1909.10.15
2,060 rows · 15,411 words · 162 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19.
τῆς 15ης Ὀκτωβρίου 1909.
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 110 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ἐπιτροπὴ τῶν μαθητῶν τῆς ἐν Σύρῳ Ἐμπορικῆς Σχολῆς παρακαλεῖ, ὅπως χορηγηθῶσι καὶ εἰς τοὺς ἀποφοίτους τῶν ἐμπορικῶν σχολῶν τὰ αὐτὰ προνόμια οἷα ἔχουσι καὶ οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου· 2) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Μεσολογγίου παρακαλεῖ, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων καὶ ἀποσταλῶσι ταῦτα εἰς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους, ἵνα ὑποστῶσι καὶ τούτων τὴν προσήκουσαν βάσανον· 3) Ὁ σύλλογος τῶν ἀμπελοκτημόνων Χαλκίδος παρακαλεῖ, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος μέχρις οὗ ληφθῇ γενικὸν μέτρον πρὸς ἄρσιν τῆς οἰνικῆς κρίσεως· 4) Πολλοὶ ἔμποροι Πειραιῶς παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ ἔμμισθον Προξενεῖον Ἀμβούργου· 5) Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου Ἀγρινίου παραπονεῖται κατὰ τοῦ κ. νομάρχου Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὡς μὴ ἐπικυροῦντος τὴν γενομένην δημοπρασίαν εἰς ἣν ἐπλειοδότησεν· 6) Ὁ κ. Σπ. Γεωργόπουλος ἀπευθύνει δύο ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· 7) Οἱ κύριοι Θ. Ῥετσίνας καὶ Ἀ. Καρτάλης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν Ἀρχῶν»· 8) Οἱ κύριοι Ν. Μπουφίδης, Ἰ. Γ. Λάππας καὶ Β. Λεώπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων»· 9) Ὁ κ. Ν. Σπέντζας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.
§2Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου εἰς τὴν Βουλὴν «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἐδαφίων βʹ καὶ δʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΤΕΖʹ περὶ Ἱερατικῶν Σχολῶν». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπὸν ἔχει νὰ ἄρῃ τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρατηρεῖται ὅτι δὲν προσέρχεται ἐπαρκὴς ἀριθμὸς μαθητῶν πρὸς κατάταξιν εἰς τὰς Ἱερατικὰς Σχολάς. Ὡς ἔχει ὁ νόμος νῦν, διὰ νὰ εἰσέλθῃ τις, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπερβῆ τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας του· διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτρέπεται ὅπως εἰσέρχωνται εἰς τὰς Ἱερατικὰς Σχολὰς μέχρι τοῦ 21 ἔτους τῆς ἡλικίας των. Ἐπίσης ὁ ὑπάρχων νόμος ὁρίζει ὅτι, διὰ νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὰς Ἱερατικὰς Σχολάς, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον δημοτικοῦ σχολείου· διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνεται ἀπολυτήριον Σχολαρχείου. Ἡ ὑποβολὴ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου συνεστάθη καὶ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχε παρακαλέσει τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εἰσαγάγῃ ἀνάλογον νομοσχέδιον. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς πρόσφυγας δημοδιδασκάλους ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας νὰ διορίζωνται καὶ ἐν Ἑλλάδι. (Ὅρα Παράρτημα τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων, ἀριθ. 167–171).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν προσθέτων τελῶν καὶ τόκου ὑπερημερίας καὶ παροχῆς ἐκπτώσεως εἰς τοὺς καθυστεροῦντας τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1908 καὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ αὐτοῦ φόρου τῆς χρήσεως 1909».
§4Θ. ΛΕΚΑΣ. Παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐγὼ προτίθεμαι νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τὰς παρατηρήσεις μου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ αʹ ἀνάγνωσις. Ἂς ψηφισθῇ καὶ αὔριον ὑποβάλλετε τὰς παρατηρήσεις σας.
§6Θ. ΛΕΚΑΣ. Ταχέως θὰ ἔλθῃ ἡ βʹ ἀνάγνωσις ὡς καὶ ἡ γʹ.
§7Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἡ ὑπόθεσις ἐπείγει, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§9Θ. ΛΕΚΑΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§10Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε, ἐγένοντο πλεῖσται τροπολογίαι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον σοβαραί. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθαί, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τὸ ταχύτερον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις ὅμως, ἐπειδὴ πολλαὶ τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν, τὸ νομοσχέδιον δὲ θίγει σοβαρώτατα τὰ Δικαστήρια τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ θελήσῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἔχουσα ὡρισμένην καὶ περιωρισμένην προθεσμίαν ἐργασίας μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ προσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸς ἐπιψήφισιν. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀρνηθῇ τὴν παράκλησιν ταύτην, διότι φρονῶ ὅτι διὰ τῆς ἐπιτροπῆς μᾶλλον τὸ νομοσχέδιον θέλει διαρρυθμισθῆ, ὥστε νὰ ἀποβῇ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου.
§11ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀληθὲς εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἕν ἐκ τῶν σημαντικωτέρων νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν, καὶ βεβαίως ἔχει ἀνάγκην πολλῆς καὶ βαθείας καὶ ἐπισταμένης μελέτης. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, ἀφοῦ τὸ ζητεῖ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν τοῦτο. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς.
§12Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα. Εἶναι ἀρκεταὶ τρεῖς ἡμέραι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θὰ σχηματίσω ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν της. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως θὰ σκεφθῶ περὶ τῶν προσώπων. Τὸ νομοσχέδιον ἑπομένως ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καὶ διοικήσεως Μοναστηρίων».
§14ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὅλαι ἐν γένει αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον ἐσεβάσθησαν τὸ Ἱερὸν τῆς Εὐαγγελιστρίας καθίδρυμα ἐν Τήνῳ καὶ δὲν ἔθεσαν χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ, οὐ μόνον διότι δὲν ἠδύναντο, καὶ ἂν ἤθελον, νὰ πράξωσι τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους σπουδαιοτάτους, οὓς κρίνω περιττὸν καὶ ἀσύμφορον νὰ ἐκθέσω σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἐπίσης ἀναμφίβολον ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον συνετάχθη μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, ὥστε κατὰ τὴν σύνταξιν τούτου οὐδαμῶς ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ κειμένη νομοθεσία, ἡ διέπουσα τὸ ἱερὸν τοῦτο καθίδρυμα, ὡς ἐπίσης δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἱστορία αὐτοῦ οὔτε οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ τοῦτο. Διότι, ἐὰν ἐλαμβάνοντο ταῦτα πάντα ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἡ κειμένη νομοθεσία καὶ ἡ ἱστορία τοῦ ἱδρύματος καὶ οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ τοῦτο, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἐθίγετο τὸ Ἱερὸν τῆς Εὐαγγελιστρίας καθίδρυμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον καθ’ ὃν θίγεται διὰ τοῦ ἄρθρου 3, παραγράφου αʹ, καὶ ἄρθρου 35, παραγράφου δʹ καὶ εʹ, τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τῶν λεγομένων μου τούτων, Κύριοι, δὲν προτίθεμαι νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐξ ἀγαθοῦ καὶ ὑψίστου σκοποῦ ὁρμωμένη προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς καὶ δι’ οἰκονομικοὺς λόγους, διότι ἀκριβῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ Δημόσιον περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν. Τοὐναντίον, ἂν ἦτο δυνατόν, θὰ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς πρόθυμοι νὰ εἰσφέρωμέν τι ὑπὲρ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Ἐν τούτοις εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καί, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε δηλώσῃ ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἐγὼ βεβαίως θέλω καταπαύσει τὸν λόγον καὶ θέλω ἀμέσως κατέλθει τοῦ βήματος, ἄλλως θὰ ἐξακολουθήσω.
§15Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Νὰ τὴν ὑποβάλητε καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ θὰ ἀποφανθῶ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θρ. Μαυρομαρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§17Π. ΖΑΪΜΗΣ. Αἱ τροπολογίαι, κύριε Πρόεδρε, θὰ συζητηθῶσι κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–37, καθὼς καὶ τὸ σύνολον, εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§19Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δυστυχῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγινώσκετο τὸ ἄρθρον 3ον δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσω. Ἐλήφθη καμμία ἀπόφασις διὰ τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ ἢ ὄχι;
§20Π. ΖΑΪΜΗΣ. Κατόπιν τῶν λόγων τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν προγενεστέρα συνεδριάσει ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ μὴ ἱδρυθῇ τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ. Περὶ τούτου θὰ φέρω τροπολογίαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΧΝϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ προξενικῶν Ἀρχῶν, δικαιοδοσίας αὐτῶν κλπ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν νόμων ᾼΣΙΓʹ, ᾼΦΛΔʹ ᾼϠΟΕʹ καὶ ͵ΒΨΗʹ». (Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν».
§22ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καθῆκον πάσης κοινωνίας καὶ δὴ πεπολιτισμένης εἶναι νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν διατήρησιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν δασῶν, τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς καὶ ἀπὸ πλουτολογικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ κλιματολογικῆς εἶναι τοῖς πᾶσι καταφανής. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον προβλέπει πράγματι τὴν τελείαν φύλαξιν τῶν δασῶν καὶ φαίνεται ὅτι συνετάχθη ὑπὸ ἀνθρώπου ὅστις ἔχει πολλὰς δασικὰς γνώσεις. Μεθ’ ὅλην ὅμως τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο εἰς τὸν τόπον μας καὶ πρὸς τὸ παρὸν εἶναι ἀνεφάρμοστον, διότι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ, πρέπει πρῶτον νὰ ἔχωμεν προσωπικόν, οὗτινος, ὡς πάντες γνωρίζετε στερούμεθα. Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν πέντε ἢ ἓξ δασολόγοι, ἀλλ’ ἡ ἔκτασις τῶν δασῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι 6,000,000–7,000,000 στρεμμάτων κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπὸ τοὺς ὀλίγους αὐτοὺς ἐπιστήμονας; Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι διεξερχόμενος τὸ νομοσχέδιον καὶ μελετῶν αὐτὸ κατ’ ἄρθρον εὗρον πλεῖστα ὅσα τρωτὰ σημεῖα. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων, ἐπειδὴ ὅμως φείδομαι ἀφ’ ἑνὸς τοῦ πολυτίμου χρόνου τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δ’ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καὶ ἐκ τῶν ὀλίγων παρατηρήσεών μου τελείως θὰ πεισθῆτε περὶ τοῦ ἀνεφαρμόστου τοῦ νομοσχεδίου ἢ τουλάχιστον περὶ τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπήν, ἀρκοῦμαι εἰς τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις μου. Τὸ πρῶτον ἄρθρον ἐπιβάλλει ἀκριβῆ ἐπιστημονικὸν καθορισμὸν ἐτησίας προσόδου ἑκάστου δάσους κατ’ εἶδος καὶ ποσὸν ἑκάστου παραγομένου δασικοῦ προϊόντος, καθοριζομένου ἐν διαγράμματι καλουμένῳ διαχειριστικῷ σχεδίῳ. Ποῖος νὰ κάμῃ τὸ σχέδιον διαχειρίσεως ἐπὶ στρεμμάτων 6,000,000–7,000,000; Ὅλοι γνωρίζετε τίς κόπος καὶ πόσοι ἐπιστήμονες, πόσος χρόνος καὶ πόσα ἔξοδα ἀπαιτοῦνται. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι· ἀρκεῖ ἑκατονταετηρὶς ὁλόκληρος διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην; Καὶ εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ γίνῃ ἡ ἐκμετάλλευσις ἄνευ διαχειριστικοῦ σχεδίου, ἀφοῦ ῥητῶς ὁ νόμος ἐπιβάλλει τοῦτο; Τὸ ἄρθρον 3 προβλέπει, ὅπως τὰ σχέδια ταῦτα συνταχθῶσιν ὑπὸ δασολόγων πτυχιούχων κατεχόντων δημοσίαν θέσιν δασαρχῶν. Πόσοι νομίζετε ὅτι εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ ἄρθρον εἶναι προωρισμένοι νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐργασίαν αὐτήν; Ἕξ μόνον! Καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι οὗτοι ἔχουσι καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας εἰς ἃς πρέπει ν’ ἀσχολῶνται, ἤτοι τὴν τοῦ δασάρχου, καθηγητοῦ σχολῆς, καὶ ἄλλων ἐπιθεωρήσεων. Τὸ ἄρθρον 5 ὁρίζει ὅτι τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον γίνεται ἐπὶ δάσους ἰδιοκτήτου, μοναστηριακοῦ, ἐκκλησιαστικοῦ κλπ., δέον νὰ πληρώνηται ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀφοῦ συνταχθῇ ἀπὸ τοὺς δασολόγους. Πόσον ἄδικος καὶ βαρὺς εἶναι ὁ ὅρος οὗτος θ’ ἀντιληφθῆτε ἀμέσως. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ψηφίζεται καὶ καθίσταται, ὃ μὴ γένοιτο, νόμος τοῦ Κράτους, οἱ δασάρχαι θὰ μεταβῶσι καὶ θὰ καταρτίσωσι τὰ σχέδια τῶν δασῶν αὐτόκλητοι. Τὸ Δημόσιον εἶτα θὰ ζητήσῃ τὴν ἀμοιβὴν αὐτῶν. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει δάσος τι ἰδιόκτητον ἐξ 70,000 στρεμμάτων καὶ τούτου συντάξῃ ὁ δασάρχης τὸ σχέδιον, ὁ ἰδιοκτήτης πρέπει νὰ πληρώσῃ ὡς ἀποζημίωσιν τοὐλάχιστον 10,000 δραχ., ἐνῷ δὲν ἔχει νὰ εἰσπράξῃ οὔτε λεπτόν. Τί θὰ γίνῃ ὁ ἰδιοκτήτης οὗτος; Ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τότε δώσατε τοὐλάχιστον εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἐξαγγείλατε διὰ τοῦ τρόπου σας ὅτι ἔργον τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ σφετερισμὸς καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ στέρησις τῶν ἰδιοκτησιῶν! Ἐὰν εἰς τὴν ῥητὴν ταύτην τοῦ ἄρθρου διάταξιν προσθέσητε ὅτι τὰ σχέδια δὲν θὰ εἶναι καὶ μόνιμα, φαντασθῆτε σεῖς καὶ ὑπολογίσατε ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτον ἄρθρον, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου προβλέπει διὰ δάση ἰδιόκτητα καὶ ἐκτάσεως πλέον τῶν 25,000 στρεμμάτων εἰς ἃ πρέπει νὰ διορίζωνται δασάρχαι ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου, εἰς περίπτωσιν δὲ καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης ἀρνηθῇ, τότε νὰ τὸν διορίζῃ τὸ Δημόσιον καὶ νὰ παύηται οὗτος κατὰ τοὺς νόμους περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν διώρισε δασάρχην· τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθ’ ὃ κέκτηται δικαίωμα διορίζει τοῦτον, ἀπαιτοῦντα διὰ μισθόν του τοὐλάχιστον 250 δραχ. κατὰ μῆνα. Ποῖος θὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς αὐτούς; Βεβαίως ὁ ἰδιοκτήτης. Μὴ λησμονεῖτε ὅμως ὅτι ἔχομεν πολλὰ δάση ἐν Ἑλλάδι, ἀπεράντους ἐκτάσεις, ἀλλ’ ἀνεκμετάλλευτα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πολλὰ τοιαῦτα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, τὰ ὁποῖα οὔτε ἐξεμεταλλεύθησάν ποτε, οὔτε ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐκμεταλλευθῶσι.
§23ΑΔ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν ἐκμεταλλεύονται;
§24ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Διότι δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία, διότι δὲν ἔχομεν σιδηρόδρομον, τὸν ὁποῖον σεῖς ζητεῖτε καὶ ἐγώ. Διὰ τὸν ὁποῖον σεῖς παρῃτήθητε. Κάμετε τὸν σιδηρόδρομον Μαλακασίου καὶ τότε ὄχι μόνον θὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰ παρθένα καὶ ἀπέραντα ἐκεῖνα δάση, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ πολλὰ ἑκατομμύρια. Τώρα ὅμως πόθεν καὶ πῶς θὰ πληρωθῇ ὁ δασάρχης, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐλάχιστον ὅρον θὰ ζητήσῃ μηνιαίως 250 δραχμάς; Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 ἔρχεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 δι’ οὗ ἐπιβάλλεται ὁ διορισμὸς καὶ δασοκόμου ἐπὶ δάσους 10,000 στρεμμάτων. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ δασάρχου ἐπιβαρύνεται καὶ δι’ ἑνὸς δασοκόμου, οὗτινος ὁ μηνιαῖος μισθὸς εἶναι 80 δραχμαί. Ἐπὶ δάσους λοιπὸν 50 χιλιάδων στρεμμάτων ἀπαιτοῦνται δύο δασάρχαι μὲ μισθὸν 500 δραχμῶν μηνιαίως καὶ 5 δασονόμοι μὲ μισθὸν 400 δραχ. μηνιαίως. Ἤτοι ἐν ὅλῳ πρέπει ὁ ἰδιοκτήτης νὰ καταβάλλῃ κατὰ μῆνα δραχ. 900 καὶ κατ’ ἔτος 10800 δραχμάς. Καὶ προκαλῶ τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸν ὑποβαλόντα αὐτὸ Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δηλώσῃ ποῖον εἶναι τὸ δάσος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποφέρει μηνιαῖον τακτικὸν εἰσόδημα 900 δραχμῶν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ἄλλως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἢ δημευτικόν; Τὸ ἄρθρον 17 ἀπαγορεύει ὑλοτομίαν καὶ βοσκὴν τῶν μερῶν τὰ ὁποῖα εἶναι δασωμένα καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι παρὰ τὴν μεθόριον. Δὲν ἠξεύρω ἄλλας ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὑπάρχουσι 30 χωρία ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς γραμμῆς. Κατ’ ἀνάγκην τὰ δάση ταῦτα θὰ κηρυχθῶσι προστατευτικὰ κατὰ τὸν νόμον καὶ συνεπῶς οὔτε θὰ ὑλοτομῶνται οὔτε θὰ βόσκωνται. Καὶ διὰ μὲν τὴν ὑλοτομίαν προβλέπει ὁ νόμος καὶ ὁρίζει νὰ ἀποζημιοῦται ὁ ἰδιοκτήτης 5%, ἀλλ’ ἀπαγορεύει καὶ τὴν βόσκησιν. Τί θὰ γίνωσιν αὐτὰ τὰ χωρία τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς; Πόθεν θὰ ξυλεύωνται διὰ τὰς οἰκιακάς των χρήσεις; Τί δ’ ἐξ ἄλλου θὰ κάμωσιν; Ἀλλὰ τὰ ζῷά των τί θὰ τὰ κάμωσι; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ τις ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ἄνευ ζώων; Πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ φροντὶς τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἱδρύσῃ συνοικισμοὺς ἔνθα νὰ μετοικήσωσιν οἱ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς κάτοικοι; Τὸ ἄρθρον 18 ὁρίζει ὅτι ὅλα τὰ ἐθνικὰ δάση ἐνοικιάζονται ἐπὶ δημοπρασίας. Ἅγιον καὶ τοῦτο, διότι θὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι εἰσπράττομεν σήμερον, ἀλλὰ νὰ προβλέπηται τουλάχιστον νὰ μὴ δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐγκρίνῃ δημοπρασίαν, ἂν τὸ προσφερόμενον ποσὸν δὲν εἶναι ἀνώτερον τοῦ ποσοστοῦ τὸ ὁποῖον εἰσπράττει σήμερον τὸ Δημόσιον, ἔστω καὶ κατὰ 1 δραχμήν. Τὸ ἄρθρον 20 λέγει ὅτι πᾶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἀποψιλώσῃ ἓν δάσος ἢ μέρος αὐτοῦ διὰ πολλὰς ἀνάγκας μετὰ προηγουμένην αἴτησιν, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ ἀναδασώσῃ τὸ μέρος αὐτό. Ὑποθέσατε ὅτι εἷς ἰδιοκτήτης θέλει νὰ κάμῃ ἕνα κῆπον ἢ ἓν ἐργοστάσιον ἢ μίαν ἄλλην ἐπιχείρησιν καὶ ἀποτυγχάνει διὰ διαφόρους λόγους. Τί θὰ τὸν κάμωμεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον; Θὰ τὸν ὑποχρεώσωμεν νὰ τὸ ἀναδασώσῃ, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς του ἀπέτυχεν εἰς τὴν ἐπιχείρησίν του; Αὐτὸ θὰ ἦτο ἄδικον. Τὸ ἄρθρον 27 λέγει ὅτι ἐπιτρέπεται μέχρι δύο φορτίων καυσοξύλων ἀχρήστων νὰ μεταφέρῃ τις πρὸς πώλησιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ πώλησις εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται ὡς καύσιμον ὕλην πρὸς παραγωγὴν ἀτμοῦ, ζέοντος ὕδατος, ἕψησιν κεράμων ἢ ἀσβέστου κλπ. εἰς δημοσίους κλιβάνους ἄρτου ἢ φαγητῶν ἢ τὰ χρησιμοποιοῦσι πρὸς ἀπόσταξιν εἴτε ἄλλων προϊόντων ἢ καὶ προϊόντων ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ξύλων παραγομένων. Ὁ νόμος λέγει ὅτι τιμωρεῖται καὶ ὁ πωλῶν καὶ ὁ ἀγοράζων τὰ ξύλα. Πῶς θέλετε νὰ ἠξεύρῃ ὁ χωρικὸς διὰ ποίαν χρῆσιν τὰ ζητεῖ ὁ ἀγοράζων; Δὲν φρονεῖτε ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀστεῖον, ἐνταυτῷ δὲ καὶ γελοῖον; Ἢ τιμωρήσατε τὸν ἀγοράζοντα μόνον ἢ ἀπαγορεύσατε τελείως τὴν πώλησιν. Τὸ ἄρθρον 31 ἀφήνει εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ δασάρχου ἂν εἰς τὸ δεῖνα δημόσιον δάσος πρέπει νὰ γίνηται βοσκὴ ζῴων καὶ κατὰ ποίους μῆνας. Σᾶς φέρω παράδειγμα τὴν ἐπαρχίαν μου, ἡ ὁποία εἶναι δασωμένη ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, καὶ ἔρχεται εἷς δασάρχης καὶ λέγει ὅτι ἀπαγορεύει καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν αὐτῆς τὴν βοσκήν. Ποῦ θὰ βοσκήσωσιν αὐτὰ τὰ πρόβατα καὶ πῶς θὰ ζήσῃ αὐτὸς ὁ κόσμος; Εἶναι δυνατὸν ὀρειναὶ ἐπαρχίαι δασωμέναι ἄνευ ποιμνίων νὰ ζήσωσι; Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει τοῦτο ἀπαγορεύει καὶ τὴν θήραν καὶ ἀφήνει τὸν δασοφύλακα νὰ ὁρίσῃ τὸ μέρος εἰς ὃ ἐπιτρέπεται αὕτη, κατὰ ποῖον χρόνον καὶ τὸ εἶδος τοῦ θηράματος. Πρὸς Θεοῦ! Θέλετε ἐπὶ τέλους καὶ τὸ δῶρον αὐτὸ τῆς φύσεως, τὸ κυνῆγι, νὰ στερήσητε ἀπὸ τὸν δυστυχῆ χωρικόν; Καὶ τοῦτο θέλετε ἀποκλειστικὸν τῶν πλουσίων προνόμιον; Εἰς τὸ χωρίον μου π. χ., τὸ ὁποῖον ἔχει 150 οἰκογενείας, τὸ Πάσχα μόλις εἴκοσιν ἢ τριάκοντα οἰκογένειαι τρώγουσι κρέας ἀγοραζόμενον παρὰ τοῦ κρεοπώλου. Αἱ ὑπόλοιποι ἢ θὰ σφάξωσι καμμίαν ὄρνιθα ἢ θὰ φάγωσι κανένα λαγόν, τὸν ὁποῖον θὰ φονεύσωσιν εἰς τὸ κυνῆγι. Δὲν τὸ ἐπιτρέπετε; Τότε ἀφαιρέσατέ το καὶ αὐτό.
§25ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναφέρεται ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεται αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις. Ὅταν ἓν δάσος εὑρίσκηται εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀναδασώσεώς του καὶ ἐπιτρέπηται εἰς πάντα νὰ διατρέχῃ τοῦτο μετὰ τῶν ζώων του καὶ τῶν κυνῶν του, δὲν γίνεται πλέον τίποτε.
§26ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὰ περισσότερα δάση τῆς Θεσσαλίας εἶναι προνομιοῦχα· ἔχουσι τουτέστι τὸ λεγόμενον τουρκιστὶ καντεμί (κεκτημένον δικαίωμα), διότι αὐτὰ τὰ δάση ἐπληρώθησαν ὑπὸ τῶν χωρικῶν, καὶ ἐπληρώθησαν οὐ μόνον μὲ χρῆμα, ἀλλὰ καὶ μὲ αἷμα. Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῶν κοινοτήτων τῆς Θεσσαλίας; Ὁ Ἀλῆ πασᾶς εἰς τὴν ἐποχήν του ἐκάλει ἐξ ἑκάστου χωρίου τοὺς προύχοντας καὶ τοὺς ἔδενεν εἰς τὰ σάγματα τῶν ἵππων, ἔθετεν εἶτα πῦρ εἰς τὰ ἄχυρα τῶν σαγμάτων καὶ τοὺς ἠρώτα· «Ἐὰν ὑπογράφητε ὅτι πωλεῖτε τὰ χωρία σας καὶ τὰ δάση σας, θὰ σωθῆτε· ἄλλως θὰ καῆτε ζῶντες». Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν προυτίμων νὰ καῶσι παρὰ νὰ ὑπακούσωσι, καὶ πράγματι ἐκαίοντο, οὕτω δ’ ἐσώζοντο τὰ χωρία καὶ τὰ δάση ἀπὸ τῶν ὀνύχων τοῦ ἅρπαγος. Διὰ τοῦτο σήμερον βλέπετε εἰς τὰς ὀρεινὰς τῆς Θεσσαλίας ἐπαρχίας καὶ δὴ εἰς τὸν Ἀσπροπόταμον ἀναμὶξ χωρία τσιφλίκια καὶ χωρία κοινοτικά. Διὰ τὰ δάση ταῦτα ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἐπλήρωνον οἱ κάτοικοι φόρον ἰδιοκτησίας. Σήμερον ὅμως σεῖς οἱ ἑκάστοτε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοὶ μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν τὰ ἠρπάσατε καὶ τὰ δίδετε πρὸς ὑλοτομίαν καὶ καταστροφὴν καὶ τὰ πλεῖστα εἰς τοὺς Βουλγάρους. Καὶ τὰ ἠρπάσατε μὲ τὴν ἀφορμὴν ὅτι αἱ κοινότητες δὲν ἔχουσι ταπιά, ἐνῷ γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν, δὲν θέλετε ὅμως νὰ τὴν παραδεχθῆτε, διότι δὲν σᾶς συμφέρει. Ἡ ἱστορία αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὸ ἔτος 1863, ὅτε ἡ Τουρκία εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων διὰ πολεμικὴν ἐκστρατείαν, ἐκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον παρήγγειλε νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον πρὸς ἐπιβολὴν νέας φορολογίας. Οὗτος τῷ ἀπήντησεν· «Ὁ κόσμος δυστυχεῖ πολὺ λόγῳ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνθέξῃ εἰς νέαν φορολογίαν καὶ θὰ τὸν ἀναγκάσωμεν, εἶπε, ἢ νὰ μεταβῇ σύσσωμος εἰς τὰς φυλακὰς ἢ νὰ ἐπαναστατήσῃ. Εἷς τρόπος ὑπάρχει πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ. Ἐπειδὴ οἱ ῥαγιάδες μας διὰ τὰ ἀκίνητά των δὲν ἔχουσιν ὡρισμένον τίτλον, ἀλλὰ στηρίζονται εἰς ἱεροδικαστικὰς καὶ δικαστικὰς ἀποφάσεις, νὰ τοὺς προσκαλέσωμεν διὰ Διατάγματος νὰ προσαγάγωσι τὰς ἀποφάσεις των καὶ ἀντ’ αὐτῶν νὰ λάβωσιν ἔνσημον χάρτην (ταπί), ἵνα μὴ ἔχωσι τοῦ λοιποῦ ἐνοχλήσεις καὶ ὅπως τοῖς χρησιμεύσῃ ὡς τίτλος ἰδιοκτησίας. Τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἐνσήμων τούτων διαθέτομεν διὰ τὸν σκοπόν μας». Ἢ προκήρυξις ἐγένετο, καὶ ἕκαστος ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὸ ταπί του. Ἡ Μουχταροδημογεροντία ὅμως τῶν Θεσσαλικῶν κοινοτήτων δὲν ἔλαβε τοιοῦτον τίτλον διὰ τὰ κοινοτικά δάση, διότι ἡ ἀξία τοῦ χαρτοσήμου καὶ μεγάλη ἦτο καὶ νὰ τὴν καταλάβωσιν ἠδυνάτουν· ἄλλως τε τὰ δάση τότε οὐδεμίαν εἶχον ἀξίαν, ἀφοῦ δὲν ἐξεμεταλλεύοντο. Ἀλλ’ ὁ σπουδαιότερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔλαβον τὰ ταπιὰ εἶναι ἡ κρυφία καὶ φωτεινὴ ἐκείνη ἐλπὶς ἥτις πάντοτε ἐθέρμαινε τὰ στήθη τῶν Ἑλλήνων, ἡ ταχεῖα τουτέστιν ἀπελευθέρωσίς των καὶ ἡ ἕνωσις μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Διὰ τὸν ἱερὸν λοιπὸν αὐτὸν πόθον καὶ διὰ τὴν χρυσῆν αὐτὴν ἐλπίδα θέλετε νὰ τοὺς τιμωρήσητε καὶ νὰ ἀφαιρέσητε τὰ δάση των; Πῶς λοιπὸν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὰ μέλη τῶν κοινοτήτων τῶν δασῶν τούτων ἀπὸ τὴν βοσκὴν καὶ τὸ κυνῆγι, ἀπὸ τὰ δάση τὰ ὁποῖα μὲ τόσας θυσίας καὶ τόσους ἀγῶνας ὑπερανθρώπους περιέσωσαν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τοῦ κατακτητοῦ, μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν τοῦ δασάρχου;
§27ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ προνόμια ὅλα θὰ εἶναι σεβαστά, ἐκτὸς τοῦ προνομίου τοῦ νὰ καίωνται καὶ καταστρέφωνται τὰ δάση. Νὰ μὴ καταστρέφητε τὰ φυτώρια μὲ τὰ ποίμνιά σας.
§28ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Δὲν προβλέπετε περὶ αὐτῶν τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον καί, ὅταν θὰ ἀπαγορεύσῃ ὁ κ. δασάρχης, θὰ ἔχωμεν ἐπανάστασιν, πραγματικὴν ἐπανάστασιν, ἐπανάστασιν τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ καταστείλῃ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ, κύριε Τάκη, τὰς ἐπαναστάσεις, διότι πολλὰς μέχρι τοῦδε ἔχομεν.
§30ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 38 λέγει· «ἐπὶ πάσης ἐκτάσεως δάσους δημοσίου ἢ οὔ, ἐφ’ ἧς ἐνηργήθη οἱουδήποτε εἴδους ὑλοτομία, ἀπαγορεύεται ἐπὶ πενταετίαν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ὑλοτομίας πᾶσα βόσκησις ζῴου χάριν τῆς ἐπιτεύξεως τῆς φυσικῆς αὐτοῦ ἀναδασώσεως». Εἷς ἰδιοκτήτης ἐνοικιάζει τὸ δάσος καὶ τὸ ὑλοτομεῖ διὰ χιλίας δραχμάς· ἀλλ’ ἡ βοσκὴ τοῦ δάσους αὐτοῦ ἐνοικιάζεται διὰ 25,000 δραχμάς· ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ὑλοτομία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ὅτε ἐγὼ ἐνῳκίασα τὸ δάσος δι’ ὑλοτομίαν διὰ δύο ἔτη καὶ ἀπαγορεύεις τὴν βοσκὴν ἐπὶ δέκα ἔτη, πῶς θὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ κτῆμα; Δὲν εἶναι τοῦτο καθαρὰ ἀπαγόρευσις τῆς ὑλοτομίας καὶ δήμευσις ἰδιωτικῆς περιουσίας; Δὲν εἶναι τοῦτο περιστολὴ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα σεῖς ἀνωτέρω ἐδηλώσατε ὅτι θὰ σεβασθῆτε; Παραλείπω τὸ βʹ μέρος τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τῶν δασῶν, ὄχι διότι καὶ τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην διορθώσεως· τοὐναντίον μάλιστα φρονῶ ὅτι πάντα σχεδὸν τὰ ἄρθρα καὶ διορθώσεων ἀνάγκην ἔχουσι, τινὰ δὲ καὶ παντελοῦς διαγραφῆς, ἀλλὰ διότι τὸ μέρος τοῦτο εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονικὸν καὶ ἔχει ἀνάγκην ἐπεξεργασίας εἰδικῶν συναδέλφων. Ἐπανέρχομαι μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 64, διὰ τὸ ὁποῖον προχθὲς ἔκαμα λόγον, τὸ ἀφορῶν τὴν μισθοδοσίαν τῶν δασοκόμων. Ἡ καθαρὰ μισθοδοσία αὐτῶν εἶναι 62 καὶ 50]οο. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι οἱ σημερινοὶ δασοφύλακες εἶναι καλοενδεδυμένοι, εὐπρεπεῖς, πεπαιδευμένοι καὶ ἐσπούδασαν δύο ἔτη εἰς εἰδικὴν Σχολήν. Εἰς αὐτοὺς δίδομεν 62,50]οο. Πῶς θὰ ζήσωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ κλέψωσι, πρᾶγμα εὔλογον, ἀφοῦ τόσα μεγάλα δικαιώματα ἔχουσι. Πῶς δύναται νὰ ζήσῃ ἄνθρωπος εἰς τὸν ὁποῖον μάλιστα κατὰ τὸ ἄρθρον 70 δίδομεν καὶ δικαιώματα ἀνακριτοῦ; Εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσιν, ἂν δὲν κλέπτωσι; Πολλοὶ συνάδελφοι μοὶ ἀπήντησαν προχθὲς ὅτι, ὁσαδήποτε καὶ ἂν τοῖς δώσωμεν, θὰ κλέπτωσι. Τὴν αὐτὴν βεβαίως γνώμην θὰ εἶχε καὶ ὁ νομοθέτης, διὰ νὰ ὁρίσῃ τόσον ὀλίγον μισθόν, ἡ συμπλήρωσις τοῦ ὁποίου παραδέχεται νὰ γίνῃ διὰ τῆς κλοπῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταδικάσωμεν τοιοῦτον ὑπάλληλον κατηγορηθέντα τυχὸν ἐπὶ δωροδοκίᾳ; Ἐκ τούτων καταφαίνεται ὅτι πρέπει ν’ αὐξήσητε τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἵνα τοὺς ἔχητε ὑπευθύνους καὶ ἂν θέλητε νὰ μὴ κλέπτωσι. Τὸ κεφάλαιον βʹ τοῦ 2ου μέρους περὶ καταδιώξεως καὶ ἐκδικάσεως τῶν περὶ τὰ δάση παραβάσεων εἶναι τόσον σοβαρόν, εἶναι τόσον ἀνεφάρμοστον καὶ τόσον δύσκολον διὰ τὸν κόσμον, ὥστε θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν θ’ ἀναπτύξω ἐγὼ τοῦτο, διότι εἶναι καθαρῶς νομικὸν καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ κάποιος συνάδελφος νομικός, ν’ ἀναπτύξῃ τοῦτο, διὰ νὰ ἴδητε ποῦ θὰ φθάσωμεν, ἂν ἐφαρμοσθῶσιν αὐτὰ τὰ μέτρα.
§31Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἀναγνώσατε τὸ μέρος αὐτό.
§32ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς αὐτὴν τὴν σύστασιν καὶ παρακαλῶ ἕνα ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων τῶν νομικῶν ν’ ἀναπτύξῃ αὐτὸ τὸ μέρος. Ἐξ ὅλων τῶν ἄρθρων θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ ἄρθρα 80 καὶ 82, ἵνα ἴδητε ποία φρικώδης αὐστηρότης καταντῶσα εἰς αὐθαιρεσίαν καὶ ἐξόντωσιν τοῦ πολίτου, διέπει τὸ νομοσχέδιον. (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 80. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατ’ ἀνακοπὴν ἐκδίκασις τῶν περὶ τὰ δάση πταισμάτων καὶ πλημμελημάτων ἀπουσίᾳ τοῦ μηνυτοῦ ὑπαλλήλου καὶ τοῦ ἁρμοδίου δασάρχου, ἐκδικαζομένων καὶ τῶν ἀνακοπῶν κατὰ τὴν αὐτὴν πάντοτε δικάσιμον ἡμέραν, τὴν προωρισμένην πρὸς ἐκδίκασιν τῶν περὶ τὰ δάση ἀνομημάτων». «Ἄρθρον 82. Αἱ κατὰ τὰ ἄρθρα 71 καὶ 72 τοῦ παρόντος νόμου ὑπὸ δασονομικῶν ὑπαλλήλων συντασσόμεναι ἐκθέσεις καθὼς καὶ ἡ ἐλλείψει ἑτέρων αὐτοπτῶν μαρτύρων ἔνορκος ὁμολογία τοῦ δασονομικοῦ ὑπαλλήλου ἀποτελοῦσι πλήρη ἀπόδειξιν».
§33ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Τερατῶδες!
§34ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἔκαμεν ὁ δασικὸς ἔνορκον ἔκθεσιν; Ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος.
§35ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διάταξις τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ νομοθεσίαι ἔχουσιν.
§36Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Ἔχουσι καὶ δασοφύλακας ὅμως.
§37ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, κ. Ὑπουργέ, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τοιαύτας διατάξεις, οἱ δασοφύλακες δὲν συντάσσουσι ψευδῆ πρωτόκολλα, καί, ἂν ἀποδειχθῶσι πράττοντες τοῦτο, ἡ τιμωρία εἶναι πλέον ἢ αὐστηρά. Ἀλλὰ δὲν συντάσσονται τοιαῦτα πρωτόκολλα, διότι ἡ μισθοδοσία τοῦ δασοκόμου εἶναι πλέον ἢ ἱκανοποιητικὴ καὶ δὲν εἶναι ἡ ἰδική σας, πρὸς 62 ἢ 70 δραχμάς. Εἰς τὰ Κράτη ταῦτα, κ. Ὑπουργέ, ὁ δασοκόμος δὲν πεινᾷ· ἐδῶ πεινᾷ, καὶ ἡ πεῖνα δημιουργεῖ τὸν ἐγκληματίαν. Πρέπει νὰ εἶναι φύσει κακοήθης ὁ καλῶς ἀμειβόμενος, ὅπως προβῇ εἰς ἔγκλημα. Προχωρῶν, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων τοῦ περιέργου καὶ ἐντελῶς ἀμελετήτως ὑποβληθέντος νομοσχεδίου σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 102. Λέγει τοῦτο: «Τιμωρεῖται ὁ πωλῶν καυσόξυλα ἄνευ τέλους μὲ πρόστιμον κλπ.... διότι δὲν ἔλαβε τὴν προσήκουσαν ἄδειαν». Δίκαιον καὶ νόμιμον. Ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι ὅτι μὲ τὴν αὐτὴν ποινὴν τιμωρεῖται καὶ ὁ ἀγοράζων. Τὸ τοιοῦτον εἶναι πλέον ἢ περίεργον καὶ πρωτάκουστον. Διὰ μίαν τοιαύτην παράνομον ὑλοτομίαν δυνάμεθα νὰ τιμωρήσωμεν ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν. Ὑποθέσατε ὅτι εἷς ἔμπορος καυσοξύλων μεταφέρει εἰς τὴν ἀποθήκην του καυσόξυλα ὄχι συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 102 (δηλαδὴ παρανόμως ὑλοτομηθέντα ἢ μεταφερθέντα.— Ὅλοι οἱ ἀγοράσαντες ἐκ τῆς ἀποθήκης κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τιμωροῦνται!). Καὶ σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μοὶ εἴπητε· νομοθετοῦμεν ἐνταῦθα ἢ μετεβλήθημεν εἰς συγγραφεῖς κωμῳδιῶν; Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἀπὸ τὰ ξύλα ταῦτα δὲν δύναται καὶ ὁ συντάξας τὸν νόμον ν’ ἀγοράσῃ. Καὶ ἂς μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ὁσάκις στέλλει τὸν ὑπάλληλόν του, διὰ νὰ ἀγοράσῃ καυσόξυλα, ἐξετάζει οὗτος τὰ πρωτόκολλα ὑλοτομίας καὶ μεταφορᾶς; Αὐτό, Κύριοι, εἶναι ἄνω ποταμῶν! Ὅτε, Κύριοι, ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον 107, δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ ἐξηγήσω. Καί, ὅσον τὸ ἐπανελάμβανον, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἀπορία μου ηὔξανε. Καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος συντάσσων τοιοῦτον νομοσχέδιον. Καὶ ἠρώτων ἐμαυτὸν μὴ ὁ συντάξας τοῦτο εἶναι ἐχθρὸς τῆς Πατρίδος. Ἐσκεπτόμην δ’ ὅτι, καὶ τοῦτο ἐὰν συνέβαινε, θὰ συνεστέλλετο οὗτος νὰ συντάξῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον. Καὶ κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔπεσε θῦμα τῆς κατὰ λέξιν ἀντιγραφῆς καὶ μεταφράσεως ξένου τινὸς νομοσχεδίου. Ἀλλὰ συγχωροῦμεν τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔπεσε θῦμα ἀντιγραφῆς, διὰ τὸ ἄρθρον 107. Ἐὰν ὅμως σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 109, τότε ἀσφαλῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οὗτος δὲν εἶναι θῦμα ἀντιγραφῆς, ἀλλ’ εἶναι καταφανῶς κακόπιστος, ἵνα μὴ εἴπω τι πλέον τούτου. Καὶ τιμωρεῖται, Κύριοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 109 μὲ φυλάκισιν 60 ἡμερῶν καὶ μὲ δραχ. 200 ὁ χωρικὸς ὅστις θὰ μεταβῇ εἰς τὸν ἀγρόν του, ἐὰν μεταφέρῃ εὔφλεκτον χημικὴν ἢ ὀρυκτὴν ὕλην, δηλαδὴ μίαν ὀκᾶν χόρτον, μίαν ὀκᾶν ἄχυρον, σανόν, 50 δράμια πετρέλαιον, 100 δράμια οὖζο. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει τοῦτο διὰ τὸν μεταφέροντα ταῦτα ἐν ὑπαίθρῳ τιμωρεῖται καὶ ὁ μεταφέρων ταῦτα ἐν οἰκοδομῇ, ἐὰν αὕτη κεῖται εἰς δασωμένον μέρος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι· εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ κανεὶς ἐντὸς τῆς περιφερείας τῶν 10 ἑκατομμυρίων δασωμένων στρεμμάτων; Καὶ νομίζετε ὅτι ὀλίγοι ζῶσιν εἰς δασωμένα μέρη; Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι καὶ ἐπαρχίας ὁλοκλήρους ἔχομεν τοιαύτας. Κύριε Ὑπουργέ, πρὶν φέρητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι ἔπρεπε νὰ προνοήσητε καὶ ἐξεύρητε συνοικισμοὺς εἰς οὓς νὰ τοποθετήσητε τοὺς κατοίκους τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν. Καὶ προχωρῶ, Κύριοι, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν λοιπῶν ἄρθρων (ἀναγινώσκει) «Ἄρθρον 109...». Τὸ ἄρθρον 110 περιέχει τοιούτους μαργαρίτας, ὥστε ὑπάρχει κίνδυνος νὰ θαμβωθῆτε ἀπὸ τὴν λάμψιν των. Ἀκούσατέ το (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 110. Ἀπαγορεύεται τὸ ν’ ἀνάπτῃ τις πυρὰν ἐν ὑπαίθρῳ ἐντὸς οἱουδήποτε δάσους ἢ μέχρις ἀποστάσεως 300 μέτρων ἀπὸ τῶν ἄκρων αὐτοῦ κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι 1 Ὀκτωβρίου, οἱανδήποτε προφύλαξιν καὶ ἂν ἔχῃ λάβει περὶ τῆς μὴ μεταδόσεως αὐτῆς».
§38Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀρθόν, διότι ἡ πυρὰ ἐντὸς τοῦ δάσους ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πυρκαϊάν.
§39ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἐὰν περιέλθητε τὴν ἐπαρχίαν μας, δὲν θὰ εὕρητε μέρος μὴ δασωμένον εἰς ἀπόστασιν 300 μέτρων. Πῶς θὰ ζήσωσι χωρία τὰ ὁποῖα πλαισιοῦνται ὑπὸ δασῶν; Δι’ ὄνομα Θεοῦ!
§40Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν τότε καύσατε τὰ δάση. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον!
§41ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὄχι μόνον ἐν ὑπαίθρῳ δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλ’ οὐδ’ ἐντὸς τῶν χωρίων των. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου χωρία ὁλόκληρα τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον πλέον τῶν τριακοσίων μέτρων δὲν ἀπέχουσιν ἀπὸ τὰ δάση, ἀλλ’ εἶναι ἐντὸς αὐτῶν. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου τὰ χωρία ταῦτα κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας δὲν θὰ δύνανται ν’ ἀνάπτωσι πυρὰν οὔτε ἐντὸς τῶν οἰκιῶν των, ἀφοῦ αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν ἐφάπτονται τῶν κλώνων διαφόρων δένδρων.
§42Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὰς οἰκίας των δὲν ἀπαγορεύεται.
§43ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι ἐντὸς τῶν δασῶν; Ἀπαγορεύεται βεβαίως.
§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν ὑπαίθρῳ, λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§45Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως. Δὲν λέγει εἰς τὸ σπίτι μέσα.
§46ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ποῦ θ’ ἀφήσῃ ὁ τσοπάνης τὴν κάπα του;
§47Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ τσοπάνηδων, καὶ ἐπειδὴ ἔχω καὶ ἐγὼ τσοπάνηδες εἰς τὸ κτῆμά μου, ὁ τσοπάνης θὰ πάρῃ τὸ ψωμί του ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ δάσος νὰ βοσκήσῃ τὰ πρόβατά του καὶ θὰ βγάλῃ τὸ ψωμί του νὰ φάγῃ.
§48Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Καὶ ὅταν βρέχῃ πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν ἠλεκτρικὴν σόμπαν ἐπάνω του!
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι.
§50Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§51ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§52Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖοι καίουσι τὰ δάση; Ποῖοι ἄλλοι παρὰ οἱ ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον νὰ καύσωσι τὸ δάσος, διὰ νὰ βλαστήσῃ νέον χόρτον;
§53Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Ὄχι· δὲν τὰ καίουσιν οἱ ποιμένες.
§54Ι. ΜΑΛΕΑΣ. Τὸ Δημόσιον καίει τὰ δάση.
§55Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, πῶς θὰ ζήσωσιν οἱ τσοπάνηδες εἰς τὸ βουνόν, χωρὶς πυράν;
§56ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀνάψωσι πυράν, διὰ νὰ μὴ κρυώσωσι. Ποῦ θὰ ψήτωσι τὸ ψωμί των; Ποῦ θὰ βράσωσι τὰ προϊόντα των; Πῶς θὰ βράσωσι τὸ γάλα των; Πῶς θὰ πήξωσι τὸν τυρόν των; Τί χρησιμεύουσιν εἰς αὐτοὺς τὰ ποίμνια, ὅταν δὲν κάμνωσι χρῆσιν τῶν προϊόντων των;
§57Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἐμπρηστὴς βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀνοησίαν νὰ μεταβῇ ν’ ἀνάψῃ πυρὰν εἰς τὸ δάσος, ὥστε νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλου τοῦ κόσμου.
§58ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, οἱ ποιμένες γνωρίζουσιν ὅτι, ὅταν καῇ δάσος τι, ἀπαγορεύεται νὰ βόσκῃ τις εἰς αὐτὸ ἐπὶ δεκαετίαν καὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ τὰ φυλάξωσιν. Ὑπάρχει ἄλλος νόμος ὅτι εἰς κεκαυμένον δάσος οὐδὲν ζῷον ἐπιτρέπεται νὰ πατήσῃ. Λοιπὸν αὐτοὶ ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ τὰ φυλάξωσι καλλίτερον.
§59Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς κεκαυμένον δάσος δὲν ἐπιτρέπεται, κύριε συνάδελφε, ἀλλ’ ἀρκεῖ ἓν εἰκοσιπεντάδραχμον νὰ δοθῇ εἰς τὸν χωροφύλακα καὶ τὸ ἐπιτρέπει!
§60Ι. ΜΑΛΕΑΣ. Τότε κάμετε δασοφύλακας.
§61ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Τότε κάμετε δασικούς. Ἐνῷ τοὺς θέλετε εὐπρεπεῖς καὶ δίδετε εἰς αὐτοὺς βαθμὸν ἐργοδηγοῦ, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν. Ἄλλο συνιστῶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὸ ἄρθρον 66. Νὰ μισθοδοτήσῃ καλῶς τοὺς δασικούς, διὰ νὰ μὴ κλέπτωσι. Πῶς θέλετε νὰ ζήσωσιν αὐτοί, οἰκογενειάρχαι ἄνθρωποι, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν, Κύριοι, ἐπὶ δύο ἔτη, μὲ 62.50 τὰς ὁποίας τοῖς δίδετε; Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): Ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου μέχρι 1 Ἀπριλίου ὁ ποιμὴν θὰ ἀνάψῃ πυρὰν μόνον ἐντὸς οἰκιῶν καὶ μανδρῶν.
§62ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως· εἰς τὸ μανδρί του. Ποῦ ἀλλοῦ;
§63ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Εἰς τὸ μανδρὶ δὲν μένουσιν οἱ ποιμένες· μένουσιν οἱ μεγαλείτεροι, ὁ τσέλιγκας καὶ οἱ ἄλλοι. Οἱ ποιμένες μένουσιν εἰς τὸ βουνόν. Πῶς θέλετε νὰ ζήσωσιν αὐτοὶ εἰς τὸ βουνὸν ἐπάνω μὲ δύο καὶ πλέον μέτρων χιόνι;
§64Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅταν θέλῃ τις νὰ καύσῃ τὸ δάσος, διὰ νὰ καλλιεργήσῃ γαίας, τὸ καίει, χωρὶς νὰ εἶναι ποιμήν. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ εἶναι ποιμήν. Μεταβαίνει ἀπὸ σκοποῦ καὶ θέτει πῦρ, καὶ τὸ πρᾶγμα τελειώνει. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημά σας δὲν εἶναι σκόπιμον διόλου.
§65ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν εἶναι ἐλεύθερος ν’ ἀνάψῃ πυρὰν ὅπου φθάνει, ἐν ὑπαίθρῳ, δύναται αὕτη νὰ μεταβληθῇ εἰς πυρκαϊάν.
§66ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Δὲν λέγει αὐτό, κύριε Ὑπουργέ, τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν ὑπάγῃ ὁ δασοκόμος ἢ ὁ δασάρχης καὶ ἴδῃ ὅτι δὲν ἤναψε πυράν, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 110, ἐδάφιον βʹ, τί θὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ ποιμήν;
§67ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ τιμωρηθῇ.
§68ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Θὰ τιμωρηθῇ;
§69ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως· διότι παραβαίνει τὸν νόμον.
§70Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Σήμερον τὰ πρόβατα κοιμῶνται ἐδῶ καὶ αὔριον εἰς ἄλλο μέρος.
§71ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, προσέξατε καλῶς μήπως μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθον οἱ καλόγηροι μὲ τὴν γάτταν.
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἔπαθον;
§73ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Εἰς Μοναστήριόν τι οἱ καλόγηροι ἠθέλησαν ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ μίαν γάτταν, ἡ ὁποία ἐπροξένει ζημίας. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἠδύναντο νὰ τὴν φονεύσωσιν, ἀπεφάσισαν ἐν συμβουλίῳ, ἀσπασθέντες τὴν γνώμην ἑνὸς τῶν καλογήρων, νὰ κλείσωσι τὴν γάτταν εἰς τὸ Μοναστήριον καὶ κατόπιν νὰ θέσωσι πῦρ. Ἡ συμβουλὴ ἐξετελέσθη. Ἡ γάττα ἐκάη, μετ’ αὐτῆς ὅμως ἐκάη καὶ τὸ Μοναστήριον (παρατεταμένοι γέλωτες).
§74Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Ποῦ ἔγινεν αὐτό; Εἰς τὰ Μετέωρα;
§75ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 117 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις ἀναφερόμεναι ἀποζημιώσεις κλπ.» Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, Κύριοι, ὅσοι εἶσθε δικηγόροι, εἴπατέ μοι· εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἐν ἔτει 1909 τοιοῦτον ἄρθρον; Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ εἴπητε ἐλευθέρως. Ἐὰν εὑρεθῇ εἷς ἔστω νομικὸς νὰ εἴπῃ ναί, ἐγὼ ὑπόσχομαι ἀμέσως καὶ ἀναγνωρίζω τὸ λάθος μου· ζητῶ καὶ συγγνώμην μάλιστα, διότι ἐδαπάνησα τόσην ὥραν. Ἀλλὰ πλὴν ὅλων τούτων, Κύριοι, καὶ ἕτεροι λόγοι εἶναι οἵτινες πρέπει νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ διάταξις καθ’ ἣν κατάσχονται καὶ δημεύονται τὰ ζῷα ἢ ὑποζύγια, ἐὰν ὁ δασοκόμος ἀποφανθῇ ὅτι ἔστω καὶ ἕν καυσόξυλον τοῦ φορτίου εἶναι χρήσιμον δι’ ἄλλην ἐργασίαν, καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ὑλοτομίαν. Ἡ διάταξις δ’ ὅτι τὸ ἐνόρκως βεβαιούμενον πρωτόκολλον ἀποτελεῖ πλήρη ἀπόδειξιν θὰ ἐμποδίσῃ πάντα ἀπὸ τὴν ὑλοτομίαν. Καὶ ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ κηρύσσει διὰ τοῦ τύπου ὅτι καὶ τὰ δάση θὰ σώσῃ καὶ πολλὰ ἑκατομμύρια θὰ εἰσπράξῃ. Τὸν ἐρωτῶ· πῶς θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ἑκατομμύρια καὶ πῶς θὰ ὑλοτομηθῶσι τὰ δάση, ὅταν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχῃ διάταξις ὅτι εἰς δάσος ὑλοτομηθὲν ἀπαγορεύεται ἡ βοσκὴ ἐπὶ πέντε ἔτη; Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὸ ζήτημα τῶν δασῶν εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένον μὲ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν δασῶν εἶναι μηδαμινὴ ἀπέναντι τῆς ἀποδόσεως τῆς βοσκῆς; Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἢ ἡ ὑλοτομία δὲν θὰ γίνῃ ἐντελῶς καὶ συνεπῶς δὲν θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ἐπαγγελλόμενα ἑκατομμύρια, ἢ ἡ κτηνοτροφία τελείως θὰ καταστραφῇ, ἡ ὁποία σήμερον εὑρίσκεται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν. Ταύτην λοιπόν, ἔχουσαν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως, ζητεῖτε σεῖς νὰ καταστρέψητε; (Εὖγε ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Πρώτιστον μέλημα τοῦ συντάκτου τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἔδει νὰ εἶναι ἡ σύνδεσις τοῦ δασικοῦ ζητήματος πρὸς τὸ κτηνοτροφικόν, διότι πάντες γνωρίζομεν ὅτι ταῦτα εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένα πρὸς τὴν χώραν μας καὶ οὐχὶ ἡ ἀντιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ Γερμανικοὺς καὶ Σουηδικοὺς νόμους. Ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὴν χώραν μας διέπουσιν ἄλλα ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ ὅτι ἡμεῖς ζῶμεν ὑπὸ ἄλλας κλιματολογικὰς συνθήκας. Τὰ πρόβατα λ. χ. ἐν Ῥωσίᾳ ζῶσιν ἐπὶ μῆνας κεκλεισμένα εἰς ποιμνιοστάσια καὶ τρέφονται μὲ χόρτον καὶ ἄχυρα, ἐνῷ τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐδῶ. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις, κ. Ὑπουργέ, εἶχον νὰ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς. Τὸ ἀνεφάρμοστον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοσοῦτο καταφανές, οἱ ἐπαπειλοῦντες τὴν δημοσίαν τάξιν κίνδυνοι, ἂν ψηφισθῇ ὅπως ἔχει, εἶναι τοσοῦτον ἀναπόφευκτοι, ἡ διατάραξις τῆς κοινῆς ἡσυχίας εἶναι τοσοῦτον ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἐπέλθῃ, τὰ λάθη τέλος τοῦ νομοσχεδίου, ἅτινα τὸ καθιστῶσι τελείως ἀνεφάρμοστον, βροντοφωνοῦσι τόσον δυνατά, ὥστε δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιμένητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἀποσύρατέ το ἢ τοὐλάχιστον παραπέμψατέ το εἰς ἐπιτροπήν, διότι εἶναι τελείως ἀνεφάρμοστον καὶ μίαν ἡμέραν θὰ μὲ ἐνθυμηθῆτε, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ ἐνθυμηθῆτε.
§76ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ, ὅπως παραπεμφθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν. Κατὰ τὴν βάσιν θεωρῶ ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι ἀπόπειρα κωδικοποιήσεως ὅλων τῶν νομοθετημάτων περὶ δασῶν, καὶ θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὑπάρχῃ τοῦτο, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἀλληλοσυγκρουομένας διατάξεις, ἃς ἀπαντῶμεν εἰς τὴν σημερινὴν δασικὴν νομοθεσίαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὄχι μόνον σφαλερά, ἀλλὰ καὶ δημευτική. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, μία ξένη ἑταιρεία εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ νὰ ἐνοικιάσῃ ὅλα τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, αἱ δὲ ὀρειναὶ Ἐπαρχίαι θὰ ἐρημωθῶσι τελείως. Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νομοσχεδίου «ἡ κάρπωσις παντὸς δασικοῦ προϊόντος τῶν εἰς τὸ Δημόσιον, δήμους, κοινότητας, Μονὰς καὶ κοινωφελῆ νομικὰ πρόσωπα ἀνηκόντων ἢ ὑπ’ αὐτῶν διακατεχομένων δασῶν, ὧν ἡ διαχείρισις διενεργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει προσωρινῶν ἢ μονίμων διαχειριστικῶν σχεδίων, διατίθεται διὰ δημοπρασίας εἴτε μονομερῶς, εἴτε ἑνωτικῶς, εἴτε ἐτησίως, εἴτε καὶ δι’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ διαχειριστικοῦ σχεδίου». Τὸ διαχειριστικὸν σχέδιον διαρκεῖ δέκα ἔτη, δύνανται δὲ ὁλόκληρα δάση νὰ ἐνοικιασθῶσιν εἰς ξένην ἑταιρείαν, ἡ ὁποία νὰ ὑλοτομήσῃ διὰ ξένων ἐργατῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ δάση τῆς Θεσσαλίας τὰ ὑλοτομοῦσι Βούλγαροι, τοὺς ὁποίους μόνον τελευταίως κατωρθώσαμεν νὰ ἀπελάσωμεν χάρις εἰς τὴν καλὴν θέλησιν τῶν Ἀρχῶν. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη οὐδεμίαν ἐργασίαν θὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐντοπίους. Περιορίζομαι μόνον τὴν διάταξιν ταύτην νὰ ἀναφέρω, διότι νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον πρὶν ἢ ἐξετασθῇ ἐπιμελῶς ὑπὸ ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμείνῃ, βεβαίως θέλω λάβει ἐκ νέου τὸν λόγον καὶ θέλω συζητήσει ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἄρθρων, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν θὰ εὕρω λάθη, ἂν ὄχι πάντα ἐπικίνδυνα διὰ τὸν πληθυσμόν, τοὐλάχιστον σφαλερά, ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἰσότητος.
§77Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν συζήτησιν οὐδὲ θέλω νὰ συστήσω ἢ νὰ μὴ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποφασίσῃ. Ἐγὼ ἓν πρᾶγμα γνωρίζω. Δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς ἄλλας ἐπαρχίας· γνωρίζω ὅμως ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας Χαλκίδος καὶ Ξηροχωρίου γίνεται λεηλασία.
§78ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ γίνεται πανταχοῦ.
§79Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λεηλασία τοῦ χειρίστου εἴδους.
§80ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Καὶ τώρα γίνεται χειροτέρα λεηλασία.
§81Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Γίνεται λοιπὸν λεηλασία τελεία, λεηλασία πρὸς καταστροφὴν τῶν δασῶν, λεηλασία πρὸς κλοπὴν τοῦ φόρου τῶν δασικῶν προϊόντων. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἢ προπαρελθοῦσαν Σύνοδον—μοὶ φαίνεται κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον — κατήγγειλα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πράγματα καὶ τερατουργήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὰς ἐπαρχίας Χαλκίδος καὶ Ξηροχωρίου, ὅπου τὰ δάση κατεστράφησαν τελείως, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ οὔτε δέκα δραχμῶν φόρον. Κλοπὴ τοῦ αἰσχίστου εἴδους. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὡμίλουν, αἱ παραλίαι τῆς Εὐβοίας ἦσαν πλήρεις ξυλείας, ἡ ὁποία εἶχεν ὑλοτομηθῆ, χωρὶς οἱ ὑλοτομήσαντες νὰ πληρώσωσι φόρον εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐζήτησα τὴν ἀποστολὴν ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις καὶ μετέβη ἐκεῖ, καὶ δι’ ἐκθέσεώς του διεβεβαίωσεν ὅσα κατήγγειλα ἐγὼ τότε. Ἀλλ’ ὁ ἐπιθεωρητὴς τότε ἀπεκλήθη τρελλός, διότι ἔκαμε τὸ καθῆκον του. Καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ὑλοτομήσαντες τὴν ξυλείαν ἄνευ ἀδείας ἐζημίωσαν πλέον τῶν ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν τὸ Δημόσιον. Ἡ ξυλεία αὐτὴ ἐφορτώθη καὶ ἐπωλήθη καὶ οὐδεὶς ἔλαβε πρόνοιαν νὰ κατάσχῃ αὐτήν. Οἱ κύριοι αὐτοὶ οἱ ὑλοτομήσαντες τὴν ξυλείαν κατηγγέλθησαν εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἡ δικαιοσύνη εἶχεν ἀγρὸν ἀγοράσει, καὶ οὕτω παρῆλθεν ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία, καὶ οἱ ζημιώσαντες τὸ Δημόσιον δὲν ἔδωκαν οὔτε λεπτόν. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα, καὶ ἰδίᾳ, κ. Ὑπουργέ, συνιστῶ νὰ λάβητε μέτρα ἐναντίον τῶν Κυρίων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ νὰ παύσωσι νὰ κλείωσι τοὺς ὀφθαλμούς των.
§82Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐκεῖ ποῦ θέλουσι.
§83Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διότι εἶναι παραλυσία τελεία. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἀπὸ δασικὰ προϊόντα κλέπτονται κατ’ ἔτος ἀπὸ τὸ Δημόσιον. Ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα κατὰ τῶν καταχρήσεων αὐτῶν, διότι τί ὠφελεῖ νὰ ψηφίζωνται νόμοι, ὅταν δὲν κατορθωθῇ, ὥστε τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ νὰ εἶναι τίμιον; Ἐὰν δὲν γίνωσιν αὐτά, τὰ νομοσχέδια σήμερον εἶναι σάρτσαλα!
§84Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι διατεθειμένος βεβαίως, μεριμνῶν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ὅπως ὁ νόμος ὁ ὑπὸ συζήτησιν κατασταθῇ τελειότερος καὶ ἐπωφελὴς τόσον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅσον καὶ εἰς τὰ τῶν πολιτῶν. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης ἀγόμενος φθάνω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀντιστῇ εἰς μίαν λογικὴν ἀναβολήν, ὅπως τόσον αὐτός, ὅσον καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡμεῖς πάντες εὕρωμεν τὸν κατάλληλον ὑλικὸν χρόνον, ἵνα μελετήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως δέον νὰ κατασταθῇ νόμος τοῦ Κράτους ἐπὶ λογικῆς καὶ μεμετρημένης βάσεως. Ἐὰν θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει σήμερον, δὲν θ’ ἀποβῇ ὠφέλιμον, ἀλλὰ τοὐναντίον θ’ ἀποβῇ ὀλεθριώτατον τόσον διὰ τὸ Δημόσιον, ὅσον καὶ διὰ τοὺς πολίτας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν προνοεῖ διὰ τίποτε. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας του, διὰ νὰ κρίνω αὐτό. Ἀρκεῖ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σφαλερὰ καὶ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει δὲν ἐπιτυγχάνεται. Διότι ἐπιδιώκεται ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καὶ ὑλικὸς σκοπός, διὰ νὰ δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸν φόρον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως εἶναι φόρος μεγάλης ὑλικῆς ἀξίας, νὰ τὸν ἐκμεταλλεύηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος. Ὡς ἔχει ὅμως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι πολυτελέστατον κατὰ τρόπον φρικώδη, ἐὰν θελήσω νὰ ἀνατάμω εἰς τὰς λεπτομερείας του, δὲν θὰ ἴδω τίποτε ἄλλο εἰμὴ μίαν δημιουργίαν ὁλοκλήρου στρατιᾶς δασονομικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ καταστῶσιν ἡ μάστιξ τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περιέχει καὶ διατάξεις αἵτινες ἄρδην ἀνατρέπουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, αἵτινες περιορίζουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν συγγένειαν πρὸς τὰς παρ’ ἡμῖν ἰσχυούσας διατάξεις, προκειμένου περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ νὰ μελετηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τοῦ ἰδίου καὶ ὑφ’ ἡμῶν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ὅπως γίνῃ τελειότερον, διότι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον σήμερον, θὰ κατασταθῇ βασανιστήριον φρικῶδες καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας. Ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ κανονίσω τὴν περαιτέρω πορείαν μου ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου.
§85ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον εἰσηγήθημεν τὸ οἰκονομικόν μας ἔργον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μετὰ ταῦτα ἐπανειλημμένως ἐδήλωσα πρὸς ὑμᾶς ὅτι οὔτε ἐγὼ οὔτε οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀλαθήτου, ὅτι δὲ διὰ τοῦτο προθύμως θὰ ἐδεχόμεθα ἢ μᾶλλον θὰ παρεκαλοῦμεν νὰ παράσχητε τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν ὑμῶν εἰς τὴν τελειοτέραν ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων μας. Μετὰ τοιαύτας δηλώσεις δὲν ἐπιτρέπεται, νομίζω, εἴς τινα νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἠδυνάμην ἐγὼ τώρα ν’ ἀποκρούσω τὴν παραπομπὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Προθύμως πάνυ συναινῶ εἰς τοῦτο καὶ εὔχομαι ἐκ μέσης καρδίας, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀναγνωρίζουσα τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος τῶν δασῶν ἐπιληφθῇ μετὰ πάσης σοβαρότητος τῆς συζητήσεως καὶ ἐπεξεργασίας τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπιφέρῃ εἰς αὐτὸ ὅσας νομίσῃ ἀναγκαίας τροπολογίας. Ἐγώ, Κύριοι, περὶ ἑνὸς μόνον δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπεδίωξα κυρίως δύο τινά, πῶς ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἀξίαν λόγου πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ προστατεύσωμεν καὶ διασώσωμεν τὰ δάση ἐκ τῆς καταστροφῆς, εἰς ἣν εἶναι αὐτὰ ἐκτεθειμένα τώρα καὶ ἥτις ἐπαπειλεῖ νὰ μεταβάλῃ ἄρδην καὶ αὐτὸ τὸ κλῖμα τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πρόθεσίς μου κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὅπως δὲ μὴ μείνῃ ἴχνος ἀμφιβολίας περὶ τούτου, ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ δικαιολογήσω ἀπὸ τοῦδε τὰς βάσεις του τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἷς τῶν προαγορευσάντων δὲν ἐδίστασε νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς προθέσεώς μου. Εἶναι αὐτὸς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Καλαμπάκας, ὅστις παρέστη ὡς φυσικὸς συνήγορος καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν ποιμένων, οὓς ἐφαντάσθη ἀδικουμένους διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑφ’ ἡμῶν τῶν δῆθεν ξένων πρὸς τὸν τόπον καὶ ἀγνοούντων παντάπασι τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς διάγουσι τὴν σήμερον οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ποιμένες ἐν Ἑλλάδι, ὡσανεὶ ἡμεῖς δὲν ἀντεπροσωπεύομεν καὶ δὲν προηρχόμεθα ἐξ ἐπαρχιῶν γεωργικῶν καὶ κτηνοτροφικῶν καὶ περιεμένομεν νὰ διδαχθῶμεν τώρα παρ’ αὐτοῦ πῶς πρέπει νὰ κηδώμεθα τῶν συμφερόντων των! Ὁ πρῶτος, Κύριοι, σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πῶς ὑπὸ τὰς παρούσας οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους νὰ ἐξασφαλίσωμεν μίαν ἀξιόλογον πρόσοδον ἐκ τῶν δασῶν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν τώρα ἐξ αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο δυνατόν; Ἡ δασικὴ ἐπιφάνεια τῆς Ἑλλάδος ὑπολογίζεται εἰς 6–6½ ἑκατομμ. στρεμμάτων περίπου· λέγω δὲ περίπου, διότι οὐδέποτε δυστυχῶς ἔχει γίνει καταμέτρησις, οὐδ’ ἔχει συνταχθῆ ἀκριβὴς στατιστικὴ τῶν δασῶν μας. Ἂν τώρα ἀναλογισθῶμεν ὁποῖον εἰσόδημα ἔχουσι κατὰ στρέμμα ἐκ τῶν δασῶν τὰ ἄλλα Κράτη καὶ ὁποῖον τὸ ἡμέτερον, θὰ ἴδωμεν ὁπόσον μεγάλη ζημία προσγίνεται εἰς τοῦτο. Τὰ ἄλλα, Κύριοι, Κράτη ἔχουσιν ἀκαθάριστον πρόσοδον κατὰ στρέμμα ἐκ δεκάδων ὅλων φράγκων ἢ μάρκων κατ’ ἔτος, καθαρὰν δὲ τοιαύτην ποικίλλουσαν μεταξὺ 1.60 καὶ 10.40, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον ἐκ 5 φρ. κατὰ στρέμμα. Ἐὰν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῶν δασῶν μας ἐτήσιον καθαρὸν εἰσόδημα οὐχὶ 5, οὐχὶ 1.60, ἀλλὰ 1 δρχ. μόνον κατὰ στρέμμα, θὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον ἐτησίως ἐκ τῶν 6–6½ ἑκατομμ. στρεμμάτων αὐτῶν ἴσον ποσὸν δραχμῶν. Καὶ ὅμως πόσα εἰσπράττει αὐτὸ τώρα; 1,600–1,700 χιλ. δρχ., ἤτοι ὡς ἔγγιστα πέντε ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα ἔπρεπε νὰ εἰσπράττῃ αὐτὸ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς ἄλλα Κράτη.
§86Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§87Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰ εἴδη τῆς ξυλείας, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἄλλοι.
§88ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει εἶδος ξυλείας ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀπαντᾷ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι ἀλλαχοῦ ἠξεύρουσι νὰ ἐκμεταλλεύωνται ὡς δεῖ τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον τῶν δασῶν, χωρὶς νὰ καταστρέφωνται ταῦτα, χωρὶς νὰ ὑφίστανται οἱανδήποτε ζημίαν ἀνεπανόρθωτον, ἐνῷ ἡμεῖς μὲ ὅλον αὐτὸ τὸ γλίσχρον καὶ ἀνάξιον λόγου εἰσόδημα τοῦ Κράτους βλέπομεν τὴν χώραν ἡμῶν ὁλονὲν ἀποψιλουμένην ἐκ τῶν ὡραίων δασῶν της. Καὶ τώρα ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι· δὲν ἐξεγείρεται ἡ συνείδησίς σας ἐναντίον αὐτῆς τῆς καταστάσεως καὶ δὲν ἀξιοῖ τὴν ἄμεσον, εἰ δυνατόν, θεραπείαν τοιούτου κακοῦ; Δὲν εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια δι’ ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλλωμεν ἑκάστοτε φόρους δυσβαστάκτους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ ὀλιγωρῶμεν ἀσυνειδήτως τῶν δασῶν μας, ἐξ ὧν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων ἐκ πέντε ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων ἐτησίως; Ἡμεῖς ὅμως διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν ἐπιδιώκομεν ἁπλῶς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀλλὰ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὴν προστασίαν καὶ σωτηρίαν τῶν δασῶν ἐκ τοῦ ὀλέθρου, ὅστις ἐπικρέμαται εἰς αὐτὰ τώρα. Ἰδοὺ ὁ δεύτερος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ καὶ σπουδαιότερος κατ’ ἐμὴν γνώμην. Τὰ δάση κέκτηνται μεγίστην σημασίαν οὐ μόνον διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν πολιτισμὸν καθόλου χώρας τινός. Διὰ τοῦτο πάντες οἱ πεπολιτισμένοι λαοὶ σκέπουσι καὶ περιέπουσιν αὐτὰ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, θεωροῦντες τὴν καλήν των διατήρησιν ὡς ἓν τῶν κυριωτάτων γνωρισμάτων τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ αὐτῶν. Τὰ δάση, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ πηγὴ πλούτου, ἀλλὰ καὶ καταλέγονται μεταξὺ τῶν πρωτίστων παραγόντων τῆς ἀναπτύξεως καὶ προαγωγῆς τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας καὶ παντοειδοῦς βιομηχανίας. Ὁπόσον ὀλεθρίως ἐπιδρᾷ ἡ καταστροφή των, κατανοεῖ ἕκαστος ἐπισκεπτόμενος διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος ἀπεψιλωμένα τῶν δασῶν των. Ἔχουσιν αὐτὰ ἤδη προσλάβει ἀγρίαν ὄψιν, μεταβληθέντα εἰς χαράδρας δυσπροσίτους, στερουμένας γονίμου ἐδάφους καὶ πάσης σχεδὸν βλαστήσεως. Φυσικὴ συνέπεια τούτου εἶναι ὅτι τὸ μὲν θέρος ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν ξηρασία μεγάλη, τὸν δὲ χειμῶνα πᾶς ὑετός, πᾶσα χιὼν ἀναλυομένη μεταβάλλει ὅλας τὰς χαράδρας εἰς χειμάρρους, κατακλύζοντας κοιλάδας καὶ πεδιάδας, καταστρέφοντας καλλιεργημένας ἐκτάσεις καὶ σχηματίζοντας ἕλη καὶ τέλματα, τὰς ἑστίας ταύτας τῆς λυμαινομένης τὴν Ἑλλάδα ἑλονοσίας. Αὐταί, Κύριοι, εἶναι αἱ ὀλέθριαι συνέπειαι τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν διὰ τὴν χώραν ἡμῶν. Ἀλλὰ τίνα τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ τούτου; Πρῶτον καὶ κύριον αἴτιον εἶναι ἡ παντελὴς σχεδὸν ἔλλειψις ἀστυνομίας τῶν δασῶν παρ’ ἡμῖν, ἥτις ἠδύνατο νὰ προλαμβάνῃ τὰ διαπραττόμενα κατ’ αὐτῶν ἐγκλήματα. Ἐνόσῳ εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος ποιμὴν ἐν οἱᾳδήποτε ὥρᾳ τοῦ ἔτους καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πρώτου τυχόντος δάσους ν’ ἀνάψῃ πυρὰν πρὸς θέρμανσίν του ἢ πρὸς παρασκευὴν ἐδέσματος, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ ὀβελίου ἀμνοῦ· ἐνόσῳ εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος γεωργὸς τὸν Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον μῆνα νὰ θαμνεύῃ τοὺς παρὰ τὰ δάση ἀγρούς του καίων ἐπιτοπίως τοὺς ἀποκοπτομένους θάμνους· ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ ἐν Ἑλλάδι αὐτὸ τὸ κατὰ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Καλαμπάκας ἰδεῶδες ποιμενικοῦ καὶ ἀγροτικοῦ βίου, θὰ ἔχωμεν πάντοτε τὰς τυχαίας πυρκαϊάς, τὰς ἐξολοθρευούσας ὁλόκληρα δάση κατ’ ἔτος. Εἶναι, Κύριοι, πλάνη νὰ νομίζωμεν ὅτι ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν ἐκ πυρκαϊῶν προέρχεται ἐξ ἐμπρησμῶν, γινομένων ἐπίτηδες. Αἱ πλεῖσται πυρκαϊαὶ αὐτῶν εἶναι τυχαῖαι καὶ ὀφείλονται ἀκριβῶς εἰς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος πυρὰς τῶν ποιμένων καὶ γεωργῶν μας. Δεύτερον αἴτιον τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν μας εἶναι ὅτι πάντες ἐν Ἑλλάδι προθυμοποιοῦνται νὰ ξυλεύωνται εἰς τὰ δάση μας, ὑλοτόμοι, ἀνθρακεῖς, γεωργοὶ καὶ ποιμένες, οὐδεὶς ὅμως ἀπολύτως φροντίζει ἢ σκέπτεται κἂν περὶ ἀναδασώσεως τοῦ οὕτω πως ἀποψιλουμένου ἐδάφους. Ὅ,τι κάμνει ἡ φύσις ἀφ’ ἑαυτῆς. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ τὸ ἔργον τῆς φύσεως ἀνακόπτουσι καὶ ματαιοῦσι πολλάκις οἱ ποιμένες, οἱ ὁδηγοῦντες τὰς αἶγάς των εἰς ἀπηγορευμένας δασικὰς θέσεις πρὸς βοσκήν, καὶ οἱ γεωργοί, οἱ σπεύδοντες νὰ μεταβάλωσιν αὐτὰς εἰς ἀγρούς· διότι δυστυχῶς οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σχετικῶν ἀπαγορευτικῶν διατάξεων ἢ δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν τοῦτο ἢ καταπροδίδουσι τὸ καθῆκόν των προερχόμενοι εἰς ἰδικιτέρας συμφωνίας μὲ τοὺς ἐνδιαφερομένους γεωργοὺς καὶ ποιμένας. Τρίτον αἴτιον τοῦ κακοῦ εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν ἐν Ἑλλάδι, ὅμοιον τοῦ ὁποίου ἀδύνατον ν’ ἀνεύρωμεν οὐ μόνον εἰς πεπολιτισμένας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἡμιπολιτίστους χώρας. Οὕτω, Κύριοι, οἱ ὑλοτόμοι λαμβάνοντες ἄδειαν νὰ ξυλευθῶσιν εἰς ὡρισμένα δάση ἔχουσι πλήρη ἐλευθερίαν ν’ ἀποκόψωσιν ἐξ αὐτοῦ ὁσουσδήποτε κορμοὺς χρειάζονται, ἀποκαθαίροντες τούτους ἐξ ὅλων τῶν κλάδων, κλώνων καὶ φλοιῶν των, οἵτινες ἐγκαταλείπονται ἐκεῖ εἰς τὴν διαρπαγὴν καὶ τὴν φθοράν, καίτοι ἐκπροσωποῦσιν ἀξίαν ὄχι εὐκαταφρόνητον διὰ τὸ Δημόσιον. Οἱ ἔχοντες ἀνάγκην καυσίμου ξυλείας ἀποκόπτουσιν ἐκ τῆς ῥίζης πρὸς εὐκολίαν των μεγάλα δένδρα, ἐξ ὧν περικαθαίροντες τοὺς χρησίμους εἰς αὐτοὺς κλάδους καὶ κλῶνας ἐγκαταλείπουσι τοὺς δυσμετακομίστους κορμοὺς εἰς τὴν σῆψιν. Ἀλλὰ τὴν μεγίστην φθορὰν ἐπιφέρουσιν εἰς τὰ δάση οἱ καίοντες ἀσβεστοκαμίνους καὶ οἱ ἀνθρακεῖς, οἱ ἀσυνειδήτως καταστρέφοντες ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὅλα τὰ νεόφυτα. Ὁ τρόπος, Κύριοι, αὐτὸς τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν καλεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης λῃστρικὸς (Raubwirthschaft) καὶ ἀναφέρεται ὡς ἀποτρόπαιον παράδειγμα διὰ τὴν δασονομίαν. Δὲν εἶναι ὅμως αἶσχος διὰ τὴν Ἑλλάδα ν’ ἀκολουθῇ τὴν σήμερον μόνη ἴσως αὐτὴ ἐν Εὐρώπῃ τὸν τοιοῦτον τρόπον ἐκμεταλλεύσεως; Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ καθιερώσῃ καὶ αὐτὴ τὴν ἀλλαχοῦ ἀπαντῶσαν λογικὴν καὶ συστηματικὴν ἐκμετάλλευσιν, δι’ ἧς καὶ μόνης εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῶσι τὰ δάση της καὶ ν’ ἀποβῶσι μᾶλλον προσοδοφόρα, ὡς ἀλλαχοῦ, καὶ παρ’ ἡμῖν; Ἀλλὰ ποία τις ἡ τοιαύτη ἐκμετάλλευσις; Προκειμένου Κύριοι, περὶ ζητήματος τόσον ζωτικοῦ διὰ τὴν χώραν ἡμῶν, ὁποῖον τὸ δασικόν, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠθελήσαμεν ν’ αὐτοσχεδιάσωμεν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Συνεβουλεύθημεν τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας ἄλλων χωρῶν, τῶν ὁποίων ἡ δασικὴ νομοθεσία θεωρεῖται τὴν σήμερον ὡς πρότυπον, καὶ τοῦτο ἐφροντίσαμεν νὰ μεθαρμόσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὰς καθ’ ἡμᾶς κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς συνθήκας. Δὲν ἀποκρύπτω μάλιστα ὅτι εὐρυτάτη πηγὴ διὰ τὸ νομοσχέδιόν μας ὑπῆρξεν ἡ Βαυαρικὴ δασικὴ νομοθεσία, ἥτις εἶναι μία τῶν τελειοτέρων εἰς τὸ εἶδός της. Ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῆς εἰσάγομεν καὶ παρ’ ἡμῖν τὸν μόνον λογικὸν καὶ συστηματικὸν τρόπον ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν, ὁρμηθέντες ἐκ τῆς ἀρχῆς καθ’ ἣν πάντα τὰ δάση, μάλιστα δὲ τὰ δημόσια, θεωροῦνται μεγάλα μόνιμα ἢ σταθερὰ κεφάλαια, τῶν ὁποίων οὐδέποτε σχεδὸν ἐπιτρέπεται ἡ ἀθρόα ῥευστοποίησις, οὐδαμῶς δὲ ἡ μετατροπὴ εἰς ἄλλου εἴδους κεφάλαια. Συμφώνως, Κύριοι, πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωμεν, ἵνα ἡ κάρπωσις τῶν δασῶν γίνηται μετὰ μελέτην τῶν διαφόρων φυσικῶν, οἰκονομικῶν καὶ δημοσιονομικῶν ὅρων ὑφ’ οὓς ἕκαστον αὐτῶν ὑφίσταται καὶ δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ, καὶ δὴ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἡ κάρπωσις μηδέποτε νὰ ὑπερβαίνῃ τὴν παραγωγήν του, λαμβάνηται δὲ κατ’ αὐτὴν πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν ἡ ἐξασφάλισις τῶν ὑπὸ τῶν δασῶν παρεχομένων γενικῶν ὠφελειῶν, τῶν ἐπιβαλλουσῶν πολλάκις μείζονα περιορισμὸν τῆς καρπώσεως. Αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου συναπαρτίζουσι τὸ πρῶτον μέρος αὐτοῦ, τὸ «περὶ διαχειρίσεως δασῶν». Ἐν αὐτῷ, Κύριοι, καθορίζονται τὰ δημόσια, μοναστηριακά, δημοτικά, κοινοτικά, τὰ εἰς κοινωφελῆ νομικὰ πρόσωπα ἀνήκοντα καὶ τὰ ἰδιωτικὰ δάση, ἐφ’ ὧν πάντων ἐπιτρέπεται ἡ κάρπωσις ἐπὶ τῇ βάσει διαγράμματος, ὅπερ καλεῖται «διαχειριστικὸν σχέδιον» καὶ στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς διαρκοῦς ἀπολήψεως τοῦ προϊόντος αὐτῶν. Τὸ διαχειριστικὸν σχέδιον συντάττεται μετ’ ἀκριβῆ ἐπιστημονικὸν ὑπολογισμὸν τῆς ἐτησίας προσόδου ἑκάστου δάσους κατ’ εἶδος καὶ ποσὸν τῶν διαφόρων δασικῶν προϊόντων, καθοριζομένων δι’ αὐτοῦ καὶ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τρόπου τῆς καρπώσεως, ὡς καὶ πάντων τῶν μέτρων, τῶν συντελεστικῶν εἰς βελτίωσιν καὶ αὔξησιν τῆς δασικῆς παραγωγῆς. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι τὸ κύριον δασικὸν προϊόν, οὗτινος δὲν πρέπει νὰ διακινδυνεύῃ ἡ παραγωγὴ ἐκ τῆς ἀπολήψεως οἱουδήποτε ἄλλου δασικοῦ προϊόντος, θεωρεῖται ἡ ξυλεία. Ἐπιτρέψατέ μοι δέ, Κύριοι, ἵνα λαμβάνων ταύτην ὡς παράδειγμα ἐξηγήσω πρὸς ὑμᾶς μᾶλλον ἐμπεριστατωμένως τὸ πρᾶγμα. Προκειμένου περὶ ξυλείας ἕκαστον δάσος θὰ διαιρεθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διαχειριστικοῦ σχεδίου εἰς τόσα τμήματα, ὅσα ἔτη ἀπαιτοῦνται, ἵνα γίνῃ αὐτὸ ὑλοτομήσιμον. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει δ’ ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο τριακονταετία, θὰ διαιρεθῇ τὸ δάσος εἰς τριάκοντα τμήματα. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἔτος θὰ ὑλοτομηθῇ τὸ πρῶτον τμῆμα, τὸ ὁποῖον ὅμως θὰ ἀναδασωθῇ τὸ δεύτερον ἔτος, ὅταν θὰ ὑλοτομηθῇ τὸ δεύτερον τμῆμα, καὶ τοῦτο πάλιν θὰ ἀναδασωθῇ τὸ δεύτερον ἔτος καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅταν ὑλοτομηθῇ τὸ τριακοστὸν τμῆμα, θὰ γίνῃ ἀρχὴ πάλιν ἀπὸ τοῦ πρώτου.
§89Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὡραιότατα!
§90ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη λογικὴ καὶ συστηματικὴ ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ καθιερώσωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἐνῷ δέ, Κύριοι, τοιαύτη πρόνοια λαμβάνεται περὶ τῆς κυρίας παραγωγῆς τῶν δασῶν, συγχρόνως ἐν τῷ αὐτῷ πρώτῳ μέρει τοῦ νομοσχεδίου διακανονίζονται ἐν μέτρῳ δικαίῳ, ὡς νομίζω, καὶ πάντα τὰ τεχνικὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνάσκησιν ὑφισταμένων δουλειῶν, εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν δευτερευόντων δασικῶν προϊόντων καὶ καρπῶν, ὡς τῆς ῥητίνης, τῶν βελανιδίων, κηκιδίων, καστάνων, χαρουπίων κλπ., προσέτι δὲ τῆς βοσκῆς καὶ τῆς θήρας ἐντὸς τῶν δασῶν καὶ τέλος εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐπίβλεψιν τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοτικῶν, κοινοτικῶν καὶ ἰδιωτικῶν καθόλου δασῶν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ τοιαύτη διαχείρισις δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς εἰς ἐφαρμογήν. Ἀπαιτοῦνται καὶ τὰ κατάλληλα ὄργανα, ἤτοι τὸ προσωπικόν, ὅπερ θὰ ἀναλάβῃ αὐτήν. Λαμβάνεται δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ προσήκουσα πρόνοια περὶ μορφώσεως καὶ διοργανώσεως τοῦ τοιούτου προσωπικοῦ. Προσέτι ζητεῖται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ νομοθετικὴ ἄδεια, ἵνα μετακαλέσῃ ἐκ τῆς Ἑσπερίας δύο δασολόγους, διακρινομένους τόσον διὰ τὴν ἐπιστημονικήν των μόρφωσιν, ὅσον καὶ διὰ τὴν κεκτημένην πεῖραν ἐκ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτῶν πατρίδι. Εἰς τὸν ἕτερον τούτων θ’ ἀναθέσωμεν τὴν διεύθυνσιν τῆς δασολογικῆς σχολῆς, ἥτις θὰ συσταθῇ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὸν ἕτερον δὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ διαχειριστικοῦ σχεδίου ἐν ἀρχῇ ἐντὸς ὡρισμένου δάσους, ἐν ᾧ θὰ συσταθῇ τὸ πρῶτον πρότυπον δασαρχεῖον, μετ’ αὐτὸ δὲ καὶ δεύτερον καὶ τρίτον τοιοῦτον, θὰ μορφωθῶσι δ’ ἐν αὐτοῖς ἐμπράκτως καὶ οἱ ἡμέτεροι δασολόγοι. Καταλλήλου, Κύριοι, προσωπικοῦ οὐ μόνον κεκτημένου τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν ἀλλὰ καὶ πειθαρχοῦντος τελείως καὶ ἐκπληροῦντος πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν του ἔχομεν ἀνάγκην καὶ διὰ τὴν διοίκησιν τῶν δασῶν, περὶ ἧς πραγματεύεται τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ συντήρησις τῶν δασῶν δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ μόνης τῆς λογικῆς καὶ συστηματικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς χρηστῆς διοικήσεώς των, ἥτις πρὸς τοῖς ἄλλοις ἔχει νὰ προλάβῃ ὅλους τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους διατρέχουσιν αὐτὰ καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ διαχειριστικοῦ σχεδίου. Τὰ δάση ὑπόκεινται εἰς κινδύνους, προερχομένους ἐκ φυσικῶν φαινομένων, ὡς ἐν πάσῃ ἄλλῃ χώρᾳ, καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἐπὶ πλέον δὲ παρ’ ἡμῖν ἐξ ἀνθρώπων καὶ ἐκ ζώων. Πρὸς ἀποφυγὴν δ’ αὐτῶν χρήζουσι τὰ δάση ἐπιμελοῦς ἐπιβλέψεως καὶ προστασίας δι’ ὠργανωμένης ἀστυνομίας καὶ διὰ νομοθετικῶν μέτρων, καθοριζόντων τὰς ἀναγκαίας εἰς τοῦτο ἀστυνομικὰς καὶ ποινικὰς διατάξεις, ἄνευ τῶν ὁποίων ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν δάση ἐν Ἑλλάδι. Τὰς τοιαύτας διατάξεις ἀντεγράψαμεν ἡμεῖς σχεδὸν αὐτολεξεὶ ἐκ τῆς ξένης προτύπου δασικῆς νομοθεσίας, αὐτὰς δὲ κυρίως ἔσπευσαν νὰ κατακρίνωσι διάφοροι συνάδελφοι, ἰδίως δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας. Ἀλλά, Κύριοι, μὴ πλανώμεθα. Ἄνευ τῆς ἐπιβολῆς τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀστυνομικῶν καὶ ποινικῶν διατάξεων ἀδύνατον, ἀπολύτως ἀδύνατον, νὰ προστατεύσωμεν καὶ σώσωμεν τὰ δάση μας ἐκ τῆς καταστροφῆς εἰς ἣν ὑπόκεινται αὐτὰ τὴν σήμερον. Ἂν αἱ τοιαῦται διατάξεις θεωροῦνται ἀναγκαῖαι καὶ ἐπιβάλλονται εἰς ἄλλας χώρας, ἐν αἷς τὰ ἤθη εἶναι πολλῷ μᾶλλον προηγμένα, καθίστανται αὐταὶ αὐτόχρημα ἀπαραίτητοι παρ’ ἡμῖν, οἵτινες καὶ ὡς πρὸς ἄλλα ἀδικήματα καὶ ἐγκλήματα, μάλιστα δὲ καὶ πρὸς τὰ δασικὰ ἔχομεν δυστυχῶς ἀμβλεῖαν τὴν συνείδησιν. Θὰ ἦτο, Κύριοι, καθαρὰ ματαιοπονία πᾶσα ἄλλη μέριμνα περὶ τῶν δασῶν μας, θὰ ἦτο περιττὴ ὅλως καὶ ἡ σύστασις δασολογικῆς σχολῆς παρ’ ἡμῖν καὶ ἡ μετάκλησις ξένων δασολόγων καὶ πᾶσα λογικὴ καὶ συστηματικὴ ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν μας ἐπὶ τῇ βάσει οἱουδήποτε διαχειριστικοῦ σχεδίου αὐτῶν, ἐὰν μὴ συγχρόνως ἐπατάσσοντο κατὰ κεφαλῆς αὐτὰ τὰ ἐξ ἀμελείας ἐγκλήματα κατὰ τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι, ὡς εἴδομεν ἤδη, ἡ πρώτη καὶ κυρία πηγὴ τοῦ κακοῦ. Αἱ πλεῖσται καὶ μέγισται καταστροφαὶ τῶν δασῶν ὀφείλονται εἰς τὰς πυρκαϊὰς των, τὰς προερχομένας ἐκ τῶν πυρῶν τὰς ὁποίας ἀνάπτουσιν ἐν τῷ μέσῳ ἢ πλησίον αὐτῶν οἱ ποιμένες καὶ οἱ γεωργοί. Ἂν ἀφήσητε αὐτοὺς νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀνενόχλητοι τὸ καταστρεπτικόν των ἔργον, τότε περιττὸν εἶναι νὰ ψηφισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον· διότι ἄνευ τῶν ἀστυνομικῶν καὶ ποινικῶν του διατάξεων εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ αὐτό. Κύριοι Βουλευταί, ἡ μέχρι τοῦδε ἀδιαφορία τοῦ Κράτους διὰ τὰ δάση ὑπῆρξεν ἐγκληματικὴ οὐ μόνον διὰ τὸ ἐνεστώς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον τῆς χώρας ἡμῶν. Δὲν πρέπει, δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Δόξα καὶ τιμὴ θὰ ὀφείληται εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἂν θέσῃ εἰς αὐτὴν τέρμα. Ἔχομεν δὲ καθῆκον νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου μίαν ἐτησίαν πρόσοδον ἐξ ἑκατομμυρίων ὅλων, ὧν τόσην ἀνάγκην ἔχομεν τὴν σήμερον, σώσωμεν δὲ τὰ ὡραῖα μας δάση ἐκ τοῦ ἐπαπειλοῦντος αὐτὰ ὀλέθρου, ὁμοῦ δὲ μετ’ αὐτῶν καὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν μας, καὶ ἐξυγιάσωμεν καὶ τὸ κλῖμά μας καὶ ἀποφύγωμεν οὕτως ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἑλονοσίαν. Ἡμεῖς, Κύριοι, τοσαύτην σημασίαν ἀποδίδομεν εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὥστε νομίζομεν ὅτι χάριν αὐτοῦ καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ γίνῃ οὐχὶ μόνον μία, ὡς ἡ τῆς 15 Αὐγούστου, ἀλλὰ καὶ δύο καὶ πλείονες εἰρηνικαὶ ἐπαναστάσεις. Ἂν δ’ ἐν ταῖς λεπτομερείαις εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν πᾶσαν τροπολογίαν, συντελοῦσαν εἰς βελτίωσίν του, ὡς πρὸς τὰς βάσεις του ὅμως καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὰς ἀστυνομικὰς καὶ ποινικὰς διατάξεις ἐννοοῦμεν νὰ ἐμμείνωμεν ἀνένδοτοι. Τὰς διατάξεις ταύτας ἔχει διατυπώσει νομικῶς ὁ διαπρεπέστερος τῶν νῦν ποινικολόγων μας, ὁ κ. Κ. Κωνσταντόπουλος. Ἂν ἄλλος τις εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰς διατυπώσῃ κάλλιον αὐτοῦ, εὐχαρίστως θ’ ἀποδεχθῶμεν τοῦτο. Παρακαλῶ μόνον, κ. Πρόεδρε, νὰ καταρτίσητε τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου, εἰ δυνατόν, ἐντὸς τῆς ἑσπέρας ταύτης, νὰ τάξητε δὲ εἰς αὐτὴν ὀκταήμερον προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπεξειργασμένον.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σχηματίσω ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα.
§92Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Χαίρω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου, ἂς διαβεβαιωθῇ δ’ ὅτι ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς οὐδεμία πρόθεσις δυσμενείας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει. Ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος εἶναι διατεθειμένη νὰ κατασταθῇ τὸ νομοσχέδιον νόμος τοῦ Κράτους, ὅστις ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος διὰ τὸ Δημόσιον. Χαίρω δὲ περισσότερον, διότι ὁ ἴδιος ἀνωμολόγησεν ἐπισήμως ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ μεγαλειτέρα πληγὴ τῶν δασῶν δὲν ἦσαν τὰ ἄτομα, ἀλλ’ ἡ Πολιτεία διὰ τῆς ἐνεργουμένης ἀσυστηματοποιήτου ὑλοτομίας καὶ τῆς ἀδιαφορίας ἐν γένει τῶν ὀργάνων τῶν ὡρισμένων διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν δασῶν.
§93Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ τώρα εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐσχημάτισα ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» ἐκ τῶν κυρίων Δ. Βοκοτοπούλου, Σ. Γεωργοπούλου, Λ. Καλλιφρονᾶ, Ν. Καλογεροπούλου, Ἰ. Λάππα, Ν. Λεβίδου, Θ. Λέκα, Ν. Μαρκέτη, Ν. Μπουφίδου, Π. Πετρίδου καὶ Κ. Τοπάλη. Παρακαλῶ αὐτὴν νὰ συνέλθῃ αὔριον κατὰ τὴν 10 π. μ. πρὸς ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της.
§95Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις θὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ θὰ τὸ μελετήσῃ, νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς βʹ ἀνάγνωσιν καὶ εἰς τὴν γʹ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι.
§96Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι αἱ δοξασίαι ἃς ἐξέφρασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἐσφαλμέναι. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ νὰ ὁμιλήσω σήμερον, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε αὔριον εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἵνα ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§97ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ψηφισθῇ κ. Πρόεδρε εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§98Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δεκάκις ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπετρέψατε νὰ ὁμιλήσω.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνετε τὸν λόγον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὰ λέγετε. Ἐγὼ σᾶς κατέστησα μέλος.
§100Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ζητῶ ἀκριβῶς τὸν λόγον, διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, διότι δὲν εἶναι οὐδὲ δίκαιον οὐδὲ προσῆκον νὰ ἀναγνώσητε νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀναντιρρήτως θὰ τροποποιηθῇ ἐν πολλοῖς. Ἡ σπουδὴ τοῦ νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι οὐδεὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶναι διατεθειμένος νὰ παρακωλύσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, πάντες δ’ εὑρισκόμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ, μετὰ τὴν ὁποίαν προθυμότατα θὰ ψηφισθῇ. Δὲν θεωρῶ δίκαιον νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τοῦτο.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος συζητήσεως, ἀφοῦ παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις ἐπὶ ἑξαήμερον θὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρεκάλεσε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ, ἀφοῦ κατόπιν θὰ ἔχητε τὸν καιρὸν νὰ τὸ διορθώσητε, σεῖς δὲ οἱ εἰδικώτεροι θὰ εἶσθε μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται πάντα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον, εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ἰ. Μπούμπουλης καὶ Ἀθ. Μιαούλης ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατατάξεως ὡς μηχανικῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ διπλωματούχων τῆς σχολῆς τῶν μηχανουργῶν τοῦ Σχολείου τῶν βιομηχάνων τεχνῶν». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημερίδος Συζητήσεων Βουλῆς, ἀριθ. 172). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895 καὶ ͵ΓϠΗʹ τοῦ 1905 περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως».
§102Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–10, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 11). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἐκ Πάλης βουλευτοῦ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἐπιστολαὶ ἀφικνούμεναι ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, παρέχουσαι δὲ βασίμους ὑπονοίας ἐκ τοῦ σχήματος, βάρους καὶ τῶν ἀποστολέων καὶ τῶν παραληπτῶν αὐτῶν, ὅτι περιέχουσιν ἀντικείμενα ὑπαγόμενα εἰς τελωνιακὸν δασμόν, δὲν παραδίδονται τῷ ἀποδέκτῃ, ἀλλ’ εἰδοποιεῖται οὗτος ἐντὸς τὸ βραδύτερον τῆς ἑπομένης ἀπὸ τῆς ἀφίξεως αὐτῶν δι’ ἐντύπου προσκλητηρίου τοῦ ταχυδρομικοῦ γραφείου κοινοποιουμένου ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ ἀποδέκτου ἢ τῇ ἐπὶ τῶν Poste restante ὑπηρεσίᾳ. Ὁ ἀποδέκτης ἐμφανιζόμενος αὐτοπροσώπως, ἢ διὰ τοῦ ταχυδρομικοῦ αὐτοῦ πληρεξουσίου, ἀποσφραγίζει τὰς τοιαύτας ἐπιστολὰς ἐνώπιον τοῦ ταχυδρομικοῦ ὑπαλλήλου, οὕτως ὥστε νὰ λάβῃ οὗτος γνῶσιν μόνον τοῦ τυχὸν ἐμπεριεχομένου ἀντικειμένου ὅπερ, ἂν τυγχάνῃ πέρα τῆς σημασίας δείγματος καὶ τελωνίσιμον, πέμπεται διὰ τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ πλησιέστερον ἀνταλλακτήριον γραφεῖον, ἵνα ὑποβληθῇ διὰ τοῦ τελωνειακοῦ παραρτήματος τῶν δεμάτων εἰς ἁπλοῦν τέλος, ἐφαρμοζομένων τῶν περὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων διατυπώσεων καὶ διατάξεων. «Ἄν ὁ παραλήπτης δὲν ἐμφανισθῇ ἢ ἀρνηθῇ τὴν παραλαβήν, αἱ ἐπιστολαὶ ἐπιστρέφονται τῷ ἀποστολεῖ, ἐὰν οὗτος εἶναι γνωστός, ἢ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἀποστολῆς· ἄλλως ἐξαφανίζονται συμφώνως ταῖς περὶ ἀνεπιδότων ἀζητήτων καὶ ἀχρήστων διατάξεσι. Ταῦτα ἐφαρμόζονται καὶ περὶ δειγμάτων ἀλλὰ καὶ δι’ οἱουδήποτε τρόπου ταχυδρομικῶς ἀφικνούμενα ἀντικείμενα, ἔχοντα ἐμπορικὴν ἀξίαν. Ἡ ἐπίσημος ἀνταπόκρισις καὶ τὰ παρ’ Ἀρχῶν δημοσίων πεμπόμενα ἀντικείμενα εἰς οὐδένα ὑπόκεινται ἔλεγχον πλὴν τοῦ τῆς προϊσταμένης τῆς ἀποστελλούσης Ἀρχῆς». Προστίθεται ἄρθρον 14 ἔχον οὕτως: «Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ὑπὸ τὰς σημαίας κληρωτοὺς καὶ ἐφέδρους μόνον ἄνδρας καὶ ὑπαξιωματικοὺς τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ νὰ μεταβιβάζωσι διὰ τῆς προϊσταμένης αὐτῶν Ἀρχῆς τὴν ἀτομικὴν αὐτῶν ἀλληλογραφίαν δίκην δημοσίας ὑπηρεσίας, ὁμοίως δὲ καὶ νὰ δέχωνται ταύτην ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῶν ἄρθρων 4 καὶ 16 τοῦ νόμου ΒΨΞΘʹ».
§104Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 11 καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τηλεγραφοσήμων».
§106Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀγροτικῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους».
§108Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἵνα ὑποβληθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἓν νομοσχέδιον καὶ ζητηθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ὅπως διὰ νέου συστήματος ἀντικατασταθῇ σύστημα προϋπάρχον, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι λόγοι συνηγοροῦντες ὑπὲρ τούτου καὶ τοιοῦτοι πρέπει νὰ εἶναι ἢ τὸ ἀποδεδειγμένως κοινωφελὲς τῆς καινοτομίας, ἢ ἰδίᾳ καθ’ ἣν ἐποχὴν διανύομεν καὶ ὑπὸ τὰς περιστάσεις καὶ συνθήκας ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν πρὸ παντὸς λόγοι οἰκονομίας. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον φρονῶ ὅτι δὲν ὑπαγορεύουσι λόγοι οἰκονομίας, διότι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁμολογεῖ ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐπὶ πλέον δαπάνην τετρακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, ἂν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέλθῃ εἰς 600 καὶ 700,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἀποβλέπει εἰς μέλλουσαν ἐπαύξησιν τῶν ταχυδρομικῶν προσόδων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἀμφισβητήσιμον. Ἐὰν δὲν ὑπῆρξαν λόγοι οἰκονομίας συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἐγὼ ἔχω ἀντίληψιν, δὲν βλέπω καὶ τὸ κοινωφελὲς τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου λέγει: «Ἐν ταῖς κωμοπόλεσι, τοῖς χωρίοις καὶ τοῖς συνοικισμοῖς τοῦ Κράτους ἐν οἷς δὲν ἑδρεύει ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν γραφεῖον τῆς ἡνωμένης ὑπηρεσίας συνιστᾶται τακτικὴ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία, ἐκτελουμένη δι’ ἀγροτικῶν διανομέων ὁρμωμένων ἐξ ὡρισμένου ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ γραφείου καὶ διατελούντων ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου τούτου, ἐπιπεφορτισμένων δὲ τὴν παραλαβὴν καὶ διανομὴν ἰδιωτικῆς καὶ ἐπισήμου ἀλληλογραφίας συνήθους, ἐπὶ ἀποδείξει καὶ συστημένης, τὴν πώλησιν ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ τὴν ἔκδοσιν καὶ πληρωμὴν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν». Κύριοι, οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν κατοικοῦμεν εἰς ἐπαρχίας καὶ γνωρίζομεν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ ἰδίας πείρας τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν ταχυδρομείων. Ὑπάρχουσι χωρία ἔχοντα σχετικῶς πληθυσμὸν ἱκανόν, ἔχοντα κίνησιν ἐμπορικήν, ἐν οἷς ἱδρύθησαν ταχυδρομικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν ἀπταίστως, καὶ οὐδὲν παράπονον ἠκούσθη περὶ αὐτῶν. Ἐὰν καθιερώσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο τῶν περιφερομένων οὕτως εἰπεῖν διανομέων, θὰ εὑρισκώμεθα πρὸ τοῦ κωμικοῦ θεάματος νὰ ἔχωμεν ἕνα ταχυδρόμον περιφερόμενον ἀνὰ τὰ χωρία τῶν δήμων καὶ ἐπιστρέφοντα μὲ δύο τὸ πολὺ ἐπιστολὰς ἢ καὶ οὐδεμίαν· διότι ἡ ἄφιξις τοῦ περιοδεύοντος αὐτοῦ ταχυδρομικοῦ ὑπαλλήλου δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ αὐξήσῃ τὴν ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν καὶ τὰς ταχυδρομικὰς προσόδους, διότι ἡ ἔλλειψις τῶν ταχυδρομικῶν προσώπων ἐκ τῶν μικρῶν συνοικισμῶν, ἐν οἷς δὲν παρετηρήθη κίνησις ἐπαρκής, συγκοινωνία κλπ., δὲν ὀφείλεται εἰς τὰς ἐλλείψεις τῶν ταχυδρομικῶν γραφείων. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, καθόσον ὄχι μόνον ὑπάρχουσι ταχυδρομικὰ γραφεῖα ἱκανὰ ὅπου ὑπάρχει κίνησις ἐμπορική, συγκοινωνία, πληθυσμὸς δυνάμενος νὰ παράσχῃ τὰ μέσα εἰς τὴν λειτουργίαν τὴν ταχυδρομικήν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ πολλὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα ἱδρύθησαν, οὐδένα θέλω νὰ μεμφθῶ, ἱδρύθησαν κατὰ τὰς συστάσεις καὶ παρακλήσεις ἡμῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὑπὸ προκατόχων Ὑπουργείων. Τινὰ τούτων δύνανται νὰ καταργηθῶσι, καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων καὶ ἐκεῖ ὅπου ἡ ὑπηρεσία μόνη ἤθελε κρίνει ὅτι τὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα θέλουσιν ἀνταποκρίνεσθαι πρὸς εἰσπράξεις ταχυδρομικάς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πληρώνομεν ἕνα περιοδεύοντα ταχυδρόμον ἐτησίως δραχμὰς 720 πρὸς 60 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἐνῷ ἓν ταχυδρομικὸν γραφεῖον, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι ἤδη καθιδρυμένον καὶ δὲν ἔχομεν δαπάνας ἐγκαταστάσεως, ἔχει πολὺ μικροτέρας δαπάνας. Ὁ λόγος δὲ ὁ ὁποῖος προβάλλεται ὑπὲρ τῆς καινοτομίας ταύτης εἶναι ὅτι κινδυνεύουσι νὰ μειωθῶσιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ὅτι ἐμειώθη τὸ ἐπίδομα τῶν 5 δραχμῶν. Ὁ λόγος οὗτος νομίζω ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σοβαρὰν ἀξίαν, διότι δὲν ὑποτίθεται ὅτι ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθολογίου ἐπέρχεται αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων, οὐδ’ ὑποτίθεται ὅτι τοῦτο εἶναι μισθολόγιον, ἀλλ’ εἶναι μία ὑποχρέωσις, διότι ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναθέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὑτῆς, πρὸς τοὺς ὁποίους παρέσχε καὶ τὰ γραφικὰ τῶν 5 δραχμῶν. Ἡ δαπάνη λοιπὸν διὰ τὰ ὑπάρχοντα ταχυδρομικὰ γραφεῖα εἶναι πολὺ ἐλάσσων, εἶμαι δ’ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι ταχυδρομικὰ γραφεῖα ἱδρυμένα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταργηθῶσι, διότι παρετηρήθη ὅτι ἐν τοῖς αὐτοῖς χωρίοις τοῦ αὐτοῦ δήμου ὑπάρχουσι πλείονα τοῦ ἑνὸς ταχυδρομικὰ γραφεῖα. Ἐὰν λοιπὸν ἔχωμεν ἓν ἢ δύο ταχυδρομικὰ γραφεῖα δι’ ἕκαστον δῆμον, ἔχομεν μίαν δαπάνην 100–200 δραχμῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐπιδόματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ διὰ τοὺς διδασκάλους ἢ ἄλλους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ διατρέχομεν καὶ τὸν κίνδυνον ὅτι αὐτοὶ οἱ διορισθησόμενοι ταχυδρομικοὶ διανομεῖς θὰ ὑπάγωνται καὶ εἰς τὰς συντάξεις, νομίζω δ’ ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ προβῶμεν εἰς αὔξησιν τῶν συντάξεων. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω, ἵνα ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει καὶ μειλιχιότης καὶ ἀγαθότης καὶ δὲν θὰ μᾶς παρεξηγήσῃ ὅτι ἐξ ἁπλοῦ πνεύματος ἀντιλογίας ὁρμώμεθα. Καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μελετήσῃ καλλίτερον τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ἀσχολούμενος περὶ πολλὰ πιθανὸν νὰ περιωρίσθη ἢ ἐπανεπαύθη εἰς πληροφορίας τινὰς ἀβασίμους καὶ ἀνακριβεῖς προερχομένας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐσχημάτισα ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ δασῶν». Παρακαλῶ τοὺς Κυρίους πρὸς τοὺς ὁποίους θὰ σταλῶσι καὶ ἔγγραφοι προσκλήσεις νὰ συνέλθωσιν αὔριον ὥρᾳ 10 π. μ. πρὸς ἐργασίαν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει προθεσμίαν ἓξ ἡμερῶν, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον. Κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν ἀπετέλεσα τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κυρίων Κ. Ἰ. Ἀγγελοπούλου, Β. Βουδούρη, Δ. Γούναρη, Ἐπ. Δηλιγιάννη, Σπ. Δεληγιάννη, Γ. Ζωγράφου, Ἰ. Κανναβοῦ, Δ. Κατσάνου, Φ. Μοσχούλα, Ἰ. Μαλέα, Φ. Νέγρη, Σ. Ῥάγκου, Ἀγ. Σλήμαν, Ἀ. Στεφανοπούλου, Ἀλ. Σκουζέ, Ἀ. Τάκη, Δ. Τσιτσάρα καὶ Ν. Χατζίσκου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§110Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε ἔκαμον εἰσήγησιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐξήγησα τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ σύστημα τῶν ἀγροτικῶν διανομέων. Βεβαίως ἐπιθυμητὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς ὅλας τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰ χωρία καὶ τοὺς συνοικισμοὺς νὰ ὑπῆρχον ταχυδρομικὰ γραφεῖα· ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἀπῄτει μεγάλην δαπάνην. Διὰ τοῦτο τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἰσάγεται νῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξάπλωσιν εἰς ὅλα τὰ χωρία καὶ εἰς ὅλους τοὺς συνοικισμοὺς τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι καὶ πολὺ οἰκονομικώτερον ἐκείνου. Μόνον διὰ τοῦ συστήματος τούτου εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ ἐπιτευχθῇ. Τώρα ἀναμφισβητήτως θὰ αὐξήσωσιν ὀλίγον αἱ δαπάναι, ἀλλὰ βεβαίως ἀφ’ ἑνὸς θὰ αὐξήσωσι καὶ αἱ εἰσπράξεις αἱ ταχυδρομικαὶ λόγῳ τῆς συγκοινωνίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἔχωμεν καὶ ἀξίαν λόγου οἰκονομίαν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν νῦν ὑπαρχόντων ταχυδρομικῶν γραφείων. Τὸ σύστημα λοιπὸν τῶν ἀγροτικῶν διανομέων εἶναι τὸ οἰκονομικώτερον, μεμελετημένον καὶ ἐφηρμοσμένον, καὶ ὡς τοιοῦτον παρακαλῶ νὰ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§111Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἀπαιτοῦνται τόσα προσόντα, εἶναι περιττὸς ὁ διαγωνισμός, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀπαλειφθῇ.
§112Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι. (Γίνονται δεκτὰ εἶτα τὰ ἄρθρα 2–10, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως, εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ταχυδρομικοῦ ταμιευτηρίου». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–22 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΟΖʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3277) περὶ τηλεφωνητριῶν».
§114Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Θ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.
Νὰ ἀναβληθῇ αὐτό.
§115Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἄς ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Θ. Μαυρομαρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΧΝϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν Ἀρχῶν κλπ.». (Ὄρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 173). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μισθώσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν μεμονωμένων τηλεφωνικῶν σταθμῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον). Ἅρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§117Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ, ὅπως ἀντὶ τῆς λέξεως «τριετία» τεθῇ «πενταετία».
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν εἶτα ἄνευ ἀντιρρήσεως τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου). Ἅρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§119Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ, ὅπως μετὰ τὰς λέξεις «τῶν ἀνταλλασσομένων» προστεθῶσιν οἱ λέξεις: «καὶ τῶν τηλεφωνικῶν σταθμῶν τῶν ἐγκατεστημένων ἐν ταῖς ἕδραις». Καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι τὰ ἀκόλουθα: «Τὰ παρ’ αὐτῶν ὡσαύτως εἰσπραττόμενα ἐξ εἰδοποιήσεων ἀνήκουσιν αὐτοῖς».
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§121Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ διαγραφῶσιν ὅλαι αἱ λέξεις μετὰ τὴν λέξιν «Κράτος» καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσιν ὡς ἑξῆς: «τὰ δύο τρίτα τῶν εἰσπραττομένων τελῶν. Ὡς πρὸς τὰ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν μεταβιβαζόμενα ἐκ τηλεφωνικῶν σταθμῶν τηλεγραφήματα δι’ ἐγγράφων τηλεφωνημάτων, ὁ ἐργολάβος ἢ οἱ ἐργολάβοι ὀφείλουσι ν’ ἀποδίδωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὅλον τὸ εἰσπραχθὲν τέλος, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ τέλους διὰ τὴν τηλεφωνικὴν μεταβίβασιν μέχρι τοῦ πρώτου τηλεγραφικοῦ γραφείου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§123Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μετὰ τὴν λέξιν «τηλεγραφήματα» νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «τηλεφωνήματα»· καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσιν: «Εἰς τὸν ἐργολάβον ἢ τοὺς ἐργολάβους οὐδὲν δίδοται ποσοστὸν ἐκ τῶν τῆς κατηγορίας ταύτης τηλεγραφημάτων καὶ τηλεφωνημάτων, προφορικῶν ἢ ἐγγράφων. Τά τε τηλεφωνήματα διὰ συνδιαλέξεως, ἤτοι προφορικά, καὶ τὰ ἔγγραφα τηλεγραφήματα τὰ διαμειβόμενα μεταξὺ τῶν δημοσίων Ἀρχῶν διαβιβάζονται δωρεάν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη). (Ἐπίσης ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§125Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος· «χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ γεννᾶται ὑπὲρ αὐτῶν δικαίωμα μειώσεως τοῦ μισθώματος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς ἐπίσης τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν αὔριον, διότι πρέπει νὰ γίνῃ ἀνατύπωσις. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τηλεγραφοφυλακῆς».
§127Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰ ὀλίγα τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὡς γνωρίζετε, εἶχε ψηφισθῆ κατὰ τὸ 1900 νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ τηλεγραφοφύλακες ἐλάμβανον 60 δραχ. μηνιαίως καὶ αὔξησιν 20 δραχ. ἀνὰ πενταετίαν μέχρι τοῦ μισθοῦ τῶν 100 δραχ. Συγχρόνως οἱ τηλεγραφοφύλακες ἐλάμβανον σύνταξιν κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἐπίσης δὲν ἐπαύοντο εἰμὴ ὑπὸ ὅρους ὡρισμένους. Ἤδη μετὰ ἐννέα ἔτη, ἀφοῦ οἱ τηλεγραφοφύλακες οὗτοι συμφώνως μὲ τὸν νόμον ἀνέλαβον ἐργασίαν, ἔρχεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ λέγει πρὸς αὐτούς· «ὁ μισθός σας εἶναι μέγας, καὶ ναὶ μὲν σᾶς εἶχον ὑποσχεθῆ τὸν μισθὸν αὐτόν, ἀλλὰ τώρα θὰ τὸν περιορίσω καί, ἀντὶ νὰ ἔχητε 60 δραχ. μηνιαίως, σᾶς διαιρῶ εἰς τρεῖς τάξεις, μίαν τῶν 60, μίαν τῶν 40 καὶ μίαν τῶν 30 δραχ., συγχρόνως δὲ σᾶς ἀφαιρῶ τὰς αὐξήσεις ἃς εἴχετε ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1900, καὶ ὅσα δικαιώματα ἀπεκτήσατε ἐπὶ τῶν συντάξεων, τὰ χάνετε καὶ αὐτά. Κύριοι, ὅπως σᾶς παρέστησα τὰ πράγματα, μοὶ φαίνεται ὅτι πρόκειται περὶ καθαρᾶς ἀδικίας καὶ ὅτι δυνάμει τοῦ πρώτου νόμου ἡ Κυβέρνησις συνεβλήθη μετ’ αὐτῶν, καὶ ἔρχεται σήμερον, δυνάμει δευτέρου νόμου, νὰ παραβιάσῃ τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει. Κύριοι, ἀναγνωρίζω ὅτι καταχρήσεις εἶχον συμβῆ καὶ ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχε δώσει ἀφορμὴν ἀκριβῶς εἰς ἵδρυσιν ἀργομίσθων, περὶ τῶν ὁποίων τόσος πάταγος ἐγένετο. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχον ἀργόμισθοι πέντε, δέκα, πεντήκοντα, οἱ ἄλλοι οἱ δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι διακόσιοι—δὲν ἠξεύρω πόσοι ἀκριβῶς—, τί πταίουσιν, ἂν αἱ Κυβερνήσεις ἔπταισαν, τί πταίουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὑπόλοιποι; Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἀργομίσθων χρέος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, καὶ ἐλπίζω ὅτι εἶναι ἀπολελυμένοι. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἰλικρινῶς ἔκαμαν τὸ καθῆκόν των, χρέος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1900. Ἂν σήμερον ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκει ὅτι οἱ μισθοὶ ἐκεῖνοι ἦσαν μεγάλοι, ἂς ὁρίσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι ὅσοι προσλαμβάνονται εἰς τὸ μέλλον θέλουσιν ὑπάγεσθαι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παλαιοὺς νομίζω ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται, οὐδὲ εἰς τὴν Βουλήν, σήμερον νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῶν δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν διὰ παλαιοτέρου νόμου. Οἱ κύριοι Βουλευταί, ἂς προσέξωσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ὅ,τι θέλομεν, ἀλλὰ πράττοντες ταῦτα ἐξεγείρομεν τὰς ἐργατικὰς τάξεις ἐναντίον ἡμῶν. Ἤθελον προτρέψει λοιπὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§128Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως, Κύριοι, ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὅτι οἱ ὑπάλληλοι συνάπτουσι συμβάσεις μετὰ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ὀρθή. Τὸ Κράτος εἶναι πάντοτε ἐλεύθερον νὰ κανονίσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὸ ὡς αὐτὸ βούλεται καὶ ὡς ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους ἀποφασίσῃ. Δὲν πρόκειται ὅμως ἐνταῦθα, καθ’ ἣν στιγμὴν λόγῳ οἰκονομιῶν καὶ λόγῳ ἀνακαθάρσεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἀπολύομεν διὰ καταργήσεως θέσεων ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν εἰς ἑαυτοὺς ὡς σταδιοδρομίαν τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ τηλεγραφοφυλάκων, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν παρέχουσιν εἰς τὴν Πολιτείαν. Δὲν τοὺς ἀφαιροῦμεν ἀπὸ ἐπάγγελμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφιέρωσαν ὁλόκληρον τὸν βίον των· εἶναι μία θέσις ἡ ὁποία οὔτε εἰδικότητά τινα ἔχει οὔτε βάρη μεγάλα. Θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἡ Πολιτεία νὰ μὴ εἶχε καμμίαν ἀνάγκην αὐτῶν καὶ νὰ τοῖς ἔλεγε· «πηγαίνετε νὰ ἐργασθῆτε εἰς τοὺς ἀγρούς σας». Ἐκ τῶν 300 τηλεγραφοφυλάκων, οἱ ὁποῖοι πάντες γνωρίζομεν κατὰ τίνα τρόπον διωρίσθησαν, ἡ ὑπηρεσία εἶπεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μόνον 180· ἐκ τούτων δὲ τοὺς καλλίστους, ὅσους ἀναγνωρίζει ὡς καλλίστους, τοὺς τηρεῖ μὲ τὴν αὐτὴν μισθοδοσίαν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἁπλουστάτων ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἐζημιοῦντο 60 δραχμὰς λαμβάνοντες κατὰ μῆνα καὶ ἐργαζόμενοι. Ὑποθέτω ὅτι ὁ φίλος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς θὰ παραδεχθῇ ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἦσαν ὑπερβολικῶς αὐστηρὰ διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
§129Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα ὁσάκις καταργεῖ θέσεις νὰ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκω δίκαιον εἶναι νὰ εἴπωμεν εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ δι’ ὡρισμένης συμβάσεως: «μέχρι τοῦδε εἰργάσθητε μὲ 60 δραχμὰς καὶ μὲ αὔξησιν μισθοῦ ἀνὰ πενταετίαν, ἀλλὰ σήμερον δὲν μὲ συμφέρει. Ὅσα σοὶ ὑπεσχέθην ὅλα τὰ ἀναιρῶ, καὶ θὰ ἐργάζησθε μὲ 60, 40 καὶ 30 δραχμάς». Ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι παντοδύναμος καὶ δύναται τὰ πάντα νὰ πράξῃ, δὲν ἕπεται ὅτι ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα ταῦτα νὰ πράξῃ. Καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς σκέψεις τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων προσβάλλονται τὰ συμφέροντα, βεβαιωθῆτε δ’ ὅτι δὲν θὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις ἡμῶν, καὶ δυστυχῶς αἱ σκέψεις αὐτῶν εἶναι αἱ ὀρθαί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὥρα νὰ διακόψωμεν.
§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω καλὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τώρα, διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ».
§133ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀπὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατατάξεως ὡς μηχανικῶν ἐν τῷ ναυτικῷ διπλωματούχων τῆς Σχολῆς τῶν μηχανουργῶν τοῦ Σχολείου τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Σχολῆς ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν». Ὁ κ. Μιαούλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§135ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καθὼς καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ προσοχήν, διότι εἶναι νομοσχέδιον ὑψίστης σημασίας. Νομίζω δ’ ὅτι, ὡς εἶναι, ἀντὶ νὰ ἐπιφέρῃ καλὰ ἀποτελέσματα, θὰ ἐπιφέρῃ κακά. Εἶμαι ὁ πρῶτος, Κύριοι, ὅστις ἐνόμισα καὶ εἶπον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον κατατάσσονται οἱ ὑπαξιωματικοὶ ὡς μηχανικοὶ εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος· εἶμαι ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος εἶπον ὅτι ἡ κατάταξις τῶν ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν πρέπει νὰ παύσῃ νὰ γίνεται καθ’ ὃν τρόπον γίνεται μέχρι σήμερον, καὶ πολὺ εὐχαρίστως βλέπω ἤδη ὅτι γίνεται προσπάθεια πρὸς τοῦτο. Δυστυχῶς ὅμως διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Παρατηρῶ εἰς τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς μαθητευομένους καὶ εἰς τεχνίτας νὰ προσέρχωνται καὶ νὰ δίδωσιν ἐξετάσεις καὶ νὰ κατατάσσωνται ὡς ὑποκελευσταὶ μηχανικοὶ βʹ τάξεως, ἂν ἔχωσι διετῆ ὑπηρεσίαν εἰς δημόσια συνεργεῖα ἢ ἰδιωτικά. Δημόσια συνεργεῖα εἶναι μόνον ὁ πολεμικὸς ναύσταθμος· ἄλλο δημόσιον κατάστημα συνεργείων δὲν ὑπάρχει. Εἰς τὸν ναύσταθμον ὅμως εἶναι δυνατὸν παιδία πολὺ μικρὰ νὰ κατατάσσωνται ὡς μαθητευόμενοι καὶ μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν νὰ προσέρχωνται καὶ νὰ δίδωσιν ἐξετάσεις; Εἶναι δὲ δυνατὸν καὶ εἰς ἡλικίαν 16 ἐτῶν νὰ κριθῶσιν ἱκανοὶ καὶ νὰ γίνωσιν ἀξιωματικοὶ μηχανικοί; Εἶναι δυνατόν ποτε εἰς ἡλικίαν 16 ἐτῶν νέος νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς θερμαστάς, διότι πρέπει νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς θερμαστάς, οἱ θερμασταὶ δὲ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ 40 καὶ 45 ἐτῶν; Ἐκτὸς δὲ τούτου διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δίδεται τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας ἓν δίπλωμα νυκτερινῆς σχολῆς ἀνεγνωρισμένης ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ προσέρχωνται εἰς ἐξετάσεις. Ἀλλὰ δὲν συμβιβάζεται ὥστε καὶ μαθητευόμενοι ἔχοντες ὑπηρετήσει εἰς τὸν πολεμικὸν ναύσταθμον καὶ ἄλλοι ἔχοντες δίπλωμα ναυτικῆς σχολῆς νὰ προσέρχωνται εἰς ἐξετάσεις, διότι, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τις δίπλωμα νυκτερινῆς σχολῆς, χρειάζεται πενταετία, διότι θὰ εἶναι τόσον μεγάλη ἡ διαφορὰ τῆς ἡλικίας καὶ τόσον ὀλίγαι αἱ γνώσεις τῶν προσερχομένων ἐκ τῆς ναυτικῆς σχολῆς, ὥστε οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ ἀναλογία μεταξὺ τῶν προσερχομένων ἐκ τοῦ ναυστάθμου καὶ τῶν προσερχομένων ἐκ τῆς ναυτικῆς σχολῆς. Ἀλλὰ, ἐνῷ ταῦτα δὲν συμβιβάζονται, καὶ νομίζω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, ἂς ἴδωμεν οἱ κατατασσόμενοι ὡς ὑποκελευσταὶ δευτέρας τάξεως, δηλαδὴ οἱ πρῶτον κατατασσόμενοι, εἰς ποῖα μαθήματα ἐξετάζονται. Τὰ μαθήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται εἶναι ἀνάγνωσις καὶ γραφὴ τῆς ὁμιλουμένης γλώσσης, εἰς τὴν ἀριθμητικὴν περὶ ἀκεραίων, κλασματικῶν καὶ δεκαδικῶν ἀριθμῶν, εἰς τὴν μηχανικὴν εἰς πρακτικὴν κλπ., ἐπίσης δὲ εἰς τὴν καλὴν συντήρησιν τῶν ἀτμομηχανῶν καὶ εἰς ἀντιγραφὴν καὶ συντήρησιν σχεδίων. Αὐτὰ εἶναι τὰ μαθήματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γνωρίζωσιν, ὅταν θὰ καταταχθῶσιν ὡς ὑποκελευσταὶ μηχανικοί. Μετὰ δύο ἔτη ἀποκτῶσι τὰ προσόντα, ὅπως ἀποκτήσωσι τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμόν, δηλαδὴ τὸν βαθμὸν τῆς πρώτης τάξεως ὑποκελευστοῦ. Δὲν εἶναι ὅμως ὑποχρεωμένον τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ δύο ἔτη νὰ προκηρύξῃ τὸν διαγωνισμὸν αὐτόν· δύναται νὰ παρέλθῃ καὶ τετραετία καὶ πενταετία. Τὰ μαθήματα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δώσωσιν ἐξετάσεις, διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τὸν βαθμὸν ὑποκελευστοῦ πρώτης τάξεως μετὰ μίαν τετραετίαν, εἶναι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): ἡ στερεομετρία, ἡ ἐπίπεδος γεωμετρία κλπ. Αὐτὰ εἶναι τὰ μαθήματα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν, ὅπως γίνωσιν ὑποκελευσταὶ πρώτης τάξεως. Σημειώσατε ὅτι γενόμενοι ὑποκελευσταὶ πρώτης τάξεως εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωσιν ἐπὶ μίαν ὀκταετίαν, ἐννεαετίαν, δεκαετίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ἀφ’ ἧς κατετάχθησαν, δηλαδὴ νὰ ἔχωσι δέκα καὶ δώδεκα ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νυχθημερὸν καταγινόμενοι εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν μηχανῶν. Σημειώσατε πρὸς τούτοις ὅτι οἱ ὑποκελευσταὶ βʹ καὶ αʹ τάξεως δὲν ἔχουσιν ἰδιαίτερα διαμερίσματα νὰ μελετήσωσιν, οὔτε ἐδόθη ποτὲ εἰς αὐτοὺς μία σχολὴ εἰς ἣν νὰ φοιτήσωσιν, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τὰς σπουδὰς αὐτῶν. Ὅταν δὲ μείνωσιν ὡς ὑποκελευσταὶ βʹ καὶ αʹ τάξεως καὶ δώσωσι τὰς ἐξετάσεις αὐτῶν τὰς προαγωγικὰς διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ κελευστοῦ, τότε προάγονται εἰς τὸν βαθμὸν αὐτὸν καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχικελευστοῦ, ἀλλά, ἕως ὅτου φθάσωσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχικελευστοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ εἰκοσιοκταετία. Καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα ἔχουσι τὴν μόρφωσιν τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον· γνωρίζουσι δηλαδὴ πρόσθεσιν καὶ ἀφαίρεσιν, καθὼς καὶ τὰ μαθήματα τὰ πρακτικὰ τῆς μηχανικῆς τῶν λεβήτων κτλ. Ὅταν δὲ προβιβασθῶσι καὶ γίνωσι κελευσταὶ καὶ ἀρχικελευσταί, μένουσιν 8 ἕως 10 ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν αὐτόν, δίδουσιν ἐκ νέου ἐξετάσεις, ὅπως λάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ σημαιοφόρου. Ἀλλά, διὰ νὰ δώσωσι τοιαύτας ἐξετάσεις, πρέπει νὰ γνωρίζωσι πολλὰ πράγματα, μαγνητισμόν, ἠλεκτρισμὸν καὶ πλῆθος ἄλλων μαθημάτων, τὰ ὁποῖα, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν, δὲν ἀπαριθμῶ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν οὐδεμίαν θεωρητικὴν μόρφωσιν ἔλαβον, νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις εἰς τὰ μαθήματα ταῦτα; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δίδουσιν ἐξετάσεις καὶ ὅλοι προάγονται. Νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι ἀποτελεῖ κωμῳδίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς βάρος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Οἱ τελευταῖοι μηχανικοὶ οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἱδρυομένην σχολὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν ἔχουσι μόρφωσιν θεωρητικήν, διότι καὶ αὐτοὶ κατετάχθησαν εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν μὲ τὰς ὀλίγας γνώσεις, αὐτὰς τὰς ὁποίας σᾶς εἶπον. Ἀλλά, ἐνῷ ὑστεροῦσιν εἰς τὰς θεωρητικὰς γνώσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι εἶναι μηχανικοὶ ἀνίκανοι. Εἶναι μηχανικοὶ ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν, μηχανικοὶ διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐτίμησαν τὸ Ἑλληνικὸν Ναυτικὸν καὶ ὅτι ἐτίμησαν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ τὸ ἔθνος, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ μηχανικοὶ οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὰ ἀντιτορπιλλικά, αὐτοὶ εἶναι οἱ μηχανικοὶ διὰ τοὺς ὁποίους πλεῖσται λαμπραὶ ἐκθέσεις ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ὅλοι οἱ κυβερνῆται καὶ ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκφράζονται μὲ τὰς καλλιτέρας λέξεις. Πρὸς πίστωσιν δὲ τῶν λεγομένων μου σᾶς λέγω καὶ τὰ ἑξῆς: Τὰ ναυπηγεῖα Vulcan, τὰ κατασκευάσαντα τὰ ἀντιτορπιλλικά μας, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν εὑρισκομένων τότε αὐτόθι κυβερνητῶν τῶν πλοίων τούτων ἔγραψαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπρότειναν, ὅπως τὸ ναυπηγεῖον δώσῃ μηχανικοὺς καὶ θερμαστάς, ὅπως ἔπραξαν καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἔθνη, ἵνα ὁδηγήσωσι τὰ σκάφη ταῦτα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ οἱ πρῶτοι μηχανικοὶ τῶν σκαφῶν αὐτῶν ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶπον ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη παρίσταται, ὅπως προσληφθῶσι ξένοι μηχανικοὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Πραγματικῶς δὲ οὕτω καὶ ἐγένετο καὶ ἐν ὥρᾳ χειμῶνος τὰ πλοῖα ταῦτα κατέπλευσαν σῷα καὶ ἀβλαβῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐνῷ δὲν ἔχουσι τὴν θεωρητικὴν μόρφωσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ἀλλ’ εἶναι τελείως ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν μεμορφωμένοι καὶ ἄριστοι μηχανικοί, δύναμαι νὰ εἴπω ἄνευ δισταγμοῦ ὅτι καὶ θεωρητικῶς μόνοι των ἔχουσι καταρτισθῆ· δύναμαι νὰ εἴπω ἀνεπιφυλάκτως ὅτι οἱ κελευσταὶ μηχανικοὶ οἱ σήμερον ὑπάρχοντες καὶ οἱ ὑποκελευσταὶ μηχανικοὶ αʹ τάξεως εἶναι οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν ψυχὴν τῶν πλοίων, εἶναι οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, εἶναι οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὰ ἀντιτορπιλλικὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ πρώτην φορὰν χειρισθέντες καὶ μηχανὰς ἀντιτορπιλλικὰς νέου συστήματος, διότι οὐδέποτε ἐν Ἑλλάδι εἶδον τοιαύτας. Ἐὰν θελήσῃ τις, Κύριοι, ἐξ ὑμῶν νὰ μεταβῇ καὶ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἀντιτορπιλλικά, θὰ καταπλαγῇ, ὅταν ἴδῃ τὴν καλὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ μηχαναὶ τῶν σκαφῶν αὐτῶν ὡς καὶ τὴν καλὴν κατάστασιν τῶν λεβήτων. Οἱ μηχανικοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐταξίδευσαν μόνοι μὲ τὰ ἀντιτορπιλλικὰ αὐτὰ καὶ μὲ τὴν ἀνωτάτην ταχύτητα, δηλαδὴ τῶν 31½ μιλλίων καὶ δεκάτων ἀκόμη, ὅτε τελευταίως διετάχθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐκτελέσωσι δοκιμὰς μεγάλης ταχύτητος, ἐξετέλεσαν ταύτας καὶ ἔδωκαν ἀκριβῶς τὰ ἴδια ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔδωκαν εἰς τὰ ἐργοστάσια Βουλκὰν καὶ Γιάρρο τὰ εἰρημένα ἀντιτορπιλλικὰ διὰ τῶν μηχανικῶν τῶν καταστημάτων, τῶν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν χειριζομένων μηχανὰς καὶ λέβητας τοιούτου εἴδους. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο ὅμως νὰ εἴπω ὅτι μεταξὺ τῶν μηχανικῶν αὐτῶν εἶναι ὅλοι ἱκανοί. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἀνίκανοι, καί, ἂν πρόκειται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐπιφέρῃ καὶ τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν, δὲν νομίζω ὅτι καὶ τὰ δύο ταῦτα εἶναι ἀνάγκη διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ γίνωσι, διότι οἱ ὑπάρχοντες νόμοι δύνανται κάλλιστα τοὺς μὲν ἔχοντας εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἀνικάνους ν’ ἀποστρατεύσωσι, τοὺς δὲ μὴ ἱκανοὺς νὰ θέτωσι στασίμους, ἡ προτεινομένη Σχολὴ θὰ χρησιμεύσῃ μᾶλλον διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καλῶν ἀλλὰ πρακτικῶν μηχανικῶν, θὰ μείνωσι δὲ δυστυχῶς εἰς τὰς τάξεις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ οἱ ἀνίκανοι ὅλοι οἱ ἔχοντες περισσοτέρας θεωρητικὰς γνώσεις, ὁπότε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν, δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν ἐν τοῖς πλοίοις μεμορφωμένους θεωρητικοὺς μηχανικοὺς καὶ νὰ στερώμεθα πρακτικῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἀκριβῶς προβλέπει, δηλαδὴ τὴν μόρφωσιν ἀξιωματικῶν μηχανικῶν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἐκκαθάρισιν, δὲν ἐπιτυγχάνεται. Συνεδέθησαν τόσον στενῶς πρὸς ἄλληλα ἡ ἐκκαθάρισις μὲ τὴν προαγωγὴν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ἔχει καταστῆ ἡ προαγωγὴ αὐτὴ προβληματική, διότι διὰ μιᾶς ἐξετάσεως τίθενται ἐκποδὼν καὶ ἡ πρακτικὴ μόρφωσις ὡς καὶ ἡ ἀρχαιότης αὐτῶν, ἐνῷ, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, προκειμένου περὶ ἐκκαθαρίσεως ὑπάρχουσι καὶ σήμερον ἀκόμη νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἂν πιστῶς ἐφαρμοσθῶσιν, οἱ μὲν ἀνίκανοι θὰ μείνωσιν, οἱ δὲ ἱκανοὶ θὰ προαχθῶσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου γίνεται καὶ ἕτερον κακόν. Ὅπως εἶπον ἀνωτέρω, καθίσταται προβληματικὴ ἡ θέσις τῶν ἀνθρώπων τούτων, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἀναγράφονται καὶ τὰ μαθήματα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι κατὰ τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις, καθὼς καὶ τὰ μαθήματα τὰ ὁποῖα θὰ διδαχθῶσιν ἐν τῇ Σχολῇ, θὰ εἶναι δὲ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ νὰ μεταβάλῃ τὸ Διάταγμα ἀναλόγως τῶν εὐνοουμένων τοὺς ὁποίους ἔχει. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φοιτήσωσιν εἰς μίαν Σχολὴν ὑπαξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τόσῳ μεγάλην ἡλικίαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀκούσητε καὶ θὰ ἴδητε ἂν ἔχω δίκαιον ἢ ὄχι. Πρέπει δὲ νὰ τονίσω καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐξ οὐδενὸς ἄλλου λόγου ὁρμῶμαι εἰς τὸ νὰ εἴπω ὅσα λέγω κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, οὔτε ν’ ἀντιπολιτευθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν οὔτε δι’ ἄλλον τινὰ λόγον. Νομίζω ὅμως ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ταῦτα, ὅπως καταρτισθῇ ἡ Σχολὴ τῶν μηχανικῶν ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερον καὶ δώσῃ καρποὺς ὅσον τὸ δυνατὸν καλλιτέρους. Ὑπάρχουσιν οἱ ἑξῆς κελευσταὶ μηχανικοὶ — ὀνομαστὶ — κατὰ σημείωμα τὸ ὁποῖον ἔχω: Ἀναστάσιος Δουζίνας, ἔχων ὑπηρεσίαν εἴκοσιν ἐτῶν, ἐξ ὧν τὰ ὀκτὼ ὡς κελευστής· εἶναι ἔγγαμος καὶ πατὴρ πέντε τέκνων, ἐτῶν 48. Τί θὰ μάθῃ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἰς τὴν Σχολήν; Τὰ τέκνα του θὰ φροντίσῃ νὰ βλέπῃ ἢ θὰ παρακολουθῇ τὸ Σχολεῖον καὶ θὰ μάθῃ γράμματα; Ἕτερος· Εὐάγγελος Κτενᾶς, ἔχων ὑπηρεσίαν 20 ἐτῶν, ἐξ ὧν τὰ ὀκτὼ μόνον ὡς κελευστής, ἔγγαμος καὶ οὗτος, ἔχων τρία τέκνα, ἐτῶν 40. Ἕτερος Λαζαρῖμος, ἔχων ὑπηρεσίαν 20 ἐτῶν, ἄγαμος, ἐτῶν 50. Καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον, δὲν εἶναι βεβαίως ὅλοι 40 καὶ 50, ἀλλὰ τὸ κατώτερον εἶναι 36 καὶ 37 ἐτῶν. Πῶς θέλετε, Κύριοι, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σήμερον νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία δὲν ἐφρόντισε δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἀφοῦ μὲ τὰς γνώσεις τὰς ὁποίας ἔχουσι, δηλαδὴ τὴν γραφήν, τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὰ δεκαδικά, θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα νὰ τοὺς ἐξετάσητε εἰς τὴν δυναμικήν, καὶ τὴν ἀντίστασιν τῆς ὕλης; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι ταῦτα διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Βεβαίως καλὴ εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις, καλὴ εἶναι ἡ μόρφωσις, ἀλλὰ δι’ ἁλμάτων δὲν πρέπει νὰ γίνωσι ταῦτα· πρέπει βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Ἔχω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, διαφόρους τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὰς ὁποίας θὰ παραδώσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Νὰ μελετήσητε αὐτάς, παρακαλῶ, καί, ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθωσι τροπολογίαι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ μὴ ἀδικηθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, σᾶς παρακαλῶ νὰ γίνωσι δεκταί.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῶσιν.
§137Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–12). Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται): «Β. Διάταγμα κανονίσει τὰ τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς, τὰ τῶν εἰσιτηρίων καὶ ἐξιτηρίων ἐξετάσεων, τὰ προγράμματα αὐτῶν, τὰ διδακτέα μαθήματα, τὰς ἕδρας τῶν διδακτέων μαθημάτων καὶ ἐν γένει τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου».
§139Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου 13 ἀντὶ «Β. Διατάγματος» νὰ τεθῇ «Β. Διατάγματα».
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§141Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐκτὸς τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ δώσω ἐξήγησίν τινα. Ὅτε προηγουμένως εἶπον ὅτι θὰ ἀδικηθῶσί τινες εἰς τὸ μέλλον, ὡς κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἀδικηθῶσι καὶ κατὰ τὸ παρόν, κυρίως δὲν εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ πράγματος τὸν ὁποῖον ἤθελον νὰ δώσω· ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ πράγματος εἶναι ἡ πρόνοια ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν ναυπηγοῦ, μηχανικοῦ καὶ ἀρχιτεχνίτου τορπιλλητῶν καὶ ἀρχιτεχνίτου ὁπλουργοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται). «Βασιλικὸν Διάταγμα κανονίσει τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου».
§143Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου 6 νὰ γραφῇ ὡς ἑξῆς· «Βασιλικὰ Διατάγματα κανονίσουσι τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου».
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΟϚʹ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ τοῦ νόμου ΑΦΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§145ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐδάφιον 5 τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νόμου ᾼΦΕʹ καταργεῖται, ἀντικαθιστάμενον διὰ τοῦ ἑξῆς: «Οἱ πολῖται Ἕλληνες, ἡλικίας ἐπίσης μέχρις ἐτῶν 35, ὑπηρετήσαντες ἐπὶ διετίαν ὡς τεχνῖται ἢ μαθητευόμενοι τεχνῖται ἐν δημοσίοις συνεργείοις ἢ ἰδιωτικοῖς τοιούτοις. Οἱ τελευταῖοι οὗτοι δέον νὰ φέρωσι καὶ δίπλωμα μιᾶς τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀνεγνωρισμένων Σχολῶν πρακτικῶν μηχανικῶν». Ἀπὸ ποίας ἡλικίας μέχρι 35 ἐτῶν;
§146Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν νόμον ᾼΡΟϚʹ τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ», μὲ διέφυγε δὲ προηγουμένως νὰ τὸ ἀναφέρω. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ εἰρημένου νόμου, διὰ νὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν ὡς ὑποκελευστὴς κλπ., δέον αʹ) «νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην καὶ ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀρρένων, καὶ νὰ ἄγῃ ἡλικίαν, ἐξαγομένην ἐκ τοῦ μητρῴου, ἀπὸ 18 ἕως 25 τὸ πολὺ ἐτῶν». Ἑπομένως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡλικίαν 16 ἐτῶν.
§147ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ ἡλικίαν 18 ἐτῶν, μείνῃ δὲ δύο ἔτη, ὡς μαθητευόμενος, εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἐξετάσεις, διὰ νὰ καταταχθῇ ὡς ὑποκελευστὴς μηχανικὸς βʹ τάξεως. Δὲν εἶμαι βέβαιος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἰς τὸν Ναύσταθμον ἔχω ἴδει μαθητευομένους ἡλικίας 18 ἐτῶν.
§148Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πόσον πρέπει νὰ εἶναι μικροτέρα ἡ ἡλικία.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὰ ἀφήνετε εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν;
§150ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἐκτὸς τούτου ὅμως, ἐνῷ οἱ μαθητευόμενοι ἐν τῷ Ναυστάθμῳ μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν, δηλαδὴ εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν, ἐὰν εἰσέλθωσιν εἰς ἡλικίαν 18 ἐτῶν, δύνανται νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις ὡς ὑποκελευσταὶ μηχανικοί, τὸ αὐτὸ δικαίωμα δίδετε καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας δίπλωμα Σχολῆς ἀνεγνωρισμένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλά, διὰ νὰ λάβῃ τις δίπλωμα ἀπὸ μηχανικὴν Σχολὴν ἀνεγνωρισμένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, θέλει 5 ἔτη, καὶ 18 ἐτῶν οὔσης τῆς ἡλικίας του πρέπει νὰ εἶναι 23 ἐτῶν, ἐνῷ 20 ἐτῶν ἀποχωρῶν ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον εἶναι δυνατόν, ὅταν δὲν εἶναι ἀπόφοιτος τῶν νυκτερινῶν Σχολῶν, τὰς ὁποίας γνωρίζετε πόσον καλῶς εἶναι κατηρτισμέναι καὶ πόσον περισσοτέρας γνώσεις ἔχουσιν οἱ ἐν αὐταῖς μαθητευόμενοι, εἶναι δυνατόν, λέγω, ὁ ἐκ τοῦ Ναυστάθμου ἀποχωρῶν μετὰ διετῆ μαθήτευσιν νὰ ἔχῃ τὰ αὐτὰ προσόντα πρὸς τὸν ἔχοντα δίπλωμα νυκτερινῆς Σχολῆς. Αὐτὸ ὅμως θ’ ἀποτελῇ μίαν ἀνισότητα μεγάλην ὡς πρὸς τὴν θεωρητικὴν μόρφωσιν. Διὰ τοῦτο ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον φαίνεται ὅτι ἔχει προσωπικὸν χαρακτῆρα, ἐνῷ δὲν ἔχει.
§151Ι. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν ἔχει.
§152ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Διὰ τοῦτο συνέταξα μίαν τροπολογίαν, ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ μελετήσῃ ταύτην ὁ κ. Ὑπουργός.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μικούλη θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή, τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως ἐμμίσθου Πρεσβείας ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ δαπανῶν παραστάσεως τῶν πρεσβευτῶν». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1–5, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 6).
§154Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐν ἄρθρῳ 6ῳ ἐκ τυπογραφικοῦ λάθους ἀνεγράφη ποσὸν 24.000, ἐνῷ πρέπει νὰ ἀναγραφῇ 24.800. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 6 τροποποιημένον ὡς ἄνω, τὸ ἄρθρον 7 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Γρ. Φούφας καὶ Ἀ. Στεφανόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΡΜΘʹ τοῦ 1906 περὶ συνοικισμῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Τυπάλδος Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατατάξεως ὡς μηχανικῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ κλπ.». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημερίδος Συζητήσεων Βουλῆς, ἀριθ. 175 καὶ 176). Συναινεῖ ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσωμεν;
§156Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὅλα τὰ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§157ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη ἐργαζομένη, ἂς ἀκολουθήσῃ τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§158Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἂς ἀναβληθῇ.
§159ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν Δευτέραν.
§160Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει σπουδή, διότι θὰ ἐφαρμοσθῇ κατόπιν.
§161ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8 καὶ 55′ μ. μ.).