| 1659 | 1) | Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν | εἰς δρ. | 500.000 | |
| 1660 | 2) | » » » » Ἐξωτερικῶν | » » | 1.739.000 | |
| 1661 | 3) | » » » τῆς Δικαιοσύνης | » » | 900.000 | |
| 1662 | 4) | » » » τῶν Ἐσωτερικῶν | » » | 2.000.000 | |
| 1663 | 5) | » » » τῆς Παιδείας | » » | 1.900.000 | |
| 1664 | Τὸ ὅλον | Δρ. | 7.039.000 |
1909.09.30
3.847 στίχοι · 29.244 λέξεις · 1 πίνακας · 132 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6.
τῆς 30ῆς Σεπτεμβρίου 1909.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 122 Βουλευτῶν.
Εἶτα ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς κατήρτισα δεκαμελῆ ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν βουλευτῶν κυρίων Δ. Βοκοτοπούλου, Κ. Γκότση, Ν. Λεβίδου, Ν. Μαρκέτη, Ἰ. Μπακοπούλου, Ν. Μπουφίδου, Φ. Νέγρη, Π. Πετρίδου, Ἐμ. Ῥέπουλη καὶ Κ. Τοπάλη. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς σήμερον τὴν πρωίαν, ὥραν 10ην, εἶχον δὲ τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύσω αὐτῆς. Ὑποθέτω ὅτι αὔριον ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς κ. Βοκοτόπουλος θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός.
§2ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπάναγκες ἐνόμισα, Κύριοι, παρερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ χωρήσω, παρὰ τὴν κρατήσασαν συνήθειαν, ἀμέσως ἐπὶ τὰ πράγματα, ἐπὶ τοὺς ἀριθμούς, καὶ δὴ ἄνευ προοιμίων, ἄνευ μακρᾶς ἀνασκοπήσεως τοῦ παρελθόντος, ἄνευ οἱασδήποτε αἰτιάσεως δι’ αὐτό. Ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελοῦμεν τὴν σήμερον, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δικαιοῦται ν’ ἀξιώσῃ παρά τε τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ὅπως καθορίσωμεν ἀμέσως τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐνδιαφέρον αὐτὸν πρόβλημα, τὸ μέγα οἰκονομικὸν πρόβλημα, ὅπερ ἀπειλητικώτατον ἐγείρεται ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἴδωμεν τίς ἡ δυνατὴ αὐτοῦ λύσις. Ἔχω, Κύριοι, πρὸ ὀφθαλμῶν προχείρους καταστάσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἀναγομένας εἰς τὰς δύο ἐν ἐνεργείᾳ χρήσεις, εἰς τὴν τοῦ 1908 καὶ εἰς τὴν τοῦ 1909. Κατὰ τὴν πρώτην τούτων, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1908 μέχρι τέλους Ἰουλίου 1909, ἐνηργήθησαν εἰσπράξεις, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν καταστάσεων τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τῶν ταμείων τοῦ Κράτους, ἐκ δρχ. 118,695,933. Μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, ἤτοι ἀπὸ 1 Αὐγούστου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1909, θὰ ἐνεργηθῶσιν, ὡς ἐνδείκνυται τοῦτο ἐκ τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ 1908 διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1907, εἰσπράξεις πιθαναὶ ἐκ δρχ. 4,932,045, ἤτοι ἐν ὅλῳ αἱ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1908 θ’ ἀνέλθωσι πιθανῶς εἰς δρχ. 123,627,978. Ἀπέναντι τούτων κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἐνηργήθησαν πληρωμαί, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν αὐτῶν καταστάσεων τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, ἀνερχόμεναι εἰς δραχμὰς 95,126,745, κατὰ πᾶσαν δὲ πιθανότητα θὰ ἐνεργηθῶσιν ἀπὸ 1 Αὐγούστου μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1907, δρχ. 41,449,634, ἤτοι ἐν ὅλῳ 136,576,376. Ἂν νῦν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἐξ 6,633,013, μένει ὑπόλοιπον τακτικῶν ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 129,943,366, ἐξ ὧν ἀφαιρουμένων τῶν ἐσόδων ἐκ δρχ. 123,627,978 μένει ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 6,315,388. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ λανθάνον ἔλλειμμα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐκ δρχ. 2,000,000 περίπου. Οὕτω πως τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1908 πιθανὸν ν’ ἀνέλθῃ μέχρις 8,500,000 δραχμῶν. Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1909 θὰ ἔχωμεν ἴσως τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἐπὶ προϋπολογισθέντων ἐσόδων ἐξ 127,495,858 δρχ. θὰ ἔχωμεν καθυστέρησιν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα αʹ) ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ὡς 2,800,000· βʹ) ἐκ φόρου ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, ἀπέναντι προϋπολογισθεισῶν 530,000, ἐξ ὧν δύσκολον θεωρεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπράξεων καὶ προβλέψεων νὰ εἰσπραχθῶσι πλέον τῶν 370,000, θὰ ἔχωμεν καθυστέρησιν 160,000· γʹ) ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος 500,000· δʹ) ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου ἑτέρων 700,000· εʹ) ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς ἀστυφυλακῆς 1,600,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 5,760,000, ὧν ἀφαιρουμένων θὰ ὑπολειφθῶσιν ἔσοδα ἐκ δρχ. 121,735,858. Ἀπέναντι τῶν ἐσόδων τούτων ἔχουσι προϋπολογισθῆ ἔξοδα ἐκ δρχ. 125,476,646, ἔχουσι δ’ αἰτηθῆ μέχρι τοῦδε ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ 5,316,232, θὰ αἰτηθῶσι δὲ προσέτι κατὰ τὰς προβλέψεις τῶν διαφόρων εἰδικῶν λογιστηρίων τῶν Ὑπουργείων, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὡς 4,050,900 δρχ., ὥστε δὲν εἶναι ἀπίθανον ν’ ἀνέλθῃ τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν εἰς 134,843,778 δραχμάς. Τὸ ποσὸν τοῦτο δυνατὸν νὰ μειωθῇ ἐπαισθητῶς διὰ τῶν συνήθων ἀδιαθέτων πιστώσεων, αἵτινες ὅμως διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1909, καθ’ ἣν πολλαὶ τῶν πιστώσεων ἔχουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῷ οἰκείῳ Προϋπολογισμῷ ἐπὶ ἔλαττον μᾶλλον ἢ ἐπὶ πλέον, ἀδύνατον νὰ ὑπερβῶσι τὰ 6,500,000, οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα θὰ κατέλθωσιν εἰς 128,343,778 δρχ., ἐξ ὧν ἀφαιρουμένων τῶν ἐσόδων ἐξ 121,735,858 ἔχομεν ἔλλειμμα ἐκ δρχ. 6,607,920. Ἂν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν καὶ τὸ λανθάνον ἔλλειμμα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐξ 1,500,000 δρχ., διότι ἐφέτος ἀνεγράφη ὡς εἰσφορὰ ὑπὲρ αὐτῆς ἀνωτέρα τῆς περυσινῆς κατὰ 500,000 δρχ., οὕτω τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1909 θὰ ὑπερβῇ τὰ 8,000,000. Ἐνταῦθα, Κύριοι, γενόμενος τοῦ λόγου ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὑμᾶς καὶ τὸν νόμον ΓʹΤΛΔʹ τῆς 1 Ἀπριλίου 1909, καθ’ ὃν ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐκ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν τόκων ἐκ δρχ. 3,162,591, τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ δι’ ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, λάβῃ 3,000,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο, εἰσαχθὲν ὑπὸ τὴν μερίδα τῶν διαφόρων ἢ χρηματιστικῶν λογαριασμῶν, «ἔντοκος κατάθεσις πρὸς 3% κεφαλαίου καὶ τόκου πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων», ἐχρησιμοποιήθη ἤδη εἰς πληρωμὴν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. Προσεπάθησα, Κύριοι, νὰ παράσχω ὑμῖν ἀμυδρὰν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, καθ’ ὅσον εἶναι τοῦτο δυνατὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων τῶν δύο ἐν ἐνεργείᾳ χρήσεων καὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς εἶναι εἰς θέσιν νὰ χορηγήσωσιν αἱ οἰκεῖαι ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι. Ἡ εἰκὼν αὕτη δὲν εἶναι βεβαίως πολὺ ἐνθαρρυντική. Καὶ οὕτως ὅμως, ὑπὸ περιστάσεις ὁμαλάς, δὲν θὰ ἦτο ἀμήχανον ὅλως νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἀμέσου θεραπείας τοῦ κακοῦ, τοῦ κατατρύχοντος τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Πρὸς τοῦτο θὰ ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιτελέσωμεν ἓν καὶ μόνον ἐπιτακτικὸν καθῆκον, ἤτοι νὰ καλύψωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἔλλειμμα, καὶ δὴ ἐπὶ βάσεων οὕτως ἀσφαλῶν, ὥστε ν’ ἀποκαταστήσωμεν ἀληθὲς ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἰσοζύγιον οὐχὶ ἐν τῇ μέχρι τοῦδε στενῇ, ἀλλ’ ἐν τῇ εὐρείᾳ αὐτοῦ σημασίᾳ. Τοῦτο δὲ θὰ ἐπετυγχάνετο ὄντως, ἐὰν ἐβελτιοῦμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν κατὰ 10 περίπου ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὑφ’ ἃς, Κύριοι, περιστάσεις διατελεῖ τὴν σήμερον οὐ μόνον τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν ὁλόκληρον, τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν πρόβλημα δυσχεραίνεται ἔτι μᾶλλον. Ἀπὸ πολλοῦ ἔχει κατανοηθῆ παρ’ ἡμῖν ἡ ἀνάγκη τῆς πολεμικῆς συντάξεως καὶ παρασκευῆς κατὰ γῆν τε καὶ θάλασσαν, ἀνταξίας τοῦ μεγάλου παρελθόντος καὶ τοῦ ἐν τῷ μέλλοντι ἱστορικοῦ προορισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἀλλὰ πάντες ἡμεῖς, ἀναλογιζόμενοι τὸ ὑπερβάλλον τῶν θυσιῶν καὶ τὰς μεγάλας δυσκολίας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ τοιαύτη παρασκευή, ἀνεβάλλομεν αὐτὴν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Καὶ ὅτε δ’ ἔγνωμεν νὰ προβῶμεν εἰς αὐτήν, ἐνομίσαμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, χωρὶς νὰ ὑποβληθῶμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς πάσας τὰς ἀναγκαίας δαπάνας. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἡμῶν αὕτη, ὅσον καὶ ἂν παρίστατο σκόπιμος καὶ εὐλογοφανὴς πρίν, ἐν τοῖς πράγμασιν ὅμως ἀπεδείχθη ἄστοχος καὶ σφαλερά, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὰ μάλιστα ἐπικίνδυνος εἴς τε τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν καθόλου. Διότι ἐν τῷ μεταξὺ πάντες σχεδὸν οἱ ὅμοροι ἡμῶν λαοί, ὧν τὰ συμφέροντα συγκρούονται πρὸς τὰ ἡμέτερα, προέλαβον ἤδη ἡμᾶς ἐν τῇ πολεμικῇ αὐτῶν παρασκευῇ, οἱ δὲ καιροὶ καὶ πάντοτε μέν, μάλιστα δὲ τὴν σήμερον, δὲν εἶναι μενετοί. Ἔπρεπε δέ, Κύριοι, ἐπ’ ἐσχάτων τούτων τῶν ἡμερῶν νὰ ἐπίδωμεν διαψευδομένας τὰς ἐλπίδας ἡμῶν διὰ τὴν ἄμεσον ἐπίλυσιν ἑνὸς τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων ἐθνικῶν ἡμῶν ζητημάτων· ἔπρεπε συγχρόνως, ἢ μᾶλλον ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς τοιαύτης διαψεύσεως τῶν ἐλπίδων ἡμῶν νὰ ὑποστῶμεν τὰς γνωστὰς ἐθνικὰς δοκιμασίας καὶ ὡς Κράτος καὶ ὡς ἔθνος· ἔπρεπεν ἐπὶ πᾶσι τούτοις νὰ ἐπίδωμεν τοὺς μεγίστους τῶν ἐθνικῶν κινδύνων ἐπικρεμαμένους ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν μας, ὅπως ἐξεγερθῶμεν τέλος ἐκ τοῦ ληθάργου, ὑφ’ οὗ ἐπὶ μακρὸν κατειχόμεθα καὶ ὑφ’ ὃν οὐ μόνον τῆς συντόνου καὶ ἐνδελεχοῦς παρασκευῆς τῆς χώρας ἡμῶν ὠλιγωρήσαμεν μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ πάντα ἄλλον κλάδον τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου ἐγκατελίπομεν σχεδὸν εἰς τὴν τύχην του ἀδιαφοροῦντες ἂν οὕτω πως περιῆλθον εἰς παραλυσίαν καὶ ἡ Διοίκησις καὶ ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Παιδεία ἐν Ἑλλάδι, ἀδιαφοροῦντες ἂν ἐκ τῆς τοιαύτης κακοδαιμονίας ἀπελπίζοντες οἱ ἐργατικώτεροι καὶ ἀκμαιότεροι τῶν Ἑλλήνων μεταναστεύουσιν εἰς τὴν ξένην ἐκπατριζόμενοι. Τὴν σήμερον, Κύριοι, πάντες ἡμεῖς, καὶ λαὸς καὶ στρατὸς καὶ πολιτευόμενοι, ἄνευ κομματικῆς διακρίσεως, ἀξιοῦμεν τὴν πολεμικὴν τῆς χώρας παρασκευήν, ὑπὲρ πάντα δὲ ἄλλον ἀξιοῖ ταύτην αὐτὸς ὁ Βασιλεύς, ὅστις ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐδοκίμασε καὶ τὰς πικρίας τῶν τελευταίων ἐθνικῶν ἀτυχημάτων. Τοῦ λόγου δὲ ὄντος περὶ πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, δηλοῦμεν ὅτι αὕτη οὐδένα ἀπολύτως ἐπιθετικὸν σκοπὸν ἐνέχει. Ἡ Ἑλλάς, ὡς πάντοτε, καὶ νῦν διατρανοῖ τὰς φιλειρηνικάς της διαθέσεις καὶ δὴ πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, πρὸς ἣν παντοίων συμφερόντων ταυτότης συνδέει ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας. Ἡ παρασκευὴ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς, ὡς εἰς πάντα ἄλλον λαόν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης. Πλὴν τούτου πρέπει νὰ ὦμεν παρεσκευασμένοι, ὅπως ὑπολογιζώμεθα ὑπὸ τῶν ἄλλων καὶ ὡς ἐχθροὶ καὶ ὡς φίλοι. Ἀκριβῶς δὲ οἱ μᾶλλον πρὸς πόλεμον παρεσκευασμένοι λαοὶ εἶναι νῦν ἐκεῖνοι, οἵτινες σπανιώτατα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λύσωσι τὰς διαφοράς των διὰ τῶν ὅπλων, ὡς μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν. Ἐκτὸς ὅμως τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος παρασκευῆς πάντες ἀξιοῦμεν τὴν ἀνόρθωσιν καὶ βελτίωσιν καὶ τῶν ἄλλων κλάδων τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Παιδείας καὶ τῆς καθ’ ὅλου ἡμῶν διοικήσεως. Πάντες ἀξιοῦμεν νὰ ληφθῇ ἐπὶ τέλους καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ στοιχειώδης πολιτειακὴ πρόνοια περὶ ἐνισχύσεως τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν παραγόντων τῆς χώρας καὶ νὰ παύσῃ οὕτω τὸ Κράτος θεωροῦν τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ναυτιλίαν ἡμῶν ὡς ἀγελάδα, ἣν δύναται ν’ ἀμέλγῃ ἐπ’ ἄπειρον, χωρίς ποτε νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ διατροφῆς της. Ἀλλὰ «δεῖ δὴ χρημάτων καὶ ἄνευ τούτων οὐδέν ἐστι τῶν δεόντων γενέσθαι», ὡς ἔλεγεν ὁ μέγας τῆς ἀρχαιότητος ῥήτωρ. Ἔχομεν, Κύριοι, ἀνάγκην χάριν μόνης τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας περιπλέον ἐτησίας δαπάνης, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν οἰκείων Ὑπουργείων, τοὐλάχιστον 10 ἑκατομμυρίων. Χάριν δὲ ἀνορθώσεως τῶν ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας ὀφείλομεν νὰ προσυπολογίσωμεν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ ἄλλα 2 ἑκατομμύρια. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἀνάγκη πᾶσα νὰ βελτιώσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν ἐτησίως ἐν ὅλῳ κατὰ 20,000,000 δρχ. τοὐλάχιστον. Ἀλλ’ οὕτω τιθέμεθα πρὸ τοῦ διλήμματος, καθ’ ὃ πρέπει νὰ ἐκλέξωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν νῦν ἀμέσως ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πάσας αὐτὰς τὰς θυσίας, ὅπως προλάβωμεν μίαν νέαν ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν τοῦ δημοσίου ἡμῶν ταμείου καὶ ἐν ταὐτῷ ἐξασφαλίσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἄμυναν τῆς χώρας καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων, ἢ νὰ παραιτηθῶμεν ἐφεξῆς πάσης ἐθνικῆς πολιτικῆς ἐξομοιούμενοι ἐν τούτῳ πρὸς τοὺς Ἑβραίους. Μέση τις ὁδὸς δὲν ἐγχωρεῖ πλέον. Τὰ ἡμίμετρα περιήγαγον ἡμᾶς εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, τὴν παράτασιν τῆς ὁποίας μόνος ὁ χείριστος τῶν ἐχθρῶν μας θὰ ηὔχετο εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, κατορθωτὸν τὸ πρᾶγμα; Ἡμεῖς νομίζομεν ναί. Ἰσχυρίσθημεν ἤδη, ἐκτὸς τῆς Ἀρχῆς εὑρισκόμενοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους κατὰ 20,000,000 δρ. περίπου ἐτησίως. Τὸν ἰσχυρισμόν μας ἐκεῖνον, κληθέντες ἤδη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ἡμῶν ταύτην ἐμφανιζόμενοι νῦν ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, ἐρχόμεθα ν’ ἀποδείξωμεν ὡς ἀληθῆ καὶ δυνάμενον νὰ πραγματοποιηθῇ δι’ ὧν μέτρων ὑποβάλλομεν νῦν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Τὰ μέτρα ταῦτα ἀνάγονται εἰς τρεῖς κατηγορίας· αʹ) εἰς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, βʹ) εἰς βελτίωσιν τῶν ὑφισταμένων προσόδων τοῦ Κράτους καὶ γʹ) εἰς τὴν ἐξεύρεσιν νέων πόρων τοῦ δημοσίου ἡμῶν ταμείου. Ὑπεδείχθη ἤδη ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν δύο ἐν ἐνεργείᾳ χρήσεων τοῦ 1908 καὶ 1909 κυμαίνεται περὶ τὰ 8,000,000. Τὸ ἔλλειμμα, Κύριοι, τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ καλύψωμεν δι’ οἰκονομιῶν καὶ καθόλου δι’ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους κατ’ ἴσον, εἰμὴ καὶ πλέον ποσόν. Ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ κάμωμεν ἔκκλησιν εἰς τὸ βαλλάντιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ χάριν πληρώσεως τῶν κενῶν τοῦ ἡμετέρου Προϋπολογισμοῦ πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων. Πλὴν πῶς θὰ ἐπέλθῃ ἡ τοιαύτη ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ὅπως μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ πράγματος, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ὑποδειχθῶσιν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος οἰκονομίαι καὶ ἐλαττώσεις καθόλου τῶν ἐξόδων ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργείου, καὶ δὴ ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου αὐτῶν, ἐφ’ ὧν ἐγχωροῦσι τοιαῦται. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ οἰκονομιῶν, νομίζομεν ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ δώσῃ τὸ καλὸν παράδειγμα εἰς τοῦτο ἡ Βουλή, ἀρχομένη ἀφ’ ἑαυτῆς. Ὡς πρώτην καὶ κυρίαν οἰκονομίαν ἐπὶ τῶν ἐξόδων αὐτῆς προτείνομεν τὴν διακοπὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ «Δελτίου Ἐφημερίδος Συζητήσεων τῆς Βουλῆς», ἐξ ἧς θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν ἐξόδων κατὰ 14,740 δρχ. Πλὴν δ’ εὐαρίθμων θέσεων, ὧν θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ κατάργησις, ὡς περιττῶν, εἴμεθα καὶ ὑπὲρ τῆς ἐξισώσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, οὕτως ὥστε καὶ ἐν αὐτῇ οἱ ἔχοντες βαθμὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως καὶ γραμματέων αʹ καὶ βʹ τάξεως ἢ γραφέων αʹ καὶ βʹ τάξεως νὰ λαμβάνωσιν ὃν μισθὸν καὶ οἱ ὁμοιόβαθμοι τμηματάρχαι, γραμματεῖς καὶ γραφεῖς, οὐχὶ δὲ πλέον τούτων, ὡς μέχρι τοῦδε. Ἂν δὲ προσέτι περικόψωμεν ἢ μειώσωμεν καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐξωγκωμένην καὶ περιττὴν δαπάνην τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, θὰ ἔχωμεν ἐν ὅλῳ ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων αὐτοῦ περὶ τὰς 35,000 δραχμῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, Κύριοι, τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, ἀναγράφονται δαπάναι πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, αἵτινες εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως οἰκονομίαν ἢ περιορισμὸν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὸ δημόσιον χρέος καὶ εἰς τὰς διαφόρους ἄλλας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ὡς εἰς τὰ χορηγήματα, τὰς συντάξεις κλπ. Αἱ οἰκονομίαι περιορίζονται κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰ ἄλλα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου, ἰδίως δὲ εἰς τὰ προσωπικά. Μὴ νομίσητε δὲ ὅτι οὕτω πως προτείνομεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν. Τοὺς μισθοὺς τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τῶν οἰκονομικῶν, ὑπολαμβάνομεν ἡμεῖς πολὺ γλίσχρους, λυπούμεθα δ’ ὅτι ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν δὲν ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς αὔξησιν αὐτῶν. Ἐπιφυλαττόμενοι δὲ νὰ πράξωμεν τοῦτο βραδύτερον, εὐθὺς ὡς βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, τό γε νῦν ἔχον, προτείνομεν μόνον τὴν κατάργησιν περιττῶν ὅλως ἢ καὶ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων θέσεων, τοῦθ’ ὅπερ γίνεται καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ πολιτικῷ Ὑπουργείῳ. Πρὸς τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως, περιορισμοῦ καὶ συστάσεως θέσεων τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγομένων ὑπηρεσιῶν». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ ἔχει ἤδη ἐκτυπωθῆ καὶ θὰ διανεμηθῇ ἀμέσως εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἐπέρχονται αἱ κυριώταται τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ὑπουργείου.
§3Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐπέρχεται καὶ αὔξησις δαπανῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιόν σας πρόκειται καὶ περὶ συστάσεως θέσεων.
§4ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, διότι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν συγχρόνως καὶ νὰ βελτιώσωμεν τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, ὅπου δὲ νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη αὐξήσεως τῆς ὑπαρχούσης ἢ δημιουργίας νέας δαπάνης δὲν διστάζομεν νὰ προτείνωμεν τοῦτο, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ τοιαύτη δαπάνη εἶναι παραγωγική. Ὀφείλω μόνον νὰ ἐξάρω ἰδιαιτέρως ὅτι καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ πολιτικῷ Ὑπουργείῳ, αἱ οἰκονομίαι δὲν ἐπῆλθον εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν πρὸς τοὺς τμηματάρχας, τοὺς προϊσταμένους τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ ἀφοῦ οὗτοι ὑπέδειξαν εἰς ἡμᾶς τὰς καταργητέας θέσεις, χωρὶς οὕτω νὰ ἐπέλθῃ ζημία τις ἐπαισθητή. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καταργοῦνται δύο θέσεις γραμματέων αʹ τάξεως, τρεῖς θέσεις γραμματέων βʹ τάξεως, δύο θέσεις λογιστῶν, δεκατρεῖς θέσεις γραφέων, ὀκτὼ αʹ καὶ ὀκτὼ βʹ τάξεως ὑπολογιστῶν. Ἐν συνόλῳ ἐπέρχονται οὕτω πως οἰκονομίαι ἑξήκοντα καὶ ὀκτὼ χιλ. δρχ., αἵτινες ὅμως, διὰ τῆς συγχρόνου συστάσεως ἄλλων ἀναγκαίων, περιορίζονται εἰς καθαρὰν οἰκονομίαν 48,000 δρχ. Διὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔχω νὰ προτείνω μικράν τινα οἰκονομίαν, ἀνερχομένην εἰς 4,800 δρχ. μόνον. Δηλῶ ὅμως ἀπὸ τοῦδε ὅτι δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ βραδύτερον γενήσεται λόγος, προτείνεται αὔξησις τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, προκειμένου οὕτω νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ Γεν. Λογιστήριον εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ του. Καταργοῦνται εἶτα τέσσαρες θέσεις ἐπιθεωρητῶν, ἤτοι μία αʹ τάξεως καὶ τρεῖς βʹ τάξεως. Δυστυχῶς, Κύριοι, ὁ θεσμὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν δὲν ἀπέδωκε τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους πάντες προσεδοκῶμεν ἐξ αὐτοῦ. Ἀρκεῖ μόνη ἡ περιβόητος δίκη τοῦ πρώην ταμίου Πειραιῶς νὰ πείσῃ ἕνα ἕκαστον ὑμῶν, ὁπόσον ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς οὗτος. Ἐνόμισα καλὸν νὰ περιορίσω κατὰ τέσσαρας τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν. Διὰ δὲ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἀνακαινίσεως, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τοῦ ἄλλου προσωπικοῦ τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τοῦ τῆς ἐπιθεωρήσεως. Ἂν βραδύτερον παραστῇ ἀνάγκη, δυνάμεθα πάλιν ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν. Τό γε νῦν ἔχον πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνην τὴν προτεινομένην κατάργησιν. Περιττὸν εἶναι βεβαίως νὰ εἰσέλθω εἰς πλείονας λεπτομερείας περὶ τοῦ πράγματος τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλέον δευτέρα γνώμη περὶ τούτου.
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί δὲν καταργεῖτε πάσας τὰς θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν;
§6ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἴμεθα, Κύριοι, ἠναγκασμένοι νὰ δημιουργήσωμεν εἰδικὰς ἐπιθεωρήσεις, ὡς λόγου χάριν διὰ τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν. Περὶ τούτου θὰ κάμω ἰδιαίτερον λόγον βραδύτερον, ὅταν ὁμιλήσω περὶ αὐτῆς, καὶ ἰδίως περὶ τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς. Τώρα πρέπει νὰ διατηρήσωμεν πολλοὺς τῶν ὑπαρχόντων ἐπιθεωρητῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι οὗτοι εἶναι οἱ ἱκανώτεροι σχετικῶς καὶ ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὑτῶν πιστῶς καὶ εὐόρκως. Διὰ τῆς καταργήσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος τεσσάρων θέσεων οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν ἐπέρχεται ἐτησία οἰκονομία ἐξ 20,320 δραχμῶν. Μείζων, Κύριοι, οἰκονομία ἐπέρχεται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἐν πρώτοις περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν αὐτῷ λογιστῶν αʹ τάξεως ἐκ 18 εἰς 12, τῶν δὲ λογιστῶν βʹ τάξεως ἐξ 22 εἰς 15. Εἶτα καταργοῦνται αἱ θέσεις τοῦ βοηθοῦ τοῦ ἀρχειοφύλακος καὶ 8 θέσεις μαθητευομένων. Πρὸς τούτοις διαγράφεται ἡ ἀποζημίωσις τοῦ ἀρχειοφύλακος ἐξ 720 δρχ., ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἐκτάκτων λογιστῶν ἐκ δρχ. 7,800, οἱ μισθοὶ διαφόρων ἐργατῶν ἐκ δρχ. 5,040, τὰ ὁδοιπορικὰ καὶ ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἐπιθεωρήσεων περιορίζονται εἰς τὸ ἥμισυ. Ἐλαττοῦται τὸ ὑλικὸν καθημερινῆς χρήσεως κατὰ 1500 δρχ., τὸ ὑλικὸν τῶν ἐντύπων κατὰ 1000 δρχ. Καταργοῦνται τὰ ἁμαξαγώγια τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐκ δρ. 600, τὰ ὁποῖα ἄνευ νόμου τινὸς δὲν ἠξεύρω πῶς ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διεγράφησαν καὶ τὰ ἁμαξαγώγια τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου;
§8ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ καὶ ταῦτα δὲν στηρίζονται εἰς νόμον. Αἱ οὑτωσί, Κύριοι, ἐπερχόμεναι οἰκονομίαι εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον συμποσοῦνται εἰς 59 χιλ. δρ. περίπου. Ὡς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ πληρωμῆς ἐξόδων προτείνονται αἱ ἑξῆς οἰκονομίαι: Διὰ τῆς καταργήσεως ἢ συγχωνεύσεως διαφόρων ἐφοριῶν περιορίζονται αἱ δαπάναι κατὰ δραχ. 48,250, διὰ τῆς καταργήσεως ἢ συγχωνεύσεως διαφόρων ταμείων καὶ θέσεων ταμιακῶν ὑπαλλήλων, προσέτι δὲ πολλῶν ποσοστῶν, κατὰ 280,000 περίπου. Τὰ ποσοστὰ ταῦτα, Κύριοι, χορηγούμενα πρὸς τοὺς ταμίας, ὑποταμίας καὶ εἰσπράκτορας, εἶναι δεδικαιολογημένα διὰ τὰς ἐπαρχίας, ἔνθα βεβαίως πολὺ δύσκολος ἀποβαίνει ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον, εἶναι δὲ ἠναγκασμένοι οἱ ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων τεταγμένοι ὑπάλληλοι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς παντοίους κόπους. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ εἰσπράξεων, γινομένων ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, ἔνθα ἔχομεν ὑποταμίας καὶ εἰσπράκτορας ἀπολαμβάνοντας ποσοστὰ ἐκ δραχ. 8.000, 10,000 καὶ 13,000 ἐτησίως, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Καθ’ ὃν χρόνον προβαίνομεν εἰς τοσαύτας οἰκονομίας καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ὡς θ’ ἀποδείξω βραδύτερον, νὰ κάμωμεν νέαν ἔκκλησιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν νέα βάρη εἰς αὐτόν, ἄτοπον καὶ ἄδικον νομίζω νὰ ὑπάρχωσιν ἐξαιρετικαὶ καὶ προνομιοῦχοι θέσεις ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, ἀποφέρουσαι ὑπὲρ τῶν κατεχόντων αὐτὰς τοσαῦτα κέρδη. Ἐπιφέρομεν, Κύριοι, πρὸς τούτοις οἰκονομίας ἐν τοῖς μονοπωλίοις ἐκ δρχ. 10,000, ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τοῦ καπνοῦ ἐκ δρ. χρ. 20,000 διὰ τῆς καταργήσεως διαφόρων καπνοκοπτηρίων κλπ., ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνεύματα καὶ τὸν ζῦθον ἐκ δρ. 2,170, ὡς πρὸς τὸ χαρτόσημον ἐκ δρ. 5,000, ὡς πρὸς τὸ γραμματόσημον διὰ τὴν εὐωνοτέραν προμήθειαν τούτου, ἣν ἐπιτυγχάνομεν ἐφέτος διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ, ἐκ δρχ. 55,000, ὡς πρὸς τὸ τελωνιακὸν ἔνσημον, ἐκ δρχ. 10,000, ὡς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰ ἔξοδα δημοσίων καταστημάτων, κτημάτων καὶ νομημάτων ἐκ δρ. 133,000. Κατὰ ταῦτα θὰ ἔχωμεν ἐν ὅλῳ οἰκονομίας ἐκ δρ. 715,540 ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§9ΚΩΝ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων ὑπελογίσθη διὰ τῆς παύσεως τοσούτου ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων, ἂν θ’ ἀνέλθῃ ἡ στήλη εἰς αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐξόδων;
§10ΑΘΑΝ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περὶ τούτου θὰ ἐξηγηθῶ βραδύτερον.
§11ΝΙΚΟΛ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸ ποσὸν τῶν αὐξήσεων, τὰς ὁποίας ὑπολογίζετε, συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ δαπάνη τῶν εἰσπρακτόρων τῶν περιπλέον;
§12ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπέναντι τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ τῶν οἰκονομιῶν ἔχομεν βεβαίως καὶ αὔξησιν δαπανῶν, ἐπιβαλλομένην ἐκ τῆς βελτιώσεως τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν. Τοιαύτη αὔξησις ἐπέρχεται ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἐν οἷς καταλέγεται καὶ ἡ μισθοδοσία 180 εἰσπρακτόρων πρὸς 60 δρ. τὸν μῆνα καὶ ἡ προσθήκη τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου προσωπικοῦ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐκ δρχ. 20,000 ὡς ἔγγιστα καὶ εἰς τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς ἐκ 50,000 δρχ. περίπου. Αἱ αὐξήσεις συμποσοῦνται ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 215,000 περίπου, ὧν ἀφαιρουμένων ὑπολείπονται καθαραὶ οἰκονομίαι ἐκ δρχ. 500,540. Προκειμένου δέ, Κύριοι, περὶ οἰκονομιῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, οὗτινος προΐσταμαι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἓν «νομοσχέδιον περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, Λιθογραφείου καὶ Σφραγιστηρίου», δι’ οὗ ἐπέρχεται μικρά τις οἰκονομία τόσον διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο διευθύνσεών των εἰς μίαν, ὅσον καὶ διὰ τῆς περικοπῆς διαφόρων δαπανῶν. Συγχρόνως λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἐλαττώσεως δαπανῶν τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», διότι ἐκρίθη καλὸν πολλὰ διατάγματα προσωπικά, τὰ ὁποῖα νῦν ἄνευ λόγου δημοσιεύονται ὁλόκληρα, νὰ δημοσιεύωνται ἐφεξῆς ἐν περιλήψει. Ἐξευρίσκεται δὲ τρόπος, ἵνα ἐπέλθῃ καὶ αὔξησίς τις ἐσόδων ἐκ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀναιρετικῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν αὐτῇ τέλεσι τῶν καθ’ ὧν ἐκδίδονται αὗται διαδίκων. Ἀκολουθῶν, Κύριοι, ἣν σειρὰν καὶ ὁ Προϋπολογισμός, ὡς πρὸς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, μεταβαίνω νῦν εἰς τὸ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τούτου ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία ἐκ δρ. 14,000. Μείζων οἰκονομία ἐπέρχεται ἐν τῷ διπλωματικῷ καὶ προξενικῷ ἡμῶν κλάδῳ, εἰς ἣν προέβημεν κυρίως ὁρμηθέντες ἐκ τῆς ἑξῆς σκέψεως. Ὅτε εἴχομεν τὴν μεγάλην συναλλαγματικὴν διαφοράν, τὴν ἀνερχομένην εἰς 50, 60 καὶ ἐπέκεινα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, τότε πάντες οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους παρεπονοῦντο, καὶ δικαίως, ὅτι οἱ μισθοὶ αὐτῶν δὲν ἐξήρκουν, διότι ἡ χαρτίνη ἡμῶν δραχμὴ δὲν ἰσοφάριζε πρὸς τὴν δραχμὴν τὴν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Εἷς πρόξενος, λόγου χάριν, λαμβάνων τότε μισθὸν ἐκ δρχ. 600 ἔβλεπε τοῦτον αἴφνης μειούμενον εἰς δρχ. χρ. 400 μόνον, αἵτινες δὲν ἐξήρκουν οὐχὶ πρὸς ἀξιοπρεπῆ παράστασιν, ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς συντήρησίν του ὁπωσδήποτε. Διὰ τοῦτο ἐδέησε τότε νὰ αὐξήσωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τοὺς μισθοὺς τῶν διαφόρων ἀντιπροσώπων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἀλλ’ οἱ μισθοὶ αὐτοὶ παρέμειναν ηὐξημένοι καὶ μετὰ ταῦτα μέχρι τῆς σήμερον, ὁπότε ἐφθάσαμεν σχεδὸν εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ χρυσοῦ. Καὶ οὕτω δὲ ἡμεῖς δὲν προτείνομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τοὺς πάλαι ποτὲ μισθούς, διὰ τῆς ἐλαττώσεως αὐτῶν κατὰ 50 καὶ 60%, ἀλλ’ ἀποδεχόμεθα κατὰ μέσον ὅρον μίαν ἐλάττωσιν περὶ τὰ 20–30% μόνον. Τοῦτο γίνεται ἐπὶ τοῦ προξενικοῦ κλάδου. Ἐπὶ τοῦ διπλωματικοῦ ὅμως κλάδου ἡ τοιαύτη οἰκονομία εἶναι γενναιοτέρα πως. Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει διατελοῦντες συνηγορήσαμεν πολλάκις ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν Πρεσβειῶν. Ἀλλ’ ἀνελθόντες εἰς τὴν Ἀρχὴν ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις δυσκόλως ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Διὸ προετιμήσαμεν ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνην τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐπιχορηγήσεως δι’ αὐτάς. Ἡ ἐπιχορήγησις αὕτη εἶναι, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἔχομεν γνώμην, σχετικῶς μεγάλη διὰ τὰ οἰκονομικά μας καὶ δυσανάλογος πρὸς ὅσα δαπανῶσι διὰ τὰς Πρεσβείας των καὶ ἄλλα Κράτη, μᾶλλον εὐποροῦντα ἡμῶν. Τὸ περιπλέον τῆς περὶ ἧς λόγος ἐπιχορηγήσεως ἀπονέμεται ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐξόδων παραστάσεως. Ὅσοι ὅμως ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, μετέβητε εἰς τὴν Ἑσπερίαν καὶ ἐπεσκέφθητε τοὺς διαφόρους πρεσβευτάς, θὰ ἐπείσθητε ὅτι, ἐκτὸς εὐαρίθμων πάνυ ἐξαιρέσεων, οὗτοι διάγουσι βίον λιτόν, ἀποφεύγοντες ἐπιμελῶς νὰ καλέσωσιν οὐχὶ μόνον εἰς χοροεσπερίδας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἁπλῆν συναναστροφήν. Δὲν διατίθεται λοιπὸν ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος περιπλέον ἐπιχορήγησις πρὸς ὃν σκοπὸν εἶναι αὐτὴ προωρισμένη. Ἀλλὰ πρὸς τί τότε ἐν τῷ μέσῳ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἃς διανύει τὴν σήμερον τὸ Κράτος, νὰ ἐξακολουθῶσι λαμβάνοντες αὐτοὶ τόσην μεγάλην ἐπιχορήγησιν; Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν κατερχόμεθα νῦν εἰς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἐλάμβανον πάλαι ποτὲ ὑπὸ τὴν μεγάλην, συναλλαγματικὴν διαφοράν, ὑφ’ ἣν ἡ ἐπιχορήγησίς των κατήρχετο ἐκ 44,000 χαρτίνων δραχμῶν εἰς 28,000 μόλις χρυσᾶς. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι θὰ ἤρκουν 32,000 δρχ. ἐτησίως, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε εἶναι πάντοτε ἀνώτεραι τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐλάμβανον αὐτοὶ πρίν. Ἐξαιρέσει δὲ τῆς ἐν Κων]πόλει Πρεσβείας αἱ λοιπαὶ Πρεσβεῖαι ὑποβάλλονται εἰς μείωσιν τῆς ἐπιχορηγήσεώς των ἀνὰ 12,000 δρχ. ἑκάστη. Τῆς ἐν Ἀμερικῇ Πρεσβείας ἡ μείωσις περιορίζεται εἰς 10,000 δρχ. μόνον. Εἰς μείωσιν ἐπίσης σχετικὴν ὑποβάλλονται καὶ αἱ Πρεσβεῖαι ἡμῶν ἐν Βελιγραδίῳ καὶ ἐν Σοφίᾳ, ἐξ ὧν ἡ τελευταία μόλις ἐφέτος συνιστᾶται. Περὶ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείας δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, ἐφ’ ὅσον εἶναι διακεκομμέναι αἱ διπλωματικαὶ ἡμῶν σχέσεις πρὸς τὴν Ῥωμουνίαν. Οὕτω πως ἔχομεν οἰκονομίαν ἐν τῇ διπλωματικῇ ἡμῶν ὑπηρεσίᾳ ἐκ δρχ. 100,000 περίπου, ἥτις ὁμοῦ μετ’ ἄλλων τινῶν μικροτέρων περικοπῶν συμποσοῦται εἰς 125,000 δρχ. Ἔχομεν, Κύριοι, εἰς τὸν προξενικὸν κλάδον λόγου ἀξίας οἰκονομίας, ὀφειλομένας εἰς τὴν κατάργησιν Προξενείων τινῶν, εἰς τὴν διαγραφὴν τῶν σχετικῶν πιστώσεων ἐπ’ ἄλλων τοιούτων, μὴ λειτουργούντων νῦν, καὶ εἰς τὴν περικοπὴν διαφόρων ἄλλων δαπανῶν περιττῶν ὅλως ἢ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων. Οὕτω θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ προξενικῷ κλάδῳ οἰκονομίας ἐκ δρχ. 200,000 περίπου, αἵτινες ὁμοῦ μετὰ τῶν τῆς κεντρικῆς καὶ διπλωματικῆς ὑπηρεσίας οἰκονομιῶν θ’ ἀνέλθωσιν εἰς δρχ. 339,000. Γενναιοτέρα ὅμως οἰκονομία ἐπέρχεται εἰς μίαν ἄλλην πίστωσιν, γνωστὴν ὑπὸ τὸν τίτλον «διάφοροι ἐξωτερικαὶ δαπάναι». Ἡ πίστωσις αὕτη, Κύριοι, πάλαι ποτὲ ἀνήρχετο εἰς 600,000 δρχ. μόνον. Σὺν τῷ χρόνῳ ηὔξησεν αὐτὴ εἰς 1,000,000, εἰς 1,200,000, εἰς 1,500,000 καὶ τελευταῖον ἀνῆλθεν εἰς 2,000,000, ἀλλὰ πράγματι ἔχει ὑπερβῆ ἤδη καὶ τὰ 3,000,000. Τὸ 1908 τοὐλάχιστον ἐχορηγήθησαν πλὴν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων 2,000,000 καὶ 1,400,000 ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Ἀλλ’ ἦλθε καιρός, ἵνα περικόψωμεν, ἐν μέτρῳ πάντοτε, καὶ τὰς τοιαύτας δαπάνας. Ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῆς σχετικῆς ὑπηρεσίας ἐπείσθημεν ὅτι δὲν δυνάμεθα μὲν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς πάλαι ποτὲ 600,000 δραχμ., ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐξήρκουν κάλλιστα 1,500,000, ἵνα πληρωθῶσιν ὅλαι αἱ πραγματικαὶ σκόπιμοι δαπάναι, περὶ ὧν ὁ λόγος ἐνταῦθα. Ἐφέτος, Κύριοι, ἐὰν ἐξηκολούθει ἡ διάθεσις τῆς προειρημένης πιστώσεως ἄνευ περιορισμοῦ τινος, θὰ ἀνήρχετο αὐτὴ εἰς 2,900,000. Ἐπειδὴ ὅμως προέβημεν ἤδη, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν, εἰς διαφόρους περικοπάς, θὰ περιορισθῇ ἡ δαπάνη εἰς 2,500,000.
§13ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1909 ἔχει 2,000,000, ἐν παραβολῇ καὶ ἐν συγκρίσει τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε.
§14Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὅτι, πλὴν τῶν ποσῶν, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατ’ ἔτος, ἔχομεν καὶ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, δι’ ὧν καὶ αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐξωτερικαὶ δαπάναι ἐξογκοῦνται εἰς ἃ ποσὰ προεῖπον.
§15ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου λησμονεῖτε ὅτι ὁ εἰδικὸς νόμος, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἡ πίστωσις αὕτη, ἀπαγορεύει τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, μόνον δὲ καταχρήσεις κυβερνητικαὶ ἔφεραν τὴν ὕψωσιν αὐτὴν καὶ ἡ ἐπιείκεια τῆς Βουλῆς.
§16ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς εἰς τὰς καταχρήσεις ταύτας, ὡς τὰς ὀνομάζετε ὑμεῖς, ἐρχόμεθα νὰ θέσωμεν νῦν ἡμεῖς φραγμόν.
§17ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε τὸν νόμον καὶ ἐφαρμόσατέ τον.
§18Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκριβῶς τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐξασφαλίζομεν διὰ μιᾶς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐνόσῳ αἱ καταχρήσεις αὐταί, ἃς ἡμεῖς θεωροῦμεν μᾶλλον ὑπερβασίας, ἐγίνοντο μέχρι τοῦδε ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἡμεῖς δὲ ἐρχόμεθα τώρα νὰ θέσωμεν εἰς αὐτὰς φραγμὸν δυσυπέρβλητον, δὲν εὑρίσκω τίνα λόγον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἀγανάκτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν θεωρηθῇ τὸ πρᾶγμα, ἀφοῦ ἡμεῖς περιορίζομεν τὴν σχετικὴν πίστωσιν εἰς 1.500,000, ἔχομεν οὕτω πως μείωσιν δαπανῶν κατὰ 1.400.000.
§19Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς πραγματοποιηθησομένας δαπάνας κατὰ ποῖον ἔτος;
§20Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐξηγήθην ἤδη πρότερον ὅτι κατὰ τὸ 1908 ἐχορηγήθησαν ἐν ὅλῳ πιστώσεις ὑπὸ τὸν τίτλον τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν ἐκ δραχ. 3.400.000, ἐξ αὐτῶν δὲ ἐπραγματοποιήθησαν περὶ τὰ 3.300.000. Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1909 θὰ ἐδαπανῶντο μέχρι τέλους περὶ τὰ 2.900.000.
§21Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὑπολογίζετε, εἴπετε ὅτι λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις καὶ τὰς ἀναπληρωματικάς. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ὑπολογίζετε ἐπὶ ἑκάστου κονδυλίου;
§22Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λαμβάνω μίαν ἑκάστην πίστωσιν χωριστά. Διὰ τὴν προκειμένην πίστωσιν ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι πέρα τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσοῦ τῶν 2.000.000 ἔχει χορηγηθῆ ἤδη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 500.000, ὅτι δέ, ἐὰν μὴ προεβαίνομεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε εἰς περικοπὴν τῶν σχετικῶν δαπανῶν, θὰ ἐζητεῖτο καὶ ἑτέρα ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 400.000, ἤτοι θὰ ἐδαπανῶντο ἐν ὅλῳ δραχ. 2.900.000.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ ἡ παρατήρησις ὅτι ἡ δαπάνη ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ὅτι εἶναι πιθανὸν ὅτι ἔρχεται περίστασις, δικαιολογοῦσα πίστωσιν δαπάνης. Ἐλάττωσις δὲ δαπάνης δὲν δύναται νὰ λογισθῇ οἰκονομία. Εἶναι πιθανὸν ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς δαπάνης γίνεται ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς περιστάσεως.
§24ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ μεταβολὴ τῆς περιστάσεως εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέδειξα πρὶν καὶ καθ’ ἣν ἀντὶ τῶν 3.300.000, ὅσα ἐδαπανήθησαν πέρυσιν, ἔμελλον νὰ δαπανηθῶσιν ἐφέτος 2.900.000. Ἀλλ’ ἡμεῖς πλὴν τῆς ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς περιστάσεως ἐπελθούσης μειώσεως ἐκ δρ. 400.000 περίπου κατωρθώσαμεν νὰ περιορίσωμεν τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος δαπάνας εἰς 1.500.000 δρ., ἀφοῦ προηγουμένως ἐπείσθημεν ὅτι οὕτω πως οὐδεμία ζημία ἐπέρχεται εἰς τοὺς σκοπούς, οὓς ἐπιδιώκομεν διὰ τῶν τοιούτων δαπανῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν ταύτῃ, καθ’ ὅσον δηλαδὴ πρόκειται ἐφεξῆς νὰ δαπανήσωμεν 1.500.000 κατ’ ἀνώτατον ὅρον καὶ οὐχὶ 2.900.000, ἔχομεν μίαν μείωσιν δαπανῶν ἐξ 1.400.000 δρ. Ἂν εἰς ταύτας προσθέσωμεν τὰς 339.000 δραχ. τὰς πραγματικὰς οἰκονομίας, τὰς ἐπερχομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ὑπέδειξα πρίν, ἔχομεν ἐν ὅλῳ μείωσιν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνερχομένην εἰς 1.739.000 δραχμῶν. Μεταβαίνω νῦν, Κύριοι, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐπιφέρομεν οἰκονομίαν 3600 δραχ. Διὰ τῆς καταργήσεως δύο ἐφετείων, τῶν τῆς Λαρίσης καὶ Κερκύρας, ἐπέρχεται οἰκονομία ἐκ δρ. 67.520. Περικόπτομεν τρεῖς θέσεις ἀρεοπαγιτῶν, κατὰ πρότασιν αὐτῆς τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῆς ὁποίας τὴν γνώμην διηρμήνευσε δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελεύς. Διὰ τῆς καταργήσεως 122 Εἰρηνοδικείων καὶ 10 Πταισματοδικείων ἐπέρχεται οἰκονομία 575.215 δραχ. Διὰ τῆς μετατροπῆς τριῶν σωφρονιστηρίων τοῦ Κράτους, τοῦ ἐν Αἰγίνῃ, τοῦ ἐν Ζακύνθῳ καὶ τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ, εἰς ἐξεταστικὰς καὶ ποινικὰς φυλακὰς ἐπέρχεται οἰκονομία ὡς 60.000 δρ. Εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης δυνάμει νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπέρχεται ἑτέρα οἰκονομία 120.380 καὶ εἰς τὰ διάφορα ἔξοδα 63.000. Ἐν ὅλῳ, Κύριοι, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπέρχεται οἰκονομία ἐξ 900.000 δραχ. περίπου.
§25ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Τὰ Πρωτοδικεῖα;
§26ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περὶ Πρωτοδικείων παρασκευάζεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ ὅσον οὔπω εἰς τὴν Βουλήν. Κατ’ αὐτὸ δὲ δὲν πρόκειται αἱ πόλεις, ἐν αἷς ὑφίστανται νῦν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος Πρωτοδικεῖα, νὰ στερηθῶσι παντάπασι τῆς δικαιοσύνης καὶ ἰδίως τῆς ποινικῆς.
§27Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὰ ἐλέγετε.
§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὰ ἐλέγομεν ἡμεῖς. Ὑπῆρξε γενικὴ ἐπιθυμία, ἵνα καταργηθῶσιν ὡρισμένα Πρωτοδικεῖα. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων μεταβατικῶν ν’ ἀναπληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῶν Πρωτοδικείων, τῶν μελλόντων νὰ καταργηθῶσιν, ἀναθεωρουμένων τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Πρόκειται, ὡς παρατηρεῖτε, περὶ μιᾶς νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως πολὺ σοβαρᾶς, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ παρασκευάσωμεν καὶ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχομεν ἀναθέσει εἰς εἰδικοὺς ἄνδρας τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, διότι οὐδεὶς δικαιοῦται ν’ ἀξιώσῃ παρ’ ἡμῶν, ὅπως ὦμεν παντογνῶσται. Ὅταν συντελεσθῇ ἡ ἐργασία αὕτη, θὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις θὰ τὴν μελετήσῃ καί, ἂν νομίσῃ ὅτι δύναται δι’ αὐτῆς νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης, ἂς ψηφίσῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Προκειμένου δὲ περὶ τοιούτου ζητήματος, νομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ πάντες ἀπὸ κοινοῦ νὰ σκεφθῶμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρωμεν βελτίωσιν εἰς τὰ κακῶς ἔχοντα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ὑποβάλῃ διάφορα νομοσχέδια, ἀναφερόμενα εἴτε εἰς μεταρρύθμισιν διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἴτε εἰς καθορισμὸν τῶν προσόντων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπέλθωσιν ἐπίσης διάφοροι οἰκονομίαι. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε θεωροῦμεν ὡς βέβαιον, εἶναι τὸ πρὸ μικροῦ λεχθέν. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τούτου ἐπέρχονται οἰκονομίαι 3900 δραχ. Ἐν τῇ διοικήσει τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἔχομεν σπουδαιοτέραν οἰκονομίαν, ὡς ἐκ τῆς καταργήσεως δέκα νομαρχιῶν. Ἐνομίσαμεν, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πάλαι καθεστώς, τὸ πρὸ τοῦ 1899, δι’ οὓς λόγους καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἔχουσιν ἐκθέσει ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ὅτε πρὸ πέντε ἐτῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ περιωρίζετο ὁ ἀριθμὸς τῶν νομαρχιῶν εἰς δέκα μόνον. Τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον θὰ ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκ τῆς τοιαύτης καταργήσεως εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν νομαρχιῶν θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν ἐξ 128.440 δρχ. Προσέτι καταργοῦνται τὰ ἐπιμίσθια πολλῶν νομαρχῶν, γίνονται δὲ διάφοροι ἄλλαι οἰκονομίαι, συμποσούμεναι εἰς δραχμὰς 61.688, αἵτινες ὁμοῦ μετὰ τῶν προηγουμένων 128.440 ἀνέρχονται εἰς 190.128. Ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἔχομεν νὰ ὑποδείξωμεν τὰς ἑξῆς οἰκονομίας· ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀξιωματικῶν δρ. 30.000, ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν δρ. 20.000, ἐκ τῆς ἱπποφορβῆς 10.000, ἐκ τοῦ ἱματισμοῦ 36.000, ἐκ τῆς νοσηλείας 14.000, ἐκ τῆς ἐκπαιδεύσεως κλπ. 9500.
§29Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καταργεῖτε τὴν σχολήν. Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ ἦτο ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια.
§30ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας ἀπόνοια, κατὰ τὴν γνώμην ὅμως τῶν ἁρμοδίων καὶ ἰδίως τοῦ τέως προϊσταμένου τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τῆς Χωροφυλακῆς, ἑνὸς τῶν χρηστοτέρων ἀξιωματικῶν, ἀπεδείχθη ἤδη ἡ σχετικὴ δαπάνη περιττὴ ὅλως. Τέλος γίνεται 10.000 δραχ. οἰκονομία ἐκ τῶν διαφόρων ἀστυνομικῶν ἐξόδων καὶ ἐκ τῶν γενικῶν μέτρων ἀσφαλείας, ἤτοι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας προτείνονται οἰκονομίαι ἐν ὅλῳ ἐκ δραχ. 129.500. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς δημοσίας ὑγείας ἐπιφέρομεν οἰκονομίας εἰς τὸ Μαιευτήριον Ἀθηνῶν δραχ. 17.500, εἰς τὸ Νοσοκομεῖον τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων 9950, εἰς διάφορα ἄλλα ἄρθρα, ἐν οἷς καὶ εἰς τὰ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα 50.000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 100.000 ὡς ἔγγιστα.
§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα ἐξαρτῶνται, ἂν ἔλθῃ ἡ χολέρα ἢ ὄχι.
§32ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐν τούτοις ἀναγράφονται αὐτὰ πάντοτε.
§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀναγράφονται δι’ αὐτὸν τὸν λόγον.
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο ὅμως εἶναι τὸ ἄτοπον, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται ὡς τακτικαὶ δαπάναι, ὅλως ἔκτακτοι τοιαῦται, καθὸ ἀπρόβλεπτοι, ἐνῷ τοὐναντίον δὲν θεωροῦνται ὡς ἔκτακτοι δαπάναι καὶ μένουσιν ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δαπάναι τακτικαί. Οὕτω λ. χ. ἀναγράφεται ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος πίστωσις ἐκ 50.000 δρ. διὰ μίαν ὅλως ἀπρόβλεπτον περίστασιν, ὁποία εἶναι ἡ τῆς χολέρας, ὡς ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, δὲν ἀναγράφεται δὲ μία τακτική, τακτικωτάτη πλέον δαπάνη, ὡς ἡ διὰ τὴν περίθαλψιν τῶν προσφύγων, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1907 καὶ ἐντεῦθεν οὐδὲν τὸ ἀπρόβλεπτον ἔχει, ὥστε νὰ ζητῆται δι’ αὐτὴν ἐτησίως ἔκτακτος πίστωσις ἐκ τριῶν μέχρι τεσσάρων ἑκατομμυρίων. Τὴν πίστωσιν ταύτην ἔπρεπε ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ οὐχὶ τὴν τῶν 50,000 διὰ τὴν χολέραν, ἥτις εἶναι ἐπίσης ἀπρόβλεπτος ὡς ὁ σεισμός, ἡ πλημμύρα καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ, Κύριοι, ὑπὸ τὸν τίτλον βοήθειαι διαγράφονται πιστώσεις ἐκ δραχ. 108,000· διότι κατὰ τὸ ὑποβληθησόμενον σήμερον νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου, οὐδεμία τοιαύτη πίστωσις ἐπιτρέπεται ν’ ἀναγραφῇ ἐφεξῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, τοιοῦτος δὲ δὲν ὑφίσταται διὰ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος βοηθείας. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίας οἰκονομίας καὶ στατιστικῆς διαγράφεται ἐν πρώτοις ἡ ἐκ δραχ. 60,000 πίστωσις διὰ τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐν Ῥώμῃ ἀρχαιολογικὴν ἔκθεσιν, προσέτι δὲ αἱ ἐκ δραχ. 34,000 δαπάναι διὰ τὴν περιοδικὴν ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους κλπ., καθόσον καὶ ἐκείνη καὶ αὗται δὲν μέλλουσι νὰ ἐπαναληφθῶσι κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς γεωργίας ἐπέρχεται οἰκονομία 40,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα, διότι πλὴν τεσσάρων γεωργικῶν σταθμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐγκαταστάσεις, οἱ λοιποὶ καταργοῦνται. Καθιεροῦμεν δὲ τὸ σύστημα τῶν περιοδευόντων γεωπόνων, ἐχόντων εἰς τὴν διάθεσίν των μικρά τινα μόνον ἀγροκήπια. Τὸ σύστημα τοῦτο προέτειναν αὐτοὶ οὗτοι οἱ γεωπόνοι συνομολογήσαντες οὕτω πως καὶ οἱ ἴδιοι τὴν ἀποτυχίαν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν. Ἐγώ, Κύριοι, ἤδη, καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ γεωργικῶν σταθμῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἐκηρύχθην κατ’ αὐτοῦ ὑποδείξας τὴν ἄφευκτον ἀποτυχίαν, ἥτις ἀνέμενε τὸν θεσμόν. Ὡς δὲ τότε, καὶ τώρα εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι οἱ γεωργικοὶ σταθμοὶ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ κορωνὶς τῆς ὅλης γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι δὲ βάσις καὶ κρηπὶς ταύτης ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ πρακτικὴ μόρφωσις τῶν γεωργῶν ἡμῶν, ὡς ἐγένετο κατ’ ἀρχὰς καὶ ἀλλαχοῦ. Ὡς ἐκεῖ δέ, καὶ παρ’ ἡμῖν ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ πρὸς τοῦτο ἴδια ἢ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐκμισθώσῃ μεγάλα ἀγροτικὰ κτήματα, ἀνήκοντα εἰς ἰδιώτας. Εἰς αὐτά, διατελοῦντα ὑπὸ ἕνα διευθυντὴν καὶ δύο ἢ τρεῖς ἐργοδηγοὺς ἢ ἀρχιεργάτας, θὰ προσελαμβάνοντο τὰ τέκνα τῶν πέριξ γεωργῶν ἀπὸ τοῦ δωδεκάτου ἔτους τῆς ἡλικίας των. Οἱ παῖδες οὗτοι τῶν γεωργῶν, ἀσχολούμενοι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμπράκτως εἰς πᾶν εἶδος καλλιεργίας, τὴν ἑσπέραν θὰ ἐδιδάσκοντο ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ καὶ τῶν ἐργοδηγῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γινομένης ἐργασίας καὶ οὕτως ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων τὸ πολὺ ἐτῶν θὰ ἐμορφοῦντο τέλειοι γεωργικοὶ ἐργάται. Τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος κτήματα δὲν θὰ ἐπεβάρυνον τὸ Δημόσιον διὰ πολλῶν δαπανῶν· διότι τὸ προϊόν τῆς καλλιεργείας των θὰ ἐπήρκει εἰς τὸ νὰ καλύψῃ πάντα τὰ ἔξοδά των, ν’ ἀφήσῃ δὲ καὶ περίσσευμά τι ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων ἐν αὐτοῖς παίδων τῶν γεωργῶν, οἵτινες μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς τοιαύτης πρακτικῆς μορφώσεώς των θὰ ἐπανέκαμπτον εἰς τὰ ἴδια, συναποκομίζοντες ὁμοῦ μετὰ τῶν γεωργικῶν γνώσεων καὶ μικρά τινα ἐφόδια εἰς γεωργικὰ ἐργαλεῖα ἢ καὶ εἰς χρήματα. Οὕτω πως, Κύριοι, ἐμορφώθησαν ἀλλαχοῦ οἱ γεωργικοὶ ἐργάται, οἵτινες εἶναι ἡ βάσις καὶ κρηπὶς πάσης γεωργικῆς βελτιώσεως. Εἰς τὴν τοιαύτην πρακτικὴν μόρφωσιν ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ θεωρητικὴ ἐκπαίδευσις τῆς μέσης ἰδίᾳ γεωργικῆς τάξεως καὶ τῆς ἀνωτέρας τῆς τῶν μεγάλων γαιοκτημόνων, νὰ ἐπακολουθήσῃ δὲ ὡς κορωνὶς τοῦ ὅλου ἔργου ἡ σύστασις τῶν γεωργικῶν σταθμῶν. Ἡμεῖς, ἀντὶ ν’ ἀρχίσωμεν ἐκ θεμελίων, ἠρχίσαμεν ἐκ τῆς ὀροφῆς, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἡ ἀποτυχία τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος γεωργικῶν σταθμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, ἐγένοντο τοσαῦτα ἔξοδα πρὸς ἐγκατάστασιν τεσσάρων ἐξ αὐτῶν, δυναμένων νὰ χρησιμοποιηθῶσι νῦν ὑπὲρ εἰδικῶν τινων σκοπῶν, ἐκρίθη καλὸν νὰ διατηρηθῶσι μὲν αὐτοὶ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, οἱ ἄλλοι ὅμως νὰ καταργηθῶσιν, οἱ δὲ διευθύνοντες τούτους γεωπόνοι νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς περιοδεύοντες διδάσκαλοι τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν καὶ νὰ ἔχωσι μόνον μικρά τινα ἀγροκήπια. Μεγαλειτέρα, Κύριοι, οἰκονομία ἐπέρχεται εἰς τὰ ταχυδρομεῖα, τηλεγραφεῖα καὶ τηλεφωνεῖα, ἀνερχομένη ἐπὶ τῆς γενικῆς διευθύνσεως αὐτῶν εἰς δραχ. 2,600, ἐπὶ δὲ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ταξινόμων, συσκευαστῶν, ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν διανομέων κλ., εἰς δρχ. 81,640, ἐπὶ τῶν ἀποζημιώσεων καὶ ἀμοιβῶν εἰς δρχ. 9,000, ἐπὶ τῶν καταστημάτων ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν γραφείων εἰς δραχ. 34.000, ἐπὶ τῆς προμηθείας ὑλικῶν εἰς δραχ. 45.000, ἐπὶ τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων καὶ ἀποζημιώσεων εἰς δραχ. 10,000, ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς ταχυδρομικῶν ἀνταποκρίσεων εἰς δρχ. 53,000, ἐπὶ τῶν τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν γραμμῶν εἰς δρχ. 265,000, ἐπὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας εἰς δρχ. 110,000, ἐπὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν εἰς χρυσῶν πληρωμῶν εἰς δρχ. 13,500, αἵτινες πᾶσαι ὁμοῦ μετ’ ἄλλων τινῶν μικροτέρων συμποσοῦνται εἰς δραχ. 623.740. Τὰς οἰκονομίας ταύτας τῶν ταχυδρομείων, τηλεγραφείων καὶ τηλεφωνείων ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς αὐτὴ αὕτη ἡ ὑπηρεσία, ἐν συνεργασίᾳ τῶν οἰκείων τμηματαρχῶν πρὸς τὸν νέον γενικὸν διευθυντήν, δηλώσασα ὅτι δύνανται νὰ γίνωσιν αἱ οἰκονομίαι αὗται ἄνευ οἱασδήποτε ζημίας τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν. Αἱ μέχρι τοῦδε οἰκονομίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 1,345,000, χωρὶς ὅμως νὰ συνυπολογισθῇ εἰς ταύτας καὶ ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τοῦ τμήματος τῶν Δημοσίων ἔργων. Δὲν ἔχει, Κύριοι, συντελεσθῆ ἀκόμη ἡ σχετικὴ νομοθετικὴ ἐργασία. Ὅταν ἑτοιμασθῇ αὐτὴ προσεχῶς, θὰ τὴν ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θ’ ἀνακοινώσῃ πρὸς ὑμᾶς τότε καὶ ὁπόσαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ προκύψωσιν ἐντεῦθεν. Ὅτι δὲ αὗται θὰ εἶναι γενναῖαι, περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ παρ’ ἐκείνοις, οἵτινες γινώσκουσι τὰ τῶν δημοσίων ἔργων ἐν Ἑλλάδι. Ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ν’ ἀναλογισθῶσιν αὐτοί, ὁποία δυσαναλογία μεταξὺ προσωπικῶν καὶ πραγματικῶν δαπανῶν ἀπαντᾷ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Συνήθως, Κύριοι, ἡ ἀναλογία μεταξὺ προσωπικῶν καὶ πραγματικῶν δαπανῶν ἀλλαχοῦ κυμαίνεται ἀπὸ 8–12%. Παρ’ ἡμῖν ἡ ἀναλογία αὕτη ὑπερβαίνει καὶ τὰ 25%. Τῆς τοιαύτης δὲ ἀναλογίας ἢ μᾶλλον δυσαναλογίας δύνασθε νὰ ἔχητε ἔννοιάν τινα, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Δι’ ὅλας τὰς ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρομικὰς γραμμὰς ἀπασχολοῦσιν αἱ οἰκεῖαι σιδηροδρομικαὶ ἑταιρεῖαι 13 μόνον μηχανικούς. Πόσους δὲ νομίζετε ὅτι ἀπασχολεῖ τὸ Κράτος διὰ μόνην τὴν ἐπίβλεψιν αὐτῶν; 18 μηχανικούς! Ἀναλόγως τῆς χιλιομετρικῆς ἐκτάσεως τῶν σιδηροδρομικῶν ἡμῶν γραμμῶν καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀτμομηχανῶν των καὶ δὴ ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλας χώρας θὰ ἤρκουν καὶ θὰ ὑπερήρκουν διὰ τὰ Κράτος 2–3 μηχανικοί.
§35Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ ἔκαμνον καὶ ἐπιθεώρησιν!
§36Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠθέλησα, Κύριοι, δι’ αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος νὰ σᾶς ὑποδείξω ὁποῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν ὑπὸ ἔποψιν προσωπικοῦ μόνον ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ πολλῷ πλείονες οἰκονομίαι μέλλουσι νὰ προκύψωσιν ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν δημοσίων ἔργων. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, ὡς ἐφαντάσθησάν τινες, περὶ οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγκατέλειπον εἰς τὴν τύχην των ὅλα τὰ δημόσια ἔργα, περὶ οἰκονομιῶν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἔπαυε πᾶσα περαιτέρω συντήρησις, ἐπισκευὴ καὶ ἀνακαίνισις καὶ αὐτῶν τῶν ὑφισταμένων ἁμαξιτῶν ὁδῶν. Πρόκειται μόνον νὰ περισταλῇ οὕτω πως πᾶσα ὑπερβασία, πᾶσα κατάχρησις, λαμβάνουσα χώραν μέχρι τοῦδε. Ἡ πρώτη δὲ καὶ κυρία ὑπερβασία εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἔγκειται ἐν τῇ συγχύσει τῶν διαφόρων ὁδῶν, τῶν ἐπαρχιακῶν, τῶν δημοτικῶν καὶ αὐτῶν τῶν ἀγροτικῶν πολλάκις πρὸς τὰς ἐθνικάς. Ὑπὸ τὴν σύγχυσιν ταύτην, Κύριοι, ἔχουσι δαπανηθῆ μέχρι τοῦδε πολλὰ ἑκατομμύρια δρχ. ὑπὲρ δῆθεν ἐθνικῶν ὁδῶν, χωρὶς αὗται νὰ εἶναι ἐθνικαί, τὸ δὲ δυστύχημα εἶναι ὅτι διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν ἀπαιτοῦνται νῦν τόσα ποσά, ὅσα δυσκόλως πάνυ δύναται νὰ καταβάλλῃ τὸ Κράτος ἐτησίως. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν διὰ τῆς συντάξεως καὶ ὑποβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου, ῥιζικῶς μεταρρυθμίζοντος τὸν ὑφιστάμενον νόμον περὶ ὁδοποιίας. Κατ’ αὐτὸ δὲ γίνεται ἀκριβὴς διάκρισις τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν ἀπὸ τῶν μὴ τοιούτων, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἐφεξῆς ἡ μέχρι τοῦδε σύγχυσις τῶν ἐπαρχιακῶν, τῶν δημοτικῶν καὶ αὐτῶν τῶν ἀγροτικῶν πρὸς τὰς ἐθνικὰς ὁδούς. Πρὸς τοῦτο ἔπρεπε μὲν νὰ ἐπέλθῃ χωρισμὸς πάλιν τῶν διαφόρων ταμείων τῆς ὁδοποιίας, νὰ συσταθῶσι δὲ τοιαῦτα εἰδικὰ διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιίαν, πρὸς τὰ ὁποῖα ν’ ἀποδοθῶσι πάντα τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τοῦ πάλαι ταμείου τῆς ὁδοποιίας, νὰ καθορισθῶσι δὲ δι’ αὐτὰ καὶ εἰδικοί τινες πόροι, δι’ ὧν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι οὐ μόνον τὴν κατασκευὴν πολλῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν, ἀλλὰ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὴν συντήρησιν καὶ τούτων καὶ ἐκείνων, καθόσον αὐταὶ ἔχουσι κατασκευασθῆ μέχρι τοῦδε ὡς ἐθνικαὶ ὁδοί. Καὶ ὑπὸ ἄλλην δ’ ἔποψιν ἐπιβάλλεται ἡ μεταρρύθμισις τῆς σχετικῆς νομοθεσίας, ἰδίως προκειμένου περὶ τῶν συμπληρωματικῶν προϋπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ὁ Καιάδας τῆς ὁδοποιίας ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν θὰ προσκομίσῃ τὴν σχετικὴν ἐργασίαν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἀποδείξῃ διὰ μακρῶν τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως τῆς κειμένης νομοθεσίας περὶ τῆς ὁδοποιίας ἡμῶν, καὶ δὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σχετικῆς νομοθεσίας περὶ ὁδοποιίας ἄλλης χώρας, τῆς Ἰταλίας, ἥτις καὶ ὑπὸ πολλὰς ἄλλας, μάλιστα δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον καὶ ὑπογραμμὸς δι’ ἡμᾶς. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς προταθησομένης ὑφ’ ἡμῶν μεταρρυθμίσεως θὰ καταστῇ δυνατὸν οὐ μόνον τὰς ὑπαρχούσας ἐθνικάς, ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς νὰ συντηρήσωμεν ὡς δεῖ, ἀλλὰ καὶ νέας τοιαύτας νὰ κατασκευάσωμεν ἄνευ ἐπὶ πλέον ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, τοὐναντίον μάλιστα καὶ ἀνακουφίζοντες τοῦτο αἰσθητῶς. Κατὰ συμπερασμόν, Κύριοι, ἡ οἰκονομία, ἥτις θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως, θὰ ὑπερβῇ κατὰ πολὺ τὸ ἑκατομμύριον.
§37Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ διὰ τὸ ἔτος 1910;
§38ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ εἶσθε βέβαιος, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐγκαταλίπω ἀμφιβολίαν τινὰ εἰς τοὺς ἀκροατάς μου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ μὴ ζητεῖτε νὰ μὲ προλάβητε ὑμεῖς. Ὁ ἀγορεύων δικαιοῦται νὰ διατάττῃ αὐτὸς τὰ τῆς ἀγορεύσεώς του καθ’ ὡρισμένον σχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ διαταράττωσιν οἱ ἄλλοι προκαλοῦντες αὐτὸν ἀκαίρως εἰς ἐξηγήσεις, αἵτινες θὰ δοθῶσιν ἀφεύκτως ἐν τῇ σειρᾷ τοῦ λόγου. Οὕτω πως θὰ ἠναγκάζετο ὁ ἀγορεύων νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὰ αὐτὰ πολλάκις καὶ θὰ ἐπήρχετο ἀπώλεια χρόνου μόνον.
§39Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πληροφορίαν ζητῶ.
§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε τι, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναπτύξω βραδύτερον διὰ μακρῶν. Σᾶς λέγω λοιπόν, κ. Βουλευτά, ὅτι ἐγὼ οὐδέποτε ἐφαντάσθην ὅτι εἶναι δυνατὸν πᾶσαι αἱ περὶ οἰκονομιῶν καὶ μειώσεως δαπανῶν καθόλου προβλέψεις ἡμῶν νὰ ἐπαληθεύσωσιν ἀμέσως καὶ ἐν πᾶσιν· οὐδέποτε ἐπῆλθεν εἰς ἐμὲ ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀμέσως καὶ ἐν πᾶσι νὰ ἐπαληθεύσωσι καὶ ὅλαι αἱ προβλέψεις ἡμῶν περὶ βελτιώσεως τῶν ἐσόδων, καθ’ ὃν τρόπον προτείνομεν ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο προσφεύγομεν εἰς τὸ περιθώριον τῶν νέων πόρων, ὡς θ’ ἀποδείξω βραδύτερον.
§41Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας, ἂν αἱ οἰκονομίαι διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων ἔργων θέλουσι πραγματοποιηθῆ.
§42ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σὺν τῷ χρόνῳ βεβαίως θὰ πραγματοποιηθῶσιν αὐταὶ πᾶσαι. Τὸ νομοθετικόν μας ἔργον δὲν ἀφορᾷ εἰς ἓν καὶ μόνον ἔτος, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρον ἐντὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ἐν ἄλλοις μὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸ ἀμέσως καὶ θὰ ἔχῃ ἄμεσα τὰ ἀποτελέσματα, ἐν ἄλλοις δὲ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ θὰ ἔχῃ ἔμμεσα τὰ ἀποτελέσματα. Εἶναι αὐτὸς ὁ φυσικὸς νόμος ὁ διέπων πᾶσαν ἀνθρωπίνην ἐργασίαν, μάλιστα δὲ τὴν νομοθετικήν. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐλπίζομεν νὰ ἔχωμεν μείωσιν δαπανῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπέκεινα τῶν 2,000,0000 δρχ., καὶ ἀφοῦ ἔτι ἀφαιρέσωμεν τὴν ἀναγκαίαν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἔνθεν μὲν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Χωροφυλακῆς, ἔνθεν δὲ ὡς ἐκ τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ἄλλων κλάδων, ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ὑπουργείου, μάλιστα δὲ τοῦ ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ, δι’ ὃν μέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σειρὰν νομοσχεδίων. Κύριοι, ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πλέον ἡ τοιαύτη κατάστασις τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλ’ ἀνάγκη πᾶσα νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς αὐτήν. Διὰ τοῦτο δὲ πλὴν τῆς ἄλλης νομοθετικῆς ἐργασίας, τῆς ἀναφερομένης εἰς αὐτά, ἔγνωμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν σύστασιν ὀγδόου Ὑπουργείου περιλαμβάνοντος τὰ Δημόσια ἔργα, τὰ Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγραφεῖα, τὴν Γεωργίαν, τὴν Βιομηχανίαν καὶ τὸ Ἐμπόριον. Ἡ σύστασις τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἔχει καταστῆ ἀπὸ πολλοῦ ἤδη γενικὸς πόθος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§43Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ τὰ μεταλλεῖα.
§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα· καὶ τὰ μεταλλεῖα. Πρέπει τέλος πάντων νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα τις πρόνοια καὶ περὶ τῶν σπουδαιοτάτων τούτων παραγόντων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, περὶ τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Πρέπει καὶ χάριν αὐτῶν νὰ συστήσωμεν εἰδικὸν Ὑπουργεῖον, ὅπως ἔχει γίνει ἤδη καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ χώρᾳ. Καθ’ ὃν χρόνον, Κύριοι, συνέρχεται ὁσονούπω ἐν Ἀθήναις τὸ Πανελλήνιον Συνέδριον τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναγράψει ὡς πρῶτον καὶ κύριον ἄρθρον τοῦ προγράμματός του τὴν σύστασιν Ὑπουργείου τοιούτου, ἐπιβάλλεται, νομίζω, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσωσιν εἰς τὴν σύστασιν ταύτην. Μεταβαίνω νῦν, Κύριοι, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῇ κεντρικῇ τούτου ὑπηρεσίᾳ ἐπέρχεται μείωσις δαπάνης ἐξ 11,360 δρχ. Εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς Ἐκκλησίας ἐπέρχεται οἰκονομία ἐκ 240,000 δρχ., δηλαδὴ διαγράφεται ἡ σχετικὴ πίστωσις, διότι κατ’ ἀπαίτησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος θὰ ὑποβάλωμεν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ διοικήσεως Μοναστηρίων. Κατ’ αὐτὸ ὑποβάλλεται εἰς αὐστηρὸν ἔλεγχον ἡ διαχείρισις τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ὑπαγομένης ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν καὶ δικαιοδοσίαν τοῦ συνιστωμένου Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου.
§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ διαχειρίζωνται αἱ περιουσίαι αἱ μοναστηριακαὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ;
§46ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι βεβαίως.
§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι ἀπὸ Δεσποτάδες, ἀλλοίμονον!
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῷ μέσῳ, Κύριοι, τῆς παρούσης οἰκονομικῆς δυσφορίας τοῦ Κράτους ἠκούσθη ἡ φωνή, ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἐκλαϊκεύοντες αὐτήν, διότι δῆθεν ὀλίγοι μοναχοὶ καταλυμαίνονται αὐτὴν τὴν μεγάλην περιουσίαν, καὶ ἄλλως δὲ πολλαὶ καὶ παντοῖαι ἐπισυμβαίνουσι καταχρήσεις περὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς. Ἡμεῖς ὅμως ἐκωφεύσαμεν πάντοτε πρὸς τὰς τοιαύτας παροτρύνσεις. Ἡμεῖς εἴμεθα τῆς γνώμης ὅτι, ἐάν ποτε προεβαίνομεν εἰς τὴν τοιαύτην ἐκλαΐκευσιν τῆς ἐν Ἑλλάδι μοναστηριακῆς περιουσίας, ἥτις κυρίως εἰπεῖν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ περιουσία, θὰ ἐδίδομεν οὕτω πως τὸ σύνθημα εἰς παραπλήσια πραξικοπήματα καὶ ἀλλαχοῦ, ἔνθα θὰ διεκυβεύετο ἐκκλησιαστικὴ περιουσία ἐξ ἑκατοστύων ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν κωλύει ἡμᾶς, ἵνα τὴν ἐν Ἑλλάδι μοναστηριακὴν περιουσίαν ὑπαγάγωμεν εἰς αὐστηρὸν ἔλεγχον. Ὅταν δὲ τοῦτο γίνῃ, ἔστε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι ἡ μοναστηριακὴ περιουσία παρ’ ἡμῖν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ πολλὰ περισσεύματα, ἅτινα δύνανται τότε νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ὑπὲρ οὗ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργοῦνται καὶ ἄλλοι πόροι, πόροι τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπέδιδον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν οἰκονομικὴν αὐτοτέλειαν καὶ ἀνεξαρτησίαν. Ἡ Ἐκκλησία καὶ διὰ τῶν περισσευμάτων τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας καὶ διὰ τῶν ἄλλων πόρων, τοὺς ὁποίους δημιουργοῦμεν ὑπὲρ αὐτῆς, δύναται ἐφεξῆς νὰ ἔχῃ ἐπαρκῆ τὰ μέσα, ἵνα καταβάλλῃ αὐτὴ καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τὸν μισθὸν τῶν ἀρχιερέων, τῶν ἱεροκηρύκων, τῶν διδασκάλων καὶ καθηγητῶν τῶν ἱερῶν μαθημάτων ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει, οἵτινες θὰ ἐκτελῶσιν ἐν ταὐτῷ καὶ χρέη ἱεροκηρύκων, προσέτι δὲ καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐκκλησιαστικὴν δαπάνην, ἀναγραφομένην νῦν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον, Κύριοι, ἔρχεται καὶ ζητεῖ τοῦτο αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ὡς χάριν παρὰ τῆς Πολιτείας, καθ’ ὃν χρόνον ζητεῖ αὐτὴ νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ νομοθετικῶς, ὅπως μεριμνήσῃ μόνη περὶ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοτελείας της παραιτουμένη οὕτω πάσης ἀξιώσεως παρὰ τῆς Πολιτείας, νομίζω ὅτι αὕτη οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ν’ ἀρνηθῇ τὴν πλήρωσιν τῆς τοιαύτης ἀξιώσεως τῆς Ἐκκλησίας τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ πρόκειται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐκ 240,000 δραχμῶν. Ἑτέρα οἰκονομία, Κύριοι, ἢ μᾶλλον ἀνακούφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐν τῇ ἀνωτάτῃ ἡμῶν ἐκπαιδεύσει, ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ὑπάρχει κληροδότημά τι, κατατεθειμένον ἐν Πετρουπόλει, τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου Δομπόλη, ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου τούτου κατατεθειμένοι εἰς Ῥωσικὰ χρεόγραφα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1849, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀνατοκίζωνται μέχρι τοῦ ἔτους 1906, προστιθέμενοι εἰς τὸ κεφάλαιον, οἱ τόκοι, λέγω, τοῦ κληροδοτήματος Δομπόλη ἔμελλον ἀπὸ τοῦ 1906 καὶ ἐντεῦθεν νὰ διατεθῶσι κατὰ τὸ γράμμα τῆς διαθήκης πρὸς ἀνίδρυσιν ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν οἱᾳδήποτε ἄλλῃ πόλει, ἥτις θὰ ἦτο ἐν ἔτει 1906 πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, Πανεπιστημίου, φέροντος τὴν ἐπωνυμίαν τοῦ ἀοιδίμου Καποδιστρίου. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ, Κύριοι, τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἃς διέρχεται τὴν σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, δὲν νομίζω ὅτι ἀντιτιθέμεθα τὸ παράπαν πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ ἀειμνήστου Δομπόλη, ἂν ἀποφασίσωμεν, ἔστω καὶ προσωρινῶς, τοὺς τόκους τοῦ κληροδοτήματός του νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τοῦ ὑπάρχοντος καὶ λειτουργοῦντος νῦν ἐν Ἀθήναις Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§49Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἀπὸ Ἐθνικὸν θὰ ὀνομασθῇ Καποδιστριακόν;
§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται οἱ τόκοι του;
§51Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς 300,000 δρχ. ὡς ἔγγιστα.
§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ τόκοι;
§53Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§54ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἴμεθα κύριοι νὰ ἀποφασίσωμεν μόνοι περὶ τοῦ ζητήματος; Ἐνθυμεῖσθε τοῦτο;
§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχει καὶ ἄλλο Κράτος γνώμην ἐπὶ τῆς διαθέσεως.
§56Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ γινώσκω ὅτι τὸ κληροδότημα ἔχει ἀφεθῆ ἤδη εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§57ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ συμβουλεύηται καὶ ἄλλην Κυβέρνησιν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν.
§58ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀγνοῶ ἂν ἐτέθη τοιοῦτος ὅρος.
§59ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§60Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὀρθὸν εἶναι νὰ δοθῇ ἀκριβὴς ἐξήγησις.
§61Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ αἰτούμεναι πληροφορίαι εἶναι ἀναγκαῖαι.
§62Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ Ῥωσικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν—ἐγὼ δὲ τοὐλάχιστον δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, ἀφοῦ πρόκειται νὰ διαθέσωμεν τοὺς τόκους μόνον τοῦ κληροδοτήματος Δομπόλη ὑπὲρ Πανεπιστημίου, ὑφισταμένου ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τοῦθ’ ὅπερ οὐδόλως ἀπομακρύνεται τῆς θελήσεως τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου—, ὑπὸ τὸν ὅρον, λέγω, αὐτὸν θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν 300,000 δρχ.
§63Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν ἀντιλέγομεν· περὶ τοῦ ἂν δυνάμεθα ὑπάρχει ἡ ἀντιλογία.
§64Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πλὴν τῶν 300,000 δρχ. προτείνομεν καὶ ἄλλας οἰκονομίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, προκειμένου περὶ δαπανῶν περιττῶν ἢ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων. Ἂν ἡ Σύγκλητος ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ἂς καταβάλῃ αὐτὴ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος δαπάνας, ἀφοῦ τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει περιουσίαν ἱκανὴν καὶ δύναται νὰ διαθέσῃ ἐξ αὐτῆς. Θὰ ἀποδειχθῇ δέ, Κύριοι, διὰ τῆς ὑποχρεώσεως, εἰς ἣν ὑποβάλλομεν καὶ τὸ Πανεπιστήμιον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἵνα θεωρῶνται πάντα τὰ ἐντάλματα τοῦ Πρυτάνεως ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτι ἔχει τὰ μέσα τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἐξ ἰδίων νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς τοιαύτας δαπάνας, ἂν ἐθεώρει αὐτὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας. Προσδοκῶμεν ἐντεῦθεν μείωσιν δαπάνης ἐκ 400,000 δρχ.
§65Σ. ΣΤΑΗΣ. Πλὴν τῶν 300;
§66Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμοῦ μετὰ τῶν 300,000 δρχ. Μεγαλειτέραν, Κύριοι, οἰκονομίαν προτείνομεν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Πάλαι ποτὲ τὸ Κράτος ἐδαπάνα ἐν ὅλῳ περὶ τὰς 80,000 δραχ. διὰ τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τότε μάλιστα ὑπῆρχον οἱ θεωροῦντες καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν σπατάλην. Ἂν θελήσωμεν μόνα τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔξοδα τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, ὡς αὐτὰ ἔχουσιν αὐξήσει κατ’ ἀκολουθίαν τῆς νεωτέρας ἀρχαιολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δύνανται αὐτὰ νὰ ἀνέλθωσι τὸ πολὺ εἰς 100,000 δρχ. Διὰ τὴν ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν διετίθετο πρὶν τὸ ἔσοδον τοῦ λαχείου αὐτῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπερέβαινε συνήθως τὰς 200,000 δρχ. Ἂν δὲ νῦν ἐκ τῶν 300,000 δρχ., τὰς ὁποίας διαθέτομεν ἐκ τοῦ λαχείου τοῦ Στόλου ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἐκρατοῦμεν διὰ τὸ Κράτος τὰς 100,000 δρχ., θὰ ἐπήρκουν αὐταὶ πληρέστατα διὰ τὴν ἀρχαιολογικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, ἡ δὲ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπέτρεπον τοῦτο αἱ ὑπόλοιποι 200,000 δρχ., χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ἐντεῦθεν σπουδαία τις ζημία. Ἐγώ, Κύριοι, ἐν τῷ μέσῳ τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, θεωρῶ δικαιοτάτην τὴν τοιαύτην περικοπήν. Ἠξεύρετε δὲ εἰς πόσον θὰ ἀνέλθῃ ἡ μείωσις τῆς σχετικῆς δαπάνης, ἂν διαρρυθμισθῶσιν οὕτω τὰ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας; Θὰ ἔχωμεν μείωσιν ἀνάλογον πρὸς τὴν δαπάνην τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1909 ἐκ δρχ. 420,000 περίπου.
§67Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ διαφορὰ θὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου;
§68Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§69Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί ὄχι;
§70Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ κρατῆται ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας.
§71Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε τὸ Δημόσιον ἐπιβάλλει χεῖρα καὶ εἰς τὸ λαχεῖον τοῦ Στόλου. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν.
§72Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ διαθέτει ἤδη ἐκ τοῦ λαχείου τοῦ στόλου, δυνάμει τοῦ οἰκείου νόμου, δρχ. 300,000 ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων διὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας θέτον οὕτως εἰπεῖν ὑπὸ κηδεμονίαν ἄλλου τὴν τοιαύτην διαχείρισιν, νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ διαθέσῃ τὰς 100,000 δραχμὰς αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος διὰ τῆς ἰδίας του ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν πρόκειται περὶ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τώρα θέλει ἀφαιρέσει αὐτό, ἵνα διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας· πρόκειται περὶ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀρχῆθεν ἦτο διατεθειμένον ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἐν τῷ μέσῳ τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, νομίζω ὅτι δυνάμεθα κάλλιστα νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας δαπανῶντες ἐκ τῶν 300,000 δραχμῶν τοῦ λαχείου 100,000 ὑπὲρ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, τὰς δὲ ὑπολοίπους δραχ. 200,000 ἀφήνοντες νὰ διαθέσῃ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ὑπὲρ ἀνασκαφῶν καὶ ἄλλων ἔργων καὶ ὑπὲρ ἀπαλλοτριώσεως γηπέδων, χάριν ἀρχαιολογικῶν σκοπῶν. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, δὲν θὰ χαθῶσιν αἱ ἀρχαιότητες, ἐὰν ἐπί τινα χρόνον μὴ ἐξακολουθήσωσιν ἐν εὐρείᾳ κλίμακι αἱ ἀνασκαφαί. Αἱ ἀρχαιότητες, ἐφ’ ὅσον μένουσι κεκρυμμέναι εἰς τὴν γῆν, διασώζονται ἀσφαλέστερον ἢ ὅταν ἐκταφῶσιν αὐταὶ καὶ προέλθωσιν εἰς φῶς (ἱλαρότης).
§73Σ. ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὸ ποσὸν τῶν 420,000 δραχμῶν περιέχεται δαπάνη 154 χιλιάδων, ἡ ὁποία ἐφάπαξ θὰ δοθῇ, δυνάμει ἀποφάσεως δικαστικῆς, διὰ τὸν περὶ τὴν Ἀκρόπολιν χῶρον, ὥστε ἐκ τῶν 420,000 ὀφείλετε νὰ ἀπαλείψητε τὴν δαπάνην τῶν 154,000, καὶ τὸ ὑπόλοιπον εἶναι ἡ ἀναγεγραμμένη πίστωσις.
§74Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤδη ἐπανειλημμένως ἐδήλωσα ὅτι πρόκειται περὶ μειώσεως δαπανῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1909. Προσθέτω δὲ νῦν ὅτι καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις χάριν ἀρχαιολογικῶν σκοπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξακολουθῶσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, δὲν θὰ ἐπιβαρύνωσι πλέον τὸ Κράτος ἀλλὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν ἀπέναντι τῶν 200,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ λαμβάνῃ αὐτὴ ἐτησίως ἐκ τοῦ λαχείου. Ἡ σπουδαιοτάτη ὅμως οἰκονομία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας εἶναι ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸν κλάδον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, Κύριοι, τοῦ 1909 ἀναγράφονται ἔξοδα διὰ τὰ Γυμνάσια τοῦ Κράτους δρχ. 855,940, διὰ τὴν γυμναστικὴν τῶν σχολείων τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως δρχ. 66,240, διὰ τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα δρχ. 2.403.832 καὶ διὰ τὴν ἐπιθεώρησιν 33,200, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρχ. 3.359.212. Πλὴν ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον χρήματα πεταμένα, τὸ δὴ λεγόμενον, διότι καὶ τὰ Γυμνάσια, ὡς λειτουργοῦσιν αὐτὰ τὴν σήμερον, δὲν ἐκπληροῦσι τὸν προορισμόν των καὶ τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα τέλεον ἀστοχοῦσιν αὐτοῦ. Ἔχομεν, Κύριοι, ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τοῦ 1895, ὡς συνεπληρώθη οὗτος διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1905. Κατ’ ἐκεῖνον ἐπετρέπετο ἡ σύστασις πλήρων Δημοτικῶν Σχολείων ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, μετὰ τάξεων ἕξ, ὧν αἱ δύο ἀνώτεραι θ’ ἀντεστοίχουν πρὸς τὰς δύο κατωτέρας τάξεις τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Ἤδη ἐν ἔτει 1895 ἀπέκρουσα ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν τοιαύτην καινοτομίαν ἀποδείξας ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συγχύσωμεν οὕτω τὴν μίαν ἐκπαίδευσιν πρὸς τὴν ἄλλην, ὅτι δὲ πλὴν τούτου ἦτο ἄσκοπον νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ Δημοτικὰ Σχολεῖα ἀκριβῶς τῶν πόλεων, ἐν αἷς λειτουργοῦσι καὶ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, δύο τάξεις ἰσοφαριζούσας πρὸς τὰς δύο κατωτέρας τούτων τάξεις. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην. Διὰ τοῦ νόμου, Κύριοι, τοῦ 1905 τὰ πλήρη σχολεῖα ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς ὅλας τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰ χωρία, ἐν οἷς ἦσαν διωρισμένοι δημοδιδάσκαλοι, εἰς οὓς ἐπεβλήθη οὕτω πως νὰ διδάσκωσι καὶ μαθήματα πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου. Παραλείπω τὴν σύγχυσιν, ἥτις ἐπῆλθεν ἔκτοτε εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν. Ἀρκοῦμαι δὲ νὰ ὑπομνήσω ὑμᾶς τὰ μαθήματα τῶν μαθητῶν ἐκείνων, οἵτινες διανύοντες τὰς δύο ἀνωτέρας τάξεις τῶν πλήρων Δημοτικῶν Σχολείων ἀπεπειρῶντο νὰ ὑποστῶσι κατατακτήριον ἐξέτασιν εἰς τὴν τρίτην καὶ ἀνωτάτην τάξιν τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων. Οἱ σχολάρχαι καὶ διδάσκαλοι τούτων ἀπέρριπτον αὐτοὺς ἀδιακρίτως καὶ μόλις καὶ μετὰ βίας ἐδέχοντο νὰ τοὺς κατατάξωσιν εἰς τὴν πρώτην καὶ κατωτάτην τάξιν τῶν σχολείων των. Ἠγωνίζοντο οὕτω πως pro domo, εἰδότες κάλλιστα ὅτι ἄλλως θὰ ἠρημοῦντο μαθητῶν ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα αὐτῶν τάξις, ὁπότε θὰ ἐπηκολούθει ἄφευκτος ἡ κατάργησις τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων, προστιθεμένης τῆς τρίτης αὐτῶν τάξεως εἰς τὰ Γυμνάσια. Ἀλλὰ τὸ ἀτοπώτερον, Κύριοι, ἦτο ὅτι πολλαχοῦ ἐλειτούργουν παραλλήλως πρὸς τὰ ἑξατάξια Δημοτικὰ Σχολεῖα καὶ διτάξια Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, ἔχοντα δηλαδὴ μόνον τὴν πρώτην καὶ δευτέραν τάξιν, ὧν τὰ μαθήματα ἔπρεπε νὰ διδάσκωνται καὶ εἰς τὴν πέμπτην καὶ ἕκτην τάξιν τῶν πλήρων Δημοτικῶν Σχολείων. Ἐνιαχοῦ μάλιστα ὑπῆρχον καὶ μονοτάξια μόνον Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, ἔχοντα δηλαδὴ ἐν λειτουργίᾳ μόνην τὴν πρώτην αὐτῶν τάξιν, ἐνῷ ἐκ παραλλήλου ὑφίστατο τὸ πλῆρες Δημοτικὸν Σχολεῖον, μὲ πέμπτην καὶ ἕκτην τάξιν, ἤτοι ὄχι μόνον μὲ τὴν πρώτην, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν δευτέραν τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐ μόνον σύγχυσις ἐπέρχεται μεγάλη μεταξὺ τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ σπατάλη ἀσύγγνωστος τῶν δημοσίων χρημάτων. Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, πρὸ ἑνὸς διλήμματος, καθ’ ὃ ἢ θὰ παραδεχθῶμεν ὡς καλῶς ἔχον τὸ νῦν καθεστὼς ὑπὸ ἔποψιν ἐκπαιδευτικήν, καὶ τότε πρέπει νὰ καταργήσωμεν πάραυτα τὴν πρώτην καὶ δευτέραν τάξιν τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων, ὡς ἀναπληρουμένας ὑπὸ τῆς πέμπτης καὶ ἕκτης τάξεως τῶν Δημοτικῶν Σχολείων, ἐπειδὴ δὲ ἀδύνατον οὕτω νὰ παραμείνῃ μόνη ἡ τρίτη τάξις τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων, νὰ προσθέσωμεν ταύτην εἰς τὰ Γυμνάσια καὶ οὕτω νὰ καταργήσωμεν ὁλοσχερῶς τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, ἢ νὰ μεταρρυθμίσωμεν ταῦτα καὶ τὰ Γυμνάσια καὶ δὴ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε αὐτὰ μὲν νὰ ἐκπληρῶσι τὸν προορισμόν των, τὸ δὲ Κράτος νὰ ἔχῃ πολλοῦ λόγου ἀξίαν οἰκονομίαν. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἀσπαζόμενοι τὴν τελευταίαν ταύτην γνώμην, προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ῥιζικὴν μεταρρύθμισιν τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως. Ἀντὶ τῶν κατὰ τὸν Προϋπολισμὸν τοῦ 1909 ὑπερτριακοσίων Ἑλληνικῶν Σχολείων, ἅτινα, ὡς ἔχουσι νῦν, οὐδένα σχεδὸν προορισμὸν ἐκπληροῦσι, προτείνομεν τὴν σύστασιν ἑκατὸν τοιούτων σχολείων, ἀλλὰ πενταταξίων. Τὰ σχολεῖα ταῦτα, τὰ ἀλλαχοῦ μέσα σχολεῖα, λεγόμενα, ἐκπροσωποῦσι τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας ἢ μᾶλλον τὴν γενικὴν λεγομένην μόρφωσιν τῆς μέσης κοινωνικῆς ἢ ἀστικῆς τάξεως. Πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἔχουσι τὴν σήμερον περὶ πολλοῦ τὴν μέσην κοινωνικὴν τάξιν, ἥτις θεωρεῖται τὸ συντηρητικώτερον στοιχεῖον ἐν τῇ νεωτέρᾳ κοινωνίᾳ καὶ πολιτείᾳ, ὅπερ χρησιμεύει ὡς φραγμὸς καὶ προπύργιον κατὰ πάσης ὑπερβασίας ἐκ τῶν ἄνω ἢ ἐκ τῶν κάτω. Περὶ τῆς γενικῆς δὲ μορφώσεως τῆς τάξεως ταύτης, ἣν ἀκριβῶς ἐκπροσωποῦσι τὰ μέσα σχολεῖα, λαμβάνεται νῦν πανταχοῦ ἰδιαιτέρα πρόνοια, ὅπως αὐτὴ καταστῇ ὅσον οἷόν τε πληρεστέρα καὶ τελειοτέρα, βελτιουμένη ὁσημέραι κατ’ ἔκτασίν τε καὶ ἔντασιν, κατὰ ποιόν τε καὶ ποσόν. Πρὸς τοῦτο τὰ οἰκεῖα σχολεῖα ἔχουσι καταστῆ πεντατάξια καὶ ἑξατάξια, διότι οὕτω πως μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν αὐτὰ πλήρη καὶ ἄρτιον τὸν κύκλον τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐν τῇ μητρικῇ γλώσσῃ καὶ ἐν μιᾷ ἢ δύο ξέναις γλώσσαις, καὶ ἐν τοῖς μαθηματικοῖς καὶ ἐν τοῖς φυσικοῖς. Μόνον ὑπὸ τοιαῦτα σχολεῖα εἶναι δυνατὸν εἰδικοὶ διδάσκαλοι νὰ διδάσκωσι τὰ διάφορα μαθήματα καὶ νὰ μὴ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον τῶν νῦν Ἑλληνικῶν Σχολείων, καθ’ ὃ διδάσκει ἐν αὐτοῖς πολλάκις ὁ μαθηματικὸς καὶ τὰ Ἑλληνικὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μαθήματα, ὁ ἑλληνιστὴς τὰ φυσικὰ καὶ μαθηματικὰ καὶ ὁ φυσικὸς τὰ Ἑλληνικά, Λατινικὰ κλπ. Ὅταν δ’ ἔχωμεν, Κύριοι, τοιαῦτα σχολεῖα καὶ ἡμεῖς, ἔστω καὶ πεντατάξια, θὰ κατορθωθῇ νὰ διδάσκωσι καὶ παρ’ ἡμῖν εἰδικοὶ διδάσκαλοι τὰ διάφορα μαθήματα, θ’ ἄγηται δὲ εἰς ἄρτιόν τι πέρας ἡ ἐν αὐτοῖς ἐκπαίδευσις, ἥτις θὰ εἶναι τότε ἐπαρκὴς οὐ μόνον διὰ τοὺς νέους, τοὺς μέλλοντας νὰ φοιτήσωσιν εἶτα εἰς εἰδικὰς ἢ ἐπαγγελματικὰς σχολάς, οἷον ἐμπορικάς, ναυτικάς, γεωργικάς, βιοτεχνικάς, ἱερατικὰς καὶ εἰς αὐτὸ τὸ διδασκαλεῖον, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς θέλοντας ν’ ἀποδυθῶσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς ὡρισμένον τι στάδιον. Τὴν σήμερον ἀναγνωρίζομεν πάντες ὅτι δὲν εἶναι εἰς τοῦτο ἱκανὴ ἡ γενικὴ μόρφωσις, ἣν παρέχουσι τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, διὸ ἀναγκαζόμεθα νὰ ζητήσωμεν ὡς προσὸν γενικῆς παιδείας διὰ τοὺς θέλοντας νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰς προμνημονευθείσας εἰδικὰς ἢ ἐπαγγελματικὰς σχολὰς τὸ ἐνδεικτικὸν τῆς δευτέρας διὰ τὴν τρίτην τάξιν τοῦ Γυμνασίου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄτοπον ὅλως. Τὸ Γυμνάσιον ἀπαρτίζει ἴδιον κύκλον μαθημάτων, τὸν ὁποῖον δὲν δύναταί τις νὰ διχοτομήσῃ ἐν τῷ μέσῳ, καὶ δὴ καθ’ ὃν χρόνον οὔτε ἡ γλωσσικὴ καὶ ἱστορικὴ καθόλου, οὔτε ἡ πραγματικὴ ἐκπαίδευσις ἔχει ἀχθῇ ἐν αὐτῷ εἰς ἄρτιόν τι πέρας. Εἶναι καιρός, Κύριοι, ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀληθῆ Μέσην Ἐκπαίδευσιν, ἧς στερούμεθα τὴν σήμερον, τοῦτο δὲ θὰ γίνῃ, ἂν ἐπιστήσωμεν πρὸ παντὸς τὴν προσοχήν μας εἰς τὸ κατώτερον αὐτῆς τμῆμα καὶ καταστήσωμεν τοῦτο πενταετὲς τοὐλάχιστον διοργανοῦντες αὐτὸ κατὰ τὸ πρότυπον τῶν μᾶλλον προηγμένων λαῶν τὴν σήμερον ἐν τοῖς ἐκπαιδευτικοῖς ζητήμασι. Τὸ τμῆμα δ’ αὐτὸ δὲν θὰ παρέχῃ μόνον τὴν ἀναγκαίαν γενικὴν μόρφωσιν εἰς τὴν μέσην κοινωνικὴν τάξιν, παρασκευάζον αὐτήν, ὡς δεῖ, καὶ διὰ τὴν εἰδικὴν ἢ ἐπαγγελματικὴν παίδευσίν της, ἀλλὰ καὶ θὰ χρησιμεύσῃ ἐν ταὐτῷ ὡς βάσις καὶ κρηπὶς ἀσφαλὴς καὶ διὰ τὸ ἀνώτερον τμῆμα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὅπερ θὰ παρέχῃ τὴν ἀπαιτουμένην γενικὴν μόρφωσιν πρὸς τοὺς θέλοντας νὰ φοιτήσωσιν εἶτα εἰς τὰ ἀνώτατα εἰδικὰ ἢ ἐπαγγελματικὰ ἐκπαιδευτήρια, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἰς τὸ Πολυτεχνεῖον κλπ. Διὰ τὴν Ἑλλάδα, Κύριοι, θὰ ἤρκουν ἐν ἀρχῇ περὶ τὰ ἑκατὸν πεντατάξια σχολεῖα. Εἰς εἴκοσι δ’ ἐξ αὐτῶν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ἀνὰ τρεῖς ἀνωτέρας τάξεις, παρασκευαστικὰς διὰ τὸ Πανεπιστήμιον κλπ. Τὰ πρῶτα, ἅτινα κυρίως θ’ ἀντικαθίστων τὰ νῦν Ἑλληνικὰ Σχολεῖα μετὰ δύο γυμνασιακῶν τάξεων, ἀλλὰ κατ’ ἴδιον πρόγραμμα μαθημάτων, ἠδύνατό τις νὰ ὀνομάσῃ Γυμνάσια, τὰ δὲ δεύτερα, εἰς ἃ θὰ προσετίθεντο καὶ αἱ τρεῖς ἀνώτεραι τάξεις, Λύκεια. Αἱ τελευταῖαι αὗται τάξεις θὰ ἦσαν κυρίως εἰπεῖν φιλολογικαὶ ἢ ἱστορικαί. Ὁσάκις ὅμως θὰ παρουσιάζετο ἱκανὸς ἀριθμὸς μαθητῶν, ἐπιθυμούντων νὰ παρασκευασθῶσι διὰ τὰς θετικὰς λεγομένας ἐπιστήμας καὶ ν’ ἀκολουθήσωσι μᾶλλον πραγματικὰ μαθήματα, θὰ προσετίθετο παραλλήλως δεύτερον τμῆμα πραγματικόν, τὸ ὁποῖον νῦν κακῶς ὀνομάζεται παρ’ ἡμῖν πρακτικόν. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, κατὰ τὸ λεγόμενον Bifurkationssystem, τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ ἤδη καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν Σουηδίᾳ, συμβαδίζουσαν τὴν φιλολογικὴν ἢ ἱστορικὴν μετὰ τῆς πραγματικῆς ἐκπαιδεύσεως, χωρὶς νὰ ὑφιστάμεθα ἰδιαιτέρας δαπάνας δι’ ἑκατέραν αὐτῶν. Οὕτω πως οἱ νέοι ἡμῶν θὰ προπαρεσκευάζοντο ἐξ ἴσου καὶ ἐκ παραλλήλου διὰ τὴν σπουδὴν τῶν θεωρητικῶν ἢ ἱστορικῶν οὐχ ἧττον ἢ τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν καὶ διὰ τὴν ἀνωτέραν πραγματικὴν εἰδικὴν ἢ ἐπαγγελματικὴν ἐκπαίδευσιν. Οὕτω θὰ ἔχωμεν ῥιζικὴν μεταρρύθμισιν καὶ ἀνόρθωσιν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὁσονούπω θὰ ὑποβάλῃ εἰς ὑμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας συνάδελφός μου. Ἐνῷ δὲ οὕτω πως θ’ ἀποκτήσωμεν ἀληθῆ μέσην ἐκπαίδευσιν, ἧς στερούμεθα νῦν, θὰ ἐπιτύχωμεν ἐν ταὐτῷ καὶ οἰκονομίας 700,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα. Ἔχομεν, Κύριοι, καὶ ἄλλας μικροτέρας οἰκονομίας νὰ ὑποδείξωμεν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἐξ ὧν ἰδιαιτέρας μνείας ὑπολαμβάνω ἀξίας τὰς ἑξῆς: Ἐν τῷ κεφαλαίῳ 5 τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, ὑπὸ τὸν τίτλον Βιβλιοθῆκαι, ἐπιφέρομεν οἰκονομίαν 1,000 δραχμῶν, ἐν τῷ κεφαλαίῳ 7, ὑπὸ τὸν τίτλον Ἀστεροσκοπεῖον, 5000 δραχμῶν, ἐν τῷ κεφαλαίῳ 12, ὑπὸ τὸν τίτλον Ἐμπορικαὶ σχολαί, διὰ τῆς διαγραφῆς τῶν μήπω λειτουργησασῶν σχολῶν Πειραιῶς καὶ Καλαμῶν, ἐκ δραχμῶν 16,000.
§75Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί, παρακαλῶ, αὐτὴ ἡ ἀδικία εἰς τὰς Καλάμας καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ;
§76ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ καταργήσωμεν ταύτας καὶ μόνον, διότι, ὡς προεῖπον, ἱδρύθησαν αὐταὶ πρὸ καιροῦ, ἀλλὰ χωρὶς ἀκόμη ν’ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία των. Τὰς ἄλλας ἀνεχόμεθα, διότι ἐθεωρήσαμεν ἄτοπον νὰ καταργήσωμεν αὐτὰς ἐν μέσῳ τῆς λειτουργίας των. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἀποκρύπτω ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα κατὰ τῆς συστάσεως καὶ συντηρήσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σχολῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους· διότι ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει πρὸ παντὸς νὰ παρέχῃ εἰς τὸν λαὸν πλήρη καὶ ἀρτίαν τὴν γενικὴν παιδείαν ἀπὸ τῆς κατωτάτης μέχρι τῆς ἀνωτάτης βαθμίδος της, μεριμνῶν περὶ συττάσεως καὶ συντηρήσεως τῶν ἀναγκαίων Δημοτικῶν Σχολείων, Γυμνασίων καὶ Λυκείων καὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Πολυτεχνείου, ἅτινα παρασκευάζουσι τοὺς ἐπιστήμονας διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς τε πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας. Προκειμένου ὅμως περὶ εἰδικῶν ἢ ἐπαγγελματικῶν σχολῶν, εἰς ἃς καταλέγονται καὶ αἱ ἐμπορικαί, τὸ Κράτος δὲν ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ περὶ συττάσεως καὶ συντηρήσεως αὐτῶν. Αἱ τοιαῦται σχολαὶ συνιστῶνται καὶ συντηροῦνται συνήθως ἐξ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ὑπὸ τῶν νομῶν, ἐπαρχιῶν, δήμων, κοινοτήτων, ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν. Διότι ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ ὁποία εἰδικὴ ἢ ἐπαγγελματικὴ ἐκπαίδευσις ἁρμόζει ἑκασταχοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ διάφορα εἰδικὰ ἢ ἐπαγγελματικὰ σχολεῖα κατὰ τὸν αὐτὸν τύπον πάντοτε νὰ συσταθῶσι. Καὶ αὐταὶ ἔτι αἱ ἐμπορικαὶ σχολαὶ πρέπει νὰ ἔχωσι διάφορον ὀργάνωσιν καὶ πρόγραμμα ἐν Βόλῳ, Πειραιεῖ, Πάτραις καὶ Σύρῳ· διότι ἄλλαι εἶναι αἱ ἐμπορικαὶ ἀνάγκαι τῶν Ἀθηνῶν, ἄλλαι αἱ τοῦ Βόλου, ἄλλαι αἱ τοῦ Πειραιῶς, ἄλλαι αἱ τῶν Πατρῶν καὶ ἄλλαι αἱ τῆς Σύρου. Ἑκάστη δὲ πόλις εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ γινώσκῃ ὁποίου εἴδους ἐμπορικὴ ἐκπαίδευσις ἁρμόζει εἰς αὐτήν, διὸ μόνη αὐτὴ πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς συστάσεως τῆς σχετικῆς σχολῆς. Τὸ πολὺ πολύ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος τὴν ἐποπτείαν αὐτῶν, νὰ μεριμνᾷ περὶ μορφώσεως τοῦ ἀναγκαίου διδακτικοῦ προσωπικοῦ των καὶ νὰ ἐπέρχηται ἐν ἀνάγκῃ ἐπίκουρον εἰς τὰς τοιαύτας σχολάς, ὅπου οἱ πόροι αὐτῶν δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Κατὰ τὰ ἄλλα πρέπει νὰ ἐπαφίηται τὸ Κράτος εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν διὰ τὴν σύστασιν καὶ συντήρησιν τῶν εἰδικῶν ἢ ἐπαγγελματικῶν σχολῶν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τῶν ἐμπορικῶν. Φαντάζεταί τις δὲ ὅτι θὰ ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ ἱδρύῃ καὶ συντηρῇ αὐτὸ ἰδίαις δαπάναις ἑκασταχοῦ τῆς χώρας πάντα τὰ εἴδη τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σχολῶν; Ἀλλ’ ἀφοῦ τοιοῦτό τι δὲν συμβαίνει οὔτε ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Βορείου Ἀμερικῆς, οὔτε ἐν Ἀγγλίᾳ, οὔτε ἐν Γαλλίᾳ, οὔτε ἐν Γερμανίᾳ, ἐν χώραις δηλαδή, ὧν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀνέρχεται εἰς δισεκατομμύρια ὅλα, θέλετε νὰ γίνῃ ἐν Ἑλλάδι, ἧς ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέρχεται μόλις εἰς 130 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ δημόσια οἰκονομικὰ διατελοῦσιν ἐν κρίσει μεγάλῃ; Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, Κύριοι, ἣν προυκάλεσεν ἡ ἀπορία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαμῶν, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον θέμα. Πλὴν τῶν ἤδη προμνημονευθεισῶν μικροτέρων οἰκονομιῶν ἐπέρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ αἱ ἑξῆς: Εἰς τὸ κεφάλαιον 13 ὑπὸ τὸν τίτλον Γυμναστικὴ ἄρθρ. 5 περιορίζεται ἡ δαπάνη πρὸς προμήθειαν ὅπλων διὰ τὴν σκοποβολὴν ἐν τοῖς σχολείοις ἐκ 30 εἰς 20 χιλ., διαγράφεται δὲ καὶ ἡ πίστωσις τῶν 10 χιλ. δραχ. διὰ διάφορα γυμναστικὰ σωματεῖα, ἀφοῦ ἄλλως τε αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται ἴσως ἐξ ἀβλεψίας καὶ ἐν κεφαλ. 16 ἄρθρ. 1 ἐδαφ. 34 ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀκριβῶς τίτλον «Διάφορα γυμναστικὰ σωματεῖα τοῦ Κράτους» δραχ. 10,000. Ἐν τέλει δέ, Κύριοι, ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ τεθῇ τέρμα καὶ εἰς τὰ διάφορα βοηθήματα καὶ τὰς συνδρομάς, τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ κεφ. 16. Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ἀπαγορεύεται ἐφεξῆς ἡ πληρωμὴ ἐξόδων διὰ συνδρομὰς καὶ βοηθήματα ὑπὲρ σωματείων, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἀναγραφῇ αὐτῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χωρὶς νὰ στηρίζηται ἡ τοιαύτη δαπάνη εἰς εἰδικόν τινα νόμον. Ὅσας ἐξ αὐτῶν τῶν συνδρομῶν καὶ βοηθημάτων θεωροῦμεν ἀπολύτως ἀναγκαίας ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ καθιερώσωμεν πρῶτον διὰ νόμου καὶ εἶτα νὰ ἀναγράψωμεν αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ πλέον καὶ τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ἐπιψηφιζομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναγραφὴν συνδρομῶν καὶ βοηθημάτων ὑπὲρ διαφόρων σωματείων, ἅτινα ἐν οὐδεμιᾷ συνήθως σχέσει εὕρηνται πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὁ φραγμὸς οὗτος ἐπιβάλλεται εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε νῦν, ὅτε εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσφύγωμεν ἔνθεν μὲν εἰς οἰκονομίας αὐστηροτάτας, ἔνθεν δὲ εἰς νέα βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§77Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα συμβαίνει τὸ ἴδιον;
§78ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ὁ λογιστικὸς νόμος ἔχει τὴν αὐτὴν ἰσχὺν δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα.
§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ βοηθήματα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τῶν 10,000 δραχ. καὶ κάτω;
§80ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Ἡμεῖς πρὸς τοῦτο ἐφροντίσαμεν νὰ θέσωμεν πάντα φραγμὸν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν· διὸ προτείνομεν ν’ ἀπαγορευθῇ ἐφεξῆς ἡ σύστασις Γυμνασίων, Ἑλληνικῶν Σχολείων, Εἰρηνοδικείων δι’ ἁπλῶν Διαταγμάτων, ὡς μέχρι τοῦδε, νὰ ἐπιτραπῇ δ’ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ σύστασις αὐτῶν μόνον διὰ νόμου. Οἱ Ὑπουργοὶ ὑφίστανται νῦν τοσαύτας ἐπιθέσεις, ὥστε ἔπρεπε νὰ θωρακισθῶσι διὰ τοιούτων διατάξεων, δι’ ὧν καὶ μόνον θὰ ὦσιν αὐτοὶ ἐφεξῆς ἀνεπηρέαστοι, προκειμένου περὶ δημιουργίας νέων δαπανῶν διὰ τὸ Κράτος.
§81Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν δὲν λαμβάνετε καμμίαν πρόνοιαν; Καὶ ὅμως εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ σχετικὸς νόμος.
§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀνακινεῖ διὰ τῆς ἐρωτήσεώς του ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων, μίαν τῶν φοβερωτέρων πληγῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἥτις ἀνέκαθεν χαίνει ἐν αὐτῷ. Τὸ Δημόσιον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην πάντοτε νὰ προκαταβάλλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων εἰς λογαριασμὸν τῶν δήμων καὶ εἶτα νὰ τοὺς εἰσπράττῃ παρὰ τούτων, ἀλλὰ χωρὶς οὕτω νὰ εἰσπράττῃ πάντα τὰ ὀφειλόμενα πρὸς αὐτό. Διάφοροι νόμοι ἐψηφίσθησαν πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπετεύχθη αὕτη. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ ὑπὸ τὸν κρατοῦντα νόμον ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895, ὡς ἐτροποποιήθη οὗτος διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΥΛϚʹ τοῦ 1896. Καὶ ὑπὸ τοὺς νόμους, Κύριοι, τούτους ἔχομεν κατ’ ἔτος πραγματικὰ ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων, ἅτινα, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ λανθάνοντος ἐλλείμματος, κατὰ τὸ 1904 ἀνῆλθον εἰς 3,378,418 ἀπέναντι προκαταβολῆς 6,373,506. Καὶ τὰ περιώρισε μὲν ἐν μέρει ὁ νόμος τοῦ 1905, ἀλλ’ ἐπὶ βραχὺ μόνον, διότι βραδύτερον ἤρξαντο πάλιν αὐτὰ αὐξάνοντα κατὰ τρόπον ἐπίφοβον. (Τοῦτο δὲ ὀφείλεται κυρίως μὲν εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν πολλῶν δήμων, ἵν’ ἀποδώσωσι τὰ προκαταβαλλόμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, διὰ τὴν στοιχειώδη αὐτῶν ἐκπαίδευσιν, ἐν μέρει ὅμως καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἐπειδὴ δὲν ἀναγράφεται ἐν αὐτῇ ῥητῶς τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, ἵνα προβαίνῃ εἰς καταδίωξιν τῶν δήμων πρὸς εἴσπραξιν τοῦ ἐκ βάρους τῶν βεβαιωμένου χρέους, τοῦτο παρέσχεν εἰς τοὺς δήμους τὸ ἐνδόσιμον, ἵνα διαμφισβητῶσι τὸ νόμιμον πάσης καταδιώξεως, γινομένης ἐναντίον των, συμφώνως πρὸς τὸν γενικὸν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμον. Ἐντεῦθεν ὅμως ἐγεννήθησαν δίκαι πολλαὶ μεταξὺ δήμων καὶ Δημοσίου, ἐφ’ ὧν πάντα σχεδὸν τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν δικαιοῦται νὰ καταδιώξῃ τοὺς δήμους δι’ ὁλόκληρον τὸ προκαταβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ ποσόν, ἀλλὰ κατατάσσεται καὶ αὐτοῦ ἡ ἀπαίτησις εἰς τὸ πεμπτημόριον τῶν εἰσπράξεων τῶν δήμων. Ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης τοῦ νόμου παραμένουσι χρεῶσται πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ δῆμοι, πᾶν ἄλλο ὄντες ἢ ἀνεπαρκεῖς, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ὀφειλομένων ὑπ’ αὐτῶν ἐκ προκαταβολῶν κατὰ τὰ τελευταῖα πέντε ἔτη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1904 μέχρι τοῦ 1908. Πρὸς τοῦτο, Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὰ παραδείγματα τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ὀφείλοντος δραχ. 194.226, τοῦ δήμου Λετρίνων δραχ. 242.574, τοῦ δήμου Τριπόλεως δρ. 206,654, τοῦ δήμου Κορινθίων δρ. 178.345, τοῦ δήμου Χαλκιδέων δραχ. 146.951, ἵνα παραλίπω πολλοὺς ἄλλους ἐπίσης αὐτάρκεις δήμους, ὧν ὅλων ὁμοῦ ἡ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλὴ τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν μόνον ἔχει ἀνέλθει εἰς 1.522.159. Ἄν, Κύριοι, ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ τοιαύτη κατάστασις, εἶναι λίαν πιθανὸν τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα ἐκ τῶν προκαταβολῶν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ν’ ἀνέλθῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μέχρι 4.000.000 δρ. καὶ ἐπέκεινα. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν; Δι’ ἑνὸς προχείρου μέτρου, ὅπερ προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν συνυποβάλλοντες εἰς αὐτὴν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συναδέλφου μου νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895 καὶ ΓϠΗʹ τοῦ 1905 περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Δι’ αὐτοῦ συμπληροῦντες ἐκ τῶν ἐνόντων τὴν ὑποδειχθεῖσαν ἔλλειψιν τῆς κειμένης νομοθεσίας ἐξασφαλίζομεν κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὸ Δημόσιον τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτὸ ἐκ προκαταβολῶν τοὐλάχιστον παρὰ τῶν εὐπόρων δήμων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο θεωροῦμεν προσωρινόν· διότι ἡμεῖς εἴμεθα τῆς γνώμης ὅτι ὀφείλομεν ἐπὶ τέλους νὰ σκεφθῶμεν περὶ ῥιζικωτέρας τοῦ ζητήματος λύσεως. Ταύτης δὲ θὰ ἐπιληφθῶμεν ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ περὶ περιορισμοῦ τῶν δήμων νομοσχεδίου, ὅπερ μέλλει προσεχῶς νὰ καταθέσῃ εἰς αὐτὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Δι’ αὐτοῦ, περιοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων εἰς τὸ ἥμισυ καὶ ἔλαττον ἴσως, θὰ βελτιωθῇ αἰσθητῶς ἡ οἰκονομικὴ κατάστασίς των, τότε δὲ θὰ ἴδωμεν τί εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσφέρωσιν αὐτοὶ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὅπως διὰ τὸ ὑπόλοιπον ταύτης ἐξεύρωμεν ἕνα ἢ πλείονας εἰδικοὺς πόρους καὶ λυθῇ οὕτως ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ προκείμενον ζήτημα.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§84Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ περὶ κοινοτήτων δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν;
§85ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, προκειμένου νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τοσοῦτον ὁ ἀριθμὸς τῶν δήμων, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ μεριμνήσωμεν συγχρόνως καὶ περὶ κοινοτήτων, περὶ ὧν δηλῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι παρασκευάζεται τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον καὶ ταχέως θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν. Κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ πολλὰ ἄλλα προγενέστερα αὐτοῦ. Ἡμεῖς τὸν θεσμὸν τῶν κοινοτήτων ὑπολαμβάνομεν πάντοτε ἀπαραίτητον, μάλιστα δὲ καθ’ ὃν χρόνον προτείνομεν τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων. Ὁ θεσμὸς τῶν κοινοτήτων πρέπει νὰ εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς τῆς τοπικῆς μας διοικήσεως. Ὁ θεσμὸς αὐτός, Κύριοι, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸς θεσμός, ἀνάγων τὴν ἀρχήν του εἰς τὰς πάλαι Πολιτείας τῆς Ἑλλάδος, παρέμεινε δ’ ἐν ἰσχύϊ καθ’ ὅλην τὴν μακραίωνα δουλείαν τοῦ Γένους ἡμῶν καὶ συνετέλεσε κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν διάσωσιν τοῦ ἐθνισμοῦ μας. Ἐκ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ἐπανερχομένου νῦν εἰς ἰσχύν, πολλὰ ἔχομεν νὰ προσδοκῶμεν. Ὅταν, Κύριοι, ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχέδια, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν ἀσφαλῶς εἰς τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὴ οὐ μόνον ὑπὸ οἰκονομικήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἐκπαιδευτικὴν ἔποψιν. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι καθόλου εἰπεῖν ὁ ἐπιούσιος πνευματικὸς ἄρτος τοῦ λαοῦ, ὡς τοιαύτη δὲ πρέπει αὕτη νὰ ἐφελκύῃ ἀείποτε ἀμέριστον τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας ἐξ ἴσου. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς, ἐνῷ ἐπὶ παντὸς ἄλλου κλάδου προτείνομεν οἰκονομίας, ἐπ’ αὐτῆς καὶ μόνης ἀποφεύγομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἡμεῖς τοὐναντίον, εὐθὺς ὡς βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἐννοοῦμεν ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ βελτιώσωμεν καὶ ἀνυψώσωμεν αὐτὴν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπήν της. Πρὸ παντὸς θέλομεν νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν πλήρη καὶ ἀρτίαν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καθιεροῦντες ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τουλάχιστον τὴν ἰσοπολιτείαν παρ’ ἡμῖν, ἥτις εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος παντὸς συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὴν σήμερον, Κύριοι, ὡς ὑπὸ πολλὰς ἄλλας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν ἔχομεν ἰσοπολιτείαν ἐν Ἑλλάδι, ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ἀφοῦ τὰ μὲν τέκνα τῶν κατοίκων τῶν πόλεων καὶ κωμοπόλεων ἔχουσιν ὁπωσδήποτε πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ δὲ τῶν χωρίων, ἐν οἷς ἔχουσι συσταθῆ κοινὰ σχολεῖα ἢ γραμματεῖα, ἔχουσι κολοβὴν οὕτως εἰπεῖν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὑπάρχουσι δὲ πολλαὶ ἑκατοστύες χωρίων, στερουμένων καὶ αὐτοῦ τοῦ κοινοῦ σχολείου. Ἕκαστος δ’ ἐξ ἡμῶν γινώσκει κάλλιστα, ὁποίων κακῶν πρόξενος γίνεται ἡ ἔλλειψις πάσης μορφώσεως παρὰ τοῖς τέκνοις πολλῶν μυριάδων Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἄν, Κύριοι, θέλωμεν νὰ ἠθικοποιήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ περιστείλωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ ἔγκλημα παρ’ ἡμῖν, ἂν θέλωμεν ν’ ἀναδείξωμεν τὰ τέκνα ἡμῶν χρηστοὺς πολίτας, πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν ἰδιαιτέραν ἡμῶν προσοχὴν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι αὐτὴ ἀκριβῶς δύναται νὰ διαπαιδαγωγήσῃ τὸν λαόν, αὐτὴ δύναται νὰ διαπλάσῃ χαρακτῆρας, ὧν τόσην σπάνιν ἔχομεν τὴν σήμερον, αὐτὴ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, χώρα μικρὰ καὶ ἀσθενής, ἐλλείψει τῶν ἀναγκαίων οἰκονομικῶν πόρων ἀδυνατεῖ νὰ συντηρῇ ὑπὸ τὰ ὅπλα ὅλους τοὺς στρατευσίμους της μὲ μακρὰν θητείαν. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ὀφείλει αὐτὴ νὰ ἔχῃ βραχεῖαν θητείαν. Ἀλλά, ὅπως ἡ βραχεῖα θητεία ἀποδώσῃ παρ’ ἡμῖν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἀνάγκη πᾶσα νὰ παρασκευάσωμεν εἰς τοῦτο τὴν νεολαίαν ἡμῶν διὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι πλήρης καὶ ἀρτία, ὅπως ἡμεῖς τὴν ἐννοοῦμεν, παρακολουθῆται δὲ ὑπὸ τῆς γυμναστικῆς, βεβαίως θὰ καταστῇ αὕτη ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς τῆς στρατιωτικῆς παιδεύσεως τῶν πολιτῶν. Τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ παραμένοντα ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις ἐπὶ ἓξ καὶ ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη, θὰ ἐκγυμνάζωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐξέρχωνται ἐξ αὐτῶν κατὰ τὸ ἥμισυ στρατιῶται. Ὅταν δ’ ἐφαρμοσθῇ καὶ τὸ νέον σύστημα τῆς στρατιωτικῆς παιδεύσεως, τὸ ὁποῖον θὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἱδρυθῶσι καὶ σκοπευτήρια πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος· ὅταν, Κύριοι, πρὸς τούτοις καθιερώσωμεν βαρύτιμα βραβεῖα διὰ σκοπευτικοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ τελῶμεν οὐ μόνον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς διαφόροις πρωτευούσαις τῶν νομῶν, εἰ δυνατὸν δὲ καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, τότε θὰ ἴδωμεν τὴν Ἑλλάδα μεταβαλλομένην ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον εἰς ἓν σκοπευτήριον καὶ τοὺς Ἕλληνας πάντας γυμναζομένους εἰς τὴν σκοποβολήν, ὡς οἱ Βόερς, καὶ προσερχομένους εἶτα εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ συγκεκροτημένους κατὰ τὰ τρία τέταρτα εἰς καλοὺς στρατιώτας. Τοιαύτην γνώμην, Κύριοι, ἔχοντες ἡμεῖς περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ ὑποβάλωμεν προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα νομοσχέδια, δι’ ὧν θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν βελτίωσιν καὶ αὔξησιν αὐτῆς εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπήν της. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων θὰ εἶναι τὸ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν, οὕτως ὥστε ἡ ἐν αὐτῷ μόρφωσις τῶν μελλόντων δημοδιδασκάλων νὰ βελτιωθῇ αἰσθητῶς κατὰ ποσὸν καὶ ποιόν, κατ’ ἔκτασιν καὶ ἔντασιν, προσέτι δὲ καὶ ἀποστολῆς εἰς Ἑσπερίαν ἀνὰ δέκα δημοδιδασκάλων τέλεσι καὶ δαπάναις τῶν κληροδοτημάτων, ὅπως ἐκεῖ γνωρίζοντες καὶ μελετῶντες ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς νῦν προόδους τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μεταλαμπαδεύσωσιν εἶτα αὐτὰς εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Ἐπανερχόμενος, Κύριοι, εἰς τὸ κύριον θέμα, τὸ τῶν οἰκονομιῶν, παρατηρῶ ὅτι καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ προσωρινοῦ μέτρου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὅπερ προτείνομεν νῦν εἰς τὴν Βουλήν, ἐλπίζομεν νὰ ἐπέλθῃ σπουδαία ἀνακούφισις εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ τὴν οἰκονομίαν ταύτην δὲν θέλω νὰ συνυπολογίσω ἐνταῦθα. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι τό γε νῦν ἔχον εἰς τὰς προμνησθείσας οἰκονομίας καὶ μειώσεις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, αἵτινες θὰ ἀνέλθωσιν ἐν ὅλῳ εἰς 1.900.000 δραχμῶν περίπου. Εἰς τὰ δύο, Κύριοι, πολεμικὰ Ὑπουργεῖα διὰ λόγους εὐνοήτους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρωμεν νῦν ἀξίας λόγου οἰκονομίας. Ἀνακεφαλαιοῦντες δὲ νῦν τὰς προτεινομένας οἰκονομίας καὶ μειώσεις δαπανῶν ἐπὶ μόνον τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων εὑρίσκομεν ὅτι αὗται θ’ ἀνέλθωσιν
| 1) | Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν | εἰς δρ. | 500.000 |
| 2) | » » » » Ἐξωτερικῶν | » » | 1.739.000 |
| 3) | » » » τῆς Δικαιοσύνης | » » | 900.000 |
| 4) | » » » τῶν Ἐσωτερικῶν | » » | 2.000.000 |
| 5) | » » » τῆς Παιδείας | » » | 1.900.000 |
| Τὸ ὅλον | Δρ. | 7.039.000 |
Ἀλλά, Κύριοι, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς καὶ ἄλλη τις μείωσις δαπάνης, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν περίθαλψιν τῶν προσφύγων. Τὸ Κράτος ἔχει δαπανήσει μέχρι τοῦδε περὶ τὰ 20.000.000.
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ περισσότερα.
§87Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ περιπλέον τοῦ ποσοῦ τούτου ἔχουσι διατεθῆ ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν καὶ τῶν παρακεντέδων τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ Στεφανοβικείων κτημάτων. Ἀλλά, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ παροῦσα κατάστασις, δυνατὸν νὰ δαπανηθῶσιν ὑπὲρ τῶν προσφύγων καὶ ἄλλα εἴκοσιν ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ νὰ εὑρίσκωνται αὐτοὶ εἰς τὴν αὐτήν, εἰ μὴ καὶ χείρονα κατάστασιν. Ἀλλά, Κύριοι, ἐνομίσαμεν ὅτι ἐξ ἀνάγκης ὑπερτέρας ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ περικόψωμεν ἐν μέτρῳ τὰς δαπάνας ὑπὲρ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγκατασταθέντων προσφύγων ἐπιφυλαχθέντες οὕτως, ἵνα τὸ περισσεῦον ποσόν, τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς, διαθέσωμεν ὑπὲρ τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπολειφθέντων προσφύγων, τῶν ἀνερχομένων εἰς 10,000 περίπου. Θὰ ἐξοικονομηθῶσιν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 ὡς 1,200,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἐπήρκει, ἵνα διαθέσωμεν ἐφάπαξ ἀνὰ 200–800 δραχ. εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος προσφύγων, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν της. Πᾶσα δαπάνη, Κύριοι, καταβαλλομένη εἰς τοὺς πρόσφυγας τμηματικῶς, γίνεται ἐπὶ ματαίῳ καὶ πρὸς ζημίαν μεγάλην καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ Κράτους, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ ἐφάπαξ χορηγούμενον ἐπίδομα θὰ ἐχρησίμευεν εἰς αὐτοὺς ὡς μικρὸν ἐφόδιον, ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς βιοποριστικήν τινα ἐργασίαν. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε ὅτι οἱ πλεῖστοι αὐτῶν εἶναι μικροὶ βιοτέχναι καὶ ἐπαγγελματίαι, οἱ ὁποῖοι βαρέως φέροντες τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἐπιθυμοῦσι τὴν προτεινομένην λύσιν, καθ’ ἣν λαμβάνοντες ἐφάπαξ ἓν βοήθημα θὰ ἔπαυον ὄντες ἀργόμισθοι τοῦ Κράτους καὶ θ’ ἀπέζων ἐφεξῆς ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου των. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως, συμπληρώσεως καὶ προσθήκης διατάξεων ἐν τοῖς περὶ συνοικισμοῦ, διανομῆς γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου νόμοις ͵ΓΣΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1907 καὶ ͵ΓΤΜΘʹ τῆς 14 Μαΐου 1909. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ἤδη ἐκτυπωθῆ καὶ παρακαλῶ νὰ διανεμηθῇ πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ νὰ προταχθῇ αὔριον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ὅπως ἐπιψηφισθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον, ἀφοῦ πρόκειται οὕτω πως νὰ ἐπέλθῃ μείωσις τῆς σχετικῆς δαπάνης ὑπὲρ τῶν προσφύγων ἐκ 3,000,000 δραχ. περίπου. Ἂν δέ, Κύριοι, τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὰς ἀνωτέρω 7,039,000 δραχ., θὰ ἔχωμεν διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910 μείωσιν δαπανῶν ἐν σχέσει πρὸς τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θὰ πραγματοποιηθῶσι κατὰ τὸ ἔτος 1909, ἐν ὅλῳ δραχ. 10,039,000. Ἰσχυρίσθημεν, Κύριοι, ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς ὄντες, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μείωσις δαπανῶν τοῦ Κράτους ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1909 καὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν του πιστώσεων ὡς 10,000,000 δραχ. Τὸν ἰσχυρισμὸν ἡμῶν ἐκεῖνον ἐρχόμεθα νῦν, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ν’ ἀποδείξωμεν ἀληθῆ, ἀρκεῖ μόνον ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ διὰ τῆς ψήφου της τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα νομοθετικὰ μέτρα. Μεταβαίνω νῦν, Κύριοι, εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ λόγου μου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους.
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε, ὀλίγα λεπτά.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ δέκα λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρία. Ὁ κ. Εὐταξίας θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσφύγων» θ’ ἀναγραφῇ πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς αὔριον.
§91Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀνέλαβον, Κύριοι, νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους κατὰ 20 ἑκατομμύρια, διότι τόσων ἔχομεν ἀνάγκην, ὅπως ἐξέλθωμεν τῆς παρούσης οἰκονομικῆς δυσφορίας καὶ δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς νέας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς ἡμᾶς πρὸς ἀναδιοργάνωσιν καὶ τῆς πολεμικῆς ἡμῶν δυνάμεως καὶ παντὸς ἄλλου κλάδου τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου. Ἐν τοῖς μέχρι τοῦδε κατέδειξα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν οἰκονομίας καὶ μείωσιν δαπανῶν καθόλου ὡς 10,000,000 δραχ. Ἐν τοῖς ἑξῆς ὑπολείπεται εἰς ἐμὲ νὰ ὑποδείξω πῶς θὰ δυνηθῶμεν ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ ἄλλα 10,000,000 δραχ. Συγχρόνως πρὸς τὰς οἰκονομίας ἀνάγκη πᾶσα νὰ βάλωμεν εἰς τάξιν τὰ οἰκονομικά μας, ἡ διοίκησις τῶν ὁποίων χωλαίνει ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, δὲν ἔχομεν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν εὑρισκομένην εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της. Τὴν κατάστασιν αὐτῆς, τὴν ὄντως παραλυτικήν, ἔχουσι διατραγῳδήσει ἤδη πολλοὶ κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῷ τύπῳ, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ληφθῇ μέχρι τοῦδε πρόνοιά τις σοβαρὰ περὶ βελτιώσεώς της. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω νῦν ἐγὼ διὰ μυριοστὴν ἴσως φορὰν ὅσα ἄλλοι εἶπον περὶ τῆς λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἐξάρω νῦν, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐθεώρησε πρώτιστον καὶ κυριώτατον μέλημά της, προκειμένου περὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, νὰ μεριμνήσῃ περὶ καθιερώσεως ἀληθοῦς λογιστικῆς ὑπηρεσίας. Πρὸς τοῦτο δὲ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον», διότι τὸ ὑπάρχον εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὲς εἰς τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνατεθῇ εἰς αὐτό. Τὴν ἀνάγκην, Κύριοι, τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου θὰ συνομολογήσητε πάντες ὑμεῖς, ἂν ἀναλογισθῆτε ὅτι δι’ αὐτὸ δαπανῶνται σήμερον πολὺ ὀλιγώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανῶντο κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς συστάσεώς του (1851–1859), ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀνήρχετο μόνον εἰς δραχ.19,000,000, οἱ δὲ ὑπόλογοι τοῦ Κράτους, ἀπὸ 222, κατὰ τὸ 1851, ἀνῆλθον τώρα εἰς 500 περίπου. Ἐκ τῆς τοιαύτης συγκρίσεως καθίσταται πρόδηλον ὁπόσον ἔκτοτε ὑπερεπλεόνασαν ἀναλόγως αἱ μερίδες, οἱ λογαριασμοὶ καὶ αἱ ἐν γένει ἐργασίαι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἀπὸ τοῦ 1848, Κύριοι, ὅτε ἐδημοσιεύθη τὸ πρῶτον νομοθετικὸν Β. Διάταγμα «περὶ συστάσεως Γεν. Λογιστηρίου, μέχρι τοῦ ἔτους 1894 ἐψηφίσθησαν διάφοροι νόμοι περὶ αὐτοῦ, δι’ ὧν ἐπῆλθον ἐν τῷ μεταξὺ ἱκαναὶ αὐξομειώσεις εἰς τὸ προσωπικὸν καὶ τὰ ἔξοδά του, ἕως οὗ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΝϚʹ καθωρίσθη ἡ ἐτησία δαπάνη του εἰς 78,600 δρχ. Ἀλλὰ μετὰ ἕν περίπου ἔτος ἐπελθὼν ὁ ͵ΒΣΞϚʹ νόμος τῆς 21 Ἰουνίου 1895 περιώρισεν αὐτὰς εἰς 40,440 μόνον δρχ. ἐτησίως, ἔκτοτε δὲ ἡ πρὶν οὐχὶ τόσον ἀκμαία κατάστασις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἀπέβη σχεδὸν παραλυτική. Ἔκτοτε οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τοῦ 1895 ὑπέβαλον νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ. Τελευταῖον τοιοῦτον ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναβιβάζων τὰς δαπάνας τοῦ Γεν. Λογιστηρίου τὰς μὲν τακτικὰς εἰς 76,920, τὰς δὲ διὰ τὸ ἐπικουρικὸν προσωπικόν, μέχρις ἀποπερατώσεως τῶν καθυστερούντων ἀπολογισμῶν καὶ γενικῶν λογαριασμῶν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους, εἰς 7,080, ἤτοι τὸ ὅλον εἰς 84,000. Παραλείπω ἓν προηγούμενον νομοσχέδιον τοῦ μακαρίτου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, καθ’ ὃ τὰ ἔξοδα διὰ τὸ Γεν. Λογιστήριον ηὔξανον εἰς 90 ὅλας χιλιάδας δρχ. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐθεωρήσαμεν ἀρκετὸν τό γε νῦν ἔχον ν’ αὐξήσωμεν τὸ προσωπικὸν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Γεν. Λογιστηρίου κατὰ 20,000 δρχ. ὡς ἔγγιστα ἐτησίως, ν’ ἀναβάλωμεν δὲ τὴν ὁριστικὴν ἀναδιοργάνωσίν του μέχρι τῆς καθόδου ξένου ὀργανωτοῦ, ὃν μέλλομεν νὰ μετακαλέσωμεν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Καὶ τοῦτον δὲ ὡς καὶ τὸν ὀργανωτὴν τῆς τελωνειακῆς μας ὑπηρεσίας, ὃν μέλλομεν νὰ μετακαλέσωμεν ὡσαύτως ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, δὲν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς ὡς ἁπλοῦς συμβούλους. Θ’ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν διεύθυνσιν τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν μετὰ πλήρους ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ αὐτῶν. Συγχρόνως δὲ θὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποστέλλωνται ἀνὰ δύο ὑπουργικοὶ γραμματεῖς ἐπὶ ἕξ μῆνας εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ὅπως ἐκεῖ μελετήσωσι καὶ γνωρίσωσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν λογιστικὴν καὶ τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, αἵτινες εἶναι ὠργανωμέναι κατὰ τρόπον πρότυπον δι’ ἡμᾶς. Ἡ ἀναδιοργάνωσις, Κύριοι, τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν μας, διότι ἄνευ λογιστικῆς ὑπηρεσίας, ἀνταξίας τοῦ προορισμοῦ της, εἶναι ἀδύνατον ὅλως νὰ ἔχωμεν διοικητικὸν ἔλεγχον ζῶντα καὶ ἐνεργόν, ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν καὶ δικαστικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἄνευ δὲ τοῦ τοιούτου ἐλέγχου ἀδυνατοῦμεν νὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς τί ἐσοδεύομεν καὶ τί ἐξοδεύομεν, ἀδυνατοῦμεν νὰ βάλωμεν εἰς τάξιν τὰ οἰκονομικά μας, ἀδυνατοῦμεν νὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς ἣν ἑκάστοτε προσφεύγομεν· διότι ἀντλοῦμεν πάντοτε εἰς πίθον Δαναΐδων. Καὶ ἄλλως δέ, Κύριοι, εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐξεγερθῇ ἡ συνείδησις ὑμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἐναντίον τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἥτις καταργεῖ ἓν τῶν πρωτίστων δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τῆς Βουλῆς οὐ μόνον εἰς τὰ κοινοβουλευτικά, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ συνταγματικὰ Κράτη. Εἶναι περιττὸν ν’ ἀποστέλλῃ ὑμᾶς ἐνταῦθα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐνόσῳ ἀρκεῖσθε μόνον εἰς τὸ νὰ ψηφίζητε ἑκάστοτε φόρους καὶ προϋπολογισμοὺς ἐσόδων καὶ ἐξόδων, χωρίς ποτε νὰ ζητῆτε λογαριασμὸν ἂν καὶ πῶς εἰσπράττονται τὰ ἔσοδα, ποῦ δὲ καὶ πῶς δαπανῶνται τὰ ἔξοδα. Αὐτὸ εἶναι παρῳδία πλέον τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὑφ’ οὗ καυχώμεθα ὅτι διεπόμεθα οἱ Ἕλληνες. Ἀλλ’ ὅπως, Κύριοι, ἀποκτήσωμεν ζῶντα καὶ ἐνεργὸν ἔλεγχον οὐ μόνον διοικητικὸν καὶ δικαστικόν, ἀλλὰ καὶ κοινοβουλευτικὸν τοιοῦτον, ἀνάγκη πᾶσα νὰ μεταρρυθμίσωμεν καὶ τὴν κειμένην ἡμῶν νομοθεσίαν περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, ἥτις εἶναι ἐν πολλοῖς ἀπηρχαιωμένη. Πάντες ἀνομολογοῦμεν ἀπὸ πολλοῦ ἤδη τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως, χωρὶς ὅμως μέχρι τοῦδε νὰ ἐπιχειρήσωμεν αὐτὴν ἀποφασιστικῶς. Νῦν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΣΙΒʹ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852 περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους». Δι’ αὐτοῦ προτείνομεν ἐν πρώτοις τὴν μετάθεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου εἰς τὴν 1ην Ἰουλίου ἑκάστου ἔτους. Πικρὰ πεῖρα ἐδίδαξεν ἡμᾶς ὅτι σπανιώτατα μέχρι τοῦδε κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς του, συνηθέστατα δὲ γίνεται τοῦτο μῆνας πολλοὺς μετὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἰσχύος του. Φυσικὸν ἐπακόλουθον τούτου εἶναι ὅτι, μέχρις οὗ ψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ ὁ Προϋπολογισμός, χορηγοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς ἀσυνειδήτως δωδεκατημόρια, δι’ ὧν παρῳδεῖται καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα αὐτῆς, ἵνα ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Καὶ δι’ ἄλλον δέ, Κύριοι, λόγον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἡ τοιαύτη μεταρρύθμισις τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου. Ὡς γνωστόν, ἡ χρῆσις διαρκεῖ ἐπὶ εἴκοσι καὶ δύο μῆνας, ἀρχομένη τῇ 1ῃ Ἰανουαρίου καὶ λήγουσα τῇ 31ῃ Ὀκτωβρίου ἐπιόντος ἔτους. Ὡς ἐκ τούτου ὅμως καθίσταται ἀδύνατον νὰ ἔχωσι καὶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πλήρη καὶ ἀσφαλῆ κατὰ τὸ δυνατὸν τὰ ἀποτελέσματα τῆς προηγουμένης χρήσεως, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν κανονίσωσι τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐνομίσαμεν ἐπάναγκες νὰ προτείνωμεν τὴν μετάθεσιν τῆς ἀρχῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου εἰς τὴν 1ην Ἰουλίου καὶ νὰ περιορίσωμεν τὴν χρῆσιν εἰς δέκα καὶ ὀκτὼ μόνον μῆνας σὺν τῇ πεποιθήσει ὅτι οὕτω πως θὰ κατορθωθῇ νὰ συντάσσηται μὲν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωστῶν ἤδη ἀποτελεσμάτων τοῦ προηγουμένου ἔτους, νὰ ψηφίζηται δ’ οὗτος ἐγκαίρως πάντοτε, οὕτως ὥστε ν’ ἄρχηται ἡ ἐφαρμογή του ἅμα τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ τοῦ νέου οἰκονομικοῦ ἔτους. Ἐννοεῖται δέ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος μεταρρυθμίσεως τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῇ ἐπί τινα χρόνον, ἕως οὗ κανονισθῶσι τὰ περὶ προθεσμιῶν βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεων τῶν φόρων, συνῳδὰ πρὸς τὴν ἐπερχομένην οὕτω πως μεταβολήν. Ἑτέραν πολλοῦ λόγου ἀξίαν μεταρρύθμισιν περιέχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον ἐπιβάλλει τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ποσῶν, τῶν ἀναγκαίων δι’ ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις. Ὡς γνωστόν, πᾶσα προσπάθεια καταβάλλεται συνήθως, ἵνα προσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ, εἰ μὴ καὶ ἐν περισσεύματι. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἐξογκοῦνται μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ὑπερμέτρως πως, ἀναγράφονται δὲ ἀνεπαρκεῖς αἱ διάφοροι πιστώσεις, οὕτως ὥστε ἀποβαίνει ἀναπόδραστος ἡ προσφυγὴ εἰς ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις, δι’ ὧν τὰ ἰσοζύγια καὶ πλεονάσματα μετατρέπονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς ἐλλείμματα. Καὶ εἶναι μέν, Κύριοι, ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ͵ΣΙΒʹ νόμου πᾶσα αἴτησις πιστώσεως δι’ ἔξοδον, μὴ προβλεφθὲν ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ, πρέπει νὰ καταδεικνύῃ καὶ τὸν χρηματικὸν πόρον, δι’ οὗ μέλλει νὰ πληρωθῇ αὐτό. Ἡ διάταξις ὅμως αὕτη δὲν ἐφηρμόσθη, παροραθεῖσα, οὕτω δὲ ἀλλεπάλληλοι ἐπέρχονται αἱ ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, ἄνευ προβλέψεώς τινος περὶ τῶν χρηματικῶν πόρων, δι’ ὧν θὰ ἐπληροῦντο αὐταί. Τὸ ἄτοπον, Κύριοι, τοῦτο ἐρχόμεθα νῦν νὰ ἐπανορθώσωμεν ἡμεῖς διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐν Ἰταλίᾳ, ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀναγραφὴ τῶν ποσῶν, τῶν ὁποίων δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις ἐν ἀνάγκῃ δι’ ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις, οὕτω δὲ ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὸν Προϋπολογισμὸν θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει αὑτῆς τὰ πραγματικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἑκάστης χρήσεως, θὰ κατορθωθῇ δὲ νὰ ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, μὴ ὑποκείμενον εἰς ἃς νῦν μετατροπὰς καὶ ἀλλοιώσεις. Πλὴν τούτου, Κύριοι, ὁ λογιστικὸς νόμος, ἀναγνωρίζων τὴν διαίρεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ἀπαγορεύει τὴν μετάθεσιν πιστώσεων ἀπ’ ἄρθρου εἰς ἄρθρον. Πρὸς καταστρατήγησιν ὅμως τῆς τοιαύτης διατάξεως ἐπενοήθη ἡ ὑποδιαίρεσις τῶν ἄρθρων εἰς ἐδάφια, τῶν πιστώσεων δὲ τῶν ἐδαφίων τούτων γίνεται ἡ μετάθεσις ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον, εἰ καὶ δὲν περιλαμβάνουσιν αὐτὰ ὁμοφυεῖς δαπάνας. Πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου ἀπαγορεύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ὑποδιαίρεσις τῶν πιστώσεων εἰς ἐδάφια, οὕτω δὲ ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὰς πιστώσεις τῶν ἄρθρων θὰ γινώσκῃ τίνα ποσὰ χορηγεῖ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δι’ ἑκάστην δαπάνην. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ᾼΥΟΖʹ περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα τῶν Ὑπουργῶν δὲν δύνανται νὰ ἐξαργυρωθῶσι, πρὶν ἢ θεωρήσῃ αὐτὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἂν δὲ τοῦτο ἀρνηθῇ τὴν θεώρησιν δι’ ἔλλειψιν πιστώσεως, ἢ διὰ παράβασιν νόμου τινός, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δύναται νὰ ζητήσῃ ἐγγράφως ὑπ’ εὐθύνην του τὴν θεώρησιν, ὅτε καὶ ἐκτελεῖται αὐτή. Ἐν Ἰταλίᾳ, Κύριοι, ἡ ἄρνησις τῆς θεωρήσεως ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι ὁριστική. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσωμεν τὴν τοιαύτην διάταξιν παρ’ ἡμῖν· διὸ προετιμήσαμεν, καταργοῦντες τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα ζητῇ τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων ὑπ’ εὐθύνην του, νὰ ὁρίσωμεν, ἵνα μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ δικαστικοῦ τμήματος τοῦ Συνεδρίου δύνηται ὁ Ὑπουργὸς νὰ αἰτῆται τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ τμήματος τούτου ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῆς ὁλομελείας δ’ ἡ ἀπόφασις εἶναι ὁριστικὴ καὶ ἀνέκκλητος. Ἐπεκράτησε, Κύριοι, προσέτι ἡ συνήθεια ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν μισθῶν, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ὀργανικῶν νόμων, ἢ προσωπικῶν ἀμοιβῶν καὶ ἀποζημιώσεων, μὴ στηριζομένων εἰς νόμον· ὡσαύτως ἡ χορηγία βοηθημάτων καὶ συνδρομῶν εἰς δήμους, κοινότητας καὶ σωματεῖα ἄνευ εἰδικοῦ νόμου. Καὶ ἠμφεσβητήθη μὲν ὑπό τινων τὸ νόμιμον τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἄλλοι ὅμως ὑπολαμβάνουσιν αὐτὴν νόμιμον, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει ἐκδώσει ἤδη διαφόρους περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀποφάσεις, πρὸς ἀποφυγὴν ὅμως πάσης ἀμφισβητήσεως ἐν τῷ μέλλοντι, ἥτις πάντοτε καταλήγει εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ἔγνωμεν νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀναγραφὴ πιστώσεων, μὴ στηριζομένων εἰς νόμον τινά, δὲν θεωρεῖται νόμιμος, οὐδὲ παράγει δικαίωμα πρὸς πληρωμήν. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ͵ΣΙΒʹ νόμου οἱ Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται, ἐπὶ προσωπικῇ αὑτῶν εὐθύνῃ, νὰ ἐξοδεύσωσιν ἐπέκεινα τῶν χορηγηθεισῶν εἰς ἕκαστον αὐτῶν πιστώσεων. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην καὶ εἰς τὸ νὰ μὴ ἀναδέχωνται οἱ Ὑπουργοὶ νέον ἔξοδον ἢ αὔξησιν προϋπάρχοντος τοιούτου, πρὶν ἢ χορηγηθῇ ἡ διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ ἀπαιτουμένη πίστωσις. Εὐνόητος εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς τοιαύτης διατάξεως. Ἀλλὰ διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου λαμβάνεται πρόνοια συγχρόνως, ἵνα μὴ διατάττωσιν οἱ Ὑπουργοὶ πρὸς τῆς ἐκδόσεως χρηματικοῦ ἐντάλματος πληρωμήν τινα ἢ προμήθειαν συναλλαγματικῆς, προήλθομεν δ’ εἰς τοῦτο, διότι ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς πληρωμαί, διαταχθεῖσαι καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων. Διὰ τῶν ἄρθρων 34 καὶ 35 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου καθιεροῦται ἡ διὰ διαγωνισμοῦ ἔκδοσις πάσης διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἐργασίας ἢ προμηθείας, ἀλλ’ ἀναγράφονται συγχρόνως καὶ ἐξαιρέσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται καὶ ἄνευ δημοπρασίας ἡ προμήθεια ἢ ἀνάθεσις ἐργασίας. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐψηφίσθη ὁ Λογιστικὸς νόμος, μυρίοι ὅσοι ἐπενοήθησαν τρόποι καταστρατηγήσεως τῶν διατάξεων αὐτῶν ἐπὶ μεγάλῃ ζημίᾳ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Δύο μάλιστα διατάξεις αὐτοῦ παρέσχον εὐκολίας εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ θεραπεύσωσιν ἰδιοτελεῖς σκοπούς. Ἡ πρώτη αὐτῶν εἶναι ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν ἄνευ διαγωνισμοῦ προμήθειαν ἢ ἐργασίαν, ἂν ἡ δαπάνη μὴ ὑπερβαίνῃ τὰς χιλίας δραχμάς. Πρὸς καταδολίευσιν αὐτῆς ἐπενοήθη ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀνατίθενται ἐργασίαι δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, κατανεμόμεναι εἰς ποσὰ ἐλάσσονα τῶν χιλίων δραχμῶν διὰ τῆς ἐκδόσεως πολλῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων διὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐργασίαν. Ἡ ἑτέρα διάταξις εἶναι ἡ ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν διοίκησιν, ἵνα διὰ πράξεως αὐτῆς κηρύξῃ ὅτι πρόκειται περὶ ἔργου κατεπείγοντος καὶ μὴ ἐπιδεχομένου ἀναβολήν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς πράξεως ταύτης καὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ τινος ἀναθέσῃ τὴν κατασκευὴν ἔργων ἢ τὴν προμήθειαν πραγμάτων πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν εἰς εὐνοουμένους ἐργολάβους δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας. Πρόδηλον, Κύριοι, ὁπόσαι καταχρήσεις καὶ ζημίαι δύνανται νὰ προκύψωσιν ἐντεῦθεν· διὰ τῆς προτεινομένης ὅμως ὑφ’ ἡμῶν μεταρρυθμίσεως προλαμβάνονται αὗται κατὰ τὸ δυνατόν. Καὶ ἄλλη δὲ διάταξις τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἄρθρων ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προμήθειαν πραγμάτων ἄνευ δημοπρασίας. Βεβαίως προκειμένου περὶ προμηθείας ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς πραγμάτων ἀσημάντων δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ δημοπρασία, ἀλλὰ γίνονται πολλάκις προμήθειαι σημαντικωτάτων ποσῶν ἄνευ δημοπρασίας, ὁπότε οὐδεμία παρέχεται ἐγγύησις διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦ νόμου, Κύριοι, ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1894 ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ΣΙΒʹ νόμου καὶ ἐκανονίσθη ὅτι πρὸς κατασκευὴν ἐθνικῆς ὁδοῦ, σιδηροδρόμου, διώρυγος, γεφύρας, λιμένος, δημοσίου καταστήματος ἢ ἄλλου δημοσίου ἔργου, ἐπαγομένου εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 10 χιλιάδων δραχμῶν, ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ἐγκρίνων τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς ὁλικῆς δαπάνης ἢ τὸν συμπληρωτικόν. Ἐκτέλεσις δὲ τῶν ἔργων τούτων δὲν ἐπιτρέπεται ἢ μόνον ἐπὶ πιστώσει, ἀναγεγραμμένῃ ἐν ἰδίῳ ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ κεκυρωμένῃ διὰ νόμου. Πρὸς κατασκευὴν δὲ ἰδίων ἔργων, ἀπαιτούντων δαπάνην ἐλάσσονα μὲν τῶν δέκα χιλιάδων, ἀλλὰ μείζονα τῶν δύο χιλιάδων, ἀπαιτεῖται ἐγγραφὴ πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ ἢ πίστωσις ἀναπληρωματικὴ ἢ ἔκτακτος. Καὶ ἄλλας δ’ ἐγγυήσεις ἔλαβεν ὁ νόμος οὗτος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλά, Κύριοι, κατὰ τὸ 1897, ἕνεκα τῶν τότε γνωστῶν περιστάσεων, ἐψηφίσθη ὁ νόμος ΒΦΕʹ, δι’ οὗ ὡρίσθη, ὅτι πρὸς κατασκευὴν γεφύρας ἢ ὁδοῦ, ἀγούσης εἰς τὴν μεθόριον γραμμήν, ἢ διακλαδώσεως αὐτῆς ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν νομῶν Λαρίσης, Τρικκάλων, Ἄρτης, Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, δὲν ἀπαιτεῖται νομοθετικὴ ἄδεια. Ἀλλ’ εἰ καὶ παρῆλθον ἐν τῷ μεταξὺ αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, οὐχ ἧττον ὁ νόμος τοῦ 1897 ἔμεινεν ἐν ἰσχύϊ καὶ πολλαὶ ὁδοὶ καὶ γέφυραι κατεσκευάσθησαν ἐν ταῖς προμνημονευθείσαις περιφερείαις, ἄνευ τῶν κεκανονισμένων ὑπὸ τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ τοῦ 1894 ἐγγυήσεων. Νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει τὴν σήμερον λόγος, συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς περαιτέρω ἰσχύος τοῦ νόμου ΒΦΕʹ, διὸ προτείνομεν τὴν κατάργησιν τούτου. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἀκεραίας τὰς πιστώσεις διὰ μισθοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς γνωστὸν ὅμως πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον αἱ νόμιμοι λόγῳ συντάξεων κρατήσεις. Ἐν τούτοις πολλάκις ἐγένετο χρῆσις ὁλοκλήρου τῆς πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν μισθῶν καὶ δὲν ὑπελείφθη πίστωσις πρὸς ἀπόδοσιν τῶν κρατήσεων. Τόσον δὲ τὸ ἄτοπον τοῦτο προλαμβάνεται ἐφεξῆς διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅσον καὶ τὸ τῆς ἀποδόσεως λογαριασμῶν ὑπὸ τῶν λαβόντων χρήματα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, ὡς καὶ τῶν λαβόντων ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ προξενικῶν ὑπαλλήλων συναλλαγματικὰς πρὸς διάθεσιν διὰ δαπάνας ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ κεφαλαίου Δ, 1 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις ἡ ἀπόδοσις τῶν λογαριασμῶν ἐνεργεῖται λίαν βραδέως, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ κρατοῦνται ἐν τοῖς ταμείοις τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα ἐκκρεμῆ μέχρις ἀποδόσεως τοῦ λογαριασμοῦ, ὅτε τὰ δικαιολογητικά, ἐγκρινόμενα ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, προσαρτῶνται εἰς τὸ ἔνταλμα. Διὰ τῆς προτεινομένης ὅμως τροποποιήσεως τὰ τοιαῦτα χρηματικὰ ἐντάλματα μετὰ τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτῶν ὑποβάλλονται εἰς τὸ γενικὸν λογιστήριον, εἰς δὲ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀνήκει, ἂν οἱ λαβόντες τὰ χρήματα ἢ τὰς συναλλαγματικὰς ὑπέβαλον ἐμπροθέσμως τοὺς λογαριασμούς των μετὰ πλήρων τῶν δικαιολογητικῶν, νὰ κηρύξῃ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτῶν ἔχοντας ὀρθῶς, ἄλλως νὰ καταλογίσῃ αὐτοὺς δι’ ἀποφάσεώς του καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ληφθέντων χρημάτων. Δι’ ἄλλων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ὑπάγονται τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων, τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων καὶ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Λιμένος Πειραιῶς, πρὸ τῆς ἐξαργυρώσεώς των, εἰς θεώρησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΑΥΟΖʹ τοῦ 1887, ὡς τροποποιεῖται οὗτος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἰδιαιτέρας μνείας κρίνω ἀξίαν τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἡ ἐκμίσθωσις ἰδιωτικῶν κτιρίων διὰ δημόσια καταστήματα γίνεται ἐφεξῆς διὰ δημοπρασίας, οὕτω δὲ περιορίζονται κατὰ τὸ δυνατὸν αἱ μέχρι τοῦδε ἐπισυμβαίνουσαι κατ’ αὐτὴν καταχρήσεις. Παραλείπων δὲ νὰ αἰτιολογήσω διαφόρους ἄλλας διατάξεις δευτερευούσης σημασίας παρατηρῶ ἐν κεφαλαίῳ ὅτι ἐκ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀπεκδεχόμεθα σπουδαίαν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω ὅτι μόνη ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ θὰ ἤρκει νὰ ἀνυψώσῃ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τὴν παροῦσαν Βουλὴν καὶ ν’ ἀναδείξῃ αὐτὴν ἀξίαν ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Πολὺς πολλάκις λόγος ἔχει γίνει καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων, ἥτις πλημμελὴς οὖσα καθ’ ἑαυτὴν παρέσχεν ἀφορμὴν εἰς παντοίας ὑπερβασίας, εἰ μὴ καὶ εἰς καταχρήσεις. Τὰ κεφάλαια, Κύριοι, τῶν κληροδοτημάτων ἀνέρχονται εἰς ἑκατομμύρια ὅλα, καὶ ὅμως οὔτε νόμος τις ἐψηφίσθη μέχρι τοῦδε περὶ αὐτῶν οὔτε βιβλία κἂν τακτικὰ κρατοῦνται δι’ αὐτά. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νῦν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων τίθεται τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Κατ’ αὐτό, Κύριοι, ἐπιβάλλεται ἡ σύνταξις ἰδίου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν κληροδοτημάτων ὡς παραρτήματος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Χάριν δὲ λογιστικῆς τάξεως καὶ εὐκολίας περὶ τὸν ἔλεγχον θ’ ἀναγράφωνται αὐτὰ ἐν συνόλῳ ἔν τε τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡς καὶ ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «ἀποδόσεις» τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τοιουτοτρόπως θὰ λαμβάνῃ καὶ ἡ Βουλὴ κατ’ ἔτος γνῶσιν ὡς πρὸς τὰς τῶν κληροδοτημάτων καταστάσεις καὶ τῆς καθόλου διαχειρίσεώς των. Εἶτα ὑπάγεται ἡ διαχείρισίς των αὕτη εἰς τὸν προληπτικὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὑφ’ ὃν σὺν ἄλλοις θὰ προλαμβάνηται καὶ ἡ ἐξόφλησις ἐνταλμάτων πληρωμῆς δι’ αὐτὰ πρὸ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἀντιστοίχων ἐσόδων. Ἡ μέχρι τοῦδε ἔλλειψις τοιούτου ἐλέγχου συνετέλεσε κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον εἰς τὸ ν’ ἀποδεκατισθῶσιν αὐτὰ τὰ κεφάλαια καθ’ ὑπέρβασιν τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων. Οὐχ ἧττον δὲ συντελεστικὸν εἰς τὴν πρόληψιν τῆς διασπαθήσεως τῶν κεφαλαίων θὰ εἶναι καὶ ἡ καθιερουμένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου σύνταξις εἰδικῶν βιβλίων δι’ ἕκαστον κληροδότημα ὑπ’ ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδικῶν, δι’ ὧν θὰ ἐξακριβωθῇ καὶ ἡ οἰκονομική των κατάστασις, προσέτι δὲ τὸ κλείσιμον τῶν βιβλίων εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους καὶ ἡ ἐν περιλήψει δημοσίευσις διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐτησίας διαχειρίσεως ἑκάστου κληροδοτήματος. Λαμβάνεται πρὸς τούτοις πρόνοια περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν κεφαλαίων κληροδοτημάτων τινῶν ἐλαττωθέντων ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἀτασθάλου διαχειρίσεώς των. Ἀπαγορεύεται ἡ χορηγία οἱουδήποτε βοηθήματος ἐξ αὐτῶν· κανονίζονται τὰ τοῦ διορισμοῦ ὑποτρόφων, ἐννοεῖται, κατ’ ἀκολουθίαν διαγωνισμοῦ πάντοτε, καὶ τέλος ὑποβάλλονται εἰς δημόσιον ἔλεγχον καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου διαχειριζόμενα κληροδοτήματα, ἅτινα ἀναγραφόμενα λεπτομερῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ θὰ συνδημοσιεύωνται μετὰ τούτου ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον βεβαία οὖσα ὅτι οὕτω πως οὐ μόνον τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐξυπηρετεῖ μεγάλως, ἀλλὰ καὶ καθιστᾷ σεβαστὴν τὴν θέλησιν τῶν ἀοιδίμων διαθετῶν τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων, ἅτινα οὐχὶ σπανίως, ὡς μὴ ὤφελε, χρησιμοποιμοῦνται εἰς σκοποὺς παντάπασιν ἀλλοτρίους τοῦ ἀρχικοῦ προορισμοῦ των. Μεταβαίνω νῦν, Κύριοι, εἰς ἕτερα θέματα, ἀμεσώτερον ἁπτόμενα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἔχομεν κατ’ ἔτος καθυστερήματα ἐξ ἑκάστης χρήσεως, ἀνερχόμενα εἰς 8.000.000 δραχ. κατὰ μέσον ὅρον. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου κατορθοῦται βραδύτερον νὰ εἰσπράττωνται ἐτησίως περὶ τὰ 2.000.000 ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ οἰκείῳ κεφαλαίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὕτω πως καθαρὸν καθυστέρημα ὑπολείπεται κατ’ ἔτος ἐκ δραχ. 6.000.000, ἐξ ὧν ὡς 2.000.000 ἀναλογοῦσιν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, ἕτερα 2.000.000 εἰς ποινικὰ ἔξοδα καὶ ποινὰς ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καὶ 800.000 εἰς δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τὸ ὑπόλοιπον 1.200.000 δρ. εἰς ἀντισηκώματα ἐξ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν καὶ εἰς ἄλλα τινὰ ἔξοδα. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τὰ καθυστερήματα ταῦτα προέρχονται ἐν μέρει μὲν ἐκ τῆς ἀδυναμίας τῶν ὀφειλετῶν, ὄντων ἐνίοτε πράγματι ἀπόρων, ἐκτὸς μόνον ἂν ἕνεκα θεομηνίας καὶ ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων ἀδυνατοῦσιν αὐτοὶ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των εἰς τὸ Κράτος, ἐν μέρει δὲ καὶ ἐκ τῆς κακῆς βεβαιώσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον, ἢ ἀκριβέστερον εἰπεῖν κατὰ τὰ δύο τρίτα, ὀφείλονται τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος καθυστερήματα ἔνθεν μὲν εἰς τὴν δυστροπίαν τῶν φορολογουμένων, ἔνθεν δὲ εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ, εἰς ὃ εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινων τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων» προτιθέμεθα κυρίως ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ περιστείλωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν δυστροπίαν πολλῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ διευκολύνωμεν τούτους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Χάριν δὲ τοῦ πρώτου σκοποῦ ἐνόμισαμεν ἐπάναγκες νὰ καθιερωθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, διατάξεις τινὲς στερητικαὶ ἐνίων δικαιωμάτων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Εἰς τοῦτο, Κύριοι, ὡρμήθημεν πρὸ παντὸς ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ὁ πολίτης, ὅπως ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματά του ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ὀφείλει νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ τὰ πρὸς αὐτὴν καθήκοντα. Πρώτιστον δὲ τῶν καθηκόντων τούτων εἶναι νὰ καταβάλλῃ αὐτὸς τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς τοὺς φόρους του, παρέχων οὕτω τὰ μέσα εἰς τὴν Πολιτείαν, ἵνα δυνηθῇ καὶ αὐτὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς πρὸς αὐτὸν ὑποχρεώσεις της. Ἐπιβάλλομεν δ’ ἐν πρώτοις εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου τὴν στέρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, κατὰ τὰς βουλευτικὰς καὶ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Ἡ στέρησις αὕτη ἦτο καθιερωμένη ἤδη παρὰ τοῖς πάλαι Ἀθηναίοις, τῷ κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικῷ λαῷ. Ἄν δὲ αὐτὴ καὶ παρ’ ἐκείνοις δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς προσκρούουσα τὸ παράπαν πρὸς τὸ φιλελευθερώτατον πολίτευμά των, πολὺ ὀλιγώτερον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντιστρατευομένη πρὸς τὸ διέπον ἡμᾶς τὴν σήμερον συνταγματικὸν πολίτευμα. Πλὴν δὲ τούτου, Κύριοι, ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν εἶναι ἤδη καθιερωμένη ἡ προκειμένη στερητικὴ διάταξις. Καθ’ ὅσον δηλ. περιερχόμενός τις, ὡς ἔμπορος, εἰς ἀνικανότητα πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων ὑπ’ αὐτοῦ κηρύττεται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως καὶ στερεῖται τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, τί ἄλλο σημαίνει τοῦτο ἢ ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἔχει ἤδη καθιερώσει τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος στέρησιν διὰ παραπλησίαν ὅλως περίπτωσιν; Ἀλλ’ ἀφοῦ προκειμένου περὶ ὀφειλετῶν πρὸς ἰδιώτας γίνεται τοῦτο, χωρὶς νὰ θεωρῆται ὡς ἀθέτησις τοῦ διέποντος ἡμᾶς πολιτεύματος, πῶς δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντισυνταγματικὴ ἡ στέρησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι ἐπὶ τοῦ ὀφειλέτου τοῦ Κράτους, τοῦ ἀρνουμένου εἰς τοῦτο τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ προορισμοῦ του; Ἕτεραι στερητικαὶ διατάξεις εἶναι αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἔκδοσιν διαβατηρίων καὶ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐνάγειν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων.
§92Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ προκειμένου περὶ δικαστικῆς παραστάσεως ζητεῖτε τοῦτο; Προκειμένου νὰ ἐγείρῃ τις ἀγωγὴν περὶ ὑποθέσεως ἀστικῆς;
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§94ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ ἀγωγήν;
§95ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἔχῃ, ἀλλά, ὅπως δυνηθῇ νὰ τὴν συζητήσῃ, ἀνάγκη νὰ παράσχῃ ἀπόδειξιν ὅτι ἐξεπλήρωσε τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις του οὐχὶ διὰ τὸ τρέχον, ἀλλὰ διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Ἡ διάταξις αὕτη ἄρχεται ἰσχύουσα ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους. Τὰς τοιαύτας δὲ διατάξεις δὲν αὐτοσχεδιάζομεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ἐρχόμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐν Ἑλλάδι κατ’ ἀπομίμησιν ἄλλων χωρῶν, ἐν αἷς αὗται ἔχουσιν ἤδη εἰσαχθῆ καὶ ἀποδίδουσι λαμπρὰ ἀποτελέσματα οὐ μόνον ὑπὸ ταμιευτικήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πολλὰς ἄλλας ἐπόψεις. Τούτων ἡ σπουδαιοτάτη εἶναι ὅτι ὁ πολίτης συνηθίζει οὕτω πως εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του καὶ εἰς τὴν ἀποφυγὴν τῆς παραβάσεως τῶν φορολογικῶν νόμων, ἥτις δύναται νὰ ἐξωθήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν παράβασιν καὶ παντὸς ἄλλου νόμου.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν κανεὶς εἶναι ἀκτήμων, τί θὰ γίνῃ;
§97ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ἀποδεδειγμένως ἀκτήμονες καὶ οἱ ἄνευ οἱουδήποτε ἐπιτηδεύματος βεβαίως οὔτε εἰς ἄμεσόν τινα φορολογίαν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν οὔτε δίκαιον εἶναι νὰ ἐξαναγκασθῶσι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς πληρωμὴν ὀφειλῆς ἀνυπάρκτου δι’ αὐτούς. Περὶ αὐτῶν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀκτημόνων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου», ὅπερ ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑποβάλλω νῦν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἂν ψηφισθῇ καὶ γίνῃ νόμος, θ’ ἀπαλλάττωνται ἐφεξῆς ἐκ τῶν ποινικῶν ἐξόδων μόνοι οἱ πράγματι ἀκτήμονες, οὐχὶ δὲ καὶ πολλοὶ ψευδῶς παριστάμενοι ὡς τοιοῦτοι ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ τοῦ Δημοσίου ταμείου. Ὅσοι λοιπὸν πράγματι εἶναι ἀκτήμονες καὶ ἀποδεικνύονται τοιοῦτοι νομίμως, αὐτοὶ δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὰς στερητικὰς διατάξεις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται, Κύριοι, αἱ φαινόμεναι αὐστηραί πως, δὲν μέλλουσι νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀδιακρίτως δι’ οἱαδήποτε χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον. Ὡς ῥητῶς ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πάντα τὰ παλαιότερα χρέη, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1908 καὶ εἰς πάσας τὰς προηγουμένας αὐτῆς χρήσεις, ἐξαιροῦνται. Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν στερητικῶν διατάξεων θ’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1910 καὶ δὴ διὰ μόνην τὴν καθυστέρησιν τῶν ἀμέσων φόρων τῆς χρήσεως τοῦ 1909, ἥτις λήγει, ὡς γνωστόν, τῇ 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους.
§98ΑΝΔΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται τότε διὰ τὰ παλαιὰ χρέη;
§99ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ αὐτὰ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἴδιον νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τοὺς νόμους ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900, ͵ΒϠΟΓʹ τοῦ 1903 καὶ ͵ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907 προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν αὐτῶν νόμων». Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πάντα μὲν τὰ μέχρι τοῦ 1898 καὶ τούτου συμπεριλαμβανομένου χρέη ἐκ φόρων διαγράφονται, διὰ δὲ τὰ ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1907 καὶ τούτου συμπεριλαμβανομένου ἐπιτρέπεται ἀνανέωσις μετὰ δεκαετῶν δόσεων. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἀπέναντι τοιούτων εὐεργετικῶν διατάξεων διὰ τοὺς φορολογουμένους ἐπιτρέπεται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς αὐστηραὶ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων; Ἕτερον σχετικὸν νομοσχέδιον εἶναι τὸ «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας», ὅπερ ὡσαύτως ὑποβάλλω νῦν εἰς τὴν Βουλήν. Καθ’ ὃν χρόνον, Κύριοι, χάριν οἰκονομίας καταργοῦμεν διάφορα ταμεῖα τοῦ Κράτους ὑπάγοντες αὐτὰ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἄλλων ταμείων, προσέτι δὲ πάντα τὰ ὑποταμεῖα, καθ’ ὃν χρόνον περιορίζομεν, ὅσον ἔνεστι τοῦτο, τὰ νῦν ἀπονεμόμενα ποσοστὰ ἐκ τῶν εἰσπράξεων, ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ ἐντεταλμένου τὴν εἴσπραξιν κατωτέρου προσωπικοῦ. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν περὶ εἰσπρακτόρων ἱκανῶν κατὰ ποσόν τε καὶ ποιὸν νὰ ἐπιδιώξωσιν ἀποτελεσματικῶς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἔχομεν νῦν 122 εἰσπράκτορας, μισθοδοτουμένους πρὸς 40 δρ. τὸν μῆνα, ἱκανὸν δὲ πρὸς τούτοις ἀριθμὸν ἀμίσθων εἰσπρακτόρων. Καὶ οὗτοι, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, εἶναι τοποθετημένοι εἰς τοὺς δήμους των, ἐκεῖ δὲ ἀσχολούμενοι μᾶλλον μὲ τὰς οἰκιακάς των ὑποθέσεις ἔχουσιν ὡς πάρεργον τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἥτις διὰ τοῦτο χωλαίνει κατὰ πολύ. Ἡμεῖς προτείνομεν νῦν τὴν αὔξησιν τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων ἀπὸ 122 εἰς 180, τοῦ δὲ μισθοῦ αὐτῶν ἀπὸ 40 εἰς 60 δραχ., ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ νὰ ὑπαχθῶσιν αὐτοὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων καὶ νὰ ὑπηρετῶσιν ἐφεξῆς ἐκτὸς τῶν ἐπαρχιῶν των.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ 60 δρ. τὸν μῆνα;
§101Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ θὰ ἔχωσι καὶ ἄλλας 60–70 δρχ. κατὰ μῆνα ἐκ τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα θὰ συναυξάνωσι δι’ αὐτούς, ὁμοῦ μετὰ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων, εἰς ἣν θὰ ἀφοσιωθῶσιν ἐφεξῆς ἀποκλειστικῶς, μακρὰν εὑρισκόμενοι τῶν οἰκογενειακῶν καὶ οἰκιακῶν των ὑποθέσεων. Ἄν, Κύριοι, τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, ἔχω τὴν ἐλπίδα ἢ μᾶλλον τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ βελτιωθῶσι δι’ αὐτῶν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ 2–3 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως. Παρομοίαν καὶ μείζονα ἴσως αὔξησιν ἀναμένομεν ἐκ τῆς βελτιώσεως τῆς τελωνειακῆς μας ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἀποτελεσματικωτέρας καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου, ὅπερ τελευταῖον ἔχει ὑπεράρει, ὡς μὴ ὤφελε, τὴν κεφαλήν. Ἰδιαιτέρως, Κύριοι, ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἡ παροῦσα κατάστασις τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἥτις ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις χωλαίνουσα παρέχει ἑκάστοτε ἀφορμὴν εἰς παντοίας καταχρήσεις, ἐξ ὧν ἑκατομμύρια ὅλα χάνονται κατ’ ἔτος διὰ τὸ Δημόσιον. Τὴν πλήρη αὐτῆς ἀναδιοργάνωσιν ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τῆς ἀφίξεως τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ της καὶ τῆς ἀποστολῆς τελωνειακῶν μας ὑπαλλήλων εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ὡς ὑπέδειξα ἤδη πρότερον. Εἶναι ἀλήθεια πικρά, Κύριοι, ἣν ὅμως πρέπει ν’ ἀνομολογήσωμεν πάντες. Τὸ μέγα λαθρεμπόριον δὲν διεξάγεται, ὡς νομίζουσι πολλοί, τόσον ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, διὰ τῆς θαλάσσης, διὰ τῶν ἀπείρων ὁρμίσκων τῆς χώρας καὶ διὰ τῆς μεθορίου ἡμῶν γραμμῆς, ὅσον ἀναφανδὸν δι’ αὐτῶν τῶν τελωνείων. Τὸ προσωπικὸν τούτων δὲν εἶναι ἐπαρκὲς οὔτε ὑπὸ ποσοτικὴν οὔτε ὑπὸ ποιοτικὴν ἔποψιν, τὸ δὲ χείριστον πάντων εἶναι ὅτι στερεῖται αὐτὸ σχεδὸν παντὸς ἐλέγχου. Ὡς ἐκ τούτου ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ν’ αὐξήσωμεν μὲν τὸ προσωπικόν, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ νὰ βελτιώσωμεν τοῦτο κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ νὰ καταστήσωμεν ἀληθῆ καὶ ἐνεργὸν τὸν ἔλεγχόν του. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παύσῃ ἡ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου ἐκτὸς τῶν τελωνείων καὶ κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ ξηράν. Εἰς τοῦτο θὰ συντελέσῃ κατὰ πολὺ ἡ χρησιμοποίησις ἀτμοτελωνίδων, ἐχουσῶν ταχύτητα ἄνω τῶν 15 μιλίων καθ’ ὥραν, προσέτι δὲ ἡ ῥιζικὴ ἀναδιοργάνωσις τῆς τελωνοφυλακῆς μας ἐπὶ ἄλλων βάσεων, καθ’ ἃ μέλλομεν νὰ προτείνωμεν προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν. Τό γε νῦν ἔχον ἐνομίσαμεν ἐπάναγκες νὰ συστήσωμεν τὴν μεταρρύθμισιν ἐκείνων τῶν διατάξεων τῆς τελωνειακῆς μας νομοθεσίας, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Τὴν σήμερον τιμωρεῖται αὐτό, ὅταν συντρέχῃ ὁ ὅρος τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο σπανιώτατα συμβαίνει, δι’ αὐτὸ καὶ σπανιώτατα ἐπιβάλλονται αἱ νόμιμοι ποιναί. Πρὸς τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ ἑξῆς παραδείγματα. Τελωνειακή τις ἀρχὴ ἀνεκάλυψεν ἔν τινι φυλακείῳ τοῦ δημοτικοῦ καὶ λιμενικοῦ φόρου μιᾶς νήσου τοῦ Αἰγαίου πελάγους πολλοὺς σάκκους πλήρεις σακχάρεως. Ὁ φύλαξ, ἐρωτηθείς, ἀπήντησεν ὅτι ἠγνόει καὶ αὐτὸς πῶς εὑρέθησαν ἐκεῖ οἱ σάκκοι οὗτοι. Καὶ ὅμως ἀπηλλάγη αὐτὸς ὕστερον πανηγυρικῶς, διότι δὲν συνέτρεχεν ὁ ὅρος τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἀλλαχοῦ ἔμπορός τις κατηγγέλθη ὅτι ἐκτελωνίσας πρὸ πολλῶν μηνῶν ὀλίγους σάκκους σακχάρεως ἐτήρει τούτους ἀνεπάφους ἐν τῷ καταστήματι αὐτοῦ, ἐνῷ ἦτο βεβαιωμένον ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε καταναλώσει τὸ πενταπλάσιον ποσὸν σακχάρεως. Πλὴν καὶ αὐτὸς ἀπηλλάγη τῆς κατηγορίας διὰ τὸ μὴ συντρέχειν τὸν ὅρον τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Εἰς τὰς τοιαύτας, Κύριοι, ἀπαλλαγὰς ἐνομίσαμεν ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ θέσωμεν τὸν ἑξῆς φραγμόν. Τὸ ἀδίκημα τοῦ λαθρεμπορίου ὑφίσταται καὶ τιμωρεῖται διὰ τῆς κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἐπιβαλλομένης χρηματικῆς ποινῆς τοῦ ὀκταπλοῦ τοῦ καταβλητέου τέλους, καὶ ὅταν δὲν συντρέχῃ ὁ ὅρος τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν χρηματικὴν ποινὴν ἐπιβάλλουσι τὰ ἁρμόδια τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἅτινα, καὶ ἂν συντρέχῃ καὶ ἂν μὴ συντρέχῃ ὁ ὅρος οὗτος, ἐπιβάλλουσι τὰς κατὰ νόμον ἄλλας παρὰ τὴν χρηματικὴν καταγινωσκομένας ποινὰς τῆς λαθρεμπορίας, ἥτις θὰ καταδιώκηται καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἡ λαθρεμπορία θὰ τιμωρῆται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ὡς καὶ πάντα τὰ λοιπὰ ἀδικήματα. Περὶ τῆς τοιαύτης καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου γίνεται εἰδικώτερος λόγος ἐν νομοσχεδίῳ, ὅπερ συνταχθὲν ἐπὶ τούτῳ θὰ ὑποβάλω προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν. Ἤδη λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον νομοσχέδιον «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς καὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ», ἐν ᾧ ἀναγράφονται καὶ γενικώτεραί τινες διατάξεις, ὧν ἡ ἰσχὺς ἐπεκτείνεται εἰς πάντα τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους. Περιττόν, Κύριοι, νομίζω νὰ ἐξάρω νῦν πρὸς ὑμᾶς τὴν σπουδαιότητα τοῦ πρώτου τελωνείου τοῦ Κράτους, οὗτινος τὰ ἔσοδα ἰσοφαρίζουσι πρὸς τὰ ἔσοδα ὅλων τῶν ἄλλων τελωνείων μας. Καὶ ὅμως ἐν αὐτῷ διεπράχθησαν μέχρι τοῦδε αἱ μέγισται τῶν καταχρήσεων. Εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας τὰ σκάνδαλα τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, ἅτινα ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ ἤδη νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν συντόνως καὶ ἐνδελεχῶς περὶ θεραπείας τοῦ κακοῦ. Εἰς τὰς καταχρήσεις ταύτας, Κύριοι, συντελοῦσι πολλοὶ καὶ παντοῖοι λόγοι, ὡς ἡ ἔλλειψις λιμενικῆς ἀστυνομίας τοῦ Πειραιῶς, τὸ στενόχωρον καὶ ὅλως ἀνεπαρκὲς τοῦ κεντρικοῦ καταστήματος τοῦ Τελωνείου, ἡ ὡς ἐκ τούτου κατανομὴ τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς προβλῆτας τῆς Τρούμπας, τοῦ Τζελέπη καὶ τῶν Ἁλῶν, ἡ ἔλλειψις ἐπαρκῶν ἀποθηκῶν διαμετακομίσεως, συγκεντρωμένων εἰς τὸ αὐτό, καὶ τέλος ἡ ἔλλειψις τοῦ ἀναγκαίου προσωπικοῦ. Βεβαίως, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωμεν πρὸ παντὸς περὶ ἐξευρέσεως καταλλήλου χώρου ἢ χώρων, ἐφ’ ὧν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἱδρύσωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νέον μέγαρον τοῦ τελωνείου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς ἀναγκαίας ἀποθήκας διαμετακομίσεως. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο χρειαζόμεθα καὶ χρόνον μακρὸν καὶ δαπάνην οὐ σμικράν. Ἐνῷ δὲ δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν πραγμάτωσιν τῶν τοιούτων μεγαλουργῶν σχεδίων σπεύδοντες εἰς τοῦτο βραδέως, ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἀμέσου ἐπιλύσεως ἐκείνων τῶν ζητημάτων, ἅτινα πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν κείμενα δὲν χρῄζουσιν οὔτε χρόνου μακροῦ οὔτε δαπάνης μεγάλης. Καὶ τοιοῦτο ζήτημα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τὸ προσωπικόν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, καθιστῶμεν δύο τελωνειακὰς ἐπιθεωρήσεις εἰδικῶς διὰ τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, προσθέτομεν δὲ εἰς τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν του τρεῖς ὑπολογιστὰς ἐπὶ τῆς προεξελέγξεως, πέντε ἐλεγκτάς, ἕνα πρῶτον γραμματέα, τέσσαρας ὑπελεγκτὰς βʹ τάξεως, πέντε ὑπογραμματεῖς, πέντε ἀποθηκαρίους, ἀνὰ ἕνα τρίτον γραμματέα τῆς διεκπεραιώσεως καὶ διαμετακομίσεως καὶ ἕνα αʹ γραμματέα ἐν τῷ τελωνειακῷ ταμείῳ. Τὰς αὐξήσεις ταύτας τοῦ προσωπικοῦ θὰ εὕρητε, Κύριοι, δικαιολογουμένας ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ παρατηρῶ νῦν ἐν κεφαλαίῳ μόνον ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἔχωμεν ἄμεσον καὶ εὐρὺν τὸν ἔλεγχον, οὐ μόνον διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῶν δύο εἰδικῶν ἐπιθεωρήσεων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς συστάσεως γραφείου προεξελέγξεως ἐν τῷ τελωνείῳ. Διὰ τούτου θὰ διενεργῆται ὁ ἔλεγχος τοῦ τελωνισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων τελωνειακῶν ἐργασιῶν οὐχὶ μετὰ μῆνας πολλοὺς καὶ μετὰ ἔτη, ὡς νῦν, ἀλλ’ ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι θὰ ἔχωμεν οὕτω πως αὔξησιν δαπάνης διὰ τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς περὶ τὰς 50,000 δρχ. ἐτησίως. Ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι κατ’ ἐξοχὴν παραγωγική. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι διὰ τῆς προτεινομένης ὑφ’ ἡμῶν διοργανώσεως δυνατὸν ν’ αὐξήσωσιν αἱ πρόσοδοι αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ τελωνείου κατὰ δύο καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια δρχ. ἐτησίως. Ἂν δὲ ψηφισθῶσι καὶ ἐφαρμοσθῶσι καὶ αἱ περὶ καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου προτεινόμεναι ὑφ’ ἡμῶν διατάξεις, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους αὔξησιν ἐν συνόλῳ ὡς 5,000,000 δρχ. ἐτησίως. Εἰς βελτίωσιν τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων θὰ συντελέσῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσωρινῆς ἀτελείας τοῦ μεταποιουμένου σίτου καὶ βάμβακος», ὅπερ ὡσαύτως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΥΜΒʹ τῆς 27 Μαΐου 1871 καθιερώθη ἡ ἀτέλεια τοῦ πρὸς μεταποίησιν εἰσαγομένου σίτου καὶ βάμβακος ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἐξαγωγῆς των εἰς ἄλευρον καὶ ἐκκοκκισμένον βάμβακα. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ͵ΥϚΒʹ τῆς 26 Αὐγούστου 1873 ἡ ἀτέλεια τοῦ σίτου ἐπεξετάθη καὶ ἐπὶ τῶν ζυμαρικῶν καὶ τοῦ διπύρου ἰδίᾳ ἄρτου. Ὡς πρὸς τὴν ἐκκόκκισιν τοῦ βάμβακος οὐδεμία ποτὲ ἀνεφύη δυσχέρεια, οὐχὶ ὅμως καὶ ὡς πρὸς τὸν σῖτον, τὸν μεταποιούμενον εἰς ἄλευρον. Ἀφ’ ἧς ἰδίᾳ ηὔξησεν ὁ δασμὸς τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου, ἤρξατο δὲ ἡ εἰσαγωγὴ ἐφθαρμένων ἀλεύρων μετὰ πιτύρων εἰς Ἀμβοῦργον τῆς Γερμανίας, χάριν τῆς ἐκεῖ κτηνοτροφίας, ἔκτοτε ἐγένετο μεγάλη κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τοῦ παραχωρηθέντος διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871 εἰς τὴν ἐν Ἑλλάδι ἀλευροβιομηχανίαν. Ἔκτοτε ἤρξαντο ἀποστελλόμενα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πίτυρα μετ’ ἐλαχίστης ποσότητος ἀλεύρου, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ μετ’ ἄλλων ξένων ὅλως οὐσιῶν ἀναμεμιγμένα. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ βάρους αὐτῶν ἐπεστρέφετο ὁ καταβληθεὶς δασμός. Ἡ κατάχρησις αὕτη ἔλαβε τελευταῖον τοσαύτας διαστάσεις, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἐπιστροφάς, ὑπερβαινούσας κατὰ πολὺ τὸ ἑκατομμύριον. Διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ δασμοῦ μετὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ βάρους τοῦ ἐξαγομένου ἀλεύρου καὶ ἀφοῦ πρότερον ἀναλυθῇ τοῦτο ὑπὸ τοῦ χημικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἤ τινος τῶν συσταθησομένων νῦν παραρτημάτων ἔν τισι τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους. Συγχρόνως ὑποχρεοῦνται οἱ ἐξάγοντες τοιαῦτα ἄλευρα νὰ δηλῶσιν ἐκ τῶν προτέρων τὸ εἶδος καὶ τὸ βάρος τῶν ἐξαγομένων ἀλεύρων, ὡς καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐν αὐτοῖς περιεχομένων πιτύρων, ἐὰν δὲ τὸ βάρος αὐτῶν εὑρεθῇ μικρότερον ἢ ὑπερβαίνῃ τὰς 5 μονάδας ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ εὑρεθέντος καὶ δηλωθέντος ποσοῦ πιτύρων, τότε ἐπιβάλλεται λόγῳ ποινῆς τὸ πενταπλάσιον τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ διὰ τὸ ἐλλεῖπον βάρος ἢ διὰ τὸ περιπλέον τοῦ δηλωθέντος ποσοῦ πιτύρων, τὸ εὑρεθὲν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πέντε μονάδων. Ἐλπίς, Κύριοι, ὑπάρχει νὰ περισταλῇ οὕτω πως τὸ κακὸν καὶ νὰ περιορισθῇ κατὰ πολὺ τὸ νῦν ἐπιστρεφόμενον ποσὸν ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δρχ. καὶ ἐπέκεινα. Οὐχ ἧττον θὰ συντελέσῃ εἰς βελτίωσιν τῶν τελωνειακῶν προσόδων καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως παραρτημάτων τοῦ χημικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τελωνείοις καὶ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ χημικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν», ὅπερ ὑποβάλλω ἐπίσης εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ σύστασις τῶν παραρτημάτων τοῦ χημικοῦ ἐργαστηρίου ἐν τοῖς τελωνείοις Πειραιῶς, Βόλου καὶ Πατρῶν εἶναι ἀπαραίτητος ἰδίᾳ διὰ τὴν ἄμεσον ἀνάλυσιν καὶ τὸν ἔλεγχον καθόλου τῶν δι’ αὐτῶν ἐξαγομένων ἀλεύρων. Καὶ ἄλλως δέ, θὰ εἶναι αὐτὰ χρήσιμα τὰ μάλιστα. Θ’ ἀναλύωσι πᾶν ἐμπόρευμα ἀμφισβητούμενον, οὕτω δὲ καὶ τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ζημιοῦται ὡς ἐκ τῆς κακῆς ταξινομήσεως καὶ οἱ ἔμποροι θὰ διευκολύνωνται τὰ μάλιστα, ὅταν δὲ αὐτοὶ διαφωνῶσι πρὸς τὴν γενομένην ἐν τοῖς τελωνείοις ἀνάλυσιν, θὰ ζητῶσι νέαν τοιαύτην κατ’ ἔφεσιν παρὰ τοῦ χημικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τοιαῦτα ἐργαστήρια, Κύριοι, λειτουργοῦσι τὴν σήμερον ἐν τοῖς κεντρικοῖς τελωνείοις πάντων τῶν πεπολιτισμένων λαῶν. Παρ’ ἡμῖν ἐπιβάλλεται ἡ σύστασις αὐτῶν καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐν Γερμανίᾳ ἔνθα παρατηρεῖται ἀπό τινος σημαντικὴ αὔξησις εἰσαγωγῆς τῶν Ἑλληνικῶν οἴνων, ἐψηφίσθη τελευταῖον νόμος, καθ’ ὃν οἱ ἔξωθεν εἰσαγόμενοι οἶνοι πρέπει νὰ περιέχωσιν ὡρισμένα συστατικά, βεβαιούμενα δι’ ἐπισήμου χημικῆς ἀναλύσεως, ἂν ὑπάρχωσι χημικὰ ἐργαστήρια λειτουργοῦντα ἐν τοῖς τελωνείοις τοῦ τόπου τῆς ἐξαγωγῆς των. Ἄλλως πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν αὐτοὶ εἰς ἀνάλυσιν ἐν τοῖς χημικοῖς ἐργαστηρίοις τῶν τελωνείων τῆς Γερμανίας, ἥτις ὅμως στοιχίζει τόσον πολύ, ὥστε δὲν συμφέρει πλέον ἡ εἰσαγωγή των εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος χώραν. Καὶ χάριν λοιπὸν τῆς οἰνοπαραγωγῆς μας, ἥτις διανύει τὴν σήμερον κρίσιν μεγάλην, πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν σύστασιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος χημικῶν ἐργαστηρίων. Καταθέτω, Κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΧΛʹ τῆς 2 Ἰουνίου 1877», ὅπερ καὶ πρὸ διετίας περίπου εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς αὐτήν, χωρὶς ὅμως νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τότε. Πρόκειται κατ’ αὐτὸ περὶ τοῦ καταβλητέου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τόκου ὑπερημερίας. Ὁ τόκος οὗτος ὑπεβιβάσθη διὰ τοῦ νόμου ΧΛʹ ἐκ 12 εἰς 8%, νῦν δέ, ὅτε ὁ συνήθης τόκος εἶναι κατώτερος καὶ τῶν 6%, δίκαιον εἶναι νὰ κατέλθῃ αὐτὸς εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τοὐλάχιστον, διότι πολλοὶ τῶν ἐχόντων λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀποφεύγουσι νὰ εἰσπράξωσι τὰ ὀφειλόμενα, ἀφοῦ ἀπολαμβάνουσιν ἀσφαλῆ τόκον 8%, ὃν δύσκολον εἶναι νὰ ἔχωσιν ἄλλοθεν τὴν σήμερον.
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο καιρὸς τέλος πάντων νὰ ὑποβληθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ γίνῃ νόμος.
§103ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἐντεῦθεν ὠφέλειαν θὰ κατανοήσῃ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἀναλογιζόμενος εἰς ὁπόσους τόκους ὑποβάλλεται ἑκάστοτε τὸ Δημόσιον διὰ τὰς πολλὰς καὶ παντοίας διαφοράς του. Ὁ τόκος 6% ἐπεκτείνεται μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεων, χωρὶς νὰ ἐξαιρεθῶσι τὰ τελεσιδίκως ἀνεγνωρισμένα, ὑπὲρ ὧν ἐπεδικάσθη τόκος. Λόγου ἀξίαν βελτίωσιν τῶν δημοσίων προσόδων ἀπεκδεχόμεθα καὶ ἐκ τοῦ ὑποβαλλομένου νῦν νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου καὶ τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ λαχείων νόμων». Ἀπό τινος χρόνου παρατηρεῖται αἰσθητὴ ἐλάττωσις τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἐσόδου, ἥτις ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸν οἰκεῖον νόμον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περιορίζονται οἱ κλῆροι εἰς 100,000, ἐπιτρέπεται δὲ βραδύτερον, ἂν ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς συζητήσεως τῶν κλήρων ἡ τοιαύτη ἀνάγκη, ν’ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμός των εἰς 150,000. Ὁ περιορισμὸς τῶν κλήρων θὰ ἔχῃ ὡς ἄμεσον συνέπειαν τὴν πώλησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἀριθμοῦ των, θ’ ἀρθῇ δ’ ἐκ τοῦ μέσου καὶ τὸ ἄτοπον, καθ’ ὃ ὡς ἐκ τῆς μὴ πωλήσεως ἱκανοῦ ἀριθμοῦ κλήρων, συμβαίνει πολλάκις νὰ κληρῶται ὁ πρῶτος κερδίζων ἀριθμὸς μεταξὺ τῶν ἀπωλήτων καὶ νὰ μένῃ οὕτω τὸ κέρδος ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Αὐξάνει προσέτι ὁ ἀριθμὸς καὶ τὸ ποσὸν τῶν καθ’ ἑκάστην κλήρωσιν παρεχομένων κερδῶν. Αἱ κληρώσεις ἀντὶ τεσσάρων γίνονται πέντε ἐτησίως. Ἡ πρὸς τοὺς μεταπωλητὰς τῶν γραμματίων παρεχομένη ἔκπτωσις ἀναβιβάζεται μέχρι 15%. Ἡ παραγραφὴ τῶν κερδῶν ἐπέρχεται μετὰ τρίμηνον, ἀφ’ ἧς γίνῃ ἡ κλήρωσις. Τέλος εἰσάγονται, Κύριοι, αὐστηραὶ διατάξεις ἀπαγορευτικαὶ τῆς κυκλοφορίας τῶν ξένων λαχείων ἐν Ἑλλάδι, ἥτις μεγάλην ἐπίδοσιν ἔσχε τελευταῖον παρ’ ἡμῖν. Αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀπαγορευτικαὶ διατάξεις ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Πρωσσικοῦ περὶ λαχείων νόμου. Ἱκανὴν βελτίωσιν τῶν δημοσίων προσόδων ἀπεκδεχόμεθα καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγομένων ὑπαλλήλων». Ἐν τῇ συντάξει αὐτοῦ ἔσχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν ἰδίᾳ τὸ Πρωσσικὸν σύστημα, ὅπερ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότυπον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Μετὰ τῶν προσόντων συνδυάζομεν ἡμεῖς καὶ τὴν μονιμότητα ἐφ’ ὅλων τῶν ὁριστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ ἐν χρόνῳ ἀμετάθετον αὐτῶν· διότι πάντα ταῦτα θεωροῦμεν ἀλληλένδετα καὶ ἀπαραίτητα, ὅπως ἔχωμεν ὑπαλληλίαν ἀνταξίαν τοῦ προορισμοῦ της καὶ δυναμένην ν’ ἀφοσιωθῇ εἰς τὴν πιστὴν καὶ εὔορκον ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Ἀξιοῦμεν δέ, Κύριοι, ἡμεῖς παρὰ τῶν ὑπαλλήλων οὐχὶ μόνον τυπικά, ἀλλὰ καὶ πραγματικὰ προσόντα· διὸ δὲν ἀρκούμεθα εἰς μόνην τὴν ἐπίδειξιν ἀπολυτηρίου τοῦ Γυμνασίου ἢ πτυχίου τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ὑποβάλλομεν αὐτοὺς καὶ εἰς δοκιμασίας δύο, τὴν πρώτην κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν δευτέραν κατὰ τὴν προαγωγὴν ἀπὸ τῆς βαθμίδος τῶν γραφέων εἰς τὴν τῶν ὑπουργικῶν γραμματέων. Καταργοῦντες δὲ τὴν τρίτην τάξιν τῶν γραφέων ἀποδεχόμεθα, ὡς κατωτάτην βαθμίδα ὑπηρεσίας τὴν δευτέραν αὐτῶν τάξιν, εἰς ἣν δύνανται νὰ διορισθῶσι τὸ πρῶτον οἱ κεκτημένοι ἀπολυτήριον Γυμνασίου ἢ λυκείου ἢ ἐμπορικῆς σχολῆς καὶ δὴ οὐ μόνον δημοσίας ἀλλὰ καὶ ἰδιωτικῆς τοιαύτης, ἀρκεῖ μόνον νὰ εἶναι αὐτὴ ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ τοῦ Κράτους. Δὲν πρέπει δέ, Κύριοι, νὰ ξενισθῇ τις, διότι ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐμπορικὰς σχολάς. Μεθ’ ὅσα εἶπον πρὶν περὶ εἰδικῆς ἢ ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς γίνεται καὶ παρὰ τοῖς πλείστοις λαοῖς τῆς Ἑσπερίας, θὰ εὕρητε ὡς λογικὴν συνέπειαν τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δικαιώματος εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐμπορικὰς σχολάς, περὶ ὧν ἄλλως τε ἡμεῖς ἔχομεν ἀγαθὴν γνώμην. Αἱ σχολαὶ αὗται ἐν Ἑλλάδι, ὡς μαρτυρεῖ τὸ παράδειγμα τῆς ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη τοσοῦτον εὐδοκίμως λειτουργούσης Ἐμπορικῆς καὶ Βιομηχανικῆς Ἀκαδημίας ἐν μέσαις Ἀθήναις, διαθέτουσιν ἀφθονώτερα μέσα διδακτικὰ καὶ τεχνικά, ὡς ὄργανα, ἐργαστήρια φυσικῆς καὶ χημείας κλπ. Ὁπωσδήποτε δ’ ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ θ’ ἀποδειχθῇ τίνες ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σχολῶν ἀποφέρουσι καρποὺς ἀγλαωτέρους, κατ’ ἀκολουθίαν δ’ ἂν ἡ ἡμετέρα γνώμη εἶναι ἡ ὀρθοτέρα ἢ ἡ τῶν ἀντιφρονούντων. Οἱ οὕτω πως εἰσελθόντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν θὰ προάγωνται εἰς γραφεῖς πρώτης τάξεως μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν, καταλαμβάνοντες τὰς ἐν τῷ μεταξὺ κενουμένας θέσεις γραφέων πρώτης τάξεως κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ δὴ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος. Τὸ ἕτερον ἥμισυ τῶν κενουμένων θέσεων γραφέων αʹ τάξεως θὰ καταλαμβάνωσι μετὰ προηγούμενον διαγωνισμὸν οἱ κεκτημένοι πτυχίον διδάκτορος τῶν νομικῶν, πολιτικῶν ἢ φυσικῶν ἢ μαθηματικῶν ἐπιστημῶν τοῦ ἡμετέρου ἢ ξένου Πανεπιστημίου, ἢ πτυχίον ἀνωτέρας Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἢ τῆς Σχολῆς τῶν Πολιτικῶν Μηχανικῶν τοῦ Μετσοβίου ἢ ἀλλοδαποῦ ὁμοταγοῦς Πολυτεχνείου. Οἱ γραφεῖς αʹ τάξεως δύνανται μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν νὰ διαγωνισθῶσι καὶ ἐπιτυχόντες νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν γραμματέως βʹ τάξεως. Μετὰ τριετῆ αὖθις ὑπηρεσίαν δύνανται νὰ προαχθῶσιν αὐτοὶ εἰς γραμματεῖς αʹ τάξεως κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν καθ’ ἱκανότητα, κατὰ τὸ ἥμισυ δὲ κατ’ ἀρχαιότητα. Οἱ γραμματεῖς αʹ τάξεως, οἱ κεκτημένοι πτυχίον Πανεπιστημίου, Πολυτεχνείου καὶ ἀνωτάτης Ἐμπορικῆς Σχολῆς δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς τμηματάρχας βʹ τάξεως. Εἰς διαγωνισμὸν ὑποβάλλονται μόνοι οἱ κεκτημένοι τὰ προσόντα τμηματάρχου βʹ τάξεως καὶ θέλοντες νὰ διορισθῶσιν οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ βʹ τάξεως. Τὰ αὐτὰ τυπικὰ καὶ πραγματικὰ προσόντα ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, ὡς διὰ τὸ Γεν. Λογιστήριον, διὰ τὸν ταμειακόν, ἐφοριακόν, τελωνειακὸν κλάδον κλπ. Ἰδιαιτέρα δὲ προσοχὴ καταβάλλεται ὡς πρὸς τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὴν ἰσοβιότητα. Ἰσοβιότης, Κύριοι ἄνευ προσόντων εἶναί τι ἀκατανόητον· διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἠξίωσε τὴν ταχεῖαν αὐτῶν ἐπιψήφισιν διὰ τὰ ἰσόβια μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς καὶ διὰ τοὺς Ἀρεοπαγίτας καὶ Ἐφέτας, πρὸς οὓς ἐξωμοίωσαν αὐτά. Καὶ ὅμως, ἀφοῦ ἐπὶ δεκαετηρίδας ὅλας οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ προσόντων τῶν παρέδρων καὶ ἐλεγκτῶν του, καὶ ὅτε ἐν ἔτει 1892 ἐψηφίσθησαν τοιαῦτα, ἔστω καὶ στοιχειώδη πως, οὐχ ἧττον μετὰ τρία ἔτη εὑρέθη Βουλὴ καταργήσασα καὶ αὐτὰ καὶ ἀδιαφοροῦσα ἂν τοῦτο ἀντεστρατεύετο πρός τε τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου. Πάντες οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι παραμένουσι κατὰ τὸ νομοσχέδιόν μας ἀμετάθετοι ἐπὶ μίαν τριετίαν. Καὶ ἐπὶ τῶν μεταθέσεων δ’ αὐτῶν, ἐπὶ τῶν προαγωγῶν καὶ ἐπὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν των ἀποφαίνεται πάντοτε τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἱδρυόμενον «Συμβούλιον τῆς Οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας». Τὸ Συμβούλιον δὲ τοῦτο θὰ ἀπαρτίζηται ἐκ τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου, ὡς προέδρου, ἐκ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ὡς ἀντιπροέδρου, ἐκ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἐκ τοῦ ἀντιπροέδρου καὶ ἐξ ἑνὸς ἐλεγκτοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἐκ τριῶν τμηματαρχῶν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν κεφαλαίῳ εἰπεῖν, Κύριοι, λαμβάνεται πᾶσα δυνατὴ πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ ἐξ ὅλων τῶν ἀνικάνων.
§104Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν κοσμάκην!
§105Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ τώρα ἐξήρτηται ἐκ τῆς διακριτικῆς μου ἐξουσίας, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μεταθέσω μὲν πάντα ὑπάλληλον, πλὴν τῶν ἰσοβίων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ν’ ἀπολύσω δὲ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τοὺς μὴ συμπληρώσαντας δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας θεωρεῖ μέγα δυστύχημα δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους ὅτι ἐξήρτηται πλέον ἡ τύχη των ἐκ τοῦ Συμβουλίου τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, ὅπερ θ’ ἀπαρτίζωσιν οἱ ἄριστοι καὶ μᾶλλον ἀνεξάρτητοι τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι δὲ ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ προσωπικοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύομεν ἡμεῖς, ὅπως μὴ ἐξασφαλισθῶσι διὰ τῆς μονιμότητος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ πολλοὶ ἀνίκανοι. Οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι θ’ ἀνυψωθῶσιν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διὰ τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου καὶ θὰ καταστῶσι πράγματι ἀνεξάρτητοι, οὕτω δὲ θὰ δυνηθῶσιν αὐτοὶ ν’ ἀποκτήσωσι τὴν ἀναγκαίαν ψυχικὴν γαλήνην καὶ ἡσυχίαν, ὑφ’ ἣν καὶ μόνην θ’ ἀφοσιωθῶσιν αὐτοὶ εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι αὐτοὶ θ’ ἀναδειχθῶσιν οὕτως ἀντάξιοι τῆς ἀνεξαρτησίας, ἣν ἀπονέμει νῦν εἰς αὐτοὺς ἡ πολιτεία, ἀντάξιοι τῶν προσδοκιῶν τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις ὁμοθύμως ἀπῄτησε τὴν τοιαύτην βελτίωσιν τῆς τύχης των. Παραπλήσια νομοσχέδια περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς δικαιοδοσίας των θὰ ὑποβάλωσι προσεχῶς καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί μου, οἱ προϊστάμενοι πολιτικῶν ὑπουργείων, ἐφ’ ὧν δὲν καθιερώθησαν μέχρι τοῦδε τοιοῦτοι νόμοι. Οὕτω δέ πως, Κύριοι, δὲν θ’ ἀποκτήσωμεν μόνον ἀληθῆ ὑπαλληλίαν, ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους αἰσθητῶς βελτιούμενα. Εἰ μή τι ἄλλο, θὰ ἐξοικονομῶμεν κατ’ ἔτος πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἔξοδα μεταθέσεων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ τὸ προσωρινῶς ἀμετάθετον. Πολλῷ σπουδαιοτέραν βελτίωσιν τῶν δημοσίων προσόδων ἀπεκδεχόμεθα ἐκ δύο ἑτέρων νομοσχεδίων, δι’ ὧν μεταρρυθμίζεται ἡ κειμένη ἡμῶν νομοθεσία, περὶ μεταλλείων καὶ δασῶν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ δύο ἐκ τῶν κυριωτάτων πόρων τῆς δημοσίας καὶ ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, ἐξ ὧν ἐξήρτηται κατὰ μέγα μέρος οὐ μόνον ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνίσχυσις καὶ προαγωγὴ τῶν κατ’ ἰδίαν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφός μου θὰ ὑποβάλῃ ὁσονούπω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταλλείων». Τότε θὰ κάμῃ αὐτὸς καὶ τὴν ἀναγκαίαν εἰσήγησιν καὶ ὡς πρὸς ἄλλας διατάξεις του, μάλιστα δὲ ὡς πρὸς τὴν θεμελιώδη αὐτοῦ ἀρχήν, καθ’ ἣν ἐθνικοποιοῦνται οὕτως εἰπεῖν τὰ μεταλλεῖα καὶ ἐφεξῆς παραχωροῦνται αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει οὐχὶ τοῦ Γαλλικοῦ, ἀλλὰ τοῦ Πρωσσικοῦ συστήματος. Ἐγὼ ἀποφεύγω νὰ εἰσέλθω εἰς οἱανδήποτε ἄλλην λεπτομέρειαν τοῦ νομοσχεδίου, ἀρκοῦμαι δὲ τό γε νῦν ἔχον νὰ ἐξάρω μόνον τὰς ταμιευτικὰς αὐτοῦ διατάξεις. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, αὐξάνεται δι’ αὐτοῦ ὁ ἔγγειος στρεμματικὸς φόρος ἐκ τριῶν εἰς δέκα καὶ πέντε λεπτά. Ἐν Βουλγαρίᾳ ἀνέρχεται αὐτὸς εἰς τριάκοντα λεπτὰ κατὰ στρέμμα. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε τριῶν λεπτῶν ἀνάξιον ὅλως λόγου ποσὸν εἰσπράττει τὸ Κράτος. Θὰ εἰσπράξῃ ὅμως αὐτὸ ἱκανὸν ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου, ἂν τοῦτο ψηφισθῇ καὶ γίνῃ νόμος. Πᾶσα δὲ μεταβίβασις μεταλλείου, ὅπως εἶναι ἔγκυρος καὶ ἀναγνωρίζηται διοικητικῶς τε καὶ δικαστικῶς, ἀνάγκη νὰ ἐγκρίνηται διὰ Β. Διατάγματος, πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦται ὁ μεταβιβάζων νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ μὲν πωλήσεως ἴσον πρὸς τὸ δέκατον τῆς τιμῆς, ἐπὶ δ’ ἐκμισθώσεως ἐτησίως 11% ἐκ τοῦ ἐνοικίου, ἐξ ὧν 1% διατίθεται ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν μεταλλευτῶν. Ὁ φόρος τῶν 5% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου παραμένει, ὡς μέχρι τοῦδε, προκειμένου περὶ ἐκκαμινεύσεως ἐν Ἑλλάδι. Προκειμένου ὅμως περὶ ἁπλῆς ἐξορύξεως καὶ ἀποστολῆς τοῦ μεταλλεύματος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἐκκαμίνευσιν, ἐπιβάλλεται αὐτὸς ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου περιοριζόμενος εἰς 2½ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν.
§106Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν διαδικασίαν ἀκολουθεῖτε;
§107Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιβάλλομεν 2½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας τοῦ μεταλλεύματος, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν μέχρι τοῦδε διαδικασίαν, καθ’ ἣν οἱ ἐνδιαφερόμενοι κατορθοῦσι συνήθως νὰ ἰσοζυγίζωσι τὰ ἔξοδα πρὸς τὰ ἔσοδά των, οὕτω δ’ ἐλάχιστα εἰσπράττει τὸ Κράτος. Ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα 50% ἔξοδα καὶ φορολογοῦμεν τὰ ὑπόλοιπα 50%, ὡς καθαρὸν ἔσοδον, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν 2½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε 5% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§108Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀναλογεῖ πρὸς 50% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§109ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι κινεῖ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἡ ἰδέα ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ διάφοροι μεταλλευτικαὶ ἑταιρεῖαι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὸν τὸν φοβερὸν φόρον τοῦ 2½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῶν μεταλλείων, ἅτινα ἐπὶ τέλους εἶναι ἐθνικὴ περιουσία, τὴν ὁποίαν κατὰ παραχώρησιν τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύονται διάφοροι ἰδιῶται καὶ ἑταιρεῖαι. Καὶ δὲν ἐξεγείρεται ἡ συνείδησίς του κατὰ τοῦ φόρου τῶν 11%, ὃν καταβάλλουσιν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῶν οἰκοδομῶν των οἱ συμπολῖταί του ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ; Δὲν ἐξεγείρεται ἡ συνείδησίς του κατὰ τοῦ φόρου τῶν 20% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἣν καταβάλλουσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες ἐκλογεῖς του; Δὲν ἐξεγείρεται ἡ συνείδησίς του κατὰ τοῦ φόρου τῶν 40%, ὃν καταβάλλομεν ἡμεῖς οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου ἡμῶν προσόδου; Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εὕρῃ ἄδικον καὶ ἐπαχθῆ τὴν ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένην αὔξησιν τῆς φορολογίας τῶν μεταλλείων, ὅταν ἀναλογισθῇ εἰς ὁποίαν βαρεῖαν ἢ μᾶλλον ἀφόρητον φορολογίαν ὑποβάλλονται ἐν Ἑλλάδι ἡ λαϊκὴ καὶ ἡ μέση κοινωνικὴ τάξις. Ἔπρεπε δὲ οἱ κύριοι τῶν μεταλλείων καὶ οἱ ἐκμεταλλευταὶ τούτων νὰ προθυμοποιηθῶσι καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν, ἵνα ἐν τῷ μέσῳ τῶν κρισίμων περιστάσεων, ἃς διέρχεται τὴν σήμερον τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος, ἀναλάβωσι καὶ αὐτοὶ ἐλάχιστον μέρος τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τέλος ὑποβάλλω ὑμῖν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον «περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν». Τὰ δάση ἡμῶν εἶναι πλοῦτος ἐθνικός, ἀντιπροσωπεύοντα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἀξίαν ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἡ ἀξία των δὲ αὕτη καθίσταται αὐτὸ τοῦτο ἀνυπολόγιστος, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁποίαν ἐπιρροὴν ἐνασκοῦσιν αὐτὰ ἐπὶ τὴν γεωργίαν, ἐπὶ τὴν βιομηχανίαν, ἐπὶ τὴν εὐκρασίαν τοῦ κλίματος, ἐπὶ τὴν ἐξυγίασιν καὶ τὸν πολιτισμὸν καθόλου χώρας τινός. Καὶ ἐν τούτοις τὰ δάση ἡμῶν καταστρέφονται ὁσημέραι, χωρὶς ν’ ἀποφέρωσιν ἀξίαν λόγου πρόσοδον εἰς τὸ Κράτος, ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ διά τε τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ διὰ τὴν καθόλου ἐθνικὴν ἡμῶν οἰκονομίαν. Ἡ καταστροφή, Κύριοι, ἐπέρχεται διττῶς, διὰ τῆς αὐτόχρημα λῃστρικῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν οὐχ ἧττον ἢ διὰ τοῦ πυρός, οὗτινος μέγα μέρος αὐτῶν γίνεται κατ’ ἔτος παρανάλωμα. Τὸ Ὑπουργεῖον δημοσιεύει ἐτησίως πίνακας δασικῶν θέσεων, ἐν αἷς ἐπιτρέπεται ἡ ὑλοτομία, δι’ αὐτὰς δὲ συνήθως ἐκδίδονται καὶ αἱ σχετικαὶ ἄδειαι. Ἀλλ’ ὁ λαβὼν ἅπαξ τὴν τοιαύτην ἄδειαν εἶναι κύριος νὰ ὑλοτομήσῃ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς τεταγμένης εἰς τοῦτο δασικῆς περιφερείας, χωρὶς οὔτε αὐτὸς οὔτε ἄλλος τις νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀναδασώσεώς της. Κόπτων δὲ ὁ ὑλοτόμος τὸ δένδρον ἐκ τῆς ῥίζης ἀρκεῖται εἰς μόνον τὸν κορμόν του, ἀδιαφορῶν ἂν ὅλη ἡ ἄλλη ξυλεία του, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα ὁπωσδήποτε ἀξίαν, ἐγκαταλείπεται ἄχρηστος εἰς τὸ δάσος. Παραπλησία ζημία προσγίνεται καὶ ἐκ τῆς καυσίμου ξυλείας, ἧς χάριν πολλοὶ κόπτουσιν ὡσαύτως ἐκ τῆς ῥίζης τὸ δένδρον, ἀρκούμενοι δὲ εἰς τὴν περικοπὴν τῶν κλάδων καὶ κλώνων του ἀφήνουσι τὸν κορμὸν νὰ σήπηται ἐν τῷ δάσει. Ὡς κορωνὶς δέ, Κύριοι, εἰς τὴν τοιαύτην καταστρεπτικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν δασῶν μας διὰ τῆς ὑλοτομίας ἐπέρχεται ἡ ἀνθρακοποιία καὶ ἀσβεστοποιία, δι’ ἃς δὲν χρησιμοποιοῦνται πάντοτε θάμνοι ἀνίκανοι ν’ ἀναπτυχθῶσιν εἰς δάσος, ἀλλὰ καὶ τὰ νεόφυτα δένδρα. Ἰδίως ἡ ἀνθρακοποιία, ὡς αὕτη διενεργεῖται ἐν Ἑλλάδι, ἐπιφέρει τόσην θραῦσιν εἰς τὰ δάση ἡμῶν, ὅσην οὐδ’ αὐταὶ αἱ πυρκαϊαὶ τούτων. Ἡ ἀξία τῶν οὕτω πως παρασκευαζομένων ξυλανθράκων δὲν ἰσοφαρίζει πρὸς τὸ δέκατον κἂν τῆς προσγινομένης ζημίας, τὸ δὲ Δημόσιον δὲν εἰσπράττει τὸ πολλοστημόριον κἂν τοῦ ἀνήκοντος εἰς αὐτὸ φόρου. Τὸ κακὸν δέ, τὸ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐκμεταλλεύσεως, συμπληροῦσιν αἱ τόσον συχναὶ ἐν Ἑλλάδι πυρκαϊαὶ τῶν δασῶν, αἱ ὀφειλόμεναι οὐ μόνον εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ τεταγμένου εἰς φύλαξίν των, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐλλιπεῖς καὶ πλημμελεῖς ἐνίοτε διατάξεις τῆς δασικῆς μας νομοθεσίας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν πρόληψιν καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐγκλημάτων κατὰ τῶν δασῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν καὶ ἐμπρησμοὺς αὐτῶν, προερχομένους ἐκ κακοβούλων ποιμένων καὶ γεωργῶν, οἵτινες ζητοῦσιν οὕτω πως νὰ μεταβάλωσιν εἰς βοσκὴν καὶ εἰς ἀγροὺς διαφόρους δασικὰς περιφερείας. Ἀλλ’ αἱ πλεῖσται τῶν πυρκαϊῶν ὀφείλονται εἰς τυχαίους ὅλως λόγους, κυρίως δὲ καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ἣν ἔχουσι νῦν καὶ οἱ βλαχοποιμένες μας, οἱ διάγοντες ἔτι ἐν ἀρχῇ τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος καὶ πρὸς αἶσχος ἡμῶν νομαδικὸν βίον, καὶ πάντες οἱ διερχόμενοι διὰ τῶν δασῶν, ἵνα κατασκηνῶσιν ἐν μέσῳ τούτων καὶ ἀνάπτωσι πυράν, εἴτε πρὸς θέρμανσιν εἴτε πρὸς παρασκευὴν ὀβελίου ἀμνοῦ, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς ὀλεθρίας πολλάκις συνεπείας τῆς τοιαύτης πυρᾶς. Τὰ δάση μας, Κύριοι, θὰ διασωθῶσιν ἐκ τῆς καταστροφῆς καὶ θὰ καταστῶσι πηγὴ ἀκένωτος τοῦ δημοσίου καὶ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, ἂν ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν μόνην λογικὴν καὶ συστηματικὴν ἐκμετάλλευσίν των, ἣν ἐφαρμόζουσι τὴν σήμερον πάντες οἱ πεπολιτισμένοι λαοί. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἀνάγκη πᾶσα νὰ συνταχθῶσι δι’ αὐτὰ διαχειριστικὰ σχέδια, ἅτινα νὰ ἐκτελῶνται ἐφεξῆς ἀπαρεγκλίτως. Κατὰ τὰ σχέδια ταῦτα, Κύριοι, ἕκαστον δάσος, ὡρισμένης ἐκτάσεως, θὰ διῃρεῖτο εἰς τόσα τμήματα, ὅσα ἔτη θ’ ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, ὅπως γίνῃ ὑλοτομήσιμος. Ἐὰν λ.χ. εἰς τοῦτο ἀπῃτοῦντο τριάκοντα ἔτη, τὸ δάσος θὰ διῃρεῖτο εἰς ἰσάριθμα τμήματα, ἅτινα ὑλοτομούμενα τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο κατ’ ἔτος θ’ ἀνεδασοῦντο κατὰ τὴν αὐτὴν σειράν, ὥστε μετὰ τὴν ὑλοτόμησιν τοῦ τριακοστοῦ καὶ τελευταίου τμήματος νὰ ἄρχηται ἡ σειρὰ τοῦ πρώτου τμήματος. Ἀλλά, ὅπως εἰσαγάγωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι τὴν τοιαύτην συστηματικὴν ἐκμετάλλευσιν, ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ, τῶν καταλλήλων ἰδίως δασολόγων, πρὸς μόρφωσιν τῶν ὁποίων προτείνομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν σύστασιν καὶ λειτουργίαν ἀνωτέρας Δασολογικῆς σχολῆς ἐν τῷ Μετσοβίῳ Πολυτεχνείῳ. Διὰ προγενεστέρου νομοσχεδίου εἶχε προταθῆ ἡ αὐτοτελὴς σύστασις καὶ λειτουργία τῆς τοιαύτης σχολῆς. Ἡμεῖς ὅμως προτιμῶμεν τὴν προσάρτησιν αὐτῆς εἰς τὸ Πολυτεχνεῖον καὶ δι’ ἄλλους λόγους, μάλιστα δὲ δι’ οἰκονομικούς. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην οὕτως ἰδιαιτέρου κτιρίου, ὡς διδακτηρίου ἐργαστηρίων φυσικῆς, χημείας κλπ. Πάντων τῶν βοηθητικῶν μαθημάτων τῆς δασολογικῆς σχολῆς θ’ ἀκροῶνται οἱ φοιτηταὶ αὐτῆς ὁμοῦ μετὰ τῶν τῆς σχολῆς τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν. Ὡς διευθυντὴν τῆς σχολῆς θὰ μετακαλέσωμεν εἰδικὸν δασολόγον ἐκ τῆς Ἑσπερίας, ἐκ μιᾶς τῶν χωρῶν ἐκείνων, αἵτινες διακρίνονται διὰ τὴν δασολογικὴν ἐκπαίδευσιν. Συγχρόνως θὰ μετακαλέσωμεν καὶ ἕτερον δασολόγον, εἰς ὃν θ’ ἀναθέσωμεν τὴν σύστασιν καὶ λειτουργίαν προτύπων δασαρχείων. Θὰ ἐκλέξωμεν πρὸς τοῦτο τὰ κυριώτατα τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐθνικῶν δασῶν, ἐν οἷς θὰ ἱδρυθῶσι κατὰ σειρὰν τὰ δασαρχεῖα ταῦτα. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, εἶναι μακρόν πως, ἀπαρτιζόμενον ἐκ τριῶν μερῶν, ἐξ ὧν τὸ μὲν πρῶτον ἀναφέρεται εἰς τὴν διαχείρισιν, τὸ δὲ δεύτερον εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τὸ τρίτον εἰς τὰς ἀστυνομικὰς καὶ ποινικὰς διατάξεις τῶν δασῶν. Κατὰ τὰ δύο τελευταῖα μέρη εἶναι αὐτὸ κυρίως εἰπεῖν συμπλήρωσις καὶ κωδικοποίησις τῆς κειμένης περὶ δασῶν νομοθεσίας, κατὰ τὸ πρῶτον δὲ μέρος καινοτομεῖ αὐτὸ ἐν πολλοῖς· διότι ἐν αὐτῷ ἀναγράφονται πᾶσαι αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς παρούσης ληστρικῆς διὰ τῆς συστηματικῆς καὶ λελογισμένης ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν ἡμῶν κατὰ τὸ πρότυπον τῶν ἄλλων χωρῶν, τῶν μᾶλλον προηγμένων ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δασῶν. Κύριοι Βουλευταί, τὸ δασικὸν ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν ζωτικωτάτων διὰ τὴν Ἑλλάδα οὐ μόνον ὑπὸ δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομικήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν κλιματολογικὴν καὶ ὑγιεινὴν καθόλου. Διὰ τῆς ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένης διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν θὰ ἐξασφαλίσωμεν σὺν τῷ χρόνῳ καθαρὰν ἐτησίαν πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξ περίπου ἑκατομμυρίων ἀντὶ τῶν νῦν εἰσπραττομένων ἐκ τῶν δασικῶν προϊόντων χιλίων ἑξακοσίων μέχρι χιλίων ἑπτακοσίων δραχμῶν.
§110Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω ὅτι σφάλλεσθε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράξωμέν ποτε αὐτὸ τὸ ποσόν.
§111ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ὑπολογίζω τὴν ἔκτασιν τῶν δασῶν εἰς ἓξ ἕως ἑπτὰ ἑκατομμύρια στρέμματα. Ἐν ἄλλαις χώραις, ἐν αἷς εἶναι καθιερωμένη συστηματικὴ καὶ λελογισμένη ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν, ἡ καθαρὰ ἐτησία πρόσοδός των ἀνέρχεται εἰς δύο, τρεῖς καὶ ἐπέκεινα δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Ἂν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι ὑπολογίσωμεν αὐτὴν πρὸς μίαν μόνην δραχμὴν τὸ στρέμμα, θὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν τῶν ἓξ περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατ’ ἔτος. Πλὴν δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων. Τὸ σπουδαιότατον πάντων εἶναι ὅτι οὕτω πως θὰ διασώσωμεν τὰ ὡραῖά μας δάση, ὧν ἡ ὁσημέραι συντελουμένη καταστροφὴ ἐπαπειλεῖ νὰ ἐκμηδενίσῃ ἕνα τῶν πρωτίστων παραγόντων τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, ἐν ταὐτῷ δὲ νὰ μεταβάλῃ τοὺς κλιματολογικοὺς καὶ ὑγιεινοὺς ὅρους τῆς Ἑλλάδος. Ὑπέδειξα, Κύριοι, ἐν τοῖς μέχρι τοῦδε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσιν αἱ ὑφιστάμεναι πρόσοδοι τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς τοιαύτης αὐτῶν βελτιώσεως ἀπεκδεχόμεθα ἡμεῖς σὺν τῷ χρόνῳ αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ 10,000,000 δρχ. ἐτησίως, ἅτινα ὁμοῦ μετὰ τῆς προτεινομένης ὑφ’ ἡμῶν μειώσεως τῶν ἐξόδων κατ’ ἄλλα τόσα ἑκατομμύρια συναπαρτίζουσι τὴν ἀναγκαίαν βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν κατὰ 20,000,000 δρχ. ἐτησίως. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς προεῖπον ἤδη προκληθεὶς εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαληθεύσωσιν ἐν πᾶσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς οὔτε αἱ περὶ μειώσεως τῶν ἐξόδων οὔτε αἱ περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων προβλέψεις ἡμῶν, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἔχωμεν ἓν ἀσφαλὲς περιθώριον διὰ τὰς ἐνδεχομένας αὐτῶν ἐκπτώσεις. Τὸ περιθώριον τοῦτο θὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς οἱ νέοι πόροι, εἰς οὓς ὀφείλομεν ἀπὸ τοῦδε νὰ προσφύγωμεν, ὅπως οἱ κυριώτεροι αὐτῶν χρησιμεύσωσι καὶ ὡς ὑπέγγυοι πρόσοδοι διὰ τὴν συνομολόγησιν δανείου, οὗ ἄνευ οὐδεὶς σοβαρὸς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ πολεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς. Προκειμένου, Κύριοι, νὰ ἐπιβάλωμεν νέα βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δηλοῦμεν ὅτι δὲν θὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἐννοοῦμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν ὡρισμένην δημοσιονομικὴν πολιτικήν, τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἣν καὶ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καθιεροῖ ἀναγράφον, ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των», καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα πάντων τῶν πεπολιτισμένων λαῶν προσεπικυροῖ. Κατ’ αὐτὴν ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ παρ’ ἡμῖν καθιερωμένη ἀναλογική τις φορολογία, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ κατέβαλλον ἀναλόγως οἱ πλούσιοι πολλὰ καὶ οἱ πτωχοὶ ὀλίγα. Τὴν ἀναλογίαν ταύτην δυσκόλως δυνάμεθα νὰ ἀναζητήσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐμμέσους φόρους, οἵτινες ἐξ ἴσου πλήττουσι καὶ ἐκείνους καὶ τούτους· διὸ εἰς ἐξίσωσιν αὐτῶν ἐπιβάλλονται οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ ἐπιβαρύνοντες κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὰς εὐπόρους τάξεις, τοὺς πλουσίους. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἔχουσιν ἀναστραφῆ οἱ ὅροι οὗτοι. Παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, καὶ οἱ ἄμεσοι φόροι, ὡς ὁ τῆς σταφίδος, τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπιβαρύνουσι μᾶλλον τὴν κατωτέραν τάξιν, τὴν μέσην δὲ ἢ ἀστικὴν τάξιν οἱ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν. Πάντες δὲ σχεδὸν αὐτοὶ ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου καὶ ἀνέρχονται ἐνίοτε εἰς 10,20 καὶ πλέον ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἐνῷ αἱ Τράπεζαι, αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεταλλείων φορολογοῦνται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ δὴ πρὸς 5% μόνον. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν ἔχουσιν ἀναστραφῆ παρ’ ἡμῖν οἱ ἀλλαχοῦ κρατοῦντες φορολογικοὶ ὅροι. Ἐνῷ δηλαδὴ πανταχοῦ σχεδὸν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου μένουσιν ἀφορολόγητα ὅλως ἢ φορολογοῦνται ἐλαφρῶς τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, βαρέως δὲ τὰ ἀπολαυστικὰ καὶ ἔτι βαρύτερον τὰ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν ἀντικείμενα, παρ’ ἡμῖν πᾶν τοὐναντίον συμβαίνει. Παρ’ ἡμῖν ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, ὡς ὁ ἄρτος, τὸ πετρέλαιον, ἡ σάκχαρις καὶ τὰ τοιαῦτα φορολογοῦνται βαρέως. Οὕτως ἡ μὲν ζάκχαρις φορολογεῖται πρὸς 200, τὸ δὲ πετρέλαιον πρὸς 300 καὶ τὸ ἅλας πρὸς 1400 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἐνῷ τοὐναντίον ἀντικείμενα ἀπολαυστικὰ ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἢ δὲν φορολογοῦνται ἐπαρκῶς, ὡς ὁ καπνός, ἢ μένουσι σχεδὸν ἀφορολόγητα, ὡς τὸ οἰνόπνευμα καὶ αἱ ἐκρηκτικαὶ ὗλαι. Ἀλλ’ εἶναι καιρός, Κύριοι, νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι ὑγιᾶ δημοσιονομικὴν πολιτικήν, καθ’ ἣν φορολογοῦντες ἐπαρκῶς τὰ ἀπολαυστικὰ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν ἀντικείμενα θ’ ἀνακουφίσωμεν ἐν μέτρῳ τινὶ τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης. Εἶναι καιρὸς καὶ ἄλλως ν’ ἀνακουφίσωμεν τὸν μικρὸν λαὸν κατὰ τὸ δυνατὸν ἐκ τῶν νῦν ἀφορήτων φορολογικῶν του βαρῶν καὶ νὰ ἐπιρρίψωμεν ταῦτα ἐν μέρει εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν φορολογοῦνται νῦν ἐπαρκῶς. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔγνωμεν νῦν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν πρώτοις νομοσχέδιον «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν». Πρόκειται, Κύριοι, περὶ φόρου, ὅστις ἐν ἄλλαις χώραις ἔχει ἐφαρμοσθῆ ἤδη ἀπὸ πολλοῦ καὶ θεωρεῖται ὡς ὁ δικαιότατος πάντων. Εἶναι αὐτὸς φόρος ἀναλογικός, ἐπιπίπτων ἰδίᾳ εἰς τὰς εὐπορωτέρας τάξεις, αἵτινες δὲν φορολογοῦνται ἐπαρκῶς διὰ τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων, ὡς ἀπεδείχθη ἤδη. Ἐννοοῦμεν δὲ ἡμεῖς τὴν πρώτην ἐφαρμογήν του ἐν Ἑλλάδι κατὰ τρόπον ὅλως ἤπιον. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ φόρου, Κύριοι, ἐξαιρεῖται πᾶν εἰσόδημα ἔλαττον τῶν 5,000 δρχ., προσέτι δὲ τὰ εἰσοδήματα ἐξ οἰκοδομῶν, βοσκῶν, ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ πᾶν εἰσόδημα, δι’ ὃ καταβάλλεται νῦν φόρος ἐπιτηδεύματος.
§112Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ τότε ποῖος θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος;
§113Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ τὸν πληρώσωσιν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τώρα ἢ δὲν ὑπάγονται εἰς κανένα ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ἢ ὑπάγονται εἴς τινα τούτων, φορολογοῦνται ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ δυσαναλόγως πρὸς τὴν μεγάλην περιουσίαν των, πρὸς τὸ μέγα εἰσόδημά των. Ἔχομεν λ. χ. πολλοὺς ζαπλούτους εἰσοδηματίας καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἢ οὐδόλως ἢ ἀνεπαρκῶς φορολογοῦνται. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τοὺς προεξοφλητὰς καὶ τοκιστάς, τοὺς δανείζοντας χρήματα δυνάμει γραμματίων, συναλλαγματικῶν, συμβολαίων, οἵτινες ἔχουσι συνήθως νὰ ἐπιδείξωσι τὰ μεγαλείτερα καὶ ἀσφαλέστερα εἰσοδήματα ἐκ δανείων ἐνυποθήκων ἢ μὴ τοιούτων. Καὶ πολλοὶ δὲ τῶν μετερχομένων ἐλευθέριά τινα ἐμπορεύματα, ὡς ἰατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κλπ., προσέτι δὲ οὐκ ὀλίγοι τραπεζῖται, μεγαλέμποροι καὶ μεγαλοβιομήχανοι δὲν φορολογοῦνται ἐπαρκῶς, ὡς ἁπλοῖ ἐπιτηδευματίαι.
§114Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτοὶ ὅμως θὰ πληρώνωσι τότε διπλοῦν φόρον;
§115Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδόλως, διότι, ὡς θὰ παρατηρήσητε εἰς τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκτυπωθῆ ἤδη καὶ θὰ διανεμηθῇ ἀμέσως, ἐπὶ τῶν καταβαλλόντων φόρον ἐπιτηδεύματος ἐξαιροῦνται πλὴν τῶν 5,000 καὶ ἕτεραι 10,000 δρχ. διὰ τὸν φόρον τοῦτον, ὑποβάλλονται δὲ εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος μόνον τὰ περιπλέον τῶν 15000 δρχ. εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα τώρα μένουσι σχεδὸν ἀφορολόγητα, ἐνῷ αὐτὰ ἀκριβῶς ἔπρεπε καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καὶ κατὰ τὴν θεωρίαν τῆς ἐπιστήμης καὶ κατὰ τὴν πεῖραν τῶν ἄλλων λαῶν, τῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων, νὰ φορολογῶνται σχετικῶς βαρύτερον τῶν μικρῶν εἰσοδημάτων. Συγχρόνως, Κύριοι, πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ τὴν μεταρρύθμισιν καὶ συμπλήρωσιν τῆς ἰσχυούσης φορολογίας τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῆς ὁποίας δύσκολον ἀποβαίνει νὰ βεβαιωθῇ καὶ εἰσπραχθῇ τὸ πρέπον καὶ δίκαιον ἐξ αὐτῆς ἔσοδον τοῦ δημοσίου ταμείου. Οὐχ ἧττον ἀπεφύγομεν ἡμεῖς νὰ συμπεριλάβωμεν ἐν τῷ ἡμετέρῳ νομοσχεδίῳ τὴν διάταξιν προηγουμένου τινὸς νομοσχεδίου, δι’ ἧς ἐπεζητεῖτο ἡ ἐπιβολὴ φόρου 5% καὶ ἐπὶ τῶν τόκων τῶν ὑπὸ προθεσμίαν ἢ τακτὴν λῆψιν χρηματικῶν καταθέσεων καὶ ἐγγυήσεων παρ’ ἀνωνύμοις ἑταιρείαις καὶ τραπεζίταις. Διότι ἐκ τῆς τότε παρατηρηθείσης ἐξεγέρσεως ἐπείσθημεν ὅτι διὰ τοιαύτης τινὸς φορολογίας θ’ ἀπεθαρρύνομεν καὶ θὰ ἐφυγαδεύομεν ἴσως ἐκ τῆς χώρας ἡμῶν τὰ κεφάλαια, ὧν πάντοτε μέν, μάλιστα δὲ ὑπὸ τὰς σημερινὰς κρισίμους περιστάσεις ἔχομεν ἀνάγκην. Δικαίαν, Κύριοι, θὰ εὕρῃ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ὡς ἐλπίζω, τὴν ἐπέκτασιν τῆς προκειμένης φορολογίας καὶ ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἑτερορρύθμων ἑταιρειῶν, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἀμοιβῶν τῶν ὑφ’ οἱονδήποτε τίτλον καταβαλλομένων εἰς τὰ μέλη τῶν διοικητικῶν συμβουλίων τῶν διαφόρων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ ἀνερχομένων ἐνίοτε εἰς δεκάδα χιλιάδων δρχ. Ἐπὶ πᾶσι τούτοις εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐλαφρόν τι τέλος καὶ διὰ τὴν μεταβίβασιν τῶν κινητῶν ἀξιῶν. Ὁ φόρος, Κύριοι, τοῦ εἰσοδήματος, ὅστις ὁσημέραι κατακτᾷ ἔδαφος πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ἐπὶ τέλους καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ αὐτὸς συνάδει πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου, δι’ αὐτοῦ δὲ κυρίως καθιεροῦται καὶ ἐν Ἑλλάδι ἡ φορολογικὴ ἰσοπολιτεία. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς πρώτης εἰσαγωγῆς του ἔπρεπε νὰ γίνῃ αὐτὴ κατὰ τρόπον ὅλως ἤπιον, οὐ μόνον ὡς πρὸς τὰ δι’ αὐτῆς ἐπιβαλλόμενα βάρη, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεώς της. Δύο, Κύριοι, τρόποι βεβαιώσεως τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἀπαντῶσι τὴν σήμερον, ὁ τῶν δηλώσεων καὶ ὁ ἀνιχνευτικός. Τὸν δεύτερον τοῦτον τρόπον ἀπεφύγομεν ἡμεῖς, ὡς ἄγαν αὐστηρὸν καὶ ὀχληρὸν καὶ ὡς δυνάμενον νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὸ σύστημα τῶν πάλαι συκοφαντῶν. Προετιμήσαμεν λοιπὸν τὸν τρόπον τῶν δηλώσεων ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι αἱ εὔποροι ἡμῶν τάξεις, οἱ ἐν Ἑλλάδι ζάπλουτοι, τὸν προκείμενον φόρον θὰ θεωρήσωσι μᾶλλον ὡς ἓν εἶδος ἑκουσίας εἰσφορᾶς, εἰς ἣν θὰ σπεύσωσιν αὐτοὶ προθύμως νὰ ὑποβληθῶσι χάριν τῶν κρισίμων περιστάσεων, ἃς διανύει σήμερον ἡ πατρίς. Εἰς παραπλησίαν, Κύριοι, εἰσφορὰν καλοῦνται καὶ οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἕλληνες ὑπήκοοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θὰ ὑποβάλωμεν προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΧΝϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, δικαιοδοσίας αὐτῶν κλπ., ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν νόμων ᾼΣΙΓ’, ᾼΦΛΔ’, ᾼϠΟΕ’ καὶ ͵ΒΨΗʹ». Δι’ αὐτοῦ καταργοῦνται μέν τινα τῶν προξενείων, ὡς προεῖπον, περιορίζεται δὲ ὁ μισθὸς ἢ ἡ ἐπιχορήγησις τῶν διαφόρων προξενικῶν ἀρχῶν, λαμβάνεται δὲ πρόνοια περὶ σκοπιμωτέρας διαρρυθμίσεως τῶν διατάξεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ προξενικὰ τέλη, ἰδίως εἰς τὰ τῶν διαμονητηρίων καὶ εἰς τὰ τῶν πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας. Ἤδη, Κύριοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἀνάξια λόγου ποσὰ βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἐκ τῶν τελῶν αὐτῶν. Διότι ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ τέλη τῶν διαμονητηρίων δὲν συντάσσονται κανονικῶς οἱ σχετικοὶ κατάλογοι ὑπὸ τῶν ἑκασταχοῦ προξενείων, οὐδὲ καταβάλλεται ἡ δέουσα φροντὶς πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων ἐξ αὐτῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἐκ πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας τέλη, ταῦτα ἔχουσι τέλεον ὀλιγωρηθῆ. Τοιουτοτρόπως δὲ βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος τελῶν ἀνάξια λόγου ποσά· διὸ ἐπάναγκες ἐνομίσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Δι’ αὐτοῦ αὐξάνουσι μὲν κατά τι τὰ τέλη τῶν διαμονητηρίων, ἐπιβάλλεται δ’ ἐφεξῆς, ὡς πρὸς αὐτὰ καὶ τὰ τέλη τῶν πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας, ἡ τακτικὴ καὶ ἀνελλιπὴς βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις. Ὡς πρὸς τὰ πρῶτα καθιεροῦται μὲν ἡ ἀνὰ πᾶσαν τετραετίαν σύνταξις τῶν ἀλφαβητικῶν καταλόγων, τῶν εἰς τέλος διαμονητηρίου ὑποβαλλομένων, ἐπιτρέπεται δ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ σύνταξις συμπληρωματικῶν καταλόγων δι’ ἐκείνους ἐξ αὐτῶν, ὅσοι θ’ ἀνεκαλύπτοντο μὴ ἐγγεγραμμένοι ἐν ἐκείνοις ἢ μὴ καταβαλόντες ἐν ἄλλῃ προξενικῇ περιφερείᾳ τέλος διαμονητηρίου, καθ’ ὅσον θὰ προήρχοντο ἐκ τοιαύτης. Πλὴν τούτου ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις, δι’ ὧν προλαμβάνεται μὲν κατὰ τὸ δυνατὸν πᾶσα κατάχρησις, διευκολύνεται δὲ κατὰ πολὺ καὶ ὁ ἔλεγχος. Ἐλπίζομεν δὲ διὰ τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν σχετικῶν διατάξεων τῆς προξενικῆς ἡμῶν νομοθεσίας νὰ ὑπερδιπλασιασθῶσι τὰ νῦν προξενικὰ τέλη.
§116Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο δυσβάστακτον αὐτὸ τὸ βάρος διὰ τοὺς ἔξω Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται τὴν σήμερον εἰς καλλιτέραν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀπὸ ἡμᾶς;
§117ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀντίρρησις αὕτη ἐγένετο πρὸς ἡμᾶς καὶ κατ’ ἰδίαν, ὅτε τὸ πρῶτον ἐσκέφθημεν νὰ συντάξωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· διὸ ἐσπεύσαμεν ἔκτοτε νὰ βολιδοσκοπήσωμεν τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἕλληνας ὑπηκόους διὰ τῶν ἑκασταχοῦ προξενικῶν μας ἀρχῶν, ἂν θὰ ὑπεβάλλοντο αὐτοὶ ἀγογγύστως εἰς τὰ νέα ταῦτα βάρη. Μετ’ ἐθνικῆς δὲ ὑπερηφανίας, Κύριοι, διακηρύττω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πανταχόθεν ἔσχομεν πληροφορίας ὅτι οἱ ὁμογενεῖς ἡμῶν εἶναι πρόθυμοι νὰ βαστάσωσι καὶ διπλάσια τῶν μέχρι τοῦδε βαρῶν, ἀρκεῖ μόνον νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐξ αὐτῶν εἰσπράξεις ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωμεν ἀλλοίαν τοιαύτης ἀπάντησιν. Οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἕλληνες γινώσκουσι κάλλιον ἡμῶν τί σημαίνει νὰ εἶναι ἡ Ἑλλὰς ἀσθενὴς καὶ ἀνίκανος ν’ ἀμυνθῇ τῆς ἰδίας τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας καὶ νὰ καταστήσῃ σεβαστὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια· διότι αὐτοὶ ὑφίστανται τὸν ἄμεσον ἀντίκτυπον τῆς τοιαύτης ἀδυναμίας της, αὐτοὶ ἐκκενοῦσι μέχρι τρυγὸς τὸ ποτήριον τῆς ταπεινώσεως καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ της. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ὑποβαλλόμεθα εἰς τοσαύτας στερήσεις καὶ θυσίας χάριν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, φυσικὸν ἦτο νὰ σπεύσωσι καὶ οἱ ἐν τῇ διασπορᾷ Ἕλληνες ν’ ἀναλάβωσι καὶ αὐτοὶ μέρος τῶν νέων βαρῶν.
§118ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τί ὑπολογίζετε νὰ εἰσπράξητε περιπλέον ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν;
§119ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολλαχοῦ διπλασιάζομεν τὰ τέλη τῶν διαμονητηρίων καθιεροῦντες ἐπ’ αὐτῶν ἀναλογικὴν κλίμακα. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἄλλως θὰ ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὰ πάντες σχεδὸν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι· ἐπειδὴ καὶ οἱ ἐν ταῖς χριστιανικαῖς ἐπικρατείαις ἐγκατεστημένοι ἐξ αὐτῶν θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ τέλη τῶν πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας, ἰδίᾳ οἱ ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Β. Ἀμερικῆς, ἐντεῦθεν συμπεραίνομεν ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπερδιπλασιασθῶσι τὰ προξενικὰ τέλη, πάντως ὅμως θὰ ἔχωμεν αὔξησιν αὐτῶν κατὰ ἓν περίπου ἑκατομμύριον. Πλὴν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ὑπάρχει καὶ ὁ τῶν κληρονομιῶν, ὅστις ἐπιπίπτει ὡσαύτως ἐπὶ τὰ κεφάλαια. Παρ’ ἡμῖν αἱ κληρονομίαι, κληροδοσίαι καὶ αἱ αἰτίᾳ θανάτου δωρεαὶ ὑποβάλλονται εἰς ἐλαφρὸν τέλος χαρτοσήμου, κατὰ τὸν νόμον ᾼΧΚΕʹ τοῦ 1887, ἐξ οὗ μόλις 200,000 δραχ. εἰσπράττει τὸ Κράτος ἐτησίως. Ἀλλ’ εἶναι καιρός, Κύριοι, ὡς ἐν πάσῃ πεπολιτισμένῃ χώρᾳ, καὶ ἐν Ἑλλάδι νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ κληρονομίαι εἰς ἀληθῆ φορολογίαν, ἥτις εἶναι δικαιοτάτη, προκειμένου τὰ κεφάλαια αἰτίᾳ θανάτου νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς νέον κύριον, προσκτώμενον οὕτως αὐτὰ ἄνευ κόπων, διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ προστασίαν, ἣν παρέχει εἰς τοῦτον ἡ πολιτεία. Τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος φόρον προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ δωρεῶν», ὅπερ καταθέτω νῦν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔντυπον, ὅπως διανεμηθῇ ἐπίσης ἀμέσως πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§120ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου;
§121ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σχεδὸν τὸ αὐτό, ἀλλὰ μετερρυθμισμένον ἔν τισιν. Ἡμεῖς, Κύριοι, ὁμολογοῦμεν ὅτι δὲν διστάζομεν νὰ υἱοθετήσωμεν καὶ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πᾶν ὅ,τι οἱ προκάτοχοί μας εἶχον ὑποβάλει εἰς αὐτήν, ἀρκεῖ μόνον τοῦτο νὰ ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ λαοῦ. Πλὴν τούτου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, περὶ τῆς ὁποίας ὑποτίθεται ὅτι παρασκευάζει τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, παραμένει πάντοτε μία καὶ ἡ αὐτὴ μεθ’ ὅλας τὰς ἐναλλαγὰς τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη νῦν, δύναται νὰ ψηφισθῇ κάλλιστα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, βεβαίας οὔσης, ὅτι οὕτω πως δημιουργεῖ μίαν ἀξίαν λόγου καὶ δικαίαν πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἥτις μέλλει νὰ συντελέσῃ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν φορολογικὴν ἐξίσωσιν μεταξὺ τῶν εὐπορωτέρων καὶ ἀπορωτέρων τάξεων ὡς καὶ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος. Ὁ φόρος τῶν κληρονομιῶν εἶναι σχεδὸν ἀνεπαίσθητος ἐπὶ ἀνιόντων οἱουδήποτε βαθμοῦ καὶ ἐπὶ κατιόντων δευτέρου τοὐλάχιστον βαθμοῦ. Μέχρι 50,000 δραχ. περιορίζεται αὐτὸς εἰς 0,50%, μέχρις 100,000 ἀνέρχεται εἰς 1% καὶ φθάνει μέχρι 500,000 εἰς 2.50%. Ἐπὶ συζύγων καὶ ἀδελφῶν ἄρχεται ἀπὸ 2% καὶ φθάνει εἰς 4%. Ἐπὶ συγγενῶν ἐκ πλαγίου τρίτου καὶ τετάρτου βαθμοῦ ἄρχεται ἀπὸ 3% καὶ φθάνει μέχρι 5%. Ἐπὶ συγγενῶν ἐκ πλαγίου πέμπτου μέχρις ἑβδόμου βαθμοῦ ἄρχεται ἀπὸ 4% καὶ φθάνει εἰς 6%. Ἐπὶ δὲ τῶν λοιπῶν συγγενῶν ἄρχεται ἀπὸ 5% καὶ φθάνει μέχρις 7%.
§122ΔΗΜ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τί ὑπολογίζετε νὰ εἰσπράξητε ἐκ τῶν φόρων τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κληρονομιῶν, κύριε Ὑπουργέ;
§123ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπολογίζομεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐξ ἀμφοτέρων περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια ἐτησίως. Εἶπον, Κύριοι, ἤδη πρότερον ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐμμέσους ἢ τοὺς τῆς καταναλώσεως ἄλλως λεγομένους φόρους ἔχουσιν ἀναστραφῆ παρ’ ἡμῖν οἱ πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου κρατοῦντες ὅροι. Διότι, ἐνῷ ἐκεῖ μένουσι μὲν ὅλως ἀφορολόγητα ἢ φορολογοῦνται ἐλαφρῶς τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὑποβάλλονται δὲ εἰς βαρεῖαν φορολογίαν τὰ ἀπολαυστικὰ ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν ἀντικείμενα, ἐν Ἑλλάδι συμβαίνει πᾶν τοὐναντίον. Παρ’ ἡμῖν φορολογοῦνται βαρύτατα ὁ ἄρτος, τὸ ἅλας, τὰ πυρεῖα, τὸ πετρέλαιον, ἡ σάκχαρις καὶ ὁ καφές, ἀντικείμενα πρωτίστης ἀνάγκης, ἐνῷ τοὐναντίον ἀντικείμενα ἀπολαυστικὰ ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν δὲν φορολογοῦνται ἐπαρκῶς, ὡς ὁ καπνὸς καὶ τὸ οἰνόπνευμα, ἢ μένουσι παντάπασιν ἀφορολόγητα, ὡς ἡ πυρῖτις καὶ αἱ ἐκρηκτικαὶ καθόλου ὕλαι. Ἡμεῖς συμμορφούμενοι καὶ ἐν τούτῳ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιστήμης καὶ πρὸς τὴν πεῖραν τῶν ἄλλων λαῶν, τῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων, ἔγνωμεν ν’ αὐξήσωμεν κατά τι τὴν ὑφισταμένην φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, νὰ ἐπιβάλωμεν δὲ φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Πρὸς τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν πρώτοις τὸ νομοσχέδιον «περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ». Δι’ αὐτοῦ, Κύριοι, ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ αὐξάνει ἐξ ὀκτὼ εἰς δέκα δρχ. κατ’ ὀκᾶν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀρχικὸς αὐτοῦ φόρος ἐκ δρχ. 5.80 ἔχει διατεθῆ ὡς ὑπέγγυος πρόσοδος διὰ τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος, ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ συγκατάθεσις τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τὴν νέαν ταύτην αὔξησιν, ὡς καὶ διὰ τὴν πρώτην τοιαύτην ἐν ἔτει 1900, τὴν ἐκ δρχ. 2.20. Ἡ συγκατάθεσις ἐχορηγήθη, ὡς καὶ τότε, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἐγγυηθῇ τὸ Κράτος κατά τι ἀνωτέραν πρόσοδον τῆς νῦν ἠσφαλισμένης· διότι ἐνδεχόμενον ἦτο ἐκ τῆς νέας προσαυξήσεως τοῦ φόρου νὰ περιορισθῇ ἡ κατανάλωσις καὶ νὰ συσταλῇ ἡ ἀναμενομένη ἐν τῷ μέλλοντι βαθμιαία ἀνάπτυξίς της, ἐὰν διετηρεῖτο τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν καθεστώς. Διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου ͵ΒΨΕʹ τῆς 30 Μαρτίου 1900, δι’ οὗ ηὐξήθη τὸ πρῶτον ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ ἐκ δρχ. 5.80 εἰς 8, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἠγγυήθη ὑπὲρ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς τὴν κατανάλωσιν 1,217,241 ὀκάδων καπνοῦ καὶ τουμπεκίου, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τότε εἰσπραττομένου φόρου ἐκ δρχ. 5.80, τὴν ἐτησίαν ἀπόδοσιν ἐκ δρχ. 7,060,000. Ἀπὸ τοῦ 1900 μέχρι τοῦ 1908 ἔτους ἡ κατανάλωσις ἀνῆλθεν ἀπὸ 1,151,838 εἰς 1,291,724 ὀκάδας, κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ἀπῄτησε νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τῆς νέας ἐγγυήσεως ὁ ἀνώτατος οὗτος ὅρος, συμφώνως πρὸς τὸν ὁποῖον τὸ Δημόσιον ἐγγυᾶται ἐφεξῆς δι’ 7,492,000 δρχ. Κατὰ τὰ ἄλλα, Κύριοι, ἡ ὑφισταμένη συμφωνία παραμένει ὡς μέχρι τοῦδε. Ἤτοι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἠγγυημένων 7, 492, 000 μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 10,333,792 θὰ ἀνήκῃ καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ Δημόσιον, ἐκ δὲ τῶν περιπλέον τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσπράξεων τὰ μὲν 22/80 θὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, τὰ δὲ 58/80 εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, τοῦ φόρου ὑπολογιζομένου πάντοτε πρὸς 8 δρχ. κατ’ ὀκᾶν. Τὸ κατόρθωμα ἡμῶν εἶναι ὅτι πρώτην ταύτην φορὰν εἰσάγομεν δυαδικὸν σύστημα εἰς μίαν ὑπέγγυον πρόσοδον. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τὴν πρώτην αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, τὴν γενομένην τῷ 1900, ἀνεγνωρίσαμεν εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα, ἵνα εἰσπράττῃ αὐτὴ μετὰ τῶν ταινιῶν καὶ τὸν πρόσθετον φόρον τῶν δρχ. 2.20 καὶ ἐπιστρέφῃ αὐτὸν εἰς τὸ Δημόσιον μετὰ ἓξ μῆνας, ὑπαγόμενον εἰς τὰς περὶ διανομῆς πλεονασμάτων διατάξεις τώρα τοὐναντίον ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισεν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ αὐτὸ ἀπ’ εὐθείας τὸν πρόσθετον φόρον τῶν 2 δρχ. κατ’ ὀκᾶν, χωρὶς οὗτος νὰ σχετίζηται διόλου μὲ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς, οὐδὲ νὰ ὑπάγηται εἰς τὰς διατάξεις περὶ διανομῆς πλεονασμάτων, ἀφοῦ τὸ ὅλον ποσόν του μένει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐπειδὴ ὅμως, Κύριοι, καθ’ ὅσον αὐξάνει ὁ φόρος ἀντικειμένου τινός, κατὰ τοσοῦτον ἐπιτείνεται καὶ ὁ πειρασμός, ὁ ἐκ τοῦ κέρδους τῆς λαθραίας καταναλώσεώς του· ἐπειδὴ καὶ ὑπὸ τὴν μέχρι τοῦδε φορολογίαν τῶν 8 δρχ. κατ’ ὀκᾶν ἤρξατο ἤδη νὰ ὑπεραίρῃ τὴν κεφαλὴν τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ ἐπὶ ζημίᾳ οὐ μόνον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τοῦ τιμίου ἐμπορίου· διὰ ταῦτα ἔγνωμεν νὰ συνοδεύσωμεν τὸ περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ νομοσχέδιον δι’ ἑτέρου τοιούτου «περὶ μέτρων πρὸς καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ καπνοῦ». Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταθέτω ἔντυπον εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως διανεμηθῇ ἀμέσως πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Τὴν ἀνάγκην, Κύριοι, τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συνῃσθάνθησαν καὶ συνιστῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ αὐτοὶ οἱ καπνέμποροι, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τῶν ἐν Κερκύρᾳ τοιούτων, ὅπερ καταχωρίζεται ἐν τέλει τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ὑποδεικνύει σὺν ἄλλοις καὶ τὴν ἀνάγκην ἐλέγχου τοῦ καπνοῦ ἀπ’ αὐτῆς τῆς καλλιεργίας του. Ἀλλὰ τοιοῦτο μέτρον, ἐπιβαλλόμενον μόνον ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ μονοπωλίου, ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ ἐφαρμόσωμεν ὑπὸ τὴν ἰσχύουσαν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ. Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀρκετὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν ἔλεγχον μέχρι τῆς συγκομιδῆς του. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας εἰς οὐδένα ἔλεγχον ὑποβάλλεται ὁ καπνὸς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συγκομιδῆς του, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς οὗτος πρόκειται νὰ μετενεχθῇ ἐκ τῆς ἀποθήκης, ἐν ᾗ ἔχει ἐναποταμιευθῆ μετὰ τὴν συγκομιδήν του, εἰς ἄλλην ἀποθήκην ἐντὸς πόλεων, αἵτινες εἶναι πρωτεύουσαι νομοῦ ἢ ἐπαρχίας. Ἐξαίρεσις γίνεται μόνον ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας, ὧν ἡ παραγωγὴ δὲν ὑπερβαίνει τὰς 20,000 ὀκάδας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπεκτείνεται ὁ ἔλεγχος, ὡς προεδήλωσα ἤδη, μέχρι τῆς συγκομιδῆς τοῦ καπνοῦ. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν καπνοπαραγωγόν, ἵνα μέχρι τέλους Νοεμβρίου καὶ πρὸ πάσης ἀναλώσεως, διαθέσεως καὶ μεταποιήσεως δηλώσῃ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ παραχθέντα καπνὸν εἰς φύλλα κατὰ δέματα, δεσμίδας ἢ σωρούς, ὁρίζων κατὰ προσέγγισιν καὶ τὸ ὁλικὸν αὐτοῦ βάρος. Ὁ οὕτω δηλωθεὶς καπνὸς διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Δημοσίου, ἐνασκούμενον ὑπὸ τούτου, καθ’ ἃ λεπτομερῶς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐν κεφαλαίῳ, Κύριοι, λαμβάνομεν πάντα τὰ δυνατὰ μέτρα πρὸς πρόληψιν καὶ καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ καπνοῦ, ἅτινα καὶ πρὶν ἐπεβάλλοντο εἰς ἡμᾶς, ὑπὸ τὴν νέαν ὅμως αὔξησιν τοῦ φόρου αὐτοῦ καθίστανται αὐτόχρημα ἀπαραίτητα. Μετὰ τῶν τοῦ καπνοῦ, Κύριοι, ἐφείλκυσε τὴν ἰδιαιτέραν προσοχήν μας ἡ φορολογία τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Πολὺς λόγος ἔχει γίνει μέχρι τοῦδε πολλάκις περὶ τῆς φορολογίας ταύτης καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐν τῷ τύπῳ. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπάρχει σχεδὸν ὁμοφωνία γνωμῶν, καθ’ ἣν αἱ ἐκρηκτικαὶ ὗλαι ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φόρον βαρύτατον οὐ μόνον ἐκ λόγων ταμιευτικῶν, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, οὐχ ἧττον ἀκόμη δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Νομίζει τις ὅτι ἐξεπίτηδες μένουσιν αὐτὰ τὰ εἴδη ἀφορολόγητα, ὅπως ἔχωμεν οἱ Ἕλληνες ἄφθονα καὶ πρόχειρα τὰ μέσα τῆς ἀλληλοκτονίας καὶ τῆς ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος, ἥτις τοσοῦτον δυστυχημάτων καὶ κακῶν γίνεται πρόξενος. Ἡμεῖς, Κύριοι, ὑποβάλλομεν νῦν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Δι’ αὐτοῦ ἐπιβαρύνομεν μὲ δασμὸν εἰσαγωγικὸν τὰς πρώτας ὕλας τῆς πυρίτιδος καὶ τῶν ἄλλων ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ὡς τὸ νίτρον ἢ νιτρικὸν κάλιον, κοινῶς νιτρικὴν πότασσαν, τὸ νιτρικὸν νάτριον ἢ νίτρον τῆς Χιλῆς, τὸ χλωριοῦχον κάλιον καὶ τὴν ἐλκυίνην. Συγχρόνως ὅμως αὐξάνομεν καὶ τὸν δασμὸν τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης πυρίτιδος, ἰδίως τῆς κυνηγετικῆς καὶ πολεμικῆς, ὡς καὶ τῶν πυροτεχνημάτων καὶ φυσιγγίων. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι προσωρινόν, διότι ἡμεῖς κυρίως ἐπιδιώκομεν τὴν ἵδρυσιν μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ὑφ’ ὃ καὶ μόνον δύνανται αὗται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς βαρὺν δασμόν, ἐν ταὐτῷ δὲ νὰ τεθῶσι καὶ ὑπό τινα περιορισμόν, οὕτως ὥστε ἐφεξῆς νὰ μὴ γίνηται ἡ μέχρι τοῦδε κατάχρησίς των.
§124Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τί ὑπολογίζετε νὰ εἰσπράξητε ἀπὸ τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν τῶν πρώτων ὑλῶν; Δὲν φρονεῖτε ὅτι θὰ δυσχεράνητε τὰς ἐργασίας τῶν μεταλλείων;
§125Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ὑπομονευτικὴ πυρῖτις ὑποβάλλεται εἰς ἐλαφροτάτην φορολογίαν. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ προείπω ἀπὸ τοῦδε τί μέλλομεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, εἶναι ὅτι, ἂν αἱ περὶ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν διαπραγματεύσεις ἡμῶν ἀχθῶσιν εἰς αἴσιον πέρας, θὰ ἔχωμεν ἐξ αὐτοῦ ἓν ἀσφαλὲς ἔσοδον τοῦ Κράτους ἐκ 500–600 χιλ. δρ. τοὐλάχιστον καὶ συμμετοχὴν εἰς τὰ περιπλέον καθαρὰ κέρδη τῆς ἑταιρείας, ἥτις θ’ ἀνελάμβανε τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος μονοπώλιον. Τρίτον ἀντικείμενον ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν, ὡς τοιοῦτο δὲ ἄξιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς βαρυτάτην φορολογίαν, εἶναι τὸ οἰνόπνευμα. Πάντα τὰ Κράτη ἔχουσι τὴν σήμερον ἓν πολλοῦ λόγου ἄξιον ἔσοδον ἐξ αὐτοῦ. Καὶ παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, εἶχε πρὸ δεκαετηρίδων ἤδη, ἤτοι ἐν ἔτει 1883, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Χαρ. Τρικούπη, ἐπιβληθῆ φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ὅστις ἐν ἀρχῇ ἀπέφερεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου οὐχὶ εὐκαταφρόνητον ποσόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀφέθη ἐλευθέρα ἡ διὰ τῶν κοινῶν ἀμβύκων ἀπόσταξις, ἦτο δὲ δυσκολωτάτη, εἰ μὴ καὶ ὅλως ἀδύνατος ἡ ἐπίβλεψις αὐτῶν ὑπερβαινόντων τὰς 12 χιλιάδας καὶ ὄντων ἐγκατεσπαρμένων εἰς πάντα σχεδὸν τὰ χωρία ἡμῶν, ἰδίως τὰ ὀρεινὰ καὶ δυσπρόσιτα εἰς τὰς Ἀρχάς, διὰ τοῦτο ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις ἡ λαθραία ἀπόσταξις καὶ κατανάλωσις τοῦ δι’ αὐτῶν παραγομένου οἰνοπνεύματος, ὥστε ἡ ἐκ τοῦ φόρου πρόσοδος περιωρίσθη ἐν τέλει εἰς 250 χιλ. δρχ. μόνον. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον, Κύριοι, καὶ πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἀποστάξεως τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος ἐδέησε νὰ καταργηθῇ ἔκτοτε ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος φόρος. Ἡ ἀσυδοσία δὲ αὕτη ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ εὔωνον τῆς πρώτης ὕλης, τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, ἐνίσχυσε κατὰ πολὺ τὴν ἐν Ἑλλάδι μεγάλην οἰνοπνευματοποιίαν καὶ ἔκτοτε ἔχει αὕτη νὰ ἐπιδείξῃ καταπληκτικὰς προόδους. Τὰς προόδους ταύτας οὐδόλως ἀνεχαίτισεν ὁ βραδύτερον ἐπιβληθεὶς φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων. Ὁ φόρος οὗτος συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰνοπνευματοποιείων βʹ κατηγορίας, ὡς τοιοῦτος δὲ ὑπῆρξεν αὐτὸς προπαρασκευαστικὸς εἰς τὴν νῦν προτεινομένην ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἡ φορολογία αὕτη, Κύριοι, θ’ ἀπετύγχανεν, ὡς καὶ ἡ πρὸ δεκαετηρίδων ἤδη ἐπιβληθεῖσα, ἐὰν δὲν κατωρθοῦμεν νὰ συγκεντρώσωμεν τὴν ἀπόσταξιν εἰς εὐάριθμα οἰνοπνευματοποιεῖα, ἐφ’ ὧν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνασκηθῇ αὐστηρὸς ἔλεγχος ὑπὸ τοῦ Κράτους, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐξέρχηται ἐξ αὐτῶν μηδὲ ὀκᾶ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, χωρὶς προηγουμένως νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν οἰκεῖον φόρον. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐνομίσαμεν ἐπάναγκες νὰ ὑπαγάγωμεν τοὺς κοινοὺς ἄμβυκας εἰς τοιαύτην φορολογίαν, ὥστε ν’ ἀποβαίνῃ ἐφεξῆς δύσκολος, εἰ μὴ καὶ ἀδύνατος ὅλως ἡ δι’ αὐτῶν ἀπόσταξις. Προκειμένου τὸ Κράτος ἄνευ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος περιοριστικῶν διατάξεων νὰ στερηθῇ μιᾶς προσόδου ἐξ ἑκατομμυρίων ὅλων, ἡμεῖς τοὐλάχιστον οὐδόλως διστάζομεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον μέτρον. Ἐγώ, Κύριοι, ὁμολογῶ ἀπροκαλύπτως ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τῆς ἀποστάξεως διὰ κοινῶν ἀμβύκων οὐ μόνον ἐκ λόγων ταμιευτικῶν ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων ὑγιεινῆς. Βεβαίως πᾶν οἰνόπνευμα εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν καὶ προκαλεῖ παρὰ τοῖς ποιουμένοις αὐτοῦ κατάχρησιν διαφόρους νευρικὰς καὶ φρενίτιδας νόσους. Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ἐπιστήμη, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς ἑξῆς γνωματεύσεως τοῦ εἰδικωτάτου περὶ τὰ τοιαῦτα καθηγητοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου κ. Κατσαρᾶ (ἀναγινώσκει): «Παρ’ ἡμῖν αἱ τοξικαὶ φρενίτιδες νόσοι πρὸ δέκα ἐτῶν ἦσαν σπάνιαι, μόνον δὲ γαστροεντερικάς τινας καὶ ἁπλᾶς νευρικὰς διαταραχὰς καὶ ὑπεραιμώσεις τοῦ ἥπατος παρετηροῦμεν ἐπιγιγνομένας ἐκ τῆς οἰνώσεως, δηλαδὴ ἐκ τῆς καταχρήσεως τοῦ οἴνου, ὅστις ἦν τὸ κύριον ἐν Ἑλλάδι ποτὸν ἐν χρήσει... Τανῦν δ’ ὅμως δυστυχῶς δὲν ἔχει οὕτω· κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν Ἑλλάδι τὴν οἴνωσιν ἀντικατέστησεν ἡ οἰνοπνευμάτωσις, δηλαδὴ ἡ κατάχρησις τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν καὶ ἰδίως τοῦ κονιάκ, τῆς ῥακῆς καὶ τοῦ οὔζου, ἧς τῇ μεγάλῃ διαδόσει ἐβοήθησε τοῦτο μὲν τὸ εὔωνον τῶν ποτῶν τούτων, τοῦτο δὲ ἡ ἵδρυσις πολλῶν εὐπρεπῶν οἰνοπνευματοπωλείων, εἰς ἃ ἀθρόοι συρρέουσιν οἱ τῷ Βάκχῳ θύοντες. Τῆς τοιαύτης δὲ καταστάσεως τὰ ἐπακολουθήματα εἶναι ἡ ἐμφάνισις μεγάλου πλήθους νευρικῶν καὶ φρενιτίδων ἐξ οἰνοπνευματώσεων νόσων καὶ ἡ ὁσημέραι καταπληκτικῶς προϊοῦσα αὔξησις αὐτῶν. Λαμβανομένης δὲ πρὸ ὀφθαλμῶν τῆς ἕνεκα διαφόρων ἱστορικῶν λόγων μεγάλης τῆς ἡμετέρας φυλῆς νευρικότητος, ἀναμφίβολον ὑπάρχει ὅτι ταχέως θέλομεν ὑπερβῆ τοὺς λοιποὺς Εὐρωπαίους ὡς πρὸς τὴν συχνότητα τῶν τοξικῶν φρενιτίδων νόσων. Τὰ μάλιστα δὲ πρὸς τοῦτο συμβάλλεται καὶ ἡ κατασκευὴ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ἐξ ἀμυλικοῦ οἰνοπνεύματος, οὗ ἡ ἐπὶ τὸν ὀργανισμὸν ἐπίδρασις εἶναι πεντάκις τοξικωτέρα, ὡς καὶ ἡ παρ’ ἡμῖν χρῆσις οἴνων νενοθευμένων καὶ τιτανούχων... Ἐν τέλει δὲ σημειοῦμεν ὅτι παρά τισιν ἐκ Θεσσαλίας ὁρμωμένοις παρετηρήσαμεν ἐπιληπτοειδεῖς προσβολὰς ἀναλόγους πρὸς τὰς τῆς ἀληθοῦς ἐπιληψίας καὶ τοὺς σπασμούς, οὓς προκαλεῖ ὁ ἀψινθισμός...» Ὡς ὑποδηλοῦται ἤδη καὶ ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ περικοπῇ τῆς γνωματεύσεως τοῦ παρ’ ἡμῖν καθηγητοῦ φρενολόγου, δηλητηριωδέστερον ἐπενεργεῖ ἐπὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἀκάθαρτον οἰνόπνευμα, τὸ ἀποσταζόμενον διὰ τῶν κοινῶν ἀμβύκων. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἀφήνει τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ἔκθεσίς τις τοῦ ἡμετέρου Ἰατροσυνεδρίου, οὗτινος προΐσταται ὁ ἔγκριτος καθηγητὴς τῆς ὑγιεινῆς κ. Σάββας. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων τῆς Ἑλλάδος πωλούμενα εἴδη ἐγχωρίων οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν (ῥακή, μαστίχα, τσίπουρο, οὖζο, ῥοῦμι, κονιάκ, ἀψινθιά, κίνα, φασκομηλιά, πικραμύγδαλο, στομαχικό, κανέλλα, γαρύφαλλον, πικρό, λεμόνι, τριαντάφυλλον κλπ.) περιέχουσι ποσὸν οἰνοπνεύματος, κυμαινόμενον ἀπὸ 20 μέχρι 58%. Ἐνεργοῦσι δ’ ἐπιβλαβῶς οὐ μόνον ἐκ τοῦ περιεχομένου ἐν αὐτοῖς ἀφθόνου τούτου ποσοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ σχετικῶς ἐν μεγάλῃ ποσότητι ἐνυπάρχοντος φουζελαίου, ὅπερ ἀναμιγνύεται μετ’ αὐτῶν ἕνεκα τῆς ἀπροσέκτου ἀποστάξεως, τῆς ὑπὸ ἀδαῶν ἀνθρώπων δι’ ἀτελῶν συσκευῶν καὶ μετὰ μεγάλης πολλάκις ταχύτητος ἐνεργουμένης. Κατ’ ἀκολουθίαν εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶναι, ἂν διὰ νόμου ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς ποτοποιοὺς νὰ παρασκευάζωσι τὰ ποτὰ αὐτῶν ἐξ οἰνοπνεύματος ὡς οἷόν τε καθαρωτέρου καὶ νὰ μὴ χρησιμοποιῶσι πρὸς τοῦτο τὴν δι’ ἐπανειλημμένων ἀποστάξεων ἐντὸς τῶν ἁπλῶν ἀμβύκων αὑτῶν ἐνισχυομένην μέν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τελείως ἀνακαθαιρομένην σούμαν». Μετὰ δὲ τοιαύτην ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καταδίκην τοῦ οἰνοπνεύματος, τοῦ ἀποσταζομένου διὰ τῶν κοινῶν ἀμβύκων, θὰ ἦτο, τῇ ἀληθείᾳ, ἀσυνειδησία ἐκ μέρους ἡμῶν νὰ μὴ ἐπιδιώξωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὸν περιορισμόν, εἰ μὴ καὶ τὴν παντελῆ ἀπαγόρευσιν τῆς παραγωγῆς του ἐν Ἑλλάδι. Πρόκειται οὕτω πως νὰ σώσωμεν τὴν ὑγείαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐν ταὐτῷ νὰ ἐξασφαλίσωμεν μίαν σπουδαιοτάτην πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ δὲ πρόσοδος αὕτη, ὡς καὶ ἡ ἐκ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ ἡ ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ καπνοῦ μέλλουσι νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τοῦ ἱερωτάτου τῶν σκοπῶν, ὑπὲρ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Διὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι κατὰ τῆς προτεινομένης φορολογίας δύνανται νὰ εἶναι μόνοι οἱ θέλοντες νὰ ἐπίδωσι τὸν ἀλκοολισμὸν ἐξαπλούμενον ἐν Ἑλλάδι μεθ’ ὅλων τῶν νευρικῶν καὶ φρενιτίδων νόσων, τῶν συμπαρομαρτουσῶν αὐτῷ, μόνοι οἱ ἀντιστρατευόμενοι πρὸς πᾶσαν σοβαρὰν ἀπόπειραν ὑπὲρ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Οἱ οἰνοπνευματοποιοί, Κύριοι, βʹ κατηγορίας καὶ οἱ ποτοποιοὶ οὐδεμίαν ζημίαν ἔχουσι νὰ ὑποστῶσιν ἐκ τοῦ προτεινομένου νῦν φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος, ἴσως ἴσως μάλιστα ἐπίδωσιν οὕτω πως τὴν θέσιν των βελτιουμένην. Ὡς πᾶς φόρος καταναλώσεως, καὶ ὁ προκείμενος θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τὴν κατανάλωσιν. Μήπως δὲν συνέβη τὸ ἴδιον καὶ μὲ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ; Ὅτε αὐτὸς ἐπεβλήθη παρ’ ἡμῖν τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἐξανέστησαν καὶ τότε οἱ καπνέμποροι καὶ οἱ καπνοπῶλαι, ἰσχυριζόμενοι ὅτι θὰ περιωρίζετο οὕτω πως ἡ κατανάλωσις καὶ θὰ ἐζημιοῦντο αὐτοί. Ὡς ὅμως τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ἔκτοτε αὐτοί, ἀντὶ ζημίας, κέρδη μεγάλα ἀπεκόμισαν καὶ ἀποκομίζουσιν, εἰ καὶ ἐτετραπλασιάσθη ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἀρχικὸς φόρος. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ὡς πρὸς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς βʹ κατηγορίας καὶ τοὺς ποτοποιούς, οἵτινες μάλιστα ὑπὸ τὸν προτεινόμενον φόρον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν θ’ ἀπολέσωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ κερδίσωσιν ἔδαφος καταναλώσεως. Καὶ ἐκεῖνοι καὶ οὗτοι ἔχουσι τώρα πολλοῦ λόγου ἀξίους ἀνταγωνιστὰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς αʹ κατηγορίας, τοὺς διὰ κοινῶν ἀμβύκων ἀποστάζοντας τὴν λεγομένην σούμαν, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς 170 περίπου, προσέτι δὲ τὴν μικρὰν οἰκιακὴν ἀπόσταξιν, τὴν διενεργουμένην διὰ 12,000 περίπου μικρῶν ἀμβύκων. Ἡ τοιαύτη παραγωγὴ ὑπερβαίνει τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ὀκάδων σούμας, ἥτις εὐκολώτατα ποτοποιεῖται εἰς οὖζον, τσίπουρον, ῥακὶ κλπ. Εἶναι δέ, Κύριοι, τοιοῦτος ὁ ἀνταγωνισμὸς τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος μικρᾶς ἀποστάξεως, ὥστε ἠναγκάσθησαν τελευταῖον τὰ μεγάλα οἰνοπνευματοποιεῖα τῆς δευτέρας κατηγορίας νὰ ὑποτιμήσωσι τὸ ὑπ’ αὐτῶν παραγόμενον ἄνυδρον οἰνόπνευμα ἐκ 1.40 λεπ. εἰς μίαν μόνην δραχμὴν τὴν ὀκᾶν. Ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος θὰ ἐκλίπῃ σὺν τῷ χρόνῳ, δι’ ὅσων περιοριστικῶν μέτρων λαμβάνομεν ἡμεῖς ἐναντίον τῆς μικρᾶς ἀποστάξεως, τὴν δὲ κατανάλωσιν ταύτης θὰ κατακτήσωσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον οἱ μεγάλοι οἰνοπνευματοποιοὶ τῆς δευτέρας κατηγορίας καὶ οἱ ποτοποιοί. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οἱ τελευταῖοι οὗτοι οὐ μόνον ζημίαν τινὰ δὲν θὰ ὑποστῶσιν ἐκ τῆς προτεινομένης ὑφ’ ἡμῶν φορολογίας, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ κέρδη θ’ ἀποκομίσωσιν ἐξ αὐτῆς οὐχὶ εὐκαταφρόνητα. Οἱ μόνοι μέλλοντες νὰ ζημιωθῶσιν οὕτω πως εἶναι οἱ μικροὶ ἀποστάκται, οἵτινες θὰ στερηθῶσιν ὁπωσδήποτε μιᾶς προσόδου δι’ ἄλλους μὲν ἐξ αὐτῶν μικρᾶς, δι’ ἄλλους δὲ μεγάλης. Τοιοῦτοι εἶναι κυρίως οἱ μικροὶ ἀμπελοκτήμονες καὶ γεωργοί, οἱ ἀποστάζοντες συνήθως διὰ τῶν κοινῶν ἀμβύκων τὰ στέμφυλα καὶ μέρος τοῦ οἴνου των. Ἀλλ’ αὐτοί, Κύριοι, δικαιοῦνται νὰ τύχωσι διὰ τὴν ζημίαν ταύτην ἀνταλλαγμάτων καὶ παρὰ τοῦ Κράτους, ὅπερ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν κοινῶν ἀμβύκων δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ εἰσπράξῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ παρὰ τῶν μεγάλων οἰνοπνευματοποιῶν, ἰδίως τῆς Ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, ἥτις κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν θὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν κοινῶν ἀμβύκων. Ποῖα δέ τινα θὰ ὦσι τὰ ἀνταλλάγματα ταῦτα; Ἐν πρώτοις, Κύριοι, δίκαιον καὶ πρέπον νομίζω, ἵνα τὸ Κράτος παραιτηθῇ ὑπὲρ αὐτῶν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ὅστις, ὑφ’ ἣν κρίσιν διανύει τὴν σήμερον ἡ οἰνοπαραγωγή, ἧς τὰ ἔσοδα ἐνιαχοῦ δὲν καλύπτουσι κἂν τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργίας, εἶναι ἄδικος καὶ καταθλιπτικώτατος, ὡς ἀπέδειξα ἤδη ἀγορεύσας πρό τινων μηνῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ μακρῶν περὶ τοῦ οἰνικοῦ ζητήματος. Τότε, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε ἴσως, ἀνέγνων πρὸς ὑμᾶς διάφορα προγράμματα πλειστηριασμοῦ ἀμπέλων διὰ καθυστέρησιν τοῦ φόρου αὐτῶν. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον αἱ τιμαὶ τῶν ἀμπέλων ἔφθασαν εἰς τοσοῦτον ἐξευτελισμόν, ὥστε τὸ ἐκπλειστηρίασμά των, ἐκποιουμένων, νὰ μὴ καλύπτῃ κἂν τὸν ὀφειλόμενον φόρον, δὲν εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀστοργία ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν τοιούτου φόρου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἄλλως τε αὐτὴ εἰσπράττει ἐν ὅλῳ μόλις ὀκτακοσίας χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως;
§126Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλιγώτερα.
§127ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁσάκις συμβῇ θεομηνία τις, ναί, ἀλλὰ καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν αὐτό. Καὶ τὰς ὀκτακοσίας δὲ χιλιάδας δραχ. θὰ εὕρωμεν, Κύριοι, ἀσημάντους ὅλως, ἂν ἀναλογισθῶμεν τὴν ζημίαν, ἥτις προσγίνεται εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ὡς ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχουσιν αὐτοὶ νῦν, ν’ ἀποστάζωσιν ἐλευθέρως διὰ τῶν μικρῶν οἰκιακῶν ἀμβύκων τὰ στέμφυλά των καὶ μέρος ἴσως τοῦ οἴνου των. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἕτερον ἀντάλλαγμα πρὸς αὐτοὺς σπουδαιότερον τοῦ πρώτου, εἰς τὴν κατάργησιν δηλονότι τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοὺς μικροὺς γεωργούς, οἵτινες εἶναι συνήθως καὶ ἀμπελοκτήμονες. Κατὰ τοῦ φόρου, Κύριοι, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἔχουσι λεχθῆ καὶ γραφῆ μέχρι τοῦδε τοσαῦτα καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν τῷ τύπῳ, ὥστε περιττὸν νομίζω νῦν νὰ ἐπαναλάβω ἐγὼ διὰ μυριοστὴν ἴσως φορὰν τὰ γνωστὰ τοῖς πᾶσιν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς καταργήσεώς του. Ἀλλά, ἐνῷ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τοῦτο, οὐδὲν ἧττον ἀπεφύγομεν μέχρι τοῦδε νὰ λάβωμεν ὁριστικὴν περὶ τοῦ πράγματος ἀπόφασιν, διότι δὲν εἴχομεν πρόχειρον τὸν φόρον, δι’ οὗ θ’ ἀντικαθιστῶμεν αὐτόν. Τοιοῦτον ὅμως φόρον προτείνομεν νῦν ἡμεῖς τὸν τοῦ οἰνοπνεύματος, ἐκεῖνον δηλαδή, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα τῶν ἄλλων λαῶν ὑποδεικνύει εἰς ἡμᾶς ὡς τὸν μόνον λογικὸν καὶ δίκαιον, ὡς ἐξέθηκα ἤδη πρὸς ὑμᾶς.
§128ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φορολογεῖτε καὶ τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα;
§129ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, οὐ μόνον διότι ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὰς ἐκ τοῦ πετρελαίου εἰσπράξεις μειουμένας εἰς βαθμὸν ἐπίφοβον, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον ὅλως τὸ πρὸς φωτισμὸν μεταποιούμενον οἰνόπνευμα ν’ ἀποκατασταθῇ εἰς τὴν φυσικήν του κατάστασιν καὶ νὰ ἐπηρεασθῇ οὕτω μεγάλως ἡ φορολογία τοῦ ποσίμου οἰνοπνεύματος. Τούτου ἕνεκεν ἐπιβάλλεται, νομίζω, ἡ φορολογία τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος, ὅπως καθιστᾷ ὅσον ἔνεστιν ἀσύμφορον τὴν μετατροπήν του εἰς πόσιμον τοιοῦτον. Φυσικὸν βεβαίως ἐπακολούθημα τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος φορολογίας θὰ ἦτο ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου, δι’ ἣν ἔχομεν ἤδη ἐξασφαλίσει τὴν συγκατάθεσιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι ἡμεῖς, Κύριοι, τὸν φωτισμὸν θεωροῦμεν ὡς ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης διὰ τὸν λαόν, ἀφοῦ δὲ οὗτος πανταχοῦ σχεδὸν ποιεῖται χρῆσιν κατὰ προτίμησιν τοῦ πετρελαίου, θεωροῦμεν δικαιοτάτην τὴν ὑποτίμησιν τούτου. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, Κύριοι, ἡ φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος δὲν ἐξασφαλίζει μόνον εἰς τὸ Κράτος μίαν βεβαίαν πρόσοδον ἑκατομμυρίων ὅλων, δὲν παρέχει μόνον εἰς ἡμᾶς τὴν κυριωτάτην βάσιν διὰ τὴν συνομολόγησιν δανείου χάριν τῶν γνωστῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καθίσταται καὶ ὅρος ἀπαραίτητος διὰ τὴν φορολογικὴν ἀνακούφισιν ὁλοκλήρων τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου καὶ διὰ τῆς ὁλικῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τῆς μερικῆς τοιαύτης τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§130Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ προβῆτε, κύριε Ὑπουργέ, τώρα ἀμέσως εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῶν τῶν φόρων;
§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς προηγουμένης ἐπιψηφίσεως καὶ τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν ἡμῶν μέτρων, κυρίως ὅμως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἄνευ τούτου δύσκολον θὰ ἦτο εἰς ἡμᾶς οὐ μόνον περὶ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς, ἀλλὰ καὶ περὶ οἱασδήποτε φορολογικῆς ἀνακουφίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι τόσον σπουδαῖος δι’ ἡμᾶς ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος, ὥστε προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσωμεν δι’ αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ Κράτους μίαν ἐτησίαν πρόσοδον 4–5 ἑκατομμυρίων, ὡς ἐλπίζομεν, δὲν θὰ ἐδιστάζομεν νὰ προσφύγωμεν ἐν ἀνάγκῃ καὶ εἰς τὸ μονοπώλιον αὐτοῦ· τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ οὕτω πως θὰ ἐξευρίσκετο τρόπος ἐπιλύσεως καὶ τοῦ οἰνικοῦ ζητήματος· διότι ἡ μέλλουσα ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸ ἑταιρεία θὰ παρεῖχε καὶ αὐτὴ πρὸς τὴν οἰνοπαραγωγὴν ἀντάλλαγμά τι διὰ τὴν περιστολὴν τῆς μικρᾶς ἀποστάξεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι διὰ τῶν μέχρι τοῦδε εἰρημένων ἀπέδειξα πρὸς ὑμᾶς ὅτι οἱ ἡμέτεροι ὑπολογισμοί, ὡς πρὸς τὴν βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ εἴκοσιν ὅλα ἑκατομμύρια, οὐδόλως ἀφίστανται τῆς πραγματικότητος, οὐδ’ εἶναι ὑπεράγαν αἰσιόδοξοι, ὡς ἐνόμισάν τινες. Διὰ τῶν προτεινομένων ὑφ’ ἡμῶν οἰκονομικῶν μέτρων, ὡς ἔγινεν ἤδη κατάδηλον, οὐ μόνον τὸ μέγα ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ καλυφθῇ ὁλοσχερῶς καὶ ν’ ἀποκατασταθῇ οὕτω πως εὐρὺ τὸ μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀναγκαῖοι πόροι νὰ ἐξευρεθῶσι τόσον διὰ τὴν πολεμικὴν ἡμῶν παρασκευήν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἀνόρθωσιν καὶ βελτίωσιν καὶ τῶν ἄλλων κλάδων τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας πόρων. Πρὸς τοῦτο, Κύριοι, ἔγνωμεν νὰ προτείνωμεν ἡμεῖς τὴν σύστασιν ὀγδόου Ὑπουργείου, εἰς ὃ θὰ ὑπαχθῶσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγραφεῖα καὶ τὰ δημόσια ἔργα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ Γεωργία, τὸ Ἐμπόριον καὶ ἡ Βιομηχανία. Οὐδεμία σχεδὸν τῶν πεπολιτισμένων χωρῶν στερεῖται τὴν σήμερον τοιούτου Ὑπουργείου, ἐν Ἑλλάδι δὲ ἡ σύστασις αὐτοῦ ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἔχει καταστῆ κοινὸς πόθος ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦ νέου Ὑπουργείου δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῶσιν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νέαι δαπάναι εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφός μου, καταθέτων προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον διὰ τῆς συστάσεως τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου οὐ μόνον αὔξησις δαπανῶν δὲν ἐπέρχεται εἰς τὸν καθόλου Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ οἰκονομία τις ἐξασφαλίζεται. Ἡμεῖς, Κύριοι, προτείνοντες τὴν σύστασιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ὑπουργείου ἔχομεν ἀπόφασιν νὰ ἐφαρμόσωμεν ὡρισμένην οἰκονομικὴν πολιτικήν, ὡς ἐννοοῦσι ταύτην τὴν σήμερον ἀλλαχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἡ τοιαύτη πολιτικὴ δὲν ἔγκειται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἢ μὴ ἐφαρμογῇ τούτων ἢ ἐκείνων τῶν φορολογικῶν μέτρων, ὡς νομίζεται παρ’ ἡμῖν συνήθως. Ὑπὸ οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἐξ ἀντιθέτου πρὸς τὴν δημοσιονομικὴν τοιαύτην, ἐννοεῖται νῦν τὸ σύνολον τῶν διοικητικῶν καὶ νομοθετικῶν μέτρων, ἅτινα ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ λάβῃ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν παραγόντων χώρας τινός, τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, ἐν μιᾷ λέξει διὰ τὴν ἐνίσχυσιν καὶ προαγωγὴν τῆς καθόλου ἐθνικῆς οἰκονομίας. Τοιαύτην, Κύριοι, οἰκονομικὴν πολιτικὴν εἶναι καιρὸς νὰ καθιερώσωμεν καὶ ἀκολουθήσωμεν ἐφεξῆς ἀπαρεγκλίτως καὶ ἡμεῖς, ἂν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν χώραν ἡμῶν ἐξερχομένην ἐκ τῆς παρούσης κακοδαιμονίας. Βάσις καὶ κρηπὶς τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος πολιτικῆς εἶναι ἡ χρηστὴ διοίκησις καὶ ἡ ταχεῖα καὶ ἀκεραία ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ὧν ἄνευ ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἀδύνατον νὰ ῥιζοβολήσῃ παρ’ ἡμῖν ἡ πίστις καὶ νὰ καταστῶσι προσιτὰ καὶ εὔωνα τὰ κεφάλαια, ὡς ἀλλαχοῦ. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν θεωρεῖ ἓν τῶν πρωτίστων μελημάτων της νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἀναγκαῖα νομοθετικὰ μέτρα, δι’ ὧν θὰ συνετέλει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης. Τοιαῦτα εἶναι σὺν ἄλλοις καὶ τὰ περὶ προσόντων, μονιμότητος καὶ ἀμεταθέτου πάντων τῶν ὑπαλλήλων ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον, ἰδίᾳ δὲ τῶν δικαστικῶν, περὶ τῆς προαγωγῆς τῶν ὁποίων λαμβάνεται ἰδιαιτέρα πρόνοια, οὕτως ὥστε αὐτοὶ ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἐφεξῆς πάσης ἐπηρείας τῶν ἑκάστοτε κρατουσῶν πολιτικῶν μερίδων. Ἡ βελτίωσις τῆς δικαιοσύνης ἐπιδιώκεται καὶ δι’ ἄλλων νομοσχεδίων, μάλιστα δὲ διὰ τοῦ περὶ ἐκτελέσεως, ὅπερ προσεχῶς θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἰδιαιτέρως δέ, Κύριοι, προκειμένου περὶ γεωργίας, θὰ μεριμνήσωμεν περὶ κτηματολογίου, οὗ ἄνευ ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι δημοσιότητα καὶ ἀσφάλειαν τίτλων ἰδιοκτησίας, ἀδύνατον κατ’ ἀκολουθίαν νὰ ῥευστοποιηθῇ οὕτως εἰπεῖν ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία, ἀδύνατον νὰ γίνῃ λόγος περὶ γεωργικῆς πίστεως. Ἀλλὰ πλὴν τούτου πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ διακανονισμοῦ τῶν ἀγροτικῶν σχέσεων παρ’ ἡμῖν, ἰδίᾳ ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ ἐξεύρωμεν δὲ τρόπον, καθ’ ὃν σὺν τῷ χρόνῳ οἱ νῦν ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ θὰ καθίσταντο κύριοι τῶν ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργουμένων γαιῶν, ἐπὶ ἀποζημιώσει τῶν νῦν γαιοκτητῶν. Οὕτω πως μόνον ἀνακτώμενοι αὐτοὶ τὴν ἐλευθερίαν των θ’ ἀφωσιοῦντο εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὅστις θ’ ἀνεδείκνυε τὴν Θεσσαλίαν, ὡς πάλαι ποτέ, καὶ νῦν ἀληθῆ σιτοβολῶνα τῆς Ἑλλάδος. Οὕτω πως μόνον ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ καταστῇ σὺν τῷ χρόνῳ ἡ χώρα ἡμῶν ὑπὸ ἔποψιν σιτοπαραγωγῆς αὐτάρκης καὶ νὰ μὴ εὑρίσκηται πλέον εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα εἰσάγῃ ἔξωθεν δημητριακοὺς καρποὺς ἀξίας πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἰδιαιτάτης, Κύριοι, μερίμνης κρίνομεν ἀξίας τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ τὴν οἰνοπαραγωγήν, δύο κυριωτάτων κλάδων τῆς γεωργίας ἡμῶν, οἵτινες εὑρίσκονται τὴν σήμερον ὑπὸ κρίσιν μεγάλην. Ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει νὰ εἶναι εἰς θέσιν ταχέως, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικά τινα μέτρα, δι’ ὧν θ’ ἀνεκουφίζοντο κατὰ τὸ δυνατὸν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ καὶ οἰνοπαραγωγοὶ ἐκ τῆς κρίσεως, ὑφ’ ἧς νῦν κατατρύχονται. Οὐχ ἧττον τῆς στοργῆς τῆς Πολιτείας χρῄζουσι καὶ τὸ Ἐμπόριον καὶ ἡ Ναυτιλία, δύο σπουδαιότατοι οἰκονομικοὶ παράγοντες τῆς ἡμετέρας χώρας, δι’ οὗ; φαίνεται αὐτὴ ἐπίτηδες προωρισμένη ὑπὸ τῆς θείας προνοίας, ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς της τοποθεσίας. Τῆς αὐτῆς στοργῆς πρέπει νὰ τύχῃ καὶ ἡ βιομηχανία ἡμῶν οὐχὶ βεβαίως ἡ θνησιγενὴς ἐκείνη, ἥτις ἀνεφύη καὶ ἐφυτοζώει παρ’ ἡμῖν ὑπὸ τοὺς μεγάλους δασμοὺς καὶ τὴν πρὶν μεγάλην συναλλαγματικὴν διαφοράν, ἀλλ’ ἐκείνη, ἥτις δύναται νὰ ῥιζοβολήσῃ ἐν Ἑλλάδι, διότι πολλαὶ καὶ διάφοροι συνθῆκαι συντρέχουσιν εἰς τοῦτο. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐλπίζεται νὰ διαφωτίσῃ ἱκανῶς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν τὸ ὁσονούπω συνερχόμενον ἐν Ἀθήναις Αʹ Πανελλήνιον Συνέδριον τῆς Βιομηχανίας κλπ. Ἡμεῖς, Κύριοι, θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως μεγάλης εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπαρτισθησομένης ἐξ εἰδικῶν ἐπιστημόνων καὶ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων ἐπιμελητηρίων καὶ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν συλλόγων τῆς χώρας. Αὐτὴ θὰ ζητήσῃ ὅλας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτων θὰ διατυπώσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς γνώμας της περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταρρυθμίσεων εἰς τὸ ἡμέτερον δασμολόγιον. Τοιοῦτο, Κύριοι, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὸ δημοσιονομικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ οὗ καλεῖται νῦν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της. Διὰ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ δὲν ἀξιοῦμεν ἡμεῖς προνόμιον εὑρεσιτεχνίας. Ἂν ὄχι πάντων, τῶν πλείστων ὅμως μέτρων, τῶν νῦν προτεινομένων ὑφ’ ἡμῶν, συνησθάνθησαν τὴν ἀνάγκην πάντες οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα. Ἂν δὲν προέβησαν αὐτοὶ εἰς τὴν ἐφαρμογήν των, τοῦτο προῆλθε μᾶλλον ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των, διότι αἱ περιστάσεις δὲν ἦσαν κατάλληλοι εἰς τοῦτο, διότι ἰδίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶχε συναισθανθῆ τὴν ἀνάγκην αὐτῶν. Νῦν ὅμως, ὅτε αὐτὸς ἐξηγέρθη σύσσωμος καὶ ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος μέτρων· νῦν, ὅτε αὐτὸς εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἀνακτήσῃ τὴν προσήκουσαν εἰς αὐτὴν θέσιν ἀπέναντι τῶν Κρατῶν τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου· νῦν, λέγω, ἐπέστη ἡ ὥρα, ἵνα πάντα τὰ μέτρα ἐκεῖνα γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτοῦ τε καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, Κύριοι, ἀξιοῖ παρ’ ἡμῶν νὰ καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἰσχυρὰν καὶ ἀνταξίαν τοῦ ἐνδόξου αὐτῆς παρελθόντος καὶ τοῦ ἱστορικοῦ αὐτῆς προορισμοῦ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀξιοῖ πρὸς τοῦτο νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος πᾶσαν κομματικὴν βλέψιν, πᾶσαν μικροφιλοτιμίαν καὶ ἀντιπάθειαν καὶ τείνοντες πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας νὰ συνεργασθῶμεν ἐν συμπνοίᾳ καὶ εἰλικρινείᾳ πρὸς ἀνόρθωσιν πάντων τῶν κακῶς ἐχόντων παρ’ ἡμῖν, ἰδίως δὲ διὰ τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, ἥτις οὐδεμίαν ἀναβολὴν ἐπιδέχεται πλέον. Ἡμεῖς, Κύριοι, δηλοῦμεν ὅτι δὲν ἐρχόμεθα νῦν ἐνώπιον ὑμῶν ὡς κόμμα, οὐδ’ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ἐπιβάλωμεν εἰς ὑμᾶς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένων μέτρων. Τὰ μέτρα ταῦτα προβάλλομεν εἰς ὑμᾶς ὡς Ἕλληνες πρὸς Ἕλληνας, ὡς ἁπλοῖ ἐντολοδόχοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ἵνα λάβητε αὐτὰ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ προβῆτε εἰς τὴν ἐπιψήφισίν των, ἀφοῦ προηγουμένως τὰ μελετήσητε, τὰ συζητήσητε καὶ ἐπιφέρητε εἰς αὐτὰ πᾶσαν λογικὴν καὶ δικαίαν τροποποίησιν, πᾶσαν βελτίωσιν, δι’ ἧς θὰ εὐωδοῦτο ἔτι μᾶλλον ὁ δι’ αὐτῶν ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Ἡμεῖς δὲν ἀξιοῦμεν ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν τὸ ἀλάθητον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπικαλούμεθα τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν ὑμῶν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐπεξεργασίαν τῶν μέτρων ἡμῶν. Ἐφ’ ὅσον δέ, Κύριοι, δὲν ὑποδεικνύεται ἄλλη τις λύσις τοῦ μεγάλου οἰκονομικοῦ ἡμῶν προβλήματος, ἐφ’ ὅσον μόνον διὰ τῶν μέτρων τούτων ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης ἀφορήτου καταστάσεως καὶ ν’ ἀποσοβήσωμεν τοὺς ἐπικρεμαμένους ἐφ’ ἡμᾶς κινδύνους, ἔχετε καθῆκον, καὶ καθῆκον ὑπέρτατον, νὰ μὴ ἀρνηθῆτε εἰς ἡμᾶς τὴν νομοθετικήν σας συνδρομήν. Ἔχετε καθῆκον νὰ ὑποβοηθήσητε ἡμᾶς ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ εἰς τὸ ἔργον τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως, ὅπερ ἀνέθεσεν εἰς ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, βέβαιοι ὄντες ὅτι οὕτω πως μόνον θὰ φανῆτε ἀντάξιοι τῆς μεγάλης ἀποστολῆς σας καὶ θὰ ἀνταποκριθῆτε εἰς τὰς προσδοκίας του. Ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅλα τὰ δέκα ἑκατομμύρια τοῦ ἐλευθέρου καὶ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ, τὰ διεσπαρμένα ἁπανταχοῦ γῆς, ἔχουσι τὴν στιγμὴν ταύτην τὰ βλέμματά των ἐστραμμένα πρὸς ὑμᾶς καὶ ἀπεκδέχονται ἐξ ὑμῶν τὴν σωτηρίαν. Κύριοι Βουλευταί, σᾶς ἐξορκίζω, σώσατε τὴν πατρίδα, σώσατε τὸ Γένος τῶν Ἑλλήνων! (Ῥαγδαῖα καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις πρόκειται νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν Κανονισμόν, νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως συνεχίσωμεν τὴν συνεργασίαν μας. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 10 μ. μ.).