1909.11.13
2,781 rows · 20,914 words · 253 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41.
τῆς 13ης Νοεμβρίου 1909.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. γίνεται ἀπαρτία παρόντων 96 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Ὁ Τριφυλιακὸς σύνδεσμος διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων περὶ φορολογίας σακχάρεως ἐγχωρίου καὶ οἰνοπνεύματος· Οἱ καπνοπῶλαι Θεσσαλίας παρακαλοῦσιν, ὅπως αὐξηθῶσι τὰ κατ’ ὀκᾶν φύλλα σιγαροχάρτου ἀπὸ 1040 εἰς 1200 πρὸς ἀποφυγὴν λαθραίας προμηθείας καπνοῦ ἕνεκα τούτου· Ὁ πρόεδρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἄρτης παρακαλεῖ Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν, ὅπως λάβωσι σύντονον πρόνοιαν περὶ τοῦ οἰκήματος τῶν ἐν Ἄρτῃ φυλακῶν λαμβάνουσαι ὑπ’ ὄψιν προσφορὰν κ. Γαρουφαλλιᾶ σχετικὴν πρὸς τοῦτο· Τὸ διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Χαλκίδος διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν· Οἱ ἔμποροι Μεσολογγίου παρακαλοῦσιν, ὅπως θεσπισθῇ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος ἡ κυριακὴ ἀργία· Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Λαμίας διαμαρτύρεται ἐπὶ τῇ πληροφορία, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως λιμενικοῦ φόρου Στυλίδος καὶ ἐπὶ τῶν διὰ σιδηροδρόμου εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων προϊόντων· Οἱ ὑποδιδάσκαλοι Τυμφρηστοῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ σεβαστὴ Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ νόμον περιλαμβάνοντα καὶ αὐτοὺς εἰς σύνταξιν· Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀρκασᾶ τοῦ δήμου Φάριδος τῆς Λακεδαίμονος παραπονοῦνται κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης ὅτι ἀδικαιολογήτως ἀρνεῖται τὸν διορισμὸν ἐφημερίου εἰς τὴν ἐνορίαν των ἀναθέτων τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐνορίας ταύτης εἰς ξένους ἱερεῖς μὴ δυναμένους ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των ὡς πρὸς τὴν ῥηθεῖσαν ἐνορίαν. Τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς ἐν Ἀθήναις ἀδελφότητος τῶν Κεφαλλήνων παρακαλεῖ, ὅπως τὸ Πρωτοδικεῖον Κεφαλληνίας ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. Οἱ κάτοικοι δήμου Πρόννων Κεφαλληνίας παρακαλοῦσιν ὅπως τὸ Πρωτοδικεῖον Κεφαλληνίας ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν· Ὁ δῆμος Ὁμιλαίων συνελθὼν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον ὑποβάλλει εὐχὴν ὑπὲρ διατηρήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Σπερχειάδος. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Μαυρομμάτι καὶ Σιμίζα τοῦ δήμου Ἰθώμης παρακαλοῦσιν, ἵνα ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ καὶ ἀντιληφθῇ τὴν ἐκ τῆς πλημμύρας καταστροφήν· συνάμα καθικετεύουσι σεβαστὴν Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν νὰ φανῇ ἀρωγὸς εἰς τὴν δυστυχίαν ταύτην. Οἱ φοιτηταὶ τῆς Φαρμακευτικῆς παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ ψηφίσῃ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῶν θέσεων τοῦ ὑπεπιμελητοῦ καὶ βοηθοῦ τοῦ Φαρμακευτικοῦ Χημείου καὶ τὴν μεταφορὰν καὶ ἐγκατάστασιν τοῦ Φαρμακευτικοῦ Χημείου εἰς ἕτερον οἴκημα καταλληλότερον τοῦ ἤδη ὑπογείου τοιούτου. Ὁ σύνδεσμος τῶν Ἑλλήνων βιομηχάνων καὶ βιοτεχνῶν ὑποβάλλει εὐχὴν 80 παραγωγικῶν σωματείων γεωργίας, βιομηχανίας καὶ ἐμπορίου καὶ παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ αὕτη ὑπ’ ὄψιν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δραγουμάνου Ἀνδριτσαίνης διαμαρτύρονται κατὰ δασικῆς ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἐπιτρεψάσης ὑλοτομίαν δάσους Μακρυπλάνα Κοκκινόβραχο, δι’ ἧς καταστρέφεται ἡ κτηνοτροφία αὐτῶν· Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ὠλενίας διὰ ψηφίσματος ἐξαιτεῖται τὴν διατήρησιν τοῦ δήμου Ὠλενίας διὰ προσαρτήσεως εἰς αὐτὸν καὶ τοῦ χωρίου Γουργιᾶ τοῦ δήμου Παραχελωίτιδος, ὅπερ πρότερον ἀνῆκεν αὐτῷ, ἕνεκεν ἱστορικῶν λόγων καὶ ἕνεκα τῆς μακρᾶς ἀπὸ τοῦ Αἰτωλικοῦ ἀποστάσεως. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Καλαμῶν ὑποβάλλει γνώμην περὶ διαρρυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων. Ἐπιτροπὴ ἐργολάβων καὶ ἐργατῶν Λαυρείου παρακαλεῖ τὴν σεβαστὴν Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ νομοσχέδιον φορολογίας ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, καθόσον ἕνεκα τῆς ἐπιβαλλομένης δι’ αὐτοῦ φορολογίας θὰ διακόψωσιν αἱ ἑταιρεῖαι τὰς ἐργασίας των καὶ θ’ ἀφαιρεθῇ ἕνεκα τούτου ὁ ἄρτος χιλιάδων ἐργατῶν. Οἱ κάτοικοι Βραχατίου τῆς Κορινθίας παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας οἰνοπνεύματος ὡς λίαν ἐπιζήμιον εἰς σταφίδα βιομηχανικῆς χρήσεως. Ὁ συνταξιοῦχος Δ. Κουρελίδης παρακαλεῖ τὴν σεβαστὴν Βουλὴν, ὅπως μεριμνήσῃ, ἵνα διὰ νόμου περιορισθῇ τὸ ἐπιβαλλόμενον βάρος εἰς τὰ φορτηγὰ καὶ μεταγωγικὰ ζῷα. Ἡ Κοινότης τοῦ χωρίου Ἀφροδίτης ἐπικαλεῖται τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα ζημιῶν, ἃς ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι ὡς ἐκ τῆς ὑπερεκχειλίσεως τοῦ ποταμοῦ τῆς Ναυπακτίας. Ὁ κ. Ἰ. Βογιατζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν «περὶ καταργήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Ὁ κ. Φ. Νέγρης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Νοεμβρίου 1836 περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν». Ὁ κ. Ἰ. Π. Μανέτας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπί τινων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Νομαρχιῶν καὶ Ἀρχειοφυλακείων». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημερίδος Συζητήσεων Βουλῆς, ἀριθ. 460–462). Ὁ κ. Ἀ. Τυπάλδ. Μπασιᾶς, ζητεῖ ὅπως συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 47 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἡ πρότασις νόμου «περὶ ὑπηρεσίας καὶ προστασίας τῶν ὠφελίμων τῇ γεωργίᾳ ζῴων καὶ πτηνῶν, ἣν ὑπέβαλε κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς ἐνεστώσης Περιόδου». Ὁ κ. Π. Φίλιππας ἔχει τὸν λόγον ὅπως ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου κατασκευῆς σακχάρεως ἐκ σταφίδος ἢ σταφυλῶν».
§2Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ζήτημα γενικοῦ ἐνδιαφέροντος μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα. Εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡ κρίσις τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τῆς ἡμετέρας χώρας, ἰδίᾳ δὲ τῶν οἴνων καὶ τῆς σταφίδος. Κραυγαὶ ἀπογνώσεως, κραυγαὶ ὀδύνης, ἤρξαντο ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἀκουόμεναι, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν ἐπὶ τούτῳ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις σήμερον ἔλαβε μακροσκελέστατον τηλεγράφημα πλείστων ἐξεχόντων συμπολιτῶν μου, ὅτι ἐκεῖ ἡ δυσπραγία ἤρξατο προβάλλουσα μὲ ὅλην τὴν δυσειδῆ αὐτῆς εἰκόνα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, φρονῶ, ν’ ἀναφέρω ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἶναι στενῶς συνδεδεμένον μὲ τὸ οἰνικόν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφάσισα νὰ εἰσηγηθῶ μέτρον, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ κατ’ ἐμὴν γνώμην ἔπρεπε νὰ εἰσηγηθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Πρὸ διετίας ὑπεβλήθη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα ὑπό τινος χημικοῦ Τασοπούλου περὶ σακχαροποιήσεως τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἀτυχῶς τότε ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ὀλίγων ἐπρυτάνευσεν ἡ ἀμφιβολία, εἰς τοὺς πλείστους δ’ ἐφάνη ὅτι πρόκειται περὶ φρενοπαθείας ἢ περὶ ἀνακαλύψεως ἀξίας ἴσης μὲ τὸ ἐπικλωσκόττ—τοῦ ἐξ Ἁλμυροῦ Κόττα. Ἤδη τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως· δὲν εἶναι ἰδέα· δὲν εἶναι φρενοπάθεια· εἶναι γεγονός, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ εἰσηγήσει προχθὲς διαφόρων οἰκονομικῶν μέτρων ἐζήτησε νὰ φορολογήσῃ τὸ προϊόν τοῦτο—τὴν ἐκ σταφίδος παραγομένην σάκχαριν—· ἑπομένως προϊόν φρενοπαθείας δὲν δύναται βεβαίως νὰ φορολογηθῇ! Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου «περὶ παροχῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας τῷ χημικῷ Τασοπούλῳ» καὶ παρακαλῶ τὸν μὲν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐκτυπώσεως, διανομῆς καὶ ἀναγραφῆς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς προτάσεως νόμου ταύτης, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ προθύμως τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς, καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας τὴν πρότασιν ταύτην, εἶμαι δὲ πεπεισμένος ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὴν στιγμὴν ταύτην ἔχει ὡς σύμβολον τοῦ προγράμματος αὐτῆς τὴν σιγὴν πάσης φωνῆς ἀτομικοῦ καὶ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος καὶ τὴν ἐπικράτησιν τῆς φωνῆς τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ δικαίου, θέλει σπεύσει νὰ πράξῃ τοῦτο.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς ἔχει ὁ κ. Δ. Τερτίπης.
§4Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἦτο ἀναγεγραμμένον ὑπ’ ἀριθ. 13 τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν λιμενικῶν φόρων Στυλίδος καὶ ἐπὶ τῶν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων προϊόντων ἐκ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος». Σήμερον μετ’ ἀπορίας παρατηρῶ ὅτι ἔχει ἀριθμὸν 28. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ ὥστε νὰ ψηφισθῇ ἐνωρίτερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθόσον τὸ λιμενικὸν Ταμεῖον συνεβλήθη μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἔχει δάνειον 800.000 δρχ. Ἐννοεῖται ὅτι φέρει τὴν εὐθύνην καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἐνέκρινε τὴν σύμβασιν αὐτήν. Πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁ λιμενικὸς φόρος ἀνήρχετο εἰς 110.000 δρ., ἤδη κατῆλθεν εἰς 80.000. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς παρουσιάζεται νὰ προσφέρῃ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἀπαιτοῦνται τόκοι πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ 50.000 δρχ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων.
§5Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Καρδίτσης ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ μάλιστα ταχέως, κινδυνεύει νὰ ἴδωμεν τὸν λιμένα τῆς Στυλίδος κατεστραμμένον, διότι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συγκοινωνίας τῆς σιδηροδρομικῆς ὅλα τὰ προϊόντα, ὅσα εἰσήρχοντο καὶ ἐξήρχοντο ἐκ Λαμίας, μεταφερόμενα διὰ τοῦ λιμένος τῆς Στυλίδος καὶ φορολογούμενα χάριν τοῦ δανείου καὶ τοῦ φωτισμοῦ αὐτοῦ κλ., αὐτὰ ὅλα ἐξέλιπον. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὸ προτάξῃ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν: Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν λιμενικῶν φόρων Στυλίδος καὶ ἐπὶ τῶν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων προϊόντων ἐκ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 ἐκ δρ. 800,000». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρχ. εἰς χρυσὸν 339,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης δι’ ἀνέγερσιν στρατώνων καὶ στάβλων πυροβολικοῦ ἐκ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συνδρομῆς εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ Συνδέσμου τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἱδρυθὲν Σχολεῖον». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Νοεμβρίου 1836 περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν».
§8Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν· εἴπομεν τοῦτο χθές, διὰ νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις εἶναι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὡς ἐγὼ νομίζω.
§9ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτων συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, μέχρι τῆς Δευτέρας νὰ περατωθῇ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀναβάλλεται καὶ παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν.
§11ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συγχρόνως καὶ τὸ 49ον, «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ΨΙΒʹ τῆς 20 Νοεμβρίου 1878» τὸ ὁποῖον εἶναι σχετικόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· παρεπέμφθη καὶ τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰσιτηρίων εἰς τὸ Ἐθνικὸν ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον καὶ τὸ Μουσεῖον τῆς Ἀκροπόλεως». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΚΘʹ περὶ ἐκποιήσεως ἀχρήστων πλοίων τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Ιʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει ὁ κ. Ἀντωνόπουλος.
§13Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅτα ἐλέχθησαν σήμερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἔχω μόνον νὰ παρατηρήσω τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον γίνεται δι’ αὐτοῦ εἰς τοὺς ἤδη διωρισμένους ἀντεισαγγελεῖς, οἵτινες ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει τίθενται ἐκποδών. Προτιμῶνται ἐν πᾶσιν οἱ πρωτοδίκαι ἀπὸ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς, ἐνῷ οἱ ἀντεισαγγελεῖς ὑπηρετοῦντες ἐπὶ τόσα ἔτη εἶναι ἐντριβέστατοι εἰς ὅλην τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος καὶ οὗτοι, τοῦ ὁποίου τυγχάνουσι καὶ οἱ πρωτοδίκαι, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ τοὺς ἀπολύσητε; Σημειώσατε ἄλλως ὅτι τὸ ὅλον σχεδὸν τούτων ηὐδοκίμησε καὶ δὲν ὑπάρχουσι παράπονα ἐναντίον των. Ἀλλὰ μήπως οἱ πρωτοδίκαι θὰ εἶναι οἱ μόνοι κατάλληλοι νὰ διαδεχθῶσι τοὺς εἰσαγγελεῖς; Διατί νὰ προτιμηθῶσιν αὐτοὶ καὶ οὐχὶ οἱ ἀντεισαγγελεῖς; Πρέπει νὰ τύχωσιν ἴσως προτιμήσεως καὶ οὗτοι, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ μέρος αὐτό, διότι θὰ ὑποστηρίξωμεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν ἔχουσί τινες ἐξ αὐτῶν, φέρουσι καὶ γνωμοδότησιν τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν νὰ προαχθῶσι, καὶ τὴν γνωμοδότησιν αὐτὴν προσήγαγον καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ μείζονα βεβαίως λόγον πρέπει νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας οὗτοι. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑπεδείξαμεν ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ στερηθῶσι τοῦ τοιούτου δικαιώματος. Τὸ νομοσχέδιον ἐπρονόησε καὶ ἔθηκε δικαίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὑποχρεωμένος ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ὅπως διενεργήσῃ διὰ τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν ἐξετάσεις, καὶ αὐτοί, ἂν εἶναι ἱκανοί, θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν δὲ ὄχι, δὲν θὰ εἰσέλθωσι. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοί, θὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, ὅπως θὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπίσης καὶ περὶ τῶν ἀντεισαγγελέων, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι σήμερον τὰς θέσεις αὐτάς. Ἀλλ’ ἡ διαφωνία εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς νέας ἐξετάσεις. Θὰ εἶναι ἄδικον, κατόπιν τόσων ἐτῶν ὑπηρεσίας, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς νέας ἐξετάσεις, καὶ μάλιστα οἱ ἀντεισαγγελεῖς αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον κατόπιν διαγωνισμοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὥστε βλέπετε ὅτι εἶναι ἄδικον αὐτό, δι’ οὗ καθιεροῦται καὶ ἓν προηγούμενον πολὺ κακόν. Ἂν λόγου χάριν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καταλάβωσι τὰς θέσεις αὐτάς, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀποκλεισθῶσιν, ἀφοῦ εἰσήχθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κριθέντες ἄξιοι καὶ διὰ διαγωνισμοῦ ἐξ οὗ ἀπέκτησαν δικαίωμα καὶ ὡς ἐκ τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας των, ἂν ἐπέλθῃ ἄλλος νόμος καὶ μεταβάλῃ τὰ προσόντα, τότε οὗτοι ἀδικαιολογήτως καὶ ἀδίκως θὰ ἐξέλθωσι τῆς ὑπηρεσίας, εἰ καὶ ἐκρίθησαν ἱκανοί. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 10, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ παραπέμπει εἰς ἕτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου συναφές. Ἐγὼ προχωρῶ καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι, ὡς ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα μέχρι τοῦδε, πολλοὶ ἐκ τῶν δικηγόρων ηὐδοκίμησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν εἰσαγγελικήν, εἰσελθόντες πρὸ πολλοῦ, διότι δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἱκανότητα, κοινωνικὴν πεῖραν, ἡ ὁποία πρὸ παντὸς ἄλλου ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ τὴν ὁποίαν ἀπέκτησαν ἀσχολούμενοι διηνεκῶς, ὅπερ πολὺ συμβάλλει πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς δικαιοσύνης, πρὸς τούτοις δ’ ἔχουσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, διότι ἐννοεῖται διαρκῶς αὐτοὶ εἰς τὸ δικαστήριον παρίστανται καὶ ὑπερασπίζονται ποινικὰς καὶ πολιτικὰς ὑποθέσεις, θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν αὐτοὶ νὰ τύχωσι τῆς προαγωγῆς αὐτῆς, βεβαίως πάντοτε ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου. Τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐμπιστευόμεθα, βεβαίως θὰ κρίνῃ ποῖοι ἐκ τῶν δικηγόρων εἴτε ἐκ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητήσωσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, εἴτε ἐκ τῶν σημερινῶν εἰσαγγελέων, θὰ κρίνῃ ποῖοι εἶναι οἱ ἄξιοι. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κρίνων ὀρθῶς τὰ πράγματα, θέλει δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ὡς ἐνέχουσαν σημασίαν καὶ ὑπόστασιν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§15Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ. Εἶναι δύο νομοσχέδια· τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέν, καὶ ἡ πρότασις νόμου, ἡ καταρτισθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ποῖον ἐκ τῶν δύο πρόκειται νὰ ψηφισθῇ; Οὐδεμίαν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἠκούσαμεν, νομίζω δ’ ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ποῖος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας διατυπώνει ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῆς σχεδίῳ.
§16Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσίν της ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν τροποποιήσεων αὐτῶν.
§17Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἵνα μᾶς πείσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν τροποποιήσεων. Διὰ τοῦτο θὰ ἐθεώρουν ἐπιβεβλημένον, ὅπως ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς διατυπώσῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς.
§18Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Τότε κατὰ τὴν συζήτησιν ἑκάστου ἄρθρου.
§19Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κυρίως δὲν ἔχομεν δύο νομοσχέδια. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως· ἑπομένως ἡ τάξις τῆς συζητήσεως εἶναι ν’ ἀναγνωσθῇ κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ τροπολογία συγχρόνως ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§20Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι περιττὴ τελείως ἡ εἰσήγησις. Ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου, δὲν μετέβαλε τὰς βάσεις αὐτοῦ, διότι ἀφῆκεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ καθιερώσῃ, δηλαδὴ τὴν ἀποκέντρωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθέκαστα, ταῦτα θὰ συζητηθῶσι κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ εἰσήγησις, διότι θὰ εἶναι ματαία κατανάλωσις χρόνου.
§21Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν φίλον μου ἐκ Κορινθίας συνάδελφον, διότι ἠθέλησε νὰ μοὶ δώσῃ τὸ μάθημα αὐτό, οὐχ ἧττον θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τινὰ καὶ μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας. Ἀνέγνωσα, εἶναι ἀληθές, τὸ νομοσχέδιον ὀλίγον ἐπιτροχάδην, διότι δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἤθελεν ἔλθει ἡ συζήτησις σήμερον, ἀλλ’ αἱ γενόμεναι τροποποιήσεις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νομίζω ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι δύναμαι νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν ἐγένοντο μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς, καὶ δὲν ἔχω παρὰ ν’ ἀναφέρω ὡρισμένα σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ πείσω τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον ὅτι ἔχω δίκαιον ταῦτα λέγων. Τὸ ἄρθρον 7 ἐν παραδείγματι ἐν τέλει λέγει τὰ ἑξῆς, κατὰ τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς· «οἱ διωρισμένοι παρὰ Πρωτοδίκαις ἀντεισαγγελεῖς διατηροῦνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐντὸς ὅμως τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου ἂν ὑπάρχῃ περὶ ἑνὸς ἑκάστου περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 15, ἐδαφίου εʹ τοῦ παρόντος νόμου. Τὸ ἀνώτατον συμβούλιον ἀποφαίνεται περὶ ἑνὸς ἑκάστου, μετὰ γνωμοδότησιν ἁπάντων τῶν παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέων συνερχομένων ἐν Ἀθήναις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀρχαιοτέρου αὐτῶν, κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ μὴ τυχόντες τοιαύτης ἀποφάσεως ἀντεισαγγελεῖς παύονται». Ἀνατρέχω εἰς τὸ ἄρθρον 15, ἐδάφιον εʹ, καὶ τὸ ἐδάφιον τοῦτο λέγει τὰ ἑξῆς· «Ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἀντεισαγγελεύς, οἱ παρὰ Πρωτοδίκαις καὶ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς, οἱ εἰρηνοδίκαι, οἱ εἰδικοὶ πταισματοδίκαι, οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ εἰδικοὶ ὑποθηκοφύλακες καὶ οἱ δικαστικοὶ ἐν γένει γραμματεῖς παύονται ὁριστικῶς τῆς ὑπηρεσίας. εʹ.) Ἄν καταδειχθῶσιν ἀνίκανοι ἢ ἀμελεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των ἢ ἀποδείξωσιν ἀναξιοπρεπῆ ἢ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν των διαγωγήν, ἀποφανθῇ δὲ ὑπὲρ τῆς παύσεως αὐτῶν τὸ Ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον». Λοιπὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 7 οἱ μὴ τυχόντες τοιαύτης ἀποφάσεως εἰσαγγελεῖς ἀπολύονται, διὰ νὰ διατηρηθῶσι δηλαδή, πρέπει νὰ τύχωσι τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου συμβουλίου ὅτι κατεδείχθησαν ἀνίκανοι καὶ ἀμελεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των.
§22Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Διότι κατὰ λάθος ἀντεγράφη ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ διορθωθῇ αὐτό.
§23Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό· εἶναι καὶ πλεῖστα ἄλλα τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὸ νομοσχέδιον παράδοξον κατασκεύασμα. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ποῖον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Δεύτερον, ἂν πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τὸ καταρτισθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νομοσχέδιον, τότε ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ μέχρις ὅτου γίνωσιν αἱ ἀναγκαῖαι διορθώσεις, διότι τοιαῦτα λάθη παρετήρησα καὶ ἄλλα.
§24Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν ἡ συζήτησις ἦλθε σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἦλθε διότι ἡ Βουλὴ τὴν ἐζήτησε καὶ τὴν ἐπέβαλε. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ κατόπιν ν’ ἀναγνωσθῶσι βεβαίως καὶ αἱ τροπολογίαι τῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὸ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ κανονικόν. Τώρα, ἂν ὑπάρχωσι κενὰ ἢ σφάλματά τινα, αὐτὰ εἶναι εὔκολον νὰ διορθωθῶσι σήμερον, διότι ἡ συζήτησις διευκρινίζει τὰ πάντα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἂν κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως ἴδωμεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ σκέψις δι’ ἐπιτροπήν, τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ καὶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§25Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἦλθεν εἰς συζήτησιν σήμερον συνεπείᾳ τῆς σπουδῆς τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος. Ὁμολογῶ ὅτι ἤλπιζον ὅτι αὐτὸς ἄλλοτε δικαστικὸς καὶ φιλελεύθερος ὢν θὰ κατενόει ὅτι συμφέρον τῇ δικαιοσύνῃ θὰ ἦτο νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τόσον ταχέως· δυστυχῶς δὲν ἠθέλησε νὰ κατανοήσῃ τοῦτο. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω ὅτι διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τί πρόκειται νὰ κάμωμεν; Πρόκειται ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως καὶ τοῦ προβιβασμοῦ ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὄχι διὰ νὰ καταστήσωμεν ἀνεξάρτητον τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταστήσωμεν τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς ὑποδούλους εἰς τὴν δικαστικὴν ὀλιγαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἤθελον δ’ ἐρωτήσει ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐγνώρισαν τὰς ἐνεργείας τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς ἄλλα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα νομοθετικῶς τῷ ἐχορηγήθησαν, ἂν ἔχουσι τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ διαχείρισις ἐκείνη τῶν δοθέντων αὐτῷ δικαιωμάτων ὑπῆρξε τοιαύτη ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν σημερινὴν ἐνέργειάν μας. Νομίζω ὅτι ὅλως τοὐναντίον ἤθελον ἀποκριθῆ. Πάντες λοιπὸν ἐκεῖνοι οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν γνωρίζουσι πῶς ἐλειτούργησεν ὁ νόμος περὶ ἐπιβολῆς πειθαρχικῶν ποινῶν εἰς κατωτέρους δικαστικοὺς λειτουργοὺς ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου; Δὲν γνωρίζουσιν ὅτι, ἂν ὑπῆρξέ τις ὑπεύθυνος διὰ τὴν κατάστασιν τὴν διεκτραγῳδουμένην ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῇ ἐκθέσει τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν κατάστασιν τῶν εἰσαγγελέων, ἂν ὑπάρχῃ τις ὑπεύθυνος, οὗτος εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος, διότι, ἂν ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος κατεστρατήγησε τὸν νόμον, οὗτος βεβαίως εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος; Ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων οὐδέποτε ὥρισε νὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ἐπέφερε τὴν καταστροφὴν τὴν σημερινὴν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, δηλ. τὸ νὰ γίνωνται αἱ γνωμοδοτήσεις ἀθρόαι, καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κενὴ θέσις εἰσαγγελέως. Τοῦτο ἐγένετο κατὰ καταστρατήγησιν τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐγένετο δὲ ἵνα ὁ Ἄρειος Πάγος φανῇ εὐάρεστος πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπηυθύνοντο ἑκάστοτε πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ ἐνεργήσῃ οὕτω. Νομίζετε, ὅτι πράττομεν ἔργον φρονήσεως ἀφαιροῦντες ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως καὶ τῆς προαγωγῆς καὶ μὴ ἐξασφαλίζοντες τὸ ἀνεξάρτητον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀλλὰ παραδίδοντες τούτους δεσμίους εἰς τοὺς Ἀρεοπαγίτας; Νομίζετε ἆρά γε ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι πταίομεν διὰ τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἅμα ὡς μεταφέρομεν τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως καὶ τῆς προαγωγῆς ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ λογοδοτῇ οὐδαμοῦ, θὰ σώσωμεν τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ θὰ τοὺς καταστήσωμεν ἐλευθέρους; Ἐγὼ νομίζω ὅλως τοὐναντίον· τότε πλέον θὰ ὑποδουλώσωμεν τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς λειτουργοὺς εἰς τὰς διαφόρους ἀρεοπαγιτικὰς ἐπιθυμίας, διότι γνωρίζομεν, Κύριοι, πάντες ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐξήρθη ὑπεράνω τῶν συγγενικῶν, τῶν φιλικῶν δεσμῶν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι καὶ οὗτοι ἔχουσιν ἀνεψιούς, συγγενεῖς, φίλους. Καὶ ὅτε ταῦτα γνωρίζομεν, καὶ ὅτε γνωρίζομεν ὅτι καὶ οὗτοι εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσι μάλιστα ὑποχρέωσιν νὰ λογοδοτήσωσιν εἰς κανένα, ὡς ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς σήμερον, δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἁπλῶς διὰ νὰ τὸ δώσωμεν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἐχέγγυον παρέχουσιν ὅτι θέλουσι τὸ διαχειρισθῆ καλλίτερον ἀπὸ ὅ,τι σήμερον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὴν ἀρχὴν ὅτι πρέπει ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ παντοδυναμία ἡ σήμερον ὑπάρχουσα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀνεξάρτητον πραγματικῶς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προαγωγὴ καὶ ἐν γένει τὸ στάδιον τοῦ δικαστοῦ εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἕρμαιον τῶν ἰδιοτροπιῶν της, ὅτι εὐθὺς ὡς ὑπάρχει ἐξάρτησίς τις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπεζήτησε τὸ Σύνταγμα ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τοῦτο γνωρίζομεν, ἐπειδὴ γνωρίζομεν τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ἡ ἐξάρτησις αὕτη, ἐπειδὴ πάντες ἀνομολογοῦμεν ὅτι ἡ περιωπὴ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ εἶναι, τοῦτο δὲ λόγῳ τῆς ἐξαρτήσεως, διὰ τοῦτο ἀντιτιθέμεθα πρὸς τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει ἁπλῶς τὴν ἐξάρτησιν νὰ μεταφέρωμεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἐπιπέδου εἰς τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔτι μᾶλλον ἐπικίνδυνον. Ὑπάρχει τὸ μέσον νὰ διορθωθῇ ἡ σημερινὴ κατάστασις· τὸ μέσον εἶναι ἁπλοῦν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ταχίστη ἐπὶ τοιούτων βάσεων ἐργασία, ἴσως δὲ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ ἐπωφελεστέρου διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐν πρώτοις εἶναι εὔκολον νὰ καταργηθῇ ἡ ὕπαρξις ἱεραρχίας, διὰ νὰ λείψῃ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς, καὶ νὰ ἐπέλθῃ μία οἱαδήποτε ἐξίσωσις τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων οὕτως ὥστε νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία τῶν δικαστῶν νὰ προάγωνται, καὶ αὐτὴ ἡ κατ’ ἀνάγκην σύναψις σχέσεων καὶ δεσμῶν μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας σήμερον ἢ αὔριον μετὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τὴν προαγωγήν, διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν δικαστῶν. Καὶ ὅταν ἐπέλθῃ ἡ ἐξίσωσις αὕτη τῶν μισθῶν, καὶ ὅταν ἐπέλθῃ ἡ κατάργησις τῆς ἱεραρχίας, θὰ ἔχωμεν τότε τὴν ἀνεξαρτησίαν σπουδαιότατα ἑδραιουμένην τουλάχιστον προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς προαγωγῆς, καὶ θὰ ἔχωμεν μόνον τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως νὰ κανονίσωμεν. Καὶ τὸ ζήτημα δὲ τῆς μεταθέσεως εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ τελειότερον διὰ νομοθετικῶν διατάξεων. Βεβαίως θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἓν ἀνώτατον συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐφαρμόζῃ τὰ τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὸ ἀνώτατον αὐτὸ συμβούλιον δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀνεύθυνον καὶ ἀσύδοτον· τὸ ἀνώτατον αὐτὸ δικαστικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ συμφωνῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ δικαστικοὺς—καὶ δὴ τοὺς ἀνωτάτους—, πρέπει νὰ ἐνεργῇ ἐντὸς ὁρίων προδιαγεγραμμένων ὑπὸ τοῦ νόμου. Εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσωμεν ἓν παραδείγματι, —ἐν συντόμῳ δ’ ἀναπτύσσω τὰς ἰδέας μου—τὴν ἀρχὴν ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ δὲν θὰ μετατίθενται παρὰ μόνον τῇ αἰτήσει αὐτῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ αἰτήσεις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν.
§26Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις διαμένοντες οὐδέποτε θὰ φεύγωσι.
§27Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ δέχεσθε παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς γνώμης σας, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§28Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν πρώτοις ὅσον ἀφορᾷ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῶσιν ἰδιαίτεραι διατάξεις, ὅπως καὶ σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐτοῦ προνοεῖ, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο σπουδαῖον, διότι θὰ καθορισθῇ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ εἰς τὸ αὐτὸ δικαστήριον παραμονὴ πλέον ἑνὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, καὶ τότε λύεται τὸ ζήτημα ἀναμφισβητήτως, λύεται δὲ τὸ ζήτημα ἀφαιρουμένης τῆς παντοδυναμίας τῆς τε ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κυρίως ἐπιζητῶ καὶ τονίζω εἶναι ὅτι πρέπει διὰ παντὸς μέσου νὰ καταστῶσι πραγματικῶς ἐλεύθεροι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, δὲν καθίστανται δὲ τοιοῦτοι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ὑπόκεινται εἰς τὰς ἰδιοτροπίας, εἰς τὰς συμπαθείας, εἰς τὰς ἀντιπαθείας τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὸ ὁποῖον θ’ ἀπαρτίζηται ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των εἰς κανένα. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει καί τινας διατάξεις, αἵτινες ἀναμφισβητήτως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι καθιστῶσιν αὐτὸ τελείως ἀντισυνταγματικόν, διότι ἐν παραδείγματι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 13 εὑρίσκεται τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν πρόκειται περὶ προαγωγῆς προέδρων καὶ εἰσαγγελέων ἐφετῶν, ἀρεοπαγιτῶν κλ. τὴν προαγωγὴν ἐνεργεῖ τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§29Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ ὑφιστάμενος νόμος οὕτως ἔχει.
§30Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ὑφιστάμενος νόμος οὐδαμοῦ λέγει τοιοῦτόν τι. Τὸ ἄρθρον 13 τῆς ἐπιτροπῆς λέγει: «Ἄρθρον 13. Διὰ τὴν κατὰ τὰ ἄρθρα 8 καὶ ἑπόμενα προαγωγὴν πρωτοδικῶν, προέδρων Πρωτοδικῶν, εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων Πρωτοδικῶν, Ἐφετῶν καὶ ἀντεισαγγελέων Ἐφετῶν, εἰς θέσιν ἀνωτέραν, ἀπαιτεῖται προσέτι νὰ προηγηθῇ ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου, ἀποφαινομένου, κατὰ πλειονοψηφίαν τῶν μελῶν αὐτοῦ καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Τὸ συμβούλιον ἀποφασίζει τοὺς προακτέους ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχαιότητος τῆς ὑπηρεσίας ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν ἐν τῷ βαθμῷ ἐξ οὗ προάγονται, προτιμωμένων τῶν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ συμβουλίου ἱκανωτέρων τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ. Οἱ παραλειπόμενοι ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἐν ταῖς μεταγενεστέραις προαγωγαῖς. Ἡ προαγωγὴ τῶν προέδρων καὶ εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, ἀρεοπαγιτῶν, ἀντεισαγγελέως καὶ ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς θέσιν ἀνωτέραν, γίνεται, προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου κατ’ ἐκλογὴν καὶ οὐχὶ κατ’ ἀρχαιότητα». Ἔχομεν τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον Κυβέρνησιν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν γνωμοδοτικὸν συμβούλιον, καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν τοιαύτην διάταξιν τὴν περιεχομένην εἰς τὸ ἄρθρον 13 τὸ παρασκευασθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις ἔκαμον, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ πείσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι διὰ τῆς σπουδῆς τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου δεικνύομεν ὅτι δὲν θέλομεν ν’ ἀπελευθερώσωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ καταστήσωμεν αὐτὴν μᾶλλον ἀξίαν τῶν ὑψίστων συμφερόντων, εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὁποίων προώρισται. Τοῦτο θέλομεν πράξει διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου. Θέλομεν καταστήσει αὐτοὺς ὑποδούλους εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀπαρτίζει τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοὐλάχιστον διὰ σήμερον ν’ ἀναβάλῃ διὰ 2–3 ἡμέρας, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἰδία ἢ ἄλλη τις ἐπιτροπὴ μελετήσῃ καὶ πάλιν τὸ νομοσχέδιον καὶ τότε μόνον νὰ ἔλθῃ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν γνώμην ταύτην συνηγορεῖ καὶ τοῦτο, ὅτι ἔχομεν μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ δέκα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διατυπώνουσι δέκα διαφόρους γνώμας, καὶ δὲν ἐξαιρεῖται οὐδ’ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ μοὶ δώσῃ πρὸ ὀλίγου ἓν μάθημα. Ἰδοὺ δ’ αἱ γνῶμαι τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς: Ἀρ. Ἀντωνόπουλος. Ν. Καλογερόπουλος (ἀπολύτως ἀποκρούων τὸ ὑποχρεωτικὸν τῶν μεταθέσεων). Π. Πετρίδης (ἀποδεχόμενος ἀπολύτως τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως). Κ. Τοπάλης Λ. Καλλιφρονᾶς (ἀποκρούων τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως μόνον τῶν ἐφετῶν). Θ. Ἰ. Λέκας (ἀπολύτως ἀποκρούων τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως). Σ. Γεωργόπουλος (μὲ ἐπιφύλαξιν). Ἰ. Γ. Λάππας (μετ’ ἐπιφυλάξεως). Πλὴν τοῦ κ. Τοπάλη μόνος ὁ κ. Ἀντωνόπουλος φρονίμως σιωπᾷ, θέτων ἁπλῶς τὴν ὑπογραφήν του (ἱλαρότης).
§31Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀστεῖον.
§32Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρετήρησα ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος ἔχει μίαν ἐπιθυμίαν, νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τὴν ἑσπέραν ταύτην, διὰ νὰ σταλῇ καὶ πάλιν ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία καὶ πάλιν νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ πάλιν νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περισσότερον μεμελετημένον, ὡς νὰ μὴ ἦτο ἐπαρκῶς μεμελετημένον. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην τῆς τοιαύτης παραπομπῆς. Ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ τοιοῦτόν τι, ἐγὼ δὲν ἀντιτίθεμαι. Πρέπει ὅμως, νομίζω, νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο πρὸ πολλοῦ ὡρίμασεν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου. Δέον συνάμα νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου καὶ ἐντεῦθεν ἐκτὸς τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἀτυχῶς ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τῆς ἀρχικῆς αὑτοῦ βάσεως καὶ ὅστις μολαταῦτα ὑπῆρξε τόσον εὐεργετικὸς εἰς τὴν τάξιν τῶν λειτουργῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναφέρωμεν ἄλλο μέτρον μᾶλλον ἀποκεντρωτικὸν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συζητεῖται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διότι τί ζητοῦμεν διὰ τοῦ μέτρου τούτου; Ζητοῦμεν ὅπως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία κατὰ πλάσμα καὶ κατὰ θεωρίαν εἶναι ἀνεξάρτητος, καταστῇ πράγματι ἀνεξάρτητος, ζητοῦμεν δηλαδὴ νὰ φύγῃ ἡ ἐξουσία ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς, τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν· τοῦ παύειν, τοῦ μεταθέτειν καὶ τοῦ προάγειν, —αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἰδέα τοῦ νομοσχεδίου— ν’ ἀνατεθῶσι πάντα ταῦτα εἰς ἓν ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλο παρὰ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ὡς πολὺ ὀρθῶς ἔλεγε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου Βουλευτής, ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ὅλα τὰ συστήματα εἶναι δυνατὸν νὰ κατακριθῶσι, διότι ἡ κατάκρισις εἶναι πάντοτε εὔκολος· ἀλλὰ πρέπει ταυτοχρόνως νὰ προτείνῃ τις καὶ κάτι τι καλλίτερον, ἡμεῖς δὲ ὁμολογοῦμεν ὅτι δὲν εὕρομεν ἄλλον τρόπον, ἄλλην λύσιν πλὴν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, δηλαδὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀληθῶς πολλὰ ἐλέχθησαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄδικα καὶ ὑπερβολικὰ καὶ πολλὰ ἐγράφησαν κατὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι τὸ ἀνώτατον τοῦτο δικαστήριον θὰ ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν μεγάλην τιμὴν ἥτις γίνεται εἰς αὐτό, ὅτι θέλει ἀνταποκριθῆ εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τοῦ κοινοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζομεν ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ προτείνωμεν τέλος πάντων ἓν μέτρον τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς παρέχῃ τὴν ἐλπίδα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσι τὰ δικαστικὰ πράγματα τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Κύριοι, πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γίνεται λόγος περὶ συναλλαγῆς. Εἶναι βεβαίως μία πληγὴ ἡ συναλλαγὴ πολὺ μεγάλη. Ἡμεῖς ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν προσεπαθήσαμεν καὶ ἕνεκα τῶν μεγάλων δυσχερειῶν αἵτινες στενοχωροῦσιν ἡμᾶς καὶ διότι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ὅπως σκέπτηταί τις περὶ κόμματος, δὲν ἐσκέφθημεν νὰ προβῶμεν εἰς τὰς μεταβολὰς ἐκείνας αἵτινες συνήθως συνοδεύουσι πᾶσαν ἀλλαγὴν Κυβερνήσεως· ἀπεφύγομεν, λέγω, τὸν διορισμὸν καὶ αὐτῶν τῶν νομαρχῶν ἀκόμη, τῶν ὀργάνων δηλαδὴ τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως!
§33Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι δὰ τόσον.
§34Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἐὰν θέλητε νὰ εἶσθε δίκαιοι, θὰ ὁμολογήσητε, αὐτό· ἐὰν δὲν θέλητε νὰ εἶσθε δίκαιοι, δὲν θὰ ὁμολογήσητε τίποτε. Ἡ «Ἐφημερὶς ὅμως τῆς Κυβερνήσεως» μαρτυρεῖ, ὅτι ἐλάχισται μεταβολαὶ γίνονται, αἱ ἀπολύτως ὑπηρεσιακαί.
§35Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὴν ἀναγινώσκω καὶ ἐγώ.
§36Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπόν, Κύριοι, ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν καὶ λέγομεν ὅτι θέλομεν νὰ πατάξωμεν τὴν συναλλαγήν. Πῶς θὰ τὴν πατάξωμεν; Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτων μέτρων, μέτρων ἐξόχως ἀποκεντρωτικῶν, τὰ ὁποῖα ν’ ἀφαιρῶσι τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ τὴν ἀναθέτωσιν εἰς ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον. Αὐτὰ εἶναι τὰ συνήθη μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγκαζόμεθα νὰ προστρέχωμεν συνήθως, διότι πολλάκις ἀνεθέσαμεν εἰς συμβούλια τὴν ἐποπτείαν καὶ ἐκτέλεσιν νόμων τινῶν ἵνα φεύγῃ ὁριστικῶς ἡ ἐξουσία, ὡς εἴπομεν, ἐκ τῶν χειρῶν τῶν Βουλευτῶν. Κύριοι, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καί, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως θεωρηθῇ ἐπάναγκες ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, δὲν ἔχω δυσκολίαν πρὸς τοῦτο, ἀφοῦ ὅμως τὸ θέμα συζητηθῇ ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτοῦ γραμμαῖς.
§37Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ οὐδεὶς νομίζω θὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἰσοβιότης μόνη θὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν δικαστὴν καὶ θὰ παράσχῃ εἰς τὸν λαὸν δικαιοσύνην ἀνεπηρέαστον καὶ ἀμερόληπτον. Διατί; Εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι ἕνεκα τῶν ἐπηρειῶν διὰ δύο ἀδυναμίας τοῦ δικαστοῦ ὁ δικαστὴς δὲν εἶναι οἷος ἔπρεπε νὰ εἶναι. Ἐπηρεάζεται διὰ τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς, καὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν πολιτικήν, ὄχι διότι ὁ Ὑπουργός, ὄχι διότι ὁ Βουλευτὴς πράγματι πάντοτε τὸν μεταθέτει ἢ πάντοτε τὸν προάγει, ἀλλὰ διότι ὁ δικαστὴς ἐλπίζει, ὅτι ἐκεῖ θὰ εὕρῃ προστασίαν διὰ προαγωγὴν καὶ μετάθεσιν. Ὅταν δὲ ὁ δικαστὴς ἀνατρέχῃ εἰς τοὺς πολιτευομένους διὰ νὰ τὸν μεταθέσωσιν ἐκεῖ ὅπου θέλει ἢ νὰ τὸν προαγάγωσιν, ὁ δικαστὴς αὐτὸς δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀκέραιος δικαστής, δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀμερόληπτος καὶ ἀνεπηρέαστος. Εἶναι ἀνάγκη αἱ σχέσεις τοῦ δικαστοῦ μετὰ τῆς πολιτικῆς νὰ διακοπῶσι. Βεβαίως εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτύχωμεν τὸ κατ’ ἰδέαν ἄριστον· εἰς οἱονδήποτε σύστημα καὶ ἂν προσεγγίσωμεν, πάντοτε θὰ ἔχωμεν τρωτά. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ, ἐπειδὴ καταλήγομεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν ἀνωτάτην δικαστικὴν Ἀρχήν, εἶναι ἐξεταστέον, ἂν οὕτω πράττοντες βελτιοῦμεν ἢ χειροτερεύομεν τὴν κατάστασιν τὴν δικαστικήν. Ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι πολλὰ ἐξ ὅσων ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεγάρων εἶπε περὶ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου σχετικῶς πρὸς τὴν διοικητικὴν αὐτοῦ δρᾶσιν εἶναι ὀρθά, ἀλλὰ κάμνω τὴν σκέψιν ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν χαρισθῇ τὸ ἀνώτατον αὐτὸ συμβούλιον, θὰ χαρισθῇ ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων συγγενῶν ἢ φίλων καὶ δὲν θὰ χαρισθῇ κατ’ ἔκτασιν τοιαύτην, καθὼς ἐλπίζουσι τοὐλάχιστον οἱ δικασταί, καθ’ ἣν χαρίζονται οἱ πολιτικοί. Αἱ εὔνοιαι τῶν δικαστῶν, αἱ εὔνοιαι τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου θὰ περιορισθῶσιν εἰς ὡρισμένον κύκλον, ἐνῷ αἱ εὔνοιαι τῆς πολιτικῆς εἶναι ἀπεριόριστοι. Τὰ ἐλαττώματα θὰ εἶναι ὀλιγώτερα, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον φρονῶ ὅτι δὲν ἀρκεῖ, διότι εἶναι ἀνάγκη τὸ συμβούλιον τὸ ἀνώτατον νὰ σχηματίζῃ τὴν πεποίθησιν περὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων ἔκ τινων δεδομένων, τοιαῦτα δὲ δεδομένα πρὸ πάντων περὶ πρωτοδικῶν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εἶναι πάντοτε ἀσφαλῆ, καὶ θὰ παρατηρηθῇ, ὅ,τι καὶ μέχρι τοῦδε παρετηρήθη, ὅτι πολλάκις τὰ μέλη τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς μέλη συμβουλίου, λαμβάνουσι τὴν πληροφορίαν περὶ τῶν κατωτέρων οὐχὶ ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν, δι’ ἐπιθεωρήσεως, ἀλλ’ ἐκ πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι πάντοτε ἀσφαλεῖς. Θὰ ἔπρεπεν, ὅταν προβαίνωμεν ν’ ἀσφαλίσωμεν τὸν δικαστὴν μὲ τὸ ἀμετάθετον καὶ κατ’ ἀρχαιότητα προαγόμενον, νὰ φροντίσωμεν νὰ μὴ καταστήσωμεν αὐτὸν ὡς ἕνα τυραννίσκον, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὸν ὑπὸ ἐπιθεώρησιν καὶ ἔλεγχον, ἡ ὁποία θὰ τὸν καταστήσῃ δικαστὴν καλλίτερον καὶ διὰ τῆς ὁποίας θὰ πληρωθῶσιν οἱ σκοποί, τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζητοῦμεν, ἐπιθεώρησιν οὐχὶ ὁμοίαν πρὸς τὴν ἀσκουμένην σήμερον διὰ τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, διότι σήμερον, δύναταί τις εἰπεῖν, δὲν ὑπάρχει ἐπιθεώρησις, διότι ἡ ἐπιθεώρησις τῶν πινακίων, ἂν ὑπάρχουσι τὰ χαρτόσημα ὡς καὶ αἱ ἀποφάσεις, δὲν εἶναι ἐπιθεώρησις. Ἐγὼ ἤθελον ἓν εἶδος ἀπὸ ἐπιθεωρητὰς ἐλέγχοντας αὐτὴν τὴν ἐργασίαν τοῦ δικαστοῦ, ἐπιθεωρητὰς περιφρουρουμένους διαρκῶς, ἀκούοντας τὰ παράπονα καὶ ἐξετάζοντας τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ποιότητα τοῦ δικαστοῦ καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς αὐτοὺς ὑποβάλλοντας ἐκθέσεις ἐνώπιον συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐκθέσεων ἀσφαλῶς νὰ δύναται ν’ ἀποφαίνηται. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι δύσκολον ἢ πολὺ δαπανηρόν, διότι εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν θὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην τρεῖς ἀρεοπαγῖται, οἱ ὁποῖοι θὰ περιέρχωνται τὰς ἕδρας τῶν Πρωτοδικείων.
§38Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ δώσωμεν κάποιαν πανοπλίαν.
§39Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ προτιμῶ νὰ μὴ ἔχω ἐγὼ τὴν πανοπλίαν, ἀλλ’ οἱ ἀρεοπαγῖται, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμωσι τὴν ἐπιθεώρησιν, διότι αὐτοὶ θὰ γνωρίζωσι καλλίτερον τὰ τῶν δικαστῶν.
§40Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχουσι καὶ οἱ ἀρεοπαγῖται ὑποθέσεις ἀτομικὰς ἢ συγγενικάς;
§41Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα· εἶπον καὶ προέλεγον, ὅτι πολλὰ ἐξ ὅσων εἴπετε εἶναι ὀρθά. Δὲν εὑρίσκω ἀκόμη τὸ ἄριστον ἐν συγκρίσει μεταξὺ τῶν συστημάτων αὐτῶν· αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη λόγον, τὸν ὁποῖον παρέλειψα, διὰ τὸν λόγον τῆς ἀποκεντρώσεως εἶναι ὁ Βουλευτὴς περισσότερον ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν....
§42Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§43Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. .. καὶ δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκλιπαρῇ τὸν Ὑπουργόν. Ἐὰν ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ ἔχωμεν ἀποκέντρωσιν σχετικὴν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, δὲν θὰ ἐβλέπομεν τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον σήμερον βλέπομεν μὲ τὰ κόμματα.
§44Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι νομοσχέδιον ἐγωιστικόν, διότι βεβαίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Βουλευτῶν εἶναι συμφέρον νὰ ψηφισθῇ, διότι θ’ ἀπαλλαγῶμεν ὅλοι τῶν μέχρι τοῦδε ἀδίκων κατηγοριῶν· δὲν εἶναι ὅμως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ θέσῃ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν.
§45Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ· ἀρκεῖ νὰ φροντίσητε νὰ μοὶ τὸ ὑπενθυμίσητε....
§46Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δυστυχῶς ὅλοι τὰ ἔχομεν στραπατσάρει. Εἶναι ζήτημα συνειδήσεως.
§47Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωμεν ὀλιγώτερα δικαιώματα εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγάρων συνάδελφος περὶ μεταθέσεως καὶ ἡ ὁποία, ὡς παρετήρησα, δὲν ἠκούσθη μετὰ προσοχῆς, διότι ἕκαστος ἐσκέπτετο νὰ εὕρῃ τὰ τρωτὰ τῆς γνώμης ἐκείνης, ἐγὼ τὴν γνώμην ἐκείνην ἀποδέχομαι ὡς ὀρθήν, ἀλλὰ θὰ τὴν ὑποτροπολογήσω διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Θέλω τὸν δικαστὴν νὰ εἶναι ηὐχαριστημένος εἰς τὸ μέρος ὅπου θὰ διαμένῃ, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τοῦτο συντελεῖ εἰς τὸ νὰ τὸν κάμῃ ἐργατικόν. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ἕνα ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ τοποθετήσω εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ, νὰ τὸν ἔχωμεν εἰς τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θέλει νὰ εὑρίσκηται.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν Εὐρυτανίαν.
§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ ἐπικρίνετε ἀμέσως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν διετυπώθη εἰς ὁλόκληρον. Θέλω τὴν βάσιν αὐτήν, θέλω νὰ εἶναι ὅπου θέλει αὐτός, βεβαίως ὅμως δὲν δύναται νὰ μένῃ ὅπου θέλει ἐπ’ ἄπειρον. Βεβαίως, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν βάσιν τῆς τοποθετήσεως κατ’ αἴτησιν, θὰ δεχθῶμεν καὶ ἓν ὅριον, τὸ ὑποχρεωτικὸν μεταθετόν, ὑπὸ τὸν ἑξῆς ὅρον· συνεπλήρωσε διετίαν ἢ τριετίαν; Θὰ μετατεθῇ. Ζητήσατε, κύριε δικαστά, ποῦ θέλετε νὰ τοποθετηθῆτε, καὶ ἔχομεν πάλιν τὴν αἴτησιν χωρὶς νὰ παραμένῃ εἰς τὸν αὐτὸν τόπον ἐπὶ πολὺν καιρόν. Ἐγὼ εἶχον διατυπώσει τὸ σχέδιον τοῦτο· οἱ θέλοντες νὰ ἐπικρίνωσι τὴν γνώμην ταύτην παρακαλοῦνται θερμότατα νὰ περιμένωσι νὰ τὸ διατυπώσω. Ἐγὼ ἔχω συλλάβει ἐν νῷ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προσωπικοῦ ἑκάστου δικαστηρίου κατὰ τὴν σειρὰν τῆς θέσεώς του. Καὶ ἀρχίζω τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Οἱ ζητοῦντες νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν —καὶ δύνανται πάντες νὰ ζητήσωσι— θὰ λαμβάνωνται ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν αἰτούντων· πρῶτον θὰ τοποθετῶνται οἱ ἀρχαιότεροι καὶ ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων οἱ μὴ προϋπηρετήσαντες, διὰ νὰ μὴ ὑπηρετῶσι πάντοτε οἱ αὐτοί. Ἐὰν δ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ φθάσω καὶ ἔτι πλέον, νὰ τοποθετηθῶσιν οἱ ὀλιγώτερον προϋπηρετήσαντες, ἕκαστος τὴν πρώτην τριετίαν, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν τοὺς ἑπτὰ ἀρχαιοτέρους δικαστάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πρώτην τριετίαν δὲν θὰ εἶναι συντελεστικὸν διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ Πρωτοδικείου τῶν Ἀθηνῶν, διότι ὑποθέτω, ὅτι πάντες ζητοῦσι νὰ τοποθετηθῶσιν ἐν Ἀθήναις. Τοῦτο ὅμως διὰ τὴν πρώτην τριετίαν. Ἐτελείωσε τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν καὶ ἔρχεται κατὰ σειρὰν τὸ Πρωτοδικεῖον τῶν Πατρῶν. Ἐκ τῶν ζητούντων νὰ τοποθετηθῶσιν ἐκεῖ θὰ τοποθετηθῶσιν οἱ μὴ προϋπηρετήσαντες καὶ ἐκ τούτων οἱ ἀρχαιότεροι, καὶ θὰ φθάσωμεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τοὺς μὴ ζητήσοντας νὰ τοποθετηθῶσιν. Ἀκούω τὸν κ. Πρόεδρον ψιθυρίζοντα τὸ Καρπενίσιον, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς θέλει νὰ ὑπηρετήσῃ· εἰς αὐτὸ τὸ Πρωτοδικεῖον θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ὑπηρετῶσιν οἱ νεώτεροι, οὐχὶ ἅμα διορίζονται, διότι, ὅταν διορίζωνται, δὲν εἶναι καλοὶ δικασταί, ὥστε ν’ ἀποτελέσωσιν οἱ νεώτεροι δικαστήριον καλόν, ἀλλὰ μετὰ πολλῶν ἐτῶν ὑπηρεσίαν νὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸ Καρπενίσιον ἢ εἰς τὸ Γύθειον, ὡς καὶ εἰς ἄλλα Πρωτοδικεῖα. Ἀναγραφομένου τοιούτου κανόνος θὰ γίνῃ ὁ δικαστὴς ἀνεξάρτητος, θὰ γνωρίζῃ δ’ ὅτι συμπληρουμένης τῆς τριετίας θὰ τοποθετηθῇ εἰς τὰ δεῖνα Πρωτοδικεῖα, θὰ συμπληρῶται ἡ τριετία καὶ θὰ μετατίθηται. Ἐπειδὴ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγάρων συναδέλφου δὲν εἶναι ἐκ τῆς πρώτης αὐτῆς ἀρχῆς ἀπορριπτέα, ἀλλ’ εἶναι γνώμη ἐξεταστέα, ἡ ὁποία δύναται νὰ μᾶς ἀγάγῃ καὶ εἰς τὰ ἀσφαλέστατα συμπεράσματα, τοιοῦτον σχέδιον εἴχομεν ἄλλοτε καὶ δὲν γνωρίζω ἂν τηρεῖται ἀκόμη σήμερον ὑπὸ τὰς περιστάσεις ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν μετατιθεμένων εἰς τὸ ὁπλοστάσιον τοῦ Ναυπλίου ἢ εἰς τὴν Λάρισαν· οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι μίαν σειρὰν καὶ γνωρίζουσιν ἕκαστος ποῦ καὶ πότε θὰ μετατεθῇ.
§50Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀκριβέστατα τὸ διατηρεῖ τὸ Μηχανικὸν καὶ τὸ Πυροβολικόν.
§51Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἀκριβέστατα διατηρεῖται.
§52Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἰδοὺ σχέδιον ἐφαρμογῆς, τὸ ὁποῖον τροποποιούμενον δύναται νὰ γίνῃ καλλίτερον.
§53Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐναλλαγῆς μονίμων θέσεων πρὸς ἀπεσπασμένας. Τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὡς παράδειγμα, διότι ἔχει ταύτην τὴν διαφοράν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀνήκουσιν εἰς τὰς θέσεις τὰς μονίμους καὶ ἀποστέλλονται κατ’ ἔτος πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας, εἰς ἀπεσπασμένην ὑπηρεσίαν. Αὐτὸ συμβαίνει εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ μηχανικόν. Τὸ πυροβολικὸν μὲ τὴν ἕδραν τοῦ συντάγματος ἐν Ἀθήναις εἶχε πάντοτε πυροβολαρχίας ἀπεσπασμένας εἰς τὴν Λάρισαν, μὴ λαμβάνετε δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν σημερινὴν κατάστασιν, διότι σήμερον ἔχομεν μεραρχίας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ δικαστικῶν προσώπων.
§54Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ οὐδεμίαν διαφορὰν εὑρίσκω· εὑρίσκω δ’ ἐν τῷ συστήματι, ὅπερ ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἀναπτύσσω καὶ ἐγώ, τοῦτο τὸ τρωτόν, ὅτι ἀνακοινοῦται τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει μελετηθῆ, ὅσον πρέπει νὰ μελετηθῇ νέον σύστημα, ἵνα γίνῃ ἀσπαστόν. Ἀλλ’ εἶναι γνώμη ἥτις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ καὶ κριθῇ μετὰ τῆς πρεπούσης προσοχῆς.
§55Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Κατὰ τὴν τοποθέτησιν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ κατάλογον ἐξ ἀρχαιοτέρων καὶ νεωτέρων δικαστῶν καὶ νὰ τοποθετῇ ἀνάλογον ἀριθμὸν ἀρχαιοτέρων καὶ νεωτέρων εἰς ἕκαστον δικαστήριον. Ὅταν θέλωμεν, ὅλα γίνονται.
§56Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ προέτεινον ὅριον ἐνεργείας.
§57Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ μελέτη εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνει μέχρι τοῦδε. Βεβαίως θέλουσι μελέτην καὶ δὲν ἠξίωσα ἐκ τοῦ προχείρου νὰ τὸ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, ἀλλ’ εἶναι εὔλογος ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ ὅτι πρέπει νὰ μελετῶνται ταῦτα, καὶ δύναμαι νὰ παραπονεθῶ ὅτι δὲν ἐμελετήθη καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς βάσεις καὶ τὰς φάσεις τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐξ οὗ παρουσιάζεται καθ’ ὃν τρόπον παρουσιάζεται νὰ συζητηθῇ. Θὰ ἦτο δυνατόν, ἀφοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, συζήτησις, νὰ σταματήσωμεν διὰ μίαν ἡμέραν καὶ αὔριον νὰ συζητήσωμεν, καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ συνελθοῦσα ἡ ἐπιτροπὴ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν λεχθέντων ἀπόψε, ὥστε νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα ἴσως καλλίτερα. Συνοψίζων καταλήγω εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ὑποβάλω συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ ὁ χωρισμὸς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰς τὸ συμβούλιον αὐτό, ἐὰν θ’ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸ ἡ μετάθεσις ἢ προαγωγή, νὰ τεθῶσι κανόνες, τοὺς ὁποίους νὰ μὴ δύναται νὰ παραβῇ τοῦτο, κανόνες, οἵους ἀνέφερον ἢ ἄλλοι καλλίτεροι καὶ ὅτι ἀκόμη εἶναι ἀνάγκη ἐπιθεωρήσεως, διότι ἄνευ αὐτῆς εἰς οὐδὲν ἀσφαλὲς συμπέρασμα δύναται νὰ καταλήξῃ καὶ τὸ καλῆς θελήσεως ἀνώτατον συμβούλιον. Ἡ ἐπιθεώρησις δὲν θὰ χρησιμεύσῃ μόνον εἰς τὸ νὰ φωτίσῃ τὸ συμβούλιον περὶ τοῦ τίνες πρέπει νὰ προαχθῶσι καὶ ποῖαι μεταθέσεις πρέπει νὰ γίνωσιν, ἀλλὰ θέλει συντελέσει εἰς βελτίωσιν τῆς ποιότητος καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν δικαστῶν ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὐχὶ κρίσιν ἀσφαλῆ περὶ τῆς ποιότητος ἀλλὰ καὶ βελτιουμένην ποιότητα τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μᾶλλον ζητούμενον, διότι θὰ εἶναι ὀλιγώτερον τὸ κακὸν ἀδίκου μεταθέσεως ἢ προαγωγῆς ἀπὸ τὸ κακὸν παραμονῆς κακῶν δικαστῶν εἰς τὰς θέσεις των. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους συναδέλφους τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην νὰ συζητήσωσι καὶ ὑποβάλωσι ταύτην ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ἡ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν συζήτησις δὲν δύναται νὰ φωτίσῃ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ κατορθωθῇ δὲ νὰ σχηματισθῇ μία γνώμη, ὅτι ἡ ἰδική μας γνώμη δὲν εἶναι ὀρθὴ ἢ ὅτι εἶναι, ἵνα καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα.
§58ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως λίαν ὀρθῶς ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος συνάδελφος καταθέτων τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, παρετήρησεν, ἡ ἐπεξεργασία αὐτοῦ εἶχεν ἀνάγκην καὶ χρόνου μακροῦ καὶ μελέτης μεγάλης. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ παρ’ ὅλην τὴν καλὴν αὐτῆς θέλησιν εὑρέθη πρὸ πολλῶν δυσχερειῶν καὶ τούτου ἕνεκεν, ὡς βλέπετε πάντες ἐν τῇ ἐκθέσει, τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν αὐτῆς, ὑπέγραψαν μὲ ἐπιφύλαξιν. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω ἀνάλυσιν τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, διότι περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη, θὰ προσπαθήσω ὅμως ἐν γενικαῖς γραμμαῖς νὰ καταδείξω τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, τὰς ὁποίας οὔτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦτο εὔκολον οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἤδη ἐκ τοῦ προχείρου ν’ ἀναπληρώσωσι. Καὶ ἐν πρώτοις κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἔδει πρωτίστως νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ εἰρηνοδικῶν. Ὁ εἰρηνοδίκης ὅστις ἐκτὸς τῶν ἄλλων πολλαπλῶν καθηκόντων αὐτοῦ ἔχει πρωτίστως τὴν ἀποστολὴν νὰ συμβιβάζῃ τὰς μεταξὺ τῶν διαδίκων διαφορὰς, ὁ εἰρηνοδίκης ὁ προϊστάμενος τῶν συγγενικῶν συμβουλίων καὶ ὁ καλούμενος νὰ λύσῃ τὰς περὶ νομῆς διαφορὰς, ἔστω καὶ προσωρινῶς, καὶ ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν πολυπλόκων πολλάκις ζητημάτων τῶν διαφόρων εἰδῶν τῶν μισθώσεων, εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν λαϊκὸς δικαστὴς ὁ ἐρχόμενος εἰς ἄμεσον μετὰ τοῦ λαοῦ συνάφειαν, ὁ δυνάμενος νὰ σπουδάζῃ τὰ ἤθη καὶ τὰς συνηθείας αὐτοῦ, ὁ γνωρίζων τὰς ἀνάγκας του, καὶ ἀποκτῶν ἑπομένως τὴν πεῖραν, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ ηὐχόμην νὰ κατηργεῖτο ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων καὶ ἑπομένως αἱ ἐξετάσεις αὐτῶν, νὰ ἐνομοθετοῦντο δ’ ἐξετάσεις εἰρηνοδικῶν, καὶ ἐξ αὐτῶν μετὰ πενταετῆ ἢ καὶ πλείονα ὑπηρεσίαν εὐδόκιμον, πιστοποιουμένην ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων προέδρων καὶ εἰσαγγελέων ἢ καὶ τῆς ὁλομελείας τῶν πρωτοδικῶν, νὰ λαμβάνωνται οἱ μέλλοντες πρωτοδίκαι, διότι φρονῶ ὅτι μόνον τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πρωτοδίκας ἀξίους τῆς θέσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν. Τί γίνεται ὅμως σήμερον; Βλέπομεν νεανίσκους μόλις ἐξελθόντας τοῦ Πανεπιστημίου ν’ ἀποστηθίζωσιν ὀλίγας θεωρίας καὶ ὁρισμοὺς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, καὶ προσερχόμενοι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ χειροτονῶνται πάρεδροι καὶ δικασταί, καὶ νὰ ἀποστέλλωνται νὰ δικάζωσιν εἴτε ὡς πρωτοδίκαι εἴτε ὡς πλημμελειοδίκαι, ἐνῷ οὐ μόνον οἱ πλεῖστοι αὐτῶν εἶναι ἀμόρφωτοι ἐπιστημονικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀγνοοῦσι τὰ τοῦ κόσμου, περιπίπτουσι δ’ ἕνεκα τούτου συχνότατα εἰς σφάλματα, ἕρμαια γινόμενοι τῶν ἐπιτηδείων, οἵτινες ἐκμεταλλεύονται τὴν ἄγνοιαν καὶ ἀπειρίαν αὐτῶν. Παραλείπω δ’ ὅτι οἱ νεανίσκοι οὗτοι νομίζοντες ὅτι ὅλη ἡ σοφία ἐνεθρονίσθη εἰς τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, ἐκλαμβάνουσιν ὅλους τοὺς ἄλλους θνητοὺς ὡς μύρμηκας ἀπέναντί των. Ἐγνώρισα πρωτοδίκην, προαχθέντα μετ’ οὐ πολὺ καὶ εἰς πρόεδρον, ὅστις κατ’ ἐξηκολούθησιν κατεδίκαζε τοὺς δυστυχεῖς ἀγρότας τοὺς συρομένους ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ παρανόμῳ δῆθεν ὑλοτομίᾳ, διότι ἠγνόει παντελῶς τίνα λέγονται ποιμνιοστάσια, τὰ κοινῶς καλούμενα μανδριά, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι ταῦτα κατασκευάζονται ἐκ ξύλων μεγάλων διαστάσεων δίδων ἀπόλυτον πίστιν εἰς τὰ ψευδῆ πρωτόκολλα τῶν δασοφυλάκων πρὸς οὓς οἱ χωρικοὶ ἠρνοῦντο τὴν πληρωμὴν κακοήθους φιρολογίας, ἐδέησε δὲ μετά τινα χρόνον νὰ συνταξιδεύσωμεν σιδηροδρομικῶς καὶ διερχόμενοι διὰ χωρίων νὰ ἐπιδείξω αὐτῷ τὰ λεγόμενα μανδριά, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τὴν πλάνην του καὶ νὰ πεισθῇ ὅτι ταῦτα κατασκευάζονται ἀπὸ κλάδους δένδρων καὶ μικροὺς πασσάλους. Τοιοῦτοι κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι οἱ χειροτονούμενοι ἔμμισθοι πάρεδροι καὶ δικασταί. Τὰ ἄρθρα 7 καὶ 9 πραγματεύονται περὶ εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε τὴν αὐθαίρετον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, διάταξιν τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, ἔθηκεν ὅμως αὐτοὺς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, ὅπερ πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης των. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι τὸ ἀνώτατον συμβούλιον θὰ ἐργασθῇ μετὰ πάσης εὐσυνειδησίας καὶ ἀμεροληψίας. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως αὐτὸ τὸ καλούμενον ἀποκεντρωτικὸν σύστημα μὴ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι τοιουτοτρόπως ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν πᾶσαν πρωτοβουλίαν καὶ ἐξαρτῶμεν τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀποφάσεως προσώπων ἀνευθύνων. Ἀλλὰ μήπως ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται σήμερον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων νὰ παραπέμψῃ τὸν εἰσαγγελέα ἢ τὸν δικαστὴν ἕνεκεν ἀνικανότητος ἢ ἀναξιοπρεπείας, ἢ δι’ ἀσυμβίβαστον συμπεριφορὰν αὐτοῦ πρὸς τὸ ἀξίωμά του ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου;
§59Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν τὸν ἀφήνομεν ἡμεῖς νὰ τὸ πράξῃ.
§60ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ σθένος νὰ τὸ πράξῃ, δὲν πρέπει νὰ εἶναι Ὑπουργός. Παρατηρεῖται ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ νομοσχεδίου δυσπιστία ἢ μᾶλλον δυσμένεια κατὰ τοῦ σώματος τῶν δικηγόρων. Ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος μέχρι σήμερον ἐνέκρινεν εἰσαγγελεῖς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ ἁρμόδιοι πρόεδροι καὶ εἰσαγγελεῖς παρ’ ἐφέταις προέτεινον, ἢ ἐάν, ὥς τινες φρονοῦσι, κακῶς κατ’ ἐμέ, ἐγένετο κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τούτου, ἂς ἐπιβάλωμεν περιορισμοὺς καὶ ἂς ζητήσωμεν πλείονας ἐγγυήσεις. Ἀλλὰ μὴ θελήσωμεν τούτου ἕνεκα ν’ ἀποκλείσωμεν τοὺς δικηγόρους ἐκ τοῦ εἰσαγγελικοῦ ἀξιώματος. Ὑπάρχουσι δικηγόροι ἔχοντες ὅλα τὰ προσόντα νὰ γίνωσιν εἰσαγγελεῖς, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι εἴτε ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρός των, εἴτε ἕνεκεν ἄλλων λόγων δὲν κατώρθωσαν νὰ σχηματίσωσι πελατείαν, ἢ ἔχοντες ἄλλοτε τοιαύτην ἀπώλεσαν αὐτήν, φέρω δ’ ὡς πρόχειρον παράδειγμα τὸν ἐν Ἀθήναις εἰσαγγελέα καὶ πρώην συνάδελφον, ὅστις καὶ πελατείαν μεγάλην εἶχε καὶ ὡς δικηγόρος ηὐδοκίμησεν, ἀπέσχεν ὅμως τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος ἕνεκα τῆς ἀναμίξεώς του εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ἀπώλεσεν αὐτήν. Καὶ ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν Γερμανίαν, εὐρύτατα συζητεῖται σήμερον, ἂν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προσλαμβάνωνται οἱ ἀνώτεροι δικασταὶ ἀπ’ εὐθείας ἐκ δικηγόρων, ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀποκλείσωμεν αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως ἀκόμη. Ἄλλως οὐδεμία λαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρόνοια περὶ τῆς τύχης τῶν εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων, τοὺς ὁποίους θὰ κρίνῃ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον ὡς ἀπολυτέους. Τί θὰ γίνωσιν οὗτοι; Πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν τύχην των; Εἶναι ὀρθόν, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία περιβάλλει αὐτοὺς μὲ ἀνώτερον ἀξίωμα καὶ ἀφοῦ ἠνέχθη τούτους ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, νὰ τοὺς ἴδωμεν αὔριον ἐπαιτοῦντας τὸν ἄρτον αὐτῶν; Δεῖται ὡσαύτως πολλῆς μελέτης τὸ ζήτημα τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν, καθὼς καὶ τὸ ὑποχρεωτικὸν ἢ μὴ τῆς μεταθέσεως. Ἂν τὸ ἀμετάθετον εἶναι κατὰ τὴν γνώμην τῶν πλείστων ὅρος πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης καὶ διὰ τὸ γόητρον αὐτῆς, τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως ἐν τούτοις πολὺ φιλονεικεῖται. Σημειωτέον δὲ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ παρ’ ἄλλοις Κράτεσι κρατοῦντα, διότι καὶ αἱ συνθῆκαι τοῦ βίου εἶναι διάφοροι παρ’ ἡμῖν καὶ ἡ διαφορὰ τῶν πόλεων, ἐν αἷς ἑδρεύουσι δικαστήρια, πολὺ μεγάλη. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ δι’ ἄλλους, τοὺς ὁποίους παραλείπω νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσύρῃ τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον. Ἡ δικαιοσύνη δὲν ἔχει νὰ βλαβῇ κατ’ οὐδὲν ἐκ τῆς ἀναβολῆς. Οὔτε ὁ δικαστικὸς κόσμος οὔτε ὁ δικηγορικὸς ἐμελέτησεν ἀρκούντως, οὐδενὸς δὲ ἐπιστημονικοῦ σωματείου εἴδομεν ἀκόμη τὴν κρίσιν.
§61Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀκριβῶς οἱ ἐπιστήμονες τὸ ἐμελέτησαν.
§62ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἔργου, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν ἡμεῖς ὅτι δύναται ἐκ τοῦ προχείρου νὰ συντελεσθῇ πλῆρες.
§63Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστότατα τὰ θέματα.
§64ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔχω αὐτὸν τὸν ἐγωισμόν.
§65Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Σύρου ἂν γνωρίζει πῶς γίνονται οἱ διορισμοὶ τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων. Ἐὰν τοῦτο γνωρίζῃ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀγνοῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ νομίζῃ ὅτι ἐξασφαλίζεται ἡ κανονικὴ καὶ ἀνεξάρτητος λειτουργία τῆς δικαιοσύνης μὲ τὴν ἀνάθεσιν τοῦ δικαιώματος τῆς μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς εἰς συμβούλιον, οἷον τὸ καθιστάμενον; Ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσω, Κύριοι, ὅτι ἡμέραν τινὰ εἰς φίλου μου ἀρεοπαγίτου τὰ θυλάκια εἶδον περὶ τὰς 50 σημειώσεις, ὅτε δὲ ἠρώτησα αὐτὸν περὶ τίνος σπουδαίου ζητήματος πρόκειται, ὥστε τοσαύτας νὰ ἔχῃ σημειώσεις, μοὶ εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ διορισμοῦ δικαστικῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἔχει πολλὰς ἀπαιτήσεις. Μετέβαινε δὲ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν μερίδα τοῦ λέοντος εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῶν ῥουσφετίων. Νομίζετε ὅτι εἰς τὰς προαγωγὰς καὶ μεταθέσεις δὲν θὰ γίνεται τὸ ἴδιον;
§66Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δικαστὴν τεσσάρων ἐτῶν δὲν θὰ λάβῃ ποτὲ ὁ Ἄρειος Πάγος ἵνα τὸν κάμῃ πρόεδρον παραλείπων τεσσαράκοντα ἄλλους ἀρχαιοτέρους.
§67Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων ἅτινα ἐκ τοῦ προχείρου δύνανται νὰ λυθῶσιν. Ἄλλως τε ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ παροῦσα στιγμὴ δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος διὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου τοιούτου. Ἀπαιτεῖται νηφαλιότης σκέψεως καὶ συζήτησις περιεσκεμμένη, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σήμερον, ὅτε ἡ πολιτικὴ ἀτμόσφαιρα εἶναι πλήρης νεφῶν. Θὰ παρακαλέτω λοιπὸν καὶ πάλιν νὰ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀναβολήν.
§68Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀνάγκη πολλῶν ἀναβολῶν διὰ τὴν λύσιν τῶν κυριαρχουσῶν ἐν τῷ νομοθετήματι ἀρχῶν δὲν ὑπάρχει, διότι ὁμολογουμένως αἱ γενικαὶ ἀρχαί, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται τὸ νομοθέτημα, ἔχουσι συζητηθῆ ἐν τῇ Βουλῇ ἐπανειλημμένως. Συνεζητήθησαν δὲ καὶ ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς μελέτην εἰς πάντα ἐξ ἡμῶν ὅστις εἶχεν ὄρεξιν νὰ καταγίνῃ εἰς καταρτισμὸν σκέψεων, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν ὅμοιον νομοθέτημα πρὸ τετραετίας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἦσαν εἰσηγμέναι αἱ ἔννοιαι τοῦ νομοθετήματος, ὑποθέτω δ’ ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἰδίως τῶν ἀναμιγνυομένων εἰς τὰ τῆς Νομικῆς ἐπιστήμης, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἐσχηματισμένην γνώμην περὶ ὡρισμένων ἀρχῶν, αἵτινες δέον νὰ τηρηθῶσιν ἐν σχέσει πρὸς τὴν τακτοποίησιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Βεβαίως πᾶς τις δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ἀντίθετον ἐπὶ λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες δύνανται νὰ διατυπωθῶσιν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Νομίζω δ’ ὅμως ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ διατυπωθῶσιν αἱ γενικαὶ ἀρχαί, ἐφ’ ὧν κυρίως ἑδράζεται τὸ νομοσχέδιον, δύναται δέ, ἂν ἀπόψε δὲν καταλήξωμεν εἰς ὡρισμένον πόρισμα, ἐν τῇ αὐριανῇ συνεδριάσει νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὰς ὡρισμένας ἀρχὰς καὶ αὔριον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν. Ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς νέαν ἐπιτροπὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκθέσῃ ἡμᾶς εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ἔχωμεν δευτέραν ἔκθεσιν ὑπογεγραμμένην καθ’ ὃν καὶ ἡ πρώτη ἥκιστα σοβαρὸν τρόπον. Τολμῶ δὲ νὰ εἴπω χωρὶς νὰ τρέχω τὸν κίνδυνον οὐδένα τῶν παρισταμένων νομικῶν συναδέλφων ἐν τῇ Βουλῇ νὰ θίξω, ὅτι, ἂν δὲν ψηφίσωμεν τὴν φορὰν ταύτην τὸ νομοθέτημα τοῦτο, θέλομεν βεβαίως ὁμολογήσει τελείως τὴν ἀδράνειαν, ἡ ὁποία ἐν τῇ Βουλῇ ἐπεδείχθη περὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς δικαιοσύνης, τὴν ἀδράνειαν, ἡ ὁποία ἐπεδείχθη ἀείποτε ὑπὸ τῶν πλειονοψηφιῶν, καὶ θέλομεν δικαιολογήσει τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς πάντοτε ἔφερε, δικαιολογῶν τὴν ἀδράνειαν ταύτην, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνίκανος νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ νομοσχέδια τοιαῦτα, διότι ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ δικηγόρους.
§69Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ὅμως οἱ δικηγόροι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συζητοῦσι καὶ ψηφίζουσιν ὅλα τὰ νομοσχέδια.
§70Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐθεώρησε δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας καὶ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι οἱ δικηγόροι εἶναι ἄριστοι μὲν περὶ τὸ συζητεῖν τὰ θέματα τῶν ἄλλων κλάδων, κάκιστοι δὲ συζητηταὶ διὰ τὰ θέματα τοῦ ἰδίου των κλάδου. Εἶναι θεωρία, ἡ ὁποία ἠκούσθη καὶ τὴν ὁποίαν ὀρθὸν εἶναι ἐπὶ τέλους νὰ διαψεύσωμεν.
§71Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον, θὰ τὴν ἐνισχύσωμεν.
§72Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐγώ, Κύριοι, θεωρῶ ὀρθὸν νὰ διατυπώσω διὰ βραχέων γενικάς τινας ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἔχω σχηματίσει ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νομοσχεδίου. Θεωρῶ κατ’ ἀρχήν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἵνα τὰ τῆς μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν φύγωσιν ἀπὸ τῆς ἀπολύτου διακρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἴτε θέλομεν νὰ καθορίσωμεν δικαίωμα ἀποφάσεως εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, εἴτε θέλομεν νὰ καθορίσωμεν δικαίωμα γνωμοδοτήσεως, ἧς ἄνευ νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ λειτουργία τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πάντως ὅμως δέον νὰ τεθῇ χαλινὸς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι πάντες εἴμεθα πλήρεις τῶν ἀνθρωπίνων ἐλαττωμάτων, διότι ὁ Ὑπουργὸς μένει ἀνοχύρωτος ἀδιακόπως ἐναντίον τῶν ἀπαιτήσεων ἡμῶν, διότι οἱ συμπολῖται ἡμῶν εἴτε κακομαθημένοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ πιέζουσιν ἀδιακόπως ἡμᾶς καὶ ὑπὸ τὸν ὄγκον τῶν πιέσεων τούτων ἡμεῖς πιέζομεν τὸν Ὑπουργόν, καὶ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ αὐτὸς ἀνθρωπίνας ἀδυναμίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς τὰς τοιαύτας πιέσεις. Ἥρωας Ὑπουργοὺς εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν, ἀλλὰ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ καθήκοντος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντίσχωσιν.
§73Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θέλετε ὅμως ἥρωας ἀρεοπαγίτας· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε τοιούτους.
§74Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν, διότι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι κατηρτισμένος διὰ τοῦ ἰδίου συστήματος διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ προαγωγαὶ καὶ αἱ μεταθέσεις.
§75Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· ἂς ἐξετάσητε τὸν Ἄρειον Πάγον κατ’ ἄτομα.
§76Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ λαμβάνωμεν ὡς παράδειγμα τὸν Ἄρειον Πάγον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ καταδικάσωμεν. Εἰς τοῦτο πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν· ὀφείλομεν νὰ κρίνωμεν τὸν Ἄρειον Πάγον ἐξ ἀπόψεως Ἀρείου Πάγου, ἂν δὲ δὲν εἴμεθα ἤδη εἰς θέσιν νὰ ἔχωμεν τὸν Ἄρειον Πάγον οἷον ἐπιθυμοῦμεν αὐτόν, θὰ φροντίσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ὅπως δι’ ὀργανισμοῦ προσήκοντος βελτιώσωμεν τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς τῶν δικαστῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἐφ’ ὅσον προάγομεν τοὺς ἐφέτας εἰς ἀρεοπαγίτας διὰ τῆς ἀπολύτου αὐθαιρεσίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, βεβαίως καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον δικαστήριον ἵνα ἀντιμετωπίζῃ τὸ ὕψος τὸ ὁποῖον ὁ τίτλος αὐτοῦ ἀπαιτεῖ ἵνα ἔχῃ. Διὰ τοῦτο ὅμως πρέπει νὰ καταδικάζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὅτι εἰσηγάγομεν στοιχεῖα διὰ τὰ ὁποῖα σήμερον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κατακρίνωμεν τὸ ἀνώτατον δικαστήριον. Μὴ κρίνωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀτελειῶν διὰ τὰς ὁποίας εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπαίτιοι. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἐν τῷ νομοθετήματι εἶναι ὀρθὴ ἡ διάταξις καθ’ ἣν οὐχὶ ὁλόκληρος ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς λειτουργίας, ἥτις ἀνατίθεται εἰς αὐτόν, ἀλλὰ συμβούλιον ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου, θεωρῶ δὲ καλλιτέραν τὴν διάταξιν τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν θὰ ἐκλέγηται τὸ συμβούλιον καὶ οὐχὶ θὰ κληροῦται, διότι, ἂν ἀπέτυχε μέχρι τοῦδε τὸ σύστημα τῆς ἔν τισιν ἀναμίξεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπέτυχεν οὐχὶ διὰ τὴν κακὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ὑπὸ τῆς ὁλότητος τῶν δικαστῶν ἀλλὰ διὰ τὴν κατάρτισιν πλειονοψηφιῶν καὶ συνδρομῇ τῶν κακῶν στοιχείων, καὶ ἂν ἀφήσωμεν τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν τύχην, εἰς τὴν κλήρωσιν, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τοὺς κακοὺς ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ λαμβάνοντας τὸ δικαίωμα ἵνα κρίνωσιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, ἐνῷ, ἂν ἀποδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εὑρισκόμεθα μᾶλλον ἐν τῇ ἀληθείᾳ, διότι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρίστων τοὐλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην τριετίαν ὡς μελῶν τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου. Προτιμῶ λοιπὸν τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς παρὰ τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπικινδυνωδέστατον. Βεβαίως, Κύριοι, ἂν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἴτε ἀποφάσεως περὶ τῆς προαγωγῆς εἴτε γνωμοδοτήσεως, ἧς ἄνευ νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ προαγωγή, δὲν θέλομεν περιπέσει εἰς ἐκεῖνα τὰ λάθη, εἰς ἐκεῖνα τὰ ψεκτὰ εἰς τὰ ὁποῖα περιέπεσε πολλάκις ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀναγκασθεῖσα ὅπως ὑπὸ τὰς πιέσεις ἰσχυρῶν προαγάγῃ ἐπὶ βλάβῃ δικαστικῶν ἐξοχοτήτων δικαστικὰς μηδαμινότητας καὶ ἀνθρώπους ἔχοντας πολὺ ὀλιγωτέραν ὑπηρεσίαν. Τοιαύτης φύσεως ἀδικήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου δικάζοντος ἑαυτόν. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως θεωρῶ ὅτι θὰ εἶναι μέγιστον λάθος νὰ ὁρίσωμεν μετάθεσιν ὑποχρεωτικήν. Ὀφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν ὑποχρεωτικὴν τοποθέτησιν, διαμονὴν ὑποχρεωτικήν, ἀλλὰ μετάθεσιν ὑποχρεωτικὴν μετὰ πάροδον τριετίας ἢ τετραετίας βεβαίως δὲν ὀφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν. Ἂν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν, Κύριοι, τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἐντελῶς περιττὴ ἡ ἀνάμιξις τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου εἰς τὸ ζήτημα τῶν τοποθετήσεων. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὰ τῆς τοποθετήσεως τῶν δικαστῶν εἰς τὰ δικαστήρια εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δέον νὰ λύωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τῆς σκοπιμότητος καὶ συνεπῶς τὰ δικαστικὰ συμβούλια δὲν δύνανται νὰ καταρτίζωνται διὰ τῆς μεθόδου τοῦ ὁδοστρωτῆρος, διότι μέθοδος ὁδοστρωτῆρος εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν μετὰ τριετῆ διαμονὴν ὑποχρεοῦται ὁ δικαστὴς ν’ ἄρῃ τὸν κράββατόν του καὶ νὰ βαδίσῃ εἰς ἄλλην ὁδόν, ἐπὶ ἄλλην πόλιν. Ἰδίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τοὺς κανόνας τῆς σκοπιμότητος, διότι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον χώρας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ὁμοίας τὰς κοινωνικὰς συνθήκας, δὲν ἔχει ὁμοίαν κοινωνικὴν ἀνάπτυξιν, δὲν ἔχει ὁμοίας κοινωνικὰς ἀνάγκας, εὑρισκόμεθα δ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν τῆς χώρας πρὸ δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐνώπιον αὐτῶν ζητήματα μέγιστα καὶ δυσχερῆ, καὶ περὶ δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι νὰ λύωσι ζητήματα πολὺ μικρᾶς σημασίας. Δὲν δυνάμεθα δέ, Κύριοι, νὰ παρομοιάσωμεν τὸν κύκλον τῶν ἐργασιῶν ἢ τὴν φύσιν τῶν δικαστικῶν ἐργασιῶν τῶν Πρωτοδικείων τῆς Εὐρυτανίας, τοῦ Γυθείου, τῆς Ἀμφίσσης, τῆς Κυπαρισσίας, ἴσως καὶ τῆς Καρδίτσης, πρὸς τὴν φύσιν τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων τῶν Ἀθηνῶν, τῶν Πατρῶν, τοῦ Βόλου, Σύρου, Ναυπλίου καὶ Τριπόλεως, ἔτι δὲ Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας λόγῳ τῆς ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν τελευταίων ἐφαρμογῆς τοῦ Ἰονίου κώδικος. Τούτου ἕνεκα, Κύριοι, ἕνεκα τῶν ἀνομοίων συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας λειτουργοῦσι τὰ διάφορα Πρωτοδοκεῖα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἵνα διὰ νόμου καταστήσωμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν μετάθεσιν δικαστῶν, οἵτινες λόγῳ τῆς ὑπερόχου εὐδοκιμήσεως αὐτῶν καθίστανται ἀναγκαῖοι διὰ τὴν κανονικὴν σύνθεσιν δικαστηρίων τινῶν. Δὲν δυνάμεθα τὰ δικαστήρια τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν Πατρῶν νὰ μεταβάλλωμεν κατὰ σύνθεσιν ἀνὰ τριετίαν, διότι πρόκειται περὶ μεγίστων συμφερόντων κρινομένων ἐν αὐτοῖς. Κατὰ μείζονα λόγον δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τῆς δικαστικῆς μεταθέσεως, καθόσον ἔχομεν ἀνομοιότητα τῆς συνθέσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος, καθόσον εἷς ἀριθμὸς δικαστικῶν λειτουργῶν προέρχεται ἐκ τοῦ παλαιοῦ νόμου, καθ’ ὃν εἰσήρχοντο εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον δι’ ἁπλοῦ διαγωνισμοῦ, ἕτεροι δέ, οἱ περισσότεροι, προέρχονται ἐκ τοῦ μεταγενεστέρου νόμου περὶ κατατάξεως παρέδρων. Ἐὰν τοὺς δικαστάς, οἵτινες ὑπερτεροῦσι κατ’ ἀρχαιότητα καὶ οἵτινες ἔχουσι καταδικασθῆ ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν τούτους εὐνοήσῃ ἡ τύχη καὶ εὑρεθῶσιν ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ δικαστηρίου τῶν Ἀθηνῶν, τίς ἐγγυᾶται περὶ τῆς τύχης τῶν ὑποθέσεων, τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς χεῖρας τῶν δικαστῶν τοῦ Πρωτοδικείου τούτου; Φρονῶ ἐπίσης, Κύριοι, ὅτι ὀρθῶς τὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσιν ὅσον ὁρᾷ τὴν δυσπιστίαν, ὡς ὠνόμασε ταύτην ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τρικκάλων, πρὸς τοὺς δικηγόρους. Γινώσκομεν πάντες οἱ διάγοντες βίον δικηγορικὸν ὅτι ὁ δικηγόρος ὁ εὐδοκιμήσας ἐν πελατείᾳ δὲν θ’ ἀφήσῃ τὰ κέρδη τῆς ἐπιστήμης του καὶ δὲν θ’ ἀνταλλάξῃ ταῦτα πρὸς θέσιν παρέχουσαν ἥττονας ἀπολαύσεις καὶ τὰς ἐνοχλήσεις τῶν μεταθέσεων καὶ τὰς ἄλλας καθημερινὰς ἐνοχλήσεις. Μέχρι τοῦδε ἔχομεν τὸ δεδομένον ὅτι καὶ ἕνεκα τῶν κατὰ καιροὺς ἐγκρίσεων, ὧν ἔτυχον διάφοροι δικηγόροι παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ κρίσεως σχετικῆς, ἀλλὰ περὶ κρίσεως ἀπολύτου, ἥτις εὐκολώτερον δίδεται, δὲν ἔχομεν ἐπαρκὲς εἰσαγγελικὸν προσωπικὸν κατὰ τὸ πλεῖστον· διότι πλεῖστοι τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχον εὐδοκιμήσεως ἐν τῷ δικηγορικῷ ἐπαγγέλματι ἐτράπησαν εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ αἱ ἐξαιρέσεις δὲν εἶναι ἱκαναί· οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς ἐξαιρέσεις ἐδημιούργησαν εὔφημον καὶ ἔντιμον ἐξαίρεσιν ἀλλὰ κατὰ κανόνα οἱ ἐκ δικηγόρων προελθόντες δὲν ηὐδοκίμησαν.
§77Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Οἱ ἐκ τῶν δικαστῶν διορισθέντες εἶναι ὅλοι ἱκανοί;
§78Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως εἶναι οἱ καλλίτεροι.
§79Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν τοὺς γνωρίζετε.
§80Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ κρίνωμεν τὰ τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπαρχιακῶν ἡμῶν παρατηρήσεων, διότι αἱ ἐπαρχιακαὶ παρατηρήσεις εἶναι πάντοτε πεπλανημέναι, διότι συνηθίζομεν ὅλοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις νὰ θεωρῶμεν ἑαυτοὺς ὡς ὑπερτέρους ἄρχοντας παντὸς ὑπαλλήλου καί, ὅτε ὁ εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ δικαστὴς ἐπέδειξε στάσιν μᾶλλον αὐστηρὰν ἢ στάσιν μᾶλλον ὑπερήφανον, θεωροῦμεν ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἄπειροι καὶ δὲν εἶναι ἀνάλογοι τῶν περιστάσεων (θόρυβος).
§81Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὰ λέγετε πολὺ τραγικά.
§82Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διατί θορυβεῖσθε;
§83Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θέλετε νὰ μᾶς κάμητε τὸν Κάτωνα καὶ ἐρωτᾶτε διατί θορυβούμεθα;
§84Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει τὸ μῖσος κατὰ τῶν νεωτέρων δικαστῶν, διότι οὗτοι εἶναι οἱ αὐστηρότεροι περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των καὶ οἱ τηροῦντες στάσιν μᾶλλον ὑπερήφανον ἀπέναντι παντός. Ἐγὼ ποιοῦμαι τὰς παρατηρήσεις μου ἐκ τῶν δικαστῶν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν (διάλογοι). Μὴ ζητεῖτε νὰ μὴ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν· αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Διὰ τοὺς λόγους τούτους πάντοτε ἐπιζητοῦσιν οἱ πολιτευόμενοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀρχαιοτέρων δικαστῶν. Διὰ τούτους τοὺς λόγους φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὴν εἰσαγωγὴν περαιτέρω τῶν δικηγόρων εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, θεωρῶ δ’ ὅτι εἶναι ὀρθοτέρα ἡ εἰσαγωγὴ εἰσαγγελέων ἀπ’ εὐθείας διὰ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντεισαγγελέως, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν εἰσαγγελεῖς ὑπηρετήσαντας ὡς ἀντεισαγγελεῖς ὑπὸ εἰσαγγελεῖς πεπειραμένους καὶ ἀποκτήσαντας ὅθεν καὶ μείζονα πεῖραν. Συμφωνῶ κατὰ πάντα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κυνουρίας εἰς ὅσα εἶπε περὶ δικαστικῶν ἐπιθεωρήσεων, διότι φρονῶ ὅτι τὸ Συμβούλιον τὸ δικαστικὸν τοῦ Ἀρείου Πάγου θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν κρίσιν του περὶ πρωτοδικῶν εἰς μεγίστην δυσχέρειαν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν οἱ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελεῖς νὰ ἔχωσιν ἀσφαλῆ γνώμην περὶ τῶν προσώπων τῶν πρωτοδικῶν, διότι καὶ μέχρι τοῦδε τὸ πλεῖστον τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦτο κατὰ προαγωγὴν ἐκ τοῦ κλάδου τῶν εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν, δηλαδὴ κλάδου ἀσχολουμένου κυρίως εἰς τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, καὶ ἐφεξῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οἷον διετυπώθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ μικρῶν τροποποιήσεων εἰσήχθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καθιεροῦται τὸ σύστημα τῆς εἰσαγωγῆς εἰσαγγελέων Ἐφετῶν προερχομένων ἐκ τοῦ κλάδου τῶν εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ἐπιβάλλομεν καθήκοντα καθαρῶς ποινικά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἠσφαλισμένην ἐπάρκειαν ἐποπτείας τούτων ἐπὶ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν ἀστικὴν δικαιοσύνην δικαστικῶν λειτουργῶν. Καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον καὶ ὀρθότατον, ἵνα ἔστω καὶ διὰ δαπάνης μικρᾶς ἐγκαταστήσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς ἐπιθεωρήσεως. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πιθανὸν νὰ πλανῶμαι, εὑρίσκω ὅτι μία σπουδαιοτάτη ἔλλειψις ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι οὐδεμίαν λαμβάνει πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀνακριτικοῦ κλάδου. Ἐφ’ ὅσον τὰ τῆς δικαιοσύνης λειτουργοῦσιν ὡς μέχρι σήμερον ἔχουσι καὶ ἀναμὶξ ἔχει ὁ κλάδος ὁ ἀνακριτικὸς πρὸς τὸν εἰσαγγελικόν, βεβαίως οὐδεμία μέριμνα ἀπῃτεῖτο περὶ τοῦ ἀνακριτικοῦ κλάδου, ἀφ’ ἧς ὅμως λαμβάνεται μέριμνα περὶ σχηματισμοῦ ἰδίου ποινικοῦ κλάδου, θεωρῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ χωρισμοῦ τοῦ ἀνακριτικοῦ κλάδου ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ καὶ ἑνώσεως τούτου μετὰ τοῦ εἰσαγγελικοῦ. Ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς ἀνακρίσεως, εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα τοποθετοῦνται εἴτε οἱ νεώτεροι καὶ ἀπειρότεροι ἑπομένως, εἴτε ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν πολιτικήν, οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ εἰσηγήσωνται ὑποθέσεις πολιτικάς, δηλαδὴ οἱ ἀνικανώτεροι· οὕτως οἱ μὲν νεώτεροι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν κοινωνικὴν πεῖραν, ἄγοντες ἡλικίαν 25–30 ἐτῶν, οἱ δὲ πρεσβύτεροι στεροῦνται σωματικῆς καὶ πνευματικῆς ἐπαρκείας, ἄγοντες ἡλικίαν μεγάλην καὶ ἔχοντες ἠθικὸν ἠλαττωμένον λόγῳ τῆς κατὰ τὰς προαγωγὰς διηνεκοῦς παραγκωνίσεως. Διὰ τοῦτο ἦτο ὀρθότερον νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἀντίληψις περὶ τοῦ κλάδου τοῦ ἀνακριτικοῦ. Βεβαίως ἡ γνώμη αὕτη, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται ἴσως ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι λίαν βραδέως διατυποῦται, ἀλλὰ ῥίπτω ταύτην, ἵνα, ἂν γίνῃ δεκτὴ εὐμενῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τύχῃ ἐφαρμογῆς διὰ νέου νομοθετήματος, ἔστω καὶ εἰς ἄλλην Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἰσαγομένου, διότι πρέπει ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν ἀρίστην καὶ νοήμονα πρὸ παντὸς λειτουργίαν τῆς ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον συνέστησεν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Νοεμβρίου 1836 περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ περὶ προτάσεως νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΨΙΒʹ τῆς 20 Νοεμβρίου 1878 ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. Ἰ. Βογιατζῆ, Γ. Κατσίνα, Ν. Μαρκέτη, Κ. Γκότση, Δ. Τσιτσάρα, Β. Λεωπούλου καὶ Χ. Βοζίκη.
§86Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λόγοι, κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐξηνέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι οὐσιαστικοί, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τυπικοί, ἐὰν ἡ διαίρεσις εἶναι ἀκριβής, διότι ἠγόρευσαν οἱ προλαλήσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ καὶ κατὰ τῶν οὐσιωδῶν αὐτοῦ διατάξεων, σχετιζομένων ὅμως πάντοτε μετὰ τῆς ἀρχῆς. Ἀντιρρήσεις τινές, ἀφορῶσαι τὸ πρῶτον ἄρθρον εἰδικῶς, ἐξηνέχθησαν μόνον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος δύο. Ἡ πρώτη διὰ λάθος γραφῆς μᾶλλον κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ δ’ ἄλλη οὐσιαστικὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, περὶ τῆς ὁποίας, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, δύναται νὰ γίνῃ λόγος· καὶ θὰ γίνῃ βεβαίως λόγος, ἐὰν εἶναι ἡ διάταξις πραγματικὴ ἢ ὄχι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ ἑτέρα τῶν παρατηρήσεων, ἵνα ὑποστηρίξῃ ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, νομοσχεδίου περὶ τοῦ ὁποίου, ὡς παρετήρησεν εὐστόχως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων, εἶναι ἐκ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κρούουσι τὴν θύραν μεταρρυθμίσεως αὐτῶν· διότι ἀπὸ ἐτῶν πάσχει ἡ δικαιοσύνη, ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης ἀναντιρρήτως ἐπηρεάζεται ὀλεθρίως ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ἐπηρεάζεται ἐξ ἄλλων λόγων ἢ ἐκ πολλῶν λόγων, συνοψιζομένων πάντων εἰς τὴν ἀρχήν, ἂς τὴν εἴπωμεν οὕτω, τῆς ἐπιδράσεως τῆς Βουλῆς, τῶν Βουλευτῶν, ἐπὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ. Τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ μεταρρύθμισιν πρὸ ἐτῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπαραίτητον διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ὑπέβαλεν ἀπὸ τοῦ 1906 καὶ ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη. Ἔκτοτε τὸ νομοσχέδιον ἦτο τὸ τρίτον, μοὶ φαίνεται, εἰς τὴν σειρὰν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρὸ τοῦ 1906 ὑπεβλήθησαν ὑπ’ ἄλλων Ὑπουργῶν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, διότι—ἂν δὲν πλανῶμαι— εἶχεν ὑποβάλει τοιοῦτον νομοσχέδιον ὁ μακαρίτης Καράπαυλος, καὶ ὁ κ. Καραπᾶνος ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.
§87Α. Σ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ὄχι· ὑπὸ τὸν μακαρίτην Δηλιγιάννην.
§88Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἔχετε δίκαιον. Αὐτὰ εἶναι ἀπόδειξις ἀναμφισβήτητος τῆς ἀνάγκης τοῦ νομοθετήματος. Ὑπὸ τοιαύτην ἀνάγκην δὲν βλέπω πῶς δικαιολογεῖται ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔχει νὰ ὠφελήσῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, διότι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς περὶ τῆς ἀρχῆς δὲν ἔχουσι νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀναβολήν, διότι, καὶ ἂν γίνῃ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο καὶ πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι ἔχει βάσιν τὴν ἀποκέντρωσιν, ἡ ὁποία δὲν στέργει βεβαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβληθῇ, ἀλλ’ ἀνατρέπεται ἡ ἀποκέντρωσις αὐτή, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ περὶ καταργήσεως τῆς ἱεραρχίας, διότι εἶναι πλήρης ἀνατροπὴ ἄλλως τε καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἀκόμη. Δὲν βλέπω λοιπὸν κανένα λόγον σοβαρῶς ὑποστηρίζοντα τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ πλεῖστοι λόγοι, ἡ κατάστασις ἐν γένει τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἐνεστῶσα, ἂν θέλητε, πολιτικὴ περίστασις ἐπιβάλλουσιν ἀπαραιτήτως νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον πρὸς βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξάσκησιν, τὴν λειτουργίαν αὐτῆς ἀνεξαρτησίᾳ ἰδίᾳ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον ἦλθεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει βάσιν τὴν ὀνομασθεῖσαν ἀποκέντρωσιν...
§89Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καλῶς τὸ εἴπετε· τὴν ὀνομασθεῖσαν.
§90Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. διότι εἶναι sui generis ἀποκέντρωσις, εἶναι μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὸ συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§91Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀνανδρίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§92Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀποκέντρωσις εἶναι σύστημα διοικητικὸν καὶ αὐτή, καὶ εἰς οἱονδήποτε κλάδον καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν, καὶ ἐν οἱῳδήποτε μέτρῳ ἐν κλάδῳ τινὶ ἂν θελήσωμεν νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν, εἶναι σύστημα διοικητικόν. Τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως τὸ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀνῆκον μέτρον τῆς δυνάμεως τῆς διοικητικῆς τὸ μεταδίδει εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἐγκαθιστᾷ διοικητικὴν Ἀρχήν, ἐξουσίαν εἰς Σωματεῖον, τὸ ὁποῖον πᾶν ἄλλο εἶναι προωρισμένον παρὰ νὰ διοικῇ. Ἐντεῦθεν ἡ βάσις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται ἀμέσως ξενότροπος, φαίνεται ἀμέσως ἀποκεντρωτικὴ μᾶλλον, ἀλλ’ ἀποκεντρωτικὴ πλημμελῶς, διότι ἡ ἀποκέντρωσις ὑποθέτει ἐν ἑαυτῇ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς διοικήσεως, διεύθυνσιν, ἐπιτήρησιν, ἐποπτείαν, πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὅταν γίνηται μία μετάθεσις ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος διευθύνει, ὁ ὁποῖος διοικεῖ, κάμνει τὴν μετάθεσιν, ὀφείλει τοὐλάχιστον νὰ τὴν κάμῃ διὰ λόγους ὑπηρεσίας, εἰς πάντα διὰ τὴν γνῶσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τῆς δράσεως αὐτοῦ ἐν διοικήσει. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον λαμβάνομεν τὴν μετάθεσιν ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, τὴν δίδομεν εἰς τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐνῷ τοῦτο δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι συνέπεια ἢ μᾶλλον συναφῆ μὲ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔχει οὔτε διεύθυνσιν οὔτε ἐποπτείαν οὔτε πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἐκτὸς εἰς περιστάσεις ὡρισμένας, ἀλλὰ καὶ τότε πάντοτε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐπιβαλλομένας. Καίτοι ὅμως τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζει αὐτὸ τὸ ξενότροπον, ἂς εἴπω, καὶ παράδοξον σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως, ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἀνεγνώρισεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη. Πρέπει δὲ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, διότι μέχρι τοῦδε πάντα τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔτυχον τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς—διότι, ὁμολογητέον, δὲν ἦλθον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς—, ἐκράτουν τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν, ἐλάμβανον δὲ τὰς γνώμας τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ δικαστικοῦ συλλόγου, πάντοτε ὑπὸ τύπον γνωμοδοτικόν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ὁμοφώνως ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἰσήγετο διὰ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐθεώρησεν οὕτως ὅτι οὔτε ἀντίδρασιν θὰ ἐξηγεῖτο ὅτι θέλει νὰ φέρῃ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου οὔτε ἴσως ἀγάπην καὶ συμπάθειαν εἰς ἔργα προγενέστερα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ μεταθέσεως, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο κατὰ τοῦτο διαφέρει τοῦ σημερινοῦ, ὅτι ἱδρύει τοῦτο τὴν ὀνομασθεῖσαν, οὕτως εἰπεῖν, ἀποκέντρωσιν, κατὰ τὰ λοιπὰ εἶναι σύμφωνα μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος πρὸ μικροῦ, γίνεται ἡ διαίρεσις ἡ δέουσα τῶν Πρωτοδικείων, ἡ ὁποία γίνεται καὶ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὁρίζει προθεσμίαν ὑπηρεσίας ἐπίσης καὶ ὅσα σχετικὰ εἶπεν ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος.
§93Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου οὐδεμία γίνεται διαίρεσις δικαστηρίων.
§94Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνεται τυπικῶς, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς γίνεται, διότι καθορίζομεν τέσσαρα δικαστήρια ὑποδεέστερα τῶν ἄλλων.
§95Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δηλαδὴ ἐβαπτίσατε τέσσαρα δικαστήρια ἴσα τῷ διαβόλῳ!
§96Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή, ἐπαναλαμβάνω, ἐδέχθη ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους εἶπον, καὶ μὲ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν νὰ δοκιμασθῇ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποκρούουσα τὸ ἀποκεντρωτικὸν αὐτὸ σύστημα προσηλοῦτο πάλιν εἰς τὴν διεύθυνσιν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰς τὴν μετάθεσιν ἐξ αὐτοῦ, προσηλοῦτο πάλιν εἰς τὴν ὑπουργικὴν πίστιν καὶ δεξιότητα ἢ ἱκανότητα. Ὑπὸ τύπον λοιπὸν δοκιμαστικὸν ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ σύστημα τὸ λεγόμενον ἀποκεντρωτικόν, καὶ προσεπάθησε μόνον νὰ ἐλαττώσῃ τὰς συνεπείας τῆς παραδοχῆς τοῦ συστήματος, οἷον ὑποβάλλεται καὶ διατυποῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργοῦ· διότι, ἐὰν ἐγίνετο δεκτόν, ἢ ἐὰν ἀφήνετο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπουργικόν, ὅπως ὑπεβλήθη τουτέστι μετὰ τὸν ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας, τὸν ὁποῖον θὰ εἶχεν εἰς τὸ αὐτὸ δικαστήριον ὁ δικαστής, νὰ μὴ μετατίθηται ἀκολούθως παρὰ μόνον δι’ ἀποφάσεως καὶ διὰ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, ἡ συνέπεια θὰ ἦτο ὅτι οὐδεὶς θὰ μετετίθετο, θὰ διετηρεῖτο ἡ μονιμότης περὶ τὴν τοποθέτησιν, θὰ ἦτο ἡ ἰσοβιότης.
§97ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διηνεκῶς ἀμετάθετον.
§98Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δὲν θέλω νὰ συμμερισθῶ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὰ πλεῖστα ἄδικα καὶ ἀστήρικτα.
§99Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Συκοφαντικά!
§100Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὤ! Οὐδέποτε! Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δεχθῇ τις καὶ τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν χρήζει ἀντιρρήσεως, εἶναι ὅτι καὶ οἱ ἀρεοπαγῖται εἶναι καὶ οὗτοι ἄνθρωποι ζῶντες μεταξὺ ἡμῶν καὶ συνδεόμενοι διὰ πολλῶν δεσμῶν κοινωνικῶν καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ περιβάλλον τόσον στενόν, ὅπως εἶναι ἡ ἡμετέρα κοινωνία, καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα τῶν σχέσεων αὐτῶν, τῶν ἀναμφισβητήτως ἀγαθῶν σχέσεων, ὅτι ἡ παράκλησις τοῦ Α ἢ Β δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ θέλῃ νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εἶναι τοποθετημένος, κατὰ τὴν λῆξιν τῆς ὑπηρεσίας, θὰ γίνῃ ἀμέσως δεκτὴ καὶ θὰ μείνῃ ἐκεῖ. Τί θὰ ἐγίνετο ἐντεῦθεν; Ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὑπεύθυνος θὰ εὑρίσκετο ἐσαεὶ δεδεσμευμένος νὰ ἐνεργήσῃ οἱανδήποτε μετάθεσιν δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος κατορθοῖ διὰ τῶν σχέσεων αὑτοῦ μετὰ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου νὰ μένῃ ἰσοβίως ἀμετάθετος, θὰ προσεκρούομεν δὲ οὕτω τότε ἀληθῶς εἰς διάταξιν συνταγματικὴν τοῦ μὴ ἰσοβίως ἀμεταθέτου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ ἐπιτροπή, διὰ νὰ ματαιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ἐσκέφθη ὅτι θὰ ἔπραττεν ἔργον σύμφωνον μὲ τὴν ἐπιδιωκομένην βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν τὸ ἀνώτατον συμβούλιον καθίστατο πολυμελέστερον ἀπὸ ὅ,τι ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀπὸ ἑπτὰ μέλη τὰ ἀνεβίβαζεν εἰς ἐννέα, δεύτερον ἐὰν ἐξελέγοντο διὰ κλήρου, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει ἀποτελεσματικῶς καὶ σωτηρίως ἴσως τὴν ἐπίδρασιν τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἀρεοπαγίτου εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἑτέρου. Ἐὰν δὲ ὁ κλῆρος δώσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν εἶναι κατάλληλα, τὸ κακὸν νὰ εἶναι ὀλίγον, ὁριζομένης τῆς διαρκείας τῆς ὑπηρεσίας παντὸς συμβουλίου ἑνὸς ἔτους. Λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ συμβουλίου θὰ εἶναι ἐτησία, καὶ ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κλῆρος δώσῃ ἕνα ἢ δύο μὴ καταλλήλους, τὸ κακὸν θὰ διορθωθῇ διὰ τῆς νέας κληρώσεως, καθ’ ἣν θὰ ἐξέλθωσι πλέον οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη ἐν τῷ συμβουλίῳ ἀρεοπαγῖται. Αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ εἶναι, νομίζω, ἐπαρκεῖς, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ ἐφ’ ὅσον δεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς δοκιμασίαν, θὰ δεχθῇ δὲ ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ἐγγύησις κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται ἀναγκαίως τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως, τουτέστι τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν προσώπων διὰ τοῦ δικαστικοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου. Τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως, ἢ μᾶλλον ἡ ὑπηρεσία ἐφ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία εἰσήχθη εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν ἀπὸ εἰκοσαετίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τοῦ γνωστοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔζησε παρὰ δύο ἢ τρία ἔτη, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἴσως καὶ περισσότερον, τοῦ νομοθετήματος τοῦ κ. Βουλπιώτου. Ἀλλὰ καὶ ἡ μικρὰ ἐκείνη πεῖρα τῆς ἰσχύος τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου καὶ ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς πάντα ἀσχολούμενον εἰς τὸ θέμα, καὶ δὴ εἰς πάντα ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀπέδειξε καὶ ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἡμίμετρον ὁ ὁρισμὸς διὰ τοῦ χρονικοῦ ὁρίου ἢ χρονικῆς διαρκείας τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Δικαστηρίῳ, διότι κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους θὰ εὑρεθῆτε πρὸ τῆς ἑξῆς καταστάσεως· ἢ ὁ δικαστὴς θὰ θέλῃ νὰ μείνῃ εἰς τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι διωρισμένος, ἢ θὰ θέλῃ νὰ φύγῃ. Εἴτε τὸ ἓν θελήσῃ εἴτε τὸ ἄλλο, κατ’ ἀνάγκην θὰ προσφύγῃ εἰς μέσα μειοῦντα, ἂν ὄχι τὴν ἠθικότητα αὐτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως τὴν ἀξιοπρέπειάν του. Θέλει νὰ φύγῃ; Θὰ κάμῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν, πρὸς βλάβην τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς δικαστικῆς καὶ πιθανὸν πρὸς βλάβην τῆς δικαιοσύνης· θέλει νὰ μείνῃ; Θὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ αὐτό. Εἴτε τὴν μίαν ὁδὸν ἀκολουθήσῃ εἴτε τὴν ἄλλην, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι εἰς βλάβην τῆς δικαιοσύνης. Εἰς τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντιλογία, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς εἶναι ἐσφαλμένος. Δύναται βεβαίως νὰ εὑρεθῇ καί τις δικαστής, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορος περὶ τῆς θέσεώς του· τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀδύνατον, καὶ ἴσως γνωρίζω τινὰ παραδείγματα τοιούτων δικαστῶν ἐγώ. Ἀλλ’ ὁμιλοῦντες περὶ κανόνων ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ γενικῶς δυνάμενον νὰ γίνῃ, καὶ τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἶπον. Θὰ προσπαθήσῃ ὁ δικαστὴς διὰ παντὸς τρόπου εἴτε νὰ μείνῃ εἴτε νὰ φύγῃ. Βεβαίως δὲν εἶναι παντάπασιν εὐάρεστον διὰ πάντα ὑπάλληλον, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ τὸν δικαστήν, νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος κατὰ τὴν λῆξιν ὡρισμένου τινὸς χρονικοῦ διαστήματος νὰ φεύγῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς τόπου καὶ νὰ μεταβαίνῃ εἰς ἄλλον, καί, ὅταν εἶναι μάλιστα οἰκογενειάρχης, νὰ καταντᾷ νὰ δυσφορῇ εἰς βαθμὸν ἀληθῶς λίαν δυσάρεστον καὶ πολλάκις καὶ ἐπιζήμιον δι’ αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως, εἶναι θυσία ἀναπόφευκτος, εἶναι θυσία, ἧς ἄνευ οὐδὲν δύναται νὰ γίνῃ. Ἐὰν θέλητε δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν, τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως εἶναι ἐπιβεβλημένον, ἐπιβεβλημένον μάλιστα μὲ τὸ σύστημα τὸ ἀποκεντρωτικόν, ὅτε θὰ ἐξαρτᾶται ἡ μετάθεσις ἀπὸ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλ’ εἴτε ἀπὸ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον ἐξαρτᾶται ἡ μετάθεσις εἴτε ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, εἶναι ἐπιβεβλημένη διὰ τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν ἡ μετάθεσις κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος τῆς ὑπηρεσίας ἔν τινι τόπῳ. Κατὰ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς μεταθέσεως τί ἀντιτάσσεται; Κυρίως ἓν μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ἐπιχείρημα ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς τριετίας, τῆς τετραετίας, ὁπόση διάρκεια θέλει ὁρισθῆ, θὰ γίνῃ ἀθρόα μετάθεσις τῶν δικαστῶν ἐκ τῶν Δικαστηρίων. Τὸ πρᾶγμα ἐθεραπεύθη διὰ τῆς διατυπώσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν δὲν θὰ γίνηται ἀθρόα καὶ εἰς τὴν λῆξιν ὡρισμένου τινὸς χρονικοῦ σημείου ἡ μετάθεσις ὅλων τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἀκολουθοῦντες τὴν ἤδη γενομένην τοποθέτησιν καὶ τὴν ὑπάρχουσαν θὰ κάμωμεν τὰς μεταθέσεις κατὰ διαστήματα, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σήμερον, ἄνευ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ. Διότι σήμερον τί συμβαίνει; Ἔχομεν κατ’ ἔτος ἀριθμόν τινα μεταβολῶν ἀναποφεύκτων, ἀπαραιτήτων, μεταβολῶν αἱ ὁποῖαι ὡς πρὸς τὰς δαπάνας ἐλάχιστα ποικίλλουσι, διότι εἶναι μεταξὺ 69.000 καὶ 46.000 αἱ ἐτήσιαι δαπάναι τῶν μεταθέσεων τούτων, ἐκτὸς τῶν εἰρηνοδικῶν. Λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ὑπὸ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς σύστημα, καὶ δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον, ἴσως καὶ ἐπικίνδυνον θέσιν, τῆς ταυτοχρόνου μεταθέσεως ὅλων τῶν δικαστῶν. Ὁ κ. εἰσηγητὴς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ὁμογνωμονοῦντες ἔλεγον· τί θὰ γίνῃ ἡ δικαιοσύνη ἑνὸς Δικαστηρίου, ὅταν εἰς ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἀφαιρῆτε ἀπὸ αὐτὸ ὅλους τοὺς δικαστάς; Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δυσάρεστον, δὲν εἶναι ἴσως καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὴν δικαιοσύνην; Καὶ ἔφεραν παράδειγμα τὴν Ἑπτάνησον, εἰς τὴν ὁποίαν τυχὸν νὰ μετατεθῶσι δικασταὶ οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ γνωρίζωσι τὴν Ἰόνιον νομοθεσίαν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ πρᾶγμα διὰ μὲν τὴν γνῶσιν τῆς Ἰονίου νομοθεσίας εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ καὶ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον θὰ μεταθέσωσι φυσικὰ πρωτοδίκας, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ ὑπηρετῶσι καὶ ἄλλοτε εἰς δικαστήρια τῆς Ἑπτανήσου καὶ εἶναι ἐν γνώσει τοῦ Ἰονίου κώδικος.
§101Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τώρα ὑπηρετοῦσιν εἰδικοὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον;
§102Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔτυχεν οἱ ὑπηρετοῦντες νὰ γίνωσιν ἐνήμεροι εἰς τὴν νομοθεσίαν. Λοιπὸν ἡ μὲν θεραπεία τῆς ἀνάγκης τῆς Ἑπτανήσου εἶναι θεραπεία εὔκολος, δυναμένη νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου, ἡ δὲ σύγχρονος μετάθεσις δὲν εἶναι δυνατή, μετὰ τὴν διάταξιν τῆς ἐπιμετρήσεως τοῦ χρόνου οὐχὶ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ἢ ἀπὸ ὡρισμένου τινὸς χρονικοῦ σημείου, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς σήμερον ὑφισταμένης τοῦ δικαστοῦ. Οἱ ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Κυνουρίας καὶ Βάλτου προυτάθησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πλημμελές, διότι δὲν ἀναφέρει τι περὶ ἐπιθεωρήσεως καὶ περὶ ἀνακριτῶν, οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι βεβαίως ἄξιοι νὰ ληφθῶσι, καὶ πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παρασκευασθῇ σχετικὸν δι’ αὐτὰ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τοιούτῳ νομοσχεδίῳ οἷον εἶναι τὸ προκείμενον. Βεβαίως δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι, καὶ πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν, ὡς ἀφορμὴ ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ αὐτῶν καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τίποτε νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς γνώμης περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, μέχρι τοῦδε δὲν εἶδον προσβαλλόμενον παρὰ εἰς τὰς βάσεις αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι βάσεις ἀναλλοίωτοι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρέπει νὰ μείνωσιν οἷαι εἶναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ κατά τινας, δύο ἢ τρεῖς, διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ διορθωθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων.
§103Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ διατί οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐξ ὅσων εἶπον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσωσιν, ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον ν’ ἀντικρούσωσι τὴν γνώμην μου, ὡς δῆθεν γνώμην κατὰ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Συμπεραίνω ὡς ἐκ τούτου ἢ ὅτι ἐγὼ πταίω, μὴ ἐκφρασθεὶς καλῶς, ἢ ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλουν δὲν προσεῖχον. Ἐγὼ ἐτόνισα ὅτι εἶμαι συμφωνότατος πρὸς τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἀπελευθερωθῇ τέλος πάντων ἀπὸ τὰ δεσμά, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκεται ἐξαρτωμένη τελείως ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὴν γνώμην ταύτην ἀείποτε εἶχον, ἐθεώρησα δὲ πρὸ πάντων ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Σύρου διηύθυνε τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἐμπράκτως ἀπέδειξεν ἡμῖν ὄντως, ὅτι πρέπει τέλος πάντων ν’ ἀπελευθερωθῇ ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων, ὄντως ἀκαταμαχήτων ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου ἔπεισεν ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑφισταμένη τῶν πραγμάτων κατάστασις. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι μετὰ τὴν ἔμπρακτον ἐκείνην ἀπόδειξιν ὅλως παρεῖλκεν ἡ σημερινὴ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Μᾶς εἴχετε ἀποδείξει, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε ἐκ Σύρου, καὶ ἄλλοτε πληρέστατα ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα· δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον καὶ σήμερον. Ἀλλ’ ἂν ἔλαβον νῦν τὸν λόγον τοῦτο ἔπραξα—διότι, ἐνῷ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου, διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτή, καθότι νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν καὶ ἐτόνισα ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἡ λεγομένη ἀποκέντρωσις, ὡς ὀρθῶς τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου, ἡ λεγομένη ἀποκέντρωσις, δηλ. ἡ μεταβίβασις εὐθυνῶν ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον τὸ ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ ἑπτὰ πρόσωπα, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιώσῃ τὰ πράγματα. Νομίζω μάλιστα ὅλως τοὐναντίον, ὅτι θέλει τὰ χειροτερεύσει—· ἀλλ’ ἂν ἔλαβον, ἐπαναλαμβάνω, τὸν λόγον, ἔπραξα τοῦτο, διότι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ εἴπῃ, εἶναι ὅτι ἐγὼ προέταξα ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἓν γραφικὸν λάθος. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀληθές, διότι τὸ ἐπιχείρημά μου εἶναι ἄλλο· τὸ ἐπιχείρημά μου εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναθέσωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸς οὐδένα ἔχουσι νὰ λογοδοτήσωσι τοιαύτην ἐξουσίαν.
§104Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον αὐτὸ ὡς πρὸς τὸν λόγον ἀναβολῆς, οὐχὶ κατὰ τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν.
§105Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπετε ὅτι τὸ μόνον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον προέβαλον ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἐγὼ προέβαλον τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνέπτυξα καὶ γνώμην τινὰ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνόμιζον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς προαγωγῆς τῶν δικαστῶν καὶ τὰ τῆς μεταθέσεως αὐτῶν, ἐθεώρησαν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι ἠδύναντο νὰ μεταχειρισθῶσι τὴν γνώμην ταύτην ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς γνώμης περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου, διότι θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀστεῖον ἂν τὸ ἔλεγον. Ἐγὼ προέβαλον μίαν γνώμην ἁπλῶς καὶ ἐνόμισα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι εὐκταῖον νὰ λυθῇ καὶ πρέπει νὰ λυθῇ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς κατ’ ἀρχαιότητα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τὸ δικαίωμα νὰ προάγῃ τοὺς δικαστὰς κατὰ βούλησιν, καθόσον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέτυχε δοθὲν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ν’ ἀποτύχῃ διδόμενον καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Κανονίσατε τὴν προαγωγὴν κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κανονίσατε τὰ πράγματα οὕτως ὥστε τὸ δικαστικὸν συμβούλιον νὰ ὀφείλῃ νὰ προτείνῃ τοὺς ἀρχαιοτέρους καὶ νὰ ἔχῃ μόνον τὸ δικαίωμα ν’ ἀποκλείῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνίκανοι, ὡς ἐγίνετο καὶ γίνεται εἰς τὸν στρατόν. Οὕτως εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναμένητε ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ γνωμοδοτῇ περὶ τῶν προαχθησομένων χωρὶς νὰ δεσμεύηται ἀπολύτως ἐκ τῆς ἀρχαιότητος, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσητε τὴν δικαιοσύνην εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν τὸν ἀληθῶς ἀδικηθέντα μέχρι τοῦδε. Δὲν ἠθέλησα νὰ κατηγορήσω τὸν Ἄρειον Πάγον εἰπὼν ὅσα εἶπον. Πλὴν δυστυχῶς ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἠθέλησε νὰ διαχειρισθῇ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῷ ἀπέδωκεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὡς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀνέμενεν, αὐτὸς δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου ὑπογράψας τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν βεβαιοῖ ὅσα ἐγὼ λέγω, διότι ἡ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις περιλαμβάνει, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν εἰσαγγελέων, ἀληθὲς κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διότι, ἂν εἶχεν ἐκτελέσει ἐν τούτῳ τὸ καθῆκόν του ὁ Ἄρειος Πάγος ὡς ὁ νομοθέτης ἀνέμενε, βεβαίως δὲν θὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἥ τε τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον συνοδεύουσα ἔκθεσις καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπ’ αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἐτόνισα καὶ προηγουμένως οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ ἐκ Σύρου κ. Βουλευτής, ἢ μᾶλλον ἁπλῶς παρετήρησεν, ὅτι τὰ πλεῖστα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἄδικα, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ μᾶς παραστήσῃ καὶ ὡς συκοφάντας. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι ἄδικα ἐκτὸς ἐὰν δὲν ἀνεγνώσατε τὴν σχετικὴν παράγραφον τῆς ἰδίας σας ἐκθέσεως.
§106Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἦσαν ὅλως δίκαια.
§107Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐζήτησα δέ, Κύριοι, κἂν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου· ἐζήτησα τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν, εἰς ἐπιτροπὴν ὅμως πραγματικήν, ὄχι εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ προσώπων δέκα ἕως δώδεκα, ἑκάστου τούτων ἔχοντος καὶ ἰδίαν γνώμην. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν Σύρου νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν ἡ ἔκθεσις ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει καὶ ἑνὸς κἂν μέλους της γνώμην συμφωνοῦσαν πρὸς τὴν τῶν ἑτέρων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀληθῶς περίεργον, εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἐγὼ ἐτόνισα ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν, ἡ ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας μετέχει καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, ὁ κατηγορῶν με νῦν ἀντιθέτως, δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, διότι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι καθόλου ἀναγκαῖον νὰ ἐπιψηφισθῇ, ἀλλὰ νὰ δοκιμασθῇ ἁπλῶς, διὰ νὰ μὴ κατηγορηθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἠθέλησε λαιμάργως νὰ κρατήσῃ δι’ ἑαυτὴν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε, τοῦ προάγειν καὶ μεταθέτειν τοὺς δικαστάς. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἐν τούτῳ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τονίζει τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιτροπὴ παρ’ ὅλας τὰς ἀμφιβολίας τῶν μελῶν αὐτῆς περὶ τοῦ ἂν ἐπέστη παρ’ ἡμῖν ὁ χρόνος κλ., φρονεῖ ὅτι δέον τοῦτο νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον δοκιμαστικῶς». Ὡς θαῦμα ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο πράττει, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ψηφισθῇ πραγματικὴ ὅμως ἀνεξαρτησία, δέχομαι ὅλας ἐκείνας τὰς πικρὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου. Ἐπαναλαμβάνων νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἂν ἀνεβάλλετο διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἀνέφερα, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τοὐλάχιστον διὰ δύο ἡμέρας. Δὲν ἐπιμένω βεβαίως εἰς τὴν γνώμην μου· ἀλλ’ εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μελετηθῇ καλλίτερον τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἐπιμένω· πάντως ὅμως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον νὰ τονίσω εἶναι, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ ψηφισθῶσιν αἱ τροπολογίαι τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἔχουσι.
§108Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν, διότι φοβούμεθα μὴ καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐπιτροπὴν συμβῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν πρώτην, δηλ. νὰ μὴ ἐπέλθωσι διχογνωμίαι. Εἴμεθα ἐκ τῶν προτέρων βέβαιοι ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκροτήσωσι τὴν νέαν ἐπιτροπήν, θὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν γνώμην; Τὸ νομοσχέδιον εὐτυχῶς ἐμελετήθη καὶ ὑπὸ τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου καὶ ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, ἐμελετήθη καὶ ὑπὸ πάντων τῶν εἰδικῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔχουσι καὶ τὴν πεῖραν καὶ τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις διὰ νὰ δώσωσι τὰς γνώμας των ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων. Συνεπῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν καθυστερεῖ· καθυστερεῖ μόνον ἐν τῇ συζητήσει. Ἐννοεῖται ὅτι θέλομεν συμμορφωθῆ πρὸς ὅλας τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον μᾶς ὑποδειχθῆ, καὶ τὰς ὁποίας ἠθέλομεν εὕρει ὀρθάς.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§110Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅ,τι συνήθως γίνεται, δηλ. ν’ ἀναγινώσκηται τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατόπιν ν’ ἀναγινώσκηται ἡ τροπολογία.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Πρὸς τοῖς κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἀμίσθοις διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἔμμισθοι πάρεδροι, ὧν ὁ ἀριθμὸς ὁρίζεται ἴσος πρὸς τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους. Τοποθετοῦνται δὲ παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις τοῖς ἀποτελουμένοις ἐκ τεσσάρων τοὐλάχιστον δικαστῶν πλὴν τοῦ προέδρου».
§112Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 διατυπῶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι εἶναι ὀρθοτέρα ἡ σύνταξις τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Φρονῶ ὅτι οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι εἶναι ὀρθότερον νὰ τοποθετῶνται παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις παρ’ οἷς ἑδρεύουσι καὶ Ἐφετεῖα, διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν παρέδρων εἶναι μαθητεία· πρέπει λοιπὸν νὰ μαθητεύωσιν ἐκεῖ ὅπου δύνανται νὰ διδαχθῶσι. Δὲν εἶναι τοποθέτησις δικαστῶν πρωτοεισάκτων.
§113Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον ἠκολούθησε καὶ αὐτὴ εἰς τὰς σκέψεις της ἓν σύστημα. Δὲν ἦλθε νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ δεῖνα τροπολογῶ οὕτω καὶ τὸ δεῖνα κατ’ ἄλλον τρόπον ἄνευ συνοχῆς ἰδεῶν τινων καὶ σκέψεων ὡρισμένων. Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ τυχὸν γίνωσι δεκτὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου τροποποιούμενα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπορριπτομένων τῶν τροπολογιῶν αὐτῆς, καὶ κατόπιν γίνωσι δεκταὶ ἄλλαι τροπολογίαι τῆς ἐπιτροπῆς μὴ συναρμολογούμεναι ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς μὲ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσι, τοῦ νομοσχεδίου, ἀπορριφθεισῶν τῶν ἀντιστοίχων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ συζήτησις ἀπαιτεῖ πολλὴν προσοχὴν ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τοῦτο ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς τε Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ἡ Βουλὴ ἔλεγε «δέχομαι τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς» ἢ «τὸ ἀπορρίπτω ἐν συνόλῳ», θὰ ἦτο ἴσως αὐτὸ συντελεστικώτερον διὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν συναρμολογίαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ.
§114Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ νὰ μὴ ἐπέρχηται σύγχυσις ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ὡς ἔχει. Εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν κρίνει ὀρθάς, ἀλλ’ ἐν τῇ βάσει πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, διότι πᾶν ὅ,τι θέλομεν δεχθῇ ἀντιθέτως ἤθελεν ἀνατρέψει ὅλην τὴν βάσιν καὶ ὅλην τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου.
§115Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος εἰσήγαγε μαχόμενος ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν του παραπειστικὸν σύστημα συζητήσεως, διότι ἐνεφάνισεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κίνδυνον ὅτι εἶναι τοιοῦτον τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ, ἄλλως θέλομεν φθάσει εἰς δημιουργίαν τραγελάφου. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε συνέλθει καὶ ἐὰν εἴχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον τὸ κυβερνητικόν, θὰ ἠμπόδιζε τοῦτο τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§116Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν καθόλου αὐτό.
§117Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχομεν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν κατ’ ἄρθρον θὰ συζητήσωμεν τὰς τροπολογίας. Ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ τροπολογίαι ἄλλου Βουλευτοῦ, θὰ συζητηθῶσι καὶ αὐταί. Ὅτι δὲ εἶναι ἀκίνδυνον ἐντελῶς, κύριε Πρόεδρε, τὸ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ νὰ μεταβάλωμεν διατάξεις τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸ δοκοῦν τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου δεδομένου, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, ἐνῷ εἰσήγαγε διατάξεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι νέον σύστημα, ἔχει δεχθῆ συγχρόνως καὶ τὴν διατύπωσιν ἄρθρων ὁλοκλήρων ἐκ τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου καὶ μάλιστα παραγράφων τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Τώρα παρακαλοῦμεν τὴν ἐπιτροπήν, ἰδίᾳ τὸν κ. Βοκοτόπουλον, ὁ ὁποῖος εἶναι μᾶλλον ἐνήμερος, καὶ τὸν κ. Μαρκέτην, ὅπου κατίδωσιν ὅτι τροπολογία εἰσαγομένη αὐτὴν τὴν ἑσπέραν θὰ γεννήσῃ κίνδυνον, νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς διορθώσεως. Περὶ τούτου πρόκειται.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω προηγουμένως τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὐτὸ θεωρῶ ὡς τροπολογίαν.
§119Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§121Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἤθελον ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βοκοτόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐνέδειξε τὸν κίνδυνον αὐτὸν τῆς δημιουργίας ἑνὸς τραγελάφου. Ἡ παραδοχὴ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως μήπως μᾶς ἀγάγῃ εἰς τοιοῦτόν τι ἄτοπον; Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 σᾶς ἐρωτῶμεν, ἐπειδὴ ἔχετε μελέτην.
§122Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ὄχι. Εἰς οὐδὲν ἄτοπον. Ἡ ἐπιτροπή, ἐννοεῖται, εἶχε καὶ μίαν ἐντολὴν καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἰργάσθη. Δὲν ἐδημιούργησεν ἴδιον νομοθέτημα ἡ ἐπιτροπή. Ἐὰν οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι δὲν πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὰ διάφορα δικαστήρια τοῦ Κράτους, εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψει της τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου καθ’ ἣν διορίζονται ἴσοι ἔμμισθοι πάρεδροι, ὅσος εἶναι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν.
§123Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶχεν ὑπ’ ὄψει της, φαίνεται, τὰ δέκα Πρωτοδικεῖα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσι.
§124Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Δὲν κατηργήθησαν.
§125Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πότε συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον;
§126Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Εὐλόγως λοιπὸν ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἔδει νὰ τοποθετηθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ αἴφνης εἶδεν ὅτι συγκεντροῦνται ὅλοι εἰς τὰς τέσσαρας ἢ πέντε πόλεις, ὅπου ὑπάρχουσιν Ἐφετεῖα, καὶ ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐγίνετο καλλιτέρα κατανομὴ αὐτῶν, ἐὰν κατενέμοντο καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύει ἡ ἐπιτροπή. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ μετερρύθμισε κατὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ὃν τρόπον ὡρίζετο ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου θὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλοι εἰς τὰς πέντε πόλεις.
§127Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος;
§129Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Αἰγιαλείδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§131Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὀρθότερον καὶ πρακτικώτερον εἶναι νὰ δεχθῶμεν μίαν μέσην ὁδὸν παρὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν θέτει τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον οἱ πάρεδροι διορίζονται εἰς ἐκεῖνα τὰ Πρωτοδικεῖα, παρὰ τοῖς ὁποίοις ὑπηρετοῦσι σὺν τῷ προέδρῳ ὀκτὼ δικασταί, ἀλλὰ τοῦτο θέλει φέρει πολλὰς δυσχερείας, ἀφοῦ κατ’ ἄλλον νόμον, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν καταργεῖται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μετάθεσις τῶν παρέδρων εἰμὴ μόνον ἐν Δικαστηρίοις τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου, Δικαστήρια δὲ ἐντὸς τῆς αὐτῆς περιφερείας Ἐφετείου ὀλίγα ἢ μοναδικὰ ὑπάρχουσιν ἔχοντα ἑπτά, ἐκτὸς τοῦ προέδρου, δικαστάς, ἑπομένως, καθ’ ἃ ἐξήγησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, θὰ τοποθετῶνται κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰς ἕδρας τῶν Ἐφετείων καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς Δικαστήρια ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου, διότι ὀλίγα, ὡς εἶπον, ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἔχοντα ἑπτὰ δικαστάς. Θὰ ἦτο λοιπὸν ὀρθότερον, ἀντὶ τῶν ἑπτὰ δικαστῶν οὓς δέχεται τὸ νομοσχέδιον καὶ τῶν τεσσάρων τοὺς ὁποίους προτείνει ἡ ἐπιτροπή, νὰ ἐγίνετο δεκτὸν ὅπως δύνανται νὰ διορίζωνται καὶ ὑπηρετῶσιν οἱ πάρεδροι παρὰ Δικαστηρίοις τὰ ὁποῖα ἔχουσι πέντε δικαστὰς καὶ σὺν τῷ προέδρῳ ἕξ.
§132Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι δά. Ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως.
§133Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἤδη εἰς τὸ δικαστήριον Βόλου ἔχομεν πέντε δικαστάς, ὑπηρετεῖ δὲ καὶ πάρεδρος.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§135Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἔχω τὸν λόγον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον 2 τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Λαναρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§137Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι τῆς ἰδέας—καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δώσῃ τὴν προσοχήν της—ὅτι εἰς τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα τὸ ἐδάφιον καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀπαιτεῖ διὰ τοὺς ὑποψηφίους παρέδρους, νὰ προστεθῇ καὶ ἡ γνώμη τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§139Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτέ.
§140ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατί;
§141Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Διότι οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι γνωρίζουσι τὸ ὕφος, γνωρίζουσι τὴν μόρφωσιν τῶν δικηγόρων. Ἐκεῖνοι εἶναι οἱ μόνοι ἁρμόδιοι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κάμωσι πρότασιν ἂν αὐτὸς ὁ ὑποψήφιος ἔχῃ τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ. Ποῦ γνωρίζει ὁ εἰσαγγελλεὺς καὶ ὁ πρόεδρος τὸν χαρακτῆρα, τὸ ὕφος καὶ τὴν μόρφωσιν ἑκάστου δικηγόρου; Ὁ κύριος τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζει ὅτι εἶναι παντογνώστης καὶ ὅτι πᾶσαν ἄλλην παρατήρησιν γενομένην ὑπὸ Βουλευτοῦ ἔχει δικαίωμα αὐτὸς ν’ ἀπορρίπτῃ ἐκ τῶν προτέρων καὶ νὰ προεξοφλῇ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ τὸν κόπον τοὐλάχιστον ν’ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην του. Εἶναι περίεργος αὐτὴ ἡ λογική!
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§143Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία λέγει· «ὁ ἀσκήσας ἐπὶ τετραετίαν τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα» καὶ ὄχι «ἐπὶ διετίαν», ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον. Δέχομαι τὴν τετραετίαν. Ἡ τροπολογία ἔχει διατυπωθῆ καλῶς.
§144Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Τὸν λόγον.
§145Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν ἡ Κυβέρνησις.
§146Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχομεν ἀντίρρησιν ἡμεῖς.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι τροπολογίαι, τὰς ὁποίας θὰ συζητήσωμεν. Εἶναι ἑτέρα τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τῶν κ. Γ. Κατσίνα, Κ. Αἰγιαλείδου, Ἰ. Στεφανοπούλου, Φ. Μοσχούλα καὶ Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ ἔχουσα οὕτω: «Τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου 2 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Δεκτὸς εἰς διαγωνισμὸν εἶναι ὁ ἀσκήσας πραγματικῶς ἐπὶ πενταετίαν τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἐνώπιον πολυμελοῦς δικαστηρίου, πιστοποιουμένης τῆς τοιαύτης πραγματικῆς καὶ συνεχοῦς ἐνασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ὑπευθύνως ὑπὸ τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ παρ’ ᾧ ὑπηρέτησε Πρωτοδικείου, ἢ ὁ λαβὼν τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν καὶ ὑπηρετήσας ἐπὶ πενταετίαν ὡς γραμματεὺς πολυμελοῦς δικαστηρίου ἢ ὡς γραμματεὺς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ὡς εἰρηνοδίκης». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§148Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ζητῶ τὸν λόγον.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 2. Θέλετε νὰ ὁμιλήσητε καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας;
§150Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐζήτησα μετὰ τὸν κ. Λαναρᾶν τὸν λόγον.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετέ τον. Ἐὰν θέλητε τώρα, τώρα.
§152Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως. Ἐγὼ ἔχω ἀντίρρησιν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε ν’ ἀπορρίψω ἐγὼ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, καὶ κατόπιν ὁμιλεῖτε! (Γέλωτες).
§154Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπορρίψατε λοιπὸν μερικάς.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γ. Κατσίνα καὶ τῶν ἄλλων κ. Βουλευτῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§156Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχω ἀντιρρήσεις καὶ ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ τὰς ἀναπτύξω ταχέως, διότι παρεμβαίνετέ τινες. Νομίζω ὅτι εἶναι οὐχὶ ὀρθὸν ν’ ἀξιώσωμεν τετραετῆ ὑπηρεσίαν δικηγορικὴν διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου. Ὁ λόγος δὲ εἶναι ὁ ἑξῆς κατ’ ἐμέ, ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν κατηρτισμένους νέους, διότι εἰργάσθησαν πρακτικῶς ἐν τῷ σταδίῳ τῷ δικηγορικῷ, οἱ ἐπὶ τετραετίαν ἐργασθέντες εὐδοκίμως δὲν θὰ ζητήσωσι νὰ γίνωσιν ἔμμισθοι πάρεδροι, διότι θ’ ἀσφαλίσωσιν ἀπολαβὰς καὶ βίον κρείσσονα τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου καὶ τῶν ὅρων οἵτινες εἶναι συναφεῖς πρὸς τὸ δικαστικὸν ἐπάγγελμα. Ὅταν κατορθώσῃ τις μετὰ τετραετῆ ἐργασίαν νὰ ἐμπεδώσῃ ἐν τῇ πόλει, ἐν ᾗ βιοῖ καὶ ἐγεννήθη, νὰ ἔχῃ ἀπολαβὰς 200 δραχ. κατὰ μῆνα, βεβαίως δὲν θέλει δεχθῆ νὰ γίνῃ ὑπάλληλος καὶ νὰ μετατίθηται ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὀρθότερον νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἡλικίαν τῶν 25 ἐτῶν, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ὁρίσωμεν τετραετίαν τῶν δικηγορικῶν ἐργασιῶν ν’ αὐξήσωμεν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ὡς παρέδρου, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐξασφάλισιν μελετῶν πραγματικῶν.
§157Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι δικαστικὸν νομοσχέδιον, πρέπει μετὰ δικαστικῆς ἀπαθείας νὰ συζητῶμεν.
§158Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐπιτροπὴ ὁριστικῶς εὑρίσκεται τεταραγμένη.
§159Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι.
§160Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐγώ.
§161Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει πρὸ παντὸς ν’ ἀντιληφθῶμεν ὅτι σκοπὸς ὅλων ἐνταῦθα εἶναι πῶς νὰ καταστήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καλλίτερον, καὶ οὐχὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη ἑκάστου, διότι διετυπώθη ὡς γνώμη. Λοιπὸν διὰ τὸν διορισμόν τινος ὡς πρωτοδίκου ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ὑπηρεσία δύο ἐτῶν δικηγορικὴ καὶ δύο ἐτῶν ὡς παρέδρου, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀπαιτεῖται ὑπηρεσία τετραετὴς δικηγορικὴ καὶ διετὴς ἐμμίσθου παρέδρου. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς δέχηται τὸν ὁλικὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τῆς μαθητείας εἰς 6 ἔτη, ὀρθότερον εἶναι νὰ κατανεμηθῇ ὁ χρόνος εἰς 4 ἔτη ὑπηρεσίας ἐμμίσθου παρέδρου, δύο ἔτη δικηγορικῆς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ὀρθότερον ἤθελεν εἶναι ν’ ἀφήσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν κυρίως εἰς τὸν ὁλικὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ νὰ γίνῃ τις μόνιμος πρωτοδίκης. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅτι ἡ μὲν δικηγορικὴ ἐξάσκησις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ χρόνος μελέτης διὰ τὸν διαγωνισμόν, δὲν εἶναι πραγματικὴ δικηγορικὴ ἐξάσκησις, ἐνῷ ὁ χρόνος τοῦ παρέδρου εἶναι πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῶν μελετῶν, ὀφείλομεν ν’ ἀχθῶμεν εἰς τὴν λύσιν ὅτι ὀρθότερον εἶναι ν’ αὐξήσωμεν τὴν διάρκειαν τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀφιστάμεθα ἀπὸ τοῦ ἀπαιτουμένου ὁλικοῦ χρόνου καὶ ὀρθότερον εἶναι νὰ κατανείμωμεν τὸ πρᾶγμα ὡς εἶπον. Διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ δικηγορικὸς βίος, ἐὰν θὰ εἶναι πραγματικὸς ἐπὶ μίαν τετραετίαν, θ’ ἀπομακρύνῃ τὸν ὑποψήφιον ἀπὸ τὰς ἐξετάσεις, ἐὰν δὲ εἶναι εἰκονικός, ἀρκεῖ ἡ ἐπὶ διετίαν εἰκονικότης, θεραπευομένων τῶν ἐκ ταύτης ἀτελειῶν δι’ αὐξήσεως εἰς 4 ἔτη τῆς παρεδρικῆς ὑπηρεσίας. Ἐπίσης ἔχω νὰ κάμω παρατήρησιν εἰς τὸ αὐτὸ ἐδάφιον, ὅπερ λέγει· «Δεκτὸς εἰς διαγωνισμὸν εἶναι ὁ ἀσκήσας ἐπὶ διετίαν τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἐνώπιον πολυμελοῦς δικαστηρίου, ἢ ὁ λαβὼν τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν καὶ ὑπηρετήσας ἐπὶ διετίαν ὡς γραμματεὺς πολυμελοῦς δικαστηρίου, ἢ ὡς γραμματεὺς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ὡς εἰρηνοδίκης».
§162Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀπηλείφθη.
§163Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπηλείφθη, καὶ πολὺ ὀρθῶς ἀπηλείφθη. Δὲν ἔπρεπε νὰ σταθῆτε εἰς τὴν γραμματείαν πολυμελοῦς δικαστηρίου, διότι, ὡς δικηγόροι καὶ ὡς λαμβάνοντες μέρος εἰς τὰς ἐπιτροπὰς δὲν ἐλησμονήσατε βεβαίως ὅτι ὁ γραμματεὺς πολυμελοῦς δικαστηρίου δὲν πράττει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ συγκεντρώνῃ τὰς εἰσπράξεις τοῦ γραφείου του. Οὐδεμίαν ἐργασίαν κάμνει, τὴν δικαστικὴν ἐργασίαν ἐκτελοῦσιν οἱ ὑπογραμματεῖς ὁ γραμματεὺς μόνον διορίζει τοὺς ὑπογραμματεῖς καὶ συγκεντρώνει τὰς εἰσπράξεις. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν γνωρίζομεν τοῦτο περιττὸν εἶναι νὰ δημιουργήσωμεν ὡς προσὸν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, τὴν φορολογικὴν ταύτην ἐργασίαν. Ἡ ἐργασία τοῦ γραμματέως δὲν εἶναι ἐπιστημονικὴ ἐργασία, εἶναι ἓν διαφθορεῖον, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῶν φράσεων αὐτῶν.
§164Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κ. Πρόεδρε, οὐδένα κίνδυνον διατρέχομεν μὴ δὲν εὕρωμεν ὑποψηφίους διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου ἐν ᾗ περιπτώσει ἀξιοῦμεν νὰ τεθῇ ἡ τετραετὴς ὑπηρεσία. Εἶναι τόσα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται τὸ δικαστικὸν ἐπάγγελμα, ὡς ἡ ἰσοβιότης καὶ τὰ ἄλλα προνόμια, ὥστε ὁσαδήποτε ἔτη καὶ ἐὰν θέσωμεν θὰ σπεύσωσι πολλοὶ νὰ ὑποστῶσι τὰς ἐξετάσεις διὰ τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα. Φρονῶ δ’ ὅτι, ὡς ἔχει σήμερον ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ἂν ἔχει τι τὸ ἐλαττωματικόν, τὸ ἔχει διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιτυγχάνουσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου, δὲν ἐξέρχονται ἐκ τῶν τάξεων τῶν δικηγορικῶν, ἀλλὰ κεκλεισμένοι ἐντὸς τεσσάρων τοίχων μελετῶσι, μόλις ἔχουσιν ἀφήσει τὰ πανεπιστημιακὰ ἑδώλια, χωρὶς καὶ νὰ ἔχωσιν εἰσέλθει εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀνατίθεται δ’ εἰς αὐτοὺς ἡ ὑψίστη τιμὴ τοῦ νὰ δικάζωσι τοὺς πολίτας. Τὸ δικάζειν εἶναι ἔργον μακρᾶς πείρας καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι, ἐνῷ οἱ ἔνορκοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ἔχουσι νομικὰς γνώσεις, ἐν τούτοις ἡ Πολιτεία ἀναθέτει εἰς αὐτοὺς τὴν τύχην καὶ τὴν τιμὴν τῶν πολιτῶν. Ὅτε μειράκια, ὅτε νέοι μόλις διανύουσι τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας των, μόλις ἔχουσιν ἀφήσει τὰ πανεπιστημιακὰ ἑδώλια, ἔρχονται καὶ δικάζουσι τὰς σοβαρωτέρας δίκας, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιῶμεν ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἔχωσι τὴν ἀπαιτουμένην κοινωνικὴν πεῖραν. Εἶναι ἀνάγκη οἱ μέλλοντες δικασταὶ νὰ γνωρίζωσι καλῶς τὸν κόσμον καὶ τότε ν’ ἀνέρχωνται εἰς τὴν ἕδραν τὴν δικαστικήν. Φρονῶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ δικηγορικὴ ὑπηρεσία ἡ πραγματικὴ καὶ ὄχι ἡ φαινομενική, ὄχι νὰ εἶναι διωρισμένοι δικηγόροι καὶ νὰ πληρώνωσι μόνον ἐπιτήδευμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐλέγχηται ὁ ὑποψήφιος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν βίον του ἀκόμη καὶ νὰ πιστοποιῆται ἡ ἀνεπίληπτος διαγωγή του.
§165Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ τάμωμεν τὴν μέσην ὁδὸν καὶ νὰ δεχθῶμεν τριετίαν καὶ τετραετίαν διὰ τὴν προαγωγήν.
§166Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἐπροσέξατε, κ. συνάδελφε, ὀλίγον κατωτέρω ἔνθα λέγει· «Δὲν εἶναι δεκτὸς εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἐὰν δὲν ἄγῃ τὸ 25ον ἔτος». Ἑπομένως, ἐὰν θέσωμεν καὶ τετραετίαν, πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἐξεταζόμενος 29 ἐτῶν. Ἄλλως τε διατί νὰ στερήσωμεν ἐπὶ μίαν διετίαν ἄνθρωπον θέλοντα νὰ δώσῃ ἐξετάσεις; Διότι σημειώσατε, ὅτι οἱ ἐξεταζόμενοι δὲν ἐπιτυγχάνουσιν ἀμέσως, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνουσι τὰς ἐξετάσεις των, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀσχολοῦνται. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ διετίαν καὶ νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ προετοιμάζωνται διὰ τὰς ἄλλας ἐξετάσεις. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτοὶ καὶ ἀποτυγχάνοντες θὰ μελετῶσιν, ἐνῷ, ἐὰν τοὺς ἀφήσητε ἐπὶ 4 ἔτη νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις καὶ δὲν κατορθώσωσιν ἀμέσως νὰ γίνωσι δεκτοί, δὲν κατορθώσωσι δὲ καὶ τὴν δευτέραν φορὰν νὰ ἐπιτύχωσι, τότε δὲν θὰ δώσωσιν ἐκ νέου, διότι θὰ γηράσωσι. Δι’ αὐτὸ θεωρῶ καλὸν νὰ τεθῇ ἡ διετία, ὅπως καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει.
§167Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὡς προσὸν πρὸς διαγωνισμὸν τὴν ὑπηρεσίαν ὡς γραμματέως πολυμελοῦς δικαστηρίου. Διαφωνῶ καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ διαφωνεῖ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βάλτου συνάδελφον, ὅτι ὁ γραμματεὺς αὐτὸς δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, διότι προΐσταται ἄλλων καὶ δὲν ἐργάζεται. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἔχῃ μείζονα πεῖραν γραμματεὺς πολυμελοῦς δικαστηρίου νέου δικηγόρου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει πεῖραν καὶ ὁ ὁποῖος ἀντὶ νὰ ἀσκῆται, διότι θὰ ἔχῃ ἐν νῷ νὰ διαγωνισθῇ διὰ τὸ στάδιον τὸ δικαστικόν, ἐν οὐσίᾳ θὰ εἶναι κεκλεισμένος εἰς τὸ μελετητήριόν του καὶ θὰ μελετᾷ δι’ ἐξετάσεις. Δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἐνιαυσία ἄσκησις τῆς δικηγορικῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν πράγματι θελήσῃ ν’ ἀσκήσῃ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, τότε δὲν θὰ διαγωνισθῇ διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου.
§168ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρεται, ὅτι μεταξὺ τῶν προσόντων πρὸς διαγωνισμὸν εἶναι καὶ τὸ περὶ εἰρηνοδικῶν, τουτέστιν ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ἵνα καὶ αὐτὸς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαγωνίζηται διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου.
§169Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐπιστήμονες.
§170ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ ἤθελον εἰς τὸν διαγωνισμὸν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου οἱ διαγωνιζόμενοι νὰ ἔχωσι διετῆ ὑπηρεσίαν ὡς δικηγόροι· συμφωνῶ εἰς ὅλα πληρέστατα, διότι ἡ τριετία εἶναι πολύ. Ἤθελον ὅμως νὰ τεθῇ διὰ νὰ προαχθῇ τις ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου εἰς τὴν τοῦ δικαστοῦ νὰ ὑπηρετήσῃ δύο ἔτη ὡς πάρεδρος καὶ δύο ἔτη ὡς εἰρηνοδίκης. Τότε θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν εἰρηνοδίκας καὶ δικαστὰς καλούς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου· ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἂς τὴν δεχθῇ.
§171Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ὡς πρὸς τὸ προσὸν τῆς τετραετίας ὀρθότερον εἶναι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, τῆς διετοῦς δικηγορικῆς ὑπηρεσίας, διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον τῆς ἐξετάσεως καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν προσερχομένων εἰς τὰς ἐξετάσεις, θὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς, ὅτι ἡ διετία ἡ δικηγορικὴ εἶναι ἐνδεδειγμένη καὶ οὐχὶ πλέον αὐτῆς. Ἂν ἀπαιτήσητε ἀπὸ ἕνα δικηγόρον, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ὑποστῇ ἐξετάσεις διὰ τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου, νὰ διανύσῃ στάδιον τετραετοῦς δικηγορίας καὶ ἔπειτα νὰ προσέλθῃ εἰς ἐξετάσεις, εἶναι ζήτημα ἂν θὰ προσέλθῃ, διότι, ἂν εὐδοκιμήσῃ ἐν τῷ σταδίῳ, αὐτὸς θὰ μείνῃ μόνιμος ν’ ἀσκήσῃ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα. Ἐὰν δὲ θελήσῃ νὰ καταρτισθῇ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὰς ἐξετάσεις καὶ ἀποτύχῃ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τὸ τετραετὲς θὰ διαρρεύσῃ ἀκάρπως ὑπὸ ἔποψιν ὑλικήν, διότι θὰ καταγίνηται εἰς μελέτας, λόγῳ δὲ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κενῶν θέσεων εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποτύχῃ καὶ τότε αὐτὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς μελέτας του, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ πάλιν καὶ ὑποστῇ τὰς ἐξετάσεις. Θὰ καταντήσῃ δὲ νὰ παρέλθῃ ὁλόκληρος ἑξαετία ἢ ὀκταετία, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὀρθότερον εἶναι νὰ ἔχῃ τὸ στάδιον μελέτης περισσότερον καὶ ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις δύναται ν’ αὐξήσῃ κατὰ ἕν ἔτος τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ παρέδρου, ἀλλὰ καλλίτερον εἶναι νὰ μείνῃ ἡ διετία εἰς τρόπον, ὥστε ὁ ἐξεταζόμενος νὰ ἔχῃ στάδιον προπαρασκευῆς. Ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τετραετῆ ὑπηρεσίαν πραγματικὴν δικηγορικήν, διότι περὶ πραγματικῆς πρόκειται, θ’ ἀποδειχθῇ δ’ αὐτὴ διὰ πιστοποιητικοῦ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ὅτι πράγματι ἤσκησε τὸ ἐπάγγελμά του. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ γραφῇ εἰς τὸν κατάλογον τῶν δικηγόρων καὶ νὰ πληρώνῃ τὸ ἐπιτήδευμά του, ἀλλὰ πρέπει νὰ πιστοποιῆται καὶ ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ὅτι παρέχει τὰ ἀπαιτούμενα ἐχέγγυα.
§172Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσῃ αὐτὸς δικηγόρους ἔχοντας πελατείαν νὰ παρακολουθῇ αὐτοὺς καὶ νὰ παρίσταται εἰς τὰς ὑποθέσεις.
§173Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διετία.
§174ΕΠ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν εὑρίσκω ἐντελῶς ἀδίκους διὰ νὰ μὴ τὰς ὑποστηρίξω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Κατὰ τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ὁ ὁποῖος εἶχε προκηρυχθῆ πρὸς πλήρωσιν τριῶν κενῶν θέσεων, ἔλαβον μέρος καὶ δικηγόροι ἔχοντες συμπληρώσει τὴν διετίαν. Ἐπειδὴ ἔκτοτε δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος καὶ οἱ δικηγόροι αὐτοὶ μόλις ἔχουσι σήμερον τριετῆ ὑπηρεσίαν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ τοὺς ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τὸν προσεχῆ διαγωνισμόν, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τὸν διαγωνισμὸν ἐπέτυχον καὶ ἔλαβον βαθμὸν λίαν καλῶς, ὑστερήσαντες μόνον κατά τινα δέκατα τοῦ βαθμοῦ των. Νομίζω, ὅτι δύναται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ γίνῃ μία προσθήκη, ὅτι, καίτοι δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τὴν τετραετίαν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαγωνισθῶσιν.
§175Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ τετραετία.
§176ΕΠ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν δεχθῇ τὴν διετίαν καὶ τὴν τριετίαν, ὁρίσῃ δὲ τὴν τετραετίαν, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ τεθῇ μία διάταξις, ὅτι οἱ ἐπιτυχόντες κατὰ τοὺς γενομένους διαγωνισμοὺς καὶ μὴ συμπληρώσαντες τὴν τετραετίαν δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τῆς τετραετίας, ἀλλ’ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαγωνισθῶσι. Τώρα τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ τέλος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου «ἢ ὡς εἰρηνοδίκης», ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σαφηνισθῇ.
§177Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Αὐτὸς ἀνάγεται εἰς τὴν τετραετίαν.
§178Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σαφές.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§180Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σκοπούμενον διὰ τῆς διατάξεως εἶναι τὸ νὰ παρασκευάσωμεν τὸν προσερχόμενον εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἡ γνώμη δὲ ν’ αὐξηθῶσι τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐμμίσθων παρέδρων εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸν σκοπόν, διότι συμφέρον τῆς δικαιοσύνης εἶναι νὰ εἰσέλθῃ μεμορφωμένος ὁ δικαστής. Ἡ τετραετία ὑπεβλήθη διὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ τοῦ ἑξῆς λόγου. Ἡ διετία τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου εἶναι εἰλημμένη ἐκ τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας, ἡ ὁποία ἀπεδέχθη τὴν διετῆ παρασκευήν. Ἀλλ’ ἡ διετὴς παρασκευὴ ἀπεδείχθη ἀνεπαρκής, διότι σπανιώτατα οἱ προσερχόμενοι ἐπιτυγχάνουσιν ἐν τῷ διαγωνισμῷ, καὶ τοῦτο διότι εἶναι ἀπαράσκευοι καὶ διότι στεροῦνται ἐπιστημονικῆς μορφώσεως καὶ ἰδίως τῆς ἐφαρμογῆς. Ὡς πρὸς δὲ τὸν γραμματέα πολυμελοῦς δικαστηρίου, οὗτος εἶναι εἰς θέσιν νὰ βλέπῃ δικογραφίας καὶ νὰ μελετᾷ ὑποθέσεις ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ πλειοτέρας ἑνὸς δικηγόρου ἔχοντος διετῆ ἢ τριετῆ ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ τετραετία πρὸς τελειοτέραν παρασκευὴν τῶν μελλόντων νὰ διαγωνίζωνται.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. Γ. Κατσίνα, Κ. Αἰγιαλείδου, Ἰ. Στεφανοπούλου κλ. ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου 2ου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Δεκτὸς εἰς διαγωνισμὸν εἶναι ὁ ἀσκήσας πραγματικῶς ἐπὶ πενταετίαν τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἐνώπιον πολυμελοῦς δικαστηρίου, πιστοποιουμένης τῆς τοιαύτης πραγματικῆς καὶ συνεχοῦς ἐνασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ὑπευθύνως ὑπὸ τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ παρ’ ᾧ ὑπηρέτησε Πρωτοδικείου, ἢ ὁ λαβὼν τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν καὶ ὑπηρετήσας ἐπὶ πενταετίαν ὡς γραμματεὺς πολυμελοῦς δικαστηρίου ἢ ὡς γραμματεὺς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ὡς εἰρηνοδίκης». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§182Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν θελήσητε νὰ καταστρέψητε τὸν νόμον, τότε πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν τετραετίαν τῆς ἐπιτροπῆς.
§183Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δεχόμεθα τριετίαν.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς οὕτω τροποποιημένον, δηλ. μὲ τὴν τριετίαν ἀντὶ τῆς τετραετίας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζεται οὕτω τὸ ἄρθρον 2 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 3).
§185Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελεῖται ἀπὸ 2 παραγράφους. Τὴν πρώτην παράγραφον ἡ ἐπιτροπὴ ἀφῆκεν ὡς ἔχει, ἀλλὰ τὴν δευτέραν ἐτροποποίησεν οὐσιωδῶς συμπληρώσασα ἀτέλειαν, ἡ ὁποία πρὸ πολλοῦ χρόνου ἦτο καταφανὴς ὄχι μόνον εἰς τοὺς διελθόντας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἰς πάντας τοὺς παρακολουθοῦντας τοὺς γινομένους διαγωνισμούς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, διότι ἐξασφαλίζονται οἱ διαγωνισμοί.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τοῦ ἄρθρου 3 καὶ ἡ δευτέρα τῆς ἐπιτροπῆς.
§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον οὕτω τροποποιηθὲν καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§188Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα μὴ ὁρκίζωνται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου οἱ διοριζόμενοι ὡς ἄμισθοι πάρεδροι παρ’ Ἐφέταις, διότι ἔν τισιν Ἐφετείοις ὑπάρχει ἀνάγκη τοιούτων παρέδρων, ἀλλ’ οἱ ἄμισθοι πάρεδροι, πρὸς οὓς γίνονται καὶ παρακλήσεις, ὅπως δεχθῶσι τὴν θέσιν αὐτήν, προκειμένου μάλιστα περὶ διαπρεπῶν δικηγόρων, δὲν στέργουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας νὰ ὁρκισθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§189Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς, καθόσον δὲν πρέπει οἱ πάρεδροι νὰ μετατίθενται ἀπὸ Πρωτοδικείου εἰς Πρωτοδικεῖον. Διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὴν προσθήκην εἰς τὸ τέλος «οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι δὲν μετατίθενται».
§190Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Πολὺ καλά. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5 τῆς ἐπιτροπῆς).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. Κ. Γκότση, Π. Πετρίδου καὶ Κ. Τοπάλη. «Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς δʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5 τὸ ἀκόλουθον: «Ἀνακριταὶ διορίζονται οἱ πρωτοδίκαι, οἱ ἔχοντες συμπεπληρωμένην πενταετῆ ὑπηρεσίαν πρωτοδίκου, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέως, ἥτις εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν».
§192Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπικαίρως δύναται νὰ τεθῇ διάταξις κανονίζουσα τὰ προσόντα τῶν ἀνακριτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου ἀνέπτυξε λίαν ὀρθῶς, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἀνακριτῶν παρωράθη, καίτοι εἶναι σοβαρὸν καὶ ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐλέχθη τι, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη ν’ ἀποκρυσταλλωθῇ ὡς γνώμη σαφής. Νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν προσόντα τινά, ὥστε ν’ ἀνυψωθῇ κατά τι ἡ θέσις τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἐζητήσαμεν διὰ τῆς τροπολογίας νὰ ἔχωσιν οἱ ἀνακριταὶ πενταετῆ ὑπηρεσίαν μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ οἰκείου Ἐφετείου.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§194Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν, διότι δὲν εὑρίσκει ταύτην χρήσιμον ἢ διότι δὲν εὑρίσκει κατάλληλον τὴν θέσιν;
§195ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου.
§196Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅταν ὁρίζωμεν προσόντα προέδρων καὶ εἰσαγγελέων, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν καὶ ἀνακριτῶν, εἴτε ἐνταῦθα εἴτε εἰς ἄλλο μέρος τοῦ νομοσχεδίου.
§197Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ βεβαίως ὤφειλε νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτων. Ἀλλά, ἀφοῦ δὲν ἔλαβε, θὰ ὁμολογήσητε ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ τελευταία ὥρα.
§198Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας ζητοῦμεν, ἵνα μὴ διορίζηται πᾶς τις ἀνακριτής, ἀλλὰ μόνον ὁ ἔχων συμπεπληρωμένην δικαστικὴν ὑπηρεσίαν.
§199Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν θὰ ἔχωμεν ποῖον νὰ διορίσωμεν ἀνακριτήν.
§200Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰ δικαστικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἐκανονίσθησαν διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν δικαστῶν, δύνανται νὰ ἔχωσι τὸν κατάλογον τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ τοποθετῶσιν αὐτοὺς ἀναλόγως, ὥστε εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, νὰ ὑπάρχωσι καὶ πρωτοδίκαι ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ ἀνακριτοῦ, εἶναι δὲ περιττὸν ν’ ἀναφέρητε τοὺς μεγάλους κινδύνους, ὅταν δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὑμετέρου νομοῦ.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον θέλετε ἀπὸ τὰ δύο; Τὸ ἄρθρον 5 τῆς ἐπιτροπῆς ἢ τὸ τοῦ νομοσχεδίου;
§202Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 5 τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν δὲν μεταβάλλει τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι κάλλιον κατηρτισμένον καὶ εἶναι ὀρθότερον. Μόνον μίαν τροπολογίαν οὐσιαστικὴν φέρει, ὅτι τουτέστι διὰ τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας ἐμμίσθους παρέδρους τοὺς εἰσελθόντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου, ὁρίζει χρόνον προαγωγῆς ἓν ἔτος ἀντὶ τριῶν. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ὀρθόν, διότι πρὸ παντὸς ἡ Πολιτεία δέον νὰ εἶναι ἐν καλῇ πίστει πρὸς τοὺς προσερχομένους καὶ διαγωνιζομένους ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Οὗτοι εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δυνάμει τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου, ὁ ὁποῖος ὥριζεν ἑνὸς ἔτους προθεσμίαν διὰ τὴν προαγωγήν· δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν σήμερον καὶ θ’ ἀντέκειτο εἰς τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Πολιτεία πρὸς αὐτούς, νὰ τοῖς ἐπιβάλλωμεν τριετῆ προθεσμίαν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δέον νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐκ πνεύματος δικαιοσύνης ἡ ἐπιτροπὴ διετύπωσε.
§203Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, τὸ ἑξῆς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποθέτω ὅτι, καίτοι βραχὺ εἶναι τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον, θ’ ἀντελήφθη, ὅτι ὑπάρχει ὑπηρεσιακὴ ἀνάγκη πληρώσεως κενῶν θέσεων πρωτοδικῶν. Ἐὰν ἀπορρίψητε τὴν τροπολογίαν, θὰ μείνωσιν ἐπὶ τριετίαν πάρεδροι καὶ θὰ κενῶνται θέσεις, χωρὶς νὰ δύνασθε νὰ προάγητε εἰς πρωτοδίκας, καὶ θὰ σταματήσῃ ἡ ὑπηρεσία. Καὶ ἐκ λόγων ὑπηρεσιακῶν λοιπὸν ἐτέθη ἡ διάταξις. Ἡ ἀνάγκη αὕτη παρήγαγε καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγώ, δι’ οὗ ἐκανονίζοντο τὰ τῆς πληρώσεως τῶν ὑπαρχόντων σήμερον κενῶν θέσεων ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις. Ἐκ τῆς μερίμνης αὐτῆς καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσιακῆς ὡδηγήθη ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς γνώμης ταύτης καὶ διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ὡς ἔχει.
§204ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη ὅπως οἱ ὑπάρχοντες πάρεδροι γίνωσι δικασταί. Τὰ περισσότερα Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους εὑρίσκονται ἄνευ ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ δικαστῶν. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται διηνεκῶς ἐν ἀδρανείᾳ ἐλλείψει δικαστῶν. Ὑπάρχουσι χίλιαι διακόσιαι ἐκκρεμεῖς πολιτικαὶ ὑποθέσεις εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, διότι μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ συμπληρώσῃ τὸ Πρωτοδικεῖον, δὲν εὑρίσκει δικαστὰς ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ ἄλλα δικαστήρια καὶ τοιουτοτρόπως τὸ δικαστήριον τοῦτο καθὼς καὶ ἄλλα μένουσιν ἐν ἀδρανείᾳ, ζημία δὲ μεγάλη ἐπέρχεται καὶ εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς μὴ ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων. Ἡ ζημία αὐτὴ θ’ αὐξηθῇ, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατυπουμένη γνώμη, καθ’ ἣν οἱ πάρεδροι προάγονται μετὰ 3 ἔτη εἰς δικαστάς, διότι μετὰ πάροδον τριῶν ἐτῶν οἱ ἡμίσεις δικασταὶ θὰ ἐκλείψωσι καὶ τὰ περισσότερα δικαστήρια θὰ μείνωσιν ἐν ἀδρανείᾳ· εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ὅπως ὁρίσωμεν συντομώτερον τὸν χρόνον καθ’ ὃν θὰ γίνωνται οἱ πάρεδροι δικασταί.
§205Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγώ, Κύριοι, θὰ προετίμων νὰ ὑπήγοντο καὶ οἱ νῦν ὑπάρχοντες πάρεδροι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς τριετίας, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἀναγκαία διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους· ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπάρχει λόγος ὑπηρεσιακὸς σπουδαῖος, ὡς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος εἶπον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν. Ἐκτὸς τούτου καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν νὰ εἶναι τοὐλάχιστον 12 καὶ ὄχι 15, ὅπως διατυποῦται ἐν τῇ τροπολογίᾳ.
§206Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ὥστε ἀποδέχεσθε ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς.
§207Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὰς γνώμας τὰς διατυπωθείσας ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι, ἂν ὑπάρχει σήμερον δυσχέρεια περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς πρωτοδικειακῆς δικαιοσύνης, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐπαρκεῖς πρωτοδίκαι, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ἡ διανομὴ ἡ ὁποία γίνεται τῶν πρωτοδικῶν εἰς τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα δὲν εἶναι ἡ δέουσα.
§208Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πλημμελοῦς πιθανῶς τοποθετήσεως, ἀλλ’ ὑπάρχουσι κενά, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων θὰ συμπληρωθῶσι.
§209Β. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κεναὶ θέσεις ἐκ τῶν ὀργανικῶν εἰς πολλὰ τῶν Πρωτοδικείων.
§210Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δεκατέσσαρες θέσεις κεναί.
§211Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐπὶ τρία ἔτη δὲν θὰ δύναται νὰ διορίσῃ δικαστὰς ἐκ τῶν παρέδρων τοῦ νέου νόμου καὶ θὰ οἰκονομηθῇ ἡ ὑπηρεσία κατὰ τὴν τριετίαν μὲ τοὺς δέκα παρέδρους τοὺς ὁποίους ἔχει σήμερον. Ἂν συμπληρωθῶσιν αἱ δεκατέσσαρες κεναὶ θέσεις, θὰ μείνωσι πέντε πάρεδροι, διὰ νὰ πληρώσωσι τὰ κενὰ ὅλης τῆς τριετίας. Ὥστε θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ οἰκονομηθῶμεν.
§212Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πάρεδροι θὰ συμπληρώσωσι τὰ κενά.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 5 τῆς ἐπιτροπῆς.
§214Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§216Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἀπορῶ πῶς διεξέφυγον τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ὁριζόμενα, διότι κανονίζεται ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἐμμίσθων παρέδρων προκειμένου νὰ προαχθῶσιν εἰς πρωτοδίκας, ἡ δὲ ἀρχαιότης αὐτὴ στηρίζεται, ὅταν πρόκειται περὶ ἰσοβαθμίων, ἁπλῶς ἐπὶ τῆς τύχης ν’ ἀναγράφηταί τις πρῶτος εἰς τὸ Β. Διάταγμα.
§217Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον ἔλαβεν εἰς τὸν διαγωνισμόν.
§218Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ ὅτι μεταξὺ ἰσοβαθμίων κανονίζει ὁ κλῆρος.
§219ΕΠ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κλῆρος ἀπεφάσισεν ἅπαξ.
§220Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ἐν περιπτώσει ἰσοβαθμίων πρέπει νὰ τεθῇ κλῆρος· τοῦτο εἶχον ὁρίσει καὶ ἐγὼ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποβάλει· ἡ ἐπιτροπὴ ὥρισε τὴν τάξιν τοῦ Διατάγματος.
§221Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ δεχθῶμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καθ’ ὃν ἀρχαιότερος θεωρεῖται ὁ κατὰ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ὡς δικηγόρου προηγηθείς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθότερον.
§222Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζεται ὅτι ὁ κλῆρος ἀπεφάσισεν ἅπαξ μεταξὺ ἰσοβαθμίων· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλαμβάνηται τοῦτο.
§223Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν λύει τὸ ζήτημα ἡ κλήρωσις.
§224Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τῆς προαγωγῆς εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου. Λοιπὸν διὰ τὴν κατάληψιν τῆς θέσεως τοῦ παρέδρου προηγήθη ὅτι αὕτη γίνεται διὰ κληρώσεως μεταξὺ ἰσοβαθμίων. Διὰ νὰ διορισθῇ τις πάρεδρος, ἐν περιπτώσει ἰσοβαθμίας, θὰ προτιμηθῇ διὰ κλήρου.
§225Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχει δίκαιον, νομίζω, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγάρων, διότι ὁ κλῆρος θ’ ἀποφασίσῃ, ὅταν τὴν τελευταίαν θέσιν τοῦ διαγωνιζομένου πρόκειται νὰ καταλάβῃ εἷς, ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, ὅταν ἔχωμεν ἓξ ἢ ὀκτὼ θέσεις, ὁ πρῶτος, ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος νὰ ἔχωσι τὸν αὐτὸν βαθμόν· αὐτοὶ εἶναι οἱ ἰσοβάθμιοι. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία προτείνεται ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Μεγάρων, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, νὰ προηγῆται ὁ ἀρχαιότερος κατὰ τὸν διορισμόν του ὡς δικηγόρου.
§226Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 τὸ ψηφισθὲν ὁμιλεῖ ῥητῶς περὶ πλειόνων εὐδοκιμησάντων· «μεταξὺ πλειόνων εὐδοκιμησάντων προτιμᾶται ὁ λαβὼν ἀνώτερον βαθμόν». Ἐνταῦθα δὲν γεννᾶται ἡ περίπτωσις αὕτη τοῦ ἀποκλεισμοῦ, διότι τὸ ἰσοβάθμιον δύναται νὰ προκύψῃ διὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου, μόνον ἂν τὸ ἄρθρον 2 ὥριζεν, ὅτι ἐν περιπτώσει δύο ἰσοβαθμίων, διαγωνιζομένων διὰ τὴν τελευταίαν θέσιν ἢ τὴν μόνην θέσιν, προτιμᾶται ὁ κληρωθείς. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἤδη τὴν περίπτωσιν ταύτην.
§227Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει· «μεταξὺ δὲ πλειόνων εὐδοκιμησάντων προτιμᾶται ὁ λαβὼν ἀνώτερον βαθμόν», δηλαδὴ προτιμᾶται εἰς τὸν διορισμόν. Ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ προτιμηθῶσι καὶ δύο καὶ τρεῖς. Ἀλλά, ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς προαγωγῆς, πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸ ἄρθρον 7 καὶ ν’ ἀποφασίζῃ ὁ κλῆρος.
§228Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἔννοιαν τὸ ἄρθρον 2, ἂν ἤθελεν ἑρμηνευθῇ ὡς τὸ ἡρμήνευσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βάλτου. Ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν· τί γενήσεται κατὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελον λάβει τὸν αὐτὸν βαθμὸν δύο, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ θέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι κεναί, εἶναι ὀλιγώτεραι τῶν εὐδοκιμησάντων; Περὶ αὐτοῦ προνοεῖ ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2, καὶ λέγει τότε ὀρθότατα τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποφασίζει ὁ κλῆρος, διότι θέλει νὰ καταστήσῃ ἰσότητα μεταξὺ τῶν διαγωνιζομένων καὶ ἴσον βαθμὸν λαβόντων. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν πρόκειται περὶ τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῆς προαγωγῆς εἰς πρωτοδίκην τὸ ὀρθότερον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος ὁ σήμερον ἰσχύων, καθ’ ὃν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀρχαιότερος κατὰ τὸν διορισμὸν ὡς δικηγόρος. Εἶναι δ’ ὀρθότερον νὰ γίνῃ δεκτὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον προτείνω, δηλαδὴ νὰ θεωρηθῇ ἀρχαιότερος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν διορισμὸν ὡς δικηγόρος εἶναι ἀρχαιότερος, διότι ὑποτίθεται ὅτι οὗτος θὰ ἔχῃ καὶ πεῖραν μεγαλειτέραν.
§229Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἀξίαν τὴν ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται τὸ νομοσχέδιον. Ὁ νομοθέτης δὲν πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ ἐκ τῆς δικηγορικῆς ἱκανότητος, ἀλλ’ ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ.
§230Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ περιέχει τι, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἄλλα ἄτοπα· διότι, ἂν ληφθῇ ὡς βάσις ἡ ἀρχαιότης ἡ δικηγορική, τὸ ζήτημα δὲν λύεται, καθόσον δύναται νὰ συμβῇ ὁ εἷς τῶν ὑποψηφίων ἐμμίσθων παρέδρων νὰ εἶναι δικηγόρος, ὁ ἕτερος γραμματεὺς Πρωτοδικῶν, ὁ τρίτος εἰρηνοδίκης, νὰ ἔχωσι δηλαδὴ ἕκαστος διάφορον προέλευσιν καὶ οὐχὶ ἅπαντες τὴν αὐτὴν ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ σώματος, ὥστε ἡ ἀρχαιότης ἐν τῇ δικηγορίᾳ νὰ κανονίσῃ τὴν σειράν. Διὰ τοῦτο ὀρθὸν εἶναι ὁ κανονισμὸς τῆς σειρᾶς ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν κλῆρον.
§231Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ δικηγορικὴ ὑπηρεσία διὰ τοὺς δικαστὰς λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν προκειμένου περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των εἰς τὴν πενταετίαν· ἔχομεν δηλαδὴ τὸ προηγούμενον, ὅτι ἡ δικηγορικὴ ὑπηρεσία χρησιμεύει ὡς μέτρον διὰ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ δύναται τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ, ἵνα γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη αὕτη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§232Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τροπολογίαν, τροπολογίαν δὲ κυρίως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας ὡς ἀντεισαγγελεῖς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, ἐνέχει καὶ δυσπιστίαν ἐκ τῶν προτέρων πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ προκατάληψιν καθ’ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀντεισαγγελέων, τῶν ὑπηρετούντων ὡς ἀντεισαγγελέων, τοῦθ’ ὅπερ ἀποβαίνει εἰς βλάβην καὶ τοῦ κύρους τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς. Διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅλοι οἱ ἀντεισαγγελεῖς εἶναι ἀπολυτέοι καὶ μόνον ἂν ἀποφανθῇ ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκόλασεν ἐν μέτρῳ τὴν αὐστηράν, ἴσως δὲ καὶ ἄδικον ἢ καὶ ἄκαιρον διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ ὡς περιωρίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ὀρθή, καὶ προτείνω νὰ γίνῃ δεκτή, εἴτε γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἴτε γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἑξῆς τροπολογία ἐν τῷ ἐδαφίῳ 3, τὸ ὁποῖον ὁρίζει περὶ τῶν διωρισμένων νῦν παρὰ Πρωτοδίκαις ἀντεισαγγελέων· «οἱ κατὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ παρόντος νόμου διωρισμένοι ἀντεισαγγελεῖς Πρωτοδικῶν διατηροῦνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου». Ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι οὐσιώδης. Ποία εἶναι ἡ διαφορά; Καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἵνα ἐντὸς τριῶν μηνῶν προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 15. Τὸ ἄρθρον 15 ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν βεβαίως προτείνει τὴν κατάργησίν του· ἀλλὰ φρονοῦμεν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ αὕτη ἡ ἐπιτακτικὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 15. Ὑποτίθεται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θὰ τὸ πράξῃ. Δὲν βλέπω διατί ὁ νομοθέτης ἐκ τῶν προτέρων θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν προκατάληψιν καὶ δυσπιστίαν πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ διάταξις, ὡς διατυποῦται, καὶ ἀρκεῖ νὰ διατυπωθῇ οὕτως: «Οἱ κατὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ παρόντος νόμου διωρισμένοι ἀντεισαγγελεῖς Πρωτοδικῶν διατηροῦνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ παρόντος νόμου».
§233Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τί θέλουσι γίνει αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας προκειμένου περὶ ἀντεισαγγελέων; Διότι ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου θ’ ἀπαλλαγῶσι τῶν καθηκόντων τούτων ἅπαντες οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσιν ἤδη χρέη ἀντεισαγγελέων, μέχρις ὅτου δὲ γίνῃ διαγωνισμὸς καὶ διορισθῶσι νέοι τοιοῦτοι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις.
§234Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Εἶναι ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς προέτεινα τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§235Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θ’ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ δικαστῶν.
§236Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποῖον ἄρθρον δεχόμεθα;
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§238Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ἔχω μίαν παρατήρησιν. Διὰ τῆς παραγράφου ταύτης ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀντεισαγγελέων. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, τὸν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δημοσιευθέντα, καθ’ ὃν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα πρέπει νὰ παρίστανται οἱ εἰσαγγελεῖς αὐτοπροσώπως καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀναπληρῶνται ὑπὸ δικηγόρων, ἔχομεν ἀνάγκην τόσων ἀντεισαγγελέων, ὅσα εἶναι τὰ Πλημμελειοδικεῖα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ εἰσαγγελεῖς νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Πλημμελειοδικείου, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Εἰσαγγελίας καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κακουργιοδικείου, ὅπου ὑπάρχει τοιοῦτον· φρονῶ δέ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 18 εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπαρκής, ἀλλά, ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπαρκής, πρέπει νὰ μένῃ, ὅπως εἶναι, τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ ὀκτὼ Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἀντεισαγγελεῖς καὶ δὲν δύνανται νὰ διεξαγάγωσι τὴν ὑπηρεσίαν εἰμὴ διὰ δικαστῶν ἀναπληρωτῶν τῶν εἰσαγγελέων, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι αὐτὰ τὰ ὀκτὼ Δικαστήρια εἶναι τὰ μικρότερα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν δικαστῶν, ὥστε νὰ δύνανται νὰ δώσωσι δικαστὴν πρὸς ἀναπλήρωσιν εἰσαγγελέως.
§239Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀριθμὸν ἀντεισαγγελέων 16, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχουσι Πρωτοδικεῖα, ἴσως πλείονα τῶν δέκα, εἰς τὰ ὁποῖα εἷς ἀντεισαγγελεὺς μόνος εἶναι ὑπεραρκής, ἀρκεῖ νὰ κάμνῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον νὰ παρίσταται καὶ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου καὶ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα νὰ ἐκπληροῖ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη ὑπηρεσιακὴ διορισμοῦ πλέον τῶν 18 ἀντεισαγγελέων. Ὁ ὑπηρεσιακὸς οὗτος λόγος δείκνυται καὶ ἐκ προηγουμένου νομοσχεδίου ὑποβληθέντος κατὰ τὰ 1906 περὶ διορισμοῦ ἀντεισαγγελέων, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ὅλοι ἀντεισαγγελεῖς τοῦ Κράτους ὡρίζοντο εἰς 15.
§240Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἴχομεν ὅμως τὴν τροποποίησιν τοῦ τελευταίου νόμου.
§241Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἡ αὐτοπρόσωπος παρουσία τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον δὲν ἀρκεῖ ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἀντεισαγγελέων πλέον τῶν 18. Εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ 18 δι’ ὅλα τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους. Θὰ ἔλεγον ἢ 16 ἢ 12, ἐὰν δὲν ἦτο ἀνάγκη εἴς τινα Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους νὰ εἶναι δύο ἀντεισαγγελεῖς, ὅπως εἶναι ἐν Ἀθήναις, ὅπου χρειάζονται ἴσως καὶ τρεῖς. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ τροπολογία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοποθέτησιν, διότι εἶναι ἐπαρκὴς δι’ ὅλα τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους, καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην ἀκόμη ἀντεισαγγελέων πλέον τοῦ ἑνός, εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν 18. Τοῦτο ἔχει ἄλλως τε καὶ τὴν συνέπειαν τῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐκτὸς τῶν βλέψεων τῆς Βουλῆς, μάλιστα εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§243Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί ἐδέχθη;
§244Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δεκαοκτώ.
§245Π. ΣΑΚΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὅριον ἡλικίας μεγαλείτερον, διότι καὶ σοβαρότητα μεγαλειτέραν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἐὰν εἶναι ὀλίγον μεγαλείτεροι, καὶ πεῖραν περισσοτέραν δύνανται νὰ ἔχωσι κοινωνικήν. Διὰ τοῦτο προτείνω ὅπως αὐξηθῇ δι’ αὐτοὺς τὸ ὅριον μέχρι τοῦ τεσσαρακοστοῦ ἔτους νὰ γίνωνται δεκτοὶ εἰς διαγωνισμόν.
§246Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις.
§248ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 1.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§250Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη ὡς ἐτροποποιήθη.
§252Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη διόλου τὸ ἄρθρον.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετρίδη, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι ὅλαι. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.).