1909.11.11
2,781 rows · 20,280 words · 211 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39.
τῆς 11ης Νοεμβρίου 1909.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ὥρᾳ 5 καὶ 35′ μ. μ. γίνεται ἀπαρτία παρόντων 98 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Ἡ ἐν Ἀθήναις «Ἕνωσις τῶν Ἑλληνικῶν Σωματείων» παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας»· Τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς κτηματικῆς ἀδελφότητος Καλκμῶν ὑποβάλλει μεταρρυθμιστικὰς σκέψεις τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν περιβολίων ὡς πρὸς τὴν ἰσχύουσαν φορολογίαν ἐπὶ τῶν περιβολίων· Ὁ δήμαρχος Πελλάνης παρακαλεῖ, ὅπως κατὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Σπάρτης προτιμηθῇ ἡ διὰ Λεονταρίου τοιαύτη· Οἱ πρόεδροι τῶν συντεχνιῶν Καλαμῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ προτασσομένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἡ πρότασις νόμου «περὶ κυριακῆς ἀργίας»· Κάτοικοι Λαυρεωτικῆς καὶ περιχώρων παρακαλοῦσιν, ὅπως καταργηθῇ ὁ νόμος περὶ κατασχέσεως τῶν ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐπανέλθῃ τὸ πρώην καθεστώς· Πολῖται Θηβῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τοῦ πρὸς φωτισμὸν οἰνοπνεύματος· Οἱ κουρεῖς Βόλου παρακαλοῦσιν, ὅπως συμπεριληφθῶσιν ἐν τῇ προτάσει νόμου «περὶ κυριακῆς ἀργίας» καὶ τὰ κουρεῖα· Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Ἑρμουπόλεως παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τῶν σκαγίων· Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ Κονιστρῶν ὑποβάλλει μεταρρυθμιστικὰς σκέψεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων τοῦ Κράτους». Οἱ κάτοικοι τῆς Νέας Ἀγχιάλου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ πόλις των ἀποτελέσῃ δῆμον· Ὁ πρόεδρος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Ἑρμουπόλεως παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν· Οἱ κάτοικοι Πλατάνου (Ναυπακτίας) παρακαλοῦσιν, ὅπως διατηρηθῇ τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν σχολεῖον· Οἱ δημόται τοῦ δήμου Προσχίου (Ναυπακτίας) παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ δῆμός των μετὰ τῶν δήμων Κλεπαΐδος καὶ Πυλήνης ἀποτελέσῃ ἴδιον δῆμον μὲ πρωτεύουσαν τὸν Πλάτανον· Ὁ σύλλογος τῶν ἐν Πάτραις Κεφαλλήνων παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν· Ἡ κυρία Ἄννα Ι. Κλήμη παρακαλεῖ, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα εἰς τὸν υἱόν της μὴ προαχθέντα εἰς ἀνθυπασπιστὴν μολονότι συντρέχουσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου· Σταφιδοκτηματίαι Κορίνθου παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐκ σταφίδος οἰνοπνεύματος· Οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ ὑποδιδάσκαλοι Ναυπλίας παρακαλοῦσιν, ὅπως διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ὧν αἱ θέσεις κατηργήθησαν διὰ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως»· Οἱ πρόεδροι τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν ἑταιρείαν τῶν τροχιοδρόμων νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν διπλῆν γραμμὴν τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ Πειραιῶς· Ἡ συντεχνία τῶν ἐργατῶν ζαχαροπλαστῶν Ἀθηνῶν– Πειραιῶς παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας· Τὸ σωματεῖον τῶν ὑπηρετοπαντοπωλῶν Ἀθηνῶν ὑποβάλλει δεύτερον ὑπόμνημα ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας· Ἐπιτροπὴ ἐμπόρων καὶ ἐμποροϋπαλλήλων Κεφαλληνίας παρακαλεῖ, ὅπως ἐν τῇ προτάσει νόμου περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας συμπεριληφθῇ καὶ ὁ νομὸς Κεφαλληνίας· Ὁ κ. Γεώργιος Κωνσταντόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς· Ὁ σεβασμιώτατος Ἐπίσκοπος Ἀργολίδος παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ἀπολυθῶσιν οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν καταργηθέντων νομῶν· Ὁ Νικόλ. Παπαπετρόπουλος καταγγέλλει διὰ διαφόρους πράξεις τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν Δημοτικῶν σχολείων Ἠλείας· Οἱ ὑπάλληλοι καφενείων καὶ ζυθοπωλείων ἐν Πειραιεῖ παρακαλοῦσιν, ὅπως περιληφθῶσιν εἰς τὴν πρότασιν νόμου περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας· Ὁ κ. Φ. Μοσχούλας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας ἐμμέσων φόρων· Οἱ κύριοι Δ. Τσιτσάρας, Ἀ. Τ. Μπασιᾶς, Ν. Γερουλᾶνος καὶ Μ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐμμέσων φόρων· Ὁ κ. Ἰ. Δ. Τσιριμῶκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου· Ὁ κ. Σ. Πολυζώης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 433–436). Ὁ κ. Ν. Δ. Χατζίσκος ὑποβάλλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβον γνῶσιν σκανδαλώδους δημοσιεύματος, αὐτόχρημα λιβέλλου, κατὰ τοῦ ἔθνους ἡμῶν ὁλοκλήρου, κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ καθ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων αὐτοῦ, οὓς πρὸ ἔτους περίπου ἐδημοσίευσεν ὁ ἐφημέριος τῆς ἐν Βιέννῃ Ἑλληνικῆς κοινότητος Μελέτιος Ἀποστολόπουλος. Τί ἔπραξαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ἐν Βιέννῃ πρόξενος καθὼς καὶ ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος; Νομίζομεν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ τιμωρία τοῦ τοιούτου ἐφημερίου, καθ’ οὗ ἐξανέστησαν οἱ ἐν Βιέννῃ ὁμογενεῖς». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει ὁ κ. Π. Πετρίδης.
§2Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀνέμενον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἴδω ἐν τοῖς πρώτοις ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς εἶναι γνωστόν, ἔχει μεγάλην σημασίαν καὶ σοβαρότητα, διότι πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ χειραφετηθῇ ὁ δικαστικὸς κλάδος. Τὸ νομοσχέδιον ὑποβληθὲν παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ πολλῶν ἡμερῶν συνεδριάσεις καὶ ἐπισταμένην ἐργασίαν κατήρτισε μελέτην ἀξίαν πάσης προσοχῆς. Ἐφρόνουν ὅτι θὰ ἔσπευδεν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν πρώτων ν’ ἀναγράψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους· δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ βλέπω πάντοτε εἰς τὸν βυθὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλιπε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν τύχην του, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρέπει πρὸ παντὸς νὰ κινήσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως πρὸ παντὸς ἐκίνησε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἔφερεν εἰς συζήτησιν. Οὐδὲ ἐπιτρέπεταί μοι νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν διαφόρους φήμας θρυλουμένας περὶ αὐτοῦ, ὅτι δηλ. ἐνέργειαι ἔξωθεν ἐπηρέασαν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του· ἐν τούτοις ὅμως δυσπιστῶ βλέπων αὐτὸ πάντοτε εἰς τὸν βυθὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§3Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ γνωστὰ πολλὰ πράγματα, ἐξ ὧν νὰ ἀποδεικνύηται ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος, ὅστις δὲν ἀπομακρύνομαι εὐκόλως ἀπὸ τὰς ἰδέας μου· ὥστε δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε τοιοῦτόν τι δι’ ἐμέ. Ἐν τούτοις σᾶς πληροφορῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ψηφισθῇ, τοὐλάχιστον θὰ συζητηθῇ— ἂν θὰ ψηφισθῇ δὲν τὸ γνωρίζω—, θὰ συζητηθῇ ὅμως καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ ὑμεῖς ὡς εἰδικὸς θὰ μᾶς συντρέξητε ὥστε νὰ ψηφισθῇ τοῦτο. Ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αὔριον θ’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§4Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 25, τὸ ὁποῖον εἶναι καθ’ αὑτὸ ὑπηρεσιακόν. Πρόκειται περὶ παραχωρήσεως προθεσμιῶν πρὸς δήλωσιν οἰκοπέδων ἐν Πάτραις. Ἤθελον παρακαλέσει, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ψηφισθῇ. Ἕν ἄρθρον εἶναι.
§5ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλπίζομεν ὅτι θὰ προχωρήσωμεν ἀπόψε ἕως ἐκεῖ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις εἰς αὐτό.
§6Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τότε ἀλλοίμονον!
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 ἐκ δρχ. 800,000».
§8Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ πίστωσις αὕτη λαμβάνεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν, ἐξ ἄλλου δὲ μέτρου πληρώνεται ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5.000.000, τὸ ὁποῖον ἐγένετο τελευταίως. Ἀλλά, ἐνῷ λαμβάνεται ἡ δαπάνη ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἔσοδον δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διὰ νὰ μὴ ἐξογκωθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1909 ὅπως τὸ ἔσοδον τοῦτο τοῦ δανείου τῶν 5.000.000 εἰσέλθῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§9ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρχ. εἰς χρυσὸν 339,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§11Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὸ ἐδάφιον εʹ μετὰ τὴν λέξιν «Κράτους» παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς· «καὶ ἐκ τῶν ἰδιωτῶν μηχανικῶν διπλωματούχων ἀνωτέρων τεχνικῶν σχολῶν».
§12Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπέβαλον τροπολογίαν καὶ ἐζήτησα νὰ προστεθῇ ὡς ηʹ ἐδάφιον καὶ συμπεριληφθῶσιν εἰς τοὺς ἐφέδρους ἀνθυπολοχαγούς καὶ οἱ μετασχόντες τῆς μάχης τῆς γενομένης ὑπὸ τῶν φιλελλήνων Ἰταλῶν ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Γαριβάλδην καὶ προαχθέντες ὑπὸ τούτου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, τυχόντες δὲ καὶ ἐπισήμου διπλώματος, ὑπογραφέντος μάλιστα καὶ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ῥώμα. Πρόκειται περὶ τεσσάρων, οἱ ὁποῖοι ἄριστα ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐξεφράσθη ἐνθουσιωδέστατα ὁ στρατηγὸς Γαριβάλδης. Θὰ εἶναι μία ἠθικὴ ἱκανοποίησις διὰ τούτους.
§13Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τότε πρέπει νὰ τεθῇ γενικὴ διάταξις· «καὶ πᾶς διακριθείς». Θὰ ἔχωμεν ὅμως τότε τὸ ἄτοπον, ὅτι θὰ ἔχωμεν μὲν ἴσως διακριθέντας ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ μὴ ἔχοντας τὴν ἀπαιτουμένην ἐκπαίδευσιν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Βλέπετε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωσι γνώσεις τινάς. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέτρον τι ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὸν νόμον περὶ ἐφέδρων.
§14Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ προβῶ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας ταύτης, εἶναι τοῦτο. Πρόκειται περὶ ἑνός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐγγράμματος καὶ ὅστις ἔχει καὶ ἐπίσημον θέσιν· εἶναι γυμναστὴς διακεκριμένος, καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕν προσὸν καλόν.
§15Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει γνώσεις εἰδικὰς διὰ νὰ γίνῃ ἀξιωματικός.
§16Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ὅταν εἶναι τελειόφοιτος Γυμνασίου, δὲν εἶναι ἱκανός;
§17Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανός.
§18Π. ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ ἔχω καθῆκον ν’ ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σάκκη. Ἡ τροπολογία ἔχει οὕτως: «Ἐκ τῶν μετασχόντων κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Γαριβάλδην καὶ προαχθέντων παρ’ αὐτοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ μετὰ μάχην καὶ τυχόντων τοῦ σχετικοῦ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἐπισήμου διπλώματος».
§20Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἢ δύο, δὲν θὰ ἠρνούμην. Ἀλλὰ ποῖος μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι περισσότεροι; Πρὸς τιμὴν ἀληθῶς τοῦ Γαριβάλδη, ὁ ὁποῖος ἦλθε καὶ ἐπολέμησεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἔδωκε δὲ μίαν βαθμολογίαν ἀξιωματικοῦ εἰς αὐτούς, θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀποδεχθῶ ταύτην. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζῃ ὅτι οἱ τοιοῦτοι εἶναι μέχρι πέντε, τότε ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι περισσότεροι. Πέντε—ἕξ. Λοιπόν· οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σάκκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§22Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ εἰς τὸ ἐδάφιον 6 ἀντὶ «πενταετῆ ὑπηρεσίαν» νὰ τεθῇ «τριετῆ ὑπηρεσίαν», διότι εἶναι τυπογραφικὸν λάθος. Ἐπίσης εἰς τὴν ἑπομένην παράγραφον μετὰ τὸ «ἐπαρχιακοὶ μηχανικοί», νὰ τεθῇ «μηχανικοὶ ἰδιῶται διπλωματοῦχοι ἀνωτέρων μηχανικῶν σχολῶν». Ἐπίσης εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον μετὰ τὸ «ἐπαρχιακοὶ μηχανικοὶ» νὰ τεθῇ τὸ αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§24Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ»: «Τὸ ἄρθρον 5 κατὰ τὴν § 7 καὶ 8 τροποποιεῖται οὕτω: Βαθμοί, οἵτινες δύνανται ν’ ἀπονεμηθῶσιν, εἰσὶν ὁ τοῦ ἀρχιάτρου καὶ ἐπιάτρου παρεχόμενοι εἰς καθηγητὰς τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς ἢ καὶ ἄλλους διακεκριμένους χειρουργοὺς ἢ παθολόγους. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιτίμων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς 5 κατὰ μεραρχίαν, ὧν οἱ τέσσαρες χειρουργοί». Καὶ τοῦτο διότι εἰς τὸ ἄρθρον ὑπάρχει μόνον «καθηγητής», νομίζω δ’ ὅτι ἡ πατρίς μας τιμᾶται δι’ ἐξοχοτήτων μεγάλων ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι καθηγηταί, καὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ τοὺς ὀνομάσω. Ὁ κ. Γερουλᾶνος π. χ. δὲν εἶναι καθηγητής, ἀλλ’ εἶναι ἐξοχότης καὶ ἔχει οἰκουμενικὴν ἀξίαν καὶ φήμην. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄλλο ἐδάφιον προτείνω νὰ τεθῇ: «δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς πέντε κατὰ μεραρχίαν». Ἐδῶ λέγει τρεῖς μόνον, πρέπει δὲ νὰ γίνῃ γνωστὸν ὅτι προκειμένου περὶ πολέμου, ὅσοι ἰατροὶ καὶ ἂν εἶναι, πάντοτε εἶναι ὀλίγοι.
§25Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Τριφυλίας κ. Γεωργακοπούλου, ἡ ὁποία λέγει: Εἰς τὸ ἄρθρον 6, ἐδάφ. δʹ προστίθενται τὰ ἑξῆς: «Προάγονται κατὰ προτίμησιν εἰς ἐφέδρους ὑπολοχαγοὺς οἱ μετασχόντες τοῦ πολέμου τοῦ 1897 ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ κατ’ ἀρχαιότητα».
§27Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τὸ ἑξῆς: «ὁ προβιβασμὸς οὗτος ἐνεργεῖται δὶς μὲν διὰ τοὺς ἀνθυπολοχαγούς, διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς ἐφάπαξ».
§28Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον λαμβάνει πρόνοιαν διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον αὐτό.
§29Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ἑξῆς ἐδάφιον· «Οἱ κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ 1897 κληθέντες καὶ προσελθόντες ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ προαχθέντες εἰς ὑπολοχαγοὺς δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι λοχαγοὶ παρὰ ἐὰν διατελέσωσιν ἐπὶ τετραετίαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ κλπ.». Βλέπετε ὅτι προβλέπει δι’ αὐτοὺς νὰ γίνωσι καὶ λοχαγοί. Δὲν ἐτέθη δὲ δι’ αὐτούς, διότι περὶ αὐτῶν ἐλήφθη πρόνοια διὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου καὶ θὰ προβιβασθῶσι πάντες εἰς ὑπολοχαγούς· ἑπομένως δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη πλέον, διότι οὐδεὶς τοιοῦτος θὰ μείνῃ.
§30Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν γίνωσι προβιβασμοί; Διατί νὰ μὴ θέσητε τοῦτο εἰς τὸν νόμον;
§31Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν τινά. (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γεωργακοπούλου).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Φ. Μοσχούλα, ἡ ὁποία λέγει: «Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 7 τοῦ ἄρθρου 5 παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς παράγραφος μετὰ τὴν λέξιν «ἐξετάσεις». Δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι λοχαγοὶ ἰατροὶ οἱ κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ ἔτους 1897 προσελθόντες ἔφεδροι ἀνθυπίατροι καὶ μεμαρτυρημένως μετασχόντες ταύτης, ὑπερβάντες δὲ τὸ 40 ἔτος τῆς ἡλικίας των». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μοσχούλα ὡς καὶ ὅλον τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, 7–12). Θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι προσετέθησαν αἱ τροπολογίαι. Θ’ ἀφήσωμεν ἑπομένως τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου εἰς ἄλλην ἡμέραν. Ὥστε ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης δι’ ἀνέγερσιν στρατώνων καὶ στάβλων πυροβολικοῦ ἐκ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ συνδρομῆς πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ συνδέσμου τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἱδρυθὲν σχολεῖον»). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–5). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Καραϊσκάκη κατὰ τὴν ὁποίαν κατόπιν τῶν λέξεων «διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος» προστίθενται καὶ αἱ λέξεις «ἢ δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς».
§33Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καραϊσκάκη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καραϊσκάκη).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Γ. Κουλούρη, ἡ ὁποία νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον ἀκροτελεύτιον, ἡ ἑξῆς: «Ἄρθρον ἀκροτελεύτιον. Εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ πρὸς σύστασιν λογιστηρίου καὶ ταμείου ἐσόδων αἱ ἑξῆς θέσεις προστίθενται· Εἷς ἐπιμελητὴς διευθυντὴς λογιστηρίου. Εἷς λοχαγὸς Οἰκονομικοῦ ἐλεγκτής. Εἷς ὑπολοχαγὸς Οἰκονομικοῦ βοηθὸς ἐλεγκτοῦ. Εἷς λοχαγὸς Οἰκονομικοῦ ταμίας ἐσόδων. Εἷς λοχαγὸς Οἰκονομικοῦ ταμίας πληρωμῶν. Εἷς λοχαγὸς Οἰκονομικοῦ ταμίας προεξοφλήσεων. Εἷς ὑπολοχαγὸς Οἰκονομικοῦ βοηθός. Αἱ θέσεις τοῦ ἐλεγκτοῦ, τοῦ νῦν ταμίου λοχαγοῦ καὶ τοῦ γραμματέως ὑπολοχαγοῦ καὶ ἀνθυπολοχαγοῦ βοηθοῦ καταργοῦνται. Διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ καθήκοντα ἑκάστου ἐκ τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ».
§35Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ θέσις τῆς τροπολογίας αὐτῆς δὲν εἶναι ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπαιτεῖται προσωπικὸν ἀνώτερον ἐν τῷ ἀπομαχικῷ ταμείῳ, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θὰ μεριμνήσῃ ὁ ὀργανισμός. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ τὴν ἀποδεχθῶ ἐνταῦθα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἀπορριπτομένης τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κουλούρη).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς».
§37Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπεβλήθησαν πάμπολλαι τροπολογίαι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἰδιαιτέρως εἰς ἐμέ. Ἐμελέτησα ὅλας αὐτὰς τὰς τροπολογίας, καὶ ἐξ αὐτῶν συνέταξα τροποποιήσεις τινάς, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ νὰ μελετηθῶσιν. Ἀνετύπωσα ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροποποιήσεις.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΚΘʹ νόμου περὶ ἐκποιήσεως ἀχρήστων πλοίων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ».
§39Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς παμψηφεί. Κάμνω μόνον τὴν σύστασιν νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς εἰς τὴν ἐκπόνησιν ὅλων τῶν ἀχρήστων αὐτῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα εἶναι μία πληγὴ διὰ τὸ ναυτικόν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁρίου ἡλικίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Ὁ κ. Γρ. Φούφας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομίας ἐμμέσων φόρων». Ὁ κ. Ν. Γεωργακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέτει νομοσχέδιον «περὶ ἐξασκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος καὶ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Μαιευτικοῦ Σχολείου Ἀθηνῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ παροχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης φράγκων χρυσῶν μὲν 17,449,188 25 ο)ο, δρ. δὲ εἰς τραπεζικὰ 20,258,407 87% καὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως διὰ ταύτην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν» καὶ 2) «περὶ χορηγίας προκαταβολῶν εἰς τοὺς πρὸς διεξαγωγὴν βουλευτικῶν καὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν διοριζομένους ἀντιπροσώπους τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς». Ὁ κ. Θρ. Μαυρομαρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». (Ὅρα Παράρτ. Ἐφημ. Συζητ. τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 437–443).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τῆς ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγομένης σακχάρεως». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§41Γ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζωγράφος. Ὁ κ. Λάππας ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὁρίου ἡλικίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ».
§43ΧΡ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς ἐγχωρίου σακχάρεως εἶπεν ὅτι ἀποβλέπει εἰς τὴν φορολογίαν προϊόντος σακχαρώδους νέου, ἄρτι παραγομένου ἐν τῷ τόπῳ καὶ μὲ δαπάνην τόσῳ μικρὰν ὥστε δύναται νὰ ὑποστῇ καὶ οὕτω φορολογούμενον τὸν ἀνταγωνισμὸν μὲ τὴν ἔξωθεν εἰσαγομένην σάκχαριν. Ἕνεκα τούτου ζητεῖ τὴν φορολογίαν τῆς καὶ ἐκ τεύτλων σακχάρεως. Ἡ ἐξίσωσις αὕτη δύο προϊόντων ἐντελῶς διαφόρων οὐδαμῶς δικαιολογεῖται, διότι, ἂν μὲν αἱ πληροφορίαι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀκριβεῖς, τότε τὸ νέον προϊόν δύναται ν’ ἀνταγωνισθῇ καὶ μὲ τὴν ἐγχώριον σάκχαριν ἐκ τεύτλων, δύναται μάλιστα νὰ τὴν ἐξοντώσῃ, ἂν πράγματι εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτήν. Ὁ φόρος οὗτος θίγει τὸν καταναλωτήν, ἐνῷ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἐκ τεύτλων σακχάρεως θίγει καὶ καταστρέφει τὴν παραγωγήν. Ἂν τοὐναντίον αἱ πληροφορίαι τῶν διευθυνόντων τὴν ἑταιρείαν τὴν παράγουσαν τὴν ἐκ σταφίδος σάκχαριν εἶναι ἀληθεῖς, τότε καταστρέφονται καὶ αἱ δύο παραγωγαί, καὶ τὰ δύο προϊόντα, διότι προϊόν ἔχον γλυκαντικὴν δύναμιν 40 ἢ 60% δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνταγωνισθῇ μὲ τὸν πρόσθετον αὐτὸν φόρον πρὸς τὴν ἔξωθεν εἰσαγομένην σάκχαριν. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ σταφιδίτιδος ἢ σταφιδίνης. Ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἐντελῶς ἄλλη· ἀποβλέπει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς ἐκ τεύτλων σακχάρεως, τοῦτο δ’ ἐξάγεται καὶ ἐξ ὅλης τῆς διατυπώσεως καὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πρό τινων ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ ὑπάρχοντος ἐργοστασίου κακοβούλως ἢ κακῶς διερμηνευθὲν προυκάλεσεν ἀντιρρήσεις, ὁ κ. Ὑπουργὸς πτοηθεὶς ἴσως κατέφυγεν εἰς τὸ τέχνασμα αὐτό, ἵνα στραγγαλισθῇ ἀνεξόδως ἡ ἐν διωγμῷ παραγωγή. Καὶ οὕτω λήγει ἡ μακρά, ἡ ἄνισος καὶ ἡ ἀληθῶς ἀηδὴς πάλη μεταξὺ Κράτους καὶ ἰδιωτῶν διὰ τῆς δημεύσεως τῆς περιουσίας τῶν ἀτόμων. Ἀλλὰ κατὰ τῆς δημεύσεως ταύτης, κατὰ τῆς ἀθετήσεως ταύτης ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶ. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ δήμευσις προσετέθη καὶ ἡ μομφή· ἡ ἀποζημίωσις παρεστάθη ὡς δωρεά. Ἀλλὰ τὴν μομφὴν ταύτην δὲν δέχομαι. Μετὰ δικαίας ἀλαζονείας καυχῶμαι ὅτι ἀνήκω εἰς οἰκογένειαν, ἡ ὁποία ἐδώρησεν εἰς τὸ Κράτος ἀείποτε καὶ οὐδέποτε ἐζήτησεν ἢ ἔλαβε δωρεάς. Φέρω ὄνομα ἀνδρός, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἐθνάρχης τοῦ Γένους ἀπένειμε τὸν τιμητικώτατον πάντων τῶν τίτλων, τὸν τίτλον Μεγάλου εὐεργέτου τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους. Καὶ τὸ ὄνομα αὐτό, τὸ ὁποῖον μετὰ σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης ἀναφέρεται, ἐν τῷ ἔξω τοὐλάχιστον Ἑλληνισμῷ, δὲν θ’ ἀφήσω νὰ κατασπιλώσῃ κακοβουλία ἢ ἄγνοια. Σημειωτέον δ’ ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πολιτικῆς φύσεως καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἐπιτρέπει καὶ τὴν ἐπέμβασιν τῆς κοινῆς γνώμης. Τὸ ζήτημα εἶναι φύσεως καθαρῶς νομικῆς καὶ δύναταί τις μάλιστα νὰ εἴπῃ συνταγματικῆς· πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως ἢ μὴ ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους, καὶ εἰς ζήτημα τοιοῦτον, τῆς ἀποκλειστικῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπεμβῇ εἰμὴ μόνον ἵνα φωτισθῇ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλως τε σαφές, ἡ λύσις δ’ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἥτις κατὰ τὴν πεποίθησιν ἑκάστου δέον νὰ διέπῃ τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς προστατευομένης παραγωγῆς. Ἐδῶ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι δύο ἀντιλήψεων ἐντελῶς διαφόρων καὶ ἀλληλοσυγκρουομένων. Κατὰ τὴν μίαν ἀντίληψιν ἡ Πολιτεία, ἥτις διὰ τῆς προστασίας εἵλκυσεν ἐργασίαν καὶ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προσήρχοντο ἄλλως, δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν στάσιν αὐτῆς ἀπέναντι τῆς προστατευομένης παραγωγῆς κατὰ βούλησιν καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γενικὰς συνθήκας τῆς παραγωγῆς τοῦ τόπου καὶ τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς παραγωγῆς. Ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον μονοπωλιακὸν ἢ ἄλλον ἐπιθυμῇ νὰ παύσωσιν αἱ ἐργασίαι ἑνὸς ἐργοστασίου, ἓν μόνον ἔχει μέτρον πρὸς τοῦτο, τὸ τῆς ἀποζημιώσεως. Τὴν θεωρίαν αὐτήν, ὑπὸ πάντων ἐν γένει τῶν Κρατῶν ἐφαρμοζομένην, καὶ τὸ Κράτος τὸ ἡμέτερον ἀκόμη ἐφήρμοσε πάντοτε, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ νῦν ἔτι εἰς τὰ πυριτιδοποιεῖα καὶ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδέας ὁρμωμένη ἡ Πολιτεία εἶχεν ἀποφασίσει τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐργοστασίου ἐπὶ τῇ βάσει ἀποζημιώσεως. Οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Πολιτεία ἐθεώρησε καλὸν νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι εὐκατάληπτοι. Καίτοι ἡ σακχαροπαραγωγὴ εἶναι τῳόντι κατ’ ἐξοχὴν πλουτοφόρος παραγωγὴ καὶ ἕνεκα τούτου μυρίας προστασίας ἔλαβεν εἰς ἅπαντα τὰ Κράτη, ἐν τούτοις ὑπάρχουσι περιστάσεις καθ’ ἃς τὸ Κράτος ὡς καὶ οἱ ἰδιῶται ἕνεκεν ἄλλων ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν ἢ ἐλλείψει κεφαλαίων ἀναγκάζονται ν’ ἀναβάλλωσι καὶ τὰς πλέον προσοδοφόρους δαπάνας. Τοῦτο ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ πράξῃ καὶ ἡ Πολιτεία ἡμῶν κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν. Ἄλλως τε τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος εἶχεν ἐξηγήσει σαφέστατα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν σχέσει μὲ τὸ περὶ ἀποζημιώσεως νομοσχέδιον· ἐπειδὴ δὲ μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ αἰτιολογικὴ αὕτη ἔκθεσις δὲν ἀνεγνώσθη καὶ δὲν ἐμελετήθη ἀρκούντως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ μέρη τῆς ἐκθέσεως ταύτης. Ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός: «Ἡ ἐκκρεμὴς αὕτη κατάστασις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πλέον, δέον νὰ ληφθῇ μία ὁριστικὴ λύσις. Ἢ θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς σακχαροπραγωγῆς, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἵδρυσιν καὶ ἄλλων ἐργοστασίων καὶ εἰς τὴν ἐν τῷ τόπῳ παραγωγὴν τοῦ ὅλου ἐν Ἑλλάδι καταναλισκομένου ποτοῦ σακχάρεως ἢ θ’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ σκοποῦ τούτου εἰς τὴν καταλληλοτέραν στιγμὴν καὶ θ’ ἀποβλέψωμεν νῦν μόνον εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει δέον, ἀκολουθοῦντες τὸ παράδειγμα τῶν ξένων Κρατῶν καὶ ἰδίᾳ τὸ τῆς Ῥωμουνίας, νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὴν παραγωγὴν διὰ μακροχρονίου προνομίου 25 ἢ 30 ἐτῶν ὡρισμένην προστασίαν, ἣν δὲν δυνάμεθα νὰ μειώσωμεν οὔτε δι’ ἐπιβολῆς φόρου οὔτε δι’ ἐκπτώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους. Ἐὰν δὲ δὲν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν τὸ μέτρον αὐτό, δέον ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν παραγωγὴν σακχάρεως ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ἀποζημιώσει τοῦ ὑφισταμένου ἐργοστασίου, ὡς ἐσκέφθη νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1846. Καὶ τῳόντι τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας εἶναι λίαν διδακτικόν. Εἶχε δημιουργηθῆ καὶ ἐν Γαλλίᾳ βιομηχανία σακχαροπαραγωγῆς ἐκ τεύτλων, ἡ ὁποία ὅμως κατέστρεψε τὴν ἐκ σακχαροκαλάμου παραγωγὴν σακχάρεως τῶν Γαλλικῶν ἀποικιῶν· διεμαρτυρήθησαν αἱ ἀποικίαι, διεμαρτυρήθη καὶ ἡ ναυτιλία, καὶ ἐπὶ στιγμὴν ἐσκέφθη ἡ Γαλλικὴ Πολιτεία νὰ παύσῃ τὰς ἐργασίας τῶν σακχαροποιείων τῶν κατεργαζομένων τεῦτλα· ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τὸ Ἑλληνικόν, καταργοῦσα ἢ ἀφαιροῦσα τελείως τὴν προστασίαν. Εἰς τοιοῦτον ὅμως μέτρον δὲν ἐνόμισεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν πίστωσιν 40,000,000, ἵνα ἀποζημιώσῃ τὰ ἐργοστάσια τὰ ὑπάρχοντα ἐν Γαλλίᾳ. Κατόπιν, ἕνεκεν ἄλλων σκέψεων, ἐγκατελείφθη ἡ ἰδέα τῆς παύσεως τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐργοστασίων». Προσθέτει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του τῇ αἰτιολογικῇ: «Μέση λύσις οὐδεμία ὑπάρχει. Ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἦσαν τόσον ἐπείγουσαι, βεβαίως ἔδει ν’ ἀσπασθῶμεν τὴν πρώτην λύσιν καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγήν, ἥτις σὺν τῷ χρόνῳ θ’ ἀπέδιδε καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως πλουσιοπαρόχως τὴν ὑπὸ μορφὴν προστασίας συμμετοχὴν τῆς κοινωνίας εἰς τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς. Ἕνεκεν ὅμως τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους φρονοῦμεν ὅτι προτιμότερον εἶναι ν’ ἀναβάλωμεν εἰς καταλληλοτέραν περίστασιν τὴν ἐπιδίωξιν τῆς σακχαροπαραγωγῆς καὶ νὰ καταφύγωμεν πρὸς τὸ παρὸν εἰς τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ τῆς ἐπὶ ἀποζημιώσει ἀπαγορεύσεως παραγωγῆς σακχάρεως ἐν Ἑλλάδι. Δυσχερὴς βεβαίως θὰ ἦτο ἡ λύσις, ἐὰν τὸ Κράτος ἔδει νὰ καταβάλῃ, ὡς ὤφειλε, τὴν ὅλην ἀξίαν τῶν ἐγκαταστάσεων, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 2,374,418, ὡς καὶ μέρος τοὐλάχιστον τῶν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη ἀναποφεύκτων ζημιῶν, αἵτινες ὑπερβαίνουσι τὰ 6 ἑκατομ., ἅτινα λειτουργούσης κανονικῶς καὶ ἀνενοχλήτως τῆς ἐπιχειρήσεως θ’ ἀνέκτων ἀσφαλῶς οἱ ἰδιοκτῆται. Ἀλλ’ οἱ ἰδιοκτῆται συγκατετέθησαν εἰς ἀποζημίωσιν ἐκ δρ. 1.125,000 καὶ μάλιστα πληρωτέαν εἰς πέντε ἴσας ἐτησίας δόσεις. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου αὐξάνονται ἐπαισθητῶς καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ ἐὰν δὲν ὑποθέσωμεν μέλλουσαν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν μόνον τῶν ὀκτὼ τελευταίων ἐτῶν τὸν μέσον ὅρον τῆς ἐτησίας παραγωγῆς, ὅστις ἀνέρχεται εἰς 712,000 ὀκάδας, τὸ Κράτος θὰ εἰσπράττῃ κατ’ ἔτος δρ. 760,000 ὡς ἐκ τῆς παύσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ σακχαροποιείου καὶ τῆς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγῆς τοῦ ποσοῦ τούτου τῆς σακχάρεως. Θὰ παραμένωσιν ἑπομένως κατὰ τὴν πρώτην πενταετίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δρ. 535,000 μετὰ τὴν καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν 225,000 δρ. εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Μετὰ δὲ τὴν πρώτην πενταετίαν ταύτην τὸ Δημόσιον θὰ ἐπωφελῆται ἀκεραίου τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 760,000». Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη τῆς ἀποζημιώσεως δὲν εἶναι νέα. Εἶχε τὴν ἰδέαν αὐτὴν ὁ κ. Καλογερόπουλος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη. Ἐὰν δὲ αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καλογεροπούλου εἶχεν ἐγκρίνει καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ ποσοῦ πολὺ ἀνωτέρου· οὐδεὶς δέ, νομίζω, θὰ ὑποθέσῃ ποτέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη ἕνεκα φιλίας πρὸς ἐμὲ ἤθελεν ἐκτεθῆ εἰς καταγγελίαν—καὶ εἰς καταγγελίαν δικαίαν—, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δωρεᾶς καὶ οὐχὶ περὶ ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν Κυβέρνησις εὐθυνομένη διὰ τὴν τιμὴν καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ὤφειλε νὰ σεβασθῇ· ἡ δὲ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπικαλουμένη τὰς σημερινὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους εἶχεν ἐπιβάλει μάλιστα ὅρους δρακοντείους, ὅρους δημευτικούς, διότι, ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν κατεδίωκε τὴν παραγωγὴν αὐτήν, βεβαίως θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐκποιήσω τὰς ἐγκαταστάσεις εἰς τιμὴν πολὺ ἀνωτέραν. Εἶναι ἄλλως τε γελοῖον νὰ ὁμιλῇ τις περὶ δωρεᾶς, διότι οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ δωρήσῃ ἐκ τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ οὕτω πως ἀναφανδὸν τοιαῦτα ποσά. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ μία ἀντίληψις, ἡ ὁποία εἶχεν ὑπαγορεύσει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ἐναντίον τῆς ἀντιλήψεως ταύτης ἐδημιουργήθη ἀντίληψις ἄλλη. Πρὸς τί ἡ ἀποζημίωσις, ἐνῷ διὰ τῆς ἐλαττώσεως ἢ τῆς καταργήσεως τῆς προστασίας δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπόν; Ὅταν ἔχωμεν τοιοῦτον ὅπλον ἀνὰ χεῖρας, πᾶσα ἀποζημίωσις ἀποτελεῖ δωρεάν· ἐπιβάλλετε πεντήκοντα λεπτῶν φόρον ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς παραγομένης σακχάρεως, καὶ γνωρίζομεν ἐξ ἐπισήμου ἐκθέσεως ὅτι ὑφ’ ἃς συνθήκας διατελεῖ σήμερον ἡ σακχαροπαραγωγή, συνθήκας τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἐδημιούργησεν αὐτῇ, θὰ παύσῃ ἐργαζομένη· ἐὰν δὲ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἐξακολουθήσῃ ἡ παραγωγὴ καὶ ἐπὶ κλίμακος εὐρυτέρας, πάλιν ἐδῶ εἴμεθα, πάλιν φορολογοῦμεν, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἐλαττώσωμεν τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος. Ἀλλὰ τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, διότι οὐδεὶς βεβαίως δὲν θὰ εἶναι τόσον παράφρων κατόπιν τοιούτων πράξεων νὰ δαπανήσῃ πλέον ἔστω καὶ μίαν δραχμὴν διὰ τὸ ἔργον αὐτό. Αὗται αἱ ἰδέαι, εὐρύτατα διαδοθεῖσαι, παρέσυραν τὴν γνώμην τῶν πολλῶν καὶ ἐπέβαλον τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ οὗ ἔρχεται ἡ Πολιτεία ν’ ἀπαρνηθῇ τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας πρό τινων μόλις ἡμερῶν ἐκήρυττε. Καὶ προτιμῶ νὰ μὴ χαρακτηρίσω τὴν ἀντίληψιν ταύτην τὴν διατυπωθεῖσαν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Ἀλλά, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ποῦ δύναταί τις πλέον νὰ βασισθῇ ἵνα κανονίσῃ τὴν στάσιν τῆς Πολιτείας ἀπέναντι τῶν προστατευομένων παραγωγῶν; Διότι ἀποσύροντες ἢ μεταρρυθμίζοντες αὐθαιρέτως τὴν εἰς τὴν σακχαροπαραγωγὴν σαφῶς καὶ ῥητῶς ὑποσχεθεῖσαν προστασίαν καταλύομεν αὐτὸ τὸ προστατευτικὸν σύστημα. Καὶ ἂς μὴ ἀντιτάξωσι τὴν λῆψιν τοῦ προνομίου τοῦ ἄλλοτε δοθέντος εἰς τὴν σακχαροπαραγωγήν, διότι ἡ ἔννοια αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς ἄλλη, ὡς ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει λέγων ὅτι: «Ἡ πρότασις αὕτη προϋπέθετεν ὅτι ἡ λῆξις τοῦ προνομίου ἔδιδεν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα νὰ φορολογήσῃ τὸ ἐγχώριον προϊόν κατὰ βούλησιν, ἐνῷ τὸ Κράτος ἐπανέκτα ἁπλῶς τὸ διὰ τοῦ προνομίου ἐγκαταλειφθὲν κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ φορολογεῖν καὶ τὴν σάκχαριν, ὡς πᾶν ἄλλο ἐγχώριον προϊόν, κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς διέποντας τὴν φορολογίαν, καὶ οἵτινες ἐπιτρέπουσι τὴν φορολογίαν τῶν καθαρῶν προσόδων, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται». Θὰ ἦτο τῳόντι μωρὸν καὶ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ἐκ μέρους τῶν παραγωγῶν νὰ νομίσωσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν παραγωγὴν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ν’ ἀνατρέψῃ ὅλους τοὺς ὅρους τοὺς παραγωγικοὺς τῆς χώρας καὶ νὰ κατορθώσῃ τὸ ἀκατόρθωτον. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀντίληψις περὶ ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος βασίζεται προφανῶς ἐπὶ τῆς συγχύσεως δύο προορισμῶν ἐντελῶς διαφόρων, τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος, ἐπὶ τῆς συγχύσεως τοῦ εἰδικοῦ προορισμοῦ τῆς προστασίας καὶ τῆς γενικῆς ἀποστολῆς τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος. Ὁ εἰδικὸς προορισμὸς τῆς προστασίας εἶναι ὅταν ἓν Κράτος ὑπόσχηται εἰς μίαν παραγωγὴν προστασίαν ἕως ὅτου φθάσῃ εἰς τὸ ὕψος τῶν λοιπῶν παραγωγῶν τοῦ Κράτους. Ὁ εἰδικὸς αὐτὸς σκοπὸς προϋποθέτει προηγουμένας παραγωγικὰς συνθήκας καὶ ἑπομένως χρονικὸν διάστημα περιωρισμένον. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ὅλως ἐξαιρετικὴ περίπτωσις τῆς προστασίας. Ἡ κυρία ἀποστολὴ τῆς προστασίας εἶναι νὰ βελτιώσῃ ἐν γένει τὰς παραγωγικὰς συνθήκας τοῦ τόπου, καὶ τὸ τοιοῦτον βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ χρονικοῦ τινος διαστήματος οὔτε ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Κράτους, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ἐκ τῆς ἐνεργείας μιᾶς παραγωγῆς. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τῆς λήξεως τοῦ προνομίου καὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος δὲν μεταβάλλει ποσῶς τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ ἀναγκαστικῶς καταλήγει τις, εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς καταλύσεως τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος. Καὶ ἀμέσως ἐγείρονται δύο ἐρωτήματα: Δυνάμεθα ἡμεῖς ν’ ἀνθέξωμεν εἰς σύστημα ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ; Καὶ κατὰ δεύτερον λόγον δικαιοῦται ἡ Πολιτεία νὰ καταστρέψῃ περιουσίας ἑλκυσθείσας διὰ τοῦ δελέατος τοῦ προστατευτικοῦ; Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου ζητήματος δὲν δύναμαι νὰ ἐπεκταθῶ πολύ, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν κινδύνων μιᾶς τοιαύτης παρατόλμου καὶ θανασίμου πολιτικῆς. Τὸ σύστημα τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας ἔχει βεβαίως τι τὸ ἑλκυστικόν, εἶναι σαφές, εὐκατάληπτον εἰς πάντας καὶ φαίνεται λογικόν, ἀκούομεν δ’ αὐτὸ καθ’ ἑκάστην διατυπούμενον καὶ ἀπὸ τοὺς ἁπλουστέρους ἀνθρώπους. Πρὸς τί, λέγει ἕκαστος, νὰ πληρώνω δύο ἢ τρία, ὅ,τι δύναμαι νὰ ἔχω, ἀντὶ ἑνός; Καὶ ἂν μὲν πρόκειται περὶ φορολογίας, ἡ ὁποία μὲ ἀπαλλάσσει ἀπὸ ἄλλην φορολογίαν, ἔχει καλῶς, ἀλλὰ μὲ τὸ προστατευτικὸν σύστημα μέρος τοῦ τιμήματος τοῦ ὑπερτέρου, τὸ ὁποῖον καταβάλλω, λαμβάνει ὁ παραγωγός, ἀδιάφορον ἐὰν πλουτίζῃ ἐκ τούτου ἢ ἐὰν καλύπτῃ τὰς παραγωγικάς του δαπάνας. Ἐὰν ὁ παραγωγὸς δὲν δύναται ν’ ἀνταγωνισθῇ μὲ τὸν ξένον, ἂς παύσῃ παράγων. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας. Ἀλλά, Κύριοι, ὅσον σαφές, ὅσον λογικόν, ὅσον εὐκατάληπτον καὶ ἂν φαίνηται, οὐδὲν Κράτος ἐπλούτησε μὲ τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ οὐδὲν Κράτος τὸ ἠκολούθησε. Λέγων δὲ τοῦτο δὲν ἀγνοῶ βεβαίως ὅτι ἡ Ἀγγλία ἀπὸ τεσσαράκοντα περίπου ἐτῶν ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου· λέγω μόνον, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῶν κατ’ ἐξοχὴν κραταιῶν καὶ προηγμένων Κρατῶν, ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κατασυντρίψωσι πᾶσαν ξένην παραγωγήν. Καὶ ἕνεκα τούτου, πλὴν τῆς Ἀγγλίας, οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἐτόλμησε ν’ ἀντιμετωπίσῃ γενικὴν εἰσβολὴν ξένων προϊόντων. Καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία καὶ ἡ Ἀμερική, καίτοι τὰ προϊόντα των πλημμυροῦσι τὸν κόσμον, δὲν ἐτόλμησαν ν’ ἀναλάβωσι γενικῶς τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ προσπαθοῦσι νὰ μερικεύσωσι τὴν πάλην δι’ ἐμπορικῶν συνθηκῶν καὶ ἐπιτυγχάνουσι τοῦτο ὡς ἐκ τῆς ποικιλίας καὶ τοῦ μεγέθους τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς παραγωγῆς. Εἶναι τῳόντι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι σήμερον ἡ πραγματικὴ πάλη μεταξὺ τῶν ἐθνῶν διεξάγεται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ οἰκονομικοῦ, οὐδέποτε δ’ ὑπῆρξε συστηματικωτέρα· ὁσημέραι ἐπεκτείνεται ἡ ἀκτὶς τῆς πλουτολογικῆς ὀργανώσεως τοῦ κόσμου. Διῆλθεν ὁ κόσμος τὸ στάδιον τῆς πλουτοπαραγωγικῆς διοργανώσεως τοῦ χωρίου, τῆς πόλεως, τοῦ Κράτους, τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν διεθνῆ πλουτοπαραγωγικὴν διοργάνωσιν τῆς οἰκουμένης. Ἀλλ’ οὐχὶ τυχαίως καὶ ἐν τῷ σκότει διεξάγεται ὁ παγκόσμιος αὐτὸς ἀγών. Ἀπειράριθμα καὶ ἐξαιρετικῶς τεχνικὰ οἰκονομικὰ νήματα περιτυλίσσουσι τὴν οἰκουμένην ὅλην. Τὴν δὲ δύναμιν τὴν διέπουσαν τὸν χειρισμὸν τοῦ γιγαντιαίου τούτου δικτύου, τὴν καθορίζουσαν τὰς πλουτολογικὰς σχέσεις, τὴν Conjunctur τῶν Γερμανῶν, οὔτε νὰ κατανοήσωμεν, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ χειρισθῶμεν καὶ νὰ ὑποδουλώσωμεν δυνάμεθα ἡμεῖς. Μυρία στοιχεῖα μελέτης τῶν ἰδίων καὶ τῶν ξένων παραγωγικῶν συνθηκῶν ἀποτελοῦσι τὴν ἀπαραίτητον βάσιν παντὸς τοιούτου παγκοσμίου ἀνταγωνισμοῦ. Ἂν δὲ σήμερον ἐν Γερμανίᾳ ἐγείρεται ἐπιτακτικῶς φωνὴ ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ συστήματος τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας, βασίζεται αὕτη ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν σημερινὴν τελειότητα τῆς παραγωγικῆς διοργανώσεως τῆς τε ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς τῆς Γερμανίας. Ἐνθερμότατοι δὲ ὀπαδοὶ τοῦ συστήματος ἀποτρέπουσι ῥητῶς τὰ Κράτη τὰ ἀνέτοιμα ἀπὸ τοιοῦτον παράτολμον ἀγῶνα, ἀποτρέπουσι καὶ τὴν Γερμανίαν αὐτὴν νὰ μεταπηδήσῃ ἀποτόμως ἀπὸ τὸ ἓν εἰς τὸ ἕτερον σύστημα. Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, ἡμεῖς οἱ ὑπὸ ἔποψιν παραγωγικὴν δυστυχῶς οἱ ἔσχατοι πάντων, ἡμεῖς θ’ ἀναλάβωμεν ἀγῶνα τοιοῦτον; Ἡμεῖς θ’ ἀκολουθήσωμεν σύστημα εἰς ὃ δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ σήμερον καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγγλία; Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ὑποστῇ ἡ χώρα καὶ τὴν ἐσχάτην αὐτὴν δοκιμασίαν. Ἐὰν ὅμως πέπρωται νὰ τὴν ὑποστῇ, τότε οἰκτίρω τὸν τόπον· θὰ φυγαδευθῶσι τὰ κεφάλαια καὶ λαός, θ’ ἀπομείνωσι δὲ γεωργοί τινες καλλιεργοῦντες δι’ αὐτοσυντήρησιν. Καὶ δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὸν ἀληθῆ τρόμον, ὃν αἰσθάνομαι βλέπων τὸν λαὸν παρασυρόμενον ἐναντίον τῆς προστασίας, ἧς δὲν δύναται ν’ ἀντιληφθῇ τὸν λεπτὸν μηχανισμόν. Καὶ διὰ τὸν μὴ εἰσδύσαντα εἰς τὸν μηχανισμὸν αὐτὸν εἶναι ὄντως ἀκατάληπτον πῶς παραγωγὴ μὴ δυναμένη νὰ καλύψῃ τὰς παραγωγικὰς δαπάνας διὰ τῆς κανονικῆς τιμῆς τοῦ προϊόντος δύναται νὰ εἶναι πλουτοφόρος, δύναται νὰ ἐπαυξήσῃ τὸν πλοῦτον μιᾶς χώρας. Καὶ ἐν τούτοις τὸν ἐπαυξάνει, καὶ ἐν τούτοις ἐδημιούργησε τὸν πλοῦτον ὅλων τῶν Ἐθνῶν. Ἡ δὲ ἐξήγησις τοῦ περιέργου τούτου φαινομένου ἔγκειται εἰς τὴν διάκρισιν μεταξὺ τιμῆς καὶ ἀξίας. Ἀλλ’ ὁ ὑπολογισμὸς τῆς ἀξίας δὲν εἶναι ἔργον ἑκάστου, καὶ εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἵνα μὴ πάντες ἀσχολῶνται μὲ τὰ προβλήματα ταῦτα, ἐξ ὧν ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τῆς χώρας. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ὅλως τὸ ἀντίθετον συμβαίνει. Ἀφ’ ἧς ὁ λαὸς ἀπώλεσε, καὶ δυστυχῶς ἀπώλεσε δικαίως, τὴν πεποίθησίν του εἰς τὸ σκόπιμον τῆς πλουτολογικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, ἕκαστος ἐκφράζει καὶ μάλιστα ἐπιβάλλει γνώμην, καὶ ἐκ τῆς γνώμης δημοκόπων καὶ ἀμαθῶν ἐξαρτᾶται ἡ περιουσία καὶ ἡ ὕπαρξις τῶν πολιτῶν. Διότι, Κύριοι, ἡμεῖς οἵτινες οὐδέποτε ἐμεριμνήσαμεν ἐπὶ τῶν διαφόρων μέτρων τῶν ἀφορώντων τὴν εἰδικὴν πολιτικὴν ἑκάστου κλάδου τῆς παραγωγῆς, ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδηλώσαμεν, ὅτι βάσις τῆς πλουτολογικῆς ἡμῶν πολιτικῆς εἶναι τὸ σύστημα τὸ προστατευτικὸν τὸ ἐν τῷ δασμολογίῳ ἡμῶν διατυπωθέν. Τὸ δασμολόγιον αὐτὸ τὸ τυχαίως, τὸ ἐκ τῆς φορᾶς τῶν πραγμάτων δημιουργηθέν, ἀποτελεῖ οὐχ ἧττον τὸ σύστημα τὸ διέπον τὴν παραγωγὴν ἡμῶν, τὸ ἑλκύσαν κεφάλαια καὶ ἐργασίαν. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ τὸ μεταβάλῃ κατὰ βούλησιν ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ δασμολογίου Κράτους μὲ ἐλεύθερον ἐμπόριον, περὶ δασμολογίου Ἀγγλικοῦ. Ἐκεῖ, ἐν Ἀγγλίᾳ, τὸ δασμολόγιον ἔχει καθαρὸν ταμιευτικὸν χαρακτῆρα· ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν καταναλωτῶν, τῶν φορολογουμένων· ἐλεύθερον εἶναι ἑπομένως τὸ Κράτος νὰ τὸ ῥυθμίσῃ, καὶ νὰ τὸ μεταρρυθμίσῃ κατὰ βούλησιν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παραγωγήν, διότι οὐδεὶς ἐδικαιοῦτο νὰ στηριχθῇ ἐπὶ διατάξεων δασμολογίου. Ὅλως ἄλλως ἐν Ἰταλίᾳ, Γαλλίᾳ, Γερμανίᾳ, Ἀμερικῇ ἢ ἐν οἱῳδήποτε ἄλλῳ Κράτει μὲ σύστημα προστατευτικόν. Ἐδῶ τὸ δασμολόγιον, — καὶ τοῦτο δέον νὰ κατανοηθῇ ἐπὶ τέλους — ἀποτελεῖ σιωπηρὰν σύμβασιν μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ πάντων ἐκείνων οἵτινες βασιζόμενοι ἐπὶ τοῦ δασμολογίου ἐπιχειροῦσιν οἱανδήποτε ἐργασίαν. Αἱ διατάξεις τοῦ δασμολογίου ἀποτελοῦσι διαβεβαιώσεις δοθείσας ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὑποχρεώσεις ἀναληφθείσας ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἃς οὐδεὶς δύναται νὰ παραβιάσῃ εἴτε διὰ ν’ ἀνακουφίσῃ τὸν λαὸν εἴτε διὰ νὰ διεκδικήσῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους μέρος τοῦ τέλους, ὡς πράττει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἐκ τῶν προτέρων μόνον δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ μετριάσῃ ἢ ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν προστατευτικὸν χαρακτῆρα ἑνὸς τέλους, ὡς ἔκαμεν ἡ Ἰταλία διὰ τὴν σάκχαριν ἀκριβῶς ὁρίσασα τὸ ποσοστόν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸ εἰς τοὺς παραγωγούς. Ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ Κράτος ἓν ἔχει δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται βεβαίως ὅτι τὸ δασμολόγιον τὸ προστατευτικὸν εἶναι ἀμετάβλητον καὶ ἀπαραβίαστον, ἀλλ’ ἕπεται ὅτι τὸ Κράτος δὲν δικαιοῦται νὰ μεταβάλλῃ αὐτὸ αὐθαιρέτως, κατὰ βούλησιν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς γενικὰς παραγωγικὰς συνθήκας τοῦ τόπου καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς ἰδιαιτέρας μιᾶς παραγωγῆς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ Κράτος δὲν ζητεῖ τὰ ἀδύνατα ἐλεύθερον εἶναι νὰ μεταβάλλῃ τὸ καθεστώς. Αὗται εἶναι αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὴν στάσιν τῆς Πολιτείας ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Εἶναι δὲ τόσον σαφεῖς καὶ ἐπιβεβλημέναι, ὥστε ἀπορεῖ τις ἀληθῶς πῶς δύνανται νὰ παραγνωρισθῶσι. Κατὰ περίεργον δὲ καὶ ἀκατανόητον σύμπτωσιν ὅλαι αἱ ἰδέαι ἐστεβλώθησαν ἰδιαιτέρως προκειμένου περὶ τῆς σακχαροπαραγωγῆς. Ἤδη πρὸ ἑξαετίας, εὐθὺς ὡς ἡ σακχαροπαραγωγὴ ἐσημείωσε τὴν πρώτην αὐτῆς ἐπιτυχίαν, τὸ Κράτος ἀμέσως ἐπετέθη. Τουλάχιστον ὅμως τότε ὑπὸ λογικὴν μορφήν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τουτέστιν ὅτι τὰ κέρδη ἦσαν ὑπέρογκα· καὶ ὅτε ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα, τὸ Κράτος ἐγκατέλιπε τὰς ἀξιώσεις αὑτοῦ. Ἀλλ’ ἔκτοτε κατεδικάσθη τὸ ἔργον. Εἶναι δ’ ἀληθῶς ἀπορίας ἄξιον πῶς ἠδυνήθη ν’ ἀνθέξῃ ἔκτοτε ὑπὸ τὴν διηνεκῆ ἀπειλήν. Προκειμένου ὅμως περὶ σακχάρεως, αἱ πλέον ἐξωφρενικαί, παράλογοι καὶ μωραὶ σκέψεις ἠκούοντο, καὶ ἠκούοντο εὐμενῶς. Ἐν τῇ πεποιθήσει πολλῶν ἡ σάκχαρις ἔδει νὰ κατορθώσῃ τὸ ἀδύνατον καὶ νὰ ἀνταγωνισθῇ μὲ τοὺς ξένους. Ματαίως ἐπεκαλούμεθα τὰς στοιχειωδεστέρας γνώσεις τὰς ἀφορώσας τὴν παραγωγήν, τὸ παράδειγμα τῶν λοιπῶν παραγωγῶν καὶ τῶν λοιπῶν Κρατῶν. Ματαίως ἀπεδεικνύομεν, ὅτι ἄνευ προστασίας δυναμένης νὰ ἐξισώσῃ τὰς παραγωγικὰς δαπάνας τῶν διαφόρων τόπων εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ σακχαροπαραγωγὴ οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν οἱᾳδήποτε ἄλλῃ χώρᾳ. Καὶ ἀπόδειξις ἡ Ἀγγλία, ἐν ᾗ μὲ ὅλην τὴν τελειότητα τὴν βιομηχανικὴν καὶ γεωργικήν, μὲ ὅλον τὸ πρόσφορον τοῦ κλίματος καὶ τοῦ ἐδάφους οὐδεὶς ἐπεχείρησε σακχαροπαραγωγήν, βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀνταγωνισθῇ μὲ Κράτη, ἐν οἷς ἡ παραγωγὴ ἀνεπτύχθη ὑπὸ τὴν σκέπην ἀγρίας προστασίας καὶ ἐν οἷς προστατεύεται εἰσέτι μεγάλως. Διότι καὶ τὰ Κράτη αὐτὰ τὰ ὑπογράψαντα τὴν σύμβασιν τῶν Βρυξελλῶν ἐξακολουθοῦσι μέχρι σήμερον νὰ δίδωσι προστασίαν πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν νομίζουσιν οἱ πλεῖστοι. Διότι ἕκαστον ἐργοστάσιον καὶ σήμερον ἐν Γερμανίᾳ ἔχει προστασίαν, ἡ ὁποία ποικίλλει μεταξὺ πεντακοσίων χιλιάδων καὶ δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ματαίως ἐπεκαλούμεθα τὸ παράδειγμα τῆς Ἱσπανίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Ῥωμουνίας κλ., ἔνθα μετὰ παρέλευσιν τεσσαράκοντα ἕως πεντήκοντα ἐτῶν ἡ προστασία σήμερον κυμαίνεται μεταξὺ 45 καὶ 80 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἐπὶ στιγμὴν μόνον ἠδυνήθημεν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ ἐπικρατήσωσι σωφρονέστεραι σκέψεις. Ἡ Πολιτεία ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων ἵνα ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα ἐπὶ τόπου καὶ προτείνῃ μέτρα δυνάμενα νὰ συμβιβάσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους μὲ τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς παραγωγῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη ὑπέβαλεν ἔκθεσιν λεπτομερεστάτην καὶ ἐμβριθεστάτην, ἡ ὁποία περιποιεῖ τιμὴν εἰς τοὺς συντάξαντας αὐτήν. Ἀλλ’ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη καὶ ἐξηκολούθησεν ὁ αὐτὸς κυκεών. Παραλείπω νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅλας τὰς φλυαρίας, εἰς ὅλας τὰς μωρίας, αἵτινες περὶ σακχάρεως ἐλέχθησαν καὶ λέγονται. Ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν μελέτην τῆς ἐκθέσεως ταύτης, ἐν ᾗ θὰ εὕρῃ τὰ κυριώτερα στοιχεῖα τὰ ἀφορῶντα τὴν σακχαροπαραγωγήν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἀναφέρω καὶ τὸ περιεργότερον τῶν ἐπιχειρημάτων, τὸν ὑπολογισμὸν τουτέστι τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐστοίχισεν εἰς τὸ Κράτος τὸ σακχαροποιεῖον ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς του μέχρι σήμερον. Περὶ τῶν ἡμετέρων ἑκατομμυρίων, τῶν ἔξωθεν ἐλθόντων καὶ ἐν τῷ τόπῳ δαπανηθέντων, τὰ ὁποῖα ἐτροφοδότησαν καὶ τὸν λαὸν καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, βεβαίως οὐδεὶς λόγος γίνεται. Ἀλλὰ φαντασθῆτε τοιοῦτον ὑπολογισμὸν ἐφαρμοζόμενον εἰς ὅλην τὴν προστατευομένην παραγωγὴν καὶ οὐχὶ μόνον ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Θὰ ἐφθάνομεν π. χ. εἰς τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα διὰ τὴν σακχαροπαραγωγὴν ἐν Γερμανίᾳ. Ἐκεῖ ἡ προστασία αὐτῆς ἦτο ἐπὶ ἔτη πολλὰ 25 λεπτὰ κατὰ χιλιόγραμμον, ἡ δὲ κατανάλωσις ἀνήρχετο εἰς 1,200.000.000 περίπου χιλιόγραμμα, ἐξ οὗ, κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, ζημίαι τοῦ δημοσίου ταμείου 300.000.000 κατ’ ἔτος. Ἐὰν εἰς αὐτὰ προσθέσωμεν τὰς ἄλλας προστασίας ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας, δέον νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλα 100.000.000 περίπου, οὕτω δ’ ἐν συνόλῳ ἔχομεν 400 ἑκατ. κατ’ ἔτος, τὰ ὁποῖα πολλαπλασιαζόμενα μὲ ἀριθμόν τινα ἐτῶν φθάνουσιν εἰς πολλὰς δεκάδας δισεκατομμυρίων. Τὸ δὲ παράδειγμα τῆς παράφρονος ταύτης χώρας ἠκολούθησαν πάντα τὰ ἄλλα Κράτη. Ἀλλὰ, ὅταν ἐκ τοιούτων ἐπιχειρημάτων ἐξαρτᾶται ἡ περιουσία καὶ τὸ ἔργον τῶν πολιτῶν, τότε ταῦτα οὐδὲν πλέον ἔχουσι τὸ ἀστεῖον. Καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ τοιούτων ἐπιχειρημάτων βασίζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν διάπραξιν τοιαύτης πράξεως· ὅτι θ’ ἀπορρίψῃ τὸ νομοσχέδιον ἢ θὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν δυναμένην νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ κατὰ τρόπον συμβιβάζοντα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους μὲ τὰ δίκαια τῶν ἰδιωτῶν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους. Μεγάλως δὲ πλανῶνται ἐκεῖνοι οἵτινες νομίζουσιν ὅτι διὰ τοιούτων πράξεων ἐξυπηρετοῦσι τὴν χώραν. Σφαλερὰν ἔχουσιν ἀντίληψιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους· ὡς φραγμὸν ἔχουσι ταῦτα τὰ τῶν ἀτόμων δίκαια καί, ὅσον μικρά, ὅσον ταπεινὰ καὶ ἂν φαίνωνται ταῦτα ἔμπροσθεν τοῦ μεγαλείου τοῦ Κράτους ἐν τῇ συνειδήσει τῶν λαῶν, διὰ τὴν ἰδίαν του τύχην οὐδὲν Κράτος τὰ παραβιάζει ἀποινεί. Κράτος αὐθαίρετον δὲν εἶναι πλέον Κράτος.
§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπέπρωτο, Κύριοι, τὴν ἑσπέραν ταύτην ν’ ἀπαγγείλῃ τὸν ὡραῖον φιλιππικόν του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης Βουλευτῆς κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου εἰς βάρος ἐμοῦ, ὅστις ἀνέκαθεν ὑπῆρξα ὑπέρμαχος τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος, καὶ τώρα δὲ δὲν διστάζω νὰ διατρανώσω τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησίν μου, καθ’ ἣν ἄνευ προστασίας τοῦ Κράτους ἀδύνατόν ποτε νὰ ὀρθοποδήσῃ ἡ ἐγχωρία ἡμῶν παραγωγή, ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσωμεν ἐν Ἑλλάδι βιομηχανίαν. Θὰ ἦτο δ’ ἀληθῶς παράδοξον, ἐὰν χώρα μικρά, ὡς ἡ ἡμετέρα, μὲ παραγωγὴν καὶ βιομηχανίαν διατελοῦσαν ἔτι ἐν καταστάσει ἀρχεγόνῳ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἀπεφάσιζε νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου. Πότε δὲ τοῦτο; καθ’ ὃν χρόνον πανταχοῦ σχεδὸν τῆς ὑφηλίου πνέει ἄνεμος προστατευτικός, καθ’ ὃν χρόνον χῶραι μεγάλαι καὶ κραταιαί, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπίδοσιν καὶ ἀκμὴν τῆς παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας των, φροντίζουσι διὰ παντοίων προστατευτικῶν μέτρων νὰ προαγάγωσι καὶ ἐνισχύσωσι ταύτην ἔτι μᾶλλον, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῷ διεθνεῖ ἀνταγωνισμῷ. Κοιτίς, Κύριοι, τοῦ συστήματος τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου ὑπῆρξεν ἡ Ἀγγλία, κατ’ ἀπομίμησιν τῆς ὁποίας ἐκηρύχθη εἶτα ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἡ Γαλλία. Καὶ αὕτη ὅμως καὶ ἐκείνη ἠσπάσθησαν τὸ τοιοῦτον σύστημα, ἀφοῦ προηγουμένως διὰ συντόνου καὶ ἐνδελεχοῦς προστασίας προήχθη καὶ ἠνδρώθη ἡ ἐγχωρία παραγωγὴ καὶ βιομηχανία των, οὕτως ὥστε νὰ δύνανται αὐταὶ ν’ ἀνταγωνισθῶσι νικηφόρως πρὸς τὰς ξένας τοιαύτας. Ἐπὶ χρόνον μακρόν, ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους ἡ Ἀγγλία ἐφήρμοσεν οὐχὶ ἁπλῶς προστατευτικόν, ἀλλ’ αὐτόχρημα ἀπαγορευτικὸν σύστημα ἐναντίον τῆς παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας τῶν ἄλλων χωρῶν. Ἀρκεῖ ν’ ἀναφέρω πρὸς τοῦτο τοὺς χρόνους τοῦ Κρόμβελ καὶ τῆς Ἐλισάβετ. Ἀφ’ ὅτου δὲ τοιουτοτρόπως ἔφθασεν εἰς ἀκμὴν μεγάλην ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ βιομηχανία τῆς Ἀγγλίας, ἀφ’ ὅτου τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ ναυτιλία της ἀνέλαβον τὰ σκῆπτρα ἀπέναντι τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας τῶν ἄλλων χωρῶν, ἔκτοτε ἐκηρύχθη αὐτὴ ὑπὲρ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου· διότι εἶχε πλέον τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτὴ ἦτο ἀκαταμάχητος ἐν τῷ διεθνεῖ ἀνταγωνισμῷ. Τότε ἀνέλαβε καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐν αὐτῇ νὰ ἐμπεδώσῃ διὰ τῆς θεωρίας τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου, ἐρειδομένη εἰς τὴν κατάστασιν τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐν Ἀγγλίᾳ μετὰ τὴν μακροχρόνιον ἐφαρμογὴν τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος. Τοῦτο δὲ καὶ κατώρθωσεν ἡ Ἀγγλικὴ ἐπιστήμη κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ πεισθῶσι πάντες σχεδὸν οἱ σύγχρονοι περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς θεωρίας της, νὰ γίνῃ δὲ αὕτη ἀσπαστὴ καὶ παρὰ τοῖς οἰκονομολόγοις τῶν ἄλλων χωρῶν, μάλιστα δὲ παρὰ Γάλλοις, παρ’ οἷς εἶχε προλειάνει τὸ ἔδαφος εἰς τοῦτο ἡ φυσιοκρατικὴ λεγομένη σχολή, ἡ κεκηρυγμένη ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ laisser-fair laisser-passer. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ ἐπειδὴ ἡ γαλλικὴ παραγωγὴ καὶ βιομηχανία εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ἤδη μεγάλας προόδους, ὀφειλομένας εἰς τὸ προστατευτικὸν σύστημα, τὸ κρατῆσαν καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους καὶ ἀναχθὲν εἰς περιωπὴν μεγάλην καὶ ὑπ’ ἄλλους πολιτικούς της ἄνδρας μάλιστα δὲ ὑπὸ τὸν πολὺν Κολμπέρ, θὰ εὕρῃ πᾶς τις εὐεξήγητον, πῶς ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος χώρα ἠκολούθησε τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας. Ἀποβαίνει ὅμως, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα δυσεξήγητον διὰ τοὺς ἄλλους λαοὺς τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, οἵτινες παρασυρθέντες ὑπὸ τῆς θεωρίας τῶν Ἄγγλων, ἣν ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον καταστήσει προσιτὴν εἰς πάντας οἱ Γάλλοι οἰκονομολόγοι, ἀπεδέχθησαν αὐτὴν ὡς δόγμα ἀδιάσειστον καὶ ἠθέλησαν νὰ τὴν ἐφαρμόσωσι καὶ ἐν τῇ πράξει ἀδιαφοροῦντες, ἂν ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ βιομηχανία αὐτῶν, αἱ μὴ τυχοῦσαι μακρᾶς καὶ συστηματικῆς προστασίας, ὡς ἡ Ἀγγλικὴ καὶ ἡ Γαλλική, θὰ ἡττῶντο κατὰ κράτος ἐν τῷ ἐλευθέρῳ ἀνταγωνισμῷ πρὸς ταύτας. Ὀλέθριαι, Κύριοι, ὑπῆρξαν αἱ συνέπειαι τοῦ τοιούτου ἀνταγωνισμοῦ ἰδίως διὰ τὴν Γερμανίαν, ἐν ᾗ ἁπαξάπαντες οἱ καθηγηταὶ τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, μεταξὺ δ’ αὐτῶν καὶ ὁ περιώνυμος Ῥάου, ἐγένοντο τυφλοὶ ὀπαδοὶ τοῦ συστήματος τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου πᾶσαν ἀντίρρησιν κατ’ αὐτοῦ θεωροῦντες ὡς προσβολὴν κατὰ τοῦ ὁμοουσίου τῆς ἐπιστήμης των καὶ ἐπέβαλον τὴν ἐφαρμογήν του εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς γερμανικὰς χώρας. Εὑρέθη τότε εἷς Γερμανὸς οἰκονομολόγος, ὁ Λίστ, διαφωνῶν πρὸς τὴν τοιαύτην θεωρίαν καὶ πρᾶξιν, διότι ἐπίστευεν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ δὲν εἶναι ἀφῃρημένη τις ἐπιστήμη θέτουσα ἐκ τῶν προτέρων ἀξιώματα καὶ ζητοῦσα εἶτα νὰ προσαρμόσῃ εἰς αὐτὰ δίκην Προκρούστου τὰ διάφορα οἰκονομικὰ φαινόμενα τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου, ἀλλ’ ἐπιστήμη μᾶλλον θετική, ἐρειδομένη εἰς τὰς κατὰ χρόνον καὶ τόπον κρατούσας οἰκονομικὰς συνθήκας καὶ εἰς ταύτας ἐποικοδομοῦσα τὴν θεωρίαν της. Ἐπειδὴ δὲ τότε αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Β. Ἀμερικῆς ἐφήρμοζον ἀπαρεγκλίτως τὸ προστατευτικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου διαπρύσιοι κήρυκες ἦσαν οἱ ἐν αὐταῖς οἰκονομολόγοι, ἰδίως ὁ κράτιστος τούτων Καίρεϋ, ἔγνω ν’ ἀποδημήσῃ ἐκεῖσε, ὅπως μελετήσῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸν ἐκεῖ οἰκονομικὸν βίον. Ἐπανακάμψας εἰς τὰ ἴδια ἐζήτησε νὰ προσηλυτίσῃ τὸν Γερμανικὸν λαὸν ὑπὲρ τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος διὰ δημοσίων διαλέξεων καὶ διὰ τοῦ περιωνύμου συγγράμματός του, «Τὸ σύστημα τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας». Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ προπάθειαί του ἀπέβησαν μάταιαι καὶ ὁ Λὶστ ἐτελεύτησε μετ’ ὀλίγον, χωρὶς νὰ ἐπιζήσῃ εἰς τὴν συντελεσθεῖσαν ἕνωσιν τῆς Γερμανίας μετὰ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Γαλλίας ἐν ἔτει 1870–1871. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν νίκην καὶ τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν τῶν πέντε δισεκατομμυρίων φρ. χρυσῶν, ἣν ἀπεκόμισεν αὐτὴ ἐκ τοῦ πολέμου ἐκείνου, μετὰ μικρὸν εὑρέθη ἡ Γερμανία ἐν τῷ μέσῳ μεγάλης οἰκονομικῆς κρίσεως, ὑφ’ ἣν ὑπέστη μὲν κλονισμὸν μέγαν τὸ ἐμπόριον, διέτρεχε δὲ κίνδυνον ἡ καθόλου παραγωγὴ καὶ ἰδίως ἡ βιομηχανία της. Ἡ κρίσις ἐκείνη παρετάθη ἐπὶ μακρόν, χωρὶς κανεὶς τῶν τότε γνωστῶν οἰκονομολόγων νὰ ὑποδείξῃ τρόπον ἀποτελεσματικὸν εἰς ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ. Τότε ὑπεδείχθη εἰς τὸν Βίσμαρκ τὸ σύγγραμμα τοῦ Λίστ, ὅπερ μελετήσας αὐτὸς ἐκηρύχθη ἀπροκαλύπτως ὑπὲρ τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος, ὡς μόνου δυναμένου νὰ σώσῃ οἰκονομικῶς τὴν Γερμανίαν. Καὶ εὗρε τοὺς πάντας ἀνθισταμένους εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, μάλιστα δὲ τοὺς τότε Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐμπορίου Καμπφχάουζεν καὶ Ἄχενβαχ. Ἀλλ’ ὁ σιδηροῦς ἀρχικαγκελλάριος δὲν ἐδίστασε νὰ προβῇ εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῶν καὶ ν’ ἀναλάβῃ ὁ ἴδιος καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐμπορίου. Ἔκτοτε, Κύριοι, ἡ Γερμανία ἐφαρμόζει τὸ προστατευτικὸν σύστημα, ὑφ’ ὃ δὲν ἐβράδυνε καὶ τὸ ἐμπόριόν της ν’ ἀναλάβῃ καὶ ἡ παραγωγή της καὶ βιομηχανία νὰ φθάσῃ εἰς τοσαύτην ἀκμήν, ὥστε τὴν σήμερον ν’ ἀνταγωνίζηται αὐτὴ καὶ νὰ κατακτᾷ ὁσημέραι ἔδαφος ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς ἀπέναντι πάσης ἄλλης παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας, καὶ αὐτῆς τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Ἀγγλικῆς. Τὸ παράδειγμα τῆς Γερμανίας ἠναγκάσθησαν νὰ μιμηθῶσι μετ’ ὀλίγον ἡ Γαλλία καὶ πᾶσαι σχεδὸν αἱ ἄλλαι χῶραι τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, ἀκολουθοῦσαι καὶ αὐταὶ νῦν τὸ προστατευτικὸν σύστημα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου καὶ οἱ οἶνοι ἡμῶν καὶ τὸ κυριώτατον τῶν προϊόντων μας, ἡ σταφίς, ὑπέστησαν τραύματα καίρια διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς καταναλώσεώς των ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς. Τὸ προστατευτικόν, Κύριοι, σύστημα εἶναι τὸ κυριαρχοῦν τὴν σήμερον ἐν τῇ ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ. Ἔχει δ’ αὐτὸ ἤδη διασείσει καὶ πολλῶν Ἄγγλων τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὸ σύστημα τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου καὶ τοῦ ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ, ὅπερ γενικῶς ἐφαρμοζόμενον θὰ συνετέλει βεβαίως εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ εἰς τὸ εὔωνον καὶ τὴν εὐμάρειαν τοῦ βίου, μονομερῶς ὅμως ἐφαρμοζόμενον αὐτό, ἔστω καὶ ἐν χώρᾳ μεγάλῃ καὶ κραταιᾷ, ὁποία ἡ Ἀγγλία, δὲν δύναται ἢ ν’ ἀποβῇ τάχιον ἢ βράδιον ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῆς. Τοῦτο κατανοήσας καὶ ὁ ἐπιφανὴς Ἄγγλος πολιτικὸς καὶ οἰκονομολόγος Τσάμπερλαιν, ὁ ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἀποικιῶν, ἐκηρύχθη ἀναφανδὸν ὑπὲρ τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος, ἐπιχειρήσας νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὸ εἰς τὸν Ἀγγλικὸν λαὸν διὰ πολιτικῶν περιοδειῶν καὶ διαλέξεων, ἕως οὗ νόσος δεινὴ ἠνάγκασεν αὐτὸν ν’ ἀπόσχῃ τοῦ δημοσίου βίου. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν ταῖς ἀποικίαις αὐτῆς, ἰδίως ἐν Αὐστραλίᾳ, τὸ προστατευτικὸν σύστημα ἀριθμεῖ πολλοὺς ὀπαδοὺς τὴν σήμερον. Καθ’ ὃν λοιπὸν χρόνον τὸ σύστημα τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου ἀπεκρούσθη ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων χωρῶν, πλὴν τῆς Ἀγγλίας, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸ καὶ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ χάνει ὁσημέραι ἔδαφος, εἶναι ν’ ἀπορῇ τις τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ὑπάρχουσιν ἔτι παρ’ ἡμῖν οἱ ὡς ἀπὸ τρίποδος ἀποφαινόμενοι ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἐλεεινολογοῦντες τὸν τόπον ἡμῶν, ὡς διατελοῦντα ὑπὸ προστατευτικὸν σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἀποδίδουσιν αὐτοὶ μονονουχὶ πᾶσαν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν δυσπραγίαν, μάλιστα δὲ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν τροφίμων καὶ καθόλου τῶν τοῦ βίου ἀναγκαίων. Αὐτοί, Κύριοι, ἔχουσι τὴν ἀφέλειαν νὰ πιστεύωσιν ὅτι πράγματι ἐν Ἑλλάδι κρατεῖ προστατευτικὸν σύστημα, ὅτι δὲ κατ’ αὐτὸ ἡ ἐγχωρία ἡμῶν παραγωγὴ καὶ βιομηχανία εἶναι τὸ enfant gâté τῆς Πολιτείας, ἐννοούσης νὰ ὑποθάλπῃ καὶ προάγῃ τὰ συμφέροντα αὐτῆς ἐκ παντὸς τρόπου ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, μάλιστα δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἀγνοοῦσιν, ὡς φαίνεται, τί εἶναι αὐτὸ τὸ προστατευτικὸν σύστημα. Βλέπουσι τοὺς βαρεῖς δασμούς, τοὺς ἐπιβαλλομένους ἐν Ἑλλάδι εἰς πάντα τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, τὰ εἰσαγόμενα ἔξωθεν, καὶ νομίζουσιν ὅτι αὐτοὶ ἐπενοήθησαν χάριν προστασίας μόνον τῆς ἐγχωρίας ἡμῶν παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας. Πλανῶνται ὅμως πλάνην μεγάλην ὡς πρὸς τοῦτο, καθ’ ἃ μετ’ ὀλίγον θὰ ἴδωμεν, ἀφοῦ προηγουμένως ὑποδείξω διὰ βραχέων πῶς ἐννοοῦσιν ἀλλαχοῦ τὸ προστατευτικὸν σύστημα. Βάσις, Κύριοι, καὶ κρηπὶς αὐτοῦ εἶναι ἡ χρηστὴ διοίκησις καὶ ἡ ταχεῖα καὶ ἀκεραία ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, εἰς ἣν ἑδράζεται τὸ σύνολον τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων, δι’ ὧν ὑποθάλπεται καὶ προάγεται ἡ παραγωγὴ καθόλου καὶ ἡ βιομηχανία χώρας τινός. Ἓν τῶν μέτρων τούτων εἶναι βεβαίως καὶ οἱ δασμοί, οἱ ἐπιβαλλόμενοι εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα προϊόντα καὶ εἴδη, τὰ δυνάμενα νὰ παραχθῶσι καὶ ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ καὶ καθόσον ἡ χώρα εἶναι ἐπιτηδεία εἰς τοιαύτην παραγωγὴν καὶ συντρέχουσιν ἐν αὐτῇ πάντες οἱ ὅροι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδόν της. Ἀλλὰ πλὴν τῶν δασμῶν ὑπάρχουσι καὶ πλεῖστα ὅσα ἄλλα μέτρα, ἅτινα μετ’ αὐτῶν συναπαρτίζουσι τὸ προστατευτικὸν λεγόμενον σύστημα. Πρωτίστην, Κύριοι, θέσιν μεταξὺ αὐτῶν κατέχουσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν οἰκονομικὴν πίστιν, ἥτις δικαίως θεωρεῖται ὡς ὁ ἀὴρ ὁ ἀτμοσφαιρικός, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ζῇ καὶ κινεῖται πᾶσα παραγωγή, εἰς τὴν συγκοινωνίαν, ἡ ἔλλειψις τῆς ὁποίας δύναται νὰ ματαιώσῃ ἐνίοτε πᾶσαν ἄλλην προστασίαν, καὶ τέλος εἰς τὴν κατάλληλον εἰδικὴν ἢ ἐπαγγελματικὴν μόρφωσιν. Εἰδικώτερα δὲ προστατευτικὰ μέτρα εἶναι πλὴν τῶν δασμῶν καὶ αἱ παντοῖαι ἀτέλειαι, αἱ καθιερωμέναι ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας, αἱ διάφοροι ἐκθέσεις καὶ αἱ ἀμοιβαὶ καὶ τὰ βραβεῖα τὰ προωρισμένα διὰ τὴν βελτίωσιν καὶ διὰ τὴν ἐξαγωγὴν πολλῶν προϊόντων. Ἐπὶ πᾶσι τούτοις αἱ Κυβερνήσεις ποιοῦνται τὰς προμηθείας των κατὰ προτίμησιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, καὶ ὅταν ἔτι τὰ ξένα προϊόντα τυγχάνωσι κατά τι καλλιτέρας ποιότητος καὶ εὐωνότερα τῶν ἐγχωρίων. Ἐνιαχοῦ μάλιστα ἐπιβάλλεται ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νὰ μιμῶνται τὸ παράδειγμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Τοιοῦτο, Κύριοι, ἐν κεφαλαίῳ τὸ προστατευτικὸν σύστημα, τὸ ἐφαρμοζόμενον ἀλλαχοῦ καὶ δὴ ὑπὸ εἰδικὰ Ὑπουργεῖα, τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν Δημοσίων ἔργων. Καὶ νῦν ἐρωτῶ· ποῦ ἴχνος αὐτοῦ παρ’ ἡμῖν; Ποῦ ἡ χρηστὴ διοίκησις καὶ ἡ ταχεῖα καὶ ἀκεραία ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης; Ποῦ ἡ οἰκονομικὴ πίστις, ἡ συγκοινωνία καὶ ἡ εἰδικὴ ἢ ἐπαγγελματικὴ μόρφωσις, αἱ ἀπαντῶσαι ἀλλαχοῦ; Ποῦ καὶ τὰ εἰδικώτερα ἐκεῖνα προστατευτικὰ μέτρα, ὧν ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ; Ποῦ τὰ εἰδικὰ Ὑπουργεῖα, ὧν ἔργον εἶναι νὰ μεριμνῶσι νομοθετικῶς καὶ διοικητικῶς περὶ ὅλων τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας; Εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀλήθεια πικρά, καὶ πρέπει ἐπὶ τέλους ν’ ἀνομολογήσωμεν πάντες ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐν Ἑλλάδι οὐδέποτε ἐσκέφθησαν σοβαρῶς περὶ τοιούτων πραγμάτων. Αὐταὶ δημιουργοῦσαι πάντοτε ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων ὡς ἐκ τοῦ μέχρι τοῦδε διέποντος ἡμᾶς λογιστικοῦ συστήματος, ἐξ οὗ καὶ τὸ ἐπικρατοῦν χάος ἐν τοῖς δημοσίοις ἡμῶν οἰκονομικοῖς περὶ ἑνὸς κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐμερίμνησαν πάντοτε, πῶς νὰ καλύψωσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐλλείμματα διὰ νέων ἑκάστοτε φορολογικῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλον εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀδιαφοροῦσαι ἂν οὕτω πως ἔκειρον ἐνίοτε ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἐρίου καὶ τὸ δέρμα. Οὐδὲν θαῦμα, Κύριοι, ἂν ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως οὐ μόνον οὐδεμία μέριμνα ἐλήφθη ποτὲ περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίας ἡμῶν παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας, ἀλλὰ καὶ ἐθεωρήθη αὐτὴ ὡς ἀγελάς, τὴν ὁποίαν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐνόμιζον ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀμέλγωσι, χωρὶς ποτε νὰ σκεφθῶσι καὶ περὶ διατροφῆς της, οὐδέν, λέγω, θαῦμα ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους αὐτὴ εὕρηται ἐν τῇ παρούσῃ καταπτώσει, καθ’ ἣν ἀδυνατεῖ νὰ συντηρήσῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐργάτας της. Οὐδὲν θαῦμα ἂν οὕτως εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐξεγερθῇ καὶ νὰ ζητήσῃ βελτίωσιν τῆς τύχης του διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ἀνορθώσεως τῶν πάντων, ἣν νῦν ἐπιδιώκομεν ἡμεῖς διὰ τῆς ὑποβολῆς τοιούτων νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλήν, ἀφορώντων εἴς τε τὰ δημόσια καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ τῆς χώρας, εἰς τὴν διοίκησιν, τὴν δικαιοσύνην, τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν παιδείαν, τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν. Ἂν ἔχομεν, Κύριοι, τὴν σήμερον ἐν Ἑλλάδι παραγωγὴν καὶ βιομηχανίαν, ἀναπτυχθεῖσαν ὁπωσδήποτε κατὰ τὴν τελευταίαν ἰδίως εἰκοσιπενταετίαν, αὕτη δὲν ὀφείλεται βεβαίως εἰς κυβερνητικὴν προστασίαν, ἥτις ὑπ’ ἐμοῦ ἔχει ἀντικατασταθῆ, ὡς εἴδομεν ἤδη. Ὀφείλεται αὐτὴ κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον εἰς τὴν νοημοσύνην, τὴν φιλοπονίαν, τὴν οἰκονομίαν καὶ εἰς τὸ ἐπιχειρηματικὸν καθόλου πνεῦμα τοῦ Ἕλληνος, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὑφ’ ἧς ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας ἀνῆλθε πολλάκις εἰς ὕψη δυσθεώρητα. Ἡ διαφορὰ αὕτη, ἡ κυμαινομένη ἐπὶ πολλὰ ἔτη μεταξὺ 50 καὶ 60%, ἀπέβαινεν εἰς ὄφελος τοῦ Ἕλληνος παραγωγοῦ καὶ βιομηχάνου, καθιστῶσα τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ κατ’ ἴσον ποσὸν εὐθηνοτέραν τῆς τῶν ξένων παραγωγῶν καὶ βιομηχάνων. Τὸ ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς κέρδος ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνεκράτησεν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη τὴν ἐγχωρίαν ἡμῶν παραγωγήν, παρέσχε δὲ ἀφορμὴν εἰς τὴν ἵδρυσιν πολλῶν βιομηχανικῶν ἐργοστασίων ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν παντοειδοῦς βιομηχανίας βιωσίμου τε καὶ μὴ τοιαύτης. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἤρξατο ἐλαττουμένη ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά, κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς κέρδη, ἕως οὗ τελευταῖον διὰ προσεγγίσεώς της πρὸς τὴν ἰσοτιμίαν κινδυνεύει νὰ ἐκλίπῃ αὐτὴ τελείως διὰ τὴν ἐγχωρίαν ἡμῶν παραγωγὴν καὶ βιομηχανίαν, ἥτις στερεῖται οὕτω τὸ σπουδαιότατον πλεονέκτημα ἀπέναντι τῆς ζώσης παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας. Ἤδη, Κύριοι, εὑρίσκεται αὐτὴ τώρα ὑπὸ κρίσιν, ἥτις θὰ προσλάβῃ βεβαίως μείζονας διαστάσεις, ἂν μὴ σπεύσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς ἀποσόβησιν αὐτῆς. Πῶς ὅμως θὰ κατορθωθῇ τοῦτο; Πρέπει, Κύριοι, πρὸ παντὸς νὰ ψηφισθῶσι καὶ ἐφαρμοσθῶσι τὰ νομοθετικὰ ἡμῶν μέτρα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν μεταρρύθμισιν καὶ ἀνόρθωσιν καὶ παντὸς ἄλλου κλάδου τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, μάλιστα δὲ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, καθ’ ἃ ἠξίωσε παρ’ ἡμῖν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς τελευταίας εἰρηνικῆς του ἐπαναστάσεως. Τὰ μέτρα ταῦτα θὰ συμπληρωθῶσι προσεχῶς διὰ τῆς ὑποβολῆς καὶ ἄλλων νομοσχεδίων, ἰδίως τῶν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ συστάσεως ταμείου ἀμύνης ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς, περὶ κτηματολογίου, περὶ ἱδρύσεως γεωργικοῦ ταμείου, περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίας βιομηχανίας, περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσσεών τινων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου καὶ τέλος περὶ μελέτης γενικῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου καὶ ἐν γένει τῶν τελωνειακῶν νόμων.
§45Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ ὑποβάλητε, κύριε Ὑπουργέ, τώρα νομοσχέδιον περὶ γενικῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου καὶ τῶν τελωνειακῶν νόμων;
§46ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄπαγε! Τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἔργον ἑνὸς μόνου Ὑπουργοῦ καὶ τῆς ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσίας· οὐδὲ θὰ ἠδύνατό ποτε νὰ συνταχθῇ αὐτὸ ἐντὸς τόσον βραχέος χρονικοῦ διαστήματος καὶ ἐν τῷ μέσῳ τόσων ἄλλων ἀσχολιῶν καὶ περισπασμῶν, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα ἡμεῖς τὴν σήμερον. Πρόκειται περὶ μελέτης μόνον, ἧς χάριν μέλλει νὰ συσταθῇ μεγάλη ἐπιτροπή, ἀπαρτιζομένη οὐ μόνον ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐξ ἄλλων εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀντιπροσώπων τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας. Αὐτή, ἔχουσα γνῶσιν ἀκριβῆ τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς καθόλου ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὰς διὰ μιᾶς γενικῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου ἡμῶν, ἀναθεωρήσεως τὴν ὁποίαν θὰ διεῖπεν ὑγιὴς τελωνειακὴ πολιτική, συνδυάζουσα τὰς διεθνεῖς ἡμῶν ὑποχρεώσεις πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου οὐχ ἧττον ἢ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας, χωρίς, ἐννοεῖται, νὰ παροραθῶσι καὶ αἱ δίκαιαι ἀξιώσεις τοῦ λαοῦ περὶ δασμολογικῆς ἀνακουφίσεως τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Οὕτω πως μόνον, Κύριοι, θὰ ἐξακριβώσωμεν ποίας προστασίας πρέπει νὰ τύχῃ καὶ ἡ ἄλλη ἡμῶν παραγωγή, μάλιστα δὲ ἡ βιομηχανική, ἀφοῦ προηγουμένως βεβαιωθῶμεν τίνα εἴδη αὐτῆς εἶναι βιώσιμα παρ’ ἡμῖν καὶ τίνα ὄχι. Ἐν τῷ μεταξὺ θὰ τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογὴν πάντα τὰ νῦν ψηφιζόμενα οἰκονομικὰ μέτρα, καθ’ ὅσον δὲ τὰ ἀποτελέσματα τούτων θ’ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰς προσδοκίας ἡμῶν θὰ προβῶμεν καὶ εἰς διαφόρους δασμολογικὰς ἀνακουφίσεις τοῦ λαοῦ. Ἔχομεν, Κύριοι, ἤδη πολλοὺς δασμοὺς βαρεῖς καὶ δυσβαστάκτους, καθιστῶντας ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις τὸν βίον ἀβίωτον ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ εἶναι πλάνη νὰ νομίζῃ τις ὅτι αὐτοὶ ἐπεβλήθησαν ἀποκλειστικῶς χάριν προστασίας τῆς ἐγχωρίας ἡμῶν παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας. Ὡς οἱ ἄλλοι ἡμῶν φόροι, καὶ οἱ δασμοὶ ἐπεβλήθησαν παρ’ ἡμῖν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ὁσάκις τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, κατέφυγεν εἰς τὰ προχειρότερα μέσα τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων καὶ τοιαῦτα ἦσαν κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον οἱ δασμοί, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται συγχρόνως ἐν τοῖς τελωνείοις, χωρὶς νὰ παρουσιάζωσι τὰς δυσκολίας τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ τὰ καθυστερήματα τῶν ἄλλων φόρων, ἰδίως τῶν ἀμέσων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου νὰ ἐπιβάλῃ τὸ Κράτος νέους δασμοὺς ἢ ν’ αὐξήσῃ τοὺς ἤδη ὑφισταμένους ἐπὶ εἰδῶν παραγομένων καὶ ἐν τῷ τόπῳ, ὡς λ. χ. ἐπὶ τοῦ σίτου, προέβαλεν αὐτὸ ὡς κύριον λόγον τὴν προστασίαν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἁπλῆ πρόφασις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐζήτει αὐτὸ νὰ συγκαλύψῃ τὸν καθαρῶς ταμιευτικὸν χαρακτῆρα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δασμῶν. Εἶναι ὡσαύτως ἀληθές ὅτι, προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς ἢ αὐξήσεως δασμῶν ἐνίων βιομηχανικῶν εἰδῶν, συνέπεσε νὰ εὐνοηθῶσιν ὡρισμέναι βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις, αἵτινες ἢ προϋπῆρχον ἢ ἐδημιουργήθησαν μετὰ τὴν ἐπιβολὴν ἢ αὔξησιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δασμῶν, οὗτοι δὲ εἶναι οἱ δῆθεν προστατευτικοὶ δασμοί.
§47Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι δῆθεν· αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι δασμοί, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε, εἶναι καθαρῶς προστατευτικοί.
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ἐπεβλήθησαν καὶ ηὐξήθησαν πολλοὶ δασμοὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀπέβησαν οὗτοι πράγματι προστατευτικοὶ ὡρισμένων εἰδῶν βιομηχανίας διὰ τοὺς δυναμένους νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν αὐτούς, ὡς ὑπέδειξα ἤδη. Ὑπῆρξαν μάλιστα περιστάσεις, καθ’ ἃς αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι παρέσυραν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιβολὴν ἢ αὔξησιν τῶν δασμῶν, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ βιομηχανικά των εἴδη. Δὲν ἀρνοῦμαι ὡσαύτως ὅτι οὕτω πως ἐδημιουργήθησαν καὶ προήχθησαν παρ’ ἡμῖν βιομηχανικαί τινες ἐπιχειρήσεις ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ προστασίαν αὐτῶν τῶν δασμῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν θὰ εἶχον αὐτοὶ λόγον ὑπάρξεως καὶ τοὺς ὁποίους τώρα καταβάλλει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, χωρὶς κἂν νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ εἰς τὸ βαλλάντιον τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος βιομηχάνων. Πρόκειται ὅμως, Κύριοι, περὶ ἐξαιρέσεων μόνον, ἐλπίζω δὲ νὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νάξου συνάδελφος ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὸ κύριον ἐλατήριον τοῦ Κράτους ἦτο ταμιευτικόν, ἀδιάφορον ἂν ἐπιτήδειοί τινες ἐξεμεταλλεύθησαν αὐτὸ πρὸς ἴδιον ὄφελος. Ἐν τούτοις ὁ κανὼν εἶναι ὅτι οἱ βαρεῖς δασμοί, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα ἤδη, τυγχάνουσι ταμιευτικοί. Ὡς τοιοῦτοι ἔχουσιν αὐτοὶ ἐπιβληθῆ βαρύτατοι καὶ ἐπὶ ἀντικειμένων πρώτης ἀνάγκης, ἅτινα ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει εὕρηνται πρὸς τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν, ὡς ὁ καφὲς λ. χ. καὶ τὸ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἐν Ἑλλάδι καταναλωτὴς προμηθεύεται πρὸς 1.40 τὴν ὀκᾶν, ἤτοι κατὰ 300% ἐπὶ πλέον τῆς ἀξίας του. Αὐτὴ ἡ κατάστασις δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ ἄμεσος καὶ ἀπότομος μεταβολή, ὡς ἔχουσί τινες τὴν ἀφέλειαν νὰ πιστεύωσιν; Ἡ τοιαύτη μεταβολὴ θὰ ἐπηρέαζε κατὰ πολὺ τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά, καὶ δὴ καθ’ ὃν χρόνον αὐτὰ διέρχονται κρίσιν, ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν εἰς ἀποσόβησιν αὐτῆς καὶ εἰς πρόληψιν τοῦ οὑτωσὶν ἐπαπειλοῦντος ἡμᾶς οἰκονομικοῦ κινδύνου. Θὰ εἶχε δ’ αὐτὴ τὸν ἀντίκτυπόν της καὶ ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, καθ’ ὃν χρόνον αὕτη εὑρίσκεται ἐπίσης ὑπὸ κρίσιν, ὀφειλομένην κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον, ὡς εἴδομεν ἤδη, εἰς τὴν ἀπότομον ἔκπτωσιν τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Ἂν δὲ εἰς ταύτην ἐπακολουθήσῃ τώρα καὶ ἡ ἄμεσος καὶ ἀπότομος ἐλάττωσις τῶν δασμῶν, οἵτινες μεθ’ ὅλον τὸν ταμιευτικόν των χαρακτῆρα χρησιμεύουσιν οὐχ ἧττον ὡς τὸ μόνον τῆς σήμερον πρόχωμα τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ αὐτῆς πρὸς τὴν ξένην τοιαύτην, θὰ κατεφέρομεν οὕτω τὸ καίριον κατ’ αὐτῆς τραῦμα. Τὰς συνεπείας τοῦ πράγματος θὰ κατανοήσωμεν πάντες, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Κυριώτατον ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ δασμολογίου ἡμῶν προβάλλεται συνήθως ὁ βαρὺς δασμὸς τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου, οὗ ἕνεκεν ὑπερτιμᾶται παρ’ ἡμῖν καὶ αὐτὸς ὁ ἐπιούσιος τοῦ λαοῦ ἄρτος. Καὶ ὑπάρχουσι, Κύριοι, οἱ πιστεύοντες ὅτι αὐτὸς ὁ δασμὸς ἔχει ἐπιβληθῆ καὶ αὐξηθῆ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς βαθμὸν ἀφόρητον, οὐχὶ τόσον χάριν τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅπερ ἐξ αὐτοῦ εἰσπράττει ἐτησίως 12–15 ἑκατομμύρια, ὅσον χάριν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς μας, ἣν αὐτοὶ φαντάζονται οὕτω πως εὐημεροῦσαν. Ἀλλ’ ἀγνοοῦσιν, ὡς φαίνεται, ὁποία δυστυχία ἐμάστιζε τοὺς γεωργικοὺς ἡμῶν πληθυσμούς, καὶ ὅτε ἔτι ἡ παραγωγή των διετέλει ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς μεγάλης συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Ἡ γεωργία ἡμῶν, ἐγκαταλειφθεῖσα ἀνέκαθεν εἰς τὴν τύχην της καὶ ἐστερημένη πάντων τῶν προστατευτικῶν ἐκείνων μέσων, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα πρὸ ὀλίγου, δὲν ἠδυνήθη νὰ ὀρθοποδήσῃ μεθ’ ὅλην τὴν μεγάλην συναλλαγματικὴν διαφορὰν καὶ μεθ’ ὅλον τὸν βαρὺν δασμὸν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν. Τοὐναντίον μάλιστα ἡ γεωργικὴ ἡμῶν τάξις παραμένει καὶ οὕτω δυστυχεστέρα πάσης ἄλλης ἐργατικῆς τάξεως ἐν Ἑλλάδι, ὡς μαρτυρεῖ τρανῶς τὸ ἑξῆς γεγονός. Οἱ γεωργοί μας, Κύριοι, εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχὴν μεταναστεύοντες ἀπὸ ἐτῶν ἤδη, ἡ δυστυχία δὲ καὶ μόνη εἶναι ἡ ἐξαναγκάζουσα αὐτούς, ἵνα ἐγκαταλείποντες τὰς ἑστίας των, τοὺς γονεῖς καὶ ἀδελφούς των, πολλάκις δὲ καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα των, ἐκπατρίζωνται ἀναζητοῦντες εἰς χώρας μεμακρυσμένας βελτίωσιν τῆς τύχης των. Ἀλλά, ἐὰν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἀπεφασίζομεν νὰ στερήσωμεν τὴν παραγωγήν των καὶ τὸ τελευταῖον ἔρεισμά της διὰ τῆς ἀμέσου καὶ ἀποτόμου καταργήσεως ἢ καὶ ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν, δὲν θὰ ἐξωθοῦμεν οὕτω τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς μας εἰς ἀπόγνωσιν; Δὲν θὰ εἴχομεν καλλίτερα ἀποτελέσματα καὶ ἐπὶ τῆς ἡμετέρας βιομηχανίας, ἐὰν τὸ ἴδιον ἐγίνετο καὶ δι’ αὐτήν, διότι δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν ὅτι πέριξ ἑκάστης βιομηχανικῆς ἡμῶν ἐπιχειρήσεως, τὰ εἴδη τῆς ὁποίας κατὰ τὴν ἔξωθεν εἰσαγωγὴν των ὑποβάλλονται εἰς βαρεῖς δασμούς, ἔχει σχηματισθῆ ἤδη κύκλος παντοίων συμφερόντων. Καὶ ἂν ἔτι ἠθέλομεν νὰ παρίδωμεν τὰ ἄλλα ἐκ τῶν συμφερόντων τούτων, δυσκόλως ὅμως θ’ ἀπεφασίζομεν τὸ ἴδιον καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐργατικὰς τάξεις, αἵτινες ἔχουσι ταυτίσει τὴν οἰκονομικήν των ὕπαρξιν μὲ τὴν τύχην μιᾶς ἑκάστης βιομηχανικῆς παραγωγῆς. Ἤδη ἤρκεσεν ἡ ἀπότομος ἔκπτωσις τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἵνα ἐμβάλῃ τὴν βιομηχανίαν μας εἰς κρίσιν καὶ καταστήσῃ προβληματικὴν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς παραγωγῆς διαφόρων εἰδῶν της, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἐπιβληθῆ βαρὺς δασμὸς κατὰ τὴν ἔξωθεν εἰσαγωγήν των. Ἤδη, Κύριοι, πολλὰ ἐργοστάσια ἠναγκάσθησαν νὰ περιορίσωσι τὰς ἐργασίας των καὶ ἄλλα ν’ ἀναστείλωσιν αὐτὰς ὁλοσχερῶς. Ἤδη ἡ πεῖνα ἤρξατο κρούουσα τὴν θύραν ὁλοκλήρων ἐργατικῶν τάξεων. Ἀλλ’ ἡ πεῖνα δύναται ν’ ἀποβῇ κακὸς σύμβουλος καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔτι τῶν φιλησύχων ἀγροτῶν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐπὶ τῶν φύσει φιλοταράχων ἐργατῶν τῶν πόλεων. Πρὸ τοιούτου, Κύριοι, κινδύνου δὲν θὰ ἦτο ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια, ἐὰν ἡμεῖς ἀντὶ νὰ λάβωμεν σύντονα μέτρα εἰς ἀποτροπὴν αὐτοῦ, ἐπετείνομεν ἔτι μᾶλλον τὸ κακὸν ἀποστεροῦντες καὶ τὴν βιομηχανίαν μας τὸ τελευταῖον ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ πρὸς τὴν ξένην βιομηχανίαν ἔρεισμά της διὰ τῆς ἐκπτώσεως τῶν δασμῶν, τῶν ἐπιβαρυνόντων νῦν τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα προϊόντα της; Ἀλλὰ τίς μᾶς ἐγγυᾶται τότε ὅτι ἡ ὑφισταμένη οἰκονομικὴ κρίσις δὲν θὰ μετέπιπτεν εἰς κοινωνικὴν ἐπαπειλοῦσαν καὶ αὐτὸ τὸ πολιτικὸν ἡμῶν καθεστώς; Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ἄλλος τις ἔχει τὸ θάρρος, ἵνα προβῇ νῦν ἀμέσως ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἰς δασμολογικὰς ἀνακουφίσεις, τὰς ὁποίας ἐνδομύχως πάντες ἐπιποθοῦμεν. Ἡμεῖς ὅμως ὁμολογοῦμεν ὅτι ἀδυνατοῦμεν ν’ ἀναλάβωμεν τοιαύτην εὐθύνην, ἀναλογιζόμενοι ὁποίας συνεπείας θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα οὐ μόνον ὑπὸ δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομικήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν ἔποψιν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τούτου ἕνεκεν ἐθεωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν ἐπιτακτικὸν νὰ ὑποβάλωμεν προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν τὰ προμνημονευθέντα νομοσχέδια, δι’ ὧν ἀντεπεξερχόμεθα μὲν ἐκ τῶν ἐνόντων κατὰ τῆς ἐκραγείσης ἤδη οἰκονομικῆς κρίσεως, λαμβάνομεν δὲ νομοθετικὴν πρόνοιαν περὶ συστηματικῆς μελέτης καὶ ἐπεξεργασίας τοῦ ἐν ἰσχύϊ δασμολογίου καὶ περὶ ἀναθεωρήσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν ἀπηρχαιωμένων καὶ ἐν χαώδει καταστάσει εὑρισκομένων τελωνειακῶν μας νόμων, ἐπὶ τῇ βάσει ἀληθοῦς προστατευτικοῦ συστήματος, ὅπερ μόνον δύναται, καθ’ ἣν ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἔχομεν γνώμην, νὰ σώσῃ οἰκονομικῶς τὴν Ἑλλάδα. Ἐπάναγκες, Κύριοι, ἐνόμισα νὰ ἐκθέσω νῦν τὰς ἡμετέρας γνώμας περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίας ἡμῶν παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας, ἵν’ ἀποδείξω, ὁπόσον ἄδικον εἶχεν ὁ ἔντιμος ἐκ Καρδίτσης Βουλευτὴς ἐκλαβὼν ἡμᾶς μονονουχὶ ὡς ἀμειλίκτους αὐτῆς διώκτας καὶ εἰπὼν ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ, ἵνα πείσῃ περὶ τούτου καὶ τὴν Βουλὴν.
§49Γ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Πῶς ὅμως συμβιβάζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιόν σας πρὸς ὅσα μᾶς εἴπετε μέχρι τοῦδε;
§50ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο μέλλω ν’ ἀποδείξω νῦν. — Ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον ἐπιδιώκομεν ἡμεῖς ἢ νὰ καταπνίξωμεν μίαν βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, ὁποία ἡ τῆς σακχαροποιίας ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑπὲρ ἧς ἔχουσι δαπανηθῆ μέχρι τοῦδε τόσα ἑκατομμύρια. Ἵνα δ’ ἀποδείξῃ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἀνέγνω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἑνὸς προγενεστέρου νομοσχεδίου μου περὶ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιείου. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, ἐπανέλαβον τὰ αὐτὰ καὶ προφορικῶς, ὅτε ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ τώρα δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ὄντως πολλὰ ἑκατομμύρια ἐστοίχισεν ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις εἰς τοὺς ἀναλαβόντας αὐτήν· διότι οὗτοι ἱκανὰ μὲν ἐδαπάνησαν διὰ τὸ ἐργοστάσιον, πλείονα δὲ διὰ τὴν ἐξυγίασιν καὶ βελτίωσιν καθόλου τῶν πέριξ αὐτοῦ γαιῶν, ἵνα καταστῶσιν αὐταὶ ἐπιδεκτικαὶ τῆς καλλιεργίας τῶν σακχαροτεύτλων, καὶ τέλος ὑπέστησαν ἱκανὰς ζημίας κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐπιχειρήσεως. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος ἐθεώρησεν ἄσκοπον, ὡς φαίνεται, νὰ προσθέσῃ καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐγὼ ἐπεκαλέσθην τὸ γεγονὸς αὐτό. Ἠθέλησα, Κύριοι, νὰ καταδείξω οὕτω πως ὁπόσον δεδικαιολογημένη ἦτο ἡ ἀνέκαθεν παρασχεθεῖσα προστασία ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὸ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιεῖον, ἥτις ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀνήρχετο εἰς 500 χιλ. δρχ. καὶ ἐπέκεινα. Καὶ ἡ προστασία αὕτη συνίστατο εἰς τὸ μέχρι τοῦδε ἀφορολόγητον τῆς Θεσσαλικῆς σακχάρεως, καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἔξωθεν εἰσαγομένη σάκχαρις ὑπεβάλλετο εἰς δασμὸν 1 δρχ. καὶ 7 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἐν ἄλλαις λέξεσι τὸ Κράτος ἐχορήγει αὐτὸ τὸ ποσόν, ἤτοι δρχ. 1 καὶ λ. 7 κατ’ ὀκᾶν, εἰς τὴν ἐγχωρίαν σάκχαριν, ὡς ἓν εἶδος ἀμοιβῆς ἢ βραβείου.
§51Γ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις παντὸς προστατευτικοῦ συστήματος.
§52ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴμεθα σύμφωνοι πληρέστατα. Ἀλλά, Κύριοι, τοιαύτη προστασία στοιχίζουσα εἰς τὸ Κράτος, ὡς προεῖπον, 500 χιλ. δρχ. καὶ ἐπέκεινα κατ’ ἔτος, διότι ἐπὶ ἔτη ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιείου ἀνῆλθεν εἰς 500 χιλ. ὀκάδας περίπου ἐτησίως, ἠδύνατο νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον; Ἵνα ἔχῃ ἡ προστασία τοῦ Κράτους σκοπόν τινα, πρέπει νὰ παρέχηται κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον βιομηχανικῆς τινος ἐπιχειρήσεως πρὸς ἐνίσχυσίν της ἀπέναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι αὐτὴ σὺν τῷ χρόνῳ προαγομένη καὶ ἀνδρουμένη θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποστῇ τὸν τοιοῦτον ἀνταγωνισμὸν καὶ ἄνευ τῆς προστασίας τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν προστασίαν ταύτην γίνεται προσφυγή, προκειμένου μάλιστα περὶ τοιαύτης βιομηχανίας, ὁποία ἡ τῆς σακχάρεως, ἡ συνδεομένη ἀρρήκτως καὶ μὲ τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν χώρας τινός, καὶ ὁσάκις αὐτὴ διέρχεται κρίσιν. Καὶ ἐν τῇ μιᾷ ὅμως καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει ἡ προστασία φέρει τὸν χαρακτῆρα τῆς προσωρινότητος θεωρουμένη ὡς μέσον μόνον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται ν’ ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος, ὁ πρὸ καιροῦ ἐπικρεμάμενος εἰς τὴν προστατευομένην βιομηχανίαν εἴτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀνταγωνισμοῦ εἴτε ἐκ τῆς κρίσεως. Εὐθὺς ὡς ἀποβάλλει ἡ προστασία τὸν χαρακτῆρα τῆς προσωρινότητος, μεταπίπτει αὐτὴ εἰς ἁπλῆν δωρεάν, γινομένην πρὸς βιομηχανίαν μὴ βιώσιμον, ὡς τοιαύτη δ’ ἀποκρούεται αὐτὴ ὑπό τε τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας παντὸς πεπολιτισμένου λαοῦ. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν νῦν, τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἶναι δυστυχῶς γεγονὸς ἀναμφισβήτητον πλέον ὅτι ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιία μεθ’ ὅλην τὴν ἰσχυρὰν προστασίαν ἣν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη παρέχει εἰς αὐτὴν τὸ Κράτος καὶ ἣν δὲν ἀρνεῖται καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος, δὲν ἠδυνήθη μέχρι τοῦδε νὰ ὀρθοποδήσῃ. Κατὰ τὰ τελευταῖα μάλιστα ἔτη δὲν παρατηρεῖται κἂν ἡ πρὶν στασιμότης, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐχειροτέρευσεν ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κατάστασίς της, ὥστε ν’ ἀποβαίνῃ προβληματικὴ ἡ περαιτέρω ὕπαρξίς της. Τοῦτο, Κύριοι, μαρτυρεῖ τρανῶς αὐτὴ ἡ προσπάθεια, ἣν ἀπὸ μηνῶν ἤδη πολλῶν καταβάλλουσιν οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιείου, ἵνα ἀπαλλοτριωθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ παράγωσιν ἐφεξῆς σάκχαριν ἐπὶ ἀποζημιώσει ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὰς ὑπερανθρώπους προσπαθείας καὶ τὰς μεγάλας αὐτῶν θυσίας ὑπὲρ τῆς εὐοδώσεως τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ν’ ἀναλογισθῶμεν ὅτι αὐτὴ ἔχει στοιχίσει μέχρι τοῦδε περὶ τὰ 8.000,000 δρχ., εἰς τὸ ὁποῖον ποσόν, ὡς ἀνέφερα ἤδη καὶ εἰς προηγουμένην τῆς Βουλῆς συνεδρίασιν, συνυπολογίζονται ὁμοῦ μετὰ τῶν δαπανῶν ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως τοῦ σακχαροποιείου καὶ τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν πέριξ αὐτοῦ γαιῶν καὶ καθόλου ἐπεξεργασίας, ὅπως αὐταὶ καταστῶσιν ἐπιδεκτικαὶ τῆς καλλιεργίας τῶν σακχαροτεύτλων, καὶ αἱ μεγάλαι ζημίαι, αἱ συμπαρομαρτοῦσαι ἐν ἀρχῇ εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις. Ἀλλὰ τόσον αἱ προσπάθειαι καὶ αἱ θυσίαι τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ σακχαροποιείου, ὅσον καὶ ἡ ἰσχυρὰ προστασία τοῦ Κράτους ἀπέβησαν εἰς μάτην. Τὰ πάντα ἐναυάγησαν τελευταῖον ἀπέναντι ἐντόμου τινός, καταστρέφοντος τὴν παραγωγὴν τῶν σακχαροτεύτλων καὶ καθ’ οὗ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῇ ἀντιφάρμακον. Ἐκαλλιεργήθησαν, Κύριοι, ἐφέτος ἐκτάσεις, ἐξ ὧν ἀνεμένετο παραγωγὴ σακχάρεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων περίπου, καὶ εἶναι ζήτημα νῦν, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἂν θὰ παραχθῶσι καὶ 500 χιλ. ὀκ., ὅσαι δηλαδὴ δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων. Οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ σακχαροποιείου, εὑρεθέντες οὕτω πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου, προῆλθον ἤδη πρὸ μηνῶν μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργείου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ εἰς διαπραγματεύσεις περὶ ἀπαλλοτριώσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ παράγωσιν ἐφεξῆς σάκχαριν, ἐὰν ἐτύγχανον δικαίας τινὸς ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀποζημίωσιν καὶ προσέφερε μάλιστα 1,600,000 ἀπέναντι 2,000,000 δρχ. ἃς ἐζήτησαν οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ σακχαροποιείου, οἱ ὁποῖοι ἤλπιζον νὰ λάβωσιν ἐπὶ τέλους, ὡς μὲ διεβεβαίωσαν οἱ ἴδιοι, 1,800,000 δρχ. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, διεδέχθη δ’ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅπερ ὅμως δὲν ἔσχε καιρὸν ν’ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα, εἰ καὶ ἐθεώρει καὶ αὐτὸ δικαιοτάτην τὴν ἀποζημίωσιν, καθ’ ἃ μὲ ἐπληροφόρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος, ὅστις ὑπῆρξε μέλος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἔγκριτον. Αἱ διαπραγματεύσεις, Κύριοι, ἐπανελήφθησαν μετ’ ἐμοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργείου Ῥάλλη ἐκλήθημεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ ὅμως, καίπερ γινώσκων ὅτι ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Θεοτόκη εἶχον προσενεχθῆ εἰς ἀποζημίωσιν 1,600,000 δρ., οὐχ ἧττον ὅμως ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, ἠθέλησα νὰ περιορίσω τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς ἓν ἑκατομμύριον δρ. μόνον. Ἐπειδὴ δ’ ἐθεώρησα δύσκολον νὰ καταβάλῃ τὸ Κράτος ἐφάπαξ, προέτεινα καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ καταβληθῇ εἰς πέντε ἐτησίας δόσεις πρὸς 200,000 δρχ. Οἱ ἰδιοκτῆται ἐπέμενον τότε εἰς τὴν καταβολὴν καὶ τόκου καὶ ἐπὶ τέλους συνεφωνήσαμεν εἰς τὸ ποσὸν 1,225,000 δρχ. εἰς ἐτησίας δόσεις, ἑκάστην ἐκ δραχμῶν 225,000. Ἐγώ, Κύριοι, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας, ἵνα ἀποδείξω, ὁποῖον ἐνδιαφέρον ἔχω ὑπὲρ τῆς τοιαύτης παραγωγῆς, ἢ μᾶλλον ὁποίων προστατευτικῶν ἰδεῶν ἐμφοροῦμαι ὑπὲρ αὐτῆς, προέτεινα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ σακχαροποιείου τὴν ἀγορὰν τοῦ ἐργοστασίου ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀντὶ τοῦ προμνημονευθέντος ποσοῦ μὲ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι, ἐὰν κατώρθουν αὐτοὶ νὰ ἱδρύσωσιν ἑταιρείαν, δυναμένην νὰ διαθέσῃ τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια πρὸς ἐπανάληψιν τῆς ἐπιχειρήσεως, τὸ Κράτος δὲν θὰ ἐδυσκολεύετο νὰ ἐκχωρήσῃ πρὸς αὐτὴν τὸ ἐργοστάσιον ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δρ., ἴσως καὶ ἔλαττον τούτου. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία αὕτη ὤφειλε προηγουμένως, διαθέτουσα ἐπαρκῆ κεφάλαια, ν’ ἀποδείξῃ ὅτι θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ὑπερπηδήσῃ τὰ ἐν Ἑλλάδι παρεμβαλλόμενα ἐμπόδια εἰς τὴν εὐδοκίμησιν τῆς σακχαροποιίας. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θ’ ἀνελάμβανε τὸ Κράτος νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ διὰ συμβάσεως ἐν ἀνάγκῃ μὲ πᾶσαν δυνατὴν προστασίαν ἐφ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ αὐτὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ὀρθοποδήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς βιομηχανίας οὐχ ἧττον καὶ τῆς γεωργίας ἐν Ἑλλάδι. Οἱ ἰδιοκτῆται ὅμως ἦσαν τόσον ἀποτεθαρρημένοι ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεώς των, ὥστε μοὶ ἀπήντησαν· «Ἀρκετὰς θυσίας ὑπέστημεν μέχρι τοῦδε· δὲν ἐννοοῦμεν πλέον ν’ ἀναμιχθῶμεν εἰς τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Ἐὰν τὸ Κράτος νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ παράσχῃ ἡμῖν ἀποζημίωσίν τινα ἀπέναντι τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν ὑποστῆ μέχρι τοῦδε, ἔχει καλῶς». Ἐνέδωκα, Κύριοι, τότε καὶ συνωμολογήθη ἡ γνωστὴ σύμβασις, τὴν ὁποίαν μετὰ τοῦ οἰκείου νομοσχεδίου ὑπέβαλον πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ αἴφνης ἠγέρθη κατακραυγὴ γενική, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν, καίπερ ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἀρχὴν ἐν τῷ μέσῳ τόσων κρισίμων περιστάσεων, οὐχ ἧττον θέλει νὰ δωρήσῃ οὕτως ἓν ἑκατομμύριον, τίς οἶδε ἐκ ποίων ἐλατηρίων κινουμένη! Ἐν τῷ μεταξὺ, Κύριοι, ἀνεφάνη παρ’ ἡμῖν καὶ ἕτερον εἶδος σακχαροποιίας. Κατωρθώθη ἤδη, ὡς ἐπείσθην ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, νὰ παραχθῇ ἓν εἶδος σακχάρεως ἐκ τῆς σταφίδος. Ἡ σάκχαρις αὕτη δὲν εἶναι μὲν κατάλληλος διὰ καφέ, διὰ τέϊον καὶ τὰ τοιαῦτα, εἶναι ὅμως χρήσιμος, ὡς ἐπληροφορήθην, εἰς τὴν σακχαροπλαστικήν, διότι ἔχει ἀρκετὴν γλυκαντικὴν δύναμιν, οὕτως ὥστε, ἐὰν αὕτη ἐπωλεῖτο πρὸς 60 λεπτὰ χονδρικῶς, πρὸς 80 δὲ λεπτὰ λιανικῶς, νὰ δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ ἐν πολλοῖς τὴν κοινὴν σάκχαριν τὴν ἔξωθεν εἰσαγομένην, ἥτις θὰ ἠλαττοῦτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καθ’ ἑκατομμύρια ὀκάδων ἴσως. Τί δὲ σημαίνει τοῦτο; Ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ αὐτῆς καθ’ ἑκατομμύρια ὅλα δρχ. Δὲν πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀμφιβάλλητε περὶ τούτου. Ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία διαθέτει τόσα ἑκατομμύρια σταφίδος πρὸς 30 δρχ. μόνον τὸ χιλιόλιτρον, θὰ κατέκλυζε τὰς ἀγοράς μας ἡ ἐκ σταφίδος παραγομένη σάκχαρις, ἐὰν ἀφήνετο ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ δύο καὶ πλέον ἴσως ἑκατομμυρίων δρχ. κατ’ ἔτος. Νομίζετε ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον χάριν προστασίας τῆς σχετικῆς βιομηχανίας νὰ στερηθῇ τὸ Κράτος ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις αὐτὸ τὸ ποσόν; Καὶ ἐπὶ τέλους μήπως ζητοῦμεν τώρα νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν τοιαύτην, ἡ ὁποία θὰ καθίστα ἀπολύτως ἀδύνατον τὸν ἀνταγωνισμὸν τῆς ἐγχωρίας πρὸς τὴν ξένην σάκχαριν; Ὄχι, Κύριοι! Καθ’ ἃς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πληροφορίας, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος σάκχαρις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στοιχίζῃ περισσότερον τῶν 35 λεπτῶν τὴν ὀκᾶν. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἰσχυρίζονται ὅτι στοιχίζει 40 ἕως 45 λεπτά. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει μὲ ὅλην τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐγχωρίας καὶ τῆς ξένης σακχάρεως θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἓν περιθώριον 50–60 λεπτῶν, χάριν τοῦ ὁποίου δι’ ὡρισμένας χρήσεις τῆς σακχαροπλαστικῆς θὰ προτιμᾶται πάντοτε ἐκείνη ταύτης.
§53Γ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Πόσην γλυκαντικὴν δύναμιν ἔχει; Αὐτοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχει 40%.
§54ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐκ προχείρου ἀναλύσεως, γενομένης κατὰ παραγγελίαν μου, ἔμαθον ὅτι ἔχει ἄνω τῶν 60%. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα δευτερεῦον.
§55Γ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα δευτερεῦον· εἶναι τὸ πρωτεῦον.
§56ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ πρωτεῦον ζήτημα εἶναι ἄν, προκειμένου τὸ Κράτος νὰ στερηθῇ ἑνὸς ἐτησίου ἐσόδου ἐκ δύο περίπου ἑκατομμυρίων, πρέπει ἡμεῖς νὰ μείνωμεν μ’ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας καὶ νὰ μὴ σπεύσωμεν νὰ προλάβωμεν αὐτὴν τὴν ἀπώλειαν. Ἐάν, Κύριοι, νομίζητε ὅτι τὸ Κράτος εἶναι εἰς θέσιν ὑπὸ τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις νὰ χαρίσῃ αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια πρὸς προστασίαν μιᾶς ἐγχωρίας παραγωγῆς, τότε μὴ ψηφίζετε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐὰν ὅμως καὶ σεῖς εἶσθε τῆς γνώμης, ὡς ἡμεῖς, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ μέρος τοὐλάχιστον ἐκ τῆς ζημίας αὐτῆς διὰ τῆς προτεινομένης μικρᾶς φορολογίας, τότε παρακαλοῦμεν νὰ ψηφίσητε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν κυρίως τὴν ἐκ σταφίδος παραγομένην σάκχαριν. Ἡ θεσσαλικὴ σάκχαρις δὲν ἠδύνατο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἔχει πλέον καμμίαν σημασίαν διὰ τὴν παραγωγήν της, ὑφ’ ἃς συνθήκας εὕρηται αὐτὴ τὴν σήμερον, ὡς σᾶς ἐξέθηκα προηγουμένως. Δι’ αὐτὴν ἀρκεῖ, νομίζω, νὰ ὁρίσωμεν ὅτι ἡ φορολογία ἄρχεται ἐφαρμοζομένη ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1911, ὥστε νὰ διασκεδασθῇ πᾶσα ὑπόνοια τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης συναδέλφου ὅτι πρόκειται περὶ τῆς θεσσαλικῆς σακχάρεως.
§57Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὅσα ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, βεβαίως δὲν εἶναι ἀναιρετικὰ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης κ. Βουλευτής· τοὐναντίον ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ τὴν βάσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνεφώνησε καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων καὶ βεβαίου ὄντος, ὅτι ἡ νέα παραγωγή, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ φορολογήσωμεν, οὐδὲν κεφάλαιον μέχρι τοῦδε κατέθηκεν ἐν τῇ χώρᾳ, ὥστε καὶ ἡ χώρα δὲν ὑπέστη ζημίαν ἕνεκα τῆς νέας παραγωγῆς, ἐν τῇ γεωργικῇ παραγωγῇ αὐτῆς, ὅπως θὰ ὑποστῇ τὸ Κράτος ζημίαν ἐν τῇ γεωργικῇ παραγωγῇ τῆς Θεσσαλίας ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν σακχαροποιείων τῆς Θεσσαλίας, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρδίτσης περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, ἀφοῦ μάλιστα ὅλα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ἐδέχθη νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν.
§58ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ καὶ τοῦτο εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ εἶτα νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία μέχρι τοῦ Σαββάτου ἢ τῆς Κυριακῆς νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους».
§60Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δι’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς μίαν ἐπιτροπήν; Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, ὑπάρχουσι δὲ πολλαὶ τροπολογίαι.
§61ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸ πολλοῦ ἀπέστειλεν εἰς Εὐρώπην ὑποτρόφους διὰ νὰ σπουδάσωσι δαπάναις αὐτῆς οἱ γεωπόνοι. Βλέπω ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ὑποτρόφων ἐκείνων· καὶ δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ τῆς πενταετοῦς ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει, διότι οὕτω πως δὲν γίνονται οὗτοι δεκτοὶ εἰς ἐξετάσεις. Νομίζω ὅτι δέον ν’ ἀναγράψωμεν διάταξιν, καθ’ ἣν προνομιακῶς οὗτοι πρέπει νὰ διορισθῶσιν.
§62Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλετε τὴν τροπολογίαν σας καὶ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν θὰ συζητηθῇ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§63Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Προφανῶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὅτι ὑποχρεωτικῶς θὰ ἱδρυθῶσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου νομοῦ ἀνὰ εἷς ἀγροτικὸς κῆπος, ἀλλ’ ἐπειδὴ προηγήθη ἄλλο νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου δέκα νομοὶ ἀπώλεσαν τὴν ὕπαρξίν των, κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη χάριν αὐτῆς τῆς γεωργίας ὅπως μεταρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον καὶ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἱδρυθῶσιν οἱ κῆποι οὗτοι εἰς πρωτευούσας νομῶν ἢ πρωτευούσας ἐπαρχιῶν, ὅπου ἐνδείκνυται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀναποφεύκτως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῶσιν ἀγροτικοὶ κῆποι. Τοῦτο οὔτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον 26 νομοὺς εἶχεν ὑπ’ ὄψει του νὰ κάμῃ, σήμερον δὲ βεβαίως δὲν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι λόγοι οἰκονομικοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν μὴ ἵδρυσιν τούτων, διότι ὑπάρχουσι διαμερίσματα ὀρεινά, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην διδασκαλίας τοὐλάχιστον τῆς καλλιεργείας τῆς δενδροφυτείας. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δεχθῇ ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἱδρύσῃ ἀγροτικοὺς τοιούτους κήπους εἴτε εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν εἴτε εἴς τινας ἐπαρχίας, μὲ τὸν περιορισμὸν μάλιστα νὰ μὴ ὑπερβῶσιν οὗτοι τὸν ἀριθμὸν 20.
§64Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε συνετάσσετο τὸ νομοσχέδιον, εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ἡ ὑπηρεσία ὅτι οἱ νομοὶ θὰ ἠλαττοῦντο ἐξ 26 εἰς 16, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τούτου συνετάχθη τοῦτο. Ἐν τούτοις ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 4 ῥήτρα, καθ’ ἣν λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἱδρύσεως τοιούτων ἀγροτικῶν κήπων καὶ εἰς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ περιπτώσει Μοναί, δῆμοι, γεωργικοὶ σύλλογοι ἢ κοινότητες ἀναλαμβάνουσι τὰς δαπάνας τῆς ἐγκαταστάσεως, τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς καλλιεργείας αὐτῶν.
§65Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τώρα ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ συμφωνήσῃ μαζὶ μου, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἀπαραίτητον τὸ προσὸν ὅπως ἡ πρωτεύουσα ἑνὸς νομοῦ ἔχῃ καὶ ἀγροτικὸν κῆπον, διότι ὑπάρχουσι καὶ πρωτεύουσαι νομῶν, αἱ ὁποῖαι πᾶν ἄλλο πρέπει νὰ ἔχωσιν ἢ ἀγροτικὸν κῆπον. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε ὑποχρεωτικῶς νὰ ἱδρύσῃ τοὺς κήπους τούτους εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἱδρύσῃ τοὺς κήπους ὅπου ἡ ὑπηρεσία θέλει ὑποδείξει.
§66Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὡρίσθη ἐν τῷ νόμῳ ὅτι οἱ πειραματικοὶ κῆποι θὰ ἱδρυθῶσιν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ μάλιστα οὐχὶ μακρὰν τῆς πρωτευούσης, τὸ πολὺ 2,000 μέτρων. Ὁ σκοπὸς καὶ ὁ λόγος τῆς τοιαύτης διατάξεως εἶναι, ὅτι περὶ τὰς πρωτευούσας τοῦ νομοῦ συνέρχονται συνήθως οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ καὶ τοῦτο καθιστᾷ ἁπλούστερον νὰ ἐπισκέπτωνται τοὺς πειραματικοὺς κήπους καὶ νὰ ὠφελῶνται ἐκεῖθεν ἀντλοῦντες παραδείγματα. Ἐὰν ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν Ὑπουργὸν νὰ κρίνῃ τὸν τόπον τῆς ἱδρύσεως τοῦ πειραματικοῦ κήπου, τότε εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ ἐκλέξῃ καταλληλότερον τόπον, ἀλλὰ βεβαίως κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τοὺς κήπους ἱδρυομένους εἰς ἀπόκεντρα μέρη.
§67Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Μεθ’ ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ ἴδια. Ἀκριβῶς ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, διότι μεθ’ ὅλην τὴν πειστικότητα, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ θεωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐναπομένει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κῆπος αὐτός, ἐὰν μάλιστα ἱδρυθῇ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει, οὐδὲν πρακτικὸν ὄφελος θὰ ἔχῃ διὰ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας, ἐὰν μάλιστα συμπέσῃ ἡ πρωτεύουσα νὰ εἶναι εἰς τὸ ἄκρον τοῦ νομοῦ. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ζητήσωμεν εἰδικῶς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὁρίσῃ ἄλλας ἐπαρχίας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἡ ἐκτίμησις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως ἐκεῖ ὅπου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἤθελε θεωρηθῆ ἐπιβεβλημένη ἡ ἵδρυσις τοιούτου κήπου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρύηται καὶ εἷς τοιοῦτος κῆπος ἐπὶ πλέον. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–4 τοῦ νομοσχεδίου)
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δ. Βινιεράτου καθ’ ἣν προστίθεται καὶ ἡ λέξις «νομοκτηνιάτρου». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βινιεράτου καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§69Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δεχθῇ τροπολογίαν ἀναφερομένην εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Μετὰ τὰς λέξεις «γεωργικοῖς ἱδρύμασι» νὰ τεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Διοριζόμενοι ὡς νομογεωπόνοι μὲν ἐπὶ βαθμῷ καὶ μισθῷ τμηματάρχου δευτέρας τάξεως οἱ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου διατελέσαντες ὡς διευθυνταὶ γεωργικῶν Σταθμῶν, ὡς νομογεωπόνοι δὲ ἐπὶ μισθῷ καὶ βαθμῷ τμηματάρχου αʹ τάξεως οἱ προδιατελέσαντες ὡς τοιοῦτοι ὑπὲρ τὴν πενταετίαν». Ὁ λόγος τῆς ζητουμένης τροπολογίας εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν ἀπροστάτευτοι ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εὐδοκίμως, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθησαν οἰκειοθελῶς διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον.
§70Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα· τὴν ἀποδέχομαι.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἤδη ἑτέρα τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κ. Δ. Βινιεράτου σχετικὴ μὲ τὴν πρώτην τροπολογίαν τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τῆς θέσεως τοῦ νομοκτηνιάτρου, ἥτις φυσικά, ἀπορριφθείσης ἐκείνης, ἀπορρίπτεται καὶ αὕτη. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Ν. Γεωργακοπούλου.
§72Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νομίζω ὅτι αὕτη ταυτίζεται μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, ἣν ἐδέχθην.
§73Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ἡ ἰδία. Δὲν ταυτίζεται.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς λέγει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γεωργακοπούλου: «Ἡ τελαιυταία περίοδος τοῦ ἄρθρου 6 ἀπὸ τῶν λέξεων «τοῦ διαγωνισμοῦ τούτου ἐξαιροῦνται»... μέχρι τέλους ἀπαλείφεται».
§75Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ τυπωθῇ.
§76Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι αὐτῆς· ἔχω ἄλλην τροπολογίαν νὰ ὑποβάλω. Πάντα τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια μέχρι σήμερον σκοπὸν ἔχουσι τὴν ἀνόρθωσιν καὶ ἰδίως τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὅμως, ἰδίως δὲ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ σκοπὸς οὗτος καταστρέφεται, διότι τὸ 5ον ἄρθρον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, κάμνει ἐξαίρεσιν, ἐξαιρεῖ τοὺς γεωπόνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πενταετῆ ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι γεωπόνοι συνάδελφοί των πολὺ ἀνώτεροι, ἔχοντες δίπλωμα καὶ καλλίτερον βαθμὸν καὶ ἐπειδὴ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἔχωσι τὰ ἰσχυρὰ μέσα νὰ διορισθῶσιν, ἀποκλείονται τοῦ διαγωνισμοῦ. Πρέπει ὁ διαγωνισμὸς νὰ εἶναι γενικὸς δι’ ὅλους· νὰ λάβωσιν ὅλοι μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἐκτὸς πλέον ἂν ἔχωσι 10ετῆ ἢ 15ετῆ ὑπηρεσίαν· ἀλλά, ἂν αὐτοὶ ἔχωσι πενταετῆ ὑπηρεσίαν, οἱ συνάδελφοί των ἔχουσι πεῖραν μεγαλειτέραν, διότι ὑπηρέτησαν εἰς ἰδιωτικὰ κτήματα καὶ ἀλλαχοῦ. Πρέπει λοιπὸν νὰ γίνῃ γενικόν, νὰ λάβωσιν ὅλοι μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἐξαιρουμένων βεβαίως ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι 15ετῆ ὑπηρεσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία μου τροπολογία καὶ πιστεύω νὰ τὴν δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργός.
§77Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§78Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ συζητηθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6ον, ὡς ἐτροποποιήθη. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Παπαβασιλείου ἔχουσα οὕτω: Τὸ ἄρθρον 8ον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «... Τοῦ διαγωνισμοῦ τούτου ἀπαλλάσσονται οἱ ὑπηρετήσαντες ὡς Ἐπιμεληταὶ ἢ Ἐργοδηγοὶ πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως οἱ κεκτημένοι ὑπερπενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν γεωργικοῖς ἱδρύμασι.... κλπ.», ὡς εἶναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ».
§80Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Γνωρίζω τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία ἀναγκάζει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ πρώτης τάξεως καὶ οὐχὶ δευτέρας. Ἀλλ’ οἱ τῆς δευτέρας εἰργάσθησαν εἰς τὰ αὐτὰ ἔργα ἐπὶ σειρὰν ὁλοκλήρων ἐτῶν, νομίζω δ’ ὅτι τὴν αὐτὴν πεῖραν ἀπέκτησαν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη διαγωνισμοῦ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει διακρίσεως μεταξὺ τῶν τῆς πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως· ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς καθορῶν τὸ δίκαιον τῆς προτάσεως θὰ τὴν δεχθῇ.
§81Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§82Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἔχω τι νὰ προσθέσω μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαβασιλείου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
§83Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ τὴν δεχθῶ· θὰ τὴν συζητήσωμεν.
§84Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐργοδηγῶν τῶν Δημοσίων ἔργων, ἢ περὶ εἰδικῶν ἐργοδηγῶν; Καὶ διατί ἀποκλείονται ἐντελῶς οἱ τῆς δευτέρας τάξεως;
§85Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἀποκλείονται· τοὺς δεχόμεθα μετὰ διαγωνισμόν.
§86Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 ἀναγνωρίζονται ὡς πειραματικοὶ κῆποι οἱ συντηρούμενοι ὑπὸ κοινοτήτων, ἰδιωτῶν ἢ δήμων, νομίζω δ’ ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτων ἱδρυμάτων, τῶν ἰδιωτικῶν, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζει τὸ Δημόσιον διὰ Β. Διατάγματος κατὰ τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἦτο δίκαιον νὰ διορίζωνται οἱ κεκτημένοι πτυχίον γεωργικῆς σχολῆς, προτιμωμένων τῶν ἐντοπίων. Πρόκειται περὶ ἰδιωτικοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον συντηρεῖ ὁ τόπος καὶ ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Εἰς τὰ τοιαῦτα ἱδρύματα δίκαιον εἶναι νὰ διορίζωνται ἁπλοῖ ἐργοδηγοὶ οἱ κεκτημένοι πτυχίον, προτιμωμένων τῶν ἐντοπίων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καὶ τὰς συνθήκας τὰς κτηματολογικάς, αἱ ὁποῖαί εἰσι διάφοροι εἰς ἕκαστον τόπον. Προκειμένου ὅμως κατόπιν νὰ διορισθῶσιν εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν δημοσίου κήπου, βεβαίως θὰ ὑπάγωνται εἰς διαγωνισμόν.
§87Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκετοι). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Βινιεράτου.
§89Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀπορρίπτεται, διότι κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐδέχθην τοὺς κτηνιάτρους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυριακῆς ἀργίας», ἤδη, κ. Πρόεδρε.
§91Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ παύσωσιν αἱ ἀναφοραί.
§92Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὰς ἀναφοράς.
§93Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυριακῆς ἀργίας».
§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ «περὶ κυριακῆς ἀργίας».
§95Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προηγηθῇ τὸ «περὶ φυλακῶν» καὶ κατόπιν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ «περὶ κυριακῆς ἀργίας».
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Γʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ΑΣΝΖʹ περὶ φυλακῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχουσι πολλαὶ τροπολογίαι. Ὁ κ. Τσιτσάρας.
§97Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κανονίζονται προσόντα. Ἀπαιτεῖται ἀπολυτήριον Γυμνασίου διὰ νὰ διορισθῇ ἐπιστάτης φυλακῶν, κατωτέρω δὲ ὑπάρχει διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας διορίζονται καὶ ἀξιωματικοί· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν λαμβάνει πρόνοιαν περὶ τούτου. Καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα αὐτά, τί θὰ γίνῃ τότε; Θὰ μένωσιν αἱ φυλακαὶ ἄνευ ἐπιστατῶν; Εἶναι καλὸν νὰ δεχθῶμεν ἀπολυτήριον Ἑλληνικοῦ σχολείου.
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§99Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρόκειται ἀκριβῶς νὰ διορθώσωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν φυλακῶν. Ἂν κατ’ ἀρχὴν πρέπῃ νὰ βελτιωθῇ τὸ προσωπικόν, πρέπει νὰ βελτιωθῇ κυρίως ὁ κλάδος ἐκεῖνος τῆς ὑπηρεσίας, οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐπιτηρῶσι τοὺς φυλακισμένους. Τί ζητοῦμεν λοιπόν; Ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῶσι πρόσωπα ἀποδεχόμενα τὴν θέσιν αὐτήν, καὶ στρατιωτικοὶ ἀπόστρατοι, οἱ ὁποῖοι προτιμῶνται, καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ δεκαετίαν καὶ αὐτοὶ νὰ προτιμῶνται. Νομίζομεν ὅτι ἐντὸς αὐτῶν τῶν τριῶν τάξεων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ἐπιστάτας.
§100Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ καιροῦ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη ὅπως τὰ τῶν φυλακῶν βελτιωθῶσι. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ πρόνοια ἡ λαμβανομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπαρκής· ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ταχύτερον θέλει συμπληρωθῆ ἡ μέριμνα αὕτη εἴτε ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἴτε ὑπ’ ἄλλης, καὶ διὰ τοῦτο ὀρθῶς ἐτέθησαν τὰ προσόντα τοῦ ἀπολυτηρίου Γυμνασίου. Δὲν πιστεύω δὲ σπουδαίως νὰ ὑπεστήριξεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωσι τὰ πρόσωπα ταῦτα κατὰ περίπτωσιν ἔστω καὶ σπανίαν· πάντοτε θὰ εὑρεθῶσιν οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα. Ἐν τούτοις ἔχω μίαν παρατήρησιν, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι δύο ἰδέαι συγκρουόμεναι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποθέτω ὅτι ἡ γνώμη σας εἶναι νὰ προτιμῶνται οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοί.
§101Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§102Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐν τούτοις δὲν φαίνεται τοῦτο, διότι εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις· λέγει «εἰς τὴν θέσιν ταύτην κατὰ προτίμησιν δύναται νὰ διορισθῇ...» Ἄν τὸ νομοσχέδιον θέλῃ νὰ δώσῃ προτίμησιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς πρέπει νὰ μὴ ἐκφράζηται δυνητικῶς. Λοιπὸν ἐγὼ προτείνω ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ «δύναται».
§103Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ ἢ τὸ «δύναται» ἢ τὸ «κατὰ προτίμησιν». Τὸ «κατὰ προτίμησιν» σημαίνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διορίσῃ· τὸ «δύναται» σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη, ἀλλ’ ἔχει ἐλευθερίαν ἐκλογῆς. Αἱ δύο αὗται λέξεις δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξωσιν· ἢ ἡ μία θὰ μείνῃ ἢ ἡ ἄλλη. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν (ἀναγινώσκει) «Ἐπιστάτης κτλ. δύναται νὰ διορισθῇ ὁ ὡς τοιοῦτος ὑπηρετήσας ἀμέμπτως ἐπὶ δεκαετίαν». Ἡ διάταξις αὕτη δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν τελευταίαν τοῦ ἄρθρου 4 ὡς πρὸς τοὺς ἐπιστάτας μόνον, κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ στερούμενοι τῶν κατὰ τὸν παρόντα νόμον προσόντων ἐπιστάται ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας, πλὴν τῶν ἐχόντων διετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν». Διατί ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι σήμερον διωρισμένος καὶ ἔχει διετῆ ὑπηρεσίαν, νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐπὶ ἐννέα ἔτη πρότερον νὰ μὴ τὰ ἔχῃ; Αὐτὸ τείνει νὰ προστατεύσῃ μόνον τοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, οἱ ὁποῖοι δὲν βλέπω δυνάμει τίνων ἐξαιρετικῶν προσόντων διωρίσθησαν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκτοπισθῶσιν ὑπὸ τῶν ἐχόντων προσόντα. Ἄν θέλητε νὰ ὁμιλήσωμεν καθαρώτερον, τείνει νὰ προστατεύσῃ τοὺς φίλους τοῦ κόμματος, ἐμποδίζον τὸν διορισμὸν παντὸς ἄλλου.
§104Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἄν θέλωμεν νὰ ψηφίζωμεν νόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐκτελέσωσι τὸν προορισμόν των καὶ νὰ ζήσωσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν τὰς προσωπικὰς διατάξεις. Γνωρίζομεν εἰς ποῖον σημεῖον περιῆλθον αἱ φυλακαὶ μὲ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν μέχρι σήμερον ὡς ἐπιστάτας καὶ διευθυντὰς αὐτῶν. Ἄν λοιπὸν θέλωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰς φυλακάς, πρέπει νὰ θέσωμεν ἐπιστάτας ἀνθρώπους μὲ προσόντα καλλίτερα. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ καταργήσωμεν 122 Εἰρηνοδικεῖα καὶ οὕτω ν’ ἀπολύσωμεν 122 εἰρηνοδίκας καὶ 122 γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι καλλίτεροι αὐτοὶ βεβαίως ἑνὸς ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ, καὶ ἑνὸς ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε δύο ἢ τρία ἔτη εἰς τὰς φυλακάς. Οὕτω πως ἐξυπηρετοῦνται καὶ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι θ’ ἀποφύγῃ καὶ ἀπονομὴν συντάξεων εἰς πολλοὺς ἐξ αὐτῶν. Εἶναι δὲ πρόσωπα κατάλληλα διὰ νὰ καταλάβωσιν αὐτὰς τὰς θέσεις τῶν ἐπιστατῶν φυλακῶν, διότι αὐτοὶ πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ νομικὰς γνώσεις.
§105Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἢ ὑπαξιωματικούς, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι οὗτοι, ἔχοντες στρατιωτικὴν ἀνατροφὴν καὶ αὐστηρότητά τινα ἕνεκα τοῦ βίου τοῦ παρελθόντος, θὰ εἶναι πολὺ πλέον κατάλληλοι εἰς τὸ νὰ φυλάττωσι τοὺς φυλακισμένους καὶ νὰ ἐκπληρῶσιν αὐστηρῶς τὰ καθήκοντά των, παρὰ νέοι πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὅλως διόλου ἄλλας ἀρχάς. Δι’ αὐτὸ ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τοὺς ἀξιωματικούς, ἀποστράτους ἐννοεῖται. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀρχικὴ ἰδέα. Ἐνομίσαμεν ὅτι πρὸ πάντων διὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ διὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιώσωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν φυλακῶν.
§106Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Θὰ προσθέσω δύο λέξεις. Θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀνώτεροι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ ἱκανοὶ νὰ διευθύνωσι τὰς φυλακὰς πρώην εἰρηνοδίκαι, τοιοῦτοι δὲ μετὰ τὴν κατάργησιν πολλῶν Εἰρηνοδικείων θὰ εἶναι πολλοὶ καὶ θὰ ἔχωμεν καὶ οἰκονομίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὡμίλησα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν πρώτην τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἀκριβῶς τὰς θέσεις ὅλων τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν καὶ ἐν γένει τῶν σωφρονιστηρίων καὶ ἄλλων ν’ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς ὑπαξιωματικούς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰς ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρονται. Ὥστε, ἐὰν ἐγίνετο τροπολογία, δι’ ἧς οἱ ὑπαξιωματικοὶ ὅλοι νὰ κατέχωσι τὰς θέσεις τῶν φυλάκων καὶ ἀρχιφυλάκων, τὰς θέσεις τῶν ἐπιστατῶν καὶ διευθυντῶν ν’ ἀναθέσωμεν κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἰς πρώην εἰρηνοδίκας καὶ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐγκαταλειφθῶσι, τῶν ὁποίων τινὲς εἶναι συνταξιοῦχοι, διότι θὰ καταργηθῶσι τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Ἐὰν φρονῆτε ὅτι εἶναι καταλληλότεροι οἱ ὑπαξιωματικοί, βεβαίως δὲν ἔχω τὴν δύναμιν ν’ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν γνώμην σας. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος δέχηται, θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ.
§107Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας ἔχει καὶ ἄλλην σημασίαν, δηλ. πρέπει τὸ «κατὰ προτίμησιν» ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὰς λέξεις «κατὰ προτίμησιν», σημαίνει, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ ὁ ἀπόστρατος.
§108Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι.
§109Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τουλάχιστον μὲ τὰς λέξεις «κατὰ προτίμησιν» τοῦτο ἐννοεῖται. Δηλοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν πρέπει νὰ λείψῃ.
§110Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ λειτουργία τῶν φυλακῶν παρ’ ἡμῖν εἶναι γνωστή· διαιροῦνται δὲ σήμερον αἱ φυλακαὶ εἰς δύο κατηγορίας· ὑπάρχει δηλαδὴ μία κατηγορία φυλακῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ διαιτῶνται ἀνθρωπίνως οἱ κρατούμενοι, ὑπάρχει δὲ καὶ ἑτέρα τάξις φυλακῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ οἱ κρατούμενοι στέλλονται ἵνα χειροτερεύσωσιν, ἵνα μάθωσι πᾶσαν κακοήθειαν, ἵνα μάθωσιν ὅλην τὴν τέχνην καὶ ὅλα τὰ μηχανήματα τῶν κακοποιῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι. Βεβαίως δὲν γνωρίζω ἂν ὑπῆρχε περίστασις σήμερον ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ Πολιτεία περὶ τῆς διορθώσεως τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν φυλακῶν, ἡ ὁποία παριστᾷ αὐτὰς ὡς στίγμα κοινωνικὸν τῆς χώρας ἡμῶν.
§111Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχω κατωτέρω νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν. Τότε λέγετε ὅ,τι νομίζετε ὀρθόν.
§112Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὸ στίβαγμα ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀνὰ 20 καὶ 30 εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν αἴθουσαν κεκλεισμένων παριστᾷ θλιβερὰν εἰκόνα τῶν φυλακῶν. Ἀλλὰ διαφέρει τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἀπὸ τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα σήμερον συζητοῦντες περὶ τῆς διοικήσεως τῶν φυλακῶν. Δύο κατηγορίας ἐπιστατῶν παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον, ἤτοι ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κέκτηνται τὸ προσὸν τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ Γυμνασίου καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν ὑπαξιωματικοὶ ἐν τῷ στρατῷ. Κατ’ ἐμὴν πεῖραν εἶμαι τῆς γνώμης ὅπως προτιμηθῶσιν οἱ ὑπαξιωματικοί, διότι κατὰ τὴν διοίκησιν πολυανθρώπων σωμάτων πρέπει ὁ διοικῶν νὰ ἔχῃ πνεῦμα πειθαρχίας καὶ διοικητικόν· ἐὰν δὲν τὸ ἔχῃ, θὰ τὸ ἔχῃ ἀποκτήσει ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετήσας.
§113Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὡραῖα!
§114Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὸ ἔχει δ’ ἀποκτήσει ὁ ὑπαξιωματικός, ὁ ὁποῖος κέκτηται τὰ στοιχεῖα τῆς πειθαρχίας ἀπὸ τῆς κατατάξεώς του ἐν τῷ στρατῷ ὑποτασσόμενος ὁ ἴδιος εἰς τοὺς κανονισμοὺς τοῦ στρατοῦ, θὰ δύναται δ’ ὡς ἐκ τούτου ὁ τοιοῦτος καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν πειθαρχίαν ταύτην, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος ἵνα λειτουργῇ εἰς τοὺς κρατουμένους ἐν φυλακαῖς. Ὁ κεκτημένος μόνον τὸ ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου εἶναι ἀθῷον πλάσμα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει τὰ μέσα καὶ τὰς πανουργίας τὰς ὁποίας οἱ ἐν φυλακαῖς κρατούμενοι σοφίζονται καὶ διανοοῦνται. Διὰ τοῦτο ἡ χρησιμοποίησις τοιούτων ἀνδρῶν κεκτημένων μόνον τὸ ἀπολυτήριον δὲν θέλει χρησιμεύσει εἰς τίποτε ἄλλο ἢ εἰς τὸ νὰ δοθῇ τὸ σύνθημα εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὴν κατάληψιν θέσεων, διότι τάχα κέκτηνται τὸ ἀπαιτούμενον ἀπολυτήριον, νὰ προσέρχωνται δὲ πιέζοντες ὅπως καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας. Ἀλλά, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν πάντες, καταλαμβάνοντες οὗτοι τὰς θέσεις ταύτας δὲν δύνανται νὰ προσφέρωσι τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θὰ καταντήσωσιν οὗτοι πλέον ὡς ἁπλοῖ θεσιθῆραι. Ἕν μόνον θέλω νὰ προσθέσω ἐνταῦθα, τὸ ἑξῆς, ὅτι δύναται νὰ προτιμηθῇ τοῦ ἔχοντος ἀπολυτήριον Γυμνασίου ὁ ἔχων ἀπολυτήριον μὲν σχολαρχείου, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος προϋπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ὑπαξιωματικός. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, σήμερον πρώην ὑπαξιωματικοὶ πολῖται, οἱ ὁποῖοι προϋπηρέτησαν ἐν τῷ στρατῷ, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν πεῖραν τῆς πειθαρχίας ἀπέκτησαν ἐν τῷ στρατῷ καὶ μάθησιν ἀρκοῦσαν ἔχουσιν· ἀδιάφορον ἂν αὕτη παρουσιάζεται μὲ τὸ ἀπολυτήριον τοῦ σχολαρχείου ἢ μὲ τὸ ἐνδεικτικὸν τῆς Βʹ ἢ Γʹ Γυμνασίου, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις θὰ κέκτηνται καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς πειθαρχίας. Οἱ τοιοῦτοι λοιπὸν δὲν πρέπει ν’ ἀποκλείωνται, διότι, μὴ νομίζετε ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν μόνον εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ν’ ἀναθέτωμεν τὴν διεύθυνσιν τῶν φυλακῶν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τελείως ἐξησκημένους ἐπιστάτας, διότι πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ ἀπόστρατοι ὑπαξιωματικοὶ γενόμενοι ἀπόστρατοι εὑρίσκονται πλέον ἐν τῇ παρακμῇ τοῦ βίου των· δὲν θὰ ἔχωσι δηλ. τὸ ἀπαιτούμενον σθένος νὰ διοικήσωσι τοιαῦτα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ αὐτῷ εὑρισκόμενοι νομίζουσιν ὅτι εἶναι πάντοτε ἠδικημένα καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι πάντοτε κατὰ τῶν Ἀρχῶν μίαν στάσιν ἐχθρικὴν τρόπον τινά, ἣν πρέπει ὁ ἐπιστάτης νὰ γινώσκῃ νὰ κατευνάζῃ καὶ χαλιναγωγῇ.
§115Μ. ΑΝΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νομίζω ὅτι προηγεῖται καὶ μία ἄλλη τάξις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ προτιμηθῶσι. Προτείνω λοιπόν, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 1 προστεθῇ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ ἡ ἑξῆς διάταξις: «Ὁ διατελέσας διευθυντὴς Σωφρονιστηρίου».
§116Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα. Δεκτόν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου ἔχει τὸν λόγον.
§118Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τὰ καθήκοντα τῶν ἐπιστατῶν εἶναι ὕψιστα καὶ εἴθε νὰ εἴχομεν ἀρκετὰ μεμορφωμένους ἀνθρώπους ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, διότι οἱ ἐπιστάται δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ αὐτόχρημα ὡς παιδαγωγοὶ εἰς τοὺς φυλακισμένους καὶ ὡς ὁδηγοί. Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς ζητήσωμεν οὐδαμοῦ, διότι οὔτε παρεσκευασμένοι κλάδοι οὔτε καὶ ἀρκετοὶ πόροι τοῦ Κράτους ὑπάρχουσι διὰ νὰ μισθοδοτηθῶσι καταλλήλως καὶ ἀποδεχθῶσι τοιαύτας θέσεις. Φρονῶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἁρμοδιώτεροι πάντων οἱ ἀξιωματικοί, πρῶτον διότι εἶναι συνηθισμένοι εἰς τὴν πειθαρχίαν καὶ δεύτερον διότι μόνοι αὐτοὶ δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς φυλακισμένους εἰς πᾶσαν περίπτωσιν καὶ νὰ τοὺς φέρωσιν εἰς τὴν τάξιν, διότι γνωρίζομεν ὅτι συμβαίνουσι πολλὰ ἐντὸς τῶν φυλακῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐπιβάλλον, Κύριοι. Εἶναι καὶ ἡ ἀσφάλεια. Οὗτοι, καθόσον εἰσὶν ἐν ἐνεργείᾳ τακτικώτατα λαμβάνοντες μέρος εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, φρουροῦσιν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ γνωρίζουσι πῶς νὰ προλάβωσι τὰς ἀποδράσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι συχνόταται ἐν Ἑλλάδι. Τὸ δὲ καὶ κυριώτερον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θέλομεν πληρώνει ὀλιγώτερα. Ὅλοι οἱ λόγοι, κύριοι Βουλευταί, συνηγοροῦσιν ἵνα προτιμηθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι καλῶς διετυπώθη τὸ ἄρθρον εἰς τὴν θέσιν ταύτην λέγον «κατὰ προτίμησιν», πρέπει δὲ ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ «δύναται», διότι πάντως πρέπει ν’ ἀναζητήσῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς διοριστέους.
§119ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.
§121Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κατωτέρω τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ περὶ ἀμέμπτου διαγωγῆς τοῦ ἀξιωματικοῦ βεβαιουμένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅταν παρουσιάζῃ αὐτὸς αὐτὰ τὰ προσόντα, πρέπει νὰ εἶναι προτιμητέος παντὸς ἄλλου. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, τί γίνεται σήμερον· ὅλοι οἱ ἐπιστάται ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων εἶναι τύραννοι καὶ ἐκβιασταὶ τῶν φυλακισμένων, καὶ τὸ κρασὶ καὶ τὸ λάδι καὶ ὅλα τοὺς ἀφαιροῦσι· παραβιάζουσι πάντας τοὺς νόμους χάριν χρημάτων. Φρονῶ ὅτι εἷς ἀξιωματικός, ὅστις καλῶς ὑπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταχρασθῇ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ ὅτι πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ τεθῇ διὰ τὸν ἀξιωματικὸν καὶ ἐν ἐλλείψει νὰ στραφῶμεν εἰς ἄλλας τάξεις.
§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι φανερὸν ὅτι, ἂν μὴ ὅλοι, ἀλλὰ τοὐλάχιστον οἱ πλείονες τῶν διευθυντῶν φυλακῶν θὰ ληφθῶσιν ἐκ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· συμβιβάζεται ἡ ἰδιότης καὶ τὰ καθήκοντα ἀληθοῦς ἐπιστάτου φυλακῆς πρὸς τὴν ἰδιότητα πρώην ἀξιωματικοῦ; Ὑπάρχει τι τὸ κοινὸν μεταξὺ διευθυντοῦ φυλακῆς καὶ ἑνὸς ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ; Ὑπάρχει σαφὴς ἰδέα ἐνταῦθα καὶ εὐκρινὴς περὶ τῆς ὑψηλῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ εἷς ἐπιστάτης, καὶ τῆς μορφώσεως τῆς εἰδικῆς ὅπως διευθύνῃ μίαν φυλακήν; Καὶ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν προορισμὸν τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ ποινὴ μὲ τὸν διορισμὸν ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ εἰς τὴν θέσιν ταύτην; Μὴ γίνεται σύγχυσις μεταξὺ φυλάκων καὶ διευθυντῶν; Ἐὰν πρόκειται περὶ φυλάκων, βεβαίως πρέπει ν’ ἀπευθυνθῆτε εἰς ἀξιωματικούς· αὐτὸ εἶναι φυσικώτατον· ἀλλὰ προκειμένου περὶ διευθύνσεως φυλακῶν, προκειμένου περὶ τῆς ἐκπληρώσεως ὑψίστου σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ ποινή, θὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν διεύθυνσιν φυλακῶν εἰς ἀξιωματικὸν ἀπόστρατον μὲ ἄλλας ἀρχάς, μὲ ἄλλας ἰδέας, μὲ ἄλλας γνώσεις, ἀλλὰ μὴ ἔχοντα βεβαίως εἴδησιν τῶν εἰδικῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ λειτουργήσῃ μία φυλακὴ καὶ τῆς μορφώσεως; Δὲν εἶναι ἆρά γε ἀσυγκρίτως προτιμότερον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς νὰ διορίζητε πρώην δικαστικούς, ἕνα εἰρηνοδίκην, τὸν ὁποῖον θὰ παύσητε αὔριον, ἕνα ἔντιμον ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον νὰ θέσητε ἐκεῖ διευθυντὴν φυλακῶν; Διατί νὰ προτιμηθῇ ὁ ἀπόστρατος ἀξιωματικός; Τί τὸν συνδέει μὲ τὴν φυλακήν; Τί γνωρίζει περὶ ποινῆς, περὶ ἐγκλήματος, περὶ εἰδικῆς μορφώσεως; Ἀλλ’ ὁ δικαστικὸς γνωρίζει βεβαίως ἀσυγκρίτως περισσότερα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν θέλῃ πράγματι εἰλικρινῶς νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν, ν’ ἀποφασίσῃ νὰ διορίσῃ δικαστικὰ μᾶλλον πρόσωπα παρὰ στρατιωτικά, διότι ἐκ τῶν στρατιωτικῶν οὐδεμία βελτίωσις θὰ ἐπέλθῃ.
§123Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν τὸ προσωπικὸν ἦτο προσωπικὸν περιωπῆς μεγάλης, τότε βεβαίως πρέπει τις νὰ προτιμήσῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· ἀλλ’ ἡμεῖς προετιμήσαμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς πρὸ πάντων ἕνεκα γεγονότων πολλῶν τῶν τελευταίων τούτων ἡμερῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε πόσοι καθ’ ἑκάστην φεύγουσιν ἀπὸ τὰς φυλακὰς ἕνεκεν ἐλλείψεως αὐστηρᾶς ἐπιβλέψεως, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐπιβολῆς.
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πταίουσιν οἱ φύλακες.
§125Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὸ πάντων οἱ ἐπιστάται. Καὶ δι’ αὐτὸ προυτιμήσαμεν τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων νομίζομεν ὅτι θὰ εὕρωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, δηλαδὴ πειθαρχίαν, αὐστηρότητα καὶ ἐπιβολήν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένομεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου ὡς διετυπώσαμεν τοῦτο.
§126Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βελτιοῦνται ἐκ τούτου κἄν, διότι δὲν λέγει ὅτι θὰ διορίζωνται μόνον πρώην ἀξιωματικοί.
§127Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ λοιποὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀποχωροῦσι κατὰ τὸν νόμον μετὰ ἑξήκοντα ἔτη.
§128Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τώρα καὶ μὲ τεσσαράκοντα ἔτη, διότι θὰ καταργηθῶσιν 120 Εἰρηνοδικεῖα.
§129Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταργηθῶσιν 140 Εἰρηνοδικεῖα.
§130Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀποχωροῦσι τῆς ὑπηρεσίας μετὰ πεντήκοντα ἔτη, δύνανται δὲ ἄριστα νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των.
§131Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τοὺς ἐμποδίζει ὁ νόμος.
§132Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦσαν εὐτυχεῖς οἱ κ. συνάδελφοι, ἐὰν ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις τοιούτων τεράτων, τὰ ὁποῖα διορίζονται ἐπιστάται, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ λείψωσι τὰ τέρατα αὐτά.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου πολλὰς τροπολογίας. Ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀ. Γαρουφαλλιᾶ εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἐδάφιον 1, λέγει: Νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἑξῆς: «ὁ ἔχων ἀπολυτήριον Ἑλληνικοῦ σχολείου καὶ διετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν ἐφοριακοῦ γραμματέως αʹ καὶ βʹ τάξεως ἢ ταμειακοῦ τοιούτου».
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι προσὸν αὐτό.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία, τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Πολυζώη, ὁ ὁποία λέγει: Εἰς τὸ τέλος τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ΑΣΝΖʹ περὶ φυλακῶν» νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «ἢ ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ πενταετίαν εὐδοκίμως ὡς ἀρχιφύλαξ Σωφρονιστηρίου». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πολυζώη). Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία, τοῦ βουλευτοῦ Καρυστίας κ. Μ. Στεφανίδου, ἡ ὁποία λέγει: «Ἐν τῇ 2 § τοῦ ἄρθρου 1 νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει «ἢ Σχολαρχείου καὶ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἀνθυπασπιστοῦ ἢ ὑπαξιωματικοῦ ὀκταετῆ καὶ ἀφεθεὶς μὲ ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον διαγωγὴν προκειμένου περὶ ὑπαξιωματικοῦ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ μὲ καλὴν προκειμένου περὶ ὑπαξιωματικοῦ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ». Ἐν τῇ 3 § νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἑπόμεναι φράσεις τοῦ γʹ καὶ δʹ στίχου: «μετὰ πιστοποίησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς ἐν τῷ στρατῷ χρηστῆς αὐτοῦ ὑπηρεσίας». Ἐν τῇ αὐτῇ παραγράφῳ, εʹ στίχῳ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν οὗτος: «ὡς καὶ οἱ ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ ἀνθυπασπισταὶ καὶ ὑπαξιωματικοί», ἀντικατασταθῶσι δὲ καὶ αἱ ἐν τῷ γʹ στίχῳ λέξεις «τὴν λαμβάνει» διὰ τῶν λέξεων «τὴν λαμβάνουσι κλ.». Ὡσαύτως νὰ προστεθῶσιν ἐν τῇ 3 § τοῦ ἄρθρου 3 ἐν τέλει «ἂς σὺν τῇ συντάξει των λαμβάνουσι». Καὶ ἐν τῇ 5 § τοῦ ἄρθρου 3 νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ γʹ στίχου αἱ λέξεις «καὶ ὁπλῖται». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§136Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ ἰδική μου τροπολογία: νὰ προστεθῇ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ «ὁ διατελέσας διευθυντὴς Σωφρονιστηρίου».
§137Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· τὴν δεχόμεθα.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Οἱ στερούμενοι τῶν κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἀπαιτουμένων προσόντων ἐπιστάται, ἀρχιφύλακες καὶ φύλακες Σωφρονιστηρίων καὶ λοιπῶν φυλακῶν διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας, πλὴν τῶν ἐχόντων πενταετῆ συνεχῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν, ὑπαγομένων εἰς τὰς περὶ ἀπολύσεως διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ΑΣΝΖʹ»· Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Ν. Γεωργακοπούλου, Ἰ. Στεφανοπούλου, Δ. Κατσίνα, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Ν. Γερουλάνου, καὶ Λ. Ῥούφου Κανακάρη, ἡ ὁποία λέγει· «εἰς τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τὴν λέξιν «ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «πλὴν τῶν διατελούντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαγομένων εἰς τὰς διατάξεις κλ». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία αὕτη. Ἐπίσης ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Γ. Κουλούρη, Δ. Τσιτσάρα, Θ. Μαυρομαρᾶ, καὶ Στ. Σακελλαριάδου, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐπιστατῶν ἀπολύονται μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον κριθῆ ἀνίκανοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τούτῳ συσταθησομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ δὲ τῶν ἀρχιφυλάκων καὶ φυλάκων οἱ στερούμενοι τῶν κατὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον προσόντων, πλὴν τῶν ἐχόντων τριετῆ συνεχῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν». Ἀπορρίπτεται ἐπίσης ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Παξῶν κ. Βελλιανίτου, ἡ ὁποία λέγει· «Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 4 νὰ προστεθῇ· «οἱ ἔχοντες πενταετῆ ὑπηρεσίαν φύλακες καὶ ἄμεμπτον διαγωγὴν προβιβάζονται εἰς ἀρχιφύλακας»).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἤδη ἑτέρα τροπολογία, τοῦ βουλευτοῦ Λευκάδος κ. Π. Φίλιππα.
§140Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Ἀ. Τάκη, Π. Φίλιππα καὶ Ἀ. Κασσαβέτη, περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 4, ἡ ὁποία λέγει· «Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐπιστατῶν ἀπολύονται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον κριθῆ ἀνίκανοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὑπὸ ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτο συσταθησομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κλπ.»
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ὁμοία μὲ τὴν προηγουμένην.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§144Θ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 4; «πλὴν τῶν ἐχόντων πενταετῆ ὑπηρεσίαν»;
§145Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πενταετῆ· μάλιστα.
§146Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Διετῆ ὑπηρεσίαν.
§147Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πενταετῆ.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πλὴν τῶν ἐχόντων διετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν. Αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέρριψεν ὅλας τὰς τροπολογίας· ἑπομένως τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου λέγει· «Οἱ στερούμενοι τῶν κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἀπαιτουμένων προσόντων ἐπιστάται, ἀρχιφύλακες καὶ φύλακες Σωφρονιστηρίων καὶ λοιπῶν φυλακῶν διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας, πλὴν τῶν ἐχόντων διετῆ συνεχῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν, ὑπαγομένων εἰς τὰς περὶ ἀπολύσεως διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ᾼΣΝΖʹ».
§149Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι λάθος. Ὁ νόμος λέγει· «οἱ ἔχοντες πενταετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν». Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ συντομευθῇ ὁ χρόνος ἀπὸ πενταετοῦς ὑπηρεσίας εἰς διετῆ· τοὐναντίον μάλιστα, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ τεθῇ δεκαετὴς ὑπηρεσία. Ἡ ἀξίωσις, κύριε Πρόεδρε, τῶν κ. Βουλευτῶν, τῶν ἰσχυριζομένων ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ διετὴς ὑπηρεσία, δὲν ἀποβλέπει παρὰ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διατηρηθῶσιν οἱ σήμερον ὑπηρετοῦντες ὡς ἐπιστάται τῶν φυλακῶν, διότι ἔτυχε νὰ εἶναι διωρισμένοι πρὸ διετίας. Τὸ νομοσχέδιον λέγει «πενταετῆ ὑπηρεσίαν».
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις;
§151Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, ὅσον εἶναι αὐστηραί, τόσον εἶναι καὶ καλαί. Ἀλλ’ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ τεθῇ πενταετὴς ὑπηρεσία.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 λοιπὸν τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Οἱ στερούμενοι τῶν κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἀπαιτουμένων προσόντων ἐπιστάται, ἀρχιφύλακες καὶ φύλακες Σωφρονιστηρίων καὶ λοιπῶν φυλακῶν διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας, πλὴν τῶν ἐχόντων πενταετῆ συνεχῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν, ὑπαγομένων εἰς τὰς περὶ ἀπολύσεως διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ᾼΣΝΖʹ». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Ὁ βουλευτὴς Τήνου κ. Θ. Μαυρομαρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Θέλετε νὰ ψηφίσωμεν ἤδη τὸ περὶ κυριακῆς ἀργίας νομοσχέδιον;
§153ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ κυριακῆς ἀργίας καὶ ἑορτῶν». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§155Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε. Τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἔσχε τὴν ἐντολὴν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτό. Ὄντως δ’ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας κοπιάσασα αὕτη κατήρτισεν αὐτό, ὅπως τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπάρχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τοὺς μὲν ἀρέσκουσιν, εἰς τοὺς δὲ δὲν ἀρέσκουσιν. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ ὑπὸ τῶν διαφόρων συντεχνιῶν καὶ ἐπιτροπῶν ἐν Ἀθήναις ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι καὶ ἄπειροι αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν· ἐλήφθησαν πᾶσαι ὑπ’ ὄψιν καὶ κατηρτίσθη οὕτω τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχομεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων νὰ ὑποβάλωμεν καί τινας τροπολογίας, ὅπως πληρέστερον καταστήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θελήσῃ νὰ πιστεύσῃ εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν εὐσυνείδητον καὶ μεμελετημένην, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ νὰ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς εἶναι, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ ἡ ὑποβολὴ τροπολογιῶν τινων, χωρὶς ν’ ἀρνηθῶ καὶ τὰ φῶτα τῶν κ. συναδέλφων, διότι ὁπωσδήποτε ἡ μακρὰ συζήτησις θὰ φέρῃ δυσχέρειαν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ τὰς ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ ὁριζομένας ἡμέρας ἀπαγορεύεται πᾶσα βιομηχανική, βιοτεχνικὴ καὶ ἐμπορικὴ ἐργασία ὑπὸ τὰς διὰ τοῦ παρόντος νόμου διαγραφομένας διακρίσεις».
§157Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ προστεθῇ χάριν μείζονος διασαφήσεως «εἰς τοὺς ἐν τῷ Κράτει ὀπαδοὺς παντὸς θρησκεύματος».
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκει καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): Ἀποκλείονται τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος νόμου: 1) αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι καὶ αἱ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀσκούμεναι βιομηχανίαι καὶ μονοπώλια, 2) αἱ γεωργικαί, θηρευτικαὶ ἢ ἁλιευτικαὶ ἐργασίαι, 3) αἱ παντὸς εἴδους ἐπιχειρήσεις τῆς διὰ γῆς ἢ ὕδατος μεταφορᾶς προσώπων ἢ ἐμπορευμάτων, ὡς καὶ αἱ μετ’ αὐτῶν συνδεόμεναι ἐργασίαι ἀποστολῆς, φορτώσεως καὶ ἐκφορτώσεως».
§159Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ πᾶσα ἐργασία ἐπισκευῆς σιδηροδρόμου ἢ τροχιοδρόμου, μετὰ προηγουμένην δ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ πᾶσα κατασκευή». Εἶναι δυνατὸν οἱ σιδηρόδρομοι καὶ οἱ τροχιόδρομοι νὰ πάθωσι δυστύχημά τι, καὶ νὰ παραστῇ ἀνάγκη ἐπισκευῆς, ἔστω καὶ κατὰ τὰς ἑορτάς. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ προστεθῇ «καὶ πᾶσα ἐργασία ἐπισκευῆς σιδηροδρόμου ἢ τροχιοδρόμου, μετὰ προηγουμένην δ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ πᾶσα κατασκευή». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§161Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ηʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4 ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ὀπωροπωλείων καὶ λαχανοπωλείων», περὶ ὧν ἐλήφθη πρόνοια εἰς ἄλλο ἄρθρον.
§162Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐπίσης ν’ ἀπαλειφθῶσι καὶ οἱ πωληταὶ ἐφημερίδων καὶ οἱ ὑποδηματοκαθαρισταί, διότι καὶ αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ ἐργάζωνται μίαν ἡμέραν.
§163Θ. ΛΕΚΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φαρμακοποιοὺς καὶ φαρμακεμπόρους εἰς ἕκαστον τμῆμα δύνανται νὰ ὑπάρχωσι τρία ἢ τέσσαρα φαρμακεῖα ἀνοικτά, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἀρκετὰ διὰ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας. Πρὸς τοῦτο διετύπωσα σχετικὴν τροπολογίαν ἣν ἔχω ὑποβάλει.
§164Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὅπως αὕτη διὰ διαταγῆς της ὁρίζῃ τὰ φαρμακεῖα, χωρὶς νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὸν νόμον.
§165Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν φαρμακείων πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ προσεύχωνται. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 4–8 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 9).
§166Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑξῆς τροπολογία, ὥστε νὰ ἄρχηται τὸ ἄρθρον «διὰ τοὺς συντάκτας καὶ ὑπαλλήλους τῶν ἐφημερίδων καὶ διὰ τοὺς παντὸς εἴδους κλπ.».
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχει παρομοία τροπολογία καὶ τοῦ κ. Γ. Καραϊσκάκη. (Γίνονται δεκταὶ αἱ τροπολογίαι τῶν κ. Κ. Ν. Παπαμιχαλοπούλου καὶ Γ. Καραϊσκάκη καὶ ψηφίζεται συμφώνως πρὸς αὐτὰς τροποποιημένον τὸ ἄρθρον 9 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 10).
§168Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 10 καὶ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν λέξιν «κατὰ τὰς Κυριακὰς» τὸ «καὶ τὰς ἄλλας τοῦ παρόντος νόμου ἑορτασίμους ἡμέρας τὰ μὲν καφενεῖα πρὸ τῆς 9 πρὸ μεσημβρίας, τὰ δὲ ζαχαροπλαστεῖα καὶ ζυθοπωλεῖα πρὸ τῆς 10».
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§170Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλη ἡ συντεχνία τῶν κουρέων παρεκάλεσε τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Τὰ κουρεῖα μένουσι κεκλεισμένα καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς».
§171Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω ὅτι ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον εἶναι ὀρθότατον, δηλαδὴ τὸ νὰ ἐργάζωνται τὰ κουρεῖα ἀπὸ τῆς 9 πρωινῆς μέχρι τῆς 1 μετὰ μεσημβρίαν. Πρέπει δὲ νὰ προσέξωμεν ἀρκούντως, διότι κινδυνεύομεν νὰ δημιουργήσωμεν κοινωνικὰ ζητήματα, ψηφίζοντες ἐκ τοῦ προχείρου καὶ κατὰ τὰς ἑκάστοτε ὑποδείξεις τοιαῦτα νομοσχέδια.
§172Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Πολλοὶ ὑπάλληλοι κουρείων μοὶ εἶπον ὅτι δὲν ἐπιβαρύνονται ἐργαζόμενοι μέχρι τῆς 1 μετὰ μεσημβρίαν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 11 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 12).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Β. Βουδούρη ἡ ἑξῆς· «Ἅπαντα τὰ παντοπωλεῖα, οἰνοπωλεῖα, ποτοπωλεῖα καὶ ἐδωδιμοπωλεῖα κλείονται καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς. Ὁ παραβάτης τῆς διατάξεως ταύτης τιμωρεῖται διὰ προστίμου πεντακοσίων δραχμῶν, ἐν ὑποτροπῇ δὲ διὰ προστίμου χιλίων δραχμῶν».
§174Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἡ τροπολογία αὕτη καὶ ἀφεθῶσιν ἐλεύθερα τὰ οἰνοπωλεῖα καὶ τὰ ποτοπωλεῖα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ φέρῃ ἀνὰ πᾶσαν Δευτέραν πρωὶ δελτίον ἀστυνομικόν, διὰ νὰ βλέπητε πόσοι θὰ φονεύωνται καὶ πόσοι θὰ μαχαιρώνωνται. Τοῦτο καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν θ’ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ πολύ.
§175Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω διατί παρεξηγήθησαν ὅλαι σχεδὸν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τώρα δὲν ἔχομεν Κυριακὰς καὶ δὲν ἔχομεν οἰνοπωλεῖα ἀνοικτὰ κατ’ αὐτάς; Ὅταν θὰ εἶναι ὀλιγωτέρας ὥρας ἀνοικτά, τότε θὰ σκοτώνωνται περισσότεροι ἄνθρωποι; Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐν Ἀθήναις ὑπάρχει πληθυσμὸς κινητὸς 30,000 ἢ 40,000 ἀνθρώπων, ὅτι ὑπάρχουσιν ἡμέραι βροχεραὶ καὶ ψυχραὶ καὶ ἡμέραι καύσωνος, καθ’ ἃς θὰ θέλωσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς ἓν κατάστημα διὰ νὰ διέλθωσιν ὀλίγας ὥρας. Ἐὰν μείνωσιν ὅλα κλειστά, ποῦ θὰ σταθῶσι; Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον τροποποιούμενον ὡς ἑξῆς: «Τὰ λιανικῶς πωλοῦντα καταστήματα ὅπως καὶ τὰ αὐτοτελῆ μαγειρεῖα ἀνοίγουσι τὴν ἑσπέραν τῆς Κυριακῆς ἀπὸ τῆς 6 μ.μ. μέχρι τῆς 9 μ. μ.». Ἐλήφθη πρόνοια, αὐτὴ τὴν ὁποίαν προσθέτομεν τώρα, διότι ὑπάρχει κινητὸς πληθυσμὸς ὁ ὁποῖος τὴν ἑσπέραν τῆς Κυριακῆς ὅπως καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰσέλθῃ κάπου διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν φυσικὴν ἀνάγκην τῆς πείνης. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει μετὰ τῆς τροπολογίας, διότι εἶναι ἡ καλλιτέρα οἰκονομία ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν συνδυασμῷ πολλῶν σκέψεων, πολλῶν ἀξιώσεων καὶ πολλῶν προτάσεων.
§176Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι διατρέχουσι μυριάδες ἐργατῶν τὸν κίνδυνον νὰ μείνωσι νήστεις τὴν Κυριακήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι ἀπὸ τῆς 2 μ. μ. ἅπαντα τὰ οἰνοπωλεῖα, παντοπωλεῖα, ἐδωδιμοπωλεῖα καὶ μαγειρεῖα εἶναι κεκλεισμένα, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐργατῶν λαμβάνουσι τὰ προγεύματα αὑτῶν καὶ τὰ γεύματα εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα, παντοπωλεῖα καὶ μαγειρεῖα. Χαρακτηρίζομεν δὲ ἡμεῖς τὰ μαγειρεῖα ὡς οἰνοπωλεῖα κακῶς, διότι, ἂν οὕτω χαρακτηρισθῶσι ταῦτα καὶ κλεισθῶσιν, ἀναμφισβητήτως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὅσοι δὲν ἔχουσιν οἰκογένειαν θὰ παραμένωσι νήστεις. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἔργον φρόνιμον, οὔτε νομίζω ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ ἔδοξεν ἡμῖν ἐν σπουδῇ νὰ ψηφίσωμεν ἓν νομοσχέδιον, νὰ μένωσι νήστεις. Τουλάχιστον νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως τὰ οἰνοπωλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ μαγειρεῖα, μὴ μένωσι κεκλεισμένα, ἀλλ’ εἶναι ἐλεύθερα καὶ προσιτὰ εἰς πάντας τοὺς τρώγοντας ἐκεῖ.
§177Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπῆλθεν ἡ τοιαύτη διόρθωσις. Ἀλλὰ διὰ νὰ θέσωμεν ἐλευθερίαν περισσοτέραν ἀντὶ τῆς ὥρας καθ’ ἣν ἀνοίγονται κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Κυριακῆς ἀπὸ τῆς 7 μέχρι τῆς 9 προσθέτομεν ἀπὸ τῆς 6 μέχρι τῆς 9.
§178Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν μου, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου, τὸν ὁποῖον ἐπαινῶ διὰ τὰ θρησκευτικά του αἰσθήματα καὶ τὴν πρωτοβουλίαν, ἣν ἔλαβε διὰ τοὺς Χριστιανούς, νὰ μὴ ἐργάζωνται τὴν Κυριακήν· δὲν νομίζω ὅτι ἔχει κανεὶς προνόμιον, ὥστε νὰ ἐννοῇ ὅτι πᾶν ὅ,τι αὐτὸς λέγει αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ ὀρθόν. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν μου καὶ λέγω ὅτι, ἂν ἔχητε κλειστὰ τὰ πάντα, ἀφήσητε δὲ ἀνοικτὰ τὰ οἰνοπωλεῖα, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ ἔχητε ἐγκλήματα διπλάσια καὶ τριπλάσια. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς τροπολογίας μου.
§179Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ κατὰ τοῦτο. Ὁ προσδιορισμὸς τῆς ὥρας καθ’ ἣν ἀφήνονται ἀνοικτὰ τὰ καταστήματα αὐτά, νὰ εἶναι ἀνάλογος τῶν ὡρῶν τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὸν χειμῶνα ἀπὸ τῆς 6 μέχρι τῆς 9 καὶ κατὰ τὸ θέρος ἀπὸ τῆς 7 μέχρι τῆς 10.
§180Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§181Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐγὼ τάσσομαι μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Χαλκίδος, τὸ μὲν διότι ὅσα λέγει εἶναι ὀρθά, ὁ δὲ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι βεβαίως διὰ νὰ τραπῶσιν εἰς τὰς διασκεδάσεις, ὅπως τὰς ἐννοοῦμεν κατὰ τὴν κοινὴν φράσιν, ἀλλ’ εἰς ἀναψυχήν, ἀλλὰ καὶ τὸ Εὐαγγέλιον λέγει: «τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ Σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου» καὶ ὄχι Σάββατα εἰς τὶς ταβέρνες. Εἶναι δὲ κατὰ τοσοῦτον συνεπὴς ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Χαλκίδος, καθόσον, ἀφοῦ διὰ διατάξεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἤδη δεκτή, καθιερώθη νὰ μένωσι κλειστὰ τὰ καφενεῖα, τὰ ζυθοπωλεῖα καὶ τὰ ζαχαροπλαστεῖα καὶ καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, δὲν ἐννοῶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ μένωσιν ἀνοικτὰ τὰ παντοπωλεῖα καὶ τὰ τοιαῦτα καταστήματα κατὰ τὰς ὥρας τῆς νυκτός. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τί θὰ γίνωσιν οἱ ἄνθρωποι ὡς πρὸς τὴν τροφήν· ἀλλὰ τὰ καταστήματα ταῦτα εἶναι παραρτήματα τῶν παντοπωλείων, ἐὰν δὲ ταῦτα ἀπαγορευθῶσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἄλλα κύρια ἐδωδιμοπωλεῖα καὶ μαγειρεῖα, διὰ νὰ ἐξοικονομηθῶσιν αἱ φυσικαὶ ἀνάγκαι τῶν ἀνθρώπων, ἂν ὅμως ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς κυριακῆς ἀργίας ἀφήσωμεν ἐλευθερίαν εἰς τὰ ἐδωδιμοπωλεῖα καὶ οἰνοπωλεῖα, θὰ γίνωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ σαφῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Χαλκίδος, ὁπότε θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεπτώμεθα ὄχι περὶ προσόντων ἐπιστατῶν τῶν φυλακῶν, ἀλλὰ περὶ διπλασιασμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φυλακῶν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ περισσότερα ἐγκλήματα καὶ μαχαιρώματα γίνονται κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἀργίας.
§182Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμὲ δὲν βαρύνει αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε· ἐμὲ βαρύνει ἡ βελτίωσις, τὴν ὁποίαν ἔφερα εἰς τὸ ἄρθρον ὁρίζων τὰ αὐτοτελῆ μαγειρεῖα.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ Βουλευτοῦ Χαλκίδος κ. Βουδούρη, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἅπαντα τὰ παντοπωλεῖα, οἰνοπωλεῖα, ποτοπωλεῖα καὶ ἐδωδιμοπωλεῖα κλείονται καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς. Ὁ παραβάτης τῆς διατάξεως ταύτης τιμωρεῖται διὰ προστίμου πεντακοσίων δραχμῶν, ἐν ὑποτροπῇ δὲ διὰ προστίμου χιλίων δραχμῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς παρεδέχθη; Ὄχι, ὄχι.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14). Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Τριφυλίας κ. Ἀλ. Πονηροπούλου ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Τὸ ἄρθρον 15 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 15. Ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμοσθήσεται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1910 δοκιμαστικῶς ἐν ταῖς πόλεσιν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Πατρῶν. Δύναται δὲ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ ἄλλων πόλεων καὶ κωμῶν τοῦ Κράτους διὰ Β. Διαταγμάτων προκαλουμένων ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεων τῶν οἰκείων δημοτικῶν συμβουλίων καὶ ὁμοφώνων γνωμοδοτήσεων τῶν ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων, ἐὰν ταῦτα ὑπάρχωσιν».
§186Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη πρόνοια περὶ αὐτοῦ, ὥστε ἡ τροπολογία εἶναι περιττή. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 15 ὡς καὶ τὸ 16). Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§187Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἀφήσωμεν ὅπως ἔχει τὴν διάταξιν ταύτην, θὰ δώσωμεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὸ δικαίωμα νὰ καταργῶσι τὸν νόμον ὁπόταν θέλωσι καὶ τότε θὰ ἐπαληθεύσῃ ἡ πρόρρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Χαλκίδος, ὅστις προβλέπει, ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§188Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν προβλέπω· εἶμαι βέβαιος, καί, ἂν ἐγὼ ἤμην Ὑπουργός, βεβαίως δὲν θὰ ἐξετέλουν αὐτὸν τὸν νόμον, διότι εἶναι εἷς τραγέλαφος.
§189Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἄρθρου εἶναι ἀναγκαία, διότι ἀπόλυτοι διατάξεις τοιαῦται δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῶσιν ἄκαμπτοι ἐν περιπτώσει οἱασδήποτε ἀνάγκης. Διὰ τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφίεται τὸ δικαίωμα ἵνα, λόγῳ κοινωνικῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὸ μέλλον, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προκαλῇ Β. Διάταγμα περὶ μερικῆς ἢ καθολικῆς καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν μὴ ἀργίας. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις μετὰ τὴν λέξιν «ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν» «Λόγῳ κοινωνικῆς ἀνάγκης, ἥτις ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὸ μέλλον», μετὰ δὲ τὴν λέξιν «βιοτεχνιῶν» ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι λέξεις διὰ τῶν ἑξῆς· «πλὴν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 τοῦ παρόντος νόμου». Ἡ διάταξις εἶναι μετὰ πολλῆς προσοχῆς συντεταγμένη καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν δεχθῇ ὡς ἔχει.
§190Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἡ διάταξις εἶναι ἀναγκαία καὶ ὡς ἐκ τοῦ θορύβου, ὑφ’ ὃν ψηφίζεται ὁ νόμος, διότι δυνατὸν νὰ μετανοήσωμεν, διότι τὸν ἐψηφίσαμεν.
§191Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ νόμος εἶναι προϊὸν τῆς κοινῆς συνειδήσεως, ὅτι τότε μόνον λαμβάνεται νομοθετικὴ πρόνοια περί τινος πράγματος, ὅταν προηγουμένως ἡ κοινὴ συνείδησις ἔχῃ σχηματισθῆ περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια. Ἂν λοιπὸν ὑπάρχῃ κοινὴ συνείδησις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς εἶναι ἀληθῶς παράδοξος, διότι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἀποδεικνύεται μόνον ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει γνώμη περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς λήψεως νομοθετικοῦ μέτρου περὶ τοῦ πράγματος δι’ ὃ προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅτι μόνον ὑπὸ οἱανδήποτε ἐπιβολὴν ἢ ἐπίδρασιν ψηφίζομεν τοῦτο ἢ ἵνα ἐξαπατήσωμεν ἐκείνους τυχόν, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν: ὑπάρχει πεποίθησις ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τούτου;
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει.
§193Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ὑπάρχῃ, ὁ νόμος ψηφιζόμενος θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν ὅτι διὰ Διατάγματος θ’ ἀνασταλῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ νόμου. Ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ, νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Αὐτὰ δὲ τὰ νέα ἔθιμα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται διὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσωσι, διότι ἀνατρέπουσι πάντα τὰ γνωστὰ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἱστορίαν.
§194ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμφωνῶν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου παρακαλῶ ν’ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ ἄρθρον 16.
§195ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλει ἡ Κυβέρνησις;
§197Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 17, εἶτα δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 18). Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§199Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον 19 ὁρίζει ὅτι ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμόζεται εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν τοῦ Κράτους· προσέτι δὲ εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ Βόλον. Γινώσκομεν ὅλοι ὅτι ὁ θόρυβος περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας ἐγένετο ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, δὲν ἔχομεν ὅμως πληροφορίας ὅτι εἰς ὅλας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν ὑπάρχει ἡ ἰδέα τῆς κυριακῆς ἀργίας. Προτείνω νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου διὰ τὰς Ἀθήνας, Πειραιᾶ καὶ Βόλον, διὰ τὰς ἄλλας δὲ πόλεις νὰ ὑπάρξῃ ἐξομοίωσις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν κοινωνικὰ ἔθιμα διὰ νόμου. Ἂν ἡ κοινὴ συνείδησις ἑκάστης πόλεως θέλῃ τοῦτο, ἂς ἐφαρμοσθῇ διὰ προτάσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἀλλ’ ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου εἰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι δὲν τὸ ἐζήτησαν, διότι πρόκειται περὶ κανονισμοῦ κοινωνικῶν συνθηκῶν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή.
§200Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Στράτου εἶναι ὀρθοτάτη καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν δεχθῇ.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται καὶ τὸ ἄρθρον 20 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται, ὅπως συναρμολογηθῶσιν αἱ ψηφισθεῖσαι τροπολογίαι.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη· δὲν ἔχει τροπολογίας σπουδαίας.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§204Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς ἐπληρώθη ἀπὸ τηλεγραφήματα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν διαφόρων ἀτόμων καὶ σωματείων ζητούντων τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τῆς κυριακῆς ἀργίας. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀποφασίζω νὰ γίνω προφήτης, ἔστω καὶ μετὰ Χριστόν, καὶ νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν ὁ φίλος μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέση εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον αὐτόν, δὲν θὰ παρέλθῃ μὴν καὶ θὰ πληρωθῇ τὸ γραφεῖόν σας, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τηλεγραφήματα ζητοῦντα τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου. Παρακαλῶ αὐτὸ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά, ἵνα ἴδητε ἂν προφητεύω ἢ ὄχι.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ σύνολον;
§206ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα· μάλιστα.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου. Ψηφίζονται ἔπειτα εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον, καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ φόρου ἐπὶ τῶν δοκιμῶν τῶν ἀτμολεβήτων. Εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν»· Εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν λιμενικῶν φόρων Στυλίδος καὶ ἐπὶ τῶν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων προϊόντων ἐκ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος· Εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου ἐν Πάτραις εἰς τοὺς ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομήσαντας μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1908· Εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Lubek ἑδρευούσης γερμανικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας «Horn Linie»· Εἰς αʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης ἀγγλοελληνικῆς ἀτμοπλοΐας»· Εἰς αʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Ἀθήναις ἑδρευούσης ἐθνικῆς ἀτμοπλοΐας τῆς Ἑλλάδος»· Εἰς αʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ἀστραπή»· Εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τῆς συμβάσεως «περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἐπιχειρήσεως ὑδρομαστευτικῶν ἐργασιῶν ἐν ὡρισμέναις περιοχαῖς»· Εἰς αʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ῥαφίνα». Εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεως ταχυδρομικῆς μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Προνομιούχου Κρητικῆς ἀτμοπλοΐας»).
§208Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Ἀρχειοφυλακείων» καὶ εἶτα νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§209Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν χωρὶς ν’ ἀναγνωσθῇ.
§210Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς μείνῃ.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.).