1904.06.11
4.082 στίχοι · 30.345 λέξεις · 394 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
τῆς 11 Ἰουνίου 1904.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Γιαννακίτσα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 7 καὶ 15′ μ. μ., παρόντων 130 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἕνεκα τοῦ ἀναφυέντος ἐπεισοδίου μεταξὺ ὑπαλλήλου τινὸς τῆς Βουλῆς καὶ τῶν πρακτικογράφων τῶν ἐφημερίδων ἀπεχώρησαν οὗτοι ἀπὸ χθές. Ἡ αὐτὴ κατάστασις ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον.
§2Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὥρα τους καλή! Τὸ καλλίτερον ποῦ ἠμποροῦσαν νὰ κάμουν ἦτο αὐτό.
§3Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο.
§4Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ....
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§6Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶχεν ἐπιληφθῆ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς δημοσιογράφους. Μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο τοῦτο (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο· πρόκειται μόνον νὰ παρακαλέσω νὰ ἀνακοινώσῃ ὁ προεδρεύων τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπανέλθωσιν οἱ δημοσιογράφοι.
§7Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ μὴ ἐπανέλθωσι ποτέ!
§8Ι. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Θὰ δώσω μίαν πληροφορίαν. Χθές, ὅτε ἐγὼ προήδρευον καὶ εἶχε τὸν λόγον ὁ κύριος Ράλλης, ἠγέρθη θόρυβος ἐν τῷ δευτέρῳ διαμερίσματι τοῦ θεωρείου τῶν δημοσιογράφων, ἔνθα κάθηνται καὶ οἱ πρακτικογράφοι. Παρετήρησα εἰς αὐτοὺς νὰ ἡσυχάσωσιν, ἀλλ’ ἐπανελήφθη ὁ θόρυβος περισσότερον, ὅτε ὁ κ. Μερλόπουλος, βουλευτὴς Μεσσήνης, μοὶ παρετήρησεν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡσυχία. Ἠναγκάσθην νὰ στείλω τὸν κ. Διευθυντὴν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ἵνα τοὺς παρακαλέσῃ νὰ μὴ κάμνουν θόρυβον. Ὁ κ. Διευθυντής, ὡς ἔμαθον, δὲν μετέβη ὁ ἴδιος, ἀλλ’ ἔστειλεν ἕνα κλητῆρα, ὁ ὁποῖος, φαίνεται, μετεβίβασεν βεβιασμένως τὴν διαταγὴν τοῦ Προέδρου καὶ τοῖς εἶπε νὰ φέρωνται σεμνότερον.
§9Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πολὺ καλὰ τοῖς εἶπεν ὁ κλητήρ.
§10Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐὰν ἔλεγεν ὁ κλητὴρ εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κλητὴρ μετέδωκεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ὅτι εἶπε, θὰ ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη σας· ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κλητὴρ εἶπεν εἰς τοὺς δημοσιογράφους, ὅτι, ἂν δὲν ἡσυχάσουν, θὰ τοὺς πετάξῃ ἔξω καὶ θὰ κλείσῃ τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων.
§11Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ αὐτὸ καλὰ τὸ εἶπεν.
§12Ι. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ὁ Πρόεδρος. Μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρέλκει πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§13Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν. Σεῖς βεβαίως τοιαύτην διαταγὴν ἐδώκατε πρὸς τὸ ὄργανόν σας, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ἀνωμολογήσατε, ὅτι τὸ ὄργανόν σας δὲν μετεβίβασε τὴν διαταγὴν ὅπως τὴν ἐδώκατε (θόρυβος). Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι δὲν μετέδωκε τὸ ὄργανον τὴν διαταγήν, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος ἔδωκε ταύτην. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ κλητὴρ ἀσεβῶς λίαν ἐφέρθη πρὸς τοὺς δημοσιογράφους· καὶ ἐφέρθη ἀσεβῶς, ὄχι μόνον διότι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν εἶπε πρὸς τοὺς δημοσιογράφους, δὲν ἦτο φράσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ διαπέμπηται παρὰ Προέδρου Βουλῆς, ἀλλ’ ἀσεβῶς καὶ ἀδίκως ἐφέρθη ὁ κλητὴρ πρὸς τοὺς δημοσιογράφους, διότι οἱ ἐν Ἀθήναις δημοσιογράφοι, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰ διάφορα φύλλα τῶν Ἀθηνῶν, οὐδόλως ἔπταισαν. Εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων καθ’ ἑκάστην— ὡς πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι ἴσως ἀντελήφθησαν—συχνάζουν καὶ 15 ἢ 20 ἐφημεριδογράφοι ἐπαρχιακῶν φύλλων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἰσιτήρια διαρκῆ. Οἱ ἐφημεριδογράφοι αὐτοὶ, οἱ ἐπαρχιῶται, —καὶ δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι δημοσιογράφοι, διότι ἕκαστος δύναται νὰ λάβῃ τὸ εἰσιτήριον μιᾶς ἐφημερίδος ἐπαρχιακῆς καὶ νὰ παρακαθήσῃ εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων,—οὐδὲν ἐνδιαφέρον ἔχουσιν εἰς τὰς συζητήσεις καὶ δὲν κρατοῦσιν οὐδὲ πρακτικὰ διὰ τὰς ἐφημερίδας, τὰς ὁποίας λέγουσιν ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι. Βεβαίως αὐτοὶ προὐξένησαν ταραχήν τινα. Οἱ ἐφημεριδογράφοι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰ φύλλα τῶν Ἀθηνῶν, αὐτοὶ ἐκπληροῦσι μετὰ προσοχῆς τὴν ἐντολὴν τῶν προϊσταμένων των· ἔρχονται ἐδῶ καὶ ἐργάζονται νύκτα καὶ ἡμέραν, διὰ νὰ πορισθῶσι τὸν ἄρτον των. Αὐτοὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ μεταδίδωσιν εἰς τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων των ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβεστέρας πληροφορίας περὶ ὅσων ἀντιλαμβάνονται ἐνταῦθα. Ἑπομένως αὐτοὶ οὐδεμίαν ταραχὴν προὐξένησαν, διότι φροντίζουσι νὰ ἀντιλαμβάνωνται λεπτομερῶς τὰς συζητήσεις καὶ ὄχι νὰ προξενῶσι ταραχάς. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν εὐθυδικίας θὰ φροντίσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς δημοσιογράφους, τιμωρῶν τὸ παρεκτραπὲν ὄργανον διὰ τὴν ἀνάρμοστον συμπεριφορὰν αὑτοῦ.
§14Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου εἶναι ἀρκοῦσα.
§15Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε ὁ Πρόεδρος δηλοῖ, ὅτι οὐδὲν τὸ ἐξυβριστικὸν ἐναντίον τῶν δημοσιογράφων εἶχεν ἡ διαταγὴ αὑτοῦ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ κύριοι ἐφημεριδογράφοι δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ θεωρεῖόν των. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§17ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ἵνα ἐπιτραπῇ νὰ δαπανηθῶσι 15,000 δραχμαὶ ἐκ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐντὸς τῆς πολυανθρώπου κωμοπόλεως Δαδίου τοῦ δήμου Δρυμίας τῆς Λοκρίδος. Ἡ πρότασις αὕτη ἐνεχειρίσθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἀνεκοινώθη, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποίαν περαιτέρω τύχην ἔλαβε. Θὰ παρεκάλουν νὰ ἀναγραφῇ καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ λάβῃ καὶ αὐτὴ τὴν σειράν της μετὰ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων ὁμοίας φύσεως.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλη πρὸς τύπωσιν· θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, καὶ μετὰ ταῦτα θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Οἱ κάτοικοι Ἁγίας Ἄννης τοῦ δήμου Νηλέων δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ἡ κοινότης αὑτῶν ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ κοινοτήτων νόμου ΑΡΠΓʹ τῆς 18 Ἀπριλίου 1884.
§19Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γορτυνίας κ. Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννη περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου τοῦ δήμου Τροπαίων λοχίου Α. Βλασοπούλου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Βοζίκης.
§21ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μοὶ ἐστάλη, κύριε Πρόεδρε, ἀναφορὰ ἐκ Ριζῶν τῆς Τεγέας, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπογεγραμμένη ἀπὸ πολλοὺς κατοίκους. Δι’ αὐτῆς παραπονοῦνται, ὅτι, ἐνῷ ἦτο διωρισμένος ταχυδρομικὸς ἐπιστάτης εἰς τὸ χωρίον Ῥίζαις ὁ ἐκεῖ δημοδιδάσκαλος, ἀπελύθη πρό τινος καιροῦ, καὶ διωρίσθη ἀντ’ αὐτοῦ ἄλλος δημοδιδάσκαλος, καταγόμενος μὲν ἐκ Ῥιζῶν, ἀλλ’ οὐχὶ δημοδιδάσκαλος Ῥιζῶν, ἀλλὰ δημοδιδάσκαλος ἄλλου χωρίου, τῆς Μαγούλας, ἀπεχούσης τῶν Ῥιζῶν πολλὰ λεπτὰ τῆς ὥρας, ὅστις δὲν δύναται νὰ παραμένῃ ἐν Ῥίζαις, ὡς εὑρισκόμενος ἐν τῇ ἕδρᾳ του, τῇ Μαγούλᾳ, καὶ νὰ διευθύνῃ, νὰ παραλαμβάνῃ καὶ παραδίδῃ τὸ ταχυδρομεῖον. Ἕνεκα τούτου, παραπονοῦνται οἱ ἀναφερόμενοι κάτοικοι, ὅτι ἀπωλέσθησαν ἐπιστολαὶ, καὶ μάλιστα ἐπιστολαὶ περιέχουσαι καὶ ἐπιταγὰς, ὀνομαστὶ δ’ ἀναφέρουσι μίαν ἐπιταγὴν ἑνὸς Ἠλία Καραγιάννη μὲ λίρας 120, ἑτέραν ἐπιταγὴν ἑνὸς Σταύρου Χοϊδᾶ μὲ λίρας 25, καὶ ἄλλας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὰ παράπονα, τὰ διατυπούμενα ἐν τῇ ἀναφορᾷ, εἶναι ἀληθῆ, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§23Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τοῦτο δὲν συμβαίνει μόνον εἰς τὸ χωρίον Ῥίζαις τῆς Τεγέας, συμβαίνει καὶ ἐν ἄλλοις χωρίοις τῆς ἐπαρχίας μου. Ἐνῷ εἶναι δημοδιδάσκαλοι ἐν τοῖς χωρίοις, ἐν τοῖς ὁποίοις ἔχουσι συσταθῆ ταχυδρομικὰ γραφεῖα, ἐπαύθησαν οἱ διδάσκαλοι τῶν χωρίων ἐκείνων, καὶ διωρίσθησαν δημοδιδάσκαλοι ἄλλων χωρίων. Τοῦτο δὲ συνέβη πρὸ ὀλίγων μηνῶν καὶ ἐν τῷ δήμῳ Βαλτετσίου καὶ ἐν τῷ δήμῳ Τεγέας. Εἰς τὸ χωρίον Κανδρέβα, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Βαλτετσίου, εἶναι ταχυδρομεῖον καὶ ὑπάρχει δημοδιδάσκαλος ἐν Κανδρέβᾳ, ἀλλ’ ἀφῃρέθη ἡ διεύθυνσις τοῦ ταχυδρομικοῦ γραφείου ἀπὸ τὸν δημοδιδάσκαλον Κανδρέβας, καὶ ἀνετέθη εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον Ἀλίκης.
§24ΕΠΑΜ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας ἐπαρχίαν, εἰς τὰ χωρία Σπάθαρι καὶ Κολλιάνι τοῦ δήμου Τροπαίων, ἀντὶ νὰ ἀνατεθῶσι τὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα εἰς τοὺς αὐτόθι δημοδιδασκάλους, ἀνετέθησαν εἰς ἰδιώτας. Θὰ καταθέσω σημείωσιν περὶ τούτου, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ διόρθωσιν.
§25Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ μιᾶς ὥρας ἔλαβον τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀναγγέλλεται, ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τοῦ δήμου Οἰχαλίας τῆς Μεσσήνης, ὑπερβάντα τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας των, εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλοπόλεως, ἐν τῷ δήμῳ Λυκοσούρας, ἀξιοῦντα νὰ εἰσπράξωσι παρανόμως σύλληπτρα ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ ποιμένας· ἕνεκα τούτου ἦλθον εἰς σύγκρουσιν πρὸς αὐτοὺς, καὶ εἷς τῶν ἀστυφυλάκων ἐτραυμάτισε τὸν Γρηγόριον Σταματελόπουλον, κάτοικον Χειράδων, διὰ περιστρόφου. Καθιστῶ γνωστὸν τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ ταχέως πληροφορίας, συνάμα δὲ νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς αὐστηρᾶς τιμωρίας τῶν παρεκτραπέντων ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§27Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀκτὼ μηνῶν ἐγένετο συμπλοκή τις μεταξὺ πολλῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ πολιτῶν ἐν Πειραιεῖ. Ἐνηργήθη τακτικὴ ἀνάκρισις, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, καὶ προεφυλακίσθησαν, νομίζω, σήμερον 27 ἐν ὅλῳ ὑπαξιωματικοί. Τὸ πρᾶγμα βεβαίως εἶναι φυσικόν, διότι ἡ Δικαιοσύνη θὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν της...
§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἔχει χαρακτηρισθῆ ἡ πρᾶξις;
§29Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
§30Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία συνεπάγεται προφυλάκισιν.
§31Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα τῆς ἀνακρίσεως, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἐπεμβῇ, οὐδ’ ὁ κ. Ὑπουργός. Πολλοὶ ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς εἰσαγωγικὰς ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐξετάσεις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ διότι πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσι πολλοὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων, ἐὰν ἤθελον ἀπαλλαγῆ, εἰς τὰς ἐξετάσεις, καὶ διότι ὁπωσδήποτε εἰς τὰ σώματα, ὅθεν ἀπεσπάσθησαν 27 ἐν ὅλῳ ὑπαξιωματικοί, ἐπέρχεται παράλυσις.
§32Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως τῶν εἰρημένων ὑπαξιωματικῶν ἐξεδόθη μετὰ ἐννέα μῆνας ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διεπράχθη τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦνται.
§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντασθῆτε, ἂν ἐξεδίδετο πρὸ ἐννέα μηνῶν!
§34Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐὰν ἐξεδίδετο πρὸ ἐννέα μηνῶν, ἡ ὑπόθεσις θὰ ἦτο τελειωμένη, καὶ ἢ θὰ διετέλουν εἰς τὰς φυλακὰς ὡς κατάδικοι, ἢ θὰ ἦσαν ἐλεύθεροι. Μετὰ παρέλευσιν ἐννέα μηνῶν, — καὶ εἶναι ἄξιον προσοχῆς αὐτὸ, κύριε Ὑπουργέ, — μετὰ παρέλευσιν, λέγω, ἐννέα μηνῶν ἀπὸ τῆς διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος, — τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἂν διέπραξαν ἢ ὄχι, — τώρα μόνον ἐκδίδεται ἔνταλμα προφυλακίσεως! Παρακαλῶ νὰ λάβητε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ ἐνεργήσητε πᾶν ὅ,τι ἡ φιλανθρωπία ἐπιβάλλει.
§35Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν 27 ὑπαξιωματικῶν εἶναι καί τινες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀπόντες, ὅτε ἔλαβε χώραν τὸ λυπηρὸν ἐπεισόδιον ἐν Πειραιεῖ.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάρτυς τῆς ὑπερασπίσεως εἶσθε;
§37Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ ταχέως ἡ δίκη, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ποῖοι εἶναι οἱ ἔνοχοι καὶ ποῖοι οἱ ἀθῷοι.
§38ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ δικαιοσύνης, θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ γράψῃ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην Κολοκυνθίων νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία πρὸ ἓξ μηνῶν εἶναι περατωμένη, μεταξὺ τοῦ Γκίκα Ἰωάννου καὶ τοῦ Παύλου Γεωργίου (γέλωτες).
§39Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Μίαν σύστασιν ἔχω ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ δῆμος Σιλάνων τῆς Καρδίτσης, παρακείμενος πρὸς τὸν δῆμον Ἰθώμης, ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Καρδίτσης, ἐνῷ ὁ δῆμος Σιλάνων μόνην συγκοινωνίαν ἔχει μετὰ τοῦ δήμου Ἰθώμης. Εὔλογον λοιπὸν καὶ δίκαιον εἶναι, ὁ δῆμος ἐκεῖνος νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἰθώμης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ διὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τὴν ἀπαιτουμένην τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν γνωμοδότησιν, καὶ μετὰ τοῦτο τὴν ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος, ὅπως ὑπαχθῇ ὁ δῆμος Σιλάνων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἰθώμης.
§40Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ μοὶ στείλητε ἓν σημείωμα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1904. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Χατζίσκος).
§43Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς κατωρθώθη νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἓν τμῆμα διαχειρίσεως χρονικῆς, τὸ τμῆμα, κατὰ τὸ ὁποῖον διεχειρίσθην τὰ οἰκονομικὰ ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ τμῆμα τὸ ὁποῖον διεχειρίσθη ὁ διαδεξάμενός με κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προὐτίμησε τὴν τακτικὴν ταύτην, διανοηθεὶς νὰ παραστήσῃ, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅτε διῳκοῦμεν τὰ οἰκονομικὰ εἴτε ἐγὼ εἴτε ὁ διαδεξάμενός με κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, εἴτε καὶ ἀμφότεροι, εἶχε παραλύσει ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Καὶ ὡς αἰτίαν μὲν τούτου παρέστησε τὸν νόμον περὶ ταμείων, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἰσήγαγον, καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων δημοσίων εἰσπρακτόρων· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου περὶ ταμείων, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει, δὲν ἐπῆλθον κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διῴκουν ἐγὼ τὰ οἰκονομικὰ, ἐπῆλθον δὲ, ὡς εἴπετο, κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διῴκησε τὰ οἰκονομικὰ ὁ διαδεξάμενός με κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, κατελίμπανεν ὡς συμπέρασμα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ διαχείρισίς μου ἦτο ἀσθενεστέρα, καὶ ἕνεκα ταύτης ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων, ἀσθενεστέρα ἰδίως τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, ἀφοῦ, ὅτε αὐτὸς ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς, παρήγοντο ἀποτελέσματα εἰσπράξεων κρείττονα. Ἐπεθύμει ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς νὰ ἐνδείξῃ, ὅτι, ἀφοῦ ἴσχυεν ἡ προτέρα νομοθεσία καὶ κατὰ τοὺς μῆνας, καθ’ οὕς ἐγὼ ἐτύγχανον Ὑπουργὸς, κατάδηλον ἐγίνετο, ὅτι τῶν εἰσπράξεων ἡ ἐλάττωσις δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα τοῦ νέου περὶ ταμείων νόμου, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα τῆς ἀσθενοῦς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν τὰ οἰκονομικὰ ὑπέστησαν ὑπ’ ἐμοῦ. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ψευδέστεροι παντὸς ἰσχυρισμοῦ. Δὲν γνωρίζω ποίους ἀριθμοὺς ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, γνωρίζω ὅμως, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἔχω ἀντιγράψει ἐκ τῶν ἐπισήμων καταστάσεων τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, εἰσὶν ἀρκούντως εὔγλωττοι. Πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προήδρευον, ὑπῆρχεν Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ. Νομίζω ὅτι τοῦτο παρητήθη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1902, διότι, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἡμεῖς ἐκλήθημεν καὶ ἐσχηματίσθη τὸ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Ὑπουργεῖον κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου τοῦ 1902· ἐπειδὴ δ’ ἡμεῖς παρητήθημεν κατὰ τὰ μέσα Ἰουνίου τοῦ 1903, ἡ διαχείρισις ἡ οἰκονομικὴ, ἡ ὑπ’ ἐμοῦ γενομένη, διήρκεσεν ἀπὸ τῆς 1 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τῶν μέσων Ἰουνίου 1903. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου μέχρι τέλους Ἰουνίου, ἑπτάμηνον, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, πρέπει νὰ παραβάλω πρὸς ποίαν περίοδον; Πρὸς περίοδον χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§45Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ 1901 ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Νέγρης.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς;
§47Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Προχωρήσατε, διὰ νὰ μὴ σᾶς διακόψω.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ διάστημα λοιπὸν τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1903 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα δραχ. 17,851,343.04, ἐνῷ κατὰ τὸ ἀντιστοιχοῦν διάστημα τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἤτοι ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1901 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1902, εἶχον βεβαιωθῆ 17,748,286.87, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 103,056.17· καὶ εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1903 διάστημα δραχμαὶ 20,589,432.84, ἐνῷ κατὰ τὸ ἀντιστοιχοῦν διάστημα τοῦ προηγουμένου ἔτους εἶχον εἰσπραχθῆ δραχμαὶ 20,554,087.33, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 35,345.51 ὀλιγώτερα...
§49Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περισσότερα τὰ εἰσπραχθέντα τῶν βεβαιωθέντων;
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς φαίνεται.
§51Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμεθα ἡμεῖς κατὰ τὸ 1901 ἐν τῇ ἐξουσίᾳ.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ μεταβάλω τὴν ἱστορίαν. Οὕτως ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1901 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1902 εἶχον βεβαιωθῆ δραχ. 17,748,286.87 καὶ εἰσπραχθῆ 20,554,087.33, ἐνῷ κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1903 διάστημα ἐβεβαιώθησαν δραχ. 17,851,343.04, καὶ εἰσεπράχθησαν 20,589,432.84. Ἑπομένως κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διεχειριζόμεθα ἡμεῖς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐβεβαιώθησαν δραχ. 17,851,343.04, κατὰ δὲ τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1901 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1902 εἶχον βεβαιωθῆ 17,748,286.87, ἤτοι κατὰ δραχ. 103,056.17 ὀλιγώτερα· καὶ εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1902 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1903 διάστημα δραχ. 20,589,432.84, ἐνῷ κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1901 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1902 διάστημα εἶχον εἰσπραχθῆ 20,554,087.33, ἤτοι κατὰ 35,345.51 δραχ. ὀλιγώτερα. Ὅθεν ἡ διαχείρισις ἡ ὑπ’ ἐμοῦ γενομένη ὑπερέβη τὴν διαχείρισιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου κατὰ τοὺς περὶ ὧν πρόκειται ἑπτὰ μῆνας. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα δὲν εἶναι προσωπικά, εἶναι ζητήματα πραγματικά. Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς καὶ νῦν Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, παρέλυσε τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἰδίως τὴν ἐνέργειαν τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ ὅτι ἡ προτέρα νομοθεσία ἦτο πρόσφορος καὶ ἐκράτυνε τὴν ἐργασίαν τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων. Πρὸ ἡμῶν, ὅτε ἐκράτει ἡ προτέρα νομοθεσία, διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ὁ κ. Νέγρης. μετ’ αὐτὸν ἐγὼ διεχειρίσθην αὐτὰ ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας, ἐκράτει δὲ ἡ αὐτὴ νομοθεσία κατὰ τὸ πλεῖστον, διότι ἐντὸς τῆς περιόδου ἐκείνης ἐψηφίσθη ὁ νέος νόμος, ὑπῆρξεν ὅμως ἡ ἐκτεθεῖσα διαφορὰ κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἰσήγαγον καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ἀπεκαλύφθησαν καθ’ ὃν χρόνον διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ὁ διαδεξάμενος ἐμὲ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δὲν διστάζω δὲ νὰ ἐξετάσω καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1903 μέχρι τέλους Μαρτίου 1904 — διότι μέχρι τοῦ χρόνου τούτου φθάνουσιν αἱ δημοσιευμέναι καταστάσεις τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων—εἰσεπράχθησαν δραχ. 107,709,748.52, ἐνῷ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1902 μέχρι τέλους Μαρτίου 1903, ἤτοι κατὰ τὸ ἀντιστοιχοῦν διάστημα τοῦ προηγουμένου ἔτους, εἶχον εἰσπραχθῆ 108,174,631.03· ἀλλ’ ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ περιλαμβάνεται ποσὸν δραχμῶν 1,149,435.56, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «ἔσοδα ἀπρόβλεπτα», ἐὰν δ’ ἀφαιρέσητε ταῦτα, ὑπολείπονται ὡς εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1903 μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1904 διάστημα 684, 553.05 πλειότερα τῶν εἰσπραχθέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1902 μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1903...
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀπρόβλεπτα αὐτὰ ἔσοδα πόθεν προέρχονται;
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ὅλους τοὺς πίνακας ὑπάρχουσι λεπτομερῶς ἀναγεγραμμένοι οἱ τίτλοι ἑκάστου ἐσόδου. Ἐν τῷ πίνακι τούτῳ εὑρίσκω ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «ἔσοδα ἀπρόβλεπτα» ποσὸν δραχ. 1,149,435.56. Δὲν ἔχω ὅμως ἀναλυτικοὺς πίνακας, ὅπως ἀνεύρω πόθεν ταῦτα προέρχονται. Ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1902 μέχρι τέλους Μαρτίου 1903 οὕτως ἀναγράφεται τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἑπομένως ἡ διαχείρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, συνδεομένη μετὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς ὑπ’ ἐμοῦ γενομένης, παρέχει ἀποτελέσματα ἀνώτερα τῆς ἐπὶ τῶν προκατόχων ἡμῶν διαχειρίσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν παρέβαλον αὐτήν. Ἀνέμιξα δὲ καὶ συνέδεσα τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ διαδεξαμένου με ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, τὰ παραλυτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νέου περὶ ταμείων νόμου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἰσήγαγον καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, ἀπεκαλύφθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου θόρυβος ἐγεννήθη ἰδίως μετὰ τὸν ἀτυχῆ περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων δημοσίων εἰσπρακτόρων, τὸν ὁποῖον ἐγὼ προέτεινα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀληθῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν, περιώρισα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐμμίσθων δημοσίων εἰσπρακτόρων ἀπὸ 200, τοὺς ὁποίους εἶχε δημιουργήσει ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, εἰς 120, ἤτοι ἠλάττωσα τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν κατὰ 80. Ὅτε πρόετεινα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταβολὴν ταύτην, δὲν προέβην αὐθαιρέτως, ἀλλ’ ἐτύγχανον πεπεισμένος, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων τῶν ἐμμίσθων ἦτο ὑπερβολικός, διότι 120 δημόσιοι ἔμμισθοι εἰσπράκτορες ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1896, ἡ δὲ εἰσπρακτορικὴ ὑπηρεσία ὑπῆρξεν ἀκμαία, καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἦσαν λίαν εὐάρεστα. Ἑπομένως ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τούτου τῶν ἐμμίσθων δημοσίων εἰσπρακτόρων, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ νομοθετηθεῖσα, δὲν ἦτο ἀναγκαία. Ἠδύνατο νὰ χρησιμεύῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτικῆς, διότι ἐδημιούργει 80 θέσεις ῥοσφετίων, ἀλλὰ τὰς 80 ταύτας θέσεις ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργήσωμεν. Καὶ τοῦτο, ὄχι διότι ἐπεζητοῦμεν διὰ τῆς καταργήσεως ταύτης οἰκονομίαν 50,000 δραχμῶν περίπου, ἀλλὰ διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὁ ὑπερβάλλων ἀριθμὸς τῶν δημοσίων θέσεων δὲν συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, οὔτε εἰς τὴν ἀκραιφνεστέραν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ ἀφθονία τῶν δημοσίων θέσεων, τὰς ὁποίας δημιουργοῦσιν οἱ νόμοι, δὲν ἔχει μόνον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν σπατάλην τῶν δημοσίων χρημάτων, διότι τὸ Κράτος δύναται νὰ διοικῆται καὶ ἄνευ τῆς δημιουργίας τῶν πολλῶν δημοσίων θέσεων, δι’ ὀλιγωτέρων δημοσίων θέσεων, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ φαυλότατον ἀποτέλεσμα, τὴν διαφθορὰν τῶν ἐκλογέων, καὶ ἑπομένως τὴν διαφθορὰν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἠκούσθη προχθὲς ἡ φωνὴ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου—διότι ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν, ἀλλ’ ἀνέγνων τὸν λόγον αὐτοῦ ἐν τῇ «Ἡμερησίᾳ»,—ἠκούσθη, λέγω, ἡ φωνὴ αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος, καὶ ὅτι ὅστις δὲν θέλει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν ταύτην πρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ εἰς τὸν οἶκόν του ἢ εἰς Μονὴν, ὡς παρέπεμπεν ἐμὲ ἄλλοτε ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἄξιον μεγάλης μελέτης καὶ προσοχῆς, εἶναι ἄξιον ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν, ἀλλὰ ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· διότι, ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τὸ πολίτευμα δὲν δύναται νὰ λειτουργῇ, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων νὰ λειτουργῇ πολίτευμα διαφθεῖρον τὸν λαὸν καὶ παραλῦον τὴν διοίκησιν. Τοιοῦτον πολίτευμα στιγματίζει ἐν τῇ πολιτικῇ ἱστορίᾳ τῶν Ἐθνῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διὰ τοῦτο πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ φέρω ἐπὶ τούτου τὸν λόγον κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς δεκάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 50′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§57Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συζητεῖται, κύριε Πρόεδρε, ὁ Προϋπολογισμός, ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ συζητηθῇ Προϋπολογισμὸς, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅσον οὔπω ἔρχεται· νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπουσιάζοντα. Ἑπομένως ἐρωτῶ, ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος.
§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ ὡς κοινὸς Προϋπολογισμὸς ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὡς Προϋπολογισμὸς ἀντιπροσωπεύων νέον σύστημα πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἰσηγούμενος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν Προϋπολογισμὸν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ Προϋπολογισμοῦ παρέχοντος τὸν ἐπιούσιον κυβερνητικὸν ἄρτον, ἀλλ’ ὑπὲρ Προϋπολογισμοῦ ἔχοντος πολιτικὴν ἔννοιαν, ἀνορθοῦντος τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας καὶ θέτοντος τὰς βάσεις τῆς στρατιωτικῆς αὐτῆς συντάξεως. Προσέθηκε δὲ, ὅτι μόνον ὑπὸ τοιούτους ὅρους θεωρεῖ δυνατὴν τὴν ἐν τῇ ἀρχῇ διαμονὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, δὲν ἔχομεν δὲ νὰ συζητήσωμεν οὐσιαστικῶς περὶ τούτων. Ὑπάρχουσιν ἴσως διάφοροι γνῶμαι περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐψηφίσθησαν ἤδη τὰ νομοσχέδια, ἅτινα καθορίζουσι τὸν τρόπον τῆς συντάξεως ταύτης, προσεχῶς δὲ θὰ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους. Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐφέτος οἱ νόμοι οἱ κυρίως ἀφορῶντες τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, καὶ ἰδίως ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ στρατολογικὸς νόμος· δὲν ἔχομεν ἑπομένως νὰ ἐξετάσωμεν αὐτοὺς ἐν σχέσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904. Πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον σχετίζεται τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι θ’ ἀφαιρέσῃ κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, καθ’ ὃ θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δρ. 2,300,000 περίπου. Ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 ἀναγράφεται εἰς τὴν τελευταίαν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν ἀποδίδεται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὸ εἰς αὐτὸ ἀνῆκον ἔσοδον ἐκ τελωνιακῶν τελῶν καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν καὶ τοῦ ζύθου. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῇ δηλώσει του τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τοῦ τιμήματος τοῦ πωλουμένου ὑλικοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ προϊόντος τῆς ἐξαγορᾶς προσθέτου στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον δὲν ἔχει σημασίαν ἐπηρεάζουσαν σπουδαίως τὸν Προϋπολογισμόν. Θὰ ἐξετάσω ἑπομένως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 ἀσχέτως πρὸς τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα κυρίως τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν καὶ ὀργάνωσιν τῆς χώρας. Θὰ ἴδωμεν δέ, ἂν τότε ἀνταποκρίνεται ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος εἰς τὴν ὑπερήφανον δήλωσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀνορθοῖ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας καὶ παρέχει τὰς βάσεις τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν αὐτῆς δυνάμεων. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν ἀναγράφονται ἔσοδα δραχ. 118,966,017, εἰς ταῦτα δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς δηλώσεώς του προσθέτει ἕτερα 2,217,345, καὶ οὕτως ἀναβιβάζονται τὰ ἔσοδα εἰς δραχ. 121,183,362. Προσδοκᾷ ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 6,740,000 δραχμὰς πλειότερον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1902, ἤτοι 1,825,000 ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, 1,430,000 ἐκ τελωνιακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς, 600,000 δρ. ἐκ τελῶν χαρτοσήμου, 500,000 ἐξ ἐκποιήσεως ἀκινήτων, 1,400,000 ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ 985,000 ἐκ διαφόρων ἄλλων πόρων. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσωμεν ἐν συντόμῳ, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι βάσιμος ἡ τοιαύτη προσδοκία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἔσοδα, ἰδίως δὲ διὰ τὰ ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλων τὴν δήλωσίν του, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὰς αὐξήσεις τῶν φόρων τούτων, στηριζόμενος ἐπὶ ἐλπίδων καὶ προσδοκιῶν. Διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν δραχ. 1,929,000 καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, μέχρι δὲ τοῦ τέλους Μαρτίου τοῦ 1903 δραχμαὶ 1,892,000, διὰ δὲ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1904 δραχ. 1,705,000, ἤτοι δραχ. 187,000 ὀλιγώτεραι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτὸς τῶν 2,350,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ, ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ ἀναγράψῃ διὰ τῆς δηλώσεώς του ἑτέρας 150,000 δραχμὰς καὶ ν’ ἀναβιβάσῃ οὕτω τὸ ἐκ τούτου εἰσπρακτέον ἔσοδον εἰς δραχμὰς 2,500,000.
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ, παρακαλῶ;
§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δικαιολογεῖ δὲ τοῦτο, διότι ἐβεβαιώθη κατὰ τὸ 1904 ἀριθμὸς ἀνώτερος ἀροτριώντων κτηνῶν. Κατὰ τὴν σημείωσιν ὅμως, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν φαίνεται τοῦτο, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1902 ἐβεβαιώθησαν 225,213 ἀροτριῶντα κτήνη, κατὰ τὸ 1904 ἐβεβαιώθησαν 223,219, ἀποκλείεται δὲ σπουδαία αὔξησις αὐτῶν διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως, διότι ἡ γενομένη βεβαίωσις χαρακτηρίζεται ὡς τακτικὴ καὶ πλήρης.
§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαριθμήσεως.
§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῆς ἀπαριθμήσεως, μάλιστα, καὶ τῶν πρωτοκόλλων.
§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὸ δηλωθὲν ποσὸν παρουσιάζει ἀποτέλεσμα μὴ ἐπιδεκτικὸν ἐλαττώσεως.
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν δραχ. 1,125,000 καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, μέχρι δὲ τοῦ Μαρτίου 1903 διὰ τὴν χρῆσιν ταύτην δρ. 472,000, διὰ δὲ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 μέχρι Μαρτίου 1904 δρ. 384,000, ἐβεβαιώθησαν δὲ δραχμαὶ 3,125,000 διὰ τὸ 1902, καὶ δραχμαὶ 1,912,000 διὰ τὸ 1903, ὅτε μετεβλήθησαν οἱ ὅροι τῆς φορολογίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πάλιν ἐπὶ ἐλπίδων καὶ προσδοκιῶν στηριζόμενος, προσθέτει διὰ τῆς δηλώσεώς του εἰς τὸ ἀρχικῶς ἀναγραφὲν ποσὸν εἰσπρακτέον ἐκ δρ. 1,125,000 ἑτέρας δρ. 275,000.
§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ 2,100,000 βεβαιωθέντων τὸ 1903.
§68Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸ 1903 ἐβεβαιώθησαν δραχ. 1,900,000 μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1904, κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐπίσημον κατάστασιν. Ἂν δὲ μέχρι σήμερον ἐβεβαιώθησαν δρ. 2,100,000, δὲν δύνασθε νὰ θεωρήσητε βεβαίαν εἴσπραξιν δραχ. 1,400,000, ἀφοῦ ἐπὶ δραχ. 3,125,000, βεβαιωθεισῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 1,125,000. Ἡ δικαιολογία δὲ, ὅτι ἕνεκα θεομηνιῶν ἐχαρίσθη ὁ φόρος εἴς τινας δήμους, δὲν ἀρκεῖ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι κατὰ τὸ 1904 θὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἐν τοσαύτῃ δυσαναλογίᾳ πρὸς τὰ ἀμέσως προηγούμενα ἔτη. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν δύναται νὰ βασισθῇ ἐπὶ ἐλπίδων καὶ προσδοκιῶν, ἀλλ’ ἐπὶ θετικῶν βάσεων. Θετικαὶ δὲ βάσεις εἰσὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν προσεχεστέρων ἐτῶν. Δύναται νὰ αὐξηθῇ ἔσοδόν τι, ὅπως δύναται καὶ νὰ ἐλαττωθῇ, ἀλλὰ δὲν δικαιούμεθα νὰ προϋπολογίσωμεν εἰσπράξεις ἀνωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὰ πράγματα ἐνδεικνύουσιν, ἐκτὸς ἐὰν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ θετικῶν δεδομένων, οὐχὶ δὲ ἐπὶ ἐλπίδων καὶ προσδοκιῶν.
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδέχεσθε καθυστερήσεις πλέον τῶν 33%;
§70Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ τὰς καθυστερήσεις, ἃς δεικνύουσι τὰ ἀμέσως προηγούμενα ἔτη. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1899 παρουσιάζει ἐν τῇ βεβαιώσει διαρκῶς καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐλαττώσεις. Κατὰ τὸ 1899 ἐβεβαιώθησαν δραχ. 4,094,000, κατὰ τὸ 1900 δρ. 3,767,000, κατὰ τὸ 1901 δραχ. 3,596,000, κατὰ τὸ 1902 δραχμαὶ 3,464,000, κατὰ τὸ 1903 μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1904, ὅτε σχεδὸν συμπληροῦται ἡ βεβαίωσις, δραχμαὶ 3,278,000. Διαρκῶς ἐλαττώσεις ἐν τῇ βεβαιώσει κατὰ συνέπειαν τῶν αὐστηρῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1899, αἵτινες, ὅπως ἐν τῇ συζητήσει αὐτοῦ εἴχομεν ἀναπτύξει, ἠνάγκασαν πολλοὺς ἐπιτηδευματίας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ ἐπιτήδευμά των. Ἐκ τοῦ φόρου τούτου κατὰ τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν 3,381,000, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 3,419,000, κατὰ τὸ 1901 δραχ. 3,229,000, κατὰ τὸ 1902 δραχ. 3,032,000, καὶ κατὰ τὸ 1903 μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1904 δραχ. 2,334,000, ἐνῷ διὰ τὸ 1902 κατὰ τοὺς ἀντιστοιχούντας μῆνας εἶχον εἰσπραχθῇ δραχ. 2,880,000. Ἐνῷ δὲ τοιαῦτά εἰσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ δραχμῶν 3,050,000, τοῦ ἀναγραφέντος ὡς εἰσπρακτέου εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν, προσθέτει διὰ τῆς δηλώσεώς του ἑτέρας δραχ. 300,000, στηριζόμενος καὶ ἐδῶ ἐπὶ ἐλπίδων καὶ προσδοκιῶν. Ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν παρουσιάζει αὔξησιν κατ’ ἔτος, καὶ ἀπὸ 3,323,000 κατὰ τὸ 1899 φθάνει κατὰ τὸ 1903 εἰς 3,950,000. Ἀλλ’ ἐνῷ παρουσιάζει αὔξησιν εἰς τὴν βεβαίωσιν, εἰς τὰς εἰσπράξεις παρουσιάζει ἐλάττωσιν· διότι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1899 δραχ. 3,099,000, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 3,024,000, κατὰ τὸ 1901 δρ. 2,987,000, κατὰ τὸ 1902 δρ. 1,811,000, καὶ τὸ 1903 μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1904 δρ. 1,811,059. Ἐνῷ δὲ τοιαῦτά εἰσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει, ὅτι εἰς τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδα εἰσπρακτέα ἐκ τοῦ φόρου τούτου, δύναται νὰ προσθέσῃ ἑτέρας 500,000, στηριζόμενος εἰς τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ νέος πενταετὴς κατάλογος, ὅστις συντάσσεται σήμερον, θὰ παρουσιάσῃ τοιαύτην αὔξησιν. Ὀλίγα θὰ εἴπω περὶ τῶν ἄλλων φόρων καὶ τῶν προσθηκῶν, τὰς ὁποίας διὰ τῶν δηλώσεών του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφει εἰς τινας ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων. Τὰ τοῦ ἐσόδου ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν καὶ τοῦ ζύθου συνεζητήθησαν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ πρὸς αὐτὸ νόμου. Ἐνδεχόμενον νὰ ἀνέλθῃ τοῦτο ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ἀναφερομένου ποσοῦ ἢ καὶ ἐπὶ πλέον· δὲν ἔχομεν δεδομένα, ἵνα κρίνωμεν βασίμως περὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων τούτων. Ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πωλουμένου χαρτοσήμου, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ 11,000,000, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀναγράψει ὡς ἔσοδον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, προσθέτει διὰ τῆς δηλώσεώς του ἑτέρας δρ. 400,000, νομίζω ὅτι καὶ ἐδῶ εἶναι αἰσιόδοξος, ἐν μικροτέρᾳ ἴσως κλίμακι· διότι κατὰ τὸ 1902 εἰσεπράχθησαν δρ. 10,814,000, κατὰ δὲ τὸ 1903 μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1904 δραχ. 10,865,000. Ἴσως βασιμωτέρα εἶναι ἡ ἀναγραφομένη αὔξησις ἐξ ἀντιτίμου τοῦ πετρελαίου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τὰ δύο ταῦτα κεφάλαια ἐσόδων, δηλ. τοῦ χαρτοσήμου καὶ τοῦ πετρελαίου, ἀνήκουσιν εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, καὶ ὅτι ἡ αὔξησις αὐτῶν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἀκριβής, κατὰ 400,000 δραχμὰς διὰ τὸ χαρτόσημον καὶ κατὰ 349,000 διὰ τὸ πετρέλαιον, ἀνήκει μόνον κατὰ 40% εἰς τὸ Δημόσιον, κατὰ δὲ 60% εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου καὶ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς.
§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ ἀφορῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν αὐτῶν. Πάντως ὅμως τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον ἀνήκει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1904, ὥστε μόνον 40% ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης.
§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, αὐτὰ ἀφορῶσιν εἰς τὸ 1905.
§74Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Δημόσιον διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904 καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας καὶ δαπάνας αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπολογίσῃ ἢ μόνον 40% ἐκ τῶν αὐξήσεων. Ἐὰν δὲ, ὡς λέγετε, ἀφορῶσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1905, τότε δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ πιστώσητε δι’ αὐτῶν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904.
§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὄχι;
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἡ εἴσπραξις καὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης, γενομένης ἐντὸς τοῦ 1904, θέλει χρησιμεύσει εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα θὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς δανειστὰς κατὰ τὸ 1905, ἀλλὰ θὰ κρατηθῶσι πάντως τὰ 60% αὐτῆς παρὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν θ’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως χρησιμοποιηθῶσι παρ’ αὐτοῦ εἰς δαπάνας τοῦ 1904.
§77Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ 1905.
§78Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς διανεμητέα, ἀλλὰ πάντως ὡς πρόσοδος τοῦ 1904· ὡς τοιαύτη δὲ θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς δανειστὰς κατὰ τὸ 1905. Ἐκτὸς τῶν αὐξήσεων τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ ηὔξησε καὶ τὴν ἀπόδοσιν ἄλλων ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Οὕτως ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων κτημάτων τοῦ Δημοσίου ἀναγράφει αὔξησιν εἰσπράξεως ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1902 κατὰ δρ. 500,000, ἐξ ἐσόδων καθυστερούντων παρελθουσῶν χρήσεων κατὰ δρ. 1,400,000, ἐκ τελωνιακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς κατὰ δρ. 1,430,000, καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων κονδυλίων κατὰ δρ. 985,000. Ἐλπίζει δ’ οὕτω, ὅτι κατὰ τὸ 1904 θὰ εἰσπραχθῶσι δρ. 6,740,000 πλειότεραι ἢ κατὰ τὸ 1902, οὗτινος ἔχομεν πλήρη τ’ ἀποτελέσματα καὶ ὅπερ ἦτο ἔτος σχετικῶς καλὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ κατὰ τὸ 1903, τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα πλησιάζουσι τὰ τοῦ 1902. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν καθέκαστα. Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἐπίπονον καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τὴν Βουλήν. Ἐὰν δ’ ἐξέθηκα ἐπί τινων ἐσόδων λεπτομερείας τινὰς, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἐγένετο ἤδη περὶ αὐτῶν συζήτησις, καὶ ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς παράδειγμα τοῦ πνεύματος τῆς ἄνευ θετικῶν βάσεων ὑπερτιμήσεως διαφόρων ἐσόδων, ὅπερ ἐπεκράτησεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοι ἴσως συνάδελφοι ἐποιήσαντο, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως αὐτοῦ πρὸς τὰ θετικὰ δεδομένα τοῦ παρελθόντος καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς χώρας ὁρμώμενος, νομίζω ὅτι θὰ ἦναι εὐχάριστον διὰ τὸ Δημόσιον, ἂν πραγματοποιηθῇ εἴσπραξις ἐσόδων κατά τι ἀνωτέρα τῆς τοῦ 1902. Δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ὑπολογισθείσης εἰσπράξεως ἐκ τελωνιακῶν τελῶν, κατόπιν τῆς γενομένης νομισματικῆς μεταβολῆς τῶν τελῶν τούτων. Καὶ ἡ ἐπελθοῦσα ζημία διὰ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς εἰσπράξεως ποσοῦ ἀξίου λόγου εἰς χρυσὸν καὶ ἡ παρατηρουμένη ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς καθιστᾷ ἀμφίβολον διὰ τὸ 1904 τὴν εἴσπραξιν δραχμῶν 35,000,000, δηλαδὴ κατὰ 1,430,000 ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1902, καὶ κατὰ 700,000 ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1903. Καὶ τὴν φυσικὴν προσαύξησιν (plus value) τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσδοκῶμεν ἀνάλογον πρὸς τὴν γενομένην κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ταύτην βεβαίως θέλει ἐπηρεάσει δυσμενῶς τὸ γεγονὸς τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἥτις ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1904 ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἥτις καθιστᾷ οὐσιαστικῶς βαρυτέρους τοὺς ὑπὸ τῶν φορολογουμένων καταβαλλομένους φόρους εἰς τὸ Δημόσιον. Δὲν αἰσθάνονται ἀμέσως πάντες οἱ φορολογούμενοι τὴν αὔξησιν ταύτην, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 23 ἢ 24%, αἰσθάνονται ὅμως αὐτὴν ἀμέσως ἐκεῖνοι ἐκ τῶν φορολογουμένων, οἵτινες ἔχουσι τὰς προσόδους αὐτῶν ἐκ προϊόντων ἐκποιουμένων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Οὗτοι, εἰσπράττοντες ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὸ ἀντίτιμον τῶν προϊόντων αὐτῶν εἰς χρυσὸν, μεταβάλλουσι τοῦτον εἰς χαρτονόμισμα, ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας των καὶ πληρώσωσι τοὺς φόρους των. Λαμβάνοντες δ’ οὕτω ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων πολὺ μικρότερον ἐκείνου, ὅπερ ἐλάμβανον πρὸ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ χρυσοῦ, αἰσθάνονται ἀμέσως τὸ βάρος τοῦ ὑπ’ αὐτῶν καταβαλλομένου φόρου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ὡς παράδειγμα δυνάμεθα νὰ λάβωμεν σταφιδοκτήμονα, ὅστις ἐπώλει μίαν χιλιάδα λιτρῶν σταφίδος, ἐκτιμωμένην ὑπὸ τοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξάγοντος αὐτὴν ἐμπόρου ἀντὶ 100 φράγκων χρυσῶν. Θὰ ἐλάμβανεν οὗτος πρὸ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ χρυσοῦ 160 δραχ. περίπου. Ἐκ τῶν 160 δραχμῶν θὰ ἐπλήρωνε τοὺς φόρους αὐτοῦ. Σήμερον, πωλῶν μίαν χιλιάδα σταφίδος ἀντὶ 100 φράγκων χρυσῶν, δὲν λαμβάνει πλέον 160, ἀλλὰ 130 δραχμὰς, καὶ ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους του. Οὕτω δὲ οἱ φόροι ἐκ μόνου τοῦ γεγονότος τῆς ἐκπτώσεως τοῦ χρυσοῦ ἀποβαίνουσι βαρύτεροι. Τὸ βάρος αὐτῶν εἶναι λανθάνον διὰ τοὺς πολλοὺς φορολογουμένους, εἶναι ὅμως πραγματικόν, διότι τὸ θετικὸν μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως πάντων τῶν ἀξιῶν καὶ τῶν προϊόντων εἶναι ὁ χρυσός. Τοῦτο αἰσθάνονται ἀμέσως ἐκεῖνοι, ὧν αἱ πρόσοδοι ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ ἐξωτερικόν. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὅμως καὶ λανθανόντως ἐπηρεάζει καὶ πάντας τοὺς ἔχοντας νὰ πληρώσωσιν εἰς δραχμὴν, ἡ ὁποία σήμερον ἀξίζει 76 περίπου χρυσᾶ λεπτὰ, ἐνῷ ἐπλήρωνον ἄλλοτε εἰς δραχμὴν, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία ἦτο 60 περίπου λεπτὰ χρυσᾶ. Ἀναφέρω τοῦτο, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βασισθῶμεν εἰς τὴν φυσικὴν προσαύξησιν τῶν φόρων, καὶ ἀναμείνωμεν ἐξ αὐτῆς τὴν ηὐξημένην ἀπόδοσιν αὐτῶν, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904. Θὰ ἦναι εὐχάριστον διὰ τὸ Δημόσιον, ἐὰν εἰσπράξῃ μετὰ τὰς γενομένας φορολογικὰς τροποποιήσεις, οὐχὶ 6,740,000 πλέον τῶν τοῦ 1902, ὡς ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ἕν ἔστω ἢ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Σταθμίζοντες τὰς περιστάσεις τὰς ἐπηρεαζούσας τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας καὶ τὰ τοῦ Δημοσίου, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὡς πιθανὴν εἴσπραξιν ἐσόδων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904 κατὰ πολὺ ἀνωτέραν τῶν 116,000,000 δραχμῶν. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν ἀναγράφονται τοιαῦτα ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 117,836,000. Διὰ τῆς δηλώσεως δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προστίθενται δι’ ἀποδόσεις εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διὰ κεκλεισμένας χρήσεις, διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ δι’ ἄλλας δαπάνας δραχ. 4,905,000. Ἀφαιροῦνται δ’ ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου δρ. 2,560,000. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο τῆς ἐκ τοῦ συναλλάγματος ὠφελείας πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν ὡς ἀσφαλές. Δὲν ἔχομεν ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ὅπως ὑπολογίσωμεν αὐτὸ, καὶ ἴδωμεν, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει τὸ συνάλλαγμα πρὸς δραχ. 1,35. Ὑπελόγισεν ἐπίσης, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀγοράσῃ ποσὸν χρυσοῦ ἄξιον λόγου παρὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων πρὸς δρ. 1,46 καὶ 60. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν, ὅπως ὑπελογίσθη ἐν τῇ δηλώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου ὑπολείπεται προσθήκη δαπάνης ἐκ δρ. 2,344,990. Οὕτω δὲ τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1904, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέρχεται εἰς δρ. 120,181,000. Νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλαι δαπάναι, ἀνεξαρτήτως τῶν μελλουσῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ συμψηφισθῶσιν, ὑποθέτω, μὲ τὰς ἀδιαθέτους, πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, αἱ ἑξῆς. Κατὰ τὸ τέλος Δεκεμβρίου τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1904 τοὺς τόκους πρὸς 5% τοῦ δευτέρου ἡμίσεος τοῦ δανείου τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων, τοῦ ἐκδοθέντος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Θὰ ὠφεληθῇ ὅμως τοὺς τόκους τῶν χρημάτων τῶν προερχομένων ἐκ τοῦ δανείου τούτου, καὶ τὰ ὁποῖα κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν μὲ τόκον πρὸς 1¾%. Θὰ πληρώσῃ δὲ οὕτω διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1904 φράγκα χρ. 288,000, τὰ ὁποῖα ὑπολογιζόμενα κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμὴν φέρουσι δραχ. 375,000.
§79Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐπιτρέπητε, ἤθελον νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ πληρώσῃ τι τὸ Δημόσιον· διότι, ὡς γινώσκετε, ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ὑπάρχει ἤδη κατάθεσις παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐκ δραχ. 5,200,000, ἡ ὁποία αὐξάνει ὡς ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1903, εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 6,000,000 περίπου. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ πληρωθῇ ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν δανείων τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Δεμερλῆ καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ. Ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τι ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην δόσιν τοῦ ἐκδοθέντος δευτέρου ἡμίσεος τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ, θ’ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν αὐτῆς εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ θὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀποδόσεων. Οὕτω δὲ ἐν τῷ συνόλῳ τῶν πιστώσεων οὐδεμία ἐπελεύσεται μεταβολή.
§80Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τοὺς τόκους τοῦ πρώτου μέρους τοῦ δανείου τοῦ ἐκδοθέντος καὶ κυκλοφοροῦντος εἰς βάρος τοῦ δημοσίου χρέους. Ἂν δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ τὸ σχετικὸν ποσὸν ἐκ τοῦ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἀποθέματος, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, διότι ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα καὶ οὐχὶ τὰ ἔξοδα.
§81Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι ἄλλο ζήτημα;
§82Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως εἶναι ἄλλο ζήτημα· καλύπτεται τὸ ἔξοδον διὰ ὡρισμένου ἐσόδου, ἀλλὰ δὲν ἐκλείπει.
§83Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἰς τὰς ἀποδόσεις εἶναι ἀναγεγραμμένον ὡς ἔξοδον σήμερον.
§84Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ ἀποδόσεις ἀποδίδονται εἰς τὴν Τράπεζαν.
§85Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διὰ νὰ πληρώνηται ὁ τόκος τοῦ δανείου αὐτοῦ. Λοιπὸν εἶναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν αἱ ἀποδόσεις 2,800,000 δραχμῶν διὰ τὸ τρέχον ἔτος, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ πληρωθῶσι.
§86Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δημόσιον χρέος χρεοῦται μὲ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τούτου, ἡ δὲ ἀπόδοσις γίνεται εἰς τὴν Τράπεζαν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἀναγκαίου ποσοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου.
§87Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διότι χρεοῦται πιστούμενον ἀπὸ τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος, ὅταν λάβῃ τὰ χρήματα αὐτὰ, πιστώνει τὸ Δημόσιον καὶ πληρώνει.
§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο εἶπον· ὅτι δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἀναγράψῃ ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἢ μᾶλλον ν’ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ ἐκ τῆς ἀποδόσεως, τὴν ὁποίαν ποιεῖται εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ. Συμψηφίζεται οὕτως ἡ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου πληρωμή, ἀλλὰ δὲν ἀναιρεῖται ὁ χαρακτὴρ αὐτῆς ὡς δαπάνης τοῦ Δημοσίου.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα λογιστικῶς. Αὐξάνει τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἐλαττοῦται κατὰ ἴσον ποσὸν τὸ κεφάλαιον τῆς ἀποδόσεως, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδεμία μεταβολὴ ἐπέρχεται εἰς τὸ σύνολον τῶν πιστώσεων.
§90Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῶν ἀποδόσεων. Ἐγένετο τοῦτο;
§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῶν ἀποδόσεων, καὶ αὐξάνει τὸ ποσὸν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὄχι μόνον τό γε νῦν, ἀλλ’ ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ μᾶλλον οἱ κανονικοὶ πόροι τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν θὰ ἐπιβαρύνωνται τὸ παράπαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ καὶ τοῦ Σιδηροδρόμου Πύργου–Μελιγαλᾶ. Ἐὰν μάλιστα διατηρηθῇ ἡ ὑπάρχουσα σήμερον μικρὰ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, δὲν θὰ ἐπιβαρύνηται τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν δανείων ποσοτήτων, διότι κατωρθώθη, ὥστε ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δύο δανείων, τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ καὶ τοῦ Σιδηροδρόμου Πύργου–Μελιγαλᾶ.
§92Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ καπνοῦ ἀναγράφεται ὁλόκληρος ὡς ἔσοδον τοῦ Δημοσίου· ἀναγράφεται δὲ ὡς ἀπόδοσις τὸ ποσοστὸν τῆς προσόδου ταύτης, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν Σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ ἀναγράφεται συνάμα εἰς τὸ δημόσιον χρέος ποσὸν φρ. 438,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πρώτου ἡμίσεος τοῦ δανείου τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων. Ἄρα ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους τὸ Δημόσιον βαρύνεται μὲ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ δανείου τούτου. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως λαμβάνει τὸ σχετικὸν ποσὸν ἐξ ὅσων εἰσπράττει ἐκ τοῦ καπνοῦ. Δὲν εἶπον δὲ, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους τούτους ἐκ τῶν ἄλλων του πόρων, καὶ ὅτι δὲν ἔχει πόρον ἰδιαίτερον. Βεβαίως ἔχει πόρον ἰδιαίτερον, ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως καὶ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, πρέπει νὰ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ δημόσιον χρέος.
§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ μεταβληθῇ τὸ σύνολον.
§94Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ ἔξοδα, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ τώρα.
§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· θὰ μεταβληθῇ τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων.
§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ θὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ ποιὸν τῶν ἐξόδων.
§97Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐρχόμεθα εἰς τὸν αὐτὸν παρονομαστήν.
§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ χρέους τούτου, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον, θὰ τὸ κρατήσῃ ὅμως ἐκ τῶν ἀποδόσεων ἢ θὰ τὸ ἐπαναλάβῃ ἐκ τοῦ ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Τράπεζαν, νομίζω ὅτι καὶ ἄλλαι τινὲς δαπάναι πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνέγραψε μόνον 1,000,000 δραχ. ὡς συνδρομὴν εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι δρ. 200,000 ὀλιγώτερον τῶν τοῦ 1903. Βεβαίως δὲν θὰ ἀρκέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ τῶν προκαταβολῶν. Τὸ ὑπολειφθησόμενον ἑπομένως ποσὸν ἢ θὰ βαρύνῃ τὰς προκαταβολὰς ἢ μᾶλλον θὰ ληφθῇ, ὅπως καὶ σήμερον γίνεται, δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἢ διὰ δηλώσεως εἰς βάρος τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ὡσαύτως, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, αἱ δαπάναι τῶν γενικῶν ἀσκήσεων τοῦ στρατοῦ ὑπερέβησαν τὰς 500,000 δραχμάς, τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἑπομένως ἔχει νὰ προσθέσῃ ποσὸν δραχ. 400,000 ἕως 500,000 εἰς τὴν πίστωσιν τῶν γενικῶν ἀσκήσεων.
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε καμμίαν ἐπίσημον πληροφορίαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι αἱ 500,000 δὲν ἐπήρκεσαν;
§100Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤκουσα παρὰ πολλῶν ἁρμοδίων.
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἀκούετε εἶναι ἀρκετὸν νὰ σᾶς δώσῃ τὴν εὐκολίαν ν’ ἀναγγέλλητε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι θ’ αὐξήσῃ ἡ πίστωσις;
§102Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρὰ προσώπων δυναμένων νὰ γνωρίζωσι τὰς γενομένας δαπάνας διὰ τὰς γενικὰς ἀσκήσεις ἤκουσα, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 500,000 δραχμῶν δὲν θὰ ἀρκέσῃ διὰ τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τούτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὐχὶ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἁρμόδιος νὰ γνωρίζῃ τοῦτο. Ἐὰν οὗτος ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν περισσότεραι τῶν 500,000 δραχμῶν, καὶ δηλώσῃ τοῦτο, θὰ παραδεχθῶ βεβαίως τὴν τοιαύτην δήλωσιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ἐξωδίκους, τὰς ὁποίας ἔχω, δὲν θὰ ἀρκέσωσιν αἱ 500,000 δραχμαί. Οὕτω διὰ τῶν ἐπιβαλλομένων προσθηκῶν δαπανῶν τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων τοῦ 1904 θὰ ἀνέλθῃ εἰς 121,000,000 δραχμὰς περίπου. Χωρὶς ἑπομένως ν’ ἀπαισιοδοξῶμεν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 ἐν ὁμαλῇ αὐτοῦ λειτουργίᾳ παρουσιάζει πιθανὰς εἰσπράξεις δραχ. 116,000,000 περίπου, πιθανὰ δὲ ἔξοδα δραχ. 121,000,000 περίπου, καὶ ἔλλειμμα δραχ. περὶ τὰ 5,000,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἐλλείμματος τούτου ὑπάρχει καὶ ἡ διὰ τῶν προκαταβολῶν ἐνεργουμένη καὶ ὑπολανθάνουσα δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλων τινῶν γενικῶν λογαριασμῶν, ὡς π. χ. τῶν φάρων καὶ φανῶν καὶ τῶν κληροδοτημάτων. Ἡ δαπάνη αὕτη ἀνέρχεται εἰς ποσὸν δραχμῶν 3,000,000 περίπου, αἵτινες ἐξ ἀνάγκης προστίθενται εἰς τὸ τακτικὸν ἔλλειμμα. Τοιοῦτο δ’ ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως τοῦ 1904, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ ποσόν τι ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, ὅστις πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ εἰς εἶδος καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδον 4,000,000 δραχ. Βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν θὰ εἰσπραχθῇ. Ἐξ αὐτοῦ θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἐλάχιστον ποσόν, διὰ νὰ μὴ εἴπω τίποτε, δηλαδὴ θὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος τῆς παραγωγῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ προσεχοῦς Αὐγούστου τοῦ 1904. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θὰ συζητηθῇ προσεχῶς. Ὁμιλῶν ὅμως περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 δὲν δύναμαι νὰ μὴ παρατηρήσω, ὅτι, ὅπως εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συντεταγμένον, καθιστᾷ ἀδύνατον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὴν πώλησιν σταφιδοκάρπου καὶ τὴν καταβολὴν εἰς τὸ Δημόσιον τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ τοῦ ἀντιστοιχοῦντος εἰς τὸν φόρον εἰς εἶδος οὐ μόνον ἐντὸς τοῦ ἔτους 1904, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν αὐτοῦ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1905. Μόνον δὲ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1906 ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ ἐπανακτήσῃ τὴν πρὸς πώλησιν σταφίδος ἐλευθερίαν της, τὴν ὁποίαν ἐδέσμευσε διὰ τῆς μετὰ τῶν βιομηχάνων ἀγοραστῶν σταφίδος συμβάσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὑπάρχει ἑπομένως βάσιμος φόβος, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν θὰ δυνηθῇ ἐντὸς τοῦ 1905 νὰ εἰσπράξῃ καὶ τὸ ἐκ τῆς σταφίδος ἔσοδον, τὸ ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 4,800,000. Οὕτω δὲ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ κατὰ τὸ 1904 δύναται ν’ ἀνέλθῃ εἰς δέκα καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἤτοι 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τρία περίπου ἑκατομμύρια ἐκ τῶν προκαταβολῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ λοιπῶν, καὶ τέσσαρα καὶ πλέον ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Προϋπολογισμὸς εἰς τοιαῦτα καταλήγων ἀποτελέσματα δὲν εἶναι βεβαίως Προϋπολογισμὸς ἀνορθώνων τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν καὶ παρέχων τὰ μέσα τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Εἶναι Προϋπολογισμὸς παρέχων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Ἀλλά, Κύριοι, οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὰς περιστάσεις, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα σήμερον. Ὁ Ἑλληνισμός, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, εὑρίσκεται ἀπέναντι θετικῶν καὶ πραγματικῶν κινδύνων, καταπολεμούμενος πολλαχόθεν. Δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐλπίσωμεν εἰς συμπαθείας Μεγάλων Δυνάμεων, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα συμβιβάζονται ἐν Ἀνατολῇ μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι αἱ πολιτικαὶ συμπάθειαι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὑπὲρ τῶν μικρῶν Κρατῶν μετροῦνται καὶ μὲ τὴν ἐν γένει εὐρωστίαν καὶ τὰς δυνάμεις τῶν Κρατῶν τούτων. Πλανώμεθα δέ, ἂν νομίζωμεν ὅτι διὰ τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς, καὶ διὰ τῶν μέτρων τῶν μετ’ αὐτῆς συνδεομένων πράττομεν τὸ καθῆκόν μας καὶ συντελοῦμεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν πολιτικῶν συμπαθειῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὑπὲρ ἡμῶν καὶ εἰς τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν κατὰ τῶν ἐπιβουλῶν, αἵτινες ἐνεργοῦνται ἐναντίον τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν. Δὲν ἔχομεν σήμερον νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἐπιθετικὸν ἢ συστηματικόν τινα πόλεμον κατὰ ἰσχυροῦ τινος Κράτους, ἀλλὰ βεβαίως ἔχομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν κινδύνους φυλετικούς, ὑποκινουμένους καθ’ ἡμῶν παρὰ Κρατῶν, τῶν ὁποίων ἡ δύναμις καὶ ἡ θέσις ἥ τε οἰκονομικὴ καὶ ἡ στρατιωτικὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἑλκύει τὴν προσοχὴν καὶ τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, ἅτινα συμπαθοῦσι πρὸς ἡμᾶς καὶ τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα συμβιβάζονται μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Οὐ μόνον ἑπομένως πρὸς ἄμεσον ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑποστηρίξεως τῶν πρὸς ἡμᾶς συμπαθουσῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἔχομεν ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν καὶ σύνταξιν τῆς χώρας. Ἂν δὲ κατὰ τοῦτον ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον πρέπει νὰ γείνῃ ἡ σύνταξις καὶ ὀργάνωσις αὕτη, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Ἐψηφίσθησαν ἤδη οἱ νόμοι, οἵτινες ἐπιδιώκουσι τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ οὗτοι ἀναγκαίως θὰ ἐφαρμοσθῶσι. Διὰ τῶν νόμων δὲ τούτων καὶ διὰ τῶν μέτρων τῶν σχετιζομένων πρὸς αὐτοὺς ἐπιπροστίθενται δαπάναι εἰς τὸ Δημόσιον ἄνω τῶν 10 ἑκατομμυρίων· πέντε περίπου ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἤδη ἀνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τρία ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐπιβαλλομένων δαπανῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Τὰ διὰ τὰς νέας δὲ ταύτας δαπάνας ἀπαιτούμενα χρήματα ὀφείλομεν νὰ ἐξεύρωμεν. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ψηφίζοντες Προϋπολογισμόν, ὅστις, βαρυνόμενος διὰ ποσοῦ κατωτέρου τοῦ ἡμίσεος τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἀπαιτεῖται, καταλήγει εἰς ἔλλειμμα κανονικόν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν προκαταβολῶν, ἑπτὰ περίπου ἑκατομμυρίων, ἄνω δὲ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν θὰ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος; Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας καὶ ἐκτελέσωμεν οὕτω τὸ μᾶλλον ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα καθῆκον, ἀπαιτοῦνται θυσίαι, καὶ θυσίαι μεγάλαι. Ἀλλ’ αἱ θυσίαι αὗται πρέπει νὰ ἀρχίσωσιν ἐκ τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἴμεθα ἔθνος πλούσιον, ὅπως ζητήσωμεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ μᾶς δώσῃ ἐκ τῶν περισσευμάτων αὑτοῦ δέκα ἑκατομμύρια, ὅπως ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον τοῦτο. Εἴμεθα ἔθνος πτωχόν. Διὰ νὰ ζητήσωμεν δὲ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δώσῃ τὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην, ὄχι ἐκ τῶν περισσευμάτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστερημάτων αὑτοῦ, πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν, ὡς Κράτος, πρῶτον εἰς θυσίας. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἀπόλυτος ἐγκράτεια εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι πᾶν δημόσιον ἔξοδον, ὄχι μόνον περιττὸν, ἀλλὰ καὶ μὴ ἀπολύτως ἐπιβαλλόμενον, πρέπει νὰ διαγραφῇ. Τοιαύτη ἐγκράτεια καὶ τοιαῦται αὐστηραὶ οἰκονομίαι ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου θέλουσι χρησιμεύσει ὡς ἀφετηρία τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας θὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ ὑποστῇ ἐκ τῶν ὑστερημάτων αὑτοῦ. Οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἔσεται δυνατὴ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ ἐθνικοῦ καθήκοντος, ἥτις ἀπαιτεῖ νέαν δαπάνην δέκα περίπου ἑκατομμυρίων. Ἡ ἀλήθεια αὕτη εἶναι στοιχειώδης καὶ ἀναμφισβήτητος. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ Κυβέρνησις, πιεζομένη ἐκ τῆς ἀληθείας ταύτης, ὡμολόγησεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου οἰκονομίαι, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ζητηθῶσι παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θυσίαι. Ἀλλὰ τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως τὴν εὑρίσκομεν πραγματοποιουμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904; Βεβαίως ὄχι. Ἐδήλωσε τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἀλλ’ ὑπεξέφυγε τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Παρουσίασε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οἰκονομίας, παρουσίασεν ἐπίσης τοιαύτας διὰ νομοσχεδίων τροποποιούντων ὀργανισμούς τινας, μετὰ ταύτας δὲ ὑπέβαλε φορολογικὰ νομοσχέδια. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς ἐμελέτησε καὶ ἐπεδίωξε τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, ἅτινα ἐπηγγέλθη ὡς ἀνορθοῦντα τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, καὶ ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐθνικὰς ἀνάγκας. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνέγραψεν ἐλάττωσιν δαπανῶν ἀνερχομένην εἰς δρ. 5,546,000 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1903· προσέθηκεν ὅμως ἐν αὐτῷ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν δύο στρατιωτικῶν Ὑπουργείων δρ. 2,547,000. Οὕτω δὲ ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν κατῆλθεν εἰς 3,000,000 περίπου. Τὰς ἐλαττώσεις ταύτας, τὰς χαρακτηρισθείσας κατὰ τὸ πλεῖστον ὡς οἰκονομίας, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ὅπως ἴδωμεν, ἂν εἶναι σύμφωνοι καὶ ἀνάλογοι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσιν ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ καθήκοντα. Ἐκ τῶν ἐλαττώσεων τούτων 3,480,000 δραχ. ἐπῆλθον ἄνευ οὐδεμιᾶς προσπαθείας καὶ φροντίδος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐξέλιπεν ἡ ἀνάγκη, ἥτις εἶχε προκαλέσει τὴν δαπάνην τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ τὸ 1903. Δὲν θὰ ἀναφέρω ὅλα τὰ κονδύλια τούτων· ὅπως ὅμως ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ, ἂν ἡ Κυβέρνησις κατέβαλε προσπάθειάν τινα πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ἐλαττώσεων τούτων, θὰ ἀναφέρω τὰς κυριωτέρας αὐτῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφονται οἰκονομίαι δραχ. 1,237,518, ὧν αἱ κυριώτεραί εἰσιν αἱ ἑξῆς: Ἐκ τῶν συντάξεων δραχ. 73,647, διότι ἀπέθανον συνταξιοῦχοι. Δι’ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν μὴ πρόσκλησιν ἐκτάκτου Συνόδου, — ἐλάττωσιν, ἥτις δὲν ἐπραγματοποιήθη, — δραχμὰς 486,000. Δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δρ. 15,000. Ἐγκατεστάθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιαύτης δαπάνης. Ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων δρ. 113,000, ἥτις ἐπίσης δὲν ἐπραγματοποιήθη. Δι’ ἀγορὰν πλακῶν πρὸς κατασκευὴν γραμματοσήμου δρ. 40,000. Διὰ προμήθειαν χαρτοσήμου, διότι εἶχεν ἤδη ἀγορασθῆ ὁ ἀναγκαῖος χάρτης, δρ. 54,000. Δι’ ἐξόρυξιν σμύριδος δρ. 48,000. Διὰ νομισματικὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία τότε ἦτο μόνον 125,000 δραχ. καὶ ἥτις ηὔξησε πολὺ πλειότερον ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τοῦ συναλλάγματος, τῆς ἐπελθούσης ἄνευ προσπαθείας τινὸς τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς ἀποδόσεις διαφόρων ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου δρ. 134,000. Εἰς τὸ δημόσιον χρέος δρ. 117,000. Δὲν κατεβλήθη προσπάθειά τις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν οἰκονομιῶν τούτων, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον, διότι ἐξέλιπεν ἡ ἀνάγκη τῆς δαπάνης αὐτῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγένετο διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐλάττωσις δαπάνης δραχ. 2,122,994. Τὰ κυριώτερα δὲ κονδύλια τῆς ἐλαττώσεως ταύτης εἰσὶ τὰ ἑξῆς: Δραχ. 706,000 δι’ ἐκτέλεσιν ἐκλογικοῦ νόμου, διότι δὲν προεβλέποντο βουλευτικαὶ ἐκλογαί· δραχ. 50,000 δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα· δραχ. 59,000 ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, δαπάνη, ἥτις δὲν ἐπραγματοποιήθη· δραχ. 11,600 διὰ τὴν ἀπογραφὴν τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου· δραχ. 251,350 δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων καταλαμβανομένων ὑπὸ σιδηροδρόμων καὶ ὁδῶν· δραχ. 1,000,000 διὰ τὸ δάνειον εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, κλπ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δραχ. 21,000 δι’ ἀποβιώσεις ἀρχιεπισκόπων, διὰ μεταφορὰν τῶν βιβλίων τῆς Ἐθν. Βιβλιοθήκης, διὰ κατασκευὴν γυμναστικῶν ὀργάνων καὶ διὰ παρελθούσας χρήσεις. Δὲν νομίζω, ὅτι τὰς ἐλαττώσεις ταύτας δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὡς οἰκονομίας προελθούσας ἐκ τῆς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑποστῇ τὸ Δημόσιον πρῶτον τὰς ἐπιβαλλομένας θυσίας πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἀπαιτουμένων πόρων διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας. Ἕτεραι οἰκονομίαι ἐκ δραχ. 2,065,000 προέρχονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ καταργήσεως δαπανῶν ἀναφερομένων εἰς προμηθείας καὶ εἰς ἐπωφελῆ ἔργα. Ἐξ αὐτῶν αἱ κυριώτεραί εἰσιν αἱ ἑξῆς: Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ἐλαττώσεως προμηθείας πετρελαίου δραχ. 264,000, ἥτις δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ πραγματοποιηθῇ, ἀλλὰ καὶ ἂν πραγματοποιηθῇ, θὰ ὀφείληται εἰς τὴν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὕπαρξιν ἀρκοῦντος πετρελαίου, θὰ ὑπάρξῃ δὲ ἀνάγκη μεγαλειτέρας προμηθείας τῆς κατὰ τὸ 1905. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγράφονται οἰκονομίαι ἐκ δραχμῶν 1,578,000, ὧν αἱ κυριώτεραι ἐκ τῆς γεωργίας καὶ τῶν γεωργικῶν σταθμῶν δραχ. 350,000, ἐξ ὑδραυλικῶν ἔργων δραχ. 389,000, ἐκ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν δραχ. 500,000, καὶ ἐκ κατασκευῆς βατῶν ὁδῶν δραχ. 170,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δραχ. 217,000, ἐξ ὧν δρ. 200,000 ἐξ ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαίου διὰ συνδρομὴν διδομένην εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰς ἐπιβαλλομένας οἰκονομίας πρέπει νὰ ζητήσωμεν εἰς παραγωγικὰς δαπάνας, οἷαι αἱ τῆς γεωργίας καὶ τῆς ὁδοποιίας. Τὴν οἰκονομίαν τὴν ἀναφερομένην εἰς τὴν ὁδοποιίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐστήριξεν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀναγκαστικῆς προσωπικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ, δύσκολον ἑπομένως νὰ παραδεχθῶμεν ὡς δυνατὴν τὴν οἰκονομίαν ταύτην ἄνευ σπουδαιοτέρας ζημίας, ἣν θὰ ὑποστῇ ἡ χώρα ἐκ τῆς βλάβης, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὰς ὁδοὺς μὴ συντηρουμένας. Ἀνάλογα δ’ ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα καὶ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν ἀναγκαίων ὑδραυλικῶν ἔργων. Οἰκονομίας ἐπιβαλλομένας ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τὰς προσωπικὰς καὶ εἰς τὰ ἄγονα ἔξοδα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Καὶ εἰς τὰς δαπάνας ταύτας ἐπεδίωξεν οἰκονομίαν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀτελῶς καὶ πρὸς τὸ θεαθῆναι. Τὸ σύνολον τῶν ἐν αὐταῖς ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ οἰκονομιῶν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 123,000 δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα! Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δραχμὰς 25,816, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δρ. 7,840, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δρ. 6,000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δρ. 65,560, προερχομένας ἐκ τῶν ἀστυφυλάκων, —οἰκονομία, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, —καὶ ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑγειονομείων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν ὑποδιδασκαλείων δραχ. 17,980. Καὶ ἐνῷ ᾠκονόμησεν 123,000 δραχμὰς ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν τοιούτων δαπανῶν, τῶν ἀνερχομένων εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, προσέθηκεν εἰς αὐτὰς διὰ μὲν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δρ. 364,000, διὰ δὲ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἑτέρας 119,000. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσέθηκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δραχμὰς 31,000 διὰ προσωπικὸν Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δι’ ἔξοδα ἀποζημιώσεως ἐκτάκτων λογιστῶν πρὸς ἐκκαθάρισιν παλαιῶν χρεῶν κλπ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δρ. 31,800, εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης δραχμὰς 41,400, εἰς τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν δρ. 180,400, εἰς τὸ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δραχμὰς 79,400. Διὰ δὲ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προσέθηκεν ἑτέρας δραχ. 25,700 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δραχμὰς 56,300 εἰς τὸ τῶν Ἐξωτερικῶν, δρ. 4,200 εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δρ. 33,000 εἰς τὸ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Οὕτω δὲ ἡ Κυβέρνησις, πιεζομένη ὑπὸ τῆς δυνάμεως τῆς στοιχειώδους ἀληθείας, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι εἰς τὰς μὴ παραγωγικὰς δαπάνας, ἀνέγραψε τοιαύτας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνερχομένας εἰς δραχ. 123,000, συγχρόνως ὅμως προσέθηκε τοιαύτας ἀνερχομένας εἰς δραχμὰς 483,000. Ἀντὶ ἑπομένως νὰ ἐλαττώσῃ τὸ σύνολον τῶν τοιούτων προσωπικῶν καὶ ὑπηρεσιακῶν δαπανῶν, ηὔξησεν αὐτὸ κατὰ δραχ. 360,000. Ἡ δικαιολογία δὲ τῶν δαπανῶν τούτων δὲν εἶναι δύσκολος. Πᾶς δαπανῶν πέραν τῶν δυνάμεων αὐτοῦ δύναται νὰ εὕρῃ δικαιολογίαν τινὰ οἱανδήποτε δι’ ἑκάστην τῶν δαπανῶν αὐτοῦ, δὲν δύναται ὅμως διὰ τῶν τοιούτων δικαιολογιῶν νὰ προλάβῃ τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπερισκέπτων καὶ δυσαναλόγων αὑτοῦ ἐξόδων. Ἀλλ’ ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἑτέρας οἰκονομίας διὰ τῶν νομοσχεδίων, τῶν τροποποιούντων ἰσχύοντα ὀργανισμούς. Δὲν ἐπεζήτησεν ὅμως τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ὅτε δὲ ἡμεῖς ἐπεμένομεν νὰ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, προτασσόμενα ἄλλων, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν πράγματι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι ἤθελεν ἐπιτύχει δι’ αὐτῶν, αὕτη ἀντέλεγε, καὶ ἐπέμενεν εἰς τὴν πρόταξιν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἔπραττε δὲ τοῦτο, διότι ᾐσθάνετο ἴσως, ὅτι τινῶν μὲν ἡ μελέτη ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ σοβαρῶν βάσεων, ἄλλων δὲ, ὅτι ἡ ψήφισις ἀντίκειται εἰς τὴν πραγματικὴν αὐτῆς πολιτικὴν τῶν παροχῶν, τὴν κατὰ τῆς ἐλαττώσεως θέσεών τινων. Δὲν ἐπεδίωξε τὴν ψήφισιν τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας διὰ τῆς δικαστικῆς, διότι δυσκόλως δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι σπουδαίως δύναται παρ’ ἡμῖν ὁ ἀστυνόμος ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ εἰρηνοδίκου. Ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔλαβεν ἴσως ὡς παράδειγμα τοὺς Sheriffs τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἐπείσθη ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι ἡμῶν δύνανται νὰ ὦσι καὶ δικασταὶ καὶ ἀστυνόμοι. Βεβαίως ὅμως πᾶς ὅστις γνωρίζει τοὺς εἰρηνοδίκας ἡμῶν καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ σοβαρὰν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης θὰ δυνηθῇ ἀποτελεσματικῶς νὰ ἀστυνομεύῃ καὶ συνάμα νὰ δικάζῃ. Δὲν ἐπεδίωξεν ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῶν καταργούντων θέσεις, οἷά εἰσι τὸ περὶ τῶν τελωνιακῶν θέσεων, τὸ περὶ ὑποβιβασμοῦ οἰκονομικῶν ἐφοριῶν, τὸ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐπιμισθίων τῶν νομαρχῶν, τὸ περὶ τροποποιήσεως τῆς ποινικῆς διατιμήσεως καὶ τὸ περὶ καταργήσεως τῶν ἑλληνικῶν σχολείων. Ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων τούτων ἤθελεν ἐπιφέρει ἐλάττωσιν προσωπικοῦ, ἐλάττωσιν δὲ προσωπικοῦ δὲν ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις, διότι τοῦτο, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι σύμφωνον μὲ τὰς ἐπαγγελίας της, ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν πολιτικὴν τῶν παροχῶν, ἣν πράγματι ἐφαρμόζει. Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον τὰς λεπτομερείας, θέλομεν ἰδεῖ καὶ ἐν αὐτοῖς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεδίωξε βελτίωσιν τῆς ἰσχυούσης φορολογίας ἀνάλογον πρὸς τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ στρεμματικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου ἢ τοῦ γλεύκους. Ἐχαρακτήρισε δὲ τὸν φόρον τοῦτον ὡς φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἐνῷ, ὡς ὀργανοῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἐπεδίωξε τὴν ἐπέκτασιν τῆς φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ εἰς τὰ χωρία...
§103Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως.
§104Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. καὶ αὔξησιν συνάμα. Ἀντὶ τῶν κωμῶν τῶν ἐχουσῶν 3,000 κατοίκους, τὸ νομοσχέδιον προτείνει νὰ φορολογηθῶσι καὶ αἱ ἔχουσαι 2,000 κατοίκους.
§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων. Ὄχι αὔξησιν φόρου.
§106Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει αὔξησις φόρου.
§107Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως ἐπέκτασις. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἐπιδιώκει τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος τῆς ἐκτιμήσεως διὰ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων, μὲ ὅλα τὰ παρακολουθοῦντα αὐτὴν τυραννικὰ μέτρα ἐφαρμογῆς, ἅτινα φθάνουσι καὶ μέχρι τῆς φυλακίσεως τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅστις καὶ ἐπὶ μίαν οἱανδήποτε τριμηνίαν ἤθελε λησμονήσει νὰ ὑποβάλῃ τὴν δήλωσίν του. Ἐὰν συνεζητοῦντο τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἠθέλομεν ἐξετάσει καὶ συζητήσει τὰς λεπτομερείας αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐπεδιώχθη τούτων ἡ συζήτησις, διότι ἐπεδιώκετο μᾶλλον ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐπιβαλλόντων δαπάνας, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκείνων, δι’ ὧν θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι.
§108Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ στρατιωτικὰ μόνον ἐψηφίσθησαν, καὶ τίποτε περισσότερον.
§109Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι παραδεκτὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, χαρακτηρίσασα ὡρισμένα νομοσχέδια ὡς πολιτικὸν αὑτῆς πρόγραμμα, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ συζητούμενος σήμερον, ὅστις ἀντιπροσωπεύει ὄχι τὸ ἐπιδεικνυόμενον, ἀλλὰ τὸ πραγματικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς Προϋπολογισμὸς συντελῶν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτῆς δυνάμεων. Εἶναι Προϋπολογισμὸς παρέχων ἁπλῶς τὸν ἐπιούσιον κυβερνητικὸν ἄρτον. Ψηφιζόμενος θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μῆνάς τινας ἀκόμη, διανέμουσα τὸν ὑπ’ αὐτοῦ παρεχόμενον αὐτῇ ἐπιούσιον κυβερνητικὸν ἄρτον· θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν διαφθορὰν καὶ τὴν ἐκτροχίασιν τοῦ πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος κ. Πρωθυπουργὸς ἐξετραγῴδει κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν. Ἀντιλαμβάνεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ποῦ φέρει τὴν χώραν ἡ τοιαύτη πολιτικὴ καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς στηριζομένη διοίκησις. Ἐννοεῖ ὅτι ἡ διὰ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ ἀντιπροσωπευομένη πολιτικὴ διαφθείρει τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν, καὶ καθιστᾷ ἀδιοίκητον τὴν χώραν. Ἀλλὰ καίτοι ἐννοεῖ καὶ ὁμολογεῖ τοῦτο, δὲν ζητεῖ εἰμὴ τὴν ψήφισιν Προϋπολογισμοῦ παρέχοντος εἰς αὐτὸν τὰ μέσα πρὸς παγίωσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοιαύτης πολιτικῆς, καὶ οὐχὶ πολιτικῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως καὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως. Τοιαύτη πολιτικὴ εἶναι πάντοτε ἐπίμεμπτος. Εἰς τὰς περιστάσεις ὅμως, τὰς ὁποίας διέρχεται τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας σήμερον ἐπειγούσας αὐτοῦ ἀνάγκας τοιαύτη πολιτικὴ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀσύγγνωστος, ἂν ὄχι καὶ ὡς ἐγκληματική.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§111Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐδίσταζον, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ οἱ δισταγμοί μου οὗτοι ἐπιτείνονται ἐκ τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν εὑρίσκομαι, νὰ διαδεχθῶ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀντεπεξέλθω κατὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ διαπρεποῦς ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, οὗτινος τὴν περὶ τὰ οἰκονομολογικὰ αὐθεντίαν ἀπὸ δεκαετηρίδων γνωρίζουσι καὶ οἱ ἐντὸς καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσχολούμενοι. Καὶ ἐδίσταζον, διότι, τὸ ὁμολογῶ, ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ θέμα, τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι τελείως κάτοχος, θέμα τὸ ὁποῖον ὑπό τινας μάλιστα ἐπόψεις, τελείως ἀγνοῶ. Διότι, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι τὸ θέμα τοῦτο, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δύναται καὶ πρέπει νὰ ἐξετάζηται ὑπὸ δύο ἐπόψεις· πρῶτον ἐν σχέσει πρὸς τὴν γενικὴν ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, αἵτινες πᾶσαι ἀντικατοπτρίζονται, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ θέμα τελείως ἄγνωστον εἰς ἐμὲ, διότι οὔτε τοὺς νόμους τοὺς διέποντας τὰ τῆς ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους γνωρίζω, οὔτε πρὸς αὐτὴν τὴν διοίκησιν ἔσχον ποτὲ τὴν εὐκαιρίαν νὰ πλησιάσω, ἵνα ἀντιληφθῶ ποῖα τὰ ἐλαττώματα αὐτῆς, ποῖα τὰ τρωτὰ, τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποδείξῃ τὴν διόρθωσιν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ δευτέρα ἔποψις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· ἡ σύγκρισις δηλονότι τούτου πρὸς προγενεστέρους Προϋπολογισμοὺς, καταρτισθέντας καὶ ὑποβληθέντας ὑπὸ τῆς καὶ σήμερον διεπούσης τὰ κοινὰ πολιτικῆς μερίδος, ἢ καὶ ἄλλης, ἥτις ἐπὶ πολὺν ἐπίσης χρόνον ἐκυβέρνησε τὴν χώραν· ὡς δὲ ἀντελήφθην, περὶ ταύτην τὴν σύγκρισιν στρέφονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ λαμβάνουσαι χώραν συζητήσεις, αἱ ἀφορῶσαι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Εἰς τοῦτο θὰ περιορισθῶ καὶ ἐγώ, συγκρίνων τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν πρὸς ἄλλους Προϋπολογισμοὺς προγενεστέρων χρήσεων, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοὺς ὑποβληθέντας καὶ ἐκτελεσθέντας ἐν τῇ διοικήσει ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης μερίδος, ἡ ὁποία παρουσιάζεται σήμερον ἐλέγχουσα τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμόν. Ὁ πρῶτος φυσικὰ Προϋπολογισμός, πρὸς τὸν ὁποῖον δύναται καὶ πρέπει νὰ γείνῃ ἡ σύγκρισις, εἶναι ὁ τῆς ἀμέσως προηγουμένης χρήσεως, ὁ τοῦ 1903· τοῦ ἔτους δὲ τούτου τὸν Προϋπολογισμὸν συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν καὶ ἐξ ὁλοκλήρου σχεδὸν ἐφήρμοσεν ὡς Κυβέρνησις ἡ πολιτικὴ ἐκείνη μερίς, ἡ ὁποία ἵσταται σήμερον ἀντιμέτωπος τῆς κυβερνώσης πτέρυγος, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐκ τῶν σπλάγχνων ταύτης ἀπορρεύσασα Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ὅταν ἐξετάζῃ τις τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑπὸ συζήτησιν ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὸν ψηφισθέντα καὶ ἐφαρμοσθέντα, παρατηρεῖ, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν, — καὶ ὡς ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ὑπὸ συζήτησιν, —ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα ἐλάχιστον διαφέρουσιν, ἐνῷ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ἡ διαφορὰ εἶναι σημαντική. Ὁ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸς τῳόντι, ὡς ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν, παρουσίαζεν ἔσοδα δραχμὰς 118,966,000 ἀπέναντι ἐσόδων δραχ. 118,194,000, ὅσα ἐνεγράφησαν ἐν τῷ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 ψηφισθέντι Προϋπολογισμῷ· ἡ διαφορά, ὡς βλέπετε, εἶναι ἀσήμαντος, κατωτέρα τῶν 800,000 δραχμῶν. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν ἀνέγραφε πιστώσεις δρ. 117,222,000, εἰς ἃς προσετέθησαν 664,000 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων· ἤτοι ἐζητοῦντο ἐν ὅλῳ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 118,000,000 περίπου, ἀπέναντι πιστώσεων δρ. 122,600,000 περίπου, ὅσαι ἐζητήθησαν διὰ τοῦ ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν μετὰ τὴν ψήφισιν τούτου χορηγηθεισῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ λοιπῶν τοιούτων, ἤτοι διαφορὰ κατὰ τὸ 1904 ἐπὶ ἔλαττον τῶν τοῦ 1903 κατὰ δραχ. 4,600,000, διαφορὰ χαρακτηρισθεῖσα ὡς ἐλάττωσις δαπανῶν ἀφ’ ἑνός, διότι ἐξέλιπον αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας παρουσίαζεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους 1903, ὡς οἰκονομίαι ἀφ’ ἑτέρου, ἐπιτευχθεῖσαι ἀπὸ τὴν συντάξασαν τὸν Προϋπολογισμὸν Κυβέρνησιν. Τὰ γενικὰ ταῦτα ἀποτελέσματα μετεβλήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων, ἃς ἐποιήσατο κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἑξῆς· εἰς μὲν τὰ ἔσοδα προσετέθησαν εἰς τοὺς φόρους ἐν γένει, ἀμέσους καὶ ἐμμέσους, 1,795,000, εἰς τὰ τέλη καὶ δικαιώματα 400,000, εἰς τὰ Μονοπώλια 350,000· ἠλαττώθη ὅμως ἀφ’ ἑτέρου τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων εἰς τὰς προσόδους κατὰ 328,000 δραχμάς· ὥστε προσετέθησαν ἐν ὅλῳ ἔσοδα νέα δρ. 2,217,000, καὶ ἀνεβιβάσθη οὕτω τὸ ποσὸν τῶν 118,966,000 εἰς 121,183,000. Ἐκ τῶν αὐτῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὧν τὰ ποσὰ χωρίζομεν κατὰ κατηγορίας, ἐπῆλθον εἰς τὰ ἔξοδα αἱ ἑξῆς μεταβολαί. Εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους προστίθενται 484,000 δραχμαί, ὧν αἱ 454,000 διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἐκτάκτου Βουλευτικῆς Συνόδου, Ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ δημοσίου χρέους ἀφαιροῦνται δραχ. 1,408,000. Αἱ ἀφορῶσαι τὰς ὑπηρεσίας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων ἐν γένει πιστώσεις αὐξάνονται κατὰ 181,000 δραχμάς. Αἱ τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων κατὰ 61,000, καὶ αἱ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀποδόσεων κατὰ 2,220,000, διατιθεμένας ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κατὰ τὸν ἄρτι ψηφισθέντα σχετικὸν νόμον. Οὕτως ἡ τελικὴ αὔξησις, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν αὐξομειώσεων, ἀνέρχεται εἰς ἕν καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν σύγκρισιν τῶν δύο Προϋπολογισμῶν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως ἐξετάσωμεν τοὺς αὐτοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν, ἀνευρίσκομεν, ὅτι ἡ ἐν ταῖς δαπάναις διαφορὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸν ψηφισθέντα τοιοῦτον διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 καθίσταται ἔτι μᾶλλον σημαντικωτέρα· διότι, ἐνῷ αἱ δαπάναι τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1903 εἰς 44,800,000 περίπου, αἱ διὰ τὰς αὐτὰς δαπάνας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων αἰτούμεναι πιστώσεις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὑποβληθείσας, μόλις ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τῶν 39,300,000 δραχμῶν. Ὑπολείπονται δηλονότι τῶν πρώτων, τῶν διὰ τὸ 1903 ζητηθεισῶν πιστώσεων, κατὰ πέντε καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, διαφορὰ ὀφειλομένη, ἐπαναλαμβάνω, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸ ὅτι ἐξέλιπον κατὰ τὸ 1904 διάφοροι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ ἐπῆλθεν οὕτως ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ ἀπάλειψις τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς πραγματικὰς οἰκονομίας, αἵτινες ἐπετεύχθησαν ἐν ταῖς δαπάναις ταῖς ἀναγραφομέναις ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ. Ἐὰν ἀφ’ ἑτέρου συγκρίνωμεν τὰς αἰτουμένας διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ πιστώσεις διὰ δαπάνας τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων πρὸς τὰς αἰτηθείσας μέχρι τοῦδε τοιαύτας διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1903, παρατηροῦμεν ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1903 αἱ πιστώσεις αὗται ἀνῆλθον εἰς 26,836,000 δραχμάς, κατὰ τὸ 1904, καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, αἱ αὐταὶ πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς 28,874,000 δραχμάς, ἤτοι διαφορὰ κατὰ τὸ 1904 ἐπὶ πλέον τοῦ 1903 ἐκ δραχμῶν 2,038,000. Ἔχομεν οὕτως ἀφ’ ἑνὸς ἐλάττωσιν πιστώσεων διὰ δαπάνας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων 5,500,000 δραχμῶν, αὔξησιν πιστώσεων ἀφ’ ἑτέρου διὰ δαπάνας τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, ἥτις μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον δὲν ἤκουσα νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς σπατάλη, ἐκ δραχμῶν 2,000,000, ἤτοι διαφορὰν ἐν συνόλῳ 7,500,000 δραχμῶν, διακρίνουσαν τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν τοῦ ψηφισθέντος τοιούτου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903. Αἱ δαπάναι δ’ αὗται τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων εἶναι ἐκεῖναι, ἐφ’ ὧν δύναται ὁπωσδήποτε νὰ ἐπιδράσῃ ἡ Κυβέρνησις, αὐξάνουσα ἢ ἐλαττώνουσα ταύτας, καὶ νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἔδειξεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τοῦ γενικοῦ προγράμματος τοῦ διευθύνοντος σήμερον τὰ κοινὰ Ὑπουργείου. Ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας διὰ ψηφίσεως καταλλήλων νομοθετημάτων καὶ διαθέσεως τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο δαπανῶν ἀφ’ ἑνός, ἡ ἐπίτευξις τῶν δυνατῶν οἰκονομιῶν ἐν ταῖς ὑφισταμέναις πολιτικαῖς ὑπηρεσίαις ἄνευ βλάβης τῆς διοικήσεως ἐν γένει καὶ ἡ διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον διοργάνωσις τινῶν ἐκ τούτων ἀφ’ ἑτέρου. Ἐκ τῶν στατιστικῶν δεδομένων, ὅσα προσεκομίσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν, ἐγένετο καταφανὴς ἡ ἀνεπάρκεια τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς ἡμετέρας χώρας. Τὰ στατιστικὰ ταῦτα δεδομένα συνεκέντρωσεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει της, καὶ νομίζω περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐπαναλαμβάνων ταῦτα. Προσθέτω μόνον, ἐπειδὴ μοὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις χθὲς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου συναδέλφου καὶ διακεκριμένου ἀξιωματικοῦ, ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἀναγραφομένους ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι μετὰ τὰς γενομένας παρατηρήσεις δὲν ἠρκέσθην εἰς ὅσα τῷ εἶπον, ἀλλ’ ἐπηλήθευσα ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐδόθησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἐπαλήθευσις δ’ αὕτη μὲ ἔπεισεν, ὅτι οὐδὲ κατὰ κεραίαν δύναμαι νὰ μεταβάλω τοὺς ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγραφομένους ἀριθμούς. Μετὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἐπειγούσης δηλονότι στρατιωτικῆς ἀνασυντάξεως τῆς χώρας, οὐδεμία διαφορὰ γνωμῶν ἐξεφράσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐπέμενε λέγων, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας ἦτο καὶ εἶναι καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς· τὴν αὐτὴν δ’ ἐξέφρασε πάντοτε γνώμην καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ σύμπασα ἡ Ἀντιπολίτευσις μετ’ αὐτοῦ. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν νομοσχέδια, ὧν τὰ πλεῖστα μετεβλήθησαν ἤδη εἰς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ οὐσιωδῶς αὐξάνει τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας πολεμικὰς δαπάνας. Εἰς τὸν τρόπον δὲ τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἀναγκαιούντων πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τούτων πόρων φαίνεται ἀρχομένη ἡ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διαφωνία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ὑποβάλλουσα εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν στρατιωτικῶν καὶ διάφορα ἄλλα νομοσχέδια, σκοποῦντα τὰ μὲν τὴν ἐλάττωσιν τῶν συνήθων δαπανῶν τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, τὰ δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον οὐχὶ προσθήκην — καὶ τονίζω τὴν λέξιν οὐχὶ προσθήκην — νέων φόρων ἐπιβαρυνόντων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν ὑφισταμένων φόρων εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν νὰ καθίσταται ἀρτιωτέρα καὶ δικαιοτέρα, ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων τούτων θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐπερχομένην αὔξησιν δαπανῶν διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Δυστυχῶς τὸ σύνολον τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, καὶ ἰδίᾳ τῶν νομοσχεδίων, ὅσα ἐσκόπουν ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, τὰ πλεῖστα, λέγω, τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων οὐδὲ συνεζητήθησαν κἄν. Ποῖοι οἱ λόγοι οἱ ματαιώσαντες τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω· ἀρκοῦμαι ἁπλῶς νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅλως ἀορίστως ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς: «διὰ τῆς καταργήσεως τῆς σπατάλης δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε μεγάλας οἰκονομίας», ὧν τὸ ποσὸν κατ’ ἀρχὰς μὲν ἄφινεν ἀόριστον, κατόπιν ὅμως καθώρισεν εἰς 8,000,000 δραχμὰς, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, τοιαῦτα ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὁποίων, πλὴν τῶν ὠφελημάτων, ὅσα θὰ ἐκαρποῦντο ἐν γένει αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι, πρὸς ἃς τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐσχετίζοντο, θὰ ἐπετυγχάνετο καὶ οἰκονομία εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οἰκονομία θετικὴ καὶ βεβαία ὑπὲρ τὰ 2,000,000 δραχμῶν. Προβαίνω νῦν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθέκαστα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη οὗτος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἵνα ἴδωμεν, ἂν οἱ φόβοι καὶ οἱ κίνδυνοι, ὅσους ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς χθὲς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης σήμερον διετύπωσαν, εἶναι βάσιμοι ἢ ὄχι, καὶ ἂν πράγματι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἐκτελούμενος πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος μὲ ἔλλειμμα δέκα ἕως δώδεκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν — διότι εἰς τοῦτο τὸ ποσὸν ἀνεβίβασε τὸ προβλεπόμενον ἔλλειμμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην δὲν θὰ ἐνδιατρίψω ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῶν ἀριθμῶν, διότι φρονῶ, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ἀπαγγέλλονται συνήθως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ σχετικοὶ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀριθμοί, εἰσὶν ἔπεα πτερόεντα, οὐδεμίαν δὲ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων καὶ τῶν ἀποφάσεων ὑμῶν, ἀφοῦ καὶ ἀναγινωσκόμενοι οἱ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκτιθέμενοι ἀριθμοὶ ἐν ταῖς σχετικαῖς ἀγορεύσεσιν ἐλαχίστην, ἵνα μὴ εἴπω οὐδεμίαν, καταλείπουσιν ἐντύπωσιν εἰς τὸν ἀναγνώστην. Οἱ ἀριθμοί, Κύριοι, ἔχουσι τοῦτο τὸ ἰδιάζον· δὲν εἶναι προωρισμένοι δι’ ἀπαγγελίαν, ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς ἀνάγνωσιν. Οἱ ἀριθμοὶ ἐφευρέθησαν, διὰ νὰ μελετῶνται· ἡ μελέτη δὲ αὕτη δὲν ἐπιτυγχάνεται εἰμὴ διὰ τῆς καταλλήλου ταξινομήσεως, δι’ ἧς καθίσταται δυνατὴ ἡ ἀντιπαραβολὴ καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους σύγκρισις τούτων· ἐκ ταύτης δὲ καὶ μόνης εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαχθῶσι πραγματικῶς ἀληθῆ συμπεράσματα· ἐκ τῆς ταξινομήσεως ταύτης καὶ μόνης καθίσταται εὐανάγνωστος ἡ τόσον σαφὴς νομιζομένη γλῶσσα τῶν ἀριθμῶν, ἥτις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατήντησεν ἡ γλῶσσα ἡ μᾶλλον ἀκατανόητος. Εἰς τοῦτο δ’ ἴσως ὀφείλεται καὶ τὸ παράδοξον ἀληθῶς φαινόμενον, ὅπερ διαρκῶς ἐκτυλίσσεται ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ βλέπωμεν δηλονότι τὰ ἐγκριτώτερα καὶ τὰ μᾶλλον διακεκριμένα αὐτοῦ μέλη διαφωνοῦντα οὐχὶ πλέον ἐπὶ τῶν προβλέψεων τῶν Προϋπολογισμῶν, ἐφ’ ὧν αἱ πιθανότητες καὶ ἡ κατὰ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν διεύθυνσιν ἀντίληψις ἑκάστου ἐπιτρέπουσι συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ὁριστικῶν ἀπολογισμῶν, ἐπὶ τῶν γεγονότων δηλαδή, ἐφ’ ὧν δὲν ἐπιτρέπεται ἀντίφασις, ὄχι πλέον μεταξὺ μελῶν διακεκριμένων τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ οὐδὲ μεταξὺ τῶν κοινοτέρων θνητῶν, ἐφ’ ὅσον οὗτοι κατέχουσι τὰς στοιχειώδεις πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς καὶ ἐμφοροῦνται ὑπὸ καλῆς πίστεως. Ἐπειδὴ δὲ οὐδετέραν τῶν ἰδιοτήτων τούτων ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ διαμφισβητήσωμεν εἰς οἱονδήποτε τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀγόμεθα ἀναγκαίως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἐλλιπὲς ἐν τῷ τρόπῳ τῆς ἐξετάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἄνευ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁποίου θὰ ἐξακολουθῶμεν βυθιζόμενοι εἰς τὸν κυκεῶνα τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπαγγελλομένων ἑκάστοτε ἀριθμῶν, ἄνευ ὠφελίμου καὶ πρακτικοῦ τινος ἀποτελέσματος. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἐδοκίμασε νὰ πληρώσῃ, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, ἡ ὑμετέρα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ταξινομήσεως τῶν ἀριθμῶν ἐν παραρτήμασιν εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑμῖν ἔκθεσίν της. Αὕτη περιλαμβάνει πίνακας συγκριτικοὺς λεπτομερεστάτους, εἰς τοὺς ὁποίους τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου δύνανται νὰ προστρέξωσιν, ὅπως ἐπαληθεύσωσιν ὅσα προτίθεμαι νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ἐν σχέσει πρὸς τὰς κυριωτέρας γραμμὰς τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Καὶ ἄρχομαι, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐσόδων. Οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ εἰσπραττόμενοι εἰς τὰ ταμεῖα, προϋπελογίσθησαν διὰ τὸ 1904 ὡς ἀνελευσόμενοι εἰς 14,186,000 δραχμάς· διὰ τὸ ἔτος 1903 οἱ αὐτοὶ φόροι προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 14,040,000, ἤτοι διαφορὰ ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἔτος. Ἀλλ’ αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετέβαλον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, δι’ ὃ καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐξετάσω λεπτομερέστερον ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς ἀμέσους τούτους φόρους, ἵνα καταφανῶς ἀντιληφθῶμεν, ἂν αἱ προσθῆκαι, αἱ ἐπενεχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει διὰ τῶν αὐξήσεων τούτων. Ὁ πρῶτος φόρος, ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, προϋπολογίζεται μετὰ τῶν προσθηκῶν εἰς 2,500,000 δραχμάς. Ἂς ἴδωμεν, ἂν καὶ εἰς προηγούμενα ἔτη εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ φόρου τούτου τοσοῦτον ποσόν, καὶ ἂν εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ τοῦτο καὶ κατὰ τὸ προκείμενον ἔτος. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἔδωκεν ὡς βεβαίωσιν δραχμὰς 2,664,000, κατὰ τὸ 1900 δραχμὰς 2,700,000, κατὰ τὸ 1901 δρ. 2,800,000, κατὰ τὸ 1902 δρ. 2,661,000. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἔτους 1902 δὲν δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν, διότι, ὡς πάντες γινώσκετε, καὶ εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τὸ ἔτος 1902 οὐσιωδῶς ἐπηρεάσθη ἐκ διαφόρων γεγονότων, τὰ ὁποῖα τυγχάνουσι γνωστὰ πρὸς πάντας ὑμᾶς, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Ἐκ τῆς βεβαιώσεως ταύτης κατὰ τὸ ἔτος 1900 εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,377,000, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1901 δραχμὰς 2,334,000. Σήμερον ζητοῦμεν 2,500,000, ἤτοι 166,000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1901. Ἠκούσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀναπτύσσοντα πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν νομίζει, ὅτι τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν τῶν δραχ. 164,000 βεβαίως θὰ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1904. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν ἔχομεν πρωτόκολλα ἀπαριθμήσεως, δὲν ἔχομεν τουτέστι τὸ μέρος ἐκεῖνο τῶν βεβαιώσεων, τὸ ὁποῖον ἦτο εἰκονικὸν ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, τὸ μέρος ἐκεῖνο τῶν δι’ ἀπαριθμήσεως βεβαιώσεων, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἔτρεχον οἱ ὑπάλληλοι τῆς βεβαιώσεως διὰ πρωτοκόλλων, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχον οὗτοι σημαντικὸν ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ αὐτῶν διὰ πρωτοκόλλων βεβαιουμένου ποσοῦ. Δοθείσης τῆς ἀδείας εἰς τοὺς φορολογουμένους νὰ παρουσιάζωνται καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας καὶ δηλώνωσι τὰ ζῷά των, ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι αἱ δηλώσεις αἱ γενόμεναι οἰκειοθελῶς θὰ πληρωθῶσιν, ἐνῷ τοὐναντίον αἱ δηλώσεις αἱ γενόμεναι διὰ τῶν πρωτοκόλλων ἀπαριθμήσεως ἀποδεικνύονται κατὰ τὰ ⅘, ἵνα μὴ εἴπω πλειότερον, ὡς μὴ βάσιμοι, καὶ ἀπηλλάσσοντο τῶν ἐκ τούτων ὑποχρεώσεων οἱ φορολογούμενοι. Τί δὲ σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός; Αἱ βεβαιώσεις τοῦ τρέχοντος ἔτους, αἱ ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῶν φορολογουμένων στηριζόμεναι, (αἱ σχετικαὶ σημειώσεις ἐδόθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν) σᾶς ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν διημφισβήτησεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν βεβαιώσεων τῶν ἐτῶν 1900, 1901 καὶ 1902, αἵτινες ὑπῆρξαν κατὰ 200,000 δραχμὰς ἀνώτεραι τοῦ ζητουμένου πρὸς εἴσπραξιν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ποσοῦ· ἀλλ’ ἐνῷ εἰς τὰς βεβαιώσεις τῶν ἐτῶν ἐκείνων περιελαμβάνετο σημαντικὸν ποσὸν, βεβαιούμενον διὰ πρωτοκόλλων ἀπαριθμήσεως, εἰς τὰς βεβαιώσεις τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν ἀναγράφεται τοιοῦτον ποσόν. Ἐκ τοῦ λόγου δὲ τούτου καὶ αἱ καθυστερήσεις ἔσονται ἐλάσσονες ἢ κατὰ τὰ προγενέστερα ἔτη, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέφερα, καὶ συνεπῶς ἀναμφισβήτητον τυγχάνει, ὅτι τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν τῶν 164,000 δραχμῶν θέλει εἰσπραχθῆ. Ἄλλως τε δὲν εἶναι καὶ τόσῳ σπουδαῖον, δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν συνετελέσθη καὶ εἰς προηγουμένας χρήσεις, ὥστε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι 164,000 δραχμαὶ δὲν θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα εἰσεπράχθησαν εἰς προγενεστέρας χρήσεις.
§112Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1901 τὸ ποσὸν εἶναι ἐκδηλώσεων ἢ ἐξ ἀπαριθμήσεων;
§113Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐκ δηλώσεων καὶ ἐξ ἀπαριθμήσεων. Ἐὰν λοιπὸν ἐφέτος ἔχωμεν τὸ ποσὸν τῶν 2,800,000 ἐκ δηλώσεων μόνον, καὶ οὐχὶ ἐξ ἀπαριθμήσεων, δὲν ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι ἔχομεν τὴν πιθανότητα, ἵνα μὴ εἴπω τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ εἴσπραξις θὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθε τότε, ἀφοῦ ἡ εἴσπραξις τοῦ ἐκ τῆς ἀπαριθμήσεως ποσοῦ εἶναι ἀβεβαία, ἐνῷ τὸ ἐπὶ τῶν δηλώσεων βασιζόμενον ποσὸν εἰσπράττεται σχεδὸν ἀνελλιπῶς; Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ἐπείσθητε, Κύριοι, ἐλπίζω, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν ἄνευ κόπου νὰ εἰσπράξωμεν τὰς 164,000 δραχμὰς, ὅσαι περίπου προσετέθησαν εἰς τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ.
§114Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καί τι πλέον.
§115Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐὰν ἐγνωρίζετε καὶ τὸ ἐκ τῶν ἀπαριθμήσεων ποσὸν, θὰ ἤμεθα ἀσφαλέστεροι.
§116Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὅ,τι παραδέχομαι ὡς ἀναμφισβήτητον, εἶναι, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸ 1900 καὶ 1901 εἰσεπράχθη ποσὸν 2,600,000, νῦν, μὴ ἀμφισβητουμένου μάλιστα τοῦ γεγονότος, ὅτι αἱ ἐκ δηλώσεων μόνον βεβαιώσεις τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐξισοῦνται σχεδὸν πρὸς τὰς ἐκ δηλώσεων καὶ ἀπαριθμήσεων βεβαιώσεις τῶν ἐτῶν ἐκείνων, θὰ εἰσπραχθῶσιν 164,000 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1900 ἢ 1901 εἰσπραχθεισῶν. Ἔρχομαι νῦν, Κύριοι, εἰς τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προσέθηκεν εἰς τὰς ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ ἀναγραφείσας ὡς εἰσπραχθησομένας ἐκ τοῦ φόρου τούτου δραχμὰς 1,125,000 καὶ ἑτέρας 275,000, ἀναβιβάσας οὕτω τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ εἰσπραχθησόμενον ἐκ τοῦ φόρου τούτου, εἰς 1,400,000. Ἴδωμεν καὶ ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦτον, τί λέγουσιν αἱ παρελθοῦσαι χρήσεις. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸ 1899 ἐβεβαιώθησαν δραχμαὶ 2,779,000, κατὰ τὸ 1901 δραχ. 3,328,000, καὶ κατὰ τὸ 1902 δραχ. 3,126,000. Ἡ ἐκ τοῦ φόρου τούτου βεβαίωσις καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὡς τοὐλάχιστον ἐβεβαίωσαν οἱ προλαλήσαντες, ἀνῆλθεν εἰς τοῦτο περίπου τὸ ποσόν. Πρόκειται νῦν νὰ πεισθῶμεν, ἂν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἢ ἂν θὰ εἰσπράξωμεν ποσὰ ἀνώτερα ἢ κατώτερα. Κατὰ τὸ 1901 ἐκ τοῦ φόρου τούτου εἰσεπράξαμεν 1,716,000, ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τοῦ 1,400,000, ὅσον προβλέπομεν διὰ τὸ 1904. Κατὰ τὸ 1900 δρ. 1,135,000, καὶ κατὰ τὸ 1902 δρ.1,125,000. Τὸ 1900 ἦτο τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ τὸ 1902 ἦτο τὸ ἔτος, τοῦ ὁποίου αἱ εἰσπράξεις οὐσιωδῶς ἐπηρεάσθησαν ἐξ ἐκτάκτων γεγονότων, καὶ δὲν δυνάμεθα ποσῶς νὰ τὰς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Πρέπει μᾶλλον νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἔτους 1901, αἵτινες ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 1,716,000, καὶ κατέλιπον καθυστεροῦντα δρ. 1,612,000. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν μᾶς ζητεῖ ἢ 1,400,000...
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ ποίας κλίμακος;
§118Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ ἐρωτῶσι, ποία κλῖμαξ ἦτο ἐν ἐφαρμογῇ τότε. Κλῖμαξ διπλασία τῆς σήμερον ἐν ἐφαρμογῇ. Καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις, ἐνισχύων τὴν ἰδέαν μου, μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ εἴπω τοῦτο· ὅτι, ἐὰν μὲ τὴν σήμερον ἐν ἐφαρμογῇ κλίμακα, τὴν ἠλαττωμένην κατὰ τὸ ἥμισυ, αἱ βεβαιώσεις ἔφθασαν σχεδὸν μέχρι τοῦ ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήρχοντο μὲ τὴν κλίμακα τὴν ηὐξημένην, μὲ τὴν κλίμακα τὴν διπλασίαν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι σήμερον ὁ φορολογούμενος, πληρώνων τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ ὅσον ἐπλήρωνεν ἄλλοτε ποσοῦ, εἶναι, λέγω, ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ καθυστέρημα τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τούτου βεβαιωθέντος ποσοῦ δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἢ ὅσον ἦτο, ὅτε οἱ φορολογούμενοι ἐπλήρωνον φόρον διπλάσιον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσι σήμερον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἂν ἡ βεβαίωσις — καὶ τοῦτο δὲν ἠμφισβητήθη — ἄν, λέγω, ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904 πλησιάζει πρὸς τὰ ποσὰ τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1901 καὶ 1902, ἡ εἴσπραξις τοῦ ἐξ 1,400,000 δραχ. ποσοῦ θέλει συντελεσθῆ, ἀφοῦ μεῖζον ποσὸν εἰσεπράχθη μὲ μεγαλειτέραν φορολογικὴν κλίμακα ἐπὶ τῶν αὐτῶν περίπου βεβαιώσεων κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τοῦ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, πλὴν τοῦ τῆς Ἑπτανήσου, παραγομένου προϋπελογίσθη ἀρχικῶς εἰς 1,300,000 δραχμάς, αὐξάνεται δὲ διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κατὰ δραχ. 200,000, ἀναβιβαζόμενος ἐν ὅλῳ εἰς 1,500,000 δραχμάς. Ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦτον, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ βασισθῇ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προηγουμένων χρήσεων. Τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν τοῦ ἐλαίου, γνωρίζομεν δὲ ὁπόσον αἱ καιρικαὶ περιστάσεις ἐπηρεάζουσι τὴν ἐσοδείαν ταύτην. Ὅσοι τοὐλάχιστον καταγόμεθα ἀπὸ ἐπαρχίας ἐλαιοπαραγωγοὺς γνωρίζομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει τι πλέον ἄστατον τῆς ἐσοδείας τοῦ ἐλαίου. Εἰς τμήματα τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας συνέβη πολλάκις ἡ ἐλαιοπαραγωγὴ νὰ ἦναι ὅλως διάφορος. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τὸν δῆμον Βίβλου τῆς νήσου Νάξου ἡ ἐλαιοπαραγωγὴ ἦτο ἀφθονωτάτη, ἐνῷ εἰς τὸν ὅμορον δῆμον Τραγαίας τῆς νήσου οὐδεμίαν εἶχεν ἀπόδοσιν. Αἱ πληροφορίαι, ὡς ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν ἐπαρχιῶν, πείθουσιν αὐτόν, ὅτι τὸ ἀναγραφὲν εἰς τὸν ἀρχικὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν ἐξ 1,300,000 δραχμῶν δύναται ν’ αὐξηθῇ κατὰ 200,000 δραχμάς. Οἱ ἀριθμοὶ τῶν προηγουμένων χρήσεων δὲν δύνανται νὰ πείσωσιν ἡμᾶς περὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ τῆς προσθήκης ταύτης. Ἡ αὔξησις βασίζεται ἐπὶ πληροφοριῶν, ἃς κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τοῦ ἔτους δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τὰς διαφόρους οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους μετὰ θετικότητός τινος. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων προϋπελογίσθη ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμῷ εἰς δραχμὰς 3,050,000. Διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν αὐξάνεται κατὰ δραχμὰς 300,000, ἀνερχόμενος ἐν ὅλῳ εἰς 3,350,000. Ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ τὸ 1899 ἔδωκεν εἰς τὴν βεβαίωσιν δραχ. 4,095,000, κατὰ τὸ 1900 δραχμὰς 3,753,000, κατὰ τὸ ἔτος 1901 δραχ. 3,597,000, καὶ κατὰ τὸ 1902 δραχ. 3,464,000· εἰσεπράχθησαν δὲ κατὰ τὸ 1899 δραχμαὶ 3,420,000, κατὰ δὲ τὸ 1900 δραχ. 3,420,00· δηλαδὴ εἰς ἀμφοτέρας τὰς χρήσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἐξ ὁλοκλήρου διεχειρίσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν εἶναι ἀνώτερον κατὰ δραχ. 100,000 καὶ πλέον ἀπὸ τὸ ζητούμενον διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ σὺν τῇ προσθήκῃ καὶ τῶν δηλώσεων.
§119Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Παρετηρήσατε ὅτι ἡ βεβαίωσις πίπτει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος;
§120Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι ὅμως ἀναλόγως καὶ ἡ εἴσπραξις, διότι, ὅσον ἡ βεβαίωσις καταπίπτει, τὰ καθυστερούμενα ἐλαττοῦνται, καὶ ἡ εἴσπραξις αὐξάνει.
§121Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ὄχι δά!
§122Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔχομεν τὸ 1899 δραχ. 3,482,000, τὸ 1900 ἔχομεν 3,420,000, τὸ 1901 ἔχομεν 3,430,000.
§123Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Λοιπὸν ἐλαττοῦται.
§124Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐλαττοῦται τὸ ἀπόλυτον ἄθροισμα.
§125Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι εἶναι ὁ μόνος φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καθυστέρημα.
§126Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πῶς; Οἱ ἐπίσημοι ἀπολογισμοὶ τοῦ Κράτους ἀναγράφουσιν ὡς καθυστεροῦντα ἐκ τοῦ φόρου τούτου 1,286,000 δραχ. κατὰ τὸ 1898, δραχ. 613,000 κατὰ τὸ 1899, δραχ. 333,000 κατὰ τὸ 1900 κλπ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τὸ ποσὸν τῶν 3,350,000 θέλει εἰσπραχθῆ. Εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, προϋπολογισθέντα κατ’ ἀρχὰς εἰς δραχμὰς 3,000,000, προστίθενται διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ 500,000 δραχμαί. Εἰς τὸν φόρον τοῦτον ἠδύνατο, φρονῶ, καὶ μεῖζον ποσὸν νὰ προστεθῇ, ἐὰν ἐλαμβάνοντο τὰ μέτρα τὰ κατάλληλα πρὸς ἀκριβῆ βεβαίωσιν καὶ ἀνελλιπῆ εἴσπραξιν αὐτοῦ· διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, δὲν ἀγνοοῦσι δὲ πιθανῶς τοῦτο καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι ὁ φόρος οὗτος δὲν εἰσπράττεται ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ παρὰ πάντων τῶν κτηματιῶν, παρὰ πάντων τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκοδομῶν ὑπαγομένων εἰς φορολογίαν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς εἰσπράξεως τῶν 3,500,000 εἶναι δι’ ἐμὲ ζήτημα ἁπλῆς προσοχῆς περὶ τὴν δικαίαν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου καὶ μερίμνης περὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ. Ὁ φόρος οὗτος δὲν ὤφειλε νὰ καταλείπῃ καθυστερούμενα, ἡ εἴσπραξις θὰ ἠδύνατο νὰ συμβαδίσῃ μὲ τὴν βεβαίωσιν, καὶ ὅμως ἐκ τῶν ἐπισήμων τοῦ Κράτους ἀπολογισμῶν ἐξάγεται ὅτι κατέλιπεν οὗτος καθυστερούμενα ἐν ἔτει 1898 δραχμὰς 631,000, ἐν ἔτει 1899 δραχ. 550,000, ἐν ἔτει 1900 δραχ. 352,000, ἐν ἔτει 1901 δραχ. 498,000, καὶ ἐν ἔτει 1902 δραχ. 610,000. Ἀλλ’ ἐξετάζοντες καὶ ἐνταῦθα ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, παρατηροῦμεν ὅτι τὰ κατὰ προγενέστερα ἔτη βεβαιωθέντα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς δραχ. 2,802,000 διὰ τὸ ἔτος 1898, δραχ. 3,323,000 διὰ τὸ ἔτος 1899, δραχ. 3,452,000 διὰ τὸ ἔτος 1900, δραχ. 3,523,000 διὰ τὸ ἔτος 1901, καὶ δραχ. 3,597,000 διὰ τὸ ἔτος 1902. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δεικνύουσιν εἰς ἡμᾶς πρῶτον ὅτι ὁ φόρος οὗτος βαίνει κανονικῶς αὐξανόμενος, καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ κατὰ τὸ 1899 παρατηρουμένη αὔξησις ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὴν κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἐπελθοῦσαν τοιαύτην. Τοῦτο ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο λαβοῦσαν χώραν ἀνασύνταξιν τῶν σχετικῶν φορολογικῶν καταλόγων. Ἡ σχετικὴ πρὸς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ἐτησία αὔξησις δύναται τῳόντι νὰ θεωρηθῇ ὡς προκύπτουσα ἀπὸ δύο κυρίως αἴτια· πρῶτον καὶ κυριώτερον ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκοδομῶν, ἡ αὔξησις δ’ αὕτη βεβαιοῦται ἐτησίως κατὰ μέγα μέρος διὰ τῶν συμπληρωματικῶν καταλόγων. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα αὔξησις, ὀφειλομένη αὕτη εἰς τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τῶν ἐνοικίων, εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου, αὕτη δὲ δὲν βεβαιοῦται κατ’ ἔτος, ἀλλὰ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πενταετίας, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνασυντάξεως τῶν σχετικῶν φορολογικῶν καταλόγων. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐβεβαίου ἡμᾶς, ὅτι καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀνασυντάσσονται οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι διὰ τὴν ἐλευσομένην πενταετίαν, καὶ ἐκ τούτου προσδοκᾷ οὐσιώδη αὔξησιν, ἥτις θ’ ἀναβιβάσῃ ἀσφαλῶς τὴν βεβαίωσιν εἰς ποσὸν ἀνώτερον καὶ τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων· καὶ ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, ὁ φόρος οὗτος δύναται εὐχερῶς νὰ εἰσπραχθῇ, χωρὶς νὰ καταλίπῃ πολλὰ καθυστερούμενα, πέπεισμαι ὅτι τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 3,500,050, ὅπερ ὑπολογίζεται ἐκ τοῦ φόρου τούτου, θέλει ἀσφαλῶς εἰσπραχθῆ. Ἑτέρα προσθήκη εἶναι ἡ σχετικὴ πρὸς τὸ ἔσοδον τὸ ἐξ οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν καὶ τὸ ἐκ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου. Ἐπὶ τῆς προσθήκης ταύτης θεωρῶ περιττὴν τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον νὰ ἦναι ἀνώτερον ἢ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὴν ἐκ 400,000 δραχμῶν προσθήκην εἰς τὰ τέλη χαρτοσήμου, ἅτινα ἀρχικῶς προϋπελογίσθησαν εἰς 11,000,000 δραχμάς. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἠμφισβήτησε, νομίζω, τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ποσοῦ, ἠμφισβήτησεν ὅμως τὴν διάθεσιν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν συνήθων δαπανῶν τοῦ Κράτους, διότι, ὡς ἔλεγε, καὶ ἂν αἱ προβλέψεις τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πραγματοποιηθῶσι, καὶ ἂν τὸ ἐπὶ πλέον διὰ τῶν δηλώσεων πρόσθετον ποσὸν εἰσπραχθῇ, δὲν θὰ καρπωθῇ τοῦτο τὸ Κράτος ἢ μόνον κατὰ 40 ἑκατοστά, διότι δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου τὰ ὑπόλοιπα ἑξήκοντα ἑκατοστὰ θὰ περιέλθωσιν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀληθῶς βάσιμον· κατ’ οὐδὲν ὅμως δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐν τῷ σχετικῷ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κεφαλαίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ὑπάρχει ποσὸν ἀναγεγραμμένον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὰς ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῶν εἰσπράξεων αὐξήσεις τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δανείων. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκές, θ’ ἀναγραφῇ ἡ διαφορὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1905, διότι κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους ἐκείνου θὰ γείνῃ ἡ διανομὴ τῶν πλεονασμάτων. Ἡ εἰς τὸ ἐξ ἀντιτίμου πωλουμένου πετρελαίου ἔσοδον ἐπενεχθεῖσα αὔξησις ἐκ 350, 000 δραχμῶν δὲν ἀμφισβητεῖται, ὡς ἐπίσης δὲν ἠμφισβητήθησαν αἱ ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπελθοῦσαι αὐξήσεις, καὶ συνεπῶς θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν ἐπὶ τούτων συζήτησιν. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὰ διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προστεθέντα ποσὰ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, — διότι περὶ τούτου πρόκειται· οἱ φόροι οἱ ἔμμεσοι ὡς καὶ οἱ φόροι οἱ προερχόμενοι ἐξ εἰδῶν Μονοπωλίων δὲν ἠμφισβητήθησαν, — τὰ προστεθέντα, λέγω ποσὰ δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ἀδύνατος ἡ εἴσπραξις αὐτῶν. Τοὐναντίον ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ὅσας τὴν ἑσπέραν ταύτην προσεκόμισεν ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰς ὁποίας ἔχει ἀνὰ χεῖρας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐξάγεται, ὅτι αἱ σχετικαὶ πρὸς τοὺς φόρους τούτους βεβαιώσεις παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς βεβαιώσεις προγενεστέρων ἐτῶν, ὡς τὰ 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, λαμβανομένων μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τῶν εὐκολιῶν, αἵτινες ἐπῆλθον κατόπιν ὡς πρὸς τὴν πληρωμήν, καὶ ἰδίᾳ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, πρέπει νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ἡ προσθήκη 1,400,000 δραχμῶν, ἡ γενομένη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, θέλει ἀσφαλῶς εἰσπραχθῆ μετὰ τῶν σχετικῶν ποσῶν, ὅσα προέβλεπεν ὁ ἀρχικῶς ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμός. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ ἔσοδα, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας παρετήρησεν ἐπίσης, ὅτι τὰ ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἔσοδα πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν ἐλάσσονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ. Ἀλλὰ δὲν ἐδικαιολόγησε καὶ τὴν γνώμην ταύτην. Ἄν τοὐναντίον προσέξωμεν εἰς τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου τούτου, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης ἐκ τοῦ περονοσπόρου καταστροφῆς τὸ ἔσοδον τοῦτο οὐσιωδῶς ἠλαττώθη...
§127Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐδικαιολόγησα μὴ στηριζόμενος ἐπὶ μαθηματικῆς ἀκριβείας· ἐστηριζόμην ἐπὶ ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας συνήγαγον ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ὡς παρουσιασθησομένας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος.
§128Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὰς παρουσιασθησομένας λέγετε;
§129Π. ΣΑΚΚΗΣ. Διότι συνεπέρανα, ὅτι ἡ μεγάλη παραγωγὴ τῶν σιτηρῶν θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, ὡς καὶ ἡ κακὴ κατάστασις τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν θὰ φέρῃ ἐπίσης ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων.
§130Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν συμμερίζομαι τὰς ἰδέας τοῦ ἐκ Πυλίας ἀξιοτίμου συναδέλφου· διότι δὲν δύναταί τις βασιζόμενος ἐπὶ τῆς παρουσιασθησομένης οἰκονομικῆς καταστάσεως νὰ ὑπολογίσῃ τὸ ἔσοδον κατ’ εἰκασίαν· πρέπει νὰ βασισθῶμεν ἐπὶ προγενεστέρων ἐτῶν, ἐπὶ δεδομένων ὁπωσδήποτε θετικῶν, ἐπὶ δεδομένων πραγματικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων μετὰ πιθανότητος δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν θετικόν τι συμπέρασμα.
§131Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ πρώτη ὑπόθεσις εἶναι δεδομένη.
§132Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποία εἶναι αὕτη;
§133Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι ἡ τῆς παραγωγῆς τῶν σιτηρῶν.
§134Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ ἄμεσοι φόροι ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς σιτηρῶν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχουσιν ἄλλα κονδύλια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπηρεάσωσι κατὰ τοσοῦτον τὸ σύνολον αὐτοῦ, ὥστε νὰ καταστήσωσι τοῦτον μᾶλλον....
§135Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα θὰ ἦναι αὐτὰ τὰ κονδύλια;
§136Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι τὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς παραδείγματος χάριν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖα.
§137Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αὔξησις αὕτη θὰ ἰσοφαρίσῃ πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων προσόδων τῶν ἐκ τῆς μεγάλης παραγωγῆς;
§138Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καί τι πλέον. Ἡ γενικὴ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, τὴν ὁποίαν ἀναγκαίως συνεπάγεται ἡ ἐλάττωσις τῆς διατιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε καί τι περισσότερον θὰ κάμῃ τοῦ νὰ ἰσοφαρίσῃ.
§139Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν ἐλάττωσιν τῆς διατιμήσεως τοῦ φράγκου δὲν τὴν καρποῦται ὁλόκληρον τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§140Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τὴν καρποῦται τὸ Κράτος ὁλόκληρον, τὴν καρποῦται ὁλόκληρον τὸ εἰσαγωγικὸν ἐμπόριον; Οὐδὲ δύνασθε νὰ ἀντιλέξητε εἰς τὰ λεγόμενά μου, ἐφ’ ὅσον δὲν παρουσιάζετε κατάλογον ἐνταῦθα, ἐμφαίνοντα τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι γίνονται πρὸς προμήθειαν εἰδῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὡς καὶ τὴν σχετικὴν ἐλάττωσιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων. Διότι τὰ τέλη τὰ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ σίτου εἰσπραττόμενα δὲν ἀποτελοῦσι τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ μικρὰ συναλλαγματικὴ διαφορὰ θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν ἐκ τῶν ἄλλων εἰδῶν εἰσαγωγῆς. Ὅταν μᾶς παρουσιάσητε τοιούτους πίνακας, θὰ δυνηθῆτε ἴσως νὰ μᾶς πείσητε, ἐὰν ἐμμείνητε εἰς τὰς ἰδέας σας καὶ δὲν παραδεχθῆτε τὰς ἰδικάς μας.
§141Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχετε πίνακα τῶν δύο τελευταίων μηνῶν;
§142Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι.
§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν πέντε μηνῶν δεικνύουσιν, ὅτι εἰσεπράχθησαν πλειότερα κατά τι τῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§144Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὴ συγχέετε τοὺς δύο πρώτους μῆνας.
§145Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν 5 μηνῶν τοῦ 1903 δὲν φαίνεται ὅτι καθυστερεῖ τὸ σύνολον τῶν εἰσπράξεων τῶν 5 μηνῶν τοῦ 1904.
§146Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ἐκ τῶν προβλέψεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἶναι, ὅτι ὁ τελωνιακὸς δασμὸς προϋπολογίζεται σήμερον εἰς 35,000,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1903 εἰσεπράχθησαν πραγματικῶς 34,377,000. Ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ διὰ τὸ τρέχον ἔτος εἶναι ἐλάσσων τῶν δύο ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τοῦ κατὰ τὸ 1903 εἰσπραχθέντος ποσοῦ. Δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πιθανότητά τινα ὅπως δήποτε βάσιμον, ὅτι ἡ προϋπολογιζομένη αὕτη διαφορὰ δὲν εἶναι ὑπερβολική; Ἐξετάσωμεν πρὸς τοῦτο, ποία ἐπῆλθεν αὔξησις ἀπὸ τοῦ 1902 εἰς τὸ 1903, ποία ἀπὸ τοῦ 1901 εἰς τὸ 1902. Ἐκ τούτου θὰ συναγάγωμεν, ἂν ἡ κατὰ 1,08% αὔξησις, ἣν ζητοῦμεν διὰ τὸ 1904, εἶναι μεγάλη ἢ μικρὰ, ἂν πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 35,000,000, ἢ νὰ αὐξήσωμεν αὐτὸ κατά τι. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὸ 1902 εἰσεπράχθησαν 33,570,000, κατὰ τὸ ἔτος 1903 εἰσεπράχθησαν 34,377,000, διαφορὰ ἐπὶ πλέον 807,000, καὶ σχετικὴ αὔξησις 2½ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἐνῷ ἡμεῖς διὰ τὸ 1904 ὑπολογίζομεν αὔξησιν 1 καὶ 8 ἑκατοστὰ τοῖς ἑκατὸν. Ἐὰν δὲ προστρέξωμεν καὶ εἰς προγενέστερα ἔτη, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι μείζων καὶ τῶν 2½ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ὑπερβαίνουσα ἐνίοτε καὶ τὰ τρία ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ὡς πρὸς τὰ τέλη τὰ τηλεγραφικά, ταχυδρομικὰ καὶ τηλεφωνικά, παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας συναδέλφου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ὡς ἀπομένον εἰς τὸ Δημόσιον ἀναγράφεται πολὺ μεγαλείτερον τοῦ συνήθως ἀναγραφομένου εἰς τοὺς ἐπισήμους ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ ἀναγραφόμενον ὡς ἀποδοτέον εἰς ξένας ἑταιρείας ποσὸν εἶναι πολὺ μικρότερον τοῦ ἀναγραφομένου συνήθως εἰς τοὺς αὐτοὺς ἐπισήμους ἀπολογισμούς. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ δώσω μικράν τινα ἐξήγησιν· ὅτι δηλαδὴ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑπὸ συζήτησιν εἶναι τὸ πραγματικόν, διότι ἐξ ἀνωμαλίας τινός, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὰς ἐγγραφὰς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, συνέβη, ὥστε τὸ ποσὸν τὸ ἀποδιδόμενον εἰς ξένας ἑταιρείας νὰ ἐγγράφηται πολὺ μεῖζον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀποδίδεται, τὸ δὲ ποσὸν τὸ ἀπομένον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐγγράφηται πολὺ ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀπομένει εἰς τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ προστρέξω εἰς τὰ ἐπίσημα βιβλία τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται πραγματικῶς, τί ποσὸν ἐκ τῶν εἰσπραττομένων τηλεγραφικῶν τελῶν ἀποδίδεται εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ τί ποσὸν ἀπομένει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐκ τῶν βιβλίων τούτων ἐξάγεται, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1900 εἰσεπράχθησαν ἐν ὅλῳ τέλη τηλεγραφικὰ δρ. 1,675,520. Ἐκ τούτων ἀπεδόθησαν εἰς ξένας ἑταιρείας 578,759, καὶ ἀπέμειναν εἰς τὸ Δημόσιον δρ. 1,097,761. Ἐν ἔτει 1901 εἰσεπράχθησαν ἐν ὅλῳ 1,860,927, ἀπεδόθησαν 651,040, καὶ ἀπέμειναν εἰς τὸ Δημόσιον 1,209,887. Ἐν ἔτει 1902 εἰσεπράχθησαν ἐν ὅλῳ 1,951,435, ἀπεδόθησαν 607,699, καὶ ἀπέμειναν εἰς τὸ Δημόσιον 1,343,736. Τὸ ἀναγραφόμενον λοιπὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς εἰσπραχθησόμενον ἔσοδον ἐκ δραχμῶν 1,400,000 δὲν παρουσιάζει τι τὸ ὑπερβολικόν. Ἐπειδὴ δὲ, λόγου γενομένου ἐσχάτως ἐνταῦθα περὶ τῶν τελῶν τούτων, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπεστήριξεν, ὅτι ἀπό τινων ἐτῶν ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία ὄχι μόνον δὲν ἀποδίδει ἔσοδα, ἔστω καὶ μικρὰ, εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοδα εἶναι ἀνώτερα τῶν ἐσόδων...
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπραγματεύθην περὶ τῶν χρηματικῶν ἀποτελεσμάτων μόνης τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ περὶ τῶν χρηματικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας.
§148Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα, καὶ τῶν τριῶν ὑπηρεσιῶν. Περὶ τούτου πρόκειται... Διὰ τοῦτο, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τὰς ξένας ἑταιρείας καὶ τοῦ ἀπομένοντος εἰς τὸ Δημόσιον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω εἰς αὐτὴν τοὺς πραγματικοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐσόδων. Αἱ δαπάναι, ἐννοεῖται, προκύπτουσιν ἐκ τῶν βιβλίων τῆς τηλεγραφικῆς, ταχυδρομικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. Τὰ αὐτὰ ποσὰ δύνανται νὰ ἐξαχθῶσι καὶ ἐκ τῶν πινάκων, οἵτινες συνοδεύουσι τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἀναγράφονται οἱ ἀριθμοὶ, ὡς εὕρηνται ἐν τοῖς ἐπισήμοις ἀπολογισμοῖς. Ἀμφότεροι δὲ οἱ πίνακες, οἵ τε ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν ἐξαγόμενοι καὶ οἱ ἐκ τῶν λογιστικῶν βιβλίων τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, βεβαιοῦσι τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι αἱ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης εἰσπράξεις ὑπερβάλλουσι πάντοτε τὰς δαπάνας κατὰ 15% περίπου, καταλείπουσαι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον σημαντικὸν περίσσευμα.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόθεν ἐξάγετε τοῦτο;
§150Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν δαπανῶν ἀπὸ τῶν εἰσπράξεων. Αἱ εἰσπράξεις καὶ δαπάναι καὶ τῶν τριῶν τούτων ὑπηρεσιῶν ὁμοῦ, ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, εἶναι αἱ ἀκόλουθοι. Ἐν ἔτει 1896 αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς 3,734,000, δραχμὰς, καὶ αἱ δαπάναι εἰς 3,045,000· κατὰ τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν τριῶν τούτων ὑπηρεσιῶν ὁμοῦ δραχ. 3,584,000, αἱ δὲ δαπάναι διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας ἀνῆλθον εἰς 2,965,000· κατὰ τὸ 1900 αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς 3,825,000, αἱ δὲ δαπάναι εἰς 3,503,000· κατὰ τὸ 1901 αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς 4,065,000, αἱ δὲ δαπάναι εἰς 3,497,000· κατὰ τὸ ἔτος 1902 αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς 4,345,000, αἱ δὲ δαπάναι εἰς 4,039,000. Λοιπὸν οἱ ἀριθμοὶ τοῦτο ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας βαίνουσι διαρκῶς αὐξανόμενα, ὅτι αἱ δαπάναι αὐξάνουσι καὶ αὗται διαρκῶς, ἀλλὰ πάντοτε μένουσι κατώτεραι τῶν εἰσπράξεων, καὶ ὅτι ἀπομένει ἔσοδον καθαρὸν καὶ διαρκὲς εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγώ, ἐν ὅσῳ δὲν παρουσιασθῶσιν ἐπίσημοι βεβαιώσεις περὶ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας καὶ περὶ τῶν δαπανωμένων ἐξόδων, ὀφείλω νὰ προσηλωθῶ καὶ μὴ ἀποσπῶμαι ἀπὸ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, τὴν δημοσιευθεῖσαν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ δαπανηθέντων ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1902. Οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους θ’ ἀναφέρω, δὲν εἶναι ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησα ἐγώ, ἢ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἔλαβον ἰδιαιτέρως ἀπὸ οἱονδήποτε γραφεῖον· εἶναι ἀριθμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται ἐν τῇ καταστάσει τῇ δημοσιευθείσῃ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἰδοὺ τί λέγουσι. Κατὰ τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 31 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθεῖσαν τὴν 6 Ἀπριλίου 1904 προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1903 εἰσεπράχθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1903 μέχρι τέλους Ἰανουαρίου 1904 τέλη ταχυδρομικὰ, τηλεγραφικὰ καὶ τηλεφωνικὰ δραχ. 4,271,393.33.
§152Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διατὶ καταφεύγετε εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν; Διὰ τὸ 1902 ἔχομεν τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν μέχρι τέλους Ἰουλίου.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τὸν ἔχω ἐδῶ, καὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, δὲν ἐδημιουργήθησαν ἀπὸ ἐμὲ, εἶναι ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ἐπισήμων τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1902 εἰσεπράχθησαν 4,344,674.20 ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας· κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, τῆς δημοσιευθείσης διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσεπράχθησαν 4,351,535.38· ὥστε ὑπάρχει διαφορά...
§154Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. 7,000 ἐπὶ ἔλαττον.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ἐπὶ ἔλαττον· 7,000 ἐπὶ πλέον εἰς τὰς ἰδικάς μου καταστάσεις.
§156Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ ποσὸν τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ εἶναι ἐπὶ ἔλαττον.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 4,351,535.38 τὰ εἰσπραχθέντα παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου τέλη τηλεγραφημάτων, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα πληρώνονται εἰς τὰς ξένας τηλεγραφικὰς ἑταιρείας, εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκουσι...
§158Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ ζητήσω ἀκόμη τὴν ἄδειάν σας νὰ σᾶς εἴπω, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, ἀντὶ νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐν λόγῳ ποσὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων, νὰ προστεθῇ εἰς τὰς δαπάνας.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ ἐμέ. Σεῖς ἐνδέχεται νὰ ἔχητε ἄλλην τάξιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας, ἐγὼ ὅμως ἔχω ἄλλην τάξιν. Ἤτοι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι φρ. χρ. 166,301.83, τὰ ὁποῖα πρὸς τῇ διαφορᾷ τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ὑπολογιζομένου τοῦ χρυσοῦ φράγκου πρὸς 1,65, ὅσον ἐτιμᾶτο τότε, ἀνέρχονται εἰς δραχ. 274,398.01. Προσέτι τὰ εἰσπραχθέντα παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου τέλη τηλεγραφημάτων, ἀνήκοντα ὅμως εἰς τὰς ξένας τηλεγραφικὰς ἑταιρείας καὶ πληρωθέντα πρὸς αὐτὰς, εἰς τραπεζογραμμάτια 816,745.06 δραχμάς. Τὸ ὅλον δραχ. 1,091,143.07. Ἐὰν ἀφαιρέσητε λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,091,143.07 ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν τῶν δραχ. 4,351,535.38, μένει ὑπόλοιπον 3,260,412.31· ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ εἰς δραχ. 3,973,517, ἡ χρῆσις τοῦ 1901 κατέλιπεν ἔλλειμμα δραχ. 713,104.69.
§160Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρατηρῶ ἐν πρώτοις, ὅτι εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ διευθύνσεις ἐπληρώθησαν, οὐχὶ ἓν ἑκατομμύριον καὶ πλέον δραχμαὶ, ὅσον ὑπολογίζετε, ἀλλὰ μόνον 589,325, ἤτοι: τέλη ἐξωτερικῶν τηλεγραφημάτων εἰς χρυσὸν 337,063· τέλη ἐσωτερικῶν τηλεγραφημάτων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δρ. 62,507, καὶ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων ἐξ ἐξωτερικῶν τηλεγραφημάτων 189,755. Ἀλλὰ καὶ τὰς δαπάνας ὑπολογίζετε εἰς τέσσαρα περίπου ἑκατομμύρια, ἐνῷ εἶναι μόνον 3,449,221, συμπεριλαμβανομένου μάλιστα εἰς ταῦτα καὶ ποσοῦ 204,069 δραχ. συνδρομῶν εἰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας. Ὑμεῖς, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, λαμβάνετε τὰς δαπάνας ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὰ ἀναγραφόμενα ἐκεῖ ποσὰ δὲν ἐδαπανήθησαν.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω· δὲν ἔχομεν ἀπολογισμόν.
§162ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Συγγνώμην· ἔχω ἐνταῦθα τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὰς δαπάνας τοῦ ἔτους 1902, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ θέσω εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐχαριστῶ.
§164ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐν τῇ διαδηλώσει τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς οὗ τὴν ἁρμοδιότητα ὑπάγεται ἡ ταχυδρομικὴ, τηλεγραφικὴ καὶ τηλεφωνικὴ ὑπηρεσία, ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἡ δαπάνη καὶ τῶν τριῶν τούτων ὑπηρεσιῶν, ἀνερχομένη, ἐπαναλαμβάνω, εἰς 3,245,152. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀποδόσεων τὰ πληρωθέντα εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ διευθύνσεις, ἀνερχόμενα σὺν τῇ νομισματικῇ διαφορᾷ εἰς 589,325, ἔχομεν σύνολον δαπανῶν τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 3,834,477· προσθέσατε εἰς ταύτας τὰς ὑπὲρ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν συνδρομὰς, ἀνερχομένας εἰς δραχμὰς 204,069, καὶ εὑρίσκετε, ὅτι ἡ ὀλικὴ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 4,038,546. Ἡ μέθοδος τοῦ ὑπολογισμοῦ μου εἶναι ὁμοία μὲ τὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, διαφέρει μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης ἀφαιρεῖ ἐκ τῶν ἐσόδων τὰ ἀποδοθέντα εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ διευθύνσεις, ἐγὼ προσθέτω τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὰς δαπάνας.
§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων δὲν μεταβάλλεται ἐκ τούτου.
§166Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Βεβαίως ὄχι· εἶναι δραχμαὶ 306,000.
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόση εἶναι ἡ διαφορὰ κατὰ τὸ 1896;
§168Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. 689,000.
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ ἀνατρέχετε εἰς τὸ 1896; Τότε ἦτο ἄλλος νόμος περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, καὶ κατὰ τὸ 1902 ἦτο ἄλλος.
§170Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ 1896 ἀφῆκεν ἀνώτερα ἔσοδα εἰς τὸ Δημόσιον.
§171Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι τὸ 1902 εἶχε μεγάλας δαπάνας ἐγκαταστάσεως εἰς τὸ νέον ταχυδρομικὸν μέγαρον· ἄλλως κατὰ τὸ 1896 τὰ τηλεγραφικὰ τέλη ηὔξησαν οὐσιωδῶς λόγῳ τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν.
§172Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὑπέρβασιν μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας τὴν θεωρεῖτε ἀνάλογον πρὸς τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομείων, τηλεγραφείων καὶ τηλεφωνείων; θεωρεῖτε τὴν διαφορὰν ταύτην μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων ὡς ἀνάλογον κέρδος, τὸ ὁποῖον πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν;
§173Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Βεβαίως· διότι παρ’ ἡμῖν αἱ δαπάναι δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ 85% τῶν ἐσόδων, ἐνῷ εἰς τὰ λοιπὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη κυμαίνεται ἀπὸ 75 μέχρις 90%. Ταῦτα λεπτομερῶς ἐξετέθησαν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Ἄλλως ὀλίγα εἶναι τὰ Κράτη, τῶν ὁποίων αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι κατώτεραι τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὑποβάλλονται.
§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· ἀπ’ ἐναντίας, ἐν Εὐρώπῃ ἐλάχιστα εἶναι τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἀνωτέρας τῶν δαπανῶν εἰσπράξεις ἐσόδων ἀπὸ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν.
§175Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγνώριζον, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, ὅτι θὰ μοὶ προεβάλλετε τοιαύτην ἀντίρρησιν, ἔφερα μετ’ ἐμοῦ ἐπισήμους στατιστικὰς (ἔφερα δὲ ἰδιαιτέρως δι’ ὑμᾶς πλήρη προϋπολογισμὸν Κράτους τινὸς, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβητε) τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων, τηλεγραφείων καὶ τηλεφωνείων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν καὶ τῆς Ἀμερικῆς.
§176ΦΩΝΑΙ. Ὤ! ὤ!
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί θορυβεῖτε; Διατὶ θορυβοῦσιν οἱ κύριοι;
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§179Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὰ ἔφερα μόνον δι’ ὑμᾶς, ἀξιότιμε κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, ἵνα ἴδητε πόσα δαπανῶσι καὶ πόσα εἰσπράττουσι τὰ Κράτη ταῦτα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἐκ ταύτης κέρδος.
§180Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναλογία εἶναι 1 δαπάνης πρὸς 2 εἰσπράξεων. Ἑπομένως τὰ κέρδη εἶναι 50% ἀνώτερα τῶν δαπανῶν.
§181Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μὴ βιάζεσθε. Ἀκούσατε πρῶτον, καὶ κατόπιν ὑπολογίζετε. Αἱ στατιστικαὶ, ἃς ἔχω ἀνὰ χεῖρας, δημοσιεύονται ὑπὸ τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου τῆς Βέρνης· ἐν αὐταῖς ἀναγράφονται αἱ εἰσπράξεις καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας ὅλων τῶν γραφείων τῶν ταχυδρομικῶν, τὰ ὁποῖα μετέχουσι τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου τῆς Βέρνης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἀναφέρω τὰ ποσὰ τῶν δαπανῶν καὶ εἰσπράξεων, ἀλλὰ μόνον ἂν εἶναι περισσότεραι αἱ δαπάναι ἢ περισσότεραι αἱ εἰσπράξεις. Λοιπὸν ἡ Γερμανία ἔχει εἰσπράξεις περισσοτέρας ἀπὸ δαπάνας, ἡ Ἀμερικὴ ἔχει πολὺ ὀλιγωτέρας εἰσπράξεις, ἡ Ἀργεντινὴ ἔχει ἐπίσης πολὺ ὀλιγωτέρας εἰσπράξεις.
§182Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Αὐστρία;
§183Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ Αὐστρία καὶ τὸ Βέλγιον ἔχουσι μεγαλειτέρας εἰσπράξεις.
§184Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἰκονομολογικὴ ἀρχή.
§185Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τί ἐννοεῖτε;
§186Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ οἰκονομολογικὴ ἐπιστήμη διδάσκει, ὅτι ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας τὸ Κράτος πρέπει νὰ κερδίζῃ, καί, ἐὰν θέλητε ν’ ἀκούσητε τὴν ἀναλογίαν, νὰ προσπορίζητε κέρδη ἀνάλογα πρὸς 50% ἐκ τῶν δαπανῶν.
§187Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον;
§188Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ οἰκονομολογική.
§189Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ οὐδαμοῦ βασιζομένη. Δύνασθε νὰ μοὶ ἀναφέρητέ τινα τῶν Κρατῶν τούτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τοιαύτην ἀναλογίαν κερδῶν;
§190Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πάντα σχεδὸν τὰ Κράτη, πλὴν τῶν Ἀμερικανικῶν.
§191Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω Κράτη, τὰ ὁποῖα ὁμοιάζουσι κἄπως μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Βουλγαρία ἔχει εἰσπράξεις 2,859,000, καὶ δαπάνας 3,173,000· διαφορὰ ἐπὶ πλέον 318,152.
§192Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς τὴν ἐξηγήσω.
§193ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Πάλιν τὰ ἴδια!
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε.
§195Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ Ἀλγερία...
§196Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Ἀλγερία δὲν εἶναι Κράτος ἀνεξάρτητον.
§197Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι Κράτος ἀνεξάρτητον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνάλογον πρὸς τὰ Εὐρωπαϊκά, ἀλλ’ εἶναι χώρα, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα ἀναλογίαν τινὰ πρὸς τὴν Ἑλλάδα.
§198Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλησμονήσατε ὅμως, ὅτι ἡ Ἀλγερία εἶναι ἀποικία, καὶ ἔχει εἰς βάρος της πλείστας τῶν ἐκτεταμένων καὶ ἀγόνων γαλλικῶν κτήσεων τῆς Ἀφρικῆς. Ἡ Σερβία τί ἔχει;
§199Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἡ Ἀλγερία ἔχει ἴδιον Προϋπολογισμόν, ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ τῆς Μητροπόλεως, ἰδίας εἰσπράξεις καὶ δαπάνας, ὡς ἔχομεν καὶ ἡμεῖς.
§200Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἔχει εἰς βάρος της πλείστας ἀγόνους κτήσεις γαλλικὰς τῆς Ἀφρικῆς. Ἡ Σερβία τί ἔχει;
§201Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ ἤκουσα. Τὴν ζητῶ, ἂν εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν Στατιστικήν.
§202Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει κέρδη ἀναλογοῦντα πρὸς 50%.
§203Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν φαίνεται εἰς τὴν Στατιστικὴν τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου τῆς Βέρνης.
§204Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Ρουμανία;
§205Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ Ρουμανία ἔχει εἰσπράξεις 9,360,000, δαπάνας 8,222,000· περίσσευμα ἑπομένως 1,138,000. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, τὸ περίσσευμα τοῦτο ἀποτελεῖ ἀναλογίαν 50% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἢ μόνον 12%;
§206Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ πρέπει νὰ τείνωσι τὰ κέρδη ὅλων τῶν Κρατῶν ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων.
§207Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει σχεδὸν Εὐρωπαϊκὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ περίσσευμα.
§208Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Σᾶς ἀνέφερα τὴν Βουλγαρίαν.
§209Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλγαρία εἶναι νεοπαγὲς Κράτος.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλησμονήσατε ὅτι ἡμεῖς δίδομεν καὶ εἰς τὰς ξένας ἑταιρείας σημαντικὰ ποσά, ἐνῷ ἄλλα Κράτη δὲν δίδουν.
§211Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλαβα καὶ τὴν δαπάνην ταύτην ὑπ’ ὄψιν ὡς ἐπιβεβλημένην.
§212Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίμαξιν ταύτην ἡ Ἑλλὰς ἔχει σημαντικὸν περίσσευμα. Ἄλλως τε, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Κράτη, τῶν ὁποίων αἱ εἰσπράξεις εἶναι ἀνώτεραι τῶν δαπανῶν, ἔχομεν ἓν μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ καταμετρήσωμεν ποία εἶναι ἡ καλλιτέρα ἐκμετάλλευσις τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἡ ὁποία εἶναι ἁπλῶς ἐπιχείρησις μεταφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος, ὡς θὰ ἔπραττε τοῦτο καὶ εἷς ἰδιώτης· εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν δαπανῶν πρὸς τὰς εἰσπράξεις, ὁ λεγόμενος συντελεστὴς τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ποικίλλει οὗτος ἀπὸ 75 μέχρις 90%· διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲ εἶναι περίπου 85%.
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐτελείωσα τὴν μελέτην τῆς Διαδηλώσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐπιτρέπετε νὰ ἐξακολουθήσω τὴν διακοπήν;
§214Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ, στηριζόμενος εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, εἶχον ἀναγράψει ἐν τῇ σημειώσει, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, ὅτι ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας εἶχον πραγματοποιηθῆ δρ. 3,983,517. Μὲ παρεπέμψατε εἰς τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· παρετήρησα καὶ ταύτην, ἤθροισα τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ κατ’ αὐτοὺς τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 3,812,000, δηλ. ὀλιγώτερα κατὰ 161,000. Λοιπὸν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔχομεν ἔξοδα μὲν 3,812,043.68, ἔσοδα δὲ, κατὰ τὴν αὐτὴν Διαδήλωσιν πάντοτε, 3,243,000, δηλ. ἔλλειμμα δρ. 569,043.68 κατὰ τὸ 1902, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος τὸ ἑπόμενον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§216Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρχῃ λάθος· καὶ ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ, ἐπεθύμουν νὰ ἐπαληθεύσω ἀμέσως τοῦτο τὸ λάθος.
§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς δίδω αὐτό.
§218Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κρατήσατέ το διὰ τὴν ἐπαλήθευσιν, διότι ἔχω ἀντίγραφον (ἀναγινώσκει): «Ταχυδρομικὴ, τηλεγραφικὴ καὶ τηλεφωνικὴ ὑπηρεσία. Διὰ τὸ ἔτος 1902 ἡ πραγματικὴ δαπάνη, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῇ Διαδηλώσει, τὸ ποσὸν τὸ πραγματικὸν τῶν δαπανῶν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ἀνέρχεται εἰς 3,449,221». Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ ἄθροισις ὑμῶν δὲν εἶναι ὀρθή· ἡ πραγματικὴ δαπάνη, ἡ ἀναγραφομένη εἰς τὴν Διαδήλωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς δώσω, ἀνέρχεται εἰς...
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἔχω ἐδῶ.
§220Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ διάφορα κονδύλια ἓν πρὸς ἓν (ἀναγινώσκει): «Προσωπικὸν Γενικῆς Διευθύνσεως δραχ. 87,342. Ἔξοδα ὑπηρεσίας τῆς Γεν. Διευθύνσεως 36,194. Προσωπικὸν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων 1,009,002...»
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 1,022,026.33.
§222Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ ὑπάρχῃ ποσόν τι κατώτερον, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τὸ ὁποῖον θὰ αὐξήσῃ κατὰ 13,005 δραχμάς, τὰς ὁποίας ἀναφέρατε ἐπὶ πλέον.
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῦ;
§224Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἴσως κατωτέρω. Ἔχομεν 13,000 διαφορὰν ἕως τώρα. — Ἐὰν θέλητε, μοὶ τὴν χαρίζετε, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ διαφορᾶς πολὺ μεγάλου ποσοῦ. — Ἔχομεν ταξινόμησιν, συσκευασίαν κλπ. δραχ. 440,570.
§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 446,705.65.
§226Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Περίεργον μοὶ φαίνεται.
§227Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄλλαι 6,000 διαφορά.
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶναι ἔργον ἐμὸν νὰ ἐξελέγχω τοὺς ἀριθμούς σας. Ἔχετε ἄλλους ἀριθμοὺς σεῖς, ἄλλους ἐγώ.
§229Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι δά! οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ πρέπει νὰ ἦναι οἱ αὐτοὶ δι’ ὅλους.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ φρονῆτε ὅτι εἶναι περίσσευμα· δὲν ἔχω τὴν ἐξουσίαν νὰ σᾶς ἀναγκάσω νὰ μὴ φρονῆτε οὕτως· ἀλλ’ ἐγὼ συνάγω ἐκ τῶν ἀριθμῶν, ὅτι εἶναι ἔλλειμμα.
§231Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Νομίζω, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτά, ὅτι προκειμένου περὶ ἀριθμῶν, καὶ δὴ ἀπολογισμῶν, δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀμφισβητῆτε.
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ὑποχρεώσω νὰ παραδεχθῆτε τὴν γνώμην μου. Ἡ γνώμη μου στηρίζεται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν καὶ εἰς τὴν Διαδήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ παρεπέμψατε, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§233Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡμεῖς διατεινόμεθα, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοί σας. Τὸ ποσὸν τὸ ἐξαχθὲν παρ’ ὑμῶν δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἄλλως τε οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω, καὶ τὰ ἐκ τούτων ἀθροίσματα εὑρίσκονται τετελεσμένα καὶ ἐκτετυπωμένα ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ θὰ σᾶς ἦμαι πολὺ εὐγνώμων, ἐὰν ἐξετάζοντες κατόπιν τοὺς ἀριθμούς...
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν κονδυλίων ἀπεδείχθη ὅτι ἐσφάλλετε.
§235Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κατὰ 13,000, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ.
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ 13,000 εἰς ἕν, κατὰ 6,000 εἰς ἄλλο. Δὲν εἶναι μεγάλη κατηγορία, ὅτι σφάλλεταί τις εἰς λογαριασμούς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ γίνωνται αὐταὶ αἱ ἀθροίσεις.
§237Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ διαφορὰ τῶν 13,000 καὶ 6,000 ἦναι πράγματι σφάλμα, — ἐνῷ ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ἂν ἐπροχωροῦμεν εἰς τὴν ἐπαλήθευσιν, θὰ εὑρίσκομεν κατωτέρω πόθεν προέρχεται, — καὶ ἂν ἦναι, λέγω, σφάλμα, δὲν εἶναι ἐπαρκές, ἵνα δικαιολογήσῃ διαφορὰν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, εὑρεθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
§238Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§239Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἦτο τοιοῦτον, ἴσως θὰ ἦτο διάφορος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους.
§240Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμία Βουλὴ καταγίνεται εἰς τοιαύτην ἐργασίαν.
§241Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἰδέα σας.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν διατιθέμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν κατὰ τὰς ἰδέας οὐδενός. Τὰς ἐργασίας ἡμῶν κανονίζομεν κατὰ τὰ γινόμενα ἐν πᾶσι τοῖς Κοινοβουλίοις τοῦ κόσμου. Δὲν γίνονται παραβολαὶ ἀριθμῶν τοῦ ἀγορεύοντος ἀπὸ τοῦ βήματος μὲ ἕνα Βουλευτήν. Ἔχετε τοὺς ἀριθμούς σας, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τοὺς ἀριθμούς μας. Θέλετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι εἶναι 5,000,000 περίσσευμα. Ἔχετέ το.
§243Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὰ περισσεύματα ἢ τὰ ἐλλείμματα δὲν ἀποδεικνύονται· ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἀριθμῶν, καὶ ἐπιμένω λέγων, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἀναφέρω, εἶναι τυπωμένοι ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, — καὶ παρακαλῶ νὰ διαψευσθῶ ἀπὸ οἱονδήποτε τῶν συναδέλφων σήμερον ἢ καὶ βραδύτερον, — ἐπιμένω λέγων, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν τελῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899 μέχρι τοῦ ἔτους 1902 ἀφῆκαν περισσεύματα κατὰ τὸ ἔτος 1899 δρ. 619,000, κατὰ τὸ ἔτος 1900 δρ. 332,000, κατὰ τὸ ἔτος 1901 δρ. 508,000, κατὰ τὸ ἔτος 1902 δρ. 306,000. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἀναγράφονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁριστικῶν ἀπολογισμῶν καὶ διὰ τὰ ἔτη 1901 καὶ 1902, δι’ ἃ δὲν ὑπάρχουσιν ὁριστικοὶ ἀπολογισμοὶ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Διαδηλώσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, αἵτινες κατ’ ἐλάχιστον διαφέρουσι τῶν ὁριστικῶν ὑπολογισμῶν· ἀναγράφονται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τοὺς πίνακας τῆς ἐκθέσεως, καὶ δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἐξακρίβωσις αὐτῶν εἰς οἱανδήποτε ὥραν.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐρεύνης ταύτης εἶναι ἄλλος. Ἐσκοποῦμεν ν’ ἀποδείξωμεν τὴν πολυτέλειαν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, περὶ ὀργανώσεως τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Λοιπὸν τὸ 1896 καὶ πάντα τὰ πρὸ τοῦ νόμου ἔτη δὲν μας ἐνδιαφέρουσι· μᾶς ἐνδιαφέρουσι τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθη ὁ νέος νόμος. Κατὰ τὸ 1902, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ νέος νόμος, τὰ μὲν ἔσοδα τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας ἀνῆλθον εἰς δρ. 3,243,000, κατὰ τὴν Διαδήλωσιν δὲ, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ παρεμπέμψατε, τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 3,812,043.68 δραχμάς. Ἔλλειμμα δρ. 569,043.68. Παρακαλῶ τὸν κ. στενογράφον νὰ σημειώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς, ἀφίεται δὲ εἰς ἕκαστον, ὅστις θέλει, νὰ ὑπάγῃ νὰ ἐξετάσῃ τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν.
§245Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Προχωρῶ, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐσόδων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω καὶ ἐγὼ καὶ νὰ συμφωνήσω πρὸς ὅσα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς καὶ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν γένει τῶν μεταλλείων καὶ πρὸς τὴν ἐπιβαλλομένην ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καθορισθῶσι καὶ διαρρυθμισθῶσι καλλίτερον τὰ ἀφορῶντα τὰ μεταλλεῖα παρ’ ἡμῖν· διότι ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ὁμολογουμένως εἶναι χώρα μεταλλευτικὴ, ὑστερεῖ σήμερον πολὺ κατὰ τὰς προσόδους, τὰς ὁποίας ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ προσδοκᾷ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Τὸ τοιοῦτον ὀφείλεται ἴσως εἰς τὸ ἐλαττωματικὸν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος διέπει μέχρι σήμερον τὰ τῶν μεταλλείων παρ’ ἡμῖν καὶ ὁ ὁποῖος ἐλήφθη κατὰ τὸ 1860 ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἀλλ’ ἔκτοτε καὶ αὐτὴ ἡ Γαλλία καὶ τὸ Βέλγιον, ἐν αἷς τὰ τῶν μεταλλείων διείποντο ὑπὸ νόμων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἔχομεν καταρτίσει καὶ τὸν ἰδικόν μας, μετέβαλον τὴν νομοθεσίαν αὐτῶν, τὴν σχετιζομένην πρὸς τὰ μεταλλεῖα. Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου τροποποιοῦντος τὸν ὑφιστάμενον νόμον εἰς τρόπον, ὥστε νὰ δυνάμεθα καὶ ὡς Δημόσιον καὶ ὡς ἰδιῶται νὰ ἀπολαύσωμεν τὰς προσόδους ἐκείνας, τὰς ὁποίας δικαιούμεθα νὰ ἀναμένωμεν ἐκ χώρας μεταλλευτικῆς, οἷα εἶναι ἡ Ἑλλάς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐσόδων, διότι λεπτομερῶς ἀνεπτύχθησαν τὰ σχετικὰ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ περατώσω τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰ ἔσοδα χωρὶς νὰ ἐξετάσω μετά τινος προσοχῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν τῶν ἐξαγομένων ἐκ τῶν ὁριστικῶν ἀπολογισμῶν, κατὰ πόσον εἶναι βάσιμος ἡ μομφὴ, ἡ ἐκτοξευθεῖσα ἐντεῦθεν κατὰ τῆς πολιτικῆς μερίδος, ἥτις διέπει καὶ σήμερον τὰ κοινὰ, κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἥτις κατηγορεῖται ὡς ἐξαντλήσασα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῆς ἀπηνοῦς φορολογίας, διὰ τῆς φορομανίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὡς τὴν διετύπωσε πρότινος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Θὰ ἐξετάσω πρὸς τοῦτο τὰ ἔσοδα ἐν γένει ἀπὸ τοῦ 1896 καὶ ἐντεῦθεν, διότι τὸ ἔτος 1896 ἐλήφθη πάντοτε ὡς ἀφετηρία πρὸς παραβολὴν τῶν οἰκονομικῶν χρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν. Εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ χωρίσω τὴν βεβαίωσιν ἀπὸ τὴν εἴσπραξιν, διότι τὰ δύο γεγονότα πρέπει νὰ διακριθῶσιν ἐντελῶς. Ὅταν πρόκηται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἐπεβλήθησαν νέα βάρη ἐπὶ τοῦ λαοῦ, κατὰ πόσον ἐξηντλήθη οὗτος ἐκ τῆς εἰσπράξεως νέων φόρων, δὲν ἀρκεῖ ἡ σύγκρισις μόνον τῶν εἰσπραττομένων. Τοὐναντίον πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν τὰ ποσὰ τὰ βεβαιούμενα, τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσιν οἱ πολῖται νὰ πληρώνωσι δυνάμει τῶν ἰσχυόντων νόμων. Ταῦτα πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὡς ὅροι συγκρίσεως, διότι τοῦτο εἶναι τὸ ποσὸν, ὅπερ πράγματι αὐξάνει εἴτε ἐκ τῆς προσθήκης νέων φόρων εἴτε καὶ ἐξ ἄλλων οἱωνδήποτε λόγων, ἀνεξαρτήτων, ἐννοεῖται, τῆς κανονικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν παρακολουθεῖ καὶ ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Καὶ ἐπιβάλλεται, Κύριοι, εἰς ἡμᾶς, τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐξετάσωμεν μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῆς κατηγορίας ταύτης, ἵνα ἀκραδάντως πεισθῶμεν, ὅτι δὲν συντελοῦμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὸν κάματον τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἐκ τούτου καὶ μόνου τοῦ λόγου ὁρμώμενος, προέβην εἰς τὴν ἔρευναν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, οἷα ἀπορρέουσιν ἐκ τῶν ἐπισήμων τοῦ Κράτους ἀπολογισμῶν, καὶ τὰ ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης πορίσματα θεωρῶ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μεταδώσω πρὸς ὑμᾶς. Ἐν ἔτει 1896 τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα ἀνῆλθον ἐν συνόλῳ εἰς 106,011,000 δραχμὰς, ἐν ἔτει 1898 τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς 115,237,000 δραχμάς. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 μέχρι τοῦ 1898 ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δὲν διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· τὰ ἔσοδα ἐν τούτοις κατὰ τὸ διετὲς τοῦτο διάστημα ηὔξησαν κατὰ 9,228,000, ἤτοι κατὰ ἐννέα περίπου ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Κατὰ τὸ αὐτὸ διετὲς διάστημα οὐδεὶς ἐπεβλήθη νέος φόρος, οὐδ’ ἐτροποποιήθη ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν ὑφισταμένων τοιούτων. Τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ἀνέλαβεν ἡ καὶ νῦν κυβερνῶσα πολιτικὴ μερὶς κυρίως ἀπὸ τοῦ 1899· ἀλλ’ ὁποία ἐπῆλθεν αὔξησις εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν διετίαν 1898–1900, ἢ καὶ κατὰ τὴν τοῦ 1900–1902; Οἱ ἐπίσημοι τοῦ Κράτους ἀπολογισμοὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι τὰ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 βεβαιωθέντα ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς 117,975,000, ἀντὶ 115,237,000, ὅσα, ὡς πρὸ μικροῦ σᾶς εἶπον, ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898· αὔξησις δηλονότι κατὰ τὴν διετίαν ἐκ 2,738,000 δραχμῶν, ἤτοι 2,5 μόνον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἀντὶ τῶν ἐννέα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, καθ’ ὅσα ηὔξησαν τὰ αὐτὰ ἔσοδα κατὰ τὴν διετίαν 1896–1898. Καὶ ἂν ἡ τελευταία αὕτη αὔξησις τῶν ἐννέα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς φυσικὴ συνέπεια τῆς κανονικῆς ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ διανοηθῶμεν, ὅτι ἡ ἐκ δύο καὶ ἡμίσεος τοῖς ἑκατὸν ἐπελθοῦσα αὔξησις κατὰ τὴν διετίαν 1898–1900, ἢ καὶ ἡ ἐκ πέντε ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἡ ἐπελθοῦσα κατὰ τὴν διετίαν 1900–1902, ἐπιτρέπεται, λέγω, νὰ διανοηθῶμεν, ὅτι αἱ αὐξήσεις αὗται ὀφείλονται εἰς τὴν φορομανίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ὅτι καταπονοῦσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, συντελοῦσαι εἰς τὴν ἐξάντλησιν καὶ ἐπιφέρουσαι κάματον εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας; Ἀλλ’ ἴσως ἡ ἐν τῷ συνόλῳ τῶν δημοσίων ἐσόδων παρουσιαζομένη κανονικὴ αὔξησις δὲν παρατηρεῖται εἰς τοὺς φόρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πληρώνει κυρίως ὁ ἐργαζόμενος καὶ παράγων λαός. Εὐτυχῶς καὶ τοῦτο ἀποδεικνύουσιν ἀβάσιμον οἱ ἀριθμοί. Διότι ποῖοι εἶναι οἱ φόροι οἱ ἐπιβαρύνοντες κυρίως τὸν λαόν; πρωτίστως οἱ ἄμεσοι. Ἐξετάζοντες δὲ τοὺς ἐπισήμους τοῦ Κράτους ἀπολογισμούς, πειθόμεθα εὐχερῶς, ὅτι τὴν κανονικὴν καὶ βαθμιαίαν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ βεβαίωσις τοῦ συνόλου τῶν ἐσόδων, παρουσιάζουσι καὶ οἱ ἄμεσοι φόροι. Ἐὰν λάβωμεν ἰδίᾳ ἕκαστον τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἐξετάσωμεν, ποία εἶναι ἡ προϊοῦσα αὔξησις τῆς βεβαιώσεως αὐτοῦ, θέλομεν ἀνεύρει, ὅτι εἰς τοὺς πλείστους ἐκ τούτων, ἰδίᾳ δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνουσι τὸν λαόν, ἡ βεβαίωσις ἠλαττώθη ἀπὸ τοῦ 1896 καὶ ἐντεῦθεν· τὸ ποσὸν δηλαδή, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ πληρώσῃ, ἦτο ὀλιγώτερον κατὰ τὸ 1900 καὶ 1901 ἢ ὅ,τι ἦτο κατὰ 1896... (πρὸς τὸν κ. Καραπᾶνον). Μήπως σᾶς ἐνοχλῶ; (ἱλαρότης).
§246Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Ἀπορῶ, πῶς δὲν βλέπετε κάματον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς βεβαιώσεως τῶν ἀμέσων φόρων.
§247Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεών μου, εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀμέσων φόρων νὰ ἴδω τὸν κάματον, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθεν εἰς τὴν παραγωγήν.
§248Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐλάττωσις δεικνύει κάματον τῶν φορολογουμένων παραγωγῶν.
§249Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται, εἶναι ἡ παραγωγή.
§250Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ ἄμεσοι φόροι ἐπιβάλλονται ἀμειλίκτως ἐπὶ τῶν φορολογουμένων· δὲν ἐξαιροῦσι κανένα. Ὅταν δὲν εὑρίσκωσι ποῦ νὰ ἐπιβληθῶσιν, ἐλαττοῦνται· διὰ νὰ μὴ εὕρωσι δὲ ποῦ νὰ ἐπιβληθῶσι, σημαίνει ὅτι ἐξέλιπε μέρος τοῦ φορολογουμένου ἐθνικοῦ πλούτου.
§251Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐπιβάλλονται ἀμειλίκτως. Διὰ τοῦτο ἐλαττοῦνται.
§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἔμμεσοι φόροι αὐξάνουσιν ἐξ ἀντιθέτου.
§253Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι θεωρία ἐπὶ ἄλλων στηριζομένη σκέψεων. Ὅταν ἔχητε μίαν οἰκοδομήν, θὰ πληρώσητε τὸν φόρον τῆς οἰκοδομῆς· ὅταν ἔχητε ζεῦγος ἀροτριώντων κτηνῶν, θὰ πληρώσητε τὸν φόρον τοῦ ζεύγους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ὅταν ἔχητε ἐπιτήδευμα, θὰ πληρώσητε τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Διὰ νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ ἄμεσοι φόροι τῶν ἐπιτηδευμάτων ἢ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, σημαίνει ὅτι ἐξέλιπόν τινα ἀροτριῶντα κτήνη, ἢ ἐγκατέλιπον τὸ ἐπιτήδευμά των ἐπιτηδευματίαι τινές.
§254Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Λοιπὸν λαμβάνω, Κύριοι, τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ φόρος, ὁ ὁποῖος βαρύνει τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε καταπιέζει τὸν λαὸν, ὁ φόρος οὗτος εἶναι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐν ἔτει 1896 ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐβεβαιώθησαν δραχμαὶ 2,720,000, ἐν ἔτει 1899 ἐβεβαιώθησαν 2,664,000, δηλαδὴ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὸ 1896. Ἐν ἔτει 1900 ἐβεβαιώθησαν 2,732,000, δηλαδὴ 12,000 ἐπὶ πλέον ἢ τὸ 1896. Ἐν ἔτει 1902 ἐβεβαιώθησαν δραχ. 2,661,000, δηλαδὴ 110,000 περίπου ὀλιγώτερα τῶν τοῦ 1896.
§255Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε;
§256Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§257Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτήτερα ὑπεστηρίζετε, ὅτι ὑπάρχει αὔξησις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἑπομένως δικαίως προσετέθησαν 300,000 δραχμαί. Τώρα φαίνεσθε παραδεχόμενος τὸ ἐναντίον.
§258Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ βεβαιώσεως. Ἡ βεβαίωσις, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀναγράφομεν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ δώσῃ κατ’ ἀναλογίαν μεγαλείτερα ποσὰ εἰς τὴν εἴσπραξιν ἢ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, διότι ἡ ἐφετεινὴ βεβαίωσις δὲν περιλαμβάνει πρωτόκολλα ἀπαριθμήσεως.
§259Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§260Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ προχωρήσω· διότι ὑποθέτω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ καταπονοῦσι συνήθως, ὅταν ἐπαναλαμβάνωνται. Προχωρῶ, Κύριοι, εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου καὶ τῶν ἀμπέλων, διότι γνωρίζω ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος ἰδίως πληρώνεται ἀπὸ τὸν λαὸν τὸν ἐργαζόμενον, ἀφορᾷ τὴν τάξιν τῶν κτηματιῶν καὶ τῶν ἐργαζομένων. Ἐν ἔτει 1896 ἐβεβαιώθησαν ἐξ ἐγγείου φόρου δραχμαὶ 2,364,000, καὶ ἐκ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου δραχ. 336,000, ἐν ὅλῳ 2,700,000 δραχμαί· ἐν ἔτει 1899 δρ. 2,779,000· ἐν ἔτει 1900 δρ. 1,850,000· κατὰ τὰ 1901 καὶ 1902 ηὔξησεν ἡ βεβαίωσις κατὰ 700,000 δραχμὰς περίπου, διότι ἀνῆλθεν εἰς 3,300,000 δραχμάς.
§261Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μετεβλήθη τὸ σύστημα τοῦ φόρου.
§262Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Βεβαίως μετεβλήθη. Πρόκειται νὰ ἴδωμεν, ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, εἶναι περισσότερον τώρα ἀφ’ ὅ,τι ἦτο τότε. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Λοιπόν, ὅταν ἐξετάσωμεν τοῦτο, θέλετε ἴδει...
§263Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρελείψατε ὅμως νὰ ἀναφέρητε τὰς εἰσπράξεις ἀπὸ τοῦ 1898 ἐκ τελωνιακῶν τελῶν. Τὸ 1898 διὰ μιᾶς παρέστησεν αὔξησιν μεγάλην, διότι ἦτο μετὰ τὸν πόλεμον. Ἔκτοτε θὰ ἴδητε τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ 1898 καὶ 1899 καὶ τῶν ἑπομένων ἐτῶν, διότι ὑπάρχει ἐλάττωσις. Ἑπομένως ἡ αὔξησις ἐσόδων, τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε, μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ 1899, διὰ νὰ ἦναι ἀκριβής, πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ μὲ τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μετὰ τὸ 1897 ἐκ τοῦ πολέμου. Μετὰ τὸ 1898 ὅμως ἐπανήλθομεν βαθμηδὸν εἰς κανονικωτέραν εἴσπραξιν τελωνιακῶν τελῶν. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσητε ἐκ τῶν ὅλων εἰσπράξεων ὅ,τι ὀφείλεται εἰς τὴν μετὰ τὸ πόλεμον αὔξησιν καὶ τὴν βαθμιαίαν κανονικὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, καὶ νὰ συγκρίνητε μόνον τὰ ὑπόλοιπα, διὰ νὰ εὕρητε ποία ἡ αὔξησις.
§264Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὴν τὴν παραβολὴν τὴν ἔκαμα· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὸ ἔτος 1897 ἐν τῷ μεταξύ, καὶ ἐπειδὴ τὴν σύγκρισιν ἔπρεπε νὰ κάμωμεν πρὸς ἴσον χρονικὸν διάστημα, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ σύγκρισις τοῦ 1896 πρὸς τὸ 1898.
§265Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπικρίνω δι’ αὐτό. Εἶπον ὅμως, ὅτι τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον συνηγάγετε, καταλογίσαντες εἰς τὰ πρὸ τοῦ 1899 ἔτη τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, τὴν ἐπελθοῦσαν μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ 1899 καὶ τῶν ἑπομένων ἐτῶν, καὶ οὐχὶ εἰς ἐπίτασιν τῆς φορολογίας ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τὴν ἀπὸ τοῦ 1899, δὲν εἶναι ἀκριβές· καὶ εἶπον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ 1898 παρουσίασεν αὔξησιν μεγάλην τελωνιακῶν τελῶν, διότι παρενέπεσε τὸ 1897, τὸ ὁποῖον ἦτο ἔτος πολέμου, αὔξησιν, εἰς ἣν δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη μέχρι τοῦδε. Προσέτι ἀπὸ τὸ 1899, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἀκόμη, λόγῳ τοῦ πολέμου, σπουδαῖον ποσὸν εἰσπράξεων, πρέπει, διὰ νὰ κάμητε τὴν σύγκρισιν, ν’ ἀφαιρέσητε περιπλέον τι ποσὸν ἐκ τῶν ὅλων εἰσπράξεων, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἐπίσης εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπαναλαμβάνεται προφανῶς εἰς τὰ κατόπιν ἔτη ὡς τελωνιακὸν ἔσοδον.
§266Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διὰ τὸ σύνολον ὁμιλεῖτε.
§267Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ κύριον ἐπιχείρημά σας εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι ἡ μεγάλη διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων, ἡ ὁποία παρατηρεῖται μεταξὺ 1896 καὶ 1899, εἶχεν ἐπέλθει πρὸς τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἐλεύσεως τοῦ κ. Θεοτόκη τὸ 1899.
§268Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ὀφείλεται εἰς νέους φόρους. Μάλιστα.
§269Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν λάβετε τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις τοῦ 1898, καὶ εἴπατε, ἂν τὸ 1898 δὲν παρουσιάζει τὴν αὔξησιν λόγῳ τοῦ κατὰ τὸ 1897 πολέμου.
§270Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔλαβον ὡς βάσιν τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν, ἵνα μὴ μακρηγορῶ. Θὰ ἠδυνάμην ἐπίσης νὰ ἀναπτύξω τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ψηφισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, καὶ καταδείξω, ὅτι οὐδὲν τούτων ἐπεβάρυνε τὸν ἐργαζόμενον κυρίως λαόν, διότι οὐδὲν σχεδὸν ἐκ τούτων ηὔξησε τὴν φορολογικὴν κλίμακα, ἀλλ’ ἁπλῶς ταῦτα διερρύθμισαν τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν ἐπὶ τὸ ἀρτιώτερον, καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τὸ δικαιότερον. Ἀλλὰ τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας καὶ τὰ θέματα, ὅσα ἀπομένουσιν εἰσέτι πρὸς ἐξέτασιν, μοὶ ἐπιβάλλουσι ν’ ἀναβάλω τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ ἡ ἀπὸ τοιαύτης ἐπόψεως ἐξέτασις τοῦ θέματος εἰς τὸ αὐτὸ θὰ ἤγαγεν ὑμᾶς συμπέρασμα. Δὲν ἐπιμένω δὲ εἰς τὸ σύνολον τῶν εἰσπράξεων, καὶ περιορίζομαι εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, διότι, ἐπαναλαμβάνω, αὐτοὶ κυρίως εἶναι οἱ δυνάμενοι νὰ καταπονήσωσι τοὺς λαοὺς, οἱ δυνάμενοι νὰ ἐπιφέρωσι κάματον εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ φόρου τῶν ζώων, καὶ παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὸ 1896 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ φόρου τούτου δρ. 2,994,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 ἐβεβαιώθησαν δρ. 2,661,000, καὶ κατὰ τὸ 1902 μόνον 2,096,000· ἡ βεβαίωσις εἶναι δηλονότι κατὰ πολὺ ἐλάσσων τῆς βεβαιώσεως τοῦ 1896. Διὰ τῆς μερικῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δηλουμένων ζώων διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων οὐ μόνον δὲν ἐπεβαρύνθη πλειότερον ὁ ποιμενικὸς λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ σημαντικῶς ἀνεκουφίσθη ἀπὸ τὰς καταπιέσεις καὶ τὰ μαρτύρια τῶν ἐνεργούντων τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν δηλωθέντων καὶ μὴ ζώων. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ὁ τῶν οἰκοδομῶν ηὔξησαν κατά τι καὶ ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν. Ὁ λόγος τούτου εἶναι γνωστός· εἶναι ἡ ἀπόρροια τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς, τοῦ εἰσαγαγόντος τὰς δηλώσεις. Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἶναι ὁ φόρος ὁ ἔχων τὴν μᾶλλον φυσικὴν αὔξησιν. Ἐνῷ λοιπὸν αἱ βεβαιώσεις ἔμενον σχεδὸν αἱ αὐταί, οἷαι κατὰ τὸ 1896, αἱ εἰσπράξεις ηὔξησαν καταπληκτικῶς, διότι τὰ καθυστερούμενα ἠλαττώθησαν. Ἀλλ’ ἡ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποδιδομένη μομφὴ ἀποδεικνύεται ἀβάσιμος, καὶ ἂν ἀκόμη ὡς μέτρον συγκρίσεως ἐλαμβάνοντο οὐχὶ τὰ βεβαιωθέντα, ὡς ἔπραξα τοῦτο πρὸ μικροῦ, ἀλλὰ τὰ εἰσπραχθέντα· διότι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν αὐτῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν, τὸ σύνολον τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἀνῆλθε: κατὰ τὸ ἔτος 1896 εἰς 96,208,000 δραχμάς, κατὰ τὸ 1898 εἰς δρ. 114,759,000, κατὰ τὸ 1900 εἰς δραχ. 111,597,000, κατὰ τὸ 1902 εἰς δραχ. 114,444,000. Ἤτοι αὔξησις κατὰ τὴν πρώτην διετίαν δραχ. 8,551,000, κατὰ τὴν δευτέραν διετίαν 6,838,000, κατὰ τὴν τρίτην διετίαν δρ. 2,847,000. Ηὔξησαν, ὡς βλέπετε, αἱ εἰσπράξεις, ἀλλὰ καὶ ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι κανονικὴ, πολὺ δὲ μείζων κατὰ τὴν διετίαν 1898, καθ’ ἣν αἱ εἰσπράξεις ηὔξησαν κατὰ ἐννέα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἢ κατὰ τὰς ἑπομένας δύο διετίας, καθ’ ἃς αἱ εἰσπράξεις ηὔξησαν κατὰ 6,5 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν κατὰ τὴν διετίαν 1898–1900, καὶ δύο μόνον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν κατὰ τὴν διετίαν 1900–1902. Ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις, Κύριοι, ηὔξησαν καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ηὔξησαν ὡς ἐκ τῆς συντονωτέρας περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων μερίμνης, ἧς τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἐννοήσητε, ἂν ἀναφέρω, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 τὰ καθυστερούμενα ἔσοδα ὑπερέβησαν τὰ ἐννέα ἑκατοστὰ τῶν βεβαιωθέντων, κατὰ τὸ ἔτος 1900 τὰ αὐτὰ καθυστερούμενα δὲν ἔφθασαν τὰ πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατοστά. Ἰδίᾳ δὲ ὡς πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους κατὰ τὸ 1896 αἱ καθυστερήσεις ἀνῆλθον εἰς 25 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 αἱ ἐκ τῶν αὐτῶν φόρων καθυστερήσεις κατῆλθον εἰς 10 μόνον ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Θεωρῶ περιττὸν, Κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω πλειότερον περὶ τὴν ἀνασκευὴν τῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορίας περὶ ἐξαντλήσεως δῆθεν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τῆς ἀπηνοῦς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Καταλήγων δὲ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, συμπεραίνω ὅ,τι καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς παρεδέχθη, ὅτι δηλαδὴ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ ἔσοδα θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἀνελλιπῶς. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὰ ἔξοδα. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν τὰ ἔξοδα ἀνήρχοντο εἰς 117,885,428 δραχμὰς, ἀπέναντι πιστώσεων δοθεισῶν διὰ τὸ ἔτος 1903 ἐκ δραχ. 122,487,040. Ἔχομεν συνεπῶς διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον δρ. 4,601,612. Εἰς τὸ ποσὸν τῶν 117,885,428 προσετέθησαν νῦν διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ 1,538,000 ἐν συνόλῳ ἐξ αὐξομειώσεων δαπανῶν. Ἐκ τούτων 1,408,000 προκύπτουν ἐξ ἐλαττώσεως πιστώσεων τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ 2,220,000 προστίθενται εἰς τὰς διαφόρους πληρωμάς· κατὰ 180 δὲ χιλιάδας καὶ μόνον δραχμὰς ηὐξήθησαν αἱ διὰ τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα πιστώσεις. Τὴν σύγκρισιν τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν ἐπιτυχῶς ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, διότι, ὡς εἶπεν, αἱ δαπάναι τοῦ ἔτους τούτου θὰ φθάσωσι περίπου τὰς δαπάνας τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἤτοι τὰ 122,000,000. Αὐτὴ καὶ μόνη ἡ διαβεβαίωσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ θὰ ἤρκει, ἵνα καταδείξῃ τὴν μέριμναν περὶ ἐπιτεύξεως οἰκονομιῶν ἐν τῷ συνόλῳ τῶν δαπανῶν, διότι καὶ χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι προσετέθησαν 2,000,000 δραχ. καὶ τι πλέον διὰ πολεμικὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνεγράφοντο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος, ἔτους, ὅταν λάβωμεν ὑπὸ σημείωσιν, ὅτι ἐγγράφομεν εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν 2,250,000 δρ. ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὴν σύστασιν τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ἐψηφίσαμεν, ἔχομεν ἀμέσως 5,000,000 δραχ. διαφορὰν ἐπὶ πλέον δαπανῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ παρὸν, ἐνῷ, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀναγραφομένην διαφορὰν τῶν πιστώσεων ἐν γένει τοῦ 1903 πρὸς τὰς πιστώσεις τοῦ 1904, εὑρίσκομεν ταύτην μόνον κατὰ 2,255,000 δραχμὰς ἐλάσσονα. Κατὰ πόσον ἡ διαφορὰ αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς οἰκονομία ἐπιτευχθεῖσα εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν, ἢ καὶ ἐλάττωσις πιστώσεων, προελθοῦσα ἐκ τοῦ ὅτι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸ 1903 δαπάναι ἐξέλιπον κατὰ τὸ ἔτος 1904, ἀρκούντως κατέδειξε, νομίζω, ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ὑμῖν ἐκθέσει της. Ἐκεῖ καταφαίνεται, ὅτι αἱ πράγματι ἐπενεχθεῖσαι ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ οἰκονομίαι ἀνέρχονται εἰς τρία περίπου ἑκατομμύρια. Καὶ τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο τῶν ἐπιτευχθεισῶν οἰκονομιῶν διαμφισβητεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, διότι, ὡς ἔλεγεν εἰς ὑμᾶς πρὸ μικροῦ, αἱ δῆθεν οἰκονομίαι αὗται ἀναφέρονται κυρίως εἰς τὰς δαπάνας τῶν γεωργικῶν σταθμῶν καὶ τῶν δημοσίων ἔργων, ὧν ἡ περιστολὴ οὐ μόνον ὡς οἰκονομία δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, ἀλλὰ καὶ σπουδαίας δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ζημίας εἰς τὰ ἐν γένει συμφέροντα τῆς χώρας. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς τοιαῦτα ὑποστηρίζοντας, διατὶ τότε καταλογίζουσιν ὡς σπατάλην τὰς πρὸς τοὺς αὐτοὺς σκοποὺς γενομένας ἄλλοτε δαπάνας ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ἴδωμεν, ἂν καὶ ἄλλαι οἰκονομίαι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν — διότι καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, κατακρίνας τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐπεδίωξεν οἰκονομίας κυρίως εἰς τὰς δαπάνας τὰς προσωπικὰς, τὰς ἀγόνους δαπάνας, ὡς ἐχαρακτήρισε ταύτας. — Περὶ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης τῶν προσωπικῶν δαπανῶν καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν νὰ γίνηται λόγος ἐνταῦθα, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ θετικῶν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, δεδομένων. Αἱ οἰκονομίαι αὗται κατὰ δύο τρόπους δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν· ἢ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἢ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθοδοσιῶν αὐτῶν· τὸ πρῶτον ἀνάγεται εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων, ἐδήλωσα δὲ, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο, ἀνώτερον τῶν ἐμῶν δυνάμεων, δὲν δύναμαι νὰ πραγματευθῶ· τὸ δεύτερον ὅμως, τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὰς οἰκονομίας, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἐκ τῆς ἁπλῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθοδοσιῶν τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων, δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δεδομένων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἰδοὺ εἰς ποῖα συμπεράσματα ἄγει ἡμᾶς ἡ ἐξέτασις αὕτη. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἀπασχολεῖ 2127 ὑπαλλήλους· ὁ μέσος ὅρος τῆς μηνιαίας μισθοδοσίας ἑκάστου τούτων, ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου κλητῆρος, ἀνέρχεται εἰς 136 δραχμάς. Εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπηρετοῦσι 269 ὑπάλληλοι, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῆς μηνιαίας μισθοδοσίας ἑκάστου ἐξ αὐτῶν εἶναι 428 δραχμαί. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπηρετοῦσι 1419 ὑπάλληλοι· ὁ μέσος ὅρος τῆς μηνιαίας μισθοδοσίας ἑκάστου τούτων εἶναι 149 δραχμαί. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξαιρέσει τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, ὑπηρετοῦσι 2868 ὑπάλληλοι, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῆς μηνιαίας μισθοδοσίας ἑκάστου αὐτῶν εἶναι 90 δραχμαί. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπηρετοῦσι 5981 ὑπάλληλοι, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῆς μηνιαίας μισθοδοσίας ἑκάστου τούτων ἀνέρχεται εἰς 122 δραχμάς. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἀπὸ μέσον ὅρον μηνιαίας μισθοδοσίας 122 δραχμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκόψητέ τι; Εἶναι δυνατὸν ὁ κλητὴρ τοῦ Ὑπουργείου, ἂν ἦναι μάλιστα καὶ οἰκογενειάρχης, νὰ ζήσῃ ἀνέτως ὅπως δήποτε ἐν Ἀθήναις μὲ μισθὸν 122 δραχμῶν κατὰ μῆνα; Λαμβάνω, βλέπετε, τὸν μέσον ὅρον τῆς μισθοδοσίας, ἐφαρμόζω τοῦτον ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς κατωτάτης βαθμίδος τῆς κλίμακος, καὶ ἀποδεικνύω ὅτι εἶναι ἀδύνατον δι’ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν νὰ ἐπιτύχωμεν οἰκονομίας.
§271Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι δι’ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν, ἀλλὰ δι’ ἐλαττώσεως τῶν θέσεων.
§272Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δι’ ἐλαττώσεως τῶν θέσεων, λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Οἱ μέσοι ὅροι τῶν μηνιαίων μισθοδοσιῶν, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, δὲν πείθουσι, φαίνεται, τὸν κύριον Καραπάνον, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν θέσεων, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ θεωρῶ ἐπιβεβλημένον, θὰ συνεπιφέρῃ ἀναγκαίως καὶ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπολειφθησομένων ὑπαλλήλων· διότι ἄλλως οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν παρ’ αὐτῶν ἀφοσίωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ φθάσωμεν δὲ ἀναγκαίως εἰς τὴν τελείαν παραλυσίαν. Δὲν δυνάμεθα οὕτω νὰ προΐδωμεν, ἂν ἡ ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων οἰκονομία θὰ ἰσοφαρίσῃ τὴν προσθήκην δαπανῶν, τὴν ἐπιβαλλομένην ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθοδοσιῶν αὐτῶν. Θεωρῶ λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀδύνατον δι’ ἀποκοπῆς μισθῶν ἢ δι’ ἐλαττώσεως ὑπαλλήλων, διατηρουμένων τῶν ὑπολειφθησομένων μὲ τὴν μισθοδοσίαν τὴν σημερινήν, θεωρῶ, λέγω, ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχωμεν πραγματικήν, θετικὴν οἰκονομίαν. Αἱ οἰκονομίαι θὰ προκύψωσι γενικῶς ἐκ τῆς καλλιτέρας διοργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς περικοπῆς τῶν μισθοδοσιῶν, ἔστω καὶ μετὰ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν πόσας οἰκονομίας δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἢ τῆς περικοπῆς τῶν μισθοδοσιῶν αὐτῶν. Διότι ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν βεβαιοῦντα, ὅτι δέκα ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, ὅσας ἀπαιτεῖ ἡ στρατιωτικὴ ἀνασύνταξις τῆς χώρας. Εἶπεν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν ἀφ’ ἑνὸς διὰ θυσιῶν τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου διὰ θυσιῶν πραγματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ἵνα ζητήσωμεν τὰς τελευταίας, πρέπει πρῶτον νὰ ἐπιτύχωμεν τὰς πρώτας. Καὶ θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, νὰ μοὶ εἴπητε, εἰς πόσον περίπου ποσὸν πρέπει νὰ ἀνέλθωσιν αἱ θυσίαι τοῦ Κράτους, καὶ διὰ πόσον ποσὸν θὰ προστρέξωμεν κατόπιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Θέλετε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ 5 ἑκατομμύρια πρέπει νὰ τὰ θυσιάσῃ τὸ Κράτος, ἐπιτυγχάνον ταῦτα ἐξ οἰκονομιῶν εἰς προσωπικὰς καὶ ἀγόνους δαπάνας; Ἡ σιωπή σας μὲ κάμνει νὰ πιστεύω, ὅτι παραδέχεσθε τοῦτο.
§273Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ σιωπή μου!
§274Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ σιωπή σας· διότι γνωρίζω, ὅτι, ὁσάκις θέλω νὰ σᾶς εἴπω ἰδέαν τινὰ, καὶ ἡ ἰδέα μου αὕτη σᾶς ἀπαρέσκει, ἀμέσως μὲ διακόπτετε.
§275Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ μελέτη τῶν οἰκονομικῶν τῶν Κρατῶν δὲν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταμετρήσεων τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε. Ἡ μελέτη τῶν οἰκονομικῶν τῶν Κρατῶν βασίζεται ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, τῆς ἱστορίας αὐτοῦ τῆς οἰκονομικῆς, τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, τῆς σταθμίσεως ἑκάστης αὐτῶν καὶ τῆς συσχετίσεως αὐτῶν μὲ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας καὶ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος.
§276Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὲ διαφωτίσητε· ἡ μελέτη ὅλων τούτων τῶν πραγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων δεδομένων δύναται νὰ γείνῃ; Ἐπὶ τῇ βάσει ἀερολογημάτων; — διότι δεδομένα θετικὰ δὲν ἔχετε νὰ παρουσιάσητε.
§277Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ ἀπορροφᾶσθε ἐκ τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν καταμετρήσεων, ἀλλ’ ἐξετάσατε τὰ πράγματα.
§278Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς πράττω· ἐξετάζω τὰ πράγματα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναμαι νὰ ἔχω θετικὰ δεδομένα, καὶ δὲν ἀεροβατῶ. Ἐὰν εἴχετε πληρεστέρας στατιστικάς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ προβαίνητε εἰς ὡρισμένα καὶ μεμελετημένα μέτρα, βεβαίως ἡ κατάστασίς μας ἡ οἰκονομικὴ δὲν θὰ ἦτο οἵα παρουσιάζεται σήμερον.
§279Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν εἴχομεν στατιστικὰς ἀσφαλεῖς, θὰ εἴχομεν ὀλιγωτέρας συζητήσεις.
§280Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔχομεν στατιστικὴν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν μισθῶν, τοὺς ὁποίους πληρώνει εἰς αὐτοὺς τὸ Κράτος. Καὶ ὅμως ἐπὶ τούτων συζητεῖτε.
§281Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι καταμέτρησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀμφιβόλου θετικότητος.
§282Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Βλέπετε ὅτι διαμφισβητεῖτε καὶ τὰ θετικώτερα γεγονότα! Ἔλεγον λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ νὰ ζητήσωμεν διὰ τῆς ἀποκοπῆς τῶν μισθοδοσιῶν νὰ ἐξοικονομήσωμεν οἱονδήποτε ποσὸν, ἀναγκαῖον ἡμῖν οὐ μόνον διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐν γένει ἀνάπτυξιν αὐτῆς, εἶναι ἰδέα χιμαιρικὴ, τὴν ὁποίαν δὲν παραδέχομαι· δὲν νομίζω δὲ ἀπίθανον, ὅτι οἱ γλίσχροι μισθοὶ, μὲ τοὺς ὁποίους ἀμείβομεν σήμερον τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, συντελοῦσιν οὐκ ὀλίγον εἰς τὴν ἐλαττωματικὴν ἡμῶν διοίκησιν, εἰς τὴν σπατάλην — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν — τοῦ δημοσίου πλούτου· διότι, ὅταν ἐγὼ, ὡς ἰδιώτης, ἔχων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μου κτίστην ἢ λιθοξόον, πληρώνω τοῦτον ἕξ ἢ ὀκτὼ δραχμὰς καθ’ ἑκάστην, δὲν τῷ ἐμπιστεύομαι ἐργασίαν ἀξίαν μείζονος τῶν 100–200 δραχμῶν, καὶ ταύτην ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησίν μου, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προσδοκᾷ φειδὼ περὶ τὴν διάθεσιν τοῦ δημοσίου χρήματος τὸ Κράτος, ὅταν ἀναθέτῃ εἰς ὑπάλληλον, πληρωνόμενον μηνιαίως 90 μόλις δραχμὰς, ἑκατομμυρίων ὅλων διαχείρισιν, καὶ, ὅπερ χείριστον, ἀφίνῃ τοῦτον ἐντελῶς ἀνεπιτήρητον!
§283Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπιστεύεται τὸ Κράτος ἑκατομμύρια;
§284Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ ἐργοδηγὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπιστεύεσθε ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐργασίας, τὸν πληρώνετε δὲ 90 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπάλληλος οὗτος νὰ ζήσῃ μὲ τὸν γλίσχρον μισθὸν τῶν 90 δραχμῶν κατὰ μῆνα; καὶ φαντάζεσθε ὁπόση ἠθικὴ δύναμις πρέπει νὰ περιβάλλῃ τοῦτον, ἵνα μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὸν πειρασμόν;
§285Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιβλέπεται ἀπὸ μηχανικούς;
§286Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀπὸ οὐδένα. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβλέπηται· διότι, ἐὰν πρόκηται οἱ ἐργοδηγοὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν νὰ ἐπιβλέπωνται ἀπὸ τοὺς μηχανικοὺς, ἡ ἐργασία ὀφείλει νὰ γείνῃ ἐκ νέου ὑπὸ τῶν τελευταίων, ὁπότε οἱ ἐργοδηγοὶ καθίστανται ἄχρηστοι. Ἡ καταμέτρησις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ ἐργοδηγὸς, εἶναι ἐκείνη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον. Κατὰ πόσον εἶναι αὕτη ἀκριβὴς ἢ ὄχι, δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὁ μηχανικὸς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπαναλαμβάνει τὴν αὐτὴν καταμέτρησιν, καὶ τότε, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἐργοδηγὸς εἶναι ἄχρηστος.
§287Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ἐργοδηγοὶ λαμβάνουσιν 90 δραχμὰς τὸν μῆνα, καὶ ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν 17 ὅλα ἔτη.
§288Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἄνευ ἐλπίδος προαγωγῆς. Λοιπὸν, Κύριοι, διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ καὶ μὴ στενοχωρῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν μὲ τὰς ἀναλογίας καὶ τὰς καταμετρήσεις μου, καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ σύνολον τῶν μισθῶν, τὸ ὁποῖον πληρώνουσι τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ ἐξαγόμενον, ἀνέρχεται μόλις εἰς 14,000,000. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, τί θέλετε ν’ ἀποκόψητε ἐκ τῶν μισθοδοσιῶν τούτων, ἵνα ἐπαρκέσητε εἰς τὰς δαπάνας, ὅσας ἀπαιτεῖ ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ὀργάνωσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἀναβιβάζει εἰς δέκα ἑκατομμύρια, καὶ ἥτις πιθανῶς ἔσται καὶ ἀνωτέρα τοῦ ποσοῦ τούτου; τί θέλετε ν’ ἀποκόψητε ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 14,000,000, ἵνα ἀναδιοργανώσητε τὴν διοίκησιν, τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἐκπαίδευσιν, ἵνα ἐμψυχώσητε τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὴν ναυτιλίαν κλπ. τῆς Ἑλλάδος;
§289Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1896 ἐζήτουν οἰκονομίας δέκα ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῶν πιστώσεων τοῦ 1896.
§290Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά! Ἀφήσατε τώρα αὐτά!
§291Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τοῦ πολέμου ἐπρόκειτο.
§292Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχομεν κατόπιν τὸ δάνειον. Ἔχομεν περὶ αὐτοῦ ἑκατοντάκις προκληθῆ καὶ ἑκατοντάκις ἀπαντήσει! Κάθε χρόνον τὸ ἀκούομεν!
§293Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀκούητε καθ’ ἑκάστην.
§294Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ θὰ τὸ ἀκούσωμεν ἀκόμη!
§295Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀναμφιβόλως, Κύριοι, ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ συνόλου τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους παρίσταται ἐπιβεβλημένη· διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως ταύτης θὰ ἐπέλθῃ ἀναμφισβητήτως ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἐὰν πράγματι σκοπῶμεν νὰ ἀναδιοργανώσωμεν λυσιτελῶς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις μισθῶν, καὶ ἀνωτέρα ἴσως τῆς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ὑπαλλήλων οἰκονομίας. Ἐὰν ἀναχωρῶμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὅτι θὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, διατηροῦντες αὐτοὺς μὲ τὰς μισθοδοσίας, τὰς ὁποίας πληρώνομεν σήμερον, θὰ φθάσωμεν ἀσφαλῶς εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἀλλ’ ἐλέχθη Κύριοι, ὅτι οἰκονομίαι σοβαραὶ δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων καὶ τῶν δέκα νέων νομῶν, τοὺς ὁποίους συνέστησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ. Ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας συνεπάγονται τὰ τέσσαρα νέα Πρωτοδικεῖα καὶ οἱ δέκα νέοι νομοί, ὑπερέβησαν τὸ 1,300,000 δραχμάς· καὶ ἐπεβάλετο εἰς ἐμέ, νομίζω δὲ ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς πάντας ὑμᾶς, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ πεισθῶμεν, ἂν πράγματι εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων καὶ τῶν δέκα νέων νομῶν νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία 1,300,000, δραχμῶν· διότι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητον. Εὐτυχῶς τὸ συμπέρασμα δύναται εὐχερέστατα καὶ θετικῶς νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1896. Τὴν σύγκρισιν ταύτην ἐποιησάμην λεπτομερῶς, καταρτίσας πίνακας συγκριτικοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῶν τε Νομαρχιῶν καὶ τῶν Πρωτοδικείων εἰς ἀριθμὸν ἀτόμων καὶ εἰς ἐτησίας μισθοδοσίας κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 καὶ κατὰ τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904. Ἐκ τῶν πινάκων δὲ τούτων ἐξάγεται, ὅτι κατὰ τὸ 1896 ἡ διοίκησις τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν ἀπησχόλει προσωπικὸν ἀποτελούμενον ἀπὸ 168 ἄτομα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπληρώνετο ἐτησία μισθοδοσία 330,600 δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1904 τὸ αὐτὸ προσωπικὸν ἀποτελεῖται ἀπὸ 164 ἄτομα, εἰς τὰ ὁποῖα πληρώνονται δρ. 330,480, τουτέστιν ἐν ἔτει 1904 ἔχομεν ἐπὶ ἔλαττον εἰς τὸ προσωπικὸν τέσσαρα ἄτομα, καὶ εἰς τὴν ὁλικὴν μισθοδοσίαν τὴν ἐτησίαν ἐπὶ ἔλαττον ἐπίσης κατὰ τὸ 1904 δραχμὰς 120. Τοῦτο ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν τῶν Νομαρχιῶν. Ἔχομεν κατόπιν ἐπιμίσθια νομαρχῶν Μαγνησίας, Ἠλείας καὶ τὰ λοιπὰ, ἔξοδα ὑπηρεσίας καὶ ἐνοίκια νομαρχιακῶν καταστημάτων, ἔξοδα στρατολογικῶν συμβουλίων, ἀμοιβὰς ἱερέων, δαπάνας ἐπιθεωρήσεως δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι νομαρχιακοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ βοηθοὺς, ἔξοδα καὶ ἐνοίκια γραφείων, ἔξοδα Μοιραρχιῶν κλπ. Ἐὰν πάντα ταῦτα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ὁλικὴ οἰκονομία, ἥτις δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δέκα νέων νομῶν, ἀνέρχεται εἰς δρ. 29,980. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ πίνακος τούτου, διότι, ὡς καὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, μόνον διὰ τῆς κατατάξεως καὶ συγκρίσεως τῶν ἀριθμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ τις εἰς ἀσφαλῆ συμπεράσματα...
§296Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Πάλιν πολλὰ εἴπετε. Μὴ χάνετε τὴν καλὴν ἐντύπωσιν τοῦ λόγου σας.
§297Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὅταν ὁ πίναξ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πρὸς ὑμᾶς, θὰ δείξῃ, ἄν λέγω πολλὰ ἢ ὀλίγα· τότε θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸν ἐλέγξητε καὶ μᾶς ἀποδείξητε, ἂν εἶναι πολλὰ ἢ ὀλίγα.
§298Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. 29,000;
§299Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. 29,980 δραχμαί...Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν συνάδελφος μοὶ κάμνει παρατήρησιν, ἐπιμένω εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, οὐχὶ μόνον διότι ἀδιαφορῶ, ἂν θὰ χάσω τὴν καλὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν νομίζω ὅτι ἔκαμεν ὁ λόγος μου, ἀλλὰ καὶ πρόθυμος εἶμαι οἱανδήποτε ποινὴν νὰ ὑποστῶ. Ὅταν ἐγὼ, πεπεισμένος ὢν πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἀκόμη μηνῶν, ὅτι ἡ οἰκονομία ἡ προκύψουσα ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν νέων νομῶν καὶ τῶν νέων Πρωτοδικείων δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ἑκατομμύριον, ὅταν ἐκ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐρεύνης τῶν ἀριθμῶν τῶν συγκεκριμένων, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 καὶ εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, καταλήγω εἰς τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅπερ πρὸ μικροῦ ἀνεκοίνωσα ὑμῖν, ὡς πρὸς τὰς Νομαρχίας, μοὶ ἐπιβάλλεται, ἀδιαφορῶν περὶ τῆς ἐντυπώσεως, νὰ ἐπιμείνω, ἄν ὄχι δι’ ἄλλο, τοὐλάχιστον, ὅπως, ἐὰν ἀπατῶμαι, εὑρεθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐξελέγχοντες τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὰ συμπεράσματά μου, θὰ μὲ ἐξαγάγωσιν ἐκ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἴσως εὑρίσκομαι.
§300Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τὰ ἐνοίκια δέκα Νομαρχιῶν δὲν πληρώνετε μὲ τὰς 29,000!
§301Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ αὔριον, ὅτε θὰ ἔχητε ἀνὰ χεῖρας τοὺς πίνακας, μοὶ ἀπαντᾶτε. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων. Διὰ τῆς αὐτῆς συγκριτικῆς μελέτης τῶν ἀριθμῶν, τῶν ἀτόμων καὶ τῶν μισθοδοσιῶν τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, καὶ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀτόμων καὶ τῶν μισθοδοσιῶν τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ πάντα τὰ παρομαρτοῦντα τοῖς νέοις Πρωτοδικείοις ἔξοδα, καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐὰν καταργηθῶσι σήμερον τὰ τέσσαρα Πρωτοδικεῖα, Λεβαδείας, Κορίνθου, Γυθείου καὶ Εὐρυτανίας, τὰ ὁποῖα συνεστάθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν τοῦ 1896, ἐκ δραχμῶν 117,660. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ ἐξαγόμενα ἐκ τῶν ἀριθμῶν τῶν δύο Προϋπολογισμῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε πρὸς στιγμὴν, καὶ πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν συμπερασμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξα καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐξακρίβωσις εἶναι εὐχερεστάτη, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ κῦρος καὶ τὴν βαρύτητα τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ· διότι τυχαίως ὅλως συνέπεσε ν’ ἀναγνώσω ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν ᾗ ἀνευρίσκω συμπεράσματα κατά τι βεβαίως διάφορα ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξα ἐγώ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τοιαῦτα, οἷα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀπαγγελθέντα ἐντεῦθεν κατὰ τὴν γενομένην πρὸ τινος χρόνου οἰκονομικὴν συζήτησιν, τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ τετρακοσίων χιλιάδων δραχμῶν δηλονότι.
§302Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς δαπάνας.
§303Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ ἀνυπομονεῖτε· σᾶς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς αὔριον δύνασθε νὰ μὲ ἐξελέγξητε μὲ τοὺς ἐμοὺς πίνακας ἀνὰ χεῖρας· ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ σᾶς μεταβιβάσω τοὺς πίνακας ἀπὸ τοῦδε. Ἰδού.
§304ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι δά! νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν αὔριον.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 128).
§306Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπελόγιζε τὰς αὐξήσεις τῶν ἐξόδων ἕνεκα τῆς συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων ὡς ἀνελευσομένας εἰς δραχμὰς 169,496...
§307Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
§308Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν.
§309Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐν συζητήσει ἐν τῇ Βουλῇ βεβαίως, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποία εἶναι ἡ συζήτησις. Ὑπελόγιζε τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων ἕνεκα τῆς συστάσεως τεσσάρων ἐξεταστικῶν φυλακῶν παρὰ τοῖς νέοις Πρωτοδικείοις εἰς δραχ. 25,290. Ὥστε τὴν ὅλην αὔξησιν δαπάνης ἐκ τῆς συστάσεως τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων ὑπελόγιζεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἰς δραχμὰς 194,786· τὴν αὔξησιν δὲ τῶν δαπανῶν ἐκ τῆς συστάσεως τῶν δέκα νέων Νομαρχιῶν ὑπελόγιζε τότε ὁ κ. Δηλιγιάννης ὡς ἑξῆς: Ἕνεκα τοῦ διορισμοῦ ἑπτὰ ἐπισκόπων καὶ ἑπτὰ ἱεροκηρύκων ἐν τοῖς νέοις νομοῖς δρ. 58,800· τὴν αὔξησιν δι’ ἔξοδα τῶν νέων δέκα Στρατολογικῶν Συμβουλίων εἰς δραχ. 35,000, καὶ δι’ ἐνοίκιον τῶν δέκα νέων Μοιραρχιῶν κλπ. δραχ. 15,000· τὸ ὅλον δραχ. 108,800 διὰ τὰς Νομαρχίας. Προσθέσατε εἰς ταύτας τὰς 194,786, ὅσας ὑπελόγιζε διὰ τὰ τέσσαρα νέα Πρωτοδικεῖα, καὶ φθάνετε εἰς ὁλικὴν αὔξησιν δαπανῶν δραχ. 303,586. Μὲ ταύτην τὴν δαπάνην ἐπρόκειτο κατὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκ τῆς συστάσεως τῶν δέκα νέων νομῶν καὶ τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων. Κρίνατε νῦν ὑμεῖς, κατὰ πόσον ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τὰς 300,000 δραχμὰς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μέχρι τῶν δραχ. 1,400,000 τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, κρίνατε, λέγω, κατὰ πόσον ἡ ἀπόστασις αὕτη εἶναι μικρὰ ἢ μεγάλη. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν, Κύριοι, διὰ τῆς καταργήσεως τῶν δέκα νομῶν καὶ τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων νὰ ἐπιτύχωμεν τὰς οἰκονομίας καὶ τὰ σημαντικὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀνασύνταξιν καὶ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Δὲν δυνάμεθα, ἐπαναλαμβάνω, τοσαῦτα νὰ ἐξοικονομήσωμεν ποσά, εἰμὴ διὰ τῆς γενικῆς ἀναδιοργανώσεως πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους.
§310Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἐκτὸς τῆς καταργήσεως τῶν τεσσάρων Πρωτοδικείων καὶ τῶν δέκα Νομαρχιῶν περιωρίζετο ὁ ἀριθμὸς καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν καὶ τῶν Ταμείων καὶ τῶν Ἐπισκοπῶν καὶ τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἐφετείων καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων, δὲν θὰ ἐπήρχετο μεγάλη μεταβολὴ καὶ οἰκονομία εἰς τὸ Κράτος;
§311Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐδήλωσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν εἶναι ὑπερτέρα τῶν δυνάμεών μου, κύριε συνάδελφε, διότι οὐδὲ τῶν νόμων, οἵτινες διέπουσι σήμερον τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, εἶμαι κάτοχος, οὐδ’ αἱ ἀσχολίαι μου μοὶ ἐπέτρεψάν ποτε νὰ ἐξετάσω ἀναλόγους ὀργανισμοὺς ἄλλων Κρατῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἡμετέρους, καὶ ἐν ἐπιγνώσει τοῦ θέματος δυνηθῶ βασίμως ν’ ἀποφανθῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι — τὸ εἶπον ἤδη δὶς ἢ τρὶς, καὶ τοῦτο ἐν δυσὶ λέξεσιν ἐκπροσωπεῖ, νομίζω, τὴν ἰδέαν σας, — ὅτι μόνον διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους δυνάμεθα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτελέσματα εὐάρεστα. Ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦμεν διεπόμενοι ἀπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον κρατεῖ, εἶναι ἀδύνατον, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, νὰ ὀρθοποδήσωμεν.
§312Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται διοργάνωσις, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν οἰκονομίας;
§313Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἠθέλομεν, ἠδυνάμεθα. Ἐὰν ἐκάμνομεν οἰκονομίας, δὲν θὰ τὸ ἐπετυγχάνομεν;
§314Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ καταλίπω τὸ βῆμα, — καὶ ἐπείγομαι, διότι ἡ ὥρα προὐχώρησε, καὶ οἱ ἀριθμοὶ καταπονοῦσι, — δὲν δύναμαι, λέγω, νὰ καταλίπω τὸ βῆμα χωρὶς νὰ ἐξετάσω τὸ βάσιμον καὶ ἄλλης κατηγορίας, ἥτις ἐξετοξεύθη καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐναντίον τῆς καὶ σήμερον διεπούσης τὰ κοινὰ πολιτικῆς μερίδος· ἐννοῶ τὴν κατηγορίαν τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου χρήματος. Οὐδένα βεβαίως ἐξ ὑμῶν λανθάνει, Κύριοι, τὸ σοβαρὸν τῆς καταγγελίας ταύτης, ὅταν μάλιστα ἐπιβεβαιῶται αὕτη ὑπὸ ἀνδρὸς κατέχοντος ἐν τῇ Πολιτείᾳ, οἵαν κατέχει θέσιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀγορεύων ἐντεῦθεν, ἐβεβαίωσεν ὑμᾶς, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 ἐπῆλθεν εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημοσίας διοικήσεως αὔξησις ἐν ὅλῳ 48,262,488 δραχμῶν. Καὶ ἰδοὺ πῶς ὑπελόγισε τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν δαπανῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Αἱ πληρωθεῖσαι ἐν συνόλῳ δαπάναι κατὰ τὸ 1899 εἶναι δρ. 104,608,512, κατὰ τὸ 1900 δρ. 109,318,359, τὸ 1901 δρ. 104,138,752, καὶ τὸ 1902 δρ.124,628,762, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 αἱ πληρωθεῖσαι δαπάναι ἀνήρχοντο μόνον εἰς δραχ. 90,890,608. Ἀφαιρεῖ καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐκ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἀνερχόμενα ἐν ἔτει 1899 εἰς 38,234,145, ἐν ἔτει 1900 εἰς 41,719,647, ἐν ἔτει 1901 εἰς 42,146,284, καὶ ἐν ἔτει 1902 εἰς 41,886,817, ἐνῷ τὸ 1986 τὰ αὐτὰ ποσὰ ἀνέρχονται μόνον εἰς 30,779,357, καὶ καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι διὰ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1899 δρ. 66,374,367, κατὰ τὸ ἔτος 1900 δραχ. 67,598,712, κατὰ τὸ ἔτος 1901 δρ. 71,992,468, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1902 δραχμαὶ 82,741,945, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1896 διὰ τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας ἐδαπανήθησαν μόνον 60,111,251 δραχμαί. Ἀφαιρέσατε, ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1896 δαπανηθέντα 60,111,251 ἐκ τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 δαπανηθέντων διὰ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, πλὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ θέλετε εὕρει, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ ἔξοδα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα: ἐν ἔτει 1899 κατὰ δρ. 6,263,146, ἐν ἔτει 1900 κατὰ δραχ. 7,487,461, ἐν ἔτει 1901 κατὰ δρ. 11,881,217, καὶ ἐν ἔτει 1902 κατὰ δρ. 22,630,694· ἤτοι κατὰ τὴν τετραετίαν κατὰ δραχ. 48,262,488. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐπὶ πλέον δαπανηθέντος ποσοῦ τούτου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀφαιρεῖ ὡς ἔκτακτα ἔξοδα: αʹ) δρ. 3,000,000 χορηγηθείσας εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου λόγῳ δανείου, καὶ βʹ) δραχ. 3,777,306 πληρωθείσας διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων Στεφάνοβικ. Ἀφαιρεῖ δηλονότι ποσὸν ἐν συνόλῳ 6,777,306 δραχμῶν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 41,485,182 καταλογίζει ὡς σπατάλην εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ τὴν διαδεχθεῖσαν ταύτην κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901 Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ. Οἱ ἀριθμοὶ, Κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητοι, τὸ δὲ ποσόν, τὸ οὕτω καταλογιζόμενον ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς σπατάλη, εἶναι οὐχὶ 41,485,182, ἀλλὰ 43,365,797 δραχμῶν. Καὶ ζητῶ συγγνώμην, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἂν χάριν τῆς ἀκριβείας τῶν ἀριθμῶν καὶ τοῦ ὀρθοῦ τῶν συλλογισμῶν ἀναγκάζομαι ν’ αὐξήσω κατὰ δύο περίπου ἑκατομμύρια τὴν καταλογιζομένην τῇ ὑμετέρᾳ Κυβερνήσει σπατάλην. Ἰδοὺ δὲ πόθεν προέρχεται ἡ διαφορά. Τὰς κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἀναφερομένας ὡς δαπάνας δημοσίας διοικήσεως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐκ δραχ. 60,111,251 δέον νὰ ἐλαττώσωμεν μόνον εἰς 59,799,928, διότι ἐν τῷ πρώτῳ ποσῷ περιελήφθησαν δραχμαὶ 322,882, ἀναφερόμεναι ἐν τῷ οἰκείῳ ἀπολογισμῷ ὑπὸ κεφ. 33 ἐν ταῖς ἀποδόσεσιν, ὑπὸ τὸν τίτλον «ὀφειλόμενοι τόκοι ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου», ὅπερ δέον ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 60,111,251, ὡς ἐπιβαρῦνον τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ ἀπομένει ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 59,788,369· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς τῶν ἐτῶν 1901 καὶ 1902 ἡ ἀπόδοσις τοῦ ἡμίσεος τῆς ἐτησίας προσόδου τῶν 32 ἐν Καλάμαις ἐργαστηρίων τῆς διαλελυμένης Μονῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ἀνεγράφη ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀποδόσεων, ἐνῷ ἡ αὐτὴ ἀπόδοσις ἐκ δραχμῶν 11,559 κατὰ τὸ ἔτος 1896, ὡς καὶ τὰ σχετικὰ ποσὰ ἐκ δραχμῶν 11,085 κατὰ τὸ ἔτος 1899, καὶ 13,500 κατὰ τὸ ἔτος 1900, ἀναγράφονται ἐν ταῖς ὑποχρεώσεσι τοῦ Κράτους ὑπὸ τὸν τίτλον «χορηγήματα», καὶ ἀναγκαζόμεθα διὰ τὸ ἀκριβὲς τῆς συγκρίσεως νὰ προσθέσωμεν καὶ ταύτας εἰς τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, αἵτινες ἀνέρχονται οὕτω διὰ τὸ ἔτος 1896 εἰς δραχμὰς 59,799,928, διὰ τὸ ἔτος 1899 εἰς δραχμὰς 66,385,452, διὰ τὸ ἔτος 1900 εἰς δραχμὰς 67,612,212, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 400,000 δραχμῶν, ὅσαι ἀπεδόθησαν ὡς προὶξ εἰς τὴν βασιλόπαιδα Μαρίαν, ἔχομεν διὰ τὸ ἔτος 1900 ποσὸν μόνον 67,212,212 δραχ. Ἀλλὰ καὶ τὰ διὰ τὰ ἔτη 1901 καὶ 1902 λαμβανόμενα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ποσὰ ἐκ τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν καὶ ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 71,992,468, καὶ 82,741,945, εἶναι ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν κατώτερα τῶν ἐν ταῖς Διαδηλώσεσι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀναγραφομένων, ἅτινα ἀνέρχονται εἰς 72,041,600 διὰ τὸ ἔτος 1901, καὶ 82,704,551 διὰ τὸ ἔτος 1902. Ἐὰν τὰ οὕτω διορθωθέντα ποσὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὃν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς δημοσίας διοικήσεως ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα: ἐν ἔτει 1899 κατὰ δραχμὰς 6,585,524, ἐν ἔτει 1900 κατὰ δραχμὰς 7,412,284, ἐν ἔτει 1901 κατὰ δραχ. 12,241,672, ἐν ἔτει 1902 κατὰ δρ. 22,904,623· ἤτοι κατὰ τὴν τετραετίαν κατὰ δραχ. 49,144,103. Ἐκ τούτων δὲ δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν οὐχὶ 6,777,306 διὰ τὰ χορηγηθέντα ὡς δάνειον εἰς τοὺς Σιδηροδρόμους Πελοποννήσου καὶ τὰ πληρωθέντα πρὸς ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, ἀλλὰ μόνον 5,777,306...
§315Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τρία ἑκατομμύρια δραχ. ἐδανείσθη ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου.
§316Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τρία ἑκατομμύρια ἐδανείσθη, ἀλλὰ τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1903, καὶ ἐπιβαρύνει τὴν χρῆσιν ἐκείνην... Καὶ καταλήγομεν οὕτως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ καταγγελλομένη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῇ Κυβερνήσει σπατάλη ἀνέρχεται οὐχὶ εἰς 41,485,182 δραχμάς, ὡς ἐκείνη διατείνεται, ἀλλ’ εἰς 43,366,797. Ὥστε ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς αὑτοῦ σᾶς ἐχάρισε καὶ ποσὸν δύο περίπου ἑκατομμυρίων. Τὸ ποσὸν, Κύριοι, δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητον· ἐὰν δὲ, προκειμένου περὶ τῶν ἐσόδων, ἔλεγον πρὸ μικροῦ εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ πεισθῶμεν ὅτι δὲν ὑποστηρίζομεν Κυβέρνησιν ἐξαντλοῦσαν τὴν χώραν διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, προσθέτω νῦν, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο μεταβάλλεται εἰς ὑψίστην ὑποχρέωσιν, προκειμένου νὰ ἐρευνήσωμεν καὶ νὰ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν ὑποστηρίζομεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία κατασπαταλᾷ τὸ δημόσιον χρῆμα, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει, καταπονοῦσα καὶ ἐξαντλοῦσα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἔργον ἀσυνειδησίας ἐκ μέρους ἡμῶν καὶ θὰ ὑπείχομεν σοβαρὰς εὐθύνας, ὑποστηρίζοντες Κυβέρνησιν, ἀφ’ ἑνὸς εἰσπράττουσαν ἀπηνῶς καὶ καταπονοῦσαν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κατασπαταλῶσαν τὸ οὕτως εἰσπραττόμενον χρῆμα ἄνευ πραγματικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας. Ἐκ τοιαύτης τινὸς ὁρμηθεὶς ἀφορμῆς, ἀπεφάσισα, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω λεπτομερῶς, ποῦ καὶ πῶς ἐδαπανήθησαν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα· ἐσπαταλήθησαν πράγματι τὰ τεσσαράκοντα καὶ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια, ἢ μήπως διετέθησαν δι’ ἀνάγκας ἐπιβεβλημένας τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας κατ’ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ ἡ θέλησις οἱασδήποτε Κυβερνήσεως; Δὲν νομίζω δὲ ἄσκοπον νὰ μεταδώσω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἔρευνα αὕτη ἤγαγεν ἐμέ. Ἀλλὰ πρὸ τούτου δέον νὰ παρατηρήσω, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ τοὺς ὁποίους μετεχειρίσθην καὶ ἐγὼ πρὸ μικροῦ, λαβὼν αὐτοὺς ἐκ τῶν ἐπισήμων τοῦ Κράτους ἀπολογισμῶν, ἀναφέρονται εἰς τὰ πληρωθέντα κατὰ τὴν διάρκεια τῆς χρήσεως, ἐνῷ δι’ ἑκάστην χρῆσιν, ὡς ἐκ τῶν αὐτῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν καταφαίνεται, ἀπομένουσι καὶ δαπάναι γενόμεναι μὲν ἐντὸς τῆς χρήσεως, πληρωτέαι ὅμως μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς καὶ ἐπιβαρύνουσαι τὰς μεταγενεστέρας χρήσεις. Ἑκάστη χρῆσις καταλείπει οὕτω χρέη εἰς τὴν διάδοχον αὑτῆς, τὰ χρέη δὲ ταῦτα δὲν πρέπει νὰ βαρύνωσι τὴν χρῆσιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐγένοντο αἱ σχετικαὶ δαπάναι, τὴν χρῆσιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἀνελήφθησαν αἱ σχετικαὶ ὑποχρεώσεις, ἀδιάφορον ἂν αἱ πληρωμαὶ δὲν ἐγένοντο ἐντὸς τῆς αὐτῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἐκληροδοτήθησαν εἰς μεταγενεστέρας χρήσεις. Ὅταν οὕτως εἰς τὰ πληρωθέντα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως ποσὰ προσθέσωμεν καὶ τὰς γενομένας, ἀλλὰ μὴ πληρωθείσας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς αὐτῆς χρήσεως δαπάνας, αἵτινες ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ἀναγράφονται ὡς πληρωτέαι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως εἰς ἰδίαν στήλην, ἔχομεν τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν, τῶν πληρωθεισῶν καὶ μὴ, ὅσαι ἐγένοντο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ σύνολον τῶν πληρωθεισῶν καὶ μὴ δαπανῶν δὲν ἐπιβαρύνει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν σχετικὴν χρῆσιν, διότι διαρκούσης ἑκάστης χρήσεως πληρώνει αὕτη καὶ μέρος ἢ τὸ ὅλον τῶν χρεῶν, ὅσα τῇ ἐκληροδότησαν αἱ προγενέστεραι χρήσεις. Τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ὡς πληρωνόμενα διὰ λογαριασμὸν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ δὲν εἶναι ταῦτα εὐκαταφρόνητα. Οὕτω διὰ λογαριασμὸν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἐπλήρωσε δραχ. 3,019,655, ἡ χρῆσις τοῦ 1900 δρ. 1,501,499, ἡ χρῆσις τοῦ 1901 δραχ. 1,137,160, καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1902 δραχ. 4,196,335, ἡ δὲ τετραετία ἐν συνόλῳ δρ. 9,854,649, ἐνῷ ἡ χρῆσις τοῦ 1896 ἐπλήρωσε μόνον δραχ. 359,328, ἤτοι διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ τὴν τετραετίαν δρ. 9,495,321, ἥτις οὐ μόνον ὡς σπατάλη δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπιβαρύνει τὸ παράπαν τὰς κατὰ τὰς σχετικὰς χρήσεις γενομένας δαπάνας.
§317Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ λογαριασμὸν ποίων χρήσεων ἐπληρώθησαν;
§318Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν ἐπροσέχετε, θὰ ἐβλέπετε, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον νὰ μάθωμεν ἐπὶ ποίων χρήσεων ἐπληρώθησαν, ἀφοῦ πρὶν πιστώσωμεν μὲ τὰ σχετικὰ ποσὰ ἑκάστην χρῆσιν τὴν χρεώνομεν μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν ἀπλήρωτον κατὰ τὸ τέλος αὐτῆς, μὲ τὰ χρέη δηλονότι, τὰ ὁποῖα ἐκληροδότησεν εἰς τὰς μεταγενεστέρας χρήσεις.
§319Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ἑκάστη χρῆσις βαρύνεται συνήθως καὶ μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ.
§320Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Οἱ ὁριστικοὶ ἀπολογισμοὶ ἔχουσι δύο στήλας. Εἰς τὴν πρώτην στήλην ἀναγράφονται τὰ ποσὰ τὰ πληρωτέα, αἱ ὑποχρεώσεις δηλαδή, ὅσαι προέκυψαν ἐντὸς τῆς χρήσεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς. Ἔχει ἄλλα ἔξοδα ἡ χρῆσις, ἐκτὸς τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, τῶν πληρωθεισῶν ἢ μὴ πληρωθεισῶν;
§321Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει τακτικὰ ἔξοδα.
§322Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τότε ἐχρεώθησαν αὗται μὲ ὅσα πραγματικῶς ἐδαπάνησαν, καὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν αὗται ἐπλήρωσαν τὰ χρέη των ἢ τὰ μετεβίβασαν εἰς μεταγενεστέρας χρήσεις, ἀφοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἐχρεώθησαν μὲ τὸ σύνολον τῶν ὑποχρεώσεων, ὅσαι ἐγεννήθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως.
§323Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὅ,τι πληρώνει ἑκάστη χρῆσις ἀνήκει πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν χρῆσιν.
§324Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1900 εἶχεν ὑποχρεώσεις πραγματικὰς 100,000,000, δὲν ἐπλήρωσε δὲ ἐκ τούτων εἰμὴ 96,000,000, καὶ κατέλιπε χρέος εἰς τὰς μεταγενεστέρας χρήσεις 4,000,000. Ἐὰν τὴν χρῆσιν ταύτην χρεώσω οὐχὶ μὲ τὰ πληρωθέντα 96,000,000, ἀλλὰ μὲ τὰς ἀναληφθείσας κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς ὑποχρεώσεις τῶν 100,000,000, δὲν τὴν ἐπιβαρύνω μὲ ὅλα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα αὕτη ἐδημιούργησεν; Ἐὰν τώρα μεταξὺ τῶν 100,000,000 περιλαμβάνηται ποσὸν ἐκ δύο, λόγου χάριν, ἑκατομμυρίων, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα χρῆσις ἐπιβαρύνεται διὰ λογαριασμὸν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων.
§325Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίων;
§326Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀδιαφορῶ ποίων· δὲν μὲ ἐνδιαφέρει εἰς ποίας χρήσεις ἀνήκουσιν, ἀφοῦ ἐγὼ ἐξετάζω τὴν παροῦσαν χρῆσιν, καὶ ἀφαιρῶ τὸ ποσὸν τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον πληρώνει διὰ λογαριασμὸν προγενεστέρων χρήσεων, καὶ τὴν ἀπαλλάσσω ἀπὸ πάσης ὑποχρεώσεως ξένης πρὸς αὐτὴν, ἀφοῦ τὴν ἐπεβάρυνα ἤδη, χρεώσας αὐτὴν καὶ μὲ τὰ 4,000,000, τὰ ὁποῖα κατέλιπεν ὡς χρέη εἰς τὰς μεταγενεστέρας χρήσεις· τὴν ἐπιβαρύνω οὕτω μὲ ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ἀδιαφορῶν, ἂν αὗται ἐπληρώθησαν ἢ δὲν ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῆς χρήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποχρεοῦμαι νὰ ἐλαττώσω τὸ βάρος αὐτῆς ἐκ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε διὰ λογαριασμὸν ἄλλων χρήσεων.
§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἑκάστη χρῆσις ἔχει κληρονομίαν· κληρονομεῖ ἀπὸ τὰς προηγουμένας χρήσεις.
§328Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τί;
§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα. Οὕτω, ὡς κληρονόμος, κληρονομεῖ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ πληρώνει τὰ ἔξοδα τῆς προηγουμένης χρήσεως, ἐνασκεῖ καὶ δικαιώματα καὶ εἰσπράττει τὰ ἔσοδα τῆς προηγουμένης χρήσεως. Λοιπὸν δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἀναγεγραμμένα ἔσοδα καὶ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων· ἑπομένως εἶναι διαρκῆ, καὶ ὅλα αὐτὰ συγκεντροῦνται, καὶ δὲν μένει τίποτε ν’ ἀφαιρέσητε.
§330Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συγκρίσεως ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν σύγκρισιν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύξατε, θὰ ἦτο βάσιμον. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται μόνον περὶ ἐξόδων ἐντὸς τοῦ ἔτους πληρωνομένων, καὶ σᾶς ἀναφέρω ἓν πρόχειρον παράδειγμα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐπληρώσατε ἐν ὅλῳ διὰ δαπάνας τοῦ οἴκου σας ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν, μένετε δὲ χρεώστης εἰς τοὺς προμηθευτάς σας κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους καὶ ἑτέρων δέκα χιλιάδων δραχμῶν· ποῖαι εἶναι αἱ πραγματικαὶ ὑμῶν δαπάναι ἐντὸς τοῦ ἔτους; προφανῶς ἑκατὸν δέκα χιλιάδες δραχμῶν· καὶ τοῦτο ἐφ’ ὅσον εἰς τὰς ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν, ὅσας ἐπληρώσατε ἐντὸς τοῦ ἔτους, δὲν περιλαμβάνεται τυχὸν ὑπόλοιπον ὀφειλῆς ὑφισταμένης κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, διότι, ἂν τοιοῦτον ὑπάρχῃ ἐκ τριῶν χιλιάδων δραχμῶν, λόγου χάριν, τοῦτο πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν ἑκατὸν δέκα χιλιάδων δραχμῶν, καὶ τότε αἱ ἐντὸς τοῦ ἔτους γενόμεναι δαπάναι δὲν εἶναι ἑκατὸν δέκα χιλιάδες δραχμαὶ, ἀλλὰ μόνον ἑκατὸν ἑπτὰ χιλιάδες.
§331Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λογιστικῶς καὶ θεωρητικῶς ἔχει βάσιν ἀναμφισβήτητον αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε· ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὸ Κράτος, ὁ θεωρητικὸς αὐτός, ὁ ἀληθὴς λογαριασμὸς δὲν εἶναι καθ’ ὅλα ὀρθός. Ἐὰν λάβητε τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσητε ὅλας τὰς συζητήσεις, τὰς λαβούσας χώραν ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν, θὰ ἴδητε, ὅτι τοιαύτη ἀναζωογόνησις τῶν ἀριθμῶν διὰ τῆς μὴ ἀναγραφῆς πασῶν τῶν δαπανῶν ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς παρουσιάζει πάντοτε περίσσευμα, καὶ μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν πτώχευσιν τοῦ Δημοσίου.
§332Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν χωροῦσιν ἐδῶ θεωρίαι· ὅσα λέγω δὲν εἶναι θεωρίαι, ἀλλὰ πράγματα θετικά.
§333Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ θεωριῶν. Ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος λαμβάνει εὐλόγως ὡς ἀφετηρίαν τὸν προβληθέντα ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρισμὸν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων χρήσεων, ἤτοι τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, ἐδαπανήθησαν περισσότερα, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1896, δραχμαὶ 48,000,000. Ἐπιβάλλεται κατ’ ἀκολουθίαν εἰς πάντας ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖαι ἦσαν αἱ ὑποχρεώσεις τῶν τεσσάρων τούτων χρήσεων, αἱ ἀναπόφευκτοι, αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ αἱ μὴ ἐνδεικτικαὶ σπατάλης ἢ ἐλλείψεως φειδοῦς. Εὑρίσκομεν λοιπὸν λογικῶς, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἀπὸ τῆς συγκρίσεως τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Εἶναι δὲ τοῦτο λογικώτατον καὶ οὐσιαστικώτατον. Εἶπεν, ἐπὶ παραδείγματι, ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1896 ἐπεβαρύνετο μὲ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων διὰ ποσοῦ δραχμῶν 359,000, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1899 ἐπεβαρύνετο μὲ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἐκ 3,000,000, ἐκληρονόμησε δηλονότι ἡ χρῆσις αὕτη τὰς δαπάνας τῶν χρήσεων 1897 καὶ 1898.
§334Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἐπεβαρύνθη μὲ ἔξοδα ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων τοῦ 1897 καὶ 1898 ἑνὸς, δύο ἢ τριῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ἔξοδα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, τὰ ὁποῖα πληρώνονται ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1900, εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ 1899.
§335Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὰ προστίθενται.
§336Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§337Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Προστίθενται βεβαίως· διότι ὡς βάσιν τῶν δαπανῶν ἑκάστης χρήσεως δὲν λαμβάνω μόνον τὰ πληρωθέντα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως, ἀλλ’ εἰς ταῦτα προσθέτω, ὡς πραγματικὰ ἔξοδα βαρύνοντα τὴν χρῆσιν, καὶ τὰ πληρωτέα κατὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς· καὶ τὰ χρέη δηλονότι ὅσα ἐκληροδότησεν ἡ ἐξεταζομένη χρῆσις εἰς τὰς μεταγενεστέρας τοιαύτας.
§338Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κεκλεισμένων χρήσεων; Πρόκειται περὶ αὐτῶν. Δὲν ἔχομεν πληρωθέντα καὶ πληρωτέα. Τὰ πληρωθέντα εἶναι πληρωτέα.
§339Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡμεῖς, λαμβάνοντες λ.χ. τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, θεωροῦμεν ὡς δαπάνας οὐχὶ τὰ πληρωθέντα ἐντὸς τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ὅσας ἀνέλαβε τὸ Κράτος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§340Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, διότι τοιαῦτά εἰσιν ἑνὸς μόνον ἔτους, τοῦ προηγουμένου, τοῦ 1899.
§341Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, εἶναι ὀρθὸν, ἐφ’ ὅσον λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰ πληρωθέντα, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ πληρωτέα. Λαμβάνομεν τὰς δαπάνας τοῦ 1899, καὶ εὑρίσκομεν ὅτι ἀνεγνωρίσθησαν 106,000,000, ἐπληρώθησαν δὲ ἐξ αὐτῶν μόνον τὰ 97,000,000. Ἐὰν ἐλαμβάνομεν μόνον τὰ 97 ἑκατομμύρια, βεβαίως ἔπρεπεν εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις τοῦ 1900 νὰ ἀναγράψωμεν 3,000,000· ἀλλ’ ἐπειδὴ λαμβάνομεν ὅλας τὰς δαπάνας τοῦ 1899, καὶ ὑποθέτομεν ὅτι ὅλαι αὐταὶ ἐπληρώθησαν, λέγομεν ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1899 οὐδὲν χρέος ἀφῆκεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, διότι ὑποθέτομεν ὅτι ἐπληρώθησαν ὅλαι αἱ δαπάναι, ἑπομένως δὲν ὑπάρχουσιν ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων.
§342Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι ὀρθή. Τὰ ἔξοδα τῶν χρήσεων ἔχουσιν οὕτως· εἶναι ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας καὶ διαφόρων ἄλλων πληρωμῶν. Λοιπὸν τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας ἀνῆλθον εἰς 56,253,665.25.
§343Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§344Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§345Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω 56,253,665 ὡς δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, ἀλλὰ 60,111,251.
§346Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἔχετε ἄλλην τάξιν λογαριασμῶν καὶ ὑπολογισμῶν. Κατὰ τὸ 1899 τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας ἀνῆλθον εἰς 63,751,287.
§347Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω 66,374,367.
§348Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε, τὸ ὁποῖον χρεωστεῖται. Ἄρα δὲν ὑπάρχουσιν ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων.
§349Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δηλαδὴ τὰ ἀποτελέσματα εἶναι εἰς βάρος τοῦ 1899.
§350Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων ὑπάρχει κεφάλαιον ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων· ὅταν ἀναγράφηται ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὰ 1899 ἦσαν 2,000,000 περίπου, ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις ἑκατομμυρίοις περιλαμβάνονται καὶ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Ἐπίσης, ὅταν ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὰ 1899 ἦσαν δρ. 11,652,685, ἐν αὐτοῖς περιλαμβάνονται καὶ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Λοιπὸν, ὅταν ἀναγράφητε ὅτι ἐπληρώσατε 63,751,000 ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, περιλαμβάνονται ἐν αὐτοῖς καὶ τὰ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσητε ἔξοδα τοιαῦτα, θέλετε πληρώσει μόνον τὰ τοῦ 1899, ἀλλὰ τὰ τοῦ 1901 καὶ 1902 δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε, διότι ταῦτα εἶναι ἔξοδα τοῦ 1900, 1901 καὶ 1092.
§351Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γεγονός, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1900 ἐπληρώθησαν ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων προϋπάρχοντα τοῦ 1899. Καὶ φέρω παράδειγμα τὴν χρῆσιν τοῦ 1904. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 ἔχομεν 340,000 δρ. προσθήκην πιστώσεων εἰς βάρος τοῦ κεφαλαίου τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Τὸ ποσὸν τοῦτο προέρχεται ἀπὸ ὀφειλὴν τοῦ Δημοσίου ἐκ φαρικῶν δικαιωμάτων, ὀφειλομένων παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1894. Τοῦτο βεβαίως εἶναι δαπάνη τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ἥτις δὲν ἔπρεπε νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904.
§352Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων καθ’ ἕκαστον ἔτος εἶναι ἐλάχιστα.
§353Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, διότι οἱ ἀντιφρονοῦντες δὲν μὲ ἔπεισαν ὅτι ὁ συλλογισμός μου δὲν εἶναι βάσιμος. Ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω, θεωρῶν τοὺς ἀριθμούς μου ἀναμφισβητήτους. Λοιπὸν τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, τῶν πληρωθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὸ 1896 πληρωθέντων τοιούτων ἀνέρχεται εἰς δέκα ἑκατομμύρια περίπου.
§354Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίων χρήσεων εἶναι αὐτά;
§355Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ νὰ εἴπω ποίων χρήσεων εἶναι;
§356Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἐπιβαρύνετε μὲ τὸ αὐτὸ ποσὸν τὰς χρήσεις ἐκείνας.
§357Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι· ἐννοῶ ν’ ἀπαλλάξω ὅλα τὰ ἔτη ἀπὸ τὰ χρέη των.
§358Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖα;
§359Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιβαρύνονται ἀμφότερα εἰς τὸ ἀποτέλεσμα μὲ 48,262,000.
§360Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὁ τρόπος τῆς παραστάσεως. Θέλει ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ 1899 τῆς πληρωμῆς τῶν 3,000,000.
§361Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι ὅμοιον.
§362Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 49,144,103 τὰ ποσὰ τὰ ἀναφερόμενα εἰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις, μᾶς μένει ὑπόλοιπον δαπανηθὲν κατὰ τὴν τετραετίαν 1899–1902 ἐκ δραχ. 39,236,405. Πρόκειται νῦν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 39,236,405 δὲν ὑπάρχουσι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐπιβεβλημέναι καὶ τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν διὰ τῆς λέξεως σπατάλη. Ὡς τοιαύτας δαπάνας ἐπιβεβλημένας ἀνευρίσκω πρῶτον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἅτινα βεβαίως εἶναι ἀνεξάρτητα τῆς θελήσεως τῶν Ὑπουργῶν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ. Τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνῆλθον τὸ 1899 εἰς δραχ. 2,533,196, κατὰ τὸ 1900 εἰς 2,637,455, κατὰ τὸ 1901 εἰς 2,658,263, καὶ κατὰ τὸ 1902 εἰς 2,666,461. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς τὸ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθὲν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἐκ δραχμῶν 2,322,630, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δι’ ἔξοδα ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ τὰ ἔτη 1899–1902 ἐδαπανήθησαν 1,204,855 ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896.
§363Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ μεγαλείτερον ἐπιχείρημα διὰ τὴν σύστασιν τῶν νέων Πρωτοδικείων ἦτο ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν. Ἐν τούτοις καὶ μετὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν δὲν βλέπω ἐλάττωσιν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας αὔξησιν μεγάλην.
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§365Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Προβαίνοντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκομεν δαπάνας ἐπιβεβλημένας δι’ ἔξοδα Ἐκθέσεως Παρισίων κατὰ τὸ 1896 μηδέν, κατὰ τὸ 1899 δραχ. 100,000, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 100,161. Πρὸς ἐκτέλεσιν ἐκλογικοῦ νόμου, κατὰ τὸ 1896 δρ. 18,516, κατὰ τὸ 1899 δρ. 405,369, κατὰ τὸ 1900 δρ. 10,498, κατὰ τὸ 1901 δρ. 8,175, καὶ κατὰ τὸ 1902 δρ. 304,701. Δι’ ἔξοδα γεωργίας, τὰ ὁποῖα, ὡς ἔξοδα παραγωγικὰ, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σπατάλη...
§366Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἔξοδα ἐφαρμογῆς νόμου.
§367Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τούτου... Σεῖς τοὐλάχιστον, οἱ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ὑπεστηρίξατε καὶ ἐφωνάξατε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν ἐξόδων τούτων, διότι τὰ σχετικὰ ποσὰ δὲν εἶναι ποσὰ σπατάλης, ἀλλ’ ἔξοδα παραγωγικά. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ γεωργικῶν σταθμῶν ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1895 ὑπὸ τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως, κυβερνώσης τότε, καὶ συνεπῶς οἱ διάδοχοι ὑμῶν ἦσαν ὑποχρεωμένοι, ἂν ὄχι πάσας τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἀλλὰ μέρος αὐτῶν νὰ ἐκτελέσωσι. Λοιπὸν ἔχομεν δι’ ἔξοδα γεωργίας κατὰ τὸ 1896 δραχ. 56,993, κατὰ τὸ 1899 δραχ. 166,594, κατὰ τὸ ἔτος 1900 δραχ. 190,445, κατὰ τὸ ἔτος 1901 δραχ. 347,842, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1902 δραχ. 530,115. Ἔχομεν τέλος τὸ δάνειον τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Πελοποννήσου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπληρώσαμεν ἀνὰ ἓν ἑκατομμύριον κατὰ τὰ ἔτη 1901 καὶ 1902. Τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ τῶν ἄρθρων τούτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν τετραετίαν 1899–1902 ἀνέρχεται εἰς 3,861,904. Προσθέσατε εἰς ταύτας 1,204,855 δραχμάς, ὅσαι ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον, ὡς ἔλεγον ὑμῖν πρὸ μικροῦ, διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ θέλετε εὕρει ὁλικὸν ποσὸν δρ. 5,066,759. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ἐγένετο διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὑπέρβασις δαπανῶν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ νόμος τοῦ 1896 καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ὑποκύψῃ, μὴ δυναμένη κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἀπαλλαγῇ ταύτης. Οὕτω, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔφθασαν μόλις εἰς τὸ ποσὸν 596,115 δραχμῶν, ἐν ἔτει 1899 αἱ αὐταὶ δαπάναι ἀνῆλθον εἰς 1,279,113, ἐν ἔτει 1900 εἰς 1,193,784, ἐν ἔτει 1901 εἰς δραχ. 1,265,656, καὶ ἐν ἔτει 1902 εἰς 1,319,038· ἐδαπανήθησαν δηλονότι κατὰ τὴν τετραετίαν 1899–1902 δραχμαὶ 2,673,131 ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν κατὰ τὴν αὐτὴν τετραετίαν αἱ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπάναι δὲν ἤθελον ὑπερβῆ τὰς τοῦ 1896. Διαφορὰ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπὶ πλέον κατὰ τὴν τριετίαν. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων ἔχομεν δαπάνας, ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι οὔτε πετρέλαιον δύναται ν’ ἀρνηθῇ νὰ ἀγοράσῃ, ἐὰν αὐξήσῃ ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ, οὔτε πυρεῖα, οὐδὲ τὰ λοιπὰ εἴδη τῶν μονοπωλίων. Δὲν δύναται ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ συγκεντρώσεως ὀρυκτῶν, διότι, ἂν τῇ ζητηθῶσι πρὸς πώλησιν ἓξ χιλιάδες τόννοι σμύριδος λ. χ., δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν παράδοσιν, ἵνα μὴ φανῇ πολλὰ δαπανῶσα ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ πληρώσῃ τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὰς ἓξ χιλιάδας τόννους ἐργατικὸν δικαίωμα, ὅπως δὲν δύναται νὰ περιορίσῃ τὰς εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ταμείου, ἵνα μὴ πληρώνῃ πολλὰ ποσοστὰ εἰς τοὺς εἰσπράττοντας ὑπαλλήλους. Ἐκ τῶν πέντε τούτων κονδυλίων, ἤτοι δαπανῶν εἰδῶν μονοπωλίων, ἐξόδων ἐξορύξεως καὶ συγκεντρώσεως ὀρυκτῶν, ἐξόδων ὑπηρεσίας ἁλάτων, ἐξόδων κατασκευῆς χαρτοσήμου καὶ ἐκ ποσοστῶν εἰσπράξεων ἔχομεν κατὰ τὴν τετραετίαν δαπάνας 8,638,971 ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα θὰ ἐδαπανῶντο, ἂν κατὰ τὴν αὐτὴν τετραετίαν αἱ δαπάναι δὲν ηὔξανον, ἀλλ’ ἔμενον μόνιμοι, καὶ δὴ ὅσαι ἦσαν κατὰ τὸ ἔτος 1896. Ἔρχομαι, τέλος, Κύριοι, εἰς τὰς διαφόρους πληρωμάς. Ἔχομεν πρῶτον τὰ πληρωθέντα εἰς ἀποδόσεις· καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ μικρόν, διότι ἐνταῦθα πλειότερον ἢ ἐν τοῖς προηγουμένοις καταφαίνεται κατὰ πόσον ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καταλογιζομένη τῇ Κυβερνήσει σπατάλη εἶναι βάσιμος ἢ ὄχι· καὶ ἐπιμένω, διότι πολλὰ ἐκ τῶν πληρωθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τετραετίαν ποσῶν οὐδ’ ἐδαπανήθησαν κἄν μέχρι σήμερον. Ἐν ἔτει 1896 λ. χ. ταμεῖον ἐθνικοῦ στόλου δὲν ὑπῆρχε· τοῦτο ἐδημιουργήθη κατὰ τὸ 1901, κατὰ τὸ ἔτος δὲ τοῦτο καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον 1902 ἐπληρώθησαν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὲρ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου δραχμαὶ ἐν ὅλῳ 1,863,033, αἵτινες δὲν ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ εὑρίσκονται κατατεθειμέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι δύναται τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ καταλογισθῇ ταῖς Κυβερνήσεσι τῶν ἐτῶν 1901 καὶ 1902 ὡς σπατάλη; Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα τοὺς ἀξιοτίμους ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ καταλογίσωσι τῇ Κυβερνήσει ὡς σπατάλην τὸ ἀναγραφὲν ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ ποσὸν δρ. 2,500,000 περίπου ὑπὲρ τοῦ πρὸ μικροῦ συσταθέντος Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐν ἔτει 1896 τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ἀνῆκον τοῖς δήμοις, εἰσεπράττετο ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1900 καὶ ἐντεῦθεν, ἐφαρμοσθέντος τοῦ νέου νόμου περὶ σφαζομένων, τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἀνῆκον τοῖς δήμοις ποσοστὸν εἰσπράττεται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἀποδίδεται κατόπιν εἰς τοὺς δήμους, ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἕνεκα δὲ τούτου κατὰ τὴν τριετίαν 1900, 1901 καὶ 1902 ἐπληρώθη εἰς τοὺς δήμους ποσὸν ἐξ 1,097,349 δραχμῶν. Ἐπιτρέπετε, Κύριοι, νὰ καταλογίσωμεν ὡς σπατάλην καὶ τοῦτο τὸ ποσόν; Ἢ μήπως πρέπει νὰ καταλογισθῇ ὡς τοιαύτη τὸ ἐκ 5,247,906 δραχμῶν ποσὸν, τὸ ἐξ εἰσπράξεων καπνοῦ προελθὸν καὶ κατατεθὲν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Συνόρων καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ; Καὶ ὅμως πάντα ταῦτα τὰ ποσὰ περιλαμβάνονται εἰς τὸ σύνολον τῶν τεσσαράκοντα καὶ δύο ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζει ὡς σπατάλην ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀχρεωστήτως εἰσπραχθέντα παρὰ τῶν φορολογουμένων καὶ κατόπιν ἐπιστραφέντα εἰς αὐτοὺς ὡς σπατάλη καταλογίζονται. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐπειδὴ κατὰ λάθος ἢ καὶ δι’ οἱονδήποτε λόγον ἐπλήρωσα ἐγὼ εἰς τὸ Δημόσιον πλείονα τῶν ὅσα ἐχρεώστουν πρὸς αὐτό, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίζουσα κατόπιν ὅτι παρανόμως εἰσέπραξε, μοὶ ἐπιστρέφει τὰ ἐπὶ πλέον πληρωθέντα, ἐρωτῶ, λέγω, ὑμᾶς, δύναται ἡ ἐκ τοῦ λόγου τούτου πληρωμὴ νὰ καταλογισθῇ τῇ Κυβερνήσει ὡς δαπάνη, καὶ δὴ ὡς σπατάλη; Ἐν τούτοις, Κύριοι, τὸ σύνολον τῶν ἐξ ἀποδόσεων, τῶν λόγῳ ἐκτελέσεως δικαστικῶν ἀποφάσεων κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων ἀχρεωστήτως εἰσπραχθέντων καὶ ἐπιστραφέντων τοῖς δικαιούχοις, τὸ σύνολον, λέγω, τῶν ἐκ τῶν τριῶν τούτων κονδυλίων δαπανηθέντων κατὰ τὴν τετραετίαν 1899–1902 ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα θὰ ἐδαπανῶντο, ἂν τὰ σχετικὰ κονδύλια δὲν ηὔξαναν, ἀλλ’ ἔμενον στάσιμα καὶ οἷα ἦσαν κατὰ τὸ 1906, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 7,974,339.
§368Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἴχομεν ἀποδόσεις ἐν ἔτει 1896;
§369Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Βεβαίως εἴχομεν ἀποδόσεις κλπ. ἐκ 2,746,436 δραχμῶν κατὰ τὸ 1896· ἀλλ’ εἰς τὰ 1901 ἔχομεν τοιαύτας ἐκ δραχ. 5,473,720, καὶ εἰς τὰ 1902 ἐκ δραχ. 9,643,841· ἀπὸ τὰ 2,746,000 ἕως τὰ 9,643,000 ἔχομεν διαφορὰν 7,000,000 καὶ πλέον. Προσθέσατε ἤδη τὰ ποσὰ, ὅσα προηγουμένως ἀνέλυσα, ἤτοι δρ. 1,204,855 δι’ ἔξοδα ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, 3,861,904 δι’ ἔξοδα ἐκθέσεως Παρισίων, δι’ ἐκτέλεσιν ἐκλογικοῦ νόμου, δι’ ἔξοδα γεωργίας καὶ δανείου Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, 2,673,131 διὰ δαπάνας διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, 7,974,339 διὰ πληρωμὰς διαφόρων ἀποδόσεων, πρὸς ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ πρὸς ἐπιστροφὴν χρημάτων ἀχρεωστήτως εἰσπραχθέντων. Τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τούτων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 24,353,200. Ἐὰν τοῦτο τὸ ποσὸν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ 39,236,405, εἰς ὅσα περιωρίσθη ἡ καταγγελλομένη σπατάλη μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πληρωθέντων διὰ λογαριασμὸν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ὑπολείπεται διαφορὰ ἐκ δρ. 14,883,205. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ἐγγύτερον, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἀποτελεῖται τοῦτο ἀπὸ σπατάλην πραγματικὴν, ἢ μήπως περιλαμβάνει δαπάνας ὑποχρεωτικὰς διὰ τὸ Κράτος. Αἱ δαπάναι π. χ. αἱ γενόμεναι εἰς τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, δηλ. εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σπατάλη. Κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις, ἡ καὶ σήμερον κυβερνῶσα, ὅτι παρημέλησε τὴν στρατιωτικὴν διοργάνωσιν τῆς χώρας ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν μέχρι σήμερον. Δὲν δύνανται συνεπῶς αἱ διὰ πολεμικὰς ἀνάγκας γενόμεναι δαπάναι κατὰ τὴν τετραετίαν 1899–1902 νὰ καταλογισθῶσιν αὐτῇ ὡς σπατάλη. Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν τὰς δαπάνας τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, βλέπομεν ὅτι κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 23,420,800, κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν 26,983,242, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 24,518,482, κατὰ τὸ 1901 δρ. 23,982,828, καὶ κατὰ τὸ 1902 δρ. 25,272,712. Αἱ ἐπὶ πλέον δαπάναι διὰ τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν, ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1902, ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1896 ἀνέρχονται οὕτως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 7,074,064· ἀφαιρέσατε καὶ ταῦτα ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον τῶν δραχ. 14,883,205, καὶ θέλετε εὕρει, ὅτι ἡ σπατάλη τῶν 49,144,103 περιορίζεται εἰς 7,809,141.
§370Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰ ἐδαπανήθησαν πρὸς βελτίωσιν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης;
§371Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως.
§372Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως.
§373Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔχει τὴν περιέργειαν νὰ μάθῃ, ποῦ ἐδαπανήθη καὶ τοῦτο τὸ ὑπόλοιπον. Ἐπειδὴ δὲ πάντοτε ἐπιθυμῶ νὰ ἱκανοποιῶ τὰς ἀξιώσεις τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ ἰδίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, παρὰ τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μοὶ παράσχητε ὀλίγας ἔτι στιγμὰς, ἵνα σᾶς ἀποδείξω ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα λεπτομερῶς. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδαπανήθησαν ἐν συνόλῳ κατὰ τὴν τετραετίαν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1902, δρ. 1,789,208...
§374Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐβελτιώθη οὕτως ἡ ὑπηρεσία ἡ προξενική;
§375Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Βεβαίως ἐβελτιώθη ἡ ὑπηρεσία ἡ προξενική· καὶ ἂν δὲν ἐφοβούμην ὅτι θὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, θὰ ἐλάμβανον τὴν κατάστασιν τῶν ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας εἰσπράξεων, καὶ θὰ ἐβλέπετε τὴν σχέσιν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ πλεονάσματος τοῦ προερχομένου ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων ἐν σχέσει πρὸς τὰς δαπάνας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐδαπάνησεν ἐπὶ πλέον 1,459,929 δρ. κατὰ τὴν τετραετίαν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἐδαπάνησεν ἐπὶ πλέον 1,818,918, ἐκ τῶν ὁποίων διὰ δημόσια ἔργα ἐδαπανήθησαν 1,315,484· ὥστε ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ δαπάναι διὰ τὰ δημόσια ἔργα εἶναι δαπάναι παραγωγικαὶ, ὡς ἀνεγνωρίσθη καὶ παρ’ ὑμῶν καὶ σήμερον καὶ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, 144,445 δραχμαί· τοῦτο τὸ ποσὸν, ἂν θέλητε, καταλογίσατε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς σπατάλην. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἐδαπάνησε τὰ περισσότερα, 2,371,053· ἐὰν δὲ ἐξετάσωμεν, ποῦ αἱ δαπάναι αὐταὶ ἐγένοντο, θὰ εὕρωμεν ὅτι αἱ δαπάναι αὗται ἐγένοντο κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Ἑλληνικῶν σχολείων, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν μὴ συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σκοποῦντος τὴν κατάργησιν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ κατάργησις τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων θέλει ἀποτρέψει πολλοὺς Ἑλληνόπαιδας...
§376Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ νὰ μάθωσι γράμματα!
§377Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. .. ἀπὸ τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰς δημοσίας θέσεις, θὰ στρέψῃ δὲ τὴν προσοχὴν αὐτῶν εἰς παραγωγικωτέρας καὶ πρακτικωτέρας ἐργασίας. Πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν λόγων μου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω περιστατικόν τι, τὸ ὁποῖον μοὶ μετέδωκεν ἐν τῷ Ἐκπαιδευτικῷ Συνεδρίῳ ὑπάλληλος ἐκ Κρήτης, ἐπιθεωρητὴς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας· οὗτος μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι πρὶν συσταθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἐν Κρήτῃ ὑπῆρχον πλήρη δημοτικὰ καὶ Γυμνάσια. Ἐκ τῶν φοιτώντων μαθητῶν εἰς τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα 70% ἐξήρχοντο ἐξ αὐτῶν, καὶ ἠκολούθουν τὸ πατρικὸν ἐπάγγελμα, 30% δὲ μόνον μετέβαινον εἰς τὰ Γυμνάσια. Ὅτε ὅμως συνεστάθησαν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, παρετηρήθη, ὅτι αἱ ἀναλογίαι ἀνεστράφησαν· 70% ἐξήρχοντο ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ μετέβαινον εἰς τὰ Γυμνάσια, 30% δὲ ἐπεδίδοντο εἰς βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα.
§378Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς ποῖον Κράτος ἔχουσι καταργηθῆ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα;
§379Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον Κράτος κατηργήθησαν· ἀλλ’ εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου καὶ ἐγὼ ἐσπούδασα ὡς μαθητὴς Γυμνασίου, γνωρίζω ὅτι Ἑλληνικὰ σχολεῖα δὲν ὑπάρχουσι.
§380Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν θελήσητε νὰ καταργήσητε τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, θὰ καταστρέψητε τὴν ἐκπαίδευσιν.
§381Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐδαπάνησε κατὰ τὴν τετραετίαν ἐπὶ πλέον δρ. 478,806. Τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως φόρων ἔρχονται εἰς μείωσιν κατὰ τὴν τετραετίαν, ὡς καὶ τὰ ἔξοδα τῶν διαφόρων πληρωμῶν. Βλέπετε ἤδη, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀναλύσεως, τὴν ὁποίαν λεπτομερῶς ἐποιησάμην ἐνώπιον ὑμῶν, μὲ ὅλον τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχω νὰ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονήν σας, ὅτι ἡ κατηγορία ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ τὴν παροῦσαν μόνον, — καὶ θεωρῶ ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιμείνω καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, καθόσον ἡ χρῆσις τοῦ 1902 ἐφορτώθη μὲ δαπάνας πολλῶν ἑκατομμυρίων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ἐπιβαρύνωσιν, — ἡ κατηγορία, λέγω, ἡ προσαπτομένη εἰς ἀμφοτέρας τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες διῴκησαν τὰ κοινὰ ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1902, ὅτι ἐσπατάλησαν 49,000,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν εἶναι βάσιμος. Ἡ σπατάλη αὕτη, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς λέξεως σπατάλης, κατόπιν τῆς λεπτομεροῦς ἀναλύσεως, ἣν ἐπεχείρησα ἐνταῦθα, περιορίζεται εἰς ποσὸν ἔλαττον καὶ τῶν 8,000,000. Διότι ἐπὶ τῆς ἐλαττώσεως τούτου καὶ μόνον τοῦ ποσοῦ ἠδύνατο νὰ ἐξασκηθῇ ἡ θέλησις τῶν κυβερνώντων, καὶ τοῦτο, μόνον ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, ὅτι ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους ἔδει νὰ μένῃ στάσιμος ἐπὶ ὁλόκληρον τετραετίαν. Ἐὰν ὑπάρχῃ παράδειγμα ἄλλου Κράτους, διὰ τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἔμειναν στάσιμοι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, τότε θὰ ἐπετρέπετο ἴσως εἰς ὑμᾶς νὰ κατηγορῆτε ἐπὶ σπατάλῃ τὴν Κυβέρνησιν· ἐφ’ ὅσον ὅμως τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποδειχθῇ, ἐφ’ ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ πρόσθετοι δαπάναι τῶν 8,000,000, αἱ γενόμεναι εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ἐπεβάλλοντο, ἵνα μὴ παραλύσῃ ἡ διοίκησις ἐν γένει τῆς χώρας, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ σπατάλῃ.
§382Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δι’ Ἑλληνικὰ σχολεῖα 1,423,335 δρ. καὶ 93 λεπτά. Κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν 1,569,397. Κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν 1,678,861.05, δηλαδὴ περισσότερα τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 κατὰ 255,475.12. Κατὰ τὸ 1901 ἐδαπανήθησαν 1,794,736. Κατὰ τὸ 1902 ἐδαπανήθησαν 1,923,392, δηλαδὴ περισσότερα 500,006.07. Αὐτὸ λοιπὸν δὲν εἶναι σπατάλη;
§383Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας αἱ γενόμεναι δαπάναι ἀνῆλθον εἰς 2,400,000 δραχ. περίπου, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀφορῶσι τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἐὰν τὴν διὰ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα γενομένην δαπάνην θεωρῆτε ὡς σπατάλην, βοηθήσατε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν κατάργησίν των. Διὰ νὰ τελειώσω, Κύριοι, ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλην ἐξακρίβωσιν ἀριθμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ἐνταῦθεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, ὅσοι προσετέθησαν εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦ 1904. Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι τέσσαρες ἕως πέντε χιλιάδες ὑπάλληλοι προσετέθησαν ἀπὸ τοῦ 1896 καὶ ἐντεῦθεν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας...
§384Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε τὸ κείμενον τοῦ λόγου μου;
§385Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Βεβαίως τὸ ἔχω, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν τὸ εὑρίσκω πρόχειρον. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὁμιλοῦντα ταύτην τὴν στιγμὴν μετὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ἀγγελοπούλου περὶ πινάκων, ὅτι εὐτυχῶς ὅσα λέγω ἐξετυπώθησαν πρὸ μηνῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς εἰς πίνακας τόσον λεπτομερεῖς, ὥστε ἡ ἀνασκευὴ εἶναι εὐχερεστάτη. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἀνασκευάζετε τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς ν’ ἀμφισβητῆτε τὰ λεγόμενά μου.
§386Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμία δαπάνη στερεῖται δικαιολογίας· ὅλαι αἱ δαπάναι δικαιολογοῦνται, καὶ ἡ σπατάλη, καὶ αὐτὴ δύναται νὰ ἔχῃ φαινομενικὴν δικαιολογίαν. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἔπρεπε νὰ κάμωμεν αὐτὰς τὰς δαπάνας, τὰς δικαιολογημένας ὁπωσοῦν, καὶ παραβλέψωμεν ἄλλας, ἐπιβαλλομένας ὑπὸ ἐθνικῶν ἀναγκῶν.
§387Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἀναγράφει εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα ὑπαλλήλους 6645, καὶ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν 2447· ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, καὶ ὄχι ὁ τοῦ 1904, διότι δὲν ἐπρόφθασα νὰ κάμω τὴν σύγκρισιν μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ 1904, ἀναγράφει εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα 7831 ὑπαλλήλους, καὶ 2646 διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Προσετέθησαν συνεπῶς εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα 1186 ὑπάλληλοι, καὶ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν 199. Προσετέθησαν οὕτως ἐν συνόλῳ εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα 1385 ὑπάλληλοι ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦ 1903. Καὶ θὰ εἴχετε ἴσως τὴν περιέργειαν νὰ μάθητε, ποίου εἴδους εἶναι οἱ 1186 αὐτοὶ ὑπάλληλοι. Τοῦτο μᾶς δίδουσιν οἱ σχετικοὶ Προϋπολογισμοί, ἐξ ὧν βλέπομεν, ὅτι εἰς τὴν τηλεγραφικὴν καὶ ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν προσετέθησαν διανομεῖς, κλητῆρες καὶ τηλεγραφοφύλακες 461· ἑλληνοδιδάσκαλοι, σχολάρχαι καὶ κλητῆρες Ἑλληνικῶν σχολείων προσετέθησαν 365· εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ Γυμναστικῆς προσετέθησαν 85. Οὕτως ἐκ τῶν 4000–5000 ὑπαλλήλων, ὅσοι προσετέθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτήν...
§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχετε τὸ κείμενον τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε «4 ἕως 5 χιλιάδας».
§389Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ἔχω τὸ κείμενον τοῦ λόγου σας πρόχειρον ταύτην τὴν στιγμήν, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, καὶ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς ἀκριβείας τῶν λεγομένων μου.
§390Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς φέρω αὔριον τὸν λόγον μου ἐκτετυπωμένον, καὶ θέλετε ἴδει, ποῦ εἶναι ἡ ἀκρίβεια.
§391Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λεγομένων μου, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκ τῶν 4000 ὑπαλλήλων, ὅσοι κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσετέθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1896 καὶ ἐντεῦθεν, ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω εἰμὴ 1385, ἐκ τῶν ὁποίων 461 τηλεγραφοφύλακες, ταχυδρομικοὶ διανομεῖς κλπ., 365 ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ σχολάρχαι, 85 προσωπικὸν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καὶ 199 ἀστυνομικοὶ κλητῆρες.
§392Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόνον 1385 ἐν ὅλῳ ὑπάλληλοι προσετέθησαν εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα;
§393Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ διαφορὰ τόση εἶναι. Δὲν πταίω ἐγὼ, ἂν δὲν εἶναι μεγαλειτέρα, οὐδὲ δύναμαι νὰ τὴν αὐξήσω. Περαίνων, Κύριοι, ἔχω δι’ ἐλπίδος, κατόπιν τῶν ὅσα ἀνέπτυξα πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὄχι μόνον, ὡς ἐζήτησε παρ’ ὑμῶν χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας καὶ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὄχι μόνον, λέγω, δὲν θὰ ἐπιστρέψητε τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἄλλως συνταχθῇ καὶ ὑποβληθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐπισπεύσητε τὴν ἐπιψήφισίν του, θέτοντες πέρας εἰς τὰς ἀνιαρὰς καὶ ἀσκόπους συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα καταλήγουσι, χρησιμεύουσι δὲ μόνον εἰς τὸ νὰ ἐξάπτωσι τὸν ἀρκούντως τεταμένον παρ’ ἡμῖν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, καὶ συνιστῶντες οὐ μόνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντα τὰ ἐξέχοντα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ στρέψωσι πρὸς ἄλλα πεδία τὴν ἐργασίαν καὶ τοὺς κόπους, ὅσους καταβάλλουσι διὰ τὴν ἀνασκευὴν ἀριθμῶν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχει. Τὸ πεδίον τοῦτο, Κύριοι, πρὸς ὃ πρέπει νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ πάντων ἡμῶν, εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀναδιοργάνωσις τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἐπίτευξις τῆς τελείας ἀνεξαρτησίας αὐτῶν ἀπὸ τῶν κομματαρχῶν καὶ τῶν ψηφοφόρων· τοῦτο ἐπείγει, Κύριοι, καὶ ἂν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δὲν στρέψωμεν σύντονον τὴν προσοχὴν ἡμῶν, βαίνομεν ἀσφαλῶς κατὰ κρημνῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 καὶ 5′ πρὸ μεσημβρίας τῆς ἐπιούσης).