1909.10.31
2.364 στίχοι · 18.166 λέξεις · 89 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31.
τῆς 31ης Ὀκτωβρίου 1909.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Ὁ πρόεδρος τῆς καταρτισθείσης ἐπιτροπῆς περὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου κ. Ν. Μαρκέτης ὑποβάλλει σημείωμα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Κατήρτισα ἐπιτροπὴν εἰς ἣν παρέπεμψα τὴν πρότασιν νόμου τοῦ Σπ. Κουμουνδούρου περὶ τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κυρίων Ἀρ. Ἀντωνοπούλου, Σπ. Κουμουνδούρου, Ι. Κρεστενίτου, Σ. Κροκιδᾶ, Ν. Λεβίδου, Ν. Μπουφίδου, Θ. Φαρμακοπούλου καὶ Ν. Χατζίσκου. Ὁ κ. Π. Πετρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Κατήρτισα ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κυρίων Σ. Βαφειαδάκη, Πύρρου Καραπάνου, Φ. Νέγρη, Π. Πρωτοπαπαδάκη καὶ Θ. Ῥετσίνα, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ καθηγητοῦ κυρίου Μητσοπούλου». Ὁ κ. Ἀ. Ἀντωνόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Οἱ κύριοι Ἀλ. Πονηρόπουλος καὶ Π. Πετρίδης ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 καὶ προσθήκης ἄρθρου 13 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 285–288).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ προσέτι τὰς ἑξῆς ἀναφοράς: Οἱ τεχνῖται τοῦ κεντρικοῦ ἐργοστασίου τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΣΚʹ κρατήσεων ἐκ τοῦ μισθοῦ των λόγῳ συντάξεως. Ἐπιτροπὴ τῶν κατοίκων Ἰτέας παρακαλεῖ, ὅπως ὁρισθῇ ἡ Ἰτέα ὡς πρωτεύουσα τοῦ δήμου ἢ ἕδρα Εἰρηνοδικείου. Κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ὁρισθῇ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Ὁ σύλλογος τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως Καρδίτσης παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὁ δήμαρχος Πλατάνου (Ἁλμυροῦ) τῇ ἐντολῇ τῶν δημοτῶν του παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῇ ὁ δῆμος Πλατάνου. Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ζαβέρδης παρακαλεῖ, ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὰς ἀγόνους γραμμὰς καὶ ἡ γραμμὴ Ἀκαρνανίας. Ἐπιτροπὴ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Βρασιῶν (Ἄστρους) παρακαλεῖ, ὅπως περιορισθῇ ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου εἰς 6%. Ὁ σύλλογος τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὁ σύλλογος τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως Φθιώτιδος παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὁ σύλλογος τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως Ἀργολίδος ὑποβάλλει μεταρρυθμιστικὰς σκέψεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Δ. Κρεμεζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὁ αὐτὸς βουλευτὴς κ. Δ. Κρεμεζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φαρικῶν τελῶν καὶ ἀγκυροβολίας. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 289–292). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) Περὶ ἐπιμισθίου τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου 2) Περὶ ἐπόπτου τῆς σχολικῆς σκοποβολίας· 3) Περὶ χορηγίας συνδρομῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ διδασκαλείου τῶν νηπιαγωγῶν καὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς καὶ οἰκοκυρικῆς σχολῆς τῆς Ἑνώσεως τῶν Ἑλληνίδων· 4) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΒΧΚΑʹ νόμου περὶ γυμναστικῆς καὶ γυμναστικῶν καὶ ἀθλητικῶν ἀγώνων· 5) Περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημερ. τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 293–296).
§3ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ προϊοῦσα αὔξησις, κύριε Πρόεδρε, τῶν ἐργασιῶν τοῦ ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν προκαλεῖ τὴν μέριμναν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ διαιρεῖται εἰς τρία τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον Ἀθηνῶν καὶ συνιστᾶται καὶ ἀρχειοφυλακεῖον. (Ὅρα Παράρτ. Ἐφ. Συζητ. τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 297).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§5Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι εὔκολον, Κύριοι, νὰ ἐξακριβωθῇ ὁ αὔξων ἀριθμός, ὃν φέρει ἡ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησις νομοσχεδίου περὶ γεωγραφικῆς ἀναπλάσεως τοῦ Κράτους, διότι ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν συνηθίζομεν ἵνα ἐξετάζωμεν ὡς πρῶτον μέτρον ἀνορθωτικῆς καὶ μεταρρυθμιστικῆς ἐργασίας τὴν μεταβολὴν τῶν δυστυχῶν γεωγραφιῶν, αἵτινες εἰσάγονται πρὸς διδαχὴν εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Ἑλλάδος. Ἐθεωρήθη δὲ πάντοτε ὅτι τὸ σπουδαιότατον τῶν ἔργων, εἰς ὃ ἔχει ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, εἶναι ἡ ἐξέτασις ἡ γεωγραφικὴ τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἑκάστοτε μεταβολὴ τῶν ὅρων τῆς διαιρέσεως αὐτοῦ, τοιουτοτρόπως δὲ κατωρθώσαμεν, ὥστε μὲ τὰ νομοθετούμενα ἑκάστοτε μέτρα νὰ μεταβάλλωνται οἱ ὅροι τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, νὰ μεταβάλλωνται τὰ δεδομένα τῆς διαιρέσεως τῆς διοικητικῆς, μὲ τὰ ἑκάστοτε δὲ αἰωρούμενα μεταρρυθμιστικὰ σχέδια πρὸς ἀνατροπὴν τῶν ὑφισταμένων διοικητικῶν νομοθετημάτων νὰ τίθηται ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ ἡ νενομοθετημένη καὶ ἡ μέλλουσα νὰ νομοθετηθῇ ἔτι διοικητικὴ διαίρεσις. Τοιουτοτρόπως δὲ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο ἐν τῷ Κράτει, ὅπερ πρὸ παντὸς ἔδει νὰ εἶναι πάγιον καὶ οὗτινος τῆς παγιότητος ἐπιμελοῦνται πανταχοῦ, κατέστη ἐν Ἑλλάδι τὸ κατ’ ἐξοχὴν ᾐωρημένον εἰς τὴν τύχην καὶ εἰς τὴν ἑκάστοτε μεταρρύθμισιν καθεστώς. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο, Κύριοι, θέλω ἐξετάσει ἀπὸ δύο ἀπόψεων· ἡ ἄποψις ἡ πρώτη εἶναι ἡ καθαρῶς διοικητική, ἡ δὲ δευτέρα ἄποψις ἡ παρηρτημένη ταύτῃ εἶναι ἡ ἐκλογικὴ ἄποψις. Ἔσχον τὴν τιμὴν ἐπὶ παρομοίου νομοθετήματος νὰ λάβω τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἰσῆγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἀείμνηστος Θεόδωρος Δηλιγιάννης προεδρεύων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1905. Τὸ νομοθέτημα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ψηφισθὲν μέχρι βʹ ἀναγνώσεως συμπεριλαμβανομένης ἐνεῖχε μόνον ἄποψιν διοικητικήν, καθόσον ὁ νόμος ὁ καθιστῶν τὸν νομὸν ἐκλογικὴν περιφέρειαν δὲν ὑπῆρχεν εἰσέτι, ἐξετάζων δὲ τὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικῆς ἔσχον τότε τὴν ὑπερτάτην τιμὴν νὰ τύχω εὐφήμου μνείας παρὰ τοῦ ἀειμνήστου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Ἑλλάδος. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι περιεργότατον, διότι, ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικῆς ἂν ἐρευνηθῇ, δέον ἐπίσης νὰ ἐρευνηθῇ ἀπὸ δύο βάσεων, ἀπὸ ἀπόψεως καταρτίσεως γεωγραφικῆς τῆς περιφερείας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπικρατήσεως ὡρισμένων διοικητικῶν ἀρχῶν. Εἶναι δὲ περίεργον ὅτι συγκληθείσης τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς πρὸς ἀνόρθωσιν πάντων τῶν κακῶς κειμένων ἐν Ἑλλάδι, καὶ τῶν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συγκλήσεως ἀνεγνωρισμένων ὡς κακῶς κειμένων καὶ τῶν τυχὸν κατὰ τὴν πρόοδον τοῦ χρόνου ἀναγνωρισθησομένων, κατωρθώθη μόνον περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοια πραγματική, ἀλλ’ ὡς μόνη μέριμνα παρουσιάσθη ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν. Ἐν ἔτει 1899 συνελθούσης τῆς Βουλῆς τῆς περιόδου ἐκείνης εἰς τὴν πρώτην αὐτῆς Σύνοδον εἰσήχθη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, γενόμενον κατόπιν νόμος, οὗτινος σήμερον ζητεῖται ἡ κατάργησις. Κατὰ τὸν νόμον τὸν κείμενον τὸν τότε ψηφισθέντα οἱ νομοὶ ὡρίσθησαν εἰς 26, ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἥτις τὸν νόμον ἐκεῖνον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ κατὰ πάσης τυχὸν κατηγορίας ὅτι μόνον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἐμερίμνα, καθόσον ὡς συνάρτημα τοῦ νόμου τούτου εἶχεν ὑποβάλει καὶ νόμον περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, νόμον ὅμως μὴ ἐφαρμοσθέντα ὑπ’ αὐτῆς τῆς τότε Κυβερνήσεως, νόμον ὅστις, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐξακολουθεῖ εὑρισκόμενος ἐν ἰσχύϊ καὶ μὴ ἐφαρμοζόμενος.
§6Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατηργήθη.
§7Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, ὁ ψηφισθεὶς τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐξήρτησε τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐκδόσεως Β. Διατάγματος, δὲν δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν τὴν στιγμὴν ταύτην, ἂν ὁ νόμος οὗτος κατηργήθη· εἰς τὴν ἐμὴν ἐντύπωσιν ὑπάρχει ὑποβολὴ νομοθετήματος πρὸς κατάργησιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Θ. Δηλιγιάννην τοῦ 1905, νομοθετήματος τὸ ὁποῖον δὲν ἐκυρώθη. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1899 ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἔσχε τὴν πρόνοιαν ἵνα τὸν νόμον τοῦτον συνδέσῃ καὶ μεθ’ ἑτέρου νόμου προνοοῦντος καὶ περὶ βελτιώσεως ἐν τῇ διοικήσει. Τοῦ νόμου τούτου τὴν κατάργησιν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1905, ἀλλὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἀνέκοψε τότε ὁ θάνατος τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη καὶ τοιουτοτρόπως ἐξηκολουθήσαμεν διοικούμενοι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἤδη, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθὰ καὶ ποῖα τὰ τρωτὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ὅτε εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, εἶχον κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε τῆς δημιουργίας καὶ δευτέρας διοικητικῆς περιφερείας. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν εὗρον λόγον νὰ μεταβάλω μέχρι τοῦδε. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν δύναται νὰ ἐλαττωθῇ· κυρίως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθῇ μόνον ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ κρείσσων διοίκησις, ἡ ἀπὸ ἀνωτέρας περιωπῆς διοίκησις τῶν νομῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ προβαίνωμεν εἰς ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν, ὅταν ἄνευ δημιουργίας δευτέρου κύκλου διοικήσεως κινδυνεύωμεν νὰ ἴδωμεν τὰς ἐπαρχίας τὰς ἑλληνικὰς παραμενούσας ἄνευ διοικήσεως. Οἱ νομοὶ οἱ ἑλληνικοί, οἱ συγχωνευόμενοι εἰς 16, ἔχουσιν ἔκτασιν ἀπὸ γεωγραφικῆς ἀπόψεως περίεργον. Θὰ ἔχωμεν νομοὺς μὲ ἔκτασιν 7300 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, θὰ ἔχωμεν νομοὺς μὲ ἔκτασιν 5000 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, θὰ ἔχωμεν νομοὺς μὲ ἔκτασιν 4000 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, θὰ ἔχωμεν καὶ τρεῖς νομοὺς ἑπτανησιακοὺς μὲ ἔκτασιν 430 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, 690 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, καὶ 1200 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων τὸν τῆς Κερκύρας. Ἀφήνω τὸ ζήτημα τῶν τριῶν τούτων νομῶν, ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι εὔκολον νὰ θεραπευθῇ, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ ἡ ἔκτασις τῶν ἑλληνικῶν νομῶν προσεγγίζει πρὸς τὴν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ νομοὶ τῆς Γαλλίας. Ὁ μικρότερος γαλλικὸς νομὸς ἔχει ἔκτασιν 2750 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, ὁ μεγαλείτερος 9440 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, μεταξὺ δὲ τῶν δύο τούτων ἀριθμῶν εὑρίσκονται οἱ ἄλλοι νομοί. Τοιουτοτρόπως ἐγγίζομεν τὸν μέσον ὅρον τῆς ἐκτάσεως τῶν γαλλικῶν νομῶν, διότι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἐκτάσεως τῶν γαλλικῶν νομῶν εἶναι 6000 περίπου τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, ὁ μέσος δ’ ὅρος τῆς ἐκτάσεως τῶν ἑλληνικῶν θὰ εἶναι 4500 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων. Ἀλλ’ ἐνῷ φθάνομεν εἰς τὸ μεγαλεῖον αὐτὸ τῆς ἐκτάσεως τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ, ὅστις κατορθοῖ νὰ ἔχῃ νομοὺς ἴσης ἐκτάσεως πρὸς τοὺς γαλλικούς, λησμονοῦμεν ὅτι ἡ Γαλλία ἐπὶ 87 νομῶν ἔχει 362 ἐπαρχίας, τὰ λεγόμενα Arrondissements μὲ ἀναλογίαν τεσσάρων ἐπαρχιῶν κατὰ νομόν. Ἡ Γαλλία ἡ πεπολιτισμένη, ἡ ἔχουσα ὄργανα διοικήσεως τέλεια, ἡ ἔχουσα διωργανωμένην τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νομοῦ τελειοτάτην, ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τὰς ἐπαρχίας. Ἡ Γαλλία, ἂν εὗρε τὸ σύστημα τῆς ἐπαρχιακῆς διοικήσεως ἐλλιπές, δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι ὤφειλε νὰ καταργήσῃ τὴν ἐπαρχίαν διότι κακῶς ἐλειτούργει τὸ ἐπαρχιακὸν σύστημα, ἀλλ’ ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ προβαίνῃ ἀπὸ βελτιώσεως εἰς βελτίωσιν, διότι τὰ ἔθνη δὲν καταργοῦσι τὰ συστήματα τὰ μὴ λειτουργοῦντα καλῶς, ἀλλὰ φροντίζουσιν ὅπως διὰ καταλλήλου ἐνεργείας βελτιῶσι ταῦτα. Ἡμεῖς μόνον ἔχομεν ἐφεύρει τὸ μέσον τοῦ θανάτου τοῦ ἀσθενοῦς πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑγείας του. Ὅτε λοιπὸν ἡ μεγάλη Γαλλία εὑρίσκει ὅτι ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν, ἡμεῖς μετὰ πάσης εὐκολίας, πάντων ὠθούντων τὴν Βουλὴν πρὸς τὸ βῆμα τοῦτο, σπεύδομεν ἵνα καταργήσωμεν δέκα νομοὺς χωρὶς νὰ δημιουργήσωμέν τι διὰ τὰς δυστυχεῖς ἐπαρχίας, αἵτινες ἀπονεκροῦνται καὶ αἵτινες χάνουσι πᾶν ὄργανον διοικήσεως. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ἐξομοιώνωμεν τὰ πάντα πρὸς τὴν Γαλλίαν δυνάμεθα νὰ ἀναλογίσωμεν τὰ ἐν Ἑλλάδι πρὸς τὰ ἐν Βελγίῳ, χώρᾳ ἥτις δὲν ἀπέχει πολὺ ἡμῶν κατὰ τὸν πληθυσμόν. Ἐκ τῶν ἐννέα μεγάλων ἐπαρχιῶν τοῦ Βελγίου, διότι ἐν Βελγίῳ ἡ ἐπαρχία εἶναι ἡ βάσις τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἡ ἱστορικὴ ἐπαρχία, ἡ μικροτέρα ἐπαρχία ἔχει 3282 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων ἔκτασιν, ἡ δὲ μείζων 4418, ἤτοι ὁ μέσος ὅρος τῆς ἐκτάσεως εἶναι 4000 τετραγωνικὰ χιλιόμετρα. Ἐν Βελγίῳ λοιπόν, λέγω, ὑπάρχει ἡ διοικητικὴ διαίρεσις μὲ ἔκτασιν τετραγωνικῶν χιλιομέτρων κατὰ μέσον ὅρον 4000, ὑπὸ τὰς ἐπαρχίας δὲ ταύτας ὑπάρχει ὁ δεύτερος διοικητικὸς κύκλος. Τώρα, Κύριοι, ἂς ἀποβάλῃ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς φαντασίας αὑτῆς πρὸς στιγμὴν τὰς ἐκτάσεις καὶ ἂς ἔλθῃ εἰς τὰ ὑπὸ τὰς ἐκτάσεις. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγῃ τις τὸν γέλωτα ἢ νὰ ἀποφύγῃ τις τὸ δάκρυ, ἐὰν ἀναλογισθῇ ποία τις εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν καὶ ποία ἡ κατάστασις τῶν γαλλικῶν νομῶν; Δυνάμεθα ἡμεῖς ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τοὺς αὐτοὺς ὅρους διοικητικῆς διαιρέσεως πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἅτινα ἔχουσι πλέον ἐξιχθῇ εἰς τὸ τελειότατον σημεῖον τῆς συγκοινωνίας; Δυνάμεθα νὰ διοικήσωμεν ἡμεῖς νομοὺς καθ’ ὃν τρόπον διοικοῦσι τούτους οἱ Γάλλοι, οἱ Βέλγοι καὶ οἱονδήποτε ἄλλο πεπολιτισμένον Κράτος; Ἡμεῖς εἴμεθα ἀκόμη εἰς τὰ σπάργανα τῆς συγκοινωνίας. Εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τοιαύτας ἀνάγκας, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ κἂν σκέψιν νὰ κάμωμεν περὶ τοῦ δικτύου τῆς συγκοινωνίας· εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς ἀνάγκας, ὥστε δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται ἀκόμη οὐδὲ κἂν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἀπαραιτήτου πολεμικοῦ δικτύου συγκοινωνίας· εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτας ἀνάγκας μεμαρτυρημένας, ὥστε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν νόμον ἐγκαθιστῶντα πάλιν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας καὶ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν. Ὅτε λοιπὸν οὕτω πως λειτουργοῦσι τὰ τοῦ Κράτους, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ὅπως ἀπομακρύνωμεν ἀδιακόπως τὴν κεφαλὴν τῆς διοικήσεως ἀπὸ τὸν πολίτην; Διότι τοῦτο ζητοῦμεν τὴν στιγμὴν ταύτην. Τὴν στιγμὴν ταύτην καθιστῶμεν τὸν νομαρχιακὸν ἔφορον διοικητικὸν ἐπόπτην πάσης κυβερνητικῆς μηχανῆς ἐπὶ ἐκτάσεως μείζονος καὶ ἐπὶ πληθυσμοῦ μείζονος· καθιστῶμεν συνεπῶς τὸ ὄμμα τοῦ νομάρχου ἀσθενέστερον κατ’ ἀκτῖνα. Τοῦτο πράττομεν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως εἶναι ἐξεταστέον τὸ ζήτημα τῆς ἐκτάσεως. Ἡ διασπορὰ τῆς ἐγκατοικήσεως ἐν τοῖς γαλλικοῖς καὶ βελγικοῖς νομοῖς εἶναι ἡ αὐτή, ἥτις εἶναι παρ’ ἡμῖν; Ἐκτὸς τοῦ χρόνου, οὗ δεῖται οἱοσδήποτε διοικητικὸς ὑπάλληλος ὅπως δι’ αὐτεπιστασίας δυνηθῇ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ τῆς διοικήσεως ἐν τῷ διοικητικῷ αὐτοῦ κύκλῳ, ἐκτὸς τοῦ χρόνου, ὅστις λόγῳ τῶν μέσων ἀπαιτεῖται παρ’ ἡμῖν πολλαπλάσιος ἕνεκα τῆς διασπορᾶς τῶν κατοίκων, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξομοιώμεθα ἀδιακόπως πρὸς χώρας, αἵτινες ἔχουσιν ἄλλους ὅρους συνοικισμοῦ. Παρ’ ἡμῖν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξομοιωθῶμεν πρὸς συνοικισμοὺς ἀγροτικούς, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ζητῶμεν ἐξομοίωσιν πρὸς τὰς χώρας ἐκείνας, αἵτινές εἰσι συνῳκισμέναι ἀστικῶς. Ὁ πληθυσμὸς τῶν γαλλικῶν καὶ βελγικῶν νομῶν εἶναι ἐγκατῳκημένος εἰς πόλεις κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ κωμοπόλεις μεγάλας· ἡμεῖς ἔχομεν διεσπαρμένον τὸν ἑλληνικὸν πληθυσμὸν ἀνὰ χωρία καὶ συνοικισμοὺς χωρίων κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἀγνοοῦσι βεβαίως ὅσοι ἐξ ὑμῶν κατάγονται ἐκ κεντρικῶν ἐπαρχιῶν, γινώσκομεν δὲ πάντες, ὅσοι ἐκπροσωποῦμεν ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ἐπαρχίας ὀρεινάς. Τὴν στιγμὴν λοιπόν, καθ’ ἣν ζητοῦμεν τὴν τοιαύτην συγχώνευσιν τῶν νομῶν ἄνευ ὑποκαταστάσεως ἄλλης διοικητικῆς βαθμίδος, οὐδὲν ἕτερον πράττομεν, Κύριοι, εἰμὴ νὰ καθιστῶμεν τοὺς πολίτας τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων τῶν οὑτωσὶν ἀραιῶς συνῳκισμένων ἀμοίρους πάσης διοικητικῆς μερίμνης. Πράττομεν δὲ τοιαῦτα καὶ δημιουργοῦμεν καθεστὼς τοιοῦτον πότε; καθ’ ἣν στιγμὴν μεταβάλλομεν ἐν γένει τὸ πολιτειακὸν καθεστὼς τῆς ἐπαρχίας ἐλαττοῦντες σχολεῖα, ἐλαττοῦντες καὶ Εἰρηνοδικεῖα. Καὶ γινώσκομεν, Κύριοι, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐνασκεῖ συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους πλεῖστα καθήκοντα διοικητικὰ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ νομάρχου. Τὴν στιγμὴν ταύτην λοιπὸν οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι ἀφ’ ἑνὸς μὲν χάνουσι τὴν προστασίαν τὴν νομαρχιακήν, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἔχουσι χάσει πλέον καὶ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ νομάρχου διὰ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Καὶ δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ· οὕτω πράττουσα ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νομοθετεῖ σκοπίμως ὑπὲρ ἀνορθώσεως καὶ διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων; Λέγεται τοῦτο βελτίωσις; Εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ σκεφθῇ τις περὶ βελτιώσεως καὶ διορθώσεως οἰκονομικῆς, ὅταν πάντας τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ κοινωνικὴ οἰκονομία δύναται νὰ προαχθῇ, ἡμεῖς καταστρέφωμεν καθ’ ἑκάστην; Ἐγὼ βεβαίως, Κύριοι, ἤθελον ψηφίσει εὐχαρίστως, καὶ θέλω ψηφίσει εὐχαρίστως, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν ληφθῇ ἡ πρόνοια περὶ τῆς ἐγκαταστάσεως δευτέρου διοικητικοῦ κύκλου, ὅστις δύναται νὰ μὴ φέρῃ τὸν τίτλον τοῦ ἐπάρχου, διότι ὁ τίτλος οὗτος ἔχει συνδεθῆ πρὸς ἀναμνήσεις ὀδυνηρὰς μετὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ δύναται νὰ λάβῃ τὸν τίτλον τοῦ ὑπονομάρχου, διοικητοῦ, δύναται νὰ λάβῃ οἱονδήποτε τίτλον, ἀρκεῖ νὰ μὴ θιγῇ ἡ οὐσία τῶν διοικητικῶν καθηκόντων του. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα ἀντὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως εἰς 16 νομοὺς νὰ φθάσωμεν εἰς διαίρεσιν περιλαμβάνουσαν ὀλιγωτέρους ἔτι νομούς ἐγκαθιστῶντες συγχρόνως τὰς ἐπαρχίας. Πρὸς τοῦτο δὲ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθοτέρα ἡ διαίρεσις εἰς νομοὺς 12 ἀντὶ τῶν 16, καθισταμένης τῆς Ἑπτανήσου ὁλοκλήρου εἰς ἕνα νομόν, καὶ τῆς Θεσσαλίας εἰς ἕνα νομόν, ἐγκαθιδρυομένων δὲ 28 ἢ 30, ἀναλόγως τῶν γεωγραφικῶν ὅρων, ἐπαρχιακῶν περιφερειῶν, αἵτινες βεβαίως ἤθελον ἀσφαλίσει τὴν καλλιτέραν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ τῆς διοικήσεως ζητεῖται, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν 26 νομάρχας! Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα ζήτημα! Οἱ νομοὶ μετεβλήθησαν ἀπὸ 16 εἰς 26, ἵνα προσεγγίσῃ ἡ διοίκησις πρὸς τὸν πολίτην. Οἱ νομοὶ ζητεῖται ἤδη νὰ μεταβληθῶσιν ἀπὸ 26 εἰς 16, διότι δὲν εὑρίσκονται 26 νομάρχαι! Καὶ τίς ἠμπόδισεν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ εὕρωμεν τοὺς καλοὺς νομάρχας; Τοὺς καλοὺς νομάρχας δὲν εὗρεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ τοὺς εὕρῃ. Τοὺς καλοὺς νομάρχας δὲν ἐπέτυχεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, διότι ἐθεώρησεν ὅτι προσὸν τοῦ νομάρχου εἶναι νὰ μὴ ἔχῃ προσὸν οὐδεμιᾶς ἄλλης ὑπηρεσίας, διότι εἰσεπήδησαν εἰς τὰς νομαρχιακὰς θέσεις ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐστεροῦντο τῶν προσόντων διὰ τὴν θέσιν τοῦ γραφέως! Διηυκόλυνε τὴν ἐκλογὴν τοιούτων προσώπων ἡ ἔλλειψις προσόντων ἡ ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένη. Ἀλλὰ, ἐὰν ὁ νόμος ἀκριβῶς ἠθέλησε νὰ μὴ ἐπιβάλῃ προσόντα διὰ τὸν διοριζόμενον νομάρχην, τοῦτο ἔπραξε, διότι ἐθεώρησε τὸν νομάρχην ὡς τοιαύτην διοικητικὴν προσωπικότητα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξαρτᾶται ἡ ἐκλογὴ τοῦ προσώπου ἀπὸ τυπικῶν προσόντων, διότι ἐθεώρησεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸν ἀντιπρόσωπον αὑτῆς ἐν τῇ διοικήσει ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν προσωπικοτήτων ἐκείνων, ἐν αἷς τὸ σπουδαιότερον προσὸν δὲν ἦτο τὸ δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, Κύριοι, τὸ ὕψος τῆς θέσεως τοῦ νομάρχου κατέπεσεν εἰς τὸ βάραθρον, εἰς τὸν βόρβορον, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθεμελίωσεν ἡ νομοθεσία, ἵνα παράσχῃ τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐκλέξῃ τοὺς ἀρίστους νομάρχας, τοῦτο ἐχρησιμοποιήθη ὅπως ἐκλέγωνται ὡς νομάρχαι οἱ εὐνοούμενοι τῶν αὐλῶν τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν αὐλῶν τῶν ὑψηλοτέρων προσώπων! Κατήντησε δὲ ἡ θέσις τοῦ νομάρχου εἰς χεῖρας προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπεβλήθησαν ἀπὸ ἄλλων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἐθεωρήθησαν ὅτι ἠσχημόνουν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἐθεωρήθη ὅτι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτίμων τὴν ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, ἠδύναντο νὰ τιμήσωσι τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ! Καὶ ὅτε τοιαύτη ἀντίληψις ἐξεδηλώθη περὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ νομάρχου, καὶ ὅτε ἐθεωρήθη ὅτι τὸ νομαρχιακὸν ἀξίωμα δύναται νὰ παρέχηται ἀτιμωρητί, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀνεχομένου πάντα ταῦτα καὶ μὴ ἐξεγειρομένου ἵνα ἀποδιώξῃ ἐκεῖθεν πὺξ καὶ λὰξ τοὺς τοιούτους νομάρχας, ὅτε ἐθεωρήθη ὅτι δύναται τὸ νομαρχιακὸν ἀξίωμα νὰ παρέχηται εἰς ἀποβλήτους τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τοὺς κουμπάρους καὶ εἰς τοὺς ἐξαδέλφους καὶ ἀδελφοὺς τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἡμῶν ὅλων, διότι εἴμεθα πάντες συνυπεύθυνοι καὶ διὰ τὴν ἀνοχὴν τῶν γινομένων καὶ διὰ τὴν σύστασιν πρὸς τὰ γενόμενα, ὅτε πάντα ταῦτα οὕτως ἐτελοῦντο, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ ἀδικηθῇ ὁ τόπος, ὅτι ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ δὲν ὑπάρχουσιν 26 πρόσωπα δυνάμενα νὰ καταλάβωσιν ἐπαξίως τὸ ὑψηλὸν τοῦτο ἀξίωμα; Ἂν τὸ ἀξίωμα τοῦ νομάρχου κατέπεσεν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κόσμου, τοῦτο συνέβη, διότι δὲν ἠθελήσαμεν ἡμεῖς νὰ θέσωμεν εἰς τὰς θέσεις ταύτας τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ θέσωμεν. Ὀφείλομεν, Κύριοι, πᾶν ἁμάρτημα ἡμῶν νὰ ὁμολογῶμεν ἀνδρικῶς, οὐχὶ δὲ νὰ ἐπιρρίπτωμεν εἰς βάρος τοῦ τόπου καὶ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ σφάλματα καὶ ἀτυχήματα ἡμῶν αὐτῶν. Τὴν πρότασιν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, θέλω δ’ ὑποβάλει ταύτην καὶ διὰ τροπολογίας. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπαύξησις τῆς δαπάνης ἔσται οὐχὶ μεγάλη. Νομίζω μάλιστα, Κύριοι—καὶ διατυπῶ τὴν γνώμην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γινώσκων ἴσως ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως εἰς τοὺς πλείστους ἤθελε φανῆ περίεργος, ἴσως δὲ καὶ ἀπορριπτέα—ὅτι καὶ χάριν οἰκονομίας καὶ χάριν κρείσσονος ἐκτελέσεως καὶ τῶν διοικητικῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω, θὰ ἠδυνάμεθα δημιουργοῦντες ὑπὸ τοὺς νομοὺς ἐπαρχίας νὰ ἑνώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ ἐπάρχου, ὑπονομάρχου ἢ διοικητοῦ τοῦ δευτέρου διοικητικοῦ κύκλου πρὸς τὴν θέσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Προεῖπον, ὅτι ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ φανῇ τοῦτο περίεργον. Ἀλλά, Κύριοι, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἐπόπτης ὁ οἰκονομικὸς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· τοιοῦτον τάσσει αὐτὸν ὁ νόμος ὁ ἀρχικός· ἀκριβῶς δ’ ἕνεκα τῶν μικρῶν προσόντων τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν διὰ τὸν ἔφορον καὶ τοῦ μικροῦ μισθοῦ ὅστις ἐδόθη εἰς τὸν ἔφορον ἠναγκάσθη κατόπιν ἡ Πολιτεία νὰ δημιουργήσῃ δεύτερον βαθμόν, τὸν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἵνα ἐποπτεύῃ κατὰ τὸ πλεῖστον τοὺς ἐφόρους, καὶ ἐκτελῇ διὰ τούτων τὰς δυσχερεστέρας καὶ ἐμπιστευτικωτέρας οἰκονομικὰς ἐργασίας, εἶναι δὲ ἴσως τὸ μοναδικὸν καλόν, ὅπερ ἐγένετο, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία ἡ οἰκονομικὴ καλῶς. Ἀπέβησαν δὲ οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι μία πληγὴ καταχρήσεων, καὶ σπουδαιοτάτων καταχρήσεων, διὰ τὴν ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ πιεστικώτατοι διὰ τοὺς ἑλληνικοὺς πληθυσμούς. Εἷς ταμίας καταχραστὴς εἶναι μηδὲν ἀπέναντι ἑνὸς καταχραστοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου δυναμένου νὰ ζημιοῖ καθ’ ἑκάστην τὸ Δημόσιον χωρὶς ν’ ἀνακαλύπτηται. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δυνάμεθα, ἂν οὐχὶ εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἴς τινας τὰς μᾶλλον ἀποκέντρους νὰ ἑνώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπάρχου μετὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, διότι θέλομεν ἐπιτύχει ἑνοῦντες τοὺς μισθούς, ὁρίζοντες δὲ καὶ γραμματέα οἰκονομικὸν ἐν τῷ γραφείῳ, νὰ ἔχωμεν πρόσωπον διοικητικὸν καὶ οἰκονομικὸν ἀπολαῦον μείζονος μισθοῦ, τεθωρακισμένον κατὰ τῆς καταχρήσεως, ἰσχυρότερον καὶ συγχρόνως ἔχον καὶ προσόντα μείζονα· τοιουτοτρόπως δὲ θὰ δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν καὶ πᾶσαν ὑπέρβασιν δαπάνης διὰ τῆς δημιουργίας τοιούτου τινὸς συστήματος. Ἐνῷ τοιαύτας τινὰς παρουσιάζει τὸ νομοθέτημα ἀτελείας ἀπὸ ἀπόψεως διαιρέσεως, ἀπὸ ἀπόψεως προσεγγίσεως τοῦ διοικητοῦ πρὸς τὸν διοικούμενον πληθυσμόν, περὶ οὐδενὸς ἄλλου προνοεῖ ἀφ’ ἑτέρου ὅπως παρουσιάσῃ τοὐλάχιστον τὴν εἰκόνα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐμερίμνησε καὶ ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ συνενέγκῃ τὴν ἀρωγήν της διὰ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖται καὶ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ νομῶν τοῦ ἰσχύοντος. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ νομῶν ὁρίζει τὸν νομὸν ὡς ἴδιον νομικὸν πρόσωπον, ἐξακολουθεῖ δὲ ἡ εἰρωνεία τοῦ ἄρθρου 3 αἰωρουμένη ἀνὰ τὸν αἰθέρα τὸν ἑλληνικὸν πρὸς δόξαν ὅσων ἀπὸ τοῦ 1899 κατασκευάζομεν καὶ ἀνατρέπομεν καθ’ ἑκάστην. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προνοεῖ καὶ περὶ ἄλλου τινός, περὶ καθορισμοῦ τῶν Ἐπισκοπῶν, διότι ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος ἐν ἄρθρῳ 13ῳ, ἂν μὴ ληφθῇ πρόνοια, θὰ καταργηθῶσι δέκα Ἐπισκοπαί.
§8Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μέγα δυστύχημα!
§9Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι εἶναι δυστύχημα, διότι δὲν θεωρῶ ὅτι οἱ εἴκοσιν ἕξ Ἐπίσκοποι θέλουσι βελτιώσει τὰ τῆς Ἐκκλησίας κάλλιον ἢ οἱ δεκαέξ, φρονῶ δ’ ὅτι ἀπαιτεῖται πράγματι μείζων ἀριθμὸς ἱεροκηρύκων ἵνα καθοδηγήσωσι τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνομολογεῖ, τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου λέγει ὅτι ἑκάστη περιφέρεια νομοῦ ἀπαρτίζει ἰδίαν ἐκκλησιαστικὴν διοίκησιν.
§10ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἔχητε ἀνάγκην Ἐπισκόπου εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας, λάβετε τὸν ἰδικόν μας.
§11Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ὑπεβάλλετο τροπολογία, ὡς ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προαναγγέλλεται, ἀνεπιγνώστως θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ καταργήσεως δέκα Ἐπισκοπῶν. Κύριοι, ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὑπὲρ τὰς ἀτελείας ταύτας τοῦ νομοσχεδίου ἡ μείζων ἀτέλεια ἔγκειται ἐν τοῖς θέμασι περὶ ὧν δὲν μεριμνᾷ, διότι ἀκριβῶς ἡ ἀτέλεια ἐν τοῖς θέμασι τούτοις σχετίζεται καὶ πρὸς τὰς συνεπείας τοῦ νομοσχεδίου, κατ’ ἐμέ, τὰς ἐκλογικάς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου βαίνομεν πλησίστιοι πλέον πρὸς τὴν εὐρυτάτην ἀπέραντον ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἔχω λόγους, Κύριοι, νὰ ἔχω γνώμην ἐσχηματισμένην ἐκ πείρας τετραετοῦς ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐνθουσιωδῶς, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ εὐρείας περιφερείας, δὲν διστάζω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐκ τῆς πείρας μετέβαλον γνώμην, καὶ ἐκ τῆς πείρας ἐδέχθην ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν τότε διετύπουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἦτο ἐσφαλμένη.
§12ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλους ἐλέγχετε, διότι μετέβαλον ἐκ τῆς πείρας γνώμην.
§13Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκ τῆς πείρας νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ ὁμολογῇ τις ὅτι μετέβαλε γνώμην πεισθεὶς περὶ τῆς ἀληθείας τῆς ἀντιθέτου γνώμης παρὰ νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν αὐτὴν γνώμην σκληροκεφάλως. Ἐζητήθη, Κύριοι, ἡ μεγέθυνσις τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ὑπεστηρίχθη μετὰ παντὸς ἐνθουσιασμοῦ, ἐθεωρήσαμεν δὲ τότε πάντες οἱ ὑπεραπολογούμενοι τοῦ συστήματος ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὴν ἀναστήλωσιν πάντως τοῦ γοήτρου τῆς Βουλῆς. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐξ ὅσων ἐπιχειρημάτων ἀνεπτύχθησαν καὶ ὑπ’ ἄλλων καὶ ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ νομοθετήματος τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας περὶ ἑνὸς μόνον δὲν ἠδυνήθημεν, λόγῳ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς, νὰ πεισθῶμεν, ἂν ἐν τῇ ἀληθείᾳ εὑρισκόμεθα ἢ οὔ. Ὑπεστηρίζομεν τότε πάντες ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας θέλει κατορθωθῆ ἡ ἐκλογὴ τῶν κρεισσόνων καὶ ἡ ἀνάπτυξις ἐκλεκτικοῦ πνεύματος κατὰ τὰς ἐκλογάς, ὑπεστήριζον δ’ ἐγὼ τοῦτο πεποιθότως ἔχων ὑπ’ ὄψει οὐχὶ θεωρητικὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ παραδείγματα ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ παρελθόντος. Διότι εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς διεξαχθείσας ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας τοῦ 1887 καὶ 1890 ἐπρυτάνευσεν ἐκλεκτικότης εἴς τινας νομοὺς καὶ ὅτι εἴδομεν πρόσωπα ἀξίας ἐκλεγόμενα ἄνευ συνδυασμοῦ. Ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη καὶ ἐν τῷ παρόντι εἶναι ἐπιτυχὴς ἢ εἶναι ἐσφαλμένη, δὲν δυνάμεθα τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ὑποστηρίξωμεν, διότι εἰσέτι ἐκλογαὶ δὲν ἐγένοντο ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ἐψηφισμένον. Ἀλλ’ εἶχεν ἀναπτυχθῆ καὶ ἄλλη γνώμη, ὅτι θὰ κατωρθοῦτο ἡ σύστασις συνδυασμῶν ἀμιγῶν καὶ πάντες ἐπεζητοῦμεν σύστημά τι ἐκλογικόν, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ καταργηθῇ τὸ ὀλέθριον σύστημα τῶν ἐπαρχιακῶν μικτῶν συνδυασμῶν, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε μέχρι τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Ὑπεστηρίζομεν δὲ τὴν εὐρύτητα τῆς περιφερείας ἀναφερόμενοι εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1890 καὶ 1887, ὁπότε καὶ κατωρθώθη κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ κατάρτισις συνδυασμῶν ἀμιγῶν, καὶ ὁπότε εἴχομεν δείγματα νομῶν, οἵτινες ἐτιμώρησαν τοὺς μικτοὺς συνδυασμούς, καὶ ἀπεναντίας ἀμιγεῖς συνδυασμούς, οἵτινες λόγῳ τῆς ἐπικρατήσεως ἐκλογικῆς ἰδέας εἶχον ἀναδείξει νικητὰς εἴτε κατὰ τὸ σύνολον εἴτε κατὰ πλειονοψηφίαν. Καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω παραδείγματά τινα εἰς τὰς ἀκοὰς συναδέλφων, οἵτινες εἶναι ἐνημερώτεροι ἐμοῦ τῆς ἱστορίας τῆς ἐκλογικῆς τοῦ τόπου. Ἐνθυμοῦνται πάντες ὅτι ἐν ἔτει 1890 ὁ συνδυασμὸς τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνέτριψεν ὁλόκληρον τὸν ἀντίθετον συνδυασμόν, ἰδίᾳ μάλιστα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας, ἔνθα τὰ κεφάλαια τὰ ἐκλογικὰ ὅλα εἶχον συνταχθῆ μὲ τὸν ἡττηθέντα συνδυασμόν, διότι ὁ ἀμιγής, ὁ πολὺ ἀσθενέστερος ἐκλογικῶς, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξῆλθε νικητὴς τοῦ ἀντιθέτου συνδυασμοῦ. Τὸ παράδειγμα τοῦτο ὡς καὶ ἄλλα ἦσαν παραδείγματα ἀρκούντως ἰσχυρὰ ὅπως πείσωσι πάντα ὑποστηρικτὴν τῆς εὐρείας περιφερείας νὰ ἐλπίζῃ ὅτι οὕτως ἠθέλομεν ἀχθῆ εἰς συγκρότησιν συνδυασμῶν ἀμιγῶν. Ἀλλὰ λησμονοῦμεν οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες ὅτι ἐν ἔτει 1887 καὶ ἐν ἔτει 1890 δύο ὑπῆρχον τὰ κόμματα μόνον ἐν Ἑλλάδι, ὅτι τοιοῦτος ὑπῆρχεν ὁ φανατισμὸς ὁ ἐκλογικὸς καὶ τοιαύτη ἡ διαμάχη ἡ πολιτική, ὥστε ἦτο δυσχερὴς ὁ καταρτισμὸς μικτῶν συνδυασμῶν, ἀλλ’ ὅτι καὶ τοιαύτη ὑπῆρχεν ἡ ἐπιβολὴ ἐκείνων τῶν δύο ἀρχηγῶν ἐπὶ τὰ κόμματα καὶ τὸν τόπον ὥστε ἤρκει ἡ ἀποκήρυξις ἑνὸς συνδυασμοῦ, ἵνα ὁδηγήσῃ τοῦτον εἰς τὸ κατακρήμνισμα, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀποκηρύσσων ἦτο ὁ εὐνοούμενος τοῦ τόπου. Ἀλλὰ σᾶς διαβεβαιῶ τὴν στιγμὴν ταύτην ὅτι τοιαῦτα ἀποτελέσματα δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, διότι καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς ἐπικειμένας καὶ ἑκάστοτε ἀναβαλλομένας οἱ συνδυασμοὶ ὅλοι ἔχουσι καταρτισθῆ, καὶ ὅλοι ἡμεῖς γνωρίζομεν καὶ ὅλη ἡ Ἑλλὰς γνωρίζει τοὺς καταρτισθέντας συνδυασμούς τῶν νομῶν. Γνωρίζομεν δὲ ὅτι ἴσως μόνον ἐν Ἀττικῇ καὶ ἐν Κερκύρᾳ θὰ ὑπάρξῃ δυνατὸς ὁ καταρτισμὸς ἀμιγοῦς συνδυασμοῦ, εἰς πάντα δὲ ἄλλον νομὸν κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον συνδυασμῶν μικτῶν καὶ ἐπιδεικνυόντων δύο χρώματα εἴτε τρία εἴτε καὶ τὸ χρῶμα τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν στιγμὴν ταύτην τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι μέχρι τῆς ἐνεργείας τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν θέλουσι μεταβληθῆ οἱ συνδυασμοί. Κατὰ τί δὲ θέλει μεταβάλει τὸ καθεστὼς ἡ αὔξησις τῆς ἐκτάσεως τῶν νομῶν, ἐφ’ ὅσον εἶναι κατηρτισμένοι οἱ συνδυασμοὶ τῶν μειζόνων νομῶν; Ἐάν τις εὑρίσκηται ἐν Ἑλλάδι ὅστις νομίζει ὅτι τοιαύτην πολιτικὴν μεταβολὴν θὰ ἐπιφέρωσιν οἱ δεκαὲξ νομοί, ὥστε οἱ συνδυασμοὶ ν’ ἀποσυντεθῶσι καὶ σχηματισθῶσι νέοι συνδυασμοί, πλανᾶται πλάνην δεινοτάτην. Εἶναι δὲ ζήτημα ἂν καὶ ἡ σύνθεσις τῶν συνδυασμῶν τῶν ἡνωμένων πλέον νομῶν δὲν θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φρονήματος τοῦ ἰσχυροτέρου, τοῦ ἀγελάρχου, τοῦ ἰσχυροτέρου Βουλευτοῦ, οὐδὲν δὲ θέλει κερδίσει τὸ ἐκλογικὸν φρόνημα. Ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν νομῶν θέλουσι μόνον καταστραφῆ τὰ διοικητικὰ καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι στερηθῆ τῆς διοικήσεως αὐτῶν ἐν τῷ τόπῳ. Συνηθίσαμεν, Κύριοι, νὰ ἐλπίζωμεν καὶ ν’ ἀναμένωμεν τὰ πάντα ἐκ τῆς αὐξομειώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν νομῶν καὶ ἐκ τῆς αὐξομειώσεως τῆς ἐκτάσεως τῶν νομῶν. Ἡ πεῖρα ἡ κτηθεῖσα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1906, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ ἰσχύων νόμος περὶ εὐρείας περιφερείας, δὲν ἔπεισεν ὑμᾶς πάντας ἐνταῦθα ὅτι ἐπὶ ἄμμου οἰκοδομοῦμεν; Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ νόμος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤρξατο ἡ ἐκλογικὴ αὐτοῦ ἐφαρμογή, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐγκαθιδρύθη σύστημα εὐρείας περιφερείας, πάντες οἱ πολιτευόμενοι καὶ οἱ ἐντὸς καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἤρξαντο προπαρασκευαζόμενοι διὰ τὰς μελλούσας ἐκλογὰς ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, κατὰ συνέπειαν δ’ ἡ τετραετὴς πεῖρα ἡμῶν εἶναι τετραετὴς πεῖρα εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας. Ἐρωτῶ δὲ πάντας ὑμᾶς, Κύριοι· τί ἐπράξαμεν μέχρι σήμερον; Μήπως ἠλαττώθη ἡ συναλλαγὴ ἡ ἐπιβλαβής, ἡ λυμαινομένη τὸν τόπον, ἡ συναλλαγὴ τῶν διορισμῶν, τῶν ἀπολύσεων καὶ τῶν μεταθέσεων; Παρέμεινεν ἡ αὐτή, ἢ μᾶλλον ἐπηυξήθη κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν προσώπων ἐκείνων, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησαν αἱ ἐπαρχίαι, αἱ προστεθεῖσαι εἰς τὴν περιφέρειαν. Δι’ ὅλους δ’ ἐκείνους τοὺς πολιτευομένους, οἵτινες εἶχον τὸ εὐτύχημα τὸ μέγα, ὡς ἐγώ, νὰ ἐκπροσωπῶσιν ἐπαρχίας ἀγροτικάς, ὀλίγους ἐχούσας τοὺς κεκτημένους προσόντα πρὸς διορισμόν, δι’ ὅλους αὐτοὺς ἡ εὐρεῖα περιφέρεια ὑπῆρξε μαρτύριον διηνεκές, διότι εἰς τοὺς δέκα ὑποψηφίους πρὸς διορισμὸν προσετέθησαν ἑκατόν. Ἀλλὰ συνέβη καὶ ἕτερόν τι: Εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἐξεπροσωποῦμεν μέχρι σήμερον, ὅπως ἐπιμελώμεθα τῶν ἀναγκῶν τῆς συγκοινωνίας τῆς ὁδοποιΐας καὶ παντὸς ἄλλου θέματος διοικητικοῦ, σχετιζομένου μὲ τὰς διοικητικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων, εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης προσετέθησαν καὶ αἱ ἀξιώσεις ὅλων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, αἵτινες συναπαρτίζουσι τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν. Εἰς τὰς δέκα ἐπιστολὰς τὴν ἡμέραν προσετέθησαν πεντήκοντα καὶ ἑξήκοντα καὶ κατέστη ἡ ζωὴ ἡμῶν μαρτύριον ἀδιάκοπον. Ἐὰν τοῦτο γινώσκητε, καὶ θ’ ἀνομολογήσητε ὡς ἀληθές, τότε προσέχετε νὰ μὴ ψηφίζητε νόμους οἵτινες τὸ μαρτύριον τοῦτο θέλουσι πολλαπλασιάσει.
§14Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ πάρῃς ἕνα κοφίνι νὰ ῥίπτῃς μέσα τὰς ἐπιστολάς, καὶ νὰ μὴ ἀπαντᾷς εἰς κανένα.
§15Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ δεχθῶ εὐγνωμόνως δέκα κοφίνους, ὅπως ἀπορρίψω τὰς ἐπιστολὰς τῶν ζητούντων διορισμούς, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἥμισυν κἂν κόφινον διαθέσιμον δι’ ἐπιστολὰς κατοίκων δεομένων ἔργων συγκοινωνίας καὶ δεομένων τῆς ἐπεμβάσεώς μου διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Αὐταὶ δὲ εἶναι αἱ συστάσεις αἱ ἐπιβάλλουσαι τὴν ἀπώλειαν τῶν ὡρῶν μου, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπορρίψῃ τὰς ἐπιστολὰς τῶν κατοίκων ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι μόνον τὸν Βουλευτὴν ἀντιπρόσωπον καὶ πρὸς τοῦτον προστρέχουσιν, ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Καὶ ἐν τῇ θεραπείᾳ ταύτῃ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν, θεραπείᾳ ἐπιβεβλημένῃ ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐφαρμοζομένου διοικητικοῦ συστήματος, ἀγόμεθα καὶ ἤχθημεν εἰς ἕτερα ἀποτελέσματα δυσάρεστα, εἰς τὴν καθημερινὴν σύγκρουσιν πρὸς τοὺς ἐν τῷ νομῷ συναδέλφους ἡμῶν. Ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπάρχουσιν οἱ περίεργοι, οἵτινες θεωροῦσιν ὅτι θέλουσιν ἐκτιμηθῆ κρεῖσσον ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσωπεύσαντος μέχρι τοῦδε τὰς ἄλλας ἐπαρχίας κηρυσσόμενοι ἀπ’ εὐθείας φίλοι τῶν καὶ σπεύδουσι ζητοῦντες προστασίαν παρὰ τοῦ ἐκλεκτοῦ ἄλλης ἐπαρχίας, μέλλοντος δ’ ἐκλεκτοῦ τοῦ νομοῦ. Τὰ ζητήματα ταῦτα γεννῶσι τὰς συγκρούσεις πρὸς τοὺς συναδέλφους. Βεβαιωμένον δ’ εἶναι ἂν αὐτὸ τὸ σύστημα θέλει ἐφαρμοσθῇ, ὅτι ὁ πρῶτος τοῦ νομοῦ, ὁ κατορθώνων νὰ ἐξαντλῇ τὴν εὔνοιαν τοῦ ἀρχηγοῦ, ὁ πρῶτος οὗτος θ’ ἀποδιώκῃ τοὺς ἄλλους ἐκ τοῦ κόμματος, καὶ ἂν μὲν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος εἶναι ἀσθενὴς τὴν φύσιν θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκρατήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἂν δὲ ὁ ἀρχηγὸς εἶναι ἰσχυρὸς ἐκ φύσεως καὶ δύναται νὰ μεταχειρίζηται μέσα, ὅπως ἑλκύῃ τούτους εἰς ἑαυτόν, τότε θὰ παριστάμεθα εἰς τὸ θέαμα πλειονοψηφίας συγκροτουμένης ἀπὸ Βουλευτὰς οἵτινες νὰ μὴ ἔχωσι τὸ θάρρος ν’ ἀτενίσωσι τὰ κυβερνητικὰ μέτρα καὶ νὰ ψηφίζωσι τυφλῶς τὰ εἰς αὐτοὺς προτεινόμενα. Ἀπόρροιαι τῶν τοιούτων πλειονοψηφιῶν εἶναι αἱ στάσεις εἴτε αἱ ἀναίμακτοι εἰς τοῦ Γουδῆ εἴτε αἱ αἱματηραὶ ἀλλαχοῦ.
§16Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὅλα αὐτὰ θὰ παύσωσι νὰ γίνωνται, ὅταν, ὡς σᾶς εἶπον, τὰ γράμματα τὰ ὁποῖα σᾶς ἔρχονται τὰ ῥίπτητε εἰς τὸν κάλαθον. Μόνον ἡ συναλλαγὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κάμνει τὸν Βουλευτὴν νὰ κρύπτηται πρὸ τῶν ἀξιώσεων τῶν ἐκλογέων.
§17Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο, Κύριοι, ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς ν’ ἀπαντήσητε εἰλικρινῶς, ἂν σκέπτεταί τις ἐκ τῶν Ἑλλήνων πολιτευομένων ἵνα κατέλθῃ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἀναπτύσσων ἰδέας, πρόγραμμα, σύστημα ἢ ἂν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου μέχρι τῶν μελλουσῶν ἐκλογῶν δὲν πολιτευόμεθα πάντες ὡς περὶ ἐπαρχιακῆς περιφερείας ἐπαυξάνοντες μόνον τὰς μερίμνας ἐφ’ ὅσον ηὔξησαν αἱ περιφέρειαι. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους, Κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη ὁ νόμος περὶ εὐρείας περιφερείας; Μήπως ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρίστων; Ἀλλ’ οἱ ἄριστοι γίνονται κάκιστοι, οἱ ἄριστοι φυγαδεύονται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους, διότι, ὅταν καταστῇ πλέον ἡ ἐκλογὴ ζήτημα τῆς ὠκυποδίας καὶ τῆς ἀπωλείας ὡρῶν δι’ ἀπασχολήσεις ἥκιστα εὐαρέστους καὶ ἥκιστα ἐπιστημονικάς, βεβαίως ὁ Βουλευτὴς δὲν θὰ θέλῃ οὐδὲ θὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ, θὰ ἔρχηται εἰς τὴν Βουλὴν καταπεπονημένος ἐκ τῶν περιοδειῶν ἀνὰ τὰ διάφορα γραφεῖα, οὐδὲ μίαν ὥραν διαθέτων διὰ τὴν μελέτην τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἔχομεν εἰμὴ ὅτι τοὺς μὲν εἰθισμένους εἰς ἐπιστημονικὰς μελέτας καὶ εἰς ἀσχολίας διανοητικωτέρας καθιστῶμεν φυγάδας πλέον ἀπὸ τὴν Βουλήν, τοὺς καταπονοῦμεν, ἐνισχύομεν δ’ ἐκείνους τῶν πολιτευομένων οἵτινες μόνον ἔχοντες σκοπὸν πῶς νὰ ἐνισχυθῶσιν ἐκλογικῶς περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἀσχολοῦνται εἰμὴ περὶ τῶν περιοδειῶν αὐτῶν εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα, καὶ οὕτω δημιουργοῦμεν ἀνὰ τοὺς νομοὺς ἀγελάρχας πραγματικούς, οἵτινες κατορθοῦντες νὰ περιστοιχισθῶσιν ὑπὸ πέντε ἢ ἕξ ἐπαρχιακῶν κομματαρχῶν εἰσελαύνουσι πλέον κατακτηταί, κύριοι, καὶ κατὰ τὰς κρισίμους ὥρας, ἤτοι κατὰ τὰς ὥρας καθ’ ἃς καλοῦνται τὰ κόμματα νὰ δώσωσι τὴν Κυβέρνησιν, τὴν διοίκησιν εἰς τὴν χώραν, κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας τίθενται ἀντιμέτωποι τῶν μελετηρῶν οἱ κοινοὶ κομματάρχαι. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλῶμεν ὡς σκεπτόμεθα, νὰ μὴ κρύπτωμεν τὴν ἀλήθειαν ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν καὶ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, ἂν ἐφθάσαμεν εἰς ἐπανάστασιν ὑπὸ τῆς ὁποίας διεπόμεθα ἔτι σήμερον, τοῦτο ὀφείλομεν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τῆς συναλλαγῆς.
§18Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ποίας συναλλαγῆς;
§19Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ μὲ διακόψῃ διὰ νὰ μὲ ἐρωτήσῃ περὶ ποίας συναλλαγῆς ὁμιλῶ· ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν ὅτι ἦτο καλλίτερον νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονήν. Ἀκριβῶς τὸ νομοθέτημα τοῦτο ταύτην ἔχει τὴν διοικητικὴν ἀτέλειαν καὶ ταύτην ἔχει τὴν πολιτικὴν ἀτέλειαν, ὅτι δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν Βουλευτὴν τὸ βάρος τῆς συναλλαγῆς. Ἡ συναλλαγὴ διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦσιν ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς αὐτοὶ κατηγοροῦμεν ἑαυτοὺς εἶναι διττῆς φύσεως· ὑπάρχει ἡ συναλλαγὴ περὶ τὰ πρόσωπα, ἡ συναλλαγὴ ἡ βλάπτουσα τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἡ συναλλαγὴ ἡ θίγουσα τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ αὐτὴ δὲν θεραπεύεται διὰ τῆς εὐρείας περιφερείας, διότι τὴν συναλλαγὴν ταύτην δύναται νὰ θεραπεύσῃ μόνον ἡ νομοθεσία ἡ ἀποκεντρωτική. Λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ συναλλαγὴ ἡ δρῶσα τὰ πρόσωπα δὲν θεραπεύεται διὰ τῶν εὐρύνσεων τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας· ἡ συναλλαγὴ ἡ δρῶσα τὰ πρόσωπα θεραπεύεται δι’ ἄλλων νόμων, καὶ περὶ τοιούτων νόμων ἀρκούντως ἡ Βουλὴ καὶ κατ’ ἄλλας Συνόδους καὶ Περιόδους ἐμερίμνησε καὶ ἐν τῇ παρούσῃ μεριμνᾷ, εἶναι δ’ ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἐπιρρίπτωμεν τὴν εὐθύνην εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν δι’ ἀτελείας, τὰς ὁποίας παρήγαγεν ἡ μεγίστη διοικητικὴ συγκέντρωσις. Ἐφαρμόζοντες τὸ σύστημα τὸ ἀποκεντρωτικόν, ἐξασθενοῦντες τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων, ἐξασθενοῦμεν ἅμα καὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Βουλευτοῦ, τὴν ἐπιβολὴν εἰς τὴν ὁποίαν μοιραίως κύπτομεν ἡμεῖς ἕνεκα τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐκλογέων, τὴν ἐπιβολὴν τὴν ὁποίαν πάντες ἡμεῖς μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως ἀποκρούομεν ὁσάκις εἶναι δυνατόν, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως ἀποκρούομεν ἐπωφελῶς διὰ νόμων ἀποκεντρωτικῶν. Διότι δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς ὅτι, ὅτε ἐζητήθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς νόμοι ἀποκεντρωτικοί, ὅπως λύσωσι τὰ δεσμὰ τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀπαλλάξωσι τούτους τῶν θεσιθηρῶν, τοὺς νόμους τούτους ἡ Βουλὴ δὲν παρέσχε μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως. Παρέσχε τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, παρέσχε τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως, παρέσχε τὸν νόμον περὶ τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως· πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψήφισε τὸν νόμον τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας· παρέσχε τὸν νόμον τῆς Χωροφυλακῆς, παρέσχε τὸν νόμον τῆς δεκαπενταετοῦς μονιμότητος. Ἡ Βουλὴ παρέσχε πάντας τοὺς νόμους τούτους μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως, διότι πάντες ἡμεῖς, Κύριοι, ἐννοοῦμεν ὅτι ἐπιβάλλομεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἄνευ δικαιώματος καὶ μόνον διὰ ψυχολογικῆς βίας, ὅπως προβαίνῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἢ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς κατὰ τὰς ἡμετέρας ὑποδείξεις. Πράττομεν δὲ τοῦτο ὑπὸ ξένην ἐπιβολὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἕνεκα τῶν ἐπικρατούντων ἐκλογικῶν ὅρων δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντεπεξέλθωμεν εὐδοκίμως. Δεσμεύομεν λοιπὸν εὐχαρίστως τὰς χεῖρας ἡμῶν καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἵνα μετ’ ἰσχυροτέρας θέρμης διεξαγάγῃ πάντοτε τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν θεσιθηρῶν ἐκείνων οἵτινες ἀποτελοῦσι μέγαν καὶ ἰσχυρὸν παράγοντα ἐν τῷ ἐκλογικῷ ὀργανισμῷ. Ἀλλά, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἡ ἑτέρα συναλλαγή, ἡ ἀγαθὴ συναλλαγή, ἡ συναλλαγὴ ἐκείνη, χάριν τῆς ὁποίας δὲν γίνεταί τις λυμεὼν τῶν δημοσίων, ἡ συναλλαγὴ καθ’ ἣν δὲν διορίζει τις τὸν ἀνάπηρον οὔτε μεταθέτει τὸν χρηστόν· εἶναι αὕτη ἡ ἀπὸ ἀγαθῆς ἀπόψεως συναλλαγή, ἤτοι ἡ μέριμνα περὶ τοῦ κοινωνικοῦ βίου τῆς ἐπαρχίας, περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπαρχίας του. Καὶ τὴν συναλλαγὴν ταύτην πῶς θὰ θεραπεύσωμεν, Κύριοι; Καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ τὴν θεραπεύσωμεν; Διότι εἶναι ἐξεταστέον τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως, οὐ μόνον ἂν εἶναι δυνατή, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶναι ὀρθὴ ἡ θεραπεία. Τί ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ὁ λαός, αἱ ἐπαρχίαι, τὰς ὁποίας ἐκπροσωποῦμεν; Αἱ ἐπαρχίαι στεροῦνται παντὸς ἐπόπτου ἐκ τοῦ πολιτεύματος τεταγμένου, ὅπως μεριμνᾷ περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Ἐπαρχίαι εὑρισκόμεναι εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ κέντρου, εὑρισκόμεναι εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ νομάρχου, εὑρισκόμεναι εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ εἰσαγγελέως, αἱ μείζονες διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἔχουσι μόνον προασπιστὴν τῶν συμφερόντων αὐτῶν τὸν νομάρχην. Ποίους νομάρχας παρέχει ἡ Πολιτεία εἰς τὰς ἐπαρχίας; Ἐκείνους χάριν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁποίων ἐλαττοῖ τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν! Ἔχει ἀνάγκην λοιπὸν ὁ κόσμος αὐτὸς ὁ Ἑλληνικὸς προασπιστοῦ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, προασπιστοῦ τῶν ἐννόμων αὐτοῦ συμφερόντων, προασπιστοῦ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Σπεύδει κατὰ συνέπειαν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τὸν ἐκλεκτόν του παρ’ οὗ δύναται ν’ ἀρυσθῇ τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν ἄμυναν τοῦ συμφέροντός του. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, πάντας ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ κατασκευὴ οἱουδήποτε ἔργου συγκοινωνίας ἐκ μόνης τῆς μερίμνης τοῦ μηχανικοῦ τοῦ νομοῦ καὶ τοῦ νομάρχου ἄνευ τῆς ἀναμίξεως τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ αἱρετοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ νομοῦ ἢ τῆς ἐπαρχίας· διότι οἱ πολῖται, Κύριοι, δυσπίστως ἔχουσι πάντοτε πρὸς τὰ διωρισμένα ὄργανα τῆς διοικήσεως, προκειμένου περὶ τῶν κοινωνικῶν αὑτῶν ἀναγκῶν, πάντοτε δὲ μετ’ ἀγάπης ῥέπουσι πρὸς τὰ αἱρετὰ ὄργανα. Διὰ τοῦτο τὰ σοφὰ ἔθνη, τὰ μεγάλα ἔθνη, ἐγκατέστησαν πανταχοῦ ἰσχυρὰν καὶ ἠθικὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ ἡ ἐγκατάστασις αὐτοδιοικήσεως αὕτη καὶ μόνη δύναται νὰ σώσῃ ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ βάρους τῶν μεριμνῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἔχομεν συγκέντρωσιν τῶν πάντων ἐν τῷ κέντρῳ τῆς διοικήσεως. Ἀντικείμενα ἐπαρχιακῆς μερίμνης, τοπικῆς μερίμνης, τῆς τοπικῆς διοικήσεως, ἀνάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐνταῦθα, λύονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, λύονται ἐν τῷ κέντρῳ. Ἡ μόνη βαθμὶς τῆς αὐτοδιοικήσεως, ὁ δῆμος, ἐλειτούργησε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπαίσχυντον ἐν Ἑλλάδι, ὥστε ἀπετέλεσε τὸ διαφθορεῖον τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους. Ποία ἄλλη ὑπάρχει δικαιοδοσία, βαθμὶς διοικήσεως ἀρτίας; Οὐδεμία. Πάντα τὰ Κράτη τὰ εὐνομούμενα, καὶ τὰ ὀρθῶς διοικούμενα, καὶ τὰ σοφῶς διοικούμενα, ἔχουσιν ἐγκαταστήσει τὰ τοπικὰ συμβούλια εἴτε τὰ ἐπαρχιακὰ εἴτε τὰ νομαρχιακὰ —νομαρχιακὰ συμβούλια ὄχι ὅπως ἐγκατεστήσαμεν ἡμεῖς αὐτὰ ἐν ἔτει 1887 μετὰ δικαιωμάτων μόνον πρὸς διατύπωσιν εὐχῶν—, νομαρχιακὰ συμβούλια μετὰ διοικητικῶν δικαιωμάτων, νομαρχιακὰ συμβούλια ὡς ἀναγκαῖον ἐξάρτημα τοῦ νομοῦ τοῦ ἀναγνωριζομένου καὶ ἐν Ἑλλάδι ὡς νομικοῦ προσώπου· εἰς τὴν μέριμναν δὲ τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων ἀπεδόθη ἡ λύσις ὅλων τῶν τοπικῶν ζητημάτων, παρεδρευόντων τῷ νομάρχῃ, καὶ τοιουτοτρόπως κατώρθωσαν τὰ Κράτη ἐκεῖνα καὶ ἀπὸ τοῦ κέντρου τοῦ διοικητικοῦ ν’ ἀποσύρωσι πληθὺν μικρῶν ζητημάτων, ἅτινα ἀπησχόλουν καθ’ ἡμέραν τὰ Ὑπουργεῖα, ἐπιβαρύνοντα τὸ ἔργον τῶν Ὑπουργῶν, ἅτινα ἀνῆκον μόνον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ καταστήσωσι καὶ αἱρετὸν ἀντιπρόσωπον δεύτερον, ὅστις ἔχει τὴν ἐντολὴν νὰ μεριμνᾷ περὶ κοινωνικῶν ζητημάτων τῆς ἐπαρχίας του. Καὶ ἐφιλοσόφησαν ἀληθῶς οἱ διοικητικοὶ αὐτοὶ ὀργανισμοί, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἂν ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν ὁ ὀργανισμὸς τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων, πάντα τὰ ζητήματα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν μικρὰν ὁδοποιίαν καὶ πρὸς τὰς λοιπὰς μικρὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν ἤθελον λύεσθαι ἐν τοῖς νομοῖς ὑπὸ τὴν μέριμναν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ νομαρχιακὸν συμβούλιον, ἠθέλομεν δὲ ἀπαλλαγῆ πάντες ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐκείνων τῶν μεριμνῶν, ἃς ἐπιφορτίζει ἡμᾶς ἡ ἔλλειψις ἀκριβῶς ἄλλων αἱρετῶν προασπιστῶν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν. Αἱ ἐλλείψεις αὗται τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ καταμαστίζουσιν ἡμᾶς, Κύριοι, καὶ αἱ ἐλλείψεις αὗται ἐπιβαρύνουσιν ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους μὲ πάσας τὰς μερίμνας, αἵτινες ἄλλοις προσῆκον, ἀκριβῶς δὲ εἴμεθα ἠναγκασμένοι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ τὸν τίτλον τῆς συναλλαγῆς τῆς ἀθεραπεύτου νὰ ἐξακολουθῶμεν μεριμνῶντες περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων ὑπὸ τοιοῦτον τύπον, διότι, ἐὰν ἄλλως πράξωμεν, θέλομεν ἀποδειχθῆ οὐχὶ χρηστοὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν. Διὰ τοῦτο δὲ εἶπον πρότερον ὅτι δὲν γίνεται μέριμνα περὶ τῆς διορθώσεως. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῆς διορθώσεως τῆς βαρυνούσης ἡμᾶς συναλλαγῆς ὑπὸ τοιοῦτον τύπον, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γίνῃ καὶ λόγος καὶ περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς διορθώσεως, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν καθορίσητε ἕτερον σύστημα ὑπὸ τὸ ὁποῖον νὰ θεραπεύωνται αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐπαρχιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στερηθῶσι καὶ τοῦ μόνου ἐρείσματος τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐν τῇ νομίμῳ ἀντιπροσωπείᾳ αὐτῶν ἐνταῦθα. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, Κύριοι, τὸ νομοθέτημα εὑρίσκω ἀτελές. Νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι μεθ’ ὅσα ἐγένοντο ἐν Ἑλλάδι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ὀρθὸν ἦτο νὰ ἐπιδειχθῇ γενικωτέρα μέριμνα περὶ τῶν τῆς διοικήσεως. Νομίζω ὅτι μεθ’ ὅσα ἐγένοντο καὶ μεθ’ ὅσα ἐζητήθησαν ἦτο ὀρθότερον ἵνα ἀντιληφθῶμεν πάντες ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ διορθωθῇ βασίμως ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, ἐὰν μὴ τεθῶσιν αἱ βάσεις τῆς χρηστῆς διοικήσεως καὶ ἐὰν μὴ τεθῶσιν αἱ βάσεις τῆς ἀνυψώσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν στρατοὺς πραγματικοὺς — οὐχὶ ἀριθμοὺς στρατιωτῶν — ἐφ’ ὅσον τὸν πολίτην δὲν παρακολουθοῦμεν ἡμεῖς διὰ χρηστῆς διοικήσεως ἐν τῇ ἐξελίξει αὐτοῦ καὶ δὲν παρέχομεν εἰς τὸν πολίτην τὴν συνδρομήν, τῆς ὁποίας δεῖται, καὶ τὴν συνδρομὴν εἰς ἣν δικαιοῦται παρὰ τῆς Πολιτείας. Τὸν πολίτην ἡμεῖς παραδίδομεν ἕρμαιον εἰς τὰ μικρότερα ὄργανα τῆς διοικήσεως, διὰ νόμου δὲ τοιούτου οἷος ὁ προκείμενος, ἐν συνδυασμῷ πρὸς ὅσους ἐψηφίσαμεν καὶ ὅσους θὰ ψηφίσωμεν θὰ παραδώσωμεν τὸν ἀτυχῆ ἐργατικὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας ἕρμαιον εἰς τὸν χωροφύλακα, εἰς τὸν εἰσπράκτορα, ἄνευ σχολείου, ἄνευ εἰρηνοδίκου, ἄνευ διοικητικοῦ ἐπόπτου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἐν μελλούσῃ περιόδῳ τῆς Βουλῆς θέλομεν προσέλθει πάντες ἡμεῖς βαρυνόμενοι διὰ περιπλέον μεριμνῶν, βαρυνόμενοι καθ’ ἑκάστην διὰ τῶν παραπόνων τῶν ἀδικουμένων, καὶ θέλομεν πανηγυρικῶς καταργήσει τὸ νομοθέτημα τῆς εὐρυτάτης περιφερείας. Τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας ὑπῆρξεν ἓν πείραμα. Κατ’ ἐμὲ τὸ πείραμα τοῦτο μέχρι τοῦδε παρέσχεν ὅλας τὰς ἀποδείξεις τῆς ἀποτυχίας. Ἡ εὔρυνσις τῆς περιφερείας φρονῶ ὅτι κατ’ οὐδὲν θέλει βελτιώσει τὸ ζήτημα, κατ’ οὐδὲν θέλει ἐλαττώσει τὰ φαινόμενα τῆς ἀποτυχίας. Εἴμεθα ὥριμοι δι’ ἄλλο τι ἐκλογικὸν σύστημα; Ἀναμφισβητήτως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται μετὰ θάρρους νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄλλο σύστημα ἐκλογικόν, διότι οὐδεμία μελέτη ἐγένετο μέχρι τοῦδε περὶ τούτου συστηματικὴ, καὶ αὐτὴ δὲ ἡ Κυβέρνησις ὡμολόγησεν ἀξιεπαίνως διὰ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου χθές, ὅτι μετὰ τόσα ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν μᾶλλον ἐπείγοντα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτὴν ὁ χρόνος, ὅπως ἐπιμεληθῇ τοιούτου θέματος, ὑψίστου καὶ σπουδαιοτάτου. Δὲν φρονῶ δέ, Κύριοι, ὅτι δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τὸ ἐκλογικὸν ἡ πεῖρα τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου, διότι ἑνιαῖον τῆς ψήφου ὑπὸ τὸ σύστημα εὐρείας ἢ εὐρυτάτης περιφερείας θέλει δημιουργήσει διαδοχικοὺς συνδυασμούς· ὁ συνδυασμὸς τῶν δώδεκα τῶν παρατασσομένων ὁλομερῶς ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων θὰ γίνῃ συνδυασμὸς δώδεκα παρατασσομένων ἀνὰ ἕνα, δανειζόντων τὰς ψήφους των ἀνὰ ἕκαστον τῶν ἀσθενεστέρων ἀλληλοδιαδόχως πρὸς τὸν ἑκάστοτε ἰσχυρότερον. Σύστημα ἑνιαίου τῆς ψήφου ἐν περιφερείᾳ διδούσῃ 12 καὶ 15 Βουλευτὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἄνευ καθορισμοῦ ὁρίου τινὸς ἀπολύτου πλειονοψηφίας· ὅταν δὲ καθορισθῇ ὅριον τοιοῦτον εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θέλομεν ἔχει διαδοχικὰς ἐκλογάς, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ κατανοηθῇ ἐκλογὴ καθ’ ἣν θὰ δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ὁ λαμβάνων οἱασδήποτε ὀλιγίστας ψήφους.
§20Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν σχετικὴν πρότασίν μου νόμου.
§21Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν ἔλαβον. Σύστημα ἑνιαῖον τῆς ψήφου, τὸ ὁποῖον δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ ἰδεῶδες ἀπὸ ἀπόψεως θεωρητικῆς, δύναται νὰ ἐπιτύχῃ μόνον ἐν περιφερείαις, ἐν αἷς ἐκλέγεται εἷς καὶ μόνος Βουλευτής. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ δανειζώμεθα ἀτιμωρητὶ καὶ ἀπροσέκτως πᾶν ὅ,τι συμβαίνει ἀλλαχοῦ, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ δημιουργήσωμεν περιφέρειαν ἀποτόμως δίδουσαν ἕνα Βουλευτὴν ὡς ἔχει ἡ Γαλλία, ἥτις ὅμως ἔχει περιφέρειαν ἑκατὸν χιλιάδων κατοίκων, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἠθέλομεν φθάσει εἰς διαμερίσματα δίδοντα ἕνα Βουλευτὴν ἠθέλομεν καταρτίσει πλέον ἐκλογικὰ διαμερίσματα ἀποτελούμενα ἐκ δύο ἢ τριῶν δήμων, ὡς ἔχουσι δὲ τὰ ἐκλογικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ἐν Ἑλλάδι, περιφέρεια δίδουσα ἕνα Βουλευτήν, ἰδιαιτάτα δὲ ἀγροτική, θέλει εἶναι περιφέρεια τεθειμένη ὑπὸ τὸ κράτος τῶν βλαχοδημάρχων, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀπαιτητικωτέρας συναλλαγῆς, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀπαιτητικωτέρων ἐκλογικῶν ὅρων, περιφέρεια καθ’ ἣν ὁ ὀρθὸς λόγος οὐδένα θὰ ἔχῃ λόγον, περιφέρεια καθ’ ἣν θὰ ἔχῃ λόγον μόνον τὸ χαΐδευμα καὶ τὸ κέρασμα. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν εἰς τοιαύτην περιφέρειαν νὰ βασισθῶμεν. Ἴσως ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰδεῶδες τοῦτο ἀγόμενοι βαθμηδόν, ὀφείλομεν δὲ πάντες, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὰ ἐκλογικὰ συστήματα δὲν μεταβάλλονται οὔτε δίδουσιν ἀποτελέσματα ἄμεσα ἐν διαστήματι ἑνὸς καὶ δύο ἐτῶν. Παρ’ ἡμῖν ἐπιδιώκεται κατ’ ἔτος ἡ μεταβολὴ τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων καὶ παρουσιάζονται τὰ διάφορα φάρμακα ἑκάστοτε· ἀλλ’ ἵνα φθάσωμεν εἰς σύστημα τοιούτων ἐκλογικῶν διαμερισμάτων, βεβαίως, ὑφ’ οὓς ὅρους πολιτευόμεθα σήμερον καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ἔχει διαπαιδαγωγηθῆ ὁ λαὸς νὰ πολιτεύηται, ὀφείλομεν νὰ φθάσωμεν κατὰ σταθμούς, δημιουργοῦντες περιφερείας διδούσας 3–4 Βουλευτάς. Ἐλαττοῦντες δὲ βαθμιαίως τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεξίμων ἵνα μετὰ 10–12 ἔτη κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς περιφερείας τὰς ἐχούσας ἕνα Βουλευτήν, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξὺ ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐκλογήν. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, ὥριμοι δὲν εἴμεθα πρὸς τοιαῦτα ζητήματα, ὀρθότερον δὲ θὰ ἦτο πρὸς τὸν παρὸν μὴ ὄντες ὥριμοι, ἀποβλέποντες πρὸ πάντων εἰς τὰς διοικητικὰς συμφοράς, τὰς ὁποίας θὰ προκαλέσῃ ἡ δημιουργία οὕτως ἀνεξετάστως τῶν μεγάλων νομῶν, ἄνευ ἐπαρχιῶν καὶ ἄνευ νομαρχιακῶν συμβουλίων, νὰ προβῶμεν μᾶλλον εἰς τὴν ἑτέραν λύσιν, νὰ ἐξισώσωμεν τὰς ὑφισταμένας ἐκλογικὰς περιφερείας μεταβάλλοντες, μειοῦντες τὰς μείζονας, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἴσον ἀριθμὸν ἢ ἀναλογίαν μεταξὺ τῶν περιφερειῶν καὶ νὰ παύσῃ ἡ ἀνισότης τῶν περιφερειῶν τῶν διδουσῶν ἄλλων μὲν 13, ἄλλων 12 καὶ ἄλλων 2 ἀντιπροσώπους. Ταῦτα δύνανται προχείρως ἤδη νὰ γίνωσιν, ἵνα ὑποστῶμεν καὶ τὴν ἐκλογὴν ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας, λάβωμεν δὲ καὶ τὴν δοκιμασίαν μιᾶς ἔτι βουλευτικῆς περιόδου ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἀγαθὰ τῆς εὐρείας περιφερείας δὲν ἔσχομεν, τὰ δὲ κακὰ ἀποτελέσματα ἔσχομεν ἐν τῇ τελευταίᾳ τετραετίᾳ, εἶναι τόλμημα μέγα νὰ δημιουργήσωμεν περιφερείας εὐρυτάτας ἐν ταῖς ὁποίαις εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐπικοινωνία τῶν ἐκλεξίμων. Ἐὰν ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο τῶν περιφερειῶν ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐπικοινωνίαν τοῦ ἐκλεξίμου, τοῦ ὑποψηφίου, πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, ἀπολείπει ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους ὁ ὑλικὸς χρόνος ἐν τῷ διαστήματι τῶν δύο μηνῶν τῆς ἐκλογικῆς περιόδου. Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἑλληνικοῦ συνοικισμοῦ νὰ περιέλθωσι συνδυασμοὶ ὁμόφρονες ὁλόκληρον τὸν νομὸν καὶ νὰ ἀναπτύξωσιν ἐκεῖ τὸ κήρυγμα τοῦ προγράμματός των. Θὰ εἶναι δὲ ἀστειότατον θέαμα δεκαπέντε ὑποψήφιοι προσερχόμενοι νὰ κηρύξωσιν οἱ μὲν πέντε τὸν λόγον τοῦ κ. Θεοτόκη, οἱ ἄλλοι πέντε τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Ῥάλλη καὶ οἱ ἄλλοι πέντε τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Τὸ θέαμα θὰ εἶναι ἀστεῖον καὶ δυστυχῶς θὰ ἴδωμεν καὶ τοῦτο. Ἐφ’ ὅσον τὰς περιφερείας ταύτας εὑρύνομεν ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν εἰμὴ τὸ θέαμα νὰ καταστήσωμεν ἀστειότερον καὶ ὀδυνηρότερον. Οὐδὲν κερδαίνομεν ἀπὸ ἀπόψεως ἐπικοινωνίας, πραγματικῆς ἐπικοινωνίας, θετικῆς ἐπικοινωνίας τῶν ὑποψηφίων πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτῶν, ἀλλὰ θέλομεν κερδάνει ἕτερόν τι, ὅτι θὰ βλέπωμεν προϊοῦσαν τὴν ἄλλην ἐργασίαν, τὴν ἐργασίαν ἐκείνων τῶν στοιχείων τῶν ἐχόντων ἐν τῷ νῷ αὐτῶν μόνον τὴν μέριμναν πῶς νὰ ἐνισχυθῶσι διὰ τῆς μικροπολιτικῆς· καὶ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα θὰ ἐνισχύωνται καθ’ ἡμέραν ἐφ’ ὅσον οἱ κρείσσονες θὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ, ὅπως ἐπικοινωνῶσι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον καθίσταται ἀδυνατωτέρα ἡ ἀνάπτυξις προγραμμάτων, ἡ ἀνάπτυξις ἰδεῶν, ἐπὶ τοσοῦτον θὰ γίνωνται ἰσχυρότεροι οἱ μικροκομματάρχαι. Ὁ ἔξω κόσμος ὁ ἑλληνικὸς δὲν ἠξεύρει τίποτε· ἀκούει εὐρυτάτην περιφέρειαν καὶ νομίζει, ὅτι εὑρέθη ἡ πανάκεια. Ἡμεῖς γινώσκομεν τὰς ἀτελείας τοῦ συστήματος, τὰς πικρίας τοῦ συστήματος· ἰδιαίτατα οἱ ἀρχηγοὶ γινώσκουσιν ὁποῖα ὑφίστανται μαρτύρια ὁσάκις καλοῦνται ἐν τῇ φορᾷ τῶν περιστάσεων, ἵνα ἐφαρμόσωσι πρόγραμμα, μέτρα κυβερνητικά, συντάξωσι μέτρα νομοθετικά. Ἀποβάλλουσι τὸν ἀνθρωπισμόν των ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας ἐνώπιον τῶν συγκρουομένων συμφερόντων τῶν ὑποψηφίων εἰς ἀνώτερα ἀξιώματα, ὑποψηφίων οἵτινες ἐνισχύονται ὑπὸ τῆς μικροπολιτικῆς. Ἐὰν τοιαύτην ἐννοῶμεν νὰ θεμελιώσωμεν τὴν Ἑλλάδα, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοθέτημα μετὰ πάσης ἀφελείας, δυνάμεθα νὰ λέγωμεν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν εὐρεῖαν περιφέρειαν, δυνάμεθα νὰ λέγωμεν· θέλετε εὐρεῖαν; Λάβετε εὐρυτάτην περιφέρειαν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐκ τῆς πείρας ἐπείσθημεν, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἰς οὐδὲν ἀγαθὸν θὰ συντελέσῃ παρὰ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν κομματαρχῶν καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο γινώσκομεν ἐκ πείρας, πράττομεν εὐρύνοντες τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἔγκλημα κατὰ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν συνθέτομεν κατὰ τρόπον οὐχὶ προσήκοντα, πράττομεν εὐρύνοντες τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἔγκλημα κατὰ τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον θὰ διοικῶσι μικροὶ καὶ ἐλεεινοὶ πολιτικοί.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§23Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καλούμενος ὑφ’ ὑμῶν νὰ λάβω τὸν λόγον εὑρίσκομαι εἰς δύσκολον θέσιν, διότι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου σχεδὸν δὲν ὑπολείπεται νὰ εἴπω τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐφρόνουν, διότι εἶμαι σχεδὸν κατὰ τὸ ὅλον σύμφωνος πρὸς τὰς γνώμας τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ἐγκαθιστάμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου διοικητικὸν σύστημα πρόκειται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, διότι κυριώτατα καὶ ἐν ὀλίγαις λέξεσιν ἀπομακρύνει τὴν διοίκησιν ἀπὸ τοῦ πολίτου. Ἔχω γνῶσιν καὶ πεῖράν τινα τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος περιηγούμενος τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅσον δύναμαι αὐτάς, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐκ τῆς ἰδίας μου ἐπαρχίας. Κατὰ τὴν νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν χωρία τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς θὰ ἀπέχωσι τοῦ νομοῦ ἐπὶ ὥρας εἴκοσι καὶ ἑπτά· ἀπέχουσι καὶ νῦν, ἀλλὰ τὸ σύστημα ἦτο ἐγκαθιδρυμένον. Ἐγὼ θὰ ἔβλεπον μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως ἐπανερχόμενον τὸ σύστημα τῆς ἐπαρχιακῆς διοικήσεως ὑφ’ οἱονδήποτε ὅρον εἴτε ἐπαρχιακὸν εἴτε νομαρχιακὸν εἴτε ὑπὸ ἄλλο οἱονδήποτε σύστημα, διότι ἐπιθυμῶ ἡ διοίκησις νὰ συνδέηται στενώτερον μετὰ τοῦ πολίτου. Καταργοῦμεν νομούς, κατηργήσαμεν Εἰρηνοδικεῖα, συγχωνεύομεν δήμους καὶ δὲν ὑπολείπονται ἀπὸ μίαν ἔκτασιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἐπαρχίαν μου περὶ ἧς ὁμιλῶ, εἰμὴ ὀλίγοι ἄνδρες ἀνήκοντες εἰς τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι θὰ διευθύνωσιν ὁλόκληρον αὐτὸν τὸν πληθυσμόν. Δὲν ἔχω λόγον νὰ ὑποστηρίξω ἰδιαιτέρως τὴν ἐπαρχίαν μου. Εἰς πλεῖστα μέρη δὲν θὰ ὑπάρχῃ διοίκησις διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, συχνὰ δὲ θ’ ἀκούωμεν κραυγὰς ἐντεῦθεν, διότι ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ βούρδουλας τοῦ ἀστυνόμου πρὸς διοίκησιν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ὅταν θὰ ἀδικηθῇ εἰς τὰ μέγιστα ὁ πολίτης καὶ θελήσῃ νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διοίκησιν, ποῦ θὰ εὕρῃ αὐτήν, εἰς ἀπόστασιν εἴκοσιν καὶ ἑπτά ὡρῶν μακρὰν αὐτῆς κειμένην; Διότι γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι δι’ ἐγγράφων ἀναφορῶν πρὸς τὰς Ἀρχὰς δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν. Ὅταν θὰ μεταβῇ ἐκεῖ, οὐδὲν θὰ πράξῃ καὶ θὰ ἐπανέλθῃ καὶ θὰ εὕρῃ μείζονα τὴν ζημίαν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου, τοῦ Δημαρχείου, διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς διοικήσεως καὶ διὰ τῆς ἀναθέσεως νῦν εἰς τὸν νομάρχην πλείστων καθηκόντων δημιουργεῖτε τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἷς νομάρχης ἐν τῷ νομῷ Λακωνικῆς ἔχων παρ’ αὐτῷ ἕνα γραμματέα καὶ ἕνα πρωτοκολλητήν, καλεῖται νὰ διοικήσῃ 29 δήμους τοῦ νέου νομοῦ τῆς Λακωνικῆς. Τίς ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, φαντάζεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοῦτο ὁ νομάρχης; Καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον θὰ μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὴν ποιότητα τῶν νομαρχῶν. Ὁ νομάρχης δὲν ἐπαρκεῖ νὰ διοικῇ, νὰ κυβερνᾷ ὁλοκλήρους τούτους τοὺς λαοὺς δι’ ἑνὸς γραμματέως καὶ δι’ ἑνὸς πρωτοκολλητοῦ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐπαρχιακῆς διοικήσεως, διότι τοῦτο εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς. Ἡ ἑλληνικὴ χώρα εἶναι διῃρημένη ἀπὸ τριῶν χιλιάδων καὶ ἑξακοσίων ἐτῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἃς ἡμεῖς ὅλοι ἀντιπροσωπεύομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν δύνασθε δι’ ἑνὸς νομοθετήματος εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομάζοντες νομὸν Ἀρκαδίας νὰ ἀνατρέψητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑφίσταται οὐχὶ ἀπ’ αἰώνων ἀλλ’ ἀπὸ χιλιετηρίδων, νὰ ἀνατρέψητε τὴν Ἀρκαδίαν, τὴν Μαντινεάτιδα χώραν, τὴν Κυνουρίαν, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ἀποτελεῖ ἴδιον νομόν, ὁ ὁποῖος θὰ διοικῆται κάλλιον νῦν, διότι τοῦτο ἀναγράφει ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν. Εἶμαι ἑπομένως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα, διότι ὅσα εἶπον ἐλέχθησαν τὰ πλεῖστα, θὰ περιορισθῶ δὲ μόνον εἰς μίαν παρατήρησιν ἐφ’ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἐν παραγράφῳ 8ῃ εἰς τὸν νομὸν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐπαρχίαι, τῶν ὁποίων ἡ ἔκτασις εἶναι μεγάλη, ὡς αἱ ἐπαρχίαι Ναυπλίας, Ἄργους, Σπετσῶν καὶ Ἑρμιονίδος, ὑπάγονται εἰς ἕνα νομόν. Ὑπὸ μίαν ἔποψιν αὗται ἀποτελοῦσι δύο ἐπαρχίας. Κατόπιν ὅμως ἔχομεν ἐπαρχίαν Ὕδρας καὶ Τροιζηνίας, ἐπαρχίαν Κορινθίας καὶ Κυθήρων. Ἁπλούστατον βλέμμα ἐν τῷ γεωγραφικῷ χάρτῃ τῆς Ἑλλάδος ῥιπτόμενον θὰ πείσῃ πάντα, ὅτι λάθος τι ἐγένετο ἴσως, ἵνα ἡ ἐπαρχία τῶν Κυθήρων προσκολληθῇ εἰς τὸν νομὸν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Οὐδεμία σχέσις συνδέει τὴν ἐπαρχίαν Κυθήρων πρὸς τὸν νομὸν εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάγεται διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, διότι ἡ ἐπαρχία Κυθήρων ἀποτελοῦσα μέρος τῆς Ἰονίου Πολιτείας ἀπὸ τὸν προπαρελθόντα αἰῶνα προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑπτανήσου καὶ μέχρι τινός, πρὶν ἢ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τοῦ 1876, ἐθεωρεῖτο ὡς ἐπαρχία ἰδιαιτέρα καὶ ἀνεξάρτητος. Ἡ ἐπαρχία λοιπὸν Κυθήρων συνδέεται κάλλιον πρὸς τὸν νομὸν Λακωνικῆς, διότι πρῶτον ἀπέχει τοῦ Γυθείου κατὰ θάλασσαν περὶ τὰς τρεῖς μόλις ὥρας ἀτμοπλοϊκῶς, εἶχε δὲ δεύτερον, διὰ τῆς τελευταίας ὑπαγωγῆς αὐτῆς εἰς τὸν νομὸν Λακωνικῆς, συνδεθῆ πρὸς τὸν νομὸν ἐκεῖνον καὶ οὕτως εἰπεῖν συσσωματωθῆ, ἐνῷ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νέου νομοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον προσκολλᾶται νῦν, δὲν συνδέεται οὔτε διὰ τῶν μέσων κἂν τῆς συγκοινωνίας. Διὰ νὰ μεταβῇ τις ἐκ Κυθήρων εἰς Ναύπλιον πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ ταξιδεύων ὁλόκληρον ἡμέραν ἢ μέρος τῆς ἡμέρας καὶ μέρος τῆς νυκτὸς ἢ μίαν ἡμέραν καὶ μίαν νύκτα, ἀναλόγως τοῦ καιροῦ, διότι πρόκειται νὰ κάμψῃ τὸν Μαλέαν· θ’ ἀνέλθῃ ἔπειτα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐντεῦθεν θὰ μεταβῇ ἀτμοπλοϊκῶς ἢ σιδηροδρομικῶς εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν τυχὸν θὰ ἔχῃ ἐκεῖ ὁ πολίτης θὰ διανύσῃ πάλιν αὐτὰ τὰ διπλᾶ καὶ τριπλᾶ ταξίδια διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα του. Νομίζω ὅτι, πρὸς ταῖς ἄλλαις ἀδικίαις, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὰς πλείστας ἐπαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου διὰ τῆς προσκολλήσεως αὐτῶν ἐνταῦθα κἀκεῖσε, νομίζω ὅτι αὕτη εἶναι μία τῶν μειζόνων ἐξ ὅσων διαπράττει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἰδιαιτέρως δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἀποχωρίζει αὐτὴν τὴν καλὴν ἐπαρχίαν ἀπὸ τοῦ νομοῦ εἰς ὃν καὶ ἐκεῖνος ἀνήκει.
§24Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ δὲν τὴν ἀποχωρίζει ἐντελῶς.
§25Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι δύναται ἡ παρατήρησίς μου αὕτη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Ἰ. Κρεστενίτης καὶ Γ. Παπαγιαννόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Κ. Αἰγιαλείδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Δ. Κρεμεζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Ὁ κ. Ἰ. Κρεστενίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιμελητῶν κλπ. τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ὁ κ. Γ. Κουλούρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κλπ». (Ὅρα Παράρτ. Ἐφημ. Συζητ. τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 298–302).
§27Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ ἐξετάσω τὰς συνεπείας αὐτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἀπεδόθησαν ὅλαι αἱ ἐλλείψεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς καὶ πάντες ἐπιζητοῦμεν τὴν βελτίωσιν, πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς ἁμαρτίας τοῦ παρελθόντος. Ὡς ἐκ τούτου πᾶσα πρότασις νέα γίνεται ἀσπαστὴ μετ’ εὐχαριστήσεως καὶ βεβαίως, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Μεσσήνης ὑπὸ συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ὑποθέτω ὅτι πολλοὺς ἐξ ἡμῶν ἤθελεν εὕρει προθύμους νὰ ὑποστηρίξωμεν ταύτην, ὄχι διότι ἔχομεν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἐπιτύχωμέν τι τὸ τέλειον, ἀλλὰ διότι δυσανασχετοῦντες διὰ τὴν κατάστασιν τῆς σήμερον εὐχαρίστως ἐπιλαμβανόμεθα πάσης προτάσεως ἐπαγγελλομένης βελτίωσιν. Λέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι θεωρῶ ὅτι ἐν Ἑλλάδι, οἱονδήποτε καὶ ἂν ψηφίσωμεν νομοθέτημα, δυστυχῶς τὸ ἐφευρετικὸν πνεῦμα τοῦ Ἕλληνος εἶναι τοιοῦτον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐφεύρῃ τρόπον καταστρατηγήσεως. Καὶ ἀναφέρω, Κύριοι, ὑμῖν χωρίον τοῦ Πολυβίου, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ὅτε τὸ ἀνέγνωσα, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν αὐτόν, ἐνῷ ἐν Ῥώμῃ ἠδύνατό τις ν’ ἀφήσῃ τὸ χρηματοκιβώτιόν του ἀνοικτὸν καθ’ ὅλην τὴν νύκτα καὶ νὰ εὕρῃ τὴν ἐπαύριον τὰ χρήματά του ἀνελλιπῆ, ἐν Ἀθήναις τοὐναντίον προφυλαγμένα ταῦτα ἐπιμελῶς καὶ μὲ ἑπτὰ κλεῖδας δὲν ἦσαν ἐν ἀσφαλείᾳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις, ὥστε διὰ πᾶν νομοθέτημα πρὶν ἢ δοκιμασθῇ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ εἶναι ἐπιτυχές. Ἔχομεν ὅμως τοῦτο ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ νῦν ὑπάρχον σύστημα εἶναι ἀτελές. Καὶ ἐρωτῶ· διορθοῦται, ναὶ ἢ οὔ, διὰ τῆς εὐρείας περιφερείας; Ποῖα εἶναι τὰ ἐλαττώματα, Κύριοι, τῆς στενῆς περιφερείας; Ἀναμφισβήτητον καὶ σχεδὸν παραδεδεγμένον ὑπὸ πάντων εἶναι ὅτι ὁ συνδυασμὸς εἶναι ἕνωσις προσώπων μὴ ἐχόντων τὰς αὐτὰς γνώμας. Εἶναι ἀναμφίβολον, Κύριοι, ὅτι ὅταν συνδυάζωνται πρόσωπα, ἐνῷ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καθ’ ὃ εὑρίσκοντο ἐν τῇ Βουλῇ εἶχον ἐναντίας γνώμας, καθ’ ἣν στιγμήν, λέγω, τὰ πρόσωπα ταῦτα ἔρχονται καὶ λέγουσιν εἰς τοὺς φίλους αὐτῶν· παρακαλῶ νὰ ψηφίσητε τὸν κ. δεῖνα, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐναντίας γνώμας ἐμοῦ, εἶναι φανερόν, λέγω, ὅτι ὄχι μόνον πράττομέν τι τὸ ἀνήθικον, τὸ ἠθικῶς ἐγκληματικόν, ἀλλ’ εἶναι φανερόν, ὅτι δίδομεν εἰς τὸν ἁπλοϊκὸν κόσμον, παρ’ οὗ ζητοῦμεν ψῆφον, τὸ παράδειγμα τῆς αἰσχίστης συναλλαγῆς. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν μικρᾷ περιφερείᾳ, τὸ ὁποῖον θεωρῶ τὸ μέγιστον ὅλων, ἐλαττοῦται μὲ τὴν μεγάλην περιφέρειαν; Διότι, ἂν ἐλαττῶται, ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ ἀσπασθῶμεν τὴν μεγάλην περιφέρειαν. Ἀλλὰ γνωρίζομεν ἀκριβῶς, ὅτι τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Ἡ πεῖρα ἡ μακρὰ τοῦ παρελθόντος μᾶς τὸ ἀπέδειξε. Τίς ἐξ ἡμῶν—διότι ἔλαβον μέρος καὶ ἐγὼ εἰς τὴν μεγάλην περιφέρειαν— τίς ἐξ ἡμῶν τῶν ἐξ Ἀθηνῶν, λόγου χάριν, μετέβη εἰς Λεβάδειαν; Οὐδείς, ὑποθέτω. Ἀνεθέσαμεν τὴν φροντίδα τῶν συμφερόντων ἡμῶν εἰς τὸν συνδυασθέντα μεθ’ ἡμῶν ἐν Λεβαδείᾳ.
§28Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι συναλλαγὴ αὐτό!
§29Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἀληθῶς κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἤμεθα ἅπαντες ὁμοφρονοῦντες καὶ ἡ ἀνηθικότης δὲν ὑπῆρχεν· ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὡς λαμπρῶς ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὁ ὁμιλήσας πρὸ μικροῦ, ὅτι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσι καὶ συνδυασμοὶ ὁμοφρόνων. Ἀλλὰ τὴν σήμερον εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ ἔθνος σύσσωμον δὲν ἀναγνωρίζει πλέον μεταξὺ τῶν διευθυνόντων τὰ κόμματα πρόσωπα ἔχοντα τοιοῦτον κῦρος, ὥστε νὰ σχηματίσωσιν ἀμιγεῖς συνδυασμούς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ συνδυασμοὶ σήμερον θὰ γίνωσι μικτοί, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ κακὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φοβούμεθα θὰ εἶναι πολὺ μεγαλείτερον. Ἀλλά, Κύριοι, ἐν μιᾷ περιφερείᾳ τοὐλάχιστον ἐπιτρέπεται εἰς τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς κόμμα νὰ θέσωσιν ὑποψηφιότητα. Καὶ ἐρωτῶ· εἰς τὴν μεγάλην περιφέρειαν εἶναι δυνατὸν τὰ πρόσωπα αὐτὰ νὰ ἐπιτύχωσι; Θεωρῶ τοῦτο σχεδὸν ἀδύνατον. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι εἶναι δύο, τρία, πέντε ὀνόματα πασίγνωστα εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ὁποῖα οὐδένα ἔχουσι φόβον ὅτι θὰ ἐπιτύχωσιν. Ἀλλ’ οἱ Βουλευταὶ εἶναι 184, τὰ τέσσαρα αὐτὰ πρόσωπα βεβαίως θὰ ἐπιπλεύσωσιν, ἀλλ’ οἱ ὑπόλοιποι 180 πῶς θὰ ἐπιτύχωσι; Διὰ τῆς συναλλαγῆς, τῆς ἀνηθίκου συναλλαγῆς. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι, ἂν ὑποθέσωμεν πολιτευόμενον ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ἔχει ἐργασίαν, ὁ ὁποῖος νὰ διέλθῃ τρεῖς μῆνας περιοδεύων ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, δαπανῶν χρήματα οὐκ ὀλίγα, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς ὅλην τὴν περιφέρειαν, ἔχει ἐλπίδα ἐπιτυχίας; Ἐρωτῶ λοιπόν, ὅταν τοιαύτας ἐπιβάλλωμεν ὑποχρεώσεις εἰς τὸν Βουλευτήν, εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν πολλοὺς τοιούτους; Νομίζω ὅτι ὄχι. Ἄλλο μειονέκτημα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἴσως καὶ τὸ μεγαλείτερον, τῆς μεγάλης περιφερείας εἶναι τὸ ἑξῆς. Πᾶσα Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀναμφισβητήτως θὰ εὑρίσκηται εἰς θέσιν κρείττονα ὅπως ἐπικρατήσῃ διαθέτουσα εἰς μεγάλην κλίμακα ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διέθετε μέχρι τοῦδε εἰς μικρὰν κλίμακα καὶ δύναται νὰ προσδοκᾷ ἀσφαλῶς, ἐκτὸς ἐξεγέρσεως πλέον ἐθνικῆς, ὅτι ἀντίθετος συνδυασμὸς τοῦ κυβερνητικοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπερισχύσῃ. Ἀναμφισβήτητον λοιπὸν ὅτι ἐν συνδυασμῷ μεγάλης περιφερείας τὰ πράγματα γίνονται χειρότερα. Καὶ ἤδη τίθεται τὸ ζήτημα· εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν μεγάλην περιφέρειαν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἄνευ συνδυασμοῦ; Τότε τὰ πράγματα οὐσιωδῶς βελτιοῦνται, καὶ καταθέτω τροπολογίαν τοῦτο σκοποῦσαν.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς; Πῶς;
§31Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως τοῦτο ἔχει ἓν ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἀντιλαμβάνομαι, καὶ βεβαίως περιμένω νὰ μοὶ τὸ εἴπῃ καὶ ἡ Βουλή, τὸ ἐλάττωμα ὅτι ἐμποδίζεται οὕτως ὁ συνδυασμὸς ἐξ ὁμοφρόνων, ὁ ἀμιγής. Ἀλλά, Κύριοι, ἀπέναντι τοῦ κακοῦ τῶν μικτῶν συνδυασμῶν, προτιμῶ νὰ ἐμποδισθῶσι καὶ οἱ ἀμιγεῖς συνδυασμοί. Λοιπὸν δι’ ἐμέ, Κύριοι, ἡ μόνη βελτίωσις, ἣν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν, εἶναι νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν συνδυασμόν, ἐνόμισα δ’ ὅτι μὲ ὀλίγας λέξεις εἶναι τοῦτο δυνατόν. Ἡ τροπολογία ἡ ἐμὴ εἶναι ἡ ἑξῆς· Θὰ τεθῇ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ τίτλος κατ’ ὀλίγον θὰ παραλλάξῃ, διότι θὰ εἴπωμεν ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, θὰ τεθῇ, λέγω, εἰς τὸ τέλος πρὸ τοῦ ἄρθρου 4 ἕτερον ἄρθρον ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς Βουλευτῶν ἀπαγορεύεται πᾶς συνδυασμὸς μεταξὺ ὑποψηφίων, εἴτε ἐκδηλοῦται οὗτος διὰ κοινοῦ σήματος ἐπὶ τῶν καλπῶν εἴτε διὰ κοινῶν δημοσιεύσεων τῶν ὀνομάτων τῶν συνδυαζομένων καὶ κοινῶν προγραμμάτων εἴτε διὰ κοινῶν ἐντευκτηρίων εἴτε διὰ κοινῶν ἐκλογικῶν ἐκδρομῶν εἴτε δι’ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου. Πᾶσα πρᾶξις φέρουσα χαρακτῆρα συνδυασμοῦ ἐπιφέρει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῶν συνδυασθέντων καὶ τὴν στέρησιν ἐπὶ πενταετίαν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ὡς ἐπιτυχόντες δ’ ἀντ’ αὐτῶν θεωροῦνται οἱ ἀμέσως ἐπιλαχόντες». Κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, Κύριοι, ἡ μόνη λύσις εἶναι αὕτη. Ἄνευ τούτου ἡ μεγάλη ἐκλογικὴ περιφέρεια εἶναι χειροτέρα τῆς μικρᾶς.
§32Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ ὅτι εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου κατὰ βάσιν. Δὲν γνωρίζω ἂν λόγοι οἰκονομικοὶ ἢ λόγοι διοικητικοὶ ἢ ἕτεροι λόγοι ὤθησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλά, ἐὰν τὴν Κυβέρνησιν λόγοι οἰκονομικοὶ παρεκίνησαν πρὸς ἀνατροπὴν τῆς μέχρι τοῦδε ὑφισταμένης διοικήσεως, ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ποῖαι εἶναι αἱ οἰκονομίαι αἵτινες ἀπορρέουσιν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν νομῶν; Εἶναι οἰκονομίαι τοιαῦται, ὥστε νὰ δικαιολογῶσι τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ ὁλοκλήρου λαοῦ τῶν μέσων τῆς διοικήσεως; Καί, ἂν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ οἰκονομίας 120.000 δραχμῶν, ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν ἐλθοῦσαν ἵνα φέρῃ θεραπείαν τῶν κακῶς ἐχόντων, νὰ παράσχῃ τοιαύτην εἰκόνα ἐν τῇ διοικήσει, εἰκόνα ἐρημίας καὶ πλήρους σκότους; Ἐπιτρέπεται χάριν οἰκονομίας 120,000 δραχ. νὰ καταστρέψῃ τὴν ὑφισταμένην διοίκησιν; Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ἐὰν ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἡ Κυβέρνησις προέρχηται εἰς τὴν κατάργησιν τῶν νομῶν, φρονεῖτε ὅτι καταργουμένων τῶν νομῶν αὐτῶν καὶ εὐρυνομένης τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας θὰ δυνηθῆτε μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα νὰ μεταβάλητε τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς Βουλῆς; Καὶ δὲν ἔχομεν μέχρι τοῦδε ἀποδείξεις, αἵτινες οὐδεμίαν ἐπιδέχονται ἀντίρρησιν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐλειτούργει ἡ εὐρεῖα περιφέρεια οὐδεμίαν μεταβολὴν εἴδομεν ἐνταῦθα, διότι τὸ Κοινοβούλιον ἀντὶ νὰ συγκεντρώσῃ τοὺς ἀριστεῖς ἐκ τῆς κοινωνίας τοὐναντίον συνεκέντρωσε κατὰ τὸ πλεῖστον τοὺς ἀσήμους καὶ ἀνικάνους; Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, καὶ κύριοι Βουλευταί, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πρόσωπα ἔχοντα πάντα τὰ προσόντα, πάντα τὰ ἐφόδια, ἵνα συνεισφέρωσιν ὑπὲρ τοῦ τόπου των πᾶσαν τὴν δύναμιν τῆς ἐνεργείας των καὶ τῆς μορφώσεως πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως διὰ τῆς εὐρείας περιφερείας; Ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἐκλέξωσι τὰ πρόσωπα ταῦτα; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ ἐκλογεῖς νὰ γνωρίσωσι πάντα τὰ πρόσωπα τὰ ἔχοντα τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ γνωρίζῃ καὶ ὁ νέος ἐκεῖνος Βουλευτής, ὅστις διὰ τῆς εὐρείας περιφερείας θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐλλείψεις τῶν διαφόρων περιφερειῶν, αἵτινες ἐξέλεξαν τοῦτον Βουλευτήν, ὥστε νὰ θεραπεύσῃ ταύτας; Ποῖος κυκεὼν θὰ γεννηθῇ; Ἀλλά, Κύριοι, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς εὐρείας περιφερείας κατεδείχθη ἀνίκανον καὶ ἀνίσχυρον, ἵνα προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τὰ γενικὰ τοῦ τόπου, διότι ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα θ’ ἀπορρεύσωσιν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας; Διότι, ἂν σήμερον ὁ Βουλευτὴς μεριμνᾷ καὶ καταγίνεται πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν γενικωτέρων τοῦ τόπου, ἐξ οὗ κατάγεται, πῶς δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατάστασις, ἡ αὐτὴ σχέσις μεταξὺ τοῦ ἐκλεκτοῦ τῆς νομαρχιακῆς περιφερείας καὶ τῶν ἐκλογέων; Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τῶν ὑπερμαχούντων τοῦ συστήματος τῆς εὐρείας περιφερείας καταρρέει. Ἀλλ’ ὁ λόγος ὅστις πρὸ πάντων μὲ ἀναγκάζει ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς εἶναι ἡ κατάργησις τῶν νομῶν. Ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς οἰκονομίας ν’ ἀφαιρέσῃ σπουδαιότατα δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἐκείνων οἵτινες δικαίως ἀξιοῦσι τὴν διατήρησιν τῶν διοικήσεων καὶ τῶν Νομαρχιῶν ὡς χρησιμωτάτων ὑπὸ πολλαπλῆν ἔποψιν. Μεταξὺ δὲ τῶν καταργουμένων εἶναι καὶ ὁ νομὸς καὶ ἡ Νομαρχία Ἠλείας. Διὰ ποῖον λόγον καταργεῖτε τὸν νομὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει 130,000 κατοίκων; Διὰ τίνα λόγον καταργεῖτε τὸν νομὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀείποτε ἐχρησίμευσεν ὡς κέντρον πάσης ἐμπορικῆς καὶ σταφιδικῆς κινήσεως, ἡ πρωτεύουσα τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο ἁλματικὰς προόδους καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐγεννήθησαν ἄλλοτε ἐκ τῶν γνωστῶν σταφιδικῶν λόγων γεγονότα προκαλέσαντα τὴν ἐπέμβασιν τῆς διοικήσεως, ἥτις ἐπέφερεν ἀποτελέσματα διὰ τῆς συνέσεώς της εὐχάριστα, ἀποκατασταθείσης τῆς τάξεως; Δὲν φρονεῖτε ὅτι καὶ πάλιν τὰ τοιαῦτα θὰ συμβῶσιν; Ἀλλ’ ὅτε ἐνταῦθα καταργεῖτε τὸ μέχρι τοῦδε ὑφιστάμενον σύστημα τῆς διοικήσεως νομῶν, φέροντες τὴν ἀνατροπὴν εἰς τὴν μέχρι τοῦδε διοίκησιν, πῶς, Κύριοι, νὰ μὴ ἐκφράσω τὸ ἄλγος τὸ ὁποῖον αἰθάνομαι, τὴν θλῖψιν καὶ τὴν ὀδύνην ἡ ὁποία μὲ συνέχει; Πῶς νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῆς πράξεως ταύτης τῆς Κυβερνήσεως; Ἐάν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις φρονῇ ὅτι μεταξὺ τῶν νομῶν, τοὺς ὁποίους καταργεῖ, πρέπει νὰ ὑπαχθῇ καὶ ὁ ἡμέτερος νομός, βεβαιῶ αὐτὴν ὅτι ἀδικεῖ ὁλόκληρον πληθυσμόν, ὁ ὁποῖος ὀργᾷ εἰς τὴν πρόοδον, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τὴν ἐμπορικήν, ἀδικεῖ πληθυσμόν, τὸν πληθυσμὸν τοῦ νομοῦ τῆς Ἠλείας, ὁ ὁποῖος, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, μέχρι σήμερον παρέχει εἰς τὸ Κράτος τέσσαρα καὶ πέντε ἑκατομμύρια δραχ. κατ’ ἔτος φόρους. Διατί, Κύριοι, νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἰσότης εἰς τὴν καινοτομίαν τῶν καταργουμένων νομῶν; Διατί νὰ μὴ ἀκούσητε τὰς διαμαρτυρίας ἡμῶν, ὅτε βλέπομεν διατηρουμένους νομοὺς ἀριθμοῦντας 39.000 μόνον κατοίκων; Διατί, Κύριοι, νὰ μὴ ἐκφράσωμεν τὰς διαμαρτυρίας ἡμῶν, ὅτε βλέπομεν τοιαύτην ἀδικίαν; Δὲν εἶναι, Κύριοι, ὀρθόν, δὲν εἶναι λογικόν, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχομεν 150.000 ψυχῶν, νὰ μὴ θεωρώμεθα ἄξιοι ν’ ἀπαρτίσωμεν νομόν. Πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τελεία ἰσότης. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπέβαλον καὶ ἡ ὁποία διεβιβάσθη ἤδη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον.
§33Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδόλως ἐνδιαφέρεται περὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε εὐρεῖα εἶναι ἡ περιφέρεια εἴτε εὐρυτάτη, εἴτε ἐπαρχία εἴτε νομός. Ἐνδιαφερόμεθα μόνον ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι, διότι πάντες ἔχομεν συμφέροντα, ἄλλοι μὲν ἐκ ταύτης τῆς περιφερείας, ἄλλοι ἐκ τῆς ἑτέρας. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἴσως ἐνδιαφέρεται διὰ κανονικωτέραν διαίρεσιν, ἵνα μὴ ὁ εἷς δῆμος ἀπέχῃ πέντε ὥρας ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν τῆς διοικήσεως καὶ ὁ ἕτερος τριάκοντα ὥρας. Βεβαίως τοῦτο τὸν ἐνδιαφέρει, διότι αἱ μεγάλαι ἀποστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τοὺς πολίτας νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἐδείξαμεν ἐνδιαφέρον, ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ εὐημερήσῃ ὀφείλομεν νὰ τῷ δώσωμεν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν. Μὴ δώσαντες τοιαύτην εἰς αὐτὸν τὸν ἀπεκληρώσαμεν τελείως καὶ ἠκολούθησε τὴν πρὸς τὸν Νέον κόσμον ἄγουσαν, ἐξ οὗ καὶ τὰ ἐκ τῆς φυγαδεύσεως αὐτοῦ εἰς τὸν Νέον κόσμον δυσάρεστα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἐν τῷ τόπῳ. Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς ὁ πταίστης, Κύριοι, διότι, ὅτε ἐνομοθετοῦμεν ἐνταῦθα τὴν στρατιωτικὴν Ἀστυνομίαν, ἐνομίζομεν ὅτι ἐπράττομέν τι ἀγαθόν, καὶ ἀληθῶς ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ἐπράξαμεν τοῦτο, καὶ τὰ Δικαστήρια εὑρέθησαν προθυμότατα ὅπως ἐνισχύσωσι τὴν Ἀστυνομίαν ἐκείνην, ὅπως ἐπέλθῃ τὸ ποθούμενον ἐκ ταύτης ἀποτέλεσμα. Δυστυχῶς ὅμως τί συνέβη; Ὁ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ἐκείνην νὰ καταστρέψῃ τελείως τὴν κτηνοτροφίαν, ταύτης δὲ καταστραφείσης ἔπαυσαν οἱ ἀγροὶ νὰ δίδωσιν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐτησίαν τροφήν· διατί; Διότι δὲν εἶναι πάντες οἱ ἀγροὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους γόνιμοι, ἀλλὰ διὰ τῶν ποιμνίων καὶ ἐν γένει διὰ τῶν κτηνῶν ἔδιδον τὴν τροφὴν εἰς αὐτούς. Ἀφ’ ἧς κατεστράφησαν τὰ ποίμνια καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ὡδηγοῦντο εἰς τὰς φυλακάς, διότι οἱ νέοι καὶ οἱ μᾶλλον εὔρωστοι ἀνθίσταντο εἰς τὰς διαφόρους παρεμβάσεις τῶν Ἀρχῶν καὶ εἶτα καταγγελλόμενοι ἐπὶ ἀντιστάσει ἐσύροντο ἀγεληδὸν εἰς τὰς φυλακάς, ἡ κατάστασις ἐχειροτέρευσεν. Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν ἐπακριβῶς τὴν στατιστικὴν τῶν τριῶν ἐκείνων ἐτῶν, θὰ εὑρεθῇ ὅτι ἐφυγαδεύθησαν ἐκ τῆς χώρας ἡμῶν περὶ τὰς 300.000 ψυχῶν. Ἡ ἐποχὴ λοιπὸν ἐκείνη ἐφυγάδευσε 300.000 ψυχῶν, καὶ καθ’ ὑπολογισμούς, οὐχὶ βεβαίως κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀκριβεῖς, εἰσῆλθε μὲν ἐκ τούτων χρῆμα, ἀλλ’ αἱ ζημίαι αἱ ἐκ τῆς ἀναχωρήσεως τούτων εἰσὶ δεκαπλάσιαι, διότι ἐκ τούτων οἱ μὲν ἀποθνήσκουσιν ἐκεῖ, οἱ δὲ ἐπιστρέφοντες εἶναι σχεδὸν ὅλοι ἀσθενεῖς. Τί συνέβη λοιπόν; Ἔπαυσεν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ γῆ νὰ δίδῃ τὴν τροφὴν εἰς αὐτούς. Ἐφορολογήσαμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἔξωθεν εἰσερχόμενον σῖτον καὶ ἡ οἰκογένεια ἐκείνη ἡ ὁποία σήμερον ἀριθμεῖ ἕξ μέλη, προκειμένου νὰ τραφῇ ἡμερησίως θέλει 3 60, ἤτοι 110 δραχ. κατὰ μῆνα. Ἀλλ’ ἡ φυγάδευσις αὕτη ἡ ἀθρόα ἔκαμε μόνον τοῦτο τὸ κακόν; Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐνταῦθα ὁποία συζήτησις ἐγένετο, προκειμένου περὶ τῶν οἴνων τοῦ Κράτους· καὶ διατί ἡ κατανάλωσις αὐτῶν κατεστράφη; Διότι ἔπαυσαν αἱ ἄμπελοι νὰ παράγωσι γλεῦκος; Ὄχι, ἀλλὰ διότι ἀπεδήμησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμνον τὴν κατανάλωσιν, αἱ 300,000 αὐταὶ ψυχαὶ ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καθ’ ἡμέραν τοὐλάχιστον ἡμίσειαν ὀκᾶν οἶνον ἕκαστος. Παραλείπω πλέον τὴν κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς εὐρείας περιφερείας, τῆς εὐρυτάτης, εἴτε ψηφισθῇ εἴτε δὲν ψηφισθῇ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀδιαφορεῖ. Εὑρίσκω ὅμως καὶ πάλιν ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ διοίκησις νὰ εὑρίσκηται ἐν τῷ κέντρῳ ἑκάστου νομοῦ, αὐτὸ θὰ ἦτο καλλίτερον. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο μέρος τῶν συνδυασμῶν καὶ τῶν καλῶν ἢ τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσῃ ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια, εὑρίσκω ὅτι δὲν θὰ παρουσιάσῃ καὶ κακά. Διατί; Διότι εἰς μικρὰς περιφερείας πολιτευόμενός τις, ὡς ἐγὼ εἰς ἐπαρχίαν μικράν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἔχω παράπονον, διότι ἐπὶ 23 ἔτη μὲ ἀποστέλλει ἀντιπρόσωπον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην τοὺς πάντας νὰ περιποιῆται καὶ ν’ ἀπασχολῆται ὡς ἐκ τούτου μὲ τὰ τοπικά, ἐνῷ, ἂν γίνῃ εὐρυτέρα περιφέρεια, θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ φροντίσῃ καὶ διὰ γενικώτερα πράγματα.
§34Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν θὰ εἶσθε ἐδῶ.
§35Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ μὲ ἐκτιμήσωσι καὶ ἐκεῖνοι.
§36Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀπαγορεύονται τὰ προγράμματα.
§37Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀδιαφορεῖ περὶ τῆς εὐρείας περιφερείας. Ὡς πρὸς τὰ Κύθηρα δέ, ἂν οἱ Κυθήριοι ἤρχοντο εἰς τὰς Ἀθήνας, βεβαίως δὲν θὰ ἔλεγον λέξιν, διότι τὸ συμφέρον αὐτῶν εἶναι ἐδῶ καὶ ἐν Πειραιεῖ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ἰ. Τσιριμῶκος, Ν. Χατζίσκος καὶ Ν. Κρίτσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Ν. Μουζάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». Ὁ κ. Γ. Λαναρᾶς καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 304–308). Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§39Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλιππας.
§41Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ διαπρεπεῖς περὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ καὶ τὰς πολιτικὰς ἐπιστήμας ἄνδρας, δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ὡς ἀντιπρόσωπος μικρᾶς ἐπαρχίας νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, προκειμένου οὐχὶ περὶ τοῦ ἐγώ μου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐπαρχίας μου. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει διπλῆν τὴν βάσιν, τὴν φαινομενικήν, τουτέστι τὴν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν νομῶν οἰκονομίαν, καὶ τὴν ἐπακόλουθον ἢ τὴν ὑπολανθάνουσαν ἐκλογικήν, τὴν καὶ οὐσιώδη. Ὅσον ἀφορᾷ περὶ τῆς καταργήσεως τῶν νομῶν εἶμαι κεκηρυγμένος, διότι, ὡς πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων εἰς ἄλλην Περίοδον ἤκουσαν, ἐκηρύχθην ὑπὲρ αὐτῆς, ὅτε ἦτο Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ ὅτε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτει τὴν κατάργησιν τούτων, τὸ δὲ νομοσχέδιον συνεζητεῖτο εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχω καὶ σήμερον, διότι ὡς ἔχουσι τὰ τῆς διοικήσεως, οἱ κύριοι νομάρχαι δὲν εἶναι εἰμὴ αἱ ἁμίδες τῶν ἑκάστοτε φατριῶν. Διὰ τοῦτο ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν εἶμαι συμφωνότατος. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ἐκλογικόν, δὲν εἶμαι, ὡς εἶπον προηγουμένως, πολιτειολόγος, ἀλλ’ ὡς μελετητὴς τῆς κοινωνίας, καὶ εἰς αὐτὸ ἔχω τὸν ἐγωισμὸν νὰ εἴπω ὅτι γνωρίζω τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, λέγω ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου τοῦτο οὐδὲν καλὸν ἔχει, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπιζήμιον εἶναι. Διότι ἡ κατάργησις τῆς μικρᾶς περιφερείας, τῆς ἤδη εὐρείας περιφερείας καὶ ἡ εὐρύτης αὐτῆς ἡ μεγαλειτέρα θὰ φέρῃ ζημίαν εἰς τὸ κοινοβουλευτισμόν, διότι δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται, δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ μομφή, ἡ ὁποία ἐπιρρίπτεται κατὰ τῆς ἐπαρχίας, ὅτι δηλ. ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διαφθείρει τὸ πολίτευμα, διαφθείρει τὴν διοίκησιν, δηλαδὴ τὰ κέντρα, διότι ὁ Βουλευτὴς τῆς μικρᾶς ἐπαρχίας, ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς εἶναι ἡ Ἀρσακειὰς τῆς συναλλαγῆς ἀπέναντι τῶν Λαΐδων τῶν κέντρων (εὖγε, εὖγε), καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς μικρᾶς ἐπαρχίας δὲν ζητεῖ τι ἕτερον εἰμὴ ὁδούς, γεφύρας, ζητεῖ διοίκησιν, ζητεῖ σχολεῖα, ζητεῖ ἀσφάλειαν, δικαιοσύνην, ζητεῖ δηλαδὴ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ καλῶς εὐνομουμένη Πολιτεία νὰ παράσχῃ. Ποίους πρέσβεις, ποίους προξένους, ποίους δικαστάς, ποίους ἐφόρους, ποίους ἐφέτας, ποίους ἀρεοπαγίτας, ποίας προμηθείας ἡλικιῶν στρατοῦ ἐζήτησεν ὁ ἀντιπρόσωπος οὗτος (εὖγε, εὖγε); Τί ἔκαμον αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μικρῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἔρχεσθε νὰ ῥίψητε τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατ’ αὐτῶν; Ἐγώ, Κύριοι, ὡς εἶπον, εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς στενῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, δὲν θεωρῶ δ’ ὅτι ἔχει βάσιν τινὰ τὸ φερόμενον ἐπιχείρημα τῆς δωροδοκίας κατὰ τῆς στενῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Εἶμαι, Κύριοι, ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων ἐκείνων, ὅστις, ὅταν φάγω τὴν μεσημβρίαν, δὲν ἔχω νὰ φάγω τὴν ἑσπέραν, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐφοβήθην ποτὲ οὐδὲ φοβοῦμαι τοὺς πολυταλάντους καὶ τὴν δωροδοκίαν, θὰ φοβηθῶ ὅμως τὴν ἐπιρροὴν τοῦ κ. Θεοτόκη, ὁ ὁποῖος εἶναι γίγας, εἶναι πολιτικὸς Γολιάθ. Δώσατέ μοι, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγέ μου, τὴν σφενδόνην, τὸν λίθον καὶ τὴν ἐπιδεξιότητα τοῦ Δαβὶδ, καὶ τότε ἀποστείλατέ μοι ν’ ἀντιμετωπίσω τὸν πολιτικὸν τοῦτον Γολιάθ, τὸν ἐκλογικὸν τοῦτον γίγαντα. Δὲν τὸν κατηγορῶ λέγων ταῦτα, ἀλλὰ τὰ λέγω πρὸς τιμήν του, διότι ὁ κ. Θεοτόκης ὑπῆρξε σοσιαλιστὴς ἐν ἔργοις ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ πατρίδι. Δὲν τὸ λέγω διὰ τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ τὸ λέγω καὶ διὰ τὸν συνάδελφόν μου, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτος, ὅστις θὰ εὑρεθῇ νὰ εἶναι φίλος του, καὶ ὅστις, ἂν τύχῃ νὰ ἔχῃ ἀντίθετον αὐτοῦ γνώμην, δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ εἴπῃ ταύτην, διότι, καὶ ἂν τολμήσῃ, τοῦτο θὰ εἶναι δι’ αὐτὸν αὐτοθυσία, διότι ἀμέσως ἀπολύεται, διότι ὁ κ. Θεοτόκης, ὡς γνωστόν, ἐκεῖ παύει καὶ διορίζει τοὺς Βουλευτάς. Πῶς θέλετε ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ἔχῃ ἀντιπρόσωπον ἡ Λευκάς; Θέλετε δοκιμαστικῶς τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν; Κανονίσατε εἰς ἴσα τμήματα τὴν Ἑλλάδα, εἰς δεκαέξ, ἔστω, ἂν θέλητε, καὶ τότε θ’ ἀντιμετωπίσω καὶ ἐγὼ ὁ μικρὸς αὐτὸν τὸν μέγαν. Ἀλλὰ σήμερον ποῦ μὲ ῥίπτετε; εἰς τὴν κάμινον τοῦ Δανιὴλ ἢ τὸν λάκκον τῶν λεόντων τῆς Γραφῆς! Θέλετε μεταβολὴν τῆς καταστάσεως καὶ παῦσιν τῆς συναλλαγῆς; Διαπαιδαγωγήσατε τὸν Ἕλληνα πολίτην διὰ τοῦ Σχολείου καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ γνωρίζῃ τὰ δικαιώματά του καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του ἐπὶ τῆς Πολιτείας, ἀποκεντρώσατε τὰς ὑπηρεσίας, διὰ νὰ παύσῃ ἡ συναλλαγή. Ὅλα τὰ ἄλλα μέτρα εἶναι θεαματώδη πρὸς προσωρινὴν ψυχαγωγίαν καὶ ἀποπλάνησιν τοῦ δυσπραγοῦντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Λοιπὸν καταλήγω εἰς αὐτό, ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν εὐρεῖαν ταύτην περιφέρειαν, νὰ γίνῃ αὕτη, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ γίνῃ ἡ διαίρεσις ἀνάλογος κατ’ ἀποστάσεις καὶ πληθυσμόν· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ προστεθῇ ἡ ἐπαρχία μου εἰς ἄλλον νομὸν ἐκτὸς τοῦ τῆς Κερκύρας.
§42Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Εἰς τὴν Βόνιτσαν.
§43Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἔστω καὶ εἰς τὴν Λακωνίαν (ἱλαρότης).
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε. Ἔξοχα.
§45Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸ θέμα, κύριε Πρόεδρε, ἔχει ἐξαντληθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ Βουλὴ διατελεῖ ἐν πλήρει ἀντιλήψει τῆς καταστάσεως. Ὅτι δὲ δὲν πρόκειται περὶ λήψεως μέτρων ἀνορθώσεως τῆς διοικήσεως, τὸ ἀνομολογεῖ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, πραγματευομένη τὸν σκοπὸν τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου γράφουσα ὅτι οὗτος εἶναι οἰκονομικὸς μόνον λόγος καὶ μόνον οἰκονομικός. Διὰ τοῦτο δηλοῖ ἡ Κυβέρνησις ἐπισήμως ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διοικήσεως, παρὰ περὶ ἐξοικονομήσεως ὀλίγων κερμάτων διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὅμως ὑποστὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν βάσανον ἐν τῇ Βουλῇ ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει πολλὰς ἐλλείψεις, τόσον ὑπὸ ἔποψιν διοικητικήν, ὅσον καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομίας καὶ διασκευῆς ἐν γένει, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου γίνονται, ἀκουσίως τῆς Κυβερνήσεως ἴσως, ἀδικήματα διοικητικά, τὰ ὁποῖα δὲν δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ. Ἀλλὰ μεγαλείτερα ἀδικήματα θὰ προέλθωσιν ὡς ἐκ τῆς ἀσυμφωνίας τοῦ νομοσχεδίου πρὸς ἄλλα νομοθετήματα ἐν ἰσχύϊ εὑρισκόμενα ἀφορῶντα τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τοῦ Κράτους, τὴν δικαστικὴν καὶ τὴν ἐκκλησιαστικήν. Καὶ ἐὰν εἶναι συνεπὴς ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἑαυτὴν ὀφείλει αὔριον, διορθώνουσα τὸ νομοσχέδιον, νὰ φέρῃ διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας νὰ συγκαταργῶνται καὶ τὰ Δικαστήρια τὰ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν τῶν νῦν, διότι ἄλλως θὰ φανῇ ἀνακόλουθος. Ἐπίσης πρέπει νὰ συγκαταργηθῶσι καὶ αἱ ἐπισκοπικαὶ ἕδραι, καὶ συγχρόνως πρέπει νὰ καταργηθῶσι καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν σχολείων. Καὶ ταῦτα, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ ἀγαθοῦ συνειδότος προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, φρονοῦσα ὅτι βελτιοῦνται κατά τι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Θὰ ἐπεθύμουν ὥστε ἡ Κυβέρνησις διὰ ν’ ἀποφύγῃ καὶ τὸν σάλον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ προκύψῃ ἐν τῷ Κράτει, νὰ ἐδέχετο ν’ ἀναβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ τὸ ἐπισκοπήσῃ ἐπὶ τὰ κρείττω, διαρρυθμίζουσα αὐτὸ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς δικαιοσύνης τῆς πραγματικῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ παύσωσι τὰ παράπονα. Διότι εἶναι ὁμολογουμένως αὐταπόδεικτον ὅτι ὡρισμένα διαμερίσματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρέπει νὰ διαγραφῶσιν ἐν ἀναλογίᾳ τῶν ψηφισθέντων καὶ ψηφισθησομένων μέτρων. Διότι διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν καὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῶσιν, εἰς ὡρισμένα διαμερίσματα καταργοῦνται τὰ Δικαστήρια, τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ Ἑλληνικὰ καὶ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ δὲν μένει τίποτε πλέον, ἡ δὲ ἀντίληψις τῆς διοικήσεως θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε θὰ πρέπῃ νὰ καταδιώκηται μὲ τὸ τηλεσκόπιον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως διάθεσιν ἔχει νὰ βελτιώσῃ καὶ ἀνορθώσῃ πολλὰ ἔχοντα κακῶς, δὲν θ’ ἀρνηθῇ νὰ ἐπισκοπήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπὶ τὰ κρείττω πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς διοικήσεως. Ἐκφράζω τὴν εὐχὴν αὐτήν, καί, ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂς τὴν ἀκούσῃ.
§46Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ ἦτο, κύριοι Βουλευταί, ἐξηντλημένον τὸ θέμα, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτής, ἂν ἐλάμβανον τὸν λόγον πάντες οἱ προέχοντες ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐξέθετον τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι πείθουσιν αὐτοὺς νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς τοιαύτης περιφερείας, καὶ ἔπειθον ἡμᾶς τοὺς κοινοὺς Βουλευτάς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐγὼ κατέχω τὴν τελευταίαν βαθμίδα, ἂν ἐλάμβανον, λέγω, τὸν λόγον καὶ ἔπειθον ἡμᾶς, τόσον ἡ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ πάντες οἱ προέχοντες, ὅτι ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀνόρθωσιν, εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ὁ λαός, ὅπως τὴν ζητεῖ σήμερον παραπλανώμενος.
§47ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἐζήτησεν ὁ λαός.
§48Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἕκαστος ἐννοεῖ τί θέλω νὰ εἴπω. Φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν πάντες ἐνταῦθα νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἂν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα εὐάρεστα. Ἐφ’ ὅσον κρύπτομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, δὲν λέγομεν τὴν ἀλήθειαν, δὲν εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, δὲν πράττομεν τὸ καθῆκόν μας. Θ’ ἀποδείξω κατόπιν πῶς ὁ λαὸς ἐπιβάλλει σήμερον παραπλανηθεὶς τὴν τοιαύτην γνώμην καὶ φρονεῖ ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διαρρυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος θὰ ἐπέλθωσιν ἄφθονα τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα εἰς τὸν τόπον μας.
§49Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφαντάσθη ποτὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοιοῦτόν τι.
§50Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ γνώμη σας εἶναι αὐτή. Ἀλλὰ δυστυχῶς, λέγω, Κύριοι, οὐδεὶς ἔλαβε τὸν λόγον, οὐδεὶς ἐξέθηκε τοὺς λόγους καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπειθον ἡμᾶς νὰ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς εὐρείας περιφερείας. Ἔλαβον τὸν λόγον πολλοί, ἀλλὰ πάντες ἦσαν κατὰ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας, οὐδεὶς ἔλαβε τὸν λόγον ὅστις νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας.
§51Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα τὴν κατεδίκαζον πάντες.
§52Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ἀναγκαῖον, Κύριοι, νὰ λάβω ἐγὼ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ λάβω τὸν λόγον, φρονῶν ὅτι θὰ ἐλάμβανον οἱ προύχοντες τὸν λόγον καὶ θὰ μᾶς ἔπειθον ὅτι ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ σώσῃ τὸ ἔθνος. Τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἱδρύθη, ὡς γνωστόν, πρὸ ἑκατονταετίας σχεδόν. Καθιέρωσε μίαν διοικητικὴν διαίρεσιν διαιρέσαν τὸ Κράτος εἰς δεκαὲξ νομαρχίας· συγχρόνως ὅμως ἔκαμε καὶ ὑποδιοικήσεις μὲ ἐπαρχίας, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτως ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν ἀτόμων. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο κατὰ τὸ 1885, μοὶ φαίνεται, ἢ καὶ πρότερον, δὲν ἐθεωρήθη καλόν· κατηργήθησαν αἱ ἐπαρχίαι καὶ ἔμειναν μόνον αἱ Νομαρχίαι. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν Νομαρχιῶν ἐνεργήθησαν δύο βουλευτικαὶ ἐκλογαί. Κατόπιν αὐτὴ ἡ Πολιτεία κατήργησε τὸ σύστημα ἐκεῖνο τῆς εὐρυτάτης ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ ἐπανέφερε τὸ σύστημα τὸ ἐπαρχιακόν. Κατόπιν μετὰ παρέλευσιν δέκα ἐτῶν αὐξάνονται οἱ νομοὶ ἀπὸ δεκαὲξ εἰς εἴκοσιν ἕξ καὶ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν οἱ νομοὶ οὗτοι καταργοῦνται ἢ περιορίζονται ἢ αὐξάνεται ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια, καὶ ἤδη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖται νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἱδρύθη τότε, ὅτε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον δὲν ἦτο ἀκόμη καλῶς κατηρτισμένον, δὲν εἶχε φθάσει καὶ ὑπὸ ἔποψιν προόδου καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀναπτύξεως εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον· σήμερον δὲ λέγετε ὀπισθοδρομήσατε, ἐπανέλθετε εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Ταῦτα πάντα, ἐρωτῶ, τί ἀποδεικνύουσι; Δὲν μᾶς πείθουσιν ἄνευ οὐδὲ τοῦ ἐλαχίστου ἐνδοιασμοῦ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει τι θετικὸν εἰς τὴν κεφαλήν του, τὶ βέβαιον, τὶ ὀρθόν; Περὶ τούτου δὲν πιστεύω νἄχῃ τις ἀντίρρησίν τινα. Ἡ τοιαύτη ἀλλεπάλληλος κατάργησις τῶν διαφόρων διοικήσεων ἐγέννησε δυσπιστίαν εἰς τὸν λαὸν μεγάλην· ἐπῆλθε μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον κακοδιοίκησις, ἔφερε κακὰ ἀποτελέσματα· ἐξηγέρθη ὁ λαός, δικαίως ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξε, καὶ παραπλανώμενος ἐνόμισε καὶ νομίζει ὑποστηριζόμενος καὶ ἐκ μέρους τοῦ τύπου κατὰ τὸ πλεῖστον, ὅτι, ἐὰν θεσπισθῇ ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια, τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα θὰ ἐπέλθωσιν ἀθρόα καὶ ἄφθονα καὶ ζητεῖ σήμερον νὰ καταργηθῇ ἡ στενὴ περιφέρεια καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ εὐρυτάτη, διότι τότε θὰ ἐκλείψῃ ἡ συναλλαγή, ἡ ὁποία κακῶς κτυπᾷ βεβαίως καὶ εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν καὶ εἰς τὰ ὦτα τοῦ λαοῦ. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτής, θέλουσα νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν τοιαύτην θέλησιν καὶ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύεται, ἐπαναφέρει τοὺς νόμους τοῦ 1836 τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, διότι δὲν εὗρε καταλληλότερον σύστημα, διότι δὲν εἶχε πρόχειρον ἄλλο, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, δὲν εἶναι εὐχερὲς τὸ ἔργον τοῦτο, διότι ἔπρεπεν, ἀφοῦ ἐπὶ τοσοῦτον προώδευσε τὸ ἔθνος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἔπρεπε, λέγω, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν πρὸ παντὸς ἡ Γεωγραφία, ἡ Ἱστορία ἑκάστου τόπου, ἡ ἀνάπτυξις τῶν πόλεων καὶ ἡ ὑγεία τούτων, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτων νὰ καταρτίσωμεν διαίρεσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τὰ ἐπαρχιῶν καὶ τῶν διαφόρων λαῶν. Ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο· συνεπῶς οὐδὲν πρέπει νὰ γίνῃ· ἴσως οἰκονομικοὶ λόγοι, διότι ὄντως σήμερον εἰς τὸ ἔθνος ἐπιβάλλονται οἰκονομίαι, ἴσως οὗτοι νὰ εἶναι οἱ σπουδαιότεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν διαφόρων Νομαρχιῶν, καθόσον ἄλλον λόγον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν βλέπω. Ἀλλ’ ἐπιτραπήτω εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω — διότι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ταῦτα λέγω, ὁρμώμενος ἐκ τῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἐξήνεγκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος συνάδελφος, ὅτι θὰ συγχωνευθῶ, ὅπως αὐτὸς εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ δὲν θὰ γίνω Βουλευτής—, ἐπιτραπήτω, λέγω, εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, καὶ ζητῶ συγγνώμην διὰ τὸν ἐγωισμόν μου, ὅτι, ἐὰν εἶναι πεντήκοντα ἢ ὀγδοήκοντα οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην μὲ τὴν εὐρυτάτην περιφέρειαν, θὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς μεταξὺ τούτων.
§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ μετὰ τοσαύτης πεποιθήσεως τὸ λέγει ὁ κ. Βουλευτής, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§54Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὁμιλῶ μετὰ πεποιθήσεως, διότι στηρίζω τὰς ἐκλογικάς μου δυνάμεις εἰς τὰς μεγάλας, εἰλικρινεῖς, ἀφιλοκερδεῖς καὶ ἐντίμους ὑπηρεσίας, ἃς ἔχω προσφέρει ἐπὶ τριακονταετίαν εἰς τοὺς συμπολίτας μου. Ἀλλὰ σεῖς;
§55Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ εἶμαι βεβαίως ἐδῶ.
§56Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὰ Πρακτικά. Ἐὰν λοιπὸν δεχθῶμεν ὅτι λόγοι μεγάλοι οἰκονομίας ἐπιβάλλουσι τὴν κατάργησιν τῶν νομῶν, ἐρρέτω καὶ ἡ Νομαρχία Φωκίδος· ἐὰν πρόκειται διὰ τοιούτων οἰκονομιῶν ν’ ἀνορθωθῇ τὸ Κράτος, νὰ καταρτισθῇ ὁ στρατός, νὰ καταρτισθῇ τὸ ναυτικόν μας καὶ οὕτω δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς μίαν ἡμέραν νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δικαιώματα, ν’ ἀποπλύνῃ τὸ στίγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγκεχαραγμένον ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτῆς ἀπὸ τοῦ 1897, ἐρρέτω, λέγω, ὁ νομός τῆς Φωκίδος, ὅστις βεβαίως θὰ γίνῃ πρόξενος πολλῶν ζημιῶν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Ἄμφισσαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τοῦτο πάντες ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ἂν θέλωμεν, ὅπως βεβαίως θέλομεν, νὰ προοδεύσῃ ἡ πατρίς μας, νὰ δοξασθῇ. Ἐρρέτω λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ νομὸς Φωκίδος. Ἀλλ’ ἂς ἐπιτραπῇ ἤδη εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ συναλλαγῆς. Εὐρύτατος λόγος περὶ συναλλαγῆς ἐγένετο πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶναι ἐνδεχόμενον, ἂν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφεθῇ χωρὶς ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρασύρωσιν αἱ διαδόσεις ὅλους τοὺς ἐντίμους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἂν ὑπάρχῃ, Κύριοι, συναλλαγή, ἂν ἐπιφέρῃ κακὰ αὐτὴ ἡ ὁποία λέγεται συναλλαγή, αὐτὴ διὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς φωνάζει, ἡ συναλλαγὴ αὕτη ὀφείλεται κατ’ ἐξοχήν, δὲν ἐννοῶ δι’ ὅσων θὰ εἴπω τὰ ἀνώτατα πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἵστανται πολὺ ὑψηλά, ὀφείλεται, λέγω, κατ’ ἐξοχὴν εἰς τοὺς κατωτέρους αὐτῶν ὑπαλλήλους, ὑπηρέτας, μαγείρους καὶ ἀκολούθους αὐτῶν. Ζητεῖτε τὴν μετάθεσιν ἑνὸς γραμματέως Εἰρηνοδικείου ὡς φατριάζοντος καὶ σᾶς λέγουσι «δὲν ἠμπορεῖ νὰ μετατεθῇ αὐτός· τὸν ὑποστηρίζει τὸ παλάτι».
§57ΦΩΝΑΙ (ἀριστερόθεν). Τί εἶναι αὐτά!
§58Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λεχθῶσιν, ἂν θέλωμεν νὰ διορθωθῶμεν. Δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ κολακεύωμεν. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κάμνουσι κατάχρησιν τῆς θέσεώς των μὲ τὴν ὁποίαν τοὺς περιβάλλουσιν οἱ ἀνώτατοι. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ πρώτη βαθμὶς τῆς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία, ἀφοῦ φθάνει μέχρι γραμματέως Εἰρηνοδικείου, φαντάζεσθε τί πράττει διὰ τοὺς νομάρχας, εἰσαγγελεῖς καὶ ἐν γένει τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους. Ἐπιβάλλονται οἱ Κύριοι οὗτοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Δευτέρα βαθμίς, Κύριοι, εἶναι ἡ τοῦ Προέδρου τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως καὶ τῶν περὶ αὐτὸν καὶ τῶν ὑπηρετῶν αὐτῶν. Αὐτοὶ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἑκάστοτε Προέδρους τῶν Κυβερνήσεων, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι τί γίνεται περὶ αὐτούς, καὶ διαπράττουσιν ὄργια· αὐτοὶ δὲ συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ γεννᾶται ἡ ἰδέα ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἴμεθα διεφθαρμένοι. Κατόπιν τούτου ἔρχονται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ περὶ αὐτοὺς καὶ οἱ ὑπηρέται τούτων, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως τῶν Ὑπουργῶν ὀργιάζουσι· λαμβάνουσι τὴν μεγάλην μερίδα τοῦ λέοντος ἀναμιγνυόμενοι εἰς ὅλες τὶς βρωμοδουλιές. Αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ τρίτη βαθμὶς τῆς κοινῆς συναλλαγῆς. Κατόπιν ἔρχεται ἄλλη βαθμίς, ἥτις σχηματίζεται μεταξὺ τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκ μιᾶς σπείρας, ἐκ μιᾶς κλίκας ὑπαλλήλων, ἐμπίστων καὶ...καί..., ἡ ὁποία ἐκμεταλλεύεται τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις καὶ ὠφελεῖται εἰς βάρος αὐτῶν καὶ ὑπὸ ὑλικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ πολιτικὴν καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τετάρτη βαθμίς....
§59ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Διατί τοὺς ἀνέχεσθε σεῖς;
§60Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. .. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα διαπράττει αὐτὴ ἡ πράγματι κακὴ καὶ καταστρεπτικὴ συναλλαγή, ἔρχονται οἱ δυστυχεῖς Βουλευταί, τὸ ὅλον δύναμαι νὰ εἴπω, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουσι μετὰ μεγάλης δυσκολίας νὰ λάβωσι τὰ ψιχία, δίκην σταχυολόγων, οἵτινες μετὰ τὸν θερισμὸν καὶ τὴν συλλογὴν τοῦ καρποῦ συλλέγουσι τοὺς πεσόντας καὶ ἐγκαταλελειμμένους ὀλίγους στάχυς. Αὐτὰ λοιπὸν λαμβάνουσιν οἱ Βουλευταί, καὶ τὰ λαμβάνουσιν ὄχι διότι θέλουσι νὰ διαφθείρωσι τοὺς ἐκλογεῖς, ἀλλὰ διότι ἐπιβάλλονται εἰς αὐτοὺς οἱ ἐκλογεῖς των, βλέποντες τί γίνεται διὰ τὰς τοιαύτας θέσεις, λέγοντες· «ἀντὶ νὰ εἶναι ἐκεῖνος εἰς τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ εἶμαι ἐγώ; Εἶμαι ἠθικὸς καὶ ἐγώ, εἶμαι ἱκανός, ἔντιμος καὶ πολίτης Ἕλλην· καὶ οὕτως ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ τὸν διορίσῃ. Πλειότερον τούτου οὐδὲν λαμβάνομεν· εἶναι δὲ ζήτημα ἂν κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς κατώρθωσε νὰ διορίσῃ ποτὲ γραμματέα Νομαρχίας. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ συναλλαγή, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται τόσος λόγος, καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν ἀκούσῃ καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ τύπος διὰ νὰ βεβαιώσῃ ποία εἶναι ἡ κακὴ συναλλαγὴ καὶ ποία ἡ τῶν Βουλευτῶν, ἡ ὁποία πίπτει εἰς βάρος των μὲ τὰς λέξεις «ἔχομεν βουλευτοκρατίαν!». Ἀλλ’ ἤδη ἐρωτᾶται· θὰ ἐκλείψῃ αὐτὴ ἡ συναλλαγὴ διὰ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας; Ἐγὼ λέγω ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐκλείψῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν θέλουσιν οἱ ἀνώτατοι καὶ οἱ Ὑπουργοί, ἀλλὰ θὰ πολλαπλασιασθῇ, διότι, ἐὰν σήμερον ἔχω δέκα ὑποχρεώσεις, μὲ τὴν εὐρυτάτην περιφέρειαν θὰ ἔχω δέκα εἰς τὸν κύβον ὑποχρεώσεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια θὰ συντελέσῃ ὥστε οἱ Βουλευταὶ θὰ παύσωσι νὰ ἔχωσιν ἀνεξάρτητον φρόνημα, διότι θ’ ἀναγκάσῃ ἐμέ, ἂν συμπέσῃ νὰ εἶναι κανεὶς προύχων εἰς τὸν νομόν μου, νὰ ταχθῶ ὑπ’ αὐτόν, νὰ εἶμαι φίλος του, νὰ εἶμαι ἄλλως φίλος τῆς Κυβερνήσεως· θὰ μὲ ἀναγκάσῃ λοιπὸν νὰ μὴ ἔχω φρόνημα καὶ γνώμην καὶ σκέψιν ἀνεξάρτητον. Ἀλλὰ πλὴν τούτου θ’ ἀναγκάσῃ τοὺς ἐκλογεῖς νὰ ἐκλέγωσι Βουλευτὰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζουσι. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεγάλας ὑποχρεώσεις τῶν προυχόντων λέγω ὅτι ὑπῆρχεν ἐν τῷ νομῷ ἡμῶν εἷς προύχων ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ἐνηργήθησαν ἐκλογαὶ μὲ τὴν εὐρυτάτην περιφέρειαν, ὁ μακαρίτης Σιμόπουλος. Ἐνθυμοῦμαι τί ἐγίνετο εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας μας Ἄμφισσαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς. Διάφοροι ἄνθρωποι ἐκ Δωρίδος, Φθιώτιδος καὶ Ἀταλάντης εἶχον κατακλύσει τὴν Ἄμφισσαν, ζητοῦντες ἀντιστάθμισμα τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ δώσωσιν, εἰς χρήματα καὶ θέσεις. Καὶ οὕτως ἀνέλαβεν ὁ μακαρίτης, ἀγανακτῶν τὰ μέγιστα ἐνδομύχως, ὑποχρεώσεις πολλὰς καὶ ἐδαπάνησε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅσα οὐδὲ δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, διὰ νὰ γίνῃ Βουλευτὴς καὶ ἐπιτύχῃ ὁ συνδυασμός του. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν πῶς διὰ τῆς εὐρείας ἢ τῆς εὐρυτάτης θὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις· ἐγὼ ὁ ὁποῖος τοὐλάχιστον ἄγω τὸ 53ον ἔτος τῆς ἡλικίας μου καὶ ἔχω ποιάν τινα πεῖραν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί καλὸν θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας· θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀναμφισβητήτως νὰ γίνηται δι’ ἡμᾶς ὅ,τι γίνεται. Ἐξηγοῦμαι: Ὑποθέσατε ὅτι αὔριον γίνεται ἐκλογὴ μὲ εὐρυτάτην περιφέρειαν, θὰ περιοδεύσω ἐγὼ εἰς ὁλόκληρον τὸν νομόν; Θὰ μεταβῶ εἰς τὴν Φθιώτιδα, εἰς τὸν Δομοκόν, εἰς τὴν Ἀταλάντην; Βεβαίως ὄχι· ἐγὼ θὰ ἐργασθῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου· θὰ δώσω τὰς ψήφους μου εἰς τοὺς συντρόφους μου, ὅπως ἐκεῖνοι ἐργαζόμενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας των θὰ δώσωσιν εἰς ἐμέ. Θὰ μεταχειρισθῶ δ’ ἀναμφιβόλως τὰ αὐτὰ μέσα διὰ νὰ συγκεντρώσω τοὺς ἐκλογικούς μου φίλους, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε μετεχειριζόμην· ἀλλὰ μήπως δύνασθε ἄνευ θυσιῶν, διότι θὰ εἶναι εὐρεῖα ἢ εὐρυτάτη ἡ περιφέρεια, νὰ τοὺς συγκεντρώσητε νὰ ψηφίσωσι; Βεβαίως ὄχι. Ἐγὼ θὰ ἐργασθῶ, ὅπως καὶ ἐν στενῇ ἐκλογικῇ περιφερείᾳ, θὰ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρουσιάσω ἀποτέλεσμα τοιοῦτον ὥστε ν’ ἀποδείξω ὅτι ἔχω δύναμιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου καὶ ἐκτιμηθῶ ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μου, ὥστε νὰ προσλαμβάνωμαι εἰς τὸ μέλλον εἰς τοὺς συνδυασμούς. Λοιπὸν κατὰ τί θὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις μου πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου; Κατὰ τί θὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις τούτων πρὸς ἐμέ; Βεβαίως οὐδόλως· ἴσως προσέλθωσι καὶ φίλοι τοῦ κ. Χατζίσκου λ. χ. εἰς ἐμὲ καὶ αὐξήσωσιν αἱ ὑποχρεώσεις μου, ὅπως φίλοι ἰδικοί μου πρὸς τὸν κ. Χατζίσκον. Λοιπόν, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρουσιάσῃ σήμερον ἓν τέλειον σύστημα διοικητικῆς διαιρέσεως, δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τόσον τῶν ἐπαρχιῶν ὅσον καὶ τῶν ἀτόμων, ἐπειδὴ δὲν ἐξευρέθη σύστημα ἐκλογικὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περισσοτέρας ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ἐκλογὴν προσώπων, διὰ τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν ἄλλο τι σύστημα, οὔτε αὐτὸ τὸ τῆς ἑνιαίας ψήφου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο τόσος λόγος.
§61Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί ὄχι;
§62Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Διότι, ἂν δεχθῶμεν τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου, σύστημα τὸ ὁποῖον ἀποκρούει κατ’ ἀρχὴν τὸ Σύνταγμα, ἄν, λέγω, δεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς ἑνιαίας ψήφου, θὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν ἄτοπον ἀποτέλεσμα· ἐνεργουμένης τοιαύτης ἐκλογῆς, ἡ πλειονοψηφία τῶν ἐκλογέων νὰ εἶναι μειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ δὲ μειονοψηφία πλειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις θὰ δώσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ Κράτος. Ἐξηγοῦμαι διὰ παραδείγματος. Ὑποθέσατε ὅτι ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς, ὅπου κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ψηφίσωσιν ἐκλογεῖς 45,000, ὑπάρχει τις προύχων, ἔξοχος ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδεχόμενον, καὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὸν ὀνομάσω, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐλάσσονος Ἀντιπολιτεύσεως, ὁποῖος, ὅπως κατὰ τὸ παρελθόν, εἶναι ἐνδεχόμενον, λέγω, νὰ λάβῃ 25,000 ψήφους ἐκ τῶν ἐκλογέων αὐτῶν τῶν 45,000· ἐὰν ταύτας ἀφαιρέσωμεν, τί ὑπολείπεται; Ὑπολείπονται 20,000 ἐκλογεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέξωσιν εἰκοσιδύο ἀκόμη Βουλευτάς· ὑπάρχει καὶ ἕτερος ἐπιφανὴς ἐν τῷ νομῷ, ὅστις λαμβάνει ἄλλας 10,000· γίνονται ἐν ὅλῳ 35,000, καὶ ὑπολείπονται 10,000, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέξωσιν 21 ἀκόμη Βουλευτάς· εἷς ἕτερος λαμβάνει 5000 καὶ ὑπολείπονται ἀκόμη 5000, ἄλλος κατόπιν λαμβάνει ἐκ τῶν ὡς προείρηται ὑπολοίπων 3000, ὅτε ὑπολείπονται 2000 σφαιρίδια, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ γίνωσιν ἀκόμη δεκαοκτὼ Βουλευταὶ Ἀττικῆς, καί, ἂν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ γίνωνται Βουλευταὶ μὲ ἑκατὸν καὶ διακόσια σφαιρίδια, ὅπερ πλέον ἢ κακὸν καὶ ἄτοπον. Θὰ φθάσωμεν δηλαδὴ εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον δὲν θέλομεν νὰ φθάσωμεν. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἂν ἦτο εὔκολον, νὰ διαιρέσωμεν ὁλόκληρον τὸ Κράτος εἰς 150 ἐκλογικὰ διαμερίσματα, ὅσοι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι Βουλευταὶ ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τὸν ὁποῖον θέτει τὸ Σύνταγμα. Ἐάν, λέγω, διαιρέσωμεν τὸ Κράτος εἰς 150 ἐκλογικὰ διαμερίσματα, τότε θὰ ἔχωμεν εἰς ἕκαστον διαμέρισμα ἕνα Βουλευτήν· οὕτω θ’ ἀποφύγωμεν τοὺς συνδυασμούς, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν καὶ συντελοῦσι μέχρι τοῦδε εἰς τὸ νὰ ἐξυπηρετῶσιν ἀτομικὰ συμφέροντα καὶ νὰ γίνωνται πρόξενοι πολλῶν εἰς τὸ ἔθνος κακῶν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἴσως νὰ εἶναι δύσκολον σήμερον. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς εὐρυτάτης περιφερείας ἔχει ἐν συγκρίσει βεβαίως πολλὰ ἐλαττώματα ὡς καὶ τὸ τῆς εὐρείας περιφερείας μεταξὺ τῶν ὁποίων ἓν εἶναι καὶ ὅτι οἱ ἐκλογεῖς δὲν θὰ γνωρίζωσιν ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ ἐκλέγωσι, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται νὰ γνωρίζωσι, διότι μέχρι τοῦδε τουλάχιστον δὲν ἔχομεν παράδειγμα ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ἐν γνώσει ἐξέλεξαν πολιτευόμενον μὴ ἔχοντα τὰ πρέποντα ἠθικὰ προσόντα, θὰ εἶναι λοιπὸν δυνατὸν μὲ τὴν εὐρεῖαν ἢ εὐρυτάτην περιφέρειαν νὰ ἐκλέξωσι Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ ἐκεῖνα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ τις εἰσερχόμενος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπερ κάκιστον. Διὰ τοῦτο φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως ὅτι εἶναι προτιμότερον, ἀφοῦ δὲν πρόκειται οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις ἢ ἀνόρθωσις, ἀφοῦ δὲν πρόκειται οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ἀγαθὸν νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς τοιαύτης εὐρυτάτης ἐκλογικῆς περιφερείας, ἀλλὰ πολλὰ τὰ κακά, ὡς ἀπέδειξα, νὰ καταργήσωμεν μὲν τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους αἰτεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐπέρχωνται βεβαίως σημαντικαὶ οἰκονομίαι, σοβαραί, δυνάμεναι νὰ ἐξυπηρετήσωσι τοὺς σκοπούς, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν ἐνταῦθα τὴν Βουλὴν καὶ συνεδριάζει, ἐὰν τέλος ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν νομῶν, ὅπως τουλάχιστον λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἐπέρχεται οἰκονομία 500 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ καὶ μόνον περιπτώσει, διότι ἄλλως ἐπιβάλλεται ἡ μὴ κατάργησις τῶν νομῶν, διότι θὰ καταστραφῶσι δέκα πόλεις καὶ θὰ ἐπέλθωσι μεγάλαι ζημίαι διὰ τῆς καταργήσεως, ἐν τοιαύτῃ καὶ μόνον, λέγω, περιπτώσει, ἐγὼ τουλάχιστον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ὑφιστάμενον καὶ ἰσχῦον ἐπαρχιακὸν ἐκλογικὸν σύστημα, καὶ ὅταν ἡ Ἑλλὰς προοδεύσῃ, ὅταν οἱ Ἕλληνες γίνωσι πάντες ἐγγράμματοι, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ἀγράμματοι, ὅταν ἀποκτήσωσιν ἐκεῖνα τὰ ἠθικὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἄλλοι λαοί, τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ νὰ κάμῃ διοικητικὴν διαίρεσιν συμβιβαζομένην καὶ μὲ τὰ πράγματα, συμβιβαζομένην μὲ τὴν πρόοδον, μὲ τὴν γεωγραφίαν, μὲ τὴν ὑγείαν, ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, διότι σήμερον ὅπως ῥίπτετε τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν εἰς ἀνθυγιεινοὺς τόπους, εἰς τὸ ἄκρον αὐτῶν, καθίσταται δυσχερὴς ἡ διεξαγωγὴ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εὑρίσκῃ τὰς σκέψεις μου ταύτας ὀρθάς, νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐκλογικὴ ἐπαρχιακὴν περιφέρειαν καὶ ν’ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου τούτου, σκεφθῇ δὲ ὡριμώτερον εἰς τὴν μέλλουσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ παρουσιάσῃ ἓν σύστημα διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ ἐκλογικῆς εὔλογον καὶ δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν, τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων καὶ τοῦ ἔθνους.
§63Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαβὼν τὸν λόγον πρὸ ὀλίγης ὥρας ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ εἶπον τὴν γνώμην μου, ὅτι τοῦτο εὑρίσκω οὐ μόνον ἀπρόσφορον ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, δὲν ἐσκέφθην δὲ διόλου περὶ ἐκλογικῆς περιφερείας, ἡ ὁποία συνεπακολουθεῖ τὴν εὔρυνσιν τῆς διοικητικῆς περιφερείας. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι ἅπαντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον, τινὲς μὲν κατὰ τὸ πλεῖστον, ὅλοι δὲ καὶ ἐξ ὁλοκλήρου, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἠσχολήθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἡ ὁποία συνερευνᾶται μετὰ τῆς διοικητικῆς.
§64Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχει ἄλλον τινὰ λόγον τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§65Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν νέαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἱδρύει δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ οὔτε ἔφερα καὶ οὔτε φέρω ἀντίρρησιν κατ’ αὐτοῦ, διότι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὸ νομίζω καλόν. Δὲν θὰ ἦτο δὲ καὶ δίκαιον νὰ ἐκφέρω καὶ τοιαύτην τινὰ γνώμην ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ν’ ἀκουσθῶ παρὰ τῆς κοινωνίας ἐγὼ ὁ ὁποῖος τὴν πρώτην φορὰν εἰσῆλθον διὰ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας τῷ 1887, τὴν δευτέραν δὲ φορὰν εἰσῆλθον πάλιν διὰ τῆς εὐρυτάτης, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον κανονίζει, τῷ 1890, καὶ κατὰ τὰς δύο δὲ αὐτὰς ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν νέαν κατάστασιν, ἐπειδὴ ἀποβλέπω θαρρούντως εἰς τὴν ὑπάρχουσαν μέχρι νῦν εὐρεῖαν περιφέρειαν, ἡ ὁποία ἔχει γίνει τοῦ νομοῦ Λακεδαίμονος καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς πρὶν ἢ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ψηφισθῇ, ἀποβλέπω ἐπίσης θαρρούντως εἰς τὴν εὐρυτάτην περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ἐξελέγην ἀπὸ εἴκοσιν ἐτῶν. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ ὑγεία μου καὶ ἄλλαι περιστάσεις νὰ πολιτευθῶ καὶ πάλιν εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογάς, θ’ ἀποδυθῶ εἰς τὸν ἀγῶνα μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως. Διὰ τοῦτο δὲν ἔθιξα καθόλου τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἐθεώρησα δὲ καθῆκόν μου νὰ κάμω τὴν δήλωσιν αὐτὴν καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ διὰ τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν.
§66ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω αὐτὸν κατὰ τὴν γʹ αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ὅπερ μὲ ἠνάγκασε μεταγνόντα νὰ ζητήσω ἤδη τὸν λόγον, ἵνα διεξέλθω σημεῖά τινα τὰ καὶ κύρια τοῦ ὑποβαλλομένου νομοθετήματος, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι παρ’ ὅλων τῶν προαγορευσάντων δὲν ἐθίχθη ἡ κυρία βάσις τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐθίχθη τουτέστιν ἡ βάσις ἡ περιεχομένη ἐν αὐτῇ τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἡ βάσις ἡ οἰκονομική, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ μόνης τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἑδράζεται. Ἤκουσα εὐχαρίστως τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα ἐπισκοπήσαντα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διοικήσεως· ἤκουσα δὲ τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, ὁ ὁποῖος ἐν πλάτει καὶ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἐξηρίθμησε τὰ κακά, ἅτινα θέλουσιν ἐπέλθει εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν λόγῳ συστήματος. Ὀλίγα τινά, κύριε Πρόεδρε, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω μετὰ τὴν μακρὰν καὶ διαφωτιστικὴν ταύτην ἀγόρευσιν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης. Ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας, ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου τὸ πρώτιστον καὶ κύριον μέλημα τῶν ἀνακηρυξάντων ἐλεύθερον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀειμνήστων πατέρων μας ἦτο καὶ ἡ διοικητικὴ τοῦ Κράτους διαρρύθμισις καὶ διῃρέθη τὸ τότε ἐλεύθερον Βασίλειον εἰς 10 νομοὺς καὶ 42 ἐπαρχίας κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1833. Μετὰ πλείστας διακυμάνσεις ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἀνεξαρτησίας ἡμῶν, μετὰ πλείστας μεταβολὰς ἐπενεχθείσας ὑπὸ τῶν συνελεύσεων καὶ τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ 1827 κατέληξαν εἰς τὴν διαίρεσιν ταύτην. Μετ’ ἀποτυχίαν ὅμως τοῦ συστήματος τούτου εἰσήχθη ἕτερον νομοθέτημα κατὰ τὸ ἔτος 1836 διαιρέσαν τὸ Κράτος εἰς 36 διοικήσεις στηριχθὲν ἐπὶ βάσεων, συμφώνως πρὸς τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα, τὸν χαρακτῆρα τῶν πληθυσμῶν καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Μετὰ πάροδον χρόνου βραχυτέρου τῆς δεκαετηρίδος, κατὰ τὸ 1845, κατέληξεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ θεσπίσῃ θεσμὸν ὅστις ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ Γαλλικοῦ συστήματος καὶ καθιέρου τοὺς δύο βαθμοὺς τῆς διοικητικῆς ἱεραρχίας. Ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος ἐλειτούργησεν ἐπὶ μίαν πεντηκονταετίαν περίπου καὶ συνυφάνθη μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰς ἕξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§67Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Καὶ ἀπέτυχεν.
§68ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπέτυχε. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι δὲν ἀπέτυχεν εἶναι ὅτι τὰ μετέπειτα εἰσαχθέντα ἀλληλοδιαδόχως διοικητικὰ συστήματα ἐκυλίσθησαν τὸ ἕν μετὰ τὸ ἄλλο ὡς τὰ φύκη τῆς θαλάσσης ἐν τρικυμίᾳ, καὶ τοῦτο ἔρχομαι ν’ ἀποδείξω εὐθὺς ἀμέσως. Ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος, λέγω, εἶχε παγιωθῆ καὶ εἶχε καταστῆ συμφυὴς πρὸς τὸν βίον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκράτησεν ὅμως ἡ πεποίθησις κατὰ τὸ 1887 ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ ὅτι τὸ ἐπαρχιακὸν σύστημα ἀπέβη εἰς βλάβην τῆς Πολιτείας καὶ τὸ ἐπαρχιακὸν ἐκεῖνο σύστημα κατεδικάσθη καὶ κατηργήθη καθιερωθέντος τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος εἰς ὃ καὶ σήμερον ζητεῖται νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἐβράδυνε ν’ ἀποδειχθῇ ἀστοχῆσαν καὶ μεθ’ ὅλην τὴν πολυτέλειαν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Νομαρχιῶν, ἀνεπαρκὲς εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου διὰ τὸ συγκεντρωτικὸν αὐτοῦ, διὰ τὸν λόγον τῆς ἐγκατασπορᾶς τοῦ πληθυσμοῦ, διὰ τὸν λόγον τῆς μεγάλης περιφερικῆς ἐκτάσεως, διὰ τὸν λόγον τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας, διὰ πάντας τοὺς λόγους ἐκείνους, οἵτινες συμπαρομαρτοῦσιν εἰς τὰ συγκεντρωτικὰ διοικητικὰ συστήματα. Καὶ ὅτι δὲν ἐβράδυνε τὸ σύστημα τοῦτο νὰ θεωρηθῇ ἀνεπαρκὲς ἐν ὅλῃ τῇ πολιτείᾳ αὐτοῦ ὑπὸ ἔποψιν προσωπικοῦ καὶ μὴ δυνάμενον νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως ἀποδεικνύει ὁ θεσμὸς τοῦ 1891, ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν ἐπανέφερε τὸν καταργηθέντα θεσμὸν τοῦ δευτέρου βαθμοῦ τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ ἐπαρχιακὸν σύστημα καταργεῖται μετὰ τρία ἔτη ὑπὸ τοῦ ἔχοντος τὰς ἀντιθέτους ἰδέας εἰσηγητοῦ τοῦ συστήματος τοῦ 1887. Ἀλλὰ μετὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῆς διοικήσεως πάλιν πρὸ τῆς παρελεύσεως καὶ μιᾶς δεκαετίας ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλὴ τὴν ἀνάγκην νέας διαρρυθμίσεως διοικητικῆς καὶ ἠναγκάσθη κατὰ τὸ 1899 νὰ ψηφίσῃ τὸν καὶ ἤδη ἰσχύοντα καὶ ὑπὸ κατάργησιν νόμον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους εἰς 26 νομούς. Ἡ διαίρεσις ἐκείνη ὡς τὸ πρῶτον εἰσήχθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἦτο ἴσως ἡ μᾶλλον προσεγγίζουσα πρὸς τὴν κανονικὴν γεωγραφικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους. Ἄλλαι περιστάσεις καὶ ἐπιδράσεις, τῶν ὁποίων ὁ ἔλεγχος δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, ἐπήνεγκον στρέβλωσιν, ἐπιτραπήτω μοι νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν ταύτην, τῆς διαιρέσεως καὶ τὴν διατήρησιν δύο νομῶν παμμεγέθων καὶ ἀχανῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸ μικροῦ ὅτι ἔδει ν’ ἀποδείξω ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ὅτι Κυβέρνησις τότε ἡ ὁμόφρων τῷ ἔχοντι τὰς ἰδέας τοῦ 1887, ἐκ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ μερίδος ἀπορρέουσα καὶ ἀποτελοῦσα συνέχειαν τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν ἐκείνου, Κυβέρνησις τῆς ὁποίας μετεῖχε καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγήσατο τοιοῦτο νομοθέτημα, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ συστήματος τοῦ 1887 καὶ ἀναγνωρίζουσα ὅτι ἔδει νὰ προσεγγίσῃ τὸν διοικούμενον πρὸς τὸν διοικοῦντα. Αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἱστορία τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ μετέπειτα, ὅτε πάλιν ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας μετεῖχεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργός, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν δέκα νομῶν καὶ περιορισμοῦ αὐτῶν εἰς 16, καὶ πάλιν ἡ ἰδέα τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐπαρχίας ὡς αὐτοτελοῦς διαμερίσματος διοικητικοῦ δὲν εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ τότε αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀξιότιμος νῦν Πρωθυπουργός, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον καθιέρου τὴν ἐπαρχιακὴν αὐτοτέλειαν ἐν τῇ διοικήσει. Τὸ νομοθέτημα περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, τὸ νομοθέτημα περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς ἐπαρχιακῆς ἀντιπροσωπείας, τὸ ὁποῖον ἦτο ὁ πρόδρομος τοῦ δευτέρου βαθμοῦ ἐν τῇ διοικήσει, εἰσῆγε τὸ νομοθέτημα τοῦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἤδη Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Φεβρουαρίου 1903, ἔγραφε δ’ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει τὰ ἑξῆς: «Ἀναγνωρίζω, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, διὰ τῆς μὴ λειτουργίας τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων κατέπαυσε πᾶσα μετὰ τῆς διοικήσεως ἐπικοινωνία τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς πρωτευούσης τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν τῆς ἐπαρχίας». Αὕτη, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἡ διοικητικὴ ἱστορία τοῦ ἔθνους ἡμῶν ἐν συνόψει ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ τὴν ἀποτυπώσω ἐπακριβῶς καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος ἐν τῇ παρούσῃ στιγμῇ μοὶ ἐπιτρέπει. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἐὰν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ψηφισθῇ καὶ κατασταθῇ νόμος, θὰ ὑπάρξῃ ἆρά γε τοῦτο ὁ τελευταῖος σταθμὸς τῶν διοικητικῶν μεταρρυθμίσεων ἢ μήπως εἶναι πεπρωμένον ὡς ἄφευκτος καὶ ἀναπόδραστος συνέπεια νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ ν’ ἀσχοληθῶμεν μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη πάλιν περὶ νέας διοικητικῆς διαιρέσεως;
§69Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Εἶναι μεταμορφώσεις τοῦ Ὀβιδίου!
§70ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς αὐταὶ αἱ μεταμορφώσεις τοῦ Ὀβιδίου γίνονται εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· αὐταὶ αἱ μεταμορφώσεις τοῦ Ὀβιδίου γίνονται αἰτία εἰς ἄμπωτιν καὶ εἰς παλίρροιαν ἐν τῇ διοικήσει, γίνονται εἰς βάρος τῆς διοικήσεως, εἰς βάρος τῆς εὐνομίας· αὐταὶ αἱ μεταμορφώσεις τοῦ Ὀβιδίου ἀπέβησαν εἰς βάρος καὶ αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς ὑποστάσεως τοῦ λαοῦ. Διότι, ὅταν ἡ Πολιτεία δημιουργῇ καὶ ἐγκαθιστᾷ εἰς ὡρισμένας πόλεις τοῦ Κράτους Ἀρχάς, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της, ὅτι δημιουργεῖ νέον οἰκονομικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον μεταλλάσσει τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Πολιτείαν μετ’ ἀδιαφορίας καὶ ἀστοργίας νὰ λέγῃ πρὸς τοὺς πληθυσμούς «σᾶς ἐγκαταλιμπάνομεν», εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι τὸ δημιουργούμενον νέον καθεστώς, σᾶς ἀφήνομεν νὰ καταστραφῆτε, χάριν εὐτελῶν ὑποτιθεμένων οἰκονομιῶν». Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἐὰν τὰ μέρη ταῦτα διὰ τοιούτων μεταπτώσεων καὶ νομοθετημάτων καταστραφῶσι, τί θὰ γίνῃ τὸ ὅλον; Ταῦτα εἶχον, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπὸ διοικητικῆς ἀπόψεως καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰ συντελεσθέντα παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον. Ἀποκρούω ἐκ πεποιθήσεως κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν ἄνευ βαθυτέρας μελέτης, τὴν ἄνευ σοβαρωτέρας ἐργασίας διαρρύθμισιν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Σύστημα εἰσαγόμενον εἴτε καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου Βουλευτὴς εἴτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον, πάντως ὅμως ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, ὥστε νὰ μὴ ἐγκαταλειφθῶσιν οἱ πληθυσμοὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἄνευ διοικήσεως καὶ ἕρμαιον τῆς τύχης των, ἐπιβάλλεται νὰ μελετηθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι ἡ ἐξαγγελθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οἰκονομία κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς Κυβερνήσεως προγράμματος, ἡ οἰκονομία, λέγω, τῶν 120,000 δραχμῶν θὰ ἐπέλθῃ ἀσφαλῶς καὶ θὰ παραμείνῃ ἀμετάβλητος καὶ ὅτι θὰ εἶναι σταθερὰ καθ’ ἕκαστον οἰκονομικὸν ἔτος; Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀμφιβάλλω. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ ἐν ἔτει 1887 εἰσαγαγὼν τὸ σύστημα τοῦτο τῶν 16 νομῶν ἠναγκάσθη ν’ αὐξήσῃ αἰσθητῶς τὸ προσωπικὸν τῶν Νομαρχιῶν, ὥστε νὰ καταστήσῃ αὐτὰς δαπανηροτέρας. Δὲν θὰ παρέλθῃ ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην εἴτε ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶναι ἐν τῇ Ἀρχῇ εἴτε ἄλλη ν’ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν Νομαρχιῶν καὶ τότε ἡ οἰκονομία θὰ ἐξατμισθῇ. Μὴ θέλετε ν’ αὐταπατώμεθα, μὴ θέλετε νὰ λέγωμεν ὅτι συντελοῦμεν εἰς οἰκονομίας πομφολυγώδεις. Οἰκονομίαι τοιαῦται δὲν δύνανται οὔτ’ ἐπιτρέπεται νὰ γίνωσιν ἐν τῇ διοικήσει. Ἐὰν ἐπιμένητε νὰ τὰς συντελέσητε, τότε δὲν θὰ ἔχωμεν διοίκησιν, καὶ ὅταν δὲν θὰ ἔχωμεν διοίκησιν δὲν θὰ ἔχωμεν εὐνομίαν, δὲν θὰ ἔχωμεν δημοσίαν οἰκονομίαν, δὲν θὰ ἔχωμεν Κράτος ἐν τῇ ἀληθεῖ ἐννοίᾳ καὶ τότε ἐπὶ τοῦ χάους αὐτοῦ ἂς ἔλθωσιν αἱ Κυβερνήσεις νὰ στηρίξωσιν οἰκονομικὰ προγράμματα.
§71Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀνέμενον, Κύριοι, τοιαύτην πολεμικὴν ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων· δὲν ἀνέμενον δὲ κυρίως τοιαύτην ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Βάλτου, Τριφυλίας καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, διότι, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, οἱ τρεῖς οὗτοι Κύριοι ἰσχυρίσθησαν ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς διαιρέσεις.
§72Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Γνώμη εἶναι.
§73ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κακόηχος ἡ λέξις· ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ την.
§74Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤλπιζον μᾶλλον, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἤθελον ζητήσει, ὅπως βελτιωθῇ ἡ διοικητικὴ περιφέρεια ἡ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καθοριζομένη διὰ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως ἐν σχέσει μὲ τὴν νομαρχιακὴν ἀποκέντρωσιν καὶ τότε βεβαίως θὰ εἴχομεν τὸ τέλειον, τὴν αὐτοδιοίκησιν. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου δὲν ἀπαλλασσόμεθα τῆς συναλλαγῆς. Ἡ συναλλαγὴ καὶ διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐξακολουθεῖ νὰ ὑψοῖ τὴν κεφαλὴν αὐτῆς καὶ μάλιστα πλέον ἀγερώχως πρὸς βλάβην τῆς Πολιτείας· ἀλλ’ ὅπως τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀρνηθῶ ἐπίσης δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ εὐρύτης τῆς περιφερείας μετριάζει τὴν συναλλαγὴν κατὰ πολύ, διότι καταστρέφει τὸν συμφεροντολογικὸν κρίκον μεταξὺ ἐκλογέων καὶ ἐκλεξίμων, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς εὐρείας διοικητικῆς περιφερείας ἡ συναλλαγὴ στηριζομένη ἐπὶ ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν πλέον μετριάζει κάπως τὸ κακόν, καταστρέφει τὰ συμφέροντα τῆς μικροπολιτικῆς ἐπιβάλλουσα τὴν ἀνάπτυξιν συναλλαγῆς ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν. Διότι ἀφαιρουμένης τῆς συναλλαγῆς τῶν συμφερόντων αὐτὸς ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὴ ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτειακὴ ὕπαρξις τοῦ ἀτόμου ἐπιβάλλει τὴν συναλλαγὴν τῶν ἀρχῶν. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν ὀλίγον εἰς τὰς περὶ Πολιτειῶν καὶ κοινωνιῶν θεωρίας, θέλομεν ἰδεῖ ὅτι βάσις καὶ τῶν κοινωνιῶν καὶ τῶν Πολιτειῶν εἶναι ἡ συναλλαγὴ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν πεποιθήσεων, διότι, ἐὰν δὲν ἦτο τοιαύτη ἡ βάσις, βεβαίως ὁ πολιτισμὸς δὲν ἤθελε προοδεύσει, βεβαίως τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν παρουσιάζονται ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐν τῷ κόσμῳ δὲν θὰ ὑπῆρχον. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ἡ συναλλαγὴ τῶν ἀρχῶν εἶναι συμφυὴς μὲ τὴν εὐρύτητα τῶν περιφερειῶν καὶ ὅτι εἰς τοῦτο πρέπει νὰ τείνωμεν καὶ ὅτι τοῦτο πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ ἐπιδιώκῃ, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς ἀναφέρω περικοπὴν ὁμιλίας τοῦ ἐμοῦ πατρὸς λεχθείσης ποτὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ (ἀναγινώσκει): «Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουσιν, ὅτι τὸ κυβερνῶν κόμμα πρέπει νὰ μένῃ ἐντελῶς ἐκτὸς τῆς διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ὄχι, διότι δὲν ἐννοῶ κόμμα ἔχον καὶ ὑποστηρίζον ἀρχὰς καὶ ἰδέας, μὴ ἔχον δὲ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελέσεως· εἶμαι κατὰ τῆς καταχρήσεως μόνον τῆς ἐξουσίας· θέλω τὰ κόμματα νὰ κυβερνῶσιν, ἀλλὰ θέλω νὰ μὴ ποιῶνται κατάχρησιν τῆς θέσεώς των. Ἀλλ’ αἱ ἐπαρχίαι καὶ αἱ ἐκεῖ ὑπερισχύουσαι μερίδες θέλουσι νὰ μετέχωσι τῆς ἐξουσίας καὶ νὰ μετέχωσιν οὐχὶ μόνον δι’ ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς καταλήψεως τῆς ἐπιτοπίου διοικήσεως. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Ὅταν τὸ κόμμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν κατακτήσῃ τὴν διοίκησιν, προσπαθήσατε ὅσον θέλετε ἐκ τοῦ κέντρου, ἡ διοίκησις ἔσται μεροληπτική». Βεβαίως, Κύριοι, ἡ εὐρεῖα περιφέρεια, καταστρέφουσα τὴν κατάκτησιν τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, θὰ ἐξαρτήσῃ τὸν Βουλευτὴν ἐντελῶς ἐκ τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως τῶν κομμάτων, ὅπερ βεβαίως καὶ τοῦτο μέγα κέρδος εἶναι, διότι ὅσον ὑψηλοτέραν καὶ μεγαλειτέραν ἠθικὴν ὑπόστασιν ἔχουσι τὰ κόμματα, ὅσον ὁ ἀρχηγὸς αὐτῶν ἵσταται εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ περιωπήν, κατὰ τοσοῦτον βεβαίως ἡ συναλλαγὴ τῶν συμφερόντων θέλει καταπέσει καὶ ἡ τοπικὴ διοίκησις δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς φατρίας. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι γνώμη ἐμή· εἶναι παγκόσμιον πολιτικὸν δόγμα. Ἀναγνώσατε οἱονδήποτε συγγραφέα θέλετε εἴτε ἀρχαῖον εἴτε νέον καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τότε προοδεύει ἡ Πολιτεία, ὅταν στηρίζηται ἐπὶ κομματικῶν ἀρχῶν καὶ τότε ὑπάρχουσι κομματικαὶ ἀρχαί, ὅταν τὰ προσωπικὰ συμφέροντα δύνανται νὰ καταστραφῶσι, καὶ τότε τὰ προσωπικὰ συμφέροντα καταστρέφονται, ὅταν δὲν εἶναι στενὸς ὁ σύνδεσμος μεταξὺ τῆς κεντρικῆς πολιτικῆς διευθύνσεως καὶ τῶν ἀτομικῶν ἀναγκῶν τοῦ πολίτου καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Τελευταῖον ἀνεγίνωσκον τὸν Gneist ὡς καὶ γνώμας τινὰς τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ Μικέτη. Ἦτο ὁ δεξιὸς βραχίων τοῦ μεγάλου Καβοὺρ καὶ ὁ πολὺς Πρωθυπουργὸς τοῦ 1880. Ἅπαντες ἀποδίδουσι τὴν κακοδαιμονίαν τῶν Κρατῶν οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα ἀλλ’ εἰς τὰ συστήματα καὶ κυρίως ἢ μᾶλλον ἐντελῶς εἰς τὸ σύστημα τῆς συναλλαγῆς. Ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τῆς εὐρείας διοικητικῆς περιφερείας, παρασυρθεὶς ἐκ τῶν ὁμιλιῶν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀσχέτως τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, διότι περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ μέρους θέλομεν συζητήσει, ὅταν ἡ ἐμὴ πρότασις κατορθωθῇ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁπωσδήποτε ὅμως καταλήγων τὸν λόγον μου δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐδέχοντο, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν ὑπεβλήθη καὶ ἡ ἐμὴ περὶ τοῦ καταλληλοτέρου ἐκλογικοῦ συστήματος πρότασις, καθόσον ἀμφότερα στενῶς συνδέοντα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται): «Τὰ ἄρθρα 1, 2, 7, 8, 10 καὶ 11 τοῦ νόμου ͵ΒΧΔʹ τῆς 6]18 Ἰουλίου 1899 περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ἀντικαθίστανται διὰ τῶν ἑξῆς: Ἄρθρον 1. Τὸ Κράτος διαιρεῖται διοικητικῶς εἰς δέκα καὶ ἓξ νομούς».
§76Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι;
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχουσι τροπολογίαι.
§78ΕΠ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον.
§79ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται): «Οἱ νομοὶ τοῦ Κράτους εἶναι 1) Ὁ νομὸς τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ἀττικῆς, Αἰγίνης, Μεγαρίδος, Λεβαδείας καὶ Θηβῶν. Ἕδρα τοῦ νομάρχου αἱ Ἀθῆναι. 2) Ὁ νομὸς τῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Φθιώτιδος, Λοκρίδος, Παρνασσίδος καὶ Δωρίδος. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Λαμία. 3) Ὁ νομὸς τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Μεσολογγίου, Τριχωνίας, Ναυπακτίας, Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, Βάλτου καὶ Εὐρυτανίας. Ἕδρα τοῦ νομάρχου τὸ Μεσολόγγιον. 4) Ὁ νομὸς τῆς Ἄρτης, συνιστάμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης καὶ Τσουμέρκων. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Ἄρτα. 5) Ὁ νομὸς τῶν Τρικκάλων, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καλαμπάκας καὶ Καρδίτσης. Ἕδρα τοῦ νομάρχου τὰ Τρίκκαλα. 6) Ὁ νομὸς τῆς Λαρίσης, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Λαρίσης, Τυρνάβου, Ἁγυιᾶς, Φαρσάλων, Βόλου, Ἁλμυροῦ καὶ Δομοκοῦ. Ἔδρα τοῦ νομάρχου ἡ Λάρισα. 7) Ὁ νομός τῆς Εὐβοίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Χαλκίδος, Ξηροχωρίου, Καρυστίας καὶ Σκοπέλου. Ἔδρα τοῦ νομάρχου ἡ Χαλκίς. 8) Ὁ νομός τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας, Ἄργους, Σπετσῶν καὶ Ἑρμιονίδος, Ὕδρας, Τροιζηνίας, Κορινθίας καὶ Κυθήρων. Ἔδρα τοῦ νομάρχου τὸ Ναύπλιον. 9) Ὁ νομός τῆς Ἀρκαδίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Μαντινείας, Κυνουρίας, Μεγαλοπόλεως καὶ Γορτυνίας. Ἔδρα τοῦ νομάρχου ἡ Τρίπολις. 10) Ὁ νομός τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Πατρῶν, Καλαβρύτων, Αἰγιαλείας καὶ Ἠλείας. Ἔδρα τοῦ νομάρχου αἱ Πάτραι. 11) Ὁ νομός τῆς Μεσσηνίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεσσήνης, Πυλίας, Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας. Ἔδρα τοῦ νομάρχου αἱ Καλάμαι. 12) Ὁ νομός τῆς Λακωνίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Λακεδαίμονος, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, Γυθείου καὶ Οἰτύλου. Ἔδρα τοῦ νομάρχου ἡ Σπάρτη. 13) Ὁ νομός τῆς Κερκύρας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Κερκύρας, Παξῶν καὶ Λευκάδος. Ἔδρα τοῦ νομάρχου ἡ Κέρκυρα. 14) Ὁ νομός τῆς Κεφαλληνίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Κραναίας, Πάλης–Σάμης καὶ Ἰθάκης. Ἔδρα τοῦ νομάρχου τὸ Ἀργοστόλιον. 15) Ὁ νομός τῆς Ζακύνθου, συνιστάμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου. Ἔδρα τοῦ νομάρχου ἡ Ζάκυνθος. 16) Ὁ νομός τῶν Κυκλάδων, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Σύρου, Κέας, Ἄνδρου, Τήνου, Νάξου, Θήρας καὶ Μήλου. Ἔδρα τοῦ νομάρχου ἡ Σῦρος».
§81ΕΠ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγνωσις αὐτή· ὅλα εἶναι ἓν ἄρθρον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς;
§83ΕΠ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1, 2, 3 κτλ. εἶναι ἓν ἄρθρον.
§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μέχρι τῶν γενικῶν διατάξεων.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται καὶ τὸ σύνολον).
§86Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ· ὑπάρχει καὶ 3ον ἄρθρον. Ἐπὶ τέλους τί εἶναι αὐτὸ τὸ παρεδέχθη καὶ παρεδέχθη; Φαντάζεσθε ὅτι, ἐπειδὴ μετεβλήθη ὁ Κανονισμὸς καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλωμεν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν εὐθύνην σεῖς ὡς Πρόεδρος νὰ ἴδητε ποία εἶναι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία παρεδέχθη καὶ παρεδέχθη;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ θυμώνητε· ἐψηφίσθη καὶ τὸ σύνολον. Θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μ.).