| 1939 | Ἀπὸ δραχμῶν 3,000—10,000 | εἰς 3% | |
| 1940 | » » 3,000—20,000 | » 4% | |
| 1941 | » » 3,000—30,000 | » 5% | |
| 1942 | » » 3,000—40,000 | » 6% | |
| 1943 | » » 3,000—50,000 καὶ ἐπέκεινα | » 7% |
1909.10.19
2,752 rows · 20,505 words · 1 table · 286 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21.
τῆς 19ης Ὀκτωβρίου 1909.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 110 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ὁ δήμαρχος Περαίας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου ἐπιδοκιμάζοντος τὸ ὑπόμνημα τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἁπανταχοῦ Τηνίων, ὅπως ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου κλπ. αἱ σχετικαὶ πρὸς τὸν ἱερὸν ναὸν τῆς «Εὐαγγελιστρίας» διατάξεις· 2) Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τοῦ δήμου Πανόρμου τῆς Τήνου παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου κλπ. αἱ ἀφορῶσαι τὸν ἱερὸν ναὸν τῆς «Εὐαγγελιστρίας» Τήνου διατάξεις· 3) Ὁ δήμαρχος καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Σωσθενίου τῆς Τήνου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου κλπ. αἱ σχετικαὶ πρὸς τὸν ἱερὸν ναὸν τῆς «Εὐαγγελιστρίας» τῆς Τήνου διατάξεις· 4) Ὁ σύλλογος τῶν Φιλοπροόδων Τηνίων παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου κλπ. αἱ σχετικαὶ πρὸς τὸ ἵδρυμα τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς «Εὐαγγελιστρίας» Τήνου διατάξεις· 5) Ὁ δήμαρχος Τήνου παρακαλεῖ τῇ ἐντολῇ τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου, ὅπως ἀπαλειφθῶσιν αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου κλπ. σχετικαὶ πρὸς τὸ ἱερὸν ἵδρυμα τῆς «Εὐαγγελιστρίας» περιλαμβανόμεναι διατάξεις· 6) Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ναοῦ τῆς «Εὐαγγελιστρίας» Τήνου παρακαλεῖ, ὅπως διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος ἐκκλησιαστικοῦ νομοσχεδίου πᾶσαι αἱ εἰς τὸ ἱερὸν ἵδρυμα ἀναφερόμεναι διατάξεις· 7) Ὁ Κρὴς Ἰωάννης Παππαδάκης παρακαλεῖ, ὅπως τιμωρηθῶσιν ἀμειλίκτως οἱ ἐργάται τοῦ τελευταίου στασιαστικοῦ κινήματος. 8) Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ δήμου Πλαταμώδους παρακαλοῦσιν, ὅπως ὑποβληθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ὡς ἐπισήμως ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. 9) Τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον Πειραιῶς παρακαλεῖ, ὅπως διατηρηθῇ τὸ ἔμμισθον Προξενεῖον Ἁμβούργου. 10) Ἡ Πρυτανεία τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ὑποβάλλει συνιστῶσα αἴτησιν ἐπιτροπῆς τῶν φοιτητῶν παρακαλούσης ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀνανέωσις τῶν ἐγγραφῶν παρελθόντων ἑξαμήνων. 11) Ὁ κτηματικὸς σύλλογος Μηλεῶν παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ καταργοῦν τοὺς ἁπλοῦς ἄμβυκας ὡς καταστρέφον τοὺς ἀμπελοκτήμονας Πηλίου. 12) Ὁ δικολάβος ἐκ Πύλου κ. Λυκοῦργος Δ. Ζερβέας παρακαλεῖ, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος ͵ΓΡϚʹ τῆς 20 Ἀπριλίου 1894 περὶ δικαστικῶν κλητήρων. 13) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βελβίνης τῆς Ναυπακτίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἱδρυθῇ ἐν τῷ χωρίῳ των ταχυδρομικὸς σταθμός. 14) Ἐπιτροπὴ τῶν κατοίκων Βονίτσης παρακαλεῖ, ὅπως μὴ μετατεθῇ ἐκεῖθεν ὁ νομομηχανικὸς κ. Κορύζης. 15) Οἱ ὑποδιδάσκαλοι Λακεδαίμονος παρακαλοῦσιν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων. 16) Ἐπιτροπὴ τῶν ποτοποιῶν Καλαμῶν–Μεσσήνης παρακαλεῖ, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. 17) Οἱ μαθηταὶ τοῦ ἐν Βαλτεσινίκῳ Ἑλληνικοῦ σχολείου παρακαλοῦσιν, ὅπως συμπληρωθῇ ἡ ἐν τῷ σχολείῳ τούτῳ κενὴ θέσις Ἑλληνοδιδασκάλου. 18) Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ τῆς Στεμνίτσης παρακαλεῖ, ὅπως συμπληρωθῇ ἡ κενὴ θέσις ἑλληνοδιδασκάλου ἐν τῷ ἐκεῖ Ἑλληνικῷ σχολείῳ. 19) Ἐπιτροπὴ τῶν δημοτῶν Θεοδωρίας παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Βουλγαρελίου. 20) Ὁ δήμαρχος καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Κυμαίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις παντὸς φόρου παρὰ τῶν δημοτῶν αὐτῶν καὶ παρεμποδισθῇ ἡ περαιτέρω καταδίωξις τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλετῶν ἐκ τοῦ δήμου Κυμαίων. 21) Ὁ Δημήτριος Μουτσάτσος ἐξ Αἰγίνης ναυτικὸς παρακαλεῖ, ὅπως ἀντὶ τῶν διωρισμένων ἵνα ἀνάπτωσι τοὺς φανοὺς ἐπὶ τοῦ λιμένος Αἰγίνης τριῶν ἐπὶ μισθοῖς ἐν ὅλῳ 250 δρ. μηνιαίως, διορισθῇ οὗτος ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχ-70 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τῶν τριῶν φανῶν. 22) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λεχουρίου τοῦ δήμου Ψωφῖδος παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀροανίας. 23) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀροανίας παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀροανίας. 24) Ὁ κ. Γ. Κουλούρης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ βαθμοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ καὶ συντάξεως κατωτέρων ἀξιωματικῶν».
§2Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω Κύριοι, τὸ καθῆκον νὰ ἀναγγείλω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ κίνημα τὸ ὁποῖον τοσοῦτον βαθέως συνετάραξε τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου κατεστάλη ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν χάρις εἰς τὴν θαυμασίαν στάσιν τοῦ τε στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Εὐτυχῶς ὅτι ὀλίγα θύματα ἔχομεν νὰ θρηνήσωμεν ἐκ τῆς τοιαύτης συρράξεως καὶ ἐλαχίστας ζημίας ν’ ἀναγράψωμεν. Ἐπίσης σπεύδω ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ θλιβερὰ αὕτη ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἥτις καλεῖται, ὅπως ὅσον τάχιστα ἐξετάσῃ καὶ ἀποφανθῇ περὶ τῆς τιμωρίας τῶν ἐνόχων, ἥτις δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι ἔσται ἀνάλογος τοῦ διαπραχθέντος ἐγκλήματος.
§3ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόζουσα τὸν νόμον περὶ πειρατείας καὶ λῃστείας δύναται νὰ ἐπικηρύξῃ τοὺς μὴ συλληφθέντας, καὶ ἐπὶ πλέον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τοῦ 1870 τὸν ἀφορῶντα τὴν ἐκτόπισιν τῶν συγγενῶν καὶ ὁπωσδήποτε ὑποθαλπόντων αὐτούς. Ἀλλὰ πρὸ παντός, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιτελέσῃ καθῆκον ἱερὸν καὶ συνάμα ἐθνικόν· ὀφείλει νὰ ζητήσῃ καὶ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ ἀπονέμηται ἐπαρκὴς σύνταξις εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν φονευθέντων ἀνδρῶν τῶν θωρηκτῶν. Ἐπὶ πλέον νομίζω ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐθνικὴν αὐτῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικούς, στρατιώτας καὶ ναύτας τοὺς τεθέντας εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Πολιτείας πρὸς σωτηρίαν τοῦ Ἔθνους.
§4Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθῆκόν των ἦτο.
§5ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συνάμα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπονεμηθῇ μετάλλιον τιμῆς ἐκ χαλκοῦ εἰς τοὺς τετιμημένους ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἄνδρας τοῦ Ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ τὴν ἐπιγραφὴν «ἄξιος ἐθνικῆς τιμῆς».
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Νέγρης.
§7Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου ἀπόψε, ἵνα λάβω αὐτὸν εἰς ἄλλην περίστασιν· ἀλλ’ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ δασικοῦ νὰ συνεδριάζῃ μὲ ἀπαρτίαν ἐξ μελῶν μόνον, καθόσον πολλὰ ἐκ τῶν 18 μελῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ἐπιτροπὴν δὲν προσέρχονται.
§8ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐ μόνον οὐδεμίαν ἀντίρρησιν δὲν ἔχομεν πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ συνηγοροῦμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως ἔστω καὶ μὲ 6 μόνον μέλη εὑρίσκηται ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ συνεδριάζῃ καὶ ἐπιληφθῇ τῶν ἐργασιῶν της, διότι καὶ ἡμεῖς ὅλοι ἐδῶ ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἐπεξεργασθῇ αὕτη καὶ προσκομίσῃ τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν της εἰς τὴν Βουλὴν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραϊσκάκης ἔχει τὸν λόγον.
§10Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, τῆς προσεχοῦς Τετάρτης.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§12ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ὅπως ὅσοι ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν εἶναι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ νομοσχεδίου συνέλθωσιν εἰς τι δωμάτιον καὶ συνεδριάσωσι.
§14Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀντικαταστήσητε ἀπὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐδήλωσα πρὸ ἡμερῶν ὅτι δὲν δύναμαι νὰ λάβω μέρος.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἀπαραίτητος· εἶναι λυπηρόν.
§16Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκεται καὶ συνεδριάζει ἐν ἀπαρτίᾳ, ὥστε, ἄν τινα μέλη ταύτης ἔχωσι λόγον νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὰς ἐργασίας ταύτης, τοῦτο δὲν κωλύει αὐτὴν νὰ συνεδριάζῃ καὶ προχωρῇ ἐπὶ τὸ ἔργον της.
§17ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καταθέτω τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «περὶ τελῶν φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας»· 2) «περὶ χορηγίας ἐπιδόματος εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ ἀτμόπλοια»· 3) «περὶ τῆς ἐλευθεροκοινωνίας τῶν πλοίων καὶ τῶν καταβαλλομένων ὑπ’ αὐτῶν ὑγειονομικῶν δικαιωμάτων»· 4) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΧΝϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ καὶ δικαιοδοσίας τῶν προξενικῶν Ἀρχῶν». Ἐκ τούτων θὰ ἔχωμεν δαπάνην 160000 δραχ., αὔξησιν δὲ ἐσόδων 740.000 δραχ., ἤτοι ἐν συνόλῳ καθαρὰν αὔξησιν ἐσόδων 580.000 δραχ., αἱ ὁποῖαι θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 ἐκ δρ. εἰς χρ. 1.027,500 καὶ δραχ. 151.400, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1,178,900. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν προσθέτων τελῶν καὶ τόκου ὑπερημερίας καὶ παροχῆς ἐκπτώσεως εἰς τοὺς καθυστεροῦντας τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1908 καὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ αὐτοῦ φόρου τῆς χρήσεως τοῦ 1909». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§20Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωσιν οἱ ἀγρόται τὸν φόρον των μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου. Γνωρίζετε κάλλιστα ὅτι δυστυχῶς τὸν φόρον τοῦτον δὲν θὰ τὸν εἰσπράξητε κατὰ μῆνα Ἰούνιον, ἀλλὰ κατὰ Σεπτέμβριον. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ κάμνετε τὸ δῶρον, πρέπει νὰ τὸ κάμητε πλῆρες· ἄλλως θὰ εἶναι δῶρον ἄδωρον. Νὰ ὁρίσητε λοιπὸν τὴν 30 Σεπτεμβρίου ὡς ὅρον πληρωμῆς τοῦ φόρου καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ πρὸς τοῦτο ἀντίρρησις.
§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπεκράτησε συνήθεια, κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνεται ἡ εἴσπραξις τοιούτων ἐσόδων κατὰ τὰ τέλη Ἰουνίου, διότι ὑποτίθεται ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ ἄνθρωποι, ὡς ἐκ τῆς συγκομιδῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσιν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ κ. Βουλευτής, νὰ δεχθῶ τὴν παραχώρησιν ταύτην μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη).
§22ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 33 νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν μεταβολὴν ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1877. Τὴν σπουδαιότητα τῆς προτάσεως ταύτης ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καλῶς αἰσθάνεται.
§23ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζομεν ὅτι τὸ κατ’ ἐξοχὴν ζήτημα τῆς σήμερον εἶναι τὸ οἰκονομικόν. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ προταχθῶσι καὶ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ὁ λόγος οὗτος ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων καθ’ ἣν σειρὰν ταῦτα εἶναι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγεγραμμένα.
§24ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐνόησε, φαίνεται, τὴν σπουδαιότητα τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ τόπος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει ὅτι ἡ κατάστασις προῆλθεν ἐξ οἰκονομικῶν ἀτελειῶν καὶ δὲν βλέπει ὅτι ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ προῆλθεν ἐκ πολιτειακῶν ἀτελειῶν. Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§25Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμένῃ τόσον πολύ. Θὰ ἔλθῃ κατόπιν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως νομαρχιῶν, ὅτε κατ’ ἀνάγκην θὰ γίνῃ λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐκείνη εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή, ὅπως συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δαπανῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσσεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου».
§27Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις τινὰς καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὡς τείνουσαι καὶ αὗται πρὸς τὸν σκοπὸν πρὸς ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ φθάσῃ, ἤτοι καίπερ φορολογῶν τὸν κηρὸν νὰ μὴ καταστρέψῃ ἄλλας βιομηχανίας ἐν τῷ τόπῳ. Καὶ πρῶτον παρατηρῶ ὅτι εἰσέρχονται τὴν σήμερον ἐξ Εὐρώπης πλάκες κηροῦ ἐν σχήματι κυψέλης, αἵτινες χρησιμεύουσιν ἀκριβῶς ὅπως αἱ κυψέλαι ὦσι τεχνικώτεραι. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν ἡ παραγωγὴ τοῦ μέλιτος νὰ αὐξήσῃ ἐν τῷ τόπῳ, ἑπομένως δὲν πρέπει, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦτο ἐπιζητοῦμεν, ἐξ ἑτέρου μέρους δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου νὰ ἐμποδίζωμεν πρόοδον ἀναγκαιοτάτην. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξαιρέσῃ τῆς φορολογίας τὰς ἐν σχήματι κυψελῶν εἰσαγομένας πλάκας κηροῦ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν δυσκολίαν πρὸς τοῦτο. Ἡ δευτέρα παρατήρησις ἀφορᾷ τὸ ὑπέρογκον τῆς φορολογίας τῶν ὑπολειμμάτων τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων. Ἔχομεν ἀναφορὰν τῶν κατασκευαστῶν κηροῦ, οἱ ὁποῖοι δηλοῦσιν ὅτι ἔχουσιν ἤδη κεφάλαιον χρησιμοποιούμενον εἰς τὴν ἐπιχείρησιν αὐτῶν περὶ τὰ 2,000,000. Ἤδη ἡ τιμὴ τοῦ τέλους, τὴν ὁποίαν θὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτῶν εἰσαγόμενα προϊόντα, ἀνέρχεται εἰς 250%. Ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς νὰ διαπλασιάσωσιν ἴσως τὰ κεφάλαια των, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι δυνατόν. Ζητοῦσι λοιπὸν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ φορολογία νὰ μὴ ἀνέλθῃ εἰς τὰ 50 χρυσᾶ λεπτὰ, ἀλλὰ νὰ μετριασθῇ εἰς τὸ ἥμισυ. Τὴν παράκλησιν ταύτην ἐκ μέρους τῶν βιομηχάνων ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐλπίζω δ’ ὅτι θὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἀληθῶς πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ μεγάλη βλάβη εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην. Ἡ τρίτη παρατήρησις ἀφορᾷ ἄλλην βιομηχανίαν, διότι δυστυχῶς οὐδὲν τῶν νῦν ὑπαρχόντων δυνάμεθα νὰ θίξωμεν, χωρὶς νὰ ταράξωμεν πλεῖστα ἄλλα. Εἶναι αὕτη ἡ βιομηχανία τῶν βερνικίων. Ὑπάρχουσιν ἐργοστασιάρχαι ἐνταῦθα, οἵτινες κατασκευάζουσι βερνίκια καὶ οἵτινες χρησιμοποιοῦσι πρὸς τοῦτο τὸν κηρόν. Καὶ λέγουσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι οὗτοι· ἐγὼ μὲν ὁ οὕτω κατασκευάζων ἐν τῷ τόπῳ τὸ βερνίκιον θέλω πληρώνει τὸν κηρὸν ἐπιβεβαρημένον μὲ τέλη, τὰ δὲ βερνίκια τὰ ἐξ Εὐρώπης ἐρχόμενα δὲν ἐπιβαρύνονται μὲ τὸ τέλος τοῦτο. Τοῦτο εἶναι ὡς ἂν ἡ Πολιτεία ἐζήτει νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐργασίαν ἡμῶν προστατεύουσα τὴν ξένην βιομηχανίαν. Ζητοῦσι λοιπόν, διὰ νὰ μὴ ἐμποδισθῇ τὸ ἔργον αὐτῶν, νὰ ἐπιβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνάλογον φορολογίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐρχομένων βερνικίων. Αὐτὸ εἶναι δικαιότατον καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὸ δεχθῇ. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων ζητημάτων καὶ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ φέρῃ τὰς τροποποιήσεις.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§29ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν § βʹ τοῦ Βʹ κεφαλαίου, ἐδάφιον ηʹ «ὑπολείμματα ἀποστάξεως ὀρυκτῶν ἐλαίων ἔχοντα» νὰ προστεθῇ «χρῶμα ὑπόμελαν ἢ καστανόχρουν»· καὶ κατωτέρω «καὶ ποσὸν ὀρυκτῶν ἐλαίων οὐχὶ κατώτερον τῶν 12%» νὰ τεθῇ «10%». Εἰς τὸ Γʹ κεφ., § 2, ἀντὶ δραχμῶν 70 νὰ τεθῇ «100 εἰς μεταλλικόν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, οὕτω τροποποιηθέν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§30ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου μοῦ ἐξέφυγε τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται ἡ χρῆσις κολοφωνίου καὶ ἐν γένει ῥητινωδῶν ὑλῶν»· νὰ προστεθῇ «καθὼς καὶ λίπους», διότι καὶ τοῦτο θεωρεῖται ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 ὡς ἔχουσιν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταλλείων». Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον,
§32Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πρὸ πολλοῦ, κύριοι Βουλευταί, ἡ Πολιτεία ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1899 ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν ἀναθέσει εἰς ἐπιτροπήν, ὅπως μελετήσῃ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνέκειτο ἀπὸ τοὺς κυρίους Κορδέλλαν, Σοῦτσον, Λιακόπουλον, Παπαβασιλείου καὶ ἐμέ, ἡτοίμασε τὸ νομοσχέδιον καὶ παρέδωκεν αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ὑπέβαλεν αὐτὸ εἰς νέαν βάσανον διὰ νέας ἐπιτροπῆς μικτῆς ἐκ νομομαθῶν μηχανικῶν. Ἤδη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄνευ ἄλλης τροποποιήσεως εἰμὴ τῆς φορολογίας. Αἱ δύο ἐπιτροπαί, ἡ τοῦ 1899 καὶ ἡ τοῦ 1901, εἶχον παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἀλλοίωσις εἰς τὴν φορολογίαν, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἶναι παραδεδεγμένον ὅτι τὰ μεταλλεῖα κατὰ μέσον ὅρον ἐλάχιστα ἀποδίδουσιν, ἂν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται εἰς τὰς μεταλλευτικὰς ἐργασίας. Εἶναι ἀμφίβολον ἂν τὰ κεφάλαια ταῦτα ἐν συνόλῳ ἀπολαμβάνουσι 2 ἢ 3%, διότι τὰ μὲν ἀπολαμβάνουσι περισσότερα, τὰ δὲ ὀλιγώτερα καὶ ἄλλα ἔχουσι ζημίας, καὶ οὕτω τὸ μέσον κέρδος εἶναι μηδαμινόν. Τοὐναντίον ἡ ὠφέλεια τῆς Πολιτείας εἶναι παμμεγίστη, διότι ὄχι μόνον ἐργασία δίδεται εἰς τὸν ἐργατικὸν κόσμον, ἀλλ’ ὁλόκληροι πόλεις ἀναπτύσσονται ὡς καὶ ὁλόκληροι βιομηχανίαι. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον αἱ Κυβερνήσεις εἰς πάντα τὰ Κράτη οὐδέποτε ἐθεώρησαν τὰ μεταλλεῖα ὡς μέσον ἀποκτήσεως δημοσίων πόρων. Καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐδήλωσεν ὅτι ἤθελε νὰ αὐξήσῃ τὸν φόρον· ἐνόμισεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν τροποποιήσῃ ἐπὶ τὸ καλλίτερον. Μετὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἦλθεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος κατέθηκε τὸ νομοσχέδιον, προσθέσας ὅτι κακῶς εἶχον ἐκληφθῆ οἱ λόγοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· εἶχον παρεξηγηθῆ ἰδίως ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζετο ὑπὸ ὅρους πολὺ εὐνοϊκωτέρους παρ’ ὅσον ἐνομίζετο, καὶ περὶ τούτου ἤδη πρόκειται νὰ ὁμιλήσω. Καὶ πρῶτον, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν τὸ ἑξῆς: Ὀφείλουσι τὰ μεταλλεῖα νὰ φορολογῶνται ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος ἢ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου; Κύριοι, τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου τὴν ἔχομεν ἐπιβεβλημένην ἐπὶ ἄλλων προϊόντων. Τοιοῦτόν τι παρουσιάζεται μὲ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, διότι, ἀντὶ νὰ φορολογῶμεν τὸ εἰσόδημα τῆς ἀμπέλου, εἰσπράττομεν φόρον σταθερόν, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖ τὸ εἰσόδημα. Καὶ εἴδομεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης φορολογίας· τὰ ἀποτελέσματα μᾶς ἄγουσιν ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ καταργήσωμεν αὐτήν. Ἂν λοιπὸν εἰς τοιοῦτον μέτρον ἤδη προβαίνομεν διὰ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, διατί ἐντελῶς ἄλλην ἀρχὴν θέλομεν χρησιμοποιήσει διὰ τὰ μεταλλεῖα; Ἀλλὰ συμβαίνει καί τι ἄλλο· ὁ φόρος τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ θέσωμεν ἤδη ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἴς τινας περιστάσεις ἀντιστοιχεῖ εἰς αὔξησιν τῆς φορολογίας σημαντικὴν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Εἰς τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ νὰ δώσητε προσοχήν τινα, καὶ νομίζω ὅτι τίποτε καλλίτερον δὲν ἔχω νὰ πράξω εἰμὴ νὰ σᾶς ἐκθέσω τί θὰ συμβῇ διὰ τὴν μεγαλειτέραν τῶν ἐπιχειρήσεων τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, διὰ τὴν ἐπιχείρησιν τῶν μεταλλείων τῆς Γαλλικῆς ἑταιρείας τοῦ Λαυρείου, ἡ ὁποία διατηρεῖ 5,000 ἐργάτας. Αὕτη ἔστειλεν εἰς τὴν Εὐρώπην μεταλλεύματα κατὰ τὸ 1907 ἀξίας ἐν ὅλῳ 3,500,000 ἀκαθαρίστου· ὁ προτεινόμενος φόρος πρὸς 2½%....
§33ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι 92,500.
§34Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι 87,000 τὸ 2½% τοῦ Δημοσίου, 87,000 τὸ 2½ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ½% τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ τὸ ταμεῖον τῶν μεταλλευτῶν, τὸ ὅλον 192,000. Ἐὰν προσθέσητε τώρα καὶ τὸν φόρον τοῦ μολύβδου, τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ὁρίσωμεν καὶ ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται περὶ τὰς 30,000, φθάνομεν ὡς ἔγγιστα εἰς 220,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1907 μὲ 10% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ἔχει πληρώσει 94,000. Ἂν δ’ εἰς τοῦτο προσθέσωμεν καὶ τὴν νέαν φορολογίαν, ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ὡς ἔγγιστα 50% ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ κατανάλωσις σήμερον ἀνέρχεται εἰς 170,000, ἔχομεν καὶ ἐκεῖθεν νὰ προσθέσωμεν ἄλλας 85,000 καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 305,000 ἀντὶ τῶν 94,000 εἰς ἃς ἀνῆλθεν ἡ παλαιὰ φορολογία. Ἰδοὺ τί θὰ συνέβαινε τῷ 1907, ὅτε τὰ μεταλλεύματα ἦσαν εἰς ὑψηλὴν τιμὴν καὶ τὸ εἰσόδημα τὸ ὁποῖον ἐκέρδισαν ἦτο ἀρκούντως μέγα, δηλαδὴ 700 ἕως 800,000. Ἀλλ’ ἂν ἔλθωμεν εἰς τὸ ἔτος 1908, ὅτε ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τῶν μετάλλων τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν ἀλλοῖα, τὸ ἀκαθάριστον εἰσόδημα ἐκ τῶν μεταλλευμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ φορολογήσωμεν μὲ τὸ 2½%, εἶναι 2,730,000, καὶ ἀνέρχεται ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου εἰς 70,000, καὶ τὸ δικαίωμα τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς ἑτέρας 70,000, καὶ τὸ ½% τοῦ ταμείου μεταλλευτῶν εἰς 14,000, τὸ ὅλον εἰς 154,000, ἐνῷ ὁ φόρος κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα θὰ ἦτο 40,000 ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Βλέπομεν λοιπὸν αὔξησιν ἀπὸ 40 εἰς 155, ποῖα δὲ τὰ καθαρὰ κέρδη; 330,000. Ἂν δ’ εἰς τοῦτο προσθέσωμεν καὶ τὴν αὔξησιν τὴν ἐκ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, θὰ ἔχωμεν 155 καὶ 80, τὸ ὅλον 235,000 ἐπὶ 330,000, δηλαδὴ θὰ ἔχωμεν φορολογίαν περὶ τὰ 70%.
§35ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος αἰσθάνεται τὴν συνείδησίν του ἐξεγειρομένην κατὰ τοῦ ἀδικήματος τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσγίνῃ εἰς τὰς μεταλλευτικὰς ἑταιρείας ἐν Ἑλλάδι, διότι θέλομεν νὰ ὑποκαταστήσωμεν τὸν φόρον τῶν 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ διὰ φόρου 2% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματός των. Διὰ προχείρων δ’ ὑπολογισμῶν ἀπέδειξεν αὐτὸς ὅτι αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἑταιρεῖαι θὰ καταβάλλωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πλείονα ἐκείνων τὰ ὁποῖα πληρώνουσι τώρα, ὅτι δὲ ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν οὐ μόνον τὰ ἄλλα ἔξοδά των, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον καταβάλλουσιν αὗται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μεταλλείων, ὁσάκις ἐκμεταλλεύονται τοιαῦτα ἀνήκοντα εἰς ἄλλους. Ἀλλά, Κύριοι, μάτην ἐκοπίασεν ὁ κ. Νέγρης, ἵνα μᾶς πείσῃ περὶ πράγματος τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν ἀρνούμεθα ἡμεῖς, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ προβάλλομεν ὡς κυριώτατον λόγον τῆς προτεινομένης φορολογικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἡμεῖς καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς Ἀρχῆς εὑρισκόμενοι διεκηρύξαμεν ἀείποτε ὅτι τὸ μέγα ἐλάττωμα τῆς ἐν Ἑλλάδι φορολογίας εἶναι ὅτι ἐναντίον τῆς λογικῆς, ἐναντίον τῶν διδαγμάτων τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας τῶν ἄλλων λαῶν, τῶν μᾶλλον προηγμένων ἐν τῷ πολιτισμῷ τὰ μεγαλείτερα ἀναλόγως φορολογικὰ βάρη βαστάζει ὁ λαὸς καὶ τὰ μικρότερα οἱ πλούσιοι. Διὰ τοῦτο πάντοτε ἐπηγγέλθημεν καὶ ἐρχόμεθα τώρα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ἐπαγγελίας μας ἐκείνας, καθ’ ἃς πρέπει ν’ αὐξήσωσι τὰ βάρη τῶν πλουσίων, ὅπως ἀνακουφισθῇ ὁ λαός. Εἰς τοὺς πλουσίους ὑπάγονται καὶ αἱ μεταλλευτικαὶ ἑταιρεῖαι, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν διὰ τῆς προτεινομένης τώρα ἐπ’ αὐτῶν φορολογικῆς μεταρρυθμίσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιδιώξωμεν ἐλάττωσιν, ἀλλ’ αὔξησιν τῶν φορολογικῶν των βαρῶν. Πλὴν εἶναι, Κύριοι, τὰ βάρη ταῦτα τόσον ἐπαχθῆ καὶ δυσβάστακτα, ὥστε νὰ κινῶσι μονονουχὶ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου; Ὁ κ. Νέγρης ὑπῆρξεν ἐπανειλημμένως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς τοιοῦτος δὲ γινώσκει κάλλιστα ὅτι πάντες οἱ ἄμεσοι φόροι ἐν Ἑλλάδι ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἐξαιρέσει μόνον τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν· διότι ἐπ’ αὐτῶν, τηρουσῶν συνήθως τακτικὰ βιβλία, ἐθεωρήθη εὔκολος ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν. Δυστυχῶς ὅμως αἱ μεταλλευτικαὶ ἑταιρεῖαι κατορθοῦσι συνήθως νὰ παρουσιάζωσι τόσον ἐξωγκωμένα τὰ ἔξοδά των, ὥστε νὰ ὑπεκφεύγωσιν οὕτω πως τὴν φορολογίαν μεγάλου μέρους τῶν καθαρῶν κερδῶν των. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου αὐτῶν γεννῶνται οὐχὶ σπανίως ζητήματα μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν Ἀρχῶν. Φαντασθῆτε ὅτι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν καὶ κατορθοῦσιν αἱ μεταλλευτικαὶ ἑταιρεῖαι νὰ μένῃ ἀφορολόγητον, ὡς δῆθεν ἔξοδον, τὸ μίσθωμα, τὸ καταβαλλόμενον ὑπ’ αὐτῶν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μεταλλείων. Ἰδού, Κύριοι, ὁ λόγος δι’ ὃν ἐπὶ τῶν μεταλλευτικῶν ἑταιρειῶν πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ ὑποκαταστήσωμεν τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς διὰ τοῦ φόρου τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ὁ προτεινόμενος δὲ ὑφ’ ἡμῶν φόρος δὲν εἶναι τόσον ἐπαχθής, ὅσον ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὸν ὁ κ. συνάδελφος. Ἐπιβάλλομεν μόνον 2% φόρον ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου αὐτῶν προσόδου. Παρακαλῶ δὲ νῦν τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον καὶ πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ἕνα οἱονδήποτε ἄμεσον φόρον τῆς λαϊκῆς ἢ μεσαίας κοινωνικῆς τάξεως, ἐπιβαρύνοντα τὴν ἀκαθάριστον αὐτῶν πρόσοδον μὲ τόσον εὐτελὲς ποσόν. Ἐγὼ τοὐναντίον δύναμαι νὰ τῷ ὑποδείξω τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, ὅστις ἀνέρχεται εἰς 9%, καὶ τὸν φόρον τῆς σταφίδος, ὅστις ὑπερβαίνει τὰ 40% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἠξεύρετε δὲ τί σημαίνει ἀκαθάριστος πρόσοδος ἐπὶ τῆς σταφίδος; Ἐνίοτε τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας της εἶναι ἀνώτερα τοῦ ἐσόδου αὐτῆς. Καὶ τώρα, Κύριοι, δὲν εἶναι νὰ θαυμάσῃ τις τὸν κ. Νέγρην, ἀνεχόμενον μὲν τὴν τοιαύτην αὐτόχρημα ληστρικὴν φορολογίαν τῶν 9 καὶ 40% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῆς λαϊκῆς καὶ τῆς μεσαίας κοινωνικῆς τάξεως, κοπτόμενον δὲ καὶ διαρρηγνύοντα τὰ ἱμάτιά του, διότι ἐπὶ τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων μεταλλευτικῶν ἑταιρειῶν ζητοῦμεν ἡμεῖς νὰ ἐπιβάλωμεν μόνον 2% φόρον ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου των; Ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν τὸν τοιοῦτον φόρον νὰ θεωρῇ ὡς δημευτικὸν καὶ νὰ ξενίζηται μάλιστα ὅτι αὐτὸς ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τοῦ μισθώματος ὅπερ καταβάλλεται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μεταλλείων; Ἀλλ’ ὑπάρχει, πρὸς Θεοῦ, καθαρώτερον τούτου εἰσόδημα, δύναται δέ τις νὰ φαντασθῇ δικαιότερον αὐτοῦ φόρον;
§36Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὑμεῖς ἀγορεύετε ἀντ’ ἐμοῦ. Ἀφήσατε τώρα ἐμὲ νὰ εἴπω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχω νὰ εἴπω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε: μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τί θὰ πληρώσῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, χωρὶς καὶ νὰ προσθέσῃ ὅτι τὴν πληρωμὴν πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην τὴν ἐκανόνισεν ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὰ μεταλλεῖα ἔδιδον μέχρι τοῦδε εἰς τὸν ἰδιοκτήτην 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ· τώρα κανονίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δίδωσι τὰ μεταλλεῖα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην 2½ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ἢ 2%, ὡς παρεδέχθη πρὸ ὀλίγου. Ὅτε λοιπὸν ἡ Πολιτεία ἔρχεται καὶ ἐπιβάλλει νὰ δοθῶσι 2½% ἢ 2% εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, πῶς νὰ μὴ εἴπω εἰς αὐτὴν ὅτι ἐπιβαρύνει τὰ μεταλλεῖα; Καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπολογίσω καὶ ταῦτα καὶ ὑπολογίζων αὐτὰ τί εὑρίσκω, Κύριοι; Εὑρίσκω μὲ λογαριασμὸν — μὲ 2% — ὅτι ἡ φορολογία θὰ εἶναι 54,500 καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου ἔσεται 54,300, τὸ ὅλον 108,600, καὶ ½% πρὸς τὸ ταμεῖον μεταλλευτῶν, ἤτοι τὸ πέμπτον τοῦ 543, δηλαδὴ 10,800, τὸ ὅλον 119,400. Ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὴν αὔξησιν ἐξ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν 80,000, φθάνομεν εἰς τὰς 200,000. Ποῖον ἦτο τὸ εἰσόδημα κατὰ τὸ 1908, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν; 330,000.
§37ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθαρόν.
§38Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ καθαρὸν βεβαίως. Πόσον ἔρχεται τοῖς ἑκατόν; 60% καὶ πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι πληρώνουσιν οἱ σταφιδοκτήμονες, καὶ τοῦτο μὲ φορολογίαν 2%.
§39ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι δὰ 40% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου· ὄχι ἐπὶ τῆς καθαρᾶς. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
§40Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πολὺ καλά. Καὶ τοῦτο παραδέχομαι. Οἱ σταφιδοκτήμονες, Κύριοι, ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην ἕνεκα τῶν περιστάσεων, δηλαδὴ ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τοῦ πράγματος αὐτῶν.
§41ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ μὲ τὰ μεταλλεῖα.
§42Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ἴδιον δύναται νὰ συμβῇ καὶ μὲ τὰ μεταλλεῖα. Μὲ προλαμβάνετε. Καὶ οὕτως, ἂν ἡ ἑταιρεία αὐτὴ ἐκέρδισε κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ τὰ ὀλίγα τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω, ἔχομεν ἄλλας ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι ζημίας, ἔχομεν ἄλλας ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀκόμη ἀπώλητον τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐξώρυξαν — ἑκατοντάδας χιλιάδων τόννων; — καὶ αἱ ὁποῖαι ἔπαυσαν τὸ προσωπικὸν καὶ περιμένουσιν ὕψωσιν τιμῶν.
§43ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὶν ἢ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος αὐτός.
§44Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀκριβῶς.
§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἦσαν ἄλλοι λόγοι.
§46Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτε εὑρίσκονται τὰ μεταλλεῖα εἰς αὐτὴν τὴν δεινὴν θέσιν καὶ ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία εἶναι ἤδη μόνιμος, καὶ ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τῶν μετάλλων, ἡ ὁποία ἐλπίζω νὰ εἶναι παροδική, πῶς ἐκλέγομεν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ταύτην, ὡς νὰ τὸ κάμνωμεν ἀπὸ σκοποῦ, διὰ νὰ θέσωμεν αὐτοὺς τοὺς φόρους; Τί περιμένουσιν αὐτοὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἔχουσι τὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων τόννους ἑτοίμους πρὸς πώλησιν καὶ τὰς ὁποίας δὲν πωλοῦσι; Περιμένουσι νὰ φθάσῃ τὸ μετάλλευμα εἰς τὴν ἀξίαν αὐτὴν ἡ ὁποία θὰ τοὺς πληρώσῃ ἀκριβῶς τὰς δαπάνας; Ἐὰν εἰς τὴν δαπάνην αὐτὴν προσθέσωμεν 20–25–30–50 λεπτά, ὅπως προσθέτομεν, ἐννοεῖται ὅτι πρέπει νὰ περιμένωσι νὰ ὑπερβῇ ἡ τιμὴ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τότε νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας. Τί συμβαίνει δὲ εἰς τὸ Δημόσιον; Συμβαίνει ὅτι, διὰ νὰ καρπωθῇ εἰς τὸ ἀπώτερον καὶ ἄγνωστον μέλλον τὰ ὀλίγα ταῦτα ποσὰ σήμερον, καταδικάζει τὰ μεταλλεῖα εἰς ἀργίαν ἐπὶ ἔτη πολλά, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἰσπράττῃ τίποτε, ἀφοῦ δὲν ἐξάγεται τίποτε. Νομίζω ὅτι ἀποδεικνύεται διὰ τῶν ὀλίγων τούτων τὰ ὁποῖα λέγω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀκριβῶς τρώγει τὴν κότταν καὶ ὄχι τὸ αὐγό. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς ζημίας τῆς οὕτω προσγενησομένης τῷ Δημοσίῳ ὑπὸ ταμιευτικὴν ἔποψιν δὲν συμφέρει οὐδὲ εἰς τὴν Πολιτείαν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου θὰ μείνωσιν οἱ ἐργάται ὅλοι οὗτοι ἄνευ ἐργασίας καὶ θὰ τοὺς ἴδωμεν νὰ μεταναστεύωσι καὶ τότε ἀλλοίμονον, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλην φοράν, διὰ τὰ σχέδιά μας περὶ στρατοῦ 200 χιλιάδων! Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἄνω λόγων ἐρωτῶ ἤδη· εἶναι δίκαια αὐτὰ τὰ ὁποῖα πράττομεν; Καὶ εἰς αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀλλὰ καὶ ἰδίως τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσέξῃ. Γνωρίζω ὅτι ἡ Πολιτεία καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀποφασίζωμεν ὅσα θέλομεν καὶ δὲν ἔχομεν νὰ δώσωμεν λόγον εἰς κανένα, μέχρις οὗ ὁ λαὸς πιεζόμενος ἐγερθῇ καὶ μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν! Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, ἂν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ φορολογῶμεν τὸν κόσμον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, πόθεν ἀρυόμεθα τὸ δικαίωμα νὰ φορολογῶμεν τὸν κόσμον ὑπὲρ ἰδιώτου; Διότι αὐτό, κύριε Ὑπουργέ, κάμνετε εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας. Δὲν ἀρκεῖσθε νὰ φορολογήσητε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· φορολογεῖτε καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου. Καὶ ἐρωτῶ· ποῦ εὕρετε τὸ δικαίωμα νὰ φορολογῆτε ὑπὲρ τρίτου;
§47Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι φορολογία αὐτή. Εἶναι κανονισμὸς τῶν σχέσεων.
§48Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὴν ὥραν καθ’ ἣν παρεχώρησε τὸ μεταλλεῖον τὸ Δημόσιον εἶχεν ὅλα τὰ δικαιώματα, καὶ τὸ παρεχώρησεν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ λαμβάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὸ 5%.
§49Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§50Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ τελειώσω. Ἀμέσως νὰ τελειώσω καὶ σᾶς ἀφήνω. Ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον καὶ λέγει: δὲν θὰ δίδητε 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ· θὰ δίδητε 5% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, τὸ δικαίωμα δὲ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἶναι τὸ διπλάσιον, τὸ τριπλάσιον, τὸ τετραπλάσιον ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῶν 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ· καὶ ἐρωτῶ· μὲ τί δικαίωμα μὲ ἀναγκάζετε νὰ πληρώνω τὸ διπλάσιον, τὸ τριπλάσιον, τὸ τετραπλάσιον εἰς τρίτον καὶ ὄχι εἰς τὸ Δημόσιον;
§51Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ὀρθὴ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθόν. Εἶναι ὀρθὴ διὰ τὰ ἤδη παρακεχωρημένα μεταλλεῖα, καὶ τὴν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας νὰ τὴν διορθώσωμεν· ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον.
§52Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Χαίρω ὅτι ἀνεγνωρίσατε τὸ δίκαιον τῶν παρατηρήσεών μου. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν τρίτην ἄποψιν τοῦ ζητήματος καὶ ἴσως τὴν δυσκολωτέραν· καὶ θὰ ζητήσω ἔτι μεγαλειτέραν τὴν προσοχήν σας ἐκείνης τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχετε μέχρι τοῦδε. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνεφάρμοστον, ὡς θ’ ἀποδείξω. Εἶναι, Κύριοι, ἀνεφάρμοστον, διότι περιλαμβάνει δύο εἰδῶν φορολογίαν. Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ ἑταιρεία — ἡ Γαλλική, ἣν λαμβάνω ὡς παράδειγμα — θὰ φορολογηθῇ καὶ κατὰ τὸν ἕνα τρόπον διὰ τὰ μεταλλεύματα τὰ ὁποῖα στέλλει κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Εὐρώπην, θὰ φορολογηθῇ καὶ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον διὰ τὰ μεταλλεύματα τὰ ὁποῖα καμινεύει. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ μεταλλεύματα τὰ ὁποῖα στέλλονται εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐπειδὴ ὁ φόρος εἶναι ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, διὰ ταῦτα ὁ φόρος εἶναι ἐπακριβῶς ὡρισμένος. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ διὰ τὰ ἄλλα μεταλλεύματα τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Διὰ νὰ εὕρωμεν, Κύριοι, τὸν φόρον αὐτῶν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ εὕρωμεν τί στοιχίζει τὸ μετάλλευμα. Ἀλλὰ τὸ μετάλλευμα τὸ ἀποστελλόμενον εἰς Εὐρώπην ὡς καὶ τὸ καμινευόμενον ἐξορύσσονται μαζὶ· τὸ ἴδιον φουρνέλλον ἀποσπᾷ καὶ τὸ μὲν καὶ τὸ δέ· οἱ ἴδιοι ἐργάται θὰ μεταφέρωσιν ἀμφότερα, οἱ ἴδιοι ἐργάται θὰ τὰ χωρίσωσιν, οἱ ἴδιοι ἐργάται θὰ τὰ πλύνωσι, καὶ ἐπὶ τέλους θὰ χωρισθῇ τὸ μὲν πρὸς καμινείαν, τὸ δὲ πρὸς φόρτωσιν. Καὶ ἐρωτῶ· ποῖος θὰ εἶναι ὁ σοφὸς ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸς καμινείαν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ χιλίων δραχμῶν, ἐπὶ ὑποθέσει, αἵτινες ἐδαπανήθησαν δι’ ἐξόρυξιν, αἱ 500, 600, 700 δέον νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ μέν, τὸ δ’ ὑπόλοιπον τὸ δέ; Ἐγὼ λέγω ὅτι οὐδὲ ὁ διευθυντὴς δύναται νὰ ἀνεύρῃ μὲ πόσην δαπάνην πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰ μολυβδοῦχα πρὸς καμινείαν καὶ μὲ πόσον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰ μὴ μολυβδοῦχα πρὸς ἐξαγωγήν. Ἐὰν ὁ διευθυντὴς δὲν δύναται νὰ τὸ ἀνεύρῃ, ἐρωτῶ· πῶς θὰ τὸ εὕρῃ τὸ Δημόσιον καὶ πῶς θὰ κάμῃ τοῦτο τὴν ἐξέλεγξιν; Οὕτως εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐξέλεγξις. Ἐὰν δέ, ὡς νομίζω, ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἦτο νὰ εὐκολύνητε τὴν ἐξέλεγξιν, ἀντὶ νὰ εὐκολύνητε αὐτήν, τὴν καθιστᾶτε ἤδη ἀδύνατον. Ἐὰν ἐπείσθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, θὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς πράγματα τὰ ὁποῖα εἰς μὲν τὴν πρᾶξιν θὰ εἶναι σχεδὸν ἀνεφάρμοστα, θὰ φέρωσι δὲ ζημίας σημαντικάς, θὰ φέρωσιν ἴσως τελείαν διάλυσιν πολλῶν ἑταιρειῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πρὶν κατέλθω ὅμως τοῦ βήματος ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ διὰ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, διότι τοῖς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ περιορίσωσι τὰ στρέμματα εἰς 10.000 καί, ἐνῷ ἐπλήρωνον τρία λεπτὰ διὰ 50.000 στρέμματα, ἤδη θὰ πληρώνωσι δέκα λεπτὰ διὰ 10.000, ἤτοι ὀλιγώτερον. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· διατί ἐπιμένει, ἀφοῦ δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ καὶ δὲν θὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον; Ἀφοῦ δὲν θὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον, διατί φέρει αὐτὴν τὴν ἀναστάτωσιν, διότι ὁπωσδήποτε πᾶσα ἀλλαγὴ νόμου εἶναι ἀνωμαλία. Θὰ ἀναγκάσητε, κ. Ὑπουργέ, τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐξιχνιάσωσιν ἐπισταμένως τὸ ἔδαφος, νὰ πληρώνωσι γεωμέτρας πρὸς καταμέτρησιν. Διατί νὰ γίνηται τοῦτο; Εἶναι δίκαιον νὰ δίδωμεν τοιαύτας ἐνοχλήσεις εἰς τὸν κόσμον ἄνευ λόγου;
§53Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ φορολογία αὐξάνεται εἰς δέκα λεπτά, ἀλλ’ ὁ σχεδιαστὴς τοῦ νόμου ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ περιορισθῇ ἡ παραχωρητέα ἔκτασις εἰς 10.000 στρέμματα· πέρα τούτου δὲν θὰ ἐπιτρέπηται. Ἑπομένως μὲ δέκα λεπτὰ θὰ πληρώνωσι χιλίας δραχμὰς φόρον στρεμματικόν. Νομίζω ὅτι ὅσοι ἔχουσι δηλώσει μεταλλεῖα ἐκτάσεως μεγάλης, παραδείγματος χάριν 60.000 στρεμμάτων, αὐτοὶ οἱ Κύριοι, ἐὰν θέλωσι νὰ εἶναι ἀνόητοι, θὰ πληρώσωσι φόρον δέκα λεπτὰ ἐπὶ 60.000 στρεμμάτων· ἐὰν ὅμως εἶναι φρόνιμοι, θὰ ἐξακριβώσωσι ποῖον χῶρον μεταλλεύσιμον θέλουσι νὰ κρατήσωσι καὶ θὰ περιορίσωσι τὴν ἔκτασιν τὴν ἐκμεταλλεύσιμον εἰς 10.000 στρέμματα καὶ ἑπομένως θὰ πληρώσωσιν ὀλιγώτερον. Τοῦτο εἶναι συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι ἐκμεταλλεύσιμος ἔκτασις 40.000 ἢ 50.000 στρεμμάτων. Τὸ καλὸν εἶναι ἡ ἐκμεταλλεύσιμος ἔκτασις νὰ περιορισθῇ εἰς 10.000 στρέμματα.
§54Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀποδέχομαι εὐχαρίστως διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἓν τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἶναι ὅτι κανονίζει τὸ παρελθόν.
§55Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀφήνει τὸ παρελθὸν ἐλεύθερον καὶ δὲν κανονίζει αὐτό.
§56Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πῶς αὐτό, ἀφοῦ τοὺς ἀναγκάζει νὰ πληρώσωσι δέκα λεπτὰ ἐκεῖ ὅπου ἐπλήρωνον τρία λεπτὰ φόρον;
§57Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ φορολογία εἶναι ὁμοιόμορφος.
§58Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πολὺ ὡραῖα!
§59Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ φορολογία εἶναι ὁμοιόμορφος διὰ τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου, ἡ ὁποία εἶναι μία ἀποζημίωσις κανονιζομένη ἐφάπαξ διὰ Β. Διατάγματος, εἶναι δὲ οἱονεὶ σύμβασις ἡ ὁποία κατὰ τρόπον ἐπιβαρυντικὸν ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς προστασίαν τοῦ ἰδιοκτήτου ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ὁποίου ὑπάρχει τὸ μεταλλεῖόν του. Διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς εἴπετε ὅτι τὰ κανονισθέντα δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου δὲν δυνάμεθα ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου νὰ τροποποιήσωμεν. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τὴν εἶχον ὑπ’ ὄψει.
§60Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί, ἀπέναντι ἐκείνων τῶν ἀτόμων ἅτινα κατέβαλαν κεφάλαια μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἔχουσιν ἐνώπιόν των ὡρισμένην φορολογίαν, δὲν βλέπω, λέγω, τὸν λόγον διατί νὰ μεταβάλητε τὰ καθεστῶτα. Ἀφοῦ ἔχετε ἤδη δύο φορολογίας, μίαν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου καὶ ἑτέραν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην διατί νὰ ἔχητε τὸ ὁμοιόμορφον διὰ τὴν στρεμματικήν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς παλαιὰς παραχωρήσεις ἔχομεν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ μεταβάλωμεν τίποτε. Ὑπάρχουσι διατάξεις αὐστηρόταται· δυνάμει αὐτῶν ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἐργάζονται νὰ κηρύξητε ἐκπτώτους, ἂν κρίνητε τοῦτο συμφέρον. Τοὐναντίον ἔχομεν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀφήνωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται νὰ ἐργάζωνται.
§61Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὑπὸ ἔποψιν νομιμότητος μάλιστα, ὑπὸ ἔποψιν ὅμως σκοπιμότητος ὄχι.
§62Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς τὸ μέλλον θέσατε δέκα λεπτά, εἰς τὸ μέλλον κάμετε ὅ,τι θέλετε. Θέσατε καὶ τὴν διπλῆν φορολογίαν, ἂν καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ εἶναι ἀνεφάρμοστος καὶ πρέπει νὰ τὸ σκεφθῆτε καλῶς, διότι θὰ φθάσητε εἰς τὸ ἀπροχώρητον εἰς τὴν ἐφαρμογήν. Θὰ εἶναι δὲ καὶ φορολογία βαρυτάτη, ἥτις θ’ ἀντιστοιχῇ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰς 40% καὶ πολλάκις εἰς περισσότερον καὶ τὰ μέτρα σας θὰ εἶναι ἐπιζήμια καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἐκτὸς ἂν ἐννοῆτε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δηλ., ἐπειδὴ ἡ σταφίς, ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν, πληρώνει ἑκατὸν τοῖς ἑκατόν, δι’ αὐτὸ πρέπει καὶ τὰ μεταλλεῖα νὰ πληρώνωσιν ἑκατὸν τοῖς ἑκατόν!
§63ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θ’ ἀποδείξω ὅτι πρέπει νὰ πληρώνωσι 10%.
§64Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἴπετε 10%; Τότε θ’ ἀποδείξητε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι πρέπει νὰ παύσωσιν αἱ ἐργασίαι τῶν μεταλλείων. Καλλίτερον εἶναι νὰ μὴ τὸ ἀποδείξητε, ἀλλὰ νὰ μεριμνήσητε ὑπὲρ τῶν 10,000 ἐργατῶν, τοὺς ὁποίους θὰ ῥίψητε εἰς τοὺς δρόμους, ὑπὲρ τῶν 50,000 ψυχῶν, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν ἐξ αὐτῶν τῶν ἐργατῶν.
§65ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμήν, Κύριοι, ἅπαντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη προσπαθοῦσιν ἐκ παντὸς τρόπου, ἵνα ἐμψυχώσωσι τὴν βιομηχανίαν τὴν μεταλλευτικήν, ἡμεῖς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προσπαθοῦμεν νὰ παρεμβάλλωμεν σπουδαῖα προσκόμματα πρὸς πᾶσαν τοιαύτην πρόοδον ἐν Ἑλλάδι. Δὲν κρίνω δ’ ἄσκοπον, ὅπως ἀναφέρω, τί ἄλλα Κράτη πράττουσι σήμερον πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς μεταλλευτικῆς βιομηχανίας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς παρεμβάλλομεν τοιαῦτα προσκόμματα, τὰ ὁποῖα μετ’ ὀλίγον θὰ ἀναπτύξω. Σήμερον ἡ Ἀγγλία ἔχει διὰ τὰ ἐργοστάσιά της ἀνάγκην τοῦ σιδήρου 6,500,000, ἡ δὲ χώρα αὕτη μόνον εἴκοσιν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου δύναται νὰ παραγάγῃ, καὶ δὴ μὲ περιεκτικότητα μόνον 42%. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ πλεόνασμα τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς ἡ Ἀγγλία ἐπρομηθεύετο ἐκ Βιλβάου τῆς Ἱσπανίας, τῆς ὁποίας τὰ μεταλλεῖα σπουδαίως ἐξηντλήθησαν, ἤρξαντο διερωτῶντες οἱ Ἄγγλοι διὰ τοῦ σπουδαίου περιοδικοῦ, «Ἐπιθεώρησις τῆς Βιομηχανίας σιδήρου καὶ γαιανθράκων»: «Δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ πόθεν νέα χώρα σιδηρομεταλλεύματος διὰ τὴν ἀγοράν μας θὰ παρουσιασθῇ;». Ἕνεκα τούτου πλεῖστα πεπολιτισμένα Κράτη ἀντιληφθέντα τὴν ἀνάγκην ταύτην τῆς Ἀγγλίας πρὸς προμήθειαν σιδηρομεταλλεύματος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους ἤρχισαν νὰ παρέχωσι παντοίας εὐκολίας εἰς τοὺς κατεργαζομένους τὰ τοιαῦτα μέταλλα. Καὶ πρῶτον ἡ Σουηδικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ κατασκευάσῃ σιδηρόδρομον πολλῶν χιλιομέτρων πρὸς τὰ ἐνδότερα τῆς χώρας, μόνον ὅπως διευκολύνῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Βρασιλίας, οὖσα κυρία τῶν μεγάλων κεντρικῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, ἀνέλαβεν ἡ ἰδία τὴν μεταφορὰν μεταλλεύματος εἰς ἀπόστασιν ἑκατὸν χιλιομέτρων ἀντὶ τεσσάρων μόνον φράγκων κατὰ τόννον μεταλλεύματος. Ταῦτα πράττει καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Μεξικοῦ. Ὡσαύτως τὸ Κράτος τοῦ Καναδᾶ ἐπέτυχεν ἐσχάτως ἀπίστευτον ἐπιτυχίαν. Διότι, ἐνῷ ἡ παραγωγὴ τοῦ σιδήρου ἐν ἔτει 1895 ἦτο μόλις 53.700 τόννων, σήμερον ἡ παραγωγὴ τοῦ σιδήρου ἀνέρχεται ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ εἰς 1,200,000 τόννων λόγῳ τῶν εὐκολιῶν τὰς ὁποίας παρέσχεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Καναδᾶ. Εἰς τὴν Αὐστραλίαν κατεσκευάσθη μέγα ὑδραγωγεῖον ἀξίας 200,000 λιρῶν, ἤτοι ἕξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἵνα διοχετεύῃ ὕδωρ εἰς χῶρον μεταλλοῦχον πρὸς εὐκολίαν τῶν μεταλλευτῶν, καὶ οὕτω κατεσκευάσθη τὸ θαυμασιώτερον ὑδραγωγεῖον τῶν νεωτέρων χρόνων, ὑπεχρέωσε δὲ συνάμα τὴν ἀναλαβοῦσαν τὸ ἔργον Ἀγγλικὴν ἑταιρείαν νὰ χύσῃ τοὺς σωλῆνας τοῦ ὑδραγωγείου ἐν τῷ τόπῳ καὶ δὴ δι’ ἐγχωρίου σιδηρολίθου, καὶ οὕτως εἰσήγαγεν εἰς τὴν χώραν τὴν τοῦ σιδήρου κατεργασίαν. Ἐπίσης ἡ Αὐστραλία ἠνέῳξε βαθέα φρέατα εἰς διαφόρους θέσεις, ὅπως οἱ βουλόμενοι μελετήσωσι τὴν γεωλογικὴν σύστασιν τοῦ ἐδάφους. Προσέτι τὰ διάφορα Κράτη τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἔχουσι δημόσια ἀτμοκίνητα μηχανικὰ γαιοτρύπανα, ἅτινα ἐνοικιάζουσιν ἀντὶ μικρᾶς τιμῆς εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ μελετήσωσι τὴν γεωλογικὴν σύστασιν τοῦ ἐδάφους. Ἐπίσης συνέστησαν γραφεῖα μεταλλουργικὰ ἐξ εἰδικῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῆς μεταλλουργίας. Παρέχονται δηλαδὴ δωρεὰν χάρται, ἐκτελοῦνται ἀναλύσεις καὶ παρέχεται πᾶσα πληροφορία καὶ πᾶσα εὐκολία. Τὸ κυριώτερον δέ, παρέχεται δῶρον ἑνὸς δολλαρίου ἐπὶ ἑκάστου τόννου σιδήρου τηχθέντος ἐντὸς τοῦ Κράτους. Ἡ δὲ Κυβέρνησις τοῦ Καναδᾶ, πλὴν τῶν ἄλλων εὐκολιῶν, ἃς παρέσχεν, ἀπήλλαξε τὴν παραγωγὴν πάσης φορολογίας ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη. Καὶ ἄλλα Κράτη παντοίας ἄλλας παρέσχον εὐκολίας πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς μεταλλευτικῆς βιομηχανίας. Ἡμεῖς δὲ διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀντὶ νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐν Ἑλλάδι μεταλλευτικὴν βιομηχανίαν, τοὐναντίον ἐπιβάλλομεν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ἀδικωτάτην καὶ βαρυτάτην. Ἐξ ἄλλου ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου εὑρίσκω διάταξιν ἔχουσαν οὕτως: Αἱ σκωρίαι πάσης φύσεως, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς, ὑπάγονται εἰς τὴν ἀνωτέρω κατηγορίαν τῶν λατομείων. Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπάγεται καὶ ὁ ἀμίαντος. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀσύμφορον, καθόσον οὐδεμία ἀξία λόγου ἐργασία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τῆς κατατμήσεως τοῦ χώρου τοῦ περιέχοντος ἀμίαντον. Ἐπίσης εὑρίσκω ἀσύμφορον τὴν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τὴν ἔχουσαν οὕτως: Εἰσὶν ἐπίσης ἐξῃρημένα τοῦ δικαιώματος διαθέσεως ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς, ἀλλὰ δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, ὁ αὐτοφυὴς ἢ εἰς μεταλλικὴν κατάστασιν χρυσός, τὰ ἀργυρομεταλλεύματα (βαρυτίνη) τῆς Μήλου, Κιμώλου, Πολυαίγου, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ πολύτιμα μέταλλα, τὰ μὴ ἀναφερόμενα ἐν τῷ ἐδαφίῳ τοῦ παρόντος ἄρθρου, ἔτι δὲ καὶ τὸ ὀρυκτὸν μαγειρικὸν ἅλας μετὰ τῶν παρακολουθούντων αὐτὸ ἁλάτων, ἡ σμύρις, ὡς καὶ αἱ μυλόπετραι καὶ ἡ γύψος τῆς Μήλου, ἅτινα ἐκμεταλλεύεται τὸ Δημόσιον. Τὰ τῆς διαθέσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν ῥυθμίζονται ἑκάστοτε δι’ εἰδικοῦ νόμου, καθόσον, προκειμένου περὶ ἀργυρομεταλλευμάτων τῆς Μήλου, Κιμώλου καὶ Πολυαίγου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖα τὰ μεταλλεύματα αὐτά, ὥστε νὰ νομίζῃ τις ὅτι ἀποτελοῦσι τόσον σπουδαῖον πόρον τοῦ Κράτους καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μένωσιν ἐπὶ τόσα ἔτη ἀπαραχώρητα καὶ ἀκαλλιέργητα πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γκόβανς εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον τοσοῦτον πτωχὰ ἐν Μήλῳ τὰ ἀργυρομεταλλεύματα ταῦτα, ὥστε οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἐγκαταστάσεως καλύπτουσιν. Εἴς τινα μέρη τῆς Μήλου βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ πλούσια μεταλλεύματα, τὰ πλεῖστα ὅμως τούτων τῶν ἀργυρομεταλλευμάτων (βαρυτίνης) εἶναι πτωχότατα. Διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι, ἐπειδὴ ἐπὶ τόσα ἔτη τὰ μεταλλεύματα ταῦτα τῆς Μήλου, Κιμώλου καὶ Πολυαίγου μένουσιν ἀκαλλιέργητα, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἔχοντας ἐν ταῖς νήσοις ταύταις μεταλλεῖα ἢ μέλλοντας νὰ λάβωσι τοιαῦτα, ὅπως ἐκμεταλλεύωνται καὶ τὴν βαρυτίνην, λαμβάνοντος τοῦ Δημοσίου ἔστω καὶ πεντήκοντα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν 50% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ἐκ τούτων προσόδου. Οὕτω καὶ τὸ Δημόσιον καὶ ἡ κοινωνία θέλουσι σπουδαίως ὠφεληθῆ. Διὰ τοῦ τετάρτου ἄρθρου τῆς δευτέρας παραγράφου ἐπιβάλλετε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως οἱ μέχρι τοῦδε αἰτήσαντες μεταλλεῖα ὑποβάλωσιν ἐκ νέου τὰς αἰτήσεις των ἐντὸς τριμήνου πρὸς παραχώρησιν τῶν μεταλλείων. Τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον. Διότι, ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ νόμου ὑπέβαλέ τις αἴτησιν καὶ ἡ Πολιτεία ἠμέλησε νὰ παραχωρήσῃ τὸ μεταλλεῖον εἰς αὐτόν, δὲν εἶναι ὀρθὸν οὐδὲ δίκαιον νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν νέας αἰτήσεως, μάλιστα μετὰ τοὺς δρακοντείους ὅρους, τοὺς ὁποίους παρέχει τὸ νέον νομοσχέδιον.
§66Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ὅτι οἱ ἔχοντες ὑποβάλει παλαιὰς αἰτήσεις πρέπει νὰ ὑποβάλωσιν ἐκ νέου αἰτήσεις, διότι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν πληθώραν αἰτήσεων, καὶ ἐκ τούτου τινὲς νὰ παροραθῶσιν. Ὀφείλουσι λοιπὸν οἱ ἔχοντες παλαιὰς αἰτήσεις νὰ ἐπαναλάβωσι τὴν αἴτησίν των, δηλαδὴ νὰ ὑποβάλωσιν αἴτησιν εἰς τὸν νομάρχην καὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι π. χ., ἀπὸ τοῦ 1865 ἐδήλωσα τὸ δεῖνα μεταλλεῖον, ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν αἴτησίν μου· καὶ τοῦτο, διὰ νὰ νομιμοποιήσωσιν ἐκ νέου αὐτάς, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἢ νὰ μὴ θέλωσι τὸ μεταλλεῖον, οὕτω δὲ νὰ μὴ ἀσχολῆται ἀδίκως ἡ ὑπηρεσία μὲ ὁρμαθὸν παλαιῶν αἰτήσεων.
§67ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ περιορίσωσι τώρα τὸν χῶρον μόνον εἰς 10.000 στρέμματα. Εἶναι λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωσι νέα σχέδια καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ὅλους τοὺς ὅρους εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλονται οἱ νέοι δηλωταὶ εἰς τὸ μέλλον.
§68Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ ὑποβάλωσι τὰς αἰτήσεις των, καὶ κατόπιν θὰ ταχθῇ νέα προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν τῶν σχεδιογραμμάτων τῶν περιωρισμένων ἐκτάσεων.
§69ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι εὔκολον διὰ τὰς παλαιὰς αἰτήσεις. Ἔπειτα διατί νὰ ὁρίσωμεν 10.000 στρέμματα καὶ ὄχι 30.000, ὡς ἀνώτατον ὅρον παραχωρήσεως; Τοῦτο θὰ εἶναι μία εὐκολία εἰς τοὺς ἔχοντας ὑποβάλει παλαιὰς αἰτήσεις. Διότι ὄχι ἐκ πλεονεξίας οἱ παλαιοὶ δηλωταὶ ἐδήλουν πολὺν χῶρον, ἀλλὰ διότι τοὺς ἐπροστάτευεν ὁ νόμος περὶ μεταλλείων, καθ’ ὃν ἠδύνατο ὁ κύριος μεταλλείου ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν οἱουδήποτε χώρου εἰς τὸ διπλάσιον τῆς τιμῆς, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐκτελέσῃ ἐργασίας καὶ εὕρισκεν ἐμπόδια ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν οἱ δηλωταί, καίτοι ἐγνώριζον ὅτι ὁ πλεῖστος χῶρος δὲν εἶχε μετάλλευμα, ἐδήλουν ἐν τούτοις πολὺν χῶρον. Ἄλλως τε ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τούτου θὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, διότι θὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ τέταρτον αἱ εἰσπράξεις ἃς εἶχεν ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας.
§70Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν εἰσπράττει τίποτε σήμερον.
§71ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διότι δὲν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου. Ἐπὶ τοῦ πέμπτου ἄρθρου εἶναι καὶ κάτι τι σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρατηρήσητε. Δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ γίνῃ ἔφεσις κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ μηχανικοῦ ἢ τοῦ ἐργοδηγοῦ, ἐνῷ διὰ τοῦ ἑβδόμου ἄρθρου ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ ἔφεσις. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἔφεσις, ἡ ὁποία μάλιστα νὰ γίνεται ὄχι ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι αὐθαιρέτως ἀποφασίζουσιν ὁ ἐργοδηγὸς ἢ ὁ μηχανικός, καλλίτερον θὰ εἶναι νὰ νομοθετηθῇ ἡ προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις νὰ διορίζῃ εἰσηγητὴν δικαστήν, ἵνα μεταβαίνῃ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάζῃ τὰ πράγματα μετὰ μηχανικῶν ἀντιπροσωπευόντων τοὺς αἰτοῦντας. Οὕτω δὲ ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ καὶ ἀκριβεστάτην ἔκθεσιν τῶν πραγμάτων καὶ ἀσφαλεστάτην, ἐφ’ ἧς νὰ βασισθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ. Εἰς τὸ δωδέκατον ἄρθρον νομίζω ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε ἐκ τῶν προτέρων νὰ δίδηται, θὰ προκαλῇ πολλὰς ἔριδας μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ μεταλλείου καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν ἐπιφανείας. Κάλλιον νὰ δίδηται αὕτη κατόπιν. Ἐπίσης νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μεταρρυθμίσητε τὴν παράγραφον πρώτην τοῦ ἄρθρου 31, κατὰ τὴν ὁποίαν καταπνίγεται ἡ προτεραιότης, δὲν προστατεύεται ἡ προτεραιότης, ἀλλὰ μᾶλλον καταπατεῖται.
§72Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ, ὅπως ὑπαρχόντων εἰς τὸν αὐτὸν χῶρον πλειόνων δηλωτῶν διὰ διάφορα μεταλλεύματα, ὁ πρῶτος δηλωτὴς ὑπερισχύῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν αὐτὸν χῶρον νὰ ὑπάρχωσι πλείονες ἰδιοκτῆται, ἕκαστος ἰδιαιτέρου μεταλλεύματος.
§73ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπίσης εἰς τὸ τριακοστὸν ἕκτον ἄρθρον, ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν φορολογίαν τῶν δέκα λεπτῶν, οὐδένα ἰδιοκτήτην θὰ ἔχητε, διότι ὅλοι θὰ παραιτηθῶσι. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ κάμω καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰς λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§74Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κάμετέ τας ἐγγράφως.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζονται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1–26 ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 27).
§76Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον ὅπερ εἴχομεν ἑτοιμάσει ἡ ἐπιτροπή, ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἄρθρον 27, ἐλέγετο ὅτι εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον δύναται νὰ παραχωρῶνται καὶ δύο ἢ πλείονα μεταλλεῖα, ὑπὸ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἄρθρου 15, ἔστω καὶ ἂν ταῦτα συνέχωνται, καὶ νὰ σχηματισθῇ ἓν μεταλλεῖον ἔχον ἔκτασιν ἄνω τῶν 10.000 στρεμμάτων. Τώρα μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ὑπάρχει φόβος μήπως θεωρηθῇ ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται. Πρέπει λοιπὸν νὰ δηλώσητε ἂν ἐννοεῖτε τοῦτο.
§77Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως ὁ περιορισμὸς ὁ ἰσχύων δι’ ἕκαστον μεμονωμένον μεταλλεῖον δὲν ἰσχύει διὰ τὸ μεταλλεῖον τὸ προερχόμενον διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν μεμονωμένων.
§78Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§79Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 27 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§81ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δικαίως παρετηρήθη ὑπὸ πολλῶν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῷ τύπῳ ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐξαιροῦμεν πάσης φορολογίας εἶναι πολύ, δηλαδὴ τὸ εἰσόδημα μέχρι 5000 δραχμῶν. Θεωρῶ λοιπὸν δίκαιον νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν εἰς 3000 δραχμῶν.
§82Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δηλαδὴ θέλετε νὰ γίνῃ ἐπανάστασις;
§83ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φέρομεν δὲ μεταβολὴν εἰς τὰς διαβαθμίσεις· οὕτως ἀπὸ τρεῖς μέχρι δέκα χιλιάδων ἡ φορολογία εἶναι 3%, μέχρις 20.000 4%, μέχρι 30.000 5%, μέχρι 40.000 6%, μέχρι 50.000 7%. Ὅταν, Κύριοι, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀλλαχοῦ ἡ φορολογία ἀνέρχεται εἰς 10, 15 καὶ 20%, νομίζω ὅτι, ὅταν θέσωμεν ἀνώτατον ὅριον 7%, δὲν εἶναι βαρὺς ὁ φόρος.
§84Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ποῦ τὸ εὕρετε 15 καὶ 20%; Πρώτην φορὰν ἀκούω αὐτό, κ. Πρόεδρε.
§85Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§86Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ εἰς ποῖον Κράτος ὑπάρχει φορολογία 15 καὶ 20%, ὅπως εἶπε, διότι δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν λόγους οἱ ὁποῖοι δὲν βεβαιοῦνται ἐνταῦθα, διὰ νὰ κάμνωμεν ἐντύπωσιν.
§87Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἂν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, τότε βεβαίως διαψεύδονται αἱ ἐπαγγελίαι ὅλαι, καθόσον τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν κυρίως εἶχε νὰ φορολογήσῃ ὁπωσδήποτε κανονικῶς καὶ οὐχὶ βαρέως τὰς εὐπόρους τάξεις. Ἀφοῦ κατωρθώθη διὰ διαφόρων τροπολογιῶν νὰ ὑποχωρήσῃ, ὡς μὴ ὤφελεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔρχεται ἤδη ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἀφαίμαξιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἀπὸ τὰς διαφόρους ἑταιρείας καὶ δὲν ἠξεύρω ὑπὸ τίνων ἄλλων καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλῃ εἰς τὸν λαόν, διότι, ἂν περιορισθῇ εἰς 3000 δραχ. τὸ ποσόν, ἀσφαλῶς ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀδιακρίτως εὐπόρων καὶ μὴ εὐπόρων θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ νὰ μείνῃ ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα, ὥστε εἰς εὐθετωτέραν περίστασιν νὰ τὸ φέρῃ, διότι ἄλλως θὰ διαψευσθῶσιν αἱ ἐπαγγελίαι αἱ δοθεῖσαι εἰς τὸν κόσμον ὅτι ἤθελον φορολογηθῆ οἱ κεφαλαιοῦχοι καὶ οἱ πλούσιοι, ἐνῷ πράγματι θὰ φορολογηθῇ ὁ πτωχὸς λαός, διότι ὅλοι οἱ Ἕλληνες θὰ χαρακτηρισθῶσιν ἀπὸ τοὺς ἐφόρους ὅτι εἶναι κάτοχοι εἰσοδήματος 3000 δραχ., εἴτε ἔχουσιν εἴτε δὲν ἔχουσιν εἰσόδημα, γνωρίζομεν δὲ τὸν τρόπον καθ’ ὃν κάμνουσιν οἱ ἔφοροι τὰς βεβαιώσεις. Εἶναι ἀνεξέλεγκτοι, εἶναι δ’ ὑπεύθυνοι μόνον ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδεμία δὲ διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐφηρμόσθη δι’ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
§88ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, οὐδέποτε ἀπέκρυψα τὸν σκοπὸν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκωμεν τὴν ἄμεσον φορολογίαν τῶν εἰσοδημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἢ δὲν ὑπόκεινται εἰς αὐτὴν παντάπασιν ἢ δὲν φορολογοῦνται ἐπαρκῶς, κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν ἄμεσον φορολογίαν εἰς ἣν ὑπάγονται ἤδη ἄλλα εἰσοδήματα, ὡς τὰ τῆς μεσαίας ἢ ἀστικῆς λεγομένης καὶ τὰ τῶν λαϊκῶν καθόλου τάξεων. Θέλομεν ἐν ἄλλαις λέξεσι νὰ φορολογήσωμεν ἀμέσως τοὺς πλουσίους καὶ καθόλου τοὺς μεγάλους εἰσοδηματίας, τῶν ὁποίων τὸ εἰσόδημα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης φορολογίας ἢ εἶναι ἀπηλλαγμένον παντὸς ἀμέσου βάρους ἢ δὲν ἐπιβαρύνεται ἐπαρκῶς. Θέλομεν δ’ οὕτω πως ν’ ἀποκαταστήσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἰσοπολιτείαν ἐν Ἑλλάδι, ἥτις ἀναγράφεται μὲν ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, ὡς εἷς τῶν ἀκρογωνιαίων λίθων τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, ἀλλ’ ὑπὸ φορολογικὴν ἰδίως ἔποψιν εἶναι ὅλως ἄγνωστος παρ’ ἡμῖν. Δὲν νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι τὸ μέτρον ἡμῶν τοῦτο εἶναι τόσον ἐπαχθές, ὅσον φαντάζεται ὁ προλαλήσας. Πολλάκις ἀπέδειξα πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ μέση καὶ κατωτέρα κοινωνικὴ ἡμῶν τάξις ὑποβάλλονται εἰς ἄμεσον φόρον τοῦ εἰσοδήματός των, οὐχὶ τοῦ καθαροῦ, ἀλλὰ τοῦ ἀκαθαρίστου πρὸς 7, 10, 12 καὶ πλέον τοῖς ἑκατόν. Ἐνῷ δ’ ἔπρεπε κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἐπιβάλωμεν μείζονα ἄμεσα βάρη εἰς ὁλόκληρον τὸ ἀκαθάριστον εἰσόδημα τῶν πλουσίων ἡμῶν, τί πράττομεν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; Ἐκ τοῦ εἰσοδήματος, Κύριοι, τοῦ μὴ ὑπαγομένου εἰς ἄλλον τινὰ ἄμεσον φόρον, ἀφήνομεν ἀφορολόγητον ποσὸν μέχρι τριῶν χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ περιπλέον μόνον τοῦ ἐτησίου τούτου εἰσοδήματος ὑποβάλλομεν εἰς φόρον, καὶ δὴ πρὸς 3% ἀπὸ 3000–10.000, εἰς 4% ἀπὸ 3000 μέχρις 20.000, εἰς 5% ἀπὸ 3000 μέχρι 30.000, εἰς 6% ἀπὸ 3000 μέχρι 40.000 καὶ εἰς 7% ἀπὸ 3000 μέχρι 50.000 καὶ ἐπέκεινα δραχ. Καὶ οὕτω δὲ δὲν φορολογοῦμεν τὸ ἀκαθάριστον, ἀλλὰ τὸ καθαρὸν μόνον εἰσόδημα. Καὶ ἐρωτῶ νῦν· δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ τοιοῦτος φόρος ἐπαχθὴς καὶ δυσβάστακτος, παραβαλλόμενος πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ μέση καὶ κατωτέρα κοινωνικὴ ἡμῶν τάξις ὑποβάλλονται ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου αὐτῶν εἰσοδήματος, ἀνερχομένους εἰς 7, 10, 12 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν καὶ πλέον;
§89Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Ὑπουργέ, δὲν εἶναι αὐτό. Εἰσάγετε διὰ πρώτην φορὰν τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἐν Ἑλλάδι κατ’ ἀπομίμησιν ἄλλων χωρῶν, εἰς τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔχει εἰσαχθῆ πρὸ πολλοῦ. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὴν πρώτην εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου σας ἐδηλώσατε ὅτι ἐν ἀρχῇ πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς καὶ θὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἤπιος, τί ἀποδεικνύεται τώρα; Ὅτι ζητεῖτε νὰ εἰσπράξητε φόρον εἰσοδήματος ἀπὸ 3–7%. Σᾶς ἐρωτῶ δέ· εἰς ποίαν ἄλλην χώραν ἔχει ἐπιβληθῆ τοιοῦτος φόρος; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα.
§90ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀγνοῶ, κ. συνάδελφε, ὅτι ἀλλαχοῦ τὸ κατώτατον ὅριον τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος εἶναι πολὺ μικρότερον τῶν 3%, τὸ δ’ ἀνώτατον δὲν ὑπερβαίνει τὰ 5%. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐκεῖ αὐτὸς πλήττει πάντα τὰ εἰσοδήματα, ἀδιακρίτως ἄλλων ἀμέσων φόρων, ἐξαιρεῖται δὲ τοῦ φόρου αὐτοῦ πολὺ μικρότερον ποσὸν εἰσοδήματος τῶν τριῶν χιλ. δραχμῶν, ἐπὶ δὲ τῆς βεβαιώσεώς του ἔχει καθιερωθῆ τὸ ἀνιχνευτικὸν λεγόμενον σύστημα, ὅπερ, καὶ ἐν αἷς χώραις αἱ οἰκονομικαὶ ὑπηρεσίαι λειτουργοῦσι τελειότερον καὶ τὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ ἤθη εἶναι μᾶλλον προηγμένα ἢ παρ’ ἡμῖν, ἀποβαίνει πολλάκις καταπιεστικὸν τὰ μάλιστα. Ἁπλῆ σύγκρισις τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, δύναται νὰ πείσῃ πάντα ἀπαθῆ καὶ ἀμερόληπτον κριτὴν ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τοῦτον ἐν Ἑλλάδι κατὰ τρόπον ἤπιον, ὡς ἰσχυρίσθην ἐγώ, καὶ οὐχὶ ὡς ἀπέδωκε τὸν ἰσχυρισμόν μου ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς. Δὲν ἔχει δὲ δίκαιον αὐτὸς νὰ συγκρίνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ὅπερ ἐπιβάλλομεν ἡμεῖς πρὸς τὸ ἐπιβαλλόμενον ἀλλαχοῦ. Ἡ σύγκρισις ἐγχωρεῖ μεταξὺ τοῦ ποσοστοῦ τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων, τῶν καταβαλλομένων ἐν Ἑλλάδι, καὶ τοῦ νῦν καθιερωμένου ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος. Ἐρωτῶ δέ, Κύριοι, ὑμᾶς· δύναταί ποτε νὰ θεωρηθῇ ἐπαχθὴς ὁ φόρος οὗτος, ὁ ἀνερχόμενος κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 7% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ὅτε ἔχομεν ἄλλους ἀμέσους φόρους, ἀνερχομένους εἰς 9, 10, 12 καὶ πλέον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν καὶ δὴ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου; Εὑρίσκει ὁ κ. συνάδελφος δίκαιον ἡ μέση καὶ κατωτέρα κοινωνικὴ ἡμῶν τάξις νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύτην φορολογίαν, οἱ δὲ πλούσιοι, οἱ ἑκατομμυριοῦχοι καὶ οἱ μεγαλοεισοδηματίαι ἡμῶν νὰ μὴ πληρώνωσι κἂν 7% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματός των;
§91Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ δικαιότερον ἀντὶ τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος;
§92ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως αὐτὸς θὰ ἦτο ὁ δικαιότερος καὶ τελειότερος φόρος, πρὸς τὸν ὁποῖον τείνουσι τὴν σήμερον πάντες οἱ πεπολιτισμένοι λαοὶ καὶ ὁ ὁποῖος καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης θεωρεῖται ὡς τὸ ἰδεῶδες τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἀλλὰ παρεμβάλλονται ἐν τῇ πράξει τόσα προσκόμματα εἰς τὴν ἐφαρμογήν του, ὥστε καὶ αὐταὶ αἱ χῶραι, ὡς ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Πρωσσία, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι τὴν σήμερον τὸ πληρέστερον καὶ τελειότερον σύστημα τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, δὲν προέβησαν ἀκόμη εἰς τὴν ἀποκατάστασιν αὐτοῦ εἰς πάντας τοὺς ἄλλους ἀμέσους φόρους. Πολλῷ μᾶλλον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς τοιαύτη ῥιζικὴ μεταβολὴ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐν τῷ μέσῳ μάλιστα τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως τὴν ὁποίαν διέρχονται τὴν σήμερον τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, ἐπιβάλλεται τώρα νὰ μεριμνήσωμεν πρὸ παντὸς περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως ἀληθοῦς ἰσοζυγίου, καθ’ ὃ οὐ μόνον τὰ μέχρι τοῦδε ἐλλείμματα θὰ ἐκαλύπτομεν, ἀλλὰ καὶ τὰ μέσα θὰ ἐξευρίσκομεν πρὸς ἐπιδίωξιν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Συγχρόνως ἔχομεν καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ προβῶμεν καὶ εἰς φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκαταστήσωμεν ὅσον ἔνεστιν ἀναλογίαν τινὰ μεταξὺ τῶν βαρῶν τῶν πολιτῶν, οὕτως ὥστε νὰ ἐπιρρίψωμεν μέρος εἰς τοὺς πλουσίους, ὅπως ἀνακουφίσωμεν εἶτα τοὺς ἀπορωτέρους. Καὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπιρρίπτομεν βάρη τινὰ εἰς τοὺς πλουσίους ἐπιφυλαττόμενοι εἶτα, εὐθὺς ὡς πεισθῶμεν ὅτι καὶ τὸ παρὸν καὶ τὰ ἄλλα οἰκονομικὰ ἡμῶν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἡ ἀνόρθωσις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας, ἀποδώσωσι τοὺς προσδοκωμένους καρπούς, νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν ἀνάλογον ἀνακούφισιν τῶν ἀπορωτέρων τάξεων ἐκ τῶν νῦν δυσβαστάκτων καὶ ἀφορήτων βαρῶν των. Οὕτω πως, Κύριοι, ἐννοοῦμεν ἡμεῖς τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, βαίνουσαν στερρῷ τῷ ποδὶ καὶ μετὰ περισκέψεως πολλῆς· διότι οὕτω πως μόνον εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν μὲν τὸν νῦν ἐπικρεμάμενον εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ κίνδυνον, καλύπτοντες τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀποκαθιστῶντες ἀληθὲς ἰσοζύγιον, νὰ καταστήσωμεν δὲ τὸ Κράτος ἱκανὸν εἰς διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν μας δικαίων καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις νὰ καθιερώσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἰσοπολιτείαν ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ φορολογικὴν ἔποψιν.
§93Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν προυτιθέμην νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ αἱ ἀνακρίβειαι τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος μὲ ἀναγκάζουσι νὰ λάβω τὸν λόγον ὅπως ἐπανορθώσω ταύτας. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅμως, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ πατρὶς ἡμῶν, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται, ἔχει ἀνάγκην πόρων. Οὐδὲ θ’ ἀμφισβητήσω ἐγὼ οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένων, ἀλλὰ καὶ οὐδενὸς τῶν Ἑλλήνων, τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ὁποῖον τοὺς πάντας ἄγει εἰς τὸ νὰ καταβάλωσι τὴν συνδρομὴν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἔθνους. Τούτου ἔχετε τρανοτάτην ἀπόδειξιν· ἀείποτε δ’ ὁ Ἕλλην λεπτὸν πρὸς λεπτόν, εἴτε μικρὸν εἴτε μέγαν πλοῦτον ἀθροίζων, ἀφιεροῖ αὐτὸν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, καὶ δὲν ἔχετε ἢ νὰ στρέψητε τὰ βλέμματα ὑμῶν γύρω ἐν τῇ πόλει, ἵνα πεισθῆτε ὅτι οὐχὶ τὸ Κράτος, οὐχὶ τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπεταμίευσε τὸ χρῆμα αὐτοῦ ἀνήγειρεν ὅλα αὐτὰ τὰ λαμπρὰ δημόσια κτίρια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν ἔμπρακτον ἐκδήλωσιν τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα καὶ παρέχουσιν εἰς τοὺς ξένους ἀφορμὴν νὰ θαυμάζωσι τὸν ἀκραιφνῆ τῶν Ἑλλήνων πατριωτισμόν. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι πρέπει νὰ πληρώνωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι περιουσίαν μεγάλην καὶ εἰσοδήματα ἄφθονα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω, καὶ μὲ ἀναγκάζει εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐδένα ἕτερον λόγον ἔχει ἢ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρης, λόγον δημοκοπικόν, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἐνθέσητε ἀσφαλέστερον τὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν βαλλαντίων τοῦ πτωχοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παρουσιάζετε τὴν σκιὰν αὐτήν, τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος δῆθεν, ἵνα ἁρπάσητε τὸ κρέας, ἵνα δικαιολογήσητε τὰς δύο δραχμὰς ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἵνα δικαιολογήσητε τὴν κατάργησιν τῶν ἀμβύκων, ἵνα τέλος δικαιολογήσητε τὰς ἄλλας φορολογίας, τὰς ὁποίας εἴτε φανερῶς εἴτε κρυφίως ἐπεθέσατε ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς. Σᾶς διαβεβαιῶ, καὶ διαβεβαιῶ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι θέλει ἀκουσθῆ ἡ φωνή μου καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεὶς τῶν πλουσίων θὰ πληρώσῃ οὐδὲ λεπτόν. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα ἐμὲ αὐτόν. Διὰ τῶν πολλαπλῶν ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας ἐγκαθιστᾶτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐγὼ ὁ ἔχων μικράν τινα περιουσίαν εἰς ἀκίνητα καὶ κινητά, δὲν θὰ πληρώσω λεπτὸν καὶ οὕτως εἰσοδήματα τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ περιουσίας τετρακοσίων χιλιάδων δραχμῶν μένουσιν ἄθικτα ἀπὸ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον παρασκευάζετε· καὶ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω: Τὰ δύο ἀκίνητα ἀποτιμώμενα εἰς 200,000 δρχ. τὰ ὁποῖα ἔχω, ὡς καὶ 200,000 δραχμὰς ἐκδεδομένας εἰς ἐθνικὰ δάνεια, ἐξαιρεῖτε ἀπὸ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐξαγγέλλετε μετὰ τόσου στόμφου καὶ μετὰ τόσου πατάγου, ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐμβάλλητε τὴν διαίρεσιν ἐν τῷ τόπῳ μεταξὺ εὐπόρων καὶ λαοῦ ἐργαζομένου, ὡσεὶ ὁ εὔπορος εἶναι ἐχθρὸς τοῦ λαοῦ, ὡσεὶ ὁ εὔπορος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸν καταπιέζει, ὡσεὶ αὐτὸς νὰ μὴ πράττῃ ἄλλο ἢ νὰ ἀπομυζᾷ τὸ ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ λαοῦ προερχόμενον καὶ τὸ ὁποῖον θάπτει φιλαργύρως εἰς τὸν κῆπόν του. Ὅτε λοιπὸν τοιαῦται γίνονται ἐξαιρέσεις, πρόκειται περὶ φορολογίας ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας ἢ εἶναι καθαρὰ δημοκοπία; Γνωρίζετε, ἐκ γενικῶν μελετῶν ἴσως, τὰ δημοκοπικὰ θέματα, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ αἱ ἄλλαι ἀσχολίαι σας καὶ δὴ αἱ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν σᾶς ἐπέτρεψαν ν’ ἀσχοληθῆτε καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τούτων ζητημάτων, οἱ δὲ οἰκονομολόγοι δὲν καταρτίζονται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, οὐδὲ εἰσάγονται ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὰς Βουλὰς νομοθετήματα τοιαύτης σοβαρότητος, τὰ ὁποῖα Κράτη ἀριθμοῦντα χιλιετηρίδας βίον δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς λαοὺς αὑτῶν. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἐν Γερμανίᾳ, ἐν Ἀγγλίᾳ, ἰσχύουσι τοιαῦται φορολογίαι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι ἄλλαι αἱ συνθῆκαι, ἄλλα τὰ ἔθιμα, ἄλλη ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ τῶν λαῶν αὐτῶν. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ἐγὼ οὐδὲ λεπτὸν θὰ πληρώσω ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης ταύτης φορολογίας· διότι ἐξαιροῦνται αἱ οἰκοδομαί, ὡς πληρώνουσαι φόρον οἰκοδομῶν, ἐξαιροῦνται τὰ ἐθνικὰ δάνεια κατ’ ἀνάγκην ἐπιβεβλημένην ὑπὸ συμβάσεως καὶ νόμου, ἐξαιροῦνται ἐπίσης αἱ μετοχαὶ τῶν Τραπεζῶν, ὡς φορολογούμεναι ἰδιαιτέρως κλπ. Ἐὰν δ’ ἔχω εἰσοδήματα, προερχόμενα ἐξ ἀξιῶν, τὰς ὁποίας ἔχω εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, κατὰ τίνα τρόπον θέλετε μὲ ἐξαναγκάσει νὰ πληρώσω;
§94ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τῆς δηλώσεως.
§95Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διὰ τῆς δηλώσεως;
§96ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τῆς δηλώσεως καὶ τοῦ ὅρκου καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Κουντουριώτης δὲν θὰ κάμῃ ψευδῆ ὅρκον, οὔτε ἕτερός τις, διότι πᾶς Ἕλλην ἔχει πατριωτισμόν.
§97Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ συμφέρον ὅμως δὲν ἔχει πατριωτισμόν, ἀφ’ ἑτέρου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει πῶς διετέθησαν τὰ χρήματα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἐπὶ 70 ἔτη ἐλάμβανεν ἡ Πολιτεία! Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὡς παράδειγμα ἀνέφερα δι’ ἐμαυτὸν θέλει συμβῆ διὰ πάντας ἐκείνους περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησε τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ κατὰ προηγουμένας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τίνα θέλει πέσει τὸ βάρος τῆς φορολογίας ταύτης, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην μάλιστα ὕψωσεν εἰς 7%; Θέλει πέσει ἀκριβῶς εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην ἥτις ἀποτελεῖ τὸ στήριγμα, τὴν κρηπῖδα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἰς τὴν μέσην τάξιν, καὶ θέλει ἐπιπέσει ὑπὸ μορφὴν βαρυτάτην, μορφὴν ἐπαχθεστάτην, ὑπὸ μορφὴν καταπιεστικωτάτην διὰ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν γνωρίζει τί ἐστι δήλωσις καὶ διὰ τοῦτο μᾶς εἶπε πρὸ ἡμερῶν τὸ ἀμίμητον: «ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα τὸ ἀνιχνευτικὸν σύστημα»! Καὶ τί ἄλλο εἶναι τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων ἢ τὸ ἐπαισχυντότατον καὶ ἐπαχθέστατον σύστημα τῆς ἀνιχνεύσεως; Ἐὰν δὲν εἶναι τὸ ἀνιχνευτικόν, τότε διατί ἀφίεται τὸ βάρος τῶν ἀποδείξεων εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον; Ὅταν ὁ ἔμπορος τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, ὅστις κυκλοφορεῖ χρῆμα 500.000 ἢ 1.000.000 δραχ., εὑρεθῇ ἐν δυσχερείᾳ ἕνεκα πολιτικῶν περιστάσεων, εἴτε περιστάσεων κρισίμων ἄλλων, νὰ προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν, ἀμφισβητήσῃ δὲ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος—καὶ ἔχετε ζοφερωτάτην τὴν εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔχετε τὴν εἰκόνα τῶν προσώπων ἐκείνων τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ θέσωσιν οὐχὶ ὑπὸ ἀμφιβολίαν, ἀλλ’ ὑπὸ ἔλεγχον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν—, τί θέλει συμβῆ; Ὁ ἔφορος θέλει παραλάβει τὴν δήλωσιν, θέλει καταγγείλει αὐτὴν ὡς ψευδῆ καὶ θέλει προβῆ εἰς ἀποδείξεις καὶ θέλει προκαλέσει τὸ ἄνοιγμα τῶν βιβλίων τοῦ ἐμπόρου. Καὶ τότε ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος μετὰ 10 ἡμέρας θὰ εὑρίσκηται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, θὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, θὰ δύναται νὰ πληρώσῃ τοὺς δανειστάς του. Καθ’ ἣν δ’ ἡμέραν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος θέλει θέσει τὴν βέβηλον αὐτοῦ χεῖρα ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν αὐτοῦ βιβλίων, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἄμεσος συνέπεια θὰ εἶναι ἡ κήρυξις αὐτοῦ εἰς πτώχευσιν! Εἶναι τοῦτο ἐνθαρρυντικὸν διὰ τὴν ἐμπορικὴν τάξιν; Καί, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἀτόμου, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχε μεγάλην σπουδαιότητα· ἀλλ’ ὁ ἔμπορος αὐτὸς ἔχει διακλαδώσεις, ἔχει συνδέσμους πρὸς ἅπασαν τὴν ἀγοράν, καὶ ἡ πτῶσις ἑνὸς ἐντιμοτάτου ἐμπόρου, εὑρεθέντος εἰς δεινὴν πρόσκαιρον οἰκονομικὴν θέσιν, παρασύρει ὁλόκληρον κοινωνίαν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀνακουφίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι δεινά! Εἰσήχθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ, τελευταῖον, τὸ μέτρον τοῦτο τὸ οἰκονομικόν, μέτρον τὸ ὁποῖον ῥιζικῶς μεταβάλλει φορολογικὰ συστήματα ὑπάρχοντα πρὸ ἑκατονταετηρίδων, καὶ μετὰ καρδίας ἐλαφροτάτης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ τοὺς ἐν Γαλλίᾳ καὶ ὑπέβαλε τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ μακρὰ ἔτη συνεζητήθη, ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐξηρευνήθη, ἐμελετήθη· καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ γνωρίζετε, Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Πολὺ ἀμφιβάλλω, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐγίνεσθε εἰσηγητὴς τοιούτου μέτρου· ἐγένετο νόμος καὶ ἐφηρμόσθη προσωρινῶς εἴς τι διαμέρισμα ἐπὶ ἑξάμηνον, ἐφαρμοσθεὶς δὲ ἀπέδειξεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα τὰ προκαλέσαντα τὴν σκέψιν τῆς ματαιώσεως τοῦ νόμου.
§98Π. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δὲν ἔγινε νόμος.
§99Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐγένετο, διότι δὲν ἐπεκύρωσεν αὐτὸν ἡ Γερουσία· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐφηρμόσθη εἰς μέρος τι τῆς Γαλλίας, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὥστε ἦτο εἷς λόγος περιπλέον ἡ Γερουσία νὰ μὴ θελήσῃ νὰ φέρῃ τὸ βάρος τοιούτου νόμου. Ἀλλ’ ἐκεῖ τοὐλάχιστον ἐγένετο ἐργασία μακρά, ἐγένετο ἐργασία τῆς ὁποίας ἐὰν ἐπιχείρουν νὰ φέρω ἐν τῇ Βουλῇ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα δὲν θὰ ἠδυνάμην, διότι συμποσοῦνται εἰς τόμους ὁλοκλήρους, καί, μόνον τὴν εἰσήγησιν τοῦ Καγιὼ ἐὰν ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγνώσῃ, εἶμαι βέβαιος ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἤθελεν ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς τελείως ἀδόκιμον. Ποῦ εἶναι ἡ ἐργασία ὑμῶν, ἡ προμελέτη, ἡ προπόνησις, ἡ προπαρασκευή, ἡ ἐξέτασις τὴν ὁποίαν ἐποιήσατε καὶ ἐπὶ τῆς ἐν γένει δημοσίας περιουσίας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ μηχανισμοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου; Παρουσιάσατε πρὸς ἡμᾶς πληροφορίας στατιστικάς; Παρουσιάσατε πρὸς ἡμᾶς μελέτην γενομένην ὑπὸ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἵνα πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἐπιβληθῇ τοιοῦτος φόρος; Νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀνατρέψῃ ῥιζικῶς τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἤκουσε μὲν περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι δὲν ἔλαβε τὸν κόπον ἢ δὲν τῷ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ μελετήσῃ τί εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, πῶς λειτουργεῖ ὁ φόρος οὗτος ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ πῶς λειτουργεῖ οὗτος ἐν Γερμανίᾳ. Ἀλλ’ ἔλαβε γνῶσιν, δὲν ἠξεύρω παρὰ τίνων, ὅτι τοῦτο ἐφαρμόζεται ἐν Γερμανίᾳ καὶ τοῦτο ἰσχύει ἐν Ἀγγλίᾳ· ἂς παρασκευάσωμεν λοιπὸν εἶπεν, ἓν νομοθέτημα, διὰ νὰ καταπλήξωμεν τὸν κόσμον, διὰ νὰ φανῇ τέλος πάντων ὅτι ἡ εὔπορος τάξις, ἡ ἐχθρικὴ αὕτη τάξις πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, εἶναι ἀσύδοτος! Καὶ εἶναι ἀληθῆ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐξαγγέλλετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ εὔπορος τάξις δὲν πληρώνει; Δὲν εἶμαι ὑπέρμαχος ἐγὼ τῶν εὐπόρων, ἀλλ’ ὀφείλω, ὡς πατριώτης, ὡς Ἕλλην πονῶν τὸν τόπον μου, νὰ μὴ ἐνσπείρω ζιζάνια, νὰ μὴ θελήσω νὰ χωρίσω τὸν λαὸν εἰς τάξεις πατρικίων καὶ πληβείων. Δὲν ὑπάρχουσι πένητες καὶ δὲν ὑπάρχουσι πλούσιοι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ἀλλαχοῦ κρατοῦσαν· ἐνταῦθα ὁ πλούσιος ὁ πορισθεὶς ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ πολλὰ ἢ ὀλίγα τὰ πάντα πάντοτε κληροδοτεῖ εἰς τὸ σύνολον τοῦ Ἔθνους. Τὸ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ. Μὴ θέλετε λοιπὸν διαιρέσεις τοιαύτας εἰς τάξεις καὶ συνομοταξίας! Ἀλλὰ τί ἰσχύει ἐν Ἀγγλίᾳ; Τὸ γνωρίζετε; Νὰ μοὶ τὸ εἴπητε.
§100ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περιμένω νὰ τὸ μάθω τώρα παρ’ ὑμῶν!
§101Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Βεβαίως περιμένετε νὰ τὸ μάθητε τώρα ἀπὸ ἐμέ, καί, ἂν ἡ εἰλικρίνεια σᾶς παρακολουθῇ πάντοτε, θὰ εἴπητε: δὲν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ ἐρευνήσω πῶς λειτουργεῖ ὁ φόρος οὗτος ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Ἄγγλος νομοθέτης, δι’ ἑνὸς φύλλου χάρτου ὡς αὐτό, εἶπεν εἰς τὸν Ἀγγλικὸν λαὸν πρὸ ἑκατονταετηρίδος καὶ πλέον ὅτι: ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἔχεις, τῶν 200–300 χιλιάδων λιρῶν κατ’ ἔτος, θὰ εἰσπράττω ἐγὼ τόσον; Τοιουτοτρόπως ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἀντιλαμβάνεσθε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει οὕτω καὶ ὑπάρχει διαφορὰ μεγίστη. Φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀφαίρεσις παρὰ τοῦ Κράτους ποσοστοῦ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν εἰσοδημάτων τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ πολίτης καὶ τὰ ὁποῖα ἀπορρέουσιν ἐκ πηγῶν πολλαπλῶν καὶ διαφόρων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πληρώνουσιν ἐν Ἀγγλίᾳ ὡς φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος δύναμαι νὰ παραβάλω πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατὰ μέρος πληρώνομεν ἡμεῖς εἰς ἀμέσους φόρους. Ἀλλ’ ὁ μηχανισμὸς ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἡ πίεσις καὶ ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ἐγκαταστήσητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ εἶδος δηλώσεως, προκειμένου ὅμως περὶ κινητῶν ἀξιῶν ἢ ἀξιῶν εὑρισκομένων ἐν ξένῃ χώρᾳ. Ἐν Γερμανίᾳ ἄλλο εἶναι τὸ σύστημα, καὶ ἐκ τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας παραλαμβάνετε ἐκεῖνο μόνον τὸ μέρος τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐπαχθὲς καὶ τὸ ἐπιζήμιον διὰ τὴν χώραν αὐτὴν τὴν μικράν, διὰ τὴν χώραν αὐτὴν ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας· δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τούτου ἐξετέθησαν ὑπὸ ξένων εἰδικῶν· φρονῶ ὅτι, καὶ δύο μόνον ἐξ αὐτῶν ἂν ἀνέφερον, θὰ ἦσαν ἱκανὰ νὰ πείσωσι πάντας ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γένηται νόμος, καὶ ταῦτα εἶναι ἡ φυγάδευσις τοῦ κεφαλαίου καὶ τὸ καταπιεστικὸν τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ εἰσοδήματος. Ἂς εὕρωμεν ἄλλον φόρον νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς πλουσίους, τοὺς δῆθεν πλουσίους, τὰ τέρατα αὐτὰ τῆς κοινωνίας, τὰ ὁποῖα πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου νὰ καταστρέψωσι τὸν τόπον αὐτόν! Παραλαμβάνετε ἐκ τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας τὰς δηλώσεις, ἀλλὰ δὲν παραλαμβάνετε καὶ τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἰσχύουσιν ἐκεῖ· διότι ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει ἡ δήλωσις, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι διατάξεις αἱ ὁποῖαι μετριάζουσιν ὁπωσδήποτε τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν θὰ πραγματευθῶ σήμερον. Καθιστᾶτε εὐτυχῶς νῦν καὶ δικαιοδοσίαν βʹ βαθμοῦ ὡς πρὸς τὰς δηλώσεις, κατὰ τροπολογίαν τινὰ συναδέλφου καθημένου εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ φέρητε σεῖς, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εἴχετε θέσει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ αὐτοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι μία εἰσέτι ἀπόδειξις τοῦ ἀμελετήτου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν Γερμανίᾳ, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς γνωρίζετε, πέντε βαθμοὶ διαδικασίας ὑπάρχουσιν ὡς πρὸς τὴν ἀμφισβήτησιν, καὶ ἐδῶ τὴν πλειονοψηφίαν μόνον θέλετε κυρίαν μιᾶς ἐπιτροπῆς ν’ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ τοὺς πολίτας; Πλειονοψηφίαν τὴν ὁποίαν θ’ ἀποτελῇ ὁ δημοτικὸς πάρεδρος καὶ ὁ σύμβουλος, ἀνθρώπους ἔχοντας πάθη καὶ πολιτικὰς διαφοράς; Καί, ἂν τοῦτο τὸ σύστημα παρουσιάζει καταφανῶς ἐλαττώματα ἐν Ἀθήναις, δὲν νομίζετε ὅτι τὰ δεινὰ θὰ εἶναι μεγαλείτερα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις; Ἐκεῖ θέλει γίνει ἡ πίεσις καταφανεστέρα, ὅπου τὰ πάθη τὰ πολιτικὰ εἶναι ἀνεπτυγμένα εἰς βαθμὸν τὸν ὁποῖον ὑμεῖς, πολιτευόμενος ἐν ἐπαρχίᾳ, γνωρίζετε. Ἐξ ἄλλου ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δὲν θέλει καταστήσει βούκοινον τὴν περιουσίαν τοῦ κ. Σκουζὲ ἢ τοῦ κ. Κοτζιᾶ ἢ τὴν τοῦ μεγαλοβιομηχάνου ἐν Πειραιεῖ; Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ὅμως, Κύριοι, ἐν Ἀγγλίᾳ τοιαύτης τινὸς ἀκρυτομυθίας, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς ἡμεῖς θέλομεν ἔχει ἐγκατεστημένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐγὼ οὔτε ἔμπορος εἶμαι οὔτε ποτὲ θὰ εἶμαι τοιοῦτος. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ὑπεραμύνωμαι ὑπὲρ προσώπων· ὑπεραμύνομαι ὑπὲρ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ δικαίου. Νὰ φορολογηθῇ ἡ περιουσία ἡ ἰδική μου, ἀλλὰ νὰ φορολογηθῇ πρεπόντως, νὰ φορολογηθῇ δικαίως, οὐχὶ κατὰ τρόπον πιεστικόν, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θέλει ἐξεγείρει τὰς συνειδήσεις ἁπάντων· ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχῃ συνείδησιν, οὐδέποτε θὰ δεχθῇ μέτρα δουλικά, καταπιεστικά, αὐταρχικά, βάρβαρα! Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἐν Ἀγγλίᾳ ἀκρυτομυθίας, εἶπον, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς δηλώσεις ἐκεῖ δὲν ἔχομεν παράδειγμα ὅτι ἐζήτησέ τις ν’ ἀποκρύψῃ ἢ ἠρνήθη νὰ δηλώσῃ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ· ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ πολιτειακὴ ἀνατροφὴ τοῦ λαοῦ ἐκείνου; Καὶ ὅμως, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι βεβαιωμένον καὶ ἐξηκριβωμένον ὅτι μετὰ δυσφορίας καὶ ἐκεῖ τὸν φόρον τοῦτον ἀνέχονται. Δύνασθε νὰ λάβητε ἄλλο μέτρον, ἄλλο μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπαυξήσητε τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐξήσεως, δὲν εἶναι ὅμως ὁ φόρος οὗτος ὁ κατάλληλος, διότι προβλέπω πενιχρὰν τὴν εἰσφοράν του. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἔρχησθε νὰ λέγητε κατὰ τρόπον περίεργον—διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω τὸ ἐπίθετον τοῦ κ. Νέγρη—ὅτι ὑπάρχουσι τάξεις ἀνθρώπων οἵτινες οὐδαμῶς ἐπιβαρύνονται καὶ οἵτινες ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ βάρη τοῦ Κράτους διὰ τὰ παρεχόμενα πρὸς αὐτοὺς ἀγαθά, δὲν νομίζω ὅτι λέγετέ τι τὸ ἀκριβές, διότι ἡ τάξις ἐκείνη συνεισφέρει, καὶ συνεισφέρει πολλά, καὶ συνεισφέρει πολλαχῶς καὶ πολυτρόπως· καὶ θὰ ἐρωτήσω πάντα ἐξ ὑμῶν· τίς εἶναι ἐκεῖνος ὅστις συνεισφέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ μέγα μέρος τὸ ποσὸν τῶν 40.000.000 δραχμῶν, τὸ εἰσπραττόμενον εἰς τὰ Τελωνεῖα ἐξ ἐμμέσων φόρων; Τοὺς πληρώνει ὁ ἄπορος; Ὄχι· τοὺς πληρώνει ὁ εὔπορος, διότι αὐτὸς καταναλίσκει περισσότερα, διότι αὐτὸς καταναλίσκει τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας· δὲν τὰ καταναλίσκει ὁ ἄπορος, ὁ ἀγρότης, ὁ γεωργός. Εἰς τὸν γεωργὸν ἐπεβλήθη ἡ φορολογία τοῦ ἄρτου. Δύνασθε νὰ τὴν ἐλαττώσητε; Βεβαίως ὄχι. Μὲ Προϋπολογισμὸν ἀσταθῆ καὶ συγκλονούμενον, μὲ ὑποχρεώσεις τοιαύτας τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θίξητε φόρον κακὸν ἴσως, καλῶς ὅμως λειτουργοῦντα. Θὰ ἦτο πολὺ ἄδικος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἤθελε τὴν τάξιν τῶν πλουσίων νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς τάξιν ἐχθρικὴν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους προανέφερα. Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν κεφαλαίων, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,—διὰ νὰ εἴπω καὶ τοῦτο— τὰ ἐλθόντα ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἀπετελέσθησαν ἐκ τῆς κοινῆς ἐργασίας; Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἐργασθέντες εἰς τὰς παραδουναβίους χώρας, ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἀποτελέσαντες μεγάλας περιουσίας εἰς τὰς παροικίας τὰς εὑρισκομένας ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ ἔλαβον οἱανδήποτε συνδρομὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν διὰ τὰς ἐργασίας αὑτῶν; Τὰ κεφάλαια ταῦτα ἀπετελέσθησαν διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἀλλοδαπῶν. Καὶ τὰ κεφάλαια ταῦτα νομίζετε ὅτι εἶναι τοσοῦτον στενῶς, τοσοῦτον στερεῶς συνδεδεμένα μετὰ τῆς χώρας ταύτης, ὥστε εἶναι δύσκολον μίαν καλὴν πρωίαν νὰ τὰ ἴδητε ἐξερχόμενα καὶ λαμβάνοντα τὴν ἄγουσαν πρὸς ἄλλα Κράτη, ὅπου βεβαίως θὰ πληρώσωσιν, ἀλλὰ θὰ ἔχωσι καὶ ἄλλας ἀπολαύσεις, τόσον κοινωνικάς, ὅσον καὶ πολιτειακὰς καὶ παντὸς εἴδους, τέλος πάντων εὐμάρειαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἐν τῇ μικρᾷ ἡμῶν πατρίδι; Καὶ τίς θὰ ἐμποδίσῃ τὸν ζάπλουτον Α τὸν ἐλθόντα ἐκ Ῥωμουνίας, εὐθὺς ὡς θὰ μεταβάλητε τὸ κατασκεύασμα τοῦτο εἰς νόμον, νὰ στείλῃ τὰ χρήματά του ἐκεῖ; Ὑμεῖς εἶσθε γερμανομαθὴς καὶ θὰ γνωρίζητε τί εἶπε σοσιαλιστὴς πλέον, οὐχὶ συντηρητικός, ὁ Καούτσκι, ὅτι, «ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰ κεφάλαια, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰ εἰσοδήματα, θέλομεν παραστῆ ὡς ἠλίθιοι θεαταὶ κατὰ τὴν ἔξοδον τῶν κεφαλαίων τούτων»! Καὶ τότε ποία ἡ θέσις τῆς πτωχῆς αὐτῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην ἐκμεταλλεύσεως καὶ ὑπὸ γεωργικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ ναυτιλιακὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ βιομηχανικὴν ἔποψιν, ὅταν τὰ κεφάλαια αὐτά, τὰ ὁποῖα εἰσέρρευσαν καὶ εἰσρέουσιν ἐκ λόγων φιλοπατρίας, διότι τὸ μεγαλείτερον ἐλατήριον εἶναι ἡ φιλοπατρία, ἥτις ὤθησε τὰ κεφάλαια ταῦτα ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἐξέλθωσιν ἀποτόμως; Τίς θέλει προδώσει τὰ μέσα εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν οἰκονομικὴν ἐκείνην εὐρωστίαν διὰ τῆς ὁποίας θέλουσιν ἐπιτευχθῆ ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὡς Κράτος, διὰ νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὁμοφύλους αὐτῆς; Ὅταν φυγαδεύσητε τὰ κεφάλαια, θὰ ἴδητε καὶ τὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρείου σφραγίζοντα τὰς πύλας, καὶ τὰ ἐργοστάσια τοῦ Πειραιῶς σταματῶντα τὰς ἀτμομηχανάς, θὰ ἴδητε τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν λαμβάνουσαν ἄλλην σημαίαν, καὶ θὰ ἵστασθε ὑμεῖς μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας καὶ μὲ τοὺς ὡραίους λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξηγγείλατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ καταπλήξητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀποθαυμάζοντες μακαρίως τὴν φυγάδευσιν τῶν κεφαλαίων καὶ ἐκλαμβάνοντες τὴν ὀδυνηρὰν αὐτὴν αἱμορραγίαν τῆς Ἑλλάδος ὡς φωτοστέφανον δόξης καὶ θὰ καυχᾶσθε ἴσως ὅτι δὲν ἀφίεται, οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, ὁ πλουτοκράτης ἐκεῖνος, ὁ φαῦλος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ ν’ ἀπομυζήσῃ, διὰ νὰ καταστρέψῃ, χωρὶς νὰ πληρώσῃ φόρον βαρύν...
§102Β. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ λέγετε σεῖς.
§103ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐλέχθησαν καὶ ἐπανελήφθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ εἶναι μάρτυρες οἱ κύριοι Βουλευταί. Ὁμιλῶ οὕτω, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Σπάρτης, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεσθε, διότι τὴν ἑπομένην κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ θέλει μεταβῆ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐν τῇ εὐδαιμονούσῃ ὑμῶν ἐπαρχίᾳ, ὅπου ὁ τόκος εἶναι μόνον 5% καὶ 6%, θὰ ἐξεγερθῇ ἐκεῖ ὁ κόσμος καὶ θὰ διαμαρτύρησθε καὶ σεῖς ἀλλὰ κατόπιν ἑορτῆς καὶ ἕνεκα τούτου ἐπιθυμῶ νὰ προληφθῇ κακὸν ὅπερ θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος....
§104ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει κανεὶς 3.000 δραχμῶν εἰσόδημα.
§105ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀπατᾶσθε, διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον εἰσοδήματα ἐν Σπάρτῃ, ὁ τόκος ἐν Λακεδαίμονι, κύριε Βουλευτά, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι 5% καὶ 6%, ἀλλὰ θὰ ἦτο 12% καὶ 15%. Τὸ λέγω δὲ πρὸς τιμὴν τῆς ἐπαρχίας ὑμῶν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ πλοῦτος, πλοῦτος εἰσρεύσας διὰ τῆς ἐργασίας ἔξωθεν...
§106ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φορολογεῖται ὁ πλοῦτος αὐτός.
§107ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ θέλει ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ ὀλέθριον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου, τὴν φυγάδευσιν τῶν κεφαλαίων. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀφήνω πάντα ταῦτα καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ μέρος τὸ καταπιεστικόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τονίσωμεν· διότι βεβαίως πρέπει νὰ πληρώσωσιν εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἔχουσιν ἀνώτερα τὰ μέσα, ἀλλὰ νὰ πληρώσωσι μὴ ἐκθέτοντες οὔτε τὴν πίστιν αὑτῶν οὔτε τὴν ἡσυχίαν αὑτῶν. Καὶ ὑπάρχουσι συστήματα πολλὰ καὶ ποικίλα, καί, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν εἰδικῶς καταγίνει, βεβαίως ἤθελεν εὕρει τὰ κατάλληλα μέσα, διὰ νὰ παρουσιάσῃ νομοσχέδιον ἄρτιον, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν δημόσιον θησαυρὸν κατὰ βαθμίδας πολὺ ἀνωτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας προσεδόκα ἢ προσδοκᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τοιαύτη ἐργασία δὲν ἐγένετο. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ, ὤφειλον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς εἶναι κατηρτισμένον, μὲ τὰς πολλαπλᾶς καὶ ποικίλας ἐξαιρέσεις ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν πλουτοπαραγωγῶν πηγῶν, ὅλαι αἱ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ αὐξήσωσι κατὰ τινας μόνον χιλιάδας δραχμῶν, διὰ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν στενοχωρίαν, διὰ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἀγανάκτησιν εἰς ἐκείνους οἵτινες εἰργάζοντο, ἐργάζονται καὶ θὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ Κράτους τούτου. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι προσφέρετε ὑπηρεσίαν εἴτε πρὸς τὴν πατρίδα εἴτε πρὸς τὸ Κράτος εἰσάγοντες νομοθετήματα τοιαῦτα, νομοθετήματα τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἔμπνευσιν τοῦ φθόνου εἰς τὰς καρδίας τοῦ ἀγαθοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὰς τάξεις ἐκείνας τῶν λεγομένων πλουσίων, αἱ ὁποῖαι πατρικῶς ὄντως μεριμνῶσιν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας αὐτοῦ. Ἐὰν τοιαῦτα νομοθετήματα κρατῶσιν ἀλλαχοῦ, ὑπάρχει καὶ μεγίστη διαφορὰ τῶν τάξεων καὶ ἡ ἐπίδειξις τοῦ πλούτου αὐθαδεστέρα, τοῦθ’ ὅπερ ἐπισύρει τὸν φθόνον τῶν πενήτων καὶ τὸ μῖσος αὐτῶν καὶ αἱ Πολιτεῖαι ἐκεῖναι, διὰ νὰ φέρωσιν ἰσορροπίαν τινά, ἀποφασίζουσι νὰ προβῶσιν εἰς ἀφαίμαξιν τῶν πλουσίων, διὰ νὰ δώσωσιν εἰς τὸν ἄπορον ἱκανοποίησίν τινα καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν φορολογίαν καὶ τῶν κεφαλαίων ἀκόμη καὶ τοῦτο δίδεται ὡς λύτρον, οὕτως εἰπεῖν, διὰ νὰ δύναται ὁ πλούσιος ν’ ἀπολαμβάνῃ ἐν ἀσφαλείᾳ τῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, ὅπου τέλος πάντων ὑπάρχει ἡ ἰδέα ὅτι ὑπάρχουσι τὰ ἑκατομμύρια, τίς ἐξ ὑμῶν τοιαύτην πολυτέλειαν ἐπιδεικνύει, ὥστε νὰ κινῇ τὸν φθόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Τὴν διασκέδασιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει χρήματα περισσότερα ἔχει καὶ ὁ λαός· τὸ θέατρον τὸ ὁποῖον ἀπολαύει ὁ εὔπορος ἀπολαύει καὶ ὁ λαός, καὶ μὴ θέλωμεν νὰ παραστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ὡς πενομένην, ὡς μέλλουσαν νὰ λιμοκτονήσῃ ἐντὸς ὀλίγου, ἐὰν δὲν ἐπιβάλωμεν τοιαύτην φορολογίαν. Θὰ ἐπεθύμουν σωφρονέστεραι σκέψεις νὰ ἐκράτουν παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἢ νὰ προσεπάθει νὰ βελτιώσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι τοσοῦτον ἐπαχθές, ἰδίως ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῶν δηλώσεων. Διότι μεταξὺ δηλώσεως καὶ ἀνιχνεύσεως οὐδεμία ὑπάρχει διαφορά, καὶ ἂς λέγῃ ὅσα θέλει ὁ κ. Ὑπουργός. Δήλωσις θὰ εἴπῃ ἀνίχνευσις, δήλωσις θὰ εἴπῃ ἐξακρίβωσις, δήλωσις θὰ εἴπῃ πίεσις. Οὐδ’ ὑπάρχει τοιοῦτον σύστημα, δηλαδὴ δηλώσεως ἀπηλλαγμένης τῆς ἀνιχνεύσεως· τοῦτο εἶναι τῆς φαντασίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ ἐνταῦθα ποῦ ἀπήντησε τὸ σύστημα ὅτι ἄλλο δήλωσις καὶ ἄλλο ἀνίχνευσις. Παίζομεν μὲ τὰς λέξεις μόνον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καί τι ἄλλο, ὅπερ ὀφείλω νὰ ἀναιρέσω· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι ἀλλαχοῦ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος ἀνέρχεται εἰς 15%, 20%, 30% καὶ 40%. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ἐπισήμως ὅτι δύναται πᾶς τις νὰ ἐρευνήσῃ ὅλα τὰ συγγράμματα τὰ ὑπάρχοντα ἐνταῦθα, ὅλας τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν θὰ εὕρῃ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἀνερχόμενον πέρα τοῦ 6% ἢ 7%. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι τῆς φαντασίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀνακριβείας τοιαύτας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέχηται ἡ Βουλή, ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις καὶ ἂν εὑρίσκηται. Ὤφειλον νὰ λεχθῶσι ταῦτα, διὰ νὰ τὰ μάθῃ ὁ κόσμος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ὑποστῇ καὶ τὰς συνεπείας τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς διακηρύττει ὅτι θέλει νὰ φορολογήσῃ, σᾶς λέγω ἐγώ, οὐδὲ λεπτὸν θέλουσι πληρώσει. Ἐγὼ πρῶτος δὲν θέλω πληρώσει λεπτὸν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι μὲ ἀπαλλάσσουσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἄδικον λοιπὸν ἀπολαύων εἰσοδημάτων μηδ’ ὀβολὸν νὰ δίδω, νὰ μὴ μὲ συμπεριλαμβάνῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Δὲν εἶχον τὴν διάθεσιν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, καὶ λυποῦμαι, ἂν ἀνησύχησα τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, ἀλλ’ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἐπέλθει μεταμέλεια, καὶ δὲν θὰ εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος θὰ ὑποφέρῃ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστῇ τὰ βάρη. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ὀλίγα ἑκατομμύρια διατεθειμένα εἰς δάνεια ἐνυπόθηκα ἢ εἰς δάνεια ἄλλης φύσεως, τὰ ὁποῖα ἐννοεῖτε νὰ φορολογήσητε, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ὁ δανειστὴς δὲν θὰ εἶναι τόσον μωρὸς καὶ ἀνόητος, ὥστε νὰ ὑποστῇ αὐτὸς τὴν φορολογίαν, ἀλλὰ θὰ τὴν ὑποστῇ ὁ πτωχός, ὁ ἐνδεής, ὁ δεόμενος τῶν χρημάτων ἐκείνων. Ὥστε ὁ σκοπὸς ὑμῶν δὲν ἐπιτυγχάνεται, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καθίσταται χείρων ἡ θέσις τοῦ ἔχοντος ἀνάγκην τοῦ δανείου, διότι ἀσφαλῶς οὗτος θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου καὶ ἑπομένως δυσχεραίνετε τὴν θέσιν τοῦ ἀσθενοῦς καὶ οὐχὶ τοῦ ἰσχυροῦ κεφαλαιούχου. Ἀφοῦ τοιαῦτα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς μέτρου φορολογικοῦ μὴ ἐπαρκῶς μελετηθέντος, μὴ συστηματοποιηθέντος καὶ μέλλοντος νὰ ἔχῃ πενιχρὰς ἀποδόσεις, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ· ἐὰν πράξῃ τὸ ἐναντίον, θέλει πράξει ἀδίκημα κατὰ τῆς κοινωνίας, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ βαρύνῃ μόνον τὸν εἰσηγητήν, ἀλλὰ θὰ καταλογισθῇ εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν.
§108Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἀπόφασιν νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ μηδὲ εἰς τὴν λογικωτέραν παρατήρησιν. Αἰσθάνομαι ὅμως τὴν ἀνάγκην ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν ὑπὲρ τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς ν’ ἀμυνθῶ καὶ νὰ συστήσω εἰς αὐτὸν νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι οἱ Βουλευταί, οἱ ἑκάστοτε λαμβάνοντες τὸν λόγον καὶ φέροντες παρατηρήσεις εἰς διάφορα νομοσχέδια, ἐμπνέονται ἐκ λόγων προσωπικῶν.
§109ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖος εἶπεν αὐτό;
§110Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἴπετε προηγουμένως ὅτι φοβοῦμαι μήπως μοῦ φορολογήσητε τὸ εἰσόδημα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνόει αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός.
§112Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν πλήρει αἰθρίᾳ προυκάλεσε θύελλαν, διότι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ σπουδαιοτάτου αὐτοῦ νομοσχεδίου προέβη εἰς ὑποβολὴν τροπολογίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐμείωσε τὴν φορολογικὴν κλίμακα κατὰ 2 χιλ., ἤτοι ἀπὸ 5 χιλ. ἔθεσε διὰ τῆς τροπολογίας 3 χιλιάδας. Ἀλλὰ συγχρόνως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διεμαρτυρήθη ἐντόνως ὅτι αἱ παρατηρήσεις αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν εἶναι ἐντελῶς παράλογοι καὶ ἀδικαιολόγητοι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης οὐδεμίαν νέαν φορολογίαν ἐπιδιώκει. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δηλώσῃ τίς λόγος ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὸν τὴν ἔκτακτον ταύτην ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ στάδιον τροπολογίας, σημαίνει ὅτι ἡ ὑποβολὴ αὐτῆς οὐδένα σκοπὸν ἔχει, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τοιαύτην τροπολογίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ τουλάχιστον δὲν φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι τόσον ἀφελής, ὥστε νὰ προβῇ κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ὑποβολὴν τροπολογίας τοιαύτης ἄνευ σκοπιμότητος. Ἐπιφυλάττομαι νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν εὐαρεστηθῇ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην καὶ ἀπαντήσῃ ὁριστικῶς καὶ ἀφοριστικῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τίνα λόγον ἔχει ἡ ὑποβολὴ τοιαύτης τροπολογίας; Ἐφ’ ὅσον ἀριθμεῖ τὰς ἐξαιρέσεις καὶ ἐφ’ ὅσον ἀριθμεῖ τὰ φορολογητέα κεφάλαια, ἀρνεῖται ὅτι ἔχει καὶ ἄλλο τι εἰς τὸ ὁποῖον νὰ στραφῇ ἡ φορολογία; Θὰ περιορισθῶ εἰς ἓν καὶ μόνον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ νὰ παράσχῃ τὴν προσήκουσαν ἐξήγησιν. Τοῦτο δὲ εἶναι καὶ ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἴσως κατὰ προτίμησιν ἀπέβλεψε, διότι τοῦτο σχετίζεται μὲ μίαν τάξιν φορολογουμένων, ἡ ὁποία ἀπαριθμεῖ πολλοὺς τοὺς εἰσοδηματίας αὐτῆς τῆς κατηγορίας, τῶν ὁποίων τὴν φορολογίαν ἐπιδιώκει διὰ τῆς ἐν λόγῳ τροπολογίας. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἔχομεν τάξιν καπνοπαραγωγῶν ἐκτεινομένην εἰς πολλὰς τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία τάξις καὶ μόνη παρέχει τὸ ἐνδόσιμον ὅτι τὰ εἰσοδήματα αὐτῆς θὰ διακυμαίνωνται μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, καὶ εἰς τοῦτο κυρίως θ’ ἀπέβλεπεν ἡ ἐν λόγῳ τροπολογία, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διότι ἡ τάξις αὕτη δὲν ἀπαλλάσσεται διὰ τοῦ ἐδαφ. 6 τοῦ ἄρθρου 2, καθόσον τὸ ἄρθρον ἀνάγεται εἰς τὴν πληρωμὴν ἀμέσων φόρων. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηνῶς ἐφορολόγησε ταύτην, ἐμμέσως μέν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀντανακλᾷ εἰς αὐτὴν τὴν παραγωγήν. Ἂν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ζητῇ νὰ μειώσῃ τὴν φορολογικὴν κλίμακα εἰς 3,000, ἀναντιρρήτως ἡ τάξις αὕτη τῶν καπνοπαραγωγῶν ἀσφαλῶς θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην.
§113Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί πληρώνουσιν αὐτοὶ σήμερον;
§114Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δώδεκα δραχμὰς ἔμμεσον φόρον.
§115Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν πληρώνουσιν αὐτοί. Λοιπὸν πρέπει νὰ πληρώσωσι καὶ αὐτοί.
§116Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἡ τάξις αὕτη θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐν πολλοῖς.
§117Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν πληρώνωσι, νὰ πληρώσωσι.
§118Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Τοῦτο θ’ ἀπετέλει καταπίεσιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ ἄρῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ ν’ ἀφήσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ εὑρεθῇ τὸ καθαρὸν εἰσόδημα ἕνεκα τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ ἂν ἐννοεῖ αὐτὴν ἀποκλειστικῶς τὴν τάξιν καί, ἂν δὲν τὴν ἐννοῇ, νὰ τὴν καθορίσῃ τοὐλάχιστον διὰ νέας τροπολογίας, διότι αὐτὴ πληρώνει ἀρκετά.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης.
§120Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶπον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλπίζει πολλὰ ἐκ τοῦ νόμου τούτου, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ὀλίγα, διότι δὲν ἐννοεῖ νὰ φορολογήσῃ εἰμὴ τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια καὶ ἐν γένει τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα δὲν πληρώνουσι σήμερον ἢ ἐλάχιστα. Λοιπόν, ἂν τοιοῦτον ἔχῃ σκοπόν, δὲν βλέπω διατί δὲν φορολογεῖ κατ’ εὐθεῖαν τὸ εἶδος τοῦτο τῆς περιουσίας, χωρὶς νὰ φέρῃ εἰς ἀναστάτωσιν ὅλον τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Δι’ ἄλλου μέσου ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ πολὺ περισσότερα, ἐὰν ἤθελε παραδεχθῆ ἐπιπρόσθετον φόρον ἐπὶ τῶν πληρωνόντων, ἄλλον φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν ὅτι τοῦτο εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου γίνεται, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω ὅτι τοῦτο γίνεται ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐνῷ ὑπάρχει φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος γενικῶς, ὑπάρχει καὶ ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν. Ἦτο δυνατὸν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐκτεινομένου ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσοδημάτων νὰ ἐπιβάλῃ μικρὸν ποσοστὸν πρόσθετον καὶ νὰ εἰσπράττῃ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἐπροτίμησεν ἄλλην μέθοδον, ἥτις θὰ καταθλίβῃ τοὺς πάντας, χωρὶς ν’ ἀποφέρῃ καὶ ἄξια λόγου ποσά. Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς τὸ ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅστις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, δὲν ὑποβάλλομαι εἰς φορολογίαν. Ὥστε ἦτο πολὺ λογικώτερον, ἀφοῦ μόνον θέλετε νὰ φορολογήσητε τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια, νὰ τὰ φορολογήσητε κατ’ εὐθεῖαν, χωρὶς νὰ θέσητε εἰς ἀναστάτωσιν ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ γενικῶν δηλώσεων. Καὶ τοῦτο μὲν ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἰδικῶς ἐπὶ τῶν προσθηκῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς· εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι φορολογῶν τὴν περιουσίαν μέχρι τριῶν χιλιάδων δραχμῶν δὲν θὰ φορολογήσῃ τὴν ἀγροτικὴν τάξιν, καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι θὰ τὴν φορολογήσῃ, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Ὡς ὑπεσχέθητε, θὰ καταργήσητε καὶ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων καὶ τὸν στρεμματικόν, θὰ μείνωσι δὲ συνεπῶς τότε καὶ αἱ ἄμπελοι ἀφορολόγητοι καὶ ὅλοι οἱ ἀγροὶ τῆς Ἑλλάδος, δηλαδὴ ἡ μεγαλειτέρα περιουσία τῆς Ἑλλάδος θὰ μείνῃ ἀφορολόγητος· τὸ συμπέρασμα ὅμως εἶναι ὅτι εὐθὺς ὡς θὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα, ἀμέσως θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὥστε πολὺ κακῶς λέγετε ὅτι δὲν θὰ τοὺς φορολογήσητε.
§121ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πιστεύω νὰ εὕρητε γεωργὸν ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ καθαρὸν εἰσόδημα ἔστω καὶ χιλίας δραχμάς.
§122Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Προχθὲς αὐτὸ τοῦτο ἔλεγον καὶ μὲ διεψεύσατε, καὶ μοὶ ἐδηλώσατε ὅτι ἔχουσι καὶ 15,000 εἰσόδημα.
§123ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἔχουσι 15,000, ἐνῷ ἀγωνίζομαι νὰ τοὺς ἐλευθερώσω;
§124Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μόλις λοιπὸν καταργηθῶσιν οἱ φόροι αὐτοὶ θὰ ὑπαχθῶσιν οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ πολὺ κακῶς λέγετε ὅτι δὲν ἀφορᾷ αὐτούς. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀφήσητε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, εἰς τὴν γʹ συζήτησιν τοιαῦτα πράγματα δὲν ἐπιτρέπονται.
§125Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Μίαν ἁπλῆν πληροφορίαν θέλω νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἄν δηλαδὴ τὰ εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς θὰ φορολογῶνται κατὰ τὸν ψηφιζόμενον νόμον.
§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§127Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Πῶς;
§128ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ὃν τρόπον γίνεται τοῦτο εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅπου ἐφαρμόζεται αὐτὸς ὁ νόμος. Ἐν Γερμανίᾳ ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν εἰσοδήματος ὄχι μόνον τὸ εἰσόδημα τὸ ὁποῖον ἔχει τις ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ καὶ τὸ εἰσόδημα τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξ ἄλλων μερῶν καὶ πόλεων, καὶ ἐκεῖ τὰ μεγαλείτερα εἰσοδήματα τὰ ἔχουσιν ἐξ ἄλλων χωρῶν. Ἠξεύρετε ὅτι ὑπάρχουσι Γερμανοὶ οἵτινες εἴπερ τις καὶ ἄλλος συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἐλέγχου ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Ἀγγλίᾳ νομίζετε ὅτι ἡ φορολογία περιορίζεται ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντὸς τῆς Ἀγγλίας;
§129Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Τότε νὰ διασαφηνισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ εἰς τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς· «Ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐφαρμόζονται κατ’ ἀναλογίαν πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου.
§130ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς προστεθῇ.
§131ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξαγγέλλει ὡς πράγματα βέβαια πράγματα ἀνύπαρκτα, ὅτι δηλ. ἡ περιουσία ἡ Γερμανικὴ ἀποτελεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἐκ κεφαλαίων εὑρισκομένων εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις παρέμεινεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν Γερμανίᾳ, ὅστις γνωρίζει τὰ Γερμανικὰ πράγματα ὅσον ὀλίγοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ λέγῃ τοιαῦτα μοὶ κάμνει ἔκπληξιν τῇ ἀληθείᾳ. Καὶ ἀνέφερε τὴν Ἑλλάδα, ἥτις ὀφείλει εἰς τὴν Γερμανίαν· καὶ ποῖα εἶναι τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει εἰς τὴν Γερμανίαν, ὥστε νὰ θέλητε νὰ παρουσιάσητε τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα βοηθητικὸν τῶν λόγων σας, ὅτι ἡ Γερμανία ἔχει εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἄπειρα ἑκατομμύρια; Ἡ Γερμανία, τῆς ὁποίας ἡ ἔκτασις γνωρίζετε ὑμεῖς ποία εἶναι, ἔχει δανείσει εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἀλλὰ τὰ δάνεια ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσιν ἢ μικρὸν μέρος τῆς γερμανικῆς περιουσίας.
§132ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑκατομμύρια.
§133Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Βεβαίως ἔχει. Ἀλλὰ πῶς;
§134ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς ἐπιχειρήσεις, εἰς δάνεια.
§135Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ μεγάλη περιουσία τῆς Γερμανίας εὑρίσκεται ἐν Γερμανίᾳ, κύριε Ὑπουργέ. Περὶ δὲ τῶν δανείων, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος κατὰ κόρον, ταῦτα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν Γερμανίαν, διότι τὸ γερμανικὸν χρῆμα δὲν εἶναι τὸ κινητόν· τὸ γερμανικὸν χρῆμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀρρήκτως συνδεδεμένον μετὰ τῆς Γερμανικῆς γῆς, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν, τὴν ναυτιλίαν. Τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα ἡ Α ἢ Β Ἐπικράτεια συνάπτει δὲν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν πλοῦτον τῶν Ἐπικρατειῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Θέλετε λοιπὸν νὰ φορολογήσητε καὶ τὰ ἔξωθεν ἐρχόμενα χρήματα κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βόλου; Θὰ ἐπιβάλητε διπλῆν φορολογίαν, ἐκείνην τὴν ὁποίαν τὰ κεφάλαια πληρώνουσιν ἐκεῖ, καὶ ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλητε ὑμεῖς· ἀλλ’ ἡ φορολογία τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλητε ὑμεῖς καὶ τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δέχεται καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὡς ὀρθήν, εἶναι ἰδανική, εἶναι χίμαιρα. — Κάμνω τὴν παρατήρησίν μου, διὰ νὰ μὴ φαίνηται κομπάζων ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἴπῃ αὔριον: ἐλησμονήσαμεν αὐτὸν τὸν φόρον καὶ νὰ τὸν θέσωμεν εἰς τὴν στιγμὴν ταύτην· —Εἶναι ἰδανική, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει χρήματα εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ τὰ φέρει ἐνταῦθα τί εἶναι; Εἶναι εἰσόδημα ἢ κεφάλαιον; καὶ πῶς ὁρίζετε σεῖς ὅτι εἶναι κεφάλαιον; Καί, ὅταν στέλληται πρὸς ἐμὲ προϊόν ἐκ χιλίων λιρῶν, πῶς θὰ ἐξακριβώσητε ὅτι αὐτὸ εἶναι εἰσόδημα;
§136ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἅμα ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδητε.
§137Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ποῖον νομοσχέδιον; Τὴν φυλλάδα αὐτήν (γέλωτες); Μετριοφρονέστερα πράγματα θὰ εἶναι καλλίτερα, διότι, ἐὰν μελετήσητε τὸ φυλλάδιον τοῦ Καγιώ, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Νέγρης, θὰ ἴδητε πῶς καταρτίζονται τὰ νομοσχέδια.
§138ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου συζητοῦμεν, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φυλλαδίου τοῦ Καγιώ.
§139Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ συζητήσωμεν μὲ μίαν φυλλάδα τοιαύτην ἄνευ στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἄνευ μελέτης, ἄνευ προπαρασκευῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν —δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ὑπηρεσίας—; Διότι δὲν θὰ θελήσητε νὰ εἴπητε ὅτι διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἰς διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν παρουσιάσθητε Λερουὰ Μπωλιέ! Ἔχετε δύναμιν, ἔχετε ἀντοχήν· δύνασθε νὰ ἐργασθῆτε· ἀλλὰ δὲν ἠσχολήθητε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τοῦ εἰδικοῦ, τοῦ φόρου λεγομένου τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι θέμα σπουδαῖον καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ χρειάζεται μὲν ἀντοχή, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ χρόνος μακρὸς καὶ μελέτη μακρά. Ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν σᾶς ἔφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεσθε σεῖς, διὰ νὰ κάμητε φιγούραν, εἶναι τροπολογία ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, διότι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ φορολογήσητε κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ τὰ ὁποῖα πληρώνουσιν ἴσως ἐκεῖ τοὺς κεκανονισμένους φόρους.
§140ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας δύναται νὰ ἔχῃ ἣν ἐξήνεγκε γνώμην περὶ τῶν ἐξ ἀλλοδαπῆς προερχομένων καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐγκατεστημένων πλουσίων ὁμογενῶν, ὥστε νὰ πιστεύῃ ὅτι αὐτοὶ ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος θὰ σπεύσωσι ν’ ἀποσύρωσι τὰ κεφάλαιά των ἐντεῦθεν στρέφοντες τὰ νῶτα πρὸς τὴν ἡμετέραν χώραν καὶ ἐκπατριζόμενοι ἐκ νέου. Ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ ὅτι δὲν συμμερίζομαι τὴν τοιαύτην γνώμην τοῦ προλαλήσαντος. Ἐγὼ τοὐναντίον θεωρῶ ὕβριν δι’ αὐτοὺς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτής. Καὶ δὲν εἶναι, Κύριοι, ὕβρις νὰ φαντάζηταί τις ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ὁμογενεῖς πρὸ τοῦ κινδύνου τὸν ὁποῖον θὰ διέτρεχον, ἀναλόγως τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματός των καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ὑπερβαίνει τὰς τρισχιλίας δραχ. κατ’ ἔτος καὶ δὲν ὑπάγεται εἰς ἄλλον τινὰ ἄμεσον φόρον, νὰ πληρώσωσι 3–7%, δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ γίνωσιν ἀρνησιπάτριδες καὶ νὰ καταδικάσωσιν ἑαυτοὺς εἰς ἀειφυγίαν; Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀποδημήσαντες κατὰ τὴν νεανικήν των ἡλικίαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ἐκεῖ διανύσαντες τὰ ἀκμαιότερα ἔτη τοῦ βίου των. Ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ παραμένοντες ἐπὶ μακρὸν καὶ ἀποθησαυρίζοντες πλοῦτον διὰ τῆς νοημοσύνης, φιλοπονίας, ἐπιχειρηματικότητος καὶ οἰκονομίας, αἵτινες διακρίνουσι παντοῦ καὶ πάντοτε τὸν Ἕλληνα, ἓν καὶ μόνον ὄνειρον εἶχον, πῶς μίαν ἡμέραν νὰ ἐπανακάμψωσιν εἰς τὴν γενέτειραν συναποκομίζοντες εἰς αὐτὴν καὶ τὸν ἐν τῇ ξένῃ ἀποκτηθέντα πλοῦτον. Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ ἔχοντες τόσον ἀνεπτυγμένον τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας, ὥστε νὰ κινῶσι τὸν θαυμασμὸν τῶν πάντων, αὐτοὶ θ’ ἀπαρνηθῶσι τώρα τὴν πατρίδα των, διὰ νὰ μὴ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος; Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, διατί δὲν ἐκπατρίζονται καὶ ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἐτοποθέτησαν τὰ κεφάλαιά των εἰς ἀστικὰ κτήματα ἐν Ἑλλάδι, διὰ τὰ ὁποῖα καταβάλλουσι φόρον οὐχὶ 7% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ 9% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου; Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτοὶ ἐκ φιλοπατρίας ὄχι μόνον τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος θ’ ἀποδεχθῶσιν ἀγγογύστως, ἀλλὰ καὶ θὰ σπεύσωσι νὰ δηλώσωσιν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ τὸ ἀληθὲς εἰσόδημά των.
§141Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ἔχω φόβον μέγαν εἶναι ὅτι, ἐνῷ αὐτοὶ τρέφουσι φιλοπατρίαν νὰ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν, ὁ ὑπάλληλος ὁ Ἕλλην δὲν τρέφει φιλοπατρίαν, καὶ ὅτε αὐτοί, τρέφοντες τὴν ἐντιμότητα τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸν ὑπάλληλον τὸν Ἕλληνα, ὁ δὲ Ἕλλην ὑπάλληλος θὰ τοῖς εἴπῃ: «λέγετε ψεύματα!» Αὐτὸς εἶναι ὁ κίνδυνος. Αὐτὸ ἠθέλησα νὰ ἐμποδίσω διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς αὐτὸ δυστυχῶς ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργός.
§142ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὡς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν γνώμην περὶ τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων. Ἐγὼ ὅμως, ὡς νῦν προϊστάμενος αὐτῶν, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν Ἕλληνες ὑπάλληλοι νὰ διαπράξωσί ποτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φαντάζεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀκριβῶς, Κύριοι, νῦν, ὅτε βελτιοῦται τοσοῦτον ἡ θέσις των, ὥστε νὰ μὴ αἰσθάνωνται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς των ἐπικρεμαμένην τὴν ἀπόλυσιν ἢ τὴν μετάθεσίν των, ἀκριβῶς νῦν, ὅτε θὰ ὦσιν ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν χρηστὴν καὶ εὔορκον ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκτοξεύηται κατ’ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ὑπόνοια ὅτι ἕνα τοιοῦτον νόμον θὰ θελήσωσι νὰ μεταχειρισθῶσιν ὡς μάστιγα κατὰ τῶν φορολογουμένων καὶ μάλιστα κατὰ τῶν ὁμογενῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐκ φιλοπατρίας ν’ ἀποκατασταθῶσιν εἰς τὸν τόπον μας.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, τὴν τροπολογίαν σας ἐγγράφως.
§144ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τοπάλη.
§145Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Τὴν ἔδωκα εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὴν λάβω ἐγὼ ὁ ἴδιος. (Ἀναγινώσκει). Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ. Ἐφέρατε μίαν τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον αὐτό.
§147ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἔφερα τὴν τροπολογίαν, κ. Πρόεδρε, τὴν ἑξῆς: «ἐφ’ ὅσον τὸ σύνολον τοῦ ἐτησίου καθαροῦ εἰσοδήματος ὑπερβαίνει τὰς δραχ. 3,000» —ἀντὶ τῆς φράσεως 5,000. Ὁ φόρος οὗτος ὁρίζεται ὡς ἑξῆς:
| Ἀπὸ δραχμῶν 3,000—10,000 | εἰς 3% |
| » » 3,000—20,000 | » 4% |
| » » 3,000—30,000 | » 5% |
| » » 3,000—40,000 | » 6% |
| » » 3,000—50,000 καὶ ἐπέκεινα | » 7% |
§148Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνω τῶν 40,000.
§149ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολὺ καλά. Ἄνω τῶν 40,000.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄνω τῶν 40,000, 7%. Τώρα ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τοπάλη, ἡ ὁποία λέγει: «Ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐφαρμόζονται κατ’ ἀναλογίαν ἅπασαι αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου.»
§151Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Πρὸ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἡ θέσις του.
§152ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§154Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον, ἂν εἶναι δυνατὸν τὸ ἑξῆς: Μετὰ τὴν φράσιν «ζʹ οἱ ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου ἀποδεδειγμένως καταβαλλόμενοι τόκοι τῶν χρεῶν αὐτοῦ» ἡ φράσις «καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας».
§155ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμιλοῦμεν περὶ καθαροῦ εἰσοδήματος. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν εἶχε διόλου δίκαιον, ὅτε ἐνόμιζεν ὅτι πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν τοὺς γεωργούς. Οὐδεὶς ἔχει καθαρὸν εἰσόδημα τόσον. Μὲ ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας καὶ τὰ ἡμερομίσθια οὐδέποτε φθάνουσι...
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν;
§157ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ἐν Ἑπτανήσῳ δὲ τὰ εἰσοδήματα ταῦτα, καίπερ μὴ ὑποκείμενα εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος» μετὰ τὴν λέξιν «ὑπαλλήλων». Ὑπάρχουσι λόγοι ἐξαιρετικοί, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὴν τοιαύτην διάταξιν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ ἐξαιροῦνται.
§159ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως. Διότι ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ φόρος ἐπιτηδεύματος πληρώνεται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Ἐν ἐδαφίῳ δὲ τετάρτῳ μετὰ τὰς λέξεις «τῶν μὲν καταβαλόντων» νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «τῶν μὲν καταβαλόντων ἐτησίως φόρον ἐπιτηδεύματος ἄχρι δραχ. 250 ἐκπίπτονται εἰσοδήματα δραχ. 3,000, τῶν καταβαλόντων ἐτησίως φόρον ἐπιτηδεύματος δραχ. 250 ἕως 650 ἐκπίπτονται εἰσοδήματα δραχ. 6,500, τῶν δὲ καταβαλόντων ἐτησίως φόρον ἐπιτηδεύματος ἀνώτερον τῶν δραχ. 650 ἐκπίπτονται εἰσοδήματα δραχ. 10.000». Μετὰ τοῦτο δὲ προστίθεται τὸ ἑξῆς: «Ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκπίπτονται ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καίπερ μὴ ὑποκειμένων εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος, δραχ. 10,000». Διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἐξίσωσις.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§161Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μίαν διασάφησιν θὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑποθέτω ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου οἱ μὴ ἔχοντες εἰσόδημα εἴτε ἐξ οἰκοδομῶν εἴτε ἐξ ἄλλων εἰδῶν ἐξαιρουμένων εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ κάμωσι δήλωσιν. Παρακαλῶ αὐτὸ νὰ γραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, δηλαδὴ οἱ μὴ ἔχοντες εἰσόδημα οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ κάμωσι δήλωσιν.
§162ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα· δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσωσι.
§163Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτοὶ ἐξαιροῦνται.
§164Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι αἱ ὁποῖαι πληρώνουσι τὸν φόρον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 8, ὅτι αὐταὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμέναι εἰς δήλωσιν.
§165ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, κ. συνάδελφε, νὰ προσθέσω κάτι τι. Νὰ προστεθῇ, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ παρὸν ἄρθρον 3 καὶ εἰς τὸν τρίτον στίχον, ἀντὶ «τῶν δραχμῶν 5,000», νὰ προστεθῇ «τῶν δραχμῶν 3, 000» εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «τῆς δηλώσεως ἀπαλλάσσονται αἱ εἰς τὴν κατὰ τὸ δεύτερον κεφάλαιον τοῦ παρόντος νόμου φορολογίαν τῶν κινητῶν ἀξιῶν ὑποκείμεναι ἑταιρεῖαι».
§166Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Αὐτὸ θέλω καὶ ἐγώ.
§167Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§168ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν Βουλήν.
§169Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Σᾶς παρακαλῶ· ἐγὼ γνωρίζω πῶς ἐκφράζομαι, καὶ ἔχω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἐκφράζομαι οὕτω πως, ἢ κατὰ τοῦτον ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον. Ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ ὑπάρχει διάταξις διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐξαιρεθῶσιν ὡρισμένα εἰσοδήματα. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον τὰ εἰσοδήματα ταῦτα θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ εἰσοδηματίας νὰ τὰ δηλώσῃ, ἀφοῦ ἀπαλλάσσεται.
§170Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτὸ ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός.
§171Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸ ἀπεδέχθη. Τὰ εἰσοδήματα περὶ τῶν ὁποίων γίνεται μνεία ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ, ὡς καὶ ἐν τοῖς ἄρθροις 4, 5, 6, 7 καὶ 8, αὐτὰ τὰ εἰσοδήματα ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος.
§172Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ τῆς δηλώσεως.
§173Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ὥρισεν αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός. Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τροπολογίας ἐν τῷ νόμῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ὀρθὸν καὶ πρέπον καὶ δίκαιον, διότι, ἀφοῦ θὰ πληρώσωσι, διατί νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν κόπον τῆς δηλώσεως; Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ γίνῃ ἐν τῷ νόμῳ μνεία, διὰ νὰ μὴ χωρήσωσιν εἰς τὸ μέλλον παρεξηγήσεις, ἐπέρχεται δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ κάποια οἰκονομία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δηλαδὴ ἀφαιρεῖται τὸ πιεστικόν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰ. Κουντουριώτου. Ἡ τροπολογία θὰ ἀναγνωσθῇ.
§175Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ καθαρά.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 μετὰ τὰς λέξεις «διαλαμβάνουσαν λεπτομερῶς τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν ἑκάστου τῶν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος εἰσπραχθέντων εἰσοδημάτων αὐτῶν».
§177Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω ἐγὼ τὴν τροπολογίαν μου.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαρίστως.
§179Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 μετὰ τὴν λέξιν «διαλαμβάνουσαι», ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις «λεπτομερῶς τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν ἑκάστου» μέχρι τῆς λέξεως «διαλαμβάνουσαι» νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Διὰ μὲν τὴν ἀκίνητον αὐτῶν περιουσίαν ὡς καὶ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν δασῶν καὶ μεταλλείων τὸ ὄνομα δήμου ἔνθα καταβάλλεται ὁ φόρος ὁ ἐπιβαρύνων τὰ οἰκοδομήματα ταῦτα, τὰ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 μὴ ὑποκείμενα εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, διὰ δὲ τὰ λοιπὰ εἰσοδήματα τὰ ἐξ ἄλλης πηγῆς προερχόμενα, λεπτομερῆ τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν ἑκάστου τῶν κατὰ τὸ τελευταῖον εἰσπραχθέντων εἰσοδημάτων αὐτῶν. Δὲν ὑπόκεινται ὅμως εἰς δήλωσιν αἱ ὁπωσδήποτε διδόμεναι τοῖς ὑπαλλήλοις ἀποδοχαὶ ἢ καὶ οἱ μισθοὶ αὐτῶν οἱ ὑποβαλλόμενοι ἤδη εἰς τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος, ὡς καὶ τὰ εἰσοδήματα τῶν κινητῶν ἀξιῶν τῶν ἀναφερομένων ἐν τέλει τῆς 5 § ὡς καὶ τῶν ἀναφερομένων τόκων τῶν δημοσίων δανείων τῆς ηʹ § τοῦ ἄρθρου 2». Βλέπετε ὅτι ἐγὼ προχωρῶ περισσότερον καὶ ὑμῶν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ κ. Νέγρη καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ὀλίγον ἀνεπτυγμένη ἡ τροπολογία μου. Ἀλλὰ προτιμότερον εἶναι νὰ εἶναι ἀνεπτυγμένη ἡ τροπολογία μου παρὰ νὰ ὑπάρχωσιν ἀμφισβητήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γεννήσωσι πολλὰ πράγματα.
§180Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι καλλιτέρα καὶ δι’ αὐτὸ προτιμῶ αὐτήν.
§181ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ δήλωσίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦνται αὐτοὶ νὰ δηλώσωσι τὰ εἰσοδήματα διὰ τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς φόρον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὰς οἰκονομικὰς Ἀρχάς, ὥστε ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀποφύγῃ τις νὰ κάμῃ δήλωσιν, μολονότι ἔχει εἰσόδημα ἀπηλλαγμένον παντὸς φόρου, τότε δύναται νὰ συνταχθῇ πρωτόκολλον ἐναντίον του.
§182Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§183ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν τροπολογίαν μου, κύριε Πρόεδρε, ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν;
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§185Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του μήπως ἡ προθεσμία τὴν ὁποίαν τάσσει ἐντὸς τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς δι’ ἐπιχειρήσεις μεγάλας, δι’ ἐπιχειρήσεις μεγάλων διακλαδώσεων. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλοι οἱ λογαριασμοί, ἤτοι τὰ κέρδη καὶ αἱ ζημίαι, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ δηλώσῃ συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐντὸς τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου.
§186ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε νὰ τεθῇ «ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαρτίου». Δὲν νομίζετε ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς ἐπαρκεῖ;
§187Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐγένετο αὐτὴ ἡ παρατήρησις, καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ὑποβάλλω. Εἶσθε ηὐχαριστημένος, κύριε Ὑπουργέ, διότι τὴν ὑπέβαλον;
§188ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ηὐχαριστημένος.
§189Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ συνάδελφοί μου ἐπιμένουσι, θὰ παρακαλέσω αὐτὴν τὴν δήλωσίν σας νὰ τὴν διατυπώσωμεν ὡς διάταξιν.
§190Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐχί, διότι διὰ τῆς δηλώσεως ἐννοεῖται.
§191Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Τὸ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς ἐδῶ τώρα· ἀργότερον δὲν θὰ τὸ ἐννοῶμεν.
§192Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον.
§193ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ γίνωσιν ἐγκύκλιοι τοιαῦται, ὥστε θὰ σαφηνισθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε νὰ προστεθῇ αὐτό;
§195ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· ἀφοῦ ἔκαμα τὴν δήλωσιν, ἀρκεῖ.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του.
§197ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ, ὡς εἶπον προηγουμένως, «ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαρτίου».
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§199Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶχον εἴπει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τί θὰ γίνῃ διὰ τὰς Ἰονίους νήσους· περὶ τούτου οὐδὲν μέτρον ἔχει λάβει;
§200ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν τὰ ταμεῖα.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Νέγρη, ἡ ὁποία λέγει· Μετὰ τὸ ἄρθρον 5 νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον 6 ἔχον ὡς ἑξῆς: «Δικαστικὸς κλητὴρ ἐγχειρίζων εἰς τὸν ἔφορον ἐπιδοτήριον ἐκθέσεως μὴ κοινοποιηθείσης κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τιμωρεῖται, ὡς καὶ οἱ μάρτυρες οἱ συνυπογράψαντες τὸ ἐπιδοτήριον, μὲ φυλάκισιν δύο ἕως ἕξ μηνῶν». Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§202ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὴν ἀποδέχομαι.
§203Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λείψῃ τὸ «τοὐλάχιστον δύο μηνῶν» καὶ νὰ τεθῇ «φυλάκισις».
§204ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὸ ἀποδέχομαι.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργός.
§206Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἀδιάφορον ἂν δὲν ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργός.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε δὲν ἀποδέχεσθε, κ. Ὑπουργέ, οὔτε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Αἰγιαλείδου;
§208Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἁπλῶς φυλάκισιν.
§209ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τέλος πάντων δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Αἰγιαλείδου.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται.
§211Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. «Τιμωρεῖται ἁπλῶς μὲ φυλάκισιν».
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἴπομεν αὐτό. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7–16). Ἄρθρον 16 μεταβαλλόμενον εἰς 17 (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτόν).
§213ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ τοῦ συνόλου νὰ τεθῇ ὡς τελευταῖον ἄρθρον τὸ ἑξῆς: «Οἱ τόκοι καὶ αἱ λοιπαὶ ὠφέλειαι τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἄνω ἑταιρειῶν δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ νόμου ΑΧΚΕʹ τῆς 30 Δεκεμβρίου 1887, ἀλλ’ εἰς τὸ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενον κατὰ τὴν ἐξόφλησιν αὐτῶν». Οἱ ἰσολογισμοὶ τῶν ἀνωνύμων καὶ ἑτερορρύθμων ἑταιρειῶν τοῦ ἔτους 1909, οἱ ἐκδοθησόμενοι μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1909, ὑποβληθήσονται εἰς τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ παρόντος νόμου καθοριζομένην φορολογίαν».
§214Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νὰ διευκρινήσωμεν πότε ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου.
§215ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι γνωστόν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται μέχρις οὗ συναρμολογηθῇ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ διοικήσεως Μοναστηρίων».
§217Θ. ΛΕΚΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπόψε, ἀλλὰ ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§218Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ἔχομεν τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§219Θ. ΛΕΚΑΣ. Δὲν λύεται τὸ ζήτημα οὕτω, διότι οὕτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησε μίαν τροποποίησιν, διότι ὑπεβλήθη πρότασις νόμου κανονίζουσα τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πρὶν ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§220ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑποβάλετε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι τοῦτο εἶναι κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομικόν, ἐὰν δὲ ψηφισθῇ, θ’ ἀνακουφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ 500.000 δραχ. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν σας, ἀλλ’ ὄχι ἀναβολήν.
§221Θ. ΛΕΚΑΣ. Δὲν θέλω νὰ φέρω κώλυμα.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 2).
§223ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον 3ον μετὰ τὴν λέξιν «ἱεροκηρύκων» νὰ προστεθῇ «διδασκάλων καὶ καθηγητῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Μαυρομαρᾶ ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «1) Ἡ παράγραφος αʹ τοῦ ἄρθρου 3 μεταβάλλεται ὡς ἑξῆς: Ἀντὶ τῆς φράσεως «ὡς καὶ τὰ περισσεύοντα ἔσοδα τῆς ἐτησίας διαχειρίσεως τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «ὡς καὶ τὸ ἐτησίως ὑπὸ τοῦ ἱεροῦ ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου διὰ τῆς ἐπιτροπῆς τούτου καθοριζόμενον ποσόν». 2) Εἰς τὸ ἄρθρον 35, παράγραφον δʹ, διαγράφεται ἡ φράσις «ὡς καὶ διὰ τὴν τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου». Εἰς τὴν παράγραφον εʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 35 διαγράφεται ἡ φράσις «ἐφαρμοζομένην δ’ ἀναλόγως ἐπὶ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας, ἥτις τοῦ λοιποῦ θὰ διορίζηται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῇ προτάσει τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ ταμείου».
§225Π. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι εἶναι ἀόριστος. Ἀντ’ αὐτῆς δέχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ δίδῃ ὁ ναὸς τῆς Εὐαγγελιστρίας ὡρισμένως ποσὸν 5000 δραχμῶν.
§226ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δέχομαι.
§227ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπίσης πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ἑξῆς τροπολογία: «γʹ) Αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ κατὰ τὴν 12 Ὀκτωβρίου 1909 ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσσεών τινων τοῦ δασμολογίου ἐπιβληθέντων νέων καὶ ἐπὶ πλέον τῶν προϋπαρχόντων τελῶν ἀποδιδόμενον εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα». Ἐννοῶ δὲ μὲ τοῦτο ὅτι ἔχομεν δασμὸν ἐλαφρὸν ἐπὶ τῶν πρώτων ὑλῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Αὐτὸς θὰ παραμείνῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Μόνον ὁ πρόσθετος δασμὸς ὁ ἐπιβαλλόμενος χάριν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου θὰ παραδίδηται εἰς αὐτό. Κατὰ πρόχειρον δὲ ὑπολογισμὸν θὰ ἀνέλθῃ τὸ ἔσοδον τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου εἰς δραχ. 370.000.
§228Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον ὡς ὅρος;
§229ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐφαρμόζεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι φορολογικόν.
§230Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς ὑποθέσωμεν κατὰ τύπους ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ. Δὲν εἶναι φρασεολογία αὐτὴ διὰ νόμον.
§231ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος. Ἄν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, πίπτει αὐτὸ τὸ ἔσοδον.
§232Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοῦ νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἱερὸς ναὸς τῆς Εὐαγγελιστρίας νὰ συνεισφέρῃ ὡρισμένον ποσὸν ἐτησίως δὲν θὰ ἐπιμείνω, διότι τὸ ποσὸν εἶναι ἐλάχιστον καὶ δύναται ἡ ἐκκλησία νὰ συνεισφέρῃ αὐτό.
§233Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον εἶναι τὸ ποσόν;
§234ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. 5000 δραχ. κατ’ ἔτος.
§235Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ διαγράφετε ἐντελῶς; Εἶναι πολὺ ὀλίγον.
§236ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως πολὺ ὀλίγον.
§237ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι ὀλίγον.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐτελείωσε.
§239Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἶναι ἂν ἡ Πολιτεία δικαιοῦται διὰ νόμου νὰ ὑποχρεώσῃ ἐνοριακὸν ναὸν εἰς εἰσφορὰν ἐξομοιῶν αὐτὸν μὲ τὰς Μονάς.
§240ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἐνοριακός· εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πανελλήνιος ναός.
§241Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν· ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ πανεθνικός· τοὐναντίον ὑπάρχει διαθήκη τῶν ἱδρυτῶν τοῦ ναοῦ καθορίζουσα τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ ἱερὸς ναὸς τῆς Εὐαγγελιστρίας τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἢ τοὐλάχιστον νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀφομοιωθῇ μὲ τὰς ἐν ἐνεργείᾳ Μονάς· εἶναι ὑποχρέωσις δημευτικὴ νὰ συνεισφέρῃ ὡρισμένον ποσόν, ἀλλὰ νὰ συνεισφέρῃ εἰς κατηγορίαν Μονῆς δὲν εἶναι ὀρθόν.
§242Π. ΖΑΪΜΗΣ. Συνεισφέρει εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον ὡς εἰς ἐκκλησιαστικὸν ἵδρυμα.
§243Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ δικαιοδοσία, διότι ὑπάρχουσιν ἄλλοι ἐνοριακοὶ ναοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰσπράξεις.
§244Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ ναὸς τῆς Εὐαγγελιστρίας ἔχει εἰσόδημα πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν.
§245Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπειδὴ ἔχει εἰσοδήματα, πρέπει νὰ τὰ δημεύητε;
§246ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκριβῶς τὰ ἐκκλησιαστικὰ χρήματα τοῦ ναοῦ τούτου ἐκκλησιαστικοποιοῦνται· διατίθεται μέρος ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας· ἠδυνάμεθα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος, πολλῷ πλείονα ἐξ αὐτῶν νὰ διαθέσωμεν.
§247Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κατ’ ἄλλον τρόπον· ὄχι ὡς Μονὴ νὰ πληρώνῃ· διατί τὴν ἀφομοιώνετε μὲ τὰς Μονάς;
§248ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν γίνεται λόγος περὶ Μονῆς.
§249Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Λοιπὸν νὰ τὸ διασκευάσητε εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§250Π. ΖΑΪΜΗΣ. Τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας δὲν εἰσέρχονται ὅλα τὰ εἰσοδήματα εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλ’ ἓν ὡρισμένον ποσὸν εἰσφέρει. Βλέπετε ὅτι δὲν θεωρεῖται ὡς Μονή· ἐὰν ἐθεωρεῖτο ὡς Μονή, θὰ εἰσέφερεν ὅλα τὰ περισσεύματα.
§251Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ναί, ἀλλὰ μετὰ τὴν τροποποίησιν τὴν ὁποίαν ἐφέρατε, διότι πρὶν τὰ εἰσέφερεν ὅλα καὶ ἑπομένως ἐθεωρεῖτο ὡς Μονή.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 4–15 συμπεριλαμβανομένου). Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§253Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον προβλέπεται ποινὴ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν κατατεθῇ ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ὁ Ἀπολογισμός· ἡ ποινὴ εἶναι 500 δρ. διὰ τὸ διοικητικὸν συμβούλιον· δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο συντελεστικώτερον, ἐὰν ἐτίθετο ἀντὶ τῆς ποινῆς τῶν 500 δρ., ἥτις ἐπιβάλλεται, ἂν ἐτίθετο ὅτι τιμωροῦνται κατὰ τὸ ἐδάφιον 1 τοῦ ἄρθρου 479 μὲ χρηματικὴν ποινὴν ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου;
§254ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὴν τροπολογίαν καὶ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 17–19). Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§256Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κύριε Πρόεδρε, οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια περὶ διατηρήσεως τῶν κτηματικῶν περιουσιῶν τῶν Μονῶν. Γνωρίζω ἐκ πείρας ὅτι πολλοὶ Ἡγούμενοι καὶ πολλὰ Ἡγουμενοσυμβούλια συνεννοοῦνται μετὰ ψευδῶν δανειστῶν, παρουσιάζουσι δὲ δι’ ἐρημοδικιῶν τελεσιδικίας, καὶ κατόπιν κατορθώνουσι νὰ ἐκποιῶσι τὰς περιουσίας τῶν Μονῶν, κάμνοντες εἰκονικὰς ἀναβολὰς τοῦ χρόνου τῶν πλειστηριασμῶν, καὶ καθ’ ἣν ἡμέραν οὐδεὶς γνωρίζει γίνεται ὁ πλειστηριασμὸς καὶ ἀγοράζει εἷς τρίτος ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Ἡγουμένου κτῆμα τῆς Μονῆς, καὶ τοιουτοτρόπως καταστρέφονται πολλαὶ περιουσίαι. Παρατηρῶ ὅτι, ἐνῷ αἱ διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ ἡμῶν δικαίου, αἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν Νεαρῶν καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων, ἀναγράφουσιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίησις μοναστηριακῶν κτημάτων ἢ μόνον δι’ ὡρισμένους λόγους, ὅταν π. χ. πρόκειται νὰ πληρωθῶσι χρέη, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν, ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου ἀπαιτοῦσιν, ἢ ὅταν πρόκειται ν’ ἀγορασθῶσι κτήματα, ἢ ὅταν ὑπάρχῃ προφανὴς ὠφέλεια, τώρα διατυπώνεται τὸ πρᾶγμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πολὺ εὐκολώτερον θὰ δύνανται οἱ Ἡγούμενοι καὶ τὰ Ἡγουμενοσυμβούλια, τὰ ὁποῖα θέλουσι ν’ ἀπεμπολήσωσι τὰ συμφέροντα τῶν Μονῶν, νὰ τὸ πράττωσιν. Ἤθελον λοιπὸν νὰ θέσωμεν τροπολογίαν καθ’ ἣν νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ὄχι μόνον ἡ ἑκουσία, ἀλλ’ οὔτε ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, παρὰ μόνον ἕνεκα δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας ἀναφέρει ὁ νόμος, π. χ. ἕνεκεν ἐνυποθήκων δανείων εἰς τὴν Τράπεζαν, οὐχὶ δ’ ἕνεκεν εἰκονικῶν δανείων ἐπὶ τῇ βάσει τροφίμων, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησε δῆθεν εἰς παντοπώλης εἰς τὴν Μονήν, ὅστις λαμβάνει μίαν ἀπόφασιν, δὲν γίνεται ἀνακοπὴ ἢ γίνεται, ἀλλ’ ἀπορρίπτεται, καὶ γίνεται τελεσίδικος ἡ ἀπόφασις· καὶ τοιουτοτρόπως πολλαὶ περιουσίαι τῶν Μονῶν ἔχουσιν ἀπεμποληθῇ εἰς τὸ παρελθόν. Ἤδη δὲ διὰ τῶν ἐπιεικεστέρων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὅπου δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ ποῖον χρέος θὰ γίνηται ἡ ἐκποίησις, θὰ γίνηται αὕτη διὰ πᾶν χρέος καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν Νεαρῶν καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων.
§257Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις.
§258Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Νὰ κάμητε τροπολογίαν.
§259Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Βεβαίως θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δι’ ἐπερωτήσεως ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ζητηθῶσι τηλεγραφικῶς πληροφορίαι, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι ἐν Καρυστίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι σχετικῶς νομοταγέστεροι ἄνθρωποι — δὲν λέγω δὲ τοῦτο, διὰ νὰ ἐπαινέσω τοὺς συμπολίτας μου, ἀλλὰ διότι εἰς ἄλλα μέρη μανθάνω ὅτι γίνονται περισσότερα, — ἐπωλήθησαν κτήματα διὰ πληρωμὴν ψευδῶν δανείων. Παρακαλῶ λοιπὸν ἐκτὸς τῆς τροπολογίας, ἣν θὰ ὑποβάλω, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ψηφισθῇ μετὰ δύο τρεῖς ἡμέρας εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐζήτησα.
§260Π. ΖΑΪΜΗΣ. Αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωσιν ἐνταῦθα πρὸ τῆς παρελεύσεως 5 ἢ 6 ἡμερῶν, διότι ζητεῖ πληροφορίας διαχειρίσεως Μονῶν ἐπὶ ὁλόκληρον τεσσαρακονταετίαν, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναμείνωμεν τὴν συζήτησιν μέχρις ὅτου φθάσωσιν αἱ πληροφορίαι.
§261Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἂς εἶναι τῆς τελευταίας δεκαετίας ἢ καὶ πενταετίας ἀκόμη, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῶν γινομένων.
§262ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅτε ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε συνάδελφε, ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν αὐστηρότεραι διατυπώσεις εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων τῶν Μονῶν, δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀναμείνωμεν τὰς πληροφορίας. Κατ’ ἀρχὴν ὅμως παραδέχεσθε ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι resumé τῶν κανόνων καὶ τῶν Νεαρῶν. Αἱ Νεαραὶ αὐταὶ ἀναγράφουσιν ὡς ἀρχὴν ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐκποίησις ἀκινήτων κτημάτων τῶν Μονῶν, ἐξαιρετικῶς δὲ δύναται νὰ γίνῃ αὕτη ἕνεκα ἀφεύκτου ἀνάγκης ἢ προφανοῦς ὠφελείας, ὡς ἐπίσης δι’ εὐσεβεῖς ἢ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς, εἶναι περίπου αἱ λέξεις τῶν Νεαρῶν. Τώρα ἡμεῖς κάμνομεν βῆμα πρὸς τὴν καταδολίευσιν· σᾶς παρακαλοῦμεν λοιπὸν νὰ μᾶς συντρέξητε εἰς τὸ νὰ εὕρωμεν διατύπωσιν, ὅπως τὸ ἀποφύγωμεν.
§263Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ὀρθὴ βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καρυστίας, διότι πολλαὶ ἐγένοντο καταχρήσεις καί, μολονότι ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ἐν τούτοις οὐδέποτε κατεδιώχθησαν. Ἀλλὰ δέον νὰ προσέξωμεν μήπως ἐν τῇ μερίμνῃ ἡμῶν νὰ περιστείλωμεν τὰς καταχρήσεις προβῶμεν περαιτέρω καὶ βλάψωμεν κεκτημένα δικαιώματα. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως ἔχουσι τρόπον τινὰ ἀναδρομικὴν δύναμιν· ὁ νόμος ὅστις κανονίζει τὰ τῆς ἐκτελέσεως ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ σχέσεων συνομολογηθεισῶν πρὸ τῆς ψηφίσεως τούτου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἐπιτραπῇ ἡ ἐκποίησις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων διὰ δάνεια ἐνυπόθηκα, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ βλαφθῶσι δικαιώματα τῶν δανειστῶν, οἱ ὁποῖοι καλῇ τῇ πίστει καὶ δι’ ἀληθεῖς ἀνάγκας ἐδάνεισαν τὰ χρήματά των συνεπείᾳ συμβολαίου πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, διότι καὶ ἐκεῖνοι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσι τὰ χρήματά των παρὰ μόνον ἐξαρτώμενοι ἐκ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως τῶν Ἡγουμένων καὶ τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων. Ἂν λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καρυστίας ὑποβάλῃ τὴν τροπολογίαν καὶ γίνῃ δεκτή, δέον νὰ γίνῃ ῥητὴ ἐξαίρεσις προκειμένου περὶ δανείων συνομολογηθέντων πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ ἀποδεικνυομένων διὰ συμβολαίων ἐπισήμων.
§264Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τὸ ἐναντίον· ὡς ἔχω διατυπώσει τὴν τροπολογίαν μου, λαμβάνω πρόνοιαν περὶ τούτου καὶ λέγω πλὴν τῶν συνωμολογημένων νομίμως, δυνάμει συμβολαίων συνομολογηθέντων νομίμως, οὐχὶ δὲ διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως, τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἐγὼ εἶναι ὅτι ὀλίγιστα δάνεια στηρίζονται ἐπὶ συμβολαίων, τὰ δὲ πλεῖστα στηρίζονται ἐπὶ ἀποφάσεων καὶ ἐρημοδικιῶν. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 20 καὶ τὰ ἄρθρα 21–23, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 24).
§265Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 24 ἀντὶ τῶν 15 ἐτῶν νὰ τεθῇ 30 καὶ ἀντὶ τῶν 10 ἐτῶν νὰ τεθῇ 20.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
§267Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ποιεῖται λόγον περὶ τῶν ἀστικῶν κτημάτων· ὁμιλεῖ μόνον περὶ τῶν κτημάτων τῶν ἀγροτικῶν. Ἀνάγκη νὰ περιληφθῶσι καὶ τὰ ἀστικὰ κτήματα καὶ τὸ σπουδαιότερον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν δασῶν.
§268Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Περὶ τῶν δασῶν λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ ἄλλῳ νομοσχεδίῳ.
§269Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 25 καὶ τὰ ἄρθρα 26–34, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 35).
§270Π. ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ ἐκ τῆς δʹ παραγράφου νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «ὡς καὶ διὰ τὴν τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου», ἐπίσης δὲ νὰ διαγραφῇ καὶ ὁλόκληρος ἡ τελευταία § τοῦ ἄρθρου τούτου. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 35, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ τὸ ἄρθρον 36, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 37).
§271Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐκ τοῦ ἄρθρου 37 νὰ διαγραφῶσι, παρακαλῶ, αἱ λέξεις «καὶ ἰδίᾳ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ τὸ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν).
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΧΝϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν Ἀρχῶν, δικαιοδοσίας αὐτῶν κλπ., ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν νόμων ᾼΣΙΓʹ, ᾼΦΛΔʹ, ᾼϠΟΕʹ, ͵ΒΨΗʹ, ͵ΓΝΑʹ, ͵ΓΣΝΑʹ καὶ ͵ΓΤΛΗʹ». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Ἀθ. Τυπάλδου Μπασιᾶ, Π. Πετρίδου καὶ ἄλλων. (Ἀπορρίπτονται, ἐρωτηθείσης τῆς Βουλῆς, αἱ τροπολογίαι αὗται. Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει καὶ τὰ ἄρθρα 2–4, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 5). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Θ. Ῥετσίνα. Ὁ κ. Ῥετσίνας ἔχει τὸν λόγον.
§273Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν ὀρθῶν καὶ δικαίων παραστάσεων τὰς ὁποίας τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια Πειραιῶς, Βόλου καὶ Καλαμῶν ὑπέβαλον δι’ ἀναφορῶν των πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ Προξενεῖον Ἁμβούργου δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι ἔχει μέγαν ἐμπορικὸν λόγον ὑπάρξεως, ἐπείσθην ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπως διατηρηθῇ τὸ ἐν λόγῳ Προξενεῖον. Τὸ Ἁμβοῦργον, κ. Πρόεδρε, ἔχει τὸν μεγαλείτερον καὶ ἐμπορικώτερον λιμένα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἠπείρου. Εἰς τὸν λιμένα αὐτὸν εἰσπλέουσι πλέον τῶν δώδεκα χιλιάδων πλοίων κατ’ ἔτος, χωρητικότητος 10 ἑκατομμυρίων τόννων μετὰ φορτίου ἐμπορευμάτων ἀξίας πλέον τῶν τεσσάρων δισεκατομμυρίων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους πάντα τὰ Κράτη καὶ αὐτὰ τὰ μικρότερα ἔχουσιν αὐτόθι ἐγκαθιδρυμένα γενικὰ Προξενεῖα, διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας τὰ ἐπιβάλλουσιν. Οὐδὲ ἔχουσιν ἀναθέσει τὰ Προξενεῖα ταῦτα εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὀλίγον ἐνδιαφέρονται πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ξένων συμφερόντων. Ἡ ἑλληνικὴ ναυτιλία, ἡ ὁποία ἀνακαινίζει σήμερον τὸν ἐμπορικὸν αὐτῆς στόλον διὰ νέων σκαφῶν μεγάλης χωρητικότητος, διαγωνιζομένη δραστηρίως πρὸς τὴν ναυτιλίαν τῶν ἄλλων ναυτικῶν Κρατῶν, ἔκαμε μεγάλας προόδους. Διότι, ἐνῷ ἄλλοτε εἰσέπλεον εἰς τὸν λιμένα τοῦ Ἁμβούργου 50 περίπου ἀτμόπλοια ἑλληνικά, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσέπλευσαν πλέον τῶν ἑκατὸν καὶ εἰσήγαγον ἐμπορεύματα μεγάλης ἀξίας, ἄνω τῶν 600 χιλιάδων τόννων. Διὰ τοῦ λιμένος αὐτοῦ εἰσάγονται εἰς τὴν Γερμανίαν πλεῖστα ὅσα ἐμπορεύματα τοῦ Κράτους ἡμῶν. Εἰσάγονται οἱ οἶνοί μας, τῶν ὁποίων ἡ εἰσαγωγὴ τελευταίως ἀνῆλθε μέχρι τῶν 90,000 ἑκατολλίτρων, εἰσάγεται ἡ σταφίς, τὰ δέρματα, τὰ ἔλαια, τὰ καπνὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα προϊόντα, ἀξίας πλέον τῶν δέκα ἑκατομμυρίων. Ἐννοεῖται ὅτι μία τοιαύτη κίνησις ἐμπορικὴ καὶ ναυτικὴ δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἀνυπεράσπιστος, διότι, ὡς παρετηρήθη, τὰ ἄμισθα κατὰ τόπους Προξενεῖα οὐδεμίαν προστασίαν παρέχουσι πρὸς τοὺς ὁμοεθνεῖς μας. Οἱ δὲ ζητοῦντες τὰ Προξενεῖα ταῦτα, ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ ἐπισήμων προσώπων, μόνον εἰς τὸν τίτλον καὶ εἰς τὰς τιμὰς τῆς θέσεως ἀποβλέπουσι, δὲν στέργουσι δὲ καὶ εἰς τὰς ἐνοχλήσεις τοῦ ἀξιώματος καὶ δι’ αὐτὸ οἵ τε πλοίαρχοί μας καὶ οἱ διάφοροι ἔμποροι οὔτε τὴν θύραν τοῦ Προξενείου ἀποπειρῶνται νὰ κρούσωσι. Τὸ Προξενεῖον αὐτὸ ἀπὸ τῆς συστάσεώς του ἐφάνη ὅτι εἶχε μεγάλην χρησιμότητα, ἔδειξε δὲ μάλιστα καὶ μεγάλην ἱκανότητα ὁ ἐκεῖ πρόξενός μας, ὅστις τελευταίως κατώρθωσε διὰ τῶν ἐνεργειῶν του νὰ εἰσαχθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἰς τὸ ἀποικιακὸν Ἰνστιτοῦτον. Ἄλλως τε, κ. Πρόεδρε, ἡ δαπάνη διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Προξενείου τούτου ὡς ἐμμίσθου δὲν εἶναι ἀξία λόγου, καθόσον τὸ ὅλον ποσὸν τῆς δαπάνης ἀνέρχεται εἰς 12,000 φράγκων, ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτοῦ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων τοῦ Προξενείου ἐκ δικαιωμάτων, ἀπομένουσι μόνον ἓξ χιλιάδες, τὰ ὁποῖα μάλιστα, καθὼς λέγουσιν αὐτοὶ οἱ ἐφοπλισταὶ καὶ ἔμποροι, ἀναλαμβάνουσι καὶ ἐξ ἰδίων νὰ καταβάλλωσιν, ἵνα μὴ καταργηθῇ τὸ Προξενεῖον αὐτό. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν λόγων τούτων μετὰ μεγάλης δυσφορίας ἤκουσαν οἵ τε ἔμποροι καὶ οἱ πλοίαρχοι ὅτι ἐνδέχεται νὰ καταργηθῇ τὸ Προξενεῖον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ μεγάλην προσοχὴν χάριν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, καὶ νὰ θελήσῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ χρήσιμος καὶ ἀναγκαία διὰ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας.
§274ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, διότι ἔχω πληροφορίας πειθούσας με ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμένω. Εἶναι δὲ λόγοι οἰκονομικοὶ ἀναγκάζοντές με εἰς τοῦτο, διότι, καθ’ ἃ γνωρίζω, τὸ ἑλληνικὸν Προξενεῖον Ἀμβούργου ἔχει εἰσπράξεις μόνον 4,000 φράγκων κατ’ ἔτος, τὸ Προξενεῖον τοῦ Βατοὺμ ἔχει εἰσπράξεις μόνον 2,500 φράγκων κατ’ ἔτος, τὸ δὲ Ὑποπροξενεῖον τοῦ Ῥουχτσουκίου ἔχει εἰσπράξεις μόνον 3,000 φράγκων κατ’ ἔτος, ἀπέναντι δαπανῶν 14,000 διὰ τὸ Ἀμβοῦργον, 11,000 διὰ τὸ Βατοὺμ καὶ 8,000 διὰ τὸ Ῥουχτσούκιον. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι ἕνεκα τῆς οἰκονομίας αὐτῆς νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἐμμίσθων αὐτῶν Προξενείων. Λάβετε δ’ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ Ἀμβοῦργον εὑρίσκεται πλησίον τοῦ Βερολίνου καὶ δύναται ἄριστα νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ πρέσβεως τοῦ διαμένοντος ἐν Βερολίνῳ. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν γενικωτέρων τούτων λόγων εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν κατάργησιν ταύτην· ἄλλως τε εἶναι βέβαιον ὅτι πολὺ εὐκόλως θέλει εὑρεθῆ ἄριστος πρόξενος ἄμισθος, διότι πολλὰ πρόσωπα σημαίνοντα εἰς τὰς πόλεις αὐτὰς προθυμοποιοῦνται νὰ δεχθῶσι τὴν τοιαύτην τιμητικὴν θέσιν.
§275Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ πρόσωπα ταῦτα δὲν δέχονται εὐχαρίστως καὶ τὰς ἐνοχλήσεις τῆς θέσεως.
§276Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐκ προκαταβολῆς ἐκφρασθεῖσα γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς καταργήσεως καὶ τοῦ ἐν Βατοὺμ Προξενείου δὲν μὲ ἀπελπίζει οὔτε μὲ ἐμποδίζει νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα τὰ ὁποῖα αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω. Ἐπεσκέφθην τὸν τόπον ἐκεῖνον τοῦ Βατούμ, περιοδεύων διαφόρους χώρας τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, καὶ φοβοῦμαι μήπως εἶμαι ὁ μόνος ἐξ ἡμῶν, εἴτε ἐκ τῶν ὀλίγων νῦν παρισταμένων εἴτε καὶ ἐξ ὅλων, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἴδῃ τοῦτον. Τὸ Βατούμ, χωρίον ἀσήμαντον μέχρι τοῦ 1878, ὅτε κατελήφθη ὑπὸ τῆς Ῥωσίας, μετεβλήθη εἰς πόλιν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ καὶ κατέστη κέντρον ἐμπορίου σπουδαιοτάτου, καὶ δὴ τὸ κέντρον τοῦ ἐμπορίου τοῦ ῥωσικοῦ πετρελαίου, τὸ ὁποῖον καταπλημμυρεῖ ὁλοκλήρους χώρας τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς καὶ ἐκ τῶν Ἀσιατικῶν. Εἰς τὴν ἐμπορίαν ταύτην τοῦ πετρελαίου ἀναμιγνύονται καὶ οἶκοι σπουδαιότατοι ἑλληνικοὶ τιμῶντες ἀληθῶς τὸ ὄνομα τὸ Ἑλληνικόν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ Βατοὺμ ὡς πόλεως καὶ λιμένος ἐμπορικοῦ. Τὸ Βατοὺμ εἶναι ὁ κυριώτατος λιμὴν τῆς εἰσόδου ἐκ τῆς Μαύρης Θαλάσσης εἰς τὴν Καυκασίαν χώραν, ἥτις ἀποτελοῦσα ἴδιον Κυβερνεῖον, ὀνομαζόμενον Κυβερνεῖον τοῦ Καυκάσου, καὶ διοικουμένη ὑπὸ Ἀντιβασιλέως περιέχει πληθυσμὸν 10,000,000 ἀνθρώπων, ἔχει δ’ ἔκτασιν ἴσην πρὸς ὁλόκληρον τὴν Γαλλίαν. Ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως ταύτης τῆς λεγομένης Καυκασίας χώρας καὶ ἀποτελούσης τὸ ἰδιαίτερον κυβερνεῖον τοῦ Καυκάσου ζῶσιν ὑπὲρ τὰς 100,000 Ἑλλήνων. Οἱ Ἕλληνες οὗτοι πρὸ 1828, ὅτε κατὰ τὸν ῥωσοτουρκικὸν πόλεμον τοῦ χρόνου ἐκείνου τὰ ῥωσικὰ στρατεύματα κατῆλθον μέχρι τῆς Ἐρζερούμ καὶ ἄλλων τουρκικῶν χωρῶν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῶν μερῶν ἐκείνων ὡς σωτῆρες. Κατόπιν ὅμως, ὅτε ἡ Ῥωσία ὑπεχρεώθη νὰ καταλίπῃ ἐκεῖνα τὰ μέρη, οἱ ἐκτεθειμένοι διὰ τὴν ὑποδοχὴν καὶ τὸν πανηγυρισμὸν τῆς καθόδου τῶν ῥωσικῶν στρατευμάτων Ἕλληνες μὴ δυνάμενοι νὰ ζήσωσιν ἐκεῖ ἠναγκάσθησαν νὰ μεταναστεύσωσι, καὶ μετενάστευσαν αὐθωρεὶ καὶ ἀκολουθήσαντες κατὰ πόδας τὰ ῥωσικὰ στρατεύματα ἐγκατέστησαν ἐκεῖ εἰς τὸν Καύκασον, γενόμενοι δεκτοὶ πατριωτικῶς ἀληθῶς ὑπὸ τῆς Ῥωσικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔζησαν καὶ ζῶσιν ἐκεῖ στοιχεῖα σπουδαιότατα διὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου· εἶναι δὲ γνωστοὶ καὶ εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα ἐκ τῶν ἀτυχημάτων τοῦ Καυκάσου, δὶς καὶ τρὶς ἀποπειραθέντες νὰ μεταναστεύσωσιν ἐνταῦθα, διότι ἔχουσιν ἁγνὴν τὴν ἑλληνικὴν ψυχήν. Ἀπόδειξις ὅτι, εἰ καὶ παρῆλθον αἰῶνες ὁλόκληροι ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεώς των εἰς τὴν Ῥωσίαν—ἡ δὲ Ῥωσία ἔχει πολλὴν τὴν ἀφομοιωτικὴν δύναμιν, εἰς ἡμᾶς δὲ τοὺς Ἕλληνας ἀκόμη μεγαλειτέραν ἕνεκα τῆς ὁμοδοξίας—, ἐν τούτοις δὲν ἐξερρωσίσθησαν, κατὰ περίεργον δὲ τρόπον προτιμῶσι νὰ λαλῶσι τὴν τουρκικὴν γλῶσσαν ἀντὶ τῆς ἐπιτοπίου ῥωσικῆς, ὅπως μὴ ἔλθωσιν εἰς στενωτέραν ἐπαφὴν καὶ καταποθῶσιν. Ὅτι δαπανᾷ τὸ Κράτος 11,000 δραχ., ὡς ἤκουσα τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λέγοντος, διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Προξενείου ἐκεῖ, δὲν εὑρίσκω ὅτι ὑπάρχει ἐκ τούτου λόγος νὰ καταργηθῇ τὸ Προξενεῖον αὐτό, διότι ὁ ἐθνικὸς λόγος τῆς ἀνάγκης τῆς συντηρήσεως τοῦ Προξενείου ἐν Βατοὺμ εἶναι πολὺ ὑπέρτερος τῶν 11,000 καὶ πολλαπλασίων τούτων. Πρόκειται περὶ πληθυσμοῦ, ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω, 100,000, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἐγκαταλελειμμένους ἄνευ τινὸς σκιᾶς ἐπιβλέψεως τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἐκεῖ, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, καλοῦσι μητέρα καὶ λέγοντες τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος δακρύουσι. Διὰ πολλῶν κόπων ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἁλμυροῦ Βουλευτοῦ κατώρθωσα—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ υἱοθετηθῇ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἵδρυσις Ὑποπροξενείου καὶ ἐν Κὰρς τῆς αὐτῆς περιφερείας. Καὶ ἐψηφίσθη μὲν καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους ἡ ἵδρυσις Ὑποπροξενείου ἐκεῖ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν διωρίσθη ὑποπρόξενος ἕνεκα λόγων ὑπηρεσιακῶν, ἕνεκεν ἐλλείψεως προσώπου. Τὸ Ὑποπροξενεῖον λοιπὸν ἐν Κὰρς μένει ἄχρηστον, ἀλλὰ καὶ τὸ Προξενεῖον τοῦ Βατούμ, ὡς βλέπομεν σήμερον, καταργεῖται. Εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ἀμφότερα πρέπει νὰ διατηρηθῶσι, διότι εἶναι χρησιμώτατα, καὶ διότι ἡ κατάργησις τοῦ ἐκεῖ Προξενείου θὰ εἶναι ἐπιβλαβής. Περὶ τὸ Προξενεῖον, καθὼς γνωρίζετε, καὶ αἱ κοινότητες καὶ αἱ ἐκκλησίαι καὶ τὰ σχολεῖα καὶ τὰ γράμματα καὶ ὅλα περιστρέφονται καὶ ἐκεῖθεν τρέφονται καὶ ἀνδρίζονται καὶ κραταιοῦνται καὶ διατηροῦνται ἐπὶ τόσας δεκαετηρίδας. Ἑπομένως τοῦ Προξενείου τούτου ἡ διατήρησις εἶναι ἀναγκαιοτάτη, θὰ ἀπελπίσῃ δὲ τοὺς Ἕλληνας ἐκείνους. Πρόκειται δὲ—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ διὰ τρίτην φορὰν — περὶ πληθυσμοῦ 100,000, οἵτινες θ’ ἀπελπισθῶσι καὶ θὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν θέσιν νὰ σκεφθῶσι πλέον ὅτι εἰς μάτην προσηλοῦσι καὶ διὰ τῶν καρδιῶν καὶ διὰ τοῦ βλέμματος καὶ διὰ τοῦ νοῦ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ψυχὴν πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, ἡ ὁποία δὲν συλλογίζεται αὐτοὺς πλέον καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ζητεῖ νὰ κόψῃ τὸν δεσμὸν ὁ ὁποῖος συνδέει αὐτοὺς μετ’ αὐτῆς. Συνιστῶ διὰ τοῦτο θερμότατα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Προξενείων τούτων, λόγῳ μάλιστα οἰκονομιῶν, διότι τοῦτο ἀκουόμενον ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ὁμογενῶν θ’ ἀπελπίσῃ αὐτούς. Εἶναι δὲ πράγματι ἀπελπισία, διότι δι’ οἰκονομίαν 11,000 δραχ., ἀπέναντι τῶν ὁποίων κάτι τι συνεισφέρει τὸ Προξενεῖον ἐκεῖ, ἀποχωρίζομεν ἀπὸ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος τόσας χιλιάδας Ἑλλήνων. Ἂς σταλῶσι πρόξενοι καλοί, πρόξενοι οἱ ὁποῖοι νὰ καλλιεργήσωσι τὸ στάδιόν των καὶ τὰς σχέσεις τῶν ἐκεῖ πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἐκπληρώσωσιν εὐόρκως τὰ καθήκοντά των καὶ νὰ ἐργασθῶσι μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θὰ καλυφθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται. Ἀλλά, καὶ περὶ 22,000 δραχ. ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνητε νὰ καταργήσητε τὰ Προξενεῖα ταῦτα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν μου.
§277ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν ἦσαν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἀνθηρά, θὰ ἐσπεύδομεν νὰ διαθέσωμεν οὐ μόνον τὰς 11,000 ἀλλὰ καὶ 22,000 δραχ. καὶ περισσοτέρας χάριν τῶν Ἑλλήνων τοῦ Καυκάσου. Δυστυχῶς ὅμως τὰ οἰκονομικά μας, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται σήμερον, δὲν ἐπιτρέπουσι τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς λόγος, ἵνα νομίσῃ τις ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ ἐγκαταλίπωμεν εἰς τὴν τύχην τοὺς Ἕλληνας τοῦ Καυκάσου, ὡς ἠδύνατό τις νὰ εἰκάσῃ ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Τὸ ἔμμισθον Προξενεῖον ἐν Βατοὺμ θ’ ἀντικατασταθῇ δι’ ἀμίσθου. Νομίζω δ’ ὅτι, ἐὰν ἀνετίθετο εἰς ἕνα ἐκ τῶν πράγματι ἀξίων τιμῆς ἐκεῖ ὁμογενῶν μας, οἵτινες εἶναι καὶ ζάπλουτοι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἵνα διευθύνῃ τὸ ἐκεῖ Προξενεῖον ὡς ἄμισθος πρόξενος, δὲν θὰ ἐμειοῦτο τόσον πολὺ τὸ γόητρον αὐτοῦ. Οἱ Ἕλληνες τοῦ Καυκάσου, ὡς καὶ ἄλλων μερῶν, ἓν κυρίως ἀπεκδέχονται σήμερον παρὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Θέλουσι νὰ ἴδωσιν αὐτὴν ἰσχυρὰν καὶ δυναμένην ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐπικρέμανται ἐπ’ αὐτῆς.
§278Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ μὲν καὶ τὸ δέ.
§279ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι συγχρόνως καὶ τὰ δύο. Τὴν σήμερον εἴμεθα ἠναγκασμένοι ὄχι 11.000, ἀλλὰ 1000 καὶ 100 δραχ. νὰ περικόψωμεν, ὅπου δυνατόν, ἵνα κατορθώσωμεν καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν νὰ βελτιώσωμεν καὶ τὴν χώραν ἡμῶν νὰ προαγάγωμεν.
§280Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκετὰ κερδίζομεν ἐκ τῆς μειώσεως τῶν δαπανῶν τοῦ κονδυλίου τοῦ προξενικοῦ κλάδου, τὴν ὁποίαν μείωσιν βλέπομεν εἰς τοὺς καταλόγους τοῦ νομοσχεδίου. Ἂς μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, παρακαλῶ· λέγω τοῦτο διὰ πολλοστὴν φοράν, διότι ζημία θὰ ἐπέλθῃ ἐθνικὴ ἀνεπανόρθωτος.
§281ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω ὅτι μετὰ λύπης μεγάλης προβαίνομεν εἰς τὴν προκειμένην οἰκονομίαν· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐνδώσωμεν εἰς τὴν μᾶλλον ἐπείγουσαν ἐθνικὴν ἀνάγκην τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροπολογίας τῶν κυρίων Θ. Ῥετσίνα καὶ Κ. Παπαμιχαλοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§283ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ὅπως τὸ ἄρθρον 6 διαγραφῇ.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὸ ἄρθρον 6 διαγράφεται. Ἄρθρον 7 λαμβάνον ἀριθμὸν 6 (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 8 λαμβάνον ἀριθμὸν 7 (ἀναγινώσκεται).
§285ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ὅπως εἰς τὴν φάσιν «ἀνὰ εἷς ἕκαστος ὑπάλληλος» διαγραφῇ ἡ λέξις «ἕκαστος», διότι παρέλκει.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8–13 τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)