1905.05.12
3,791 rows · 28,401 words · 290 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
τῆς 12 Μαΐου 1905.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ νέος βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Καταφυγιώτης νὰ προσέλθῃ, ἵνα ὁρκισθῇ. (Προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης Λάμπρος Καταφυγιώτης). Ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ Αʹ καὶ Βʹ τμήματι τοῦ δήμου Σαμαίων τῆς ἐπαρχίας Σάμης, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι ἐξελέχθησαν βουλευταὶ οἱ κύριοι Ἠλίας Ποταμιᾶνος καὶ Μιλτιάδης Ἄννινος Καβαλλιερᾶτος. Παρακαλοῦνται τὰ μέλη τοῦ Γʹ τμήματος τῆς Βουλῆς, ὅπως συνέλθωσι καὶ προβῶσιν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Σάμης. Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Χλωρὸς ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀμφισσέων, δηλοῦντος ὅτι ἀναλαμβάνει νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐτησίως δραχμὰς 10,000 πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος, καὶ παρακαλοῦντος νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦτο. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀμφίσσης ἀπέστειλε ψήφισμα τοῦ Συλλόγου τούτου, δι’ οὗ ἐκφράζεται ἡ εὐχὴ νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Παρνασσίδος. Τὸ ἐν Πύργῳ σωματεῖον «Ἀδελφότης» διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὴν Βουλὴν διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος καὶ παρακαλεῖ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§2ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν ἀναφορὰν νὰ ὑποβάλω, ἥτις ταύτην τὴν στιγμήν μοι ἐνεχειρίσθη, ἐκ Τρικκάλων. Κοινότης τις Ἑλλήνων ἐρχομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐγκατεστημένων ἐν Τρικκάλοις ἔχει ἐνοικιασμένον ἐκεῖ δάσος τι, καὶ ζητεῖ νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτὴν ἄδεια ὑλοτομίας, ἵνα ἀνασκευάσωσι τὰς καλύβας, ἃς κατέστρεψεν ὁ χειμών. Θὰ παρακαλέσω νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν οἱ βουλευταὶ Σάμης κύριοι Ποταμιᾶνος καὶ Καβαλλιερᾶτος, ἵνα ὁρκισθῶσι. (Προσελθόντες ὀμνύουσιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ βουλευταὶ Σάμης Ἠλίας Ποταμιᾶνος καὶ Μιλτιάδης Ἄννινος Καβαλλιερᾶτος). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§4ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν). Χθές, κύριοι Βουλευταί, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς εἶπε περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δύο στρατιωτικῶν Ὑπουργείων· ἕνεκα ὅμως τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας ἠναγκάσθην νὰ ἀναβάλω τὴν ἀπάντησίν μου ταύτην διὰ τὴν σήμερον. Ὁμολογῶ δέ, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως ἀνακριβείας τινάς, αἵτινες παρεισέφρησαν εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ταύτης ἠθέλησε νὰ διατυπώσῃ νέον καὶ ἴδιον αὑτοῦ πρόγραμμα, προωρισμένον νὰ βιώσῃ μεταξὺ τῶν δύο προγραμμάτων τῶν δύο μεγάλων κομμάτων. Ἐπίσης ἀμφιβάλλω πολὺ, ἂν τὸ πρόγραμμα τοῦτο θέλει δυνηθῆ μίαν ἡμέραν ἐν τῇ ἱστορίᾳ νὰ ὀνομασθῇ τὸ πρόγραμμα τῶν περισσευμάτων. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἀσφαλῶς, εἶναι, ὅτι ὅσα εἶπε περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν πιστώσεων τῶν δύο Ὑπουργείων, Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον, εἰσὶ λελανθασμένα. Βεβαίως ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ὁ νέος περὶ στρατολογίας νόμος, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἔπρεπε ν’ αὐξήσωμεν ὅλα τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, ηὐξήσαμεν τὰ κονδύλια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνομίσαμεν, ὅτι εἰσὶν ἐπιδεκτικὰ αὐξήσεως, καὶ ἠλαττώσαμεν τὰ κονδύλια, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνομίσαμεν, ὅτι εἰσὶν ἐπιδεκτικὰ ἐλαττώσεως. Παρατηρῶ δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι μετὰ πλείστης προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας ἐμελετήσαμεν τὰ διάφορα κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δύο στρατιωτικῶν Ὑπουργείων, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ, ἣν εἴχομεν καὶ ἔχομεν, ὅπως μὴ ζητήσωμεν κατόπιν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἠλαττώσαμεν π. χ. τὸ κονδύλιον τοῦ ἱματισμοῦ. Διατί; Διότι κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ἡ προμήθεια ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1904 ὡς καὶ αἱ παραγγελίαι τοῦ 1905 ἀρκοῦσι διὰ τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν, ὡς καὶ διὰ τοὺς κληθησομένους κληρωτοὺς τοῦ 1905 διὰ μίαν ἔτι σειράν. Ἠλαττώσαμεν ἐπίσης καὶ τὴν τροφὴν τῶν στρατιωτῶν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἐτακτοποιήθη ὁ ἐσφαλμένος ὑπολογισμὸς τοῦ ἄρτου, ἀφοῦ μάλιστα τυγχάνει γνωστὸν, ὅτι μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ ἡ τροφὴ τοῦ στρατιώτου ἀπὸ 46 λεπτῶν ὁρίζεται εἰς 41 μόνον λεπτά. Ἠλαττώσαμεν καὶ τὸ κονδύλιον τῶν μισθῶν, διότι καὶ οἱ μισθοὶ ἦσαν ἐξωγκωμένως ἀναγεγραμμένοι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἠλαττώσαμεν τὸ κονδύλιον τῶν μουσικῶν ὀργάνων, οὐχὶ διότι κατηργήσαμεν τὰς μουσικάς, ἀλλὰ διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι ὠφείλομεν νὰ διαγράψωμεν τὴν δαπάνην ὀργάνων διὰ τὰς νέας μουσικάς, τὰς ἐκ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ προκυπτούσας, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οὔτε ἀπόλυτος ἀνάγκη ὑπῆρχε τῶν τοιούτων προσθέτων μουσικῶν, ἀλλ’ οὔτε ὑπάρχουσιν ἔτι καὶ οἱ ἀποτελέσοντες αὐτὰς μουσικοί. Τὸ κονδύλιον ὅμως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπαρκεῖ διὰ τὰς ὑφισταμένας μουσικάς, ὡς καὶ διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν τυχὸν ἐφθαρμένων ὀργάνων· ἄλλως τε, ὅταν δὲν ἔχωμεν ἀκόμη ἐπαναληπτικὰ ὅπλα, δυνάμεθα, νομίζω, νὰ στερηθῶμεν ὀλίγων μουσικῶν ὀργάνων. Ἠλαττώσαμεν ὡσαύτως τὸ κονδύλιον τῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας, οὐχὶ διότι δὲν ἀναγνωρίζομεν τὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας, ἃς αὕτη προσφέρει, ἀλλὰ διότι ἀνεγράφη μόνον ἡ δαπάνη ἡ συνήθως γινομένη. Πρόκειται δὲ νὰ σταλῶσιν ἐπὶ τοῦ πεδίου 17 μοῖραι καὶ τμήματα γεωδαιτῶν καὶ τοπογράφων, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ χαρτογραφικὴ ὑπηρεσία θέλει ἐξακολουθήσει νὰ λειτουργῇ ἀνελλιπῶς. Τέλος ἠλαττώθη καὶ ἡ νομὴ τῶν κτηνῶν, κατὰ τὴν ἀναλογοῦσαν δαπάνην διὰ τοὺς ἵππους, τῶν ὁποίων ἡ προμήθεια δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ ἐφέτος. Ἀλλὰ προέβημεν καὶ εἰς διαγραφὴν κονδυλίων, τὰ ὁποῖα ἀστόχως ἔψεξεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής. Ἀπηλείψαμεν τὸ κονδύλιον τῶν γενικῶν καὶ μεγάλων ἀσκήσεων, διότι φρονοῦμεν, ὅτι αἱ ἀσκήσεις εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ δὲ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ ἀπαιτεῖ καὶ χρόνον καὶ προκαταρκτικὴν παρασκευήν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἐφέτος τοὐλάχιστον αἱ μεγάλαι ἀσκήσεις θὰ ἦσαν οἱονεὶ ἄσκοποι. Διεγράψαμεν ὡσαύτως καὶ τὸ κονδύλιον τῆς ἱππωνίας, πρῶτον διότι πρὸ μικροῦ ἐπρομηθεύθημεν ἵππους, ἀλλὰ πρὸ πάντων διότι, ἐφ’ ὅσον οἱ σταῦλοι ἡμῶν εἰσι τοσοῦτον ἐλλιπεῖς, ἡ δὲ νόσος μᾶλις ἐξακολουθεῖ νὰ φονεύῃ τοὺς ἵππους, ἤθελεν εἶσθαι μέγα λάθος, καθ’ ἡμᾶς, ἐὰν ἠθέλομεν ἐξακολουθήσει νὰ ἀγοράζωμεν ἵππους, χωρὶς νὰ ἔχωμεν καὶ τὰ εἰδικὰ νοσοκομεῖα, ὅπως ἀπομονῶμεν καὶ θεραπεύωμεν αὐτούς. Ἀνεγράψαμεν ὅμως ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κονδύλιον 250,000 δραχμῶν πρὸς ἀνέγερσιν στρατώνων, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ, ὅπερ θέλει ἀναγράψει πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, ἀφοῦ δυνάμει τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν νεοσυλλέκτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ οἰκονομία ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν πραγματοποιεῖται μόνον διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν κονδυλίων. Πραγματοποιεῖται κυρίως καὶ καλλίτερον διὰ τῆς φειδωλῆς διαχειρίσεως τῶν Ὑπουργῶν. Οὐδένα θέλω νὰ κατηγορήσω, ὀφείλω μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, — διότι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὀφείλει τις νὰ λέγῃ πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, — ὅτι ὁ προκάτοχός μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν — καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του — ὑπῆρξε φειδωλὸς καὶ λίαν προσεκτικός. Ἡμεῖς ὅμως τὴν φειδωλίαν ταύτην ἐνετείναμεν. Ἐνηργήσαμεν τὰς δημοπρασίας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐν αὐτοῖς πολλάκις τοῖς γραφείοις τῶν δύο Ὑπουργείων, ὥστε ἐπετύχομεν ἀρίστας τιμὰς, μεγάλην δὲ οἰκονομίαν εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς ὑφ’ ἡμᾶς ὑπηρεσίας τῶν δύο Ὑπουργείων· ἐλπίζω δὲ, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν δύο Ὑπουργείων τοῦ 1905 θὰ καταδείξωσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὅστις πολλὰ ἐνεθυμήθη χθές, ὁμιλῶν περὶ ἐθνικῆς παρασκευῆς, ἐλησμόνησε νὰ μνημονεύσῃ, ὅτι παρὰ τοῖς δυσὶν Ὑπουργείοις τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχουσι δύο ταμεῖα, τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ταμεῖα ἐπικουρικὰ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, τῶν ὁποίων τὸ ἓν χρησιμεύει, ὡς γνωστὸν, πρὸς ἀγορὰν ὑλικοῦ πολέμου, καὶ τὸ ἕτερον πρὸς ἀγορὰν πλοίων. Καὶ συνεπῶς ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ ἀναγραφὴν δαπανῶν, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὰ εἰδικὰ ταῦτα ταμεῖα. Πλὴν τίς ἀποστέργει τὴν ἐθνικὴν παρασκευήν; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, πρὸς τί γίνονται πάντα ταῦτα; πρὸς τί αἱ οἰκονομίαι; Ὁ σκοπὸς τῶν οἰκονομιῶν εἶναι τάχα μόνον ἡ τακτοποίησις τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἢ εἶναι μόνον ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἰσοζυγίου, τοῦ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου; Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι κύριος σκοπὸς τῶν οἰκονομιῶν εἶναι ἄλλη ὑψηλοτέρα καὶ εὐγενεστέρα ἰδέα. Λέγοντες δὲ ταῦτα, δὲν ἐμπνεόμεθα ὑπὸ μένους πολεμικοῦ, διότι κάλλιον παντὸς ἄλλου ἡμεῖς κατανοοῦμεν τὰ ἀγαθὰ τῆς εἰρήνης. Πλὴν δὲν δυσκολευόμεθα νὰ δηλώσωμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα τοῦ λοιποῦ νὰ παριστάμεθα εὐπροσώπως καὶ τελεσφόρως πρὸ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Συνεδρίων, ἐὰν ἀμελήσωμεν τὴν ἐθνικὴν παρασκευήν, τὴν βαθμιαίαν, τὴν σώφρονα καὶ μεμετρημένην παρασκευὴν ἄνευ φωνῶν καὶ ἄνευ φενάκης! (Χειροκροτήματα).
§5Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ θέλω παραιτηθῆ τῆς αἰτήσεως, ἣν ἐποιησάμην, ζητήσας τὸν λόγον, ἐὰν ἤθελε βεβαιωθῆ ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις ἡ πολιτική. Τὸ θέμα, ὡς ἐθίχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶντος εἰς ὅσα χθὲς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, εἰσάγει ἡμᾶς ἀθρόως εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν. Καίτοι εἶμαι ὁ ἔσχατος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην, τολμῶ νὰ διατυπώσω ταύτην, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι θεωρῶ πρόωρον τὴν συζήτησιν ταύτην. Εἶναι δὲ τοσοῦτο μᾶλλον πρόωρος ἡ συζήτησις αὕτη, καθόσον τὸ πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλει ἄρξεσθαι ἐξεταζόμενον μόνον ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ πολιτικὴ συζήτησις, παραιτοῦμαι τῆς αἰτήσεώς μου ταύτην τὴν στιγμήν.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ μὲ φέρουσι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινά. Ἤθελον δὲ λάβει τὸν λόγον μόλις περάνοντος τὸν λόγον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑποληφθῶ, ὅτι ἐπικρίνω τὴν σπουδὴν αὐτοῦ, ὅπως ἀπαντήσῃ πρὸς τὸν κύριον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, δὲν ἔπραξα τοῦτο. Τὴν ἐπίκρισιν ταύτην δὲν προῃρούμην νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἐμὸν συνάδελφον, διότι ὑπῆρξεν εὐθεῖα καὶ θετικὴ ἡ πρόκλησις, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν τάξει, καὶ ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἐν πλήρει ἀταξίᾳ. Βεβαίως ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ, ὁσάκις θέλῃ, συμμορφούμενος πρὸς τὸν Κανονισμὸν, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ὑπάρχει πάντοτε τάξις. Πρόκειται περὶ πολιτικῆς συζητήσεως; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ πολιτικὴν συζήτησιν, οἱ τυγχάνοντες δὲ ἐν τῇ Κυβερνήσει εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ δεχθῶσι τὴν πρόκλησιν ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ προβῶσιν εἰς συζήτησιν. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο δὲ οὐδὲ περὶ γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς εἰσῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὡμίλησε περὶ λεπτομερειῶν, καὶ ἔκρινε τὸν Προϋπολογισμόν. Τακτικὴ τοιαύτη τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ ἤθελεν εἶσθαι εὔλογος τοὐλάχιστον, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχεν ὑποβάλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἀνάγκη ὄντως νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τάξιν. Ἐὰν πρόκηται περὶ πολιτικῆς συζητήσεως, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ αὐτὴν, ἡμεῖς δὲ θέλομεν δεχθῆ ταύτην· ἐὰν ὅμως δὲν πρόκηται περὶ τοιαύτης, πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως.
§7Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὀρθαί. Φρονῶ ὅμως, ὅτι μᾶλλον εἶναι ὀρθαί. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν σκοπῶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας καὶ ἐξετάσω ὅσα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέθηκε· σκοπῶ ἁπλῶς νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις τινὰς, ἃς διατυπῶ μετὰ τὸν λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς ἐπερώτησιν. Καὶ ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ προμηθείας πολεμικοῦ ὑλικοῦ, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐλήφθη ἀπόφασις, καὶ ποία, περὶ προμηθείας ἐπαναληπτικῶν ὅπλων, διότι ἡ βάσις πάσης παρασκευῆς εἶναι ἡ προμήθεια νέων ὅπλων καὶ πυροβόλων, ἰδίως σήμερον, ὅτε τὰ ταχυβόλα εἶναι ἐν χρήσει εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι συνέστη ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐποιήσατο δοκιμὰς ἐπὶ ὑποδειγμάτων τινῶν, θεωρουμένων ὡς τελειοτέρων, καὶ εὔχομαι νὰ ἦναι ἀληθὴς ἡ εἴδησις αὕτη, καὶ νὰ γείνῃ ἡ προμήθεια τῶν ὅπλων. Ἀλλ’ ὅσον ἐπικροτῶ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τόσον νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ πρὸ παντὸς περὶ προμηθείας πυροβόλων, διότι τὰ ἡμέτερα καὶ πεπαλαιωμένα καὶ ἄχρηστα εἶναι, οὐδὲν δὲ Κράτος, εἴτε μέγα εἴτε μικρὸν, ἔχει τοιαῦτα, ἐκτὸς τοῦ Μαυροβουνίου καὶ ἡμῶν. Ἡ Γαλλία ἔχει σήμερον ἴδιον σύστημα τελειότατον, ἄγνωστον μάλιστα τοῖς πολλοῖς. Ἡ Ἀγγλία ἔχει ἐπίσης ἴδιον σύστημα ταχυβόλων· ὅταν δὲ λέγωμεν ταχυβόλον, ἐννοοῦμεν τοιοῦτον βάλλον εἰς τὸ λεπτὸν 15, 20 ἢ καὶ 30 βολὰς, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, ἐνῷ τὰ ἡμέτερα βάλλουσι μίαν μόνον βολὴν εἰς τὸ λεπτόν. Ἡ Ἰταλία ἐπρομηθεύθη καὶ προμηθεύεται ἀκόμη ταχυβόλα. Ἡ Τουρκία, ἡ Δανία, ἡ Ρουμανία, ἔχουσι σύστημα ταχυβόλων. Ἡ Σερβία ἔχει εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἐργαζομένην πρὸς προμήθειαν ταχυβόλων. Αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι ἔχουσι ταχυβόλα. Ἡ Κίνα πρὸ ὀλίγου ἐπρομηθεύθη 10 πυροβολαρχίας. Ἡ Χιλὴ, ἡ Νορβηγία, ἡ Σουηδία, ἡ Ρωσσία τελευταῖον, μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ ῥωσσοϊαπωνικοῦ πολέμου, ἠγόρασε ταχυβόλα. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προτιμήσῃ καὶ σκεφθῇ περὶ προμηθείας ταχυβόλων, τὰ ὁποῖα εἶναι βάσις πάσης στρατιωτικῆς παρασκευῆς.
§8Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κύριος Κ. Λυμπερόπουλος ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: 1) Εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ περιουσία τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. 2) Πόσα ὀφείλονται εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν μετόχων κλπ. 3) Πόσα ὀφείλει αὕτη εἰς τὰς Τραπέζας καὶ διαφόρους ἄλλους. 4) Εἰ δυνατόν, εἰς πόσον ὡς ἔγγιστα καὶ εἰς στρέμματα ἀνέρχονται αἱ ἀπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος καταλαμβανόμεναι ἐκτάσεις ὑπὸ σταφιδαμπέλων. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, ἀρυόμενος ταύτας ἐκ τῶν ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ προξενικῶν μας ἀρχῶν, εἰς πόσον ποσὸν ὡς ἔγγιστα καὶ κατὰ στρέμματα, εἰ δυνατὸν, ἀνῆλθεν ἡ σταφιδοφυτεία τῆς ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ σουλτανίνης ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως καὶ ἐντεῦθεν.» Ὁ βουλευτὴς Ψαρῶν κύριος Βρατσᾶνος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως ἁπάντων τῶν ἀτμοπλοίων τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας ἀπὸ τοῦ 1902 μέχρι καὶ τῆς σήμερον.»
§10ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω οὔτε θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν εἶναι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς τάξεως ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἢ μᾶλλον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μολονότι πολλάκις ἄλλοτε ἠκολούθησεν ἡ Βουλὴ παρομοίαν τακτικήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναμείνωμεν τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν αὐτῆς, ἵνα ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, φοβοῦμαι ὅτι οὐδέποτε θὰ εὑρεθῶμεν ἐν τάξει. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐργάζηται, ὡς ἐργάζεται, οὐδέποτε θέλει κατορθώσει νὰ συνέλθῃ. Ἅπαξ ἐγένετο πρόσκλησις, συνῆλθον τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ἀλλ’ ἀπαρτία δὲν ἐγένετο, ἔκτοτε δὲ οὐδεμία πρόσκλησις ἀπεστάλη. Ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε νομίζω ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς θέλει προκαλέσει πολλὰς συζητήσεις, ἐὰν τυχὸν ἡ ἀπροθυμία τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐνδεικνύῃ τὴν ἀνάγκην νὰ γένηται χρῆσις τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν μὴ προσερχομένων εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς;
§12ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς.
§13Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγένετο πρόσκλησις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁμολογουμένως ἡ συνεδρίασις ἐματαιώθη ἕνεκα ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Ἐὰν καὶ πάλιν, καλουμένης τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀπαρτία δὲν ἐπιτευχθῇ, θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§15Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πάντες εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἐπικροτήσωμεν εἰς τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἀνήγγειλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ οἰκονομίας ποσῶν ὄχι εὐκαταφρονήτων, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωσιν τῶν οἰκονομιῶν, ἡ ὁποία βεβαίως μεγάλως θέλει συντελέσει εἰς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν παρατήρησίς τις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν δὲν μὲ ἠνάγκαζε νὰ πράξω τοῦτο. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁμιλῶν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργείου του, εἶπεν ὅτι ἡ διαχείρισις πρέπει νὰ ἦναι χρηστὴ καὶ φειδωλὴ, προσέθηκε δὲ, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ προκατόχου του ἦτο φειδωλὴ, ἀλλὰ δὲν προσέθηκε καὶ τὴν λέξιν χρηστή...
§17ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὴν προσθέτω τώρα.
§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ... Δὲν προσέθηκε τὴν λέξιν, ἀλλὰ προσέθηκε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἀπῄτει τὴν προσθήκην τῆς λέξεως, διότι εὐθὺς κατόπιν εἶπεν, ὅτι ἐπέτυχεν οἰκονομίας ἐπὶ τῶν προμηθειῶν, ἀνερχομένας εἰς δραχ. 500,000. Χαίρω πολὺ, βλέπων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὐηρεστήθη νὰ προσθέσῃ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ, ὅτε ἠγόρευε. Τὸν παρακαλῶ ὅμως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τῶν γενομένων προμηθειῶν, δηλαδὴ τῶν γενομένων δημοπρασιῶν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἐγένοντο τακτικῶς αὗται, ἂν ἐπανελήφθησαν αὗται· νὰ ὑποβάλῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰς διαφόρους προμηθείας, ἵνα ἴδωμεν πόθεν προκύπτει ἡ διαφορά, ἵνα ἴδωμεν, ἂν προκύπτει ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν προμηθειῶν ἢ ἐκ τῆς τιμῆς τῶν διαφόρων εἰδῶν τῶν προμηθειῶν τούτων. Ἐὰν ἡ διαφορὰ προκύπτῃ ἐκ τῆς τιμῆς τῶν εἰδῶν, τότε θέλομεν ἐξετάσει, ἂν ἐγένοντο ἐν τάξει αἱ δημοπρασίαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἐὰν προκύπτῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ, τότε βεβαίως οὐδεμία κατηγορία κατὰ τοῦ παρελθόντος δύναται νὰ διατυπωθῇ.
§19ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν προῆλθεν ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῶν εἰδῶν, ἡ διαφορὰ ἀποδοτέα εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν τιμῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἢ εἰς ἐπιμελεστέραν ἐνέργειαν τῶν δημοπρασιῶν καὶ ἑπομένως εἰς ἀμέλειαν κατὰ τὸ παρελθόν; Πάντα ταῦτα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαλευκανθῶσιν, ὅπως μὴ ἀποδοθῇ εἰς τὰς φράσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν ἔλλειψιν φράσεών τινων, ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἔδωκεν εἰς ταύτην.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Παπαποστόλου ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ πίνακας ἐμφαίνοντας: αʹ) Τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρδίτσης κατὰ τὰ ἔτη 1900, 1901, 1902, 1903 καὶ 1904, καὶ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη, ἀναλυτικῶς. βʹ) Ὁμοίως τὰ τῶν ἐπαρχιῶν Μαντινείας, Ἠλείας, Μεσσήνης, Κυθήρων, Χαλκίδος, Παρνασσίδος, Σύρου, Κερκύρας καὶ Ζακύνθου. γʹ) Τὰ ποσὰ, ἅπερ τὸ Δημόσιον κατέβαλε καθ’ ἕκαστον τῶν ἀνωτέρω ἐτῶν χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς ἕκαστον δῆμον τῶν εἰρημένων ἐπαρχιῶν. Ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τὸ Δημόσιον ἦλθεν ἀρωγὸν εἰς τοὺς δήμους τῶν ἐν λόγῳ ἐπαρχιῶν, ἀφοῦ οἱ δῆμοι οὗτοι καὶ μετὰ τὴν διὰ τῶν προϋπολογισμῶν των προσαύξησιν τῶν φόρων των, χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ 2% εἰς 3%, ἦσαν ἀνίκανοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς δαπάνης τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἢ ἀνεξαρτήτως τούτου.» Ὁ κύριος Βρατσᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι παρών.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σισίνης ἔχει τὸν λόγον.
§24Ι. ΣΙΣΙΝΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βάλληνδας ἔχει τὸν λόγον.
§26ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον τὸν φάκελον τὸν σχετιζόμενον πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰρηνοδίκου Φερῶν Φραγκίσκου Κρίσπη, ἐν ᾧ περιέχονται καὶ αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, δι’ ὧν ἐτιμωρήθη δὶς πειθαρχικῶς ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος, καὶ δεύτερον, σημείωμα, ἐξηγμένον ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐμφαῖνον πόσοι εἰρηνοδίκαι τοῦ Κράτους εἶναι τιμωρημένοι πειθαρχικῶς δὶς ἐντὸς ἔτους, καὶ διὰ τίνα παραπτώματα ἔχουσι τιμωρηθῆ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι εἰρηνοδίκαι, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὰς πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι διαδίδεται καὶ πιστεύεται, ὅτι — ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ — ὑπάρχουσι τοιοῦτοι εἰρηνοδίκαι τιμωρημένοι πειθαρχικῶς δὶς ἐντὸς ἔτους, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐφηρμόσθη τὸ ἴδιον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Φερῶν Φραγκίσκου Κρίσπη. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰρημένου εἰρηνοδίκου Φερῶν, ἥτις ἐδημοσιεύθη πρό τινων ἡμερῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος μετ’ ὀλίγον χρόνον ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του, ὑπηρετῶν ἐν Μυκόνῳ, ἐτιμωρήθη, διότι εὑρέθησαν κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως παραπτώματά τινα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς πρώτης τιμωρίας ὁ αὐτὸς εἰρηνοδίκης Κρίσπης εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ τοποθετηθῇ ἐν Ἀμοργῷ, μεταβὰς δ’ ἐκεῖ, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κατοικήσῃ ὄχι εἰς τὴν κωμόπολιν Ἀμοργοῦ, ἐν τῇ ὁποίᾳ κεῖται τὸ εἰρηνοδικειακὸν κατάστημα, ἀλλ’ εἰς τὸ ἐπίνειον τῆς κωμοπόλεως, ἀπέχον ταύτης περὶ τὰ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας ἢ ἓν τέταρτον· εὑρέθη δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κατοικήσῃ ἐκεῖ, διότι εἶχε τὴν σύζυγόν του ἐπίτοκον, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ εὕρῃ οἴκημα κατάλληλον ἐν Ἀμοργῷ, ὅπως κατοικήσῃ ἐν αὐτῷ ἡ οἰκογένειά του. Πρέπει ὅμως, κύριε Πρόεδρε, νὰ σημειωθῇ καὶ τοῦτο, διότι ἔχει μεγίστην σημασίαν, ὅτι τὸ ἐπίνειον τῆς Ἀμοργοῦ κεῖται ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Ἀμοργοῦ, ὅπου ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου, διότι ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀμοργοῦ δὲν εἶναι ἡ κωμόπολις Ἀμοργοῦ, ἀλλ’ ὁ δῆμος Ἀμοργοῦ. Κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του ὁ εἰρηνοδίκης εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φανῇ δυσάρεστος εἴς τινα πολίτην ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος ἐκδικούμενος ἐσκέφθη νὰ τὸν καταγγείλῃ.
§27Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Μὴ μὲ προκαλεῖτε, κύριε συνάδελφε, νὰ δώσω πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν θ’ ἀποβῶσιν ὑπὲρ τοῦ εἰρηνοδίκου αὐτοῦ.
§28ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐὰν ἔχητε πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν γνωρίζω, σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰς παράσχητε εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια.
§29Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὅταν ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
§30ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος κατήγγειλε τὴν τοιαύτην δῆθεν παράβασιν τοῦ νόμου, διετάχθησαν ἁρμοδίως ἀνακρίσεις, καὶ ἐξηκριβώθησαν ὅσα ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, εἰσάγων τὴν δικογραφίαν εἰς τὸ Συμβούλιον, ὑπέβαλε πρότασιν ἀπαλλακτικήν, διότι πράγματι ὁ εἰρηνοδίκης δὲν εἶχε παραβῆ νόμον τινά. Τὸ Συμβούλιον ὅμως, ἐνῷ εἰς τὸ σκεπτικόν τῆς ἀποφάσεώς του δέχεται ὅτι λόγῳ ὑπερτάτης ἀνάγκης ἠναγκάσθη ὁ εἰρηνοδίκης νὰ κατοικήσῃ ἐν τῷ ἐπινείῳ τῆς Ἀμοργοῦ, καὶ ὄχι ἐν τῇ κωμοπόλει, οὐχ ἧττον ἐπιβάλλει εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ποινὴν ἐπιπλήξεως, τὴν ὁποίαν ἔκρινεν ἐλαφροτέραν, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ἡ βαρυτέρα πασῶν, διότι ἡ ἀπόφασις, ἡ ἐπιβάλλουσα ποινὴν ἐπιπλήξεως, δὲν ὑπόκειται εἰς τὸ μέσον τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πρὶν δ’ ἔτι κοινοποιηθῇ ἡ τελευταία πειθαρχικὴ ἀπόφασις εἰς τὸν εἰρηνοδίκην δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀπόλυσίς του. Γνωρίζων ἐκ πληροφοριῶν θετικῶν, πῶς ἔχουσι τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἐνόμισα ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, ἀπέναντι τοῦ ἀδίκου, τὸ ὁποῖον προσεγένετο εἰς δικαστικὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος πλὴν τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου πειθαρχικοῦ παραπτώματος, εἰς ὃ ὑπέπεσεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις εἶναι γνωστὸν πόσον εἶναι ἀσαφεῖς, καὶ ἡ ἐφαρμογή του πόσον εἶναι δυσχερής, πλὴν τοῦ μόνου παραπτώματος τούτου οὐδέποτε ἔδωκεν ἀφορμὴν παραπόνου εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὸν εἰρηνοδίκην τοῦτον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατ’ ἀρχὰς εἶπεν, ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄδικον τὸ προσγενόμενον, διότι ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπολύσῃ τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν τιμωρηθέντα δὶς πειθαρχικῶς ἐντὸς ἔτους. Ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ γνώμη του αὕτη δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη, ὅτι πράγματι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπολύεται ὁ εἰρηνοδίκης, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἐν τούτοις ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ δεικνύηται ἄκαμπτος διὰ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀδικήματος. Ζητῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον, διὰ νὰ γνωσθῇ, ἂν πράγματι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι εἰρηνοδίκαι τιμωρηθέντες δὶς πειθαρχικῶς ἐντὸς ἔτους καὶ μὴ ἀπολυόμενοι ἢ μὴ ἀπολυθέντες, ἀλλὰ παραμένοντες εἰς τὰς θέσεις των, διὰ νὰ γνωσθῇ, ἂν ἐφαρμόζεται δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μέτρον, ἢ ἂν — δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀφῃρημένου προσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης — ἢ ἂν τηροῦνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων θὰ ἐξακριβωθῇ ἐπίσης, δεδομένου ὄντος ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ σχετικὴ, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ ἐξακριβωθῇ, λέγω, ἐπίσης, ἂν τὸ πειθαρχικὸν παράπτωμα, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη τοιοῦτον ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν Σύρου, χωρὶς ὅμως νὰ ἦναι τοιοῦτον, ἂν, λέγω, τὸ πειθαρχικὸν τοῦτο παράπτωμα ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰρημένου εἰρηνοδίκου. Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον πρέπει ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν, καὶ φοβοῦμαι μὴ τὴν ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ῥίπτεται εἰς τοὺς δρόμους οἰκογενειάρχης δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πολὺ καλλίτερος πολλῶν, οἱ ὁποῖοι διατηροῦνται ἀκόμη εἰς τὰς θέσεις των.
§31Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Νάξου πράγματι μοὶ ἀνέφερεν ἰδιαιτέρως ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος εἰρηνοδίκης ἐπαύθη, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ καθιερωμένη, οὕτως εἰπεῖν, δικονομία τοῦ Ὑπουργείου, νὰ θεωρῆται ὑποχρεωτικὴ ἡ παῦσις παντὸς εἰρηνοδίκου δὶς τιμωρηθέντος πειθαρχικῶς ἐντὸς ἔτους. Ἂν ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἦναι διάφορος, δύναται νὰ συζητῇ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἂν ὑπάρχουσιν εἰρηνοδίκαι δὶς τιμωρηθέντες πειθαρχικῶς ἐντὸς ἔτους, πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, εὐθὺς ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ἀνέφερε τοῦτο, διέταξα τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ ἐξετάσῃ, ἡ δὲ ὑπηρεσία κατηγορηματικῶς μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδεὶς εἰρηνοδίκης ὑπάρχει δὶς ἐντὸς ἔτους τιμωρηθεὶς πειθαρχικῶς καὶ μὴ παυθείς. Ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐναντία πρὸ ἐτῶν καὶ δὲν εὑρίσκεται, δὲν πιστεύω.
§32ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τότε δὲν σᾶς ἐπληροφόρησε κατηγορηματικῶς ἡ ὑπηρεσία, ἀφοῦ δὲν εἶσθε βέβαιος, ἂν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι εἰρηνοδίκαι.
§33Κ. ΖΩΤΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν, ἂν ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις πρὸ ἐτῶν· πρέπει ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ εἰρηνοδίκης νὰ τιμωρηθῇ δίς.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§35Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦτο μὲ ἐπληροφόρησεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰρηνοδίκης δὶς τιμωρηθεὶς ἐντὸς ἔτους. Θὰ ἐπαναλάβω τὴν διαταγὴν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ μὲ πληροφορήσῃ μήπως ἐλησμόνησέ τι, ἀλλὰ δὲν πιστεύω.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Λιδωρίκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ διετάχθη ἡ ἀποστράτευσις τοῦ ἐνωμοτάρχου τῆς χωροφυλακῆς Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, ἀφοῦ δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου ὡς καὶ τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου διετάχθη ἡ διόρθωσις τοῦ μητρῴου ἀρρένων τοῦ δήμου Ποτιδανείας, ἐξ οὗ κατάγεται ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος, τὸ δὲ Στρατολογικὸν Γραφεῖον προέβη συνεπείᾳ τῶν ἄνω ἀποφάσεων εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς ἡλικίας του.» Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§37ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐντεταλμένος παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου νὰ ἐκφράσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν λύπην αὐτῶν δι’ ὅσα ἔν τινι ἑσπερινῷ φύλλῳ τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων ἐδημοσιεύθησαν περὶ τῶν ἐλατηρίων τῶν ὠθησάντων καὶ αὐτοὺς καὶ τοὺς κατοίκους τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, οἵτινες ἐθεώρησαν ἑαυτοὺς ἀδικουμένους ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Νομαρχιῶν, εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν αἰσθημάτων αὐτῶν...
§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τῆς ἐφημερίδος εἶναι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα κάμνετε;
§39ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν κάμνω παράπονα· οἱ συμπολῖταί μου, ἰδόντες ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ τὰ ἐν συνεντεύξει πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λεχθέντα ὑπὸ τούτου, μοὶ ἐνετείλαντο νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην αὐτῶν, διότι ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη ἐνέθηκε φράσιν ὑβριστικὴν κατ’ αὐτῶν εἰς τὰ χείλη τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ φράσις αὕτη εἶναι, ὅτι ποταπὰ καὶ εὐτελῆ συμφέροντα ὤθησαν αὐτοὺς εἰς τὸ νὰ ἐκδηλώσωσι τὰς διαμαρτυρίας αὐτῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Νομαρχιῶν, ἐνῷ οἱ συμπολῖταί μου ἔχουσιν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν ποτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκστομίσῃ τοιαύτην ὑβριστικὴν φράσιν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου γνωρίζει νὰ ἐκτιμᾷ τὰ αἰσθήματα, εἶναι δὲ βέβαιος, ὅτι ὄχι λόγοι ποταπῶν καὶ εὐτελῶν συμφερόντων, ἀλλὰ λόγοι ἀνώτεροι, λόγοι δικαιοσύνης, λόγοι ἀσφαλείας, λόγοι διαμορφώσεως τῶν ἠθῶν αὐτῶν καὶ λόγοι γενικωτέρων συμφερόντων ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πεποίθησις ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων καὶ Νομαρχιῶν οὐδεμία ἡ ἐλαχίστη ὠφέλεια εἰς τὸ Κράτος προσγίνεται, ἠνάγκασαν αὐτοὺς νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν διαμαρτυριῶν των. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω, ἐκφράζων τὴν λύπην τῶν συμπολιτῶν μου διὰ τὸ δημοσίευμα, καὶ τὴν πεποίθησιν αὐτῶν, ὅτι οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξενέγκῃ περὶ αὐτῶν γνώμην τοιαύτην.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§41Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ περὶ τούτου ἤθελον νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ ἀρκοῦμαι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§43Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχεν ἐνεργηθῆ κατ’ ἐπανάληψιν δημοπρασία κατασκευῆς ἑνὸς τμήματος τῆς ὁδοῦ Λαρίσης–Μεγάλου Κεσερλῆ. Ἡ κατ’ ἐπανάληψιν, ὡς εἶπον, ἐνεργηθεῖσα αὕτη δημοπρασία κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι ἐργολάβου τινὸς, ὁ ὁποῖος πρὸ τριῶν μηνῶν ἐγκατέστη εἰς τὸ ἔργον καὶ ἤρξατο ἐκτελῶν αὐτό. Ἤδη ἔχω πληροφορίας, ὅτι ὁ κ. νομάρχης Λαρίσης, —ἀγνοῶ ἂν οἴκοθεν ἢ κατ’ ἐντολὴν τῆς προϊσταμένης αὐτοῦ ἀρχῆς,— παρήγγειλεν εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ παύσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, οὕτω δὲ διεκόπη ἡ ἐργασία. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν, ἂν κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐνήργησεν ὁ νομάρχης Λαρίσης, διατάξας τὴν διακοπὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, ἢ οἴκοθεν, καὶ ἂν ὑπάρχει λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διετάχθη ἡ διακοπὴ τῆς ἐργασίας ταύτης. Ἐπειδὴ ὅμως εὑρίσκομαι ἐν τῷ ὁμιλεῖν περὶ τῆς συγκοινωνίας ἐν γένει, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡ Βουλή, ἵνα ποιήσωμαι γενικάς τινας συστάσεις περὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα.
§44ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καιρὸς κατάλληλος εἶναι! Περισσεύουν χρήματα!
§45Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐὰν ἀληθεύῃ, κύριε Πρόεδρε, — καὶ ἀληθεύει δυστυχῶς, διὰ τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης, — ὅτι ἡ συγκοινωνία ἀποτελεῖ τὸ καλλίτερον, τὸ τρανότερον τεκμήριον καὶ τὴν ἀσφαλεστέραν ἀπόδειξιν τῆς προόδου ἑνὸς τόπου, βεβαίως ἡ ἐπαρχία Λαρίσης, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, δὲν δύναται νὰ καυχηθῇ ἐπὶ τοιαύτῃ προόδῳ. Αἱ ὁδοὶ, αἵτινες συνδέουσι τὴν Λάρισαν πρὸς τὰ διάφορα ἄλλα κέντρα τῆς Θεσσαλίας, εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τὴν ἀρχέγονον, εἰς τὴν φυσικὴν, οὕτως εἰπεῖν, κατάστασιν, ἐκτὸς ὀλίγων ὁδῶν, ἀλλὰ καὶ τούτων ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, μετὰ τὰς τελευταίας μάλιστα πλημμύρας, ὥστε καθίσταται ὅλως ἀδύνατον νὰ συντελεσθῇ δι’ αὐτῶν ἡ συγκοινωνία τῆς Λαρίσης πρὸς τὰ λοιπὰ κέντρα τῆς Θεσσαλίας. Καὶ οὕτως ἔχομεν τὴν ὁδὸν Λαρίσης–Τρικκάλων, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀνάγκας τεσσάρων ὅλων ἐπαρχιῶν, ἤτοι τῶν ἐπαρχιῶν Λαρίσης, Τρικκάλων, Καρδίτσης καὶ Καλαμπάκας. Καίτοι δ’ ἐξυπηρετεῖ τόσας ἐπαρχίας ἡ ὁδὸς αὕτη, ἐν τούτοις εἶναι ἀδύνατος ἡ δι’ αὐτῆς συγκοινωνία, ἰδίᾳ ἐν ὥρᾳ χειμῶνος. Ἡ ὁδὸς αὕτη διακόπτεται εἰς τι σημεῖον, παρὰ τὸ Κουτσόχερον, ὑπὸ τοῦ Πηνειοῦ ποταμοῦ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπῆρχε γέφυρα, ἀλλὰ τὸ ἰσχυρὸν ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ, ἐξογκωθὲν πρό τινων ἐτῶν, παρέσυρε τὴν γέφυραν, καὶ ἔκτοτε ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν δύο τούτων σημείων ἐνεργεῖται διὰ πορθμείου! Τί οἱ ταξειδεύοντες διὰ τοῦ πορθμείου τούτου ὑποφέρουσιν, εἶναι ἀπερίγραπτον. Χαίρω μάλιστα, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δυνάμενον νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τοῦτο. Πλὴν τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχουσιν οἱ διὰ τοῦ πορθμείου τούτου διερχόμενοι τὸν Πηνειὸν, ἐμπιστευόμενοι μόνον εἰς τοὺς βραχίονας τοῦ πορθμέως καὶ εἰς λεπτὸν σχοινίον, βλέπουσι, καθ’ ἣν στιγμὴν διαπλέουσι τὸν Πηνειὸν, ἐντὸς τοῦ πορθμείου ἀναμὶξ ἀνθρώπους, ζῷα, κάρρα, ἐμπορεύματα διάφορα κλπ. Ἐντεῦθεν δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, Κύριοι, ποίους κινδύνους διατρέχουσι, ποίας δυσκολίας δοκιμάζουσι. Καὶ βεβαίως αἱ δυσκολίαι αὗται πολλαπλασιάζονται εἰς βαθμὸν καταπληκτικὸν μετὰ βροχὰς, καὶ ἑπομένως μετὰ πλημμύρας, ὅτε ὁ κίνδυνος εἶναι ἀμεσώτερος, διότι καὶ κορμοὶ δένδρων, κατερχόμενοι ἐκ τῶν ὑψηλοτέρων μερῶν τοῦ Πηνειοῦ, καὶ σκελετοὶ γεφυρῶν, παρασυρόμενοι ὑπὸ τῶν ὑδάτων, παρέχουσι τὸν φόβον νὰ προσκρούσωσιν εἰς τὸ διαπλέον τὸν ποταμὸν πορθμεῖον, ὅπερ ἢ διαρρηγνύουσι, καὶ τότε βεβαίως οἱ ἐπιβαίνοντες θέλουσι καταποντισθῆ, ἢ ἀποσπῶσιν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ πορθμέως κοπτόμενον τὸ λεπτὸν ἐκεῖνο σχοινίον, καὶ οὕτως οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ πορθμείου παρασύρονται ὑπὸ τοῦ ῥεύματος εἰς τὴν γέφυραν τῆς Λαρίσης. Ἀλλὰ τὸ χειρότερον εἶναι, ὅτι οἱ τοσαῦτα ὑφιστάμενοι μαρτύρια, ἵνα διαπεραιωθῶσιν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σημείου τῆς μιᾶς ὄχθης εἰς τὴν ἑτέραν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ, πληρώνουσι καὶ ἁδρότατα, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλλωσι πορθμεῖα, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν κανονίζεται κατὰ βούλησιν, καὶ ἄνευ ἐλέγχου τινὸς, ὑπὸ τοῦ πορθμέως. Τοιουτοτρόπως κατὰ τοὺς πέντε μῆνας τοῦ ἔτους ἡ Λάρισα εὑρίσκεται ἐν τελείῳ ἀποκλεισμῷ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁμαξιτὴν συγκοινωνίαν, πρὸς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβῇ τις δι’ ἁμάξης ἢ νὰ μεταφέρῃ ἐμπορεύματα, δημητριακοὺς καρποὺς ἢ ἄλλα πράγματα δι’ ἁμάξης ἢ κάρρου εἰς τὰ Φάρσαλα, τὴν Καρδίτσαν καὶ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας. Εἶναι ὡσαύτως ἀδύνατον, καὶ ἰδίως κατὰ τὰς ἐποχὰς τῶν βροχῶν, νὰ μεταβῇ τις ἐφ’ ἁμάξης ἢ νὰ μεταφέρῃ ἐμπορεύματα ἢ ἄλλα προϊόντα εἴτε πρὸς τὰ Τρίκκαλα, εἴτε πρὸς τὸν Βόλον, εἴτε πρὸς τὸ Τσάγεζι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ Λάρισα συνδέεται πρὸς τὰ κέντρα ἐκεῖνα σιδηροδρομικῶς, καὶ αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς ἐξοικονομοῦνται διὰ τοῦ μέσου τούτου τῆς συγκοινωνίας, ὡς καὶ αἱ τῶν ἐπαρχιῶν τούτων. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οἱ ἀγρόται τοῦ δήμου Κραννῶνος, τοῦ γειτονεύοντος πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Καρδίτσης, οἱ δημόται τῶν δήμων Ἀρμενίου, Συκουρίου καὶ Ὀγχήστου, οἱ ὁποῖοι συγκοινωνοῦσι πρὸς τὸν Βόλον, οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Φακίου, συγκοινωνοῦντες πρὸς τὰ Φάρσαλα, δὲν ἔχουσι συμφέρον νὰ μεταβαίνωσι σιδηροδρομικῶς πρὸς τὰ κέντρα ἐκεῖνα, ἐξ ἀντιθέτου δ’ ἔχουσι λόγους νὰ προτιμῶσι, καὶ προτιμῶσι νὰ ῥίπτωσιν ἐπὶ τῶν κάρρων αὐτῶν ἓν φορτίον σίτου ἢ ἄλλου προϊόντος ἢ δημητριακῶν καρπῶν, καὶ νὰ μεταφέρωσιν αὐτὰ εἰς τὰς ἀγορὰς τῶν πόλεων ἐκείνων, διότι διὰ τοῦ μέτρου τούτου κερδίζουσι τό τε ἀγώγιον, καὶ τὰ κόμιστρα τοῦ σιδηροδρόμου, τὰ ὁποῖα, προκειμένου περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας, εἶναι ἀρκετὰ βαρέα...
§46Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Τὰ βαρύτερα κόμιστρα εἶναι τὰ πληρωνόμενα εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμου Θεσσαλίας.
§47Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Βεβαίως. Καὶ ὅτι εἶναι τὰ βαρύτερα κόμιστρα τὰ πληρωνόμενα εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Θεσσαλίας, ἐξάγεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι πάντες οἱ ἔμποροι τῶν πόλεων Λαρίσης, Τυρνάβου καὶ Ἁγυιᾶς, ἢ οἱ ἀγοράζοντες προϊόντα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, τὰ ἐμπορεύματα ἐκείνων καὶ τὰ προϊόντα τούτων προτιμῶσι νὰ μεταφέρωσι διὰ κάρρων, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, διότι τὰ ἔξοδα τῆς διὰ κάρρων μεταφορᾶς εἶναι πολὺ εὐθηνότερα, εἶναι πολὺ μικρότερα τῶν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐνῷ λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπικοινωνία τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας πρὸς τὴν Λάρισαν, καὶ τοιαύτη συνεχὴς καὶ ἐμπορικὴ κίνησις καὶ συναλλαγὴ διενεργεῖται μεταξὺ τῶν πόλεων ἐκείνων, ἐν τούτοις οὐδεμία ἁμαξιτὴ ὁδὸς συνδέει τὰ κέντρα ταῦτα πρὸς τὴν Λάρισαν! Συμβαίνει μάλιστα καί τι περίεργον, προκειμένου περὶ τῶν εἰς Λάρισαν ἀγουσῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, περίεργον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε, κύριοι συνάδελφοι. Ἀπὸ τοῦ Βόλου ὑπάρχει τμῆμα ὁδοῦ, τῆς ὁδοῦ Βόλου–Λαρίσης, κατασκευασθὲν πρὸ πολλῶν ἐτῶν — δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσων. — Τὸ τμῆμα τοῦτο φθάνει μέχρι τῶν συνόρων τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, καὶ ἐκεῖ σταματᾷ. Ἀπὸ τῶν Φαρσάλων ὑπάρχει ἐπίσης τμῆμα τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Φαρσάλων–Λαρίσης, τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἐξικνεῖται μέχρι τῶν συνόρων τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, καὶ ἐκεῖ ἐπίσης σταματᾷ. Ἀπὸ τῆς Καρδίτσης καὶ ἐκ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Καρδίτσης–Λαρίσης ὑπάρχει ἐπίσης τμῆμα ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, τὸ ὁποῖον φθάνει μέχρι τοῦ χωρίου Κουτσαρί, ὁρίου τῶν ἐπαρχιῶν Καρδίτσης καὶ Λαρίσης, καὶ ἐκεῖ σταματᾷ. Περίεργον ἀληθῶς σύμπτωμα, ὡσανεὶ καθ’ ἣν στιγμὴν κατεσκευάζοντο αἱ ὁδοὶ αὗται ἡ Λάρισα εἶχε χαρακτηρισθῆ ὡς πανωλόβλητος ἢ χολερόβλητος, καὶ ἐσταμάτων αὗται ἀκριβῶς εἰς τὰ ὅρια τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς ὁποίας δὲν ἐτόλμων νὰ εἰσχωρήσωσι. Βεβαίως ἡ Λάρισα δὲν ὑπῆρξε πανωλόβλητος, ἀλλ’ ὑπῆρχον ὁ κύριος Καρτάλης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βόλου, ὁ κύριος Ἀστεριάδης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φαρσάλων, ὁ κύριος Τερτίπης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης, καὶ ταῖς συστάσεσι καὶ ἐνεργείαις τούτων ἐπετεύχθη ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν ἐντὸς τῶν ἐπαρχιῶν τῶν πολιτευομένων τούτων. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι μόνον ἡ κατάστασις τῶν ὁδῶν τοιαύτη, ὥστε νὰ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν μετὰ τῆς Λαρίσης συγκοινωνίαν. Καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων συντετελεσμένων ὁδῶν ὑπάρχουσιν ἀνωμαλίαι πολλαί. Οὕτως ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Λαρίσης–Τυρνάβου ὑπάρχουσι δύο γέφυραι ξύλιναι, τὰς ὁποίας κατ’ ἔτος ἐπισκευάζουσι· δύναμαι μάλιστα νὰ βεβαιώσω, ὅτι αἱ ἐτήσιαι δαπάναι πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ξυλίνων τούτων γεφυρῶν ἴσως εἶναι πολλαπλάσιαι ἤδη τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία θ’ ἀπῃτεῖτο, ἐὰν αἱ γέφυραι αὗται κατεσκευάζοντο ἐκ χάλυβος. Ἐν τούτοις, παρ’ ὅλας τὰς ἐπισκευὰς, αἱ ὁποῖαι γίνονται τακτικῶς κατ’ ἔτος, πάντοτε ἡ συγκοινωνία διακόπτεται ἐν οἱαδήποτε ἐποχῇ τοῦ ἔτους· εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια ταχίστη, ὅπως ἐπιδιορθωθῶσιν αἱ γέφυραι αὗται, διότι εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς, ἥτις συχνάζεται πλειότερον ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης καὶ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, διατελούντων ἐν καθημερινῇ κοινωνικῇ καὶ ἐμπορικῇ συναφείᾳ, ὅσον μετ’ οὐδεμιᾶς ἄλλης πόλεως, ὡς αἱ Ἀθῆναι πρὸς τὸν Πειραιᾶ. Μετὰ τὰς τελευταίας μάλιστα βροχὰς καὶ πλημμύρας, ἐξογκωθέντων τῶν ὑδάτων τοῦ Πηνειοῦ ποταμοῦ, ἐβεβαιώθη, ὅτι καὶ αἱ γέφυραι αὗται δὲν ἔχουσι τὸ ἀπαιτούμενον ἄνοιγμα, ὅπως ἐλευθέρως ἐκρέωσι δι’ αὐτῶν τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα, ἐκχειλίζοντα ἐκ τοῦ Πηνειοῦ, κατακλύζουσι τὰς συνοικίας τὰς πέραν τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης αὐτοῦ, ἤτοι τὰς συνοικίας Πέρα Μαχαλᾶ καὶ Κιόσκι. Καὶ βεβαίως τὰ ὕδατα ταῦτα ἤθελον ἐπιφέρει μεγίστας καταστροφὰς, ἐὰν οἱ κάτοικοι τούτων δὲν εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ προφυλαχθῶσιν ἐγκαίρως δι’ ἑνὸς προχώματος, τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει εὐτυχῶς τὰ ὕδατα νὰ εἰσέρχωνται ἐντὸς τῶν συνοικιῶν τούτων. Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς, κύριε Πρόεδρε, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία τῆς ἰδιαιτέρας μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ ὁδὸς Λαρίσης–Τσάγεζι. Ἡ ὁδὸς αὕτη διασχίζει τὴν πάλαι ποτὲ Νεσσωνίδα λίμνην, νῦν δὲ Καρατσαῒρ καλουμένην. Ἐνταῦθα ἀναβλύζουσι καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ ἔτους ἄφθονα ὕδατα, τὰ ὁποῖα μετὰ τὰς βροχὰς καθιστῶσι τὰ μέρη ἐκεῖνα τελματώδη ἐπὶ ἐκτάσεως τριῶν περίπου χιλιομέτρων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συμβαίνει, ὥστε κατὰ τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς κατακλύζεται ἡ ἔκτασις ἐκείνη, οἱ κάτοικοι τῶν δήμων Νέσσωνος καὶ Ἀμπελακίων τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, οἱ κάτοικοι τῶν δήμων Γόννων καὶ Ὀλύμπου τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, καθὼς καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Εὐρυμενῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς εὑρίσκονται ἐντελῶς ἀποκεκλεισμένοι πάσης συγκοινωνίας. Πᾶσαι αἱ συναλλαγαὶ σταματῶσιν, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τῶν πληθυσμῶν τῶν δήμων τούτων, πᾶσα κίνησις, πᾶσα μεταφορά. Ἀλλὰ πλὴν τῶν λόγων τούτων νομίζω ὅτι περὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης πρέπει νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα φροντὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης εὑρίσκονται τὰ περίφημα Τέμπη, πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν ὁποίων κατ’ ἔτος μεταβαίνουσι πολλοὶ ξένοι. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι πολλάκις συνῃσθάνθην ἐθνικὴν προσβολὴν, διότι τινὲς ἐκ τῶν ξένων τούτων, μετὰ λεπτότητος μὲν, ἀλλὰ καὶ ἀρκετὰ ἐνδεικτικῶς, μοὶ ἐξεδήλωσαν τὰ παράπονά των καὶ τὴν μεταμέλειάν των, διότι, ἀγνοοῦντες τὴν ἐλεεινότητα τῆς συγκοινωνίας ταύτης, ἀπεφάσισαν νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰ γνωστὰ Τέμπη, ἵνα ἀποθαυμάσωσι τὰ μοναδικὰ ταῦτα τοπία, τὰ συνδυάζοντα ἁρμονικῶς τὸ μεγαλεῖον τῆς φύσεως πρὸς τὴν ἀγριότητα. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι πάσας τὰς συστάσεις ταύτας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὑποβάλω ἰδιαιτέραν περὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν ὁδῶν τούτων σημείωσιν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν, καὶ διατάξῃ νὰ συμπληρωθῶσι καὶ συντελεσθῶσιν αἱ ὁδοὶ αὗται, τὴν κατασκευὴν τῶν ὁποίων ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἤρξατο, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε νὰ περατώσῃ. Πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Βόλου, Ἁγυιᾶς καὶ Τυρνάβου, τῶν γειτονικῶν ἐπαρχιῶν, ὧν τὸ συμφέρον κοινὸν, θὰ σπεύσωσι νὰ ἑνώσωσι τὰς παρακλήσεις αὐτῶν, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ συγκοινωνία, τῆς ὁποίας πᾶσαι αἱ τάξεις, καὶ ἰδιαιτέρως ἡ ἀγροτικὴ καὶ ἡ γεωργικὴ, ἔχουσι μεγίστην ἀνάγκην, καθόσον, κατακλυζομένων τῶν ὁδῶν ὑπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ Πηνειοῦ καὶ ἄλλων χειμάρρων, καθίσταται ἡ συγκοινωνία ἐντελῶς δύσκολος, ἐντελῶς προβληματική. Ταύτας, Κύριοι, τὰς συστάσεις εἶχον καθῆκον νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν αὗται ὑπ’ ὄψιν.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε σχετικὸν σημείωμα.
§49Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Μάλιστα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σάκκης κατέθηκε ψήφισμα τοῦ Ἐμπορικοκτηματικοῦ Συλλόγου Πύλου, παρακαλοῦντος νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος. Τὸ ψήφισμα τοῦτο ἀπεστάλη τηλεγραφικῶς καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Πυλίας κ. κ. Μισυρλῆν καὶ Καράπαυλον.
§51ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος σαφέστατα ἐξέθεσε πῶς γίνεται ἡ συγκοινωνία εἰς τὰ περίχωρα τῆς Λαρίσης. Ἐγὼ προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ τῆς τελευταίας ὁδοῦ, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι μία ἐπαρχία δέον νὰ λαμβάνηται περισσότερον ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ ἑτέραν· ἀλλ’ ἡ ὁδὸς ἀπὸ Λαρίσης εἰς Τσάγεζι ἔχει τριπλοῦν, δύναμαι νὰ εἴπω, σκοπόν. Πρῶτον, ὅτι συνδέει πολλὰς ἐπαρχίας, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, δεύτερον διότι καλὸν εἶναι, ἵνα οἱ ἐρχόμενοι ἐκεῖ ξένοι φεύγωσιν ἀποκομίζοντες καλὰς ἐντυπώσεις, καὶ τρίτον διότι ἡ ὁδὸς ἀπὸ Λαρίσης εἰς Τζάγεζι εἶναι ὁδὸς, ἡ ὁποία ἔχει χαρακτηρισθῆ ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς ὡς ὁδὸς ἐθνική. Εἶναι δυστυχῶς ἡ μόνη ὁδὸς, ἡ ὁποία συνδέει τὸ παραθαλάσσιον μέρος τοῦ κόλπου τῆς Κασσάνδρας μὲ τὴν Θεσσαλίαν. Δυστυχῶς δὲν ἔχει ἐπιτευχθῆ ἡ κατασκευὴ τῆς ἑτέρας ὁδοῦ, τῆς ἀγούσης ἐξ Ἁγιοκάμπου εἰς Λάρισαν, οὔτε δύναμαι νὰ ἀπαιτήσω, ὑπὸ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας, νὰ γείνῃ ἀμέσως. Ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι προσέτι μεγάλης στρατηγικῆς σημασίας· εἶναι ἡ ὁδὸς, ἡ ὁποία ἐν περιπτώσει εἰσβολῆς τῶν Τούρκων εἰς Θεσσαλίαν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀποβίβασιν στρατοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τὸ παρὸν δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ αὐτῆς, διότι αὕτη θὰ στοιχίσῃ πάμπολλα. Εἶναι ὅμως καὶ ἡ ἄλλη ὁδὸς ζήτημα σπουδαῖον, διότι αὕτη κατεσκευάσθη ἐπιπολαίως καὶ δὲν ἐπισκευάζεται. Αἱ ἐλλείψεις τῆς ὁδοῦ δὲν δύνανται νὰ διορθωθῶσιν ἄνευ ἐκβραχισμοῦ, διότι ὑπάρχει τὸν χειμῶνα ὁρμητικώτατον ῥεῦμα, καὶ ὁλόκληρος ἡ ὁδὸς εἶναι ἐντὸς τοῦ ὕδατος· εἶδον δὲ τοῦτο, περιοδεύων κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅτε πολλάκις εἰσέδυσεν ὕδωρ καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς ἁμάξης, ἧς ἐπέβαινον, κινδυνεύει δέ τις νὰ πνιγῇ ἐκεῖ, διότι ἐκεῖ ὁ Πηνειὸς εἶναι ὁρμητικώτερος καὶ μάλιστα σχηματίζει καὶ στροβίλους. Θὰ ἔχῃ ὅμως καὶ ἄλλην σημασίαν ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι πρὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὰ Τέμπη εἶναι πολλὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Πηνειὸς ἐκχειλίζει· διορθουμένης δὲ τῆς ὁδοῦ καὶ κατασκευαζομένων προχωμάτων θὰ ἐμποδίζωνται τὰ ὕδατα τοῦ Πηνειοῦ νὰ ἐκχειλίζωσιν εἰς αὐτὸ τὸ μέρος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διαφόρους γνωμοδοτήσεις τῶν κατὰ καιροὺς νομομηχανικῶν Λαρίσης περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Λαρίσης εἰς Τσάγεζι, διότι οἱ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς νομομηχανικοὶ δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὁδοῦ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ δαπανηθῶσιν ἀρκετὰ ποσά, πρέπει νὰ προτιμηθῇ ὡς κατάλληλος ἡ καλλιτέρα γνώμη.
§52ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀναγραφῇ ἀνάλογος πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τρέχοντος ἔτους πρὸς ἀνέγερσιν κρηπιδώματος παρὰ τὴν κοίτην τοῦ ἐν Ἄργει χειμάρρου Χαράδρου ἢ Ξηριᾶ ἕνεκεν τῶν ἑξῆς ἀξίων μελέτης λόγων, εἰς οὓς δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχή. Πρὸ δεκαετίας περίπου ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Πελοποννήσου, ἔχουσα ἀνάγκην νὰ ἐπισκευάσῃ τὴν παρὰ τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους σιδηροδρομικὴν γραμμήν, προέβη εἰς ἀφαίρεσιν χαλικίων καὶ ἄμμου ἐκ τοῦ μέρους τοῦ μεταξὺ τοῦ χειμάρρου τούτου καὶ τῆς πόλεως Ἄργους, εἰς πλησιεστάτην ὅμως ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ χειμάρρου τούτου. Ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως δὲ ταύτης τῶν χαλικίων καὶ ἄμμου ἀνεῴχθη λάκκος μακρός, καὶ τὰ ὕδατα τοῦ χειμάρρου τούτου ἐκ τῆς ὁρμητικότητος αὐτοῦ ὑπέσκαψαν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ μέρος τὸ διαχωρίζον τὴν κοίτην ἀπὸ τοῦ ἀνορυχθέντος λάκκου, κατὰ μῆνα δὲ Νοέμβριον τοῦ 1902 κατέπεσε τὸ φυσικὸν αὐτὸ τοίχωμα, καὶ ἐστράφησαν τὰ ὕδατα αὐτοῦ πρὸς τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους, ἀλλάξαντα κοίτην, ὡς ὄντος τοῦ ἐδάφους πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἀνορυχθέντος λάκκου λίαν χαμηλοῦ. Καὶ μέχρι μέν τινος σημείου ἠκολούθησαν τὰ ὕδατα τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμήν, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἦτο ὑπερύψηλος, κατωτέρω ὅμως, ὅπου αὕτη δὲν ὑπερεῖχε πολὺ τοῦ ἐδάφους, ὑπερεπήδησαν ταύτην, καὶ ἐστράφησαν πρὸς τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους, κατακλύσαντα δύο συνοικίας αὐτῆς, καὶ προξενήσαντα μεγάλας καταστροφὰς εἰς τοὺς κατοίκους τῶν συνοικιῶν τούτων. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Ἄργους ἔσπευσαν δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν των νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, τοῦ προελθόντος ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου, ἡ δὲ Κυβέρνησις, προεδρευομένη καὶ τότε ὑπὸ τοῦ νῦν ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπέστειλε συνεργεῖον ἐκ μηχανικῶν, ὅπως κανονισθῇ ὁ τρόπος καὶ ἐξευρεθῶσι τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ προελαμβάνοντο μέλλοντες κίνδυνοι. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν παρέμεινεν ἐπὶ πολὺ ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤρξατο, δὲν ἐπερατώθη. Τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διεδέχθησαν δύο ἄλλαι Κυβερνήσεις, αἵτινες δυστυχῶς ἔδειξαν μεγάλην ἀστοργίαν πρὸς τοὺς κινδυνεύοντας νὰ πνιγῶσι νύκτα τινὰ καὶ ἐν καιρῷ πλημμύρας τοῦ χειμάρρου τούτου κατοίκους τῶν δύο συνοικιῶν τῆς πόλεως Ἄργους, καὶ οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδωκαν εἰς τὰ συγκροτηθέντα τότε συλλαλητήρια καὶ τὰ συνταχθέντα ψηφίσματα τοῦ λαοῦ τοῦ Ἄργους, πλὴν σπασμωδικῶν τινων ἐνεργειῶν, αἵτινες, δύναμαι νὰ εἴπω, ἦσαν ἐντελῶς γελοῖαι. Ἐδόθη δηλαδὴ πίστωσις παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δραχμῶν 2,000, ὅπως γεμισθῶσι σάκκοι ἄμμου, οἵτινες ν’ ἀποτελέσωσιν ἓν τοίχωμα κατὰ τοιούτου χειμάρρου πρὸς παρεμπόδισιν τῆς εἰσβολῆς τῶν ὑδάτων ἐν τῇ πόλει! Ἀλλὰ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἡ διάρκεια τοῦ προχείρου τούτου τείχους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ οὐδ’ ἑβδομάδος πλειότερον, καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ πάλιν ὁ χείμαρρος ἐστράφη κατὰ τὰς πρώτας βροχὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους πρὸς τὴν πόλιν, ἀκολουθῶν τὴν νέαν του κοίτην, ἥτις δυστυχῶς εἶναι ἡ πόλις τοῦ Ἄργους, καὶ εἴχομεν πάλιν νέας καταστροφάς. Ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου, χάριν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς της, ἀνήγειρεν ἓν τοίχωμα διὰ ξηρολίθων, ἀλλὰ καὶ τούτου μέρος κατέπεσε κατόπιν, καὶ ἤδη εὑρίσκονται οἱ συμπολῖταί μου εἰς τὸ ἔλεος τοῦ χειμάρρου τούτου καὶ τοῦ Ὑψίστου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Ἄργους δεῖται μεγαλειτέρας μερίμνης οὐ μόνον παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρὰ πάσης τοιαύτης, διότι εἶναι ὁ μόνος λαὸς ὁ πληρώνων ἀνελλιπῶς τοὺς φόρους του, ὡς ἐπισήμως ἐβεβαιώθη τοῦτο καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, μάλιστα δὲ, κατὰ τὸν ἀναλυτικὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς καθυστερήσεως τῶν φόρων τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, ὁ λαὸς τοῦ Ἄργους φέρεται ὡς καθυστερῶν φόρους 6%, ἐνῷ ἄλλαι ἐπαρχίαι καθυστεροῦσι 50, 60, 70 καὶ μέχρις 85%. Ἂν ὄχι λοιπὸν δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, ἵνα εὑρίσκηται ἐν τῇ ζωῇ ὁ λαὸς οὗτος καὶ μὴ παρασυρθῇ ἡμέραν τινὰ ὑπὸ τοῦ χειμάρρου τούτου πρὸς τὴν θάλασσαν, διὰ τὸν λόγον, λέγω, ἵνα εὑρίσκεται ἐν τῇ ζωῇ καὶ πληρώνῃ τοὺς πρὸς τὸ Δημόσιον φόρους του, καὶ οὐχὶ ἐξ ὑποχρεώσεως ἢ ἐκ φιλανθρωπίας, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἀνεγερθῇ τὸ κτίριον τοῦτο. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν πραγμάτων σήμερον, διότι ἡ ἐπαρχία τοῦ Ἄργους ἔχει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην της, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας δὲν εὑρίσκονται εἰς εὐάρεστον κατάστασιν, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιζητήσῃ μεγάλας δαπάνας διὰ πολλὰ ἔργα· δίκαιον ὅμως εἶναι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι δέον νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς πρόληψιν τῶν ἐπαπειλούντων τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους σοβαρῶν κινδύνων, ἓν δὲ τῶν μέτρων τούτων εἶναι καὶ τὸ κτίριον τοῦτο, διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ὁποίου δὲν ἀπαιτεῖται, νομίζω, μεγαλειτέρα δαπάνη τῶν 25,000 δραχμῶν, ὧν τὸ ἥμισυ πιστεύω ὅτι πολὺ εὐχαρίστως θὰ καταβάλῃ ἡ Ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου χάριν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς σιδηροδρομικῆς της γραμμῆς, πρὸς συντήρησιν τῆς ὁποίας δαπανᾷ καθ’ ἑκάστην οὐκ ὀλίγα ἕνεκα τῆς ἀλλαγῆς τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου.
§53Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἰς τρία σημεῖα τοῦ ποταμοῦ Ἀχελῴου, εἰς τὴν Ῥίγανην, Ποδολοβίτσαν καὶ Κατοχὴν, ὑπῆρχον, κύριε Πρόεδρε, τρία δημόσια πορθμεῖα. Τὰ πορθμεῖα ταῦτα πρὸ εἴκοσι περίπου μηνῶν συγχρόνως κατεστράφησαν. Δὲν ἠξεύρω πῶς, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατεσκεύασε σιδηρᾶ τοιαῦτα, ἵνα μὴ καταστρέφωνται. Ταῦτα ὅμως κατὰ τὸν πλοῦν κατεβυθίσθησαν παρὰ τὴν Σαλαμῖνα. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδεμία μᾶς ἐδόθη πληροφορία περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν δηλαδὴ θὰ κατασκευάσῃ ἄλλα, ἢ θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνέλκυσιν τῶν καταβυθισθέντων· ἐν τούτοις ἡ συγκοινωνία σήμερον εἶναι ἐντελῶς διακεκομμένη, διότι μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ κατασκευασθῶσι δημόσια πορθμεῖα, ἰδιῶται δὲν ἐπιλαμβάνονται τῆς κατασκευῆς τοιούτων, καὶ, ὡς γνωρίζετε, ὁ Ἀχελῷος, ἂν μὴ ἦναι ὁ μεγαλείτερος ποταμὸς τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ὅμως ἐκ τῶν μεγίστων ποταμῶν αὐτῆς, ἡ δὲ συγκοινωνία γίνεται διὰ πορθμείων, διότι ἡ γέφυρα τοῦ Ἀχελῴου, ἡ παρὰ τὴν Σπολαΐταν, κεῖται πολὺ ὑψηλὰ, καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖται δι’ αὐτῆς ἡ συγκοινωνία ἐκείνων τῶν μερῶν. Ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν ἀνέλκυσιν, ἐὰν δύνανται νὰ ἀνελκυσθῶσι, τῶν παρὰ τὴν Σαλαμῖνα καταβυθισθέντων πορθμείων, ἢ τὴν κατασκευὴν ἄλλων πορθμείων, διότι ἡ συγκοινωνία τῶν μερῶν ἐκείνων πολὺ ζημιοῦται, τώρα μάλιστα, ὁπότε μελετᾶται ἡ κατάργησις τοῦ Δικαστηρίου.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατεβυθίσθησαν παρὰ τὴν Σαλαμῖνα;
§55Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μάλιστα. Καὶ εἶναι πολὺ ἀναγκαῖα.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ γνωρίζω. Ἐγὼ διέβην τὸν Ἀχελῷον διὰ πορθμείου.
§57Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὸ γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι πορθμεῖα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πλευσθῇ ὁ ποταμὸς ἐκεῖνος.
§58ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, ὅτι ἡ συγκοινωνία ἀποτελεῖ ἕνα τῶν σπουδαιοτέρων παραγόντων τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως παντὸς τόπου. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἁπανταχοῦ σχεδὸν τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς τοιαύτη. Ἀλλ’ ἡ ἐπαρχία, ἥτις πλειότερον, δύναμαι νὰ εἴπω, πάσης ἄλλης ὑποφέρει ἐκ τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας, εἶναι ἡ ἐπαρχία ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, διότι ἡ ἐπαρχία Τρικκάλων οὐ μόνον στερεῖται ὁδῶν, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ ἀτύχημα νὰ διαβρέχηται ὑπὸ πολλῶν ποταμῶν, καθιστώντων ἀδιάβατον τὴν χώραν ἐν ὥρᾳ χειμῶνος ἰδίᾳ. Λέγω δὲ ὅτι ἔχει τὸ ἀτύχημα, ἐνῷ εὐτύχημα μᾶλλον ἔδει νὰ θεωρηθῇ ἡ ὕπαρξις ποταμῶν, διότι τὰ ὕδατα αὐτῶν ἐχρησίμευσαν καὶ χρησιμεύουσι μέχρι σήμερον οὐχὶ πρὸς ὠφέλειαν, ἀλλὰ πρὸς ζημίαν καὶ καταστροφὴν τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ ἐκ νέου τὸ προσῆκον νομοσχέδιον διὰ τὴν κατασκευὴν ἀναχώματος ἐπὶ τοῦ Πορταϊκοῦ ποταμοῦ, ὅστις μεγάλας μέχρι τοῦδε ἐπήνεγκε καταστροφὰς, ἀπειλεῖ δὲ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ χωρίον Πόρταν, ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου καὶ τῆς ἀστυνομίας Αἰθίκων, καθὼς καὶ τὰ παρακείμενα αὐτῷ. Ἐπίσης θερμὴν ὑποβάλλω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παράκλησιν, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν κατασκευὴν γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ, παρὰ τὸ χωρίον Διάλεσι. Εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὁ ποταμὸς μεταβαλὼν κοίτην παρέσυρεν οἰκίας, καὶ κατέστρεψε μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν καλλιεργημένων, ἀπέκλεισε δὲ ἐξ ὁλοκλήρου καὶ τὸ εἰρημένον χωρίον Πόρταν καὶ πολλὰ ἄλλα παρακείμενα, ὧν οἱ κάτοικοι, ἐν ὥρᾳ χειμῶνος ἰδίᾳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκοινωνῶσι μὲ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι Βουλευταὶ, στερούμεθα γεφυρῶν, δὲν ἔχομεν ἐν ταὐτῷ καὶ ὁδοὺς, καὶ ἕνεκα τούτου ὄχι μόνον τὰ προϊόντα τῶν ἀγροτῶν δὲν εὑρίσκουσι διέξοδον πρὸς κατανάλωσιν, ἀλλὰ κινδυνεύει κυριολεκτικῶς καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἐπιχειρούντων νὰ μεταβῶσιν ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, ἢ νὰ ἔλθωσι πρὸς τὴν πόλιν. Ἤρξατο ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἡ κατασκευὴ δύο ὁδῶν, τῆς ὁδοῦ Τρικκάλων–Πόρτας καὶ τῆς Τρικκάλων–Ζοβλανίων, ἀμφοτέρων ἀναγκαιοτάτων καὶ λίαν χρησίμων καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν καὶ ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν. Ἀλλὰ τὰ ἔργα ἐσταμάτησαν, τὰ δὲ κατασκευασθέντα τμήματα πλησιάζουσι νὰ καταστραφῶσιν ἐλλείψει συντηρήσεως. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τοῦ Κράτους ἡμῶν, ἴσως δὲ μὲ ἐλέγξωσί τινες, ὅτι ἀκαίρως προβάλλω ζητήματα τοιαῦτα ἐν στιγμαῖς τοσοῦτον κρισίμοις. Ἀφ’ ἑνὸς ὅμως δὲν πρόκειται περὶ μεγάλων δαπανῶν, μελλουσῶν νὰ βαρύνωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ ἔχομεν δικαιοτάτας διαμαρτυρίας τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύομεν καὶ ἥτις ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας μέχρι σήμερον δὲν ηὐτύχησεν, ἂν ὄχι ἄλλο, νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον γεφύρας ἐπὶ τῶν ποταμῶν, ἵνα συγκοινωνῶσιν οἱ κάτοικοι αὐτῆς, καὶ μὴ πνίγωνται, βυθιζόμενοι μέχρι λαιμοῦ ἐντὸς τῶν ὑδάτων αὐτοὶ καὶ τὰ ζῷά των, ὧν πολλὰ πλειστάκις παρεσύρθησαν καὶ ἀπωλέσθησαν.
§59ΑΝΑΣΤ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ καιροῦ ἐνεκρίθη ἡ κατασκευὴ ἀναγκαιοτάτης ὁδοῦ ἀπὸ Κορίνθου μέχρι Σοφικοῦ. Ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀναγκαία, διότι σπουδαῖα ὄντως ἐπρόκειτο νὰ ἐξυπηρετηθῶσι συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, διότι θὰ συνέδεεν ἡ ὁδὸς αὕτη τοὺς δήμους μετὰ τῆς πρωτευούσης. Ἡ ἐργασία διῃρέθη εἰς τρία τμήματα, καὶ ὄντως συνετελέσθησαν τὰ δύο τμήματα, μένει δ’ ἀνεκτέλεστον τὸ τρίτον τμῆμα. Θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως συντελεσθῇ καὶ τὸ τρίτον τμῆμα, διότι μέχρι τοῦδε ἐδαπανήθησαν 100,000 δραχμαὶ, καὶ αὗται πρόκειται ν’ ἀπολεσθῶσιν, ἂν μὴ συντελεσθῇ καὶ τὸ τρίτον τμῆμα.
§60Ι. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι βεβαίως εὑρισκόμεθα ἐν χαλεπαῖς περιστάσεσιν ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν, ἀλλὰ διότι συναισθάνομαι βαθύτατα τὸ καθῆκόν μου πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν συμπολιτῶν μου, διὰ τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ μεταξὺ Βαρυμπόπης καὶ Σπερχειάδος· διότι, κύριε Πρόεδρε, ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἀθλιωτάτη, καὶ δὴ ἐν καιρῷ χειμῶνος. Οἱ ἄνθρωποι συγκοινωνοῦσι κυριολεκτικῶς διὰ νήξεως, πολλοὶ δὲ εὑρίσκουσι καὶ τὸν θάνατον. Ἐπίσης θὰ ὑποβάλω καὶ δευτέραν παράκλησιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ἀποπερατώσεως τῆς ὁδοῦ Στυλίδος–Ἀχινοῦ, διότι οἱ δῆμοι οἱ ἀνατολικοὶ ἔχουν ἀξιοθρήνητον συγκοινωνίαν. Ἐγκατελείφθησαν εἰς τὴν τύχην των οἱ δῆμοι οὗτοι. Θὰ ὑποβάλω καὶ τρίτην παράκλησιν, περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ μεταξὺ Βαρυμπόπης καὶ Λουτρῶν Πλατυστόμου, ἧς τὸ μῆκος δὲν ὑπερβαίνει τὰ 40 λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν τούτων δὲν ἀπαιτεῖ μεγάλην χρηματικὴν θυσίαν. Προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς ὁδοῦ Βαρυμπόπης–Λουτρῶν Πλατυστόμου, τὸ Δημόσιον ὄχι μόνον δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνας, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας θὰ ἔχῃ καὶ ὠφέλειαν, διότι διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης θὰ παράσχῃ τὰ μέσα τῆς θεραπείας εἰς τοὺς ἐκεῖσε μεταβαίνοντας χάριν τῶν λουτρῶν, καὶ οὕτως, αὐξανομένου ἀναμφιβόλως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λουομένων, συναυξάνεται καὶ τὸ ἐνοίκιον τῶν λουτρῶν, καὶ ἑπομένως ἐντεῦθεν κέρδος θὰ προσπορισθῇ τὸ Δημόσιον, ἀντὶ νὰ ὑποστῇ ζημίαν. Ταῦτα ὑποβάλλω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§62ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συντόμως θὰ ὑποβάλω βραχεῖαν παρατήρησιν ἐπὶ θέματος, ἐφ’ οὗ χθὲς δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἐνεθυμούμην ὅτι ὑπῆρχέ τι, τὸ μὴ ἐκτεθὲν ἐνταῦθα, ἀλλὰ μὴ γινώσκων ὅτι ἡ ὑπόθεσις προέκειτο νὰ συζητηθῇ δὲν εἶχον πρόχειρον τὸ κείμενον. Ἐγένετο λόγος ἱκανὸς χθὲς περὶ τῆς συμβάσεως τῆς Ἰταλικῆς, καὶ ἐλέχθη ὀρθῶς, ὅτι ἐγένετο πρὸς τὴν Ἑλλάδα παράβασις τῶν συμπεφωνημένων, διότι ὑπολογίζονται πρόσθετα τέλη, ἀλλὰ καθ’ ἑρμηνείαν τῆς συμβάσεως τοιαύτην, ὥστε νὰ διαμαρτύρηται μὲν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις περὶ τῆς κακῆς ἑρμηνείας, ἀλλὰ νὰ μὴ δύνηται νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Ἰταλικὴν, ὅτι ἀναφανδὸν παραβαίνει τὴν σύμβασιν. Εὑρισκόμενος ἐν τῇ Βουλῇ καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο ἡ προσωρινὴ αὕτη συμφωνία, ἐν ἔτει 1899, ἐκράτησα τὰ τότε ὑποβληθέντα ἔγγραφα, καὶ συμβουλευθεὶς ταῦτα σήμερον εὑρίσκω, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ν’ ἀφήσῃ ἀκατάγγελτον σύμβασιν, ἐν ᾗ ἄμεσος γίνεται ἡ παραβίασις ὑπάρχοντος ῥητοῦ ὅρου, ὅστις ἀπαγορεύει τὰ πρόσθετα τέλη. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου. Καίτοι δὲ καὶ αὐτὸ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως ἀρκεῖ, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι ἔχομεν ἐκ ῥητοῦ ὅρου τῆς συμβάσεως τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν νὰ μὴ ἐπιβάλλωνται τέλη πρόσθετα εἰς τοὺς οἴνους τοὺς ἑλληνικούς, καίτοι τοῦτο, λέγω, ἀρκεῖ, ἐν τούτοις ἔρχεται ἐπιπροσθέτως ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις λέγει, ὅτι ῥητῶς τοῦτο συνεφωνήθη μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας...
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει ὅρος.
§64ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ὅρος, ἀλλὰ καὶ ἔκθεσις ἱστορικὴ τῶν πραγμάτων, ἥτις λέγει διὰ ποῖον λόγον ἐτέθη οὗτος ὁ ὅρος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ λοιπὸν ἡ Βουλὴ, προκειμένου τόσον σπουδαίου πράγματος, ποδοπατήσεως τοῦ συμβατικοῦ δικαίου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ πανηγυρικῶς συνωμολογημένου, νὰ ἀναγνώσω τὰ σχετικά, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὴν ἄνευ περαιτέρω ἀναβολῆς. Ἐν ἀρχῇ λέγεται ἐν τῇ ὑπουργικῇ ἐκθέσει, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις τῇ 23 Ἀπριλίου 1898 προέβη εἰς καταγγελίαν τῆς συμβάσεως τοῦ 1899. «Ὁ κυριώτερος τῶν ὅρων τούτων (τῆς συμβάσεως) ἦτο ἡ ἐξαίρεσις τῶν ἑλληνικῶν ἐλαίων καὶ οἴνων ἀπὸ τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου καὶ ἡ ὑπαγωγὴ αὐτῶν εἰς τὰ τοῦ γενικοῦ δασμολογίου». Περὶ τῶν οἴνων λέγεται ὅτι ὑποβάλλονται εἰς τέλος λιρῶν ἰταλικῶν 20 καθ’ ἑκατόλλιτρον, ἀντὶ τῶν μέχρι τοῦδε 5,77, καὶ ἐξαιροῦνται τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου. «Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, λέγει ὁ Ὑπουργὸς, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἔλθωμεν εἰς συμφωνίαν. Ὡς ἐκ τούτου ἐπηκολούθησε μακρὰ καὶ δύσκολος διαπραγμάτευσις, ἧς ἕνεκα καὶ ἐπεζητήσαμεν κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τῆς συνθήκης τοῦ 1889 μέχρι τέλους τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους (1899)... Διὰ τῶν προτάσεων αὐτῆς ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔστερξε μὲν τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν ἐλαίων εἰς τὰ τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου τέλη, ἀλλ’ ὥρισε διὰ τοὺς ἑλληνικοὺς οἴνους δασμὸν εἰσαγωγικὸν λιρῶν ἰταλικῶν 12, ἐφ’ ὅσον οἱ οἶνοι οὗτοι δὲν ἤθελον ὑπερβαίνει τοὺς 12 βαθμοὺς οἰνοπνεύματος· πέραν τούτου ἤθελον ὑποβάλλεσθαι εἰς ἐπιπρόσθετα τέλη λιρῶν 1,80 κατὰ βαθμὸν οἰνοπνεύματος. Τῆς παραδοχῆς τῶν νέων τούτων ὅρων ἀποβαινούσης ἡμῖν ἀδυνάτου, διότι ὁ ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν οἴνων διαφορικὸς δασμὸς λιρῶν 12 εἶναι καὶ πάλιν ἀπαγορευτικός... ἠτησάμεθα τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἐπὶ τῶν οἴνων συμβατικοῦ δασμολογίου λιρῶν 5,77 μέχρι 1 Ἰανουαρίου 1904» — ὅτε ἔληγον καὶ αἱ πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη ἰταλικαὶ συμβάσεις. — «Ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη δυστυχῶς... δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως... Οὐχ ἧττον... ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, παραιτηθεῖσα πασῶν τῶν ἄλλων ἀξιώσεων αὐτῆς, ἐν αἷς καὶ τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἐπιπροσθέτου τέλους εἰς οἶνον περιέχοντα οἰνόπνευμα πλέον τῶν 12 βαθμῶν, προτείνει ἡμῖν τὴν συνομολόγησιν προσωρινῆς συμφωνίας, δι’ ἧς ἐξασφαλίζεται ἀμφοτέραις ταῖς χώραις τὸ πρώην καθεστώς, ἐξαιρέσει τῶν ἑλληνικῶν οἴνων, οἵτινες θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι ἐν Ἰταλίᾳ εἰς εἰσαγωγικὸν δασμὸν 12 λιρῶν καθ’ ἕκαστον ἑκατόλλιτρον.» Καὶ ἔρχεται τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον λέγει εἰς κακὰ Γαλλικά, ἀλλὰ καὶ ἐν μεταφράσει, ἥτις, καίτοι δὲν εἶναι κατὰ λέξιν, ὅμως εἶναι σαφὴς (ἀναγινώσκει): «Article 2. Le vin grec en fûts et en futailles paiera à l'entrée en Italie un droit de douane de lire 12 au lieu de lire cinq soixante dix-sept, restant pour les surtaxes soumis au régime actuel.» Καθ’ ὃν χρόνον συνωμολογεῖτο ἡ προσωρινὴ σύμβασις δὲν ὑπῆρχον πρόσθετα τέλη. Λοιπὸν λέγει τὸ ἄρθρον, ὅτι, ὡς πρὸς αὐτά, τὰ πράγματα μένουσιν εἰς ἣν κατάστασιν ἦσαν ὅτε συνωμολογεῖτο ἡ συμφωνία αὕτη. Τοῦτο δὲ λέγει καὶ τὸ ἑλληνικὸν κείμενον, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐν βαρελίοις καὶ βυτίοις ἑλληνικὸς οἶνος θέλει ὑποβάλλεσθαι ἐν Ἰταλίᾳ εἰς εἰσαγωγικὸν δασμὸν 12 ἰταλικῶν λιρῶν, ἀντὶ λιρῶν 5,77, τῶν ἐπιπροσθέτων τελῶν ἐφαρμοσθησομένων ἐπ’ αὐτοῦ καθ’ ἃ καὶ τὴν σήμερον.» Εἰς τοῦ χρόνου ἄρα, καθ’ ὃν συνωμολογεῖτο ἡ προσωρινὴ σύμβασις, εἰς ἐκείνου τοῦ χρόνου τὸ καθεστὼς ἀναφέρεται καὶ ἡ προσωρινὴ αὕτη συμφωνία, ὡς πρὸς τὰ ἐπιπρόσθετα τέλη, ὁρίζουσα ὅτι τὰ ἐπιπρόσθετα τέλη πέραν τῶν 12 λιρῶν δὲν ἐπιβάλλονται, κατὰ τὸ ῥητὸν ἄρθρον τῆς ἕως τότε ἰσχυούσης συμβάσεως, εἰς τὸν οἶνον τὸν περιέχοντα οἰνόπνευμα ὑπεράνω τῶν 15 βαθμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὑπάρχει παρασπονδία, ἀναφανδὸν καταπατουμένου ῥητοῦ ἄρθρου τῆς συμφωνίας, ἥτις συνωμολογήθη μετὰ μακρὰς ἐξηγήσεις, διαμειφθείσας μεταξὺ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας καὶ τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ. Νομίζω ὅτι ἀναβολὴ ἐπὶ πλέον δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ὑπερβαίνει τὸ μέτρον ἡ ἀνοχὴ τῆς Ἑλλάδος.
§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, διότι ἀκριβῶς ὅλα αὐτὰ διετυπώθησαν.
§66ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν κατετέθησαν ἀκόμη.
§67ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Χθὲς μοὶ τὰ ἐζητήσατε.
§68ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν παραπονοῦμαι ὅτι δὲν κατετέθησαν.
§69ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἰδίως, κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχωσιν, ἐπίσημοι σχετικαὶ πληροφορίαι τόσον ὡς πρὸς τὴν ἑλληνικὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰταλικὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι τότε θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἂν συμφέρει ἐξ ἄλλων λόγων ἡ καταγγελία τῆς συμβάσεως ἢ ὄχι· διότι μοὶ ἀντετάχθη πρὸς ὅσα ἐπιχειρήματα ἐγὼ παρέταξα ἐντεῦθεν περὶ τῆς καταστρατηγήσεως τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως αὐτὸς καὶ μόνος ὁ λόγος, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἐκκρεμῆ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μελετήσῃ καλῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὶν ἢ προβῇ ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει εἰς τὴν καταγγελίαν αὐτῆς τῆς συμβάσεως. Ἐγὼ, ὅπως καὶ χθὲς, καὶ σήμερον ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὐχὶ μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον μὲ πολὺ βεβαρημένην τὴν συνείδησιν πρέπει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν καταγγελίαν τῆς συμβάσεως.
§70ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Στατιστικὰς πληροφορίας δύναμαι καὶ σήμερον νὰ σᾶς δώσω, ἀπορρεούσας ἀπὸ τὸ Στατιστικὸν ἡμῶν Γραφεῖον. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ὡμίλησα. Ἄλλας ἐπισήμους πληροφορίας δὲν ἔχω. Τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐκδίδει τὸ παρ’ ἡμῖν Στατιστικὸν Γραφεῖον, ἔχω προχείρους ἀπὸ τοῦ 1900–1904. Αἱ τοῦ 1904 δὲν εἶναι δεδημοσιευμέναι, ἀλλὰ τὰς ἔχω ἐκ τοῦ προχείρου τριμηνιαίου καὶ μηνιαίου δελτίου.
§71Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἔχετε ἐξ Ἰταλίας πληροφορίας.
§72ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐξ Ἰταλίας βεβαίως.
§73Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν συμφέρει ἡ καταγγελία τῆς συμβάσεως.
§74Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως δήποτε αὐτὸ τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμὲς ἀπὸ τοῦ 1904.
§75ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ζήτημα ἔχει ἐγερθῆ πολὺ προτήτερα.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε ἐγίνοντο δυσκολίαι μόνον διὰ τὴν εἰσαγωγήν.
§77Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρῆλθε τόσος χρόνος, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται πλέον ἐνδοιασμὸς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς πορείας, ἣν ὀφείλει καὶ ἔχει δικαίωμα ν’ ἀκολουθήσῃ. Ὅπως σᾶς ἀπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ καταστρατηγήσεως τῆς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως συμβάσεως, ἀλλὰ περὶ φανερᾶς ἀθετήσεως, ὑπερβαινούσης καὶ τὰ ὅρια τὰ καταληπτά. Καὶ ὅταν ἀθετῆται μία σύμβασις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐρωτῶ, εἶναι δεδικαιολογημένη πλέον ἡ ἀνοχὴ τοῦ Κράτους ἐκείνου, τοῦ ὁποίου κατὰ τοιοῦτον τρόπον παραβιάζονται τὰ δίκαια; Διὰ τοῦτο νομίζω,—καὶ ἐλπίζω ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι,—ὅτι ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταφώρου παραβάσεως, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἄλλην βάσιν ἔχει ἢ τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου, δὲν ἐπιτρέπεται πλέον ἐνδοιασμὸς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν.
§78Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§79ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§80Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας συναδέλφου κ. Μισυρλῆ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δέον νὰ ληφθῶσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας τοῦ σχεδίου τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως, τοῦ προτεινομένου ὑπὸ τοῦ κ. Πεσμαζόγλου, ἀπαντῶ, ὅτι τὰ μόνα μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προβῇ μετὰ θάρρους καὶ ν’ ἀποφασίσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὡς τὰ μόνα λυσιτελῆ καὶ ἐπιφέροντα ὁριστικῶς τὴν λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, εἶναι ἡ κατάργησις πάντων τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἤτοι τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως καὶ τοῦ νόμου περὶ λειτουργίας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, θεωρῶ δὲ ὡς ἐπωφελῆ μόνον τὴν διατήρησιν τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς περαιτέρω σταφιδοφυτείας. Καίτοι ἀπροόπτως μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἀναλαμβάνω μετὰ θάρρους νὰ ἀναπτύξω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου, καίπερ διατελῶν ἐν τῇ συναισθήσει, ὅτι πιθανὸν ὑπὸ πολλῶν νὰ παρερμηνευθῇ ἡ γνώμη μου αὕτη, καὶ εἰς πολλοὺς νὰ ἀπαρέσκῃ· ἀλλὰ διατελῶν ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἐπιτελῶ καθῆκον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι ἐξυπηρετῶ τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου καὶ ἐν γένει τὰ τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ, τὸν ὁποῖον καταμαστίζει οἰκονομικὴ δυσπραγία, προβαίνω μετὰ θάρρους, καὶ ἀναλαμβάνω πλήρη τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης μου ταύτης. Προσήκει, Κύριοι, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀλήθειαν, προσήκει μετὰ γενναιότητος νὰ ὑποστηρίξωμεν λυσιτελῆ μέτρα διὰ λαὸν δεινῶς πάσχοντα οἰκονομικῶς ἐκ τῶν ἐφαρμοσθέντων νομοθετικῶν μέτρων, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἀναξιοπαθοῦντα ἕνεκα τῆς ἀστοργίας τῆς Πολιτείας. Προσήκει νὰ ἐκλείψῃ ἡ ψευδὴς καὶ εἰκονικὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἡ ὑφισταμένη μέχρι σήμερον, ἧς ἕνεκα καὶ λαὸς καὶ ἔθνος ἤχθησαν εἰς δυσάρεστον σημεῖον, ἵνα μὴ εἴπω ἀπελπιστικόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδόθη ἀφορμή, καὶ κατ’ ἐπανάληψιν τὸ ζήτημα ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, φρονῶ ὅτι ἔχω καθῆκον, ὄχι πλέον ἀπέναντι τῆς παρεξηγήσεως, ἣν ἤθελον ὑποστῆ, ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μου καὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχω καὶ πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς τὸν λαὸν, φρονῶ, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἀπεριφράστως. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι, ἵνα προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, πρέπει νὰ ἐκλείψωσι τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, πρέπει νὰ πέσωσι...
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως;
§83Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ μέτρον τῆς ἑνιαίας διαχειρίσεως τὸ ἀπεδέχθην καὶ τὸ ἀποδέχομαι, τὸ ὑπεστήριξα δὲ καὶ ἐνώπιον τῆς συνελεύσεως τῶν Βουλευτῶν, εἰς ἣν ἐκλήθησαν οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐκλεγόμενοι. Ἀποδέχομαι τὸ μέτρον τοῦτο, καίτοι δὲν εἶναι κεκανονισμέναι εἰσέτι αἱ λεπτομέρειαι, διότι φρονῶ, ὅτι θὰ βελτιώσῃ τὴν ποιότητα, διότι δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, διὰ τὸν οὐσιωδέστερον δὲ λόγον, διότι θέλει ἀνακόψει σήμερον τὸν ῥοῦν τῆς καταπτώσεως τῶν τιμῶν καὶ προλάβει μεγάλας ζημίας, καίτοι ἔχω πολλὰς ἀμφιβολίας καὶ περὶ τοῦ κινδύνου, ὃν δύναται νὰ διατρέξῃ ἡ Ἑταιρεία ἐν περιπτώσει ὑπερπαραγωγῆς. Δὲν θ’ ἀποφύγωμεν δὲ μετὰ παρέλευσιν οὐχὶ μακροῦ χρόνου τὴν μετάνοιαν τῶν παραγωγῶν λόγῳ τῶν μὴ ἐπαρκῶς ἱκανοποιητικῶν τιμῶν, ἃς προσφέρει ἡ Ἑταιρεία, ὧν ἕνεκεν θέλομεν καὶ πάλιν ἐπανέρχεσθαι εἰς τὴν σκέψιν περὶ νέων μέτρων. Ἐὰν μελετήσητε τὴν ἱστορίαν τῆς σταφίδος ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς της, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ σταφὶς κατὰ χρονικὰ διαστήματα, κατὰ δεκαετίαν περίπου, ὑφίστατο κρίσεις περὶ τὰς τιμὰς αὐτῆς. Ἡ κρίσις ὅμως αὕτη δὲν διήρκει πλέον τοῦ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ὁποίων ἐπανήρχοντο αἱ συνήθεις ἱκανοποιητικαὶ διὰ τοὺς παραγωγοὺς τιμαί. Ποῖον εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως; Ἀπὸ ποίου χρονικοῦ σημείου ἤρξατο ἡ κατάπτωσις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος; ἀφ’ ὅτου ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογὴν τὰ νομοθετικὰ μέτρα, ἀφ’ ὅτου ἤρχισε λειτουργοῦσα ἡ παρακράτησις. Τί δὲ ἄξιον παρατηρήσεως μεγαλειτέρας τυγχάνει ἢ ὅτι ἡ μεγαλειτέρα χρονικὴ περίοδος τῶν μὴ ἱκανοποιητικῶν τιμῶν, καὶ ἡ μεγαλειτέρα χρονικὴ περίοδος, καθ’ ἣν ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἡ κρίσις ἐπὶ τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, εἶναι, ἡ ὡς εἴρηται τελευταία, ἡ τοῦ ἔτους 1895, ἀφ’ ὅτου δηλαδὴ ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νομοθετικῶν μέτρων, καὶ ἥτις διαρκεῖ μέχρι σήμερον, καὶ θὰ διαρκέσῃ ἐν ὅσῳ ὑφίστανται ταῦτα; Ἀπόδειξις ἀναμφισβήτητος, ὅτι ἡ κατάπτωσις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος ὀφείλεται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νομοθετικῶν μέτρων, ἅτινα ἐπήνεγκον καὶ τὴν μεγάλην κρίσιν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι Βουλευταί, νὰ ποιήσωμαι τὴν ἑξῆς παρομοίωσιν. Τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος ὁμοιάζει μὲ τὴν οἰκογένειαν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἀσθενήσῃ προσφιλὲς αὐτῆς μέλος, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἀσθένεια ἦτο παροδική, ἀλλ’ ἡ οἰκογένεια αὕτη εἶχε καὶ ἄλλο ἀτύχημα, νὰ ἀριθμῇ ὡς μέλη αὐτῆς πολλὰς γυναῖκας, αἵτινες, ἀνησυχοῦσαι περὶ τῆς τύχης τοῦ ἀσθενοῦς, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς οἰκογενείας, ἑκόντα ἄκοντα, νὰ καλέσῃ διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ ἀσθενοῦς, οὐχὶ πλέον ἐπιστήμονα ἰατρόν, ἀλλὰ κομπογιανίτην! Εἰς μάτην ὁ ἀτυχὴς οἰκογενειάρχης διαμαρτύρεται, ὅτι δὲν παρουσιάζεται σπουδαῖος λόγος, ἵνα προσκαλέσῃ ἰατρόν, ὅτι ἡ ἀσθένεια εἶναι παροδική, ὅτι ὁ ἀσθενὴς θὰ ἀνακτήσῃ τὴν ὑγείαν του, ὅτι ὁ κομπογιανίτης δὲν εἶναι γνώστης τῆς ἐπιστήμης, ὅτι δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ φάρμακα ἀνεγνωρισμένα πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀσθενοῦς· αἱ διαμαρτυρίαι του ἀποβαίνουσιν εἰς μάτην, ἡ φωνή του εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, διότι αἱ γυναῖκες ἐπιμένουσιν, ὅτι ὁ ἀσθενὴς θὰ ἀποθάνῃ. Ὁ ἀτυχής, κύπτων ὑπὸ τὸ βάρος τῆς πιέσεως τῶν γυναικῶν, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν οἰκογενειακῶν ἐρίδων, δέχεται τὸν κομπογιανίτην. Ἀναλαμβάνει ὁ κομπογιανίτης τὰ ἰατρικά του καθήκοντα ἐπισήμως, καὶ χορηγεῖ τὸ πρὸς θεραπείαν φάρμακον. Ὁποῖον φάρμακον; τὸ φάρμακον τῆς παρακρατήσεως! Εἰς μάτην, ὡς ἐνθυμεῖσθε, αἱ συστάσεις τῶν ἐχεφρονούντων, εἰς μάτην αἱ αὐθεντικαὶ γνῶμαι τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, εἰς μάτην αἱ διαμαρτυρίαι τῶν μετ’ ἐμβριθείας παρακολουθησάντων τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν, ὅτι ἡ παρακράτησις δὲν θὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην τῆς σταφίδος, ὅτι ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ παρακράτησις, τουτέστιν ἡ ἀφαίρεσις τοῦ πλεονάσματος, δὲν ἐπιτυγχάνεται, διότι δὲν εἶναι πραγματικὴ ἡ ἀφαίρεσις, δὲν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν τὸ περίσσευμα, ἵνα ἐναπομένῃ τὸ διὰ τὴν κατανάλωσιν ἀναγκαῖον ποσόν, διότι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφαιρούμενον διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ὡς περίσσευμα προσετίθετο διὰ τῆς ἑτέρας, διότι ἐρρίπτετο τὸ περίσσευμα εἰς τὴν κατανάλωσιν τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας, ἡ δὲ ἐσωτερικὴ βιομηχανία κατηνάλισκεν ἱκανὸν ποσόν, καὶ ἑπομένως οὐδεμία πραγματικὴ ἀφαίρεσις προσεγίνετο ἐκ τῆς καταναλώσεως. Εἰς μάτην ἡ ἀδιασάλευτος γνώμη τῆς ἐπιστήμης τῆς οἰκονομίας, ὅτι εἰς τὰ προϊόντα τῆς φύσεως οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κῦρός του, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων καὶ νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀνθρωπότητος, ὅτι τὰ προϊόντα τῆς φύσεως κανονίζουσιν ἀφ’ ἑαυτῶν ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνθρωπότητος τὴν τύχην των, καὶ ἑπομένως τὴν κατανάλωσίν των. Εἰς μάτην ἀπέβησαν ὅλαι αὗται αἱ συστάσεις καὶ διαμαρτυρίαι. Ὁ κομπογιανίτης εἶχεν ἀποκτήσει σοβαρὰν θέσιν πλησίον τῶν γυναικῶν.
§84Ι. ΣΙΣΙΝΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ κομπογιανίτης;
§85Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Λέγω «κομπογιανίτης», διότι οἱ ἐπιτήδειοι καὶ οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὴν τότε ψυχολογικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ἐμφορούμενοι ὑπὸ χρηστοῦ συνειδότος, παρέπεισαν τὸν πολὺν ἄδολον σταφιδικὸν πληθυσμόν, ὅτι ὡς μόνον μέσον θεραπείας ἔσεται ἡ παρακράτησις, καὶ κατώρθωσαν νὰ ἐξεγείρωσιν αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ἑαυτοῦ ἀντιπροσώπους καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν γένει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἐλεεινοῦ ἐκείνου μέτρου τῆς παρακρατήσεως, εἰς ἣν ὀφείλονται τὰ σημερινὰ λυπηρὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθε μακρὸς χρόνος, καὶ ἡ θέσις τοῦ ἀσθενοῦς ἐπαναλαμβάνεται, μὲ χείρονα σημεῖα δεινότητος τῆς ἀσθενείας, διότι τὸ φάρμακον τῆς παρακρατήσεως ἐδείνωσε τὴν θέσιν τοῦ ἀσθενοῦς. Ὁ κομπογιανίτης εἶχε θέσιν πλέον πλησίον τῆς οἰκογενείας διὰ τῶν δελεαστικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μετῆλθε, καὶ προσφέρει ἕτερον φάρμακον πρὸς τὸν ἀσθενῆ, τὸ φάρμακον τῆς ἀτελοῦς ἐξαγωγῆς τοῦ μιστελίου, τοῦ ἐκ τοῦ παρακρατήματος παραγομένου. Οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, οὔτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἠδύνατο νὰ ἀναχαιτίσῃ τὸ μέτρον τοῦτο. Ἡ τύχη τῶν σταφιδοκτημόνων ἐκρατεῖτο εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κομπογιανίτου, τὸ δὲ μιστέλιον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀπέβη τὸ ἐπιζημιώτερον μέσον ἐπὶ τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, διότι οἱ εἰς τὰ βόρεια κλίματα τῆς Εὐρώπης οἰκοῦντες, οἱ ὄντες ὑποχρεωμένοι νὰ ἀγοράζωσι εἰς οἱασδήποτε τιμὰς τὴν σταφίδα, ἵνα ἀναμιγνύωσι ταύτην μετὰ τῶν ἀτελῶν οἴνων, οἵτινες λόγῳ τοῦ ἐδάφους τοιοῦτοι παράγονται, ἐγκατέλειψαν τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος, διότι παρείχετο εἰς αὐτοὺς εἰς ἐλαχίστας τιμὰς τὸ μιστέλιον, διὰ τὸ ὁποῖον, ὡς ἐννοεῖται, οἱ κατασκευάζοντες αὐτὸ κατηνάλισκον ἐλάχιστα χρηματικὰ ποσὰ διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος καὶ τὴν παρασκευὴν αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον καμμίαν δυσκολίαν μὲ μυθώδη κέρδη νὰ πωλῶσι τὸ μιστέλιον πρὸς αὐτούς. Ἐντεῦθεν ὁ μέγας ἐχθρὸς τῆς σταφίδος, διότι ἡ εὐθηνία τῶν τιμῶν, εἰς ἃς ἠγόραζον οἱ μιστελοποιοὶ τὸ παρακράτημα, ἐγέννησε τὸν μέγιστον ἐχθρὸν τῆς σταφίδος, τὸ μιστέλιον, τὸ ὁποῖον ἀντεμάχετο τὴν σταφίδα ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως. Παρουσιάζεται ὡς τελευταῖον φάρμακον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, διὰ τῆς ὁποίας ἐπηγγέλλοντο τὸν χρυσοῦν αἰῶνα πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας, τὴν ἐξεύρεσιν ἀγορῶν καταναλώσεως, τὴν ἐξάπλωσιν τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος ἀνὰ τὴν ὑφήλιον, τὴν ἐξοικονόμησιν ὅλων τῶν ἀναγκῶν τῶν σταφιδοκτημόνων. Καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀπέβη ἑστία κλοπῶν καὶ καταχρήσεων! τὸ πρυτανεῖον κυβείας καὶ λαθροχειρίας! Καὶ εἶναι ἄπορον, πῶς τὸ Κράτος ἠνέχθη τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων. Ὅταν δὲ παραδοθῇ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὸ ἐναποτεταμιευμένον παρακράτημα, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλουσι παρουσιασθῆ πολλὰ ἐλλείμματα, σχετικῶς μὲ τὰ ἐκδοθέντα δελτία, ὅτι θέλει παρασταθῆ τελεία ἡ εἰκὼν τῆς λειτουργίας τῶν νόμων περὶ παρακρατήσεως καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὅτι δὲ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς σταφιδικῆς καταστάσεως οἱ εἰρημένοι νόμοι, ἀπόδειξις καὶ τὸ ὅτι οἱ σταφιδοκτήμονες, ὡς ἐκ τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος ἑκάστοτε ἐγίνετο, λόγῳ τοῦ ὅτι ἤθελον βελτιωθῆ αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος διὰ τῶν νομοθετικῶν μέτρων, θεωροῦντες τὸ προϊόν τῆς σταφίδος πολύτιμον, προέβαινον καταπληκτικῶς εἰς τὴν σταφιδοφυτείαν, καὶ ἐντεῦθεν ἡ πληθώρα τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ ἀνισορροπία τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως. Διὰ τοῦτο ἐν ἀρχῇ ὑπεστήριξα καὶ νῦν ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν τῆς διατηρήσεως μόνου τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς περαιτέρω σταφιδοφυτείας, διότι φρονῶ, καὶ τὸ ὑποστηρίζω ἐντόνως, ὅτι καταργουμένων τῶν νόμων περὶ παρακρατήσεως καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἶναι ἀληθές, ὅτι θὰ ὑποστῶμεν κρίσιν διὰ τῆς μεγάλης καταπτώσεως τῶν τιμῶν καὶ τῆς ἀζητησίας τῆς σταφίδος, ἀλλὰ θὰ ἐπιφέρωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν θεραπείαν τῶν σταφιδοκτημόνων, διότι θὰ ἐπέλθῃ ῥαγδαία ἡ ἐκρίζωσις πολλῶν χιλιάδων στρεμμάτων σταφίδος, θὰ ὑπολειφθῶσι δὲ τόσαι μόνον σταφιδοφυτεῖαι, ὅσαι θὰ παράγωσι τὸ χρήσιμον διὰ τὴν κατανάλωσιν ποσὸν σταφιδοκάρπου, θὰ προλάβωμεν δὲ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν πληθώραν τῆς παραγωγῆς διὰ τῆς διατηρήσεως τοῦ νόμου τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς περαιτέρω σταφιδοφυτείας, καὶ θὰ τεθῇ οὕτως ἐν ἰσορροπίᾳ ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως. Ἰσχυρίζονταί τινες, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη κρίσις· ἀλλὰ μήπως σήμερον δὲν ὑπάρχει μεγάλη κρίσις; μήπως κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν εἴχομεν κρίσιν; μήπως ἐπὶ δεκαετίαν τέλος δὲν ἐξακολουθεῖ ἡ κρίσις; Καταλήγων τὸν λόγον ἐμμένω καὶ ὑποστηρίζω ὑπευθύνως ὅ,τι καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ σταφὶς διὰ τῆς σταφίδος θὰ σωθῇ, καὶ παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποστηρίξωσι τοιοῦτο νομοσχέδιον, δι’ οὗ καὶ μόνου καὶ τὸ ἔθνος θέλει ἡσυχάσει καὶ ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς θέλει εὐημερήσει.
§86Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, τοὺς τοσοῦτον ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν σταφίδα. Ὑποβάλλω τὴν σύστασιν ταύτην καὶ παράκλησιν, ἵνα γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, οἱ κεκλημένοι νὰ σκέπτωνται καὶ μεριμνῶσιν ὑπὲρ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος. Πλὴν αὐτῶν εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μὲν καθῆκον νὰ ἀκούωσι μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ νὰ σκέπτωνται μετὰ πολλῆς στοργῆς περὶ τοῦ προϊόντος τούτου, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα καθ’ ἑκάστην ἀκούωσιν οἱονδήποτε τῶν κ.κ. συναδέλφων ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς τηλεγραφήματος λαμβάνοντα τὸν λόγον καὶ προκαλοῦντα συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ εἶναι ἠναγκασμένη νὰ καταναλίσκῃ ὁλοκλήρους ὥρας (διαμαρτυρίαι). Ἐπεθύμουν λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω μίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἔχωσιν ὑπομονὴν, καὶ, εἰ δυνατόν, νὰ συνεννοηθῶσιν, ὅπως εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, ἢ εἰς ὡρισμένας ἡμέρας, ἅπαξ, δὶς ἢ τρὶς τῆς ἑβδομάδος, γίνηται συζήτησις περὶ σταφίδος, διὰ νὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ ἄλλων θεμάτων...
§87Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σεῖς προεκαλέσατε πολλάκις συζητήσεις διὰ τὴν σιτοπαραγωγήν.
§88Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαγιαννακόπουλος διακόπτων με λέγει, ὅτι καὶ ἡμεῖς προεκαλέσαμεν πολλάκις συζητήσεις περὶ τῆς σιτοπαραγωγῆς. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναμίξω τὴν συζήτησιν τῆς σιτοπαραγωγῆς καὶ τὴν σχετίσω πολὺ πρὸς τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος· ὅταν δ’ ἔλθῃ ὁ χρόνος ἐκεῖνος, τότε ἐλπίζω, ὅτι ὁ πρῶτος, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχω συνήγορον ὑπὲρ τῆς σιτοπαραγωγῆς, θὰ ἦναι αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής.
§89Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, εἰς τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἀφορμὴν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς εἶδος, ἤκουσα δὲ καὶ τὰς διαφόρους γνώμας τῶν ἐνδιαφερομένων Βουλευτῶν, ἃς οὗτοι ἀπηύθυναν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰς ὑποσχέσεις, ἃς οὗτος ἔδωκε διὰ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Μετ’ ἀπορίας μου ὅμως δὲν ἤκουσα καμμίαν σύστασιν καὶ διὰ τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία τελευταῖον ἐνέσκηψεν εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ τὴν οἰνοπαραγωγὴν, καὶ ἔχει πλήξει ἰδιαιτέρως τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω καὶ ἐγὼ ἐν τῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει ὡσαύτως τὴν οἰνοφόρον ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, νὰ σκεφθῇ καὶ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον τι σωστικὸν καὶ διὰ τὴν οἰνοπαραγωγὴν, ἥτις ἐπὶ τέλους δὲν ἀφορᾷ εἰς ὡρισμένας μόνον ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ὁπουδήποτε αὐτῆς καλλιεργεῖται ἡ ἄμπελος καὶ παράγεται ἐξ αὐτῆς οἶνος. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ὀλιγωρήσῃ τῶν τόσον ζωτικῶν συμφερόντων τῶν ἀμπελουργῶν, οἵτινες τὴν σήμερον ἕνεκα τῆς ἐνσκηψάσης εἰς τὸ προϊόν των κρίσεως αὐτόχρημα πένονται, καὶ ὅτι θὰ μεριμνήσῃ ταχέως καὶ περὶ αὐτῶν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στράτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§91Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, παρελθόντος ἔτους, ἐπ’ ἀναφορᾷ τοῦ δημάρχου Ἀμβρακίας πρὸς τὸν τότε νομαρχεύοντα τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας πρῶτον γραμματέα, ὅτι τρεῖς δημοτικοὶ σύμβουλοι τοῦ δήμου Ἀμβρακίας ἀπουσίασαν ἐκ τῆς συνεδριάσεως, εἰς ἣν ἐκλήθη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ καὶ καταγγελίᾳ ταύτῃ τοῦ δημάρχου, ὁ νομαρχεύων γραμματεὺς ἔσπευσε νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τοὺς τρεῖς συμβούλους, ὑποβλητέαν ἐντὸς 24 ὡρῶν. Σημειωτέον δὲ, ὅτι οἱ τρεῖς οὗτοι δημοτικοὶ σύμβουλοι μετ’ ἄλλων πέντε εἶχον πρό τινος χρόνου τιμωρηθῆ διὰ δύο προστίμων ἕνεκα ὁμοίων ἀπουσιῶν. Μόλις συνεπληρώθη τὸ εἰκοσιτετράωρον χρονικὸν διάστημα ὁ νομαρχεύων γραμματεὺς δὲν συγκατετέθη οὐδ’ ἐπὶ ὥραν νὰ ἀναμείνῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀπολογίας τῶν τριῶν δημοτικῶν συμβούλων, καὶ ἔσπευσε διὰ διαταγῆς του νὰ κηρύξῃ αὐτοὺς ἐκπτώτους. Οἱ κηρυχθέντες ἔκπτωτοι δημοτικοὶ σύμβουλοι ὑπέβαλον ἀμέσως τὰς ἐφέσεις των πρὸς τὸν νομάρχην, ἐνῷ δὲ κανονικὸν ἦτο, αἱ ἐφέσεις αὗται ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τούτων ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, αἱ ἐφέσεις δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ συνεπῶς ὁ Ὑπουργὸς δὲν εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐνῷ λοιπὸν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς αἱ ἐφέσεις, —ἐκτὸς ἐὰν ἐξεδίκασεν αὐτὰς ὁ νομαρχεύων καὶ τὰς ἀπέρριψε, φρονῶν ὅτι ἔχει δικαίωμα τοιοῦτον, —ἐνῷ, λέγω, οὔτε ἐξεδικάσθησαν οὔτε ὑπεβλήθησαν πρὸς ἐκδίκασιν αἱ ἐφέσεις, ὁ νομαρχεύων γραμματεὺς ἔσπευσε νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς τρεῖς πρώτους ἀναπληρωματικοὺς συμβούλους εἰς τὴν θέσιν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ κηρυχθέντων ἐκπτώτων, καὶ ἔκτοτε συνεδριάζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον μετὰ τῶν τριῶν οὕτω κληθέντων συμβούλων, συμπληρούντων τὴν ἀπαρτίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας παρὰ τοῦ νομάρχου Αἰτωλοακαρνανίας καὶ ἐκτελέσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ὅ,τι ὁ νόμος ἐπιβάλλει. Ἐπίσης ἑτέραν παράκλησιν θέλω ὑποβάλει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν πρὸ τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν διωρίσθη εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Βάλτου ὡς βοηθὸς βʹ τάξεως εἷς ἀπόφοιτος τῆς Τηλεγραφικῆς Σχολῆς τοῦ Κράτους, ὀνομαζόμενος Φαφούτης. Δὲν ἐξετάζω, οὔτε θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ὁ τηλεγραφικὸς οὗτος βοηθὸς διωρίσθη κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ πίνακος τοῦ κατηρτισμένου ἐν τῇ τηλεγραφικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ περιλαμβάνοντος τοὺς ἐκ τῆς Τηλεγραφικῆς Σχολῆς ἐξελθόντας κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν καὶ τῆς ἐξόδου των ἐκ τῆς Σχολῆς, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος τις ἐπιβάλλων εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ πίνακος τούτου διορίζῃ τοὺς ἀποφοίτους τῆς Σχολῆς, εἶναι δὲ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ πλῆρες καὶ ἀπόλυτον, ἵνα κατὰ προτίμησιν διορίζῃ ὅντινα βούλεται. Τοιούτου δὲ δικαιώματος δεδομένου ὄντος εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ μὴ ὑπάρχοντος νόμου ἐπιβάλλοντος εἰς αὐτὸν ὑποχρέωσίν τινα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος, καίτοι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις ἐτήρησαν αὐστηρῶς τὴν σειρὰν τοῦ πίνακος τούτου, ἵνα μὴ προσγίνωνται ἀδικήματα εἰς νέους, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν πᾶσαν ἐργασίαν αὐτῶν, ὅπως σπουδάσωσιν ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ, μὴ λαβόντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προτιμηθῶσιν αὐτῶν ἕτεροι, ἔχοντες κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀποφοιτήσεώς των μέσα πολιτικά. Πράγματι δὲ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐτήρησε μέτρον δικαιοσύνης ἐν τῷ διορισμῷ τῶν τηλεγραφικῶν τούτων βοηθῶν. Καίτοι δὲ ταῦτα ἐγένοντο, καίτοι δὲν ἐγένετο ὅ,τι ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐφηρμόσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς μὴ ἔχοντος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσῃ τὰ αὐτὰ μέτρα, δὲν ἐπιθυμῶ οὔτε δικαιοῦμαι νὰ ἐξετάσω τὸν λόγον, δι’ ὃν μετέβαλε τὴν τάξιν τῶν πραγμάτων ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἐξετάζω ὅμως ἕτερον γεγονός, καὶ ἀναφέρω τοῦτο πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα διορθώσῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναπτύξω. Ἀναφέρω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ὁ ὡς εἴρηται διορισθεὶς τηλεγραφικὸς βοηθὸς ἦτο κατὰ τὸν χρόνον τοῦ διορισμοῦ του κατηγορούμενος ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, δυστυχῶς δὲ ἐξηπατήθη ἡ δημοσία ὑπηρεσία, διότι καὶ εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ παρουσιάσθησαν βεβαίως πιστοποιητικὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ληφθέντα πρὸ πολλοῦ, καὶ οὐχὶ μὲ χρονολογίαν τῆς προτεραίας τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπεδόθησαν ταῦτα εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς τίτλοι διορισμοῦ. Βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον διωρίσθη ὁ εἰρημένος τηλεγραφικὸς βοηθὸς ἦτο ἤδη κατηγορούμενος ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, καὶ δύναται ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Μεσολογγίου, θὰ βεβαιωθῇ δὲ, ὅτι λέγω τὰ ἀκριβῆ. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πρὸ ἓξ ἡμερῶν ἐπὶ τῇ κατηγορίᾳ ταύτῃ ἐξεδόθη, ὡς ἔμαθον, ἔνταλμα φυλακίσεως, καταζητεῖται δὲ ὁ τηλεγραφικὸς οὗτος βοηθὸς, ὅπως ὁδηγηθῇ εἰς τὰς φυλακὰς. Ἀναφέρω τὸ γεγονὸς, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχετε, ἦναι ἀκριβεῖς, καὶ ὁ διορισθεὶς τηλεγραφικὸς βοηθὸς διατελῇ ὑπὸ κατηγορίαν πλαστογραφίας, ὡς ἀνεφέρατε, θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω ἐκτελέσει ὅ,τι δεῖ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ τῆς ἀποφάσεως, δι’ ἧς κατεδικάσθη. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίποτε, οὔτε τὰ πρόσωπα γνωρίζω. Δὲν μοὶ ἐγένετο λόγος τις, οὔτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τί κατὰ τὸν διορισμὸν τῶν ἀποφοίτων τῆς Τηλεγραφικῆς Σχολῆς, ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἂν δηλαδὴ προέβη εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐκ τῆς Σχολῆς ἀποφοιτήσεώς των, ἢ τί θέλω πράξει ἐγώ, ἂν δηλ. θέλω συμφωνήσει ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἢ ὄχι. Ἀλλὰ σᾶς συνιστῶ νὰ μὴ ἀνησυχῆτε καὶ ὡς πρὸς τὰ τῶν δημοτικῶν συμβούλων τοῦ δήμου Ἀμβρακίας. Ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς 5 Δεκεμβρίου 1845 περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν ὁρίζει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῶν νομαρχῶν. Τὰ δικαιώματα δὲ καὶ τὰ καθήκοντα ταῦτα εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ νομάρχης ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του· ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ νομάρχης δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἔστε βέβαιος, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του, ἐπιλαμβανόμενον νομίμως τῆς ὑποθέσεως.
§93Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀνησύχησα βεβαίως περὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων τοῦ δήμου Ἀμβρακίας, οὔτε ἡ ἀνησυχία, ἂν οὗτοι θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀπολαύοντες τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, εἰς ὃ ἔταξεν αὐτοὺς ἡ ψῆφος τῶν ἐκλογέων των, μὲ ἔκαμε νὰ εἴπω ὅσα εἶπον. Ἀνέφερα τὸ γεγονὸς μόνον, καὶ προὐκάλεσα τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διορθωθῇ τὸ ἄτοπον. Διότι πέπεισμαι, ὅτι, εὐθὺς ὡς ζητηθῶσιν αἱ πληροφορίαι, θὰ διορθωθῇ τὸ γενόμενον, ὅπερ συμβαίνει ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον, καθὰ προηγουμένως εἶπον, ἡ ἔφεσις τῶν δημοτικῶν συμβούλων, τῶν κηρυχθέντων ἐκπτώτων, κατὰ τῆς κηρυξάσης αὐτοὺς ἐκπτώτους ἀποφάσεως τοῦ νομαρχεύοντος πρώτου γραμματέως τῆς Νομαρχίας Αἰτωλοακαρνανίας δὲν ὑπεβλήθη ὑπὸ τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οὕτω συμβαίνει τὸ ἔκτροπον, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀμβρακίας ἐξακολουθεῖ ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν συνεδριάζον μὲ τρία ἀναπληρωματικὰ μέλη, ἐνῷ ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἡ ἔφεσις τῶν τριῶν τακτικῶν μελῶν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§95ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω ἀφορμὴν ἔκ τινος ἀνακοινωθέντος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀστραπῇ» τῆς 30 Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους, νὰ προκαλέσω τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ ζητήματος, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀρκετὰ σοβαροῦ, θίγοντος δὲ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐκ τοῦ ἀνακοινωθέντος τούτου ἐξάγονται τὰ ἑξῆς. Παρὰ τὸ ἐνταῦθα νέον Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ὑπάρχει ἐθνικὸν γήπεδον ἀσκεπὲς, ἐκμισθούμενον πολυετῶς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἐνηργήθη ἐπ’ ἐσχάτων δημοπρασία, καὶ κατεκυρώθη τὸ οἰκόπεδον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ πλειοδοτήσαντος μισθωτοῦ Γιαννουκάκου ἀντὶ δραχ. 12,000 κατ’ ἔτος. Ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας καὶ πρὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἐγκρίσεως εἰς τὸν πλειοδότην ἕτερός τις, Παξιμάδης ὀνόματι, ἐπέδωκε διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου νεωτέραν προσφορὰν μείζονα, ἐκ δραχμῶν 15,000, προσενεγκὼν καὶ ἀξιόχρεον ἐγγυητήν· ἀλλὰ καίτοι ἡ νεωτέρα αὕτη προσφορὰ ἐπεδόθη νομίμως καὶ ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας, ἐν τούτοις μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς προσφορᾶς ταύτης ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἔγκρισις πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Ἀττικῆς, ὅστις καὶ ἐκοινοποίησε ταύτην πρὸς τὸν πλειοδότην Γιαννουκάκον. Μετ’ αὐτὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζω πόθεν λαβὸν ἀφορμὴν, ἔσπευσε νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ σφάλμα τοῦτο, καὶ ἐνῷ μετὰ τοῦ πλειοδότου Γιαννουκάκου εἶχε συνταχθῆ τὸ μισθωτήριον συμβόλαιον, κοινοποιηθείσης αὐτῷ καὶ τῆς ἐγκρίσεως, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς μισθώσεως ἐκείνης μονομερῶς, καὶ διέταξε νέαν δημοπρασίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσφορᾶς τοῦ Παξιμάδη. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπ’ ὀλίγον, ἀναγινώσκων αὐτῇ τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα κρίνῃ ἐξ αὐτοῦ καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον δεῖται ἐρεύνης, ἢ ἂν ἡ ἐσπευσμένη λύσις τῆς μετὰ τοῦ Γιαννουκάκου μισθώσεως ἐγένετο ἐπ’ ὠφελείᾳ ἢ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Τὸ ἀνακοινωθὲν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῆς ἐφημερίδος «Ἀστραπῆς». Ὄντως ἐντὸς τῆς πενθημέρου προθεσμίας ἐπεδόθη μείζων προσφορὰ ἐκ δραχμῶν 15,000 ὑπὸ τοῦ Στεφάνου Παξιμάδη πρὸς ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας ἐνοικιάσεως τοῦ ὄπισθεν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἐθνικοῦ οἰκοπέδου· ἀλλ’ ὁ κύριος οὗτος, πρὸς μείζονα ἀσφάλειαν, ὅτι ἡ προσφορά του αὕτη θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν, ἐκοινοποίησεν αὐτὴν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, καὶ οὕτως ἡ προσφορὰ αὕτη, πρὶν περιέλθῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, περιῆλθεν εἰς τὸ τμῆμα, εἰς ὃ παραλαμβάνονται πάντα τὰ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐπιδιδόμενα, ὁ δ’ ἐπὶ τῆς παραλαβῆς ὑπάλληλος, ὑπολαβὼν καὶ τὴν προσφορὰν ταύτην ὡς κοινὸν δικόγραφον, δὲν διεβίβασεν ἐγκαίρως αὐτὴν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, ἐν αὐτῷ δὲ τῷ μεταξὺ, πληρωθέντος τοῦ χρόνου τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἐγκρίσεως, ἡ Οἰκονομικὴ Ἐφορία Ἀττικῆς, μὴ ἔχουσα ἄλλην νεωτέραν προσφοράν, προέβη εἰς τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐγκρίσεως εἰς τὸν τελευταῖον πλειοδότην. Ἀλλ’ ὅτε, μετὰ πέντε ἡμέρας ἀπὸ τούτου, περιῆλθεν ἡ ὑπὸ τοῦ Στεφάνου Παξιμάδη δοθεῖσα ἀνωτέρα προσφορὰ ἐκ δραχμῶν 15,000, ὡς προείπομεν, εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, τὸ τῶν κτημάτων, τοῦτο ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ προκαλέσῃ ὑπουργικὴν ἀπόφασιν περὶ διαλύσεως τῆς ἐνοικιάσεως, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ἐξ εἰδικοῦ ὅρου τῆς διακηρύξεως, τεθέντος ἀκριβῶς πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐκ τοιούτων ἐνδεχομένων σφαλμάτων ζημιῶν τοῦ Δημοσίου. Διαλυθείσης δὲ ταύτης, διετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προρρηθείσης προσφορᾶς τῶν δραχμῶν 15,000 νέα δημοπρασία, ἥτις ἐνεργεῖται αὔριον, Κυριακὴν, καὶ ἀπετράπη ἡ ἐκ 3,000 δραχμῶν ἀπειλήσασα τὰ δημόσια συμφέροντα ζημία. (Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν).»
§96Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀναφέρει ἡ διακήρυξις, ὅτι ἡ δημοπρασία γίνεται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ;
§97ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔγκρισις ἐγένετο.
§98Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πῶς;
§99ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν Γιαννουκάκον ἡ ἔγκρισις τῆς μισθώσεως διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ τὸν ὅρον τῆς διακηρύξεως. Ἔπειτα εἶναι καὶ τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας. Ἡ διακήρυξις περιέχει ὅρον, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐὰν τὸ Δημόσιον θελήσῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ δι’ ἑαυτὸ τὸ γήπεδον πρὸς ἀνέγερσιν δημοσίου κτιρίου, ἢ νὰ ἐκποιήσῃ αὐτὸ διὰ δημοπρασίας, ἡ μίσθωσις λύεται μονομερῶς. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὔτε τὸ ἓν συμβαίνει οὔτε τὸ ἕτερον, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἔλυσε μονομερῶς τὴν μετὰ τοῦ Γιαννουκάκου σύμβασιν μισθώσεως, διότι ἐδόθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νεωτέρα μείζων προσφορά. Καὶ ἔρχεται τὸ ἐρώτημα: ἆρά γε, ἀντὶ νὰ προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας, ἀντὶ νὰ προληφθῇ ζημία τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι πιθανὸν δίκαι νὰ γεννηθῶσιν ἐντεῦθεν, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου; Διότι βεβαίως ὁ μεθ’ οὗ τὸ πρῶτον συνεβλήθη τὸ Δημόσιον πλειοδότης καὶ μισθωτὴς Γιαννουκάκος δυνατὸν νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ νὰ ἀξιώσῃ ὄχι μόνον τὸ ποσὸν τὸ προσενεχθὲν ὑπὸ τοῦ Παξιμάδη, τῶν 15 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἀλλὰ καὶ τὴν διαφορὰν ὁλόκληρον, ἣν τίς οἶδεν εἰς πόσον ποσὸν δύναται ν’ ἀναβιβάσῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, πῶς συνέβη, ὥστε ἡ προσφορὰ αὕτη ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ τμήματος νὰ μὴ σταλῇ εἰς τὸ Αʹ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου;
§100Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν σαφηνίζετε ὀλίγον τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, παρακαλῶ; Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀντελήφθην καλῶς.
§101ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔγκρισις ἐκοινοποιήθη, τὸ συμβόλαιον συνετάχθη, καὶ μετὰ ταῦτα ἦλθεν ἡ μείζων προσφορά. Ἀλλὰ μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐγκρίσεως νομίζετε ὅτι ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ λύσῃ μονομερῶς τὴν σύμβασιν; Πῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προέβη μονομερῶς εἰς τὴν λύσιν τῆς συμβάσεως; Καὶ ἐρωτῶ, δὲν εἶναι ὑπόχρεον τὸ Δημόσιον ἐντεῦθεν εἰς ἀποζημιώσεις;
§102Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
§103ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐμὰς παρατηρήσεις, προσεπάθησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, πρὸς ὃν ἐνεχειρίσθη ἡ νεωτέρα μείζων προσφορὰ τοῦ Παξιμάδη. Ἐγὼ δὲν ἐσκόπουν οὐδὲ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον νὰ κατηγορήσω, οὐδ’ ἕτερον τινα· ἐσκόπον μόνον νὰ δώσω ἀφορμὴν πρὸς ἔρευναν τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, διότι εἶχον καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύο ἄτοπα ἐπὶ τοῦ προκειμένου συνέβησαν. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ μετὰ πάροδον 5 ἢ 6, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐπιδόσεως τῆς νεωτέρας προσφορᾶς κοινοποίησις τῆς ἐγκρίσεως εἰς τὸν πλειοδότην Γιαννουκάκον· τὸ δεύτερον εἶναι, ὅτι καὶ μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐγκρίσεως, ἐπῆλθε, παρὰ τὸν νόμον, ἡ λύσις τῆς μισθώσεως· δηλαδὴ ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μύρια ἕπονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠμφισβήτησε πρὸ ὀλίγου, ὅτι καὶ συμβόλαιον συνετάχθη καὶ ὅτι μετὰ τὸ συμβόλαιον ἐπῆλθεν ἡ μονομερὴς λύσις τῆς μισθώσεως, ἐπὶ σκοπῷ ὠφελείας τοῦ Δημοσίου· ἄδηλον ὅμως εἶναι, ἂν ἡ λύσις αὕτη θ’ ἀποβῇ πρὸς ὠφέλειαν ἢ πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου. Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι τοῦ Ὑπουργείου ἀναφέρεται, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ διακηρύξει ὅρος, καθ’ ὃν τὸ Δημόσιον δύναται νὰ λύσῃ τὴν σύμβασιν μονομερῶς καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ. Τοιοῦτος ὅρος βεβαίως δὲν ὑπάρχει.
§104Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει;
§105Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ πιστοποιεῖτε αὐτό, κύριε Βουλευτά, ὅτι δὲν ὑπάρχει;
§106Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἰς πᾶν τοιοῦτον μισθωτήριον συμβόλαιον ὑπάρχει ὅρος τοιοῦτος.
§107Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ μισθωτήρια συμβόλαια τοῦ Δημοσίου ὑπάρχουσιν ὅροι τινὲς ὡρισμένοι, καὶ ἐν τῷ μισθωτηρίῳ τούτῳ ὑπάρχει ὡρισμένος ὅρος, καὶ θὰ σᾶς τὸν εἴπω ἐγώ· ὑπάρχει ὅρος, καθ’ ὃν, μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἐγείρῃ οἰκοδομὴν, λύεται ἡ σύμβασις.
§108Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει αὐτὸς ὁ ὅρος.
§109Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ κατασπαταλᾶτε τόσον χρόνον εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ λυθῇ διὰ τῆς προσαγωγῆς τοῦ μισθωτηρίου. Περιμείνατε, παρακαλῶ, νὰ προσκομίσω αὔριον τὸ συμβόλαιον. — Ὑμεῖς εἶσθε νομικός. — Πιθανὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἐλησμόνησα αὐτὸ τὸ γεγονός. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ μισθωτηρίου συμβολαίου θὰ φανῇ, ἂν ἔχετε δίκαιον ἢ ὄχι.
§110ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐρώτησιν ἤθελον νὰ ὑποβάλω, καὶ θὰ περατώσω τὸν λόγον, ἵνα μὴ σκανδαλίζωνται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι.
§111Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι ἐγώ.
§112ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὑμεῖς. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶπον. Παρακαλῶ, σὺν τῷ συμβολαίῳ νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἂν ἐζητήσατε τοιαύτην, ἢ ἡ γνωμοδότησις τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου.
§113Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι νομιμωτάτη ἡ ἐνέργεια τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§115Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§117Ν. ΔΕΛΛΑΚΟΒΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 122 Βουλευτῶν. Ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§119ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§120Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαλλιόπουλος.
§122Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καταγγέλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου κ. Ὑπουργοῦ μίαν ἀσύστολον ἱεροσυλίαν, ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν ἐν τῇ πόλει Καρδίτσης. Ἐν Καρδίτση, παρὰ τὸν δημοτικὸν κῆπον, ὑπάρχει οἰκόπεδον ἀρκετὰ ἐκτεταμένον καὶ ἀξίας πλέον τῶν 10,000 δραχμῶν, ἀνῆκον κατ’ ἰδιοκτησίαν εἰς τὸν ναὸν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ὁ κ. δήμαρχος Καρδίτσης, ὁ καὶ πρόεδρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, πρὸ τριετίας, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐθεώρησε καλὸν νὰ περιλάβῃ τὸ οἰκόπεδον τοῦτο εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν του, καὶ πρὸς τοῦτο παρενέβαλε τὸν υἱὸν αὑτοῦ, καὶ διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀνταλλαγῆς τοῦ οἰκοπέδου τούτου διά τινος ἀγροῦ τοῦ δημάρχου, ἀξίας ἐλαχίστης, ἐπειράθη νὰ ὑφαρπάσῃ τὸ οἰκόπεδον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς...
§123Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ποῖος εἶναι ὁ δήμαρχος αὐτός;
§124Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Λάππας, ὁ καὶ νῦν δήμαρχος· ἀλλ’ ὄπισθεν τῆς ἀγαθότητος ἴσως τοῦ δημάρχου, κύριε Γιαννακίτσα, ὡς γνωρίζετε ἴσως, κρύπτονται ἄλλοι τινές. Ὁ δήμαρχος, ὡς προεῖπον, διὰ τοῦ υἱοῦ του ὑπέβαλεν αἴτησιν περὶ ἀνταλλαγῆς τοῦ οἰκοπέδου. Ἐγένοντο τὰ σχετικὰ ψηφίσματα, ἐγένοντο αἱ σχετικαὶ ἐνέργειαι, ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ τότε νομάρχης δὲν ἐνέκρινε τὰς ἐνεργείας αὐτάς. Ἐν τούτοις δὲν παρητήθησαν τῆς ἰδέας τῆς ἁρπαγῆς τοῦ οἰκοπέδου. Ἦλθεν ἕτερος νομάρχης, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ἀναχωρήσεώς του — δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα τοῦ νομάρχου — ἐνέκρινε τὴν ἀνταλλαγὴν ταύτην. Ἀλλ’ εὐτυχῶς τὸ τότε Ὑπουργεῖον ἠκύρωσε τὴν ἔγκρισιν τοῦ νομάρχου. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως τούτῳ ὁ υἱὸς τοῦ κ. δημάρχου μετέφερε λίθους εἰς τὸ οἰκόπεδον ἐκεῖνο, καὶ πρό τινων ἡμερῶν ἤρχισε νὰ ἀνεγείρῃ οἰκοδομὴν ἐν αὐτῷ. Ἡ πόλις σύσσωμος ἐξηγέρθη διὰ τὴν ἁρπαγὴν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ οἰκοπέδου, καὶ ἀνεφέρθη εἰς τὸν νομάρχην· ἐγένοντο ἀναφοραί, καὶ γραπταὶ καὶ προφορικαί, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἐγένετο ἡ δέουσα ἐνέργεια ἐκ μέρους τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν. Ἐν τούτοις ὁ νομάρχης διέταξε τὸν ἀστυνόμον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως· ἐπελήφθη ὁ ἀστυνόμος, καὶ παρημπόδισε τὸν ἅρπαγα τοῦ οἰκοπέδου· οὗτος ἀνεφέρθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἐγένετο διαμειβὴ ἐγγράφων μεταξὺ νομάρχου, ἀστυνόμου καὶ Εἰσαγγελέως, οἱ ὁποῖοι ἀτυχῶς δὲν συνεφώνησαν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τῆς διαμοιβῆς τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἡ οἰκοδομὴ τοῦ οἰκοπέδου ἐνεργεῖται καὶ ἴσως εὑρίσκεται ἤδη περὶ τὸ στέγασμα. Ἀνεφέρθην καὶ ἐγὼ πρό τινων ἡμερῶν, εὑρισκόμενος ἐν Καρδίτσῃ, πρὸς τὸν κ. νομάρχην, καὶ ὁ κ. νομάρχης ἐδέησε νὰ διατάξῃ προσωρινὰ μέτρα. Καὶ ἐδῶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχήν, ὅπως μὴ ἐκ συμπαιγνίας ἁρπαγῇ τὸ οἰκόπεδον τοῦ ναοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ μεγάλης ἀξίας. Διότι μετὰ τὴν λῆψιν τῶν προσωρινῶν μέτρων ὁ δήμαρχος, ὡς πρόεδρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, καλεῖ τὸν υἱόν του, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ μίαν οἰκογένειαν, — περιουσίαν ἰδίαν δὲν ἔχει ὁ υἱός, — τὸν καλεῖ ὡς ἐναγόμενον· ἑπομένως εἶναι μία συμπαιγνία, καθόσον ἐνάγων καὶ ἐναγόμενος εἶναι σχεδὸν τὸ αὐτὸ πρόσωπον, πατὴρ καὶ υἱός, ἀποτελοῦντες μίαν καὶ τὴν αὐτὴν οἰκογένειαν, καὶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, ἵνα μὴ τὸ οἰκόπεδον καταληφθῇ ἐκ κλεψιδικίας.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§126ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἀναγράφονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ τυπωθέντα καὶ διανεμηθέντα, μετὰ 24 ὥρας ἀπὸ τῆς διανομῆς αὐτῶν. Ἐπειδὴ πλεῖστα νομοσχέδια δὲν ἀνεγράφησαν, παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῶσι.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1904 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐκανονίσθησαν προσωρινῶς τὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1905 ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους ὡς ἐπίσης τὰ διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης συμφώνως πρὸς τοὺς ὑποβληθέντας περὶ αὐτῶν προϋπολογισμοὺς εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τῆς ΙΕʹ Περιόδου, κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Γʹ τακτικὴν Σύνοδον.» Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§128ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, περιέχει ἀσάφειαν. Νομίζει τις ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν ἢ κύρωσιν τοῦ Διατάγματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ὑφίσταται ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δωδεκατημορίων.
§129ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πλάνη εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς κακῆς ἐκφράσεως, διότι λέγει τὸ νομοσχέδιον «μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ψηφίσεως τῶν ἀναγκαίων νόμων».
§130Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ φράσις «μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς» νὰ διαγραφῇ. Νὰ μείνῃ μόνον «μέχρι τῆς ψηφίσεως τῶν ἀναγκαίων νόμων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Φεβρουαρίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δρ. 230,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις δραχμῶν 10,300 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1905». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ὡς ἔχει). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῶν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας συνομολογηθεισῶν δηλώσεων περὶ ἐμπορίου.» Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§132ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς, ἐξηγήσεις τινὰς ἀπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν λαμβάνω τὸν λόγον. Ἡ σύμβασις αὕτη συνωμολογήθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἔκθεσιν δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰσάγεται πρὸς ψήφισιν μετὰ τροπολογίας τινὸς, ἥτις ἔρχεται ἐν παραρτήματι. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει σημειοῦται, ὅτι «ἐν ἄρθρῳ 17 τῆς πρὸς τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν ἐμπορικῆς ἡμῶν συνθήκης τοῦ 1886 εἶχεν ὁρισθῆ, ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ καὶ ἐν ταῖς ὑπὸ τὴν Βρεττανικὴν προστασίαν διατελούσαις χώραις, κτήσεσι καὶ ἀποικίαις τῶν Ἰνδιῶν, τοῦ Καναδᾶ, τῆς Νέας Γῆς, τοῦ Εὐέλπιδος Ἀκρωτηρίου, τοῦ Νατὰλ, τῆς Νέας Μεσημβρινῆς Οὐαλλίας, τῆς Βικτωρίας, Κουϊσλανδίας, Τασμανίας κλπ. ἐφ’ ὅσον ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων τῆς συνθήκης ἐκείνης αἱ χῶραι αὗται ἤθελον δηλώσει ὅτι προσχωροῦσιν εἰς αὐτήν. Τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο, τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Καναδᾶ, τῆς Νέας Γῆς, τοῦ Νατὰλ, τῆς Νέας Μεσημβρινῆς Οὐαλλίας κλπ. δηλωσασῶν ἐμπροθέσμως καὶ ἁρμοδίως τὴν πρόθεσιν αὐτῶν, ὅπως προσχωρήσωσιν εἰς τὴν συνθήκην τοῦ 1886.» Δὲν εἶναι γνωστὸν ἐκ παλαιοτέρου χρόνου εἰς ἐμὲ, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Καναδᾶ, τῶν Ἰνδιῶν, τοῦ Εὐέλπιδος Ἀκρωτηρίου καὶ τῆς Νέας Μεσημβρινῆς Οὐαλλίας προσεχώρησαν. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ διαφεύγῃ τί προσεχώρησεν ἔπειτα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἂν καὶ πότε ἐπῆλθε τοιαύτη προσχώρησις μεταγενεστέρα. Ἐν τῇ συμβάσει παρατηρῶ, ὅτι παρεισάγεται φράσις νέα, ἥτις δὲν συμπεριλαμβάνεται οὔτε ἐν τῇ ἀρχικῇ ἐμπορικῇ συμβάσει, οὔτε ἐν τῇ μετέπειτα δασμολογικῇ, καὶ ἥτις πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, οὐ μόνον διότι εἶναι ὅλως νέα, ἀλλὰ καὶ διότι εἰσάγει νέαν ἰδέαν. Ἐν τῇ ἀρχικῇ συμβάσει γίνεται λόγος περὶ μόνων τῆς Ἀγγλίας, τῶν κτήσεων καὶ τῶν ἀποικιῶν, ἐνῷ ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει ἀναφέρονται καὶ αἱ χῶραι αἱ κατεχόμεναι ὑπὸ τῆς Αὐτοῦ Βρεττανικῆς Μεγαλειότητος. Ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει ἐκτὸς τῶν ἀγγλικῶν ἀποικιῶν καὶ κτήσεων παρεισάγονται καὶ αἱ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας διατελοῦσαι χῶραι ἐν τοῖς ἄρθροις 4 καὶ 5. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν Βρεττανικὴν προστασίαν εἶναι καὶ ἡ Κύπρος. Περιλαμβάνεται λοιπὸν εἰς τὴν σύμβασιν καὶ ἡ Κύπρος; Καὶ ἂν περιλαμβάνηται καὶ αὕτη, τὰ δίκαια τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως τῶν ἀρχαίων Capitulations τί γίνονται; Ἡ ἀγγλικὴ δὲ φράσις protectorates τοῦτο δεικνύει. Ἄλλο θέμα, ἐφ’ οὗ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῶσιν ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει καὶ ἐν τῇ συμβάσει παρατηρῶ, ὅτι γίνεται εἰδικῶς μνεία περὶ λουκουμίων καὶ χαλβᾶ πρὸς ἐξαίρεσιν· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ γίνεται ἡ εἰδικὴ αὕτη μνεία. Διότι, ἐνῷ ἐν τῷ παρηρτημένῳ πίνακι θίγεται μόνον ἡ κλάσις 139 τοῦ δασμολογίου, αὕτη δὲ περιλαμβάνει οὐ μόνον τὸν χαλβᾶν, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἄλλο εἶδος ζακχαροπλαστικὸν ἢ ζακχαρόπηκτον ἢ μελίπηκτον μὴ εἰδικῶς κατονομαζόμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ 138, ἐν τούτοις ὁ χαλβᾶς ἐνταῦθα εἰδικῶς ἐξαιρεῖται. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ γίνεται ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, ἐνῷ ἀφ’ ἑαυτοῦ δὲν περιλαμβάνεται ὁ χαλβᾶς, ὁ κατονομαζόμενος εἰς τὴν κλάσιν 138. Τοῦτο οὐδεμίαν φέρει ζημίαν, ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ περιέχωνται τοιαῦται ἀνακρίβειαι ἐν ἐπισήμῳ κειμένῳ. Ἐμνημόνευσα τοῦτο, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν κλάσιν 139, «πᾶν ἄλλο εἶδος ζακχαροπλαστικὸν ἢ ζακχαρόπηκτον ἢ μελίπηκτον μὴ εἰδικῶς κατονομαζόμενον». Ἐδῶ δὲν ἔχομεν ἄλλην διάταξιν ἢ τὴν ἐν τῷ δασμολογίῳ, προβλέπουσαν εἰδικῶς τινα γλυκίσματα, ἅτινα δὲν κατονομάζονται ἐνταῦθα. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐξαιρέσεως τῶν προηγουμένων περιλαμβάνονται. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν πῶς ἔχει τὸ δασμολόγιον. Ἄρθρον 136. «Ἕψημα (πετμέζιον) καὶ ἰλὺς ζακχάρεως (μελάσι) αἱ 100 ὀκάδες, γενικὸς δασμὸς εἰς μεταλλικὸν δραχ. 25, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δρ. 33.75.» Ἄρθρον 137. «Ζάκχαρις οἱασδήποτε ποιότητος καὶ κατασκευῆς, ἀμυλοζάκχαρον, τὰ ἐκ τούτου σεράπια, ζωμὸς γεωμήλων (glucose) οἱασδήποτε πυκνότητος, ὡς καὶ μέλι ῥευστὸν ἢ εἰς κηρήθρας (πήττας) αἱ 100 ὀκάδες, εἰς μεταλλικὸν γενικὸς δασμὸς δραχ. 90, συμβατικὸς δρ. 73.94, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δρ. 121.50, συμβατικὸς δρ. 99.78.» Ἄρθρον 138. «Χαλβᾶς μελίπηκτος ἢ ζακχαρόπηκτος αἱ 100 ὀκάδες, εἰς μεταλλικὸν γενικὸς δασμὸς δραχ. 80, συμβατικὸς δραχ. 38.40, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια γενικὸς δασμὸς δραχ. 108, συμβατικὸς δραχ. 51.84.» Ἄρθρον 139. «Πᾶν ἄλλο εἶδος ζακχαροπλαστικὸν ἢ ζακχαρόπηκτον ἢ μελίπηκτον μὴ εἰδικῶς κατονομαζόμενον, ἡ ὀκᾶ εἰς μεταλλικὸν, γενικὸς δασμὸς δραχ. 3, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 4.05.» Ἐν τῷ ἄρθρῳ 139, ὡς βλέπετε, περιλαμβάνονται δύο εἴδη σακχαροπλαστικῆς, ἅτινα ἂν ἐξετάσωμεν, θέλομεν ἴδει ἀμέσως, ὅτι εἶναι σάκχαρις, αἱ καραμέλαι καὶ τὸ κάντιον. Τὸ κάντιον εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνωτάτη ποιότης τῆς σακχάρεως, εἶναι ἡ ἀποκρυσταλλωθεῖσα σάκχαρις. Λοιπὸν, ἐὰν τοῦτο περιλαμβάνηται εἰς τὸ ἄρθρον 139, ἐν ᾧ λαμβάνεται ἡ πρόνοια νὰ γένηται ἡ ἐξαίρεσις τοῦ χαλβᾶ καὶ τῶν μελιπήκτων ἢ σακχαροπήκτων, ἀφ’ ἑαυτῶν ἐξαιρουμένων, φέρει μοιραίως εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως. Διότι ὁ θέλων νὰ ἔχῃ σάκχαριν εὐθηνοτέραν θὰ προσφύγῃ εἰς τὸ καλλίτερον εἶδος καὶ θὰ προμηθευθῇ σάκχαριν κρυσταλλωμένην, ἣν ἐγὼ αὐτὸς εἶδον ἄλλοτε εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ δουκὸς τοῦ Ἐδιμβούργου ἐν Πειραιεῖ, παρόντος καὶ τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, νὰ μεταχειρίζωνται ἀντὶ ἄλλης σακχάρεως. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἔχῃ οὕτω, κατ’ ἀνάγκην ὁ φόρος τῆς σακχάρεως θέλει διαρρεύσει διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης. Εἶχεν ἀκουσθῆ τοῦτο, καὶ ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον πολλῶν παρατηρήσεων καὶ ὑπομνήματός τινος τῶν σακχαροπλαστῶν, ὑποβληθέντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δι’ οὗ οὗτοι παραπονούμενοι ὑπεδείκνυον τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐν τέλει οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν σοκολάταν καὶ λοιπὰ εἴδη ὑπεδείκνυον, ὅτι καὶ περὶ αὐτῶν καλὸν, ἂν κατεβάλλετο προστατευτικὴ πρόνοια. Ἀπαιτεῖται ἐν τούτοις μεγάλη προσοχή· νομίζω δὲ, ὅτι εἰς τὴν πρόθεσιν τῆς διαπραγματευομένης μεθ’ ἡμῶν Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο νὰ περιλάβῃ τὸ κάντιον καὶ τὰς καραμέλλας. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦτο, ἂν ἤρχετο εἰς ἐξηγήσεις ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν, ἂν ἐν τῇ προτάσει αὑτοῦ περιλαμβάνονται τὰ δύο εἴδη εἰς τὴν κλάσιν 139 τοῦ δασμολογίου, εἰς ἣν κατὰ τὸ δασμολόγιον περιλαμβάνονται. Ἡ σταθερὰ πολιτικὴ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων εἶναι εἴπερ τις καὶ ἄλλη εἰλικρινής. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ἐὰν τὰ εἴδη ταῦτα δὲν περιλαμβάνωνται εἰς τὴν ἀρχικὴν πρόθεσιν αὐτοῦ, θέλει δηλώσει τοῦτο, καὶ θὰ ἤμεθα ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσωμεν. Ταῦτα ἤθελον νὰ παρατηρήσω.
§133Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τῶν συμβάσεων τῶν δύο, τῶν ὑπὸ συζήτησιν, τῆς τε μετὰ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ τῆς μετὰ τοῦ Βελγίου, ὁμολογῶ ὅτι ἔχω ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, ὅτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ διαπράξασα ταύτας καὶ τὸ πρῶτον ὑποβαλοῦσα αὐτὰς, ἦτο εἰς τὰ πράγματα. Ἐγκαίρως προσεπαθήσαμεν ν’ ἀποτρέψωμεν τὴν περιαγωγὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ προέλθῃ εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ τότε ἐπίσης ζωηρότατα ἐπεμείναμεν, ὅπως ἡ μετὰ τοῦ Βελγίου σύμβασις μείνῃ ἐν καταγγελίᾳ, προβῇ δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς ὁριστικὴν μετὰ τοῦ Βελγίου διάπραξιν ἐμπορικῆς συμβάσεως, κυρίως χάριν τοῦ προϊόντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε πόσον ἐνδιαφέρει τὸν τόπον καὶ πόσον μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ ἐπὶ ὥρας καὶ ἐπὶ μῆνας καὶ ἐπὶ ἔτη ἔν τε τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ. Εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι τὰ φάρμακα τὰ δημιουργούμενα ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ δὲν εἶναι τὰ χρησιμώτερα διὰ τὴν σταφίδα· κατὰ τοῦτο εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν χθὲς μετ’ εἰλικρινείας λαλήσαντα, ὅστις καὶ ἐκ μεγάλης σταφιδικῆς ἐπαρχίας κατάγεται. Καὶ ἡ παρακράτησις, κατὰ τῆς ὁποίας ἤδη ὁ σταφιδικὸς κόσμος ἔχει κηρυχθῆ, διότι ἀπεδείχθη ὅτι ἐλάχιστα ὠφέλησεν, ἢ μᾶλλον πολλαχῶς ἔβλαψε, καὶ τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν, καὶ αὐτὸς ὁ εἰς εἶδος φόρος ὁ πολύκροτος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου προσεπαθήσαμεν ν’ ἀποτρέψωμεν πάσῃ δυνάμει τὴν τότε Κυβέρνησιν, διότι καὶ τότε ἐλέγομεν ὅτι, καὶ ὁ φόρος εἰς εἶδος ἂν ψηφισθῇ, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἰσπράξῃ οὔτε λεπτόν, καὶ οὔτε ὀκᾶ σταφίδος θὰ πωληθῇ, καὶ ἔλλειμμα θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν δημόσιον θησαυρὸν πέντε ἑκατομμυρίων, εἰς οὐδὲν κατίσχυσαν νὰ ἀποτρέψωσιν ἢ νὰ σταματήσωσι τὴν κρίσιν τῆς σταφίδος. Σήμερον δὲν πρόκειται διὰ μακρῶν νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, οὔτε νὰ ὑποδείξω ἐν λεπτομερείᾳ τὰ ἐλαττώματα τῶν ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεων, οὔτε τὰς ζημίας τὰς προσγιγνομένας εἴς τινας τῶν βιομηχανιῶν, ὡς τὴν τῆς ὑφαντουργίας, κλωστικῆς, στρηπτικῆς νηματουργίας καὶ λοιπὰ εἴδη τῆς ἡμετέρας παραγωγῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἀγγλικὴν σύμβασιν, ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν τρόπον τῆς συντάξεώς της, ὁ ὁποῖος εἶναι πρωτοφανής. Εἰς οὐδεμίαν σύμβασιν, ἐμπορικὴν ἢ τελωνειακήν, ἢ οἱασδήποτε φύσεως δήλωσιν διεθνῆ, εἶδον τὸν τρόπον τῆς συντάξεως τῆς παρούσης. Εἶναι προσβλητικὸς διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν, ὡς Κράτους ἀνεξαρτήτου, κυριάρχου, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἔδειξεν ὑπὲρ ἡμῶν εὐμενεστάτας καὶ εὐεργετικὰς διαθέσεις, δι’ ἔργων ἀποδειχθείσας, νὰ εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ προσβάλῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν, καὶ εἰς ἥττονα νὰ τάξῃ θέσιν τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ἔθνους μας. Ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἦναι ἓν Κράτος, ὅταν ἦναι ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον, εἶναι ἐν ἰσότητι πρὸς τὸ μέγιστον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν διεθνῶν πράξεων, τῶν κανονιζουσῶν τὰς ἀμοιβαίας σχέσεις ἐμπορίου, ναυτιλίας κλπ. Ὁ τρόπος ὅμως, καθ’ ὃν συνετάχθη ἡ σύμβασις αὕτη, ὑποδεικνύει, ὅτι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἐκ κακῆς πίστεως καὶ ἀνοήτως παρέβημεν τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ συνεπείᾳ τῆς παραβάσεως ταύτης ἐπιβάλλεται, οὕτως εἰπεῖν, ποινή, τὴν ὁποίαν καὶ ἐκτελοῦμεν διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν δηλώσεως (declaration)! Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διατελέσας εἰς τὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ δημοσίου δικαίου τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐπὶ ἔτη πολλὰ καταγινόμενος, οὐδέποτε συνήντησα κείμενον, ὡς εἶναι ἡ παροῦσα σύμβασις. Ἀφοῦ κανονικώτατα ἀρχίζει ἡ σύμβασις, ὅτι «αἱ δύο Κυβερνήσεις, ἡ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ τῆς Αὐτοῦ Βρεττανικῆς Μεγαλειότητος, ἐπιθυμοῦσαι νὰ ἐπιφέρωσι τροποποιήσεις τινὰς εἰς τὰς ὑφισταμένας μεταξὺ αὐτῶν συμβάσεις, ἐξουσιοδότησαν τοὺς ὑποφαινομένους, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς ἑπομένης συμφωνίας», ἔρχεται τὸ ἄρθρον πρῶτον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω, ὅπως ἐννοήσητε, αἰσθανθῆτε καὶ χαρακτηρίσητε σεῖς μόνοι τὸν βαθμὸν καὶ τὸ εἶδος τῆς προσβολῆς, διότι ἴσως ἐγὼ θεωρηθῶ ὡς ὑπὲρ τὸ δέον εὔθικτος (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτοῦ Βρεττανικῆς Μεγαλειότητος, φρονοῦσα ὅτι ὁ ἑλληνικὸς νόμος περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, ὡς καὶ ὁ περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν διάταξιν τὴν περιεχομένην ἐν ἄρθρῳ 2 § 2 τῆς μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καὶ τῆς Ἑλλάδος ἐμπορικῆς συμφωνίας τοῦ 1890, εἶναι πρόθυμος ν’ ἀποσύρῃ τὴν ἑαυτῆς διαμαρτυρίαν κατὰ τῶν μέτρων τούτων ἐπὶ τῇ ὡς ἀντάλλαγμα παροχῇ τῶν κατωτέρω ὁριζομένων παραχωρήσεων.» Ὅλον αὐτὸ τὸ ἄρθρον, Κύριοι, εἶναι περιττόν, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς συμβάλλεται, ὑποχωρεῖ, δέχεται νὰ δώσῃ ἀντάλλαγμα, καίτοι οὐδόλως παρέβη τὴν σύμβασιν, ὡς κοινῶς ἐννοοῦσιν, ὅτι γίνεται παράβασις συμβάσεώς τινος. Ἡ σύμβασις λέγει ἐν ἄρθρῳ 2, ὅτι ἀναλαμβάνει ἡ Ἑλλὰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ αὐξήσῃ τὸν ἤδη ὑπάρχοντα ἐξαγωγικὸν ἢ ἔγγειον φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος. Αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος δὲν ἐνομοθετήθη. Οἷον ἦτο τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τὸ πληρωνόμενον ἄλλοτε, τὸ Κράτος ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ νὰ πληρωθῇ εἰς εἶδος, καὶ ἐκανόνισε τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ περίπου πρὸς τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων τῶν καταβαλλομένων ἄλλοτε. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁρισθῆ, ἦτο ἀνώτερον κατά τι τοῦ εἰς χρήματα, ἠδυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν ἀναλογίαν. Ἀλλὰ καταβαλλομένου τούτου καὶ ἡ αὔξησις εἶναι λίαν ἀμφίβολος, διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τιμὴν τὴν τρέχουσαν, καὶ βεβαίως μὲ τὴν τιμὴν τὴν νῦν τρέχουσαν ὁ φόρος ἐπαισθητῶς ἠλαττώθη, διότι ἀμφιβάλλω, ἂν τὸ Δημόσιον θὰ εὕρῃ νὰ πωλήσῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὰς ἀποθήκας, εἰς τιμὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσῃ ἑαυτὸ ἀναλόγως τοῦ εἰς μετρητὰ φόρου. Ἀπ’ ἐναντίας νομίζω, ὅτι πολὺ μικρότερον ποσὸν θὰ εἰσπράξῃ, καὶ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τούτου ἐπῆλθεν, οὐχὶ δὲ αὔξησις. Ὁπωσδήποτε παράβασις δὲν ἐγένετο εἰς τὴν σύμβασιν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐπειδὴ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πραγματικῶς παρέσχεν εὐεργετήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα πολλὰ καὶ πολλαπλᾶ, καὶ διὰ τὴν σταφίδα παρέσχεν ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1890 τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ, οὐσιωδῶς ηὐξημένου ἄλλοτε, διότι ἀπὸ ἑπτὰ σελλινίων ὁ δασμὸς κατῆλθεν εἰς δύο μόνον σελλίνια τὸ ἑκατόλλιτρον, καὶ ἑπομένως ἐγένετο ἐπαισθητὴ ἐλάττωσις, ἐπειδὴ παρέσχεν ἡμῖν πᾶσαν εὐκολίαν, καὶ ἐλπίζομεν πολλὰ παρὰ τῆς Δυνάμεως ταύτης, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, ἐλαττώσεις ὑπὲρ τῶν ἀγγλικῶν προϊόντων παρεχούσας, οὐχὶ ὅμως εἰς βάρος τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἣν ὀφείλωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ἀνενδότως. Ἐλπίζω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ προσβάλῃ μικρὸν μὲν ἔθνος, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐξ ἴσου φιλότιμον, ἰσότιμον ἐν τῇ ἀνεξαρτησίᾳ καὶ τῇ κυριαρχίᾳ αὐτοῦ, διὰ τοιαύτης φρασεολογίας, κατὰ τῆς ὁποίας τουλάχιστον ἐγὼ διαμαρτύρομαι. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὁ ἐνταῦθα πρέσβυς τῆς Μεγάλης εὐεργέτιδος Δυνάμεως, ὅστις δὲν εἶναι κοινὸς ἄνθρωπος, ἀλλ’ εἶναι μία ἐξοχότης καὶ ἐν τῇ διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐν τῇ οἰκονομικῇ καὶ δημοσιονομικῇ ἐπιστήμῃ, ἰδίως δὲ διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι εἷς τῶν ὀλίγων ξένων, οἵτινες γνωρίζουσι καλῶς τὸν τόπον καὶ ὑπὸ οἰκονομολογικὴν καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν, καὶ ἐκθέσεις ἐδημοσίευσε περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ περὶ τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ γνωρίζω τὰ εὐγενῆ αἰσθήματά του, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ στέρξῃ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καταλλήλως ζητήσῃ τοῦτο, εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς περιττόν, καθόσον αἱ δύο Δυνάμεις συμβληθεῖσαι προέβησαν εἰς κατάρτισιν συμβάσεως, καὶ παρέχουσαν ὡρισμένα ἀνταλλάγματα ἡ μὲν πρὸς τὴν δέ. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ προβλητικόν.
§134Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Συνιστᾶτε τὴν διαγραφὴν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρόθυρα τῶν σχετικῶν νόμων ἐπὶ ἀνταλλάγματι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ ἀποφασίσῃ τὴν κατάργησιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ἀντάλλαγμα, τί θὰ γείνῃ;
§135Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ἀνέμενεν ὁ κ. συνάδελφος, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἔχω ῥιζικὴν γνώμην, καὶ μία ἐκ τῶν γνωμῶν, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνω, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπαινίσσεται. Δηλαδή, ἀφοῦ ὁ φόρος εἰς εἶδος καταργεῖται προτάσει ἀμφοτέρων τῶν Κυβερνήσεων, τε τῆς προηγουμένης καὶ τῆς νῦν, καὶ ἡ παρακράτησις ἀπεδείχθη ἐπιβλαβὴς καὶ καταργηθήσεται ὁσονούπω, ἀρκεῖ νὰ εὑρεθῇ ὁ ἀκίνδυνος τρόπος τῆς καταργήσεως, πρὸς τί ἡ σύμβασις αὕτη; τίνα δικαιολογικὴν ἔχει πλέον βάσιν; Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ ὁ ὅρος τοῦ ἄρθρου πρώτου περιλαμβάνεται, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ ἐνδιαφερόμενοι θὰ ἐπιμείνωσιν, ἵνα διατηρηθῇ, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν περιλαμβάνεται ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἐγὼ διέγνωσα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἀλληλογραφίᾳ της μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἰδίως ἔσχε περὶ τοῦ ὅρου τούτου. Ἐγὼ διέγνωσα ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς τε προκατόχου καὶ τῆς νῦν, εἶναι, ὅτι παρέχονται τὰ ἀνταλλάγματα ταῦτα, ὅπως ἀποκτηθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ μέλλον πρὸς πᾶσαν νομοθετικὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου. Διότι, Κύριοι, ἐὰν προτρέξωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν ταύτην, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ νομοθετήσωμεν ἴσως πάλιν περὶ σταφίδος μέτρα τινά. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ γνῶσις, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως εἶναι, ὅτι εἴμεθα ἐλεύθεροι, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἀγγλίαν, νὰ νομοθετῶμεν ἐλευθέρως περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, δὲν εἶναι παράδοξον νὰ μᾶς σταματήσῃ ἐκ νέου καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης, διότι θὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ μέτρον τὸ ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν συνᾴδει πρὸς τὸ ἄρθρον 2 § 2 τῆς συμβάσεως, ἢ πρὸς ἄλλα ἄρθρα τῆς ἀρχικῆς συνθήκης. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἐξακριβώσῃ δεόντως, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὴν Ἀγγλίαν ἡ διάταξις αὕτη, ἡ παρεμβαλλομένη ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1890, οὕτως εἰπεῖν, αἴρεται διὰ τῆς συμβατικῆς δηλώσεως ταύτης, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀποκτᾷ τὴν ἐλευθερίαν αὑτῆς, ὅπως νομοθετῇ περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου ἐλευθέρως καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ κατὰ τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον νὰ ψηφίζῃ ὅ,τι κρίνει καλὸν καὶ συμφέρον ὑπὲρ τοῦ τόπου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ κρίσιμον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα, ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία παρίσταται, τῆς νομοθετήσεως μέτρου περὶ τῆς σταφίδος οἱουδήποτε, ἡ ὑπόνοια ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, νομίζω, λέγω, ὅτι καθοδηγεῖ ἡμᾶς, ἵνα μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δύο αὐτῶν συμβάσεων. Οὕτω θὰ προηγηθῶσι πάνθ’ ὅσα ἡ Βουλὴ σκέπτεται ἢ ἀναγκασθήσεται νὰ νομοθετήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος. Τοιουτοτρόπως τοὐλάχιστον θὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς καὶ βέβαιοι, ὅτι, ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑποβληθῆ, ἔστω καὶ αὐτὸ τὸ λεγόμενον ἑνιαία διαχείρισις ἢ οἱονδήποτε ἄλλο μέτρον, δὲν προσκρούουσιν εἴτε εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συμβάσεως ταύτης, εἴτε εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰταλίας, ὡς ἄλλοτε ἡ Ἰταλία καὶ ἄλλα ξένα Κράτη διετείνοντο, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ ματαιωθὲν μονοπωλιακὸν σύστημα, θὰ ἤμεθα ἐλεύθεροι νὰ ψηφίζωμεν. Ἐπειδὴ θίγεται σοβαρώτατα διὰ τῶν συμβάσεων τούτων ὁ σταφιδόκαρπος, νομίζω, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ ἀναβάλωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν ταύτην μετὰ τῆς Ἀγγλίας, κατὰ τῆς ψηφίσεως τῆς ὁποίας ἐγὼ δὲν κηρύσσομαι ῥιζικῶς, ἀπεκδεχόμενος τὴν βελτίωσιν αὐτῆς ὡς πρὸς τὰ τῆς ὑφαντουργίας, νηματουργίας καὶ κλωστικῆς βιομηχανίας τοῦ τόπου. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν καιρῷ.
§136ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ δηλώσω, — ὅπερ ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν, — ὅτι τὴν σύμβασιν ταύτην δὲν διεπραγματεύθην ἐγὼ, καὶ ἑπομένως δὲν εἶμαι τὴν στιγμὴν ταύτην ἕτοιμος νὰ δώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. συνάδελφος. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν εὗρον ὑπογεγραμμένην.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, διότι ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν δικαιολογίαν τῆς συμβάσεως. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ λησμονήσωσιν, ὅτι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπεδιώξαμεν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ὁ σκοπὸς ὁ κύριος εἶναι, ἵνα ἐπὶ πέντε ἔτη ἐξασφαλίσωμεν τὸν φόρον τὸν σήμερον ὑπάρχοντα, ὅπερ εἶναι μεγίστης σημασίας, διότι ἔχει λήξει ἡ σχετικὴ σύμβασις, καὶ ἠδύνατο ἡ Ἀγγλία, κατὰ βούλησιν, νὰ ἄρῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμολογίου, ἣν εἶχε κάμει χάριν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν σταφίδα. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ καὶ ταῦτα τὰ ἔγγραφα τῶν διαμαρτυριῶν τῆς Ἀγγλίας, καθ’ ὅσον ἐψηφίζοντο οἱ διάφοροι νόμοι τῆς παρακρατήσεως καὶ ὁ τελευταῖος νόμος περὶ τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος. Ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τούτων εἶναι ἀναγκαία πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς πρώτης παραγράφου τῆς συμβάσεως, διότι ἐν αὐτοῖς περιλαμβάνονται αἱ γνῶμαι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, αἱ διατυπωθεῖσαι ἐν πολλαῖς διαμαρτυρίαις αὐτῆς, ἃς ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὴν εἰσηγησαμένην τοὺς νόμους ἐκείνους. Οὐδεμία δὲ ἀναγνώρισις ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§139ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ψέγω παντελῶς τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς προκατόχου καὶ τῆς σημερινῆς, τῆς μὲν προκατόχου νὰ συνομολογήσῃ, τῆς δὲ σημερινῆς Κυβερνήσεως νὰ υἱοθετήσῃ, τροπολογοῦσα ἔν τισι μόνον, τὴν παροῦσαν σύμβασιν, καὶ εἰσαγάγῃ ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ σύμβασις ἦτο ἀνάγκη νὰ τροπολογηθῇ ἀκριβῶς δι’ ἐκεῖνον τὸν ὅρον, ὅστις περιλαμβάνεται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ, καὶ ὅστις περιλαμβάνει τὸ ἀντάλλαγμα ἐκεῖνο, ὅπερ, διδόμενον, παρέχει εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλευθερίαν, ἐφεξῆς νὰ κανονίζωμεν τὰ τῆς σταφίδος ὡς θέλομεν. Σήμερον, ἐὰν ἔχωμεν τὴν διάθεσιν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ 50% παρακράτησιν ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἀφιέμεθα ἐντελῶς ἐλεύθεροι, ἐνῷ προηγουμένως δὲν εἴχομεν ταύτην τὴν ἐλευθερίαν. Διὰ τῶν ἀνταλλαγμάτων, ἅτινα παρέχομεν σήμερον, ἐξηγοράσαμεν τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν τῇ προγενεστέρᾳ συμβάσει, ἣν συνέπεσε νὰ διαπραγματευθῶ ἐγὼ, ὑπῆρχεν ὅρος, ἀπαγορεύων τὴν προσθήκην εἰς τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, δηλαδὴ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ εἰσαγαγοῦσαι εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια τὰ περὶ τῆς παρακρατήσεως, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις δὲν φθάνει καὶ μέχρι τῆς παρακρατήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἡ παρακράτησις, ἥτις ὠνομάσθη μὲν παρακράτησις, ἀλλ’ εἶναι πράγματι φόρος, δὲν θὰ προκαλέσῃ τὰς διαμαρτυρίας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅτε αἱ διαμαρτυρίαι αὐτῆς ἐγένοντο, τί ἄλλο ἠδυνάμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, λέγουσαν ὅτι παρὰ τὰ συμπεφωνημένα ἐπιβάλλομεν φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς ἡμῶν, ἢ ὅτι ἡ παρακράτησις εἶχεν ἀλλοῖον χαρακτῆρα, δικαιολογοῦντα τὴν πολιτείαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἀληθῶς ὅμως ἐτέθη παρὰ τὰ συμπεφωνημένα, παρὰ τὴν συνθήκην, ὡς ἐκ παρασπονδίας. Ἡ Ἀγγλία λοιπὸν ἔρχεται καὶ λέγει, ἀφοῦ διεμαρτυρήθη ὄχι μόνον ὅτε εἰσήχθη ὁ νόμος τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1900 καὶ κατὰ τὸ 1901...
§140Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων.
§141ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔρχεται λοιπὸν καὶ λέγει, ὅτι ὁ περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου ἑλληνικὸς νόμος, ὡς καὶ ὁ περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σταφιδοκάρπου, δὲν φρονεῖ ὅτι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890 κειμένην μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ αὐτῆς ἐμπορικὴν σύμβασιν. Ὅτε δὲ ἔχομεν τὴν διαμαρτυρίαν τῆς Ἀγγλίας, τοιαῦτα λεγούσης, ἔχομεν δ’ ὁμολογουμένως καὶ τὴν εὐμενεστάτην πρὸς τὴν Ἑλλάδα συμπεριφορὰν αὐτῆς, διότι, καίτοι ἦτο πεπεισμένη ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐκτελοῦμεν τὰ συμπεφωνημένα, ὅμως, ἀποβλέπουσα εἰς τὰς ταλαιπωρίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν σμικρότητα τῆς δυνάμεως αὐτῆς, δὲν ἠθέλησε νὰ κάμῃ χρῆσιν δικαιώματος, ὅπερ εἶχε, νομίζω ὅτι κατ’ οὐδὲν προσβαλλόμεθα, ἐὰν γίνηται λόγος, ὅπως γίνεται λόγος, ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν συμβάσει περὶ γεγονότος, ὅπερ εἶναι ἀναμφισβήτητον, γεγονότος, ὅπερ ἐκτιμᾷ αὐτὴ ὡς περιέχον παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς συνθήκης. Δὲν δυνάμεθα μὲν νὰ κατηγορήσωμεν τὴν εἰλικρίνειαν τῆς γνώμης, ἀλλὰ καὶ δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι τὸ ὑφ’ ἡμῶν γενόμενον ἀποτελεῖ παράβασιν· ἀλλ’ ἀναγράφοντες τὸν ὅρον τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ πληρώνοντες τὰ ἀνταλλάγματα, ἅτινα ἐνταῦθα εἰσάγονται καὶ περὶ ὧν ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰς ζητηθείσας ἐξηγήσεις, ἀπαλλασσόμεθα ἐφεξῆς τῶν διαμαρτυριῶν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κινδύνου τῆς ἐκ τῆς γνώμης αὐτῆς ἐξαρτωμένης καταγγελίας, καὶ ἐξαγοράζομεν τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν, ἵνα κανονίζωμεν ἐφεξῆς τὰ τῆς σταφίδος, ὡς θέλομεν. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι σήμερον ἡ Ἑλλὰς ἀναγνωρίζει ὅτι σώζεται ἡ σταφὶς διὰ τῆς παρακρατήσεως, ἔχομεν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν ν’ ἀναβιβάσωμεν τὴν παρακράτησιν καὶ εἰς τὰ 100%. Ἐν σχέσει πρὸς ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ἄρθρον 18 τῆς ἀρχικῆς συνθήκης, ὅπερ ἀναφέρεται εἰς τὴν περίπτωσιν ἐπεκτάσεως ἐδάφους.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον σχετικῶς.
§143Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Δραγούμης, βεβαίως δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ ὁ ὅρος αὐτός. Ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως ἢ νὰ ὑποκύψωμεν, ὅπως μὴ ψυχράνωμεν εὐεργέτιδα Δύναμιν, καίτοι εἶναι προσβλητικὸν δι’ ἡμᾶς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν ταύτην, καὶ πρέπει νὰ περιμένωμεν.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως διδόμενα ἀνταλλάγματα ἐζητήθησαν μόνον διὰ τὴν νομοθετηθῆσαν παρακράτησιν τῆς σταφίδος καὶ διὰ τὴν πέρυσι νομοθετηθεῖσαν φορολογίαν αὐτῆς εἰς εἶδος, οὐχὶ ὅμως καὶ δι’ ἄλλας μεταβολάς. Ἐν τῇ συμβάσει δὲν ἀναφέρονται ἢ μόνον αἱ δύο εἰρημέναι ἀξιώσεις· ἐνδέχεται δὲ νὰ προταθῶσι νέαι ἀξιώσεις δι’ ἄλλας ἐνδεχομένας μεταβολάς.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς πρώτην συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας». Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει ὁ κύριος Δραγούμης.
§148ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁμιλῶν περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης χθὲς, νομίζω ὅτι εἶπεν, ὅτι ἡ διάρκεια αὐτῆς εἶναι ὀλιγωτέρα τῶν δύο ἐτῶν, ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους. Νομίζω ὅτι ἡ διάρκεια τῆς συμβάσεως εἶναι διετὴς, καὶ ὅτι εἶναι διετὴς ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνταλλαχθῶσιν αἱ ἐπικυρώσεις· δηλαδὴ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος ταύτην θὰ ἔχωμεν δύο ἔτη ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων. Δὲν φαίνεται μὲν ἡ λέξις διετία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 2, διότι ἀπὸ τῆς καταγγελίας πρέπει νὰ παρέλθῃ ἓν ἔτος. Δύο ἔτη λοιπὸν ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων, καὶ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς καταγγελίας. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, τὸ ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως μέχρι τῆς σήμερον καὶ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ σύμβασις θ’ ἀποτελέσῃ, γιγνομένης τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων, νόμον δι’ ἀμφότερα τὰ Κράτη, ὑπὸ τίνα κατάστασιν ἐβιώσαμεν ἀπέναντι τοῦ Βελγίου;
§149ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ παρατεταμένην τὴν ἰσχὺν τῆς συμβάσεως μεῖον τοῦ ἄρθρου 6.
§150ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυνάμει τίνος πράξεως;
§151Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου περὶ τελωνείων.
§152ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει Διάταγμα τοιοῦτον;
§153Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 29.
§154ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδημοσιεύθη Διάταγμα; Διότι ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνόμισα ὅτι ἐθεώρει παρατεταμένην τὴν συνθήκην ἄνευ Διατάγματος.
§155ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑπάρχει δημοσιευμένον Διάταγμα.
§156ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε εἴμεθα ἐν τάξει.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§158Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω ῥιζικωτέραν ἀντίρρησιν, καὶ ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπ’ ἐμοῦ, θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μὴ τὴν ψηφίσητε οὔτε σήμερον οὔτε ποτὲ, ἐὰν δὲν ἀναλάβῃ καὶ τὸ Βέλγιον ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἰλικρινῶς νὰ ἐκτελέσῃ. Ἡ σύμβασις αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἐπανάληψις τῆς ἁμαρτωλῆς συμβάσεως τοῦ 1895. Ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν ἐφαίνετο ὅτι παρεῖχεν εὐεργετήματα εἰς τὴν ἑλληνικὴν παραγωγήν. Ἀποδίδουσα εἰς τὴν σταφίδα ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἀπὸ 25 εἰς 20 φράγκα, καὶ ἀτέλειαν τοῦ εἰς βυτία εἰσαγομένου καρποῦ χάριν τῆς ἐν Βελγίῳ βιομηχανικῆς παραγωγῆς, ἀπεδείχθη καταστρεπτικὴ διὰ τὴν ἑλληνικὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ Βέλγιον. Διότι, ἐνῷ ἐφαίνετο ὅτι ἀτελῶς εἰσάγεται ἡ σταφὶς κατὰ τὴν διάταξιν τῆς συνθήκης, ὅτε ὁ σταφιδόκαρπος εἰς βυτία μετεφέρθη εἰς Βέλγιον τὸ πρῶτον ἔτος τῆς συμβάσεως, — καὶ ὁμολογουμένως ηὔξησε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἡ εἰσαγωγὴ εἰς 1,000,000 ἑκατόλλιτρα, ἐνῷ πρότερον εἰσήγοντο 50,000, — αἰφνιδίως οἱ ἀποστείλαντες καὶ οἱ ἀγοράσαντες τὸν σταφιδόκαρπον εὑρέθησαν πρὸ μιᾶς τερατώδους φορολογίας ἰδιαιτέρας. Ἀντὶ τῆς ἀτελείας, ἢ τοὐλάχιστον τῶν 20 φράγκων κατὰ ἑκατόλλιτρον, ἐκρίθη ὅτι δι’ ἕκαστον ἑκατόλλιτρον ὤφειλον ν’ ἀποτίσωσιν 75 φράγκα! διότι ὑπῆρχεν ἀναλώσεως εἰδικὸς φόρος (droit d’ accise) ἐπιβάλλων φόρον ἐπὶ τῶν οἴνων, καὶ ἐπειδὴ ἐκρίθη ὅτι ἕκαστον ἑκατόλλιτρον σταφίδος παράγει τρία ἑκατόλλιτρα οἴνου, ἐπειδὴ ἕκαστον ἑκατόλλιτρον οἴνου πληρώνει 25 φράγκα δημοτικὰ δικαιώματα εἰσαγωγῆς, ἐκρίθη ὅτι ἓν ἑκατόλλιτρον σταφίδος, ἰσοδυναμοῦν πρὸς τρία ἑκατόλλιτρα οἴνου, ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ 3×25=75 φράγκα χρυσᾶ. Τοῦτο ἀπετέλει τελείαν ἀπαγόρευσιν· καὶ τοιουτοτρόπως τὸ μὲν Βέλγιον ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἀπήλαυσε μεγάλην αὔξησιν ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων βιομηχανίας αὐτοῦ, εἰσαγομένων ἀθρόως εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ δὲ ἑλληνικὴ παραγωγὴ δὲν ὠφελήθη ποσῶς. Αὐτὴ αὕτη ἡ σύμβασις εἰσάγεται νῦν, ἄνευ τοῦ ἄρθρου 16, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ ἀντάλλαγμα τῆς σταφίδος ἀντὶ τοῦ ὅρου τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους καί τινων ἄλλων δυσαναλόγων ἀνταλλαγμάτων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προβῶ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἤθελον μόνον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἤ, ἐὰν τοῦτο ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ ψήφισις αὐτοῦ, μέχρις οὗ συντελεσθῶσι καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τινα πραγματικὰ εὐεργετήματα, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσάγωμεν καὶ εἰς τὸ Βέλγιον, καὶ διὰ τῆς βιομηχανίας τῆς βιομηχανικωτάτης χώρας εἰς ἄλλα Κράτη. Ἡ ἐξαίρεσις τοῦ ἄρθρου 16 ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης στερεῖ τὴν Ἑλλάδα τῆς ἀτελείας καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας, ἀπαλλάσσει δὲ καὶ τὴν Ἑλλάδα ἐκ δασμολογικῶν ἀνταλλαγμάτων. Ἀλλὰ τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι ἡμεῖς μὲν στερούμεθα τῆς ἀτελείας αὐτῆς καὶ τῆς ἐλαττώσεως, ἀλλὰ τὸ Βέλγιον δὲν στερεῖται τῶν εὐεργετημάτων τοῦ ἄρθρου 16 πραγματικῶς· τύπῳ μόνον στερεῖται αὐτῶν, πράγματι ὅμως δὲν στερεῖται, διότι ἀποκτᾷ διὰ τῆς ἀναβιούσης συμβάσεως τὸν ὅρον τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους. Ἕνεκα τῆς συνθήκης μετὰ τῆς Γερμανίας, ἥτις κυρίως εἰσάγει τὰ ἐκ τῆς σιδηροβιομηχανίας προϊόντα, τὰ ὁποῖα ὁμοιάζουσι μὲ τὰ Βελγικὰ, κατὰ 90% τὸ Βέλγιον θὰ ἀπολαύῃ τῶν δασμολογικῶν εὐνοιῶν καὶ εὐεργετημάτων, ὧν ἀπολαύει ἡ Γερμανία, ἐνῷ ἡμεῖς στερούμεθα διὰ τῆς ἀποκοπῆς τοῦ ἄρθρου 16 καὶ τῆς ἀτελείας καὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὅπως δήποτε ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην δύναται ἡ Κυβέρνησις, — ἥτις βεβαίως δὲν ἔχει κάμει τὴν συνθήκην ταύτην, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ διαπραγματευομένη, — νὰ δώσῃ χαρακτῆρα ὁριστικῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγίου, παρέχοντος εἰλικρινῶς πᾶσαν ἀτέλειαν καὶ πᾶν εὐεργέτημα ὑπὲρ τοῦ σταφιδοκάρπου, ἢ καὶ τῶν σύκων καὶ ἄλλων προϊόντων ἑλληνικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ δυνηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν διὰ τῆς συνθήκης ταύτης. Διότι, Κύριοι, ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ εἰλικρινῶς ἀτελὴς εἰσαγωγὴ τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν ἐν Βελγίῳ, δὲν λέγω ὅτι εἶναι βέβαιον, ἀλλ’ εἶναι πιθανώτατον νὰ ἴδωμεν τὴν σταφιδοπαραγωγὴν ὠφελουμένην κατὰ πολὺ ἐκ τῆς ἐν Βελγίῳ βιομηχανικῆς κατεργασίας αὐτῆς, ὅπως σήμερον αἰφνιδίως εἴδομεν, ὅτι ἡ Γερμανία, ἥτις ἐπὶ ἔτη πάμπολλα οὐδεμίαν ἐποιεῖτο χρῆσιν τῆς σταφίδος, πρό τινος χρόνου κατέστη σοβαρὰ ἀγορὰ τῆς σταφίδος ἡμῶν. Ἐνῷ ἡ μετ’ αὐτῆς ἐμπορικὴ καὶ δασμολογικὴ συνθήκη δὲν μᾶς ὠφέλησε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, τοὐναντίον δὲ ἡ Γερμανικὴ παραγωγὴ μεγάλως ὠφέλησεν, ἐπ’ ἐσχάτων, ὡς εἶπον, ἡ Γερμανία, κατέστη μία τῶν σπουδαιοτέρων ἀγορῶν τῆς σταφίδος, τοῦ πολυτιμοτέρου προϊόντος ἡμῶν, μετὰ τὴν Ἀγγλίαν, καὶ καταναλίσκει μάλιστα ἀρκετὴν σταφίδα δευτέρας καὶ τρίτης ποιότητος πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν, διότι ἐνόησεν ἡ Γερμανία, ὅτι ἡ σταφὶς, τὸ μιστέλιον καὶ τὸ οἰνόπνευμα, τὸ παραγόμενον ἐκ σταφίδος, εἶναι χρήσιμα εἰς τὴν γερμανικὴν οἰνοποιΐαν καὶ οἰνοπνευματοποιΐαν πρὸς ἀνταγωνισμὸν πρὸς ἄλλα Κράτη, μὲ τὰ ὁποῖα εὑρίσκεται εἰς ἐμπορικὸν καὶ βιομηχανικὸν ἀνταγωνισμόν, διότι τὸ προϊόν τὸ ἐκ σταφίδος εἶναι καὶ ἁγνότερον καὶ ὑγιεινότερον τῶν ἄλλων εὐρωπαϊκῶν βιομηχανιῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Βέλγιον εἶναι, δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ ἐμπορικώτερον Κράτος τοῦ κόσμου, ὅπως εἶναι καὶ τὸ μάλιστα εὐπαίδευτον καὶ τὸ βιομηχανικώτερον τῶν Κρατῶν, διότι ὁ μικρός, ὡς πρὸς τὸν πληθυσμὸν μόνον, λαὸς τοῦ Βελγίου, μέγας δὲ καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα, ἔχει ἀποκτήσει εἰς ὕψιστον βαθμὸν πᾶσαν τελειότητα, πᾶσαν πρόολον καὶ πάντα πολιτισμόν, καὶ κατέστη τὸ κέντρον βιομηχανικῆς παραγωγῆς παγκοσμίου, δὲν εἶναι παράδοξον, λέγω, καὶ τὸ Βέλγιον νὰ καταστῇ προμηθευτὴς εἰς τὸ γενικὸν ἐμπόριον τῶν μεγάλων ἀγορῶν τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος, νωπῆς ἢ ξηρᾶς, ἢ τῆς σταφυλῆς, τὸ ὁποῖον ἔχομεν τόσην ἀνάγκην νὰ καταναλώσωμεν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παύσωμεν νὰ κατατρυχώμεθα, ἐὰν εὕρωμεν δύο ἢ τρεῖς ἀγορὰς νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς ὑπαρχούσας ἤδη, αἵτινες ἀποδεικνύονται ἀνεπαρκεῖς εἰς ἀνάλωσιν τῆς ὅλης παραγωγῆς ἡμῶν.
§159ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ν’ ἀναβληθῇ ἐπί τινας ἡμέρας ἢ καὶ ἐπί τινα χρόνον ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως, ἵνα μελετηθῇ αὕτη καλλίτερον. Ἤθελον ὅμως νὰ γνωρίσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησε, νὰ προβῶ εἰς διαπραγματεύσεις ὁριστικῆς μετὰ τοῦ Βελγίου συνθήκης, δὲν συμφέρει. Τὸ εἶπον χθές, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, καὶ νομίζω ὅτι εἶμαι καταληπτὸς εἰς τοὺς πολλούς. Δὲν συμφέρει νὰ προέλθωμεν εἰς σύμβασιν ὁριστικὴν μὲ τὸ Βέλγιον, πρὶν ἢ λυθῶσι ζητήματα ἄλλα, — συμβάσεων, ἐννοῶ, — τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ σπουδαιότερα δι’ ἡμᾶς, μετὰ Κρατῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ σπουδαιότερα συμφέροντα εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Δὲν συμφέρει νὰ ψηφίσωμεν καὶ παραδεχθῶμεν ἀνταλλάγματα πρὸς τὸ Βέλγιον, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωμεν νὰ δώσωμεν. Ὥστε δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι μικροτέρα ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν φοβεῖται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι θὰ ὑποστῶμεν, ἐὰν ψηφίσωμεν προσωρινῶς ἢ ἂν συνομολογήσωμεν ὁριστικὴν σύμβασιν. Διότι, ἂν συνομολογηθῇ ὁριστικὴ σύμβασις, θὰ μᾶς ἐκθέσῃ εἰς ζημίας ἐμπορικὰς μείζονας.
§160Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν καὶ ἐγὼ αὐτὸς δὲν εἴμεθα ἐνήμεροι τῆς ὑποθέσεως, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ δηλώσῃ, ποῖα εἶναι τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπολαύσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἔστω καὶ προσωρινῶς, καὶ διατὶ εἶναι ἐπεῖγον νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις.
§161ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ σαφῶς ὡμίλησα. Δὲν συμφέρει, εἶπον, νὰ προέλθωμεν εἰς συνομολόγησιν ὁριστικῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖ τὸ Βέλγιον.
§162Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διατὶ ἔστω καὶ προσωρινῆς;
§163ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διότι, ἐνῷ θὰ ἔχωμεν τὴν προσωρινότητα, θὰ πέσωμεν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ γενικοῦ δασμολογίου.
§164Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ τί θὰ πάθωμεν;
§165ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τί θὰ πάθωμεν; Θὰ πάθωμεν ὅτι τὰ ἐμπορεύματα ἡμῶν, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὸ Βέλγιον, θὰ πέσωσιν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ γενικοῦ δασμολογίου.
§166Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα;
§167ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἔχω κατάλογον πρόχειρον.
§168Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ μᾶλλον σοβαρὸν εἶναι τὰ μεταλλεύματα, τῶν ὁποίων σπουδαῖον ποσὸν εἰσάγεται εἰς τὸ Βέλγιον.
§169ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ μέγα ποσόν.
§170ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ν’ ἀναβληθῇ ἐπί τινας ἡμέρας ἡ ψήφισις τῆς μετὰ τοῦ Βελγίου συμβάσεως, ἵνα μελετηθῇ καλλίτερον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον τρέχομεν, ἐὰν προέλθωμεν εἰς συνομολόγησιν ὁριστικῆς συμβάσεως, εἶναι πολὺ μείζων ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν διατρέξει, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ἐπὶ τῷ προσωρινῷ διαστήματι τῶν δύο ἐτῶν.
§171ΑΡ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀντιπροσωπεύων σταφιδικὴν ἐπαρχίαν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλίπω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν συμβάσεων τῶν ἐμπορικῶν πρὸς ξένας χώρας. Πάντοτε τὸ προϊόν τῆς σταφίδος, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους μας, ἐπολεμήθη ἀπὸ τὰς ἄλλας Ἐπικρατείας· πάντοτε εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπεζητήθησαν ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἀπεβλέψαμεν πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὸ προϊόν αὐτό, ἀλλ’ ἀπετύχομεν εἰς τὴν ἐπίτευξιν συμβάσεων ἐπωφελῶν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀτυχῶς, ὡς εἶναι γνωστόν, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὑπεγράφη ἡ μέχρι τοῦδε ἰσχύουσα σύμβασις μετὰ τοῦ Βελγίου, ἐνῷ, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὁ προλαλήσας, εἶπεν, ἠλπίζομεν μεγάλα ὀφέλη ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης, τὸ ἐναντίον ὅλως συνέβη· πάντες οἱ τὸ προϊόν τοῦτο ἐμπορευόμενοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤλπισαν μεγάλας ἐλπίδας ἐξαπλώσεως καὶ ἐπαυξήσεως τῆς καταναλώσεως ἐν Βελγίῳ. Ἔκτοτε λοιπὸν οἱ παραγωγοὶ καὶ οἱ ἐμπορευόμενοι τὸ εἶδος ἀναμένουσι τὴν ἐκ τῆς ἀνανεώσεως τῆς μετὰ τοῦ Βελγίου συμβάσεως βελτίωσιν, καὶ ἐσκέφθησαν καὶ θέλουσι νὰ γνωρίζωσι ποῖα εἶναι, ὡς ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Νέγρης ἠρώτησε, τὰ μεγάλα ὀφέλη, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει τὸ Κράτος ἡμῶν διὰ τὰ προϊόντα του, τὰ ὁποῖα στέλλει, ἀπέναντι τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα στέλλει τὸ Βέλγιον πρὸς ἡμᾶς. Κατόπιν ὅμως τῆς δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ ἐπιμείνω καὶ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ σύμβασις αὕτη· κατόπιν, λέγω, τῆς δηλώσεως ταύτης θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν προσωρινὴν τοὐλάχιστον ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως· οὐχ ἧττον ὅμως νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ χάνουν τὰς εὐκαιρίας ταύτας, διότι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων μέτρων, ἴσως καὶ σοβαρωτέρων, ὑπὲρ τῆς προόδου τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ προϊόντος, εἶναι ἡ ἐπιτυχὴς ἀπόκτησις συμβάσεων μετὰ τῶν ξένων Ἐπικρατειῶν. Ἡμεῖς πολὺ εὐκόλως, εἴτε ὡς μικροὶ εἴτε ὡς θεωροῦντες ὅτι εἶναι τὰ ζητήματα ἐπείγοντα, ἀποδεχόμεθα τὰς ξένας συμβάσεις πολὺ εὐχερῶς καὶ πολὺ καλοκαγάθως. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὡς καταβάλλεται πρόνοια ὑπὸ τῶν ξένων χωρῶν μεγάλη ὑπὲρ ἐπιτεύξεως ἐπωφελῶν δι’ αὐτὰ συμβάσεων, οὕτω καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ προστατεύωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Ἰταλικοῦ Κράτους, καὶ ἐκεῖ νομίζω ὅτι ἡ Ἰταλία ἔχει μέγιστα συμφέροντα ἀπὸ τὰς ἑλληνικὰς ἀγοράς. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ξέναι Ἐπικράτειαι πάσῃ δυνάμει προσπαθοῦσι νὰ εὕρωσι καταναλωτάς, ὑποστηρίζουσαι οὕτω τήν τε γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν αὐτῶν. Ὡς ἐκ τούτου δὲν νομίζω ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα νὰ προστατεύσωμεν τὰ προϊόντα μας. Ἐν τούτοις δὲν ἐπιμένω, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς συνηγόρησε, νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως ταύτης, κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§172ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ δηλώσω ὅτι ἡ ἀναβολὴ δὲν ἔχει κανένα λόγον, διότι ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἐψηφίζετο, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τοῦ Βελγίου ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τοῦ Βελγίου; Δυνάμει τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἄρθρον 29 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου ἐξεδώκαμεν, παρεχωρήσαμεν εἰς τὸ Βέλγιον τὸ συμβατικὸν ἡμῶν δασμολόγιον, ἀντιπαραχωρήσαντος τοῦ Βελγίου πρὸς ἡμᾶς τὸ ἰδικόν του· ὥστε δὲν εἶναι συμφέρουσα ἡ παρατηρουμένη ἐπιμονή. Τὸ ζήτημα τοῦ Βελγίου εἶναι ἄλλο, διότι ὁμοίως ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης τὰ αὐτὰ κέρδη, μεγαλείτερα ἴσως, ὡς πρὸς τὴν ναυτιλίαν, τῶν τοῦ Βελγίου, ἀλλ’ ὄχι μικρότερα, καὶ ἐπείγοντα· διότι ἡ συνθήκη, περὶ ἧς πρόκειται, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, καὶ ἐκ τούτου περιλαμβάνει διατάξεις, ἁπάσας ἐκείνας τὰς εἰς τὴν συνθήκην περὶ ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας ἀνηκούσας. Τὰ ὑπολογιζόμενα ἐκεῖνα κέρδη, ὅτι κερδαίνουσιν οἱ Βέλγοι ἐκ τῶν διατάξεων τούτων, κερδαίνομεν ἀντιστοίχως καὶ ἡμεῖς, διότι ἐκεῖ τὰ πλοῖα ἡμῶν ἔχουσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς κινήσεως, ἣν ἔχουσιν οἱ Βέλγοι ἐνταῦθα· κερδαίνομεν, ὅτι αἱ ἐμπορικαὶ ἑταιρεῖαι, αἱ ἀνώνυμοι Ἑλληνικαὶ, ἀπολαύουσι πλεονεκτήματα εἰς τὸ Βέλγιον, οὐδὲν δὲ κερδαίνουσιν οὗτοι ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης, διότι ὅ,τι λαμβάνουσιν ἔχουσιν ἤδη, διότι τὸ Διάταγμα κρατεῖ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε, ὅτι, ἀντιπαραχωρήσαντος τοῦ Βελγίου τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον αὐτοῦ, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀρνῆται εἰς τὸ Βέλγιον ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ νόμος ῥητῶς ἐπιτρέπει (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος κλπ. ἐφαρμογὴ τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου εἰς τὰς προελεύσεις τῶν Ἐπικρατειῶν τῶν ἐφαρμοζουσῶν τὸ συμβατικὸν αὐτῶν δασμολόγιον εἰς τὰς προελεύσεις τῆς Ἑλλάδος.» Λοιπὸν τὸ συμφέρον τοῦ Βελγίου κυρίως εἶναι ναυτιλιακὸν, καὶ τὰ ἄλλα παρακολουθοῦσιν. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, νομίζω, διὰ τοῦτο νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως. Τὰ πλοῖα τὰ βελγικὰ, ἐρχόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα, χρησιμεύουσιν εἰς τὸ νὰ αὐξήσωσι τὴν δύναμιν τὴν ναυτιλιακὴν τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡμεῖς πρέπει πᾶσαν θυσίαν νὰ καταβάλλωμεν, ἵνα ἔρχωνται εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα πλοῖα πανταχόθεν τοῦ κόσμου. Διότι τοιαύτη συρροὴ ναυτῶν ἐκ παντὸς τοῦ κόσμου κατωρθώθη νὰ γίνεται εἰς τὸν Πειραιᾶ, διὰ τοῦτο ὁ Πειραιεὺς κατέστη ὁ δεύτερος ἢ ὁ τρίτος λιμὴν τῆς Μεσογείου.
§173Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ συζητήσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν, τί πληρώνουσι τὰ μεταλλεύματα, κατὰ τὸ γενικὸν δασμολόγιον, ἐν Βελγίῳ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον τοῦτο.
§174ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα.
§175Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὸ Βέλγιον ἔχει μέγα συμφέρον νὰ γένηται ἡ σύμβασις αὕτη, νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν Βέλγων εἰς τὸ ἐπιτυγχάνειν συμβάσεων ἐπωφελῶν εἰς τὴν ναυτιλίαν αὐτῶν. Ἐπίσης εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας βεβαίως παρέχεται προστασία διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀνώνυμον Ἑταιρείαν Ἑλληνικὴν ἔχομεν λειτουργοῦσαν ἐν Βελγίῳ, ἐνῷ τὸ Βέλγιον ἔχει ἐν Ἑλλάδι ἀρκετάς, καί τινας πασιγνώστους. Ἀπολαύει λοιπὸν εὐεργετημάτων τοιούτων διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης τὸ Βέλγιον, ἐνῷ ἡμεῖς οὐδενὸς ἀπολαύομεν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης· ἀποκόψαντες δὲ ἐκ τῆς συμβάσεως τὸ ἄρθρον 16, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ κορινθιακὴ σταφὶς δὲν ὑπεβάλλετο εἰς δασμὸν ἀνώτερον τῶν 20 φράγκων τὰ 100 χιλιόγραμμα, ἡ βρώσιμος, καὶ εἰς οὐδένα δασμὸν διὰ τὴν βιομηχανικὴν χρῆσιν, ἡμεῖς δὲν ὠφελούμεθα τίποτε. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δυνάμεθα παρὰ τοῦ Βελγίου νὰ τύχωμεν ἀνταλλαγμάτων, διότι οὐδενὸς ἀπολύτως ὀφέλους ἀπολαύομεν ἡμεῖς ἐκ τῆς συμβάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ εἰς Βέλγιον εἰσαγόμενα ἑλληνικὰ ἐμπορεύματα, ταῦτα εἶναι ἐλάχιστα, πλὴν τῶν μεταλλευμάτων· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι τὰ μεταλλεύματα, τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ Βέλγιον, εἶναι κυρίως ὁ ἀκατέργαστος σίδηρος, ἡ δὲ βιομηχανία τοῦ Βελγίου ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ ἀκατεργάστου σιδήρου, ὅπως δίδῃ τροφὴν εἰς τοὺς ἐργάτας αὐτῆς, μεταβάλουσα τὸν ἀκατέργαστον σίδηρον εἰς κατειργασμένον, καὶ ἀποστέλλουσα αὐτὸν ἐνταῦθα. Ἑπομένως οὐδένα κίνδυνον διατρέχομεν, ὅτι τὸ Βέλγιον θὰ βαρύνῃ τὰ εἰσαγόμενα μεταλλεύματα, διότι, ὡς εἶπον, ταῦτα εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν προϊόντων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ βιομηχανία τοῦ Βελγίου. Τούτου ἕνεκα ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι ἐναντίον τῆς συμβάσεως ταύτης.
§176ΑΡ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, τίνας δυσχερείας προβάλλει ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος. Τὸ Βέλγιον δὲν εἶναι οἰνοπαραγωγὸς χώρα, ἴσως δὲ δὲν εἶναι καὶ συμφέρον τοῦ Βελγίου νὰ μὴ ἔχῃ ἐλευθέραν τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος. Ἤθελον λοιπὸν νὰ γνωρίζω, ποῖα ἐμπόδια παρεμβάλλει ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος, διότι ἤκουσα ἐξωδίκως, καὶ ἴσως εἶναι εἰς γνῶσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ Βελγίου, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπέμεινε νὰ ζητήσῃ προνόμια ὑπὲρ τῆς σταφίδος· ἤκουσα ὅτι ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐπιμονῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπεγράφη ἐκείνη ἡ σύμβασις τότε ἄνευ προνομίων ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος.
§177Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπῆραν παράσημα!
§178ΑΡ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἐπῆραν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύετε ὅτι ἡ ἐλευθέρα εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος ἐν Βελγίῳ θὰ ἦτο λίαν ὠφέλιμος καὶ εἰς αὐτὴν τὴν τοῦ Βελγίου βιομηχανίαν;
§179ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον θὰ δώσω. Νομίζω ὅτι ἐδῶ συμβαίνει ἓν λάθος, ὅτι δὲν ἐζήτησε προνόμια ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Δὲν θέλω νὰ ἐπικρίνω ἢ ἐπαινέσω τὴν σύμβασιν ἐκείνην, πρέπει ὅμως νὰ δηλώσω, —διότι μοὶ φαίνεται ὅτι συμβαίνει παρανόησις,—ὅτι τὸ Βέλγιον ἐδέχθη τὴν ἀτέλειαν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος τῆς προσδιοριζομένης διὰ τὴν βιομηχανίαν, ἀλλ’ ἐπεβλήθη φόρος ἐσωτερικὸς (droit d'accise), ἀνταποκρινόμενος εἰς τὸν παρ’ ἡμῖν φόρον καταναλώσεως. Λοιπὸν τὸ Βέλγιον ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸν φόρον αὐτὸν τὸν ἐσωτερικόν, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς ὅλους τοὺς οἴνους, τοὺς ἔξωθεν ἐρχομένους, ἐκ Γαλλίας, Ἰσπανίας κλπ., δὲν δύναται παρὰ νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ καὶ εἰς τὸν οἶνον τὸν παραγόμενον ἐκ σταφίδος. Ἰδοὺ ποία ἡ διαφορά. Δὲν ἔχει κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον θὰ τὴν ὑποβάλλῃ ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις εἰς φόρον καταναλώσεως. Ἐννοεῖται ὅτι, διὰ νὰ ἀρθῇ αὐτὸ ἀπὸ ἡμᾶς, ἀμέσως πρέπει νὰ ἀρθῇ καὶ ἀπὸ τὴν Ἰσπανίαν, Γαλλίαν κλπ. Ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι οἱ ἐμπορευόμενοι θὰ ἐννοήσωσιν εὐκόλως, ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ καταργηθῇ δι’ ἡμᾶς μόνον.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχ. 570,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχ. 2,018,623.52». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως.)
§181Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δρ. 62,100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου 1904 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 421,200 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§183ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Τὰ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου εἰσπραχθέντα ὑπὸ τελωνειακῶν ἀρχῶν ηὐξημένα τέλη δυνάμει τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν 7 Μαΐου 1904 νομοσχεδίου δὲν ἐπιστρέφονται εἰς τοὺς καταβαλόντας αὐτὰ, ἀλλ’ εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδα αὐτοῦ.»
§185Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 παρατηρῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει νομοσχέδιον. Ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν γνωρίζει νομοσχέδιον ὑποβληθὲν τῇ 7 Μαΐου 1904. Διαλυθείσης τῆς Βουλῆς ἐκείνης, δὲν ὑπάρχει κανὲν νομοσχέδιον ὑποβεβλημένον.
§186ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀνεγνώρισεν ἤδη προϋπολογισμόν.
§187Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ λέγω, ὅτι νομοσχέδιον δὲν ὑπάρχει κατατεθειμένον, κατάθεσις δὲν ὑπάρχει. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀπέθανεν ἐκ βιαίου θανάτου διὰ τῆς διαλύσεως· ὅλα τὰ κατατεθειμένα εἰς αὐτὴν νομοσχέδια εἶναι ἀνύπαρκτα νομοσχέδια διὰ τὴν σημερινὴν Βουλήν. Βέβαιον δὲ εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι ἀνύπαρκτον· διότι τίς ὁ λόγος νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον νέον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ὑπῆρχε νομοσχέδιον ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἢ λοιπὸν ὑπῆρχεν ἐκκρεμὲς νομοσχέδιον, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ νέον, ἢ ὑποβληθέντος τοῦ νέου δὲν ὑπῆρχε παλαιόν.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει νομοσχέδιον ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§189Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθε ἐπίσημος ἑρμηνευτὴς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχετε, δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τοῦτο, διότι ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι νομοσχέδια κατατεθέντα κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον εἶναι ἀνύπαρκτα διὰ τὴν ἑπομένην, δὲν ὑφίστανται πλέον.
§190Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὑποστηρίζοντα τοιαύτην γνώμην, νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν πρακτικὴν σκέψιν. Τί ζητεῖ ἐπὶ τέλους;
§191Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ σᾶς τὸ εἴπω, κύριε Ὑπουργέ.
§192Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅταν μοὶ τὸ εἴπητε, τότε θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§193ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω· θὰ ἀνέβαλλον διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅτε ἴσως θὰ προβάλω καὶ τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τὸν λόγον, ὃν ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς εἶπε. Τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐπανέλθωσι τὰ ἔργα τῆς προτέρας Περιόδου εἰς ἣν ἦσαν στάσιν· ἐπιτρέπεται νὰ συνεχίζωνται τὰ ἔργα ἐντὸς τῆς Περιόδου, ἀλλ’ ἔξω τῆς Περιόδου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνεχίζωνται. Τοῦτο δὲν ἐκμηδενίζει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὑπῆρξε, τὸ νομοσχέδιον ἔζησε κατ’ οὐσίαν· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συζητηθῇ εἰς δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι εἰς τὴν προηγουμένην Περίοδον εἶχεν ἀναγνωσθῆ εἰς πρώτην ἢ δευτέραν ἀνάγνωσιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου νὰ παραγάγῃ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα παρήγαγεν ὅτε κατετέθη καὶ ἅτινα μετὰ τῆς Περιόδου ἠφανίσθησαν. Ἐκεῖ εἶναι τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ληξάσης τῆς δυνάμεως αὐτοῦ τῆς παραγωγικῆς τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον, περὶ οὗ πρόκειται. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μακρηγορήσω ταύτην τὴν στιγμήν. Σκέπτομαι νὰ ὑποβάλω διάταξιν, διαφόρως κανονίζουσαν τὰ πράγματα, ὥστε νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἀναγνωρίζομεν τοιαύτην δύναμιν εἰς νομοσχέδιον, οὗ ἡ δύναμις ἐξέπνευσεν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων Λαμίας καὶ διὰ τὸ ἔτος 1906». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§195Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Εἶπον καὶ προχθές, κύριε Πρόεδρε...
§196Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω ἑτοίμην προσθήκην. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ βʹ ἐδάφιον, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης ἰσχύει καὶ διὰ τὸ ἔτος 1905 ὁ ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Λαρίσης κηρυχθησόμενος διὰ τὸ ἔτος 1906 ὁριστικὸς κατάλογος ἐνόρκων συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 24 τοῦ νόμου ͵ΒΚΗʹ τῆς 20 Ἰουνίου 1892 περὶ Δικαστηρίου Κακουργιοδικείου.» Διότι συνετάχθη ἤδη νέος κατάλογος, ὁ ὁποῖος κυροῦται, καὶ πρέπει ν’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ σύγκλησις Κακουργιοδικείου καὶ ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΩΟϚʹ τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891 καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΑʹ τῆς 1 Μαρτίου 1904». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΩΟϚʹ νόμου τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμου ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ἑπομένης: «Μέτρον πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας ἐκλεκτέου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δεκαὲξ χιλιάδων δημοτῶν, προστιθεμένου ἑνὸς Βουλευτοῦ ὁσάκις τὸ ὑπόλοιπον ὑπερβαίνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν πέντε χιλιάδων. Οὐδέποτε δ’ ἐπιτρέπεται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐπαρχίας τινὸς νὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς δέκα, ὁσοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν αὐτῆς.»
§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν παραδέχομαι, — διότι δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει τις ὁ ἀμφισβητῶν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, — ἠδύνατο σκοπιμώτερον νὰ ἔχῃ ἄλλην βάσιν, διότι κατ’ ἐμὲ ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν ἐξασφαλίζει ἀριθμὸν μόνιμον Βουλευτῶν. Ἔχετε σήμερον, δυνάμει τῆς ἀπογραφῆς τῆς ἰσχυούσης, ἀριθμὸν ὡρισμένον, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι αὔριον, δυνάμει νέας ἀπογραφῆς, δὲν θέλετε ἔχει ἀριθμὸν πολὺ μεγαλείτερον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο ὁ ἄλλοτε ψηφισθεὶς νόμος, καὶ ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθὲν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ἦτο λογικωτέρα. Διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου λαμβάνεται ὡς βάσις ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, διὰ τίνος μέσου θέλετε ἐξακριβώσει τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τῶν δημοτῶν; Εἰς τοὺς πλείστους τῶν δήμων δημοτολόγια δὲν ὑπάρχουσι. Τοῦτο εἶναι ἀναγνωρισμένον παρ’ ὅλων. Πῶς σήμερον ἐξακριβοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν; Τοῦτο ἐγένετο μετὰ τὴν ἀπογραφὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ καταγράφονται πάντες οἱ κάτοικοι. Ἐγένετο ἐργασία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται αὐθαιρέτως ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν. Ἡ ἐργασία αὕτη ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ νομιμοποιῆται ἡ ἐργασία αὕτη. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐργασίας ταύτης κανονίζονται τὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν! Νομίζε ὅτι εἶναι βάσις λογικὴ αὕτη; Τὸ Σύνταγμα τί λέγει; Ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ὡς βάσις τοῦ παλαιοῦ νόμου καὶ ὡς βάσις τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν ἐλήφθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων. Ἐκεῖ τοὐλάχιστον ἔχομεν ἀσφάλειάν τινα, ἔχομεν ἀρχὴν δικαστικὴν, ἡ ὁποία ἐξετάζει τὰ τῶν ἐκλογέων· ἔχομεν λοιπὸν μίαν βάσιν ἀσφαλῆ πρὸς ὁρισμὸν τοῦ πληθυσμοῦ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην διότι θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν μὴ ἐπανέρχηται συχνὰ, διότι διάθεσιν, ἥτις ἀπαντᾷ εἰς δεδομένην τινὰ στιγμὴν, δὲν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θέλομεν εὕρει ἐν ἄλλῃ δεδομένῃ στιγμῇ. Ἐκτὸς τούτου παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει διάταξις, ἥτις δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι συνταγματικὴ, διότι ἡ διάταξις ἡ ὁρίζουσα ὅτι «οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐπαρχίας τινος νὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς 10, ὁσοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν αὐτῆς», εἶναι ἄντικρυς ἐναντία πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις ὁρίζει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν κανονίζεται ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ· ἑπομένως ἐδῶ στερεῖται τοῦ δικαιώματος αὐτῆς ἐπαρχία, ἥτις ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ μεγαλείτερον ἀριθμὸν Βουλευτῶν, διότι ὁ νόμος οὕτως ὁρίζει. Φρονῶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται εἶναι ἄξιαι μελέτης, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπ’ αὐτῶν.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς τελευταίας παρατηρήσεως, ἣν προέβαλεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Κερκύρας, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἡ διάταξις αὕτη συνδέεται μετὰ τῆς γνώμης, ὅτι, ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφοφορουμένων εἶναι ὑπέρμετρος, συμβαίνει συνωστισμὸς ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας, λαμβάνουσι δὲ μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν πολλὰ πρόσωπα, καὶ εὐκολύνονται ἕνεκα τούτου αἱ ἐκλογικαὶ παραβάσεις. Ἡ ἀνάγκη αὕτη μοὶ ἐνεδείχθη κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, πολλάκις δ’ ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου, ἵνα γνωρίσω τί πρέπει νὰ πράξωμεν, ὅπως καταστήσωμεν καταληπτὸν ἢ μεταδώσωμεν εἰς τοὺς πολλοὺς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐκλογικὴ ἐνέργεια διεξάγεται σπουδαία καὶ σοβαρά. Ἀληθῶς, ὅταν ψηφοφορῶνται δέκα καὶ ὀκτὼ ὑποψήφιοι ὡς σύμβουλοι εἰς δήμους πρώτης τάξεως, καὶ ἐπειδὴ θέλει ἀνταγωνίζεσθαι καὶ ἄλλος συνδυασμός, ἑπομένως ψηφοφορῶνται καὶ ἄλλοι ὑποψήφιοι δέκα καὶ ὀκτώ, ψηφοφορῶνται δὲ καὶ ὀκτὼ δημαρχικοὶ πάρεδροι, καὶ ἕτεροι ὀκτώ, ἀντίθετοι αὐτῶν, ἤτοι δέκα καὶ ἕξ, ἐν ὅλῳ 52, καὶ ψηφίζωνται 12 δημοτικοὶ πάρεδροι, ἐν ὅλῳ 64, καὶ ὑπάρχωσι καὶ 64 ἀντιπρόσωποι αὐτῶν, τὸ ὅλον 128, νομίζω ὅτι γίνεται σύγχυσις γλωσσῶν.
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι κάκιστον, καὶ δι’ αὐτὸ ἴσως θὰ ἦτο καλὸν νὰ γίνηται ἡ ἐκλογὴ τῶν δημάρχων μίαν Κυριακὴν, καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν συμβούλων ἄλλην Κυριακήν.
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσωμεν τὸ ἐλάττωμα τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ἀναφαίνεται καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς τὰς βουλευτικάς. Μίαν φορὰν ἠθέλησα νὰ ἐπισκεφθῶ ἕν ἐκλογικὸν κατάστημα. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ ἠπόρησα, ἂν ἔπρεπε νὰ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι δὲν γίνεται τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄτοπον. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ληφθῇ μέτρον. Τὸ μέτρον τοῦ μονίμου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον ἐπροτείνετο διὰ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιορίζηται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ πληθυσμὸς δὲν εἶναι μόνιμος, ὁ πληθυσμὸς ἔχει περιπετείας, ἀναβάσεις καὶ καταβάσεις. Λοιπόν, ὁσάκις ὁ πληθυσμὸς αὐξάνῃ, θ’ αὐξάνῃ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, ἑπομένως μόνιμον ἀριθμὸν Βουλευτῶν δὲν ἔχομεν. Εἶχε προταθῆ ἄλλοτε καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιωρίζετο μονίμως εἰς 150. Ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη, διότι ἐκρίθη, ὅτι ἡ βάσις αὐτοῦ δὲν ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἔθετο, δηλαδὴ ὁ πληθυσμός. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἀκόμη· διότι, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ᾖναι 150, ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς 76, καὶ ἂν 76 Βουλευταὶ ἀπαρτίζωσι τὴν συνεδρίασιν, οἱ 39 εἶναι πλειονοψηφία. Λοιπὸν ὁ ἀριθμὸς 39 Βουλευτῶν ἀρκεῖ διὰ νὰ κανονίζηται ἡ τύχη τῆς πατρίδος! Νομίζω ὅτι τόσον ὀλίγος ἀριθμὸς δὲν παρέχει ὅλας τὰς ἐπιθυμητὰς ἐγγυήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον ὡς βάσιν πληθυσμὸν κατ’ ἀνάγκην συνταγματικὴν, ἀλλὰ πληθυσμὸν ἔχοντα μονάδα τὰς 16 χιλιάδας, διὰ νὰ φθάσω εἰς ἀριθμὸν Βουλευτῶν 178. Ὁ ἀριθμὸς τῶν 178 Βουλευτῶν θὰ συγκροτῇ τὴν Βουλήν· ἡ ἀπαρτία θὰ ᾖναι 90, θὰ ἔχωμεν ἑπομένως ὡς πλειονοψηφίαν τοὺς 46 Βουλευτάς. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ὅτι δύναται νὰ συμβῇ, νὰ μὴ ἔχωμεν μόνιμον ἀριθμὸν Βουλευτῶν, καὶ μετ’ ὀλίγον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν ἐλάττωσιν ἀριθμοῦ, καὶ νὰ συμβῇ, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἔχῃ διάθεσιν πλέον νὰ ἐλαττώσῃ αὐτὸν, ὁ κίνδυνος αὐτὸς βεβαίως εἶναι ἀναγκαῖος, ἀλλὰ πάντοτε πρέπει νὰ στηριζώμεθα ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ὁ πληθυσμὸς μεταβάλλεται· πάντοτε λοιπὸν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τὴν τελευταίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν εἰς 10, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἐξεύρωμεν ἄλλον τινὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ περιορίζῃ τὴν καθ’ ὑπερβολὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν.
§202ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ διαιρῆται ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια.
§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄλλη θεραπεία δὲν εἶναι παρὰ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, νὰ διαιρῆται ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δύσκολον εἰς πολλὰς πόλεις, διότι γίνεται σύγχυσις ἐκλογέων, καὶ συμβαίνει πολλάκις ὁ αὐτὸς ἐκλογεὺς νὰ ψηφίζῃ δίς.
§204ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνίοτε καὶ τρίς.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ τώρα. Λοιπὸν νὰ μὴ δημιουργήσωμεν καὶ μίαν ἄλλην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συμβαίνῃ ἀναγκαίως. Ἐὰν συμβαίνῃ τώρα, ὅτε ὑπάρχουσι καί τινες δυσκολίαι, ὅταν δὲν θὰ ἦναι ὁ αὐτὸς τόπος τῆς ψηφοφορίας, θὰ συμβαίνῃ πολὺ εὐκολώτερον.
§206ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ὅλας τὰς μεγάλας πόλεις τῆς Εὐρώπης συμβαίνει αὐτό.
§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος ἀκριβῶς ἀπαγορεύει ἀπολύτως τὴν διάταξιν τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ νομοσχεδίου, οὐδόλως δ’ εἶναι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας, ἐν σχέσει πρὸς τὸν πληθυσμὸν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν. Ὥστε δὲν θὰ ἦτο δυνατόν, μία ἐπαρχία νὰ δώσῃ Βουλευτὰς ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ἀριθμοῦ κατοίκων, καὶ ἑτέρα ἐπαρχία ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλου ἀριθμοῦ. Περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀφοῦ δὲ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, ὅστις πρέπει νὰ ᾖναι μόνιμος, — συζητητέον δὲ, ἂν πρέπει νὰ ᾖναι 150 ἢ 160 ἢ 170, καὶ εἰς τοῦτο θὰ ἐπανέλθω ἀργότερον, — ἀφοῦ ὁρισθῇ, λέγω, ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, ἡ κατανομὴ αὐτῶν κατ’ ἐπαρχίαν θὰ γείνῃ πάντως ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστης τῶν ἐπαρχιῶν. Καὶ ἑπομένως τηρεῖται πληρέστατα ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος.
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιορίζηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ ἐκ τοῦ Συντάγματος, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ αὐτὸν ἄλλως. Τίς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προσδιορίσῃ ὡς θέλει τὸν ἀριθμόν;
§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ διατείνομαι, ὅτι, ὅταν ἔχητε ἀριθμὸν Βουλευτῶν ὡρισμένον, ἡ κατανομὴ αὐτῶν θὰ γείνῃ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ἑκάστης ἐπαρχίας. Ἑπομένως, ὁριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ εἰς 150, ἡ ἀναλογία εἶναι αὐτὴ, ἥτις θὰ ὁρισθῇ ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι αὐξάνει ὁ πληθυσμὸς, τότε θὰ γείνῃ ὁ ὁρισμὸς ὅστις ἐγίνετο διὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου, καὶ συνεπῶς πάλιν ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων. Διατείνομαι δὲ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων ἀκριβῶς ἐτέθη, ὅπως ὁρισθῇ ἡ σχέσις μιᾶς ἐπαρχίας πρὸς τὴν ἄλλην, καὶ δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος εἶχε ψηφισθῆ καὶ ὁ ὁποῖος ἐλειτούργησεν, οὐδόλως ἦτο ἀντισυνταγματικός.
§210ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας. Νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὸ μέτρον· διότι, ὅτε τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι δέχεται ἐλάχιστον ἀριθμὸν Βουλευτῶν 150, ἐπέτρεψε νὰ σταθῶμεν εἰς τὸν ἐλάχιστον τοῦτον ἀριθμόν. Ἀλλὰ πῶς θὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτὸν, εὐθὺς ὡς παραλαμβάνομεν αὐτὸν ἐκ τῶν προτέρων, ἵνα κατανείμωμεν τὰς ἐπαρχίας κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ; Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν δικαιολογίαν ταύτην, ἣν προτείνετε ὑπὲρ ὑμῶν, δὲν δύναμαι νὰ προτείνω καὶ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ, διότι ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀντίθετον θέσιν. Ἀλλ’ ὁ συλλογισμὸς ὑμῶν δὲν μοὶ φαίνεται ἀκριβής.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εὑρίσκω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν περισσότερον. Βεβαίως, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία ἐπιμένῃ, θέλω ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἀφοῦ θεωρῶ αὐτὸ καλλίτερον τοῦ νῦν κρατοῦντος· ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν εἰς 178 εἶναι ὑπερβολικός. Διότι ἡ θεωρία ἡ ἀναπτυχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς θέλει διὰ δύο διαιρέσεων νὰ φθάσῃ εἰς 46, βεβαίως ἀποδεικνύει πόσον εὐκόλως εὑρίσκει τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν του. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ μὲ τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας, καὶ ὁ νόμος θὰ ψηφισθῇ διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἀπαρτίας; Δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τοῦτο δὲν συμβαίνει συνήθως, καὶ πράγματι δὲν συμβαίνει· ἄλλως τε δὲ, καὶ ἂν συμβαίνῃ, ἐγὼ δὲν τὸ εὑρίσκω κακὸν, διότι πάντοτε ἐκηρύχθην κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπαρτίας, καὶ θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ἐὰν δυνηθῶ ποτε — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται δύσκολον, — νὰ εἰσαγάγω εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς διάταξιν τοιαύτην.
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ δυνηθῆτε. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, ἐὰν δὲν παρίστανται οἱ ἡμίσεις τῶν Βουλευτῶν πλέον ἑνός.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ, ὅτι γνωρίζω τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω ἄλλην διάταξιν ἐν αὐτῷ, ἡ ὁποία νὰ μοὶ λέγῃ, πῶς πιστοποιεῖται ἡ ἀπαρτία.
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι παρόντες οἱ ἡμίσεις πλέον ἑνός.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, πῶς θὰ προβληθῇ ἡ ἔνστασις τῆς ἀπαρτίας καὶ πῶς θ’ ἀποδειχθῇ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι τὸ κακὸν ἀναιρεῖται· διότι οὐδεμία ἀπόφασις δύναται νὰ ληφθῇ, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὔτε συζήτησις νὰ γείνῃ δύναται.
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν, ὅπως ἡ ἔνστασις τῆς ἀπαρτίας μὴ προβάλληται ὡς προβάλλεται σήμερον. Οὐδεμίαν δὲ βλέπω δυσκολίαν, ὅπως ἐν τῷ Κανονισμῷ τεθῇ διάταξις, δι’ ἧς ν’ ἀπαιτηθῶσι πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀπαρτίας 15 Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ θεωρῶνται παρόντες· καὶ τότε ἂς γείνωσιν ὅσαι ἐνστάσεις ἀπαρτίας θέλουσιν. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχητε καὶ ὑμεῖς ἀνάγκην τοῦ μέτρου τούτου.
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην τοῦ μέτρου τούτου, καὶ τόσον πολὺ δὲν τὴν αἰσθάνομαι, ὥστε πρὸ ὀλίγου, εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως — καὶ δὲν ὑποθέτω ὅτι ἐκουράσθησαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, — ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐνάτην ὥραν δὲν ἦσαν παρόντες ἀρκετοὶ Βουλευταὶ, ὁ βουλευτὴς Κυθήρων κ. Δελακοβίας ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Λοιπὸν ἡ ἔλλειψις τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν δὲν εἶναί τι ἀσύνηθες. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ἵνα παρέχωμεν ἐγγυήσεις εἰς τὸν κόσμον περὶ τῆς νομίμου συγκροτήσεως τοῦ Σώματος. Ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ἴσως δὲν ἐνθυμεῖσθε, ἀλλ’ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι δυσάρεστα συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων Βουλευτῶν.
§220ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ στηλιτικά!
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ τοιαῦτα ἐκλόνισαν τὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Καλλίτερον λοιπὸν νὰ ὑποφέρωμεν καὶ κοπιάζωμεν καὶ βασανιζώμεθα, ἀλλὰ νὰ μὴ δίδωμεν ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ δύνανται νὰ παράγωσι συμβεβηκότα τόσον λυπηρά.
§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ κυρίου θέματος, ἐξ οὗ ἐξετράπημεν διὰ τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς μὴ ἀπαρτίας. Εἴπετε ὅτι σπανίως θὰ παρουσιασθῇ νὰ ᾖναι 76. Ἐὰν δὲν ᾖναι παρόντες 76, δὲν εὑρίσκω κακὸν τὸ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ὅπως γείνῃ ἡ συζήτησις παρόντων 76, ληφθῇ δὲ ἡ ἀπόφασις ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν 76. Ἑπομένως ἐπιμένω, ὅτι ἡ καλλιτέρα λύσις τοῦ ζητήματος θὰ ᾖναι ὁ μεγαλείτερος περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἡ πλειονοψηφία ἀσπάζηται τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, θέλω ὑποχωρήσει. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, κρίνω καλὸν νὰ ἐπιμείνω πλειότερον, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν λαμβάνετε, εἶναι ὀρθή. Λαμβάνετε τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποίαν βεβαιότητα ἔχετε καὶ ποῖα μέσα ἔχετε πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν;
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι ἔχω καὶ εἶχον μέχρι τοῦδε τὰ προϊόντα τῆς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει στατιστικὴν, ἥτις ἀναφέρει τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ πιστεύσω αὐτὴν, διότι εἶναι ἐπίσημον ἔγγραφον.
§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν ἐργασίαν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφήν, ἀλλὰ δυστυχῶς κατεστράφησαν ὅλα τὰ δελτία, ἐξ ὧν ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ὁ ἀληθὴς ἀριθμὸς τῶν κατοίκων. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἀπογραφὴ εἶναι ἀλάνθαστος, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω μέτρον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλογέων, διότι ὑπάρχει δικαστικὴ ἀρχή, ἐξασφαλίζουσα τοὐλάχιστον τὸν ἀριθμὸν τοῦτον. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ἡ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένη ἔνδειξις τοῦ ἀληθεστέρου ἀριθμοῦ εἶναι ἀσφαλεστέρα τῆς ἐνδείξεως, ἐφ’ ἧς βασίζεται τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ τρίτου ἐδαφίου, ἐπιμένω ὅτι αὕτη δὲν δύναται νὰ μείνῃ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ λόγος. Διότι τὸν λόγον, ὃν προβάλλετε, ἀναγνωρίζομεν βεβαίως πάντες, ὅτι δηλ. γίνεται συνωστισμός. Ἀλλ’ ἂν ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ὀλιγώτερος, θὰ ἐλαττωθῇ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποψηφίων καὶ ἑπομένως καὶ ὁ συνωστισμός.
§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, προτάσει τοῦ κυρίου Θεοτόκη, καὶ συναινέσει τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 διαγράφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Καταργεῖται ὁ νόμος ͵ΓΑʹ τῆς 11 Μαρτίου 1904, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ δῆμος Πειραιῶς ἀπεσπάσθη τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἀποτελέσας ἰδίαν καὶ αὐτοτελῆ ἐπαρχίαν καὶ ἑπομένως ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, προσαρτᾶται δ’ αὖθις εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, εἰς ἣν θέλει ἀνήκει, περιλαμβανόμενος τοῦ λοιποῦ εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν αὐτῆς.»
§227ΔΗΜΟΣΘ. ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν χωρισμὸν τοῦ Πειραιῶς, ἀκριβῶς καὶ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπε πρὸ ὀλίγου, καὶ διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον διὰ τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς, ἥτις εἶναι πρώτη πόλις τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν ναυτιλίαν καὶ ἄλλα γενικὰ συμφέροντα, νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύηται ἀπὸ ἰδίους ἀντιπροσώπους. Παρακαλῶ αὐτὸν τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον αὐτὸς οὗτος ἐψήφισε τὸν νόμον αὐτόν.
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ προέτεινα αὐτόν. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι μετέβαλον γνώμην.
§229Δ. ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐξ Ἀττικῆς, ἐκτὸς τριῶν, ἦσαν οἱ ἴδιοι οἱ ψηφίσαντες ὑπὲρ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ὑπάρχῃ λόγος ἀποχρῶν διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνῃ.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀναβάλωμεν διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§231Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδέας, ἃς διατυπώσατε πρὸ ὀλίγου, περὶ ἀποφυγῆς τοῦ συνωστισμοῦ.
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ ψηφίσωσιν οἱ ἐκλογεῖς τοῦ Πειραιῶς μετὰ τῶν ἐκλογέων τῶν Ἀθηνῶν.
§233Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ οἱ ἐκλογεῖς τῶν Ἀθηνῶν μετὰ τῶν ἐκλογέων Πειραιῶς θέλουσι δώσει μείζονα ἀριθμὸν ὑποψηφίων καὶ ἀντιπροσώπων. Ἡ ἕνωσις λοιπὸν τοῦ Πειραιῶς μετὰ τῶν Ἀθηνῶν φέρει ἀποτελέσματα ἀκριβῶς ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖτε.
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προέτεινα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, διότι ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν, ὅτι ἡ σκέψις, ἣν εἶχον τότε, προτείνας τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἦτο ἀκίνδυνος.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§236Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παραιτοῦμαι σήμερον τοῦ λόγου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅτε ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀποσύρῃ τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Ἐπικρατείας». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§239Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀνέγνωσα μετὰ προσοχῆς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἐντύπωσις, ἣν ἀπεκόμισα, εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλαβε καιρὸν ὁ ἴδιος νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἡ πεῖρα αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη εἰς ζητήματα τοιαῦτα κυρίως, ὥστε αἱ ὑπάρχουσαι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ παραλείψεις καί τινες ἐν αὐτῷ ἀκατανόητοι διατάξεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαφύγωσιν αὐτόν...
§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις γίνεται, ἵνα συμπληρώσῃ τὰς ἀτελείας.
§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρελείφθη π. χ. ἐκ τοῦ πρώτου διανεμηθέντος ἐντύπου ἡ ἐπαρχία Ἁλμυροῦ, καὶ ἀμφέβαλλον πρὸς στιγμήν, ἂν ἡ ἐπαρχία αὕτη ἐξακολουθεῖ ἀποτελοῦσα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν παράγραφον γʹ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ἀναφέρεται αὕτη. Ὥστε ὁ φίλος σας κύριος Μπαλτατζῆς εἶναι ἐξησφαλισμένος.
§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διωρθώθη τὸ πρῶτον ἔντυπον κατόπιν διαμαρτυρίας τοῦ κυρίου Μπαλτατζῆ, καὶ οὕτως ἐξησφαλίσθη ὁ κύριος Μπαλτατζῆς. Ἐκτὸς τούτου ὅμως ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, ἥτις ἦτο ἀδύνατον νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν οὗτος ἀνεγίνωσκε τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ἄρθρον 6 λέγει: «Ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς ἕνα νομάρχην, εἰς τὸν ὁποῖον δύναται ν’ ἀνατεθῇ καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας διοίκησις, πλὴν τῆς ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν αὐτοῦ ἐπαρχίας, καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ.» Ἐρωτῶ, δὲν εἶναι ἡ διάταξις αὕτη ἀκατανόητος, ὑπενθυμίζουσα τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὑπῆρχον ἐπαρχεῖα; Μὴ ὑπαρχόντων ἐπαρχείων, ὁ νομάρχης ἔχει τὴν ἀπ’ εὐθείας διοίκησιν ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν. Οὔτε πρόκειται νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ἡ διοίκησις ἄλλων ἐπαρχιῶν, πλὴν τῆς ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ἐπαρχίας, διότι μὴ ὑπαρχόντων ἐπάρχων ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ἀνήκει αὐτοδικαίως τῷ νομάρχῃ. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν διοίκησις, τὴν ὁποίαν αὐτὸς καὶ μόνος αὐτὸς ἔχει.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε δίκαιον.
§245Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ τοιαύτη διάταξις.
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε δίκαιον. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι περιττή.
§247Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλον λόγον, ἵνα ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εὑρίσκω ἐν αὐτῷ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου ιγʹ τοῦ ἄρθρου 2, δυνάμει τῆς ὁποίας «ὁ νομὸς τῆς Κερκύρας, περιλαμβάνων τὰς κατὰ τὸν νόμον τῆς 9 Ἰανουαρίου 1866 ἀποτελούσας αὐτὸν ἐπαρχίας, πλὴν τῆς Λευκάδος, ἤτοι τὴν ἐπαρχίαν Κερκύρας, περιλαμβάνουσαν τοὺς δήμους Κερκύρας καὶ Διαποντίων, τὴν ἐπαρχίαν Μέσσης, περιλαμβάνουσαν τοὺς δήμους Ποταμογειτόνων, Λευκιμμαίων, Μελιτειέων, Μεσοχωριτῶν καὶ Παρελείων, τὴν ἐπαρχίαν Ὄρους, περιλαμβάνουσαν τοὺς δήμους Ἀπηλιωτῶν, Ἀκρολοφιτῶν, Ἰστωναίων, Ἀμφιπαγιτῶν καὶ Κασσωπαίων, καὶ τὴν ἐπαρχίαν Παξῶν». Διαιρεῖται δηλαδὴ πάλιν ἡ Κέρκυρα εἰς τρεῖς ἐπαρχίας. Καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἐν σχέσει πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι κάλλιστα γινώσκει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξαν τρεῖς ἐπαρχίαι ἐν Κερκύρᾳ διοικητικῶς. Λέγω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν συνέταξε τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Πρωθυπουργός· προσθέτω μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι γνωρίζω ποίας ἔχει ἰδέας περὶ τῆς διαιρέσεως τῆς Κερκύρας, διότι τὰς ἰδέας ταύτας διετύπωσεν ἄλλοτε, καὶ δὴ κατὰ τρόπον τοσοῦτον ἐμφαντικόν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι μετὰ τὴν διατύπωσιν ἐκείνην ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτὸν, τί ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔλεγεν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζητεῖτο ἀκριβῶς, ὅπως ἡ Κέρκυρα ἀποτελέσῃ μίαν ἐπαρχίαν.
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο διῃρημένη εἰς τρεῖς ἐκλογικὰς περιφερείας.
§249Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα, καὶ ἐζητήθη ν’ ἀποτελέσῃ μίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Δὲν ἠξεύρω τίς ἀντέστη εἰς τοῦτο, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὸν Κύριον ἐκεῖνον, εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νομίζω, ὅτι ὁ συνάδελφος διατελεῖ ἐν πλάνῃ, διότι ὑπέλαβεν, ὅτι οἵ τε προβαλόντες τροπολογίας καὶ ἐγὼ, ὁ ἀποδεχθεὶς αὐτὰς, ἐκτελοῦμεν ἔργον μηχανικὸν, καὶ ὅτι διχοτομοῦμεν τὴν χώραν τὴν Ἑλληνικὴν εἰς τμήματα, εἰς τετράγωνα, εἰς συνοικισμοὺς, καὶ δημιουργοῦμεν ἡμεῖς ταῦτα. Ἀλλὰ ταῦτα ἐδημιούργησεν ἡ ἱστορία, ἡμεῖς δὲ ἀκολουθοῦμεν τὴν ἱστορικὴν καταγωγὴν ἑκάστης περιφερείας, διότι αὐτὴ ἡ καταγωγὴ συνετέλεσεν, ὥστε ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι τὰ αὐτὰ ἤθη, τὸν αὐτὸν τρόπον τοῦ βίου, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσι τὴν αὐτὴν περιφέρειαν, αὐτοὶ συνετέλεσαν, ἵνα οἱ κάτοικοι τῆς αὐτῆς περιφερείας σκέπτωνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ἔχωσι κοινὰ συμφέροντα καὶ συνεννοῶνται καλλίτερον πολιτικῶς ἢ ὅσον ἤθελον ἀνταλλάξει τὰς ἰδέας των οἱ κάτοικοι τῆς Δωρίδος μετὰ τῶν κατοίκων τῆς Σίφνου. Ἡμεῖς λοιπὸν δὲν ῥυμοτομοῦμεν, ἐνῷ ἐρρυμοτόμησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διῄρουν τὴν νῆσον Κέρκυραν εἰς τρία μέρη ἄνευ οὐδενὸς λόγου. Τὴν τοιαύτην ῥυμοτομίαν αἴρομεν σήμερον, καὶ εἶναι τοσοῦτον δίκαιον νὰ ἄρωμεν αὐτήν, ὥστε, προτοῦ νὰ προταθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ νόμοι τῆς εὐρείας περιφερείας, ἐγὼ, ὡς Πρωθυπουργὸς, διενοούμην νὰ συγχωνεύσω τὰς τρεῖς ἐπαρχίας Κερκύρας εἰς μίαν ἐπαρχίαν, τὴν ἐπαρχίαν Κερκύρας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ συνάδελφος προέτεινε τὴν ἰδέαν ταύτην, ὤφειλον νὰ τὴν ἀποδεχθῶ, διότι εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῆς ἐπαρχιακῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.» Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 21 Δεκεμβρίου 1890 τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΒʹ Περιόδου. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐθεώρει, ὅτι ἡ διαίρεσις τῆς Κερκύρας ἀποτελεῖ ῥυμοτομίαν, ὅτι ἡ διαίρεσις τῆς Κερκύρας ἀποτελεῖ διαίρεσιν τετραγώνων, ἀποτελεῖ διαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία τῆς Κερκύρας δὲν ἐπιτρέπει, τὴν ὁποίαν τὰ συμφέροντα τῆς Κερκύρας ἀποκρούουσι, δὲν δύναμαι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, περὶ ἧς ἀσχολοῦμαι, ἐν γνώσει πράττει σήμερον ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τόσον πικρῶς κατέκρινε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ συναρμολογήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰς ἰδέας τὰς διατυπωθείσας κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, τὴν τόσον ὡραίαν, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, νὰ ἐμπνευσθῇ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας μετὰ σθένους καὶ πεποιθήσεως ἀνέπτυξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς ΙΒʹ Περιόδου. Δὲν ἤλλαξεν ἔκτοτε ἡ ἱστορία τῆς Κερκύρας, ἔκτοτε τὰ συμφέροντα δὲν μετεβλήθησαν, λόγοι νέοι δὲν παρουσιάσθησαν, οἱ ὁποῖοι ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῆς Κερκύρας καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς ἐπιβάλλουσι τὴν διαίρεσιν, τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι πολὺ εὐχαριστημένος, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀνέφερε τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα τότε. Βεβαίως ἐφρόνουν τότε, ὅτι οὐ μόνον λόγοι πολιτικοὶ, ἀλλὰ καὶ λόγοι κοινωνικοὶ ἀπῄτουν νὰ προσπαθήσῃ τις νὰ συνδέσῃ ὅλα τὰ τμήματα τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας εἰς ἕν, διότι προσφάτως εἶχε συντελεσθῆ ἡ ἕνωσις, καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἀπεδείχθη μία διαίρεσις, ἡ ὁποία ἐζημίου τὰ συμφέροντα τῆς νήσου, ἡ διαίρεσις τῶν ἀγροτῶν ἀπὸ τῶν κατοίκων τῆς χώρας.
§251Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. 27 ἔτη εἶχον παρέλθει ἀπὸ τῆς ἑνώσεως.
§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως ἐσκέπτοντο ἄλλως, οἱ κάτοικοι τῶν ἀγρῶν ἐσκέπτοντο ἄλλως, ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ τὴν πάλην, τὴν ὁποίαν διεξῆγον ὁ μακαρίτης Κωνσταντᾶς καὶ ὁ μακαρίτης Ἀλαμάνος πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως. Ἐγὼ ἐπεσκέφθην τὴν Κέρκυραν καὶ κατὰ τὸ 1869, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικοινωνήσω οὔτε μὲ τοὺς μὲν, οὔτε μὲ τοὺς δέ. Ἐφρόνουν λοιπὸν, ὅτι ἡ ἕνωσις τῆς Κερκύρας εἰς μίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἤθελε συναρμολογήσει τὰ πολιτικὰ συμφέροντα καὶ ἤθελεν ἀπολήξει εἰς μίαν ἑνότητα· τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην εἶχον καὶ περὶ ἄλλων ἐκλογικῶν περιφερειῶν, τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχον καὶ περὶ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, ἡ ὁποία κατοικεῖται ἀπὸ πληθυσμὸν ἰδιοφυᾶ, συγχωνευομένη μετὰ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀθηνῶν, ἤθελε περιαγάγει αὐτὴν εἰς ἄλλα ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη, διότι ἀνετράπην ἐκ τῆς ἀρχῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος μὲ διεδέχθη εἰς τὴν ἀρχὴν ὡς Πρωθυπουργὸς, προέτεινε καὶ αὐτὸς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη. Ἀλλ’ ἔκτοτε τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, καὶ μετεβλήθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχεν ἡ διαίρεσις ἐκείνη ἡ ἀρχικὴ, ἡ κοινωνικὴ μᾶλλον ἢ πολιτικὴ, ὑπῆρχεν ὅμως ἀντίθεσις πολιτικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ πλήρη ἕνωσιν, διότι οἱ μεγάλοι πληθυσμοὶ καταπνίγουσι τοὺς μικροτέρους. Αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἑνὸς φίλου μου καὶ συναδέλφου μου, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ ἐπαρχία Τζουμέρκων, ἦτο διῃρημένη ἀπὸ τῆς Ἄρτης. Ἐπέσπευδεν ὁ βουλευτὴς κ. Καραπάνος τὴν ἕνωσιν, ἐγὼ δὲ τὴν προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπεδέχθη, οὐχὶ ἵνα εὐχαριστήσω τὸν κ. Καραπᾶνον, ἀλλὰ διότι εἶχον τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ περὶ Κερκύρας. Ἡ πεῖρα κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἑκάστη περιφέρεια εἶχε καί τινα αὐθυπαρξίαν, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ δικιρεθῶσιν αὐταὶ αἱ ἐπαρχίαι, ἵνα μὴ ἡ μία ἀπορροφᾷ τὴν ἄλλην.
§253Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ὄχι διότι τοῦτο μὲ ἐνδιαφέρει ἐκλογικῶς, ἀλλὰ διότι παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τῷ ἐκλογικῷ τῆς Κερκύρας συμβαίνει τι πολὺ περίεργον. Ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια τῆς Κερκύρας ὑποβάλλεται εἰς μεταβολὰς ὁρίων· αὕτη κανονίζεται εἴτε εὐρεῖα εἴτε μικρὰ, κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀμέσως προηγουμένης ἐκλογῆς ἐνδεικνύουσιν εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἂν πρέπει νὰ ἦναι εὐρεῖα ἢ μὴ εὐρεῖα. Ἐκ τούτου φαίνεται, ὅτι τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα τῆς Κερκύρας μεγάλως ἐνδιαφέρουσι καὶ ἀνησυχοῦσι τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Οὐδένα ἐγὼ ἔχω λόγον ν’ ἀνησυχῶ ἐκ τῶν νομοθετικῶν μέτρων τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Συμπίπτει νὰ ἔχω ἐγκατάστασιν καὶ εἰς τὰς τρεῖς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας πλάττει τὸ ἐκλογικὸν συμφέρον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ διαβεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι, ἐν οἱᾳδήποτε ἐκ τῶν τριῶν θέσω κάλπην, θὰ ἐπιτύχω πρῶτος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐνδιαφέρει.
§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτου δὲν ἀμφιβάλλω.
§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, διότι δὲν ἠξεύρω ἐπὶ πόσον θὰ διαρκέσῃ ἡ ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ παρουσία μου, εἶναι νὰ μὴ καταστραφῇ ἡ νῆσός μου. Ἔχω πεποίθησιν ὅμως, ὅτι διὰ τῆς διαιρέσεως, ἣν ποταποὶ λόγοι ὑπαγορεύουσι, θὰ τὴν καταστρέψητε· διότι, ἐὰν ἐξέλιπον τὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἐκάμετε λόγον, ἐὰν κατέστη δυνατὴ ἡ ἁρμονία μεταξὺ ἐξοχῆς καὶ πόλεως, τοῦτο κατέστη δυνατὸν διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τριῶν ἐπαρχιῶν καὶ διὰ τῆς συγχωνεύσεως αὐτῶν εἰς μίαν, τὴν μεγάλην ἐπαρχίαν Κερκύρας. Ἐὰν ἐγνωρίζετε τὴν Κέρκυραν, —καὶ δὲν τὴν γνωρίζετε ἀτυχῶς, καὶ τὰ περὶ Κερκύρας κανονίζετε ἀναλόγως τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας δίδουν εἰς ὑμᾶς οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἵνα μὴ ἔχητε ἀκριβεῖς πληροφορίας, —ἐὰν ἐγνωρίζετε τὴν Κέρκυραν, θὰ ἐγνωρίζετε, ὅτι ὡς ἐκ τῆς παλαιᾶς αὐτῆς ἱστορίας προέκυψε διαίρεσις, καὶ διαίρεσις μεγάλη μεταξὺ ἐξοχῆς καὶ πόλεως, καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος ἀνήκων εἰς τὴν πόλιν καὶ ἔχων σχέσεις μεγάλας μὲ τὴν ἐξοχὴν, ὅπως ἀναλάβῃ καὶ ἐπιτύχῃ τὸ ἔργον τῆς συμφιλιώσεως πόλεως καὶ ἐξοχῆς, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἀνὴρ ἀνήκων εἰς τὴν πόλιν καὶ στενῶς συνδεδεμένος μὲ τὴν ἱστορίαν τῆς πόλεως, ἀλλὰ δυνάμενος νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιρροὴν καὶ εἰς τὴν ἐξοχὴν, ἵνα κατορθώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατωρθώθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν, ὅπως μὴ ὑπάρξῃ πλέον διάκρισις μεταξὺ πόλεως καὶ ἐξοχῆς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν διάστασιν πάλιν θὰ γεννήσητε μεταξὺ ἐξοχῆς καὶ πόλεως· ἑπομένως ὅλην αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ εἰκοσαετίαν καὶ τὴν ὁποίαν ἔστεψεν ἡ ἐπιτυχία, πρόκειται νὰ καταστρέψητε· πρόκειται διὰ τῶν μέτρων ὑμῶν νὰ ἀναζήσωσι κατὰ μέσα τὰ πρὸ τοῦ 1890, τὰ χωρίζοντα τὴν ἐξοχὴν ἀπὸ τῆς πόλεως, πρόκειται ἡ ἀθλία ἐκείνη κατάστασις νὰ ἐπανέλθῃ. Τοῦτο πράττετε, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουσιν ὑμᾶς, νομίζουσιν, ὅτι διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων θ’ ἀνακοπῇ ἡ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπιτυχία τοῦ τοπικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγοῦμαι. Βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε, ἤθελον πρὸ αὐτοῦ ἀδιαφορήσει. Δὲν ἀδιαφορῶ ὅμως διὰ τὸ μέλλον τῆς Κερκύρας, καὶ ἱκετεύω ὑμᾶς νὰ μὴ προβῆτε εἰς πρᾶξιν, ἡ ὁποία θὰ καταστρέψῃ τὴν νῆσον. Χάριν τῆς ἀποτροπῆς τῆς καταστροφῆς ταύτης ἔλαβον τὸν λόγον, δὲν ἤθελον δὲ ποτὲ καταδεχθῆ νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν ἐν Κερκύρᾳ ἐκλογικὴν τοῦ κόμματός μου θέσιν.
§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλαι αἱ αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι διήρουν τοὺς ἐξοχικοὺς πληθυσμοὺς μὲ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως, ἐξέλιπον· οἱ νόμοι ἐκανόνισαν ὅλας τὰς σχέσεις τῶν κτηματιῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως. Δὲν βλέπω ποίας διενέξεις δύνασθε νὰ φοβηθῆτε. Τὰ κόμματα; Τὰ κόμματα ὑπάρχουσιν· εἶναι ἓν ἰσχυρὸν κόμμα, τὸ κόμμα τὸ ὑμέτερον, καὶ ἓν κόμμα ἀσθενές, ἀλλ’ ἀμφότερα ὑπάρχουσι. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθωσιν ἄλλα συμβεβηκότα.
§257Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρέπει αὐτοὺς τοὺς κινδύνους νὰ σᾶς τοὺς ἐξηγήσω, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν γνωρίζετε τὴν Κέρκυραν. Εἴπετε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τώρα ἐκανονίσθησαν ὅλα τὰ ζητήματα. Ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς ἑνώσεως τῆς πόλεως καὶ τῆς ἐξοχῆς ἐν μιᾷ μεγάλῃ περιφερείᾳ ζητημάτων τινῶν κατέστη δυνατὴ ἡ λύσις. Τοιουτοτρόπως κατωρθώσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῆς κοινῆς τῆς νήσου περιουσίας, τὸ ζήτημα τοῦ Μοντζενιγείου κληροδοτήματος καὶ ἄλλα κοινὰ τῇ τε ἐξοχῇ καὶ τῇ πόλει ζητήματα. Τὰ ζητήματα ταῦτα οἱ μὲν κάτοικοι τῆς πόλεως ἐζήτουν ἄλλοτε νὰ λυθῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν, οἱ δὲ τῆς ἐξοχῆς ἐζήτουν τὴν ὑπὲρ ἑαυτῶν λύσιν. Ἡ ἕνωσις τῆς νήσου ἐν μιᾷ περιφερείᾳ ἐπέτρεψεν, ἵνα ἐξευρεθῇ μία λύσις, ἱκανοποιοῦσα καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Ἐλύσαμεν τὸ ζήτημα τῶν τιμαρίων, τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἤθελε κατορθωθῆ ἡ λύσις, ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κερκύρας δὲν ἐξελέγοντο ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς νήσου ὅλων, διότι τοῦτο καὶ μόνον ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὅπως ἐπιβληθῶσιν εἴς τε τὴν πόλιν καὶ τὴν ἐξοχὴν καὶ ἐπιβάλλωσι λύσιν ἱκανοποιοῦσαν ἐν μέτρῳ δικαιοσύνης τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τῆς πόλεως καὶ τῶν κατοίκων τῆς ἐξοχῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ζητήματα. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ὅλως ἰδιάζον ἐν Κερκύρᾳ. Ἐκεῖ κρατοῦσιν εἰσέτι αἱ ἀγροληψίαι, κρατοῦσι τὰ ἐδαφονόμια· ἐκεῖ ἡ ἀγροτικὴ κτῆσις διέπεται ὑπὸ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως διάφορον τοῦ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι κρατοῦντος, συστήματος, τὸ ὁποῖον φέρει τύπον ἀρχαῖον καὶ τὸ ὁποῖον ἐκθέτει τὴν ἰδιοκτησίαν εἰς κινδύνους, οἵτινες θέλουσιν ἀποτραπῆ, ἐὰν ἐργασθῶμεν ἐμπνεόμενοι πάντοτε ὑπὸ πνεύματος σεβασμοῦ μὲν πρὸς ὅλα τὰ οἱαδήποτε δικαιώματα, ἀλλὰ δικαιοσύνης πρὸς ἐπίλυσιν τῶν δικαίων παραπόνων. Τοιαύτην ἐργασίαν καταλλήλως δύνανται νὰ ἐπιτελέσωσι μόνοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ὅλης νήσου.
§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κίνδυνοι αὐτοὶ δὲν ὑφίστανται.
§259Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ κίνδυνοι ὑπάρχουσι, καὶ οἱ τὰ ἐναντία λέγοντες ἀπατῶνται. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω, ἀφίνω δὲ εἰς ὑμᾶς τὴν εὐθύνην νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον προβάλλεται ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συμφερόντων τῆς Κερκύρας, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἱστορίας τῆς Κερκύρας, ἱστορίας καὶ συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθητε ἄλλοτε καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον χάριν ποταποῦ ἐκλογικοῦ συμφέροντος ποδοπατεῖτε.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§261Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ νὰ μὴ κατηγορηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, παρακαλῶ νὰ προσέξῃ, διότι ἀπεμπολεῖ δύο ἐπαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι 72, ἀλλ’ 74 αἱ ἐπαρχίαι. Καὶ εἶναι φυσικὸν τὸ λάθος, διότι δὲν ἦσαν ἀρχικῶς ἐν τῷ νῷ τοῦ συντάκτου τοῦ ἄρθρου 1 αἱ δύο νέαι ἐπαρχίαι τῆς Κερκύρας, αἱ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου καθιερούμεναι, καὶ μὲ αὐτὰς γίνονται 74 ἐν ὅλῳ.
§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀπεμπόλησις αὐτό;
§263Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ διορθωθῇ τέλος πάντων· νὰ μὴ ἦναι 72.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὁ κ. Βαλαωρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§265ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς παραγράφου ιγʹ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ τρεῖς λέξεις «πλὴν τῆς Λευκάδος». Δὲν ἐννοῶ διατὶ, ἀφοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη ὑπαγόμεθα διοικητικῶς εἰς τὴν Κέρκυραν, θέλει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος νὰ στείλῃ εἰς τὸ Μεσολόγγιον, 24 ὅλας ὥρας μακρὰν τῆς Λευκάδος.
§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ ὑπάγησθε εἰς τὴν Κέρκυραν, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι σᾶς προσέφερον ὑπηρεσίαν, διατυπῶν οὕτω τὸ ἄρθρον.
§267ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Προτιμῶμεν τὴν Κέρκυραν, διότι ἀπέχει 6 μόνον ὥρας τῆς Λευκάδος.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τροποποιηθῇ λοιπὸν τὸ ἄρθρον.
§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§270Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὡς πρὸς τὰς προνομιούχους ἐπαρχίας Ψαρῶν, Σπετσῶν καὶ Ὕδρας δὲν βλέπω νὰ γίνεται κανεὶς λόγος.
§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς ταύτας ἔχομεν τὰ ψηφίσματα τῶν Συνελεύσεων, διὰ τῶν ὁποίων κανονίζονται τὰ περὶ τούτων.
§272Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν γίνεται οὔτε μνεία αὐτῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5).
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ ἄρθρου 6 νὰ διαγραφῇ ἡ πρώτη παράγραφος, ἐκ δὲ τῆς δευτέρας παραγράφου ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ «δέ»: ἤτοι ἀντὶ «ἐν ἑκάστῃ δὲ Νομαρχίᾳ» νὰ τεθῇ: «ἐν ἑκάστῃ Νομαρχίᾳ». (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§277Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Νομίζω ὅτι, κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ὀφείλει νὰ περιοδεύῃ μετὰ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας· ἑπομένως οὗτος θ’ ἀπουσιάζῃ τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ. Ἐὰν κατὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ὀφείλῃ καὶ ὁ νομάρχης νὰ περιοδεύῃ κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας, τότε θὰ ἔχωμεν πλήρη ἀπουσίαν καὶ τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ γραμματέως ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ, καὶ οὕτω θὰ παραλύωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Νομαρχίας.
§278Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναται ὁ νομάρχης νὰ κάμῃ τὴν περιοδείαν μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ γραμματέως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγιγνώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9–12.)
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πονηρόπουλος.
§280ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ποιήσηται διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 13 «οἱ ἔν τινι τῶν δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΧΔʹ τῆς 8 Ἰουλίου 1899 κατασταθεισῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν νέων νομῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων κατασταθέντες ἐπίσκοποι, τῇ προτάσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τοποθετοῦνται ἐν χηρευούσῃ τυχὸν Ἐπισκοπῇ ἔν τινι τῶν ἀποτελεσασῶν τὸν καταργούμενον νομὸν ἐπαρχιῶν· ἐὰν δὲ οὐδεμία τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ καταργουμένου νέου νομοῦ Ἐπισκοπῶν χηρεύῃ, τοποθετοῦνται, τῇ προτάσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν χηρευούσῃ τυχὸν Ἐπισκοπῇ ἐν ἄλλῃ ἄλλου νομοῦ ἐπαρχίᾳ.» Ἐν τῷ ἄρθρῳ 13 τοῦ ͵ΒΧΔʹ νόμου ὁρίζεται, ὅτι ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ νομοῦ συνιστᾶται ἐκκλησιαστικὴ διοίκησις, ἐν ᾗ ἑδρεύει ἀρχιερεύς. Ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, αἵτινες συνέστησαν διὰ τοῦ νῦν καταργουμένου νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ὑπάρχουσιν Ἐπισκοπαὶ προϋφιστάμεναι. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον 13; Ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι καὶ αἱ Ἐπισκοπαὶ αὗται καταργοῦνται;
§281Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι βεβαίως.
§282ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διασάφησις αὕτη παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι δηλαδὴ αἱ ὑφιστάμεναι πρὸ τῆς συστάσεως τῶν νέων νομῶν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1899 Ἐπισκοπαὶ δὲν καταργοῦνται διὰ τοῦ ἄρθρου 13. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν.)
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως ὀκτὼ Πρωτοδικείων. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Ὑπάρχει πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν.
§284Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖος ὑπέβαλε τὴν πρότασιν;
§285Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ἰδική μου ἡ πρότασις.
§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἀποδεχόμεθα. Νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ὁρισθησομένην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§288Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔχῃ μακρὰν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§289Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρῆλθεν ἤδη τὸ μεσονύκτιον, κύριε Πρόεδρε.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 καὶ 50′ τῆς νυκτός.)