1905.04.11
882 στίχοι · 6.631 λέξεις · 68 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 11 Ἀπριλίου 1905.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ σήμερον ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Τὸν Ἄνακτα προσεφώνησεν ὁ Πρόεδρος ὡς ἑξῆς: «Μεγαλειότατε. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἅμα καταρτισθέν, ἐκπληροῖ πρώτιστον καθῆκον νὰ καταθέσῃ πρὸ τοῦ Θρόνου τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος τὰ βαθέα σέβη αὐτοῦ καὶ τὴν εὐλαβῆ ἀφοσίωσίν του. Διερμηνεῦον δὲ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς εὔχεται, ἵνα ὁ Ὕψιστος σκέπῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, τὴν Βασίλισσαν καὶ πᾶσαν τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν.» Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν ὡς ἑξῆς: «Χαίρω, βλέπων ἐνώπιόν μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριοι, διὰ τὰς ὑπὲρ Ἐμοῦ καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Μου Οἴκου εὐχάς σας. Εὔχομαι δὲ, ἵνα ἐπιτευχθῇ ὄντως τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς χώρας ἡ βελτίωσις, ἀφοῦ πρόθυμος θέλει εἶσθαι ἡ πρὸς τοῦτο σύμπραξις τῆς Βουλῆς.» Ὁ βουλευτὴς Θήρας κ. Συνοδινὸς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις ἐμφαίνουσα πόσας δραχμὰς ἔλαβεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Μαρτίου ἡ Νέα Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα ἐκ τῆς ἀγόνου γραμμῆς Σύρου, Πάρου, Ἀμοργοῦ, Ἴου, Σικίνου, Φολεγάνδρου καὶ Ἀνάφης.» Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Α. Πονηρόπουλος ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1904 διατεθεῖσαν δαπάνην διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ ἀνωτέρου καὶ κατωτέρου προσωπικοῦ τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, διὰ τὴν τοῦ αὐτοῦ προσωπικοῦ τῆς Εἰσαγγελίας καὶ τῶν ἐξεταστικῶν καὶ πολιτικῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας, ὡς καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν μισθωμάτων τῶν καταστημάτων τούτων. Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν ἀποδοθέντων ἢ ἀποδοτέων ποσοστῶν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1904 εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν πώλησιν ταινιῶν καὶ σιγαροχάρτου δημοσίους εἰσπράκτορας παρὰ τοῖς καπνεργοστασίοις Καλαμῶν, Πατρῶν, Σύρου, Πύργου καὶ Βόλου.» Ὁ βουλευτὴς Μήλου κ. Χατζιδάκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἵνα εὐαρεστούμενος διατάξῃ νὰ προσκομισθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν: αʹ) ἀντίγραφα τῶν ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων περὶ τῶν ἀγόνων γραμμῶν τῶν ἐτῶν 1902, 1903, 1904 καὶ 1905· βʹ) αἱ καταστάσεις τῆς πληρωμῆς τῶν ἐκ τούτων δικαιούχων, μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων. Νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλὴν, ἂν κατηγγέλθησαν παραβάσεις τῶν συμβάσεων τούτων, ἀφορῶσαι ἰδίως: 1) τὴν χωρητικότητα τῶν ἐκτελούντων τὰς γραμμὰς ταύτας ἀτμοπλοίων, 2) τὴν συχνὴν μεταβολὴν τῶν δρομολογίων, 3) τὴν μὴ τήρησιν αὐτῶν, καὶ 4) τὴν μὴ προσέγγισιν τῶν ἀτμοπλοίων κατὰ τὴν κάθολον καὶ ἄνοδον αὐτῶν εἰς τὰ ἐν ταῖς συμβάσεσιν ὡρισμένα μέρη. Καὶ ἂν ἐκ τῶν τυχὸν παραβάσεων περιωρίσθησαν, καὶ κατὰ πόσον, τὰ πληρωτέα εἰς τοὺς δικαιούχους ποσά.» Οἱ κάτοικοι Λεβιδίου διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι νὰ μὴ ἀποσπασθῇ ὁ δῆμος Μαντινείας ἀπὸ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ὀρχομενοῦ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Γυθείου παρακαλεῖ διὰ ψηφίσματός του νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ ἐν Γυθείῳ Πρωτοδικεῖον. Ὁ Ἀριστείδης Τσιμινῖκος, διατελέσας ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὁπλοστασίου, εἶτα δὲ διανομεὺς τηλεγραφείου καὶ ἐπιστάτης δημοσίων ἔργων, παρακαλεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ ἀνάλογος σύνταξις ἢ βοήθημα κατ’ ἔτος. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ λοιπῶν σχετικῶν, «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχ. 2,018,623.52». Ὡσαύτως νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δρ. 570,000». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 81 καὶ 82). Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον νὰ συνέλθῃ καὶ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας της. Ὁ κύριος Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ἀναβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος.
§6Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὑμῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων καὶ ἀμπελοκτημόνων τοῦ δήμου Σαλαμῖνος, οἵτινες ἀναφέρουσιν, ὅτι τὸν Φεβρουάριον τοῦ λήξαντος ἔτους θύελλα μετὰ χαλάζης μεγέθους καρύου κατέστρεψε τὴν παραγωγὴν τοῦ ἔτους 1904. Τὸ γεγονὸς τῆς καταστροφῆς ἐβεβαιώθη δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν νομάρχην Ἀττικῆς. Ἐπικαλοῦνται οἱ ἀναφερόμενοι τὴν πρόνοιαν τῆς Πολιτείας, ὡς ἐλήφθη τοιαύτη κατὰ τὸ παρελθὸν δι’ ἄλλας ἐπαρχίας, ὅπου συνετελέσθη ὁμοία καταστροφή, ἐπικαλοῦνται τὴν πρόνοιαν τῆς Πολιτείας περὶ ἀπαλλαγῆς ἢ τοὐλάχιστον ἀναστολῆς τοῦ φόρου τοῦ στρεμματικοῦ τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ ἔτος 1904, τοῦ ὁποίου ἡ πληρωμὴ ἐπιβάλλεται μέχρι τῆς 15 παρελθόντος Μαρτίου. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἀναφορᾶς ταύτης φρονῶ ὅτι εἶναι προσῆκον, γενικώτερον νὰ θιχθῇ σήμερον τὸ ζήτημα τοῦ φόρου τοῦ στρεμματικοῦ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων· διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει, κύριε Πρόεδρε, μόνον τοὺς κατοίκους τῆς Σαλαμῖνος, εἴτε τοὺς κατοίκους τῆς Μεγαρίδος, εἴτε τοὺς κατοίκους τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Ἀττικῆς, ἐνδιαφέρει τοὺς κατοίκους πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν, ἔνθα καλλιεργεῖται ἡ ἄμπελος, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρόθυρα ἀμπελουργικῆς κρίσεως. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸ 1899 ἀντικατεστάθη ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου διὰ τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα εἰς τὰς ἀμπέλους. Μετὰ τοῦ νῦν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων συνηντήθημεν τότε ἐν τῷ ἀγῶνι κατὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐπιβάλλοντος φορολογίαν κατὰ στρέμμα, καὶ παρεστάθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν εἰσαγαγοῦσαν τὸ νομοσχέδιον Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτο καὶ λίαν ἄδικος καὶ λίαν ἄνισος καὶ καταπιεστικός· καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἦτο ἄδικος τοιοῦτος νόμος, καθιερῶν τὸ δόγμα τῆς ἐπιβολῆς φόρου κατὰ στρέμμα ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, εἴτε παράγουσιν αὗται, εἴτε δὲν παράγουσι, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι ἄνισος φόρος, ὅστις ἐξ ἴσου φορολογεῖ πάσας τὰς ἀμπέλους, ἐνῷ αὗται διακρίνονται εἰς παραγωγικὰς καὶ μὴ παραγωγικάς. Συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ παρεστάθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ προβλέψεις αὐτοῦ αἱ ταμιευτικαὶ δὲν ἤθελον ἐπαληθεύσει. Καὶ ὄντως τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀντὶ τῶν 2,900,000 δραχμῶν, ὅσαι ἐβεβαιοῦντο ὡς φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, οὔτε τὸ ἥμισυ δὲν κατωρθώθη πολλάκις νὰ εἰσπράττηται. Καὶ ἐνῷ τοιοῦτον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς νομοθεσίας ταύτης, ἔχομεν καταπιέσεις, ἔχομεν ἀδικίας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου τοιαύτας, ὥστε ὁ κόσμος, αἱ ἐπαρχίαι, αἵτινες ἔχουσι τὰς ἀμπέλους, ἔκτοτε εὑρίσκονται ἐν ἐξεγέρσει. Ἡ νῦν κατέχουσα τὴν ἀρχὴν πολιτικὴ μερὶς εἶχεν ἐπαγγελθῆ, ἐὰν μὴ γενικῶς, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς, ὅτι θὰ προβῇ εἰς μεταρρύθμισιν καὶ μεταβολὴν τοῦ νόμου τούτου. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα δεῖται καὶ χρόνου καὶ μελέτης. Ἀλλὰ πρὸ τούτου μία ἐπείγει πρόνοια, διότι ὁ νόμος ὁ ἐπιβάλλων τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν δὲν ἔχει μόνον ῥιζικὰς ἀνωμαλίας, δὲν ἔχει μόνον ῥιζικὰ ἐλαττώματα, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐσωτερικῇ αὐτοῦ οἰκονομίᾳ, ἐν τῇ διασκευῇ αὐτοῦ ἔχει πλημμελείας, καθιστώσας τὸν νόμον καταπιεστικόν· διότι καθορίζει ὡς χρόνον καταβολῆς τοῦ φόρου μῆνας, οἵτινες εἶναι ἄγονοι εἰς τὸν γεωργικὸν πληθυσμόν, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1899 προσδιορίζεται ὡς ἀκρότατον ὅριον καταβολῆς τοῦ φόρου διὰ τοὺς ὀφείλοντας μέχρις 150 δραχμῶν ἡ 15 Ἰανουαρίου· διὰ τοὺς ὀφείλοντας ἄνω τῶν 200 δραχμῶν διχάζεται ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς εἰς δύο δόσεις, τὴν 15 Ἰανουαρίου καὶ τὴν 15 Φεβρουαρίου, καὶ διὰ τοὺς ὀφείλοντας ἄνω τῶν 300 δραχμῶν καθιεροῦνται τρεῖς δόσεις, τὴν 15 Ἰανουαρίου, τὴν 15 Φεβρουαρίου καὶ τὴν 15 Μαρτίου. Μετὰ τὴν λῆξιν δὲ τῶν προθεσμιῶν τούτων, ὡς γνωστόν, ἐπιβάλλονται πρόσθετα τέλη καὶ τόκοι ὑπερημερίας. Τοιαῦται εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1889, διατάξεις, ἐπαναλαμβάνω, οὐδόλως μεμελετημέναι, διατάξεις καταστᾶσαι ὄχι δυσεφάρμοστοι, ἀλλ’ ἀνεφάρμοστοι ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους· διότι δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὡς γνωρίζει ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1889 μέχρι σήμερον οὐδέποτε κατεβλήθη ὁ φόρος ὁ στρεμματικὸς κατὰ τὰς ὁριζομένας προθεσμίας, ἀλλ’ ἀείποτε λαμβάνεται πρόνοια καὶ ὁρίζονται προθεσμίαι ἄλλαι. Τὸ ναυάγιον τοῦ νόμου ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ Σύνοδος, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἐγερθῇ φωνὴ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὸν τελευταῖον νόμον, ὅστις ἐψηφίσθη πέρυσι, κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου, κατὰ τὸν ὁποῖον τοσαῦτα ἦσαν τὰ καθυστερούμενα ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἀπὸ τοῦ 1889 μέχρι τοῦ 1903, ὥστε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διέταξεν, ὅπως οἱ ὀφείλοντες στρεμματικὸν φόρον τῶν ἐτῶν 1889, 1890, 1891, 1892 καὶ 1893, καταβάλλοντες τὰ ὀφειλόμενα (ἅτινα ἔδει νὰ καταβάλωσι κατὰ τὰς προθεσμίας) μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1904, ἀπαλλάσσωνται πάσης προσθέτου φορολογίας, παντὸς τέλους προσθέτου καὶ τῶν τόκων. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπελῶν καθυστέρησεν, ὅτι δὲν ἐλειτούργησε κανονικῶς, ὅτι τὰ καθυστερούμενα ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῶσιν εἰς τὰς χαριστικὰς ταύτας διατάξεις. Ταῦτα θέτων ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἵνα διὰ νομοθετήματος ληφθῇ πρόνοια — διότι βεβαίως δὲν δύναται διὰ διαταγῆς, διότι ἔληξαν αἱ προθεσμίαι, αἱ τασσόμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1889, — ν’ ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις, διότι γνωστόν εἶναι, ὅτι οἱ ταμίαι διετάχθησαν νὰ εἰσπράξωσι τὰ ὀφειλόμενα, κατὰ μυριάδας δὲ ἡτοίμασαν τὰ ἐντάλματα, καὶ ἡ εἴσπραξις ἐπίκειται ἤδη, καθ’ ἣν ἐποχὴν, Κύριοι, εἶναι ἀδύνατον ὁ λαὸς νὰ πληρώσῃ...
§7Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ θὰ γείνῃ λαγωός!
§8Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ γείνῃ λαγωός, τρεπόμενος εἰς φυγὴν πρὸ τῶν εἰσπρακτόρων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται βεβαίως νὰ προέλθῃ ἀμέσως εἰς θεραπείαν, ἀλλ’ ἐὰν ὑποβάλῃ νομοσχέδιον καθορίζον προθεσμίαν πληρωμῆς τοῦ φόρου τὸ τέλος Ὀκτωβρίου, θὰ θεραπεύσῃ τό γε νῦν ἔχον τὴν ἀνάγκην ταύτην. Τὸ δ’ ἕτερον ζήτημα, τὸ τῆς μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας, νομίζω ὅτι ὡσαύτως εἶναι πρέπον νὰ προκαλέσῃ τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν οὐχὶ ἐξ ὑποχρεώσεως ἐπιβαλλομένης ἕνεκα τῶν δοθεισῶν ὑποσχέσεων, βεβαίως ὅμως ἐξ ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ ναυάγιον τοῦ νόμου τοῦ 1889. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ πρόνοια ὅμως ἡ νομοθετικὴ διὰ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι γεννῶνται συνεπείᾳ οἰκονομικῶν ἀναγκῶν, βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο σήμερον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Δι’ ὅσων εἶπον σήμερον ἀποδεικνύεται, νομίζω, ὅτι περιμένομεν κίνδυνον προσεχέστατον τῆς ἀμπελουργίας· ποῖα δὲ εἶναι τὰ κακὰ μιᾶς τοιαύτης ἀμπελουργικῆς κρίσεως, γνωρίζομεν ὅλοι ἐκ τῆς κρίσεως, ἥτις μαστίζει τὸν τόπον ἀπὸ εἰκοσαετίας. Καταθέτων τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ποιοῦμαι τὴν σύστασιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ὅσον οἷόν τε τάχιον, δι’ οἱουδήποτε μέτρου, ὅπερ αὐτὸς ἤθελε κρίνει πρόσφορον, ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, δηλαδὴ νὰ προβῇ εἰς μέτρον τοιοῦτον, εἰς οἷον οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προέβησαν, ἀναγνωρίσαντες τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§9Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀναμφίβολον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι σήμερον οἱ γεωργοὶ, ἰδίως δὲ οἱ ἀμπελοκτήμονες, εὑρίσκονται εἰς ἀπορίαν μεγίστην. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ 1902 καὶ 1903, ἀπὸ τοῦ μηνὸς δὲ Ὀκτωβρίου μέχρι σήμερον οὐδὲν ἔχουσι νέον εἰσόδημα, ὅπως δυνηθῶσι νὰ πληρώσωσι καὶ τὸν φόρον τοῦ 1904, ὡς δὲ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου, καταδιώκονται κατὰ τοὺς πρώτους τοῦ ἔτους τούτου μῆνας νὰ πληρώσωσι καὶ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων τοῦ 1904. Οὐδεὶς βεβαίως ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, ἐννοεῖ σήμερον νὰ μὴ βοηθήσῃ τὸ ἔργον τὸ οἰκονομικὸν τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς θέλει κακίσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ζητοῦντα νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, ὅσοι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν· ἀλλὰ πολλάκις εἶναι δυνατὸν, ὁ Ὑπουργὸς, παρέχων εὐκολίας εἰς τοὺς φορολογουμένους, νὰ ἐπιτύχῃ καλλίτερα ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι σήμερον ἐπείγει νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον ἵνα ὁ στρεμματικὸς φόρος τῶν ἀμπέλων τοῦ 1904 εἰσπραχθῇ μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας. Προητοίμασα δὲ πρότασιν νόμου περὶ τούτου, ἣν ἔχουσιν ὑπογράψει καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κ. Γ. Παπαβασιλείου καὶ Ν. Γεωργακόπουλος, καὶ τὴν ὁποίαν καταθέτω· θὰ ἦμαι δὲ εὐτυχὴς, ἐὰν ἢ υἱοθετήσῃ ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ὑποβάλῃ ἰδικήν του πρότασιν ἑτέραν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Νέγρη κατατεθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 83).
§11Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Προστίθεμαι καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ὁμολογουμένως οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἀμπελουργοὶ εὑρέθησαν εἰς ἀπορίαν καταβολῆς τῶν φόρων τούτων καὶ διότι ἦτο ἄγνωστον εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ καταβάλωσιν ἀθρόως τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων ἐν ἐποχῇ ἀνεχείας καὶ ἄνευ εἰσπρακτόρων σχεδόν. Τούτου ἕνεκεν ἐγένοντο ἐκπρόθεσμοι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, καὶ προσετέθησαν 20%, λόγῳ ποινῆς, ἕνεκα τῆς ἀγνοίας καὶ πρὸ πάντων τῆς ἀνεχείας των, ὡς ἐκ τῆς κρίσεως τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει φροντίσει νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ὑπέμνησεν ἡμῖν ὁ κύριος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, ὅτι ὑπεσχέθημεν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τὴν βελτίωσιν τῆς νομοθεσίας περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὅσον ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ 1903 νὰ βελτιώσωμεν τὴν νομοθεσίαν ταύτην, τὸ ἐπράξαμεν, καθόσον εἶναι γνωστὸν, ὅτι διὰ νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1903, ἡ φορολογία ἐκείνη ἐβελτιώθη κατὰ πολὺ, ἐλαττωθέντος τοῦ φορολογικοῦ ὅρου ἐπαισθητῶς. Βεβαίως οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως ἡ φορολογία τῶν ἀμπέλων καταστῇ δικαιοτέρα πρὸς τοὺς παραγωγοὺς, καὶ παρέχῃ ἴσως καὶ πλείονα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Περὶ τούτου δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν μέριμναν ταύτην.
§12ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ὡρίσθη ἡμέρα πρὸς ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς εἰς τὰ δύο ἀκυρωθέντα τμήματα τοῦ δήμου Σαμαίων τῆς ἐπαρχίας Σάμης.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι σήμερον ὄχι.
§14ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τότε παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐγνώρισεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ ἠκυρώθη.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀνακοίνωσις περὶ τούτου.
§16ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διότι κατὰ τὸν νόμον εἶναι ὑπόχρεος ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς μηνὸς νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογήν.
§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ καταδίωξις, ἢ θὰ λάβῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ οἱ προκάτοχοί του ἔλαβον.
§18Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω πολλὰς κοινὰς γνώμας μεθ’ ὑμῶν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, διὰ τοῦτο δὲ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς θὰ γείνῃ ἡ προσήκουσα μελέτη, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ἐφ’ ὅσον αὗται ἐπιτρέπουσι, νὰ λάβωμεν μέτρον τι ἀνακουφιστικόν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ μέτρον τὸ γενικὸν τῆς μετατροπῆς τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, βεβαίως δὲν δύναμαι ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ἀπαντήσω.
§19ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω σήμερον ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Λευκάδος. Κατὰ τὴν 18 Μαρτίου ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος, συνελθὼν εἰς συνεδρίασιν, ἐσκέφθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διαδοθείσης καὶ ἐπικειμένης, ὡς λέγει, καταργήσεως ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος τοῦ Πρωτοδικείου Λευκάδος. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα τὸ ὑπόμνημα τοῦτο διαβιβάσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως οὗτος ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ τοὺς λόγους, οὓς ἀναφέρει τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, κατὰ τὰς διακοπὰς τοῦ Πάσχα, καθ’ ἃς, ὑποθέτω, θὰ ἑτοιμασθῇ τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον καὶ τηλεγράφημα τοῦ συμπολίτου μου Σπυρ. Μαλακάση Κακαροῦ, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Ὁ υἱός μου Βασίλειος, ἀναδειχθεὶς τελευταῖος πλειοδότης τοῦ ἰχθυοτροφείου Λευκάδος, ὑπέβαλε νομίμως πιστοποιητικόν, συμμορφωθεὶς διακηρύξει. Ἰδιοκτήτης ἰχθυοτροφείου, Ἀδελφᾶτον Νοσοκομείου, θεωρῆσαν συμφέρουσαν καὶ ἐξησφαλισμένην ἐγγύησιν, κατεκύρωσε δημοπρασίαν ἐπ’ ὀνόματί του. Σχετικὰ δημοπρασίας, κατὰ εἰδικὸν νόμον, (διότι ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος περὶ τούτου) ὑπεβλήθησαν Δημοτικὰ Συμβούλια ἐπαρχίας πρὸς ἔγκρισιν, νομάρχης ὅμως Λευκάδος δι’ ἐγγράφου ἐνετείλατο δημάρχῳ συμπεριλάβῃ καὶ προσφορὰν μειοδότου. Τοιοῦτον γεννᾷ σκάνδαλον, καθόσον μειοδότης ἐνεργεῖ παρὰ δημοτικοῖς συμβούλοις, ὅπως ὑπερψηφίσωσιν ἰδικῆς του προσφορᾶς. Τοῦτο ἀνέφερα πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπικαλεσθεὶς ἄρσιν σκανδάλου, ὅπως μὴ καταπατηθῶσιν οἱ περὶ δημοπρασιῶν νόμοι. Ὑποστηρίξατε καὶ ὑμεῖς, παρακαλῶ, δίκαιόν μας· ὑψώσατε φωνὴν, ὅπως ἁρμοδίως διαταχθῇ ἐφαρμογὴ νόμων.» Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἵνα τὸ τηλεγράφημα τοῦτο διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως οὗτος ἐξετάσῃ, ἂν τὰ ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἀναγραφόμενα εἶναι ἀληθῆ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Παρακαλῶ δὲ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ταῦτα ἐγκαίρως, διότι, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ δημοπρασία, καὶ τὰ πρακτικὰ δὲν ἐπικυροῦνται, βεβαίως τὸ ἰχθυοτροφεῖον θὰ μείνῃ ἄνευ μισθωτοῦ· καὶ ἐπειδὴ τὸ μόνον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ νοσοκομεῖον Λευκάδος, εἶναι τὸ πληρωνόμενον μίσθωμα τοῦ ἰχθυοτροφείου, θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ζημία, ἐὰν ἡ παρέμβασις, ἡ παράνομος κατὰ τὴν γνώμην μου, τοῦ κ. νομάρχου παρελκύσῃ τὸ ζήτημα ἐπί τινα καιρόν. Ἔχω καὶ τρίτην παράκλησιν νὰ ὑποβάλω. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἕνεκα τίνος λόγου δὲν προέβη ἀκόμη εἰς τὴν δημοσίευσιν τῆς ἀπολύσεως τῆς ἐν Κιονίῳ τοῦ δήμου Νηριτίων τῆς ἐπαρχίας Ἰθάκης δημοδιδασκάλου Ἑλένης Βουγιουκλῆ, προταθείσης διὰ πράξεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Λευκάδος ὑπὸ στοιχεῖα ΛΔʹ τῆς 3 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι διὰ τῆς αὐτῆς πράξεως τῆς 3 Ἰανουαρίου, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὑπεβλήθη πρότασις ἀπολύσεως καὶ ἑτέρου δημοδιδασκάλου τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, καὶ τὸν μὲν δημοδιδάσκαλον Λευκάδος ἔπαυσεν ἀμέσως, τὸ ἕτερον δὲ μέρος τῆς πράξεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου μένει ἀκόμη ἐκκρεμὲς εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ οἰκείου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα ἐν τῇ προσεχεῖ συνεδριάσει δώσῃ πρὸς ἡμᾶς τὴν ἐξήγησιν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἀπολύεται ἡ δημοδιδάσκαλος αὕτη.
§20ΕΥΑΓ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Νοσοκομείου Λευκάδος, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ σοβαρῶς. Δὲν γνωρίζω τὰ ἀφορῶντα τὴν δημοπρασίαν, περὶ ἧς ἔκαμε λόγον ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διατάξῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ γείνῃ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος εὐεργετικοῦ ἱδρύματος, διότι πολλὰ λέγονται περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα περὶ τούτου. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ νὰ γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τῶν τελευταίων τοὐλάχιστον ἐτῶν, ἐξ ἧς πολλὰ θέλουσι προκύψει.
§21Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐν τῷ νόμῳ ᾼΥϞΖʹ, ἄρθρῳ 6, ἀναγράφονται αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Β. Ναυτικοῦ διαγράφονται τῶν οἰκείων τάξεων, καίτοι δὲν ἔχουσι τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα. Ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ἀναφέρεται καὶ ὁ χρόνος, μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ ὁποίου πραγματοποιεῖται ἡ διαγραφή. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ὑπομηχανικοῦ Μιχαὴλ Παπᾶ, δὲν ἐτηρήθη τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς αἰτήσεως αὐτοῦ, ὅπως τῷ δοθῇ ἡ ἄφεσις, αὕτη ἐνεκρίθη, καὶ διεγράφη οὗτος τῶν οἰκείων τάξεων. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ σπεύσῃ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς ὁ εἰρημένος ὑπαξιωματικὸς διεγράφη τῶν τάξεων, μέχρις ὅτου συμπληρωθῇ τὸ ἔτος.
§22ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ ζητήσῃ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ φάκελος ὁ περιέχων τὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον γενομένην ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν περὶ τοῦ Εἰρηνοδικείου Λυκοσούρας, ἐν τῷ ὁποίῳ φακέλῳ περιέχονται ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, προτάσεις, γνῶμαι καὶ ἀποφάσεις τῶν ἐν Τριπόλει δικαστικῶν ἐξουσιῶν, ἤτοι τῆς Εἰσαγγελικῆς καὶ τῆς ἐνασκουμένης ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, διότι διὰ τῆς ἐρεύνης τῶν σχετικῶν ἐγγράφων σκοπῶ ν’ ἀποδείξω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἐκεῖναι ἐξουσίαι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εὑρίσκονται πρὸς ἀλλήλας εἰς πλήρη διάστασιν. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει μέγα χάος, ὅπερ ἐδημιούργησεν ὁ ἐκεῖ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν. Ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν ἐγγράφων τοῦ φακέλου ἐκείνου θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελικῆς ἐξουσίας προτεινόμενα μέτρα, ἐκ συστήματος καὶ ἐκ πνεύματος ἀντιστρατευομένου ἐντελῶς πρὸς τὰς γνώμας τῶν Εἰσαγγελέων, ἀπορρίπτονται, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, καὶ δὴ γνῶμαι τῆς Εἰσαγγελικῆς ἐξουσίας καὶ προτάσεις Εἰσαγγελέων τῆς περιωπῆς τοῦ Παπαθεοδωροπούλου καὶ τοῦ Μίληση. Θὰ ἀποδειχθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του μετὰ τῆς προσηκούσης ἀξιοπρεπείας...
§23ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κύριε συνάδελφε.
§24Α. ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, οὐχὶ μετὰ τῆς προσηκούσης ἀξιοπρεπείας. Θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι μετὰ πάσης ἐπιπολαιότητος, μετὰ πάσης ἐμπαθείας καὶ ἀσυνειδησίας...
§25ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι δά! (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§26Α. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ὁσάκις ὡμίλησα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡμίλησα συντηρητικῶς. Ἐὰν ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ προκειμένου θίγωνται πρόσωπά τινα, καὶ ταῦτα φρονῶσιν ὅτι δύνανται νὰ ζητήσουν ἱκανοποίησιν, εἶμαι πρόθυμος νὰ παράσχω οἱανδήποτε τοιαύτην.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, κύριε συνάδελφε.
§28Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἵνα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης φροντίσῃ νὰ κατατεθῇ ὁ ζητούμενος φάκελος, καὶ σὺν τῇ καταθέσει τοῦ φακέλου νὰ σπεύσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ Προέδρου ἐκείνου, ὅπως οὕτως ἐπέλθῃ ὁμοφροσύνη μεταξὺ τῶν δύο εἰρημένων ἐξουσιῶν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§30ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος τῶν ἐγγράφων, τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπηνίξατο, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν οὐχὶ μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας καὶ προσοχῆς, εἶναι ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας. Εἶναι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀείποτε ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των ἐπὶ 10 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα μένουσιν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεμία Κυβέρνησις καὶ οὐδεὶς πολιτευόμενος ποτὲ ἠθέλησε ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν, διότι πάντοτε μετ’ εὐλαβείας θρησκευτικῆς ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλούτσης ἔχει τὸν λόγον.
§32Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι ἀναγκαῖον, κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἢ κατατεθῇ ὁ φάκελος καὶ καταδειχθῇ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων ἡ ἀκεραιότης καὶ ἐντιμότης τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Τριπόλεως, εἶναι ἀναγκαῖον, ἡμεῖς οἱ διαμένοντες ἐν Τριπόλει καὶ ἀσκοῦντες ἐκεῖ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα καὶ γνωρίζοντες πολὺ καλλίτερον τοῦ κ. συναδέλφου τὸν Πρόεδρον ἐκεῖνον, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς ἐπιρριφθείσης κατ’ αὐτοῦ μομφῆς. Καὶ ἵνα ἐννοηθῇ ὁποῖος ὁ κ. Πρόεδρος τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν, ἀρκεῖ νὰ γνωσθῇ, ὅτι ἐπὶ 12 ἔτη περίπου συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως ὑπηρετεῖ ἐκεῖ, κατὰ τὰ 12 δὲ ταῦτα ἔτη διάφοροι Κυβερνήσεις ἦλθον εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ διάφοροι πολιτευόμενοι ἴσχυσαν, καὶ πάντες τὸν ἐσεβάσθησαν, καὶ τὸν ἐσεβάσθησαν πολὺ δικαίως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀκεραιότατος καὶ ἐντιμότατος λειτουργὸς τῆς Θέμιδος. Πιθανὸν ὡς ἄνθρωπος νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς τὰ ἐλαττώματά του, ἀλλ’ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εἶναι ἀκεραιότατος.
§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἔχει ἐλαττώματα, δὲν εἶναι καθ’ ὅλα τέλειος.
§34ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου δὲν ἐσκόπουν νὰ ὑβρίσω πρόσωπα δικαστικὰ, ἀφοῦ οὐδεμίαν προσωπικὴν ἀφορμὴν ἔχω· ἄλλως δὲ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κατάλληλος τόπος, ἵνα λύωνται τὰ προσωπικὰ ζητήματα. Διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ φακέλου ἐκείνου, καὶ ἑτέρων φακέλων, τοὺς ὁποίους βραδύτερον καὶ καθ’ ὅσον ἤθελε προβαίνει ἡ συζήτησις τοῦ σχετικοῦ θέματος, θὰ ζητήσω νὰ προσαχθῶσι, θέλει ἀποδειχθῆ, ἂν τῷ ὄντι εἶναι ἢ μὴ εἰς τὴν ἁρμόζουσαν πρὸς τὸ ἀξίωμά του θέσιν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§36Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί γίνεται τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας ὅπλων καὶ πυροβόλων διὰ τὸν στρατόν, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ζωηρῶς καὶ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὸν στρατὸν ὁλόκληρον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιβιτανίδης ἔχει τὸν λόγον.
§38Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, τὸ ὁποῖον σήμερον ἡ οἰκεία ἐπιτροπὴ συνεζήτησε, συνελθοῦσα κατόπιν εἰδοποιήσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας ἦτο παρὼν κατ’ ἀρχὰς μόνον ὁ κ. Καλομενόπουλος, ὁ ὁποῖος ὅμως κατόπιν ἀπῆλθε.
§39Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν γένηται ἀπαρτία.
§40Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Μάλιστα, ὁ κ. Καλομενόπουλος εἶχεν ἀποχωρήσει πρὶν γένηται ἀπαρτία, ἀλλὰ κατόπιν ἐγένετο ἀπαρτία, ἀποτελεσθεῖσα ἀπὸ ἓξ μέλη, συντελεσθείσης δὲ ἀπαρτίας, ἡ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας αὐτῆς, ἐκλέξασα πρόεδρον μὲν ἐμὲ, γραμματέα τὸν κ. Τσιτσάραν, καὶ εἰσηγητὴν τὸν κ. Χατζιδάκην. Ὑποβάλλω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀποτελέσασα καὶ τὴν ἀπαρτίαν αὐτῆς, ἀφοῦ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, καίπερ κληθέντα, δὲν εὐηρεστήθησαν νὰ προσέλθωσι.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 84).
§42Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Χωρὶς νὰ ἐννοῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ φέρω δυσχέρειαν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ πλειονοψηφία νὰ ταχύνῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἔχω καθῆκον, πρὸς ἀναγνώρισιν τοὐλάχιστον τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας, νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς εἶπεν, ὅτι ἐκλήθη ἡ ἐπιτροπὴ πρὸ μικροῦ, ὅτι μετέβη ἐκεῖ ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας ὁ κ. Καλομενόπουλος, ὅτι δὲν εἶχε γείνῃ ἀπαρτία, καὶ ὁ κ. Καλομενόπουλος ἀπεχώρησε, καὶ ὅτι βραδύτερον ἐγένετο ἀπαρτία. Καὶ ἕως ἐδῶ μὲν τὰ πράγματα ἠδύναντο νὰ ἔχωσι καλῶς. Μόλις συντελεσθείσης τῆς ἀπαρτίας τὸ καθῆκον τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο νὰ ἐκλέξῃ τὸν πρόεδρον αὐτῆς, τὸν γραμματέα καὶ τὸν εἰσηγητήν, ὁ δὲ εἰσηγητὴς καθῆκον εἶχε νὰ μελετήσῃ καὶ συντάξῃ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, μολονότι εἶδον σήμερον ἀναγεγραμμένον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀπεστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν· αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν.
§44Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ μὲ προελάβετε. Ὅτε τὸ εἶδον ἀναγεγραμμένον εἰς τὰς ἐφημερίδας, δὲν τὸ ἐπίστευσα, διότι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ τοιοῦτόν τι. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, τοῦ γραμματέως καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ ἔδει νὰ κληθῇ ἐκ νέου ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτῆς νὰ συνέλθῃ, νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ σχέδιον, τὸ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ συνταχθὲν, καὶ ἐὰν μὲν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς συνεφώνει, νὰ προσυπογράψωσι καὶ τὰ μέλη αὐτῆς, ἐὰν δὲ δὲν συνεφώνει, νὰ συντάξῃ ἴδιον σχέδιον. Ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε σήμερον, κατήρτισεν ἀπαρτίαν, ἔκαμε τὰς ἀρχαιρεσίας αὐτῆς, ἐξέλεξεν εἰσηγητήν, οὗτος συνέταξε τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, καὶ τὸ σχέδιον τοῦτο ἦλθεν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ παρεμβάλω προσκόμματα ἢ νὰ ματαιώσω τὸ ἔργον τοῦ πραέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, δὲν εἶναι ὁμαλὸν, δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὡς ἐγένετο. Δὲν εὑρίσκω ἄλλην λέξιν νὰ τὸ χαρακτηρίσω. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ μειονοψηφία αὐτῆς, καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ σχέδιον, ἵνα ἴδωμεν, ἂν καὶ ἡ μειονοψηφία ἦτο σύμφωνος ἢ ὄχι; Ἠκούσθη ποτὲ ὅτι τοιοῦτόν τι συνέβη; Καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, αὐτῆς τῆς ἐπισπεύσεως. Ἠδύνατο πολὺ καλὰ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ κληθῇ μετά τινα ὥραν, ἢ μετὰ δύο ὥρας, νὰ συνέλθῃ, καὶ νὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἡ τυπικὴ μὲν, ἀλλ’ ἡ ὁποία τηρεῖ τὰ προσχήματα καὶ τηρεῖ ἀμείωτα τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλ’ ὡς τὸ πρᾶγμα ἐγένετο, κύριε Πρόεδρε,—τὸ λέγω δημοσίᾳ— θεωρεῖται προσβολὴ κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας, θεωρεῖται περιφρόνησις τῆς μειονοψηφίας, ἀφοῦ ἡ μειονοψηφία δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦτο προσβολὴ πρὸς τὴν μειονοψηφίαν. Ἐγὼ παρεκάλεσα χθὲς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον νὰ συνέλθῃ καὶ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας της. Σήμερον ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε, προσῆλθον δὲ καὶ δύο μέλη τῆς μειονοψηφίας, οἱ κύριοι Καλομενόπουλος καὶ Βοκοτόπουλος, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον πρὸ τῆς ἀπαρτίας. Παρατηρεῖτε λοιπὸν ἐκ τούτου, ὅτι, ἐὰν ἤθελον καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, θὰ ἠδύναντο νὰ προσέλθωσι.
§46Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν λησμονῶ, ὅτι πρὸ πέντε λεπτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρεκάλεσε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον νὰ συνέλθωσι· καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν νὰ συνέλθωσιν; ἵνα προβῶσιν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας αὐτῆς. Αὐτὰ, αὐταῖς λέξεσιν, εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ εἶπε πρὸ πέντε λεπτῶν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως.
§48Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ὁ κ. Πρόεδρος διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συμβάντων; Ὅτι δηλαδὴ συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι προέβη εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας της, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ συνέταξε τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, τὸ ὁποῖον καὶ ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν; Πότε ἐκλήθησαν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν; Εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς,—καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν, εἶναι ἀκριβὲς,— ὅτι μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Καλομενοπούλου ἐγένετο ἀπαρτία, καὶ προέβη ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας αὐτῆς. Ἀλλὰ μέχρις ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς· ἅτε ἐξελέγη ὁ εἰσηγητής, ἔπρεπε νὰ σταματήσωσι, καὶ νὰ κληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ δι’ ἄλλην ὥραν, ἵνα μετάσχῃ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ἡ μειονοψηφία αὐτῆς καὶ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνταχθέντος σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγένετο τοιοῦτόν τι; Πῶς ἦλθον ἐνταῦθα μὲ σχέδιον ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, καὶ καταθέτουσι τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ προσκληθῇ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα λάβῃ καὶ αὕτη μέρος εἰς τὴν συζήτησιν; —ἀδιάφορον ἂν ἐπρόκειτο νὰ συμφωνήσῃ ἢ μὴ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν. Τὸ ἔκτροπον τοῦτο πρέπει νὰ διορθωθῇ, καὶ διορθοῦται συγκαλουμένης τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀναγνωσθῇ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ συζητηθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διὰ νὰ δυνηθῇ καὶ ἡ μειονοψηφία νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, καὶ ἐὰν μὲν συμφωνῇ, νὰ προσυπογράψῃ, ἐὰν δὲ ὄχι, νὰ συντάξῃ ἴδιον σχέδιον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου νὰ προκαλέσῃ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιβιτανίδης ἔχει τὸν λόγον.
§50Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§51Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐτιμήθην διὰ τῆς ψήφου τῶν συναδέλφων μου, ἐκλεγεὶς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ λάβω τὸν λόγον. Τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τὸ υἱοθετῶ. Εἶναι ἀπαύγασμα τῆς ἐμῆς πεποιθήσεως, καὶ ἀπόρροια τῆς ἐμῆς ἐργασίας. Ὁ χρόνος, ὅστις ἤθελεν ἐπαρκέσει δι’ ἐμὲ, ἵνα προβῶ εἰς τὸ καθῆκόν μου τοῦτο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλον οἱ συνάδελφοι, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς μέτρον ὡρισμένον χρονικὸν, οὐδὲ εἰς συζήτησιν. Ἑπομένως τὸ παράπονον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ περὶ τοῦ πότε ὁ εἰσηγητὴς ἐπήρκεσεν εἰς τὸ νὰ μελετήσῃ, διατυπώσῃ καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς συναδέλφους του τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀντικείμενον σοβαρᾶς συζητήσεως. Τὸ ἕτερον παράπονον τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐσεβάσθη τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, κατ’ ἐμέ, σπουδαῖον, ἐὰν ἦναι ἀληθές· διότι νομίζω ὅτι θεμέλιον τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ὁ σεβασμὸς τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας· ἀλλὰ τούτου τοῦ σεβασμοῦ ἀντίστοιχος εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τῆς μειονοψηφίας νὰ σέβηται τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας, καὶ νὰ μὴ παρεμβάλλῃ κωλύματα εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἐκλήθημεν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων μας ὡς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, δὲν ἐκλήθημεν μόνον πρὸς ἀρχαιρεσίας. Ἐγένοντο αἱ ἀρχαιρεσίαι, καὶ ἄνευ ἀντιρρήσεως προέβημεν ἀμέσως εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν. Δὲν βλέπω λοιπόν, Κύριοι, κατὰ τί ἐφάνημεν ἀσεβεῖς πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Φρονῶ ἐξ ἐναντίας, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἠδύναντο, ζηλωταὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, νὰ παραστῶσι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Ὥστε, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι βάσιμον τὸ παράπονον, ὅτι ἐγένετο ἀσέβεια πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας· τοὐναντίον ἡ μειονοψηφία ὑστέρησε πρὸς τὸ καθῆκόν της, ἀρνηθεῖσα νὰ συνεργασθῇ μεθ’ ἡμῶν, διότι, καίτοι ἐκλήθη, δὲν προσῆλθε.
§52Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, τὸ πρῶτον νῦν εἰσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν, εὑρίσκει πάνθ’ ὅσα ἐξέθεσα ὡς ὁμαλὰ καὶ δυνάμενα νὰ συμβαίνωσι, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ γεννᾶται οὐχὶ παράπονον, — διότι δὲν πρόκειται περὶ παραπόνων, — ἀλλὰ διαμαρτυρία ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι συνερχόμενοι ἐνταῦθα ἐννοοῦσι νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντά των συμφώνως πρὸς τὰ ἀπονεμόμενα πρὸς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος δικαιώματα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μήλου ὡς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας εὗρον ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον κατεπείγει καὶ ὅτι εἶναι ἀνευλάβεια πρὸς τὸ Στέμμα πᾶσα ἐπιβράδυνσις τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Δὲν συζητῶ, ἂν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶσι περὶ εὐλαβείας, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν οἱ Κύριοι ἐπίσης εὐλαβῶς ν’ ἀναμιμνήσκωνται τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, διότι θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀνευλαβὴς πρὸς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ εἶδον ὅτι μικροῦ δεῖν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μήλου νὰ παρασταθῇ καὶ ὡς ἀδικηθεὶς ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, ἐνῷ ἡ μειονοψηφία οὐδόλως ἐκλήθη, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ὅσον καὶ ἂν θέλωσι νὰ περικαλύψωσι τὰ πράγματα, παραμένει ἡ ἐντύπωσις ἡ ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως παρεκάλεσε τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον νὰ συνέλθῃ καὶ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας της. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας μᾶς εἰδοποιεῖ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκλήθη ἀπὸ τῆς ἑνδεκάτης.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξεφράσθη ὀρθῶς ὁ κ. Βουλευτής. Πρὸ δύο ἡμερῶν ἐγὼ εἰδοποίησα τὴν ἐπιτροπήν.
§54Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐπὶ τῶν γεγονότων πάντοτε ὁμιλῶ. Καὶ ἠδύνατο νὰ ἐρωτήσῃ τις τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαμπάκας, τίς προσεκάλεσε τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως συνέλθῃ; Γνωρίζομεν δὲ πάντες, κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ πρόσκλησις τῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν πρόσκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς, πρὶν ἢ αὕτη προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας της, ἐνεργεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δι’ ἐγγράφου, κάτωθεν τοῦ ὁποίου ὑπογράφει πᾶν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι πάντοτε.
§56Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκτὸς ἐὰν συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη σήμερον, νὰ καλέσῃ δηλαδὴ ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς πάντα κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιον καὶ ἐργασθῶσιν. Ἀλλ’ ἡ μὲν ἔγγραφος πρόσκλησις δὲν ἐγένετο, ἡ δὲ πρόσκλησις ἡ προφορικὴ ἐγένετο, ἀλλ’ ἐγένετο σήμερον (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).... Μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι φωνάζοντες καὶ διαμαρτυρόμενοι ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ θὰ μειώσητε τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ἐκ τοῦ γεγονότος παραχθεῖσαν. Τὸ γεγονὸς μαρτυρεῖ ἄνευ σχολίων. Ἡ ἐπιτροπή, σᾶς εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, συνῆλθε, καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μήλου εὑρίσκει, ὅτι δὲν ὑπόκειται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον κανενὸς ἡ ταχύτης, μετὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ ἐργασθῇ ὁ εἰσηγητής, ἀναλόγως τῆς ἱκανότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει, πρὸς σύνταξιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μήλου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μήλου δύναται νὰ συντάσσῃ σχέδια ἐπὶ σχεδίων ἐντὸς ἐλαχίστης ὥρας· ἀλλὰ θεωρῶν ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότερον τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συνταχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω ὅτι καὶ μελέτης πλήρους δεῖται, ἀλλὰ πρὸ πάντων καὶ συνεργασίας ἁπάντων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δὴ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς δὲν μᾶς εἶπεν ὅτι ἐκλήθη ἡ ἐπιτροπή, ἵνα ἀναγνωσθῇ εἰς αὐτὴν τὸ σχέδιον. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἀναδιφήσητε τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἂν εὕρητε ἔστω καὶ ἅπαξ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν, τότε δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συνέρχηται καθ’ ὃν τρόπον νομίζει ὅτι δύναται νὰ συνέρχηται, νὰ συντάσσῃ ἡ πλειονοψηφία σχέδια μόνη της, νὰ τὰ ἀναγινώσκῃ μόνη της, νὰ τὰ ὑπογράφῃ καὶ νὰ τὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς κἄν νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἔκτροπον. Εἶσθε ἡ δύναμις, καὶ δύνασθε νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς), ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἄρητε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐκτρόπως εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὅτι παρωράθησαν τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς ἐπιτροπῆς. Θεωρῶ ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς Βουλῆς νὰ διορθώσῃ τὸ ἔκτροπον τοῦτο, νὰ καλέσῃ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας καὶ νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτῶν τὸ σχέδιον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως. Ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ τὸ πράξῃ, εἶναι κυρία νὰ μὴ τὸ πράξῃ. Βεβαίως ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς θὰ καταθέσῃ αὔριον ἕτερον σχέδιον· ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ τοιοῦτον προηγούμενον, ὅπως ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ ἐργάζωνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ μὴ λαμβάνωσι δὲ γνῶσιν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας.
§57Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν τόνον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς θέλει νὰ συζητήσῃ τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἀπ’ ἀρχῆς ὑπέθεσα, ὅτι ἡ ἀγανάκτησίς του προέρχεται ἐκ πλάνης ἐπὶ ὡρισμένου γεγονότος· ἐκ τῆς δευτερολογίας του δ’ ἐπείσθην ἔτι μᾶλλον περὶ τούτου. Νομίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκλήθη προφορικῶς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου πρὸς ἀρχαιρεσίας μόνον. Τοῦτο εἶναι πλάνη, τῆς ὁποίας τὴν ἀπόδειξιν ἔχω πρόχειρον. Καὶ ἠθέλησα μάλιστα νὰ σταματήσω εἰς τὰ συμπεράσματά του ταῦτα, τὰ ἐκ τῆς πλάνης ταύτης προερχόμενα, τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἠθέλησε νὰ προσέξῃ εἰς τὴν ἐπιδεικνυομένην αὐτῷ πρόσκλησιν, ἣν καὶ ἤδη κρατῶ εἰς χεῖρας. Ἐκλήθημεν ἐγγράφως καὶ ἐγκαίρως. Παρεπονέθησαν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ὅτι δὲν ἐκλήθησαν; ὅτι παρεβιάσθησαν τὰ δικαιώματά των; Ὄχι. Ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἤκουσα τοιοῦτον παράπονον ἐκ μέρους οὐδενὸς τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Ἐὰν ὑπῆρχε παράλειψις τῆς προσκλήσεως τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, ἐγὼ αὐτὸς, σεβόμενος τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, δὲν θὰ ἐπέμενον εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ σχεδίου τῆς πλειονοψηφίας, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη ἐν ἀπουσίᾳ τῆς μειονοψηφίας· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐλέχθη, οὐδ’ ἐγένετο τοιοῦτόν τι, διότι ἐκλήθησαν ἐγκαίρως. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διαδικασία, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, δὲν εἶναι τακτικὴ, οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη ἑκάστοτε νὰ ἐπαναλαμβάνηται πρόσκλησις, ἄλλη πρὸς ἀρχαιρεσίας καὶ ἄλλη πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν. Δὲν ἐκλήθημεν δὲ μόνον πρὸς ἀρχαιρεσίας, ἀλλ’ ἐκλήθημεν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας· προέβημεν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας, συνετάξαμεν τὸ σχέδιον, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἐνέκρινε. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν παραπονοῦνται, ἐκτὸς ἐὰν θέλωσι νὰ ὑποβάλλωσι παράπονα, διὰ νὰ παρακωλύσωσι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον πανθομολογεῖται ὡς ἐπεῖγον.
§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ διόλου τὸ ἐπεῖγον τῆς ἀπαντήσεως. Ἐὰν δ’ ἐπεθύμουν νὰ ἀμφισβητήσω τὸ ἐπεῖγον, καὶ ἐὰν ἐπεθύμουν νὰ ἐξετάσω, ἂν τὸ ἐπεῖγον ἐπῆλθε καὶ πῶς ἐπῆλθε, τότε ἔπρεπε νὰ ζητήσω λόγον διὰ τὴν μὴ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ὁλοκλήρους ἑβδομάδας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, οὐδ’ ἔχω σκοπὸν νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα εἴτε νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον σχέδιον, εἴτε διὰ τροπολογιῶν νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ προέβη, δὲν εἶναι κατάλληλος, διότι προσεκλήθη ἡ ἐπιτροπὴ εἰς συνεδρίασιν τὴν τετάρτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτὴν προσῆλθε μέλος τῆς μειονοψηφίας, τὸ ὁποῖον περιέμενεν, ὅπως γείνῃ ἀπαρτία. Δὲν ἐγένετο ἀπαρτία, ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, ἀπῆλθε τὸ μέλος τοῦτο· ἐγένετο κατόπιν ἀπαρτία, — καὶ θὰ ἐγένετο περὶ τὴν πέμπτην ὥραν μ. μ., — ἐγένοντο αἱ ἀρχαιρεσίαι, ὡρίσθη ὁ εἰσηγητής. Εἴθισται ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς ἀπαντήσεως ὁ εἰσηγητὴς νὰ μελετήσῃ, νὰ ἀσχοληθῇ. Σήμερον εἰς διάστημα πέντε λεπτῶν ὅλον τὸ σχέδιον ἦτο ἕτοιμον! Πρὶν ἢ ὑποβληθῇ τὸ σχέδιον νομίζω ὅτι καθῆκον εἶχεν ἡ πλειονοψηφία νὰ καλέσῃ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ὅπως ἀναγνώσωσι τὸ κείμενον. Τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀλλ’ ὑπεβλήθη τὸ κείμενον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος ἐνδεικνύει σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω. Εἶπον, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, διότι ἔχομεν πλήρη ἐλευθερίαν νὰ ὑποβάλωμεν ἴδιον σχέδιον, ἢ νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν, ὅπως προκαλέσωμεν συζήτησιν· ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ θεωρηθῇ τουλάχιστον τοῦτο ὡς προηγούμενον, ὅπως καὶ ἄλλαι ἐπιτροπαὶ μετέλθωσι τοιοῦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δεικνύει σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ ἀπόψε ἢ αὔριον τὴν πρωΐαν, διὰ νὰ γείνῃ δυνατὸν νὰ συζητηθῇ αὔριον ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ὥστε, εἰ δυνατὸν, παρακαλῶ νὰ ἦναι καὶ τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας ἕτοιμον μέχρι τῆς αὔριον. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Παϊπέτης ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμος ἐφαρμόζεται καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀστυνόμους, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ διατηροῦνται δύο τοιοῦτοι ἐν Κερκύρᾳ, δηλαδὴ ὁ Φωκᾶς ἐν τῷ δήμῳ Μεσοχωριτῶν, καὶ ὁ Παΐζης ἐν τῷ δήμῳ Λευκιμμαίων.»
§60ΣΠΥΡ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Παϊπέτην, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν, ποία Κυβέρνησις ἐτοποθέτησε τοὺς δύο αὐτοὺς ἀστυνόμους ἐν Κερκύρᾳ;
§61Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις.
§62Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ ἔλθῃ ἡ σχετικὴ πληροφορία, μὲ τὴν προσθήκην, πότε εἶχον τοποθετηθῆ ἐν Κερκύρᾳ.
§63Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἐν Λαμίᾳ δὲν συνετάχθη ἐγκαίρως ὁ κατάλογος τῶν ἐνόρκων· ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ διὰ νόμου νὰ κυρώσῃ τὸν κατάλογον τοῦ 1904, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ Κακουργιοδικεῖον Λαμίας νὰ λειτουργήσῃ κατὰ τὸν ἑπόμενον μῆνα. Ὑποβάλλω συνεπῶς σχετικὸν νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ.
§64ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τίνα μῆνα ὑποβάλλετε τὸ νομοσχέδιον;
§65Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸν μῆνα Μάϊον.
§66ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τίνα λόγον δὲν συνετάχθη ἐγκαίρως ὁ κατάλογος τῶν ἐνόρκων;
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕνεκα παραλείψεως τοῦ νομάρχου, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέστειλεν ἐγκαίρως εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Πρωτοδικείου τὸν κατάλογον τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 85). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1905 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐξόδων τῶν ῥηθέντων ταμείων διὰ τὸν αὐτὸν μῆνα.» (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 40′ μ. μ.)