1905.04.12
1,124 rows · 8,626 words · 50 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
τῆς 12 Ἀπριλίου 1905.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κύριος Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§2Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ ποῖον λόγον ἤλλαξεν ἡ χάραξις τῆς γραμμῆς μιᾶς βατῆς ὁδοῦ, κατασκευαζομένης ἐν Εὐρυτανίᾳ, ἀπὸ Νοστίμου εἰς Χάνι Καρύτσης. Διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς χαράξεως ἐπέρχεται δαπάνη ἀνωτέρα τῶν 60 περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τῆς χαράξεως ταύτης ἐγένετο οὐχὶ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐργολάβου· κατηγγέλθη δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἐνεκρίθη ὁ προϋπολογισμὸς ὁ σχετικός. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ φάκελος τῶν σχετικῶν ἐγγράφων. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ διαφόρους πίνακας, περὶ τῶν ὁποίων ὑποβάλλω ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
§3Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνα μέτρα ἔλαβε περὶ ἐκτελέσεως τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τῆς ἐν Ἑρμουπόλει ὁδοῦ Ποσειδωνίας μέχρι τοῦ ὅρμου Γαλισσᾶ διὰ τοῦ χωρίου Ταλάντων ἐν τῇ νήσῳ Σύρῳ. Πρὸ καιροῦ παρηγγέλθη ἡ μελέτη τῆς ὁδοῦ ταύτης· ἡ μελέτη ἀπεπερατώθη, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἡ ὁποία εἶναι χρησιμωτάτη καὶ διὰ τοὺς κατοίκους καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, διότι ἡ ὁδὸς αὕτη πρόκειται νὰ καταλήξῃ εἰς τὸν ὅρμον Γαλισσᾶ, ὅπου ὑπάρχει λιμενίσκος, χωρίον ἀρκετὰ πολυάριθμον, καὶ δὲν συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ὑπάρχῃ τακτικὴ καὶ ὁμαλὴ συγκοινωνία ἀπὸ τοῦ ὁρμίσκου ἐκείνου πρὸς ἀσφάλειαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἑξῆς ἐν Ἑρμουπόλει ἀτόπου. Ὑπάρχει ὁδὸς παραλιακὴ ἐν Ἑρμουπόλει ἔξω τοῦ λιμένος. Ἡ ὁδὸς αὕτη κατεστράφη πρὸ μηνὸς, δὲν εὑρίσκεται δὲ ὁ ἁρμόδιος, ὁ ὁποῖος θέλει προβῆ εἰς ἐπισκευήν της. Ἄλλοτε ἐπεσκευάσθη ἡ ὁδὸς αὕτη ὑπὸ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, διότι ἔκρινεν ἡ τότε λιμενικὴ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν της. Ἀλλ’ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἡ νῦν, εὐλόγως κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἀξιοῖ, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἐκτὸς τοῦ λιμένος ἡ ὁδὸς αὕτη, δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν ἐπισκευήν της. Τὸ Δημόσιον πάλιν, ἐπειδὴ ἄλλοτε ἐδαπάνησεν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἐπικαλεῖται τὸ προηγούμενον τοῦτο, διὰ νὰ μὴ θεωρήσῃ ὅτι εἶναι δημοσία ἡ ὁδός, καὶ ἀποφύγῃ τὴν δαπάνην τῆς ἐπισκευῆς αὐτῆς. Ἐκ τούτου δὲ προέρχεται βλάβη εἰς τὴν συγκοινωνίαν, καὶ οἱ δημόται δυσκολεύονται νὰ μεταφέρωσι τὰ ἐμπορεύματα αὐτῶν, ὧν ἡ μεταφορὰ γίνεται διὰ κάρρων καὶ ἁμαξῶν, ὧν ἡ διάβασις εἶναι δυσχερεστάτη ὡς ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς ὁδοῦ. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Εἴτε ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ εἴτε τὸ Δημόσιον δαπανήσῃ, δέον νὰ ἐπισκευασθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι εἶναι ἀνάγκη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν περὶ αὐτῶν τῶν δύο ὁδῶν πρόνοιαν.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας οὔτε περὶ τῆς μιᾶς ὁδοῦ, οὔτε περὶ τῆς ἑτέρας, διότι ἡ ὑπόθεσις δὲν μοὶ εἰσήχθη ἔτι ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων.
§5ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωστὸν τυγχάνει, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892 εἶναι ἱδρυμένος ἐνταῦθα καὶ λειτουργεῖ ὡς ἄριστα ὁ «Σύλλογος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν». Σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ προαγωγὴ τῶν μελῶν αὐτοῦ ἥ τε ἠθικὴ καὶ ἡ πνευματική, καὶ ἐν τῷ σκοπῷ τούτῳ ὁμολογουμένως ὁ Σύλλογος ἐποιήσατο βήματα ἄξια παντὸς ἐπαίνου, ὥστε νὰ τύχῃ καὶ τῆς προστασίας πολλῶν προσώπων, δυναμένων νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτὸν τὴν ἀρωγήν των. Ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα ἡ Πολιτεία ἐπεμελήθη, ἵνα δι’ εἰδικοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐξελεγχθῶσι τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Συλλόγου, καὶ ὄντως ἡ διαχείρισις τῶν τοῦ Συλλόγου, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐξελέγξαντος ταύτην οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, εὑρέθη καθ’ ὅλα ἄμεμπτος. Ἀτυχῶς ἐν τῷ Συλλόγῳ τούτῳ ἐνεφιλοχώρησαν καί τινα, εὐάριθμα εὐτυχῶς, στοιχεῖα, ἅτινα, ἀντιδρῶντα, — τίς οἶδε διὰ τίνας λόγους, — ἠθέλησαν νὰ παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας αὐτοῦ, μάλιστα δ’ ἐπ’ ἐσχάτων προὐκάλεσαν καὶ θορύβους τινάς. Περὶ τῶν μελῶν τούτων, δυνάμει τοῦ ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐγκεκριμένου καταστατικοῦ τοῦ Συλλόγου, ἐλήφθη πρόνοια ἐκ μέρους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, καὶ πρό τινων ἡμερῶν ἐκοινοποιήθη ἡ διαγραφὴ αὐτῶν ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν μελῶν. Ἐν τούτοις ὁ κ. νομάρχης Ἀττικῆς, λαβὼν γνῶσιν τῶν τελεσθέντων, ἐκοινοποίησεν ἔγγραφον πρὸς τὴν Διοίκησιν τοῦ Συλλόγου, διὰ τοῦ ὁποίου παραγγέλλει αὐτῇ, ὅπως ὁ Σύλλογος παύσῃ τὰς ἐργασίας του μέχρι νεωτέρας διαταγῆς τοῦ κ. νομάρχου. Ἀγνοῶ, Κύριοι, ἂν τοῦτο συνάδει πρὸς ῥητὴν συνταγματικὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ συνεταιρίζεσθαι, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ τὸ ἑνοῦσθαι ἐν σωματείοις εἶναι συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ πολίτου. Καὶ βεβαίως ὁ Σύλλογος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν, ἱδρυθεὶς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892 καὶ λειτουργῶν δι’ ἐγκεκριμένου καταστατικοῦ, λειτουργεῖ δυνάμει καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος. Ἀντὶ δὲ ὁ κύριος νομάρχης Ἀττικῆς, τοῦ ὁποίου τὴν προστασίαν καὶ ἀντίληψιν ἐπεκαλέσθη ἡ Διοίκησις τοῦ Συλλόγου τῶν ἐμποροϋπαλλήλων, νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς προστασίαν αὐτοῦ καὶ νὰ λάβῃ ἐπίσης μέτρα κατὰ τῶν ταραχοποιῶν μελῶν, ὁ κ. νομάρχης προέβη εἰς τὴν κατάλυσιν συνταγματικῆς διατάξεως, παραγγείλας νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Συλλόγου ἐπ’ ἄπειρον, μέχρις οὗ ὁ ἴδιος εὐδοκήσῃ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸ τὸ πολίτευμα ἀπονέμει! Ἡ Διοίκησις ὅμως τοῦ Συλλόγου δι’ ἐγγράφου αὐτῆς, ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν κ. νομάρχην, παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ ἄρῃ τὴν ἀπαγόρευσιν, καὶ συνάμα παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ προστατεύσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ Συλλόγου. Ἀλλ’ ὁ κ. νομάρχης δι’ ἑτέρου ἐγγράφου του, ἀπὸ 29 Μαρτίου, ἐπανέλαβε τὴν ἀπαγόρευσιν καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κατηγορεῖ τῆς Διοικήσεως τοῦ Συλλόγου ὡς κακῶς διαχειριζομένης τὰ τοῦ Συλλόγου, συκοφαντῶν αὐτήν, χωρὶς νὰ δύναται ν’ ἀποδείξῃ διὰ τοῦ ἐγγράφου του τὴν κακὴν διαχείρισιν. Ἐὰν ὁ κύριος νομάρχης Ἀττικῆς, εἰς ὃν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐποπτεία τοῦ σωματείου τούτου, ἔχει λόγους νὰ φρονῇ, ὅτι ἐν τῷ εἰρημένῳ Συλλόγῳ λαμβάνουσι χώραν χρηματικαὶ καταχρήσεις, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ Συλλόγου, καὶ νὰ προβῇ ἐν ἀνάγκῃ, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι πράγματι λαμβάνουσι χώραν τοιαῦται καταχρήσεις, εἰς τὴν καταγγελίαν τῶν μελῶν τοῦ Συλλόγου· οὐδέποτε ὅμως ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαῦτα μέτρα, προκειμένου περὶ ἑνὸς τοιούτου Συλλόγου, νομίμως λειτουργοῦντος, ὑπὸ τὴν ἄδειαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν γεγονότων τούτων καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ, ἵνα μὴ συμβαίνωσι τὰ ἔκτροπα ταῦτα ἐκ μέρους τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω πληροφορίαν τινὰ περὶ τῶν ἀφορώντων τὸν ἐνταῦθα Σύλλογον τῶν ἐμποροϋπαλλήλων. Θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω πράξει τὰ δέοντα.
§7Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς διόρθωσιν ἀδικήματος, συντελεσθέντος καθ’ ὑπερεκατοστύος συμπολιτῶν μου, θὰ παρακαλέσω δὲ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως ἐπιτρέψητε νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπὶ τοῦ ἀδικήματος τούτου εὐμενῆ καὶ τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Ἐπὶ τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν συνόρων, κύριοι Βουλευταὶ, τῶν πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμπάκας, καὶ ἀκριβῶς σχεδὸν ἐπὶ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἥτις τοσοῦτον ἄδικος καὶ ἄστοργος ἐχαράχθη μετὰ τὴν ἀτυχῆ τοῦ τελευταίου πολέμου ἔκβασιν, κεῖται μικρὸν χωρίον, Μαλακάσιον ὀνομαζόμενον, τοῦ ὁποίου τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ τὸ ὅλον τῶν γαιῶν, περικοπὲν ὑπὸ τῆς γραμμῆς ταύτης, περιελήφθη εἰς τὸ Ὀθωμανικόν. Ἐκ τῆς περικοπῆς ταύτης, κύριοι Βουλευταὶ, περικοπῆς καθιστώσης δυσχερεστάτην καὶ προβληματικὴν τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν καθόλου χρῆσιν τῶν γαιῶν ἐκείνων, οἱ ἀτυχεῖς τοῦ μικροῦ ἐκείνου χωρίου κάτοικοι περιέστησαν εἰς οἰκτρὰν ἔνδειαν, δυσχεραίνουσαν καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἡμερησίαν αὐτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των πενιχροτάτην συντήρησιν. Αὐτὰ, κύριοι Βουλευταὶ, τῶν ἐθνικῶν περιπετειῶν τὰ θύματα εὗρον οἱ ἁρμόδιοι, ὅπως ἐπιδείξωσιν ὅλον τὸν φιλόστοργον αὐτῶν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων ζῆλον, καὶ δὲν ἐδίστασαν νὰ μεταποιήσωσι πάντας τοῦ μικροῦ ἐκείνου χωρίου τοὺς γεωργοὺς εἰς ἐπιτηδευματίας, ἀσκοῦντας δὲν ἠξεύρω πόσα καὶ ποῖα φορολογητέα ἐπιτηδεύματα, τὰς δὲ καλύβας αὐτῶν, — καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τονίσω τὴν λέξιν καλύβας, — τῶν ὁποίων ἡ ἀχυρόπλεκτος στέγη ἀμφιβάλλω ἂν ἐπαρκεῖ νὰ στεγάσῃ αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, τὰς καλύβας αὐτῶν νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς οἰκοδομάς, ἀποφερούσας φορολογήσιμον εἰσόδημα. Κατὰ τῶν φορολογιῶν τούτων, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἀδικηθέντες συμπολῖταί μου ὑπέβαλον ἐνστάσεις ἐνώπιον τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένης πρὸς ἐκδίκασιν αὐτῶν ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἡ ἀστοργία ὑπερέβαλε δυστυχῶς τὴν σκληρότητα τῶν εἰσηγητῶν τῶν δύο φορολογιῶν, ἐξαναγκάσασα τοὺς ἀδικηθέντας νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰς προσφυγάς, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸ Ὑπουργεῖον διέταξεν ἁρμοδίως τὸν ἔλεγχον περὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ τῆς φορολογίας ταύτης, ἐπιφυλαχθὲν ν’ ἀποφασίσῃ μετὰ τὰς δοθησομένας περὶ τούτου ἐπισήμους πληροφορίας· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, Κύριοι, ἡ ὁριστικότης τοῦ καταλόγου δεσμεύει δυστυχῶς τὴν διοικητικὴν τοῦ Ὑπουργείου ἐνέργειαν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἵνα, ἐὰν ἐγκρίνῃ, διατάξῃ ἕνα τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ὅπως, μεταβαίνων ἐπὶ τόπου καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὸν ἤδη ὁριστικὸν καταστάντα κατάλογον ἐξετάσῃ, ἂν ὄντως αἱ καλύβαι αὗται εἶναι, ὅπως ἐχαρακτηρίσθησαν, οἰκοδομαὶ φορολογήσιμοι, καὶ ἂν παρουσιάζουσι πάντα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπαιτεῖ πρὸς τοιοῦτον χαρακτηρισμόν. Ἐὰν δὲ ἐκ τοῦ ἐπισήμου τούτου ἐλέγχου ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐν τῇ ἐπιβολῇ τοῦ φόρου ἐπεκράτησεν ἢ ἐπιπολαιότης ἢ φατριασμὸς ἢ οἱαδήποτε ἄλλη ἀφορμή, πλὴν τῆς ἐπιτακτικῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὑποχρεώσεως, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὸν μέτρον, δυνάμενον νὰ ἄρῃ τὴν ἀδικίαν καὶ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τῆς ἀδικωτάτης καὶ παρανόμου ταύτης φορολογίας τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους γεωργούς, κατὰ τῶν ὁποίων μάλιστα, ὡς πληροφοροῦμαι, ὁ κ. ταμίας Καλαμπάκας, συμπληρῶν τὸ φιλάνθρωπον ἔργον, προέβη εἰς ἐνέργειαν,— ἣν ὁμολογῶ ὅτι δὲν προσεδόκων παρ’ αὐτοῦ, — σπεύσας νὰ ἐκδώσῃ ἐντάλματα καὶ ἐκβιάσῃ δι’ αὐτῶν τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου, τάξας μάλιστα εἰς τὸν ἁρμόδιον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων ἀστυνόμον τριήμερον πρὸς τοῦτο προθεσμίαν. Αὕτη ἦτο, Κύριοι, ἡ ἐπίκλησις, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ θερμῶς τὴν Βουλὴν νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐπίκλησίν μου ταύτην διὰ τοῦ ὑψηλοῦ κύρους τῆς συστάσεως αὐτῆς.
§8Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρό τινων ἐτῶν ἐγένοντο ἀνασκαφαὶ ἐν Ἐρετρείᾳ πρὸς ἀνακάλυψιν διαφόρων ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, μετὰ τὸ πέρας δὲ αὐτῶν ἀφέθησαν διάφοροι τάφοι καὶ ἄλλα μέρη ἀνοικτά, τὰ ὁποῖα σήμερον κατέστησαν ἑστία μολυσμάτων. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ συστήσῃ δι’ ἐγγράφου πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, ἵνα αὕτη φροντίσῃ περὶ τῆς ἐπιχωματώσεως τῶν μερῶν ἐκείνων.
§9Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θέλω στείλει ἐπιστάτην τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, ὅπως φροντίσῃ περὶ αὐτοῦ.
§10ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς Πύργου διὰ μικρὰ χρέη. Παρακαλῶ, χάριν τῶν ἡμερῶν αὐτῶν καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, νὰ διατάξητε τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν ἐκ τῶν φυλακῶν.
§11Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι βεβαίως σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον. Ὁ ταμίας ἰδίῳ δικαιώματι ὀφείλει ν’ ἀποφυλακίζῃ τοὺς τοιούτους κρατουμένους.
§12ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ ταμίας δὲν τοὺς ἀποφυλακίζει.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1905 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐξόδων τῶν ῥηθέντων ταμείων διὰ τὴν αὐτὴν χρῆσιν.» Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§14ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχει ζητηθῆ καὶ ἔχει δοθῆ ὑπόσχεσις ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905, ὁ κατατεθεὶς κατὰ τὴν τελευταίαν λήξασαν Σύνοδον, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει γνωστῶν πραγμάτων προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι σήμερον τὸ τρίτον τῆς Βουλῆς ἀγνοεῖ περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται περὶ ψηφίσεως δωδεκατημορίου Προϋπολογισμοῦ ἀγνώστου. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ περὶ ἀγνώστων πραγμάτων. Ἴσως μάλιστα θὰ ἦτο καὶ περιττὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δωδεκατημορίου τούτου, διότι τὸ ἐκδοθὲν Β. Διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1904 ἴσως καθιστᾷ περιττὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ δωδεκατημόριον, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ χορηγηθῇ τὸ δωδεκατημόριον. Τὸ Διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1904, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυρώθη τὸ σύνολον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐν ἄρθρῳ 1 αὐτοῦ λέγει τὰ ἑξῆς: «Μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ψηφίσεως τῶν ἀναγκαίων νόμων περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1905, τὰ μὲν ἔσοδα θέλουσι βεβαιοῦσθαι καὶ εἰσπράττεσθαι, τῶν δὲ ἐξόδων ἡ ἐντολὴ καὶ ἡ πληρωμὴ θέλει ἐνεργεῖσθαι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ ἐντὸς τῶν ἀναγραφομένων περὶ αὐτῶν ὅρων ἐν τοῖς ὑποβληθεῖσιν εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν προϋπολογισμοῖς.» Ἑπομένως μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ψηφίσεως τῶν ἀναγκαίων νόμων ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων καὶ τὴν δαπάνην τῶν σχετικῶν ἐξόδων, διότι ἡ μὴ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κατατεθέντος ἤδη πρὸς κύρωσιν τοῦ εἰρημένου Διατάγματος φρονῶ ὅτι ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτην ἐνέργειαν. Βεβαίως, εὐθὺς ὡς ἤθελε ψηφισθῆ τὸ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν σήμερον εὑρισκόμενον νομοσχέδιον, θὰ ἔπαυεν ἡ ἰσχὺς τοῦ Διατάγματος ἐκείνου. Ἀλλὰ μὴ ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἴσως ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1904 εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβαίνῃ εἰς σχετικὰς δαπάνας καὶ εἰσπράξεις καὶ τοῦ μηνός, εἰς ὃν ἤδη εὑρισκόμεθα. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο, πρὶν ἢ λάβῃ ἡ Βουλὴ γνῶσιν περὶ τίνος πρόκειται, διότι τὸ τρίτον τῶν νῦν Βουλευτῶν δὲν ἔχουσι γνῶσιν τῶν πραγμάτων τούτων, διότι δὲν ἦσαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον Βουλευταί.
§15Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι εὐχερέστατον νὰ διαπλάττῃ τις προσχήματα, ὅπως ματαιώσῃ ἐργασίαν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν,—καὶ ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας,—οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι καλῶς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐὰν δὲ ὁ εἰσαχθεὶς Προϋπολογισμὸς δὲν ὑπεβλήθη καὶ πάλιν, τοῦτο ἐγένετο ἐξ ἀνωτέρας βίας, δύναταί τις εἰπεῖν, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχον ἀντίτυπα. Ἐζητήσαμεν τὴν ἐπείγουσαν ψήφισιν, διότι ἐπρόκειτο νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, τότε δὲ, ὅτε ἐζητήσαμεν τὴν ἐπείγουσαν ψήφισιν, ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ ὅ,τι προβάλλεται νῦν. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ τύπων καὶ τύπων μὴ ἐχόντων σημασίαν, οὐχὶ δὲ περὶ οὐσίας, ἡ ὁποία εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον εἶναι γνωστή. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Διάταγμα, βεβαίως ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς θὰ διορθωθῇ ἡ ἔλλειψις ἡ ὑπάρχουσα.
§16Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν ἀποστροφὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον περὶ ματαιώσεως τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν γνωρίζω ἐκ τίνος ἀφορμῆς τοιαύτη ἰδέα ἐσχηματίσθη· τοὐναντίον ὁ κ. συνάδελφος εἶπε ῥητῶς, ὅτι οὐδεμίαν ἐννοεῖ νὰ φέρῃ ἀντίρρησιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἔκαμε μίαν παρατήρησιν, ἡ ἀλήθεια τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τύπου, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ οὐσίας. Ἀλλὰ καὶ περὶ τύπου μόνον ἐὰν ἐπρόκειτο, ὁ τύπος δέον νὰ τηρηθῇ, διότι κατὰ τύπον καὶ κατὰ πλάσμα ὁ Προϋπολογισμὸς, τοῦ ὁποίου καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἓν ἢ δύο δωδεκατημόρια, εἶναι ἀπολύτως ἄγνωστος εἰς τὴν Βουλήν. Δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ τοῦτο; Δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905 εἶναι ἄγνωστος εἰς τὴν Βουλὴν τῆς παρούσης Περιόδου; Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος εἶπέ τι οὐσιαστικώτερον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι ἄγνωστος εἰς τὸ τρίτον τῶν Βουλευτῶν τῆς παρούσης Συνόδου. Καὶ εἶναι βεβαιότατα ἄγνωστος ἐντελῶς καὶ κατ’ οὐσίαν εἰς τὸ τρίτον τῆς Βουλῆς, κατὰ τύπους δὲ βεβαίως εἶναι ἄγνωστος εἰς ὅλην τὴν Βουλήν. Ἠθέλησε λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος νὰ κάμῃ παρατήρησιν ἁπλῆν, διὰ νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι ἔδει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὑποβληθῇ προηγουμένως ὁ Προϋπολογισμὸς, ἵνα ἤμεθα ἐν τάξει. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντιρρήσεως, ὅπως ψηφισθῇ τὸ δωδεκατημόριον· τοσούτῳ μᾶλλον δὲ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἐγείρεται ἀντίρρησις παρ’ ἡμῶν κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ δωδεκατημορίου, καθόσον τοῦτο στηρίζεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα παρ’ ἡμῶν. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ τύπου, τὸν ὁποῖον ἔδει νὰ ἔχῃ τὴν πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τηρήσῃ· διότι, ἐὰν τοιουτοτρόπως παραβαίνωμεν τοὺς τύπους, θὰ φθάσωμεν ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ προσέχωμεν εἰς οὐδένα τῶν τύπων, καὶ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ προσέχωμεν εἰς τοὺς τύπους, δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωμεν κατ’ οὐσίαν.
§17Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεὶς ἠρνήθη, ὅτι οἱ τύποι πρέπει νὰ τηρῶνται. Ἐν τούτοις ἢ ψήφισις ἢ μὴ τοῦ δωδεκατημορίου εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀφ’ ἧς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἠρωτήσαμεν τὴν Βουλήν, ἂν εἶχε τὴν διάθεσιν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης νὰ ἀρνηθῇ τὸ ἐπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου, τότε δὲ θὰ ἐκανονίζομεν τὴν πρόνοιαν ἡμῶν σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠρνήθη τὸ ἐπεῖγον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ σήμερον ζητῇ τὴν πλήρωσιν τοῦ τύπου, δύναται νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ ζητούμενον δωδεκατημόριον.
§18Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ψηφισθῇ;
§19Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Τί τὸ παράδοξον λοιπόν, ὅταν δύναται ἐκ τῆς οὐσίας νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν τύπον καὶ νὰ διατελῇ ἐν γνώσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ζητοῦνται τὰ δωδεκατημόρια; Νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραλείπομεν τοὺς τύπους, ἀλλ’ ἡ μὴ τήρησις τῶν τύπων εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, συγκατατεθείσης ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§20Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ τὸ κατεπεῖγον τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀφ’ ἧς συνῆλθεν ἡ Βουλὴ ἐπιβάλλεται, ἵνα αἱ δαπάναι καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ Κράτους γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει νόμων ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένων. Ἦτο λοιπὸν ἀδύνατον νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸ κατεπεῖγον καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔτι, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἠδύνατο δὲ ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἦτο γνωστόν, ὅτι ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ δύο μόνον ἡμέρας θὰ συνεδριάσῃ ἕνεκα τῶν ἐπερχομένων διακοπῶν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς καταθέσεως τούτου, ἀφοῦ ἀνεγνώριζε τὸ κατεπεῖγον τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ μεταφέρῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Βουλήν, διευθύνων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια δωδεκατημορίων, ὅπως ζητήσῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ εἰσπράττῃ καὶ δαπανᾷ, ἔπρεπε, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὑποβάλλων τοιοῦτο νομοσχέδιον ὤφειλε νὰ καταθέσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἵνα ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ δωδεκατημόριον. Ἐὰν παρέλειψε τὸ καθῆκον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Βουλή, ἥτις, καίτοι δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ κατεπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναται ἐπίσης νὰ ἀρνηθῇ καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ὅταν καλῆται πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔδει νὰ σκεφθῇ, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1904 δὲν θὰ ἦναι ἰσχυρὸν πλέον, καὶ ὅτι θὰ λάβῃ ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ἵνα δαπανᾷ καὶ εἰσπράττῃ, καὶ ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὤφειλε συγχρόνως μὲ τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν τὸ ἐνεθυμήθη τότε. Ἦλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ εἰσπράττῃ καὶ νὰ δαπανᾷ, καὶ προέβη ἀμέσως εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἐνεθυμήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἕτοιμον, ἵνα ὑποβάλῃ καὶ τὸν Προϋπολογισμόν, ἐφ’ οὗ ἐστηρίζετο τὸ νομοσχέδιον, καὶ θέλει νὰ μεταθέσῃ τοιουτοτρόπως τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θέλει νὰ ἐπιρρίψῃ εἰς ἡμᾶς τὴν εὐθύνην ματαιώσεως τῆς ψηφίσεως ἀναγκαιοτάτου νομοσχεδίου, ἀναγκαιοτάτου, ὅπως ἐν τῇ κανονικῇ τροχιᾷ βαδίζωσι τὰ τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ Κράτους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ παρατήρησις, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς κατεπείγουσαν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καίτοι πραγματικῶς ὑπάρχει ἡ ἔλλειψις τῆς καταθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἔπρεπε νὰ αἰτιᾶται ἄλλους, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι ζητεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὑπαρχούσης ἐπειγούσης ἀνάγκης πρὸς ψήφισιν αὐτοῦ.
§21Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιμένω εἰς ὅσα εἶπον, διὰ νὰ μὴ δευτερολογήσω.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε.
§23Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπεισόδιον, εἶναι συζήτησις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω πως ὀνομάζεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§25Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρὸς μείζονα σαφήνειαν εἶναι προσῆκον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἐν τῇ προτελευταίᾳ γραμμῇ, μετὰ τὰς λέξεις «πρὸς τοὺς ὑποβεβλημένους περὶ αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμούς», ἡ φράσις: «διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1905».
§26Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς γʹ συζήτησιν).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ὁ κ. Χατζιδάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§28Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Νὰ ὁμιλήσουν πρῶτον, κύριε Πρόεδρε, οἱ Βουλευταὶ τῆς μειονοψηφίας, καὶ κατόπιν ἀπαντᾷ ὁ κ. Χατζιδάκης.
§29ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐὰν ἄλλος τῶν κυρίων Βουλευτῶν λάβῃ τὸν λόγον, δηλῶ ὅτι ἴσως δὲν θὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἐὰν οὐδεὶς ὁμιλήσῃ, τότε θὰ λάβω ἐγὼ τὸν λόγον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ σχέδιον.
§31ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Μεγαλειότατε! Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μετὰ χαρᾶς ὑπεδέχθημεν τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα ἐν τῷ Ἐθνικῷ Συνεδρίῳ, καὶ μετ’ εὐφροσύνης ἠκούσαμεν τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῶν γάμων τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Πρίγκηπος Ἀνδρέου μετὰ τῆς Α. Β. Υ. τῆς Πριγκηπίσσης Ἀλίκης. Ἱκετεύομεν δὲ τὸν Ὕψιστον, ἵνα εἰσηκούσηται τῶν ὑπὲρ Αὐτῶν θερμῶν ἡμῶν δεήσεων καὶ τῶν πατρικῶν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος εὐχῶν. Τῶν κοινῶν ἡ βελτίωσις καὶ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς Διοικήσεως ὁ ἀπαιτούμενος κανονισμὸς, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ προσήκουσα διαρρύθμισις καὶ τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου ὁ ἁρμόζων ἐθνικὸς καθορισμὸς δὲν ἐνδείκνυνται μόνον ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Τὰ σπουδαῖα ταῦτα θέματα, οὐσιώδεις τῆς ἐθνικῆς εὐημερίας καὶ προόδου παράγοντες, πεποίθαμεν ὅτι τυγχάνουσιν ὑπὸ τὴν σύντονον τῆς Κυβερνήσεως μελέτην, καὶ ἡμεῖς δὲ, ἑρμηνεύοντες τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκλογῆς ἡμῶν, καὶ εὐλαβῶς ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην οὕτω πανδήμως ἐκδηλωθεῖσαν ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐμπιστοσύνην, προθύμως θέλομεν εἰσφέρει τὴν ἡμετέραν συνδρομὴν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ πατριωτικοῦ τούτου ἔργου, προωρισμένου νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας καὶ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐπὶ τούτοις θερμοτάτας ἀναπέμπομεν πρὸς τὸν Ὕψιστον εὐχὰς ὑπὲρ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Αὐτῆς Οἴκου.»
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζιδάκης ἐπιμένει νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§33Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐὰν γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, βεβαίως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω μέρος εἰς αὐτήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ρέπουλης.
§37ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἠθέλησα, Κύριοι, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, μήπως ἄλλος τις ἤθελε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, μολονότι ὁμολογῶ, ὅτι οὐδένα ἀνέμενον, ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης τοὐλάχιστον (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν), νὰ ζητήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ. Καὶ λέγω, ὅτι οὐδένα ἀνέμενον ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης νὰ ὁμιλήσῃ, διότι νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀπέκλειε τὴν συμμετοχὴν αὐτῆς ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς ἀπαντήσεως ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀληθῶς ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἐνδεικτικὸς οὐχὶ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλ’ ὅτε χθὲς διεμαρτύρετο διὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής, ἐθεώρησα ὅτι εἶναι καὶ ἄλλου τινὸς πράγματος ἐνδεικτικὸς ὁ τρόπος αὐτὸς, ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ τὸ εἴπω, ἐνδεικτικὸς τῆς μικρᾶς σημασίας, τὴν ὁποίαν αὐτὴ αὕτη ἡ πλειονοψηφία ἀποδίδει εἰς τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Ὅτε χθὲς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μήλου, δικαιολογῶν τὴν σπουδὴν, μεθ’ ἧς συνετάχθη τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, ἔλεγεν ὅτι εἰς οὐδενὸς τὴν κρίσιν ὑπόκειται ἡ ταχύτης καὶ ἡ ἑτοιμότης, μεθ’ ἧς δύναταί τις ν’ ἀντιληφθῇ καὶ νὰ παρασκευάσῃ τὴν ἀπάντησιν, ὁμολογῶ ὅτι εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: «πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχῃ τις πολὺ στενὴν τὴν ἀντίληψιν, διὰ νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὸ βάθος τοῦ Λόγου αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης εὐκολίας εἰσῆλθον ἄλλοι!» Ἀλλ’ ὅτε ἤκουσα τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, διερμηνεύοντος οὐ μόνον τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην, ἀλλὰ καὶ τὴν γνώμην ἄλλων πολλῶν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην, ὅτι οὔτε ἐκεῖνοι ἠδυνήθησαν νὰ κατανοήσωσι τὸν Λόγον αὐτόν, οὐδ’ ἐκεῖνος ἐθεώρησεν εὐχερῆ τὴν κατανόησιν τοῦ τοιούτου Βασιλικοῦ Λόγου, παρηγορήθην, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόησαν τόσον μόνον, ὅσον ἐνόησα καὶ ἐγώ! Ἄν ὅμως ὁ Βασιλικὸς Λόγος ἦναι πρᾶξις καθαρῶς κυβερνητική, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι καὶ οἱ ἀκούοντες ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πολλῷ μᾶλλον οἱ ἀναγινώσκοντες ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀκούωσι Λόγον ἀπαγγελλόμενον ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς συνταγματικὰς διατυπώσεις, οὔτε τὰ ἔθιμα τὰ κοινοβουλευτικὰ, τὰ ὁποῖα νὰ καλύπτωσιν εἰς τὰ ὄμματα αὐτῶν τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Ἔχουσι πάντοτε κατέναντι αὐτῶν τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀξιοῦσι νὰ ἀκούωσι λόγους ἀληθῶς Βασιλικούς. Εἶναι μεγάλη διὰ τοῦτο ἡ εὐθύνη τῶν Κυβερνήσεων, ὅταν παρουσιάζωσι τὸν Βασιλέα πρὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου, ἵνα χαιρετίσῃ αὐτό, εἶναι μεγάλη ἡ εὐθύνη καὶ δι’ ὅσα θέτουσιν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα δὲν θέτουσιν, ἐνῷ ἔδει νὰ τεθῶσι καὶ νὰ λεχθῶσι. Τί δὲ ἠκούσαμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως; Ποῖος ἦτο ὁ χαιρετισμός, ὁ ὁποῖος ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Βουλήν; Οἱ λόγοι οἱ Βασιλικοὶ ἢ ἐξαγγέλλουσιν ὡρισμένα γεγονότα καὶ πράξεις τῶν Κυβερνήσεων, ἐφ’ ὧν καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ γνώμην ἡ Βουλή, ἢ διαγράφουσι τὴν πορείαν τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ τί ἐξ ὅλων αὐτῶν ἠδυνήθημεν ν’ ἀντιληφθῶμεν ἡμεῖς εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Βασιλικὸν Λόγον; Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸν συνταγματικὸν λαβύρινθον, τὸν ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ διανοίξῃ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Βασιλικοῦ Λόγου. Ἀπηχεῖ ἡ παράγραφος αὕτη, παρηλλαγμένην ὅπως δήποτε, ἄλλην τινὰ ἰδέαν ἄλλου Βασιλικοῦ Λόγου, δι’ οὗ ἐχαιρετίσθη ἡ Βουλὴ τῆς παρελθούσης Περιόδου. Ἀλλὰ τότε τοὐλάχιστον, ἐὰν εἴδομεν ἀπόπειραν εἰσαγωγῆς καὶ τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ ὑπεράνω τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλ’ εἴδομεν καὶ ὁμολογούμενον, ὅτι δέον αἱ προνομίαι τοῦ Στέμματος νὰ συμβιβάζωνται πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, εἴδομεν ἄρα ἀναγνωριζομένην ἐν τούτῳ καὶ τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ φράσις τῆς περιόδου ταύτης τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἣν ἔχω ὑπ’ ὄψει, δὲν ἀποδίδει καθαρῶς καὶ σαφῶς τὸ νόημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐν τῇ διανοίᾳ ὁ συντάκτης αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ διεισδύσωμεν εἰς τὸ νόημα τοῦτο, οἱ μὴ δυνάμενοι ν’ ἀντιληφθῶμεν τὸ βάθος τῆς διανοίας τοῦ συντάκτου, ἀντιλαμβανόμεθα, πολὺ φοβοῦμαι ὅτι εἰσάγεται διὰ τῆς παραγράφου ταύτης νέον περίεργον δόγμα, δόγμα εἰδικῆς, κατηγορηματικῆς ἐντολῆς τῶν ἐκλογέων πρὸς τοὺς Βουλευτάς! Ὁμολογῶ δέ, ὅτι εἰς τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν τοιοῦτον ὑποπίπτει τὸ νόημα τῆς φράσεως ταύτης τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Καὶ ὅταν ἡ ἐκδήλωσις τῆς γνώμης τῆς λαϊκῆς φέρηται οὐχὶ ὡς ἐκδήλωσις ὑπὲρ ὡρισμένων ἀρχῶν, ἀλλ’ ὡς ἐκδήλωσις ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τότε δύνασθε μὲν νὰ ἔχητε πολίτευμα δικτατορικόν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχετε πολίτευμα κοινοβουλευτικόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δέ, ἐὰν παρεκαθήμην εἰς τὴν πτέρυγα τῆς πλειονοψηφίας, δὲν διστάζω νὰ δηλώσω, ὅτι ἤθελον ἐντόνως διαμαρτυρηθῆ, ἀκούων τὴν Κυβέρνησιν καλοῦσάν με, ὅπως «πειθόμενος καὶ ἐγὼ περὶ τῆς ἐκτάκτου σοβαρότητος τῶν πραγμάτων συμμορφωθῶ πρὸς τὴν σαφεστάτην ἐκδήλωσιν τῆς κοινῆς γνώμης!» Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελε περιορισθῆ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς διὰ τοιούτου δόγματος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελε περιορισθῆ ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχετε πλέον πολίτευμα κοινοβουλευτικόν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ οἱονδήποτε περιορισμὸν οἱαδήποτε τῶν λειτουργιῶν τῆς Βουλῆς, εἴτε ἡ λειτουργία τοῦ ἐλέγχου, εἴτε ἡ λειτουργία ἡ νομοθετική, εἴτε ἡ λειτουργία ἡ ἔμμεσος, ἡ διὰ τῆς νομοθεσίας καὶ τοῦ ἐλέγχου ἐξασκουμένη, δι’ ἧς ἐνδεικνύονται αἱ Κυβερνήσεις;—Διότι αἱ Βουλαὶ βεβαίως ἐνδεικνύουσι τὰς Κυβερνήσεις εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα.—Δὲν θέλω ὅμως, εἶπον, νὰ εἰσέλθω εἰς τὸν λαβύρινθον αὐτὸν τὸν συνταγματικόν. Ἄλλως δὲ τὸ πολίτευμα ἡμῶν παρουσιάζει πολλὰ τὰ παράδοξα. Ἐπὶ 40 ἔτη λειτουργεῖ, καὶ ὁ μελετῶν τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ οὐδεμίαν βλέπει φυσικήν, λογικήν, κανονικὴν ἐξέλιξιν, ὡς συμβαίνει εἰς τὰ πολιτεύματα πάντων τῶν Κρατῶν. Μελετήσατε τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· ἄλλο θὰ τὸ ἴδητε ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦ 1868, ἄλλο θὰ τὸ ἴδητε ἀπὸ τοῦ 1868 μέχρι τοῦ 1875, ἄλλο ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1891, ἄλλο ἀπὸ τοῦ 1891 μέχρι σήμερον! Δὲν ἠξεύρω δὲ, ποίας ἄλλας φάσεις μᾶς ἐπιφυλάσσει ἡ περαιτέρω ἐξέλιξις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς σφαίρας τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν, ἡ ἐπὶ τῶν ὁποίων συζήτησις δὲν ἔχει ἄλλως τε κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα σήμερον, προτιμῶ νὰ κατέλθω εἰς τὰ πεζὰ ἐδάφη τῶν πραγμάτων, ἐφ’ ὅσον παρέχει ὁ Λόγος αὐτὸς καὶ τοιαῦτα ἐδάφη. Ἐκεῖ δὲ, ὅπου μᾶς θέτει, Κύριοι, ὁ Βασιλικὸς Λόγος, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς πραγματικότητος, μᾶς φέρει ἀντιμετώπους εὐθὺς ἀμέσως φυγοδίκων καὶ ζωοκλόπων! Εἶναι ἡ πρώτη ἐπαγγελία, ἡ διδομένη ὑπὸ τῆς Α. Μεγαλειότητος ἢ μᾶλλον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ στόματος τῆς Α. Μεγαλειότητος πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας! Καὶ ἐνεθυμήθην, ὅτι εἶναι καὶ ἡ πρώτη ἐπαγγελία, ἣν ἔδωκεν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ἢ μᾶλλον ἡ πρώτη μετὰ τὴν Μεταπολίτευσιν Κυβέρνησις, πρὸς τὴν πρώτην Βουλὴν τὴν τότε! Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἐπικρίνω τὴν τοιαύτην μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ θέματος τόσον ἐνδιαφέροντος· ἐσκέφθην ὅμως: ποία λοιπὸν εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐξέλιξις τοῦ ἔθνους τούτου ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα καθ’ ὅλην τὴν τεσσαρακονταετίαν, ὅταν μετὰ 40 ὁλόκληρα ἔτη εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαγγελλώμεθα ὡς μέγα τι τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως; Οὐδ’ αὐτὴν λοιπὸν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐπὶ 40 ἔτη; Καὶ δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο τὴν μεγαλειτέραν μομφὴν κατὰ τοῦ συστήματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν ἔκτοτε πολιτευόμενοι πάντες; Καὶ δὲν πρέπει τοῦτο νὰ προκαλέσῃ τὴν βαθεῖαν ἡμῶν προσοχὴν καὶ μέριμναν, ὅπως μεταβληθῶσιν αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐπὶ ὁλόκληρον τεσσαρακονταετίαν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιτύχωμεν οὔτε δημοσίαν ἀσφάλειαν; Ἀλλ’ ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἀλλ’ ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς καὶ περιουσίας εἶναι τὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχωσι καὶ ἔχουσι καὶ ἡμιπολιτισμέναι κοινωνίαι! Προχωρῶ ὅμως περαιτέρω, ἵνα ἴδω τὰς ἄλλας ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν βλέπω τίποτε, ἀπολύτως τίποτε! Ποῖος εἶναι ὁ γνώμων αὐτοῦ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου; Ποία εἶναι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θ’ ἀκολουθήσῃ; Μᾶς παραπέμπει εἰς τὴν γνώμην, ἥτις ἐξεδηλώθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ διὰ τῶν ἐκλογῶν! Ἀλλ’ ἐπὶ τίνος καθωρισμένου προγράμματος ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη ἐκείνη; Καὶ ἡ ἀσάφεια ἡ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἡ ἄγνοια ἡ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, μετεβλήθη μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς αἴνιγμα, εἰς γρῖφον, διὰ στόματος τοῦ Βασιλέως! Διότι εἰς τὴν ἐμὴν τουλάχιστον ἀντίληψιν γρῖφον ἀποτελοῦσιν αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὄχι μόνον ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεχειρίσθη τὸ ζήτημα ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ Βασιλικὸς Λόγος, μὴ παρέχων ἔδαφος συζητήσεως, μὴ παρέχων ἔδαφος οἱασδήποτε ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀποκλείει τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τίνος νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπὶ τίνος ν’ ἀποφασίσωμεν; Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπαγγέλλεται οἰκονομίας; Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπαγγέλλεται ἀνόρθωσιν στρατοῦ καὶ στόλου, ἢ μᾶλλον ὅτι μελετᾷ τὴν προσήκουσαν διαρρύθμισιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, τὴν προσήκουσαν διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ δὲν γνωρίζω ποίαν ἄλλην διαρρύθμισιν ἢ μεταρρύθμισιν; Ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι κοινοὶ τόποι εἰς τὰ στόματα πάντων, τόσον κοινοί, ὥστε οὐδὲ ἡμεῖς, ὡς ὑποψήφιοι, μεταχειριζόμεθα αὐτοὺς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, διότι καὶ οἱ ἐκλογεῖς ἀκόμη ἀξιοῦσι πλέον ἄλλο τι παρ’ ἡμῶν, ἀξιοῦσι κἄτι σαφέστερον, κἄτι ἁπτότερον, κἄτι οὐσιαστικώτερον. Ἐσκέφθην πρὸς στιγμήν, μὴ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἀποκρύψῃ ἀκόμη τὰ μέτρα ἀπὸ πάσης βασκανίας ἴσως τῆς μειονοψηφίας ἢ τῆς κοινῆς γνώμης, ἢ ὅτι εἶχε μέγα μέρος ἕτοιμον, καὶ ἠθέλησε νὰ παρασκευάσῃ ὁλόκληρον τὴν ἐργασίαν καὶ παρουσιάσῃ κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου τὸ σύνολον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἔρχεται ἡ ἀπάντησις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις μᾶς ἐξάγει καὶ ἀπὸ τὴν παρήγορον αὐτὴν πλάνην· διότι τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως βεβαιοῖ, ὅτι «πάντα τὰ σπουδαῖα ταῦτα θέματα τυγχάνουσιν ὑπὸ τὴν σύντονον τῆς Κυβερνήσεως μελέτην»! Δηλαδὴ οὐδὲν ἀκόμη εἶναι ἕτοιμον! Δηλαδὴ οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἀκόμη γνωρίζει ποίαν ὁδὸν καλεῖται νὰ βαδίσῃ! Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ ἔχωσι φθάσει τοὐλάχιστον εἰς ὡρίμασιν αὐταὶ αἱ μελέται. Ἀλλ’ ἀναγνώσας τὴν περικοπὴν αὐτὴν τῆς ἀπαντήσεως ἐνεθυμήθην εὐφυᾶ τινα λογοπαικτικὴν ἀποστροφὴν μακαρίτου Βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς τίνος Συνόδου, ποίας Περιόδου πρακτικὰ ἀνέγνωσα, τοῦ μακαρίτου Ζωχιοῦ. Τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ μελετῶν διαρρυθμίσεως τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, τότε ἐπρόκειτο περὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Καὶ ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος ἀνήρ, αἰωνίως ἀκούων παρασκευὰς πολεμικάς, ἀλλὰ μὴ βλέπων καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρασκευῶν, δυσφορήσας ἡμέραν τινά, λέγει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργόν: «Κύριε Πρωθυπουργέ, παρασκευή, παρασκευή, παρασκευή· πότε ἐπὶ τέλους θὰ μᾶς σαββατιάσητε;» (γέλως). Πολὺ δὲ φοβοῦμαι, λέγω, ὅτι οὐδὲ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ ἔχωσι συντελεσθῆ αἱ μελέται, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς δώσωσιν εἰς μέτρα νομοθετικά, εἰς κατεστρωμένα νομοσχέδια τὰς σκέψεις, τὰς ἰδέας, τὰς ἀρχὰς, τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὰ μέτρα ταῦτα, δὲν ἔχομεν, ὡς εἶπον, ἔδαφος συζητήσεως, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις πᾶσα θ’ ἀπόσχῃ πάσης συζητήσεως, διότι καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν οὐχὶ τὴν ἐνδεικνυομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὴν πορείαν, καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν, τί; ἀπολύτως τίποτε! Ἐὰν δὲ ἠρωτώμεθα πάντες «δὲν θέλετε, Κύριοι, οἰκονομίας;», θὰ ἐλέγομεν βεβαίως, ναί! «Δὲν θέλετε προσήκουσαν διαρρύθμισιν τῶν τοῦ στόλου;» Θὰ ἐλέγομεν βεβαίως, ναί! «Δὲν θέλετε προσήκοντα κανονισμὸν τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ;» Θὰ ἐλέγομεν καὶ πάλιν ναί! Καὶ δὲν βλέπω ποία θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις ἐκ μέρους συμπάσης τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόγραμμα τὸ οἰκονομικὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὁποῖον διατυποῦται ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ εἰς γενικάς τινας καὶ ἀορίστους φράσεις. Ἀλλ’ ὑφ’ οὓς ὅρους προῆλθε, Κύριοι, ἡ Βουλὴ αὕτη, φοβοῦμαι ὅτι τὸ ἔθνος, μὴ ἰδὸν ἀκόμη μήτε τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, φοβοῦμαι ὅτι καταλαμβάνεται ὑπὸ προώρου ἴσως ἀπογοητεύσεως καὶ περὶ τῶν μελλουσῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἄλλος ἔδει νὰ ἦναι ὁ διὰ τοῦ Βασιλέως χαιρετισμὸς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν ταύτην. Αἱ Ἀντιπολιπεύσεις, αἵτινες ἐπιζητοῦσι πάσῃ δυνάμει, πάσῃ προσπαθείᾳ τὴν ἄνοδον ἐπὶ τὴν ἀρχήν, αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, αἵτινες κατηγοροῦσι τὰς Κυβερνήσεις, ὅτι ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν φθείρονται τὰ δημόσια πράγματα, καὶ ὅτι καὶ μία ἐπὶ πλέον ἡμέρα διοικήσεως αὐτῶν ἐπιφέρει ὄλεθρον, δύνανται μὲν νὰ ἦναι ἀρνητικαί, ἐφ’ ὅσον ἵστανται ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἀλλὰ καθ’ ἣν ὥραν ἀνέρχονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὀφείλουσι νὰ ἦναι κατὰ πάντα ἕτοιμοι, ἵνα μεταβάλωσι τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως κατὰ τὰς γνώμας καὶ τὰς πεποιθήσεις αὐτῶν. Ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν εἶναι ἕτοιμοι, ἵνα διαδεχθῶσι μίαν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀρχὴν, καθῆκον ἔχουσι νὰ μὴ ἐπιζητῶσι τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Καὶ βεβαίως ἀποθαρρύνεται τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν, καὶ βεβαίως ἀποθάρρυνσις γεννᾶται εἰς τὰ στήθη καὶ πολλῶν Βουλευτῶν, δὲν ἀμφιβάλλω, τῆς πλειονοψηφίας, ὅταν ὁ Λόγος ὁ Βασιλικὸς δὲν ῥίπτῃ μίαν κἂν ἀκτῖνα φωτὸς, μίαν κἂν ἀκτῖνα ἐλπίδος ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶναι δὲ βαρεῖα, εἶναι βαρυτάτη ἡ ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς ταύτης, Κύριοι. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ὑφ’ ὃ σύστημα πάντες ἐπολιτεύθημεν, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν πολιτευόμενοι, δὲν ἐννοῶ, δὲ, τίνα σημασίαν ἔχει λόγος περὶ οἰκονομικῶν ἀνορθώσεων, καὶ λόγος περὶ στρατιωτικῶν ὀργανώσεων, καὶ λόγος δὲν γνωρίζω περὶ τίνων ἄλλων διαρρυθμίσεων καὶ μεταρρυθμίσεων, ἐφ’ ὅσον δὲν μεριμνῶμεν νὰ θέσωμεν ἔδαφος στερεὸν πρὸς πᾶσαν ἄλλην μεταρρύθμισιν. Καὶ τὸ ἔδαφος τὸ στερεὸν εἶναι ἡ χρηστοποίησις τῆς διοικήσεως, ἡ χρηστοποίησις τῆς πολιτικῆς. Καὶ ἵνα φθάσωμεν ἐκεῖ, δέον ν’ ἀρχίσωμεν ἀπ’ ἐδῶ, ἀπ’ ἐδῶ μέσα! Δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ πνεύματος κομματικοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην, οὐδ’ ἐπιρρίπτω εὐθύνην ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν, ἢ μόνον ἐντεῦθεν καὶ οὐχὶ ἐκεῖθεν. Πολιτευόμεθα πάντες ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, καὶ πάντας εὐθύνουσιν ὅσα λέγω. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω παρ’ αὐτῶν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, καὶ μάλιστα παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουσι πολὺ ἀσκηθῆ ὑπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς διοικήσεως, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν δὲν ἀγανακτεῖ ἡ ψυχή των, ἂν δὲν δυσφορεῖ ἡ συνείδησίς των, ἂν δὲν ὁμολογοῦσιν ἐν ἑαυτοῖς, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα διοικήσεως ψευδόμεθα πρὸς τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, ψευδόμεθα πρὸς τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, ψευδόμεθα πρὸς τὰς ἐθνικὰς ἐλπίδας, ἐπαγγελλόμενοι οἱανδήποτε παρασκευήν, καὶ οἱανδήποτε σύνταξιν, καὶ οἱανδήποτε ὀργάνωσιν. Μὴ ὁμιλῶμεν περὶ στρατοῦ καὶ περὶ στόλου, μὴ ὁμιλῶμεν περὶ οἰκονομιῶν πρὸς ἐνίσχυσιν στρατιωτικὴν, μὴ ὁμιλῶμεν περὶ οὐδενός, ἐφ’ ὅσον εἶναι οὕτω σαπρὸν τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως, οὕτω σαπρὸν τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται πᾶσα μεταρρύθμισις. Δὲν ἐννοῶ δέ, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐννοῶ, καὶ ποίαν φιλοδοξίαν πολιτικὴν δύναται πλέον νὰ ἱκανοποιῇ τοιοῦτον σύστημα. Δὲν γνωρίζω ποίας ἐντυπώσεις θ’ ἀποκομίσωσιν οἱ νέοι τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅσοι τὸ πρῶτον εἰσῆλθον ἐνταῦθα· ἀλλὰ φοβοῦμαι, φοβοῦμαι πολύ, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ καθεστὼς θὰ ἀπέλθωσι καὶ ἐκεῖνοι ἀπογοητευμένοι, ἀποκομίζοντες τελείαν ἀποθάρρυνσιν πρὸς τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἔθνος δὲ ἀπογοητευμένον ἐκ τῆς διοικήσεώς του, ἔθνος τὸ ὁποῖον, ὡς πάντες ἡμεῖς πρῶτοι ὁμολογοῦμεν, δὲν ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν, ἥτις τὸ κυβερνᾷ, δὲν ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον κυβερνᾶται, ἔ! Κύριοι, οὐδὲ στρατὸν δύναται νὰ παρασκευάσῃ, οὐδὲ στόλον, οὐδὲ ἄλλο τι σοβαρὸν νὰ πράξῃ! Δὲν εἶναι βεβαίως τῆς παρούσης ὥρας συζήτησις λεπτομερεστέρα ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἔχω τὴν ἰδέαν, θέλω νὰ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ πολλάκις ἀφορμὴν πρὸς τοιαύτας συζητήσεις, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι βεβαίως καὶ ἡ Κυβέρνησις πρώτη ποθεῖ μεταβολὴν αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Ἀλλὰ φέρει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, εὐθύνην βαρεῖαν, ἂν δὲν ἐπωφεληθῇ καὶ τὴν ὑπάρχουσαν ψυχολογικὴν στιγμὴν πρὸς τοιαύτην μεταβολήν. Δὲν γνωρίζω, τί μᾶς ἐπιφυλάττει ἡ συμπλήρωσις τῶν μελετῶν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐὰν αἱ μελέται αὐτῆς ἦναι ἀνεπαρκεῖς, τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ μένῃ ἐν στασιμότητι. Ὀφείλομεν ἐπὶ τέλους, Κύριοι, πάντες νὰ ἀρθῶμεν ὑπεράνω τοῦ στενοῦ ὁρίζοντος τῆς ἐπαρχίας, τοῦ κόμματος, τῶν φίλων· ὀφείλομεν νὰ ἀδιαφορῶμεν, τίνες κυβερνῶσι σήμερον, τίνες θὰ κυβερνῶσιν αὔριον. Τὰ ἔθνη ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς, καὶ φερόμενα ὑπὸ τῆς ζωῆς πρὸς τὰ ἐμπρός, ὀφείλουσι νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωσι μικροσυμφέροντα, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωσι κομματικὰς συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας. Φοβοῦμαι, λέγω, ὅτι αἱ μελέται τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἦναι πλήρεις οὔτε κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἀσάφεια τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, διότι ἡ ἀοριστία τῆς φράσεως αὐτοῦ, διότι ἡ ἔλλειψις διαυγείας ἐν αὐτῷ, ἐνδεικνύει ἀσάφειαν καὶ ἀοριστίαν καὶ ἔλλειψιν διαυγείας εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅ,τι δὲν παρεσκευάσθη ἐντὸς τόσον μακροῦ χρόνου, δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ παρασκευασθῇ ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκῆ, ὀφείλομεν πάντες ἡμεῖς, ἀδιακρίτως κόμματος, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἃς ἔρχωνται καὶ ἃς παρέρχωνται, καὶ αἱ Βουλαὶ ἃς ἔρχωνται καὶ ἃς παρέρχωνται, τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν μόνον δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ποτέ! (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βραχέα θέλω εἰπεῖ πρὸς τὴν Βουλήν, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος κ. Βουλευτοῦ, διότι μοὶ ἐφάνη ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ, ἀφαιρουμένου τοῦ ἐπιλόγου, δὲν εἶχον βάσιν, ἐστηρίζοντο ἐπὶ ὑποθέσεων, ἐσκόπουν νὰ καταδηλώσωσι τὴν δυσπιστίαν τοῦ ἀγορεύοντος, ἀλλ’ οὐδεμίαν εἶχον βάσιν. Ποία εἶναι ἡ κυρία, ἡ θεμελιώδης παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτής, οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου; Ὅτι οἱ Βασιλικοὶ Λόγοι εἶναι ἔργον τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εὐθύνονται ἐπὶ τοῖς περιεχομένοις ἐν τοῖς Βασιλικοῖς Λόγοις, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν· ἑπομένως τὸ ἄγγελμα τοῦτο δὲν ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον εἰς ἡμᾶς, διὰ νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς συζήτησιν περὶ τούτου. Οἱ Βασιλικοὶ Λόγοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἔργον τῶν Ὑπουργῶν, διὰ τὸ ὁποῖον εὐθύνονται οἱ Ὑπουργοί, δὲν μεταποιοῦνται εἰς καταλόγους νομοσχεδίων, οὐδ’ εἰς ἀρίθμησιν μέτρων διοικήσεως, ἀλλ’ ἐξαγγέλλουσιν ἐν γενικοῖς ὅροις τοὺς σκοπούς, τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως. Ἀδίκως δ’ ἐπέκρινεν ὁ προαγορεύσας ἡμᾶς, ὅτι δὲν περιελάβομεν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ποῖα νομοσχέδια θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, εἴτε οἰκονομικά, εἴτε διοικητικά, εἴτε νομοσχέδια κανονίζοντα τὴν ὑπηρεσίαν ἄλλων κλάδων. Ἡ ἀνυπομονησία δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη, ἕνεκα δὲ τῆς ἀνυπομονησίας ταύτης περιέπεσεν εἰς ἀδικήματα, διότι ἀδίκημα εἶναι νὰ προαγγέλλῃ, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀνέτοιμοι, ὅτι θέλει καταλάβει τὸν κόσμον ἀπογοήτευσις, ὅτι, ἐὰν ἤμεθα ἕτοιμοι, ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν, νὰ εἰσαγάγωμεν τὰς προτάσεις ἡμῶν πρότερον. Ἀλλὰ πότε, ἀφοῦ προχθὲς κατηρτίσθη ἡ Βουλή; Πάντα ταῦτα ἦσαν ἄσκοπα, οὐχὶ διότι δὲν εἴμεθα ἀνέτοιμοι, ἀλλὰ διότι, ἐὰν δὲν ἤμεθα ἕτοιμοι, ἐὰν δὲν εἴχομεν γνώμας ὡρισμένας, ἐὰν δὲν εἴχομεν πεποιθήσεις σαφεῖς, δὲν ἠθέλομεν στέρξει νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐξουσίαν, προσφερομένην εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴχομεν ἰδέας σαφεῖς, γνώμας ὡρισμένας, ἐπειδὴ ἐγνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐσπεύσαμεν νὰ ἀναγγείλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τί ἐφρονοῦμεν, ἡ δὲ γνώμη ἡμῶν ἐπηρέασε τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνήνεσε νὰ παράσχῃ ἡμῖν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν ἔνδειξιν, ὅτι καλῶς ἐκλήθημεν ἀπὸ τὸ Στέμμα εἰς τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ διατὶ ὁ Λόγος ὁ Βασιλικός, ὁ ἀπαγγελθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1902, διατὶ περιελάμβανε περὶ κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, δὲν περιέλαβε δὲ ὁ Λόγος ὁ ἀπαγγελθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην; Εἶναι ἀπορίαι, αἱ ὁποῖαι, νομίζω, δὲν χρήζουσι διασαφήσεως, διότι ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι προϊὸν διαλύσεως, οὐχὶ λήξεως τῆς Περιόδου· ἡ δὲ διάλυσις ἐπῆλθεν, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ καλέσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν μειονοψηφίαν. Ἡ μειονοψηφία, ὅτε ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν, εἶχε καθῆκον νὰ προκαλέσῃ ἀμέσως τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν συμμερίζεται τὰς περὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπιδοκιμάσει καὶ τὸ Στέμμα, διότι ἕνεκα αὐτοῦ ἐκάλεσαν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχήν. Τί σημαίνουσι πᾶσαι αὗται αἱ πράξεις; Αἱ πράξεις αὗται σημαίνουσιν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ τῆς παρελθούσης Περιόδου εἶχον δηλωθῆ διάφοροι γνῶμαι, μία δὲ μεταξὺ τῶν γνωμῶν αὐτῶν ἦτο, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἔκειντο κακῶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν, διότι ταχέως ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Τὴν γνώμην ταύτην ἐπεδοκίμασε τὸ Στέμμα, καὶ ἐκάλεσεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλουν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν τὴν γνώμην ταύτην. Τοῦ Βασιλέως ἡ πρᾶξις ἦτο συνταγματική, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν ἀτελῆ, διότι οἱ κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν ἀπετέλουν ἐν τῇ Βουλῇ μειονοψηφίαν, τὰς γνώμας δ’ αὐτῆς δὲν ἀπεδέχετο ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς· διὰ τοῦτο οἱ κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν ἦσαν Συνταγματικοὶ Ὑπουργοὶ, ἔπρεπε δὲ ἐπὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἴχομεν, τὴν ὁποίαν ἐπεδοκίμασε τὸ Στέμμα, ἐπ’ αὐτῆς νὰ κρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ νὰ ἀποφήνηται, ἂν συμμερίζεται αὐτήν. Διὰ τοῦτο προεκαλέσαμεν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκλήθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς εἰρημένης γνώμης. Καὶ τί ἀπεφήνατο ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Ὅτι ἀσπάζεται τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἀπεφήνατο διὰ πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἐξαπέστειλε πολὺ ὀλίγας φορᾶς, ὁσάκις προεκλήθη νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην του. Λοιπὸν τὸ κύριον θέμα, τὸ πρώτιστον θέμα, τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διατίθενται νὰ ὑποστηρίζωσι Κυβέρνησιν, εἶναι τὸ θέμα τῆς προνοίας, τῆς φροντίδος περὶ βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν. Ποῖα ἀπεκρύψαμεν ἡμεῖς φρονήματα ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῆς παρελθούσης Περιόδου, ἢ ποῖα δὲν εἴμεθα πρόθυμοι, ἕτοιμοι, οὐχὶ νὰ ἐξαγγείλωμεν, ἀλλὰ νὰ προβάλωμεν πρὸς συζήτησιν, νὰ συζητήσωμεν, ὅπως ἐπιψηφισθῶσι τὰ περὶ τούτων νομοσχέδια; Καὶ ἔπρεπε λοιπὸν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ νὰ ἀπαριθμηθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι δὲ δὲν τὰ ἀπηριθμήσαμεν, προέβη ἐπὶ τοσοῦτον ὁ κ. Βουλευτής, ἀποφηνάμενος, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀνέτοιμοι, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ κατακρίνῃ ἡμᾶς, διότι ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἀνέτοιμοι, καὶ νὰ δηλώσῃ φόβους, ὅτι ἡμεῖς δὲν παρεσκευάσαμέν τι, οὐδὲ ἔχομεν νομοσχέδια, διὰ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν! Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύδωσί τινες, ὠθούμενοι ἀπὸ τὰς ἰδίας αὑτῶν πεποιθήσεις, εἰς κρίσεις, πρὶν ἢ τὰ πράγματα καταδειχθῶσι καὶ προκαλέσωσιν εὔλογον ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς περιέπεσε καὶ εἰς τινα ἄλλην σύγχυσιν. Ἐσύγχισε τὴν πρὸς τοὺς ἐκλεγομένους ὡρισμένην ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων, περὶ τῆς ὁποίας οἱ γράφοντες περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐπραγματεύθησαν, ἐσύγχισε τὴν τοιαύτην ἐντολὴν μὲ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν ἐκδηλοῦσιν ὅτι εἶχον οἱ ἐκλογεῖς. Ὅταν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν παρέχωσι τὴν πλειονοψηφίαν εἴς τι τῶν κομμάτων, δηλοῦται ὅτι οἱ ἐκλογεῖς, οἱ ψηφοφορήσαντες ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν, ἐσκόπουν, τουλάχιστον ἡ πλειονοψηφία αὐτῶν, νὰ ἀναδείξωσιν ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐφρόνουν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἐκλογέων. Οἱ ψηφοφόροι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὰς ψήφους των εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πλειονοψηφίαν, ἐξεδήλουν πάντοτε, οὐχὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν ἐκλεχθέντων, ἀλλ’ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ φρόνημα αὐτῶν, ἑπομένως εἰς τὸ φρόνημα ἑνὸς τῶν πολιτικῶν κομμάτων, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον οἱ ἐκλεχθέντες, οἱ τὴν πλειονοψηφίαν ἀποτελοῦντες. Τοῦτο οὐδὲν ἔχει κοινὸν μὲ τὴν ὡρισμένην ἐντολὴν, περὶ ἧς ἀποφαίνονται οἱ συγγράφοντες περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐξ ἐναντίας εἶναι ὁ δεσμὸς ὁ συνδέων τὸν ἐκλεγόμενον μὲ τὸν ἐκλογέα, εἶναι ὁ δεσμὸς ὁ συνδέων τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ τὴν Βουλήν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἄλλος δεσμός, εἰμὴ ἡ ταυτότης τοῦ φρονήματος. Ὀλέθριον δ’ ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ὁ δεσμὸς ἦτο δεσμὸς προσώπων καὶ οὐχὶ δεσμὸς φρονήματος. Αὐτὸν τὸν δεσμὸν καθορᾶτε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς ἄρτι γενομένας. Ποία γνώμη ἐπεκράτησε κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς συλλόγοις; Ἡ πεποίθησις, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα, νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔσοδα, ὅτι πρέπει νὰ κατασταθῇ ἡ οἰκονομικὴ ἰσορροπία. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἡ ἐκ τῶν γενομένων ἐκλογῶν ἀναδειχθεῖσα πλειονοψηφία κατεδήλωσεν ὅτι ἔχει. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἔχει ὡρισμένην ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων; Οὐχί! Τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων ἦτο τὸ αὐτὸ, ὅπερ εἶχον οἱ ἐκλεγέντες, οἱ ἀποτελέσαντες τὴν πλειονοψηφίαν· οἱ ἐκλέξαντες ἔχουσι τὸ αὐτὸ φρόνημα μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν. Ἀληθῶς κατὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας εἴπερ ἄλλοτε κατεδηλώθη ἡ πρόοδος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι, ἐάν ποτε κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν δεσμοὶ προσωπικοί, προσωπικαὶ συμπάθειαι, αἱ ὁποῖαι ἐπηρέασαν τὸ ἐκλογικὸν φρόνημα, κατὰ ταύτην τὴν Περίοδον δὲν τὸ ἐπηρέασαν προσωπικαὶ συμπάθειαι, καὶ ἐγὼ πρῶτος ὁμολογῶ, ὅτι αἱ ψῆφοι, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μου, ἐδήλουν ὀλιγώτερον, ὅτι εἶχον προσωπικὴν πρὸς ἐμὲ ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ κυρίως ἐδήλουν, ὅτι εἶχον καὶ οὗτοι τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπέκρινε τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὅτι ἦτο κενὸς ἐννοιῶν, ὅτι ἦτο πτωχὸς φρονήματος, καὶ ὅτι, ἐνῷ τόσα μεγάλα ζητήματα ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ τάπητος, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουσι τὰ μάλιστα τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος, ὁ Βασιλικὸς Λόγος οὐδεμίαν ἐποιήσατο μνείαν αὐτῶν, ἀλλὰ περιέλαβε γενικούς τινας ὅρους περὶ τάξεως καὶ ἀσφαλείας, περὶ στρατοῦ καὶ περὶ οἰκονομικῶν. Καὶ ὄντως τοιοῦτος εἶναι ὁ Βασιλικὸς Λόγος. Πολλὰ εἶναι ἀληθῶς τὰ ἐκκρεμῆ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ πατρὶς ἡμῶν· ἐπὶ πολλὰ στρέφεται ἡ προσοχὴ καὶ ἡ μέριμνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, περὶ θεμάτων οὐχὶ ὀλίγων ἀνησυχεῖ, καὶ διατελεῖ εἰς ἀδιαλείπτους συγκινήσεις. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐκρίναμεν, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα δὲν ἦτο ὥρα, ἵνα τεθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τοῦ Κοινοβουλίου. Βεβαίως τυγχάνουσιν ὑπὸ τὴν μελέτην τῶν κυρίων Βουλευτῶν, βεβαίως ἐπασχολοῦσιν αὐτούς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες ἀνησυχοῦσι καὶ μεριμνῶσι περὶ τῆς ἐκβάσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ Κράτος μικρόν, ὡς ἡμεῖς, περιαχθὲν εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς διανύομεν, δὲν ἐκρίνομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κληθῇ, ἵνα συζητήσῃ δημοσίᾳ, ἵνα ἀσχολήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ ὅλων τούτων τῶν θεμάτων. Ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις ἔχωσι καθῆκον, ἐὰν ὀφείλωσι νὰ ἀσχολῶνται καὶ μεριμνῶσι περὶ αὐτῶν, ἐὰν ὀφείλωσι νὰ καταβάλλωσι πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἀναπληρῶσι τὴν ἐνδεχομένην ὑλικὴν ἀδυναμίαν τοῦ Κράτους διὰ τῶν προσωπικῶν συμπαθειῶν, δι’ ἐνεργειῶν καταδεικνυουσῶν τὸ δίκαιον καὶ ἐπικαλουμένων τὴν φιλανθρωπίαν, ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὠφελήσωμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἐὰν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου προεκαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιλάβηται ὅλων τούτων τῶν θεμάτων, νὰ συζητήσῃ αὐτὰ, νὰ προβῇ εἰς ἀναλύσεις καὶ παραστάσεις, καὶ νὰ ἐκφέρῃ κρίσιν ἐπ’ αὐτῶν. Περιωρίσθημεν διὰ τοῦτο εἰς μόνα τὰ θέματα τῆς διοικήσεως, εἰς τὰ θέματα τῶν διαφόρων κλάδων, τῶν ἀποτελούντων τὴν διοίκησιν. Οἱ ζωοκλόποι καὶ ζωοκτόνοι ἀνάγονται εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· ὁ δὲ Βασιλικὸς Λόγος, μνημονεύσας ταύτης, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τοὺς ζωοκλόπους καὶ ζωοκτόνους, εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὀργανισμοὺς, οἵτινες κρίνονται ἀναγκαῖοι καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, ὅπως κατασταθῇ ἀρτιωτέρα ἡ ἀστυνομία, ἥτις ἐτάχθη, ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἵνα προαχθῇ καὶ γένηται ἀρτιωτέρα ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ ἀνατροφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ παρασκευασθῇ εἰς τὸ εὐρὺ στάδιον τοῦ κοινωνικοῦ βίου. Ἐλπίζω δ’ ὅτι, ὅταν μετὰ τὰς διακοπὰς τοῦ Πάσχα συναντηθῶμεν πάλιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅσα λέγομεν νῦν ἀφῃρημένως, θέλουσι κατασταθῆ ἁπτὰ εἰς ὑμᾶς. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ τὰς ἐν τῷ ἐπιλόγῳ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὀφείλω νὰ ἅψωμαι ὡσαύτως αὐτῶν, διότι αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ αὗται ἀποτελοῦσι φιλοσοφικὴν μελέτην ἐπὶ τῆς Πολιτείας, πολιτειακὴν φιλοσοφίαν, ἀνάγονται εἰς τὴν ἱστορίαν, εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ὁμολογῶ καὶ φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ἄριστα, καὶ ὅτι δὲν δέονται τῶν δυνατῶν βελτιώσεων. Ἀλλὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα διαφέρουσιν ἀπὸ τὰ συνταγματικά, διότι τὰ κοινοβουλευτικὰ περιλαμβάνουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Βουλευτὴς, ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῆς εὐνομίας, περὶ τῆς εὐκοσμίας τῆς περιφερείας ἐκείνης, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατοικεῖ, τῆς ὁποίας τὰς λεπτομερείας δύναται νὰ γνωρίσῃ, ἑπομένως πρὸ παντὸς περὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πατρίδος. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐνασκεῖ, ἐπερωτῶν ἐν τῇ Βουλῇ τοὺς Ὑπουργούς, ζητῶν παρ’ αὐτῶν λόγον διὰ πᾶσαν ἀταξίαν, διὰ πᾶσαν παρεκτροπὴν, διὰ πᾶσαν παράβασιν τοῦ νόμου, ἥτις ἐγένετο ἐν τῇ χώρᾳ, τῆς ὁποίας αὐτὸς ἔλαβε γνῶσιν. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν ἐγεννήθη ἀπὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος, νὰ ἀπαιτῇ, ἵνα ἡ πατρὶς, ὁ τόπος ἐν τῷ ὁποίῳ ζῇ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔχει τὰ συμφέροντά του, διατελῇ ἐν πλήρει ὁμαλότητι, ἐν πλήρει εὐνομίᾳ, ὅπως οἱ νόμοι τηρῶνται, ἡ διοίκησις ᾖ ἀρτία, εὐλαβὴς, ἀμερόληπτος καὶ πραγματοποιοῦσα τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἡ διοίκησις ἐτάχθη ἵνα πραγματοποιήσῃ. Ἀλλὰ τῶν δικαιωμάτων τούτων δύναται νὰ γείνῃ κατάχρησις, καὶ ἐγένετο κατάχρησις. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς παριστᾷ ἐξαιρετικὸν φαινόμενον εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων. Πανταχοῦ γίνονται καταχρήσεις. Πιστεύσατε, ὅτι καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι κοινοβουλευτικοῖς, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρω, καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀπολύτως κυβερνωμένοις Κράτεσι, τῶν δικαιωμάτων τούτων γίνεται πολλάκις χρῆσις ὑπερβάλλουσα· ἡ δὲ ὑπερβάλλουσα χρῆσις ἐπάγει πάντοτε κακὰ, καὶ πάντοτε τυγχάνει νοσηρὸν σύμπτωμα. Αὐτὴν τὴν ὑπερβάλλουσαν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾶν, τοῦ δικαιώματος τοῦ μεριμνᾶν περὶ τῆς εὐνομίας, τῆς εὐκοσμίας καὶ τῆς προόδου ἑκάστης περιφερείας, αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος καὶ παρ’ ἡμῖν γίνεται κατάχρησις. Ὅσοι ὅμως ἐσπούδασαν τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ὅσοι εἶχον τὴν τύχην νὰ φθάσωσι μέχρι τῶν ὅρων τῆς ἡλικίας, τοὺς ὁποίους διέρχομαι καὶ ἐγὼ, καὶ ἐνθυμοῦνται τὴν Διοίκησιν καὶ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον Βασιλείαν, κατὰ τὸ 1833 μέχρι τοῦ 1843, καὶ ὑπὸ τὴν Συνταγματικὴν Βασιλείαν, ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, καὶ ὑπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Βασιλείαν, ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι σήμερον, ἐλπίζω ὅτι, ἀμερολήπτως κρίνοντες, θέλουσιν ἀνομολογήσει τὴν ἐπιγενομένην ἐπὶ τὰ κρείττω διαφορὰν. Ὅταν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ περικόψῃ τις τὰς καταχρήσεις διὰ τῆς ἀξίνης, ἀποτόμως, ὀφείλει νὰ ἀσχολῆται νὰ μειώσῃ αὐτὰς, ὅπως διὰ τοῦ συστήματος τῆς μειώσεως φθάσωμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ κακοῦ, καὶ βαθμηδὸν εἰς τὴν ἐξάλειψιν αὐτοῦ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἁμιλλώμεθα οὐχὶ περὶ θεωρίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ πῶς ἕκαστον Ὑπουργεῖον θὰ δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ νὰ κατασταθῇ ἐγκρατέστερον τοῦ προκατόχου, ἡ ἐγκράτεια δὲ θέλει θεραπεύσει τὸ νόσημα καὶ θέλει διορθώσει τὰ ἤθη ἡμῶν, τῶν τε κυβερνωμένων καὶ τῶν κυβερνητῶν. Δὲν θέλω νὰ προκαλέσω γνώμην ἐπὶ τῆς πολιτείας μου, διότι αὕτη θέλει πιθανῶς γένηται ἀντικείμενον τῆς Ἱστορίας, καὶ ἂν ἀπέχῃ πολὺ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θέλει γραφῆ ἡ ἱστορία τῶν ἄλλων, δὲν περιλαμβάνομαι δυστυχῶς μεταξὺ αὐτῶν. Ἡ ἐπιρροὴ, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ διευθύνοντες τὰς πλειονοψηφίας ἐπὶ τῶν φίλων αὐτῶν, αὐτὴ εἶναι τελεσφόρον φάρμακον, ἵνα θεραπεύσῃ τὸ κακόν. Ὅταν οἱ προϊστάμενοι, οἱ ἡγήτορες τῶν πλειονοψηφιῶν πείθωσι τοὺς φίλους των, ὅτι ἡ ἐγκράτεια ἐπιβάλλεται, ὅτι εἶναι ἀναγκαία, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος ἐπιβάλλει αὐτὴν, καὶ οἱ φίλοι των θέλουσι κατασταθῆ ἐγκρατέστεροι ἢ ὅ,τι ἦσαν ἐν τῷ παρελθόντι. Ἐὰν ἤθελον παρασταθῆ ἐν τῷ μέσῳ οἱ δυνάμενοι νὰ διαπράξωσιν ἐν βραχεῖ τὰς βελτιώσεις, τῶν ὁποίων χρήζει ὁ τόπος, εἴτε τῶν οἰκονομικῶν, εἴτε τῆς πολιτικῆς, ἡμεῖς δὲν θέλομεν διστάσει νὰ παραχωρήσωμεν τὴν θέσιν μας· διότι, ἂν ἔχωμεν καθῆκον νὰ μείνωμεν ἐν τῇ Ἀρχῇ, δὲν ἔχομεν πόθον νὰ μείνωμεν ἐν αὐτῇ. Τὸ καθῆκον μᾶς δεσμεύει εἰς τὰς θέσεις ταύτας, ὁ πόθος δὲν εἶναι τοιοῦτος, διότι τὰ πράγματα τοῦ τόπου δὲν εἶναι τοσοῦτον εὐχερῆ, οὔτε τοσοῦτον ὁμαλὰ, ὅσον οἱ πολλοὶ πιστεύουσι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§40Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§41Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τί κάμνομεν τώρα, κύριε Πρόεδρε;
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ.
§43Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσιν ὅμως μερικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ σεβώμεθα.
§44ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁ κύριος Χατζιδάκης παραιτεῖται τοῦ λόγου.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα κατὰ παράγραφον ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, κατὰ τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ ἐπικυρωθῶσι καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§47ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ τῆς κυρώσεως τῶν πρακτικῶν δὲν ἠξεύρω, ἂν δὲν θὰ ἦτο προσῆκον νὰ κληρωθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτης ἐπιτροπῆς.
§49Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετερρυθμίσθη ὁ παλαιὸς Κανονισμὸς κατὰ τοῦτο. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θέλει γείνῃ κατόπιν εἰδικῶν προσκλήσεων. Ἤδη θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εὐχηθῶ καλὰς ἑορτάς. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 30′ μ. μ.)