1909.11.18
2,446 rows · 18,121 words · 243 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45.
τῆς 18ης Νοεμβρίου 1909.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5, 30′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 92 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Χθὲς ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 22 προέκυψεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν ὑποχρεωτικῶς θὰ μετατίθενται τὸ ἓν τρίτον ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῶν. Ἡ διατύπωσις ὅμως τοῦ ἄρθρου 22, ὡς ἀναφέρεται ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, δὲν εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει οὕτω πως νὰ τεθῇ: «ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν μετατίθενται κατ’ ἔτος ὑποχρεωτικῶς τὸ ἓν τρίτον ἐκ τῶν συμπληρωσάντων τριετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ τροπολογία τῶν κυρίων Χ. Βοζίκη καὶ Ἰ. Δ. Ῥάλλη.
§4Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ εἶναι κακῶς διατυπωμένη, καὶ ζητοῦμεν τὴν διόρθωσιν.
§5Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὕτω πως διετυπώθη καὶ ἐψηφίσθη. Ἐὰν δὲν διετυπώθη καλῶς, δὲν δυνάμεθα τώρα πλέον νὰ μεταβάλωμεν τὸ κείμενον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη ἡ τροπολογία τῶν κυρίων Βοζίκη καὶ Ῥάλλη, καὶ ἀνεγράφη ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ὡς ἐψηφίσθη.
§7Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν διασάφησιν: Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ κυβερνητικὸν ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἐθεωροῦντο τοποθετημένοι εἰς τὰς θέσεις των οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἄρχεται ἡ τριετία τοῦ νόμου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀρθῶς ἀντελήφθητε σεῖς ὅτι τὸ ἓν τρίτον ὑποχρεωτικῶς θὰ μετατίθηται. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὐτὴ μετεβλήθη, διότι σεῖς κατόπιν εἴπετε ὅτι δὲν συμφέρει ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ μείνῃ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὸν κ. Κατσίναν πρῶτον ἐναντιωθέντα, καὶ τότε ἡ Βουλὴ μετέβαλε τὴν διάταξιν καὶ ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βοζίκη καὶ εἶπεν ὅτι ἡ τριετία ἄρχεται ἀπὸ τῆς τοποθετήσεως τοῦ δικαστοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διάταξις ὅτι τὸ τρίτον τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ὁριστικῶς θὰ μετατίθεται, ἀφοῦ πιθανὸν καὶ τὸ τρίτον ἀκόμη νὰ μὴ ἔχῃ συμπληρώσει τριετίαν; Ἐπὶ παραδείγματι ἐν Ἀθήναις ἐκ τῶν εἴκοσιν ὑπαλλήλων ἐὰν ἔχωσι συμπληρώσει δώδεκα τριετίαν, θὰ μετατεθῶσιν οἱ τέσσαρες. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά, διότι ὅλοι δὲν ἐτοποθετήθησαν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν.
§8Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐναντίος ὅλων αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κορινθίας καὶ τῶν ἄλλων μετ’ αὐτοῦ συμπραξάντων, διότι εἶμαι τελείως ἀντίθετος πρὸς τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἶχε τοῦτον τὸν σκοπόν, νὰ καταστήσῃ ὑποχρεωτικὴν τὴν μετάθεσιν καὶ ὑποχρεωτικὴν τὴν ἀνανέωσιν τοῦ τρίτου κατ’ ἔτος τοῦ συνόλου τῶν πρωτοδικῶν καὶ ἐφετῶν ἐν Ἀθήναις, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι συμπληρώσει τριετίαν. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ κανονισθῇ ποῖος εἶναι ὁ διαιρετέος ἀριθμός. Ὁ διαιρετέος ἀριθμὸς ἐννοεῖται ἀπὸ τοὺς ὑποστηρίξαντας τὴν τροπολογίαν ὅτι εἶναι τὸ σύνολον τῶν πρωτοδικῶν καὶ ἐφετῶν, οὐδεὶς δὲ ἠξίωσεν, ὅπως τὸ τρίτον λογισθῇ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν τῶν συμπληρωσάντων τὴν τριετίαν, διότι τότε φθάνομεν εἰς ἀριθμὸν πολὺ μικρόν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὑπεστηρίχθη τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι τὸ σύνολον τῶν πρωτοδικῶν καὶ ἐφετῶν θ’ ἀνανεωθῇ μετὰ πενταετίαν, διότι τὸ πρῶτον τρίτον θ’ ἀνανεωθῇ μετὰ διετίαν καὶ τὰ ἄλλα δύο μετὰ τριετίαν, τοῦτο δὲ καταδηλοῦσι καὶ τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά.
§9Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ ἂν συμβῇ ὥστε κατὰ τὴν λῆξιν τῆς τριετίας, αὔριον, νὰ μὴ ἔχωσι συμπληρώσει τὴν τριετίαν οὔτε τὸ ἓν τρίτον;
§10Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ μετατεθῶσιν ὀλιγώτεροι τοῦ ἑνὸς τρίτου. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχουσι συμπληρώσει ἓξ ἐκ τῶν εἰκοσιδύο τὴν τριετίαν, θὰ μετατεθῶσι μόνον δύο. Ἐδῶ δὲ ἐγένετο καὶ ὀρυμαγδός, ὁ ὁποῖος κατέληξεν εἰς τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἂν ἐνθυμῆσθε. Οἱ ὑποστηρίξαντες δὲ τὴν διάταξιν ταύτην δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μεταθέσωσι δύο ἢ τρεῖς δικαστάς, ἀλλ’ ἤθελον τὴν ἀνανέωσιν τῶν ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἐτῶν.
§11Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἰδοὺ ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ διατύπωσις: «Ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν μετατίθενται κατ’ ἔτος ὑποχρεωτικῶς τὸ ἓν τρίτον ἐκ τῶν συμπληρωσάντων τριετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν».
§12Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. «Ἐκ τῶν συμπληρωσάντων», μάλιστα, εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐγὼ ὑπεστήριζον ὅτι τὸ ἓν τρίτον ἐκ τῶν συμπληρωσάντων τὴν τριετίαν, σεῖς ὅμως ἐλέγετε τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Τοῦτο δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Οὔτε ἄλλως τε ἐκ τῆς συζητήσεως προκύπτει τοιοῦτόν τι, διότι σεῖς ὑπεβάλετε διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ ἐν Ἀθήναις τοποθετημένοι δὲν θὰ εἶχον τὴν αὐτὴν κατὰ χρόνον τοποθέτησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο ἄτοπον, διότι εἶπον ἐγὼ κατὰ τὴν συζήτησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς δυσχέρειαν, ὅταν θὰ συμπληρώσωσι πάντες τὴν τριετίαν. Ὅτε λοιπὸν ἐδέχθητε ὅτι ἕκαστος δικαστὴς θὰ ἔχῃ ἰδίαν ἔναρξιν τοποθετήσεως, τότε ἡ ἔννοια εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν λέγω ἐγώ.
§13Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς εἶναι αὕτη· ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν νὰ μετατεθῶσι τὸ τρίτον, ἐφ’ ὅσον συμπληρώσωσι τριετίαν. Ἐπειδὴ σήμερον ἐν τῷ δικαστικῷ κόσμῳ προέκυψέ τις ἀμφιβολία ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν διασάφησιν, ἵνα μὴ προκύψωσιν ἀνωμαλίαι ἐν τῷ μέλλοντι διὰ τὴν ἑρμηνείαν παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Δὲν θέλετε νὰ τὸ δεχθῆτε;
§14Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Οὕτως ἐγὼ τὸ ἀντελήφθην, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἀντελήφθη ἄλλως, δὲν ἠξεύρω.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν τῶν κ. Χ. Βοζίκη καὶ Ἰ. Δ. Ῥάλλη. Αὐτὸ ἐτέθη εἰς τὰ Πρακτικά· ἐὰν τώρα θέλητε νὰ κάμητε διόρθωσίν τινα, ἄλλο ζήτημα.
§16Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐὰν μεταφέρωμεν τὸ «τῶν συμπληρωσάντων» δύο στίχους κατωτέρω, λύεται τὸ ζήτημα. Καὶ οἱ κ. Βοζίκης καὶ Ῥάλλης τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχουσι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν; Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Ὁ σύνδεσμος τῆς Ἀλληλοβοηθείας θερμαστῶν «Ὁ Στέφενσων» ὑποβάλλει εὐχὴν περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως· Ἡ ἀδελφότης τῶν ἐν Πειραιεῖ Ἠπειρωτῶν διὰ ψηφίσματός της ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως· Ὁ σύνδεσμος τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων Καρδίτσης παρακαλεῖ, ὅπως διὰ νόμου γενικευθῇ ἡ κυριακὴ ἀργία· Ὁ ἐκ Πειραιῶς Δημ. Γεωργοβασίλης ὑποβάλλει σκέψεις περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου· Ὁ κατάδικος Τριαντάφυλλος Μουγκογιάννης ἱκετεύει τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν ἀπονομὴν Β. χάριτος· Ὁ ἐν Πειραιεῖ σύνδεσμος τῶν Ἑλλήνων ἐμποροπλοιάρχων ἐκφράζει διὰ ψηφίσματος τὴν εὐχὴν περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως. Ὁ Θηβαϊκὸς λαὸς διὰ ψηφίσματος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν περὶ καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Θίσβης. Οἱ πτυχιλοῦχοι τῆς δημοσίας ἐμπορικῆς σχολῆς παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν περὶ ἐγκαταστάσεως τῆς σχολῆς των εἰς τὴν ἐν τῇ λεωφόρῳ Κηφισίας Μαράσλειον σχολήν· Ὁ πρόεδρος τοῦ Παναχαϊκοῦ δημοδιδασκαλικοῦ συλλόγου «Ὁ Σωκράτης» ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ Κράτους· Ὁ δήμαρχος Ἐμπορίου τῆς Θήρας ὑποβάλλει διαμαρτυρίαν τῶν δημοτῶν του παρακαλούντων τὴν σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως μὴ ψηφίσῃ νομοσχέδιον καταργοῦν τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἡ Ἀδελφότης τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Πειραιῶς ἐκφράζει τὴν εὐχὴν περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως. Ὁ δήμαρχος τοῦ Πειραιῶς ἐκφράζει τὴν εὐχὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως. Ὁ πρόεδρος τοῦ σωματείου τῶν μηχανοσιδηρουργῶν Βόλου παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ σύντονον πρόνοιαν πρὸς προστασίαν καὶ τῆς γεωργικῆς σιδηροβιομηχανίας. Οἱ κ. Μ. Σταματόπουλος, Κ. Γκλαβάνης καὶ Μ. Καζάζης παρακαλοῦσι τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ὅπως ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ δασμολογίου, ὡς προστατεύοντος μονομερῶς ὡρισμένους κλάδους σιδηροβιομηχανίας. Ὁ σύνδεσμος τῶν λεμβούχων Πειραιῶς «Ποσειδῶν» ἐκφράζει εὐχὴν ὅπως ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ μεταναστεύσεως πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ ἰδιαιτέρως τῶν λεμβούχων. Ὁ πρόεδρος τοῦ συλλόγου τῶν δημοδιδασκάλων Κορινθίας ὑποβάλλει εὐχὴν περὶ ἀπομακρύνσεως ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν σχολείων τῶν ἐκ Γυμνασίων καθηγητῶν καὶ παρακαλεῖ τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἐπιθεωρητῶν· Τὸ συμβούλιον τῆς συντεχνίας τῶν ὑποδηματοποιῶν Πειραιῶς ἐκφράζει εὐχὴν ὅπως ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ μεταναστεύσεως πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ὑπερωκεανείου ναυτιλίας μας· Οἱ κάτοικοι Γαρδικίου τοῦ δήμου Ἀμφείας παρακαλοῦσι τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀναμισθώσεως τῆς οἰκίας Ἀθ. Βορδύλα, ἥτις εἶναι ἡ καταλληλοτέρα πασῶν ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς διδακτήριον τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Γαρδικίου· Ὁ δήμαρχος Καλλίστης ὑποβάλλει ἔντονον διαμαρτυρίαν ἐπιλέκτων καὶ λαϊκῶν τάξεων κατὰ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν ἑλληνικῶν σχολείων· Ὁ κ. Ἰ. Σκουτερόπουλος κατ’ ἐντολὴν τῶν δημοδιδασκάλων Ναυπλίας, Τροιζηνίας καὶ Ὕδρας θερμῶς παρακαλεῖ τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ νομοσχέδιον περὶ περιφερειῶν δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ διατηρήσεως τῶν νῦν ἐπιθεωρητῶν ἐν αὐταῖς· Ὁ εἰρηνοδίκης Ἐλευσῖνος (τῆς Γόρτυνος) ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων καὶ δημοτῶν τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος περὶ διατηρήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου· Ὁ πρόεδρος τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Μεσσήνης παρακαλεῖ τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ εὐεργετικωτάτου νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ἀπηλιωτῶν ὑποβάλλει διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἐπιλημνίων καὶ ὑπαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κερκύρας ἢ Ὄρους. Ἡ ἐν Κερκύρᾳ ἐμπορικὴ σχολὴ διὰ τοῦ διευθυντοῦ αὐτῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα περιέχον τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως μὲ τὴν προσθήκην ὅτι ἐπιδοκιμάζει κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον. Ὁ Ἀνδρέας Ἀνδρικόπουλος ἐκ Λαγκαδίων παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς Πολ. Δικονομίας περὶ ἐκτελέσεως. Ἡ πανελλήνιος ἕνωσις τῶν μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων ἐν Πειραιεῖ ἐκφράζει εὐχὴν ὅπως ἡ σεβαστὴ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ μεταναστεύσεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ἀλλ’ αὐτὸ ἀναβάλλεται, διότι ἀκόμη εὑρίσκεται ἐν τῷ Τυπογραφείῳ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ δεύτερον: Αʹ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης φρ. χρυσῶν μὲν 16,449,188. 25 ο)ο δραχμῶν δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 20,258.467. 87%, καὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως διὰ ταύτην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§18Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως 37 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικὴν τῆς Βουλῆς, ἥτις ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της συστήσασα τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς θεραπεύοντος ἀνάγκας ἀπαραιτήτους τῆς χώρας. Περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ἀντικειμένου τοῦ νομοσχεδίου δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, σεβόμενος ἀκριβῶς τὸν λόγον ὅστις ἐπέβαλε τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνέκρινεν ὁμοψήφως τὴν πίστωσιν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της συνιστᾷ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἄλλον τρόπον ὅσον ὁρᾷ τὸ λογιστικὸν μέρος. Ἡ πίστωσις ζητεῖται εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1909, ὁρίζεται δ’ ὅτι ἡ μὲν δαπάνη καταλογίζεται ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1909, ἡ δὲ διάθεσις τῶν χρημάτων θὰ γένηται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου Ἀμύνης, εἰς οὗ τὰ ἔσοδα τοῦ 1910 θὰ ἀναγραφῇ τὸ ἔσοδον τῶν 37 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τίς ἡ ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ ἀπὸ τοῦδε ὡς ἔσοδον τοῦ ταμείου Ἀμύνης τοῦ 1910, ἐνῷ τὸ ἔσοδον τοῦτο δύναται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ τοῦ 1910 καὶ συνυποβληθῇ μετὰ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ὡς παράρτημα αὐτοῦ; Δὲν πρέπει νὰ γίνηται ὑποβολὴ προϋπολογισμοῦ διὰ μέλλουσαν χρῆσιν, ὡς ἤδη λαμβάνεται πρόνοια νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου Ἀμύνης τοῦ 1910. Ἀλλὰ παρετήρησα καὶ ἕτερόν τι ἀτελὲς ἐν τῷ νομοθετήματι ὅτι, ἂν τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1909, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου, αἱ ἀνάγκαι δὲ περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον εἶναι τόσον κατεπείγουσαι, τότε ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανηθῇ πράγματι ποσόν τι χρημάτων πρὸ τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1909. Τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἐὰν καθωρίζετο διάταξις, καθ’ ἣν ν’ ἀναγραφῇ μὲν πίστωσις ἔκτακτος εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1909 ὡς χορηγία εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ τούτου τῆς χρήσεως 1909 ν’ ἀναγραφῇ τὸ προσῆκον ἔσοδον καὶ ἡ ἀντίστοιχος πίστωσις διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν δὲ παραστῇ ἀνάγκη ἡ δαπάνη νὰ γίνεται μετὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1910, δύναται καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης 1910 νὰ γένηται ἡ αὐτὴ πρόβλεψις, ἥτις γίνεται καὶ διὰ τὸν γενικὸν Προϋπολογισμόν, δηλ. ἡ μεταφορὰ τῆς πιστώσεως διὰ Β. Διατάγματος. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν ἀφορώντων τὴν διαχείρισιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ τὰς κατ’ αὐτὴν δαπάνας νόμων».
§20Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κύριοι, ἐπαινετὴ βεβαίως εἶναι ἡ προθυμία τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι ὁμολογουμένως αὕτη εἰς πολλὰ χωλαίνει διὰ διαφόρους λόγους καὶ διάφορα αἴτια. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἤδη συζητοῦμεν, διὰ δύο βάσεων τὰς ὁποίας ἔθηκε, διὰ δύο ἀρχῶν τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη φρονεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δίκαι εἴτε διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν λεγομένων ψευδομηνύσεων εἴτε διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐρημοδικιῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἄλλοτε, ὑπὸ ἄλλον τύπον, ὑπεβλήθη, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἀπορρέει ἀπὸ γνώμης τῆς ὑπηρεσίας, ἀπὸ γνώμης προσώπων ἐκ τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Ἕνεκα τούτου καὶ ἡ διάγνωσις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ αἴτια, ἐκ τῶν ὁποίων πηγάζουσι τὰ δύο ταῦτα κακά, αἱ ἐρημοδικίαι καὶ τῶν ψευδομηνύσεων ἡ πληθύς, εἶναι συγγενὴς καὶ ἀνάλογος πρὸς τὴν ἐπαγγελματικὴν λεγομένην ἀντίληψιν, εἶναι τουτέστιν ὑποκειμενικὴ καὶ φέρει τὸν τύπον τοῦ ἀτομικισμοῦ. Καὶ τῳόντι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἀναζητήσει τῶν αἰτίων τοῦ κακοῦ ἐπηρεασθέντες ἀπὸ τὸν ἐπαγγελματικὸν λεγόμενον ἐγωισμὸν ἐνόμισαν ὅτι ταῦτα ὑπάρχουσι μόνον ἐκτὸς τοῦ κύκλου αὐτῶν καὶ παρεῖδον ὅτι ἐν πολλοῖς ὑπάρχουσιν ἐν αὐτοῖς, οἷς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διαχείρισις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διαχειρίζονται ταύτην καὶ διεξάγουσι τὴν διαδικασίαν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων. Εἶναι ἀνθρώπινος, βλέπετε, ἀδυναμία, τὸ νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ τις εἰς ἑαυτὸν οὐδὲν πταῖσμα, νὰ ἐπιρρίπτῃ δὲ τὴν εὐθύνην διὰ πάντα εἰς τοὺς ἄλλους καὶ γνωστὸς εἶναι ὁ μῦθος ὅτι ἕκαστος δύο πήρας φέρει κ.τ.λ. Τῆς τοιαύτης μονομεροῦς ἀντιλήψεως κατὰ φυσικὴν συνέπειαν ἀνάλογα εἶναι καὶ τὰ προτεινόμενα φάρμακα καὶ αἱ ἐφευρεθεῖσαι μέθοδοι πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ καὶ ὡς τοιαῦτα ἀπὸ τοιαύτης ἀντιλήψεως προερχόμενα δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ὦσι καὶ σφαλερά. Ἡ Βουλὴ ὅμως τελοῦσα ἐκτὸς τοῦ δικαστικοῦ κύκλου καὶ γνώστης τῶν πραγμάτων θέλει ἐξετάσει ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τὸ ζήτημα, ἵνα ἀνεύρῃ τὰ ἀληθῆ αἴτια, διότι μόνον ὅταν διαγνώσωμεν τὴν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν αἰτίαν τῆς πληθύος μὲν τῶν μηνύσεων, τῶν πολλῶν ἐξ ἄλλου ἐρημοδικιῶν, ὧν αἱ πλεῖσται καταλήγουσιν εἰς ἀθώωσιν τῶν μηνυθέντων, μόνον τότε θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπινοήσωμεν καὶ νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα τῆς θεραπείας τοῦ τοιούτου κακοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι μία φοβερὰ πληγὴ διὰ τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ μεγίστη διὰ τὸ Δημόσιον ζημία. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ ὑπάρχουσιν εὐτυχῶς πολλοὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἡμέραν ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των εὑρίσκονται ἐν τοῖς ποινικοῖς δικαστηρίοις, γνωρίζουσιν ὅτι κυρίως τὰ αἴτια δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ συντάκται καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου ὑπέθεσαν, δὲν εἶναι τουτέστιν ἡ δολιότης τῶν μηνυτῶν εἰς τὸ νὰ περιπλέξωσιν ἐκείνους μετὰ τῶν ὁποίων εἴτε ἐκ πολιτικῶν λόγων εἴτε ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν ἦλθον εἰς ἔριδας καὶ ἐχθρότητα, ἀλλ’ εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγονται παρ’ ἡμῖν αἱ ποινικαὶ δίκαι, ἡ ὑπερηλεκτρικὴ ταχύτης ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν διευκρινίζεται ἡ ὑπόθεσις καὶ τοιουτοτρόπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἄνθρωποι πράγματι ἔνοχοι διαφεύγουσι τῶν χειρῶν τῆς δικαιοσύνης, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου καταδικάζονται ἀθῷοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς πληθύος τῶν μηνύσεων, αὐτὴ καὶ τῶν ἐρημοδικιῶν. Ἆρά γε διὰ τοῦ ἐπινοηθέντος ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τρόπου καὶ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα καθιεροῦσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ, θεραπεύονται τὰ αἴτια ταῦτα καὶ ἐξαλείφεται τὸ κακόν; Βεβαίως ὄχι. Ἀντὶ νὰ ἀποκόψωμεν τὸ κακὸν καθιεροῦντες ἕτερον τρόπον διεξαγωγῆς, τρόπον διαφωτίζοντα τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐξονυχίζοντα τὴν ἀλήθειαν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείομεν τὸν παθόντα τοῦ δικαιώματος νὰ προστρέχῃ εἰς τὴν προστασίαν τῶν Ἀρχῶν, διότι, ὅταν λέγωμεν εἰς τὸν ἰδιώτην τὸν παθόντα «Πρόσεξε· ἐὰν ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου ἐπὶ τῆς μηνύσεως ἀποβῇ ἀθωωτική, θὰ τιμωρηθῇς διὰ καταδίκης εἰς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων», ἐμβάλλεται ὁ φόβος εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ ἀδικηθέντος πολίτου καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὗτος δυσκολώτερον θὰ προστρέξῃ εἰς τὴν προστασίαν τῆς Ἀρχῆς καὶ εὐκολώτερον θὰ χειροδικήσῃ.
§21Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπήλειψεν αὐτὸ περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε. Ἐὰν θέλητε νὰ ὁμιλήσητε, εἶσθε ἐλεύθερος.
§22Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν δήλωσιν αὐτήν· ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζω δὲ ποία θὰ εἶναι ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς οὔτε ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν δήλωσιν ὅμως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, εἰμὴ ὅτι ὀρθῶς ἀντελήφθη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ πράγματος, ὀρθῶς δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ τρόπος τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων εἶναι ἡ κυρία αἰτία καὶ τῶν ψευδομηνύσεων καὶ τῶν πολλῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, εἶναι ἐπίσης καὶ ὁ κυριώτερος, ἂν ὄχι ὁ μόνος, λόγος τῆς πληθώρας τῶν ἐρημοδικιῶν, προστιθεμένης ἐπὶ πλέον καὶ τῆς εὐκολίας μετὰ τῆς ὁποίας τὰ δικαστήρια ἐπιβάλλουσι κατὰ τὰς ἐρήμην δίκας μεγάλας ποινὰς ἀδικαιολογήτους καὶ μόνον διότι ἡ δίκη εἶναι ἐρήμην. Ἐὰν ὅμως κατορθωθῇ, Κύριοι, νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἐλπίς, τὴν ὁποίαν ἔχει δικαζόμενος ἐρήμην, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἀτελείας καὶ τῆς σπουδῆς μὲ τὴν ὁποίαν διεξάγονται αἱ δίκαι δὲν θέλουσι διατυπωθῆ αἱ μαρτυρίαι ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ δὲν θέλουσι περισωθῇ διὰ τῶν πρακτικῶν ὁλόκληρα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα στηρίζουσι καὶ ἀποδεικνύουσι τὴν ἐνοχήν του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἑδραιωθῇ παρὰ τοῖς κατηγορουμένοις ἡ πεποίθησις, ὅτι οὐδὲ ἡ ἐπιβληθεῖσα κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην ποινὴ εἶναι δυνατὸν κατ’ ἐλάχιστον νὰ μετριασθῇ κατὰ τὴν ἐπ’ ἀντιμολίᾳ δίκην, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι θέλουσιν ἐλαττωθῇ αἱ ἐρημοδικίαι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ νομοθετήσωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς αὐστηρὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διατυποῦνται εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τῶν ὁποίων, βεβαιωθῆτε, Κύριοι, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον ὅλοι νὰ γίνωμεν φυγόποινοι. Ἐν ἑκάστῃ δίκῃ ὑπάρχουσι κατὰ μέσον ὅρον τρεῖς μάρτυρες. Πόσος χρόνος χρειάζεται διὰ νὰ κληθῇ καὶ προσέλθῃ ἕκαστος μάρτυς, διὰ νὰ ληφθῇ ἡ ταυτότης αὐτοῦ, νὰ ὁρκισθῇ, νὰ ἐξετασθῇ ὁπωσδήποτε ἐμπεριστατωμένως περὶ τῆς πράξεως διὰ νὰ διευκρινισθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ διαπιστωθῇ ἡ ἐνοχὴ ἢ μὴ τοῦ κατηγορουμένου ἢ ἐξακριβωθῶσι τὰ αἴτια καὶ αἱ περιστάσεις, αἵτινες ὤθησαν τὸν κατηγορούμενον εἰς τὸ ἀδίκημα; Νομίζετε, ὅτι, διὰ νὰ γίνωσιν ὅλα ταῦτα, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαστήριον ἁπτὴν ὁπωσδήποτε τὴν εἰκόνα τῆς πράξεως, δὲν ἀπαιτοῦνται τρία λεπτὰ τῆς ὥρας δι’ ἕκαστον μάρτυρα, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἕκαστος δικαστὴς καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ συνήγορος ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ποιήσωνται ἐρωτήσεις πρὸς διάλυσιν τῶν ἀποριῶν ἢ ἔλεγχον τῶν ἀνακριβειῶν; Βεβαίως τὰ τρία λεπτὰ ἢ τοὐλάχιστον τὰ δύο λεπτὰ τῆς ὥρας ἀπαιτοῦνται ἀπαραιτήτως νὰ καταναλωθῶσι δι’ ἕκαστον τῶν ἐν πάσῃ δίκῃ συμπραττόντων προσώπων, ὅπως διεξαχθῇ ὁπωσδήποτε καλῶς ἡ δίκη καὶ διευκρινισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει ἡ ἐκδίκασις μιᾶς ὑποθέσεως μὲ τρεῖς μόνον μάρτυρας ἀπαιτεῖ κατανάλωσιν χρόνου δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας καὶ συνεπῶς ἡ ἐκδίκασις 80 δικῶν ἀπαιτεῖ χρόνον τοὐλάχιστον 14 ὡρῶν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, αἱ δίκαι αὗται ἐκδικάζονται ἐντὸς τεσσάρων μόνον ὡρῶν. Διὰ νὰ κατορθωθῇ ὅμως τοῦτο, εἶναι δὲ τῳόντι κατόρθωμα ἡ ἐν μιᾷ συνεδριάσει ἐκδίκασις ὀγδοήκοντα, πολλάκις δὲ ἐν ἄλλοις δικαστηρίοις καὶ ὑπερεκατὸν δικῶν, φαντάζεσθε κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ διαδικασία· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα πρόεδρόν τινα ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ Ἀθηνῶν δικάζοντα καὶ μένει ζωηρὰ εἰς τὴν μνήμην μου ἡ διαδικασία. Ἐξεφώνει οὗτος τὰ ὀνόματα τῶν μαρτύρων, ἐπανελάμβανε ταῦτα ὁ κλητὴρ μεγαλοφώνως καὶ εἰς τὸ ἄκουσμα μόνον ἑνὸς παρὼν ἀπὸ τοῦ βάθους τοῦ ἀκροατηρίου ἐρχομένου πρὶν ἢ ὁ μάρτυς ἔλθῃ ἐνώπιόν του ἤρχιζε τὴν ἐξέτασιν ὁ κ. πρόεδρος, ἐλάμβανε τὴν ταυτότητα τοῦ μάρτυρος, ὥρκιζεν αὐτόν, τὸν ἐξήταζεν ὁ ἴδιος ἐρωτῶν καὶ ὁ ἴδιος πρόεδρος ἀπαντῶν καὶ μὲ ἓν πήγαινε ἐτελείωνον ὅλα καὶ ἀπέπεμπε τὸν μάρτυρα πρὶν προφθάσῃ οὗτος νὰ ἔλθῃ πρὸ αὐτοῦ. Κατόπιν τοιαύτης διεξαγωγῆς τῶν δικῶν — εἶναι δ’ ἀτυχῶς ὁ συνήθης τρόπος — εἶναι πολὺ φυσικὸν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μὴ διασῴζωνται τὰ στοιχεῖα καὶ αἱ ἀποδείξεις τῆς κατηγορίας ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅπως διὰ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν ἐν τῇ κατ’ ἀντιμωλίαν δίκῃ ἀναπαρίστανται τὰ γεγονότα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ διαφεύγωσι πολλοὶ καὶ ἐρήμην δικαζόμενοι ἐκ τῶν κατηγορουμένων, ἄλλοι δὲ πράγματι ἀθῷοι ἢ μὴ ἀποδειχθείσης τῆς ἐνοχῆς νὰ καταδικάζωνται, πάντοτε δὲ νὰ ἐπιβάλληται ἐξ ἐπιπολαιότητος ποινὴ μὴ δικαιολογουμένη ἐκ τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία ἀναγκάζει τὸν καταδικασθέντα ν’ ἀνακόπτῃ τὴν ἀπόφασιν μὲ τὴν ἐλπίδα, μὲ τὴν βεβαιότητα μάλιστα, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀθωωθῇ, βεβαίως θέλει ἐλαττωθῆ κατὰ πολὺ ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινή. Ποῖος λοιπὸν ἐξ ὅσων ἐξέθηκα ὑμῖν εἶναι ὁ ὑπεύθυνος τῶν πολλῶν ἐρημοδικιῶν καὶ τῶν κατ’ ἐρήμην πολλῶν ἀθωώσεων; Εἶναι ἡ ἀπείθεια τῶν πολιτῶν καὶ τὸ ψευδὲς πολλῶν ἐκ τῶν μηνύσεων ἢ ὁ τρόπος τῆς ἐκδικάσεως τῶν δικῶν ὅ ἕνεκα φυγοπονίας καθιερωθείς, ἴσως δὲ καὶ ἕνεκα ἀνεπαρκείας τοῦ δικαστικοῦ προσωπικοῦ; Καὶ ὅτε ταῦτα οὕτως ἔχουσιν εἶναι δυνατόν, εἶναι φρόνιμον, εἶναι ἐπὶ τέλους δίκαιον νὰ καθιερώσωμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀποκλείουσι τὴν ἀνακοπήν, νὰ θεσπίσωμεν διατάξεις ὑποχρεούσας τὸν κατηγορούμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐρημοδικίαν του καὶ ν’ ἀποδείξῃ τὸ κώλυμα τῆς μὴ ἐμφανίσεώς του κατὰ τὴν πρώτην κλῆσιν; Τοιοῦτόν τι πράττοντες καθιεροῦτε ἀρχὴν μὴ ὑπάρχουσαν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, μὴ ὑπάρχουσαν μηδὲ ἐν τῇ πολιτικῇ δικονομίᾳ, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐν ταῖς πολιτικαῖς δίκαις τὸ δικαίωμα τῆς ἐρημοδικίας εἶναι ἀπόλυτον καὶ δύνασθε νὰ κάμητε ἀνακοπὴν χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ δικαιολογήσητε τὴν ἐρημοδικίαν σας. Καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα τοῦτο προκειμένου περὶ περιουσιακῶν δικαίων, περὶ ὑλικῆς ζημίας. Πῶς θέλετε ν’ ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα τοῦτο, ποῦ στηριζόμενοι καὶ πῶς δικαιολογούμενοι θέλετε νὰ θέσητε περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις, ἐν αἷς δὲν πρόκειται πλέον περὶ περιουσιακῶν ζητημάτων, ἀλλὰ περὶ τῶν τιμαλφεστέρων πραγμάτων τοῦ ἀνθρώπου, περὶ τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ἐλευθερίας, περὶ τῆς τιμῆς αὐτοῦ πολλάκις, διότι ὑπάρχουσι καὶ καταδίκαι προσάπτουσαι ἀτιμίαν εἰς τοὺς καταδικαζομένους, ἢ περὶ τῆς προσωπικῆς ἀκεραιότητος τοῦ πολίτου ἄλλοτε, διότι ὑπάρχουσι καὶ καταδίκαι μειοῦσαι τὴν προσωπικὴν κατάστασιν αὐτοῦ καὶ ἀφαιροῦσαι τὰ εἰς πάντα ἐλεύθερον πολίτην ἀνήκοντα πολιτικὰ καὶ ἀστικὰ δικαιώματα. Ἐν τούτοις εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἐπὶ τέλους τὸ κακὸν τῶν πολλῶν ἐρημοδικιῶν, πρέπει νὰ ἐξευρεθῶσι καὶ νὰ θεσπισθῶσι μέτρα θεραπεύοντα τὴν οἰκτρὰν ταύτην κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐκθέτει τὴν Πολιτείαν καὶ πολλαχῶς ζημιοῖ τὴν δικαιοσύνην. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος γνώμη. Τὰ μέτρα ὅμως ταῦτα δὲν εἶναι τὰ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καθιερούμενα, δὲν εἶναι ἡ δημιουργία κωλυμάτων καὶ περιορισμῶν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀνακοπῆς, ἀλλ’ εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει παρασχεθῆ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος καὶ ἡ ἀναγκαία ἄνεσις εἰς τὸν δικαστήν, ὅπως μετὰ μείζονος ἐπιμελείας καὶ μετὰ μεγάλης προσοχῆς διεξάγῃ τὴν δίκην καὶ διευκρινίζηται ἡ ἀλήθεια, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλουσι χορηγήσει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν παθόντα, ἵνα ἡ φωνὴ αὐτοῦ ἀκούηται πάντοτε ἐν τῇ δίκῃ κατήγορος καὶ ἐρχομένη ἐπίκουρος εἰς τὸ ἔργον τοῦ εἰσαγγελέως, εἶναι τέλος ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλουσι καταστήσει ἱκανὸν τὸν γραμματέα καὶ θέλουσι παράσχει εἰς αὐτὸν τὸν ὑλικὸν χρόνον, ἵνα γράφῃ λεπτομερέστερον τὰς μαρτυρίας καὶ διασώζῃ διὰ τῶν πρακτικῶν πλειότερα καὶ ἁπτότερα στοιχεῖα περὶ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως.
§23Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ τὴν μυστικότητα τῆς ἀνακρίσεως δὲν δύνασθε νὰ κάμητε τίποτε.
§24Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, θὰ ἔλεγον ἴσως ποίαν ἔχω γνώμην.
§25Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ποίαν γνώμην ἔχετε;
§26Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἄσχετος πρὸς αὐτό. Ἄς περιορισθῶμεν εἰς αὐτήν.
§27Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις, ἐὰν πρόκειται νὰ καινοτομήσωμεν, πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὴν μυστικότητα τῆς ἀνακρίσεως.
§28Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Νὰ μὴ σπεύδωσι νὰ φύγωσιν ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ Πλημμελειοδικείου διὰ πέντε λεπτά.
§29Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κύριε Κρεμεζῆ, δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου λοιπὸν γνώμην κατάλληλα θεραπευτικὰ μέτρα εἶναι τοῦτο μὲν ἡ ὑποχρεωτικὴ εἰσαγωγὴ μικροῦ ὡρισμένου ἀριθμοῦ ὑποθέσεων ὑπὸ τῶν εἰσαγγελέων καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν, πλειοτέρας τῶν ὁποίων νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαγάγῃ. Ἐὰν δὲ γραφεῖόν τι εἰσαγγελικὸν ἔχῃ ἀριθμὸν τοσούτων ὑποθέσεων ὡρίμων πρὸς εἰσαγωγήν, ὥστε διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσακτέων ὑποθέσεων νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκδίκασις ὑποθέσεων ἀναλόγως πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἂς ὑποχρεωθῶσι τὰ οἰκεῖα Πλημμελειοδικεῖα, ἵνα συνεδριάζωσι κατὰ πλείονας ἡμέρας καὶ οὐχὶ ἅπαξ μόνον τῆς ἑβδομάδος.
§30ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσί τινα, τὰ ὁποῖα κάμνουσι τρὶς τῆς ἑβδομάδος συνεδρίασιν.
§31Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κάμνουσι συνεδρίασιν, κύριε Πονηρόπουλε, τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἐκεῖνα, ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν ὁποίων ἡ ἐγκληματικότης εἶναι τοσαύτη, ὥστε νὰ εἶναι ἀνάγκη οὐ μόνον τρὶς ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν νὰ συνεδριάζωσιν, ἵνα μὴ καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν εἰσάγωνται ὀγδοήκοντα καὶ 120 πολλάκις ὑποθέσεις καὶ γίνηται ἡ διαδικασία ὅπως γίνεται.
§32ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως, ἥτις διεξάγεται πλημμελῶς, καὶ συνεπείᾳ αὐτοῦ παραπέμπονται εἰς τὰ ἀκροατήρια ἀσκόπως πρόσωπα κηρυσσόμενα μετέπειτα ἀθῷα.
§33Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἀφήσατε τὸ μέρος τῆς ἀνακρίσεως. Περιορίσατε, ἐπαναλαμβάνω, τὰς εἰσακτέας δίκας εἰς ἀριθμὸν ὡρισμένον, μικρὸν ἀλλὰ καὶ ἀνυπέρβλητον, ἵνα παρέχηται ἡ εὐκαιρία καὶ ὁ καιρὸς εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἐξετάζῃ μετ’ ἐπιμελείας τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως χορηγήσατε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν παθόντα, ὁ ὁποῖος σήμερον δικάζεται χωρὶς ν’ ἀκούηται, καὶ τὴν εὐκολίαν νὰ παρίσταται ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Σήμερον κατὰ γενικὸν κανόνα ὁ κατήγορος εἶναι τὸ δημόσιον πρόσωπον, ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον καὶ ἐν ποίᾳ γνώσει τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὑποθέσεως ὑποστηρίζονται αἱ κατηγορίαι ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου εἶναι εἰς πάντας γνωστὸν καὶ περιττὸν νὰ τὸ ἀναφέρω ἐγώ. Ὅταν ὁλόκληρον τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ὑποθέσεων διενεργῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ γραφείου τῆς Εἰσαγγελίας, ἧς οἱ ὑπάλληλοι δὲν παρίστανται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὅταν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς ἔρχηται ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐν ἀγνοίᾳ ὄχι μόνον τοῦ περιεχομένου ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς δίκης, νομίζετε, ὅτι ἀπαθῶς παρίσταται καὶ ἐκπροσωπεῖται ἐπαρκῶς ἐν τῇ δίκῃ ὑπὸ τοῦ δημοσίου κατηγόρου; Ὄχι βεβαίως. Θὰ εἴπῃ τις· ἰδοὺ ἡ διάταξις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παρίσταται ὡς πολιτικὸς ἐνάγων· ἰδοὺ ἡ διάταξις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παρίσταται ὡς ἰδιώτης κατήγορος. Ἀλλά, ἵνα παρασταθῇ τις ὡς ἰδιώτης κατήγορος, τοιαῦται διατυπώσεις καὶ τοιαῦται ἐγγυήσεις ἀπαιτοῦνται, ὥστε ἡ τοιαύτη ὑπὲρ τοῦ παθόντος διάταξις νὰ καθίσταται ἀνεφάρμοστος σχεδόν. Ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως ὡς πολιτικὸς ἐνάγων, ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ περιορίζεται ὑπὸ προθεσμιῶν, ἔχει ἀνάγκην δαπανῶν, ἔχει ἀνάγκην κοινοποιήσεων καὶ ἄλλων διατυπώσεων, πρὸς τὰς ὁποίας ὁ παθών, ὁ χωρικός, ὁ ὁποῖος ἔστιν ὅτε μόλις τὴν παραμονὴν τῆς δίκης λαμβάνει γνῶσιν τοῦ ἐγκλητηρίου, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συμμορφωθῇ, διὰ νὰ δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ μὲ τὴν ἐπικουρίαν τοῦ ἁρμοδίου προσώπου νὰ ἐγείρῃ φωνὴν καὶ ὑποστηρίξῃ τὸ δίκαιόν του. Τοιουτοτρόπως δικάζεται κατ’ οὐσίαν ἐρήμην ὄχι ὁ κατηγορούμενος, ὄχι ὁ ἀδικήσας, ἀλλ’ ὁ ἀδικηθείς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη, εἴτε γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἴτε γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς εἴτε δὲν γίνωσι δεκτὰ ἀμφότερα, ν’ ἀποδεχθῶμεν ἐπὶ τέλους διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ παρέχηται ἐλευθερία πλήρης εἰς τὸν παθόντα, ὅπως παρίσταται ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου πρὸς προστασίαν τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς καὶ ἄνευ προκοινοποιήσεως δικογράφου αὐτῆς. Καὶ ἄλλοτε συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους ὑπέβαλον τροπολογίαν προκειμένου περὶ ἀδικήματος κατὰ τῶν πολιτῶν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ παθὼν νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἄνευ κοινοποιήσεως δικογράφου ἀγωγῆς. Τὴν τοιαύτην γνώμην ὑποβάλλω καὶ ἤδη εἰς τὴν Βουλήν.
§34Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Τὴν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὅτι εἰδοποιεῖται ὁ πολιτικὸς ἐνάγων.
§35Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ὁ πολιτικὸς ἐνάγων; Ἀλλά, διὰ νὰ παρασταθῇ τις ὡς πολιτικὸς ἐνάγων, ἀπαιτεῖται ἡ ἐκπλήρωσις διατυπώσεων, ἀπαιτεῖται ἡ κοινοποίησις ἀγωγῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν λέγω τοῦτο· ἐγὼ φρονῶ καὶ ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ λείψωσιν αἱ ἐν τῇ Δικονομίᾳ διατυπώσεις καὶ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν παθόντα τὸ δικαίωμα ἄνευ αὐτῶν τῶν διατυπώσεων, ἄνευ προκοινοποιήσεως ἀγωγῆς νὰ παρίσταται ἐν τῷ δικαστηρίῳ μετὰ δικηγόρου κατήγορος πλέον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ποινικῆς κατηγορίας ἔχων ταὐτὰ μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως δικαιώματα.
§36ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχητε μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
§37Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν, προκειμένου μάλιστα περὶ κανονικωτέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης.
§38ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπαρίσταται καὶ κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην καὶ κατὰ τὴν ἀνακοπήν, διότι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ καλέσῃ τὸν παθόντα καὶ δύο τῶν οὐσιωδεστέρων μαρτύρων.
§39Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν μὲ ἠκούσατε· ἀπορῶ δὲ πῶς ὑμεῖς μοὶ κάμνετε τοιαύτην παρατήρησιν, διότι, ἐὰν συμπαρίσταται ὁ παθὼν ἄνευ κοινοποιήσεως δικογράφου τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς, εἶναι ἁπλοῦς μάρτυς, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ καλέσῃ ἄλλους, δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ ἐρωτήσεις, ὅταν βλέπῃ δι’ ἄλλων ἐρωτήσεων ὅτι στραγγαλίζεται ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ὑπόθεσίς του χάνεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς περιπτώσεως καὶ τῆς ἑτέρας.
§40Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ κάμητε τὸν παθόντα δημόσιον κατήγορον.
§41Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Βεβαίως δυνάμεθα.
§42Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνατρέπετε ὅλην τὴν Δικονομίαν.
§43Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Δυσκόλως, γνωρίζομεν πάντες, δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ τις τῶν συνηθειῶν. Καὶ συνήθεια εἶναι νὰ μὴ ἀναγνωρίζηται εἰς κανένα ἄλλον παρὰ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζῃ ἐπὶ τοῦ ἀκροατηρίου τὴν κατηγορίαν οὔτε εἰς αὐτὸν τὸν παθόντα παρὰ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Συνήθεια εἶναι νὰ νομίζωμεν, ὅτι εἶναι μείωσις τοῦ κύρους τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἐὰν ἐπιτραπῇ εἰς τὸν παθόντα κατὰ κανόνα νὰ εἶναι συμπαραστάτας τῆς κατηγορίας καὶ βοηθὸς διὰ τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ διατί δὲν πρόκειται περὶ μειώσεως τοῦ κύρους καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ὅταν ἤδη ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ, ὅταν ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ ὑπάρχῃ διάταξις καθ’ ἣν δύναται νὰ εἶναι παθὼν ἰδιώτης κατήγορος καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ ἐντελῶς ἀπὸ τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν τὴν διεύθυνσιν τῆς ὑποθέσεως ἢ νὰ παρασταθῇ ὡς πολιτικὸς ἐνάγων, ἀφοῦ ἐκπληρώσῃ ὅρους τινάς; Κατὰ τί βλάπτει, παρακαλῶ, κατὰ τί ἀνατρέπει τὸ σύστημα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅταν χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἄνευ αὐτῶν τῶν διατυπώσεων;
§44Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Οὐδὲν βλάπτει.
§45Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Βεβαίως. Καὶ ἀπορῶ πῶς γίνονται ἀντιπαρατηρήσεις, ἐπειδὴ μόνον προτείνονται τοιαῦται εὐκολίαι. Ἐάν, λέγω, μεταρρυθμίσωμεν τὸ ἄρθρον 302 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἔχῃ ὁ παθὼν τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται ἐνώπιον δικαστηρίου ἄνευ ἀγωγῆς, ἄνευ κοινοποιήσεως δικογράφου, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας καὶ ὄχι πρὸς ἐπιδικασίαν ἀποζημιώσεως, νομίζω, ὅτι αἱ ὑποθέσεις θὰ δικάζωνται τότε καλλίτερον. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ διαφύγωσι τόσον εὐκόλως, ὅπως διαφεύγουσι σήμερον οἱ πράγματι ἀδικήσαντες καὶ οἱ πράγματι ἔνοχοι, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ λόγος τις νὰ δικάζηται ἐρήμην ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι μὴ συμπαρισταμένου τοῦ παθόντος θὰ εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν ἐπ’ ἀνακοπῇ δίκην νὰ συσκοτίσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ διαφύγῃ τὴν καταδίκην. Εἶναι, Κύριοι, ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ παράστασις τοῦ παθόντος ἐν τῇ δίκῃ συντελεῖ εἰς τὸν καλλίτερον τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, καὶ πάντες γνωρίζομεν, ὁποῖον φόβον ἐμποιεῖ καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὅτι πρόκειται νὰ ἔχῃ ἀπέναντί του ὡς πολιτικῶς ἐνάγοντα τὸν παθόντα. Τοσοῦτον εἶναι σπουδαῖον, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο, ὥστε ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν προσερχομένων ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων ὡς κατηγορουμένων τὸ θεωρεῖ ὡς μείωσιν τῶν πιθανοτήτων περὶ τῆς ἀθῳώσεώς των. Ὅταν ὅθεν αὐξήσωμεν τὰ μέσα, ὅταν παράσχωμεν περισσοτέρας εὐκολίας εἰς τὸν παθόντα νὰ παρίσταται ὡς συγκατήγορος, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τοὺς κατηγορουμένους τὰς πιθανότητας τοῦ ν’ ἀποφύγωσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην δικαζόμενοι ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ παθόντος καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐλαττοῦνται οἱ λόγοι καὶ τὰ αἴτια τῆς ἐρημοδικίας. Διὰ τοῦτο ἑπόμενος εἰς τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα, ὑποβάλλω καὶ νῦν σχετικὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν, ἐὰν θεωρηθῇ ἄσχετος πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὑποβάλλω καὶ ὡς αὐτοτελῆ πρότασιν νόμου. Κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην τροποποιουμένου τοῦ ἄρθρου 302 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δικαιοῦται ὁ παθών, δικαιοῦται ὁ ἀδικούμενος νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἄνευ κοινοποιήσεως δικογράφου, πρὸς ὑποστήριξιν ὅμως τῆς κατηγορίας καὶ οὐχὶ πρὸς ἐπιδίωξιν καὶ πολιτικῆς ἀποζημιώσεως, ἔχων ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἷα δικαιώματα ἔχει ὁ εἰσαγγελεύς, τουτέστι ν’ ἀπευθύνῃ ἐρωτήσεις εἰς τοὺς μάρτυρας καὶ ν’ ἀγορεύῃ ὑποστηρίζων τὴν κατηγορίαν.
§46ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κάμνει ὁ ἰδιώτης κατήγορος αὐτό.
§47Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἀλλά, διὰ νὰ εἶναί τις ἰδιώτης κατήγορος, ἀπαιτοῦνται διατυπώσεις καὶ ἐγγυοδοσία, διευθύνει δὲ ὁ ἰδιώτης κατήγορος τὴν δίκην, τὴν προανάκρισιν, ὁρίζει αὐτὸς τὴν ἡμέραν τῆς δίκης. Ὥστε ἔχει διαφορὰν τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο; Μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, λυποῦμαι δέ, διότι κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις τοῦ νομοσχεδίου ἀπουσίαζον ἕνεκεν ἀναγκῶν ἄλλων καὶ δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν ν’ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τούτων, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της. Εἶναι, νομίζω, καιρὸς νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλαι γνῶμαι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ποινικὰ ἡμῶν πράγματα, διότι πληθώρα μηνύσεων κατακλύζουσι τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα καὶ ἀπασχολοῦσι τὰ Πλημμελειοδικεῖα, διότι ἀφορῶσι θέματα, τὰ ὁποῖα χαρακτηριζόμενα ὡς πλημμελήματα δικάζονται ἀπὸ πλημμελειοδίκας, μολονότι γενικῶς ἠδύναντο νὰ παραπεμφθῶσι καὶ δικασθῶσιν εὐκολώτερον εἰς ἄλλα δικαστήρια, ἔστω καὶ εἰς βαθμὸν πλημμελήματος. Ἔχομεν δύο εἰδῶν ἐξυβρίσεις, τὴν λεγομένην πταισματικὴν καὶ τὴν λεγομένην πλημμελειοδικήν. Ἔχομεν τὴν ἄδικον ἐπίθεσιν, ἔχομεν τὴν αὐτοδικίαν καὶ τέλος ἔχομεν τὰς παρανόμους ὑλοτομίας, αἱ ὁποῖαι κατακλίζουσι τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα, γνωρίζομεν δὲ πάντες ὅτι μικροανομήματα φθάνουσι μέχρι τῶν δικαστηρίων. Τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις ἐπὶ παραβάσει τῶν διατάξεων περὶ δασῶν εἰσάγονται παρὰ πολλαὶ καθ’ ἑβδομάδα καὶ ἀπασχολοῦσι τὰ δικαστήρια καὶ ἀπασχολοῦσι τὴν εἰσαγγελικὴν Ἀρχὴν καὶ σπεύδουσι πάντες κατὰ τὴν ἐκδίκασιν εἰς τρόπον ὥστε καταδικάζονται ἢ ἀθωοῦνται οἱ ἐγκαλούμενοι χωρὶς οὔτε αὐτοὶ νὰ γνωρίζωσι διατί οὔτε οἱ δικάζοντες νὰ ἔχωσι πεποίθησιν εἰς τὴν κρίσιν των, διότι λαμβάνεται, ὡς γνωστόν, ὑπ’ ὄψιν ἡ ἔνορκος μαρτυρία καὶ τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὁ δασοφύλαξ ἔχει κάμει, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν ἀπόλυτον πίστιν οἱ δικάζοντες ἐκ πείρας γνωρίζοντες τὴν ποιότητα τῶν δασονομικῶν ὀργάνων. Ἐν τούτοις τοιούτων ὑποθέσεων πληθώρα ἀπασχολεῖ τὰ δικαστήρια. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπασχολῆται τὸ Πλημμελειοδικεῖον μὲ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις; Αἱ τοιούτου εἴδους δίκαι μετὰ τὴν γενομένην πλέον ἐκκαθάρισιν διὰ τοῦ χρόνου τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου καὶ τὴν εἴσοδον εἰς τοῦτον δικηγόρων ἐπιστημόνων δυναμένων ὄχι ἁπλῶς νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ μὴ τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως, δὲν θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ εἰσάγωνται καὶ δικάζωνται ὑπὸ τῶν Πταισματοδικείων ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν ὁποίων ἐγένοντο, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ δώσωμεν εἰς τὸν πταισματοδίκην τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ καὶ τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως; Ἢ μήπως σήμερον κατὰ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων δὲν δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πταισματοδίκην νὰ δικάζῃ καὶ ἐπιβάλλῃ φυλάκισιν; Καὶ ἔχετε τὴν περίπτωσιν τῆς φθορᾶς δένδρων καὶ φυτειῶν, καθ’ ἣν ὁ πταισματοδίκης ἐπιβάλλει ποινὴν διετοῦς φυλακίσεως ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐφέσεως, ἐνῷ διὰ μίαν δεκαήμερον κράτησιν ἢ ἁπλουστάτην χρηματικὴν καταδίκην ὁ καταδικασθεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως. Ὅτε λοιπὸν τοιαύτη ἐξουσία δίδεται εἰς ἄλλας περιπτώσεις εἰς τὸν πταισματοδίκην καὶ μάλιστα ἄνευ ἐφέσεως, διατί νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὸν καὶ δίκαι περὶ αὐτοδικίας, περὶ ἀπειλῆς δι’ ὅπλου, περὶ ἐξυβρίσεως ἐν γένει καὶ περὶ ὑλοτομίας μετὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐφέσεως; Ἐὰν ἡ τοιαύτη τροποποίησις γίνῃ ἐν τῇ ποινικῇ νομοθεσίᾳ, βεβαίως θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δίκαι τῶν Πλημμελειοδικείων καὶ θὰ παρασχεθῇ εἰς τοὺς πλημμελειοδίκας ἡ ἄνεσις καὶ χρόνος, διὰ νὰ ἐξετάζωσιν εὐρύτερον τὰς ὑποθέσεις καὶ ἀσφαλέστερον κρίνωσι περὶ αὐτῶν. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου νὰ ῥίψω ὡς σκέψεις, χωρὶς ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ παραλείψω νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγγράφως ὡς τροπολογίας ἢ ὡς προτάσεις νόμων. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ, παρακαλῶ, ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω καὶ ἄλλα τινὰ μικρὰ μὲν καὶ ἀσήμαντα, ἀλλὰ πρακτικώτατα. Ἔχομεν διάταξιν εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, καθ’ ἣν ἡ ἀπόφασις ἡ ποινικὴ καὶ τὰ πρακτικὰ δέον νὰ ὑπογράφωνται ἀπὸ ὅλους τοὺς δικαστάς. Ἵνα πληρωθῇ πρόστιμον πέντε δραχμῶν ἢ ἐκτελεσθῇ φυλάκισις τριῶν ἡμερῶν, ἀπαιτοῦνται πέντε ὑπογραφαί. Ὅταν δὲ καταδικασθῇ τις εἰς πληρωμὴν 1,000,000 δραχμῶν ὑπὸ πολιτικοῦ δικαστηρίου, ἀρκεῖ μόνον ἡ ὑπογραφὴ τοῦ προέδρου, καὶ ἂν ἀπαγγέλληται προσωπικὴ κράτησις. Νομίζω ὅθεν μεταρρυθμιστέαν τὴν σχετικὴν διάταξιν τῆς Δικονομίας, οὕτως ὥστε τὰ πρακτικὰ καὶ αἱ ἀποφάσεις καὶ τοῦ Ποινικοῦ Δικαστηρίου νὰ ὑπογράφωνται ὑπὸ μόνου τοῦ προέδρου καὶ τοῦ γραμματέως. Τοῦτο εἶναι χρήσιμον, θὰ διευκολύνῃ τὴν ἐφαρμογὴν ἑτέρας διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ γραμματεὺς νὰ ἔχῃ συντεταγμένα καὶ ὑπογεγραμμένα τὰ πρακτικὰ ἐντὸς 24 ὡρῶν. Ἡ ἐφαρμογὴ δὲ τῆς διατάξεως ταύτης δὲν εἶναι ἀσήμαντος, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ προθεσμία τῆς ἀνακρίσεως εἶναι πενθήμερος. Οἱ δὲ λόγοι τῆς ἀναιρέσεως στηρίζονται συνήθως εἰς παραλείψεις τύπων τῆς διαδικασίας πιστοποιουμένας διὰ τῶν πρακτικῶν καὶ ἀποδεικνυομένας δι’ αὐτῶν. Ἀλλὰ σήμερον μὴ ἐφαρμοζομένης τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένα ἐντὸς 24 ὡρῶν, τὸ ἕνεκα παραλείψεως διαδικαστικῶν τύπων δικαίωμα τῆς ἀναιρέσεως ποίαν σημασίαν ἔχει; Διότι τινὲς δικασταὶ ὑπογράφοντες κατόπιν τὰ πρακτικὰ δὲν θεωροῦσιν ἄτοπον νὰ διορθώσωσι ταῦτα ἐκ τῶν ὑστέρων ἀναλόγως τῶν λόγων τῆς ἀναιρέσεως καὶ ἀποκλείσωσιν οὕτως ἐνδεχομένην ἀκυρότητα ἕνεκα παραλείψεως τύπου τῆς διαδικασίας. Ἐὰν ὅμως μεταρρυθμισθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ὥστε ὁ πρόεδρος καὶ ὁ γραμματεὺς νὰ ὑπογράφωσι τὰ πρακτικὰ καὶ τὰς ἀποφάσεις, θὰ εἶναι δυνατὸν τὰ πρακτικὰ ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ εἶναι ἕτοιμα καὶ νὰ περιφρουρηθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ κατηγορουμένου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους τῆς ἀναιρέσεως διὰ τύπους τῆς διαδικασίας. Μεταρρυθμιστέα ἐπίσης θεωρῶ ὅτι εἶναι καὶ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ τὸ βούλευμα πρέπει ν’ ἀντιγράφωνται λέξιν πρὸς λέξιν ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου, δυνάμει τῶν ὁποίων παρεπέμφθη ἢ κατεδικάσθη ὁ κατηγορούμενος. Τίς ἡ ἀνάγκη τούτων, ὅτε ἔχομεν ἀξίωμα γενικὸν ὅτι ὁ νόμος εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας καὶ ἄγνοια δὲν ἐπιτρέπεται; Καὶ ποῖος κατηγορούμενος ἢ παραπεμπόμενος ἔλαβε τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσῃ τὰ ἄρθρα τὰ περιεχόμενα εἰς τὸ βούλευμα ἢ εἰς τὴν ἀπόφασιν; Ὅλοι καταφεύγουσιν εἰς τοὺς δικηγόρους. Ἐν τούτοις εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ γραμματεὺς καὶ τὸ δικαστήριον νὰ παραθέτωσιν αὐτολεξεὶ τὰ ἄρθρα καὶ προκειμένου περὶ εὐτελεστάτων ὑποθέσεων. Νομίζω ὅθεν ἀναγκαιότατον καὶ τοῦτο νὰ διορθωθῇ, καὶ μόνον ἀριθμητικῶς νὰ μνημονεύωνται τὰ ἄρθρα, διότι θὰ ἐλαττωθῇ ἡ ὑλικὴ ἐργασία ἐν τοῖς δικαστηρίοις καὶ θὰ ἐλαφρυνθῇ τὸ προσωπικὸν ἀπὸ ἀνωφελῆ ἐργασίαν. Θὰ λείψῃ ὅλη ἡ ματαία καὶ ἄδικος ἀπασχόλησις τοῦ προσωπικοῦ καὶ θὰ μείνῃ καιρὸς διὰ ν’ ἀπασχοληθῇ τοῦτο εἰς ἄλλην ἀναγκαιοτέραν καὶ χρήσιμον ἐργασίαν. Ἠναγκασμένος ὁ γραμματεὺς ν’ ἀντιγράφῃ τὰ ἄρθρα καθίσταται ἀνεπαρκὴς καὶ παραλείπει νὰ συντάξῃ τὰ πρακτικὰ οὕτως, ὥστε πράγματι ν’ ἀπεικονίζωσι καὶ περιέχωσι τὰ κατατεθέντα ἐν τῇ διαδικασίᾳ, ὥστε νὰ μὴ διαφεύγῃ ὁ κατηγορούμενος ἐν τῇ κατ’ ἀντιμολίαν δίκῃ. Ὡς συντάσσονται σήμερον κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσι στερεοτύπως σχεδὸν ὅτι ὁ ἐξετασθεὶς μάρτυς κατέθεσεν ὅ,τι καὶ ἐν τῇ προανακρίσει. Ἀλλ’ ἡ προανάκρισις ἐνεργουμένη ὡς ἐνεργεῖται ἀτελῶς μὲ τὸ σύστημα μάλιστα τῆς μυστικότητος ἐν πλήρει ἐρημίᾳ τοῦ κατηγορουμένου, ἐν πλήρει ἀπουσίᾳ καὶ τοῦ παθόντος, δὲν διαπιστεῖ πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν διευκρίνισιν τῆς ὑποθέσεως οὐδὲ περισυλλέγει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς διεπράχθη τὸ ἐξεταζόμενον ἀδίκημα. Τὰ δὲ πρακτικὰ συντασσόμενα καθ’ ὃν τρόπον εἶπον, ἀναφερόμενα δηλαδὴ εἰς τὰ ἐν τῇ προανακρίσει κατατεθέντα καὶ ἀναγράφοντα ἐπὶ πλέον καὶ ὅ,τι ἐν τῇ δίκῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀνακρίσεως κατετέθη καθιστῶσι δύσκολον συνήθως τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, ἐνίοτε δὲ τὴν θέσιν τῶν κατηγορουμένων. Ἡ ὑποδεικνυομένη ὅμως μεταρρύθμισις ἐκ τῆς ὁποίας θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συντάσσωνται ἐκτενέστερον τὰ πρακτικὰ θέλει ἀποβῆ συντελεστικὴ εἰς τὴν καλλιτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἄλλο κακὸν χρῆζον τῆς ἀμέσου μερίμνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τὸ τῆς ψευδορκίας, τὸ ὁποῖον ἔλαβε δυστυχῶς τοιαύτας διαστάσεις, ἰδίως ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις, ὥστε νὰ εὑρίσκωνται συνήθως οἱ δικάζοντες ἐν ἀμφιβολίᾳ ἂν ὁ δικαζόμενος ἢ οἱ κατ’ αὐτοῦ ἐν τῇ δίκῃ μάρτυρες εἶναι οἱ ψεύδορκοι. Ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ δὲ ταύτῃ καὶ διὰ τὸ βαρὺ τῆς ποινῆς — ἡ ψευδορκία, ὡς γνωστόν, τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν — σπανίως παραπέμπονται οἱ ὡς ψεύδορκοι συλλαμβανόμενοι, σπανιώτερον δὲ δικάζονται οἱ τυχὸν παραπεμφθέντες. Οὕτω δὲ κατήντησε σχεδὸν ἀτιμώρητον τὸ ἀδίκημα τοῦτο καὶ ὑπερεπλεόνασεν. Ἐὰν ὅμως ἠθέλομεν θεωρήσει τὴν ψευδορκίαν ὄχι ὡς ἁμάρτημα κατὰ τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλ’ ὡς ἀσέβειαν πρὸς τὸ δικαστήριον, ἠθέλομεν καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ διαρρυθμίσωμεν τὰς ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ περὶ ψευδορκίας διατάξεις οὕτως, ὥστε ἐξομοιοῦντες τὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου εἰς ποινικὰς ἰδίως ὑποθέσεις ψευδορκίαν πρὸς τοὺς θορύβους καὶ τὰς ἀταξίας, αἵτινες συμβαίνουσι καὶ ἀνακαλύπτονται εἰς τὰς δημοσίας συνεδριάσεις τῶν δικαστηρίων νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἄμεσον ἐκδίκασιν καὶ αὐθωρεὶ τιμώρησιν αὐτῶν δι’ ἐπιβολῆς ποινικῆς φυλακίσεως μέχρις ἑνὸς ἔτους τὸ πολύ. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον νομίζων ὅτι οὐκ ὀλίγον θέλει περιορισθῆ τὸ κακὸν τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον μεταρρυθμιζομένης νομοθεσίας ἡμῶν ὡς πρὸς τὸ ἀδίκημα τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κατὰ πολὺ θέλει περιορισθῆ τὸ κακὸν τῆς ψευδορκίας ἐν ταῖς ποινικαῖς ἰδίως δίκαις. Ἡ ἄμεσος τιμώρησις αὐτῶν ἅμα τῇ ἀνακαλύψει θέλει καταστήσει δύσκολον, ἂν ὄχι ἀδύνατον, τὴν διαφυγὴν τῶν ψευδομαρτυρούντων ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, ὅπερ, ὡς εἶπον καὶ ὡς γνωρίζομεν, συνηθέστατα συμβαίνει σήμερον, ἡ δὲ ἐντύπωσις εἰς τοὺς ἀκροωμένους ἐκ τῆς ἀμέσου τιμωρίας θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε πολὺ δυσκόλως οἱ ἐξ αὐτῶν καλούμενοι εἰς ἐξέτασιν θὰ τολμήσωσι νὰ μὴ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν ἢ νὰ καταθέσωσιν ἀσύστολα ψεύδη, διότι ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅ,τι ἔπαθεν ἄλλος τις, ὁ ὁποῖος καὶ κατὰ τὴν κρίσιν καὶ ἀντίληψιν αὐτῶν, καθόσον καὶ τῶν ἀκροατῶν ἡ κρίσις καὶ ἀντίληψις καθ’ ὑποβολὴν καταρτιζομένη εἶναι συνήθως σύμφωνος πρὸς τὴν τῶν δικαστῶν, θὰ κατέχηται καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐξετάσεώς του ὑπὸ τοῦ φόβου μήπως θεωρηθῇ ἀναξιόπιστος, μήπως χαρακτηρισθῇ ὡς ψεύδορκος καὶ θὰ προσπαθῇ καὶ θὰ φροντίζῃ νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τοῦ συστήματος τούτου δύναται νὰ ἀντιταχθῇ σοβαρὰ ἀντίρρησις, ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἀνατρέπεται ὁλόκληρον τὸ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ σύστημα περὶ ἐξετάσεως καὶ ἐκδικάσεως τῶν ἀδικημάτων, ὅτι περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, διότι ὁ ὡς ψεύδορκος θεωρούμενος καὶ αὐθωρεὶ δικαζόμενος δὲν θὰ ἔχῃ οὔτε τὸν χρόνον οὔτε τὴν εὐκολίαν νὰ προσκομίσῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως καὶ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἴδωμεν στελλομένους εἰς τὰς φυλακὰς πλῆθος μαρτύρων. Ἀλλ’ ὅμως τὸ μικρὸν τῆς ποινῆς, φυλακίσεως ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μέχρις ἓξ μηνῶν ἢ καὶ ἔτους τὸ πολύ, καὶ τὸ ἐπιτευχθησόμενον ἀποτέλεσμα, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι τοιουτοτρόπως θέλει περισταλῇ τὸ κακὸν τῆς ψευδορκίας, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἀντισταθμίσματα κατὰ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ προτεινομένου συστήματος καὶ κατὰ τοῦ ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῶν ἐνδεχομένου κινδύνου, νὰ ἴδωμεν τουτέστιν ἀποστελλομένους εἰς τὰς φυλακὰς μάρτυρας, μετ’ εὐκολίας μάλιστα ἴσως ἄνευ συνηγορίας καὶ ἄνευ τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως. Δύο κακῶν προκειμένων τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον, τὸ μᾶλλον δὲ χεῖρον εἶναι ἡ πλεονάζουσα ἐν τοῖς ποινικοῖς δικαστηρίοις ψευδορκία. Ἄλλως τε δὲ ἂς δοκιμασθῇ καὶ τὸ προτεινόμενον σύστημα, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ, καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ὁδηγηθῶμεν καὶ κρίνωμεν. Ταῦτα εἶχον νὰ θέσω ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταλήξω τὸν λόγον δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ εἴπω καὶ ὀλίγα τινὰ περὶ μιᾶς ἄλλης μεταρρυθμίσεως ἐνδεικνυομένης καὶ ταύτης ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ διὰ τῆς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς διαιτωμένων νὰ ἐλαττωθῇ καὶ τὸ Κράτος νὰ προσπορισθῇ τὰ ὑλικὰ μέσα πρὸς ἀνέγερσιν φυλακῶν. Νὰ καθιερώσωμεν δηλ. τὴν μετατροπὴν τῆς φυλακίσεως εἰς χρηματικὴν ποινὴν καὶ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν καταδικαζόμενον διά τινα ἀδικήματα τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαγοράζῃ τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως ἀντὶ τιμήματος ὁριζομένου διὰ τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἀπὸ μιᾶς μέχρι 500 δρ. καθ’ ἡμέραν φυλακίσεως ἀναλόγως τοῦ προσώπου καὶ τῆς πράξεως. Τὸ δὲ οὕτω εἰσπραττόμενον χρῆμα νὰ ὁρισθῇ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ἀνέγερσιν φυλακῶν.
§48Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Σκοτώνομεν καὶ πληρώνομεν!
§49Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Παράξενον φαίνεται, κ. συνάδελφε, πολλὰ ὅμως παράδοξα καὶ εἰς αὐτὴν καὶ κατ’ ἄλλας Συνόδους ἐλέχθησαν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, κ. Βουλευταί, δύνανται δὲ νὰ βεβαιώσωσιν οἱ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των μὲ τὰ δικαστήρια ἀσχολούμενοι, ὅτι ἄνθρωποι ἀνωτέρας κοινωνικῆς περιωπῆς καὶ τάξεως εἰθισθέντες νὰ διαιτῶνται καὶ βιῶσιν ὄχι ὅπως τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ἀγόμενοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἵνα δικασθῶσι διὰ μικρά τινα ἀδικήματα, διὰ μίαν ἐξύβρισιν λ. χ. ἢ αὐτοδικίαν ἢ ἄδικον ἐπίθεσιν ἢ ἀπειλήν, ἐὰν κηρυχθῶσιν ἔνοχοι, καταδικάζονται εἰς πρόστιμον μετατρεπομένης τῆς πράξεως εἰς πταῖσμα καὶ σπανιώτατα καταδικάζονται εἰς φυλάκισιν. Καὶ τὸ τοιοῦτον δὲν γίνεται διότι ἡ δικαστικὴ συνείδησις κάμπτεται πρὸ τοῦ ἀναστήματος τῆς εὐγενείας των ἢ τοῦ στίλβοντος περιλαιμίου των, ἀλλὰ διότι οἱ δικασταὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν, τὴν ἀθλιότητα τῶν ἐν αὐτῇ διαιτωμένων καὶ τὴν φονεύουσαν ἠθικῶς καὶ σωματικῶς τὸν ἐν αὐταῖς ἐγκλειόμενον ἀτμόσφαιραν ἀντιλαμβάνονται καὶ συναισθάνονται ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ῥίψωσιν ἕνα τοιοῦτον κατηγορούμενον εἰς τοιαύτης καταστάσεως φυλακὰς δι’ ἓν μικροαδίκημα, νὰ καταδικάσωσιν αὐτὸν εἰς τὰς ἀθλιότητας τοῦ ἐν αὐταῖς βίου ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον δὲν ἀποκομίζει τὸν σωφρονισμὸν ἀλλὰ συνήθως τὰ σπέρματα νόσου ὁριστικῶς καταδικαζούσης αὐτὸν εἰς θάνατον. Ἡ τοιαύτη ὅμως τοῦ δικαστοῦ ἀντίληψις καὶ κρίσις παρεξηγεῖται πολλάκις καὶ κατήντησε νὰ πιστεύηται ὅτι οἱ μεγάλοι δὲν πηγαίνουσιν εἰς τὰς φυλακάς. Ἂν ὅμως δι’ ὡρισμένα τινὰ μικρὰ ἀδικήματα ἤθελε καθιερωθῆ γενικῶς καὶ δι’ ὅλους ἡ ἐξαγορὰ τῆς φυλακίσεως, ἂν ἤθελε θεσπισθῆ ὥστε τὰ δικαστήρια νὰ δύνανται νὰ καταδικάζωσί τινα εἰς φυλάκισιν ἢ δραχμὰς τόσας καθ’ ἡμέραν φυλακίσεως καὶ ἐπιτραπῆ εἰς τὸν καταδικαζόμενον νὰ ἐκλέγῃ ἢ τὴν φυλάκισιν ἢ τὴν πληρωμήν, καὶ ἡ παρεξήγησις τοῦ πολλοῦ κόσμου περὶ τῆς κρίσεως τῶν δικαστῶν ἤθελεν ἐκλείψει καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ μικροαδικήματα ἐγκλειομένων ἤθελε μειωθῆ καὶ τρόπος ἤθελεν ἐξευρεθῆ νὰ προσπορισθῇ τὸ Κράτος τὰ μέσα ὅπως ἀνεγείρῃ φυλακὰς ἀνθρωπινωτέρας.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§51Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 προυτάθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἀπάλειψις. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζω ὅτι ἀποδέχεται τὴν ἀπάλειψιν.
§52Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂν συναινῇ ἡ Βουλή, βεβαίως.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀπάλειψιν;
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαλείφεται. Ἄρθρον 3, γινόμενον 1 (ἀναγινώσκεται).
§56Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει τροποποιηθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ἄρθρον· νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν.
§57ΑΡ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐδάφιον βʹ. Τὸ ἐδάφιον βʹ προβλέπει τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν οἱ γραμματεῖς τῶν δικαστηρίων εἶναι ὑποχρεωμένοι ἐντὸς πενταετίας νὰ φυλάττωσι τὰ ἔγγραφα τὰ παραδιδόμενα εἰς αὐτούς, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι. Ὁ νόμος αὐτὸς ἀναγράφει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς εἶναι ὑπεύθυνοι, δηλαδὴ κατὰ τὸ πέρας τῆς δίκης δι’ ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἢ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον. Παρατηρῶ λοιπὸν μίαν ἀτέλειαν εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁμιλεῖ περὶ ὁριστικῆς ἀποφάσεως, γνωρίζετε δὲ ὅλοι, ὅτι ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις δὲν ἀποπερατοῖ τὴν δίκην ἐντελῶς, διότι ὁ διάδικος ἔχει τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως. Ὑποθέσατε λοιπόν, ὅτι ἐντὸς πενταετίας προκειμένου περὶ ὁριστικῆς ἀποφάσεως δὲν προσέρχεται κανεὶς τῶν διαδίκων νὰ λάβῃ τὰ δικόγραφα· θὰ εἶναι ἀνεύθυνος ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος; Ὄχι. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, μετὰ τὰς λέξεις «περὶ ὁριστικῆς» «καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως».
§58Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Προκειμένου, κύριε Πρόεδρε, νὰ τροποποιηθῶσι τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ ἄρθρον 3, νομίζω ἐπάναγκες νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἀφορῶσαν τὸ ἄρθρον 165 τῆς ποινικῆς δικονομίας, ὅπως ἐπιτρέπηται εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἐν τῇ ἀνακρίσει. Εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία ἔχει περιληφθῆ εἰς ὅλας τὰς νεωτέρας ποινικὰς νομοθεσίας, εἶναι δὲ ὅλως ἀνελεύθερος ἡ σχετικὴ διάταξις τῆς ἡμετέρας δικονομίας καὶ ὡς ἐκ τούτου παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη αὕτη.
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§60Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Μάλιστα· ἐγὼ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ προτείνω τὸ φανερὸν τῆς ἀνακρίσεως, τὸ ὁποῖον ἐκράτει ἐν τῇ Ἰονίῳ Πολιτείᾳ καὶ τὸ ὁποῖον νῦν παρεδέχθησαν ὅλαι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι.
§61Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἡ Κρήτη.
§62Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως συμπληροῖ κενόν.
§63ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§64Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Εἶναι ὅλως διόλου ἑλληνικὸν τὸ φανερὸν τῆς ἀνακρίσεως, διότι πρῶτος ὁ Ἰόνιος Κῶδιξ ἐξ ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν νομοθεσιῶν εἶχε περιλάβει τὸ φανερὸν τῆς ἀνακρίσεως. Ἰδοὺ δὲ πῶς διατυπῶ αὐτό: «Κατὰ τὴν ἀνάκρισιν δύναται νὰ παραστῇ σὺν τῷ κατηγορουμένῳ καὶ δικηγόρος, ὅστις ὅμως οὐδεμίαν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ ἐρώτησιν, λαμβάνων γνῶσιν τῶν ἐγγράφων».
§65Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δυνάμεθα νὰ τὸ διατυπώσωμεν ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸν κατηγορούμενον ἢ τὸν συνήγορόν του συγχωρεῖται, ἅμα προσέλθῃ εἰς τὸν ἀνακριτὴν τῆς ὑποθέσεως, νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, κατὰ πᾶσαν δὲ ἀνακριτικὴν πρᾶξιν δύναται νὰ παρίσταται καὶ ὁ συνήγορος αὐτοῦ, ὅστις ὅμως δὲν δικαιοῦται ν’ ἀπευθύνῃ ἐρωτήσεις εἰς τοὺς μάρτυρας.
§66Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Νὰ συμπαρίσταται.
§67Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ τροποποιήσωμεν οὐσιωδέστατον θεσμὸν ἀναγόμενον εἰς σύστημα ἀνακρίσεως. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νομοσχεδίου οἷον τὸ συζητούμενον, καὶ ἄνευ προνοίας ὡς πρὸς τὸ ὅλον ζήτημα τῆς παραστάσεως συνηγόρου, ἐπὶ τῇ παραστάσει τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάκρισις θὰ γίνῃ φανερά, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ νομοθετῶμεν, οὕτως πως εἰσάγοντες τροπολογίαν εἰς κώδικα ὁλόκληρον ἀναγόμενον εἰς τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν. Ἐν Γαλλίᾳ καθιερώθη τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλὰ καθιερώθη διὰ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον διεξῆλθε καὶ ἐκανόνισεν ὅλα τὰ δυνάμενα νὰ παρουσιασθῶσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ζητήματα, ἐνταῦθα ὅμως σκεπτόμενοι περὶ οἰκονομίας κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ποινικῶν δικῶν παρενείρομεν θέματα ἀναγόμενα εἰς θεμελιώδη κεφάλαια τῆς ποινικῆς δικονομίας καὶ ἐρχόμεθα σήμερον εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ θίξωμεν καιρίως τὸν θεσμὸν τῆς ἀνακρίσεως. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀξία πάσης προσοχῆς καὶ ἴσως ἀξία παραδοχῆς παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη αὕτη, ἀλλ’ ὀρθὸν εἶναι ὁλόκληρον νομοθέτημα τροποποιοῦν τὰ περὶ ἀνακρίσεως σχετικὰ ἄρθρα τῆς ποινικῆς δικονομίας νὰ εἰσαχθῇ, νὰ τύχῃ τοῦτο ἐπεξεργασίας καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ δι’ ἐπιτροπῆς, διότι ἄλλως κινδυνεύομεν, ἂν παρενείρωμεν εἰς θεσμόν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἑβδομηκονταετίας κρατεῖ ἐν Ἑλλάδι, διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουσι τὸ ὅλον σύστημα τῆς ποινικῆς διαδικασίας, ν’ ἀποτύχωμεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοιούτου νόμου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ τροπολογία δὲν εἶναι παραδεκτὴ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου σκοποῦντος νὰ βελτιώσῃ ἄλλα θέματα τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ οὐχὶ τὸ θέμα τῆς ἀνακρίσεως.
§68Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅλοι οἱ ἀνατραφέντες, μὲ τὸ σύστημα τῆς μυστικότητος τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ὅλοι ἀνετράφημεν μὲ τὸ σύστημα τοῦτο—πάσχομεν ὅ,τι πάσχει ὁ σκώληξ εἰς τὴν πικροδάφνην· δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ ἑνὸς θεσμοῦ ἀπηρχαιωμένου, ἀνελευθέρου, καταδικασθέντος ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον. Ἔπρεπε ν’ ἀναλογισθῶμεν τοῦτο, ὅτι ἡ Κρήτη, χθὲς ἐλευθερωθεῖσα, καθιέρωσε τὸν θεσμὸν τῆς φανερᾶς ἀνακρίσεως, ηὐδοκίμησε δὲ ἐν Κρήτῃ ὁ θεσμὸς αὐτός. Ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου, ἡ ὁποία προβάλλεται, δὲν προβάλλεται διὰ τὸ ἀπαράδεκτον· προβάλλεται ἵνα ἐμποδισθῇ ἡ οὐσία. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἐξακολουθοῦντες νὰ δικηγορῶμεν ἔχομεν ταύτην τὴν ἀντίληψιν τὴν πρόσφατον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀπονεμηθῇ ποινικὴ δικαιοσύνη, ἐὰν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων. Εὑρισκόμεθα δὲ καὶ ἀπέναντι τούτου τοῦ ἀνακολούθου, νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονώμεθα ἐνώπιον τῶν συμβουλίων χωρὶς νὰ ἔχωμεν δικαίωμα νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων. Εὑρισκόμεθα δὲ καὶ ἐνώπιον τούτου τοῦ ἀτόπου, ὅτι στρεβλοῦται ἡ ἀλήθεια, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἀκροατήριον δὲν τολμᾷ ὁ μάρτυς νὰ καταθέσῃ τὴν ἀλήθειαν, φοβούμενος μήπως ἀποσταλῇ εἰς τὴν φυλακήν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ μάρτυρες ἐρωτώμενοι συνηθίζουσι νὰ λέγωσιν «ὅ,τι εἶπον εἰς τὴν ἀνάκρισίν μου». Ἐννοεῖται δέ, ὅτι μὲ τοιαύτας καταθέσεις ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι δικαία. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς διατυπώσεως· νὰ συζητηθῶσιν αἱ ἀντιρρήσεις. Ἀλλά, ἐὰν κατὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ψηφισθῇ ἡ πρότασις, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ἄλλοτε.
§69Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν γνωρίζω, κ. Πρόεδρε, ποῦ πρέπει νὰ προσαρτήσωμεν τὴν πρότασιν αὐτήν, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ τὴν διατυπώσωμεν. Δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, τί γίνεται εἰς τὴν Εὐρώπην, τί γίνεται εἰς τὴν Κρήτην· γνωρίζω ὅμως τί γίνεται παρ’ ἡμῖν· πᾶς ὁ ἔχων πεῖραν μικρὰν τῶν πραγμάτων καὶ ἐπιτηδειότητα δύναται νὰ μανθάνῃ διὰ τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων πᾶν ὅ,τι γίνεται εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἑπομένως δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί αὐτὸ νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ νομίμως.
§70Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, παρατηρῶ ὅτι καὶ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ παρακωλύσῃ τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τροπολογίαν τῶν διατάξεων τῆς ποινικῆς δικονομίας. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ τροποποιήσωμεν καὶ ἑτέραν διάταξιν, πλὴν τῶν ἤδη τροποποιουμένων. Ὥστε τὸ ἀπαράδεκτον οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν· ἀλλά, καὶ σημασίαν ἐὰν εἶχεν, ἡ οὐσία εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ παραβλέψωμεν τοὺς τύπους χάριν αὐτῆς. Τὸ μυστικὸν τῆς ἀνακρίσεως, ἐὰν τοὐλάχιστον ἐλειτούργει, θὰ εἶχέ τι ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ὡς λειτουργεῖ σήμερον, πλημμελῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι εἰς βάρος τοῦ ἀτυχοῦς μόνον κατηγορουμένου, καὶ μόνον ἐκεῖνοι οἱ κατηγορούμενοι, οἱ ὁποῖοι τυχὸν εὐνοοῦνται ἢ τυχὸν καταδιώκονται, ἐκεῖνοι μόνον ἔχουσι νὰ συγκομίσωσι τὰ ἀγαθὰ ἢ τὰ κακὰ τοῦ μυστικοῦ τῆς ἀνακρίσεως.
§71Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ τροποποιήσεως τῆς ποινικῆς δικονομίας τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη δι’ ὡρισμένων ἄρθρων τροποποίησιν, διὰ μεταρρύθμισιν ὡρισμένων διατάξεων. Ἐὰν ἔλθωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τόδε εἰς τὴν γʹ αὐτοῦ ἀνάγνωσιν τροποποίησιν ἄλλης διατάξεως μὴ περιεχομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, προκύπτει φανερῶς τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς ὑποβολῆς καὶ τῆς συζητήσεως τῆς τοιαύτης προτάσεως. Καὶ ἂν ἡ τροποποίησις ἡ προτεινομένη δὲν εἶχε τὸν τύπον καὶ τὸν χαρακτῆρα θεσμοῦ, οἷος εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς μυστικότητος τῆς ἀνακρίσεως, πάλιν θὰ ἴσχυε τὸ κώλυμα λόγῳ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ, κατὰ μείζονα ὅμως λόγον ἰσχύει τὸ ἀπαράδεκτον προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη δίς, παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ τῆς διατάξεως ταύτης τῆς θιγούσης τὸν θεσμόν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προκαλέσω ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ πράγματος καὶ ἀρκοῦμαι μόνον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην, ὢν μάλιστα Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ δεχθῇ τροποποίησιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν διατάξεως οὕτω σοβαρᾶς εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ αὐτῆς τῆς διατάξεως καὶ τὸ ὁποῖον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεωρήθη ἄνευ πάλιν αὐτῆς τῆς τροπολογίας.
§72ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντα ὅσα ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τῶν ἀντιφρονούντων κηρυσσομένων ὑπὲρ τῆς μυστικῆς ἀνακρίσεως ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἀπηρχαιωμένον αὐτὸν θεσμόν, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, τοὐναντίον παρακωλύει αὐτὴν καὶ ἐμφανίζει ἐκτρωματικὰ ἀποτελέσματα, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι γενικὴ πεποίθησις παρὰ τῷ ξένῳ ἐπιστημονικῷ κόσμῳ ἐκράτησε γενικὴ πεποίθησις καὶ ἐν Ἑλλάδι κρατεῖ ὅτι ἡ μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως εἶναι εἷς πέπλος διαφανὴς συντελῶν πρὸς διευκόλυνσιν ἀνοσιουργιῶν, οὐχὶ δὲ πρὸς ἀληθῆ ὑπεράσπισιν τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας. Εἶναι ἀκριβῶς μέσον ἐκμεταλλεύσεως, ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ καί τις λόγος συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ συστήματος τῆς μυστικότητος τῆς ἀνακρίσεως, ὁ λόγος εἶναι ὅτι καὶ ὁ δικαστὴς ὡς ἄνθρωπος ἔχει τὰς ἀδυναμίας του, γενομένης δὲ γνωστῆς εἰς τὸν κατηγορούμενον τῆς ἀνακρίσεως δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ. Ὁ λόγος ὅμως αὐτὸς αἴρεται μετὰ τὸ χθὲς ψηφισθὲν νομοσχέδιον τῶν προτόντων καὶ μονιμότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τὴν τοιαύτην τροπολογίαν, ἥτις θὰ συντελέσῃ νὰ μὴ ἀφήνῃ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην ἐν τῇ ἀνακρίσει πελαγοδρομοῦσαν ὡς ἤδη πελαγοδρομεῖ. Εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον μᾶλλον ἡ παρουσία τοῦ κατηγορουμένου καὶ τοῦ συνηγόρου νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀνάκρισιν πρὸς ἀνακάλυψιν ἐνόχων, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ἐνίοτε ἄγνωστοι. Ὁ κατηγορούμενος θὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ, δὲν πρέπει δὲ χάριν τῶν τύπων, οἱ ὁποῖοι προεβλήθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀμφιβόλου ὑποστάσεως, νὰ διστάσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§73Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅτι δηλαδὴ εἰσάγεται εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου διάταξις οὐσιώδης, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ εἰσάγηται, δὲν εἶναι καὶ πολὺ βάσιμος. Καὶ δὲν εἶναι βάσιμος, διότι καὶ σήμερον συνηθίζεται ἐνταῦθα. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι δὲν ὑπῆρξε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ μὴ ἴδῃ διατάξεις οὐσιωδεστάτας ὑποβαλλομένας καὶ γενομένας ἀποδεκτὰς καὶ τοιουτοτρόπως ἀκολουθοῦμεν σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε τακτικῶς ἐτηρήθη· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἴδωμεν εἶναι ὅτι τὸ προτεινόμενον ἀποτελεῖ πρόοδον καὶ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὡς ἐπίσης ὅτι τοιαύτη διάταξις ἀπηρχαιωμένη, ὡς ἡ περὶ τοῦ μυστικοῦ τῆς ἀνακρίσεως, πρέπει νὰ καταπέσῃ. Ἄλλως τε, ὡς πολὺ ὀρθῶς ἐλέχθη πρὸ μικροῦ, μήπως εἶναι ἤδη μυστικὴ ἡ ἀνάκρισις; Διὰ μέσων πλαγίων καὶ γνωστῶν ἡ ἀνάκρισις δὲν εἶναι μυστική· λοιπὸν ἀπαλείφομεν τὴν διάταξιν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπηρχαιωμένη, καὶ διὰ νόμου νομοθετοῦμεν ὅπως ὁ ἐμφανιζόμενος ἔχῃ καὶ τὸν δικηγόρον πλησίον του, ὅπως ἡ ἀνάκρισις εἶναι φανερά.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥάλλη ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸν κατηγορούμενον ἐπιτρέπεται, ἅμα προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ τῆς ὑποθέσεως πρὸς ἀπολογίαν, νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν καὶ τῶν ἐγγράφων. Κατὰ πᾶσαν δὲ ἀνακριτικὴν πρᾶξιν δικαιοῦται ὁ κατηγορούμενος νὰ παρίσταται αὐτοπροσώπως μετὰ ἢ ἄνευ συνηγόρου καὶ διὰ συνηγόρου, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως αὐτῷ καὶ τῷ συνηγόρῳ του τὸ ἀπευθύνειν ἐρωτήσεις πρὸς τοὺς μάρτυρας.
§75Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσήχθη, Κύριοι, τὸ φανερὸν τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑποβληθείσης ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεγαρίδος τροπολογίας, καὶ διὰ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπένευσε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπικαλούμεθα τὰ ἐν ἄλλοις Κράτεσι γινόμενα. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ αὐτὴ νομοθεσία εἶναι τὴν ὁποίαν οἱ δεχθέντες τὸ φανερὸν τῆς ἀνακρίσεως εἰς ἄλλα Κράτη ἀνέγραψαν; Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ζητήσωμεν τὸ κείμενον τῆς Γαλλικῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διὰ νὰ ἴδωμεν ποίας διατυπώσεις πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ κατηγορουμένου ἀλλαχοῦ ἀναγράφουσι καὶ ποῖαι κυρώσεις τοῦ τοιούτου δικαιώματος ἐθεσμοθετήθησαν, ποῖαι προθεσμίαι ἐτάχθησαν, ποῖαι ἀνακριτικαὶ πράξεις δύνανται νὰ ἐνεργηθῶσι μὴ παρόντος τοῦ κατηγορουμένου καὶ ποῖαι δὲν δύνανται ἄνευ τῆς παρουσίας εἴτε αὐτοῦ εἴτε τοῦ συνηγόρου του. Θεσμοθετοῦμεν ἡμεῖς νῦν τι, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν βεβαίως εἶναι γνωστόν, καὶ δυνάμεθα κάλλιστα δεχόμενοι ἀπολύτως κατ’ ἀρχὴν τὸν θεσμὸν τοῦ φανεροῦ τῆς ἀνακρίσεως ν’ ἀρυσθῶμεν ὅ,τι τὰ ἄλλα Κράτη μετὰ μακρὰν μελέτην ἐπεξειργάσθησαν. Ἐρωτῶ· τί θὰ γίνῃ, ἐὰν ὁ ἀνακριτὴς δὲν δεχθῇ τὸν συνήγορον τοῦ κατηγορουμένου ἢ τὸν κατηγορούμενον;
§76Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παράβασις καθήκοντος.
§77Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παράβασις καθήκοντος, ἀλλ’ ἐὰν δὲν καθιερώσητε τὴν κύρωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ νομοθεσίαι ἀνέγραψαν, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, τότε δὲν ἐπράξατε τίποτε. Μὴ πιστεύετε δ’ ὅτι ἐγὼ ἀντιτίθεμαι κατ’ οὐσίαν εἰς τὸ θέμα. Λέγω μόνον, νομοθετοῦντες τοιοῦτον σοβαρὸν μέτρον, ἂς φροντίσωμεν νὰ τὸ καταστήσωμεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν σοβαρόν, δὲν εἶναι δὲ σοβαρόν, ὅτε ἀναγράφεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τέσσαρας στίχους. Δεχθῆτε κατ’ ἀρχὴν τὸν θεσμὸν τοῦτον, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαγραφῇ διαδικασία, τὴν ὁποίαν ὁ δικονομικὸς νόμος ἀπαιτεῖ, ἵνα καταστῇ ζωντανὸς ὁ θεσμὸς οὗτος. Πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀκύρωσις ἐκ τῆς παραλείψεως....
§78Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἄκυρος ἡ πρᾶξις, ὅταν ὁ νόμος διατάσσῃ νὰ εἶναι καὶ ὁ συνήγορος, ὁ δὲ ἀνακριτὴς δὲν ἐπιτρέπῃ τὴν παρουσίαν αὐτοῦ.
§79Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ν’ ἀναγραφῇ.
§80Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δημοσίας τάξεως.
§81Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀπαγγείλητε τὴν ἀκυρότητα τῆς πράξεως ἐν τῷ νόμῳ, οὐδὲν δύνασθε νὰ περιμένητε. Τὸ πολὺ δύναται νὰ καταζητηθῇ ὁ ἀνακριτὴς ὡς παραλιπὼν τὸ καθῆκόν του· ἀλλά, καὶ ἂν ἀντιτάξῃ ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἐν δεδομένῃ περιστάσει ἀπῄτει, ἵνα μὴ ἐπηρεασθῇ ὁ μάρτυς ἀπὸ τὰ ὄμματα τῶν κατηγορουμένων ἢ τῶν συνηγόρων, καὶ διὰ τοῦτο παρέλιπε νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφομεν ἐν τῷ νόμῳ, νομίζετε ὅτι θὰ εὑρεθῇ συμβούλιον νὰ τὸν τιμωρήσῃ, ἐὰν ἀποδείξῃ μάλιστα, ὅτι αὐτὸ ἦτο καὶ ἀναγκαῖον πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφοῦ ἡ περὶ ἀπαραδέκτου πρότασις δὲν θεωρεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀξία λόγου, τοὐλάχιστον ἂς θεωρηθῇ ὡς ἀξία προσοχῆς ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν διατυπῶ. Διὰ τοῦτο θὰ προέτεινον, ἵνα ἐπιστραφῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ τροπολογία, διατυπωθῇ δὲ πλῆρες σύστημα διὰ τῆς ἀντιγραφῆς ἴσως μιᾶς ξένης νομοθεσίας, ἵνα ἔχωμέν τι, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἄξιον νὰ καταταχθῇ εἰς τοὺς Κώδικας τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικονομίας, διότι ἡ Ποινικὴ ἡμῶν Δικονομία ἔχει πολλὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θίγονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· ἐὰν δὲ δὲν φροντίσωμεν διὰ νομοθετήματος πλήρους νὰ προσαρμόσωμεν καταλλήλως τὴν διάταξιν ταύτην πρὸς τὰς ἄλλας αὐτῆς διατάξεις, ἐπιχειροῦμέν τι, Κύριοι, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ σοβαρὰ ἀποτελέσματα, διότι ἐνθουσιῶμεν διὰ τὸ φανερὸν τῆς ἀνακρίσεως.
§82Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν θὰ προστρέξω εἰς ξένας νομοθεσίας· θὰ προστρέξω εἰς Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, εἰς τὴν Ἰόνιον, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Ἰονίου Κώδικος. Ἰδοὺ τί ἐθέσπιζεν ἐν ἔτει 1841 ὁ Ἰόνιος νομοθέτης: «Ὁ ἀνακριτὴς μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ κατηγορουμένου ἐρωτᾷ αὐτὸν ἂν ἔχει συνηγόρους καὶ ἂν θέλει νὰ τῷ διορίσῃ αὐτὸς ἐξ ἐπαγγέλματος, καὶ τὸν ἐρωτᾷ πρὸς τούτοις ἂν ἔχει τὰ χρηματικὰ μέσα, διὰ ν’ ἀμείψῃ τὸν δικηγόρον καὶ τοὺς δικηγόρους, τοὺς ὁποίους θὰ διορίσῃ ὁ δικαστής».
§83Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ ὁποῖα αὐξάνουσι τώρα.
§84Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. «Ἐὰν κατηγορούμενος ἀπαντήσῃ ὅτι δὲν ἔχει συνηγόρους καὶ ἤθελε παράσχει τὴν ἀπόδειξιν ὅτι στερεῖται καὶ τῶν χρηματικῶν μέσων διὰ νὰ πληρώσῃ τοιούτους, τότε ἐξ ἐπαγγέλματος ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν δικηγόρων καὶ συνδίκων κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν τῷ διορίζει ἕνα ἢ δύο δικηγόρους καὶ ἕνα σύνδικον. Οὗτοι οἱ συνήγοροι ἔχουσι τὸ καθῆκον ἵνα, καθ’ ὅσον προχωρεῖ ἡ ἀνάκρισις, λαμβάνωσι πάντοτε ἀντίγραφα τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων καὶ πάσης ἄλλης πράξεως τῆς ἀνακρίσεως, ἵνα πάντοτε ὦσιν ἕτοιμοι διὰ τὴν ὑπεράσπισιν».
§85Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Νὰ τὸ ἀντιγράψωμεν ὁλόκληρον.
§86Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Τὸ δὲ ἄρθρον 98 λέγει· «Οἱ μάρτυρες ἐξετάζονται ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ μηνυτοῦ, ἐὰν οὗτος θέλῃ νὰ παρίσταται, καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ κατηγορουμένου, ἐὰν καὶ οὗτος θέλῃ νὰ παρίσταται εἴτε μόνος, εἴτε διὰ συνηγόρου καὶ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει — διότι ἡ ἀνάκρισις ἦτο φανερά —, τὰ πάντα δὲ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος». Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ὁ μέγας ποινικολόγος Carrara ἔλεγεν ὅτι ὁ Ἰόνιος Κῶδιξ γέμει θαυμασίων ὡραιοτήτων!
§87Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δέον νὰ προστεθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι τεθειμένη ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος.
§88Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Καὶ νὰ προστεθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως καὶ τοῦ μηνυτοῦ, ὡς ἔχει ὁ Ἰόνιος Κῶδιξ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκω πάλιν τὴν τροπολογίαν· «Εἰς τὸν κατηγορούμενον χορηγεῖται, ἅμα προσέλθῃ εἰς τὸν ἀνακριτὴν τῆς ὑποθέσεως πρὸς ἀπολογίαν, τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν περὶ τὴν ἀνάκρισιν ἐγγράφων, δίδεται δ’ αὐτῷ τῇ αἰτήσει του ἀντίγραφον τῶν ἐγγράφων ἰδίᾳ αὑτοῦ δαπάνῃ. Κατὰ πᾶσαν ἀνακριτικὴν πρᾶξιν δύναται ὁ κατηγορούμενος ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως συμπαρίσταται ὁ συνήγορός του».
§90Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. «Παρίσταται αὐτὸς ἢ μόνος του ἢ μετὰ συνηγόρου».
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ὅπως παρίσταται μόνος ἢ μετὰ συνηγόρου».
§92Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἢ καλλίτερον· «δικαιοῦται» ὄχι «δύναται». «Δικαιοῦται νὰ παρίσταται μόνος ἢ μετὰ συνηγόρου».
§93Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μαρκέτης ὑποβάλλει τροπολογίαν «μόνος ἢ μετὰ συνηγόρου»· ἐγὼ προσθέτω «ἢ διὰ συνηγόρου».
§94ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. «Αὐτοπροσώπως ἢ διὰ συνηγόρου».
§95Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Μάλιστα· πολὺ καλά.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τροποποιεῖται οὕτως ἡ τελευταία περίοδος. «Κατὰ πᾶσαν ἀνακριτικὴν πρᾶξιν δικαιοῦται ὁ κατηγορούμενος ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως παρίσταται αὐτοπροσώπως ἢ διὰ συνηγόρου, εἰς τὸν ὁποῖον ὅμως συνήγορον δὲν ἐπιτρέπεται τὸ ἀπευθύνειν ἐρωτήσεις πρὸς τοὺς μάρτυρας».
§97Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Οὔτε εἰς τὸν κατηγορούμενον ἐπιτρέπεται.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τότε τροποποιεῖται οὕτως· «εἰς τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται τὸ ἀπευθύνειν ἐρωτήσεις πρὸς τοὺς μάρτυρας».
§99ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὅτι δύναται νὰ παρίσταται ὁ κατηγορούμενος εἴτε αὐτοπροσώπως εἴτε διὰ συνηγόρου· δηλαδὴ μετὰ τοῦ συνηγόρου ἢ τῶν συνηγόρων δὲν δύναται νὰ παρίσταται εἰς τὴν ἀνάκρισιν;
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως· αὐτὸ συμπεριλαμβάνεται.
§101Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Τότε πρὸς μεγαλειτέραν σαφήνειαν νὰ τεθῇ· «εἴτε αὐτοπροσώπως μετὰ συνηγόρου εἴτε καὶ διὰ συνηγόρου, εἰς τούτους δὲ δὲν ἐπιτρέπεται τὸ ἀπευθύνειν ἐρωτήσεις πρὸς τοὺς μάρτυρας ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος».
§102Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἄρα μόνος δὲν δύναται νὰ παρίσταται.
§103Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὸ «αὐτοπροσώπως» μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει χῶρος νὰ τεθῇ, ἀλλὰ πρέπει δι’ ἀντιπροσώπου, καθόσον θὰ ἔχωμεν τὸ φαινόμενον καθ’ ἑκάστην νὰ μεταφέρωνται οἱ φυλακισμένοι εἰς τὸ δικαστήριον. Διὰ τοῦτο θέλω νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂν πρέπει αὐτοπροσώπως ἢ δι’ ἀντιπροσώπου.
§104ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις, ὅτι πρέπει τὰ αὐτὰ δικαιώματα νὰ δίδωμεν καὶ εἰς τὸν παθόντα, διότι οὕτω πως δημιουργοῦμεν μίαν ἀνισότητα ἀφόρητον. Ἀφοῦ εἰς τὸν κατηγορούμενον θὰ παρέχῃ ὁ νόμος πᾶσαν εὐκολίαν, διὰ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τῆς ἀνακρίσεως, θὰ εἶναι ἄδικον νὰ στερήσωμεν τοῦ μέσου τούτου τὸν παθόντα, ὅστις εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν δικαιοσύνην σπουδαίως. Ἄλλως ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ παίζητε τυφλόμυιγαν, ἐὰν δὲν χορηγηθῶσι καὶ εἰς τὸν παθόντα, ὅστις ἔχει μέγιστον συμφέρον νὰ διαφωτίσῃ τὴν δικαιοσύνην, τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Νομίζω ὅτι πνεῦμα ἰσότητος ἐπιβάλλει τοῦτο.
§105Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα νὰ παραχωρηθῶσι τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἡ δὲ ὑποστήριξις τῆς ἰδέας ταύτης ὑπὸ τοῦ κ. Βοκοτοπούλου εἶναι σκόπιμος, πρὸς ἀποτυχίαν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ζητεῖται ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου.
§106Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν εἶναι ἰδική μου ἰδέα αὐτή. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, ἀλλ’ εἶπον ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν διατύπωσιν τοῦ Ἰονίου Κώδικος, διατί νὰ μὴ δεχθῇ καὶ αὐτό;
§107Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ πολιτικὸς ἐνάγων βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολαύῃ τοῦ προνομίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποκλειστικῶς χάριν τοῦ κατηγορουμένου. Οὐδεμία τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν παρεχώρησε τὰ δικαιώματα ταῦτα εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν δικαιοῦται νὰ τὸ πράξῃ ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἀπηρχαιωμένην διάταξιν, κατηργημένην εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη, τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου. Ὅστις θέλει τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ὁ κατηγορούμενος διὰ τῆς σημερινῆς τροποποιήσεως, δὲν ἔχει παρὰ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἰδιώτην κατήγορον, κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας· Ὁ ἰδιώτης κατήγορος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται ὡς ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος ἐν τῇ ἀνακρίσει· διατί θέλετε νὰ παραχωρήσητε καὶ εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα τὰ δικαιώματα ταῦτα; Νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὁρίζει, διὰ νὰ γίνῃ ἰδιώτης κατήγορος καὶ τότε θὰ ἔχῃ τὰ προνόμια ταῦτα.
§108ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκολουθήσαντες τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατήσαντα καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ Ἰονίου κώδικος παραδεδεγμένα ὅτε πρὸ μικροῦ ἀπεδέχθημεν τὴν τροποποίησιν τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δὲν ἐστηρίχθημεν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐπὶ θεωρίας τινὸς παροχῆς προνομίων, ἀλλ’ ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάγκην τῆς καταλύσεως τῆς μυστικότητος τῆς ἀνακρίσεως χάριν αὐτῆς τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης. Περὶ προνομίου λοιπὸν δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς τῶν διαδίκων· ὁ μὲν εἶναι ἐνάγων ἐν τῇ ποινικῇ ἀγωγῇ, ὁ δὲ ἐναγόμενος. Δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ προνομιακῆς θέσεως ἑνὸς τῶν διαδίκων ἀπέναντι τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τῆς καθιερούσης τὴν ἰσότητα πάντων τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τοῦ νόμου; Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον τελευταῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεγαρίδος, εἶναι ἀτυχές. Ἐπεκαλέσθη τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ποινικὴ ἡμῶν Δικονομία χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου, δὲν πρέπει νὰ χορηγήσωμεν τοῦτο εἰς τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα· δηλαδὴ χάριν ἑνὸς τύπου θάπτεται ἡ οὐσία. Ὁ πολιτικὸς ἐνάγων ἐπιδιώκει τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἰδιωτικῶν δικαίων του, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐπιδιώκει τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ἣν δὲν ἐνασκεῖ αὐτός, ἀλλ’ ἡ εἰσαγγελικὴ Ἀρχή. Καὶ δὲν δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι, ἐνῷ αὐτὸς ἔχει τὸ ἀμεσώτερον συμφέρον νὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας καὶ ἡ ποινικὴ ἀγωγή, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακολουθῇ ἐν ἴσῳ μέτρῳ τὰς ἐνεργείας τῆς ἀνακριτικῆς Ἀρχῆς συντρέχων αὐτὴν εἰς τὸ ἔργον της. Δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι πνεῦμα δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος ἐπιβάλλει νὰ δεχθῶμεν τὴν προσθήκην ταύτην.
§109Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι πασίγνωστον, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας τὸ ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἔχει βεβαίως περισσότερα δικαιώματα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀπολογίας καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα. Τὸν μηνυτὴν ἐκπροσωπεῖ ὁ εἰσαγγελεύς, δύναται δὲ ὁ μηνυτὴς νὰ ἐκπροσωπηθῇ καὶ ὁ ἴδιος διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν ἀγωγήν, τοῦτο εἶναι μία ἐξαιρετικὴ εὐκολία, ἀπονεμηθεῖσα εἰς τὸν παθόντα ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅπως τὰς ἰδιωτικὰς ἀπαιτήσεις ἐπιδιώξῃ συγχρόνως μὲ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι ἀποκτᾷ δικαιώματα οὗτος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποινικὴν ὑπόθεσιν. Ὁ πολιτικὸς ἐνάγων ἐπ’ ἀκροατηρίῳ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς ποινῆς· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετήσωμεν, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἐνάγων θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται κατὰ τὴν ἀνάκρισιν; Εἶναι ἐντελῶς τραγελαφικόν, καὶ βεβαίως πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ τοιαύτη τροπολογία τῆς τροπολογίας.
§110Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ πῶς ὑποστηρίζουσιν ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ παθόντος ἀντιπροσωπεύει ὁ δημόσιος κατήγορος, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς ἓν μόνον καθῆκον ἔχει, νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ δημόσιον δίκαιον, ἀδιαφορῶν ἂν βλάπτονται δικαιώματα τοῦ Α ἢ τοῦ Β. Εἶναι ἠναγκασμένος καὶ ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἀθῳότητα τοῦ κατηγορουμένου, ὅπως εἶναι ἠναγκασμένος καὶ ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δικαιώματα τοῦ παθόντος. Δίδομεν δικαιώματα εἰς τὸν κατηγορούμενον, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει σήμερον ἐκ τοῦ νόμου· διατί; Ἵνα ἐξακριβωθῇ καλλίτερον ἡ ἀλήθεια καὶ προστατευθῇ πλειότερον ὁ κατηγορούμενος. Νομίζω δ’ ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ δώσωμεν καὶ εἰς τὸν παθόντα τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Ἡ ἰσχύουσα δικονομία παρέχει τὰ ἄλλα δικαιώματα, ἀλλὰ δὲν παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν παθόντα νὰ παρίσταται καὶ ὅταν ἐξετάζωνται μάρτυρες ἢ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐν τῇ ἀνακρίσει. Ἀλλὰ λέγουσιν ὅτι ἔχει τὸ προνόμιον τοῦτο ὁ ἰδιώτης κατήγορος, γνωρίζουσιν ὅμως ποίας δυσχερείας ἔχει, διὰ νὰ παρίσταταί τις ὡς ἰδιώτης κατήγορος. Ὅτε δὲ δίδομεν αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπίσης πολίτης, καὶ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῆς ἀνακρίσεως, διατί ν’ ἀρνηθῶμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν παθόντα; Εἶναι ἆρά γε περισσότερον προστατεύσιμος ὁ κατηγορούμενος; Δὲν εἶναι τάχα ἄξια προστασίας τὰ δικαιώματα τοῦ παθόντος, τὰ ὁποῖα ἐβλάφθησαν διὰ τῆς πράξεως τοῦ κατηγορουμένου; Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν δὲν θὰ εὑρεθῇ ὁ ἀδικηθείς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ κάμῃ ἀνακοπὴν τοῦ βουλεύματος, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν κατατεθέντων ἐν τῇ ἀνακρίσει; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ὑποστηρίζωμεν ἄλλο εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ ἄλλο εἰς τὴν ἄλλην, καί, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα δίκαιοι, ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ εἰς τὸν παθόντα, ἀφοῦ πάντες εἴμεθα ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ κατηγορούμενος καὶ οἱ συνήγοροι αὐτοῦ οὐδεμίαν δικαιοῦνται ν’ ἀπευθύνωσιν ἐρώτησιν εἰς τοὺς μάρτυρας. Ἡ παράβασις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου τούτου συνεπάγεται ἀκύρωσιν τῆς διαδικασίας». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία ὡς διετυπώθη). Ἄρθρον 4 μεταβαλλόμενον εἰς 2 (ἀναγινώσκεται).
§112ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας μας καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον, περιέχει καὶ διάταξίν τινα καθ’ ἣν ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις κοινοποιεῖται εἰς τὸν καταδικασθέντα, συγχρόνως δ’ εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν ὑποβάλλονται καὶ οἱ ἐμφανισθέντες μὲν μάρτυρες ἢ πραγματογνώμονες, ἀλλ’ ἐκ νομίμου λόγου ἀποποιούμενοι τὸν ὅρκον ἢ τὴν μαρτυρίαν, ἐκκαθαριζομένων τῶν ἐξόδων καὶ ἀναγραφομένων ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει. Κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, ἀντετάχθην, διότι νομίζω ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ θὰ προσκόψῃ εἰς ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια. Εἶναι ἀδύνατον ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ Πταισματοδικείου, ὅπου πλεῖσται δίκαι διεξάγονται μετὰ ἰλιγγιώδους ταχύτητος, νὰ γίνεται συγχρόνως κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἐξόδων. Τὸ σπουδαιότερον δὲ πάντων θὰ εἶναι ὅτι θὰ ἐπέλθωσιν ἀδικίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιπίπτωσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀπάλειψιν τῆς περικοπῆς αὐτῆς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἀναγνωρίσει τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως, διότι, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεδέχθησαν τὴν περικοπὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως, δηλ. τῆς φράσεως ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει: «ἐκκαθαριζομένης καὶ ὁριζομένης ἐν συνόλῳ ἐν τῇ ἀποφάσει κτλ.».
§113Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι δρακόντειαι. Ἐὰν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ, θὰ γεμίσωμεν τὰς φυλακὰς ἀπὸ ἀνθρώπους ἀθώους ἐντελῶς. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ αὐτῇ στιγμῇ νὰ γίνεται κατάστρωσις ὅλων τῶν ἐξόδων, ὅταν μάλιστα ἡ δικογραφία ἀποτελῆται ἀπὸ πολλὰ ἔγγραφα; Νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς ὀφείλομεν νὰ περικόψωμεν τὴν περίοδον αὐτὴν «τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐν συνόλῳ τῶν ἐξόδων ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει ὁλογράφως» καὶ κατὰ δεύτερον λόγον νὰ διατυπώσωμεν τὸ ἄρθρον οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἀποστέλλωνται τὰ ἀποσπάσματα εἰς τὸ ταμεῖον πρὶν ἢ γίνῃ τελεσίδικος ἡ ἀπόφασις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μεταβληθέντος μόνον τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, ἤτοι μέχρι τοῦ ἄρθρου 10).
§114Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 11ου ὑπάρχουσι δύο τροποποιήσεις, τῆς πρώτης παραγράφου, τῆς δευτέρας καὶ τῆς τελευταίας.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὸ ἄρθρον γίνεται δεκτὸν μὲ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν νέων παραγράφων. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15 γενόμενον 12 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). (Γίνονται ὡσαύτως δεκτὰ καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Τὸ σύνολον δι’ αὔριον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί;
§118Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ νὰ ἴδωμεν τὰς τροπολογίας.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μία τροπολογία ἀνεγνώσθη τετράκις ἐδῶ.
§120Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οὐδείς. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ὡσαύτως). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§122ΑΡ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περιττόν, Κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως, ὅτι πρέπει εἰς τὸ ἄρθρον 3 νὰ γίνῃ συμπλήρωσις ἁπλῆ, ἄνευ τῆς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἄρτιον καὶ οὐ μόνον ἀλλὰ θὰ γεννήσῃ καὶ ἀδικήματα, διότι οἱ διάδικοι θὰ στερηθῶσι τὰ δικαιώματά των, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασκήσωσιν, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ τελεσιδικία, διότι ἄνευ τελεσιδικίας δὲν περατοῦται ἡ δίκη.
§123Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τί ἐπιθυμεῖτε;
§124ΑΡ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐνθυμεῖσθε, οἱ γραμματεῖς τῶν δικαστηρίων εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κρατήσωσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παραδίδουσιν οἱ διάδικοι ἐπὶ πενταετίαν· πέρα τῆς πενταετίας δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι, ὁ διάδικος δυνατὸν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν γραμματέα: δός μου τὰ ἔγγραφα.
§125Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πῶς δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι;
§126ΑΡ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι πέρα τῆς πενταετίας. Περίεργοι ἄνθρωποι! Πέρα τῆς πενταετίας καθίσταται ἀνεύθυνον τόσον διὰ τοὺς δικηγόρους, ὡς καθιεροῦται, ὅσον καὶ διὰ τοὺς δικαστικοὺς γραμματεῖς. Ἀλλὰ λέγει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, ὅτι, ὅταν κατασταθῇ ὁριστικὴ ἡ ἀπόφασις, οἱ δικηγόροι καὶ οἱ γραμματεῖς δικαστηρίων ἀπαλλάσσονται τῆς εὐθύνης πρὸς παραφυλακὴν τῶν ἐγγράφων τῆς δίκης ἅμα τῇ παρόδῳ πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἢ ἀπὸ τῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον περατώσεως ἢ καταργήσεως τῆς δίκης. Αὗται εἶναι αἱ δύο περιστάσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν περίστασιν προκειμένου περὶ καταργήσεως δίκης ἢ δι’ ἄλλου τρόπου, διὰ συμβιβαστικῆς πράξεως, τὸ πρᾶγμα εἶναι εὔληπτον. Ἐὰν συντρέχωσιν αἱ δύο περιστάσεις αὗται, βεβαίως δὲν ἔχει τι νὰ ὠφεληθῇ ὁ διάδικος· ἑπομένως τὰ ἔγγραφα αὐτά, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιστραφῆ, δὲν τῷ παρέχουσι καμμίαν ἀξίαν. Ἀλλ’ ὅμως προκειμένου περὶ τῶν ἐγγράφων, περὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθη ὁριστικὴ ἀπόφασις, διαφέρει τὸ πρᾶγμα, διότι εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τελεσιδικία, τελεσιδικία δὲ δὲν γίνεται εἰμὴ μόνον ἂν ἡ ἀπόφασις διέλθῃ πάντας τοὺς βαθμούς· ἀλλ’ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν πέντε ἐτῶν πιθανὸν νὰ μὴ λάβωσι τὰ ἔγγραφα οἱ διάδικοι ἢ νὰ μὴ ἐκοινοποίησαν τὴν ἀπόφασιν· ἑπομένως ὁ εἷς τῶν διαδίκων καὶ ὁ ἄλλος ἔχει τὸ συμφέρον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ τὰ ἔνδικα μέσα ἐνώπιον τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ἔγγραφά του, διότι προσγίγνεται ἕν ἄδικον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λοιπὸν συμπληροῦται, ἐὰν ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου περὶ βραχυπροθέσμων παραγράφων διάταξις συμπληρωθῇ προστιθεμένης μετὰ τὴν λέξιν «ὁριστικῆς» τῆς φράσεως «καὶ τελεσιδίκου» ἀποφάσεως. Μοὶ φαίνεται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι εὔληπτον, καὶ δὲν θὰ ἀπαντήσῃ κανὲν πρόσκομμα. Αὐτὴν τὴν γνώμην προτείνω. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην σας· ὑπέβαλον καὶ χθὲς τὴν διόρθωσιν αὐτήν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὁ κ. Ἀρ. Ἀντωνόπουλος ἔχει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Ἡ ἐν ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν διάταξις νὰ συμπληρωθῇ προστιθεμένης μετὰ τὴν λέξιν «ὁριστικῆς» τῆς δευτέρας παραγράφου τῆς φράσεως «καὶ τελεσιδίκου» ἀποφάσεως». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δέχεται τὴν συμπλήρωσιν;
§128Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται. Ἡ Βουλὴ συνεπῶς τὴν ἐδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§130Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἔχομεν δύο τέταρτα ἄρθρα ὑποβληθέντα καὶ τὰ δύο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐνῷ ἡ δικαιολογικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ παραγράφωνται αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου καὶ αἱ περιοδικαὶ ἀπαιτήσεις, εἰς τὸ τέταρτον, τὸ ὁποῖον προτείνεται ἤδη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, προστίθεται καὶ νέον εἶδος ἀστικῶν ἀπαιτήσεων, τῶν ἐκ γραμματίων. Νομίζω ὅτι ἡ παραγραφὴ τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῶν, τῶν μὴ ἐμπορικῶν, τῶν εἰς γραμμάτια στηριζομένων, μὴ ἐκδιδομένων ὑπὸ ἐμπόρων, εἶναι πολὺ τολμηρὰ καὶ εἶναι ἐπικίνδυνος εἰς περιουσίας ὁλοκλήρους, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ θέτῃ εἰς παραγραφὴν μόνον τὰς περιοδικὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς καθ’ ἡμέραν παρουσιαζομένας ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικῶν· γίνεται δὲ καὶ ἕτερον σπουδαιότερον, ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ τῶν γραμματίων τῶν ἐμπορικῶν ἔχουσι τοὐλάχιστον τὸν ὅρκον, ἐδῶ δὲν τὸν ἔχουσι. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§131Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, ἔχῃ ἐλάττωμά τι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι δὲν ἔλαβε τὰς διατάξεις — τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἦτο ὀρθότερον — τοῦ Γαλλικοῦ κώδικος καὶ τοῦ Ἰταλικοῦ, ἐν οἷς διαβαθμίζονται καλλίτερον αἱ προθεσμίαι πρὸς παραγραφήν· ἔχει δὲ τὸ ἐλάττωμα ὅτι κανονίζει πολὺ μεγάλην προθεσμίαν, διότι κανονίζει διετῆ προθεσμίαν δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις, περὶ ὧν ποιεῖται μνείαν τὸ ἄρθρον 1, ἐνῷ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων καὶ κατὰ τὸν Γαλλικὸν κώδικα καὶ κατὰ τὸν Ἰταλικὸν ὑπόκεινται μόνον εἰς ἑξάμηνον παραγραφήν. Ὥστε δὲν νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔχει δίκαιον λέγων ὅτι προκειμένου περὶ ἀπαιτήσεων ἀστικῆς φύσεως δὲν πρέπει νὰ ὑπόκεινται εἰς αὐτὴν τὴν παραγραφήν, διότι ἤδη ἀπὸ τοῦ 1810, ἀπὸ τοῦ κώδικος τοῦ Ναπολέοντος, ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις καὶ ὑπόκεινται εἰς αὐτὴν τὴν παραγραφήν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα ἀξίωσις περὶ πληρωμῆς συναλλαγματικῆς ἢ γραμματίου εἰς διαταγὴν παραγράφεται μετὰ πέντε ἔτη ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν ἡμέρας ἢ τῆς ἡμέρας τῆς τελευταίας δικαστικῆς καταδιώξεως».
§133Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸν ἐμπορικὸν νόμον σχετική.
§134Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂς μείνῃ αὐτή.
§135ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καθόλου. Ἡ διάταξις ἐκείνη ἀφορᾷ τὰς συναλλαγματικάς.
§136Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ γραμμάτια.
§137ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δὲ σοφωτάτη καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ. Δὲν ὑπάρχει διάταξις. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐμπεριέχεται εἰς τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον, ἀφορᾷ τὰς συναλλαγματικάς· ἡ διάταξις αὐτὴ ἡ περιεχομένη ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ εἶναι σοφωτάτη διάταξις, διότι ἀφορᾷ περὶ ὅλων καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§138Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι εἰλημμένον ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ ἀστικοῦ κώδικος, εἶναι πολὺ μεμελετημένον, διότι εἶναι ὅπως εἶναι καὶ τὸ Γερμανικόν, εἶναι διεσκευασμένον καθ’ ὅλους τοὺς ἐπιστημονικοὺς κανόνας. Εἶναι τολμηρόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ τὸ θίξωμεν καὶ συγχρόνως νὰ θίξωμεν καὶ τὸν ἐμπορικὸν κώδικα, ὅστις διὰ τὰς συναλλαγματικὰς καὶ διὰ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια ἀναγράφει πενταετῆ παραγραφήν. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος δὲν διακρίνει, ἐὰν πρόκειται περὶ συναλλαγματικῆς ἐμπόρου ἢ μὴ ἐμπόρου. Ἄς μὴ θελήσωμεν νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν οἰκονομίαν αὐτήν. Παρακαλῶ νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι τέλειον καὶ εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν.
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία συζητεῖται, ἔχει ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλῶ δὲ καὶ ἐγὼ ν’ ἀποσυρθῇ αὕτη, διότι κατ’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας χωρεῖ ὁλόκληρον τὸ ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγης ὥρας ὑπεβλήθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ποινικῆς δικαιοσύνης». Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης προστίθενται νέα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα προφανῶς δέον νὰ τύχωσι τριῶν νέων ἀναγνώσεων. Εἶναι δὲ καὶ ἕτερόν τι. Ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Χαλκίδος συνάδελφος, τὸ νομοσχέδιον «περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν» ἀφορᾷ τὸν ἀστικὸν κώδικα, ἐνῷ ἡ σήμερον ὑποβαλλομένη τροπολογία ἀφορᾷ τὸν ἐμπορικὸν καὶ ἀστικὸν κώδικα. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ψηφισθῇ, ἂς εἰσαγάγῃ αὐτὴν ὡς ἴδιον νομοθέτημα.
§140Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πολὺ καλά.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ψηφίζεται ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§142Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Μετὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς τροπολογίας δὲν ἔρχομαι ἐπ’ αὐτῆς νὰ συζητήσω, ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τίνα ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει· «ἡ παραγραφὴ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἀναφερομένων ἀξιώσεων ἄρχεται ἅμα τῇ λήξει τοῦ ἔτους καθ’ ὃ ἐγεννήθη ἡ ἀξίωσις». Ἐὰν μέχρι σήμερον ὑπάρχωσιν ἀπαιτήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων παρῆλθεν ἡ πενταετία, αἱ ἀπαιτήσεις αὐταὶ παραγράφονται δυνάμει τοῦ νόμου.
§143ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γενικὴ ἀρχὴ τοῦ δικαίου.
§144Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχητε τριακονταετίαν κατὰ τὸ κρατοῦν νῦν ἀστικὸν δίκαιον, καὶ σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τάσσετε βραχυτέραν προθεσμίαν, καθ’ ὅσον ὑπολείπεται χρονικὸν διάστημα μεῖζον τοῦ νῦν τασσομένου, ἡ παραγραφὴ θὰ συμπληρωθῇ κατὰ τὸν νέον νόμον, ἐὰν δὲ ὑπελείπηται μικρότερον χρονικὸν διάστημα, ἡ τριακονταετία ἐξακολουθεῖ μέχρι συμπληρώσεως αὐτῆς συμφώνως μὲ τὸ παλαιὸν καθεστώς. Συνεπῶς ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε, εἶναι κατὰ τὰς κρατούσας ἐπιστημονικὰς ἰδέας περὶ παραγραφῆς ὡς πρὸς τὰς ἐνοχικὰς σχέσεις.
§145Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ γεννηθῶσι ζητήματα πολλὰ καὶ δι’ αὐτὸ χρήζει καλλιτέρας διασκευῆς.
§146Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου ὀρθῶς ἔχει, ἀλλ’ ἤθελον νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσιν ὀφειλέται τοῦ ἀρχικοῦ δανειστοῦ, τί θέλει γίνει ὡς πρὸς τοὺς κληρονόμους αὐτοῦ, ἐὰν πρὸ πάντων ὦσι τέκνα τοῦ ἀποβιώσαντος ἀνήλικα.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 5, ἀλλὰ περὶ τοῦ 4.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται): «Αἱ κατὰ τ’ ἀνωτέρω ἄρθρα παραγραφαὶ τρέχουσι καὶ κατὰ τῶν διατελούντων ὑπὸ ἐπιτροπείαν, κηδεμονίαν ἢ δικαστικὴν ἀντίληψιν. Ἐὰν τὰ πρόσωπα ταῦτα δὲν ἔχωσιν ἐπίτροπον, κηδεμόνα ἢ ἀντιλήπτορα, ἡ παραγραφὴ δὲν συμπληροῦται πρὸ τῆς παρελεύσεως ἓξ μηνῶν, ἀφ’ ἧς ταῦτα κατέστησαν ἀπεριορίστως ἱκανὰ ἢ ἐκτήσαντο ἐπίτροπον, κηδεμόνα ἢ ἀντιλήπτορα. Αἱ διατάξεις αὗται δὲν ἐφαρμόζονται ἐφ’ ὅσον τὰ πρόσωπα ταῦτα κέκτηνται τὴν ἱκανότητα δικαστικῆς παραστάσεως».
§149Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 5 ἔχω νὰ ὑποβάλω ὀλίγας παρατηρήσεις. Τὸ ἄρθρον 5 λέγει· «Αἱ κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφερόμενα παραγραφαὶ τρέχουσι καὶ κατὰ τῶν διατελούντων ὑπὸ ἐπιτροπείαν καὶ κηδεμονίαν ἢ δικαστικὴν ἀντίληψιν». Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποκλείει τοὺς ἀνηλίκους καὶ δὲν ἰσχύει ἡ παραγραφὴ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ αὐτούς. Τὰ ἄρθρον τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Γερμανικοῦ κώδικος, ἐν μέρει δὲ καὶ τοῦ Ἰταλικοῦ κώδικος. Ὁ Γερμανικὸς κῶδιξ ἀποβλέπει ἐντελῶς, ὅτι ἡ παραγραφὴ τρέχει καὶ κατὰ τῶν ἀνηλίκων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἰς τοιαύτην περίστασιν δύνανται νὰ ἀποζημιωθῶσιν ἀπὸ τοὺς διαχειριζομένους τὴν περιουσίαν αὐτῶν. Ἀλλὰ ὁ Γαλλικὸς κῶδιξ ὡς καὶ ὁ Ἰταλικὸς περιορίζονται μέχρι τινὸς σημείου, ὡς καὶ ὁ κῶδιξ ὁ ἐφαρμοσθεὶς μέχρι τοῦ 1875, καὶ αὐτὸς ἀναγράφει αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὅτι μόνον μέχρι τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας δύναται νὰ διακοπῇ ἡ παραγραφὴ καὶ ὄχι πέρα ταύτης. Τὸ αὐτὸ ἀναγράφει καὶ ὁ Γαλλικὸς κῶδιξ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παραγραφὴν ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, πρὸς τὴν ἐν Ἑλλάδι κατάστασιν. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τὸ Γερμανικὸν οὔτε τὸ Γαλλικόν, ἀλλὰ νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν κύκλον, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνηλίκους, καὶ νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ προστατευθῶσι διὰ νόμου, διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία εἶναι ἐν Γερμανίᾳ καὶ Γαλλίᾳ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ διαχειριζόμενοι τὴν περιουσίαν δὲν εἶναι ἄνθρωποι προερχόμενοι ἀπὸ τὴν ἐφηβικὴν τάξιν, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται νὰ εἰσπράξωσι τὰ ὀφειλόμενα αὐτοῖς ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας, οὔτε ὅταν ὁ πατὴρ κηδεμονεύῃ τὸ τέκνον αὑτοῦ, οὔτε ὅταν ἡ μήτηρ ὡς φυσικὸς ἐπίτροπος ἐκ τοῦ νόμου τὸ ἐπιτροπεύῃ, δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ ἀνήλικος γενόμενος ἐνῆλιξ νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν λόγῳ τῆς μητρικῆς στοργῆς. Τοιουτοτρόπως τὰ ἀνήλικα ζημιοῦνται λόγῳ τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τούτους μόνον δύναται ν’ ἀρχίζῃ ἡ παραγραφὴ πέρα τοῦ 21 ἔτους τῆς ἡλικίας των καὶ νὰ μὴ καθιερωθῇ τὸ σύστημα αὐτὸ ἐξαιρετικῶς. Ὑπὸ ἔποψιν θεωρίας ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ὀρθοτάτη, ἀλλ’ ὅταν οἱ νόμοι γίνωνται δὲν γίνονται θεωρητικῶς μόνον, ἀλλὰ γίνονται σχετικῶς πρὸς τὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ ἄλλα προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ τόπος τις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶδον, ὅτι εἶναι δυνατὸν δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα πρὸ μικροῦ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ὡς ἀνωτέρω ἐκθέτω, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τροποποιήσῃ αὐτό.
§150Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου καὶ ἐπ’ αὐτῆς θὰ κάμω μικρὰν παρατήρησιν, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 5, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 5 εἶναι ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἀμέσως προηγουμένων παραγράφων. Ὡς εἶναι διατετυπωμένη ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5, φαίνεται ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις καὶ τῶν δύο προηγουμένων παραγράφων δὲν ἐφαρμόζονται καὶ ἑπομένως ὑποπίπτομεν εἰς ἀντινομίαν.
§151Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Κατ’ ἐμὲ δὲν χρειάζεται ἡ παράγραφος αὐτή· εἶναι ἐντελῶς περιττή.
§152Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ διορθωθῇ.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Ἀρ. Ἀντωνόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «Αἱ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα παραγραφαὶ τρέχουσι καὶ κατὰ τῶν διατελούντων ὑπὸ κηδεμονίαν, ἐπιτροπείαν καὶ δικαστικὴν ἀντίληψιν ἐξαλειφομένων τῶν ἐν τῷ ἐδαφίῳ 2 καὶ 3 τοῦ νόμου τούτου διατάξεων». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου).
§154Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως θὰ εἶναι τολμηρὸν νὰ φέρω παρατηρήσεις ἀφορώσας τὸν Γερμανικὸν κώδικα, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπρόκειτο περὶ παρατηρήσεων γινομένων, ἐὰν ἐψηφίζετο ὁλόκληρον τὸ σύστημα τοῦ κώδικος τοῦ Γερμανικοῦ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τμήματος μόνον τοῦ κώδικος τοῦ Γερμανικοῦ νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι παρατηρήσεις, ἀκριβῶς διότι δύναται διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τμήματός τινος μόνον ἡ ἡμετέρα νομοθεσία νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀντίφασιν πρὸς τοὺς νεωτερισμοὺς τούτους. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει ὅτι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποβιώσῃ ὁ δανειστής, οἱ κληρονόμοι αὐτοῦ ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν παραγραφήν, εἰς ἣν ὑπήγετο καὶ ὁ ἀρχικὸς δανειστής, ἐξαιρεῖ δὲ μόνον τὰ ἀνήλικα τέκνα καὶ τοὺς ὑπὸ ἐπιτροπείαν, κηδεμονίαν καὶ δικαστικὴν ἀντίληψιν διατελοῦντας ἢ μᾶλλον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν τοιαύτην κατάστασιν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν διετέλεσαν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, φρονῶ, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ἄνευ ἐπιζημίων συνεπειῶν διὰ τοὺς κληρονόμους τοῦ δανειστοῦ ἡ τοιαύτη ἀρχή, διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ δανειστὴς ἀπεβίωσε κατὰ τὴν προτελευταίαν ἢ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς παραγραφῆς τῆς ἀξιώσεως, ἕως ὅτου λάβῃ γνῶσιν κατὰ τὴν ἰδικήν μας Δικονομίαν ὁ κληρονόμος τῆς ἀπαιτήσεως, ἡ ἀπαίτησις θὰ ἔχῃ παραγραφῆ. Φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ διακόπτηται ἡ παραγραφή, τοὐλάχιστον ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπέλθῃ θάνατος, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ καιρὸν ὁ κληρονόμος νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἐπιδίωξιν τῆς ἀπαιτήσεώς του.
§155Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5. Τὸ ἄρθρον 5 εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ἀναφέρει· «Αἱ διατάξεις αὗται δὲν ἐφαρμόζονται ἐφ’ ὅσον τὰ πρόσωπα ταῦτα κέκτηνται τὴν ἱκανότητα δικαστικῆς παραστάσεως». Ποῖα πρόσωπα κέκτηνται τὴν ἱκανότητα τῆς δικαστικῆς παραστάσεως; Ὅσα τελοῦσιν ὑπὸ κηδεμονίαν, ἐπιτροπείαν καὶ δικαστικὴν ἀντίληψιν; Ἀφοῦ δὲν διατελοῦσιν ὑπὸ κηδεμονίαν, ἐπιτροπείαν καὶ δικαστικὴν ἀντίληψιν, τρέχει κατ’ αὐτῶν ἡ παραγραφή, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα· ἐὰν διετέλεσαν ὑπὸ κηδεμονίαν, ἐπιτροπείαν καὶ ὑπὸ δικαστικὴν ἀντίληψιν, τρέχει ἡ παραγραφὴ προστιθεμένης καὶ μιᾶς ἑξαμηνίας; Τί ἐννοεῖ ἡ διάταξις; Ἡ διάταξις αὐτὴ καταστρέφει ὅλον τὸ ἄρθρον. Ἐδῶ ἀντιλαμβανόμεθα ὅλοι τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 5. Τὰ πρόσωπα τὰ ὑπὸ κηδεμονίαν ἢ ὑπὸ ἀντίληψιν ἢ ὑπὸ ἐπιτροπείαν κέκτηνται τὴν ἱκανότητα τῆς δικαστικῆς παραστάσεως; Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βοκοτοπούλου, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικός.
§156Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὰ πρόσωπα ταῦτα δύνανται νὰ παραστῶσιν αὐτοπροσώπως.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§158Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Κάμνω μίαν παρατήρησιν ἐπ’ αὐτοῦ, χωρὶς καὶ νὰ ἐπιμείνω. Ὁ Γερμανικὸς κῶδιξ νεωτερίζει κατὰ τοῦτο, ἐνῷ ὁ Γαλλικός, ὁ Ἰταλικὸς καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν κωδίκων ἐπιτρέπουσι τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ὅρκου εἰς τὸν καθ’ οὗ συντάσσεται ἡ παραγραφὴ πρὸς τὸν ἐπικαλούμενον ταύτην, ὁ Γερμανικὸς κῶδιξ δὲν ἀναγράφει τοιαύτην διάταξιν· εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπόκειται νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἐν τούτῳ τὸν Γερμανικὸν κώδικα.
§159Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχομεν τὸν ἐμπορικὸν νόμον, ὅστις ἐπιτρέπει τὸν ὅρκον.
§160Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς λείψωσιν οἱ ὅρκοι, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἡμᾶς τοὺς δικηγορήσαντας εἶναι ἄχρηστοι, διότι δίδονται ἀσυνειδήτως.
§161ΑΡ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν κάμνει λόγον περὶ διαγραφῆς ἢ ἀναστολῆς τῆς παραγραφῆς. Ὅλαι αἱ ἄλλαι νομοθεσίαι, ἡ Γαλλική, ἡ Ἰταλικὴ καὶ ἡ ἰδική μας ἀναγράφουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπέρχεται ἀναστολὴ ἢ διαγραφὴ τῆς παραγραφῆς. Λόγου χάριν, ὅταν ἐγείρηται ἀγωγὴ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας, διακόπτεται ἡ παραγραφή; Μάλιστα, λέγει. Τοῦτο δὲ ὀρθῶς περιέλαβε τὸ νομοσχέδιον· λέγει ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, ἐὰν καὶ εἰς ἀναρμόδιον δικαστήριον εἰσαχθῇ ἡ ἀγωγή, διακόπτεται πάλιν ἡ παραγραφή. Εἶναι εὐεργετικὴ ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἄλλην σκέψιν, προκειμένου περὶ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ δικαιοῦχος, ἀποδεικτικοῦ τῆς ἀνανεώσεως χρέους καὶ καταβολῆς τοῦ κεφαλαίου. Αὐτὸ εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον πρὸ τῆς συμπληρώσεως τῆς παραγραφῆς ἀπέκτησε καὶ τὸ ὁποῖον τῷ παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελέσῃ καθ’ ὃν τρόπον ὁ προγενέστερος νόμος κανονίζει ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ ὡς ἐκ τούτου τοῦ σοβαροῦ λόγου νὰ διακόπτηται ἡ παραγραφή. Αὐτὸ καθιέρωσε καὶ ὁ Γαλλικὸς κῶδιξ καὶ θὰ τὸ περιέχῃ καὶ ἤδη ὁ ἀστικός μας κῶδιξ, ὁ δὲ Οἰκονομίδης κάμνει λόγον μακρὸν καὶ ἀναγράφει τὰς περιστάσεις τὰς διακοπτούσας περὶ διακοπῆς τῆς παραγραφῆς, δύναται νὰ ἰσχύῃ τὸ ἐναντίον εἰς τὸν Γερμανικὸν κώδικα, ἀλλὰ κυρίως εἶναι καί τινες περιστάσεις, αἵτινες δὲν ἐφαρμόζονται ἐν Ἑλλάδι. Δυνατὸν νὰ εἶναι τέλειος ὁ Γερμανικὸς κῶδιξ, ἀλλ’ ὄχι διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν οὔτε ὑπὸ τῆς Ἰταλίας οὔτε ὑπὸ τῆς Γαλλίας, διότι ἔκριναν ἐκεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ δανειστὴς καὶ νὰ μὴ ἀποβλέπωμεν μόνον εἰς τὸν ὀφειλέτην. Ἐδῶ κινδυνεύομεν νὰ καθιερώσωμεν σεισάχθειαν ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν. Διὰ τοῦτο ὡς ἐπέμενον εἰς τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν ἐπιμένω καὶ εἰς τοῦτο.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§163Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, θίγουσαν τὰς συναλλαγματικάς, συνῄνεσεν, ἵνα ἀποτελέσῃ αὕτη ἀντικείμενον ἄλλης μελέτης. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ἔφερε τροπολογίαν διὰ νέας προτάσεως, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ἔχει σπουδαιότητα καὶ εἶναι πρακτικῆς ἀξίας μεγίστης. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, εἶναι ἀνάγκη αὕτη νὰ συζητηθῇ ἀμέσως μετὰ τὸ ἄρθρον 6, διότι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 7 καὶ 8 τοῦ νομοσχεδίου πρέπει καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς παραγραφῆς γινομένης δεκτῆς νὰ λειτουργήσωσι. Τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου ἡ διάταξις θὰ καταστήσῃ περιττὰς τὰς διατάξεις τῆς δευτέρας καὶ τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 10 τῆς τροπολογίας. Τοῦ ἄρθρου δὲ 7 ἡ διάταξις εἶναι ἀνάγκη ἐπίσης νὰ λειτουργήσῃ διὰ τοὺς διακοπτικοὺς τῆς παραγραφῆς λόγους. Διὰ τοῦτο, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως συζητηθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, τὴν ὁποίαν θεωρῶ, ἐπαναλαμβάνω, σκόπιμον, θὰ ζητήσω, ἵνα τὸ ἄρθρον 10 τῆς τροπολογίας ταχθῇ ἀμέσως μετὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, λαμβάνον ἀριθμὸν 7, καὶ τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9 αὐξηθῶσι κατὰ 1 ἀριθμόν.
§164Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§165Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συναινοῦντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 10 τῆς τροπολογίας. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι αἱ ἀκυρότητες αἱ ἀπευθυνόμεναι δι’ ἀγωγῶν κατὰ τοῦ κύρους τῶν πλειστηριασμῶν ἀκινήτων, μετὰ μακρὰ συνήθως ἔτη, διαταράσσουσι τὴν δημοσίαν πίστιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν ἀκινήτων. Κατὰ τὸ σήμερον ἰσχῦον δίκαιον ἡ πρὸς ἀκύρωσιν πλειστηριασμοῦ ἀγωγὴ διαρκεῖ 30 ἔτη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσκέφθη, ἵνα περιορίσῃ ἐντὸς 5 ἐτῶν τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς, ἵνα ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος συντομωτέρου καθορισθῶσι πᾶσαι αἱ τοιαῦται ἀκυρότητες αἱ δυνάμεναι νὰ προβληθῶσιν. Εἶμαι σύμφωνος κατ’ ἀρχὴν μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅμως ὅτι, διὰ νὰ ἔχῃ πρακτικὴν ἀξίαν ἡ πρωτοβουλία, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔλαβεν, εἶναι ἀνάγκη ἡ πρώτη παράγραφος νὰ τροποποιηθῇ, διότι λέγει· «Ἡ παρὰ τοῦ ὀφειλέτου ἢ παρ’ οἱουδήποτε δανειστοῦ αὐτοῦ προσβολὴ τοῦ πλειστηριασμοῦ ἀκινήτων ἕνεκεν ἀκυρότητος ἢ ἄλλης ἀταξίας τῆς διαδικασίας δέον νὰ γίνηται δι’ ἀγωγῆς ἐντὸς ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς μεταγραφῆς τῆς περὶ κατακυρώσεως ἐκθέσεως, νὰ ἐγγράφηται δ’ ἐν τῷ περιθωρίῳ τῆς μεταγραφῆς ταύτης ἡ ἀγωγὴ ἐντὸς τῆς αὐτῆς διὰ τὴν προσβολὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ προθεσμίας, ἄνευ δὲ τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ τῆς ἀγωγῆς συζήτησις». Ἔχομεν ἐντεῦθεν τὴν ἀπορίαν ἂν ἡ πρὸς ἐγγραφὴν εἰς τὸ περιθώριον τοῦ βιβλίου τῶν μεταγραφῶν τῆς ἀγωγῆς προθεσμία εἶναι νέα προθεσμία πενταετὴς ἢ ἂν περιλαμβάνεται ἐντὸς τῆς πενταετίας τῆς παραγραφῆς τῆς ἀγωγῆς. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ εἶναι ὀρθόν, διότι, ἐὰν περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀγωγῆς διὰ τὴν τελευταίαν τοὐλάχιστον ἡμέραν τῆς παραγραφῆς, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἀποκεκλεισμένος ὁ ἐνάγων παντὸς δικαιώματος, διότι δὲν ἐπρόφθασε νὰ δηλώσῃ τὴν ἀγωγὴν εἰς τὸ βιβλίον τῶν μεταγραφῶν, ἀπαιτεῖται νέα σύντομος προθεσμία, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ τάξωμεν τρίμηνον ἢ δίμηνον, ἵνα δύναται ὁ ἐγείρας τὴν ἀγωγὴν ἐντὸς τῆς πενταετίας νὰ δηλώσῃ αὐτὴν εἰς τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν. Εἶναι δὲ ἀναγκαία ἡ τοιαύτη δήλωσις τῆς ἀγωγῆς, διότι ἄλλως τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ὁ τίτλος τοῦ παρουσιαζομένου κατόχου τοῦ μεταγράψαντος τὴν περίληψιν τῆς κατακυρωτικῆς ἐκθέσεως· εἶναι ἀνάγκη ἡ ἀγωγὴ νὰ γνωστοποιηθῇ πρὸς πάντα προσερχόμενον, ἵνα ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων τῶν μεταγραφῶν μανθάνῃ τίς ὁ ἰδιοκτήτης ὡρισμένου ἀκινήτου. Μανθάνων τίς ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἀκινήτου θὰ ἴδῃ συγχρόνως ἐκ τῆς μεταγραφῆς ὅτι ὑπάρχει δεδηλωμένη καὶ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος στηρίζεται. Ἀλλὰ περαιτέρω τὸ ἄρθρον, νομίζω, ὅτι περιέχει καὶ ἓν ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀλυσιτελές, διότι εἶναι ἀπαράδεκτος μόνον ἡ συζήτησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λίαν ὀρθῶς ἐπρονόησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξασφαλίσῃ, θὰ μένῃ αἰωρούμενον, διότι μόνον ἡ συζήτησις θὰ εἶναι ἀπαράδεκτος, οὐχὶ δὲ ἡ ἀγωγή, ἡ ὁποία θὰ ὑφίσταται. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει ἡ πενταετὴς παραγραφή, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὥρισεν αὐτήν, νὰ γίνῃ δεκτή, ἀλλὰ νὰ ταχθῇ δίμηνος προθεσμία ἀπὸ τῆς πενταετίας, ἵνα ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς δηλωθῇ ἡ ἀγωγὴ εἰς τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν, ἐξ ἄλλου δὲ νὰ ταχθῇ ὡς κύρωσις τῆς παραλείψεως τῆς δηλώσεως τὸ ἐντελῶς ἀπαράδεκτον τῆς ἀγωγῆς, διότι, ἂν πρόκειται ἡ παράλειψις τῆς δηλώσεως ν’ ἀφήνῃ τινά ἔχοντα εἰς τὰ θυλάκιά του τὸ ἐπιδοτήριον καὶ νὰ δύναται νὰ προβῇ βραδύτερον εἰς δήλωσιν, ἡ πρόνοια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκίνητον κτῆσιν, τὴν στηριζομένην ἐπὶ πλειστηριασμοῦ, θὰ ματαιωθῇ. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἡ αʹ παράγραφος, ἡ ὁποία καὶ μόνη πρέπει νὰ γίνῃ ἄρθρον 7, ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ παρὰ τοῦ ὀφειλέτου κλπ., νὰ ἐγγράφηται δ’ ἐν τῷ περιθωρίῳ τῆς μεταγραφῆς ταύτης ἡ ἀγωγὴ ἐντὸς διμήνου ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως αὐτῆς προθεσμίας ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου τῆς ἀγωγῆς», οὐχὶ τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ τῆς ἀγωγῆς. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ καθιστᾷ τελείαν τὴν πρόνοιαν, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε νὰ λάβῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀκινήτου κτήσεως κατὰ τῶν προπετῶν ἐγέρσεων ἀγωγῶν πρὸς ἀκύρωσιν πλειστηριασμῶν ἀκινήτων.
§166Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ συνέπεια εἶναι βαρυτάτη.
§167Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι· Κατ’ ἄλλον τρόπον, ἅμα κοινοποιήσῃ τις τὴν ἀγωγὴν καὶ δὲν τὴν δηλώσῃ, καταργουμένης μάλιστα τῆς ἀνατροπῆς, δύναται νὰ τὴν ἀφήσῃ ἀσυζήτητον αἰωνίως καὶ νὰ εὑρεθῇ μετὰ πολλὰ ἔτη ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠγόρασεν ἢ ἐδάνεισε χρήματα ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτου περιελθόντος εἰς τὸν ὀφειλέτην συνεπείᾳ κατακυρώσεως, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἐκτήσατο.
§168Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καταστήσατέ τον ὑπεύθυνον.
§169Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν τὸν καταστήσητε ὑπεύθυνον εἰς ἀποζημίωσιν, διὰ τῆς ἐνστάσεως τοῦ δόλου θ’ ἀπορριφθῇ ἡ ἀγωγή, διότι, ἂν λόγῳ τῇ ἐκνικήσεως εἶναι ὑπεύθυνος εἰς ἀποζημίωσιν, θ’ ἀποκρουσθῇ διὰ τῆς ἐνστάσεως τοῦ δόλου διεκδικῶν τὸ ἀκίνητον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Σύρου δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ περιφρουρήσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων, πρέπει νὰ καταστήσωμεν ἀπαράδεκτον τὴν ἀγωγήν. Ἂν ἔχῃ τις δίκαιον, ἂς ἐγείρῃ τὴν ἀγωγὴν καὶ ἂς τὴν δηλώσῃ ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως. Ὅλας τὰς εὐκολίας παρέχει αὐτῷ ὁ νόμος.
§170Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος εἶναι ὀρθόταται καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνωσιν ἀποδεκταί. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ προθεσμία...
§171Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέσατε αὐτὴν ἐνιαυσίαν, ἂν τοῦτο κρίνητε ἀναγκαῖον.
§172Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐγὼ τὴν θέλω βραχυτέραν. Ἰδοὺ διατί· νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι βραχυτέρα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοθέτου· διότι ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου; Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ γίνηται γνωστὸν εἰς τοὺς προσερχομένους εἰς τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν, εἰς τοὺς τρίτους τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα δύνανται νὰ πάθωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀγωγὴ περὶ προσβολῆς. Εἶναι λοιπὸν συμφέρον τῆς κοινωνίας ὁλόκληρον τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ θὰ ὑπάρχῃ μὲν ἡ ἀγωγή, δὲν θὰ εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ κοινόν, νὰ εἶναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν βραχύτερον. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν θὰ ἐπεθύμουν ἡ προθεσμία νὰ εἶναι βραχεῖα, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ν’ ἀφήσωμεν δίμηνον τὴν προθεσμίαν, διότι ἐντὸς τοῦ διμήνου αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν πολλοὶ νὰ πλανηθῶσι. Θὰ ἐπεθύμουν ἡ προθεσμία νὰ ἦτο ὀκταήμερος παρατεινομένη λόγῳ ἀποστάσεως.
§173Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἰς ἀνακοπὰς καὶ ἐφέσεις δίδομεν δίμηνον προθεσμίαν πρὸς δήλωσιν, θὰ ἦτο ὑπερβολικόν, ἂν ἐτάσσομεν ἐδῶ μόνον ὀκταήμερον. Ἐγὼ εἶμαι διατεθειμένος, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι χρειάζεται ἑξάμηνος ἢ καὶ ἐνιαυσία προθεσμία, νὰ δεχθῶ καὶ τὴν προθεσμίαν αὐτήν, ἀρκεῖ νὰ ἐπέρχηται, παρελθούσης ταύτης, τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀγωγῆς καὶ οὐχὶ μόνον τῆς συζητήσεως.
§174Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Εἶπον ὅτι ἀποδέχομαι πληρέστατα τὰς ἰδέας σας ὡς ὀρθοτάτας, διαφωνῶ μόνον ὡς πρὸς τὰς προθεσμίας, ἃς προετείνατε, διότι νομίζω ὅτι συμφέρει εἰς τοὺς τρίτους ἵνα τὸ ταχύτερον γίνῃ γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει ἀγωγή. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ ἀποτέλεσμα νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ εἶναι ἡ κατάργησις τῆς ἀγωγῆς.
§175Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει.
§176Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αʹ παράγραφος δηλαδή.
§177Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα. Διότι αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικὴ ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως πλειστηριασμοῦ, ἡ ὁποία μετὰ πάροδον χρόνου ἀσκουμένη δύναται νὰ φέρῃ καὶ φέρει πράγματι πολλὰς καταστροφὰς εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων, ὑποβάλλεται ἤδη εἰς μίαν παραγραφήν. Νομίζετε ὅτι ἡ προθεσμία τῆς παραγραφῆς εἶναι μακρά; Δύναται νὰ γίνῃ συντομωτέρα, ἀλλ’ ὀρθῶς διέλαβε τὸ ἄρθρον τοῦτο ὅτι ἐντὸς πενταετίας δέον ν’ ἀσκῆται ἡ ἀγωγή, ἤτοι πρέπει ἐντὸς τῆς πενταετίας νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ δηλωθῇ εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ βιβλίου τῶν μεταγραφῶν. Ἀκριβῶς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ προλάβῃ τὰς ζημίας τοῦ τρίτου, ἀντὶ δὲ νὰ θέτωμεν νέας προθεσμίας διὰ τὴν δήλωσιν τῆς ἀγωγῆς καὶ νὰ συζητῶμεν ἂν ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος, ἡ ἐπερχομένη ἐκ τῆς μὴ δηλώσεως εἶναι αὐστηρά, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου παρετήρησε, καλλίτερον εἶναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξαιρετικῶς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμφερόντων τρίτων, ἡ ἀγωγὴ αὐτὴ θὰ ἀσκηθῇ καὶ θ’ ἀναγραφῇ, θὰ δηλωθῇ συγχρόνως ἐντὸς τῆς πενταετίας.
§178Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Νὰ κατασταθῇ σαφέστερον, διότι τώρα φαίνονται ὡς δύο πενταετίαι.
§179Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ κατατίθηται καὶ ἀντίγραφον, ὥστε νὰ δύναται νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ὁ τρίτος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ κάμῃ αἴτησιν τοῦ δικογράφου.
§180Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρίτος δὲν ἐνδιαφέρεται.
§181Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Παρακαλῶ· ἡ δήλωσις θὰ γίνηται ἐντὸς τῆς πενταετίας, ἐν τούτοις ἐγὼ δι’ ἔλλειψιν δικογράφων δὲν δύναμαι νὰ δικάσω τὴν ὑπόθεσιν.
§182Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀγωγή, ἂς μὴ ἀγοράζητε.
§183ΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν αὐτὴν εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῶν συμφερόντων τῶν τρίτων· νομίζω ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων ἐξυπηρετοῦνται, ἂν ἐπεκταθῇ ἡ πρόνοια αὕτη καὶ ἀναγράφηται εἰς τὸ περιθώριον τῶν μεταγραφῶν καὶ πᾶσα διεκδικητικὴ ἀγωγὴ κατ’ ἀκινήτου οἱουδήποτε, διότι τότε ἐπίσης προστατεύονται τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων.
§184Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄλλο θέμα.
§185Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ὅπως ἐνομοθετήθη τὸ ἄρθρον πᾶσα προσβολὴ ὡς πρὸς τὴν ἀταξίαν τοῦ πλειστηριασμοῦ παραγράφεται ἐντὸς πενταετίας. Ὑπάρχει ὅμως μία περίπτωσις, καθ’ ἣν διακινδυνεύει τὰ συμφέροντά του ὁ ὀφειλέτης καὶ ἡ περίπτωσις εἶναι, ὅταν τρίτος ὑπερθεματιστὴς ἐγείρῃ ἀγωγὴν περὶ ἀποδόσεως τοῦ ἀκινήτου, τοῦ ὁποίου εἶναι καὶ κάτοχος. Τί θὰ προτείνῃ ὁ ὀφειλέτης διὰ τὴν ἀκυρότητα τῆς διαδικασίας; Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν ὅτι θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ὑπερθεματιστής, ὁ ὁποῖος ἐγένετο κύριος, νὰ ἐγείρῃ ἐντὸς πενταετίας τὴν ἀγωγήν, ὥστε νὰ δύναται ὁ ὀφειλέτης νὰ προτείνῃ τὴν ἔνστασίν του;
§186Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς θὰ μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ τὸ αʹ ἐδάφιον τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· «νὰ ἐγγράφηται δ’ ἐν τῷ περιθωρίῳ τῆς μεταγραφῆς ταύτης ἡ ἀγωγὴ ἐντὸς τῆς αὐτῆς διὰ τὴν προσβολὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ προθεσμίας, ἄνευ δὲ τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ τῆς ἀγωγῆς συζήτησις». Καὶ ἕως ἐδῶ θὰ σταματήσῃ τὸ ἄρθρον.
§187Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἀπετελέσθη ἐκ τοῦ πρώτου μέρους τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ κ. Καλογεροπούλου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8, γινόμενον 7 (ἀναγινώσκεται).
§189Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀοριστία τις (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἐπὶ παραιτήσεως ἀπὸ τοῦ δικογράφου τῆς ἀγωγῆς ἢ ἐπὶ ἀπορρίψεως τῆς ἀγωγῆς διὰ λόγους μὴ οὐσιαστικοὺς ὁ δικαιοῦχος ἐγείρῃ ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀγωγὴν ἐκ νέου ...». Ἀπὸ πότε ἄρχεται ἡ προθεσμία τῶν ἓξ μηνῶν; Ἀπὸ τῆς ἀπορρίψεως τῆς ἀγωγῆς δι’ ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἢ διὰ τελεσιδίκου; Πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὴν προθεσμίαν τῆς ἐφέσεως, τῆς ἀναιρέσεως.
§190Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόρριψις ἄνευ τελεσιδικίας; Ἄλλως τε ἂς δηλωθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι ἐννοεῖται ἀπὸ τῆς τελεσιδικίας.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 γενόμενον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§192ΑΡ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν παραγραφῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσχυον πρὸ τοῦ νόμου τούτου, πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν ὁ νομοθέτης δύναται νὰ ὑπαγάγῃ αὐτὰς εἰς τὰς βραχυπροθέσμους παραγραφὰς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ὁ νομοθέτης βεβαίως δύναται νὰ δώσῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς ἕνα νόμον, ἀλλά, ἵνα γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ εἶναι τοιαῦται περιστάσεις, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν. Οἱ νομοδιδάσκαλοι ποιοῦνται μακρὸν λόγον περὶ τῆς ὀπισθενεργείας τῶν νόμων, καὶ ὁ Παππαρηγόπουλος καὶ ὁ Καλλιγᾶς καὶ ὁ Οἰκονομίδης. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Οἰκονομίδης περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ (ἀναγινώσκει)· «Ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χώραν καὶ ἰσχὺν καὶ εἰς τὰ κεκτημένα δίκαια τοῦ δικαιούχου εἰς τὸ παρελθὸν κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἂν μὴ καὶ ταῦτα (τὰ δικαιώματα) ὑπαχθῶσιν εἰς βραχυτέραν τῆς ὑπαρχούσης παραγραφῆς ἐπὶ ζημίᾳ αὐτοῦ»· ἡ αὐτὴ δὲ γνώμη ἐπιδοκιμάζεται καὶ ὑποστηρίζεται καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων νομομαθῶν, ἀρυομένη ἐκ τῶν ἰσχυόντων νόμων. Ὅ,τι λοιπὸν ὁ ὑπέροχος ἡμῶν νομοδιδάσκαλος λέγει αὐτὸ ἀκριβῶς καθιέρωσε καὶ ὁ Γαλλικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναδράμῃ ὁ νόμος εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ὑπαγάγῃ εἰς νεωτέραν βραχεῖαν παραγραφὴν τὴν προϋπάρχουσαν μακροτέραν. (Ἀπορρίπτεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀ. Ἀντωνοπούλου καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9 ὡς καὶ τὸ 10 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Ὁ κ. Κ. Ἰ. Ἀγγελόπουλος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ «συγγραφικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν θεατρικῶν ἔργων» ὑποβάλλει τὸ κείμενον τῆς προτάσεως ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Κ. Αἰγιαλείδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς δικονομίας καὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Οἱ κ. Γ. Λαναρᾶς καὶ Ἀγ. Σλῆμαν ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ περιφερειῶν τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλει τροπολογίαν ὁ κ. Ἰ. Μανέτας. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς ἀριθ. 497–499).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας».
§194ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σταυροφορία, Κύριοι, ἠγέρθη ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐκ μέρους ὅλου τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, ἀκολουθοῦντος ἴσως τὰς θεωρίας τὰς κρατούσας ἐν τῷ Γερμανικῷ δικαίῳ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνατροπῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται εὐλόγως νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἀποβαίνει πάντη ἄχρηστος. Ἴσως εἰς τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνατροπῆς συνετέλεσαν πολὺ καὶ αἱ διατάξεις τῆς παρ’ ἡμῖν ἰσχυούσης Δικονομίας, κατὰ τὰς ὁποίας πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀπαιτεῖται καὶ ἰδιαιτέρα δίκη πρὸς ἀνατροπήν. Ὁ θεσμὸς τῆς ἀνατροπῆς ἔχων τὴν καταγωγήν του ἀπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου καὶ περιειλημμένος ἐν αὐτῷ ἀρχικῶς σκοπὸν ἔχει ἀκριβῶς ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἐκκρεμότητα διὰ τῆς βεβαιότητος καὶ εἰς τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα μεταξὺ τῶν διαδίκων νὰ θέσῃ τέρμα, περαιτέρω δὲ ὁ θεσμὸς τῆς ἀνατροπῆς ἐπενοήθη, ἵνα μὴ διὰ τῆς κακοβούλου καὶ ἐπ’ ἄπειρον παρατεινομένης ἐκκρεμότητος τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ αὐτὴ ἡ πίστις τοῦ πολίτου, εὑρισκομένης ἐπ’ ἄπειρον ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀγωγῆς ἐγερθείσης ἴσως μετὰ συνεπειῶν ἐπὶ τῶν ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου καὶ μὴ ἐπιδιωκομένης τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται τὴν ὥραν ταύτην νὰ προσβάλω τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι θ’ ἀπεφεύγομεν τὴν παρέλκυσιν τῶν δικῶν, ἐάν, ἀντὶ νὰ καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς ἀνατροπῆς, ἠκολουθοῦμεν τὸ σύστημα τοῦ Ἰταλικοῦ κώδικος, ἤτοι ἂν ἐπήρχετο ἡ ἀνατροπὴ ipso jure καὶ ἄνευ παρεμπιπτούσης ἀγωγῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠγείρετο τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα, ἀλλὰ μετὰ μείζονος εὐκολίας. Πλὴν τούτου καὶ ἕτεραι διατάξεις περιοριστικαὶ τῶν λόγων τῆς διακοπῆς τῆς ἀνατροπῆς δύνανται νὰ μᾶς ἀπαλλάξωσιν ἀπὸ τῶν πρὸς παρέλκυσιν τῆς δίκης παρεμπιπτουσῶν δικῶν. Ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα πρᾶξις δὲν ἀρκεῖ πρὸς διακοπὴν τῆς ἀνατροπῆς, δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ καταδηλώσῃ τὴν βούλησιν πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς δίκης. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον κυρίως μὲ φέρει αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὸ βῆμα — διότι, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, βλέπω ὅτι ἔχει ὡριμάσει ἡ γνώμη περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ, καὶ γενικὴ γνώμη εἶναι νὰ σαρωθῇ ὁ θεσμός, δὲν εἶναι δ’ ἀνάγκη ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἀποκρούων τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου — ἐκεῖνο, λέγω, τὸ ὁποῖον μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα εἶναι νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, νομίζων ὅτι πρόκειται περὶ ἁπλῆς δικονομικῆς διατάξεως καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικαιώματος αὐτοτελοῦς, principalis, ἀνεξαρτήτου, κεκτημένου, ὑπέθεσεν ὅτι ὁ νόμος οὗτος δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῶν προκεκτημένων δικαιωμάτων. Εὐτυχῶς παρετήρησα ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ἀπὸ τῆς χθὲς τάσεις τινὰς περὶ μὴ ἀναδρομικῆς δυνάμεως τῆς διατάξεως ταύτης.
§195Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἔχομεν ἑτέραν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διάταξις τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν περὶ ἀνατροπῆς.
§196ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προβαίνω περαιτέρω· ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ δεχόμεθα καὶ τὸ ἐδέχθημεν διὰ τῆς χθεσινῆς τροπολογίας ὅτι ὑπάρχει κεκτημένον δικαίωμα, τὸ κεκτημένον ἐκεῖνο δικαίωμα δὲν ἐγεννήθη κατὰ τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς, ἐγεννήθη πρότερον καὶ περὶ αὐτοῦ ὁμιλεῖ ὁ Dalloz ἐν τῷ εὑρετηρίῳ του, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀνατροπῆς τὸ κεκτημένον τὸ διέπει ὁ νόμος ὁ ἰσχύων, καθ’ ὃν χρόνον τὸ δικαίωμα τοῦτο συνεπληρώθη καὶ ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει): «La demande en péremption d'instance est une demande principale et nouvelle qui doit être regie, non seulement pour la forme, mais encore pour le temps nécessaire à l'effet de l'acquerir, par les lois en vigueur à l’ époque, où elle a été formée». Πότε ἐδημιουργήθη τὸ δικαίωμα· κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς ἢ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συμπληρώσεως τῆς προθεσμίας;
§197Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν, τότε θὰ προβῶμεν ἐπ’ ἄπειρον.
§198ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐπῆλθε διακοπή τις, βεβαίως τὸ δικαίωμα εἶναι κεκτημένον, ἐφ’ ὅσον ἡ τριετία τῆς ἀνατροπῆς συνεπληρώθη καὶ ἤδη καὶ μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ παρόντος νόμου, δέον νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ κεκτημένον δικαίωμα τῆς ἀνατροπῆς.
§199Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἠσκήθη τὸ δικαίωμα, θέλετε ν’ ἀναγκάσητε ὅλους νὰ κάμωσιν ἀγωγὴν περὶ ἀνατροπῆς;
§200ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰς ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων δίκας τί θὰ κάμητε;
§201Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ ὅπως πάντες συμφωνήσωμεν, πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κουστίας βουλευτοῦ κ. Βογιατζῆ. Κατὰ ταύτην «ἡ διάταξις τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἔχει ἀφορμὴν ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν περὶ ἀνατροπῆς». Οὕτω οὐδὲν δικαίωμα θίγομεν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὸ μέσον τῆς ἀνατροπῆς εἶναι δικαίωμα, καίτοι περὶ τοῦ ζητήματος μεγίστη ὑπάρχει διαφωνία.
§202ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου δὲν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δίκαι περὶ ἀνατροπῆς. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς ἐτροποποιήθη καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§203Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 18, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, περὶ περιφερειῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§204Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ· τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 22.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον θέλετε νὰ ψηφίσωμεν τώρα;
§206Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 «περὶ Σωφρονιείου».
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ Σωφρονιείου μετὰ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων Κεφαλληνίας».
§208Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει διανεμηθῆ, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔχει διανεμηθῆ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ἔχει ὑποβληθῆ πρὸ τριετίας καὶ δὲν ἔχει διανεμηθῆ.
§209Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀντιρρήσεις, νὰ ἐκτεθῶσι.
§210Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ νὰ ἐκτεθῶσι, πρέπει νὰ τὸ ἴδωμεν.
§211Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Οὐδὲν νομοσχέδιον ἕως τώρα δὲν ἐψηφίσθη ἄνευ ἀντιρρήσεως· αἱ ἀντιρρήσεις θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ προδικάσῃ τὴν τύχην του.
§212Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Θέλετε νὰ τὸ συζητήσωμεν; Ἔχει καλῶς. Παρακαλῶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα μᾶς φέρῃ νομοσχέδια καὶ μᾶς διανείμῃ, διὰ νὰ τὸ ἴδωμεν.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν διενεμήθη, ἀναβάλλεται. Τώρα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 22. Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Νοεμβρίου 1836 περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν».
§214Θ. ΛΕΚΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε· φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι ταύτην τὴν ἑσπέραν διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς· ἐκτὸς δ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει καὶ μίαν πληροφορίαν περὶ τῆς λεωφόρου Συγγροῦ. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι δημευτικώτατον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη συζητήσεως.
§215Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει πρὸ πολλοῦ ὑποβληθῆ καὶ διανεμηθῆ. Εἶναι δὲ ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, καὶ ἀποδίδει τὴν σαφεστέραν καὶ γραμματικωτέραν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Νοεμβρίου 1836 περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Εἶναι δ’ ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, διότι εἰς τὸ Φάληρον καὶ ἐντεῦθεν κατωρθώθη διὰ τῆς ψευδοῦς ἑρμηνείας, ἥτις ἐδόθη, νὰ ἐκτεθῇ τὸ Δημόσιον εἰς ὑπερόγκους ἀποζημιώσεις, ἔχει δ’ ἕως σήμερον πληρώσει 650,000 δραχ.
§216Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐννοοῦμεν τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω ν’ ἀκούσῃ καὶ τοὺς λόγους τῶν ἐνδιαφερομένων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ Παλαιὸν Φάληρον, ἀλλ’ ἀφορᾷ καὶ τὴν λεωφόρον Συγγροῦ, ἐφ’ ἧς, ὡς γνωρίζετε, ἐγένετο ἐκείνη ἡ διαπλάτυνσις, περὶ ἧς οὐδεὶς εἶχε λάβει γνῶσιν. Αἴφνης μίαν ἡμέραν μανθάνομεν ὅτι ἀπὸ 28 μέτρων, νομίζω, ἐφεξῆς ἡ λεωφόρος θὰ διαπλατυνθῇ εἰς 65 μέτρα.
§217Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Ἀθηναίων καὶ κατὰ σχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων.
§218Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν ἔξαφνα ἀπεκόπησαν 37 μέτρα ἀπὸ τῶν ἰδιοκτησιῶν τῶν ἰδιοκτητῶν ἄνευ οὐδενὸς λόγου καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, διότι ναὶ μὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποζημιωθῶσιν ὑπὸ τῶν παροδίων, ἀλλ’ ὑπάρχει μέγιστος φόβος μὴ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τόσης μεγάλης ἐκτάσεως δὲν θὰ ὑπάρχωσι παρόδιοι. Ἐρωτῶ λοιπόν: θ’ ἀφήσητε τὸ Β. Διάταγμα μὲ τὴν διαπλάτυνσιν αὐτὴν τῶν 65 μέτρων; Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὶν ψηφισθῇ ὁ νόμος οὗτος, ὅστις θὰ φέρῃ τελείαν καταστροφήν
§219Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους βεβαίως αὐτὸ θὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἤμην καὶ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ἐγένετο ἡ λεωφόρος Συγγροῦ, καὶ τότε ἐνομίσαμεν ἡμεῖς ὅτι λόγῳ τῆς μεγάλης ἐκτάσεως, τοῦ μεγάλου εὔρους τῆς λεωφόρου δὲν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς κοινοὺς νόμους· Εἰσηγάγομεν λοιπὸν τότε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ παρόδιοι δὲν ἦταν ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἡ ἀποζημίωσις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἐννοεῖται ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ. Ὑποθέτω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον νὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην τοῦτο εὑρίσκω δίκαιον· τοῦτο ὅμως ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου νόμου.
§220Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ῥυμοτομίας ἐνταῦθα τῆς γενομένης ἐν Παλαιῷ Φαλήρῳ· πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς βράχους τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου ἠθέλησαν νὰ τοὺς περάσωσιν ὡς οἰκόπεδα.
§221Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν ὡς τροπολογία τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τότε τοῦτο θὰ εἶναι τέλειον καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ.
§222Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα· δέχομαι τοῦτο.
§223Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ὑποβληθῇ καὶ θὰ ψηφισθῇ εἰδικὸν νομοσχέδιον διὰ τὴν λεωφόρον Συγγροῦ.
§224Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἐξήνεγκον τὴν ἐμὴν ἀτομικὴν γνώμην, δὲν γνωρίζω ὅμως τί ἐπὶ τούτου θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§225Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ἀναβολὴν μιᾶς ἡμέρας. Τόση ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην;
§226Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶναι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, αἵτινες δύνανται ν’ ἀποβῶσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου καὶ θὰ ἐπιβαρυνθῇ τοῦτο τότε διὰ πληρωμῆς μεγάλων ποσῶν.
§227Θ. ΛΕΚΑΣ. Ἄρα πρέπει καὶ νὰ δημευθῶσιν αἱ περιουσίαι.
§228Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν δημεύομεν περιουσίας, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ σώσωμεν τὸ Δημόσιον ἀπὸ ἀποζημιώσεις ἀδίκους.
§229Θ. ΛΕΚΑΣ. Ὥστε νομίζετε ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς πρέπει νὰ στερηθῇ τὸ πᾶν;
§230Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δύνασθε, ὅταν κήδησθε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐκποιήσητε τοὺς βασιλικοὺς στάβλους· ἀλλ’ εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι, δι’ οὓς δὲν τὸ κάμνετε! (ἱλαρότης).
§231Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κανεὶς γνωστὸς λόγος δὲν εἶναι. Εἰς αὐτὸ μάλιστα καὶ διαπραγματεύεται ἡ Κυβέρνησις.
§232Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Μόνον χρόνος παρέρχεται καὶ τίποτε ἄλλο.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου θὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἄρθρα τῆς προτάσεως νόμου τοῦ κ. Γκότση, μὲ ἀριθμητικὴν σειρὰν 2, 3 κτλ.
§234Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–5 τοῦ νομοσχεδίου).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§236Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ διάταξις, ὅτι «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6ον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Ἀμβέρσῃ ἑδρευούσης ἀγγλοβελγικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας «Orient Line». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ συζήτησιν).
§237Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπάρχει εἰς γʹ ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον περὶ γυμναστικῆς.
§238Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὄχι, ὄχι.
§239Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει τροπολογίας αὐτό.
§240Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν δὲν συζητηθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναγραφῇ αὔριον εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ μὴ φθάνῃ ποτὲ ἡ Ἡμερησία Διάταξις μέχρι τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἢ καὶ ὅταν φθάνῃ νὰ ὑπερπηδᾶται. Συμβαίνει νὰ διαμαρτύρωνταί τινες καὶ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὰς διαμαρτυρίας των. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναγραφῇ αὔριον πρῶτον ἢ δεύτερον, διὰ ν’ ἀκούσωμεν τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ ἀλαλάζοντες, μόλις ζητηθῇ νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ γυμναστικῆς, ἂν καὶ ὑποθέτω ὅτι οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μόνον ἐκ συνηθείας φωνάζουσι.
§241Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Εἰς τοιαύτην ὥραν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον, νὰ προταχθῇ αὔριον, μάλιστα.
§242Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν συγκατάβασιν. Λοιπόν, ἀφοῦ καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου εἶναι τοιαύτη, ν’ ἀναγραφῇ αὔριον.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ περιφερειῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.).