1909.10.23
1.175 στίχοι · 8.550 λέξεις · 103 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25.
τῆς 23ης Ὀκτωβρίου 1909.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.
ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 103 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Οἱ ὑποδιδάσκαλοι Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας παρακαλοῦσιν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων καὶ αὐξηθῶσιν αἱ δύο πεντάδραχμοι αὐξήσεις των εἰς δεκαδράχμους τοιαύτας· 2) Ὁ πρόεδρος τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν παρακαλεῖ, ὅπως ὁρισθῇ ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ περὶ μεταναστεύσεως ὡς μεταναστευτικὸς λιμὴν καὶ ὁ τῶν Καλαμῶν· 3) Οἱ πρόεδροι τῶν συλλόγων καὶ συντεχνιῶν Πατρῶν διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τοῦτο. 4) Πολῖται Αἰγίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀποστεροῦν τῶν ἐκλογικῶν δικαιωμάτων τοὺς καθυστεροῦντας τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλάς των, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου περὶ ἐκλογικῶν βιβλιαρίων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὅπως ψηφισθῇ νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ὅπως εἰς ἣν περίπτωσιν καταργηθῇ τὸ ταμεῖον Αἰγιαλείας ληφθῇ πρόνοια περὶ πωλήσεως ἐν Αἰγίῳ χαρτοσήμου. 5) Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς ἐν Εὐβοίᾳ ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγ. Νικολάου ἢ Γαλατάκη παρακαλεῖ, ὅπως διακριθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ μεταλλείων τὰ ὀρυχεῖα τῶν μεταλλείων καὶ ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἡ καταργοῦσα τὸ ἄρθρον 36 τοῦ ΧϞʹ περὶ μεταλλείων νόμου ἢ τουλάχιστον μὴ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ἡ ἱερὰ Μονὴ ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς ὁποίας περικλείεται μαγνητίτης λίθος. 6) Οἱ πρόεδροι τῶν συλλόγων καὶ συντεχνιῶν Πύργου διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἢ παραμείνῃ τὸ καθεστὼς ἢ ὁρισθῇ ὡς μεταναστευτικὸς λιμὴν καὶ ὁ τοῦ Κατακώλου. 7) Ὁ κ. Σπ. Κουμουνδοῦρος ζητεῖ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν 1ον) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου τῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἀπὸ τῆς κατατάξεώς των· 2ον) Πίνακα ἐμφαίνοντα ἁπάσας τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς ὡς καὶ ἀποφάσεις τῶν τε πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν Δικαστηρίων δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν ὡς καὶ ἁπάσας τὰς κατ’ αὐτῶν κατηγορίας καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῶν ἀποτελέσματα τῶν ἀνακρίσεων· 3ον) Τὴν ἐποχὴν τῆς κατατάξεως ὡς καὶ τὸν τρόπον τῆς προελεύσεως αὐτῶν. Θὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπόντα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ ἐλέγχου Πρῶτος ἀναγεγραμμένος εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ Ἐλέγχου εἶναι ὁ βουλευτὴς κ. Σπ. Γεωργόπουλος.
§2Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη χθὲς νὰ μοὶ παράσχῃ πληροφορίας ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐπερώτησίν μου τὴν ὑποβληθεῖσαν πρό τινων ἡμερῶν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν δύο γεφυρῶν τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, τῆς γεφύρας Κουτσοχέρου καὶ τῆς γεφύρας Σωτείρας, αἵτινες ἀμφότεραι κεῖνται ἐγγύτατα τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, εἶναι δ’ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀναγκαιόταται. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἤδη μανθάνω ὅτι, καίτοι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὶς κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ μᾶλλον παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου νὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον διὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς σχετικῆς πιστώσεως, μέχρι σήμερον τοῦτο δὲν ἐγένετο. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς ἀποπερατώσεως τῶν δύο τούτων ἔργων, πρὸ πάντων δὲ τῆς γεφύρας Κουτσοχέρου, ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας τῶν μερῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι σήμερον ἀναγκάζονται πληρώνοντες ἁδρότατα νὰ διέλθωσι τὸν ποταμὸν διὰ σεσηπότων πορθμείων κινδυνεύοντες νὰ καταποθῶσιν ὑπὸ τοῦ ῥεύματος, οὗτινος πικρὰν πεῖραν ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Νάξου διελθὼν πρό τινων ἡμερῶν ἐκεῖθεν, ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν τί ἐπιφυλάσσει εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν τὸ προσεχὲς μέλλον, πολὺ δὲ φοβοῦμαι ὅτι ἐν ἐνδεχομένῃ ἀνάγκῃ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς λίαν δυσάρεστον θέσιν, διότι τὸ μόνον μέσον δι’ οὗ δύνανται ἐλευθέρως νὰ συγκοινωνήσωσι τὰ στρατιωτικὰ σώματα Λαρίσης καὶ Τρικκάλων εἶναι ἡ γέφυρα Κουτσοχέρου. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν παρακαλῶ θερμῶς νὰ σπεύσῃ ὅσον τάχιστα εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐν λόγῳ γεφύρας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Καραϊσκάκης ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν περὶ ἀνανεώσεως παλαιῶν ἑξαμηνιῶν.
§4Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν ὑπεβλήθη ἀναφορὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐκ μέρους ἐπιτροπῆς φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, δι’ ἧς οὗτοι ζητοῦσι τὴν ἀνανέωσιν τῶν ληξασῶν ἑξαμηνιῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀναφορὰ θὰ διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς θὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι δίκαιον ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ αἴτησις εἶναι δικαία, διότι ἐκ λόγων ἐντελῶς ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των οἱ πλεῖστοι δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφάς των, οὐ μόνον δ’ ἐκ λόγων οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἀλλ’ ἴσως ἐκ λόγων ὑπηρεσιῶν, ἃς πολλοὶ ἐξ αὐτῶν προσέφεραν πρὸς τὴν πατρίδα. Ἐλπίζω ὅθεν ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ θὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀδείας ὅπως ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφάς των, λαμβάνων μάλιστα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐπὶ τούτου ἔκθεσιν τῆς Πρυτανείας τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§5Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ περίπλοκον καὶ ἀρκετὰ ἀκανθῶδες καὶ διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠδυνήθη μέχρι τοῦδε νὰ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν. Ἔχει ἀνάγκην καὶ τῆς γνώμης τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Συγκλήτου. Πρέπει ἄλλως νὰ ὑποβληθῇ ἰδιαίτερος νόμος πρὸς τοῦτο καὶ πιθανὸν ν’ ἀνοίξωμεν κακὴν θύραν εἰς καταχρήσεις διὰ τὸ μέλλον, διότι οἱ φοιτηταὶ ἐνεγράφησαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διὰ λόγους δὲ διαφόρους δὲν ἀνενέωσαν τὰς ἐγγραφάς των ἐπὶ πολλὰς ἑξαμηνίας. Τώρα ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν νὰ ὑποβληθῇ νόμος διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτραπῇ ἑξαμηνίαι καθ’ ἃς δὲν ἐφοίτησαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον νὰ τοῖς προσμετρηθῶσιν ὡς χρόνος φοιτήσεως. Ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος δὲν ἔχει τότε ἀνάγκην ὁ φοιτητὴς νὰ φοιτᾷ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἐγγράφεται ἅπαξ, μένει εἰς τὸν οἶκόν του καὶ μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν παρουσιάζει καὶ ἐπιτυγχάνει τὴν ὑποβολὴν νόμου δι’ οὗ δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀποφοιτήριον ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ ποσῶς φοιτήσει, ὅτε καὶ τὸ Πανεπιστήμιον εἶναι ἐντελῶς περιττόν. Ἐν τούτοις θ’ ἀναμείνωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς Συγκλήτου καὶ θὰ ἴδωμεν τί θὰ γίνῃ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν ὅσον φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, διότι οἱ φοιτηταὶ οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐτόνισαν ὅτι, ἂν ἐγίνετο τοῦτο, τὸ δημόσιον Ταμεῖον δύναται νὰ εἰσπράξῃ ἀρκετὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποβλέπωμεν διαρκῶς καὶ ἀδιακόπως εἰς τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Θὰ μελετήσωμεν ἐν τούτοις τὸ ζήτημα καὶ θὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν.
§6Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι ἡ Σύγκλητος ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως τῶν φοιτητῶν, ὥστε, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἀφ’ ἑτέρου τὴν ὠφέλειαν τὴν ὁποίαν θὰ προσπορισθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν τούτων, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ταχέως θὰ σπεύσητε νὰ ὑποβάλητε τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπως ἀρθῇ τὸ κώλυμα τοῦτο.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Αἰγίνης κ. Σ. Πολυζώης ζητεῖ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως προσκομίσῃ οὗτος κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μετατροπῆς τῶν Σωφρονιστηρίων Ζακύνθου, Αἰγίνης καὶ Κεφαλληνίας τ’ ἀκόλουθα· 1) πίνακα ἐμφαίνοντα τίνα ποσὰ εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ἐξ ἑκάστου τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Κερκύρᾳ Σωφρονιστηρίων καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν· 2) ὅμοιον δηλοῦντα τὴν διαφορὰν τῆς δαπάνης ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ χωριστὰ ἀπὸ τὸ προσωπικὸν καὶ χωριστὰ ἀπὸ τὰ λοιπὰ ἔξοδα διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ Σωφρονιστηρίου Αἰγίνης εἰς ποινικὴν φυλακήν· 3) ἕτερον ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ Αἰγίνης κρατουμένων. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Γ. Καραϊσκάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ δ’ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΧΞϚʹ κλπ. νόμου». (Ἰδὲ Παράρτ. Ἐφημ. Συζητ. Βουλῆς, ἀριθ. 211). Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§8Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1893 ὡρίσθησαν τὰ προσόντα διὰ τὴν θέσιν τοῦ ὑποθηκοφύλακος, ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ἔργου τοῦ συμβολαιογράφου ἐπὶ τόσα ἔτη, ὡς καὶ ἡ προϋπηρεσία εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰδικοῦ ὑποθηκοφύλακος. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1905 ἠλαττώθη ἡ προθεσμία αὕτη. Δι’ ἑτέρου νόμου ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκ νέου διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν εἰδικοῦ ὑποθηκοφύλακος τῶν προϋπαρξάντων, ὡρίσθη δ’ ὅπως μόνον οἱ διατελέσαντες πρώην συμβολαιογράφοι ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ διορίζωνται καὶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰδικοῦ ὑποθηκοφύλακος. Ὑποθέτω ὅτι ἐξ ἀβλεψίας δὲν ἐτέθησαν ἐν τῷ ἐδαφίῳ τοῦ εἰδικοῦ ἄρθρου καὶ αἱ λέξεις «πρώην εἰδικοὶ ὑποθηκοφύλακες». Ὅθεν αὐτὴν τὴν τροποποίησιν διὰ τῆς προτάσεώς μου ζητῶ, θεωρῶν ταύτην τὰ μάλα δικαίαν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁ κ. Μαρκέτης ἔχει τὸν λόγον.
§10Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὴν ἔκθεσιν καὶ τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι πολὺ φυσικὸν ὅτι ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, γενομένη ἐντὸς τόσῳ στενοῦ χρονικοῦ διαστήματος, δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὴν σφραγῖδα τῆς τελειότητος, διότι ἐπεξεργασία ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου, τοσαύτης σπουδαιότητος, θ’ ἀπήτει, κατὰ τὴν κρίσιν μου, πολλῶν μηνῶν μελέτην. Οὐδὲν ἧττον ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ πόρισμα τῆς ἐπεξεργασίας αὐτῆς. Καίτοι τινὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀμφιβάλλουσιν ἂν ἐπέστη ἔτι παρ’ ἡμῖν ὁ χρόνος τῆς ἀποκεντρώσεως τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲν ἧττον ὁμοφώνως ἡ ἐπιτροπὴ ἀποδέχεται τὸ σύστημα τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τοὐλάχιστον ὡς δοκιμαστικόν. Μεγάλως ἀπησχόλησε τὴν ἐπιτροπὴν τὸ ζήτημα περὶ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, τοῦτον δὲ τὸν θεσμὸν ἀποδέχεται ὁμοφώνως ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλ’ ἐδιχάσθησαν αἱ γνῶμαι ὡς πρὸς τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς μεταθέσεως μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ὡρισμένου χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διεξήχθη εὐρυτάτη συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν, ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ τὸ ὑποχρεωτικῶς μεταθετὸν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρονικοῦ διαστήματος κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν μιᾷ ἕδρᾳ, ματαιοῦται ὁλόκληρος ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος καὶ ἀνατρέπεται ὅλη ἡ οἰκονομία αὐτοῦ, διότι φρονεῖ ἡ πλειονοψηφία ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ δικαστὴς δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι εὐθὺς ὡς λήξῃ τὸ χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ δέον νὰ μετατεθῇ καὶ ὅτι οὐδεμία ἐπιρροή, οὐδὲν μέσον δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν μετάθεσίν του, δὲν θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν ὁποίαν πάντες ἐπιποθοῦμεν. Ἡ μειονοψηφία τοὐναντίον, ἐνῷ ἀποδέχεται μὲν τὸ ἀμετάθετον ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, ἀλλὰ δὲν ἀποδέχεται τὸ ὑποχρεωτικῶς μεταθετὸν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος καὶ φρονεῖ ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς διετίας ἢ τριετίας δέον ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ συμβουλίου ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπηρετῶν ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς ἐν τῇ ἕδρᾳ ἢ νὰ μετατεθῇ εἰς ἄλλην. Ἐκ τούτου οὐδένα διορᾷ κίνδυνον ἡ μειονοψηφία, μέγιστον δὲ τοὐναντίον διορᾷ κίνδυνον διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου ἐκ τῆς ἐπιβεβλημένης ταυτοχρόνου ἀθρόας μεταθέσεως ὅλων τῶν δικαστῶν.
§11Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι ἀθρόας.
§12Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Πῶς ὄχι ἀθρόας;
§13Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἔχωσιν ὅλοι διετίαν ἢ τριετίαν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος.
§14Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἡ μετάθεσις θὰ γίνῃ ἀθρόως. Ἡ μειονοψηφία, λέγω, φρονεῖ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ γενικὴ ἀναστάτωσις τῶν δικαστῶν, φρονεῖ ὅτι θὰ παραλύσωσιν αἱ ἐργασίαι τῶν Δικαστηρίων, ὅτι μῆνάς τινας πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας, ὅταν θὰ προσεγγίζῃ δηλαδὴ ἡ λῆξις αὐτῆς, θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα τὰ Δικαστήρια, διότι οἱ ὑπηρετοῦντες δικασταὶ θ’ ἀπασχολῶνται εἰς τὴν νέαν των ἐγκατάστασιν, θὰ παρέρχηται δὲ χρόνος ἕως ὅτου μεταβῶσι καὶ οἱ δικασταὶ οἵτινες θὰ τοὺς ἀντικαθιστῶσι, καὶ ἑπομένως θὰ ἐπέρχηται πλήρης ἀπραξία τῶν Δικαστηρίων. Ὅλαι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον καὶ συμβάλλον εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστῶν τὸ ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον ἀμετάθετον αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει νομοθεσία, τοὐλάχιστον καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, ἥτις ν’ ἀναγράφῃ τὸ ὑποχρεωτικῶς μεταθετὸν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς θητείας. Καὶ ὄχι μόνον οὐδεμία ὑπάρχει νομοθεσία ἡ ὁποία ν’ ἀναγράφῃ τοῦτο, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ξέναι νομοθεσίαι ἀφήνουσι τὴν τοποθέτησιν τοῦ δικαστοῦ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς θητείας εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, διότι αὐτὴ γινώσκει καὶ ὀφείλει νὰ γινώσκῃ τὰς ἀνάγκας ἑνὸς ἑκάστου τῶν Δικαστηρίων. Ἡμεῖς καινοτομοῦμεν κατὰ τοῦτο, καὶ τὴν τοποθέτησιν ἢ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ δικαστοῦ ἀπὸ τῆς ἕδρας ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπηρετεῖ καὶ τὴν τοποθέτησιν αὐτοῦ παρ’ ἄλλῳ Δικαστηρίῳ ἀφίεμεν εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, καὶ τοῦτο δέχεται ὁμοφώνως ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ φρονεῖ ἡ μειονοψηφία ὅτι, ἀφοῦ εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον παρέχομεν τοσαύτην ἐξουσίαν, ἀφοῦ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπεκδύεται πάσης ἐξουσίας καὶ τὴν μεταβιβάζει ἀκεραίαν εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, φρονεῖ ἡ μειονοψηφία ὅτι θὰ ἐφωρώμεθα ἀνακόλουθοι, νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς τὸ Συμβούλιον, προκειμένου περὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν δικαστῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ὅπως ἐξασφαλίσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ ἀμερόληπτον περὶ τὸν διαγωνισμὸν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων καὶ ὅσῳ τὸ δυνατὸν τὸν καλλίτερον καταρτισμὸν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, καὶ προτείνει τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει οὐδεμία ὑπόνοια θὰ ὑπάρχῃ ὅτι δὲν ἐξελέχθησαν ἀφατριάστως τὰ μέλη. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα, διότι θ’ ἀπασχολήσω ματαίως τὴν Βουλήν, ἀφοῦ πρὸ αὐτῆς αὔριον ἴσως θὰ εἶναι τὸ πόρισμα αὐτῆς τῆς μελέτης τῆς ἐπιτροπῆς.
§15Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ διανεμηθῇ, τὴν δὲ προσεχῆ Δευτέραν ν’ ἀναγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. (Ἰδὲ Παράρτημα Ἐφημερίδος Συζητήσεων Βουλῆς, ἀριθμ. 212).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ προσέρχωνται τακτικώτερον εἰς τὴν συνεδρίασιν. Σήμερον ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐργασθῆ ἐπὶ ἕν τέταρτον καὶ μόνον δύο ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἦσαν παρόντες. Αὐτὸ εἶναι ὁπωσδήποτε ὄχι τακτικόν, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην λέξιν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀπαρτίᾳ ἐνωρίτερον, ἄλλως τε θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ διοικήσεως Μοναστηρίων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμφωνίας συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ Ἰρλανδίας περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Λισσαβῶνι ἀναθεωρηθέντος διεθνοῦς τηλεγραφικοῦ κανονισμοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν). Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς ἀτελείας τοῦ μεταποιουμένου σίτου καὶ βάμβακος». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μίαν πληροφορίαν. Ἄν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 13, διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται ὁ νόμος ΥΜΒʹ τῆς 27 Μαΐου 1871, καὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ΥϞΒʹ τῆς 26 Αὐγούστου 1873, ἐννοεῖται ἡ κατάργησις καὶ τῶν ποινικῶν διατάξεων καὶ τῶν νόμων ἐκείνων καὶ τῶν συνεπειῶν τῶν παραβάσεων τῶν νόμων ἐκείνων. Τοῦτο δέ, διότι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ διὰ παραβάσεις τοῦ νόμου ΥΜΒʹ, καὶ διὰ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ αἴρεται ἡ βάσις τοῦ ἀδικήματος καὶ ἀπαλλάσσονται πάντες οἱ κατηγορούμενοι.
§18ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀποδίδομεν τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό.
§19Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως κανὼν γνωστὸς καθ’ ὃν ὅλαι αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν καταργεῖται ὁ νόμος ἐπὶ παραβάσει τοῦ ὁποίου καταδιώκονται οἱ κατηγορούμενοι ὑποβάλλονται ὑπὸ τὸν νέον νόμον, ἡ κατάργησις τουτέστιν ἀποβαίνει ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου ΥΜΒʹ, ἐφ’ ὅσον δὲ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 13 ὁ νόμος ΥΜΒʹ καταργεῖται, τὰ Δικαστήρια, καλούμενα ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν αὐτῶν ὑποθέσεων, εἶναι ὑποχρεωμένα ν’ ἀπολύσωσι πάντας τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ παραβάσει τοῦ καταργουμένου νόμου. Ἀλλά, ὡς γνωστόν, αἱ ὑποθέσεις αὗται, αἵτινες διατελοῦσιν ἐκκρεμεῖς εἴτε ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου εἴτε ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀφορῶσι σοβαρὰ ἀδικήματα, θ’ ἀπαλλαγῶσι δὲ πάσης εὐθύνης οἱ ἐνεχόμενοι, διότι θὰ ἐκλείψῃ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ βάσις τῆς κατηγορίας διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦνται. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλή, διότι ἐγὼ οὐδένα λόγον ἔχω ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀπαλλαγῶσιν αὐτοὶ καὶ ἀρχίσωμεν νέαν σειράν, νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἂν νομίζῃ ὅμως ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι πάντες οὗτοι καὶ δὲν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ παραιτηθῇ τῶν ἀξιώσεων τὰς ὁποίας ἔχει, τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν μίαν διάταξιν τελευταίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καθορίζωμεν ὅτι αἱ ποινικαὶ διατάξεις τῶν νόμων ἐκείνων, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἢ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων ἐκείνων, θέλουσι κριθῆ κατὰ τοὺς μέχρι τοῦδε ἰσχύοντας νόμους.
§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων τῶν νῦν καταργουμένων ἐγεννήθησαν δικαιώματα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, τὰ δικαιώματα ταῦτα δὲν ἔρχεται νὰ ἐκμηδενίσῃ ὁ νέος νόμος, διότι δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ νῦν ψηφισθεὶς νόμος, κυρούμενος, θὰ ἔχῃ ἰσχὺν μόνον διὰ τὸ μέλλον· ἑπομένως πᾶσαι αἱ σχέσεις αἱ νομικαί, τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαταργηθῶσι μὲ τὸν νέον νόμον. Δὲν θεωρῶ δ’ ἄσκοπον ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς αἱ δηλώσεις μου αὗται.
§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, καὶ μοὶ ἐνισχύει τὴν ἰδέαν ταύτην ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς, νομολογίαν νωπὴν ἄλλως τε, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὸ τέλος πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου δύναται νὰ προστεθῇ ἄρθρον, ὡς τροπολογία ὑποβαλλομένη κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Ἄν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ὅτι ἑκάστη τροπολογία πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ τρίς, ἔχει καλῶς· ἂν ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης τινὸς ἀντιρρήσεως, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ δηλωθῇ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται προσθήκη 14ου ἄρθρου μόλις ἐπεψηφίσθη τὸ 13ον, δὲν εὑρίσκω ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθόν, καθόσον ἀντίκειται εἰς τὰ νενομολογημένα. Αὐτὸ ἔγινεν, ἂν ἐνθυμῆσθε, εἰς τὸ περὶ ἐκλογικῶν βιβλιαρίων νομοσχέδιον. Ἐκεῖ ἐξ ἀβλεψίας κατὰ τὴν συζήτησιν εἶχε καταργηθῆ διάταξις ἀφορῶσα εἰς παραβάσεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου ἐπῆλθεν ἡ διόρθωσις διὰ προσθέτου διατάξεως. Καὶ σήμερον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου 13 δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§22ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ὀρθότερον νὰ διορθωθῇ διὰ νέου νόμου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβληθῇ νέον νομοσχέδιον περὶ αὐτοῦ. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως διατάξεών τινων περὶ ταμειακῆς ὑπηρεσίας». Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τοὺς νόμους ͵ΒΧΞΔʹ τοῦ 1900, ͵ΒϠΟΓʹ τοῦ 1903 καὶ ͵ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907 προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν αὐτῶν νόμων»). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–5 τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§24Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη τὴν τμηματικὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν τῶν προερχομένων ἐκ ποινικῶν ἐξόδων, τελῶν, προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν, καλὸν θὰ ἦτο νὰ δώσῃ προθεσμίαν ἑξαμηνίας τοὐλάχιστον προκειμένου περὶ τῆς καταβολῆς ἑκάστης δόσεως, διότι ἄνθρωποι διανύσαντες ποινὴν δὲν εἶναι εὔκολον μετὰ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῆς πρώτης δόσεως νὰ πληρώσωσιν ἀμέσως τὴν δευτέραν δόσιν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχῃ πρακτικόν τινα σκοπόν, πρέπει νὰ δοθῇ τοὐλάχιστον ἑξάμηνος προθεσμία διὰ τὴν καταβολὴν ἑκάστης δόσεως, διὰ νὰ κατασταθῇ πραγματικὴ ἡ εὐκολία ἡ ὁποία πρόκειται νὰ παρασχεθῇ εἰς αὐτούς.
§25ΑΘΑΝ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ εὐεργετικῆς ὁμολογουμένως διατάξεως ὑπὲρ τῶν τοιούτου εἴδους ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ἀφοῦ γίνεται τοιαύτη εὐκολία εἰς αὐτούς, δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ τοιαύτην προθεσμίαν μακράν, ὥστε νὰ παραταθῇ τὸ πρᾶγμα ἐπ’ ἄπειρον. Ἐπὶ τέλους δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τρίμηνον προθεσμίαν.
§26Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Τετράμηνον.
§27ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔστω καὶ τετράμηνον.
§28Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πράγματι ἡ διάταξις αὕτη κατασταθῇ εὐεργετικὴ διὰ τοὺς τοιούτου εἴδους ὀφειλέτας, πρέπει νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ἑξῆς. Πρὸ παντὸς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα ἐκεῖνα, ἕνεκα τῶν ὁποίων διατηροῦνται οὗτοι εἰς τὰς φυλακάς, εἶναι ἀπὸ 15 ἕως 50 δραχμάς. Ἐὰν θέλητε νὰ θέσητε διάταξιν τοιαύτην, ὥστε οἱ ὀφειλέται ποινικῶν ἐξόδων 50 δραχ. νὰ πληρώνωσιν 25 δραχ. πρώτην δόσιν, αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ εὐεργετικωτέρα διάταξις. Νομίζω ὅτι πρέπει, κύριε Ὑπουργέ, νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§29ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6–8 τοῦ νομοσχεδίου).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§31ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ὅπως τεθῇ ὡς βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου τὸ ἑξῆς: «Οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ οἱ ὑπενοικιασταὶ ὀφείλουσιν ἅμα τῇ ὑπενοικιάσει νὰ ὑποβάλωσι τῷ Ὑπουργείῳ ἀντίγραφα τῶν συμβολαίων τῆς ὑπενοικιάσεως πρὸς ἀναγνώρισιν. Εἴτε ὅμως ὑπεβλήθη τῷ Ὑπουργείῳ εἴτε μὴ τοιοῦτον ἀντίγραφον, οἱ ὑπενοικιασταὶ οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἐγείρωσιν ἀντίρρησιν κατ’ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως ἐπιχειρουμένης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς εἴσπραξιν οἱασδήποτε ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως ὀφειλῆς τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐπὶ οἱουδήποτε προϊόντος τοῦ ἐνοικιασμένου ἀντικειμένου, ἢ καὶ ἀντιτίμου τοιούτου προϊόντος, καὶ ἂν ἡ ἐκτέλεσις αὕτη ἀπευθύνηται κατὰ μόνου τοῦ ἐνοικιαστοῦ».
§32Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Ὅπως ἔχει ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου τούτου εἰς τὴν αʹ παράγραφον εἶναι ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁρίσῃ τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπενοικιαστοῦ ἴσην τὸ ποσῷ τῆς ὑπενοικιάσεως, ἐὰν αὕτη ἐγένετο διὰ μέρος τοῦ κτήματος, ἢ εἰς ὁλόκληρον ἀλληλεγγύως μετὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἐὰν ἡ ὑπενοικίασις ἐγένετο δι’ ὅλον. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «ἐφ’ ὅσον ὁ ὑπενοικιαστὴς δὲν κατέβαλε τὸ μίσθωμα πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν ἀποδεδειγμένον διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως», διότι ἄλλως δύναται νὰ συμβῇ, ὥστε ὁ ὑπενοικιαστὴς νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ δὶς τὸ αὐτὸ ποσόν, ἤτοι καὶ πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ πρὸς τὸ Δημόσιον.
§33ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει ν’ ἀφεθῇ τοῦτο εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι οὕτω πως δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§34Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Πῶς θὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν διπλοῦ μισθώματος ἢ καὶ εἰς ὁλόκληρον ὁ ὑπενοικιαστής, κύριε Ὑπουργέ; Διατί ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἐξουσίαν ἐπὶ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος δὲν ὀφείλει παρὰ μέρος τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ;
§35ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς θὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὅ,τι δὲν δύναται νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὸν πρῶτον ἐνοικιαστήν, θὰ τὸ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὸν δεύτερον, τὸν ὑπενοικιαστήν.
§36Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Νὰ τὰ ἐξασφαλίσητε ἀπὸ ἐκεῖνον μετὰ τοῦ ὁποίου συμβάλλεσθε. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην παγίδα θὰ ἐμπέσωσι πολλοὶ ἄνθρωποι μὴ γνωρίζοντες.
§37ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν εἶναι φερέγγυος, τὸ Δημόσιον θὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ χρήματά του ἀπὸ τὸν ὑπενοικιαστήν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 10, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετατροπῆς τοῦ Σωφρονιστηρίου Αἰγίνης εἰς ποινικὰς φυλακὰς καὶ τῶν Σωφρονιστηρίων Ζακύνθου καὶ Κεφαλληνίας εἰς ποινικὰς καὶ ἐξεταστικὰς φυλακάς». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–2 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΡΙʹ (3110) νόμου τῆς 28 Μαΐου 1906».
§39ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§40Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δέχομαι ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου».
§42Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπείσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν πόσην τρέφω ἐκτίμησιν πρὸς τὸ πρόσωπόν του, τολμῶ νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν σκέψεις τινάς, τὰς ὁποίας, ἐὰν εὕρῃ ὀρθάς, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ τὰς δεχθῇ. Πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν τεχνιτῶν εἰς τὸ Συνεργεῖον τοῦ Β. Ναυστάθμου. Κατ’ ἀρχὰς προσέρχονται οὗτοι ὡς μαθητευόμενοι γʹ τάξεως μὲ 13 δραχμὰς μηνιαίως καὶ κατ’ ὀλίγον προάγονται καὶ γίνονται τεχνῖται δʹ τάξεως μὲ μισθὸν 55 δραχμῶν καὶ εἶτα προάγονται βαθμηδὸν εἰς τοιούτους γʹ, βʹ καὶ ἐπὶ τέλους αʹ τάξεως μὲ μισθὸν 100 δραχμῶν μηνιαίως. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ τεχνῖται οὗτοι πρέπει νὰ μείνωσι μέχρι τῆς ἡλικίας 55 ἐτῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα λάβωσι τὴν σύνταξίν των. Ἐὰν φύγωσι πρὸ τῆς ἡλικίας τῶν 55 ἐτῶν, χάνουσιν αὐτήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δύνανται νὰ προαχθῶσι δίδοντες ἐξετάσεις ἀνὰ διετίαν, ἀλλ’ αἱ ἐξετάσεις δὲν ἀρκοῦσι· πρέπει νὰ ὑπάρχωσι καὶ θέσεις κεναί· ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι θέσεις κεναί, θ’ ἀναμένωσιν. Ἀλλὰ θ’ ἀναμένωσι πόσον; Πιθανὸν ν’ ἀναμένωσι δεκάδας ἐτῶν ὁλοκλήρους, διότι, ὡς εἶπον, εἰς τὸν Β. Ναύσταθμον εἰσέρχονται παῖδες καὶ ἐξέρχονται γέροντες. Ὥστε ὁ παῖς ἐκεῖνος εἶναι ἠναγκασμένος, καὶ ἀφοῦ ἀκόμη κατηρτίσθη καὶ ἔγινε τέλειος τεχνίτης, ἴσως καὶ καλλίτερος ἀπὸ τοὺς ἔχοντας μισθοὺς ἀνωτέρους, εἶναι ἠναγκασμένος, λέγω, νὰ περιμένῃ μὲ μισθὸν ἐλάχιστον 55 δραχ. μέχρις ὅτου κατορθώσῃ νὰ γίνῃ τεχνίτης γʹ τάξεως καὶ εἶτα βʹ τάξεως καὶ ἐπὶ τέλους αʹ τάξεως, ὅτε πλέον θὰ εἶναι καὶ εἰς ἡλικίαν νὰ λάβῃ καὶ τὴν σύνταξίν του. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναγκάζομεν αὐτοὺς νὰ μὴ ἀπομακρύνωνται τῆς ὑπηρεσίας εἰμὴ εἰς ἡλικίαν 55 ἐτῶν, ἐνῷ πρότερον ἠδύναντο ν’ ἀπομακρυνθῶσι μετὰ εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν ἀδιαφόρως τῆς ἡλικίας. Ἡ διάταξις αὕτη ἀδικεῖ αὐτούς, διότι θεωροῦνται ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸν στρατόν, καί, ἐνῷ εἰς τὸν στρατὸν δίδεται σύνταξις μετὰ εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, δι’ αὐτοὺς κάμνομεν ἐξαίρεσιν. Εἰς ἀντιστάθμισμα τῆς ἀδικίας ταύτης προτείνω τὸ ἑξῆς. Εὐθὺς ὡς οἱ τεχνῖται ἀποδειχθῶσιν ἱκανοί, νὰ γίνωνται δεκτοὶ ὡς τεχνῖται ἀνωτέρας τάξεως, καθόσον τὸ Κράτος δὲν ἔχει καθόλου νὰ ζημιωθῇ, διότι καὶ ἡ ἐργασία αὐτῶν θὰ ἱκανοποιῇ πλειότερον αὐτό. Τοῦτο ἐπιτυγχάνεται, ἂν ὁρίσητε τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τῶν τεχνιτῶν, χωρὶς νὰ ὁρίσητε τὸν ἀριθμὸν ἑκάστης τάξεως, καὶ προάγωνται εἰς ἀνωτέραν τάξιν μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἢ ἄλλην ὅσην νομίζετε ὀρθόν. Νομίζω ὅτι εἶναι πρᾶγμα δίκαιον καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὸ δεχθῇ.
§43ΙΩ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ νὰ διατυπώσητε, παρακαλῶ, τὴν τροπολογίαν ἐγγράφως.
§44Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν εἶναι εὔκολον εἰς ἐμέ. Κάλλιον κρίνω νὰ τὴν φέρητε ὑμεῖς αὔριον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ὑπέβαλον καὶ ἄλλας τροπολογίας ἐγγράφους, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τυπωθῶσι καὶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον τὸ νομοσχέδιον. Ἔχουσιν ὑποβάλει τροπολογίας οἱ κύριοι Γ. Καρπετόπουλος, Ἰ. Μπούμπουλης, Ἀ. Μιαούλης καὶ Βρ. Λεώπουλος. Λοιπὸν συναινεῖ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀναβολήν; (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημερ. τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 213).
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§47Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα λάβῃ καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἴδῃ τὰς τροπολογίας καὶ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῶν, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προσέξῃ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Τὸ ἄρθρον 48, νομίζω, τοῦ νομοσχεδίου ἀποβλέπει εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι σύνταξιν. Τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ 55 ἔτος, διότι ὄντως εἶναι ἄδικον, καὶ ὡς ἐκ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ζῶσιν οἱ ἐργάται ἐκεῖνοι, ὡς καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν. Ἐὰν μετὰ 25ετίαν δὲν ἔχωσι φθάσει εἰς τὸ 55 ἔτος τῆς ἡλικίας των, θὰ εἶναι σκληρὸν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ θελήσῃ νὰ κρατήσῃ αὐτοὺς ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ν’ ἀποστερήσῃ αὐτοὺς τῆς συντάξεως, διότι, ὡς εἶναι εὐνόητον, τὸ σῶμα ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ἐργασίας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καταναλίσκεται ταχύτερον, εἶναι δὲ δίκαιον, ἐὰν ἔφθασαν τὸ 45 ἔτος καὶ τὴν 25ετίαν, νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λάβωσι σύνταξιν. Ἀλλά, ἐὰν τὸ 45 ἔτος θεωρῆται βραχὺ χρονικὸν διάστημα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὸ 50, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη μέγα ὅριον. Ἐλπίζω ὅτι θέλετε φέρει τὴν τροποποίησιν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι δικαία.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Τὸ «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ͵ΒΨΞΗʹ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας».
§49Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΦΜΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞϚʹ περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ προξενικοῦ νόμου». Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§51Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τροποποιεῖται ὁ χθὲς ἢ προχθὲς ψηφισθεὶς νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ ὁ προξενικὸς νόμος, καὶ καθιεροῦται μία ἀρχὴ ἡ ὁποία εἰς ἐμὲ φαίνεται παράδοξος. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ τούτου τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§52Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται ἀκριβῶς, καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν τροποποιεῖται ὁ πρὸ ὀλίγου ψηφισθεὶς νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ ψηφισθέντος ἐσχάτως οὐδεὶς ὑπάλληλος ἔκτακτος εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τινι Ὑπουργείῳ. Μοὶ παρετήρησαν ὅμως οἱ διευθύνοντες τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν ἀπαιτεῖ προσωπικὸν δύο καὶ τριῶν ὑπαλλήλων. Ἐπειδὴ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς προσλάβωμεν ἀλλαχόθεν, ἔπρεπε διὰ τοῦ νόμου νὰ τοὺς ἐγκαταστήσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰδικῶς διὰ τὴν λογιστικὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀδυνατεῖ νὰ κάμῃ ἄλλος τις ὑπάλληλος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑμεῖς δὲ γνωρίζετε ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἶναι λίαν περιωρισμένοι καὶ οὐδεὶς ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν.
§53Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι δὲν εὑρίσκω βασιζομένας οὔτε ἐπὶ τῶν νόμων οὔτε ἐπὶ τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τὸν ἰσχυρισμὸν τὸν προβληθέντα πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, διότι, ἂν ὄντως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχῃ ἀνάγκην ὑπαλλήλων, δὲν ὑπάρχει ἁπλούστερον μέσον ἀπὸ τοῦ νὰ φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ν’ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀναγραφόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καὶ ἰδίως νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ τμῆμα τοῦ λογιστηρίου προσωπικὸν κατάλληλον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς λογιστικῆς τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εἶναι εἰδικὴ ὑπηρεσία, ἀλλ’ ἥτις δὲν ἀποτελεῖ καί τι τὸ τόσον δυσχερές, ὥστε ν’ ἀπαιτῶνται εἰδικαὶ γνώσεις τὰς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ οἱ ἐκ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους προερχόμενοι δὲν κέκτηνται. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου γίνεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καινοτομία, ἡ ὁποία δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔχῃ εὐάρεστα ἀποτελέσματα, διότι σήμερον μὲν γίνεται τοῦτο ἐξ αἰτίας τῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ αὔριον ἕτερος Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ τοὺς τέσσαρας αὐτοὺς ὑπαλλήλους διὰ τοὺς ὁποίους θὰ δαπανῶνται 600 δραχμαὶ κατ’ ἀνώτατον ὅρον κατὰ μῆνα, νὰ διπλασιάσῃ καὶ τριπλασιάσῃ. Νομίζω ὅτι οἱ φραγμοὶ πρέπει νὰ τίθενται ἰδίως ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, διὰ νὰ μὴ δίδηται λαβὴ εἰς ἐπαύξησιν τῶν δαπανῶν. Ἐπίσης ἐπὶ τῆς ἑτέρας παρατηρήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 διὰ τῆς ὁποίας νομοθετικῶς πλέον δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ κρατῇ παρ’ αὐτῷ ὑπάλληλον ἀνήκοντα εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, τοῦτο ἐγὼ δὲν δύναμαι ν’ ἀντιληφθῶ διὰ τίνα λόγον γίνεται. Ὁ νόμος ὁ πάγιος ὁ ψηφισθεὶς πρό τινων ἐτῶν ῥητῶς ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προσκολλᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του προξενικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ τοῦτο ἔφερεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, διότι ὄντως πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου παριστάμεθα μάρτυρες καταστάσεως, δύναμαι νὰ εἴπω, λυπηρᾶς, διότι πλεῖστοι τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ἐρχόμενοι εἰς Ἀθήνας παρέμενον ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, ἀφήνοντες τὰς θέσεις αὐτῶν κενὰς καὶ τὰ συμφέροντα τὰ ἑλληνικὰ εἰς τὴν τύχην των ἢ προστατευόμενα ὑπ’ ἀνθρώπων οἵτινες οὐδεμίαν παρεῖχον ἐμπιστοσύνην οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε εἰς τὰ ἄτομα περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων ἐκαλοῦντο νὰ μεριμνήσωσι. Θὰ ἦτο πολὺ καλόν, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστεῖτο νὰ σαφηνίσῃ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖ τοιαύτην τινὰ ἐξαίρεσιν διὰ τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου.
§54Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἐν πρώτοις δὲν ἔχει δίκαιον ἰσχυριζόμενος ὅτι γίνεται καινοτομία τις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Οἱ περὶ ὧν εἴρηται ὑπάλληλοι ὑπηρετοῦσιν, ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι θεωροῦνται ἀπαραίτητοι, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία αὕτη νὰ γένηται ἄνευ τῶν τεσσάρων αὐτῶν ὑπαλλήλων, ἤδη δὲ νομιμοποιοῦνται, διότι αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία κατέδειξεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διεξαχθῇ ἄνευ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν τῶν εἰδικωτάτων, οἱ ὁποῖοι τὴν διαχειρίζονται. Ὥστε εἶναι καινοτομία, εἶναι νομιμοποίησις συνεπείᾳ τοῦ νόμου τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος περὶ λογιστικοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἕτερον εἶναι πασίγνωστον καὶ ὑμεῖς τὸ γνωρίζετε κάλλιον παντὸς ἄλλου ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ προξενικὸς ὁ ὁποῖος προσκολλᾶται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν προσκολλᾶται ἐπὶ εἰδικῇ, εἰδικωτάτῃ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐπειδὴ ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἕνεκα πάλιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως πως νὰ μείνῃ δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τὸν προσκολλῶμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Λάβετε δ’ ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τῆς προσκολλήσεως ταύτης γίνεται οἰκονομία ἀρκετὰ μεγάλη, διότι μένων εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἐκεῖ ὅπου ἦτο θὰ ἐλάμβανεν ἀντιμισθίαν 1200 δραχμῶν, ἐνῷ προσκεκολλημένος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν λαμβάνει 400 δραχμάς, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν, εἰδικωτάτην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐκτελῇ πᾶς τις.
§55Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν ὅτι προκειμένου περὶ τῶν τεσσάρων ὑπαλλήλων περὶ ὧν διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον δὲν πρόκειται περὶ καινοτομίας ἀλλὰ περὶ νομιμοποιήσεως ὑπαλλήλων ὑπηρετούντων ἐκεῖ καὶ πληρωνομένων ἐκ τοῦ κονδυλίου τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν καὶ διὰ τοῦτο βλέπει διατί γίνεται λόγος. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγινεν εἶναι πρᾶξις παράνομος καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δικαιολογία ἀποχρῶσα ἐκείνη τὴν ὁποίαν προβάλλετε. Διότι ὑμεῖς δὲν θέλετε νὰ ὀχυρώνησθε πρὸ παρατύπων καὶ παρανόμων πραγμάτων ὧν ἐπιζητεῖτε τὴν νομιμοποίησιν, δὲν ἕπεται δ’ ὅτι τὸ γινόμενον καλῶς ἐγίνετο! Ἀλλὰ διότι ἐγίνετό τι κακῶς εἰς τὸ παρελθὸν ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις ὑμῶν ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν τοῦτο, διότι δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσωμεν, ἂν τὰ παράνομα νομιμοποιήσωμεν κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον. Ἐγὼ ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ κονδυλίου προωρισμένου δι’ ἄλλον σκοπὸν ἐδαπάνησε ποσὰ δι’ ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους σήμερον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ νομιμοποιήσῃ. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἐργασία, ὡς ἀνέφερε πρὸ μικροῦ, ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον, οἱ προκάτοχοι ὑμῶν, νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ζητήσωσι τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει πλείστας ἐλλείψεις, οὐσιωδεστάτας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὤφειλεν ὡς ἐν παραδείγματι νὰ ἔχῃ ἀρχεῖον κατηρτισμένον ὡς ἄριστα, ἀρχεῖον τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι ὁ φωτεινὸς ἀστὴρ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐκ τοῦ ἀρχείου τούτου νὰ διδάσκωνται οἱ νεώτεροι ὑπάλληλοι περὶ τῆς ἱστορίας ὅλων ἐν γένει τῶν ζητημάτων, καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν. Ἀλλὰ τὸ ἀρχεῖον σήμερον, καὶ εὔχομαι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, εὑρίσκεται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν! Καὶ τίς διευθύνει τὸ ἀρχεῖον τοῦτο; Ὑπάρχει ἀρχειοφύλαξ; Βεβαίως ὄχι. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἐπιφέρωμεν μεταβολὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐγὼ θὰ ἐπροτίμων ἀντὶ τῶν μέτρων αὐτῶν τῶν φερόντων προσωπικὸν χαρακτῆρα γενικωτέραν μεταβολήν, ἡ ὁποία συμπεριλαμβάνουσα καὶ τὰ ἐκθέσμως γενόμενα κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν τάξιν καὶ ὁμαλότητα καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τὴν οἰκονομικὴν καὶ εἰς τὴν καλλιτέραν διεύθυνσιν τῶν ἄλλων σπουδαίων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὴν σπουδαιότητα, καίτοι πρόκειται περὶ ποσοῦ 600 δραχμῶν. Ὁμολογῶ ὅτι ἐξεπλάγην, ὅτε ἤκουσα ὅτι τοῦτο ἐγίνετο καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐνόμιζον ὅτι τώρα κατὰ πρῶτον πρόκειται νὰ συμβῇ καὶ ὅτι πρόκειται ν’ ἀνοίξωσι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τέσσαρες θέσεις ἀκόμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο ἐγίνετο πρὸ ἐτῶν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή, τὸ πρᾶγμα ἐνέχει πολιτικὴν σημασίαν σοβαρὰν καὶ πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ πῶς ἐπετρέπετο ἡ διάθεσις χρημάτων τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς εἶναι ἱερὸς καὶ ὑψηλὸς καὶ προωρισμένος διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν συμφερόντων σπουδαιοτάτων, ἐθνικῶν. Χρήματα τοιοῦτον ἔχοντα σκοπὸν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δαπανῶμεν δι’ ἄλλον σκοπὸν καὶ δὴ μισθολογίαν ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ. Καὶ ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν καταχρήσεις πολλαὶ καὶ ἐγὼ κατήγγειλα αὐτὰς ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τρόπον συγκεκαλυμμένον, διότι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ὁμιλήσω ἀποκαλυπτικώτερον, εἶναι ὅμως, φρονῶ, καιρὸς νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τοιούτου εἴδους διασπάθησιν τῶν χρημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἄρθρου τούτου νομίζω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ μέριμνα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε νὰ καθιερωθῇ ἡ θέσις ἐκείνη ἡ εἰδική, διὰ νόμου νὰ καθιερωθῇ ἡ θέσις τμηματάρχου ἢ θέσις ἔχουσα βαθμὸν γενικοῦ γραμματέως μὲ μισθὸν ηὐξημένον. Ἡ Βουλὴ, ἂν κρίνῃ ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ θέσις αὐτή, δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ δώσῃ τὸν μισθὸν τὸν ἀνάλογον, τὸν ἐμπρέποντα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἀλλὰ τὸ νὰ ἔχητε πρόξενον καὶ ν’ ἀποστερῆτε αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς καὶ τὰ συμφέροντα τὰ συνδεόμενα μετὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ κακῶς ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ διέπραξαν δὲν δύνανται νῦν νὰ δώσωσι λόγον καὶ εὐθύνας, εἰς ὑμᾶς ὅμως ἐπιβάλλεται νὰ ἐπανορθώσητε τὰ πράγματα, νὰ ἐπανορθώσητε καθεστὼς κακῶς δημιουργηθέν, παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα εἶναι σπουδαιότατα, καθὼς γνωρίζετε, ἐκ τῆς μακρᾶς ὑμῶν πολιτικῆς ὑπηρεσίας. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ μὴ εἰσήγετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐλύπησεν ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ, διότι ἐμφαίνει ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν κατέβαλε τὴν δέουσαν προσοχήν, ἄλλως ἤθελε παραστήσει εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν ὅτι ἄλλως πως ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ κλάδου ὃν αὐτὸς σήμερον διευθύνει καὶ οὐχὶ κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον.
§56ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται, Κύριοι, περὶ μιᾶς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἥτις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀνῆλθεν εἰς 3,300,000. Τώρα ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν περιορίζεται αὕτη εἰς 1,450,000 περίπου. Ἀλλ’ ἡ πίστωσις ἔχει ἀνάγκην ὑπαλλήλων διὰ τὴν διαχείρισίν της· ἔχει δὲ ἀνάγκην ὑπαλλήλων οὐχὶ τόσον διακρινομένων διὰ τὰς γνώσεις των τὰς διπλωματικὰς ἢ διὰ τὴν ἐμπειρίαν των περὶ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ὅσον διὰ τὴν ἐμπειρίαν των περὶ τὰ λογιστικά, ἀφοῦ πρόκειται περὶ καθαρῶς λογιστικῆς ὑπηρεσίας. Πρίν, ὅτε ἐκράτει ἡ γνώμη ὅτι πᾶσα δαπάνη ἀναγραφομένη ἁπλῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καίπερ μὴ ἐρειδομένη εἰς εἰδικὸν νόμον, ἠδύνατο νὰ ἐνταλῇ καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πληρωμή της, τότε ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλλε τὴν πρόσληψιν ἐκτάκτων λογιστῶν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως μὴ ἀπασχολῶνται εἰς αὐτὴν ἄλλοι ὑπάλληλοι τῆς προξενικῆς ἢ διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, οἵτινες ἔχουσιν ἀνωτέρους μισθοὺς καὶ εἰδικότητα διὰ τὸν εἰδικόν των κλάδον. Πρὶν ἐμισθοδοτοῦντο οἱ ἔκτακτοι αὐτοὶ ὑπάλληλοι, χωρὶς νὰ ὑφίσταται νόμος. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἐψηφίσθη ὁ νέος λογιστικὸς νόμος, καθ’ ὃν δὲν ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνης τινός, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ σχετικὸς νόμος εἰς τὸν ὁποῖον νὰ στηρίζηται αὕτη, συνῳδὰ πρὸς αὐτὸν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ νομιμοποιηθῶσιν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος θέσεις τῶν μισθῶν. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, οἱ νομίζοντες ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι οἱ λογισταὶ αὐτοὶ καὶ ὅτι ἠδύναντο κάλλιστα ν’ ἀναπληρωθῶσι διὰ νέων ὑπαλλήλων τῆς προξενικῆς ἢ διπλωματικῆς ὑπηρεσίας. Ἡμεῖς ὅμως δι’ ὃν λόγον ἀνέφερα ἤδη δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπληρωθῶσιν αὐτοὶ δι’ ὑπαλλήλων τῆς προξενικῆς ἢ διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, οἵτινες δύνανται νὰ εἶναι κάλλιστοι προξενικοὶ ἢ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι, οὐχὶ δὲ καὶ λογιστικοὶ καλοί. Ἀλλὰ πλὴν τούτου οἱ προξενικοὶ καὶ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι τῆς καριέρας, προτιμῶσι μᾶλλον νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ στάδιόν των παρὰ νὰ καταδικασθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν τεχνικὴν μᾶλλον λογιστικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν εἰσερχόμενός τις θὰ ἠξεύρῃ ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ στάδιον, θὰ παραμείνῃ δ’ ἐν αὐτῇ ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ἡ διαχείρισις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος. Διὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐνομίσαμεν ὅτι, προκειμένου περὶ τοιαύτης διαχειρίσεως ἑκατομμυρίων, ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ὑπάρχῃ λογιστικὴ ὑπηρεσία. Ἀφοῦ δὲ ἦτο ἀνάγκη λογιστικῆς ὑπηρεσίας, ἀντὶ ν’ ἀπασχολήσωμεν δι’ αὐτὴν προξενικοὺς καὶ διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους, ἀπομακρύνοντες τούτους τοῦ κυρίου προορισμοῦ των, προυτιμήσαμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ νόμου, ὅπως ἀπασχολήσωμεν εἰς αὐτὴν εἰδικοὺς λογιστικοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες νὰ λαμβάνωσι πάντοτε αὐτὸν τὸν μισθὸν καὶ νὰ μὴ ἔχωσιν ἀξιώσεις οὔτε δι’ αὔξησιν μισθοῦ, οὔτε διὰ προαγωγήν, οὔτε δι’ ἄλλο στάδιον εὐρύτερον.
§57Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὰ πιστεύετε αὐτά, κύριε Ὑπουργέ;
§58ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλά, ἐὰν δὲν τὰ ἐπίστευον, δὲν θὰ ἔφερον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν.
§59Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τότε μᾶς ἐμπαίζετε λέγοντες ὅτι σεῖς, εὐφυέστατος ἄνθρωπος, πιστεύετε αὐτά.
§60ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατί;
§61Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διότι δὲν εἶναι ἀκριβῆ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.
§62ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ὕδρας εἶναι ἐλεύθερος νὰ λέγῃ ὅ,τι ἂν θέλῃ. Διὰ τῶν τόσον ὅμως εὐσχήμων διακοπῶν του, τῶν κενῶν ἄλλως τε πάσης σοβαρότητος, οὔτε ἐμὲ οὔτε ἄλλον τινὰ δύναται νὰ μεταπείσῃ αὐτός. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιμένω καὶ πάλιν, ὅτι προκειμένου περὶ μιᾶς τοιαύτης διαχειρίσεως ἔχομεν ἀνάγκην λογιστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀπόδειξις ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἤδη διωρίζοντο τοιοῦτοι παρ’ ὅλων τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, αἵτινες δὲν ἤθελον καὶ δικαίως ν’ ἀπασχολῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν ἄλλους ὑπαλλήλους ἀπομακρύνουσαι τούτους τοῦ κυρίου προορισμοῦ των. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλε μέχρι τοῦδε ἡ ἀνάγκη καὶ ἐγίνετο ἄνευ νόμου ἐρχόμεθα τώρα ἡμεῖς νὰ νομιμοποιήσωμεν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§63Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§65Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§67Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ ἐπροτίμων, Κύριοι, νὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ μὲ τὴν ἐντύπωσιν τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία διεξήχθη μεταξὺ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἠδύνατό τις πολλὰ νὰ ὑπονοήσῃ, ἠδύνατο καὶ πολλὰ νὰ παραλείψῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινεν εὔλογον ν’ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠκούσατε...
§68ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§69Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. ... καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ παρελθὸν ἁμαρτωλόν, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ παρετήρησα καὶ τὰ ὁποῖα ἐν τῇ χαρακτηριζούσῃ ἐχεφροσύνῃ του ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπεδοκίμασε, τρόπον τινά, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθά, καὶ ἠθέλησε διὰ τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ τῆς στομφώδους νὰ εἴπῃ ὅτι «δὲν γνωρίζετε τὰ πράγματα· αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπετε δὲν εἶναι ἀκριβῆ, δὲν εἶναι ἀληθῆ· ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας μᾶς ἐπιβάλλει νὰ πράξωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου»! Ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει νὰ ἐσίγα ὁ λάλος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὕτω δὲν θὰ ἐλάμβανον ἐγὼ τὸν λόγον ἐκ νέου, ἵνα ἀποδείξω ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπε τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Ἄν παρανόμως, ἂν παρὰ πᾶσαν τάξιν καὶ εὐπρέπειαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διαχειριζόμενον ἑκατομμύρια ὁλόκληρα μεταχειρίζεται χρήματα ἱερὰ πρὸς μισθοδοσίαν ὑπαλλήλων, πρὸς μισθοδοσίαν ἀργομίσθων, ἡ παροῦσα στιγμὴ ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε κονδύλια τοιαῦτα νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, διότι ὁ Προϋπολογισμός, ὡς ἐξήγγειλαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν μικρὸν ἀπέχουσαν τῆς χρεοκοπικῆς· ὅτε δὲ ἀποκόπτομεν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀναγκαίας δαπάνας, ὅτε ἐπιβάλλομεν βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ δικαιολογήσωμεν δαπάνας τοιαύτας, δαπάνας αἱ ὁποῖαι θ’ ἀνέλθωσιν εἰς τὰς 19 καὶ 20 χιλιάδας τὸ ἔτος. Ἀλλά, ἂν ἡ διαχείρισις τῶν 3,000,000 τοῦ παρελθόντος ἀπῄτει τὴν πρόσληψιν τεσσάρων ὑπαλλήλων ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, ἠκούσατε ὅτι τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο κατῆλθεν εἰς τὸ ἓν ἢ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Καὶ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἐπῆλθε τοιαύτη ἐλάττωσις, δὲν εἶναι ἱκανὸν τὸ λογιστικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ διευθυνόμενον ὑπὸ διακεκριμένων ὑπαλλήλων, νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν; Ἀλλά, ἐὰν τὸ λογιστικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶναι ἱκανόν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ σχετικὴ πίστωσις, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ τμῆμα εἶναι εἰς θέσιν οὐ μόνον περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου νὰ μεριμνήσῃ, ἀλλὰ καὶ περὶ τετραπλασίου ποσοῦ, διότι γνωρίζομεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ἡ λογιστικὴ δὲν εἶναι δὰ καὶ τοσοῦτον δαιδαλώδης, ὥστε ν’ ἀπαιτῇ προσωπικὸν ηὐξημένον κατὰ τέσσαρας ὑπαλλήλους.
§70ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Γνωρίζετε πόσοι ὑπάλληλοι εἶναι τοῦ λογιστικοῦ τμήματος;
§71Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ἀθανασιάδης καὶ δύο ἐκ τῶν ὑπαλλήλων.
§72Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μόνον ὁ κ. Ἀθανασιάδης.
§73ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ αὐτὸς εἶναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὡς λογιστικὸς ὑπάλληλος.
§74Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει καὶ εἷς ἀκόλουθος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸν εἶδον πολλάκις. Βεβαίως τὸ ζητούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν τοῦ παρελθόντος. Ζητεῖ διακανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ὁ διακανονισμὸς αὐτὸς τῆς ὑπηρεσίας συνεπάγεται δαπάνας τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ χαρακτηρίσω ὡς περιττάς, δαπάνας τὰς ὁποίας δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀλλαχοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπον πρὸ μικροῦ, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ποσὸν τὸ δαπανώμενον διὰ τὴν συντήρησιν τμήματος τοῦ ὁποίου αἱ ὑπηρεσίαι ἴσως εἶναι ἀναγκαῖαι, νὰ νομιμοποιηθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, κατὰ τρόπον μᾶλλον συνδυαζόμενον πρὸς τὰ πράγματα, πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, διότι τότε καὶ οἰκονομίαν θέλει ἔχει καὶ ὑπηρεσίαν δύναται νὰ καταρτίσῃ εἰδικὴν διὰ τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Πρόκειται, ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρῶς, περὶ τοῦ γραφείου τοῦ τύπου. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ καθεστὼς τοῦ παρελθόντος. Ὁ διευθυντὴς τοῦ γραφείου τοῦ τύπου, ἀνὴρ διακεκριμένος, δύναται νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν αὐτήν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὡρισμένον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε προξενικοὺς ὑπαλλήλους καὶ δι’ ἐμβαλλωμάτων νὰ σχηματίζητε ὑπηρεσίας, ἀποσπῶντες τοὺς ὑπαλλήλους καὶ καταστρατηγοῦντες τοὺς νόμους, καί, διὰ ν’ ἀποφύγητε τὴν καταστρατήγησιν, νὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια τοιαῦτα καὶ νὰ ἔρχηται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θέλῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα, νὰ θέλῃ νὰ συρράψῃ τὰ ἀσύρραπτα καὶ νὰ μὴ βλέπῃ καὶ νὰ μὴ ἀκολουθῇ τὸ παράδειγμα τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ. Ταῦτα ἐξεγείρουσι τὴν ἀγανάκτησιν, κύριε Πρόεδρε, ἡμῶν τῶν ἀκουόντων καὶ θὰ ἐπεθύμουν ὀλιγώτερον ποσὸν νομοθετικόν, ἀλλὰ καὶ μεγαλειτέραν περίσκεψιν περὶ τὴν κατάρτισιν τῶν νομοσχεδίων. Λυποῦμαι, διότι δὲν πείθεται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ διαγράψῃ τὴν πίστωσιν τουλάχιστον τῶν τεσσάρων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία εἶναι πίστωσις περιττὴ καὶ ἡ ὁποία εἰς τὸ μέλλον δὲν ἠξεύρω τίνας διαστάσεις δύναται νὰ λάβῃ, διότι ἄλλος Ὑπουργὸς ἴσως θὰ ἔχῃ τὴν διάθεσιν τοὺς τέσσαρας αὐτοὺς ὑπαλλήλους νὰ κάμῃ ὀκτώ.
§75ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐρωτήσῃ καὶ τὸν οἰκοκύρην τὴν Βουλήν, ἂν δέχεται.
§76Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, γνωρίζετε πολὺ καλῶς ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ πλειονοψηφία, ὅλα αὐτὰ γίνονται.
§77ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι δά!
§78Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πρωτόπειρος εἶσθε καὶ δὲν γνωρίζετε πόσα καλύπτει ἡ πλειονοψηφία καὶ πόσα διαπράττει ἡ πλειονοψηφία. Αὐτὰ τὰ γνωρίζομεν ὅλοι, διότι ὅλοι δὲν ἐγεννήθημεν χθές, οὔτε εἰσήλθομεν χθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ ὁποία ἀδικεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἶναι ἡ θέλησις, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει ἄριστα ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν τεσσάρων ὑπαλλήλων εἶναι προσωπικὸν ἀργομίσθων. Λυποῦμαι, εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν φαίνεται πειθόμενος ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ τέσσαρα πρόσωπα περὶ τῶν ὁποίων θὰ δαπανᾷ 600 δραχ. κατὰ μῆνα ἀσκόπως, πρὸς προσβολὴν τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρωμεν δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποῖον μέρος, ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, τέσσαρα πρόσωπα, διὰ νὰ κανονίζωσι τοὺς λογαριασμοὺς 1.500.000 δραχμῶν. Δὲν θὰ ἐξακολουθήσω περισσότερον, διότι ἡ φωνή μου εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δ. Τσιτσάρα ἔχουσα οὕτως: «Ἄρθρον 3. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΓΤΛΗʹ «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν προξενικῶν νόμων» νὰ προστεθῇ «ἢ ἄνευ ἀδείας, ἀλλ’ ἔχων τοὐλάχιστον τετραετῆ ὑπηρεσίαν ἔν τινι τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων καὶ φέρων βαθμὸν γραμματέως». «Ἄρθρον 4. Εἰς τὸ ἄρθρον 60 τοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων» νὰ προστεθῇ «δ’ οἱ ἔχοντες δίπλωμα διδάκτορος Νομικῆς Σχολῆς καὶ διατελέσαντες ὑπὲρ τὴν ὀκταετίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τινὸς τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, φέροντες δὲ βαθμὸν γραμματέως αʹ τάξεως ἐν αὐτῷ, ἄνευ δοκιμασίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ, προκαλουμένης ὑπὸ τοῦ ἐνδιαφερομένου περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ χρηστότητος αὐτοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιτσάρα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Π. Πετρίδου, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Ἀλ. Πονηροπούλου καὶ Γ. Κατσίνα ἔχουσα οὕτω: «Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 3 ἔχον οὕτως: «Εἰς τὰ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Σμύρνῃ γενικὰ Προξενεῖα ἀνασυνιστᾶται ἡ θέσις τοῦ προέδρου τοῦ προξενικοῦ Δικαστηρίου, καταργουμένης ἀνὰ μιᾶς θέσεως ἐμμίσθου παρέδρου. Εἰς τὰς θέσεις ταύτας διορίζονται οἱ κεκτημένοι τὰ προσόντα τοῦ ἐμμίσθου παρὰ προξενικοῖς Δικαστηρίοις παρέδρου, πρὸς δὲ καὶ τὰ πρὸς προαγωγὴν εἰς πρόεδρον Πρωτοδικῶν, προτιμῶνται δὲ οἱ ἐν τῇ προξενικῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ. Τὰ ἀνατιθέμενα ὑπὸ τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων καθήκοντα εἰς τὸν ἀρχαιότερον πάρεδρον δικαστὴν ἐκτελοῦνται τοῦ λοιποῦ παρὰ τῶν προέδρων καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Σμύρνῃ, ὅστις διατηρεῖ τὸν αὐτὸν μισθὸν τοῦ παρέδρου».
§80ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§81Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὴν λεπτομέρειαν θὰ ἐξετάσω καὶ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν θ’ ἀπαντήσω.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Δ. Τσιτσάρας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ προξενικοῦ νόμου». Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Φ. Νέγρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταλλείων». Ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς ὑποβάλλει ἑτέραν τροπολογίαν «περὶ μεταλλείων». Ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς ὑποβάλλει ἑτέραν τροπολογίαν «περὶ μεταλλείων». Ὁ βουλευτὴς Τήνου κ. Θρ. Μαυρομαρᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀποτάξεως ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης». Ἅπασαι θέλουσιν τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτ. Ἐφημ. Συζητ. τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 214–217). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁδοποιΐας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται): «Χαρακτηρισμὸς τῶν ὁδῶν. — Αἱ ὁδοὶ τοῦ Βασιλείου διαιροῦνται εἰς ἐθνικάς, ἐπαρχιακάς, δημοτικὰς καὶ ἀγροτικάς. Εἶναι δ’ αὗται ἁμαξιτοὶ ἢ βαταί. «Ἐθνικαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ συνδέουσαι κατ’ εὐθεῖαν τὰς πρωτευούσας τῶν ὁμόρων νομῶν πρὸς ἀλλήλας, ἢ πρὸς τὸ ἐπίνειον τοῦ νομοῦ, ἢ πρὸς σημεῖον τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ἔνθα ὑπάρχουσι Τελωνεῖα γʹ τάξεως, ἢ πρὸς σιδηροδρομικοὺς σταθμούς. Ἐν ταῖς νήσοις ἐθνικαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ συνδέουσαι τὰς πρωτευούσας τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν πρὸς ἀλλήλας, ἢ πρὸς τὰ ἐπίνεια αὐτῶν, ἐὰν ἡ νῆσος ἔχῃ ἐπαρχίας πλείονας τῆς μιᾶς. Ἐν αἷς δὲ νήσοις δὲν ὑπάρχει ἢ μία μόνον ἐπαρχία, ἢ ἂν νῆσος ἀποτελῇ τμῆμα ἐπαρχίας, ἐκεῖ μία μόνον ἐθνικὴ ὁδὸς κατασκευάζεται. Αἱ ὑφιστάμεναι ἐθνικαὶ ὁδοὶ ὧν δύο σημεῖα ἑνοῦνται διὰ σιδηροδρόμου παύουσι τοῦ λοιποῦ χαρακτηριζόμεναι ὡς τοιαῦται, κατατασσόμεναι εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καὶ συντηρούμεναι κατὰ τὰς περὶ τῶν ὁδῶν τούτων διατάξεις. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει προκειμένου καὶ περὶ κατασκευῆς νέων ἐθνικῶν ὁδῶν ἢ περὶ συμπληρώσεως καὶ ἀποπερατώσεως τοιούτων. Ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ συνδέουσαι τὰς πρωτευούσας τῶν ὁμόρων δήμων πρὸς ἀλλήλας, ἢ πρὸς ἐθνικὴν ὁδόν, ἢ πρός τινα λιμένα ἐν ᾧ ὑπάρχει Τελωνεῖον γʹ τάξεως, ἢ πρὸς σιδηροδρομικὰς στάσεις. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ αἱ ἑνοῦσαι ἐθνικὰς ἢ ἐπαρχιακὰς ὁδοὺς πρὸς ἀλλήλας, ἢ ἐθνικὰς πρὸς ἐπαρχιακάς. Δημοτικαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ συνδέουσαι τὰ χωρία τοῦ αὐτοῦ δήμου πρὸς ἄλληλα, ἢ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν, ἢ πρὸς ἐθνικὴν ἢ ἐπαρχιακὴν ὁδόν, διερχομένην διὰ τοῦ αὐτοῦ δήμου. Ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἑκάστη τῶν ἤδη κατασκευασθεισῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν ὁδῶν διὰ τὴν ἐφεξῆς συντήρησιν αὐτῆς καταταχθήσεται ἐν τῇ οἰκείᾳ τάξει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄνω διατάξεων διὰ Β. Διατάγματος, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀγροτικαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ ἐξυπηρετοῦσαι τὰς ἀνάγκας τῶν πέριξ τῶν πόλεων κωμῶν, χωρίων ἢ κτημάτων». Ὁ κ. Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§83Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διασαφηνίσῃ τί ἐννοεῖ διὰ τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἄρθρου 1 «πρὸς τὸ ἐπίνειον τοῦ νομοῦ», διότι πᾶσα ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐπίνειον. Αἱ Καλάμαι, τὰ Φιλιατρὰ εἶναι ἐπίνειον τοῦ αὐτοῦ νομοῦ;
§84Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως.
§85Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὥστε δύνανται νὰ κατασκευασθῶσι καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη.
§86Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Βεβαίως.
§87Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω καὶ τοῦτο. Ἐπειδὴ εἰς τὸ ἄρθρον ἀναφέρεται «πρὸς σημεῖον τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας», τὸ Ἄκτιον καὶ ἡ Ἀμβρακία θεωροῦνται ὡς ὁροθετικὴ γραμμή; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ τώρα, τοὐλάχιστον εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
§88Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ σᾶς ἀπαντήσω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–52, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Λεμησσῷ ἑδρευούσης ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας Λεμησσοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως προσθέτου ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Πάτραις ἑδρευούσης Ἀχαϊκῆς ἀτμοπλοΐας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ Βουλγαρίας καταγομένων διδασκάλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον).
§90ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, «περὶ τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου», κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ. Ὡσαύτως ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἀνάγνωσις τῶν τριῶν ἑπομένων νομοσχεδίων, τῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 20, 21 καὶ 22· δηλαδὴ 1) «περὶ χορηγίας ἐπιδόματος εἰς τὰ ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ ἀτμόπλοια»· 2) «περὶ ἐλευθεροκοινωνίας τῶν πλοίων καὶ περὶ τῶν καταβαλλομένων ὑπ’ αὐτῶν ὑγειονομικῶν δικαιωμάτων»· καὶ 3) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΧΝϚʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1877 περὶ ὀργανισμοῦ καὶ δικαιοδοσίας τῶν προξενικῶν Ἀρχῶν, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρων νόμων», διότι ταῦτα συνυπεβλήθησαν μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ φαρικῶν τελῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ψηφισθῇ πρῶτον καὶ ἀκολούθως αὐτά, ἀλλὰ τοῦτο δυστυχῶς δὲν ἐξετυπώθη εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον.
§91Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «περὶ φαρικῶν τελῶν» ἐλπίζομεν ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῇ.
§92ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δεῖ δὴ χρημάτων καὶ ἄνευ αὐτῶν οὐδέν ἐστὶ γενέσθαι τῶν δεόντων.
§93Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς σωτηρίαν τῆς ναυτιλίας καὶ ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸ ὁποῖον θὰ χάσῃ πολύ, ἂν ψηφισθῇ αὐτό.
§94Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὸ 25, κύριε Πρόεδρε, θὰ φθάσωμεν.
§95Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ τὸ 23 καὶ 24;
§96ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 25: Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τηλεγραφοσήμων». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§98Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἀντὶ τοῦ «49» νὰ γίνῃ «50».
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς διωρθώθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§100Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3· «ἡ διεύθυνσις ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων» κλπ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου). Θὰ γίνῃ ἀνατύπωσις διὰ τὸ σύνολον.
§102Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 καὶ 50′ μ. μ.).