| 1072 | Κατὰ τὸ ἔτος 1901 | Λεχαινὰ | δραχ. | 402,548 | |
| 1073 | » » » | Μελιγαλᾶς | » | 281,025 | |
| 1074 | » » » | Μεσολόγγιον | » | 31,628 | |
| 1075 | » » » | Νησίον | » | 199,868 | |
| 1076 | » » » | Πύλος | » | 248,766 | |
| 1077 | » » » | Πύργος | » | 464,652 | |
| 1078 | » » » | Φιλιατρὰ | » | 226,909 | |
| 1079 | 1,855,396 | ||||
| 1080 | Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1902 | Ἀγουλινίτσα | δραχ. | 209,943 | |
| 1081 | » » » | Αἰγιάλεια | » | 20,834 | |
| 1082 | » » » | Ἀμαλιὰς | » | 602,067 | |
| 1083 | » » » | Ἀνδροῦσα | » | 123,154 | |
| 1084 | » » » | Ἀργοστόλιον | » | 346,999 | |
| 1085 | » » » | Ἀχαΐα | » | 102,249 | |
| 1086 | » » » | Γαργαλιάνοι | » | 341,443 | |
| 1087 | » » » | Ζάκυνθος | » | 190,470 | |
| 1088 | » » » | Καλάμαι | » | 160,290 | |
| 1089 | » » » | Κορώνη | » | 181,390 | |
| 1090 | » » » | Κριεκούκιον | » | 203,604 | |
| 1091 | » » » | Κυπαρισσία | » | 154,399 | |
| 1092 | » » » | Ζαχάρω | » | 74,301 | |
| 1093 | 2,711,143 |
1905.04.09
1,287 rows · 9,409 words · 1 table · 92 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
τῆς 9 Ἀπριλίου 1905.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 45′ π. μ. παρόντων 146 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ βαθυτάτης λύπης ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον ἀγαπητοῦ καὶ συμπαθοῦς συναδέλφου, τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ Δημοσθένους Ματάλα. Ὁ Δημοσθένης Ματάλας ἐπὶ ἔτη ἀντεπροσώπευσεν ἐπαξίως τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος, εἶχε δ’ ὡς ἰδιαίτερον χαρακτηριστικόν, ὅτι ἦτο ἐκ τῶν ὀλίγων εἰσέτι ἐναπομεινάντων πολιτευτῶν, οἵτινες ἐτίμων τὸ ἐθνικὸν ἔνδυμα. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μ’ ἐξουσιοδοτήσῃ ἵνα ἐπισήμως ἐκφράσω τὰ συλλυπητήρια αὐτῆς πρὸς τὴν πενθοῦσαν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος συναδέλφου.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ καὶ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας της· παρακαλῶ δὲ, εἰ δυνατὸν, νὰ προβῇ εἰς ταύτας ἀμέσως, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον δωδεκατημορίων, νομίζω, δὲ, ὅτι ἕνεκα τῶν ἑορτῶν πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Μπουφίδης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα: αʹ) Πόσαι πολιτικαὶ ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1902, 1903 καὶ 1904 ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων, Ἄρτης, Ζακύνθου, Σπάρτης, Καλαμῶν, Ναυπλίου, Τρικκάλων, Σύρου, Γυθείου, Εὐρυτανίας, Κορίνθου Λεβαδείας, Καρδίτσης, Ἀμφίσσης, Κυπαρισσίας, Μεσολογγίου καὶ Λευκάδος. βʹ) Πόσαι ἀποφάσεις Πλημμελειοδικείου ἐξεδόθησαν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη. γʹ) Πόσα βουλεύματα. Πόσα ἐκ τούτων παραπεμπτικὰ, πόσα ἀθωωτικὰ, καὶ πόσα παύοντα πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν. δʹ) Πόσαι ὑποθέσεις εἰσήχθησαν εἰς τοὺς ἀνακριτὰς, πόσαι ἐπερατώθησαν, πόσαι ἀπέμειναν ἐκκρεμεῖς. εʹ) Πόσαι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον ἑκάστης τῶν Εἰσαγγελιῶν, εἴτε ἀναγόμεναι εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακριτῶν, εἴτε προεισαγωγικαί. Παρακαλῶ, ὅπως ὁ ζητούμενος πίναξ ὑποβληθῇ ὡς οἷόν τε τάχιον.»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Πονηρόπουλος ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ, πόσοι εἰσὶν οἱ παρὰ τῷ καπνεργοστασίῳ Ἀθηνῶν τοποθετημένοι δημόσιοι εἰσπράκτορες διὰ τὴν πώλησιν τῶν ταινιῶν καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ συνάμα νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ ἀποδοθέντα ἢ ἀποδοτέα εἰς ἕκαστον τῶν εἰσπρακτόρων τούτων ποσοστὰ κατὰ μῆνα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1904 μέχρι τέλους Μαρτίου 1905.»
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λαὸς Αἰγικλείας, συνελθὼν ἐν συλλαλητηρίῳ, ἐψηφίσατο ψήφισμα, δι’ οὗ παρακαλεῖ ν’ ἀνακληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων κατὰ διαφόρων ὀφειλετῶν αὐτῆς.
§8Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§9Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κατὰ σειράν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πύλου διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ νὰ μὴ καταργηθῇ ἡ εἰς εἶδος φορολογία τῆς σταφίδος. Ὁ ἐν Γυθείῳ ἐμπορικὸς Σύλλογος «Ὁμόνοια» διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου καὶ ἡ Νομαρχία Λακωνικῆς. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Δραγούμης.
§11ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε, συμπληροῦται μὴν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ νήσῳ Κρήτῃ ὁμὰς ἀνδρῶν, ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν Κρήτῃ, παρακολουθουμένη ὑπὸ πολλῶν ἑκατοντάδων, συνῆλθεν, ἐξελθοῦσα τῆς πόλεως, ἐν Θερίσῳ, καὶ ἐκεῖ, πήξασα τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἐξεδήλωσεν ὡς φρόνημα γενικὸν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ τὴν ἀπόφασιν νὰ κηρύξῃ τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐκ τῆς διακηρύξεως ταύτης, ἥτις εἶχε καὶ ὡς συμπέρασμα τὸ ὅτι ἡ νῆσος, ἀνακηρύξασα τὴν ἕνωσιν, ἐτάσσετο ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην Διοίκησιν, ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, τοῦ προσήκοντος καὶ εἰς τὴν Κρήτην, τὴν θυγατέρα τῆς Ἑλλάδος, Βασιλέως, ἐπλάσθη ἐσωτερικῶς ἀνώμαλος κατάστασις καὶ ἀληθῶς πρωτοφανής. Οἱ συνελθόντες ἐκεῖ καὶ μετ’ ἄλλων καταρτίσαντες Ἐπαναστατικὴν Συνέλευσιν τάσσονται ἀντιμέτωποι τῆς Ἁρμοστείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς νομίμου, τῆς Κρήτης, καί, κατ’ ἀνάγκην, ἐν μέρει ἀντιμέτωποι καὶ τῶν ἐντολέων τῆς Ἁρμοστείας. Τὸ ἔδαφος τῆς Κρήτης τριχάζεται. Καὶ ἄλλο μὲν μέρος αὐτῆς μένει ὑπὸ τὴν τακτικὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπὸ τὸν Ἁρμοστὴν, ἄλλο μέρος καταλαμβάνεται ὑπὸ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ τρίτον δηλοῦται ὅτι ἀφίεται εἰς τὴν ζώνην, τὴν κατεχομένην ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ στρατοῦ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Πᾶς τις εὐκόλως ἐννοεῖ — καὶ εἶναι περιττὸν νὰ γένηται ἐνταῦθα εἰδικώτερος λόγος — καὶ τὴν ἀνωμαλίαν, ἥτις ἐκ τούτου πηγάζει, καὶ τοὺς κινδύνους τοὺς πολλαπλοῦς, οἵτινες ἐντεῦθεν ἐμφανίζονται. Οἱ κίνδυνοι ἰδίως εἶναι ἄξιοι πάσης προσοχῆς καὶ ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι. Κίνδυνος ἐξαπλώσεως τοῦ κινήματος μετὰ τοιαύτης ἀντιθέσεως, ὥστε, παρὰ τὴν ὁμοφροσύνην τῶν Κρητῶν περὶ τὴν σημαίαν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὸν πόθον τῆς ἑνώσεως, νὰ ἐξαρθῶσιν εἰς ἀνταγωνισμόν, ἄγοντα εἰς ἐμφυλίους σπαραγμούς. Κίνδυνος, ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐπιτάσει τῆς ἀνωμαλίας, προσκρούσεως εἰς τοὺς ἐκεῖ παρόντας ἀντιπροσώπους τῶν ξένων, τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐκεῖ παροῦσαν στρατιωτικὴν δύναμιν αὐτῶν. Κίνδυνος περιπλοκῆς ἐν ταὐτῷ ἄλλων ἐθνικῶν ἑλληνικῶν ζητημάτων ἐπὶ ἐνδεχομένῃ βλάβῃ αὐτῶν, ὅπως καὶ ὁ προηγουμένως ὑποδειχθείς, δυνατὸν εἶναι νὰ ἔχῃ ἐπακόλουθον ἀπευκταίαν ἐπέμβασιν ξένων εἰς τὰ τῆς νήσου πράγματα. Κίνδυνος, τελευταῖον, ἀντικτύπου καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἀνωμαλίας, λόγῳ τῆς ἑνότητος τῶν αἰσθημάτων, καὶ ἐντεῦθεν τοῦ Μυρτῴου πελάγους. Ἐπὶ στιγμὴν ἐφάνη, τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ, ὅτι δὲν ἔμελλε ν’ ἀποβῇ ἀδύνατος ἡ πρόληψις τοῦ κακοῦ, ὅτι δὲν ἤθελε καταστῆ ἀδύνατος ἡ εὕρεσις διεξόδου πρὸς συμβιβασμόν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα — ἄδηλον ἐκ τίνος πταίσματος, ἢ ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν, — ὡς διοικοῦνται, ὡς διῳκήθησαν, περιῆλθον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἰς θέσιν σχεδὸν ἀδιέξοδον. Τὰ γενόμενα ἐν Κρήτῃ συνέβησαν καὶ ἀνηγγέλθησαν ἐνταῦθα τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν προέκειτο νὰ κηρυχθῇ ἡ ἔναρξις τῆς Συνόδου. Ἡ δὲ περιπλοκὴ, ἡ χειρίστη, ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὰ πράγματα, τὰ καὶ οὕτως ἀρκετὰ ἀνώμαλα, συνέβη ἀκριβῶς χθὲς, μετὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς. Ἂν κατὰ τὴν 14 Μαρτίου ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν κατηρτισμένην τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀμέσως ἐνταῦθα, καλῶς ἐκτιμωμένων τῶν κινδύνων καὶ τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων, καλῶς ἀναμετρουμένης τῆς δυνάμεως τῆς ἀνησυχίας, ἥτις συνέχει πᾶν τὸ Ἑλληνικὸν, ἤθελεν ἐγερθῆ πᾶς τις, ὅπως ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλέσῃ αὐτὴν νὰ εἴπῃ, τί γινώσκει ἐκ Κρήτης τὸ ἐπίσημον, καὶ ἂν ἠδύνατο ἄνευ βλάβης τῆς ὑποθέσεως, ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπαραίτητα, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ παύσῃ ν’ ἀνησυχῇ καὶ ἡ ἀνησυχία τοῦ κοινοῦ μετριασθῇ, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν, τί δυνάμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα, παρὰ πᾶσαν τὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχομεν, ὅτι ἀγρυπνεῖ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ καὶ πράττει τὰ προσήκοντα πρὸς ἐπαναφορὰν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν κανονικὴν ὁδὸν, τί δυνάμεθα, λέγω, ἡμεῖς νὰ πράξωμεν, ὅπως ἀποφανθῶμεν γνώμην καὶ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν εὕρεσιν τῆς καταλλήλου ὁδοῦ, τῆς φερούσης εἰς τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα λύσεως τῆς ἀδιεξόδου περιπλοκῆς. Δυστυχῶς ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο κατηρτισμένη τότε· καὶ μέχρι τῆς χθὲς, ὅτε συνέβη ἡ ἐπιπλοκὴ τῶν πραγμάτων, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ παρέλθῃ ἡ συνεδρίασις αὕτη, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ ἐνταῦθα φωνὴ, πιστοῦσα καὶ βεβαιοῦσα τὴν ἑνότητα τῶν αἰσθημάτων τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων πρὸς τὰ αἰσθήματα τὰ ἐκδηλωθέντα ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει τῇ Ἐπαναστατικῇ, ἀλλὰ, καὶ πρὸ παντὸς, ἐν τῇ Βουλῇ, πληθούσῃ, τῆς Κρήτης. (Εὖγε! εὖγε!). Ἐπὶ πλέον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἐγερθῇ φωνὴ, ἥτις, ἐνῷ θέλει διαπιστοῖ ταῦτα, θέλει ἐν ταὐτῷ ζητεῖ παροχὴν ἐπισήμων πληροφοριῶν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Καὶ κατὰ παρελθοῦσαν καὶ τὴν προπαρελθοῦσαν Περίοδον ἐνεφανίσθησαν ἀνωμαλίαι τινὲς ἐν Κρήτῃ, καθ’ ἃς ἴσως ἔπρεπε νὰ μὴ διστάσωσιν οἱ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ἀντιπρόσωποι νὰ λάβωσι περὶ αὐτῶν τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει, ἥτις ἐδίδετο ἑκάστοτε, ὅτι δὲν συμφέρει τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν νὰ συζητῆται ἐνταῦθα, καὶ αἱ δυσκολίαι αἱ ἐκεῖθεν ἀναφυόμεναι καὶ ἡ δυσαρέσκεια ἡ ἐκεῖ παρατηρουμένη νὰ εὑρίσκῃ συζητητὰς, νὰ εὑρίσκῃ ἐπιδοκιμαστὰς ἢ τοὺς καταδικάζοντας ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, πάντες ὤκνουν καὶ, συμμορφούμενοι πρὸς ὑποδείξεις τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐσιώπων. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Περίοδον καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὶς ἢ τρὶς δοθείσης ἀφορμῆς, ἐδίστασα, — μετ’ ἄλλων δὲ πολλῶν ἐν τούτῳ εὑρέθην σύμφωνος, — ἐδίστασα νὰ φέρω τὸν λόγον περὶ τῶν Κρητικῶν πραγμάτων. Σήμερον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μεταμέλειαν, διότι δὲν ἔσχον τὸ θάρρος τότε νὰ εἴπω, ὄχι ὅσα ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ἀλλ’ ὅσα ἐπετρέπετο νὰ εἴπω, μὴ συντελῶν δι’ αὐτῶν εἰς οἱανδήποτε ζημίαν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων. Διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἂν μεταξὺ ἡμῶν εὑρίσκετό τις τότε νὰ θίξῃ ἐντονώτερον τὴν χορδὴν ἐκείνην τῶν κυβερνητικῶν ψυχῶν, ἥτις ἐτηρεῖτο χαλαρὰ περὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πρακτέου ἐν ταῖς δυσχερείαις ἐκείναις ἐν Κρήτῃ, θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ ἐπήρχετο ἔκτοτε βελτίωσις, ἥτις ἤθελεν ἐμποδίσει νὰ καταντήσωσι τὰ πράγματα εἰς τὸ σημερινὸν ἀπροχώρητον. Ἀπροχώρητον τῷ ὄντι ἐγείρεται ἐνώπιον ἡμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἂν ὅσα ἀκούομεν λεγόμενα καὶ δημοσιευόμενα ἔχωσι πραγματικῶς ὅπως λέγονται, ὅπως δημοσιεύονται. Καὶ ἔχει τοῦτο τὸ περίεργον ἡ κατάστασις· ὅτι, καίτοι δὲν ἔχομεν ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου τούτου ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῶν γινομένων ἐκεῖ, ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ὅσας πληροφορίας ἔχομεν, ἔχομεν αὐτὰς ὅλως ἀναξίας πίστεως καὶ ἐντελῶς ἰδιωτικάς. Διότι ἐκεῖ, ἐν Κρήτῃ, δύο ἐπίσημα ἱδρύματα, τὸ ἓν νόμιμον, τὸ ἄλλο ἀνώμαλον, φροντίζουσι νὰ διασπείρωσιν ἀνὰ πᾶν τὸ Ἑλληνικὸν τὰ δημοσιεύματα αὐτῶν, τὰ ἀνακηρύσσοντα καὶ πιστοποιοῦντα τὰς καθημερινὰς αὐτῶν πράξεις. Γνωρίζετε τὰς πράξεις τῆς Ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως, διότι ἀνακοινοῦνται καὶ δημοσιεύονται· γνωρίζετε τὰς πράξεις τῆς Ἁρμοστείας καὶ τῆς Βουλῆς τῆς Κρητικῆς, διότι ἀνακοινοῦνται καὶ δημοσιεύονται παραχρῆμα. Ἐξ ὅσων δὲ οὕτω γινώσκονται, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν τοὐλάχιστον, προκύπτει περιπλοκὴ ἀδιέξοδος, προκύπτει λαβύρινθος, ἐξ οὗ δὲν δυνάμεθα ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ κρίνωμεν, κατὰ τίνα τρόπον θέλει κατασταθῆ δυνατὸν, ἡμεῖς οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες μετὰ τῶν ἡμιελευθέρων Κρητῶν νὰ συνεξέλθωμεν. Χθὲς, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς πρώτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀνακηρυξάσης τὸν γενικὸν Κρητικὸν πόθον τῆς ἑνώσεως, — τῆς ἀμέσου ἑνώσεως, — ἀνωμαλία διοικητικὴ, κυβερνητικὴ, καὶ ἐκεῖ, ὅπου τὰ πράγματα δὲν ἦσαν τεθειμένα ὑπὸ τὴν προσωρινὴν διακυβέρνησιν τῆς Ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως, ἐνεφανίσθη. Τὰ πράγματα ἐπεδεινώθησαν καθ’ ὅλην τὴν νῆσον. Διότι ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς ἑνώσεως, ἐὰν πιστεύσωμεν τὰ τηλεγραφήματα τὰ ἐκ Κρήτης, πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ τῆς Ἁρμοστείας σχεδὸν κατηργήθησαν, ἐν πάσῃ περιπτώσει αἱ ἀρχαὶ παρελύθησαν· πολλὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἁρμοστείας ἀνέγραψαν ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἐφ’ οὗ γράφονται αἱ ἐπίσημοι πράξεις, τὸ Ἑλληνικὸν ἐθνόσημον, τὸν τίτλον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· ἀλλὰ καὶ Σωματεῖα μετέχοντα ἐπισήμου χαρακτῆρος, τὸ Σωματεῖον τῶν δικηγόρων ἐδήλωσεν ὅτι δὲν στέργει νὰ εἰσαγάγῃ πρὸς ἐκδίκασιν δίκας ἢ ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ δικασθῶσιν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, καὶ προσωρινῶς μόνον κατὰ τοὺς Κρητικοὺς νόμους. Τὸ δὲ παραδοξότατον, ἐν τοῖς τελωνείοις ἐγένετο ἀπόπειρα — διστάζω νὰ πιστεύσω τὸ πρᾶγμα· τόσον μοὶ φαίνεται ἔκτροπον — εἰσπράξεως τελωνειακοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, οὕτως ἐνταῦθα γεννηθείσης ἀφορμῆς συγκρούσεως τοῦ καθεστῶτος τοῦ ἐννόμου ἐν Κρήτῃ πρὸς τὰ δίκαια τὰ ἀντιπροσωπευόμενα ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καθ’ ἃ οὐδεὶς ἄλλος δασμὸς ἐπιτρέπεται νὰ εἰσπραχθῇ ἢ ὁ ὡρισμένος ὑπὸ τοῦ συμβατικοῦ καθεστῶτος, 8% κατ’ ἐκτίμησιν· διότι ἐν Κρήτῃ ἰσχύουσιν αἱ παλαιαὶ συμβάσεις. Ἐννοεῖται ἐκ τούτου ὁποῖον χάος ἐπλάσθη καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ἀπροσδόκητα, ἅτινα εἶναι καὶ λίαν ἐνδεχόμενα. Ἀφ’ ἑνὸς ἡ καθεστηκυῖα ἀρχὴ εἰς κίνδυνον προσκρούσεως ἀβουλήτου πρὸς τοὺς ἔχοντας εἰς αὐτὴν δεδομένην τὴν ἐντολὴν τῆς διοικήσεως τῆς Κρήτης· ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἐπαναστατικὴ Συνέλευσις ἀντιμέτωπος τῶν δυνάμεων τῶν στρατιωτικῶν τῆς Εὐρώπης, αἵτινες, ὡς σήμερον ἀνακοινοῦται, κατέλαβον θέσεις ἀκριβῶς ἀπέναντι ἐκείνων, ἃς κατέχουσιν οἱ τῆς Ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως. Ἐν τοιαύτῃ τῶν πραγμάτων καταστάσει, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἀπαραιτήτως, μὴ ἔχοντες ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ ἐξενέγκωμεν γνώμην περὶ τῶν ἐκεῖ γινομένων, συντηροῦντες μόνον τὸν πόθον ἡμῶν ἀκοίμητον, καὶ θαυμάζοντες τὰ αἰσθήματα τὰ θερμὰ καὶ ἀκατάβλητα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν θέλῃ, νὰ δηλώσῃ πρὸς ἡμᾶς ταῦτα: 1) Ἔχει εἰδήσεις ἐκ Κρήτης, ἐπισήμου πηγῆς, αἵτινες εἶναι δυνατόν, — ἐν τῷ μέτρῳ, ὅπερ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις θέλει προσδιορίσει, διότι εἰς αὐτὴν ἀνήκει νὰ κρίνῃ τί πρέπει νὰ εἴπῃ καὶ τί δὲν πρέπει, — αἵτινες ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν; Ἂν τοιαῦταί τινες εἰδήσεις ἐκ Κρήτης ὑπάρχουσι, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτάς. 2) Ἔχει ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ πλέον ἐκ Κρήτης, ἀλλ’ ἄλλοθεν, ἐκ τῶν κέντρων, ἐν οἷς παρακολουθεῖ τὰ τῶν διεθνῶν σχέσεων, ἔχει ἐκεῖθεν εἰδήσεις, αἵτινες δύνανται νὰ καθησυχάσωσιν, ἀνακοινούμεναι ἐν τῷ αὐτῷ πάλιν μέτρῳ, τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ ἐμπνεύσωσι τὸ θάρρος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς περιπλοκῆς, — περιπλοκῆς ἐπίσης ἐπικινδύνου εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, καθὼς καὶ εἰς τὴν Κρήτην, — νὰ ἐξέλθωμεν μὴ ὑφιστάμενοι ζημίας ἐκ τῶν ἀνεπανορθώτων;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν ἡμέραν τινὰ πρὸς τοῦτο.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ὅσας ἔχομεν πληροφορίας· ἀλλ’ ἐάν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχῃ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὁμιλήσῃ πρίν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζιδάκης.
§15Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκοπῇ νὰ ἀπαντήσῃ, ἵνα διαφωτίσῃ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρὸ μικροῦ ἀνέφερε, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προηγηθῇ εἰς τὴν ἀπάντησιν· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ ἄλλην ἡμέραν...
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§17Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. Ἐπαινῶ τὸν προλαλήσαντα ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, φέροντα τὸν λόγον ἐπὶ τῶν Κρητικῶν πραγμάτων, διότι φρονῶ μετ’ αὐτοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῶν καθηκόντων αὐτῆς, πρὶν ἢ ἀπαντήσῃ ἔτι εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ πρὸ παντὸς εἰς τοὺς παλμοὺς τῆς Κρήτης, οἵτινες μυχιαίτατα συγκινοῦσιν ἅπαν τὸ Ἑλληνικόν. Δὲν ἔρχεται φωνὴ μόνον ἐκ Θερίσου, ἀλλ’ ἀπ’ ἄκρου ἕως ἄκρου τῆς Κρήτης ἡ αὐτὴ ἐκπέμπεται φωνὴ περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος· ἐκ τῶν ὑψίστων κορυφῶν τῆς Ἤδης, τῶν Λευκῶν ὀρέων, τοῦ Λασσηθίου, ὡς ἀπὸ κρατήρων παμφλέγοντος ἡφαιστείου, περίλαμπρος ἀναδίδεται φλὸξ πατριωτισμοῦ τοῦ εἰς τὰ στήθη ἁπάντων τῶν Κρητῶν ἀναπτομένου πυρός. Δὲν ὑπολογίζουσιν οἱ λαοὶ, ὅταν ἡ καρδία αὐτῶν πάλλῃ, ὅταν τὸ αἴσθημα κατακτᾷ, ὅταν τοῦτο γλῶσσαν καὶ χεῖρα κινῇ. Ἡ θυγάτηρ ζητεῖ νὰ ἐναγκαλισθῇ, νὰ περιπτυχθῇ τὴν μητέρα. Εἶναι γλῶσσα τῆς φύσεως, μὴ ἀναχαιτιζομένη ὑπὸ τύπων. Τὸ ἐν Θερίσῳ γεγονὸς ἤναψεν ὡς θρυαλλὶς πυρκαϊὰν καθ’ ἅπασαν τὴν Κρήτην. Δὲν ἐξετάζω νῦν τοῦτο, οὐδὲ τὰς αἰτίας καὶ ἀφορμὰς αὐτοῦ. Ἤδη τὸ ἐθνικὸν λάβαρον, τὴν ἐθνικὴν τῆς Κρήτης ἀποκατάστασιν, κρατεῖ ὑπερηφάνως ἡ ἐπίσημος τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἀντιπροσωπεία. Παρὰ τὰς ἀκραιφνεστάτας καὶ πατριωτικωτάτας προθέσεις τοῦ λατρευτοῦ ἐν Κρήτῃ πρίγκηπος, εἰς τὴν περίνοιαν τοῦ ὁποίου αἱ Προστάτιδες τῆς Κρήτης Δυνάμεις ἀνέθηκαν τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τοῦ ἐνδόξου, τοῦ ἡρωϊκοῦ, τοῦ μάρτυρος λαοῦ, ἐφ’ οὗ ἡ ἀσκηθεῖσα γοητεία τοῦ πρίγκηπος συνετέλεσε ν’ ἀποτελεσθῇ θαῦμα, παρ’ ἐχθρῶν καὶ φίλων τῆς Ἑλλάδος ἀνομολογούμενον, ἵνα ὁ ἐπαναστάτης λαός, ὁ ἀκατάβλητος εἰς τοὺς ἀγῶνας, ὁ ἀνεξάντλητος εἰς τὰς θυσίας, προσοικειωθῇ ὡς ἄριστα εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης, ἀρκεῖ ὅτι τὸν κλάδον αὐτῆς ἔφερεν ὁ λατρευτὸς βλαστὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου, ἡ λαϊκὴ θέλησις ἐξερράγη, καὶ ἐν ἐπιδιώκεται, ἡ ἕνωσις. Θαυμασία τάξις ἐπεκράτησεν. Ἀσφάλεια ζωῆς καὶ περιουσίας. Οἱ τέως ἐν ἀμειλίκτῳ φυλετικῷ ἀγῶνι Χριστιανοὶ καὶ Ὀθωμανοὶ συζῶσιν ἐν ἀσφαλείᾳ, ἴσης ἀπολαύοντες ἐννόμου προστασίας. Ἐπαινετὴ πολιτειακὴ κατάστασις ὑπῆρχεν.
§18Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ ἀπολυταρχία ἀπόλυτος!
§19Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ. .. κρηπῖδα ἔχουσα τὴν ἄπταιστον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Καὶ παρὰ τὰς ἐξόχως πατριωτικὰς ἐνεργείας τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος ἡ λαϊκὴ θέλησις ἐξερράγη, τὸ ἐν Θερίσῳ γεγονὸς συνετέλεσεν ὡς ἀφορμή, εἰ καὶ τῶν πρωτουργῶν αὐτοῦ τὴν διάνοιαν συνεσκότισεν ἴσως πατριωτισμὸς καὶ ὤθησεν αὐτοὺς εἰς μέτρα ἐμβάλλοντα εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν ἐν Κρήτῃ τάξιν καὶ ὀξύνοντα τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Ἡ Κρήτη, ἀφορμὴν ἐκ τοῦ γεγονότος λαβοῦσα, ἀτενίζουσα πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, ἱκέτιδας ἀνυψοῖ τὰς χεῖρας πρὸς τὸν Ὕψιστον, ὅπως φωτίσῃ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς καὶ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὴν δικαιοσύνην καὶ μὴ καταστείλωσιν ἢ ἀναβάλωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερωτάτων πόθων λαοῦ ζητοῦντος τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ ἀποκατάστασιν μετὰ ἑκατόμβας αἱμάτων καὶ θυσιῶν. Παρὰ τὴν γλῶσσαν τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος, τὸ Ἐθνικὸν τοῦτο Συνέδριον, τὸ ἑρμηνεῦον τὴν θέλησιν τῶν Ἑλλήνων, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ δηλώσῃ ἐμφανέστατα, ὅτι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν συγκινοῦσι μυχιαίτατα οἱ εἰρηνικοὶ οὗτοι ἀγῶνες τῆς Κρήτης διὰ τὴν ἐθνικὴν αὐτῆς ἀποκατάστασιν. Ἑπομένως, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς γλώσσης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἑνώσωμεν μετὰ τῶν ἐν Κρήτῃ συναδέλφων μας τὰς ἱκεσίας ἡμῶν πρὸς τὸν Ὕψιστον, ἵνα φωτισθῶσιν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς καὶ σεβασθῶσι τὰ ἁγνὰ αἰσθήματα τῆς νύμφης τῆς Μεσογείου, εἰς δὲ τὴν θυγατέρα Κρήτην νὰ διαβιβάσωμεν σὺν τῷ μητρικῷ ἀσπασμῷ καὶ τὴν παρήγορον εὐχὴν καὶ συμβουλήν: «Θύγατερ! ἐγκαρτέρει καὶ σωφρόνει, ἀποβλέπουσα μόνον εἰς τὴν ἐθνικήν σου ἀποκατάστασιν καὶ μὴ παρασυρομένη ὑπὸ ἀλλοτρίων ταύτης ζητημάτων· στάθμισον τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἀπεκδεχομένη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὗ αἱ βουλαὶ τὴν τύχην σου εἰς χεῖρας τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς ἐνεπιστεύθησαν, ἐλπίζουσα ὅτι ταχέως ἐλεύσεται τὸ ποθητὸν ἦμαρ.»
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ, μοὶ ἐφάνη δὲ, ὅτι ἐν τῇ προτάσει αὐτοῦ διεκρίνοντο δύο διάφοροι περίοδοι τῶν ἐν Κρήτῃ συντελεσθέντων· ἡ περίοδος τῶν συντελεσθέντων πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ περίοδος τῶν μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς συντελεσθέντων. Δύναμαι νὰ ἐπαρκέσω εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας ἡμεῖς κατέχομεν πληροφορίας. Λέγω τοῦτο, καὶ παρακαλῶ νὰ πιστευθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλω μεταδώσει εἰς αὐτὴν, εἶναι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, ὅσας ἔχομεν μέχρι σήμερον. Πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ἐλήφθη ὑπ’ ἐμοῦ ἐπιστολὴ, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Κρήτης, προκαλοῦντός με νὰ ἀποφήνωμαι γνώμην ἐπὶ σχεδίου ἐνεργείας, ὅπερ ἐσκόπουν νὰ ἐφαρμόσωσιν· ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔλαβον ἀλλεπαλλήλως δύο ἐπιστολὰς, ἐχούσας ἐξωτερικοὺς τύπους ἐπισήμων ἐγγράφων, καὶ δύο ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Κρήτης, οἵτινες δι’ αὐτῶν μοὶ ἀνήγγελλον, ὅτι μετέβησαν εἰς Θέρισον, καὶ ὅτι ἐκεῖ καλοῦσι καὶ ἄλλους, ἵνα συσκεφθῶσι περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει γενῆ δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ὡς τάχιστα ἡ ἕνωσις, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον νὰ συσκεφθῶσι περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς νήσου· τὴν μίαν δὲ τῶν ἐπιστολῶν τούτων μοὶ ἐνεχείρισεν ἀπεσταλμένος τῶν ἐν Θερίσῳ. Αἱ προαιρέσεις τῶν συνελθόντων ἐν Θερίσῳ κατεδηλοῦντο καὶ ἐν τῇ πρώτῃ καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ ἐπιστολῇ, δὲν ἔχω δὲ δυσκολίαν ν’ ἀνακοινώσω τὰ περὶ τούτων εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ κυριωτέρα καὶ πρωτίστη προαίρεσις, ἥτις κατεδηλοῦτο ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς ταύταις, ἦτο νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ἕνωσις τῆς νήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ πόθος οὗτος τῶν ἐν Θερίσῳ εὐτυχῶς εἶναι πόθος πάντων τῶν Κρητῶν, ἁπάσης τῆς νήσου, εἶναι πόθος ἁπάντων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πολιτῶν Ἑλλήνων, εἶναι πόθος ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων, τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς εὑρισκομένων. Ἡ ἐκδήλωσις τοῦ πόθου τούτου ὑπὸ τῶν ἐν Θερίσῳ δὲν ἀνήγγελλε νέον τι· ἀνήγγελλε καινόν, τοῦ ὁποίου οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη βεβαιώσεως. Ἀλλὰ πλὴν τούτου περιείχετο καὶ ἄλλο τι· περιείχετο ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς ταύταις δήλωσις προαιρέσεως πρὸς ἐξεύρεσιν τρόπου ῥυθμίζοντος τὰ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τῆς νήσου κατ’ ἄλλον τρόπον. Περιείχετο δὲ ἰδίως ἡ δήλωσις ἐπιθυμίας νὰ χαραχθῇ ὅριον τοπογραφικὸν ἀπὸ γραμμῆς ὡρισμένης, ἐντεῦθεν τῆς ὁποίας νὰ ἐγκατασταθῇ διοίκησις ἄλλη, ἀντικαθιστῶσα τὴν ὑπάρχουσαν, καὶ ἰδίως ἡ δήλωσις, ὅτι αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ ἐγκαταστήσωσι τοιοῦτον διοικητικὸν ὀργανισμόν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν ἀπεσταλμένον τὰς ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τούτων γνώμας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἐν Θερίσῳ ἐπέμενον νὰ ἐμμένωσιν εἰς τὰς γνώμας αὐτῶν, ἔκρινα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ δώσω ἐν ὀνόματι τῶν συναδέλφων μου καὶ ἐμοῦ ῥητὴν, μᾶλλον ὡρισμένην ἀπάντησιν, καὶ τοιαύτην πράγματι ἔδωκα ἐπὶ χάρτου γεγραμμένην, οὐχὶ ὑπὸ τύπον ἐπιστολῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τύπον κειμένου. Ἐδήλωσα διὰ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης εἰς αὐτοὺς, οἵτινες ἐπεζήτουν τὴν σύμπραξιν ἡμῶν εἰς τὴν ἐπιχείρησίν των, ὅτι ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ἀρνούμεθα νὰ συμπράξωμεν εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῶν. Ἐγράφετο ἐν τῷ κειμένῳ, ὅτι, ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς ἑνώσεως, ἡ σύμπραξις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο ἀναγκαία, διότι ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς συμπράττει εἰς τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει φωνὴ, δὲν ὑπάρχει γνώμη ἀντίθετος τῆς γνώμης ἐκείνων ὡς πρὸς τὴν ἕνωσιν τῆς νήσου. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ δεύτερον μέρος, εἶπον ἀμέσως, ὅτι τὸ κίνημα αὐτῶν ἀναιρεῖ τὰς ἀποφάσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡμεῖς δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ συμπράξωμεν εἰς ἀνατροπὴν τοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀνήγειραν, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἐπιζητοῦμεν παρὰ τῶν Δυνάμεων ν’ ἀποβλέψωσιν εἰς τοὺς ἐθνικοὺς πόθους καὶ νὰ σπεύσωσι νὰ συντελέσωσι τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου ἀπὸ τοῦ 1897 ἤρξαντο, δηλαδὴ νὰ πραγματοποιήσωσι τὴν ἕνωσιν τῆς νήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἔδωκα μάλιστα καὶ συμβουλὴν πρὸς τοὺς ἐν Θερίσῳ, ὅτι, ἐπειδὴ συνταγματάρχης τοῦ ἐκεῖ φρουροῦντος στρατοῦ ἔλεγε πρὸς αὐτούς, ὅτι ἡ ἕνωσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται νῦν, ἀλλ’ ὅτι, ἐὰν ἔχωσιν ἄλλας ἀξιώσεις, νὰ τὰς ἀνακοινώσωσιν αὐτῷ, ἔδωκα συμβουλὴν εἰς αὐτοὺς, νὰ εὕρωσι τοῦτο διέξοδον, προβάλλοντες ποίας ζητοῦσι μεταρρυθμίσεις, καὶ ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἑστίας των, αἴροντες οὕτως ἀπὸ τοῦ μέσου τὸ κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην ἔκτροπον κίνημα αὐτῶν. Καὶ ταῦτα μὲν εἶναι τὰ μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς Κρητικῆς Βουλῆς. Ὅτε τὴν προχθὲς συνεκλήθη ἡ Κρητικὴ Βουλή, ἐμάθομεν ἐπισήμως, ὅτι αὕτη ἐψήφισε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ψήφισμα ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἡ πρᾶξίς της αὕτη συνεκίνησε τὰ πλήθη· τότε ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ μεταδώσωμεν τὴν εἴδησιν καὶ νὰ διαβιβάσωμεν τὸ ψήφισμα εἰς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας ἡμᾶς ἐν Εὐρώπῃ, καὶ νὰ συστήσωμεν εἰς αὐτοὺς νὰ παραστήσωσιν ὅπου δεῖ, ὅτι εἰς τὴν προσωρινότητα τῆς ἐν Κρήτῃ καταστάσεως πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα, ὅπως ἀποκατασταθῇ ὁριστικῶς πλέον ἡ πολιτικὴ κατάστασις, διὰ τὴν ὁποίαν προωρίσθη ἡ Κρήτη· δηλαδὴ νὰ πραγματοποιήσωσι τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης. Πάντα τὰ ἄλλα, γραφέντα ἢ λεχθέντα ἐν Ἀθήναις, περὶ συμβεβηκότων διαπραχθέντων, τελεσθέντων, μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, δὲν μᾶς εἶναι γνωστά, οὔτε ἐπισήμως, οὔτε ἰδιαιτέρως· διότι οὔτε ἐπίσημός τις Ἀρχὴ, οὔτε ἰδιώτης τις μᾶς ἀνεκοίνωσεν ὅσα χθὲς καὶ προχθὲς ἐδημοσιεύθησαν ἐν Ἀθήναις διὰ τῶν ἐφημερίδων. Ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν τοιαύτην πληροφορίαν, συνιστῶ εἰς τοὺς συναδέλφους κ. Βουλευτὰς νὰ δυσπιστῶσι πρὸς τὰς διαδιδομένας εἴτε γραπτῶς εἴτε προφορικῶς εἰδήσεις. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν οἱ κανονίζοντες τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τῆς νήσου νόμοι εἶναι πλημμελεῖς, ἢ ἐὰν διατάξεις τοῦ Συντάγματος χρήζωσι τροποποιήσεως, ἐὰν εἴτε νόμοι ἐκδοθέντες ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς νήσου, εἴτε διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἔχωσιν ἔν τισιν ἢ ἐν πολλοῖς κακῶς, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο προσῆκε νὰ ἀρθῇ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, καὶ ἠδύνατο νὰ ἀρθῇ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ. Δύναμαι ὄντως νὰ εἴπω τὴν ἐμὴν γνώμην τὴν ἀτομικὴν, οὐχὶ ὡς περιβεβλημένος δημόσιον ἀξίωμα, ἀλλ’ ὡς Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὡς πολίτης, ὅτι ἀνευρίσκω ὄντως, ὅτι ἔν τισιν οἱ νόμοι, οἱ καθεστῶτες ἐν Κρήτῃ, δέονται μεταβολῆς, καί τινες ῥιζικῆς μεταβολῆς· ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν ἐλπίδα μόνον, ἔχω τι περισσότερον τῆς ἐλπίδος, ὅτι, ἐπειδὴ αἱ νενομοθετημέναι διατάξεις πρέπει νὰ μεταβάλλωνται νομίμως καὶ οὐχὶ ἐκνόμως, ἡ πρώτη πρότασις, ἥτις ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ἤθελε καταλήξει εἰς εὐκταῖον ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς μεταβολῆς τῶν κακῶς ἐχόντων οὐ μόνον διατάξεων μὴ ἀλλοιουσῶν τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ τὴν σύγκλησιν Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Λέγω, ὅτι ἐφρόνουν, ὅτι πᾶσαι αἱ μεταβολαὶ ἔπρεπε νὰ γένωνται νομίμως, διότι ἐγώ, εἴτε ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἐκ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ὁδηγούμενος, εἴτε ἐκ χαρακτῆρος, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν πραξικοπημάτων, καὶ ἂν ταῦτα σκοπῶσι βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων, καὶ ἂν διαπράττωνται πρὸς συμπλήρωσιν κενῶν κακῶς κειμένων. Ἑπομένως δὲν ἤθελόν ποτε δώσει γνώμην εἰς Ἡγεμόνα νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τῆς νομίμου ἐξουσίας αὐτοῦ, λόγῳ ὅτι πράττει τοῦτο, ἵνα βελτιώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα· διότι αἱ τοιαῦται ἕξεις πολλάκις καταλήγουσιν εἰς τὰ ἀντίθετα τῆς ἐπιζητουμένης βελτιώσεως ἀποτελέσματα. Προσεδόκων δὲ, ὅτι ἡ Κρητικὴ Βουλή, συνερχομένη, ἤθελε δυνηθῆ νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὀργανώσεως τῆς νήσου, συντελέσῃ δὲ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως καὶ καταστήσῃ οὐ μόνον ἀνεκτόν, ἀλλὰ καὶ λυσιτελῆ, τὸν δημόσιον βίον κατὰ τὸ ὑπόλοιπον χρονικὸν διάστημα τῆς προσωρινῆς αὐτῆς καταστάσεως τῆς νήσου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ πάντες ὁμοῦ εὐχόμεθα νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύτερον. (Εὖγε! εὖγε!).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§22ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§24ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§26ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς ἐπαρκεστάτας πληροφορίας, ἃς ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ δὲν δύναμαι μὲν νὰ εἴπω, ὅτι τ’ ἀνακοινωθέντα ὑπ’ αὐτοῦ — καθ’ ὅσον ἀνάγονται εἰς τὸ ἐνταῦθα κυβερνητικὸν ἔργον — προκαλοῦσι λόγους διαφωνίας, ἀλλ’ εἶναι ἀπαραίτητον, κύριε Πρόεδρε, — καὶ πράττω τοῦτο σήμερον ἀκριβῶς, δι’ ὃν λόγον, τὸ πρῶτον ἀγορεύσας, ἐδήλωσα ὅτι μεταμέλομαι διὰ τὴν τοῦ παρελθόντος σιωπὴν, — εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἴπω τι ἐνταῦθα σήμερον, ὅπερ ὑπέδειξα ἐν ἔτει 1902, ἐν τῷ πέρατι τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶπον τότε, ὅτι τὰ Κρητικὰ πράγματα μοὶ ἐφαίνοντο δεόμενα μείζονος προσοχῆς, καὶ ὅτι ἐνόμιζον ὅτι ἀποκαλύπτω τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν — τότε κατείχετο ἡ κυβερνητικὴ ἕδρα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ — ἐν ἀπολύτῳ ἀδυναμίᾳ νὰ ἔχῃ ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῶν τελουμένων ἐν Κρήτῃ, διότι οὐδὲν τῶν διαδεχθέντων ἄλληλα Ἑλληνικῶν Ὑπουργείων ἐφρόντισεν ὑπευθύνως καὶ κανονικῶς ν’ ἀντιπροσωπεύηται ἐν Κρήτῃ. Καὶ τῳόντι, εὐθὺς ὡς ἐπετεύχθη τὸ εὐεργετικώτατον ἀποτέλεσμα τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Δυνάμεων μετὰ τὰς τελευταίας σφαγὰς, ὁ ἐξαναγκασμὸς τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας ν’ ἀπέλθῃ διὰ παντὸς τῆς νήσου, καὶ προσήγγισεν ἡ ὥρα τῆς μεταβάσεως εἰς Κρήτην τοῦ ἐκλεκτοῦ καὶ τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Κρήτης ἀντιπροσώπου, τοῦ Πρυτάνεως τῆς νέας Κυβερνήσεως, τοῦ Ἁρμοστοῦ, τοῦ Πρίγκηπος Γεωργίου, εὐθὺς ἀμέσως ἡ ὑφισταμένη ἐν Κρήτῃ Προξενικὴ Ἀρχὴ, ἥτις ἦτο ἐν προσωρινῇ ἀργίᾳ, καίτοι ἐν τῷ νόμῳ διετηρήθη, ἔργῳ κατηργήθη. Καὶ δὲν ἔρχομαι ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ἂν ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν ἢ νὰ μὴ καταργηθῶσιν αἱ προξενικαὶ ἀρχαί. Ἔρχομαι νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν τῶν Ὑπουργείων, ἅτινα εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις κατέληξαν, καὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων καὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, κατὰ τὴν πεποίθησιν καὶ τῶν δύο τούτων κυβερνητῶν τὰ Προξενεῖα δὲν ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσι. Τὴν πεποίθησιν δὲ ταύτην ἀντλῶ ἐκ πράξεως αὐτῶν τῶν κυβερνητῶν, οἵτινες, ἀναθεωρήσαντες τὸν Προξενικὸν νόμον, κατέλυσαν μὲν τὰ δύο Ὑποπροξενεῖα, καλῶς πράξαντες, ἀλλὰ διετήρησαν τὸ Γενικὸν Προξενεῖον τὸ ἐν Χανίοις. Καλῶς πράξαντες, διετήρησαν αὐτὸ, καίτοι, παραδόξως λησμονήσαντες ὅτι εἶχεν ἐν τῷ μεταξὺ μεταβληθῆ τὸ ἐν Κρήτῃ καθεστὼς, ἀνέγραψαν καὶ διερμηνέα τῆς Τουρκικῆς ἐκεῖ, ὅπου οὐδεὶς ὁμιλεῖ τὴν τουρκικὴν γλῶσσαν. Οἱ κυβερνῆται ἐκεῖνοι, ἔχοντες τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ διατήρησις Γενικοῦ Προξενείου ἐν Κρήτῃ, —καὶ ὀρθῶς ἔχοντες τὴν συναίσθησιν ταύτην, διότι ἡ Κρήτη, ὅσον καὶ ἂν δὲν ἦναι ξένη πρὸς ἡμᾶς, εἶναι ξένη ὡς Πολιτεία, ἕνεκα τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅστις ἐδόθη εἰς αὐτὴν,—καὶ ἔχοντες ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ νόμῳ τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Προξένου καὶ τὰ ἐπακόλουθα, ἐδείκνυον διὰ τούτου, ὅτι ἀνεγνώριζον τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖ ὑπεύθυνον ἀντιπρόσωπον, δυνάμενον νὰ πληροφορῇ αὐτὴν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης, δυνάμενον νὰ ἔρχηται ἐκεῖ εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, δυνάμενον κατὰ τὰς συνθήκας νὰ δικάζῃ, —διότι ἐκεῖ κατὰ τὰς κρατούσας συνθήκας ὑπάρχει ἑτεροδικία,—καὶ ὑπερασπίζῃ τοὺς Ἕλληνας, οἵτινες ἔκτοτε μέχρι ταύτης τῆς ὥρας οὐδεμίαν δίκην ἠδυνήθησαν νὰ δικάσωσι, καὶ παραπονοῦνται ὅτι δὲν ἔχουσι Δικαστήριον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δευτερεῦον ὅλως. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι, ἐν ᾧ νόμῳ ὑπάρχει τὸ ἵδρυμα, καὶ ἐν ᾧ εἶναι ἀπαραίτητον εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ διπλωματικὸν ἀντιπρόσωπον, ἵνα πληροφορῆται περὶ τῶν πραγμάτων οὐχὶ ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς, ἀλλ’ ἀπὸ ὑπευθύνου ἀντιπροσώπου, τὰ πάντα βλέποντος καὶ τὰ πάντα ἀκούοντος, τὰ πάντα ὀφείλοντος νὰ ἀναφέρῃ, αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ τοιαῦτα διὰ νόμου πράξασαι, ἔργῳ εἶχον κατηργημένον τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, ἰδιαιτέρως δ’ ἐπωφελοῦντο τῆς ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένης θέσεως, ὅπως δώσωσιν ἄδειαν εἰς ἕνα τῶν Γενικῶν Προξένων νὰ παραμένῃ ἐν Κρήτῃ, οὐχὶ διευθύνων τὸ Γενικὸν Προξενεῖον τὸ ἐν Κρήτῃ, οὐχὶ ἐκτελῶν καθήκοντα Γενικοῦ Προξένου, ἀλλ’ ἀναδεχόμενος καθήκοντα ἄλλα, ὑψηλὰ μὲν, ἀλλ’ ὅλως ἰδιωτικὰ, τὰ καθήκοντα ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ Ἁρμοστοῦ. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐτῶν, ἅτινα διέρρευσαν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι εἶχε, καὶ ἅπαξ ἔστω, ἡ Κυβέρνησις ἀναφορὰν ἐκ Κρήτης ἐπίσημον; Βεβαίως ὄχι. Διὰ νόμου εἰδικοῦ ἐκυρώθη πρᾶξις γενομένη πρότερον καὶ ἄνευ νόμου, πρᾶξις κυβερνητικὴ, δι’ ἧς ἐδόθη ἄδεια εἰς Γενικὸν Πρόξενον, ὅπως, ἐξερχόμενος τῆς ὑπηρεσίας προσωρινῶς, μεταβῇ καὶ ἀναλάβῃ τὴν θέσιν ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ Ἁρμοστοῦ, καὶ ἔκτοτε ἡ θέσις αὕτη κατέχεται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Τὴν ὥραν ταύτην, καθ’ ἣν, πρὸ ὀλίγου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως—ὅστις βεβαίως δὲν ἐνέχεται εἰς τὴν εὐθύνην τῶν οὕτω πολιτευθέντων ἐν τῷ παρελθόντι—ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει ἐπισήμους ἐκ Κρήτης πληροφορίας, ἃς καὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς ἡμᾶς, περὶ τῶν τελευταίων ἀπὸ τῆς προχθὲς συμβάντων, προτρέψας εὐλόγως νὰ μὴ πιστεύωμεν τὰ ἔξω λεγόμενα καὶ δημοσιευόμενα, πρὸς ἃ ἐγὼ αὐτὸς ἀνωμολόγησα δυσπιστίαν, ὅτε μάλιστα φαίνονται καὶ τόσον ἔκτροπα, τὴν ὥραν, λέγω, καθ’ ἣν ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει ἐπισήμους πληροφορίας, ἐγεννήθη εἰς ἐμὲ ἡ ἀπορία, ἆρά γε πόθεν ἔχει ταύτας τὰς πληροφορίας; —διότι ἐπίσημοι πληροφορίαι διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μόνον ἐξ ἀνακοινώσεως ἀντιπροσώπου αὐτῆς ἐπισήμου δύνανται νὰ ληφθῶσιν, ἐκτὸς ἐὰν προέρχωνται ἐξ ἀρχῆς ξένης.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξ ἐπισήμων πηγῶν.
§28ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον καὶ νὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξετάσῃ ἰδιαιτέρως τὸ ζήτημα τῆς θέσεως ἡμῶν ἐν Κρήτῃ ταύτην τὴν ὥραν, καθ’ ἣν μοὶ φαίνεται ὅτι ἀπαραιτήτως ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωμεν ὑπεύθυνον ἐκεῖ, πληροφοροῦντα τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δύνωνται καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος νὰ παρακολουθῶσι τὰ πράγματα καὶ μὴ καθίσταται ὑποδεὴς ἡ θέσις ἡμῶν ἐν Κρήτῃ, δυσχερὴς δὲ, δυσχερεστάτη, ἡ ἐπενέργεια ἡμῶν ἡ Ἑλληνικὴ εἰς τὰ Κρητικὰ πράγματα. Εἶναι δὲ εὔκολον εὐτυχῶς τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι εὑρίσκεται ἀπέναντι καταστάσεως πραγμάτων βοηθητικῆς, δεικνυούσης δὲ μεθ’ ὁποίας προσοχῆς ἐγίνοντο πάντα ἐν τῷ παρελθόντι, ὅτε εὑρίσκοντο κυβερνῆται τόσον πρόθυμοι τὰ πάντα νὰ κανονίζωσι κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὥρας. Ἐδημοσιεύθη νόμος, ψηφισθεὶς ἐνταῦθα ὑφ’ ἡμῶν κατὰ τὸ ἔτος 1899, ὅτε τὰ κοινὰ διηύθυνεν ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν Κυβέρνησις, ἐδημοσιεύθησαν τρεῖς νόμοι ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τῶν τότε Ὑπουργῶν, καθ’ οὓς παρείχετο μέχρι τριῶν ἐτῶν μόνον ἄδεια εἰς δικαστικούς, ναυτικοὺς καὶ διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἑλλάδος νὰ μεταβῶσι πρὸς ὑπηρεσίαν ἐν Κρήτῃ. Ἡ τριετία ἔληξε τὸν Ἰούνιον τοῦ 1902, διότι κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1899 ἐψηφίσθη ἡ ἄδεια ἡ νομοθετική. Ἐρωτῶ, ἐπῆλθε νόμος ἄλλος ἔπειτα, παρασχὼν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρατείνῃ τὴν ἄδειαν πέραν τῆς τριετίας; καὶ ἐπὶ τίνος νομικοῦ θεμελίου στηρίζεται ἡ ἐν Κρήτῃ παρουσία τῶν ἐκεῖ σήμερον εὑρισκομένων ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας, τῶν δικαστικῶν, τῶν προξενικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν, οἵτινες ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐργάζωνται ἐκεῖ, παρακεχωρημένοι ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν Ἁρμοστήν; Ἂν ὑπῆρχε τοιοῦτός τις νόμος, βεβαίως δύσκολον ἤθελεν εἶναι σήμερον νὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα, καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ ἤθελον ὑποδείξει. Ἀλλ’ ἀφοῦ νόμος δὲν ὑπάρχει, — καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς συνῄνεσε νὰ ἐγκρίνῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μισθοὺς, οἵτινες δὲν στηρίζονται ἐπὶ νόμου παρέχοντος τοιαύτην ἄδειαν, — ἆρά γε δὲν ἐπῆλθεν ὁ καιρὸς, ἡ Κυβέρνησις, ἐπωφελουμένη τοῦ λόγου τούτου, ὅτι ἀποκαλύπτεται γεγονὸς παρανόμου ἐν Κρήτῃ διατηρήσεως τῶν μὴ τυχόντων νομίμου ἀδείας, νὰ στηριχθῇ εἰς τοῦτον τὸν λόγον καὶ παρακαλέσῃ τοὺς ἐκεῖ παραμένοντας ὑπαλλήλους αὑτῆς νὰ ἐπανέλθωσιν ἐνταῦθα, ἐκτὸς ἐὰν προτιμῶσι, παραιτοῦντες τὰς θέσεις αὑτῶν ἐν Ἑλλάδι, νὰ ἐξακολουθήσωσι διεξάγοντες τὴν ἐκεῖ ὑπηρεσίαν;
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐγερθέντος ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ· ἐνόμιζον, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν προσήκει σήμερον νὰ γίνηται λόγος, ἐνόμιζον, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡμεῖς, οἱ μὴ ἔχοντες ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἑπομένως ἀντιπολιτευόμενοι ταύτην, ἔπρεπεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ τηρήσωμεν πορείαν, ὡσεὶ εἴχομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν. Δὲν ἐσκόπουν, λέγω, νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἤθελε δευτερολογήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ θὰ ἐπεθύμουν χάριν τῆς ὑποθέσεως, ἵνα μὴ ἐδευτερολόγει· διότι, ἐνῷ ἀνεβίβασε διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τὸ ζήτημα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἵσταται, διὰ τῆς δευτέρας ἀγορεύσεώς του κατεβίβασεν αὐτό. Ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου, — χωρὶς νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν ἔλεγχον, δι’ ἀγνώστους εἰς ἐμὲ λόγους, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, — ἤλεγξε, λέγω ἡμᾶς, ὅτι δὲν διετηρήσαμεν Προξενεῖον ἐν Κρήτῃ, καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις προξένου ἐστέρησε τὴν Κυβέρνησιν ἐπισήμων καὶ αὐθεντικῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ συμβαινόντων. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐθεώρησεν ὅτι ἐν Κρήτῃ ὑπάρχει πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὸν δεσμὸν τὸν συνδέοντα τὴν Κρήτην μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὑπάρχει πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ δεσμοῦ τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προσφύγῃ εἰς πρόξενον, ἵνα ἔχῃ πληροφορίας περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ συμβαινόντων, ὅτι δὲν ἤθελε μάλιστα νὰ ἔχῃ πρόξενον, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι Κρήτη καὶ Ἑλλὰς ἀποτελοῦσι δύο διακεκριμένα Κράτη. Δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ γίνηται λόγος, σήμερον μάλιστα, περὶ ἑτεροδικίας, διότι θὰ ἦτο περίεργον νὰ ἐγείρωμεν ζήτημα ἑτεροδοκίας ἐν Κρήτῃ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες οἱ ἐλεύθεροι. Ὁμολογῶ ὅτι ἐξεπλάγην, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὁμιλοῦντος περὶ προξένων καὶ ἑτεροδικίας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κρήτη ὅλη ζητεῖ τὴν ἕνωσιν. Ἡμεῖς, διὰ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσαμεν, ἠθελήσαμεν νὰ δείξωμεν ὅτι ἐθεωροῦμεν τὸ ἐν Κρήτῃ καθεστὼς ὡς προσωρινὸν, ὅτι τοιαύτην ἔδωκεν ἔννοιαν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνόμισε καὶ νομίζει, ὅτι, ὅτε αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀνέθηκαν τὴν ἐκπροσώπησιν αὐτῶν εἰς Πρίγκηπα Ἕλληνα, ὑπεδείκνυον, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐγίνετο ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ πόθος τῶν Κρητῶν καὶ τῶν Ἑλλήνων ὅλων ἤθελε ταχέως πραγματοποιηθῆ. Μέχρι τοῦδε ἡ πραγματοποίησις τοῦ πόθου τούτου ἀναβάλλεται, καὶ ἐντεῦθεν ἡ δυσφορία καὶ τὰ ἐκ ταύτης προκύπτοντα δυσάρεστα ἀποτελέσματα. (Ἐπιδοκιμασίαι). Βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ συμβουλεύσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ συμβουλεύσῃ, πρὸς ἄρσιν δυσκολιῶν καὶ πρὸς ἀποτροπὴν κινδύνων. Δὲν φρονῶ, ὅτι δικαίωμα ἔχω, ἵνα ὑποδείξω ὁποίας κατὰ τὴν κρίσιν μου καθῆκον ἔχει νὰ δίδῃ συμβουλάς. Περιορίζομαι νὰ ἐκφράσω τὴν ἐλπίδα, ἣν ἔχω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἄρῃ τοὺς ἀπειλοῦντας κινδύνους καὶ διδάξῃ εἰς ὅλους, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτῶν πρέπει πάντοτε νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὸν ἱερὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει πάντες νὰ ἔχωμεν, τῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέρας πραγματοποιήσεως τῆς ποθητῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§30ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐκ τρίτου, ἵνα ἀναιρέσω δύο παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ ἐνταῦθα, νὰ βλέπω ἀπέναντί μου πληροφορίας ἐπισήμους, παρετήρησεν, ὅτι τὰς ἐπισήμους πληροφορίας πολὺ ἐπισημότερον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Ἁρμοστείας, παρὰ τοῦ Πρίγκηπος τῆς Ἑλλάδος ἢ παρ’ ἀντιπροσώπου προξενικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ παρέλιπεν ἐντελῶς νὰ μνημονεύσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ σαφῶς ἐλέχθη ὑπ’ ἐμοῦ, μὴ ζητοῦντος ἁπλῶς ἐπισήμους πληροφορίας, ἀλλ’ ἐπισήμους πληροφορίας ὑπευθύνους. Περὶ τοῦ ὅτι ὁ Πρίγκηψ Γεώργιος, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν καὶ τὴν Ἑλλάδα ἐν Κρήτῃ, ἀλλ’ ὡς Ἁρμοστὴς τῶν Δυνάμεων, παρέχει καὶ δύναται νὰ παρέχῃ ἐπισήμους πληροφορίας ἀξίας πίστεως, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων· ἀλλὰ περὶ τοῦ ὅτι τὰ Κράτη ἐν ταῖς ὑποθέσεσιν αὐτῶν δὲν ἀρκοῦνται εἰς ἀνευθύνους πληροφορίας μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδεὶς οὔτε ἐνταῦθα οὔτε ἀλλαχοῦ εὑρίσκεται ὁ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ὅ,τι δὲ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ τῆς ἑτεροδικίας μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶχε καὶ πολλὴν ἀξίαν. Διότι, ἐὰν ἦτο δυνατόν, μὴ ἀντιπροσωπευομένης τῆς Ἑλλάδος ἐν Κρήτῃ, νὰ καταργηθῇ γενικῶς ἡ ἑτεροδικία, βεβαίως ἤθελον εἶπει, ὅτι δι’ αὐτὴν περιττὴ ἦτο ἡ ἀντιπροσώπευσις· ἀλλ’ ἐὰν, τῆς Ἑλλάδος μὴ ὠφελουμένης τοῦ δικαιώματος τῆς ἑτεροδικίας ἐκεῖ, πάντες, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἀπολαύωσι τῶν πλεονεκτημάτων αὐτῆς, ἐπιτρέπεται νὰ παραιτήσῃ ἔργῳ τὸ δικαίωμα αὐτῆς ἡ Ἑλλάς;
§31Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμά σας. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, καὶ πλειότερα βλάπτουσι τὴν ὑπόθεσιν.
§34Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καὶ μετὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἤκουσεν ἡ Βουλή, τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τούτου εἶχε λήξει, καὶ ἔχαιρον, διότι ἔβλεπον ὅτι πράγματι εἶχεν ἀνυψωθῆ εἰς τὴν περιωπήν της ἡ συζήτησις καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται, προκειμένου περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ μὲν ἡμᾶς πάντας, ἀλλ’ εἶναι καὶ ζήτημα λεπτότατον. Διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἐλευθέρως νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἀνεπιφυλάκτως τὸν κακίζω, διότι εἰσήγαγεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὅσα δὲν εἶχον ἐνταῦθα χῶρον.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ ἐλέγοντο εἰς τὰς τριόδους.
§36Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διαφωνίαι μεταξὺ ἀνθρώπων ἐλευθέρως βιούντων εἶναι τι εὐνόητον, καὶ ἐπιβάλλεται μάλιστα εἰς τοὺς ἐλευθέρως πολιτευομένους νὰ συζητῶσι καὶ διακηρύττωσι τὰς διαφωνίας ταύτας, διότι διὰ τῆς τοιαύτης συζητήσεως φωτίζονται ἀμοιβαίως καὶ ὑπηρετοῦσι τὴν πατρίδα. Ἀλλ’ ὅταν διαφωνῶσι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κακίζῃ ὁ εἷς τὸν ἄλλον ἐπὶ κακῇ πίστει. Οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ἔριδες τῶν ἐν Κρήτῃ, ἡμεῖς ἐδῶ δὲν ἔχομεν ἢ ν’ ἀτενίσωμεν εἰς ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁμοθύμως ὑπέγραψε πᾶσα ἡ Κρήτη, ἥ τε τὰ ὅπλα φέρουσα εἰς ὡρισμένα σημεῖα τῆς Κρήτης καὶ ἡ σεβομένη τὴν ἔννομον τάξιν, ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον διὰ πολλοστὴν φορὰν ὑπογράφοντες οἱ Κρῆτες ζητοῦσι τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Δὲν ἔχομεν δὲ παρὰ νὰ εὐχηθῶμεν, ὅπως τώρα πληρωθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ ὅ,τι εἶναι ἐφικτὸν, ὅπως τὸ περιμάχητον Κρητικὸν ζήτημα λάβῃ τὴν ὁριστικήν του λύσιν τώρα, καὶ εὔχομαι εἰς τὸν Θεὸν, ἵνα ὦσιν εὐτυχεῖς οἱ σήμερον κατέχοντες τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας νὰ ὑπογράψωσιν ἐν συντόμῳ χρόνῳ τὴν συνθήκην τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. (Χειροκροτήματα).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπαλάφας παρακαλεῖται νὰ προσέλθῃ ἵνα ὁρκισθῇ. (Προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ ἄρτι ἀφικόμενος βουλευτὴς Καρυστίας Ν. Μπαλάφας). Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνέλθῃ καὶ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας της. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§38Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1904 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐκανονίσθησαν προσωρινῶς τὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1905 ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τὰ διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, συμφώνως πρὸς τοὺς ὑποβληθέντας περὶ αὐτῶν προϋπολογισμοὺς εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τῆς ΙϚʹ Περιόδου κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Γʹ τακτικὴν Σύνοδον. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1905 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐπίσης τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐξόδων τῶν ῥηθέντων ταμείων διὰ τὸν αὐτὸν μῆνα. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Φεβρουαρίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχ. 230,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905 δι’ ἔξοδα ἐκλογικά. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 62,100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 δι’ ἔξοδα τροφῶν καὶ γαιανθράκων. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1905 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 10,300 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905 διὰ βοηθήματα εἰς παθόντας ἐκ σεισμῶν καὶ τοῦ χειμῶνος καὶ δι’ ἔξοδα ἀποκαταστάσεως διακοπείσης συγκοινωνίας ἕνεκα τῶν χιόνων. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου 1904 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 421,200 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 δι’ ἀποζημίωσιν Βουλευτῶν ἐπὶ τῇ Γʹ τακτικῇ Συνόδῳ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς τῆς ΙϚʹ Περιόδου. Ὑποβάλλω ἐπίσης ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζεται εἰς 145 λεπτὰ ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ φράγκου διὰ τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Τὸ γεγονὸς τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἐγέννα τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐξακολουθῇ ἡ εἴσπραξις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Πρὸς διευκόλυνσιν δὲ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπως ἐκ νέου ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ πάντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα κατεπείγοντα, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῶσι σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, διότι δύο μόνον ἡμέραι συζητήσεως ὑπολείπονται.
§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ προηγηθῇ πρᾶξις τῆς ἐπιτροπῆς;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεκλήθη καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 73–79).
§41ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων αὐτῶν, ὡς εἴπετε, στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κατατεθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς προηγουμένης Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς ἄλλην Περίοδον, θὰ ἦναι ἀπαραίτητον νὰ κατατεθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτός, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν, ὅσοι δὲν ἀπετέλουν μέρος τῆς παρελθούσης Βουλῆς.
§42Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατάθεσις αὐτοῦ δὲν θέλει ποσῶς ὑποδεικνύει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς θὰ ἦναι καὶ ὁ ὑποβληθησόμενος παρ’ ἡμῶν.
§44ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂς ψηφισθῶσι καλλίτερον μόνον τὰ νομοσχέδια τῶν δωδεκατημορίων.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Στριφτόμπολας ἔχει τὸν λόγον.
§47ΑΛΕΞ. ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, εἶμαι γέρων, εἰς τὴν δύσιν τοῦ βίου μου. Εἶδον ἀρκετὰ, καὶ ἔπαθον περισσότερα. Ἐπεθύμουν νὰ σᾶς εἴπω πολλὰ μετὰ συγκινήσεως καὶ τεθλιμμένης καρδίας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχω τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα τοῦ λόγου, καὶ θὰ περιορισθῶ διὰ τοῦτο εἰς ὀλίγα, ἐπικαλούμενος τὴν προσοχήν σας καὶ τὴν ἐπιείκειάν σας. Τίς μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο; Ἡ πολυστένακτος καὶ αἱματοβαφὴς Κρήτη, ἢ μὴ τὸ αἷμα τὸ Ἑλληνικὸν, τὸ ὁποῖον χύνεται καὶ ποτίζει τὰς πεδιάδας καὶ τὰ χωρία τῆς Μακεδονίας; Ὄχι, οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο. Μὲ φέρει ἡ ἀπελπιστικὴ κατάστασις τῆς Πελοποννήσου καὶ ὅλου τοῦ ἀτυχοῦς ἔθνους, μὲ φέρει ὁ μαρασμὸς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ τῶν ἐμπορευομένων, μὲ φέρει ἡ δυσβάστακτος, ἄνισος καὶ καταθλιπτικὴ φορολογία· μὲ φέρει ἡ πενία, ἡ πεῖνα καὶ ἡ ἀπελπισία τοῦ μακροθύμου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μὲ φέρει ἡ φυγὴ καὶ ὁ ἐκπατρισμὸς τόσων χιλιάδων Ἑλλήνων κατ’ ἔτος ἀπὸ τὴν τόσον ἀραιῶς κατοικουμένην Πελοπόννησον. Τί δὲ ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωσιν ὅλα ταῦτα; Θὰ σᾶς εἴπω. Ἐκτὸς ἐὰν ἡ σημερινὴ Βουλή, ἡ ὁποία ἔχει μέγαν προορισμὸν, διότι δὲν εἶναι ὡς αἱ τῶν παρελθουσῶν Περιόδων, ἀλλ’ εἶναι Βουλή, ἡ ὁποία θ’ ἀποφασίσῃ τὴν ζωὴν ἢ τὸν θάνατον τοῦ ψυχορραγοῦντος ἔθνους, ἐκτὸς, λέγω, ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὴ εἴπῃ: «Λήθη εἰς τὸ παρελθὸν αὐτό. Πλήρης ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ. Σωφρονισμὸς διὰ τὸ μέλλον.» Ἐκτὸς, ἐπαναλέγω, ἐὰν ἀποφασίσωμεν καὶ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ὑποστηρίξωμεν μίαν Κυβέρνησιν μὲ ὅλην μας τὴν καρδιὰ καὶ μὲ ὅλον τὸν πατριωτισμόν μας, ἄνευ ἀξιώσεων. Ἐὰν εἴπωμεν ἀκόμη: «ἀφήσατε τὴν ψαλίδα, διότι ἡ ψαλὶς εἶναι διὰ τὰ ἄνθη, καὶ πάρετε τὸ τσεκοῦρι. Σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ τσεκουριαῖς, καὶ ὄχι ἀπὸ ψαλιδιαῖς. Κάτω ἡ σταφιδικὴ παρακράτησις! Κάτω ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, διότι δὲν ἀνεκουφίσθη ὁ λαός, ἀλλ’ ὠφελήθησαν μερικοὶ ἐπιτήδειοι! Σᾶς ὑποστηρίζομεν μὲ ὅλην τὴν καρδιά μας. Τραβᾶτε ἐμπρὸς, διότι δὲν εἴμεθα καθόλου καλά!» Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐξακολουθήσῃ τὴν παλαιὰν πορείαν της, δηλαδὴ τὴν συναλλαγὴν τῶν στρατηγῶν καὶ τῶν ναυάρχων, σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ἔχωμεν δευτέραν χρεωκοπίαν, θὰ ἔχωμεν ἐθνικὴν ἐπανάστασιν. Ἀπέκαμεν ὁ λαὸς καὶ δὲν δύναται πλέον νὰ ὑποφέρῃ. Δὲν καθήμεθα ἐπὶ ῥόδων οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἡ Βασιλεία.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Στριφτόμπολα, ὁμιλεῖτε περὶ ἐπαναστάσεως, ὡσανεὶ πρόκειται περὶ ἐπαναστάσεως.
§49ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε...
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως βεβαίως.
§51ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Εἶμαι νομοταγέστατος καὶ γέρων. Συμβουλεύω δὲ μόνον. Δὲν μοὶ ὑπαγορεύει τοῦτο τῆς νεότητος τὸ πῦρ, ἀλλὰ δίδω νουθεσίας, ὡς φιλόστοργος πατήρ. Τί δὲ ἔχει αὐτὸς ὁ δυστυχὴς λαὸς, Κύριοι; Μόνον τοῦ μένει τὸ χουχουλητὸ καὶ ἡ ἀπελπισία! Τί ἔχει; Ἔχει διοίκησιν; ἔχει δικαιοσύνην; ἔχει ἀσφάλειαν; Ἡ δικαιοσύνη του ὁμοιάζει τὴν ἀράχνην, ὅπου πιάνονται μὲν ὅλα τὰ μικρὰ ἔντομα, ἀλλὰ τὰ μεγάλα διέρχονται ἄνευ βλάβης τινός. Ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν εἶναι διὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδυνάτους. Ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης ὅλη ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐσπαρμένη διὰ πυρίτιδος, καὶ ἐάν που ἐπέλθῃ ἀνάφλεξις, ὄχι εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τι ἄκρον τοῦ Βασιλείου, θὰ ἀναφλεχθῇ ἀμέσως ὅλη ἡ Ἑλλάς. Λοιπὸν, κύριοι ἀντιπρόσωποι, σᾶς ἐξορκίζω ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, ἐν ὀνόματι τῶν ποταμηδὸν χυθέντων αἱμάτων τῶν μαρτυρησάντων πατέρων ἡμῶν, νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν. Δὲν εἶσθε σεῖς ἐν τῷ γήρατι, ὡς ἐγώ· σεῖς οἱ νέοι συνδράμετε πρὸς τοῦτο. Διότι ἡμεῖς οἱ γέροντες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔχομεν τὴν μουντζούρα μας. Σεῖς προσέξατε μὴ μουντζουρωθῆτε, διότι ἡμεῖς πλέον εἴμεθα σβυσμένα κάρβουνα. Καὶ τὸ κάρβουνον ἔχει δύο ἰδιότητας· ἀνημμένον καίει, σβυστὸν μουντζουρώνει. Λυπηθῆτε λοιπὸν τὸ ἔθνος. Ἀναλογισθῆτε, πῶς παρέδωκαν αὐτὸ εἰς ἡμᾶς οἱ προπάτορες καὶ ποῦ ἡμεῖς τὸ κατηντήσαμεν. Πρὸ τετρακοσίων ἐτῶν εἰς ποίαν κατάστασιν ἀφῆκαν αὐτὸ πρὸς ἡμᾶς; Ἡ Ἑλλὰς ἔπειτα, ὑπὸ τὴν τυραννίαν, ἐγέννησε γυναῖκας ἡρωΐδας, ἐγέννησε χειρώνακτας στρατηγούς, στρατάρχας ὑλοτόμους, ἐγέννησε ναύτας πλοιαρίων ναυάρχους, κατατροπωτὰς τοῦ τουρκικοῦ καὶ αἰγυπτιακοῦ στόλου καὶ στολοκαύστας, τοὺς ὁποίους ἐθαύμασαν τὰ δύο τῆς γῆς ἡμισφαίρια, τὸ δὲ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Βασίλειον γεννᾷ μόνον νάνους, δειλοὺς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀνάνδρους καὶ αὐλοκόλακας. Ποῦ εἶναι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τῶν ἄλλων ἡρώων τῆς Πελοποννήσου; ποῦ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τῶν ἄλλων ἡρώων τῆς Στερεᾶς; ποῦ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Μιαούλη, τοῦ Κουντουριώτη, τοῦ Κανάρη καὶ τῶν ἄλλων ἡρώων τῶν νήσων; Πῶς μετὰ τὸν θάνατον τῶν ἡρώων αὐτῶν δὲν εὑρέθη εἷς νὰ εἴπῃ καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν ἐθνικὸν αὐτὸν κατήφορον; Πῶς δὲν εὑρέθη εἷς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ἡγεμόνα τῆς χώρας: «Μεγαλειότατε, τὰ ἔθνη δὲν τὰ σῴζουσιν, οὔτε τὰ μεγαλύνουσιν αἱ παροδικαὶ Κυβερνήσεις· τὰ σῴζει καὶ τὰ μεγαλύνει ἡ Βασιλεία»; Παράδειγμα σᾶς φέρω τὸν Βασιλέα τῆς Ρουμανίας. Πῶς προήγαγε τὸ Κράτος αὐτὸ ὁ Κάρολος;
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται βεβαίως ἐνταῦθα νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Βασιλείαν.
§53ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Λυποῦμαι πολύ. Ὅπου νομίσητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κάμνω τοῦτο, νὰ μοὶ τὸ λέγητε, διὰ νὰ τὸ ἀνακαλῶ (ἱλαρότης). Κατήντησεν ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος τοιοῦτο τὸ Κράτος του, ὥστε, ἐὰν εἴπῃς ἕνα Ρουμᾶνον Ἕλληνα, ἐκεῖνος θὰ σὲ ὑβρίσῃ, ἐνῷ πρὸ ἐτῶν ἐθεωρεῖτο τιμὴ διὰ τὸν Ρουμᾶνον, ἐὰν τὸν ἀπεκάλει τις Ἕλληνα. Δύναμαι μάλιστα νὰ σᾶς εἴπω ἓν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον μοὶ συνέβη, ὅτε ἐταξείδευον εἰς τὴν Γερμανίαν. Συνεταξείδευον μὲ ἕνα Ρουμᾶνον, ὀνομαζόμενον Περικλῆ Καφταντζόγλου, κατοικοῦντα ἐν Βουκουρεστίῳ, ἐνῷ δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ βαγόνιον τοῦ σιδηροδρόμου, εἰσῆλθον ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἀξιωματικοὶ ἀνώτεροι, οἱ ὁποῖοι ἀπετάθησαν πρὸς αὐτὸν, ὅστις, σημειωτέον, ἦτο πολὺ ὡραῖος καὶ κόκκινος ὡς ῥοδάκινον, ἐνδεδυμένος δὲ ὡς δικαστὴς ἢ ὑποψήφιος γαμβρὸς, καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν γαλλιστί: «Vous êtes Français, Monsieur?», ἐκεῖνος δὲ ἀπήντησε γερμανιστί: «Ich habe die Ehre Grieche zu sein», δηλαδή: «ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Ἕλλην». Ἀπήντησεν ὅμως μὲ τοιοῦτον στόμφον, ὥστε ἐκεῖνοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸ βαγόνι. Δὲν μοὶ λέγετε, ἐὰν σήμερον συνεταξείδευον μὲ αὐτὸν τὸν Κύριον, θὰ ἔλεγεν ὅτι ἦτο Ἕλλην; Ὄχι βεβαίως. Διότι ἡ Ἑλλὰς ὑβρίσθη, ἐξηυτελίσθη, ἠτιμάσθη...
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά!
§55ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ. Καὶ ὑπὸ ἔλεγχον ἐτέθη. Ὁ ἀείμνηστος Λουδοβίκος, ὁ μέγας φιλέλλην, ὁ ἐπονομασθεὶς ἐστεμμένος ποιητὴς, καὶ πατὴρ τοῦ ἀειμνήστου, ἀλησμονήτου καὶ πολυκλαύστου Ὄθωνος, ὅτε ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν γεωγραφικὸν χάρτην, συνέθετο μόνος του καὶ ἐδημοσίευε τὰ φλογερὰ ἐκεῖνα ποιήματα, διὰ τῶν ὁποίων παρεκάλει λαοὺς καὶ ἡγεμόνας νὰ ἐλευθερώσωσι τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι διεμαρτύροντο εἰς τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων καὶ εἰς τὰ δάση καὶ τὰς φάραγγας, καὶ δὲν ἔκλινον τὸν αὐχένα εἰς τὸν τουρκικὸν ζυγὸν, εἰς τὴν ἀπὸ τόσων αἰώνων τὴν πατρίδα μας μαστίζουσαν τυραννίαν, καὶ ἔλεγεν ὅτι «εἶναι κρῖμα νὰ ὑπάρχουν Ἕλληνες ἄνευ Ἑλλάδος». Σήμερον δὲ, Κύριοι, κατέπεσε τόσον τὸ φρόνημα, ὥστε δίδομεν ἀφορμὴν εἰς ξένους μισέλληνας νὰ μᾶς λέγωσιν, ὅτι ὑπάρχει Ἑλλὰς ἄνευ Ἑλλήνων. Ἀλλ’ ἂς μὴ ἀπελπιζώμεθα. Ὁ Θεὸς εἶναι μέγας, καὶ προστατεύει τὸ ἔθνος. Τετρακόσια ἔτη ἦτο ὑπὸ τὸν ζυγὸν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ, καὶ τὴν ἐφύλαξεν ὁ Θεὸς, ὡς τὸν Ἰωνᾶν εἰς τὴν κοιλίαν τοῦ κήτους. Θὰ ὑποστῶμεν ἀκόμη δοκιμασίας, καὶ αὗται ἴσως συντελέσωσι πρὸς ἐλάφρυνσιν τῶν δεινῶν μας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν κατάραν διὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐπροξενήσαμεν εἰς τοὺς ἐναρέτους καὶ καλοὺς ἐκείνους πρώην Βασιλεῖς μας, οἵτινες ὑβρίσθησαν, ἐσυκοφαντήθησαν καὶ ἐξώσθησαν ὑφ’ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγενόμεθα ὄργανα ἐξωτερικῶν ῥαδιουργιῶν καὶ ἐσωτερικῆς πλάνης καὶ φιλαρχίας, καὶ συνετελέσαμεν νὰ διωχθῶσι καὶ ἀπομακρυνθῶσι τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἀποθάνωσι μακρὰν αὐτῆς, ἀλλὰ μὲ τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ χείλη. Καὶ διατί, Κύριοι; διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἠγάπων τὸ ἔθνος καὶ εἰργάζοντο διὰ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους, ὅπερ δὲν συνέφερεν οὐδὲ συμφέρει εἰς τὴν πολιτικήν τινων ἐθνῶν, ἅτινα θέλουσιν Ἑλλάδα πρόθυμον εἰς τὰς διαταγάς των, καὶ δυστυχῶς ἐν τοῖς τελευταίοις τούτοις χρόνοις εὗρον ὑποδοχὴν καὶ ἀκρόασιν. Καὶ πάλιν σᾶς λέγω νὰ μὴ ἀπελπιζώμεθα, ἀλλὰ νὰ θερμαίνῃ τὸ θάρρος μας ὁ ἀπειλῶν τὰ ἐθνικά μας συμφέροντα κίνδυνος, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ἤμεθα πολῖται ἐλευθέρας πατρίδος, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀφοβίαν, θάρρος καὶ τόλμην, καὶ πίστιν εἰς τὸν Θεόν. (Χειροκροτήματα).
§56ΠΟΛ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν παράκλησιν τοῦ λαοῦ τῆς Αἰγιαλείας, καὶ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ παύσῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν της. Ἡ Αἰγιάλεια, κύριε Πρόεδρε, πένεται, ἐὰν δὲ προορισμὸς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι ἡ ἀνακούφισις τῶν κτηματιῶν, βεβαίως ἡ Τράπεζα παρεξέκλινε τοῦ σκοποῦ της, ὅταν σήμερον ζητῇ παρὰ τῆς πασχούσης Αἰγιαλείας νὰ πληρώσῃ τὰ καθυστερούμενα δάνεια, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ κτηματίαι στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθην, εἶναι λόγοι γενικοὶ δι’ ἅπαντας τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, ἀλλὰ διὰ τὴν Αἰγιάλειαν ὑπάρχουσι καὶ λόγοι εἰδικοί. Ἡ Αἰγιάλεια ἕνεκα τῆς καταπτώσεως τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος καὶ τῆς ἐξομοιώσεως τῶν τιμῶν τῶν καλῶν ποιοτήτων πρὸς τὰς τῶν κοινῶν πάσχει σήμερον δεινότερον πάσης ἄλλης ἐπαρχίας. Δεύτερον δὲ ἡ παραδειγματικὴ προθυμία, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ Αἰγιάλεια μέχρι σήμερον ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις της πρὸς τὴν Τράπεζαν, δύναται νὰ παρακινήσῃ τὴν Τράπεζαν νὰ φανῇ ὀλίγον ἐπιεικὴς πρὸς τὸν πάσχοντα πληθυσμὸν τῆς Αἰγιαλείας. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Αἰγιάλεια ἐδανείσθη κατὰ τὸ 1901 δραχμὰς 64,389 παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐπλήρωσε δὲ κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος δραχμὰς 62,655, ἤτοι ἔμεινεν ὀφειλέτης ὑπολοίπου πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν δραχ. 1734. Ἡ Αἰγιάλεια κατὰ τὸ 1902 ἐδανείσθη παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δραχμὰς 226,817, ἐπλήρωσε δὲ τὸ αὐτὸ ἔτος δρ. 207,817, ἤτοι ἔμεινεν ὀφειλέτης ὑπολοίπου δρ. 19,000. Δηλαδὴ ἐντὸς τῆς διετίας ταύτης ἔμεινεν ὀφειλέτις πρὸς τὴν Τράπεζαν μόνον 20,000 δραχμῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι, καὶ ὄχι ἐπαρχίαι, ἀλλὰ πόλεις, καθυστεροῦσι τὰ ἑξῆς ποσά:
| Κατὰ τὸ ἔτος 1901 | Λεχαινὰ | δραχ. | 402,548 |
| » » » | Μελιγαλᾶς | » | 281,025 |
| » » » | Μεσολόγγιον | » | 31,628 |
| » » » | Νησίον | » | 199,868 |
| » » » | Πύλος | » | 248,766 |
| » » » | Πύργος | » | 464,652 |
| » » » | Φιλιατρὰ | » | 226,909 |
| 1,855,396 | |||
| Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1902 | Ἀγουλινίτσα | δραχ. | 209,943 |
| » » » | Αἰγιάλεια | » | 20,834 |
| » » » | Ἀμαλιὰς | » | 602,067 |
| » » » | Ἀνδροῦσα | » | 123,154 |
| » » » | Ἀργοστόλιον | » | 346,999 |
| » » » | Ἀχαΐα | » | 102,249 |
| » » » | Γαργαλιάνοι | » | 341,443 |
| » » » | Ζάκυνθος | » | 190,470 |
| » » » | Καλάμαι | » | 160,290 |
| » » » | Κορώνη | » | 181,390 |
| » » » | Κριεκούκιον | » | 203,604 |
| » » » | Κυπαρισσία | » | 154,399 |
| » » » | Ζαχάρω | » | 74,301 |
| 2,711,143 |
Ἤτοι κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη 1901 καὶ 1902 ὀφείλουσιν ἐν συνόλῳ δραχ. 4,566,539.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ πόσα ποσὰ καταδιώκονται οἱ Αἰγιεῖς;
§58ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἀμέσως, κύριε συνάδελφε, θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§60ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας ἡ Τράπεζα οὐ μόνον δὲν εἰσέπραττε τὰ καθυστερούμενα, ἀλλ’ ἔδωκε καὶ κατὰ τὸ 1903 καὶ ἕτερα δάνεια.
§61Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Καὶ ἔπρεπε νὰ δώσῃ, διότι ἡ Αἰγιάλεια κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐθησαύρισεν, ἐνῷ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι κατεστράφησαν.
§62ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἀγορεύει ὁ κ. Βουλευτής. Κύριε Βουλευτά, μὴ ἀπαντᾶτε εἰς διακοπάς.
§64ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε, διότι ὁμιλῶ περὶ τοῦ 1901 καὶ 1902, οὐχὶ δὲ περὶ τοῦ 1900. Κατὰ τὸ 1903 ἡ Αἰγιάλεια ἔλαβε δάνεια δρ. 367,924 παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐπλήρωσε δὲ, καθὼς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τοῦ τελευταίου ἔτους, τοῦ 1904, μέχρις 9 Αὐγούστου τοῦ 1904 δραχ. 55,997, ἤτοι μένει ὑπόλοιπον μόνον δραχ. 311,927. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἔκλεισεν ὁ ἀπολογισμὸς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἦτο ἡ 9 Αὐγούστου, δηλ. ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν ἡ Αἰγιάλεια δὲν εἶχε λάβει εἰσέτι τὸ ἀντίτιμον τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ ἑπομένως πολλὰ τῶν δανείων ἔχουσι πληρωθῆ μέχρι σήμερον. Ἡ Αἰγιάλεια λοιπὸν δὲν ὀφείλει ἢ ἐλάχιστα ποσά. Ἂς ἀφήσῃ ὅθεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τοὺς κτηματίας, τοὺς περιελθόντας εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλλιεργῶσι διὰ τῶν ἰδίων των χειρῶν τὰ κτήματά των, ἂς τοὺς ἀφήσῃ, λέγω, νὰ τὰ καλλιεργῶσι διὰ τῶν ἰδίων των χειρῶν, καὶ ἂς μὴ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ τραπῶσι τὴν πρὸς τὰ ὄρη ἄγουσαν, διὰ νὰ μὴ καταδιώκωνται ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων, ἂς ἦναι δὲ βεβαία, ὅτι οὕτω πράττουσα ἐξυπηρετεῖ τὰ ἴδια συμφέροντα, διότι ἡ Αἰγιάλεια, ὡς καὶ πρότερον, οὕτω καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ παύσῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν της.
§65Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός;
§66Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ Ὑπουργός, ὡς γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ ἀναστείλῃ τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα.
§67Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Νὰ συστήσῃ.
§68Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας βεβαίως θὰ γείνωσι γνωστὰ καὶ εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἐκτιμῶσα ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὰς κατὰ τόπους ἀνάγκας θὰ κρίνῃ κατὰ πόσον πρέπει νὰ ἐντείνῃ ἢ μὴ τὰ μέτρα τὰ καταδιωκτικὰ πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων αὐτῇ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤκουσε τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ ἀφοῦ μορφώσῃ γνώμην περὶ τῆς ἑκασταχοῦ καταστάσεως, θὰ ποιήσηται τὰς δεούσας συστάσεις.
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§70Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον συνέστησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Αἰγικλείας διὰ τὴν ἰδιαιτέραν αὑτοῦ ἐπαρχίαν, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ δι’ ὅλας τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, διότι εἰς τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν εὑρίσκονται ὅλοι οἱ κατοικοῦντες τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Ἑπομένως ἡ σύστασις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ μόνον ὡς πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ὡς πρὸς ὅλους τοὺς ὀφειλέτας τῆς Τραπέζης. Δι’ ὅλους τοὺς ὀφειλέτας αὐτῆς πρέπει νὰ ἀναστείλῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα μέχρι τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου, διότι ὁ λαὸς σήμερον εὑρίσκεται εἰς δεινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ ἐννοεῖτε νὰ συστήσῃ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
§72Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα.
§73Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καταθέτω τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον ἐνεστῶτος ἔτους.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 80).
§75Κ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμοίαν σύστασιν θὰ ποιήσωμαι καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ποιήσωμαι τὴν σύστασιν ταύτην, διότι ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου πανταχόθεν ἔχω ἐπιστολὰς, ὅτι ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν ἐνεργεῖται ἐν πνεύματι δικαιοσύνης, διότι ἀτυχῶς τινες τῶν συμβούλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πολιτευόμενοι ἐκμεταλλεύονται τὴν θέσιν των, καὶ προβαίνουσιν εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν κομματικῶν των ἀντιπάλων. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ ἀκριβῶς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ποιήσηται τὰς δεούσας συστάσεις πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν.
§76Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐζήτουν τὸν λόγον, ἂν μὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διετείνετο, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Βεβαίως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του, ἔχει ὅμως τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν, διότι τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν διευθύνει ὑπάλληλος διοριζόμενος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχουσι δύο σύμβουλοι ἐξαρτώμενοι ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, συνεπῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβάλῃ αὐτήν.
§77ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχει δικαίωμα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἔχει ἢ δὲν ἔχει δικαίωμα.
§79ΤΙΝΕΣ. Σύστασιν δύναται νὰ κάμῃ.
§80Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ βεβαίως τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διοικοῦνται, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὑπὸ συμβούλων δηλ. ἐκλεγέντων ἵνα ἐξυπηρετήσωσι ποταπὰ συμφέροντα καὶ οὐχὶ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης.
§81ΘΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ καταργηθῇ ὅλως διόλου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἵνα ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ν’ ἀναγνωσθῇ.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1905 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐξόδων τῶν ῥηθέντων ταμείων διὰ τὸν αὐτὸν μῆνα.» (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§85ΠΕΤΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ εἴπω. Ἡ Λευκὰς, ὡς ἐκ τῆς ἀζητησίας τοῦ οἴνου, τοῦ μόνου προϊόντος αὐτῆς, καὶ τῆς εὐτελεστάτης αὐτοῦ τιμῆς, διότι μόνον 8 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν τιμᾶται ὀνομαστικῶς, ἡ Λευκὰς, λέγω, πένεται. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα τὴν ἐν μέτρῳ ἐξ ἰδίας προαιρέσεως ἀνοχὴν μεταβάλῃ εἰς ἀναστολὴν πληρωμῆς τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ὀφειλετῶν μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, ἐπὶ πληρωμῇ μόνον τῶν τόκων εἰς αὐτήν· διότι, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνον τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὴν Τράπεζαν οἱ ἀτυχεῖς γεωργοκτηματίαι νὰ πληρώσουν, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν ἄρτον τῶν οἰκογενειῶν των νὰ ἐξοικονομήσουν. Εὐελπιστῶ ὅτι ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶναι καὶ ὁ δημιουργὸς τῆς τοιαύτης σχέσεως τῶν γεωργοκτηματιῶν πρὸς τὸ ἐθνικὸν πιστωτικὸν ἵδρυμα, θὰ σπεύσῃ νὰ κάμῃ τὰς δεούσας συστάσεις· ἔστω δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπισπάσηται τὰς εὐλογίας ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Λευκάδος.
§86Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὰς εὐχάς μου καὶ τὰς παρακλήσεις μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, ἐὰν δύναται, φέρῃ μίαν θεραπείαν, διότι τὸ προϊὸν τὸ κύριον τῆς Λευκάδος εἶναι ὁ οἶνος, σήμερον δὲ οἱ ἀμπελοκτήμονες δὲν εὑρίσκουσιν ἀγοραστάς, ἵνα πωλήσωσι τὸ προϊὸν των οὐδὲ πρὸς 3 δραχμὰς τὴν βαρέλαν, δηλ. τὰς 54 ὀκάδας, ἕνεκα δὲ τούτου καὶ αὐτοὶ οἱ οἰκοκυραῖοι πένονται, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, ἐὰν δύναται, ἕν μέτρον πρὸς ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Τράπεζαν.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ παραλίπω.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§89ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα ἐμφαῖνον τὰ ἑξῆς: Αʹ) Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895, ὅτε ἤρξατο ἡ παρακράτησις, μέχρι τοῦ 1899, ὅτε κατηρτίσθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα καὶ ἤρξατο λειτουργοῦσα, πόσα χρήματα παρέδωκε πρὸς αὐτήν. Βʹ) Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξατο λειτουργοῦσα ἡ Τράπεζα μέχρι σήμερον πόσην σταφίδα παρέλαβεν αὕτη, πόσην ἐπώλησε μέχρι τοῦδε, πρὸς ποίας τιμὰς, καὶ πρὸς ποίους, πόσον δὲ ἀπόθεμα ἐναπομένει ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς. Γʹ) Πόσα χρήματα ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσέπραξε. Δʹ) Πόσα χρήματα ἐχορήγησεν εἰς δάνεια, καὶ πόσα καθυστεροῦνται πρὸς αὐτὴν μέχρι σήμερον. Εʹ) Ποῖον εἶναι τὸ προσωπικὸν τῆς Τραπέζης αὐτῆς ἔν τε τῇ Διευθύνσει καὶ τοῖς ὑποκαταστήμασι, καὶ μὲ ποίους μισθοὺς μισθοδοτεῖται. Ϛʹ) Ποῖον εἶναι τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον αὐτῆς σήμερον.»
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἵνα ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἄρχωνται τὴν τετάρτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἵνα τὴν προσεχῆ Δευτέραν προσέλθωσι κατὰ τὴν τετάρτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Ἄλλο ἀντικείμενον διὰ σήμερον δὲν ὑπάρχει. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 30′ τῆς μεσημβρίας).