Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΣΤ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 5

1904.12.09

2.488 στίχοι · 18.452 λέξεις · 3 πίνακες · 160 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1904.12.09
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΣΤ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1905)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5

τῆς 9 Δεκεμβρίου 1904.

(Πέμπτη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Νηλείας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν παράβασιν ψηφίσματος αὐτοῦ ἀφορῶντος τὴν ποιμνιοβοσκὴν ἐν τῷ δήμῳ, καὶ ζητοῦντος τὴν λῆψιν μέτρων. 2) Ἀναφορὰν τῶν Π. Πριμηκήρη, Κ. Μουραφέτη καὶ Α. Κυπαρίσση, παραπονουμένων ὅτι κακῶς ἀπὸ τοῦδε ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. 3) Ἀναφορὰν τοῦ Σπ. Καββαδίου, κατοίκου Ἀργυράδων, καταγγέλλοντος παρανομίας τοῦ διευθύνοντος τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον δημοδιδασκάλου Βασ. Καββιδιᾶ. 4) Ὑπόμνημα τοῦ Θ. Γ. Θεοδωρίδου, δημοσιογράφου, περὶ βελτιώσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.

§2Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς παρεκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον τὸν σχετιζόμενον πρὸς τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς μου ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατετέθη οὗτος;

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν κατετέθη ἀκόμη.

§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν κατατεθῇ, παρακαλῶ νὰ γείνῃ γνωστὸν καὶ εἰς ἐμὲ, διότι θὰ λάβω τὸν λόγον.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§6Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν χθεσινὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου ἐζήτησε τὴν πληροφορίαν, ἂν ἡ αὔξησις κεφαλαίου τινὸς ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐλευσομένων κληρωτῶν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἢ ἁπλῶς διὰ τὸν τελευταῖον μῆνα Δεκέμβριον. Ἐγὼ ἀπήντησα, ὅτι ἡ αὔξησις ἀποβλέπει εἰς τοὺς ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου προσελευσομένους κληρωτούς· ἀλλ’ ἐλησμόνησα ἢ μᾶλλον δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν κατόπιν νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς συμπληρωματικάς, τὸ ὁποῖον πράττω τὴν στιγμὴν ταύτην. Τὰ ἔξοδα τοῦ ἱματισμοῦ, εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ἂν προσέλθουν οἱ κληρωτοὶ, θὰ γείνουν· ὥστε εἶναι ἀδιάφορον, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν θὰ προσέλθωσι τὸν Ὀκτώβριον ἢ τὸν Δεκέμβριον. Ἡ αὔξησις ἀφορᾷ εἰς μισθοτροφοδοσίαν. Ἐπειδὴ λοιπὸν οἱ κληρωτοὶ τῆς περυσινῆς ἀπογραφῆς ἀπολύονται τὴν πρώτην ἐλευσομένου Ὀκτωβρίου, καὶ ἐπειδὴ οἱ κληρωτοὶ τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς δὲν προσῆλθον ἅπαντες, ἕνεκα δὲ τῆς ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως, κατόπιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου περὶ στρατολογίας νόμου, διὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον, θὰ προκύψῃ ἓν κενὸν, ἵνα μὴ μείνῃ ἡ χώρα ἀφρούρητος, ἐλήφθη ἡ πρόνοια ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν διὰ τοὺς τρεῖς μῆνας, ὅπως τηρηθῶσιν εἰς τὰς τάξεις των ἐπί τινα χρόνον οἱ ἀφυπηρετοῦντες. Ἀλλ’ ἡ ἀναβολὴ κατατάξεως θὰ γείνῃ, διότι αὐτὸ ὑπῆρχεν εἰς τὰς προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ ἔξοδα διὰ τὸν ἱματισμὸν, εἴτε τὴν 1 Ὀκτωβρίου προσέλθουν οἱ κληρωτοὶ, εἴτε τὴν 1 Δεκεμβρίου, εἶναι τὰ αὐτά. Ἐπίσης ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιθανὸν νὰ παραμείνουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν λάβουν τὰ ἀπολυτήριά των, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ τὸ κενὸν αὐτὸ, πάλιν θὰ ἦναι ἐνδεδυμένοι. Ὥστε δὲν ἀπαιτοῦνται, εἰμὴ ἔξοδα μισθοτροφοδοσίας. Κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ τὰ ἔξοδα διὰ τὸ τρίμηνον εἶναι δραχ. 484,216.32, διὰ δὲ τὸν ἕνα μῆνα 169,637.43, προκύπτει διαφορὰ δρ. 314,578.89. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἔχει ἀναγραφῆ, ἀλλὰ δὲν ἀποβλέπει τοὺς προσελευσομένους κληρωτοὺς, ἀποβλέπει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ τηρηθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δημοσιογράφοι παραπονοῦνται, ὅτι εἰς τὸ θεωρεῖόν των εἶναι πολλοὶ παρείσακτοι.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εἴσοδος δὲν ἐπιτρέπεται παρὰ μόνον εἰς τοὺς ἔχοντας δημοσιογραφικὰ εἰσιτήρια. Ὅσοι εἶναι παρείσακτοι νὰ ἐξέλθουν ἀμέσως.

§10Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον, Κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, δι’ οὗ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐγνωστοποίει, ὅτι, ἐνῷ διετήρει τὴν γνώμην ὅτι οἱ περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου νόμοι κατέληξαν εἰς παράβασιν τῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας τοῦ 1890, ἐφρόνει ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποδόσεως εἰς εἶδος τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἐπιφέρει ἔτι μείζονα διάστασιν πρὸς τὴν ῥηθεῖσαν συμφωνίαν καὶ προκαλέσει μείζονας ἀντιρρήσεις ἐκείνων, ἃς εἶχον προκαλέσει τὰ προγενέστερα νομοθετήματα. Ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία προσέθετεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ της, ὅτι θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως τοῦ 1890, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συγκατετίθετο εἰς δασμολογικὰς παραχωρήσεις ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἀγγλικοῦ ἐμπορίου. Ὡς γινώσκει ἡ Βουλὴ, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι, καίτοι δὲν συμμερίζεται τὴν γνώμην τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραβάσεως τῆς συνθήκης, ἐν τούτοις ἀπέναντι τῆς ἐκδηλωθείσης ἐπιθυμίας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἑτοίμη νὰ ἄρξηται διαπραγματεύσεων προτιθεμένων τὴν ἀναθεώρησιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1890 καὶ τὴν παραχώρησιν νέων δασμολογικῶν ἐκπτώσεων ὑπὲρ τοῦ Βρεττανικοῦ ἐμπορίου, ἐν ᾧ μέτρῳ ἐπιτρέπουσι τοῦτο τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ὅτι ὅμως, ἐπειδὴ τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἤθελον διατρέξει μεγάλους κινδύνους, ἐὰν δὲν ἐφηρμόζετο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦτο παρεκάλει τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, ἐὰν δὲν ἐπετυγχάνετο πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς τελευταίας Συνόδου ἡ συνομολόγησις τῆς νέας συμφωνίας, συγκατατεθῇ νὰ διεξαχθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει ὅτι ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς νέας βουλευτικῆς Συνόδου ἤθελεν ὑποβάλει τὴν συμφωνίαν, ἡ ὁποία, ὡς προσεδοκᾶτο, ἤθελεν ἐπέλθει κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἤχθησαν εἰς αἴσιον πέρας, καὶ τὴν 10 Νοεμβρίου ὑπεγράφη δήλωσις, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως αὐτῆς, καὶ εἰς ἣν προσηρτήθη πίναξ περιλαμβάνων τὰ εἴδη, ἐπὶ τῶν ὁποίων συνεφωνήθησαν δασμολογικαὶ ἐκπτώσεις. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑκάστου τῶν εἰδῶν τούτων· Θὰ ἐπιστήσω μόνον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν προσπαθειῶν, ἃς κατέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως αἱ παραχωρηθεῖσαι δασμολογικαὶ ἐκπτώσεις μὴ ἐπηρεάσωσι τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, μὴ θιγῶσι δὲ ἰδίως τὰ τῆς ὑφαντουργίας συμφέροντα, τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κλάδου τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Οὕτω ἐκ τῆς κλάσεως 185 τοῦ δασμολογίου, ἥτις περιλαμβάνει τὰ «ὑφάσματα ἐκ μαλλίνου ἢ ἐξ ἄλλου ζωϊκοῦ νήματος», ἐπετεύχθη μετὰ μακρὰς ὁπωσοῦν διαπραγματεύσεις, ὅπως ἐξαιρεθῶσι τὰ μαλλινοβάμβακα ὑφάσματα, τὰ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἄλλαις πόλεσι τῆς Ἑλλάδος παραγόμενα. Αἱ κυριώτεραι τῶν ἐκπτώσεων, δι’ ὧν θέλει ἐπέλθει μείωσις εἰς τὰς δημοσίας προσόδους, εἶναι ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν τῶν κλάσεων 11, «ρέγγαι» καὶ 13 «ἰχθεῖς, γάδος (βακαλάος) καὶ στοκοφίσι». Αἱ δασμολογικαὶ ἐκπτώσεις, αἵτινες συνεφωνήθησαν ἐπὶ τῶν δύο τούτων κλάσεων, θέλουσιν ἐπιφέρει, κατὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, ἐλάττωσιν δημοσίων προσόδων κατὰ 232,095 μεταλλικὰς δραχμάς. Τὸ σύνολον τῶν λοιπῶν ἐκπτώσεων ἀνέρχεται εἰς 115,774 μεταλλικὰς δραχμάς, δηλαδὴ τὸ σύνολον τῶν ἐκπτώσεων, αἵτινες παρεχωρήθησαν διὰ τῆς νέας συμφωνίας, ἀνέρχεται εἰς 347,869 μεταλλικὰς δραχμάς...

§11Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν;

§12Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὅλου. Αἱ στατιστικαὶ αὗται πληροφορίαι ἐλήφθησαν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1900, 1901 καὶ 1902. Ἐν τούτοις ὑπάρχει πιθανότης, ἡ ἐλάττωσις αὕτη νὰ μὴ ἀνέλθῃ εἰς τὸ προϋπολογισθὲν ποσόν, διότι, ὡς γνωστὸν, ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν ἐπέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ αὔξησις ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, ὡς ἐκ τούτου δὲ δυνάμεθα νὰ προϋπολογίσωμεν, ὅτι ἡ μείωσις αὕτη τῶν προσόδων δὲν θὰ ἀνέλθῃ οὔτε εἰς 300,000 μεταλλικὰς δραχμάς, ἐὰν λάβωμεν πρὸ πάντων ὑπ’ ὄψει τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι εἴς τινας κλάσεις τοῦ δασμολογίου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπηνέχθησαν ἐκπτώσεις, οὔτε κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἐπῆλθε πράγματι μείωσις τῶν δημοσίων προσόδων, εἰς ἄλλας δὲ καὶ αὔξησις αὐτῶν ἐπῆλθεν, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι διὰ τῶν ἐκπτώσεων ἐπῆλθε καὶ μείζων εἰσαγωγὴ ἐκείνων τῶν προϊόντων εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν...

§13Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αἱ δασμολογικαὶ αὗται παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κάμνει εἰς τὴν Ἀγγλικήν, εἶναι διαρκεῖς; ἢ ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως ἢ ὁ θεσμὸς ὁ ἰσχύων περὶ τῆς φορολογίας εἰς εἶδος;

§14ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ἡ σύμβασις.

§15Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὥστε, καὶ ἂν καταργηθῇ ἡ φορολογία εἰς εἶδος, θὰ ὑφίσταται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε.

§16ΡΩΜΑΝΟΣ. Βεβαίως.

§17Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λέγω τοῦτο, διότι εἶναι μία ζημία τοῦ Δημοσίου ἀνωφελὴς διὰ τὴν σταφίδα.

§18ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀπέναντι τῆς σπουδαιοτάτης τῶν δασμολογικῶν ἐκπτώσεων, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὸν βακαλάον, ἐπετεύχθη ὅπως εἰσαχθῇ ἀτελῶς ἡ σταρὶς εἰς τὴν Νέαν Γῆν. Τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, ἥτις μέχρι τοῦτο εἰσήγετο εἰς Νέαν Γῆν, δὲν ἦτο λόγου ἄξιον· ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ δασμὸς, ὅστις πληρόνεται σήμερον, εἶναι 165 φρ. περίπου κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιρῶν, ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι διὰ τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος θέλει ἐπέλθει αὔξησις τῆς ἐν Νέᾳ Γῇ καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ τῆς συμφωνίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὁρίζεται, ὅπως ἡ ἐμπορικὴ συνθήκη τοῦ ἔτους 1886 καὶ ἡ σύμβασις τοῦ 1890, αἵτινες, ὡς γνωστὸν, εἶχον λήξει πρὸ ἐτῶν καὶ σιωπηρῶς ἀνενεοῦντο, παραμείνωσιν ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ὑποβαλλομένης δηλώσεως, καὶ πέραν τούτου, ἐὰν δὲν καταγγελθῶσι δώδεκα μῆνας πρότερον. Ὑποβάλλων τὴν δήλωσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ προσηρτημένου πίνακος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω αὐτῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν, ὅπως κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ὑποβάλῃ ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισίν της· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, πρὸ τῶν ἑορτῶν προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς ἐμπορικῆς ταύτης συμφωνίας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστροουγγαρίας συνθήκης περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, ὑπογραφείσης χθές. Ἡ συνθήκη αὕτη εἶναι πιστὸν ἀντίγραφον τῆς συνθήκης περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν, ἥτις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν λήξασαν βουλευτικὴν Σύνοδον, μὲ ἐλαχίστας συντακτικὰς παραλλαγὰς, αἵτινες δὲν ἀλλοιοῦσι τὴν ἔννοιαν τῶν διαφόρων διατάξεων. Καὶ τέλος ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τρίτον νομοσχέδιον, περὶ κυρώσεως ἐμπορικῆς προσωρινῆς συμφωνίας μετὰ τοῦ Βελγίου, ἥτις ὑπεγράφη κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς. Τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ὅπως, εἰ δυνατὸν, συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι κατὰ τὰς προσεχεῖς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 11–13).

§20Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια περὶ κυρώσεως δύο Β. Διαταγμάτων.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 14).

§22Ν. Π. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 570,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904. Περὶ τῶν πιστώσεων τούτων διέλαβον χθὲς κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 15). Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ, συντάξασα τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου, ὑπέβαλεν αὐτὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Θὰ σταλῇ πρὸς τύπωσιν καὶ εἶτα θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.

§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ χώρα ἡμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς, καὶ ὡς ἐκ τῶν παραδόσεων, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀποστολῆς, ἣν κέκτηται μεταξὺ τῶν Κρατῶν τοῦ Αἵμου, δέον μετὰ τε προσοχῆς καὶ περισκέψεως νὰ προβαίνῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Εἶναι δὲ τῷ ὄντι ἡ ἀποστολὴ τοῦ μικροῦ μὲν τούτου Κράτους ὡς πρὸς τὰ ὅρια, μεγάλου ὅμως ὡς ἐκ τῶν παραδόσεων καὶ τῆς ἱστορίας αὐτοῦ, σπουδαιοτάτη. Ἴσως μάλιστα δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐγωϊστικόν, ἐὰν ἔλεγέ τις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κέκτηται τὴν σπουδαιοτάτην τῶν ἀποστολῶν μεταξὺ τῶν χωρῶν τοῦ Αἵμου. Ταῦτα ἑπομένως πάντα ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν πολιτικὴν περιεσκεμμένην, πολιτικὴν τουτέστιν οἰκονομιῶν, διότι ἄνευ τούτων εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς βλέψεις ἡμῶν, νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀναγκαίαν ἑνότητα μεταξὺ ἐλευθέρας καὶ δούλης Ἑλληνικῆς φυλῆς. Αἱ σκέψεις ἄρα καὶ οἱ λόγοι οὗτοί εἰσιν οἱ καθοδηγήσαντες τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ὅπερ χθὲς ἠκούσατε ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναλυόμενον. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη μεγίστων οἰκονομιῶν, καὶ τῶν δυνατῶν οἰκονομιῶν. Πρὸς ταύτας δὲ ἔδει νὰ συντελέσωσι κυρίως, καὶ ἀποκλειστικῶς μάλιστα, τὰ πολιτικὰ λεγόμενα Ὑπουργεῖα, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο προσεπάθησα, κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, νὰ ἀσχοληθῶ καὶ ἐγὼ, καταρτίζων καὶ ὑποβάλλων τὸ, κατὰ τὴν κρίσιν μου τοὐλάχιστον, ἐπιβαλλόμενον νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεων ἐν τῷ ἰσχύοντι Δικονομικῷ Δικαίῳ». Καὶ δύο μὲν ἦσαν οἱ σκοποὶ, οὓς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προετιθέμην· πρῶτον μὲν αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι, ἔπειτα δὲ ἡ βελτίωσις τῶν περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον καὶ τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἐφικτόν. Καὶ ἴσως μὲν αἱ ἰδέαι αὗται καὶ οἱ σκοποὶ φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως ἀντιμαχόμενοί πως πρὸς ἀλλήλους· ἐπικαλούμενος ὅμως τὴν εὐμενῆ ὑμῶν προσοχὴν, θέλω προσπαθήσει νὰ καταδείξω, διεξερχόμενος τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς γενικαῖς μόνον διατάξεσιν αὐτοῦ, ὅτι καὶ οἰκονομίας κατωρθώσαμεν νὰ ἐπιφέρωμεν δι’ αὐτοῦ, καὶ βελτίωσιν ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τυχὸν αὐτοῦ. Ἐγὼ μάλιστα, κύριοι Βουλευταὶ, ἤθελον τολμήσει νὰ προχωρήσω καὶ περαιτέρω. Προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἤμην βέβαιος, ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ μεταρρυθμίσεων δικαστικῶν νὰ ἐπήρχετο βελτίωσίς τις εἰς τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἤμην ἕτοιμος καὶ οὐδαμῶς νὰ ἀποβλέψω εἰς τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν. Ἐὰν ὅμως ἦτο δυνατὸν καὶ συναμφότερα νὰ κατορθωθῶσιν, οὐδεὶς, νομίζω, ἤθελεν ἀρνηθῆ, ὅτι εὐχάριστον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἔργον καὶ ἐπωφελὲς καὶ ἐθνικὸν ἅμα. Καὶ εὐχερὲς μὲν ἦν βεβαίως, λαμβάνων τις τὴν μολυβδίδα, διὰ περικοπῆς θέσεών τινων, ἢ καὶ δικαστηρίων, νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας τινὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὸ τοιούτου εἴδους σύστημα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ἐμπειρικὸν, δὲν ἤθελε κατορθώσει καὶ νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαῖα τῷ ὄντι ἀποτελέσματα. Ἔδει λοιπὸν αἱ οἰκονομίαι τοιουτοτρόπως νὰ ἐπενεχθῶσιν, ὥστε νὰ συνεπιφέρωσιν ἀναγκαίως μεταρρυθμίσεις ῥιζικωτέρας τε καὶ γενικάς· ἢ μᾶλλον ἔδει ἐκ ῥιζικωτέρων τε καὶ γενικῶν μεταρρυθμίσεων νὰ προέλθωσι καὶ αἱ οἰκονομίαι. Καὶ ἴσως μὲν, κύριοι Βουλευταὶ, ἤθελεν εἴπει τις, ὅτι καὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἀνάγκη εἶναι τέλος πάντων νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ, τῆς τε μεταρρυθμίσεως καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως, καὶ ἴσως τις, εὐλόγως μάλιστα, ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τῆς Ποινικῆς ἀκόμη αἱ μεταρρυθμίσεις καιρὸς εἶναι νὰ νομοθετηθῶσι· διότι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, ἀμφότερα τὰ νομοθετήματα ταῦτα ἰσχύουσιν ἀπὸ τοῦ 1834 ἔτους. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, ἐτόλμησα νὰ πιστεύω, ὅτι, καίτοι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι αἵ τε Δικονομίαι καὶ ὁ Ἀστικὸς ἡμῶν νόμος ἔχουσιν ἀνάγκην ἀνακαθάρσεως καὶ μεταβολῆς, ἐτόλμησα, λέγω, νὰ πιστεύω, ὅτι ἐπείγει μᾶλλον, καὶ συστηματικώτερον καὶ λυσιτελέστερον ἅμα ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐδυνάμεθα νὰ ἀρξώμεθα ἀπὸ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, διὰ τῆς τροποποιήσεως οὗτινος καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι καὶ αἱ οἰκονομίαι, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου ἔλεγον. Ἡ μεταρρύθμισις ἄλλως τε τῶν Δικονομιῶν ἡμῶν, ἡ ἐπιψήφισις νέου Ἀστικοῦ Κώδικος, τοσοῦτον πλέον ἐπιβαλλομένου διὰ τὰς ὁσημέραι δημιουργουμένας καὶ αὐξανομένας ἀνάγκας τῆς Κοινωνίας, ἀπαιτοῦσιν ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, καὶ χρόνον πολὺν καὶ πολιτικὴν τοῦ ἔθνους ἠρεμίαν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἔτους ἀναγράφει πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 5,985,001.89. Ἔδει, Κύριοι, νὰ μελετηθῇ, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 6 ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν ποῦ εἰδικῶς ἐδύνατό τις νὰ ῥίψῃ τὸ βλέμμα, ἐπιθυμῶν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν, κατὰ τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μέρος, ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀναγραφὴν οἰκονομιῶν οὐσιωδῶν καὶ σπουδαίων. Βεβαίως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 14 τοῦ προϋπολογισμοῦ, δηλαδὴ ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀνερχομένων ἐν συνόλῳ εἰς 2,438,440 δραχμάς, ἐξ ὧν διὰ τροφὴν τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων δρ. 1,150,000, οὐδεμία σκέψις ἐδύνατο νὰ γείνῃ· οὔτε δὲ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου, ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δρ. 1,150,000, μέχρι συμπληρώσεως τῶν δρ. 2,438,440 ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία τις οὐσιώδης...

§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τῆς ἀπονομῆς χαρίτων.

§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤκουσα, Κύριοι, τινὸς συναδέλφου νὰ ὁμιλῇ περὶ χαρίτων...

§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ περὶ δραπετεύσεως καταδίκων.

§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐκ τοῦ χαρακτῆρός μου καὶ ἐκ τῶν παραδόσεών μου καὶ ἐκ τῆς μακρᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διαβιώσεώς μου, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν πράξεών μου, οὐδαμῶς εἰμι συνηθισμένος νὰ κατηγορῶμαι, χωρὶς νὰ ἀπολογῶμαι, θέλει ἐπιστῆ ἡ στιγμή, καὶ ἐὰν ὑμεῖς, Κύριοι, δὲν θελήσητε τότε, ἐγὼ θέλω προκαλέσει ὑμᾶς, ἵνα ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων καὶ εἰς τὸ ζήτημα δραπετεύσεών τινων, ὅπερ ἕτερός τις τῶν κυρίων συναδέλφων ἠθέλησε νὰ ψιθυρίσῃ. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ διατηρήσωσι τήν τε ἠρεμίαν καὶ τὴν ψυχραιμίαν ἐκείνην, δι’ ἧς οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες ἐκ τῶν Ὑπουργῶν εἰσι τεθωρακισμένοι, ἀφοῦ, Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα περὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἡμῶν ὑποθέσεων, ἢ περὶ τῶν ἐκλογικῶν ἡμῶν συμφερόντων, ἀλλὰ συνήλθομεν ἐδῶ, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐν δυσχερεστάταις ἐθνικαῖς περιστάσεσιν, ἵνα ἐκφέρωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, ἵνα ἀκούσωμεν τὰς ἀντιρρήσεις ὑμῶν, ἀπεκδεχόμενοι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι αὕτη, τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἔλεγον λοιπὸν, ἵνα σαφηνίσω καλλίτερον τὰ πράγματα, πρῶτον μὲν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης 2,400,000 περίπου δραχμαὶ ἀναγράφονται δι’ ἔξοδα ποινικῆς δικαιοσύνης, ἐξ ὧν δρ. 1,500,000 διατίθενται διὰ τροφὴν τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων. Δεύτερον δὲ, ὅτι ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 2,400,000 δραχμῶν οὐδεμία οὐσιώδης οἰκονομία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῇ. Ἐφ’ ὅσον μάλιστα ὁ ἀριθμὸς τῶν φυλακῶν εἶναι μέγας, βεβαίως δύσκολον εἶναι νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῶν ποσῶν τούτων νὰ ἐπενεχθῇ οἰκονομία τις. Ἔπρεπε λοιπὸν ἀναποφεύκτως, Κύριοι, ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ ὑπολειπόμενα 3,000,000 δραχμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ μελετήσωμεν, ἐὰν ἐπ’ αὐτῶν τυχὸν ἐδυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς ἐπιβαλλομένας οἰκονομίας. Καταρτίζοντες τὴν μελέτην ἡμῶν ταύτην ἀπὸ χρόνου μακροῦ, τῇ συνεργασίᾳ πεπειραμένων καὶ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἀντιπροσώπων ἀνωτάτων τῆς τε Δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Δικηγορικοῦ κόσμου, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ κατορθώσωμεν, ἐκ τῶν τριῶν τούτων ὑπολειπομένων ἑκατομμυρίων νὰ οἰκονομήσωμεν δρ. 582,934, τουτέστιν ἀκριβῶς τὸ ἓν πέμπτον. Καὶ βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο, οὑτωσὶ ἀπαγγελλόμενον, ἴσως φαίνεται ὑπερβολικόν πως. Ὅταν ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, κατορθώσω, ἀναλύων τὸν μηχανισμὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἐμῆς ἀγορεύσεως, ὅταν λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω πίνακας λογιστικοὺς τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μελέτης ταύτης, προσηρτημένους καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εὐθὺς ἀμέσως θέλω καὶ καταθέσει, οὐδεὶς, ἐλπίζω, θέλει μείνει ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι καὶ τὰ μέτρα ἅτινα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβάνονται, εἰσὶ λυσιτελῆ, πρὸς εὐρυθμοτέραν καὶ ἰσοτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῶν μέτρων τούτων πάγια καὶ ἀσφαλῆ. Ἔλεγον, ὅτι αἱ οἰκονομίαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσιν, εἰμὴ ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος τούτου ἐκ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ (κεφάλαια 1–11) τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἤτοι ἐπὶ τῶν 3,000,000 δραχμῶν, λέγω δὲ τώρα, καὶ εἰδικῶς ἐπὶ τῶν ποσῶν τῶν ἀφορώντων τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Διότι διὰ μὲν τὰ Πρωτοδικεῖα ἐν τῷ ἐγκεκριμένῳ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἔτους ἀναγράφεται ποσὸν 1,418,310 δραχμῶν, συμπεριλαμβανομένων, ἐννοεῖται, καὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν, διὰ δὲ τὰ Εἰρηνοδικεῖα 1,052,322 δραχμῶν. Ἑπομένως ἐν συνόλῳ, εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν, 2½ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἵνα φθάσωμεν ἐκ τῶν 2½ ἑκατομμυρίων δραχ. μέχρι τῶν 3,000,000, ὑπολείπονται 500,000 δραχμαὶ, ἀφορῶσαι τά τε Ἐφετεῖα καὶ ἄλλας τινὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 500,000 δραχμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστῇ οὐσιώδη τινὰ ἐλάττωσιν. Ὡς πρὸς τὰ Ἐφετεῖα, ἐπηνέγκομεν τὴν κατὰ δύο ἐλάττωσιν αὐτῶν διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Ἐφετείων Κερκύρας καὶ Λαρίσης. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐπράξαμεν ἐπὶ τῶν Ἐφετείων, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἐπὶ τῶν Πρωτοδικείων, οὐδὲ ἦτο κατορθωτὸν τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν Εἰρηνοδικείων. Δηλαδὴ, ἵνα σαφέστερον ἐξηγήσω τὰ πράγματα, εὐχερὲς μὲν ἦτο, τὰ πέντε Ἐφετεῖα νὰ περιορίσωμεν εἰς τρία, ἄνευ ὑποκαταστάσεως ἄλλης τινὸς εἰς αὐτὰ Δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἦτο ἆρά γε ὁμοίως δυνατὸν καὶ λυσιτελὲς, καὶ οὐχὶ ἐπιβλαβὲς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τὸ νὰ προβῶμεν εἰς ἁπλῆν κατάργησιν τῶν Πρωτοδικείων καὶ εἰς ἁπλῆν κατάργησιν τῶν 233 Εἰρηνοδικείων, χωρὶς συγχρόνως νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς κατά τινα τρόπον ἀντικαταστάσεως αὐτῶν; Οὐχὶ βεβαίως. Ἦτο δὲ τοῦτο, Κύριοι, ἀδύνατον διὰ τοὺς ἑξῆς οὐσιωδεστάτους καὶ ἰσχυροτάτους λόγους, ἀπορρέοντας ἄλλως τε ἐκ στατιστικῶν, ἃς ἔχω ἐγκαταστρώσει εἰς πίνακας λεπτομερεστάτους, οὓς θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἐνώπιον ὑμῶν. Βεβαίως πλεῖστα τῶν Πρωτοδικείων, κατά τε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως τοὐλάχιστον καὶ ἐμοῦ ἰδίᾳ, στεροῦνται τοσαύτης ἐργασίας, ὥστε νὰ ἦναι ἀναπόδραστος καὶ ἐπιβαλλομένη ἡ ὕπαρξις καὶ διατήρησις αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο οὕτως ἔχει προκειμένου περὶ τῶν πολιτικῶν, τουτέστι τῶν ἀστικῶν ὑποθέσεων. Βεβαίως ὅμως δὲν ἔχει οὕτω, προκειμένου περὶ τῶν ποινικῶν. Διότι τὰ Πρωτοδικεῖα ὡς Πλημμελειοδικεῖα ἀληθῶς εἰσιν ἀναγκαιότατα ἐν τοῖς τόποις ἐκείνοις, ἐν οἷς καταργοῦνται τὰ Πρωτοδικεῖα. Δὲν ἐδυνάμεθα λοιπὸν, ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τῶν Ἐφετείων, διὰ μιᾶς, οὕτως εἰπεῖν, μονογραφῆς, νὰ πράξωμεν καὶ ἐπὶ τῶν Πρωτοδικείων. Οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο ἐπὶ τῆς Εἰρηνοδικειακῆς Δικαιοσύνης, ἥτις βεβαίως εἶχεν ἀνάγκην ἀντικαταστάσεως διὰ τρόπου ἄλλου, ὅλως διαφόρου τοῦ κακῶς ἰσχύοντος. Θέλω καταθέσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πίνακα ὑπὸ στοιχ. Α, ἐμφαίνοντα αʹ) τὸν κατὰ τὰ τρία συνεχῆ ἔτη 1901, 1902 καὶ 1903 μέσον ὅρον τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους, κατ’ Ἐφετεῖον, καὶ βʹ) πάλιν τὸν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη κατὰ μέσον ὅρον ἀριθμὸν τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους, κατὰ Πρωτοδικεῖον. Ἐὰν, Κύριοι, καὶ ἁπλοῦν βλέμμα ῥίψητε εἰς τὸν πίνακα τοῦτον, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς τριετίας τῶν ἀποφάσεων, ἃς ἐξέδωκε τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης, εἶναι κατ’ ἔτος, πόσαι νομίζετε; 369. Τοῦ δὲ τῆς Κερκύρας; 167. Ἀπέναντι 808 τοῦ Ναυπλίου, 855 τῶν Πατρῶν, 2070 τῶν Ἀθηνῶν. Ἑπομένως ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει διατηρήσεως τῶν δύο τούτων Ἐφετείων. Ἐὰν τώρα ἁπλοῦν βλέμμα ῥίψητε ἐπὶ τῶν στατιστικῶν τούτων πινάκων, τῶν ἀφορώντων τὴν ἀπονομὴν τῆς Πρωτοδικειακῆς δικαιοσύνης, θέλετε ἴδει τὰ αὐτὰ περίπου, ἢ μᾶλλον ἀκριβῶς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν Πρωτοδικείων ἐκείνων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις εὐλόγως ἐνόμισεν, ὅτι ἐδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ καταργήσῃ...

§29Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν μᾶς ἀναφέρετε ταῦτα; Τὸ Πρωτοδικεῖον π. χ. Εὐρυτανίας;

§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι λεπτομέρει αὐταὶ, ἃς δὲν διστάζω, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, νὰ ἀναφέρω.

§31Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὑπελογίσατε τὰς δαπάνας, τὰς ἐκ τῆς διατηρήσεως τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης, ὑπελογίσατε ὅμως καὶ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ, καὶ εἴδετε τί δύναται νὰ κερδίσῃ τὸ Κράτος καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ;

§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν ὅσοις οἰκονομολογικοῖς συγγράμμασιν ἀνέγνων, οὐδαμοῦ εἶδον, ὅτι ἀναγράφονται ὡς πόροι τοῦ Κράτους ἡ ἵδρυσις Δικαστηρίων.

§33Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο, ἀλλ’ ἐνόησα, ὅτι ἡ ὕπαρξις Ἐφετείου προκαλεῖ τὴν κατανάλωσιν περισσοτέρου χαρτοσήμου ἢ ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Αὐτὰ ὅλα ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, καίτοι ἐν καιρῷ εὐθέτῳ θέλομεν συζητήσει περὶ αὐτῶν.

§34Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εἰς τὴν νέαν Βουλήν.

§35Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης τὸν Πρόεδρον δὲν δύνασθε ν’ ἀπολύσητε, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει σύνταξιν συμπεπληρωμένην, ὡς καὶ οἱ δύο γραμματεῖς. Τί θὰ κερδίσῃ λοιπὸν τὸ Κράτος, ἀφοῦ μάλιστα οὐδ’ ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος πληρόνει;

§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμιλεῖτε οὕτω, — καὶ ἐπαινῶ ὑμᾶς διὰ τοῦτο, ἐκτελοῦντας τὸ καθῆκον ὑμῶν, — διότι οὕτω νομίζετε, ὅτι ἔχουσι τὰ πράγματα· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ, ἐκτελῶν τὸ ἐμὸν καθῆκον, θέλω παρακαλέσει νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονὴν, καὶ ὅταν καταθέσω τὸν λογιστικὸν πίνακα, ὅστις θέλει εἶσθαι καὶ εἶδός τι δηλώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, θέλετε λάβει τὸν κόπον νὰ μελετήσητε αὐτὸν, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, περὶ ὧν ὁμιλεῖτε.

§37Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε θὰ κατατεθῇ οὗτος;

§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόψε, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ πίνακος, περὶ οὗ ἔλεγον, τοῦ ἀφορῶντος ἐν τῷ βʹ μέρει αὐτοῦ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων ἐπὶ τριετίαν ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω συναφῆ πίνακα, ὑπὸ στοιχ. Ϛʹ, περὶ τῆς ἀσκουμένης ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων καὶ κατὰ Πρωτοδικεῖον. Ἐκ τῆς καταθέσεως δὲ τοῦ πίνακος τούτου, περὶ τοῦ αὐτοῦ μέσου ὅρου, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δίκαιον εἶχον ἐγὼ, λέγων, ὅτι ἐν ᾧ ἐπιβάλλεται ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδικείων ὡς ἀστικῶν Δικαστηρίων, ἐπιβάλλεται συγχρόνως καὶ ἡ διατήρησις Πρωτοδικείων ἐπαρχιακῶν, ὡς θέλουσιν ὀνομασθῆ ταῦτα, πρὸς ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ὁ πίναξ οὗτος εἶναι λεπτομερέστατος ἐπίσης, καὶ καταθέτω αὐτὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἄλλως, ὅμως, Κύριοι, ὡς ἔλεγον, δὲν ἐδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἁπλῶς ἐπὶ τῶν Πρωτοδικείων ὅ,τι ἐπράξαμεν ἐπὶ τῶν Ἐφετείων, διότι κωλύει ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν Πρωτοδικῶν, οὓς οὐδεὶς ἐσκέφθη ποτὲ, ὅτι ἐπιτρέπεται, ἢ δύναται ν’ ἀπολύσῃ τῆς ὑπηρεσίας.

§39Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν δύνασθε.

§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ, φίλε μου, ἀκριβῶς λέγω. Ὅταν ταῦτα πάντα λάβητε ὑπ’ ὄψιν, εἰσέρχεσθε ἀμέσως καὶ ἀκόπως εἰς τὸν μηχανισμὸν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, καὶ ἀναγνωρίζετε ὡς ἀναπόδραστον τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως μονομελῶν ἐπαρχιακῶν Δικαστηρίων.

§41ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοὺς Προέδρους καὶ τοὺς Ἐφέτας, οὓς ἐκάματε προχθὲς, τί θὰ τοὺς κάμωμεν;

§42Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑμεῖς, ὅστις ἔχετε πολλὴν ὑπομονὴν, ἔχετε δὲ καὶ τὴν συγκατάβασιν νὰ μὲ τιμᾶτε διὰ τῆς προσωπικῆς ὑμῶν φιλίας...

§43ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν.

§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. ὑποθέτω, ὅτι θέλετε ἐξακολουθήσει νὰ ἔχητε ὑπομονὴν, διότι περὶ ὅλων τῶν εὐλόγων ὑμῶν ἀποριῶν θέλετε λάβει τὴν δέουσαν ἀπάντησιν ἐν τῇ σειρᾷ τοῦ λόγου μου. Δὲν εἶναι δὲ ἄλλως καὶ δυνατὸν νὰ ἀνατρέψω τὸ σύστημα τῶν συλλογισμῶν μου, διότι δυστυχῶς πρέπει νὰ σκεφθῶ μὲ τὴν ἰδικήν μου κεφαλὴν, καὶ οὐχὶ μὲ ἄλλην. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἔσχον τὴν τιμὴν μέχρι τοῦδε νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ἐπεβάλλετο ἡ ἵδρυσις τῶν μονομελῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, τοῦτο μὲν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, τοῦτο δὲ πρὸς τοποθέτησιν τῶν πλεοναζόντων Πρωτοδικῶν. Ἐκ τῆς σφαίρας τῶν ἰδεῶν τούτων ἐξερχόμενος, εἰσέρχομαι εἰς σφαῖραν συναφῆ καὶ παράλληλον, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι, τούτων λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν, ἀναπόδραστος ἐπέρχεται ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως πάντων τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἐπεβάλλετο ἄρα ἡ κατάργησις τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ ὡς ἐκ τῆς οὐχὶ μεγάλης ἱκανότητος τῶν Εἰρηνοδικῶν, νὰ ἀναλάβωσι τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας, ἃς τὸ νομοσχέδιον ἀναθέτει εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα. Οὔτε εἶναι λοιπὸν δυνατὸν οἱ Εἰρηνοδίκαι ν’ ἀπονέμωσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην τῶν Πλημμελειοδικείων ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις, ἔνθα καταργοῦνται τὰ Πρωτοδικεῖα, ὡς ἐπίσης παρὰ τοιούτων δικαστῶν νὰ ἀπονέμηται καὶ ἡ κατ’ ἐπαύξησιν τῆς δικαιοδοσίας τῶν τέως Εἰρηνοδικείων ἀστικὴ δικαιοσύνη. Ἔδει ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀπονεμομένη παρὰ τῶν αὐτῶν ἰσοβίων δικαστῶν, τοὐτέστι παρὰ τῶν Πρωτοδικῶν, ἢ παρὰ τῶν δυναμένων ν’ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τῶν Πρωτοδικῶν. Διότι πρέπει εὐθὺς ἀμέσως νὰ παρατηρήσω, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν, αὐξάνει καὶ ἡ δικαιοδοσία τῶν μονομελῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, τουτέστι τῶν πρώην Εἰρηνοδικείων. Διότι ταῦτα θέλουσι δικάζει ἐξαίφνης ἐπὶ ἀμφισβητουμένων ὑποθέσεων περὶ ποσοῦ, ἀντὶ μέχρι 300 δραχμῶν, ὅπως νῦν δικάζουσι, μέχρι 1000 δραχμῶν εἰς χρήματα ἢ χρηματικὴν ἀξίαν. Διότι θέλουσι δικάζει τὰς δίκας περὶ διαταράξεως ἢ ἀποβολῆς ἐκ τῆς νομῆς ἐν γένει κινητῶν ἢ ἀκινήτων κτημάτων, ἢ ἀποδόσεως αὐτῆς κατὰ παράκλησιν δοθείσης, διαφορὰς ἐκ συναλλαγματικῶν ἢ γραμματίων εἰς διαταγὴν, κατὰ τὸ τροπολογούμενον ἄρθρον 490 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.

§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τριμελῆ Δικαστήρια θὰ δικάζωσι ταύτας;

§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐχί· τὰ μονομελῆ. Ἄρθρον 490, ἔχον οὕτως: «Εἰς ἀμφισβητουμένας ὑποθέσεις τὰ Ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα θέλουσι δικάζει διαφορὰς ἐπὶ προσωπικῶν ἀξιώσεων, ὧν τὸ ἀντικείμενον εἰς χρήματα ἢ χρηματικὴν ἀξίαν δὲν ὑπερβαίνει τὰς χιλίας δραχμάς. Ἀσχέτως δὲ πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπιδίκου ἀντικειμένου, τὰ Ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα θέλουσι δικάζει: αʹ) διαφορὰς περὶ διαταράξεως ἢ ἀποβολῆς ἐκ τῆς νομῆς, ἢ τῆς οἱονεὶ νομῆς κινητῶν ἢ ἀκινήτων κτημάτων, ἢ ἀποδόσεως αὐτῆς κατὰ παράκλησιν δοθείσης... δʹ) διαφορὰς ἐκ κεκρυμμένων ἐλαττωμάτων πωληθέντος κινητοῦ πράγματος ... ιγʹ) διαφορὰς ἐκ συναλλαγματικῶν ἢ γραμματίων εἰς διαταγὴν κλπ. κλπ.» ...

§47Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα δὲν μένει τότε ἢ ἡ διεκδικητικὴ ἀγωγή.

§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παντάπασι ... Τοιουτοτρόπως, διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἐξέθηκα, θέλομεν ἔχει κατάργησιν μὲν τῶν Εἰρηνοδικείων ἁπάντων, ἀντικατάστασιν δὲ αὐτῶν διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν μονομελῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἐπαύξησιν τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ τροπολογουμένου 490 ἄρθρου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἐκ τῶν Πρωτοδικείων ἄρα ἀφαιροῦνταί τινες τῶν ὑποθέσεων, μεταβιβαζόμεναι εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα. Οὐδὲ πρέπει νὰ ταραχθῇ τις, Κύριοι, ἀκούων ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνεται ἡ κατάργησις τοῦ Εἰρηνοδικειακοῦ συστήματος, πρῶτον μὲν διότι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν συνδέεται, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας, ἔπειτα δὲ, διότι εἶναι ξένον καὶ παρείσακτον, καὶ ἀπορίας ἄξιον μάλιστα τυγχάνει ὄν, πῶς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον καὶ διετηρήθη, πρὸς ζημίαν τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Εἶναι θεσμὸς ξένος, εἰσαχθεὶς ἐκ τῆς Γαλλίας, εἰς ἣν μετεφυτεύθη ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας καὶ τῶν Ἀγγλικῶν ἠθῶν. Ὡς Ἑλληνικὸν θεσμὸν ἀπαντῶμεν αὐτὸν τὸ πρῶτον ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Δημοκρατικοῦ Συντάγματος, ὅπερ εἶχε συντάξει Ρήγας ὁ Φεραῖος κατὰ τὸ 1797 ἔτος. Ἀντέγραψε δ’ ὃ Ρήγας τὰ περὶ τούτου ἐκ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, ὀνομάσας τοὺς Εἰρηνοδίκας «κριτὰς τῆς εἰρήνης». Τὸ σύστημα λοιπὸν τοῦτο οὐδαμῶς ἀπορρέει ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς χώρας, οὐδὲ συνδέεται πρὸς τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις αὐτῆς καὶ πρὸς τὰ ἤθη, ἴσως δὲ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν καὶ ὅλως ἀπέτυχεν. Ἄπορον μάλιστα καὶ πῶς τοσοῦτοι διέρρευσαν ἐνιαυτοὶ, χωρὶς ποτε τὸ Κράτος σπουδαίως νὰ προνοήσῃ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ συστήματος τούτου, ὅπερ εἰς πᾶν ἄλλο συντελεῖ ἢ εἰς τὴν ἰσοτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ γοήτρου τῶν δικαστικῶν προσώπων, εἰς τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν, ὅτι δικαίως ἀπονέμεται παρὰ τῶν Εἰρηνοδικῶν ἡ δικαιοσύνη. Καὶ λέγων ταῦτα, Κύριοι, οὐδαμῶς σκοπῶ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι μεταξὺ τῶν 233 ἐν ἐνεργείᾳ Εἰρηνοδικῶν, ἢ τῶν πολλῶν ἐκείνων ἑκατοντάδων τῶν Εἰρηνοδικῶν, τῶν ἐνασκησάντων τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Εἰρηνοδικειακοῦ συστήματος, οὐδαμῶς, λέγω, σκοπῶ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ὑπῆρξαν ἄνδρες καὶ ἔντιμοι καὶ πεπειραμένοι καὶ σεμνοὶ τῆς Δικαιοσύνης θεράποντες. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θεωρήσητε αὐτοὺς τοιούτους, ὅταν ἔχητε αὐτοὺς ἐνεργοῦντας ὑπὸ σύστημα ἐκ τῶν θεμελίων σαθρὸν καὶ παραλελυμένον, εἶναι ἀδύνατον οὗτοι ν’ ἀντιστῶσιν εἰς τοὺς πανταχόθεν περιβάλλοντας αὐτοὺς πειρασμούς...

§49Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ποίου εἴδους πειρασμούς; Μήπως εἶναι οἱ πειρασμοὶ, οἵτινες ἠνάγκασαν τὸν Εἰσαγγελέα Λαρίσης νὰ καταδιώξῃ 40 ἐκ τοῦ χωρίου Πυργετοῦ;

§50ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ εἴπω ἐγὼ τοῦτο ὑμῖν· ὑμεῖς εἶσθε.

§51ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἁρμοδιώτερος.

§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοὺς πεπειραμένους καὶ καλῶς γινώσκοντας τὰ πράγματα, ὁμιλῶ δὲ, μὴ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἓν, οὐδὲ εἰς τὸ ἕτερον τῶν κομμάτων.

§53ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὄχι πῶς ὁμιλεῖτε, ἀλλὰ πῶς πράττετε.

§54ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμιλῶ, ἔχων συνεπίκουρον αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τῆς χώρας.

§55ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὄχι λόγους κενοὺς, ἀλλὰ πράγματα.

§56ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ μὴ ταράττησθε, ἀλλὰ ν’ ἀκούητε.

§57ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἔχομεν τόσην ὑπομονὴν, ἀκούοντες.

§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν θέλητε ν’ ἀκούσητε, ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπέλθητε. Καὶ ἄνευ ὑμῶν θέλω δυνηθῆ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου.

§59ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ μοὶ εἴπητε σεῖς, τί πρέπει νὰ πράξω ἐγώ.

§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Εἰρηνοδικῶν ἀπέτυχεν, εἶναι ἡ πρό τινων ἐτῶν ἐπιβληθεῖσα κατάργησις τῆς ἀποπείρας τοῦ συμβιβασμοῦ. Τίς εἶναι ὁ προορισμὸς καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Εἰρηνοδίκου; Ἐκεῖνος, ὃν τοσοῦτον προσφυῶς ὁ Ρήγας διετύπωσε. «Κριτὴς τῆς εἰρήνης», ἢ μᾶλλον «Εἰρηνοποιός». Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἐξεπληρώθη ὁ σκοπὸς οὗτος; Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν Στατιστικὴν, ἐν Γαλλίᾳ ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὸ 1890 ἔτος, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐπὶ 921,534 ὑποθέσεων εἰρηνοδικειακῶν συνεβιβάσθησαν 570,767, ἤτοι 62 τοῖς ἑκατόν. Ἐκεῖ λοιπὸν βεβαίως ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐπιβάλλεται, εἶναι χρήσιμος καὶ λυσιτελὴς, διότι ἡ λέξις ἐκφράζει τὸ πρᾶγμα. Ὅταν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν Juges de paix ἔχητε 62% συμβιβαζομένας, τίς ἤθελέ ποτε εὐλόγως ἰσχυρισθῆ, ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης ἐν Γαλλίᾳ ἀπέτυχεν; Ἀλλ’ ὅταν ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ χιλίων ὑποθέσεων μόλις ἴσως ἔχωμεν μίαν ἢ δύο συμβιβαζομένας ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, τίς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ εὐλόγως, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἐπέτυχε; Τόσῳ δὲ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐπέτυχεν, ὥστε, ἐὰν τὰ πράγματα εἶχον ἄλλως, δὲν ἤθελεν ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ψηφισθῆ καὶ ἡ κατάργησις τῆς ἀποπείρας τοῦ συμβιβασμοῦ, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον. Ἄλλως, Κύριοι, ὁ θεσμὸς τῶν Εἰρηνοδικῶν, καὶ ἀφοῦ οὗτοι ἐξησφαλίσθησαν ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως διὰ σοφῶν ὁμολογουμένως διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ ἀφοῦ τὸ ποιὸν αὐτῶν ἐβελτιώθη διὰ τῆς νομοθετήσεως ὡς προσόντος πρὸς διορισμὸν Εἰρηνοδίκου ἀδείας δικηγόρου...

§61Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις χθὲς ἀκόμη, κύριε Ὑπουργέ, σεῖς διωρίσατε Εἰρηνοδίκην μὴ δικηγόρον, προαγαγόντες αὐτὸν ἀπὸ γραμματέα Εἰρηνοδικείου.

§62ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διωρίσατε Εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος ἠγόρασε τὴν θέσιν του ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του ἀντὶ 2,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐδανείσθη.

§63ΛΕΒΙΔΗΣ. Λόγος περισσότερος, ἵνα πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ἔχω δίκαιον, προτείνων τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων.

§64Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ διορίσητε τοιοῦτον Εἰρηνοδίκην.

§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐπὶ ἀμφισβητουμένων ἀκόμη ὑποθέσεων ὁ θεσμὸς τῶν Εἰρηνοδικῶν ἀπέτυχε, καίτοι οὗτοι ἐξησφαλίσθησαν ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως, καίτοι ἀπῃτήθη ἱκανότης τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔχῃ τις τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου θέλει ἀπονέμεσθαι ἡ δικαιοσύνη. Διατὶ λοιπὸν ἀπέτυχε; Πρῶτον μὲν, διότι, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ, ὃν λαμβάνουσιν οἱ Εἰρηνοδίκαι ἐκ τοῦ Κράτους, ἐπεκράτησε νὰ ἀμείβωνται καὶ ὑπὸ τῶν διαδίκων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ συνήθεια αὕτη σήμερον ἐπέχει τόπον νόμου, ἕκαστος ὑμῶν, Κύριοι, γνωρίζει, ὅτι οἱ Εἰρηνοδίκαι ἐπιζητοῦσι τὰ λεγόμενα ἐπικερδῆ Εἰρηνοδικεῖα. Λόγος ἄλλος, δι’ ὃν ὁ θεσμὸς ἀπέτυχεν, ἐκτὸς τοῦ ταπεινοῦ τούτου, τοῦ συμφέροντος τοῦ χρηματικοῦ, τοῦ μὴ ἀφίνοντος τὸν Εἰρηνοδίκην ἀνεπηρέαστον καὶ ἀκέραιον, ἵνα οὕτως ἀπονέμῃ μεταξὺ τῶν διαδίκων τὴν δικαιοσύνην, καθόσον ἴσως ὁ τὰ πλείονα προσφέρων δύναται νὰ ἔχῃ ἐξησφαλισμένην ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν γνώμην τοῦ Εἰρηνοδίκου, λόγος ἄλλος, λέγω, εἶναι καὶ ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐλπίζῃ προαγωγὴν· εἶναι στάσιμος. Ἀπέτυχεν ὅμως καὶ ἐκ τρίτου ἔτι λόγου, οὐσιωδεστάτου. Ὁ Εἰρηνοδίκης, ὁ ἀπονέμων τὴν δικαιοσύνην, ὁ ἔχων ἀνάγκην νὰ μελετᾷ καὶ νὰ βελτιῶται, διαβιοῖ συνήθως ἐν μικροῖς χωρίοις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, καὶ ἐκ θεωρητικῆς ἀπόψεως καὶ ἐξ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, λαμβάνοντες δ’ ὑπ’ ὄψιν, τί γίνεται σήμερον ἐν ἄλλαις χώραις, ἀγόμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι πρέπει τέλος πάντων καὶ ἡ χώρα ἡμῶν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ μονομελοῦς κατωτέρου δικαστηρίου, ἀναθέτουσα τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπαρχιακοῦ δικαστοῦ εἰς τὸν Πρωτοδίκην, Πρωτοδίκην ὅμως μετ’ ἐπηυξημένης, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, δικαιοδοσίας. Μάλιστα, Κύριοι, σήμερον πανταχοῦ συζητεῖται, καὶ σκέψεις γίνονται καὶ γνῶμαι ἀνταλλάσσονται, ὅπως πάντα τὰ Δικαστήρια τοῦ πρώτου βαθμοῦ ὦσι μονομελῆ, καὶ αὐτὰ δηλαδὴ τὰ Πρωτοδικεῖα ἀκόμη. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ περικλεὴς τῆς Ἰταλίας πολιτευτὴς, ὁ Ζαναρδέλλι, ὡς Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ὑποβάλει πρό τινος εἰς τὴν Ἰταλικὴν Βουλὴν, καθιέρου ἐν γένει τὰ μονομελῆ Δικαστήρια, ὡς ἀποκλειστικὰ Δικαστήρια πρώτου βαθμοῦ, ἅπαντα δὲ τὰ Πρωτοδικεῖα ἐκεῖ ἐγίγνοντο μονομελῆ. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ, ἔνθα ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα διακρίσεως μονομελῶν καὶ πολυμελῶν δικαστηρίων πρώτου βαθμοῦ, καὶ ἐκεῖ κατίσχυσεν ἡ ἰδέα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν μονομελῶν. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ τὰ αὐτὰ συμβαίνουσι...

§66Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα λεπτομερειῶν.

§67ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ζητήματα μελετῶν... Ἤδη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου τοῦ 1904 ἔτους ἐψηφίσθη καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τῆς Γαλλικῆς ἤδη ἀπὸ τοῦ 1896 ψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν Εἰρηνοδικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Βουλὴ ἡ Γαλλικὴ ἐπήνεγκε τροποποιήσεις τινὰς εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας, δὲν ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον εἰσέτι νόμος, καθόσον αἱ τροποποιήσεις ψηφισθήσονται καὶ ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν κατωτέρων μονομελῶν δικαστηρίων ἐπιβάλλει ἐπὶ πλέον τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων. Διότι, ἀφοῦ ὑπὸ μικροτέραν δικαιοδοσίαν ἀπέτυχον τὰ Εἰρηνοδικεῖα, πολὺ πλέον ἤθελον ἀποτύχει ὑπὸ εὐρυτέραν. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τούτου, ἀντικαθιστῶμεν τὸν τέως Εἰρηνοδίκην δι’ ἰσοβίου δικαστοῦ, διὰ δικαστοῦ Πρωτοδίκου, εἰς ὃν βεβαίως καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς χώρας καὶ ἐκ τῆς σπουδαιότητος τῆς θέσεως αὐτοῦ δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν μείζονα πεποίθησιν καὶ ἐγγύησιν περὶ ὀρθῆς καὶ ἀκεραίας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἀλλαχοῦ μὲν θέλει ὑπάρχει εἷς καὶ μόνον ἐπαρχιακὸς δικαστὴς, ἐν ταῖς μικροτέραις τῶν περιφερειῶν, ἐν ἄλλαις δὲ πλείονες τοῦ ἑνὸς, δικάζοντες ἀνὰ εἷς ἐπὶ ἀστικῶν διαφορῶν. Λέγω, ὅτι ἐν ἄλλαις περιφερείαις θέλουσι τοποθετεῖσθαι πλείονες τοῦ ἑνὸς, ἵνα εἰσέλθω εἰς ζήτημα ἄλλο, συναφὲς ἐπίσης καὶ παράλληλον πρὸς τοῦτο, ὅπερ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πραγματεύομαι, ἤτοι εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης διὰ τῶν τριμελῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων. Ὅπου δηλαδὴ δὲν θέλει πλέον ἑδρεύει Πρωτοδικεῖον, Πρωτοδικεῖον τουτέστιν ἔχον ἀποστολὴν ἀπονομῆς ἀστικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης ἅμα, ἐκεῖ θέλει συγκροτεῖσθαι τριμελὲς ἐπαρχιακὸν Πλημμελειοδικεῖον, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ τέως Πρωτοδικείου ὡς Πλημμελειοδικείου...

§68Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅλας τὰς ὑποθέσεις θὰ τὰς δικάζῃ τὸ τριμελὲς αὐτὸ Δικαστήριον;

§69ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως ὅλας· ἀλλὰ θέλετε ἀκούσει μετ’ ὀλίγον ὑπὸ τίνας ὅρους. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὑμῖν: μὴ διακόπτετε, διότι οἱανδήποτε ἀπορίαν καὶ ἂν ἠθέλετε ἔχει, θέλετε ἀκούσει λυομένην αὐτὴν ἐν τῇ συνεχείᾳ τῆς ἀγορεύσεώς μου. Θέλω λοιπὸν ἀπαντήσει εἰς τὰς ἀπορίας ὑμῶν, ἀλλὰ πάντοτε διὰ τῆς ἐμῆς σκέψεως καὶ τῆς ἐμῆς κεφαλῆς. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἀντικαθιστῶντες τοὺς Εἰρηνοδίκας διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστῶν, θέλομεν ἔχει ἐν κέντροις τισὶ πλείους τοῦ ἑνὸς, ἤτοι τρεῖς ἐπαρχιακοὺς δικαστὰς, οἵτινες, συγκροτούμενοι εἰς Πλημμελειοδικεῖον, θέλουσιν ἀσκεῖ, ὡς ἔλεγον, τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ τοῦτο ἐπιβάλλει ἀναγκαίως τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τριῶν πλέον δικαστῶν, καὶ οὐχὶ ὑπὸ πέντε, καὶ ἐν αὐτοῖς ἀκόμη τοῖς διατηρουμένοις Πρωτοδικείοις...

§70Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἀπορίαν;

§71ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ· θέλει λυθῆ ἡ ἀπορία καὶ ὑμῶν ἀμέσως. Οὕτω, Κύριοι, φθάνομεν εἰς τὴν λύσιν ζητήματος, πρὸ πολλοῦ ζητουμένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑφ’ ἑκατέρας τῶν πτερύγων αὐτῆς, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὑποβάλλεται νομοσχέδιον πρὸς καταρτισμὸν τριμελῶν Πλημμελειοδικείων. Περὶ τούτου πολλαὶ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν) καὶ τῆς πτέρυγος τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπέβαλον νομοσχέδια. Π. χ. ὁ κ. Βουλπιώτης, ὡς βουλευτὴς Εὐρυτανίας καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῇ 8 Νοεμβρίου 1887 ἔτους ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, σελ. 382, Περίοδος Ιʹ, Σύνοδος ἔκτακτος, Παραρτήματος σελ. 166, ἀριθ. 113). Ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Α. Ζαΐμης, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῇ 18 Νοεμβρίου 1891, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, σελ. 239. Παραρτήματος σελ. 92, ἀριθ. 87). Ὁ ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς κ. Σιμόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῇ 6 Ἰουλίου 1892 εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον πρὸς καταρτισμὸν τριμελῶν Πλημμελειοδικείων (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, Παράρτημα σελ. 131, ἀριθ. 151). Καὶ ὁ κ. Βάρβογλης, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον πρὸς καταρτισμὸν τριμελῶν Πλημμελειοδικείων (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς Περιόδου ΙΔʹ, Συνόδου Βʹ. Παράρτημα σελ. 68, ἀριθ. 35). Ὅθεν παρατηρεῖτε, ὅτι τὸ τριμελὲς τῶν Πλημμελειοδικείων εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, τὸ κοινὸν ἔδαφος τῶν κομμάτων.

§72Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πιστεύετε, ὅτι διὰ τῶν τριμελῶν Πλημμελειοδικείων βελτιοῦται ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης;

§73ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα· καὶ πιστεύω αὐτὸ ἀκραδάντως.

§74Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Οἱ δικάζοντες δικηγόροι παραβλάπτουσιν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης;

§75ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως καὶ αὐτοί, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μόνον αὐτοί.

§76Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὠφελοῦσι.

§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Βλάπτουσι. Πανταχοῦ δὲ συμβαίνει τοῦτο. Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ ὑψῶμεν φωνὴν δῆθεν διαμαρτυρίας, καὶ νὰ θέλωμεν ν’ ἀποκρύψωμεν τὰ πασίγνωστα. Πολλάκις οἱ δικηγόροι, οἱ προσλαμβανόμενοι ὡς δικασταί, ἔρχονται εἰς συνεννοήσεις, καὶ καταρτίζουσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Πλημμελειοδικείου. Τοῦτο γίνεται πανταχοῦ παρ’ ἡμῖν.

§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς μομφῆς ταύτης, διότι πολλάκις οἱ δικηγόροι ἔσωσαν ἀθώους ἀνθρώπους, ἀποτελέσαντες μειοψηφίαν, καὶ ὁσάκις καλοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσι χρέη δικαστοῦ, ἐκπληροῦσι τὴν ὑπηρεσίαν των μετ’ εὐλαβείας.

§79ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ δύνασθε νὰ τὰ εἴπητε εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὗτινος Ὑπουργοὶ ὑπέβαλον νομοσχέδια περὶ καταρτισμοῦ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων, ὡς ἠκούσατε· ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διαπρέψας τότε μάλιστα, ὁ ἐκ Μαντινείας, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης...

§80Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ ποτέ.

§81ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ, ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι πολυσχιδὲς καὶ ποικίλον, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ δύσκολον, νὰ κανονίσωμεν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τρόπον ἐρωταποκρίσεως, διότι τοῦτο πρῶτον μὲν δὲν εἶναι εὐχάριστον εἰς ἐμὲ, ἐγὼ δ’ ἐπὶ τέλους ἀγορεύω, καὶ θέλω ἀγορεύει πάντοτε ὡς ἐγὼ νομίζω πρόσφορον, ἔπειτα δὲν εἶναι καὶ κοινοβουλευτικὸν τὸ δι’ ἐρωταποκρίσεων ἀγορεύειν, καὶ ἐπὶ τέλους καταναλίσκομεν πολὺν χρόνον. Παραλείπω, ὅτι οἱ διακόπτοντες ὑποπίπτουσιν εἰς ἀδιάκοπα σφάλματα, ὡς καὶ αὐτοὶ ἐπείσθησαν βεβαίως ἤδη. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἀφοῦ θεωρεῖτε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ταῦτα νὰ ἰσχύσωσι, δὲν βλέπω καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀνησυχεῖτε. Οὕτω, Κύριοι, διὰ τῶν τοιούτων συνδυασμῶν καταργοῦνται ἕνδεκα τῶν ὑπαρχόντων Πρωτοδικείων, ἐναπομένουσι δὲ πεντεκαίδεκα μόνον· οὐδεμίαν δ’ ἔχω, Κύριοι, ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἂν ἤθελον εὐτυχήσει, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, ἤθελεν ἔλθει ἡμέρα, οὐχὶ μακρὰν κειμένη, καθ’ ἣν, βλέποντες, ὅτι διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν Εἰρηνοδικῶν ὑπὸ Πρωτοδικῶν ἀγλαὰ ἐπῆλθον τ’ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὑμεῖς αὐτοὶ, Κύριοι, ἠθέλετε προτείνει ἴσως τὴν κατάργησιν πλειόνων ἢ ἕνδεκα Πρωτοδικείων. Ἀλλὰ Πλημμελειοδικεῖα συγκροτοῦνται ἀναποδράστως καὶ ἐν ταῖς ἕνδεκα ἐκείναις πόλεσιν, ὧν καταργοῦνται τὰ Πρωτοδικεῖα, προστιθεμένων μάλιστα καὶ τεσσάρων τριμελῶν Πλημμελειοδικείων, ἑνὸς μὲν εἰς τὴν Θήραν, ἑτέρου εἰς τὰς Θήβας, πρὸς μεγάλην εὐχαρίστησιν τῶν ἀξιοτίμων Θηβαίων συναδέλφων...

§82Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ῥουσφέτια αὐτά!

§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Τρίτου εἰς τὴν Δημητσάναν, πρὸς μεγάλην εὐχαρίστησιν, ὑποθέτω, τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Πετρίδου, καὶ τετάρτου εἰς τὰ Καλάβρυτα, πρὸς μεγάλην ἐπίσης εὐχαρίστησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων κ. Βουλευτοῦ.

§84Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομοσχέδιον λοιπὸν γενικῆς εὐχαριστήσεως.

§85ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.

§86Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῖα Πρωτοδικεῖα καταργοῦνται;

§87ΛΕΒΙΔΗΣ. Προσποιεῖσθε, ὅτι τάχα δὲν γνωρίζετε;

§88Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τῆς Ζακύνθου καταργεῖται;

§89ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.

§90Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε εἰς τὴν Σαντορίνην πρέπει νὰ ἦναι Πρωτοδικεῖον καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον ὄχι!

§91ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀφοῦ εἴχετε τὴν καλωσύνην, κ. Ὑπουργὲ, νὰ ὀνομάσητέ τινα τῶν καταργουμένων, δὲν ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ ὀνομάσητε ποῖα ἐν γένει Πρωτοδικεῖα καταργοῦνται;

§92ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ εὔκολον μοὶ εἶναι· ἔχω αὐτὰ πρόχειρα. Τῆς Λεβαδείας πρῶτον, δεύτερον τῆς Παρνασσίδος, τῆς Κορίνθου τρίτον, τῆς Κυπαρισσίας τέταρτον, Γυθείου πέμπτον, Εὐρυτανίας ἕκτον, Ζακύνθου ἕβδομον, Λευκάδος ὄγδοον, Ἄρτης ἕνατον, Τρικκάλων δέκατον καὶ Καρδίτσης ἑνδέκατον. Αὐτὰ εἶναι. Ὑμεῖς, ὡς Σπαρτιάτης, εἶσθε βεβαίως εὐχαριστημένος. Τὸ τῆς Σπάρτης δὲν καταργεῖται.

§93Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ (πρὸς τὸν κ. Πετρίδην). Αὐτὰ δὲν εἶναι ῥουσφέτια, κύριε Βουλευτά;

§94ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ἰδικόν σας μένει.

§95Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Βεβαίως μένει.

§96ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μένει διότι ἔχει ἑπτακοσίας ἀποφάσεις.

§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἵνα προχωρήσω, Κύριοι, ἀπορῶ τῷ ὄντι, καὶ ἀντὶ νὰ ἐρωτῶμαι, ἐρωτῶ ἐγὼ ὑμᾶς: Διατὶ τάχα ἐρωτᾶτε ποῖα καταργοῦνται; Μήπως ὑποθέτετε, ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς νὰ παραμένωσι καὶ νὰ διατηρῶνται Πρωτοδικεῖα ἐκδίδοντα τοσαύτας ἀποφάσεις, ὅσας θέλετε ἴδει ἐκ τοῦ κατατεθησομένου πίνακος, ὅταν ἦναι βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὡς μὲν ἀστικὰ, τουτέστι πολιτικὰ Δικαστήρια, οὐδένα λόγον ἔχουσι νὰ ὑφίστανται πλέον, ἐν κρισιμωτάτοις οἰκονομικοῖς καιροῖς εὑρισκομένης τῆς χώρας...

§98ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατὶ τὰ ἐφτιάσατε τότε;

§99Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς δὲ ποινικὰ Δικαστήρια...

§100ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ νὰ ἀπολογηθῆτε. Διατὶ τὰ ἐφτιάσατε, καὶ ἐδημιουργήσατε συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον σήμερον νὰ καταστρέψητε;

§101ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀπολογοῦμαι, ἀλλ’ ἀπαντῶ. Ἡ ἀπάντησις ἄλλως τε ἐδόθη διὰ τοῦ Ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι ἱδρύθησαν τὰ Πρωτοδικεῖα ταῦτα, τὰ τέσσαρα μὲν παρ’ αὐτοῦ, ἄλλα δὲ παρ’ ἄλλων, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀπέβλεψε κυρίως εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἐκ τοῦ πίνακος, ὃν πρὸ μικροῦ κατέθηκα, ἀποδεικνύονται ταῦτα ἀληθῆ. Διότι, ὡς ποινικὰ δικαστήρια, ταῦτα βεβαίως ἦσαν ἀναγκαῖα καὶ ἀναπόφευκτα, πολλῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ὑπαρχουσῶν ἐν ταῖς περιφερείαις ἐκείναις. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν τὰ Δικαστήρια ἐπολλαπλασιάζοντο, καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ ἄλλων πρὸ αὐτῆς, δὲν εἶχε κατορθωθῆ, οὐδ’ εἶχε μελετηθῆ νὰ καταρτισθῇ, ὡς νῦν, εἰς μελέτην, εἰς νομοσχέδιον, σύστημα ὁλομερὲς, ἄρτιον, πλῆρες καὶ τέλειον, καὶ τοιοῦτο, δι’ οὗ ἡ μὲν ποινικὴ δικαιοσύνη οὐδαμῶς νὰ παραβλαφθῇ διὰ τῆς ἀπονομῆς αὐτῆς ὑπὸ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων, συγκροτουμένων ἐκ τακτικῶν δικαστῶν, ἡ δὲ ἀστικὴ ἐπίσης νὰ μὴ παραβλαφθῇ διὰ τῆς διατηρήσεως πεντεκαίδεκα Πρωτοδικείων, καὶ διὰ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν τέως Εἰρηνοδικῶν, ἀνατιθεμένων πολλῶν ὑποθέσεων εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς Πρωτοδίκας διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐκ τῶν Πρωτοδικείων. Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις πρόχειρος καὶ εὐχερὴς πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Κορινθίας. Θέλετε τώρα νὰ ἀκούσητε καὶ πόσας πολιτικὰς ὑποθέσεις ἐξεδίκαζον κατ’ ἔτος τινὰ τῶν καταργουμένων Πρωτοδικείων;

§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§103Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρνασσίδος 557 μόνον, Λευκάδος 418, Ἄρτης 301, Ζακύνθου 262, Γυθείου 162! Εὐρυτανίας 149! Αὐτὰ λέγονται Πρωτοδικεῖα!! Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ἀντὶ 26 Πλημμελειοδικείων ἀποκτῶμεν νῦν 30. Καταπαύει μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ ἐμφύλιος ἐκεῖνος πόλεμος μεταξὺ Θηβῶν καὶ Λεβαδείας.

§104ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Θὰ γεννηθῇ ἀλλαχοῦ ἐμφύλιος, πόλεμος πραγματικός!

§105Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ποινικὴ δικαιοδοσία ἐν μὲν τοῖς διατηρουμένοις πεντεκαίδεκα Πρωτοδικείοις ἀπονέμεται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ προηγουμένως ἀπενέμετο, περιοριζομένου μόνον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πλημμελειοδικῶν εἰς τρεῖς· ἡ δὲ πολιτικὴ δικαιοσύνη ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις, ὧν καταργοῦμεν τὰ Πρωτοδικεῖα, ἀπονέμεται παρ’ ἰσοβίων δικαστῶν Πρωτοδικῶν, ἤτοι παρὰ τῶν Ἐπαρχιακῶν, συναποτελούντων Πλημμελειοδικεῖον τριῶν ὁμοῦ ἐξ αὐτῶν. Ὁποία τάχα ζημία ἐπέρχεται; Μήπως ζημία εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης; Οὐδεμία· διότι ἀπαλλάσσομεν τὰ ἐναπομένοντα πεντεκαίδεκα Πρωτοδικεῖα μικρῶν καὶ ταπεινῶν ὑποθέσεων, ἀνατιθέμενοι πλείστας ἐξ αὐτῶν εἰς τὰ μονομελῆ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα. Οὐδεμία· διότι ἀντικαθιστῶμεν τὸν Εἰρηνοδίκην, τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν δικαστὴν, τὸ ἕρμαιον αὐτὸ τῶν περιστάσεων, διὰ τοῦ Πρωτοδίκου, τοῦ ἰσοβίου, τοῦ ἔχοντος τὴν αὐτὴν προέλευσιν, ἣν ἔχει ὁ Πρωτοδίκης τῶν διατηρουμένων Πρωτοδικείων, τοῦ ἔχοντος τὸν αὐτὸν μισθὸν, τοῦ ἀποβλέποντος εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ καὶ τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ, ὧν πάντων ἐστερεῖτο ὁ Εἰρηνοδίκης. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν θεωρῶ σπουδαίαν τὴν ἀντίρρησιν, ἵνα ἐπιχειρήσω νὰ ἀνατρέψω αὐτὴν, ὅτι θέλει δῆθεν ζημιωθῇ ἡ Δικαιοσύνη διὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τριῶν ἰσοβίων δικαστῶν, καὶ οὐχὶ ὑπὸ πέντε, ἐν οἷς πάντοτε οἱ δύο εἰσὶ δικηγόροι. Καὶ λέγων ταῦτα, Κύριοι, οὐδαμῶς σκοπῶ, οὐδὲ πόρρωθεν κἂν, νὰ θίξω τὸ Δικηγορικὸν Σῶμα, οὗτινος ἔσχον τὴν τιμὴν ἐπὶ πέντε καὶ εἴκοσι συναπτοὺς ἐνιαυτοὺς ν’ ἀποτελῶ μέρος. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἱερουσαλὴμ παροικοῦμεν, καὶ γνωρίζομεν τὰ συμβαίνοντα. Διατὶ τάχα θέλετε νὰ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὀρθῶς ἀπονέμεται ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, ὅταν οἱοσδήποτε δικηγόρος, πολλάκις μάλιστα καὶ συνήθως μὴ καλούμενος παρὰ τοῦ προεδρεύοντος, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἑτέραν τῶν ἄκρων ἑδρῶν τοῦ Πλημμελειοδικείου πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἀναμένων νὰ δικάσῃ ὡς Πλημμελειοδίκης; (Θόρυβος). Παρακαλῶ. Ἐγὼ ἐρωτῶ οὐχὶ ἵνα μοὶ ἀπαντήσητε, ἀλλ’ ἐρωτῶ, διότι τέλος πάντων εἶναι καὶ αὐτὸ σχῆμα λόγου.

§106Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ. Οἱ δικηγόροι ἀπονέμουσι τὴν δικαιοσύνην εἰς τὰ Κακουργοδικεῖα διὰ τὰ μεγάλα ἐγκλήματα, καὶ οὐδέποτε ἐμέμφθη τις αὐτούς. Μόνον οἱ ὑπηρέται τινῶν πολιτευομένων ἐν Ἀθήναις κάμνουν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε σεῖς.

§107Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι δά! Καλὲ, τί λέγετε; Ἐπειδὴ ἐγὼ γνωρίζω συνάδελφόν τινα, οὐχὶ ὑμᾶς, γράφοντα σύγγραμμα περὶ Ρητορικῆς, θέλω συμβουλεύσει αὐτὸν νὰ καταργήσῃ τὴν ἐρώτησιν. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγὼ βεβαίως κινδυνεύω νὰ ἀπολέσω καὶ τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν μου (ἱλαρότης). Ἔλεγον, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑφίσταται ἐκ τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων· διότι ἐὰν τοιοῦτος κίνδυνος ὑπῆρχε, πῶς, παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, (καὶ μὲ συγχωρεῖτε διότι πάλιν ἐρωτῶ) κατωρθώθη, ἑκάτερον τῶν κομμάτων διὰ σειρᾶς ἀλλεπαλλήλων νομοσχεδίων νὰ ζητήσῃ τὸ τριμελὲς τῶν Πλημμελειοδικείων; Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἵνα καθησυχάσητε, ἐλήφθη πρόνοια ἡ ἑξῆς, ἀντιγραφεῖσα μάλιστα ἐκ ξένης νομοθεσίας...

§108Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅλα αὐτὰ ἀντιγραφὴ εἶναι.

§109ΛΕΒΙΔΗΣ. .. ἐλήφθη πρόνοια, προκειμένου περὶ ἀποφάσεως τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἐπιβαλλούσης ποινὴν φυλακίσεως ἀνωτέραν τῶν ἓξ μηνῶν, ἢ χρηματικὴν ποινὴν ἐπέκεινα τῶν 300 δραχμῶν, νὰ ἐπιτρέπηται ἔφεσις ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν. Καὶ ἐπειδὴ αἱ ἐρωτήσεις ἐμαντεύθησαν, προέβην εἰς τὸν καταρτισμὸν ἄλλου πίνακος, ὅστις ἐπιγράφεται «Πίναξ ἐμφαίνων τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαχθεισῶν κατὰ τὰ ἔτη 1902 καὶ 1903 ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων ὑποθέσεων καὶ τῶν ἐκδοθεισῶν κατ’ ἀντιμολίαν ἀποφάσεων, δι’ ὧν ἐπεβλήθησαν ποιναὶ φυλακίσεως ἄνω τῶν τριῶν καὶ ἄνω τῶν ἓξ μηνῶν καὶ χρηματικαὶ ποιναὶ ἐπέκεινα τῶν 300 δραχμῶν». Ἐδῶ, Κύριοι, ὑπάρχει ὁ πίναξ αὐτός. Θέλετε μείνει (αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις) ἔκθαμβοι, ἐὰν ἀκούσητε, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1902 ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις παρ’ ὅλων τῶν Πλημμελειοδικείων τοῦ Κράτους ὁμοῦ, ἐπιβάλλουσαι ποινὴν ἀνωτέραν τῆς φυλακίσεως τῶν ἓξ μηνῶν, πόσαι νομίζετε; 561 μόνον. Καὶ κατὰ τὸ 1903 ἔτος 584 μόνον. Ἑπομένως ἀναφέρω τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, ἵνα ἀποκρούσω ἐκ τῶν προτέρων, κατὰ τὸ ῥητορικὸν σχῆμα, τὸ ἐξ ὑπογυίου καλούμενον, τὴν ἴσως μέλλουσαν νὰ μοὶ γείνῃ παρατήρησιν, ὅτι δῆθεν ἐπιβαρύνω τὰ τρία Ἐφετεῖα διὰ τῆς εἰς αὐτὰ ἀναθέσεως τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων. Διαιρῶ λοιπὸν τὰς ποινικὰς ἀποφάσεις τοῦ 1903 ἔτους, τὰς ἐπιβαλούσας φυλάκισιν μείζονα τῶν ἓξ μηνῶν, διὰ τῶν παραμενόντων τριῶν Ἐφετείων, καὶ τί εὑρίσκω; Τὸν ἀριθμὸν 194. Τοσαύτας ἄρα ἐφέσεις περίπου κατ’ ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων θέλει ἐκδικάζει ἕκαστον τῶν Ἐφετείων. Ἑπομένως οὐδαμῶς βαρύνεται τὸ Ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ἢ τῶν Πατρῶν, ἢ τὸ τρίτον, τὸ παραμένον, τοῦ Ναυπλίου διὰ τῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν.

§110Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀπὸ τὴν Ἄρταν θὰ ἔρχωνται νὰ δικάζωνται εἰς τὰς Ἀθήνας! Θὰ κρατῶνται εἰς τὰς φυλακὰς κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐφέσεως;

§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα, Κύριοι, πῶς θέλει ἐνασκεῖσθαι τὸ ἔνδικον τοῦτο μέσον τῆς ἐφέσεως, κατὰ τίνα δικονομικὸν τρόπον καὶ συνδυασμὸν, ταῦτα πάντα λεπτομερέστατα ἀναπτύσσονται ἐν τοῖς σχετικοῖς ἄρθροις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ μετά τινας ὥρας θέλει εὑρίσκεσθαι εἰς χεῖρας ὑμῶν, διότι ἐφρόντισα, ὅπως καὶ ἐκτυπωθῇ μάλιστα. Ἄλλως τε, Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς ἐφέσεως κατ’ ἀποφάσεων Πλημμελειοδικῶν δὲν εἶναι ἐφεύρεσις Ἑλληνικὴ, διότι τοιοῦτον σύστημα ὑφίσταται ἔκπαλαι ἐν Γαλλίᾳ, μελετᾶται δὲ λίαν σοβαρῶς καὶ ἐν Γερμανίᾳ, καὶ βεβαίως ἐντὸς βραχέος χρόνου θέλει καὶ ἐκεῖ τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι εἶναι ἀναγκαιότατον καὶ ἐπιβαλλόμενον ἅμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, εὑρέθημεν πρὸ σοβαρωτάτου θέματος, πρὸ τοῦ ζητήματος τῆς τοποθετήσεως ἰσοβίων δικαστῶν, καὶ πρὸ πάντων ἐν τοῖς ἀποκέντροις ἐκείνοις μέρεσιν, ἐν οἷς θέλουσιν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἑδρεύει τὰ μονομελῆ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιφρουρήσωμεν τὸν δικαστὴν ἀπὸ τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ νὰ περιφρουρήσωμεν αὐτὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ καθιερώσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀποκεντρωτικάς τινας διατάξεις. Ἦτο ἄλλως καὶ καιρὸς, Κύριοι, νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τῆς περιφρουρήσεως τῶν δικαστῶν καὶ προστασίας αὐτῶν κατὰ τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ λέγων ταῦτα, Κύριοι, πρὸς Θεοῦ, παρακαλῶ μηδαμῶς νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀποβλέπω πρὸς τὴν πτέρυγα, ἧς ὑμεῖς ἔχετε τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῆτε τὰ μέλη. Ἐγὼ βάλλω τὸν λίθον πρῶτον κατ’ ἐμαυτοῦ, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις δυνάμενος νὰ ἀντείπῃ, ὅτι πολλάκις ὁ Ὑπουργὸς, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατούσης καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, πράττει ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν θέλει νὰ πράξῃ.

§112Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμαρτυρῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὑμεῖς ἐφροντίζετε καὶ διὰ τοὺς γραφεῖς ἀκόμη τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίας καὶ τῆς Εἰσαγγελίας.

§113ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι διότι, ἐνῷ ἐγὼ ἔχω τὴν γενναιότητα νὰ ὁμολογῶ τὴν ἀλήθειαν, προκειμένου περὶ ἐμοῦ αὑτοῦ, ὑμεῖς δὲν ἀκολουθεῖτε τὸ παράδειγμά μου.

§114Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τόσας μεταβολὰς ἐκάματε σεῖς, ὅσας δὲν ἔκαμε κανεὶς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου.

§115ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ καλά.

§116ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ εὕρητε κανένα σύστημα νὰ ἠθικοποιήσωμεν τοὺς Ὑπουργούς.

§117ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐνόμιζον, ὅτι ἔδει νὰ θωρακισθῶ διὰ τῆς ἀταραξίας ἐκείνης, ἥτις διακρίνει σήμερον τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλὰ δυστυχῶς δι’ ὑμᾶς, προκαλεῖτε, καὶ προκαλεῖτε τραχέως. Καὶ ἐπειδὴ, ὅσῳ καὶ ἂν θέλω νὰ μεταβάλω τὸν χαρακτῆρά μου, διῆλθον ἤδη πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν πιθανὸν εἶναι νὰ ζήσω, ἀπαντῶ εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις νομίζω, ὅτι ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς αἰθούσης, τοῦ εἰπόντος, ὅτι ἐγὼ διέπραξα δῆθεν τόσας μεταβολὰς, ὅσας οὐδεὶς ἀπὸ τῆς καταβολῆς τοῦ Κράτους...

§118Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ τὸ εἶπον.

§119ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ παραμείνητε. Ἐδῶ ἔχω φύλλον τι πολιτικόν.

§120ΓΕΡΑΚΗΣ. Τί λέγει ὁ τίτλος; «Πρῶτα»;

§121ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ἐκ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ δημοσιεύεται ὁ πίναξ, ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπίσημος. Ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ὑπάρχει ἐπικεφαλὶς «1255 μεταβολαὶ ἐν διαστήματι 10 μηνῶν», ἃς ἐγὼ διέπραξα κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς στατιστικῆς, ὡσανεὶ δηλαδὴ προέκειτο περὶ ἀδικημάτων, διότι ἡ λέξις «διαπράττειν» λέγεται συνήθως περὶ ἀδικημάτων. Ὅτε κατὰ τὸ θέρος, ἐν μέσῳ τηλικούτου καύσωνος, εἶδον τὴν στατιστικὴν ταύτην δημοσιευομένην.

§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν ἔχει;

§123ΛΕΒΙΔΗΣ. 1 Ὀκτωβρίου 1904.

§124Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι τόση ζέστη τότε.

§125ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὰς Ἀθήνας εἶναι καὶ τότε. Μάλιστα ὑπάρχει καὶ μία λέξις οὐχὶ πολὺ κομψὴ διὰ τὸ καλοκαίρι τοῦ Ὀκτωβρίου.

§126Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μοὶ ἐπιτρέπετε;

§127ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Εὐχαρίστως.

§128Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ λέξις «διαπράττω» εἶναι ἐγκληματική.

§129ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι ἐγκληματική. Λέγεται ἐπὶ ἀδικημάτων.

§130Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ ἔμαθον καὶ ἐγὼ ὀλίγα γράμματα, μοὶ φαίνεται ὅτι εἰς κἄποιον ἀρχαῖον συγγραφέα λέγεται «διαπράττω τὰ κοινά».

§131ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν γράφεται ἐδῶ; (δεικνύει τὴν «Πρωΐαν»).

§132Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴπετε, ὅτι ἡ λέξις εἶναι ἐγκληματική, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς δώσω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν.

§133ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν νέαν γλῶσσαν ἐννοῶ.

§134ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν τὰ ἀφίνετε;

§135ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Ὅταν προκαλῶμαι, δὲν ἠμπορῶ. Λοιπὸν καὶ ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς ἄλλο ἐπίσημον κείμενον. Ὁ μακαρίτης πατήρ μου, Κύριοι, ἀποθνήσκων, ἀφῆκέ μοι μίαν παραγγελίαν: «Ὁσάκις πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης σου, υἱέ μου, καὶ δὴ περὶ ἀριθμῶν, σὺ αὐτὸς νὰ καταγίνησαι εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν πινάκων». Τὴν παραγγελίαν μάλιστα ταύτην καὶ ἄλλος σεβαστὸς πρεσβύτης, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μοὶ ἔδιδεν ἄλλοτε, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔτι πολὺ καλῶς πράττει, οὐδενὶ ἐμπιστευόμενος τὰς προσθέσεις καὶ τοὺς πολλαπλασιασμούς. Λοιπὸν ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἔτους τινός, καθ’ ὃ διέπραττε τὰ κοινὰ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, καὶ τί εὑρίσκω; Ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῷ χρονικῷ διαστήματι, ἐν ᾧ ἐγὼ ἐνήργησα τὰς 1255 μεταβολάς, ὁ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διέπραξε 1318, ἤτοι 63 παραπάνω!

§136Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πότε;

§137ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὰ 1895 πρὸς τὰ 1896. (Δεικνύει τὴν «Ἡμερησίαν» τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1904, ἐν ᾗ ὁ πίναξ). Ἵνα μὴ ὑποτεθῇ δέ, ὅτι ὑπάρχει λάθος τι, τὸ ἐλάχιστον, πρῶτον μὲν ἔχω τὸν ἐγωϊσμὸν νὰ ἐξαγγείλω καὶ ἐκ δευτέρου, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς κατήρτισα τὴν στατιστικὴν ταύτην, δεύτερον καταθέτω τὸ φύλλον τοῦτο εἰς τὸ Προεδρεῖον, μάλιστα ἔχω καὶ μερικὰ περισσὰ, ἵνα, ἂν θέλητε καὶ ὑμεῖς, ἀσχοληθῆτε καθ’ ἡμερομηνίαν, κατὰ μῆνα καὶ κατ’ ἔτος. Καὶ ἂν δυνηθῆτε νὰ εὕρητε ἓν καὶ μόνον λάθος ἐν τῷ πίνακι τούτῳ, ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ἡττήθην. Ἂν λοιπὸν πρόκειται περὶ διαπράξεως κινήσεως δικαστικῆς, πολλῆς ἢ ὀλίγης, βεβαίως περισσότερα διεπράχθησαν παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα, οὐδαμῶς ἐγὼ ζητῶ νὰ κατηγορήσω τὰς πράξεις ταύτας, διότι αὐταί εἰσι συνέπεια τῆς ἐπικρατούσης τῶν πραγμάτων καταστάσεως, ἣν προσπαθοῦμεν καὶ ἐπιχειροῦμεν διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἄρωμεν, ἵνα ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὅπως οἱ νόμοι καὶ τὸ συμφέρον τῆς χώρας ἀπαιτοῦσιν. Ἄλλως τε, Κύριοι, εἶναι τετριμμένη πλέον ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ ἰσόβιον ἄνευ τοῦ ἀμεταθέτου εἶναι ἄχρηστον, καὶ οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς, ἐν συντομίᾳ τότε, εὐγλώττους λόγους περικλεοῦς τῆς Γαλλίας ῥήτορος, τοῦ Royer – Collard. Εἶναι δὲ τοσοῦτον διδακτικοὶ οἱ λόγοι οὗτοι, ὥστε θέλει, ἐλπίζω, μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἐπαναλάβω αὐτούς. Ὁ Royer – Collard ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ τῷ 1815 ἔτει ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ὅταν ἡ ἐντεταλμένη τὸν ἐν ὀνόματι τῆς Κοινωνίας διορισμὸν τῶν δικαστῶν Ἐξουσία καλῇ τινα τῶν πολιτῶν, ὅπως ἐμπιστευθῇ αὐτῷ τὸ ὑψηλὸν τοῦτο λειτούργημα, λέγει αὐτῷ: «Ὄργανον τοῦ νόμου, ἔσο ἀπαθὴς ὡς αὐτός. Τὰ πάθη, ἅτινα περὶ σὲ μαίνονται, οὐδαμῶς πρέπει νὰ σὲ ταράττωσιν. Ἐὰν αἱ ἐμαὶ πλάναι, ἐὰν αἱ πολιορκοῦσαί με ἐπιδράσεις, ἀφ’ ὧν δυσχερέστατα δύναμαι νὰ προστατεύσω ἐμαυτὸν, ἀποσπάσωσιν ἀπ’ ἐμοῦ ἀδίκους διαταγὰς, ἀντίστηθι εἰς τοὺς δελεασμούς μου, ἀντίστηθι εἰς τὰς ἀπειλάς μου. Ἀνερχόμενος τὴν δικαστικὴν ἕδραν, ἀπόβαλε πάντα φόβον, πᾶσαν ἐλπίδα· ἔσο ἀπαθὴς ὡς ὁ νόμος!» «Αὐτὰ λέγει ἡ Ἐξουσία πρὸς τὸν μέλοντα νὰ γένηται δικαστής. Ὁ δὲ πολίτης ἀπαντᾷ: «Ἄνθρωπός εἰμι, καὶ ὅ,τι ζητεῖς ἀπ’ ἐμοῦ ἔστιν ὑπεράνθρωπον. Εἶσαι ἰσχυροτάτη, ἐγὼ δ’ εἰμὶ ἀσθενέστατος. Θέλω ὑποκύψει ἐν τῷ ἀνίσῳ τούτῳ ἀγῶνι. Θέλεις παραγνωρίσει τὰ αἴτια τῆς ἀντιστάσεως, ἣν σήμερον μοὶ ἐπιβάλλεις, καὶ θέλεις μὲ τιμωρήσει. Δὲν δύναμαι νὰ καταστῶ ὑπέρτερος ἐμαυτοῦ, ἂν δὲν μὲ προστατεύσῃς καὶ ἀπέναντι ἐμοῦ αὐτοῦ καὶ ἀπέναντι σοῦ. Βοήθησον τὴν ἀδυναμίαν μου, ἀπάλλαξόν με τοῦ φόβου καὶ τῆς ἐλπίδος, ὑποσχέθητί μοι, ὅτι δὲν θέλω κατέλθει τῆς δικαστικῆς ἕδρας, ἂν δὲν καταληφθῶ προδίδων τὰ καθήκοντα, ἅτινα μοὶ ἐπιβάλλεις.» «Ἡ Ἐξουσία διστάζει, διότι φύσει ἡ Ἐξουσία δυσχερῶς παραιτεῖται τῆς ἰσχύος αὑτῆς. Φωτιζομένη ὅμως ὑπὸ τῆς πείρας περὶ τῶν ἀληθῶν αὑτῆς συμφερόντων, ὑποκύπτουσα εἰς τὴν ὁσημέραι αὔξουσαν πίεσιν τῶν πραγμάτων, λέγει τῷ δικαστῇ: «Ἔσο ἀμετάκλητος!» Ἂν δὲν εἴπῃ ὅμως αὐτῷ; «Ἔσο καὶ ἀμετάθετος», ἐλάχιστα κατορθοῖ, διότι ἄνευ τοῦ ἀμεταθέτου τὸ ἰσόβιον εἶναι ἄχρηστον σχεδὸν χρῆμα. Ὑπὸ τοιοῦτον λοιπὸν σύστημα, Κύριοι, εἰσὶ δυναταὶ αἱ οἰκονομίαι, αἵτινες κατὰ πίνακα, ὃν εὐθὺς ἀμέσως θέλω καταθέσει ἐνώπιον ὑμῶν, ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, ἀνέρχονται, ὡς ἐρρήθη ἤδη, εἰς δραχ. 582,934. Εἰσὶ δυναταὶ, διότι ἐκ τῶν καταργουμένων ἕνδεκα Πρωτοδικείων, 80 μὲν περίπου Πρωτοδίκας, τοὺς πλεονάζοντας, τοποθετοῦμεν εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα, τοὺς δὲ Προέδρους τῶν καταργουμένων Πρωτοδικείων θέτομεν Προέδρους τῶν κυριωτέρων ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων.—Καὶ ἤδη ἀπήντησα εἰς ἐρώτησίν τινα ἀξιοτίμου συναδέλφου.—Ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ προσθήκης 85 περίπου Πρωτοδικῶν συμπληροῦμεν τὸν ἀριθμὸν 165, ὅσοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἱδρυομένων 72 ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων. Ἀλλ’ ἐνταῦθα Κύριοι, ἴσως φανῇ ἄπορον καὶ παράδοξον, πῶς δι’ 165 Πρωτοδικῶν τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων ἀναπληροῦμεν τοὺς 233 Εἰρηνοδίκας, εἰς ὅτους σήμερον ἀριθμοῦνται οἱ εἰρηνοδίκαι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ πῶς ἐπίσης ἀναπληροῦμεν καὶ 19 ἀκόμη Πταισματοδίκας, εἰς ὅτους σήμερον ἀριθμοῦνται οἱ Πταισματοδίκαι τοῦ Κράτους. Καὶ ἐπὶ πλέον, πῶς ὅλα ταῦτα συμβαίνουσιν, ἐνῷ καὶ ἐπεκτείνομεν μάλιστα τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, ἀφαιροῦντες, καθ’ ὑπολογισμοὺς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας γενομένους, τὸ ἓν τρίτον περίπου τῶν ὑποθέσεων ἐκ τῶν ὑπαρχόντων καὶ διατηρουμένων Πρωτοδικείων, καὶ ἀναθέτοντες αὐτὰς εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς Πρωτοδίκας. Αὐτὸ, Κύριοι, διὰ τὸν ἀγνοοῦντα τὰ πράγματα βεβαίως εἶναί τι προβληματικόν. Ὅταν ὅμως θελήσητε νὰ συγκατατεθῆτε, ὅπως μὲ ἀκούσητε ἐπί τινας εἰσέτι στιγμὰς, ὅταν εὐδοκήσητε, μετὰ τὴν συνεδρίασιν, νὰ λάβητε γνῶσιν πινάκων, οὓς εὐθὺς ἀμέσως θέλω καταθέσει, θέλετε πεισθῆ ἀκραδάντως καὶ ἀσφαλῶς, ὅτι τοῦ δῆθεν προβλήματος τούτου ἡ λύσις ἔγκειται ἐν τῷ μηχανισμῷ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι φυσικὴ ἀπόρροια τῶν πραγμάτων. Θέλω καταθέσει, Κύριοι, πίνακα ὑπὸ στοιχ. Βʹ, ὅστις ἐπιγράφεται: «Ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις ὑπὸ τῶν Εἰρηνοδικείων κατὰ τὴν πενταετίαν ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1902 ἔτους ἐν κλίμακι κατιούσῃ τοῦ ἐνιαυσίου μέσου ὅρου». Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου τί, νομίζετε, θέλει προκύψει; Ὅτι ἐκ τῶν 233 Εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους 119 ἐκδίδουσιν ἐλάσσονας τῶν 300 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος, δηλ. ἀριθμὸν ἀσήμαντον ἐντελῶς, 79 Εἰρηνοδικεῖα, κατὰ μέσον ὅρον τῆς πενταετίας αὐτῆς, ἣν ἀνέφερα, ἐκδίδουσιν ἐλάσσονας τῶν 200 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος, 38 Εἰρηνοδικεῖα ἐλάσσονας τῶν 100 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος, καὶ 22 Εἰρηνοδικεῖα ἐλάσσονας τῶν 50 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος. Πιστεύετε, ὅτι ὑπάρχει Εἰρηνοδικεῖον, ἐκδίδον κατ’ ἔτος 163 ἀποφάσεις; Ὑπάρχει Εἰρηνοδικεῖον πρώτης τάξεως, δι’ ὅπερ τὸ Κράτος καταβάλλει ἐτησίως 5,256 δραχμὰς, ἐκδίδει δὲ τοῦτο ἀποφάσεις ἐτησίως 168! Καὶ Εἰρηνοδικεῖον δευτέρας τάξεως, δι’ ὅπερ καταβάλλει τὸ Κράτος δρ. 4,209, ἐκδίδει δὲ ἐτησίως πόσας ἀποφάσεις; 88. Ἄλλα δὲ Εἰρηνοδικεῖα ἐκδίδουσιν ἐτησίως, πόσας νομίζετε ἀποφάσεις; 81, 75, 65, 58, 45, 40, 34, 26, 20, 14, 11, 7, 5!!! Καὶ διὰ νὰ ἐκδώσωσιν αὐτὰς τὰς 5 ἀποφάσεις ἐτησίως τὰ Εἰρηνοδικεῖα αὐτὰ, τὸ Δημόσιον καταβάλλει ἐτησίως δι’ ἕκαστον αὐτῶν δρ. 4,209.

§138Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ἐκδίδον 5;

§139Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι τὸ τῆς Φολεγάνδρου. Ὀκτακόσιαι δραχμαὶ ἡ ἀπόφασις!

§140Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ καταργήσητε!

§141Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι, διατὶ προέβην εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταπληκτικοῦ τούτου πίνακος; Ἵνα ἀποδείξω, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν 233 Εἰρηνοδικείων δὲν σημαίνει, ὅτι οἱ 165 ἐπαρχιακοὶ Πρωτοδίκαι δὲν θέλουσιν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν τέως εἰρηνοδικειακῶν ὑποθέσεων. Διότι, ὡς θέλετε παρατηρήσει ἐκ τοῦ ἀναγνωσθέντος πίνακος, τὰ πλεῖστα σχεδὸν τῶν Εἰρηνοδικείων, ἐκτὸς τῶν μεγάλων κέντρων, στεροῦνται λόγου ὑπάρξεως. Διὰ τῆς καταργήσεως λοιπὸν, Κύριοι, τῶν 11 Πρωτοδικείων, τῶν 233 Εἰρηνοδικείων, τῶν 19 Πταισματοδικείων καὶ τῶν 2 Ἐφετείων, οὐ μόνον κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπέρχεται οἰκονομία περίπου 600,000 δραχμῶν ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχ. 3,000,000, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς βελτίων ἔσεται καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς τε πρωτοδικειακῆς καὶ τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης.

§142Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δαπάνας δὲν θὰ προσθέσητε;

§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ δαπανῶν εἶπον ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω πίνακα λογιστικὸν ἀκριβέστατον, μέλλοντα νὰ χρησιμεύσῃ ἐν ἀνάγκῃ ὡς δήλωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐξ οὗ θέλει πασιφανέστατα ἀποδειχθῆ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἐξήνεγκον, εἰσὶν ἀκριβέστεροι καὶ τῆς ἀκριβείας, ἐὰν τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ποτὲ δυνατόν.

§144Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Περίπου ποία εἶναι ἡ δαπάνη;

§145Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἵνα μὴ ἀνησυχῆτε ἐπὶ πλέον, καταθέτω ἕνα τῶν πινάκων, συντεταγμένον κατ’ αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις, στήλη αὐξήσεως καὶ στήλη ἐλαττώσεως, διότι ἐνιαχοῦ αὐξάνουσι καὶ πολλαχοῦ ἐλαττοῦνται αἱ δαπάναι. Τὸν ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, περὶ οὗ καὶ πρὸ μικροῦ ἔλεγον.

§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη κατὰ τοὺς κειμένους νόμους;

§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον, καὶ πρὸς εὐκολίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν καταθέτω καὶ περίληψιν τοῦ πίνακος ὑπὸ στοιχ. Ηʹ πρῶτον. Καταθέτω καὶ πίνακα ὑπὸ στοιχ. Ηʹ δεύτερον: «Ἐνοίκια καὶ γραφικὴ ὕλη τῶν Πρωτοδικείων. Κεφάλαιον 8, ἄρθρ. 1 καὶ 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ». Διότι οἱ πίνακες αὐτοί εἰσιν ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς ἐβασίσθημεν, ἵνα καταρτίσωμεν τὸν λογιστικὸν αὐτὸν πίνακα ὑπὸ στοιχ. Ηʹ ἁπλῶς. Διὰ τοῦτο ὡς συναφεῖς καταθέτω καὶ αὐτούς. «Κεφάλαιον 8, ἄρθρα 1 καὶ 2, ἐνοίκια καὶ γραφικὴ ὕλη τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων», ἄλλος πίναξ ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, τρίτος αὐτός. Καταθέτω πίνακα: «Κεφάλ. 7, ἄρθρα 3–28 τοῦ προϋπολογισμοῦ»,— πίναξ ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, τέταρτος αὐτὸς,—«τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων παρ’ ἑκάστῳ τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Πρωτοδικείων». Πίνακα ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, πέμπτον αὐτὸν, «μισθῶν βοηθητικοῦ προσωπικοῦ Εἰσαγγελιῶν Πρωτοδικῶν», Κεφάλαιον 9ον, ἄρθρον 27 προϋπολογισμοῦ. Καὶ τελευταῖον πίνακα ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, ἕκτον αὐτὸν, Κεφ. 10ον, ἄρθρ. 1 καὶ 2 προϋπολογισμοῦ, «γραφικὴ ἐπιχορήγησις καὶ ἐνοίκια Εἰσαγγελιῶν τῶν Πρωτοδικείων». Ὁμιλῶν, Κύριοι, βεβαίως ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ἅτε εἰσηγούμενος ἁπλῶς νομοσχεδίου, καὶ οὐχὶ κυρίως συζητῶν αὐτὸ, (καίτοι ἐκινδύνευσα καὶ νὰ συζητήσω) ὁμολογῶ, ὅτι περιέπεσα καὶ εἰς λεπτομερείας τινὰς, παρὰ τὴν πρόθεσίν μου. Καὶ διὰ τοῦτο αἰτοῦμαι παρ’ ὑμῶν συγγνώμην, καταναλώσας τοσαύτην ὥραν ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Διὰ καταθέσεως πίνακός τινος, πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἐνώπιον ὑμῶν ἀναπτυχθέντος, ἀπέδειξα, ὅτι οἱ 165 ἐπαρχιακοὶ Πρωτοδίκαι εἰσὶν ἐπαρκεῖς πρὸς ἀπονομὴν τῆς τέως εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, σὺν τῇ ἐπεκτάσει αὐτῆς διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ὑποθέσεών τινων τῆς δικαιοδοσίας τῶν ὑφισταμένων Πρωτοδικείων. Ἀλλ’ ἵνα, οὕτως εἰπεῖν, καὶ λογιστικώτερον, ἢ μᾶλλον καὶ πρακτικώτερον ἀποδείξω τὸ ἐπιχείρημά μου τοῦτο, συνέταξα καὶ ἄλλους δύο πίνακας, τοὺς ὑπὸ στοιχεῖα Δʹ καὶ Εʹ, συμπορευομένους. Ὁ πίναξ τέταρτος, δηλαδὴ ὑπὸ στοιχ. Δʹ, ἐπιγράφεται: «Διανομὴ τοῦ κατὰ προσέγγισιν ἀφαιρουμένου ἑνὸς τρίτου ἐκ τοῦ ἐνιαυσίου μέσου ὅρου τριετίας (1901–1903) τῶν ἀποφάσεων τῶν Πρωτοδικείων εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ τοιαῦτα, λόγῳ ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν κατωτέρων δικαστηρίων». Ὁ πίναξ πέμπτος, δηλαδὴ ὑπὸ στοιχ. Εʹ, ἐμφαίνει τὰς παρὰ τῶν Εἰρηνοδικείων ἐκδιδομένας ἀποφάσεις, ἐπιγράφεται δὲ: «Ὑπολογισμὸς ποσοτικῆς ἐπαρκείας 165 ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικῶν ἐν τοῖς 72 ἱδρυομένοις ἐπαρχιακοῖς Πρωτοδικείοις». Ἑπομένως ἔχοντες τοὺς δύο πίνακας ὁμοῦ, θέλετε ἔχει τὸ σύνολον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων, ὅστις θέλει ἀναλογεῖ εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν 165 ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικῶν. Καὶ ἵνα μὴ κατατρίβω τὸν χρόνον εἰς λεπτομερείας, ὅταν λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μελετήσητε ἐν συνδυασμῷ τοὺς δύο τούτους πίνακας, θέλετε πεισθῆ, Κύριοι, ἀσφαλέστατα, ὅτι οἱ 165 ἐπαρχιακοὶ Πρωτοδίκαι θέλουσιν εἶσθαι πλέον ἢ ἐπαρκεῖς πρὸς διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεων τῶν Εἰρηνοδικείων, σὺν τῇ προσθήκῃ τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες ἀφαιρεθήσονται ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τῶν καταργουμένων Πρωτοδικείων. Ἔρχομαι, Κύριοι,—ἵνα συμπεράνω,—εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐμμίσθων συμβολαιογράφων. Κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα σήμερον 98 Εἰρηνοδίκαι τοῦ Κράτους ἐκτελοῦσι χρέη συμβολαιογράφου, διότι δὲν δύνανται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα νὰ συντηρηθῶσι συμβολαιογράφοι. (Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 ἔτους σελ. 101). Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐν σελίδι 101 τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀναβιβάζει τοὺς Εἰρηνοδίκας δευτέρας τάξεως, τοὺς συμβολαιογραφοῦντας, εἰς τὸν ἀριθμὸν, ὃν πρὸ μικροῦ εἶπον, 98. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἄρθρον 168 τοῦ Ὀργανισμοῦ, ὡς τροπολογεῖται, λαμβάνομεν πρόνοιαν κατ’ ἀνώτατον ὅρον περὶ διορισμοῦ 40 ἐμμίσθων συμβολαιογράφων, καὶ ἡ δι’ αὐτοὺς δαπάνη βεβαίως ἀναγράφεται ἐν τῷ πίνακι, ὃν πρὸ μικροῦ κατέθηκα. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν δαπανῶν ὡρίσαμεν μόνον 25, ὡς ἀρκοῦντας. Διότι εἰς τὰ λοιπὰ μέρη (πρὸς συμπλήρωσιν τῶν νῦν 98), ἕνεκα τῆς εὐρυτέρας περιφερείας τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, ἥτις κανονίζει καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν συμβολαιογράφων, θέλουσι δύνασθαι νὰ συντηρῶνται τοιοῦτοι. Νῦν, Κύριοι, εἰσέρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον περίπου θέμα τῆς ἀγορεύσεώς μου, τοῦτο δὲ ἀφορᾷ τὴν ἐκδίκασιν τῶν λεγομένων μικρῶν διαφορῶν καὶ τῶν πταισμάτων. Πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγένετο λόγος περὶ κινητῶν Εἰρηνοδικείων. Πολλάκις οἱ περὶ τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων ἀσχολούμενοι νομοδιδάσκαλοι καὶ νομικοὶ συγγραφεῖς καὶ πολιτειολόγοι ἐξήνεγκον τὰς γνώμας αὐτῶν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας ταύτας μελετήσαντες μετὰ τῶν ἁρμοδίων, ἀπεπειράθημεν καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ ἐγκαταστρώσωμεν αὐτὰς ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ἐν ἄρθροις 516–523 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας πραγματεύεται τὰ περὶ τῶν μικρῶν διαφορῶν ζητήματα, καὶ ἐν ἄρθρῳ 330 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας τὰ περὶ τῶν πταισμάτων. Κατὰ σύστημα, λεπτομερῶς διατυπούμενον ἐν τοῖς ἄρθροις τούτοις, ἐξασφαλίζον δὲ πληρέστατα ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὁ ἐπαρχιακὸς Πρωτοδίκης, — ἐπειδὴ τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα συγκεντροῦνται εἰς τὰ μεγαλείτερα κέντρα, — κατὰ τακτὰς καὶ ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένας ἡμέρας, θέλει ἐξέρχεσθαι εἰς τοὺς κυριωτέρους τῶν δήμων, δηλ. εἰς τὰς πρωτευούσας αὐτῶν, ἵνα ἐκεῖ, ἐγγὺς τῶν δικαζομένων, δικάζῃ τὰς μικρὰς διαφορὰς, ὧν τουτέστι τὸ ποσὸν εἶναι κατώτερον τῶν 300 δραχμῶν, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ πταίσματα. Τὸ σύστημα τοῦτο, Κύριοι, ἐπίσης δὲν εἶναι πρωτοφανὲς, διότι ἀντεγράφη ἐκ τῆς ἰσχυούσης ἐν Αὐστρίᾳ Δικονομίας. Ἔχομεν μάλιστα εὐτυχῶς καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐγχώριον ἀπόδειξιν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ συστήματος, διότι καὶ ἡ Κρητικὴ Πολιτεία, ἀντιγράψασα ἐκ τοῦ Αὐστριακοῦ νόμου τὰς διατάξεις περὶ ἐκδικάσεως τῶν μικρῶν διαφορῶν, παρέσχεν ἀποτελέσματα, καθ’ ἃ ἐπισήμως γνωρίζω, ἄριστα, ἀποδεικνύοντα, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος καιρὸς εἶναι νὰ εἰσαχθῇ καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν ἐλευθέραν χώραν. Ἄλλως, ὡς πρὸς τὰ πταίσματα, καὶ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον τοῦ 1882 ἔτους ὁ Πταισματοδίκης, κατὰ πρόγραμμα ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκδιδόμενον, ἐξέρχεται εἰς τὰς ἕδρας τῶν δήμων, πρὸς ἐκδίκασιν τῶν πταισμάτων. Διὰ τοῦ καινοφανοῦς τούτου συστήματος, — καινοφανοῦς ὡς πρὸς τὴν χώραν ἡμῶν — τῆς ἐκδικάσεως τῶν μικρῶν διαφορῶν, μεταβαίνοντος τοῦ ἐπαρχιακοῦ Πρωτοδίκου, ἵνα συναντήσῃ τὸν αἰτοῦντα τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ οὐχὶ τοῦ αἰτοῦντος τὴν δικαιοσύνην, ἵνα συναντήσῃ τὸν δικαστὴν, ἐπέρχεται καὶ οὐσιωδεστάτη οἰκονομία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐν τέλει, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον ἐν κεφαλαίῳ τετάρτῳ ἔχει γενικὰς καὶ μεταβατικὰς διατάξεις. Οὐσιωδεστάτην πασῶν τούτων φρονῶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 29, περὶ τοποθετήσεως εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα τῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν εἰδικῶν Πταισματοδικῶν, τῶν ἐχόντων δίπλωμα διδάκτορος, ἢ πτυχίον προλύτου τοῦ ἡμετέρου ἢ ξένου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου, ἢ τῆς πρώην Ἰονίου Ἀκαδημίας. Εὐτυχῶς δὲ τοιοῦτοι ἐκ τῶν 233 Εἰρηνοδικῶν καὶ 19 Πταισματοδικῶν, ἐν ὅλῳ 252, ὑπάρχουσιν 158. Δηλαδὴ ἔχομεν 158 Εἰρηνοδίκας καὶ Πταισματοδίκας (οἵτινες δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐπαρχιακοὶ Πρωτοδίκαι) κεκτημένους τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, καὶ ἑπομένως προερχομένους ἐκ τῆς αὐτῆς προελεύσεως, ἐξ ἧς προέρχονται καὶ οἱ Πρωτοδίκαι τῶν πεντεκαίδεκα διατηρουμένων Πρωτοδικείων. Δύο ἦσαν, Κύριοι, τὰ συστήματα, ἅτινα ἔδει ν’ ἀκολουθήσωμεν, καταρτίζοντες τοσοῦτον, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν τοὐλάχιστον, λυσιτελὲς καὶ ἐκτενὲς ἅμα νομοσχέδιον. Ἢ ἔπρεπεν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀποτελέσωσιν αὐτοτελῆ νόμον, ἀρχόμενον ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ λήγοντα εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, δι’ οὗ ἤθελον ἐξαντληθῆ αἱ ἰδέαι τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν, καθ’ ἡμᾶς τοὐλάχιστον, ὀρθοτέραν σκέψιν καὶ γνώμην, τοῦ νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν ὑπάρχοντα Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, οὐδαμῶς δὲ μεταβάλλοντες τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων, νὰ ἐγκαταστρώσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νέου νομοσχεδίου ἐν τῇ θέσει τῶν ἄρθρων ἐκείνων, ὧν τὴν κατάργησιν ἢ καὶ τὴν μεταβολὴν ἐπιζητοῦμεν. Τοῦτο τὸ δεύτερον ἐπράξαμεν. Εἶναι δὲ καιρὸς, νομίζω, Κύριοι, νὰ ἀνακαθαρθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων, καὶ νὰ ὑψωθῇ εἰς περικαλλὲς καὶ ἄρτιον οἰκοδόμημα, οὐχὶ δὲ σεσαθρωμένον καὶ ὑπὸ παντοίων ἀνέμων σαλευόμενον παράπηγμα, οἷον ἐκ τῶν ἑκάστοτε μεταβολῶν κατέστη τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἐφ’ οὗ, ὡς ἐπὶ τῆς βάσεως, δέον νὰ ἑδράζηται καὶ ἑδράζεται ἡ ἀλάνθαστος καὶ ἴση ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν, Κύριοι, ἀνοίξητε τοὺς Κώδικας, τοὺς περιέχοντας τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, θέλετε εὑρεθῆ πρὸ ἐκπληκτικοῦ καὶ ἀστείου ἅμα φαινομένου, ἄρθρων ἀναγραφομένων μὲν, μὴ ἰσχυόντων δὲ, καταχωρίσεως νόμων ἀντικαθιστώντων καταργούμενα ἄρθρα. Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων παριστᾷ τὸ θέαμα πεπαλαιωμένου οἰκοδομήματος, οὗτινος μόνον ἡ βάσις ἴσως ὑφίσταται ὡς ἀρχικῶς εἶχε, τὰ μέρη ὅμως, ἐκ παντοίων μεταβολῶν, ἀνετράπησαν, διερράγησαν, αἱ κέραμοι κατέρρευσαν, καὶ ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν σεβαστὸν μὲν, ἀλλ’ ἐρείπιον, οὕτως εἰπεῖν, οἰκοδόμημα. Διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθιερώσαμεν, τοῦ νὰ ἐγκατασπείρωμεν ἐν τῷ στελέχει, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων τὰς διατάξεις, ἃς ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀποκαθίσταται—ἐπιτραπήτω μοι ἡ ἔκφρασις— ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων, ὑψοῦται, τολμῶ εἰπεῖν τὴν λέξιν, εἰς λαμπρὸν οἰκοδόμημα, ἄρτιον, ὁλομερὲς, σπουδαῖον καὶ ἑνιαῖον, τοιουτοτρόπως δὲ ἐσμὲν—καὶ ἂς μὴ θεωρηθῇ, παρακαλῶ, ἐγωϊστικὸν—εὐτυχεῖς, ὅτι, τῇ συνεργασίᾳ ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους, πεφωτισμένων δικηγόρων, καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, κατωρθώσαμεν, μετὰ τοσούτους ἐνιαυτοὺς, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, πρῶτον νῦν, νομοσχέδιον δικαστικὸν, μὴ περιοριζόμενον εἰς τὴν διατύπωσιν δεκάδος τινῶν ἄρθρων, νομοσχέδιον δικαστικὸν, ἐφ’ οὗ ἀσφαλῶς δύναται νὰ ἑδρασθῇ ἡ ἐν τῷ μέλλοντι ἀπονομὴ τῆς τε ἀστικῆς καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Τοιουτοτρόπως νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τῶν ἀσθενῶν μοι δυνάμεων ἐξήρτητο, συνετέλεσά πως καὶ εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, κατορθώσας ἐπὶ προϋπολογισμοῦ τριῶν καὶ μόνον ἑκατομμυρίων νὰ ἐπιφέρω ἐλαττώσεις 600,000 δραχμῶν περίπου, καὶ τοῦτο χωρὶς παντάπασι νὰ ζημιωθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐβελτιώθη μάλιστα, ἰσοτέρα καὶ δικαιοτέρα καὶ εἰλικρινεστέρα ἀπονεμομένη. Ἤκουσα, Κύριοι, καὶ ἐν τῷ Τύπῳ καὶ ἐν ἄλλοις κύκλοις πολὺς λόγος νὰ γίγνηται, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα τοῦ Ὑπουργείου οὔτε πρωτοφανῆ, οὔτε ἐφεύρεσις τῆς ἐμῆς διανοίας τυγχάνουσιν ὄντα. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, ἔν τε τῷ πολιτικῷ μου βίῳ καὶ τῷ ἰδιωτικῷ ἅμα, οὐδέποτε ἐζήτησα διπλώματα εὑρεσιτεχνίας. Ἐὰν ἄλλοι, ἐξ ἐπαγγέλματος ἀντιπροσωπεύοντες, ἢ νομίζοντες τοὐλάχιστον ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὰς ἰδέας τῆς ἀποκεντρώσεως, ἐταράχθησαν, διότι τινὲς αὐτῶν ἐγκατεστρώθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, οὐδεὶς πρὸς αὐτοὺς ἐξ ἐμοῦ τοὐλάχιστον φθόνος. Ἂς ἔχωσι τὰ προνόμια τῆς εὑρεσιτεχνίας. Ἐὰν ἄλλοι ἔγραψαν, ὅτι πρῶτοι αὐτοὶ ἐφεῦρον τὰ τριμελῆ Πλημμελειοδικεῖα, ἢ τὰς ἄλλας διατάξεις, τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένας, ἂς ἐρίσωσι πρὸς τὴν Αὐστριακὴν, ἢ τὴν Γερμανικὴν, ἢ τὴν Γαλλικὴν, ἢ τὴν Ἰταλικὴν νομοθεσίαν, ἐξ ἧς ἐγώ, βοηθούμενος παρ’ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἀντέγραψα. Ἐγὼ δὲν φιλοδοξῶ τὴν πρωτοτυπίαν, οὔτε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχων μόνον τὴν πεῖραν τὴν νομικὴν τριῶν περίπου δεκάδων ἐτῶν, εἰδικῶς ἀσχοληθεὶς περὶ τὸ Δίκαιον, — καίτοι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ εἰδικότης πολλάκις εἶναι ἐλάττωμα τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, — προσφυγὼν εἰς τὰ φῶτα πεπειραμένων ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἄλλων Κυρίων, ἐπεχείρησα καὶ ἀπεπειράθην διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ν’ ἀντικαταστήσω τὸ κακῶς ἔχον, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, καθεστὼς διὰ συστήματος ἄλλου, περὶ ὃ εὐτυχῶς — καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν αὐτῶν — ὅλα τὰ κόμματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου εἰργάσθησαν καὶ ἠσχολήθησαν. Ἐὰν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τὸ νομοσχέδιον ἐπιδέχηται συζήτησιν, τὰς γενικὰς ὅμως βάσεις αὐτοῦ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς θέλει δυνηθῆ νὰ κλονίσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως ἀνέκαθεν ἐπίστευον καὶ ἐξακολουθῶ φρονῶν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς σήμερον, περιλαμβάνει πᾶν ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἡ χώρα ἔχει, εἴτε ἐν πολιτικοῖς ἀνδράσιν, εἴτε ἐν στρατιωτικοῖς, εἴτε ἐν τοῖς ἐπαγγέλμασι τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου, εἴτε ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, — περιφανεῖς ἐνταῦθα νομοδιδάσκαλοι, περιφανεῖς ἀξιωματικοί, περιφανεῖς ἡγέται πολιτικῶν κομμάτων, περιφανεῖς ἐπιστήμονες, καὶ πᾶν ὅ,τι ἔξοχον ἔχει παραγάγει ἡ χώρα αὕτη, μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας, αἵτινες περιβάλλουσιν ἡμᾶς, καὶ ἐνταῦθα ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀνέκαθεν εὑρίσκεται, — παρακαλῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπέμψητε εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν πεφωτισμένων ἀνδρῶν ἑκατέρας τῶν πτερύγων, ἵνα τὰ τυχὸν κακῶς ἢ ἐκ πλάνης ἔχοντα διορθώσῃ αὕτη καὶ μεταρρυθμίσῃ. Ὡς ἐκ τῆς φύσεως ὅμως αὐτῶν τὰ νομοθετήματα ταῦτα πολὺ δέον ν’ ἀπέχωσι τοῦ νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς πολιτικὰ ζητήματα. Καὶ ὡς εὐχαρίστως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἴδομεν τὴν Βουλὴν ἀδελφουμένην εἴς τε τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, ἵνα παραγάγῃ πᾶν ὅ,τι τελειότερον καὶ ἐθνωφελέστερον ἐδύνατο νὰ δημιουργηθῇ, οὕτω νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τοιαύτης φύσεως δέον νὰ δοθῶσιν αἱ χεῖρες ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων, ἵνα, ὁμοῦ συμπορευόμεναι, καὶ δᾳδουχούμεναι ὑπὸ τῶν λαμπάδων τῆς τε ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, αἵτινες ἐνταῦθα φωτίζουσι πλειότερον ἢ ἐν οἱῳδήποτε ἄλλῳ κύκλῳ, καταρτίσωσι τὸ τυχὸν ἀτελῶς παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἰς νομοσχέδιον πλῆρες καὶ ἄρτιον, δυνάμενον νὰ παρέχῃ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἀσφαλῶς, ὀρθῶς καὶ δικαίως θέλει ἀπονέμεσθαι τοῦ λοιποῦ ἡ δικαιοσύνη. Ἐν ἄρθρῳ 24 τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα καταδείξωμεν τὴν ἀγαθὴν ἡμῶν πίστιν,—τοῦθ’ ὅπερ καὶ παρ’ ὑμῶν οὕτως ἤθελεν ἔχει, ἐὰν παρ’ ὑμῶν συνετάσσετο καὶ ὑπεβάλλετο τὸ νομοσχέδιον, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, — περιωρίσαμεν τὴν δύναμιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὰ ἀναποδράστως ἀναγκαῖα αὐτῆς ὅρια. Διότι αἱ μεταθέσεις Προέδρου Ἐφετῶν, Ἐφέτου, Προέδρου καὶ δικαστοῦ Πρωτοδικείου, ἢ ἐπαρχιακοῦ Πρωτοδικείου, ἀπὸ δικαστηρίου εἰς δικαστήριον ἐπιτρέπονται μόνον μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν ἐπιτροπῆς, ἱδρυομένης παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Προέδρου, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τριῶν ἐκ τῶν λοιπῶν ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, κληρουμένων κατ’ ἔτος ἐντὸς τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἐν Συμβουλίῳ καὶ ἐν συνεδριάσει τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ, καὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἢ τοῦ ἀναπληροῦντος αὐτὸν τμηματάρχου. Οὕτω μεγάλη μερὶς τοῦ Συμβουλίου θέλει ἀποτελεῖσθαι ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ταύτην συγκρατοῦσι τρεῖς Ἀρεοπαγῖται μετὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐν ᾧ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς σπουδαίως μειονοψηφοῦσι, δύο ἀπέναντι πέντε. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐδύνατο νὰ ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὸ πολίτευμα ἡ παράλειψις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος Σύμβουλος τοῦ Στέμματος, διότι αὐτὸς, ὅσῳ καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι δύναται νὰ ἐπηρεάζηται, εἶναι ὁ κρείσσων εἰσηγητὴς εἰς τοιούτου εἴδους ἐπιτροπάς. Οἱ λόγοι τῶν μεταθέσεων, αἱ περιστάσεις αἵτινες θέλουσιν ὁδηγεῖ τὸ Συμβούλιον τοῦτο εἰς τὰς κινήσεις τῶν δικαστικῶν προσώπων, λεπτομερῶς ἀναγράφονται ἐν τῷ 24 ἄρθρῳ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, δηλαδὴ ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ ἀντικαθιστῶντι τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Ἦτο ἤδη καιρὸς, Κύριοι, νὰ γένηται ἀπόπειρα πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ κατωτέρου δικαστοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἦτο ἤδη καιρὸς, τὸν Εἰρηνοδίκην, τὸν κατὰ πολὺ κατωτέρω ἱστάμενον τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ, τοῦ Πρωτοδίκου, ν’ ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἰσοβίου δικαστοῦ. Ἦτο ἤδη καιρὸς, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ παρὰ τὰς καθ’ ἡμέραν ὑποθέσεις αὑτοῦ νὰ τάξωμεν δικαστὴν τῆς προελεύσεως τοῦ Πρωτοδίκου, τουτέστι Πρωτοδίκην. Καὶ ἐὰν, Κύριοι,—περὶ οὗ οὐδαμῶς ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς ἐνδιαφέρομαι,—τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει δὲν κατορθωθῇ νὰ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ ῥοῦς τῶν πραγμάτων θέλει ἐπιβάλει ῥιζικωτέραν μεταβολὴν εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Οὐδεμίαν δὲ ἄλλην ῥιζικωτέραν μεταβολὴν δύνασθε νὰ ἔχητε, πλὴν ταύτης. Πρῶτον μὲν, διότι ὑπὲρ αὐτῆς ἔχετε τὴν γνώμην τῆς ἐπιστήμης, τοῦ πεφωτισμένου κόσμου, τῶν νομικῶν, τὴν πεῖραν τῶν ξένων Κρατῶν, ἅτινα ἐκεῖ φέρονται· δεύτερον δὲ, διότι εἶναι ἀδύνατον, καταργοῦντες Πρωτοδικεῖα, καταλύοντες Εἰρηνοδικεῖα, πρὸς περιστολὴν μεγάλων δαπανῶν, ἀδύνατον, λέγω, νὰ κατορθώσητε πάντα ταῦτα ἄνευ ἀνταλλαγμάτων, χωρὶς δηλαδὴ νὰ παράσχητε τὴν ἀπονομὴν πλήρους τῆς ἀστικῆς δικαιοσύνης διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, χωρὶς νὰ προνοήσητε περὶ τῆς πλήρους ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης δι’ αὐτῶν τούτων τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων.

§148Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν;

§149ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ περὶ αὐτῶν ὑπάρχουσι διατάξεις.

§150ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ περὶ τῶν φυλακῶν;

§151Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, καὶ περὶ αὐτῶν.

§152Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τότε θὰ ἦναι περισσότερα τὰ ἔξοδα.

§153Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τετυπωμένον τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ τέλος δὲ τῆς συνεδριάσεως θέλω καταθέσει καὶ τοὺς πίνακας, ταξινομῶν αὐτούς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 17).

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε χθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ προσεχοῦς ἔτους 1905. Πρὸς πληρεστέραν δὲ κατανόησιν τῶν ἀριθμῶν, ὅσους ἀνέγραψεν ἐν ταῖς στήλαις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ πρὸς διευκόλυνσιν τῆς μελέτης ἡμῶν καὶ τῆς ἐρεύνης, ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ ὑποβάλῃ συγχρόνως καὶ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, ἥτις ἔληξε πρὸ μικροῦ, καὶ τὰς σκέψεις αὐτοῦ καὶ τὰς προσδοκίας περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1904, ἥτις διανύει ἔτι τὸ πρῶτον αὐτῆς χρονικὸν στάδιον. Συνομολογοῦμεν βεβαίως πάντες ἡμεῖς ἐνταῦθα, ὅτι οὐ μόνον σκόπιμον, ἀλλὰ μάλιστα ἀπαραίτητον χρῆμα εἶναι, ἐν πολλοῖς μὲν καὶ ἄλλοις, ἰδίως δὲ ἐν οἰκονομικοῖς ζητήμασι τῶν Κρατῶν, ἐν ζητήμασι προϋπολογισμῶν καὶ ἡ ἐντελὴς γνῶσις τοῦ παρελθόντος, ἡ πλήρης καὶ ἐν τῷ συνόλῳ ἀντίληψις αὐτοῦ, καθὼς καὶ ὁ ἀκριβέστερος καθορισμὸς τοῦ παρόντος, ὅπως ἀσφαλεστέρα γένηται ἡ διάγνωσις τοῦ μέλλοντος. Παρελθὸν καὶ παρὸν εἶναι οἱ δύο ὅροι τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος, δι’ ὧν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀνεύρεσις τοῦ τρίτου ἀγνώστου μέλλοντος. Εἶναι δύο, ὡς ἔπος εἰπεῖν, ἠλεκτρικοὶ προβολεῖς, δέσμας σκορπίζοντες ἀπλέτου φωτὸς, καὶ καθοδηγοῦντες ἀσφαλῶς τὴν πορείαν ἡμῶν ἀνὰ μέσον τῶν σκοτεινῶν διαδρόμων τοῦ μέλλοντος, ἄνευ σοβαροῦ κινδύνου δυσάρεστων παραπλανήσεων ἢ πικρῶν ἀπογοητεύσεων. Τοιούτους ἠλεκτρικοὺς προβολεῖς ἐχρησιμοποίησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὁδηγηθῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ἡ μελέτη τῆς χρήσεως τοῦ 1903 καὶ ἡ τοῦ 1904 δύνανται ὁπωσοῦν νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς, ἂν πρόκειται ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν κατάστρωσιν τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905, ἄνευ ἄλλης τινὸς γενικωτέρας ἐρεύνης. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐννοήσωμεν πλήρη καὶ ἐν τῷ συνόλῳ τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατάστασιν, οἵα διαγράφεται αὕτη σήμερον, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀντιληφθῶμεν ἐγγύτερον, μὲ ποίας ἐλπίδας ἢ μὲ ποίους φόβους πρέπει ν’ ἀτενίζωμεν εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον, μὲ ποῖα ἐκ τοῦ παρελθόντος ἐφόδια, ἢ μὲ ποῖα ἐκ τοῦ παρελθόντος βάρη, πρόκειται ὅσον οὔπω νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νέαν χρῆσιν τοῦ 1905, ἡ ἔρευνα τῶν ἀποτελεσμάτων μόνον τῆς χρήσεως τοῦ 1903 καὶ τοῦ 1904 δὲν φαίνεται καὶ δὲν εἶναι ἐπαρκής. Πρέπει νὰ μελετήσωμεν καὶ ταύτας μὲν τὰς δύο χρήσεις ἐπισταμένως καὶ καταληπτῶς, νὰ ἐρευνήσωμεν ὅμως συγχρόνως καὶ ἄλλας ἔτι προγενεστέρας χρήσεις, ὀπισθοδρομοῦντες μέχρις ἐκείνου τοῦ χρονικοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἐσημείωσεν εὐκρινῶς νέαν περίοδον ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν καὶ ἁμαρτωλῇ ἱστορίᾳ, ἤτοι μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως παρ’ ἡμῖν τοῦ ξένου ἐλέγχου, ὅστις ἔθετο τέρμα εἰς τὰς προτέρας ἡμῶν οἰκονομικὰς ἀφροσύνας, καὶ ὅστις ἐθεωρήθη ὅτι ἔμελλε νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς τοῦ λοιποῦ νὰ διαπράξωμεν νέας τοιαύτας. Ἐλαυνόμενος ὑπὸ τῆς εἰλικρινοῦς ἐπιθυμίας νὰ συντελέσω, ὅσον ἐπιτρέπουσιν αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις, εἰς τοιαύτην εὐρυτέραν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἐν γένει, κρίνω συντελεστικὸν ν’ ἀναθεωρήσω μεθ’ ὑμῶν τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον διηνύσαμεν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους κατὰ τὴν τελευταίαν ἑξαετίαν, λαμβάνων ὡς ἀφετηρίαν τὸ ἔτος 1899. Ἐξέλεξα τὸ ἔτος τοῦτο οὐχὶ αὐθαιρέτως, οὐδὲ κατὰ τύχην, ἀλλὰ διὰ διπλοῦν λόγον. Πρῶτον, διότι ὁμολογουμένως καὶ ἀδιαφιλονικήτως ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως παρ’ ἡμῖν τοῦ ξένου ἐλέγχου εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος τῆς νέας μετὰ τὸν συμβιβασμὸν οἰκονομικῆς ἡμῶν περιόδου, ὁμαλὸν οἰκονομικῶς, ὁμαλὸν καὶ πολιτικῶς, καὶ δεύτερον διότι συμπίπτει μὲ τὴν εἰς τὴν ἀρχὴν ἄνοδον νέου κόμματος, ὑπὸ νέον ἀρχηγὸν, τὸν κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευόμενον, ὅστις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον, ἐκτὸς διαλείψεών τινων, διευθύνει τοῦ πτωχοῦ τούτου Κράτους τὰς πτωχοτέρας τύχας. Ἐξέτασις ἑπομένως τῆς ἑξαετίας ταύτης εἶναι συγχρόνως καὶ ἐξέτασις τῆς πολιτείας, ἣν ἐγκαινίασεν εἰς τὸν τόπον τὸ κυβερνῶν κόμμα, ἀφοῦ τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ τῆς παρελθούσης ἑξαετίας εἶναι τὸ καθαρὸν ἀπαύγασμα τῆς πολιτικῆς, ἣν ἠκολούθησεν ὁ κ. Θεοτόκης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ φίλοι ἑταῖροι. Κρίνοντες λοιπὸν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, θὰ κρίνωμεν συγχρόνως καὶ περὶ τῶν αἰτίων καὶ περὶ τῶν ὑπευθύνων, θὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῶν ἔργου, ἵνα ἐννοήσωμεν, ἂν πρέπει καὶ ἂν θὰ ᾖ δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τοῦτο, ἢ ἂν τοὐναντίον ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλεται ἡ ταχυτέρα αὐτοῦ καταδίκη, ἀφοῦ ἀναποφεύκτως ἐπίκειται καὶ οἴκοθεν τὸ ταχὺ κατακρήμνισμα. Ἀλλ’ ἀναθεωροῦντες προσεκτικῶς καὶ εὐσυνειδήτως τὰ ἀπὸ τοῦ 1899 διαπραχθέντα, θὰ κρίνωμεν ἐπίσης, ἂν ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπερηφάνεια τῆς χώρας ταύτης, ἂν τὸ ἠθικὸν γόητρον τῆς Βασιλείας, ἂν ἡ συναίσθησις τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατῆλθον μέχρι τοσούτου, ἔπαθον τοιαύτην καθίζησιν, ὥστε ἀπαθῶς νὰ θεῶνται ἐμφανιζομένους ἐνώπιον αὐτῶν τολμηρῶς ὡς ἰατροὺς καὶ σωτῆρας τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως ἀκριβῶς ἐκείνους, οἵτινες ἐγένοντο οἱ κύριοι καὶ μόνοι παραίτιοι τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν παθημάτων, ἐκείνους, οἵτινες διὰ σειρᾶς πολιτικῶν σφαλμάτων καὶ ἀσυγγνώστων παρεκτροπῶν, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῶν πλέον ταπεινὴν καὶ ἐρυθρωπὴν ὁμολογίαν, ὡδήγησαν τὴν δύσμοιρον χώραν εἰς Κρανίου Τόπον, εἰς τὸν Γολγοθᾶ δευτέρας οἰκονομικῆς καταστροφῆς. Ζητῶ λοιπὸν τὴν ἄδειαν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν τὰ τῆς ἐρεύνης ταύτης ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ ἐπικαλοῦμαι συγχρόνως τὴν εὐμενῆ ὑμῶν προσοχήν. Ἡ σειρὰ τοῦ λόγου μου ἔσεται αὕτη. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899 ἀρχόμενος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρίαν, ὡς εἶπον, τῆς ἐμῆς ἐρεύνης, θὰ ἐξετάσω κατὰ σειράν, ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα ἑκάστης τῶν χρήσεων μέχρι τοῦ 1903, ἀπομονουμένων εἰς τὰς ἰδίας δυνάμεις, ἤτοι εἰς τὰ ἴδια μόνον θετικὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἴδια πραγματικὰ ἔξοδα. Κατόπιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων θὰ ἐνασχοληθῶ εἰς ἀνεύρεσιν τῶν κατὰ πᾶσαν λογικὴν προσέγγισιν, ὑποδεικνυομένην ὑπὸ πραγματικῶν δεδομένων, εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ ἔτους 1904, οὗ ἡ χρῆσις συμπληροῖ μετ’ ὀλίγον τὸ πρῶτον αὐτῆς χρονικὸν διάστημα. Μετὰ ταῦτα θὰ ἐξετάσω, ποία εἶναι ἡ ἐν γένει κατάστασις ἡ χρηματικὴ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπειδὴ δὲ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902 ἀπεκρυσταλλώθησαν ἐν τοῖς ἐπισήμοις βιβλίοις τ’ ἀποτελέσματα ἁπασῶν ἐν γένει τῶν χρήσεων ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον, θὰ ἐξετάσω ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου πίνακος τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους; ἂν καὶ ποίαν χρηματικὴν ἐνίσχυσιν ἐκληροδότησαν εἰς τὸ 1905, τὸ ὅσον οὔπω ἀρχόμενον, αἱ παρελθοῦσαι χρήσεις, αἱ παρελθοῦσαι ἡμέραι, ἢ ἂν τοὐναντίον ἀνάγκαι ὑπάρχουσι καὶ στενοχωρίαι, μὲ τὴν συνοδείαν τῶν ὁποίων τὴν δυσάρεστον πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἔτος 1905, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐγκαίρως πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ φροντίσωμεν, συγχρόνως μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905. Ἐξ εὐνοήτου λόγου τοιαύτη τις ἐξέτασις ἔσεται ὁπωςδήποτε μακρά. Ἀλλὰ τὸ μᾶλλον δυσάρεστον εἶναι, ὅτι, ἂν διὰ τὸν ὁμιλοῦντα καὶ μάλιστα δι’ ἐκεῖνον, ὅστις δὲν διατίθησι, δυστυχῶς, πλουσίας πιστώσεις φωνῆς καὶ στήθους, ἔσεται ἐπίπονος, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀκούοντας — καὶ πιστεύσατε, ὅτι περὶ αὐτῶν φροντίζω μᾶλλον καὶ ἀνησυχῶ, — θὰ ἦναι βεβαίως ἀτερπής. Θὰ διανύσωμεν τῳόντι ὁμοῦ μακρὰν καὶ αὐχμηρὰν ἔρημον ἀριθμῶν, χωρὶς τὴν παρήγορον καὶ γλυκεῖαν ἐλπίδα νὰ ἀντικρύσωμέν που ἐν τῷ μεταξὺ ὄασίν τινα χλοερὰν καὶ εὔυδρον, ἱκανὴν ν’ ἀναπαύσῃ τὸ κεκμηκὸς ἡμῶν βλέμμα, νὰ πραΰνῃ τὴν ἀθυμοῦσαν ψυχήν. Ἀλλὰ, κύριοι συνάδελφοι, ἂν noblesse oblige, ἂν ἡ εὐγένεια ἐπιβάλλῃ ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον ἐπιβάλλει τοιαύτας καὶ τὸ καθῆκον ἡμῶν ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους. Τὸ πρώτιστον δὲ τῶν καθηκόντων τούτων εἶναι ἀναντιρρήτως, δι’ εἰλικρινοῦς ἐξετάσεως καὶ ἀμοιβαίας προσπαθείας νὰ βεβαιωθῶμεν ἐπακριβῶς, ποῖαι εἶναι ἐπὶ τέλους αἱ πραγματικαὶ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας, καθόσον ἐπὶ τοιούτων πραγματικῶν βάσεων πρέπει νὰ θεμελιώσωμεν καὶ νὰ στηρίξωμεν τὸ ὅλον ἡμῶν πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν οἰκοδόμημα, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τοῦτο προσεχῆ τινα ἡμέραν πῖπτον μετὰ πατάγου καὶ ἤχου καὶ θάπτον ὑπὸ τὰ ἐρείπια αὑτοῦ καὶ τὰ συντρίμματα τοὺς μωροὺς καὶ ἄφρονας οἰκοδόμους. Ἡ ξένη Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ἔλαχεν ὁ κλῆρος μετὰ τὸν πόλεμον νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ἐθεώρησε χρήσιμον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ καταστρώσῃ τὰς σκέψεις αὑτῆς περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν μέλλοντος, καὶ νὰ διαγράψῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν τύπον τῶν προϋπολογισμῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους ὠφείλομεν νὰ διοικηθῶμεν, ἂν ἐπεθυμοῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ποθητὴν οἰκονομικὴν καὶ πλήρη ἀνάρρωσιν. Ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὴν χρεωκοπίαν ἦτο εἷς δυστυχὴς τραυματίας, ἐξ ἐκείνων, εἰς τῶν ὁποίων τὸ σῶμα πολλὰ χαίνουσι τραύματα, καὶ πολλαὶ αἱμάσσουσι πληγαί. Διὰ ποίων ἐγχειρίσεων ἔμελλον νὰ ἐξαχθῶσιν αἱ εἰς τὸ σῶμα ἡμῶν ἐμπεπηγμέναι σφαῖραι, διὰ ποίας σώφρονος καὶ ἐπιμόνου διαίτης ἔμελλον νὰ ἐπουλωθῶσιν αἱ πληγαὶ, καὶ ν’ ἀναρρώσῃ ὁ ἐπικινδύνως ἐξησθενημένος ἡμῶν ὀργανισμός, ἰδοὺ τὸ ἔργον τὸ ἀγαθὸν καὶ πράγματι φιλελληνικὸν, εἰς ὃ ἐνησχολήθη πρὸς ὁδηγίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὠφέλειαν ἡμῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ξένου ἐλέγχου. Πρὸς τοῦτο ἡ ξένη αὕτη Ἐπιτροπὴ, ἐπιμελῶς ἐξετάσασα τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν 5 πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ἐτῶν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1896 συμπεριλαμβανομένου, καὶ ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης ὁδηγουμένη, κατέστρωσε τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτῆς περὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἓξ ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν πρώτων ἐτῶν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1903 συμπεριλαμβανομένου. Ὤρισε δηλονότι τὸν τύπον τῶν προϋπολογισμῶν, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ Ἕλληνες Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ χύσωσι τοὺς προϋπολογισμοὺς αὑτῶν κατὰ τὰ μνημονευθέντα ἔτη, ἵνα φθάσωσιν ἀκινδύνως εἰς τὸ ἔτος 1903, τὸ ὁποῖον ἡ ξένη Ἐπιτροπὴ προσδιώριζεν ὡς τὸ πρῶτον ἔτος ἰσοζυγίου καὶ ἀληθινοῦ περισσεύματος, ὡς τὴν ἀφετηρίαν πραγματικῆς οἰκονομικῆς ἀναρρώσεως. Ἐν τῇ ἐρεύνη ταύτῃ καὶ τῇ μελέτῃ τῆς ξένης Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τὸ δεύτερον ἀπὸ τοῦ πολέμου ἔτος καὶ πρῶτον τῆς ἐξετάσεως ταύτης ἡμῶν, τὸ ἔτος 1899, ὑπελογίζετο ὡς ἔτος σπουδαιοτάτου ἐλλείμματος. Τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους τούτου προϋπελογίζοντο παρ’ αὐτῆς εἰς δραχμὰς 89,639,640, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχμὰς 98,739,498. Πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ προκύπτοντος μεγάλου ἐλλείμματος ἐκ δραχμῶν 9,099,858, ἐλλείμματος δυσβαστάκτου διὰ τοὺς ἀσθενικοὺς ἡμῶν ὤμους, ἡ ξένη Ἐπιτροπή, στηριζομένη εἰς τὸν περὶ ἐλέγχου νόμον, ἐχορήγει εἰς τὸ Κράτος βοήθημα ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ δραχμῶν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, ἑπομένως περιώριζε τὸ ἔλλειμμα εἰς δραχμὰς 1,099,858. Ἀφοῦ εἴδομεν, πῶς ὑπελόγιζεν ἡ ξένη Ἐπιτροπὴ τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, φέρε ἐξετάσωμεν, πῶς ὑπελόγιζον οἱ σοφοὶ ἐγχώριοι, καὶ δὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ μετ’ αὐτοῦ συνεργαζόμενος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ ποίων βάσεων ἐστήριξαν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποβάλλων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, παρέστησεν ὡς ἔσοδα αὐτοῦ δραχμὰς 105,795,658, ἔξοδα δὲ 99,347,624, ἤτοι ὑπελόγιζε περίσσευμα ἐκ δραχ. 6,448,034. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰλικρινῶς φερόμενος, ὡμολόγησε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 3,859,258, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἦτο σταθερὸν τακτικὸν ἔσοδον, δὲν ἦτο ἔσοδον βεβαίως τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἀλλ’ ἦτο ἀντίτιμον σταφιδοκάρπου τῶν χρήσεων 1895, 1896 καὶ 1897· ἑπομένως περιώριζε τὸ ποσὸν τοῦ περισσεύματος εἰς δρ. 2,588,776. Ὑπελόγιζεν ὅμως, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει δεδομένων προηγουμένων χρήσεων, ἔμελλον νὰ προκύψωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, καὶ ὅτι ἔπρεπε συγχρόνως νὰ ὑπολογισθῇ καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ δραχ. 1,200,000, ἀντιπροσωπεῦον τὸν ἐκ τεσσάρων δραχμῶν φόρον τοῦ Δημοσίου ἐπὶ σταφίδος παρακρατηθείσης τῷ 1898, τὸ ὁποῖον δὲν ἔμελλε νὰ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἀλλ’ ἀνῆκεν εἰς τὰς προσόδους τοῦ 1899· ἀνεβίβαζεν ἑπομένως τὸ πιθανὸν, πιθανώτατον κατ’ αὐτὸν πλεόνασμα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 εἰς δραχμὰς ἑπτὰ ἑκατομμύρια καὶ πλέον ἔτι, ἂν, ὡς ἐξέφραζε τὴν ἐλπίδα ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ του ἔσοδα τῆς χρήσεως ὡς εἰσπράξιμα ἔμελλον ν’ ἀναδειχθῶσιν ἀνώτερα. Ἀλλ’ ὡς πάντες γινώσκετε, οἱ ἑλληνικοὶ προϋπολογισμοὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσάγονται, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ψηφίζονται, ὑφίστανται πολλὰς καὶ οὐσιώδεις μεταβολὰς, ἀληθεῖς μεταμορφώσεις Ὀβιδιακάς. Τινὲς μάλιστα τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ συστήματος καὶ ἀπὸ μεμελετημένης τινος πολιτικῆς κερδοσκοπίας, ἀξίας πάσης ἐπικρίσεως, δὲν ἀποστέργουσι, καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσάγουσι καὶ εἰσηγοῦνται τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τῆς χώρας, νὰ παρουσιάζωσιν αὐτοὺς ὑπὸ τὰ ῥοδινώτερα χρώματα, ὡς ἐνδόξους προϋπολογισμοὺς περισσευμάτων, ὡς μαρτύριον εὐρωστίας τοῦ τόπου καὶ οἰκονομικῆς ἐμπειρίας αὐτῶν. Δρέπουσιν εἰς ἀντάλλαγμα τῆς λαμπρᾶς ταύτης τακτικῆς μερικὰ χειροκροτήματα, καὶ ἐνίους ἐπαίνους ἐφημερίδων, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσονται κατόπιν ἠρέμα καὶ βαθμηδὸν καὶ ὑπούλως, ἰδίως τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς ἀνυπομονούσης πλειοψηφίας ἐν βοῇ καὶ ἀλλαλαγμῷ ὁ προϋπολογισμὸς, νὰ παρεισάγωσι δηλώσεις ἐπὶ δηλώσεων καὶ μεταβολὰς ἐπὶ μεταβολῶν, δι’ ὧν ἄρδην ἀνατρέπονται οἱ ἀρχικοὶ ὑπολογισμοὶ καὶ αἱ φαιδραὶ προβλέψεις τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς εἰσηγήσεως. Συμβαίνει οὕτως οἱ εἰσαγόμενοι προϋπολογισμοὶ νὰ τίθενται ἐκ νέου εἰς τὸ ζυμωτήριον, καὶ ἀναζυμοῦνται μέχρι τῆς ψηφίσεως εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πολάκις γίνονται ἐντελῶς ἀγνώριστοι. Τὰ μαρτύρια καὶ τὰ βασανιστήρια τῶν προϋπολογισμῶν τούτων εἶναι ὅμοια πρὸς τὰ τῶν δυστυχῶν ὁδοιπόρων, οἱ ὁποῖοι περιέπιπτον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ παλαιοῦ Προκρούστου. Πότε ὁ ποῦς τῶν ἐσόδων κρίνεται ὑπὸ τοῦ Προκρούστου Ὑπουργοῦ ὡς ὑπεράγαν βραχὺς, καὶ τότε ἕλκεται ἀμειλίκτως καὶ θηριωδῶς μέχρις ἐξαρθρώσεως, ὅπως καταστῇ ἰσοσκελὴς πρὸς τὸν ἕτερον, πότε ὁ ἄλλος ποῦς τῶν ἐξόδων κρίνεται πάρα πολὺ μακρὸς, καὶ τότε ἀποτόμως καὶ ἀσπλάγχνως ἀποκόπτεται διὰ στυγνοῦ πελέκεως. Τὸ θέαμα τοῦτο κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσιπενταετίαν παρετηρήθη πολλάκις, τ’ ἀποτελέσματα δὲ τῆς ἀγρίας ταύτης πολιτικῆς, μαρτυρούσης ἀρχέγονον οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, ἀπέβησαν οἷα φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔπρεπε ν’ ἀποβῶσι. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐντεῦθεν τοῦ 1899, περὶ οὗ πρόκειται, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐψηφίσθη, ὑπῆρξε πολὺ διάφορος ἐκείνου, ὅστις παρουσιάσθη πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ψηφισθέντα τοῦ 1899, τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 107,085,658, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχμὰς 103,418,273. Ἑπομένως τὸ περίσσευμα περιωρίζετο μόνον εἰς δραχ. 3,667,385. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπὸ τοῦ περισσεύματος τούτου ἀφαιρεθῇ τὸ καὶ κατὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀφαιρετέον ποσὸν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων ὀκτακοσίων πεντήκοντα ἐννέα χιλιάδων καὶ διακοσίων πεντήκοντα ὀκτὼ, ἀντίτιμον σταφίδος τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, 1895, 1896, 1897, περὶ οὗ ἐμνήσθην, τότε τὸ περίσσευμα μεταβάλλεται εἰς ἔλλειμμα, κατὰ τὸν ψηφισθέντα προϋπολογισμὸν, ἐκ δραχμῶν 191,873. Ἤτοι εἰς τὸ διάστημα ὀλίγων μηνῶν, ὅσοι ἐμεσολάβησαν ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς ψηφίσεως, ὁ κλεινὸς περισσευματίας παρεμορφώθη εἰς ἐλεεινὸν ἐλλειμματίαν. Πόσον ταχέως ὠχριῶσι καὶ μαραίνονται τὰ ῥόδα τῶν Θεοτοκικῶν προϋπολογισμῶν! Ἀλλ’ ὅπως παρακολουθήσω καθ’ ὅλους αὐτοῦ τοὺς ὑπολογισμοὺς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ ἀναφέρω, ὅτι ὑπελόγιζε πάντοτε ἓν ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων, ὅτι ὑπελόγιζεν ἓν ποσὸν ἐκ δρ. 1,200,000 ἐκ τῆς σταφίδος τοῦ 1898, καίτοι ἀδιαφιλονικήτως δὲν ἔμελλε τοῦτο νὰ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἑπομένως διὰ τῶν ἀδιαθέτων τούτων πιστώσεων καὶ τῆς δανεικῆς σταφίδος τοῦ 1898 ὁ ψηφισθεὶς προϋπολογισμὸς ἐθεωρεῖτο πάλιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς περισσευματίας, ὡς προωρισμένος νὰ παρουσιάσῃ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον πλεόνασμα ἐκ τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Διὰ τὸ ἔτος λοιπὸν 1899 εὑρίσκονται ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τρεῖς προϋπολογισμοὶ, διαφέροντες οὐσιωδῶς ἀλλήλων. 1) Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ξένης Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις προϋπελόγιζεν ἔλλειμμα ἐκ δρ. 1,099,858, μετὰ βοήθημα ἐκ δρ. 8 ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἔλλειμμα πραγματικὸν ἐκ δρ. 9,099,858. 2) Ὁ εἰσαχθεὶς προϋπολογισμὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅ τε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δρέποντες ἄμφω ἄφθονα χειροκροτήματα, ἀνήγγελλον, ὅτι θὰ προκύψῃ περίσσευμα ἐξ ἑπτὰ ὅλων ἑκατομμυρίων. 3) Ὁ ψηφισθεὶς προϋπολογισμὸς, ὅστις παρουσιάζει μὲν ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 191,873, ἀλλ’ ὅστις, ὡς ἐβεβαίουν οἱ Ὑπουργοὶ, ἔμελλε νὰ παρουσιάσῃ καὶ οὗτος σπουδαῖον περίσσευμα τεσσάρων περίπου ἑκατομμυρίων λόγῳ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Τώρα ἐξετάσωμεν ἡσύχως, ποῖος ἐκ τῶν τριῶν τούτων προϋπολογισμῶν ἐπηλήθευσε. Τὴν ἐξέτασιν ταύτην θὰ ἐπιχειρήσωμεν, λαμβάνοντες ἀνὰ χεῖρας τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦτον εἰσεπράχθησαν ἔσοδα τῷ 1899 δραχ. 115,392,621, ἔξοδα δὲ ἐπληρώθησαν δρ. 104,608,512. Ἑπομένως προέκυψε περίσευμα ἐκ δραχ. 10,784,109. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι δραχ. 4,162,400, αἵτινες εἶναι ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ δανείου, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος τῶν τριῶν ἐτῶν, περὶ οὗ εἶπον, ἐκ δραχμῶν 3,859,258, ὥστε ὑπολείπεται περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 2,762,451. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἆρά γε καθαρὸν, εἰλικρινὲς περίσσευμα; εἶναι ἀληθινὴ ὑπέρβασις τῶν ἐσόδων ὑπὲρ τὰ ἔξοδα; εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν χρῆσιν; εἶναι δὲ καὶ θετικαὶ εἰσπράξεις τοῦ Κράτους; ἢ μήπως ἐν τῷ μνημονευθέντι περισσεύματι ὑπάρχουσι καὶ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν μὲν ὑπὸ τοῦ Κράτους, δὲν ἀνήκουσιν ὅμως εἰς τοῦ Κράτους τὸ ταμεῖον, ἀλλ’ εἶναι προωρισμένα νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς ἄλλους τούτους θᾶττον ἢ βράδιον; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σημειοῖ ἑκάστοτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων πιθανολογεῖται ἡ εἴσπραξις ἐκ φαρικῶν τελῶν καὶ ἀγκυροβολίας, ἐν δὲ τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀποδόσεων σημειοῖ ἐπίσης τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει — πρόκειται περὶ τοῦ 1899 — εἰς τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον τῶν φάρων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἐσημείωσεν ὡς ποσὸν εἰσπραχθησόμενον διὰ λογαριασμὸν τοῦ ταμείου τῶν φάρων, καὶ ἑπομένως ὡς ἀποδοθησόμενον εἰς τοῦτο, τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 335,000 εἰς χρυσὸν καὶ 65,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ καταφαίνεται, ὅτι τὸ Κράτος εἰσέπραξεν ἐκ φαρικῶν τελῶν δραχ. 380,309 εἰς χρυσὸν, καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχμὰς 63,245, ἤτοι, τοῦ φράγκου ὑπολογιζομένου πρὸς 1,50 κατὰ τὸ 1899, εἰσέπραξεν ἐν ὅλῳ 633,708. Πόσα ἀπέδωκεν ἐκ τούτων εἰς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899; Μόνον δραχ. 345,371. Ἑπομένως ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ ἀπολογισμοῦ σημειοῦνται ξένα χρήματα, μὴ ἀνήκοντα εἰς τὰς θετικὰς ἡμῶν εἰσπράξεις, ἀλλ’ εἰς τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον τῶν φάρων, ἐκ δραχ. 288,337, αἱ ὁποῖαι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν ἐσόδων, ἢ, ὅπερ ταὐτὸν, νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα. Ἐπίσης δι’ ὅμοιον λόγον πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἐλάχιστόν τι ποσὸν, ἀνάξιον λόγου, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀναφέρω χάριν ἁπλῆς ἀκριβείας, ἐκ δραχ. 1,184, προερχόμενον ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων, καθόσον εἰσεπράχθησαν τῷ 1899 δραχ. 88,808, ἀπεδόθησαν δὲ μόνον εἰς τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον ὁπλισμοῦ δραχ. 87,624. Ἐπίσης, κατὰ νόμον ἰσχύοντα καὶ ἐφαρμοζόμενον, τὸ Κράτος εἰσπράττει δικαιώματα ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἐκ τοῦ εἰσπραττομένου ἐτησίως ποσοῦ τὸ Κράτος, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, προαφαιρεῖ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 200,000 χάριν τῶν δαπανῶν τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, καθὼς καὶ τὰ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως καὶ Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ὑποχρεοῦται νὰ καταθέτῃ εἰς τὴν Τράπεζαν, χάριν ἀνεγέρσεως διδακτηρίων. Κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν δραχ. 906,007, ἔδει ἑπομένως νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δραχ. 237,810, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι δραχ. 668,197. Κατετέθησαν ὅμως μόνον δραχ. 589,637. Ἤτοι ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ ἀπολογισμοῦ περιλαμβάνεται ἓν ποσὸν ἐκ δραχ. 78,560, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν ἐσόδων, ἢ, ὅπερ ταὐτὸν, νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα. Ἂν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1899 σημειουμένου ποσοῦ τῶν ἐσόδων τὰ ξένα ταῦτα πρὸς τὰς θετικὰς ἡμῶν εἰσπράξεις χρήματα:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
αʹ)ἐκ φαρικῶν τελῶν δραχ.288,337
βʹ)ἐξ ἀντισηκωμάτων » 1,184
γʹ)ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν » 78,560
δʹ)ἐκ μετρικῶν δικαιωμάτων » 28,980
ἤτοι ἐν ὅλῳ τὸ ποσὸν τῶνδραχ.397,061

ἔχομεν ἔσοδα πραγματικὰ ἐκ δραχ. 106,688,597, ἤτοι τὸ μνημονευθὲν περίσσευμα ἐκ δραχ. 2,762,451 μετριάζεται εἰς δραχ. 2,365,390. Ἀφοῦ κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον ἐκαθαρίσαμεν καὶ καθωρίσαμεν τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899, πρέπει τώρα νὰ ἐρευνήσωμεν, ποῖα ἦσαν τὰ πραγματικὰ ἡμῶν ἔξοδα κατὰ τὴν ἐξεταζομένην χρῆσιν, ἵνα ἀνεύρωμεν, μήπως ὑπάρχωσι ποσὰ θετικὰ, βαρύνοντα ἡμᾶς, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς ὑπὸ κρίσιν χρήσεως, καθόσον ἐδαπανήθησαν ταῦτα εἴτε ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε εἰς βάρος ἄλλων χρήσεων μεταγενεστέρων. Πάλιν γνωρίζομεν, ὅτι κατὰ νόμον ἰσχύοντα τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, βαρύνοντα τοὺς δήμους, προκαταβάλλονται ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐπιφυλασσομένου νὰ εἰσπράξῃ ταῦτα παρὰ τῶν ὑποχρέων δήμων. Συμβαίνει ὅμως, τὸ Κράτος νὰ προκαταβάλλῃ μὲν, νὰ εἰσπράττῃ δὲ μέρος μόνον, οὕτω δὲ βαρύνεται κατ’ ἔτος μὲ ἓν σπουδαῖον ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικὸν καὶ τακτικὸν, τακτικώτατον ἔξοδον, ἀφοῦ πίπτει εἰς τὴν ῥάχιν του, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ λεγόμενον λανθάνον ἔλλειμμα, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, πραγματικὸν ἔλλειμμα, τακτικὸν ἔξοδον. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 ποῖον ποσὸν ἐδαπάνησε τὸ Κράτος χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἐξ ἰδίων καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἰσέπραξεν ἀπὸ τῶν δήμων; Ἐδαπάνησεν, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν πινάκων τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας, δραχ. 1,341,426, καθόσον προκατέβαλεν ὑπὲρ τῶν δήμων δραχ. 2,152,358, ἐξ ὧν εἰσέπραξε μόνον παρὰ τῶν δήμων 810,932· ἤτοι ὑπεβλήθη εἰς καθαρὰν δαπάνην δραχμῶν 1,341,426. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1899 πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 100,000, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἔξοδα τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναγράφονται, ἀλλὰ διὰ μεταγενεστέρου νόμου ἐδαπανήθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Προσθέτοντες τὰ δύο ταῦτα ποσὰ, τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ δραχμῶν 1,441,426 εἰς τὰ εἰς τὰ 104,608,512 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἔχομεν ἐν συνόλῳ ἔξοδα τοῦ 1899 ἐκ δραχμῶν 106,049,938, ἀπέναντι ἐσόδων ἐκ δραχ. 106,688,597, ἤτοι περίσσευμα ἐκ δραχμῶν ἐν συνόλῳ 638,659. Ἀλλ’ ὅπως προσδιορίσωμεν ἀκριβῶς τὸ καθαρὸν ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἀμιγὲς ἀπὸ πάσης οὐσίας ξένης καὶ παντὸς ὀθνείου στοιχείου, πρέπει βεβαίως ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀφ’ ἑνὸς τὰ ἔσοδα τὰ καθυστεροῦντα παρελθουσῶν χρήσεων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν τῷ 1899, ἐκ δρ.2,338,843 καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ πληρωθέντα ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἐκ δραχμῶν 2,556,549, καὶ ἑπομένως τὴν μεταξὺ αὐτῶν προκύπτουσαν διαφορὰν ἐκ δραχ. 217,706 νὰ καταλογίσωμεν εἰς ὄφελος καὶ αὔξησιν τοῦ περισσεύματος. Τουτέστι τὸ καθαρὸν περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἀνέρχεται εἰς δρ. 856,365, καθαρὰ δηλ. ὑπέρβασις τῶν ἰδίων εἰσπράξεων ἀπὸ τῶν ἰδίων δαπανῶν. Μνημονεύων τῶν τύπων τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἕξ μετὰ τὸν πόλεμον ἐτῶν, οὓς συνέταξε πρὸς ὁδηγίαν ἡμῶν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπή, παρετήρουν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὑπελόγιζε τὰ πιθανὰ ἔσοδα τοῦ 1899 εἰς δρ. 89,639,640. Ἐντεῦθεν λαμβάνοντές τινες τὸ ἐνδόσιμον, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑπετίμησεν οὐσιωδῶς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, τὴν ζωτικότητα τῶν πόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι ἐλανθάσθη σφόδρα εἰς τὰς προβλέψεις αὐτῆς, ἀφοῦ τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 ἀνῆλθον εἰς 106,000,000. Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ἀσπάζομαι τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, ὑπολογίζουσα τὰ ἔσοδα χώρας χρεωκοπημένης καὶ συντετριμμένης μετὰ πόλεμον ἀτυχῆ, ὀρθῶς ἔπραττεν, ὑπολογίζουσα τὰ ἔσοδα ταῦτα πολὺ μᾶλλον κάτω τοῦ πιθανοῦ ἢ πέραν αὐτοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι καὶ δὲν λέγεται σφάλμα καὶ πλάνη περὶ τὸ ὑπολογίζειν καὶ προβλέπειν. Λέγεται σύνεσις, ἐπιφύλαξις καὶ προσοχὴ, λέγεται δὲ καὶ εἰλικρινὴς στοργὴ πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου τούτου. Τρὶς καὶ τετράκις θὰ ἦτο εὐλογημένη ἡ ὥρα καὶ μακαρία ἡ στιγμή, ἂν καὶ ἡμεῖς οὕτω πως περιωρισμένα, ὡς ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, ὑπελογίζομεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν μετὰ τὸν πόλεμον, καθόσον μόνον κατὰ τοιοῦτον φρόνιμον καὶ ἐπιφυλακτικὸν τρόπον ὑπολογίζοντες τὰ ἔσοδα ἡμῶν ἠδυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ συγκρατήσωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τὴν φρενήρη τάσιν πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ἀληθῶς τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναρρώσεως. Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, οὕτως ὑπολογίζουσα τὰ ἔσοδα ἡμῶν, ἐδίδασκεν ἡμᾶς πολύτιμον δίδαγμα, ἀλλ’ ἡμεῖς, αἰωνίως ἀδιόρθωτοι, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν, πρὸς μεγάλην δυστυχίαν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὁ Διεθνὴς Ἔλεγχος, ὑπολογίζων τὰ ἔσοδα τοῦ 1899, ἐλάμβανεν ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὗτινος ἡ ἐν γένει οἰκονομικὴ κατάστασις μετὰ τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὸν πόλεμον ἦτο σφόδρα προβληματικὴ, οὔτε ὀρθὸν οὔτε ἀνεκτὸν ἦτο νὰ ἐπιβληθῶσι νέα φορολογικὰ βάρη. Ὑπελόγιζεν ἐντεῦθεν τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 εἰς 89 ἑκατομμύρια ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων, καὶ ἐστηρίζετο εἰς τὴν διὰ τῆς φυσιολογικῆς αὐτῶν ἐξελίξεως βαθμιαίαν καὶ λογικὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Τοῦτο, ὡς ἀνέφερα καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δύο μόλις ἔτη πρὸ τοῦ Ἐλέγχου, ἐφρόνουν καὶ ἐδίδασκον καὶ οἱ δύο συνεταῖροι ἐν τῇ πολιτικῇ, καὶ ὁ κ. Θεοτόκης καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, ῥητῶς δὲ καὶ κατηγορηματικῶς ἐδογμάτιζον ἀμφότεροι, μὲ πολλὴν μάλιστα ἔμφασιν, ὅτι οὔτε σκέψις, οὔτε συζήτησις ἦτο πλέον ἀνεκτὴ περὶ νέων φόρων, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὑπερμέτρως βαρυνθεὶς ἐν τῷ παρελθόντι, ἦτο ἀνίκανος νὰ βαστάσῃ τοιοῦτον βάρος. Ἀλλ’ ἐφάνησαν συνεπεῖς εἰς ὅσα ἔλεγον; Καὶ τὰ ἔσοδα, ὅσα ἐπραγματοποίησαν κατὰ τὸ 1899, ἦσαν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ὑπαρχόντων φορολογικῶν βαρῶν; ἢ μήπως προσέθηκαν ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ νέα τοιαῦτα, ηὔξησαν δὲ οὕτω βιαίως τὰ ἔσοδα; Φέρε ἐξετάσωμεν τοῦτο· ἄξιον γάρ. Ἀγορεύων ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐπικρίνων τὴν ζωηρὰν, ὅσον καὶ ἐπικίνδυνον, τάσιν, ἣν ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου, 1899, ἀνέπτυξαν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἀπατηλῆς μεθόδου τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ὁ κ. Θεοτόκης, Πρωθυπουργὸς τῷ 1899, ἀπαντῶν ἐν τῇ Βουλῇ εἰς τὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ 1899, ἔλεγεν ἐπὶ λέξει: «Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν πολλὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ εἶμαι μάλιστα πεπεισμένος περὶ τούτου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν τοῦ 1899 συνετάχθη κατὰ τρόπον, ὥστε πολὺ ὀλίγας νὰ ἔχωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις». Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 δεικνύει, πόσον ὀρθῶς ἐμάντευεν ὁ κ. Πρωθυπουργός! Αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις τοῦ 1899 ἀνῆλθον εἰς τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν 8,354,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἔτι σπουδαιότεραι, ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις, αἱ νέαι δαπάναι διὰ τὴν νέαν διοικητικὴν ἀστυνομίαν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς ἠκυρώθησαν, καθόσον δὲν ἐφηρμόσθησαν οἱ σχετικοὶ νόμοι. Κατὰ τοσοῦτον εἰλικρινῆ καὶ εὐλαβῆ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸ ἔθνος τρόπον συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, καὶ μὲ τοιαύτην μέθοδον δρέπονται αἱ δάφναι τῆς συγχρόνου οἰκονομολογικῆς σοφίας ἐνίων Πατριαρχῶν! Ἀλλ’ ἡ σπουδαιοτέρα παρατήρησις ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἀφορᾷ εἰς τὴν διὰ νέων νόμων ἐπιδιωχθεῖσαν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις, φαντασθεῖσα τῷ 1899, ἐν τῇ πολλῇ καὶ ἀμέτρῳ αἰσιοδοξίᾳ, ἥτις διακρίνει τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν τότε καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἔχει ἐνώπιον αὑτῆς περίσσευμα ἐξ ἑπτὰ ἑκατομμυρίων πραγματικῶν, ὥρμησεν ἀκατάσχετος εἰς τὴν σπατάλην. «Τώρα», ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ δύναμιν ἀλαζονείας χιλίων ὁμοῦ Ἱσπανῶν μεγιστάνων, «ὅτε ἐξησφαλίσαμεν περίσσευμα ἐξ ἑπτὰ ὅλων ἑκατομμυρίων, θὰ χωρήσωμεν μετὰ θάρρους εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ ἡμῶν προγράμματος.» Ὅλοι ἤδη γνωρίζομεν, ποῖαι ἦσαν αἱ πολύκροτοι ἐκεῖναι μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας πρὸ τῶν ἐκλογῶν περιεῖχεν ἐν ἐκτάσει πολυσέλιδον τεῦχος, διανεμηθὲν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς. Ἀνιαρὸν χρῆμα θὰ ἦναι καὶ δι’ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ δι’ ἐμὲ, ἐν λεπτομερείᾳ νὰ ἐκθέσω τὰ τοῦ περιφήμου τούτου προγράμματος. Περιορίζομαι μόνον λέγων, τὸ καὶ κοινῇ ἤδη ὁμολογούμενον, ὅτι πᾶσαι αἱ περίφημοι ἐκεῖναι μεταρρυθμίσεις τοῦ νέου ἐκ Κερκύρας Λουθήρου ἀπεκρυσταλλώθησαν εἰς χυδαίαν, ὅσον καὶ ὀλεθρίαν, αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως, εἰς τὴν αὔξησιν μισθῶν καὶ εἰς αὔξησιν ἀνωφελῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες, ὅμοιοι πρὸς τοὺς πτερωτοὺς αὑτῶν συναδέλφους, δὲν συντελοῦσιν ἔκτοτε εἰς ἄλλο ἢ εἰς τὴν πυρετικὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, δάκνοντες ἀδιαπαύστως καὶ δηλητηριάζοντες τὸν ἐπικινδύνως ἐξησθενημένον πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν ἡμῶν ὀργανισμόν. Καὶ διὰ τοῦτο παρατηροῦμεν, ὅτι παραλλήλως πρὸς τὴν ἐπιδιωχθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τῆς νέας πολλαπλῆς καὶ καταθλιπτικῆς φορολογίας ἐχώρησεν ἐν ζηλευτῇ ἁμίλλῃ ἐξ ἀντιθέτου καὶ ἡ διὰ νέων νόμων αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως. Παρετήρησα καὶ ἄλλοτε, πόσον ἀνόητον καὶ ἐπικίνδυνον χρῆμα εἶναι ἡ αὔξησις, εἰς μικρὸν μάλιστα καὶ πτωχὸν Κράτος, ἀφ’ ἑνὸς τῶν φορολογικῶν βαρῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως. «Δὲν γνωρίζω», ἔλεγεν ὁ ἄλλοτέ ποτε Πρόεδρος τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας, ὁ Κλέβελανδ, πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του τῆς Νέας Ὑόρκης, «δὲν γνωρίζω πρᾶξιν πολιτικὴν περισσότερον ὀλεθρίαν καὶ περισσότερον ἄτιμον ἢ τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ ἁπλῶς καὶ μόνον χάριν τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως.» Καὶ οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ Ἀμερικανοῦ πολιτευτοῦ εὗρον περίοπτον θέσιν ἐν ἐπιστημονικῷ συγγράμματι, καὶ ἀνεγράφησαν ὡς δόγμα πολύτιμον οἰκονομικῆς πολικῆς. Ἡ Κυβέρνησις τῷ 1899 δὲν ἠκολούθησε, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, τὸ δόγμα τοῦτο, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐφαντάσθη, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἔμελλε νὰ καταλήξῃ εἰς περίσευμα ἑκατομμυρίων, ὥρμησεν ἀκατάσχετος εἰς τὴν ὁδὸν τῆς μᾶλλον ἀσυνέτου σπατάλης. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως ηὔξησεν, ἀφροντιστοῦσα ἐντελῶς περὶ τῶν συνεπειῶν, τὸν μισθὸν τῶν θέσεων, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, τὸν ἑσμὸν ἐκεῖνον τῶν θεσιθηρῶν, τὸν ἀπὸ ὄρθρου βαθέος μέχρι βαθείας νυκτὸς περιβομβοῦντα εἰς τοὺς διαδρόμους τῶν Ὑπουργείων καὶ τοὺς προδρόμους τῶν πολιτευομένων, πληγὴ καὶ μάστιξ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἄχθος, ἄχθος ἔχθιστον ἀρούρης τλήμονος Ἑλλαδικῆς. Λαὸς ὅμως θεσιθηρῶν εἶναι ὁ χείριστος τῶν λαῶν· ἐφ’ ὅσον δ’ αὐξάνεται ἀσυνέτως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τρεφομένων, ὁ ἀριθμὸς τῶν διὰ Κυβερνητικῆς ἀλλαγῆς καραδοκούντων ἀλλαγὴν τύχης καὶ ἄρτου πορισμὸν, μὴ στοχάζεται κανεὶς, μὴ φαντάζεται, ὅτι παρασκευάζεται λαὸς ἐλεύθερος, λαὸς σώφρων, λαὸς κόσμιος, εὐοίωνος χωρῶν εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν αὐτοῦ ἀνάπτυξιν, εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὑψηλῶν ἐννοιῶν καὶ ἀγαθῶν σκοπῶν τοῦ Κράτους· παρασκευάζεται ὄχλος ἀσύντακτος, ὄχλος ἀνήθικος, ὄχλος ἐπαναστατικὸς, ἀπὸ ὑπολογισμοῦ καὶ συμφέροντος ῥέπων εἰς τὴν ἀταξίαν καὶ εἰς τὸν θόρυβον, οὐχὶ εἰς τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐκοσμίαν, τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν αὐτοῦ πρόοδον. Καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε κατέκρινα καὶ κατακρίνω ἰδιαζόντως ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι εὐθὺς ὡς ἐφαντάσθητε, καὶ μόνον ἐφαντάσθητε, κατὰ τὴν πρώτην ὑμῶν ἄνοδον εἰς τὸν πρωθυπουργικὸν θῶκον, ὅτι ἐνώπιον ὑμῶν ἁπλοῦται γελαστὴ καὶ ἀκύμαντος ἡ λίμνη τῶν χρυσῶν περισσευμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα ἐβαυκάλιζεν ὑμᾶς καὶ τὸ ἔθνος ὁ σύντροφος ὑμῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡρμήσατε ἀχαλιναγώγητος εἰς τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων καὶ τῶν μισθῶν, εἰς αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, χωρὶς τουλάχιστον νὰ ἔχητε τὴν μικρὰν ὑπομονὴν νὰ ἴδητε πρῶτον, ἂν ἔμελλον νὰ ἐπαληθεύσωσιν οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἂν ἔμελλον νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ φαιδραὶ ὑμῶν ἐλπίδες καὶ τὰ φαιδρότερα ὄνειρα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ τὸ 1900, ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἔλεγε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑπόμενα: «Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 δὲν εἶναι σταθερὸς προϋπολογισμὸς, ὁ ἀποτυπῶν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν (sic). Τοιοῦτος προϋπολογισμὸς ἔσται ὁ τῆς χρήσεως τοῦ 1900, διότι δὲν ὑπελείφθη ἡμῖν ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος πρὸς παρασκευὴν πάντων τῶν νομοσχεδίων, ἐν οἷς κατοπτρίζεται (!) τὸ πρόγραμμα τὸ κυβερνητικὸν, εἰς ἐμὲ δὲ προσωπικῶς ἐπῆλθε καὶ ἡ ἀτυχὴς σύμπτωσις, ὅτι ἠσθένησα καὶ ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας.» Προβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἀνάλυσιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ σταθεροῦ τούτου προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἔμελλε νὰ κατοπτρίσῃ εἰς τὴν ἐντέλειαν τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ἀκολουθῶν τὴν αὐτὴν μεθοδικὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν καὶ τῆς ἐρεύνης, ἣν ἐφήρμοσα καὶ εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, καταστρώσασα τὸν τύπον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ὑπελόγιζεν ἔσοδα μὲν δραχμὰς 92,598,780, ἔξοδα δὲ δραχ. 101,170,872, ἤτοι ὑπελόγιζεν ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 8,572,092. Σημειωτέον, ὅτι διὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν ὑπελόγιζε κανὲν βοήθημα ἐκ τοῦ δανείου, ὡς ὑπελόγισεν εἰς τὰ δύο προηγούμενα ἔτη 1898 καὶ 1899. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑπελόγιζεν ἔλλειμμα τηλικοῦτον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πιστὸς εἰς τὸ λαμπρὸν σύστημα τῶν περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μίαν εἰκοσιπενταετίαν συσσωρευθέντα κατέληξαν εἰς χρεωκοπίαν, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν παρουσιάζοντα περίσσευμα καὶ πάλιν, καθόσον ὁ παρ’ αὐτοῦ εἰσαχθεὶς προϋπολογισμὸς παρουσίαζεν ἔσοδα μὲν ἐκ δραχ. 111,315,528, ἔξοδα δὲ δραχ. 110,240,731, ἤτοι περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 1,074,797. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύνηθες καὶ συμφώνως πρὸς τὸ παραδεδεγμένον σύστημα, περὶ οὗ ὡμίλησα ἤδη, ὁ μετ’ ὀλίγους μῆνας ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 παρέστησεν ἀλλοίαν ὄψιν, καθόσον περιέλαβεν ἔσοδα μὲν δραχ. 112,206,849, ἔξοδα δὲ δραχ. 112,049,279, ἤτοι τὸ ἐξ 1,074,000 δραχ. πρώην περίσσευμα περιωρίσθη εἰς δραχ. μόνον 157,570! Καθ’ ὅμοιον τρόπον τὰ νεογνὰ τῶν Μαύρων γεννῶνται λευκὰ, ἀλλ’ εὐθὺς εἶτα, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μαυρίζουν, μαυρίζουν τὰ ἔρημα! Καὶ σημειωτέον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 ἦν ὁ σταθερὸς προϋπολογισμὸς, ὅστις ἔμελλε νὰ καταπλήξῃ ἐγχωρίους καὶ ξένους μὲ τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ! Οἱ προϋπολογισμοὶ ἦσαν τοιοῦτοι, ἀλλ’ ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1900 μαρτυρεῖ, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῆς χρήσεως εἰσεπράχθησαν ἔσοδα μὲν δραχ. 119,199,299, ἐδαπανήθησαν δὲ ἔξοδα δραχ. 109,318,358, ἤτοι προέκυψε περίσσευμα ἐκ δραχ. 9,880,941. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τοῖς ἐσόδοις περιλαμβάνεται καὶ ποσὸν δραχ. 7,602,420 ἐξ ἐκτάκτων πόρων καὶ δανείων, τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ 1900 μετριάζεται εἰς δραχ. 2,278,521. Ἀλλὰ συμβαίνει μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐκ Παρνασσίδος ἀντιπροσώπου συντασσομένους καὶ ἐκτελουμένους ὅ,τι συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς γαμβροὺς καλῆς τινος, ἀλλὰ πτωχῆς νήσου τοῦ Αἰγαίου. Καθ’ ἣν ἡμέραν πρόκειται νὰ τελεσθῇ ὁ γάμος, ὁ γαμβρὸς βλέπει περιχαρὴς περὶ ἑαυτὸν πληθὺν σκευῶν καὶ ἐπίπλων, τὰ ὁποῖα ἐπιδεικνύονται εἰς αὐτὸν ὡς ἀποτελοῦντα τὴν προῖκα τῆς νύμφης· τὸ ἑσπέρας ὅμως, μετὰ τὸν γάμον, ὁ ἀφελὴς γαμβρὸς πρέπει νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν πολὺ εὐτυχῆ, ἂν κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ῥακῶδές τι στρῶμα καὶ ῥακωδέστερον ἐφάπλωμα, ἵνα κατακλιθῇ μετὰ τῆς χαρυτοβρύτου καὶ ἀλφεσιβοίας νύμφης, καθόσον μετὰ τὴν τελετὴν τοῦ γάμου σκεύη καὶ ἔπιπλα ἀναλαμβάνονται αὐθωρεὶ, ἐξαφανίζονται ὡς διὰ μαγείας· ἐπιστρέφονται εἰς τοὺς πραγματικοὺς αὐτῶν ἰδιοκτήτας, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς γείτονας, τοὺς φίλους, οἵτινες εἰς τοιαύτας συγκινητικὰς περιστάσεις δανείζονται ἀμοιβαίως ἔπιπλα καὶ σκεύη πρὸς ἐπίδειξιν ψευδοῦς προικὸς καὶ πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ εὐπίστου γαμβροῦ. Αἱ νύμφαι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατά τε τὸ 1899 καὶ τὸ 1900 παρουσιάζουσι τοιαύτην ἀστείαν εἰκόνα. Καθ’ ἣν στιγμὴν τελεῖται ὁ γάμος αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ψηφίζονται δηλαδὴ, παρουσιάζονται εὐπορώταται, ἀξιοπρεπέσταται· ἐπιδεικνύουσι καὶ μεταξωτὰ στρώματα καὶ κεντητὰ προσκεφάλαια, καὶ ὅσα ἄλλα, δανεικὰ ἐξ ἄλλων γειτονικῶν χρήσεων, χρήματα ἐκ δανείων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ μετὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἐπιστρέφουσιν εἰς οὓς ἀνήκουσιν. Ἐντεῦθεν ἡ χρῆσις, ἡ θεωρουμένη ὡς νύμφη πλουσία, ἀπογυμνουμένη τῶν ξένων στολισμῶν, ἐξελέγχεται οὖσα δυστυχές τι γύναιον, σχεδὸν τῶν πάντων στερούμενον, καὶ προωρισμένον νὰ ζήσῃ τὴν ζωὴν τὴν μαύρην τῶν ἰσχνῶν ἀγελάδων. Τοιοῦτόν τι παρατηροῦμεν καὶ ἐν πᾶσι μὲν τοῖς ἄλλοις προϋπολεγισμοῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τοῦ 1900. Ἐν τοῖς ἐσόδοις, τὰ ὁποῖα σημειοῖ ὁ ἀπολογισμός, ὅτι ἐπραγματοποιήθησαν τῷ 1900, ὑπάρχουσι καὶ ἔσοδα μὴ ἀνήκοντα εἰς τὰς θετικὰς ἡμῶν εἰσπράξεις, ἀνήκοντα εἰς ἄλλους δικαιούχους, εἰς ἄλλα ταμεῖα ὡρισμένων σκοπῶν. Κατὰ τὸ 1900 λ. χ. εἰσεπράχθησαν δυνάμει τοῦ νέου περὶ καπνοῦ νόμου δραχ. 8,553,552. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ τὸν νόμον τὰ μὲν 7,060,000 ἀνήκουσιν εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, αἱ δ’ ἐπὶ πλέον 1,493,552 μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 9,737,928 ἔδει νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς τόκοι καί χρεώλυτρον τῶν δανείων πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς– Δεμερλῆ καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰσεπράχθη τὸ περιπλέον τοῦτο ποσὸν ἐκ δρ. 1,493,552, δὲν κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν σημειοῦται ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἀποδόσεων. Ὁ συντάκτης μάλιστα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ὁ παρουσιάζων εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἓξ ἑκατομμυρίων περισσεύματα, οὔτε ἀνέγραψε κἂν ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ του καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀποδόσεων κανὲν ἐκ τοῦ καπνοῦ, ἐκ τοῦ νέου νόμου, ἔξοδον. Τοσαύτη εἶναι ἡ πρυτανεύουσα ἀκρίβεια καὶ εἰλικρίνεια! Ἑπομένως ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ 1900 εἶναι ψευδὴς ὡς πρὸς τοῦτο, περιλαμβάνει ἔσοδον ἐκ δρ. 1,493,552, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔσοδον ἀνῆκον εἰς εἰδικὸν σκοπὸν, ἑπομένως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, εἴτε νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα, τὸ ὁποῖον ἀπολήγει εἰς τὸ αὐτό. Σημειωτέον, ὅτι ἡ ἀπόδοσις καὶ ἡ τακτοποίησις τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μαρτυρούσης καὶ ἄλλως πρωτότυπον οἰκονομικὴν ἀκαταστασίαν, συντελοῦσαν ἴσως ἀπὸ διαγεγραμμένου καὶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐφαρμοζομένου σχεδίου εἰς τὴν σύγχυσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐγένετο μετὰ 3 ὅλα ἔτη διὰ πιστώσεως εἰδικῆς (Νόμος ͵ΒΩϞΘʹ τῆς 8 Μαΐου 1903). Ἀπεδόθησαν δὲ εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν οὐχὶ δρ. 1,493,552, ἀλλὰ μόνον δραχμαὶ 1,217,258, διότι αἱ ἐκ τοῦ καπνοῦ εἰσπράξεις τοῦ 1900 ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τριῶν μόνον τριμηνιῶν, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1900, καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων ἔδει ν’ ἀποδοθῶσιν, ὡς καὶ ἀπεδόθησαν, μόνον δρ. 1,217,258 εἰς βάρος τοῦ 1902! Ἀλλὰ ἡ χρῆσις τοῦ 1900 στολίζεται, ὅπως ἀποκτήσῃ ἐπίπλαστον εὐπρέπειαν καὶ χάριν ταὼ, καὶ μὲ ἄλλα ξένα πτερὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει ἐπιμελῶς ν’ ἀποκολλήσωμεν διὰ χλιαροῦ ὕδατος. Κατὰ τὸ 1900, ὡς δεικνύει ὁ ἀπολογισμὸς, εἰσεπράχθησαν ἀπὸ φαρικῶν τελῶν καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἰδιαιτέρου ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν δραχ. 593,736, ἀπεδόθησαν δὲ μόνον δραχ. 394,146· ἕπεται ὅτι ἐν τοῖς ἐσόδοις σημειοῦται ξένον ἔσοδον ἀφαιρετέον ἐκ δρ. 198,590, ἤτοι ἔξοδον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως. Ἐπίσης πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι χιλιάδες τινὲς ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων τῶν ὁπλιτῶν. Εἰσεπράχθησαν τοιαῦτα τῷ 1900 ἐκ δρ. 97,124, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἱδρυμένον ταμεῖον ὁπλισμοῦ δὲν ἀπεδόθησαν, εἰμὴ μόνον δρ. 53,272, ἕπεται, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ὑπόλοιπον ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ἀπολογισμοῦ ἐκ δρ. 43,852, ἢ νὰ προστεθῇ — ὅπερ ταὐτὸν — τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως καὶ ἐν τῇ οἰκείᾳ στήλῃ τῶν ἀποδόσεων. Ἐπίσης τῷ 1900 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν δρ. 877,161, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἀπεδόθη, ὡς μαρτυρεῖ ὁ ἀπολογισμὸς, εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἱδρυμένον ταμεῖον πρὸς ἀνέγερσιν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο, πλὴν 200,000 δραχμῶν, ἀποδιδομένων κατὰ τὸν νόμον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, καὶ 38,390 δραχ. διὰ τὰ ἔξοδα διευθύνσεως καὶ ἐπιθεωρήσεως, ἀλλὰ μόνον δρ. 539,351, προκύπτει, ὅτι ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ξένον ποσὸν τῶν δραχ. 99,420, ἢ νὰ προστεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1900 στολίζεται καὶ μὲ ἓν ἄλλο δανικὸν φόρεμα τοῦ ἔτους 1898, περιλαμβάνει δηλ. ποσὸν δρ. 1,273,122, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὸν πρόσθετον ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρον τοῦ ἔτους 1898, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει ὀφθαλμοφανῶς εἰς τὰς προσόδους τοῦ 1900. Εἶναι ξένον ἔσοδον, ἐντελῶς ἀφαιρετέον, καὶ μὴ εὑρισκόμενον εἰς καμμίαν σχέσιν ἢ συνάφειαν μὲ τὰς προσόδους τοῦ 1900. Ἑπομένως δέον καὶ τοῦτο ν’ ἀφαιρεθῇ. Συγκεφαλαιοῦντες τὰ μνημονευθέντα ποσὰ τῶν ἀφαιρετέων ἐσόδων ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
αʹ)Καπνοῦ δρ.1,217,258
βʹ)Φαρικῶν τελῶν » 198,590
γʹ)Ἀντισηκωμάτων » 43,852
δʹ)Ἐκπαιδευτικῶν τελῶν» 99,420
εʹ)Σταφίδος τοῦ 1898 » 1,273,122
Ἐν ὅλῳ δρ.2,832,242

Ἤτοι ἀφαιροῦντες ἀπὸ τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἐσόδων, τῶν σημειουμένων εἰς δρ. 111,596,879, τὰς δρ. 2,832,242, ἔχομεν ὑπόλοιπον καθαρὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως δραχμὰς 108,764,637. Ἀλλ’ ὅπως ᾖ πλήρης ἡ ἔρευνα τῶν πραγματικῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900, πρέπει ν’ ἀναφέρω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900 εἰσεπράχθησαν τέλη τηλεγραφικὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν ἐκ δρ. 914,037, καὶ ἀπεδόθησαν εἰς τὴν δικαιοῦχον Ἑταιρείαν μόνον δρ. 585,434, ἤτοι φαίνεται προκύπτουσα σπουδαία διαφορὰ ἐκ δρ. 328,603, ἥτις ἔδει νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔξοδον ἐν ταῖς ἀποδόσεσιν. Ἐζήτησα περὶ τῆς διαφορᾶς ταύτης ἁρμοδίως ἐξηγήσεις, διότι παρουσιάζεται καὶ εἰς πάντας τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἐβεβαιώθην δὲ διὰ προσωπικῆς ἐξετάσεως, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀπολογισμῶν εἶναι κατὰ τοῦτο λελανθασμένοι, διότι ἐνεγράφησαν ὡς τέλη ἀνήκοντα εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν εἰσπράξεις τηλεγραφικαὶ ἀνήκουσαι εἰς τὸ Κράτος. Οἱ ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν Τηλεγράφων φαίνονται πολὺ ἀκριβέστεροι εἰς τὴν ἐγγραφὴν τῶν ποσῶν, ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν δὲ βιβλίων προκύπτει, ὅτι τὸ σφάλμα ἀνήκει εἰς τὸ Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον πάλιν πλανᾶται ὑπὸ τῶν ἐσφαλμένων καταστάσεων τῶν ταμιῶν. Ἐντεῦθεν δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν κατὰ τὸ 1900 αἱ εἰσπράξεις αἱ τηλεγραφικαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν, ἀπεδόθησαν πᾶσαι ἐντὸς τῆς ἐξεταζομένης χρήσεως τοῦ 1900 εἰς τὴν δικαιοῦχον Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν, ἢ ἂν ὑπελείφθη μέρος τι, καὶ πόσον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ἢ ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῆς, ὡς ξένον ἔσοδον, ἀνῆκον εἰς ἄλλους. Ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρω καὶ δευτέραν παρατήρησιν, ἀφορῶσαν τὸ ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἔσοδον. Ὁ ἀπολογισμὸς ἀναγράφει τῷ 1900 τοιοῦτον ἔσοδον ἐκ δρ. 2,188,187. Τὸ ποσὸν ἐφάνη μοι περιβολικόν. Ἐπιμελῶς ἀναζητήσας ἓν πρὸς ἓν τὰ ἔσοδα εἰς χρυσὸν τοῦ 1900, ἀνεῦρον ὅτι ταῦτα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν φράγκων χρυσῶν ἐν ὅλῳ 2,211,971. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν 2,211,971 φράγκων νὰ ἀνέρχηται εἰς δραχμὰς 2,188,187, ὅσην σημειοῖ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1900 ἐν τοῖς ἐσόδοις αὐτοῦ; Ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῷ 1900 ὑπολογίζεται πρὸς 1,60, καὶ ἑπομένως ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων ἐπὶ δραχ. 2,211,971 φέρει δραχ. 1,327,182. Διὰ ποῖον λόγον ἀναγράφει ὁ ἀπολογισμὸς δρ. 2,188,187; Ὅσον μὲ ἀφορᾷ, δὲν δύναμαι νὰ ἐξακριβώσω, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πρόκειται περὶ λογιστικῆς τινος λαθροχειρίας, ἥτις παρεισήγαγεν ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ 1900 ἔσοδόν τι ἄλλο, ξένον ἐντελῶς πρὸς τὰς εἰσπράξεις αὐτῆς, νομισματικὴν διαφορὰν ἐκτάκτου τινὸς ἐσόδου, ἣν ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ μέσον ν’ ἀνακαλύψω, ἀλλ’ ἥτις ἐξογκώνει τὰ ἔσοδα τοῦ 1900 κατὰ δραχ. 861,005, αἱ ὁποῖαι δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν. Ἀλλ’ ὅπως ἀποκρυσταλλώσωμεν τὸ καθαρὸν ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1900, πρέπει βεβαίως ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ἔσοδα παρελθουσῶν χρήσεων, τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς δρ. 2,858,798, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ ἔξοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 1,502,493, ἑπομένως τὴν μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰν ἐκ δραχμῶν 1,356,305 ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἤτοι συγκεφαλαιοῦντες πάντα τὰ πρόσθεν λεχθέντα εὑρίσκομεν ὅτι ἀπὸ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τῶν ἐμπεδωθέντων τῷ 1900 κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς δραχ. 111,596,879, δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
αʹ)Καπνοῦ καὶ λοιπῶν ἐσόδων μνημο-
νευθέντων δρ.2,832,242
βʹ)Νομισματικῆς διαφορᾶς » 861,005
γʹ)Διαφορᾶς ἐσόδων παρελθουσῶν χρή-
σεων ὑπὲρ τὰ ἔξοδα κεκλεισμένων
χρήσεων » 1,356,305
Ἤτοι τὸ ὅλον » 5,049,552

Ὥστε ὑπολείπονται καθαρὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην δρ. 106,547,327. Τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἀνῆλθον κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς δραχ. 109,318,358. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1900, ὡς γνωρίζομεν ἐκ τῆς Γεν. Ληψοδοσίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἐδαπανήσαμεν χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως διὰ λογαριασμὸν τῶν δήμων δραχ. 2,408,227. Ἐπειδὴ δὲ ἐξ αὐτῶν δὲν εἰσεπράξαμεν παρὰ τῶν ὑποχρέων δήμων, εἰμὴ μόνον δρ. 837,797, ἕπεται, ὅτι τὸ Κράτος ἐδαπάνησεν ἐξ ἰδίων τὸ 1900 ποσὸν δραχ. 1,570,430, ὅπερ εἶναι καθαρὸν βάρος, καθαρὸν ἔξοδον τῆς χρήσεως, μὴ περιλαμβανόμενον μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐπιβαρῦνον τὸ Κράτος. Ἀλλ’ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900 πρέπει ἐπίσης νὰ προσθέσωμεν καὶ δρ. 100,000, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν σχετικὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα νόμον ἐδαπανήθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1900 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας (ἄρθρ. 3). «Εἰς χρέωσιν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν χρήσεων 1899 καὶ 1900 ἐκδοθήσονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐντάλματα διὰ ποσὰ ἴσα ταῖς πιστώσεσι ταῖς ἀναγραφομέναις ἐν τοῖς εἰδικοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς μὲν χρήσεως τοῦ 1899 ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 33, ἄρθρ. 1 καὶ 2, τῆς δὲ χρήσεως τοῦ 1900 ὑπὸ τὸ κεφάλ. 32, ἄρθρ. 1 καὶ 2.» Ἤτοι εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900, τὰ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ σημειούμενα, ἐκ δρ. 109,318,358 πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,670,430. Ὥστε ἔχομεν ἐν ὅλῳ ἔξοδα τοῦ 1900 δρ. 110,988,788. Ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιροῦντες τὰ ἔσοδα ἐκ δρ. 106,547,327 ἔχομεν καθαρὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δρ.4,441,461. Ὁ περίφημος λοιπὸν προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, ὅστις ἔμελλε ν’ ἀποτυπώσῃ τὸ ἔτι περιφημότερον κυβερνητικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ συγχρόνως νὰ μεταδώσῃ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους τὰ σύγχρονα οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ ἆθλα τῶν νέων Λουθήρων τῆς κλεινῆς Ἑλλάδος, εἰς τοῦτο ἀποκρυσταλλοῦται τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ἓν ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 4,441,461. Ἄ! ἂν δὲν χειροκροτεῖτε τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, τότε λοιπὸν τί περιμένετε νὰ χειροκροτήσητε, ὑμεῖς, οἱ τῆς οἰκονομικῆς ταύτης καὶ πολιτικῆς δεξιότητος καὶ ἐμπειρίας θαυμάσιοι θαυμασταὶ καὶ θαυμασιώτεροι ὑποστηρικταί; Ἀλλὰ τὰ κατὰ τὸ 1900 εἰσπραχθέντα ἔσοδα εἶναι τὸ καθαρὸν ἀπαύγασμα τῶν ὑφισταμένων φορολογικῶν νόμων, εἶναι ἡ φυσικὴ ἐξέλιξις αὐτῶν, ἢ μήπως καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1900, ὡς καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον, ἐπεβλήθησαν καὶ νέαι φορολογίαι, αὐξήσασαι τὰ βάρη τοῦ λαοῦ; Τῷ 1900 ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν τὸ νέον σύστημα τῆς φορολογίας τῶν σφαζομένων ζῴων εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐπὶ τῶν ζῴων φόρου...

§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ ἐξακολουθήσητε ἀκόμη; Εἶναι ὀκτὼ ἡ ὥρα.

§157ΕΤΕΡΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;

§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
2τῆς 9 Δεκεμβρίου 1904.
3(Πέμπτη).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀνα-
5γινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρα-
6κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν:
81) Ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Νηλείας, δια-
9μαρτυρομένου διὰ τὴν παράβασιν ψηφίσματος αὐτοῦ ἀφο-
10ρῶντος τὴν ποιμνιοβοσκὴν ἐν τῷ δήμῳ, καὶ ζητοῦντος τὴν
11λῆψιν μέτρων.
122) Ἀναφορὰν τῶν Π. Πριμηκήρη, Κ. Μουραφέτη καὶ
13Α. Κυπαρίσση, παραπονουμένων ὅτι κακῶς ἀπὸ τοῦδε ἤρ-
14ξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου.
153) Ἀναφορὰν τοῦ Σπ. Καββαδίου, κατοίκου Ἀργυρά-
16δων, καταγγέλλοντος παρανομίας τοῦ διευθύνοντος τὸ τα-
17χυδρομικὸν γραφεῖον δημοδιδασκάλου Βασ. Καββιδιᾶ.
184) Ὑπόμνημα τοῦ Θ. Γ. Θεοδωρίδου, δημοσιογράφου,
19περὶ βελτιώσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.
20§2Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς παρεκλήθη ὁ
21κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον
22τὸν σχετιζόμενον πρὸς τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς μου
23ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατε-
24τέθη οὗτος;
25§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν κατετέθη ἀκόμη.
26§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν κατατεθῇ, παρακαλῶ νὰ γείνῃ
27γνωστὸν καὶ εἰς ἐμὲ, διότι θὰ λάβω τὸν λόγον.
28§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
29Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
30§6Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιω-
31τικῶν). Κατὰ τὴν χθεσινὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
32ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
33κῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου ἐζήτησε τὴν πληροφορίαν,
34ἂν ἡ αὔξησις κεφαλαίου τινὸς ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
35τῶν ἐλευσομένων κληρωτῶν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἢ
36ἁπλῶς διὰ τὸν τελευταῖον μῆνα Δεκέμβριον. Ἐγὼ ἀπήν-
37τησα, ὅτι ἡ αὔξησις ἀποβλέπει εἰς τοὺς ἀπὸ τοῦ μηνὸς
38Δεκεμβρίου προσελευσομένους κληρωτούς· ἀλλ’ ἐλησμόνησα
39ἢ μᾶλλον δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν κατόπιν νὰ δώσω ἐξηγή-
40σεις τινὰς συμπληρωματικάς, τὸ ὁποῖον πράττω τὴν στιγ-
41μὴν ταύτην.
42Τὰ ἔξοδα τοῦ ἱματισμοῦ, εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ἂν
43προσέλθουν οἱ κληρωτοὶ, θὰ γείνουν· ὥστε εἶναι ἀδιάφορον,
44νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν θὰ προσέλθωσι τὸν Ὀκτώβριον ἢ τὸν
45Δεκέμβριον. Ἡ αὔξησις ἀφορᾷ εἰς μισθοτροφοδοσίαν. Ἐπειδὴ
46λοιπὸν οἱ κληρωτοὶ τῆς περυσινῆς ἀπογραφῆς ἀπολύονται
47τὴν πρώτην ἐλευσομένου Ὀκτωβρίου, καὶ ἐπειδὴ οἱ κληρωτοὶ
48τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς δὲν προσῆλθον ἅπαντες, ἕνεκα δὲ
49τῆς ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως, κατόπιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
50νέου περὶ στρατολογίας νόμου, διὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον,
51θὰ προκύψῃ ἓν κενὸν, ἵνα μὴ μείνῃ ἡ χώρα ἀφρούρητος,
52ἐλήφθη ἡ πρόνοια ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
53τὸ ποσὸν διὰ τοὺς τρεῖς μῆνας, ὅπως τηρηθῶσιν εἰς τὰς
54τάξεις των ἐπί τινα χρόνον οἱ ἀφυπηρετοῦντες. Ἀλλ’ ἡ
55ἀναβολὴ κατατάξεως θὰ γείνῃ, διότι αὐτὸ ὑπῆρχεν εἰς τὰς
56προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋ-
57πολογισμοῦ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ ἔξοδα διὰ τὸν ἱματισμὸν,
58εἴτε τὴν 1 Ὀκτωβρίου προσέλθουν οἱ κληρωτοὶ, εἴτε τὴν
591 Δεκεμβρίου, εἶναι τὰ αὐτά. Ἐπίσης ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι
60πιθανὸν νὰ παραμείνουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ
61δὲν λάβουν τὰ ἀπολυτήριά των, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ τὸ κενὸν
62αὐτὸ, πάλιν θὰ ἦναι ἐνδεδυμένοι. Ὥστε δὲν ἀπαιτοῦνται,
63εἰμὴ ἔξοδα μισθοτροφοδοσίας. Κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ τὰ
64ἔξοδα διὰ τὸ τρίμηνον εἶναι δραχ. 484,216.32, διὰ δὲ τὸν
65ἕνα μῆνα 169,637.43, προκύπτει διαφορὰ δρ. 314,578.89.
66Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἔχει ἀναγραφῆ, ἀλλὰ δὲν ἀποβλέπει τοὺς
67προσελευσομένους κληρωτοὺς, ἀποβλέπει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
68θὰ τηρηθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
69§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει
70τὸν λόγον.
71§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δημοσιογράφοι παραπονοῦνται,
72ὅτι εἰς τὸ θεωρεῖόν των εἶναι πολλοὶ παρείσακτοι.
73§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εἴσοδος δὲν ἐπιτρέπεται παρὰ μόνον
74εἰς τοὺς ἔχοντας δημοσιογραφικὰ εἰσιτήρια. Ὅσοι εἶναι
75παρείσακτοι νὰ ἐξέλθουν ἀμέσως.
76§10Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
77Κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον, Κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
78Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ἔγ-
79γραφον τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, δι’ οὗ ἡ Ἀγγλικὴ Κυ-
80βέρνησις ἐγνωστοποίει, ὅτι, ἐνῷ διετήρει τὴν γνώμην ὅτι οἱ
81περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου νόμοι κατέληξαν
82εἰς παράβασιν τῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος
83καὶ Ἀγγλίας τοῦ 1890, ἐφρόνει ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ
84ἀποδόσεως εἰς εἶδος τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ ἐξαγωγικοῦ
85δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς
86Βουλῆς, ἤθελεν ἐπιφέρει ἔτι μείζονα διάστασιν πρὸς τὴν ῥη-
87θεῖσαν συμφωνίαν καὶ προκαλέσει μείζονας ἀντιρρήσεις ἐκεί-
88νων, ἃς εἶχον προκαλέσει τὰ προγενέστερα νομοθετήματα.
89Ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία προσέθετεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ της, ὅτι
90θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις περὶ
91ἀναθεωρήσεως τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως τοῦ 1890, ἐὰν ἡ
92Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συγκατετίθετο εἰς δασμολογικὰς
93παραχωρήσεις ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἀγγλικοῦ ἐμπορίου.
94Ὡς γινώσκει ἡ Βουλὴ, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι,
95καίτοι δὲν συμμερίζεται τὴν γνώμην τῆς Ἀγγλικῆς Κυ-
96βερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραβάσεως τῆς συνθή-
97κης, ἐν τούτοις ἀπέναντι τῆς ἐκδηλωθείσης ἐπιθυμίας τῆς
98Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἑτοίμη νὰ ἄρξηται διαπραγ-
99ματεύσεων προτιθεμένων τὴν ἀναθεώρησιν τῆς συμβάσεως
100τοῦ 1890 καὶ τὴν παραχώρησιν νέων δασμολογικῶν ἐκ-
101πτώσεων ὑπὲρ τοῦ Βρεττανικοῦ ἐμπορίου, ἐν ᾧ μέτρῳ ἐπι-
102τρέπουσι τοῦτο τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ὅτι ὅμως, ἐπειδὴ
103τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἤθελον διατρέξει
104μεγάλους κινδύνους, ἐὰν δὲν ἐφηρμόζετο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον
105ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βου-
106λὴν, διὰ τοῦτο παρεκάλει τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως,
107ἐὰν δὲν ἐπετυγχάνετο πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς
108τελευταίας Συνόδου ἡ συνομολόγησις τῆς νέας συμφωνίας,
109συγκατατεθῇ νὰ διεξαχθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις κατὰ τὸ
110διάστημα τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ
111ὑποσχέσει ὅτι ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς νέας βουλευτικῆς Συνό-
112δου ἤθελεν ὑποβάλει τὴν συμφωνίαν, ἡ ὁποία, ὡς προσεδο-
113κᾶτο, ἤθελεν ἐπέλθει κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν.
114Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις,
115αἵτινες ἤχθησαν εἰς αἴσιον πέρας, καὶ τὴν 10 Νοεμβρίου
116ὑπεγράφη δήλωσις, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον
117εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώ-
118σεως αὐτῆς, καὶ εἰς ἣν προσηρτήθη πίναξ περιλαμβάνων τὰ
119εἴδη, ἐπὶ τῶν ὁποίων συνεφωνήθησαν δασμολογικαὶ ἐκ-
120πτώσεις.
121Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑκάστου τῶν εἰδῶν
122τούτων· Θὰ ἐπιστήσω μόνον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ
123τῶν προσπαθειῶν, ἃς κατέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως αἱ
124παραχωρηθεῖσαι δασμολογικαὶ ἐκπτώσεις μὴ ἐπηρεάσωσι
125τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, μὴ θιγῶσι δὲ ἰδίως τὰ τῆς
126ὑφαντουργίας συμφέροντα, τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κλά-
127δου τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Οὕτω ἐκ τῆς κλάσεως 185
128τοῦ δασμολογίου, ἥτις περιλαμβάνει τὰ «ὑφάσματα ἐκ μαλ-
129λίνου ἢ ἐξ ἄλλου ζωϊκοῦ νήματος», ἐπετεύχθη μετὰ μακρὰς
130ὁπωσοῦν διαπραγματεύσεις, ὅπως ἐξαιρεθῶσι τὰ μαλλινο-
131βάμβακα ὑφάσματα, τὰ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἄλλαις πόλεσι τῆς
132Ἑλλάδος παραγόμενα.
133Αἱ κυριώτεραι τῶν ἐκπτώσεων, δι’ ὧν θέλει ἐπέλθει
134μείωσις εἰς τὰς δημοσίας προσόδους, εἶναι ἐπὶ τῶν εἰσαγω-
135γικῶν δασμῶν τῶν κλάσεων 11, «ρέγγαι» καὶ 13 «ἰχθεῖς,
136γάδος (βακαλάος) καὶ στοκοφίσι». Αἱ δασμολογικαὶ ἐκπτώ-
137σεις, αἵτινες συνεφωνήθησαν ἐπὶ τῶν δύο τούτων κλάσεων,
138θέλουσιν ἐπιφέρει, κατὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς ὑπηρε-
139σίας, ἐλάττωσιν δημοσίων προσόδων κατὰ 232,095 μεταλ-
140λικὰς δραχμάς. Τὸ σύνολον τῶν λοιπῶν ἐκπτώσεων ἀνέρ-
141χεται εἰς 115,774 μεταλλικὰς δραχμάς, δηλαδὴ τὸ σύνο-
142λον τῶν ἐκπτώσεων, αἵτινες παρεχωρήθησαν διὰ τῆς νέας
143συμφωνίας, ἀνέρχεται εἰς 347,869 μεταλλικὰς δραχμάς...
144§11Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς εἰσαγωγῆς τῶν
145εἰδῶν;
146§12Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὅλου.
147Αἱ στατιστικαὶ αὗται πληροφορίαι ἐλήφθησαν ἐκ τῶν
148εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1900, 1901 καὶ 1902. Ἐν τούτοις
149ὑπάρχει πιθανότης, ἡ ἐλάττωσις αὕτη νὰ μὴ ἀνέλθῃ εἰς τὸ
150προϋπολογισθὲν ποσόν, διότι, ὡς γνωστὸν, ἐκ τῆς ἐλαττώ-
151σεως τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν ἐπέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖ-
152στον καὶ αὔξησις ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, ὡς ἐκ τούτου δὲ δυ-
153νάμεθα νὰ προϋπολογίσωμεν, ὅτι ἡ μείωσις αὕτη τῶν προσό-
154δων δὲν θὰ ἀνέλθῃ οὔτε εἰς 300,000 μεταλλικὰς δραχ-
155μάς, ἐὰν λάβωμεν πρὸ πάντων ὑπ’ ὄψει τ’ ἀποτελέσματα
156τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἐκ
157τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι εἴς τινας κλάσεις τοῦ δα-
158σμολογίου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπηνέχθησαν ἐκπτώσεις, οὔτε
159κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἐπῆλθε πράγ-
160ματι μείωσις τῶν δημοσίων προσόδων, εἰς ἄλλας δὲ καὶ
161αὔξησις αὐτῶν ἐπῆλθεν, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι διὰ τῶν ἐκπτώ-
162σεων ἐπῆλθε καὶ μείζων εἰσαγωγὴ ἐκείνων τῶν προϊόντων
163εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν...
164§13Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αἱ δασμολογικαὶ αὗται παραχωρή-
165σεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κάμνει εἰς τὴν
166Ἀγγλικήν, εἶναι διαρκεῖς; ἢ ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ θεσμὸς τῆς
167παρακρατήσεως ἢ ὁ θεσμὸς ὁ ἰσχύων περὶ τῆς φορολογίας
168εἰς εἶδος;
169§14ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ἡ σύμβασις.
170§15Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὥστε, καὶ ἂν καταργηθῇ ἡ φορο-
171λογία εἰς εἶδος, θὰ ὑφίσταται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν
172ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε.
173§16ΡΩΜΑΝΟΣ. Βεβαίως.
174§17Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λέγω τοῦτο, διότι εἶναι μία ζημία
175τοῦ Δημοσίου ἀνωφελὴς διὰ τὴν σταφίδα.
176§18ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀπέναντι τῆς σπουδαιοτάτης τῶν δασμο-
177λογικῶν ἐκπτώσεων, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὸν βακαλάον, ἐπε-
178τεύχθη ὅπως εἰσαχθῇ ἀτελῶς ἡ σταρὶς εἰς τὴν Νέαν Γῆν.
179Τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, ἥτις μέχρι τοῦτο εἰσήγετο εἰς Νέαν
180Γῆν, δὲν ἦτο λόγου ἄξιον· ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι
181ὁ δασμὸς, ὅστις πληρόνεται σήμερον, εἶναι 165 φρ. περί-
182που κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιρῶν, ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι διὰ
183τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος θέλει ἐπέλθει αὔξησις
184τῆς ἐν Νέᾳ Γῇ καταναλώσεως τῆς σταφίδος.
185Ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ τῆς συμφωνίας, ἣν ἔχω τὴν
186τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὁρίζεται, ὅπως ἡ ἐμπο-
187ρικὴ συνθήκη τοῦ ἔτους 1886 καὶ ἡ σύμβασις τοῦ 1890,
188αἵτινες, ὡς γνωστὸν, εἶχον λήξει πρὸ ἐτῶν καὶ σιωπηρῶς
189ἀνενεοῦντο, παραμείνωσιν ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ πενταετίαν ἀπὸ τῆς
190ἐπιψηφίσεως τῆς ὑποβαλλομένης δηλώσεως, καὶ πέραν τού-
191του, ἐὰν δὲν καταγγελθῶσι δώδεκα μῆνας πρότερον.
192Ὑποβάλλων τὴν δήλωσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ
193τοῦ προσηρτημένου πίνακος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπεν-
194θυμίσω αὐτῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν, ὅπως
195κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ὑποβάλῃ ταύτην εἰς τὴν Βου-
196λὴν καὶ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισίν της· παρακαλῶ δὲ τὴν Βου-
197λὴν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, πρὸ τῶν ἑορτῶν προβῇ εἰς τὴν συζή-
198τησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς ἐμπορικῆς ταύτης συμφωνίας.
199Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
200νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐ-
201στροουγγαρίας συνθήκης περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, ὑπο-
202γραφείσης χθές. Ἡ συνθήκη αὕτη εἶναι πιστὸν ἀντίγραφον
203τῆς συνθήκης περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν, ἥτις ἐψη-
204φίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν λήξασαν βουλευτικὴν
205Σύνοδον, μὲ ἐλαχίστας συντακτικὰς παραλλαγὰς, αἵτινες
206δὲν ἀλλοιοῦσι τὴν ἔννοιαν τῶν διαφόρων διατάξεων.
207Καὶ τέλος ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τρίτον νομο-
208σχέδιον, περὶ κυρώσεως ἐμπορικῆς προσωρινῆς συμφωνίας
209μετὰ τοῦ Βελγίου, ἥτις ὑπεγράφη κατὰ τὸ διάστημα τῶν
210διακοπῶν τῆς Βουλῆς.
211Τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον,
212καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ.
213Βουλευτὰς, ὅπως, εἰ δυνατὸν, συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι
214κατὰ τὰς προσεχεῖς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.
215§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
216Παράρτημα, ἀριθ. 11–13).
217§20Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιω-
218τικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν
219δύο νομοσχέδια περὶ κυρώσεως δύο Β. Διαταγμάτων.
220§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
221Παράρτημα, ἀριθ. 14).
222§22Ν. Π. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
223Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον
224νόμου περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθη-
225σαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 570,000 ἐπὶ
226τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων
227Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως
228τοῦ ἔτους 1904.
229Περὶ τῶν πιστώσεων τούτων διέλαβον χθὲς κατὰ τὴν
230εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
231§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
232ράρτημα, ἀριθ. 15).
233Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ, συντάξασα
234τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης
235Συνόδου, ὑπέβαλεν αὐτὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Θὰ σταλῇ πρὸς
236τύπωσιν καὶ εἶτα θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα,
237ἀριθ. 16).
238Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
239§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
240Ἡ χώρα ἡμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ὡς ἐκ τοῦ παρελθόν-
241τος καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς, καὶ ὡς ἐκ τῶν παραδόσεων,
242καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀποστολῆς, ἣν κέκτηται μεταξὺ τῶν Κρατῶν
243τοῦ Αἵμου, δέον μετὰ τε προσοχῆς καὶ περισκέψεως νὰ προ-
244βαίνῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Εἶναι δὲ τῷ ὄντι ἡ ἀπο-
245στολὴ τοῦ μικροῦ μὲν τούτου Κράτους ὡς πρὸς τὰ ὅρια, με-
246γάλου ὅμως ὡς ἐκ τῶν παραδόσεων καὶ τῆς ἱστορίας αὐ-
247τοῦ, σπουδαιοτάτη. Ἴσως μάλιστα δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐγωϊ-
248στικόν, ἐὰν ἔλεγέ τις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κέκτηται τὴν σπου-
249δαιοτάτην τῶν ἀποστολῶν μεταξὺ τῶν χωρῶν τοῦ Αἵμου.
250Ταῦτα ἑπομένως πάντα ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν πολιτικὴν περι-
251εσκεμμένην, πολιτικὴν τουτέστιν οἰκονομιῶν, διότι ἄνευ
252τούτων εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς βλέψεις
253ἡμῶν, νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀναγκαίαν ἑνότητα μεταξὺ ἐλευ-
254θέρας καὶ δούλης Ἑλληνικῆς φυλῆς. Αἱ σκέψεις ἄρα καὶ οἱ
255λόγοι οὗτοί εἰσιν οἱ καθοδηγήσαντες τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν
256καταρτισμὸν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ προγράμματος αὐτῆς,
257ὅπερ χθὲς ἠκούσατε ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναλυόμενον.
258Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη μεγίστων οἰκονομιῶν, καὶ τῶν δυνα-
259τῶν οἰκονομιῶν. Πρὸς ταύτας δὲ ἔδει νὰ συντελέσωσι κυρίως,
260καὶ ἀποκλειστικῶς μάλιστα, τὰ πολιτικὰ λεγόμενα Ὑπουρ-
261γεῖα, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο προσεπάθησα, κατὰ τὸ μέτρον
262τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, νὰ ἀσχοληθῶ καὶ ἐγὼ, καταρ-
263τίζων καὶ ὑποβάλλων τὸ, κατὰ τὴν κρίσιν μου τοὐλάχιστον,
264ἐπιβαλλόμενον νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεων ἐν
265τῷ ἰσχύοντι Δικονομικῷ Δικαίῳ».
266Καὶ δύο μὲν ἦσαν οἱ σκοποὶ, οὓς διὰ τοῦ νομοσχεδίου
267τούτου προετιθέμην· πρῶτον μὲν αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι,
268ἔπειτα δὲ ἡ βελτίωσις τῶν περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιο-
269σύνης, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον καὶ τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἐφικτόν.
270Καὶ ἴσως μὲν αἱ ἰδέαι αὗται καὶ οἱ σκοποὶ φαίνονται ἐκ
271πρώτης ὄψεως ἀντιμαχόμενοί πως πρὸς ἀλλήλους· ἐπικα-
272λούμενος ὅμως τὴν εὐμενῆ ὑμῶν προσοχὴν, θέλω προσπα-
273θήσει νὰ καταδείξω, διεξερχόμενος τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς
274γενικαῖς μόνον διατάξεσιν αὐτοῦ, ὅτι καὶ οἰκονομίας κατωρ-
275θώσαμεν νὰ ἐπιφέρωμεν δι’ αὐτοῦ, καὶ βελτίωσιν ἀπεκδε-
276χόμεθα ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τυχὸν αὐτοῦ.
277Ἐγὼ μάλιστα, κύριοι Βουλευταὶ, ἤθελον τολμήσει νὰ
278προχωρήσω καὶ περαιτέρω. Προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουρ-
279γείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἤμην βέβαιος, ὅτι ἦτο δυνατὸν
280διὰ μεταρρυθμίσεων δικαστικῶν νὰ ἐπήρχετο βελτίωσίς τις
281εἰς τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἤμην ἕτοιμος καὶ
282οὐδαμῶς νὰ ἀποβλέψω εἰς τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν. Ἐὰν
283ὅμως ἦτο δυνατὸν καὶ συναμφότερα νὰ κατορθωθῶσιν, οὐδεὶς,
284νομίζω, ἤθελεν ἀρνηθῆ, ὅτι εὐχάριστον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἔργον
285καὶ ἐπωφελὲς καὶ ἐθνικὸν ἅμα.
286Καὶ εὐχερὲς μὲν ἦν βεβαίως, λαμβάνων τις τὴν μολυ-
287βδίδα, διὰ περικοπῆς θέσεών τινων, ἢ καὶ δικαστηρίων, νὰ
288ἐπιφέρῃ οἰκονομίας τινὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουρ-
289γείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὸ τοιούτου εἴδους σύστημα,
290ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ἐμπειρικὸν, δὲν ἤθελε
291κατορθώσει καὶ νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαῖα τῷ ὄντι ἀποτελέσματα.
292Ἔδει λοιπὸν αἱ οἰκονομίαι τοιουτοτρόπως νὰ ἐπενεχθῶσιν,
293ὥστε νὰ συνεπιφέρωσιν ἀναγκαίως μεταρρυθμίσεις ῥιζικωτέ-
294ρας τε καὶ γενικάς· ἢ μᾶλλον ἔδει ἐκ ῥιζικωτέρων τε καὶ
295γενικῶν μεταρρυθμίσεων νὰ προέλθωσι καὶ αἱ οἰκονομίαι.
296Καὶ ἴσως μὲν, κύριοι Βουλευταὶ, ἤθελεν εἴπει τις, ὅτι
297καὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἀνάγκη εἶναι τέλος πάντων νὰ
298ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ, τῆς τε μεταρρυθμίσεως καὶ τῆς ἐπιψη-
299φίσεως, καὶ ἴσως τις, εὐλόγως μάλιστα, ἤθελεν ἰσχυρισθῆ,
300ὅτι καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τῆς Ποινικῆς ἀκόμη
301αἱ μεταρρυθμίσεις καιρὸς εἶναι νὰ νομοθετηθῶσι· διότι, ὡς
302δὲν ἀγνοεῖτε, ἀμφότερα τὰ νομοθετήματα ταῦτα ἰσχύουσιν
303ἀπὸ τοῦ 1834 ἔτους. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, ἐτόλμησα νὰ
304πιστεύω, ὅτι, καίτοι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι αἵ τε Δικο-
305νομίαι καὶ ὁ Ἀστικὸς ἡμῶν νόμος ἔχουσιν ἀνάγκην ἀνακα-
306θάρσεως καὶ μεταβολῆς, ἐτόλμησα, λέγω, νὰ πιστεύω, ὅτι
307ἐπείγει μᾶλλον, καὶ συστηματικώτερον καὶ λυσιτελέστερον
308ἅμα ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐδυνάμεθα νὰ ἀρξώμεθα ἀπὸ τοῦ
309Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, διὰ τῆς τροποποιήσεως
310οὗτινος καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι καὶ αἱ οἰκο-
311νομίαι, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου ἔλεγον. Ἡ μεταρρύθμισις ἄλλως
312τε τῶν Δικονομιῶν ἡμῶν, ἡ ἐπιψήφισις νέου Ἀστικοῦ Κώ-
313δικος, τοσοῦτον πλέον ἐπιβαλλομένου διὰ τὰς ὁσημέραι
314δημιουργουμένας καὶ αὐξανομένας ἀνάγκας τῆς Κοινωνίας,
315ἀπαιτοῦσιν ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, καὶ χρόνον πολὺν καὶ
316πολιτικὴν τοῦ ἔθνους ἠρεμίαν.
317Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς
318χρήσεως τοῦ 1904 ἔτους ἀναγράφει πιστώσεις ἐκ δραχμῶν
3195,985,001.89. Ἔδει, Κύριοι, νὰ μελετηθῇ, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ
320τούτου τῶν 6 ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν ποῦ εἰδικῶς
321ἐδύνατό τις νὰ ῥίψῃ τὸ βλέμμα, ἐπιθυμῶν νὰ συντελέσῃ
322εἰς τὴν, κατὰ τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιο-
323σύνης μέρος, ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως,
324δηλαδὴ εἰς τὴν ἀναγραφὴν οἰκονομιῶν οὐσιωδῶν καὶ σπου-
325δαίων. Βεβαίως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 14 τοῦ προϋπολογισμοῦ,
326δηλαδὴ ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης,
327ἀνερχομένων ἐν συνόλῳ εἰς 2,438,440 δραχμάς, ἐξ ὧν διὰ
328τροφὴν τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων δρ. 1,150,000,
329οὐδεμία σκέψις ἐδύνατο νὰ γείνῃ· οὔτε δὲ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου,
330ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν δρ. 1,150,000, μέχρι
331συμπληρώσεως τῶν δρ. 2,438,440 ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ
332οἰκονομία τις οὐσιώδης...
333§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τῆς ἀπονομῆς χαρίτων.
334§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤκουσα, Κύριοι, τινὸς συναδέλφου νὰ
335ὁμιλῇ περὶ χαρίτων...
336§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ περὶ δραπετεύσεως καταδίκων.
337§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ... καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐκ τοῦ χαρακτῆρός μου
338καὶ ἐκ τῶν παραδόσεών μου καὶ ἐκ τῆς μακρᾶς ἐν τῇ αἰ-
339θούσῃ ταύτῃ διαβιώσεώς μου, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν πρά-
340ξεών μου, οὐδαμῶς εἰμι συνηθισμένος νὰ κατηγορῶμαι, χω-
341ρὶς νὰ ἀπολογῶμαι, θέλει ἐπιστῆ ἡ στιγμή, καὶ ἐὰν ὑμεῖς,
342Κύριοι, δὲν θελήσητε τότε, ἐγὼ θέλω προκαλέσει ὑμᾶς, ἵνα
343ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων καὶ εἰς τὸ ζή-
344τημα δραπετεύσεών τινων, ὅπερ ἕτερός τις τῶν κυρίων συνα-
345δέλφων ἠθέλησε νὰ ψιθυρίσῃ. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς
346κυρίους συναδέλφους νὰ διατηρήσωσι τήν τε ἠρεμίαν καὶ τὴν
347ψυχραιμίαν ἐκείνην, δι’ ἧς οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες ἐκ
348τῶν Ὑπουργῶν εἰσι τεθωρακισμένοι, ἀφοῦ, Κύριοι, δὲν πρό-
349κειται νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα περὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἡμῶν
350ὑποθέσεων, ἢ περὶ τῶν ἐκλογικῶν ἡμῶν συμφερόντων, ἀλλὰ
351συνήλθομεν ἐδῶ, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐν
352δυσχερεστάταις ἐθνικαῖς περιστάσεσιν, ἵνα ἐκφέρωμεν τὰς
353γνώμας ἡμῶν, ἵνα ἀκούσωμεν τὰς ἀντιρρήσεις ὑμῶν, ἀπεκ-
354δεχόμενοι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι αὕτη, τὴν ψῆφον
355τῆς Βουλῆς.
356Ἔλεγον λοιπὸν, ἵνα σαφηνίσω καλλίτερον τὰ πράγματα,
357πρῶτον μὲν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς
358Δικαιοσύνης 2,400,000 περίπου δραχμαὶ ἀναγράφονται δι’
359ἔξοδα ποινικῆς δικαιοσύνης, ἐξ ὧν δρ. 1,500,000 δια-
360τίθενται διὰ τροφὴν τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων.
361Δεύτερον δὲ, ὅτι ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 2,400,000
362δραχμῶν οὐδεμία οὐσιώδης οἰκονομία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπε-
363νεχθῇ. Ἐφ’ ὅσον μάλιστα ὁ ἀριθμὸς τῶν φυλακῶν εἶναι μέ-
364γας, βεβαίως δύσκολον εἶναι νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι εἶναι δυ-
365νατὸν ἐπὶ τῶν ποσῶν τούτων νὰ ἐπενεχθῇ οἰκονομία τις.
366Ἔπρεπε λοιπὸν ἀναποφεύκτως, Κύριοι, ν’ ἀποβλέψωμεν
367εἰς τὰ ὑπολειπόμενα 3,000,000 δραχμῶν τοῦ προϋπολογι-
368σμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ μελετήσω-
369μεν, ἐὰν ἐπ’ αὐτῶν τυχὸν ἐδυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς ἐπι-
370βαλλομένας οἰκονομίας.
371Καταρτίζοντες τὴν μελέτην ἡμῶν ταύτην ἀπὸ χρόνου
372μακροῦ, τῇ συνεργασίᾳ πεπειραμένων καὶ εἰδικῶν ἀνδρῶν,
373ἀντιπροσώπων ἀνωτάτων τῆς τε Δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ
374τοῦ Δικηγορικοῦ κόσμου, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ εὐχάριστον ἀπο-
375τέλεσμα τοῦ νὰ κατορθώσωμεν, ἐκ τῶν τριῶν τούτων ὑπο-
376λειπομένων ἑκατομμυρίων νὰ οἰκονομήσωμεν δρ. 582,934,
377τουτέστιν ἀκριβῶς τὸ ἓν πέμπτον.
378Καὶ βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο, οὑτωσὶ ἀπαγγελλόμενον,
379ἴσως φαίνεται ὑπερβολικόν πως. Ὅταν ὅμως, κύριοι Βουλευ-
380ταὶ, κατορθώσω, ἀναλύων τὸν μηχανισμὸν τοῦ νομοσχεδίου
381τούτου, νὰ φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἐμῆς ἀγορεύσεως,
382ὅταν λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω πίνακας λογιστικοὺς τῶν
383ἀποτελεσμάτων τῆς μελέτης ταύτης, προσηρτημένους καὶ εἰς
384τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εὐθὺς ἀμέσως θέλω καὶ καταθέσει, οὐ-
385δεὶς, ἐλπίζω, θέλει μείνει ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι καὶ τὰ μέτρα
386ἅτινα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβάνονται, εἰσὶ λυσι-
387τελῆ, πρὸς εὐρυθμοτέραν καὶ ἰσοτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιο-
388σύνης, καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῶν μέτρων τού-
389των πάγια καὶ ἀσφαλῆ.
390Ἔλεγον, ὅτι αἱ οἰκονομίαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶ-
391σιν, εἰμὴ ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος τούτου ἐκ τοῦ ὅλου προϋπολογι-
392σμοῦ (κεφάλαια 1–11) τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης,
393ἤτοι ἐπὶ τῶν 3,000,000 δραχμῶν, λέγω δὲ τώρα, καὶ εἰ-
394δικῶς ἐπὶ τῶν ποσῶν τῶν ἀφορώντων τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ
395τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Διότι διὰ μὲν τὰ Πρωτοδικεῖα ἐν τῷ
396ἐγκεκριμένῳ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1904 ἔτους
397ἀναγράφεται ποσὸν 1,418,310 δραχμῶν, συμπεριλαμβανο-
398μένων, ἐννοεῖται, καὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν, διὰ δὲ τὰ Εἰρηνο-
399δικεῖα 1,052,322 δραχμῶν. Ἑπομένως ἐν συνόλῳ, εἰς στρογ-
400γύλον ἀριθμὸν, 2½ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν.
401Ἵνα φθάσωμεν ἐκ τῶν 2½ ἑκατομμυρίων δραχ. μέχρι
402τῶν 3,000,000, ὑπολείπονται 500,000 δραχμαὶ, ἀφορῶ-
403σαι τά τε Ἐφετεῖα καὶ ἄλλας τινὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουρ-
404γείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν
405500,000 δραχμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστῇ οὐσιώδη τινὰ
406ἐλάττωσιν. Ὡς πρὸς τὰ Ἐφετεῖα, ἐπηνέγκομεν τὴν κατὰ δύο
407ἐλάττωσιν αὐτῶν διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Ἐφετείων Κερ-
408κύρας καὶ Λαρίσης.
409Ἀλλ’ ὅ,τι ἐπράξαμεν ἐπὶ τῶν Ἐφετείων, βεβαίως δὲν ἦτο
410δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἐπὶ τῶν Πρωτοδικείων, οὐδὲ ἦτο κα-
411τορθωτὸν τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν Εἰρηνοδικείων. Δη-
412λαδὴ, ἵνα σαφέστερον ἐξηγήσω τὰ πράγματα, εὐχερὲς μὲν
413ἦτο, τὰ πέντε Ἐφετεῖα νὰ περιορίσωμεν εἰς τρία, ἄνευ ὑπο-
414καταστάσεως ἄλλης τινὸς εἰς αὐτὰ Δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’
415ἦτο ἆρά γε ὁμοίως δυνατὸν καὶ λυσιτελὲς, καὶ οὐχὶ ἐπιβλα-
416βὲς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τὸ νὰ προβῶμεν εἰς
417ἁπλῆν κατάργησιν τῶν Πρωτοδικείων καὶ εἰς ἁπλῆν κατάρ-
418γησιν τῶν 233 Εἰρηνοδικείων, χωρὶς συγχρόνως νὰ προνοή-
419σωμεν περὶ τῆς κατά τινα τρόπον ἀντικαταστάσεως αὐτῶν;
420Οὐχὶ βεβαίως.
421Ἦτο δὲ τοῦτο, Κύριοι, ἀδύνατον διὰ τοὺς ἑξῆς οὐσιωδε-
422στάτους καὶ ἰσχυροτάτους λόγους, ἀπορρέοντας ἄλλως τε ἐκ
423στατιστικῶν, ἃς ἔχω ἐγκαταστρώσει εἰς πίνακας λεπτομε-
424ρεστάτους, οὓς θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἐνώπιον
425ὑμῶν. Βεβαίως πλεῖστα τῶν Πρωτοδικείων, κατά τε τὴν
426γνώμην τῆς Κυβερνήσεως τοὐλάχιστον καὶ ἐμοῦ ἰδίᾳ, στε-
427ροῦνται τοσαύτης ἐργασίας, ὥστε νὰ ἦναι ἀναπόδραστος καὶ
428ἐπιβαλλομένη ἡ ὕπαρξις καὶ διατήρησις αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο
429οὕτως ἔχει προκειμένου περὶ τῶν πολιτικῶν, τουτέστι τῶν
430ἀστικῶν ὑποθέσεων. Βεβαίως ὅμως δὲν ἔχει οὕτω, προ-
431κειμένου περὶ τῶν ποινικῶν. Διότι τὰ Πρωτοδικεῖα ὡς
432Πλημμελειοδικεῖα ἀληθῶς εἰσιν ἀναγκαιότατα ἐν τοῖς τό-
433ποις ἐκείνοις, ἐν οἷς καταργοῦνται τὰ Πρωτοδικεῖα. Δὲν ἐδυ-
434νάμεθα λοιπὸν, ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τῶν Ἐφετείων, διὰ μιᾶς,
435οὕτως εἰπεῖν, μονογραφῆς, νὰ πράξωμεν καὶ ἐπὶ τῶν Πρω-
436τοδικείων. Οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο ἐπὶ τῆς
437Εἰρηνοδικειακῆς Δικαιοσύνης, ἥτις βεβαίως εἶχεν ἀνάγκην
438ἀντικαταστάσεως διὰ τρόπου ἄλλου, ὅλως διαφόρου τοῦ κα-
439κῶς ἰσχύοντος.
440Θέλω καταθέσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πίνακα ὑπὸ στοιχ.
441Α, ἐμφαίνοντα αʹ) τὸν κατὰ τὰ τρία συνεχῆ ἔτη 1901,
4421902 καὶ 1903 μέσον ὅρον τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων ὑπὸ
443τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους, κατ’ Ἐφετεῖον, καὶ βʹ) πάλιν
444τὸν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη κατὰ μέσον ὅρον ἀριθμὸν τῶν ἐκ-
445δοθεισῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους,
446κατὰ Πρωτοδικεῖον. Ἐὰν, Κύριοι, καὶ ἁπλοῦν βλέμμα ῥί-
447ψητε εἰς τὸν πίνακα τοῦτον, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ μέσος ὅρος
448τῆς τριετίας τῶν ἀποφάσεων, ἃς ἐξέδωκε τὸ Ἐφετεῖον Λα-
449ρίσης, εἶναι κατ’ ἔτος, πόσαι νομίζετε; 369. Τοῦ δὲ τῆς
450Κερκύρας; 167. Ἀπέναντι 808 τοῦ Ναυπλίου, 855 τῶν
451Πατρῶν, 2070 τῶν Ἀθηνῶν. Ἑπομένως ἀναμφισβήτητον
452εἶναι, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει διατηρήσεως τῶν δύο τούτων
453Ἐφετείων.
454Ἐὰν τώρα ἁπλοῦν βλέμμα ῥίψητε ἐπὶ τῶν στατιστικῶν
455τούτων πινάκων, τῶν ἀφορώντων τὴν ἀπονομὴν τῆς Πρωτο-
456δικειακῆς δικαιοσύνης, θέλετε ἴδει τὰ αὐτὰ περίπου, ἢ μᾶλ-
457λον ἀκριβῶς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν Πρωτοδικείων
458ἐκείνων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις εὐλόγως ἐνόμισεν, ὅτι ἐδύνατο
459καὶ ὤφειλε νὰ καταργήσῃ...
460§29Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν μᾶς ἀναφέρετε ταῦτα; Τὸ Πρω-
461τοδικεῖον π. χ. Εὐρυτανίας;
462§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι λεπτομέρει αὐταὶ, ἃς δὲν διστάζω,
463ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, νὰ ἀναφέρω.
464§31Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὑπελογίσατε τὰς δαπάνας, τὰς ἐκ τῆς δια-
465τηρήσεως τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης, ὑπελογίσατε ὅμως καὶ τὰ
466ἔσοδα αὐτοῦ, καὶ εἴδετε τί δύναται νὰ κερδίσῃ τὸ Κράτος καὶ
467ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ;
468§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν ὅσοις οἰκονομολογικοῖς συγγράμμασιν
469ἀνέγνων, οὐδαμοῦ εἶδον, ὅτι ἀναγράφονται ὡς πόροι τοῦ
470Κράτους ἡ ἵδρυσις Δικαστηρίων.
471§33Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο, ἀλλ’ ἐνόησα, ὅτι ἡ ὕπαρξις
472Ἐφετείου προκαλεῖ τὴν κατανάλωσιν περισσοτέρου χαρτοσή-
473μου ἢ ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Αὐτὰ ὅλα ἔπρεπε νὰ λάβητε
474ὑπ’ ὄψιν, καίτοι ἐν καιρῷ εὐθέτῳ θέλομεν συζητήσει περὶ
475αὐτῶν.
476§34Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εἰς τὴν νέαν Βουλήν.
477§35Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης τὸν Πρόεδρον δὲν
478δύνασθε ν’ ἀπολύσητε, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει σύνταξιν συμπε-
479πληρωμένην, ὡς καὶ οἱ δύο γραμματεῖς. Τί θὰ κερδίσῃ λοι-
480πὸν τὸ Κράτος, ἀφοῦ μάλιστα οὐδ’ ἐνοίκιον τοῦ καταστή-
481ματος πληρόνει;
482§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμιλεῖτε οὕτω, — καὶ ἐπαινῶ ὑμᾶς διὰ
483τοῦτο, ἐκτελοῦντας τὸ καθῆκον ὑμῶν, — διότι οὕτω νομί-
484ζετε, ὅτι ἔχουσι τὰ πράγματα· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ, ἐκτελῶν τὸ
485ἐμὸν καθῆκον, θέλω παρακαλέσει νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομο-
486νὴν, καὶ ὅταν καταθέσω τὸν λογιστικὸν πίνακα, ὅστις θέλει
487εἶσθαι καὶ εἶδός τι δηλώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
488Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, θέλετε λάβει τὸν κόπον νὰ
489μελετήσητε αὐτὸν, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς
490λεπτομερείας, περὶ ὧν ὁμιλεῖτε.
491§37Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε θὰ κατατεθῇ οὗτος;
492§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόψε, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου.
493Μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ πίνακος, περὶ οὗ ἔλεγον, τοῦ
494ἀφορῶντος ἐν τῷ βʹ μέρει αὐτοῦ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐκδο-
495θεισῶν ἀποφάσεων ἐπὶ τριετίαν ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων,
496λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω συναφῆ πίνακα, ὑπὸ
497στοιχ. Ϛʹ, περὶ τῆς ἀσκουμένης ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπὸ
498τῶν Πρωτοδικείων καὶ κατὰ Πρωτοδικεῖον. Ἐκ τῆς κατα-
499θέσεως δὲ τοῦ πίνακος τούτου, περὶ τοῦ αὐτοῦ μέσου ὅρου,
500θέλετε πεισθῆ, ὅτι δίκαιον εἶχον ἐγὼ, λέγων, ὅτι ἐν ᾧ ἐπι-
501βάλλεται ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδικείων ὡς ἀστικῶν
502Δικαστηρίων, ἐπιβάλλεται συγχρόνως καὶ ἡ διατήρησις
503Πρωτοδικείων ἐπαρχιακῶν, ὡς θέλουσιν ὀνομασθῆ ταῦτα,
504πρὸς ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ὁ πίναξ οὗτος
505εἶναι λεπτομερέστατος ἐπίσης, καὶ καταθέτω αὐτὸν ἐνώπιον
506τῆς Βουλῆς.
507Ἄλλως, ὅμως, Κύριοι, ὡς ἔλεγον, δὲν ἐδυνάμεθα νὰ πρά-
508ξωμεν ἁπλῶς ἐπὶ τῶν Πρωτοδικείων ὅ,τι ἐπράξαμεν ἐπὶ
509τῶν Ἐφετείων, διότι κωλύει ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν Πρωτο-
510δικῶν, οὓς οὐδεὶς ἐσκέφθη ποτὲ, ὅτι ἐπιτρέπεται, ἢ δύναται
511ν’ ἀπολύσῃ τῆς ὑπηρεσίας.
512§39Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν δύνασθε.
513§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ, φίλε μου, ἀκριβῶς λέγω.
514Ὅταν ταῦτα πάντα λάβητε ὑπ’ ὄψιν, εἰσέρχεσθε ἀμέσως
515καὶ ἀκόπως εἰς τὸν μηχανισμὸν τοῦ ὑποβαλλομένου νομο-
516σχεδίου, καὶ ἀναγνωρίζετε ὡς ἀναπόδραστον τὴν ἀνάγκην
517τῆς ὑπάρξεως μονομελῶν ἐπαρχιακῶν Δικαστηρίων.
518§41ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοὺς Προέδρους καὶ τοὺς Ἐφέτας,
519οὓς ἐκάματε προχθὲς, τί θὰ τοὺς κάμωμεν;
520§42Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑμεῖς, ὅστις ἔχετε πολλὴν ὑπομονὴν,
521ἔχετε δὲ καὶ τὴν συγκατάβασιν νὰ μὲ τιμᾶτε διὰ τῆς προ-
522σωπικῆς ὑμῶν φιλίας...
523§43ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν.
524§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ... ὑποθέτω, ὅτι θέλετε ἐξακολουθήσει νὰ
525ἔχητε ὑπομονὴν, διότι περὶ ὅλων τῶν εὐλόγων ὑμῶν ἀπο-
526ριῶν θέλετε λάβει τὴν δέουσαν ἀπάντησιν ἐν τῇ σειρᾷ τοῦ
527λόγου μου. Δὲν εἶναι δὲ ἄλλως καὶ δυνατὸν νὰ ἀνατρέψω τὸ
528σύστημα τῶν συλλογισμῶν μου, διότι δυστυχῶς πρέπει νὰ
529σκεφθῶ μὲ τὴν ἰδικήν μου κεφαλὴν, καὶ οὐχὶ μὲ ἄλλην.
530Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἔσχον
531τὴν τιμὴν μέχρι τοῦδε νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ἐπεβάλλετο ἡ
532ἵδρυσις τῶν μονομελῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, τοῦτο
533μὲν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ποινικῆς δικαιο-
534σύνης, τοῦτο δὲ πρὸς τοποθέτησιν τῶν πλεοναζόντων Πρω-
535τοδικῶν.
536Ἐκ τῆς σφαίρας τῶν ἰδεῶν τούτων ἐξερχόμενος, εἰσέρ-
537χομαι εἰς σφαῖραν συναφῆ καὶ παράλληλον, ἵνα ἀποδείξω,
538ὅτι, τούτων λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν, ἀναπόδραστος ἐπέρχεται
539ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως πάντων τῶν Εἰρηνοδικείων.
540Ἐπεβάλλετο ἄρα ἡ κατάργησις τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι
541ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ ὡς
542ἐκ τῆς οὐχὶ μεγάλης ἱκανότητος τῶν Εἰρηνοδικῶν, νὰ ἀνα-
543λάβωσι τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας, ἃς τὸ νομοσχέδιον ἀναθέτει
544εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα. Οὔτε εἶναι λοιπὸν δυνατὸν
545οἱ Εἰρηνοδίκαι ν’ ἀπονέμωσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην τῶν
546Πλημμελειοδικείων ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις, ἔνθα καταρ-
547γοῦνται τὰ Πρωτοδικεῖα, ὡς ἐπίσης παρὰ τοιούτων δικαστῶν
548νὰ ἀπονέμηται καὶ ἡ κατ’ ἐπαύξησιν τῆς δικαιοδοσίας τῶν
549τέως Εἰρηνοδικείων ἀστικὴ δικαιοσύνη. Ἔδει ἡ ποινικὴ δι-
550καιοσύνη νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀπονεμομένη παρὰ τῶν αὐτῶν
551ἰσοβίων δικαστῶν, τοὐτέστι παρὰ τῶν Πρωτοδικῶν, ἢ παρὰ
552τῶν δυναμένων ν’ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τῶν Πρωτοδι-
553κῶν. Διότι πρέπει εὐθὺς ἀμέσως νὰ παρατηρήσω, ὅτι διὰ
554τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ λαμβάνομεν τὴν
555τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν, αὐξάνει καὶ ἡ δικαιοδοσία τῶν μονο-
556μελῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, τουτέστι τῶν πρώην
557Εἰρηνοδικείων. Διότι ταῦτα θέλουσι δικάζει ἐξαίφνης ἐπὶ
558ἀμφισβητουμένων ὑποθέσεων περὶ ποσοῦ, ἀντὶ μέχρι 300
559δραχμῶν, ὅπως νῦν δικάζουσι, μέχρι 1000 δραχμῶν εἰς
560χρήματα ἢ χρηματικὴν ἀξίαν. Διότι θέλουσι δικάζει τὰς
561δίκας περὶ διαταράξεως ἢ ἀποβολῆς ἐκ τῆς νομῆς ἐν γένει
562κινητῶν ἢ ἀκινήτων κτημάτων, ἢ ἀποδόσεως αὐτῆς κατὰ
563παράκλησιν δοθείσης, διαφορὰς ἐκ συναλλαγματικῶν ἢ γραμ-
564ματίων εἰς διαταγὴν, κατὰ τὸ τροπολογούμενον ἄρθρον 490
565τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
566§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τριμελῆ Δικαστήρια θὰ δικά-
567ζωσι ταύτας;
568§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐχί· τὰ μονομελῆ. Ἄρθρον 490, ἔχον
569οὕτως:
570«Εἰς ἀμφισβητουμένας ὑποθέσεις τὰ Ἐπαρχιακὰ Πρω-
571τοδικεῖα θέλουσι δικάζει διαφορὰς ἐπὶ προσωπικῶν ἀξιώ-
572σεων, ὧν τὸ ἀντικείμενον εἰς χρήματα ἢ χρηματικὴν ἀξίαν
573δὲν ὑπερβαίνει τὰς χιλίας δραχμάς. Ἀσχέτως δὲ πρὸς τὴν
574ἀξίαν τοῦ ἐπιδίκου ἀντικειμένου, τὰ Ἐπαρχιακὰ Πρωτοδι-
575κεῖα θέλουσι δικάζει: αʹ) διαφορὰς περὶ διαταράξεως ἢ ἀπο-
576βολῆς ἐκ τῆς νομῆς, ἢ τῆς οἱονεὶ νομῆς κινητῶν ἢ ἀκινήτων
577κτημάτων, ἢ ἀποδόσεως αὐτῆς κατὰ παράκλησιν δοθείσης...
578δʹ) διαφορὰς ἐκ κεκρυμμένων ἐλαττωμάτων πωληθέντος κι-
579νητοῦ πράγματος ... ιγʹ) διαφορὰς ἐκ συναλλαγματικῶν ἢ
580γραμματίων εἰς διαταγὴν κλπ. κλπ.» ...
581§47Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα δὲν μένει τότε
582ἢ ἡ διεκδικητικὴ ἀγωγή.
583§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παντάπασι ... Τοιουτοτρόπως, διὰ τοῦ
584μηχανισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε
585ἐξέθηκα, θέλομεν ἔχει κατάργησιν μὲν τῶν Εἰρηνοδικείων
586ἁπάντων, ἀντικατάστασιν δὲ αὐτῶν διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν
587μονομελῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἐπαύξησιν τῆς δικαιοδοσίας
588αὐτῶν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ τροπολογουμένου 490 ἄρθρου τῆς
589Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἐκ τῶν Πρωτοδικείων ἄρα ἀφαι-
590ροῦνταί τινες τῶν ὑποθέσεων, μεταβιβαζόμεναι εἰς τὰ ἐπαρ-
591χιακὰ Πρωτοδικεῖα.
592Οὐδὲ πρέπει νὰ ταραχθῇ τις, Κύριοι, ἀκούων ὅτι διὰ τοῦ
593νομοσχεδίου τούτου προτείνεται ἡ κατάργησις τοῦ Εἰρηνο-
594δικειακοῦ συστήματος, πρῶτον μὲν διότι τὸ σύστημα τοῦτο
595δὲν συνδέεται, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς
596χώρας, ἔπειτα δὲ, διότι εἶναι ξένον καὶ παρείσακτον, καὶ
597ἀπορίας ἄξιον μάλιστα τυγχάνει ὄν, πῶς ἐπὶ τοσοῦτον χρό-
598νον καὶ διετηρήθη, πρὸς ζημίαν τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνι-
599κοῦ Βασιλείου.
600Εἶναι θεσμὸς ξένος, εἰσαχθεὶς ἐκ τῆς Γαλλίας, εἰς ἣν με-
601τεφυτεύθη ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας καὶ τῶν Ἀγγλι-
602κῶν ἠθῶν. Ὡς Ἑλληνικὸν θεσμὸν ἀπαντῶμεν αὐτὸν τὸ πρῶ-
603τον ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Δημοκρατικοῦ Συντάγματος, ὅπερ εἶχε
604συντάξει Ρήγας ὁ Φεραῖος κατὰ τὸ 1797 ἔτος. Ἀντέγραψε
605δ’ ὃ Ρήγας τὰ περὶ τούτου ἐκ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας,
606ὀνομάσας τοὺς Εἰρηνοδίκας «κριτὰς τῆς εἰρήνης». Τὸ σύ-
607στημα λοιπὸν τοῦτο οὐδαμῶς ἀπορρέει ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς
608χώρας, οὐδὲ συνδέεται πρὸς τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις αὐ-
609τῆς καὶ πρὸς τὰ ἤθη, ἴσως δὲ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν
610καὶ ὅλως ἀπέτυχεν. Ἄπορον μάλιστα καὶ πῶς τοσοῦτοι
611διέρρευσαν ἐνιαυτοὶ, χωρὶς ποτε τὸ Κράτος σπουδαίως νὰ
612προνοήσῃ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ συστήματος τούτου,
613ὅπερ εἰς πᾶν ἄλλο συντελεῖ ἢ εἰς τὴν ἰσοτέραν ἀπονομὴν τῆς
614δικαιοσύνης, εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ γοήτρου τῶν δικαστικῶν
615προσώπων, εἰς τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν, ὅτι δικαίως
616ἀπονέμεται παρὰ τῶν Εἰρηνοδικῶν ἡ δικαιοσύνη.
617Καὶ λέγων ταῦτα, Κύριοι, οὐδαμῶς σκοπῶ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι
618μεταξὺ τῶν 233 ἐν ἐνεργείᾳ Εἰρηνοδικῶν, ἢ τῶν πολλῶν
619ἐκείνων ἑκατοντάδων τῶν Εἰρηνοδικῶν, τῶν ἐνασκησάντων
620τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Εἰρηνοδικεια-
621κοῦ συστήματος, οὐδαμῶς, λέγω, σκοπῶ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ὑπῆρ-
622ξαν ἄνδρες καὶ ἔντιμοι καὶ πεπειραμένοι καὶ σεμνοὶ τῆς Δι-
623καιοσύνης θεράποντες. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θεωρήσητε αὐτοὺς
624τοιούτους, ὅταν ἔχητε αὐτοὺς ἐνεργοῦντας ὑπὸ σύστημα ἐκ
625τῶν θεμελίων σαθρὸν καὶ παραλελυμένον, εἶναι ἀδύνατον
626οὗτοι ν’ ἀντιστῶσιν εἰς τοὺς πανταχόθεν περιβάλλοντας αὐ-
627τοὺς πειρασμούς...
628§49Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ποίου εἴδους πειρασμούς; Μήπως
629εἶναι οἱ πειρασμοὶ, οἵτινες ἠνάγκασαν τὸν Εἰσαγγελέα Λα-
630ρίσης νὰ καταδιώξῃ 40 ἐκ τοῦ χωρίου Πυργετοῦ;
631§50ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ εἴπω ἐγὼ τοῦτο ὑμῖν·
632ὑμεῖς εἶσθε.
633§51ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἁρμοδιώτερος.
634§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ
635Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοὺς πεπειραμένους καὶ καλῶς γινώσκον-
636τας τὰ πράγματα, ὁμιλῶ δὲ, μὴ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἓν, οὐδὲ
637εἰς τὸ ἕτερον τῶν κομμάτων.
638§53ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὄχι πῶς ὁμιλεῖτε, ἀλλὰ πῶς πράττετε.
639§54ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμιλῶ, ἔχων συνεπίκουρον αὐτὴν τὴν ἱστο-
640ρίαν τῆς χώρας.
641§55ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὄχι λόγους κενοὺς, ἀλλὰ πράγματα.
642§56ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ μὴ ταράττησθε, ἀλλὰ ν’ ἀκούητε.
643§57ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἔχομεν τόσην ὑπομονὴν, ἀκούοντες.
644§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν θέλητε ν’ ἀκούσητε, ἔχετε τὸ δι-
645καίωμα ν’ ἀπέλθητε. Καὶ ἄνευ ὑμῶν θέλω δυνηθῆ νὰ ἐξα-
646κολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου.
647§59ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ μοὶ εἴπητε σεῖς, τί πρέπει νὰ
648πράξω ἐγώ.
649§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Εἰρηνοδικῶν
650ἀπέτυχεν, εἶναι ἡ πρό τινων ἐτῶν ἐπιβληθεῖσα κατάργησις
651τῆς ἀποπείρας τοῦ συμβιβασμοῦ. Τίς εἶναι ὁ προορι-
652σμὸς καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Εἰρηνοδίκου; Ἐκεῖνος, ὃν τοσοῦτον
653προσφυῶς ὁ Ρήγας διετύπωσε. «Κριτὴς τῆς εἰρήνης», ἢ μᾶλ-
654λον «Εἰρηνοποιός». Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἐξεπληρώθη
655ὁ σκοπὸς οὗτος; Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν Στατιστικὴν,
656ἐν Γαλλίᾳ ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὸ 1890 ἔτος, θέλετε παρατη-
657ρήσει, ὅτι ἐπὶ 921,534 ὑποθέσεων εἰρηνοδικειακῶν συνεβι-
658βάσθησαν 570,767, ἤτοι 62 τοῖς ἑκατόν. Ἐκεῖ λοιπὸν βε-
659βαίως ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐπιβάλλεται, εἶναι χρήσι-
660μος καὶ λυσιτελὴς, διότι ἡ λέξις ἐκφράζει τὸ πρᾶγμα. Ὅταν
661ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν Juges de
662paix ἔχητε 62% συμβιβαζομένας, τίς ἤθελέ ποτε εὐλό-
663γως ἰσχυρισθῆ, ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης ἐν Γαλλίᾳ ἀπέτυχεν;
664Ἀλλ’ ὅταν ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ χιλίων ὑποθέσεων μόλις ἴσως
665ἔχωμεν μίαν ἢ δύο συμβιβαζομένας ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδί-
666κου, τίς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ εὐλόγως, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος
667ἐπέτυχε; Τόσῳ δὲ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐπέτυχεν, ὥστε, ἐὰν
668τὰ πράγματα εἶχον ἄλλως, δὲν ἤθελεν ὑπὸ τῆς Νομοθετι-
669κῆς Ἐξουσίας ψηφισθῆ καὶ ἡ κατάργησις τῆς ἀποπείρας
670τοῦ συμβιβασμοῦ, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον.
671Ἄλλως, Κύριοι, ὁ θεσμὸς τῶν Εἰρηνοδικῶν, καὶ ἀφοῦ οὗ-
672τοι ἐξησφαλίσθησαν ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως διὰ σοφῶν ὁμολο-
673γουμένως διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ ἀφοῦ τὸ ποιὸν αὐτῶν
674ἐβελτιώθη διὰ τῆς νομοθετήσεως ὡς προσόντος πρὸς διορι-
675σμὸν Εἰρηνοδίκου ἀδείας δικηγόρου...
676§61Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις χθὲς ἀκόμη, κύριε
677Ὑπουργέ, σεῖς διωρίσατε Εἰρηνοδίκην μὴ δικηγόρον, προα-
678γαγόντες αὐτὸν ἀπὸ γραμματέα Εἰρηνοδικείου.
679§62ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διωρίσατε Εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος ἠγόρασε
680τὴν θέσιν του ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του ἀντὶ 2,000 δραχ-
681μῶν, τὰς ὁποίας ἐδανείσθη.
682§63ΛΕΒΙΔΗΣ. Λόγος περισσότερος, ἵνα πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ἔχω
683δίκαιον, προτείνων τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων.
684§64Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ διορίσητε τοιοῦ-
685τον Εἰρηνοδίκην.
686§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐπὶ ἀμ-
687φισβητουμένων ἀκόμη ὑποθέσεων ὁ θεσμὸς τῶν Εἰρηνοδικῶν
688ἀπέτυχε, καίτοι οὗτοι ἐξησφαλίσθησαν ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως,
689καίτοι ἀπῃτήθη ἱκανότης τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔχῃ τις τὴν πε-
690ποίθησιν, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου θέλει
691ἀπονέμεσθαι ἡ δικαιοσύνη. Διατὶ λοιπὸν ἀπέτυχε; Πρῶτον
692μὲν, διότι, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ, ὃν λαμβάνουσιν οἱ Εἰρηνοδί-
693και ἐκ τοῦ Κράτους, ἐπεκράτησε νὰ ἀμείβωνται καὶ ὑπὸ
694τῶν διαδίκων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ συνήθεια αὕτη σήμερον ἐπέχει
695τόπον νόμου, ἕκαστος ὑμῶν, Κύριοι, γνωρίζει, ὅτι οἱ Εἰρηνο-
696δίκαι ἐπιζητοῦσι τὰ λεγόμενα ἐπικερδῆ Εἰρηνοδικεῖα.
697Λόγος ἄλλος, δι’ ὃν ὁ θεσμὸς ἀπέτυχεν, ἐκτὸς τοῦ τα-
698πεινοῦ τούτου, τοῦ συμφέροντος τοῦ χρηματικοῦ, τοῦ μὴ
699ἀφίνοντος τὸν Εἰρηνοδίκην ἀνεπηρέαστον καὶ ἀκέραιον, ἵνα
700οὕτως ἀπονέμῃ μεταξὺ τῶν διαδίκων τὴν δικαιοσύνην, κα-
701θόσον ἴσως ὁ τὰ πλείονα προσφέρων δύναται νὰ ἔχῃ ἐξη-
702σφαλισμένην ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν γνώμην τοῦ Εἰρηνοδίκου, λό-
703γος ἄλλος, λέγω, εἶναι καὶ ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης οὐδεμίαν δύ-
704ναται νὰ ἐλπίζῃ προαγωγὴν· εἶναι στάσιμος. Ἀπέτυχεν
705ὅμως καὶ ἐκ τρίτου ἔτι λόγου, οὐσιωδεστάτου. Ὁ Εἰρηνο-
706δίκης, ὁ ἀπονέμων τὴν δικαιοσύνην, ὁ ἔχων ἀνάγκην νὰ με-
707λετᾷ καὶ νὰ βελτιῶται, διαβιοῖ συνήθως ἐν μικροῖς χωρίοις.
708Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, καὶ ἐκ θεωρητικῆς ἀπό-
709ψεως καὶ ἐξ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, λαμβάνοντες δ’ ὑπ’
710ὄψιν, τί γίνεται σήμερον ἐν ἄλλαις χώραις, ἀγόμεθα νὰ
711πιστεύσωμεν, ὅτι πρέπει τέλος πάντων καὶ ἡ χώρα ἡμῶν
712νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ μονομελοῦς κατω-
713τέρου δικαστηρίου, ἀναθέτουσα τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπαρ-
714χιακοῦ δικαστοῦ εἰς τὸν Πρωτοδίκην, Πρωτοδίκην ὅμως
715μετ’ ἐπηυξημένης, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, δικαιοδοσίας.
716Μάλιστα, Κύριοι, σήμερον πανταχοῦ συζητεῖται, καὶ
717σκέψεις γίνονται καὶ γνῶμαι ἀνταλλάσσονται, ὅπως πάντα
718τὰ Δικαστήρια τοῦ πρώτου βαθμοῦ ὦσι μονομελῆ, καὶ
719αὐτὰ δηλαδὴ τὰ Πρωτοδικεῖα ἀκόμη. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ
720περικλεὴς τῆς Ἰταλίας πολιτευτὴς, ὁ Ζαναρδέλλι, ὡς Πρω-
721θυπουργὸς, εἶχεν ὑποβάλει πρό τινος εἰς τὴν Ἰταλικὴν Βου-
722λὴν, καθιέρου ἐν γένει τὰ μονομελῆ Δικαστήρια, ὡς ἀπο-
723κλειστικὰ Δικαστήρια πρώτου βαθμοῦ, ἅπαντα δὲ τὰ Πρω-
724τοδικεῖα ἐκεῖ ἐγίγνοντο μονομελῆ. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ
725ἐν Αὐστρίᾳ, ἔνθα ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα διακρίσεως μονο-
726μελῶν καὶ πολυμελῶν δικαστηρίων πρώτου βαθμοῦ, καὶ ἐκεῖ
727κατίσχυσεν ἡ ἰδέα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν
728μονομελῶν. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ τὰ αὐτὰ συμβαίνουσι...
729§66Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα λεπτομερειῶν.
730§67ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ζητήματα μελετῶν... Ἤδη ἀπὸ τοῦ
731παρελθόντος Φεβρουαρίου τοῦ 1904 ἔτους ἐψηφίσθη καὶ
732ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ ὑπὸ τῆς Γερουσίας τῆς Γαλλικῆς ἤδη
733ἀπὸ τοῦ 1896 ψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς
734δικαιοδοσίας τῶν Εἰρηνοδικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Βουλὴ ἡ
735Γαλλικὴ ἐπήνεγκε τροποποιήσεις τινὰς εἰς τὰς ἀποφάσεις
736τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας, δὲν ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον εἰσέτι
737νόμος, καθόσον αἱ τροποποιήσεις ψηφισθήσονται καὶ ὑπὸ τῆς
738Γερουσίας.
739Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τῆς ἐπεκτάσεως τῆς
740δικαιοδοσίας τῶν κατωτέρων μονομελῶν δικαστηρίων ἐπι-
741βάλλει ἐπὶ πλέον τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων. Διότι,
742ἀφοῦ ὑπὸ μικροτέραν δικαιοδοσίαν ἀπέτυχον τὰ Εἰρηνοδι-
743κεῖα, πολὺ πλέον ἤθελον ἀποτύχει ὑπὸ εὐρυτέραν.
744Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστή-
745ματος τούτου, ἀντικαθιστῶμεν τὸν τέως Εἰρηνοδίκην δι’ ἰσο-
746βίου δικαστοῦ, διὰ δικαστοῦ Πρωτοδίκου, εἰς ὃν βεβαίως καὶ
747ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς χώρας καὶ ἐκ τῆς σπουδαιότητος τῆς
748θέσεως αὐτοῦ δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν μείζονα
749πεποίθησιν καὶ ἐγγύησιν περὶ ὀρθῆς καὶ ἀκεραίας ἀπονομῆς
750τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἀλλαχοῦ μὲν θέλει ὑπάρχει εἷς καὶ
751μόνον ἐπαρχιακὸς δικαστὴς, ἐν ταῖς μικροτέραις τῶν περι-
752φερειῶν, ἐν ἄλλαις δὲ πλείονες τοῦ ἑνὸς, δικάζοντες ἀνὰ εἷς
753ἐπὶ ἀστικῶν διαφορῶν.
754Λέγω, ὅτι ἐν ἄλλαις περιφερείαις θέλουσι τοποθετεῖσθαι
755πλείονες τοῦ ἑνὸς, ἵνα εἰσέλθω εἰς ζήτημα ἄλλο, συναφὲς
756ἐπίσης καὶ παράλληλον πρὸς τοῦτο, ὅπερ κατὰ τὴν στιγμὴν
757ταύτην πραγματεύομαι, ἤτοι εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀπονομῆς
758τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης διὰ τῶν τριμελῶν ἐπαρχιακῶν
759Πρωτοδικείων. Ὅπου δηλαδὴ δὲν θέλει πλέον ἑδρεύει Πρω-
760τοδικεῖον, Πρωτοδικεῖον τουτέστιν ἔχον ἀποστολὴν ἀπονο-
761μῆς ἀστικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης ἅμα, ἐκεῖ θέλει συγ-
762κροτεῖσθαι τριμελὲς ἐπαρχιακὸν Πλημμελειοδικεῖον, εἰς ἀντι-
763κατάστασιν τοῦ τέως Πρωτοδικείου ὡς Πλημμελειοδικείου...
764§68Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅλας τὰς ὑποθέσεις θὰ τὰς δικάζῃ
765τὸ τριμελὲς αὐτὸ Δικαστήριον;
766§69ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως ὅλας· ἀλλὰ θέλετε ἀκούσει μετ’ ὀλί-
767γον ὑπὸ τίνας ὅρους. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὑμῖν: μὴ διακόπτετε,
768διότι οἱανδήποτε ἀπορίαν καὶ ἂν ἠθέλετε ἔχει, θέλετε ἀκού-
769σει λυομένην αὐτὴν ἐν τῇ συνεχείᾳ τῆς ἀγορεύσεώς μου.
770Θέλω λοιπὸν ἀπαντήσει εἰς τὰς ἀπορίας ὑμῶν, ἀλλὰ πάν-
771τοτε διὰ τῆς ἐμῆς σκέψεως καὶ τῆς ἐμῆς κεφαλῆς.
772Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἀντικαθιστῶντες τοὺς Εἰρηνοδίκας
773διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστῶν, θέλομεν ἔχει ἐν κέντροις τισὶ
774πλείους τοῦ ἑνὸς, ἤτοι τρεῖς ἐπαρχιακοὺς δικαστὰς, οἵτινες,
775συγκροτούμενοι εἰς Πλημμελειοδικεῖον, θέλουσιν ἀσκεῖ, ὡς
776ἔλεγον, τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ τοῦτο ἐπιβάλλει
777ἀναγκαίως τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τριῶν
778πλέον δικαστῶν, καὶ οὐχὶ ὑπὸ πέντε, καὶ ἐν αὐτοῖς ἀκόμη
779τοῖς διατηρουμένοις Πρωτοδικείοις...
780§70Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἀπορίαν;
781§71ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ· θέλει λυθῆ ἡ ἀπορία καὶ ὑμῶν
782ἀμέσως.
783Οὕτω, Κύριοι, φθάνομεν εἰς τὴν λύσιν ζητήματος, πρὸ
784πολλοῦ ζητουμένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑφ’ ἑκατέρας τῶν πτε-
785ρύγων αὐτῆς, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὑπο-
786βάλλεται νομοσχέδιον πρὸς καταρτισμὸν τριμελῶν Πλημ-
787μελειοδικείων. Περὶ τούτου πολλαὶ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῆς
788πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν) καὶ τῆς
789πτέρυγος τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπέβαλον νομο-
790σχέδια. Π. χ. ὁ κ. Βουλπιώτης, ὡς βουλευτὴς Εὐρυτανίας
791καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῇ 8 Νοεμβρίου 1887
792ἔτους ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ τριμελῶν Πλημμελειοδι-
793κείων (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, σελ. 382,
794Περίοδος Ιʹ, Σύνοδος ἔκτακτος, Παραρτήματος σελ. 166,
795ἀριθ. 113). Ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Α. Ζαΐμης, ὡς
796Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῇ 18 Νοεμβρίου 1891, ὑπὸ
797τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἶχεν ὑποβάλει
798νομοσχέδιον περὶ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων (Ἐφημερὶς
799τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, σελ. 239. Παραρτήματος
800σελ. 92, ἀριθ. 87). Ὁ ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς κ. Σιμό-
801πουλος, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῇ 6 Ἰουλίου
8021892 εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον πρὸς καταρτισμὸν τρι-
803μελῶν Πλημμελειοδικείων (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς
804Βουλῆς, Παράρτημα σελ. 131, ἀριθ. 151). Καὶ ὁ κ. Βάρ-
805βογλης, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν
806τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον
807πρὸς καταρτισμὸν τριμελῶν Πλημμελειοδικείων (Ἐφημερὶς
808τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς Περιόδου ΙΔʹ, Συνόδου Βʹ.
809Παράρτημα σελ. 68, ἀριθ. 35).
810Ὅθεν παρατηρεῖτε, ὅτι τὸ τριμελὲς τῶν Πλημμελειοδι-
811κείων εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, τὸ κοινὸν ἔδαφος τῶν κομμάτων.
812§72Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πιστεύετε, ὅτι διὰ τῶν τριμελῶν
813Πλημμελειοδικείων βελτιοῦται ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς
814δικαιοσύνης;
815§73ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα· καὶ πιστεύω αὐτὸ ἀκραδάντως.
816§74Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Οἱ δικάζοντες δικηγόροι παραβλά-
817πτουσιν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης;
818§75ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως καὶ αὐτοί, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μόνον
819αὐτοί.
820§76Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὠφελοῦσι.
821§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Βλάπτουσι. Πανταχοῦ δὲ συμβαίνει τοῦτο.
822Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ ὑψῶμεν φωνὴν δῆθεν διαμαρτυρίας,
823καὶ νὰ θέλωμεν ν’ ἀποκρύψωμεν τὰ πασίγνωστα. Πολλάκις
824οἱ δικηγόροι, οἱ προσλαμβανόμενοι ὡς δικασταί, ἔρχονται
825εἰς συνεννοήσεις, καὶ καταρτίζουσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ
826Πλημμελειοδικείου. Τοῦτο γίνεται πανταχοῦ παρ’ ἡμῖν.
827§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς
828μομφῆς ταύτης, διότι πολλάκις οἱ δικηγόροι ἔσωσαν ἀθώους
829ἀνθρώπους, ἀποτελέσαντες μειοψηφίαν, καὶ ὁσάκις καλοῦνται
830νὰ ἐκπληρώσωσι χρέη δικαστοῦ, ἐκπληροῦσι τὴν ὑπηρεσίαν
831των μετ’ εὐλαβείας.
832§79ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ δύνασθε νὰ τὰ εἴπητε εἰς τὸν ἀρχη-
833γὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὗτινος Ὑπουργοὶ ὑπέβαλον νομο-
834σχέδια περὶ καταρτισμοῦ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων, ὡς
835ἠκούσατε· ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς
836Δικαιοσύνης, διαπρέψας τότε μάλιστα, ὁ ἐκ Μαντινείας, ὡς
837Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης...
838§80Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ ποτέ.
839§81ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ, ἐπειδὴ τὸ θέμα
840εἶναι πολυσχιδὲς καὶ ποικίλον, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ δύσκολον,
841νὰ κανονίσωμεν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
842σύνης κατὰ τρόπον ἐρωταποκρίσεως, διότι τοῦτο πρῶτον μὲν
843δὲν εἶναι εὐχάριστον εἰς ἐμὲ, ἐγὼ δ’ ἐπὶ τέλους ἀγορεύω,
844καὶ θέλω ἀγορεύει πάντοτε ὡς ἐγὼ νομίζω πρόσφορον, ἔπειτα
845δὲν εἶναι καὶ κοινοβουλευτικὸν τὸ δι’ ἐρωταποκρίσεων ἀγο-
846ρεύειν, καὶ ἐπὶ τέλους καταναλίσκομεν πολὺν χρόνον. Παρα-
847λείπω, ὅτι οἱ διακόπτοντες ὑποπίπτουσιν εἰς ἀδιάκοπα
848σφάλματα, ὡς καὶ αὐτοὶ ἐπείσθησαν βεβαίως ἤδη. Ἄλλως
849τε, Κύριοι, ἀφοῦ θεωρεῖτε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ταῦτα νὰ
850ἰσχύσωσι, δὲν βλέπω καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀνησυχεῖτε.
851Οὕτω, Κύριοι, διὰ τῶν τοιούτων συνδυασμῶν καταργοῦν-
852ται ἕνδεκα τῶν ὑπαρχόντων Πρωτοδικείων, ἐναπομένουσι δὲ
853πεντεκαίδεκα μόνον· οὐδεμίαν δ’ ἔχω, Κύριοι, ἀμφιβολίαν,
854ὅτι, ἂν ἤθελον εὐτυχήσει, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ γένηται
855νόμος τοῦ Κράτους, ἤθελεν ἔλθει ἡμέρα, οὐχὶ μακρὰν κει-
856μένη, καθ’ ἣν, βλέποντες, ὅτι διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν
857Εἰρηνοδικῶν ὑπὸ Πρωτοδικῶν ἀγλαὰ ἐπῆλθον τ’ ἀποτελέ-
858σματα ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὑμεῖς αὐτοὶ,
859Κύριοι, ἠθέλετε προτείνει ἴσως τὴν κατάργησιν πλειόνων ἢ
860ἕνδεκα Πρωτοδικείων.
861Ἀλλὰ Πλημμελειοδικεῖα συγκροτοῦνται ἀναποδράστως
862καὶ ἐν ταῖς ἕνδεκα ἐκείναις πόλεσιν, ὧν καταργοῦνται τὰ
863Πρωτοδικεῖα, προστιθεμένων μάλιστα καὶ τεσσάρων τριμε-
864λῶν Πλημμελειοδικείων, ἑνὸς μὲν εἰς τὴν Θήραν, ἑτέρου εἰς
865τὰς Θήβας, πρὸς μεγάλην εὐχαρίστησιν τῶν ἀξιοτίμων Θη-
866βαίων συναδέλφων...
867§82Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ῥουσφέτια αὐτά!
868§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ... Τρίτου εἰς τὴν Δημητσάναν, πρὸς με-
869γάλην εὐχαρίστησιν, ὑποθέτω, τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς
870Ἀντιπολιτεύσεως, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Πετρί-
871δου, καὶ τετάρτου εἰς τὰ Καλάβρυτα, πρὸς μεγάλην ἐπίσης
872εὐχαρίστησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων κ. Βουλευτοῦ.
873§84Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομοσχέδιον λοιπὸν γενικῆς
874εὐχαριστήσεως.
875§85ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
876§86Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῖα Πρωτοδικεῖα καταργοῦνται;
877§87ΛΕΒΙΔΗΣ. Προσποιεῖσθε, ὅτι τάχα δὲν γνωρίζετε;
878§88Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τῆς Ζακύνθου καταργεῖται;
879§89ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
880§90Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε εἰς τὴν Σαντορίνην πρέπει νὰ
881ἦναι Πρωτοδικεῖον καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον ὄχι!
882§91ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀφοῦ εἴχετε τὴν καλωσύνην, κ. Ὑπουργὲ,
883νὰ ὀνομάσητέ τινα τῶν καταργουμένων, δὲν ἔχετε τὴν κα-
884λωσύνην νὰ ὀνομάσητε ποῖα ἐν γένει Πρωτοδικεῖα καταρ-
885γοῦνται;
886§92ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ εὔκολον μοὶ εἶναι· ἔχω αὐτὰ πρόχειρα.
887Τῆς Λεβαδείας πρῶτον, δεύτερον τῆς Παρνασσίδος, τῆς Κο-
888ρίνθου τρίτον, τῆς Κυπαρισσίας τέταρτον, Γυθείου πέμπτον,
889Εὐρυτανίας ἕκτον, Ζακύνθου ἕβδομον, Λευκάδος ὄγδοον, Ἄρ-
890της ἕνατον, Τρικκάλων δέκατον καὶ Καρδίτσης ἑνδέκατον.
891Αὐτὰ εἶναι. Ὑμεῖς, ὡς Σπαρτιάτης, εἶσθε βεβαίως εὐχαρι-
892στημένος. Τὸ τῆς Σπάρτης δὲν καταργεῖται.
893§93Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ (πρὸς τὸν κ. Πετρίδην). Αὐτὰ δὲν
894εἶναι ῥουσφέτια, κύριε Βουλευτά;
895§94ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ἰδικόν σας μένει.
896§95Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Βεβαίως μένει.
897§96ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μένει διότι ἔχει ἑπτακοσίας ἀποφάσεις.
898§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἵνα προχωρήσω, Κύριοι, ἀπορῶ τῷ
899ὄντι, καὶ ἀντὶ νὰ ἐρωτῶμαι, ἐρωτῶ ἐγὼ ὑμᾶς: Διατὶ τάχα
900ἐρωτᾶτε ποῖα καταργοῦνται; Μήπως ὑποθέτετε, ὅτι εἶναι
901πλέον καιρὸς νὰ παραμένωσι καὶ νὰ διατηρῶνται Πρωτο-
902δικεῖα ἐκδίδοντα τοσαύτας ἀποφάσεις, ὅσας θέλετε ἴδει ἐκ
903τοῦ κατατεθησομένου πίνακος, ὅταν ἦναι βέβαιον καὶ ἀναμ-
904φισβήτητον, ὅτι ὡς μὲν ἀστικὰ, τουτέστι πολιτικὰ Δικα-
905στήρια, οὐδένα λόγον ἔχουσι νὰ ὑφίστανται πλέον, ἐν κρι-
906σιμωτάτοις οἰκονομικοῖς καιροῖς εὑρισκομένης τῆς χώρας...
907§98ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατὶ τὰ ἐφτιάσατε τότε;
908§99Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς δὲ ποινικὰ Δικαστήρια...
909§100ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ νὰ ἀπολογηθῆτε. Διατὶ τὰ ἐφτιά-
910σατε, καὶ ἐδημιουργήσατε συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι
911εὔκολον σήμερον νὰ καταστρέψητε;
912§101ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀπολογοῦμαι, ἀλλ’ ἀπαντῶ. Ἡ ἀπάν-
913τησις ἄλλως τε ἐδόθη διὰ τοῦ Ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας,
914ὅστις ἔλεγεν, ὅτι ἱδρύθησαν τὰ Πρωτοδικεῖα ταῦτα, τὰ τέσ-
915σαρα μὲν παρ’ αὐτοῦ, ἄλλα δὲ παρ’ ἄλλων, διότι ἡ νομοθε-
916τικὴ ἐξουσία ἀπέβλεψε κυρίως εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπονο-
917μῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἐκ τοῦ πίνακος, ὃν πρὸ
918μικροῦ κατέθηκα, ἀποδεικνύονται ταῦτα ἀληθῆ. Διότι, ὡς
919ποινικὰ δικαστήρια, ταῦτα βεβαίως ἦσαν ἀναγκαῖα καὶ ἀνα-
920πόφευκτα, πολλῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ὑπαρχουσῶν ἐν ταῖς
921περιφερείαις ἐκείναις. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’
922ἣν τὰ Δικαστήρια ἐπολλαπλασιάζοντο, καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης
923Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ ἄλλων πρὸ αὐτῆς, δὲν εἶχε κατορθωθῆ,
924οὐδ’ εἶχε μελετηθῆ νὰ καταρτισθῇ, ὡς νῦν, εἰς μελέτην, εἰς
925νομοσχέδιον, σύστημα ὁλομερὲς, ἄρτιον, πλῆρες καὶ τέλειον,
926καὶ τοιοῦτο, δι’ οὗ ἡ μὲν ποινικὴ δικαιοσύνη οὐδαμῶς νὰ
927παραβλαφθῇ διὰ τῆς ἀπονομῆς αὐτῆς ὑπὸ τριμελῶν Πλημ-
928μελειοδικείων, συγκροτουμένων ἐκ τακτικῶν δικαστῶν, ἡ δὲ
929ἀστικὴ ἐπίσης νὰ μὴ παραβλαφθῇ διὰ τῆς διατηρήσεως πεν-
930τεκαίδεκα Πρωτοδικείων, καὶ διὰ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς δι-
931καιοδοσίας τῶν τέως Εἰρηνοδικῶν, ἀνατιθεμένων πολλῶν
932ὑποθέσεων εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς Πρωτοδίκας διὰ τῆς ἀφαι-
933ρέσεως τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐκ τῶν Πρωτοδικείων.
934Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις πρόχειρος καὶ εὐχερὴς πρὸς τὸν κύριον
935Βουλευτὴν ἐκ Κορινθίας.
936Θέλετε τώρα νὰ ἀκούσητε καὶ πόσας πολιτικὰς ὑποθέ-
937σεις ἐξεδίκαζον κατ’ ἔτος τινὰ τῶν καταργουμένων Πρωτο-
938δικείων;
939§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
940§103Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρνασσίδος 557 μόνον, Λευκάδος 418,
941Ἄρτης 301, Ζακύνθου 262, Γυθείου 162! Εὐρυτανίας 149!
942Αὐτὰ λέγονται Πρωτοδικεῖα!!
943Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ἀντὶ 26
944Πλημμελειοδικείων ἀποκτῶμεν νῦν 30. Καταπαύει μεταξὺ
945τῶν ἄλλων ὁ ἐμφύλιος ἐκεῖνος πόλεμος μεταξὺ Θηβῶν καὶ
946Λεβαδείας.
947§104ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Θὰ γεννηθῇ ἀλλαχοῦ ἐμφύλιος,
948πόλεμος πραγματικός!
949§105Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ποινικὴ δικαιοδοσία ἐν μὲν τοῖς διατη-
950ρουμένοις πεντεκαίδεκα Πρωτοδικείοις ἀπονέμεται κατὰ τὸν
951αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ προηγουμένως ἀπενέμετο, περιο-
952ριζομένου μόνον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πλημμελειοδικῶν εἰς τρεῖς·
953ἡ δὲ πολιτικὴ δικαιοσύνη ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις, ὧν κα-
954ταργοῦμεν τὰ Πρωτοδικεῖα, ἀπονέμεται παρ’ ἰσοβίων δικα-
955στῶν Πρωτοδικῶν, ἤτοι παρὰ τῶν Ἐπαρχιακῶν, συναποτε-
956λούντων Πλημμελειοδικεῖον τριῶν ὁμοῦ ἐξ αὐτῶν.
957Ὁποία τάχα ζημία ἐπέρχεται; Μήπως ζημία εἰς τὴν
958ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης; Οὐδεμία· διότι ἀπαλ-
959λάσσομεν τὰ ἐναπομένοντα πεντεκαίδεκα Πρωτοδικεῖα μι-
960κρῶν καὶ ταπεινῶν ὑποθέσεων, ἀνατιθέμενοι πλείστας ἐξ αὐ-
961τῶν εἰς τὰ μονομελῆ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα. Οὐδεμία·
962διότι ἀντικαθιστῶμεν τὸν Εἰρηνοδίκην, τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν
963δικαστὴν, τὸ ἕρμαιον αὐτὸ τῶν περιστάσεων, διὰ τοῦ Πρω-
964τοδίκου, τοῦ ἰσοβίου, τοῦ ἔχοντος τὴν αὐτὴν προέλευσιν, ἣν
965ἔχει ὁ Πρωτοδίκης τῶν διατηρουμένων Πρωτοδικείων, τοῦ
966ἔχοντος τὸν αὐτὸν μισθὸν, τοῦ ἀποβλέποντος εἰς τὴν βελ-
967τίωσιν τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ καὶ τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ, ὧν
968πάντων ἐστερεῖτο ὁ Εἰρηνοδίκης.
969Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν θεωρῶ σπουδαίαν τὴν ἀντίρρησιν, ἵνα
970ἐπιχειρήσω νὰ ἀνατρέψω αὐτὴν, ὅτι θέλει δῆθεν ζημιωθῇ ἡ
971Δικαιοσύνη διὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπὸ
972τριῶν ἰσοβίων δικαστῶν, καὶ οὐχὶ ὑπὸ πέντε, ἐν οἷς πάν-
973τοτε οἱ δύο εἰσὶ δικηγόροι. Καὶ λέγων ταῦτα, Κύριοι, οὐ-
974δαμῶς σκοπῶ, οὐδὲ πόρρωθεν κἂν, νὰ θίξω τὸ Δικηγορικὸν
975Σῶμα, οὗτινος ἔσχον τὴν τιμὴν ἐπὶ πέντε καὶ εἴκοσι συνα-
976πτοὺς ἐνιαυτοὺς ν’ ἀποτελῶ μέρος. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἱερουσα-
977λὴμ παροικοῦμεν, καὶ γνωρίζομεν τὰ συμβαίνοντα. Διατὶ
978τάχα θέλετε νὰ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὀρθῶς ἀπονέμεται ἡ
979ποινικὴ δικαιοσύνη, ὅταν οἱοσδήποτε δικηγόρος, πολλάκις
980μάλιστα καὶ συνήθως μὴ καλούμενος παρὰ τοῦ προεδρεύον-
981τος, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἑτέραν τῶν ἄκρων ἑδρῶν τοῦ Πλημ-
982μελειοδικείου πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἀναμένων
983νὰ δικάσῃ ὡς Πλημμελειοδίκης; (Θόρυβος). Παρακαλῶ.
984Ἐγὼ ἐρωτῶ οὐχὶ ἵνα μοὶ ἀπαντήσητε, ἀλλ’ ἐρωτῶ, διότι
985τέλος πάντων εἶναι καὶ αὐτὸ σχῆμα λόγου.
986§106Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ. Οἱ δικη-
987γόροι ἀπονέμουσι τὴν δικαιοσύνην εἰς τὰ Κακουργοδικεῖα
988διὰ τὰ μεγάλα ἐγκλήματα, καὶ οὐδέποτε ἐμέμφθη τις αὐ-
989τούς. Μόνον οἱ ὑπηρέται τινῶν πολιτευομένων ἐν Ἀθήναις
990κάμνουν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε σεῖς.
991§107Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι δά! Καλὲ, τί λέγετε; Ἐπειδὴ ἐγὼ
992γνωρίζω συνάδελφόν τινα, οὐχὶ ὑμᾶς, γράφοντα σύγγραμμα
993περὶ Ρητορικῆς, θέλω συμβουλεύσει αὐτὸν νὰ καταργήσῃ
994τὴν ἐρώτησιν. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγὼ βεβαίως
995κινδυνεύω νὰ ἀπολέσω καὶ τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν μου (ἱλα-
996ρότης).
997Ἔλεγον, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑφίσταται ἐκ τῆς ἀπονομῆς
998τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων·
999διότι ἐὰν τοιοῦτος κίνδυνος ὑπῆρχε, πῶς, παρακαλῶ, κύριοι
1000συνάδελφοι, (καὶ μὲ συγχωρεῖτε διότι πάλιν ἐρωτῶ) κατωρ-
1001θώθη, ἑκάτερον τῶν κομμάτων διὰ σειρᾶς ἀλλεπαλλήλων νο-
1002μοσχεδίων νὰ ζητήσῃ τὸ τριμελὲς τῶν Πλημμελειοδικείων;
1003Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἵνα καθησυχάσητε, ἐλήφθη πρόνοια ἡ
1004ἑξῆς, ἀντιγραφεῖσα μάλιστα ἐκ ξένης νομοθεσίας...
1005§108Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅλα αὐτὰ ἀντιγραφὴ εἶναι.
1006§109ΛΕΒΙΔΗΣ... ἐλήφθη πρόνοια, προκειμένου περὶ ἀπο-
1007φάσεως τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἐπιβαλλούσης ποινὴν φυλα-
1008κίσεως ἀνωτέραν τῶν ἓξ μηνῶν, ἢ χρηματικὴν ποινὴν ἐπέ-
1009κεινα τῶν 300 δραχμῶν, νὰ ἐπιτρέπηται ἔφεσις ἐνώπιον
1010τῶν Ἐφετῶν. Καὶ ἐπειδὴ αἱ ἐρωτήσεις ἐμαντεύθησαν, προέ-
1011βην εἰς τὸν καταρτισμὸν ἄλλου πίνακος, ὅστις ἐπιγράφε-
1012ται «Πίναξ ἐμφαίνων τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαχθεισῶν κατὰ
1013τὰ ἔτη 1902 καὶ 1903 ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων
1014ὑποθέσεων καὶ τῶν ἐκδοθεισῶν κατ’ ἀντιμολίαν ἀποφάσεων,
1015δι’ ὧν ἐπεβλήθησαν ποιναὶ φυλακίσεως ἄνω τῶν τριῶν καὶ
1016ἄνω τῶν ἓξ μηνῶν καὶ χρηματικαὶ ποιναὶ ἐπέκεινα τῶν 300
1017δραχμῶν». Ἐδῶ, Κύριοι, ὑπάρχει ὁ πίναξ αὐτός. Θέλετε
1018μείνει (αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις) ἔκθαμβοι, ἐὰν ἀκούσητε, ὅτι κατὰ
1019τὸ ἔτος 1902 ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις παρ’ ὅλων τῶν Πλημ-
1020μελειοδικείων τοῦ Κράτους ὁμοῦ, ἐπιβάλλουσαι ποινὴν ἀνω-
1021τέραν τῆς φυλακίσεως τῶν ἓξ μηνῶν, πόσαι νομίζετε; 561
1022μόνον. Καὶ κατὰ τὸ 1903 ἔτος 584 μόνον. Ἑπομένως ἀνα-
1023φέρω τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, ἵνα ἀποκρούσω ἐκ τῶν προτέρων,
1024κατὰ τὸ ῥητορικὸν σχῆμα, τὸ ἐξ ὑπογυίου καλούμενον, τὴν
1025ἴσως μέλλουσαν νὰ μοὶ γείνῃ παρατήρησιν, ὅτι δῆθεν ἐπιβα-
1026ρύνω τὰ τρία Ἐφετεῖα διὰ τῆς εἰς αὐτὰ ἀναθέσεως τῆς ἐκδι-
1027κάσεως τῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειο-
1028δικείων. Διαιρῶ λοιπὸν τὰς ποινικὰς ἀποφάσεις τοῦ 1903
1029ἔτους, τὰς ἐπιβαλούσας φυλάκισιν μείζονα τῶν ἓξ μηνῶν, διὰ
1030τῶν παραμενόντων τριῶν Ἐφετείων, καὶ τί εὑρίσκω; Τὸν
1031ἀριθμὸν 194. Τοσαύτας ἄρα ἐφέσεις περίπου κατ’ ἀποφά-
1032σεων τῶν Πλημμελειοδικείων θέλει ἐκδικάζει ἕκαστον τῶν
1033Ἐφετείων. Ἑπομένως οὐδαμῶς βαρύνεται τὸ Ἐφετεῖον τῶν
1034Ἀθηνῶν, ἢ τῶν Πατρῶν, ἢ τὸ τρίτον, τὸ παραμένον, τοῦ
1035Ναυπλίου διὰ τῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημ-
1036μελειοδικῶν.
1037§110Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀπὸ τὴν Ἄρταν θὰ ἔρχωνται νὰ δι-
1038κάζωνται εἰς τὰς Ἀθήνας! Θὰ κρατῶνται εἰς τὰς φυλακὰς
1039κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐφέσεως;
1040§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα, Κύριοι, πῶς θέλει ἐνασκεῖσθαι τὸ ἔν-
1041δικον τοῦτο μέσον τῆς ἐφέσεως, κατὰ τίνα δικονομικὸν τρό-
1042πον καὶ συνδυασμὸν, ταῦτα πάντα λεπτομερέστατα ἀνα-
1043πτύσσονται ἐν τοῖς σχετικοῖς ἄρθροις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ
1044μετά τινας ὥρας θέλει εὑρίσκεσθαι εἰς χεῖρας ὑμῶν, διότι
1045ἐφρόντισα, ὅπως καὶ ἐκτυπωθῇ μάλιστα. Ἄλλως τε, Κύριοι,
1046τὸ σύστημα τῆς ἐφέσεως κατ’ ἀποφάσεων Πλημμελειοδικῶν
1047δὲν εἶναι ἐφεύρεσις Ἑλληνικὴ, διότι τοιοῦτον σύστημα ὑφί-
1048σταται ἔκπαλαι ἐν Γαλλίᾳ, μελετᾶται δὲ λίαν σοβαρῶς καὶ
1049ἐν Γερμανίᾳ, καὶ βεβαίως ἐντὸς βραχέος χρόνου θέλει καὶ
1050ἐκεῖ τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι εἶναι ἀναγκαιό-
1051τατον καὶ ἐπιβαλλόμενον ἅμα.
1052Ἀλλὰ, Κύριοι, εὑρέθημεν πρὸ σοβαρωτάτου θέματος, πρὸ
1053τοῦ ζητήματος τῆς τοποθετήσεως ἰσοβίων δικαστῶν, καὶ
1054πρὸ πάντων ἐν τοῖς ἀποκέντροις ἐκείνοις μέρεσιν, ἐν οἷς θέ-
1055λουσιν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἑδρεύει τὰ μονομελῆ ἐπαρχιακὰ
1056Πρωτοδικεῖα. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιφρουρήσω-
1057μεν τὸν δικαστὴν ἀπὸ τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τοῦ Ὑπουρ-
1058γοῦ, καὶ νὰ περιφρουρήσωμεν αὐτὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον,
1059ὥστε νὰ καθιερώσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀποκεντρωτικάς
1060τινας διατάξεις. Ἦτο ἄλλως καὶ καιρὸς, Κύριοι, νὰ ληφθῇ
1061πρόνοιά τις περὶ τῆς περιφρουρήσεως τῶν δικαστῶν καὶ
1062προστασίας αὐτῶν κατὰ τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τῶν
1063Ὑπουργῶν.
1064Καὶ λέγων ταῦτα, Κύριοι, πρὸς Θεοῦ, παρακαλῶ μηδα-
1065μῶς νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀποβλέπω πρὸς τὴν πτέρυγα, ἧς ὑμεῖς
1066ἔχετε τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῆτε τὰ μέλη. Ἐγὼ βάλλω τὸν
1067λίθον πρῶτον κατ’ ἐμαυτοῦ, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις
1068δυνάμενος νὰ ἀντείπῃ, ὅτι πολλάκις ὁ Ὑπουργὸς, ὡς ἐκ
1069τῶν περιστάσεων, ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατούσης καταστάσεως τῶν
1070πραγμάτων ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, πράττει ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν θέ-
1071λει νὰ πράξῃ.
1072§112Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμαρτυρῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι
1073ὑμεῖς ἐφροντίζετε καὶ διὰ τοὺς γραφεῖς ἀκόμη τοῦ Πρωτο-
1074δικείου Ναυπλίας καὶ τῆς Εἰσαγγελίας.
1075§113ΛΕΒΙΔΗΣ. Λυποῦμαι διότι, ἐνῷ ἐγὼ ἔχω τὴν γενναιό-
1076τητα νὰ ὁμολογῶ τὴν ἀλήθειαν, προκειμένου περὶ ἐμοῦ αὑ-
1077τοῦ, ὑμεῖς δὲν ἀκολουθεῖτε τὸ παράδειγμά μου.
1078§114Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τόσας μεταβολὰς ἐκάματε σεῖς, ὅσας
1079δὲν ἔκαμε κανεὶς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου.
1080§115ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ καλά.
1081§116ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ εὕρητε κανένα σύ-
1082στημα νὰ ἠθικοποιήσωμεν τοὺς Ὑπουργούς.
1083§117ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐνόμιζον, ὅτι ἔδει νὰ θωρα-
1084κισθῶ διὰ τῆς ἀταραξίας ἐκείνης, ἥτις διακρίνει σήμερον
1085τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλὰ δυστυχῶς δι’ ὑμᾶς, προκαλεῖτε, καὶ
1086προκαλεῖτε τραχέως. Καὶ ἐπειδὴ, ὅσῳ καὶ ἂν θέλω νὰ μετα-
1087βάλω τὸν χαρακτῆρά μου, διῆλθον ἤδη πλέον τοῦ ἡμίσεος
1088τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν πιθανὸν εἶναι νὰ ζήσω, ἀπαντῶ εἰς τὴν
1089παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις νομίζω, ὅτι ἀνεχώ-
1090ρησεν ἐκ τῆς αἰθούσης, τοῦ εἰπόντος, ὅτι ἐγὼ διέπραξα δῆ-
1091θεν τόσας μεταβολὰς, ὅσας οὐδεὶς ἀπὸ τῆς καταβολῆς τοῦ
1092Κράτους...
1093§118Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ τὸ εἶπον.
1094§119ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ παραμείνητε. Ἐδῶ ἔχω
1095φύλλον τι πολιτικόν.
1096§120ΓΕΡΑΚΗΣ. Τί λέγει ὁ τίτλος; «Πρῶτα»;
1097§121ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ἐκ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ δημοσιεύεται
1098ὁ πίναξ, ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπίσημος. Ἐν τῷ πίνακι
1099τούτῳ ὑπάρχει ἐπικεφαλὶς «1255 μεταβολαὶ ἐν διαστήματι
110010 μηνῶν», ἃς ἐγὼ διέπραξα κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς στα-
1101τιστικῆς, ὡσανεὶ δηλαδὴ προέκειτο περὶ ἀδικημάτων, διότι
1102ἡ λέξις «διαπράττειν» λέγεται συνήθως περὶ ἀδικημάτων.
1103Ὅτε κατὰ τὸ θέρος, ἐν μέσῳ τηλικούτου καύσωνος, εἶδον
1104τὴν στατιστικὴν ταύτην δημοσιευομένην.
1105§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν ἔχει;
1106§123ΛΕΒΙΔΗΣ. 1 Ὀκτωβρίου 1904.
1107§124Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι τόση ζέστη τότε.
1108§125ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὰς Ἀθήνας εἶναι καὶ τότε. Μάλιστα
1109ὑπάρχει καὶ μία λέξις οὐχὶ πολὺ κομψὴ διὰ τὸ καλοκαίρι
1110τοῦ Ὀκτωβρίου.
1111§126Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μοὶ ἐπιτρέπετε;
1112§127ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Εὐχαρίστως.
1113§128Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ λέξις «διαπράττω»
1114εἶναι ἐγκληματική.
1115§129ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι ἐγκληματική. Λέγεται ἐπὶ ἀδικη-
1116μάτων.
1117§130Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ ἔμαθον καὶ ἐγὼ ὀλίγα γράμ-
1118ματα, μοὶ φαίνεται ὅτι εἰς κἄποιον ἀρχαῖον συγγραφέα
1119λέγεται «διαπράττω τὰ κοινά».
1120§131ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν γράφεται ἐδῶ;
1121(δεικνύει τὴν «Πρωΐαν»).
1122§132Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴπετε, ὅτι
1123ἡ λέξις εἶναι ἐγκληματική, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς δώσω
1124αὐτὴν τὴν πληροφορίαν.
1125§133ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν νέαν γλῶσσαν ἐννοῶ.
1126§134ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν τὰ ἀφίνετε;
1127§135ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Ὅταν προκαλῶμαι, δὲν ἠμπορῶ.
1128Λοιπὸν καὶ ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς ἄλλο ἐπί-
1129σημον κείμενον. Ὁ μακαρίτης πατήρ μου, Κύριοι, ἀπο-
1130θνήσκων, ἀφῆκέ μοι μίαν παραγγελίαν: «Ὁσάκις πρό-
1131κειται περὶ τῆς εὐθύνης σου, υἱέ μου, καὶ δὴ περὶ ἀριθμῶν,
1132σὺ αὐτὸς νὰ καταγίνησαι εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν πινάκων».
1133Τὴν παραγγελίαν μάλιστα ταύτην καὶ ἄλλος σεβαστὸς πρε-
1134σβύτης, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μοὶ ἔδιδεν
1135ἄλλοτε, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔτι πολὺ καλῶς πράττει, οὐδενὶ
1136ἐμπιστευόμενος τὰς προσθέσεις καὶ τοὺς πολλαπλασιασμούς.
1137Λοιπὸν ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως
1138ἔτους τινός, καθ’ ὃ διέπραττε τὰ κοινὰ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος
1139Βουλευτής, καὶ τί εὑρίσκω; Ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῷ χρονικῷ
1140διαστήματι, ἐν ᾧ ἐγὼ ἐνήργησα τὰς 1255 μεταβολάς, ὁ
1141ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ Ὑπουργὸς
1142τῆς Δικαιοσύνης διέπραξε 1318, ἤτοι 63 παραπάνω!
1143§136Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πότε;
1144§137ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὰ 1895 πρὸς τὰ 1896. (Δεικνύει τὴν
1145«Ἡμερησίαν» τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1904, ἐν ᾗ ὁ πίναξ).
1146Ἵνα μὴ ὑποτεθῇ δέ, ὅτι ὑπάρχει λάθος τι, τὸ ἐλάχιστον,
1147πρῶτον μὲν ἔχω τὸν ἐγωϊσμὸν νὰ ἐξαγγείλω καὶ ἐκ δευτέ-
1148ρου, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς κατήρτισα τὴν στατιστικὴν ταύτην,
1149δεύτερον καταθέτω τὸ φύλλον τοῦτο εἰς τὸ Προεδρεῖον,
1150μάλιστα ἔχω καὶ μερικὰ περισσὰ, ἵνα, ἂν θέλητε καὶ ὑμεῖς,
1151ἀσχοληθῆτε καθ’ ἡμερομηνίαν, κατὰ μῆνα καὶ κατ’ ἔτος.
1152Καὶ ἂν δυνηθῆτε νὰ εὕρητε ἓν καὶ μόνον λάθος ἐν τῷ πίνακι
1153τούτῳ, ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ἡττήθην.
1154Ἂν λοιπὸν πρόκειται περὶ διαπράξεως κινήσεως δικαστι-
1155κῆς, πολλῆς ἢ ὀλίγης, βεβαίως περισσότερα διεπράχθησαν
1156παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ.
1157Ἀλλὰ λέγων ταῦτα, οὐδαμῶς ἐγὼ ζητῶ νὰ κατηγορήσω
1158τὰς πράξεις ταύτας, διότι αὐταί εἰσι συνέπεια τῆς ἐπικρα-
1159τούσης τῶν πραγμάτων καταστάσεως, ἣν προσπαθοῦμεν καὶ
1160ἐπιχειροῦμεν διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ
1161ἄρωμεν, ἵνα ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιο-
1162σύνης, ὅπως οἱ νόμοι καὶ τὸ συμφέρον τῆς χώρας ἀπαιτοῦσιν.
1163Ἄλλως τε, Κύριοι, εἶναι τετριμμένη πλέον ἡ ἰδέα, ὅτι
1164τὸ ἰσόβιον ἄνευ τοῦ ἀμεταθέτου εἶναι ἄχρηστον, καὶ οὐδε-
1165μίαν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν
1166τιμὴν, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ὑπομνήσω
1167πρὸς ὑμᾶς, ἐν συντομίᾳ τότε, εὐγλώττους λόγους περικλεοῦς
1168τῆς Γαλλίας ῥήτορος, τοῦ Royer – Collard. Εἶναι δὲ
1169τοσοῦτον διδακτικοὶ οἱ λόγοι οὗτοι, ὥστε θέλει, ἐλπίζω,
1170μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἐπαναλάβω αὐτούς. Ὁ Royer – Collard
1171ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ τῷ 1815 ἔτει ἔλεγεν (ἀναγινώσκει):
1172«Ὅταν ἡ ἐντεταλμένη τὸν ἐν ὀνόματι τῆς Κοινωνίας
1173διορισμὸν τῶν δικαστῶν Ἐξουσία καλῇ τινα τῶν πολιτῶν,
1174ὅπως ἐμπιστευθῇ αὐτῷ τὸ ὑψηλὸν τοῦτο λειτούργημα,
1175λέγει αὐτῷ: «Ὄργανον τοῦ νόμου, ἔσο ἀπαθὴς ὡς αὐτός.
1176» Τὰ πάθη, ἅτινα περὶ σὲ μαίνονται, οὐδαμῶς πρέπει νὰ σὲ
1177» ταράττωσιν. Ἐὰν αἱ ἐμαὶ πλάναι, ἐὰν αἱ πολιορκοῦσαί με
1178» ἐπιδράσεις, ἀφ’ ὧν δυσχερέστατα δύναμαι νὰ προστατεύσω
1179» ἐμαυτὸν, ἀποσπάσωσιν ἀπ’ ἐμοῦ ἀδίκους διαταγὰς, ἀντί-
1180» στηθι εἰς τοὺς δελεασμούς μου, ἀντίστηθι εἰς τὰς ἀπειλάς
1181» μου. Ἀνερχόμενος τὴν δικαστικὴν ἕδραν, ἀπόβαλε πάντα
1182» φόβον, πᾶσαν ἐλπίδα· ἔσο ἀπαθὴς ὡς ὁ νόμος!»
1183«Αὐτὰ λέγει ἡ Ἐξουσία πρὸς τὸν μέλοντα νὰ γένηται δι-
1184καστής. Ὁ δὲ πολίτης ἀπαντᾷ: «Ἄνθρωπός εἰμι, καὶ ὅ,τι
1185» ζητεῖς ἀπ’ ἐμοῦ ἔστιν ὑπεράνθρωπον. Εἶσαι ἰσχυροτάτη,
1186» ἐγὼ δ’ εἰμὶ ἀσθενέστατος. Θέλω ὑποκύψει ἐν τῷ ἀνίσῳ
1187» τούτῳ ἀγῶνι. Θέλεις παραγνωρίσει τὰ αἴτια τῆς ἀντι-
1188» στάσεως, ἣν σήμερον μοὶ ἐπιβάλλεις, καὶ θέλεις μὲ τιμω-
1189» ρήσει. Δὲν δύναμαι νὰ καταστῶ ὑπέρτερος ἐμαυτοῦ, ἂν
1190» δὲν μὲ προστατεύσῃς καὶ ἀπέναντι ἐμοῦ αὐτοῦ καὶ ἀπέ-
1191» ναντι σοῦ. Βοήθησον τὴν ἀδυναμίαν μου, ἀπάλλαξόν με
1192» τοῦ φόβου καὶ τῆς ἐλπίδος, ὑποσχέθητί μοι, ὅτι δὲν θέλω
1193» κατέλθει τῆς δικαστικῆς ἕδρας, ἂν δὲν καταληφθῶ προ-
1194» δίδων τὰ καθήκοντα, ἅτινα μοὶ ἐπιβάλλεις.»
1195«Ἡ Ἐξουσία διστάζει, διότι φύσει ἡ Ἐξουσία δυσχερῶς
1196παραιτεῖται τῆς ἰσχύος αὑτῆς. Φωτιζομένη ὅμως ὑπὸ τῆς
1197πείρας περὶ τῶν ἀληθῶν αὑτῆς συμφερόντων, ὑποκύπτουσα
1198εἰς τὴν ὁσημέραι αὔξουσαν πίεσιν τῶν πραγμάτων, λέγει
1199τῷ δικαστῇ: «Ἔσο ἀμετάκλητος!»
1200Ἂν δὲν εἴπῃ ὅμως αὐτῷ; «Ἔσο καὶ ἀμετάθετος»,
1201ἐλάχιστα κατορθοῖ, διότι ἄνευ τοῦ ἀμεταθέτου τὸ ἰσόβιον
1202εἶναι ἄχρηστον σχεδὸν χρῆμα.
1203Ὑπὸ τοιοῦτον λοιπὸν σύστημα, Κύριοι, εἰσὶ δυναταὶ αἱ
1204οἰκονομίαι, αἵτινες κατὰ πίνακα, ὃν εὐθὺς ἀμέσως θέλω
1205καταθέσει ἐνώπιον ὑμῶν, ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, ἀνέρχονται, ὡς ἐρ-
1206ρήθη ἤδη, εἰς δραχ. 582,934. Εἰσὶ δυναταὶ, διότι ἐκ τῶν
1207καταργουμένων ἕνδεκα Πρωτοδικείων, 80 μὲν περίπου
1208Πρωτοδίκας, τοὺς πλεονάζοντας, τοποθετοῦμεν εἰς τὰ ἐπαρ-
1209χιακὰ Πρωτοδικεῖα, τοὺς δὲ Προέδρους τῶν καταργουμένων
1210Πρωτοδικείων θέτομεν Προέδρους τῶν κυριωτέρων ἐπαρχια-
1211κῶν Πρωτοδικείων.—Καὶ ἤδη ἀπήντησα εἰς ἐρώτησίν τινα
1212ἀξιοτίμου συναδέλφου.—Ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ προσθήκης 85
1213περίπου Πρωτοδικῶν συμπληροῦμεν τὸν ἀριθμὸν 165, ὅσοι
1214ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἱδρυομένων 72 ἐπαρ-
1215χιακῶν Πρωτοδικείων. Ἀλλ’ ἐνταῦθα Κύριοι, ἴσως φανῇ
1216ἄπορον καὶ παράδοξον, πῶς δι’ 165 Πρωτοδικῶν τῶν
1217ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων ἀναπληροῦμεν τοὺς 233 Εἰ-
1218ρηνοδίκας, εἰς ὅτους σήμερον ἀριθμοῦνται οἱ εἰρηνοδίκαι
1219καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ πῶς ἐπίσης ἀναπληροῦμεν καὶ
122019 ἀκόμη Πταισματοδίκας, εἰς ὅτους σήμερον ἀριθμοῦνται
1221οἱ Πταισματοδίκαι τοῦ Κράτους. Καὶ ἐπὶ πλέον, πῶς ὅλα
1222ταῦτα συμβαίνουσιν, ἐνῷ καὶ ἐπεκτείνομεν μάλιστα τὴν δι-
1223καιοδοσίαν τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, ἀφαιροῦντες,
1224καθ’ ὑπολογισμοὺς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας γενομένους, τὸ ἓν τρί-
1225τον περίπου τῶν ὑποθέσεων ἐκ τῶν ὑπαρχόντων καὶ δια-
1226τηρουμένων Πρωτοδικείων, καὶ ἀναθέτοντες αὐτὰς εἰς τοὺς
1227ἐπαρχιακοὺς Πρωτοδίκας. Αὐτὸ, Κύριοι, διὰ τὸν ἀγνοοῦντα
1228τὰ πράγματα βεβαίως εἶναί τι προβληματικόν. Ὅταν ὅμως
1229θελήσητε νὰ συγκατατεθῆτε, ὅπως μὲ ἀκούσητε ἐπί τινας
1230εἰσέτι στιγμὰς, ὅταν εὐδοκήσητε, μετὰ τὴν συνεδρίασιν, νὰ
1231λάβητε γνῶσιν πινάκων, οὓς εὐθὺς ἀμέσως θέλω καταθέσει,
1232θέλετε πεισθῆ ἀκραδάντως καὶ ἀσφαλῶς, ὅτι τοῦ δῆθεν προ-
1233βλήματος τούτου ἡ λύσις ἔγκειται ἐν τῷ μηχανισμῷ τοῦ
1234νομοσχεδίου, εἶναι φυσικὴ ἀπόρροια τῶν πραγμάτων.
1235Θέλω καταθέσει, Κύριοι, πίνακα ὑπὸ στοιχ. Βʹ, ὅστις
1236ἐπιγράφεται: «Ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις ὑπὸ τῶν Εἰρηνοδι-
1237κείων κατὰ τὴν πενταετίαν ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1902
1238ἔτους ἐν κλίμακι κατιούσῃ τοῦ ἐνιαυσίου μέσου ὅρου». Ἐκ
1239τοῦ πίνακος τούτου τί, νομίζετε, θέλει προκύψει; Ὅτι ἐκ
1240τῶν 233 Εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους 119 ἐκδίδουσιν ἐλάσ-
1241σονας τῶν 300 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος, δηλ. ἀριθμὸν ἀσή-
1242μαντον ἐντελῶς, 79 Εἰρηνοδικεῖα, κατὰ μέσον ὅρον τῆς
1243πενταετίας αὐτῆς, ἣν ἀνέφερα, ἐκδίδουσιν ἐλάσσονας τῶν
1244200 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος, 38 Εἰρηνοδικεῖα ἐλάσσονας τῶν
1245100 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος, καὶ 22 Εἰρηνοδικεῖα ἐλάσσονας
1246τῶν 50 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος.
1247Πιστεύετε, ὅτι ὑπάρχει Εἰρηνοδικεῖον, ἐκδίδον κατ’ ἔτος
1248163 ἀποφάσεις; Ὑπάρχει Εἰρηνοδικεῖον πρώτης τάξεως,
1249δι’ ὅπερ τὸ Κράτος καταβάλλει ἐτησίως 5,256 δραχμὰς,
1250ἐκδίδει δὲ τοῦτο ἀποφάσεις ἐτησίως 168! Καὶ Εἰρηνοδι-
1251κεῖον δευτέρας τάξεως, δι’ ὅπερ καταβάλλει τὸ Κράτος δρ.
12524,209, ἐκδίδει δὲ ἐτησίως πόσας ἀποφάσεις; 88. Ἄλλα
1253δὲ Εἰρηνοδικεῖα ἐκδίδουσιν ἐτησίως, πόσας νομίζετε ἀπο-
1254φάσεις; 81, 75, 65, 58, 45, 40, 34, 26, 20, 14, 11, 7,
12555!!! Καὶ διὰ νὰ ἐκδώσωσιν αὐτὰς τὰς 5 ἀποφάσεις ἐτη-
1256σίως τὰ Εἰρηνοδικεῖα αὐτὰ, τὸ Δημόσιον καταβάλλει ἐτη-
1257σίως δι’ ἕκαστον αὐτῶν δρ. 4,209.
1258§138Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ἐκδίδον 5;
1259§139Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι τὸ τῆς Φολεγάνδρου. Ὀκτακόσιαι
1260δραχμαὶ ἡ ἀπόφασις!
1261§140Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ καταρ-
1262γήσητε!
1263§141Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι, διατὶ προέβην εἰς τὴν ἀνάγνω-
1264σιν τοῦ καταπληκτικοῦ τούτου πίνακος; Ἵνα ἀποδείξω,
1265ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν 233 Εἰρηνοδικείων δὲν ση-
1266μαίνει, ὅτι οἱ 165 ἐπαρχιακοὶ Πρωτοδίκαι δὲν θέλουσιν
1267ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν τέως εἰρηνοδικειακῶν ὑπο-
1268θέσεων. Διότι, ὡς θέλετε παρατηρήσει ἐκ τοῦ ἀναγνωσθέν-
1269τος πίνακος, τὰ πλεῖστα σχεδὸν τῶν Εἰρηνοδικείων, ἐκτὸς
1270τῶν μεγάλων κέντρων, στεροῦνται λόγου ὑπάρξεως.
1271Διὰ τῆς καταργήσεως λοιπὸν, Κύριοι, τῶν 11 Πρωτο-
1272δικείων, τῶν 233 Εἰρηνοδικείων, τῶν 19 Πταισματοδι-
1273κείων καὶ τῶν 2 Ἐφετείων, οὐ μόνον κατὰ τὴν γνώμην
1274ἡμῶν ἐπέρχεται οἰκονομία περίπου 600,000 δραχμῶν ἐπὶ
1275προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχ. 3,000,000, ἀλλὰ βεβαίως καὶ
1276ἀσφαλῶς βελτίων ἔσεται καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς τε πρωτοδι-
1277κειακῆς καὶ τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης.
1278§142Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δαπάνας δὲν θὰ προσθέσητε;
1279§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ δαπανῶν εἶπον ὅτι ἐπιφυλάσσομαι
1280νὰ καταθέσω πίνακα λογιστικὸν ἀκριβέστατον, μέλλοντα νὰ
1281χρησιμεύσῃ ἐν ἀνάγκῃ ὡς δήλωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1282τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐξ οὗ θέλει πασιφανέ-
1283στατα ἀποδειχθῆ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἐκ τοῦ βήματος τού-
1284του ἐξήνεγκον, εἰσὶν ἀκριβέστεροι καὶ τῆς ἀκριβείας, ἐὰν
1285τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ποτὲ δυνατόν.
1286§144Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Περίπου ποία εἶναι ἡ δαπάνη;
1287§145Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἵνα μὴ ἀνησυχῆτε ἐπὶ πλέον, καταθέτω
1288ἕνα τῶν πινάκων, συντεταγμένον κατ’ αὐξήσεις καὶ ἐλατ-
1289τώσεις, στήλη αὐξήσεως καὶ στήλη ἐλαττώσεως, διότι ἐνια-
1290χοῦ αὐξάνουσι καὶ πολλαχοῦ ἐλαττοῦνται αἱ δαπάναι. Τὸν
1291ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, περὶ οὗ καὶ πρὸ μικροῦ ἔλεγον.
1292§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη
1293κατὰ τοὺς κειμένους νόμους;
1294§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦ-
1295τον, καὶ πρὸς εὐκολίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν καταθέτω
1296καὶ περίληψιν τοῦ πίνακος ὑπὸ στοιχ. Ηʹ πρῶτον. Κατα-
1297θέτω καὶ πίνακα ὑπὸ στοιχ. Ηʹ δεύτερον: «Ἐνοίκια καὶ
1298γραφικὴ ὕλη τῶν Πρωτοδικείων. Κεφάλαιον 8, ἄρθρ. 1 καὶ
12992 τοῦ προϋπολογισμοῦ». Διότι οἱ πίνακες αὐτοί εἰσιν ἡ βά-
1300σις, ἐφ’ ἧς ἐβασίσθημεν, ἵνα καταρτίσωμεν τὸν λογιστικὸν
1301αὐτὸν πίνακα ὑπὸ στοιχ. Ηʹ ἁπλῶς. Διὰ τοῦτο ὡς συνα-
1302φεῖς καταθέτω καὶ αὐτούς. «Κεφάλαιον 8, ἄρθρα 1 καὶ 2,
1303ἐνοίκια καὶ γραφικὴ ὕλη τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων»,
1304ἄλλος πίναξ ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, τρίτος αὐτός. Καταθέτω πί-
1305νακα: «Κεφάλ. 7, ἄρθρα 3–28 τοῦ προϋπολογισμοῦ»,—
1306πίναξ ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, τέταρτος αὐτὸς,—«τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
1307ὑπογραμματέων καὶ γραφέων παρ’ ἑκάστῳ τῶν ἐπαρχιακῶν
1308Πρωτοδικείων καὶ τῶν Πρωτοδικείων». Πίνακα ὑπὸ στοιχ.
1309Ηʹ, πέμπτον αὐτὸν, «μισθῶν βοηθητικοῦ προσωπικοῦ Εἰσαγ-
1310γελιῶν Πρωτοδικῶν», Κεφάλαιον 9ον, ἄρθρον 27 προϋ-
1311πολογισμοῦ. Καὶ τελευταῖον πίνακα ὑπὸ στοιχ. Ηʹ, ἕκτον
1312αὐτὸν, Κεφ. 10ον, ἄρθρ. 1 καὶ 2 προϋπολογισμοῦ, «γρα-
1313φικὴ ἐπιχορήγησις καὶ ἐνοίκια Εἰσαγγελιῶν τῶν Πρωτοδι-
1314κείων».
1315Ὁμιλῶν, Κύριοι, βεβαίως ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ἅτε
1316εἰσηγούμενος ἁπλῶς νομοσχεδίου, καὶ οὐχὶ κυρίως συζητῶν
1317αὐτὸ, (καίτοι ἐκινδύνευσα καὶ νὰ συζητήσω) ὁμολογῶ, ὅτι
1318περιέπεσα καὶ εἰς λεπτομερείας τινὰς, παρὰ τὴν πρόθεσίν
1319μου. Καὶ διὰ τοῦτο αἰτοῦμαι παρ’ ὑμῶν συγγνώμην, κατα-
1320ναλώσας τοσαύτην ὥραν ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
1321Διὰ καταθέσεως πίνακός τινος, πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἐνώ-
1322πιον ὑμῶν ἀναπτυχθέντος, ἀπέδειξα, ὅτι οἱ 165 ἐπαρχια-
1323κοὶ Πρωτοδίκαι εἰσὶν ἐπαρκεῖς πρὸς ἀπονομὴν τῆς τέως εἰ-
1324ρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, σὺν τῇ ἐπεκτάσει αὐτῆς διὰ τῆς
1325ἀφαιρέσεως ὑποθέσεών τινων τῆς δικαιοδοσίας τῶν ὑφιστα-
1326μένων Πρωτοδικείων. Ἀλλ’ ἵνα, οὕτως εἰπεῖν, καὶ λογιστι-
1327κώτερον, ἢ μᾶλλον καὶ πρακτικώτερον ἀποδείξω τὸ ἐπιχεί-
1328ρημά μου τοῦτο, συνέταξα καὶ ἄλλους δύο πίνακας, τοὺς
1329ὑπὸ στοιχεῖα Δʹ καὶ Εʹ, συμπορευομένους. Ὁ πίναξ τέταρ-
1330τος, δηλαδὴ ὑπὸ στοιχ. Δʹ, ἐπιγράφεται: «Διανομὴ τοῦ κατὰ
1331προσέγγισιν ἀφαιρουμένου ἑνὸς τρίτου ἐκ τοῦ ἐνιαυσίου μέ-
1332σου ὅρου τριετίας (1901–1903) τῶν ἀποφάσεων τῶν Πρω-
1333τοδικείων εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ τοιαῦτα, λόγῳ ἐπεκτάσεως τῆς
1334δικαιοδοσίας τῶν κατωτέρων δικαστηρίων». Ὁ πίναξ πέμ-
1335πτος, δηλαδὴ ὑπὸ στοιχ. Εʹ, ἐμφαίνει τὰς παρὰ τῶν Εἰρη-
1336νοδικείων ἐκδιδομένας ἀποφάσεις, ἐπιγράφεται δὲ: «Ὑπο-
1337λογισμὸς ποσοτικῆς ἐπαρκείας 165 ἐπαρχιακῶν Πρωτοδι-
1338κῶν ἐν τοῖς 72 ἱδρυομένοις ἐπαρχιακοῖς Πρωτοδικείοις».
1339Ἑπομένως ἔχοντες τοὺς δύο πίνακας ὁμοῦ, θέλετε ἔχει
1340τὸ σύνολον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων, ὅστις θέλει ἀναλο-
1341γεῖ εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν 165 ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικῶν. Καὶ
1342ἵνα μὴ κατατρίβω τὸν χρόνον εἰς λεπτομερείας, ὅταν λά-
1343βητε τὴν καλωσύνην νὰ μελετήσητε ἐν συνδυασμῷ τοὺς δύο
1344τούτους πίνακας, θέλετε πεισθῆ, Κύριοι, ἀσφαλέστατα, ὅτι
1345οἱ 165 ἐπαρχιακοὶ Πρωτοδίκαι θέλουσιν εἶσθαι πλέον ἢ
1346ἐπαρκεῖς πρὸς διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεων τῶν Εἰρηνοδι-
1347κείων, σὺν τῇ προσθήκῃ τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν ὑποθέσεων, αἵ-
1348τινες ἀφαιρεθήσονται ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τῶν καταργουμέ-
1349νων Πρωτοδικείων.
1350Ἔρχομαι, Κύριοι,—ἵνα συμπεράνω,—εἰς τὸ ζήτημα τῶν
1351ἐμμίσθων συμβολαιογράφων. Κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα
1352σήμερον 98 Εἰρηνοδίκαι τοῦ Κράτους ἐκτελοῦσι χρέη συμ-
1353βολαιογράφου, διότι δὲν δύνανται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα νὰ
1354συντηρηθῶσι συμβολαιογράφοι. (Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894
1355ἔτους σελ. 101). Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους
1356ἐν σελίδι 101 τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀναβιβά-
1357ζει τοὺς Εἰρηνοδίκας δευτέρας τάξεως, τοὺς συμβολαιογρα-
1358φοῦντας, εἰς τὸν ἀριθμὸν, ὃν πρὸ μικροῦ εἶπον, 98. Κατὰ
1359τὸ νομοσχέδιον, ἄρθρον 168 τοῦ Ὀργανισμοῦ, ὡς τροπολο-
1360γεῖται, λαμβάνομεν πρόνοιαν κατ’ ἀνώτατον ὅρον περὶ διο-
1361ρισμοῦ 40 ἐμμίσθων συμβολαιογράφων, καὶ ἡ δι’ αὐτοὺς δα-
1362πάνη βεβαίως ἀναγράφεται ἐν τῷ πίνακι, ὃν πρὸ μικροῦ
1363κατέθηκα. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν
1364δαπανῶν ὡρίσαμεν μόνον 25, ὡς ἀρκοῦντας. Διότι εἰς τὰ
1365λοιπὰ μέρη (πρὸς συμπλήρωσιν τῶν νῦν 98), ἕνεκα τῆς εὐ-
1366ρυτέρας περιφερείας τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, ἥτις
1367κανονίζει καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν συμβολαιογράφων, θέ-
1368λουσι δύνασθαι νὰ συντηρῶνται τοιοῦτοι.
1369Νῦν, Κύριοι, εἰσέρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον περίπου θέμα
1370τῆς ἀγορεύσεώς μου, τοῦτο δὲ ἀφορᾷ τὴν ἐκδίκασιν τῶν λε-
1371γομένων μικρῶν διαφορῶν καὶ τῶν πταισμάτων.
1372Πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγένετο λόγος περὶ κι-
1373νητῶν Εἰρηνοδικείων. Πολλάκις οἱ περὶ τὸν Ὀργανι-
1374σμὸν τῶν Δικαστηρίων ἀσχολούμενοι νομοδιδάσκαλοι καὶ
1375νομικοὶ συγγραφεῖς καὶ πολιτειολόγοι ἐξήνεγκον τὰς γνώ-
1376μας αὐτῶν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὰς ἰδέας καὶ τὰς
1377γνώμας ταύτας μελετήσαντες μετὰ τῶν ἁρμοδίων, ἀπεπει-
1378ράθημεν καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ ἐγκαταστρώσωμεν αὐτὰς
1379ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ἐν ἄρθροις 516–523
1380τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας πραγματεύεται τὰ περὶ τῶν μι-
1381κρῶν διαφορῶν ζητήματα, καὶ ἐν ἄρθρῳ 330 τῆς Ποι-
1382νικῆς Δικονομίας τὰ περὶ τῶν πταισμάτων.
1383Κατὰ σύστημα, λεπτομερῶς διατυπούμενον ἐν τοῖς ἄρ-
1384θροις τούτοις, ἐξασφαλίζον δὲ πληρέστατα ἀπὸ πάσης ἐπι-
1385δράσεως τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὁ ἐπαρχιακὸς Πρω-
1386τοδίκης, — ἐπειδὴ τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα συγκεντροῦν-
1387ται εἰς τὰ μεγαλείτερα κέντρα, — κατὰ τακτὰς καὶ ἐκ τῶν
1388προτέρων ὡρισμένας ἡμέρας, θέλει ἐξέρχεσθαι εἰς τοὺς κυ-
1389ριωτέρους τῶν δήμων, δηλ. εἰς τὰς πρωτευούσας αὐτῶν, ἵνα
1390ἐκεῖ, ἐγγὺς τῶν δικαζομένων, δικάζῃ τὰς μικρὰς διαφο-
1391ρὰς, ὧν τουτέστι τὸ ποσὸν εἶναι κατώτερον τῶν 300 δραχ-
1392μῶν, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ πταίσματα.
1393Τὸ σύστημα τοῦτο, Κύριοι, ἐπίσης δὲν εἶναι πρωτοφανὲς,
1394διότι ἀντεγράφη ἐκ τῆς ἰσχυούσης ἐν Αὐστρίᾳ Δικονομίας.
1395Ἔχομεν μάλιστα εὐτυχῶς καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐγχώριον ἀπό-
1396δειξιν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ συστήματος, διότι καὶ ἡ Κρητικὴ
1397Πολιτεία, ἀντιγράψασα ἐκ τοῦ Αὐστριακοῦ νόμου τὰς δια-
1398τάξεις περὶ ἐκδικάσεως τῶν μικρῶν διαφορῶν, παρέσχεν
1399ἀποτελέσματα, καθ’ ἃ ἐπισήμως γνωρίζω, ἄριστα, ἀποδει-
1400κνύοντα, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος καιρὸς εἶναι νὰ εἰσαχθῇ καὶ
1401εἰς τὴν ἡμετέραν ἐλευθέραν χώραν. Ἄλλως, ὡς πρὸς τὰ
1402πταίσματα, καὶ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον τοῦ 1882 ἔτους
1403ὁ Πταισματοδίκης, κατὰ πρόγραμμα ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως
1404ἐκδιδόμενον, ἐξέρχεται εἰς τὰς ἕδρας τῶν δήμων, πρὸς ἐκ-
1405δίκασιν τῶν πταισμάτων.
1406Διὰ τοῦ καινοφανοῦς τούτου συστήματος, — καινοφανοῦς
1407ὡς πρὸς τὴν χώραν ἡμῶν — τῆς ἐκδικάσεως τῶν μικρῶν
1408διαφορῶν, μεταβαίνοντος τοῦ ἐπαρχιακοῦ Πρωτοδίκου, ἵνα
1409συναντήσῃ τὸν αἰτοῦντα τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης,
1410καὶ οὐχὶ τοῦ αἰτοῦντος τὴν δικαιοσύνην, ἵνα συναντήσῃ τὸν
1411δικαστὴν, ἐπέρχεται καὶ οὐσιωδεστάτη οἰκονομία ἐν τῷ
1412προϋπολογισμῷ.
1413Ἐν τέλει, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον ἐν κεφαλαίῳ τετάρτῳ
1414ἔχει γενικὰς καὶ μεταβατικὰς διατάξεις. Οὐσιωδεστάτην
1415πασῶν τούτων φρονῶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 29, περὶ
1416τοποθετήσεως εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα τῶν Εἰρηνο-
1417δικῶν καὶ τῶν εἰδικῶν Πταισματοδικῶν, τῶν ἐχόντων δί-
1418πλωμα διδάκτορος, ἢ πτυχίον προλύτου τοῦ ἡμετέρου ἢ
1419ξένου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου, ἢ τῆς πρώην Ἰονίου Ἀκα-
1420δημίας. Εὐτυχῶς δὲ τοιοῦτοι ἐκ τῶν 233 Εἰρηνοδικῶν καὶ
142119 Πταισματοδικῶν, ἐν ὅλῳ 252, ὑπάρχουσιν 158. Δηλαδὴ
1422ἔχομεν 158 Εἰρηνοδίκας καὶ Πταισματοδίκας (οἵτινες δύ-
1423νανται νὰ διορισθῶσιν ἐπαρχιακοὶ Πρωτοδίκαι) κεκτημένους
1424τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, καὶ ἑπομένως προερχομένους ἐκ
1425τῆς αὐτῆς προελεύσεως, ἐξ ἧς προέρχονται καὶ οἱ Πρωτο-
1426δίκαι τῶν πεντεκαίδεκα διατηρουμένων Πρωτοδικείων.
1427Δύο ἦσαν, Κύριοι, τὰ συστήματα, ἅτινα ἔδει ν’ ἀκολου-
1428θήσωμεν, καταρτίζοντες τοσοῦτον, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν
1429τοὐλάχιστον, λυσιτελὲς καὶ ἐκτενὲς ἅμα νομοσχέδιον. Ἢ
1430ἔπρεπεν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀποτελέσωσιν αὐτο-
1431τελῆ νόμον, ἀρχόμενον ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ λήγοντα εἰς
1432τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, δι’ οὗ ἤθελον ἐξαντληθῆ αἱ ἰδέαι τῶν συν-
1433τακτῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν,
1434καθ’ ἡμᾶς τοὐλάχιστον, ὀρθοτέραν σκέψιν καὶ γνώμην, τοῦ
1435νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν ὑπάρχοντα Ὀργανισμὸν τῶν Δικα-
1436στηρίων, οὐδαμῶς δὲ μεταβάλλοντες τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων,
1437νὰ ἐγκαταστρώσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νέου νομοσχεδίου ἐν
1438τῇ θέσει τῶν ἄρθρων ἐκείνων, ὧν τὴν κατάργησιν ἢ καὶ
1439τὴν μεταβολὴν ἐπιζητοῦμεν. Τοῦτο τὸ δεύτερον ἐπράξαμεν.
1440Εἶναι δὲ καιρὸς, νομίζω, Κύριοι, νὰ ἀνακαθαρθῇ, οὕτως
1441εἰπεῖν, ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων, καὶ νὰ ὑψωθῇ εἰς
1442περικαλλὲς καὶ ἄρτιον οἰκοδόμημα, οὐχὶ δὲ σεσαθρωμένον
1443καὶ ὑπὸ παντοίων ἀνέμων σαλευόμενον παράπηγμα, οἷον ἐκ
1444τῶν ἑκάστοτε μεταβολῶν κατέστη τὸ νομοθέτημα τοῦτο,
1445ἐφ’ οὗ, ὡς ἐπὶ τῆς βάσεως, δέον νὰ ἑδράζηται καὶ ἑδράζεται
1446ἡ ἀλάνθαστος καὶ ἴση ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης.
1447Ἐὰν, Κύριοι, ἀνοίξητε τοὺς Κώδικας, τοὺς περιέχοντας
1448τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, θέλετε εὑρεθῆ πρὸ ἐκπλη-
1449κτικοῦ καὶ ἀστείου ἅμα φαινομένου, ἄρθρων ἀναγραφομένων
1450μὲν, μὴ ἰσχυόντων δὲ, καταχωρίσεως νόμων ἀντικαθιστών-
1451των καταργούμενα ἄρθρα. Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων
1452παριστᾷ τὸ θέαμα πεπαλαιωμένου οἰκοδομήματος, οὗτινος
1453μόνον ἡ βάσις ἴσως ὑφίσταται ὡς ἀρχικῶς εἶχε, τὰ μέρη
1454ὅμως, ἐκ παντοίων μεταβολῶν, ἀνετράπησαν, διερράγησαν,
1455αἱ κέραμοι κατέρρευσαν, καὶ ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν σεβαστὸν
1456μὲν, ἀλλ’ ἐρείπιον, οὕτως εἰπεῖν, οἰκοδόμημα.
1457Διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθιερώ-
1458σαμεν, τοῦ νὰ ἐγκατασπείρωμεν ἐν τῷ στελέχει, οὕτως
1459εἰπεῖν, τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων τὰς διατάξεις,
1460ἃς ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,
1461ἀποκαθίσταται—ἐπιτραπήτω μοι ἡ ἔκφρασις— ὁ Ὀργα-
1462νισμὸς τῶν Δικαστηρίων, ὑψοῦται, τολμῶ εἰπεῖν τὴν λέξιν,
1463εἰς λαμπρὸν οἰκοδόμημα, ἄρτιον, ὁλομερὲς, σπουδαῖον καὶ
1464ἑνιαῖον, τοιουτοτρόπως δὲ ἐσμὲν—καὶ ἂς μὴ θεωρηθῇ, παρα-
1465καλῶ, ἐγωϊστικὸν—εὐτυχεῖς, ὅτι, τῇ συνεργασίᾳ ἀνωτάτων
1466δικαστικῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους, πεφωτισμένων δικη-
1467γόρων, καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, κατωρθώσαμεν,
1468μετὰ τοσούτους ἐνιαυτοὺς, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν,
1469πρῶτον νῦν, νομοσχέδιον δικαστικὸν, μὴ περιοριζόμενον εἰς
1470τὴν διατύπωσιν δεκάδος τινῶν ἄρθρων, νομοσχέδιον δικα-
1471στικὸν, ἐφ’ οὗ ἀσφαλῶς δύναται νὰ ἑδρασθῇ ἡ ἐν τῷ μέλλοντι
1472ἀπονομὴ τῆς τε ἀστικῆς καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.
1473Τοιουτοτρόπως νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον
1474ἀπὸ τῶν ἀσθενῶν μοι δυνάμεων ἐξήρτητο, συνετέλεσά πως
1475καὶ εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, κα-
1476τορθώσας ἐπὶ προϋπολογισμοῦ τριῶν καὶ μόνον ἑκατομμυ-
1477ρίων νὰ ἐπιφέρω ἐλαττώσεις 600,000 δραχμῶν περίπου,
1478καὶ τοῦτο χωρὶς παντάπασι νὰ ζημιωθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς
1479δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐβελτιώθη μάλιστα, ἰσοτέρα καὶ
1480δικαιοτέρα καὶ εἰλικρινεστέρα ἀπονεμομένη.
1481Ἤκουσα, Κύριοι, καὶ ἐν τῷ Τύπῳ καὶ ἐν ἄλλοις κύκλοις
1482πολὺς λόγος νὰ γίγνηται, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα τοῦ Ὑπουρ-
1483γείου οὔτε πρωτοφανῆ, οὔτε ἐφεύρεσις τῆς ἐμῆς διανοίας
1484τυγχάνουσιν ὄντα. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, ἔν τε τῷ πολιτικῷ
1485μου βίῳ καὶ τῷ ἰδιωτικῷ ἅμα, οὐδέποτε ἐζήτησα διπλώ-
1486ματα εὑρεσιτεχνίας. Ἐὰν ἄλλοι, ἐξ ἐπαγγέλματος ἀντιπρο-
1487σωπεύοντες, ἢ νομίζοντες τοὐλάχιστον ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι
1488τὰς ἰδέας τῆς ἀποκεντρώσεως, ἐταράχθησαν, διότι τινὲς αὐ-
1489τῶν ἐγκατεστρώθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, οὐδεὶς πρὸς
1490αὐτοὺς ἐξ ἐμοῦ τοὐλάχιστον φθόνος. Ἂς ἔχωσι τὰ προνό-
1491μια τῆς εὑρεσιτεχνίας. Ἐὰν ἄλλοι ἔγραψαν, ὅτι πρῶτοι αὐ-
1492τοὶ ἐφεῦρον τὰ τριμελῆ Πλημμελειοδικεῖα, ἢ τὰς ἄλλας
1493διατάξεις, τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένας, ἂς ἐρί-
1494σωσι πρὸς τὴν Αὐστριακὴν, ἢ τὴν Γερμανικὴν, ἢ τὴν Γαλ-
1495λικὴν, ἢ τὴν Ἰταλικὴν νομοθεσίαν, ἐξ ἧς ἐγώ, βοηθούμενος
1496παρ’ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἀντέγραψα. Ἐγὼ δὲν φιλοδοξῶ τὴν
1497πρωτοτυπίαν, οὔτε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὑποβολῆς τοῦ νο-
1498μοσχεδίου. Ἔχων μόνον τὴν πεῖραν τὴν νομικὴν τριῶν περί-
1499που δεκάδων ἐτῶν, εἰδικῶς ἀσχοληθεὶς περὶ τὸ Δίκαιον, — καί-
1500τοι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ εἰδικότης πολλάκις εἶναι ἐλάττωμα τοῦ
1501πολιτικοῦ ἀνδρὸς, — προσφυγὼν εἰς τὰ φῶτα πεπειραμένων
1502ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἄλλων Κυρίων, ἐπε-
1503χείρησα καὶ ἀπεπειράθην διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ν’ ἀντι-
1504καταστήσω τὸ κακῶς ἔχον, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλά-
1505χιστον, καθεστὼς διὰ συστήματος ἄλλου, περὶ ὃ εὐτυχῶς
1506— καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν αὐτῶν — ὅλα τὰ κόμματα
1507τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου εἰργάσθησαν καὶ ἠσχολήθησαν.
1508Ἐὰν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τὸ νομοσχέδιον ἐπιδέχηται
1509συζήτησιν, τὰς γενικὰς ὅμως βάσεις αὐτοῦ νομίζω, ὅτι οὐ-
1510δεὶς θέλει δυνηθῆ νὰ κλονίσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως ἀνέκαθεν ἐπί-
1511στευον καὶ ἐξακολουθῶ φρονῶν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινο-
1512βούλιον, ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς σήμερον,
1513περιλαμβάνει πᾶν ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἡ χώρα ἔχει, εἴτε ἐν πο-
1514λιτικοῖς ἀνδράσιν, εἴτε ἐν στρατιωτικοῖς, εἴτε ἐν τοῖς ἐπαγ-
1515γέλμασι τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου, εἴτε ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, — περι-
1516φανεῖς ἐνταῦθα νομοδιδάσκαλοι, περιφανεῖς ἀξιωματικοί,
1517περιφανεῖς ἡγέται πολιτικῶν κομμάτων, περιφανεῖς ἐπιστή-
1518μονες, καὶ πᾶν ὅ,τι ἔξοχον ἔχει παραγάγει ἡ χώρα αὕτη,
1519μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας, αἵτινες περιβάλλουσιν ἡμᾶς, καὶ ἐν-
1520ταῦθα ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀνέκαθεν εὑρίσκεται,
1521— παρακαλῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρα-
1522πέμψητε εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν πεφωτισμένων ἀν-
1523δρῶν ἑκατέρας τῶν πτερύγων, ἵνα τὰ τυχὸν κακῶς ἢ ἐκ
1524πλάνης ἔχοντα διορθώσῃ αὕτη καὶ μεταρρυθμίσῃ.
1525Ὡς ἐκ τῆς φύσεως ὅμως αὐτῶν τὰ νομοθετήματα ταῦτα
1526πολὺ δέον ν’ ἀπέχωσι τοῦ νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς πολιτικὰ
1527ζητήματα. Καὶ ὡς εὐχαρίστως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνο-
1528δον εἴδομεν τὴν Βουλὴν ἀδελφουμένην εἴς τε τὰ στρατιω-
1529τικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, ἵνα παραγάγῃ πᾶν ὅ,τι
1530τελειότερον καὶ ἐθνωφελέστερον ἐδύνατο νὰ δημιουργηθῇ,
1531οὕτω νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τοιαύτης φύ-
1532σεως δέον νὰ δοθῶσιν αἱ χεῖρες ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων,
1533ἵνα, ὁμοῦ συμπορευόμεναι, καὶ δᾳδουχούμεναι ὑπὸ τῶν λαμ-
1534πάδων τῆς τε ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, αἵτινες ἐνταῦθα
1535φωτίζουσι πλειότερον ἢ ἐν οἱῳδήποτε ἄλλῳ κύκλῳ, καταρ-
1536τίσωσι τὸ τυχὸν ἀτελῶς παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον
1537εἰς νομοσχέδιον πλῆρες καὶ ἄρτιον, δυνάμενον νὰ παρέχῃ τὴν
1538ἐγγύησιν, ὅτι ἀσφαλῶς, ὀρθῶς καὶ δικαίως θέλει ἀπονέμε-
1539σθαι τοῦ λοιποῦ ἡ δικαιοσύνη.
1540Ἐν ἄρθρῳ 24 τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα καταδείξωμεν τὴν
1541ἀγαθὴν ἡμῶν πίστιν,—τοῦθ’ ὅπερ καὶ παρ’ ὑμῶν οὕτως ἤθε-
1542λεν ἔχει, ἐὰν παρ’ ὑμῶν συνετάσσετο καὶ ὑπεβάλλετο τὸ νο-
1543μοσχέδιον, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, — περιωρίσαμεν τὴν δύναμιν
1544τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὰ ἀναποδράστως ἀναγκαῖα αὐτῆς ὅρια.
1545Διότι αἱ μεταθέσεις Προέδρου Ἐφετῶν, Ἐφέτου, Προέδρου καὶ
1546δικαστοῦ Πρωτοδικείου, ἢ ἐπαρχιακοῦ Πρωτοδικείου, ἀπὸ
1547δικαστηρίου εἰς δικαστήριον ἐπιτρέπονται μόνον μετὰ προη-
1548γουμένην γνωμοδότησιν ἐπιτροπῆς, ἱδρυομένης παρὰ τῷ
1549Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ
1550Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Προέδρου, τοῦ Εἰσαγγελέως
1551καὶ τριῶν ἐκ τῶν λοιπῶν ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἀρείου Πά-
1552γου, κληρουμένων κατ’ ἔτος ἐντὸς τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου
1553ἐν Συμβουλίῳ καὶ ἐν συνεδριάσει τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ, καὶ
1554τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης,
1555ἢ τοῦ ἀναπληροῦντος αὐτὸν τμηματάρχου.
1556Οὕτω μεγάλη μερὶς τοῦ Συμβουλίου θέλει ἀποτελεῖσθαι
1557ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ταύτην συγκρατοῦσι τρεῖς Ἀρεο-
1558παγῖται μετὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ
1559Ἀρείου Πάγου, ἐν ᾧ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς
1560σπουδαίως μειονοψηφοῦσι, δύο ἀπέναντι πέντε.
1561Δὲν νομίζω, ὅτι ἐδύνατο νὰ ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὸ πο-
1562λίτευμα ἡ παράλειψις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς
1563ταύτης, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος Σύμβουλος τοῦ Στέμ-
1564ματος, διότι αὐτὸς, ὅσῳ καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι δύναται νὰ
1565ἐπηρεάζηται, εἶναι ὁ κρείσσων εἰσηγητὴς εἰς τοιούτου εἴδους
1566ἐπιτροπάς.
1567Οἱ λόγοι τῶν μεταθέσεων, αἱ περιστάσεις αἵτινες θέλου-
1568σιν ὁδηγεῖ τὸ Συμβούλιον τοῦτο εἰς τὰς κινήσεις τῶν δικα-
1569στικῶν προσώπων, λεπτομερῶς ἀναγράφονται ἐν τῷ 24 ἄρ-
1570θρῳ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, δηλαδὴ ἐν τῷ ἄρ-
1571θρῳ τῷ ἀντικαθιστῶντι τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν
1572Δικαστηρίων.
1573Ἦτο ἤδη καιρὸς, Κύριοι, νὰ γένηται ἀπόπειρα πρὸς ἀνύ-
1574ψωσιν τοῦ κατωτέρου δικαστοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἦτο
1575ἤδη καιρὸς, τὸν Εἰρηνοδίκην, τὸν κατὰ πολὺ κατωτέρω ἱστά-
1576μενον τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ, τοῦ Πρωτοδίκου, ν’ ἀντικα-
1577ταστήσωμεν δι’ ἰσοβίου δικαστοῦ. Ἦτο ἤδη καιρὸς, εἰς τὸν
1578Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ παρὰ τὰς καθ’ ἡμέραν ὑποθέσεις αὑ-
1579τοῦ νὰ τάξωμεν δικαστὴν τῆς προελεύσεως τοῦ Πρωτοδίκου,
1580τουτέστι Πρωτοδίκην. Καὶ ἐὰν, Κύριοι,—περὶ οὗ οὐδαμῶς
1581ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς ἐνδιαφέρομαι,—τὸ νομοσχέ-
1582διον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως
1583ἐν γένει δὲν κατορθωθῇ νὰ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, μὴ
1584ἀμφιβάλλετε, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ ῥοῦς
1585τῶν πραγμάτων θέλει ἐπιβάλει ῥιζικωτέραν μεταβολὴν εἰς
1586τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Οὐδεμίαν δὲ ἄλλην ῥιζικωτέραν μετα-
1587βολὴν δύνασθε νὰ ἔχητε, πλὴν ταύτης. Πρῶτον μὲν, διότι
1588ὑπὲρ αὐτῆς ἔχετε τὴν γνώμην τῆς ἐπιστήμης, τοῦ πεφωτι-
1589σμένου κόσμου, τῶν νομικῶν, τὴν πεῖραν τῶν ξένων Κρα-
1590τῶν, ἅτινα ἐκεῖ φέρονται· δεύτερον δὲ, διότι εἶναι ἀδύνα-
1591τον, καταργοῦντες Πρωτοδικεῖα, καταλύοντες Εἰρηνοδικεῖα,
1592πρὸς περιστολὴν μεγάλων δαπανῶν, ἀδύνατον, λέγω, νὰ κα-
1593τορθώσητε πάντα ταῦτα ἄνευ ἀνταλλαγμάτων, χωρὶς δη-
1594λαδὴ νὰ παράσχητε τὴν ἀπονομὴν πλήρους τῆς ἀστικῆς δι-
1595καιοσύνης διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, χωρὶς νὰ
1596προνοήσητε περὶ τῆς πλήρους ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιο-
1597σύνης δι’ αὐτῶν τούτων τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων.
1598§148Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν;
1599§149ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ περὶ αὐτῶν ὑπάρχουσι διατάξεις.
1600§150ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ
1601περὶ τῶν φυλακῶν;
1602§151Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, καὶ περὶ αὐτῶν.
1603§152Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τότε θὰ ἦναι περισσότερα τὰ ἔξοδα.
1604§153Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τετυ-
1605πωμένον τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ τέλος δὲ τῆς συνεδριά-
1606σεως θέλω καταθέσει καὶ τοὺς πίνακας, ταξινομῶν αὐτούς.
1607(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 17).
1608§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1609§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1610νομικῶν ὑπέβαλε χθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν προϋπολο-
1611γισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως
1612τοῦ προσεχοῦς ἔτους 1905. Πρὸς πληρεστέραν δὲ κατανόη-
1613σιν τῶν ἀριθμῶν, ὅσους ἀνέγραψεν ἐν ταῖς στήλαις τῶν ἐσό-
1614δων καὶ ἐξόδων, καὶ πρὸς διευκόλυνσιν τῆς μελέτης ἡμῶν
1615καὶ τῆς ἐρεύνης, ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ ὑποβάλῃ συγχρόνως
1616καὶ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους
16171903, ἥτις ἔληξε πρὸ μικροῦ, καὶ τὰς σκέψεις αὐτοῦ καὶ
1618τὰς προσδοκίας περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρή-
1619σεως τοῦ 1904, ἥτις διανύει ἔτι τὸ πρῶτον αὐτῆς χρονικὸν
1620στάδιον.
1621Συνομολογοῦμεν βεβαίως πάντες ἡμεῖς ἐνταῦθα, ὅτι οὐ
1622μόνον σκόπιμον, ἀλλὰ μάλιστα ἀπαραίτητον χρῆμα εἶναι,
1623ἐν πολλοῖς μὲν καὶ ἄλλοις, ἰδίως δὲ ἐν οἰκονομικοῖς ζητή-
1624μασι τῶν Κρατῶν, ἐν ζητήμασι προϋπολογισμῶν καὶ ἡ ἐν-
1625τελὴς γνῶσις τοῦ παρελθόντος, ἡ πλήρης καὶ ἐν τῷ συνόλῳ
1626ἀντίληψις αὐτοῦ, καθὼς καὶ ὁ ἀκριβέστερος καθορισμὸς τοῦ
1627παρόντος, ὅπως ἀσφαλεστέρα γένηται ἡ διάγνωσις τοῦ μέλ-
1628λοντος. Παρελθὸν καὶ παρὸν εἶναι οἱ δύο ὅροι τοῦ οἰκονο-
1629μικοῦ προβλήματος, δι’ ὧν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀνεύρεσις τοῦ
1630τρίτου ἀγνώστου μέλλοντος. Εἶναι δύο, ὡς ἔπος εἰπεῖν,
1631ἠλεκτρικοὶ προβολεῖς, δέσμας σκορπίζοντες ἀπλέτου φωτὸς,
1632καὶ καθοδηγοῦντες ἀσφαλῶς τὴν πορείαν ἡμῶν ἀνὰ μέσον
1633τῶν σκοτεινῶν διαδρόμων τοῦ μέλλοντος, ἄνευ σοβαροῦ κιν-
1634δύνου δυσάρεστων παραπλανήσεων ἢ πικρῶν ἀπογοητεύσεων.
1635Τοιούτους ἠλεκτρικοὺς προβολεῖς ἐχρησιμοποίησε καὶ ὁ κ.
1636Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὁδηγηθῇ εἰς τὴν σύντα-
1637ξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν
1638ἡ μελέτη τῆς χρήσεως τοῦ 1903 καὶ ἡ τοῦ 1904 δύναν-
1639ται ὁπωσοῦν νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς, ἂν πρόκειται ἁπλῶς
1640καὶ μόνον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν κατάστρωσιν τῶν ἀριθ-
1641μῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905, ἄνευ ἄλλης τινὸς γενι-
1642κωτέρας ἐρεύνης. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐννοήσωμεν πλήρη
1643καὶ ἐν τῷ συνόλῳ τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατάστασιν,
1644οἵα διαγράφεται αὕτη σήμερον, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀντιληφθῶ-
1645μεν ἐγγύτερον, μὲ ποίας ἐλπίδας ἢ μὲ ποίους φόβους πρέ-
1646πει ν’ ἀτενίζωμεν εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον, μὲ ποῖα ἐκ τοῦ
1647παρελθόντος ἐφόδια, ἢ μὲ ποῖα ἐκ τοῦ παρελθόντος βάρη,
1648πρόκειται ὅσον οὔπω νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νέαν χρῆσιν τοῦ
16491905, ἡ ἔρευνα τῶν ἀποτελεσμάτων μόνον τῆς χρήσεως
1650τοῦ 1903 καὶ τοῦ 1904 δὲν φαίνεται καὶ δὲν εἶναι ἐπαρ-
1651κής. Πρέπει νὰ μελετήσωμεν καὶ ταύτας μὲν τὰς δύο
1652χρήσεις ἐπισταμένως καὶ καταληπτῶς, νὰ ἐρευνήσωμεν ὅμως
1653συγχρόνως καὶ ἄλλας ἔτι προγενεστέρας χρήσεις, ὀπισθο-
1654δρομοῦντες μέχρις ἐκείνου τοῦ χρονικοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον
1655ἐσημείωσεν εὐκρινῶς νέαν περίοδον ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν
1656καὶ ἁμαρτωλῇ ἱστορίᾳ, ἤτοι μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως παρ’
1657ἡμῖν τοῦ ξένου ἐλέγχου, ὅστις ἔθετο τέρμα εἰς τὰς προτέ-
1658ρας ἡμῶν οἰκονομικὰς ἀφροσύνας, καὶ ὅστις ἐθεωρήθη ὅτι
1659ἔμελλε νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς τοῦ λοιποῦ νὰ διαπράξωμεν νέας
1660τοιαύτας.
1661Ἐλαυνόμενος ὑπὸ τῆς εἰλικρινοῦς ἐπιθυμίας νὰ συντε-
1662λέσω, ὅσον ἐπιτρέπουσιν αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις, εἰς τοι-
1663αύτην εὐρυτέραν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστά-
1664σεως ἐν γένει, κρίνω συντελεστικὸν ν’ ἀναθεωρήσω μεθ’ ὑμῶν
1665τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον διηνύσαμεν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ
1666ἐδάφους κατὰ τὴν τελευταίαν ἑξαετίαν, λαμβάνων ὡς ἀφε-
1667τηρίαν τὸ ἔτος 1899.
1668Ἐξέλεξα τὸ ἔτος τοῦτο οὐχὶ αὐθαιρέτως, οὐδὲ κατὰ τύ-
1669χην, ἀλλὰ διὰ διπλοῦν λόγον. Πρῶτον, διότι ὁμολογουμέ-
1670νως καὶ ἀδιαφιλονικήτως ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως παρ’ ἡμῖν
1671τοῦ ξένου ἐλέγχου εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος τῆς νέας μετὰ τὸν
1672συμβιβασμὸν οἰκονομικῆς ἡμῶν περιόδου, ὁμαλὸν οἰκονομι-
1673κῶς, ὁμαλὸν καὶ πολιτικῶς, καὶ δεύτερον διότι συμπίπτει
1674μὲ τὴν εἰς τὴν ἀρχὴν ἄνοδον νέου κόμματος, ὑπὸ νέον ἀρ-
1675χηγὸν, τὸν κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευόμενον, ὅστις ἀπὸ τῆς
1676ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον, ἐκτὸς διαλείψεών τινων, διευ-
1677θύνει τοῦ πτωχοῦ τούτου Κράτους τὰς πτωχοτέρας τύχας.
1678Ἐξέτασις ἑπομένως τῆς ἑξαετίας ταύτης εἶναι συγχρόνως
1679καὶ ἐξέτασις τῆς πολιτείας, ἣν ἐγκαινίασεν εἰς τὸν τόπον τὸ
1680κυβερνῶν κόμμα, ἀφοῦ τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ τῆς
1681παρελθούσης ἑξαετίας εἶναι τὸ καθαρὸν ἀπαύγασμα τῆς πο-
1682λιτικῆς, ἣν ἠκολούθησεν ὁ κ. Θεοτόκης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ φί-
1683λοι ἑταῖροι. Κρίνοντες λοιπὸν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων
1684τούτων, θὰ κρίνωμεν συγχρόνως καὶ περὶ τῶν αἰτίων καὶ
1685περὶ τῶν ὑπευθύνων, θὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ αὐ-
1686τῶν ἔργου, ἵνα ἐννοήσωμεν, ἂν πρέπει καὶ ἂν θὰ ᾖ δυνατὸν
1687νὰ ἐξακολουθήσωμεν τοῦτο, ἢ ἂν τοὐναντίον ἐπιτακτικῶς
1688ἐπιβάλλεται ἡ ταχυτέρα αὐτοῦ καταδίκη, ἀφοῦ ἀναποφεύ-
1689κτως ἐπίκειται καὶ οἴκοθεν τὸ ταχὺ κατακρήμνισμα. Ἀλλ’
1690ἀναθεωροῦντες προσεκτικῶς καὶ εὐσυνειδήτως τὰ ἀπὸ τοῦ
16911899 διαπραχθέντα, θὰ κρίνωμεν ἐπίσης, ἂν ἡ τιμὴ καὶ ἡ
1692ὑπερηφάνεια τῆς χώρας ταύτης, ἂν τὸ ἠθικὸν γόητρον τῆς
1693Βασιλείας, ἂν ἡ συναίσθησις τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἀντι-
1694προσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατῆλθον μέχρι τοσούτου,
1695ἔπαθον τοιαύτην καθίζησιν, ὥστε ἀπαθῶς νὰ θεῶνται ἐμφα-
1696νιζομένους ἐνώπιον αὐτῶν τολμηρῶς ὡς ἰατροὺς καὶ σωτῆ-
1697ρας τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως ἀκριβῶς ἐκείνους, οἵτινες
1698ἐγένοντο οἱ κύριοι καὶ μόνοι παραίτιοι τῶν οἰκονομικῶν
1699ἡμῶν παθημάτων, ἐκείνους, οἵτινες διὰ σειρᾶς πολιτικῶν
1700σφαλμάτων καὶ ἀσυγγνώστων παρεκτροπῶν, κατὰ τὴν ἰδίαν
1701αὐτῶν πλέον ταπεινὴν καὶ ἐρυθρωπὴν ὁμολογίαν, ὡδήγησαν
1702τὴν δύσμοιρον χώραν εἰς Κρανίου Τόπον, εἰς τὸν Γολγοθᾶ
1703δευτέρας οἰκονομικῆς καταστροφῆς.
1704Ζητῶ λοιπὸν τὴν ἄδειαν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν τὰ τῆς
1705ἐρεύνης ταύτης ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ ἐπι-
1706καλοῦμαι συγχρόνως τὴν εὐμενῆ ὑμῶν προσοχήν. Ἡ σειρὰ
1707τοῦ λόγου μου ἔσεται αὕτη. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899 ἀρχόμε-
1708νος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρίαν, ὡς εἶπον, τῆς ἐμῆς
1709ἐρεύνης, θὰ ἐξετάσω κατὰ σειράν, ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέ-
1710σματα ἑκάστης τῶν χρήσεων μέχρι τοῦ 1903, ἀπομονουμέ-
1711νων εἰς τὰς ἰδίας δυνάμεις, ἤτοι εἰς τὰ ἴδια μόνον θετικὰ
1712ἔσοδα καὶ τὰ ἴδια πραγματικὰ ἔξοδα. Κατόπιν ἐπὶ τῇ βά-
1713σει τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων θὰ ἐνασχο-
1714ληθῶ εἰς ἀνεύρεσιν τῶν κατὰ πᾶσαν λογικὴν προσέγγι-
1715σιν, ὑποδεικνυομένην ὑπὸ πραγματικῶν δεδομένων, εἰσπρά-
1716ξεων καὶ δαπανῶν τοῦ ἔτους 1904, οὗ ἡ χρῆσις συμπλη-
1717ροῖ μετ’ ὀλίγον τὸ πρῶτον αὐτῆς χρονικὸν διάστημα. Μετὰ
1718ταῦτα θὰ ἐξετάσω, ποία εἶναι ἡ ἐν γένει κατάστασις ἡ
1719χρηματικὴ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπειδὴ δὲ μέχρι τέλους
1720τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902 ἀπεκρυσταλλώθησαν ἐν τοῖς
1721ἐπισήμοις βιβλίοις τ’ ἀποτελέσματα ἁπασῶν ἐν γένει τῶν
1722χρήσεων ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον,
1723θὰ ἐξετάσω ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου πίνακος τῆς Γε-
1724νικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους; ἂν καὶ ποίαν χρηματι-
1725κὴν ἐνίσχυσιν ἐκληροδότησαν εἰς τὸ 1905, τὸ ὅσον οὔπω
1726ἀρχόμενον, αἱ παρελθοῦσαι χρήσεις, αἱ παρελθοῦσαι ἡμέραι,
1727ἢ ἂν τοὐναντίον ἀνάγκαι ὑπάρχουσι καὶ στενοχωρίαι, μὲ τὴν
1728συνοδείαν τῶν ὁποίων τὴν δυσάρεστον πρόκειται νὰ εἰσέλ-
1729θωμεν εἰς τὸ ἔτος 1905, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐγκαίρως
1730πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ φροντίσωμεν, συγχρόνως μετὰ τοῦ
1731προϋπολογισμοῦ τοῦ 1905.
1732Ἐξ εὐνοήτου λόγου τοιαύτη τις ἐξέτασις ἔσεται ὁπως-
1733δήποτε μακρά. Ἀλλὰ τὸ μᾶλλον δυσάρεστον εἶναι, ὅτι,
1734ἂν διὰ τὸν ὁμιλοῦντα καὶ μάλιστα δι’ ἐκεῖνον, ὅστις δὲν
1735διατίθησι, δυστυχῶς, πλουσίας πιστώσεις φωνῆς καὶ στήθους,
1736ἔσεται ἐπίπονος, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀκούοντας — καὶ πιστεύ-
1737σατε, ὅτι περὶ αὐτῶν φροντίζω μᾶλλον καὶ ἀνησυχῶ, — θὰ
1738ἦναι βεβαίως ἀτερπής. Θὰ διανύσωμεν τῳόντι ὁμοῦ μακρὰν
1739καὶ αὐχμηρὰν ἔρημον ἀριθμῶν, χωρὶς τὴν παρήγορον καὶ
1740γλυκεῖαν ἐλπίδα νὰ ἀντικρύσωμέν που ἐν τῷ μεταξὺ ὄασίν
1741τινα χλοερὰν καὶ εὔυδρον, ἱκανὴν ν’ ἀναπαύσῃ τὸ κεκμηκὸς
1742ἡμῶν βλέμμα, νὰ πραΰνῃ τὴν ἀθυμοῦσαν ψυχήν. Ἀλλὰ, κύ-
1743ριοι συνάδελφοι, ἂν noblesse oblige, ἂν ἡ εὐγένεια ἐπι-
1744βάλλῃ ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον ἐπιβάλλει τοιαύ-
1745τας καὶ τὸ καθῆκον ἡμῶν ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους.
1746Τὸ πρώτιστον δὲ τῶν καθηκόντων τούτων εἶναι ἀναντιρρή-
1747τως, δι’ εἰλικρινοῦς ἐξετάσεως καὶ ἀμοιβαίας προσπαθείας
1748νὰ βεβαιωθῶμεν ἐπακριβῶς, ποῖαι εἶναι ἐπὶ τέλους αἱ πραγ-
1749ματικαὶ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας, καθόσον ἐπὶ τοιού-
1750των πραγματικῶν βάσεων πρέπει νὰ θεμελιώσωμεν καὶ νὰ
1751στηρίξωμεν τὸ ὅλον ἡμῶν πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν οἰκοδόμημα,
1752ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τοῦτο προσεχῆ τινα ἡμέραν πῖ-
1753πτον μετὰ πατάγου καὶ ἤχου καὶ θάπτον ὑπὸ τὰ ἐρείπια
1754αὑτοῦ καὶ τὰ συντρίμματα τοὺς μωροὺς καὶ ἄφρονας οἰκο-
1755δόμους.
1756Ἡ ξένη Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ἔλαχεν ὁ κλῆρος
1757μετὰ τὸν πόλεμον νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν
1758τῆς Ἑλλάδος, ἐθεώρησε χρήσιμον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ κατα-
1759στρώσῃ τὰς σκέψεις αὑτῆς περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν μέλ-
1760λοντος, καὶ νὰ διαγράψῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν τύπον τῶν
1761προϋπολογισμῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους ὠφείλομεν νὰ διοικη-
1762θῶμεν, ἂν ἐπεθυμοῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ποθητὴν οἰκο-
1763νομικὴν καὶ πλήρη ἀνάρρωσιν.
1764Ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὴν χρεωκοπίαν
1765ἦτο εἷς δυστυχὴς τραυματίας, ἐξ ἐκείνων, εἰς τῶν ὁποίων
1766τὸ σῶμα πολλὰ χαίνουσι τραύματα, καὶ πολλαὶ αἱμάσσουσι
1767πληγαί. Διὰ ποίων ἐγχειρίσεων ἔμελλον νὰ ἐξαχθῶσιν αἱ εἰς
1768τὸ σῶμα ἡμῶν ἐμπεπηγμέναι σφαῖραι, διὰ ποίας σώφρονος
1769καὶ ἐπιμόνου διαίτης ἔμελλον νὰ ἐπουλωθῶσιν αἱ πληγαὶ,
1770καὶ ν’ ἀναρρώσῃ ὁ ἐπικινδύνως ἐξησθενημένος ἡμῶν ὀργανι-
1771σμός, ἰδοὺ τὸ ἔργον τὸ ἀγαθὸν καὶ πράγματι φιλελληνικὸν,
1772εἰς ὃ ἐνησχολήθη πρὸς ὁδηγίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὠφέλειαν
1773ἡμῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ξένου ἐλέγχου.
1774Πρὸς τοῦτο ἡ ξένη αὕτη Ἐπιτροπὴ, ἐπιμελῶς ἐξετάσασα
1775τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν 5 πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦ-
1776θεν ἐτῶν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1896 συμπεριλαμ-
1777βανομένου, καὶ ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης ὁδηγουμένη, κατέ-
1778στρωσε τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτῆς περὶ τῶν προϋπολογισμῶν
1779τῶν ἓξ ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν πρώτων ἐτῶν, ἤτοι
1780ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1903 συμπεριλαμβανομένου. Ὤ-
1781ρισε δηλονότι τὸν τύπον τῶν προϋπολογισμῶν, εἰς τὸν ὁποῖον
1782οἱ Ἕλληνες Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ χύσωσι
1783τοὺς προϋπολογισμοὺς αὑτῶν κατὰ τὰ μνημονευθέντα ἔτη,
1784ἵνα φθάσωσιν ἀκινδύνως εἰς τὸ ἔτος 1903, τὸ ὁποῖον ἡ ξένη
1785Ἐπιτροπὴ προσδιώριζεν ὡς τὸ πρῶτον ἔτος ἰσοζυγίου καὶ
1786ἀληθινοῦ περισσεύματος, ὡς τὴν ἀφετηρίαν πραγματικῆς οἰ-
1787κονομικῆς ἀναρρώσεως.
1788Ἐν τῇ ἐρεύνη ταύτῃ καὶ τῇ μελέτῃ τῆς ξένης Διεθνοῦς
1789Ἐπιτροπῆς τὸ δεύτερον ἀπὸ τοῦ πολέμου ἔτος καὶ πρῶτον
1790τῆς ἐξετάσεως ταύτης ἡμῶν, τὸ ἔτος 1899, ὑπελογίζετο ὡς
1791ἔτος σπουδαιοτάτου ἐλλείμματος. Τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως
1792τοῦ ἔτους τούτου προϋπελογίζοντο παρ’ αὐτῆς εἰς δραχμὰς
179389,639,640, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχμὰς 98,739,498. Πρὸς
1794ἐλάττωσιν τοῦ προκύπτοντος μεγάλου ἐλλείμματος ἐκ
1795δραχμῶν 9,099,858, ἐλλείμματος δυσβαστάκτου διὰ τοὺς
1796ἀσθενικοὺς ἡμῶν ὤμους, ἡ ξένη Ἐπιτροπή, στηριζομένη εἰς
1797τὸν περὶ ἐλέγχου νόμον, ἐχορήγει εἰς τὸ Κράτος βοήθημα
1798ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ δραχμῶν
1799ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, ἑπομένως περιώριζε τὸ ἔλλειμμα εἰς
1800δραχμὰς 1,099,858.
1801Ἀφοῦ εἴδομεν, πῶς ὑπελόγιζεν ἡ ξένη Ἐπιτροπὴ τὰ τῆς
1802χρήσεως τοῦ 1899, φέρε ἐξετάσωμεν, πῶς ὑπελόγιζον οἱ
1803σοφοὶ ἐγχώριοι, καὶ δὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ μετ’ αὐτοῦ
1804συνεργαζόμενος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ ποίων
1805βάσεων ἐστήριξαν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ
18061899.
1807Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποβάλλων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
18081899, παρέστησεν ὡς ἔσοδα αὐτοῦ δραχμὰς 105,795,658,
1809ἔξοδα δὲ 99,347,624, ἤτοι ὑπελόγιζε περίσσευμα ἐκ δραχ.
18106,448,034. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς,
1811εἰλικρινῶς φερόμενος, ὡμολόγησε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι
1812πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 3,859,258, διότι τὸ ποσὸν
1813τοῦτο δὲν ἦτο σταθερὸν τακτικὸν ἔσοδον, δὲν ἦτο ἔσοδον
1814βεβαίως τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἀλλ’ ἦτο ἀντίτιμον στα-
1815φιδοκάρπου τῶν χρήσεων 1895, 1896 καὶ 1897· ἑπομένως
1816περιώριζε τὸ ποσὸν τοῦ περισσεύματος εἰς δρ. 2,588,776.
1817Ὑπελόγιζεν ὅμως, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, καὶ ἐπὶ τῇ
1818βάσει δεδομένων προηγουμένων χρήσεων, ἔμελλον νὰ προκύ-
1819ψωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων κατ’
1820ἐλάχιστον ὅρον, καὶ ὅτι ἔπρεπε συγχρόνως νὰ ὑπολογισθῇ
1821καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ δραχ. 1,200,000, ἀντιπροσωπεῦον τὸν ἐκ
1822τεσσάρων δραχμῶν φόρον τοῦ Δημοσίου ἐπὶ σταφίδος παρα-
1823κρατηθείσης τῷ 1898, τὸ ὁποῖον δὲν ἔμελλε νὰ εἰσπραχθῇ
1824ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἀλλ’ ἀνῆκεν εἰς τὰς προσόδους
1825τοῦ 1899· ἀνεβίβαζεν ἑπομένως τὸ πιθανὸν, πιθανώτατον
1826κατ’ αὐτὸν πλεόνασμα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 εἰς δραχμὰς
1827ἑπτὰ ἑκατομμύρια καὶ πλέον ἔτι, ἂν, ὡς ἐξέφραζε τὴν
1828ἐλπίδα ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολο-
1829γισμῷ του ἔσοδα τῆς χρήσεως ὡς εἰσπράξιμα ἔμελλον ν’ ἀνα-
1830δειχθῶσιν ἀνώτερα.
1831Ἀλλ’ ὡς πάντες γινώσκετε, οἱ ἑλληνικοὶ προϋπολογισμοὶ
1832ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσάγονται, μέχρι τῆς στιγμῆς,
1833καθ’ ἣν ψηφίζονται, ὑφίστανται πολλὰς καὶ οὐσιώδεις μετα-
1834βολὰς, ἀληθεῖς μεταμορφώσεις Ὀβιδιακάς. Τινὲς μάλιστα
1835τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ συστή-
1836ματος καὶ ἀπὸ μεμελετημένης τινος πολιτικῆς κερδοσκο-
1837πίας, ἀξίας πάσης ἐπικρίσεως, δὲν ἀποστέργουσι, καθ’ ἣν
1838ἡμέραν εἰσάγουσι καὶ εἰσηγοῦνται τοὺς προϋπολογισμοὺς
1839ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τῆς χώρας, νὰ παρουσιάζωσιν
1840αὐτοὺς ὑπὸ τὰ ῥοδινώτερα χρώματα, ὡς ἐνδόξους προϋπο-
1841λογισμοὺς περισσευμάτων, ὡς μαρτύριον εὐρωστίας τοῦ τό-
1842που καὶ οἰκονομικῆς ἐμπειρίας αὐτῶν. Δρέπουσιν εἰς ἀντάλ-
1843λαγμα τῆς λαμπρᾶς ταύτης τακτικῆς μερικὰ χειροκροτή-
1844ματα, καὶ ἐνίους ἐπαίνους ἐφημερίδων, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσον-
1845ται κατόπιν ἠρέμα καὶ βαθμηδὸν καὶ ὑπούλως, ἰδίως τὴν
1846ἡμέραν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς ἀνυπομο-
1847νούσης πλειοψηφίας ἐν βοῇ καὶ ἀλλαλαγμῷ ὁ προϋπολο-
1848γισμὸς, νὰ παρεισάγωσι δηλώσεις ἐπὶ δηλώσεων καὶ μετα-
1849βολὰς ἐπὶ μεταβολῶν, δι’ ὧν ἄρδην ἀνατρέπονται οἱ ἀρ-
1850χικοὶ ὑπολογισμοὶ καὶ αἱ φαιδραὶ προβλέψεις τῆς εἰσαγω-
1851γῆς καὶ τῆς εἰσηγήσεως. Συμβαίνει οὕτως οἱ εἰσαγόμενοι
1852προϋπολογισμοὶ νὰ τίθενται ἐκ νέου εἰς τὸ ζυμωτήριον, καὶ
1853ἀναζυμοῦνται μέχρι τῆς ψηφίσεως εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε
1854πολάκις γίνονται ἐντελῶς ἀγνώριστοι. Τὰ μαρτύρια καὶ
1855τὰ βασανιστήρια τῶν προϋπολογισμῶν τούτων εἶναι ὅμοια
1856πρὸς τὰ τῶν δυστυχῶν ὁδοιπόρων, οἱ ὁποῖοι περιέπιπτον
1857εἰς τὰς χεῖρας τοῦ παλαιοῦ Προκρούστου. Πότε ὁ ποῦς τῶν
1858ἐσόδων κρίνεται ὑπὸ τοῦ Προκρούστου Ὑπουργοῦ ὡς ὑπερά-
1859γαν βραχὺς, καὶ τότε ἕλκεται ἀμειλίκτως καὶ θηριωδῶς
1860μέχρις ἐξαρθρώσεως, ὅπως καταστῇ ἰσοσκελὴς πρὸς τὸν ἕτε-
1861ρον, πότε ὁ ἄλλος ποῦς τῶν ἐξόδων κρίνεται πάρα πολὺ
1862μακρὸς, καὶ τότε ἀποτόμως καὶ ἀσπλάγχνως ἀποκόπτεται
1863διὰ στυγνοῦ πελέκεως.
1864Τὸ θέαμα τοῦτο κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσιπενταετίαν
1865παρετηρήθη πολλάκις, τ’ ἀποτελέσματα δὲ τῆς ἀγρίας ταύ-
1866της πολιτικῆς, μαρτυρούσης ἀρχέγονον οἰκονομικὴν ἀνά-
1867πτυξιν, ἀπέβησαν οἷα φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔπρεπε ν’ ἀποβῶσι.
1868Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐντεῦθεν τοῦ 1899, περὶ οὗ πρό-
1869κειται, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐψηφίσθη, ὑπῆρξε πολὺ διάφορος
1870ἐκείνου, ὅστις παρουσιάσθη πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἰς τὴν Βου-
1871λήν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ψηφισθέντα τοῦ 1899,
1872τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 107,085,658, τὰ
1873δὲ ἔξοδα εἰς δραχμὰς 103,418,273. Ἑπομένως τὸ περίσ-
1874σευμα περιωρίζετο μόνον εἰς δραχ. 3,667,385. Ἀλλ’ ἐὰν
1875ἀπὸ τοῦ περισσεύματος τούτου ἀφαιρεθῇ τὸ καὶ κατὰ τὸν
1876Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀφαιρετέον ποσὸν τῶν τριῶν
1877ἑκατομμυρίων ὀκτακοσίων πεντήκοντα ἐννέα χιλιάδων καὶ
1878διακοσίων πεντήκοντα ὀκτὼ, ἀντίτιμον σταφίδος τριῶν
1879προηγουμένων ἐτῶν, 1895, 1896, 1897, περὶ οὗ ἐμνήσθην,
1880τότε τὸ περίσσευμα μεταβάλλεται εἰς ἔλλειμμα, κατὰ τὸν
1881ψηφισθέντα προϋπολογισμὸν, ἐκ δραχμῶν 191,873. Ἤτοι
1882εἰς τὸ διάστημα ὀλίγων μηνῶν, ὅσοι ἐμεσολάβησαν ἀπὸ
1883τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς ψηφίσεως, ὁ
1884κλεινὸς περισσευματίας παρεμορφώθη εἰς ἐλεεινὸν ἐλλειμ-
1885ματίαν. Πόσον ταχέως ὠχριῶσι καὶ μαραίνονται τὰ ῥόδα
1886τῶν Θεοτοκικῶν προϋπολογισμῶν!
1887Ἀλλ’ ὅπως παρακολουθήσω καθ’ ὅλους αὐτοῦ τοὺς ὑπο-
1888λογισμοὺς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ
1889ἀναφέρω, ὅτι ὑπελόγιζε πάντοτε ἓν ποσὸν ἀδιαθέτων πι-
1890στώσεων κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων, ὅτι
1891ὑπελόγιζεν ἓν ποσὸν ἐκ δρ. 1,200,000 ἐκ τῆς σταφίδος τοῦ
18921898, καίτοι ἀδιαφιλονικήτως δὲν ἔμελλε τοῦτο νὰ εἰσ-
1893πραχθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἑπομένως διὰ τῶν
1894ἀδιαθέτων τούτων πιστώσεων καὶ τῆς δανεικῆς σταφίδος
1895τοῦ 1898 ὁ ψηφισθεὶς προϋπολογισμὸς ἐθεωρεῖτο πάλιν
1896παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς περισσευμα-
1897τίας, ὡς προωρισμένος νὰ παρουσιάσῃ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον
1898πλεόνασμα ἐκ τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
1899Διὰ τὸ ἔτος λοιπὸν 1899 εὑρίσκονται ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν
1900τρεῖς προϋπολογισμοὶ, διαφέροντες οὐσιωδῶς ἀλλήλων.
19011) Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ξένης Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς,
1902ἥτις προϋπελόγιζεν ἔλλειμμα ἐκ δρ. 1,099,858, μετὰ βοή-
1903θημα ἐκ δρ. 8 ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώ-
1904σεως, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἔλλειμμα πραγματικὸν ἐκ δρ. 9,099,858.
19052) Ὁ εἰσαχθεὶς προϋπολογισμὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅ τε
1906Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δρέ-
1907ποντες ἄμφω ἄφθονα χειροκροτήματα, ἀνήγγελλον, ὅτι θὰ
1908προκύψῃ περίσσευμα ἐξ ἑπτὰ ὅλων ἑκατομμυρίων.
19093) Ὁ ψηφισθεὶς προϋπολογισμὸς, ὅστις παρουσιάζει μὲν
1910ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 191,873, ἀλλ’ ὅστις, ὡς ἐβεβαίουν οἱ
1911Ὑπουργοὶ, ἔμελλε νὰ παρουσιάσῃ καὶ οὗτος σπουδαῖον
1912περίσσευμα τεσσάρων περίπου ἑκατομμυρίων λόγῳ τῶν ἀδια-
1913θέτων πιστώσεων.
1914Τώρα ἐξετάσωμεν ἡσύχως, ποῖος ἐκ τῶν τριῶν τούτων
1915προϋπολογισμῶν ἐπηλήθευσε. Τὴν ἐξέτασιν ταύτην θὰ ἐπι-
1916χειρήσωμεν, λαμβάνοντες ἀνὰ χεῖρας τὸν ὁριστικὸν ἀπολο-
1917γισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν
1918τοῦτον εἰσεπράχθησαν ἔσοδα τῷ 1899 δραχ. 115,392,621,
1919ἔξοδα δὲ ἐπληρώθησαν δρ. 104,608,512. Ἑπομένως προέ-
1920κυψε περίσευμα ἐκ δραχ. 10,784,109. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ
1921τούτου δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι δραχ. 4,162,400, αἵτινες εἶναι
1922ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ δανείου, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ τὸ ποσὸν
1923τῆς σταφίδος τῶν τριῶν ἐτῶν, περὶ οὗ εἶπον, ἐκ δραχμῶν
19243,859,258, ὥστε ὑπολείπεται περίσσευμα ἐκ δραχμῶν
19252,762,451. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἆρά γε κα-
1926θαρὸν, εἰλικρινὲς περίσσευμα; εἶναι ἀληθινὴ ὑπέρβασις τῶν
1927ἐσόδων ὑπὲρ τὰ ἔξοδα; εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκου-
1928σιν εἰς τὴν χρῆσιν; εἶναι δὲ καὶ θετικαὶ εἰσπράξεις τοῦ
1929Κράτους; ἢ μήπως ἐν τῷ μνημονευθέντι περισσεύματι ὑπάρ-
1930χουσι καὶ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν μὲν ὑπὸ τοῦ
1931Κράτους, δὲν ἀνήκουσιν ὅμως εἰς τοῦ Κράτους τὸ ταμεῖον,
1932ἀλλ’ εἶναι προωρισμένα νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς ἄλλους τού-
1933τους θᾶττον ἢ βράδιον; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο.
1934Ὡς εἶναι γνωστὸν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σημειοῖ
1935ἑκάστοτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τὰ ποσὰ, τῶν
1936ὁποίων πιθανολογεῖται ἡ εἴσπραξις ἐκ φαρικῶν τελῶν καὶ
1937ἀγκυροβολίας, ἐν δὲ τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων καὶ ἐν τῷ κεφα-
1938λαίῳ τῶν ἀποδόσεων σημειοῖ ἐπίσης τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ
1939τούτου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει — πρόκειται περὶ τοῦ 1899 — εἰς
1940τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον τῶν φάρων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1941νομικῶν, συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἐση-
1942μείωσεν ὡς ποσὸν εἰσπραχθησόμενον διὰ λογαριασμὸν τοῦ
1943ταμείου τῶν φάρων, καὶ ἑπομένως ὡς ἀποδοθησόμενον εἰς
1944τοῦτο, τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 335,000 εἰς χρυσὸν καὶ 65,000
1945εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ κατα-
1946φαίνεται, ὅτι τὸ Κράτος εἰσέπραξεν ἐκ φαρικῶν τελῶν
1947δραχ. 380,309 εἰς χρυσὸν, καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
1948δραχμὰς 63,245, ἤτοι, τοῦ φράγκου ὑπολογιζομένου πρὸς
19491,50 κατὰ τὸ 1899, εἰσέπραξεν ἐν ὅλῳ 633,708. Πόσα
1950ἀπέδωκεν ἐκ τούτων εἰς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων ἐντὸς τῆς
1951χρήσεως τοῦ 1899; Μόνον δραχ. 345,371. Ἑπομένως ἐν
1952τοῖς ἐσόδοις τοῦ ἀπολογισμοῦ σημειοῦνται ξένα χρήματα,
1953μὴ ἀνήκοντα εἰς τὰς θετικὰς ἡμῶν εἰσπράξεις, ἀλλ’ εἰς τὸ
1954ἰδιαίτερον ταμεῖον τῶν φάρων, ἐκ δραχ. 288,337, αἱ ὁποῖαι
1955πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν ἐσόδων, ἢ, ὅπερ ταὐτὸν, νὰ
1956προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα.
1957Ἐπίσης δι’ ὅμοιον λόγον πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἐλάχιστόν τι
1958ποσὸν, ἀνάξιον λόγου, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀναφέρω χάριν ἁπλῆς
1959ἀκριβείας, ἐκ δραχ. 1,184, προερχόμενον ἐκ τῶν ἀντιση-
1960κωμάτων, καθόσον εἰσεπράχθησαν τῷ 1899 δραχ. 88,808,
1961ἀπεδόθησαν δὲ μόνον εἰς τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον ὁπλισμοῦ
1962δραχ. 87,624.
1963Ἐπίσης, κατὰ νόμον ἰσχύοντα καὶ ἐφαρμοζόμενον, τὸ
1964Κράτος εἰσπράττει δικαιώματα ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν.
1965Ἐκ τοῦ εἰσπραττομένου ἐτησίως ποσοῦ τὸ Κράτος, συμφώ-
1966νως πρὸς τὸν νόμον, προαφαιρεῖ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 200,000
1967χάριν τῶν δαπανῶν τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, καθὼς καὶ
1968τὰ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως καὶ Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τὸ δὲ
1969ὑπόλοιπον ὑποχρεοῦται νὰ καταθέτῃ εἰς τὴν Τράπεζαν, χάριν
1970ἀνεγέρσεως διδακτηρίων. Κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 εἰσε-
1971πράχθησαν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν δραχ. 906,007, ἔδει
1972ἑπομένως νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μετὰ
1973τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δραχ. 237,810, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ
1974Δημόσιον, τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι δραχ. 668,197. Κατετέθη-
1975σαν ὅμως μόνον δραχ. 589,637. Ἤτοι ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ
1976ἀπολογισμοῦ περιλαμβάνεται ἓν ποσὸν ἐκ δραχ. 78,560, τὸ
1977ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει
1978ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν ἐσόδων, ἢ, ὅπερ ταὐτὸν, νὰ προστεθῇ
1979εἰς τὰ ἔξοδα.
1980Ἂν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ
19811899 σημειουμένου ποσοῦ τῶν ἐσόδων τὰ ξένα ταῦτα πρὸς
1982τὰς θετικὰς ἡμῶν εἰσπράξεις χρήματα:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1983αʹ)ἐκ φαρικῶν τελῶν δραχ.288,337
1984βʹ)ἐξ ἀντισηκωμάτων » 1,184
1985γʹ)ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν » 78,560
1986δʹ)ἐκ μετρικῶν δικαιωμάτων » 28,980
1987 ἤτοι ἐν ὅλῳ τὸ ποσὸν τῶνδραχ.397,061
1988ἔχομεν ἔσοδα πραγματικὰ ἐκ δραχ. 106,688,597, ἤτοι τὸ
1989μνημονευθὲν περίσσευμα ἐκ δραχ. 2,762,451 μετριάζεται
1990εἰς δραχ. 2,365,390.
1991Ἀφοῦ κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον ἐκαθαρίσαμεν καὶ καθω-
1992ρίσαμεν τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899,
1993πρέπει τώρα νὰ ἐρευνήσωμεν, ποῖα ἦσαν τὰ πραγματικὰ
1994ἡμῶν ἔξοδα κατὰ τὴν ἐξεταζομένην χρῆσιν, ἵνα ἀνεύρωμεν,
1995μήπως ὑπάρχωσι ποσὰ θετικὰ, βαρύνοντα ἡμᾶς, τὰ ὁποῖα
1996δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς ὑπὸ κρίσιν χρή-
1997σεως, καθόσον ἐδαπανήθησαν ταῦτα εἴτε ἐκτὸς τοῦ προϋπο-
1998λογισμοῦ, εἴτε εἰς βάρος ἄλλων χρήσεων μεταγενεστέρων.
1999Πάλιν γνωρίζομεν, ὅτι κατὰ νόμον ἰσχύοντα τὰ ἔξοδα τῆς
2000δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, βαρύνοντα τοὺς δήμους, προκατα-
2001βάλλονται ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐπιφυλασσομένου νὰ εἰσπράξῃ
2002ταῦτα παρὰ τῶν ὑποχρέων δήμων. Συμβαίνει ὅμως, τὸ Κρά-
2003τος νὰ προκαταβάλλῃ μὲν, νὰ εἰσπράττῃ δὲ μέρος μόνον,
2004οὕτω δὲ βαρύνεται κατ’ ἔτος μὲ ἓν σπουδαῖον ποσὸν, τὸ
2005ὁποῖον εἶναι πραγματικὸν καὶ τακτικὸν, τακτικώτατον ἔξο-
2006δον, ἀφοῦ πίπτει εἰς τὴν ῥάχιν του, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ
2007τὸ λεγόμενον λανθάνον ἔλλειμμα, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι,
2008ἐπαναλαμβάνω, πραγματικὸν ἔλλειμμα, τακτικὸν ἔξοδον.
2009Κατὰ τὸ ἔτος 1899 ποῖον ποσὸν ἐδαπάνησε τὸ Κράτος
2010χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐκτὸς τοῦ προϋπολο-
2011γισμοῦ, διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἐξ ἰδίων καὶ τὸ
2012ὁποῖον δὲν εἰσέπραξεν ἀπὸ τῶν δήμων; Ἐδαπάνησεν, ὡς
2013ἐμφαίνεται ἐκ τῶν πινάκων τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας,
2014δραχ. 1,341,426, καθόσον προκατέβαλεν ὑπὲρ τῶν δήμων
2015δραχ. 2,152,358, ἐξ ὧν εἰσέπραξε μόνον παρὰ τῶν δήμων
2016810,932· ἤτοι ὑπεβλήθη εἰς καθαρὰν δαπάνην δραχμῶν
20171,341,426. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1899
2018πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 100,000, αἱ
2019ὁποῖαι εἶναι ἔξοδα τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας,
2020καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναγράφονται, ἀλλὰ διὰ μεταγενεστέρου
2021νόμου ἐδαπανήθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
2022Προσθέτοντες τὰ δύο ταῦτα ποσὰ, τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
2023δεύσεως καὶ τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ δραχμῶν 1,441,426 εἰς τὰ
2024εἰς τὰ 104,608,512 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἔχο-
2025μεν ἐν συνόλῳ ἔξοδα τοῦ 1899 ἐκ δραχμῶν 106,049,938,
2026ἀπέναντι ἐσόδων ἐκ δραχ. 106,688,597, ἤτοι περίσσευμα
2027ἐκ δραχμῶν ἐν συνόλῳ 638,659.
2028Ἀλλ’ ὅπως προσδιορίσωμεν ἀκριβῶς τὸ καθαρὸν ἀποτέ-
2029λεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἀμιγὲς ἀπὸ πάσης οὐσίας ξέ-
2030νης καὶ παντὸς ὀθνείου στοιχείου, πρέπει βεβαίως ν’ ἀφαι-
2031ρέσωμεν ἀφ’ ἑνὸς τὰ ἔσοδα τὰ καθυστεροῦντα παρελθουσῶν
2032χρήσεων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν τῷ 1899, ἐκ δρ.2,338,843
2033καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ πληρωθέντα ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ δια-
2034γεγραμμένων χρήσεων ἐκ δραχμῶν 2,556,549, καὶ ἑπομέ-
2035νως τὴν μεταξὺ αὐτῶν προκύπτουσαν διαφορὰν ἐκ δραχ.
2036217,706 νὰ καταλογίσωμεν εἰς ὄφελος καὶ αὔξησιν τοῦ περισ-
2037σεύματος. Τουτέστι τὸ καθαρὸν περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ
20381899 ἀνέρχεται εἰς δρ. 856,365, καθαρὰ δηλ. ὑπέρβασις τῶν
2039ἰδίων εἰσπράξεων ἀπὸ τῶν ἰδίων δαπανῶν.
2040Μνημονεύων τῶν τύπων τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἕξ μετὰ
2041τὸν πόλεμον ἐτῶν, οὓς συνέταξε πρὸς ὁδηγίαν ἡμῶν ἡ Διε-
2042θνὴς Ἐπιτροπή, παρετήρουν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὑπελό-
2043γιζε τὰ πιθανὰ ἔσοδα τοῦ 1899 εἰς δρ. 89,639,640. Ἐν-
2044τεῦθεν λαμβάνοντές τινες τὸ ἐνδόσιμον, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι
2045ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑπετίμησεν οὐσιωδῶς τὰς οἰκονομικὰς
2046δυνάμεις τῆς χώρας, τὴν ζωτικότητα τῶν πόρων τοῦ Ἑλ-
2047ληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι ἐλανθάσθη σφόδρα εἰς τὰς προβλέψεις
2048αὐτῆς, ἀφοῦ τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 ἀνῆλθον εἰς 106,000,000.
2049Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ἀσπάζομαι τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἡ
2050Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, ὑπολογίζουσα τὰ ἔσοδα χώρας χρεωκο-
2051πημένης καὶ συντετριμμένης μετὰ πόλεμον ἀτυχῆ, ὀρθῶς
2052ἔπραττεν, ὑπολογίζουσα τὰ ἔσοδα ταῦτα πολὺ μᾶλλον κάτω
2053τοῦ πιθανοῦ ἢ πέραν αὐτοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι καὶ δὲν λέγε-
2054ται σφάλμα καὶ πλάνη περὶ τὸ ὑπολογίζειν καὶ προβλέ-
2055πειν. Λέγεται σύνεσις, ἐπιφύλαξις καὶ προσοχὴ, λέγεται δὲ
2056καὶ εἰλικρινὴς στοργὴ πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τό-
2057που τούτου. Τρὶς καὶ τετράκις θὰ ἦτο εὐλογημένη ἡ ὥρα
2058καὶ μακαρία ἡ στιγμή, ἂν καὶ ἡμεῖς οὕτω πως περιωρι-
2059σμένα, ὡς ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, ὑπελογίζομεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν
2060μετὰ τὸν πόλεμον, καθόσον μόνον κατὰ τοιοῦτον φρόνιμον
2061καὶ ἐπιφυλακτικὸν τρόπον ὑπολογίζοντες τὰ ἔσοδα ἡμῶν ἠδυ-
2062νάμεθα ἀσφαλῶς νὰ συγκρατήσωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τὴν
2063φρενήρη τάσιν πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν, καὶ νὰ εἰσέλθω-
2064μεν ἀληθῶς τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναρρώσεως. Ἡ
2065Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, οὕτως ὑπολογίζουσα τὰ ἔσοδα ἡμῶν, ἐδί-
2066δασκεν ἡμᾶς πολύτιμον δίδαγμα, ἀλλ’ ἡμεῖς, αἰωνίως ἀδιόρ-
2067θωτοι, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν, πρὸς μεγάλην δυσ-
2068τυχίαν τῆς χώρας.
2069Ἀλλ’ ὁ Διεθνὴς Ἔλεγχος, ὑπολογίζων τὰ ἔσοδα τοῦ 1899,
2070ἐλάμβανεν ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὗ-
2071τινος ἡ ἐν γένει οἰκονομικὴ κατάστασις μετὰ τὴν χρεωκο-
2072πίαν καὶ τὸν πόλεμον ἦτο σφόδρα προβληματικὴ, οὔτε ὀρ-
2073θὸν οὔτε ἀνεκτὸν ἦτο νὰ ἐπιβληθῶσι νέα φορολογικὰ βάρη.
2074Ὑπελόγιζεν ἐντεῦθεν τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 εἰς 89 ἑκατομμύ-
2075ρια ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων, καὶ ἐστη-
2076ρίζετο εἰς τὴν διὰ τῆς φυσιολογικῆς αὐτῶν ἐξελίξεως βαθ-
2077μιαίαν καὶ λογικὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους.
2078Τοῦτο, ὡς ἀνέφερα καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βου-
2079λῆς δύο μόλις ἔτη πρὸ τοῦ Ἐλέγχου, ἐφρόνουν καὶ ἐδίδα-
2080σκον καὶ οἱ δύο συνεταῖροι ἐν τῇ πολιτικῇ, καὶ ὁ κ. Θεο-
2081τόκης καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, ῥητῶς δὲ καὶ κατηγορηματι-
2082κῶς ἐδογμάτιζον ἀμφότεροι, μὲ πολλὴν μάλιστα ἔμφασιν,
2083ὅτι οὔτε σκέψις, οὔτε συζήτησις ἦτο πλέον ἀνεκτὴ
2084περὶ νέων φόρων, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὑπερμέτρως
2085βαρυνθεὶς ἐν τῷ παρελθόντι, ἦτο ἀνίκανος νὰ βαστάσῃ τοι-
2086οῦτον βάρος.
2087Ἀλλ’ ἐφάνησαν συνεπεῖς εἰς ὅσα ἔλεγον; Καὶ τὰ ἔσοδα,
2088ὅσα ἐπραγματοποίησαν κατὰ τὸ 1899, ἦσαν τὸ ἀποτέλεσμα
2089τῶν ὑπαρχόντων φορολογικῶν βαρῶν; ἢ μήπως προσέθηκαν
2090ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ νέα τοιαῦτα, ηὔξησαν δὲ οὕτω βιαίως τὰ
2091ἔσοδα; Φέρε ἐξετάσωμεν τοῦτο· ἄξιον γάρ.
2092Ἀγορεύων ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐπικρίνων τὴν
2093ζωηρὰν, ὅσον καὶ ἐπικίνδυνον, τάσιν, ἣν ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου,
20941899, ἀνέπτυξαν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
2095τῆς ἀπατηλῆς μεθόδου τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων.
2096Ὁ κ. Θεοτόκης, Πρωθυπουργὸς τῷ 1899, ἀπαντῶν ἐν
2097τῇ Βουλῇ εἰς τὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην περὶ τῶν ἐξόδων
2098τοῦ 1899, ἔλεγεν ἐπὶ λέξει: «Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔχω-
2099μεν πολλὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ εἶμαι μάλι-
2100στα πεπεισμένος περὶ τούτου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν
2101τοῦ 1899 συνετάχθη κατὰ τρόπον, ὥστε πολὺ ὀλίγας νὰ
2102ἔχωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις». Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ
21031899 δεικνύει, πόσον ὀρθῶς ἐμάντευεν ὁ κ. Πρωθυπουργός!
2104Αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις τοῦ 1899 ἀνῆλθον εἰς τὸ
2105καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν 8,354,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι
2106γίνονται ἔτι σπουδαιότεραι, ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ
2107ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀναγραφεῖσαι πιστώσεις,
2108αἱ νέαι δαπάναι διὰ τὴν νέαν διοικητικὴν ἀστυνομίαν καὶ
2109τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς ἠκυρώθησαν, καθόσον δὲν
2110ἐφηρμόσθησαν οἱ σχετικοὶ νόμοι.
2111Κατὰ τοσοῦτον εἰλικρινῆ καὶ εὐλαβῆ πρὸς τὴν ἐθνικὴν
2112ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸ ἔθνος τρόπον συνετάχθη ὁ προϋπο-
2113λογισμὸς τοῦ 1899, καὶ μὲ τοιαύτην μέθοδον δρέπονται αἱ
2114δάφναι τῆς συγχρόνου οἰκονομολογικῆς σοφίας ἐνίων Πα-
2115τριαρχῶν!
2116Ἀλλ’ ἡ σπουδαιοτέρα παρατήρησις ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἀφορᾷ
2117εἰς τὴν διὰ νέων νόμων ἐπιδιωχθεῖσαν αὔξησιν τῶν δαπα-
2118νῶν τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις, φαντασθεῖσα τῷ 1899,
2119ἐν τῇ πολλῇ καὶ ἀμέτρῳ αἰσιοδοξίᾳ, ἥτις διακρίνει τὸν
2120τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν τότε καὶ νῦν κ.
2121Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἔχει ἐνώπιον αὑτῆς περίσσευμα ἐξ ἑπτὰ
2122ἑκατομμυρίων πραγματικῶν, ὥρμησεν ἀκατάσχετος εἰς τὴν
2123σπατάλην. «Τώρα», ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ
2124κ. Πρωθυπουργὸς μὲ δύναμιν ἀλαζονείας χιλίων ὁμοῦ Ἱσπα-
2125νῶν μεγιστάνων, «ὅτε ἐξησφαλίσαμεν περίσσευμα ἐξ ἑπτὰ
2126ὅλων ἑκατομμυρίων, θὰ χωρήσωμεν μετὰ θάρρους εἰς τὴν
2127πραγματοποίησιν τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ ἡμῶν προγράμ-
2128ματος.»
2129Ὅλοι ἤδη γνωρίζομεν, ποῖαι ἦσαν αἱ πολύκροτοι ἐκεῖναι
2130μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας πρὸ τῶν ἐκλογῶν περιεῖχεν ἐν
2131ἐκτάσει πολυσέλιδον τεῦχος, διανεμηθὲν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς.
2132Ἀνιαρὸν χρῆμα θὰ ἦναι καὶ δι’ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι,
2133καὶ δι’ ἐμὲ, ἐν λεπτομερείᾳ νὰ ἐκθέσω τὰ τοῦ περιφήμου
2134τούτου προγράμματος. Περιορίζομαι μόνον λέγων, τὸ καὶ
2135κοινῇ ἤδη ὁμολογούμενον, ὅτι πᾶσαι αἱ περίφημοι ἐκεῖναι
2136μεταρρυθμίσεις τοῦ νέου ἐκ Κερκύρας Λουθήρου ἀπεκρυ-
2137σταλλώθησαν εἰς χυδαίαν, ὅσον καὶ ὀλεθρίαν, αὔξησιν τῶν
2138δαπανῶν τῆς διοικήσεως, εἰς τὴν αὔξησιν μισθῶν καὶ εἰς
2139αὔξησιν ἀνωφελῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες, ὅμοιοι πρὸς τοὺς
2140πτερωτοὺς αὑτῶν συναδέλφους, δὲν συντελοῦσιν ἔκτοτε εἰς
2141ἄλλο ἢ εἰς τὴν πυρετικὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν
2142πραγμάτων, δάκνοντες ἀδιαπαύστως καὶ δηλητηριάζοντες
2143τὸν ἐπικινδύνως ἐξησθενημένον πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν
2144ἡμῶν ὀργανισμόν. Καὶ διὰ τοῦτο παρατηροῦμεν, ὅτι πα-
2145ραλλήλως πρὸς τὴν ἐπιδιωχθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
2146αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τῆς νέας πολλαπλῆς καὶ καταθλι-
2147πτικῆς φορολογίας ἐχώρησεν ἐν ζηλευτῇ ἁμίλλῃ ἐξ ἀντι-
2148θέτου καὶ ἡ διὰ νέων νόμων αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῶν
2149ὑπαλλήλων καὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως. Πα-
2150ρετήρησα καὶ ἄλλοτε, πόσον ἀνόητον καὶ ἐπικίνδυνον χρῆμα
2151εἶναι ἡ αὔξησις, εἰς μικρὸν μάλιστα καὶ πτωχὸν Κράτος,
2152ἀφ’ ἑνὸς τῶν φορολογικῶν βαρῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῶν δαπα-
2153νῶν τῆς διοικήσεως. «Δὲν γνωρίζω», ἔλεγεν ὁ ἄλλοτέ ποτε
2154Πρόεδρος τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας, ὁ Κλέβελανδ,
2155πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του τῆς Νέας Ὑόρκης, «δὲν γνωρίζω
2156πρᾶξιν πολιτικὴν περισσότερον ὀλεθρίαν καὶ περισσότερον
2157ἄτιμον ἢ τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ
2158ἁπλῶς καὶ μόνον χάριν τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς
2159διοικήσεως.» Καὶ οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ Ἀμερικανοῦ πολιτευ-
2160τοῦ εὗρον περίοπτον θέσιν ἐν ἐπιστημονικῷ συγγράμματι,
2161καὶ ἀνεγράφησαν ὡς δόγμα πολύτιμον οἰκονομικῆς πολι-
2162κῆς. Ἡ Κυβέρνησις τῷ 1899 δὲν ἠκολούθησε, πολλοῦ γε
2163καὶ δεῖ, τὸ δόγμα τοῦτο, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐφαντάσθη, ὅτι ἡ
2164χρῆσις τοῦ 1899 ἔμελλε νὰ καταλήξῃ εἰς περίσευμα ἑκα-
2165τομμυρίων, ὥρμησεν ἀκατάσχετος εἰς τὴν ὁδὸν τῆς μᾶλλον
2166ἀσυνέτου σπατάλης. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως ηὔξησεν, ἀφροντι-
2167στοῦσα ἐντελῶς περὶ τῶν συνεπειῶν, τὸν μισθὸν τῶν θέσεων,
2168καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, τὸν ἑσμὸν ἐκεῖνον τῶν
2169θεσιθηρῶν, τὸν ἀπὸ ὄρθρου βαθέος μέχρι βαθείας νυκτὸς
2170περιβομβοῦντα εἰς τοὺς διαδρόμους τῶν Ὑπουργείων καὶ τοὺς
2171προδρόμους τῶν πολιτευομένων, πληγὴ καὶ μάστιξ αὐτῶν,
2172ἀλλὰ καὶ ἄχθος, ἄχθος ἔχθιστον ἀρούρης τλήμονος Ἑλλα-
2173δικῆς. Λαὸς ὅμως θεσιθηρῶν εἶναι ὁ χείριστος τῶν λαῶν·
2174ἐφ’ ὅσον δ’ αὐξάνεται ἀσυνέτως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπὸ τοῦ προϋ-
2175πολογισμοῦ τρεφομένων, ὁ ἀριθμὸς τῶν διὰ Κυβερνητικῆς
2176ἀλλαγῆς καραδοκούντων ἀλλαγὴν τύχης καὶ ἄρτου πορι-
2177σμὸν, μὴ στοχάζεται κανεὶς, μὴ φαντάζεται, ὅτι παρα-
2178σκευάζεται λαὸς ἐλεύθερος, λαὸς σώφρων, λαὸς κόσμιος, εὐ-
2179οίωνος χωρῶν εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν αὐτοῦ ἀνάπτυξιν,
2180εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὑψηλῶν ἐννοιῶν καὶ ἀγαθῶν
2181σκοπῶν τοῦ Κράτους· παρασκευάζεται ὄχλος ἀσύντακτος,
2182ὄχλος ἀνήθικος, ὄχλος ἐπαναστατικὸς, ἀπὸ ὑπολογισμοῦ καὶ
2183συμφέροντος ῥέπων εἰς τὴν ἀταξίαν καὶ εἰς τὸν θόρυβον,
2184οὐχὶ εἰς τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐκοσμίαν, τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν
2185ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν αὐτοῦ πρόοδον.
2186Καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε κατέκρινα καὶ κατακρίνω ἰδια-
2187ζόντως ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι εὐθὺς ὡς
2188ἐφαντάσθητε, καὶ μόνον ἐφαντάσθητε, κατὰ τὴν πρώτην
2189ὑμῶν ἄνοδον εἰς τὸν πρωθυπουργικὸν θῶκον, ὅτι ἐνώπιον
2190ὑμῶν ἁπλοῦται γελαστὴ καὶ ἀκύμαντος ἡ λίμνη τῶν χρυ-
2191σῶν περισσευμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα ἐβαυκάλιζεν ὑμᾶς καὶ τὸ
2192ἔθνος ὁ σύντροφος ὑμῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
2193ὡρμήσατε ἀχαλιναγώγητος εἰς τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων καὶ
2194τῶν μισθῶν, εἰς αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, χωρὶς
2195τουλάχιστον νὰ ἔχητε τὴν μικρὰν ὑπομονὴν νὰ ἴδητε πρῶ-
2196τον, ἂν ἔμελλον νὰ ἐπαληθεύσωσιν οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ.
2197Σιμοπούλου, ἂν ἔμελλον νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ φαιδραὶ
2198ὑμῶν ἐλπίδες καὶ τὰ φαιδρότερα ὄνειρα.
2199Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ τὸ 1900, ὁμι-
2200λῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρή-
2201σεως τοῦ 1899, ἔλεγε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑπόμενα:
2202«Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 δὲν εἶναι σταθερὸς προϋπο-
2203λογισμὸς, ὁ ἀποτυπῶν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν (sic). Τοιοῦτος
2204προϋπολογισμὸς ἔσται ὁ τῆς χρήσεως τοῦ 1900, διότι δὲν
2205ὑπελείφθη ἡμῖν ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος πρὸς παρα-
2206σκευὴν πάντων τῶν νομοσχεδίων, ἐν οἷς κατοπτρίζεται (!) τὸ
2207πρόγραμμα τὸ κυβερνητικὸν, εἰς ἐμὲ δὲ προσωπικῶς ἐπῆλθε
2208καὶ ἡ ἀτυχὴς σύμπτωσις, ὅτι ἠσθένησα καὶ ἐπὶ εἴκοσιν
2209ἡμέρας.»
2210Προβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἀνάλυσιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ στα-
2211θεροῦ τούτου προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἔμελλε νὰ κατοπτρίσῃ
2212εἰς τὴν ἐντέλειαν τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ἀκολουθῶν
2213τὴν αὐτὴν μεθοδικὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν καὶ τῆς ἐρεύ-
2214νης, ἣν ἐφήρμοσα καὶ εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀποτελεσμάτων
2215τῆς χρήσεως τῶν προηγουμένων ἐτῶν.
2216Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ, καταστρώσασα τὸν τύπον τοῦ
2217προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ὑπελόγιζεν ἔσοδα μὲν δραχμὰς
221892,598,780, ἔξοδα δὲ δραχ. 101,170,872, ἤτοι ὑπελόγιζεν
2219ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 8,572,092. Σημειωτέον, ὅτι διὰ τὸ ἔτος
2220τοῦτο δὲν ὑπελόγιζε κανὲν βοήθημα ἐκ τοῦ δανείου, ὡς ὑπε-
2221λόγισεν εἰς τὰ δύο προηγούμενα ἔτη 1898 καὶ 1899. Ἀλλ’
2222ἐνῷ ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ ὑπελόγιζεν ἔλλειμμα τηλικοῦτον,
2223ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πιστὸς εἰς τὸ λαμπρὸν
2224σύστημα τῶν περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μίαν εἰκοσι-
2225πενταετίαν συσσωρευθέντα κατέληξαν εἰς χρεωκοπίαν, εἰσή-
2226γαγεν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν παρουσιάζοντα περίσ-
2227σευμα καὶ πάλιν, καθόσον ὁ παρ’ αὐτοῦ εἰσαχθεὶς προϋπο-
2228λογισμὸς παρουσίαζεν ἔσοδα μὲν ἐκ δραχ. 111,315,528,
2229ἔξοδα δὲ δραχ. 110,240,731, ἤτοι περίσσευμα ἐκ δραχμῶν
22301,074,797. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύνηθες καὶ συμφώνως πρὸς τὸ
2231παραδεδεγμένον σύστημα, περὶ οὗ ὡμίλησα ἤδη, ὁ μετ’ ὀλί-
2232γους μῆνας ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς προϋπολογισμὸς τοῦ
22331900 παρέστησεν ἀλλοίαν ὄψιν, καθόσον περιέλαβεν ἔσοδα
2234μὲν δραχ. 112,206,849, ἔξοδα δὲ δραχ. 112,049,279,
2235ἤτοι τὸ ἐξ 1,074,000 δραχ. πρώην περίσσευμα περιωρίσθη
2236εἰς δραχ. μόνον 157,570! Καθ’ ὅμοιον τρόπον τὰ νεογνὰ
2237τῶν Μαύρων γεννῶνται λευκὰ, ἀλλ’ εὐθὺς εἶτα, ὀλίγον
2238κατ’ ὀλίγον μαυρίζουν, μαυρίζουν τὰ ἔρημα! Καὶ σημειω-
2239τέον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 ἦν ὁ σταθερὸς προϋ-
2240πολογισμὸς, ὅστις ἔμελλε νὰ καταπλήξῃ ἐγχωρίους καὶ
2241ξένους μὲ τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ!
2242Οἱ προϋπολογισμοὶ ἦσαν τοιοῦτοι, ἀλλ’ ὁ ὁριστικὸς ἀπο-
2243λογισμὸς τοῦ 1900 μαρτυρεῖ, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῆς χρή-
2244σεως εἰσεπράχθησαν ἔσοδα μὲν δραχ. 119,199,299, ἐδα-
2245πανήθησαν δὲ ἔξοδα δραχ. 109,318,358, ἤτοι προέκυψε
2246περίσσευμα ἐκ δραχ. 9,880,941. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τοῖς ἐσό-
2247δοις περιλαμβάνεται καὶ ποσὸν δραχ. 7,602,420 ἐξ ἐκτά-
2248κτων πόρων καὶ δανείων, τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ
22491900 μετριάζεται εἰς δραχ. 2,278,521.
2250Ἀλλὰ συμβαίνει μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ὑπὸ τοῦ
2251κυρίου ἐκ Παρνασσίδος ἀντιπροσώπου συντασσομένους καὶ
2252ἐκτελουμένους ὅ,τι συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς γαμβροὺς καλῆς
2253τινος, ἀλλὰ πτωχῆς νήσου τοῦ Αἰγαίου. Καθ’ ἣν ἡμέραν
2254πρόκειται νὰ τελεσθῇ ὁ γάμος, ὁ γαμβρὸς βλέπει περιχαρὴς
2255περὶ ἑαυτὸν πληθὺν σκευῶν καὶ ἐπίπλων, τὰ ὁποῖα ἐπιδει-
2256κνύονται εἰς αὐτὸν ὡς ἀποτελοῦντα τὴν προῖκα τῆς νύμφης·
2257τὸ ἑσπέρας ὅμως, μετὰ τὸν γάμον, ὁ ἀφελὴς γαμβρὸς πρέπει
2258νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν πολὺ εὐτυχῆ, ἂν κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ῥακῶ-
2259δές τι στρῶμα καὶ ῥακωδέστερον ἐφάπλωμα, ἵνα κατακλιθῇ
2260μετὰ τῆς χαρυτοβρύτου καὶ ἀλφεσιβοίας νύμφης, καθόσον
2261μετὰ τὴν τελετὴν τοῦ γάμου σκεύη καὶ ἔπιπλα ἀναλαμβά-
2262νονται αὐθωρεὶ, ἐξαφανίζονται ὡς διὰ μαγείας· ἐπιστρέφον-
2263ται εἰς τοὺς πραγματικοὺς αὐτῶν ἰδιοκτήτας, τοὺς συγγενεῖς,
2264τοὺς γείτονας, τοὺς φίλους, οἵτινες εἰς τοιαύτας συγκινητι-
2265κὰς περιστάσεις δανείζονται ἀμοιβαίως ἔπιπλα καὶ σκεύη
2266πρὸς ἐπίδειξιν ψευδοῦς προικὸς καὶ πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ
2267εὐπίστου γαμβροῦ. Αἱ νύμφαι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
2268μικῶν κατά τε τὸ 1899 καὶ τὸ 1900 παρουσιάζουσι τοιαύ-
2269την ἀστείαν εἰκόνα. Καθ’ ἣν στιγμὴν τελεῖται ὁ γάμος
2270αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ψηφίζονται δηλαδὴ, παρουσιά-
2271ζονται εὐπορώταται, ἀξιοπρεπέσταται· ἐπιδεικνύουσι καὶ
2272μεταξωτὰ στρώματα καὶ κεντητὰ προσκεφάλαια, καὶ ὅσα
2273ἄλλα, δανεικὰ ἐξ ἄλλων γειτονικῶν χρήσεων, χρήματα ἐκ
2274δανείων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ μετὰ τὸν ἀπολο-
2275γισμὸν ἐπιστρέφουσιν εἰς οὓς ἀνήκουσιν. Ἐντεῦθεν ἡ χρῆσις,
2276ἡ θεωρουμένη ὡς νύμφη πλουσία, ἀπογυμνουμένη τῶν ξένων
2277στολισμῶν, ἐξελέγχεται οὖσα δυστυχές τι γύναιον, σχεδὸν
2278τῶν πάντων στερούμενον, καὶ προωρισμένον νὰ ζήσῃ τὴν
2279ζωὴν τὴν μαύρην τῶν ἰσχνῶν ἀγελάδων.
2280Τοιοῦτόν τι παρατηροῦμεν καὶ ἐν πᾶσι μὲν τοῖς ἄλλοις
2281προϋπολεγισμοῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τοῦ 1900. Ἐν τοῖς
2282ἐσόδοις, τὰ ὁποῖα σημειοῖ ὁ ἀπολογισμός, ὅτι ἐπραγματο-
2283ποιήθησαν τῷ 1900, ὑπάρχουσι καὶ ἔσοδα μὴ ἀνήκοντα εἰς
2284τὰς θετικὰς ἡμῶν εἰσπράξεις, ἀνήκοντα εἰς ἄλλους δικαιού-
2285χους, εἰς ἄλλα ταμεῖα ὡρισμένων σκοπῶν. Κατὰ τὸ 1900
2286λ. χ. εἰσεπράχθησαν δυνάμει τοῦ νέου περὶ καπνοῦ νόμου
2287δραχ. 8,553,552. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ τὸν νό-
2288μον τὰ μὲν 7,060,000 ἀνήκουσιν εἰς τὰς ὑπεγγύους προσό-
2289δους, αἱ δ’ ἐπὶ πλέον 1,493,552 μέχρι συμπληρώσεως τοῦ
2290ποσοῦ τῶν 9,737,928 ἔδει νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνι-
2291κὴν Τράπεζαν, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς τόκοι καί χρεώλυτρον
2292τῶν δανείων πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–
2293Δεμερλῆ καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ.
2294Ἀλλ’ ἐνῷ εἰσεπράχθη τὸ περιπλέον τοῦτο ποσὸν ἐκ δρ.
22951,493,552, δὲν κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν
2296σημειοῦται ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1900, ἐν
2297τῇ στήλῃ τῶν ἀποδόσεων. Ὁ συντάκτης μάλιστα τοῦ προϋ-
2298πολογισμοῦ τοῦ 1900, ὁ παρουσιάζων εἰς τὴν Βουλὴν τὰ
2299ἓξ ἑκατομμυρίων περισσεύματα, οὔτε ἀνέγραψε κἂν ἐν τοῖς
2300ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ του καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν
2301ἀποδόσεων κανὲν ἐκ τοῦ καπνοῦ, ἐκ τοῦ νέου νόμου, ἔξοδον.
2302Τοσαύτη εἶναι ἡ πρυτανεύουσα ἀκρίβεια καὶ εἰλικρίνεια!
2303Ἑπομένως ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ 1900 εἶναι ψευ-
2304δὴς ὡς πρὸς τοῦτο, περιλαμβάνει ἔσοδον ἐκ δρ. 1,493,552,
2305τὸ ὁποῖον εἶναι ἔσοδον ἀνῆκον εἰς εἰδικὸν σκοπὸν, ἑπομένως
2306πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, εἴτε νὰ προστεθῇ
2307εἰς τὰ ἔξοδα, τὸ ὁποῖον ἀπολήγει εἰς τὸ αὐτό. Σημειωτέον,
2308ὅτι ἡ ἀπόδοσις καὶ ἡ τακτοποίησις τῆς ὑποθέσεως ταύτης,
2309μαρτυρούσης καὶ ἄλλως πρωτότυπον οἰκονομικὴν ἀκαταστα-
2310σίαν, συντελοῦσαν ἴσως ἀπὸ διαγεγραμμένου καὶ ἀπὸ πολ-
2311λῶν ἐτῶν ἐφαρμοζομένου σχεδίου εἰς τὴν σύγχυσιν τῶν οἰ-
2312κονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐγένετο μετὰ 3 ὅλα ἔτη διὰ
2313πιστώσεως εἰδικῆς (Νόμος ͵ΒΩϞΘʹ τῆς 8 Μαΐου 1903).
2314Ἀπεδόθησαν δὲ εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν οὐχὶ δρ. 1,493,552,
2315ἀλλὰ μόνον δραχμαὶ 1,217,258, διότι αἱ ἐκ τοῦ καπνοῦ
2316εἰσπράξεις τοῦ 1900 ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τριῶν
2317μόνον τριμηνιῶν, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1900, καὶ ἐκ τῶν
2318εἰσπράξεων τούτων ἔδει ν’ ἀποδοθῶσιν, ὡς καὶ ἀπεδόθησαν,
2319μόνον δρ. 1,217,258 εἰς βάρος τοῦ 1902!
2320Ἀλλὰ ἡ χρῆσις τοῦ 1900 στολίζεται, ὅπως ἀποκτήσῃ
2321ἐπίπλαστον εὐπρέπειαν καὶ χάριν ταὼ, καὶ μὲ ἄλλα ξένα
2322πτερὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει ἐπιμελῶς ν’ ἀποκολλήσωμεν διὰ
2323χλιαροῦ ὕδατος. Κατὰ τὸ 1900, ὡς δεικνύει ὁ ἀπολογι-
2324σμὸς, εἰσεπράχθησαν ἀπὸ φαρικῶν τελῶν καὶ διὰ λογαρια-
2325σμὸν τοῦ ἰδιαιτέρου ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν δραχ.
2326593,736, ἀπεδόθησαν δὲ μόνον δραχ. 394,146· ἕπεται ὅτι
2327ἐν τοῖς ἐσόδοις σημειοῦται ξένον ἔσοδον ἀφαιρετέον ἐκ δρ.
2328198,590, ἤτοι ἔξοδον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰ
2329ἔξοδα τῆς χρήσεως. Ἐπίσης πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι χιλιάδες
2330τινὲς ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων τῶν ὁπλιτῶν. Εἰσεπράχθησαν
2331τοιαῦτα τῷ 1900 ἐκ δρ. 97,124, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὸ ὑπὸ
2332τοῦ νόμου ἱδρυμένον ταμεῖον ὁπλισμοῦ δὲν ἀπεδόθησαν, εἰμὴ
2333μόνον δρ. 53,272, ἕπεται, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ὑπό-
2334λοιπον ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ἀπολογισμοῦ ἐκ δρ. 43,852, ἢ
2335νὰ προστεθῇ — ὅπερ ταὐτὸν — τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ ἔξοδα
2336τῆς χρήσεως καὶ ἐν τῇ οἰκείᾳ στήλῃ τῶν ἀποδόσεων.
2337Ἐπίσης τῷ 1900 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν
2338δρ. 877,161, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἀπεδόθη, ὡς μαρτυρεῖ ὁ ἀπο-
2339λογισμὸς, εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἱδρυμένον ταμεῖον πρὸς
2340ἀνέγερσιν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ συμ-
2341φώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο,
2342πλὴν 200,000 δραχμῶν, ἀποδιδομένων κατὰ τὸν νόμον εἰς
2343τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀνωτέρας ἐκπαι-
2344δεύσεως, καὶ 38,390 δραχ. διὰ τὰ ἔξοδα διευθύνσεως καὶ
2345ἐπιθεωρήσεως, ἀλλὰ μόνον δρ. 539,351, προκύπτει, ὅτι ἐκ
2346τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως πρέπει ν’ ἀφαι-
2347ρεθῇ τὸ ξένον ποσὸν τῶν δραχ. 99,420, ἢ νὰ προστεθῇ τὸ
2348ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
2349Ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1900 στολίζεται
2350καὶ μὲ ἓν ἄλλο δανικὸν φόρεμα τοῦ ἔτους 1898, περιλαμ-
2351βάνει δηλ. ποσὸν δρ. 1,273,122, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει
2352τὸν πρόσθετον ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρον τοῦ ἔτους 1898, καὶ
2353τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει ὀφθαλμοφανῶς εἰς τὰς προσόδους τοῦ
23541900. Εἶναι ξένον ἔσοδον, ἐντελῶς ἀφαιρετέον, καὶ μὴ εὑ-
2355ρισκόμενον εἰς καμμίαν σχέσιν ἢ συνάφειαν μὲ τὰς προσό-
2356δους τοῦ 1900. Ἑπομένως δέον καὶ τοῦτο ν’ ἀφαιρεθῇ.
2357Συγκεφαλαιοῦντες τὰ μνημονευθέντα ποσὰ τῶν ἀφαιρε-
2358τέων ἐσόδων ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2359αʹ)Καπνοῦ δρ.1,217,258
2360βʹ)Φαρικῶν τελῶν » 198,590
2361γʹ)Ἀντισηκωμάτων » 43,852
2362δʹ)Ἐκπαιδευτικῶν τελῶν» 99,420
2363εʹ)Σταφίδος τοῦ 1898 » 1,273,122
2364 Ἐν ὅλῳ δρ.2,832,242
2365Ἤτοι ἀφαιροῦντες ἀπὸ τῶν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἐσόδων,
2366τῶν σημειουμένων εἰς δρ. 111,596,879, τὰς δρ. 2,832,242,
2367ἔχομεν ὑπόλοιπον καθαρὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως δραχμὰς
2368108,764,637.
2369Ἀλλ’ ὅπως ᾖ πλήρης ἡ ἔρευνα τῶν πραγματικῶν ἐσό-
2370δων τῆς χρήσεως τοῦ 1900, πρέπει ν’ ἀναφέρω πρὸς τὴν Βου-
2371λὴν, ὅτι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900 εἰσεπράχθησαν
2372τέλη τηλεγραφικὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν ἐκ
2373δρ. 914,037, καὶ ἀπεδόθησαν εἰς τὴν δικαιοῦχον Ἑται-
2374ρείαν μόνον δρ. 585,434, ἤτοι φαίνεται προκύπτουσα σπου-
2375δαία διαφορὰ ἐκ δρ. 328,603, ἥτις ἔδει νὰ καταλογισθῇ ὡς
2376ἔξοδον ἐν ταῖς ἀποδόσεσιν. Ἐζήτησα περὶ τῆς διαφορᾶς ταύ-
2377της ἁρμοδίως ἐξηγήσεις, διότι παρουσιάζεται καὶ εἰς πάντας
2378τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἐβεβαιώθην δὲ διὰ προσωπικῆς ἐξετά-
2379σεως, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀπολογισμῶν εἶναι κατὰ τοῦτο λε-
2380λανθασμένοι, διότι ἐνεγράφησαν ὡς τέλη ἀνήκοντα εἰς τὴν
2381Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν εἰσπράξεις τηλεγραφικαὶ ἀνήκουσαι
2382εἰς τὸ Κράτος.
2383Οἱ ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν Τηλεγράφων φαίνονται πολὺ
2384ἀκριβέστεροι εἰς τὴν ἐγγραφὴν τῶν ποσῶν, ἐκ τῶν τηλεγρα-
2385φικῶν δὲ βιβλίων προκύπτει, ὅτι τὸ σφάλμα ἀνήκει εἰς τὸ
2386Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον πάλιν πλανᾶται ὑπὸ τῶν ἐσφαλμέ-
2387νων καταστάσεων τῶν ταμιῶν. Ἐντεῦθεν δὲν δύναμαι νὰ
2388βεβαιώσω, ἂν κατὰ τὸ 1900 αἱ εἰσπράξεις αἱ τηλεγραφι-
2389καὶ, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν, ἀπε-
2390δόθησαν πᾶσαι ἐντὸς τῆς ἐξεταζομένης χρήσεως τοῦ 1900
2391εἰς τὴν δικαιοῦχον Ἀγγλικὴν Ἑταιρείαν, ἢ ἂν ὑπελείφθη
2392μέρος τι, καὶ πόσον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς
2393τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ἢ ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν ἐσό-
2394δων αὐτῆς, ὡς ξένον ἔσοδον, ἀνῆκον εἰς ἄλλους.
2395Ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρω καὶ δευτέραν παρατήρησιν, ἀφο-
2396ρῶσαν τὸ ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἔσοδον. Ὁ ἀπολογι-
2397σμὸς ἀναγράφει τῷ 1900 τοιοῦτον ἔσοδον ἐκ δρ. 2,188,187.
2398Τὸ ποσὸν ἐφάνη μοι περιβολικόν. Ἐπιμελῶς ἀναζητήσας ἓν
2399πρὸς ἓν τὰ ἔσοδα εἰς χρυσὸν τοῦ 1900, ἀνεῦρον ὅτι ταῦτα
2400ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν φράγκων χρυσῶν ἐν ὅλῳ
24012,211,971. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν
24022,211,971 φράγκων νὰ ἀνέρχηται εἰς δραχμὰς 2,188,187,
2403ὅσην σημειοῖ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1900 ἐν τοῖς ἐσόδοις αὐ-
2404τοῦ; Ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῷ 1900 ὑπολογίζεται πρὸς
24051,60, καὶ ἑπομένως ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσὸν
2406εἰσπράξεων ἐπὶ δραχ. 2,211,971 φέρει δραχ. 1,327,182.
2407Διὰ ποῖον λόγον ἀναγράφει ὁ ἀπολογισμὸς δρ. 2,188,187;
2408Ὅσον μὲ ἀφορᾷ, δὲν δύναμαι νὰ ἐξακριβώσω, ἀλλὰ δὲν ἀμ-
2409φιβάλλω, ὅτι πρόκειται περὶ λογιστικῆς τινος λαθροχει-
2410ρίας, ἥτις παρεισήγαγεν ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ 1900 ἔσοδόν
2411τι ἄλλο, ξένον ἐντελῶς πρὸς τὰς εἰσπράξεις αὐτῆς, νομι-
2412σματικὴν διαφορὰν ἐκτάκτου τινὸς ἐσόδου, ἣν ἐγὼ δὲν ἔχω
2413τὸ μέσον ν’ ἀνακαλύψω, ἀλλ’ ἥτις ἐξογκώνει τὰ ἔσοδα τοῦ
24141900 κατὰ δραχ. 861,005, αἱ ὁποῖαι δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν.
2415Ἀλλ’ ὅπως ἀποκρυσταλλώσωμεν τὸ καθαρὸν ἀποτέλε-
2416σμα τῆς χρήσεως τοῦ 1900, πρέπει βεβαίως ν’ ἀφαιρέσωμεν
2417ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ἔσοδα παρελθουσῶν χρήσεων, τὰ ὁποῖα
2418ἀνῆλθον κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς δρ. 2,858,798, ἀφ’ ἑτέ-
2419ρου δὲ τὰ ἔξοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα ἀνῆλ-
2420θον εἰς δραχ. 1,502,493, ἑπομένως τὴν μεταξὺ αὐτῶν δια-
2421φορὰν ἐκ δραχμῶν 1,356,305 ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῶν
2422ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900.
2423Ἤτοι συγκεφαλαιοῦντες πάντα τὰ πρόσθεν λεχθέντα εὑρί-
2424σκομεν ὅτι ἀπὸ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τῶν ἐμπεδωθέντων
2425τῷ 1900 κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς δραχ. 111,596,879,
2426δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2427αʹ)Καπνοῦ καὶ λοιπῶν ἐσόδων μνημο-
2428 νευθέντων δρ.2,832,242
2429βʹ)Νομισματικῆς διαφορᾶς » 861,005
2430γʹ)Διαφορᾶς ἐσόδων παρελθουσῶν χρή-
2431 σεων ὑπὲρ τὰ ἔξοδα κεκλεισμένων
2432 χρήσεων » 1,356,305
2433 Ἤτοι τὸ ὅλον » 5,049,552
2434Ὥστε ὑπολείπονται καθαρὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ
24351900 ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην δρ. 106,547,327.
2436Τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἀνῆλθον κατὰ τὸν ἀπο-
2437λογισμὸν εἰς δραχ. 109,318,358. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1900,
2438ὡς γνωρίζομεν ἐκ τῆς Γεν. Ληψοδοσίας τοῦ Δημοσίου Τα-
2439μείου, ἐδαπανήσαμεν χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως
2440διὰ λογαριασμὸν τῶν δήμων δραχ. 2,408,227. Ἐπειδὴ δὲ
2441ἐξ αὐτῶν δὲν εἰσεπράξαμεν παρὰ τῶν ὑποχρέων δήμων, εἰμὴ
2442μόνον δρ. 837,797, ἕπεται, ὅτι τὸ Κράτος ἐδαπάνησεν ἐξ
2443ἰδίων τὸ 1900 ποσὸν δραχ. 1,570,430, ὅπερ εἶναι καθαρὸν
2444βάρος, καθαρὸν ἔξοδον τῆς χρήσεως, μὴ περιλαμβανόμενον
2445μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐπιβαρῦνον
2446τὸ Κράτος.
2447Ἀλλ’ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900 πρέπει ἐπίσης νὰ προσθέ-
2448σωμεν καὶ δρ. 100,000, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν σχετικὸν ὑπὸ
2449τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα νόμον ἐδαπανήθησαν εἰς βάρος τῆς
2450χρήσεως τοῦ 1900 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρ-
2451χιακῆς ὁδοποιΐας (ἄρθρ. 3). «Εἰς χρέωσιν τῶν τακτικῶν
2452ἐξόδων τοῦ Κράτους τῶν χρήσεων 1899 καὶ 1900 ἐκδοθή-
2453σονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐντάλματα
2454διὰ ποσὰ ἴσα ταῖς πιστώσεσι ταῖς ἀναγραφομέναις ἐν τοῖς
2455εἰδικοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2456Οἰκονομικῶν, τῆς μὲν χρήσεως τοῦ 1899 ὑπὸ τὸ κεφάλαιον
245733, ἄρθρ. 1 καὶ 2, τῆς δὲ χρήσεως τοῦ 1900 ὑπὸ τὸ κε-
2458φάλ. 32, ἄρθρ. 1 καὶ 2.»
2459Ἤτοι εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900, τὰ ἐν
2460τῷ ἀπολογισμῷ σημειούμενα, ἐκ δρ. 109,318,358 πρέπει
2461νὰ προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,670,430. Ὥστε ἔχομεν
2462ἐν ὅλῳ ἔξοδα τοῦ 1900 δρ. 110,988,788. Ἀπὸ τοῦ ποσοῦ
2463τούτου ἀφαιροῦντες τὰ ἔσοδα ἐκ δρ. 106,547,327 ἔχομεν
2464καθαρὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δρ.4,441,461.
2465Ὁ περίφημος λοιπὸν προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, ὅστις
2466ἔμελλε ν’ ἀποτυπώσῃ τὸ ἔτι περιφημότερον κυβερνητικὸν
2467πρόγραμμα τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ συγχρόνως νὰ μεταδώσῃ
2468εἰς τοὺς μεταγενεστέρους τὰ σύγχρονα οἰκονομικὰ καὶ πο-
2469λιτικὰ ἆθλα τῶν νέων Λουθήρων τῆς κλεινῆς Ἑλλάδος, εἰς
2470τοῦτο ἀποκρυσταλλοῦται τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ἓν ἔλλειμμα
2471ἐκ δραχ. 4,441,461. Ἄ! ἂν δὲν χειροκροτεῖτε τοιοῦτον
2472ἀποτέλεσμα, τότε λοιπὸν τί περιμένετε νὰ χειροκροτήσητε,
2473ὑμεῖς, οἱ τῆς οἰκονομικῆς ταύτης καὶ πολιτικῆς δεξιότητος
2474καὶ ἐμπειρίας θαυμάσιοι θαυμασταὶ καὶ θαυμασιώτεροι ὑπο-
2475στηρικταί;
2476Ἀλλὰ τὰ κατὰ τὸ 1900 εἰσπραχθέντα ἔσοδα εἶναι τὸ
2477καθαρὸν ἀπαύγασμα τῶν ὑφισταμένων φορολογικῶν νόμων,
2478εἶναι ἡ φυσικὴ ἐξέλιξις αὐτῶν, ἢ μήπως καὶ κατὰ τὸ ἔτος
24791900, ὡς καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον, ἐπεβλήθησαν καὶ νέαι
2480φορολογίαι, αὐξήσασαι τὰ βάρη τοῦ λαοῦ; Τῷ 1900 ἐτέθη
2481εἰς ἐφαρμογὴν τὸ νέον σύστημα τῆς φορολογίας τῶν σφαζο-
2482μένων ζῴων εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐπὶ τῶν ζῴων φόρου...
2483§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ ἐξακολουθήσητε ἀκόμη; Εἶ-
2484ναι ὀκτὼ ἡ ὥρα.
2485§157ΕΤΕΡΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
2486§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;
2487§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
2488§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)