1909.10.16
112 στίχοι · 819 λέξεις · 15 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20.
τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 1909.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρα 5 καὶ 35′ μ. μ.
ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 118 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τῆς χθές, Κύριοι, ἐδημιουργήθη κατάστασις λίαν ἀνώμαλος καὶ λίαν ἔκτροπος. Εὐτυχῶς τὸ κίνημα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς τὴν στιγμὴν ταύτην μὲ ὅλην τὴν σοβαρότητα αὐτοῦ δὲν ἔχει ἔκτασιν, περιοριζόμενον ἐντὸς στενωτάτων ὁρίων. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἀγνοεῖτε τοῦτο, εἴχομεν ἀσχοληθῆ ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καί, ἀφοῦ εἴχομεν ἀσχοληθῆ περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν κλάδων, δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ παραλείψωμεν οὔτε νὰ λησμονήσωμεν τὸ Ναυτικόν, περὶ τοῦ ὁποίου σοβαρώτατα ἠσχολούμεθα. Ἐν τούτοις ἄκαιροι καὶ ἀδικαιολόγητοι ἀνυπομονησίαι ἐδημιούργησαν κατάστασιν, ἥτις σκοπὸν ἔχει τὴν ἀνατροπὴν ὁλοκλήρου τοῦ καθεστῶτος. Ἐὰν ἐπλανήθησάν τινες, ἐλπίζομεν ὅτι οὗτοι ταχέως θὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς πλάνης αὐτῶν. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν πλήρει συνειδήσει τῆς μεγάλης αὐτῆς εὐθύνης ἔχει ἀπόφασιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ κράτος τῶν νόμων, ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ ὁλόκληρον τὸ στάδιον τῆς ἐπιεικείας. Ἐπειδὴ δὲ νομίζω ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν πᾶσα συζήτησις παρέλκει, καλὸν εἶναι νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θέλομεν πληροφορίας.
§6Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ σᾶς δώσωμεν τοιαύτας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον.
§8Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν ἀνακοινώσεων τὰς ὁποίας ἔφερε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ προτίθεμαι νὰ ἐρωτήσω κατὰ πόσον τὰ γραφέντα εἰς ἐφημερίδα ἐμπνεομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀληθῆ καὶ ἂν μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχουσι Βουλευταὶ προδόται, οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν νὰ ἐκθέσωσι τὸ ναυτικὸν ἡμῶν καὶ ὁλόκληρον τὴν χώραν εἰς τὴν γενικὴν κατάκρισιν τῆς ὑφηλίου.
§9Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἐφημερίδα γνωρίζω ἐμπνεομένην παρ’ ἐμοῦ ἢ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνεπῶς οὐδὲν γνωρίζω, διότι δὲν εἶχον καὶ καιρὸν νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦ τί ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες.
§10ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεγράφη εἰς πρωινὴν ἐφημερίδα ἐν παραρτήματι ὅτι μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεκίνησαν τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τοιοῦτον κίνημα ἤμην καὶ ἐγώ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ἂν ἔχει γνῶσιν ἐπίσημον ὅτι ἐγὼ εἶμαι εἷς ἐκ τῶν ὑποκινητῶν τοῦ κινήματος, διότι μομφὴ ἐπιρριπτομένη κατ’ ἐμοῦ σήμερον πᾶς τις γνωρίζει ποίας δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας.
§11Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνεγράφη τι περιπλέον καὶ διὰ τοῦτο ἀπετάθην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνεγράφη ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν δύο Βουλευτῶν, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου καὶ τοῦ ἄρτι λαλήσαντος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Ἀλεξανδρῆ. Εἶναι ἐνδεδειγμένον καὶ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ νὰ καταγγείλῃ τοὺς Βουλευτὰς ἐνταῦθα, εἰ δ’ ἄλλως νὰ διαψεύσῃ ἐκεῖνα τὰ φύλλα τὰ ὁποῖα τοιαῦτα γράφουσι.
§12Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ διαψεύδω ὅσα γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας. Θὰ ἦτο πολὺ δυσχερὲς ἔργον ἐκ μέρους οἱουδήποτε, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἔρχηται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διαρκῶς νὰ διαψεύδῃ ὅσα γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐγὼ οὔτε γνωρίζω τί ἐγράφη οὔτε θέλω νὰ γνωρίζω.
§13Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ παραρτήματος τῆς Ἐφημερίδος «Ἐμπρὸς» κυκλοφορήσαντος τὴν πρωίαν ἀνεκοινοῦτο εἰς τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν καὶ δι’ αὐτῶν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ὅτι δύο Βουλευταί, οἱ κύριοι Ἀλεξανδρῆς βουλευτὴς Καρδίτσης καὶ Ν. Στράτος βουλευτὴς Βάλτου ἀποδεδειγμένως εἴχομεν ἐξωθήσει τοὺς στασιάσαντας ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ εἰς τὴν στάσιν ἐκείνην ἥτις ἔλαβε τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Ἐὰν ἠθέλομεν κατηγορηθῆ ὅτι ἀνεμίχθημεν εἰς πολιτικὰς συνεννοήσεις, διὰ νὰ ῥίψωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἢ νὰ δημιουργήσωμεν οἱονδήποτε ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἡ διεξαγωγὴ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης προσήκει, θὰ περιεφρόνουν τοὺς γράφοντας, ὡς περιφρονῶ πάντοτε τοὺς γράφοντας ἀνωνύμως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀνεγράφη ὅτι προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ μάλιστα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ποινικὴν ἡμῶν καταδίωξιν, ὡς στασιαστῶν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, ἐνθυμοῦμαι ὅτι δὲν εἶμαι μόνον Βουλευτής, ἀλλ’ ὅτι φέρω καὶ ὄνομα τοῦ ὁποίου τὸ αἷμα ἐζυμώθη εἰς τὸν τόπον αὐτόν, εἰς οὐδένα δὲ τυχάρπαστον δίδω τὸ δικαίωμα νὰ ῥυπαίνῃ τὸ ὄνομα τοῦτο, τὸ ὁποῖον παραλαβὼν ἔντιμον προσπαθῶ πάσῃ δυνάμει νὰ ἐξακολουθῶ τιμῶν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ πλέον ἀπαντῶσα εἰς δημοσιογραφικὰς ἀνοησίας, ἀλλ’ ἀπαντῶσα εἰς πρόκλησιν νὰ δηλώσῃ ἂν ἔχει ἐνδείξεις ὅτι ἐγὼ εἶμαι μεταξὺ τῶν στασιαστῶν καί, ἂν ἔχῃ ἀποδείξεις ἢ ἐνδείξεις, νὰ εἰσαγάγῃ ἀμέσως πρότασιν πρὸς ποινικήν μου καταδίωξιν, ὑπόσχομαι δ’ ὅτι θὰ ζητήσω ἐγὼ αὐτὸς παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν ταύτην.
§14Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶμαι βέβαιος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ βεβαίωσις τὴν ὁποίαν ἔδωκε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει μεριμνήσει, ὅπως ἡ τάξις ἡ ἔννομος ἐπανέλθῃ, θὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ἅπασαν τὴν γραμμήν, διότι δὲν εἶναι τὸ γεγονὸς τὸ σημερινὸν μόνον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν αὐτῆς πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἔκνομοι πράξεις αἱ ὁποῖαι ἀπὸ μακροῦ χρόνου συνεχίζονται.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύομεν τὴν συνεδρίασιν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 45′ μ.μ.).