλὰς ἡμέρας ἵνα τὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπή. Ἠναγκάσθη ὅμως ἡ ἐπιτροπή, ὡς θὰ ἴδητε ἀναγινώσκοντες εἰς τὴν ἔκθεσιν, νὰ περιορισθῇ εἰς ὡρισμένα τινὰ σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔφερε τὴν γνώμην της, ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὰ μέλη αὐτῆς μετὰ πολλῆς τῆς εὐκολίας μετὰ προηγουμένην μελέτην νὰ ἔφθανεν εἰς ἓν συμπέρασμα, καὶ οὕτως ἡ ἐπιτροπὴ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον θ’ ἀναγνώσητε ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι τοιοῦτον ὁποῖον τὰ ἄλλα. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι περίπλοκον καὶ διὰ τοῦτο εἶχεν ἀνάγκην μεγαλειτέρας βασάνου. Εἶναι περίπλοκον, διότι δὲν ἀνάγεται ἀκριβῶς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται καὶ διότι ἔχει ἀνάγκην καὶ βοηθητικῶν μέτρων ἔξωθεν ἐρχομένων, ἔχει ἀνάγκην τῆς βοηθείας τῆς ἐπιστήμης. Ἔδει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ὑποστῇ μακρὰν βάσανον ἐν εἰδικῇ ἐπιτροπῇ. Πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὅπως βελτιωθῇ ἡ οἰνοπαραγωγή, καὶ τοῦτο τὸ μέτρον εἶχε τεθῆ ἐν τελευταίᾳ μοίρᾳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον τὸ θέτει εἰς πρώτην μοῖραν, καὶ ἐνταῦθα γεννᾶται ἡ ἀπορία εἰς ἐμὲ ποῖος ὁ λόγος ὁ ὁποῖος προυκάλεσε τὴν τοιαύτην σπουδήν.
§244ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐξέθηκα τοὺς λόγους.
§245Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἀλλ’ ἦσαν λόγοι σπουδαιότεροι, οἱ ὁποῖοι προυκάλεσαν τὴν κρίσιν τῆς οἰνοπαραγωγῆς, καὶ εὐτυχῶς πρὸς τοὺς λόγους ἐκείνους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε ἐφαίνετο σύμφωνος. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου μετέβαλε γνώμην καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι σήμερον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ποιήσωμαι παράπονα. Πρῶτον καὶ κύριον διὰ τὴν κρίσιν τῶν οἴνων ζήτημα ἐτέθη ὅτι ἦτο ἡ ὑπερπαραγωγή· δεύτερον ζήτημα ἦτο ὅτι ἐπῆλθον ἄλλα γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐπηύξησαν τὴν οἰνοπαραγωγήν. Ὁ οἶνος ὁ παραγόμενος ἐν Ἑλλάδι συμποσοῦται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 250 μέχρι 300 ἑκατομμυρίων ὀκάδων. Ἐκ τούτων τὰ 250 ἑκατομμύρια περίπου εἶναι ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, περὶ δὲ τὰ 25 ἑκατομμύρια ὀκάδων ἦσαν προωρισμένα διὰ τὴν ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν. Οἱ οἶνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον προορισμὸν διὰ τὴν ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν μέχρι τοῦ 1906, οὗτοι μὴ δυνάμενοι ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς ἄλλους οἴνους εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καταναλίσκονται σήμερον εἰς τὸ Ἐσωτερικὸν πρὸς ζημίαν τῆς ποσότητος ἐκείνης τῶν οἴνων οἱ ὁποῖοι εἶχον προορισμὸν νὰ καταναλίσκωνται ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ. Ἀπὸ τοῦ 1896, ὅτε ἱδρύθη ἡ Ἑταιρία τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, προσετέθη, δυνάμει τῶν μέτρων τῶν νομοθετικῶν, παραγωγὴ μεγάλης ποσότητος οἴνου νέου μὴ ὑπάρχοντος μέχρι τότε· ἐννοῶ τὴν παραγωγὴν τοῦ σταφιδίτου. Ἡ ἑταιρεία τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων προσκληθεῖσα ἵνα δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἴνων ἔδωκε τὰς ἑξῆς, ὅτι αὐτὴ ἐξάγει οἴνους ἰδίους ἐκ σταφίδος ξηρᾶς ἐκ τοῦ παρακρατήματος, ποσὸν τριπλάσιον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐξήγετο μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης ἐκ τῶν ἀμπελοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ τὸ ὁποῖον ποσὸν οἴνου σήμερον δὲν ἐξέρχεται. Ἑπομένως ἔχομεν δύο κατηγορίας οἴνων· ἔχομεν οἴνους ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, ἔχομεν καὶ οἴνους ἐξωτερικῆς καταναλώσεως, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ τὴν γνησιότητα τῶν οἴνων, καὶ θὰ ἴδωμεν ἂν τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐκπληροῖ ἐξασφαλίζον τὴν γνησιότητα τῶν οἴνων τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως καθὼς καὶ τῶν οἴνων τῆς ἐξωτερικῆς καταναλώσεως, δηλ. τοὺς σταφιδίτας, καίτοι εἶμαι ἐναντίος τῆς παραγωγῆς τόσου ποσοῦ σταφιδίτου, διότι οὗτος κακῶς σήμερον καὶ λαθρεμπορικῶς κυκλοφορεῖ καὶ ἐξοδεύεται ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, ἰδίως δ’ ἀνὰ τὰς ἀγορὰς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁλόκληρον τὸ παρακράτημα ἐξήγετο εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν εἰς οἶνον καὶ εὔχομαι τοῦτο ἐξ ὅλης καρδίας. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐπίσης, ἂν κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ἣν ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ παρακρατήματος ὅλον, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 400 ἑκατομμύρια περίπου ἀκόμη ἑκατολλίτρων, μετεβάλλετο εἰς οἶνον καὶ ἐξήγετο ἐκ τοῦ τόπου τούτου καὶ ἀφήνετο οὗτος ἐλεύθερος ν’ ἀναπνεύσῃ ἐκ τῆς δυστυχίας εἰς τὴν ὁποίαν ἔπεσεν ὡς ἐκ τῆς εἰσβολῆς νέου παράγοντος οἴνου ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ. Ἐννοῶ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν τὴν παρὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους κυκλοφοροῦσαν.
§246Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι βεβαιωμένον αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε;
§247Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ ἕτερος παραπέμψῃ τὸν εἰσαγγελέα εἰς ἐμέ, ὅπως βεβαιώσω καὶ δικαστικῶς καὶ ποινικῶς τὰ γεγονότα ταῦτα, τότε θὰ ἔχητε τὴν ἀπάντησιν ἐπισήμως ἐκ τοῦ δικαστηρίου, διότι τὸ νὰ λέγω ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔχω ἓν ἐνδιαφέρον ἐναντίον τῆς τοιαύτης κυκλοφορίας δὲν θὰ εἶμαι πιστευτός· θὰ εἶμαι πιστευτός, ὅταν τὰ γεγονότα ἐπισήμως ἔλθωσιν.
§248ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν ἔχητε μίαν τοιαύτην βαρεῖαν κατηγορίαν κατὰ μιᾶς ἑταιρείας, νομίζω ὅτι σᾶς ἐπιβάλλεται αὔριον νὰ ὑποβάλητε καταγγελίαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ ἀμέσως διαταγὰς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της.
§249Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὀρθότατα.
§250Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὸ λέγετε ἐν τῷ βιβλίῳ σας, κύριε Ὑπουργέ. Ἀλλὰ συνηθίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως γνωρίζετε, πάντοτε ἄλλα νὰ λέγῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἄλλα μετ’ ὀλίγας ἡμέρας.
§251Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν εἶναι ἐν γνώσει του ὅτι γίνονται αὐτά.
§252ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§253Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει τὸ βιβλίον;
§254Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τοῦ ἐν Πάτραις συνδέσμου τῶν ἀμπελοκτημόνων, τοῦ ὁποίου Πρόεδρος ἦτο ὁ κ. Ὑπουργός, ἐξέδωκε βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ὑπουργός (ἀναγινώσκει): «Μεταξὺ τῶν πρώτων αἰτίων τῆς ἀμπελουργικῆς κρίσεως καταλέγονται κλ». Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός.
§255ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ τώρα τὰ ἐπαναλαμβάνω.
§256Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τίνα μέτρα ἐλάβετε; Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἑνὸς οἴνου· πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἄλλου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ὁ κ. συνάδελφος Φίλιππας καὶ διεμαρτυρήθη, διότι δὲν ἐμνημόνευσα αὐτόν, ὁ ὁποῖος μεταφέρεται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν· καὶ ἐκεῖ γίνεται νοθεία. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπὸν ἔχει νὰ ἐξασφαλίσῃ, ὡς εἶπον, τὴν γνησιότητα τοῦ οἴνου τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως καὶ τοῦ οἴνου ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀγοράς, καὶ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου τὸ ὁποῖον ἐξέρχεται εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐκ τῶν ἀμπελοφόρων ἐπαρχιῶν σήμερον ἐξεμηδενίσθη, μὴ ἐξερχόμενον, τότε ἡ πρόνοια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι διὰ τὸν σταφιδίτην, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τοῦτον ἀπέναντι τῶν ἔξω ἀγορῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀπαίτησιν ὅπως ὁ οἶνος ᾖ γνήσιος ἑλληνικός, νὰ ἔχῃ δηλαδὴ ἐκεῖνα τὰ συστατικά, τὰ ὁποῖα οἱ ἄλλοι οἶνοι οἱ ἐν Ἑλλάδι ἀναλισκόμενοι ἔχουσιν· ἀφ’ ἑτέρου ἔχει τὴν πρόνοιαν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ποιότητα τῶν οἴνων χάριν τῶν καταναλωτῶν, διότι ἐρρήθη ὅτι ἡ μείωσις τῆς καταναλώσεως προῆλθεν ἕνεκα τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ οἴνου, προερχομένης ἕνεκεν ἀναμίξεως ἢ προσθήκης οὐσιῶν ἐπιβλαβῶν, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσι τὸν οἶνον ἀδύνατον νὰ ποθῇ. Πρόκειται λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν γνησιότητα τῶν 250 ἑκατομμυρίων τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως καὶ τῶν 80 ἑκατομμυρίων τοῦ σταφιδίτου, ὅστις ἐξέρχεται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων θέλει γίνει αὐτὴ ἡ ἐξέλεγξις τῆς νοθείας, ὥστε νὰ τιμωρῶνται οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τοῦ νόμου; Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, διὰ νὰ θέσῃ τὰς βάσεις τοῦ οἴνου παρ’ ἡμῖν, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς εὐχάς, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν εἰς τὸ ἐν Γενεύῃ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνέδριον πρὸς προστασίαν τῆς γνησιότητος τῶν οἴνων. Ἔλαβε δ’ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἔσπευσε μάλιστα πρὸς τοῦτο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἄλλας ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν εἰς τὸ ἐν Παρισίοις συνέδριον πρὸ δύο μηνῶν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν. Εἶναι δυνατὸν αἱ εὐχαὶ ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν ἀπὸ ἓν ἐπιστημονικὸν συνέδριον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὸ παρ’ ἡμῖν ἐμπόριον; Πλεῖστα σωματεῖα, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, προχθὲς ἀκόμη τὸ γεωργικὸν συνέδριον τὸ βιομηχανικὸν τὸ ἐν Ἀθήναις ἐξέφρασε μυρίας εὐχάς· δὲν ἐφηρμόσθησαν αὗται ἀμέσως ἐν τῇ Πολιτείᾳ· αἱ εὐχαὶ τῶν ἐπιστημονικῶν συλλόγων εἶναι εὐχαὶ ἄξιαι ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν ταῖς κοινωνίαις ἕνεκα λόγων ποικίλων· λόγῳ τοῦ ἐμπορίου, λόγῳ ἄλλων συμφερόντων, λόγῳ τῆς κλιματολογικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται χώρα τις. Ταῦτα πάντα οὐδόλως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Τύπους ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμεναι αἱ Ἀρχαὶ θέλουσιν ἐκτελέσει τὸν ἔλεγχον θὰ ἔχωσι τοὺς τύπους τοὺς ξένους· δὲν θέλουσι νὰ ἔχωσι τύπους ἑλληνικούς. Θὰ ἴδητε δ’ ὅτι δειγματολήπτης τις ὁρίζεται, ὁ ὁποῖος θὰ διέρχηται τὰ οἰνοπωλεῖα, παντοπωλεῖα, ἐργοστάσια καὶ τοὺς οἴκους τῶν οἰνοποιῶν καὶ οἰνοπαραγωγῶν, αὐθαιρέτως ἐν καιρῷ νυκτὸς καὶ ἡμέρας λαμβάνων ποσότητα οἴνου καὶ θέτων αὐτὴν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῇ βάσει ξένων οἴνων, θὰ ἴδητε αὐτοὺς τοὺς ἰδίους δειγματολήπτας νὰ λαμβάνωσιν ἀπὸ τὰ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα παράγουσι τὸν σταφιδίτην, καὶ θὰ τὸν θέτωσιν ὑπὸ ἔλεγχον. Ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι οἶνοι οἱ ἐξερχόμενοι εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς λήψεως τοιούτων μέτρων, διότι οἱ οἶνοι οὗτοι μεταφερόμενοι εἰς ξένας ἀγορὰς ὑφίστανται πάντοτε τὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς τὰς χώρας ἐκείνας. Ἑπομένως ἡ σπουδὴ αὕτη δὲν εἶχε τοῦτον τὸν σκοπόν. Ἡ σπουδὴ αὕτη εἶχεν ἄλλον σκοπάν. Οἱ οἶνοι οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἔχουσιν ἐλλείψεις· ἐλλείψεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν καὶ ἐλλείψεις ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀρώματα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρῶμά των. Καὶ διὰ τοῦτο ἵνα λάβωσι τὴν σύστασιν, ἵνα λάβωσι τὸ ἄρωμα, ἐπενοήθη ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡ προσπάθεια ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν συστατικῶν ὡς καὶ τῶν στερεῶν οὐσιῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ προστίθενται εἰς τοὺς οἴνους, ἵνα τὸν πτωχὸν οἶνον εἰς συστατικὰ καὶ εἰς ἄρωμα σταφιδίτην τὸν πλουτίσωμεν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ σταφιδίτης δὲν ἔχει περισσότερον τῶν 10%, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἑλληνικοὶ οἶνοι ἔχουσι 16–18%. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προστίθενται οὐσίαι στερεαί, αἱ ὁποῖαι κατορθώνουσι τοῦτο, ὥστε νὰ ἔχῃ τὰς στερεὰς αὐτὰς οὐσίας.
§257Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Πτωχότεροι εἶναι οἱ εὐρωπαϊκοὶ οἶνοι ἀπὸ τοὺς ἑλληνικούς;
§258Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὁ σταφιδίτης.
§259Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ναί. Ἀλλὰ τότε πῶς θὰ τὸν ἐξετάσῃ τις;
§260Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Σταφιδίτης μεταφερόμενος εἰς τὴν Εὐρώπην πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκεῖνα τὰ συστατικά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ.
§261Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Καὶ τὰ θέτει χωρὶς τὸν νόμον.
§262Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὰ θέτει χωρὶς τὸν νόμον. Καὶ πολὺ ὀρθῶς εἴπετε τὴν φράσιν. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἑταιρεία τῶν οἴνων, ὡς ἡ ἰδία ὡμολόγησε, παρασκευάζει διαφόρους τύπους. Τύπον Ἱσπανικόν, τύπον Ἰταλικόν, τύπον τῆς Κέας, τῆς Λευκάδος καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ διατί παρασκευάζει τοὺς διαφόρους τούτους τύπους; Τοὺς παρασκευάζει διὰ νὰ πωλήσῃ τοὺς οἴνους της. Διὰ τοῦτο, ὡς εἶπον, καὶ προηγουμένως, δὲν ὑπῆρχε λόγος ἵνα ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια περὶ τῶν οἴνων ἐκείνων, διότι ἡ ἑταιρεία γνωρίζει νὰ παρασκευάζῃ τοὺς οἴνους της, ὅπως ὦσι σύμφωνοι μὲ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ καὶ ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ ἡ ἀγορά.
§263Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κατὰ τί διακρίνονται;
§264Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ νόμου τούτου προσθήκη οὐσιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τοὺς οἴνους τοὺς ἡμετέρους. Καὶ θὰ εἴπω ἓν παράδειγμα. Ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοὺς οἴνους τοὺς ἡμεδαποὺς θειῶδες ὀξύ, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς θειώσεως τῶν βαρελίων καὶ τῶν βυτίων, χιλιόγραμμά τινα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ξηροὺς οἴνους, καὶ ἐννοῶ ξηροὺς οἴνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι σάκχαριν ἢ ἴχνος σακχάρεως, τῶν ὁποίων οἴνων, ὡς ἡ σάκχαρις μεταβληθῇ εἰς οἰνόπνευμα εἰς τοὺς ξηροὺς οἴνους, ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ ἴχνος τι θειικοῦ ὀξέος, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ προσθήκη δύο γραμμαρίων, εἰς δὲ τοὺς γλυκεῖς οἴνους ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ τεσσάρων γραμμαρίων. Ὁ λόγος τῆς προσθήκης ταύτης εἶναι, ἵνα τὸ ποσὸν τῶν στερεῶν οὐσιῶν αὐξάνῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 16–18, ὧν στερεῖται ὁ σταφιδίτης. Ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην προσθήκην· Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς οἰνοπώλας καὶ παντοπώλας νὰ προσθέτωσι θειικὸν ὀξὺ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δύο γραμμαρίων, διότι οὕτω πως ὁρίζεται τὸ περιεχόμενον ἐν τοῖς βυτίοις, εἰς βαθμόν, ὥστε ὁ οἶνος δὲν δύναται νὰ ποθῇ, διότι θὰ ὄζῃ θείου, ἐνῷ ἐπιτρέπεται μόνον τὸ ἓν χιλιοστημόριον, τὸ ὁποῖον πίπτει κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς βράσεως τοῦ οἴνου. Ἕτερον συστατικὸν τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ προσθήκη εἶναι τὸ χλωριοῦχον νάτριον, τὸ ἅλας τὸ μαγειρικόν. Τὸ συστατικὸν τοῦτο συμφώνως πρὸς τὰς γνώμας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξήτασαν τοὺς ἑλληνικοὺς οἴνους, ὑπάρχει κατ’ ἐλάχιστον ποσόν, κατὰ ⅙ τοῦ ἑκατοστοῦ. Ἐπιτρέπεται ἐν τούτοις ἡ προσθήκη τριῶν γραμμαρίων ἅλατος ἐπὶ τοῦ ἑκατολλίτρου, ἐνῷ τὰ Πρακτικά, τὰ νωπὰ Πρακτικὰ τοῦ ἐν Παρισίοις συνεδρίου ἐπιτρέπουσιν ἓν γραμμάριον μόνον ἐπὶ τοῖς χιλίοις.
§265Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Τί;
§266Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἅλατος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσφέρει τρία γραμμάρια ἅλατος. Θὰ πίωμεν τὸν οἶνον ἡλατισμένον καὶ θειωμένον, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὐτή, διότι συμφέρον εἶναι εἰς τοὺς νῦν ἐξαγομένους οἴνους νὰ γίνῃ προσθήκη στερεῶν συστατικῶν, 16– 18 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἀπὸ δέκα, τὰ ὁποῖα περιέχουσι σήμερον, συστατικά, διότι εἶναι λίαν ὠφέλιμα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλως τε εἶναι γνωστοὶ οἱ ἑλληνικοὶ οἶνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τοιαύτην τινα ἀναλογίαν τῶν συστατικῶν.
§267Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τὰ περιπλέον, τὰ ὁποῖα λέγετε ὅτι λόγῳ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, θὰ περιέχωσιν οἱ ἑλληνικοὶ οἶνοι, δὲν θὰ τὰ εὑρίσκωσιν, ὅταν θ’ ἀποστέλλωνται ἔξω;
§268Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀλλοιώσεως τοῦ οἴνου μάλιστα.
§269Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἡ ἑταιρεία τῶν οἴνων λέγουσιν ὅτι καὶ σήμερον μεταχειρίζεται τὰ αὐτὰ συστατικά.
§270Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω· γνωρίζω ὅμως ὅτι ἔκαμεν, ὡς εἶπεν ἡ ἰδία, ἰδίους τύπους.
§271Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κατὰ τί τὴν ὠφελεῖ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ σήμερον δύναται νὰ προσθέτῃ τὰ ὑλικά;
§272Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Διὰ νὰ παρουσιάζηται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ὅτι τοιοῦτοι εἶναι οἱ οἶνοι ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅσοι εἶναι πωληταὶ τῶν ἑλληνικῶν οἴνων αὐτοὶ θὰ τοὺς πίνωσι καὶ πίνοντες ἕνα οἶνον συνηθίζουσιν εἰς αὐτόν. Ἐπίσης ἐπιτρέπει τὴν προσθήκην γλυκερίνης. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι εἰς τοὺς οἴνους τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, οἱ ὁποῖοι παράγονται διὰ τῆς ζυμώσεως, ὑπάρχει γλυκερίνη. Εἰς τὸ γλεῦκος ὑπάρχουσι μέσα τινά, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὴν ζύμωσιν καὶ τοιαῦτα εἶναι οἱ σακχαρομύκητες, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὸν οἶνον καὶ μόλις ἐξέλθῃ τὸ ὑγρὸν ἐκ τῆς σταφυλῆς καὶ ἐναποτεθῇ εἰς τὸ βυτίον μετ’ ὀλίγας ὥρας ἀρχίζει τῇ ἐπιδράσει αὐτῶν τῶν σακχαρομυκήτων ἡ ζύμωσις, προϊὸν δὲ τῆς ζυμώσεως ταύτης εἶναι ἡ ὕπαρξις γλυκερίνης ἐν τῷ οἴνῳ ὡρισμένης ποσότητος. Τὴν ποσότητα ταύτην ἀναβιβάζει εἰς ποσὸν μεῖζον τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ προσθήκη γλυκερίνης. Τοιαύτας καὶ ἄλλας παραλλαγὰς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσθήκην ἑτέρων οὐσιῶν δῆθεν πρὸς βελτίωσιν τῶν οἴνων. Ἀλλά, καὶ ἐὰν οἱ οἶνοι οὗτοι δυνηθῶσι νὰ βελτιώσωσι τοὺς πρὸς ἐξαγωγὴν οἴνους, θὰ ζημιώσωσι οὐσιωδέστατα τοὺς τῆς ἐγχωρίου καταναλώσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἕνεκα τῶν προσθηκῶν τούτων καὶ ἕνεκα τῶν ὅρων συμφώνως μὲ τοὺς ὁποίους ἔχουσι τὰ περὶ κατασκευῆς τῶν οἴνων θέλουσι φέρει εἰς δυσχερεστάτην θέσιν τοὺς οἰνοπαραγωγούς, τοὺς οἰνοποιοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεργάζονται τὴν ποσότητα τῶν 250,000,000 διὰ τὴν κατανάλωσιν. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας νὰ μεταβαίνωσιν εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους προηγουμένως ἐμνημονεύσαμεν νὰ ἐλέγχωσιν ἄνευ ὡρισμένης βάσεως, καθὼς προηγουμένως, εἶπον, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηρίζωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρασκευάζουσι τοὺς οἴνους; Ἵνα παρασκευάζωνται οἶνοι ὅμοιοι πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐποθοῦμεν ὅλοι, ὅπως ὁ οἶνος ἐξαχθῇ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν μὲ τὴν τιμὴν τὴν ἐμπρέπουσαν καὶ ὄχι μὲ ἐκείνην μὲ τὴν ὁποίαν καταναλίσκεται εἰς τὸ Ἐσωτερικόν, ἵνα παρασκευάζωνται, λέγω, οἱ οἶνοι οὕτω πως, ἔδει προηγουμένως νὰ προνοήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ ἱδρύσεως τῶν σχολῶν, ὅπως διδαχθῇ ὁ λαὸς καὶ παρασκευάζῃ τοιούτους οἴνους. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐγέρσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγένετο λόγος περὶ ἱδρύσεως μιᾶς τοὐλάχιστον οἰνολογικῆς σχολῆς, ἵνα ἐκεῖθεν ἐξερχόμενοι οἱ οἰνοπαραγωγοὶ μεταδίδωσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις εἰς τοὺς οἰνοπαραγωγούς, τοιοῦτον μέτρον δὲν ἐλήφθη. Βεβαίως εἶναι μέγα ἀδίκημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς καὶ οἰνοποιοὺς τῆς ἡμετέρας χώρας, διότι εἶναι ἀπαράλλακτα, ὡς ἐὰν ἀπῃτοῦμεν ἀπὸ νέους ἀμαθεῖς ἐξετάσεις αὐστηράς, αὐστηροτάτας, ἀφοῦ δὲν ἐδιδάχθησαν κἄν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, διότι θ’ ἀναστατώσῃ ὁλόκληρον τὸν οἰνοπαραγωγικὸν κόσμον καὶ ὁλόκληρον τὸν κόσμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐμπορεύεται τὸν οἶνον ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ, διότι αἱ διατάξεις τοῦ τοιούτου νόμου εἶναι λίαν ἐνοχλητικαί, εἶναι λίαν καταπιεστικαί. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν προκαλοῦσιν ἔξωθεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ λήψεως μέτρων ὑπὲρ τῶν οἴνων —ἐννοῶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐν Τεργέστῃ ἡμετέρου Προξένου....
§273Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰ ἔχετε ὑμεῖς τὰ ἔγγραφα;
§274Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὰ ἔχω ἐγώ, τὰ ἔχει δὲ καὶ ἡ ὑπηρεσία. Ἐπειδὴ καταπονῶ τὴν Βουλήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελον, ἐπειδὴ βλέπω ἄλλους συναδέλφους ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωσι τὸν λόγον χάριν τῶν ἐκλογέων των, οἱ ὁποῖοι δυσκόλως φέρουσιν ἀπὸ ἐτῶν καὶ ἐξηντλήθησαν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἐπαῖται σήμερον, καὶ παρατηρῶ σιωπὴν ἐκ μέρους αὐτῶν, διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περισσότερον, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δι’ ἐμὲ εἶναι δυσκολώτατον καὶ εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα δὲν ἐμελετήθησαν δεόντως, τοῦτο δὲ μαρτυρεῖται περιτράνως καὶ ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, διότι πρὸ παντὸς λείπουσιν αἱ στατιστικαί, ἵνα κάμω λόγον περὶ τοῦ ἐμπορίου τῶν οἴνων καὶ ἔλθωσι πολλὰ εἰς φῶς. Ἀλλ’ ἀπορῶ διατί μόνον πρὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ἐμπόριον τῶν ἐξωτερικῶν οἴνων, ἐδράξατε τὴν εὐκαιρίαν νὰ φέρητε τοιοῦτον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐφοδιάζηται ἡ οἰνοπαραγωγὴ τοῦ Ἐξωτερικοῦ διὰ πιστοποιητικοῦ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόρροια τοῦ συνδικάτου, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ὁ πρόξενος Τεργέστης εἰς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν, εἶναι ἀπόρροια τοῦ συνδικάτου τοῦ οἰνοπαραγωγικοῦ τῆς Ἑλβετίας καὶ ζητεῖ πλείστας πληροφορίας περὶ τῶν ἐμπορίου τῶν οἴνων ἐν Ἑλλάδι καὶ περὶ τῶν οἰνοπαραγωγῶν καὶ περὶ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν καὶ τῆς ἐκτάσεώς των, τῆς ἀμπελογραφίας κλπ. Οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται περὶ ὅλων αὐτῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως πληρώσῃ ἐκείνας τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ οἶνος, ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον. Καὶ ἠναγκάσθη τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὴν ψευδῆ πληροφορίαν ὅτι ἐν Ἑλλάδι παράγεται μόνον οἶνος ἐκ χλωρᾶς σταφίδος. Καὶ ἐδόθη τοιαύτη πληροφορία διὰ τὸν οὐσιώδη λόγον ὅτι εἰς τὴν Ἑλβετίαν δὲν εἰσάγονται παντὸς εἴδους οἶνοι, ἀλλὰ μόνον εἰσάγονται οἶνοι γνήσιοι, οἱ ὁποῖοι πληρώνουσι φόρον καθ’ ἑκατόλλιτρον μόνον 6 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ εἰσαχθῶσι σταφιδῖται οἶνοι, οὗτοι θὰ πληρώσωσι φόρον 60 δραχμῶν. Ὁ φόρος οὗτος ἀπέναντι τῆς ἀξίας τοῦ οἴνου τοῦ ἐγχωρίου ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ τοῦ ἐμπορευσίμου τοῦ ἔξωθεν ἐρχομένου ἀποκλείει τὴν ἐμπορίαν τοῦ σταφιδίτου. Σήμερον λοιπὸν χρειάζεται τρόπος, ἵνα ἐξαχθῇ, καὶ ὁ τρόπος οὗτος ἐξυπηρετεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ἐνῷ, ὡς προεῖπον, ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῆς ἐξαγωγῆς ὁλοκλήρου τοῦ παρακρατήματος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, εἶναι ἀνάγκη, λέγω, ὅπως τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς μὴ ἐφαρμόζωνται διὰ τὸ Ἐσωτερικόν, διότι θὰ φέρωσι μεγάλην ἀνισότητα. Δὲν εἶναι δὲ ἡ νοθεία τῶν οἴνων, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν κρίσιν, ἀλλ’ ἄλλα αἴτια. Ὁ κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς καὶ πρῴην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε λάβει προστατευτικὰ μέτρα κατὰ τοῦ οἴνου τοῦ ἔξωθεν ἐρχομένου καὶ πιέζοντος τὴν ἐσωτερικὴν ἀγορὰν καὶ κατὰ τοῦ σταφιδίτου τοῦ παρανόμως κυκλοφοροῦντος. Ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐν τῇ ἀγαθότητί μου καὶ τῇ εἰλικρινείᾳ ἐπίστευον ὡς προστάτην τῶν οἴνων, δὲν ἔλαβε κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἀρθῇ ἡ κρίσις τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς τὴν κατάργησιν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καὶ τὴν κατὰ βούλησιν τῶν δήμων ἵδρυσιν ταμείου ἀμύνης. Ἡ κατάργησις τῆς στρεμματικῆς φορολογίας δίδει κέρδος εἰς τὸν ἀμπελοκτήμονα ½ λεπτοῦ κατὰ μπότσαν (2 ὀκ.), ἥτις τιμᾶται τώρα 15 λεπτά, ἐνῷ αἱ δαπάναι τῆς παραγωγῆς ἀνέρχονται εἰς 40 λεπτὰ περίπου κατὰ μπότσαν. Οἱ ἀμπελοκτήμονες προτιμῶσιν ἀντ’ αὐτῆς μέτρα πρὸς ἀναστολὴν τῆς κρίσεως καὶ ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν. Ἡ ἐλάττωσις τῶν τιμῶν δὲν ἔχει αἰτίαν κατ’ ἐμὲ τὴν ὑπερπαραγωγήν, ἀλλὰ τὸ κακὸν ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἄνευ νομοθεσίας τινὸς ἐπέτρεψε τὴν πλήμμυραν παντὸς οἴνου. Καθὼς διεβεβαιώθη, εἰσάγονται ἐν Ἀθήναις 8,000,000 ὀκάδες οἴνου Σαμιακοῦ, ἐνῷ ἡ Σάμος παράγει μόνον 800,000 γνησίου οἴνου. Ἐπίσης εἰσάγονται οἶνοι Κρητικοὶ καὶ Θήρας ὡς δῆθεν προερχόμενοι ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ. Παρατηρεῖτε λοιπὸν ὅτι ἡ τεραστία εἰσαγωγὴ τοῦ οἴνου ἔκ τε τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐπέφερε τὴν μὴ κατανάλωσιν τῶν ἐγχωρίων οἴνων. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν ἔρχονται καὶ ἄλλοι οἶνοι ἐκ Κρήτης, διότι καὶ οὗτοι εἶναι προσόμοιοι μὲ τοὺς οἴνους τῆς Σάμου. Πρέπει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔχουσι λάβει ἄλλα Κράτη περὶ τῆς κυκλοφορίας τῶν οἴνων καὶ τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ὁ προκάτοχός του ἐκ Χαλκίδος Βουλευτής, δηλαδὴ νὰ καθιερωθῇ τὸ μέτρον, πόθεν θέλει παραχθῆ ὁ σταφιδίτης, νὰ καθορίζηται ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον παράγεται καὶ νὰ βεβαιοῦται ποῦ θ’ ἀποσταλῇ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ προληφθῇ ἡ παράνομος κυκλοφορία τῶν οἴνων. Αὐτὰς τὰς σκέψεις εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν νομίζων ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον πρὸς τὴν ἐπαρχίαν μου, πρὸς τοὺς ἀμπελοκτήμονας τῶν Ἀθηνῶν καὶ πρὸς πάντας τοὺς οἰνοπώλας, παντοπώλας καὶ λοιπούς, καὶ διαμαρτύρομαι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει καταθλίψει καὶ θέλει καταστρέψει τὴν πώλησιν τῶν οἴνων, ἐὰν ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις του διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας καὶ θέλει μειώσει τὴν κατανάλωσιν κατὰ πολύ. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει ν’ ἀποσύρητε, διότι οὔτε ἐπιβοηθητικὸν εἶναι οὔτε φορολογικὸν οὔτε ἐπεῖγον.
§275Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνακουφιστικόν.
§276Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Οὔτε ἀνακουφιστικόν. Οὐδεμίαν φέρει βελτίωσιν ἐπὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς τιμῆς τῶν οἴνων.
§277ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ἐδήλωσα εἰσηγούμενος τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν θεσμὸν τοῦτον, διότι ἄνευ αὐτοῦ δυσκόλως θὰ εἰσάγωνται ἐφεξῆς οἱ ἡμέτεροι οἶνοι εἰς τὰς διαφόρους χώρας τῆς Ἑσπερίας, ὅπου εἶναι ἤδη αὐτὸς καθιερωμένος. Σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὴν Γερμανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν κατωρθώθη τελευταῖον νὰ εἰσάγηται μεγάλη ποσότης Ἑλληνικῶν οἴνων. Ἐν αὐτῇ ἐψηφίσθη ἤδη νόμος, καθ’ ὃν ὁρίζονται τὰ συστατικὰ τοῦ γνησίου οἴνου, ὅστις δύναται νὰ εἰσάγηται εἰς αὐτὴν πρὸς ἐμπορίαν. Κατ’ αὐτὴν ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ ξένων οἴνων ἐκ χωρῶν, ἐν αἷς ἔχει καθιερωθῆ ὁ αὐτὸς θεσμὸς ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιητικοῦ ἀναλύσεως γενομένης ἐν αὐταῖς. Ἄλλως ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη ἀνάλυσις ἐν τοῖς Γερμανικοῖς τελωνείοις, ἔνθα στοιχίζει αὐτὴ τόσον πολύ, ὥστε ἰσοφαρίζει σχεδὸν πρὸς ἀπαγορευτικὸν δασμόν. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου μοὶ ὑπεδείχθη καὶ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ὑπὸ διαφόρων οἰνοποιῶν ἐν Ἑλλάδι, ὡς ὑπὸ τῆς οἰνοποιητικῆς ἑταιρείας «Ἀχαΐας» ἐν Πάτραις καὶ ὑπὸ τῆς ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, ἐνόμισα δὲ καθῆκόν μου νὰ συντάξω καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα διευκολύνω τὴν ἐξωγωγήν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.
§278Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Τῶν τεχνητῶν;
§279ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τεχνητῶν οἴνων, ἀλλὰ περὶ οἴνων οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ νωπῆς σταφυλῆς. Συνετάχθη δὲ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐδήλωσα καὶ κατὰ τὴν ὑποβολήν του, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου τοῦ συνελθόντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν Γενεύῃ καὶ ἐφέτος ἐν Παρισίοις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σχετικῆς νομοθεσίας τῶν διαφόρων ἄλλων χωρῶν, τῆς Γαλλίας καὶ Γερμανίας ἰδίᾳ. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ διευκόλυνσις τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν οἴνων καὶ εἰς ἄλλας χώρας τῆς Ἑσπερίας, ἰδίως δὲ εἰς τὴν Γερμανίαν, ἔνθα τελευταῖον παρετηρήθη προϊοῦσα αὔξησις τῆς καταναλώσεως αὐτῶν ἀκριβῶς καθ’ ὃν χρόνον ἤρξατο ἐλαττουμένη ἡ ἐκεῖσε εἰσαγωγὴ ἄλλων οἴνων, ἰδίως τῶν Γαλλικῶν. Ταῦτα ἀνέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἐπανειλημμένων ἐκθέσεών του καὶ ὁ ἡμέτερος Πρόξενος ἐν Ἁμβούργῳ συνιστῶν ὡς ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἡμεῖς, Κύριοι, νομίζομεν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν τόπον διὰ τῆς τοιαύτης διευκολύνσεως τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ οἴνου, θ’ ἀνακουφισθῇ καὶ ἡ οἰνοπαραγωγὴ ἡμῶν, διότι οὕτω πως θὰ ἐξάγηται εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν τὸ πλεόνασμα αὐτῆς καὶ θὰ ὑπερτιμᾶται ὁ ἐπὶ τόπου καταναλισκόμενος οἶνος. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπεβάλομεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι αὐτὸ οὐδεμίαν θὰ εὕρῃ ἀντίδρασιν ἐν τῇ Βουλῇ. Διαβεβαιῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι τὰς γνώμας ἃς εἶχον ἄλλοτε περὶ τοῦ οἰνικοῦ ἡμῶν ζητήματος ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω καὶ νῦν. Εἶχον ἄλλοτε τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ φορολογῶνται τὰ προϊόντα ἐκεῖνα τῶν ὁποίων ἡ κατανάλωσις ἀνταγωνίζεται πρὸς τὴν τοῦ οἴνου, ὡς ὁ ζῦθος καὶ τὸ οἰνόπνευμα. Εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀνακουφισθῶσιν οἱ οἰνοπαραγωγοὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ ν’ ἀπαρτίσωσιν αὐτοὶ συνεταιρισμοὺς πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Τὰς γνώμας μου δὲ ταύτας διετύπωσα ἤδη εἰς νομοσχέδια, εὑρισκόμενα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πλὴν τῶν προστατευτικῶν τούτων μέτρων τῆς οἰνοπαραγωγῆς ἐνομίσαμεν ἐπάναγκες νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιδιώκεται ἡ ἐξομοίωσις τῶν ἑλληνικῶν μὲ τοὺς οἴνους τοὺς ἐμπορευσίμους ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, διότι ὡς τοιοῦτοι μόνον δύνανται νὰ εἰσάγωνται αὐτοὶ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγοράς. Ἀλλά, Κύριοι, ὁ καιρὸς ἐπείγει, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν δύναται τό γε νῦν ἔχον ν’ ἀσχοληθῇ εἰς ἀτελευτήτους συζητήσεις περὶ τοῦ οἰνικοῦ ζητήματος· διὸ εἰμὶ ἠναγκασμένος ν’ ἀποσύρω τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§280Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Διατί, κ. Ὑπουργέ; Νὰ μᾶς τὸ εἴπητε.
§281ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον ἡ τοιαύτη συζήτησις.
§282Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἐπειδὴ εἷς Βουλευτὴς ἔφερεν ἀντιρρήσεις, δὲν εἶναι λόγος ν’ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§283Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ ἀπόψε καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν δυνάμεθα νὰ τὸ βελτιώσωμεν.
§284ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον).
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως διαφόρων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν». Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς τὸ στράτευμα ἀξιωματικῶν ἀποστρατευθέντων τῇ θελήσει των. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου καὶ Δ. Τσιτσάρας ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καθορισμοῦ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἁμαξῶν». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 634–635). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως».
§286Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος ἵνα συζητήσωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα δὲν ἔχει τι τὸ ἀκατάλληλον.
§288Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ὅμως ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 10 ὥρας ἔχομεν ἐδῶ· ὁ ἄνθρωπος δὲ δὲν ζῇ μόνον μὲ λόγια, βλέπετε δὲ καὶ ὑμεῖς καὶ ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσῃ.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα τὸ Προεδρεῖον ἀντιληφθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς ἐργασίας της, θὰ πράξῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ.
§290Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς σας, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀριθμῷ τοιούτῳ, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν;
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ κάμητε ἔνστασιν;
§292Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πράττομεν τὸ καθῆκόν μας μὲ τὸ παραπάνω. Ἐργαζόμεθα δέκα ὥρας· εἶναι ἀρκετά.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι ἐργαζόμεθα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχήν...
§294Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποίαν ἀρχήν, ἀφοῦ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον;
§295Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ ἐγὼ ἀληθῶς καὶ θαυμάζω πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζει ἐκ νέου εἰς ἡμᾶς εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εὐθὺς κατὰ τὴν πρώτην αὑτοῦ ἐμφάνισιν προυκάλεσε τοιαύτην θύελλαν διαμαρτυριῶν, τοσαύτην λαίλαπα ἐπικρίσεων διὰ τὰς ἀτελείας αὐτοῦ καὶ τὰς ἐλλείψεις, ὥστε ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνόμιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὸν Καιάδαν τῆς ἀφανείας, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ Σπαρτιᾶται, φιλότιμοι καὶ ὑπερήφανοι γεννήτορες, ἔφερον τὰ μὴ ἀρτιμελῆ αὐτῶν τέκνα. Δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς οὐδὲν ἐλογίσατο τὰς κατακρίσεις, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐθεωρήθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀνεφάρμοστον, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην ζωηροτέραν ἔκφρασιν. Ποῦ εὗρε τὸ θάρρος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρουσιάσῃ ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Καὶ λυποῦμαι ἀληθῶς, διότι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μεγαλειτέρα συναίσθησις, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ καὶ πάλιν νομοσχέδιον ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε. Διότι τί ἄλλο ἐσήμαινεν ἡ προχθεσινὴ συζήτησις καὶ ἡ προχθεσινὴ διαμαρτυρία ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς εἰμὴ ἀπόρριψιν ἐμμέσως τοῦ νομοσχεδίου; Ἐὰν δ’ ἡ ἀπόρριψις δὲν ὑπῆρξε θετικωτέρα, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἄκραν εὐγένειαν, ἡ ὁποία διακρίνει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας καὶ ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ ὁποία προσεπάθησε νὰ χρυσώσῃ ὁπωσοῦν τὸ καταπότιον ἐκεῖνο τὸ πικρὸν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ γνώμη καὶ ἡ θέλησις ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς εἶναι ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μὴ ψηφισθῇ, διότι καὶ ψηφιζόμενον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Τώρα παραδόξως, ἐνῷ πλησιάζομεν πρὸς τὸ μεσονύκτιον...
§296ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ὥρα εἶναι ἐνάτη.
§297Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς παρουσιάζεται πάλιν ἐνώπιον ἡμῶν μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐχὶ μὲ τὸ θάρρος κυβερνώντων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μίαν γνώμην, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπεινότητα, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς ἄλλους, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς κυβερνῶντας, καὶ ἀξιοῖ παρ’ ἡμῶν ὅπως–ὅπως νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Πρὸς ποῖον σκοπόν; Πρόκειται νὰ εὐεργετήσωμεν τὸ Κράτος; Πρόκειται νὰ πράξωμέν τι τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ Κράτος; Πρόκειται νὰ δώσωμεν ἔσοδα τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην διὰ μεγάλα σχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ πραγματοποιήσῃ κατὰ τὸ 1910 καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐγὼ δὲν βλέπω τι τοιοῦτον· ἐγὼ τοὐλάχιστον βλέπω ζημίαν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἤδη διετυπώθησαν αἱ κατηγορίαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τῆς χρηματικῆς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν προβλέπεται ἀγορὰ καὶ πώλησις 9,000,000 ὀκάδων σακχάρεως· τὰ ἐννέα ταῦτα ἑκατομμύρια σακχάρεως ὑπελογίσθη ὅτι θὰ φέρωσιν ἔσοδα 11,700,000 δρχ., ὡς ἐμφαίνεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν βεβαίως ἔξοδα· καὶ τὰ ἔξοδα ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ μὲν τὴν ἀγορὰν καὶ τὴν μεταφορὰν τῆς σακχάρεως εἰς 4,500 δρχ., διὰ δὲ τὴν πληρωμὴν τῆς πρώτης δόσεως εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ σακχαροποιείου Θεσσαλίας εἰς 500,000 δρχ. Ὥστε ἔχομεν ἐν συνόλῳ 5,000,000 ἔξοδα ὑπολογισθέντα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ 19,000 δρχ. δι’ ἄλλα συναφῆ ἔξοδα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλ’ ἠκούσατε καὶ προχθὲς ὅτι ἔχομεν στέρησιν τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐξ 660,000 δρχ. καὶ ἑτέραν στέρησιν ἐπίσης ὁμοίου ποσοῦ ἐκ τῶν δήμων καὶ τῶν λιμενικῶν ταμείων· ὥστε εἰς τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ τὴν μεταφορὰν τῆς σακχάρεως πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν 1,200,000. Ἔχομεν ἑπομένως ἐν συνόλῳ δαπάνην ἀναγομένην εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦτο ἐξ 6,200,000 δρχ. Ἀφαιρουμένων τῶν 6,200,000 δρχ. ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 11,700,000 μένει καθαρὸν περίσσευμα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους 5,500,000. Τόσον εἶναι τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς σακχάρεως κατὰ τὸ 1908 καὶ κατὰ τὸ 1909; Δὲν ἔχω δυστυχῶς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν καὶ σημειώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ὀκάδων τῆς εἰσαχθείσης σακχάρεως, ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζετε ὅτι αἱ ὀκάδες αὐταὶ εἶναι 6,500,000· ἑπομένως ἔχομεν ἔσοδα 6,500,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδίδομεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἔχομεν πάλιν τὸ αὐτὸ ποσὸν σχεδόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξωμεν καὶ διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Ἀλλ’ ἐν τῷ μονοπωλίῳ τῆς σακχάρεως τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει περὶ πολλῶν πραγμάτων. Δὲν γνωρίζω ἂν θ’ ἀγορασθῇ ἡ σάκχαρις εἰς χύμα· καὶ ἂν ἀγορασθῇ εἰς χύμα, βεβαίως θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἑνὸς ἐργοστασίου, ἵνα τὴν θέσωμεν εἰς πακέτα καὶ ἂν ἔχωμεν ἀνάγκην συσκευῆς εἰς πακέτα, θὰ ἔχωμεν δαπάνας. Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν λέγει τίποτε περὶ αὐτῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δαπάνην 2,000 δραχμῶν διὰ συσκευήν, ἀλλὰ συσκευὴ 9,000,000 ὀκάδων σακχάρεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διασκευασθῇ εἰς πακέτα ἡμισείας ὀκᾶς, ἑκατὸν δραμίων, πεντήκοντα δραμίων, θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην πολλῶν χιλιάδων. Ἀλλά, διὰ νὰ γίνῃ συσκευή, θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην καὶ ἀνθρώπων, ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ. Τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν λέγει· ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔξοδον 6,000 δρχ., δηλαδὴ ποσὸν εὐτελέστατον σχετικῶς μὲ τὴν ἐκτελεσθησομένην ἐργασίαν. Ἀλλὰ θέλομεν ἀποθήκας καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δι’ ἐνοίκια 2,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐπαρκέσωσιν ἐνοίκια 2,000 δρ. δι’ ἀποθήκευσιν 9,000,000 ὀκάδων σακχάρεως εἰς 5 ἢ 6 πόλεις τῆς Ἑλλάδος; Παραδόξως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀναγράφει καὶ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς προχθὲς ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη προσωπικοῦ, διότι ὁ τελώνης Πειραιῶς αὐτὴν τὴν μικρὰν ὑπόθεσιν θὰ διεξάγῃ μόνος του, καὶ εἶναι πολὺ μικρὰ ἡ ὑπόθεσις, διότι ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας θὰ πολιορκῆται ὁ τελώνης ἢ ὁ ὑπάλληλος ἀπὸ χιλιάδας μπακαλόπουλα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀγοράζωσι σάκχαριν. Εἰς δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀναγράφονται παράδοξα πράγματα. Ἀμοιβὴ δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπασχοληθῶσιν εἰς τὴν χονδρικὴν πώλησιν τῆς σακχάρεως. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἄλλην ἐργασίαν; Μήπως εἶναι οἱ ἀργόμισθοι τοὺς ὁποίους ἐλησμόνησε νὰ παύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Μισθοί, λέγει, προσωπικοῦ 3,120 ἐτησίως· ποῖον θὰ εἶναι αὐτὸ τὸ προσωπικόν, ποίους μισθοὺς θὰ ἔχῃ; Πῶς θὰ πληρωθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει νόμος; Ἑπομένως ὅλαι αὐταὶ αἱ πιστώσεις δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν θὰ τὰς ἐγκρίνῃ. Ἀλλά, καὶ ἂν τεθῇ νομοθετικὴ διάταξις περὶ τούτου σήμερον ἢ αὔριον, ὑπάρχει τις ὁ ὁποῖος ὑπολογίζει ὅτι ἡ παραλαβὴ 9,000,000 ὀκάδων σακχάρεως, ἡ ἀποβίβασις, ἡ ἀποθήκευσις θὰ στοιχίσῃ μόνον 500 δραχμάς;
§298Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ χάρτης τῶν πακέτων πρὸς ἥμισυ λεπτὸν κάμνει 45.000 δραχμῶν.
§299Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅλα αὐτὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπολογίζει ἔξοδα 19.000 δραχμῶν. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ εἶναι πολλαπλάσια καὶ θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην προσωπικοῦ παμμεγίστου, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ ἀποθήκη, ἡ ὁποία νυχθημερὸν θὰ ἐργάζηται, δὲν ἔχει ἀνάγκην προσωπικοῦ. Ἀλλὰ καὶ ποῖος θὰ φυλάξῃ τὴν ἀποθήκην αὐτήν; Θὰ λάβῃ τὸν ναργιλέν του ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ θὰ μεταβαίνῃ ὅπως φυλάττῃ τὴν σάκχαριν; Ἡ σάκχαρις τρώγεται· ἀπὸ τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς ἐκλάπησαν ὁλόκληρα δέματα δερμάτων. Τὴν σάκχαριν ποῖος θὰ φυλάξῃ; Τίς θὰ εἶναι ὑπεύθυνος; Καὶ εἶναι δυνατὸν ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις νὰ διενεργηθῇ μὲ δαπάνην 19.000 δραχμῶν; Θὰ χρειασθῇ ὁλόκληρον ἐργοστάσιον πρὸς ἐπικόλλησιν τῶν ταινιῶν· χρειάζονται ἄνθρωποι. Καὶ ποῖος θὰ πληρώσῃ ὅλους αὐτούς; Οὐδὲν περὶ τούτου λέγει τὸ νομοσχέδιον. Λέγει μόνον τὸ νομοσχέδιον ὅτι τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου πᾶς ὅστις εὑρεθῇ κάτοχος σακχάρεως εἰς χύμα θὰ καταδιώκηται μὲ ποινὴν φυλακίσεως ἑνὸς μηνὸς μέχρι πέντε ἐτῶν καὶ πρόστιμον μέχρι 1000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τὸ Κράτος ἀμέσως θὰ δώσῃ εἰς τὸν τελώνην σάκχαριν μονοπωλιακήν· ἀλλά, ὅταν ἔχῃ τὸ Κράτος καὶ πωλῇ σάκχαριν μονοπωλιακὴν πρὸς 1.40 τὴν ὀκᾶν, πῶς θὰ πωλήσῃ ὁ ἄλλος ὁ κάτοχος τὴν σάκχαρίν του πρὸς 1.65 ὅσον στοιχίζει σήμερον; Τί θὰ γίνῃ λοιπόν; Θὰ ὑποβληθῇ εἰς μίαν δήμευσιν τῆς περιουσίας του καὶ κινδυνεύει νὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς φυλακάς. Εἶναι δίκαια αὐτὰ τὰ πράγματα; Εἶναι φανερὰ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ν’ ἀποταθῇ εἰς πάντα ἄνθρωπον ἔχοντα σάκχαριν καὶ εἴπῃ· φέρε μου τὴν σάκχαρίν σου, διὰ νὰ τὴν ἀγοράσω. Πῶς θὰ δημεύσῃ τὸ Κράτος αὐτὴν τὴν περιουσίαν των καὶ μὲ ποίαν ψυχὴν σεῖς θὰ ψηφίσητε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐπιβάλλον τοσαύτας ποινὰς καὶ τοσαύτας ζημίας εἰς τοὺς συμπολίτας σας; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς οὐδὲν λογίζεται ταῦτα. Ἔφερε πρῶτον νομοσχέδιον φορολογίας τῆς σακχάρεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει 250.000 δραχμῶν· ἔφερεν ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέβαλε φόρον εἰς ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους ἠθέλησε νὰ φορολογήσῃ πραγματικῶς· τώρα ἔρχεται τρίτον νομοσχέδιον διὰ τὸ ὁποῖον διελάλησεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὅτι εἶναι ἡ βάσις τῆς οἰκονομικῆς του ἐργασίας, διότι μὲ τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον θὰ κατορθώσῃ νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον. Ἀλλὰ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα οὐδαμοῦ φαίνονται, φαίνεται μόνον ζημία ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Τώρα ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐλλείψεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν αὐτὸ ἐντελῶς ἀνίκανον νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς ἐφαρμογῆς, καὶ δὲν πράττομεν ἡμεῖς ἄλλο τι ἢ νὰ χάνωμεν πολύτιμον καιρὸν συζητοῦντες περὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι. Καὶ τί θὰ πράξωμεν, ἀφοῦ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποκρούεται ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως καὶ ὑπὸ τῆς βουλευτικῆς συνειδήσεως, πρὸς τί ἔρχεσθε καὶ λέγετε εἰς ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν αὐτό; Τίς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους ἢ ἕτερος σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνωρίζω; Ἐγὼ δὲ ἠπόρησα οὐχὶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὰ αὐτὰ πράγματα. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐλέχθη ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνεφάρμοστον, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Διαφέρει τὸ πρᾶγμα, εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας, ἂν ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς ὅτι θέτει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ πολὺ ἀμφιβάλλω, γνωρίζων τὸ αἴσθημα τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ θελήσῃ μετὰ τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λεχθέντα νὰ φέρῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχόμενος τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀξιοπρεπείας θ’ ἀποφασίσῃ νὰ φέρῃ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§300Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ἤλπιζον καὶ ἐγὼ ὅτι ἀπέναντι τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε πεισθῆ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχέ τι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, ἀλλὰ μόνον νομίζει ὅτι τὰ ὀφέλη τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ μονοπωλίου αὐτοῦ δὲν θὰ ὑπάρξωσι καὶ ἐξ ἄλλου ὅτι αἱ συμβάσεις δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι. Δὲν θέλω ἐπαναλάβει ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας καὶ τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν ἀληθῶς ὅτι αἱ δαπάναι θὰ εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἕν μόνον θὰ προσθέσω, ὅτι τὴν σήμερον, ὅπως παραλαμβάνωσι τὸ πετρέλαιον ἐκ τῶν πρακτορείων τῶν μονοπωλίων, τὰ ὁποῖα εἶναι τρία, δύο ἐν Ἀθήναις καὶ ἕν ἐν Πειραιεῖ, οἱ ὑπηρέται τῶν παντοπωλείων πολλάκις εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ περιμένωσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, ὅπως κατορθώσωσι νὰ τὸ παραλάβωσι. Γνωρίζετε ὅτι ἡ κατανάλωσις τοῦ πετρελαίου εἶναι ὡς ἔγγιστα 200,000 κιβώτια, τὰ ὁποῖα ζυγίζουσιν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 25 ὀκάδας ἕκαστον· ὥστε εἶναι περίπου τὸ ἥμισυ τοῦ βάρους τῆς ὑπολογιζομένης σακχάρεως, δηλ. ἡ παράδοσις τῆς σακχάρεως θ’ ἀπαιτήσῃ διπλάσιον χρόνον καὶ ἴσως περισσότερον ἀκόμη ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὴν σήμερον ἡ παράδοσις τοῦ πετρελαίου. Ἂν λοιπὸν τὴν σήμερον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δυσκολία μὲ τρία πρακτορεῖα καὶ μάλιστα τέσσαρα, διότι ὑπάρχει καὶ 4ον εἰς τὸ Λαύρειον, φαντάσθητε τί θὰ γίνῃ μὲ μίαν μόνον ἀποθήκην τῆς σακχάρεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἕνεκα τῶν πολλῶν αὐτοῦ ἀσχολιῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀντελήφθη τοῦ μεγέθους τῆς ἐργασίας. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα θεωρῶ μηδὲν ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ζητήματος τῆς παραβιάσεως τῶν συμβάσεων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχω ἤδη ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ σήμερον νὰ πράξω τοῦτο. Εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ μὴ ἔχῃ κάμει — καὶ ἤκουσα μάλιστα ὅτι ἔχει κάμει — παραστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἤκουσα δ’ ὅτι τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 τὰς ἔχει διαθέσει. Ἤκουσα ὅτι εἶναι ἀδύνατον αἱ Ἀγγλικαὶ Τράπεζαι, καὶ ἰδίᾳ ὁ γνωστὸς οἶκος ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναλάβει τὴν τοποθέτησιν τῶν ὁμολογιῶν τούτων, νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶσιν. Ὅταν λοιπὸν ὅλους τούτους τοὺς κινδύνους διατρέχωμεν, θεωρῶ ἀληθῶς ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλει ἐπιμείνει, διότι ἀληθῶς θέλει πράξει πρᾶξιν διὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος θέλει μεταμεληθῆ.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§302ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι μικρά τινα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν, τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 18 καὶ 19. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῶσι.
§303Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ καὶ αὔριον δύνανται νὰ ψηφισθῶσι. Δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν ἀπόψε, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τοὺς σημερινοὺς ἡ ἐπιψήφισις νομοσχεδίου. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἐνιστάμεθα· Ἀναμφισβητήτως τὰ νομοσχέδια αὐτὰ οὐδεμίαν θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν. Δὲν χάνεται λοιπὸν ὁ κόσμος, ἄν ἀναβληθῶσι καὶ δι’ αὔριον.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου περὶ πληρωμῆς κατὰ δόσεις τοῦ φόρου περιβολίων τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν τῶν χρήσεων 1905–1908». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ σιγαρέττων κατασκευασθέντων διὰ μηχανημάτων κατασκευῆς τελείων σιγαρέττων». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9,35 μ. μ.