1909.09.29
840 rows · 6,542 words · 51 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
τῆς 29ης Σεπτεμβρίου 1909.
(Τρίτη).
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. παρόντων 99 Βουλευτῶν ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; Οὐδείς. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».
§2Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Δὲν παρῆλθε τὸ εἰκοσιτετράωρον ἀπὸ τῆς καταθέσεως· μόλις πρὸ ὀλίγης ὥρας ἐλάβομεν τὸ σχέδιον τῆς μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὸ ἐθεώρησεν ἐπεῖγον.
§4Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου θέματος, ὅπερ μετὰ πάσης προσοχῆς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀνέκαθεν ἐζήτησαν βελτίωσιν τῶν τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς ἀποφυγὴν κωλυσιεργιῶν καὶ ἀπωλείας χρόνου. Ἀλλὰ βεβαίως οὐδέποτε θέλω, ἐγὼ τουλάχιστον, συναινέσει, ὥστε ἐπὶ προσχήματι μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα ἀντικείμενα εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὸ σχέδιον τοῦτο εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς καὶ πρέπει βεβαίως νὰ συντελέσωμεν, ὅπως καταλλήλως τροποποιούμενον τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὅπως τοῦτο ἐπιτευχθῇ, προκειμένου μάλιστα περὶ σχεδίου μεταβάλλοντος ἐν πολλοῖς τὸν Κανονισμὸν καὶ παρέχοντος ἐκ τούτου δικαίωμα εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ προτείνῃ καὶ οὗτος τροπολογίας καὶ προσθήκας εἰς τὸν Κανονισμόν, εἶναι ἀπαραίτητον, κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς πρὸς οἰκονομίαν χρόνου, τὸ σχέδιον τοῦτο — καὶ λέγω τοῦτο πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἂν ἐγκαίρως σήμερον δύναται νὰ συζητηθῇ τοῦτο ἢ δὲν δύναται —, εἶναι ἀπαραίτητον, λέγω, νὰ παραπέμψωμεν τὸ σχέδιον τοῦτο εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν καὶ εἰσαγάγῃ ἐνταῦθα τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀποφάσεων καὶ σκέψεων αὐτῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος, ἂν νομίζῃ τοῦτο ὀρθὸν ἡ Βουλή, ἂς ἐκλέξῃ αὐτὸς τοὺς καταλλήλους μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν τοιαύτην ἐργασίαν. Τότε μόνον θέλομεν φθάσει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ Κανονισμοῦ ἐν ὁμοθυμίᾳ καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, ὃν ἐπεδίωξεν ἡ ὑποβολὴ τοῦ σχεδίου τούτου, τῆς ἀποφυγῆς κωλυσιεργίας καὶ ἀπωλείας χρόνου, καὶ θέλει προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν τούτου τοῦ σχεδίου ἐν πάσῃ ἀσφαλείᾳ ὅτι οὐδόλως δι’ αὐτοῦ θίγεται τὸ πολίτευμα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ζητεῖτε τὴν ἀναβολήν; Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§6Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος δὲν κατέληξεν εἰς πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ σχεδίου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν.
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν. Ἡ ἰδέα, κύριε Πρόεδρε, περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι νέα. Τὸ πρῶτον ἐρρίφθη ἡ πρότασις περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ ἀπὸ τοῦ 1874, ὅτε συνέβησαν αἱ ἀκολασίαι ἐκεῖναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὰς ὁποίας ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐτιμώρησε διὰ τῆς ἀκυρώσεως τῶν διαπραχθέντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν Βουλῇ μὴ ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρισκομένῃ. Ἔκτοτε αἱ τοιούτου εἴδους μεταβολαὶ εἰσήχθησαν κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τῇ προτάσει τῶν γιγάντων ἐκείνων τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἀπέρριψε ταύτας. Ἀνήκω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀνάγκην τῆς κατά τι μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, διότι βεβαίως, Κύριοι, πολλάκις παριστάμεθα ἐκ καλῆς βεβαίως πίστεως, ἀλλὰ παριστάμεθα τέλος πάντων, εἰς μίαν ἀπεραντολογίαν μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ νομοθετήματα ἐπείγοντα, ὡς ἐκ τούτου δὲ αἱ ἐπαρχίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐγκατελείφθησαν εἰς τὴν τύχην των, διότι οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἀπησχολήθη εἰς ἐργασίαν συντελοῦσαν εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ πληθυσμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος διατρέφει ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ προτάσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, περὶ προτάσεων, αἱ ὁποῖαι θίγουσιν αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀρυόμεθα τὸ δικαίωμα νὰ συνερχώμεθα ἐδῶ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε τὸ ἀπαράδεκτον;
§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§11ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς ἔχει, βεβαίως.
§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ συμφωνήσω πρὸς τὸν κ. Δραγούμην. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἡ πρότασις αὕτη, ὅπως ἐκκαθαρισθῇ τῶν τοιούτου εἴδους αἰτιάσεων, διότι, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ, ὅπως γνωρίζομεν πάντες, ἔχει διττὸν σκοπόν, τὸν ἔλεγχον τῆς διοικήσεως ἐν γένει καὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ πρῶτον δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς τοὺς Βουλευτάς, διότι τί ὠφελεῖ, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἡ Βουλὴ αὕτη μεταβληθῇ εἰς ἐργοστάσιον παραγωγῆς νόμων καὶ τοὺς νόμους ἐκείνους ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ τελευταῖος κλητὴρ καὶ ὁ τελευταῖος ὑπαλληλίσκος νὰ σχίζῃ χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα τέλος πάντων οὐ μόνον νὰ ἐλέγχωμεν τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, ἀλλὰ πολλάκις νὰ διαφωτίζωμεν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς κατὰ τῶν τοιούτου εἴδους ἀκολασιῶν; Διὰ τοῦτο, προκειμένου περὶ τοιούτων τροπολογιῶν θιγουσῶν αὐτὸ τὸ πολίτευμα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν μετὰ περισκέψεως. Διὰ τοῦτο εἶμαι τελείως σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ σχηματίσῃ ἐκ τῆς Βουλῆς ὀλιγοπρόσωπον ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἐκ προσώπων δυναμένων τέλος πάντων νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς Κανονισμοὺς ξένων Βουλῶν, ὡς καὶ τὰ ἔθιμα τῆς ἡμετέρας Βουλῆς, τοιοῦτος δὲ δὲν εἶμαι ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, κύριε Πρόεδρε, νὰ σχηματίσητε ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν νὰ προσκομίσῃ ἐνταῦθα τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της, ἵνα τέλος πάντων μετὰ περισκέψεως προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς σοβαρωτάτης ἄλλως τε ταύτης προτάσεως.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν;
§14ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἐπιβεβλημένη, κύριε Πρόεδρε, ἐθεωρήθη ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας ἡ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα συζήτησιν μὲν σοβαρὰν ἐν τῷ ἐλέγχῳ, ἀλλὰ μὴ παρεκκλίνουσαν ὡς ἐκ τῆς κακῆς διαρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ εἰς ἀπεραντολογίας, τόσον ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἐπιβεβλημένον προκειμένου νὰ προβῶμεν εἰς τοιούτου εἴδους ἐγχείρημα διαρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ διατάξεων μάλιστα σοβαρῶν καὶ θιγουσῶν, ὡς λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου, αὐτὸ τὸ πολίτευμα, εἶναι ἐπιβεβλημένον, λέγω, μετὰ πολλῆς τῆς περισκέψεως καὶ μετὰ ἐρεύνης βαθυτάτης νὰ προβῶμεν. Διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι πολλάκις ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ ἡμῶν ἵνα καταπαύσῃ μία κατάστασις, ἥτις κατέληξεν εἰς κατάχρησιν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φθάσωμεν εἰς ἄλλας ἀκρότητας, τῶν ὁποίων μνείαν ἱστορικὴν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς μνημονεύσας παραδείγματα λυπηρὰ παρελθούσης ἐποχῆς. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι μέγα κέρδος θέλει ἔχει ἡ Βουλή, μέγα κέρδος θέλει πορισθῆ ἐκ τῆς ὀρθῆς τοῦ Κανονισμοῦ διαρρυθμίσεως, ἂν ἤθελε δεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συντομώτατα θὰ φέρῃ τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν αὐτῆς. Διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει βεβαίως θ’ ἀντιταχθῇ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ νομοσχέδιον διενεμήθη πρὸ ὀλίγου χρόνου, καὶ δὲν ἐλάβομεν τὸν καιρὸν οὐ μόνον νὰ μελετήσωμεν τοῦτο, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν ν’ ἀναγνώσωμεν αὐτό, καὶ θὰ προβληθῇ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως. Διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι σήμερον τὴν μεσημβρίαν, περὶ τὴν 2½, ἔλαβον τοῦτο.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§16Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Βουλὴ δέον νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν στιγμὴν ταύτην ὑποβάλλεται σχέδιον Κανονισμοῦ, τοῦ ὁποίου μόλις χθὲς ἠκούσαμεν τὴν ἀνάπτυξιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον διενεμήθη περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς σήμερον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη χθὲς τὴν ἑσπέραν.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς τὴν ἑσπέραν διενεμήθη.
§20Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δηλῶ ὅτι ἔλαβον τοῦτο σήμερον τὴν μεσημβρίαν.
§21Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Σήμερον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε τοῦτο ὑμεῖς; Ἐγὼ ἔδωκα διαταγάς, ἵνα διανεμηθῇ χθὲς τὴν ἑσπέραν, καὶ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι διενεμήθη. Πῶς ὑμεῖς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν διενεμήθη;
§23Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Συνέβη ἀταξία τις ἐν τῷ τυπογραφείῳ καὶ ἦλθεν ὁ διευθυντὴς τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς πρὸς ἐμὲ καὶ μοὶ τὸ εἶπεν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι λάθος τοῦ τυπογραφείου.
§25Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ ὅτι αἰτιώμεθα τοῦτον διότι διενεμήθη σήμερον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ἴδω ἂν ἐξετελέσθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέταξα χθές. Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινός.
§27Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι προκειμένου νὰ προβῶμεν εἰς μεταρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία θ’ ἀσκήσῃ μεγίστην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἔν τε τῷ παρόντι καὶ τῷ μέλλοντι, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν μετ’ ἐλαφρᾶς καρδίας καὶ ὅλως ἀμελετήτως εἰς τὴν παραδοχὴν ταύτης. Δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προέβη εἰς μελέτας βαθυτάτας, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ὑπογραφῆς του προτάσεως περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐμελέτησε μετὰ σπουδαιότητος τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὸν ἁρμόδιον χρόνον, ἵνα δώσωμεν τὴν ψῆφον μετὰ μελέτην ὀρθὴν τοῦ θέματος. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὅστις θὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐν τῷ μέλλοντι, ὅστις θὰ μειώσῃ κατά τι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅστις θὰ κανονίσῃ τὴν μὴ ἀπεραντολογίαν τοῦ λόγου, εἶναι ζήτημα μελέτης σοβαρᾶς, διότι, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐργάζηται μετὰ πολλῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, μετὰ πλήρους σκέψεως, τότε καὶ μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι Κοινοβούλιον σύμφωνον πρὸς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ ἔθνος τὸ ἀποστέλλον τοὺς ἀντιπροσώπους του εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐκ μιᾶς προχείρου ἢ μᾶλλον ἁπλῆς ἀναγνώσεως, διότι οὐδὲ πρόχειρον τοιαύτην ἐποιησάμην, ἐπὶ τοῦ σχεδίου βλέπω εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον ὅτι καταργεῖται καὶ αὐτὴ ἡ εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ καταθέτωσι τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὁ δὲ Πρόεδρος ἀνακοινοῖ τυπικῶς τὴν κατάθεσιν τούτων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶναι βεβαιωμένον ὅτι αἱ κοινοβουλευτικαὶ παραδόσεις ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἵνα καὶ τῶν νομοσχεδίων των αὐτοὶ ποιῶνται εἰσήγησίν τινα εἰς τὴν Βουλήν, πρὸ πάντων δὲ ἵνα γίνηται τοιαύτη τις εἰσήγησις κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ ὑποβολὴ ἑνὸς Προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ προγράμματος, ὑφ’ ὃ θέλουσι κυβερνήσει οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Πρόκειται δηλαδὴ νὰ καταργήσωμεν ἔθιμα ἀνέκαθεν ὑπάρχοντα, τὰ ὁποῖα ἐπεκράτησαν ἀφ’ ὅτου ἐλειτούργησε παρ’ ἡμῖν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Διότι, ἂν φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δέον νὰ παρίστανται ἐνταῦθα εἰσηγούμεναι τὰ μέτρα αὐτῶν σιγηλῶς καὶ ὅτι πρέπει νὰ εἰσάγωνται τὰ μέτρα αὐτῶν ἄνευ τῆς δεούσης εἰσηγήσεως, ὥστε τὸ ἔθνος ἐκ τῆς πρώτης ἀναπτύξεως νὰ δύναται νὰ κατέχῃ τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς γενικὰς ἀρχάς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐνεπνεύσθησαν, τότε βεβαίως δὲν λειτουργεῖ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ λειτουργεῖ ἀπολυταρχία, ἡ ὁποία ἂν ἐπικρατήσῃ, πρέπει νὰ φύγωμεν ἡμεῖς ἀπ’ ἐδῶ. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἐχθρὸς ἐπὶ θύραις, ἂν ἡ συζήτησις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ γένηται μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἀφοῦ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐκλεγομένη μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν συσταθῇ καὶ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν φρονῶ δ’ ὅτι ὑπάρχει κίνδυνός τις ἐκ τῆς ἀναβολῆς ταύτης οὔτε ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει θέσει ὡς πρόγραμμα νὰ καταργήσῃ τὴν ὀνομασθεῖσαν ὑπ’ αὐτῆς φλύαρον ἀναρχίαν, νομίζει ὅτι δέον νὰ πατάξῃ τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου καὶ περιορίσῃ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἐκτὸς ἂν νομίζῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅτι ἔχει ἀνάγκην, ἵνα θέσῃ φίμωτρον καὶ εἰς τὸ ἰδικόν του στόμα.
§28Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βάλτου ἀπέδειξαν ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πολὺ ταχέως ἐμελέτησε τὸ ζήτημα.
§29Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον ὅτι προχείρως ἐμελέτησα τοῦτο.
§30Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἑπομένως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συζητήσῃ τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι δυστυχῶς ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὅτι ἐξ ἐλλείψεώς τινος ἐν τῷ τυπογραφείῳ δὲν διενεμήθη χθές, ὡς ὤφειλε νὰ διανεμηθῇ, ἡ πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἐπικαλουμένη τὸν ἴδιον Κανονισμὸν δύναται νὰ ἀξιώσῃ, ὥστε σήμερον νὰ μὴ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὴν Βουλὴν νὰ παρίδῃ τὸ δυνητικὸν τοῦτο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως. Ἂν δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀποδειχθῇ τῷ ὄντι ὅτι παρὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον πρόθεσιν αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας εἰσηγήθην εἰς τὴν Βουλήν, ἀντίκεινται εἰς τὸ πολίτευμα, ὅπως τολμηρῶς τοῦτο διετυπώθη ἐνταῦθα καὶ ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀξίων παντὸς σεβασμοῦ, ἐγὼ πρῶτος θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ὑποχωρήσω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅταν τοῦτο ἀποδειχθῇ. Ἀλλὰ θὰ εἶναι, Κύριοι, πολὺ δυσάρεστον, ἐνῷ καλούμεθα ὁπωσδήποτε, ἵνα μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ σπουδῆς ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου ἡμῶν, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ παρουσιάσωμεν τὴν εἰκόνα ὅτι διαλύομεν τὴν συνεδρίασιν ἄνευ ἐργασίας. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Διὰ τοῦτο, ἐπαναλέγω, Κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, ἐκτὸς ἄν, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ δυνητικὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ συζητῇ τὸ νομοσχέδιον, ἂν δὲν διανεμηθῇ ἀκριβῶς πρὸ εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος.
§32Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχω λόγον νὰ μὴ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, περὶ παραπομπῆς τῆς τροποποιήσεως εἰς ἐπιτροπήν. Φρονῶ δ’ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ὅσων εἶπε δὲν ἐκλόνισε ποσῶς τὰς αἰτιολογίας, αἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν. Φρονῶ δὲ προσέτι ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι ἰσχυροὶ λόγοι, βεβαίως δὲν εἶναι ἰσχυρὸς λόγος ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παρουσιάσῃ τὸ θέαμα ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτῆς ἡμέρας ὅτι λύει τὴν συνεδρίασιν ἐλλείψει ὕλης. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὕλη ἐν τῇ Βουλῇ, τὴν ὑπαιτιότητα τῆς ἐλλείψεως ὕλης δὲν φέρουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ εἰσφέρωσι φῶς εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ τὴν ὑπαιτιότητα τῆς ἐλλείψεως ὕλης φέρουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν συνεκόμισαν τὴν ὕλην εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρόκειται νὰ θίξωμέν τινα ἢ νὰ ἀπονείμωμεν εὐθύνας, ἀλλὰ διὰ τὴν ἱστορίαν μόνον ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα σημειώσω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ εἶναι λυπηρὸν νὰ λύσῃ ἡ Βουλὴ τὴν συνεδρίασιν ἐλλείψει ὕλης. Διότι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συρθῇ νὰ συζητήσῃ ἀμελετήτως σχέδια μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς ὑποβαλλόμενα τὴν τελευταίαν ὥραν οὔτε εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλή, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν ἀνωτάτην ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει, ἐφ’ ὅσον ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, νὰ συρθῇ, ὅπως δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς ἀσυζητητὶ περίπου, νὰ κληθῇ δὲ νὰ πράξῃ τοῦτο μόνον διὰ νὰ μὴ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ κακισθῇ ὅτι δὲν ἔσχεν ὕλην πρὸς συζήτησιν. Καὶ χθὲς ἡ συνεδρίασις ἐλύθη μετὰ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν. Προσήλθομεν ἅπαντες ἐνταῦθα νομίζοντες ὅτι θέλομεν ἀκούσει τὴν εἰσήγησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις, ἃς διέρχεται σήμερον τὸ Κράτος, ἐνδεικνύουσι, καὶ ἠκούσαμεν μόνον προλόγους, πρότασιν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ὑποβολὴν τριῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσίγησεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐσίγησεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐσίγησεν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ προσωρινὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐσίγησεν. Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ τοιαύτας περιστάσεις ἐμφανιζόμενον δὲν ἐδικαιοῦτο ν’ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον του κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν διὰ προλόγων. Πρὸ παντὸς δὲ ἐδικαιούμεθα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀκούσωμεν τὴν εἰσήγησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ χωλαίνουσα καὶ τῆς ὁποίας ἡ διόρθωσις ἐπιβάλλεται ὅσον τάχιστα, ἂν θέλητε νὰ ἐπακολουθήσῃ τὸ πρόγραμμα στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὀργανώσεως. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ταῦτα δὲν ὑποβάλλονται ἐνώπιον ἡμῶν δὲν δικαιοῦσθε νὰ λέγητε ὅτι δὲν ἔχομεν ὕλην πρὸς συζήτησιν. Ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν καὶ θέλομεν πράξει τοῦτο οὐχὶ πτοούμενοι πρὸ οἱασδήποτε ἀπειλῆς, ἀλλ’ ἐκ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀπέναντι τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ συζητήσωμεν ἐν πλήρει φωτὶ καὶ μετὰ μελέτην, διότι, ὅταν ἀμελέτητα εἰσάγωνται τὰ ζητήματα καὶ μετ’ ἀμελετησίας ψηφίζωνται, θὰ ὁδηγήσωσιν εἰς καταστροφὴν τὸ ἔθνος. Παρουσιάσατε ὕλην καὶ τότε δικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε λόγον καὶ νὰ ἐξαγγέλλητε παράπονα διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν ὡρῶν τῆς Βουλῆς, ἥτις καλεῖται εἰς γεῦμα, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν παρατίθενται ἐδέσματα.
§33Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν συζήτησις τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Λέγω ὅτι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἡ σπουδαιότης θέματός τινος ἐλαττοῦται ἐξ οἱασδήποτε ἐξαιρετικῆς περιστάσεως. Οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι, προκειμένου νὰ μεταρρυθμισθῶσι τὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐπιλαμβανόμεθα θέματος ὑψίστης σπουδαιότητος. Διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν περὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔστω καὶ εἰς ἐλάχιστον ἀσχοληθέντων παραγνωρίζει ὅτι ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει καθορίσει ἡ Βουλὴ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμένων αὐτῇ καθηκόντων, θέλουσι προέλθει συνέπειαι σοβαρώταται, θέλουσιν εὐρυνθῆ ἢ περιορισθῆ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τὰ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀνατεθειμένα εἰς αὐτήν. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδ’ ἐθεώρησα τὰ ζητήματα τοῦ Κανονισμοῦ δευτερευούσης φύσεως, ἂν καὶ ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ ἐπὶ θέματος δευτερευούσης φύσεως νὰ λεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἐνταῦθα, ὅτι δύναται νὰ διανέμηται εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ὡρῶν καὶ κατόπιν νὰ λέγηται εἰς αὐτὴν «συζητήσατε καὶ ἀποφασίσατε», διότι ἐπείγει νὰ διορθωθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσχυσεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Ἐκ συμπτώσεως ἔλαβον σήμερον τὴν μεσημβρίαν τὴν πρότασιν αὐτήν, καὶ ἀποπειραθεὶς νὰ μελετήσω τὰ περὶ τοῦ ζητήματος ἔλαβον εἰς χεῖράς μου μελέτην τινὰ ἀκριβῆ περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐπερωτήσεων στρεφομένην, καὶ παρετήρησά τι λίαν περίεργον καὶ διδακτικόν, ἄξιον προσοχῆς, διότι ἀπορρέει ἀπὸ τόπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα ἀκριβῶς νὰ λάβωμεν διδάγματα. Τί εἶδον λοιπόν; Εἶδον ὅτι καὶ τὸ Γερμανικὸν Κοινοβούλιον ἐπελήφθη πρὸ ἐλαχίστου χρόνου τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τοῦ διακανονισμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ Γερμανικὸν Κοινοβούλιον πῶς νομίζετε ὅτι ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος αὐτοῦ; Κατηρτίσθη μία ἐπιτροπὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ποίαν νομίζετε ὅτι ἔδωκε σπουδαιότητα εἰς τὴν ἐργασίαν, τῆς ὁποίας ἐπελήφθη, ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξε τὸ Γερμανικὸν Κοινοβούλιον ἐκ τῶν μελῶν αὑτοῦ, μελῶν ἁρμοδίων περὶ τὰ τοιαῦτα, ἵνα διατυπώσωσι σχέδιόν τι διακανονισμοῦ τῶν ἐπερωτήσεων, πῶς δὲ νομίζετε ὅτι εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπὴ αὑτή; Κατὰ τὸν ἑξῆς περίεργον τρόπον: τὴν 8 Νοεμβρίου 1909 ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς Jahng ἀπηύθυνε μίαν ἐπιστολὴν πρός τινα καθηγητὴν καὶ τῷ λέγει· «ἐπληροφορήθην ὅτι ὑμεῖς καταγίνεσθε εἰς μελέτας καὶ μεταξὺ πολλῶν θεμάτων ἔχετε καταγίνει καὶ εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τῶν ἐπερωτήσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν ὑμᾶς ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ δημοσιεύσητε ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν μελέτην ὑμῶν, ἵνα δυνηθῇ νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν της καὶ ἡ ἐπιτροπή». Κατόπιν δέ, τὴν 8 Νοεμβρίου, τῷ λέγει, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθῇ μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου 1909. Καὶ βλέπετε τοιουτοτρόπως ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ὄχι μόνον συνέλεγε πᾶν τὸ ὑλικὸν τὸ ὑπάρχον, ὄχι μόνον ἐμελέτα τὰ πάντα, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ὀρθὴν διατύπωσιν τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἐνόμιζεν ὅτι εἶχε καὶ καθῆκον ν’ ἀπευθυνθῇ καὶ εἰς πρόσωπον διακεκριμένον, τὸ ὁποῖον εἶχε κάμει περὶ τούτου μελέτας καὶ ζητήσει, ὅπως δημοσιευθῇ ἡ μελέτη. Καὶ ὄντως ἡ μελέτη ἐκείνη, συνεπείᾳ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ἐδημοσιεύθη. Ἡμεῖς δὲ ἐδῶ τί κάμνομεν; Ἐπαρκεῖς εἰς πάντα λέγομεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ καταρτίσωμεν ἐπιτροπήν, καὶ ἂν πρόκειται ἡ ἐπιτροπὴ δύο καὶ μόνον ἡμέρας ν’ ἀπασχοληθῇ περὶ τὸν διακανονισμὸν τοῦ θέματος. Καὶ ἠξεύρετε διὰ τίνα λόγον; Διότι, ἐὰν κατηρτίζετο ἐπιτροπή, θὰ παρίστατο ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ἔχει ἐργασίαν, καὶ τοῦτο εἶναι πρᾶγμα τρομερόν, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν. Ἀλλά, ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἐργασίαν νὰ κάμῃ, δὲν εἶναι λόγος τοῦτο νὰ τῇ δώσωμεν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ κάμῃ. Διότι, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπητε, οὐδένα θὰ κάμητε νὰ πιστεύσῃ ὅτι δύνασθε νὰ κάμητε ἐν διαστήματι δύο ὡρῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρειάσθη ἀλλοῦ νὰ κάμωσιν ἐν ἡμέραις πολλαῖς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν δυνάμεθα σοβαρῶς νὰ λέγωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ὀρθῶς τὸ ζήτημα ἄνευ καταρτισμοῦ ἐπιτροπῆς. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ πρότασις ἡ κατατεθεῖσα, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω ποσῶς εἰς αὐτήν, διότι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θεωρῶ ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ μεταβληθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, νὰ κανονισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ὅ,τι εἴδομεν γινόμενον κατὰ τὸν τελευταῖον χρόνον καὶ ματαιοῦται ἐντελῶς ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην. Ἀλλὰ μεταξὺ αὐτοῦ — καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τονίσω τοῦτο, διὰ νὰ μὴ χωρῇ παρεξήγησις μεταξὺ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ διαρρυθμισθῇ ὁ Κανονισμός, ὥστε νὰ μὴ γίνηται εἰς τὸ ἑξῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μέχρι τοῦδε —, καὶ τῆς ἀξιώσεως τῆς τυπικῆς, ἵνα ἡ Βουλὴ ἄρξηται τῆς συζητήσεως ὅλως ἀμελετήτως ὑπάρχει ἀπόστασις μεγάλη. Ἐκεῖνος δέ, ὅστις θέλει συντομεύσει τὴν ἀπόστασιν ταύτην καὶ θέλει συγχύσει τὰ ζητήματα ταῦτα μὲ τὴν ἀλήθειαν, δὲν θέλει παράσχει ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πάντες ἀγωνιζόμεθα.
§34Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεὶς ἀρνεῖται, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ Γερμανικῷ Κοινοβουλίῳ πᾶσα μεταβολὴ προμελετᾶται καὶ προβασανίζεται πολλάκις καὶ ἐπὶ σειρὰν ὄχι ἡμερῶν καὶ ἑβδομάδων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἔτος. Ἀλλὰ καὶ τίς ἐπίστευέ ποτε ὅτι προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεων ἠθέλετε ἐπικαλεσθῆ παράδειγμα ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἐκεῖ, ὡς γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κάλλιον ἐμοῦ, διὰ νὰ ὑποβάλητε ἐπερώτησιν, πρέπει νὰ εἶσθε τριάκοντα ἢ πεντήκοντα.
§35Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου νὰ ἐξακολουθῆτε;
§36Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι· ν’ ἀπαντήσητε κατόπιν. Καὶ ἐπικαλεῖται τὸ παράδειγμα τοῦτο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο ἐγὼ διὰ τῆς προτάσεως νὰ μεταβάλω τὰ πράγματα. Νομίζω ὅτι χθὲς διὰ τῆς εἰσηγήσεως κατέδειξα ὅτι οὐδὲν μεταβάλλεται, ἀλλὰ μόνον ῥυθμίζεται. Πᾶς τις δύναται νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν· ὁ μόνος περιορισμὸς εἶναι ὅτι θὰ τὴν ὑποβάλῃ ἔγγραφον εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ τὴν ἐπιοῦσαν θὰ τὴν ἀναπτύξῃ. Ἐπαναλέγω, Κύριοι, ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ὀρθὸν ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐξ ἐλλείψεως τοῦ Τυπογραφείου ἡ πρότασις δὲν διενεμήθη πρὸ 24 ὡρῶν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τῷ δικαιώματί της δύναται ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ δι’ ἐξέτασιν προτάσεως τοσοῦτον κατ’ ἐμὲ ἁπλῆς καὶ τοσοῦτον σαφεστάτης, ἐάν, λέγω, ἐπιμένῃ νὰ προβῶμεν εἰς σχηματισμὸν ἐπιτροπῆς, ὅπως ὁ χρόνος παρέλθῃ ἐπὶ ματαίῳ, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν προσήκει εἰς ἡμᾶς τὴν στιγμὴν ταύτην. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι διακόπτουσι τὸν ῥήτορα).
§37Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸς τίνας ἀποτείνεσθε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§38Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πρὸς ἐμὲ αὐτόν.
§39ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πῶς ἀποτείνεσθε πρὸς Βουλευτάς; (Κωδωνοκρουσίαι ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου).
§40Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ἐγὼ οὐδένα κατηγορῶ καὶ ἂν νομίζητε ὅτι κατηγόρησά τινα, εἶμαι προθυμότατος νὰ τὸ ἀνακαλέσω, διότι ἐν τῇ ἐμῇ διανοίᾳ οὐδέποτε ἐγεννήθη ἡ ἰδέα νὰ προσβάλω τινά. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις ἔχει τοσοῦτον σαφῶς διατυπωθῆ, ὥστε ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποφασίσῃ νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν εἰς ἐπιτροπήν. Ἐὰν διὰ τῆς συζητήσεως ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον, ὅτι δηλ. ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν σαφέστατα καὶ κατ’ οὐδὲν μεταβάλλοντα τὰ πράγματα, δὲν εἶναι τόσον σαφῆ, ὡς ἡμεῖς τὰ ὑπολαμβάνομεν, ἐὰν διὰ τῆς συζητήσεως ἀποδειχθῇ, τότε καὶ ἡμεῖς βεβαίως πρόθυμοι θὰ εἴμεθα εἰς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν ἴσως θὰ θελήσῃ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ζητῶμεν τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν εὑρίσκομεν τοὐλάχιστον τὸ πρᾶγμα οὐχὶ ὡς ἀπώλειαν χρόνου, ἀλλ’ ὡς τι μὴ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸ ἐπεῖγον τοῦ χρόνου ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν. Ἂν εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐργασία πρὸς συζήτησιν, τοῦτο δὲν ἐσήμαινεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἑτοίμη νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐργασίαν αὑτῆς πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι τὸ πρῶτον ἔργον αὑτῆς εἶναι ν’ ἄρξηται ἀπὸ τῆς διορθώσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι τοῦτο εἶναι τὸ πρώτιστον αὑτῆς ἔργον. Βεβαίως ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν τροποποιεῖται ἐπὶ τὸ ἀπολυταρχικώτερον, ὡς μᾶς κατηγοροῦσιν, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν τάξιν καὶ ν’ ἀνυψώσωμεν τὸν ἔλεγχον εἰς τὸ προσῆκον σημεῖον καὶ διὰ νὰ καταστήσωμεν τὰς συζητήσεις σοβαρὰς καὶ ἀνταξίας τῶν γνησίων ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἂν ἐπιμένῃ, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον, καὶ αὔριον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, καί, ἂν προκύψωσι δισταγμοὶ ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, βεβαίως τότε καὶ ἡμεῖς θὰ συναινέσωμεν, ὅταν μᾶς ἀποδείξητε ὅτι ἡμεῖς εἰσηγάγομεν προτάσεις ἀντικειμένας εἰς τὸ πολίτευμα, τοῦ ὁποίου εἴμεθα ἐνθερμότατοι θιασῶται.
§41Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως εἶναι ἀναγκαία καὶ ἐπιβεβλημένη ἀκριβῶς διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν ὑποβαλόντα τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις ἀντικειμένας εἰς τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ. Παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 72 τοῦ Κανονισμοῦ.
§42Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγνώριζον ὡς ἄνθρωπον γλυκὺν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἄνθρωπον ἐπιθυμοῦντα τὴν εἰρήνην, διαβιοῦντα δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιδεικτικῶς. Παρ’ ἐλπίδα ὅμως εἶδον αὐτὸν σήμερον ξιφουλκήσαντα καὶ κατηγοροῦντα ἡμᾶς πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην ὡς κωλυσιεργούς, διότι εἴπετε ὅτι ἀναβάλλοντες θέλομεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε καί τι ἄλλο, ὅτι τολμηρῶς ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ἀντίκειται εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους. Ὁ ἐκστομήσας τὴν φράσιν ταύτην εἶναι Βουλευτὴς ἐκ τῶν ἐπιφανῶν, τῶν ἐγκριτωτέρων τοῦ Κοινοβουλίου· εἶναι Βουλευτής, ὁ ὁποῖος εἶναι κάτοχος τῶν ζητημάτων καὶ πάντοτε ἐξέφρασε γνώμην ὀρθὴν καὶ πραγματικήν. Ὅτε ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑψώθη ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ἀντίκειται τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἄνευ σκέψεως προηγουμένης καὶ μελέτης· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ αὐτό, ἐὰν δὲν εἶχε πλήρη τὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ ἀληθοῦς τοῦ λόγου του, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τολμήσας ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἔκαμε διάβημα μὴ ἁρμόζον εἰς Ὑπουργόν, προκαλῶν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ. Εὑρίσκομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην εὐθὺς μόλις ἀρχίζουσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ μὴ ὦσιν ἀπειλητικοί, διότι οὐδεμία ἀπειλὴ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς παραμερίσῃ ἐκ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἔταξεν ὁ λαὸς τῆς πατρίδος μας, καί, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ θὰ καταδείξωμεν ἂν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἴμεθα ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους χαρακτηρίζουσιν οἱ διάφοροι ὑπαίθριοι ῥήτορες καὶ δημοσιογράφοι, καὶ θ’ ἀποδείξωμεν ποίας ὑπηρεσίας προσεφέραμεν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, καὶ θὰ προκαλέσωμεν, δὲν ἀμφιβάλλω, τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους. Κύριοι, πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ πρόκειται νὰ βελτιώσωμεν τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως καὶ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν παρουσιάζεται, ὡς εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Μαντινείας, καὶ διῆλθον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης γίγαντες πολιτευταί, πρὸ τῶν ὁποίων ἐγονυπέτησε τὸ ἔθνος, καὶ ἐπροχώρησαν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ἀλλ’ ἐκάμφθησαν πρὸ τοῦ ἐπικινδύνου τῆς ἐπιχειρήσεως. Καὶ εἶχον δίκαιον, διότι ἐκινδύνευον, ἀντὶ νὰ διευκολύνωσι τὴν συζήτησιν, νὰ τὴν καταστήσωσι τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ φθάνωσιν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἀφήνω τώρα τὸ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τηρηθῇ πολίτευμα ἐκ τῶν τροποποιήσεων ἐκείνων. Ἡ ἐξέγερσις, Κύριοι, τῶν συναδέλφων καὶ ἡ παράκλησις αὐτῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δὲν ἦτο ἰδέα ἰδιότροπος, δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρακωλύσῃ τὴν συνεδρίασιν, δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παραμερίσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παραμερίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἂν ἀναγνώσητε, Κύριοι, καὶ θὰ πεισθῆτε ὅτι εἰλικρινὴς ἦτο ὁ σκοπὸς τῶν ἀντιφρονούντων, ἂν ἀναγνώσητε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, βεβαίως δὲν θὰ φθάσητε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ φθάσητε εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα, διότι δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ παρόντος. Ὅταν συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τότε θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πεισθῇ ὅτι ὅ,τι λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἐκεῖνα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ἐκ τῆς συντάξεως καὶ ἐκ τῆς διατάξεως τῆς προτάσεως. Δὲν νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι ἀναβολὴ ἐπὶ διήμερον τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἡμῶν, νὰ παραλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προϋποθέσῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ δυστυχοῦς τούτου Κράτους, ἠπόρησα δὲ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμεινε καὶ δὲν ὑπεχώρησεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ταχίστην, ἀλλ’ ἐπὶ λογικῶν βάσεων ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως. Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προχωρήσω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λόγων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ προκαλέσω συζήτησιν εὐρυτέραν. Νομίζω ὅτι τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων καὶ ἐμοῦ θὰ εἶναι ἀρκετὰ νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δεχθῇ τὴν πρότασιν, καὶ πιστεύω ὅτι ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως ταύτης θὰ ἐξέλθῃ ἡ Κυβέρνησις μᾶλλον ἱκανοποιημένη καὶ μᾶλλον εὐχαριστημένη.
§43Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τόσον σοβαροῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἤγειρε τόσην συζήτησιν μεταξὺ ἐπιλέκτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐπεβάλλετο ν’ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ἀντιφρονοῦντες εἰς τὰς προτάσεις τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν—καὶ μεταξὺ τῶν ἀντιφρονούντων εἰμὶ καὶ ἐγώ—, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει ν’ ἄρξηται ἀπὸ σήμερον. Εἰμὶ τῆς γνώμης, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, ὑπεκινήθη ἀπὸ τοῦ 1874, τοῦτο ἐνδεικνύει ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπιτρέπει τὴν ἀτέρμονα ἀπεραντολογίαν, τὴν ὁποίαν οἱ πρόγονοι ἡμῶν κατέστελλον διὰ τῆς κλεψύδρας καὶ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνεπάρκεια τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ καταστείλῃ, καὶ ὁ ἐκτροχιασμὸς οὗτος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐγέννησε τὴν ἀνίαν καὶ ἐκλόνησε τὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρέπει ν’ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης, καί, ἂν ἐκ τῆς συζητήσεως καταδειχθῇ ὅτι θίγονται διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τότε βεβαίως θ’ ἀναθέσωμεν εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικὴν τὴν μεταρρύθμισιν τῆς σχετικῆς προτάσεως, ἂν ὅμως ἐκ τῆς συζητήσεως ἀποδειχθῇ—καὶ πρέπει νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς—ὅτι δὲν θίγονται οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πρέπει, νομίζω, ν’ ἀναμνησθῶμεν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι νὰ τεθῶμεν ὑπεράνω τῶν περιστάσεων.
§44ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἴσως ἄξιον τοῦ κόπου νὰ εἴπῃ τις ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἐλάμβανε τὸν λόγον, ὅπως εἴπῃ περισσότερα ἐκείνων, ὅσα ἤρκουν, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο ᾖ λελυμένον εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶς Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ, ἥτις πάντοτε διακρίνει αὐτόν, ὡμολόγησεν ὅτι ἡ πρότασις, ἥτις ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφισθῇ σήμερον, ἵνα ἀποτελέσῃ μετὰ τὴν συνεδρίασιν μέρος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐκ πταίσματος τυπογραφικοῦ δὲν διενεμήθη πρὸ τῆς μεσημβρίας τῆς σήμερον. Εἰς ταῦτα ἔδει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀρκεσθῇ, ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς νὰ θελήσῃ νὰ συναινέσῃ, καίτοι δὲν παρῆλθε τὸ εἰκοσιτετράωρον, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως σήμερον. Ἠθέλομεν τότε ἀπαντήσει, ὅπως εἴπωμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς τὸ πρᾶγμα δὲν ἐφαίνετο δυνατὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν γνωρίζω ὑπὸ ποίας συνθήκας εὑρισκόμενος πιεζούσας αὐτὸν νὰ ἴδῃ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐν μιᾷ ἀναγνώσει ψηφιζόμενον —διότι μία μόνον ἀνάγνωσις ἀρκεῖ—, οὐ μόνον ἐτράπη εἰς ὑποστήριξιν τῶν χθεσινῶν αὐτοῦ ἐπιχειρημάτων λέγων ὅτι ταῦτα καὶ μόνα ἀρκοῦσιν, ὅπως ψηφίσωμεν τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ καὶ ἐπετέθη ζωηρῶς κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέδειξαν ὅτι, ἂν ἡ ἐπιτροπή, ἡ κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν καταρτισθησομένη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν θέλει παραπεμφθῆ ἡ πρότασις ἀπὸ ταύτης τῆς ἑσπέρας, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν προσαγάγῃ ἐνταῦθα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης αὐτῆς, θέλει τότε κατασταθῆ δυνατὸν εἰς ἐκείνους, οἵτινες φρονοῦσι —καὶ φρονοῦ ἐγὼ— ὅτι διὰ τῆς προτάσεως, ἥτις ἐγένετο, τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ θίγεται τὸ Σύνταγμα, ἵνα συζητήσωσι· διότι θέλει εἰσαχθῆ ἡ πρότασις τροποποιημένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τρόπον, ὥστε πάντες ἐνταῦθα ὁμοθύμως νὰ ψηφίσωμεν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ ἀναγνωριζομένην ἀναγκαίαν, ἀλλ’ ἀσφαλίζουσαν ἡμᾶς δι’ ὅσων θέλει περιέχει, ὅτι ἐν οὐδενὶ θέλει θιχθῆ τὸ Σύνταγμα. Τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐπερωτήσεων πολλάκις ἐπεχειρήθη ἐνταῦθα νὰ συζητήσωμεν, καὶ βεβαίως ὁ ἀγορεύων ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀντετάχθη εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τῶν ἐπερωτήσεων· ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ὡμολόγησεν ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν πρέπει νὰ μὴ ἐξετάζωμεν ἁμαρτίας, ἀναλαμβάνοντες ἕκαστος τὰς ἁμαρτίας καὶ τῶν ἄλλων, δέχομαι ν’ ἀναλάβω τὰς ἁμαρτίας τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὅσα τυχὸν ἔχουσιν ἁμαρτίας τοιαύτας, ἵνα μὴ φέρω ζήτημα εὐθυνῶν τοιούτων ἐνταῦθα, καὶ παρέρχομαι τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπραξέ τι χεῖρον ἐκείνου, ὅπερ ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἀγορεύσει ἐνταῦθα εἶπεν, ὅτε ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτοῦ ἐπετέθη κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέδειξαν μόνον ὅτι ἀπαιτεῖται προσοχή, ὅπως μὴ θιχθῇ τὸ Σύνταγμα, εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς συγκεκαλυμμένως — ἀλλὰ φανερά, ὅπως πάντες ἀντελήφθημεν —, ὅτι γίνονται παραίτιοι τῆς παρεμποδίσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὥραν παρετηρήθη εἰς αὐτὸν εὐστόχως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα ἐλθοῦσα δὲν προσεκόμισεν εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ὤφειλεν, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τὸ πρόγραμμα αὑτῆς—, Κυβέρνησις ἔχουσα ἀνάγκην βεβαιώσεως τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ—, ἀλλ’ ἠρκέσθη νὰ εἴπῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς ὁ κάτοχος τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ὑποβάλει ὕστερον, μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως! Τοῦτο τὸ δεύτερον ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ, διότι δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ ἐνταῦθα ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπεραμυνόμεθα τῶν δικαιωμάτων τῶν στηριζομένων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, εἶναι δυνατὸν οἱαδήποτε ἀπειλὴ νὰ ταράξῃ ἡμᾶς καὶ παρεμποδίσῃ τοῦ νὰ πράττωμεν τὸ καθῆκον. Γινώσκομεν ὑπὸ ποίας περιστάσεις εὑρισκόμεθα ὁλόκληρον τὸ Κράτος καὶ ὑπὸ ποίας ταπεινωτικὰς συνθήκας εὑρίσκεται τὸ συνέδριον τοῦτο· ἀλλὰ τοῦτο κατ’ οὐδὲν θέλει παρεμποδίσει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἔλθωμεν ἐνταῦθα νὰ ζητήσωμεν διέξοδον, ὅπως ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν ὁμαλὴν ὁδόν· καὶ ἐκεῖνος, ὅστις ταύτην τὴν ὥραν ὁμιλεῖ, ὅστις πολὺ ὀλίγον ἐλπίζει ὅτι θέλομεν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν, οὐχ ἧττον, ὡς ἂν εἶχε πεποίθησιν ὅτι τοῦτο εἶναι εἰς ἡμᾶς δυνατόν, θέλει πράξει πᾶν τὸ καθ’ ἑαυτόν, κατὰ καθῆκον, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν διόρθωσιν ἢ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων, ἐὰν εἶναι δυνατή. Ὁσαδήποτε καὶ ἂν λεχθῶσιν ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν λαβόντων τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐντὸς ὀλίγων στιγμῶν, δὲν θέλουσι ταράξει ἡμᾶς· διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ συζητήσωμεν, καὶ εἶναι τωόντι περίεργος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν λέγῃ «συζητήσατε» εἰς ἐκείνους, περὶ ὧν ἐν τούτοις ὡμολόγησεν ὅτι δὲν εἶχον εἰς χεῖρας ἐγκαίρως τὸ ἔργον αὐτοῦ, ὅπως μελετήσωσι καὶ συζητήσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ, ὡσεὶ προέκειτο περὶ κανονισμοῦ θέσεων κατωτάτων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Περίεργον τωόντι! Περὶ τίνος θέματος συζητοῦμεν; Περὶ ἐκείνου, ὅπερ ἢ δὲν ἀνεγνώσαμεν οἱ πλείονες ἢ μόλις ἀνεγνώσαμεν τόσον, ὅσον ἤρκει ν’ ἀντιληφθῶμεν ποῦ ἄγει τὸ ἀμελέτητον ἢ τὸ ἐσπευσμένον τῆς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ περὶ τίνος θέματος, Κύριοι; Περὶ τοῦ θέματος τοῦ ἐξόχως εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν ἀνήκοντος, περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἡμετέρου οἴκου — τούτου τοῦ οἴκου —, Κανονισμοῦ, ὅστις δὲν συνετάχθη ὑπὸ κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας, ἀλλὰ κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος εὐθὺς μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς πρώτης Βουλῆς κατεσκευάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς Βουλῆς αὐτῆς ἐχούσης τὴν πρωτοβουλίαν ἐν τῷ ἔργῳ καὶ εἰς τοῦτο συγχωνευσάσης ἐν ἑαυτῇ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν τότε Ὑπουργῶν, τῶν Βουλευτῶν. Περὶ τούτου τοῦ ἔργου λέγει ὁ Ὑπουργὸς πρὸς ἡμᾶς: ταχέως σπεύσατε ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ δώσητε εἰς ἡμᾶς ψῆφον καθησυχάζουσαν ὅτι ἐνταῦθα θέλομεν ἔχει Κανονισμόν, καθ’ ὃν θέλομεν πολιτευθῆ εἰς τὰ περαιτέρω. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, καὶ βεβαίως ὅσα ἔπραξεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀντιταχθεὶς εἰς τὴν εὔλογον ἀξίωσιν παραπομπῆς τῆς προτάσεως εἰς ἐπιτροπὴν αὐτὸ παρήγαγε βραδύτητα· διότι, ἂν ταύτην τὴν ἑσπέραν αἱ ἀπαντήσεις αὐτοῦ ἦσαν συμφωνότεραι πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς λογικῆς, ἠθέλομεν ἔχει κέρδος τῆς ὥρας, ἣν ἀπωλέσαμεν, καὶ ἠθέλομεν ἔχει ἤδη παραπεμφθεῖσαν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν. Ἀλλ’ οὕτω τὰ πράγματα ταῦτα ἦλθον· καί, ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρέπεται παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ, θ’ ἀναβάλωμεν εἰς τὴν αὔριον, ὅτε καὶ θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸν λόγον, ὅπως τότε προτείνωμεν τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προεκλήθην νὰ ἐκφέρω γνώμην, καὶ δὲν διστάζω νὰ ἐκφέρω αὐτήν. Ἡ συζήτησις προεκλήθη ἐξ ἀτυχοῦς ἐπιχειρήματος τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰπόντος ὅτι ἔδει ἀμέσως νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἄλλως ἠθέλομεν ἐκληφθῆ ὡς μὴ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐργασθῶμεν, ὡς ἀποφεύγοντες τὴν ἐργασίαν. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εὑρίσκω ἀτυχές, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καθῆκον εἶχε νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν λόγων τῶν πραγματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὤθησαν αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὴν ἄμεσον συζήτησιν τῆς προτάσεως. Ἐγώ, Κύριοι, οὐδένα δισταγμὸν ἔχω, ἵνα δηλώσω ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου ἐπιβάλλονται μεταρρυθμίσεις διὰ διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν ἰδέαν ταύτην εἶχον ἀνέκαθεν καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω. ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρώτιστον καθῆκον ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσιν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, ἵνα ἐπιδιώξωσιν, ὅπως γίνῃ συζήτησις εὐρεῖα ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ. Εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι, ὅπως ἀποφύγῃ τις οὐχὶ εὐρεῖαν, ἀλλ’ ἄσκοπον συζήτησιν, ὅταν ὑπάρχῃ ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς ψήφισιν τῶν προτεινομένων τροπολογιῶν, ἐπιβάλλεται, ἵνα ἡ πρότασις παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ὅπως κατασταθῇ δυνατόν, ἵνα αἱ διάφοροι γνῶμαι συνδυασθῶσιν, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ συνδυασμοῦ τῶν διαφόρων τούτων γνωμῶν. Τὸ καθῆκον τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, εἶχε τουτέστι τὸ καθῆκον νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτε μάλιστα ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὥρισε προθεσμίαν μικράν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης αὑτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐρωτῶ· πρὸς τί ἡ μακρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία διεξάγεται; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεγνώρισεν ὅτι, γενομένης τῆς διανομῆς τῆς προτάσεως πρὸ δύο ἢ τριῶν ὡρῶν, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ δὲν δύναται τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως· κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν θέλει ἀναβληθῆ ἡ συζήτησις, ἐὰν ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις συστάσεως ἐπιτροπῆς διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐξοικονομήσεως 25 ὡρῶν, διότι ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὥρισε 48 ὡρῶν προθεσμίαν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ ἀσχοληθῇ. Εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις κατὰ προτάσεως τοσοῦτον λογικῆς; Ἐγὼ περιέμενον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀποβλέπων ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, τουτέστιν εἰς μεταρρύθμισιν διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ, ἤθελεν ἀμέσως παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Διότι μόνη ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως ταύτης δύναται νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἐπιδιωκομένων τροπολογιῶν τῶν ἐπιβαλλομένων, ὅπως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς προβῶσι κανονικῶς. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄμεσον συζήτησιν τῆς προτάσεως, ἀλλ’ ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§46Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πλημμελὴς ἀπ’ ἀρχῆς ἀντίληψις τοῦ ζητήματος τῆς μεταβολῆς ἢ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἤγαγε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς ἐπιμονὴν ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον. Εἶπον «πλημμελὴς ἀντίληψις», διότι καὶ σήμερον καὶ χθὲς ἤκουσα ὅτι αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδὲν τὸ κοινὸν μεταξὺ προγράμματος οἱασδήποτε Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ τοῦτο ἐκδηλοῖ τὸ ἄρθρον 65, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁρίζει ὅτι ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ πῶς θέλει πληροῖ τὰ καθήκοντά της. Διὰ τοῦτο καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἐθαυμάσαμεν, ὅτε ἀνεγνώσαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι τὸ μέγα Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ συγκροτηθὲν πρό τινων ἡμερῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἠσχολήθη καὶ περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ περὶ μεταρρυθμίσεων καὶ τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀναμφισβητήτως οὐ μόνον σόλικον ὑπῆρξε τοῦτο, ἀλλ’ ἀπετέλεσε καὶ προφανῆ ἐπέμβασιν εἰς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὅπως κανονίζῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς κατὰ τὴν ἰδίαν της κρίσιν. Ἂν δὲ τοῦτο εἶναι κυριαρχικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἀναγραφόμενον ἐν ῥητῇ διατάξει τοῦ Συντάγματος, εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις, πῶς ἀπέναντι τῆς ἐκδηλωθείσης γενικῆς ἐπιθυμίας ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, δύναται ν’ ἀντιτάξῃ εἴτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἴτε ἡ Κυβέρνησις διάφορον γνώμην. Ἐὰν ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν διάφορον ταύτην γνώμην ἡ Κυβέρνησις, ἤθελεν ἀποδειχθῆ παραβιάζουσα τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ θέλουσα νὰ καταστήσῃ αὐτὸ τὸ κυρίαρχον Σῶμα ἐξηρτημένον ἐκ τῆς θελήσεως οἱουδήποτε. Ἤδη ἐλέχθησαν πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ λεχθῶσιν, ὅπως συνηγορήσωσι κατ’ οὐσίαν ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν τοῦ σχεδίου τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤδη, ἐπαναλαμβάνω, διετυπώθησαν πάντα ὅσα δύνανται νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀμέσου παραπομπῆς τῆς προτάσεως εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ προέλθῃ εἰς τὰ ὁριστικὰ συμπεράσματα, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν ἀποδώσει εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς περισσότερον κῦρος, φρονῶ δ’ ὅτι τὰ διατυπωθέντα ἐπιχειρήματα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιδράσωσιν εἰς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις δὲν θέλει ἐπιμείνει ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ἀντίθετον γνώμην.
§47Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐχὶ διότι δὲν ὑπῆρχεν ἑτοίμη νομοθετικὴ ἐργασία, ἀλλὰ διότι λόγοι ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεώς μου ἐπέβαλον εἰς ἐμὲ ν’ ἀναβάλω ἐπί τινας ἡμέρας τὴν ὑποβολὴν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλπίζω αὔριον νὰ προβῶ εἰς τὴν ὑποβολὴν τούτων. Θὰ ὑποβάλω πλήρη καθ’ ὅλα ὡς καὶ ἔντυπον νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ πάραυτα τῆς συζητήσεως αὐτῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σχηματίσω τὴν ἐπιτροπὴν ἀπόψε. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐντὸς 48 ὡρῶν θὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Νομίζω ὅτι δέκα μέλη εἶναι ἀρκετά.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ὀλιγώτερα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύω τὴν συνεδρίασιν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.).