1905.05.13
3,434 rows · 26,232 words · 255 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
τῆς 13 Μαΐου 1905.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τῆς Βουλῆς, κατήρτισα τὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως ὀκτὼ Πρωτοδικείων. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεστάθη ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν: Ἀντωνίου Μομφερράτου, Διονυσίου Στεφάνου, Κ. Καλομενοπούλου, Νικολάου Γάτσου, Κ. Γκότση, Μιχ. Στεφανίδου, Θ. Κριεμάδη, Ι. Χατζιδάκη καὶ Ι. Καλούτση.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ τὰ θέματα τὰ πρὸς συζήτησιν δὲν θ’ ἀπαιτήσωσι πολὺν καιρόν, συστήσατε, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μὴ παρατείνῃ πέραν τῶν δέκα ἡμερῶν τὰς ἐργασίας αὐτῆς.
§3Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Αὐτὴν τὴν σύστασιν εἶχον νὰ κάμω καὶ ἐγὼ νὰ ὁρισθῇ χρονικὸν διάστημα, ὥστε νὰ μὴ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.
§4Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀνάλογον διάστημα.
§5Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας δὲν παραπέμπονται τοιαῦτα νομοσχέδια.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοίνωσις ἀναφορῶν. Τηλεγράφημα τῶν δικηγόρων Θηβῶν, ἐκφραζόντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ συγχαρητήριά των διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ἐθνωφελοῦς οἰκονομικοῦ προγράμματός της, καὶ ἐπικροτούντων καὶ ἐπιδοκιμαζόντων τὴν κατάργησιν τῶν Πρωτοδικείων. Τηλεγράφημα τῶν Γ. Χρηστίδου καὶ Σταθοπούλου, κατοίκων Μαζεΐκων, παραπονουμένων κατὰ τοῦ αὐτόθι εἰρηνοδίκου Κωστῆ, ὡς παραμελοῦντος τὰ καθήκοντά του, παραμένοντος δ’ εἰσέτι ἐκεῖ, μολονότι μετετέθη. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Ἀρεοπόλεως καὶ Οἰτύλου, συνελθόντος ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ ἐπιδοκιμάζοντος τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Νομαρχίας Γυθείου. Τηλεγράφημα τῆς ἐν Λαρίσῃ «Ἠπειρωτικῆς Ἑνώσεως», παρακαλούσης νὰ διατηρηθῇ τὸ Διδασκαλεῖον Λαρίσης, ὡς ἐξυπηρετοῦν ἐθνικοὺς σκοπούς. Ἀναφορὰν τῶν ἁλιέων Σαλαμῖνος, παραπονουμένων κατὰ τῶν διὰ δυναμίτιδος ἁλιευόντων. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἁλιέων Σαλαμῖνος τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γ. Ἀναστασόπουλος.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἀνεκοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ, ὅτι οὐχὶ μόνον Σαλαμίνιοι, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἀσκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα τῆς διὰ φυσιγγίων δυναμίτιδος ἁλιείας καθ’ ὅλην τὴν θάλασσαν τοῦ Πειραιῶς καὶ τῆς Σαλαμῖνος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἀτιμωρητὶ, πρὸς ζημίαν τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος ἐντίμων ἁλιέων καὶ καταστροφὴν τῶν ἰχθύων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι δι’ ἑνὸς φυσιγγίου δυναμίτιδος ἀγρεύονται ὀλίγαι ὀκάδες ἰχθύων, ἀλλὰ μυριάδες καταστρέφονται, ζημιώνονται δὲ καὶ οἱ ἔντιμοι ἐπαγγελματίαι ἁλιεῖς, οἱ διὰ τῶν τακτικῶν μέσων τῆς ἁλιείας ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμά των, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς ἐκείνους, οἵτινες δι’ ἑνὸς φυσιγγίου ἀγρεύουσι ἑκατοντάδας ἰχθύων. Οἱ ἀναφερόμενοι ἁλιεῖς ζητοῦσι τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων δρακοντείων πρὸς καταπολέμησιν τῆς τοιούτου εἴδους ἁλιείας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τοῦτο πλανῶνται, διότι ὁ ποινικὸς νόμος ἔχει αὐστηρὰς, αὐστηροτάτας διατάξεις κατὰ τῶν χρωμένων τὴν δυναμίτιδα, ἴσως δὲ ἐκ τῶν αὐστηρῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἐπιβάλλοντος τρίμηνον φυλάκισιν καὶ πρόστιμον ἑκατὸν δραχμῶν, προῆλθεν ἡ κατάστασις αὕτη, διότι καθίσταται ἡ διάταξις αὕτη, λόγῳ τῆς αὐστηρότητος τῆς ποινῆς, ἀνεφάρμοστος. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰς στατιστικὰς τῶν Πλημμελειοδικείων, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἐπὶ 100 εἰσαγομένων ὑποθέσεων κατὰ παραβατῶν τοῦ νόμου περὶ δυναμίτιδος δὲν ὑπάρχουσι καταδικαστικαὶ περισσότεραι τῶν 5. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναλογία. Ἀλλ’ οἱ ἀναφερόμενοι ἁλιεῖς προτείνουσιν ἓν πρακτικὸν μέτρον, ἁπλούστατον, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ πώλησις τῶν ἰχθύων ὑπὸ τῶν ἰχθυοπωλῶν ἄνευ ἐπιθεωρήσεως ὑπὸ τοῦ ἀστυϊάτρου τῆς πόλεως, ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ πωληθῶσιν. Ἐὰν τοῦτο ἐφαρμοσθῇ δι’ ἀστυνομικῶν διατάξεων, θὰ μετριασθῇ βεβαίως τὸ διὰ τῆς δυναμίτιδος ὀλέθριον μέσον τῆς ἁλιείας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα φροντίσῃ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ δι’ ἀστυνομικῶν διατάξεων νὰ διαταχθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ εἰρημένου μέτρου, συνάμα δὲ νὰ ληφθῇ καὶ ἕτερον μέτρον, νομοθετικῶς βεβαίως, ἵνα πρὸς ταῖς ποιναῖς ταῖς ἐπιβαλλομέναις ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἀπαγορεύηται εἰς τὸν καταδικαζόμενον ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ τοῦ ἁλιέως καὶ τοῦ ἰχθυοπώλου.
§10ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὰ τῆς σημασίας τῆς ἀναφορᾶς ἀρκούντως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος διεσάφησε. Βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ ἀρνηθῶ, ὅτι σήμερον ἡ Δικαιοσύνη διὰ τῶν ἐπιεικεστάτων ἀποφάσεών της ἐνθαρρύνει τὴν διὰ δυναμίτιδος καταστρεπτικωτάτην ἁλιείαν. Νομίζω ὅμως, ὅτι πλὴν τῆς προσοχῆς τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπον εἶναι νὰ προκαλέσωμεν καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Διότι οὐ μόνον ἡ ἐπιείκεια τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου δικαστῶν πρὸς τοὺς παραβάτας αὐτοῦ ἐνθαρρύνει αὐτὴν τὴν αὐθάδη καταστρατήγησιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ τὰ μέτρα τὰ προληπτικὰ τηροῦνται ἀκόμη ἐπιεικέστερον. Δὲν ὑπάρχει λιμενάρχης, ὁ ὁποῖος πρῶτος νὰ μὴ λαμβάνῃ δωρεὰν παρὰ τοῦ ἁλιέως τοὺς καλλιτέρους ἰχθεῖς. Ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ λιμενάρχαι ἐνθαρρύνουσιν αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς ἁλιείας, δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ καταδιωχθῇ αὕτη. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν λιμεναρχῶν καὶ τοῖς καταστήσῃ γνωστὰς τὰς καταστρεπτικὰς συνεπείας τῆς διὰ δυναμίτιδος ἁλιείας τῶν ἰχθύων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος ὑπέδειξε, τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς πωλήσεως, νομίζω ὅτι τοῦτο ἐν τῇ πρακτικῇ καταδεικνύεται ἀνεφάρμοστον, πρῶτον διότι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς ὅλας τὰς πόλεις ἀστυΐατροι, καὶ δεύτερον διότι εἶναι δυσδιάκριτοι οἱ ἰχθύες οἱ ἁλιευθέντες διὰ δυναμίτιδος ἀπὸ τοὺς ἁλιευθέντας κανονικῶς. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως δι’ ἐγκυκλίου αὐστηρᾶς, ἐντόνου, ἀπειλούσης ἐπιβολὴν πειθαρχικῆς τιμωρίας, συστήσῃ εἰς τοὺς κυρίους λιμενάρχας νὰ ἐπιβλέπωσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀπαγορευτικοῦ νόμου.
§11Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ μοὶ ἐνθυμίζει γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνέβη, καθ’ ἣν ἐποχὴν διετέλουν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διερχόμενος ἐκ τῆς ἀγορᾶς εἶδον ἔντιμον ἰχθυοπώλην ἀπαγόμενον εἰς τὰς φυλακὰς ὑπὸ ἀστυφυλάκων. Ἐρωτῶ, τί συμβαίνει, καὶ μανθάνω ὅτι ἀπάγεται εἰς τὰς φυλακάς, διότι ἐπώλει ἰχθεῖς ἁλιευθέντας διὰ δυναμίτιδος. Ἐσταμάτησα τὴν ἀπαγωγὴν τοῦ ἰχθυοπώλου, διότι ἐγνώριζον ὅτι ἦτο ἐκ τῶν ἐντιμοτέρων ἰχθυοπωλῶν τῆς ἀγορᾶς. Μεταβὰς δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, συνέστησα ἐπιτροπὴν ἐκ τριῶν ἰατρῶν στρατιωτικῶν, ἐχόντων πεῖραν καὶ ἐντιμοτάτων, καὶ ἀπέστειλα αὐτούς, ἵνα ἐξετάσουν, ἂν οἱ ὑπὸ τοῦ ἀστυϊάτρου τῆς πόλεως θεωρηθέντες ὡς ἁλιευθέντες διὰ δυναμίτιδος ἰχθεῖς ἦσαν τῳόντι διὰ δυναμίτιδος ἠλιευμένοι. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν τριῶν ἰατρῶν ἐξετάσασα εὗρεν, ὅτι οὐδὲ ἴχνος τοιαύτης ἁλιείας ὑπῆρχε. Κατὰ συνέπειαν καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος εἶπεν, ὅτι δύναται νὰ προλάβῃ τὴν διὰ δυναμίτιδος ἁλιείαν, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ προλάβῃ αὐτήν. Συμφωνῶ ὅτι δύνανται αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ νὰ προλάβωσι τὸ κακόν· ἀλλὰ δυστυχῶς παρουσιάζονται ἐνίοτε καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς ταύτας περιστάσεις πλείονες ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἤλεγξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Ρέπουλης· διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς ἕνα δῆμον τῆς ἐπαρχίας μου εἶχεν ἔλθει ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγορεύετο αὐστηρῶς ἡ ἁλιεία διὰ δυναμίτιδος. Ἐτοιχοκολλήθη ἡ ἐγκύκλιος εἰς τὴν ἀγορὰν, ἐτοιχοκολλήθη εἰς ὅλας τὰς ὁδοὺς, καὶ πάντες ἐπίστευον, ὅτι ἤθελεν ἐκλίπει τὸ κακὸν, ὅτε ἡμέραν τινὰ, εὑρισκόμενος εἰς τὴν παραλίαν, ἀκούω κρότον φυσιγγίου δυναμίτιδος· ἐρωτῶ, τί συμβαίνει, καὶ μανθάνω ὅτι ὁ ἴδιος ὁ σταθμάρχης ἡλίευε διὰ δυναμίτιδος· προσκαλῶ αὐτὸν, τὸν ἐρωτῶ, διατὶ ἁλιεύει διὰ δυναμίτιδος, παρὰ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου, καὶ μοὶ λέγει: «Ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου λέγει, ὅτι ἀπαγορεύει εἰς τοὺς ἄλλους,—ἐγὼ τὴν ἐκοινοποίησα,—ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν μου»! (ἱλαρότης).
§12Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος, ὅτι εἶναι δισδιάκριτοι οἱ ἰχθεῖς οἱ ἁλιευθέντες διὰ δυναμίτιδος ἀπὸ τοὺς ἁλιευθέντας κανονικῶς, δὲν εἶναι, νομίζω, πολὺ ὀρθή, διότι οἱ ἁλιεῖς, οἵτινες προτείνουσι τὸ μέτρον, περὶ οὗ εἶπον, γνωρίζουσι νὰ διακρίνωσι καλλίτερον τῶν ἐπιστημόνων.
§13ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁλιεῖς οἱ ἀστυΐατροι.
§14Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ἁλιεῖς οἱ ἀστυΐατροι, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς νὰ γνωρίζωσι τὰ χαρακτηριστικὰ τὰ διακρίνοντα τοὺς ἰχθεῖς τοὺς ἁλιευθέντας διὰ δυναμίτιδος, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ συντελεσθῇ ἡ καταστολὴ, οὐχὶ βεβαίως ἡ καταστροφὴ τῆς ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος, εἶναι ζήτημα ἀστυνομικόν. (Διάλογοι).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ. Τὸ ζήτημα εἶναι μεγάλου ἐνδιαφέροντος.
§16Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν αἱ ἀστυνομίαι τῶν λιμένων μετὰ τῶν ἀστυνομιῶν τῆς ξηρᾶς ἀπὸ κοινοῦ ἐνήργουν, βεβαίως ἤθελεν ἐπέλθει ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν σήμερον. Δὲν εἶναι δὲ δυσεφάρμοστον τὸ μέτρον τῆς διὰ τῆς ἀστυνομίας περιστολῆς τοῦ κακοῦ, διότι καὶ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ ἀπαγορεύοντος τὴν διὰ δυναμίτιδος ἁλιείαν τῶν ἰχθύων ὑπάρχει θεραπεία, διότι διατάσσει ὁ νόμος νὰ δημεύωνται οἱ ἰχθεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνακαλύπτονται ὅτι προέρχονται ἐξ ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀστυνομία δι’ ἀστυνομικῆς διατάξεως ἢ καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου προέβαινεν εἰς ἐπιθεωρήσεις καθ’ ἑκάστην πρωΐαν, —τοῦτο δὲ βεβαίως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ εἰς τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰ χωρία, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, ἀλλ’ εἰς τὰς κεντρικὰς πόλεις, ὅπου ὑπάρχει μεγαλειτέρα κατανάλωσις ἰχθύων καὶ ἑπομένως πώλησις μεγαλειτέρα τοιούτων ἰχθύων, δύναται νὰ γείνῃ, —ἐὰν, λέγω, ἐφηρμόζετο ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἡ ἀστυνομία ἐπεθεώρει διὰ τρόπου εἰλικρινοῦς, τὸ κακὸν θὰ ἐθεραπεύετο, ἢ τοὐλάχιστον θὰ περιεστέλλετο. Τὸ ἱστορικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κέας, δὲν ἀποδεικνύει ὅτι οἱ ἀστυΐατροι δὲν ἐγνώριζον ὅτι οἱ ἰχθεῖς ἐκεῖνοι δὲν προήρχοντο ἐξ ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος, ἀλλ’ ἐνδεικνύει ἴσως τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων παρ’ ἡμῖν. Ἤκουσαν οἱ ἀστυΐατροι, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως, ἴσως καὶ ὀρθῶς, ἐγνωμοδότησαν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ πωλήσεως ἰχθύων ἁλιευθέντων διὰ δυναμίτιδος, ἤκουσαν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε γνώμην περὶ τοῦ συλληφθέντος ἰχθυοπώλου, ὅτι ἦτο ἔντιμος ἄνθρωπος, καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ πεισθῇ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἐψεύδετο. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἐκτιμήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπεχώρησεν ἡ ἐπιστημονικὴ αὐτῶν γνωμοδότησις. Τοιαύτην ἀντίληψιν ἔχω ἐγὼ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι οἱ ἀστυΐατροι θὰ διέτασσον τὴν σύλληψιν τοῦ ἰχθυοπώλου, ἐὰν δὲν ἐπείθοντο ἐπιστημονικῶς καὶ ἀριδήλως, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἰχθύων ἁλιευθέντων διὰ δυναμίτιδος. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ ἐνταῦθα. Ἐὰν ἐγίνετο ἐνέργεια κοινὴ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν διὰ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν, ὡς ὑπέδειξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ μέτρον τοῦτο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν προσωρινὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, μέχρις ὅτου εἰς εὐθετωτέραν στιγμὴν λάβωμεν νομοθετικὴν πρόνοιαν, διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀπαγορεύηται ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ εἰς τὸν ἁλιέα καὶ εἰς τὸν ἰχθυοπώλην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ συνελαμβάνετο εἴτε ἁλιεύων διὰ δυναμίτιδος εἴτε πωλῶν ἰχθεῖς ἁλιευθέντας διὰ δυναμίτιδος.
§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λευκάδος κ. Τσαρλαμπᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Ἐπικρατείας», προτείνων τὴν ὑπαγωγὴν τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 132). Ὁ βουλευτὴς Κυθήρων κύριος Δελακοβίας ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς αἴτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ Εἰρηνοδικεῖα τοῦ Κράτους, ὧν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων ἐτησίως δὲν ὑπερβαίνει τὸν ἀριθμὸν τῶν 50.» Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Μπούσδρας ὑπεβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης ἄρθρου εἰς τὸν περὶ κοινοτήτων ΑΡΠʹ νόμον τοῦ 1884». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 133). Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων, βεβαίως καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι θ’ ἀναπτύξωμεν τὰς γνώμας μας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις· διότι βεβαίως ἡ μοναδικὴ τοῦ νομοσχεδίου διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅταν αὐτὴ κρίνῃ εὔλογον, νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν 85 Εἰρηνοδικείων καὶ 8 Πταισματοδικείων, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ, ἂν δύναται νὰ ἦναι ἔργον τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς ἐνεργείας, ἢ ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ἂν δύναται ἡ ἄδεια αὕτη, ἡ παρεχομένη εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ χρόνος οὗτος ζητῶ καὶ ἐγώ, συμπληρῶν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων συναδέλφου, νὰ κατατεθῇ πίναξ πάντων τῶν Εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους, τοῦ χρόνου τῆς συστάσεως αὐτῶν καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἐκδίδουσι, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰς γνώσεις ταύτας περὶ τῶν Εἰρηνοδικείων πάντων, διότι μόνον διὰ τῆς συζητήσεως καὶ διὰ τῆς ἐξακριβώσεως τῶν ἐργασιῶν τῶν Εἰρηνοδικείων, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων, καὶ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως καὶ τῶν ἀποστάσεων δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σοβαρῶς περὶ τοῦ νομοθετήματος· διότι μὲ τὸ νὰ ἔχωμεν τὰ Εἰρηνοδικεῖα τὰ ἀριθμοῦντα κάτω τῶν 50 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος ἢ ἄνω τῶν 50 μέχρις 100 δὲν ἔχομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν καὶ τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς συζήτησιν· διότι εἶναι δυνατὸν Εἰρηνοδικεῖα ἐκδίδοντα 200 ἀποφάσεις νὰ καταργηθῶσι, καὶ εἶναι δυνατὸν τοὐναντίον, προκειμένου περὶ Εἰρηνοδικείων ἐκδιδόντων ἐλάσσονας τῶν 50 ἀποφάσεις νὰ μὴ ἐπιτρέπηται οὐδὲ συζήτησις περὶ καταργήσεως αὐτῶν, λόγῳ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως, λόγῳ τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εὐαρεστηθῇ, ὅπως καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, τοῦ τῶν Πρωτοδικείων, νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν Εἰρηνοδικείων, μετὰ τῆς χρονολογίας τῆς συστάσεως ἑκάστου αὐτῶν καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων.
§20Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολιτικῶν καὶ ποινικῶν.
§21Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Καὶ βεβαίως ὁ πίναξ οὗτος δὲν θὰ ἔχῃ τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας παρετηρήσαμεν εἰς τοὺς πίνακας τῶν ἀποφάσεων τῶν Πρωτοδικείων, ἐν τοῖς ὁποίοις, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, μόνον αἱ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις ἀνεγράφησαν.
§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὴν αἴτησίν σας ἐγγράφως.
§23Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἀποφάσεις κατ’ ἔτος· ἐπὶ πόσα ἔτη;
§24Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κύριος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής, νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο· εἰς τίνας ἕδρας Εἰρηνοδικείων ὑπάρχουν Συμβολαιογραφεῖα, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη οἱ εἰρηνοδίκαι ἐκπληροῦσι καὶ καθήκοντα συμβολαιογραφικά. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ τῆς πληροφορίας ταύτης. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω ἀνάγκην τῆς πληροφορίας ταύτης, ἵνα ἴδω, ἂν καταργουμένων πολλῶν Εἰρηνοδικείων θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκτελῶνται τὰ συμβολαιογραφικὰ καθήκοντα.
§25ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Συνιστῶνται Συμβολαιογραφεῖα.
§26Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Τότε δὲν γίνεται οἰκονομία.
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν αἴτησίν σας.
§28Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Σχετικῶς θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐγκληματικότητα εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ καταργηθῶσι τὰ Εἰρηνοδικεῖα.
§29Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, πρέπει εἰς ἕκαστον δῆμον νὰ συστήσωμεν ἓν Εἰρηνοδικεῖον.
§30Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὡσαύτως μὲ τὸ ζήτημα τῶν Εἰρηνοδικείων, κύριε Πρόεδρε, εἶναι συνδεδεμένον καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀδείας πρὸς μεταφορὰν καπνοῦ. Ἵνα μεταφερθῇ καπνός, ὡς γνωρίζετε, πρέπει νὰ ἐκδοθῇ ἄδεια ἢ ὑπὸ τῆς πλησιεστέρας Ἐφορίας ἢ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Εἰρηνοδικείου. Ὅταν ὅμως ἀπαγορευθῇ εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα νὰ ἐκδίδωσιν ἀδείας, ἐπειδὴ συνήθως αἱ ἀποστάσεις ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, δηλ. τῆς ἕδρας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, καὶ ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ εἶναι πολὺ μεγάλαι, — 10, 15, καὶ 20 ὡρῶν πολλάκις, ὡς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, — βεβαίως εἶναι πολὺ δύσκολον οἱ ἔμποροι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοιούτους κόπους καὶ τοιαύτας δαπάνας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὅσον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἰσχύουσιν αἱ ἄδειαι, ὅστις συνήθως εἶναι 10 ἢ πολὺ 15 ἡμερῶν. Τότε θὰ συμβῶσι δύο τινά· ἢ θ’ ἀναγκασθῇ ἡ ὑπηρεσία νὰ χορηγῇ ἀδείας ἡμερῶν πολλῶν ἢ ἑνὸς μηνός, καὶ τότε θὰ συμβαίνωσι πολλὰ λαθρεμπόρια, ἢ θ’ ἀφήσῃ τὸν αὐτὸν χρόνον τῶν 10 ἡμερῶν, καὶ τότε βεβαίως ὁ χρόνος οὗτος δὲν θὰ ἐπαρκῇ διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ καπνοῦ, διότι πολλάκις ἕνεκα τοῦ κακοῦ καιροῦ δὲν γίνεται χρῆσις τῆς ἀδείας, συνήθως δὲ ἡ μεταφορὰ τοῦ καπνοῦ γίνεται τὸν χειμῶνα, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουσι μέσα συγκοινωνίας ἡ μεταφορὰ γίνεται διὰ φορτηγῶν ζῴων, ὁ δὲ καπνὸς εἶναι πολὺ ὑγροσκοπικὸν φυτόν. Λοιπὸν ὁσάκις ὁ καιρὸς ἦναι κακός, τότε πῶς θὰ δύνανται ν’ ἀνανεῶσι τὰς ἀδείας αὑτῶν οἱ καπνέμποροι; Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπ’ ὄψιν.
§31Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ὡς δύνασθε νὰ ἴδητε εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν πρόκειται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καθορίσῃ ποῖα ἔσονται τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ καταργηθῶσι. Πρόκειται νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τούτου ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων δικαστικῶν προσώπων.
§32Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀμφισβητεῖται ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου.
§33Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὰς ἐκδιδομένας κατ’ ἔτος ἀποφάσεις, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας καὶ πᾶσαν ἄλλην ἀνάγκην. Βεβαίως ὅλα αὐτὰ θὰ ἐξετασθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, πρὶν ἢ αὕτη καταρτίσῃ κατάλογον τῶν Εἰρηνοδικείων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται, ἂν οὐχὶ ἀπολύτως περιττά, ἀλλὰ βεβαίως πολυτελῆ.
§34Π. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἐκτὸς τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν ἀνακριτικῶν πράξεων, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει ἕκαστος εἰρηνοδίκης, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη, νὰ φροντίσῃ ν’ ἀναγραφῇ πρῶτον τὸ ποσὸν τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον ἕκαστον Εἰρηνοδικεῖον καταναλίσκει εἴτε εἰς πρακτικά, εἴτε εἰς καταθέσεις μαρτύρων, εἴτε εἰς διεξαγωγὰς ἀποδείξεων, εἴτε εἰς συμβολαιογραφικὰς πράξεις δι’ ἐκεῖνα τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ἐν οἷς οἱ εἰρηνοδίκαι ἐκπληροῦσι καὶ καθήκοντα συμβολαιογράφων καὶ ὑποθηκοφυλάκων· δεύτερον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ σημειώματι καὶ ἡ δαπάνη, δι’ ἧς ἐπιβαρύνεται τὸ Δημόσιον δι’ ἕκαστον Εἰρηνοδικεῖον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.
§36Π. ΚΑΨΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§37ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καθορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν καταργηθησομένων Εἰρηνοδικείων εἰς 85. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζει ποῖα θὰ ἦναι τὰ καταργηθησόμενα Εἰρηνοδικεῖα.
§38Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι.
§39ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἔχει ὑπ’ ὄψει ποῖα Εἰρηνοδικεῖα θὰ καταργηθῶσι, θὰ γεννηθῇ δὲ ἀνωμαλία σοβαρὰ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐνῷ σήμερον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, ὧν τὰ Εἰρηνοδικεῖα πρόκειται νὰ καταργηθῶσιν, ἔχοντες συμφέρον, δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μεταξύ μας καὶ νὰ δώσωμεν γνώμην ποῖα Εἰρηνοδικεῖα εἶναι προτιμότερον νὰ καταργηθῶσι καὶ ποῖα νὰ μὴ καταργηθῶσιν, ἐνῷ αὔριον θὰ γεννηθῇ μεταξύ μας ἅμιλλα φοβερὰ, καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ καταλήξῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει ἡμεῖς νὰ ὁρίσωμεν τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ καταργηθῶσι.
§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§42Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅ,τι παρετήρησεν ὁ κύριος συνάδελφος καὶ ὅ,τι παρετήρησεν ὁ ἕτερος τῶν συναδέλφων, ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος, εἶναι βεβαίως ὀρθόν. Ὁ κύριος Φούφας μάλιστα ἔρριψε μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπει πλέον ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι γνωστὸν ποῖα εἶναι τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταργηθῶσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, πῶς προσδιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν 85 καὶ δὲν εἶναι 86 ἢ 84.
§43ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πάντοτε θὰ ἦτο εἷς ἀριθμός.
§44Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσδιώρισε τὸν ἀριθμὸν, ἐξήτασε τὸν πίνακα τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ εὗρε τέλος πάντων κατὰ προσέγγισιν, ποῖα θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταργηθῶσιν. Εἶναι λοιπὸν βεβαιότατον, ὅτι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ἐν νῷ, ποῖα εἶναι τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταργηθῶσι. Βεβαίως τώρα δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνησυχῶμεν διὰ τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι εἶναι ἀνωτέρα πάσης ὑπονοίας ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις θὰ γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως αὐτῶν. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα ταῦτα; Ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν. Τοιαῦτα πρόσωπα ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θέλουσιν ἀποφασίσει ἀπροσωπολήπτως; Ἐντεῦθεν, λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, πρέπει νὰ ἤμεθα ἥσυχοι, ὅτι θὰ καταργηθῶσι τὰ Εἰρηνοδικεῖα τὰ ἄχρηστα. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ πάντες δύνασθε νὰ βεβαιώσητε αὐτὸν, ὅτι τὰ ὀλιγώτερον κατάλληλα πρόσωπα, ἵνα γνωμοδοτήσωσι περὶ τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων, εἶναι τὰ πρόσωπα ταῦτα, ὄχι δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ διότι αὐτὰ δὲν γνωρίζουσι ποῖα τὰ χρήσιμα καὶ ποῖα τὰ ἄχρηστα Εἰρηνοδικεῖα. Ἐὰν δέ ποτε συνέπεσεν, ὡς κατώτεροι δικαστικοὶ, νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰς περιφερείας, εἰς ἃς ὑπάγονται τὰ Εἰρηνοδικεῖα ταῦτα, τοῦτο ἐγένετο πρὸ πεντηκονταετίας. Ἀλλ’ ἤλλαξαν ἔκτοτε καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται οὗτοι νὰ κρίνωσιν ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς οἱ συμπολῖται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔχουσι νομίσει, ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ, καὶ ἀντὶ ν’ ἀπευθύνωνται πρὸς αὐτὸν, ὑποβάλλοντες ἐπερωτήσεις, ὑποβάλλουσι ταύτας πρὸς ἐμὲ δι’ ἐπιστολῶν, ὡσεὶ ἐγὼ μετεῖχον τῶν εὐτυχημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἠδυνάμην ἀντ’ αὐτοῦ νὰ μετέχω καὶ τῶν ἐπικρίσεων τῶν συμπολιτῶν του.
§45ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς ἐξέλαβον ὡς εἰδικὸν ἐπὶ πάσης καταργήσεως.
§46Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ ἐρωτῶσι, διατὶ, ἀφοῦ πρόκειται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταργήσῃ Εἰρηνοδικεῖα, διώρισε προχθὲς ἕνα Ἀρτινὸν δικηγόρον εἰρηνοδίκην; Τί θέλετε νὰ ἀπαντήσω ἐγὼ, ὁ μὴ γνωρίζων; Μὲ ἐρωτῶσι, διατὶ, ἐνῷ εἰς τὴν Ἄρταν δὲν ὑπάρχουσιν ἐξεταστικαὶ φυλακαὶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς μετέφερεν ἐκεῖ ἕνα κατάδικον, κατηγορηθέντα δὲν γνωρίζω διὰ ποίαν πρᾶξιν καὶ μέλλοντα νὰ διανύσῃ ἑπταετῆ εἱρκτήν; Μὲ ἐρωτῶσι, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ τόσον μεριμνῶν διὰ τὴν Δικαιοσύνην, ἐθεώρησεν ὅτι ἐξυπηρετεῖ αὐτὴν, ἐὰν μεταφέρῃ εἰς τὴν Ἄρταν ὅλους τοὺς Ἀρτινοὺς ἀστυφύλακας; Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐρωτήσεις τῶν συμπολιτῶν του, διότι ἐγὼ ἀδυνατῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λοιπὸν, διορίσας δικηγόρον Ἀρτινὸν εἰρηνοδίκην, βεβαίως ἐτοποθέτησεν αὐτὸν εἰς Εἰρηνοδικεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ καταργηθῇ, ὅσον καὶ ἂν γνωμοδοτήσῃ ἡ ἐπιτροπή· ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ καταργηθῇ, ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος θὰ μετατεθῇ πρότερον.
§47ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πολὺ σωστά!
§48Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, φίλτατε κύριε Ἀλεξάκη, ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι εἶναι σωστὰ, οὐδ’ ὅτι καὶ ὑμεῖς ἴσως καὶ ἐγὼ τὸ αὐτὸ θὰ ἐπράττομεν, ἐὰν ἤμεθα εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ θὰ τὸ ἐπράττομεν ἐν εἰλικρινείᾳ, καὶ δὲν θὰ εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν, ἐρχόμενοι ἐδῶ διὰ τοιούτων στρυφνῶν διατάξεων νὰ νομίζωμεν ὅτι ἡμεῖς οἱ μεγαλοφυεῖς ἀπατῶμεν ὅλους τοὺς Κυρίους ἐδῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἦτο προτιμότερον, ἂν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν: «Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας, ἣν ἐνήργησεν ἡ ἐπιτροπὴ, — ἐκ τῶν ἰδίων ἔστω προσώπων, — ἐπείσθην ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσι τὰ δεῖνα Εἰρηνοδικεῖα». Ἡμεῖς τότε ἠθέλομεν κρίνει, ποῖα ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διατηρουμένων Εἰρηνοδικείων θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ διατηρηθῶσι, καὶ θὰ ἐπήρχετο ἡ κατάργησις τῶν ἄλλων, καὶ θὰ ἐξυπηρετεῖτο οὕτω σπουδαίως ἡ Δικαιοσύνη. Ἀλλ’ ὅπως ἦλθε τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡμεῖς καὶ κάτωθεν τῶν γραμμῶν αὐτοῦ ἐννοοῦμεν τί συμβαίνει, καὶ καλὸν εἶναι νὰ μὴ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι αὐτὸς μόνος ἐννοεῖ τὰ κάτωθεν τῶν γραμμῶν.
§49Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ ποτὲ δὲν ἐδικηγόρησα, οὔτε ἠθέλησα νὰ μεταχειρισθῶ ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν νὰ πιστεύσω, ὅτι δύναμαι νὰ πλανήσω τοὺς συναδέλφους μου, καὶ πρὸ παντὸς τὸν κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτήν. Ἡ ἀγόρευσις ὅμως αὐτοῦ, ἡ προώρως ἐρχομένη σήμερον, μὲ ἐξήγαγε μιᾶς ἀπορίας, ἣν εἶχον· διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας εἶναι τόσον ἀντιαρτινὸς, ἀφοῦ ἔρχεται εἰς ἀνταπόκρισιν μὲ τοὺς ἐν Ἄρτῃ. Δὲν ἠξεύρω μὲ ποίους ἔρχεται εἰς ἐπικοινωνίαν ὁ κ. Βουλευτής, οὔτε θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων. Ἐὰν καταθέσῃ περὶ αὐτῶν ἐπερώτησιν, βεβαίως θέλω ἀπαντήσει. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῶν Εἰρηνοδικείων, διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεμίαν ἀπόφασιν ἔλαβον, οὐδὲ γνώμην ὡρισμένην ἔχω περὶ τοῦ τίνα εἶναι τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ καταργηθῶσι. Δὲν ἔχω δὲ ἐσχηματισμένην γνώμην, διότι ἐπιθυμῶ ἐν ἀμεροληψίᾳ νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων ὑπὸ τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν, οὓς ἐθεώρησα ἁρμοδίους νὰ κρίνωσι τὸ ζήτημα τοῦτο, σχετικῶς πρὸς τὰς ἐργασίας, πρὸς τὴν συγκοινωνίαν καὶ τοὺς ἄλλους ὅρους τῶν Εἰρηνοδικείων. Δὲν ἠξεύρω, διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας ἐνόμισεν, ὅτι οἱ ἀνώτατοι αὐτοὶ δικαστικοὶ θὰ καθίσωσι πρὸ τοῦ γραφείου των καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν γνώσεων θ’ ἀποφασίσωσιν. Οὗτοι βεβαίως, ὅπως ἐκτελέσωσι τὸ ἀνατεθὲν αὐτοῖς καθῆκον, θὰ λάβωσι παρὰ τῶν ἁρμοδίων προσώπων τὰς δεούσας πληροφορίας, εἴτε παρὰ δικαστικῶν προσώπων εἴτε παρὰ διοικητικῶν. Ἐὰν προσδιώρισα τὸν ἀριθμὸν τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων εἰς 85, τοῦτο ἔπραξα, διότι τοσαῦτα Εἰρηνοδικεῖα παρουσιάζονται ὡς μὴ χρήσιμα. Ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων ὡρίσθη εἰς 85, διότι ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ οἰκονομικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος σπουδαίως συμβάλλει εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων τούτων. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀναφερομένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν θεωρηθῇ ἐπαρκής, δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία νὰ δεχθῶμεν βελτίωσιν αὐτῆς ἢ ἀντικατάστασιν.
§50ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχετε γνωμοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων Πρωτοδικείων διὰ τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων τούτων;
§51Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Πληροφορίας μόνον.
§52Θ. ΡΙΤΣΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναιρέσω τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι οὗτος ἔχει προκαλέσει γνωμοδοτήσεις περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων.
§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πληροφορίας μόνον.
§54Θ. ΡΙΤΣΟΣ. Ὅ,τι εἶπον, εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσι. Τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§55Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§56Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὰ εἴπωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§57Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰ δυνατόν, τὰς πληροφορίας ταύτας.
§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ ὅταν συμπληρωθῶσι.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐθεωρήθη ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταργηθησομένων Εἰρηνοδικείων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐνδεικνύει τὴν προηγουμένην γνῶσιν τῶν Εἰρηνοδικείων τούτων ἐκ μέρους τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον, διότι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Λεβαδείας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐξετασθῇ ποῖα τὰ Εἰρηνοδικεῖα τὰ καταργητέα. Φρονῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀληθὲς, οὔτε τὸ ἐπιχείρημα ἀλάνθαστον. Διότι δύναται νὰ καθορισθῇ ἐκ τῶν προτέρων ὄχι ὁ ἀριθμὸς τῶν καταργητέων, ἀλλ’ ὁ τῶν διατηρητέων Εἰρηνοδικείων, καὶ ὅταν καθορισθῇ ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν Εἰρηνοδικείων, ὁ ἐπαρκὴς πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀφ’ ἑαυτοῦ ἔρχεται ὁ ἀριθμὸς τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων. Ἂν δὲ δὲν ὁρίζονται τὰ καταργητέα Εἰρηνοδικεῖα, τοῦτο ὑπῆρξεν ἔργον προνοίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὁ προσδιορισμὸς αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἐπείγει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν. Διότι δέον νὰ ἐξετασθῶσι δι’ ἕκαστον Εἰρηνοδικεῖον καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων καὶ ἄλλα στοιχεῖα, ἐξ ὧν θὰ κριθῇ ἡ χρησιμότης τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἀνετέθη δικαίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν καὶ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁριζομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Αἱ ἐγγυήσεις εἶναι ἐπαρκεῖς· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀνατίθεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοιοῦτος προσδιορισμός. Πανταχοῦ συμβαίνουσι τοιαῦτα.
§60Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ παύσουν νὰ συμβαίνωσιν.
§61Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ὑπὸ εἰδικῶν, οἷοι εἶναι οἱ πλεῖστοι τῶν προλαλησάντων, ἐγένετο χρῆσις τοῦ ὅρου γνωμοδότησις, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν νόμον ἐνώπιον ἡμῶν. Πάντα τὰ ἔγγραφα τῶν τυχὸν ἁρμοδίων περὶ καταργήσεως ἐν τῷ μέλλοντι Εἰρηνοδικείων εἶναι χάρτης ἄγραφος, διότι δὲν ἀπορρέουσιν ἐκ νόμου, ἀφοῦ τοιοῦτος δὲν ἐψηφίσθη ἀκόμη. Ὁ μέλλων νὰ ψηφισθῇ νόμος δέον νὰ ὁρίζῃ τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων αἱ γνωμοδοτήσεις, αἱ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων γενόμεναι, θὰ ἔχωσι σημασίαν. Αἱ πληροφορίαι δὲ αἱ δοθεῖσαι οὐδεμίαν σπουδαιότητα ἔχουσιν ἐπὶ τῆς ἐργασίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ μέλλοντι. Ὁ νόμος θὰ ὁρίσῃ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θέλει διατηρηθῆ ἢ καταργηθῆ Εἰρηνοδικεῖόν τι, ἄνευ δὲ τῶν ὅρων τούτων πᾶσα πληροφορία εἶναι ἄνευ σπουδαιότητος.
§62Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀκριβῶς εἶναι ἐπαινετὴ ἡ πρόνοια, ἣν ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, προκαλέσας γνωμοδοτήσεις — διότι αὕτη εἶναι ἡ ὀρθὴ λέξις — τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων τῶν Πρωτοδικείων, προκειμένου περὶ καταργήσεως Εἰρηνοδικείων. Ἂν ὑπάρχουσιν ἢ οὔ, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὸν κ. Ὑπουργόν. Πανταχοῦ εἴθισται καὶ ἐπιβάλλεται, πρὶν ἢ τοιοῦτοι νόμοι εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ προκαλῆται ἡ γνωμοδότησις τῶν ἀνωτέρων Δικαστηρίων καὶ τῶν κατωτέρων, ὅταν δὲ εἰσάγωνται τοιαῦτα νομοσχέδια, νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ τῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν γνωμοδοτήσεων αὐτῶν, διότι αὗται θὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ τῆς ἐργασίας ἑκάστου τῶν ὑφισταμένων Εἰρηνοδικείων ἀποφασίσῃ περὶ τῆς καταργήσεως ἢ διατηρήσεως αὐτοῦ. Φρονῶ ὅτι, εὐθὺς ὡς συμπληρωθῶσιν αἱ γνωμοδοτήσεις, αἱ ὑπάρχουσαι ἢ αἱ προκληθησόμεναι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐξ αὐτῶν διδαχθῶμεν, — διότι δὲν πιστεύω ὅτι ὅλοι γνωρίζομεν τὴν γεωγραφικὴν θέσιν ἑκάστου τῶν Εἰρηνοδικείων, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μεγαρίδος κ. συναδέλφου, — καὶ οὕτω δικαίως προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν ἢ μὴ Εἰρηνοδικείων τινῶν.
§63Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ ἀγαπητὸς ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος ἔκαμε παρέμβασιν, ἀλλὰ καὶ ἐπίπληξιν πρὸς τοὺς νομικοὺς, διότι δῆθεν δὲν μεταχειρίζονται τὸν κατάλληλον ὅρον ἐπὶ τοῦ θέματος. Πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ὁ κατάλληλος ὅρος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον οἱ προλαλήσαντες νομικοὶ μετεχειρίσθησαν, διότι τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια ἔχουσιν ἁρμοδιότητα, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, νὰ γνωμοδοτῶσιν ἐπὶ ὡρισμένων ἀντικειμένων, ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν. Τοιοῦτον ἀντικείμενον εἶναι καὶ τὸ περὶ οὗ πρόκειται, καλῶς δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ ζητήσῃ διὰ τῶν Εἰσαγγελέων γνωμοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων Συμβουλίων περὶ τῶν καταργητέων Εἰρηνοδικείων. Ἀλλ’ ἵνα μὴ σκανδαλίζηται ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας ἐκ τοῦ ὅτι ἐγὼ ἰσχυρίσθην ὅτι ἐμελέτησεν ὁ Ὑπουργὸς τὰ καταργητέα Εἰρηνοδικεῖα καὶ προσδιώρισεν ἐν ἑαυτῷ τοὐλάχιστον, ταῦτα, θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι ἀποδέχομαι τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι τουτέστι δὲν προσδιώρισε τὰ καταργητέα, γνωρίζει ὅμως τὰ μὴ καταργητέα, ἤτοι τὰ διατηρητέα.
§64Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸν ἀριθμὸν τῶν διατηρητέων.
§65Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν λοιπὸν μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἴδῃ ὅτι ὡρισμένα Εἰρηνοδικεῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταργηθῶσιν, ὑπολείπονται τὰ ἄλλα. Δὲν θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς τὰ ἄλλα, τὰ καταργητέα, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ καταθέσῃ σημείωμα, ἐμφαῖνον ποῖα θεωρεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργηθῶσι. Τῷ ὑπόσχομαι νὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ μάθωμεν τὰ ἄλλα· θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νὰ γνωρίσωμεν μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ καταργηθῶσι, διότι τὰ ἄλλα, κατὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν ὑπερασπιστὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν τὰ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός. Δεχόμεθα λοιπὸν νὰ γνωρίζωμεν μόνον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ τὸ ὁποῖον δικαιούμεθα καὶ ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ γνωρίζωμεν. Ἀλλ’ ἐπίσης δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἁλμυροῦ, τουτέστι νὰ κατατεθῶσιν ὅλαι αἱ ὑπάρχουσαι γνωμοδοτήσεις, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι.
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω τοιαύτας γνωμοδοτήσεις.
§67Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ σεῖς εἴπετε ὅτι ἔχετε.
§68Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πληροφορίας ἔχω.
§69Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αἱ πληροφορίαι αὗται, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωμοδοτήσεις, νὰ κατατεθῶσιν, ἢ πᾶν ὅ,τι θὰ ἦναι διατετυπωμένον ἐπὶ ἐγγράφων τῶν δημοσίων ἀρχῶν. Καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ἵνα αἱ πληροφορίαι αὗται κατατεθῶσι, καὶ ἐν τῷ δικαιώματι τούτῳ ζητοῦμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ ταύτας, ἵνα καὶ ἡ Βουλὴ λάβῃ γνῶσιν περὶ τίνων Εἰρηνοδικείων αἱ γνωμοδοτήσεις ἢ αἱ πληροφορίαι αὗται ἀποφαίνονται ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῶσι. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν καταργητέων, ἵνα μὴ σκανδαλίσω τινά. Ἂς ἀναστρέψῃ τὰς ἀπαντήσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἂς μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῶν διατηρητέων, διότι τὸν διαβεβαιοῦμεν, ὅτι τοῦτο θὰ μᾶς ἦναι ἀρκετὸν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ἄλλο τι.
§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ δίδετε τὸν λόγον σας, ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ θεωρήσητε ἀρκετόν;
§71Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, διότι θὰ ἦναι χρήσιμοι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ κινδυνεύωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐντεῦθεν.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Τὰ τῆς λογικῆς μόνον κινδυνεύουσι.
§73Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν θέλομεν νὰ μάθωμεν διὰ τούτου καὶ τοὺς εἰρηνοδίκας, τοὺς ὁποίους θὰ καταργήσητε, διότι ἐν τῷ δικαιώματι ὑμῶν εἶναι νὰ καταργήσητε ὅντινα θέλετε, καὶ τοιοῦτοι βεβαίως δὲν θὰ ἦναι οἱ φίλοι σας, τοὺς ὁποίους δύνασθε ἐγκαίρως, — διότι πάντοτε ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων ἐπιλαμβάνεσθε τῆς καταλληλοτέρας στιγμῆς, ἵνα ἐνεργήσητε, — νὰ τοποθετήσητε οὕτως, ὥστε οὐδένα κίνδυνον νὰ διατρέχωσιν. Ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ μάθωμεν ποῖα τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ καταργηθῶσι, καὶ περὶ τούτου ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἁλμυροῦ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς δυνατὸν νὰ ἔχῃ μεγάλην πεποίθησιν καὶ εἰς τὴν δεξιότητα τοῦ λόγου καὶ εἰς τὴν εὐστροφίαν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν θεμάτων, ἥτις τὸν διακρίνει· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι πολὺ ὑποτιμᾷ τοὺς ἄλλους, ἀποδίδων εἰς αὐτοὺς φράσεις καὶ λέξεις καὶ ἐννοίας μὴ ὑποστηριχθείσας ὑπ’ αὐτῶν. Διότι οὐδέποτε ἐξεφράσθη ἡ σκέψις, ὅτι καθωρίσθησαν ἐκ τῶν προτέρων τὰ διατηρητέα Εἰρηνοδικεῖα ἐν τῇ σκέψει τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅτι ἐξ αὐτῶν κατόπιν ὁρισθήσεται ὁ ἀριθμὸς τῶν καταργητέων, ἀλλ’ ἁπλῶς ὡρίσθη καὶ εὑρέθη ὅτι εἷς ἀριθμὸς Εἰρηνοδικείων εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης ἀνὰ τὸ Κράτος· δηλαδή, ὅπως δύναται νὰ εὑρεθῇ ὅτι 200 Εἰρηνοδικεῖα ἀρκοῦσι πρὸς ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, οὕτως ἠδύνατο νὰ τεθῇ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη δύναται ν’ ἀπονέμηται ἀνὰ τὸ Κράτος διὰ 200 Εἰρηνοδικείων, καὶ τὰ λοιπὰ καταργοῦνται.
§76Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖα θὰ ἦναι αὐτά;
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τοῦτο δύναται νὰ ὁρισθῇ κατόπιν.
§78Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς θὰ τὰ ὁρίσωμεν;
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὅροι, οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως δὲν ἀναστρέφομεν τοὺς ὅρους, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής· ὑποστηρίζομεν μόνον, ὅτι εἷς ἀριθμὸς Εἰρηνοδικείων ὡρισμένος.
§80Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἐργασίας ὁρισθήσεται ὁ ἀριθμὸς αὐτός;
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Παρακαλῶ. Τὸ Κράτος ἔχει ὡρισμένον ἀριθμὸν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων. Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἐργασίας ὡρίσθη ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν; Βεβαίως δὲν ὡρίσθη κατὰ συνθήκην ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν· ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένοι λόγοι καὶ ὡρισμέναι περιστάσεις. Συμφώνως πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην δύναται νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Εἰρηνοδικείων, ὁ ἐπαρκὴς πρὸς ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ εἰδικαὶ περιστάσεις, διὰ νὰ ὁρισθῇ εἰδικῶς πόσος θὰ ἦναι ὁ ἀριθμὸς οὗτος. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω καὶ ἐγώ: εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ νομοθετικὸν μέτρον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ καταργήσεως 85 Εἰρηνοδικείων ὁριζομένων ἀκριβῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Προβάλλω τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ πρακτικὸν ζήτημα, καὶ ἴδωμεν ποῖον θὰ ἦναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐὰν ὑποβληθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς νὰ ὀνομάζωνται ποῖα εἶναι τὰ καταργούμενα Εἰρηνοδικεῖα, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας τὸ νομοσχέδιον αὐτό, πόσος, νομίζετε, χρόνος θὰ χρειασθῇ, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις; Βεβαίως θὰ χρειασθῶμεν 85 ἔτη, διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις αὕτη.
§82Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι συζήτησις.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· δὲν δύναμαι νὰ ἀφαιρέσω τὸν λόγον ἀπὸ τοὺς ὁμιλοῦντας.
§84Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀποτελεῖ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι πῶς πρέπει νὰ διατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§85Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦμεν πληροφορίας, καὶ ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ πληροφοριῶν.
§86Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ζητῆτε πληροφορίας, ἡ συζήτησις εἶναι ἐν τάξει· ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσητε συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ τελειώσωμέν ποτε.
§87ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Θέλω μὲ δύο λέξεις νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θέλῃ, πρὸς τὴν Βουλήν, ἂν τὰς γνωμοδοτήσεις ἢ τὰς πληροφορίας — ἀδιαφορῶ, τίς χαρακτηρισμὸς θὰ δοθῇ εἰς αὐτάς, — θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ὁρίσῃ τίνα τὰ καταργητέα Εἰρηνοδικεῖα. Διότι, ἐνῷ παρά τινων Δικαστικῶν Συμβουλίων ἐζήτησε πράγματι γνωμοδοτήσεις, παρ’ ἄλλων δὲν ἐζήτησε τοιαύτας. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν ἐζητήθησαν ἁπλῶς πληροφορίαι περὶ τῶν Εἰρηνοδικείων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς νομίζει ὅτι εἶναι καταργητέα ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, ὁ δὲ Πρόεδρος τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν ἄνευ συμπράξεως μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄνευ συνεργασίας μετ’ αὐτῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του πρὸς τὸν Ὑπουργόν· διὰ τῆς ἐκθέσεως δὲ ταύτης προτείνει, ἵνα ἐκ τῶν εἴκοσιν Εἰρηνοδικείων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, καταργηθῶσι τὰ δώδεκα. Θέλω λοιπόν, νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θέλῃ, πρὸς τὴν Βουλήν, ἂν αἱ πληροφορίαι αὗται ἐζητήθησαν μόνον διὰ νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς ἐν τῷ νόμῳ τῶν καταργηθησομένων Εἰρηνοδικείων, ἢ διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις, ὡς ἔρεισμα τῆς γνωμοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπή, ἡ καθισταμένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐζήτησα πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§89ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Θὰ χρησιμεύσωσιν αὗται ὡς βάσις πρὸς σχηματισμὸν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς;
§90Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαί.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§92Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηνέχθησαν διάφοροι θεωρίαι καὶ γνῶμαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀρχικῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ καὶ ἐμοῦ συμπληροῦντος, ἐπερωτήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε 1) τὸν ἀριθμὸν τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων, μετὰ τοῦ χρόνου τῆς συστάσεως ἑκάστου αὐτῶν, 2) τὸν ἀριθμὸν πασῶν τῶν ἀποφάσεων, ποινικῶν καὶ πολιτικῶν, ἑκάστου Εἰρηνοδικείου ἢ Πταισματοδικείου τῆς τελευταίας τριετίας, καὶ διὰ νὰ συμπληρώσῃ τις τὴν ἐπερώτησιν, ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων τῆς δικαιοδοσίας ἑκάστου αὐτῶν, διότι, ὅταν ἔχωμεν τοὺς τρεῖς ὅρους τούτους.
§93ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχετε τὴν στατιστικήν;
§94Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τμῆμα στατιστικῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἄνθρωποι ἐργαζόμενοι ἐν αὐτῷ, καὶ ἂς ζητηθῇ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ κάμωσι τὴν ἐργασίαν ταύτην. Εἶπον λοιπόν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἀπαραίτητον τῶν τριῶν τούτων ὅρων, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἔλαβον χώραν διάφορα ἐπεισόδια καὶ διάφοροι παρενεβλήθησαν οἱ συζητηταί, καὶ ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής.
§95Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀγορεύων νὰ μεταχειρίζηται τὴν ἔκφρασιν ὅτι παρενεβλήθησαν συζητηταί; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ μάλιστα νομικός, νὰ εἴπῃ, ὅτι παρεμβάλλονται συζητηταί, προκειμένου περὶ συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ διεξαγομένης.
§96Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ λέξις, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς ἀτομικότητος ὑμῶν, δὲν ἐνέχει προσβλητικὴν ἔννοιαν. Ἡ ἀκριβολογία οὐδὲν ἔπαθεν ἐκ τῆς λέξεως ταύτης, οὐδὲ δύναται ν’ ἀποδοθῇ ἔννοια κακὴ εἰς αὐτήν. Εἶπον λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι παρενεβλήθησαν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην διάφοροι συζητηταί, οἵτινες ἔδωκαν συμβουλὰς ἢ γνώμας, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του, πρὸς τί οἱ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁμιλήσαντες, καὶ μάλιστα δικηγόροι κατὰ τὸ πλεῖστον, μεταχειρίζονται τὴν λέξιν γνωμοδοτήσεις ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος δὲν δέχεται τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωσιν αὗται ἐπιτακτικὴν ἰσχύν. Ἀλλὰ τί εἴπομεν ἡμεῖς; Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δύναται ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, τῶν ὁποίων προΐσταται, εἴτε ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς εἴτε ἀπὸ τοὺς Προέδρους ἢ τὰ Συμβούλια τῶν Πρωτοδικῶν, νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος τοῦ κλάδου, εἰς ὃν ἀνήκουσι, καὶ ἐκεῖνοι νὰ παράσχωσιν αὐτῷ τὴν γνωμοδότησίν των, ἥτις δὲν ἀπαιτεῖται ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποχρεωτικῶς, οὐδ’ ἔχει ἐπιτακτικὴν ἰσχὺν διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαία εἰς αὐτὸν πρὸς σχηματισμὸν γνώμης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Περὶ τοιούτων πληροφοριῶν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον, ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπηύθυνεν ἐγκυκλίως πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τὸ ἐρώτημα καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων τῆς περιφερείας ἑκάστου αὐτῶν. Ἴσως νὰ ἐζήτησε καὶ τὴν γνώμην αὐτῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς περὶ τοῦ τίνα οἱ Εἰσαγγελεῖς ἢ τὰ Συμβούλια τῶν Πλημμελειοδικῶν Εἰρηνοδικεῖα ἢ Πταισματοδικεῖα τῆς περιφερείας των θεωροῦσιν ὅτι δύνανται νὰ καταργηθῶσιν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς παρέσχον ἢ θὰ παράσχωσιν αὐτῷ οἱ Εἰσαγγελεῖς ἢ οἱ Πρόεδροι ἢ τὰ Συμβούλια τῶν Πλημμελειοδικῶν, θὰ ἔχωσι δι’ αὐτὸν ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὗται, αἱ προταθεῖσαι εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐσχημάτισε τὴν γνώμην, ὅτι 85 πρέπει νὰ ἦναι τὰ καταργητέα Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα, καὶ ὄχι ὀλιγώτερα, 75 π. χ., εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ εἰς ἡμᾶς, ἵνα καὶ ἡμεῖς φωτισθῶμεν καὶ σχηματίσωμεν γνώμην, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο ζητοῦμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πιθανὸν νὰ ἐσχημάτισε γνώμην περὶ τούτου, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἡμεῖς νὰ φωτισθῶμεν, καὶ φῶς δὲν λαμβάνομεν ἐκ τῆς τοιαύτης συζητήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὰς πληροφορίας ταύτας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ Ὑπουργὸς τῶν πληροφοριῶν τούτων, ἵνα σχηματίσῃ τὴν γνώμην του. Ἴσως παρεξήγησα τὰς φράσεις καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ, βεβαίως δι’ ὅσων εἶπε δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ ἐδάφει τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς ὀρθότητος ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Εἶπεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτής, ὅτι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔχομεν ἐν τῷ Κράτει τόσα Ἐφετεῖα καὶ τόσα Πρωτοδικεῖα, καὶ ὅτι δύναται νὰ ὁρισθῇ, ὅτι τόσα Εἰρηνοδικεῖα ἀναγκαιοῦσι νὰ διατηρηθῶσι πρὸς ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπὶ τούτου ἠρώτησα αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῦ ἐστηρίχθη, ἵνα ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν διατηρητέων Εἰρηνοδικείων. Καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἔρριψε μίαν φράσιν, ἡ ὁποία δὲν πιστεύω νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του. Εἶπεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος ὁρισθήσεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ὅτι, ἂν τοιοῦτό τι γένηται, δυνάμεθα νὰ διαιρέσωμεν τὸ Κράτος εἰς 200 Εἰρηνοδικεῖα καὶ περιφερείας, μὲ ὡρισμένον ἀριθμὸν κατοίκων, καὶ οὕτω λύεται τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἐγκατάστασις καὶ λειτουργία τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς ταῦτα προσφέρουσι, δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τοῦ τόπου καὶ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκδικαζομένων ὑποθέσεων καὶ ἐκ τοῦ ἀξιοποίνου ἢ ἐγκληματικοῦ χαρακτηρισμοῦ ἑνὸς τόπου. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅροι ἀναγκαῖοι διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν διατηρητέων Εἰρηνοδικείων.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι τὸ πρῶτον ἤδη συνιστῶντο Εἰρηνοδικεῖα, ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι, οἵτινες θὰ ἐθεωροῦντο ἀναγκαῖοι, ὅπως ὁρίσωμεν τὰ συσταθησόμενα Εἰρηνοδικεῖα;
§98Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως οἱ ὅροι οὗτοι δὲν θὰ ληφθῶσιν αὐθαιρέτως.
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ τοὺς εἴπητε.
§100Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ σᾶς εἴπω. Ἐὰν, κύριε συνάδελφε, οἱ ὅροι, καθ’ οὓς θὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν συσταθησομένων Εἰρηνοδικείων, δὲν περιλαμβάνωνται ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ περιλαμβάνηται μόνον, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τόσος ἀριθμὸς κατοίκων, — εἷς ἀριθμὸς ἀφῃρημένος — ἵνα συσταθῇ Εἰρηνοδικεῖον, θὰ ἴδωμεν ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀποστάσεις μεταξὺ τῶν χωρίων τῶν ἀποτελούντων τὴν περιφέρειαν τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἂν ταῦτα ἔχουσι συγκοινωνίαν μεταξὺ των ἢ μεταξὺ τῆς περιφερείας ἄλλου Εἰρηνοδικείου, ὥστε νὰ δύνανται νὰ προστεθῶσι καὶ αὐτὰ, θὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχει ἀνάγκη Εἰρηνοδικείου εἰς ἕνα τόπον, διότι ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων νήσου τινὸς π. χ., ἡ ὁποία στερεῖται συγκοινωνίας μετὰ ἑτέρων νήσων, ἐν αἷς ὑπάρχει Εἰρηνοδικεῖον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἰς τὴν ἀπόκεντρον ταύτην νῆσον δὲν δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν οἱ κάτοικοι διὰ τῆς δικαιοσύνης, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐκεῖ εἰρηνοδίκης, νὰ μεταβῇ εἷς ἀσθενῶν ἢ ἑτοιμοθάνατος εἰς παρακειμένην νῆσον, ἵνα συντάξῃ τὴν διαθήκην του. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἕτερον σπουδαιότερον ἐπιχείρημα περὶ τοῦ ζητήματος: διατὶ νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τίνος ἐργασίας ἐξηκριβώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν διατηρητέων Εἰρηνοδικείων, καὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην τῶν ζητούντων ἵνα ὁ ἀριθμὸς οὗτος καθορισθῇ ἐν τῇ Βουλῇ; Καὶ βεβαίως ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς θὰ καθορισθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ λαὸς, ὅστις πολλαχοῦ ἤδη ἐξεγείρεται διὰ τὴν κατάργησιν τῶν Πρωτοδικείων, διασαλεύων καὶ τὴν τάξιν, ἔχει τὸ δικαίωμα, καθ’ ἣν στιγμὴν ζητεῖτε παρ’ αὐτοῦ φόρους καὶ λύτρα, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δικαιοσύνην, ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ὑμῶν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐξασφαλιζούσης εἰς αὐτὸν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας, τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ μετὰ τῆς ὁποίας συμβιοῖ ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Βασιλείου. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἢ μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ γείνῃ ὁ προσδιορισμὸς τῶν διατηρητέων Εἰρηνοδικείων.
§101ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν περιμένετε τὴν συζήτησιν καὶ σεῖς, ἀλλὰ πάντοτε συνηθίζετε νὰ συμβουλεύητε τοὺς ἄλλους;
§102Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε ἀποδέχομαι συμβουλὰς παρ’ ἄλλων διδομένας μοι, ἐφ’ ὅσον ταύτας κρίνω δικαίας. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ δεχθῶ τὴν συμβουλὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῷ δικαίῳ. Καιρὸν εἶχον νὰ σᾶς ἀκούσω, ὅπως καὶ σεῖς καιρὸν εἴχετε ν’ ἀκούσητε ἐμέ. Ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ καταργήσεως 85 Εἰρηνοδικείων καὶ ζητῶνται πληροφορίαι, αἱ πληροφορίαι αὗται πρέπει νὰ κατατεθῶσιν. Εἶπε καὶ ἕτερόν τι ὁ κύριος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας. Εἶπεν ὅτι, ἂν ὠνομάζοντο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ καταργηθέντα Εἰρηνοδικεῖα, δὲν ἠξεύρει καὶ αὐτὸς ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ ἐξηκολούθει ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, ἀφοῦ ἐπὶ ἑκάστου Εἰρηνοδικείου ἔπρεπε νὰ γένηται συζήτησις, ἂν π. χ. ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων εἶναι πολὺς ἢ ὀλίγος κλπ. Ἀλλὰ λέγω πρὸς αὐτὸν, διατὶ κατὰ τὸν αὐτὸν εὐφυᾶ τρόπον δὲν καθωρίσθησαν καὶ τὰ τῆς καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων; Ἐπληροφορήθην ὅτι γνωστός τις συνάδελφος καυχᾶται, ὅτι οὐδεὶς φόβος γεννᾶται ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων.
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§104Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι σεῖς, οὔτε ὁ κύριος Ἀλεξάκης. Διότι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν εἶναι ἥσυχος, ὅτι δὲν θὰ καταργηθῇ Εἰρηνοδικεῖον τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐπαρχίας, καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ταύτῃ οὐδεὶς θόρυβος θὰ γεννηθῇ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν προεβλήθη κατὰ τὸν αὐτὸν εὐφυᾶ τρόπον καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν 8 Πρωτοδικείων; Ἦτο δυνατὸν νὰ προταθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῆται ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδικείων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἤθελε γνωμοδοτήσει μία γνωμοδοτικὴ ἐπιτροπὴ, καὶ τὸ νομοσχέδιον νὰ καθορίζῃ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θ’ ἀποτελῆται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ δὲν ἠξεύρω ἀπὸ τίνα ἄλλα δικαστικὰ πρόσωπα, εἴτε καὶ Βουλευτὰς τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως, καὶ ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην ἀκόμη, ἵνα τεθῇ καὶ ἡ εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τοῦ ἁγίου τούτου ἔργου! Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸν εὐφυᾶ τοῦτον τρόπον ὑπέβαλλε τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν καθώριζεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ καταργούμενα Πρωτοδικεῖα, δὲν θὰ ἐξέγειρε τὸν λαὸν καὶ τοὺς Βουλευτὰς, διότι ἕκαστος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ περιληφθῇ μεταξὺ τῶν καταργουμένων Πρωτοδικείων καὶ τὸ τῆς ἐπαρχίας του. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἀντιτασσόμεθα εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Πρωτοδικείων. Ἡμεῖς ζητοῦμεν πληροφορίας ἀναγκαιούσας ἵνα προέλθωμεν εἰς ὀρθὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἵνα δὲ γείνῃ τοῦτο, δέον νὰ ἔχωμεν τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ δέον αὗται νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ οὐχὶ λάθη, ἀλλὰ χαριστικαὶ ἐνέργειαι βραδύτερον ἐπικρατήσωσι, καὶ οὕτως ἐξυπηρετηθῇ οὐχὶ ἡ Δικαιοσύνη, ἀλλὰ συμφέροντα ἰδιοτελῆ τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ τῆς παρούσης μόνον, ἀλλὰ πάσης Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ κληθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον.
§105ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶναι νὰ προσαγάγῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἕκαστον Εἰρηνοδικεῖον κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἐξέδωκεν. Ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη καταργήσεως Εἰρηνοδικείων τινῶν ἕνεκα λόγων οἰκονομίας, οὐδεὶς ἀντιλέγει· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν, τίνα θὰ καταργηθῶσι.
§106Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, τοῦ ὁποίου ἡ φωνὴ δὲν εἶναι τόσον διάτορος, ὥστε νὰ ἐλπίσω, ὅτι θὰ ἀκουσθῇ μέχρι τῶν ἄκρων τῆς Ἑλλάδος, ἢ μέχρι τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, δὲν θ’ ἀποταθῶ ἢ μόνον πρὸς ὑμᾶς. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τάξεως, καὶ μόνον τάξεως, καὶ ζητήσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ἀκριβῶς ἐν τῷ συμφέροντι ἐκείνων τῶν Πρωτοδικείων, τῶν ὁποίων ἀπειλεῖται ἡ κατάργησις, ὡμίλησα· ὡμίλησα ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι μόνον περὶ πληροφοριῶν πρόκειται, καὶ γνωρίζω ὅτι ἐδόθησαν τοιαῦται πληροφορίαι παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἡ ἐπαρχία μου δὲν ἔχει ἢ μόνον δύο Εἰρηνοδικεῖα· οὔτε ἔφορον, οὔτε ταμίαν, οὔτε ὑποταμίαν ἔχει. Αὐτὰ τὰ δύο Εἰρηνοδικεῖα ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Ἀρχὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τυρνάβου, ἥτις εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἐπαρχία, μεγαλειτέρα καὶ αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν, καὶ ἐν τούτοις οὔτε ἔφορον, οὔτε ταμίαν, οὔτε ὑποταμίαν ἔχει. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου προτιμῶσι νὰ μεταβαίνωσιν, ὅπως πληρώνωσι τοὺς φόρους των, εἰς τὴν Λάρισαν. Ἐνῷ δὲ ἔχω τὴν θετικὴν πληροφορίαν, ὅτι προτείνεται ἡ κατάργησις τοῦ Εἰρηνοδικείου Ραψάνης τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, ἐν τούτοις δὲν θέλω νὰ περιβάλω μὲ κῦρος τὰς τοιαύτας περὶ καταργήσεως γνώμας, αἵτινες ἐδόθησαν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ αἵτινες ἐδόθησαν καὶ ἐγράφησαν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὅλως ἀβασανίστως. Ἡ φωνή μου, ἐὰν δὲν ἦναι διάτορος, ἵνα φθάσῃ ἕως ἐκεῖ, οὐχ ἧττον ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀκουσθῇ παρ’ ὑμῶν. Ὑμεῖς ἔχετε συμφέρον, διότι ἔχετε καὶ Πρωτοδικεῖον, ἔχετε συμφέρον, διότι ἔχετε καὶ Νομαρχίαν, ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω τοιαῦτα τὸ μόνον ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ ἓν τῶν Εἰρηνοδικείων, ἅτινα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα, θὰ ὑποβάλω πρότασιν καὶ θ’ ἀποδείξω τὸ δίκαιον τῆς μὴ καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐκείνου, καὶ θέλω συζητήσει μεθ’ ὑμῶν, ἵνα ἡ βάσις, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὀρθὴν καὶ συμφέρουσαν κρίσιν τῶν μελλόντων νὰ ἀποφανθῶσι περὶ καταργήσεως ἢ διατηρήσεως Εἰρηνοδικείου τινός, ἦναι δικαία. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐξ οἰκονομικῶν λόγων ὁρμώμενος, ὥρισεν ὅτι θὰ περιορίσῃ τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἰς τὸν ἀριθμὸν 150, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην, ἂν ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι ἐπαρκὴς ἢ ὄχι, διότι αὐτὰ εἶναι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Θέλετε νὰ ὁρίσωμεν σαφῶς καὶ ὡρισμένως ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θέλουσιν ὁρισθῆ τὰ διατηρητέα Εἰρηνοδικεῖα; Ἀφήσατε νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, καὶ μὴ ἐξαντλεῖτε τὸ θέμα προώρως, διότι ὁ θόρυβος αὐτὸς οὔτε τοὺς συμπολίτας σας ὠφελεῖ οὔτε τὸ θέμα.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας νομοσχεδίῳ περὶ καταργήσεως Ἑλληνικῶν σχολείων ἀναγράφεται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ, ὅτι καταργοῦνται τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα τὰ ἔχοντα μαθητὰς ὀλιγωτέρους τῶν 50. Ἐρωτῶ, τίνας μαθητὰς ἐννοεῖ; τοὺς φοιτῶντας ἢ τοὺς ἐγγραφέντας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος;
§109Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Ὅταν οἱ ἐγγραφέντες δὲν φοιτῶσιν, ἀποβάλλονται.
§110Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ἐγγραφέντων καὶ φοιτώντων.
§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου εἶναι γνωστόν, ποῖοι εἶναι οἱ πραγματικοὶ μαθηταί. Πρόκειται περὶ τῶν ἐγγραφέντων καὶ φοιτώντων.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λευκάδος κ. Βαλαωρίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Ἐπικρατείας». Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης προτείνει, ἵνα ἡ Λευκὰς ὑπαχθῇ εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 134) Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ βιομήχανοι ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ἐπὶ τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας ἐμπορικῆς συμβάσεως.
§113Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο φέρει ὑπογραφὰς σπουδαίων ἐργαστασιαρχῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ εἰς τοῦτο συμφωνοῦσι καὶ πλεῖστοι ἄλλοι καταστηματάρχαι καὶ ἐργοστασιάρχαι, μὴ προφθάσαντες νὰ ὑπογράψωσι. Διὰ τοῦ ὑπομνήματος τούτου δηλοῦσιν, ὅτι οὐδεμίαν βελτίωσιν εὑρίσκουσιν ἐν τῇ μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος συμβάσει. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ἔχει μεγάλην σοβαρότητα, διότι παρέχει σπουδαίας πληροφορίας περὶ τῆς βιομηχανίας τοῦ τόπου, παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ ἡ Βουλή.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 135).
§115ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας ζητηθέντας κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Αʹ) Τρεῖς πίνακας ἀφορῶντας εἰς τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας. Αὐτοὶ οἱ πίνακες εἶναι συντεταγμένοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τοῦ γραφείου τῆς στατιστικῆς τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Βʹ) Τέσσαρας πίνακας περὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου. Οἱ τρεῖς τούτων εἶναι συντεταγμένοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν τοῦ ἡμετέρου στατιστικοῦ γραφείου, ὁ τέταρτος εἶναι συντεταγμένος ἐπὶ τῇ βάσει στατιστικῶν πληροφοριῶν τοῦ Βελγίου. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ διαιτησίας μεταξὺ Βελγίου καὶ Ἑλλάδος. Ὡς γνωρίζετε, τὸ 1899 συνέστη ἐν Χάγῃ τῆς Ὁλλανδίας Συνέδριον περὶ διαιτησίας, καὶ συνεπεία τούτου τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν ὑπέγραψαν μεταξὺ των σύμβασιν περὶ καθορισμοῦ τῶν ὑποθέσεων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τοῦ κανονισμοῦ μεταξὺ αὐτῶν διαιτητικῶς. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 136).
§117ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν σχέσει πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς. Ἐγὼ ἠρώτησα καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει πληροφορίας στατιστικὰς ἐκ πηγῆς ἀσφαλοῦς, καὶ ταύτας νὰ καταθέσῃ. Αὐτάς, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἔχομεν πάντες ἡμεῖς, καὶ ἦτο περιττὸν ν’ ἀποταθῶμεν περὶ τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι, ὡς γινώσκετε, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρχωσιν ἀνακρίβειαι εἰς τὰς πληροφορίας τὰς ἰδικάς μας, τὰς ὁποίας λαμβάνομεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Εὐχερέστερον εἶναι νὰ βεβαιωθῇ τὸ πρᾶγμα ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς γινομένης εἰς τὴν ξένην χώραν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ τοιαύτας, παρακαλῶ νὰ τὰς καταθέσῃ· αἱ ἄλλαι εἶναι περιτταί.
§118ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πληροφορίας, ἐφ’ ὧν δύναμαι νὰ βασισθῶ, ὅτι εἶναι ἐπίσημοι, καὶ νὰ ὑποβάλω ταύτας, δὲν ἔχω ἐπὶ τοῦ παρόντος. Θέλω ζητήσει τοιαύτας, καὶ θέλω ὑποβάλει αὐτάς.
§119Ι. ΣΙΣΙΝΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸ τριῶν ἡμερῶν καὶ διὰ τῆς ὁποίας τὸν παρεκάλουν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ἔχει πληροφορίαν τινὰ περὶ τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἀπαιτουμένων κεφαλαίων διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, διότι ἀνηγγέλθη ἐκ Πατρῶν, ὅτι ἐξευρέθησαν τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τοῦτο κεφάλαια καὶ ὑπεγράφη καὶ τὸ προκαταρκτικὸν συμβόλαιον. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκφράσῃ σαφέστερον τὴν γνώμην, ἣν ἔχει περὶ τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως, διότι εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀπάντησίν του πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἠλείας συνάδελφον εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, διότι πᾶν ὅ,τι γνωρίζει τὸ γνωρίζει ἐξ ἀνακοινώσεως προφορικῆς. Ὑποθέτω ὅτι διὰ τῆς προφορικῆς ἀνακοινώσεως θὰ ἐσχημάτισε γνώμην τινὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ταύτην ζητῶ νὰ ἐκφράσῃ, διότι αὕτη θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διατήρησιν τῶν τιμῶν, ἐὰν, ὡς ἐλπίζω, ᾖναι εὐνοϊκή. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις διὰ μίαν ἀκατανόητον παρεξήγησιν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ἐν διαλογικῇ συζητήσει μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Πυλίας ἐνόμισα ὅτι ἐπῆλθε παρεξήγησίς τις, καὶ ἐπενέβην, διὰ νὰ ἄρω αὐτήν. Ἀλλ’ ὅπως συμβαίνει εἰς ὁμοίας περιστάσεις, ἡ ἐπέμβασις αὕτη ἐγέννησεν ἑτέραν παρεξήγησιν, καὶ ταύτην εἰς βάρος ἐμοῦ, διότι ἐπιστεύθη ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριζον τὴν ἀληθῶς τερατώδη γνώμην, ὅτι προσφορὰ εἰς τὴν ἀγορὰν ἑνὸς ποσοῦ 40,000,000 λιτρῶν σταφιδοκάρπου ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπηρεάσῃ τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος, καὶ νὰ μὴ ἐπιφέρῃ ἄμεσον καὶ σπουδαίαν ὑποτίμησιν. Βεβαίως εἶναι παράδοξον νὰ ὑποστηρίξω τοιαύτην γνώμην ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὡς σταφιδοκτήμων ἔχω πικρὰν πεῖραν τῆς εὐαισθησίας τῆς σταφιδικῆς ἀγορᾶς, ὥστε νὰ γνωρίζω, ὅτι ὄχι μόνον ὅταν προσφέρηται εἰς τὴν ἀγορὰν τόσον ὀγκῶδες ποσὸν, ἀλλὰ καὶ ὅταν μία ἁπλῆ φήμη, ὁπωσδήποτε εὐλογοφανὴς, ἐπικρατήσῃ, ἡ ἀγορὰ μεταβάλλεται. Τὸ ἀληθὲς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ὅτι ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος, καὶ ἐπὶ τῇ ἁπλῇ φήμῃ μόνον, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ, αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος ἐξέπεσαν ῥαγδαίως, καὶ ἡ ἔκπτωσις αὐτῶν θὰ ἦτο μεγαλειτέρα μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκράτησεν ὁπωσδήποτε τὰς τιμὰς καὶ δὲν ἀφῆκε νὰ κατέλθωσιν ἴσως κάτω τῶν 40 δραχμῶν, εἶναι, ὅτι ἐπιστεύθη ὅτι πρόκειται γενικῶς νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον περὶ τῆς σταφίδος, καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἰδίως τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου βουλευτοῦ Καλαμῶν κ. Πεσμαζόγλου προταθὲν περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος. Διὰ αὐτὸν τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ δηλ. ἀντίδρασίς τις εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν, πρὸ δύο ἡμερῶν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπαναλαμβάνω αὐτὴν σήμερον, διότι φρονῶ, ὅτι μία δήλωσις περὶ τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θ’ ἀρκέσῃ νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν, ἥτις μᾶς ἀπειλεῖ.
§120ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Νομίζω ὅτι πολὺ ἐστενοχωρήθησαν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς εἶδος. Θὰ ὑποβάλω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπερώτησιν, ὅπως διευκρινήσῃ τὸ πρᾶγμα. Πολὺ ἐστενοχωρήθησαν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, ὅτε ἤκουσαν, ὅτι ὑποβάλλεται νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος, διότι δὲν κατενόησαν ἀκριβῶς περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται περὶ καταργήσεως τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰς εἶδος φορολογίαν, διὰ τῆς νέας συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν μᾶς κωλύει νὰ θέσωμεν παρακράτημα ἐπ’ ἀόριστον. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τουτέστιν ἂν ἔχομεν δικαίωμα νὰ αὐξάνωμεν τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἔχωμεν τοιοῦτον δικαίωμα, ἡ συζήτησις εἶναι ματαία, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀκούηται καθημερινῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ φερόμενον ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ διὰ τῆς συζητήσεως ν’ ἀπασχολῶμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ αὐξάνωμεν ἐπ’ ἀόριστον τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως, εἶναι ματαία πᾶσα συζήτησις· ἐὰν ὅμως δὲν ἔχωμεν τοιοῦτον δικαίωμα, τότε ἐπιβάλλεται νὰ διατηρήσωμεν τὴν εἰς εἶδος φορολογίαν τῆς σταφίδος, διότι πρόκειται νὰ ἰσοφαρίσῃ ἡ ζήτησις πρὸς τὴν παραγωγὴν, καὶ ἐπειδὴ προσκρούομεν εἰς τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, εὑρέθη τὸ μέσον αὐτὸ, ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις αὕτη μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο δὲ ἠπείλησε νὰ καταγγελθῇ ἡ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸ ἄρθρον 2 § 2, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος θέλει συστήσει πρὸς τούτοις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μὴ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ἤδη κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς κορινθιακῆς σταφίδος εἰσπραττομένου ἐγγείου φόρου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἔχω δίκαιον, — διότι ἀκριβῶς ἡ σύμβασις αὐτὴν τὴν βάσιν περιέλαβεν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τουτέστι τοῦ νὰ μὴ καταγγελθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ τὴν αὔξησιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς εἶδος, — παρακαλῶ, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ, ἂν ὄντως ἔχει τὸ πρᾶγμα οὕτω, καὶ ἂν δυνάμεθα ἐπ’ ἄπειρον ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως.
§121Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§122Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ πόνος πολλάκις παραφέρει, καὶ ὅσον τις αἰσθάνεται τὸν πόνον τῶν ἑαυτοῦ συμπολιτῶν, οὓς ἀντιπροσωπεύει, τόσον ὑπόκειται εἰς τὴν πάθησιν ταύτην. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα δὲν ἐθεώρησαν ἀπὸ δεκαετίας πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ὡς τὸ πρώτιστον τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον συνδέεται καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Τὴν αὐτὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαντο πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, τὴν αὐτὴν αἰσθάνεται καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, αἰσθάνεται δὲ τοῦτο καὶ ἀπὸ καθήκοντος καὶ ἀπὸ συμφέροντος πρὸς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ τὰ ἐν γένει οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Ὑπάρχουσι γνῶμαι, ὅτι ἡ εἰς εἶδος φορολογία εἶναί τι καταστρεπτικόν. Δὲν θέλω ἐπὶ τούτου νὰ συζητήσω νῦν· ἐπειδὴ ὅμως προεκλήθην ὑπὸ δύο ἢ τριῶν συναδέλφων, θέλω τοῦτο σήμερον νὰ δηλώσω, ἐπιφυλασσόμενος ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν νὰ δώσω πληρεστέρας διασαφήσεις τῶν γνωμῶν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ σήμερον λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς εἰς εἶδος φορολογίας δὲν παρῆλθεν ἐν ἀδιαφορίᾳ πρὸς τὰς συνεπείας τὰς ἐνδεχομένας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ. Ἐν πλήρει συνειδήσει ἡ Κυβέρνησις μετὰ σκέψιν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ λεχθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι οὐδὲν μέτρον ἔχει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, τοῦτο νοητέον ὡς ἑξῆς. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρασχεθῇ ἕν ἐπιβαρῦνον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἔξοδον ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρον συνδεόμενον πρὸς δαπάνην, διότι ἀδυνατεῖ τὸ Κράτος νὰ δώσῃ δαπάνας πρὸς μέτρον ἀπαιτοῦν τοιαύτας. Ἐντεῦθεν δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρακολουθεῖ καὶ μετ’ ἐλπίδων δὲν προσδέχεται πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤθελε κριθῆ πρόσφορον, προτεινόμενον, ὅπως ἀποδεχθῇ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἤθελε χρησιμεύει πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον ζητήσει, εἶναι ἡ ψυχικὴ ἠρεμία, ἡ ἀπαθὴς ἡμῶν στάσις· διότι πᾶν μέτρον συνδέεται πρὸς κεφάλαια, τὰ δὲ κεφάλαια εἶναι ἀγαθά, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπικίνδυνα. Τὰ κεφάλαια γνωρίζομεν ὅτι ἐκμεταλλεύονται τὴν ἀδύνατον στάσιν ἐκείνων, πρὸς οὓς χορηγοῦνται. Ὅταν δὲ γνωρίζητε πάντες τὰ τῆς ὑποθέσεως περὶ ἀναζητήσεως κεφαλαίων πρὸς πρότασιν μέτρων ὑπὲρ τῆς σταφίδος, μὴ ἀθυμεῖτε, ἀλλὰ καὶ μὴ ταράττεσθε. Μόνον διὰ τῆς ψυχραιμίας εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ μέτρον, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν.
§123Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπικειμένης τῆς ἐποχῆς τοῦ θερισμοῦ, οἱ συμπολῖταί μου, μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἔναντι Ἀκαρνανίαν, ὅπως θερίσωσι, φέρουσι μεθ’ ἑαυτῶν ὀλίγον οἶνον καὶ ὀλίγον ἔλαιον πρὸς χρῆσίν των. Ἀλλ’ αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαὶ Λευκάδος ὑποβάλλουσιν αὐτοὺς εἰς πολλὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦσι δαπάνην μεγαλειτέραν τῆς ἀξίας τοῦ μεταφερομένου, προκειμένου μάλιστα περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς νὰ μὴ ὑποβάλλωσι τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἐργάτας εἰς τοιαύτας διατυπώσεις, καὶ θέλει πράξει ἔργον οὐ μόνον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ φιλανθρωπίας.
§124Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἐν τῇ προτελευταίᾳ Συνόδῳ αὐτῆς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαμβάνετο πρόνοια πρὸς ἄρσιν ἀδικήματος προελθόντος ἐκ τυχαίων περιστάσεων εἴς τινα τῶν συμπολιτῶν μου. Εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προῆλθε κατόπιν συστάσεών μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ μετὰ ἐπισταμένην μελέτην τοῦ ζητήματος. Δι’ ἐκθέσεώς του ἐκτεταμένης, ὑποβληθείσης τὴν 3 Ἰουνίου 1904 πρὸς τὴν Βουλήν, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἀκύρωσις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3 ἀπὸ 11 Μαρτίου 1903 ἀποφάσεως τοῦ τελώνου Λαρίσης, δι’ ἧς ἐπεβλήθη εἰς τὸν Ν. Μπακατάρην ποινὴ δραχ. 26,174 ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, συνεπείᾳ καταγγελίας κακοβούλου τινὸς, σκοποῦντος νὰ ἐκβιάσῃ τὸν καθ’ οὗ ἡ ἀπόφασις, ὅστις, ὅτε κατεδικάσθη εἰς τὴν εἰρημένην ποινήν, εὑρίσκετο ἐν Μακεδονίᾳ, τόπῳ τῆς γεννήσεώς του. «Ἐκ τῶν προσαχθέντων ὅμως (λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου) διὰ τῆς ἐφέσεως καὶ τῆς αἰτήσεως ἀναθεωρήσεως ἀποσπασμάτων τοῦ βιβλίου τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τοῦ ὑποτελωνείου Λυγαριᾶς τῶν μηνῶν Αὐγούστου καὶ Σεπτεμβρίου τοῦ 1901 ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ καταδικασθεὶς Ν. Μπακατάρης δὲν εἰσήγαγεν ἀτελῶς τοὺς τράγους, διὰ τὸ τέλος τῶν ὁποίων κατεδικάσθη διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ τελώνου Λαρίσης, ἀλλ’ ἐπλήρωσε τὸ νόμιμον εἰσαγωγικὸν τέλος.» Οὐδέποτε, νομίζω, τὸ Κράτος σκέπτεται νὰ ἐπωφελῆται χρηματικῶς ἐκ τοιούτων ἀδικημάτων, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ τότε ὑποβληθὲν νομοσχέδιον καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐγγράψῃ αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§125Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§126Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑμεῖς βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα, ἐγὼ ὅμως ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ζητήσω τὴν ἐγγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§127Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ θὰ υἱοθετήσω αὐτὸ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν μελετήσας αὐτὸ ἀναγνωρίσω τὸ δίκαιον αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀμφιβάλλω, ἀφοῦ ὑμεῖς τὸ λέγετε.
§128ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἑξῆς πληροφορίαι (ἀναγινώσκει): 1) Αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις πρὸς μερικὴν ἢ ὁλοσχερῆ ἀποπεράτωσιν τῶν μονίμων δεξαμενῶν τοῦ Κανθάρου: αʹ) ὑπὸ τῶν κ. κ. Πετιμερμὲ καὶ Ρασπίνη πρὸς ἐκσκαφὴν καὶ λιθοδομὴν τῶν δύο δεξαμενῶν· βʹ) ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλία Ἀγγελοπούλου πρὸς ἐκσκαφὴν καὶ λιθοδομὴν τῶν δύο δεξαμενῶν· γʹ) ὑπὸ τοῦ κ. Ρόσσελ, ἀντιπροσώπου ξένης ἑταιρείας, πρὸς ὁλοσχερῆ ἀποπεράτωσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν· δʹ) ὑπὸ τῶν κ. κ. Πετιμερμὲ καὶ Ρασπίνη πρὸς ὁλοσχερῆ ἀποπεράτωσιν· καὶ εʹ) αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ ὁλομέλεια τῆς ἐπιτροπῆς ἢ ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς. 2) Οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1899, 1901, 1902, 1903, 1904 καὶ 1905. 3) Αἱ ἐπίσημοι καταστάσεις τοῦ προσωπικοῦ (τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου) τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου 1905. 4) Αἱ ἐπίσημοι καταστάσεις, αἱ ἐμφαίνουσαι τὰ διατεθέντα ποσὰ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἐ. ἔ. διὰ τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα, ὡς καὶ λεπτομερεῖς κατάλογοι τῶν ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἔργων κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλεῖται ὡσαύτως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Αἰγίνης, δι’ ἧς προτείνεται ἡ δωρεὰ ὀφειλῆς τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ λιμενικοῦ φόρου Αἰγίνης πρὸς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον αὐτῆς.»
§129ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς χθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀπήντα εἰς ὁμιλίαν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, δὲν ἔτυχε νὰ παρευρίσκωμαι ἐνταῦθα. Ἀνέγνων ὅμως σήμερον τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων τινῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ, πῶς ἐργάζονται οἱ εὐτυχήσαντες νὰ καταλάβωσι τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητῶ νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) Αἱ προκηρύξεις καὶ τὰ πρακτικὰ τῶν λαβουσῶν χώραν μειοδοτικῶν δημοπρασιῶν κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐμῆς ὑπουργίας ἐπὶ τῶν τροφίμων, ἀλεύρου ἢ ἄρτου, ἐλαίου, γαιανθράκων καὶ ἱματισμοῦ. Ποσάκις αὗται ἐπανελήφθησαν καὶ ποῦ ἐγένοντο. 2) Ὁ φάκελος ὁ ἀφορῶν τὴν προμήθειαν τῆς ἀκάπνου πυρίτιδος, καὶ ἂν προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς ἀγορὰν τοιαύτης, πότε, παρὰ τίνος ἠγοράσθη αὕτη, καὶ πόση ποσότης. Περιορίζομαι σήμερον εἰς τὸ μέρος τοῦτο, τὸ ἀφορῶν τὰς προμηθείας, καὶ δὲν κάμνω λόγον περὶ τοῦ μέρους τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀφορῶντος τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905 φέρει, διότι ἐλπίζω, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ γένηται περὶ τούτου ἡ ἀπαιτουμένη συζήτησις, καὶ τότε θὰ πεισθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι καὶ οἱ προκάτοχοι Ὑπουργοὶ ἔχουσιν ἐργασθῆ.
§130ΣΠΥΡ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν του. Πρὸ δύο ἐτῶν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία Δεστούνη–Γιαννουλάτου ἐγκατέστησεν ἀτμοπλοϊκὴν ὑπηρεσίαν μεταξὺ Πειραιῶς καὶ τῶν ῥουμανικῶν λιμένων Κωνστάντζης, Σουλινᾶ, Βραΐλας καὶ Γαλαζίου. Μετὰ χαρᾶς οἱ ἡμέτεροι ὁμογενεῖς ὑπεδέχθησαν τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ταύτην ἑταιρείαν, καὶ ἔβλεπον τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν κυματίζουσαν εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ρουμανίας. Ἐνῷ δὲ ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἀνεγνωρίσθη ἡ ταχυδρομικὴ αὕτη γραμμή, ἡ Ἑταιρεία Δεστούνη–Γιαννουλάτου δὲν ἀπολαύει τῶν προνομίων, ὧν ἀπολαύουσιν αἱ ἄλλαι ἑταιρεῖαι, ὡς ἡ τοῦ Λόϋδ κλπ., καὶ ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν εὐκολίαν παρέσχεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ταύτην Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν. Ἐπειδὴ ὑπεβλήθη σύμβασις μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ρουμανικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία Ἑταιρεία δὲν εἶναι ἰδιωτική, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν Ρουμανικὴν Κυβέρνησιν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φροντίσῃ, ἵνα ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα, ὅπως παραχωρηθῶσιν οὐ μόνον εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν Δεστούνη – Γιαννουλάτου, ἀλλὰ καὶ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἑλληνικὴν ταχυδρομικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν τὰ προνόμια, ὧν ἀπολαύουσιν αἱ ἄλλαι ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι, τῶν ὁποίων τὰ ἀτμόπλοια προσεγγίζουσιν εἰς τοὺς ῥουμανικοὺς λιμένας. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία Δεστούνη–Γιαννουλάτου οὐδενὸς τοιούτου προνομίου ἀπολαύει, τὰ δὲ ἀτμόπλοια αὐτῆς, ἐνῷ εἰς τὰ πλοῖα τῶν ἄλλων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν παραχωροῦνται προνόμια, ἤτοι ἀποβάθρα, εἰς ἣν ἀποβιβάζονται τὰ ἐμπορεύματα, καὶ ἄλλα τοιαῦτα, οὐδεμιᾶς τοιαύτης παραχωρήσεως τυγχάνουσι. Περὶ τούτου διεβιβάσθη σήμερον καὶ ἀναφορὰ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν.
§131ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρὸ ὀλίγων ἀκριβῶς ἡμερῶν ἔλαβον ἔγγραφον τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ ἡμετέρας Πρεσβείας. Εἰς τὴν ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείαν εἶχον ἀναφερθῆ οἱ κύριοι Δεστούνης–Γιαννουλάτος, παραπονούμενοι ὅτι δὲν τοῖς παρεχωροῦντο αἱ εὐκολίαι, αἵτινες παραχωροῦνται εἰς τὰς ἄλλας ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας. Εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ πρέσβεως ἡμῶν ἐδόθη ἀπάντησις ὑπὸ τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐδόθησαν αἱ ἀνάλογοι εὐκολίαι, διότι δὲν εἶχον δοθῆ ἔτι παρ’ ἡμῶν τοιαῦται εἰς τὴν Ρουμανικὴν Ἑταιρείαν. Εὐθὺς ἀμέσως συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ προσκαλέσῃ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων, ἵνα ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ρουμανικῆς Ἑταιρείας. Ἡ σύμβασις αὕτη κατετέθη χθές. Δὲν παρέλειψα ἀμέσως νὰ ἀνακοινώσω τοῦτο εἰς τὴν ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείαν, καὶ παρήγγειλα νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, ὅπως εἰς ἀντάλλαγμα δοθῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν Δεστούνη–Γιαννουλάτου αἱ ἀναγκαῖαι εὐκολίαι.
§132Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχωμεν γνῶσιν τῆς παραχωρήσεως πρὶν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις; Ὄχι νὰ παραχωρήσωμεν ἡμεῖς πρῶτοι, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀφορμὰς νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς Ρουμανικῆς Κυβερνήσεως.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζησιάδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§134Β. ΖΗΣΙΑΔΗΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου, κύριε Πρόεδρε, νὰ προκαλέσω σήμερον τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους ἕνεκα τῶν ἐπισυμβασῶν τότε πλημμυρῶν ἡ συγκοινωνία εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Ἀμφιβάλλω, ἂν ἡ λέξις, τῆς ὁποίας ἔκαμα χρῆσιν, ἀποδίδει πιστῶς τὴν εἰκόνα τῆς ἀθλίας καταστάσεως τῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τυρνάβου. Ἐκ τῶν τριῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας μου ὁ μὲν δῆμος Τυρνάβου μετὰ πολλῆς δυσχερείας συγκοινωνεῖ μετὰ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, διότι αἱ τρεῖς γέφυραι, αἱ ὁποῖαι κεῖνται ἐπὶ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἑνώνει τὸν Τύρναβον μετὰ τῆς Λαρίσης, ὑπέστησαν τοιαύτας βλάβας, ὥστε καθίσταται ἀδύνατος ἡ διάβασις, εἰς δὲ τοὺς ἑτέρους δύο δήμους, εἰς τὸν δῆμον Γόννων καὶ τὸν δῆμον Ὀλύμπου, οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται ἔκτοτε ἐν ἀποκλεισμῷ, — εἰρηνικῷ εὐτυχῶς, — διότι ἡ συγκοινωνία πρὸς τὰς γειτονικὰς ἐπαρχίας ἀπεκλείσθη τελείως. Ἡ συγκοινωνία ἐξετελεῖτο διὰ δύο γεφυρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν μία ἔκειτο ἐπὶ τῆς εἰσόδου τῶν Τεμπῶν, ἡ δὲ ἄλλη ἐπὶ τῆς ἐξόδου, ἀμφότεραι ὅμως παρεσύρθησαν ἐκ τῶν πλημμυρῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸν Φεβρουάριον. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ τὰ δεινὰ, ὅτι εἶναι ἀρκεταὶ αἱ δοκιμασίαι, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν μείζονι μέτρῳ ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι τῶν Θεσσαλικῶν ἐπαρχιῶν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, ὥστε νὰ μὴ προστίθηται εἰς τὰς δοκιμασίας αὐτὰς καὶ ἡ ἀστοργία τῆς Πολιτείας. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ταχέως μέριμνα περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς συγκοινωνίας τῶν δύο δήμων μετὰ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, διότι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας ὑφίστανται τὰ πάνδεινα οἱ κάτοικοι τῶν δύο τούτων δήμων, μὴ δυνάμενοι νὰ μεταφέρωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς, ἔνθα καταναλίσκονται, καὶ ἰδίᾳ τὸν οἶνόν των, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ σπουδαιότερον προϊόν τῶν δύο αὐτῶν δήμων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ τὰ μέρη ταῦτα δικαιοῦνται, ἀφοῦ ἀποτελοῦσιν ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ν’ ἀπολαύωσι τῶν ἀγαθῶν, ὧν ἀπολαύουσι τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ φιλοστόργῳ αὐτοῦ μερίμνῃ ὑπὲρ πάντων, θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐεργετικήν του μέριμναν καὶ ἐπὶ τῶν μερῶν ἐκείνων.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἐμπειρῖκος.
§136ΕΠ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Αἱ κακοκαιρίαι τοῦ τελευταίου χειμῶνος ἐπήνεγκον μεγάλην βλάβην εἰς τὸν λιμενοβραχίονα τοῦ λιμένος Ἄνδρου. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἐκεῖθεν, ἐκ τῶν κυμάτων ἀνεῴχθη καὶ μέγα ῥῆγμα, ἐπαπειλοῦν τὴν καταστροφὴν τοῦ ἔργου, ἐὰν συντόμως δὲν γένηται ἡ διόρθωσις. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα ἀνέθεσεν εἰς τὸν ἐργοδηγὸν τὴν μελέτην τῆς ἐργασίας, συνετάχθη δὲ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ἐπειγούσης ἐπιδιορθώσεως ταύτης, καὶ ὑπεβλήθησαν ὅλα τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ μηνῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα, ὅπως δοθῇ ἡ ἔγκρισις, διότι αὕτη καθυστερεῖται ἄχρι τοῦδε, ἐὰν δὲ ἡ διόρθωσις δὲν γείνῃ ταχέως, θὰ παρέλθῃ ἡ κατάλληλος ἐποχὴ καὶ θὰ μείνῃ ὁ λιμενοβραχίων ἐκτεθειμένος εἰς τὴν καταστροφήν.
§137Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω δύο σημειώματα, ἵνα μὴ εἴπω ἐπερωτήσεις, διὰ τῶν ὁποίων παρακαλοῦνται οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ παράσχωσι πληροφορίας τινὰς, σχετικὰς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχμῶν 2,018,623.52».
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου».
§139Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ παρατηρήσεώς μου, ἣν χθὲς ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διακόψας με ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ ἠρώτησε, ποῖον εἶναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ συμπέρασμα τῆς παρατηρήσεώς μου. Ἐνόησα πολὺ καλὰ, τί ὑπεδήλου ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ ἵνα μὴ τὸν ἀναγκάσω ἴσως νὰ μοὶ προβάλῃ ἐκ νέου τοιαύτην ἐρώτησιν ἀπόψε, ἄρχομαι ἀκριβῶς ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ δηλῶ, ὅτι βεβαίως δὲν προτίθεμαι νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀποδόσεως τῶν ἤδη εἰσπραχθέντων χρημάτων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐπλήρωσαν, διότι ὑποθέτω, ὅτι αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως εἶχεν ἀνάγκην ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δι’ αὐτὸ μὲ προεκάλεσεν. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ φωνὴ διαμαρτυρίας καὶ χωρὶς, εἰ δυνατὸν, εἰς τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις, οἱονεὶ ἐπιδοκιμάζουσα τὴν διαμαρτυρίαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἔχει, στηρίζεται εἰς διάταξιν τοῦ κειμένου νόμου περὶ δασμολογίου. Ἀλλ’ ἔχει τοῦτο τὸ ἔκτροπον, ὅτι ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀναφέρηται εἰς νομοσχέδιον ὑποβληθὲν εἰς Βουλὴν μὴ ὑπάρχουσαν πλέον, εἰς Βουλὴν, ἡ ὁποία ἀπέθανεν, καὶ ἡ ὁποία δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ ἐψήφιζεν ἢ δὲν θὰ μετερρύθμιζε τὸ νομοσχέδιον. Ὡς γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, πρὸ τοῦ 1880 οὐδεμία ὑπῆρχε διάταξις ἐν τῷ δασμολογίῳ ἡμῶν, προβλέπουσα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς πάντα σχεδὸν τὰ Κράτη προβλέπεται, ἤτοι τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τῶν τελωνιακῶν ἅμα τῇ καταθέσει τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία εἴσπραξις ἐπιτρέπεται ἀλλαχοῦ διὰ Διατάγματος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον, ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος νὰ κατατίθηται τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ Βουλὴ τυγχάνῃ λειτουργοῦσα, ἢ ἀμέσως εἰς τὴν πρώτην μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ τοιούτου Διατάγματος Σύνοδον. Κατὰ τὸ 1880 ἐκρίθη σκόπιμον, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ εἰσαγωγῆς τοιαύτης διατάξεως διὰ τοῦ νόμου ΩΚΑʹ τῆς 21 Ἀπριλίου 1880. Ἐν ἄρθρῳ 3 τοῦ νόμου τούτου φέρεται ῥητῶς, ὅτι, «ἐὰν καταψηφισθῶσι τὰ τέλη ὑπὸ τῆς Βουλῆς (τὰ τέλη περὶ τῶν ὁποίων μεριμνᾷ τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον) ἢ ἂν δὲν ψηφισθῶσιν ὁριστικῶς ὑπ’ αὐτῆς ἐντὸς τῆς Συνόδου, καθ’ ἣν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, ἐπιστρέφονται τοῖς δικαιούχοις τὰ δυνάμει αὐτῶν εἰσπραχθέντα». Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος, καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔθετε περιορισμὸν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοιοῦτον, ὥστε ἐπεβλήθη ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς μεταρρυθμιστικοῦ τοῦ νόμου τούτου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλείφθη ἡ φράσις αὕτη, καὶ ἐντεῦθεν εἰσερχόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἑρμηνειῶν, ἂν τουτέστι, μὴ ὑπαρχούσης τῆς διατάξεως ταύτης, διὰ τῆς καταθέσεως ὑφ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται τέλη εἰσαγωγικὰ, θὰ ἐξακολουθῶσι ταῦτα νὰ εἰσπράττωνται καὶ ἂν λήξῃ ἡ Σύνοδος ἄνευ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἢ θὰ παύσωσι τὰ τέλη εἰσπραττόμενα, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς Συνόδου, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη, ἢ καὶ ἂν θὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ τέλη νὰ εἰσπράττωνται καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Περιόδου, εἴτε αὕτη φυσικῶς ἔληξεν, εἴτε βιαίως διὰ τῆς διαλύσεως. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς αἱ ἐργασίαι τῆς μιᾶς Συνόδου συνεχίζονται εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον, ἀλλὰ κατ’ οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος, κατὰ πρόνοιαν συνταγματικὴν ἐψηφισμένος, αἱ ἐργασίαι τῆς μιᾶς Περιόδου συνεχίζονται κατὰ τὴν ἄλλην Περίοδον. Τούτου δοθέντος, ἐρωτῶ, εὑρισκόμεθα, ὅπως καὶ χθὲς παρετήρησα, πρὸ νομοσχεδίου κατατεθειμένου; Εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαραίτητοι κατὰ τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, ὅπως εἰσπράττωνται τὰ τέλη αὐτοῦ ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου; Καὶ χθὲς εἶπον καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ νομοσχεδίου ὑπάρχοντος, καὶ τούτου ἕνεκα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν νέου νομοσχεδίου, διὰ νὰ προλάβῃ ἕτερον ἄτοπον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀμέσως θὰ ὁμιλήσω. Ἐὰν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἠκολούθει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε, λίαν ἀξιεπαίνως, κατὰ τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καθιερώσας, οὕτως εἰπεῖν, περίοδον εἰλικρινείας τῶν ἀνδρῶν τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινὰ, εἰλικρινείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν ἔχομεν συνηθίσει, θὰ ἔλεγεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, ἢ φανερὰ ἢ μεταξὺ τῶν γραμμῶν τοὐλάχιστον, ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἐπιτακτικὴν ὑποβάλλει τοιοῦτον νόμον. Διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀκριβῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἔδειξεν, ὅτι ἐξ ἐνστίκτου, ἐκ φύσεως, ἐξ ἰδιοσυγκρασίας εἶναι πολὺ ἀντιδραστικὸς, ἐὰν δὲν εὑρίσκετο εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν, ἐὰν δὲν ἐκάθητο εἰς τὸν ὑπουργικὸν θῶκον, θὰ ἔλεγε πολὺ καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ λέγω τώρα. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι θὰ κατέκρινε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς ἀντισυνταγματικόν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔλεγε τι καὶ πλέον, διότι ἴσως καὶ ἐπιτακτική τις ἐντολὴ πρὸς αὐτὸν θὰ ἐδίδετο, ὡς Βουλευτὴν Ἀττικῆς, — ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν καὶ ἐπιτακτικὰς ἐνίοτε ἐντολὰς παρὰ τῶν ἐκλογέων μας, — ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, καθιεροῖ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ὑφιστάμενον νόμον, τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα πληρώνωνται τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἰς δραχμὰς, εἰς χαρτονόμισμα. Καὶ τὸ Κράτος, ἀντὶ νὰ αὐξήσῃ τὸν δασμὸν εἰλικρινῶς ἐφ’ ὅλων τῶν εἰδῶν ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν κωλύεται ἐκ συνθήκης τινὸς, ἀντὶ, λέγω, νὰ αὐξήσῃ τὸν δασμὸν, ἐξευτελίζει τὴν ἀξίαν τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος, τοῦ χαρτονομίσματος, καὶ λέγει, ὅτι «τὸ πιστωτικὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν κυκλοφορίᾳ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ νομισματικὴ μονὰς, ἡ ὁποία ἰσχύει ἐν τῷ Κράτει, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς ἔχει τὴν σήμερον ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, — περὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ γείνῃ βεβαίως σήμερον λόγος, — δὲν θέλω νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀξίαν ἀλλὰ θέλω νὰ ἔχῃ κατωτέραν ἀξίαν· δὲν θέλω νὰ ὑπολογίζηται ὁ χρυσὸς πρὸς 1,25 ἢ 1,30, ἐν σχέσει πρὸς τὸ πιστωτικόν μου νόμισμα, ἀλλὰ θέλω νὰ ὑπολογίζηται πρὸς 1,45, τοῦτο δὲ πράττω ἐφ’ ὅσον αἱ διεθνεῖς συνθῆκαι δὲν ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ ἐκπίπτω δι’ ἑνὸς τοιούτου τεχνητοῦ, οὕτως εἰπεῖν, μέτρου τὴν ἀξίαν τοῦ πιστωτικοῦ μου νομίσματος.» Βεβαίως περὶ τούτου δὲν θὰ συζητήσωμεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν, εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἑξῆς: Ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου, ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου ὁποία ἔδει νὰ ᾖναι; Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι «ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἄρχεται ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Βουλήν». Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐτέθη, διότι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ὅπως ῥητὴ μνεία γίνηται ἐν τῷ κατατεθειμένῳ νομοσχεδίῳ, ὅτι θὰ εἰσπράττωνται ἀμέσως τὰ τέλη. Ἔρχεται ὅμως κατόπιν τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον πάντως πρέπει νὰ διορθωθῇ, ἵνα μὴ ἀνοιχθῇ ἡ θύρα τῶν ἀντισυνταγματικῶν, οὕτως εἰπεῖν, νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ παύσωσι, διότι ἔχομεν δυστυχῶς καὶ πολλοὺς ἄλλους νόμους τοιούτους. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, τί λέγει τὸ ἄρθρον 3. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, θεωρῶν ἀνύπαρκτον τὸ ὑποβληθὲν τῇ 7 Μαΐου 1904 νομοσχέδιον, φρονῶ, ὅτι ἓν μόνον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν πρὸς σωτηρίαν καὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ ὅπως μὴ καταφώρως ἔρχηται ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ὡρισμένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος γνωστήν, καθ’ ἣν οὐδεὶς φόρος εἰσπράττεται ἄνευ νόμου· λέγω ὅτι δυνάμεθα ἁπλῶς ὀπισθενεργὸν δύναμιν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον τὸν νῦν ψηφιζόμενον, ὁρίζοντες ἀπὸ πότε ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἀναφέρωμεν κἄν τὸ νομοσχέδιον τὸ κατατεθὲν τῇ 7 Μαΐου 1904. Τοιουτοτρόπως βεβαίως δὲν ἔρχεται ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου ἄντικρυς ἐναντία πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, μὴ ἀπαγορεύοντος τὴν ψήφισιν νόμων ἐχόντων ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Διότι, Κύριοι, πῶς θέλετε νὰ ὁμιλῶμεν περὶ νομοσχεδίου κατατεθέντος εἰς Περίοδον Βουλευτικήν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει πλέον, ὅταν ἔχωμεν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι ἐνδεικτικήν, ὅτι καὶ νομοσχέδια ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν γίνονται νόμοι, ἐὰν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος δὲν κυρώσῃ αὐτὰ ὁ Βασιλεύς; Θέλετε νὰ δώσητε δύναμιν σεῖς δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θέλετε νὰ δώσητε δύναμιν, λέγω, καὶ δὴ δύναμιν φορολογικήν, προσβάλλουσαν ἴσως κεκτημένα δικαιώματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν παράνομον φόρον, ἐνῷ ἔχομεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 36, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «νομοσχέδιον ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου λογίζεται ἀκυρωθέν»; Οὐχὶ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ νόμος ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἦναι ἄρτιος, πρέπει νὰ κυρωθῇ ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· ἐὰν δὲ δὲν κυρωθῇ, δὲν εἶναι νόμος τοῦ Κράτους. Φαντασθῆτε λοιπόν, ὅτι, ἐὰν δι’ ἕνα οἱονδήποτε λόγον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῆς 7 Μαΐου 1904 ἐψηφίζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐκυροῦτο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν, θὰ εὑρισκόμεθα βεβαίως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιστρέψωμεν τὰ εἰσπραχθέντα, καθόσον δὲν θὰ εἴχομεν νόμον τοῦ Κράτους· καὶ θέλετε σεῖς, αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατετέθη ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1904, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς προτελευταίας Συνόδου τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, νὰ ἰσχύῃ καὶ ν’ ἀναφέρηται ὡρισμένως ἐν τῷ νόμῳ ὡς ἀφετηρία τῆς ἰσχύος τῆς εἰσπράξεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα καθορίζει τὸ νομοσχέδιον! Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, διὰ νὰ σώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως ἢ νὰ σώσωμεν, ἐξ ἀδυναμίας τοῦ Κράτους, πρέπει ἐντελῶς ἐκ τοῦ ἄρθρου 3 ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ μνεία τοῦ νομοσχεδίου τῆς 7 Μαΐου 1904, καὶ καθαρῶς καὶ ἀπεριφράστως καὶ εἰλικρινῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς 7 Μαΐου 1904. Βεβαίως καταλήγομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ πρέπει, νομίζω, προκειμένου περὶ διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τοὐλάχιστον, ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ σώζωμεν τὴν οὐσίαν πάντοτε, νὰ σώζωμεν τὰ προσχήματα.
§140ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἀνάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ἀνατρέχει καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι καταντᾷ νὰ ἦναι ἐπίσης σπουδαῖον, ὅσον καὶ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας φαίνεται ἐν πρώτῃ ὄψει παράδοξος καὶ καλύπτουσα τὰ πράγματα, ὅπως φθάσῃ εἰς ὅμοιον ἀποτέλεσμα, ἀνώμαλον. Νομίζω ὅτι ἡ ἀνωμαλία κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου συναδέλφου αἴρεται. Δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἐπεκαλέσθη, ἔχει ἐνταῦθα ἐφαρμογήν. Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο λόγον ἔχει νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Στέμμα τὴν εὐκολίαν τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ veto, ἄνευ ἀπ’ εὐθείας δηλώσεως τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, συμβουλευούσης τὸν Ἄνακτα νὰ μὴ ὑπογράψῃ νόμον ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς μέχρι παρελεύσεως τῆς διμηνίας, ὅστις οὕτω, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς διμηνίας μὴ ἐπικεκυρωμένος, οὐδεμίαν ἔσχεν ἰσχύν. Τὸ νὰ θέλῃ ταύτην τὴν διάταξιν νὰ ἐπικαλεσθῇ τις, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπὶ χρόνον πολὺ μείζονα τῆς διμηνίας ὑπόστασις τοῦ νομοσχεδίου, μοὶ φαίνεται ἰδέα εὐφυεστάτη μέν, ἀλλὰ βεβιασμένη. Καὶ χθὲς ἐνταῦθα παρετηρήθη, ὅτι τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἧς ἐνώπιον εὑρίσκετο ἠρτημένον τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, δὲν φέρει ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ ὅτι συνεπιφέρει τὴν ἀτονίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρξαντος καὶ μὴ διαγραφέντος ἀπὸ τῶν πρακτικῶν τῆς βουλευτικῆς δράσεως, ἀλλὰ μὴ δυναμένου ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Περιόδου νὰ ἐξακολουθῇ νὰ παράγῃ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἠρτημένης αὐτῆς ἠδύνατό τις νὰ δεχθῇ, ὅτι καὶ ἐν δευτέρᾳ καὶ ἐν τρίτῃ Συνόδῳ ἠδύνατο νὰ παράγῃ. Ἀκριβῶς, λέγω, ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ἐὰν ἑρμηνευθῇ κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν ὑποβαλόντων τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, γινομένη τότε νόμος, ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῆς Συνόδου, καθ’ ἣν ὑπεβάλλετο τὸ νομοσχέδιον. Διότι ἔχει βεβαίως τι τὸ ὅλως ἐξαιρετικὸν ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καθ’ ἣν, προκειμένης ἐπιβολῆς φόρου, ἐπιτρέπεται ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου. Τὸ νομοθετηθὲν οὕτως ἐν Ἑλλάδι ἦτο ἤδη παραδεδεγμένον πολλαχοῦ τῶν συνταγματικῶν τῆς Εὐρώπης Κρατῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐν Γαλλίᾳ παμπόλλων, ἐπίσης ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, χώραις συνταγματικωτάταις. Ἐγένετο δὲ κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ εἰς σύγκρουσιν τὴν τοιαύτην διάταξιν πρὸς τὴν ἀξίωσιν τὴν ἐπιτακτικὴν τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἐπετράπη νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ποσὰ τὰ ἀπὸ δασμῶν, ὡς δασμοὶ ὑποχρεωτικοί, ἀλλὰ προεβλέπετο καὶ ὡρίζετο νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ εἰσεπράττοντο ὡς παρακαταθήκη. Διότι, ἂν ἄλλως τὰ πράγματα ἐγίνοντο, ἠδύνατο νὰ προσγεννηθῇ ζημία καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὸ Κράτος, ἂν προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, δεκτικὸν μακρᾶς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἐπήρχοντο ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὁρισμῶν αὐτοῦ. Διότι πολλοὶ ἐνδιαφερόμενοι καὶ ποικίλοι καὶ ἱκανώτατοι τὸ πᾶν νὰ πράξωσιν ὑπὲρ τοῦ ἰδίου συμφέροντος θὰ ἠδύναντο νὰ ἐξουδετερώσωσιν ἐν τῷ μεταξὺ τὴν δύναμιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ψηφιζομένου εἰς νόμον· τοῦτο δὲ, οὕτω γινόμενον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἤθελε φέρει ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἤθελε φέρει καὶ συντάραξιν εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι ἐννοεῖτε καλῶς, τί ἤθελε συμβῆ, ἐὰν, προκειμένου π.χ. περὶ ζακχάρεως ἢ σίτου ἢ ἄλλου τοιούτου ἐμπορεύματος εἰσαγομένου ἔξωθεν, συνεζητεῖτο νομοσχέδιον, κατατεθὲν τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ πλέον, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου ἢ τῆς ζακχάρεως. Καθ’ ὅλον τοῦτον τὸν μῆνα ἤθελον φροντίσει οἱ ἐνδιαφερόμενοι, προβλέποντες ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς προέτεινε τὸ νομοσχέδιον, ἤθελε ψηφίσει αὐτὸ, ἤθελον φροντίσει νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους μεγάλας προμηθείας ὄχι μόνον διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἑπόμενον, ἀποφεύγοντες τὴν καταβολὴν τοῦ ἐπιβληθέντος δασμοῦ ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἰσπράττοντες ἐν τούτοις τὸ τέλος τοῦτο παρὰ τῆς κοινωνίας. Ἡ ἀκριβὴς ἔννοια, ἡ ἀκριβεστάτη ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι, ὅτι ἐντὸς τῆς Συνόδου, καθ’ ἣν ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον, πρέπει καὶ νὰ ψηφισθῇ, διότι λόγῳ τοῦ μεγάλου κινδύνου ἐπετράπη ἡ ἐξαίρεσις· ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε μένουσα ἠρτημένη ἐπὶ μῆνας πολλοὺς καταντᾷ τελείως ἀνώμαλος, πρέπει δὲ ὁ νομοθέτης νὰ προσέξῃ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ οὕτω μακρὰ ἀνωμαλία. Ἐγγύησις ἐν τῷ θέματι εἶναι ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς. Ὅτε τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰσάγουσα ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσάγει αὐτὸ, προβαίνει καὶ εἰς ἀρχὴν εἰσπράξεως τοῦ νέου δασμοῦ, πράττει τι τὸ ἐντελῶς ἐξαιρετικόν· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ παροῦσα, ἡ Βουλή, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον καὶ τὸ Κράτος, εἶναι ἐγγύησις, ὅτι δὲν γίνεται τοῦτο τὸ ἐξαιρετικὸν κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν ζημίαν καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους. Τοῦτο εἶναι βέβαιον· ἀλλ’ ἐπίσης βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐκκρεμότης παραταθῇ ἐπὶ πολὺ, γίνεται ἐπίτασις ἀνωμαλίας καὶ κινδύνων, οὓς ὀφείλομεν ν’ ἀποφεύγωμεν. Ἐν τούτοις τὸ σύστημα τοῦτο ἐπεκράτησε καὶ ἀλλαχοῦ, ἔχομεν δὲ καὶ ἀπόφασιν παλαιὰν, τοῦ 1824, τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας, κυροῦσαν τὴν γνώμην, ὅτι ἐντὸς τῆς Περιόδου ἐπιτρέπεται καὶ εἰς δευτέραν Σύνοδον νὰ ἀφεθῇ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα καὶ τύχῃ τῆς λύσεως τῆς ἀνατρεχούσης εἰς τὴν ἡμέραν τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§141Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἐκεῖ.
§142ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο παραδέχεται τὸ ἐν Γαλλίᾳ Ἀκυρωτικὸν, τοῦτο δὲ πάντες ἡμεῖς πρέπει νὰ δεχθῶμεν. Προκειμένου ὅμως περὶ ἄλλης Περιόδου, διότι ἡμεῖς ἔχομεν ἐνταῦθα Κανονισμὸν, καθ’ ὃν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν ἐψηφίσθη εἰς τῆς προηγουμένης Περιόδου τὴν Σύνοδον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἑπομένην ἐν ᾗ στάσει εὑρίσκετο, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ εἰσαχθῇ ἐκ νέου, κατ’ ἀνάγκην ἅμα τῇ λήξει τῆς παρελθούσης Συνόδου ἔπαυσε νὰ ὑφίσταται τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ παράγῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ἀπὸ τῆς καταθέσεως ἀρξάμενα. Καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν προκειμένῃ περιπτώσει ἔληξεν ἡ Περίοδος τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ παράγον ἄδειαν εἰσπράξεως τοῦ δασμοῦ, ἠτόνησε. Πᾶν ὅ,τι εἰσεπράχθη ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι σήμερον εἰσεπράχθη ἀνωμάλως, καὶ ἤθελον εἴπει παρανόμως, ἂν δὲν ἀνεγνώριζον τὸ καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τοιούτων ἐξόχως δημοσίου συμφέροντος θεμάτων νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ συγκρατήσῃ τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου ἔκτακτοι περιστάσεις, ἀπροσδοκήτως ἐνσκήψασαι, συνεπῆγον κίνδυνον ζημίας ἐκ διακοπῆς τῆς εἰσπράξεως, νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰσπράττουσα καὶ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἅμα τῇ ἀρχῇ τῆς Συνόδου καὶ δηλώσῃ ὅτι ἔπραξε τοῦτο ἐκ λόγων ὑπερτάτης ἀνάγκης, καταθέτουσα νομοσχέδιον καὶ ζητοῦσα τὴν ἄρσιν τῆς τοιαύτης εὐθύνης. Ταῦτα δὲν λέγει μὲν ῥητῶς ἡ Κυβέρνησις, ἀπευθυνομένη πρὸς ἡμᾶς, ἀλλ’ αἱ πράξεις αὐτῆς, ἡ πολιτεία αὐτῆς καταδεικνύουσιν. Ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις, ἐκ τοιούτων σκέψεων ὁρμωμένη, καὶ λέγει οὕτω πρὸς ἡμᾶς, ὅτι, ἂν διέκοπτε τὴν εἴσπραξιν, ἤθελον ἐπέλθει βλαπτικώτατα ἀποτελέσματα ὄχι μόνον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν· ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι τὰ βλαπτικώτατα ταῦτα ἀποτελέσματα ἠδύνατο νὰ προλάβῃ μόνον πράττουσα ὡς ἔπραξε, καὶ ὅτι ταῦτα πράττουσα εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ οὐδενὸς πράγματι ἰδιωτικὰ συμφέροντα ἔθιξεν ἄνευ ἀποζημιώσεως. Διότι πᾶν ὅ,τι κατὰ τὸ διάστημα τὸ μεταξὺ τῆς ἡμέρας τῆς διαλύσεως τῆς προηγουμένης Περιόδου καὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου ταύτης, τῆς ἡμετέρας, εἰσεπράχθη, εἰσεπράχθη μόνον ἀνωμάλως, καίτοι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὑπό τινος, ὅτι εἰσεπράχθη ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δικαιωμάτων τῶν καταβαλόντων τὰ τέλη ταῦτα ἐμπόρων ἢ πολιτῶν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν οὐχὶ ἐν παντὶ, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς οὐδὲν ὑποχρεοῖ τοὺς προσερχομένους, ὅπως τελωνίσωσι τοιαῦτα ἐμπορεύματα, νὰ τελωνίσωσι καὶ εἰσαγάγωσιν αὐτὰ, ἀφ’ ἑτέρου πάντες, ὅσοι εἰσήγαγον τὰ ἐμπορεύματα καὶ ἐπώλησαν αὐτὰ εἰς τὴν ἀγορὰν, εἰσέπραξαν ἤδη τὸ τέλος, ὅπερ ἐπλήρωσαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐδῶ ἔρχεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως. Οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐμπόρων, ὅσοι εἰσήγαγον ἐμπορεύματα ἐπὶ τῷ νέῳ τούτῳ δασμῷ, ἔμεινεν ἀναποζημίωτος ἢ ἤθελε μείνει ἀναποζημίωτος. Καὶ δὲν ἀπεζημιώθησαν μόνον ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν εἰσαχθέντων ἔκτοτε, ἀλλ’ ἀπεζημιώθησαν καθ’ ὑπέρβασιν καὶ διὰ τῆς πωλήσεως τοῦ ἀποθέματος τῶν ἐμπορευμάτων, ἅτινα πρὸ τούτου εἶχον, ὅπερ ἀπόθεμα ἔλαβεν εὐεργέτημα ἐκ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ. Ἐξεταστέον νῦν ἕτερον ζήτημα. Ἐὰν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, ἣν ἐγὼ τελείως ἀπέκρουσα, διότι εἶναι ἄντικρυς ἐναντία πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, τοῦ ἐπιτρέποντος τὴν τοιαύτην φορολογίαν διὰ νομοσχεδίου, ἐὰν ταύτην ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλης, ἥτις νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς διατάξεως, ἣν προέτεινεν ὁ κ. συνάδελφος, τῆς ἀνατρεχούσης εἰς τὸ παρελθὸν, νομίζω ὅτι τὸ πᾶν ἀνορθοῦται, οὐχὶ κατὰ τύπους, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν. Ἤκουσα, ἐν ᾧ ὡμίλει ὁ κ. συνάδελφος, διακοπὴν δεικνύουσαν ἀπορίαν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προτείνῃ τοιαύτην ἀντικατάστασιν ἀντισυνταγματικῆς διατάξεως δι’ ἀντισυνταγματικῆς ἐπίσης διατάξεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ φίλος συνάδελφος, διακόψας ἵνα εἴπῃ τοῦτο, λακωνικώτατα νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ὡς καὶ τὰ ἄλλα Συντάγματα δὲν περιέχουσι διάταξιν ἀπαγορεύουσαν τὴν δόσιν ἀναδρομικῆς δυνάμεως εἰς τοὺς νόμους. Ὑπῆρχε Σύνταγμα ἐν Εὐρώπῃ, ἔχον τοιαύτην διάταξιν, τῆς πέμπτης Καρποδώρου μηνὸς τοῦ τρίτου ἔτους τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ὅπερ ἀπηγόρευεν ἀναδρομικὴν δύναμιν τῶν νόμων· ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο κατηργήθη. Πάντα δὲ τὰ ἑπόμενα Συντάγματα περιέλαβον τὴν διάταξιν, ἣν καὶ ὁ ἀστικὸς Γαλλικὸς νόμος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου παρελάβομεν ἡμεῖς, εἰς τὸ δεύτερον αὐτοῦ ἄρθρον, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσβάλλωνται ἰδιωτικὰ δίκαια διὰ τῆς ἀναδρομικῆς διατάξεως τῶν νόμων. Περὶ τῆς διατάξεως ταύτης πάντες οἱ γράψαντες περὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, οἱ παντοδαποὶ καὶ παντεθνεῖς, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐξήνεγκον γνώμην. Καὶ θέλω σᾶς ἀναγνώσει μίαν μόνον ἑνὸς σύντομον διατύπωσιν: «Ὁ κανὼν τῆς μὴ ἀναδρομῆς τῶν νόμων θεωρεῖται οὐχὶ ὡς περιοριστικὸς τῆς νομοθετικῆς παντοδυναμίας, ἀλλ’ ἁπλῶς ὡς ἐντολὴ, ὡς ὁδηγὸς τοῦ δικαστοῦ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων». Ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ προσέχῃ, ἐφαρμόζων νόμον, εἰς τὴν ἀναδρομικὴν διάταξιν, καὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ εἰς αὐτὴν δύναμιν, ὅταν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς βλάπτωνται ἰδιωτικὰ δίκαια. Ὅταν ὅμως οὐδὲν προσβάλληται κεκτημένον δίκαιον ἐκ τοιαύτης ἀναδρομικῆς διατάξεως, τότε τὸ ἀναδρομικὸν ἀνεγνωρισμένως ἔγκειται ἐν τῇ κυριαρχίᾳ, ἐν τῇ παντοδυναμία τοῦ νομοθέτου. Καὶ ἔχομεν πλῆθος νόμων, οἵτινες ἀνατρέχουσιν εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ οὐδεὶς προσέχει εἰς τὸν τοιοῦτον αὐτοῦ χαρακτῆρα, εἰμὴ μόνον ὅταν δικάζῃ ἢ δικηγορῇ. Διότι ἐκ τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως δὲν προσβάλλονται δίκαια, ἀλλὰ μόνον προσδοκίαι κτήσεως δικαίων. Λαμβάνω ἓν τῶν ἀπείρων παραδειγμάτων, ἅτινα φέρουσιν οἱ συγγραφεῖς. Ἡ πολιτογράφησις ἐπιτρέπεται κατὰ τοὺς Γαλλικοὺς νόμους μετὰ δεκαετίαν, καθ’ ἡμᾶς μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη. Ἀλλ’ ἐνῷ τις εὑρίσκεται εἰς τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῆς διετίας ἢ τριετίας, ἔρχεται καὶ ψηφίζεται νόμος καὶ παρ’ ἡμῖν, μὴ ἐπιτρέπων τὴν πολιτογράφησιν παρὰ μετὰ πάροδον δεκαετίας. Εἶναι ὑπόχρεος ὁ ἐγγραφεὶς νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀγογγύστως μέχρι τέλους τῆς δεκαετίας, ἀναμένων ἵνα ἀποκτήσῃ δικαίωμα πολίτου. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἐμπόδιον ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ κανονίσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἐκτὸς ἂν ἐκ ταύτης πρόκηται νὰ προσβληθῶσι δίκαια ἰδιωτικά. Ἀλλ’ ἀπόδειξις ὅτι οὐδὲν ἰδιωτικὸν δίκαιον προσεβλήθη εἶναι, ὅτι τὸ τέλος, ὅπερ ἐπὶ παρακαταθήκῃ εἰσέπραξε τὸ Κράτος, ὅπως εἰσαγάγῃ αὐτὸ ἔπειτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ψηφιζομένου τοῦ νόμου, ἐπληρώθη οὐδενὸς ζημιωθέντος. Διότι κατένειμαν αὐτὸ οἱ ἔμποροι εἰς τὰ ἐμπορεύματα τὰ διασπαρέντα ἀνὰ πᾶσαν τὴν χώραν, καὶ ἀπέλαυσαν ἐκ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων καί τι πλέον τοῦ τέλους ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ τιμήματος τῶν ἐμπορευμάτων, ἅτινα εἶχον ἐν παρακαταθήκῃ, πληρώσαντες τὸ πρότερον ἰσχῦον τέλος. Εἶναι προφανὲς, ὅτι οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος τὸ μὲν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ μὴ μείνῃ ἐν αὐτῷ, ἄλλο δὲ ἄρθρον, περιέχον τὴν ἔννοιαν τῆς ἀναδρομῆς τοῦ νόμου εἰς τὸ παρελθὸν, πρέπει ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτό. Διετύπωσα μάλιστα τροπολογίαν, ἣν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποδεχθῇ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον λείπει ἡ πρόσκρουσις εἰς τὴν διάταξιν τοῦ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου νόμου, ὅστις δὲν ἐπέτρεψε νὰ ἐξακολουθῇ ἡ εἴσπραξις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Περιόδου, δυνάμει τοῦ μείναντος ἀψηφίστου νομοσχεδίου, καὶ ἀντικαθίσταται ἄρθρον, ὅπερ, καίτοι δὲν ἀναφέρει τὴν λέξιν, ὅτι δίδεται ἀναδρομικὴ ἰσχὺς εἰς τὸν νόμον, ὅμως ἐνέχει τὴν οὐσίαν, καὶ οὕτω θεραπεύονται τὰ πράγματα, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσβολῆς οὔτε νόμου οὔτε Συντάγματος.
§143Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν παρεκλήθη νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 3 παρ’ οὐδενός. Τὸ μόνον, ὅπερ μᾶς παρώτρυνεν εἰς τοῦτο, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς. Δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς ψήφισιν διατάξεως, ἣν θεωροῦμεν ἀντισυνταγματικήν. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι εἶχεν ἐγερθῆ ἀγωγὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου ὑπό τινος ἐμπόρου, ὅτι τὴν δίκην ταύτην ὁ ἔμπορος εἶχε κερδίσει τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν· ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔρχεται τὸ ἄρθρον 3 καὶ δημεύει δικαίωμα κεκτημένον; Κατ’ ἐμὴν γνώμην τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ὥστε βεβαίως κηρύττομαι ἐναντίον τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει. Κατὰ πόσον δὲ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, εἰς τὰς γνώσεις τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πλήρη ἐμπιστοσύνην, δύναται νὰ ἄρῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως, ἔχω ἐνδοιασμούς τινας. Λέγομεν ὅτι οἱ ἔμποροι οὐδόλως ἐζημιώθησαν ἐκ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἡμεῖς τοῦτο; Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τοῦτο. Οὕτω συμπεραίνων δηλῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 3, ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει, θέλω τὸ καταψηφίσει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν, ἣν προτείνουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐὰν καὶ περὶ αὐτῆς γείνῃ τυχὸν ψηφοφορία, ἐν ἀμφιβολίᾳ θέλω ἀπόσχει τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἔμπορος θὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου...
§144Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπ’ ἐναντίας. Ὑπάρχουσιν ἤδη διαμαρτυρίαι ἐμπόρων, μὴ παραλαβόντων τὰ ἐμπορεύματά των.
§145Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀγωγαὶ ὅμως ὄχι.
§146Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αἱ διαμαρτυρίαι εἶναι προάγγελοι τῶν ἀγωγῶν.
§147Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν τέλος πάντων πρόκηται νὰ δημεύσωμεν τὴν περιουσίαν ἰδιωτῶν, καλλίτερον νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον.
§148Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὅλη ἡ διεξαγομένη συζήτησις ἀποδεικνύει, ὅτι διὰ πολλῶν λέξεων θέλομεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ δυσκολίας προκυπτούσης ἐκ διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ῥητῶς λέγει, ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὔτε εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀπέναντι τῆς διατάξεως ταύτης ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, ἡ ὁποία προφανῶς ἀντίκειται εἰς τὴν ῥητὴν ταύτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου πάντοτε ἐφηρμόσθη, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν μεγάλων ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐπέλθει ὄχι μόνον εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐφηρμόζετο. Εὑρισκόμεθα ἤδη διὰ τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου ἐκτὸς τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, μόνον δὲ θέλομεν νὰ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις, ὅταν λέγωμεν, ὅτι τὰ καταβαλλόμενα δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι προκαταβολή, ἢ εἶναι καταβολὴ προαιρετική. Ἂς ἐξετάσωμεν, ἡ καταβολὴ αὕτη, περὶ ἧς ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, εἶναι προαιρετική; Πῶς προαιρετική, ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι οἱ τελῶναι δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων ἄνευ τῆς καταβολῆς τοῦ τέλους; Ἀλλ’ εἶναι τάχα προκαταβολή; Ὄχι· διότι, ἐὰν πρόκηται περὶ προκαταβολῆς, διὰ νὰ μεταβάλητε ταύτην εἰς ἔσοδον τοῦ Κράτους, εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ ὁ νόμος πρέπει νὰ δώσητε ἀναδρομικὴν ἰσχὺν εἰς τὸν νόμον, διότι δυνάμει τοῦ νόμου εἰσπράττετε τὰ τέλη τὰ προκαταβληθέντα ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἰσπράττετε τὰ τέλη τὰ καταβληθέντα πρὸ τῆς ψηφίσεως καὶ κυρώσεως τοῦ νόμου· ἄρα εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου. Σήμερον περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται νὰ κανονίσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη. Ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον. Λέγετε, ὅτι διαλυθείσης τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει νομοσχέδιον, ὅτι ἠτόνησε τοῦτο. Διατὶ ἠτόνησεν; Ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, δυνάμει τῆς ὁποίας τὰ νομοσχέδια τὰ μὴ ψηφισθέντα διαρκούσης τῆς Περιόδου δὲν ἔρχονται ἐν τῇ ἑπομένῃ Περιόδῳ εἰς τὴν τάξιν, ἣν εἶχον εἰς τὴν πρὸ αὐτῆς, δὲν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως δὲν ἐμποδίζει, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύναται δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ παραγάγῃ. Ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα, ὅπως δώσωμεν ἰσχὺν ἀναδρομικὴν εἰς τὸ σήμερον συζητούμενον νομοσχέδιον, ἀντίκειται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις ὁρίζει, ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὔτε εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἐπιθυμητὸν θὰ ἦτο νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καλῶς ἔχει, ὅπως ἔχει. Τοῦτο ἀπαιτοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς τε κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους.
§150ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως τὸ πταῖσμα εἶναι ἐμὸν, διότι δὲν ἀνέπτυξα ἐν πλάτει μέρος τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἂν ἀνεπτύσσετο δὲν θὰ ἐπέτρεπε τὰς ἀντιρρήσεις τὰς πρὸ ὀλίγου ἀκουσθείσας. Εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νόμου περὶ μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου εἰσπράττονται ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἶδος παρακαταθήκης, εἰς εἶδος ἐγγυήσεως, ποσά, ἅτινα ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ ζητήσῃ νὰ μεταβληθῶσιν εἰς φόρον διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τούτου οὕτως ἔχοντος δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιταχθῇ εἰς ἐμὲ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ μὴ ἐπιτρέπον φορολογίαν ἄνευ νόμου, εὐκολύνει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἀληθῶς πρόκηται περὶ φόρου ἐπιβαλλομένου ἀμέσως πρὸ τῆς ψηφίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κυρώσεως νόμου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τίποτε δὲν ἤθελεν ἰσχύσει, ὥστε νὰ κατασταθῇ συνταγματικὴ ἡ τοιαύτη ἐπιβολὴ τοῦ φόρου, καὶ βεβαίως δὲν θὰ ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον, νὰ θέσωμεν τὸν πέλεκυν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ποιούμενοι ἀρχὴν κατατομῆς ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἐκ τούτου ἀρυόμενοι θάρρος ἔπειτα νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς ἄλλα σπουδαιότερα. Ἀλλ’ ὅτε ὁ νόμος, ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ἐπέτρεψεν ἵνα τὸ μέλλον νὰ ὁρισθῇ ὡς τέλος λαμβάνηται ὡς ἐγγύησις καὶ τίθηται εἰς παρακαταθήκην, ἵνα οὕτως ἀσφαλισθῇ εἰς τὸ Κράτος ἐν καιρῷ τῷ δέοντι ἡ μετατροπὴ τῆς ἐγγυήσεως καὶ παρακαταθήκης εἰς τέλος, ὅτε τοῦτο οὕτως ἔχει, τὸ μὲν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος οὐδαμῶς θίγεται, ἡμεῖς δὲ οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν μήπως προσκρούσωμεν εἰς διάταξίν τινα τοῦ Συντάγματος.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε δυνάμει τῆς θεωρίας ὑμῶν, ἐγένετο παρακαταθήκη τοῦ ποσοῦ μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου· ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ἀλλ’ ἡ παρακαταθήκη αὕτη ἀνατρέχει εἰς ποίαν ἐποχήν; Εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος, καὶ ἑπομένως δίδεται ἀναδρομικὴ ἰσχὺς εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ψηφίζετε. Περὶ τούτου πρόκειται.
§152ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τούτου ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, νὰ διακόψητε. Ἡ ὥρα εἶναι ὀγδόη. Θὰ ἐξακολουθήσητε μετὰ τὴν διακοπήν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δραγούμης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§154ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διαρκούσης τῆς ἀγορεύσεώς μου ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας μὲ διέκοψεν, ἵνα παρατηρήσῃ, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα φόρος ἄνευ νόμου οὔτε ἐπιβάλλεται, οὔτε εἰσπράττεται, ὅτι δὲ διὰ τοῦ γενομένου ἐδόθη ἀναδρομικὴ ἰσχὺς εἰς διάταξιν περὶ φόρου, ἀναδρομικὴ ἰσχύς, ἥτις κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, ὁρίζοντος εἰδικῶς περὶ τούτου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δοθῇ, ὅτι τῶν πραγμάτων ἐχόντων ἐκ τοῦ Συντάγματος οὕτως, ἀλλὰ τοῦ δημοσίου συμφέροντος ὄντος μεγίστου καὶ τῆς ἀτελείας τῶν νομοθετῶν καὶ αὐτῶν τῶν Συνταγμάτων οὔσης γνωστῆς, ἄλλος τρόπος δὲν ὑπῆρχε πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος ἢ νὰ τραυματίσωμεν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ ἐπικυρώσωμεν τὰ γενόμενα. Ἀπήντησα εἰς αὐτὸν προκαταβολικῶς, ὅτι, ὅτε πρόκειται περὶ διατάξεως τοῦ Συντάγματος, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κύψωμεν ὑπ’ αὐτήν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεταί ποτε νὰ καταφέρωμεν κατ’ αὐτῆς τὸν πέλεκυν, καθόσον, ἂν τοῦτο πράξωμεν κατὰ μιᾶς διατάξεως, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἄλλους, πράττοντας τοῦτο κατ’ ἄλλων διατάξεων, πολλῷ σπουδαιοτέρων, ὅτι δὲ, ἀφοῦ ἔχομεν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔλλειψιν ἀπαγορεύσεως εἰς τὴν νομοθετικὴν παντοδυναμίαν νὰ νομοθετῇ ἀναδρομικῶς, ἐκτὸς ἐὰν ἐκ τῆς ἀναδρομῆς προσβάλλωνται κεκτημένα δικαιώματα, ὅταν, λέγω, ἔχωμεν ἔλλειψιν τοιαύτης ἀπαγορεύσεως, δυνάμεθα δὲ, ἄνευ προσβολῆς δικαιωμάτων, ν’ ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθόν, εἶναι περιττὴ ἡ σκέψις νὰ καταργήσωμεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἔστω καὶ διά τινας μόνον περιστάσεις. Θέλω ἤδη, συμπληρῶν ὅσα εἶπον πρότερον, ἀποδείξει, ὡς ἐλπίζω, ὅτι καὶ περὶ φόρου λεγόμενον τοῦτο, ὅπερ λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, δὲν ἔχει σημασίαν μείζονα ἢ τὸ λεγόμενον περὶ ἄλλων περιστάσεων, ἃς δύναται νὰ θίξῃ ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις τοῦ νόμου. Τὸ ἀπαγορευόμενον εἶναι νὰ ἐπιβληθῇ φόρος καὶ νὰ εἰσπραχθῇ φόρος ἄνευ νόμου. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἐπεβλήθη φόρος ἢ εἰσεπράχθη φόρος ἄνευ νόμου, ἤ, ὡς παραδέχονται ἁπανταχοῦ, ὡς ἄλλως ἀνεπτύχθη πρό τινος ὥρας ἐνταῦθα, πρόκειται περὶ ἐγγυήσεως, καταβαλλομένης εἰς παρακαταθήκην, εἰς τρόπον ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ φόρος ψηφισθῇ, νὰ εὑρίσκηται πρόχειρον τὸ χρῆμα, δι’ οὗ ἐκ τοῦ τελωνείου θὰ λάβῃ ἐκεῖνος, ὅστις ὑποχρεοῦται εἰς τὴν καταβολὴν τῆς ἐγγυήσεως ταύτης, ὁ ἔμπορος, ὁ πολίτης, ὁ προσερχόμενος εἰς τὸ τελωνεῖον, ἀλλ’ ἰδίως ὁ ἔμπορος, περὶ οὗ κυρίως καὶ πρόκειται, — οἱ ἔμποροι εἶναι οἱ εἰσάγοντες τὰ 99% τῶν εἰσαγομένων — τὸ ἐμπόρευμα αὐτοῦ; Ὁ ἔμπορος οὗτος, καθ’ ἣν ὥραν ζητεῖται ἐκεῖ, προσέρχεται ἐκεῖ, ἵνα παραλάβῃ τὸ ἐμπόρευμα αὐτοῦ, ἦτο προειδοποιημένος κατὰ τὸν πανηγυρικώτατον τῶν τρόπων, ὅτι τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο προσεχῶς, ἐὰν ψηφισθῇ νόμος, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον ἐκεῖνον τὸν πρόσθετον, οὗ ἕνεκεν κατέθηκε τὴν ἐγγύησιν ἐκείνην, καὶ προσερχόμενος θὰ παραλάβῃ ἐλευθέρως τὸ ἐμπόρευμα αὐτοῦ μετὰ τοιαύτην εἰδοποίησιν. Ἐξήτασε τὰ πράγματα, καὶ εἶδεν, ὅτι οὐδένα διατρέχει κίνδυνον. Καὶ πῶς δὲν διατρέχει κίνδυνον; Οὐδένα κίνδυνον διατρέχει, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἐφρόντισε νὰ ἀσφαλίσῃ ἀπὸ παντὸς κινδύνου τὸν τὴν ἐγγύησιν ταύτην καταβαλόντα. Τί λέγει ὁ νόμος; Ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 28 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὅταν εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σχέδιον νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, τὰ δι’ αὐτοῦ προτεινόμενα νέα ἢ ηὐξημένα τέλη εἰσπράττονται εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ὁρίζεται ἐν αὐτῷ... Ὅταν ὅμως ἐπέλθῃ οἱαδήποτε μεταρρύθμισις τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιστρέφονται τοῖς δικαιούχοις τὰ ἐπὶ πλέον δυνάμει αὐτοῦ εἰσπραχθέντα τέλη.» Λοιπόν — ἀδιαφόρως ἂν ἐκφράζεται ἀκυρολεκτικῶς ὁ νόμος λέγων τέλη τὰ ὑπὸ τύπον ἐγγυήσεως καταβαλλόμενα εἰς τὸ τελωνεῖον, — ἔρχεται καὶ, καταβάλλων τὸ τέλος μετὰ τῆς προσθήκης τῆς νομίμου, ἢ τὸ τέλος τὸ νόμιμον μετὰ τῆς ὑπὸ τύπον ἐγγυήσεως προσθήκης, παραλαμβάνει ἀμέσως τὸ ἐμπόρευμα, παραδιδόμενον αὐτῷ πρὸς διάθεσιν μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης εἰς τὸ τίμημα. Παραλαμβάνει λοιπὸν οὕτως ἀμέσως, ὡς ἀποζημίωσιν διὰ τὸ καταβληθέν, ὁλόκληρον τὸ ἀντίτιμον, διότι τοῦτο βεβαίως ὁ ἔμπορος ὁλόκληρον θέλει ζητήσει καὶ εἰσπράξει παρὰ τοῦ πελάτου, ἵνα μὴ ζημιωθῇ. Ὅταν δὲ ψηφισθῇ εἰς νόμον ἡ δασμολογικὴ πρότασις καὶ ἀναδράμῃ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ εἰς τὸ παρελθόν, εἰς τὴν ἡμέραν τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ καταβληθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ ἐγγύησις μετετράπη εἰς τέλος καὶ εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ζημίαν οὐδεμίαν ὑπέστη, διότι ἡ διάθεσις τοῦ ἐμπορεύματός του ἀπέδωκεν αὐτῷ ἔπειτα τὸ τέλος, ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἐμπορεύματος ἅπαν τὸ καταβληθὲν τέλος. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει — ὅπερ δύναται νὰ συμβῇ — τὸ νομοσχέδιον δὲν ψηφισθῇ ἢ τροποποιηθῇ, καὶ εἴτε ἐπιβληθῇ μικρότερον τέλος ἐκείνου, ὅπερ ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ νομοσχεδίου κατέβαλεν, εἴτε καὶ τὸ προταθὲν τέλος δὲν ψηφισθῇ, τί ἔχει αὐτός; ἀναλαμβάνει εἴτε τὸ μέρος, καθ’ ὃ δὲν ἐψηφίσθη τὸ προταθὲν τέλος, ὅπερ προκατέβαλεν ὁλόκληρον, εἴτε, ἐὰν τὸ τέλος δὲν ψηφισθῇ, ἀναλαμβάνει ὁλόκληρον τὸ ἀντὶ ἐγγυήσεως διὰ τὸ μὴ ψηφισθὲν τέλος καταβληθὲν, καὶ ἀποτέλεσμα ἔρχεται, ὅτι οὐχὶ μόνον δὲν ἐζημιώθη, ἀλλὰ μάλιστα καὶ ὅτι ἐν τῷ μεταξύ, ἐφ’ ὅσον ἐπώλησεν, ὠφελήθη. Λοιπὸν ἐν ἀμφοτέραις ταῖς ὄψεσιν οὐδὲν ἐντεῦθεν δικαίωμα προσβάλλεται. Εἴτε ἐψηφίσθη εἰς νόμον ἡ πρότασις, καὶ τότε ἡ ἐγγύησις μετετράπη εἰς νόμιμον τέλος, καὶ τὸ ὅλον συνεψηφίσθη, εἴτε δὲν ἐψηφίσθη, καὶ τότε ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, δι’ ὃ αὐτὸς ἐβάρυνε τὸν ἀγοραστήν, λαβὼν αὐτὸ παρὰ τοῦ καταναλωτοῦ, ὁ ἔμπορος ἀναλαμβάνει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἀντὶ ζημίας ἀπέκτησε κέρδος. Τούτων οὕτως ἐχόντων δὲν βλέπω, τίνας φόβους ἔχουσιν οἱ παρεμβάλλοντες τὴν ἀντίθετον ἰδέαν. Ἐὰν ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχῃ ἐμπόδιον νὰ ψηφίζωνται ἀναδρομικαὶ διατάξεις, ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχουσιν ἐνδεχόμενοι φόβοι. Ταῦτα μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀρκετὰ, ὥστε νὰ πεισθῶμεν, ὅτι, ἐὰν, ἀντὶ τῆς διατάξεως τῆς κειμένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἥτις προσκρούει θεωρητικῶς εἰς νόμον, τεθῇ διάταξις ἡ τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος, τὸ πᾶν ἀποκαθίσταται εἰς τὸ ἄρτιον, καὶ δὲν ἔχομεν νὰ φροντίσωμεν παντελῶς περὶ οὐδεμιᾶς ζημίας, διότι εἶναι προφανὲς, εἶναι πανθομολογημένον, ὅτι οὐδεμία ὑπεβλήθη ἀξίωσις ὑπ’ οὐδενὸς τῶν πληρωσάντων, γεννῶσα ὑπόνοιαν ὑπάρξεως δικαιώματός τινος; ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐγεννήθη τις δίκη, καὶ ἡ δίκη αὕτη ἐξακολουθήσασα ἔφθασεν εἰς πέρας, καὶ ἐδικαιώθη τυχὸν ὁ ἀξιώσας νὰ λάβῃ ἐπιστροφὴν τοῦ καταβληθέντος, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης λύσεως τοῦ ζητήματος, τῆς δικαστικῆς, ἡ ψηφισθησομένη διάταξις οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἀντίδρασιν. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δυνάμεθα ἄνευ τύψεως συνειδήσεως νὰ ψηφίσωμεν.
§155Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὄρα Παράρτημα).
§156Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχεδίου γεννηθὲν ζήτημα ἐγεννήθη ἤδη ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου, καὶ οὐσιαστικῶς ὑπῆρξα πάντοτε διαφωνῶν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κυρίου Σιμοπούλου. Ἀλλ’ ἔκτοτε μετεβλήθησαν ῥιζικῶς τὰ πράγματα, δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι παρενέπεσεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἥτις δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ τέλος τὸ εἰσπραχθὲν δυνάμει τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου. Δύναταί τις νὰ διαιρέσῃ τὰς εἰσπράξεις τὰς ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἰς τρεῖς περιόδους· ἔχομεν τὴν περίοδον τὴν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἔχομεν τὴν περίοδον τὴν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ νέου νομοσχεδίου, ἔχομεν καὶ τὴν περίοδον τὴν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νέου νομοσχεδίου μέχρι σήμερον. Ἠδύνατό τις νὰ δικαιολογήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ περὶ δασμολογίου νόμου τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀρχικοῦ, καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν τελῶν μέχρι τῆς λήξεως τῆς Περιόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον. Ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ δασμολογίου, βεβαίως ὅλα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῆς διατάξεως ταύτης ἀνεπτύχθησαν, καὶ δύναταί τις ὁπωσδήποτε νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν προκαταβολικὴν εἴσπραξιν τοῦ τέλους καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐν τῇ τοιαύτῃ διατάξει τοῦ νόμου. Ἀρχικῶς ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου ἦτο ὅλως διάφορος, ὥριζε δὲ ὁ νόμος περὶ δασμολογίου, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐντὸς τῆς Συνόδου, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, δὲν ἤθελε τοῦτο ψηφισθῆ, ἀπεδίδοντα τὰ εἰσπραχθέντα. Κατόπιν μετεβλήθη. Τοῦτο τὸ «ἐντὸς τῆς Συνόδου» ἐξέλιπε, καὶ ἔμεινε τὸ κείμενον, ὅπως τὸ ἔχομεν σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν· ζητεῖται: ὑφίσταται πλέον μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ὅλαι αἱ μέχρι τῆς λήξεως τῆς Περιόδου τῆς Βουλῆς ἐκείνης εἰσπράξεις; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, διότι ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐξέλιπε κατόπιν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὁρίζει, ὅτι αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ τὴν ἑπομένην Σύνοδον, ἀλλ’ οὐδείς ποτε ἐσκέφθη, ὅτι ἐργασίαι νομοθετικαὶ ἀρξάμεναι κατὰ τὴν μίαν Περίοδον δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην Περίοδον. Ἀναμφισβητήτως λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξέλιπε τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ δὲν εὗρεν αὐτὸ ἐψηφισμένον. Τί ἐγένετο ἐντεῦθεν; ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα; Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀποδοθῇ πᾶν τὸ εἰσπραχθὲν ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γίνεται εἴσπραξις, ἀφοῦ ὑπεβλήθη νομοσχέδιον νέον. Καὶ ἀναμφισβητήτως, ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, ὑπάρχει προσβολὴ κεκτημένου δικαιώματος, ὅταν ζητῶμεν νὰ κρατήσωμεν τὰ χρήματα τὰ εἰσπραχθέντα ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται πλέον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ αὐτό. Ὁ κοινὸς νοῦς δύναται νὰ μᾶς δείξῃ ποῖον εἶναι τὸ κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον προσβάλλεται ἐκ τῆς τοιαύτης διατάξεως τοῦ νόμου. Καὶ ἔρχεται ἐντεῦθεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ τελευταίῳ αὐτοῦ νὰ πράξῃ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπράχθη ἀρχικῶς, δηλαδὴ νὰ κατακρατήσῃ καὶ νὰ θεωρήσῃ ὡς καλῶς εἰσπραχθέντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ἄνευ νόμου καὶ ἄνευ πλέον τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐξέλιπεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἐναντίον ῥητῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἀλλ’ ἔχομεν μίαν ἄλλην περίοδον, τὴν περίοδον ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐξέλιπε τὸ νομοσχέδιον, μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ νέου νομοσχεδίου. Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πῶς εἰσέπραξε, καὶ πῶς ἐπέτρεψε τὰς εἰσπράξεις τῶν τελῶν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ νέου νομοσχεδίου; Ἐπικαλεῖται τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος. Τὴν ἀνάγκην! Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις εἶναι ὑπέρτεραι πάσης τοιαύτης, καὶ ὀφείλετε νὰ μὴ παραβαίνητε αὐτὰς, ἄλλως κλονίζετε ἐκ θεμελίων τὸ οἰκοδόμημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ Κράτος· ἀναλογίσθητε δὲ, τίνες ἀγῶνες κατεβλήθησαν, ὄχι παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον νὰ ἐκτιμῶσι τοιαύτας διατάξεις, τίνες ἀγῶνες κατεβλήθησαν, ὅπως καθορισθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι. Ἡμεῖς ἕνεκα ὀλίγων κερματίων θεωροῦμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ παραβῶμεν τὴν τοιαύτην διάταξιν, καὶ νὰ σώσωμεν τὴν χώραν! Ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πολίτευμα. Ἐὰν μικραὶ ἀνάγκαι προσκρούωσιν εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὰς διατάξεις ταύτας κατὰ μέρος ἀντὶ ὀλίγων κερματίων; Ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εὑρισκόμεθα ἐν κανονικότητι καὶ ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὰς διατάξεις τὰς νομοθετικὰς τοῦ περὶ δασμολογίου νόμου, καὶ σήμερον ἔρχεται ἡ Βουλὴ νὰ νομιμοποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ νὰ ψηφίσῃ ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Βουλή. Δὲν πρόκειται περὶ ἐγγυήσεως, πρόκειται περὶ τέλους, πρόκειται ἀληθῶς περὶ εἰσπράξεως φόρου ἄνευ νόμου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ νομιμοποιήσῃ μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι παράνομος, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀντισυνταγματική, ἡ βάσις τῆς νομοθετικῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐκ τῶν ὑστέρων ἔρχεται ἡ Βουλὴ νὰ νομιμοποιήσῃ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ, εἶναι νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν εἴσπραξιν κατὰ τὸν διάμεσον χρόνον μεταξὺ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νέου νομοσχεδίου, ἄσχετον ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τὰς γενομένας ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τώρα εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ὑπερτάτων ἀναγκῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Ἐὰν εὑρισκώμεθα πρὸ τοῦ ἀδιεξόδου, τοῦτο ὀφείλεται, Κύριοι, εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι εἰς ἡμᾶς. Ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους Συνόδους τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν εἰς καταστρατήγησιν συνταγματικῆς διατάξεως, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ὑπετίμα τὴν ὑπογραφήν του, ἡ Πολιτεία ὑπετίμα τὴν ὑπογραφήν της, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, λέγω, ἔκειτο νεκρὸν, καὶ οὔτε ἐτόλμησέ τις νὰ ζητήσῃ ἵνα ψηφισθῇ. Ὑπέχει δὲ τὴν εὐθύνην τῆς ἀνωμαλίας, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, καὶ τὴν ὑπέχει, διότι, ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, ἐὰν σήμερον ὀφείλωμεν μίαν θεμελιώδη συνταγματικὴν διάταξιν νὰ καταστρατηγήσωμεν, αὐτὸ ὀφείλεται καὶ εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον κακῶς διετυπώθη ἀρχικῶς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν παράδοξον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπεδοκίμασε τὴν πρᾶξίν της ταύτην, μὴ ζητήσασα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθέν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐὰν πρόκηται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, μεθ’ ὅλην τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἀναγκῶν, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται τὸ Κράτος, οὐδέποτε θέλω τὸ ψηφίσει κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ νομιμοποιηθῇ πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ νομιμοποιηθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατακρατήσητε τὰς εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ νέου νομοσχεδίου, διότι ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικὴν καὶ τὴν σχετικὴν τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, οὔτε εἰς ἄλλην τινὰ διάταξιν στηρίζεται, καὶ ἀληθῶς προσκρούει εἰς τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας ἡμῶν. Ὑποθέσατε ὅτι ἐπήρχετο ἓν λαθρεμπόριον, μία παράβασις τῆς διατάξεως περὶ εἰσπράξεως· νομίζετε ὅτι θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδιώξητε τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ δράστου; Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀκατανοήτου ὑποτιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ποινικῆς διατάξεως· ἐάν τις παρέβαινε τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν καταδιώξητε; Ποῦ θὰ ἐστηρίζεσθε; Ποῦ ὑπάρχει ὁ νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ στηριχθῆτε διὰ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν; Διότι μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι, ἂν τὸ Σύνταγμα ἡμῶν δὲν ἀναγράφει τὸ μὴ ἀναδρομικὸν τῶν νόμων ὡς ἀρχὴν συνταγματικήν, ὑπάρχει μία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζει ταύτην, τὴν μὴ ἀναδρομικὴν ἰσχύν, ὡς θεμελιώδη ἀρχήν, ὡς συνταγματικὴν ἀρχήν. Εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς ἐπιβολῆς ποινῆς. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐπιβολῆς ποινῆς, δὲν δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ πρᾶξίν τινα ὡς ἀδίκημα ἐκ τῶν ὑστέρων, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς προηγούμενον ἀδίκημα δυνάμει νόμου κατόπιν ψηφισθέντος, διότι ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ νόμον, ἵνα ἐπιβληθῇ ποινή. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδεικνύει, ὅτι εὑρίσκεσθε πρὸ ἀνωμαλίας συνταγματικῆς. Ἡ Βουλὴ βεβαίως δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιόν σας, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὐχηθῶμεν νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὰ ὁποῖα παραδόξως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν υἱοθέτησε, νομίζων ὅτι ἐδικαιολογεῖτο εἰς τοῦτο ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον ἡ δικαιολογία αὕτη εἶναι βάσιμος, καὶ κατὰ πόσον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δικαιολογίας ταύτης ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσῃ τις νὰ νομιμοποιήσῃ εἰσπράξεις παρανόμως γενομένας. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν παρατηρήσεων τούτων θαυμάζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν — διότι φρονῶ ὅτι εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην — διετύπωσε τὸ νομοσχέδιον συμφώνως πρὸς τὴν προηγουμένην διατύπωσιν τοῦ προκατόχου του· διότι εἶναί τι τερατῶδες, ὅταν ἡ ὑπογραφὴ τῆς Πολιτείας ὑπερτιμᾶται, νὰ ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ὑποτιμᾷ αὐτήν. Καὶ αὐτὸ γίνεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Αὐτὸ γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ αὐτὸ ἐγίνετο διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀρχικῶς ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ὑπογραφὴ τῆς Πολιτείας ἀποτιμᾶται πρὸς 1,25· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ τότε καὶ δυστυχῶς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ νῦν λέγουσιν: «Ὄχι, πρὸς Θεοῦ! δὲν ἔχει τοιαύτην πίστιν τὸ Κράτος, καὶ πρέπει ἀναγκαίως ν’ ἀποτιμηθῇ πρὸς 1,45». Εἶναι ἀληθῶς τερατώδης συλλογισμός! Καὶ ἐν τούτοις ἠδυνάμεθα αὐτὸν τὸν τερατώδη συλλογισμὸν καὶ τὰς τερατώδεις συνεπείας, εἰς τὰς ὁποίας φθάνομεν ἐντεῦθεν, νὰ τὰς ἀποτρέψωμεν καὶ νὰ τὰς ἐξοβελίσωμεν διὰ μιᾶς ἁπλουστάτης διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ τέλη τὰ μὴ συμβατικὰ θ’ ἀναλογῶσι πρὸς 1,45· δηλαδὴ νὰ προσθέσωμεν τὰ 20% περιπλέον, καὶ ἐτελείωσε. Διατὶ τὸ ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, διατὶ τὸ κάμνετε ὑμεῖς σήμερον, δὲν γνωρίζω· ἀλλ’ ἐγὼ εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῶ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ διατάξεως, ἡ ὁποία καταρρίπτει μὲν τὴν πίστιν τῆς Πολιτείας, ἀνατρέπει δὲ τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν.
§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐμέμφθη τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὡς ὑπεχούσης εὐθύνην ἐπὶ τοῖς γενομένοις διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὰ γενόμενα ἐν τῷ θέματι τούτῳ· ἐλησμόνησεν ὅτι προηγήθη τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ μεταλλικὴ δραχμὴ ἐκανονίσθη πρὸς 1,45, ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετεβλήθη εἰς νόμον, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχηγοῦ τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ εἰσπεπραγμένα μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τέλη διετυπώθη ὡς διατυποῦται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐκανονίζετο ἡ μεταλλικὴ δραχμὴ πρὸς 1,40, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα, ἤτοι ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ, ἐκυμαίνετο μεταξὺ 1,35–1,45, οἱ δὲ ὀφείλοντες νὰ τελωνίσωσιν ἐμπορεύματα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενα ἐκανόνιζον τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ λόγον τοῦ συμφέροντός των, ὁτὲ μὲν πληρώνοντες εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὁτὲ δὲ ἀγοράζοντες χρυσὸν ἐκ τῆς ἀγορᾶς, ὡς ἐκ τούτου δὲ μεγάλη ἐπεκράτει ἀνωμαλία εἰς τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἡ μεταλλικὴ δραχμὴ ἐκανονίσθη πρὸς δραχ. 1,45. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ ἅμα τῇ ὑποβολῇ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου. Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἦτο πεπεισμένη ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς Συνόδου ἐκείνης, οὐδὲν δ’ ἐκ τῶν ἐπιτρεπομένων αὐτῇ μέσων παρέλιπε πρὸς ἐπίτευξιν τούτου. Ἀλλὰ τίς ἐλησμόνησε τὰς συνθήκας καὶ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ἐκείνης; Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπεδίωκε παντὶ σθένει τὴν ἐπιψήφισιν πάντων τῶν νομοσχεδίων τῶν οἰκονομικῶν, ἐν οἷς καὶ τὸ περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑπερνικήσῃ τὴν ἀντιταχθεῖσαν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντίδρασιν. Παρέμειναν τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ περὶ οὗ συζητοῦμεν σήμερον. Ὑπῆρχεν ὅμως βάσιμος ἐλπὶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον· ἀλλὰ τίς ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐν τῇ Συνόδῳ τῇ τελευταίᾳ δὲν ἐδόθη καιρὸς νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ, διότι, εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἡ εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸν νομοσχεδίων, ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἡ Κυβέρνησις παρῃτήθη; Προέβαλον ὅμως τινὲς τῶν προλαλησάντων συναδέλφων τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ θεμελιῶδες ἡμῶν πολίτευμα ἡ ἄνευ εἰδικοῦ νόμου εἴσπραξις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ὡς ἐκανονίσθη αὕτη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς συνταγματικῶς καὶ νομίμως ἐγένετο. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀφ’ ἧς κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι σήμερον οὐδεμία διάταξις τοῦ Συντάγματος παρεβιάσθη. Τὸ Σύνταγμα ἀληθῶς ἐν ἄρθρῳ 59 ὁρίζει, ὅτι «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Ἀλλὰ μετὰ τὸ Σύνταγμα ἦλθεν ὁ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου νόμος τῆς 30 Δεκεμβρίου 1892, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 28 ὥρισεν, ὅτι, «ὅταν εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, τὰ δι’ αὐτοῦ προτεινόμενα νέα ἢ ηὐξημένα τέλη εἰσπράττονται εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ὁρίζεται ἐν αὐτῷ». Ἐγὼ φρονῶ ὅ,τι ἐφρόνουν καὶ οἱ ἐν ἄλλοις ἔθνεσι, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις εἰς τὴν τήρησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, τουτέστιν ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ περὶ δασμολογίου νόμου ἐδημιουργήθησαν τὰ ηὐξημένα τέλη, εἰς ἃ ἀφορᾷ ὁ κανονισμὸς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς· ἄρα δὲν παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος, διότι ὁ νόμος περὶ δασμολογίου μετέδωκεν εἰς τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ηὐξημένων τελῶν νομοσχέδιον τὸ κῦρος καὶ τὰ προσόντα νόμου. Ἐὰν ὁ νόμος περὶ δασμολογίου ὥριζεν, ὅτι δύνανται ν’ αὐξήσωσι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη διὰ Βασ. Διατάγματος, ὡς γίνεται ἀλλαχοῦ, ἠδύνατό τις νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο ἀντισυνταγματικόν; Μήπως δὲν ἔχομεν φορολογικούς τε καὶ ὀργανικοὺς νόμους, ἐν τοῖς ὁποίοις ἀναγράφεται ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἡ ἡμέρα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ὁρισθήσεται διὰ Βασ. Διατάγματος; Τί ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ὁ νόμος τοῦ 1892 ἔδωκε νόμου ἰσχὺν εἰς τὰ ηὐξημένα τέλη εὐθὺς ὡς ἤθελεν ὑποβληθῆ περὶ τούτων νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγράφον διάταξιν περὶ τῆς εἰσπράξεώς των ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν ηὐξημένων τελῶν ἐγένετο κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῷ Δικτάγματι ἢ ἐν νόμῳ τινὶ διάταξις, καθ’ ἣν ὁρίζεται ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν λήγει τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἰσχύς; Τινὲς τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων ἰσχυρίσθησαν, ὅτι εὐθὺς ὡς διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς αὐτὴν παύει ἔχον ἰσχύν. Ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1880 τοιαύτη διάταξις; Ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 28 ὑπάρχει περιορισμός τις, ὁ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὅμως ἐπέλθῃ οἱαδήποτε μεταρρύθμισις τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιστρέφονται τοῖς δικαιούχοις τὰ ἐπὶ πλέον δυνάμει αὐτοῦ εἰσπραχθέντα τέλη». Ὑπῆρξε τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐλαττοῦσα τὰ τέλη τὰ ὁριζόμενα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος τῇ 7 Μαΐου 1904;
§158Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει τὸ νομοσχέδιόν σας, κύριε Βουλευτά. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμέ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνεπλήρωσε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, δηλαδὴ κατέστησε πραγματικὴν καὶ ἰσχυρὰν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 28, καὶ ἔθεσεν ἐν ἐνεργείᾳ τὰ ηὐξημένα τέλη. Πρέπει μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ ἐπέλθῃ, ἵνα σταματήσῃ ἡ εἴσπραξις τῶν ηὐξημένων τελῶν, ἢ καὶ νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ εἰσπραχθέντα τέλη, ἐὰν τυχὸν ἤθελε μεταρρυθμισθῆ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τοιαύτη πρᾶξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἔλαβε χώραν; Ἀλλ’ ἐπῆλθε, λέγουσιν, ἐν τῷ μεταξὺ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἔχει ἄλλας συνεπείας. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς μίαν Βουλευτικὴν Περίοδον, δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς νέαν Βουλευτικὴν Περίοδον χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον γενομένη τυχὸν πρώτη ἢ δευτέρα ἐπιψήφισις. Ὡς ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον ἐκ νέου· ἀλλὰ δὲν τὸ ὑπέβαλε διότι ἐκ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἔπαυσεν ἡ ἰσχὺς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, συνδεόμενον μὲ τὸ ἄρθρον 28 τοῦ δασμολογίου, ἔθετο ἐν ἐνεργείᾳ τὰ ηὐξημένα τέλη. Ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον πρὸς τίνα σκοπόν; πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ προκαλέσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τουτέστι νὰ κυρωθῇ ἢ νὰ μὴ κυρωθῇ ἢ νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν τῇ 7 Μαΐου 1904. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τῆς 7 Μαΐου 1901. Τοῦτ’ αὐτὸ φρονοῦσι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες ὅμοιον Σύνταγμα καὶ ἐφαρμόζοντες ὁμοίαν διάταξιν ἐν ἄλλοις ἔθνεσιν, ἐφήρμοσαν αὐτὴν χωρὶς νὰ προβληθῇ ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὁποία νῦν προβάλλεται, ὅτι, διότι ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ παύσῃ καὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἡ ἐφαρμογή. Συζητεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, ἂν πρέπει, ὡς εἶναι, νὰ ψηφισθῇ, ἢ νὰ ψηφισθῇ ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας μεταρρύθμισις, ὅπως δοθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ὀπισθενεργὸς δύναμις εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ σωθῶσι τὰ προσχήματα. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχει ἀξίαν πρακτικήν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἔχει καλῶς. Τοιαύτη διατύπωσις ἐδόθη καὶ εἰς τὸν προηγούμενον νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη. Κατὰ τὴν γνώμην μου, οὐδεμία μεταρρύθμισις πρέπει νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, οὐδόλως ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἡ δὲ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 3 εἶναι ἐνδεικτικὴ τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς ἀνάγκης.
§160ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ὑμᾶς δὲν πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 3, διότι καθ’ ὑμᾶς τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει.
§161Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἐγένετο καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ μεταβληθὲν εἰς νόμον.
§162Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§163Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§164ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἂς μὴ κατηγορηθῶ δὲ καὶ ἐγώ, διότι προκειμένου περὶ νομικοῦ ζητήματος ὅλοι οἱ νομικοὶ ἐνταῦθα ἀναμιγνύονται καὶ διαιωνίζουσι τὴν συζήτησιν. Εἰς τοῦτο μοὶ δίδει ἀφορμὴν ἡ γνώμη ἡ ἐξενεχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Μομφερράτου. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ ἐντὸς τῶν ἑξῆς ὁρίων. Δὲν ἐξετάζω τὴν συνταγματικότητα ἢ ἀντισυνταγματικότητα τῆς διατάξεως τοῦ δασμολογίου. Ἡ διάταξις κεῖται καὶ ἐκτελεῖται, δὲν θίγεται δὲ σήμερον διὰ τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ὁσάκις προβάλλονται νομοσχέδια μεταρρυθμίζοντα τὸ δασμολόγιον, ἐφαρμόζονται εὐθὺς ἀπὸ τῆς καταθέσεως αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Τώρα, δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης καὶ ἀφ’ ἧς κατετέθη τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον εἰς τὴν Βουλήν, εἰσπράττει νομίμως τὸ Δημόσιον τὸν φόρον; Βεβαίως. Οὐδεὶς ἀντιλέγει. Ὑπὲρ τίνος τὸν εἰσπράττει; Διὰ λογαριασμὸν τρίτου; Ὄχι βεβαίως, ἀλλὰ διὰ νὰ εἰσέλθῃ ὁ φόρος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους. Βεβαίως ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν καὶ ἰδιότητα εἰσπράττει τὸν φόρον, ὅστις εὐθὺς ὡς εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀνήκει εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν, ὡς πόρος τοῦ Κράτους. Ἡ εἴσπραξις ὅμως τοῦ φόρου τούτου γίνεται ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους καὶ θὰ δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Ἆρά γε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήγαγεν ἡ κατάθεσις αὐτοῦ, ἐξηλείφθησαν; Διὰ τίνος νομικοῦ γεγονότος ἐξηλείφθησαν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου παρήχθησαν; Δὲν ἐξεπληρώθη ὁ ὅρος τῆς ψηφίσεως; Ἀλλὰ τοῦτο ὑπῆρξεν ἀδύνατον. Τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι ἐν πταίσματι, διότι ἔπραξεν ὅ,τι τῷ ἐπεβάλλετο. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐξακολουθεῖ εἰσπράττον καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον. Ἐὰν ἡ εἴσπραξις δὲν ἦτο νόμιμος, τὸ Δημόσιον παρανομεῖ, καὶ οἱ φορολογούμενοι ἠδύναντο νὰ ἀρνηθῶσι νὰ καταβάλωσι τὸν φόρον...
§165Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διαμαρτύρονται.
§166ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ διαμαρτυρία δὲν σημαίνει ἄρνησιν, ἀλλ’ ἐπιφύλαξιν δικαιωμάτων, ἐὰν ὑπάρχωσι. Πῶς λέγουσι λοιπόν, ὅτι αὐτὰ τὰ εἰσπραχθέντα σήμερον πρέπει ν’ ἀποδοθῶσι; Πότε μετέβαλον κύριον; Διότι κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ συναδέλφου κυρίου Μομφερράτου ἐπ’ αὐτῶν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀξιώσεις ἢ δικαιώματα οἱ καταβαλόντες αὐτὰ ἔμποροι. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἐπ’ αὐτῶν ἔχουσι, διότι, ἐνόσῳ τὸ Δημόσιον νομίμως εἰσπράττει, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ αὐτῷ τὸ δικαίωμα.
§167Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§168Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Διατὶ τὸ Δημόσιον νομίμως εἰσπράττει;
§169ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Διότι, ἅμα τῇ καταθέσει τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν, τὸ Δημόσιον νομίμως εἰσπράττει.
§170Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Περιόδου;
§171ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὡς ἐκ τῆς ἀποτόμου λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς διαλύσεως αὐτῆς. Ποίαν ὑποχρέωσιν εἶχε τὸ Κράτος; Ἆρα συνελθούσης τῆς Βουλῆς, νὰ νομιμοποιήσῃ τὰς πράξεις τὰς γενομένας ἐν τῷ μεταξὺ, καὶ τοῦτο ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καταθέσας ἅμα τῇ συγκλήσει τῆς Συνόδου νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι οὐδεμία ἐν τῷ ζητήματι ὑπάρχει παρανομία ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, οὔτε εἴσπραξις παράνομος, οὔτε ἔπαυσαν τὰ χρήματα τὰ εἰσπραχθέντα νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 3. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, προτάσει τοῦ κ. Δραγούμη, ἣν ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ποσά, τὰ ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῆς τοῦ ὑπὸ χρονολογίαν 7 Μαΐου 1904 νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς 8 Ἀπριλίου 1903 εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν, λόγῳ ψηφιστέας αὐξήσεως τῶν ἐν τῷ κειμένῳ δασμολογίῳ τελῶν, ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1, ἀναγνωρίζονται ὡς ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ εἰσάγονται εἰς αὐτὸ ὁριστικῶς, ὅπως διατεθῶσι κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν κειμένων νόμων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων Λαμίας καὶ διὰ τὸ ἔτος 1906».
§173Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὴν γενομένην προσθήκην κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν πρέπει καὶ ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου νὰ τροποποιηθῇ, προστιθεμένων τῶν λέξεων «καὶ τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων Λαρίσης καὶ διὰ τὸ 1905.»
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον μόνον (ἀναγινώσκει): «Ὁ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν κηρυχθεὶς ἐν ἔτει 1904 ὁριστικὸς τῶν ἐνόρκων κατάλογος, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 24 τοῦ νόμου ͵ΒΚΗʹ τῆς 20 Ἰουλίου 1892 περὶ Δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν, ἰσχύει καὶ διὰ τὸ ἔτος 1906. Ἐπίσης ἰσχύει καὶ διὰ τὸ ἔτος 1905 ὁ ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Λαρίσης κηρυχθησόμενος διὰ τὸ ἔτος 1906 ὁριστικὸς τῶν ἐνόρκων κατάλογος, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 24 τοῦ νόμου ͵ΒΚΗʹ τῆς 20 Ἰουλίου 1892 περὶ Δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν.»
§175Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τί θέλετε νὰ εἴπητε διὰ τὴν Λάρισαν.
§176Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν Λάρισαν συνετάχθη ὁ κατάλογος τῶν ἐνόρκων κατὰ τὸν Μάρτιον, θὰ καταστῇ δ’ ὁριστικὸς κατὰ τὸν Ἰούνιον διὰ τὸ ἔτος 1906. Ὁ κατάλογος ὁ συνταχθεὶς διὰ τὸ 1905 εἶχε καταστραφῆ δυστυχῶς μετὰ πολλῶν ἄλλων ἐγγράφων κατὰ τὴν πυρκαϊὰν τοῦ μεγάρου τῶν Δικαστηρίων, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἰσχύσῃ αὐτὸς καὶ διὰ τὸ 1905.
§177Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀκατάληπτον εἶναι καὶ ἀντιφάσκει, λέγον ὅτι ἰσχύει καὶ διὰ τὸ ἔτος 1905 ὁ διὰ τὸ ἔτος 1906 κηρυχθησόμενος κατάλογος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰσέτι συντεταγμένος. Τὸ νὰ λάβητε μίαν ἄδειαν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ νὰ κυρώσητε τὸν γενησόμενον κατάλογον, τὸ ἐννοῶ· νὰ κυρώσῃ ὅμως ἡ Βουλὴ κατάλογον μὴ ὑπάρχοντα σήμερον, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ὑπάρξῃ, διὰ νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὸ ἔτος 1906, καὶ νὰ τὸν ἐπικυρώσῃ ἀπὸ τώρα, τὸν μὴ ὑπάρχοντα, τὸν μὴ συντεταγμένον, διὰ νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὸ 1905, φρονῶ, ὅτι εἶναί τι ἀκατάληπτον.
§178Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ, πῶς συντάσσεται ὁ κατάλογος· συντάσσεται ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, ἐκτίθεται, γίνονται ἐνστάσεις, καὶ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου τὸ Πρωτοδικεῖον ἐπικυροῖ αὐτὸν κατόπιν διαδικασίας. Ὁ κατάλογος τῶν ἐνόρκων τῆς Λαμίας συνετάχθη ἐντὸς τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, εἶναι ἐκτεθειμένος ἐκεῖ, καὶ πρόκειται τὸν Ἰούνιον μῆνα νὰ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου· δὲν ἔχει νὰ ἐπεμβῇ οὔτε Βασιλικὸν Διάταγμα, οὔτε νομοθετικὴ πρᾶξις, ὅπως τὸν κατάλογον αὐτὸν καταστήσῃ τέλειον καὶ πλήρη διὰ τὸ 1906. Ἀντὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ καταλόγου τούτου ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1906, διὰ προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ἐκ Λαρίσης Βουλευτής, καὶ ἐδέχθην ἐγώ, νομοθετεῖται, ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς θὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τοὺς μῆνας τοῦ 1905, διότι ὁ κατάλογος δὲν συνετάχθη διὰ τὸ 1905 καὶ 1906. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον· διὰ τὸν κατάλογον τοῦτον, ὁ ὁποῖος ἄνευ οὐδεμιᾶς πράξεως νομοθετικῆς, ἄνευ οὐδενὸς Διατάγματος πρόκειται νὰ λάβῃ κῦρος πλῆρες καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐντὸς τοῦ 1906, δίδεται ἡ ἄδεια ἡ νομοθετική, ὅπως ἰσχύῃ καὶ κατὰ τὸ 1905.
§179Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἐννόησα καλῶς· ἐπιδιώκεταί τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἶναι διατετυπωμένον καὶ νομοθετεῖται, διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, πῶς καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ κατάλογον μὴ ὑπάρχοντα.
§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ δώσῃ ἰσχύν.
§181Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τόσον τὸ χειρότερον, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κατάλογος. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ὀρθὸν, ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ κατὰ τρόπον λογικὸν, καὶ ὄχι ὅπως διατυποῦται. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ὡς ἑξῆς. Πρόκειται νὰ γείνῃ ὁ κατάλογος αὐτός, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς λάβῃ ἄδειαν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἀρχὴν, τὸν κατάλογον τοῦτον, — ἐὰν γείνῃ, ἐννοεῖται, —νὰ κυρώσῃ διὰ Βασ. Διατάγματος, καὶ νὰ ἰσχύῃ αὐτὸς διὰ τὸ 1905. Νὰ λέγητε ὅμως, ὅτι νομοθετεῖτε καὶ ἐπικυρώνετε κατάλογον, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχύῃ διὰ τὸ ἔτος 1906 καὶ ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ γείνῃ ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου· δὲν πιστεύω δ’ ἐγὼ νὰ προὐκάλεσα τὰ μειδιάματα τῶν ἀκουόντων.
§182Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μειδιᾶτε σεῖς, ὄχι ὅμως οἱ ἄλλοι.
§183ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προσθέσατε τὴν φράσιν, κύριε Πρόεδρε, «ἅμα γενόμενος ὁριστικός», καὶ τότε τελειώνει τὸ ζήτημα.
§184Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, μετὰ τὴν λέξιν «κατάλογος» νὰ προστεθῇ «ἅμα γενόμενος ὁριστικός».
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§186Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ κατασταθῇ γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὴν διόρθωσιν δὲν τὴν ἔκαμα ἐγώ. Ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι πρέπει νὰ παρασταθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους εὐπρόσωπος, τὴν διόρθωσιν ὅμως δὲν τὴν ἔκαμα ἐγώ.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΩΟϚ’ τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891 καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΑʹ τῆς 11 Μαρτίου 1904».
§188ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ρέπουλης.
§190ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνάγκη τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶχε κατανοηθῆ ὑπὸ πάντων· πάντες ἐγνώριζον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 235 Βουλευτῶν εἶναι ὑπερβολικός, τὰ δὲ πολυάριθμα σωματεῖα δὲν λειτουργοῦσιν ὁμαλῶς καὶ τακτικῶς· συνέβη μάλιστα, ὅτε ὁ ἀριθμὸς ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἀνάγκης, νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὔτε ἡ συζήτησις ἡ προσήκουσα, οὔτε ἡ τάξις, πολλοὶ δὲ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν, οἵτινες δὲν κάθηνται εἰς τὰς τάξεις, εἰς ἃς κάθημαι ἐγώ, ἐγνώριζον ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν εἶχε συντελέσει καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ σώματος. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνεγνώρισε χθὲς τὴν ἀνάγκην τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι τοσοῦτον καθολικὸν καὶ ἅπτεται ἀμέσως τῶν συμφερόντων ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι πρέπει τις νὰ θυσιάσῃ τὰς ἰδίας αὑτοῦ γνώμας χάριν ἄλλων. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ἐπιθυμῇ νὰ μελετήσῃ περισσότερον τὸ θέμα, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, μεταξὺ τῆς δευτέρας καὶ τρίτης ἀναγνώσεως νὰ λάβῃ προθεσμίαν καὶ 5 καὶ 10 ἡμερῶν. Ἐγὼ δὲν ἐξέθηκα τοὺς λόγους, διότι ἐφρόνουν, ὅτι, ὁμιλῶν περὶ πράγματος πασιγνώστου, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ δικαιολογήσω αὐτὸ, προβάλλων τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ὑπερέβη τὸν προσήκοντα ἀριθμὸν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, περιορίζουσα αὐτόν. Νομίζω μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ ἐνεστῶσα Ἀντιπολίτευσις εἶχε μελετήσει τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν εἶχε προβάλει καὶ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ἀπετέλει μέρος τοῦ Θεοτοκικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὸν νόμον τοῦτον κατὰ τὸ 1904, ὑποθέτω ὅτι εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ αὐτὸ καὶ εἶχε μυηθῆ εἰς τὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§192ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τότε δὲν ἤμην Βουλευτής.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦσθε δημοσιογράφος, καὶ ὁ δημοσιογράφος εἶναι πολιτικὸς ἀνὴρ, καὶ ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ ἔχει γνώμην. Ἐάν τις ἤθελε ζητήσει πληροφορίας παρ’ ἐμοῦ περὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, προθύμως θὰ ἔδιδον αὐτάς. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ἢ ἄλλος τις θέλῃ νὰ μὴ γείνῃ ἀμέσως ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ μετὰ μίαν ἑβδομάδα, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν· τὴν ἀπόλυτον ὅμως ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν δέχομαι.
§194ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀκριβῶς μικρὰν ἀναβολὴν ἐζήτησα.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...
§196Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφισθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ κατόπιν θὰ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ ὀλίγων ἡμερῶν.
§198Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν περιλαμβάνει καὶ τὰς ναυτικὰς προνομιούχους νήσους.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δικαίωμα τῶν ναυτικῶν νήσων Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Ψαρῶν εἶναι δικαίωμα ἀναγνωρισθὲν ὑπὸ τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων. Ἡ Βουλὴ, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τοῦτο, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὕδρα καὶ αἱ Σπέτσαι καὶ τὰ Ψαρὰ θὰ ἔχωσι τοὺς αὐτοὺς Βουλευτὰς, ὅσους ἔχουσι νῦν.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...
§201Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Χατζιδάκης.
§203Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐπωφελούμενος τῆς δηλώσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ποιοῦμαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἑξῆς σύστασιν. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι οὐσιωδέστατον καί, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, θίγει ἀμέσως πολλοὺς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἴσως καὶ τὸν ἀγορεύοντα...
§204ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, ὁμολογῶ ὅτι ἐμὲ δὲν μὲ θίγει ποσῶς, οὔτε τὴν ἐπαρχίαν μου.
§205Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐν τούτοις πέραν τοῦ συμφέροντος τοῦ προσωπικοῦ κεῖνται αἱ πεποιθήσεις καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, παραβλέπων τὸ συμφέρον τὸ ἀτομικὸν, καὶ ἐμφορούμενος ἀπὸ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ μέτρον θέλει ἀποβῆ ὠφέλιμον καὶ διὰ τὴν ὁμαλωτέραν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ λόγῳ τῆς οἰκονομίας, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀποβῇ τοῦτο ἐπιζήμιον καὶ μὴ ἐπέρχωνται νοθεῖαι τῆς ἀντιπροσωπείας, ἥτις πρέπει νὰ προέρχηται ἐκ τῆς καθαρᾶς θελήσεως τοῦ λαοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνοδευθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὸ ἄλλου νομοσχεδίου, καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ ἦναι πληρέστερον τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ εὐρυνθῇ ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια, καὶ τότε τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀνυψώσῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων, ἵνα ἐκλέγωνται οἱ ἄριστοι, ἀφοῦ περιορίζεται ὁ ἀριθμός. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, εἰς πολλὰς ἐπαρχίας καθιεροῦται τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου, διότι περὶ ἑνὸς μόνου ἀντιπροσώπου θέλουσι δώσει οἱ ἐκλογεῖς ψῆφον καὶ ὄχι περὶ πολλῶν. Ὁ ἐκλογεὺς π.χ. τῆς Μήλου, δίδων τὴν ψῆφόν του, τὴν δίδει ἐνασκῶν τὸ δικαίωμά του ὑπὲρ ἑνὸς ὑποψηφίου, κατερχομένου εἰς τὸν ἀγῶνα ἄνευ συμπράξεως μεθ’ ἑτέρου, ἀφοῦ ἡ ἐπαρχία ἕνα μόνον ἐκλέγει Βουλευτήν. Ἡ σύμπραξις ὅμως δύο ὑποψηφίων, ἀφοῦ αὕτη εἶναι καθιερωμένη διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἀποτελεῖ μίαν δύναμιν, καὶ ἀπέναντι τῆς δυνάμεως ταύτης...
§206ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι καθιερωμένη ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§207Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Εἶναι καθιερωμένη. Ὅταν ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἐπιτρέπῃ νὰ θέτωμεν σημεῖα εἰς τὰς κάλπας, τοῦτο ἀποτελεῖ ἔμμεσον ἀναγνώρισιν τῆς συμπράξεως. Ἀλλ’ εἶναι θέματα αὐτὰ, περὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ συζητήσωμεν. Ὅταν λοιπὸν, λέγω, ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς ἀγῶσιν ἦναι ἀνεγνωρισμένη καὶ συνηθεστάτη ἡ σύμπραξις τῶν ὑποψηφίων, ἡ σύμπραξις αὕτη ἐπιφέρει αὔξησιν τῶν ἐκλογικῶν παραγόντων, καὶ ἡ συμπράττουσα δύναμις δύναται ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὸ δυστυχῶς ἐπικίνδυνον μέσον τοῦ νὰ διαφθείρηται τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων διὰ τῆς δωροδοκίας. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν εὐρυτέρας περιφερείας, ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς δωροδοκίαν ὑποκειμένων αὐξάνει, καὶ ἑπομένως ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς εἶναι δυσχερής. Ἀπόδειξις ὅτι εἰς τὰς μεγάλας περιφερείας, ὡς ἡ περιφέρεια τῆς Ἀττικῆς, οὐ μόνον δὲν γίνεται δωροδοκία, ἀλλὰ καὶ οὐδέποτε φωνὴ ὑψώθη κατὰ τοῦ τοιούτου ἐλαττώματος κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν Ἀττικῆς, διότι δὲν γίνεται ἐν αὐτῇ δωροδοκία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ἀποτρεπτικὸν τοῦ κακοῦ, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς δωροδοκίας εἶναι δυσχερὴς, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ καλὸν, ὅτι ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ περιφερείᾳ ἀναπτύσσεται δημοσία τις γνώμη περὶ τῶν κατερχομένων εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καὶ ὅταν μορφῶται μία γνώμη δημοσία, ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο ἕνα θώρακα κατὰ τῆς δωροδοκίας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ φέρῃ τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιωκόμενα ἀγαθὰ, πρέπει νὰ συνοδευθῇ ὑπὸ νομοσχεδίου περὶ εὐρυτέρας ἐκλογικῆς περιφερείας, καὶ ἂς μὴ ἔχῃ ἡ περιφέρεια ὡς βάσιν τὸν νομὸν, ἂς συνδεθῶσι δύο ἢ τρεῖς ἐπαρχίαι, δυνάμεναι νὰ συνδεθῶσι. Νομίζω ὅτι ὁ νομὸς Κερκύρας ἀποτελεῖ μίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, καὶ πρόκειται ν’ ἀποτελέσῃ τοιαύτην καὶ ὁ νομὸς τῆς Κεφαλληνίας· ἂς ἐπεκταθῇ τοῦτο καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίαις, ὅπου ὅροι γεωγραφικοὶ καὶ ὅροι συγκοινωνίας ἐνδεικνύουσι τοῦτο. Εἰς τὰς Κυκλάδας εἶναι ἓξ ἢ ἑπτὰ ἐπαρχίαι· νὰ συνδεθῶσιν ἀνὰ δύο, αἱ προσφορώτεραι πρὸς τοῦτο ἕνεκα τῆς θέσεώς των καὶ τῆς πρὸς ἀλλήλας συγκοινωνίας, ὥστε νὰ αὐξανῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων, ἵνα ἀποτελῆται οὕτω θώραξ κατὰ τῆς δωροδοκίας. Διότι καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι σάρακα, διαβιβρώσκοντα τοὺς θεσμούς, διαβλέπω τὴν δωροδοκίαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρασκευάζωμεν ἔδαφος εἰς αὐτὴν, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, ἡ Ἑλλὰς θὰ καταντήσῃ μίαν ἡμέραν, μετά τινα ἔτη, νὰ ἦναι χώρα πλουτοκρατουμένη. (Ἐπιδοκιμασίαι). Πρέπει λοιπὸν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς θεσμοὺς ἐκεῖ, ὅπου τοὺς βλέπομεν καταπατουμένους, ἀδιαφοροῦντες ἂν θίγονται ἀτομικὰ συμφέροντα. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μελετήσει τὰ ὑποδειχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ σημεῖα, τὰ ὁποῖα συμπληροῦσι καὶ καθιστῶσιν ὠφελιμώτερον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§209Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§210Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Τσάτσος.
§212Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἤθελον νὰ συστήσω ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «δημοτῶν» διὰ τῆς λέξεως «ψυχῶν», διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως εἴμεθα συμφωνότεροι πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ Συντάγματος.
§213Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ εἴπωμεν «ἐκλογέων»;
§214Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ἄρθρον 68 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ. Ὅταν μεταχειριζώμεθα τὴν λέξιν «δημοτῶν» ἢ «ἐκλογέων», ἐννοοῦμεν ὅτι οἱ ἐκλεγόμενοι Βουλευταὶ στενῶς ἀντιπροσωπεύουσι τοὺς ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας των, ἀντιπροσωπεύοντες μόνον τοὺς διαμένοντας ἐν τῷ τόπῳ των, ἐνῷ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσιν ἐν γένει τοὺς κατοίκους τῆς χώρας καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ἦναι πολῖται τοῦ Κράτους, δυνατὸν νὰ ἔχωσι τοιαῦτα συμφέροντα ἐν τῷ Κράτει, ὥστε νὰ ἔχωσι καὶ αὐτοὶ ἀνάγκην ἀντιπροσωπεύσεως.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεβιζᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§216Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, διότι πολλὰ μέρη στεροῦνται δημοτολογίων. Παραδείγματος χάριν, ἐν Κεφαλληνίᾳ ὁ δῆμος Κρανίων μόνον πρὸ δύο ἐτῶν κατήρτισε δημοτολόγιον. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν δῆμόν μου καὶ εἰς ἄλλους δήμους τῆς Κεφαλληνίας. Ὡς ἐκ τούτου νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας.
§217Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Νὰ τεθῇ «κατοίκων».
§218Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τότε περιλαμβάνονται καὶ αἱ γυναῖκες.
§219Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Βεβαίως περιλαμβάνονται καὶ αἱ γυναῖκες.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὁ κύριος Σκυλίτσης ἔχει τὸν λόγον.
§221Δ. ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ δι’ αὐτοῦ καταργουμένου νόμου, διότι, μετὰ τὴν παραδοχὴν μάλιστα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς διαγραφῆς τοῦ ἐδαφίου τοῦ ὁρίζοντος ὅτι δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας τοὺς 10, οὐδένα λόγον ἔχει ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν εἴτε ἡ συγχώνευσις εἴτε ἡ ἀνεξαρτησία ἡ πολιτικὴ τοῦ Πειραιῶς, ὁ δὲ νόμος, ὁ ὁποῖος παρ’ ὑμῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐψηφίσθη πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως αὐτοῦ ἤρξατο κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1905. Εἰς διάστημα δὲ δύο μηνῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ τοὺς καρπούς του, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φανῇ, ἂν ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψεν ὁ νόμος αὐτός. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμένῃ, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλους λόγους.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κανονίζει ἀληθῶς πολιτικὰς σχέσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι νομοσχέδιον πολιτικόν, δηλαδὴ δὲν εἶναι νομοσχέδιον προωρισμένον, ἵνα θεραπεύῃ συμφέροντα πολιτικὰ ἑνὸς κόμματος, τὸ ὁποῖον ἕνεκα τούτου ἔχει συμφέρον νὰ κατορθώσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἴδῃ θεραπευόμενα τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ἑπομένως διὰ τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἀδιάφορον, ἂν ψηφισθῇ ἢ δὲν ψηφισθῇ ἡ διάταξις, περὶ ἧς πρόκειται καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐφρόνουν καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ἰδιοφυὲς τῆς πόλεως Πειραιῶς, ὡς πόλεως κυρίως ἐμπορικῆς καὶ βιομηχανικῆς, ἀπῄτει ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ αὐτοτέλεια αὐτῆς ἡ πολιτικὴ, διὰ τοῦτο δὲ καὶ συνετέλεσα νὰ προταθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος τώρα λειτουργεῖ καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ δῆμος Πειραιῶς ἀποτελεῖ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Δὲν μὲ ἐπηρεάζει παντάπασι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν, τῆς ἄρτι γενομένης, διότι τιμῶ τοὺς ἐκλεχθέντας Βουλευτάς. Ὁ συνάδελφος μάλιστα, ὁ ὁποῖος ἠγόρευσε πρὸ μικροῦ, ἐτύγχανε φίλος ἡμῶν, καὶ ἑπομένως γνωρίζω τὸν ἄνδρα καὶ τιμῶ αὐτόν· ἐτύγχανε φίλος ἐμοῦ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ὡς καὶ ὁ υἱός. Ἑπομένως ἡ ἐμὴ γνώμη δὲν εἶναι ἐμπειρικὴ, ἐπηρεαζομένη ἐκ γνώμης περὶ τῶν ἐκλεχθέντων προσώπων. Ἀλλ’ ἐξετάσας καλῶς τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως Πειραιῶς, εὑρίσκω ὅτι ἡ γενομένη μεταβολὴ ζημιοῖ τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς. Ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, καὶ ὡς ἐμπορικὴ καὶ ὡς βιομηχανικὴ, προοδεύει μὲν εἰς εὐφορίαν, καὶ ἀναπτύσσεται βιομηχανικῶς καὶ ἐμπορικῶς, ἔχει ὅμως ἀνάγκην πολιτικῆς συνδρομῆς, πολιτικῆς δυνάμεως. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ἐκλέγει ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ἵνα παρέχῃ συνδρομὴν, ἵνα παρέχῃ πολιτικὴν δύναμιν, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, διὰ νὰ προστατεύῃ καὶ ἐνισχύῃ τὰ συμφέροντα αὐτῆς, καὶ ἑπομένως νὰ προάγηται, ἐνῷ, ὅτε συνέπραττε μετὰ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, οἱ ἐκ τῆς ἄλλης ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἐκλεγόμενοι εἶχον τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι νῦν οἱ ἐκλεχθέντες ἐκ Πειραιῶς, ἀπετέλουν δὲ τῳόντι πολιτικὴν δύναμιν, ἥτις ἀπέβη κατὰ τὸ παρελθὸν πολλάκις χρήσιμος εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς, καὶ ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς προήγετο περισσότερον. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οὐχὶ μόνον ὁ ἄλλοτε δήμαρχος τοῦ Πειραιῶς, ὁ κ. Τρύφων Μουτσόπουλος, οὐχὶ μόνον ὁ ἀείμνηστος πατὴρ τοῦ κ. Σκυλίτση, δήμαρχος Πειραιῶς τυγχάνων ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ προεστῶτες τοῦ Πειραιῶς πλειστάκις ἀνέβαινον τὰς κλίμακας τῶν οἰκιῶν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῶν Ἀθηνῶν, ζητοῦντες νὰ τύχωσι τῆς συνδρομῆς αὐτῶν, διὰ ν’ ἀποκρούσωσι ζημίας ὑπερόγκους, αἱ ὁποῖαι ἠπείλουν καταστροφὰς εἰς τὸν Πειραιᾶ, διὰ ν’ ἀποκρούσωσι ποικίλας ἄλλας ζημίας· καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ὁ Πειραιεὺς διέτρεξε μέγαν οἰκονομικὸν κίνδυνον, ἀνέλαβον ὑποχρεώσεις οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς μεγάλας, τὰς ὁποίας μόνοι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ Πειραιῶς δὲν θὰ εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ἐκπληρώσωσιν. Ὑπὲρ τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἀμερόληπτος· ἐνδιαφέρομαι τὰ μάλιστα ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ φρονῶ ὅτι προσφέρω ὑπηρεσίας εἰς αὐτὴν, προτείνων εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα συνδεθῇ ὁ Πειραιεὺς ἐκλογικῶς μετὰ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Δὲν θέλει ἐλαττωθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν. Ἄν σήμερον ὁ Πειραιεὺς δίδει τρεῖς Βουλευτὰς, τρεῖς θέλει δίδει, καὶ ἂν συνδεθῇ μετὰ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς· ἂν σήμερον ἐκλέγονται Βουλευταὶ ἐκ Πειραιῶς, Βουλευταὶ ἐκ Πειραιῶς θέλουσιν εἶσθαι καὶ τότε. Ἡ διαφορὰ ὅμως εἶναι, ὅτι οἱ τρεῖς Βουλευταὶ ἐκ Πειραιῶς θέλουσιν ἔχει τότε κοινὰς τύχας, κοινὰς ἀνάγκας, συμφέροντα κοινὰ καὶ ὁμόφωνον σύμπραξιν καὶ ἐνέργειαν μετὰ τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς· τοῦτο δὲ θέλει παρέχει εἰς τὸν Πειραιᾶ πολιτικὴν δύναμιν, πολιτικὴν συνδρομήν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ καλεῖται, διὰ νὰ νομοθετῇ καὶ διὰ νὰ ἐπιτηρῇ καὶ ἐλέγχῃ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Βεβαίως τῶν κ. Βουλευτῶν κύριον ἔργον εἶναι τοῦτο, τὸ μελετᾶν τοὺς νόμους καὶ ἐπιτηρεῖν καὶ ἐλέγχειν τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι, ἐὰν εὐκταῖον εἶναι οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ μὴ ἀσχολῶνται εἰς μικρὰ καὶ ταπεινὰ ζητήματα προσώπων, εὐκταῖον ὅμως εἶναι πρὸ πάντων νὰ μεριμνῶσι περὶ τῶν συμφερόντων τῶν πόλεων καὶ χωρῶν. Καὶ δὲν δύναταί τις νὰ μεμφθῇ τῶν Βουλευτῶν ἐπαρχίας τινὸς, ὅταν προσέρχωνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ζητῶσι τὴν συνδρομὴν αὐτῆς πρὸς ἐπιτέλεσιν ἔργων, ἀποβλεπόντων τὴν προαγωγὴν καὶ βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα τὴν γνώμην ταύτην, καὶ συνιστῶ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θελήσῃ νὰ τὴν ἀποδεχθῇ, αὐτὸ οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἔχει ἐπὶ τῆς πολιτικῆς θέσεώς μου, διότι δὲν τὸ θεωρῶ πολιτικὸν ζήτημα. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι θέλω λυπηθῆ, διότι οὕτω θὰ παρέλθῃ εὐκαιρία, ἡ ὁποία ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ χρήσιμος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Πειραιῶς.
§224ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Θεωρῶ ὅτι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν πρέπουσαν λύσιν. Τὰ συμφέροντα τὰ γενικὰ τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς συνήθως δὲν εἶναι τὰ αὐτὰ μὲ τὰ συμφέροντα τὰ γενικὰ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ εἶναι τὸ πλεῖστον διάφορα. Ὡς ἐκ τούτου, ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς, ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὅταν θὰ ἦναι αἱ δύο αὗται πόλεις ἐκλογικῶς ἡνωμέναι, θὰ συμβῇ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, ἤτοι, ὅτι οὐδετέρας τῶν δύο πόλεων τὰ συμφέροντα θὰ ἐξυπηρετῶνται, διότι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες αὐτὰς Βουλευταὶ θὰ ἔχωσι συμφέρον νὰ μὴ δυσαρεστῶσιν οὔτε τοὺς ἐκλογεῖς Πειραιῶς οὔτε τοὺς ἐκλογεῖς Ἀθηνῶν, καὶ οὕτω θὰ παραμελῶνται τὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων. Ἐνῷ τοὐναντίον τὰ συμφέροντα τοῦ Πειραιῶς, τιθέμενα ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Βουλευτῶν μόνον Πειραιῶς, τῶν καὶ πολὺ εἰδικωτέρων ὅπως ὑπερασπισθῶσιν αὐτὰ, θὰ ἔχωσι καὶ πολὺ μεγαλειτέραν ἐλπίδα, ὅπως εὐοδωθῶσι. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι πρέπει αἱ δύο αὗται περιφέρειαι νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσι νῦν, κεχωρισμέναι. Εἰς τὸν λόγον τοῦτον προστίθεται καὶ ὁ ἕτερος λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐπιμείνει καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς· ὅτι δηλαδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν καλπῶν εἰς τὸν χῶρον τῆς ψηφοφορίας εἶναι ὑπερβολικὸς, καὶ ἡ ἀταξία, ἡ προερχομένη ἐκ τούτου, φέρει βεβαίως ἀποτελέσματα οὐχὶ τόσον εὐχάριστα, ὡς πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ἐκλογῆς. Στηριζόμενος λοιπὸν ἀκριβῶς εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ἐναντία ἐκείνων, ἅτινα προσδοκᾷ.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§226Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ ἐξέπληξεν ἀληθῶς ἡ δυσπιστία τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς πρὸς τὴν ἀγαθοπιστίαν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ μὲ ἀναγκάζει ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρέρχωνται ἀπαρατήρητοι αἱ ἰδιαίτεραι συμπάθειαι τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ προκαλοῦσαι τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὅταν διατρανοῖ τὰς ἰδιαιτέρας του συμπαθείας ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλεῖ μετὰ τόσης πειστικότητος, ὥστε δὲν ἀφίνει καὶ εἰς τοὺς μᾶλλον πονηροὺς νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως ἀγαπᾷ, δὲν εἶναι ἐκεῖνα, ἅπερ ἠνάγκασαν αὐτὸν, κατὰ παράβασιν μάλιστα τῶν ἀρχῶν του, αἱ ὁποῖαι εἶναι νὰ δημιουργῇ ὅσον τὸ δυνατὸν μικρὰς περιφερείας, νὰ σπεύσῃ νὰ κάμῃ μίαν μεγάλην περιφέρειαν καὶ νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν μεγίστην τῶν περιφερειῶν τοῦ Κράτους, τὴν τῆς Ἀττικῆς, καὶ ἑτέραν περιφέρειαν, τὸν Πειραιᾶ, ἵνα προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως Πειραιῶς, ἡ ὁποία, ὡς ἀνεκάλυψεν ἐσχάτως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ προσώπων ἀνικάνων.
§227ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶπεν «ἀνικάνων».
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, μὴ προσθέτετε εἰς τοὺς λόγους μου λέξεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν εἶπον.
§229Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν προσθέτω· ἑρμηνεύω τοὺς λόγους σας.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἑρμηνεύετε, διαστρέφετε τοὺς λόγους μου.
§231Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἑρμηνεύω αὐτοὺς, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι συνηθίζω νὰ λέγω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἀντελήφθην ἐκ τῆς συζητήσεως. Οἱ ἐκλογεῖς Πειραιῶς, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ προστατεύσωσιν αὐτοὶ τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα. Καὶ ἄλλοτε μάλιστα συνέπεσε νὰ παρατηρήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ δήμαρχος καὶ οἱ προεστῶτες τοῦ Πειραιῶς ἔσπευδον εἰς τοὺς Βουλευτὰς Ἀττικῆς, ἵνα ζητήσωσι τὴν συνδρομὴν αὐτῶν πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς πόλεως Πειραιῶς. Ἀφοῦ δὲ ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πεφιλημένην πόλιν τοιοῦτον ἀτύχημα, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, χάριν, ἐννοεῖται, τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς, ἵνα προστατεύωνται εἰς τὸ ἑξῆς τὰ συμφέροντα αὐτῆς διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν δυνάμεων ὅλων τῶν πολιτικῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς! Πῶς λοιπὸν, πρὸς Θεοῦ, δύνασθε ν’ ἀμφιβάλλητε, ὅτι πάντα ταῦτα πρὸς χάριν τῆς πόλεως Πειραιῶς πράττει; Δὲν πρόκειται δὲ νὰ στερηθῇ καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ὁ Πειραιεύς, διότι μετὰ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ περιορίζοντος τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, ὥστε οὗτος νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τοὺς δέκα, ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς θὰ συνεισφέρῃ καὶ αὑτὴ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχῃ Βουλευτὰς, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Πειραιῶς θὰ ἔχωσι κοινὰ συμφέροντα μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἀττικῆς, θὰ προστατεύωνται οὕτω μᾶλλον ἐπιτυχῶς τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως Πειραιῶς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι πάντοτε περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς πρόκειται! Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἐπίσης φαίνεται ὅτι ἀγαπᾷ τὸν Πειραιᾶ, δυσπιστεῖ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς διατρανώσεις τῆς ἀγάπης τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὃ καὶ φέρει τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι ἐκ τῆς μετὰ τῆς Ἀττικῆς ἑνώσεως τοῦ Πειραιῶς ὄχι μόνον δὲν ὠφελεῖται οὗτος, ἀλλὰ τοὐναντίον ζημιοῦται, διότι ἔχει ἀντίθετα συμφέροντα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Εἶναι διαβεβαίωσις, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὅτι ὅλοι ἀντελήφθητε. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὴν ἀκρίβειαν τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι αἱ βεβαιώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πειραιῶς συναδέλφου καὶ ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι ἀληθεῖς. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὸ θέλει, ὑποθέτω ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ νὰ πιστεύσῃ εἰς τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐγὼ ἐπίστευσα προχθὲς εἰς τὰς διαβεβαιώσεις αὐτοῦ, ὅτι τρέφει τρυφερὰ αἰσθήματα διὰ τὴν Λεβαδείαν· διότι, ὅτε ὑπέβαλον ἐπερώτησιν καὶ παρεκάλεσα νὰ συντελεσθῇ ἡ προέκτασις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ Λεβαδείας μέχρι τῆς πόλεως Λεβαδείας, μοὶ εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος: «ἔχω καὶ ἐγὼ ὀλίγον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Λεβαδείαν». Καὶ ὄντως τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο ἐξεδήλωσε καθ’ ὃν τρόπον ἐκδηλοῖ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ τὸ πρὸς τὸν Πειραιᾶ ἐνδιαφέρον του, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι τὸ πρὸς τὴν Λεβαδείαν ἐνδιαφέρον ἐξεδήλωσεν ἐμφαντικώτερον, διότι ἔσπευσε νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν τῆς Νομαρχίας αὐτῆς, τοῦ Δικαστηρίου αὐτῆς, τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ αὐτῆς, τοῦ Γραφείου τοῦ Μηχανικοῦ αὐτῆς, σπεύδει δὲ νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ ἄλλων τινῶν στερήσεων, διὰ τοῦ νόμου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, περὶ τῶν ὁποίων θὰ γένηται λόγος, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐγὼ λοιπὸν ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω εἰς τὸ μέγα ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Σεῖς διατὶ δυσπιστεῖτε; Διατὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς δὲν θέλει νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ διὰ λόγους ἰδιαιτέρου συμφέροντος, — ἄπαγε! — ἀλλ’ ἐνδιαφερόμενος διὰ τὸν Πειραιᾶ, ὑποβάλλει αὐτὸν εἰς συνένωσιν μετὰ μιᾶς μεγίστης περιφερείας, καθιστῶν αὐτὸν ἀπὸ ἐπαρχίας δῆμον, ἐνῷ ἄλλας περιφερείας μεγάλας τὰς κατατέμνει εἰς δύο καὶ τρία μέρη, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ βεβαίως οὐχὶ ἴδιον πολιτικὸν συμφέρον, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἵνα μὴ ἐπέρχηται σύγχυσις τῶν διαφόρων συμφερόντων καὶ ἐντεῦθεν γεννῶνται διχόνοιαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωσιν εἰς ἄλλο ἢ εἰς βλάβην, οὐχὶ βλάβην τῶν πολιτικῶν συμφερόντων αὐτοῦ, — ἄπαγε! — ἀλλὰ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν; Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς θὰ ἐπεισθῇ, καὶ δὲν θὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι, ὅσον καὶ ἂν ἀγωνισθῇ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μετριάσῃ τὸν ἔρωτα, ὃν τρέφει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς.
§232Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστούμενος συγκατανεύσῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 2, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἕνωσιν τοῦ Πειραιῶς μετὰ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς· διότι, ὡς ἐγένετο γνωστόν, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ χωρισμὸς τοῦ Πειραιῶς εἰς ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, μετὰ μεγάλης χαρᾶς ἐπανηγυρίσθη ἐν τῇ γείτονι πόλει ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀπόφασις δ’ ἐκείνη δὲν ἦτο ἐπιπόλαιος καὶ τυχαία, ἀλλ’ ἦτο ἀποτέλεσμα ὡρίμου σκέψεως, ἱκανοποιούσης πόθους τοῦ Πειραϊκοῦ λαοῦ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπάρχοντας παρ’ αὐτῷ. Ἡ ἐκ τοῦ χωρισμοῦ δὲ τοῦ Πειραιῶς εἰς ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν χαρὰ τῶν Πειραιέων ἔσχε τότε καὶ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους τῆς Ἀττικῆς ἀπήχησιν, διότι ἐγέννησεν εἰς αὐτοὺς ἐλπίδας, καὶ ἐπίστευσαν ἐκεῖ, ὅτι ἤγγικεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ἐλάμβανον καὶ αὐτοὶ τὰ αὐτὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῇ εἰσηγήσει τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέκτησεν ὁ λαὸς τοῦ Πειραιῶς. Καὶ ἐγὼ δ’ ἤλπιζον, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ ἤκουον παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, σταθερὸς οὗτος εἰς τὴν ἀρχήν, ἣν πρεσβεύει καὶ δι’ ἣν ἔχει κηρυχθῆ κατὰ τῶν εὐρειῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν, θὰ προέβαινεν εἰς τὸν σχηματισμὸν καὶ ἄλλης ἰδίας ἐκλογικῆς περιφερείας ἐν Ἀττικῇ, ἀπαρτιζομένης ἐκ τῶν ἀγροτικῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Καὶ ὄντως οἱ ἐκλογεῖς τῶν ἀγροτικῶν δήμων μοὶ ἀνέθηκαν τὴν ἐντολὴν νὰ συνηγορήσω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ τοιούτου αὐτῶν πόθου.
§233Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Καίτοι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ Πειραιῶς, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς καὶ τὸν βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κύριον Νέγρην—καὶ ἀποτείνομαι ἰδικιτέρως πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Ἀττικῆς—νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσητε. Φρονῶ ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι πρέπει νὰ ἔχωσιν εὐρυτέρας σκέψεις τῶν σκέψεων ὅλων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα συμφέροντα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Νομίζω ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ, ζητοῦντες νὰ μὴ κάμωμεν μεγάλας ἐκλογικὰς περιφερείας, εἰς ἐποχὴν μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§234Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἀντίκεινται τὰ συμφέροντα τοῦ Πειραιῶς ἢ τῶν περιχώρων πρὸς τὰ τῶν Ἀθηνῶν· τοὐναντίον ὑπάρχουσι πλεῖστα συμφέροντα κοινά, διότι κοινὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ὅλης ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἐπιδιωκούσης τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν ὅλων τῶν διαμερισμάτων αὐτῆς. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην συγκρούονται τὰ ἐκλογικὰ συμφέροντα τ’ ἀντιστρατευόμενα πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ ἐλεύθερον φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Δὲν ὑπάρχουσι, κύριε Πρόεδρε, συμφέροντα ἀντικείμενα μεταξὺ τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Τοὐναντίον, ὡς εἶναι κατηρτισμένη ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς, ἕκαστον διαμέρισμα αὐτῆς, τὸ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, τὸ τοῦ δήμου Πειραιῶς καὶ τὸ τῶν ἀγροτικῶν δήμων, ἔχει καὶ ἴδια συμφέροντα αὐτοτελῆ, μὴ ἀντικείμενα πρὸς ἄλληλα, ἀπαιτοῦντα ὅμως ἕκαστον αὐτῶν ἰδίαν μέριμναν καὶ ἰδίαν μελέτην. Οὕτως, ἐὰν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐξετάσωμεν τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς, βλέπομεν ὅτι αὕτη συνίσταται ἀπὸ πληθυσμοὺς ἀνήκοντας ἄλλους μὲν εἰς τὸ ἐμπόριον, ἄλλους εἰς τὴν ναυτιλίαν καὶ ἄλλους εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ἐὰν ἀφ’ ἑτέρου ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους, οἵτινες, ἐὰν δὲν ἔχωσι μείζονα ἀριθμὸν κατοίκων, ἔχουσιν ὅμως ἴσον περίπου πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων τοῦ Πειραιῶς, θὰ διακρίνητε πληθυσμοὺς ἄλλων τάξεων· θὰ διακρίνητε δηλαδὴ πληθυσμοὺς γεωργικούς, πληθυσμοὺς ἀμπελοκτημόνων καὶ οἰνοπαραγωγῶν, πληθυσμοὺς κτηνοτρόφων. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια, κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους, εἶναι πεπερασμένη, καὶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἀδυνατεῖ νὰ συμπεριλάβῃ ἁπάσας τὰς γνώσεις τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Ἕνεκα τούτου προέκυψαν οἱ διάφοροι κλάδοι τοῦ κοινωνικοῦ βίου καὶ αἱ εἰδικότητες ἐν ταῖς ἐπιστήμαις. Τὴν ἀλήθειαν τῆς ἀρχῆς ταύτης ἀκριβῶς παρεγνώρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ μέτρῳ, ὅπερ νῦν λαμβάνει, τῆς συγχωνεύσεως τοῦ Πειραιῶς μετὰ τῆς λοιπῆς Ἀττικῆς, καθ’ ἣν συγχώνευσιν ἡ ποικιλία τῶν διαφόρων τοπικῶν θεμάτων θέλει ἀπαιτήσει παρὰ τῶν πολιτευτῶν εἰδικὴν μελέτην καὶ ἰδιαιτέραν προσοχήν. Φυσικῶς διὰ τῆς συγχωνεύσεως οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς θὰ περισπῶνται εἰς πολυαριθμοτέρας καὶ ποικιλωτέρας ἀπαιτήσεις τῶν ἐκλογέων. Ἀλλ’ ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀναδεικνύωνται εἰδικοὶ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὡς θὰ ἀξιοῖ ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, εἰδικοὶ δηλονότι εἰς τὰ θέματα τῆς ναυτιλίας, εἰδικοὶ εἰς τὰ ζητήματα, ἅπερ ἀπαιτεῖ ἡ πρόοδος τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, οὐδ’ εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν, ὁ Βουλευτὴς Πειραιῶς, ἀσχολούμενος εἰς τοιαῦτα θέματα, ἅτινα ἀπαιτοῦσι τὰ παντοῖα συμφέροντα τῶν Πειραιέων, νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὴν σπουδὴν καὶ τὴν εἰδικὴν μελέτην ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ἅτινα ἐνδιαφέρουσι τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς καὶ τοὺς ἀμπελοκτήμονας ἢ τοὺς κτηνοτρόφους τῶν ἀγροτικῶν δήμων. Τοιούτων δὲ θεμάτων ὀφείλει ὁ Βουλευτὴς νὰ ᾖναι γνώστης, ἵνα φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ὁσάκις τὰ ζητήματα παρουσιάζωνται ἐν αὐτῇ. Ὅταν δ’ ὁ Βουλευτὴς περισπᾶται εἰς πολλὰ καὶ διάφορα ἀλλήλων ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ πολλοῦ ἡ ἐπιστήμη καὶ ὁ ἀνθρώπινος βίος παρέδωκαν εἰς εἰδικοὺς καὶ εὐρεῖς κλάδους, ἐπιπολαίως θέλει ἐπιληφθῆ αὐτῶν· τῆς ἐπιπολαίου δὲ μελέτης τ’ ἀποτελέσματα εὐκόλως πᾶς τις κατανοεῖ, διότι ἀρκετὰ ἐκ ταύτης ἐδοκίμασε τὸ Κράτος. Οἱ λόγοι, κύριε Πρόεδρε, οὓς ἔφερε κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ περιωρισμένου ἀριθμοῦ τῶν 10 Βουλευτῶν, ὡς ἀνωτάτου ὁρίου ἐπαρχίας τινὸς, ὁσοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν αὐτῆς, ὅτι δῆθεν, ὅταν αὐξάνηται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποψηφίων Βουλευτῶν, ἐπέρχεται σύγχυσις εἰς τὰ ἐκλογικὰ τμήματα, ὅτι ψηφοφόροι ἐκ Πειραιῶς ἀνέρχονται εἰς Ἀθήνας καὶ ψηφίζουσι, καὶ τἀνάπαλιν, οἱ λόγοι, λέγω, οὗτοι συνηγοροῦσι πολὺ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ καθεστῶτος, ἵνα οὕτω πως περιορισθῇ ὁ ἐκ τοῦ ηὐξημένου ἀριθμοῦ τῶν ὑποψηφίων συνωστισμὸς καὶ ἡ ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς τμήμασι σύγχυσις. Λόγου γενομένου περὶ τῶν ἀταξιῶν ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς τμήμασι, βεβαιῶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὡς πᾶς τις, ἀντελήφθην τοιούτων· νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ λαμβάνωσι πρόνοιαν περὶ μέτρων δυναμένων νὰ ματαιώνωσι τὰς τοιούτου εἴδους νοθείας τοῦ ἀληθοῦς ἐκλογικοῦ φρονήματος, ὡς ἐπίσης καὶ τὰς πράξεις ἐκείνας τῶν ψηφοφόρων τῶν ψηφιζόντων ἀντὶ τεθνεώτων καὶ ἀποδημούντων. Ἐνταῦθα περιορίζων τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὰ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἄτοπα, περὶ ὧν κατεδείχθη ἡ ἀνάγκη λήψεως μέτρων τινῶν καταλλήλων, συνιστῶ, ἂν μὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν εἰς τρεῖς ἐκλογικὰς περιφερείας διαίρεσιν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, τοὐλάχιστον ὅπως ὁ Πειραιεὺς, ἡ κατ’ ἐξοχὴν ἐμπορικὴ καὶ πολυάριθμος αὕτη πόλις, ἐξακολουθήσῃ ν’ ἀποτελῇ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, διότι οὕτω πως θὰ μορφῶνται ἀρτιώτερον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἵνα δύνωνται ἀποτελεσματικώτερον νὰ προασπίζωνται τὰ πολλαπλᾶ ἀληθῶς συμφέροντα τοῦ Πειραιῶς. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρου 2.
§235ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἦναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, τὸ λεχθέν, ὅτι ὁ Πειραιεὺς δεῖται ἐπιμεμελημένης προστασίας διακεκριμένων πολιτευτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ διάταξις, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ...
§236Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπε «διακεκριμένων». Δὲν ἔχει πολιτικὴν δύναμιν ἕνεκα τῆς πληθύος.
§237ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἰδέα ἐλέχθη.
§238Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐν τῇ πληθύϊ εἶναι ἡ δύναμις.
§239ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀρχὴ γνωστὴ καὶ ὀρθή, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοζομένη ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτής, θέλων νὰ μιμηθῇ τὸν συνάδελφόν του κ. ἐκ Λεβαδείας, δὲν λέγει ἀκριβῶς ὅσα ἐλέχθησαν, ἀλλὰ διαστρέφει τὰ πράγματα.
§241ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τοὺς λόγους ὑμῶν δὲν θέλω νὰ δώσω ἀλλοίαν σημασίαν ἐκείνης, ἣν σαφῶς δηλοῦσι. Κατὰ τὴν γνώμην μου ὑφίσταται ἀνάγκη τῆς ἐκλογικῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Πειραιῶς. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέν, ὅτι πᾶσα πόλις ἔχει ἀνάγκας, περὶ τῶν ὁποίων οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς πρέπει νὰ φροντίζωσι, διατὶ ὁ Πειραιεὺς πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τοῦ κανόνος τούτου; Ὁ Πειραιεὺς ἔχει πολλαπλᾶς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οὐδεμία ἄλλη τῶν ἑλληνίδων πόλεων ἔχει, οὐδὲ αὐταὶ αἱ Ἀθῆναι· καὶ ὑμεῖς δὲ αὐτοὶ ἀναγνωρίζετε τὰς ἀνάγκας ταύτας, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εὐχερὲς Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ γινώσκῃ καὶ νὰ θεραπεύσῃ. Ἵνα δὲ ὑποδείξω μίαν τῶν τοιούτων ἀναγκῶν, ἀναφέρω τὸ ζήτημα τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πειραιῶς, περὶ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα πληροφορίας καὶ περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω ἅμα τῇ καταθέσει τῶν πληροφοριῶν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἀπασχολοῦνται τοσοῦτον ἀπὸ πλῆθος θεμάτων τῆς ἐπαρχίας αὐτῶν, ὥστε δὲν ἔχουσι τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον, ὅπως ἐνδιατρίβωσιν ἐπισταμένως καὶ εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἐνδιαφέροντα τὸν Πειραιᾶ. Καὶ τίς δὲν ἤκουσε, κύριε Πρόεδρε, τὰς διαθρυλουμένας σπατάλας ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς; Ἀλλὰ τίς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς ἔλαβε καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τοῦτο; Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐψηλάφησε τὰς καταχρήσεις ταύτας, δὲν ἔλαβε τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, καίτοι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὰς ψηλαφήσεις του ταύτας.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐψηλάφησα τὴν διαχείρισιν τῶν ἐτῶν 1901 καὶ 1902.
§243ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Θὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα τοῦτο, καὶ θὰ ἴδωμεν, ἂν ἔπρεπε νὰ ἐπικυρώσητε διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν προϋπολογισμὸν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πειραιῶς τοῦ ἔτους 1905.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ 1905 τέσσαρας μόνον μῆνας διήλθομεν.
§245ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ τὸ ἐπεβεβαιώσατε διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας.
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀποδείξητε, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνηθίζουν νὰ κάμνουν πράγματα ἀθέμιτα.
§247ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ πραγμάτων ἀθεμίτων, διότι δὲν ἔχω τοιαύτην ἰδέαν περὶ ὑμῶν.
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ ἀπὸ ὑμᾶς νὰ ἔχητε γνώμην καλὴν περὶ ἐμοῦ, ἀλλὰ δὲν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα, ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει νὰ παριστᾶτε, ὅτι ἐγὼ ἔπραξα πρᾶξιν ἀξίαν κατακρίσεως.
§249ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ πρᾶγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ προκύψῃ ἡ ἀλήθεια. Τὰ ὀλίγα ταῦτα ἀρκοῦσιν, ἵνα πεισθῇ πᾶς τις περὶ τοῦ μὴ ὀρθοῦ τῆς συγχωνεύσεως τῆς ἐπαρχίας Πειραιῶς πρὸς τὴν τῆς Ἀττικῆς. Ζητήματα σπουδαῖα ἐμφανίζονται ἐν Πειραιεῖ, ὁποῖα δὲν παρουσιάζονται εἰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ζητήματα ναυτικά, βιομηχανικά, ἐμπορικά, κοινωνικὰ πάσης φύσεως, καὶ πρὸ πάντων ἐργατικά· εἶναι δὲ ἀνάγκη ἐπείγουσα, κατ’ ἐμέ, νὰ μελετηθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα, ὧν τινα καὶ κινδύνους κοινωνικοὺς ἐγκυμονοῦσιν, οὓς κυρίως Βουλευταὶ ἐκ Πειραιῶς πρέπει νὰ μελετήσωσι πρὸς θεραπείαν. Ἴσως τοιούτους τινὰς κινδύνους διεῖδεν ὁ συντάκτης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ἐνόμισεν ὅτι θὰ ματαιώσῃ αὐτούς, καταργῶν τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἦναι οὗτος, βεβαίως εἶναι ἐσφαλμένος. Ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δύναταί τις νὰ ἀρυσθῇ ἐπιχειρήματα, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τοῦ Πειραιῶς ὡς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ πολιτικὴν δύναμιν εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ πολιτικὴ δύναμις ἐνυπάρχει ἐν αὐτῇ τῇ ἰδιότητι τοῦ ἐκ Πειραιῶς ἀντιπροσώπου. Ὁ Βουλευτὴς Πειραιῶς αἰσθάνεται περισσότερον παντὸς ἄλλου τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύει. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ μεγαλειτέρα ἐπαρχία τοῦ Κράτους, ἡ Ἀττική, θ’ ἀπασχολήσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῆς τοσοῦτον, ὥστε ὁ Πειραιεὺς θὰ ἐγκαταλειφθῇ καὶ πάλιν εἰς τὴν τύχην του, ὡς συνέβαινε μέχρι τοῦδε. Διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τοῦ Πειραιῶς ὡς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας, ἵνα κυρίως δι’ ἰδίων ἀντιπροσώπων παρίσταται ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἤδη εἶναι ὁ τέταρτος τῆς Μεσογείου λιμήν, καὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἀνάγκαι εἶναι πολλαπλαῖ. Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἴσως ἐπαναλάβω τὸν λόγον. Ἀλλὰ πρὶν ἢ παύσω ὁμιλῶν πρέπει νὰ ἐκφράσω τὴν κατάπληξίν μου διὰ τὴν ἀντίφασιν τῶν λόγων τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Χθὲς ὡμίλει καὶ ὑπεστήριζεν ἐκθύμως τὴν ἰδέαν τῆς διαιρέσεως τῶν μεγάλων ἐκλογικῶν περιφερειῶν· σήμερον δὲ τοὐναντίον ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει αἱ μικραὶ ἐπαρχίαι νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς τὰς μεγάλας! Ἡ μεταβολὴ αὕτη τῶν ἰδεῶν εἶναι πρωτοφανὴς εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικά. Τὰ κόμματα ἔχουσιν ἰδέας ὡρισμένας, δικαιολογοῦνται δέ, ἐμμένοντα εἰς αὐτάς, ἔστω καὶ ἐσφαλμένας. Ἀλλὰ κόμματα ὑποστηρίζοντα ἰδέας ἀλληλαναιρουμένας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιῶσι νὰ διοικῶσι τὸ Κράτος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κλονίζηται ἡ πεποίθησις τῆς κοινωνίας εἰς τὸ λυσιτελὲς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅταν παρατηρῇ τοιαύτας παλιμβουλίας; Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πῶς μετέβαλεν ἰδέας εἰς τόσον βραχὺ χρονικὸν διάστημα; Δὲν παρῆλθεν ἀκόμη οὔτε ἑξάμηνον ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς νέας ἐπαρχίας. Δὲν εἶσθε σεῖς οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσατε τὴν διαίρεσιν τοῦ Πειραιῶς εἰς ἐκλογικὴν ἐπαρχίαν; Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς αὐτοί, οἱ 105 ἐκ τῶν 235 Βουλευτῶν, οἱ ψηφίσαντες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τὸν νόμον, οὗ τὴν κατάργησιν νῦν ζητοῦμεν; Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς, οἱ χθὲς ταῦτα πράξαντες, ἐρχώμεθα σήμερον νὰ πράξωμεν τἀναντία, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἐργαζόμεθα οὐχὶ σοβαρῶς.
§250Δ. ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ. Ἐγώ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Πειραιῶς, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω παρὰ νὰ εὐχαριστήσω πάντας τοὺς προλαλήσαντας, οἵτινες ὡμίλησαν ὑπὲρ τοῦ Πειραιῶς. Ἐκ τῶν λόγων δέ, τοὺς ὁποίους ἤκουσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοῶ—καὶ τοῦτο ἐννοῶ καὶ ἐκ τῆς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀπουσίας ἐκ τῆς Βουλῆς τῶν ἐκ Πειραιῶς συναδέλφων μου, —ὅτι δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγώ. Ἑπομένως, μὴ δυνάμενος νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, κάμνω ὑπομονὴν (ἱλαρότης).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§252Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἂν πλανῶμαι, ἀλλὰ φέρω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἴσως εἶναι ἀναγκαία προσθήκη τις ἐν τέλει τοῦ νομοσχεδίου, προνοοῦσα περὶ τῶν κατὰ τὴν τρέχουσαν Περίοδον γενησομένων ἐν περιπτώσει ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς, ὃ μὴ γένοιτο! (ἱλαρότης).
§253Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις.
§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 τῆς νυκτός).