1909.10.30
2.654 στίχοι · 20.111 λέξεις · 208 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30.
τῆς 30ῆς Ὀκτωβρίου 1909.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 100 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. ΛΕΚΑΣ. Εἰς τὴν τρίτην σελίδα τῶν Πρακτικῶν ἀναγράφεται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Ν. Καλογερόπουλος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 προτείνει, ὅπως εἰς τὸ τέλος προστεθῶσιν αἱ φράσεις «ἢ καὶ πλειόνων ἀλλοδαπῶν ἐν περιπτώσει ἀπεργίας». Βεβαίως ὁ νόμος σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐκφέρῃ μίαν γνώμην διὰ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά. «Ἐν περιπτώσει ἀπεργίας» λέγει τὸ ἄρθρον 3. Τί ἐννοεῖ, μερικὴν ἢ γενικὴν ἀπεργίαν; Διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ θέλωσι τὴν πρόσληψιν ξένων μηχανικῶν καὶ νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι δύο ἢ τρεῖς μηχανικοὶ Ἕλληνες προέβησαν εἰς ἀπεργίαν. Ὥστε παρακαλῶ νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του ὁ κ. Ὑπουργός, ἥτις νὰ σημειωθῇ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον εἰς τὰ Πρακτικά.
§2Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρόκειται, κ. Πρόεδρε, περὶ ἀπεργίας ὑπὸ γενικὴν ἔννοιαν. Εἴτε μερικὴ εἴτε γενική, πάντοτε ἀπεργία εἶναι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴτε μερικὴ εἴτε γενική, ἀπεργία εἶναι.
§4Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Εἴτε περὶ μερικῆς πρόκειται εἴτε περὶ γενικῆς, ἀπεργία εἶναι. Πιθανὸν ἡ ἀπεργία νὰ περιορισθῇ εἰς ἕνα λιμένα· ἀπεργία εἶναι.
§5Θ. ΛΕΚΑΣ. Πῶς θὰ πιστοποιηθῇ ἐπισήμως;
§6Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ τῶν Ἀρχῶν τῶν λιμενικῶν.
§7Θ. ΛΕΚΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Συμφώνως τῇ χθεσινῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς συνέστησα ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου» ἐκ τῶν κυρίων Δ. Βοκοτοπούλου, Ν. Γάτσου, Δ. Γούναρη, Ἰ. Κουντουριώτου, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Ν. Στράτου, Κ. Τοπάλη, Ν. Μαρκέτη, Ἀγ. Σλῆμαν, Δ. Τσιτσάρα, Γ. Ζωγράφου καὶ Π. Πρωτοπαπαδάκη. Οἱ κύριοι οὗτοι παρακαλοῦνται αὔριον ὥρᾳ 10 π. μ. νὰ συνέλθωσι καὶ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἔκθεσιν των εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Σπ. Κουμουνδοῦρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». Οἱ πρόεδροι τῶν συλλόγων καὶ σωματείων Τρικκάλων παρακαλοῦσιν, ὅπως γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους ἡ πρότασις νόμου τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου «περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας». Οἱ πρόεδροι τῶν συντεχνιῶν Καλαμῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους ἡ πρότασις νόμου «περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας». Ἐπιτροπὴ τῶν ἐμπόρων Ἄρτης παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας». Ὁ σύλλογος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Καλαμῶν παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας». Ὁ σύλλογος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Πύργου παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας». Ὁ λαϊκὸς σύνδεσμος «Ἅγιος Κωνσταντῖνος» ἐν Πάτραις παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας». Ὁ σύνδεσμος τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων Λαρίσης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου «περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας». Ὁ σύλλογος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Λαρίσης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας». Οἱ ἐν Σπάρτῃ ποτοποιοὶ ὑποβάλλουσι σκέψεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ Κυπαρισσίας παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῇ ὁ νομὸς Τριφυλίας. Ὁ πρόεδρος τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Βόλου ἐκπροσωπῶν καὶ τὴν γνώμην ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ Πηλίου, τῶν προέδρων τῶν συντεχνιῶν Βόλου καὶ ἀντιπροσώπων τοῦ κτηματικοῦ συλλόγου Μηλεῶν παρακαλεῖ, ὅπως ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ὁρισθῇ εἰς 6% καὶ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Ὁ κ. Κλωστερίδης ἐκ Πύργου παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ ταμεῖον συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ΣΠΑΠ. Ὁ κ. Κ. Δρούμαλης παρακαλεῖ, ὅπως διαιρεθῇ τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον Ἀθηνῶν. Ὁ Μιχ. Δ. Σταματόπουλος διαμαρτύρεται κατὰ τῆς μὴ ἐγκρίσεως εἰσέτι τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν μίσθωσιν τοῦ ἐθνικοῦ λιβαδίου τοῦ χωρίου Καστρί, καθ’ ἣν ἀνεδείχθη τελευταῖος πλειοδότης, καὶ δηλοῖ ὅτι παραιτεῖται τῆς μισθώσεως ταύτης τοῦ περὶ οὗ πρόκειται λιβαδίου, καταστάντος ἀχρήστου. Ἡ Πρυτανεία τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Συγκλήτου ἐκτελοῦσα, ὑποβάλλει εὐσεβάστως τὰ παράπονα αὐτῆς διὰ τὰ σχετικῶς πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ.
§9Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ἔγγραφον;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι· ἔχομεν σήμερον Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ ἐλέγχου Ὁ κ. Ἀλ. Τάκης ἔχει τὸν λόγον «περὶ συγκοινωνίας».
§11ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, κύριοι Βουλευταί, ἀνεγράφη πίστωσις 20,000 δραχ. πρὸς μελέτην τοῦ σιδηροδρόμου Καλαμπάκας–Μαλακασίου, ἀλλὰ λόγῳ τῶν γνωστῶν γεγονότων δὲν ἐγένετο ἡ μελέτη αὐτή. Καθ’ ἃ μὲ ἐβεβαίωσαν οἱ μηχανικοὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Θεσσαλίας καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὸ τμῆμα τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μελετηθῇ τὸ ἔργον τοῦτο ἀπὸ τοὺς μηχανικοὺς τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τόπου, διότι ἡ μελέτη ἐγένετο ἀπὸ Καλαμπάκας μέχρι τοῦ 19ου χιλιομέτρου ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ὑπὸ κλίμακα 1 ὑπὸ 5,000. Ἀπὸ δὲ τοῦ 19ου χιλιομέτρου μέχρι τοῦ 35ου ἐγένετο ὑπὸ τῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ κλίμακα 1 ἕως 20,000. Ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν οἱ Κύριοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ἐπὶ τόπου ἐπὶ πολὺν χρόνον, δύναται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ κάμῃ τὴν μελέτην εἰς τὸ τμῆμα χωρὶς νὰ διαταχθῇ ἐπιτόπιος μελέτη καὶ ὑποβληθῇ οὕτω τὸ Δημόσιον εἰς ἔξοδα. Ἐπίσης μὲ παρεκάλεσαν νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι τῆς γνώμης καὶ εἶναι πρόθυμοι μάλιστα νὰ ὑποβάλωσιν ἔκθεσιν, ἐὰν ζητηθῇ τοιαύτη, διότι εἶναι μεγίστη ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ τὸ ἔργον· ἐπὶ πλέον τοῖς ἔδωκα καὶ συγκριτικὴν μελέτην τοῦ σιδηροδρόμου Σπάρτης, τῶν δύο τμημάτων Λεονταρίου Σπάρτης καὶ Τριπόλεως Σπάρτης, κατόπιν τῆς ὁποίας μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι τὸ ἔργον δὲν θὰ στοιχίσῃ πλέον τῶν 4,000,000 δραχμῶν.
§12Β. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν μελέτην;
§13ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ποῖος τὴν ἔκαμε δὲν γνωρίζω, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν διανεμηθέντα συγκριτικὸν πίνακα εἰς τὴν Βουλήν, τὸν ὁποῖον ἔχω. Ἐὰν εἶναι ψευδής, τότε πρόκειται περὶ πλαστογραφίας. Οἱ Κύριοι αὐτοὶ μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι τὸ ἔργον δὲν θὰ στοιχίσῃ πλέον τῶν 4,000,000 δραχμῶν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος τὴν μελέτην αὐτήν, εἶναι δὲ καὶ γνώμη τοῦ Γκὸλτς–πασᾶ, ὅστις κατηγορεῖ τὴν Ἑλλάδα, διότι δὲν κατεσκεύασε τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον. Τοῦτο συνιστῶσι καὶ δύο στρατηγοὶ Γάλλοι εἰς τὰ συγγράμματά των, ὡς καὶ Ἄγγλος στρατηγός, ὅστις κατὰ τὸ ἔτος 1883 εἶχεν ἀκολουθήσει τὸν πρίγκιπα Σὰξ Μάϊνιγκεν, ἐρχόμενον ἀπὸ τὴν Ἤπειρον καὶ μεταβαίνοντα εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἡ μελέτη τῆς ὑδραυλικῆς ὑπηρεσίας καὶ χαρτογραφικῆς εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Φρονῶ ὅτι μᾶλλον πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, διότι, ὡς γνωστόν, τὸ ἔργον θὰ ἐξυπηρετήσῃ πολὺ τὴν χώραν ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν· ἄλλως δὲν βλέπω διατί τὸ ἔργον τοῦτο νὰ μὴ μελετηθῇ, ἀφοῦ ἐμελετήθησαν ἔργα ἐλάσσονος ἀξίας καὶ ἀφοῦ μάλιστα τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ἐξοδεύσῃ. Ἔχω ἀσφαλεῖς πληροφορίας, ὅτι ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων τῆς Θεσσαλίας ἀναλαμβάνει τὸ ἔργον ἄνευ ἀνταλλάγματος, ἐὰν στοιχίσῃ μέχρι τῶν 4,000,000 δραχμῶν. Ἤθελον παρακαλέσει ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ, ὅπως ἡ μελέτη αὕτη γίνῃ τοὐλάχιστον δι’ ὡρισμένον χρόνον ἐκ φόβου μήπως πάθωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπάθομεν μὲ τὸν μηχανικὸν κ. Τζουρᾶν, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑνὸς ἔτος διετάχθη νὰ μελετήσῃ τὴν κοίτην τοῦ Ληθαίου ποταμοῦ τῶν Τρικκάλων, καὶ ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἔλαβε προκαταβολικῶς δι’ ἔξοδα 1,200 δραχ., μετέβη σιδηροδρομικῶς ἐκεῖ καὶ ἔμεινεν ὀλίγας ἡμέρας, τὴν δὲ ἅμαξαν ἐπλήρωσεν ὁ δήμαρχος. Ἔλαβε δὲ προσέτι καὶ 200 ἕως 600 δραχμὰς παρὰ τοῦ δήμου καὶ μελέτην δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι. Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσέξῃ αὐτὸν τὸν κ. μηχανικὸν Τζουρᾶν. Ἐννοεῖτε, κύριοι Βουλευταί, τί σημαίνει εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν νὰ πληρώσωσιν οἱ ἄνθρωποι δι’ ὀλίγας ἡμέρας 1,200 δραχμὰς διὰ τὸν κ. αὐτὸν μηχανικόν, ὁ ὁποῖος μετέβη δωρεὰν μέχρι Τρικκάλων καὶ ὅμως νὰ μὴ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἔκθεσιν; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ λογαριασμόν. Αὐτὰ ἔχω νὰ εἴπω καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§14Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ μὲν μελέτη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφος, βεβαίως ὑπάρχει. Εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, δηλαδὴ ὅτι ἀποκτήσαντες διὰ τῆς μελέτης τοῦ κ. Σίμπερ τὴν χωροστάθμησιν τοῦ θεσσαλικοῦ ἐδάφους διευκολυνόμεθα εἰς τὰς τοιαύτας ἐργασίας. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἡ ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας ἀναλαμβάνει τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ἄνευ ἐπικουρίας τινὸς τοῦ Κράτους ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ 4,000,000 δραχμῶν, τοῦτο δὲν γνωρίζω. Εἶναι εὐχάριστος ὅμως ἡ ἀγγελία αὐτή, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ τὴν εὐκολίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαμπάκας ὠφελῶν συγχρόνως καὶ τὴν χώραν. Τὰ ἄλλα ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμπάκας περὶ τοῦ μηχανικοῦ Τζουρᾶ θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω ἐφαρμόσει τὸν νόμον αὐστηρῶς, ὡς τὸ καθῆκόν μου μοὶ ἐπιβάλλει.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Θεόδωρος Λέκας ἔχει τὸν λόγον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν Ἀναβύσσου εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Καλυβίων τοῦ δήμου Θορικίων τῆς Ἀττικῆς καὶ περὶ κατασκευῆς γεφύρας εἰς τὸ χωρίον Συκάμινον τοῦ δήμου Ὠρωπίων.
§16Θ. ΛΕΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκομαι καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἔγγραφον καὶ προφορικὴν παράκλησίν μου ἣν τῷ ἔκαμα, ἂν δ’ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, βεβαίως δὲν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρεκάλεσα πρὸ 25 ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ παραχωρήσεως τῶν γαιῶν Ἀναβύσσου, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὴν διαλελυμένην Μονὴν Καισαριανῆς, εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Καλυβίων τοῦ δήμου Θορικίων τῆς Ἀττικῆς. Ἡ καταμέτρησις τῶν γαιῶν ἐγένετο καὶ τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὰ σχεδιαγράμματα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· δὲν μένει ἄλλο τι ἢ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν. Πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἰς τοὺς κατοίκους αὐτοὺς θὰ ἦτο πολὺ εὐχάριστον ἂν παραχωρηθῶσιν αἱ γαῖαι, διότι εἶναι τόσῳ στενὰ τὰ ὅρια τοῦ χωρίου, ὥστε ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς παραχωρήσεως ταύτης, ἄλλως τε δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ δωρεὰ εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου, οἵτινες βεβαίως τὰ κτήματα θὰ τὰ λάβωσιν ἐπὶ ὅροις. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ θελήσῃ νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς κατοίκους αὐτούς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ ἀκροασθῇ ἐπί τινα λεπτὰ ἀκόμη καὶ δι’ ἕτερον ζήτημα. Κατόπιν πολλῶν παραστάσεων διετάχθη ἡ κατασκευὴ γεφύρας εἰς τὸ χωρίον Συκάμινον τοῦ δήμου Ὠρωπίων. Τὸ ἔργον ἐπερατώθη, ἀλλ’ ἀτυχῶς μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς παραδόσεως παρεσύρθη ὑπὸ τῶν ὑδάτων ἡ γέφυρα. Ὁ τότε διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἐξ Ἀττικῆς κ. Ν. Λεβίδης, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἐνδιαφέρεται ἐξ ἴσου διὰ τοὺς κατοίκους Καλυβίων, διέταξε νέαν μελέτην, καθόσον ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη, διότι ἡ ἐλαχίστη βροχὴ φέρει τὸν ἀποκλεισμὸν ἀπὸ ἄλλα χωρία. Ἤδη τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται εἰσέτι εἰς τὸν μηχανικόν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἔγγραφα καί, εἰ δυνατόν, νὰ διατάξῃ τὴν ἐκ νέου κατασκευὴν τοῦ ἔργου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον περὶ ἐφαρμογῆς νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς.
§18ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν σύστασιν ἤθελον νὰ ποιήσωμαι εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23ης Ὀκτωβρίου ἐψηφίσθη νόμος «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τοὺς νόμους κτλ. προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων παρελθουσῶν χρήσεων καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν αὐτῶν νόμων. Τὸν νόμον τοῦτον, κ. Πρόεδρε, ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἐσόδων τὰ ὁποῖα χαρίζονται καὶ ὧν «ἡ εἴσπραξις κατέστη δυσκολωτάτη, ἂν μὴ ἀνέφικτος». Τελευταίως, κ. Πρόεδρε, εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνεγράφη καὶ μάλιστα εἰς τὸ «Σκρὶπ» τῆς προχθές, νομίζω, καὶ τῆς σήμερον, ὅτι διάφορα πρόσωπα, πλουσιώτατοι ἄνθρωποι τῶν Ἀθηνῶν, ὀφείλουσι μέγιστα ποσὰ εἰς τὸ Δημόσιον, ὅτι δὲ κατὰ λάθος δὲν περιῆλθεν εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αὐτοὶ ὀφείλουσι τὰ μεγάλα αὐτὰ ποσά, διότι ἀπ’ αὐτοὺς ἡ εἴσπραξις εἶναι εὐκολωτάτη. Βεβαίως δέ, ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγνώριζε καθ’ ἣν ἡμέραν συνέταξε τὴν εἰσηγητικὴν αὑτοῦ ἔκθεσιν καὶ καθ’ ἣν ἡμέραν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι τὰ μεγάλα αὐτὰ ποσὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι, διότι ἀνήκουσι, καθὼς γράφει ἡ ἐφημερίς, εἰς πλουσιώτατα πρόσωπα καὶ ἑπομένως εἶναι εὐκολωτάτη ἡ εἴσπραξις, τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἐψηφίζετο. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν δραστηριότητι, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἐπιμελείᾳ κηδόμενος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου πλούτου νὰ μὴ φέρῃ πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τὸν νόμον τοῦτον μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν σοβαρωτάτη ἀνάκρισις ἀποδείξῃ ὅτι, ἐνῷ ἀληθῶς ἡ Βουλὴ καλῇ τῇ πίστει ἐψήφισεν, ὅπως καλῇ τῇ πίστει ἐπλανήθη καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὑπηρεσία ἢ ὁ καταγγέλλων ταῦτα ἐψεύσθησαν, ὁπότε βεβαίως ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς καθὼς καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δημοσιεύουσι τὰ πράγματα αὐτὰ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἔχω δὲ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν τρεῖς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλήν, τὰς ἑξῆς: 1) Ποῖα ποσὰ ὀφείλουσιν αἱ Μοναὶ τοῦ Κράτους ἀπὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου καὶ δημοσίαν ἐκπαίδευσιν’ 2) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ ὀνόματα καὶ τὰ ποσὰ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τοῦ 1881–1898 εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν καὶ δικαίωμα ἐπιφανείας μεταλλείων· καὶ 3) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ ὀνόματα καὶ τὰ ποσὰ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τοῦ 1881–1898 εἰς τὰς διαφόρους πρωτευούσας τῶν νομῶν ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν καὶ κληρονομιῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἵνα δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἀλλ’ ἤθελον ἐπαναλαμβάνω, παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς κύρωσιν τὸν νόμον εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν τῳόντι φανῇ, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα χαρίζομεν τὰ χαρίζομεν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι, δὲν χαρίζομεν δὲ εἰς ἄλλους οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ πληρώσωσιν, οὕτω δὲ νὰ ἐκλείψωσι τὰ μίση τὰ ὁποῖα ἀναπτύσσονται μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων τοῦ λαοῦ εἰς τοιαύτας περιπτώσεις.
§19Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι βαρυτάτη ἡ μομφὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ πικρὸν μὲν τὸ ποτήριον, ἀλλὰ θὰ τὸ πίωμεν!
§21ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐγὼ δὲν προσέφερα κανὲν ποτήριον.
§22ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἔντιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς ἐχαρακτήρισε τὴν ἐπερώτησίν σας ὡς μομφὴν βαρυτάτην, ὑπονοῶν βεβαίως ὅτι αὐτὴ ἀπευθύνεται κατ’ ἐμοῦ δὲν εἶναι τοῦτο ποτήριον πικρόν, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ πίω νῦν, ἐγὼ ἠναγκασμένος ὢν ν’ ἀπαντήσω πρὸς ὑμᾶς· Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς, ἡ γενομένη ἐπὶ τῇ βάσει κακοβούλου τινὸς δημοσιεύματος πρωϊνῆς ἐφημερίδος, ἐνέχει τῳόντι μομφήν, ἡ μομφὴ αὕτη δὲν ἀπευθύνεται κατ’ ἐμοῦ καὶ μόνου. Ἀπευθύνεται αὕτη κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἐναντίον πάντων τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου ἐνεστῶτος ἔτους Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐναντίον ἐμοῦ, τοῦ νῦν τοιούτου, χωρὶς νὰ μένῃ αὐτῆς ἀπηλλαγμένη καὶ ὁλόκληρος ἡ παροῦσα Βουλή. Διότι περὶ τίνος κυρίως πρόκειται; Τὸ δημοσίευμα, Κύριοι, τῆς πρωϊνῆς ἐφημερίδος, τοῦ ὁποίου ἀπόρροια ὑπῆρξεν ἡ σήμερον γενομένη ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτοῦ, ἰσχυρίζεται ὅτι μένουσι μέχρι τοῦδε ἀνείσπρακτα δημόσια ἔσοδα πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων δρχ. ὀφειλομένων κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ πλουσίων καὶ γνωστῶν προσώπων ἐκ τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1881–1898, ὅτι δὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια πρόκειται νὰ χαρισθῶσι τώρα διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ μὲν εἰσηγησάμην εἰς τὴν Βουλήν, ὑμεῖς δ’ ἐψηφίσατε. Τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει ὅτι πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, χαριζόμενοι εἰς αὐτοὺς τοὺς πλουσίους καὶ γνωστοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, οὐδέποτε ἐφρόντισαν ἐπὶ μίαν σχεδὸν τριακονταετίαν νὰ εἰσπράξωσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἑκατομμύρια. Σημαίνει ὅτι τελευταῖον ἐγὼ μὲν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ὑμεῖς δέ, κύριοι Βουλευταί, ἐψηφίσατε εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, τῶν ὁποίων τόσην ἀνάγκην ἔχει τὴν σήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον, χαρίζονται εἰς τοὺς πλουσίους καὶ γνωστοὺς ὀφειλέτας των. Πρόδηλον λοιπὸν ὅτι πρόκειται περὶ μομφῆς, καὶ μομφῆς μάλιστα βαρυτάτης, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτής. Καὶ ἡ μομφή, Κύριοι, αὐτὴ ἀπευθύνεται, ὡς εἴδομεν ἤδη, κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἐναντίον ὅλων τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου ἐνεστῶτος ἔτους Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, ζώντων τε καὶ τεθνεώτων. Εἶναι δὲ οὗτοι, ἵνα ἀναφέρω τοὺς γνωριμωτέρους μόνον ἐξ αὐτῶν, οἱ ἀείμνηστοι Καλλιγᾶς, Τρικούπης, Δηλιγιάννης, Σωτηρόπουλος καὶ Σιμόπουλος καὶ οἱ ἐπιζῶντες ἔτι κ. Ῥάλλης, Καραπᾶνος, Νέγρης, Γούναρης καὶ Καλογερόπουλος, οἵτινες ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν εἶχον τὴν ἀσυνειδησίαν νὰ καταδιώκωσι μὲν ἀμειλίκτως πάντας τοὺς μικροφειλέτας τοῦ Δημοσίου, μὴ διστάζοντες νὰ ῥίπτωσιν αὐτοὺς πολλάκις εἰς τὰς φυλακὰς διὰ χρέη δέκα καὶ πέντε μόνον δραχμῶν, ν’ ἀφήνωσι δὲ ἀνενοχλήτους ὅλους τοὺς πλουσίους καὶ γνωστοὺς ὀφειλέτας, ἐξ ὧν κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν προῆλθον τὰ καθυστεροῦντα ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὑπολογιζόμενα κατὰ δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων. Ἡ μομφή, Κύριοι, κατὰ δεύτερον λόγον ἀπευθύνεται ἐναντίον ἐμοῦ, ὅστις ἀντὶ νὰ σπεύσω εἰς ἀπηνῆ καταδίωξιν τῶν μεγάλων ὀφειλετῶν καὶ νὰ ἔχω ἤδη εἰσπράξει ἐντὸς τῶν 75 ἡμερῶν καθ’ ἃς προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πάντα τὰ καθυστεροῦντα ἑκατομμύρια, ἐφρόντισα νὰ συντάξω καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια ἁπλούστατα διαγράφονται ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων καὶ ἀπαλλάττονται ἅπαξ διὰ παντὸς τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν των πάντες οἱ πλούσιοι καὶ γνωστοὶ ὀφειλέται του. Ἀλλ’ ἡ μομφή, Κύριοι, ἀφορᾷ κατὰ τρίτον λόγον ὑμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Τὸ νομοσχέδιόν μου θὰ ἔμενεν ἁπλῆ ἀπόπειρα κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ὑμεῖς ἠρνεῖσθε δι’ αὐτὸ ψῆφον. Καὶ ὅμως εἴχετε καὶ ὑμεῖς τὴν ἀσυνειδησίαν νὰ τὸ ψηφίσητε εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις χωρὶς οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ ἐγείρῃ φωνὴν διαμαρτυρίας. Δὲν δύνασθε δὲ τώρα νὰ προφασισθῆτε ὅτι ἐψηφίσατε αὐτὸ ἐν ἀγνοίᾳ διατελοῦντες τοῦ πράγματος ἢ ὅτι σᾶς ἦτο ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῶν περιστάσεων νὰ τὸ ψηφίσητε παρὰ πεποίθησιν, ἀδυνατοῦντες ν’ ἀντιστῆτε κατὰ τῆς χαριστικῆς του διατάξεως. Ἀλλὰ διατί τότε εἴχετε τὴν δύναμιν νὰ ἐξαναστῆτε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου μου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων» καὶ νὰ ἐπιβάλητε ἰδίως τὴν ἀπάλειψιν ἐξ αὐτοῦ τῆς διατάξεως ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐν τῷ μέλλοντι οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπλήρωνον τὰ πρὸς αὐτὸ χρέη των, θὰ ἐστεροῦντο ὡρισμένων πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων; Τίς δὲ ὄχι μόνον ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους ἀλλὰ καὶ ἁπλοῦς πολίτης τῆς Ἑλλάδος ἀγνοεῖ τὰ καθυστεροῦντα ἔσοδα ἑκάστης οἰκονομικῆς χρήσεως; Μήπως ἐγὼ αὐτὸς δὲν σᾶς ἐξέθηκα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ὅτι τὰ καθυστεροῦντα ἔσοδα ἑκάστης χρήσεως ἀνέρχονται εἰς 6 ἑκατομμύρια ὡς ἔγγιστα; Καὶ ἦτο δύσκολον τότε εἰς ὑμᾶς νὰ ὑπολογίσητε ἐκ τοῦ προχείρου εἰς πόσα θ’ ἀνήρχοντο τὰ διαγραφόμενα χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον δέκα καὶ ὀκτὼ ὅλων χρήσεων, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1898 ἔτους; Καὶ ἐὰν δέ, Κύριοι, εἰς πάντα ἄλλον ἐξ ὑμῶν ἐπετρέπετο νὰ προβάλῃ νῦν τὴν πρόφασιν τῆς ἀγνοίας, τί θὰ ἔλεγον πρὸς δικαιολογίαν των οἱ ἐπιζῶντες πρώην Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες πάντες σχεδὸν εἶναι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ περὶ ὧν ἕκαστος δικαιοῦται νὰ πιστεύῃ ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιόν μου ἐμελέτησαν καλῶς καὶ ἐν πληρεστάτῃ γνώσει διετέλουν τῶν καθυστερούντων ἐσόδων ἑκάστης χρήσεως; Καὶ ἐγείρεται νῦν δικαίως ἡ ἀπορία διατί αὐτοὶ τοὐλάχιστον, ἤτοι οἱ δύο Βουλευταὶ Ἀττικῆς, ὁ Βουλευτὴς Ἄρτης, ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν καὶ ὁ Βουλευτὴς Χαλκίδος, δὲν ἔσπευσαν νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ πράγματος καὶ δὲν ἀπέτρεψαν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου χαριστικοῦ τόσων ἑκατομμυρίων εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἐν τῷ μέσῳ μάλιστα τῶν σημερινῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν του;
§23ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀνασταλῇ, κ. Ὑπουργέ, ἡ δημοσίευσις τοιούτου νόμου.
§24ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄς μὴ ἀνησυχῇ, παρακαλῶ, ὁ κ. συνάδελφος τόσον πολύ, διότι τὰ πράγματα εὐτυχῶς δὲν εἶναι τόσον τραγικά, ὅσον φαίνονται ἴσως ἐκ πρώτης ὄψεως. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν πρὸ ὀκτὼ ἤδη ἡμερῶν, ἐνῷ δὲ ἡμεῖς τὰ ἄλλα ἐψηφισμένα νομοσχέδια δημοσιεύομεν κεκυρωμένα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» συνήθως ἐντὸς 2–3 ἡμερῶν, οὐχ ἧττον μέχρι τοῦδε δὲν ἐδημοσιεύσαμεν αὐτό· οὐχὶ βεβαίως διότι μᾶς ἐπτόησε τὸ χθὲς μόλις καταχωρισθὲν εἰς πρωινὴν ἐφημερίδα δημοσίευμα, ὅπερ παρέσχεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς, ἀλλὰ διότι, ὡς ἐδήλωσα ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἔχομεν ἐνδοιασμοὺς ἂν πρέπει νὰ δημοσιευθῇ αὐτὸ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων», ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐν τῷ μέλλοντι στέρησιν ὡρισμένων πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων διὰ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Τὴν διάταξιν ταύτην ἐθεωρήσαμεν ἡμεῖς ὡς τὸ ἀντισήκωμα τῆς εὐεργετικῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τοὺς νόμους ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900, ͵ΒϠΟΓʹ τοῦ 1903 καὶ ͵ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907 προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν αὐτῶν νόμων». Ἐάν, Κύριοι, εἶπον ὅσα ἠκούσατε μέχρι τοῦδε περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας ἡμῶν, οἵτινες ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον προέστησαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἐὰν εἶπον ὅσα ἠκούσατε καὶ περὶ ὑμῶν αὐτῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, ἔπραξα τοῦτο οὐχὶ ὅπως ἀνακουφίσω πως τὴν θέσιν μου καθιστῶν καὶ ἄλλους κοινωνοὺς τῆς δῆθεν ἐνοχῆς μου. Ἐγὼ μάλιστα θ’ ἀπηξίουν οἱασδήποτε προσοχῆς τὸ κακόζηλον δημοσίευμα, τὸ καταχωρισθὲν εἰς πρωινὴν ἐφημερίδα, ἐὰν αὐτὸ δὲν εὕρισκεν ἀπήχησιν ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους, ἐξ οὗ ἠδύναντο ἴσως πολλοί, ἀγνοοῦντες τὰ πράγματα, ν’ ἀποπλανηθῶσι καὶ νὰ πιστεύσωσιν ὅτι πρόκειται τῳόντι περὶ δωρεᾶς τόσων δεκάδων ἑκατομμυρίων ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν χρόνον ἡ πτώχευσις κρούει ἐκ νέου τὴν θύραν τοῦ δημοσίου ταμείου, πρὸς ἀποσόβησιν δ’ αὐτῆς προβαίνομεν ἡμεῖς εἰς τόσας οἰκονομίας καὶ δὲν διστάζομεν νὰ ἐπιβάλωμεν νέα φορολογικὰ βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§25ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ζητηθέντας πίνακας καὶ τότε συζητοῦμεν.
§26ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι τόσον ταχέως οἱ ζητηθέντες πίνακες, ἀφοῦ μέλλουσιν αὐτοὶ ν’ ἀναφέρωσι τὰ ποσὰ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1898 συμπεριλαμβανομένου, 1) ὑφ’ ἑκάστης Μονῆς ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου καὶ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, 2) ὑφ’ ἑκάστου πολίτου ἐκ στρεμματικῆς φορολογίας καὶ ἐκ δικαιώματος ἐπιφανείας μεταλλείων εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους καὶ 3) εἰς τὰς διαφόρους πρωτευούσας τῶν νομῶν ἐκ φόρων οἰκοδομῶν καὶ κληρονομιῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ μείνωσι πολλοὶ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ συνώμοσαν νὰ χαρίσωσι τόσα ἑκατομμύρια εἰς τοὺς πλουσίους καὶ γνωστοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Ἐγώ, Κύριοι, θεωρῶ ὕβριν διὰ τὴν μνήμην πάντων τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν τῶν τεθνεώτων ἤδη, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγονται οἱ ἐπιφανέστατοι πολιτικοὶ καὶ οἰκονομολόγοι τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὡς ὁ Τρικούπης, ὁ Δηλιγιάννης, ὁ Σωτηρόπουλος, ὁ Καλλιγᾶς καὶ ὁ Σιμόπουλος· θεωρῶ οὐχ ἧττον ὕβριν καὶ διὰ τοὺς ἐπιζῶντας Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ φαντασθῶμεν ὅτι καὶ οὗτοι καὶ ἐκεῖνοι ἀφῆκαν ἀνείσπρακτα τόσα ἑκατομμύρια, χαριζόμενοι εἰς τοὺς πλουσίους καὶ γνωστοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου!
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί πταίουσιν οἱ Ὑπουργοί;
§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα νῦν, αὐτοὶ βεβαίως θὰ ἔφερον τὴν πρώτην καὶ κυρίαν εὐθύνην. Διότι τίνα νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων ἐζήτησαν αὐτοὶ καὶ δὲν ἔλαβον παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Αὐτοὶ δὲ εἶχον τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν σχετικῶν νόμων. Αὐτοὶ ἐνήσκουν καὶ τὴν ἀπόλυτον πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐφ’ ὅλων τῶν ὑφισταμένων δυνάμενοι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν οὐ μόνον νὰ τιμωρήσωσι πειθαρχικῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ μεταθέσωσι καὶ ἀπολύσωσιν αὐτογνωμόνως τμηματάρχας, ὑπουργικοὺς γραμματεῖς καὶ γραφεῖς, οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς, τελωνειακούς, ἐφοριακοὺς καὶ ταμειακοὺς ὑπαλλήλους. Αὐτοὶ εἶχον εἰς τὴν διάθεσίν των καὶ Ἀστυνομίαν καὶ Χωροφυλακὴν καὶ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα πρὸς καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ἄν δὲ καὶ οὕτω δὲν εἰσεπράχθησαν ὑπ’ αὐτοὺς πάντα τὰ χρέη τοσούτων χρήσεων, πρέπει κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀποδεχθῶμεν ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ὅτι αὐτοὶ ἐχαρίσθησαν πρὸς τοὺς πλουσίους καὶ γνωστοὺς ὀφειλέτας καὶ ἀφῆκαν τούτους ἀκαταδιώκτους, ἢ ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ εἰσπράξωσι πάντα τὰ ὀφειλόμενα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι ἀδυνατῶ ν’ ἀποδεχθῶ τὸ πρῶτον τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα ὁποία ἀγρία καταδίωξις ἐγένετο πολλάκις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπ’ ἄλλους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, μάλιστα δὲ ὑπὸ τοὺς ἀειμνήστους Τρικούπην καὶ Σιμόπουλον, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ γίνῃ ὑπ’ αὐτῶν διάκρισις πλουσίων καὶ πτωχῶν, μικρῶν καὶ μεγάλων. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου καὶ ὅπως ἐννοήσητε κάλλιον ὁποίου εἴδους εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αὐτὰ τὰ περίφημα χρέη τῶν πλουσίων καὶ γνωστῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἑξῆς δύο γεγονότα. Ὁ γνωστός, Κύριοι, ἱδρυτὴς τῆς οἰνοποιητικῆς ἑταιρείας «Ἀχαΐας» Κλάους συνελήφθη μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἐν μέσῃ πλατείᾳ τῶν Πατρῶν ὑπό τινος ἐνωμοτάρχου, ἐπιδείξαντος πρὸς αὐτὸν ἔνταλμα τοῦ ἐκεῖ ταμείου διὰ καθυστεροῦντας φόρους ἐπιτηδεύματος καὶ οἰκοδομῶν ἐκ χιλιάδων ὅλων δρχ. Μόλις καὶ μετὰ βίας ἔπεισε τὸν συλλαβόντα αὐτὸν ἐνωμοτάρχην νὰ μὴ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸ κρατητήριον ἀλλ’ εἰς τὴν οἰκίαν του, ὅπως ἐφοδιασθεὶς ἐκεῖ μὲ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα μεταβῇ εἶτα ἐν συνοδείᾳ εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἐξοφλήσῃ τὸ ἔνταλμά του. Ἀντὶ ὅμως χρημάτων παρέλαβεν αὐτὸς ἐκ τῆς οἰκίας του ὅλας τὰς σχετικὰς ἀποδείξεις τοῦ ταμείου περὶ πληρωμῆς τῶν δῆθεν καθυστερούντων φόρων καὶ τὰς ἐπέταξε κατὰ πρόσωπον τοῦ τότε ταμίου Πατρῶν οἰκτίρων καὶ ἐλεεινολογῶν τὰ χάλια τῶν βιβλίων του. Καὶ ἐγὼ αὐτός, Κύριοι, ἐκλήθην ποτὲ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ταμείου νὰ καταβάλω διὰ καθυστεροῦντας φόρους οἰκοδομῶν καὶ δόσεις προικοκτησιῶν, ὀφειλομένας δῆθεν ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων ὑπὸ τοῦ πενθεροῦ μου ἐκ πολλῶν χιλ. δρχ. Ἐννοεῖτε δὲ μεθ’ ὁποίας ἀγανακτήσεως ἐπέδειξα καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ ὅλας τὰς σχετικὰς ἀποδείξεις περὶ πληρωμῆς αὐτῶν τῶν φόρων καὶ δόσεων, τὰς ὁποίας εὐτυχῶς ἐτήρουν οἱ οἰκεῖοί μου ἐν τάξει. Ἀφοῦ δέ, Κύριοι, αὐτὰ συνέβησαν εἰς ἕνα μεγαλοβιομήχανον γνωστότατον ἐν Πάτραις, ὁποῖος ὁ Κλάους, καὶ εἰς ἕνα πρώην Ὑπουργόν, ὁποῖος ἐγώ, ἐπιτρέπεται τώρα εἴς τινα ἐξ ὑμῶν ν’ ἀμφιβάλῃ ὅτι ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου διενηργεῖτο τότε ἀμείλικτος καθ’ ὅλων ἀδιακρίτως οὐ μόνον πλουσίων καὶ πτωχῶν, μικρῶν καὶ μεγάλων, ἀλλὰ καὶ πραγματικῶν καὶ ὑποτιθεμένων ὀφειλετῶν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἰδὼς κάλλιστα τὴν κρατοῦσαν ἀκαταστασίαν ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν ταμείων, ἣν δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀνομολογήσωσι πρό τινος καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν ταμιῶν τοῦ Κράτους, κληθέντες νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ τοῦ τότε προϊσταμένου τούτου ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ζητήματος τῶν παλαιῶν χρεῶν, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν χρεῶν τούτων εἶναι ἀνύπαρκτα, ὡς τὰ τοῦ Κλάους καὶ ἐμοῦ. Δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ μὲ τὰ πλεῖστα ἴσως τῶν διατυμπανιζομένων τώρα παλαιῶν χρεῶν τῶν πλουσίων τῶν Ἀθηνῶν, ὡς θ’ ἀποδειχθῇ καὶ ἐκ τῆς ἐξηκριβωμένης μελέτης τοῦ πίνακος αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον διέταξα νὰ συντάξῃ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, ὅπως τὸν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐ μόνον τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπαρχιῶν.
§30ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶπον τῶν Ἀθηνῶν, διότι διὰ τοὺς πλουσίους καὶ γνωστοὺς ὀφειλέτας τῆς πόλεως ταύτης ἠγέρθη ὁ μεγαλείτερος θόρυβος. Δηλῶ ὅμως ὅτι διὰ τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου ἐκάλεσα ἤδη πάντας τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους, ἵνα συντάξωσι καὶ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργεῖον, ὅσον οἷόν τε τάχιον, παραπλησίους πίνακας. Καταπαύων, Κύριοι, τὸν λόγον δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦδε ὅτι ἀνάξια λόγου ποσὰ ὑπολείπονται ἔτι νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν καθυστερούντων φόρων — διότι περὶ τούτων μόνον πρόκειται — τῶν χρήσεων 1881–1898. Ἐὰν δὲ αὐτὰ δὲν κατώρθωσαν νὰ εἰσπράξωσι πάντα οἱ ἔκτοτε Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἔζων ἔτι πάντες οἱ ὀφειλέται αὐτῶν, πολὺ δυσκολώτερον θὰ κατορθώσωμεν ἡμεῖς νὰ εἰσπράξωμεν αὐτὰ τώρα, ὅτε οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἔχουσι τελευτήσει. Ὡς ἐδήλωσα ἤδη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου, θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἰδιαιτέρου προσωπικοῦ, ἀσχολουμένου ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀπὸ τριακονταετίας καθυστερούντων φόρων. Ἐνῷ δὲ δι’ αὐτοῦ θ’ ἀναστατώσωμεν τὸν κόσμον, ἐν τούτοις εἶναι ζήτημα καὶ πάλιν ἂν οὕτω πως θὰ εἰσπράξωμεν πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξοδεύσωμεν. Καὶ νῦν, Κύριοι, ἀπαντῶν εἰς ἑτέραν ἐπερώτησιν γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς διαβεβαιῶ τὸν κ. συνάδελφον ὅτι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀσχολεῖται ἤδη ἡ ὑπηρεσία. Πρόκειται περί τινος λιβαδίου, ἀνήκοντος εἰς διαλελυμένην Μονὴν τοῦ Κράτους. Ὑπάρχουσι πολλὰ τοιαῦτα λιβάδια, ἐνοικιαζόμενα πολυετῶς παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ λογαριασμὸν τοῦ πάλαι ποτὲ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Πρόκειται ἐν ἄλλαις λέξεσι περὶ ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἐγείρεται δὲ νῦν τὸ ζήτημα, τί πρέπει νὰ γίνωσιν αὐτὰ τὰ λιβάδια μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τελευταίου νόμου περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ νέου τὸ πάλαι ποτὲ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον δὲν ἔχει πλέον ὑπόστασιν, μολονότι μέχρι τοῦ νῦν κατὰ τύπους μόνον ὑφίστατο, ἀφοῦ τὸ Κράτος διεχειρίζετο κατ’ οὐσίαν τὴν περιουσίαν του καὶ διέθετεν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας περὶ τὰς 240,000 δρχ. Ἀλλὰ νῦν, ὅτε τὸ Κράτος ἐξεχώρησεν διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὡρισμένας προσόδους, μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴν φορολογίαν τοῦ κηροῦ, νομίζω ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ κατὰ τύπους κατηργημένον τὸ πάλαι ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἐναπόκειται δὲ πλέον εἰς τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ τί θὰ γίνῃ ἡ ὑπάρχουσα περιουσία τοῦ πάλαι ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Ἀλλὰ προκειμένου, Κύριοι, νὰ λάβωμεν μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται μονομερῶς νὰ σκεφθῶμεν τί θὰ γίνῃ περὶ τοῦ λιβαδίου Ἀναβύσσου. Θὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικὸν δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ λιβάδια, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐκμισθοῦνται διὰ βοσκήν, διότι δὲν ὑπῆρχον οἱ ζητοῦντες αὐτὰ πρὸς καλλιέργειαν. Νῦν ὅμως, ὅτε ἐπληθύνθησαν αἱ ἐργατικαὶ χεῖρες, διότι ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος ἔχει αὐξήσει, πολλοὶ δὲ γεωργοὶ ζητοῦσι γαίας πρὸς καλλιέργειαν, νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ διατεθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος λιβάδια πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Τοῦτο ὅμως δὲν συμβαίνει μόνον εἰς τὰ Καλύβια τῆς Ἀττικῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς πλεῖστα ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐκκλησιαστικὰ λιβάδια. Διὸ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονήν, ἕως οὗ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ ἓν μέτρον γενικὸν περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν λιβαδίων. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ λιβάδιον τῆς Ἀναβύσσου ἡ ὑπηρεσία μὲ ἐπληροφόρησεν ὅτι εἶχε διαταχθῆ ἡ καταμέτρησις ὑπὸ τῶν γεωμετρῶν τοῦ Δημοσίου, ὅτι ὅμως ἕνεκα τῆς διανομῆς τῶν θεσσαλικῶν κτημάτων καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας ἐδέησεν οἱ γεωμέτραι αὐτοὶ ν’ ἀποσπασθῶσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὡς ἐκ τούτου δὲ διεκόπη ἡ καταμέτρησις τοῦ λιβαδίου τῆς Ἀναβύσσου. Ὅταν οἱ γεωμέτραι ἀποπερατώσωσι τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐργασίαν, θὰ συνεχίσωσι τὸ ἐν Ἀναβύσσῳ ἔργον των. Ἀλλὰ καὶ οὕτω δηλῶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τὸ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ λιβάδια τὰ ἀνήκοντα εἰς διαλελυμένας Μονάς, λαμβανομένου ἑνὸς γενικοῦ μέτρου δι’ ὅλα αὐτά.
§31ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει διατάξει τὰ δέοντα, ἵνα γίνωσιν αὐστηρόταται ἀνακρίσεις. Ἤθελον ὅμως λάβει τὸ θάρρος νὰ συστήσω εἰς αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὸ ταμειακὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς διαψεύσεις διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἐνῷ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἀντίθετον γνώμην, διότι οὗτος εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει ἀκόμη ἂν ταῦτα ἔχονται ἀληθείας ἢ οὔ. Ἤθελον ἑπομένως παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ἀναθέσῃ τοῦτο εἰς οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης του. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω περισσότερα, διότι δὲν δύναμαι νὰ δώσω βάσιν εἰς τὰς διαφόρους φήμας. Ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ, ὅπως τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδειχθῇ ὅτι χρήζει νὰ ἐπεμβῇ ἡ Εἰσαγγελικὴ Ἀρχή, νὰ μὴ διστάσῃ μηδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς τοῦτο.
§32ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν διοικητικὴν ἐξέτασιν ἀνέθηκα ἤδη εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κουμανούδην. Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν συναδέλφου μου κ. Δαμιανοῦ λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ καταθέσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ἀγορᾶς πολεμικῶν πλοίων καὶ ὑλικοῦ πολέμου καὶ περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, τούτου ζητεῖται πρὸ παντὸς ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως τῆς συνομολογηθείσης μεταξὺ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ γνωστοῦ Ἰταλικοῦ ναυπηγικοῦ οἴκου τῶν ἀδελφῶν Ὀρλάνδο καὶ Σας περὶ ἀγορᾶς τοῦ ὑπὸ κατασκευὴν εὑρισκομένου καταδρομικοῦ θωρηκτοῦ τοῦ τύπου τῆς Πίζης καὶ ἐκτοπίσματος 10.120 τόννων. Ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν εἶναι ὑπερήφανος, διότι οὕτω πως τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος προσκτᾶται θωρηκτόν, τὸ ὁποῖον ὑπὸ πάντων θεωρεῖται ὡς ἀληθὲς ἀπόκτημα δι’ αὐτὸ καὶ κέκληται μίαν ἡμέραν νὰ προσθέσῃ νέας δάφνας εἰς τὸ ἔνδοξον παρελθόν του. Τὴν ἀγοράν, Κύριοι, ταύτην διαπραγματευθεὶς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν συνάδελφός μου ἀπ’ εὐθείας μετὰ τοῦ μνημονευθέντος ναυπηγικοῦ οἴκου ἔκλεισε τὴν σχετικὴν συμφωνίαν ἀντὶ φρ. χρ. 23.768.844. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ κρατηθῇ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ὑπὲρ τῶν ναυτικῶν ταμείων συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΨΙΕʹ, οὕτω δὲ τὸ καταβληθησόμενον εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Ὀρλάνδο τίμημα περιορίζεται εἰς φρ. χρ. 23.450.000 περίπου. Τὸ νέον ὅμως θωρηκτὸν χρῄζει, ὡς εἰκός, ὁπλισμοῦ καὶ πυρομαχικῶν, ἅτινα θὰ προμηθευθῶμεν ἰδιαιτέρως, ὁμοῦ δὲ μετὰ τοῦ τιμήματος τούτων προϋπολογίζεται ἡ ὁλικὴ αὐτοῦ δαπάνη εἰς φρ. χρ. 25.000.000. Ἐπειδὴ δέ, Κύριοι, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔκρινεν ἀναγκαίαν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ναυτικῆς ἡμῶν δυνάμεως τὴν προμήθειαν καί τινων μικροτέρων πολεμικῶν σκαφῶν, δι’ ἃ ὑπολογίζει δαπάνην ὡς 7.000.000 φρ. χρ., αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔκτακτοι ναυτικαὶ δαπάναι θ’ ἀνέλθωσιν ἐν συνόλῳ εἰς 32.000.000 φρ. χρ., ὧν τὴν ἔγκρισιν ζητοῦμεν νῦν παρὰ τῆς Βουλῆς. Πρὸς τοῦτο δ’ ἐξαιτούμεθα νὰ χορηγηθῇ ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τοῦ ἔτους 1909 καταλογιζομένη ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον Ζʹ «ἀγορὰ θωρηκτοῦ καταδρομικοῦ, πολεμικῶν σκαφῶν καὶ πυρομαχικῶν ἐκ φρ. χρ. 32.000.000». Πρὸς κάλυψιν μέρους τῆς δαπάνης διὰ τὸ θωρηκτὸν ἔγνωμεν νὰ διαθέσωμεν τὸ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος ἀπόθεμα τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου ἐθνικοῦ εὐεργέτου Γεωργίου Ἀβέρωφ ἀνερχόμενον ἤδη εἰς 7.000.000 φρ. χρ. Τὸ ὑπόλοιπον, Κύριοι, τῆς ζητουμένης ἐκτάκτου πιστώσεως, ἤτοι τὰ 25.000.000 φρ. χρ., θὰ καλυφθῶσι διὰ παροχῆς αὐτῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ θὰ ληφθῶσιν ἐκ συνομολογηθησομένου ἐθνικοῦ δανείου. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐξαιτούμεθα νὰ χορηγηθῇ ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1909, καταλογιζομένη ὑπὸ κεφάλαιον 54, «παροχὴ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου φρ. χρ. 25.000.000».
§33Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξησφαλίσθη τὸ δάνειον;
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ κατάλληλος ὥρα, θὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Δὲν πρόκειται δέ, Κύριοι, νὰ καταβάλωμεν τώρα ἀμέσως τὰ 25.000.000 φρ. χρ. Ἐν ἀρχῇ ἀρκεῖ καὶ ὑπεραρκεῖ τὸ ἐξ 7.000.000 φρ. χρ. κληροδότημα τοῦ Ἀβέρωφ. Καὶ ἄλλως δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκωμεν ἀπὸ τοῦδε ὁπόσας ἑτέρας δαπάνας ἔχομεν νὰ καλύψωμεν διὰ τοῦ μέλλοντος δανείου. Μέγα μέρος τούτου θὰ διατεθῇ ἐπὶ παραδείγματι εἰς ἐκτάκτους δαπάνας διὰ τὴν κατὰ γῆν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας καὶ εἰς διάφορα δημόσια ἔργα, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν ἔχουσι καθορισθῆ ἀκόμη. Ὅταν λοιπὸν συγκεντρωθῶσι πᾶσαι αἱ ἔκτακτοι δαπάναι καὶ γνωρίσωμεν οὕτω τίνος ποσοῦ δανείου χρήζομεν, τότε θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς τὴν ἄδειαν, ἵνα συνομολογήσωμεν ἐφάπαξ τὸ ἀναγκαῖον εἰς ἡμᾶς δάνειον. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ἵνα δι’ ἑκάστην ἔκτακτον πίστωσιν, μὴ δυναμένην νὰ καλυφθῇ διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὑποβάλωμεν ἰδιαίτερον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ζητοῦντες παρ’ αὐτῆς τὴν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν εἰδικοῦ δανείου.
§35Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὅσα θέλετε νομοσχέδια περὶ δανείων, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ πραγματοποίησίς των.
§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐξητάζετε καὶ ἐκρίνετε τὰ οἰκονομικά μας μέτρα, θὰ ἐπείθεσθε ὅτι αὐτὰ εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐξασφαλίσωσιν εἰς τὸ Κράτος δάνειον οὐ μόνον 25 καὶ 50, ἀλλὰ καὶ 150 ἑκατομμυρίων. Ἡμεῖς δὲ δὲν σπεύδομεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, εἰ καὶ ἔχουσιν ἀπὸ τοῦδε ὑποβληθῆ εἰς ἡμᾶς προτάσεις περὶ αὐτοῦ, καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον. Ἀναμένομεν προηγουμένως νὰ γίνωσι καταφανῆ εἰς πάντας τὰ ἀποτελέσματα τῶν οἰκονομικῶν μας μέτρων, ἔχομεν δὲ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι αὐτὰ θὰ ἐμπνεύσωσι τότε τοιαύτην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ξένα κεφάλαια, ὥστε οὐ μόνον προθυμότερα νὰ εἶναι αὐτά, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ὅρους πολὺ συμφορωτέρους ἢ νῦν νὰ προσφέρωνται εἰς ἡμᾶς. Ἐλπίζω, Κύριοι, αἱ ἀμφιβολίαι τὰς ὁποίας ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, νὰ μὴ ἐπηρεάσωσι τὸ παράπαν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Εἶμαι τοὐναντίον βέβαιος ὅτι αὐτὴ οὐδόλως θὰ διστάσῃ καὶ τὴν αἰτουμένην ἔκτακτον πίστωσιν νὰ χορηγήσῃ καὶ τὴν σύμβασιν περὶ ἀγορᾶς τοῦ νέου θωρηκτοῦ νὰ ἐγκρίνῃ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι οὕτω πως ἐξασφαλίζει εἰς τὸ ἡμέτερον πολεμικὸν ναυτικὸν τὴν κατὰ θάλασσαν ὑπεροπλίαν ἀπέναντι τοῦ γνωστοῦ ἐχθροῦ καὶ καθιστᾷ εἰς αὐτὸ βεβαίαν τὴν νίκην ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ἄνευ τῆς τοιαύτης ὑπεροπλίας ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ πολέμου. Μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συναδέλφων μου καταθέτομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΒΨΟΔʹ νόμου περὶ συστάσεως ταμείου Ἐθνικοῦ Στόλου». Καὶ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τοῦτο, ὡς καὶ τὸ προηγούμενον θεωροῦμεν ἡμεῖς ἐπείγοντα, παρακαλῶ δ’ εὐθὺς μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομήν των εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ν’ ἀναγραφῶσι μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§37ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τί ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον;
§38ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ αὐτοῦ ὁδηγούμενοι ἐκ τῆς πείρας ἣν ἔσχομεν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἔγνωμεν νὰ συμπληρώσωμεν καὶ διαρρυθμίσωμεν τοῦτον κατὰ τρόπον καθιστῶντα ὁμαλωτέραν καὶ λυσιτελεστέραν τὴν λειτουργίαν του. Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη ἀπέβη ἰδίᾳ ἀπαραίτητος μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νέου λογιστικοῦ νόμου πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ μεταρρυθμισθῶσι καὶ αἱ διατάξεις περὶ διαχειρίσεως τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἀφοῦ ὅ τε προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τούτου ἀποτελοῦσι παράρτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ Ἀπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια νομοθετικὴ καὶ περὶ διαχειρίσεως τῶν ἀκινήτων κτημάτων τοῦ ταμείου, περὶ ἧς οὐδεὶς λόγος γίνεται ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ· διότι κατὰ τὴν σύνταξίν του δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἠδύνατο αὐτὸ νὰ ἔχῃ καὶ ἀκίνητα κτήματα, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε περιῆλθον εἰς τὴν κυριότητά του. Τέλος λαμβάνεται νῦν νομοθετικὴ πρόνοια εἰς περιπτώσεις καθ’ ἣν ἐπείγουσαι ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσι διαφόρους προμηθείας ὑλικοῦ πολέμου, μὴ προβλεφθείσας ὑπὸ τοῦ ἐψηφισμένου. Τοιαῦται, Κύριοι, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς αἱ προτεινόμεναι νῦν μεταρρυθμίσεις τοῦ νόμου περὶ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Κ. Ἰ. Ἀγγελόπουλος καὶ Ἰ. Μπακόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. (Ὅρα Παράρτ. Ἐφημ. Συζητ. τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 268–269). Ἕνδεκα Βουλευταὶ ζητοῦσιν, ὅπως γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς κυρίου Σλῆμαν. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§40Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐζητήσαμεν, Κύριοι, τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως μόνον διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν γενομένων, καθόσον βεβαίως δὲν σκοποῦμεν διὰ τῆς γενικεύσεως τῆς συζητήσεως νὰ ὑποβάλωμεν προτάσεις ἢ νὰ ἐλέγξωμεν μέχρι σημείου τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ὑποβολὴν προτάσεως, προβῶμεν δὲ εἰς τὴν αἴτησιν ἡμῶν περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν τὰ ὁποῖα κατέλιπεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς ἔθηκε ζήτημα σαφές, τὸ τεθὲν δὲ ζήτημα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐρείδεται ἐπὶ τῶν σήμερον καὶ χθὲς δημοσιευθέντων ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Διὰ τῶν δημοσιευμάτων τούτων ἐπιρρίπτεται ῥητὴ αἰτίασις κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐποιήσατο εἰσηγήσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἀπατηλάς, ὧν ἕνεκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα χαριστικὸν ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σχεδὸν ὡμολόγησεν ὅτι εὑρίσκετο ἐν γνώσει τῶν θυσιῶν τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ νόμου τούτου ποιεῖται χάριν τῶν Μονῶν. Βεβαίως δὲν ὑποθέτω ὅτι εὑρέθη ὁ Ὑπουργὸς ἐν γνώσει τῶν χαριστικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νομοθετήματος διὰ τὰ ἄτομα, ἂν ὑπάρχουσι τοιαῦτα χαριστικὰ ἀποτελέσματα, διότι πρὸς τὸ παρόν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἀπάντησιν, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν τὸν χαριστικὸν λόγον τὸν ἀφορῶντα ἄτομα πλούσια ἢ πένητας. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς Μονὰς βεβαίως ἐν ἐπιγνώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὴν δωρεάν, φρονῶ δ’ ὅτι ἡ διαγραφὴ τῶν ἐσόδων τῶν δημοσίων τῶν προερχομένων ἐξ εἰσφορῶν ὑπὲρ τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου, τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν Μονῶν κατ’ οὐδὲν ζημιοῖ τὸ Δημόσιον πράγματι ἐν τῇ ληψοδοσίᾳ αὐτοῦ πρὸς τὰς Μονάς. Τοῦτο δὲ εἶναι ὀρθὸν νὰ τονισθῇ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐδημιουργήθη ὁ νόμος περὶ Ταμείου Ἐκκλησιαστικοῦ, δυνάμει δὲ τοῦ νόμου τούτου ἀνέλαβε πλέον ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία τὴν παροχὴν τῶν μισθοδοσιῶν δι’ ὅλον τὸ προσωπικὸν τὸ ἐκκλησιαστικόν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμισθοδοτεῖτο μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἀνέλαβε συγχρόνως πάσας τὰς δαπάνας τὰς ἐκκλησιαστικάς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν διεγράφοντο τὰ χρέη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ νόμου διαγράφονται, οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Μονῶν θὰ ἐβαρύνοντο διὰ τῶν ὀφειλῶν των πρὸς τὸ Δημόσιον, κατὰ συνέπειαν τὸ περίσσευμα τῶν ἀπολογισμῶν τῶν μοναστηριακῶν θὰ παρουσιάζετο κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα μικρότερον, θὰ παρουσιάζετο δὲ ἴσως ἕνεκα τούτου ἔλλειψις ἐν τῷ Ἐκκλησιαστικῷ Ταμείῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκαλεῖτο τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ καλύψῃ. Λοιπὸν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ληψοδοσίας ἡ ὁποία θὰ κατέληγεν εἰς τὸ μηδέν. Τοῦτο ἄρα εἶναι τύπῳ χαριστικόν, κατ’ οὐσίαν ὅμως προκύπτει ὅτι πρόκειται ἐξίσωσις λογιστική, ὥστε ὡς πρὸς τὰς Μονὰς ὑπῆρξε μία λογιστικὴ τακτοποίησις καὶ τίποτε πλέον. Ἂν ὅμως πρόκειται περὶ ἀτόμων πλουσίων τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν διὰ τῶν διαγραφῶν τούτων νὰ διαφύγωσι τὴν πληρωμὴν φόρων, μάλιστα δὲ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας διὰ μεταλλεῖα ἢ τῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν, ὅπερ ἀποδεικνύει ὅτι πρόκειται περὶ προσώπων εὐκαταστάτων καὶ οὐχὶ καταβαλλόντων φόρον ἀσκήσεως ἐπιτηδεύματος, ἂν, λέγω, πρόκειται περὶ τοιούτων προσώπων, πρέπει νὰ γένηται αὐστηρὰ ἡ ἐξέτασις, διότι ἡ ἀπάτη εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ ὑπηρεσία εἶναι μεγάλη.
§41ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ καὶ καταδίωξις.
§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν καταδίωξιν γεννᾶται ζήτημα, διότι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1909 ἰσχύει ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς πρὸ δύο ἐτῶν περὶ ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον δι’ οἱονδήποτε λόγον. Ὁ Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θέλει ἐφαρμόσει τὸν νέον νόμον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1910, ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον; Διάταξίν τινα ἐκ τοῦ νόμου δὲν ἔχει ὁρίζουσαν ὅτι ἄρχεται ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου· θέλει ἐφαρμόσει μόνον ἀναβολὴν τῆς δημοσιεύσεως, διότι ἀφ’ ἧς ὁ νόμος κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως δὲν δύναται πλέον ἡ ὑπουργικὴ θέλησις νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐκβιάσεως τῶν ὀφειλετῶν πρὸς ἀνανέωσιν τῶν χρεῶν αὐτῶν. Ἂν ὅμως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναβάλῃ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, διὰ νὰ σώσῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ ζημίας, δὲν θὰ παρουσιάσῃ πλήρη εἰκόνα ἐλλείψεως μελέτης περὶ τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον εἰσηγήσατο παρὰ τῇ Βουλῇ; Θὰ εἶναι δ’ ἓν ἐκ τῶν μοναδικῶν φαινομένων ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, διὰ νὰ καταδιώκωνται ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐκ τοῦ νόμου εὐνοοῦνται, διότι ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι ὅτι ὁ νόμος εἶναι ὑπεράγαν χαριστικός, διότι προβαίνει καὶ εἰς δωρεὰς χρημάτων ὀφειλομένων ὑπὸ προσώπων εὐκαταστάτων. Βεβαίως τοιαύτη ὁμολογία ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ σώσῃ τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα ἀπὸ τῆς ἰδέας τῆς προμελέτης τῆς ὑπουργικῆς, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς παραδέχεται ἐνταῦθα, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται περὶ πλάνης ὑπηρεσιακῆς, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως, ὅταν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ νόμον τινὰ καὶ ἡ βασιλικὴ ἐξουσία κυρώσῃ τὸν νόμον τοῦτον, τοῦ νόμου δὲ αἱ συνέπειαι δὲν ἤρτηνται ἐκ προθεσμίας τινός, ἡ ἀναστολὴ τῆς δημοσιεύσεώς του δὲν δεικνύει σεβασμὸν πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ τὸν Βασιλέα τὸν κυροῦντα τοὺς νόμους. Τὸ νὰ προβαίνῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς καταδίωξιν δι’ ἐκβιαστικῶν μέσων τῶν ὀφειλετῶν ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὁ νόμος ποιεῖται δωρεάς, εἶναι τοῦτο νέον μέσον προσιδιάζον πρὸς τὸ ἔτος 1909, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν εἴχομεν ἰδεῖ· ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ κηρύσσει ἀκαταδίωκτον καὶ ὁ Βασιλεὺς παρεδέχθη ἐπίσης νὰ τὸν καταδιώξωμεν πρότερον, διὰ νὰ εἰσπράξωμεν ὅ,τι ὀφείλει, καὶ κατόπιν νὰ δημοσιεύσωμεν τὸν νόμον ὁ ὁποῖος τὸν κηρύσσει ἀκαταδίωκτον. Καὶ τὸ μέτρον τοῦτο ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν πρό τινων ἡμερῶν, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν συνεζητεῖτο ὁ νόμος ὁ ἁρμόδιος ταμίας ἐγίνωσκεν ὅτι ἐπήρχετο τὸ ἀκαταδίωκτον καὶ ἔσπευδε νὰ εἰσπράξῃ ἢ ἐκβιάσῃ τὴν ἀνανέωσιν τῶν χρεῶν, ἀπειλῶν ἐκποιήσεις μοναστηριακῶν κτημάτων πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων καὶ μόνον ἐν Ἀττικῇ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐγίνετο καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἦτο κεκυρωμένος ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται πλέον ἀφ’ ἧς ὁ νόμος κυρωθῇ, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὰ ἐψηφισμένα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Τώρα βεβαίως εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον μεταξὺ ἐλλείψεως σεβασμοῦ καὶ ἀποφυγῆς ζημιῶν. Τὸ ὀρθότερον εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τάχιστα τὴν Βουλὴν ἂν εὐνοοῦνται ἄτομα πλούσια διὰ τοῦ νόμου τούτου· ἂν τοῦτο συμβαίνῃ, πρέπει νὰ τεθῇ κατὰ μέρος ἡ ὀφειλομένη πρὸς τοὺς νόμους εὐλάβεια καὶ ἐπιδιωχθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν χρημάτων τούτων, ἂν ὅμως δὲν συμβαίνῃ τοῦτο, πρέπει ὁ νόμος νὰ δημοσιευθῇ, διὰ νὰ παύσωσι τὰ ἀστεῖα τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν αὐτὰς τὰς ἡμέρας.
§43Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ ὠφελήσῃ ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ ἰσχύς του ἄρχεται ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου;
§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πᾶσα συζήτησις σήμερον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς παρέλκει οὖσα ἁπλῆ ματαιοσχολία. Κατεχωρίσθη εἴς τινα ἐφημερίδα διατριβή τις, καθ’ ἣν ὑπάρχουσι πολλοὶ πλούσιοι καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους, μάλιστα δ’ ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι, καίπερ ὀφείλοντες πολλὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ φόρων τῶν χρήσεων 1881–1898, οὐχ ἧττον οὐδέποτε ἐξηναγκάσθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, χαριζομένων πάντοτε πρὸς αὐτούς. Ὡσεὶ δὲ μὴ ἤρκει ἡ μέχρι τοῦδε ἐπιείκεια καὶ ἀνοχὴ τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου ταμείου ἔρχεται νῦν τὸ τελευταῖον ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων κλπ. καὶ διαγράφει πάντα τὰ χρέη ταῦτα, ἀνερχόμενα εἰς δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων. Ἡ κατηγορία αὕτη εἶναι βεβαίως φοβερά, ὡς τοιαύτη δὲ ἱκανὴ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον πάντας τοὺς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, τοὐλάχιστον τοὺς ἐπιζῶντας ἔτι, διότι πάντες αὐτοὶ θὰ ὑπεῖχον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὐθύνας — ὡς ἐξήγησα ἐγὼ πρὸ ὀλίγου —, ἀρκεῖ μόνον ν’ ἀποδειχθῇ ἡ κατηγορία ἀληθής. Ἀλλὰ πῶς θὰ κατορθωθῇ τοῦτο; Βεβαίως οὐχὶ διὰ λόγων κενῶν, μὲ τοὺς ὁποίους δυνάμεθα ν’ ἀπασχολήσωμεν οὐχὶ μίαν μόνην, ἀλλὰ πλείονας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἀδολεσχοῦντες, χωρὶς ποτε νὰ καταλήξωμεν εἰς κανὲν θετικὸν συμπέρασμα. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν γεγονότα ὡρισμένα ἐνώπιόν μας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν γνώμην ἀσφαλῆ καὶ βεβαίαν. Καὶ τὰ γεγονότα αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτησε πρῶτος ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀγυιᾶς, ἐπικουρικῶς δὲ μετ’ αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης. Ἐκεῖνος ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακες ἐμφαίνοντες τὰ ὀνόματα τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ ὀφειλόμενα ὑπὸ τούτων ποσὰ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν· οὗτος ἐζήτησε νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας εἰς ἃς ἐπίσης ὑπάρχουσι πλούσιοι, ἀπολαύοντες τῆς αὐτῆς προστασίας μὲ τοὺς πλουσίους τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν. Διατί, Κύριοι, τώρα δὲν ἔχετε ὑπομονήν, ἕως οὗ ὑποβληθῶσιν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος πίνακες εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δυνηθῆτε τότε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ἐκφέρητε γνώμην ὀρθὴν καὶ δικαίαν; Ἀφοῦ τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προυκάλεσε τὸν παρόντα θόρυβον, οὔτε ἐδημοσιεύθη οὔτε θὰ δημοσιευθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν παρέσχον ἤδη ἐγὼ διαβεβαίωσιν πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖόν τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀνησυχοῦσι καὶ ἀδημονοῦσι τόσον πολύ. Πιθανὸν ὁ θόρυβος αὐτὸς καὶ ἡ πεποίθησις ὅτι δὲν δημοσιεύεται πλέον τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον νὰ ἐμβάλωσιν εἴς τινας τῶν ὀφειλόντων φόρους πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1881–1898 φόβον καὶ νὰ σπεύσωσιν αὐτοὶ ν’ ἀνανεώσωσι τὰ χρέη των, ἀφοῦ μέχρι τέλους τοῦ 1909 δικαιοῦνται νὰ πράξωσι τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου νόμου ͵ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907. Ἄν συμβῇ αὐτό, Κύριοι, τόσῳ τὸ καλλίτερον καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον. Ἐγώ, Κύριοι, ὡς ἐκ περισσοῦ δηλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι εὐθὺς ὡς μοὶ ὑποβληθῶσιν οἱ αἰτηθέντες πίνακες ὑπὸ τῶν διαφόρων ταμιῶν τοῦ Κράτους καὶ πεισθῶ ἐξ αὐτῶν ὅτι ὑπάρχουσι πράγματι πλούσιοι ὀφειλέται τοῦ Κράτους ἐκ φόρων τῶν χρήσεων 1881–1898, θὰ διατάξω πάραυτα τὴν αὐστηρὰν καταδίωξίν των. Θὰ ἐξαντλήσω δὲ πᾶσαν τὴν πειθαρχικήν μου ἐξουσίαν ἐναντίον παντὸς ὀργάνου ἐντεταλμένου τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων τὸ ὁποῖον θὰ καθυστέρει ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ τοιούτου καθήκοντος. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶμαι ὀλιγώτερον αὐστηρὸς καὶ πρὸς τοὺς ταμίας ἐκείνους, οἵτινες δὲν θὰ ἐφρόντιζον νὰ ἐξακριβώσωσι τίνες οἱ πραγματικοὶ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε θὰ προέβαινον εἰς καταδίωξιν ἀνυπάρκτων ὀφειλετῶν, ὡς συνέβη ἐν Πάτραις εἰς τὸν Κλάους καὶ εἰς ἐμὲ αὐτόν. Διὰ σήμερον νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς δηλώσεις μου ταύτας. Ὅταν δὲ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὴν οἱ ζητηθέντες πίνακες, τότε ἂς ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως καὶ ἂς ἐξενέγκῃ αὐτὴ οἱανδήποτε θέλει ἀπόφασιν.
§45ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Πότε θὰ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες;
§46ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσον οἷόν τε τάχιον. Εἶπον προηγουμένως ὅτι ἀπηύθυνα ἤδη τηλεγραφικὴν ἐγκύκλιον πρὸς πάντας τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους, δι’ ἧς ἐντέλλομαι πρὸς αὐτοὺς νὰ συντάξωσι καὶ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπειγόντως τοὺς ζητηθέντας πίνακας. Ἐλπίζω ἐντὸς δύο ἑβδομάδων νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οἱ πίνακες τῶν κυριωτέρων ταμείων. Ἐν τῷ μεταξὺ δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐργασίαν, ἥτις εἶναι τόσον πολλὴ καὶ ἐπείγουσα.
§47Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῦτο μόνον ἔχω, κ. Πρόεδρε, νὰ προσθέσω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερε καὶ διὰ τὸν ὁποῖον εὑρέθησάν τινες τῶν κ. συναδέλφων νὰ ἐπιδείξωσι μνήμην ἰσχυροτέραν τῆς ἰδικῆς μου, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀνανέωσις τῶν χρεῶν ἀναφέρεται μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1909. Ὥστε ὀρθῶς ἐγὼ ἀνέφερα πρότερον τὴν διάταξιν.
§48Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἀνεγίνωσκον εἴς τινα ἐφημερίδα συνέντευξιν μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ᾗ οὗτος ἔλεγεν εἰς τὸν δημοσιογράφον, ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ νόμου τοῦ λογιστικοῦ, ὕψωσε τὰς χεῖρας πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπεν· «Εὐλογημένη ἡ ὥρα τοῦ Γουδίου!». Τώρα εὐθὺς ἀμέσως, πρὶν ὁ νόμος δημοσιευθῇ, ἐγείρονται ὅλα τὰ ὀρειχάλκινα καὶ σιδηρᾶ γουδόχειρα, ἵνα λιανίσωσιν αὐτὸν τὸν νόμον καὶ ἀποδείξωσιν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα εἶναι κατασκεύασμα ἀκρισίας ἐμπειρικῆς. Ἵνα φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον περὶ ἀφέσεως χρεῶν, ὤφειλε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐν ἄρθρῳ 105 ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Γενικὸς πίναξ παρουσιάζεται προσέτι διὰ τὰ καθυστερούμενα ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, καταδεικνύων κατ’ ἐπαρχίαν, κατ’ ὄνομα ἢ κατὰ φορολογικὸν πίνακα τὰ καθυστερούμενα ἐξ ἑκάστου εἴδους εἰσοδημάτων, καὶ ὀνομαστὶ τὰ ἐκ τούτων ἀναγνωριστέα παραλείμματα». Τὸ δὲ ἄρθρον 106 ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει)· «Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τούτου γίνονται κατ’ ἔτος προτάσεις περὶ ὁριστικῆς ἀναγνωρίσεως παραλειμμάτων τόσον τῆς χρήσεως, τῆς ὁποίας μέλλει νὰ κυρωθῇ ὁ ἀπολογισμός, καθὼς καὶ τῶν πρὸ αὐτῆς. Πᾶσα δὲ πρότασις περὶ παραλειμμάτων πρέπει νὰ περιέχῃ λεπτομερῆ ἔκθεσιν τῶν πρὸς εἴσπραξιν ἐνεργηθέντων μέτρων καὶ τῶν λόγων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ ἀδύνατον τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο περὶ ἀφέσεως χρεῶν χωρὶς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί θ’ ἀφήσωμεν τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς οἱονδήποτε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, νὰ φέρῃ ἐδῶ ἔκθεσιν περὶ τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἀνείσπρακτον τὸν φόρον τῶν ὀφειλετῶν τούτων. Ἔπραξε τοιοῦτόν τι ὁ κ. Ὑπουργός; Ὄχι. Τώρα εὑρισκόμενος ἐνώπιον μιᾶς ἀγνοίας μεγάλης λέγει ὁ κ. Ὑπουργός· «Θὰ ἐξετάσω ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι φόρους καὶ ποῖοι ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους θὰ χαρισθῇ τι». Κρίνατε λοιπὸν καὶ ἐκ τούτου, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὑμεῖς οἱ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐδῶ ψηφίζομεν, εἶναι μέτρα ἀντιβαίνοντα καὶ εἰς τοὺς κειμένους νόμους καὶ εἰς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς καὶ εἰς τὴν κοινὴν εὐθυκρισίαν. Καὶ εὑρισκόμεθα εἰς ἕνα κυκεῶνα, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζω πῶς καὶ μετὰ πόσα ἔτη θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξέλθωμεν. Ταῦτα ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν παρακαλέσω, πρὶν ἢ λάβῃ ἀπόφασιν περὶ δημοσιεύσεως τοῦ νόμου περὶ ἀφέσεως χρεῶν, καθ’ ὑποχρέωσιν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα.
§49Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης αὐτοῦ, καὶ εὔχομαι, ὅπως τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ὦσι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ ἀποδεικνύωσι τὴν ὑπηρεσίαν ἐλλιπῆ. Ἀλλ’ ἐὰν τοὐναντίον συμβῇ, καὶ δυστυχῶς τοιοῦτος φόβος ὑπάρχει, νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο αἰτία, ὅπως ἀνακαλυφθῶσι τοιαῦται καταχρήσεις, τιμωρηθῇ. Καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως, μέχρις οὗ βεβαιωθῇ περὶ τῆς ἀληθείας ἢ μὴ τῶν πραγμάτων, ἀναβάλῃ πᾶσαν κατ’ αὐτοῦ ἐνέργειαν. Ἐὰν βεβαιωθῇ ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ ὑπαλλήλου καταγγελθέντα εἶναι ψευδῆ, νὰ τὸν τιμωρήσῃ, ἐὰν δὲ βεβαιωθῇ ὅτι εἶναι ἀληθῆ, τοὐναντίον ν’ ἀφήσῃ τὸν ὑπάλληλον εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ καὶ μάλιστα νὰ εὐχαριστήσῃ αὐτὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν παρέσχεν.
§50Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς εἶχε τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀληθῆ ὅσα καταγγέλλει, ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο πρὸ ἑνὸς μηνός, ὅτε εἶχε συνταχθῆ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, καὶ εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ καταγγελία του θὰ εἶχε τοῦτο τὸ καλὸν τότε, ὅτι, ἀληθὴς ἀποδεικνυομένη, θὰ προελάμβανε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως ἴσως δὲ καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ. Καὶ διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην εἶναι αὐτὸς ἄξιος τιμωρίας καὶ διότι, ἀντὶ νὰ καταγγείλῃ τὸ πρᾶγμα, ὡς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἱεραρχικῶς εἰς ἐμὲ τὸν προϊστάμενόν του καὶ δὴ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ἔπραξε τοῦτο δημοσίᾳ διὰ λιβέλλου ὑβριστικοῦ κατὰ τῶν προϊσταμένων του. Ἐπιβάλλεται δ’ ἐκ παντὸς τρόπου ἡ τιμωρία του πρὸς παραδειγματισμὸν παντὸς ὑπαλλήλου, ὅστις θὰ ἐτόλμα, ὡς αὐτός, νὰ λιβελλογραφήσῃ κατὰ τῶν ἀνωτέρων του. Ἐλπίζω δὲ οὐδεὶς σεβόμενος ἑαυτὸν νὰ τολμήσῃ πλέον νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἂν ὡς ἐκ περισσοῦ διὰ τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως ἀποδειχθῇ αὐτὸς ὅτι κατήγγειλε ψευδῆ καὶ δὴ ἐν ἐπιγνώσει καὶ ἀπὸ σκοποῦ.
§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος;
§52ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀνομάζεται Παπαθανασίου.
§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μήπως ἐζήτησε κανένα προβιβασμὸν καὶ δὲν τὸν ἔλαβεν;
§54Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ἐζήτησε νὰ διορισθῇ ταμίας, δὲν διωρίσθη δὲ τοιοῦτος, διότι δὲν ἐκρίθη ἄξιος καὶ διότι ἡμεῖς ἀποφεύγομεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς προσωπικὰς μεταβολάς, ἕως οὗ ἐφαρμοσθῶσι τὰ σχετικὰ νομοθετήματά μας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα ἄρθρα τοῦ λογιστικοῦ νόμου, καταγγέλλων ἐμέ, ὡς μὴ ἐφαρμόσαντα αὐτά. Ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει αὐτὸς πόσαι διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἔτυχον μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς παρ’ ἐμοῦ; Ἐγὼ δύναμαι ν’ ἀναφέρω θεμελιώδεις αὐτοῦ διατάξεις, στηριζομένας εἰς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν. Τοιαῦται εἶναι αἱ περὶ ἀπολογισμοῦ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ καταβολῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι οὐδέποτε ἔτυχον ἐφαρμογῆς, οὐδ’ ὑπὸ Ὑπουργοὺς ἀκόμη τῶν Οἰκονομικῶν διατελέσαντας τοιούτους ἐπὶ πολλὰ καὶ συναπτὰ ἔτη. Παρατηρητέον δὲ ὅτι τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους ὁ κ. Βουλευτής, ὢν τότε δημοσιογράφος, ἐθαύμαζε καὶ ἐλιβάνιζεν ἑκάστοτε διὰ τῆς ἐφημερίδος του. Τώρα ἔρχεται νὰ ζητήσῃ παρ’ ἐμοῦ εὐθύνας, διότι δὲν κατώρθωσα νὰ ἐφαρμόσω διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου φύσει δυσεφαρμόστους καὶ δὴ ἐντὸς τῶν 75 ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν παντοίων ἀσχολιῶν καὶ περιπετειῶν ὑφ’ ἃς διατελῶ ἐγὼ νυχθημερὸν σχεδόν. Γινώσκων, Κύριοι, τὰς πρὸς ἐμὲ καὶ τὸ ἔργον μου διαθέσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς δὲν θὰ ξενισθῶ ἐὰν ἴδω αὐτὸν καὶ ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει διατυποῦντα κατηγορητήριον ἐναντίον μου. Ἀλλ’ ἂς φυλάξῃ, παρακαλῶ, καὶ αὐτὸς τὴν ὄρεξίν του μέχρι τῆς ὑποβολῆς τῶν ζητηθέντων πινάκων. Ὅταν προσεχῶς κατατεθῶσιν οὗτοι καὶ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, τότε θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῆς ἐναντίον μου ἐπιθέσεως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Κουντουριώτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ κ. Ἀ. Κανάρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλει τροπολογίας καὶ ὁ κ. Σ. Πολυζώης. Ὁ κ. Γ. Παπαβασιλείου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιμελητῶν τῶν κλινικῶν, ἐργαστηρίων, μουσείων καὶ λοιποῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Οἱ κύριοι Κ. Ἰ. Ἀγγελόπουλος καὶ Ἰ. Μπακόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Σπ. Δεληγιάννης ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιμελητῶν τῶν κλινικῶν κλπ. τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου καὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 270–277).
§56Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ νόμος τῆς 17 Ἰουλίου τοῦ 1905 περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἐσημείωσε πραγματικῶς σταθμὸν προόδου ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει. Διὰ τοῦ νόμου τούτου οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἀπηλλάγησαν τῶν διαφόρων περιπετειῶν, τῶν ἀπολύσεων, τῶν μεταθέσεων κλπ. καὶ ὁ νόμος ἀπέδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ψυχικὴν γαλήνην, ἧς ὁ διδασκαλικὸς κόσμος ἔχει ἀνάγκην, ἵνα ἐπιτυχῶς ἀσκῇ τὸ ὑψηλὸν αὐτοῦ ἐπάγγελμα. Διὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐξ ἄλλου ἐπετεύχθη ἔλεγχος τῆς ἐργασίας τῶν διδασκόντων καὶ ποδηγέτησις αὐτῶν εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου των. Ὁ νόμος λοιπὸν περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ Ἐπιθεωρητῶν τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως ἐχειραφέτησεν ὁπωσδήποτε τὴν Μ. Ἐκπαίδευσιν καὶ ἐβελτίωσεν αὐτήν. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ὁ ἐν λόγῳ νόμος ἀπέδωκε κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ὑπὸ τῶν διακεκριμένων ἐπιστημόνων τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δὲν ἠδυνήθη ἐν τούτοις νὰ ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ κατασταθῶσιν αἰσθηταὶ ἐλλείψεις καὶ ἀτέλειαι πολλαὶ αὐτοῦ. Ἡ ἐργασία τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εἶναι μεγάλη καὶ πολυμερής, τὰ δὲ ἐλαττώματα τοῦ νόμου, ἅτινα παρετηρήθησαν, ὀφείλονται ἰδίᾳ εἰς τὸν κύκλον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκλέγονται τὰ μέλη τὰ συγκροτοῦντα τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Ὡς γνωστόν, τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τυγχάνουσι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς καθηγηταὶ δὲ τοῦ Πανεπιστημίου, πλὴν τῆς ἐργασίας ἐν τῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ, ἔχουσι καὶ ἄλλας ἐργασίας καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας. Διδάσκουσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἔχουσι καὶ ἰδιαιτέρας ἀσχολίας, δὲν ἀσχολοῦνται τουτέστιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐποπτείας τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, οὔτε τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ ἐπισκέπτωνται καὶ νὰ παρακολουθῶσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς οὕτως εἰπεῖν καὶ τὴν ἐργασίαν ἐκ μέρους τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι αἱ ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι παρετηρήθησαν, θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρθῶσι καὶ τὸ σύστημα νὰ βελτιωθῇ καὶ ν’ ἀποδώσῃ καλλιτέρους καρπούς, ἐὰν μετεβάλλετο, ὡς εἶπον, καὶ ὁ κύκλος ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ λαμβάνωνται εἰς τὸ μέλλον τὰ μέλη τὰ συγκροτοῦντα τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, συνιστᾶται Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ἑδρεῦον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀποτελεῖται ἐξ ἑπτὰ μελῶν· θὰ καταρτισθῇ οὕτως εἰπεῖν Συμβούλιον ἡμιμόνιμον, διότι ἐκ τοῦ Συμβουλίου τούτου τρία μόνον μέλη θὰ ἐργάζωνται ἀδιαλείπτως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τὰ ἄλλα δὲ τέσσαρα μέλη θὰ συνέρχωνται καὶ θὰ ἐργάζωνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Τὰ μέλη ἅτινα δὲν θὰ ὦσι μόνιμα, ἀλλὰ θὰ λαμβάνωσι μέρος ἐν τῷ Συμβουλίῳ αὐτοδικαίως ἕνεκα τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, διατελοῦσι δὲ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, εἶναι τὰ ἑξῆς· πρῶτον ὁ καθηγητὴς τῆς Παιδαγωγικῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, ἐὰν ὑπάρχῃ, διότι κατωτέρω λαμβάνεται πρόνοια τίς θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἐλλείποντα καθηγητὴν τῆς Παιδαγωγικῆς· δεύτερον ὁ Νομικὸς Σύμβουλος παρὰ τῷ ἰδίῳ Ὑπουργείῳ· τρίτον ὁ Τμηματάρχης τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως παρὰ τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ. Τὸ τέταρτον μέλος εἶναι αἱρετὸν ὡς καὶ τὰ ἄλλα. Οἱ κύκλοι, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐκλέγωνται τὰ τέσσαρα ἕτερα μέλη, εἶναι εὐρύτεροι τῶν νῦν, διότι κατὰ τὸ ὑφιστάμενον σύστημα οἱ κύκλοι τῆς ἐκλογῆς τυγχάνουσι λίαν περιωρισμένοι. Λαμβάνονται ἑπομένως τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Συμβουλίου ἐκ τῶν φιλολόγων ἐπιθεωρητῶν, εἴτε τῶν διατελεσάντων εἴτε τῶν διατελούντων τοιούτων, λαμβάνονται ἐπίσης ἐκ τῶν λυκειαρχῶν, γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν, ταῦτα δὲ πάντα ἄν, ἐννοεῖται, τὸ νομοσχέδιον περὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἤθελε ψηφισθῆ καὶ γενῆ νόμος τοῦ Κράτους. Δίδω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, διότι ἐνταῦθα ὁμιλῶ περὶ λυκειαρχῶν καὶ γυμνασιαρχῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑφίστανται σήμερον. Λαμβάνονται ἐπίσης καὶ ἐκ τῶν διδασκάλων τῶν ἐχόντων ὑπερδεκαετῆ ὑπηρεσίαν, προτιμωμένων τῶν ἐχόντων εἰδικὰς παιδαγωγικὰς σπουδὰς ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, καὶ ἐκ τῶν διατελεσάντων γενικῶν γραμματέων ἢ τμηματαρχῶν ἢ γενικῶν ἐπιθεωρητῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κλπ., ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅπερ θέλει διανεμηθῆ πρὸς ὑμᾶς θέλετε ἰδεῖ. Ἡ ἐκλογὴ τῶν αἱρετῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου θὰ ἀφίηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἀλλ’ ἀνατίθεται εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς προσκλήσεως πρὸς αὐτὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ὀφείλει νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέλη ταῦτα τὰ αἱρετά, θὰ ὑποδεικνύῃ δὲ ταῦτα κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον. Δι’ ἑκάστην τῶν θέσεων τούτων ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ θὰ ὑποδείξῃ τρεῖς ὑποψηφίους· ἑπομένως, ἐπειδὴ ἔχομεν τέσσαρα αἱρετὰ μέλη, ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ θὰ ὑποδείξῃ δεκαὲξ πρόσωπα, ἐκ τούτων δὲ ὁ Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ τὰ τέσσαρα. Ἠκούσθησαν παράπονα ὅτι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον προτεῖνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὴν μετάθεσιν ἐκ σχολείου τινὸς λειτουργοῦ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἐκ πόλεώς τινος δὲν προήρχετο πάντοτε εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἀποβλέπον ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὸ συμφέρον τῆς παιδείας. Κρατεῖ δυστυχῶς ἡ ἰδέα ὅτι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι πολλάκις ὑπεβάλλοντο διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Παιδείας, ἀλλὰ χάριν ἄλλων αἰτιῶν. Ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦμεν τὸ κῦρος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ν’ ἀναγνωρισθῇ πανταχοῦ καὶ οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ ἐναντίον αὐτοῦ ὑπόνοια, ὅτι προβαίνει εἰς πράξεις χαριστικάς, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν, ὁρίζομεν τί δέον γενέσθαι ὡς πρὸς τὰς μεταθέσεις. Ἀναφέρω τοῦτο ἰδιαιτέρως, διότι ἰδίως, προκειμένου περὶ μεταθέσεων, ὑπετέθη πολλάκις ὅτι αὗται ἐγίνοντο ἕνεκα ἄλλων λόγων καὶ ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Ὁρίζεται λοιπὸν ὅτι διὰ τὴν μετάθεσιν ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ ποῦ θὰ τοποθετηθῇ ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ μετάθεσις, οὔτε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ ἐκεῖνον διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸν μετατιθέμενον. Αὗται εἶναι αἱ κυριώτεραι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ ἐπίλοιποι διατάξεις εἶναι διατάξεις ληφθεῖσαι ἐκ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνωρίσθησαν ὡς καλῶς ἔχουσαι καὶ ἑπομένως δὲν προτείνεται ἡ κατάργησις αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὴν γνώμην θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ θεσμοῦ, θὰ θελήσῃ νὰ τὰς ψηφίσῃ, ὥστε νὰ συντελεσθῇ ἡ χειραφέτησις τῆς Παιδείας, ἥτις ἤρξατο ἀπὸ τεσσάρων περίπου ἐτῶν. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημερίδος Συζητήσεων Βουλῆς, ἀριθ. 276).
§57Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας χθὲς ἐζήτησε πληροφορίας ἀναγομένας εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Πειραιῶς καὶ σχετιζομένας πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ παροχῆς δανείου, σημείωμα ἔπειτα ἐμφαῖνον τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀντίγραφον τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τοῦ ὁποίου συναινεῖ εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ δανείου κατὰ τὸ ποσοστὸν τὸ ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ζητούμενον. Καταθέτω πάντα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Βουλευτής. Κύριοι Βουλευταί, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ἐλευθερίας ἐργασίας». Ἀπό τινος καιροῦ, Κύριοι, παρατηρεῖται καὶ παρ’ ἡμῖν τάσις τις πρὸς τὰς ἀπεργίας. Καὶ ἐνόσῳ μὲν αἱ ἀπεργίαι στρέφονται περὶ ἐργασίας μὴ θιγούσας τὴν κοινωνίαν βεβαίως εἶναι ἕκαστος ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ ῥυθμίζῃ τὰ τῆς ἐργασίας αὑτοῦ ὅπως θέλει. Ἀλλ’ ὅταν ἀπειλώμεθα ὑπὸ ἀπεργιῶν, αἱ ὁποῖαι, ἂν πραγματοποιηθῶσι, θέτουσιν εἰς κίνδυνον αὐτὴν τὴν κοινωνίαν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι πρόξενοι μεγάλων θορύβων, μεγάλων ἀταξιῶν, ἐνίοτε δὲ καὶ μεγάλων κακῶν, αἱ Πολιτεῖαι ἁπανταχοῦ ἔλαβον περὶ τῶν τοιούτων ἀπεργιῶν πρόνοιαν, καὶ νομίζομεν ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς τοιαύτην μέριμναν. Εἴχομεν ἐσχάτως ἀπεργίαν τῶν τροχιοδρομικῶν. Ἐνθυμεῖσθε ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ὁποίαν εἰκόνα παρουσίασεν ἡ κοινωνία ἡμῶν καὶ πόσον ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία ἦτο κατ’ ἀρχὰς ἐντελῶς ἀνεκτική, ἐξηγέρθη κατόπιν ἀπειλητική, ὥστε ἠναγκάσθησαν οἱ ἀπεργοί, συντελούσης καὶ συμβουλευούσης καὶ τῆς Ἀρχῆς, ἐννοεῖται, νὰ λύσωσι τὴν ἀπεργίαν, ἡ ὁποία, ἐὰν παρετείνετο, θὰ ἔθετεν ἐν κινδύνῳ μεγάλῳ τὴν κοινωνίαν ἡμῶν. Προσῆλθον τότε, ἐνθυμοῦμαι, πρός με ἄνθρωποι κατοικοῦντες εἰς τὸ Παλαιὸν Φάληρον καὶ διεμαρτύροντο ὅτι δὲν ἦταν εἰς θέσιν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς οἰκίας των πένητες ὄντες καὶ ζητήσαντες ἐκεῖ τὴν κατοικίαν λόγῳ οἰκονομίας καὶ ὅτι ἦσαν ὑπόχρεοι ἢ πεζῇ νὰ μεταβαίνωσιν ἢ δεκάδας δραχμῶν νὰ δαπανῶσι, διὰ νὰ ἐπισκεφθῶσι τοὺς οἴκους των. Τοιοῦται ἀπεργίαι θέτουσιν, ὡς εἶπον, ἐν κινδύνῳ τὴν κοινωνίαν καὶ διὰ τοῦτο ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἐλήφθη περὶ τούτου πρόνοια. Ὁμοίους κινδύνους διατρέχει ἡ κοινωνία, ἐὰν ἀπεργήσωσιν οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι, διότι καὶ τότε ἡ συγκοινωνία τοῦ Κράτους ἀμέσως καταπαύει, ἕτερα δὲ μέσα συγκοινωνίας δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἀμέσως τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας τὰ ὑπὸ τοῦ πολιτισμοῦ πλέον ἐπιβαλλόμενα. Οἱ κίνδυνοι ἐντεῦθεν τῶν μεγάλων ἰδίως πόλεων θὰ γίνωσι καταφανεῖς ἀμέσως, ἐὰν ἡ ἀπεργία ἐξακολουθήσῃ καὶ ἑπομένως καὶ περὶ τούτων αἱ Πολιτεῖαι πολλαχοῦ ἤ, ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, σχεδὸν ἁπανταχοῦ ἐμερίμνησεν. Ὡσαύτως ἡ Πολιτεία διατρέχει τὸν κίνδυνον καὶ παρὰ τῶν δημοσίων αὑτῆς ὑπαλλήλων. Πολλάκις καὶ πολλαχοῦ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκ συστάσεως ἐνεργοῦντες ἀπήργησαν, ἰδίως ταχυδρομικοί, καὶ τότε ἡ κοινωνία ὑπέστη κλονισμὸν μέγαν καὶ συμφέροντα μεγάλα κοινωνικὰ προσεβλήθησαν καὶ ἀδικήματα ὑπέστησαν πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν ἐνέχονται διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἐντεῦθεν αἱ Πολιτεῖαι ἔλαβον περὶ τούτων μέτρα. Σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐργάζηται καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα εἴτε νὰ παροτρύνῃ εἴτε ν’ ἀποτρέψῃ αὐτόν· ἀλλά, ἐὰν ἀπειλῇ τὸν ἐργαζόμενον ὁ μὴ ἐργαζόμενος, βεβαίως διαπράττει ἀδίκημα καὶ ἡ Πολιτεία τότε ἔχει καθῆκον νὰ φροντίσῃ ὅπως τὸ τοιοῦτον ἀδίκημα τιμωρηθῇ. Ἐπίσης ἕκαστος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους εἶναι ἐλεύθερος ν’ ἀπόσχῃ τῆς ὑπηρεσίας· οὐδεὶς ἄκων ἀναγκάζεται, οὐδεὶς ἄκων ὑπηρετεῖ· ἀλλά, ὅταν πάντες οἱ ὑπάλληλοι ἀπὸ συμφώνου καταρτίζωσιν ἀποφάσεις ὅπως παραβλάψωσι τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας ἀπεργοῦντες ἐν κλάδοις ὡρισμένοις τῆς Πολιτείας, πρὸ πάντων ἐκείνοις, οἵτινες ὑπηρετοῦσι τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν μεγάλως, ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία τὰς τοιαύτας ἑταιρείας πρὸς ἐκβιασμὸν τῆς Πολιτείας νὰ θεωρήσῃ ἀδικήματα καὶ νὰ προλάβῃ διὰ τῆς τιμωρίας. Τοιαῦτα περίπου εἶναι τὰ ἄρθρα, ἐλάχιστα, διὰ τῶν ὁποίων αἱ τοιαῦται πράξεις κολάζονται. Δὲν εἶναι πρωτότυπον τὸ ἔργον· τὸ ἔργον εἶναι μετάφρασις ἐκ τοῦ Βελγικοῦ καὶ Ἑλβετικοῦ νόμου, ὅπου ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία, διότι δὲν πιστεύω νὰ νομίζῃ τις ὅτι ἡ Ἑλβετία ἢ τὸ Βέλγιον διοικοῦνται οὐχὶ ἐλευθέρως καὶ ὅτι ἡμεῖς μόνον ἀπολαύομεν ἐλευθερίας, διότι ἐλευθερία, Κύριοι, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κανονίζει τὰ δίκαια καὶ τὰ καθήκοντα τῶν πολιτῶν καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ κυριαρχεῖ ὁ νόμος. Τοιοῦτον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ νομοσχέδιον δι’ ὀλίγων, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ ψηφίσῃ, διότι εἶναι ἀπαραίτητον. Ἕτερον σχέδιον νόμου ὑποβάλλω, Κύριοι, ἀναγόμενον εἰς τὴν μεταρρύθμισιν διατάξεών τινων τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ἤτοι «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ περὶ συστάσεως τῶν δήμων νόμου τῆς 27 Δεκεμβρίου 1833, τοῦ ᾼϠϚʹ νόμου τῆς 7 Μαρτίου 1891 καὶ τοῦ περὶ συνόδων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων νόμου τῆς 26 Ἰουνίου 1836». Ὅλοι γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι τὰ δημοτικὰ συμβούλια παρ’ ἡμῖν χωλαίνουσι, καὶ χωλαίνουσι κυρίως εἰς τὰ ζητήματα τῶν συνεδριάσεων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει καὶ ἄλλας διατάξεις, ἀλλὰ κυρίως ῥυθμίζει τὰ τῆς ἀπαρτίας τῶν συμβουλίων κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὰς δημοτικὰς Ἀρχὰς ὅπως διοικῶσι τὰ τῶν δήμων καλῶς. Καὶ ἤδη, Κύριοι, λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν ἣν συνῆψα μετὰ τοῦ κ. Κ. Μητσοπούλου, καθηγητοῦ τῆς ὀρυκτολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, «περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἀνιχνεύσεως ἐν ὡρισμέναις περιοχαῖς ὑδρομαστευτικῶν ἐργασιῶν». Τὸ θέμα περὶ τὸ ὁποῖον στρέφεται εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε καὶ εἰς τοιαύτας ἀκόμη ὥρας ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Μητσόπουλος, καθηγητὴς τῆς ὀρυκτολογίας, ἀπὸ πολλοῦ ἔχει ἀσχοληθῆ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῆς ξηρᾶς ἡμῶν γῆς.
§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν Ἀθηνῶν δηλαδή;
§59Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι.
§60Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλης τῆς Ἑλλάδος;
§61Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ εἴπω. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Μητσοπούλου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν διατυπωθεῖσα καὶ ἐν βιβλιαρίοις καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ εἶναι ὅτι ἡ ἡμετέρα πατρὶς ἕνεκα τοῦ σεισμογενοῦς τοῦ ἐδάφους αὐτῆς ἔχει μὲν ἄφθονα ὕδατα, ἀλλ’ ὅτι ταῦτα ὑπορρέουσιν εἰς τὴν θάλασσαν. Νομίζει λοιπὸν ὁ κ. Μητσόπουλος ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ κεφαλαίων ἰδίων, δι’ ἑταιρείας τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι ἔχει, ν’ ἀνεύρῃ τὰ ὑπόγεια ταῦτα ὕδατα, νὰ τὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ δι’ αὐτῶν ν’ ἀρδεύσῃ τοὺς ἀγροὺς καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν χώραν γονιμωτέραν. Τοιαύτη ἡ ἰδέα τοῦ κ. Μητσοπούλου. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἰδέας, ἡ ὁποία, ἐὰν πραγματοποιηθῇ, πολλαπλᾶ ὀφέλη θὰ δώσῃ εἰς τὴν χώραν, οὐδὲν ἀπολύτως ζητεῖ παρὰ τοῦ Κράτους.
§62Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Προνόμιον;
§63Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τώρα θ’ ἀκούσητε. Ζητεῖ μόνον νὰ τῷ ἐπιτραπῇ διὰ τῆς συμβάσεως κυρουμένης διὰ τοῦ νόμου νὰ χαρακτηρισθῶσι τὰ ἐκτελεσθησόμενα ἔργα ὡς ἔργα δημοσίας ἀνάγκης, ν’ ἀποζημιωθῶσι δὲ τὰ δι’ αὐτῶν καταληφθησόμενα κτήματα μὲ τὴν διπλασίαν ἀξίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν οἱ πραγματογνώμονες θ’ ἀποφανθῶσι καὶ νὰ ὑποβληθῇ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ συσταθησομένη ἑταιρεία εἰς τὴν φορολογίαν προσόδου 5%, ὅπως τὰ μεταλλεῖα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν. Πλὴν δὲ τούτου δίδει ἐπίσης ἐκ τῆς καθαρᾶς αὐτῆς προσόδου τῆς συστηθησομένης ἑταιρείας 10% ἀκόμη ὑπὲρ τῶν δύο ταμείων, τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ὥστε ἐν συνόλῳ δίδει 15% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§64Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνας προσόδους θὰ ἔχῃ;
§65Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἄλλο ζήτημα. Ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ ἀνέγνωσα, Κύριοι, τὴν σύμβασιν μετὰ πάσης ἐπιμελείας, σᾶς ὁμολογῶ ὅτι εὗρον αὐτὴν τελειοτάτην, διότι λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἐλαχίστων· λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τοῦ ἑξῆς ἀκόμη, ὅτι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ἐργασιῶν ὅτι πηγή τις εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκουσα εἴτε εἰς ἰδιώτην ἔπαθε βλάβην ἢ ἐστείρευσεν αὕτη διὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ, νὰ τὴν ἀποκαθιστᾷ. Λαμβάνει ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς δέκα μηνῶν ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως τῆς ἀδείας, ἐὰν δὲν ἀνεύρῃ καὶ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τουλάχιστον πεντήκοντα ὀκάδας ὕδατος, ἡ σύμβασις νὰ θεωρῆται διαλελυμένη. Ἐπειδὴ ὅμως, Κύριοι, μεγάλα συμφέροντα εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης νὰ προσβληθῶσιν, ἐξαιρεῖ τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς ἐντελῶς· δὲν ἐπιτρέπεται αὐτῷ εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς νὰ ζητήσῃ ἄδειαν. Ἐπίσης δὲν ἐπιτρέπεται αὐτῷ νὰ ζητήσῃ ἄδειαν εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Στυμφαλίας οὔτε εἰς τὸ λεκανοπέδιον τοῦ Μέλανος ποταμοῦ. Εἰς πᾶσαν ἄλλην χώραν ἐκτὸς τῶν τριῶν τούτων σημείων δύναται νὰ ὑποδείξῃ καὶ λάβῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐργασθῇ. Ἐγὼ λοιπόν, Κύριοι, μελετήσας τὴν σύμβασιν, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν· θὰ συμπληρώσω δὲ τὸ καθῆκον τοῦτο, ἐὰν παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχομεν δ’ εὐτυχῶς δύο καὶ κατὰ σύμπτωσιν παρακαθημένους, τὸν κ. Νέγρην καὶ τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην.
§66Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διαμαρτύρομαι διὰ τὸν ἑαυτόν μου.
§67Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τουλάχιστον θὰ εἶναι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ παρακαλοῦμεν νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην αὐτῶν, διότι νομίζω ὅτι, ἂν καὶ οὗτοι ὡς εἰδικοὶ ἄνδρες εἴπωσιν ὅτι τὰ ἐν τῇ συμβάσει διατυπούμενα εἶναι πιθανά —ὄχι βέβαια—, ἀφοῦ τὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα εἶναι τελείως ἐξησφαλισμένα, διότι οὐδὲν παρ’ ἡμῶν ζητεῖ, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὴν ψηφίσῃ. Ὑποβάλλω τέλος καὶ μίαν ἀτμοπλοϊκὴν σύμβασιν «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Ἀμβέρσῃ ἑδρευούσης Ἀγγλοβελγικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας «Orient Line».
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§69ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ τελωνειακῶν ἀμφισβητήσεων». Ὡς γνωστόν, Κύριοι, γεννῶνται ἀμφισβητήσεις συνήθως μεταξὺ τελωνειακῶν Ἀρχῶν καὶ ἐμπόρων, προκειμένου περὶ διατιμήσεως τῶν ἐμπορευμάτων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἐπιλύσεως τῶν τοιούτων ἀμφισβητήσεων κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα μὲν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διευκολύνοντα πολὺ καὶ τὸ ἐμπόριον. Τὸ νομοσχέδιον ἀπεστάλη πρὸς μελέτην εἰς τὸν ἐνταῦθα ἐμπορικὸν σύλλογον καὶ εἰς τὸ ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Πειραιῶς, ἀμφότερα δὲ τὰ σωματεῖα ταῦτα ἐνθουσιωδῶς ἀπεδέχθησαν αὐτό. Καταθέτω ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, μετὰ νομοσχεδίου κυροῦντος αὐτήν. Ἡ σύμβασις αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὴν δάσωσιν καὶ τὸν ἐξωραϊσμὸν τῶν λόφων τοῦ Λυκαβηττοῦ, τοῦ Ἀστεροσκοπείου, τοῦ Φιλοπάππου καὶ τμήματος τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως. Πρὸς τοῦτο τὸ μὲν Δημόσιον παραχωρεῖ τὰ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντα γήπεδα εἰς τὰ δασωθησόμενα καὶ ἐξωραϊσθησόμενα μέρη καὶ ἀναλαμβάνει νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς σχετικοὺς νόμους περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν εἰς τὰ αὐτὰ μέρη ἀπαντώντων ἰδιοκτήτων ἐδαφῶν.
§70Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τίς θὰ δαπανήσῃ δι’ αὐτά;
§71ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τόσον διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀπαλλοτριωθησομένων ἰδιοκτήτων γηπέδων, ὅσον καὶ διὰ τὴν δάσωσιν καὶ τὸν ἐξωραϊσμόν, θὰ δαπανήσῃ ὁ δῆμος Ἀθηναίων.
§72Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὗρεν εἴς τινας ἀνασκαφὰς ἑκατομμύρια;
§73ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν, ἐκφέρετε τὴν γνώμην σας περὶ αὐτοῦ. Συγχρόνως, Κύριοι, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς παραγωγῆς σακχάρεως καὶ περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιείου». Ἤδη ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ ἐν Θεσσαλίᾳ τὸ γνωστὸν σακχαροποιεῖον τῶν ἀδελφῶν Ζωγράφου. Τοῦ σακχαροποιείου τούτου ἡ μέση παραγωγὴ ἀνῆλθε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς 500.000 περίπου ὀκάδας, καθ’ ὅσον δὲ ἡ σάκχαρις αὐτὴ καταναλίσκεται ἐν τῷ τόπῳ τὸ Κράτος στερεῖται μιᾶς προσόδου ὑπερβαινούσης τὸ ποσὸν τῶν 500.000 δρ. Τὸ Κράτος ἐσκέφθη ἤδη νὰ ὑποβάλῃ εἰς φόρον τὴν σάκχαριν ταύτην ἔστω καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ μικρότερον τοῦ δασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τὴν ἔξωθεν εἰσαγομένην σάκχαριν. Ἀλλ’ ἀπέσχεν αὐτὸ μέχρι τοῦδε τῆς τοιαύτης ἐπιβολῆς τοῦ φόρου, πειθόμενον ὅτι αὐτὴ θὰ ἰσοφάριζε πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς περαιτέρω παραγωγῆς τῆς σακχάρεως ἐν Ἑλλάδι. Ἐπειδή, Κύριοι, οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιείου ὑπεβλήθησαν εἰς μεγάλας δαπάνας ὄχι μόνον διὰ τὴν προμήθειαν καὶ ἐγκατάστασιν τῶν μηχανημάτων του, ἀλλὰ καὶ ὅπως καταστήσωσι τὰς πέριξ αὐτοῦ γαίας ἐπιτηδείας διὰ τὴν παραγωγὴν σακχαροτεύτλων, ὑπέστησαν δὲ καὶ ζημίας οὐκ ὀλίγας ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν...
§74ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ πότε λειτουργεῖ αὐτό;
§75ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ εἰκοσαετίας σχεδόν. ...Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἔχουσιν ἀνάγκην ἔτι προστασίας διὰ τὴν βιομηχανίαν των. Ἀλλὰ τὸ Κράτος, ὑφ’ ἃς οἰκονομικὰς δυσχερείας εὑρίσκεται τὴν σήμερον, ἀδυνατεῖ νὰ στερῆται τοῦ φόρου τῆς παραγομένης ἐν Θεσσαλίᾳ σακχάρεως· διὸ εὑρίσκεται νῦν πρὸ τοῦ διλήμματος ἢ νὰ ὑποβάλῃ τὴν θεσσαλικὴν σάκχαριν εἰς φόρον, ἀδιαφοροῦν διὰ τὰς συνεπείας τοῦ τοιούτου μέτρου, ἢ νὰ προέλθῃ εἰς συμβιβασμόν, καθ’ ὃν ἀποζημιοῦν αὐτὸ τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ σακχαροποιείου θ’ ἀπηγόρευε τὴν περαιτέρω παραγωγὴν ἐγχωρίας σακχάρεως καὶ θὰ ἐξησφάλιζεν οὕτω τὴν φορολογίαν ὁλοκλήρου τῆς ἐν Ἑλλάδι καταναλισκομένης σακχάρεως. Ἡμεῖς προυτιμήσαμεν τὸν τοιοῦτον συμβιβασμόν, κατ’ αὐτὸν δὲ συνωμολογήσαμεν μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιείου τὴν προκειμένην σύμβασιν. Κατ’ αὐτὴν πρόκειται νὰ παύσῃ ἡ παραγωγὴ θεσσαλικῆς σακχάρεως ἐπὶ ἀποζημιώσει ἐξ 1,225,000 δραχ. καταβληθησομένων ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας εἰς πέντε ἐτησίας δόσεις ἀνὰ 225,000 δραχ. Τὸ Κράτος, Κύριοι, ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἀναστολῆς τῆς παραγωγῆς τῆς σακχάρεως ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὲρ τὰς 500,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἀπέναντι δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν νομίζω ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ἐπὶ μίαν πενταετίαν καταβάλλον αὐτὸ τὰς 225,000 δραχμῶν.
§76ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δικαιολογεῖται τοῦτο, νὰ παράσχῃ τὰ Κράτος βοήθημα εἰς ἐπιχείρησιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν ἐπροστάτευσεν; Ἤδη χορηγεῖ καὶ βοήθημα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πῶς δικαιολογεῖται τοῦτο;
§77ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ Κράτος τὸν δασμὸν ἐπὶ ποσοῦ σακχάρεως ἔξωθεν εἰσαγομένου ἴσου πρὸς τὴν ἐτησίαν παραγωγὴν τοῦ θεσσαλικοῦ σακχαροποιείου, ἡ ὁποία μένει τώρα ἀφορολόγητος ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου ἐκ 500 περίπου χιλ. δραχ. κατ’ ἔτος.
§78ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὴν φορολογήσητε.
§79ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι πρόκειται ἐπὶ τέλους περὶ θυσίας τινὸς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὴν θυσίαν ταύτην θὰ εὕρῃ πᾶς τις δεδικαιολογημένην, ὅταν ἀναλογισθῇ ὅτι διὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν ἔχουσι δαπανηθῆ μέχρι τοῦδε ὡς 8,000,000 δραχμῶν, ὅτι δὲ χάριν αὐτῆς ἔχουσι γίνει γεωργικαὶ ἐγκαταστάσεις σπουδαιόταται καὶ ἔχει ἐφαρμοσθῆ σύστημα καλλιεργίας, ὅπερ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότυπον διὰ τὴν ἡμετέραν χώραν. Θὰ ἦτο, Κύριοι, ἡ ἐσχάτη ἀστοργία ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ μὴ ἔλθῃ ἐπίκουρος, προκειμένου μάλιστα περὶ οἰκογενείας, καταλεγομένης μεταξὺ τῶν εὐεργετῶν τοῦ ἔθνους ἡμῶν.
§80Α. ΣΛΗΜΑΝ. Παρακαλῶ, ἐὰν ἔχητε, νὰ καταθέσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ζαλοκώστα καὶ ἐν γένει τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία πρὸ τριετίας εἶχε μεταβῆ ἐκεῖ.
§81ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ καταθέσω καὶ αὐτὴν καὶ τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ζαλοκώστα· διότι, Κύριοι, πρὶν ἢ ὑπογράψω τὸ προσύμφωνον μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ σακχαροποιείου, ἐνόμισα καλὸν νὰ μεταβῇ ἐκ νέου ἐπιτοπίως ὁ κ. Ζαλοκώστας, ὅπως μελετήσας ἐκ τοῦ πλησίον τὴν κατάστασιν τοῦ σακχαροποιείου συντάξῃ καὶ δευτέραν ἔκθεσιν, ἣν ὑποβληθεῖσαν ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ὁμοῦ μετὰ τῆς πρώτης ἐκθέσεώς του.
§82Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Νὰ καταθέσητε τὸν σχετικὸν φάκελον.
§83ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατήρτισα, Κύριοι, ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κ. Σ. Βαφειαδάκη, Πύρρου Καραπάνου, Φ. Νέγρη, Π. Πρωτοπαπαδάκη καὶ Ἀλ. Ῥετσίνα, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ καθηγητοῦ κ. Μητσοπούλου. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ αʹ συζήτησις «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους».
§85ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μόλις πρὸ μικροῦ διενεμήθη.
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Διενεμήθη χθές.
§87ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς λέγει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ διένειμε χθὲς τὴν νύκτα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι τὸ διένειμε δὲν ἦσαν πάντες οἱ Βουλευταὶ παρόντες· σήμερον διενεμήθη εἰς ἡμᾶς μετὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου περὶ δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Νομίζω λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἐπιβάλλεται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη, θ’ ἀποβῇ ἐπικίνδυνος. Δὲν θὰ εἶναι ὀρθὸν ἅμα τῇ διανομῇ εὐθὺς ἀμέσως νὰ γίνηται συζήτησις.
§88Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ἦτο γνωστόν, διότι γνωστὸν ἦτο, ὅτι ἐπανέρχονται οἱ 16 νομοὶ οἱ πρὸ τοῦ 1899.
§89ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἦτο γνωστὸν καὶ πόθεν ἦτο γνωστόν. Οὐδὲν νομοσχέδιον, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι γνωστὸν πρὶν ἢ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ τότε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ κατόπιν νὰ συζητηθῇ. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Ὑπουργός, ἄνθρωπος κοινοβουλευτικός, τρόφιμος ἐπὶ εἰκοσαετίαν τοῦ Κοινοβουλίου, λέγει ταύτην τὴν ἑσπέραν τοιαῦτα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ ὅτι ἦτο γνωστὸν τὸ νομοσχέδιον, πρὶν ὑποβληθῇ καὶ διανεμηθῇ, καὶ τὰ τοιαῦτα;
§90Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα εἶναι γνωστά.
§91ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὁμιλῶ καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἀναβολήν, πράττω τοῦτο ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνωμεν τὰ ὅρια· πρέπει νὰ εἴμεθα ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντὸς αὐτῶν, διότι, ἐὰν τὰ ὑπερβῶμεν, θὰ ἔχωμεν ὑπερβασίας καθ’ ἑκάστην ἐν τῷ μέλλοντι ἐπικινδύνους.
§92Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ πάντων, ὅταν ὁμιλῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ εἴμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον διενεμήθη χθὲς τὴν ἑσπέραν, ἐὰν δ’ ἔτυχεν ἐκ συμπτώσεως εἷς τῶν Βουλευτῶν νὰ μὴ τὸ λάβῃ, νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος ἐπαρκὴς διὰ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται σήμερον νὰ προβῇ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας, κατὰ τὴν δευτέραν δὲ συζήτησιν συζητοῦμεν εὐρέως.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Μάλιστα, μάλιστα.
§94ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἄλλων συναδέλφων, ὡς τοῦ τέως κατέχοντος τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου κ. Τσιτσάρα, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν ὅτι διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον χθὲς τὴν νύκτα, ἀλλὰ διενεμήθη ἀκαταλλήλως. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ γίνηται ἡ διανομὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ μάλιστα ὅταν ἀπέρχωνται οἱ Βουλευταί.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λάθος τοῦ τυπογραφείου καὶ ὄχι τῆς ὑπηρεσίας. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§96Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ποῖον νομοσχέδιον εἶναι;
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ζητεῖτε τὴν ἀναβολήν;
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Μάλιστα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται): «Οἱ νομοὶ τοῦ Κράτους εἶναι 1) Ὁ νομὸς τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ἀττικῆς, Αἰγίνης, Μεγαρίδος, Λεβαδείας καὶ Θηβῶν. Ἕδρα τοῦ νομάρχου αἱ Ἀθῆναι. 2) Ὁ νομὸς τῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Φθιώτιδος, Λοκρίδος, Παρνασσίδος καὶ Δωρίδος. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Λαμία. 3) Ὁ νομὸς τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Μεσολογγίου, Τριχωνίας, Ναυπακτίας, Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, Βάλτου καὶ Εὐρυτανίας. Ἕδρα τοῦ νομάρχου τὸ Μεσολόγγιον. 4) Ὁ νομὸς τῆς Ἄρτης, συνιστάμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης καὶ Τσουμέρκων. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Ἄρτα. 5) Ὁ νομὸς τῶν Τρικκάλων, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καλαμπάκας καὶ Καρδίτσης. Ἕδρα τοῦ νομάρχου τὰ Τρίκκαλα. 6) Ὁ νομὸς τῆς Λαρίσης, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Λαρίσης, Τυρνάβου, Ἁγυιᾶς, Φαρσάλων, Βόλου, Ἁλμυροῦ καὶ Δομοκοῦ. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Λάρισα. 7) Ὁ νομὸς τῆς Εὐβοίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Χαλκίδος, Ξηροχωρίου, Καρυστίας καὶ Σκοπέλου. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Χαλκίς. 8) Ὁ νομὸς τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπλίας, Ἄργους, Σπετσῶν καὶ Ἑρμιονίδος, Ὕδρας, Τροιζηνίας, Κορινθίας καὶ Κυθήρων. Ἕδρα τοῦ νομάρχου τὸ Ναύπλιον. 9) Ὁ νομὸς τῆς Ἀρκαδίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Μαντινείας, Κυνουρίας, Μεγαλοπόλεως καὶ Γορτυνίας. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Τρίπολις. 10) Ὁ νομὸς τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Πατρῶν, Καλαβρύτων, Αἰγιαλείας καὶ Ἠλείας. Ἕδρα τοῦ νομάρχου αἱ Πάτραι. 11) Ὁ νομὸς τῆς Μεσσηνίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν, Μεσσήνης, Πυλίας, Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας. Ἕδρα τοῦ νομάρχου αἱ Καλάμαι. 12) Ὁ νομὸς τῆς Λακωνίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Λακεδαίμονος, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, Γυθείου καὶ Οἰτύλου. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Σπάρτη. 13) Ὁ νομὸς τῆς Κερκύρας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Κερκύρας, Παξῶν καὶ Λευκάδος. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Κέρκυρα. 14) Ὁ νομὸς τῆς Κεφαλληνίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Κραναίας, Πάλης–Σάμης καὶ Ἰθάκης. Ἕδρα τοῦ νομάρχου τὸ Ἀργοστόλιον. 15) Ὁ νομὸς τῆς Ζακύνθου, συνιστάμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Ζάκυνθος. 16) Ὁ νομὸς τῶν Κυκλάδων, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Σύρου, Κέας, Ἄνδρου, Τήνου, Νάξου, Θήρας καὶ Μήλου. Ἕδρα τοῦ νομάρχου ἡ Σῦρος».
§100Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§102Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοθέτημα τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ βεβαίως ἐν δέοντι χρόνῳ καὶ δι’ ἐμὲ ὁ χρόνος ὁ ἁρμόδιος θὰ εἶναι ἡ τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ δύο ἀπόψεων, τῆς διοικητικῆς ἀπόψεως καὶ τῆς ἐκλογικῆς, διότι τὰς δύο ταύτας ἀπόψεις θίγει. Λέγω ὅτι θὰ ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι θέλω κατὰ ταύτην νὰ ἐκφέρω γνώμας τινὰς μόνον καὶ μόνον πρὸς ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς μου, καθόσον τὸ νομοθέτημα τοῦτο θὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους ἀναμφισβητήτως. Ἀλλὰ λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν ἀπὸ τῆς αʹ ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ διατυπώσω τινὰ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ὅπως θὰ διατυπώσω κατόπιν τινὰ ἐπὶ τοῦ τετάρτου ἄρθρου. Διότι νομίζω ὅτι ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν φθάνομεν εἰς τὴν ποθητὴν ἰσότητα. Ὑποθέτω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα εὑρεθῇ ἡ μὲν Κυβέρνησις μὲ τὴν εὐχαρίστησιν, ἡ δὲ Βουλὴ μὲ τὴν προθυμίαν νὰ καταστήσῃ 16 νομοὺς ἀντὶ τῶν 26. Ἴσως δὲ ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο οὐχὶ ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ λάβῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἐκδηλώσῃ μίαν χαράν, ὅτι εὑρίσκει ἀντιφάσκοντα τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τέλους μίαν φορὰν ἀκόμη καταρρίπτοντα αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔργον τῶν χειρῶν του. Διότι βεβαίως, ἂν ὑπάρχουσιν 26 νομοὶ ἐν τῷ Κράτει, τὴν σύλληψιν τῆς ἰδέας τῶν 26 νομῶν, τῶν 26 Ἐπισκοπῶν, τῶν 26 Πρωτοδικείων ἔσχεν, ὑπερηφάνως διακηρύξας τοῦτο, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε διετέλει Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὰ ἔτη 1899 ἕως 190 1 καὶ συνέγραφε τὸ πρόγραμμα δι’ οὗ ἡ Ἑλλὰς τότε θὰ ἐσῴζετο.
§103Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν συνέγραψε πρόγραμμα τότε ὁ κ. Εὐταξίας· πρόγραμμα συνέταξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως.
§104Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρόγραμμα ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ τύπου καὶ ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§105Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ἀληθές τοῦτο.
§106Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μνήμη σᾶς ἐγκατέλιπε.
§107Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ διαφωνήσω μὲ τὸν σεβαστὸν Βουλευτὴν Χαλκίδος καὶ ἀγαπητὸν θεῖον, νὰ διαφωνήσω ἐκ τῶν πολιτικῶν τεκμηρίων, καίτοι ὁ ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν προσωπικήν του βεβαίωσιν. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέταξεν, ἐνέπνευσε τὸ νομοθέτημα τῶν 26 νομῶν, οὐχὶ μόνον διότι τότε συνέγραψε καὶ διεκήρυξεν αὐτὸς οὗτος τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κόμματος ἐκείνου πρὶν ἢ ἔτι τοῦτο γένηται Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχω τὸ δεδομένον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτευτικῆς μερίδος, ἥτις εἰς τὰς ἕδρας ἐκείνας κάθηται, μόλις εὑρέθη ἐλεύθερος τῶν ἐπηρειῶν καὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν νομῶν εἰς δέκα. Ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ δὲν φρονῶ ὅτι μετὰ τόσου τάχους μεταβάλλονται αἱ ἰδέαι τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν συμπεραίνω ὅτι μετεβλήθη ἡ ἐπήρεια. Βλέπομεν λοιπὸν τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μετέχοντα τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὴν κατάργησιν τῶν 26 νομῶν καὶ τὴν ἀναδημιουργίαν τῶν 16 νομῶν. Καὶ ὁ μὲν ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι συνεπὴς πρὸς ἃς ἰδέας εἶχε πάντοτε, εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει μέλος, καὶ τὰς ἀναπτυχθείσας ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, τῶν ὁποίων ἀπετέλει μέλος, κατὰ τοῦτο δὲ κατάγει μίαν νίκην ἐπὶ τοῦ συνυπουργοῦ του ὑποχρεῶν τοῦτον ἵνα μεταβάλῃ αὐτὸς ἰδέας τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχῃ ἀγάπην καὶ φίλτρον πρὸς παλαιὰς παραδόσεις, πρὸς δεσμοὺς παλαιοὺς καὶ θέλῃ νὰ ἴδῃ ἀναβιοῦντας τοὺς 16 νομούς, τοὺς ὁποίους ὠνειρεύθη, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ ἴδῃ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1905, ἂν αἰσθάνηται ἀγάπην πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ θέλῃ νὰ βλέπῃ τοὺς 16 νομοὺς τῆς Ἑλλάδος ἀναβιοῦντας πάλιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως, ὅστις τὴν αὔξησιν τῶν νομῶν εἰς 26 ἐπεζήτησε χάριν βελτίονος διοικήσεως, χάριν βελτιώσεως τῶν τῆς διοικήσεως καὶ οὐχὶ χάριν ἁπλῆς ἱστορικῆς ἀναδρομῆς, ὀφείλει νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἐπιστήσῃ τὴν βελτίωσιν ἐν τῇ νέᾳ διαιρέσει. Ποία δὲ βελτίωσις εἰσάγεται διὰ τῆς διαιρέσεως ταύτης; Ὑπάρχει τις ἰσότης νομῶν; Οὐδεμία. Οὔτε ἀναλογία ἀποστάσεων οὔτε ἀναλογία μέσων συγκοινωνίας οὔτε ἀναλογία πληθυσμοῦ. Εἰς τὸν νομὸν Ἀττικῆς τὸν ἔχοντα πληθυσμὸν 301 χιλιάδας κατοίκων θὰ προστεθῇ ὁ νομὸς Βοιωτίας μὲ 65,000 κατοίκων καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς 366,000. Εἰς τὸν νομὸν τῆς Φθιώτιδος μὲ ἀριθμὸν κατοίκων 110,000 θὰ προστεθῇ ὁ νομὸς Φωκίδος μὲ 63,000 καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς 173,000. Εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας μὲ κατοίκους 150.000 θὰ προστεθῇ ὁ τῆς Εὐρυτανίας μὲ 47,000 καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς 197,000, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ καταργοῦνται νομοὶ οἷος ὁ νομὸς Βοιωτίας μὲ 65,000 κατοίκους, ὁ νομὸς Φωκίδος μὲ 63,000, ὁ νομὸς Ἠλείας μὲ 103,000, ὁ νομὸς Καρδίτσης μὲ 71,000, ὁ νομὸς Τριφυλίας μὲ 90,000, ὁ νομὸς Λακωνικῆς μὲ 61,000, ὁ νομὸς Λευκάδος μὲ 41,000, ὁ νομὸς Μαγνησίας μὲ 102,000, ὁ νομὸς Καρδίτσης μὲ 92,000, παραμένουσιν ἐν ἰσχύϊ οἱ νομοὶ Ζακύνθου μὲ 41,000 καὶ Ἄρτης μὲ 42,000. Κύριοι, παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ὑπάρχει δικαιοσύνη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐννοῶ ὡς ἰδέαν τὴν εὔρυνσιν τῆς διοικητικῆς περιφερείας καὶ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἀλλὰ διατυπῶ τὴν γνώμην μου περὶ τῆς ἀνισότητος τῆς ἐνυπαρχούσης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπὸ τοῦδε, διότι εὑρίσκεται εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις ἵνα τροποποιοῦσα τὸ νομοσχέδιον φθάσῃ εἰς τὴν ἰσότητα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργήσωμεν νομὸν τῆς ποικίλης ἀκμῆς τοῦ νομοῦ Μαγνησίας τοῦ ἀριθμοῦντος 102,000 κατοίκων καὶ τοῦ νομοῦ Ἠλείας τοῦ ἀριθμοῦντος 103,000 κατοίκων καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἐν ἐνεργείᾳ τὸν νομὸν Ζακύνθου μὲ 41,000 κατοίκους καὶ τὸν νομὸν Ἄρτης μὲ 42,000 κατοίκους. Ἂν θέλωμεν νὰ νομοθετήσωμεν ἐν δικαιοσύνῃ, ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα δίκαιοι καὶ ἴσοι πρὸς πάντας. Τὸ νομοθέτημα τῶν 16 νομῶν εἶναι νομοθέτημα ἄνισον καὶ ἄδικον, ἐπειδὴ δὲ ἐπικρατεῖ ἡ ἀρχὴ τῆς εὐρύνσεως καὶ εἰς τὴν εὔρυνσιν ταύτην θὰ παράσχωμεν πᾶσαν εὐκολίαν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐπὶ τέλους καὶ τὰ ἀγαθὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς εὐρύνσεως καθ’ ἣν στιγμὴν τίθεται ἡ ἀρχὴ τῆς εὐρύνσεως, αἱ δύο αὐταὶ περιφέρειαι θὰ παραμείνωσιν ἐν τῷ διοικητικῷ ὀργανισμῷ, ἵνα ἀποτελέσωσι τί; Ἵνα ἀποτελέσωσι τὴν διαμαρτυρίαν τῆς ἀληθείας τῆς στενῆς περιφερείας ἀπέναντι τοῦ ψεύδους τῆς εὐρείας ἢ τὴν ἀτολμίαν τῆς Κυβερνήσεως ἵνα καταργήσῃ καὶ ἐκεῖ τὸ στενὸν τῆς περιφερείας. Φθάνομεν δ’ ἀκόμη καὶ εἰς ἕτερον συμπέρασμα ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ νομὸς Κεφαλληνίας ὁ ἀριθμῶν 71 χιλιάδας εἶναι ὑποδεέστερος ἄλλων νομῶν καταργουμένων. Θὰ ἐνόουν, Κύριοι, τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη ἐν ἔτει 1904, διότι ἦτο νομοθέτημα ἐμπνευσθὲν ἐκ λόγων οἰκονομίας καὶ φθάσαν εἰς κατάργησιν τῶν 26 νομῶν καὶ δημιουργίαν 10 νομῶν μετ’ ἐξισώσεως σχετικῆς. Ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα τὸ σήμερον ὑποβαλλόμενον εἶναι δι’ ἐμὲ ἀκατανόητον διὰ πάντα ἄλλον λόγον ἐκτὸς τοῦ λόγου τῆς ἱστορικῆς ἀναδρομῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λαμβάνων καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δέον νὰ τροποποιήσῃ δεόντως καὶ ἐγκαίρως τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἵνα στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ δικαίου. Φρονῶ δὲ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταδικάσωμεν χάριν τῆς ἰδέας τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐκλογικῶν ὁρίων τοὺς μὲν ὑποψηφίους τοῦ νομοῦ Κυκλάδων νὰ περιέρχωνται δὲν γνωρίζω πόσας νήσους, νὰ παρέχωμεν δὲ τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς ἐκλεκτοὺς τῆς Ζακύνθου νὰ περιοδεύωσι τὴν ἐπαρχίαν των ἐν διαστήματι 2 ἢ 3 ἡμερῶν καὶ εἰς τοὺς ἐκλεκτοὺς τῆς Ἄρτης ἐντὸς 10 ἡμερῶν, καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἐκλεκτοὶ τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἔχουσιν ἀνάγκην δύο μηνῶν τοὐλάχιστον διὰ τὴν περιοδείαν. Ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ παράσχῃ τὴν ἰσότητα ἀκριβῶς καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐκλογικῶν ἰδεῶν, διότι, ἂν ὑπῆρξε λόγος τις δικαιολογῶν τὴν εὐρύτητα τῆς περιφερείας, ὁ λόγος εἶναι ἵνα οἱ ὑποψήφιοι ἀποτείνωνται πρὸς μείζονα ἀριθμὸν ἐκλογέων καὶ ἐπικοινωνῶσι μετ’ ἐκλογικῶν ὁμάδων μειζόνων. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων καθιστῶμεν τὴν δυσχέρειαν τῶν ὑποψηφίων νὰ ἐπικοινωνῶσι πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν μειζόνων ἐκλογικῶν περιφερειῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀφήνομεν τὴν εὐκολίαν πλήρη εἰς τοὺς ὑποψηφίους 3 ἢ 4 περιφερειῶν αἵτινες θὰ μείνωσιν, ὅπως ἦσαν μέχρι τοῦδε. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἐν περιλήψει ἐκτιθεμένους, προτείνω εἰς τὴν Κεβέρνησιν καὶ ἐλπίζω ὅτι αὕτη θὰ δεχθῇ ἵνα ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐξισώσεως τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν. Ἐφ’ ὅσον δ’ ἡ ἐξίσωσις δὲν γίνεται τὸ νομοθέτημα θὰ εἶναι ἄδικον, καὶ ἂν ὑφ’ ὅλης τῆς Βουλῆς κριθῇ ὡς ὀρθόν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§109Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§111ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὅπως λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν. Εἶμαι, Κύριοι, κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, οἱ λόγοι δὲ ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶμαι κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐν ἐκτάσει, ὅτε ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια ἐγένετο ἀπὸ ἐπαρχιακῆς νομαρχιακή, ἐμμένων δὲ εἰς τὰς ἰδέας μου νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν πεῖραν τὴν ἀποκτηθεῖσαν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῆς εὐρείας περιφερείας μέχρι σήμερον δέον νὰ καταργήσῃ τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐπαρχιακήν. Διότι νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἐκλογικὸν σύστημα δὲν εἶναι ὑπεύθυνον ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία χωλαίνει, καίτοι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω ὅτι χωλαίνει. Θέλει ὁ ἐκλογεὺς νὰ ἐκλέξῃ Βουλευτὰς ἄλλους ἢ οὓς ἐκλέγει καὶ τὸν ἐμποδίζει τὸ ἐκλογικὸν σύστημα; Τότε μεταβάλετε τὸ ἐκλογικὸν σύστημα ὅπως ἐξασφαλίσητε τὴν θέσιν τοῦ ἐκλογέως, ἀλλὰ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τὸ ἐν ἰσχύϊ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐκλογέα νὰ ἐκλέξῃ οἱονδήποτε ἐκλεκτὸν θέλει αὐτὸς χωρὶς κανεὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ κατὰ τοῦ ἐκλογέως, ἀφοῦ ἡ ἐκλογὴ εἶναι μυστική. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐρύτητα τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ εἰς ἄλλους νομοὺς πλὴν τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, ὅστις δὲν μεταβάλλεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ὑποστηρίξω τὰς ἰδέας, ἃς ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου Βουλευτὴς καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. Κ. Ἀγγελοπούλου, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξω εἰς τὴν βʹ συζήτησιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασεν ἰδίᾳ νὰ λάβω τὸν λόγον εἶναι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ συνηγορήσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του λέγει, ὅτι αὐστηραὶ οἰκονομίαι ὡδήγησαν αὐτὸν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ὡς κατήντησε τὸ Διάταγμα περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν, καὶ οἱ νομάρχαι καὶ οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ἐντελῶς περιττοί, διότι οὐδεμίαν ἄλλην δικαιοδοσίαν ἔχουσι παρὰ νὰ βοηθῶσι τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς Ἡγουμένους εἰς τὸ ξεκοκκάλισμα τῶν προϋπολογισμῶν καὶ νὰ ἐκδίδωσι τὰ ἐντάλματα τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων.
§112Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ὅσον ὀλιγώτεροι εἶναι τόσῳ τὸ καλλίτερον.
§113Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω κανένα, διότι καὶ εἷς ἐὰν εἶναι, ἡ αὐτὴ κατάστασις θὰ ὑπάρχῃ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν ἀνατεθῇ ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων εἰς τοὺς προϊσταμένους ἑκάστου γραφείου ὑπ’ εὐθύνην των, νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν ἔχουσι κανένα λόγον ὑπάρξεως οἱ κ. νομάρχαι, περὶ ὧν γίνεται τόσος λόγος καὶ θόρυβος. Ἂν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ περιορίσῃ μόνον τοὺς νομάρχας ἀντὶ νὰ τοὺς καταργήσῃ, τότε θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ συμπτύξῃ τὴν βʹ καὶ γʹ παράγραφον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου καὶ νὰ καταργήσῃ τοὺς βʹ γραμματεῖς ἐν ταῖς Νομαρχίαις. Τί θέλει ὁ βʹ γραμματεὺς ἐν τῇ Νομαρχίᾳ Ἀρκαδίας ἢ ἐν ταῖς ἄλλαις Νομαρχίαις; Βεβαιωθῆτε ὅτι ὄχι μόνον ὁ βʹ γραμματεὺς εἶναι περιττός, ἀλλά, ἂν θέλωσιν, εἷς νομάρχης καὶ εἷς ἄλλος γραμματεὺς ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν Νομαρχιῶν, διότι οὐδεμίαν ἄλλην, ἐπαναλαμβάνω, ἐργασίαν ἔχουσι παρὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι τὰ ἐντάλματα τῶν δημοδιδασκάλων τὰ ἐκδίδουσιν οἱ δήμαρχοι. Νὰ καταργηθῶσι λοιπὸν οἱ βʹ γραμματεῖς καὶ ν’ αὐξήσωσι κατὰ πολὺ αἱ 2,000 δραχμαὶ τοῦ ἄρθρου 11, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται δι’ ἀγορὰν καὶ ἐπισκευὴν ἐπίπλων καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφορὰν νὰ ἐξασφαλίζωνται τὰ ἔπιπλα αὐτά, διότι ἄλλοτε ἐταξίδευσαν ἀπὸ τῆς Μεγαλοπόλεως εἰς τὴν Ὀλυμπίαν τὰ σκεύη. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ ἀφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§115Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ὑπάρχουσι λάθη εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων. Παρακαλῶ αὐτὸν ὅπως μεριμνήσῃ περὶ διορθώσεως ἀναγκαίας τοῦ 8ου ἄρθρου, τροποποιουμένου ἐπὶ τῶν ἑξῆς σημείων, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον τοῦτο εὑρίσκεται εἰς σύγκρουσιν πρὸς νομοσχέδιον ὑποβληθὲν χθὲς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διανεμηθὲν εἰς ἡμᾶς σήμερον περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν ἄρθρῳ 8ῳ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ὁρίζεται ὅτι εἰς τὴν Νομαρχίαν ὑπηρετοῦσι γραφεῖς καὶ πρωτοκολληταί· τοιούτους τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων δὲν ἀναγνωρίζει, ἀλλὰ μόνον περὶ ἀκολούθων ὁμιλεῖ.
§116Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πολὺ ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς σας, κύριε Βουλευτά. Θὰ διορθωθῇ. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 4 καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον).
§117Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἂν ὄχι τὴν σήμερον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὴν ἐρχομένην Δευτέραν, ὅπως μετὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τεθῇ πρὸς συζήτησιν ἡ ἐμὴ πρότασις περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§118Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τῆς ψήφου εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μελετηθῇ· θ’ ἀναγνωρίσητε ὅμως καὶ ὑμεῖς ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχε μόνον 35 ἡμέρας νὰ ἐργασθῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ αὐτοῦ.
§119Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ λίαν εὐχαρίστως ἤθελον δεχθῇ ἡ πρότασις ἡ ἐμὴ νὰ ὑποβληθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπήν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐντὸς τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§120Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§121Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Βεβαίως ὅσα ἀνέπτυξαν οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶναι καλὰ καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναπτυχθῶσιν. Ὑπάρχουσι πολλοὶ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι πολλὰς προσόδους, καὶ πρέπει ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν της.
§122Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσω μίαν διασάφησιν, ὅτι ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ ἡ ὁποία παρεκάλεσα νὰ προταχθῇ, δὲν εἶναι πρότασις ἐμή, εἶναι ἐπανάληψις προτάσεως ὑποβληθείσης κατὰ τὸ 1877 ὑπὸ τοῦ Κουμουνδούρου, τοῦ Ζαΐμη, τοῦ Δεληγιώργη, τοῦ Τρικούπη καὶ τῶν λοιπῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· συνεπῶς ὑποθέτω, ὅτι ὁ ἐξ Ἀττικῆς κωμῳδὸς ἦτο περιττὸν νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως».
§124Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, ἐξωδίκως τὴν πληροφορίαν, ὅτι σήμερον ἢ χθὲς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας δι’ ἐγγράφου του ἐζήτησεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τὴν γνώμην τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνατρέψῃ ὁλόκληρον τὴν ὑφισταμένην σχετικὴν ἤδη νομοθεσίαν περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως.
§125ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§126Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δέχομαι ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀναγκαιοτάτη, διὰ νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἢ νὰ μὴ δεχθῶμεν τοῦτο.
§127Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Βουλευτά, ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν γνώμην τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ Σχολὴ αὕτη δι’ ἐγγράφου μὲ παρεκάλεσε νὰ τῇ στείλω μερικὰ ἀντίτυπα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα τὰ μελετήσῃ, καὶ τῇ ἔστειλα τοιαῦτα. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–3 αὐτοῦ ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§129Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μία ἀταξία, διότι δὲν προέλαβον νὰ διατυπώσω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, τὴν ὁποίαν διατυπῶ, διότι ὑπάρχει καιρὸς διορθώσεως. Ἐν ἄρθρῳ 2 ὁρίζεται ὅτι «οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον τοῦ φιλολογικοῦ τμήματος καὶ βουλόμενοι νὰ φοιτήσωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐγγράφονται εἴς τινα τῶν σχολῶν ἐν αἷς διδάσκονται αἱ ἱστορικαὶ καλούμεναι ἐπιστῆμαι, οἱ δ’ ἔχοντες ἀπολυτήριον τοῦ πραγματικοῦ τμήματος εἰς τὴν σχολὴν τῶν μαθηματικῶν ἢ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν». Εἰς τὴν Ἰατρικὴν ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἀπολυτηρίου θὰ ἐγγράφωνται; Πρέπει νὰ καθορισθῇ τοῦτο, διότι ἐφ’ ὅσον γίνεται νόμος, δὲν πρέπει νὰ μένῃ τοιοῦτον κενόν. Νομίζω ὅτι ποιούμενος τὴν τοιαύτην παρατήρησιν συντελῶ εἰς τὴν διασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§130Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν συμπλήρωσιν.
§131Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: «Οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως εἶναι διδάσκαλοι καὶ καθηγηταί, πρωτοβάθμιοι καὶ δευτεροβάθμιοι. Καὶ πρωτοβάθμιοι μὲν καθηγηταὶ εἶναι οἱ ἔχοντες δίπλωμα διδάκτορος, δευτεροβάθμιοι δὲ οἱ ἔχοντες δίπλωμα τελειοδιδάκτου, διδάσκαλοι δὲ εἶναι οἱ ἔχοντες πτυχίον τοῦ πανεπιστημιακοῦ φροντιστηρίου καὶ οἱ διδάσκοντες τὴν γυμναστικήν, τὴν καλλιγραφίαν καὶ ἰχνογραφίαν». Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης εἰσάγεται μία διάκρισις, τὴν ὁποίαν τολμῶ ν’ ἀποκαλέσω ἐπικίνδυνον. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει εἰσαχθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου κατὰ παράφρασιν διατάξεως ὁμοίας, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου νῦν κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλοτε δὲ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον νομοσχέδιον θὰ εὕρω καιρὸν ν’ ἀναπτύξω κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν φέρων γενικώτερον τὸν λόγον καὶ θὰ ἀποδείξω ὅτι πολὺ ἐντελέστερον τοῦ παρόντος ἦτο καὶ πολὺ ἐπιτυχέστερον ἔλυε τὰ ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο συνεδύαζε πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ καθηγητοῦ τὸ πτυχίον οὐχὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἤτοι τὸ δίπλωμα, ἀλλὰ τὸ πτυχίον τῆς σχολῆς, ἐν ᾗ ἐγίνετο ἡ παιδαγωγικὴ μόρφωσις, καὶ καθώριζεν ὅτι οἱ λαβόντες βαθμὸν «ἄριστα» ἢ «λίαν καλῶς» —ἓν ἐνθυμῶμαι καλῶς— κατὰ τὰς ἐξετάσεις διωρίζοντο πρωτοβάθμιοι, οἱ δὲ λαβόντες «καλῶς» δευτεροβάθμιοι, ἀλλὰ πάντες ἐθεωροῦντο καθηγηταί, ἐφ’ ὅσον ἦσαν πτυχιοῦχοι διδάκτορες τοῦ Πανεπιστημίου. Σήμερον εἰσάγεταί τι ἕτερον. Ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὸ παιδαγωγικὸν μέρος καθορίζεται ὅτι πρωτοβάθμιοι διορίζονται ἀπ’ εὐθείας οἱ διδάκτορες, δευτεροβάθμιοι δὲ οἱ τελειοδίδακτοι. Εἰσάγεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, Κύριοι, μία προνομία ὑπὲρ τῶν ἀτελῶν σπουδῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ ὀνομάζω ταύτην προνομίαν ὑπὲρ τῶν ἀτελῶν σπουδῶν σχετίζων τὸ ἄρθρον 4 πρὸς τὸ ἄρθρον 3, διότι τὸ ἄρθρον 3 ἰδοὺ τί λέγει: «Ἐν ἑκάστῳ Γυμνασίῳ διορίζονται 1) εἷς γυμνασιάρχης, 2) εἷς πρωτοβάθμιος καθηγητὴς διδάκτωρ τῆς Φιλολογίας, 3) εἷς πρωτοβάθμιος καθηγητὴς διδάκτωρ τῶν μαθηματικῶν ἢ φυσικῶν», ἤτοι ἐν συνόλῳ θὰ ἔχωμεν δύο πρωτοβαθμίους. Κατόπιν: «4) Εἷς δευτεροβάθμιος καθηγητὴς τῶν φυσικῶν, ἂν ὁ τῶν μαθηματικῶν εἶναι τριτοβάθμιος· τἀνάπαλιν δέ, ἂν ὁ τῶν φυσικῶν εἶναι πρωτοβάθμιος, ὁ τῶν φυσικῶν μαθημάτων διδάσκει καὶ τὴν γεωγραφίαν, 5) τρεῖς δευτεροβάθμιοι καθηγηταὶ τῶν φιλολογικῶν μαθημάτων, 6) Εἷς δευτεροβάθμιος καθηγητὴς τῶν θρησκευτικῶν», ἤτοι ἐν συνόλῳ δευτεροβαθμίους θὰ ἔχωμεν πέντε. Δύο λοιπὸν πρωτοβάθμιοι καὶ πέντε δευτεροβάθμιοι. Ἐν ἑκάστῳ Λυκείῳ θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ νομοσχέδιον πέντε πρωτοβαθμίους καὶ τέσσαρας δευτεροβαθμίους. Καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει εἰσαγωγὴ τεσσάρων δευτεροβαθμίων κατὰ συνέπειαν.
§132Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οἱ Ἑλληνοδιδάσκαλοι ἐζήτησαν τώρα νὰ ὀνομασθῶσι καὶ αὐτοὶ καθηγηταί.
§133Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 λέγει τὰ ἑξῆς· «Καὶ πρωτοβάθμιοι μὲν καθηγηταὶ εἶναι οἱ ἔχοντες δίπλωμα διδάκτορος, δευτεροβάθμιοι δὲ οἱ ἔχοντες δίπλωμα τελειοδιδάκτου, διδάσκαλοι δὲ οἱ ἔχοντες πτυχίον τοῦ πανεπιστημιακοῦ φροντιστηρίου καὶ οἱ διδάσκοντες τὴν γυμναστικήν, τὴν καλλιγραφίαν καὶ τὴν ἰχνογραφίαν». Κατὰ τὴν διάκρισιν ταύτην λοιπὸν πρωτοβάθμιοι καθηγηταὶ εἶναι οἱ ἔχοντες δίπλωμα διδάκτορος τοῦ Πανεπιστημίου, δευτεροβάθμιοι δὲ οἱ ἔχοντες δίπλωμα προλύτου. Κατὰ συνέπειαν δὲν ποιοῦμαι ἐγὼ σύγχυσιν, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀπροσεξία περὶ τὴν σύνταξιν.
§134Π. ΖΑΪΜΗΣ. Δευτεροβάθμιοι καθηγηταὶ εἶναι οἱ Ἑλληνοδιδάσκαλοι, καὶ εἰς αὐτοὺς δίδομεν τὸν τίτλον τοῦ καθηγητοῦ.
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοὺς ὀνομάζετε διδασκάλους.
§136Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ἄλλο διδάσκαλοι τῆς καλλιγραφίας καὶ τῆς ἰχνογραφίας.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ. Ὁμιλεῖτε εἰς τὸ ἄρθρον 4 περὶ τῶν διδασκάλων τῶν πτυχιούχων τοῦ πανεπιστημιακοῦ φροντιστηρίου· αὐτοὶ εἶναι σήμερον οἱ Ἑλληνοδιδάσκαλοι τῆς παλαιᾶς μεθόδου. Γινώσκω πολὺ καλῶς ὅτι ὑπάρχουσιν Ἑλληνοδιδάσκαλοι ἐκ σχολῶν πτυχιοῦχοι. Οὗτοι μόνον, διότι ἔχουσι πτυχίον, ὀνομάζονται καθηγηταί, διότι εἶναι πτυχιοῦχοι. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τοῦτο, ὅτι παρέχετε δικαίωμα διορισμοῦ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης εἰς τοὺς τελειοδιδάκτους τοὺς προλύτας λεγομένους, τοὺς τυχόντας τοῦ βαθμοῦ «σχεδὸν καλῶς», κατὰ προνομίαν ἀπέναντι τῶν λαβόντων βαθμοὺς ἀνωτέρους. Διότι, ὅταν ὁρίζητε τὰς θέσεις καὶ λέγητε ὅτι εἰς τὰ Γυμνάσια θὰ εἶναι δύο πρωτοβάθμιοι καὶ πέντε δευτεροβάθμιοι, ἀπέναντι δὲ αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ λέγετε κατόπιν κατωτέρω ὅτι πρωτοβάθμιοι εἶναι οἱ διπλωματοῦχοι διδάκτορες, δευτεροβάθμιοι δὲ οἱ πτυχιοῦχοι προλύται, ἡ ἀναγκαία ἑρμηνεία ἐκ τῆς συσχετίσεως τῶν δύο τούτων ἄρθρων εἰς τί θὰ μᾶς ἀγάγῃ; Ὅτι οἱ ἔχοντες δίπλωμα προλύτου δικαιοῦνται νὰ διορισθῶσι καθηγηταί· κατὰ συνέπειαν οἱ ἔχοντες δίπλωμα προλύτου θὰ προτιμῶνται εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δευτεροβαθμίων καθηγητῶν, διότι ἀπονέμεται ὡς προσὸν ἡ κτῆσις πτυχίου προλύτου. Φρονῶ ὅτι ἄλλο τι ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ δὲν διεσκευάσθη καλῶς. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ κανονισθῇ, ὅτι οἱ διοριζόμενοι καθηγηταὶ κατὰ πρῶτον διορίζονται δευτεροβάθμιοι καὶ μετὰ πάροδον χρόνου τινός, τεσσάρων– πέντε ἐτῶν, γίνονται πρωτοβάθμιοι. Ἀλλὰ νὰ μὴ τάσσηται ὡς προσὸν τοῦ διορισμοῦ τοῦ δευτεροβαθμίου καθηγητοῦ ἡ κτῆσις τοῦ πτυχίου τοῦ προλύτου.
§138Π. ΖΑΪΜΗΣ. Κατωτέρω ὑπάρχει ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου λέγεται τίνι τρόπῳ θὰ γίνωνται αἱ προαγωγαί. Διὰ νὰ προαχθῇ δευτεροβάθμιος καθηγητὴς εἰς τοιοῦτον πρωτοβάθμιον ἀπαιτεῖται τριετὴς ὑπηρεσία καὶ εὐδόκιμος δοκιμασία.
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα· τὸ γνωρίζω. Ἀλλὰ δίδετε ὁρισμὸν τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ λέγετε ὅτι ὁρισμὸς τοῦ πρωτοβαθμίου εἶναι ἡ κτῆσις πτυχίου διδάκτορος, ὁρισμὸς δὲ τοῦ δευτεροβαθμίου εἶναι ἡ κτῆσις πτυχίου προλύτου. Ἐφ’ ὅσον δίδετε τοιοῦτον ὁρισμὸν τῆς ἐννοίας τοῦ πρωτοβαθμίου καὶ τοῦ δευτεροβαθμίου, δὲν δύνασθε νὰ ἐξέλθητε ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνεπέσατε. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ διορθωθῇ τοῦτο, ἵνα μὴ τυχὸν εὑρεθῇ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συμμορφούμενον τυφλῶς πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου δώσῃ τοιαύτην ἑρμηνείαν καὶ προτιμᾷ τῶν πτυχιούχων διδακτόρων διὰ τὰς θέσεις τῶν δευτεροβαθμίων καθηγητῶν τοὺς κεκτημένους δίπλωμα προλύτου.
§140Π. ΖΑΪΜΗΣ. Προτιμῶνται οἱ ἄλλοι, κύριε συνάδελφε.
§141ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, θὰ ἔχωμεν διδασκάλους καὶ πρὸς τούτοις καθηγητὰς δευτεροβαθμίους καὶ πρωτοβαθμίους. Τὸ ἄρθρον 4 καθορίζει ὅτι διδάσκαλοι θὰ εἶναι οἱ ἔχοντες πτυχίον τοῦ πανεπιστημιακοῦ φροντιστηρίου καὶ οἱ διδάσκοντες τὴν γυμναστικήν, τὴν καλλιγραφίαν καὶ ἰχνογραφίαν. Δευτεροβάθμιοι δὲ καθηγηταὶ θὰ εἶναι οἱ κεκτημένοι πτυχίον τελειοδιδάκτου τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πρωτοβάθμιοι οἱ κεκτημένοι πτυχίον διδάκτορος. Τὸ ἐδάφιον ϛʹ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου καθορίζει τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Οἱ δευτεροβάθμιοι καθηγηταί, οἱ τὸ πρῶτον διοριζόμενοι, μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς πρωτοβαθμίους καθηγητάς, μετὰ προαγωγικὴν εὐδόκιμον δοκιμασίαν. Ἐν τῷ διορισμῷ ἢ τῇ τοποθετήσει τῶν δευτεροβαθμίων καθηγητῶν καὶ τῶν διδασκάλων, χηρευούσης θέσεως, προτιμῶνται οἱ ἀρχαιότεροι, μεταξὺ δὲ τῶν συγχρόνων οἱ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ἔχοντες ἐν τῷ διπλώματι, τῶν δὲ πρωτοβαθμίων καθηγητῶν οἱ τὸν μείζονα βαθμὸν λαβόντες ἐν τῇ προαγωγικῇ ἐξετάσει». Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον καθορίζει οὕτω πως ἐν πάσῃ σαφηνείᾳ πῶς θὰ διορίζωνται καὶ θὰ προάγωνται οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἂν ὁ κ. συνάδελφος ἔχῃ νὰ ὑποδείξῃ ἄλλον τρόπον καταλληλότερον, ἂς τὸν διατυπώσῃ εἰς τροπολογίαν.
§142Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κάμετέ την σεῖς. Ἐγὼ ὑποδεικνύω μίαν ἀτέλειαν, ἡ ὁποία εἶναι φανερά. Λοιπὸν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν διασκευάσατε τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐνυπάρχῃ ἡ ἀτέλεια αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, εἶτα δ’ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§144Π. ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἕκτου ἐδαφίου παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι μου, κύριε Πρόεδρε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶτα δ’ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7–12).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ὁ κ. Γ. Καραϊσκάκης ἔχει τὸν λόγον.
§146Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι Βουλευταί, παρουσιάζει τι τὸ τοσοῦτον ἀτελές, τὸ τοσοῦτον ἀμελέτητον καὶ τὸ δυνάμενον νὰ ἐπιδράσῃ ὀλεθρίως ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει, ὥστε ἡ μόνη εὐχὴ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ, εἶναι ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἡ εἰς ἐπιτροπὴν παραπομπὴ βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ τροποποιήσῃ πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Γενικὴ γνώμη ἐπικρατεῖ εἰς ὅλον τὸν διδασκαλικὸν κλάδον ἔν τε ταῖς Ἀθήναις καὶ ταῖς ἐπαρχίαις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὀλέθριον διὰ τὴν παιδείαν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ εὐρύτερον ν’ ἀναπτύξω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται ἡ ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἡ πεποίθησις ἡ κρατοῦσα εἶναι αὐτή. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε ὑποβαλλομένων νομοθετημάτων, ἀφορώντων εἴτε τὸ Πανεπιστήμιον εἴτε τὴν Μέσην ἐκπαίδευσιν, διότι ταῦτα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑποβάλλονται ἀμελέτητα.
§147Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁμολογουμένως ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγέννησε συγκίνησιν μεγάλην εἰς τὸν διδασκαλικὸν κλάδον καὶ πρὸ ἡμερῶν συνέβη νὰ δεχθῶ εἰς ἀκρόασιν διδασκαλικοὺς συλλόγους καὶ μεμονωμένως λειτουργοὺς τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, οἵτινες παρουσιάσθησαν καὶ ἐξέθηκαν τὰς ἀντιρρήσεις αὐτῶν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Παρετήρησα δ’ ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις τῶν ἀνθισταμένων κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἰς ἄλλο τι, διότι ὁμολογουμένως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προσκόπτει καὶ εἰς προσωπικὰ συμφέροντα τῶν διδασκάλων. Ὡς ἐνόησα λοιπὸν ἐκ τῶν συζητήσεων μετὰ τῶν διαφόρων λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, οὗτοι φοβοῦνται μὴ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν σχολείων ἀπολέσωσι τὰς θέσεις των. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔβλεπον ὅτι ἐξησφαλίζετο ἡ διατήρησις αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπὶ τοσοῦτον ὑπεχώρουν πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀπὸ ἀπόψεως δὲ καθαρῶς ὑπηρεσιακῆς οὐδεμίαν προέβαλλον ἀντίρρησιν. Ἄν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ προσεκτικώτερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συνέκρινε δὲ τὸ προσωπικὸν τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ μὲ τὸ ὑπάρχον, ἤθελε πεισθῇ ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν ὑπάρχει τόση μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προκειμένου συστήματος καὶ τοῦ ὑφισταμένου. Διότι ὄχι μόνον τοιαῦται ὑπεβλήθησαν ἀντιρρήσεις, ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη ὑπό τινων ὅτι διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου καταπολεμεῖται καὶ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀναγνωρίζει ὡς ὀρθόν, διότι οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις ἔχει συμφέρον καὶ ἐνδιαφέρον νὰ καταπολεμήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ἄν δὲ συγκρίνητε τὰ ὡρολόγια τῶν μαθημάτων, τὰ νῦν ὑπάρχοντα, πρὸς τὸ πρόγραμμα, ὡς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καταρτίζεται, θέλετε ἰδεῖ ὅτι πολὺ μικρὰ διαφορὰ ὑπάρχει ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκυκλοπαιδικὴν μόρφωσιν τῶν νέων. Βεβαίως ὑπάρχει διαφορά, διότι δίδομεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ κατωτέρου κύκλου μόρφωσίν τινα πρακτικωτέραν, ἀλλὰ δὲν καταπολεμεῖται καὶ ἡ ἐγκυκλοπαιδικὴ κλασσικὴ ἐκπαίδευσις ῥιζηδόν. Ταῦτα παρακαλῶ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Βουλευτής, αἱ δὲ παραστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἐνταῦθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν βεβαίως εἶναι ἀποτέλεσμα συζητήσεων, τὰς ὁποίας θὰ εἶχε μετὰ διδασκάλων, παρουσιασθέντων πρὸς αὐτὸν καὶ παρακαλεσάντων νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν αἰτημάτων των. Καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω βεβαίως ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σχολείων θὰ ὑπάρξωσι λειτουργοί τινες τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, οἵτινες θὰ μείνωσιν ἐκτὸς θέσεως. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ὅταν πρόκειται νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι, καὶ ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέπτυξεν, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου θὰ προκύψωσιν ἀρκεταὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι διττός, ἀφ’ ἑνὸς κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν νὰ βελτιωθῇ ἡ Μέση ἐκπαίδευσις, καὶ βεβαίως βελτιοῦται, ἂν δὲν καθίσταται τελεία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ν’ ἀνακουφισθῇ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀπὸ ἀρκετὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, ἴσως 500.000 ἴσως καὶ 600.000, ὅταν λοιπόν, λέγω, πρόκειται νὰ γίνωσι καὶ τοσαῦται οἰκονομίαι χάριν τοῦ γενικοῦ καλοῦ...
§148Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καταργήσατε ὅλα τὰ σχολεῖα, διὰ νὰ ἔχωμεν μεγάλην οἰκονομίαν!
§149Π. ΖΑΪΜΗΣ. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐχάριστον, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπέτρεπον νὰ ἔχωμεν περισσότερα σχολεῖα, θὰ ἦτο δὲ καλὸν νὰ ἐκάμνομεν καὶ νέα Γυμνάσια, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς νὰ ἔφθανε πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν καταργουμένων Ἑλληνικῶν σχολείων, διότι, ὅπως γνωρίζετε πάντες, κατὰ τὸ παρελθὸν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἱδρύοντο εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ δι’ αὐτὸ ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἐν τῇ ἐπετηρίδι ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη τῷ 1908 ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας φαίνεται, τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἔφθανον νὰ εἶχον μαθητὰς 80–90, ἐξ οὗ ὁ κ. Στάης ἠναγκάσθη νὰ καταργήσῃ πολλὰ σχολεῖα μονοτάξια, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν δὲν ὑπερέβαινε τοὺς ἕξ. Καὶ τὰ σχολεῖα αὐτὰ ὑπῆρχον εἰς μέρη ὅπου ὑπῆρχον καὶ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα καὶ ἐγένετο οὕτω σπατάλη ἐντελῶς περιττή, καθόσον ὅπου ὑπάρχουσι πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ὑπάρχωσι καὶ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, καθόσον ἐκ τῆς ἕκτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἔδιδον ἐξετάσεις καὶ εἰσήρχοντο εἰς τὸ σχολαρχεῖον.
§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1905 ὅλα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα εἶναι ἑξατάξια, συνέβαινε δὲ πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον ἀκριβῶς ἐκεῖ ὅπου ἦτο Ἑλληνικὸν σχολεῖον.
§151Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ φέρῃ σημείωμα δι’ οὗ νὰ ἐμφαίνηται πόσα δημοτικὰ σχολεῖα εἶναι ἑξατάξια.
§152Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχον τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα βεβαίως ἦτο δύσκολον παντοῦ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα νὰ εἶναι ἑξατάξια, διότι ὁ γονεὺς προυτίμα νὰ φοιτᾷ τὸ τέκνον του εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, παρὰ νὰ φοιτᾷ εἰς τὴν ἕκτην τοῦ δημοτικοῦ. Φυσικὴ λοιπὸν συνέπεια τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων θὰ εἶναι ἡ αὔξησις τῶν δημοτικῶν ἑξαταξίων. Βεβαίως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅλα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα δὲν εἶναι ἑξατάξια.
§153Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐκ τῶν 1500 σχολείων ἀμφιβάλλω ἂν τὰ 100 εἶναι ἑξατάξια.
§154Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι καταργεῖ σχολεῖα, ὡμολόγησεν ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ ἑξατάξια δημοτικὰ σχολεῖα εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπως δυνηθῶσι ν’ ἀναπληρώσωσι τὴν ἔλλειψιν τῶν καταργουμένων Ἑλληνικῶν σχολείων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν σχολείων καίριον τραῦμα καταφέρεται κατὰ τῆς παιδείας, καίριον τραῦμα καταφέρεται κατὰ τῆς διαπαιδαγωγήσεως τῶν Ἑλληνοπαίδων. Ἐρωτῶ· εἰς μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον καταργεῖται σχολεῖον, πῶς θὰ δυνηθῇ ὁ ἄπορος μαθητής —καὶ τὸ πλεῖστον ἐξ αὐτῶν εἶναι ἄποροι—, πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλην πόλιν, ἵνα συνεχίσῃ τὰς σπουδάς του; Μέγα μέρος Ἑλληνοπαίδων θ’ ἀναγκασθῇ νὰ διακόψῃ τὴν πρόοδον τῆς παιδεύσεως αὑτοῦ, θὰ ἐπέλθῃ δὲ ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ἀγραμματωσύνη τῶν Ἑλληνοπαίδων εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἔδει νὰ ἐντείνωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Ἑλληνοπαίδων, εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, τῆς πανταχόθεν πολεμουμένης, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἡ μεγαλειτέρα προσοχὴ καταβάλλεται εἰς τὴν μόρφωσιν, τὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν τελειοτέραν ἐκπαίδευσιν τῶν μαθητῶν, εἰς ἐποχὴν τοιαύτην πᾶν ἄλλο ἢ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ὑπὸ τοιαύτας μάλιστα περιστάσεις, ἔδει νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπαγγέλλεται τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Πανελληνίου. Ἐρρέτω τοιαύτη ἀνόρθωσις, ἂν πρόκειται νὰ καταστρέψῃ τὴν γλῶσσαν χάριν οἰκονομίας 600,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἠθέλετε οἰκονομίας, ἠδύνασθε νὰ μὴ ψηφίσητε νόμον περὶ ἀγροτικῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐπαυξάνετε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ 350,000 δραχμὰς καὶ πλέον, εἰς οὐδὲν ἄλλο ὠφελοῦντες ἢ μόνον εἰς τὸ νὰ παρέχητε ῥουσφέτια εἰς ὡρισμένα πρόσωπα. Ἐὰν ἠθέλετε οἰκονομίας, ἠδύνασθε νὰ ἐπιβάλητε φορολογίαν—ἣν καὶ σήμερον βεβαίως ἐπιβάλλετε—εἰς τὴν σακχαροποιίαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἠδύνασθε ἄνευ ἀνταλλάγματος τὴν φορολογίαν ταύτην νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸ ἐν λόγῳ ἐργοστάσιον, διότι οὐδαμόθεν ᾐτιολογημένον θὰ εἶναι, ὅπως σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε, νὰ δώσητε 1,300,000 δραχμῶν ὡς ἀποζημίωσιν εἰς ἕνα ἐπιχειρηματίαν, διὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ὁποίου ἐν τῇ ἐπιχειρήσει δὲν εἶναι ὑπόχρεον τὸ Κράτος. Ἔστε βέβαιοι, ὅτι μὲ τοιαῦτα μέτρα εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖτε ἢ μόνον εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς ἤδη σχηματιζομένης πεποιθήσεως, ὅτι πᾶν ἄλλο πράττετε παρὰ ν’ ἀνταποκρίνησθε εἰς τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνετέθη.
§155ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐδήλωσα, Κύριοι, ἤδη κατὰ τὴν γενικὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἐπιδιώκομεν μόνον οἰκονομίας, ἀλλὰ πρὸ παντὸς βελτίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως οὐδεὶς εὑρίσκει εὐχάριστον, πλὴν ἴσως ὀλίγων ἑλληνοδιδασκάλων, ἐχόντων λόγον ὑπάρξεως ἐφ’ ὅσον διατηρεῖται αὐτὴ ἡ κατάστασις. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως, λέγων ταῦτα, τοὺς διδάκτορας τοῦ Πανεπιστημίου, τοὺς ὑπηρετοῦντας νῦν ὡς ἑλληνοδιδασκάλους, οὔτε τοὺς πτυχιούχους τοῦ πανεπιστημιακοῦ φροντιστηρίου. Ἐννοῶ τοὺς ἑλληνοδιδασκάλους ἐκείνους, οἵτινες διωρίσθησαν τὸ πρῶτον βοηθοί, ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλοῦ ἀπολυτηρίου Γυμνασίου, ὕστερον δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τυπικῆς τινος δοκιμασίας προεχειρίσθησαν ἑλληνοδιδάσκαλοι λυμαινόμενοι ἔκτοτε τὴν Μέσην ἐκπαίδευσιν. Οἱ διδάκτορες, Κύριοι, καὶ οἱ τοῦ φροντιστηρίου τοῦ Πανεπιστημίου θὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι, ἐνῷ τώρα εἶναι κατατετμημένοι εἰς 42 Γυμνάσια καὶ 320 Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἐν οἷς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσωσιν, ὡς δεῖ, τὸν προορισμόν των, κατὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον συγκεντρούμενοι εἰς ὀλιγώτερα σχολεῖα θ’ ἀποδώσωσι καρποὺς ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ καλλιτέρους. Τί περιμένετε νὰ διδαχθῇ ὁ ἑλληνόπαις ἀπὸ ἕνα ἑλληνοδιδάσκαλον ὁ ὁποῖος εἶναι ἢ φυσικὸς ἢ μαθηματικὸς ἢ θεολόγος ἢ καὶ φιλόλογος καὶ διδάσκει συγχρόνως Ἑλληνικά, Γαλλικά, Θρησκευτικά, Μαθηματικὰ καὶ Φυσικά; Αὐτὴ ἡ στοιχειώδης λογικὴ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ θεωρήσωμεν τὴν τοιαύτην διδασκαλίαν ὡς παρῳδίαν ἐκπαιδεύσεως. Ἀπέναντι δέ, Κύριοι, αὐτῆς τῆς παρῳδίας ἐρχόμεθα νὰ καθιερώσωμεν τώρα ἀληθῆ Μέσην ἐκπαίδευσιν διὰ τῆς ἱδρύσεως πενταταξίων σχολείων, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ μόνα εἶναι δυνατὸν νὰ διδάσκωνται ὑπὸ εἰδικῶν πάντα τὰ μαθήματα, τὰ Φιλολογικὰ ὑπὸ φιλολόγων, τὰ Μαθηματικὰ ὑπὸ μαθηματικῶν, τὰ Φυσικὰ ὑπὸ φυσικῶν καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἡ διαφορὰ εἶναι τόσον καταφανής, ὥστε ὁμολογῶ ὅτι ἐκπλήττομαι πῶς εὑρίσκονται οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι εἶναι τελειοτέρα ἡ παροῦσα τριετὴς ἐκπαίδευσις, ὑπὸ διδασκάλους εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τεταγμένους καὶ διδάσκοντας συλλήβδην πάντα τὰ μαθήματα, ἀπὸ τὴν πενταετῆ ἐκπαίδευσιν, καθ’ ἣν καὶ ὁ κύκλος τῶν μαθημάτων εὐρύνεται καὶ εἰδικοὶ διδάσκαλοι μέλλουσι νὰ διδάσκωσι πάντα ταῦτα. Ἡ μόνη, Κύριοι, εὐλογοφανὴς ἀντίρρησις εἶναι ὅτι τὰ πεντατάξια σχολεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρυθῶσι πανταχοῦ, ὅπου νῦν λειτουργοῦσι τὰ τριτάξια Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Κατ’ ἀνάγκην θὰ εἶναι αὐτὰ ὀλιγώτερα, οἱ δ’ Ἑλληνόπαιδες δὲν θὰ φοιτῶσιν εἰς 320 σχολεῖα ἀτελῆ, ἀλλ’ εἰς 110–120 τέλεια τοιαῦτα.
§156Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πῶς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς αὐτά;
§157ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅπως τὴν σήμερον μεταβαίνουσιν οἱ μαθηταὶ τῶν χωρίων, ἐν οἷς δὲν ὑπάρχουσιν Ἑλληνικὰ σχολεῖα, εἰς τὰς κώμας ἐν αἷς ὑπάρχουσι τοιαῦτα. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ἀπόφασιν, ἢ θὰ ἔχωμεν ἐκπαίδευσιν πλήρη καὶ ἀρτίαν μὲ τὰ 110–120 πεντατάξια σχολεῖα ἢ δὲν θὰ ἔχωμεν διόλου τοιαύτην, διότι προτιμότερον εἶναι νὰ καταργηθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα οὐδένα προορισμὸν ἐκπληροῦσιν, ὡς ἔχουσι νῦν. Τὰ τῆς συστάσεως, Κύριοι, τῶν νέων σχολείων τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως κανονίζονται ὡς ἑξῆς ἐν ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει)· «Καὶ Γυμνάσια μὲν ἱδρύονται ἐν ἑκάστῳ νομῷ ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη ἐξετασθέντων εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἐν αὐτῷ σχολεῖα τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὑπολογιζομένων 250 μαθητῶν δι’ ἕκαστον, Λύκειον δὲ ὅπου ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τοὺς 120 μαθητὰς διὰ τὰς τρεῖς ἀνωτάτας τάξεις αὐτοῦ». Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ εἶναι εὔκολος ὁ ὑπολογισμός.
§158Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ ὁποῖος εἶναι ἄγνωστος.
§159ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ τίθεται αὐτὴ ἡ βάσις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δύναται νὰ λάβῃ ἀνὰ χεῖρας ἕκαστος ἐξ ὑμῶν τὴν στατιστικὴν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, τὴν δημοσιευθεῖσαν τελευταῖον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ νὰ κάμῃ τὸν ὑπολογισμόν.
§160Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ καταθέσητε σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνηται πόσα κατ’ ἐπαρχίας Ἑλληνικὰ σχολεῖα θὰ καταργηθῶσι καὶ πόσα Γυμνάσια, καὶ ποῦ, εἰς ποίαν πόλιν καὶ ποῖον χωρίον θὰ συσταθῶσι τὰ νέα Γυμνάσια. Ἡ ὑπηρεσία ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα ὥστε νὰ δύναται νὰ καταρτίσῃ ἀμέσως τὸ σημείωμα αὐτό.
§161Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ καταθέσητε ἐντὸς τῆς αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὡρολόγιον τῆς διδασκαλίας ἐν τῇ Μέσῃ ἐκπαιδεύσει διὰ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τὰ Γυμνάσια.
§162ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι ἀρκεῖ νὰ λάβῃ τις ἀνὰ χεῖρας ἀφ’ ἑνὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου περὶ Ἑλληνικῶν σχολείων, διὰ νὰ ἀνεύρῃ μόνος ποῖα σχολεῖα θὰ ἱδρυθῶσι καὶ ποῦ.
§163Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ νὰ τὸ κάμῃ ἡ ὑπηρεσία.
§164ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἱδρυθῶσιν ἐν ἑκάστῳ νομῷ τὰ ἀνάλογα σχολεῖα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν ἐν συνόλῳ. Δὲν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀριθμὸς ὡρισμένος διὰ μίαν πόλιν, ἵνα συσταθῇ ἐν αὐτῇ τὸ σχολεῖον, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν διαφόρων τμημάτων. Ὅταν δὲ οὗτοι ἀνέρχωνται εἰς 250, ἱδρύεται εἰς τὸ κέντρον τῆς περιφερείας των ἓν τοιοῦτον Γυμνάσιον. Ἀλλά, Κύριοι, πρώτιστον καὶ κυριώτατον ζήτημα παραμένει τοῦτο, τί εἶναι προτιμότερον ἐκ τῶν δύο νὰ ἔχωμεν; Τὰ πολλὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα οὐδένα προορισμὸν ἐκπληροῦσιν, ἀλλὰ μᾶλλον διαστρεβλοῦσι τὴν διάνοιαν τῶν φοιτώντων εἰς αὐτά, ἢ τὰ πλήρη καὶ τέλεια πεντατάξια σχολεῖα, τὰ ὁποῖα μόνα δύνανται νὰ παρέχωσι τὴν ἀναγκαίαν μόρφωσιν εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας, ὅπως γίνεται πανταχοῦ; Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν ἀντὶ τῶν πολλῶν καὶ ἀχρήστων 320 Ἑλληνικῶν σχολείων, διὰ τὰ ὁποῖα εἰς μάτην δαπανῶμεν ὑπὲρ τὰ 2,500,000, τὰ 110–120 πεντατάξια Γυμνάσια, ἅτινα καὶ μόνα εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσωσιν, ὡς δεῖ, τὸν προορισμὸν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἔχω, Κύριοι, δι’ ἐλπίδος ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ διστάσῃ ν’ ἀσπασθῇ τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ θὰ προτιμήσῃ καὶ αὐτὴ ἀντὶ τῶν νῦν ἀχρήστων 320 Ἑλληνικῶν σχολείων τὰ 110–120 πλήρη καὶ ἄρτια πεντατάξια Γυμνάσια, τὰ ὁποῖα ἀνταποκρινόμενα καθ’ ὅλα εἰς τὰς σημερινὰς πνευματικὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας θὰ εἶναι ἐφάμιλλα πρὸς τὰ τοιαῦτα σχολεῖα ὅλων τῶν πεπολιτισμένων χωρῶν.
§165Γ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Μᾶς δίδετε τὸν πίνακα;
§166ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Γίνεται ἀνάλογος κατανομὴ κατὰ νομοὺς καὶ ἐπαρχίας (θόρυβος).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§168Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει πρὸ πολλοῦ ζητήσει ὁ κ. Μοσχούλας. Θὰ τελειώσῃ ὁ κ. Μοσχούλας καὶ κατόπιν ὁμιλεῖτε.
§170Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας, Κύριε!
§171Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις!
§172Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον πρὶν παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἐπεξεργασθῇ αὕτη τοῦτο, διότι ὁ πρῶτος καὶ κύριος λόγος τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου — καὶ τοῦτο ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως — εἶναι οἰκονομικός.
§173Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶπον ὅτι εἶναι οἰκονομικός. Καὶ οἰκονομικός, εἶπον.
§174Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Βεβαίως εἶναι οἰκονομικός, ὅταν καταργῆτε 250 Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἶχε τὸ σχέδιον τοῦτο, ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ εἶπε· τί θέλετε τὰ 350 ὑπνωτήρια καὶ δὲν προτιμᾶτε 110 Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργῶσιν ὅπως ἐμπρέπει νὰ λειτουργῶσιν; Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξῆλθον ἐκ τῶν σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου εἴτε ἐκ τῶν φροντιστηρίων αὐτοῦ, δύνασθε τοὺς διδασκάλους τούτους, τοὺς ὁποίους ἔχετε ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ν’ ἀπολύσητε, ἡμεῖς δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ δεχθῶμεν ὅπως καταργηθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, διότι θέλομεν νὰ χαρισθῶμεν εἰς τοὺς διδασκάλους, διότι περὶ αὐτῶν βεβαίως οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης Βουλευτὴς ὡμίλησεν οὔτε ἕτερός τις, ἀλλὰ διότι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωποῦμεν ἐδῶ, κατόπιν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται καὶ τὰς ὁποίας ἡμεῖς μετὰ τόσης εὐκολίας ἐπιβάλλομεν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ μὴ περιπέσωσιν εἰς λήθαργον ἐκεῖνοι παρὰ τῶν ὁποίων αὔριον θὰ ζητήσητε νέους φόρους, ἀλλὰ νὰ ἔχωσιν εἰς τὴν ἕδραν αὐτῶν, εἰς τὸ χωρίον αὐτῶν, τὸν διδάσκαλον, ἵνα μορφωθῶσιν, ἵνα τὸ ἐγὼ αὐτῶν ἀναπτυχθῇ περισσότερον, ἵνα γίνωσι χρηστοὶ καὶ φιλόνομοι πολῖται. Ὅτε ὑποχρεοῦτε τὸν κάτοικον ἑνὸς δήμου, ὁποῖος εἶναι ὁ τοῦ Βώλακος, κ. Ὑπουργέ, νὰ μεταβαίνῃ εἰς ἑνδεκάωρον ἀπόστασιν εἰς τὴν ἀντίπεραν ἐπαρχίαν, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ οὗτος καὶ πάντες οἱ γονεῖς ν’ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα αὐτῶν εἰς ἑνδεκάωρον ἀπόστασιν πρὸς φοίτησιν οὔτε ἔχουσι τὰ μέσα ἵνα ἀφήσωσι τὰ τέκνα αὐτῶν εἰς χωρία ἢ εἰς πρωτευούσας, ὅπου δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ὑλικῶς ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ ἀδικήσω τὴν πρόθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ ἰδέα αὕτη τῆς τροποποιήσεως τοῦ ὑφεστῶτος νόμου εἰσήχθη ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ διδασκάλων, τοὺς ὁποίους δὲν θίγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐν Ἀθήναις ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ σπουδάζωσι τὰ τέκνα των, φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ σταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ λάβωσι μέρος ὅλοι οἱ κατὰ κατὰ καιροὺς χρηματίσαντες Ὑπουργοὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ὅλοι οἱ δυνάμενοι. (Διαμαρτυρίαι).
§175Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι πρὸς Θεοῦ! (Γέλωτες). Μόνον αὐτὸ νὰ μὴ γίνῃ!
§176Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τέλος πάντων ἂς ὁρισθῇ μία ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ Προέδρου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως ἡμεῖς ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος θὰ τυφλώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§177Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§178Ν. ΚΡΙΣΠΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἐξαιρετικὴ πρόνοια διὰ τοὺς Κυκλαδίους.
§179Π. ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ. Κατὰ τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναλογοῦσι πέντε Γυμνάσια εἰς τὸν νομὸν Κυκλάδων.
§180Ν. ΚΡΙΣΠΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ εἶναι πέντε Γυμνάσια, ἡμεῖς θεωροῦμεν ὅτι καλῶς ἔχει. Ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἓν εἰς ἑκάστην πρωτεύουσαν ἐπαρχίας.
§181Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ὑπὸ διοικητικὴν διαίρεσιν ἢ ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, δὲν θὰ κατέληγεν εἰς τὴν διαπόμπευσιν τοῦ νὰ κατασκευάσῃ τὸ νομοθέτημα ὅπως τὸ κατεσκεύασε, διότι ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἀνὰ χεῖρας, δὲν λύει τὸ πρόβλημα. Θὰ συμβῇ, ὥστε ὁλόκληρα διαμερίσματα νὰ μὴ ἔχωσιν οὔτε δημοτικὸν σχολεῖον οὔτε Ἑλληνικόν. Καὶ γεννᾶται εὐλόγως ἡ ἀπορία εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ διαμερίσματος ἐκείνου· τί θὰ κάμωμεν τὰ τέκνα μας; Κατεδικάσθησαν αὐτοὶ εἰς θάνατον πολιτικὸν καὶ ἀνθρώπινον; Πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσῃ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ὡρισμένους κατοίκους ὡρισμένων διαμερισμάτων, ὑπὸ τὰς γνωστὰς κοινωνικὰς συνθήκας, νὰ μεταβῶσιν εἰς τόσον μακρὰς ἀποστάσεις καὶ νὰ πληρώνωσιν ἀγώγια, ἐνῷ οὔτε τὸν ἄρτον των πολλάκις ἔχουσι; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ γονεῖς νὰ ἐμπιστευθῶσι τὰ τέκνα των ἡλικίας ὀκτὼ καὶ ἐννέα ἐτῶν εἰς ἀγωγεῖς μέλλοντας νὰ διανύωσιν ἀπόστασιν 50 καὶ 60 ὡρῶν; Ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὴν Εὐρυτανίαν σήμερον λειτουργοῦσι τέσσαρα Ἑλληνικὰ σχολεῖα, πλήρη, ἄρτια, ἐξυπηρετοῦντα τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦ νομοθετήματος οὐδὲν ἐκ τῶν σχολείων τούτων διατηρεῖται.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ἓν Γυμνάσιον.
§183Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ συζητῆτε ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον. Λοιπὸν δὲν θὰ ὑπάρξῃ κανὲν Ἑλληνικὸν σχολεῖον· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δημοτικὸν πλῆρες οὐδέν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τοὺς κατοίκους τοῦ διαμερίσματος αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ὁποίων ζητοῦνται ἀνάλογοι θυσίαι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Πολιτεία νὰ παραγκωνίσῃ ἐπὶ τέλους; Διότι ἡ βάσις ἡ ὁποία λαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀποκλείει καὶ Γυμνάσιον καὶ Λύκειον. Τί θὰ γίνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Πῶς θὰ μεταβῶσι τὰ τέκνα τῶν Εὐρυτάνων εἰς τὸ Μεσολόγγιον;
§184Π. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ ὑπάρχωσι καὶ σχολεῖα ἐν Εὐρυτανίᾳ.
§185Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πῶς;
§186Π. ΖΑΪΜΗΣ. Αὔριον ὅτε θὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ θὰ ἴδητε.
§187Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπισκοπήσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ εὕρῃ σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ μεταβληθῇ ἡ βάσις, εἴτε ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ, ὥστε νὰ ἐξυπηρετῆται τοὐλάχιστον ἐν μέτρῳ δικαιοσύνης ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι θὰ παραστῶμεν τότε πρὸ τερατουργήματος, ἐν Ἀθήναις μὲν νὰ ἔχωμεν εἴκοσι Γυμνάσια καὶ Λύκεια, ἐν Εὐρυτανίᾳ δὲ οὐδέν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑδροκέφαλος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος κινδυνεύει νὰ πάθῃ διάρρηξιν τῶν ἀγγείων πλέον, διότι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλο.
§188Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ὑπάρχει.
§189Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργέ.
§190Π. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ τὸ ἴδητε αὔριον.
§191Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πῶς; Νὰ μοὶ δώσητε ἐξήγησιν.
§192Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διότι δὲν εἶναι ἀναγκαστικὸν νὰ φοιτῶσι μόνον διακόσιοι μαθηταὶ εἰς ἓν σχολεῖον· δυνατὸν νὰ φοιτῶσι καὶ πλείονες. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον προβλέπει, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰς μίαν τάξιν πλείονες τῶν 300 μαθητῶν, ἡ τάξις θὰ διαιρῆται. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἕκαστον Γυμνάσιον δύναται νὰ περιλάβῃ καὶ 60 μαθητὰς κατὰ τάξιν. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι, ἐὰν αὐξήσωσι τὰ σχολεῖα, αὐξάνουσιν αἱ δαπάναι. Δὲν ὡμολόγησα ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὅτι θὰ ἦτο λίαν εὐχάριστον, ἐὰν ἠδύνατο τὸ Κράτος ν’ αὐξήσῃ τὰ σχολεῖα, ὄχι βεβαίως νὰ φέρῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν πλήρων σχολείων εἰς τὸν ἀριθμόν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον; Ἐὰν αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ τόπου ἐπέτρεπον νὰ ἔχῃ οὗτος περισσότερα σχολεῖα, βεβαίως θὰ ἦτο εὐχάριστον. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι αὐτό. Αὐτὸ εἶναι ὅμως ζήτημα ὑπαγόμενον πλέον καὶ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας βεβαίως θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχῃ περισσότερα, ὄχι βεβαίως 300 τόσα, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ἑξήκοντα τοὐλάχιστον ἀκόμη. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν. Κατηργήσαμεν τοὺς εἰρηνοδίκας ἀκριβῶς λόγῳ οἰκονομίας.
§193Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ τέσσαρα Ἑλληνικὰ σχολεῖα τὰ λειτουργοῦντα ἤδη ἐν Εὐρυτανίᾳ ἔχουσι μαθητὰς ὑποστάντας ἐξετάσεις, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ ἀνερχομένους εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν διακοσίων.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε αὐτό.
§195Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὐλόγως γεννᾶται ἡ ἀπορία· ἀφοῦ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν θεραπεύεται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθῇ Γυμνάσιον ἐκεῖ; Διότι καὶ τὰ τέσσαρα Ἑλληνικὰ σχολεῖα δὲν ἔχουσι τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον.
§196Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῶσι καὶ ὅλοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας.
§197Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Βεβαίως. Αὐτὸ τὸ εἶπον προηγουμένως.
§198ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. 219· κατὰ συνέπειαν θὰ γίνῃ Γυμνάσιον;
§199Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πῶς γίνεται;
§200ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ γίνεται.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς εἶναι. Αὐτὸ διορθώνεται.
§202Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Προκειμένου, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον ἀναιροῦν ἐνενήκοντα ἐτῶν βίον ἐκπαιδευτικόν, πρέπει τοὐλάχιστον ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ἂν αἱ ἐπαρχίαι θὰ στερηθῶσι τῶν εὐκολιῶν, ἃς μέχρι τοῦδε εἶχον. Ἐξηγήσατε ὅτι εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν θὰ ὑπάρχῃ Γυμνάσιον καὶ τότε δὲν ἔχετε ν’ ἀκούσητε ὅσα ἠκούσατε.
§203ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δεχόμεθα τὴν τροπολογίαν, εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν νὰ γίνῃ Γυμνάσιον.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§205Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ζητῶ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε τὴν παραπομπήν; Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§207ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 5′ μ. μ.).