1909.09.24
346 rows · 2,755 words · 12 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 1.
τῆς 24ης Σεπτεμβρίου 1909.
(Πέμπτη)
Προσωρινὴ Προεδρία κ. Χ. Καστριώτου
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρα 10 π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 142 Βουλευτῶν).
Εἶτα ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὸν λόγον πρὸ τῆς πράξεως, ἥτις μέλλει νὰ ἐπακολουθήσῃ πρὸς ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς· δὲν δύναμαι νὰ ἐκτεθῶ πέρα τοῦ θέματος, ὅπερ μοὶ ἐπιβάλλεται, νὰ δηλώσω ὁποίαν γνώμην ἔχω ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας αὐτῆς. Ἐὰν ἡ ψηφοφορία ἐπήρχετο ὑπὸ τοὺς συνήθεις ὅρους, ὑφ’ οὓς διατελοῦσι τὰ Κοινοβούλια καὶ τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον ἀπὸ μακροῦ χρόνου, θὰ ἦτο περιττὴ πάντως ἡ δήλωσις ἡ ἐμή. Ἀλλὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε διαδραματισθέντα, ἀρξάμενα ἀπὸ τῆς παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ πρῴην Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ἐγκαταλιπόντος τὴν ἐξουσίαν καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ δὲν εἰργάζετο πλέον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, παραιτήσεως ἥτις βεβαίως δὲν προῆλθεν οὔτε ἐκ μεταβολῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ σχετικῆς ἐκτιμήσεως τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησίν των οὔτε ἐκ λόγων ἄλλων ἐξωτερικῶν, ἐπέβαλον εἰς αὐτὸν ν’ ἀπέλθῃ τῆς ἐξουσίας, ἵνα ἄλλος τις διαχειρισθῇ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τὴν σημαντικὴν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἀνεξάρτητος πρὸς τὴν μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς πορείαν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν αὐτῶν ζητημάτων. Οἱ λόγοι, καὶ ἂν δὲν ἐδηλώθησαν, ὡς ἀνέμενον, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας, οἵτινες ὑπεχρέωσαν αὐτὸν νὰ ἀπέλθῃ τῆς ἐξουσίας, εἶναι ἡ συντηρητικότης τοῦ ἀνδρός, ἡ συντηρητικότης ἐκείνη, ἥτις τὸν ἔπεισεν ὅτι κάλλιον εἶναι νὰ δοθῇ μία διέξοδος εἰς τὸ ὀγκούμενον καθ’ ἑκάστην αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῆς δυσφορίας ἐκείνης καὶ τῆς κακοδαιμονίας, διὰ τῆς ὁποίας ἀπὸ μακροῦ χρόνου μαστίζεται καὶ ἡ ὁποία δὲν ἄρχεται οὔτε ἀπὸ χθὲς οὔτε ἀπὸ προχθές, κακοδαιμονία στηριζομένη εἰς λόγους τοιούτους, οὓς πάντες γνωρίζετε, ὑμεῖς οἵτινες παρακολουθεῖτε τὰ πολιτικὰ ἡμῶν ζητήματα ἐκ τοῦ πλησίον. Δέδοται λοιπὸν εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶναι μακρὰν τῆς Πολιτείας, οἵτινες ἀγνοοῦσιν ἐντελῶς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διέπεται τὸ Κράτος καὶ αἱ ἐξωτερικαὶ αὐτοῦ ὑποθέσεις, διότι εἶναι σημαντικὰ γεγονότα διὰ τὴν Ἑλλάδα αἱ ἐξωτερικαὶ ὑποθέσεις, εἶναι, λέγω, δεδομένον εἰς αὐτοὺς νὰ κρίνωσιν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, εἰς ἡμᾶς ὅμως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κρίνωμεν οὕτω. Καὶ ἂν κατέθηκε τὴν ἐξουσίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, κατέθηκε ταύτην, ἵνα μία μεταλλαγὴ πολιτικὴ δι’ ἀνδρὸς συμφώνου πρὸς τὸ κοινὸν φρόνημα ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν κατάστασιν, ἴσως μεταβαλλομένων θεμάτων τινῶν, δι’ ὧν νὰ ἱκανοποιῆται τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ δημόσιον φρόνημα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκλήθη, ὅπως κυβερνήσῃ τὸ Κράτος, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Καλῶς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, δεχθεὶς τὴν ἐντολήν· καθῆκον εἶχεν, ἡγέτης ὢν τῆς μειονοψηφίας, νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν χώραν ἀκυβέρνητον. Ἂν ἐζήτησε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, κατεκρίθη διὰ τοῦτο, διότι δὲν διέγνω τοὺς ἐξωτερικοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἠπείλουν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν θίγω τὴν στιγμὴν ταύτην· εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω, διότι, ὅτε ἐκεῖνος ἐζήτει τὴν διάλυσιν, Κύριος οἶδε τίνας λόγους εἶχε, διὰ τῶν ὁποίων ἐπείσθη ὅτι δὲν ζημιοῖ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Πιθανὸν καὶ νὰ ἐζημιοῦτο τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, πιθανὸν ὅμως καὶ νὰ μὴ ἐζημιοῦτο. Τὸ τοιοῦτον, ὅταν εἶναι εὔθετος ὁ χρόνος, τότε θέλει συζητηθῆ, ἂν ὄντως ἦτο καλὴ ἡ πρᾶξίς του. Πάντως ὅμως ἦτο ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, ζητῶν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι αὐτός, ἐκ τῆς μειονοψηφίας προερχόμενος, δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐν ἡμέραις λοιπὸν δυσχερείας ἀναλαβὼν τὴν ἐξουσίαν ἤρξατο πραγματευόμενος τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἀπειλητικά, ἀπησχόλουν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν Κυβέρνησίν του· ἐννοῶ τὰ ἐξωτερικά. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν οὗτος διεπραγματεύετο τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, διάφοροι ὑπῆρχον γνῶμαι· ἄλλοι εὕρισκον ὅτι καλῶς δὲν διεξάγονται ταῦτα καὶ ἄλλοι ἄλλως. Ἐγὼ ἓν μόνον λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπερατώθησαν τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, ἀποτραπέντος τοῦ κινδύνου, ὅστις τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἴσως ἐφανταζόμεθα ὅτι ὑφίστατο, ἴσως καὶ νὰ μὴ ὑφίστατο. Καὶ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐπερατοῦντο τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, ἐπίστευον ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς κάποιαν ὁμαλωτέραν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο καὶ ἐκεῖνος, ἐργαζόμενος καὶ δημιουργῶν ὅ,τι εἶχε κατὰ νοῦν, ὅτε ἐδέχετο τὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἐργαζόμενος θὰ ἠδύνατο νὰ παρασκευασθῇ ὄχι βεβαίως διὰ τὰς ἐκλογάς, διότι ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι γνωστός, δὲν ἐπρόκειτο βεβαίως νὰ ἐργασθῇ διὰ τὰς ἐκλογάς, θὰ εἰργάζετο, διὰ νὰ φέρῃ ἐργασίαν, ὅπως καὶ πάντοτε ἔφερεν ἐργασίαν ὁσάκις ἐκυβέρνησε τὴν χώραν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἔβαινον οὕτω· δὲν ἔβαινον οὕτω, Κύριοι, διότι ὁ ὑπόκωφος ἐκεῖνος τάραχος, ὅστις συνεκίνει τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν, δὲν εἶχε παύσει, καὶ δὲν εἶχε παύσει, διότι ὁ μὲν Ἑλληνικὸς λαός, ὅσον καὶ ἂν κατεγίνετο περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὸν ἔθιγον, τὰ ἐκ τῆς κακοδαιμονίας προερχόμενα, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἄλλας ἀσχολίας, εἶχε τὰς ἀσχολίας τῆς ἐργασίας του, ὁ ἔμπορος τοῦ ἐμπορίου του, καὶ ὁ κτηματίας τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων του. Ἡ τάξις ὅμως ἐκείνη, ἥτις ὀλιγώτερον ἠσχολεῖτο μὲ τὰ βιοτικὰ ταῦτα ἔργα, ἐκείνη ἥτις εἶδεν ἑαυτὴν εὑρισκομένην ἐν τῷ διλήμματι τοῦ ἂν θεωρεῖται ἄχρηστον εἰς τὸν τόπον βάρος, ἐννοῶ τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ κίνδυνος ἐπεκρέματο ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐκεῖνοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας των, ὡς αὐτοὶ ἐπεθύμουν, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ ἔθνους, οὗτοι, λέγω, ἐξηκολούθησαν ἔχοντες πάντοτε ἐν τῇ συνειδήσει αὑτῶν τὴν ταραχὴν ταύτην, τὴν ἐξέγερσιν ταύτην, ἥτις ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἐγενικεύετο, μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσκέφθησαν νὰ ἐξέλθωσι τῶν σκέψεων καὶ νὰ προβῶσιν εἰς ἔργα· τὰ ἔργα δέ, εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσωσι τὸν πόθον, ὃν εἶχον καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ, τῆς θεραπείας ἀπὸ τῆς κακοδαιμονίας. Διότι θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι δύναται θεραπεία τῶν τοῦ στρατοῦ ὑποθέσεων νὰ ἐπιτευχθῇ χωρὶς νὰ συντελεσθῇ γενικὴ θεραπεία πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Καί, ὅτε λέγω «πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους», λέγω τι μὴ ὀρθόν, ἀφοῦ θὰ τύχῃ θεραπείας πρώτη ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας. Καὶ ἦτο ἑπόμενον, Κύριοι, ἀπαράσκευοι ὄντες ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως νὰ σχηματίσωσι γνώμην καὶ ἰδέας, διὰ τῶν ὁποίων ἐπίστευον ὅτι τὸ Κράτος ὡσεὶ ἐκ θαύματος ἤθελε σωθῆ, ἤθελεν ἐξέλθει τῆς κακοδαιμονίας, ὅτι στρατὸς ἀντάξιος τοῦ προορισμοῦ του καὶ στόλος ἐπίσης ἐπαρκὴς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἤθελον δημιουργηθῆ, οὐδὲν περὶ ἑκατομμυρίων γνωρίζοντες, διότι αὐτοί, ἂν ἀσχολοῦνται μὲ ἀριθμούς, οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ ἔχουσιν ὡς ἀποτέλεσμα πῶς πρέπει νὰ κατασκευάζωνται πυροβόλα καὶ ὅπλα. Δὲν ἔχουσι τὰ χρήματα, διὰ τῶν ὁποίων κατασκευάζονται τὰ πυροβόλα. Ἡ ἐξέγερσις αὕτη ἦτο πολὺ εὐκολώτερον νὰ πραγματοποιηθῇ μεταξὺ ἀνδρῶν, ἐχόντων τὴν ἑνότητα τὴν προερχομένην ἐκ τοῦ λεγομένου esprit de corp, ἐκ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ φρονήματος. Τοιαύτην ἔχοντες ἑνότητα ἦτο πολὺ εὔκολον νὰ μεταβληθῶσιν εἰς σύνδεσμον, καὶ μεταβληθέντες εἰς σύνδεσμον πρώτη σκέψις αὐτῶν ἦτο νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον εἶχον εἰς χεῖράς των, τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν. Ταύτην χειριζόμενοι καθ’ ὃν τρόπον αὐτοὶ ἔκρινον ὅτι εἶναι συμφερώτερον ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ Κράτος κατὰ τὴν 14ην Αὐγούστου, ἐπιβαλόντες εἰς αὐτὸ νὰ σταματήσῃ πᾶσα κυβερνητικὴ ἐνέργεια, νὰ σταματήσῃ τὸ κράτος τῶν νόμων, καὶ νόμοι ἦσαν ἐκεῖνοι κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην. Καὶ ἄλλοτε συνέβη εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ κράτος τῶν νόμων νὰ σταματήσῃ ἀπέναντι τῆς στρατιωτικῆς ἐξεγέρσεως· συνέβη τοιοῦτον κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1843, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡ ἑσπέρα ἐκείνη καὶ τὸ κράτος τὸ στρατιωτικὸν ἀντιπαρῆλθε, διὰ νὰ δοθῇ πάλιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδει νὰ χειρίζωνται τὴν πολιτειακὴν μηχανήν. Συνέβη κατὰ τὸ 1862, εἶχε δ’ ἀποτέλεσμα τὴν ἔξωσιν τοῦ Ὄθωνος, ἀλλὰ τότε τὸ κράτος τῶν νόμων ἀποκατεστάθη ὡς τάχιστα, σχηματισθείσης προσωρινῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ στρατοῦ περιορισθέντος εἰς τοὺς στρατῶνας αὑτοῦ. Ὅλως ὅμως διάφορος ἡ ἐπανάστασις τῆς 14 Αὐγούστου ἐ. ἔ. δὲν ἔληξε τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Καὶ πρᾶξις μὲν κυβερνητικὴ διὰ τῆς ὑπογραφῆς Διατάγματος τῆς Α. Μεγαλειότητος ἠμνήστευσε τὰ ἄτομα, ἅτινα συμμετέσχον τῆς ἀναρχικῆς βεβαίως ἐκείνης, τῆς ἐκνόμου ἐκείνης ἐνεργείας· αὐτὸ εἶναι μία ἀναγνώρισις ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῆς 14 Αὐγούστου εἶναι ἔκνομος, εἶναι μία ἀναγνώρισις ὑπ’ αὐτῶν τούτων, οἵτινες ἐζήτουν τὴν ἀμνηστίαν, διότι δὲν θὰ τὴν ἐζήτουν, ἐὰν δὲν ἐθεώρουν ἀναρχικὴν τὴν ἐνέργειάν των ἐκείνην. Προσθέτω ὅτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μειοῦσι τὸ γόητρον τινος· ἑπομένως οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν δύνανται νὰ παραπονεθῶσι διότι ὡς ἔκνομος ἐθεωρήθη καὶ ἐχαρακτηρίσθη ἡ πρᾶξις των ἐκείνη, ἀφοῦ ἄλλως τε αὐτοὶ οὗτοι τὴν ἀνεγνώρισαν ὡς τοιαύτην. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὰ ἀγαθὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα παρέσυραν αὐτοὺς εἰς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, δυστυχῶς ὅμως ἡ ἀντίληψις τοῦ κοινοῦ εἶναι ὅτι ἔσπευσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκδώσῃ τὸ περὶ ἀμνηστίας Διάταγμα ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τῆς 15 Αὐγούστου· λέγω ὅτι ἔσπευσε, διότι, ὡς εἶπον πρότερον, αἱ ἐπαναστάσεις τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1862 ἔληξαν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐνῷ ἡ σημερινὴ ἐξακολουθεῖ, καὶ τὸ ἔγκλημα, ἂν ὑπῆρξεν, ἐξακολουθεῖ, καὶ θὰ εἶναι ἠναγκασμένος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκδίδῃ ἑκάστην ἑβδομάδα ἢ μῆνα ἓν νέον Διάταγμα ἀμνηστίας.
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἑκάστην ἡμέραν.
§4ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§5Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ κατάστασις αὕτη, Κύριοι, ἦτο περιττὸν νὰ περιγραφῇ ὑπ’ ἐμοῦ· εἶναι ἀφήγησις χρονογραφική, εἰς ἣν οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει οὔτε νὰ προσθέσω οὔτε νὰ ἀφαιρέσω τι. Αὕτη ἡ κατάστασις, ἥτις ἐξελίσσεται, ἔχει παρεμπίπτουσαν σήμερον νέαν ὄψιν, τὴν τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου, τὴν κλῆσιν τῶν Βουλευτῶν συνερχομένων ὅπως ἄρξωνται τῶν ἐργασιῶν των, τῶν ἐργασιῶν αἱ ὁποῖαι ἂν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἄρχονται ὀλίγον ταχύτερον κατὰ δύο μῆνας περίπου, τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐχάριστον, διότι ἴσως ταχύτερον καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφισθῇ καὶ ὅ,τι ἄλλο κριθῇ ἀναγκαῖον, ὥστε ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους τὰ πάντα νὰ εἶναι ἐν τάξει. Ἡμεῖς προσερχόμενοι ἐνταῦθα δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ μὴ ἐκπλαγῶμεν πρὸ μιᾶς ἀλληλουχίας κυβερνητικῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας δὲν προεβλέπομεν, κυβερνητικῶν μεταβολῶν μὴ προελθουσῶν οὔτε ἐκ τῶν τάξεων τῆς Βουλῆς, τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῶν ὑποδεικνυόντων ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κυβερνῶσιν, οὔτε ἐξ ἐξωτερικῶν λόγων τινῶν, οἵτινες θὰ ἐπέβαλλον μίαν τοιαύτην μετατροπήν. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἥτις εἰς ἡμᾶς παρουσιάζεται, ἑπόμενον εἶναι ἕκαστος ἡμῶν νὰ σκέπτηται πῶς θὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του, καὶ ἰδοὺ τί μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἐξηγήσω πῶς ἀντιλαμβάνομαι τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω σήμερον, ἀδιαφορῶν ἂν αὕτη εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀποτελεσματική. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι κακῶς ἐπεκράτησε κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ πάντες θὰ παραδεχθῆτε ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἀνακαινίσεως τῶν καθ’ ἡμᾶς, περὶ ἀποκαθάρσεως τῆς πολιτικῆς ἀπὸ περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ γεννήσωσιν εἰς τὸν λαὸν τὴν δυσφορίαν, θὰ ἦτο καλὸν ν’ ἀπαλλάξητε καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου ἀπὸ πάσης κομματικῆς ἐννοίας. Τίνα λόγον ἔχει νὰ εἶναι κομματικὴ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου; Ἐγὼ νομίζω ὅτι μεταξὺ ἡμῶν ἄριστος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις, ἂν θέλῃ, ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ τὴν προεδρίαν τῆς Βουλῆς διευθύνων τὰ πράγματα συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα οἱ κατὰ καιροὺς Πρόεδροι ἐτήρησαν, σπανιώτατα δ’ ἐγεννήθησαν παράπονα ἢ μᾶλλον οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι, πρὸ πάντων ὅμως ἐνθυμοῦμαι ὅτι ληγουσῶν τῶν Συνόδων εὐχαριστίαι ἀπενέμοντο εἰς τοὺς Προέδρους διὰ τὴν εὔορκον καὶ ἀμερόληπτον διεύθυνσιν τῶν συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου. Τοιαύτην τινὰ γνώμην ἔχων δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἠρχόμην νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου εἴς τινα τῶν συναδέλφων μου, ὅστις ἀπουσιάζει ἐντεῦθεν. Τὸν ἐθεώρουν ὡς τὸν ἄριστον διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἂν ὑπῆρξε πάντοτε φαεινὸς ὁδηγὸς ἐνταῦθα κατὰ τὰς συζητήσεις διὰ τῆς πολυμαθείας καὶ τῆς ἐργατικότητός του, εἶναι συνάμα καὶ εἷς, ὅστις ἀπὸ εἰκοσκετίας ἴσως δὲν συμμετέσχε τῆς διευθύνσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ἡ ἀποχή του ἀπὸ τῶν κομματικῶν, αἱ γνώσεις του καὶ ἡ μόρφωσίς του, ὁ χαρακτήρ του ὁ ἀγαστός, ἡ πολυμάθειά του, εἰς ἐμὲ ἦσαν ἐνδεδειγμέναι ἰδιότητες, ἵνα ψηφίσω αὐτόν. Τοιοῦτος εἶναι ὁ Στέφανος Δραγούμης Μετὰ πολλῆς μου χαρᾶς ἤκουσα ὅτι τοιαύτην γνώμην εἶχε καὶ ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν Ῥαλλικὴν πτέρυγα) καὶ ἡ πτέρυξ, εἰς ἣν ἐγὼ ἀνήκω. Τί ποτε ἐγέννησε τὴν ἀμφιβολίαν ἐπὶ τῆς ἀκριβείας, μεθ’ ἧς θὰ ἐξετελοῦντο τὰ προεδρικὰ καθήκοντα ὑπὸ τούτου; Ὑποθέτω ὅτι πρὸς τιμὴν πάντων καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἰς οὐδένα ἐγεννήθη ἡ ἰδέα ὅτι ἀνεπαρκῶς ἢ κομματικῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διαχειρισθῇ τὴν προεδρικὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Στέφανος Δραγούμης. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ Πρόεδρος πρόσωπον, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, διὰ νὰ λάβῃ τὰς ψήφους ὑπὲρ αὐτοῦ, ν’ ἀνήκῃ ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἀνάγκη τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ μὴ τάχα αὔριον κατὰ τὴν μακρὰν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν θέλομεν ἔχει, τῶν νομοσχεδίων, πάλιν ἡμεῖς δὲν εἴμεθα, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν στιγμὴν θ’ ἀποφαινώμεθα; Τότε πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ δισταγμὸν εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ πᾶσαν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ γίνεται, εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀμφιβολίαν ἂν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκφραζώμεθα ἐλευθέρως περὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ θεωρῶμεν ὅτι περιέχουσιν ἐν τῷ συνόλῳ ἢ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἀτελείας! Μοὶ ἀφίεται ἡ ἀμφιβολία μήπως καὶ πάλιν ἐξωτερικὴ πίεσις ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην ὑποψηφιότητα. Ἐγώ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω ἐπὶ μακρὰς περιόδους τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἴσως μάλιστα εἶναι καὶ ἡ τελευταία περίοδος, καθ’ ἣν ὑπηρετῶ οὕτω τὴν πατρίδα μου, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξέλθω ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ εἶμαι ὁ ὑπαίτιος τῆς μειώσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην ὑφιστάμεθα πίεσιν, ἵνα οὕτω ψηφίσωμεν. Ἡ πίεσις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες μᾶς πιέζουσι, τὴν ἰδέαν ὅτι αὕτη δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο ὡς ἀπαρχὴν τῶν ἐργασιῶν μου ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ μὴ ψηφίσω τὸν Πρόεδρον, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προέβαλε, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδὲν προσωπικὸν διαφέρον ἔχω, τοὐναντίον μάλιστα παρελθὸν μᾶς συνδέει μὲ τοῦτον εἰς τρόπον ὥστε εὐχαρίστως θὰ ἔδιδον εἰς αὐτὸν τὴν ψῆφόν μου, ἀλλά, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα σήμερον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ δώσω ψῆφον πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ τοιαύτην, ἡ ὁποία ἤθελεν εἶσθαι ἄρνησις ψήφου πρὸς αὐτόν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς.
§7Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διὰ τῶν δηλώσεων αὐτῶν, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος ὄχι μόνον προῆλθεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων, ἀλλ’ εἰς κρίσεις περὶ τοῦ κινήματος τοῦ στρατοῦ τῆς 14 Αὐγούστου. Τὸ θέμα εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, ὄχι μόνον διότι τὸ κίνημα τοῦτο προώρισται ν’ ἀποτελέσῃ πολιτειακὸν σταθμὸν εἰς τὴν πολιτικὴν Ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ διότι συνδέεται μὲ τὴν ἄνοδον εἰς τὴν Ἀρχὴν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ἥτις πρὸ ἡμῶν παρουσιάζεται σήμερον. Δι’ αὐτὸ βεβαίως πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ θέμα μακρᾶς συζητήσεως περὶ τοῦ ἂν τὸ Σῶμα τοῦτο ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην τὴν σήμερον πρὸ ἡμῶν παρουσιαζομένην. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἰς οὐδὲν τῶν ὑφισταμένων πολιτικῶν κομμάτων ἀνήκων δὲν θὰ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύωμαι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην παρ’ οὐδενὸς τῶν διαπρεπῶν πολιτευτῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀντιπροσωπεύσει τὴν γνώμην τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ὤφειλε νὰ γένηται μὲ τὴν σύνθεσιν τοῦ Σώματος, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας, μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν εὐμένειαν νὰ μὲ ἀκούσῃ τὴν στιγμὴν ταύτην.
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Νὰ προσαχθῶσιν αἱ κάλπαι. Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ βουλευταὶ κύριοι Γ. Λαναρᾶς καὶ Ν. Μουζάκης. (Προσάγονται αἱ κάλπαι καὶ ἄρχεται ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογὴ τῶν ψήφων καὶ ὁ προσωρινὸς Πρόεδρος ἀναγγέλλει τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 161, ἐξ ὧν ὁ κ. Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ῥώμας ἔλαβεν 119, ὁ κ. Στ. Δραγούμης 1 καὶ εὑρέθησαν 36 λευκὰ ψηφοδέλτια, πέντε δὲ ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ὁριστικὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξελέγη ὁ κ. Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ῥώμας. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου. (Ἀνέρχεται καὶ καταλαμβάνει τὴν ἕδραν ὁ κ. Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ῥώμας, βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅστις λέγει τὰ ἑξῆς:) Κύριοι Βουλευταί· Ἀνερχόμενος τρίτην ἤδη φορὰν εἰς τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ἐν εὐνοήτῳ συγκινήσει, εὐχαριστῶ ἐγκαρδίως ὑμᾶς ἐπὶ τῇ ἐνδείξει ταύτῃ τῆς πρὸς ἐμὲ ἐμπιστοσύνης ὑμῶν. Ἡ ἐγνωσμένη φιλοπατρία τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ἐξάρω ἐνώπιον ὑμῶν, ὁποῖοι καὶ ὁπόσοι μεγάλοι κίνδυνοι περιστοιχίζουσι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, διότι τοὺς κινδύνους πάντες ἀναγνωρίζετε καὶ ἀντιλαμβάνεσθε. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, αἰρομένη εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ ὡς μόνα ἐλατήρια ἔχουσα τὸ καθῆκον καὶ τὸν πατριωτισμόν, θέλει θέσει τὸ ἐπιστέγασμα εἰς τὸ μέγα ἐπανορθωτικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον διὰ γενικῆς ἐξεγέρσεως παρ’ αὐτῆς προσμένει σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Παταγώδη χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν θεωρείων). Παρακαλῶ ἤδη τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας αὐτῆς πρὸς τὸν προσωρινὸν κ. Πρόεδρον.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλοῦνται οἱ κ. Βουλευταί, ὅπως προσέλθωσιν αὔριον περὶ τὴν 10 π. μ. ὥραν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου, καὶ τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης, εἰ δυνατὸν δέ, καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 11 καὶ 20 π. μ.)