1909.11.14
2.782 στίχοι · 20.981 λέξεις · 259 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42.
τῆς 14ης Νοεμβρίου 1909.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Παρόντων 92 Βουλευτῶν γίνεται ἀπαρτία ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μετὰ μεσημβρίαν.
(Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίαν τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου μετέβην εἴς τι δωμάτιον διὰ τὴν συμπλήρωσιν ἐργασίας τινὸς εἴς τινα ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος. Παρατηρῶ ἤδη εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Προέδρου προτάσει τοῦ κ. Τερτίπη ἐψηφίσθη εἰς γʹ ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς λιμενικοὺς φόρους τοῦ λιμένος Στυλίδος, καίτοι εἶχον δηλώσει ἀπὸ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας συζητήσεως, ἢ μᾶλλον τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι θὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐνόμιζον δὲ χθές, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχον ἀριθμὸν 30)ν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ καὶ μόνον κατὰ προτίμησιν, διότι οὐδεὶς λόγος ἐπείγων συνέτεινε πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐψηφίσθη ὅμως ἀτυχῶς ἐμοῦ ἀπόντος καὶ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ παρακαλῶ αὐτόν, ὅπως διασαφήσῃ, εἰ δυνατόν, τὴν ἔννοιαν ἂν θὰ ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν λιμενικὴν τὰ εἰσαγόμενα καὶ ἐξαγόμενα διὰ τῆς Φθιώτιδος ἐμπορεύματα, διότι ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ σκεφθῶ ἂν πρέπει ἢ οὐ νὰ λάβω τὸν λόγον.
§3Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι καθαρωτάτη, εὐκολώτατα δὲ ὁ κ. συνάδελφος θὰ τὴν εὕρῃ, ἂν σχετίσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ψηφισθέντος νόμου πρὸς τὸν ὑπάρχοντα νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅλα τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὴν Φθιώτιδα καὶ τὰ ἐκεῖθεν ἐξαγόμενα ὑπάγονται εἰς φορολογίαν λιμενικὴν πρὸς τὴν συντήρησιν τοῦ λιμένος Στυλίδος. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἐγένετο ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Λαρίσης, αἱ εἰσπράξεις, ὡς εἶπον καὶ εἰσηγούμενος τὸν νόμον, αἱ εἰσπράξεις τοῦ λιμένος Στυλίδος ἠλαττώθησαν ἀπὸ 105,000 κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος εἰς 25,000 μόνον. Ἀλλ’ ὁ λιμὴν Στυλίδος διὰ συντήρησίν του μόνον καὶ φωτισμὸν ἔχει ἀνάγκην διπλασίου ποσοῦ· πλὴν δὲ τούτου αἱ εἰσπράξεις τοῦ λιμένος εἰσὶν ὑπέγγυοι εἰς δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔχει συνάψει πρὸς τὴν Τράπεζαν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ. Ἦτο δίκαιον λοιπόν, ὅπως ἐπιβάλωμεν τὴν φορολογίαν αὐτήν, ἀλλά, ἐννοεῖται, ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Φθιώτιδα πρὸς κατανάλωσιν καὶ ἐπίσης ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων τῆς Φθιώτιδος. Διότι βεβαίως θὰ ἦτο ἀνακόλουθον νὰ νομίσῃ τις ὅτι διὰ συντήρησιν τοῦ λιμένος Στυλίδος ὑποβάλλομεν ὅλα τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα διέρχονται ἐκεῖθεν εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν, διότι τότε τὰ Θεσσαλικὰ προϊόντα ἕως ὅτου φθάσωσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ θὰ ὑπεβάλλοντο εἰς ὀκταπλασίαν φορολογίαν. Λοιπὸν ἡ ἔννοια εἶναι αὐτή: τὰ εἰσαγόμενα προϊόντα διὰ τὴν χρῆσιν τῆς Φθιώτιδος καὶ τὰ ἐξαγόμενα προϊόντα τῆς Φθιώτιδος θὰ ὑπάγωνται εἰς φορολογίαν.
§4Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχω νὰ προσθέσω μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναλάβωσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐνδεχόμενον, λόγῳ τῶν ἀποθηκῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκεῖ ὁ σιδηρόδρομος, νὰ σταματῶσιν ἐκεῖ προσωρινῶς διάφορα ἐμπορεύματα τῆς Θεσσαλίας, διὰ νὰ μεταφερθῶσι κατόπιν εἰς ἄλλα μέρη· τότε βεβαίως τὰ ἐμπορεύματα αὐτὰ δὲν ὑπάγονται εἰς λιμενικὴν φορολογίαν.
§5Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀναμφισβητήτως, ὅταν δηλώσωσιν, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι προωρισμένα διὰ νὰ καταναλωθῶσιν ἐν Φθιώτιδι.
§6Ν. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ φόρος αὐτός, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται, εἶναι πολὺ ἄδικος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τώρα· μίαν παρατήρησιν μόνον ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν ἔφερεν ὁ κ. Τσιτσάρας. Ἐὰν θέλητε, σᾶς ἐγγράφω καὶ ὁμιλεῖτε αὔριον.
§8Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Χθές, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ δικαστικοῦ νομοσχεδίου, ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δικαστικοῦ νομοσχεδίου κ. Ν. Μαρκέτη τροπολογία τις, ἡ ὁποία ἀνατρέπει ἄρδην τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει κυρίως εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου. Ἀλλὰ καὶ ἐν γένει ὁ τρόπος καθ’ ὃν ὑπεβλήθη δὲν ἦτο ὁ προσήκων, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, διότι οὔτε καὶ ἀνεγνώσθη κἂν ἡ τροπολογία αὐτή.
§9Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§10Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ προτοῦ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος εἶχε ζητήσει τὸν λόγον δι’ ἄλλην τινὰ διάταξιν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ δυστυχῶς μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ τότε προεδρεύων τῆς Βουλῆς, ὁ ἀξιότιμος κ. Τσιτσάρας, δὲν ἐπρόσεξε καὶ ἐθεώρησε τὸ ἄρθρον ἐψηφισμένον. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν καὶ ὅλων τῶν παρισταμένων κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν τὸ ἄρθρον δὲν ἐψηφίσθη. Διὰ τοῦτο θέλω συστήσει εἰς ὑμᾶς νὰ διορθωθῇ τὸ τελευταῖον μέρος τῶν Πρακτικῶν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ ἐψηφισμένον τὸ ἄρθρον 7 τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, διότι ἐπ’ αὐτῆς ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἡ αἴτησις ἡ ἰδική μου, ὅπως ἀντικρουσθῇ.
§11Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐὰν ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἐψηφίσθη ἢ οὔ, τοῦτο θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτῆς Κορινθίας λέγων ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ὑπεβλήθη ἡ τροπολογία δὲν ἦτο ὁ προσήκων. Διατί δὲν ἦτο ὁ προσήκων; Ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν διὰ τοῦ πλέον προσήκοντος τρόπου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν, ὅτι δηλ. ἡ τροπολογία μου ἀνατρέπει ὅλην τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, διότι τοὐναντίον ἡ τροπολογία μου κατ’ οὐδὲν ἀλλοιοῖ οὔτε τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἀμφιβολία ἂν ἐψηφίσθη ἢ δὲν ἐψηφίσθη, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν: Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐψηφίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν ἐψηφίσθη.
§13ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίθετον, κ. Πρόεδρε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προτιμότερον νὰ συζητηθῇ ἐκ νέου παρὰ νὰ καταναλίσκωμεν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι δὲν ἐψηφίσθη. Ἀνακοινῶ ἤδη εἰς τὴν Βουλήν: Κάτοικοι Κυπαρισσίας παρακαλοῦσι τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ψηφίσῃ νέον φόρον ἐπὶ τοῦ ἐκ τῆς σταφίδος οἰνοπνεύματος ὡς λίαν καταστρεπτικοῦ διὰ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας· Λαὸς Ναυπλίου παρακαλεῖ τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ὅπως ἡ κυριακὴ ἀργία ἐπιβληθῇ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διὰ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου· Ὁ δήμαρχος Πατρέων ἐξ ὀνόματος τῆς πόλεως Πατρῶν ἱκετεύει τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἵνα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ἀπαλειφθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ αἱ ὁρίζουσαι ὡς ἀφετηρίαν καὶ τέρμα μεταναστευτικῶν πλοίων τὸν λιμένα Πειραιῶς, ἀποκλείουσι δὲ τὸν λιμένα Πατρῶν, αἵτινες ὡς ἐκ τούτου ὑφίστανται τελείαν ἐξόντωσιν· Ὁ λαὸς Ναυπάκτου διαμαρτύρεται κατὰ τῆς μερικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας καὶ αἰτεῖται τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου γενικεύοντος ὑποχρεωτικῶς τὴν κυριακὴν ἀργίαν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος· Οἱ ἐν Θήρᾳ ἐφοπλισταὶ ἱκετεύουσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποσύρῃ ἢ μεταρρυθμίσῃ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν ὡς πρὸς τὰς ἀπαιτηθησομένας ἐγγυήσεις παρὰ ξένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν· Τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Χαλκίδος παρακαλεῖ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ νόμου συμπεριλάβῃ εἰς τὴν κυριακὴν ἀργίαν καὶ τὴν πόλιν Χαλκίδα μετὰ τῶν προαστείων τοῦ δήμου· Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Λαμιέων διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ λιμενικοῦ φόρου καὶ ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶς ἐξαγομένων ἐμπορευμάτων, καὶ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς καταστρεπτικὸν ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας· Ἐργοστασιάρχαι ἐκρηκτικῶν ὑλῶν ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα, δι’ οὗ παρακαλοῦσι τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ἵνα νομοθετήσῃ τὸ μονοπώλιον ἐκρηκτικῶν ὑλῶν· Ὁ λαὸς τῆς Λαμίας ἐν συλλαλητηρίῳ συνελθὼν παρακαλεῖ τὴν Βουλήν νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ νόμος, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται λιμενικὸς φόρος καὶ ἐπὶ τῶν διὰ σιδηροδρόμων εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων προϊόντων· Οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ Γ. Πιτσιλῆς, Ἰ. Γιαννουκάκος, Ἰ. Μπαροῦ καὶ Γ. Κριτσαδόπουλος παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ εὐεργέτημα τοῦ ψηφισθησομένου νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν» ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς μετὰ τὸ 1897 ἀποστρατευθέντας· Ὁ λαὸς τῆς Στυμφαλίας διὰ ψηφίσματός του διαμαρτύρεται, ἱκετεύων τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Στυμφαλίας· Πολλοὶ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ ἐπαρχία των διὰ νόμου ὑπαχθῇ καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου καὶ Ἐφετείου Λαρίσης, ἀφοῦ καὶ διοικητικῶς διὰ τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης ὑπήχθη· Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Ναζηρίου, Νεοχωρίου καὶ Καλαμαρᾶ τοῦ δήμου Εὔας τῆς Μεσσήνης, παθόντες μεγάλας καταστροφὰς ὡς ἐκ τῆς ὑπερεκχειλίσεως τοῦ χειμάρρου «Λογκᾶς» τῆς ἐπισυμβάσης τῇ 2ᾳ τρ. μηνός, ἐπικαλοῦνται τὴν ταχίστην τῆς Κυβερνήσεως ἀρωγήν· Οἱ πρόεδροι τοῦ Ἀχαϊκοῦ συλλόγου τῶν Πατρῶν καὶ τοῦ συλλόγου τῶν Κρητῶν «Ἀρκαδίου» ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην των ἐξ ὀνόματος τῶν συλλόγων εἴς τε τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ παρακαλοῦσιν, ἵνα ἐν τοῖς ἐκπαιδευτικοῖς νομοσχεδίοις ὁρισθῶσιν εἰδικοὶ καθηγηταὶ διὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν θρησκευτικῶν μαθημάτων· Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀβελτερίας τοῦ ἐργολάβου τῆς ὁδοῦ Ἀνεμοχωρίου–Κρεσταίνων, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ ὁδὸς αὕτη εὑρίσκεται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, καὶ ἐπικαλεῖται τὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως λῆψιν μέτρων πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς συγκοινωνίας διὰ τῆς ὡς εἴρηται ὁδοῦ· Ὁ κ. Γ. Κουλούρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· Ὁ κ. Ἰ. Μανέτας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 84 τοῦ νόμου τῆς 11 Αὐγούστου 1836 περὶ ὑποθηκῶν· (Ὅρα Παράρτ. Ἐφημ. Συζητ. τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 464–465).
§15ΑΡ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐδόθη ἐντολὴ ὑπὸ διαφόρων φαρμακοποιῶν ἐκ διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους ὅπως συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ψηφίσεως τοῦ περὶ φαρμακείων νομοσχεδίου. Μοὶ παρέστησαν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀναποδράστου ἀνάγκης, διότι πρόκειται περὶ ἐξυπηρετήσεως οὐ μόνον ἰδιωτικῶν ἀλλὰ καὶ γενικῶν συμφερόντων. Καὶ ὄντως τὸ φαρμακευτικὸν νομοθέτημα εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δὲ Σύνοδον ἐνθυμεῖσθε ποῖαι διαδηλώσεις ἐγένοντο καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ ποία ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία ὅπως καταστῇ τοιοῦτον νομοθέτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσήγαγε τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ὑπέστη πολλὰς τροποποιήσεις κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. Μετὰ τὰς τροποποιήσεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ὁ Ὑπουργὸς ἐβελτίωσε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δυστυχῶς κατόπιν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ μεταξὺ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Σημειώτατε δ’ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐλαχίστας ἔχει ἀτελείας· διότι πᾶν ὅ,τι ἐλέχθη ἐνταῦθα ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπῆλθον αἱ δέουσαι τροποποιήσεις καὶ βελτιώσεις. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ψηφισθῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Ἀνν. Καβαλλιερᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§17Μ. ΑΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ 1873, Κύριοι, ὁ συμπολίτης μου ἱερομόναχος Σωφρόνιος Μακρῆς ἀποθανὼν κατέλιπε περιουσίαν ἀξίας 500 περίπου χιλιάδων πρὸς τὸν σκοπὸν ἵνα ἐκ τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν συντηρῆται πτωχοκομεῖον, τὸ ὁποῖον ζῶν ἔτι ἀνήγειρεν εἰς τὴν κωμόπολιν Ἁγ. Εὐφημίαν. Διὰ τῆς διαθήκης του διώρισε τρεῖς ἐκτελεστὰς, ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ ἐκτελεσταὶ οὗτοι ἔζων ὁμολογουμένως ἐλειτούργει κανονικῶς τὸ πτωχοκομεῖον καὶ πάντοτε εὑρίσκοντο διαιτώμενοι ἐν αὐτῷ ὀκτὼ πτωχοί, ὡς ἀπῄτει ἡ διαθήκη, ἐπροικίζετο δὲ κατὰ διετίαν καὶ μία ἄπορος κόρη. Δυστυχῶς οἱ ἐκτελεσταὶ αὐτοὶ ἀπέθανον, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν δὲ τῶν διαδόχων αὐτῶν κατηργήθη πλέον κατ’ οὐσίαν τὸ πτωχοκομεῖον τοῦτο, διότι οὔτε πτωχοὶ πλέον εἰσήχθησαν ἐν αὐτῷ οὔτε ἄπορός τις κόρη ἐπροικίσθη. Ἡ περιουσία κατελείφθη εἰς τὴν τύχην της καὶ τὰ εἰσοδήματα αὐτῆς διενέμοντο μεταξὺ των εἰς τρόπον ὥστε ἡ θέλησις καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ διαθέτου ἐματαιώθη. Ἡ κατάστασις αὐτὴ χρονολογεῖται πρὸς μιᾶς δεκαπενταετίας περίπου. Ἔκτοτε πολλαὶ ἀπόπειραι ἐγένοντο, ὅπως κατὰ τὸ δυνατὸν ἐξευρεθῇ τρόπος διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου, καὶ ἀπὸ τοῦ 1900 εἰσήχθη νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καθ’ ὅλην τὴν περίοδον ἐκείνην χωρὶς νὰ μετουσιωθῇ εἰς νόμον. Τὸ ἴδιον νομοσχέδιον εἰσήχθη κατὰ τὴν ἑπομένην Περίοδον, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν τύχην ἔλαβε, τελευταίως ὅμως ἐπῆλθον μερικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐξηνάγκασαν τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προβῇ αὐτοπροαιρέτως εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι κατόπιν καταγγελιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὸν νομάρχην Κεφαλληνίας τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Πυλαρέων, ἠναγκάσθη οὗτος νὰ προβῇ εἰς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ κληροδοτήματος τούτου, εὑρέθη δὲ πραγματικῶς ἐνώπιον κόπρου τοῦ Αὐγείου. Εὐτυχῶς ἐκτελῶν τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ συμβολαιογραφικῶν γραφείων ὁ τῶν Πλημμελειοδικῶν εἰσαγγελεὺς ἐπελήφθη καὶ αὐτὸς τῆς ἐξελέγξεως κληθεὶς πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ νομάρχου καὶ εὗρε τοιαύτην ἀταξίαν, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ πτωχοκομείου. Καί, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω εἶναι ἀκριβῆ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν κατόπιν τούτων ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πλημμελειοδικῶν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι σύντομος καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν ἀκούσητε (ἀναγινώσκει)· «Ἐκτελῶν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 47 διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κλπ.». Ἐκτὸς τοῦ ἀξιοτίμου τούτου εἰσαγγελέως καὶ ὁ νομάρχης Κεφαλληνίας κ. Δάσιος δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐκθέσεών του διεξετραγώδησε τὴν κατάστασιν τοῦ πτωχοκομείου τούτου. Ἕνεκα τούτου λοιπὸν ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Λεβίδης εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν καλωσύνην καὶ ὁ διάδοχός του κ. Τριανταφυλλᾶκος ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Κύριοι Βουλευταί, πρόκειται ἀκριβῶς περὶ διασώσεως μιᾶς περιουσίας, ἡ ὁποία κατασωτεύεται ἐγκληματικῶς πρὸς σιτισμὸν καὶ πλουτισμὸν ὀλίγων ἐπιτηδείων. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς θελήσεως ἑνὸς ἱερομονάχου, ὁ ὁποῖος ἀποθνήσκων τοῦτο μόνον τὸ ὄνειρον εἶχε, πῶς ἐκ τοῦ χρήματός του νὰ σιτίζωνται καὶ νὰ φοιτῶσιν ἐν τοῖς καταστήμασιν ἐκείνοις, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἵδρυσεν, ὀκτὼ πτωχοὶ καὶ νὰ προικίζηται κατὰ διετίαν μία ἄπορος κόρη. Πιστεύω, Κύριοι, ἐὰν πνεῦμα δικαιοσύνης ἐπικρατήσῃ εἰς τὰς σκέψεις ὑμῶν, ὅτι θὰ μὲ δικαιώσητε καί, ἐὰν ὁμολογουμένως εὑρισκώμεθα εἰς ἐποχὴν ἀνορθώσεως, θὰ συντελέσητε ὥστε ν’ ἀνορθωθῇ καὶ τὸ δίκαιον τῶν ἀδικουμένων Πυλαρέων· θ’ ἀνορθωθῇ δὲ τὸ δίκαιον τοῦτο διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γερουλᾶνος ἔχει τὸν λόγον περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν.
§19Ν. ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἀνηγγείλατε τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου Κεφαλληνίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληροφορούμεθα, ὅτι ἐγένετο συλλαλητήριον εἰδικὸν ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὅπως προταχθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ ἡ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. Καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐξετέθησαν οἱ λόγοι οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τοῦ μέτρου τούτου, οἱ λόγοι δ’ οὗτοι εἶναι τόσον ἰσχυροὶ καὶ ἐπιτακτικοί, ὥστε νομίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ εὑρεθῇ ν’ ἀρνηθῇ καὶ νὰ διστάσῃ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἡ Κεφαλληνία, εἷς ἐκ τῶν μεγίστων νομῶν, συνεισφέρει εἰς τὸ Δημόσιον ἀρκετὰς χιλιάδας, καὶ ὅμως στερεῖται ἀνωτέρας δικαιοσύνης. Ὀφείλω νὰ τονίσω τὸ ἑξῆς, ὅτι τὰ παράπονα τοῦ Κεφαλληνιακοῦ λαοῦ δὲν ἀπευθύνονται οὔτε κατὰ τῶν ἐντίμων δικαστῶν τῆς Κερκύρας οὔτε κατὰ τῶν ἐκεῖ δικηγόρων· ἄλλοι λόγοι καὶ ἰδίως ἡ ἔλλειψις συγκοινωνίας φέρει τὸ ἄτοπον τοῦτο. Ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Κεφαλληνίας καὶ Κερκύρας ἐκτελεῖται ὑπὸ ἑνὸς ἀτμοπλοίου τῆς Κυκλαδικῆς ἑταιρείας ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, κατὰ δὲ τὸν χειμῶνα παρέρχονται ὁλόκληροι ἑβδομάδες, χωρὶς νὰ διέλθῃ τὸ ἀτμόπλοιον ἐκεῖνο ἐκ Κερκύρας· ἐντεῦθεν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ φαντασθῇ ὁπόση καταστροφὴ ἐπέρχεται εἰς σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κεφαλληνιακοῦ λαοῦ. Δίκαι ἀναβάλλονται, μάρτυρες καταδικάζονται, ἐνῷ ὑπαγομένη ἡ Κεφαλληνία εἰς τὸ Ἐφετεῖον τῶν Πατρῶν ἔχει τακτικὴν συγκοινωνίαν καθ’ ἑκάστην, πολλάκις δὲ καὶ δὶς τῆς ἡμέρας. Διὰ ν’ ἀναφέρω ἓν ἐκ τῶν πολλῶν παραδειγμάτων, πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν ἐξεδικάζετο πολιτική τις δίκη ἐν Κερκύρᾳ, ἀπεστάλησαν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἔφθασαν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως καὶ δὲν ἀπωλέσθησαν μέν, ἀλλ’ ἔφθασαν μετὰ τὴν δίκην. Αἱ ποινικαὶ δίκαι, ὡς προεῖπον, ἀναβάλλονται· διὰ νὰ μεταβῇ μάρτυς τις ἐκ Κεφαλληνίας εἰς Κέρκυραν, εἴτε θὰ μεταβῇ πολλὰς ἡμέρας προηγουμένως εἰς Κέρκυραν καὶ θὰ ἀναγκασθῇ νὰ μείνῃ 8 καὶ 15 καὶ 20 πολλάκις ἡμέρας ἐκεῖ, εἴτε θὰ μεταβῇ μέσῳ Πατρῶν μὲ ταξίδιον δύο καὶ τριῶν ἡμερῶν. Ὥστε ἕκαστος μάρτυς θὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν δραχμάς. Ἐὰν λοιπὸν πτωχὸς κατηγορούμενος φέρηται ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου Κερκύρας μὲ δέκα μάρτυρας κατηγορίας καὶ δέκα ὑπερασπίσεως, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ δαπανήσῃ πλέον τῶν 1000 ἤ 2000 δραχμῶν, ποῖος πτωχὸς ἄνθρωπος εἶναι εἰς θέσιν νὰ δαπανήσῃ τοιαῦτα ποσά;
§20Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Πολὺ ὀρθὰ εἶναι.
§21Ν. ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ. Ὡς ἐκ τούτου οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι στεροῦνται δικαιοσύνης, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωσιν αὐτὰ τὰ χρηματικὰ μέσα, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον πολλάκις ζημιοῦται, διότι καὶ δίκαι ἀναβάλλονται πολλαὶ καὶ ἔξοδα πληρώνει τὸ Δημόσιον ὑπέρογκα καὶ ὑποβάλλονται εἰς δαπάνας μεγάλας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἄτοπα συμβαίνουσιν εἰς βάρος τῆς ὑπολήψεως ἐντίμων πολιτῶν. Πέρυσι συνεζητεῖτο ποινική τις δίκη ἐν Κερκύρᾳ· εἶχεν ὁρισθῆ, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἡμέρα Παρασκευή· τὸ ἀτμόπλοιον διέρχεται ἐκ Κεφαλληνίας Τρίτην ἑσπέρας· οἱ μάρτυρες λοιπὸν ἠδύναντο ν’ ἀναχωρήσωσι διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου ἐκείνου καὶ νὰ φθάσωσιν εἰς Κέρκυραν τὴν Τετάρτην, δηλαδὴ νὰ εὑρίσκωνται εἰς Κέρκυραν δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως· περιέμενον τὸ ἀτμόπλοιον τὴν Τρίτην, ἀλλὰ διῆλθεν ἀντὶ τῆς Τρίτης τὴν Πέμπτην καὶ ἔφθασεν εἰς Κέρκυραν τὴν Παρασκευὴν ἑσπέρας, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐκφώνησιν καὶ ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως· ἡ δίκη ἀνεβλήθη καὶ οἱ μάρτυρες κατεδικάσθησαν καὶ διετάχθη βιαία προσαγωγὴ αὐτῶν. Κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς δίκης κατὰ τὴν ἄλλην Σύνοδον τοῦ Κακουργοδικείου διετάχθη ἡ βιαία προσαγωγὴ τῶν μαρτύρων· μεταξὺ τῶν μαρτύρων ἦτο καὶ εἷς ἐκ τῶν ἐντιμοτέρων καὶ καλλιτέρων δικηγόρων τῆς Κεφαλληνίας· ἐπειδὴ ὅμως διετάχθη ἡ διὰ βίας προσαγωγὴ, ἡ οἰκία του ἀφ’ ἑσπέρας περιεκυκλώθη ὑπὸ μεγάλου ἀριθμοῦ χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι διενυκτέρευσαν ἐκεῖ εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ τὴν ἑπομένην ἐθεάθη ὁ δικηγόρος αὐτὸς συνοδευόμενος μεταξὺ τῶν λογχῶν τῶν χωροφυλάκων καὶ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον. Φαντάζεσθε τὰ σχόλια, τὰ ὁποῖα πρὸς στιγμὴν ἐγίνοντο εἰς βάρος τῆς ὑπολήψεως τοῦ ἐντίμου δικηγόρου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι μεθ’ ὅσα ἐνώπιον ὑμῶν ἐξέθηκαν καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἔντιμοι ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφοι δὲν θὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, δὲν θὰ εὑρεθῇ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Κεφαλληνιακὸν λαὸν τὴν παροχὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ἄλλοι λόγοι συνηγορῶσιν ὑπὲρ διατηρήσεως τοῦ Ἐφετείου Κυρκύρας, ἱστορικοὶ ἢ ἄλλοι λόγοι, ἂς διατηρηθῇ· δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωμεν ἀντίρρησιν· ἂς διατηρηθῇ καὶ ἄνευ τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας· ἂς προστεθῇ ἐπὶ τέλους ἄλλο Πρωτοδικεῖον πλησιέστερον εἰς τὴν Κέρκυραν, ὡς εἶναι τὸ τῆς Λευκάδος, ἡ ὁποία ἔχει τακτικὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Κερκύρας καὶ ἡ ὁποία ἤδη καὶ ἐκλογικῶς συνδέεται. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἐπιψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἵνα μὴ ἀδικῆται ὁ φορολογούμενος Κεφαλληνιακὸς λαός.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκότσης ἔχει τὸν λόγον.
§23Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καβαλλιεράτος εἶναι παρών;
§25Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§26Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§27Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἷς ἐκ τῶν ἀντιθέτων νὰ ὁμιλήσῃ, διὰ νὰ μὴ ἐπαναλάβωμεν τὰ αὐτά.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐζήτησαν τὴν γενίκευσιν, τὴν γενικεύω. Λοιπὸν ὁ κ. Μαρκέτης προηγεῖται.
§29Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Δὲν μὲ ἔφεραν ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, λόγοι ὑλικοῦ συμφέροντος τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἀλλὰ μ’ ἔφερε θλῖψις βαθυτάτη, βλέποντα τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους Κεφαλλῆνας ἀποστέργοντας νὰ δικάζωνται ἐφεξῆς ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας. Ἡ ἐπίμονος ἀπαίτησις τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Κεφαλληνίας ἐμβάλλει ἀληθῶς εἰς σκέψεις θλιβεράς, διότι εἶναι τῳόντι λυπηρὸν ὅτι μετὰ μακρὰν σειρὰν αἰώνων, καθ’ οὓς κοινὴν ἔσχομεν τὴν ἱστορίαν, κοινὰς τὰς τύχας, κοινοὺς τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας, σήμερον ἡ ἀδελφὴ μεγαλόνησος τοῦ Ἰονίου θέλει νὰ θραύσῃ καὶ τὸν κρίκον τοῦτον, ὅστις μᾶς συνδέει μετὰ τοῦ παρελθόντος. Καὶ διατί, Κύριοι; Ποῖος ὁ προβαλλόμενος λόγος; Διότι ἡ συγκοινωνία δὲν εἶναι ἐπαρκής! Ἐὰν ἡ συγκοινωνία εἶναι ἀραιά, τοῦτο ἀποτελεῖ λόγον ὅπως ὑψώσητε φωνὴν καὶ ὅπως καὶ ἡμεῖς πάντες ἑνωθῶμεν μεθ’ ὑμῶν, ἵνα ἡ συγκοινωνία καταστῇ πυκνοτέρα. Καὶ εἶναι τοῦτο καθῆκον τῆς Πολιτείας, διότι ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ ὅπως εἶναι ἐπαρκὴς ἡ συγκοινωνία, ἥτις εἶναι ἀναγκαία πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Καὶ εἶναι καθῆκον τῆς Πολιτείας νὰ διατηρῇ τὴν συγκοινωνίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ ἡ δικαιοσύνη. Βεβαίως ἔχουσι πληρέστατον δίκαιον παραπονούμενοι κατὰ τοῦτο οἱ ἀδελφοὶ Κεφαλλῆνες, ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἀποτελεῖ λόγον, ὅπως ἀποσπασθῇ ἡ Κεφαλληνία δικαστικῶς ἀπὸ τῆς Κερκύρας, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν ὅτι ἡ ἀπόσπασις τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ἀπὸ τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας ἀποτελεῖ τραῦμα κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Δὲν ἀγνοεῖτε ἄλλως τε ὅτι τὸ ἑνιαῖον τῆς νομολογίας ἀποτελεῖ πάντοτε ἀγαθὸν μέγα· δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος διέπεται ὑπὸ ἰδικιτέρας νομοθεσίας, νομοθεσίας ἀποτετυπωμένης μὲν ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ κώδικος, δηλαδὴ ὑπὸ τοῦ Ἰονίου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ εἰδικῆς νομοθεσίας, ὑπὸ πλείστων εἰδικῶν νόμων καὶ πρὸ τοῦ κώδικος δημοσιευθέντων καὶ ὑπ’ αὐτοῦ διατηρηθέντων ἐν ἰσχύϊ καὶ μετὰ τὸν κώδικα δημοσιευθέντων. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς νομοθεσίας ἐκείνης ἀπαιτεῖ γνώσεις καὶ μόρφωσιν, τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐν γένει οἱ ἡμέτεροι δικασταί, οἵτινες δὲν κατέγιναν περὶ τὴν μελέτην καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ Ἰονίου ἐκείνου δικαίου. Καὶ ναὶ μὲν ἅπαντες οἱ δικασταὶ τοῦ Κράτους δὲν ἐνέσκηψαν εἰς αὐτὰς τὰς μελέτας, ἀλλ’ οἱ δικασταὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅταν μάλιστα ἀφίενται ἐκεῖ ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα καὶ ὦσι φιλότιμοι, ὡς τυγχάνει πάντοτε νὰ εἶναι, καταγίνονται περὶ τὴν μελέτην, μὴ περισπώμενοι δ’ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἄλλου δικαίου, ἀλλὰ μόνον ἐφαρμόζοντες τὸ Ἰόνιον, ἐξοικειοῦνται πρὸς αὐτό. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα πλείστων δικαστῶν λίαν φιλοτίμων, ἄριστα μορφωθέντων καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ἐφαρμοσάντων τὸ Ἰόνιον δίκαιον κατὰ τρόπον ἐπισπάσαντα τὸν ἔπαινον. Τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας μόνον καὶ μόνον περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἰονίου δικαίου καταγίνεται. Καὶ βεβαίως οἱ νεωστὶ ἐρχόμενοι ἐφέται δὲν γνωρίζουσι τὸ δίκαιον, ἀλλὰ διὰ τῆς μελέτης, ὁδηγούμενοι δὲ καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν πρὸ μακροῦ χρόνου ἐκεῖ, ἐξοικειοῦνται πρὸς τὸ δίκαιον αὐτό. Διὰ τοῦτο τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας ἐκδίδει ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, τιμῶσι τοὺς δικαστάς. Ἐπὶ πλέον οἱ ἐφέται τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, οἱ ὁποῖοι μόνον περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἰονίου δικαίου καταγίνονται, κέκτηνται καὶ ἄλλα ἐφόδια, διότι ἔχουσιν εἰς τὴν διάθεσίν των τὴν πλουσίαν βιβλιοθήκην τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, ἔχουσιν εἰς τὴν διάθεσίν των τὰ σπανίζοντα συγγράμματα τὰ ἀφορῶντα μόνον εἰς τὸ Ἑνετικὸν δίκαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐν πολλοῖς ἀπετυπώθη τὸ Ἰόνιον, ἔχουσιν ὁλόκληρον τὴν νομολογίαν τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης, ἔχουσι τέλος πάντων τὰ ἐφόδια ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ μορφωθῶσιν. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον ἵνα τὸ δίκαιον τοῦτο, τὸ εἰδικὸν τοῦτο δίκαιον, ἐφαρμόζηται ἀποκλειστικῶς ὑφ’ ἑνὸς Ἐφετείου τοῦ Κράτους. Ἂν ἡ Ἰταλία ἔκρινεν ἀπαραίτητον μέχρι τῆς ἰσχύος κοινοῦ τοῦ Βασιλείου κώδικος νὰ διατηρήσῃ διάφορα ἀκυρωτικά, ὅπως ὑπάρξῃ τὸ ἑνιαῖον τῆς νομολογίας, κατὰ μείζονα λόγον ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ διατηρήσωμεν ἓν Ἐφετεῖον τοὐλάχιστον τὸ ὁποῖον νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ Ἰόνιον δίκαιον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ πάντα τὰ μέτρα πρὸς ἀποκατάστασιν ἐπαρκοῦς συγκοινωνίας μεταξὺ Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας. Νομίζω ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ δ’ ἐπὶ πλέον ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα, ἵνα ἅπασα ἡ Ἑπτάνησος ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, διότι τότε καὶ μόνον θὰ ἔχωμεν τὸ ἑνιαῖον τῆς νομολογίας, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀπαραίτητον. Γινώσκετε πάντες ὅτι σήμερον ὅλοι ἐν γένει οἱ νομοδιδάσκαλοι θεωροῦσιν ὅτι ἕνα καὶ μόνον κυρίως λόγον ἔχουσι τὰ ἀκυρωτικά, τὸν λόγον τοῦ ἑνιαίου τῆς νομολογίας. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τμῆμά τι τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον διέπεται ὑπὸ ὅλως εἰδικῆς νομοθεσίας, ἔχωμεν ἓν Ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐφαρμόζῃ αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν, νομίζω, ὅτι θὰ ἔχωμέν τι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν θὰ διαβιβάσω ἐγγράφως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω, ἵνα ὁλόκληρος ἡ Ἑπτάνησος ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Καβαλλιεράτος ἔχει τὸν λόγον, ὡς ἀντιλέγων.
§31Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀναγνωρίζω καὶ δικαιολογῶ τὴν θλῖψιν, τὴν ὁποίαν προυξένησεν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον ἡ προσπάθεια ἡμῶν τῶν ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτῶν, ὅπως ἀποσπάσωμεν τὸ Πρωτοδικεῖον Κεφαλληνίας ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας. Καὶ ἀναγνωρίζω καὶ δικαιολογῶ τὴν θλῖψιν ταύτην καὶ ἐκ τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον ἀνέφεραν καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑαυτῶν ἐξυπακούονται, διότι ἡ ἀπόσπασις τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ἀπὸ τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας καὶ ἡ ὑπαγωγὴ αὐτοῦ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν θὰ ἔχῃ ὡς φυσικὸν ἀποτέλεσμα τὴν ἀραίωσιν τῆς πελατείας τῶν ἐν Κερκύρᾳ δικηγόρων, τὸ δ’ ἔτι σπουδαιότερον καὶ αὐτὴν τὴν κατάργησιν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, τὸ ὁποῖον ἀναποφεύκτως θὰ συμβῇ, διότι δὲν θὰ ἔχῃ πλέον λόγον ὑπάρξεως τὸ Ἐφετεῖον τοῦτο, ὅταν περιορισθῇ ἡ καὶ σήμερον στενὴ δικαιοδοσία του εἰς τὰ δύο μικρὰ καὶ ἐλαχίστην ἐργασίαν παρέχοντα Πρωτοδικεῖα Κερκύρας καὶ Ἄρτης. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἰδίως ἀναγνωρίζω καὶ δικαιολογῶ τὴν θλῖψιν τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον προξενεῖ ἡ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ στάσις μας. Διότι οἱ ἄλλοι λόγοι τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη κατὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως ἡμῶν δὲν ἔχουσιν οὐσιαστικὴν ἀξίαν. Διότι οὔτε ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς Κεφαλληνίας οὔτε τὸ ἑνιαῖον τῆς νομοθεσίας αὐτῆς εἶναι ἀποχρῶντες λόγοι, ὅπως ἡ Κεφαλληνία καταδικασθῇ νὰ παρακολουθῇ δικαστικῶς πάντοτε τὴν Κέρκυραν. Δὲν λησμονοῦμεν ὅτι ἐπ’ αἰῶνας εἴχομεν μετ’ αὐτῆς κοινὰ τὰ παθήματα καὶ κοινοὺς τοὺς ἀγῶνας. Ἀλλ’ αὐτὰ ἀνήκουσι πλέον εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀφ’ ὅτου δὲ Κεφαλληνία καὶ Κέρκυρα ἀποτελοῦσιν ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, τὴν διοικητικὴν καὶ δικαστικὴν τύχην των δὲν κανονίζει ἡ ὡραία ἀνάμνησις τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τοῦ παρόντος καὶ αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ συμφέροντος. Οὔτε ἀξίαν τινὰ ἔχει τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἑνιαίου τῆς νομοθεσίας. Μήπως ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι τεταγμένοι εἰδικοὶ δικασταί, μόνιμοι, ἀμετάθετοι, οἵτινες καταγίνονται εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἰονίου κώδικος, διατρέχουσι δ’ ἕνεκα τούτου κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῶν Κεφαλλήνων, ἂν αἱ ὑποθέσεις αὐτῶν δικασθῶσιν εἰς ἄλλο Ἐφετεῖον; Εὐκταῖον θὰ ἦτο, ἂν ἡ Ἑπτάνησος, ὡς ἐκ τῆς εἰδικῆς νομοθεσίας της, ἀπετέλει ἰδίαν δικαστικὴν περιφέρειαν μὲ εἰδικοὺς δικαστάς. Τοῦτο θὰ ἦτο πρακτικῶς ὠφέλιμον. Τὸ ἀναγνωρίζω. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἔγινεν, ἀφοῦ μάλιστα συνέβη τοὐναντίον καὶ διεχωρίσθη ἡ Ἑπτάνησος καὶ ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας τὰ Πρωτοδικεῖα Ζακύνθου καὶ Λευκάδος, χωρὶς ν’ ἀκουσθῇ διαμαρτυρία τις διὰ τὸν ἀποχωρισμὸν αὐτόν, διατί δὲν ἀφήνετε τὴν Κεφαλληνίαν νὰ ὑπαχθῇ δικαστικῶς ὅπου τὰ συμφέροντά της τὰ πολλαπλᾶ τὴν ὠθοῦσιν; Οἱ δεσμοὶ τῶν ἀγώνων καὶ τῶν παθημάτων τοῦ παρελθόντος μήπως δὲν ὑπάρχουσι καὶ διὰ τὴν Ζάκυνθον καὶ διὰ τὴν Λευκάδα; Μήπως δὲν ὑπάρχει καὶ δι’ αὐτὰς τὸ ἑνιαῖον τῆς νομολογίας; Καὶ ἐν τούτοις τὰ Πρωτοδικεῖα αὐτῶν πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπάγονται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐφαρμόζει τὸν Ἰόνιον κώδικα. Τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν εἶναι σοβαρά. Ἡμεῖς ζητοῦμεν ν’ ἀποσπασθῶμεν ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας δι’ ἕνα καὶ μόνον ἀλλ’ ἰσχυρότατον καὶ ἀκατανίκητον λόγον, διότι, στερούμενοι συγκοινωνίας, στερούμεθα δικαιοσύνης...
§32ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Ἠγέρθησαν παράπονα, ὅτι δὲν λειτουργεῖ ἐν Πάτραις ὁ Ἰόνιος κῶδιξ, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν;
§33Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὑποθέσεις προερχόμεναι ἀπὸ τὰ Πρωτοδικεῖα Ζακύνθου καὶ Λευκάδος, ἀπὸ Πρωτοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζεται ὁ Ἰόνιος κῶδιξ, δικάζονται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, χωρὶς ποτε ν’ ἀκουσθῇ παράπονόν τι διὰ πλημμελῆ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο ἦτο φυσικόν, διότι πάντες οἱ Ἕλληνες δικασταί, κατὰ μείζονα δὲ λόγον οἱ ἀνώτεροι ἐξ αὐτῶν, οἱ ἐφέται, εἶναι ἐντριβεῖς τῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου κώδικος. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κερκύρας ἀναγνωρίζων τὴν βαρύτητα τοῦ ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον προέβαλεν, ὡς δικαιολογίαν τῆς ἀξιώσεώς μας ὁ φίλος συνάδελφος ἐκ Πάλης, τὴν ἔλλειψιν δηλαδὴ συγκοινωνίας, μᾶς συνεβούλευσε νὰ προσπαθήσωμεν νὰ πυκνωθῇ αὕτη τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ εὑρισκώμεθα εἰς καθημερινὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Κερκύρας! Τὸν εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν συμβουλήν του. Ἀλλὰ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς ἢ ἀπὸ τὸ συμφέρον τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας; Ἡμεῖς ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου συνδεόμεθα μετὰ τῆς Κερκύρας δι’ ἑνὸς ἀτμοπλοίου. Καὶ ὅτε ἦτο ἀδιαίρετος ἡ μεγάλη Ἑλληνικὴ ἀτμοπλοΐα καὶ ὅτε ἐδιχάσθη ἡ ἑταιρεία αὕτη καὶ ὅτε τελευταίως ἐγεννήθη καὶ τρίτη ἑταιρεία ἐκ τοῦ διχασμοῦ αὐτῆς, πάντοτε ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος εἴχομεν μετ’ αὐτῆς συγκοινωνίαν, ὡς ἔχομεν τοιαύτην καὶ νῦν καὶ ὡς θὰ ἔχωμεν καὶ εἰς αἰῶνας αἰώνων. Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐκ Πάλης τί συμβαίνει τακτικώτατα ἕνεκα τούτου. Αἱ περισσότεραι τῶν ποινικῶν δικῶν, αἱ ὁποῖαι δικάζονται εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Κερκύρας, ματαιοῦνται—καὶ σημειώσατε, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν πᾶσαι σχεδὸν αἱ δίκαι τῶν Κεφαλλήνων προσδιορίζονται εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Κερκύρας, ἐνῷ ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ μεγαλείτερον αὐτῶν μέρος νὰ δικάζωνται εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Κεφαλληνίας.— Καὶ οὐ μόνον αἱ δίκαι αὗται ματαιοῦνται, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐπίμετρον τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Κερκύρᾳ συνέδρων καταδικάζει τοὺς ἐξ ἐλλείψεως συγκοινωνίας μὴ ἐμφανισθέντας μάρτυρας ὡς μὴ προσελθόντας ἐξ ἀπειθείας εἰς πρόστιμον καὶ διατάσσει τὴν βιαίαν αὐτῶν προσαγωγὴν καὶ τὴν ὑπὸ κουστωδίαν χωροφυλάκων μεταφορὰν αὐτῶν κατὰ τὴν νέαν δικάσιμον εἰς Κέρκυραν. Καὶ τότε ἀρχίζει ἀληθὴς δι’ αὐτοὺς Ὀδύσσεια. Μεταφέρονται εἰς Σάμην καὶ ἀπὸ τὴν Σάμην εἰς Πάτρας καὶ ἀπὸ τὰς Πάτρας εἰς Λευκάδα καὶ ἀπὸ τὴν Λευκάδα εἰς τὴν Κέρκυραν! Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξαναγκάζει τὸν Κεφαλλῆνα νὰ παραιτῆται τῶν συμφερόντων του εἰς πολλὰς περιστάσεις, εἶναι τοῦτο, ὅτι εὑρίσκεται ἠναγκασμένος μεταβαίνων εἰς Κέρκυραν νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ τοὐλάχιστον ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα. Φαντασθῆτε πτωχοὺς κατηγορουμένους μὴ ἔχοντας τὰ μέσα νὰ πληρώσωσι τὴν ὑπεράσπισίν των! Ἐὰν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ φέρωσι μάρτυρας ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Κερκύρας, πρέπει νὰ προκαταβάλωσιν ἀνὰ 100 δραχμὰς εἰς ἕκαστον μάρτυρα, διότι αὐτοὶ θὰ πληρώσωσι τὸ ἀκαταγώνιστον εἰσιτήριόν των, αὐτοὶ τὸ ἑστιατόριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ τρώγωσιν, αὐτοὶ καὶ τὸ ξενοδοχεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κοιμῶνται. Ἐπὶ παραδείγματι—πτωχός τις κατηγορούμενος—σπανιώτατα οἱ τοιοῦτοι εἶναι εὔποροι—διὰ νὰ καλέσῃ εἰς Κέρκυραν 4 μάρτυρας θέλει 400 δραχμάς. Εἰς ταύτας προσθέσατε τὴν ἀμοιβὴν τοῦ δικηγόρου του καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ μεταβαίνοντος ἐκεῖ διὰ τὴν ὑπεράσπισίν του συγγενοῦς του καὶ εἴπατέ μοι ἂν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ τύχῃ ὁ πτωχὸς οὗτος δικαιοσύνης. Ὑπὸ τὰς αὐτὰς σχεδὸν συνθήκας εὑρίσκεται καὶ ὁ πολιτικῶς ἐνάγων. Μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ξηρῶς ἐκθέτομεν, τίνα ἀξίαν ἔχουσιν οἱ ἱστορικοὶ λόγοι καὶ τὸ ἑνιαῖον τῆς νομολογίας; Ἐὰν πρώτιστον καθῆκον πάσης Βουλῆς καὶ πάσης Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐξασφαλίζῃ ἴσην πρὸς ὅλους τὴν παροχὴν τῆς δικαιοσύνης, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς θὰ εὑρεθῇ, ὅστις δὲν θὰ δώσῃ ψῆφον ὅπως τὸ Πρωτοδικεῖον Κεφαλληνίας ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν.
§34ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§35Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἂς ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐμέ, διότι ὁμολογῶ ὅτι κατάγομαι ἐξ ἐπαρχίας, ἥτις κεῖται εἰς τοὺς ἀντίποδας τῶν ἐριζουσῶν ἐπαρχιῶν, ἵνα παρεμβῶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὁμολογῶ ὅτι ἤκουσα τὰ ἐπιχειρήματα ἀμφοτέρων τῶν διαμαχομένων καὶ τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας συναδέλφου δὲν μοὶ ἐφάνησαν τόσον πειστικά, ὥστε νὰ σχηματίσω γνώμην ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται καὶ ἀμέσως μάλιστα νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Βουλὴ περὶ τῆς τύχης ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ. Ἀλλὰ τίνα χρείαν ἔχομεν ἐπιχειρημάτων, ἅτε αὐτὰ τὰ πράγματα βοῶσιν ὑπὲρ τῶν αἰτημάτων τῶν Κεφαλλήνων; Δὲν ἀρκοῦσιν αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅστις καθ’ ἡμέραν συνέρχεται καὶ ζητεῖ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν; Δὲν ἀρκοῦσιν αἱ εὐχαὶ καὶ αἱ ἀξιώσεις τῶν δικηγορικῶν συλλόγων καὶ ἄλλων σωματείων τῆς πόλεως, ὥστε νὰ συγκινήσωσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον; Καὶ τίς δύναται νὰ εἶναι καλλίτερος κριτὴς τῶν δικαίων παραπόνων ἑνὸς λαοῦ ἢ αὐτὸς ὁ λαός; Καὶ τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα ἑνὸς λαοῦ νὰ προστεθῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἑνὸς Ἐφετείου; Μόνον μία ἐπίμονος ἄρνησις ἐκ μέρους ἐνδιαφερομένων εἴτε ἐκ προσωπικῶν εἴτε ἐκ πολιτικῶν λόγων καὶ ἐπίμονος ἀδιαφορία δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τοιαύτην κατάστασιν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν διστάζω νὰ συνηγορήσω ἐκθύμως ὑπὲρ τῶν αἰτημάτων τοῦ λαοῦ τῆς Κεφαλληνίας καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως προταχθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§36Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον οἱ κ. συνάδελφοι Πατρῶν καὶ Κεφαλληνίας ἔχουσι δίκαιον ἀπαιτοῦντες, ὅπως ἡ νῆσος Κεφαλληνία ἀποσπασθῇ δικαστικῶς ἐκ τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Κυβέρνησις εἶναι τὸ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ζήτημα ἐρχόμενον εἰς τὴν Βουλὴν ἑκάστοτε εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς αὐτῆς. Προκειμένου δὲ νὰ κριθῇ ὑπ’ αὐτῆς, ἂν ἡ Κεφαλληνία πρέπει ν’ ἀποσπασθῇ ἢ οὐ ἐκ τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα γενικώτερον, διότι ὡς πλέον τὰ πράγματα καθωρίσθησαν κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ παραμονὴ τῶν Ἐφετείων Κερκύρας καὶ Λαρίσης εἶναι ἐπιβεβλημένη ἐκ μέρους τῆς δικαιοσύνης, πρέπει τὰ δικαστήρια ταῦτα νὰ μένωσιν ἄνευ ἐργασίας ἢ μὲ ἐλαχίστην τοιαύτην; Διότι εἶναι ἀνισότης μεγάλη, ὅτε τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίας ἢ Πατρῶν ἔχει εὐρυτάτην δικαστικὴν δικαιοδοσίαν, πληθώραν δὲ ὑποθέσεων, τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας ἢ Λαρίσης νὰ ἔχῃ μικροτάτην δικαιοδοσίαν καθιστῶσαν αὐτὸ περιττὸν σχεδόν. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ παραμείνωσι τὰ Ἐφετεῖα ταῦτα, ἐπιβάλλεται νὰ σκεφθῇ ἡ Πολιτεία, ὅπως τροφοδοτήσῃ ταῦτα μὲ ἐργασίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ παραμένωσι διαρκῶς, διότι ἑκάστοτε τὸ ζήτημα τῶν Ἐφετείων Λαρίσης καὶ Κερκύρας θεωρουμένων ὡς ἀχρήστων θὰ γεννᾷ ζητήματα καὶ συζητήσεις ἐπιζημίους καὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ ἀπασχολούσας τὴν Βουλὴν. Διὰ τοῦτο ἤθελον προτείνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συστάσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου ν’ ἀνατεθῇ εἰς τοῦτο, ὅπως ἐφάπαξ κανονίσῃ τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν τῶν διαφόρων Ἐφετείων τοῦ Κράτους, ὥστε καὶ ἡ Κέρκυρα ν’ ἀναλάβῃ τμῆμα τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Λάρισα μέρος τῆς Στερεᾶς τῆς ἐγγιζούσης πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῶσι καὶ τὰ Ἐφετεῖα ταῦτα νὰ τροφοδοτῶνται ἐπαρκῶς, νὰ παύσῃ δὲ ἡ διαρκὴς διχόνοια καὶ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν καὶ δυνηθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῶν Ἐφετείων αὐτῶν νὰ βαίνωσι κανονικῶς καὶ ἀπροσκόπτως.
§37Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ὀρθῶς ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κορινθίας εἶπεν ὅτι ἔδει νὰ τροφοδοτηθῶσι τὰ δύο Ἐφετεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἱκανὴν ἐργασίαν.
§38Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Καλλίτερον νὰ καταργηθῶσιν, ἀφοῦ δὲν ἔχουσιν ἐργασίας.
§39Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Νομίζω ὅμως ὅτι πρὸς τοῦτο εἶναι πρόχειρος ὁ τρόπος. Αἱ ὑποθέσεις τοῦ Ἐξωτερικοῦ, αἱ ὁποῖαι δικάζονται πᾶσαι ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον πάσχει ἐξ ὑπερπληθώρας ἐργασίας, δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ Ἐφετεῖα Κερκύρας καὶ Λαρίσης, ὥστε νὰ ἔχωσι καὶ ταῦτα ἱκανὴν ἐργασίαν, τὸ δὲ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν νὰ ἐργάζηται ἀνετώτερον.
§40Ν. ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ. Ὁ Κεφαλληνιακὸς λαὸς συναισθανόμενος τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς αὐτόν, συνῆλθεν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον καὶ ἐνετείλατο εἰς τοὺς Βουλευτάς του, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δεχθῇ τὴν πρόταξιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ν’ ἀποχωρήσωσι τοῦ λοιποῦ τῶν συνεδριάσεων. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ δηλώσῃ τί σκέπτεται. Θὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν πρόταξιν, ἢ ὄχι;
§41Ι. ΦΙΛΙΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§42Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἵνα συμβιβασθῶσι τὰ διεστῶτα καὶ ἵνα μὴ φανῇ ὅτι ἐπιμένοντες ν’ ἀποσπασθῶμεν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, ἔχομεν ἄλλον λόγον ἐκτὸς τοῦ συμφέροντος τῶν συμπολιτῶν μας, συμμεριζόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ὑπαχθῶσιν ὅλα τὰ Πρωτοδικεῖα τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, διότι τότε τοὐλάχιστον, ἐπειδὴ ἔχομεν καθημερινὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Ζακύνθου καὶ Λευκάδος, αἱ ποινικαὶ ὑποθέσεις θὰ ἐκδικάζωνται εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα τῶν νήσων τούτων, διότι οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν θὰ προσδιορίζωσιν εἰς ταῦτα τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, παρακαλῶ δὲ πολὺ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων, διὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν.
§43Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδή, ὡς γνωρίζετε, ὀλίγαι ἀκόμη ὑπολείπονται συνεδριάσεις, βεβαίως κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ συζητήσεις, διότι, ἐὰν αἱ συνεδριάσεις καταναλίσκωνται εἰς τοιαύτας συζητήσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἶπον ὅτι, ἐὰν ἡ ἀπαίτησις ἡ δικαία καὶ ἡ εὔλογος τῶν Κεφαλλήνων δὲν ἀπαντήσῃ ἀντιρρήσεις, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ τὴν προτάξωμεν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει· ἐὰν ὅμως ἀπαντήσῃ δυσχερείας, δὲν δυνάμεθα.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχει ἀντιρρήσεις.
§45Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀλλ’ ἤδη ὁμιλεῖτε ἐπὶ ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κ. συνάδελφος, ἂς ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καί, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἀντιρρήσεις, θὰ προταχθῇ.
§46Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Θὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον.
§47Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κορινθίας.
§48ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων περὶ τῆς ὑπαγωγῆς τῶν Πρωτοδικείων Ἑπτανήσου εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Κεφαλληνία ἀποτελεῖ τὸ κέντρον, τὸ Ἐφετεῖον νὰ μετατεθῇ εἰς αὐτήν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
§50ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπάντησιν εἰς δύο ἐπερωτήσεις τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Σ. Κροκιδᾶ. Οὗτος ἐπηρώτησε πόσος χάρτης τυπογραφικὸς εἰσήχθη ἀπὸ τοῦ 1905 μέχρι τοῦ 1908 εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀτελὴς διὰ τὰς ἐφημερίδας καὶ τὰ περιοδικά. Κατὰ τὸ 1905 εἰσήχθησαν ὀκάδες 666,000, κατὰ τὸ 1906 ὀκάδες 808,000, κατὰ τὸ 1907 ὀκάδ. 777,000 καὶ κατὰ τὸ 1908 ὀκάδ. 1,024,000. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐπηρώτησε πόσα βιβλία ἔντυπα εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατὰ τὸ 1905 εἰσήχθησαν 34,000 ὀκάδες, κατὰ τὸ 1906 ὀκάδες 55,000, κατὰ τὸ 1907 ὀκάδες 202,000 καὶ κατὰ τὸ 1908 ὀκάδες 237,000. Παρατηρητέον ὅμως, ὅτι ἡ ἀτέλεια τῶν βιβλίων τούτων ἐπιβάλλεται δυνάμει τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Γερμανίαν. Ἐπίσης ὑποβάλλω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συναδέλφου μου νομοσχέδιον, «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ͵ΒΨΞϚʹ περὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων καὶ ͵ΒΨΞΘʹ καὶ ͵ΒϠΛΔʹ περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου». Δι’ αὐτοῦ λαμβάνεται πρόνοια, καθ’ ἥν, καταργουμένων τῶν γραμματοσήμων μεταλλικῆς ἀξίας καὶ τῶν διὰ τοιούτων γραμματοσήμων τῶν ἐπισεσημασμένων δελτίων τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων ὁρίζεται ἡ ἀξία τῶν εἰς τὸ κοινὸν πωλουμένων μὴ σεσημασμένων δελτίων τούτων εἰς 1 λεπτὸν κατ’ ἀντίτυπον, συγχρόνως δ’ ἐπιτρέπεται ἡ χρησιμοποίησις ὡς ἀσήμων τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σεσημασμένων δελτίων καὶ ἀχρήστων πλέον καθισταμένων δι’ ἀκυρώσεως τῆς δι’ ἐντύπου γραμματοσήμου ἐμφαινομένης ἀξίας. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ καὶ ὡς πρὸς τὰ εἰκονογραφημένα ἐπιστολικὰ δελτάρια, ἅτινα εἶχε παραγγείλει τὸ Κράτος ἐν ἔτει 1910. Ἔκτοτε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοδευθῶσιν αὐτά, τώρα θὰ καταλαμβάνωσι χῶρον πολὺν ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς πρὸς αὐτὰ ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα τὰ ἐκποιήσωμεν διὰ δημοπρασίας διαγραφομένης τῆς ἀξίας τοῦ ἐντύπου γραμματοσήμου των.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ οἰνολογικοῦ ζητήματος.
§52Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε, διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ οἰνολογικοῦ ζητήματος, καίτοι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον. Ἀφορᾷ τὸν πλοῦτον τῆς χώρας· ἀφορᾷ τὰς ἀγροτικὰς ἐπιχειρήσεις, ὡς ὑπὲρ πάντα ἄλλον γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός.
§53Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μελετᾶται νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβληθῇ.
§54Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐν τέλει, κ. Πρόεδρε, συνιστῶ ἀναφορὰν συμπολίτου μου, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσι νὰ μὴ καταργηθῶσιν οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι κέντρα ἐμπορικά.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Γ. Λάππας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰσιτηρίου εἰς τὸ Ἐθνικὸν ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον καὶ τὸ Μουσεῖον τῆς Ἀκροπόλεως». Οἱ κ. Δ. Βοκοτόπουλος καὶ Σ. Βαφειαδάκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 467–468). Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου εἰς τὰς ἐπερωτήσεις εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τὴν νομοθετικήν.
§56Ι. ΜΑΝΕΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος κ. Πετρίδης ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Παραδόξως ὅμως ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δὲν ἀνεγράφη εἰσέτι ἡ πρότασις αὕτη. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως ἐπιμεληθῆτε περὶ τῆς ἀναγραφῆς τῆς προτάσεως ταύτης ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίᾳ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως δεχθῇ νὰ συζητηθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἡ πρότασις αὕτη. Τοῦτο δὲ διότι ἐπείγει τὸ ζήτημα, καθόσον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸν πρό τινων ἡμερῶν ψηφισθέντα νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ὡρίσθη τι περὶ ἐπιθεωρητῶν, τὸ ὁποῖον καταστρέφει ἐντελῶς τὸν κλάδον τοῦτον. Διὰ τοῦτο παρίσταται ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας περὶ τοῦ κλάδου τούτου, τὴν ὁποίαν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ταχέως. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ παρίδῃ τὴν πρότασιν νόμου τοῦ κ. Πετρίδου.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7. Ὁ κ. Π. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§58Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὀλίγα τινὰ θὰ εἴπω, εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ πράξω τοῦτο, διότι καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως συνεπεία παρατηρήσεώς μου διωρθώθησαν τὰ Πρακτικὰ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ὡς γνωστόν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἐπεμελήθη πολὺ τοῦ νομοσχεδίου, νομοσχεδίου, ὡς πᾶς τις ἐννοεῖ, πολὺ σοβαροῦ, προωρισμένου νὰ χειραφετήσῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον, κατὰ τοῦ ὁποίου πάντοτε στρέφονται αἰτιάσεις καὶ παράπονα περὶ τῆς κακῆς αὐτοῦ λειτουργίας. Μία ἐκ τῶν βάσεων τῶν ἀγαθῶν τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ὅτι διὰ διατάξεως, τὴν ὁποίαν καθώριζε, προώριστο νὰ ἐκκαθαρίσῃ καὶ τὸν κλάδον τὸν εἰσαγγελικόν. Ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου περιελάμβανεν, ἐθεώρει τοὺς εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους αὐτοδικαίως σχεδὸν παυομένους μὲ μόνην τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Ἄρειον Πάγον ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον οἱ εἰσαγγελεῖς αὐτοὶ νὰ παραμείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἐξετάσασα ἐπιμελῶς τὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι λίαν αὐστηρὰ ἡ διάταξις αὐτή, κρίνασα δ’ ἐπιεικέστερον ἐκανόνισε τὰ πράγματα, καθορίσασα ὅτι δὲν θέλουσι θεωρηθῇ ἀγόμενοι οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπιβάλλει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς μηνὸς νὰ ἐρωτήσῃ τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον ἂν οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ Κράτει εἰσαγγελεῖς δέον νὰ παραμείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐν τούτοις, μολονότι προσεδόκα τις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὑποστηρίξει εἴτε τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γνώμην τὴν καθωρισμένην ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ καὶ ὅτι ταύτην ἤθελεν ἀποδεχθῆ ἡ Βουλὴ εἴτε τέλος τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τροποποιηθεῖσαν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον καὶ πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν λειτουργῶν τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, οἵτινες δὲν ἦτο πρέπον νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τοὺς δρόμους, χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος πολὺ συνετέλεσεν ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ πολλὰ φῶτα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἰσέφερεν, ὑπέβαλε τροπολογίαν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως ἀνατρέπει καὶ τὴν καθορισθεῖσαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τροποποίησιν ἐντελῶς καθαιρεῖ. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κερκύρας ὑπέβαλε, δὲν ὑποχρεοῦται πλέον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐρωτήσῃ ἂν αὐτοὶ οἱ εἰσαγγελεῖς οἱ διαχειριζόμενοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὴν καταδιωκτικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει εἶναι ἱκανοὶ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν σοβαρότατον αὐτὸν κλάδον τῆς δικαιοσύνης. Ἐάν, Κύριοι, ὑπάρχῃ τι ἀγαθὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως, μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶναι καὶ αὐτό, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπεδίωξε τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ κλάδου τοῦ εἰσαγγελικοῦ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ ἀνακαίνισις τοῦ κλάδου. Πολλὰ εἶναι τὰ τρωτὰ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν, ἂν δὲ καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτὴ ἐν πολλοῖς προσκόπτει, προσκόπτει κυρίως διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς εἰσαγγελικοῦ προσωπικοῦ, προσωπικοῦ τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μετὰ παρρησίας ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐφάνη ἀντάξιον τῶν προσδοκιῶν τῆς Πολιτείας. Ἂν χωλαίνει ἡ δικαιοσύνη, χωλαίνει πρὸ παντὸς διότι ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ ὀργανικοὶ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα καθώρισαν εἰς αὐτόν. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ κατηγορήσῃ τις πάντα τὰ πρόσωπα τὰ ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ εἰσαγγελικῷ κλάδῳ, ἀλλ’ ὅμως τὰ πλεῖστα τούτων δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἠναγκάσθην νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ θελήσῃ νὰ προτάξῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐγίνωσκον ποῖαι ἀντιδράσεις καὶ ποῖαι διαμαρτυρίαι, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐγένοντο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§59ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία τοιαύτη ἀντίδρασις ἐγένετο παρ’ ἐμοί.
§60Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ βάσις τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Πολλὰ καθήκοντα περιβάλλεται, πρὸ παντὸς δὲ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κατωτέρων δικαστηρίων· ἀλλ’ ἐποπτεία καὶ ἐπίβλεψις καὶ ἐπιθεώρησις ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἰς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα τοῦ Κράτους οὐδέποτε ἐγένετο σοβαρὰ καὶ πραγματική, καὶ δὲν ἐγένετο πραγματική, διότι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατέχουσι σήμερον τὴν εἰσαγγελικὴν ἕδραν, δὲν εἶναι ἀντάξια τοῦ προορισμοῦ των, διότι στεροῦνται καὶ μορφώσεως μεγάλης ἐπιστημονικῆς καὶ κύρους, πρὸ παντὸς δὲ στεροῦνται μορφώσεως ἐν τῷ πολιτικῷ μέρει τοῦ δικαίου, αἱ ἐπιθεωρήσεις των δὲ ὅλως τυπικαὶ οὐδεμίαν παρέσχον ὤθησιν πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς δικαιοσύνης.
§61Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν θέλει διόρθωσιν;
§62Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ πάντα τὰ ἄλλα δικαστήρια τοῦ Κράτους χρήζουσιν ἀνακαινίσεως καὶ θὰ ἐζήτουν τὴν τοιαύτην ἐκκαθάρισιν, ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο ἐκ τοῦ πολιτεύματος. Δυστυχῶς ὅμως ὁ καταστατικὸς ἡμῶν χάρτης δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ φέρω τοιαύτην πρότασιν, ἀναγκαίαν κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι πολλὰ πρόσωπα ἀνίκανα καὶ ἐκ χαρακτῆρος ἀτελοῦς ζημιώνουσι τὴν δικαιοσύνην. Ἐν συνόλῳ ἡ δικαιοσύνη βαδίζει καλῶς καὶ θὰ ἐβάδιζε καλλίτερον καὶ ἐπωφελέστερον διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν, ἐὰν εἴχομεν καὶ εἰσαγγελικὸν κλάδον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ ἐποπτεύῃ τὰ τῆς λειτουργίας τῶν δικαστηρίων. Ἡ πεῖρα μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι ἐποπτεία καὶ ἐπίβλεψις οὐδέποτε ἐγένετο σοβαρὰ ἐπὶ τῶν δικαστηρίων καὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν· τοῦτο εἶναι πανθομολογούμενον, διότι, ἂν εἴχομεν τὴν ἐποπτείαν ἣν ἐπιβάλλει ὁ νόμος καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων τοιαύτην, καὶ τὰ πρόσωπα τῶν Δικαστηρίων θὰ ἦσαν εἰς τὴν θέσιν των καὶ ἡ δικαιοσύνη θὰ ἐβάδιζεν ἀπροσκόπτως καὶ κανονικώτερον. Ἡ ἔλλειψις ἐποπτείας ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν καταλλήλων προσώπων εἰσαγγελέων· δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη περὶ αὐτοῦ καὶ ἀπορῶ πῶς ἠγέρθησαν αἰτιάσεις τινὲς περὶ τῶν γνωμῶν αὐτῶν, διότι, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἐρωτήσητε, θὰ μάθητε ὅτι ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τοῦ προορισμοῦ του, εὐτύχημα δ’ εἶναι ὅτι συζητουμένου νομοσχεδίου δικαστικοῦ τίθεται διάταξις ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐρωτήσῃ τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, ἂν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν, εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ὑψηλοτάτην καὶ σοβαρωτάτην αὐτὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ οὐδένα λόγον ἔχω καὶ οὐδεμίαν ἀφορμὴν προσωπικὴν νὰ καταφέρωμαι κατὰ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, διότι ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἀπὸ χαρακτῆρος χρηστοί. Ἴσως μάλιστα ἔπρεπε ν’ ἀναλογισθῶ ὅτι ἐκ τῆς ὁμιλίας μου αὐτῆς δύνανται νὰ προέλθωσι πολλὰ παράπονα ἐναντίον μου, διότι καὶ φίλους ἔχω ἐν τῷ εἰσαγγελικῷ κλάδῳ καὶ συγγενεῖς· ἀλλὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν καὶ ὁμολογοῦμεν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι πάντες τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν. Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν κλάδων ἐν πολλοῖς εἶναι ἐπιβεβλημένη· ὑποστηρίζων δὲ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ κλάδου ἀποβλέπω εἰς τὴν παγίωσιν ἀληθοῦς δικαιοσύνης, ἣν ἐπιζητεῖ ἡ κοινωνία πρὸς ἀσφάλειαν ὑψίστων αὐτῆς συμφερόντων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ λοιπόν, ἐπειδὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἔφερε χθές, ἀνατρέπει τὴν ἀγαθωτάτην αὐτὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ δὲν ὑποχρεοῖ πλέον τὸν Ὑπουργὸν ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν εἰσαγγελικὴν τοῦ Κράτους, ἤθελον προτείνει, ἵνα ἡ Βουλή, πρὸ παντὸς δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἶναι καὶ εἰσηγητὴς τοῦ ἀγαθωτάτου μέτρου, τὸ ὁποῖον προώρισται ν’ ἀφήσῃ ἐποχὴν καὶ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του μετ’ αὐτοῦ, θὰ ἐπρότεινον, λέγω, τὴν τροπολογίαν αὐτὴν νὰ μὴ δεχθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν πραγματικῶς ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ τῆς ἀνυψώσεως καὶ τοῦ δικαστικοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, διότι φρονῶ ὅτι καὶ ὁ δικαστικὸς καὶ ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος συνδέονται ἀναποσπάστως πρὸς ἄλληλα. Ἐὰν ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του, καὶ ὁ δικαστικὸς κλάδος δὲν δύναται νὰ σταθῇ ὅπου δεῖ. Θὰ εἶναι, Κύριοι, πολὺ λυπηρόν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβανομένη τοιούτου ζητήματος πρώτην ἤδη φορὰν ἀφήσῃ ἀνεκκαθάριστον τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον. Ἐὰν τὰ πράγματα ἔφθασαν ὅπου ἔφθασαν καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου πολιτευτής, ἀνέλαβε νὰ βελτιώσῃ τὰ πράγματα, βεβαίως τὴν περίστασιν δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀχρησιμοποίητον καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ Κυβέρνησις ἐκλήθη οὐ μόνον νὰ ψηφίσῃ νόμους καὶ νὰ μεταβάλῃ πράγματα ἐπὶ τὸ βελτιώτερον, ἀλλ’ ἐκλήθη νὰ μεταβάλῃ καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δὲν ἀπέδειξαν ὅτι ἦσαν ἄξια τῆς ἀποστολῆς των, διότι ἡ ἀφάνεια χρηστῶν δικαστικῶν χαρακτήρων κατέρριψε τὴν δικαιοσύνην εἰς τὰ ὄμματα τῆς κοινωνίας, προσώπων δὲ χρηστῶν ἔχομεν ἀνάγκην ἵνα ἐφαρμόζωνται εἰλικρινῶς οἱ νόμοι. Δὲν γνωρίζω τί θὰ πράξῃ ὁ Ἄρειος Πάγος· δύναται ὁ Ἄρειος Πάγος — καὶ τὸ εὔχομαι — νὰ εἴπῃ ὅτι ὅλοι οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους εἶναι ἱκανοὶ καὶ χρηστοὶ καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀποχωρήσωσι τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τούτοις ὅμως ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι εἶμαι βέβαιος ὅτι θ’ ἀποδιωχθῶσι τῆς ὑπηρεσίας, διότι αὐτοὶ εἶναι ἐπιζήμιοι. Δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον ὅπως ἐκκαθαρισθῇ ὁ κλάδος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἐπιδρᾷ οὐ μόνον ἐπ’ αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν βάθρων τοῦ πολιτεύματός μας. Ἀλλοίμονον δ’ ἐάν, κληθέντες ἐνταῦθα ν’ ἀνορθώσωμεν, ἀφήσωμεν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ παρελθόντι ἀπέδειξαν ὅτι δὲν εἶναι ἄξια τῆς θέσεώς των, δὲν εἶναι ἄξια τῆς ἀποστολῆς των, ἀφήσωμεν νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐξευτελίζοντα τὴν δικαιοσύνην. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσι τοιαῦτα, ἀλλά, ἂν ὑπάρχωσι, συμφέρον εἶναι νὰ ἐκδιωχθῶσι. Φρονῶ δ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πράξει ἔργον ὑψίστης κοινωνικῆς ὠφελείας, ἐὰν δὲν ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ.
§63Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι αἱ προθέσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κορίνθου εἶναι πολὺ ἀγαθαί, ὅπως ἀγαθὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ πρόθεσις τῶν συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον. Τρεῖς ἦσαν αἱ βάσεις τοῦ συνταχθέντος νομοσχεδίου· ἡ πρώτη ἦτο τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον· ἡ δευτέρα ἦτο ὁ κανονισμὸς τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν καὶ ἡ τρίτη, ἡ ἐπίσης σπουδαία καὶ σοβαρωτάτη, ἦτο ὁ χωρισμὸς τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου ἀπὸ τοῦ καθαρῶς δικαστικοῦ. Τὸ νομοσχέδιον περιέμενε μεγάλα ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ χωρισμοῦ τούτου, καὶ ἡμεῖς τοιοῦτον νομοσχέδιον ὑπεβάλομεν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν πράττομεν ὅ,τι θέλομεν ἡμεῖς· ἡμεῖς πράττομεν ὅ,τι μᾶς ὑποδεικνύει ἡ Βουλή, διότι ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἐξαρτώμεθα, καί, ἀφοῦ χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἠναγκάσθημεν ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἐνομίζομεν μάλιστα ὅτι τὸ ἄρθρον 7 εἶχε ψηφισθῆ· ὁ ἀξιότιμος ὅμως ἐκ Κορίνθου συνάδελφος ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπεμείναμεν, διότι δὲν θέλομεν νὰ φέρωμεν δυσκολίας οὔτε συζητήσεις μακρὰς καὶ περιττάς, στέρξαντες νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις, ὅπερ καὶ γίνεται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἡμεῖς ὅμως εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ τροπολογία τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐγένετο ἀποδεκτή.
§64Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φέρει ζήτημα λελυμένον ἤδη ἐκ τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν διόρθωσιν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡμολόγησεν ὅτι ἐσφαλμένως ἐθεωρήθη ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 7 ὡς λήξασα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀναπτύξω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἔχων ν’ ἀπαντήσῃ τίποτε ἐφ’ ὅσων εἶπον, —τοὐλάχιστον δὲν ἤκουσα τίποτε ἐφ’ ὅσων εἶπον, —ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ ἄρθρον εἶναι ἐψηφισμένον. Τὸ ζήτημα εἶναι ἕν. Ἀφοῦ ἐπετράπη ἡ συζήτησις, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον, εἶναι ὀρθὰ ἢ δὲν εἶναι; Ἐθέσατε εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου σας, ὅτι ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος πρέπει νὰ καθαρισθῇ; Σεῖς ἡ Κυβέρνησις, ἐν ῥητῇ διατάξει ἀναθέτετε εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον. Ἤδη ὑποχωρεῖτε; Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς; Ἐπ’ αὐτῶν ὅλων ὁ προαγορεύσας κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε ν’ ἀπαντήσῃ ἀποφυγὼν τοῦτο μετὰ προσοχῆς.
§65Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐν πρώτοις εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου καὶ συνάδελφον ἐκ Κορινθίας διὰ τὰς ὡραίας λέξεις, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ αἱ ὁποῖαι μόνον δικαιολογητικὸν λόγον ἔχουσι τὴν εὐγενῆ ὑπὲρ ἐμοῦ ἐπιείκειάν του. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν τροπολογίαν μου, δι’ αὐτῆς κατ’ οὐδὲν μεταβάλλεται ἡ οἰκονομία τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου 7. Οὐδεὶς κάλλιον ἐμοῦ δύναται νὰ μαρτυρήσῃ τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κορινθίας, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλας τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ἤχθη πάντοτε ὑπὸ τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἐπιθυμίας νὰ βελτιώσῃ τὰ τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ τὸν διαβεβαιῶ, καὶ δύναται νὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἴδιος κάλλιον μελετῶν τὴν τροπολογίαν μου, ὅτι δι’ αὐτῆς κατ’ οὐδὲν μεταβάλλεται ὅ,τι ἀπεφασίσθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἅπαντες οἱ εἰσαγγελεῖς ἐθεωροῦντο πεπαυμένοι, καὶ ὤφειλε τὸ ἀνώτατον συμβούλιον νὰ κρίνῃ ἂν εἶναι διατηρητέοι ἢ μή. Τοῦτο δὲν ἀπεδέξατο ἡ ἐπιτροπή, διότι ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἦτο πρέπον λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι ἵστανται εἰς ὑψηλὴν βαθμίδα τῆς ἱεραρχικῆς κλίμακος τῆς δικαιοσύνης, νὰ θεωρῶνται ὅλοι ὑπὸ τοῦ νομοθέτου ὡς ἀποβλητέοι. Μετερρυθμίσθη λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοῦτο: οἱ νῦν ὑπηρετοῦντες εἰσαγγελεῖς νὰ παυθῶσιν, ἐὰν ὑπάρχωσιν αἱ περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 15, ἐδαφίου εʹ, δηλαδὴ ἐὰν παρημέλησαν τὰ καθήκοντά των κτλ. ἢ κατέστησαν ἀνίκανοι. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη οὔτε εἰς αὐτὸ ἡ ἐπιτροπή· ἠθέλησε ν’ ἀναγράψῃ μείζονα ἐγγύησιν ὑπὲρ αὐτῶν, ὁρίσασα ἵνα τὸ ἀνώτατον συμβούλιον ἀποφαινόμενον ὑπὲρ τῆς παύσεως αὐτῶν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ γνωμοδότησιν ὅλων τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν τοῦ Κράτους, τῶν πέντε τουτέστιν εἰσαγγελέων συνερχομένων ἐπὶ τούτῳ ἐν Ἀθήναις κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τῆς προτάσεώς μου κατὰ τί μεταβάλλεται τὸ νομοσχέδιον; Ἀντὶ νὰ καθιστᾶται ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλῇ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, ἀφίεται τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργόν, διότι δὲν πρέπει ὁ νομοθέτης νὰ ἔχῃ τοιαύτην δυσπιστίαν πρὸς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ τῇ ἐπιβάλῃ διὰ τοῦ νόμου τὸ καθῆκόν της. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15 παραμένει ἀκεραία, δυνάμει δ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τὰς περὶ ἑκάστου γνωμοδοτήσεις τῶν εἰσαγγελέων, ἀλλὰ δὲν καθίσταται τοῦτο ὑποχρεωτικὸν ἐν τῷ νόμῳ, οὐδὲ τῷ ὁρίζεται προθεσμία.
§66Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§67Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἀλλ’ ὑποθέτω, καὶ κολακεύομαι νὰ ἐλπίσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς τῆς ἐπιβολῆς. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη διαφορά. Οὔτε ἀλλοιοῦται ἡ διάταξις οὔτε ἀνατρέπεται ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου. Ἅπαντες ἀγόμεθα ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπιθυμίας τῆς ἀποκαθάρσεως ἢ ἐκκαθαρίσεως, ὅπως θέλετε νὰ τὴν εἴπητε. Ἀγόμεθα ὅλοι ὑπὸ τῆς αὐτῆς καλῆς προθέσεως· μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι, ἐὰν τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὅτι διατηροῦνται οἱ εἰσαγγελεῖς ὑπαγόμενοι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15, νομίζομεν, λέγω, ὅτι θὰ ἔχωμεν κατὰ πάντα ἐξησφαλισμένην τὴν ἀποκάθαρσιν τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸν πλήρη χωρισμὸν τοῦ εἰσαγγελικοῦ ἀπὸ τοῦ δικάζοντος κλάδου, τοῦτον — ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως — ἐτήρησε πλήρη ἡ ἐπιτροπή, ἥτις κατ’ οὐδὲν μετέβαλε τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Μάλιστα, ὅταν συζητηθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐνισχυθῇ ἔτι μᾶλλον ὁ χωρισμὸς τῶν δύο κλάδων, τοῦ δικάζοντος καὶ τοῦ εἰσαγγελικοῦ.
§68Β. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ τροπολογία, ἣν ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κορινθίας ἐκ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας ὑφ’ ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ προτείνῃ. Ἀφορᾷ αὕτη μόνον καὶ μόνον ἓν μέρος τῆς παραγράφου, ἥτις κανονίζει τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσῃ τὴν παραπομπὴν τῶν εἰσαγγελέων εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἵνα ἀποφανθῇ κατὰ τὸ ἄρθρον 15, ἐδάφιον βʹ, ἂν εἶναι οὗτος ἀπολυτέος ἢ ὄχι. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀφορᾷ ἡ τροπολογία ἐκείνη, ἥτις ἠνάγκασε τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴν ν’ ἀπαγγείλῃ τὸν Φιλιππικόν, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλε πρὸ ὀλίγου καθ’ ὅλου τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, καὶ ν’ ἀναφέρῃ ὅλας τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις. Καὶ ἀπήντησε μὲν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς αἰτιάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας εἰπὼν ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τριπλοῦς, ἡ ἀνακάθαρσις τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου καὶ ὁ χωρισμὸς αὐτοῦ, τὸ ἀνώτατον συμβούλιον καὶ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας νομίζῃ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον, εἶναι ἀναγκαῖον, εἶναι ἐπιτακτικὸν νὰ δεσμευθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μέχρι χρονικοῦ διαστήματος ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν ἀποστείλῃ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τὰς ἐκθέσεις περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν εἰσαγγελέων ἢ μή, εἰς αὐτὸ ἡμεῖς διαφωνοῦμεν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἡ ἐπιτροπή, ἢ τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, νὰ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐπαρκές, ἵνα προηγηθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον, διὰ ν’ ἀποσταλῶσι πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ ἡ δυσπιστία πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι νὰ ἐκκαθάρῃ τὸν κλάδον τοῦτον. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρκέτη εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ψηφισθῇ, ἵνα ἀνετώτερον κανονισθῶσι τὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν εἰσαγγελέων.
§69Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν τὴν στιγμὴν ταύτην, Κύριοι, ἐν σχέσει πρὸς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ῥιζικώτεραί εἰσιν αἱ εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἀναφερόμεναι μεταρρυθμίσεις. Διότι ἀτυχῶς ἡ κατάστασις εἰς ἣν οὗτος εὑρίσκεται γενικῶς ὁμολογεῖται ὡς ὀδυνηρά. Τὸ κρατοῦν σύστημα τοῦ διορισμοῦ εἰς τὰς εἰσαγγελικὰς θέσεις δικηγόρων ἐχόντων ὑπὲρ ἑαυτῶν γνωμοδοτήσεις ὡρισμένων συμβουλίων, παρὰ πᾶσαν τὴν πολυτέλειαν τῶν διατυπώσεων αἵτινες διὰ τὰς τοιαύτας γνωμοδοτήσεις διεγράφησαν, οἰκτρῶς ἐναυάγησεν, ἀπὸ δεκαετηρίδος δὲ ἤδη τονίζεται καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν δικαστηρίου ὡς ἀνάγκη ἐπείγουσα ἡ νέα νομοθετικὴ παρέμβασις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγεται ὁ διαγωνισμὸς πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, ὑπὸ σύστημα ἐντελῶς ὅμοιον πρὸς τὸ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Ὁ ἐν τῷ διαγωνισμῷ εὐδοκιμήσας διορίζεται ἀντεισαγγελεύς, καὶ μόνον μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ μετ’ ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου δύναται νὰ διορισθῇ εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν. Καθιεροῦται οὕτως ὁ θεσμὸς τῶν μονίμων ἀντεισαγγελέων, οἵτινες ὁρίζονται ἰσάριθμοι πρὸς τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους, ὅπως ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν, ἐξ ἧς δύνανται νὰ προέλθωσιν εἰς τὰς ἀνωτάτας βαθμίδας τῆς εἰσαγγελικῆς ἱεραρχίας. Τὰ πλεονεκτήματα, δι’ ὧν ὁ προτεινόμενος νόμος περιβάλλει τοὺς οὕτως εἰσαγομένους εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, δὲν ἦτο εὔλογον ν’ ἀπονεμηθῶσιν ἀνεξελέγκτως καὶ εἰς τοὺς ὑπάρχοντας εἰσαγγελεῖς. Τούτου ἕνεκα ἴδιαι ἐθεσπίσθησαν περὶ αὐτῶν διατάξεις, ὅπως ὑπὸ πάσας τὰς ἐγγυήσεις ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνακάθαρσις τοῦ κλάδου (ἄρθρ. 7 § 3, ἄρθρ. 9 § 2, ἄρθρ. 11 § 2). Ἡ οὕτω γενησομένη ἐκκαθάρισις διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου τούτου, στηριζομένης εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δεδομένα, ἐκρίθη προσφορωτέρα τῆς ὑποβολῆς εἰς ἐξετάσεις ἀνδρῶν ὡρίμων ἤδη κατὰ τὸ πλεῖστον». Ταῦτα λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἶναι ἅμα καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅστις διὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης καταδικάζει ῥητῶς καὶ ἀπεριφράστως τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ εἰσαγγελικοῦ καὶ ἀντεισαγγελικοῦ κλάδου. Δὲν ἔχω νὰ διαφωνήσω καὶ πρὸς τὴν ἐκτίμησιν ταύτην πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργόν, διότι καὶ χθές, διατυπῶν ἃς ἰδέας ἔχω ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ νομοσχεδίου, συνεφώνησα καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν πρὸς τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ποιεῖται διὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν κατεχόντων τὰς εἰσαγγελικὰς καὶ ἀντεισαγγελικὰς ἕδρας. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην εἰσηγεῖται γνώμην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, εἶναι ἔργον τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τοιούτων αὐστηρῶν ἐκφράσεων χαρακτηρίζει, ὑπαγάγῃ εἰς τὴν αὐστηροτέραν τῶν ἐκκαθαρίσεων, εἶναι ἔργον ἀνδρισμοῦ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τοῦτο πράξῃ. Διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ τὴν ὑποχώρησιν, ἥτις συνιστᾶται τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπὶ τῶν ἐκκαθαριστικῶν διατάξεων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τὸν κλάδον τῶν εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων, τότε ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία θέλει ὁμολογήσει ἐμμέσως ὅτι, τοιαύτην ἐκτίμησιν εἰσηγουμένη περὶ τοῦ κλάδου τούτου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐσυκοφάντει τὴν πλειονοψηφίαν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα κατὰ τοιοῦτον τρόπον χαρακτηρίζει. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θέλει δηλώσει ὅτι ὑποχωρεῖ εἰς τὰς ἐκκαθαριστικὰς διατάξεις, ὅτι καθιστᾷ τὰς ἐκκαθαριστικὰς διατάξεις δυνητικάς, δῆλον ὅτι οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ προσεπικυροῖ τὸ ὑπάρχον καθεστώς, οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ φωρᾶται ὡς μὴ ἔχουσα πεποίθησιν εἰς τοὺς χαρακτηρισμούς, τοὺς ὁποίους μετὰ θάρρους ἐξήνεγκεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει διστάσει, ὅπως τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου κυρώσῃ διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Διότι φρονῶ ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ Ὑπουργοὶ εἰσάγουσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκθέσεις εἰσηγητικὰς νομοσχεδίων, δι’ ὧν καταδικάζουσι τὸ προσωπικὸν ἑνὸς ὁλοκλήρου κλάδου, τοῦτο ποιοῦνται οὐχὶ μετ’ ἐλαφρότητος, ἀλλ’ ἐν πλήρει καὶ δικαίᾳ ἐκτιμήσει τοῦ προσωπικοῦ. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ μείνῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ εἰσαγγελικοῦ καὶ ἀντεισαγγελικοῦ κλάδου μετέωρον ὑπὸ κατηγορίας, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ δικάσῃ περὶ τῶν κατηγοριῶν, καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν κατηγοριῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Βλέπω δέ, Κύριοι, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, ἥτις κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐξελέγξῃ τὸ νομοσχέδιον, συνεφώνησε κατὰ γράμμα πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἐπιτροπὴ τί ἐζήτησε; Μὴ μετέβαλε τὴν ἀρχήν; Μετέβαλε τὴν διαδικασίαν, διότι, ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις ἠρκεῖτο εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, ἵνα προβῇ εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Εἰσαγγελιῶν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεζήτησε μείζονα κύρωσιν καὶ ὀρθῶς ἐπεζήτησε τὴν προσθήκην τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ συμβουλίου τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν. Βεβαίως δ’ ὀρθῶς ἐξετίμησε τὸ θέμα ἡ ἐπιτροπὴ, καθόσον τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, ἀπαρτιζόμενον ἐξ ἀρεοπαγιτῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται ἐν πλήρει γνώσει τῶν διοικητικῶν πλεονεκτημάτων ἢ ἐλαττωμάτων προσωπικοῦ εὑρισκομένου μακρὰν τῆς ἕδρας. Τὸ προσωπικὸν τοῦτο εὑρίσκονται εἰς κρείσσονα θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσιν οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ ὀρθῶς ἡ ἐπιτροπὴ εἰσήγαγε τὴν διάταξιν ταύτην, καθορίσασα ὅτι τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν θέλει προβῆ εἰς τὴν πρώτην γνωμοδότησιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης κατόπιν θὰ προβῇ εἰς τὴν δευτέραν γνωμοδότησιν τὸ ἀνώτατον συμβούλιον. Ὀρθότατα δ’ ἡ ἐπιτροπὴ ὥρισε προθεσμίαν τρίμηνον ὑποχρεωτικὴν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ τὸ προσωπικὸν τοῦτο τῶν εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου. Χθὲς τὴν ἑσπέραν ὁ ἀξιότιμος κύριος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς εἰσήγαγε τροπολογίαν, βεβαίως δὲ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν εἰσηγεῖτο γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ γνώμην ἀτομικήν, καθ’ ὃ εἶχεν ἀπόλυτον καὶ πληρέστατον δικαίωμα. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, εἶναι τροπολογία καθιστῶσα τὰς ἐκκαθαριστικὰς διατάξεις δυνητικάς, διότι ἡ τροπολογία αὕτη ἐξαρτᾷ τὰς διατάξεις ταύτας ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἠρώτα πρὸ ὀλίγου ἂν ὁ Ὑπουργός, ὅστις εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν θὰ θεωρήσῃ ὑποχρέωσίν του ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν. Καὶ μὴ δύναταί τις νὰ ἐγγυηθῇ ἡμῖν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον θὰ ὑπάρξῃ ἀείποτε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Καθ’ ἣν στιγμὴν νομοθετοῦμεν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοθετήματος ὑπὸ τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, διότι, ὅταν νομοθετῶμεν, νομοθετοῦμεν διὰ πάντας τοὺς μέλλοντας Ὑπουργοὺς καὶ δεσμεύομεν ἀκριβῶς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐφ’ ὅσον θέλομεν ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐλευθέραν, διότι ἔχομεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων ἐκ μέρους τοῦ σήμερον Ὑπουργοῦ, βεβαίως ὠθοῦμεν τὸν νόμον εἰς ναυάγιον διὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἕτερος Ὑπουργὸς θὰ προήρχετο ἐκ τῶν τάξεων ἐκείνων, αἵτινες εἰσηγοῦνται τὴν ἑσπέραν ταύτην τὰς ἐπιεικεῖς διατάξεις.
§70Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑποβολιμιαίας.
§71Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, οὐ μόνον ὅσα εἶπον ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ νὰ ἐμμένῃ, συνεπὴς πρὸς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, συνεπὴς πρὸς τοὺς χαρακτηρισμοὺς οὓς ἐξήνεγκε περὶ τοῦ προσωπικοῦ περὶ οὗ ὥρισε τὴν ἐκκαθαριστικὴν διάταξιν, ἀλλὰ συγχρόνως διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι καὶ ἔργον ἐνδεικνύον καὶ συνέχειαν τῶν σκέψεών της ἐν τῷ συνόλῳ τῶν μέτρων, ἅτινα εἰσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Προσήλθομεν, Κύριοι, ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ τῇ τακτικῇ ὑπὸ περιστάσεις ἐκτάκτους, συνήλθομεν ἐνταῦθα οὐχὶ διὰ ν’ ἀναμνησθῶμεν τῶν οἰκείων, τῶν φίλων, τῶν εἰς τὰ παρασκήνια ἐνεδρευόντων. Συνήλθομεν ἵνα ἀναμνησθῶμεν ὅτι ἀσθενὴς ὑπάρχει οὐχὶ τὸ πάσχον ἄτομον, ἀλλὰ τὸ πάσχον Κράτος, καὶ ὀφείλομεν ἵνα πάντες κατασιγάσωμεν ἐν ἡμῖν πᾶν αἴσθημα οἴκτου καὶ ἐπιεικείας. Συνήλθομεν, ἵνα διορθώσωμεν, ἵνα καταρρίψωμεν πᾶν εἴδωλον, ἵνα ἀναμορφώσωμεν. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν σωρηδὸν ῥίπτομεν εἰς τοὺς δρόμους πλοιάρχους καὶ ἀντιπλοιάρχους, συνταγματάρχας καὶ ἀντισυνταγματάρχας, ταγματάρχας καὶ λοχαγούς, καθ’ στιγμὴν ῥίπτομεν τοὺς υἱοὺς τοῦ Βασιλέως εἰς τοὺς δρόμους, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἐπιεικείας καὶ οἴκτου πέντε ἢ δέκα ἀντεισαγγελέων. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ δείξῃ ὅτι ἔχει συνέχειαν ἐν τῇ ἐργασίᾳ της, ἢ θέλει ἡ Βουλὴ νὰ δείξῃ ὅτι ἐνθυμεῖται τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὸν οἶκτον ἐκεῖ ὅπου δύναται νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ λησμονεῖ πᾶν αἴσθημα οἴκτου ἐκεῖ ὅπου δὲν τῇ ἐπιτρέπουσι νὰ ἐνθυμηθῇ; Ὀφείλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀναλογισθῇ ὅτι ἔχει συμφέρον νὰ καταστήσῃ γνωστὸν ὅτι ὅ,τι ἔπραξε τὸ ἔπραξεν ἐν συνειδήσει τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ δικαίου, καὶ ἵνα τοῦτο δηλώσῃ ἡ Βουλή, πρέπει νὰ εἶναι συνεπὴς κατὰ πάσας αὐτῆς τὰς ἀποφάσεις. Ἐνῷ δὲ δὲν ἐσυλλογίσθημεν ποσῶς ποῖα φέρουσιν ὀνόματα ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἀποβάλλει τοῦ στρατοῦ, ἐκεῖνοι δι’ οὓς ὑπεχρεώσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας νὰ ὁρίσῃ ἐπιτροπὴν ἐκκαθαριστικήν, ὀφείλομεν νὰ κατασιγήσωμεν πάντα οἶκτον, πᾶν αἴσθημα ἐπιεικείας ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν καὶ νὰ προσενεχθῶμεν μετὰ πάσης τῆς ἀναγκαίας αὐστηρότητος πρὸς τοὺς κλάδους ἐκείνους τοῦ δικαστικοῦ προσωπικοῦ, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖται ἤδη ὁ οἶκτος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀναπλάσωμεν τὸ Κράτος, πρέπει νὰ καταστήσωμεν γνωστὸν εἰς τοὺς οἰκείους ἡμῶν ὅτι καλὸν εἶναι ἐν τῷ μέλλοντι νὰ βιοπορισθῶσιν ἄλλοθεν ὡς θέλουσι, καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ Κράτος χάριν τοῦ πρὸς αὐτοὺς οἴκτου.
§72Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί ὁ κ. συνάδελφος ἐξήρθη ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἐνόμισεν ὅτι πέντε ἢ ἓξ ἀντεισαγγελεῖς οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὸν κλάδον κατόπιν διαγωνισμοῦ εἶναι τὸ μόνον πρόσκομμα πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δικαιοσύνης! Διὰ τοῦτο ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εὗρον πολὺ τραγικὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος δ’ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἶναι ὅτι ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν φιλοτιμίαν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιψήφισιν. Καὶ εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ ἡ ὁποία τοιαῦτα γράφει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει περὶ τοῦ κλάδου, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸν ἀνδρισμὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν! Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πράττει ἡ Κυβέρνησις, τὸ νὰ θέλῃ αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸν κλάδον, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνδρισμὸς ἀνώτερος ἐκείνου τὸν ὁποῖον προτείνει ὁ κ. συνάδελφος, τοῦ νὰ ὀχυρωθῇ δηλ. ὄπισθεν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς; Ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸν κλάδον, ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροποποιήθη νὰ τὸ πράξῃ, διότι τὸ ἄρθρον 15 ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐρωτᾷ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον ἂν εἷς ἕκαστος τῶν ἀντεισαγγελέων εἶναι ἱκανὸς νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν ταύτην, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀκριβῶς ἐξ ἀνδρισμοῦ ἐδέχθη τοῦτο, διότι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν. Ὅτε σᾶς λέγει ὅτι «ἐγὼ αἰσθάνομαι ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα πράξω τὸ καθῆκον, νὰ ἐκτελέσω τὰ ὑπεσχημένα», διατί σεῖς ἔρχεσθε νὰ διστάσητε; Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προσχωρήσει εἰς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας οἱ συνάδελφοι ὑπέδειξαν, ἤθελε δείξει ἀκριβῶς ἀνανδρίαν, διότι ἤθελε λάβει μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἵνα εἴπῃ ὅτι «τὸ πράττω, ὄχι διότι τὸ νομίζω προσῆκον νὰ τὸ πράξω, ἀλλὰ διότι ἡ Βουλὴ τὸ ἐπέβαλε». Λοιπὸν ἐγὼ ζητῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρκέτη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§73Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι μία ἡ διάταξις· ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρκέτη ἀφορῶσιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα.
§74Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζετε ὅτι ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει ὅλα αὐτὰ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα καταλογίζετε;...
§75Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὰ Πρακτικὰ λέγουσι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαρκέτη.
§76Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφορά.
§77Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορὰ μεταξὺ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς τροποποιήσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μαρκέτης. Κατὰ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει ἐξάπαντος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ ἐρωτήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἀντεισαγγελέων τῶν προερχομένων ἐξ ἐξετάσεων. Κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαρκέτη ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο πάντοτε, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐπιβάλλεται νὰ τὸ κάμῃ. Δὲν εἶναι περιωρισμένος ὁ Ὑπουργὸς ὑπὸ προθεσμίας τινὸς νὰ τὸ κάμῃ· δὲν τῷ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ τὸ πράξῃ. Καὶ λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπεσχέθη ὅτι θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ δεσμεύσῃ τὸν Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐνεργήσῃ ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Διατί ἡ Βουλὴ νὰ κανονίσῃ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν;
§78Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς δεσμεύεται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Αὐτὸ ἐπιδιώκομεν. Ἀφοῦ δεσμευόμεθα εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα τοῦ διορισμοῦ, τῆς παύσεως, τῆς μεταθέσεως, διατί νὰ μὴ δεσμευώμεθα καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό;
§79Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπερρίφθη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρκέτη;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαρκέτη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον.
§81ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντίθετον, κύριε Πρόεδρε.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαρκέτη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§83ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως. Τὸ θέλομεν δεκαπέντε Βουλευταί.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος· ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρκέτη καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπέρριψε.
§85ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὴν ἀπέρριψε;
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§87ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§88Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπορριφθείσης δι’ ἀναστάσεως τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μαρκέτη ἀποσύρομεν τὴν πρότασίν μας περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.....
§90ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως. Εἴμεθα εἴκοσι Βουλευταὶ ὑπογεγραμμένοι.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δεκαεπτὰ Βουλευτῶν. Θὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως.
§92Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὴν ῥιζικὴν τροπολογίαν ἡ ὁποία εἶναι ἡ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὄχι ἡ τοῦ κ. Μαρκέτη. Αὐτὸ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ αὐτὸ δηλῶ, ὥστε νὰ μὴ ἐπέρχηται σύγχυσις.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἑξῆς: Νὰ προκληθῇ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτῆς.
§94ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος τὸν λόγον. Ἔχομεν νομοσχέδιον, ἔχομεν μίαν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχομεν καὶ μίαν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαρκέτη. Τίς θὰ ψηφισθῇ, παρακαλῶ;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τοῦ κ. Μαρκέτη.
§96ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπωτέρα;
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§98Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κύριε Πρόεδρε, ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, τότε θέσατε τὸ ζήτημα, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ μεταξὺ τῆς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μαρκέτη, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ἄλλην ἀμφιβολίαν, διότι, ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρκέτη, μένει ἡ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἢ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαρκέτη ἢ τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ψηφίσωμεν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν ὅτι ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρκέτη καί, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀπορριφθῇ αὕτη, τεκμαίρεται ὅτι γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς.
§100Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον. (Θόρυβος).
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπορριφθείσης τῆς τροπολογίας δὲν τεκμαίρεται ὅτι γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ τεθῇ καὶ αὕτη εἰς ψηφοφορίαν μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ κάμωμεν ἑξακοσίας ψηφοφορίας διὰ μίαν τροπολογίαν!
§104Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέξεις. Τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη ἐν ἄρθρῳ 7, περιλαμβάνει τρεῖς παραγράφους. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐτροπολόγησε καὶ τὰς τρεῖς ταύτας παραγράφους. Ἐπὶ τῶν δύο πρώτων δὲν ὑπάρχει συζήτησις, διότι ἅπαντες εἴμεθα σύμφωνοι ἐντελῶς. Τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὑπετροπολόγησε—διότι ὑποτροπολογία καλεῖται ἡ πρότασις αὐτοῦ. Καλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων κειμένων. Ἐννοεῖται ὅτι πρὸ τοῦ κυβερνητικοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποστηρίζει, ἀποδεχομένη τὸ ἕτερον, εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν· ἀλλά, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς γενικῆς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχει τὴν ὑποτροπολογίαν τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας κατὰ προτίμησιν δέον ν’ ἀποφανθῇ, διότι οὕτω πως δύναται νὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος. Ἐὰν ἀπορριφθῇ ἡ ὑποτροπολογία τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, τότε ἡ Βουλὴ θὰ κληθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§105Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τί ἄλλο εἴπομεν ἡμεῖς;
§106Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαδικασία, Κύριοι, τὴν ὁποίαν κανονικῶς ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν. Ἐγὼ δὲν ἐξεδήλωσα γνώμην ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου. Λέγω μόνον ὅτι, ἐὰν θέλωμεν πρακτικῶς ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῶν θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ καλεῖται ἵνα ἐξενέγκῃ ἀπόφασιν, ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν τὸν Κανονισμὸν ἀποφασίζοντες πρῶτον ἐπὶ τῆς ὑποτροπολογίας, κατόπιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας, διότι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δεχθῇ οὐδὲ τὴν τροπολογίαν καὶ τότε θὰ ἔχωμεν τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ λύσις.
§107Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη μία πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως· πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ἡ ἔγγραφος καὶ ὄχι αἱ προτάσεις τῶν διαφόρων Βουλευτῶν περὶ διαιρέσεως ἢ μὴ διαιρέσεως. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις—διότι συγχύζομεν τὰ ζητήματα —καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς θὰ γίνῃ ψηφοφορία. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἐγγυτέρας οὔτε περὶ ἀπωτέρας προτάσεως. Μία εἶναι ἡ πρότασις. Ἐὰν ἡ πρότασις γίνῃ δεκτή, θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ τί θὰ γίνῃ κατόπιν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οἱ κατὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ παρόντος νόμου διωρισμένοι ἀντεισαγγελεῖς διατηροῦνται ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ παρόντος νόμου».
§109Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τίποτε ἄλλα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναί· οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Πρῶτον ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῆς προτάσεως.
§111Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία, νομίζω ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ὀνομαστικῆς κλήσεως θὰ θεωρήσωσιν ἴσως τὴν πρότασιν ματαίαν καὶ παρακαλῶ νὰ δηλώσωσι μήπως ἀποσύρουσι τὴν πρότασιν.
§112Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§113Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀποσύρει τὴν πρότασίν του ὁ κ. Μαρκέτης.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπεσύρθη ἡ πρότασις ἀπὸ τοὺς ὑποβαλόντας.
§115Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἀπὸ ὅλους.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πλὴν ὑμῶν. Δὲν εἶναι ἄλλος.
§117Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δεκαπέντε.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀπέσυραν.
§119Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὰ ὀνόματα, κύριε Πρόεδρε. Μόνον ὁ κ. Μαρκέτης ἐδήλωσεν ὅτι ἀποσύρει.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§121Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν θεωρεῖ τὸ ζήτημα πολιτικὸν ἢ ὄχι, διότι, ἐὰν ναί, ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὄχι, κατά.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος τί λέγει;
§123Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί.
§124Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτάσσεται ἡ ἔρευνα ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου ἂν οἱ δηλώσαντες ἐπιμένουσι.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ γίνεται.
§126Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἐφαρμόζετε τὸν Κανονισμόν. Ἤρξατο ἡ ψηφοφορία καὶ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ἐψήφισαν ἤδη ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ κ. Γεωργόπουλος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θὰ γίνῃ ψηφοφορία τακτική. Καθίσατε εἰς τὰς θέσεις σας. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος;
§128Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψήφισα ἤδη ναί.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φ. Νέγρης;
§130Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ θεωρεῖ ὡς ὑπουργικὸν ζήτημα λέγω ναί.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. (Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν καὶ τῶν λοιπῶν ὀνομάτων τῆς προτάσεως). Δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός, κύριε Γεωργόπουλε, ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀπορρίπτεται. Ματαιοῦται ἡ ψηφοφορία.
§132Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει.
§133Ι. ΜΑΝΕΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Γεωργόπουλος ἐκλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον;
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι δεκαπέντε.
§135Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ἐργασίαν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὁ κ. Γεωργόπουλος.
§136Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει πλέον νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ καταισχύνη τῆς Βουλῆς.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι δεκαπέντε, καὶ ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...
§138Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 7 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη βεβαίως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§140Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§141Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ ἡσυχία.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. Θ’ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ ἄρθρον καὶ αἱ τροπολογίαι (ἀναγινώσκει): «Πρόεδρος Πρωτοδικῶν διορίζεται ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ πενταετίαν ὡς πρωτοδίκης. Ἐφέτης διορίζεται ὁ ὡς πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἐπὶ δύο ἔτη, ἢ ὡς πρωτοδίκης ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη ὑπηρετήσας, ἢ ἐν συνόλῳ ὡς πρωτοδίκης καὶ πρόεδρος Πρωτοδικῶν συμπληρώσας ἑπταετίαν. Ἀρεοπαγίτης διορίζεται ὁ ἐπὶ ἑξαετίαν ὡς ἐφέτης, ἢ ἐπὶ τετραετίαν ὡς τοιοῦτος καὶ ἐπὶ τριετίαν ὡς πρόεδρος Πρωτοδικῶν ὑπηρετήσας. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ πρόεδρος Ἐφετῶν διορίζεται ὁ ἐπὶ ἑξαετίαν ὡς ἀρεοπαγίτης ἢ ὁ ἐπὶ δεκαετίαν ὡς ἐφέτης ὑπηρετήσας. Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου διορίζεται ὁ ἐπὶ τριετίαν ὡς ἀντιπρόεδρος αὐτοῦ, ἢ ἐπὶ δεκαετίαν ὡς ἀρεοπαγίτης, ἢ ὡς πρόεδρος Ἐφετῶν ἐπὶ τριετίαν καὶ ὡς ἀρεοπαγίτης ἐπὶ τριετίαν ὑπηρετήσας. Ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται νὰ γίνῃ καὶ πρόεδρος αὐτοῦ, ἂν συνεπλήρωσε τριετίαν ὡς ἀρεοπαγίτης». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀρ. Ἀντωνοπούλου.
§143Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον.
§145Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 8 ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται νὰ γίνῃ καὶ πρόεδρος αὐτοῦ, ἐὰν συμπληρώσῃ τριετίαν ὡς ἀρεοπαγίτης. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν οἱ εἰσαγγελεῖς νὰ ὑπῆρξαν δικασταί, διότι ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος εἶναι ὅλως κεχωρισμένος ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, συνεπῶς ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 8 εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν πρὸς τὸ εἰσαγγελικὸν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον καθίσταται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν πρόκειται περὶ διατάξεως ἀφορώσης μόνον πρόσωπά τινα, περὶ διατάξεως προνομιακῆς καὶ χαριστικῆς, ἄλλο τὸ ζήτημα, ἀλλὰ, ἐὰν πρόκειται περὶ γενικοῦ ζητήματος, τότε νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι εὑρίσκεται εἰς τελείαν ἀντίφασιν πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς.
§146Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐπεφυλάχθην κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ εἴπω ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λίαν ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγάρων συνάδελφος, διότι ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν εἶπον, ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐμμένει εἰς τὸν χωρισμὸν τοῦ εἰσαγγελικοῦ ἀπὸ τοῦ δικάζοντος κλάδου. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὐτὴ ὑπάρχει καὶ ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ περὶ τῆς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω λόγον. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς πάλιν συγχέομεν τοὺς δύο κλάδους, διότι, ἐὰν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται νὰ γίνῃ καὶ πρόεδρος αὐτοῦ, ἐὰν συνεπλήρωσε τριετίαν ὡς ἀρεοπαγίτης, τότε αὐτοὶ οἱ δύο κλάδοι δὲν θὰ μείνωσι κεχωρισμένοι, ὡς σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ τοὺς τηρῇ ἐντελῶς κεχωρισμένους.
§147Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ χωρισμός, κύριε Πρόεδρε, τῶν δύο κλάδων δὲν εἶναι χωρισμὸς ἀποκλειστικός, τουτέστι ν’ ἀποκλείηται ὁ εἷς ἐκ τοῦ ἄλλου καὶ ὁ ἕτερος ἐκ τοῦ ἑτέρου. Βεβαίως καὶ οἱ δύο κλάδοι — καὶ αὐτὸ εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ — πρέπει νὰ βαδίζωσι παραλλήλως, καίπερ κεχωρισμένοι. Εἰς τὰ ἀνώτατα ὅμως ἀξιώματα ἐγὼ διαφωνῶ οὐχὶ ἐκ παραβλέψεως, ὅπως ἐπίστευσεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητής, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἀντιλαμβάνονται πάντες τοῦ νὰ εὑρεθῶσι τὰ καταλληλότερα πρόσωπα ἐφ’ ὅσον προβαίνομεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ δὲν πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὑρεθῇ εἰς μίαν στιγμὴν ἐνώπιον κύκλου στενοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε, καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῆς, ὅτι ἡ τριετὴς αὕτη ἄσκησις καθιέρωσε δικαστικὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τὸν ἀνώτερον εἰσαγγελέα τοῦ Κράτους θὰ εἶναι ἐπαρκής, ὥστε ἐν δεδομένῃ περιπτώσει νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ σκεφθῇ ἂν εἶναι ἢ ὄχι κατάλληλος καὶ διὰ τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καὶ διὰ τὴν ἕδραν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§148Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσιν ὀρθῶς ὑπὸ ἔποψιν ἀρχῆς, καὶ ὡς διετυπώθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ὡς διετυπώθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Εἶναι ἀναμφισβητήτως ὀρθὴ ἡ ἀρχή, νὰ εἶναι κεχωρισμένος ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος ἀπὸ τὸν δικαστικόν. Προκειμένου περὶ τῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ δὲν προκύπτουσιν αἱ αὐταὶ περιπτώσεις. Ὁ εἰσαγγελεὺς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς νομολογίας τῆς τε ποινικῆς καὶ τῆς ἀστικῆς. Κατὰ συνέπειαν πᾶν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν αὐτήν, πρέπει νὰ ἔχῃ γενικὰς γνώσεις ἐπὶ τῆς νομοθεσίας, ὡς καθιστῶμεν δ’ ἐνταῦθα τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν δημιουργοῦμεν αὐτοὺς ποινικολόγους, καὶ τούτου ἕνεκα δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις μίαν ἡμέραν νὰ λάβῃ ἕνα εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ νὰ τὸν θέσῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι οὗτος θὰ εὑρίσκηται ἐν μεγίστῃ ἀδυναμίᾳ περὶ τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἐφ’ ὅσον ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελεὺς εἶναι ἐπόπτης τῆς γενικῆς νομολογίας. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὴν οἰκονομίαν του, διότι ἐν ἄρθρῳ 11 ὁρίζονται τὰ προσόντα τῆς ἐκλογῆς τοῦ εἰσαγγελέως παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ὁρίζεται ὅτι (ἀναγινώσκει): «εἰσαγγελεὺς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ διορίζεται ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ τριετίαν ὡς ἀντιπρόεδρος αὐτοῦ ἢ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ὡς ἀρεοπαγίτης κλπ.». Φαίνεται προφανὴς ἡ διάθεσις τοῦ νομοθέτου, ὅπως τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου θεωρῇ κάτοχον τῆς ἀστικῆς καὶ ποινικῆς νομοθεσίας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἄρθρῳ 11 δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ πρωθυστέρως ἐν ἄρθρῳ 8 νὰ διατάξῃ, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δικαιοῦται νὰ μετέχῃ τῆς προαγωγῆς διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι συνεπὲς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Θὰ εἶναι δ’ ἐπικινδυνωδέστατον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ νῦν καθεστῶτος, διότι γινώσκομεν ἐκ πείρας, ὅτι εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου οὐδεὶς ἀνῆλθε χαριστικῶς, ἀλλ’ ὅλοι μὲ τὴν ἐπιστημονικήν των ἀξίαν.
§149Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου Βουλευτὴς ἀντέταξεν ὡς καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν παρατήρησίν μου ἀντέταξεν ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Βοκοτόπουλος, εἶναι παραπειστικόν, διότι ἀκριβῶς ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ἄρθρον 8 περιέχει τὴν διάταξιν ταύτην ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἄρθρον 11 νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ αὐτὸ ἄτοπον. Προηγεῖται τὸ ἄρθρον 8 καὶ συνεπῶς αὐτὸ κατὰ πρῶτον συγχέει τοὺς δύο κλάδους. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτιον ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 11 περιπίπτει εἰς τὸ αὐτὸ σφάλμα. Ἀλλὰ ποῖον ἦτο τὸ ἐπιχείρημα ἢ μᾶλλον τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βάλτου συναδέλφου; Τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημά του ἦτο τὸ ἑξῆς....
§150Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ τονίζετε τὸ τελευταῖον.
§151Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ τελευταῖον δι’ ἐμέ εἶναι πρῶτον. ....ὅτι οἱ μέχρι τοῦδε εἰσαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν διωρίσθησαν χαριστικῶς. Τοῦτο ἀποτελεῖ ὕβριν διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν. Ἐγὼ δύναμαι νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν, ὅτι γνωρίζω εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των. Γνωρίζω εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ἴσως θὰ ἠδύναντο νὰ καταλάβωσιν ἐπαξίως καὶ αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἕτερον ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βάλτου εἶναι, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι εἰσηγητὴς τῆς νομολογίας παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ συγχέηται ἡ ποινικὴ ἰδιότης τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πλημμελειοδικῶν πρὸς τὴν ὅλως ἰδιαιτέραν, τὴν ἐξαιρετικὴν ἰδιότητα τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτῶ· πῶς προάγονται καὶ γίνονται ἀρεοπαγῖται καὶ θεωροῦνται ἱκανοὶ νὰ καταστήσωσι τὴν νομολογίαν οἱ δικασταὶ τῆς οὐσίας; Ὅτε δὲ ὁ καθιστῶν τὴν νομολογίαν, ὁ δικαστὴς τῶν τύπων, προέρχεται ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας, διατί θέλετε ὁ εἰσηγητὴς τῆς νομολογίας νὰ μὴ προέρχηται ἀπὸ τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον;
§152Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἐπιχείρημά μου εἶναι, ὅτι οἱ κάτοχοι τῆς ἀστικῆς νομοθεσίας γινώσκουσι τὰ ποινικά, ἐνῷ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ Πλημμελειοδικῶν ἀσχολοῦνται εἰς τὰ ποινικὰ καὶ ἑπομένως ἀποχωρίζονται ἀπὸ τὸ ἀστικὸν δίκαιον.
§153Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ καταλάβωσιν ἀνωτέραν θέσιν καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν νὰ γίνωνται εἰσαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ κλάδος ὁ εἰσαγγελικὸς εἶναι λίαν περιωρισμένος παρ’ ἡμῖν, αἱ θέσεις εἶναι ὀλίγαι καὶ κλείετε τὴν ἀνωτάτην θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ηὐδοκίμησαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν ψηφίσητε τὴν διάταξιν ταύτην, οὐδέποτε τὴν εἰσαγγελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου θέλει καταλάβει πρόσωπον προερχόμενον ἐκ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, ἀλλ’ οἱ εὐνοούμενοι τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§154Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. ἐκ Δωρίδος συνάδελφος ἠθέλησε παραπειστικῶς ν’ ἀνατρέψῃ τὰ ἐπιχειρήματά μου λέγων ὅτι ἐγὼ παραπειστικῶς ὡμίλησα. Τίς κατηγόρησε τοὺς παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελεῖς; Οὐδείς. Εἶπον μόνον ὅτι ὡς ἐκ τῆς δικαιοδοσίας των εἶναι δεινότεροι περὶ τὰ ποινικά, διότι ὀλιγώτερον ἀσκοῦνται εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Οὐδεὶς ἐμποδίζει αὐτοὺς νὰ καταλάβωσιν ἀνώτατα ἀξιώματα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι τὸ ἄρθρον 10 ἐπιτρέπει τοῦτο εἰς αὐτούς, ἐὰν ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ τριετίαν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀρεοπαγίτου, θὰ ἦτο δ’ ἐπιθυμητὸν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καί τινες ἐκ τῶν παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέων, ἐὰν οὗτοι κριθῶσιν ἱκανοὶ παρὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, καὶ οὕτω νὰ ἔχωμεν εἰσαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκ τοῦ κλάδου τῶν εἰσαγγελέων προελθόντας. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ὑπολάβω ποτὲ ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος κακῶς ἢ ἀστόχως ἐξέλεξε τοὺς εἰσαγγελεῖς του, ἐφ’ ὅσον τοιοῦτοι ἦταν ὁ Παπαδιαμαντόπουλος, ὁ Ἀγαθόνικος καὶ ἤδη ὁ κ. Τζιβανόπουλος.
§155Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται νὰ γίνῃ καὶ πρόεδρος αὐτοῦ. Τὸ ἐννοῶ δ’ ὡς ἐκ τῆς δυσχερείας περὶ τὴν εὕρεσιν προσώπων, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἀνωτάτη κορυφὴ καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἐγκρατὴς ἐπίσης καὶ τοῦ ἀστικοῦ ὡς καὶ τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατί, διὰ νὰ γίνῃ ὁ εἰσαγγελεὺς πρόεδρος, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ προσὸν τῆς τριετοῦς ὑπηρεσίας ὡς ἀρεοπαγίτης. Τοῦτο θὰ φέρῃ δυσχερείας ἐν τῷ μέλλοντι, καθόσον ἡμεῖς δὲν νομοθετοῦμεν διὰ τὰ νῦν ὑπάρχοντα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω, ὥστε νὰ γινώσκω περὶ τῶν προσόντων των. Ἐν τῷ μέλλοντι, ἀφοῦ διαιρέσωμεν τοὺς δύο κλάδους, τὸν εἰσαγγελικὸν ἀπὸ τοῦ δικάζοντος, ὡς διὰ σινικοῦ τείχους, δὲν θὰ ἔχητέ ποτε εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου δυνάμενον νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ προέδρου αὐτοῦ, διότι μετὰ εἰκοσαετίαν δὲν θὰ εἰσέρχηται κανεὶς εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἐκ τοῦ δικάζοντος.
§156Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ᾧ πρόκειται περὶ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου.
§157Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ταῦτα περὶ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Περὶ δὲ τοῦ ἀντεισαγγελέως διατί δὲν ἰσχύουσι τὰ αὐτά; Ἐγὼ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου οὔτε τὸν κ. Τζιβανόπουλον οὔτε τὸν κ. Μανιάκην, διότι οἱ νόμοι γίνονται διὰ τὸ μέλλον, ὑποθέτω δ’ ὅτι αὐτὴ ἡ φιλοτιμία τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖ νὰ εἶναι διαρκὴς ὁ νόμος καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει μόνον τὴν παροῦσαν ἐποχὴν καὶ κατάστασιν. Ἐὰν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν ἐνταῦθα, εἶναι ὀρθὰ διὰ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι ἐπίσης ὀρθὰ καὶ διὰ τὸν ἀντεισαγγελέα, διότι τὰ καθήκοντα αὐτοῦ εἶναι τὰ αὐτὰ πρὸς τὰ τοῦ εἰσαγγελέως. Διατί θέλετε ὁ ἀντεισαγγελεὺς νὰ προέρχηται ἀπὸ τὸν κλάδον τῶν εἰσαγγελέων; Ὅ,τι δεχθῆτε διὰ τὸν εἰσαγγελέα, τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ δεχθῆτε καὶ διὰ τὸν ἀντεισαγγελέα.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ...
§159Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει καὶ τρίτον ἐδάφιον.
§160Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ κείμενον ὡς πρὸς τὸν ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ προστεθῇ, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται νὰ γίνῃ ἀντιπρόεδρος, ἐὰν συμπληρώσῃ τριετῆ ἢ τετραετῆ ὑπηρεσίαν ὡς ἀρεοπαγίτης.
§161Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει καὶ τοὺς ἐκτὸς τοῦ Κράτους ὑπηρετοῦντας δικαστάς, τοὺς ὁποίους τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως παραλείπει. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ συμπεριληφθῶσι καὶ οὗτοι.
§162Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ προσοχὴν δι’ ὀλίγα λεπτά. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 8 ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι λυσιτελέστερον, διότι καθιστᾷ προσόντα διὰ τὴν προαγωγὴν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν πλειότερα, διότι ὁρίζει ὀκταετίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ πρωτοδίκου, ἐνῷ τὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον ὁρίζει πενταετίαν. Γινώσκομεν δ’ ὅτι ἕνεκα τῆς εὐρύτητος τῶν χρονικῶν προσόντων, δηλαδὴ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας ὡς προσόντος, ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο μέχρι τοῦδε περὶ τὴν ὑπερπήδησιν κατ’ ἀρχαιότητα ἐκ μέρους ἀνωτέρων δικαστῶν, διότι ἀκριβῶς εὐρύνοντες τὸν κύκλον τῶν αἰτούντων εὐρύνομεν καὶ τὸν κύκλον τῶν πιεζόντων. Ἐὰν ἀπαιτήσωμεν ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν πρωτοδίκου, θὰ σμικρύνωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν πιεζόντων, ἐπειδὴ δὲ καὶ ὑμεῖς ἀνωμολογήσατε ὅτι καὶ τὰ μέλη τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου ἄνθρωποι εἶναι καὶ εἰς ἀνθρωπίνας ἀδυναμίας ὑπόκεινται, δὲν εἶναι ὀρθὸν ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ βάρος μεγάλου ἀριθμοῦ πιεζόντων; Φρονῶ δ’ ὅτι κατ’ οὐδὲν ἀδικεῖται ὁ πρωτοδίκης ὁ παραμένων ἐπὶ ὀκταετίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, τοὐναντίον θὰ ἔχωμεν προέδρους ἐμπειροτέρους. Ἐπίσης θεωρῶ ὀρθότερον, ἵνα κατὰ πρῶτον βαθμὸν προάγωνται οἱ πρωτοδίκαι εἰς προέδρους τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ κατὰ δεύτερον εἰς ἐφέτας, διότι συμβαίνει τὸ ἄτοπον νὰ προάγωνται εἰς προέδρους Πρωτοδικῶν τινες καὶ ἄλλοι νὰ προάγωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς ἐφέτας, κατόπιν δὲ νὰ προάγωνται οἱ πρῶτοι ἀπὸ προέδρους Πρωτοδικῶν εἰς ἐφέτας καὶ νὰ εὑρίσκωνται συνεδριάζοντες μετ’ ἐφετῶν ἀρχαιοτέρων, οἱ ὁποῖοι ὡς πρωτοδίκαι ἦσαν ἀνώτεροι. Ταῦτα ἀντίκεινται εἰς τὴν καλῶς ἐννοουμένην δικαστικὴν ἱεραρχίαν. Ἐπίσης τοῦτο εἶναι ὀρθόν, ἵνα μὴ σκανδαλίζωμεν τοὺς δικαστὰς περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν θέσεων, διότι εἰς ἄλλους ἡ θέσις τοῦ ἐφέτου εἶναι λυσιτελεστέρα ἐκ τοῦ τόπου τῆς διαμονῆς, εἰς ἄλλους ἡ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ἕνεκα τῶν ἐπακολουθούντων τὴν θέσιν νομίμων ὠφελημάτων. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν τοὺς δικαστὰς νὰ προάγωμεν εἰς προέδρους καὶ μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν εἰς ἐφέτας. Θεωρῶ ὅτι διὰ τούτου δὲν μεταβάλλεται ἡ ἔννοια τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, δὲν νομίζω δ’ ὅτι δύναται νὰ θίγηται ἡ φιλοτιμία τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἐμμένῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ προκειμένη τροπολογία κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι ὀρθοτέρα.
§163Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παρέχει ἀσφαλεστέρας ἐγγυήσεις.
§164Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπίσης συνιστῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε περὶ τοῦ ἀντεισαγγελέως παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ προστιθεμένη εἰς τὸ ἑξῆς ἐδάφιον, «ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ πρόεδρος Ἐφετῶν διορίζεται ὁ ἐπὶ ἑξαετίαν ὡς ἀρεοπαγίτης ἢ δεκαετίαν ὡς ἐφέτης ὡς ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὁ ἐπὶ τριετίαν ὡς ἀρεοπαγίτης ὑπηρετήσας» καὶ οὕτω κανονίζομεν τὴν θέσιν τοῦ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως.
§165Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, ὃν δέον νὰ ἔχωσιν οἱ πρωτοδίκαι πρὸς προαγωγὴν εἰς ἀνώτερον βαθμόν, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον ὁρίζει, δὲν εἶναι ἐπαρκής.
§166Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πολὺ καλά· ἂς γίνῃ ὀκταετία.
§167Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι τοῦδε δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, καθ’ ὃ νὰ προήχθη δικαστὴς ἀμέσως μετὰ πενταετίαν. Τὸ βʹ μέρος τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βάλτου, κατὰ τὸ ὁποῖον δέον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἀφορῶσα τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς τῶν συμπληρωσάντων τὸν χρόνον καὶ καθ’ ἣν οἱ πρωτοδίκαι δέον πάντες προηγουμένως νὰ γίνωνται πρόεδροι Πρωτοδικῶν καὶ κατόπιν ἐφέται, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν. Φρονῶ ὅτι ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὀρθόν, διότι εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ θέσις τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν δὲν εἶναι ἁπλῶς δικαστικὴ θέσις, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ καὶ διοικητικὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἄριστος δικαστὴς δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ. Τούτου ἕνεκα φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς προαγωγῆς, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκλέξῃ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μὲν κατάλληλα διὰ διοικητικὰ καθήκοντα, ἀλλ’ εἶναι ἄριστα ἵνα γίνωσιν ἐφέται.
§168Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δέχομαι ἡ πενταετία νὰ γίνῃ ὀκταετία προκειμένου περὶ τοῦ χρόνου τῆς προαγωγῆς τῶν πρωτοδικῶν εἰς προέδρους καὶ ἐφέτας καὶ ταυτοχρόνως πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ γʹ παράγραφος τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικαστάς, τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.
§169Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται εἰς γʹ ἀνάγνωσιν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τροπολογίας καὶ ὑποτροπολογίας, πρέπει ἕκαστον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, νὰ τὸ συσχετίζωμεν μὲ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ὅλην οἰκονομίαν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν σκοπῇ νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς τῶν δικαστῶν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἔταξε τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς κατ’ ἀρχαιότητα τοῦ βαθμοῦ, ἐξ οὗ προάγεται ὁ δικαστής, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δεχθῇ ὡς βάσιν τῆς προαγωγῆς τὴν ἀρχαιότητα τοῦ βαθμοῦ, ἐξ οὗ προάγεται ὁ δικαστής, τότε κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 8, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο μάλιστα καὶ διετυπώθη οὕτω, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς προαγωγῆς τῶν δικαστῶν κατ’ ἀρχαιότητα ἐκ τοῦ βαθμοῦ, ἐξ οὗ προάγονται, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου. Ἐὰν ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 8 ὡς τοῦτο ἀνεγράφη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγὴν διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διατυπώσῃ τὸ ἄρθρον, μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ σκέψιν, ὡς τὸ διετύπωσεν. Ἑπομένως πρέπει νὰ προσέξωμεν τὸ ἄρθρον 8 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 13 καὶ ἂν παραδεχθῶμεν εἰς τὸ ἄρθρον 13 τὸ ἀφορῶν τὴν προαγωγὴν τῶν δικαστῶν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, τότε κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον 8 τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω δ’ ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν καὶ τὰ δύο ἄρθρα ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἡ προαγωγὴ κατ’ ἀρχαιότητα εἶναι ἡ μόνη ἐξασφαλίζουσα τοὺς δικαστὰς ἀπὸ πάσης ἐπηρείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι εἶναι φραγμός, ὅστις τίθεται καὶ ἐναντίον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐναντίον τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου καὶ ὁ ὁποῖος συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ὑπάρχῃ μεγαλειτέρα πεποίθησις εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§170Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἂν εἶναι εἷς ἀνίκανος, πρέπει νὰ προβιβασθῇ;
§171Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὄχι. Ἰσχύει ὅ,τι εἰς τὸν στρατόν· ἐὰν εἶναι ἱκανός, προάγεται· ἐὰν ὄχι, θεωρεῖται στάσιμος.
§172ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι τὸ ἄρθρον ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον τὸ κανονίζον τὴν ἀρχαιότητα. Ἵνα προαχθῇ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν δικαστικὸς ὑπάλληλος, προάγεται ἐκ τοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Ὑποθέσατε ὅτι πρόκειται νὰ γίνωσιν ἐφέται καὶ ὑπάρχουσιν ὑποψήφιοι· εἷς πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἔχων 8 ἔτη ὡς πρωτοδίκης καὶ δύο ἔτη ὡς πρόεδρος Πρωτοδικῶν καὶ εἷς πρωτοδίκης ἔχων 15 ἔτη ὡς πρωτοδίκης καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐφέτης. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχουσιν ἀμφότεροι τὰ προσόντα καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἐπέλθῃ ἀνυπέρβλητος δυσχέρεια, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ὁποίας εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διετυπώθη, διότι ἄλλως θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ βεβαιωθῇ τίς εἶναι ὁ ἀρχαιότερος καὶ θὰ γεννηθῶσι δικαστικοὶ ἀγῶνες καὶ ἔριδες.
§173Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ παντὸς δὲν πρέπει ἐξερχόμενοι ἐξ αὐτοῦ νὰ προεξοφλήσωμεν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν προαγωγήν, διότι δὲν γνωρίζομεν ἂν αὐτὴ θὰ εἶναι κατ’ ἀρχαιότητα ἢ κατ’ ἐκλογήν· τοῦτο θὰ συζητήσωμεν. Ὀφείλομεν νὰ ἐμμείνωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νομοσχεδίου μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν προαγωγήν. Δι’ αὐτὸ παρατηρῶ τὴν στιγμὴν ταύτην ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν τὴν ὀκταετίαν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κρίσιν μας, ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ κυβερνητικὸν μὲ τὴν προσθήκην τὴν ἀφορῶσαν τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.
§174Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν δύναται πλέον ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν προαγωγὴν κατ’ ἀρχαιότητα, ἐνῷ, ἂν δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον 8 τῆς ἐπιτροπῆς, τότε ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἀποφασίσῃ ὁπωσδήποτε θέλουσι περὶ τῆς προαγωγῆς, εἴτε κατ’ ἀρχαιότητα εἴτε κατ’ ἐκλογήν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐνῷ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου 8, ὡς ἔχει ἐν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ, δεσμεύει τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ μὴ δύναται πλέον νὰ ψηφίσῃ τὴν κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγήν, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου 8, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν δεσμεύει τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ψηφίσῃ εἴτε τὴν κατ’ ἀρχαιότητα εἴτε τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγήν.
§175Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ θέλω, νὰ μὴ δεσμευθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ἐὰν πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ δεσμευθῇ, βεβαίως τὸ δέχομαι.
§176Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται προσοχή, διότι καὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐπεκράτησε σύστημα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν τροποποίησιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 8, δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ προχωρήσωμεν, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ κατόπιν ἄρθρα τῆς ἐπιτροπῆς γίνωσι δεκτά, διότι ταῦτα θὰ εἶναι ἀνεφάρμοστα. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§177Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου 8 ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως θὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα κατόπιν νὰ καθιερώσωμεν τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν κατ’ ἀρχαιότητα. Ἐὰν πεισθῶ περὶ τούτου, βεβαίως καὶ ἐγὼ ἔχω ἀντίρρησιν, διότι κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὸ σύστημα τοῦ προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογήν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Κερκύρας νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διατί, ψηφιζομένου τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγήν.
§178Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Διότι ἡ ἀρχαιότης θὰ κανονισθῇ ἐκ τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς αὐτῆς τάξεως ἐξ ἧς προάγονται, διὰ τούτου δὲ τοῦ ἄρθρου καθιεροῦμεν αὐτὴν τὴν διαδοχικὴν ἱεραρχίαν, πρόεδροι, ἐφέται κλ., διότι ἄλλως θὰ εἴχομεν ἕνα πρόεδρον Πρωτοδικῶν ἐπὶ 10 ἔτη καὶ ἕνα ἐφέτην ἐπὶ 7 ἔτη. Ποῖος θὰ προτιμηθῇ; Ποῖος εἶναι ὁ ἀρχαιότερος.
§179Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐὰν εἴπωμεν «ὁ ἐν τῷ βαθμῷ ἀρχαιότερος» τελειώνουσιν ὅλα.
§180Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ νὰ κρατήσωμεν βαθμὸν πρέπει νὰ θέσωμεν τὸ ἄρθρον 8 τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἀρχαιότης εἰς δύο βαθμοὺς συγχρόνως. Ἡ ἀρχαιότης θὰ ὑπολογισθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμόν, κατὰ τὴν αὐτὴν τάξιν. Ἀρχαιότης μεταξὺ πρωτοδικῶν, ἀρχαιότης μεταξὺ προέδρων Πρωτοδικῶν, ἀρχαιότης μεταξὺ ἐφετῶν, ἀλλ’ ἀρχαιότης πρωτοδικῶν καὶ ἐφετῶν ὁμοῦ ἢ ἀρχαιότης μεταξὺ πρωτοδικῶν καὶ προέδρων Πρωτοδικῶν δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν διετυπώσαμεν τὸ ἄρθρον 8 ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§181Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8. Ὁμολογουμένως ἡ ἐπιτροπὴ ἐκαινοτόμησεν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα, διότι ἐννοεῖ νὰ προάγωνται οἱ πρωτοδίκαι εἰς προέδρους καὶ οἱ πρόεδροι εἰς ἐφέτας, νὰ καθιερωθῇ δηλαδὴ ἀρχὴ ἱεραρχική, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαιοτάτη, διότι ἐπιζητεῖ ὅπως οἱ πρωτοδίκαι προαγόμενοι εἰς προέδρους ἀποκτήσωσι καὶ τὴν πεῖραν τοῦ προέδρου ἐν τῇ διοικήσει τῶν δικαστηρίων, διότι ἔχομεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε κρατούντων πολλὰ ἄτοπα νὰ ἐπιδείξωμεν, ἐξ ὧν πᾶς τις δύναται νὰ πεισθῇ, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα δὲν ἦσαν συμφέροντα διὰ τὴν δικαιοσύνην. Εἶναι δὲ δυνατὸν ἐξ ἄλλου ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ πρὸς κατάληψιν θέσεων ἐφετῶν νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ μηδ’ αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος τί νὰ κάμῃ, διότι τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ στέλλῃ δύο καταλόγους, ἕνα κατάλογον ἐκ τῶν πρωτοδικῶν καὶ ἕτερον ἐκ τῆς τάξεως τῶν προέδρων, προκειμένου νὰ κανονισθῇ τίς θὰ προαχθῇ. Ἀπορῶ διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θέλει νὰ δεχθῇ τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι καθιερωμένη εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὡς εἶναι καὶ ἐν τῷ στρατῷ, ὅπου δὲν δύναται ὁ ἀνθυπολοχαγὸς νὰ γίνῃ λοχαγός, θὰ γίνῃ πρῶτον ὑπολοχαγὸς καὶ εἶτα λοχαγός. Ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν ἐγίνετο τοῦτο, καιρὸς εἶναι νὰ θελήσωμεν νὰ διορθώσωμεν τὸ ἄτοπον θέτοντες προαγωγὴν βαθμιαίαν χρήσιμον ὅπως κτηθῶσι καὶ αἱ ἐπιστημονικαὶ γνώσεις ἀλλὰ καὶ ἡ τῆς διοικήσεως πεῖρα.
§182Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως δέχομαι ἤδη ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ παρατήρησις. Νομίζω ὅθεν μετὰ ταῦτα ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν δεσμεύει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Διὰ τὸ ἕτερον ζήτημα, ἂν πρόκειται νὰ δώσωμεν εἰς τὸ συμβούλιον δικαιώματα, ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι ὅτι πρέπει νὰ τὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ περιωρισμένα· δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῶν εὐνοιῶν, δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τοὺς δικαστὰς ἀπὸ τὴν ἀπολυταρχίαν τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ ὑποβάλωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἱκετεύω τὴν Κυβέρνησιν χάριν τοῦ σώματος τοῦ δικαστικοῦ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διάταξιν ταύτην.
§183Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι σπουδαῖον καὶ ἀκριβῶς ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σχηματίσῃ μίαν γνώμην ἂν θὰ δεχθῇ ἢ δὲν θὰ δεχθῇ τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγῆς. Καὶ ἂν μὲν δέχησθε τὴν κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγήν, ἐὰν θέηλτε τουτέστι νὰ σεβασθῆτε τὴν ὑπηρεσίαν, τότε εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῆτε ἀπὸ τοῦδε τῆς ἐπιτροπῆς τὸ σχέδιον, δεχόμενοι ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς τὸ σχέδιον δὲν δεσμεύεσθε, δὲν ἀποκλείετε καὶ τὴν ἀντίθετον γνώμην.
§184Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά· ἀφοῦ δὲν δεσμεύεται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς διὰ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς, δεχόμεθα τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς· διότι δὲν ἠδυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων νὰ δεσμεύσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Εὐθ. Βελλιανίτου, Σ. Ἀγάθου, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ καὶ Σ. Παϊπέτη. «Εἰς τὴν πρώτην § τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ γʹ κεφαλαίου νὰ προστεθῇ καὶ ὁ ἔχων ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ὡς δικηγόρος, ὁμοίως δὲ καὶ ὡς εἰρηνοδίκης καὶ ἔχων δίπλωμα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου τοὐλάχιστον μὲ τὸν βαθμὸν λίαν καλῶς».
§186Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀφορμὴν ἔχει τὴν ἀποτυχίαν τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, καταρτιζομένου ὡς καταρτίζεται μέχρι τοῦδε καὶ ἰδίως διὰ δικηγόρων. Ἡ ἀποτυχία εἶναι ἀναμφισβήτητος, ἀλλά, διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τὸ ἄτοπον αὐτό, ἀγόμεθα εἰς ἕτερον ἄτοπον· ἀποκλείομεν ἀπὸ τὸν κατ’ ἐξοχὴν ἐνεργὸν καὶ δρῶντα καὶ ὑψίστης σημασίας εἰσαγγελικὸν θεσμὸν τὸ ζωτικώτατον στοιχεῖον, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι καταδικάζομεν τὸν κλάδον τοῦτον δι’ ἐντελοῦς ἀπονεκρώσεως. Ὅσοι, Κύριοι, ὑποστηρίζουσι τὴν γνώμην ὅτι μόνον δι’ ἐξετάσεων πρέπει νὰ στρατολογῆται τὸ εἰσαγγελικὸν προσωπικόν, παραγνωρίζουσι τελείως καὶ τὸν προορισμὸν καὶ τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν σημασίαν τῶν εἰσαγγελέων. Ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει δικαστικὰ καθήκοντα, δύναται νὰ εἶναι ἄριστος νομομαθὴς καὶ ποινικολόγος, δύναται νὰ εἶναι ἀκέραιος καὶ ἀδέκαστος δικαστικὸς λειτουργός, οἰκτρὸς ὅμως εἰσαγγελεύς. Ὁ εἰσαγγελεὺς παρακολουθεῖ ὅλην τὴν κοινωνικὴν κίνησιν, μελετᾷ τὰ πρόσωπα τῆς περιφερείας του καὶ τὴν κατάστασιν, ὀφείλει νὰ ἐντοπίζῃ τὸν κοινωνικὸν κίνδυνον, νὰ εἰσάγῃ τὸ δικαστήριον εἰς ὅλην τὴν ἐγκληματικὴν κίνησιν τῆς περιοχῆς του καὶ νὰ καθιστᾷ τὴν ποινὴν τὴν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τόσον ἐλαστικὴν ὥστε ν’ ἀποκρούῃ τὸν κίνδυνον τὸν ἐκ τοῦ ἐγκλήματος. Ἂν ἀπέτυχεν ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος, παρὰ τὸ ποιὸν τῶν προσώπων τῶν δικαστικῶν, ἀπέτυχεν ὅλη ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν, καὶ ἀπέτυχε, διότι οὐδέποτε ἐθεωρήθη ὡς ὄργανον τῆς κοινῆς τάξεως παράλληλον καὶ ἀνώτερον τῆς Ἀστυνομίας. Ἐφαρμόζονται αἱ ποιναὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα, ἀσχέτως πρὸς τὴν κατάστασιν· οὐδεὶς κίνδυνος κοινωνικὸς ἐμετριάσθη διὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡ κοινωνία ὁρμεμφύτως ἀντιλαμβανομένη τὴν ἀτέλειαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης δυσπίστως φέρεται πρὸς αὐτήν. Ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς πλὴν τούτων, ἐκπροσωπῶν τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν εἰς τὸ δικαστήριον, ὀφείλει νὰ ἔχῃ φυσικὰ προσόντα, νὰ εἶναι εὔγλωττος, νὰ μὴ ὑπολείπηται ἀπὸ τὸν δικηγόρον. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ προσόντα, Κύριοι, πόθεν θὰ τὰ ἀντλήσητε; Μίαν καθιστᾶτε πηγήν, τοὺς ψωραλέους φυγάδας τῶν φροντιστηρίων· αὐτοὶ θ’ ἀναγορεύωσιν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν κοινωνίαν καθόλου κατὰ τῶν πηγῶν τοῦ ἐγκλήματος. Εἰς αὐτοὺς τοὺς νέους τοὺς ἀπείρους, τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὸ δικαστικὸν στάδιον, χωρὶς ποτε νὰ μελετήσωσι τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν, ἐγκεκλεισμένους εἰς τὸ γραφεῖόν των, ἀσχολουμένους περὶ τοὺς τύπους τοὺς δικαστικούς, μεταβάλλοντας τὴν Εἰσαγγελίαν εἰς τέσσαρας τοίχους, κατατριβομένους περὶ τοὺς τύπους, θὰ παραδοθῇ ἡ τύχη τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ δικαστὴς οὐδένα ἄλλον ἔχει ἐκτὸς τῶν εἰσαγγελέων ὁδηγόν, εἰς τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ λάβῃ. Διότι ὁ δικαστὴς δὲν γνωρίζει κἂν πῶς θὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ποινήν, δὲν τὴν προσμετρεῖ εἰς τὸν κίνδυνον, δὲν τὴν καθιστᾷ ὅπλον κοινωνικόν, ἀδιαφορεῖ ἂν ὁ παρουσιαζόμενος κατηγορούμενος εἶναι ὁ κατέχων ἀνωτάτην θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἢ τῇ διοικήσει, διότι ἡ ἀταξία τῆς διοικήσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὔτε κἂν τὴν γνωρίζει ὁ ποινικὸς δικαστής. Καὶ τότε εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα οἱ νέοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θὰ λάβητε ἐκ τῶν ἐξετάσεων ἐκείνων τῶν πενιχρῶν, αὐτοὶ θὰ εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλης τῆς κινήσεως, ἐκεῖνοι θ’ ἀνυψώσωσι τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον καὶ εἰς αὐτοὺς θὰ ἐμπιστευθῆτε ὅλα ἐκεῖνα τὰ συμφέροντα; Ἀλλ’ ὑμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιστᾶτε ἐπόπτην τῆς δικαιοσύνης τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον· διατί δὲν ἐμπιστεύεσθε εἰς αὐτὸ νὰ λαμβάνῃ καὶ ἐκ τῶν δικηγόρων εἰσαγγελεῖς; Δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι δικηγόροι ἱκανοί, δύνανται νὰ ὑπάρξωσι δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρέσκονται εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος, ὅπως ἐξασκεῖται τοῦτο, καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Πῶς λοιπὸν δὲν θέλετε νὰ παραλληλίσητε τοὺς ἀνθρώπους τούτους πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τῶν τύπων καὶ ἀφήνετε νὰ παραγκωνισθῇ ὁ κλάδος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ζῇ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, γνωρίζει τὴν κοινωνίαν, ἵνα περιορισθῆτε εἰς τὸν σχολαστικισμόν, ὁ ὁποῖος ἀπεμώρανεν ὅ,τι ἠδύνατο ν’ ἀπομωράνῃ ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ;
§187ΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως συγκατατεθῇ καὶ ἀπαλειφθῶσιν ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 9 αἱ λέξεις: «δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου διωρισμένος τοιοῦτος» καὶ εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὸ τῆς Κυβερνήσεως· διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 7 ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, ἵνα ἐντὸς τοῦ τριμήνου διατηρήσῃ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους. Ἐὰν τὸ ἄρθρον μείνῃ ὡς ἔχει, οἱ ἀντεισαγγελεῖς αὐτοὶ δὲν δύνανται πλέον νὰ προαχθῶσι καὶ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἄδικον, διότι καὶ ἡ ὑπηρεσία ἐκ τούτου θέλει ζημιωθῆ καὶ αὐτοὶ ἐπίσης νὰ παραμένωσιν ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή.
§188Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀδικαιολόγητος ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν ἡ προκατάληψις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε δράσεως τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας. Οὐδεὶς γνωρίζει ἂν ἐπέτυχεν ἢ ἀπέτυχεν, ἀλλὰ γνωστὸν εἶναι ὅτι, καὶ ἂν ἀπέτυχεν, ἀπέτυχε, διότι τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης μέχρι σήμερον δὲν ἐλαμβάνετο ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς ἐγγυήσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας θέλει λαμβάνεσθαι σήμερον.
§189ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ποίας τροπολογίας ὁμιλεῖτε;
§190Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, τοῦ νὰ λαμβάνωνται καὶ ἐκ δικηγόρων.
§191Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Καὶ ὅπου ἐπέτυχεν, ἐπέτυχεν ἐκ τῶν δικηγόρων, ὅπου δὲ ὑπάρχει δικηγόρος εἰσαγγελεύς, ἐκεῖ ὑπάρχει ἀκριβῶς καὶ ἐπιτυχία. Δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἀποκλειστικῶς ἔχομεν ἐπιτυχίαν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης μόνον ἐκ τῶν εἰσαγγελέων τῶν προερχομένων ἐκ δικηγόρων. Παρατηρήσατε ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ποίους φέρομεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ποίους ἀπεστείλαμεν εἰς Κρήτην. Ὅπου ὑπάρχει ἐπιτυχία, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἶναι ἐκ δικηγόρων.
§192Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§193Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι τὰ ἀκριβῆ. Καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον καὶ τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν θέλετε νὰ προγράψητε τάξιν ἀνθρώπων ἐπιστημόνων, ἐκ τῆς ὁποίας προῆλθον οἱ καλλίτεροι εἰσαγγελεῖς μέχρι τοῦδε! Ἐὰν ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος ἐσημείωσε μέχρι τοῦδε ἐν τῇ δράσει αὐτοῦ ἀποτυχίας, τοῦτο ἐγένετο, διότι μέχρι σήμερον δὲν εἶχε ληφθῆ ἡ ἐγγύησις ἐκείνη, ἡ ὁποία λαμβάνεται ἤδη. Σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιστᾶτε συμβούλιον ἀνώτατον, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τὰ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐμπιστεύεσθε εἰς τὸ συμβούλιον τοῦτο καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν εἰσαγγελέων, καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν προέδρων, καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν ἐφετῶν, καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν προέδρων τῶν Ἐφετῶν, καὶ δὲν ἐμπιστεύεσθε εἰς τὸ συμβούλιον αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον παραδίδετε ὅλην τὴν διαχείρισιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, τὸ δικαίωμα καθ’ ὅ, ἐὰν καὶ μεταξὺ τῶν δικηγόρων εὕρῃ ἕνα, ὁ ὁποῖος ἤθελε τιμήσει τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως, νὰ μὴ εἴπῃ εἰς αὐτόν: ἐλθὲ ἵνα προσφέρῃς τὰς ὑπηρεσίας σου;! Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἐπὶ πόσα ἔτη θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν ἐξετάσεων οἱ εἰσαγγελεῖς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν ἕνα εἰσαγγελέα, ὅπως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐὰν ἤθελέ ποτε σκεφθῆ ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τοῦτο τὸ στάδιον.
§194Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, ἀδελφέ! Δὲν ἔχω καμμίαν βλέψιν.
§195Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ εὕρητε τοιοῦτον ἐπιστήμονα καὶ μελετητὴν τῆς κοινωνίας μεταξὺ τῶν παιδαρίων;
§196Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημά σας, σᾶς παρακαλῶ, μὴ τὸ ἐφαρμόζετε εἰς ἐμέ.
§197Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἦτο προσωπικόν, κύριε συνάδελφε! Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων ἤντλησαν τὴν ἀντίθετον πεποίθησιν, ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψωσιν εἰς τὸ παρὸν καθεστὼς τὸ εἰσαγγελικόν, τὸ εἰλημμένον ἐκ τῶν ἐξετάσεων. Καὶ ἐρωτῶ αὐτούς, ἐπειδὴ ἔχουσι πεῖραν δικαστικήν, διότι ἐχρημάτισαν καὶ εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν· δύνανται ἐν συνειδήσει νὰ ἐμπιστευθῶσιν εἰς τοὺς ἐκ τῶν ἐξετάσεων προελθόντας εἰσαγγελεῖς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως; Ἄνευ ἐξαιρέσεως ἠθέλετε ἀπορρίψει πάντας αὐτοὺς σεῖς οἱ ἴδιοι. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς, οἵτινες ἐλήφθησαν ἐκ τῶν δικηγόρων! Χθὲς ἀκόμη κατεφύγετε εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, ἵνα εὕρητε τὸν δικηγόρον διὰ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος τιμᾷ αὐτήν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μνησθῶμεν καὶ προσώπων· ὁμιλῶ περὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν.
§198Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ μακαρίτης Καρατζᾶς δικηγόρος ἦτο.
§199Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ ὁ μακαρίτης Καρατζᾶς καὶ τόσοι ἄλλοι, οἵτινες σήμερον τιμῶσι τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως, πόθεν ἐλήφθησαν; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δείξητε ἕνα ἐκ τῶν εἰσαγγελέων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ἐξετάσεων ἐλήφθησαν, καὶ ὅστις νὰ εἶναι ἀνεκτὸς εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν κατέχει.
§200Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως τώρα. Ἔχετε τοὺς τελευταίως διορισθέντας ἐξ ὑπ’ ἐμοῦ.
§201Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὅλους αὐτοὺς δὲν ἀνταλλάσσω μὲ ἕνα δικηγόρον, ὁ ὁποῖος ἔγινεν εἰσαγγελεύς.
§202Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ προκαλεῖτε νὰ σᾶς ὀνομάσω ἕνα ἱκανὸν ἐκ τῶν εἰσελθόντων διὰ διαγωνισμοῦ. Σᾶς ἀναφέρω ἀμέσως ἕξ.
§203Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐκ τῶν ἐξετάσεων διὰ τὸν κλάδον τὸν εἰσαγγελικὸν—ἐπειδὴ ὡμιλήσατε καὶ περὶ αὐτῶν—σεῖς ἀποκλείετε καὶ αὐτούς. Οἱ εἰσαγγελεῖς θὰ λαμβάνωνται ἐφεξῆς ἐκ τῶν παιδαρίων, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μετά τινα χρόνον, Κύριοι, ἐὰν ὑπάρξῃ εὐσυνείδητος ἡ ἐπιτροπή, δὲν θὰ σᾶς δώσῃ κανένα εἰσαγγελέα. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ εἰσέλθωσιν, εἶναι ὅλως διόλου ἀνίκανοι νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως.
§204ΣΠ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄπειροι.
§205Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι ὅλως διόλου ἀνίκανοι διὰ τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς προορίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη. Κύριοι, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καὶ πρέπει νὰ συζητήσωμεν, ἂν διατρέχομεν κανένα κίνδυνον νὰ καταστρέψωμεν τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς δὲν λέγομεν νὰ λαμβάνωνται οἱ δικηγόροι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ δώσωμεν στάδιον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ δύναται τέλος πάντων νὰ εὕρῃ καλὸν εἰσαγγελέα. Ἐννοεῖται ὅτι πάντοτε μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφοῦ δὲν εἶναι αὐθαίρετον, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ δικαιοσύνη νὰ εὕρῃ τὸν καλὸν εἰσαγγελέα. Ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Ἐὰν δὲν ἔχητε πεποίθησιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τότε τί τὰ θέλομεν αὐτά; Ἐὰν ὅμως ἔχητε πεποίθησιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὀφείλετε νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν νὰ δεχθῇ καὶ ἐκ τῶν δικηγόρων ἕνα ἄριστον, ὁ ὁποῖος θέλει τυχὸν νὰ παραιτήσῃ τὸ ἐπάγγελμα τὸ δικηγορικὸν καὶ νὰ ἐπαγγελθῇ τοῦτο. Μὴ σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν καὶ σᾶς γεννᾷ ἐνδοιασμοὺς ἡ ἐνέργεια τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, διότι ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐνεργείας τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης καὶ τῆς ἐνεργείας τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐνήργει κατὰ τρόπον οὐχὶ τὸν προσήκοντα, διότι ὑπεβάλλετο εἰς αὐτὴν αἴτησις ἑνὸς δικηγόρου, ἂν εἶχε τὰ προσόντα νὰ γίνῃ εἰσαγγελεύς, καὶ αὐτή, ἐπειδὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ὅτι οὗτος δὲν θὰ διορισθῇ, ἔλεγεν ὅτι εἶναι καλός. Τώρα ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἀποβλέπουσα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ κατέχωσι τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως καὶ στρέφουσα τὸ βλέμμα της πέριξ, νὰ εἴπῃ, ἂν βλέπει μεταξὺ τούτων τὸν καλλίτερον. Μὴ ἔχετε δὲ ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐκ προσώπων ἀρίστων θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβλέψῃ ἄνευ σπουδαίου καὶ ἀποχρῶντος λόγου πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι δυνατὸν δικαστὴς νὰ παραγκωνίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν δικαστικῶν προσώπων; Φαντάζεσθε τοῦτο ὅτι εἶναι δυνατόν; Εἶναι δυνατὸν ἐπιτροπὴ ὁλόκληρος νὰ εἴπῃ: παραγνωρίζω τοῦ Α τὴν ὑπηρεσίαν καὶ λαμβάνω τὸν Β; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Τὸ πᾶν ἔγκειται εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Δὲν ἐξαρτᾶται τίποτε ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Ἢ ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἢ δὲν ἔχετε. Ἐάν, Κύριοι, δὲν ἀποδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν ταύτην, σημαίνει ὅτι δὲν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ τότε δὲν γνωρίζω τί κάθεσθε ἐδῶ καὶ ἐργάζεσθε!
§206Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ καθεστώς, δηλαδὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μέχρι σήμερον, θὰ ἤμην τῆς ἰδέας τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Πατρῶν καὶ ἐξ Εὐρυτανίας, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀποδεχθῇ. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ τροποποιήσητε τὸ νομοσχέδιον, νὰ δώσητε δηλαδὴ ἐλευθερίαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐκλέξωσι τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς, νὰ δύνανται δηλαδὴ νὰ λάβωσι καὶ ἐκ τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων ἐκείνους, οἵτινες ἐπὶ μίαν δεκαετίαν εὐδοκίμως ὑπηρέτησαν καὶ οἵτινες θυσιάζοντες τὰ ὑλικὰ αὐτῶν συμφέροντα θὰ θελήσωσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, νομίζω ὅτι θέλετε πράξει ἀδίκημα ἐναντίον τῆς Πολιτείας μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν. Διατί θέλετε νὰ δεσμεύσητε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκλέξῃ εἰσαγγελεῖς, οἵτινες θέλουσι τιμήσει τὴν εἰσαγγελικὴν ἕδραν; Διατί θέλετε ν’ ἀποκλείσητε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ νὰ διορίσῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως ἄνθρωπον ἀπολαύοντα τῆς γενικῆς τιμῆς, τῆς γενικῆς ὑπολήψεως οὐ μόνον τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου; Καὶ ἔχομεν παραδείγματα τρανά, πειστικὰ ἐκ τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Τὸ μικτὸν σύστημα θὰ εἶναι τὸ καλλίτερον· καὶ θὰ εἶναι τὸ καλλίτερον, διότι καθίσταται διὰ τοῦ νομοσχεδίου συμβούλιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κρίνῃ, πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ἐκείνου, ὅστις πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον. Ἔχετε ἐγγυήσεις τοιαύτας, ὥστε δὲν ὑπάρχει κανεὶς φόβος νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ καθεστὼς τὸ σημερινόν. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς φόβος νὰ γίνωνται αἱ ἀθρόαι ἐκεῖναι ἐγκρίσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τὸ εἰσαγγελικὸν ἀξίωμα, καὶ ἐκ τῶν ἐγκρίσεων ἐκείνων τῶν γενομένων καὶ πρὸ δεκαετίας ἀκόμη, προτοῦ ἐπέλθῃ ἡ στιγμὴ τοῦ διορισμοῦ, νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκλέξῃ κατὰ τύχην ἕνα ἐκ τῶν ἐγκριθέντων πρὸ δεκαπενταετίας ἴσως. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω καὶ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ νομοθετήματος, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου.
§207Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ φανῇ ἴσως παράδοξον πῶς ἐγώ, δικηγόρος ὢν καὶ καυχώμενος διότι εἶμαι δικηγόρος καὶ θεωρῶν τιμήν μου ὅτι εἶμαι δικηγόρος, ἐξεδήλωσα πάντοτε, δηλαδὴ ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ἐτῶν, τὴν γνώμην μου ὅτι τὰ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου πρέπει νὰ ῥυθμισθῶσι κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκλέγῃ δικηγόρους καὶ νὰ διορίζῃ αὐτοὺς εἰσαγγελεῖς. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τοῦ θέματος καὶ ἐκ τῆς ἀντιλήψεως τῶν τοῦ θέματος καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς προσωπικῆς μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπείσθην ὅτι οἱ ἄριστοι ἐκεῖνοι τῶν δικηγόρων τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, ἰδίως ὁ κ. Κουντουριώτης καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ νὰ τιμήσωσι τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, οἱ ἄριστοι αὐτοὶ εἶναι σπανιώτατοι. Ἐγὼ αὐτὸς ἔδειξα ὅτι δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀποκλειστικότητος τοῦ διορισμοῦ τῶν εἰσαγγελέων ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ δικαστικοῦ, ἀλλ’ ἡ σπανιότης ὑποχρεοῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τῶν σπανίων αὐτῶν περιπτώσεων, καὶ ἐκ τῶν σπανιοτήτων ἐκείνων νὰ δημιουργήσῃ κανόνα εἰς μόρφωσιν καὶ ῥύθμισιν τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δικηγόρος ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται μετὰ ἑπταετῆ καὶ ὀκταετῆ ἄσκησιν εἰς τὸ εἰσαγγελικὸν στάδιον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ παρὰ εἰς σπανίας περιπτώσεις ὅλα ἐκεῖνα τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἀπαιτεῖ καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν λυσιτελῆ ὑπ’ αὐτοῦ ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν εἰσαγγελικῶν.
§208Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους λείπουσιν αὐτά.
§209Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἔχω τὴν ἐγγύησιν τὴν ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς ἄλλως ὡς δικαστικοῦ ὑπαλλήλου. Αὐτὴ δὲ εἶναι μεγίστη διὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ κλάδου, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν δικηγόρων εἰς τὴν θέσιν τῶν εἰσαγγελέων, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον διὰ τοῦ δικαστικοῦ καὶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν τῆς εἰσαγγελικῆς, δὲν θὰ εὑρεθῶσιν ἔξαφνα ἐκτὸς τοῦ κύκλου εἰς τὸν ὁποῖον προσδοκῶσι νὰ προαχθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως. Ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ σκοπὸς ὁ πρέπων, ὁ ἀληθῶς ἐπιδιωκτέος, εἶναι ὅπως μορφώσῃ εἰσαγγελεῖς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι, ὅταν εἰσέρχωνται εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, νὰ ἔχωσι τὴν ἐλπίδα νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὄχι νὰ ἔλθωσι δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι νὰ διακόπτωσι τὸ στάδιόν των. Λοιπὸν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, θὰ τὰ εὕρητε εἰς δικηγόρον, ὁ ὁποῖος δέχεται μετὰ ὀκτὼ ἔτη ἀφ’ ἧς διωρίσθη τοιοῦτος νὰ γίνῃ εἰσαγγελεύς;
§210Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί θὰ γίνῃ; Δραγάτης;
§211Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γίνῃ ὑπάλληλος ἀμειβόμενος πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ μίαν πελατείαν καταρτισθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ μετὰ μίαν πενταετίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ θελήσῃ νὰ καταστραφῇ ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου, οἰκονομία ἡ ὁποία ἔχει βάσιν τὴν κατὰ ἱεραρχίαν προαγωγήν, ἔχει βάσιν τὴν ἐξασφάλισιν τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, νὰ μὴ ἀποδιώκωνται ἐκ τῆς τάξεώς των, νὰ μὴ παραβλάπτωνται ὑπὸ προσώπων εἰσπηδώντων εἰς αὐτόν. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ διαγωνισθῇ διὰ τὴν κατάληψιν μιᾶς θέσεως εἰσαγγελέως εἰσαγγελεὺς καὶ δικηγόρος, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ ὁ δικηγόρος εἴτε παρὰ τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ εἴτε παρὰ τῷ συμβουλίῳ. Οἱ πιστεύοντες ὅτι τὸ ἀνώτατον συμβούλιον εἶναι ἐπαρκὴς ἐγγύησις διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἐκεῖνοι οἱ σπάνιοι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, πλανῶνται, διότι τὸ συμβούλιον αὐτὸ ἀπέδειξεν ἤδη διὰ τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἁρμόδιον οὔτε τὸ κατάλληλον νὰ κρίνῃ περὶ τῶν εἰσαγγελέων, καὶ τὸ ἀπέδειξε διὰ μακρᾶς σειρᾶς προτάσεων καὶ γνωμοδοτήσεων ἀναξίων τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου· διὰ τοῦτο, ὡς χθὲς ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπον, τὸ ἀνώτατον συμβούλιον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐδέχθην καὶ ὑπεστήριξα, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ φανῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἀντιδρῶσα εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προσεπάθησα διὰ τροποποιήσεως σχετικῶς μὲ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ νὰ μετριάσω τὸ μέγα κακὸν τὸ ὁποῖον βλέπω εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, τὸ κακὸν μιᾶς ὀλιγαρχίας ἀναμφισβητήτου. Δὲν παρέχει λοιπὸν κατὰ τὴν κρίσιν μου πᾶσαν πεποίθησιν περὶ τῆς καταλληλότητος τοῦ διορισμοῦ δικηγόρων εἰς τὴν θέσιν εἰσαγγελέως ἐκ μέρους τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Ἡ ἀσφάλεια εἶναι ἡ δεδοκιμασμένη ἱκανότης ἐν τῷ διαγωνισμῷ, ἡ ἀσφάλεια εἶναι ἡ δεδοκιμασμένη ὑπηρεσία ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ, ἐκεῖ εἶναι ἡ ἐγγύησις ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸ πόρισμα καὶ τὸ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα νὰ ἔχωμεν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του.
§212Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ μεθ’ ὅσα ἐξέθηκε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Σύρου δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ ὅτι πράττομεν ἔργον ἐποικοδομητικὸν τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου ἀποκλείοντες τοὺς δικηγόρους ἀπὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὸν κλάδον τοῦτον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο καταχρήσεις περὶ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸν κλάδον τοῦτον δικηγόρων, καὶ ὅτι αἱ καταχρήσεις αὗται εἶναι κυρίως αἱ ἐμπνέουσαι τοὺς ῥήτορας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον κατὰ τῆς τοιαύτης τροπολογίας καταφέρονται. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι κολακευτικὸν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀποτελέσει τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον νὰ λέγωνται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, διότι, ἂν τὸ δικαστικὸν συμβούλιον φανῇ ἀντάξιον τῶν προσδοκιῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ εὔχομαι νὰ φανῇ τοιοῦτον, πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ καὶ περὶ δικηγόρων εἰσακτέων εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, διότι ἐν ἐπιτυχίᾳ αὐτοῦ θέλει ἐκλέξει τοὺς καλλιτέρους. Ἂν ὑπάρχουσι καταχρήσεις τὰς ὁποίας ἐπισείουσι καθ’ ἡμῶν οἱ ἀντίθετον ἔχοντες γνώμην, ὑπάρχουσι καὶ παραδείγματα τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν ἀπαραίτητον τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας ταύτης. Πρὸ ὀλίγου ἐλέχθη ἐνταῦθα ὅτι εἷς τῶν καλλιτέρων εἰσαγγελέων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν θέσιν τοῦ ἐν Ἀθήναις εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ ἐκεῖνος προῆλθεν ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ σώματος. Εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων εἰσαγγελέων εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, καὶ οὗτος εἶναι ἐκ τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα παραδείγματα παρεμφερῆ ὑπάρχουσιν. Εἰσῆλθον εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ἀπ’ εὐθείας δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ καύχημα τοῦ δικαστικοῦ σώματος, εἶναι σπάνιοι δικασταί, δικασταὶ οἱ ὁποῖοι διακρίνονται καὶ λόγῳ ἤθους καὶ λόγῳ μορφώσεως, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται ὅτι πλὴν τῆς μορφώσεως τῆς ἐπιστημονικῆς εἶναι καὶ ἄλλα χαρίσματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν δικαστὴν ἐν γένει, ἰδιαίτατα δὲ διὰ τὸν εἰσαγγελέα. Κατά τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῶν συλλογικὸν δικαστικὸν σύστημα αἱ ἀτέλειαι τοῦ χαρακτῆρος ἀποκρύπτονται καὶ καλύπτονται, διότι ὁ εἷς δικαστὴς εἶναι ἐπόπτης τοῦ ἑτέρου καὶ κατὰ τὴν κοινὴν ἐνέργειαν, προφυλασσόμενος ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, καὶ ἂν τυχὸν ὁ χαρακτὴρ αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐν πᾶσιν οἷος ὤφειλε νὰ εἶναι, διὰ νὰ εἶναι ἀντάξιος τῆς θέσεως. Ἀλλ’ εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ὅλως διαφόρως ἔχουσι τὰ πράγματα· ὁ εἰσαγγελεὺς ἔχει εὐρυτάτην δικαιοδοσίαν καὶ ἐνεργεῖ μόνος του, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι, οἱονδήποτε διαγωνισμὸν καὶ ἂν καθιερώσητε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσητε διαγωνισμὸν χαρακτήρων, ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὴν Πολιτείαν ἐκείνην ἡ ὁποία ἀποβλέπει περισσότερον εἰς τὴν μόρφωσιν παρὰ εἰς τὸν χαρακτῆρα. Χαρακτῆρες μᾶς χρειάζονται καὶ τούτους δὲν θὰ κρίνητε διὰ διαγωνισμῶν, ἀλλὰ δοκιμάζονται οὗτοι κατὰ τὸν βίον τὸν καθ’ ἡμέραν, δοκιμάζονται ἀκριβῶς ἐν τῷ ἐπαγγελματικῷ ἀγῶνι, ὁ δὲ χαρακτὴρ τοῦ εἰσαγγελέως θὰ δοκιμασθῇ ἰδιαίτατα εἰς τὸν δικηγορικὸν βίον· ἐκεῖ θὰ φανῇ ἂν εἶναι καὶ λόγῳ ἤθους καὶ λόγῳ μορφώσεως ἀντάξιος τῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως. Μὴ ἀποβλέψητε εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινε κατὰ κατάχρησιν ἀξιοκατακριτωτάτην· ἀποβλέψατε εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ ὑπάρχῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐλπίζετε σεῖς — ἐγὼ δυστυχῶς δὲν ἐλπίζω — ὅτι θὰ γίνηται αὔριον διὰ τοῦ νομοσχεδίου γινομένου νόμου. Ἐνῷ ἔχετε δικαστὰς ἀρεοπαγίτας, ἀνταξίους τῆς ὑψίστης θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχουσι, βεβαίως οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκλέξωσι δικηγόρους πράγματι ἱκανοὺς καὶ ἀνταξίους τῆς θέσεως. Καὶ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα ἀνάξιον λόγου τὸ ἀντιτασσόμενον κατὰ τῆς γνώμης ταύτης, ὅτι δηλαδὴ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος ἔχει πελατείαν, δὲν εἰσέρχεται εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον καὶ ὅτι μόνον ἐκεῖνοι οἱ δικηγόροι θὰ ἐπιδιώξωσι τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως, ὅσοι ἀπέτυχον ἐν τῷ δικηγορικῷ αὐτῶν βίῳ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ εἰς Κράτη, παρ’ οἷς τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἔχουσι πολὺ καλλίτερον ἢ παρ’ ἡμῖν, τὸ στάδιον τοῦ δικηγόρου ἀπαιτεῖ κόπους μεγίστους, τοὺς ὁποίους πᾶσα ἰδιοσυγκρασία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ σταδίῳ τῷ δικηγορικῷ ἀπογοητεύσεις, τὰς ὁποίας πᾶς χαρακτὴρ δὲν θέλει νὰ ὑποστῇ. Καὶ ὑπάρχουσιν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι διαπρέπουσιν ἐν τῷ δικηγορικῷ βίῳ, ἀλλὰ διὰ λόγους ἄλλους προτιμῶσι τὸν δικαστικόν. Καὶ εἴδετε, ὡς εἶπον ὑμῖν, ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι μεταξὺ τῶν δικηγόρων θὰ εἶχον τὴν πρωτίστην θέσιν, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐπεδίωξαν θέσεις δικαστικάς, καὶ σᾶς ἀνέφερα πρὸ ὀλίγον τὸν κ. Τσέλλον, εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, τὸν Δεληγεώργην ἀρεοπαγίτην, δακτυλοδεικτούμενον μάλιστα διὰ τὴν μόρφωσίν του, διὰ τὸ ἦθός του. Θὰ εὑρεθῇ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, ἵνα κρίνῃ, ἂν δικηγόρος τις εἶναι ἄξιος νὰ γίνῃ εἰσαγγελεύς. Ὑποθέσατε δικηγόρον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ εἰσαγγελικήν τινα θέσιν καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει προσόντα τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκωνται μεταξὺ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δημιουργεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὑποθέσατε θέσιν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ὅλως ἰδιάζοντα προσόντα· τὸ δικαστικὸν συμβούλιον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ διορίσῃ εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν γνώμην του δὲν εἶναι ἱκανός, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ διορισθῇ λόγῳ τῆς διατάξεως ταύτης. Μοὶ ἐφάνη παράδοξον ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου, ὁ ὁποῖος ἐκαυχᾶτο πρὸ ὀλίγου, διακόπτων ἕτερον συνάδελφον, ὅτι διώρισε πέντε εἰσαγγελεῖς ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ κλάδου, ὅτι αὐτὸς ἐφάνη δριμύτατος πολέμιος τῆς τροπολογίας τῆς ὑποβληθείσης, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικηγόρους.
§213Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό. Τώρα συζητοῦμεν περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ εἶναι ὁ ὀργανικὸς νόμος τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου.
§214Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τί θέλετε νὰ εἴπητε. Καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου ὁμιλῶ καὶ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἡ εὐγλωττία ἐν παραδείγματι εἶναι τὸ κυριώτατον προτέρημα, ἀλλὰ πῶς θὰ ἐξετάζηται ἂν ὁ ἐξεταζόμενος ἔχει τὸ προτέρημα τοῦτο; Καὶ θὰ εὑρεθῶμεν ἡμέραν τινὰ πρὸ τοῦ θεάματος νὰ ἴδωμεν βραδύγλωσσόν τινα εἰσαγγελέα, μὴ δυνάμενον ν’ ἀρθρώσῃ λέξιν, ἀλλὰ ἄριστον ὑπὸ ἔποψιν μορφώσεως. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὑμεῖς δύνασθε ν’ ἀναμείνητε ἀγαθὰ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐγὼ ὅμως οὐδέποτε.
§215Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδόθη εὐκαιρία πλέον ἢ ἅπαξ νὰ εἴπω κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ὅτι δὲν δεικνύω οὔτε πεισμονὴν οὔτε θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ζήτημα φιλοτιμίας, ὥστε νὰ ἐμμένω ἀπολύτως εἰς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Μία εἶναι ἡ ἐπιθυμία ὅλων ἡμῶν, καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, νὰ βελτιώσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατόν, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸν τύπον αὐτὸν τῆς βελτιώσεως δὲν πρέπει νὰ παρατείνηται καὶ ἐπὶ πολὺ ἡ συζήτησις, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει 35 ἄρθρα. Εἶναι βεβαίως σοβαρώτατον, τὸ σοβαρώτερον ἴσως, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ἀλλ’ ἐντούτοις ἔχει 35 ἄρθρα, καὶ ἐκτὸς τῶν 35 ἄρθρων, τὰ πλεῖστα θέματα, ἴσως καὶ τὰ σοβαρώτατα, μένουσιν ἀκόμη νὰ συζητηθῶσι. Πότε λοιπὸν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν; Εἶναι καὶ ἡ εὐγλωττία τῶν δικηγόρων ἐν τῇ Βουλῇ, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, ἡ ὁποία φωτίζει, δὲν ἀμφιβάλλω, τὸ ζήτημα, ἀλλὰ παρατείνει ὅμως τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε κινδυνεύομεν νὰ μὴ τὴν ἴδωμεν περατουμένην. Ἐπειδὴ βλέπω ἐκ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἤκουσα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὅτι ὑπάρχει διάθεσις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ δεχθῇ τοὺς δικηγόρους, νὰ δέχωμαι καὶ ἐγώ, προκειμένου νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις.
§216Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν λέξιν θὰ προσθέσω περὶ τῶν εἰς ὑπηρεσίαν διατελούντων εἰσαγγελέων. Δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει ν’ ἀρθῇ τὸ νῦν γενόμενον ἄδικον εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι δι’ αὐτοῦ οἱ νῦν εὑρισκόμενοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εἰσαγγελεῖς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἄριστα μεμορφωμένοι, ἀποκλείονται πάσης προαγωγῆς καὶ εἶναι καταδεδικασμένοι νὰ ὑποστῶσι τὸν διὰ μαρασμοῦ θάνατον;
§217Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει ν’ ἀκούσωμεν τὸ ἄρθρον τροπολογημένον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§218Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἀφοῦ ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 7, καὶ ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὅ,τι ἐδέχθη ἡ Βουλὴ διὰ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς δέον νὰ δεχθῇ καὶ διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς, κατ’ ἀνάγκην. Ἑπομένως ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ γίνῃ ὑποτροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς.
§219Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μάλιστα· θὰ προστεθῇ.
§220Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι. Διατυπῶ τὴν τροπολογίαν: «Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν διορίζονται οἱ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ πενταετίαν ὡς ἀντεισαγγελεῖς Πρωτοδικῶν ἢ ἐπὶ δεκαετίαν ὡς δικηγόροι παρὰ πολυμελεῖ Δικαστηρίῳ, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου».
§221Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς διατάξεως θὰ τεθῇ.
§222Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγένετο δεκτὸν τῇ συγκαταθέσει τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δύνανται καὶ δικηγόροι νὰ γίνωσιν εἰσαγγελεῖς Πλημμελειοδικῶν, φρονῶ ὅτι εἶναι τελείως ἄδικον, ἵνα τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τῶν Πλημμελειοδικῶν, τοὺς ἐκ δικηγόρων προελθόντας, τοὺς ὁποίους ἤθελεν ἐγκρίνει πλέον ὡς διατηρητέους τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, ἀποκλείωμεν τῆς προαγωγῆς. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ὁ ἀποκλεισμός, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς, δέον νὰ ἐκλίπῃ· ὅλη ἡ φράσις ἀπὸ τῶν λέξεων «δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου» πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§223Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου διοργανοῦται ὁ κλάδος ὁ εἰσαγγελικός. Λοιπὸν προκειμένου περὶ προαγωγῆς τῶν ἀντεισαγγελέων λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ καὶ ἡ πενταετία κατὰ τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ νόμου ὁριζόμενα κατωτέρω. Λοιπὸν ἔχομεν τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ ἄρθρου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τεθῇ ὁλόκληρος, δηλαδὴ ἡ προαγωγὴ καὶ τῶν ἀντεισαγγελέων μετὰ διαγωνισμὸν καὶ ἐχόντων πενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ τὰ ἄλλα προσόντα, τὰ ὁποῖα λέγει κατωτέρω τὸ ἄρθρον, καὶ κατόπιν ἔρχεται ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, δηλ. νὰ λαμβάνωνται καὶ οἱ ἔχοντες δεκαετῆ ὑπηρεσίαν δικηγόροι, καὶ ἔρχεται καὶ ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βάλτου Βουλευτοῦ, νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν πρώην ἀντεισαγγελέων.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι πρώην.
§225Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ πρώην, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα. Λοιπὸν ἔχομεν τρία πράγματα· τὰ τρία αὐτὰ πράγματα εἶναι τρία χωριστὰ καὶ πρέπει νὰ διατυπωθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ προσπαθοῦμεν νὰ κάμωμεν.
§227Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι.
§228Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Καὶ ὅμως ὑπάρχει εἰσαγγελεὺς ἀπὸ εἰρηνοδίκης, εἶναι δὲ ἄριστος.
§229Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸν διώρισεν ὁ κ. Βοκοτόπουλος καὶ εἶναι καλλίτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Εἶναι ὁ κ. Κουρῆς.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀνησυχεῖτε, κύριε Πρωτοπαπαδάκη. Ἔχετε ὑπομονήν.
§231Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μὴ ἀποκλείετε τοὺς δικολάβους! (γέλωτες).
§232Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία μου. Ὁ κ. Πρόεδρος ἂς τὴν ἀναγνώσῃ.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε. Ἔχει ὡς ἑξῆς ἡ τροπολογία τοῦ κ. Στράτου· «Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν διορίζεται ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ πενταετίαν ὡς ἀντεισαγγελεὺς Πρωτοδικῶν, ἢ ἐπὶ δεκαετίαν ὡς δικηγόρος παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ, ἐγκριθεὶς διὰ γνωμοδοτήσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου».
§234Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχει καλῶς.
§235Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἔχει τὸ κείμενον, ἐὰν συνδυάσωμεν τὰς κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγάς, νομίζω ὅτι ψηφίζομεν ἕν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ γεννήσῃ δικαιώματα ἀρχαιότητος ἐκ μόνον τῶν ὑπαρχόντων. Καὶ ὑπάρχουσι μέν τινες ἄριστοι, ἀλλ’ ἴσως ὑπάρχουσι καί τινες μὴ ὄντες ἱκανοὶ διὰ περαιτέρω προαγωγήν.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὰ λέγετε.
§237Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς τί ψηφίζομεν, λέγω ὅτι θὰ ἐπεθύμουν διὰ πάντας σύμφωνον πρότασιν, σύμφωνον γνωμοδότησιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου καὶ διὰ τοὺς ὑπηρετήσαντας ἀντεισαγγελεῖς καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους, διότι, ἐὰν δώσωμεν δικαιώματα εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἀντεισαγγελεῖς, ἄνευ συμφώνου γνωμοδοτήσεως, πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὴν βάσιν αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐστηρίχθη.
§238Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σαφηνισθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ δικαστικὸν συμβούλιον νὰ γνωμοδοτῇ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις, εἰμὴ μόνον ὅταν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις.
§239Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ προαγωγὴ παρὰ ὅπου ὑπάρχει σύμφωνος γνωμοδότησις. Παρὰ τὴν γνωμοδότησιν πρέπει νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ τίποτε...
§240Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον τοῦτο περὶ τῶν προσόντων διαγράφεται. Κατὰ ποῖον τρόπον θ’ ἀσκηθῇ ἡ ἐξουσία τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου ἐπὶ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα θὰ κανονισθῇ εἰς τὰ περαιτέρω ἄρθρα, κατὰ τὰ ὁποῖα διαγράφεται ἡ διαδικασία τῆς προαγωγῆς. Λοιπὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ θὰ κανονίσωμεν καὶ τὰ ζητήματα τῆς ἀρχαιότητος, τὰ ὁποῖα εἶναι σπουδαῖα.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§242Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸν λόγον.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς πρῶτον, κύριε Πετρίδη. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὑπάρχουσι πολλαὶ τροπολογίαι. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀρ. Ἀντωνοπούλου, ἡ ἑξῆς: Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δέον νὰ τροπολογηθῇ ὡς ἑξῆς· «Αἱ κενούμεναι θέσεις εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου πληροῦνται ὑπὸ τῶν νῦν διατελούντων καὶ διατηρουμένων ἐν τῇ θέσει των ἀντεισαγγελέων παρὰ Πρωτοδίκαις, διοριζομένων τούτων κατ’ ἀρχαιότητα μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου καὶ κατ’ ἐκλογὴν αὐτοῦ, μὴ ἐφαρμοζομένου τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τούτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§244Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ 10, θὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἀκριβῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος.
§245Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ προστεθῶσι δηλ. καὶ οἱ δικηγόροι.
§246Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ θὰ κανονισθῇ ἀκριβῶς καὶ ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐκουράσθημεν, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν εἴμεθα καὶ ὥριμοι ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα, διότι ἦλθεν ἐξαπίνης ἡ περὶ δικηγόρων συζήτησις, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ διακόψωμεν ἐνταῦθα, διὰ νὰ εἴμεθα ὡριμώτεροι τὴν Δευτέραν.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§248ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν τὰς συμβάσεις. Ἡ περαιτέρω συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀναβάλλεται διὰ τὴν Δευτέραν. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης ἀγγλοελληνικῆς ἀτμοπλοΐας»· (Γίνεται δεκτόν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Ἀθήναις ἑδρευούσης ἐθνικῆς ἀτμοπλοΐας τῆς Ἑλλάδος»· (Γίνεται δεκτόν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ἀστραπή». (Γίνεται δεκτόν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ῥαφίνα». (Γίνεται δεκτόν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Προνομιούχου Κρητικῆς ἀτμοπλοΐας»). (Γίνεται δεκτόν).
§250Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 21.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Ἀμβέρσῃ ἑδρευούσης ἀγγλοβελγικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας «Orient Line». (Γίνεται δεκτόν).
§252Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15 «περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου ἐν Πάτραις κλπ».
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4. Αὐτὸ δὲν ἔχει συζήτησιν.
§254Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι τὸ 4.
§255Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 «περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν».
§256Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 ὄχι.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς ὄχι;
§258Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Δὲν εἶναι ὥρα τώρα, κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητῶμεν δικαστικὰ νομοσχέδια.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 10, 20′ μ. μ.).