1909.10.20
1,447 rows · 10,429 words · 145 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22.
τῆς 20ῆς Ὀκτωβρίου 1909.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 99 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Οἱ ἐν τῇ ἱερᾷ Μονῇ τῶν Ἀσωμάτων ἢ Πετράκη ἐγκαταβιοῦντες μοναχοὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου κλπ.» προβλεπομένη διὰ τοὺς μοναχοὺς παροχὴ ἢ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὴν διὰ τοὺς ἱερομονάχους προβλεπομένην ἢ αὐξηθῇ κατά τι. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Κεφαλληνίας παρακαλεῖ, ὅπως τὸ ἐκεῖ Πρωτοδικεῖον ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. Ὁ δήμαρχος Ἀποδοτίας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου ἐκφράζοντος εὐχήν, ὅπως ληφθῶσι σύντονα νομοθετικὰ μέτρα περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ ζωοκλοπῆς. (Προσέρχεται ὁ βουλευτὴς Ὀλυμπίας κ. Ν. Χριστόπουλος καὶ δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§2Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «Περὶ μετατροπῆς τοῦ σωφρονιστηρίου Αἰγίνης εἰς ποινικὰς φυλακὰς καὶ τῶν σωφρονιστηρίων Ζακύνθου καὶ Κεφαλληνίας εἰς ποινικὰς καὶ ἐξεταστικὰς φυλακάς»· 2) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ προξενικοῦ νόμου».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν. Ὁ κ. Δ. Βινιεράτος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. (Ὅρα Παράρτ. Ἐφημ. Συζητήσεων Βουλῆς, ἀριθ. 183). Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Βʹ ἀνάγνωσις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 ἐκ δρ. εἰς χρυσὸν 1.027.500 καὶ δραχ. 151.400, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1.178.900». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιρρήσεως). Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν προσθέτων τελῶν καὶ τόκου ὑπερημερίας καὶ παροχῆς ἐκπτώσεως εἰς τοὺς καθυστεροῦντας τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1908 καὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ αὐτοῦ φόρου τῆς χρήσεως 1909». Ὁ κ. Λέκας ἔχει τὸν λόγον.
§4Θ. ΛΕΚΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι πρόκειται νὰ καταργήσῃ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ πρότασις κανονίζουσα τὰ χρέη τῶν ἀμπελοκτημόνων διὰ μίαν δεκαετίαν. Ἀλλά, εἰ καὶ εἶπεν ὅτι προθύμως θὰ δεχθῇ πᾶσαν τροπολογίαν, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι οὐ μόνον προφορικὴν ἀλλ’ οὐδὲ ἔγγραφον ἐννοεῖ ν’ ἀποδεχθῇ τοιαύτην. Κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ ἐντὸς μιᾶς τριετίας θὰ κατέβαλλον οἱ ἀμπελοκτήμονες πάντα τὰ ὀφειλόμενα εἰς τρεῖς δόσεις, καὶ ἑπομένως θὰ φανῶμεν οὐ μόνον χρήσιμοι πρὸς αὐτούς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον μέχρι τελευταίου λεπτοῦ θὰ εἰσπράξῃ τὰ πρὸς αὐτὸ ὀφειλόμενα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ οἱ ἀμπελοκτήμονες κατὰ τὸ 1910 πρέπει νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὸν φόρον δύο χρήσεων, 1908 καὶ 1909, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὀφειλομένων ὑπ’ αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο θὰ δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐκτὸς τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ φανῶ ὑπερβολικός, ἂν δὲν ὀφείλωσιν ἐπὶ πέντε ἔτη, θὰ ὀφείλωσι τέσσαρα, πολλοὶ δ’ ἐξ αὐτῶν καὶ τὴν δεκαετίαν ὁλόκληρον. Ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ πρότασις νόμου δὲν ὑπεβλήθη, ἵνα φανῶ εὐχάριστος εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἕκαστον ἀντιπρόσωπον νὰ μὴ μετέρχηται τοιαῦτα μέσα· ὑπέβαλον τὴν πρότασιν κατόπιν μελέτης, διότι δὲν εἶμαι πολιτευόμενος ἐρασιτέχνης, ἀλλὰ βλέπω τοὺς συμπολίτας μου συχνά, ἐξετάζω τὰς ἀνάγκας των καὶ γνωρίζω ποία εἶναι ἡ πραγματική των κατάστασις. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ πρότασιν, νὰ εἶναι δὲ βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἐντὸς τριῶν ἐτῶν θὰ εἰσπράξῃ πάντα τὰ ὀφειλόμενα. Κανονίζω δὲ τὴν πληρωμὴν ὡς ἑξῆς: οἱ ὀφείλοντες φόρον μέχρις 60 δραχμῶν εἰς μίαν δόσιν μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1910, ὅτε θὰ ἔχωσι χρήματα οἱ ἀμπελοκτήμονες. Οἱ ὀφείλοντες 60 ἕως 150 εἰς δύο δόσεις, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1910 καὶ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1911. Οἱ ὀφείλοντες ἄνω τῶν 150 δραχμῶν εἰς τρεῖς δόσεις, πάντοτε τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1910, 1911 καὶ 1912. Δὲν εὑρίσκω κακὴν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ πρότασιν, οὐδὲ ἐννοῶ νὰ φέρω κώλυμά τι εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Φρονῶ δ’ ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, δὲν θὰ φανῇ μόνον εὐχάριστος εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ἀλλὰ θὰ ὠφελήσῃ καὶ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, θὰ εἰσπράξῃ μέχρι τελευταίου λεπτοῦ τὰ εἰς αὐτὸ ὀφειλόμενα.
§5ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤδη ἀπὸ τῆς 20 Σεπτεμβρίου, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κάμω τὴν εἰσήγησιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν, ὑπέβαλον νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τοὺς νόμους ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900, ͵ΒϠΟΓʹ τοῦ 1903 καὶ ͵ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907 προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν αὐτῶν νόμων». Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, πάντα τὰ χρέη τὰ ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1898, πλὴν τῶν ἐσόδων ἐκ διαχειριστικῶν ἐλλειμμάτων δημοσίων ὑπολόγων τῶν δι’ ὑποθήκης ἐξησφαλισμένων τοιούτων καὶ τῶν ὀφειλομένων ἐκ τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν, ὡς καὶ τὰ συνεισπραττόμενα μετὰ τῶν δημοσίων δημοτικὰ ἔσοδα τῶν ἰδίων χρήσεων, διαγράφονται ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων. Ἀπὸ δὲ τοῦ ἔτους 1899 μέχρι τοῦ 1907 ἐπιτρέπεται ἀνανέωσις δεκαετὴς κατὰ τοὺς προηγουμένους νόμους, τὸ δὲ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ εὐεργέτημα τοῦτο ἐπεκτείνεται ὅσον ἀφορᾷ τὸν στρεμματικὸν φόρον τῶν ἀμπέλων καὶ εἰς τὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων 1899, 1900, 1901 καὶ 1902», ἡ δὲ ἀνανέωσις ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1903 καὶ ἐντεῦθεν. Ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπερηκόντισα τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον παραπονεῖται αὐτὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν σχετικὴν πρότασίν του. Ἄς ἔχῃ ὑπομονήν, ἕως οὗ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου, ὅτε, ἂν νομίζῃ ἀνακουφιστικωτέραν τὴν πρότασίν του, τότε ἂς ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν της.
§6Θ. ΛΕΚΑΣ. Εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§7ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἄσχετον τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη, διότι οἱ ἀμπελοκτήμονες Ἀττικῆς ἦλθον καὶ μὲ παρεκάλεσαν ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐνταλμάτων διὰ τὸ 1908. Ἔπρεπε λοιπὸν πρὸς διευκόλυνσίν των νὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ διατάξω τοὺς εἰσπράκτορας καὶ τοὺς ἀστυνόμους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ ἐντάλματα, ἵνα ἀναστείλωσι τὴν καταδίωξιν. Ἄλλο αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἄλλο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνανέωσιν, ὄχι τριετῆ, ὅπως θέλετε σεῖς, ἀλλὰ δεκαετῆ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν», ὡς ἐτροποποιήθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν δαπανῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσσεών τινων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§9Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν θὰ λάβητε μέτρον καὶ διὰ τὴν ἐλάττωσιν κατά τι τῆς φορολογίας τοῦ κηροῦ;
§10ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ φοβοῦμαι μή, ἂν ἀπεδεχόμεθα τὴν χθεσινὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς περὶ ἀτελείας τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων τεχνητῶν κυψελῶν, παρείχομεν ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις. Κατ’ ἐμὴν γνώμην ἱκανὴ εἶναι ἡ προστασία ἣν παρέχομεν εἰς τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν τοῦ κηροῦ, ἀφοῦ εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως φορολογίαν ὑποβάλλομεν αὐτήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895 καὶ ͵ΓϠΗʹ τοῦ 1905 περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει ὁ κ. Κατσάνος.
§12Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὰ οἰκονομικά του μέτρα ἐποιήσατο ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, λέγων πρὸς αὐτὴν ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσωμεν, νὰ σκεφθῶμεν νηφαλιώτερον καὶ προσεκτικώτερον, ὅπως ἀνορθώσωμεν τὰ δεκτικὰ ἀνορθώσεως καὶ περισυλλέξωμεν τὰ δεκτικὰ περισυλλογῆς, εἶναι καιρός, φρονῶ, νὰ ὑπομνήσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ ὀλίγον καὶ ἐν τῇ ἐλλείψει ἄλλης ἀντιδράσεως νὰ ἀναπτύξῃ αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν ἀντίδρασιν, νὰ γίνῃ ὀλίγον συντηρητικώτερος, διὰ νὰ μὴ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ἀντὶ νὰ ἀνορθώσῃ καὶ περισυλλέξῃ, νὰ πλήξῃ καὶ νὰ θραύσῃ· διότι κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἀσθενῆ καὶ ἐμοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκριβῶς αὐτὸ πράττει· ἐξ ἑνὸς περισυλλέγει, ἀφ’ ἑτέρου καταλύει. Δι’ ὅλης τῆς οἰκονομίας, κύριοι Βουλευταί, τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκριβῶς ἐπιδιώκει ἓν καὶ μόνον· ἐπιδιώκει τὴν ἀπόληψιν τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον προκαταβάλλει ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ οὐδένα ἔχει τὸν διαφωνοῦντα. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ τούτου καὶ μόνον, βεβαίως ἠθέλομεν ἀπονείμει καὶ εὐχαριστίας εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ πράττει καί τι ἄλλο· ἐνῷ προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, κατερειπώνει ἕτερον οἰκοδόμημα, οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖον ἐσεβάσθησαν πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις μέχρι τοῦδε, πᾶσαι αἱ Βουλαί, οἰκοδόμημα ἀποτελοῦν τὴν πρώτην μονάδα τῆς διοικήσεως, τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καταλύει τελείως οἰκονομικῶς τοὺς δήμους. Ἐνταῦθα, κύριοι Βουλευταί, πρῶτον ζήτημα κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀσθενῆ ἀντίληψιν γεννᾶται ἂν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ν’ ἀφιερώσῃ πάντας τοὺς δημοτικοὺς φόρους ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι διὰ τῶν νόμων διὰ τῶν ὁποίων ἐθεσπίσθησαν καὶ ἐπεβλήθησαν οἱ δημοτικοὶ φόροι βεβαίως δὲν ἐνόουν οἱ νομοθέται τότε ὅτι ὅλοι οἱ φόροι αὐτοὶ προωρίζοντο ἀποκλειστικῶς διὰ μόνην τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Εἶχον τὴν γνώμην ὅτι εἶχον καὶ ἄλλην ἀποστολὴν οἱ φόροι οὗτοι· εἶχον ἀποστολὴν οὐ μόνον τὴν διατήρησιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ τὴν κατασκευὴν ἔργων δημοτικῶν κοινωφελῶν ὑπὲρ τῶν δημοτῶν, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ περὶ συστάσεως τῶν δήμων νόμος, διότι, ἐὰν συλλήβδην λάβωμεν τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ εἴπωμεν πάντες ὅτι, Κύριε, εἶναι περιττὸν νὰ συνηγορῇς ὑπὲρ δήμων, ὑπὲρ μισθοῦ τοῦ δημάρχου ἢ τοῦ γραμματέως, βεβαίως θέλομεν καταλήξει εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνάξιον πάσης συζητήσεως καὶ δὲν ἔχομεν παρὰ ν’ ἀποβλέψωμεν νὰ λάβωμεν τὰ χρήματα ἀπὸ τὸν δῆμον νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τὸ Δημόσιον ἐξασφαλίζοντες οὕτω τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει οὕτω· διότι ἐν ὑποδεεστέρᾳ μοίρᾳ τίθεται τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τῶν δήμων. Καὶ ἐν τίνι δικαιώματι, Κύριοι, θὰ ἐπιτραπῇ διὰ νομοσχεδίου οἰκονομικοῦ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τιθεμένου, ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ βάσεις ἐκεῖναι ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ σύστασις τῶν δήμων; Πῶς θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἄρῃ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοὺς δημότας, οἱ ὁποῖοι πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν κατέβαλον τὰ χρήματα αὐτῶν ἐκ τῶν στερημάτων, διὰ νὰ ὑδρεύωνται, διὰ νὰ συγκοινωνῶσι, διὰ νὰ ὑποβοηθήσωσι τὴν ὑγείαν των καὶ τόσα καὶ τόσα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ὁ προσήκων χρόνος νὰ ἀναπτύξω, ἀλλ’ ἀναφέρω ἐν ὀλίγοις ταῦτα, περὶ τῶν ὁποίων εἶπον; Ἐὰν τοῦτο πράξωμεν, εἶναι προτιμότερον διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐννοοῦμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἁπάσας τὰς εἰσπράξεις τῶν δήμων ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἀλλὰ τότε ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἕτερον μέρος· νὰ μὴ ἐξετάζωμεν οὔτε ἂν πρόκειται περὶ προϋπολογισμῶν, οὔτε περὶ συμβουλίων, οὔτε περὶ ἐποπτείας τῆς Πολιτείας ἐπ’ αὐτῶν, οὔτε περὶ οὐδενὸς ἄλλου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ κατεχούσῃ αὐτὸν ὑπερμέτρῳ ἐφέσει ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰς καταβαλλομένας δαπάνας ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν δήμων δὲν παρέσχε τὴν προσήκουσαν προσοχὴν καὶ εἴς τινα ἄλλα, δὲν ἐποιήσατο τουτέστιν οὔτε τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν διαφόρων κατηγοριῶν τῶν δήμων, διότι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμίαν ποιοῦνται διάκρισιν ἐν τῷ ζητήματι τῶν κατηγοριῶν καὶ τῶν ἄλλων διατυπώσεων. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, κάλλιον ἐμοῦ, ἔχομεν τριῶν κατηγοριῶν δήμους. Ἔχομεν τοὺς ἐντελῶς ἀπόρους δήμους, περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται ἐνταῦθα, διότι οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος, καὶ ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν τινα ἐπὶ τῆς κατηγορίας ταύτης τῶν δήμων. Ὅσα καὶ ἂν ἔχωσιν ὀλίγα οἱ δῆμοι οὗτοι, θὰ εἰσπραχθῶσι ταῦτα ὑπὸ τοῦ ταμίου των τοῦ ἐπαρχιακοῦ καὶ θὰ παραδοθῶσι διὰ τὴν διοίκησιν. Ἔχομεν ἐπίσης τοὺς ἐπαρκεῖς δήμους, καί, ὅταν πρόκειται περὶ τούτων, οὐδεὶς βεβαίως ὑπάρχει ὁ ὁποῖος θὰ διεφώνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐξασκήσῃ πάντα τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν προκαταβολῶν τῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἑτέραν κατηγορίαν δήμων· ἔχομεν τοὺς σχετικῶς ἐπαρκεῖς. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου ἀφαιρέσωμεν πάσας τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν δήμων ἐκείνων, οὐδὲν στάδιον ἀφήνομεν εἰς τὴν συντήρησιν αὐτῶν. Τότε δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς αὐτοὺς οὔτε δικαίωμα προϋπολογισμοῦ οὔτε δικαίωμα συμβουλίου οὔτε δικαίωμα οὐδενὸς ἔργου· δηλαδὴ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ δῆμοι αὐτοὶ καταλύονται. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δικαιότερον θὰ ἦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς στιγμὴν ἄφηνε τὰς ἄλλας του ἀσχολίας καὶ προσεῖχε πρὸς ἕνα Βουλευτὴν ἐνδιαφερόμενον ἐπίσης κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ὑπὲρ τῆς διοικήσεως, διότι θὰ ἠδύνατο ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ ἴσως ν’ ἀσχοληθῇ δι’ ἄλλα ζητήματα. Θὰ ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἀπέβλεπεν εἰς δύο διευθύνσεις, βεβαίως εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα προκαταβάλλει τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν δήμων κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών του τέμνων μέσην τινὰ ὁδόν, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐξακολουθῇ τὸ Δημόσιον νὰ κατάσχῃ τὰς δημοτικὰς εἰσπράξεις, βεβαίως οὐδὲν τέρμα τίθεται. Θὰ ἔχωμεν καθ’ ἑκάστην αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῶν καθ’ ἡμέραν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἔχωμεν αὔξησιν τῆς προαγωγῆς τῶν σχολείων, θὰ ἔχωμεν αὔξησιν τῆς συστάσεως νέων σχολείων καὶ αὔξησιν τῶν μισθῶν καὶ συντάξεων. Καὶ ποῦ θὰ φθάσωμεν, Κύριοι, διὰ τῶν κατασχέσεων αὐτῶν; Θὰ κατάσχητε ὁλοκλήρους τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων· ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ἐπαρκέσητε νὰ καλύψητε τὸ ἔλλειμμα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν θελήσητε ν’ ἀποβλέψητε ἐν συνδυασμῷ μάλιστα μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβληθῆ καὶ τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ δήμων, καὶ εἰς ἄλλας οἰκονομίας, θὰ δυνηθῆτε τέμνοντες τὴν μέσην ὁδὸν νὰ ἐξασφαλίσητε καὶ τὴν προκαταβολὴν τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ προστατεύσητε τοὺς δήμους. Ἐγὼ δὲν ἐπαγγέλλομαι βεβαίως τὸν νομοθέτην τὸν ἔκτακτον.
§13ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶσθε νομοθέτης.
§14Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν δυνάμενον νὰ καθοδηγήσῃ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν εἴδει δοκιμίου οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ διατυπώσω ἔστω καὶ ἀορίστως γνώμας τινάς, τὰς ὁποίας θὰ ἐπεθύμουν νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς καὶ ὑπ’ ὄψει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν δεχθῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἀσφαλῶς ἔχομεν τὰς αὐξήσεις καὶ τὰς ἐκ τῶν συντάξεων καὶ τὰς ἐκ τῶν προαγωγῶν τῶν σχολείων καὶ τὰς ἐκ τῆς συστάσεως αὐτῶν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ δυνηθῆτέ ποτε νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων. Τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων θὰ τὴν ἐξασφαλίσητε διὰ δρακοντείων μέσων· τό γε νῦν δ’ ἔχον, θὰ τὴν ἐξασφαλίσητε διὰ τῆς καταλύσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν δήμων, διὰ τῆς καταλύσεως ἐν γένει τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τῶν δήμων. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ εἶναι ἐφήμερον καὶ θὰ ἔλθητε κατὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος νὰ ἔχητε ἀνάγκην νομοσχεδίου ἔτι αὐστηροτέρου· θὰ ἔχητε ἀνάγκην διατάξεων αἱματηροτέρων, ὥστε νὰ δυνηθῆτε πάλιν νὰ καλύψητε τὸ ἔλλειμμα. Ἀλλ’ οὕτω πως θὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἕνα κύκλον ὀδυνηρόν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον, ἐὰν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τοὺς ἐπαρκεῖς δήμους, περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται, διότι αὐτοὶ βεβαίως ἔχουσι πλήρη τὴν ἐπάρκειαν, καὶ ὑποθέτω ὅτι μόνον ἡ δυστροπία τῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία προβάλλει τὰ προσκόμματα εἰς τὰς προκαταβολάς. Προκειμένου περὶ τῶν ἀπόρων δήμων οὐδὲν στάδιον ἔχομεν. Ὅσας θέλετε κατασχέσεις κάμετε· οὐδεμίαν θὰ ἔχωσιν αὗται ἐφαρμογήν, διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουσι τίποτε. Ἔχομεν ἑπομένως μόνον τὸν μέσον ὅρον, δηλαδὴ τὴν τάξιν τῶν σχετικῶς ἐπαρκῶν δήμων. Νομίζω ὅτι δύο τινὰ πρέπει νὰ κάμητε· ἢ νὰ αὐξήσητε τὸ ποσοστὸν τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου εἰς τὸ ἀνώτατον τὸ ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τοῦ 1905, ἤτοι εἰς τὸ 4%, καὶ τότε λαμβάνοντες τὸ ἥμισυ ἐξ ὅλων τῶν εἰσοδημάτων τῶν δήμων ν’ ἀφήσητε τὸ ἄλλο 2% ὑπὲρ τῆς αὐτοσυντηρήσεως τῶν δήμων...
§15Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι ὑπέγγυος φόρος.
§16Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Πῶς εἴπετε;
§17Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οἱ φόροι εἶναι ὑπέγγυοι εἰς τὰς Τραπέζας.
§18Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐὰν τοῦτο προσκρούῃ εἰς ἄλλους λόγους, πάντως ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς εἰς 4%, ὥστε τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ἓν περιθώριον, ἐξ ἄλλου δὲ ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν μείωσιν τῶν δαπανῶν αἱ ὁποῖαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατόπιν μάλιστα τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῆς τῆς ἐλλιποῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ δῆμοι, καθ’ ἣν γίνονται συστάσεις σχολείων καθ’ ἕκαστον ἔτος εἰς συνοικισμοὺς μικρούς, μικροσκοπικούς, ἀπέχοντας ἔλαττον τῆς ὥρας ἀπὸ ἑτέρους συνοικισμοὺς κεντρικούς, παρ’ οἷς λειτουργοῦσι σχολεῖα εἴτε κοινὰ εἴτε δημοτικά. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐπιζήμιον εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐὰν ἐτροποποιεῖτο κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὁ νόμος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ σύστασις σχολείων ἐν συνοικισμοῖς οἱ ὁποῖοι ἀπέχουσιν ἔλαττον τῆς ὥρας ἀπὸ συνοικισμοὺς ἑτέρους παρ’ οἷς λειτουργοῦσι δημοτικὰ ἢ κοινοτικὰ σχολεῖα, διότι θὰ εἶναι εὐχερὴς ἡ μετάβασις τῶν παίδων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συνοικισμοῦ εἰς ἄλλον καὶ θὰ ἔχωμεν ἐντεῦθεν ὁπωσδήποτε μίαν οἰκονομίαν. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλην οἰκονομίαν. Σημειωτέον ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγω καὶ ὑποστηρίζω τὸ λέγω καὶ τὸ ὑποστηρίζω, διότι κατάγομαι ἀπὸ χωρικοὺς συνοικισμούς, λέγω δὲ τοῦτο, διὰ νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς ὅτι εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἔρχομαι κατόπιν εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Εἰς χωρία τὰ ὁποῖα ἀριθμοῦσι τὸν αὐτὸν πληθυσμὸν περίπου καὶ τὰ ὁποῖα ἀπέχουσι μίαν ὥραν καὶ μόνον ἀλλήλων διατί συγχρόνως νὰ ἱδρύωνται δύο σχολεῖα, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρυθῇ ἓν καὶ μόνον σχολεῖον ἐκ περιτροπῆς ἔχον τὴν ἕδραν τὴν μίαν ἑξαμηνίαν εἰς τὸ ἓν σχολεῖον καὶ τὴν ἄλλην ἑξαμηνίαν εἰς τὸ ἄλλο;
§19Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὸ μέσον.
§20ΔΗΜ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Μὲ ἕδραν τὸ μέσον προσδιοριζόμενον ὑπὸ τοῦ οἰκείου δημοτικοῦ συμβουλίου, ἐὰν δ’ ἐπιτρέπωσι τὰ μέσα, εἰ δυνατόν, νὰ ἐγείρωσι καὶ ἓν κατάστημα διὰ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον κατάστημα εἰς τὸ χωρίον δὲν στοιχίζει ἄνω τῶν τετρακοσίων δραχμῶν, δὲν θὰ ἔχωσι δὲ νὰ ὑποστῶσι καμμίαν ζημίαν, διότι οἱ τοιοῦτοι δῆμοι θ’ ἀποφύγωσι τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται πολλάκις εἰς ἑκατὸν πεντήκοντα δραχμὰς τὸ ἔτος. Ἐὰν τὰς δύο παρατηρήσεις μου ταύτας ἀποκρυσταλλώσῃ εἰς νομοθέτημα ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, θὰ προσδοκῶμεν ἐξ αὐτοῦ μίαν οἰκονομίαν καλήν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοθεν πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν μίαν οἰκονομίαν, ἀφοῦ ἐπιζητοῦμεν πανταχόθεν τὸν ὀβολὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφοῦ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποκρυπτώμεθα, ἀφοῦ αἱματηρότατα ταύτην τὴν στιγμὴν φορολογοῦμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν ἐννοῶ π. χ. κατὰ τί ἤθελε μειωθῆ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίξαμεν τὰς προαγωγὰς τῶν σχολείων ηὔξησε κατά τι, διότι νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἐπαρκὴς εἷς δημοδιδάσκαλος ἔχων τὴν θέλησιν, ἔχων τὴν συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ καθήκοντός του, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεται, νὰ διδάξῃ ἑβδομήκοντα μαθητάς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ διδάξῃ πεντήκοντα. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν οὕτω μίαν οἰκονομίαν μεγαλειτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν θέτει ὁ νόμος. Καὶ βεβαίως θὰ ἔχωμεν μίαν οἰκονομίαν προτείνοντες ταῦτα καὶ καταλήγοντες εἰς συμπεράσματα οἰκονομικά, ἐκ τῶν ὁποίων ἤθελε μειωθῆ τὸ ποσὸν τὸ προκαταβαλλόμενον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξ ἑνὸς καὶ ἐξ ἄλλου αὐξάνοντες τὸ φορολογικὸν ὅριον κατὰ νόμον εἰς 4%. Θὰ ἠδυνάμεθα οὕτω νὰ συμβιβάσωμεν καὶ τὰ δύο, ὥστε καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ χρήματά του διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ εἰς τοὺς δήμους ν’ ἀφήσωμεν περιθώριον, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὴν ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν ἔχουσι κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως δήμων. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ νὰ διασκευάσῃ αὐτό, εἰ δυνατόν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἡμετέρας παρατηρήσεις καὶ διὰ προσθήκης ἄλλων διατάξεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς μᾶλλον προηγμένος καὶ εἰδικῶς ἀσχοληθεὶς περὶ τὰ τοιαῦτα, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξεύρῃ ἐν συνδυασμῷ ἐργασίας μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταλήξῃ εἰς ἓν νομοθέτημα ἄρτιον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐπιφέρῃ μόνον βελτίωσιν ταμιευτικὴν ἀλλ’ ἐξ ἄλλου καὶ νὰ μὴ καταστρέψῃ ἐκ βάθρων νόμους κειμένους, νόμους λειτουργοῦντας μὲ τοὺς ὁποίους ἐξομοιοῦται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1) Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Πονηροπούλου: «Ἡ δευτέρα περίοδος τῆς δʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἕπεται· Οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες θεωροῦνται τρίτοι ὑποκείμενοι καὶ εἰς προσωπικὴν κράτησιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς χεῖρας αὐτῶν ἐπιβαλλομένας κατασχέσεις διὰ χρέη τοῦ δήμου πηγάζοντα ἐκ προκαταβολῶν δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς τρεχούσης ἢ τῆς ἀμέσως προηγουμένης χρήσεως». βʹ) Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ἡ φράσις «ἀνάλογον πρὸς συμπλήρωσιν τῶν προκαταβαλλομένων ἐξόδων δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς τρεχούσης χρήσεως» νὰ μεταβληθῇ εἰς «ἀνάλογον πρὸς συμπλήρωσιν τῶν μέχρι τῆς ἐγκρίσεως τῶν πρακτικῶν προκαταβεβλημένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξόδων δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς τρεχούσης χρήσεως». γʹ) Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβληθῇ ὡς ἕπεται· «Εἰς δήμους παραμείναντας ὀφειλέτας πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν προκαταβολῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1904 συμπεριλαμβανομένου καὶ ἐφεξῆς δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ἢ προαγωγὴ πλήρους ἢ κοινῶν δημοτικῶν σχολείων ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τοῦ ἁρμοδίου δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως ὑπ’ αὐτοῦ νέων πόρων πρὸς πληρωμὴν τῆς προστιθεμένης δαπάνης. Ἐν τοῖς δήμοις τούτοις δὲν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τῆς δʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ͵ΓϞΗʹ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς 10ης Αὐγούστου 1905».
§22ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ αʹ ἐδάφιον τῆς τροπολογίας ταύτης δέχομαι, ἀλλὰ μὲ τὴν προσθήκην τῶν λέξεων «εὐθυνόμενοι προσωπικῶς καί»... Δέχομαι ὡσαύτως τὸ γʹ ἐδάφιον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ἐπὶ τῆς αὐτῆς παραγράφου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ κ. Φαρμακοπούλου· Ἐκ τοῦ τέλους τῆς δʹ § τοῦ ἄρθρου 1 νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ὑποκείμενοι καὶ εἰς προσωπικὴν κράτησιν», διότι δὲν θὰ ὑπάρξωσι πλέον δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, καὶ εἰς τοῦτο ἀποβλέπουσιν οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα δηλαδὴ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τῶν δημοσίων ταμιῶν ἡ εἴσπραξις τῶν δημοτικῶν ἐσόδων χάριν τῶν ποσοστῶν. Ἡ εʹ § τοῦ ἄρθρου 1 νὰ διαγραφῇ τελείως, τὸ μὲν διότι κακῶς ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς νομάρχας, οἵτινες ἐγκρίνουσι τὰς εἰς βάρος τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου ζητουμένας πιστώσεις, τὸ δὲ διότι ἀνοίγει τὴν θύραν εἰς τὴν διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνδοτικοῦ συνήθως εἰς τοὺς ἰσχύοντας, ῥουσφετολογίαν, καὶ χρησιμεύει εἰς πίεσιν τῶν ἀντιπολιτευομένων δημάρχων.
§24ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὴν δέχομαι, διότι ἀνατρέπει τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ψηφίζεται τὸ 1ον ἄρθρον, ὡς ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2ον).
§25Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ φόροι οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὸ τὴν μελέτην τοῦ νομάρχου κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι ὑπέγγυοι εἰς προνομιοῦχα δάνεια, τί μέλλει γενέσθαι; Ὁ νομάρχης, ἐὰν δὲν διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 2, θέλει συνεπιφέρει ἐναντίον του τὴν ποινὴν τοῦ ἄρθρου 482 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§26ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν ζητοῦμεν ἢ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου προσόδους καὶ ἐπὶ πλέον τῶν ὑπεγγύων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρωμεν προηγουμένας συμβάσεις οὔτε ν’ ἀνατρέψωμεν προνόμια.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πονηροπούλου.
§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὴν δέχομαι.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Φαρμακοπούλου ζητοῦντος νὰ διαγραφῇ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 2.
§30ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὔτε αὐτήν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτονται συναινέσει τῆς Βουλῆς αἱ τροπολογίαι αὗται. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 3ον).
§32ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «Ἡ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ͵ΓΞΗʹ νόμου τοῦ 1905 φράσις «ὡς καὶ τῶν τυχὸν συνομολογηθησομένων δανείων τῶν δήμων» ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑξῆς: «δανείων τῶν δήμων, τῶν δὲ τυχὸν συνομολογηθησομένων τοιούτων, μόνον ἐὰν πρόκειται περὶ δήμων οἵτινες δὲν παραμένουσιν ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν προκαταβληθέντων ἐξόδων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τῶν τριῶν τελευταίων χρήσεων». Ἐπίσης: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1910».
§33Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διατί ὄχι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως;
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι θὰ εἶναι ἄδικον νὰ μὴ δώσωμεν προθεσμίαν νὰ κανονίσωσι τοὺς λογαριασμούς των. (Ψηφίζεται τὸ 3ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 4ον).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πονηροπούλου ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβληθῇ ὡς ἕπεται· «Εἰς δήμους παραμείναντας ὀφειλέτας πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν προκαταβολῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1904 συμπεριλαμβανομένου καὶ ἐφεξῆς δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ἢ προαγωγὴ πλήρους ἢ κοινοῦ δημοτικῶν σχολείων ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τοῦ ἁρμοδίου δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως ὑπ’ αὐτοῦ νέων πόρων πρὸς πληρωμὴν τῆς προστιθεμένης δαπάνης. Ἐν τοῖς δήμοις τούτοις δὲν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τῆς δʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ͵ΓΞΗʹ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς 10 Αὐγούστου 1905».
§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν τροπολογίαν ταύτην ἀποδέχομαι πλὴν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου· «Ἐν τοῖς δήμοις τούτοις μέχρις Αὐγούστου 1905». Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινοῦ μέτρου. Ὡς ἐδήλωσα καὶ ἄλλοτε, εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δήμων καὶ ἴδωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν νέων δήμων βελτιουμένην, τότε θὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἐξευρέσεως εἰδικῶν πόρων, δι’ ὧν θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ νῦν, ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ στερήσωμεν μηδὲ νὰ περιορίσωμεν διόλου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του, ὡς ἔχει.
§37ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσωρινότης δὲν θὰ παύσῃ, ἐφ’ ὅσον οἱ δῆμοι παραμένουσιν ὀφειλέται εἰς τὸ Δημόσιον καὶ οἱ λογαριασμοὶ αὐτῶν δὲν ἰσορροποῦσι. Δὲν ἔχουσι δὲ τὸ δικαίωμα, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ ἔχωσι πολυτελεῖς διαβαθμίσεις. Ἐὰν μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἡ ἐκκαθάρισις μεταξὺ τῶν μὴ ἀπόρων, ὡς μὴ λαμβανόντων βοηθήματα ἐκ τοῦ Δημοσίου, αὐτὴν τὴν διάταξιν πρέπει νὰ δεχθῇ, ἵνα φθάσῃ εἰς ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον εἶναι ὅτι δῆμοι ὑπερβεβαρημένοι μὲ ὑπόλοιπον ὑποχρεώσεων 4 ἢ 5 χρήσεων ἀδυνατοῦσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς νέας ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ διαβάθμισις, ὡς ἔχει παρ’ ἡμῖν, εἶναι πολυτελής. Βεβαίως τὸ σύστημα τὸ διδακτικὸν ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχωσι καὶ μείζονα ἀριθμὸν διδασκάλων, ἀλλὰ τοῦτο δέον νὰ γίνεται ἐφ’ ὅσον οἱ πόροι τῶν δήμων ἐπιτρέπουσι. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι τὸ οὐσιωδέστερον μέρος τῆς τροπολογίας εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔστερξε νὰ δεχθῇ. Δι’ αὐτὸ ἤθελον τὸν παρακαλέσει καὶ λόγῳ τῆς προσωρινότητος τοῦ μέτρου, διότι δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως ἥτις δὲν καταργεῖται, ὅταν ὁ δῆμος κατορθώσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ τότε θὰ ἐπαναχθῇ εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται καὶ οἱ δῆμοι οἱ μὴ ὄντες ὑποχρεωμένοι εἰς τὸ Δημόσιον. Ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τὴν ἑξῆς ἱστορίαν· ὅτε κατὰ τὸ 1905 ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκπαιδεύσεως, ἡ παράγραφος αὕτη παρεισήχθη κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, χωρὶς νὰ συζητηθῇ σοβαρῶς. Σκοπὸς τότε τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ διορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῶν δήμων, ὥστε νὰ δύνανται οὗτοι νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα διάταξις ἀπεμάκρυνεν αὐτὴν τοῦ σκοποῦ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι, ἂν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τοῦ λαοῦ, ἐπιούσιος ἄρτος αὐτοῦ εἶναι καὶ ἡ δημοσία ὑγεία, ἥτις παραμελεῖται κατὰ τρόπον φρικτὸν καὶ ἀπελπιστικὸν ὄχι μόνον εἰς τὰ χωρία, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς δήμους τῶν πρωτευουσῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι οἱ δῆμοι στεροῦνται ὕδατος καὶ καθαριότητος. Ὅταν ἡ νόσος ἐξολοθρεύῃ τοὺς κατοίκους, τί πρὸς ἡμᾶς ἡ ἐκπαίδευσις, ἢ ὅταν στερῶνται γεφυρῶν ἢ ὁδῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν πολυτελῆ ἐκπαίδευσιν; Καὶ κατὰ τί ἔβλαψε τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τὸ ἀλληλοδιδακτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον πολὺ σοφῶς οἱ Μαϋάροι καθιέρωσαν; Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποβλέπων εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τῶν δήμων τοῦ Κράτους πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν ὅσα εἶπον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4 οὕτω τροποποιημένον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ὑπάρχει προσθήκη τοῦ κ. Φαρμακοπούλου ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὰ ἐκ χρηματικῶν ποινῶν τῶν ἐπὶ ζωοκλοπίᾳ καταδικασθέντων ἀναλογοῦντα τοῖς δήμοις εἰσπράττονται ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὰ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ἰσχύοντα, καὶ συμψηφίζονται πρὸς τὰ ἐκ προκαταβολῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὀφειλόμενα».
§39ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5 μὲ τὴν προσθήκην τοῦ κ. Φαρμακοπούλου).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον αὔριον, ὅπως συναρμολογηθῇ.
§41Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ διανεμηθῶσιν αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κλήσεως μὴ γεγυμνασμένων ἐφέδρων καὶ ἐθνοφρουρῶν πρὸς ἐκγύμνασιν».
§43Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως προσθέσωμεν ἓν ἐδάφιον διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους;
§44Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν περὶ αὐτοῦ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Τριφυλίας κ. Γεωργακοπούλου ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου μόνου νὰ προστεθῇ παράγραφος ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Οἱ ἐν Ἀθήναις ὑπηρετοῦντες δημόσιοι ἢ ἰδιωτικοὶ ὑπάλληλοι ὡς καὶ οἱ ἔχοντες σταθερὰν διαμονὴν ἐν Ἀθήναις οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτρέπεται νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις ἑδρεύοντα σώματα στρατοῦ πρὸς ἐκγύμνασιν».
§46Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διατί μόνον οἱ ἐν Ἀθήναις;
§47Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶμαι διατεθειμένος πᾶσαν εὐκολίαν νὰ δεχθῶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ γενικευθῇ παντοῦ καὶ ὄχι μόνον νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ὅλοι νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς περιοχάς, ὅπου εὑρίσκονται· ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ τοὺς ἐκγυμνάσω.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν βʹ συζήτησιν· εἰς τὴν γʹ νὰ ὑποβάλητε τὴν τροπολογίαν.
§49Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ μὴ μεριμνήσητε μόνον περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ περὶ ὅλων.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§51Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ σκοπός μου ἦτο νὰ συστήσω, ὅπως μὴ ἀπολύωνται τῆς ὑπηρεσίας των. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἀφορᾷ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§53Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔστω· διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν πρόκειται δι’ ὀλίγας ἡμέρας, βεβαίως.
§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§56Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὥστε ἐγένετο δεκτόν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΛΑʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς 20 Ἰουνίου 1904». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα ἀπὸ τοῦ 1 ἕως 18). Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§58Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Ὑπέβαλον, κύριε Πρόεδρε, τροπολογίαν ἀφορῶσαν τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικούς, προτείνων δι’ αὐτῆς ὅπως οἱ ἐν τῇ φρουρᾷ τῆς πρωτευούσης ὑπηρετοῦντες ἐναλλάσσωνται ἀντικαθιστάμενοι ὑπὸ ὁμοιοβάθμων ἐκ τῶν ὑπηρετούντων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἐν τῇ πρωτευούσῃ λειτουργοῦσιν οὐ μόνον δύο ἄριστα Νοσοκομεῖα στρατιωτικά, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα Νοσοκομεῖα, ἅτινα συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω διαμόρφωσιν τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρόκειται διὰ Β. Διατάγματος νὰ κανονίσῃ τὴν ἐκ περιτροπῆς τοποθέτησιν εἰς τὰ σώματα καὶ καταστήματα τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν πάντων τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν. Οὕτως ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ δίδεται διὰ τῆς τροπολογίας μου τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως κανονίσῃ πᾶν σχετικὸν πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. Χαίρω διὰ τοῦτο καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ ὡς ἔχει τὴν τροπολογίαν μου.
§59Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα γενικόν.
§60Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου, καθ’ ἣν δέον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ μορφώσεως ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν ὅσον οἷόν τε τελειοτέρων. Ἀλλὰ πῶς θὰ μορφωθῇ στρατιωτικὸς ἰατρός, ὅταν διαμένῃ εἰς τὸν Τύρναβον π. χ. ἐπὶ 25 ὅλα ἔτη; Ὁ ἐπιστήμων ἰατρός ἐν τοῖς Νοσοκομείοις μόνον καταρτίζεται τελειότερος.
§61Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ μὴ παραδεχθῶ τὴν γνώμην του, διότι τὰ Νοσοκομεῖα δὲν εἶναι σχολεῖα ἐπιστημονικά· τοὐναντίον πρέπει νὰ ἔχωσι μεμορφωμένους καὶ ἐπιστήμονας ἀξιωματικούς· ἂν ἑπομένως βασίζῃ τὴν τροπολογίαν του ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ τὴν δεχθῶ.
§62Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα. Εἶπον τὸ σπουδαιότερον κατὰ τὴν κρίσιν μου. Ἡ τοποθέτησις ὄχι μόνον τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Πολιτείας ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἀποτελεῖ μέγα σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον σείει τὴν κυβερνητικὴν ὕπαρξιν. Ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μελετᾷ τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως τῶν δικαστῶν, οὕτω καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δέον νὰ μελετήσῃ τὸ τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν πλέον πρόσωπα διευθύνοντα τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Διότι ἡ ἰσοπολιτεία, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρέπει ἐν πρώτοις νὰ πρυτανεύῃ μεταξὺ τῶν λειτουργῶν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Δὲν πρέπει νὰ δημιουργῶμεν πατρικίους καὶ πληβείους, διότι σήμερον ὁ ὑπάλληλος ἢ ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης κρίνεται οἱονεὶ ὑποδεέστερος τοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὁμοιοβάθμου του.
§63Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ ἐφαρμοσθῇ γενικῶς ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων πάντων τῶν κλάδων.
§64Γ. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἦτο εὐκταῖον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ψηφίζεται εἶτα κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ στρατιωτικῆς προεκπαιδεύσεως». Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς βʹ συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ» ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–56). Ἄρθρον 57 (ἀναγινώσκεται).
§66Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 57 νὰ τροποποιηθῇ ἀντικαθισταμένου τοῦ ἀριθμοῦ 10 ἐτῶν πρώτης σειρᾶς ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 12. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 57, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ)
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΨΞϚʹ περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν».
§68Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ αὐτό, διότι ἔχω νὰ ὑποβάλω πολλὰς τροπολογίας.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§70Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως συναινέσῃ, ἵνα προταχθῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 40 νομοσχέδιον καὶ ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 40 Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας τῇ ἑταιρείᾳ τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου πρὸς σύναψιν δανείου ἐξ 20.000.000». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1– 3 καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ ἄνευ ἀντιρρήσεως). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τοὺς νόμους ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900, ͵ΒϠΟΓʹ τοῦ 1903 καὶ ͵ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907 προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν αὐτῶν νόμων».
§73ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι Βουλευταί, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 13, 14, 15 καὶ 16 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια εἶναι συναφῆ, ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἐπιδιώκοντα, τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν περιστολὴν τῶν νῦν καθυστερούντων ἐκ τῶν εἰσπρακτέων ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὧν τὸ ποσὸν ἀνέρχεται ἐτησίως εἰς 8 ἑκατομμύρια δραχ. περίπου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσπράττονται κατὰ τὰς ἐπιούσας χρήσεις ὡς 2,000,000 δραχ. ἀναγραφόμενα μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων». Τὰ ὑπόλοιπα ὅμως 6,000,000 δραχ. εἶναι τὰ κυρίως καθυστεροῦντα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα, καίπερ βεβαιούμενα, οὐχ ἧττον δὲν εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὰ καθυστεροῦντα, Κύριοι, ταῦτα ὀφείλονται ἐν μέρει εἰς τὴν ἀτέλειαν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἀμέσων φόρων, κατὰ τὸ πλεῖστον ὅμως ἀποδοτέα αὐτὰ εἰς τὴν δυστροπίαν τῶν φορολογουμένων, οἵτινες πολλὰ καὶ παντοῖα μετέρχονται μέσα, ὅπως ὑπεκφεύγωσι τὰς πρὸς τὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεις των. Καὶ δὲν ἔχομεν οὕτω πως μόνην τὴν ὑλικὴν ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀνερχομένην κατ’ ἔτος εἰς τόσα ἑκατομμύρια· ἔχομεν καὶ ἄλλην σπουδαιοτέραν αὐτῆς ζημίαν, ζημίαν ἠθικήν, καθόσον τοιουτοτρόπως ἀνατρέπεται ἡ ἰσοπολιτεία ὑπὸ ἔποψιν τῶν δημοσίων βαρῶν. Πολλαὶ προσπάθειαι κατεβλήθησαν μέχρι τοῦδε πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ τούτου, ἀλλὰ δυστυχῶς ἠστόχησαν αὗται τοῦ σκοποῦ των. Ὑπάτη προσπάθεια καταβάλλεται νῦν πρὸς τοῦτο διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς δύο: 1) τὸ «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τοὺς νόμους ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900, ͵ΒϠΟΓʹ τοῦ 1903 καὶ ͵ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907 προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν αὐτῶν νόμων» καὶ 2) τὸ «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων». Διὰ τοῦ πρώτου, Κύριοι, τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπιδιώκεται, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ παρελθόντος, ἐνασκουμένης πρὸς τοῦτο πάσης δυνατῆς ἐπιεικείας καὶ παρεχομένων παντοίων εὐκολιῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ὀφειλέτας του. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐν πρώτοις διαγράφονται ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, ἀκυρουμένων τῶν σχετικῶν τίτλων τοῦ Δημοσίου, πάντα τὰ δημόσια ἔσοδα τῶν χρήσεων 1881–1898, συμπεριλαμβανομένης καὶ ταύτης, πλὴν τῶν ἐσόδων ἐκ διαχειριστικῶν ἐλλειμμάτων δημοσίων ὑπολόγων, τῶν δι’ ὑποθήκης ἐξησφαλισμένων τοιούτων, καὶ τῶν ὀφειλομένων ἐκ τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν, ὡς καὶ τὰ συνεισπραττόμενα μετὰ τῶν δημοσίων δημοτικὰ ἔσοδα τῶν ἰδίων χρήσεων. Εἶτα δ’ ἐπιτρέπεται ἡ μέχρι τέλους τοῦ 1911 ἀνανέωσις τῶν δημοσίων ἐσόδων ὡς καὶ τῶν συνεισπραττομόνων τούτοις δημοτικῶν ἐσόδων τῶν χρήσεων 1899–1907, συμπεριλαμβανομένης καὶ ταύτης, ἐπίσης καὶ τῶν μὴ διαγραφομένων ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν χρήσεων 1881–1898, ἀπηλλαγμένων καὶ τούτων καὶ ἐκείνων τῶν προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων ΒΧϠΔʹ τοῦ 1900, ΒϠΟΓʹ τοῦ 1903 καὶ ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907, ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν τροποποιοῦνται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Πρὸς τούτοις ἐκπίπτονται ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν ὀφειλετῶν, ἀνανεούντων τὰ χρέη των ἐντὸς τῆς ταττομένης προθεσμίας, αʹ) 15% διὰ τὰ ἐνυπόθηκα καὶ τὰ ἐκ τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν προερχόμενα τῶν χρήσεων 1881–1898, βʹ) 10% διὰ τὰ χρέη τῶν αὐτῶν κατηγοριῶν τῶν χρήσεων 1899–1907 καὶ γʹ) 20% διὰ πάντα τὰ λοιπὰ χρέη τῶν αὐτῶν χρήσεων. Τέλος ἐκπίπτονται ὑπὲρ αὐτῶν, ἐὰν ἐντὸς τῆς νῦν ταττομένης προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν προεξοφλήσωσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος χρέη των, αʹ) 30% διὰ πάντα τὰ χρέη τῶν χρήσεων 1881–1898, τὰ ἐξησφαλισμένα δι’ ὑποθήκης, ὡς καὶ διὰ τὰ ἐκ τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν προερχόμενα, βʹ) 20% διὰ τὰ αὐτὰ χρέη τῶν χρήσεων 1899–1907 καὶ γʹ) 40% διὰ πάντα τὰ λοιπὰ χρέη τῶν χρήσεων 1899–1907. Ἀπέναντι δὲ τῶν τόσων εὐεργετικῶν διὰ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου διατάξεων τοῦ πρώτου τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχεδίων, ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, διὰ τοῦ δευτέρου αὐτῶν ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἐπανάληψιν τῶν τοιούτων καθυστερήσεων καὶ τὴν ἐκ νέου δημιουργίαν χρεῶν δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν πρὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Πρὸς τὸν σκοπόν, Κύριοι, τοῦτον μεταρρυθμίζομεν ἐν πολλοῖς ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον πάσας τὰς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσας διατάξεις περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, καθιεροῦμεν δὲ νῦν τὸ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι τὴν ἑξῆς διάταξιν ἐν ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου ἔν τε τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους καὶ τοῖς Προξενείοις, οἵτινες δὲν ἤθελον καταβάλει μέχρι λήξεως τῆς σχετικῆς χρήσεως τὰ εἰς ταύτην ἀνήκοντα χρέη των στεροῦνται· αʹ) τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλογέως ἢ ἐκλογίμου κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἢ δημοτικὰς ἐκλογάς, ἐφαρμοζομένων κατὰ τὰ λοιπὰ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου· βʹ) τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐνάγειν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἅτινα ὀφείλουσι καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος νὰ ἐξετάσωσι τὸ ἐντεῦθεν ἀπαράδεκτον τῆς ἀγωγῆς· γʹ) τοῦ δικαιώματος τοῦ παρίστασθαι ἐνώπιον συμβολαιογράφων πρὸς σύνταξιν οἱασδήποτε πράξεως, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτῆς· δʹ) τοῦ λαμβάνειν διαβατήρια διὰ τὸ Ἐξωτερικὸν ἐπὶ χρηματικῇ ποινῇ δραχ. 50–200 τοῦ ἐκδίδοντος ταῦτα δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἀνακτῶσι δὲ πάντα τὰ δικαιώματά των ταῦτα, ἅμα τῇ καταβολῇ πάντων τῶν καθυστερηθέντων χρεῶν των. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ κατὰ τὸ ἐδάφιον βʹ ἀπαράδεκτον τῆς ἀγωγῆς καὶ ἡ κατὰ τὸ ἐδάφιον γʹ ἀκυρότης τοῦ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου ἐκλείπουσι διὰ τῆς μεταγενεστέρας καταβολῆς, ἂν μὴ ἐξεδόθη ἐν τῷ μεταξὺ τελεσίδικος ἀπόφασις.... Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ἄρξεται ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909, δὲν ἐφαρμόζεται δὲ διὰ τὰ ἐκ προηγουμένων ταύτης χρήσεων ὀφειλόμενα. Εἰς τὰς ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ἐπιβαλλομένας στερήσεις δὲν ὑπόκεινται οἱ ἀποδεδειγμένως ἀκτήμονες ὀφειλέται καὶ ἐφ’ ὅσον ἤθελε διαρκέσει ἡ ἀκτημοσύνη αὐτῶν....». Οἱ τέως ἐν ἰσχύϊ νόμοι περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ πληρωμῆς αὐτῶν κατὰ δόσεις δὲν ἀπέδωκαν τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, αὐτοὶ οἱ ὀφειλέται, προκειμένου περὶ ἀνανεώσεως τόσον παλαιῶν χρεῶν, ὡς τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1881 –1900, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν προγενεστέρων νόμων, ἀπεδείχθησαν ἐν πολλοῖς ἀπρόθυμοι δι’ αὐτήν. Εἶτα δὲ καὶ ἡ ταμειακὴ ἡμῶν ὑπηρεσία προσέκοπτε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἐκείνων εἰς πολλὰς καὶ μεγάλας δυσχερείας, ὧν δύναται ἕκαστος νὰ ἔχῃ ἔννοιάν τινα, ἀναλογιζόμενος ὅτι εἰς αὐτὴν ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ συγκεντρώσῃ κατ’ ὀφειλέτην τὰ χρέη εἴκοσιν ὅλων λογιστικῶν χρήσεων. Καὶ ἐνισχύθη μὲν αὐτὴ ἀπό τινων ἐτῶν διὰ τοῦ διορισμοῦ ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, ὑπὲρ ὧν τὸ Κράτος ἀνέλαβεν ἐτησίαν δαπάνην 35,000 δραχ., χωρὶς ὅμως καὶ οὗτοι νὰ προαγάγωσι τὰ παράπαν τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ συγκεντρώσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος χρεῶν. Ἡ κεντρική, Κύριοι, ὑπηρεσία ἠναγκάσθη, πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως εὑρισκομένη, νὰ προκαλέσῃ τὰς γνώμας τῶν ἑκασταχοῦ ταμιῶν τοῦ Κράτους ἤδη πρὸ μηνῶν πολλῶν, οὗτοι δ’ ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον λεπτομερεῖς ἐκθέσεις περὶ τοῦ πράγματος. Πάντες σχεδὸν αὐτοὶ ἀνομολογοῦσιν ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὅλως διὰ τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ τῆς ταμειακῆς μας ὑπηρεσίας νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις καὶ συγκέντρωσις τῶν παλαιῶν χρεῶν. Ἔπρεπε μᾶλλον νὰ διπλασιασθῇ αὐτὸ καὶ τότε τὸ ἥμισυ ν’ ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν τοιαύτην ἐργασίαν καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τῶν ἐν ἰσχύϊ χρήσεων. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐλπίζουσιν αὐτοὶ πολλὰ πράγματα, προκειμένου ἰδίως περὶ τῶν παλαιοτέρων χρήσεων· διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ὀφειλετῶν ἔχουσιν ἐκλίπει ἤδη καὶ ἄλλως δ’ ἐπικρατεῖ τοιαύτη ἀταξία ἐν τοῖς ταμειακοῖς βιβλίοις, οὐκ ὀλίγα δὲ τούτων ἔχουσι φθαρῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δύσκολον πάνυ, ἂν μὴ καὶ ἀδύνατον, νὰ γίνωσιν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν εἰσπράξεις ἄξιαι λόγου. Ἐν μιᾷ λέξει οἱ πλεῖστοι τῶν ταμιῶν φοβοῦνται μήπως διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως τῶν παλαιῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἀναστατωθῇ μὲν ὁ κόσμος, αἱ δὲ οὕτω πως ἐπιτευχθησόμεναι εἰσπράξεις μὴ ὑπερβῶσι κατὰ πολὺ τὰ ἔξοδα τῆς προσθέτου ταμειακῆς ὑπηρεσίας. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι μελετήσας ἐπισταμένως τὰς τοιαύτας ἐκθέσεις τῶν ἑκασταχοῦ ταμιῶν, ἀκούσας δὲ καὶ τὴν γνώμην τοῦ οἰκείου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου, σύμφωνον ἐν πᾶσι πρὸς αὐτάς, ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ προβῶ εἰς τὸ προτεινόμενον νῦν ῥιζικὸν μέτρον τῆς διαγραφῆς ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων πάντων τῶν καθυστερούντων ἐσόδων τῶν χρήσεων τοῦ 1881–1898, ἀκυρουμένων τῶν σχετικῶν τίτλων τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῆς τοιαύτης διαγραφῆς ἐξῄρεσα, ὡς εἰκός, τὰ ἔσοδα τὰ προερχόμενα ἐκ διαχειριστικῶν ἐλλειμμάτων δημοσίων ὑπολόγων, τὰ δι’ ὑποθήκης ἐξησφαλισμένα τοιαῦτα καὶ τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν. Καθόσον δὲ οὕτω πως περιορίζεται κατὰ πολὺ ὁ ἀριθμὸς τῶν χρήσεων, ὧν τὰ καθυστεροῦντα ἔσοδα πρόκειται νῦν ν’ ἀνανεωθῶσιν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1899–1907, ἐλπὶς ὑπάρχει ν’ ἁπλοποιηθῇ καὶ νὰ διευκολυνθῇ μεγάλως τόσον ἡ ἀνανέωσις τῶν παλαιῶν χρεῶν, ὅσον καὶ ἡ ἐπιδίωξις τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν. Ὅπως δὲ καταστήσωμεν ἐπαρκεστέραν τὴν ἐπιτήρησιν τῆς σχετικῆς ἐνεργείας τῶν ταμιῶν, ἔγνωμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ οἰκεῖον τμῆμα συνιστῶντες ἐν αὐτῷ ἴδιον γραφεῖον τῇ προσθήκῃ δύο ταμειακῶν λογιστῶν, εἰς ὃ ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθόλου νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἰδίως δὲ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ ἡ ἐπιδίωξις τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν δήμων ἐκ προκαταβολῶν στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν, Κύριοι, λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν τόσον εὐεργετικὴν διάταξιν περὶ διαγραφῆς τῶν παλαιῶν χρεῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς εἴκοσι καὶ τρεῖς ὅλας χρήσεις, προσέτι δὲ τὰ ποσοστὰ τὰ ἐκπιπτόμενα ἐν περιπτώσει ἀνανεώσεως ἢ ἐξοφλήσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν μέχρι τέλους τοῦ 1911, θὰ συνομολογήσητε μετ’ ἐμοῦ ὅτι εἶναι δίκαιον, ἀπέναντι τῶν τοιούτων εὐεργετικῶν διατάξεων ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, νὰ λάβωμεν ἐφεξῆς σύντονα μέτρα πρὸς πρόληψιν καθυστερημάτων ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων. Τοῦτο προτίθεται κυρίως τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων» καὶ διὰ τῶν ἄλλων αὑτοῦ διατάξεων, μάλιστα δὲ διὰ τῆς τοῦ ἄρθρου 2, ἣν ἀνέγνων πρὸς ὑμᾶς πρὸ μικροῦ καὶ περὶ ἧς εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀσχοληθῶ νῦν ἰδιαιτέρως, ἀφοῦ κατ’ αὐτῆς ἔχει ἐγερθῆ ἤδη ἀληθὴς θύελλα καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ διάταξις αὕτη, Κύριοι, ἐχαρακτηρίσθη ὡς στερουμένη πάσης δικαιολογικῆς βάσεως, ὡς αὐτόχρημα ἀνελεύθερος, ὡς τοιαύτη δὲ ἀνήκουστος καὶ καινοφανής. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀληθές; Ἐγὼ νομίζω, ὄχι. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, εἶναι πλάνη, καὶ πλάνη μεγάλη, νὰ νομίζῃ τις ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον ἀπαράβατον νὰ παρέχῃ τὰς πρὸς τοὺς πολίτας ὑπηρεσίας της, χωρὶς οὗτοι νὰ ἐκπληρῶσι τὰς πρὸς αὐτὴν νομίμους ὑποχρεώσεις των. Αἱ ὑποχρεώσεις εἶναι ἀμοιβαῖαι, φυσικὸν δ’ ἐπακολούθημα τούτου εἶναι ν’ ἀρνῆται καὶ ἡ Πολιτεία τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της πρὸς ἐκείνους οἵτινες ἀρνοῦνται νὰ ἐπιτελέσωσι τὰ πρὸς αὐτὴν καθήκοντα, ἀρνοῦνται νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτὴν τὰ μέσα δι’ ὧν θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ σκέπῃ καὶ περιφρουρῇ αὐτοὺς καὶ τὰ συμφέροντά των. Οἱ πολῖται οἱ μὴ ἐκπληροῦντες τὰς νομίμους πρὸς τὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεις των ἀνατρέπουσι τὴν ἔννομον τάξιν καὶ τίθενται οὕτως ἐκτὸς νόμου. Ἐὰν πάντες ἐμιμοῦντο τὸ παράδειγμά των, τί θὰ συνέβαινε τότε; Ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ πλέον Πολιτεία ἱκανὴ νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ καθήκοντά της; Κατὰ ταῦτα πάσης δικαιολογικῆς βάσεως στερεῖται μόνον ὁ ἰσχυρισμὸς καθ’ ὃν ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ τὰς ὑποχρεώσεις της πρὸς πάντας ἀδιακρίτως καὶ πρὸς τοὺς ἐκπληροῦντας καὶ πρὸς τοὺς μὴ ἐκπληροῦντας τὰς πρὸς αὐτὴν ὑποχρεώσεις. Τὸ τοιοῦτο θὰ ἦτο καθαρὰ ἐπιβράβευσις τῶν τελευταίων, κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον θὰ εἴχομεν ἀγάδες ἀφ’ ἑνὸς καὶ ῥαγιάδες ἀφ’ ἑτέρου, ἤτοι ἀνατροπὴν αὐτοῦ τοῦ ἀκρογωνιαίου λίθου τοῦ πολιτεύματός μας, τῆς ἰσοπολιτείας. Ἔπειτα δὲ δὲν εἶναι τόσον ἀνήκουστος καὶ καινοφανὴς ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον φαντάζονται οἱ ἐξανιστάμενοι κατ’ αὐτῆς. Τὴν στέρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι διὰ τοὺς μὴ καταβάλλοντας τοὺς φόρους πρὸς τὸ Δημόσιον εἶχον καθιερώσει ἤδη οἱ πάλαι Ἀθηναῖοι, ὁ κατ’ ἐξοχὴν φιλελεύθερος καὶ δημοκρατικὸς λαός. Τοὺς τοιούτους μάλιστα ἐθεώρουν αὐτοὶ καὶ ἀπεκάλουν ἀτίμους. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι τὴν ὅλην σχεδὸν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου παρέλαβον ἐγὼ ἐκ τῆς νομοθεσίας νεωτέρου Κράτους, τῆς Βουλγαρίας, ἥτις ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς εἰσπράττει πάντα σχεδὸν τὰ βεβαιούμενα ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ της ἀποφεύγουσα οὕτω τὰ καθυστερήματα τοῦ ἡμετέρου Προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξιν στηρίζεται οὐ μόνον ἡ ἰσοπολιτεία τῆς χώρας ἐκείνης ὑπὸ ἔποψιν φορολογικήν, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐρωστία τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν της, χάριν τῆς ὁποίας δύναται αὐτὴ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ παρατάξῃ εἰς τὰ σύνορά της περὶ τὰς 300 χιλ. στρατοῦ ἑτοιμοπολέμου καθ’ ὅλα καὶ κατορθοῖ πάντοτε νὰ ἐπιλύῃ τὰς διαφοράς της πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν δι’ ἁπλῆς ἐπιδείξεως τῆς πυγμῆς της. Ἡ Βουλγαρία, Κύριοι, καίπερ πρὸ τριακονταετίας ἀπελευθερωθεῖσα ἐκ τῆς ἐσχάτης δουλείας, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἤδη πρόοδον μεγάλην, ὡς ὑπὸ πολλὰς ἄλλας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, πρόοδον ἀξίαν μιμήσεως ὑφ’ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες μέλλομεν ὁσονούπω νὰ ἑορτάσωμεν τὴν ἑκατονταετηρίδα τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἀλλὰ καὶ παρ’ ἡμῖν αὐτοῖς δὲν εἶναι ὅλως ἄγνωστος καὶ καινοφανὴς ἡ προκειμένη διάταξις. Ἔχομεν ἤδη καθιερωμένην καὶ ἀνέχονται πάντες τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν κηρυττομένων εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι τὰ πρὸς ἰδιώτας χρέη των. Καὶ ἐξεγείρεται, Κύριοι, τώρα ἡ συνείδησις ἐνίων ἐξ ὑμῶν, διότι θέλομεν τὴν αὐτὴν ποινὴν νὰ καθιερώσωμεν καὶ ἐπ’ ἐκείνων, οἵτινες, καίπερ δυνάμενοι, οὐχ ἧττον ἀρνοῦνται νὰ πληρώσωσι τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη των ἀδιαφοροῦντες ἂν οὕτω πως γίνονται πρόξενοι κακοῦ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μεγαλειτέρου ἢ οἱ κηρυττόμενοι εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως δι’ ἰδιωτικὰ χρέη! Ἐπὶ πλέον δὲ προκειμένου περὶ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου δυστροπούντων ἔχει καθιερωθῆ ἤδη σὺν ἄλλοις ἐκβιαστικοῖς μέτροις καὶ ἡ προσωπικὴ κράτησις, χωρὶς νὰ χαρακτηρισθῇ ποτε ἡ τοιαύτη διάταξις ὡς ἀνελεύθερος, καὶ πρέπει τώρα νὰ θεωρηθῇ ἀνελεύθερος ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων; Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, εἶμαι πρόθυμος νὰ παραιτηθῶ τῶν ἄλλων στερήσεων τῆς διατάξεως, ἀφοῦ τοιοῦτος ἠγέρθη θόρυβος δι’ αὐτάς, καὶ νὰ περιορισθῶ εἰς μόνην τὴν στέρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Δηλῶ ὅμως ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποκρούσῃ καὶ αὐτήν, τοῦτο θὰ ἰσοφάριζε πρὸς ματαίωσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ ἐπιδιωκομένου ὑφ’ ἡμῶν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν θὰ ἐπετρέπετο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐφαρμογὴ μόνου τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, περὶ ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν, ψηφιζομένου καὶ γινομένου νόμου τοῦ Κράτους. Ὡς εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ παρόντος λόγου, ἀμφότερα τὰ προκείμενα νομοσχέδια συνδέονται στενώτατα πρὸς ἄλληλα, οὕτως ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν συμφέρει ἡ μονομερὴς ἐφαρμογὴ ἑνὸς μόνου ἐξ αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§75Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εὐηρεστήθη νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ δεχθῇ πᾶσαν τροπολογίαν βελτιοῦσαν τὸ νομοσχέδιον, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ὅπως πληρωθῶσι τὰ καθυστερούμενα ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς Ἀστυνομίας. Γνωρίζει κάλλιστα ὅτι ἤδη καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δὲν εἰσπράττεται ὁ φόρος οὗτος. Λοιπὸν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξακολουθεῖ νὰ μὴ εἰσπράττηται ὁ φόρος τῆς τρεχούσης χρήσεως, νομίζω ἄσκοπον νὰ ζητήσωμεν νὰ εἰσπράξωμεν τὸν φόρον ἐκ πεπαλαιωμένων χρήσεων. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ διατάξῃ, ἀφοῦ διέγραψε τόσα ἄλλα, νὰ διαγράψῃ καὶ αὐτά.
§76ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν βʹ συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως διατάξεών τινων περὶ ταμειακῆς ὑπηρεσίας». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§78Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ βʹ παράγραφος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μὲ τὴν προταθεῖσαν ἀπάλειψιν).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Θ. Λέκα, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 3 μετὰ τὰς λέξεις «ἢ προϋπηρεσίαν ὑποταμίου», προστίθεται «πλὴν τῶν μελλόντων νὰ διαχειρισθῶσιν ἐκτὸς τῶν δημοσίων εἰσπράξεων καὶ εἴδη τοῦ μονοπωλίου, ὧν ἡ ἀξία μετὰ τῶν εἰσπράξεων τούτων ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχμῶν μηνιαίως, δι’ οὓς ἀπαιτεῖται ἀπολυτήριον Γυμνασίου ἢ τριετὴς ὡς εἰσπράκτορος προϋπηρεσία».
§80ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6, ὡς ἔχουσι).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Θ. Λέκα ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑποδιαίρεσις τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: αʹ) εἰς 0,20%, ἤτοι λεπτὰ εἴκοσιν ἐπὶ ταῖς ἑκατὸν δραχμαῖς ὡς πρὸς τὰ Ταμεῖα Πειραιῶς–Αἰγίνης, Σύρου, Βόλου καὶ Καλαμῶν καὶ Καπνοκοπτήρια, ὧν οἱ εἰσπράκτορες διαχειρίζονται περιουσίαν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Μονοπωλίου ὑπερβαίνουσαν ὁμοῦ τὰς 230,000 δραχμὰς μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐκ τοῦ προσθέτου δασμοῦ εἰσπράξεων. Ἐπὶ εἰσπράξεως δὲ μείζονος τῶν 120,000 δραχμῶν μηνιαίως οὐδὲν ἐπὶ πλέον ποσοστὸν λαμβάνεται. Ἡ παράγραφος 5 τοῦ ἰδίου ἄρθρου νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς ἐν τέλει: «ἀνήκουσι καὶ ἀποδίδονται κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸν διευθυντὴν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Καπνεργοστασίου».
§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Λ. Ῥούφου Κανακάρη καὶ Κ. Τοπάλη.
§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 9–19, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων». Ὁ κ. Φ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§86Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ γνώμη ὅπως μὴ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των πρὸς τὴν Πολιτείαν εἶναι δικαιοτάτη, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τοιαύτη διάταξις δὲν θέλει ἔχει ἀποτελέσματα τοιαῦτα ὥστε νὰ μᾶς ἀναγκάσωσι νὰ παραιτηθῶμεν ταύτης. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ φόβος; Πρῶτον· ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσιν ἐκλογαὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκόμη ἔχει δικαίωμα ὁ ταμίας νὰ μὴ δώσῃ πιστοποιητικόν. Θὰ ἔλθωσι π.χ. ἐκλογεῖς κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον, καὶ θὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸν ταμίαν, ὁ δὲ ταμίας θὰ τοῖς ἀπαντήσῃ «δὲν ἔχω καιρόν· δὲν θὰ σᾶς δώσω πιστοποιητικόν». Τί θέλουσι πράξει οἱ ἐκλογεῖς; Θὰ ἔχωσι χάσει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, ἔστω καὶ ἂν εἶναι πολῖται ἔντιμοι πληρώσαντες τὰς ὀφειλάς των πρὸς τὴν Πολιτείαν. Πρώτη δυσκολία. Ἄλλο ἄτοπον. Δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν ποινὴν ταύτην οἱ ἀκτήμονες. Διότι ποῖος θὰ πιστοποιῇ ἂν εἶναι ἀκτήμονες; Οἱ δήμαρχοι. Γνωρίζομεν δ’ ἐκ πείρας ὅτι οἱ δήμαρχοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσι μὲ πάντα τρόπον εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ ὑπερισχύσῃ ὁ ὑποψήφιος αὐτῶν. Ἐρωτῶ λοιπόν· δὲν θέλουσι δώσει τὰ πιστοποιητικὰ εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους θέλουσι καὶ θέλουσιν ἀρνηθῆ εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους δὲν θέλουσιν;
§87ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ διατυπώσω τροπολογίαν.
§88Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τότε καλλίτερον ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον, διότι πρόκειται περὶ οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ἀπόψεως σπουδαιοτάτης. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσητε καιρὸν νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα.
§89ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Πρόκειται τώρα περὶ μιᾶς λεπτομερείας, ἡ ὁποία θὰ διατυπωθῇ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν· λοιπὸν ἂς ψηφισθῇ σήμερον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§90Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ λεπτομερείας, οὐδὲ περὶ στρατιωτικῶν νομοσχεδίων ἐπὶ τέλους, διὰ νὰ ἐπιμένητε. Θὰ καταστήσητε τοὺς Ἕλληνας παρίας· αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλοῦν ζήτημα!
§91ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀποσύρονται καὶ τὰ 4 νομοσχέδια, τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 15, 16, 17 καὶ 18.
§92Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Πρόκειται νὰ κάμητε εἵλωτας τοὺς Ἕλληνας. Καθ’ ἡμέραν, κ. Ὑπουργέ, ὑπογράφετε ἐπιστροφὰς χρεῶν ἀχρεωστήτως πληρωθέντων. Λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς καθυστερήσητε τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι; Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων γίνεται πλημμελῶς, τοῦτο δ’ εἶναι πανθομολογούμενον. Εἶναι τερατῶδες αὐτό, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ λοιπόν, ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς φέρῃ τὰς τροπολογίας του.
§94Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, ν’ ἀναβληθῇ. Πολὺ καλά.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15 ἀνεβλήθη. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀκτημόνων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν Λευκάδος κ. Π. Φίλιππα καὶ Τριφυλίας κ. Ἀ. Πονηροπούλου, ἥτις λέγει: Προτείνομεν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 2 ἡ ἑξῆς παράγραφος: «Ὁ διδόμενος ὑπὸ τοῦ δημάρχου, εἰδικοῦ παρέδρου καὶ ἐφημερίου ὅρκος δίδοται κατὰ τὸν τύπον τοῦ ἄρθρου 363 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τὰ κατὰ τ’ ἀνωτέρω ἐκδιδόμενα πιστοποιητικὰ ἰσχύουσιν ἐπὶ ἓν ἔτος ὑποχρεωτικῶς». Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργός;
§96ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ συζητηθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἐκ Παρνασίδος βουλευτοῦ κ. Δ. Κρεμεζῆ, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν προκειμένου περὶ ὀφειλῆς ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων καὶ τελῶν, χρηματικῶν ποινῶν καὶ προστίμων, μικροτέρας τῶν πεντήκοντα δραχμῶν, μετὰ προηγουμένην ἔγγραφον καταφατικὴν γνωμοδότησιν, παρὰ τοῦ ταμίου παρακαλουμένην, τῶν κ. προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τῆς περιφερείας τοῦ ταμίου, νὰ λάβῃ κατὰ μηνιαίας ἴσας, δύο ἢ τρεῖς δόσεις, τὸ ὀφειλόμενον ποσόν, ἀπολύσῃ δὲ τῶν φυλακῶν τὸν ὀφειλέτην ἅμα τῇ πληρωμῇ τῆς πρώτης δόσεως». Κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ συζητηθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς ἀτελείας τοῦ μεταποιουμένου σίτου καὶ βάμβακος». Ὑπάρχουσι δύο νομοσχέδια· τὸ ἓν εἶναι πρότασις καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὰ ὁποῖα σχετίζονται. Τὸ ἓν εἶναι τὸ ὑμέτερον, τὸ δὲ ἄλλο τοῦ ἐκ Βόλου βουλευτοῦ κ. Ν. Γάτσου. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἰ. Λάππας.
§98Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν λέξιν «ἀτμοκίνητοι» νὰ τεθῇ «καὶ ὑδροκίνητοι ἐκκοκκιστικαὶ μηχαναί». Δέχεσθε, κύριε Ὑπουργέ;
§99ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα· εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Σκοπέλου κ. Κ. Αἰγιαλείδου, προτείνοντος νὰ προστεθῇ ὡς δευτέρα παράγραφος ἡ ἑξῆς: «Τὰ αὐτὰ προϊόντα, σῖτος καὶ βάμβαξ, ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου δημοτικοῦ, μωλικοῦ καὶ πορθμικοῦ, ὅταν μεταφέρωνται ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ καὶ κατεργάζωνται ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῖς ἀναφερομένοις ἐν τοῖς ἄρθροις 1 καὶ 2, ἀλλὰ δὲν καταναλίσκονται ἐν ᾧ τόπῳ ὑπάρχει τὸ ἐργοστάσιον». Τί φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργός;
§101ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ διάφορα συγκρουόμενα συμφέροντα, ἀναλόγως δ’ ἔχω νὰ ὑποβάλω τινὰς τροπολογίας. Ἐὰν γίνωσι δεκταὶ κατ’ ἀρχὴν αὗται, θὰ παρεκάλουν ν’ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροπολογίας καὶ τότε νὰ γίνῃ εὐρεῖα ἡ συζήτησις κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Κατὰ τὰς τροπολογίας ἐπιτρέπεται κατ’ ἀρχὴν ἡ ἐξαγωγὴ καθαροῦ ἀλεύρου μὲ ἀνάλογον πίτυρον, 17– 18%. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἀποτόμως νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἄκρα, ἀφοῦ ἤδη ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν μεγάλη ἀλευροβιομηχανία ἐξάγουσα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πίτυρα, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκουσι κατανάλωσιν ἐν τῷ τόπῳ.
§102Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§103ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τουλάχιστον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔχει πληροφορίας ὅτι ἡ ἐγχωρία κτηνοτροφία δὲν ἔχει λάβει ἀκόμη τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε νὰ καταναλίσκῃ ὅλον τὸ ἐν Ἑλλάδι παραγόμενον πίτυρον. Ἀνεχόμεθα οὕτω πως μίαν μεταβατικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἔχουσι συμβῆ μέχρι τοῦδε πολλαὶ καταχρήσεις. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δεχόμεθα αὐτὴν τὴν βάσιν, καθ’ ἣν τὸ ἐξαγόμενον ἄλευρον πρέπει νὰ περιέχῃ πίτυρα κατ’ ἀνώτατον ὅρον 17–18%. Ἂν τὸ ἐξαγόμενον ἄλευρον περιέχῃ ἀνωτέραν ποσότητα πιτύρων, μέχρις 25% ἐν ὅλῳ, τότε δι’ αὐτὸ τὸ περιπλέον 7% θὰ ὑποβληθῇ ὁ ἐξαγωγεὺς εἰς τιμωρίαν ὑποχρεούμενος νὰ καταβάλῃ τὸ πενταπλάσιον τοῦ δασμοῦ, ὅστις ἄλλως θὰ ἐπεστρέφετο εἰς αὐτόν. Ἂν ὅμως τὰ πίτυρα εἶναι εἰς ἀνωτέραν ἀναλογίαν, λ. χ. 30%, τότε ἀπαγορεύεται ἡ ἐξαγωγὴ ὁλοσχερῶς. Τοῦτο δὲ δὲν πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ διὰ πάντα, ἀλλὰ μέχρι τέλους μόνον τοῦ 1910, ἀπὸ δὲ τοῦ 1911 θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις καθ’ ἣν θὰ ἐπιτρέπηται μόνον ἡ ἐξαγωγὴ καθαροῦ ἀλεύρου ἐπὶ ἐπιστροφῇ τοῦ δασμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν ὁποίαν, ὅπως βλέπετε, ἐπωφελήθημεν καὶ τὴν πρότασιν νόμου τοῦ ἐκ Βόλου βουλευτοῦ κ. Γάτσου. Θὰ ἦτο, νομίζω, ἄδικον μίαν βιομηχανίαν, ἡ ὁποία ἔχει ἤδη λάβει τόσην ἀνάπτυξιν, νὰ ἔλθωμεν νὰ τὴν πνίξωμεν ἀποτόμως.
§104Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν πνίγετε τὴν βιομηχανίαν· πνίγετε τὸ λαθρεμπόριον. Τίνα λόγον ἔχει ἡ προθεσμία αὕτη; Δὲν τὸ ἐννοῶ.
§105ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε συνάδελφε, ν’ ἀπαγορεύσητε τὴν ἐξαγωγὴν ἀλεύρων.
§106Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἀλεύρων ναί. Ἀλλ’ ἔχετε πιστοποιητικὸν ὅτι δὲν ἐξάγονται ἄλευρα· συνεπῶς παρέχετε τὰ μέσα τῆς καταδολιεύσεως.
§107ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπεν ἐν ἀρχῇ νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀναλογίαν τῶν πιτύρων εἰς 17 –18%, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἐπετρέπετο νὰ περιέχῃ τὸ ἐξαγόμενον ἄλευρον πίτυρα 30, 40, 50 καὶ ἐνίοτε 60%.
§108Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ὁ νόμος ὁρίζει 18%.
§109ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ δασμοῦ. Ἂν ἡ ἀναλογία ἦτο ἀνωτέρα καὶ ἡ τελωνειακὴ Ἀρχὴ κατώρθου ν’ ἀνακαλύψῃ αὐτήν, τότε ὁ ἐξαγωγεὺς ἐστερεῖτο μόνον τοῦ δικαιώματος νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ δασμοῦ. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀνεκαλύπτετο ἡ μεγαλειτέρα ἀναλογία, τότε αὐτὸς ἐλάμβανε τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ δασμοῦ δι’ ὁλόκληρον τὸ ἐξαγόμενον ποσόν, τοῦθ’ ὅπερ θὰ περισταλῇ ἐφεξῆς καὶ δὲν θὰ ἐξάγηται πλέον ἄλευρον περιέχον ἀναλογίαν πιτύρων ἀνωτέραν τῶν 18%, φθάνουσαν πολλάκις μέχρι τῶν 60%, ὡς μέχρι τοῦδε, καθόσον δὲν ἦτο εὔκολον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐξελέγξῃ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ τὸ ἀποδείξῃ, νὰ ἐπιστρέφηται εἰς τὸν ἐξαγωγέα ὁ δασμός. Ἄλλη κατάχρησις συνέβαινε μέχρι τοῦδε, ἡ ἑξῆς: Ἔκαμνέ τις ἀλευροβιομήχανος δήλωσιν ὅτι θὰ ἐξῆγε 50,000 ἄλευρα καὶ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου κατώρθου ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς ἐλέγχου νὰ ἐξαγάγῃ 40,000 καὶ τότε τῷ ἐπεστρέφετο ὁ δασμὸς ὄχι διὰ τὰς 40,000, τὰς ὁποίας πράγματι ἐξήγαγεν, ἀλλὰ διὰ 50,000. Ἐννοεῖ ἕκαστος ὁποίαν ζημίαν ὑφίσταται οὕτω τὸ Δημόσιον. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἠθελήσαμεν διὰ τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου νὰ περιστείλωμεν καὶ ταύτην τὴν κατάχρησιν κατὰ τὸ δυνατόν. Ἄν ψηφισθῇ αὐτὸ καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ὁ ἐξάγων ἄλευρα βιομήχανος θὰ γινώσκῃ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ τὰ ἐξάγῃ μὲ οἱανδήποτε ἀναλογίαν πιτύρων θέλει αὐτός, διότι θὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι, ὡς ὑπέδειξα, θὰ εἶναι πολὺ δυσάρεστοι εἰς αὐτόν. Θὰ ἠξεύρῃ ὡσαύτως ὅτι, ἐὰν κάμῃ δήλωσιν ψευδῆ περὶ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ, θὰ γίνῃ ἡ ἐξέλεγξις καί, ἂν ἀποδειχθῇ οὕτως ἡ ἀλήθεια, ἔχει νὰ ὑποστῇ ἄλλας σοβαρωτέρας συνεπείας. Μέχρι τοῦδε ἦτο αὐτὸς ἀπηλλαγμένος τῶν τοιούτων συνεπειῶν καὶ διὰ τοῦτο συνέβαινον αἱ προμνημονευθεῖσαι καταχρήσεις. Διὰ τῶν διατάξεων ὅμως τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ παταχθῶσιν αὐταὶ κατὰ κεφαλῆς. Ἕκαστος ἀλευροβιομήχανος, ὅταν δηλοῖ ἓν ποσόν, θὰ ἐξαγάγῃ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ποσὸν καὶ οὐχὶ ὀλιγώτερον τοῦ δηλωθέντος, διότι δυσκόλως θὰ διαφύγῃ τὰς ποινὰς τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. Ἕκαστος ἀλευροβιομήχανος θὰ φροντίσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐξάγῃ ἄλευρον καθαρόν, δυνάμενον τὸ πολὺ πολὺ νὰ περιέχῃ 5–6–7% πλέον τῆς κεκανονισμένης ἀναλογίας τῶν πιτύρων, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ὑφίσταται ποινήν, ἐνῷ, ὅταν περιέχῃ ἀνωτέραν αὐτῆς τῆς ἀναλογίας, δὲν θὰ ἐπιτρέπηται πλέον ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἀλεύρου καὶ θὰ ὑφίσταται ἄλλας μεγαλειτέρας ποινάς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυνάμεθα καὶ τὴν ἀλευροβιομηχανίαν ἡμῶν, τὴν χρηστὴν καὶ ἔντιμον, νὰ σώσωμεν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου νὰ προασπίσωμεν, χωρὶς νὰ θελήσωμεν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ καταπνίξωμεν ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῆς ἀναπτύξει μίαν βιομηχανίαν πολλοῦ λόγου ἀξίαν.
§110Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Τίποτε δὲν καταπνίγετε.
§111ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἐν τοῖς πράγμασιν ἀποδειχθῇ ὅτι καὶ αἱ προκείμεναι διατάξεις δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ περιστείλωσι τὰς καταχρήσεις καὶ νὰ περιφρουρήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τότε δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς αὐστηροτέρας διατάξεις...
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§113Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ συνόλου τὸν λόγον ἐφ’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ὑποβάλω, κύριε Πρόεδρε, τὰς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Ἀλλ’ ἀφήσατε εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου). Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Πολυγένης. Ἀλλὰ δὲν ἀφήνετε εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, κ. Πολυγένη;
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν, εἰς τὴν δευτέραν.
§117Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Πολὺ καλά.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ ἔχῃ τότε ἀνατυπώσει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς τροπολογίας του. Τώρα ὑπάρχει καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ν. Γάτσου, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι σχετική.
§119Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχει πλέον θέσιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Γάτσου.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 18 νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν «περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους». Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταλλείων».
§121Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλοῦμεν ν’ ἀναβληθῇ.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ «περὶ μεταλλείων». Ἐπίσης ἀναβάλλεται καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 20 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΟϚʹ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ διὰ νόμου ͵ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ νόμου ᾼΦΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ Στόλου». Ἐπίσης ἀναβάλλεται τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 21 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει «περὶ κατατάξεως ὡς μηχανικῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ διπλωματούχων τῆς Σχολῆς τῶν μηχανουργῶν τοῦ Σχολείου τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν». Ἐπίσης ἀναβάλλεται τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 22 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει «περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν ναυπηγοῦ, μηχανικοῦ καὶ ἀρχιτεχνίτου τορπιλλητῶν καὶ ἀρχιτεχνίτου ὁπλουργοῦ». Ἐπίσης ἀναβάλλεται τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 23 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΟΖʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3277) περὶ τηλεφωνητριῶν».
§123ΑΘ. ΤΥΠΑΛΔ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν ὅτι τὸ ἀπέσυρε.
§124Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μισθώσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν μεμονωμένων τηλεφωνικῶν σταθμῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§126Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ τοῦ συνόλου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ψηφισθῆ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, λόγῳ δὲ τῶν γενομένων τροποποιήσεων ἀνεβλήθη ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς γʹ ἀνάγνωσιν. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τηλεγραφοσήμων».
§128Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ διοικήσεως Μοναστηρίων».
§130Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, διότι δὲν ἐτυπώθη.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΥΝΔʹ τοῦ 1872 περὶ δημοτικῆς φορολογίας καὶ εἰς δήμους τῆς νήσου Λευκάδος»
§132ΠΕΤΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Νὰ συζητηθῇ, διότι εἴμεθα σύμφωνοι.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§134ΠΕΤΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ τροπολογία τοῦ συμπολίτου μου κ. Βαλαωρίτου εἶναι σαφεστέρα καὶ ταξινομεῖ καλλίτερον τὰ πράγματα, παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ αὕτη.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν βλέπω καμμίαν τροπολογίαν τοῦ κ. Βαλαωρίτου.
§136ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν».
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἀναβληθῇ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἡ Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν· νὰ ἀναβληθῇ.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπίσης ἀναβάλλεται καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 30 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει «περὶ τροπολογίας τοῦ νόμου ΥΜΒʹ τῆς 27ης Μαΐου 1871 περὶ ἀτελείας τοῦ μεταποιουμένου σίτου καὶ βάμβακος». Εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ν. Γάτσου. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως κλάσσεών τινων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου».
§142ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ν’ ἀναβληθῇ.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§144Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ μεταναστεύσεως».
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 5′ μ. μ.).