1909.09.28
875 rows · 6,608 words · 25 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4.
τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1909.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 124 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ βαθυτάτης θλίψεως ἀναγγέλλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν ἐπισυμβάντα πρὸ ἑνὸς μηνὸς θάνατον διαπρεποῦς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου μέλους, τοῦ μακαρίτου Ἀσημάκη Χριστοπούλου. Ὁ μακαρίτης Ἀσημάκης Χριστόπουλος ἐπὶ τριακονταετίαν ἀντεπροσώπευσε τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας ἐν τῇ Βουλῇ. Κατήγετο ἐξ ἀριστοκρατικῆς οἰκογενείας τῆς Πελοποννήσου, ἦτο ἀγαθός, μειλίχιος τοὺς τρόπους καὶ πατριώτης. Ὁ Ἀσημάκης Χριστόπουλος ἅπαξ μόνον ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ ἀπέτυχε, γεγονὸς πράγματι σπάνιον δι’ Ἕλληνα πολιτευόμενον. Ἦτο ἔνθερμος ὀπαδὸς τοῦ κόμματος τοῦ μεγάλου Ἕλληνος πολίτου, τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη. Μετὰ τὴν ἀπαισίαν δολοφονίαν τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρὸς ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν τότε ἐσχημάτισεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς ἡγέτης, ἔκτοτε δὲ διετέλει ἔνθερμος πολιτικὸς φίλος τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκφράσω πρὸς τὴν πενθοῦσαν οἰκογένειαν τὰ συλλυπητήρια τοῦ Σώματος.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ Διατάγματος τῆς 7 Ἰουλίου ἐ. ἔ., δημοσιευθέντος αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 153 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ τέως Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Γ. Ν. Θεοτόκη, νὰ διορίσῃ δ’ ἐμὲ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡσαύτως δι’ ὁμοίων Διαταγμάτων τῆς αὐτῆς χρονολογίας, δημοσιευθέντων αὐθημερὸν διὰ τοῦ αὐτοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τῶν τέως Ὑπουργῶν: 1) ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Γ. Μπαλτατζῆ· 2) ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Κωνστ. Ἀργ. Λομβάρδου· 3) ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ν. Λεβίδου· 4) ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ν. Π. Καλογεροπούλου· 5) ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Σπ. Στάη, καὶ 6) ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ἐπαμ. Ἐμπειρίκου. Διώρισε δὲ Ὑπουργούς: 1) ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Γεώργιον Χριστάκη Ζωγράφον· 2) ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Ἐπαμ. Δηλιγιάννην· 3) ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν κ. Νικόλ. Στράτον· 4) ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Ἐμμανουὴλ Μανουσογιαννάκην· 5) ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν κ. Κωνσταντ. Γεροκωστόπουλον· καὶ 6) ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Ἀθανάσιον Ν. Μιαούλην. Ὁ Πρόεδρος Δημ. Γ. Ῥάλλης Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ σημερινοῦ Β. Διατάγματος, δημοσιευθέντος αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 178 ἐ. ἔ. φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ τέως Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Δημητρίου Ῥάλλην, νὰ διορίσῃ δὲ καὶ διώρισε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Κυριακούλην Π. Μαυρομιχάλην. Ὡσαύτως ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τῶν ἑξῆς Ὑπουργῶν: 1) ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Γ. Χρ. Ζωγράφου, 2) ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ἐπ. Δηλιγιάννη, 3) ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ν. Στράτου, 4) ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Κ. Γεροκωστοπούλου, 5) ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ἐμ. Μανουσογιαννάκη καὶ 6) ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ἀθ. Μιαούλη· νὰ διορίσῃ δὲ καὶ διώρισεν Ὑπουργούς: 1) ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Ἀθ. Εὐταξίαν, 2) ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν κ. Νικόλ. Τριανταφυλλάκον καὶ 3) ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Ἰωάννην Δαμιανὸν πλοίαρχον τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Ὁ Πρόεδρος Κ. Π. Μαυρομιχάλης Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ σημερινοῦ Β. Διατάγματος, δημοσιευθέντος αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 180 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ καὶ διώρισεν Ὑπουργούς: 1) ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Ἀλέξ. Ῥώμαν καὶ 2) ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν κ. Π. Ζαΐμην. Ὁ Πρόεδρος Κ. Π. Μαυρομιχάλης Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ σημερινοῦ Β. Διατάγματος, δημοσιευθέντος αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 181 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ καὶ διώρισεν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Λεωνίδαν Λαπαθιώτην. Ὁ Πρόεδρος Κ. Π. Μαυρομιχάλης Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ὑμῖν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ σημερινοῦ Β. Διατάγματος, δημοσιευθέντος αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 217 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὐηρεστήθη ν’ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου εἰς τὸν κ. Κ. Π. Μαυρομιχάλην Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ ἑτέρου δὲ Β. Διατάγματος τῆς αὐτῆς χρονολογίας, δημοσιευθέντος ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα ἐκλεγέντος Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος Κ. Π. Μαυρομιχάλης Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§4ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, κληθέντες εἰς τὴν Ἀρχὴν ὑπὸ τῆς ἀνεπιφυλάκτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος ἐγενόμεθα μὲν συνταγματικοὶ Ὑπουργοί, ἔπρεπεν ὅμως ὡς τάχιστα νὰ περιβληθῶμεν καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν. Καθόσον εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν ὅτι ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως πρέπει ἀναποφεύκτως νὰ συνδυάζηται μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν θέλησιν τοῦ τόπου, τὴν δὲ θέλησιν τοῦ τόπου ἐκπροσωπεῖ ἡ Βουλή. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐμφανιζόμεθα ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους. Κύριοι, δὲν πιστεύω νὰ ὑποληφθῶμεν ὡς ὑπερβολικοί, ἂν εἴπωμεν ὅτι οὐδέποτε Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν Κοινῶν ὑπὸ ὅρους μᾶλλον δυσχερεῖς καὶ μᾶλλον δυσμενεῖς. Εὑρέθημεν πρὸ γεγονότων ἀληθῶς ἀπροόπτων καὶ λίαν ἀνωμάλων. Ἠπειλήθημεν ὑπὸ τῶν μεγαλειτέρων δεινῶν. Ὑπῆρξε δὲ στιγμή, καθ’ ἣν ὁ φρικώδης τῆς ἀναρχίας ἄνεμος ἐκινδύνευε τὰ πάντα νὰ σαρώσῃ. Λογιζόμεθα εὐτυχεῖς ὅτι κατωρθώθη, χάρις εἰς τὴν σύνεσιν ἁπάντων, νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ τάξις καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ γαλήνη ἐκεῖ ὅπου ἐμαίνετο ἡ τρικυμία. Τίνα δὲ τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης τροπῆς τῶν πραγμάτων; Μακρὰ καὶ παρατεταμένη ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κακοδαιμονία, διάψευσις πόθων καὶ ἐλπίδων ἱερῶν καὶ πολλὰ ἄλλα αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμῶ ν’ ἀποσιωπήσω ἐνταῦθα, εἶχον εἰς τὰ καίρια τραυματίσει τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν καὶ εἶχον δημιουργήσει κατάστασιν ὅλως ἀνώμαλον καὶ ὅλως ἐξαιρετικήν. Ἀλλὰ περὶ τούτου, Κύριοι, δὲν πρόκειται πλέον· ἂς λησμονήσωμεν πάντα ταῦτα καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν. Εὐτυχῶς τὰ αἰτήματα, τὰ πανταχόθεν διατυπωθέντα, συμφωνοῦσι καὶ συμπίπτουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πρὸς τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἀπὸ χρόνου μακροῦ ἔσχομεν τὴν εὐκαιρίαν πλέον ἢ ἅπαξ νὰ διατυπώσωμεν καὶ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ· διότι, Κύριοι, τί ζητοῦμεν οἱ πάντες, καὶ ἐκεῖνοι καὶ ἡμεῖς καὶ ὁλόκληρος ἡ χώρα; Ζητοῦμεν αὐστηράς, αὐστηροτάτας οἰκονομίας. Ζητοῦμεν τὴν ἀνόρθωσιν καὶ τὴν βελτίωσιν πάντων τῶν κλάδων τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, τῶν τε πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν. Ζητοῦμεν τέλος πάντων τὴν ἀναστήλωσιν τῶν νόμων διὰ μέτρων εἰδικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ διακανονισμὸς τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἐπὶ τοῦ προγράμματος δ’ ἡμῶν τούτου δηλοῦμεν ὅτι θέλομεν ἐπιμείνει, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς τύχης ἡμῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ εἰργάσθημεν ὑπερανθρώπως, διὰ ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν σιδηρᾶν ἐπιβολὴν τῶν πραγμάτων, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος θ’ ἀξιώσῃ ἀπὸ ἡμᾶς, ὅπως ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν θεραπεύσωμεν πάντα ἐκεῖνα τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τριακονταετίας καὶ πλέον μαστίζουσιν ἡμᾶς καὶ συνεσωρεύθησαν ἐπὶ τῆς ράχεως ἡμῶν. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θέλουσιν ἀλληλοδιαδόχως ἀντιπαρέλθει ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ὑποβάλωσιν εἰς τὴν κρίσιν καὶ πεφωτισμένην ὑμῶν ἀντίληψιν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεξειργάσθημεν, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρωτίστην θέσιν κατέχει καὶ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μεταρρύθμισις φρονῶ πεποιθότως ὅτι ὁριστικῶς πλέον ὡρίμασεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου (μάλιστα μάλιστα, δεξιόθεν). Βεβαίως ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐσκέφθησάν ποτε νὰ περιορίσωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι δύο ἔχει κυρίως καθήκοντα ἡ Βουλή, τὸ ἐλέγχειν καὶ τὸ νομοθετεῖν. Δὲν πρέπει ὅμως ἡ νομοθετικὴ ἐργασία νὰ ματαιοῦται καὶ νὰ ἐκμηδενίζηται ἕνεκεν τῆς ἀκρατείας τοῦ λόγου. Ἐπίσης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει ἀνέλθει εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ὑποβάλῃ τινὰ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν αὑτοῦ μέτρων τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα. Καὶ τέλος εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ἀναπτύξει ἐνώπιον ὑμῶν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ὁλόκληρον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, δὲν σκοποῦμεν νὰ μεμψιμοιρήσωμεν διὰ τὸ παρελθόν, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ πάντες κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εὐθυνόμεθα. Ἂς ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὸ μέλλον, καί, ἀφοῦ διήλθομεν ἡμέρας σπατάλης καὶ εὐωχίας, ἐπέστη, νομίζομεν, ἡ ὥρα, ὅπως νηστεύσωμεν οἱ πάντες, καὶ οἱ ἁμαρτήσαντες καὶ οἱ μὴ ἁμαρτήσαντες. Καί, ἐπειδὴ περὶ κομμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ πρόκειται σήμερον, ἱκετεύω ὑμᾶς, ὅπως ἀνεγείρωμεν βωμὸν ἱερὸν τῇ πατρίδι, καὶ εἰς τὸν βωμὸν αὐτὸν ἂς θυσιάσωμεν πάσας τὰς κομματικὰς ἡμῶν διαμάχας καὶ διαφοράς. Ἂς θυσιάσωμεν τὰς τοπικὰς ἡμῶν βλέψεις, καὶ τείνοντες πρὸς ἀλλήλους τὴν χεῖρα ἂς ἀνυψωθῶμεν εἰς τοὺς ὁρίζοντας ἐκείνους, ἔνθα κεῖται ἡ σωτηρία τοῦ τόπου (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου καὶ τῆς δεξιᾶς τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§5Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιζητεῖται ἡ τροποποίησις διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Σκοπὸς τῆς ἐμῆς προτάσεως, Κύριοι, εἶναι ὄχι, ὡς ἐλέχθη, νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ τοὐναντίον σκοπὸς τῆς ἐμῆς προτάσεως εἶναι νὰ ῥυθμίσῃ τὸν λόγον, νὰ ῥυθμίσῃ τὸν ἔλεγχον, νὰ καταστήσω δὲ πρὸ πάντων τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἄξιον τοῦ ὑψηλοῦ αὑτοῦ προορισμοῦ, σεβαστὸν καὶ σοβαρόν. Ὅπου κρατεῖ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, Κύριοι, τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς, πλὴν τοῦ νομοθετεῖν, βεβαίως εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Δι’ ἀκριβοῦς ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ὄχι μόνον τίθεται χαλινὸς εἰς τὰς παρεκτροπὰς τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ προετοιμάζεται δι’ ἀκριβοῦς καὶ σοβαροῦ ἐλέγχου ἡ κοινὴ γνώμη, ὅπως παρακολουθῇ τὰς ἐνεργείας τῶν Ὑπουργῶν τῶν ὑπευθύνων, καὶ ὅπως ἐν στιγμῇ μεγάλων παρεκτροπῶν προκληθῇ διὰ σοβαροῦ ἐλέγχου ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ εὐθυνῶν. Ἂν ὅμως παρακολουθήσωμεν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου, εἶμαι δὲ καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ εἰκοσαετίας περίπου παρακάθηνται διαρκῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τιμώμενος διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ τῆς Μαντινείας, ἂν παρακολουθήσωμεν, λέγω, τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου ἡμῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ ἔλεγχος ἐνησκήθη πάντοτε καὶ μετὰ πολλῆς δριμύτητος, ἀλλὰ πάντοτε μετὰ μεγάλης ἀταξίας. Λέγω μετὰ μεγάλης ἀταξίας, ὄχι διότι τὰ πρόσωπα τῶν Βουλευτῶν εἶναι εἰς ταύτην εἰθισμένα, διότι — καὶ τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ πάσης ὑπερηφανείας — τὰ πρόσωπα τῶν Βουλευτῶν, ὅσοι παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν εἶναι κατώτερα τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες παρακάθηνται εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, οὐδὲ εἶναι ἧττον σεμνὰ οὐδὲ εἶναι ἧττον πατριωτικά. Ἀλλὰ πῶς συνέβη, Κύριοι, ὥστε, ἐνῷ τοιαῦτα ἔχομεν προσόντα, εἰς τοιαύτας νὰ παρεκτραπῶμεν ἀταξίας κατὰ τὸν ἔλεγχον κατὰ τὸ παρελθόν; Τοῦτο συνέβη, Κύριοι, διότι, ἐνῷ εἰς πάντας τοὺς Κανονισμοὺς πασῶν τῶν Βουλῶν θὰ εὕρητε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κανονίζουσι καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐρωτήσεως καὶ ἐπερωτήσεως καὶ τὸν τρόπον καὶ τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ Ὑπουργοὶ ἀπαντῶσι, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν αἱ ἐπερωτήσεις ἐν τῇ Βουλῇ εἰσάγονται καὶ συζητοῦνται, ματαίως θὰ κοπιάσητε, ἂν θελήσητε νὰ εὕρητε ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κανονισμῷ τοιαύτην διαδικασίαν. Λοιπὸν ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς ἐνησκήθη παρ’ ἡμῖν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν· οὐδεμία ὑπῆρξεν, ὡς προεῖπον, ῥύθμισις τῶν τοῦ ἐλέγχου. Ἐντεῦθεν προῆλθε κατὰ τὸ παρελθὸν ἀταξία, ἀλλ’ ἡ ἀταξία αὕτη ἀποτέλεσμα τῆς ἐλλείψεως διατάξεων ποῖον εἶχεν ἀποτέλεσμα; Εἶχεν ἀποτέλεσμα ὅτι ἀπέβη ὁ ἔλεγχος πάντοτε μὲν ἄτακτος, ἐνίοτε δ’ ἄσκοπος, πολλάκις δὲ καὶ παρεξηγήθη ὡς κωλυσιεργός, ἐν ᾧ τοιαύτη πρόθεσις δὲν ὑπῆρχε πάντοτε. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν κατὰ τὸ παρελθὸν Ὑπουργούς, οἵτινες εἴτε βραδύτατα ἀπήντων εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν Βουλευτῶν, εἴτε καὶ ποσῶς δὲν ἀπήντων. Ποσάκις ἠκούσαμεν φωνὴν ἐνταῦθα ζωηρῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι τὰς ἐπερωτήσεις των ἐπανελάμβανον ἀνὰ πᾶσαν πέμπτην καὶ ὀγδόην ἡμέραν ματαίως; Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης καταστάσεως, Κύριοι, ἦτο ὄχι μόνον ζημία τοῦ ἐλέγχου τοῦ πραγματικοῦ, διότι ὁ ἔλεγχος οὔτε ἠσκεῖτο τακτικῶς οὔτε εἰσήγετο ἐπικαίρως, πολλάκις δέ, ὡς προεῖπον, καὶ παρεξηγήθη, ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ ἄλλο ἀποτέλεσμα ἐπίσης, ζημία τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, διότι διὰ τὴν γινομένην ἀταξίαν περὶ τὸν ἔλεγχον συνήθως εἰσηρχόμεθα εἰς τὸ νομοθετικὸν ἡμῶν ἔργον κεκοπιακότες καὶ νήστεις καὶ νυσταλέοι πολλάκις περὶ μεσονυκτίους ποθ’ ὥρας. Ἡ πρώτη τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν ἐν τῷ Κανονισμῷ ἡμῶν, εἶναι ν’ ἀποκαταστήσωμεν ἰσότητα καὶ ἰσοτιμίαν μεταξὺ τῶν δύο τούτων δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τῆς Βουλῆς, τοῦ δικαιώματος ἢ καθήκοντος τοῦ ἐλέγχου καὶ τοῦ δικαιώματος ἢ καθήκοντος τοῦ νομοθετεῖν, διότι μέχρι τοῦδε, ὡς προεῖπον, ἐπὶ ζημίᾳ ἀμφοτέρων τούτων ἐπεκράτει τελεία ἔλλειψις τάξεως ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Προτείνομεν λοιπὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐξ ὑπαμοιβῆς ὁτὲ μὲν προτάσσηται τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου ἐν τῇ Βουλῇ, ὁτὲ δὲ τὸ ἔργον τοῦ νομοθετεῖν. Ἐν τῇ ἐμῇ προτάσει διατυποῦται τοῦτο κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον· λέγω ὅτι κατὰ τὰς πρώτας τρεῖς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, θὰ προτάσσηται ὁ ἔλεγχος καὶ θὰ ἐπακολουθῇ τὸ ἔργον τοῦ νομοθετεῖν, καὶ κατὰ τὰς ἑπομένας τρεῖς συνεδριάσεις θὰ προτάσσηται τὸ ἔργον τοῦ νομοθετεῖν καὶ θὰ ἐπακολουθῇ ὁ ἔλεγχος. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εὑρίσκω πολὺ ὀρθὴν γενομένην εἰς ἐμὲ παρατήρησιν καὶ εἶμαι προθυμότατος νὰ τὴν ἀποδεχθῶ, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Διατί, μοὶ εἶπεν ἀξιότιμος φίλος, νὰ προτάσσητε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας κατὰ σειρὰν τὸν ἔλεγχον καὶ νὰ ἐπιτάσσητε τὴν ἐργασίαν τὴν νομοθετικήν, καὶ ἀντιστρόφως νὰ προτάσσητε τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ νὰ ἐπακολουθῇ ὁ ἔλεγχος; Δὲν εἶναι προτιμότερον ἐξ ὑπαμοιβῆς τὴν μίαν ἡμέραν νὰ προτάσσηται ὁ ἔλεγχος καὶ νὰ ἐπιτάσσηται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, καὶ ἀντιστρόφως νὰ προτάσσηται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία καὶ νὰ ἐπακολουθῇ ὁ ἔλεγχος; Εὑρίσκω τὸ πρᾶγμα λογικώτατον καὶ ὀρθόν, λογικώτατον ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις καὶ πρὸ πάντων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νομοθετεῖν· πρέπει μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας ψηφίσεως νὰ μεσολαβῇ χρονικόν τι διάστημα, ὅπως αἱ γινόμεναι τροποποιήσεις προσαρμόζωνται εἰς τὸ σῶμα τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ Βουλὴ καλῆται μετὰ τὰς γενομένας τροποποιήσεις κάλλιον παρεσκευασμένη εἰς τὴν γενησομένην συζήτησιν Δευτέρα τροποποίησις εἶναι ὅτι καθορίζομεν διαδικασίαν, καθ’ ἣν ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις θ’ ἀπευθύνωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καθ’ ἣν ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις θὰ συζητῶνται ἐν τῇ Βουλῇ. Οὐδένα θέτομεν περιορισμόν, διότι πᾶς τις δύναται νὰ ἐπερωτήσῃ περὶ οἱουδήποτε θέλει, ἀρκεῖ νὰ δηλώσῃ τοῦτο πρὸς τὸν Πρόεδρον ἐγγράφως, θὰ καταγραφῇ ἐν τῇ σειρᾷ αὐτοῦ καὶ τὴν ἑπομένην θὰ συζητήσῃ. Τίποτε, ὡς προεῖπον, δὲν μεταβάλλομεν, ἀλλὰ μόνον ῥυθμίζομεν. Ὁ ἐπερωτῶν λοιπὸν θ’ ἀπευθύνῃ, κατὰ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας προτείνομεν, ἔγγραφον τὴν αἴτησιν αὑτοῦ πρὸς τὸ Προεδρεῖον, ὁ δὲ Πρόεδρος εὐθὺς ἀμέσως ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαβιβάσῃ ἓν ἐκ τῶν ἀντιγράφων τῆς αἰτήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ὅστις διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ὑποχρεοῦται κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ παριστάμενον ἐνταῦθα ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου του — συνήθως δυνατὸν νὰ συμβῇ νὰ ἔχωσι τὸν αὐτὸν ὑπάλληλον καὶ δύο Ὑπουργοί —, ὥστε αὐτοστιγμεὶ νὰ διαβιβάζηται ἡ αἴτησις τοῦ Βουλευτοῦ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ὀφείλει ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν τὸ βραδύτερον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ζητούμενα ἢ νὰ καταθέσῃ σημείωμα ἢ νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας. Ἐὰν κατατεθῶσιν ἔγγραφα σημειώματα, τὸ ἓν τῶν ἀντιτύπων διαπέμπεται ἀμέσως πρὸς τὸν ἐπερωτήσαντα Βουλευτήν, ὅπως παρασκευασθῇ. Καινοτομία εἰσαγομένη εἶναι αὕτη: Ἀφ’ ἧς κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα θ’ ἀναγραφῇ ἡ ἐπερώτησις εἰς ἰδίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν — τὴν τῶν ἐπερωτήσεων — καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ Ὑπουργοῦ. Ἡ καινοτομία ἐλήφθη ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη· διότι, ἂν ὁ ἐπερωτῶν ἀρκεσθῇ εἰς τὴν δοθεῖσαν πληροφορίαν, εἶναι περιττὸν νὰ γένηται λόγος· ἂν θελήσῃ νὰ συζητήσῃ μετὰ τοῦ ἐπερωτωμένου Ὑπουργοῦ καὶ νομίζῃ τὰς δεδομένας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πληροφορίας αὐτὸς ὁ ἐπερωτῶν ἀρκετάς, εἶναι περιττὸν νὰ γένηται περαιτέρω λόγος. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ εἶναι πιθανὸν ἡ ἐπερώτησις νὰ ἔχῃ γενικωτέραν τινὰ σημασίαν, δίδεται τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ ὅτι ἐπιθυμεῖ γενικὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὸν ἐπερωτῶντα νὰ δηλώσῃ ὅτι ἐπιθυμεῖ γενικὴν συζήτησιν, ὁπότε ἀναγράφεται ἐπίσης διὰ τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὡς γενικὴ πλέον ἐπερώτησις καὶ ὡς θέμα, περὶ τὸ ὁποῖον πάντες οἱ Βουλευταὶ δύνανται νὰ λάβωσι μέρος. Ἀλλὰ λαμβάνεται πρόνοια ἔτι μείζων πρὸς ἐξασφάλισιν ἀκριβοῦς ἐλέγχου, διότι εἶναι πιθανὸν ἐπερωτῶν καὶ ἐπερωτώμενος νὰ νομίσωσι τὰ πράγματα ἐπουσιώδη καὶ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὴν μεταξύ των συζήτησιν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πιθανὸν νὰ διαγινώσκῃ ἐν τῇ ἐπερωτήσει μέγα συμφέρον, μέγα ζήτημα, ἐνδιαφέρον τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν, καὶ τότε δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Βουλευτὰς — δέκα τὸν ἀριθμὸν — νὰ προτείνωσι γενικὴν συζήτησιν, ὁπότε γενικὴ καὶ πάλιν διεξάγεται συζήτησις. Ὁ περιορισμός, Κύριοι, οὗτος, ὥστε μετὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων συζήτησιν ἡ συζήτησις νὰ περιορίζηται μεταξὺ τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔχει κυρίως τοῦτον τὸν λόγον, ὅπως θέσῃ τάξιν ἐν τῇ συζητήσει καὶ ὅπως μὴ διὰ ζητήματα ἐντελῶς ἐπουσιώδη παριστάμεθα μάρτυρες τοῦ παρελθόντος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅτι τὸ θέμα εἶναι σχετικὸν ἀνεμιγνυόμεθα πάντες ἕτοιμοι καὶ ἀνέτοιμοι εἰς τὸ νὰ συζητήσωμεν. Ἔχει καὶ ἕτερον σπουδαῖον λόγον· Διότι κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ τὴν ἔλλειψιν, ὡς εἶπον, διατάξεων ῥυθμιζουσῶν τὰ τοῦ θέματος τούτου, συνέβη νὰ ὑποκινηθῶσιν ἐνταῦθα ἐξ ἀπροόπτου ἢ ἐξ ὑπογυίου θέματα σπουδαιότατα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσι μέρος διὰ τὸ ἀνέτοιμον, ἄλλοι δὲ καὶ διότι, ἀγνοοῦντες ὅτι ἐξ ὑπογυίου θὰ γίνῃ τοιαύτη σοβαρὰ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπουσίαζον. Τὰ ἄτοπα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατόν, ἂν αἱ τροποποιήσεις αὗται γένωνται δεκταί, νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸ μέλλον, διότι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν θὰ γνωρίζῃ ἐκ τοῦ ἰδίου αὑτοῦ γραφείου περὶ τίνα θέματα θὰ στραφῇ ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἂν ἡ Βουλὴ συζητήσῃ ἐλέγχουσα εἴτε ἂν ἡ Βουλὴ συζητήσῃ νομοθετοῦσα, διότι, ὡς προεῖπον, καὶ διὰ τὴν ἐπερώτησιν καὶ διὰ τὸν ἔλεγχον ὡς καὶ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν θὰ ὑπάρχῃ Ἡμερησία Διάταξις. Ἐπίσης παραδεχόμεθα ὅτι τὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων — ἀφοῦ ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικὴν — εἶναι ἐπίσης μεταβλητὰ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι πιθανὸν μεταξὺ τῶν πολλῶν ἐπερωτήσεων νὰ προέχῃ τις, καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι, ὥστε αὕτη νὰ προταχθῇ. Τοιαῦται εἶναι αἱ τροπολογίαι αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸ θέμα τοῦ ἐλέγχου. Ἤδη ἔρχονται τροπολογίαι τινές, αἵτινες ἀνάγονται κυρίως εἰς τὰς συζητήσεις ἡμῶν. Κυρίως σκοπὸν ἔχουσι νὰ προστατεύσωσι τὴν Βουλὴν ἀπὸ καταχρήσεως, ἡ ὁποία μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐχὶ πολλάκις, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ σπανίως ἐπανελήφθη. Λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀπαρτίας. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ ἔνστασις τῆς ἀπαρτίας προεβάλλετο ὑφ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, αὐτοστιγμεὶ δὲ ὁ Πρόεδρος ἦτο ὑποχρεωμένος, ὡς πάντες γνωρίζομεν ἐκ τῆς μακρᾶς ἡμῶν πείρας, ν’ ἀναγνώσῃ τὸν κατάλογον τῶν Βουλευτῶν καὶ πολλάκις συνέβαινεν ἐπὶ ματαίῳ ν’ ἀπολύωμεν πολύτιμον χρόνον. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι καθῆκον τῶν Βουλευτῶν νὰ ἐπιτηρῶσι τὰ τῆς ἀπαρτίας, ἀλλὰ τὸ πρώτιστον καθῆκον τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς ἀπαρτίας ἀνήκει εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς· τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἂν εἶναι ἄξιον τοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ οὐχὶ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἀλλά, ὅταν ἡ τάξις δὲν εἶναι πάντοτε ἡ προσήκουσα, τότε συμβαίνει ὅ,τι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν συνέβη, νὰ ἐνιστάμεθα μέν, ὅταν ἡ Βουλὴ ᾖ πλήθουσα καὶ ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ σιγῶμεν δὲ καὶ νὰ νομοθετῶμεν μὲ 15 μόνον Βουλευτάς! Ἐγὼ ὁ ἴδιος παρέστην εἰς συνεδριάσεις, καθ’ ἃς συνεζητήσαμεν σπουδαιότατα θέματα μόνον ἐπὶ παρουσίᾳ 15 ἢ 20 Βουλευτῶν! Πῶς ταῦτα συνέβησαν; Συνέβησαν ἐκ τούτου, ὅτι, ὅταν μὲν ἡ διαμάχη ἡ κομματικὴ ἐνταῦθα, διὰ τὴν ὁποίαν πάντες ἐνεχόμεθα, ἦτο εἰς ὀξύτατον σημεῖον, τότε ὑπεβάλλομεν τὰς ἐνστάσεις περὶ ἀπαρτίας βροχηδόν, ὅπως ματαιώσωμεν τὰς συζητήσεις, ὅτε δὲ γαλήνη ἐπεκράτει εἰς τὰς κομματικὰς ἡμῶν σχέσεις, τότε ἠνειχόμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλευτῶν. Κατὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν προτείνω, ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας θὰ ὑπογράφηται ὑπὸ πέντε Βουλευτῶν. Ἡ πεῖρα διδάσκει, Κύριοι, τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου ὅτι σπανίως εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι πέντε Βουλευταί, ἐγγράφως μάλιστα, νὰ ὑποβάλωσιν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐὰν ἀληθῶς ὑπάρχῃ ἀπαρτία, διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, βεβαίως θὰ εὑρεθῶσι — καὶ πρέπει νὰ εὑρεθῶσι — πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος, νὰ εἴπωσιν ὅτι ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ σπανίως θὰ εὕρητε πέντε Βουλευτὰς νὰ ὑπογράψωσιν αἴτησιν ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας πρὸς μόνον τὸν σκοπόν, ὅπως ματαίως ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τῶν Βουλευτῶν. Συνακόλουθος πρὸς τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν Βουλευτῶν εὑρίσκω ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος ἔχει καθῆκον, ἐξαιρετικῶς, ἀναγινώσκων τὸν κατάλογον, ν’ ἄρξηται ἀναγινώσκων τὰ ὀνόματα τῶν ἐνισταμένων Βουλευτῶν. Ἐὰν εὑρεθῶσιν οἱ Βουλευταὶ παρόντες, τότε βεβαίως ἡ ἔνστασις νομίμως ὑπεβλήθη καὶ ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος· ἐὰν ὅμως οἱ πέντε ὑπογράφαντες δὲν παραμένωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἀλλ’ ἀπολείπωνται, τοῦτο εἶναι τεκμήριον ὅτι ἡ ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας δὲν ὑπεβλήθη μετὰ τῆς προσηκούσης σοβαρότητος, διότι εἶναι ἡ σοβαρωτέρα ἔνστασις, τὴν ὁποίαν πρέπει Βουλευτὴς φιλότιμος νὰ ὑποβάλῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ὁ Πρόεδρος δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν πλέον ν’ ἀναγνώσῃ τὸν κατάλογον, διότι δὲν φέρει ἡ αἴτησις τὸν κεκανονισμένον ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, διὰ νὰ θεωρῆται σοβαρῶς προτεινομένη. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἐὰν σοβαρῶς προτείνηται ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας, θὰ ἐξελεγχθῇ ἡ ὕπαρξις αὐτῆς λίαν εὐκόλως καὶ λίαν ταχέως, θὰ παύσῃ ὅμως ἡ ὑποβολὴ ἐνστάσεων πρὸς σκοποὺς ἄλλους, ἡ ὑποβολὴ ἐνστάσεων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁ ὁποῖος μετέβαλλε τὴν αἴθουσαν ταύτην ἀπὸ τῆς αἰθούσης τῆς ὑψίστης σοβαρότητος εἰς αἴθουσαν τῆς ἐσχάτης παιδιᾶς. Ἐπειδὴ δέ, Κύριοι, ἐκ τῆς μακρᾶς ἀκόμη πείρας γνωρίζω ὅτι πολλάκις τὸ αὐτὸ ἐπενοήθη τέχνασμα διὰ τῆς μεθόδου τῆς προτάσεως τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, τροποποιῶ καὶ τὴν διάταξιν ταύτην καθ’ ὅμοιον τρόπον. Ἡ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία βεβαίως εἶναί τι σοβαρόν, διότι δι’ αὐτῆς ἐπιδιώκεται νὰ διακριθῇ πρῶτον ἂν ὑπάρχει πλειονοψηφία καὶ δεύτερον ἡ ψῆφος ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη. Ἡ πρότασις αὕτη ἐπίσης θὰ προταθῇ ὑπὸ 15 Βουλευτῶν, μάλιστα καὶ προφορικῶς, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος καιρός, ἵνα γίνῃ ἡ ἔνστασις ἐγγράφως. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως· ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν οὕτω περὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ὑπάρχουσιν οἱ ἀμφιβάλλοντες· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐγγράφως νὰ ζητήσωμεν τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, ἀλλὰ δι’ ἀναστάσεως 15 Βουλευτῶν ἐπιζητεῖται, ὡς μέχρι τοῦδε, ἡ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως ὁ Πρόεδρος σημειοῖ διὰ τοῦ Γραμματέως ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τὰ ὀνόματα τῶν ζητούντων τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, ἀπαγγέλλεται δὲ ὁ κατάλογος ἐπίσης ἀρχομένης τῆς ἀναγνώσεως ἀπὸ τῶν ὀνομάτων τῶν ἐνισταμένων Βουλευτῶν, τῶν ζητούντων τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν. Ἐὰν εὑρεθῶσιν ἐκ τῶν ἐνισταμένων Βουλευτῶν 15 τοὐλάχιστον παρόντες κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἡ πρότασις πάλιν θεωρεῖται σοβαρῶς ὑποβληθεῖσα καὶ ἡ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία ἐξακολουθεῖ διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν λοιπῶν ὀνομάτων τῶν ἐν τῷ καταλόγῳ, ἐὰν δὲ ἀπολείπωνται, θεωρεῖται πάλιν ὡς μὴ σοβαρῶς γενομένη καὶ δι’ ἔλλειψιν τῶν 15 ὑποστηριζόντων αὐτὴν ἡ πρότασις θεωρεῖται ὡς μὴ ὑποβληθεῖσα. Τοιαῦται κυρίως εἶναι αἱ οὐσιώδεις τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Προσεπάθησα, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ ἐπιζητήσω καινοτομίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι βεβαίως, ἐὰν ἐπεδίωκον νὰ εἰσαγάγω τὴν καινοτομίαν τοῦ πάλαι παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος συστήματος τοῦ «ἐφωτίσθημεν», τοῦ «clôture des séances», ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς πάντας τοὺς Κανονισμοὺς τῆς Βουλῆς, βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ εὐκόλως, ἐγὼ δὲ πρῶτος ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἔμμεσός τις περιορισμὸς τοῦ λόγου. Ἑπομένως τοιαῦται καινοτομίαι ἀπεκρούσθησαν ὑφ’ ἡμῶν, καὶ ἡ συζήτησις θὰ εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα μέχρι πέρατος τῶν ἀγορεύσεων πάντων ἐκείνων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅσοι θὰ θελήσωσιν ἐπὶ ἑκάστου θέματος νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Βεβαίως δὲν ἠκολούθησα τὴν γνώμην πολλῶν μεταξὺ ἡμῶν, οἵτινες ἐνόμιζον ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Προέδρου νὰ ἐνισχυθῇ, οὔτε εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ τοιαῦτα παρέχουσαν δικαιώματα εἰς τὸν Πρόεδρον, διότι, εἶπον ἀρξάμενος τοῦ λόγου, ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν— καὶ ἐγὼ προσωπικῶς ὑπὲρ πάντα ἄλλον— ὅτι, πλὴν σπανιωτάτων ἐξαιρέσεων ζωηροτάτης λογομαχίας ἐνταῦθα, οὐδὲν τὸ ἀπρεπὲς ἐτελέσθη μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὅπως παρ’ ἄλλοις, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου διὰ μεγαλειτέρων δικαιωμάτων. Τοιουτοτρόπως, ἐπαναλέγω, Κύριοι, αἱ τροποποιήσεις, οὐδένα νεωτερισμὸν φέρουσαι, ἀλλὰ μᾶλλον ῥυθμίζουσαι τὰ ἀρρύθμιστα ἐν τῷ Κανονισμῷ καὶ περιορίζουσαι ἐν μέρει τὴν γενομένην κατάχρησιν περὶ τὴν ἔνστασιν τῆς ἀπαρτίας, ἔχουσιν ἕνα προορισμόν, ν’ ἀνορθώσωσι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν τὰς συζητήσεις ἐνταῦθα, νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς πᾶσαν ἄνεσιν, ὥστε νὰ μὴ κατατριβώμεθα ἐπὶ δωδεκάωρον ἐνίοτε ἐνταῦθα παρακαθήμενοι καὶ συζητοῦντες, νὰ καταστήσωσι δὲ τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ εὐκολώτερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον. Ἡ γενομένη κατάχρησις ἐν τῷ παρελθόντι συνετέλεσε κατὰ πολύ, Κύριοι, — καὶ ὀφείλομεν τοῦτο μετὰ εἰλικρινείας καὶ παρρησίας νὰ ὁμολογήσωμεν— εἰς τὸ νὰ διασαλευθῇ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, καιρὸς δὲ εἶναι νὰ φροντίσωμεν, ὅπως τὸ κῦρος τοῦτο τῆς Βουλῆς ἀνορθωθῇ, διότι ἡ μείωσις τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς ἠπείλησε τὴν χώραν διὰ μεγάλων δεινῶν, θ’ ἀνακτήσωμεν δὲ ταχέως τὸ κῦρος ἡμῶν, ἐὰν ἐργασθῶμεν συντόνως καὶ μετὰ φιλοπατρίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης μετριοπαθείας. Ἐὰν οἱ συζητοῦντες ἀποβάλωσι τὴν ἰδέαν, ἣν πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἐπέδειξαν, νομίζοντες ἑαυτοὺς ἀλαθήτους, ἐὰν ἐπικρατήσῃ πνεῦμα μετριοπαθείας καὶ φιλοπατρίας, ἐὰν δεχθῶμεν μετὰ πάσης παρρησίας καὶ εἰλικρινείας τὰς γνώμας τῶν συναδέλφων ἐνταῦθα, ὅσαι θὰ εἶναι πεφωτισμέναι καὶ δίκαιαι, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τάχιστα θ’ ἀνακτήσωμεν τὸ κῦρος ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τάχιστα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ περιβάλῃ πάλιν διὰ τῆς ἀμερίστου αὐτοῦ ἐμπιστοσύνης τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ γνήσιοι καὶ μόνοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Ἐπιδοκιμασίαι)
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Ἐφημερίδος Συζητήσεων). Οἱ πρόεδροι τῶν Συντεχνιῶν μοὶ ἔφερον τὸ ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§7Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ περιστάσεις, Κύριοι, ὑπὸ τὰς ὁποίας μοὶ ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπέβαλλον πολλαπλῆν ἐργασίαν, σχετιζομένην πρὸς τὴν παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ, σχετιζομένην πρὸς τὴν ἀνοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Ἑπομένως τριπλῆ ἐργασία ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν παρασκευὴν καὶ τὸν ἐφοδιασμὸν τοῦ στρατοῦ περὶ αὐτῶν οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος ἐνταῦθα, διότι ἡ παρασκευὴ τοῦ στρατοῦ δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ θέμα δημοσίας συζητήσεως. Ὡς πρὸς τὴν ἀνοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ ἐπεβάλλετο ἀφ’ ἑνὸς μὲν προσωρινὴ ἐργασία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ῥιζικώτερα μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Μετ’ ὀλιγίστας ἡμέρας, θέλω ὑποβάλει καὶ τὰ μέτρα περὶ προσωρινῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατεύματος καὶ τὰ μέτρα περὶ ῥιζικωτέρας ὀργανώσεως αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα μέτρα θέλω συνοδεύσει διὰ μακρᾶς ἀναπτύξεως, ἥτις θέλει καταδείξει ἀνακριβείας, αἵτινες ἐλέχθησαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τοῦ τύπου περὶ τῆς καταστάσεως, περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλω ἀποδείξει ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὀργανώσῃ στράτευμα ἐπαρκές, οὐχὶ διὰ νὰ προκαλέσῃ τινὰ ἢ νὰ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην, διότι ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος ἀποδεικνύει ὅτι πάντοτε ὑπῆρξε χώρα ἀμυντική, ἀλλὰ παρασκευάζουσα στρατὸν ἐπαρκῆ, διὰ ν’ ἀμυνθῇ τῆς χώρας ἐν ἀνάγκῃ. Ὡς πρὸς τὰ διοικητικὰ μέτρα θέλω κάμει σήμερον ἔναρξιν ὑποβάλλων τινὰ καὶ ἐπιφυλασσόμενος αὔριον ἢ μεθαύριον νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλα συμπληρωματικὰ μέτρα σχετιζόμενα μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων θεωρῶ μᾶλλον ἐπείγοντα νὰ ὑποβάλω, εἶναι τὰ ἑξῆς: Πρῶτον μέτρον, ὅπερ ὑποβάλλω ἐξ ὀνόματος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι σχετίζεται μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν βασιλοπαίδων ἐν τῷ στρατῷ, εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου ᾼΥΛΗʹ καὶ ἰδίᾳ ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀφορῶντος τὰ τῆς κατατάξεως τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς καταστάσεως τῶν βασιλοπαίδων ἐν τῷ στρατῷ, προστεθέντος καὶ ἐδαφίου, διὰ τοῦ ὁποίου θεσπίζεται ἐφεξῆς ἡ ἀποχὴ αὐτῶν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Δεύτερον μέτρον ἀφορῶν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, εἶναι ἡ κατάργησις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ κανονισμὸς καταλληλότερον τῶν τῆς διοικήσεως. Καὶ τρίτον μέτρον εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ σώματος τῶν Γενικῶν ἐπιτελῶν. Ὡς πρὸς τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως τοῦ σώματος τῶν Γενικῶν ἐπιτελῶν θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ σήμερον. Ὅτε κατὰ τὸ 1904 ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ὁ νόμος περὶ συστάσεως εἰδικοῦ σώματος τῶν Γενικῶν ἐπιτελῶν, ὑπῆρξα ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος ὑπέρμαχος τῆς συστάσεως τοῦ σώματος αὐτοῦ καὶ ὑπεστήριξα τὴν σύστασιν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι προσέφερον ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν χώραν. Ἀλλὰ θὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν περικοπὴν τοῦ λόγου μου, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται ὅτι εἶχόν τινας ἐνδοιασμούς, τοὺς ὁποίους εἶχε τότε καὶ ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἐθεώρουν ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ὑπερμαχήσω νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιελάμβανε πάντας τοὺς ὅρους τοὺς ἐξασφαλίζοντας τὴν ἐπιτυχίαν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Καὶ εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις Βουλὴ σύσσωμος σχεδὸν ἀνησύχει περὶ τῆς συστάσεως τοῦ σώματος αὐτοῦ. Ἰσχυρίζοντό τινες μάλιστα — καὶ τὸ ἰσχυρίσθησαν πολλοὶ — ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀποτελεσθῇ ἐκ προσώπων ἀκαταλλήλων. Εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνησυχῇ ἡ Βουλὴ οὔτε περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ἐφαρμογῆς......» Ἡ στιγμὴ ἐπῆλθεν, ὥστε τὸ εἰδικὸν σῶμα τῶν Γενικῶν ἐπιτελῶν νὰ καταποντισθῇ αὔτανδρον, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶται ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατεύματος. Διότι, ὡς γνωρίζετε, διὰ δύο τρόπων διενεργεῖται ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐν τοῖς στρατοῖς, ἢ δι’ εἰδικοῦ σώματος ἢ δι’ ἀξιωματικῶν προσλαμβανομένων κατ’ ἐναλλαγὴν ἐκ τοῦ στρατεύματος. Ἀφοῦ ἀπέτυχε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ἕν, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ δεχθῶμεν τὸ ἕτερον σύστημα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ, ἥτις ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἀναγκαιοτάτη. Ὅτε ὑπερεμάχουν τῆς συστάσεως εἰδικοῦ σώματος, ἀνέφερον καὶ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ πληροῖ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ὁποῖον νομοσχέδιον ἀληθῶς ἐπλήρου τοὺς ὅρους αὐτούς. Ἀλλ’ οἱ ὅροι αὐτοὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δὲν ἐτηρήθησαν, καὶ τοῦτο ὑπῆρξε μία τῶν αἰτιῶν τῆς ἀποτυχίας. Ὅταν συνίσταται εἰδικὸν σῶμα ἐπιτελῶν, διὰ νὰ μὴ μεταβάλληται τὸ ἐπιτελεῖον τοῦτο εἰς γραφειοκρατεῖον, ἐπιβάλλεται ὅρος νὰ ἐκτελῶσιν οἱ ἐν αὐτῷ ἀξιωματικοὶ κατ’ ἐναλλαγὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ ἐπιτελείῳ καὶ ἐν τῷ στρατεύματι. Ἐπίσης, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ τις ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του τῶν ἐπιτελικῶν, ἐάν, λέγω, ἀποδειχθῇ ἀκατάλληλος, πρέπει ν’ ἀποπέμπηται ἐκ τοῦ ἐπιτελείου καὶ νὰ ἐπανέρχηται εἰς τὸ σῶμά του. Ἀμφότεροι οἱ ὅροι ὑπῆρχον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ διὰ τοῦτο τότε συνέστησα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἀνεξαρτήτως τῆς ἐφαρμογῆς, ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ προσληφθῶσιν ἐν τῷ ἐπιτελείῳ, διότι εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει πάντας τοὺς ὅρους τοὺς ἐξασφαλίζοντας τὴν ἐπιτυχίαν οἱασδήποτε ὑπηρεσίας, εἶναι νομοσχέδιον δυνάμενον νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι, ἐὰν σκεπτώμεθα ἑκάστοτε περὶ τῆς ἐφαρμογῆς, τότε, ἐπειδὴ καὶ ὁ τελειότερος νόμος μὴ ἐφαρμοζόμενος καλῶς ἢ μὴ ἐφαρμοζόμενος ὑπὸ προσώπων καταλλήλων δύναται ν’ ἀποτύχῃ, ἐὰν προκαταβολικῶς κρίνωμεν τοὺς νόμους ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωμεν καὶ τὸν τελειότερον νόμον. Τὸ ἐπιτελεῖον συνέστη· προσελήφθησαν διάφορα πρόσωπα· ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία παρήχθη εἰς τὸ στράτευμα, δὲν ἦτο ἐντύπωσις ἐποικοδομητικὴ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ κῦρος τοῦ συσταθέντος σώματος ἐκλονίσθη. Ἀλλὰ καὶ ἡ περαιτέρω ἐργασία αὐτοῦ, χωρὶς νὰ θέλω ν’ ἀποδώσω αὐτὴν εἰς τὰ πρόσωπα, διότι ἐν τῷ ἐπιτελείῳ ὑπάρχουσι καὶ πρόσωπα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κατάλληλα καὶ διακεκριμένα, ἡ περαιτέρω, λέγω, ἐργασία τοῦ ἐπιτελείου ἦτο τοιαύτη, ὥστε δεδικαιολογημένως ἐξήγειρε τὴν μῆνιν τοῦ στρατεύματος, διότι ἀπὸ τοῦ στρατεύματος ἀφῄρεσε πᾶσαν τὴν ἐργασίαν, καὶ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὤφειλε τὸ στράτευμα νὰ ἐκτελῇ καὶ ἥτις δὲν ἦτο ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἐκτελῇ τὸ ἐπιτελεῖον. Καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, διὰ νὰ ἴδητε μέχρι τίνος βαθμοῦ ὑπεισῆλθε, διὰ ν’ ἀπορροφήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, πᾶσαν ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν ἐν τῷ στρατεύματι. Ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῇ, ὡς ὤφειλεν, εἰς τὰς μελέτας περὶ παρασκευῆς ἢ περὶ πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων, αἵτινες εἶναι τὸ κύριον καθῆκον τοῦ ἐπιτελείου, ἡ πρώτη ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε νὰ ἐκπληρώσῃ, ἦσαν οἱ κανονισμοὶ τῶν στοιχειωδεστάτων ἀσκήσεων τοῦ στρατοῦ, ἐργασία ἥτις ἀπέβλεπε μᾶλλον τὰ σώματα καὶ οὐχὶ τὸ ἐπιτελεῖον. Μετὰ τοῦτο ἐλησμόνησαν ὅτι ὁ κύριος ὅρος τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐπιτελείου ἦτο ἡ σύμπνοια ἐν αὐτῷ· τὸ ἐπιτελεῖον ἐδιχάσθη εἰς δύο κόμματα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ ἐπιτελεῖον ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ, διότι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐργασία ὠφέλιμος καὶ ἀποτελεσματική, μόνον διὰ τῆς συμπνοίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ αὕτη. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς τοῦ διχασμοῦ τὸ κλονισθὲν κῦρος κατέπεσεν ἐντελῶς καὶ ἐγεννήθη διὰ κοινῆς βοῆς τοῦ στρατεύματος ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τοιούτου ἐπιτελείου, τὸ ὁποῖον πλέον οὐδεμίαν ἐνέπνεεν ἐμπιστοσύνην. Ἑπομένως οἱ ὅροι, οἵτινες ἐξησφάλιζον τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐπιτελείου, δὲν ἐτηρήθησαν ποσῶς. Ἀντὶ νὰ καθιερωθῇ ἡ ἐπιβεβλημένη ὑπὸ τοῦ νόμου ἐναλλαγὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ, ἐναλλαγὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπιτελείου καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατεύματος, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος, συνεκεντρώθη τὸ ἐπιτελεῖον ἐντὸς τεσσάρων τοίχων, ἐγκατέλειψε τὰς ἔξω Μεραρχίας ἄνευ ἀξιωματικῶν τῶν ἐπιτελῶν καὶ ἀπέστελλεν ἀνθυπολοχαγοὺς τῶν διαφόρων ὅπλων, διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραταθῇ καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλεται ἡ πλήρης κατάργησις τοῦ ἐπιτελείου. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέτρον περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπιτελείου, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἐπιτελεῖον θ’ ἀναπληρωθῇ ὑπὸ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ὡς εἶναι περίπου ἐν Γαλλίᾳ, καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον θὰ ὑποβάλω προσεχῶς.
§8Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. Ὑπουργέ;
§9Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ ὑποβάλητε καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον ἐγκαίρως, ὥστε ἐν παραβολῇ νὰ συζητήσωμεν.
§11Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει, διότι τοῦτο εἶναι ἁπλῆ κατάργησις.
§12Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ. Βεβαίως εἶναι ἁπλῆ κατάργησις, ἀλλὰ πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ καταργήσεως, ὅπερ δύναται νὰ εὕρῃ ὀρθόν, ἐξ ἄλλων λόγων, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τίνες αἱ πρυτανεύουσαι σκέψεις περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ σώματος τούτου, ἵνα ἐν παραβολῇ συζητήσῃ. Ἐννοεῖτε ὅτι ἡ αἴτησις ἡμῶν περὶ συγχρόνου ὑποβολῆς καὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων δὲν προδικάζει τὴν γνώμην περὶ καταργήσεως τοῦ λειτουργοῦντος σώματος, διότι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν γνώμην ὑπὲρ τῆς καταργήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἅτινα κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐπιχειρήματα συντείνοντα εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ σώματος, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων λόγων. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἐξ ἄλλων λόγων.
§13Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Εἶσθε σύμφωνος εἰς τὴν κατάργησιν.
§14Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ὄχι ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων σας.
§15Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Περὶ τῶν ἐπιχειρημάτων δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι περὶ τῆς καταργήσεως.
§16Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἠξεύρετε· δὲν δύνασθε νὰ προδικάζητε τὰς γνώμας τῶν ἄλλων.
§17Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Περὶ τῶν ἄλλων δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι οἱ δύο ἀξιότιμοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον παρατηρήσεις, δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ φρονῶ ὅτι θὰ εἶχον ἀντιρρήσεις περὶ τῆς καταργήσεως, καὶ τοῦτο καθ’ ὃν τρόπον προυβλήθησαν αἱ ἀντιρρήσεις.
§18Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἐξέφρασα γνώμην, ὥστε δὲν δύνασθε νὰ γνωρίζητε τὴν γνώμην μου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μὴ διακόπτωσι τοὺς κ. Ὑπουργοὺς ἀγορεύοντας.
§20Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἤμην ὑπέρμαχος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ δὲν ἤμην μόνος ἐγὼ ὑπέρμαχος, ἀλλ’ ἦτο ὅλον τὸ στράτευμα ὑπέρμαχον, ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον σήμερον πᾶν ἄλλο ἢ ὑπέρμαχον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι.
§21Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς ἐμοῦ.
§22Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ — διότι τὸ ἐνθυμοῦμαι—ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο πολλάκις λόγος ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γ. Διοικήσεως, καὶ ἐφαίνετο ἡ Βουλὴ μᾶλλον προκατειλημμένη ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γ. Διοικήσεως, ὅτι, ἀφοῦ οἱ ὑπέρμαχοι, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ἀναγνωρίζουσι σήμερον τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως τῆς Γ. Διοικήσεως τοῦ Στρατοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος οἱ ἀντίπαλοι τοῦ θεσμοῦ νὰ μεταβάλωσι καὶ αὐτοὶ γνώμην.
§23Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ ἀντίπαλοι τοῦ θεσμοῦ δὲν συνηθίζουσι τοῦτο. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει.
§24Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀλλά, καὶ τὸ νὰ μεταβάλῃ τις γνώμην, ὅταν ἐκ τῶν πραγμάτων πείθηται ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλῃ γνώμην, εἶναι ἔνδειξις ἐχεφροσύνης, ἐνῷ ἀντιθέτως τὸ νὰ ἐμμένῃ τις μετὰ πείσματος εἰς τὴν γνώμην τὴν ἀρχικήν, ἐνῷ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται ὅτι ὀφείλει νὰ μεταβάλῃ γνώμην, τοῦτο τὸ εὑρίσκω μειονεκτικώτερον τοῦ πρώτου καὶ ἑπομένως δὲν θεωρῶ ὅτι εὑρίσκομαι ἐν μειονεκτικῇ θέσει δηλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι μετέβαλον γνώμην, καὶ μετέβαλον γνώμην, διότι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπείσθην ὅτι λογικῶς ἔπρεπε νὰ μεταβάλω γνώμην. Ἤμην σύμφωνος πρὸς τὴν συνείδησίν μου, καὶ ὅτε ἠγόρευον ἐνταῦθα ὑπὲρ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἤμην σύμφωνος πρὸς τὴν συνείδησίν μου, καὶ σήμερον, ὅτε προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Στρατοῦ, ἤτοι ὁ ψηφισθεὶς νόμος ͵ΒΨʹ τῆς 25 Μαρτίου 1900, συνετάχθη ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ ἐθεώρουν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπαραίτητον τὸν θεσμόν, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς θεσμὸν μόνιμον τοῦ στρατεύματος, ἀλλὰ θεσμὸν προσωρινόν, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι προσέθηκα τὸ τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατοῦ». Ἄρα ἐπρόκειτο περὶ θεσμοῦ καθαρῶς προσωρινοῦ, θεσμοῦ ὅστις ἔπρεπε νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸ μεταίχμιον μεταξὺ τῆς καταστάσεως τῆς δημιουργηθείσης μετὰ τὸ 1897 μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ ἐψηφίζετο ὁριστικὸς ὀργανισμὸς τοῦ Στρατοῦ. Κατὰ τὴν γνώμην αὐτὴν τῆς προσωρινότητος ὑποθέτω ὅτι φυσικῶς εἶχε τότε καὶ ἡ ὑποβαλοῦσα τὸν νόμον Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ναὶ μὲν κατὰ τὸ 1904 περιέλαβε τὴν διάταξιν τῆς Γ. Διοικήσεως ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Στρατοῦ, ἀλλὰ βεβαίως, ἀφοῦ εἶχε τὴν γνώμην τῆς προσωρινότητος τοῦ θεσμοῦ, ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ἀνάγκη ἀκόμη νὰ παραταθῇ ἡ προσωρινότης αὐτοῦ. Ὡς προσωρινὸς θεσμὸς ἐπέφερε τότε ἀποτελέσματα εὐχάριστα διὰ τὸ στράτευμα, καὶ βλέπομεν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁλόκληρον τὸ στράτευμα τεταγμένον πρὸς τὸ μέρος τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐπειδὴ ἐπίσης δὲν ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἀνεγράφοντο καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς σχετικὰ Διατάγματα συμπληροῦντα τὸν θεσμόν, ἐπῆλθον ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρουσίασαν σήμερον ὁλόκληρον τὸ στράτευμα ζητοῦν διὰ βοῆς τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ. Καὶ μόνον αὐτό, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι οὐδεμίαν μετέβαλον γνώμην περὶ τοῦ θεσμοῦ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐξηκολούθουν ἀκόμη ὢν ὑπέρμαχος τοῦ θεσμοῦ, μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ἐπέφερεν εἰς τὸ στράτευμα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, μόνον τὸ γεγονὸς αὐτὸ θὰ ἤρκει, διὰ νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τῆς Γ. Διοικήσεως. Ὅτε τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἐπρόκειτο νὰ ἐπακολουθήσῃ ἀποκέντρωσις τῶν προνομίων καὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὴν Γ. Διοίκησιν, ἐπρόκειτο νὰ ἐπακολουθήσῃ ἀποκέντρωσις καθ’ ὅλην τὴν ἱεραρχίαν τῶν στρατιωτικῶν μονάδων. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἐλήφθησαν δικαιώματα πλειότερα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἄλλοτε εἶχεν ὁ Ὑπουργός, καὶ ἀντὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἥτις θὰ ἐπέφερεν ὠφέλιμα ἀποτελέσματα, ἔμειναν τὰ δικαιώματα ταῦτα συγκεντρωμένα ἐν τῇ Γ. Διοικήσει. Ἐκ τούτου δ’ ἐπήρχοντο συρράξεις τῶν δύο ὑπηρεσιῶν, συρράξεις, τῶν ὁποίων πάντες ἔχομεν γνῶσιν, μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Γεν. Διοικήσεως, συρράξεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἦσαν ὑπεύθυνοι οὔτε ὁ Ὑπουργὸς οὔτε ὁ Γενικὸς Διοικητής, διότι οὔτε ὁ Ὑπουργὸς οὔτε ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἦτο δυνατὸν νὰ προσέχωσιν εἰς ὅλην τὴν λεπτομέρειαν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐν τούτοις αἱ συρράξεις αὐταὶ εἶχον ἀποτέλεσμα ἐπιβλαβὲς διὰ τὸ στράτευμα καὶ ἐπέφερον καὶ ἀδικήματα ἀκόμη εἰς τὰ ἄτομα. Ἐπήρχοντο ἑρμηνεῖαι διάφοροι μεταλλασσόμεναι κατ’ ἔτος ἀναλόγως τῶν διαφόρων προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, καὶ πολλάκις αἱ ἑρμηνεῖαι αὐταί, διὰ τὰς ὁποίας, ὡς εἶπον, δὲν ἦτο ὑπεύθυνος ὁ Γενικὸς Διοικητής, διότι εἶναι ἀδύνατον εἷς διευθύνων μίαν ὑπηρεσίαν τὰ πάντα νὰ βλέπῃ —καὶ ὅσοι διηύθυναν ὑπηρεσίαν εἶδον ὅτι πλεῖστα ζητήματα καταλείπονται εἰς τοὺς εἰσηγητάς. Ὑπῆρχον λοιπὸν εἰσηγηταί, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον τὰς ἑρμηνείας τῶν νόμων καὶ τῶν Διαταγμάτων κατὰ τὰς διαφόρους αὐτῶν ἐπιθυμίας. Καὶ τὰ ἀδικήματα σωρηδὸν ἐπήρχοντο κατ’ ἔτος καὶ ἔσχον τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε ὁλόκληρον τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει τὴν Γεν. Διοίκησιν ὡς σύμβολον ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν πολιτικῶν ἐπιρροῶν—ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἔγινεν ἡ συζήτησις περὶ αὐτῆς, πόσαι ἀνεπτύχθησαν λεπτομέρειαι—αὐτὸ τὸ ἴδιον στράτευμα ζητεῖ δεδικαιολογημένως νὰ καταρρίψῃ σήμερον τὸ σύμβολον αὐτό, διότι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τινὸς εἶχεν ἐπιφέρει, τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, μετετράπησαν κατὰ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου εἰς ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ πλέον, καὶ ἀπόδειξις τοῦ ἐπιβλαβοῦς, ἀπόδειξις τῶν ἐπιβλαβῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν συνεπειῶν εἶναι ἡ δημιουργηθεῖσα κατάστασις, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζομεν. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἀπεδόθη ἡ κατηγορία ὅτι μετήλλαξα γνώμην, ὄχι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἐν τῷ τύπῳ, ὀφείλω νὰ τονίσω τὸ ἑξῆς, ὅτι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς εἶχεν ὑποβάλει περιορισμούς τινας εἰς τὸ σύστημα τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἐθεώρησα ὅτι οἱ περιορισμοὶ ἐκεῖνοι ἦσαν ἐπιβλαβεῖς, διότι ἀληθῶς ἐπέφερον ὡς ἀποτέλεσμα τὰς διαφόρους ἑρμηνείας, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως. Εἶχον δ’ ὁμιλήσει τότε κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, κατὰ τῶν περιορισμῶν, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὰ ἀποτελέσματα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πειθαρχίας ὑπῆρξαν εὐάρεστα, καὶ ἐθεώρησα ὅτι πᾶς περιορισμὸς θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μεταβολὴν τῶν ἀγαθῶν συνεπειῶν σχετικῶς πρὸς τὴν Γεν. Διοίκησιν. Καὶ ἀκριβῶς εἰς τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἐστήριξα τὴν ὑπεράσπισιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα τότε διὰ τὴν Γεν. Διοίκησιν, ὅτι ἐπανέφερε τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸ στράτευμα, ὅτι ἐπέρρωσε τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ στρατεύματι. Σήμερον ἐκ τῶν γεγονότων κατὰ τὴν σειρὰν τῶν ἐτῶν ἐπείσθην ὅτι ἡ πειθαρχία τοῦ στρατεύματος διεσαλεύθη καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ διοίκησις τοῦ στρατεύματος, καὶ ὑποκαθιστῶ διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, ἀντὶ τῆς Γεν. Διοικήσεως, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ τὸ στράτευμα πάλιν εἰς τὰς ἐπιρροὰς ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν τότε, ὑποκαθιστῶ ἀντὶ τῆς Γεν. Διοικήσεως τὸ Ἀνώτερον Συμβούλιον τῶν μεράρχων, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίζῃ τὰ ζητήματα τῆς συντάξεως τῶν πινάκων τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα προβιβασμοῦ καὶ τὰ τῶν τοποθετήσεων καὶ μεταθέσεων τῶν ἀξιωματικῶν, ἀκριβῶς δηλαδὴ αὐτὰ τὰ δύο δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Γεν. Διοίκησις καὶ τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν πλεῖστα παράπονα καὶ ἀδικήματα, τὰ μεταφέρω εἰς Ἀνώτερον Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἐξ ὅλων τῶν Μεράρχων καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, οἱ ὁποῖοι συνερχόμενοι θὰ κανονίζωσι πάντα τὰ ζητήματα τῶν προβιβασμῶν καὶ τὰ ζητήματα τῶν μεταθέσεων ἀπαραλλάκτως, ὅπως ἔπραττε μέχρι τοῦδε ἡ Γεν. Διοίκησις. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω διὰ σήμερον ἐπιφυλαττόμενος κατόπιν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐζήτησαν οἱ κύριοι Βουλευταί.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἕτερος ζητῶν τὸν λόγον; Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ.).