1904.06.08
1,808 rows · 13,616 words · 179 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
τῆς 8 Ἰουνίου 1904.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 45′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐν σελίδι 8 τὰ ἀναγνωσθέντα ἐπίσημα πρακτικὰ λέγουσιν ὅτι «ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος ἔλαβεν ἐπίσης τὸν λόγον ὁ κ. Ροῦφος, ζητήσας τὴν πρόταξιν τῶν περὶ σταφίδος καὶ σίτου νομοσχεδίων, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου». Ὡς διατυποῦνται τὰ πρακτικὰ, ἀναφέρουσι μίαν μεγάλην ἀνακρίβειαν. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, «ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου». Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ ὑπ’ εὐθύνην της, ὅτι, ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, θὰ ψηφισθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἐὰν κάμῃ τοιαύτην δήλωσιν, τότε παραιτοῦμαι τῆς ἀξιώσεως περὶ προτάξεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσι συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσίν σας τὰ πρακτικὰ.
§3Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι πολὺ ὀλιγαρκὴς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις μου ἐπὶ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γράφωνται ἀνακριβῆ. Ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς λέγεται, ὅτι «ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος πρότερον πολιτικοῦ ζητήματος ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Χατζόπουλος, ἀναπτύξας τὰς γνώμας ταύτας». Ταῦτα δὲ ἀναφέρονται μετὰ τὰς ὁμιλίας τῶν κ. κ. Λιμπρίτου καὶ Μελᾶ, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, ἐγὼ δὲ περὶ τούτου οὐδόλως ὡμίλησα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν περίληψιν τῆς ὁμιλίας σας κατὰ λάθος τυπογραφικὸν ἀνεγράφη ἡ λέξις «ταύτας», ἀντὶ τῆς λέξεως «αὐτοῦ». Θὰ διορθωθῇ. Τὰ πρακτικὰ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς. Ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Θέρμου περὶ παροχῆς βοηθείας εἰς χωρία τοῦ δήμου του, ὧν αἱ συγκομιδαὶ κατεστράφησαν ὑπὸ τῆς χαλάζης. Ἀναφορὰν καταδίκων τῶν φυλακῶν Πύλου κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν ἐκεῖ φυλακῶν. Ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πειραιῶς κατὰ τῆς αἰτουμένης αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου. Ἀναφορὰν τοῦ Γ. Νομικοῦ, ἀποθηκαρίου τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων, παραπονουμένου ὅτι ἐπαύθη παρὰ τὴν σύμβασιν, ἀντικατασταθεὶς ὑπὸ ἀλλοδαποῦ. Ἀναφορὰν κατοίκων Ἄστρους ὑπὲρ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Βρασιῶν τῆς Κυνουρίας εἰς τὴν δικαστικὴν περιφέρειαν Τριπόλεως. Ἀναφορὰν τοῦ Π. Ἀγγελοπούλου, κατοίκου Τσιπιανῶν, παραπονουμένου ὅτι ἔμειναν ἀκαταδίωκτοι κακουργήσαντές τινες ἐν τῷ δήμῳ Λυρκείας. Ἀναφορὰν τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Βραχατίου, ζητοῦντος νὰ ψηφισθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου τροπολογία τοῦ κυρίου Πετρίδου καὶ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Στυμφαλιάδου περὶ διοχετεύσεως ὑδάτων ἐν τῷ δήμῳ Κορινθίας, προσέτι δὲ ν’ ἀποσταλῇ μηχανικὸς πρὸς διευθέτησιν τοῦ χειμάρρου Πουλίτσης, καὶ προστατευθῶσιν οἱ δεινοπαθήσαντες ἐκ τῆς πλημμύρας κάτοικοι τῶν χωρίων Χατζημουσταφᾶ, Πουλίτσης, Κοκκωνίου καὶ Μπολατίου. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Φικιώρης κατέθηκεν ἀναφορὰν τοῦ Ἀθανασίου Κελεπούρη, καταγγέλλοντος παραβάσεις ἐν ταῖς ἐνεργηθείσαις δημοπρασίαις τῆς ἐλαιοδεκάτης τοῦ δήμου Μεγαρέων. Οἱ βουλευταὶ Πατρῶν κύριοι Ροῦφος καὶ Μπουκαούρης ὑποβάλλουσι τὰς ἑξῆς προτάσεις νόμου: 1) Περὶ μεταφορᾶς ὕδατος εἰς τὸ χωρίον Δρέπανον τοῦ δήμου Πατρέων διὰ χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. 2) Περὶ ὑδρεύσεως καὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν τῷ χωρίῳ Ἁγίῳ Βασιλείῳ ἢ Βραχνέϊκα τοῦ δήμου Πατρέων ἐκ τῶν χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. 3) Περὶ κατασκευῆς ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων παρὰ τὸ χωρίον Μποζαΐτικα τοῦ δήμου Πατρέων διὰ τῶν χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Αἱ προτάσεις νόμων αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 108–110). Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Π. Ἀγγελοπούλου, κατοίκου Τσιπιανῶν, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κωνσταντόπουλος.
§5Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνακοινωθεῖσα ἀναφορὰ ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ γυναικός, ἡ ὁποία ἐγένετο θῦμα τρομερᾶς ἐγκληματικῆς πράξεως. Μετὰ βιασμόν, κατ’ αὐτῆς ἐκτελεσθέντα, τὴν ἐδολοφόνησαν, διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ἔγκλημα. Ἡ Δικαιοσύνη ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὁ ἀνακριτὴς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πλημμελειοδικῶν, ὁ ὁποῖος ἐνήργησε τακτικὰς ἀνακρίσεις, ἐξέδωκεν ἐντάλματα συλλήψεως κατὰ τεσσάρων, καθ’ ὧν ὑπῆρχον ἐνδείξεις, ὅτι ἦσαν οἱ τελέσαντες τὸ ἔγκλημα. Ἀλλὰ καίτοι παρῆλθον μῆνες πολλοὶ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων, οἱ κατηγορούμενοι οὗτοι δὲν συνελήφθησαν. Παραπονεῖται ἐπὶ τούτῳ ὁ ἀναφερόμενος, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἐξ ἀμελείας τοῦ ἁρμοδίου ἀστυνόμου δὲν κατωρθώθη ἡ σύλληψις αὐτῶν, διότι οὗτοι, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ ἀναφερόμενος, περιφέρονται ἐλευθέρως καὶ ἀνενοχλήτως εἰς τὸ χωρίον των. Κατὰ συνέπειαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσωσι πληροφορίας, τίνες οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ φυγόδικοι οὗτοι δὲν συνελήφθησαν ἀκόμη.
§6Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν ἀναφορῶν, αἵτινες ἀνεγνώσθησαν χθές, διῆλθεν ἀπαρατήρητος, χωρὶς νὰ δοθῇ οὐδεμία προσοχὴ εἰς αὐτήν, καὶ ἀναφορὰ τῆς Ἀδαμαντίνης χήρας Ἀλεξάνδρου Οἰκονόμου. Δὲν ἤμην παρὼν χθές, ἵνα παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καθόσον ἡ αἰτοῦσα χήρα Οἰκονόμου εἶναι θυγάτηρ ἀξιωματικοῦ, ὅστις κατὰ τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ 1862 ἔπεσε πρὸ τῶν Ἀνακτόρων, καὶ πεφιλημένη ἐγγονὴ τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου Κωνσταντίνου Κανάρη, ἡ εὐτυχήσασα καὶ ἀτυχήσασα νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρός. Ἡ Πολιτεία βεβαίως ἠστόχησεν εἰς τὰς πράξεις της πρός τινα τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας ἐκείνης, καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν, πρὸς τὰ ὁποῖα ἐφάνη ἄστοχος, εἶναι ἡ ἐγγονὴ τοῦ ναυάρχου, ἡ κόρη τοῦ Ἀριστείδου Κανάρη, ὅταν δὲ αὕτη τείνῃ χεῖρα πρὸς τὴν Βουλὴν, αἰτουμένη τὴν ἀπονομὴν συντάξεως, δὲν πρέπει ἡ χεὶρ αὕτη νὰ κλεισθῇ μετὰ παραπόνου. Ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ἐσχάτως, ὅτι εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει πρὸς τοὺς μεγάλους ἄνδρας τῆς πατρίδος. Δὲν εἶναι μόνον τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν ἴδιον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπολιτίστων, νὰ φέρωνται μετ’ εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα, καὶ πρὸς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν· ἡ οἰκογένεια δὲ τοῦ Κανάρη ὑπηρέτησε μεγάλως τὴν πατρίδα.
§8Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν αἴτησιν ταύτην θερμῶς, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§9Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ θερμῶς τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι εἶναι δικαιοτάτη, ἐλπίζω δ’ ὅτι θὰ συσταθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ γενικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ληφθῇ διὰ τὰς χήρας καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν ἀγωνιστῶν ἐκείνων, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ γείνῃ ἐλεύθερον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος.
§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἡμεῖς συνιστῶμεν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§11Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Καλούτση περὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Πικουλάκη. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησιν τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τῆς προμηθείας τῆς κριθῆς. Ἡ προμήθεια τῆς κριθῆς, διακηρυχθεῖσα προσηκόντως, ἐξετέθη εἰς μειοδοτικὸν διαγωνισμὸν τετράκις, ἤτοι τὴν 5, 6 καὶ 7 Μαρτίου, τὴν 2, 3 καὶ 4 Ἀπριλίου, τὴν 30 Ἀπριλίου καὶ 1 καὶ 2 Μαΐου, καθ’ ἃς οὐδεὶς προσεφέρθη, ἵνα μειοδοτήσῃ. Τὴν 10 Μαΐου ὁ Γ. Φουρναράκης δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον προσήνεγκε τὴν τιμὴν τῶν 26½ λεπτῶν δι’ ἑκάστην ὀκᾶν κριθῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον εὗρε τὴν τιμὴν ταύτην ὄχι συμφέρουσαν, καὶ προεκήρυξε νέον μειοδοτικὸν διαγωνισμόν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπὸ τοῦ μειοδότου Γ. Φουρναράκη προσενεχθείσης τιμῆς τῶν 26½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἐγένετο ὁ διαγωνισμός, ἀλλ’ οὐδεὶς προσῆλθεν ἵνα μειοδοτήσῃ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἔμεινε μειοδότης ὁ Γ. Φουρναράκης μὲ τὴν τιμὴν τῶν 26½ λεπτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔλαβεν ἀπόφασιν. Τὴν 31 Μαΐου ὁ κ. Β. Κωνσταντόπουλος δι’ ἀναφορᾶς του προσήνεγκε δι’ ἑκάστην ὀκᾶν κριθῆς λεπτὰ 25½. Ἐγὼ τότε παρήγγειλα εἰς τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν ν’ ἀναγγείλωσιν εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ διαγωνισθῶσι νὰ προσέλθωσι τὴν ἐπιοῦσαν, ἕνεκα τοῦ ἐπείγοντος τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὸ γραφεῖόν μου καὶ παρουσίᾳ μου νὰ διαγωνισθῶσι μειοδοτικῶς, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τιμὴν ἐλάσσονα τῆς προσφερθείσης. Παρουσιάσθησαν δὲ τὴν ἑπομένην ὁ Β. Κωνσταντόπουλος, ὁ Γ. Φουρναράκης, ὁ Κ. Καναβαριώτης καὶ ὁ Β. Γεωργακόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει πέρυσι τὴν προμήθειαν τῆς κριθῆς πρὸς λεπτὰ 27¼ κατ’ ὀκᾶν· ἐνηργήθη ὁ διαγωνισμός, καὶ πρῶτος, ὁ ὁποῖος κατεβίβασε τὴν τιμὴν, ἦτο ὁ Β. Κωνσταντόπουλος, προσενεγκὼν 25½ λεπτά. Ἠρώτησα τοὺς ἄλλους, ἂν καταβιβάζουσι πλειότερον τὴν τιμὴν, ἀλλ’ ἠρνήθησαν νὰ προσφέρωσι τιμὴν ἐλάσσονα, λέγοντες ὅτι δὲν τοὺς συμφέρει νὰ διαγωνισθῶσι, καὶ ἀπεχώρησαν. Συνεπῶς κατεκυρώθη ἡ προμήθεια τῆς κριθῆς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Β. Κωνσταντοπούλου πρὸς λεπτὰ 25½ δι’ ἑκάστην ὀκᾶν. Ὁ διαγωνισμὸς ἐγένετο τετράκις, καὶ διὰ πέμπτην φορὰν ἐπανελήφθη ἐνώπιόν μου. Ἐὰν ὑπῆρχέ τις, ἐκ Θεσσαλίας, ἵνα διαγωνισθῇ, δὲν ἀπεκλείσθη· ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ. Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ δώσω.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ πόσας χιλιάδας ὀκάδας κριθῆς προεκηρύχθη ὁ μειοδοτικὸς διαγωνισμός;
§13Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ διαγωνισμὸς προεκηρύχθη διὰ τὴν κριθὴν τῶν κτηνῶν τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τῶν ὀκάδων ταύτην τὴν στιγμήν· ἐὰν θέλητε, αὔριον δύναμαι νὰ σᾶς δώσω καὶ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν.
§14Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δύνασθε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μᾶς εἴπητε, πότε ἔληγεν ἡ προθεσμία τοῦ διαγωνισμοῦ διὰ τὴν προμήθειαν τῆς κριθῆς περυσινῆς παραγωγῆς;
§15Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὴν 1 Ἰουνίου· δηλ. ἔληξεν ἤδη.
§16Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐνηργήθη εἰς τὴν Θεσσαλίαν μειοδοτικὴ δημοπρασία;
§17Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ διαγωνισμὸς προεκηρύχθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει κυκλοφορίαν εἰς ὅλον τὸ Κράτος· ἐάν τις ἐκ Θεσσαλίας ἤθελε νὰ διαγωνισθῇ, ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ.
§18Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δὲν λαμβάνουσιν οἱ ἔμποροι τῆς κριθῆς. Ἐὰν ἤθελε γείνῃ μειοδοτικὴ δημοπρασία ἐν Θεσσαλίᾳ, βεβαίως θὰ εἴχομεν τιμὴν 17 ἢ τὸ πολὺ 18 λεπτῶν δι’ ἑκάστην ὀκᾶν.
§19Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶχον τὴν περιέργειαν ν’ ἀναζητήσω εἰς τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων, τὰ ὁποῖα ἦλθον σήμερον ἐκ Θεσσαλίας, ἤτοι τῆς «Σάλπιγγος» τῆς Λαρίσης, τῆς «Θεσσαλίας» καὶ τῆς «Πανθεσσαλικῆς» τοῦ Βόλου καὶ εἰς ἄλλα τινὰ φύλλα τῆς Θεσσαλίας, τὰ τελευταῖα δελτία τῆς ἀγορᾶς. Τὰ τελευταῖα δελτία τῆς ἀγορᾶς βεβαιοῦσιν ὅτι ἐν Βόλῳ, ἤτοι εἰς τὸ ἐπίνειον τῆς Θεσσαλίας, ἡ κριθὴ τῆς περυσινῆς παραγωγῆς τιμᾶται πρὸς 13 ἕως 15 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἰς τὸν Βόλον πάντοτε· λέγω δὲ τὸν Βόλον, διότι εἶναι τὸ ἐγγύτερον πρὸς τὸν Πειραιᾶ σημεῖον τῆς Θεσσαλίας...
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς.
§21Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βεβαίως. Θὰ ἴδωμεν πόσον στοιχίζει ἡ μεταφορά... Ἡ δὲ τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς κριθὴ τιμᾶται 15 ἕως 16½ λεπτὰ· ἑπομένως μέσος ὅρος τῆς τιμῆς ἀμφοτέρων τῶν παραγωγῶν μεταξὺ 13 καὶ 16½ λεπτῶν εἶναι 15 λεπτὰ. Ὑποτιθεμένου ὅτι ἡ μεταφορὰ τῆς κριθῆς ἐκ Βόλου μέχρι Πειραιῶς ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν τύχην τῶν λοιπῶν δημητριακῶν καρπῶν, τῶν μεταφερομένων εἰς Πειραιᾶ, ἐὰν μὲν ἦναι εἰς σάκκους, ὡς γίνεται ἡ μεταφορὰ τῶν ἀλεύρων, εἶναι ¾ τοῦ λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν, ἐὰν δὲ ἦναι εἰς χῦμα, εἶναι 1 λεπτόν. Ἡ μεταφορὰ εἰς σάκκους βεβαίως παρέχει καὶ ἄλλας εὐκολίας, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς φορτώσεως. Ἑπομένως αἱ τιμαὶ τῆς περυσινῆς παραγωγῆς κριθῆς, ἥτις, ὑποθέτω, δὲν ἀπεκλείσθη ἐκ τῆς δημοπρασίας, ἀφοῦ καὶ δυσδιάκριτον τυγχάνει, ἂν εἶναι περυσινῆς ἢ ἐφετεινῆς παραγωγῆς, καὶ ἡ ἀνάμιξις λίαν εὐχερὴς, ἀλλὰ δέχομαι, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐφετεινῆς. Αἱ τιμαὶ λοιπὸν εἶναι 15 ἕως 16 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ὑποτιθεμένου ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἤθελε νὰ προμηθεύηται ὁ στρατὸς κριθὴν ἀρίστης ποιότητος διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ ἐκ Βόλου, ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν θὰ ἐστοίχιζεν ἡ μεταφορὰ ἐκεῖθεν μέχρι Πειραιῶς. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, τί ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Βεβαίως, ἐὰν ἐπαναλαμβάνωνται ἑκάστοτε αἱ δημοπρασίαι κατὰ τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον συντάττουσιν οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες κανονίζουσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, πάντοτε θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἔχει ἐφοδιάσει πάντα τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ μὲ μεταγωγικὰ μέσα ἄφθονα· πάντα τὰ σώματα, ἔφιππα καὶ μὴ, ἔχουσι μεταγωγικὰ μέσα ἀρκετά. Ἐὰν λοιπὸν ἡ παράδοσις τῆς κριθῆς ἤθελεν ὁρισθῆ ὅτι θὰ ἐγίνετο εἰς Πειραιᾶ, τότε ἠθέλομεν ἔχει τιμὴν νέας κριθῆς 16–17 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἑπομένως, ὑπαρχούσης ἐκεῖ ἀποθήκης, θὰ εἶχε τὸ στράτευμα κριθὴν διὰ τοὺς ἵππους καὶ λοιπὰ κτήνη του ἀντὶ 16–17 λεπτῶν, ἤτοι οἰκονομίαν τοὐλάχιστον 8–9 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν 25½ λεπτῶν, εἰς ἣν ἐδόθη ἡ προμήθεια τῆς κριθῆς, εἶναι ὑπερβολική· καὶ λέγω ταῦτα χωρὶς νὰ νομίζω, ὅτι ἔπραξέ τι τὸ ἀσύνηθες ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲ ὅτι δὲν ἐξήντλησε πάντα τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέρας τιμὰς, καὶ χωρὶς περὶ τούτου οὐδεμία νὰ θεωρῶ ὅτι χωρεῖ συζήτησις, διότι καὶ τὰς προθέσεις αὐτοῦ τὰς καλὰς ἀνομολογῶ καὶ ὅτι ἐξήντλησε πάντα τὰ μέσα, ἀλλὰ τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία συνήθως παρέχει πρὸς ἀνεύρεσιν νομῆς εἰς συμφέρουσαν τιμὴν διὰ τοὺς ἵππους τοῦ στρατοῦ. Ὑπῆρξαν περιστάσεις, καθ’ ἅς, ὡς ἀξιωματικῷ τοῦ στρατοῦ, μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ, ὅπως ἴδω, τίνες ὠφέλειαι ἠδύναντο νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τὸ στράτευμα, ἐὰν μετεβάλλετο τὸ σύστημα τῶν δημοπρασιῶν τῶν διαφόρων προμηθειῶν. Διετάχθην ποτὲ νὰ ἐνεργήσω ἐν Ἀγρινίῳ, ὅπου κατὰ τὸ 1877 εὑρισκόμην ὡς ἀξιωματικὸς εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, προμήθειαν ἀχύρου· ἡ προμήθεια αὕτη συνήθως ἀπαιτεῖ τιμὴν 6 ἕως 7 λεπτῶν· ἀπετάθην εἰς τοὺς εἰδήμονας, καὶ μοὶ εἶπον νὰ ἐκθέσω εἰς δημοπρασίαν μόνον τὴν μεταφορὰν τοῦ ἀχύρου, ὅπερ καὶ ἔπραξα, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ Δημόσιον ἀπήλαυσε τὴν προμήθειαν τοῦ ἀχύρου ἀντὶ ¾ τοῦ λεπτοῦ, ὑποχρεωθέντων ἅμα ἐκείνων, οἵτινες μετέφερον αὐτὸ, νὰ τὸ στοιβάξωσι καὶ τὸ καλύψωσι διὰ βρύων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ διατηρῆται ἀπρόσβλητον καθ’ ὅλον τὸν χειμῶνα. Τὸ δὲ ἄχυρον ἐδίδετο ἐν τοῖς ἁλωνίοις δωρεὰν, ἀντὶ νὰ καῇ, ὡς συμβαίνει εἰς πάντα τὰ μέρη, ὅπου ἄφθονος εἶναι ἡ παραγωγὴ δημητριακῶν καρπῶν. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν ἐπιστημονικῶς τοὺς διαχειριζομένους τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, κατὰ τίνα τρόπον δηλ. θὰ δύνανται ἑκάστοτε νὰ ἐνεργῶσι μετὰ πρωτοβουλίας, θὰ εἴχομεν μεγάλας ὠφελείας. Ἀλλὰ διατὶ ἆρά γε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ Δημόσιον ἀποθήκας ἐν Πειραιεῖ, καὶ ἐκεῖθεν νὰ παραλαμβάνωσι τὰς προμηθείας τὰ σώματα, τὰ διαμένοντα ἐν Ἀθήναις, μὲ τὰ μεταγωγικὰ μέσα, ἅτινα κέκτηνται, καὶ τὰς μεταφέρωσιν εἰς τοὺς στρατῶνάς των; Εἶναι δὲ πολὺ ἄφθονα τὰ μεταγωγικὰ μέσα ἐν τῷ στρατεύματι, διότι ἐγὼ καθ’ ἑκάστην βλέπω δίτροχα ἁμάξια, κομίζοντα εἰς τὰς οἰκίας πάντων τῶν ἀξιωματικῶν ὕδωρ Καισαριανῆς ἢ Ἀμαρουσίου. Καὶ ἀφοῦ τὰ μεταγωγικὰ μέσα τοῦ στρατοῦ εὑρίσκουσιν ἀρκετὸν καιρὸν, ὥστε νὰ μεταφέρωσιν εἰς τὰς οἰκογενείας πάντων τῶν ἀξιωματικῶν ὕδωρ Καισαριανῆς ἢ Ἀμαρουσίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἀδυνατοῦσι νὰ μεταφέρωσι κριθὴν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ Πειραιῶς διὰ τὴν τροφὴν τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μεμφθῶ τὴν πορείαν, ἣν ἠκολούθησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, — διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠκολούθησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν πορείαν, ἣν πάντες οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ ἠκολούθησαν, — δύναμαι, λέγω, νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον εἰς μικροτέραν τιμὴν τὴν κριθὴν, τὴν ἀναγκαιοῦσαν διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατεύματος.
§22Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀναγνωρίζω ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ὡς ὀρθά· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα ὁ χορηγητὴς εἶναι ὑπόχρεος κατὰ τετραημερίαν νὰ παραδίδῃ εἰς τοὺς στρατῶνας τὴν ἀπαιτουμένην κριθὴν διὰ τοὺς ἵππους καὶ ἡμιόνους τοῦ στρατοῦ· ὅλα δὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς εἶναι εἰς βάρος τοῦ χορηγητοῦ. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωμεν ἀποθήκας ἐν Βόλῳ.
§23Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι ἐν Βόλῳ, ἐν Πειραιεῖ.
§24Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἔστω, ἐν Πειραιεῖ, καὶ κατόπιν νὰ ὀργανώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς μεταφορᾶς εἰς τοὺς διαφόρους στρατῶνας. Τὸ ζήτημα οὐχ ἧττον δύναται νὰ μελετηθῇ.
§25Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ κτήνη τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν ὑπερβαίνουσι τὰ χίλια, καὶ ὅτι 3 ἢ 3½ ὀκάδες κριθῆς ἀπαιτοῦνται δι’ ἕκαστον,— 4 δι’ ἕκαστον ἵππον ἐλάσεως, ἑπομένως κατὰ μέσον ὅρον 3½ ὀκάδες δι’ ἕκαστον κτῆνος — καὶ ἐὰν κάμωμεν οἰκονομίαν 5 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν 20–25 λεπτῶν δι’ ἕκαστον ἵππον, ἑπομένως ἐπὶ χιλίων κτηνῶν θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν 200 ἕως 250 δραχ., ἡ ὁποία, ὑπολογιζομένη δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ἀναβιβάζεται εἰς λίαν σημαντικὸν ποσόν.
§26Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν ἀναφορῶν, ἃς ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπάρχει καὶ ἀναφορὰ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ἐργαζομένου εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων, παυθέντος δέ. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐπαύθη, διότι τοῦτο εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ διευθύνοντος τὴν Ἑταιρείαν. Ἐν τούτοις ἐν τῇ συμβάσει ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων πρέπει νὰ ἦναι Ἕλληνες, αὐτὸς δὲ, ὁ παυθεὶς ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως, ἀντικατεστάθη διὰ Γάλλου. Νομίζω τὸ ζήτημα σπουδαῖον καὶ ἄξιον προσοχῆς. Ὑποθέτω ὅτι δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταστήσω γνωστὸν τὸ πρᾶγμα, ὅπως, ἀναγνωρίζων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, λάβῃ τοῦτο ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν,— διότι δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς μόνον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πολλῶν ὑπαλλήλων, — ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ παραχωρήσωμεν τὺς θέσεις, ὅπως τὰς καταλάβωσι ξένοι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§28Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς τὴν ἑσπέραν, ἀπόντος ἐμοῦ, ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ὡς δικηγόρος ἐπιτήδειος καὶ ἱκανὸς, ἦλθεν ἐδῶ νὰ ὑβρίσῃ ἐρήμην. Εἰδοποιήθην, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Βουλὴ εἶχεν εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ συνεπῶς εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, μὲ λύπην μου, σᾶς βεβαιῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας δὲν ὕβρισε, διότι βεβαίως ὕβρεις τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ ἐπέτρεπεν, ἀλλὰ παρέστησεν ὅτι ὁ δημοσιευθεὶς λόγος σας περιέχει φράσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ὁμιλίᾳ σας δὲν εἴπετε, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσα καὶ ἐγώ.
§30Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν ὁμιλίαν του, καὶ ἐπειδὴ γνωρίζω τὴν Ἑλληνικὴν, ἀνέγνωσα τὸν λόγον τοῦ κ. Μπουφίδου, ἑλληνιστὶ ἀπαγγελθέντα. Μία παροιμία τοῦ λαοῦ λέγει, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι περιστάσεις τινὲς, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ φονιᾶς δὲν πταίει. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἡ παροιμία αὕτη ἐφαρμόζεται. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, μὲ τὸν ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴν, σᾶς βεβαιῶ ἐν τιμῇ, δὲν ἔχω τίποτε. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας νομίζει καλόν, εἰς πᾶσαν στιγμήν, καθ’ ἣν δύναται νὰ προσφέρῃ ἀφοσίωσιν εἰς τὸν ἀρχηγόν του, χάριν, ἐννοεῖται, τῶν συμφερόντων του, νὰ τὸ πράττῃ, νομίζων ὅτι εἶναι ἄτρωτος, ὅτι δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ δεικνύῃ τὸ ἀνάστημά του, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ ἀπέναντί του ἀνάστημα μεγαλείτερον. Πρὸ 5 μηνῶν εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω μερικὰς συνεντεύξεις εἰς τὰς ἐφημερίδας· εἰς τὰς συνεντεύξεις ἐκείνας ἤμην εὐγενέστατος πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔπραξα, ἦτο νὰ τῷ κάμω τὴν τιμὴν νὰ τὸν ὀνομάσω ἀρχικαγκελλάριον (γέλωτες). Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι κοπλιμέντο, τὸ ὁποῖον ἔκαμα εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, διότι τὸ νὰ ᾖναί τις ἀρχικαγκελλάριος ἑνὸς κόμματος, σημαίνει ὅτι ἔχει θέσιν ἐξέχουσαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα καὶ αὐτὸς καὶ ἡ μεγάλη οἰκογένειά του, κατώρθωσεν, εἰς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, νὰ ἔχῃ τὴν προεξέχουσαν θέσιν. Ἀλλ’ εἶναι ἄνθρωπος μετριόφρων, τὰ ἀξιώματα τὰ περιφρονεῖ, δὲν δίδει μεγάλην σημασίαν εἰς τὰς θέσεις τῶν Ὑπουργῶν, εἰς τὰς θέσεις τῶν Προέδρων τῶν Βουλῶν· εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι πρόθυμος νὰ παρέχῃ εὐκολίας διὰ τῆς αὐταπαρνήσεώς του εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος. Καὶ ὅλα ταῦτα πράττει ἀφιλοκερδέστατα! Τώρα, ἐὰν συνέπεσε νὰ πάρῃ καὶ κανὲν ῥουσφέτι, τὸ ὁποῖον νὰ τῷ δώσῃ 200,000 φράγκα χρυσᾶ, διορίζων τὸν ἀδελφόν του εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια τῆς Αἰγύπτου διὰ μίαν πενταετίαν, τοῦτο εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῶν μεγάλων αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν εἰς τὸ κόμμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας εἰς τὰς συνεντεύξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχον λάβει, ἐβγῆκεν ὡς τὸ πρωτοπαλλήκαρο, καὶ ἦλθε νὰ μὲ ἀντιμετωπίσῃ, ἐνῷ ἐγὼ δὲν τὸν ἠνώχλησα, ἀφήσας αὐτὸν νὰ ῥουκανίζῃ τὰ ἀποκτώμενα παρ’ αὐτοῦ. Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, λόγου γενομένου περὶ τῆς συντάξεως τῆς οἰκογενείας Κανακάρη, ἐγὼ εἶπον μίαν λέξιν, μὲ τὴν ὁποίαν, βεβαιῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δὲν εἶχον καμμίαν πρόθεσιν νὰ τὸν θίξω. Λυποῦμαι δὲ ὅτι μὲ προεξήγησεν ἐντελῶς. Διατί εἶπον τὴν λέξιν ἐκείνην. Θὰ τὸ ἐξηγήσω μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὅταν ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν ἄλλο θέμα, καὶ τότε ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἴσως εἶχον δίκαιον νὰ τὸ εἴπω, ἐκεῖνος δὲ δὲν εἶχε δίκαιον νὰ ταραχθῇ· διότι ἐγὼ διαβεβαιῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ τὸν διαβεβαιῶ παρουσίᾳ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὅτι, καίτοι ἦλθον πρὸς αὐτὸν εἰς διάστασιν πολιτικήν, δὲν λησμονῶ, ὅτι ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἤμην φίλος του πολιτικὸς καὶ ἤμην καὶ φίλος του προσωπικός, καὶ οὐ μόνον φίλος, ἀλλὰ κἄτι περισσότερον. Δὲν ἐπιτρέπεται δέ, ἐὰν διϊστάμεθα πολιτικῶς, νὰ ἀρχίσωμεν καὶ προσωπικὰς μεταξὺ μας ἀντεγκλήσεις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θυμωθεὶς ἀφῆκε νὰ ἐκφύγῃ τῶν χειλέων του μία φράσις, ἡ ὁποία δὲν ἦτο, νομίζω, δίκαιον νὰ λεχθῇ ἐκ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως διακρίνεται διὰ τὴν λεπτότητά του καὶ τὴν εὐγένειάν του. Δὲν ἦτο δίκαιον νὰ ῥίψῃ κατὰ πρόσωπον ἐμοῦ, ὅτι εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἐγκατέλειψα τὸ κόμμα, δηλαδὴ διότι δὲν ἔγεινα Ὑπουργός. — διότι οὐδεὶς ἄλλος λόγος ὑπάρχει. — Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀνῆλθον τὸ βῆμα, καὶ ἐξήγησα καὶ ἀπήντησα εἰς τοῦτο. Τώρα, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ ἔχω τὴν τόλμην νὰ ἀξιῶ θέσιν Ὑπουργοῦ, καὶ ἐὰν ἀξιῶ αὐτήν, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἄλλος νὰ ἐγείρηται καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ «δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ», νομίζω ὅτι σφάλλει καὶ ἀδικεῖ ἑαυτὸν, διότι πᾶς Βουλευτὴς, κύριε Πρόεδρε, καὶ οἱ 234, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὸν περίβολον αὐτὸν, δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν δικαίαν φιλοδοξίαν νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, διότι ἡ μόνη ἀμοιβὴ τῶν πολιτευομένων εἶναι ἡ ἱκανοποίησις τῆς φιλοτιμίας αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αὕτη εἶναι μία εὐγενὴς φιλοδοξία, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὸν ἄλλον. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ἐγὼ, ὁ μικρὸς καὶ ταπεινὸς ἀπέναντι τοῦ μεγάλου αὐτοῦ καγκελλαρίου, τοῦ Βουλευτοῦ Λεβαδείας, εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ γείνω Ὑπουργὸς, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ κατηγορήσῃ, διότι ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν τόλμην νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὸ κόμμα αὐτὸ ἔχω δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἄλλος ἔχει. Λοιπὸν ἐγὼ, ἐνῷ ἀπήντων εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐδέχθην τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὁ ὁποῖος ὡς κόκκορας ἠγέρθη νὰ δείξῃ τὸ ἀνάστημά του, καὶ νὰ εἴπῃ τὸ «δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ». Λυποῦμαι, ὅτι μὲ φέρει εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ τῷ ἀνταποδώσω τὴν ὕβριν, διότι εἶναι ὕβρις αὐτὸ δι’ ἐμὲ, καὶ νὰ τῷ εἴπω ὅ,τι τὸ εἶπον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἦλθε χθὲς νὰ καταγγείλῃ, ὅτι ὁ δημοσιευθεὶς λόγος μου περιεῖχε φράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐλέχθησαν. Ἦλθε νὰ ἐπαναλάβῃ, διὰ νὰ μάθωσι καὶ ὅσοι δὲν ἀνέγνωσαν τὸν λόγον μου, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον εἰς βάρος του. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω τὴν νομικὴν δεινότητα τοῦ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ· γνωρίζω ὅτι εἶναι δικηγόρος, ποινικολόγος ἄριστος, ποινικολόγος τῶν Κακουργιοδικείων, τῶν Πλημμελειοδικείων καὶ τῶν Πταισματοδικείων, διότι ἡ σοβαρότης του μόνον εἰς αὐτὰ περιορίζεται. Εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι ἀδικία μεγάλη εἶναι δι’ αὐτὸν, διότι δὲν ἐγεννήθη εἰς Κράτος μεγαλείτερον, ὅπου ἤθελε διαπρέψει. Δὲν ἔχω λοιπὸν τὴν νομικὴν παίδευσιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ἀλλ’ ἔχω τὸν ἀπαιτούμενον φυσικὸν νοῦν, διὰ νὰ ἀμυνθῶ καὶ διὰ νὰ πληρώνω μὲ τόκον βαρὺν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω. Ἐγὼ ὅ,τι εἶπον, αὐτὸ ἐμπεριέχει καὶ ὁ λόγος μου· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὅτε ἤκουσεν ὅσα εἶπον, ἐτράπη εἰς φυγὴν, μετέβη εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προέδρου, καὶ ἐδέησε νὰ πίῃ πολλὰς λεμονάδας, διὰ νὰ συνέλθῃ. Ἀφοῦ παρῆλθον δὲ 60 ὧραι ὅλαι, τότε ἐνεθυμήθη νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, ἵνα ὑβρίσῃ! Τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας εὗρεν, ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς διωρθώθη παρά τινος ἄλλου, διότι δὲν περιεῖχεν ἀνορθογραφίας. Δὲν γνωρίζω, πῶς ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας νὰ γνωρίζῃ, ἂν ἐγὼ, ὅταν γράφω, κάμνω καὶ καμμίαν ἀνορθογραφίαν. Ἐγὼ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας ἅπαξ εἰς τὸν βίον μου ἀλληλογράφησα. Ἀλληλογράφησα, ὅτε ἐγὼ μὲν ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς, φίλος ὢν τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτει νὰ ὑφαρπάσῃ ἀπὸ τὰς χεῖράς μου, ὡς Ὑπουργοῦ, ἕνα κλέπτην ἀξιωματικὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον ἀποστείλει εἰς τὰς φυλακάς. Τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἔγραψεν ἐπιστολὴν πρὸς ἐμὲ αὐθάδη, λησμονήσας ὅτι ἐγὼ δὲν ἤμην ἐκ τῶν Ὑπουργῶν τοῦ χεριοῦ του. Ἔλαβεν αὐθωρεὶ τὴν δέουσαν εἰς τὸ ὑποκείμενόν του ἀπάντησιν, καὶ ἔκτοτε, κύριε Πρόεδρε, καὶ κύριοι συνάδελφοι, ἔκτοτε ἀρχίζει ἡ μῆνίς του ἐναντίον μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη ὅτι εἶναι δικηγόρος, ὅτι τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα εἶναι ἐπάγγελμα ἔντιμον, ὡσανεὶ ἐγὼ κατηγόρησα τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου. Τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου εἶναι ἐντιμότατον, ὅπως εἶναι ἔντιμα ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα. Καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑπάρχει σωρεία δικηγόρων, ἐντιμοτάτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τὸ ἐπάγγελμά των, χωρὶς νὰ δύναται νὰ τοὺς μεμφθῇ κανεὶς, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐν τῇ κοινωνίᾳ οὐδεὶς ποτε λόγος γίνεται ἐπὶ κακῷ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν κατηγόρησα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας διὰ τὸ ἐπάγγελμα τὸ δικηγορικὸν, τὸ ὁποῖον μετέρχεται, τὸν κατηγόρησα διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τὸ μετέρχεται. Ὅσοι ζῶσιν ἐν Ἀθήναις γνωρίζουσι, τί εἰς περασμένην ἐποχὴν ἐγίνετο, προεδρεύοντος ἐδῶ ἑνὸς μακαρίτου Ράγκου. Ὅσοι ζῶσιν ἐν Ἀθήναις γνωρίζουσι, τί ἐγένετο, δικαστοῦ ὄντος καὶ ἀνακριτοῦ ἑνὸς ἄλλου προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὀνομάσω, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶχε τὴν ἀτυχίαν, ἐνῷ ἦτο ἐντιμότατον πρόσωπον, νὰ μὴ δύναται ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ ἐπιτύχῃ ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον πρότασιν πρὸς προαγωγήν...
§31ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι, κύριε Βουδούρη, ἀποδείξεις, αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ· εἶναι ἔπεα πτερόεντα.
§32Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸς ὁ Κύριος νὰ μὴ διακόπτῃ· δύναται νὰ ἔλθῃ αὐτὸς ἔπειτα νὰ εἴπῃ ἔπεα μὴ πτερόεντα...Χθὲς ποῦ ἦσθε, Κύριε, ὅτε ἔλεγε τὰ ἔπεα πτερόεντα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας; Δὲν κατηγόρησα λοιπὸν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, διότι μετέρχεται τὸ δικηγορικόν του ἐπάγγελμα. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, τὸν κατηγόρησα, καὶ τὴν κατηγορίαν τὴν ἤκουσεν ὅλη ἡ Βουλὴ, τὸν κατηγόρησα τολμήσαντα νὰ εἴπῃ εἰς ἐμὲ τὸ «δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ»· εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐγὼ τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνετέθησαν, τὰ διεχειρίσθην ὅπως τὰ διεχειρίσθην. Εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεχθῶ τετράκις κατὰ συνέχειαν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὑποδεικνυόμενος ἀπὸ τὸν μέγαν πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος Χαρίλαον Τρικούπην.
§33ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Ἔχω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις.
§34Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διὰ νὰ ὑποδεικνύωμαι ἐγὼ ἀπὸ τὸν Χαρίλαον Τρικούπην τετράκις κατὰ συνέχειαν, εἶναι βεβαίως ἀπόδειξις, ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τὸ διεχειρίσθην καλῶς. Εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ σύρῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ τὰ Κακουργιοδικεῖα. Προσθέτω νῦν, λέγων εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μεταβαίνῃ εἰς Πάτρας ἐπ’ ἀμοιβῇ χιλιάδων δραχμῶν, νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν ὑπεράσπισιν ὑποθέσεων εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν σκάνδαλον τοιοῦτον, ὥστε ἐξερχόμενος τῆς αἰθούσης τοῦ Κακουργιοδικείου ἤκουσεν ἀπὸ τὰ πλήθη, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἤκουσε, Πρόεδρος ὢν τῆς Βουλῆς.
§35Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§36Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄλλος τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Περιμένω τὸν κ. Γουναράκην.
§37Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λέγω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν ὑπεράσπισιν ἑνὸς γνωστοῦ Ἡγουμένου, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἔχει μεγάλην ἀδυναμίαν εἰς τοὺς Ἡγουμένους, οἵτινες διορίζουν τὰ παιδιά του ὑπαλλήλους τῶν Μονῶν (ἱλαρότης).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Νομίζω ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένα.
§39Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ μεταβαίνῃ εἰς Λαμίαν, καὶ εἰς τὸ πρόσωπόν του νὰ ἐξευτελίζηται τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων κ. Κυπριάδης τοῦ ἀφήρεσε τὸν λόγον, τῷ ἐπέταξε νὰ καθίσῃ κάτω, καὶ τῷ εἶπεν, ὅτι «ἐδῶ δὲν εἶσθε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς».
§40Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε!
§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμην συνήγορος τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς. Αὐτὰ δὲν ἔγειναν. Ἤμην ἐναντίος τοῦ Ἡγουμένου ἐγώ.
§42Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος.
§43Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἦσθε παρὼν ὑμεῖς, πιθανὸν νὰ συγχέω τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἡγουμένου μὲ τὴν ὑπόθεσιν Μαλτέζου.
§44Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Προσπαθοῦν νὰ θολώσουν τὰ νερά!
§45Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡσυχάσατε, καὶ δὲν τὸν ἀφίνω νὰ τὰ θολώσῃ. Λέγω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν Λαμίαν, νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν ὑπεράσπισιν ἑνὸς ὀνόματι Μαλτέζου, κατηγορουμένου διὰ τὴν κλοπὴν τῆς Τραπέζης, νὰ ἐνεργῇ φανερὰ ὑπὲρ τῆς ἀθωώσεως αὐτοῦ, τοῦ κατηγορουμένου, καὶ μὴ δυνηθεὶς νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, διότι ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων ἀνέβαλε τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ἔρχηται ἐδῶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀφοῦ ἐπέτυχεν ἐκ νέου τὸν προσδιορισμὸν τῆς δίκης εἰς τὸ ἴδιον Κακουργιοδικεῖον, ν’ ἀποκλείῃ διὰ τῶν σκανδαλωδῶν ἐνεργειῶν του τὸν Πρόεδρον τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν τοῦ νὰ προεδρεύσῃ τοῦ Κακουργιοδικείου, καὶ νὰ φροντίζῃ νὰ σταλῇ ἐξ Ἀθηνῶν ἐφέτης, διὰ νὰ προεδρεύσῃ. Εὐτυχῶς ὁ ἀποσταλεὶς ἦτο δικαστὴς ἔντιμος, ὁ κ. Φάραγγας, καὶ ἡ δίκη ἀνεβλήθη καὶ πάλιν...
§46Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἔγεινεν ἐδῶ, καὶ ἠθωώθη ὁ Μαλτέζος.
§47Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, τί ἔγεινεν ἐδῶ. Ἐγὼ ἠξεύρω, τί ἔγεινεν εἰς τὴν Λαμίαν. Γνωρίζω ὅτι, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐτρέχετε ἀπὸ Κακουργιοδικείου εἰς Κακουργιοδικεῖον, ὑπερασπιζόμενος τοὺς ἐγκληματίας, καὶ πληρωνόμενος οὐχὶ ὡς δικηγόρος, ἀλλ’ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διότι ὡς δικηγόρος θὰ ἐπληρώνεσθε 500 δραχμὰς, καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπληρώνεσθε χιλιάδας δραχμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐνόμισε καλὸν, ἀγορεύων χθὲς καὶ ζηλώσας, φαίνεται, τὴν δόξαν ἑνὸς ἄλλου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἦλθεν ἐδῶ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν περιουσιῶν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, ἐνόμισε, λέγω, καλὸν νὰ θίξῃ καὶ τὰ τῆς περιουσίας μου. Ἐγὼ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ τῷ δώσω λόγον τῆς περιουσίας μου. Ἐγὼ ἐγεννήθην ἀπὸ οἶκον, τὸν ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε. Δὲν εἶμαι πλούσιος· ἔχω τὰ ἀπαιτούμενα νὰ ζῶ ἀνέτως, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ἠκούσθη ποτὲ, ὅτι ἐλήστευσα καμμίαν Τράπεζαν, ἢ ἐλήστευσα κανὲν δημοτικὸν ταμεῖον, ἢ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκλεψα τὰ δημόσια χρήματα καὶ ἐπλούτησα, ἢ ἐχώθην εἰς κανένα οἶκον καὶ ἐρροκάνιζον ξένας περιουσίας ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Ἀφοῦ ὅμως ἤθελε νὰ ζηλώσῃ τὴν δόξαν τοῦ συναδέλφου ἐκείνου, τὸν συγχαίρω, κύριε Πρόεδρε. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας ἐπέρανε, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον του τὴν ἑσπέραν ἐκείνην μὲ μίαν παροιμίαν: «τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ». Εἰς τὴν παροιμίαν αὐτὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔδωκεν. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ἐγὼ βεβαίως νὰ ζητῶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ ἀπαντῶσιν, ὁπόταν θέλω ἐγὼ, ἢ νὰ μὴ ἀπαντῶσιν. Ἀλλ’ γὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ τὸν Βουλευτὴν Λεβαδείας καὶ πάντα ἄλλον Βουλευτὴν, ὅτι ἡ σιωπὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐσήμαινε παραδοχὴν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Λεβαδείας. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πάντοτε εὐφήμως ὡμίλησε περὶ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τὴν δρᾶσίν μου τὴν ὑπουργικὴν, καὶ διὰ τοῦτο τῷ εἶμαι εὐγνώμων. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ὀλίγοι Πρωθυπουργοὶ ὡμίλησαν εὐφήμως περὶ συναδέλφου των, ὅπως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ ἐμοῦ. Ὡμίλει εὐφήμως περὶ ἐμοῦ ἐφ’ ὅσον ἤμην Ὑπουργός του, ὡμίλει εὐφήμως περὶ ἐμοῦ καὶ μετὰ τὴν παραίτησίν μας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ὡμίλει εὐφήμως περὶ ἐμοῦ, καὶ ἴσως πλειότερον τοῦ δέοντος, μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν εἰς διάστασιν. Καὶ ἐπειδὴ ὅ,τι λέγω θέλω νὰ τὸ ἀποδεικνύω, προκαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴν κύριον Κουντουριώτην. Κύριε Κουντουριώτη, εἶσαι τίμιος ἄνθρωπος, εἶσαι Κουντουριώτης, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῇς καὶ εἴπῃς, τί ἤκουσες ἐκ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀλίγας ἡμέρας προτοῦ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, περὶ ἐμοῦ.
§48Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πάντοτε ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν, τὴν δρᾶσιν ὑμῶν, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὴν ἐξῆρε καὶ τὴν ἐπῄνει.
§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ἀκριβέστατον.
§50Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν τοῦ κ. Κουντουριώτου τὴν στέλλω ἐπὶ συστάσει εἰς τὸν ἐκ Λεβαδείας Βουλευτήν. Τὴν δὲ ἐπιβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις εἶναι ἡ μεγαλειτέρα καταδίκη τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, τὴν μεταβιβάζω καὶ αὐτὴν εἰς τὸν Κύριον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν αὐθάδη τόλμην νὰ εἴπῃ περὶ ἐμοῦ ὅ,τι εἶπε, τὸ δὲ «δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ» τοῦ τὸ ῥίπτω κατὰ πρόσωπον. Καὶ ἐπειδὴ ἐτόλμησεν αὐτὸς ὁ Κύριος νὰ εἴπῃ περὶ ἐμοῦ ὅ,τι εἶπε, περαίνω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, καὶ τὸν περαίνω διὰ παροιμίας· καὶ ἐπειδὴ τῷ ἐδόσατε τὴν ἄδειαν νὰ ὑβρίσῃ...
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν ἄδειαν ἔδωκα.
§52Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. δι’ αὐτὸ καὶ εἰς ἐμὲ παρέχεται ἡ ἄδεια νὰ τῷ ἀπαντήσω διὰ παροιμίας, καὶ τῷ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει μία παροιμία, ἡ ὁποία λέγει: «ἐβγῆκε ἡ πομπὴ στὴ στράτα καὶ πομπεύει τοὺς διαβάτας!»
§53Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἀπήντων εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος, ἐὰν δὲν ἠσθανόμην κάποιον αἴσθημα εὐγνωμοσύνης πρὸς αὐτὸν, διότι, ἐνῷ δὲν εὑρέθη μέχρι τοῦδε φίλος μού τις νὰ ἐξαγγείλῃ εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου διά τε τῶν ἐφημερίδων καὶ διὰ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ὁμιλιῶν, ὅτι ἐγὼ εἰμὶ ὁ δένων καὶ λύων εἰς τὸ κόμμα τοῦτο, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος τὸ ἔπραξε κατ’ ἐπανάληψιν. Τοῦτο ἐξυπηρετεῖ πολλῶν εἰδῶν φιλοδοξίας, καὶ ὁμολογῶ ὅτι, ἂν τοῦτο ἔπραξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος, ἵνα ὅταν ἔλθῃ κατάλληλος περίστασις μνησθῶ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ διανομῇ τῶν ἀξιωμάτων, βεβαίως τὸ ἐπέτυχεν. Ἀλλὰ τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο, εἶναι ἄλλο, τὸ θέμα εἶναι τοῦτο: Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἢ ἄλλος τις, διορθώσας τὴν ἀγόρευσίν του, ἐπλαστογράφησε — νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἁρμόζουσα λέξις — τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς; Περὶ αὐτοῦ δὲν ἤκουσα τίποτε. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε χθὲς ἀνεγίνωσκον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ μέρη, ἅτινα προσετέθησαν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀνωμολόγουν, ὅτι τοιαῦτα δὲν ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα, καὶ τοῦτο κυρίως ἐνδιέφερεν ἐμέ· ἂν δὲ περὶ τούτου ὡμίλησα μετὰ 48 ὥρας, τοῦτο ἔπραξα διότι πρότερον δὲν ὑπῆρχε συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὑπῆρχε συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, θὰ ἀπήντων αὐτοστιγμεί, ἔστω καὶ ἂν εἶχον λάβει τὰς λεμονάδας ἕνεκα τῶν δεινῶν κτυπημάτων τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἐπανῆλθεν εἰς ὕβρεις! Καὶ μήπως δύναται νὰ κάμῃ τι ἄλλο; Ἔχει μίαν περίεργον ἀποστροφὴν ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς πᾶν εὐγενὲς ἔργον, καὶ ἐνῷ ἔχει τοιαύτην ἀποστροφὴν εἰς τὰ εὐγενῆ ἔργα, ἀναμιγνύεται εἰς παντὸς εἴδους ἔργα, εἴτε δημόσια εἶναι ταῦτα εἴτε ἰδιωτικά. Εἰς αὐτὰ μόνον τὰ ἔργα προσέχει, ὁμιλεῖ δὲ περιφρονητικῶς περὶ τῶν καθηκόντων, ἅτινα καὶ δι’ ὅρκου οἱ ἐπιστήμονες ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκπληρῶσι. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἀφιλοκέρδεια τῶν ἐπιστημόνων δὲν ἐξικνεῖται μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἐξικνεῖται ἡ ἀφιλοκέρδεια τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὥστε νὰ παρέχωσιν ἁπάσας τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν δωρεάν· ἂν θέλετε μάλιστα, δὲν ἐπιτρέπει ὁ νόμος τοῦτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐβεβαίωσε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν εἶχε πρὸς ἐμὲ ποτὲ ἀλληλογραφίαν. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἐμνήσθη ἐν τούτοις περιστάσεώς τινος, ἧς καὶ ἄλλοτε ἐμνήσθη, ὅτε ἐγὼ ἤμουν ἀπὼν ἐκ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὑβρίσῃ ἄνθρωπον ἀπόντα, μὴ δυνάμενον νὰ ἀπαντήσῃ. Ἐγὼ δὲν θὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Περὶ τούτου δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ συνάδελφος κ. Γουναράκης, ὅστις γνωρίζει τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ἐὰν ὡμίλει ὁ κ. Γουναράκης, θὰ ἔλεγεν ὅ,τι πρέπει νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι ὑβρίζων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καταχανδακόνει τὰς ὑπολήψεις τῶν ἀνθρώπων. Ὑπάρχουσιν ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προσβάλωσι, καὶ ὑπάρχουσιν ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουσι μόνον τοὺς ὑβρίζοντας. Νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσας ὕβρεις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεσώρευσε; Θέλετε νὰ κατέλθω, ὅπως κἀγὼ ἀντιλακτίσω αὐτόν; Δὲν θὰ τὸ κάμω ποτέ.
§54Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν συνάδελφον διὰ τὴν χάριν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμε, καὶ δὲν κατῆλθε, καὶ χαίρω πολὺ διότι τοιουτοτρόπως ἐδόθη τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§55Ι. ΔΑΜΗΛΑΤΗΣ. Μετ’ ἀπορίας μου παρετήρησα, ὅτι τὸ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν τῇ παραλίᾳ Καλαμῶν ἐρρίφθη εἰς τὸ βάθος τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διὰ τίνα λόγον ἐχαρακτηρίσθη καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἐνῷ πρόκειται ἀποκλειστικῶς νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς γινώσκει καλῶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ τοῦτο καὶ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ νῦν ὡς τελωνεῖον χρησιμεῦον παράπηγμα τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Καλαμῶν πρόκειται νὰ κατεδαφισθῇ συνεπείᾳ τελεσιδίκου δικαστικῆς ἀποφάσεως, οἴκημα δὲ κατάλληλον, ὅπως προσωρινῶς χρησιμοποιηθῇ διὰ τελωνειακὸν κατάστημα, δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς ἐν τῇ παραλίᾳ Καλαμῶν· ἀνάγκη λοιπὸν μεγίστη εἶναι νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἀνεγειρομένου δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΩΚΑʹ τελωνειακοῦ καταστήματος, οὗτινος τὸ ὑλικὸν εὑρίσκεται ἐκτεθειμένον εἰς τὴν ἐπήρειαν τῶν ἀτμοσφαιρικῶν μεταβολῶν, καὶ τοῦτο ἐπιζητεῖται διὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ συναινέσῃ, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ ἐξ ὀλιγίστων γραμμῶν ἀποτελεῖται καὶ οὔτε θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, οὔτε ἀντίρρησις ὑπάρχει καμμία κατ’ αὐτοῦ.
§56Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἰς τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος «οἱ Καιροὶ» τῆς 6 Ἰουνίου ἀναγράφεται ἡ ἑξῆς εἴδησις (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Λεβίδης μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ὅτι δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὸ πρὸς ἀνέγερσιν φυλακῶν κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, περατουμένων τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς θὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ θὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν αὐτοῦ πρὸς τοῦτο.» Ἐπερωτῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἡ εἴδησις εἶναι ἀκριβής· ἐὰν δὲ ἦναι ἀκριβὴς, καὶ νομίζῃ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὸ δικαίωμα ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ κληροδοτήματος, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν, ὅπως τὰς φυλακὰς ἀνεγείρει ἐν Ρίῳ, ὅπου καὶ τὰ ὑλικὰ εἶναι πρόχειρα καὶ ἡ ἀνέγερσις τῶν φυλακῶν θὰ στοιχίσῃ ὀλιγώτερον. Εἶναι θέσις εὑρισκομένη εἰς τὸ μέσον τῆς δυτικῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς δυτικῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, καὶ εἶναι μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον εὐκόλως δύνανται νὰ μεταβαίνωσιν οἱ συγγενεῖς τῶν καταδίκων. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, διότι δὲν πρέπει τὰ πάντα νὰ συγκεντρῶνται ἐν Ἀθήναις. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ καταγγείλω εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰ συμβαίνοντα ἐκ μέρους ξένης προπαγάνδας ἐν Πάτραις, προπαγάνδας πολεμούσης τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν Ἠπείρῳ, ἥτις ἔσχε τὴν αὐθάδειαν, ἀφοῦ ἵδρυσεν ἐν Κερκύρᾳ τμῆμα, νὰ ἱδρύσῃ καὶ ἐν Πάτραις, καὶ δυστυχῶς μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς προπαγάνδας αὐτῆς εἶναι καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, εἰ δυνατὸν, νὰ λάβῃ μέτρα αὐστηρὰ κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἐπίσης ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καταθέτων καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν, πόσαι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι ξέναι Σχολαὶ ἀρρένων καὶ θηλέων, πότε ἱδρύθησαν καὶ δυνάμει τίνος ἀδείας· παρακαλῶ δὲ νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν χορηγηθεισῶν ἀδειῶν. Ταυτοχρόνως τὸν παρακαλῶ, ἤδη, ὅτε εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ἐξετάσεων, νὰ διατάξῃ ἐπιθεωρητὰς ἐγνωσμένης ἐμπιστοσύνης καὶ ἱκανότητας καὶ πατριωτισμοῦ νὰ παρακολουθήσωσι τὰς ξένας Σχολάς. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπου ἡ ἀνικανότης τῶν προξενικῶν ἀρχῶν καὶ ἡ ἀβελτηρία τῶν Κυβερνήσεων ἀφίνουσι νὰ διαπράττωνται, εἶναι φοβερὸν νὰ γίνωνται ἐν μέσῃ Ἑλλάδι, καὶ ν’ ἀφίνωμεν τὴν προπαγάνδαν νὰ ἐνεργῇ ἐλευθέρως.
§57ΗΛ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι εἰς τὴν Κέρκυραν συνεστήθη τμῆμα τῆς Ἰταλικῆς προπαγάνδας.
§58Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Πρὸ δύο μηνῶν περίπου διὰ τηλεγραφήματός μου πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἀγροφύλακας τοῦ χωρίου Νεμπεγλέρ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέταξε τὸν νομάρχην, ἵνα ἀμέσως καὶ ἀμελλητὶ ἐγκαταστήσῃ τοὺς τρεῖς ἐπὶ τρεῖς ἤδη φορὰς ἐκλεχθέντας ἀγροφύλακας· ἀλλὰ καίτοι ἔδωκε τοιαύτην εἰδικὴν διαταγὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω πληροφορίαν σήμερον, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ νομάρχης περιφρονεῖ τὴν διαταγὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτήν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τρεῖς φορὰς ὁ ἀξιότιμος νομάρχης ἠκύρωσε τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων, καὶ ἐπανῆλθον οἱ ἰδιοκτῆται ἐπὶ τῶν αὐτῶν προσώπων καὶ τοὺς αὐτοὺς ἀγροφύλακας ἐξέλεξαν, ἀλλ’ ὁ νομάρχης ἐπιμένει νὰ μὴ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν γνώμην τῶν ἰδιοκτητῶν, ἔχων τὸν ἑξῆς ὑπολογισμόν· διώρισε διὰ τοῦ ἀστυνόμου ἰδίους ἀγροφύλακας, καὶ θέλει, τὸ δικαίωμα τῶν ἀγροφυλάκων νὰ τὸ λάβουν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς διώρισεν, ἀλλὰ τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγή του, διότι εἶναι ἀνεξήγητος ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ κ. νομάρχου, νὰ περιφρονῇ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργοῦ.
§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔδωκα διαταγὴν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἷς ἐκ τῶν ἐκλεχθέντων ἀγροφυλάκων κατηγορεῖται ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν.
§60Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὄχι ἐκεῖ· εἰς τὸν δῆμον Κραννῶνος συνέβη τοῦτο· ἀλλ’ ὁ ψευδῶς κατηγορηθεὶς ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ λῃστοῦ Γκάρτσου ἀγροφύλαξ ἀπηλλάγη διὰ βουλεύματος πάσης κατηγορίας. Ὥστε καὶ ἐκεῖ δέον νὰ διαταχθῇ ἡ ἐγκατάστασις τῶν ἐκλεχθέντων ἀγροφυλάκων.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὸν χθὲς,—ὑπεσχέθη δὲ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θ’ ἀπαντήσῃ σήμερον,— ἐν σχέσει πρὸς τοὺς τόκους τοὺς καταβληθησομένους ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ δανείου τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων, τὸ ἐκδοθὲν πρό τινων ἡμερῶν.
§62Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὔριον θὰ καταθέσω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διότι σήμερον ἔτυχε ν’ ἀπουσιάζῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος.
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ὡσαύτως ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ κ. Μερλοπούλου. Καταθέτω καὶ τὸν αἰτηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ πίνακα τῶν δαπανῶν, αἵτινες θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων νόμων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ στρατολογίας. Ὁ πίναξ οὗτος νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ τυπωθῇ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 111).
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίας περὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω καταθέσει αὐτὰς πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§67ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ποιήσωμαι δήλωσιν ἐπὶ τῶν σήμερον γραφέντων ἔν τισιν ἐφημερίσιν, ὅτι δῆθεν χθές, ἐνῷ δὶς ὡμίλησα, συνηγορήσας θερμῶς ὑπὲρ τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, κατέληξα ἐν τούτοις συμφωνήσας πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος κ. Γεωργόπουλος, ὅστις ὡμίλησε περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νομίζω ὅτι ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπ’ ἐμοῦ οὐδὲν τοιοῦτον προέκυψεν, ἀπ’ ἐναντίας δὲ δηλῶ, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ προεκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσαν εἰς τὸν συνάδελφον ἐκ Καρδίτσης κ. Τερτίπην, ἡ ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, τοῦ μέχρι τῆς χθὲς ἔτι κοπτομένου ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τελεία ἐγκατάλειψις αὐτοῦ χθές, ὁμιλήσαντος οὐ μόνον δι’ ἴδιον αὑτοῦ λογαριασμὸν ἀλλὰ καὶ διὰ λογαριασμὸν τῶν λοιπῶν αὐτοῦ συναδέλφων· δηλῶ δέ, ὅτι εἶμαι πάντοτε ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, καὶ ὅτι δὲν θέλω ὑποχωρήσει ἢ μόνον ἀπέναντι ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις δέον νὰ ληφθῇ διὰ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλασσόμεθα μετ’ ἄλλων συναδέλφων νὰ ζητήσωμεν ἐν καιρῷ.
§68ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ πλανᾶται ὁ κ. Βουλευτὴς, λέγων ὅσα εἶπε περὶ ἐμοῦ. Εἰς οὐδεμίαν ποτὲ ἐξήγησιν ἦλθον μαζύ του, τὴν δὲ πρότασιν νόμου ὑπέγραψε τελευταῖος ὅλων. Οὐδέποτε ὡμιλήσαμεν περὶ προτάξεως ἢ ἐπιψηφίσεως. Ἐὰν δὲ διὰ λόγους ἄλλους, τοὺς ὁποίους βραδύτερον θὰ ἀναπτύξω, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ πρόταξις τῆς προτάσεως νόμου ταύτης πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦτο ἐνδιαφέρει ἐμέ, καὶ περὶ τούτου θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν βραδύτερον.
§69Λ. ΜΕΛΑΣ. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι εἶμαι ὁ πρωτεργάτης τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε διεκδικῶ τὴν τοιαύτην τιμήν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἔλαβον θερμότατον μέρος καὶ ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§70ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἐπιψήφισιν.
§71Λ. ΜΕΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιψήφισιν, προκαλῶ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Τερτίπη καὶ τοῦ κ. Φωτιάδου, ἂν πρὸ ἡμερῶν ἤδη, πρὶν ἢ ὑμεῖς ἀκόμη λάβητε οἱανδήποτε ἀπόφασιν καὶ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐδείξατε, δὲν συνεννοούμεθα. Τοὐλάχιστον ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὤθησε πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτὰς πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαίων τῶν σιτοπαραγωγῶν.
§72Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἐν Ἄργει πανάρχαιος ναὸς τοῦ τιμίου Προδρόμου, ἡ παλαιὰ Μητρόπολις, συνεπείᾳ σεισμικῶν δονήσεων κατέστη ἐπικίνδυνος εἰς τοὺς ἐκκλησιαζομένους, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀπηγορεύθη ἡ ἐν αὐτῷ ἐκτέλεσις πάσης ἱεροτελεστίας, καὶ οὕτω παραμένει κλειστός, καὶ ἀναμένεται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἡ πτῶσις ναοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον συνετελέσθη τὸ μεγαλείτερον καὶ σημαντικώτερον γεγονὸς διὰ τὴν τότε δούλην καὶ νῦν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Εἰς τὸν ναὸν τοῦτον συνῆλθεν ἡ πρώτη Ἐθνοσυνέλευσις κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1821, καὶ ὡρκίσθησαν 59 πληρεξούσιοι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ, χοροστατοῦντος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ, καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τοῦ ναοῦ τούτου ἀπήχησε τὸ πρῶτον τῆς ἐλευθερίας σάλπισμα. Εἰς τὸν ναὸν τοῦτον περιέχονται τὰ ὀστᾶ τοῦ πρώτου Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Σωτηρίου, μεγίστας προσενεγκόντος εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας, εἰς τὸν ναὸν τοῦτον περιέχονται τὰ ὀστᾶ 400 πατριωτῶν, πεσόντων κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα. Ὁ μακαρίτης Καποδίστριας, εὐλαβῶς φερόμενος πρὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ ναοῦ τούτου, ἰδίαις δαπάναις ἀνεκαίνισε καὶ ἐπεσκεύασεν αὐτὸν, ἡ δὲ πόλις τοῦ Ἄργους εὐγνωμονοῦσα ἐνετείχισεν ἀναμνηστικὴν πλάκα, σῳζομένην καὶ νῦν ἀκόμη. Ναὸς τοιαύτης ἀρχαιολογικῆς σημασίας νομίζω ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν διάσωσιν αὐτοῦ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προέχῃ ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν ἡ αἴτησις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἔσπευσε νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον νομομηχανικόν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης τοῦ ἔργου. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν πρωτοβουλίαν ὀφείλεται ἡ μέχρι τοῦδε γενομένη ἐργασία, δὲν ἔχω νὰ ζητήσω ἄλλο τι ἢ μόνον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναγράψῃ τὴν ἐλαχίστην ἄλλως τε δαπάνην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πρὸς διάσωσιν τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου κειμηλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκκλησιάζεται ἡ μεγαλειτέρα συνοικία τῆς πόλεως Ἄργους.
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νόμος, διότι ἄνευ νόμου δὲν δύναται νὰ αἰτηθῇ πίστωσις, καὶ ἑπομένως ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως πιστώσεως δραχμῶν 5,000 διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ ναοῦ «Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος».
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 112).
§75Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας Ι. Καλούτσης, ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων τινῶν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω. Ὁ κ. Φικιώρης ὡμίλησε περὶ τῶν παραπόνων τῶν γενομένων ἐν Σπάρτῃ εἰς τὰς φυλακὰς τῶν ὑποκαταδίκων. Καταθέτω τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φαρμακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§77Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὥρα αὕτη τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν μοὶ ἐφαίνετο ἐπίκαιρος, ἵνα σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἰταμῶς προκληθεὶς κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, εἶμαι σήμερον ἠναγκασμένος νὰ κατατρίψω ἱκανὸν χρόνον ἐκ τοῦ ὀλίγου ἐναπολειπομένου πρὸς ἐργασίαν. Τὸ θέμα τοῦτο ἔπρεπε πρότερον νὰ εἶχεν ἐρευνηθῆ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ φίλων αὑτοῦ δημοσιογράφων ἐξήγγειλεν ἀπὸ τῆς δεκάτης ἤδη τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἀνεκάλυψεν ἕν ἔργον ἐμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὡς τερατῶδες καὶ νομικῶς ἐπιλήψιμον, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐδήλου, ὅτι ἤθελε κάμει ἐκτενῆ συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ποιούμενος πολλὰς ἀποκαλύψεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις μέχρι τοῦδε ἐθεωρεῖτο καὶ κορώνης λαλίστερος, κατά τε τὴν τακτικὴν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν τρέχουσαν συνέβη νὰ δειχθῇ ἀφωνότερος καὶ τοῦ Ἐφήβου τῶν Ἀντικυθήρων, οὔτε εἰς ἐπερωτήσεις ἀπαντῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ θαῦμα τοῦτο συντελέσθη δι’ εὐχῶν, ἅς ἀνέγνωσεν ὁ Σεβασμιώτατος Ἐπίσκοπος τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος· βεβαίως ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν ἐζημιώθη ἐκ τῆς σιγῆς ταύτης. Καὶ ἐξηγέρθησαν τὰ νεῦμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς συναλλαγῆς, καὶ ἐν ἀκαθέκτῳ ὁρμῇ, μὴ προσηκούσῃ εἰς Ὑπουργὸν, ἐνθυμιζούσῃ ὅμως πολλὰ ἐπεισόδια τοῦ βίου του, μοὶ ἐπετέθη, ἐπισείων ἀπειλητικῶς τὴν κατασκευὴν διδακτηρίων διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κατατεθειμένων ἐσόδων. Αἱ ἀπειλαὶ αὗται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν μὲ ἐπτόησαν, μοὶ ἀνέμησαν μόνον τοὺς πυρσούς, μὲ τοὺς ὁποίους ἠπείλησέ ποτε νὰ κατακαύσῃ τὸν τουρκικὸν στόλον διὰ τῆς ἱστορικῆς του ἀτμακάτου. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ πυρσοὶ ἐκεῖνοι ἐσβέσθησαν ἀδόξως εἰς τὰς ἐρήμους ἀκτὰς τῶν Κυθήρων, οἱ σημερινοὶ πυρσοὶ θὰ καταυγάσωσιν αὐτὸν τοῦτον, ἵνα καταδειχθῇ ὁπόσον ἄμωμος ὑπῆρξεν ὁ τῶν ἄλλων αὐστηρὸς τιμητής, ὁπόσον συνεπὴς τυγχάνει πρὸς τὰ διδάγματά του ὁ τῶν ἄλλων διδάσκαλος. Ἀλλ’ ἵνα καταδειχθῶσι ταῦτα, πρέπει νὰ σᾶς ἀναλύσω τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ τῇ ἐπανειλημμένῃ προκλήσει μου. Οἱ πίνακες οὗτοι ἴσως περιέχουσι καί τινας ἀνακριβείας, διότι λόγου χάριν ἀνεῦρον, ὅτι μοὶ καταλογίζουσι τὴν ἔγκρισιν τοῦ σχολείου θηλέων εἰς τὸ χωρίον Γαλάρον τοῦ δήμου Ἀρτεμισίων τῆς Ζακύνθου, ἐνῷ ἡ ἔγκρισις αὕτη ἐγένετο τῇ 30 Δεκεμβρίου 1900. Ἀλλ’ αἱ διαφοραὶ αὗται ἴσως εἶναι πολὺ μικραὶ, καὶ θὰ τὰς παρατρέξω. Ἴσως οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, κατέγεινε νὰ ἐξαγάγῃ στατιστικὰς πληροφορίας ἐκ τῶν πινάκων τῶν κατατεθέντων. Ἀμέσως ἐνδιαφερόμενος πρὸς τοῦτο, κατέγεινα ἐγὼ, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω εὐμενῶς νὰ μὲ ἀκροασθῆτε...
§78Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν θὰ ὁμιλήσητε πολὺ, νὰ διακόψωμεν.
§79Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀπουσιάζουν.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ γίνεται κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Φαρμακόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του.
§82Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ἀνέλυσα τὸν πρῶτον πίνακα, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῶν διδακτηρίων, καὶ κατήρτισα στατιστικὴν τῶν διδακτηρίων τῶν ἐγκριθέντων κατ’ ἔτος καὶ κατὰ Ὑπουργοὺς, διότι δὲν συνέπεσε καθ’ ὅλον τὸ ἔτος νὰ προΐσταται τοῦ Ὑπουργείου ὁ αὐτὸς Ὑπουργός. Κατὰ ταύτην, ἐνεκρίθη ἡ κατασκευὴ διδακτηρίων κατὰ τὸ 1898 ἐν ὅλῳ 11, ἀξίας δραχ. 177,082 κατὰ τὸ 1899 διδακτηρίων 8, ἀξίας δρ. 155,239, κατὰ τὸ 1900 διδακτηρίων 111, ἀξίας δρ. 1,711,876. Ἐκ τῶν 111 αὐτῶν διδακτηρίων ὁ καὶ σήμερον Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐνέκρινε τὰ 102, ἀξίας 1,567,485 δραχ. Κατὰ τὸ 1901 ἐνεκρίθη ἡ κατασκευὴ διδακτηρίων 114, ἀξίας 2,144,058 δραχ. Κατὰ τὸ 1902 διδακτηρίων 32, ἀξίας 822,256 δρ. Κατὰ τὸ 1903 διδακτηρίων 96, ἀξίας δραχ. 2,151,823. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν συνέπεσε καθ’ ὅλον τὸ ἔτος νὰ διοικῇ τὸ Ὑπουργεῖον ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς, κατέταξα τὰ ἐγκριθέντα διδακτήρια κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν διηύθυνε τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον. Κατὰ ταῦτα, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος ἄλλου, ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1898 μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1899 ἐνεκρίθησαν 16 διδακτήρια· ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1899 μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1900, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον ὁ κ. Εὐταξίας, ἐνεκρίθησαν 12 διδακτήρια· ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1900 μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1901, καθ’ ὃ διάστημα διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον ὁ καὶ νῦν διευθύνων αὐτὸ, ἐνεκρίθησαν σχολεῖα 214, ἀξίας 3,682,533 δραχμῶν. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Μομφερράτου ἐνεκρίθησαν σχολεῖα 34. ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τῶν κ. κ. Ρώμα καὶ Μαυρομιχάλη καὶ ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας 65. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε καὶ τὸν λογαριασμὸν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἅτινα κατὰ τὸν νόμον κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, χρησιμοποιούμενα διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν διδακτηρίων. Πάντες ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸν πίνακα τοῦτον· διὰ νὰ ἐξαγάγητε ὅμως συμπεράσματα, χρειάζεται νὰ συγκρίνητε καθ’ ἕκαστον ἔτος τὴν ἀξίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέρχονται τὰ ἐγκριθέντα πρὸς κατασκευὴν διδακτήρια πρὸς τὸ ποσὸν τὸ εὑρισκόμενον κατατεθειμένον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ μομφὴ, ἡ ὁποία μοὶ ἀπεδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι δηλαδὴ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐγκρίσεως τῆς δημοπρασίας τῶν διδακτηρίων ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι καὶ κατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τὰ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἔσοδα, διότι ἄλλως ὑπάρχει ὑπέρβασις, ἀξία ὄχι μόνον μομφῆς, ἀλλὰ καὶ νομικῶς ἐπιλήψιμος. Τοῦτο δὲ ὄχι μόνον διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐξήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ περιέλαβεν εἰς ἐπίσημον ἔγγραφον, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη κατατίθενται, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895, τὸν Ἰανουάριον τοῦ ἐπιόντος ἔτους τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν. Οὕτω λοιπὸν τὰ τέλη τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1895 κατετέθησαν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1896 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, συνιστάμενα ἐκ δραχ. 422,000, τὰ τέλη τοῦ 1896 κατετέθησαν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1897 ἐκ δραχ. 648,186, καὶ τὰ τέλη τοῦ 1897 τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1898 ἐκ δραχ. 461,585. Ἑπομένως μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου 1898 ὑπῆρχον κατατεθειμέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν 1,531,771 δραχμαί. Ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν κατὰ τὸ 1898 ἐγκριθέντων 11 διδακτηρίων, ἀνερχομένην εἰς δραχμὰς 177,082, ὑπολείπονται κατατεθειμέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δρ. 1,354,689. Εἰς ταῦτα προσθετέον τὰ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1899 κατατεθέντα ἐκπαιδευτικὰ τέλη τοῦ 1898, ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 486,634, δι’ ὧν ἀναβιβάζεται τὸ ποσὸν τὸ διαθέσιμον κατὰ τὸ 1899 εἰς δραχ. 1,841,323. Κατὰ τὸ 1899 ἐνεκρίθησαν 8 μόνον διδακτήρια, ἀξίας δρ. 155,239, ὑπελείφθη ἑπομένως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ποσὸν 1,686,084. Προσθετέον εἰς ταῦτα τὰ τέλη τοῦ 1899, τὰ κατατεθέντα τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1900, ἀνερχόμενα εἰς δρ. 589,637, διὰ τῶν ὁποίων ἀναβιβάζεται τὸ ποσὸν τὸ κατατεθειμένον εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ 1900 εἰς 2,275,721 δραχμάς. Ἐὰν τὸ 1900 ἐγκρίθησαν 111 διδακτήρια, ὧν τὰ 102 ἐνέκρινεν ὁ καὶ νῦν διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὰ λοιπὰ 9 ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Εὐταξίου καὶ ὑπὸ τοῦ κ. νῦν Πρωθυπουργοῦ, διευθύνοντος προσωρινῶς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο κατ’ Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον τοῦ ἔτους ἐκείνου, τῶν 111 διδακτηρίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 1,711,876 δραχμάς. Ἑπομένως ὑπελείφθησαν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 563,845 δρ. διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος. Εἰς ταῦτα προσθετέον τὰ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1901 κατατεθέντα τέλη τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 539,351, καὶ ἑπομένως κατὰ τὸ ἔτος 1901 ὑπῆρχον εἰς τὴν Τράπεζαν κατατεθειμέναι δραχ. 1,103,196. Κατὰ τὸ ἔτος 1901 διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὁ καὶ νῦν κ. Ὑπουργός, ἐνέκρινε δὲ 114 διδακτήρια, ἡ ἀξία τῶν ὁποίων ἀνέρχεται εἰς δραχ. 2,144,058, ἤτοι ἐγένετο ὑπέρβασις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Στάη κατὰ δρ. 1,040,862.
§83Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κατὰ τὸ 1901;
§84Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἡ ὑπέρβασις τοῦ ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ αὕτη διὰ τῶν κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1902 κατατεθέντων τελῶν τοῦ 1901, τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 611,404 δραχμάς. Ἑπομένως κατὰ τὸ 1902 ὑπῆρχεν ὑπέρβασις 429,458 δραχμῶν· καὶ ἐνῷ ὑπῆρχεν ἡ ὑπέρβασις αὕτη, ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Μομφερρᾶτος ἐνέκρινε τὴν κατασκευὴν 32 διδακτηρίων, ἀξίας 822,256 δραχμῶν, ἤτοι ἀνεβίβασε τὴν ὑπέρβασιν εἰς δρ. 1,251,714. Δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα κακίσω τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἀλλὰ τὸ λέγω, διότι ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ ὁ σήμερον κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνέφερεν, ὅτι ἡ διάθεσις τοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένου κεφαλαίου παραλλήλως ἐχώρει καὶ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ὡς ἐν τῷ παρελθόντι. Παραλλήλως, ἀλλὰ καθ’ ὑπέρβασιν παραλλήλως, οὐχὶ κατ’ ἰσοζύγιον. Καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ὑπέρβασις αὕτη. Δι’ ἐκείνους, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκρίνωνται σχολεῖα ἀξίας τοσαύτης, ὅσην ἀντιπροσωπεύουσι τὰ χρήματα τὰ ὑπάρχοντα ἤδη κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, πιθανὸν νὰ θεωρῆται ἐπίψογον τοῦτο· ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἵτινες εὑρίσκουσιν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ὑπῆρξεν ἓν τῶν ἀρίστων μέτρων, δι’ ἐκείνους οἵτινες ἔχουσι μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ ἴδωσι τὸ ταχύτερον κατασκευαζόμενα τὰ διδακτήρια εἰς διαφόρους δήμους καὶ διαφόρους κώμας τοῦ Κράτους, δὲν θεωρεῖται τοιοῦτον...
§85Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατ’ ἀναλογίαν ὅμως, διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἐπὶ τῆς ὑπουργίας σας οὐδὲν διδακτήριον ἐγένετο, καίτοι καὶ αὕτη συνεισέφερε διὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν.
§86Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου.
§87Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Τὰ εἴχετε κάμει σεῖς πρότερον.
§88Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὄχι.
§89Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἐδείκνυον τόσην σπουδὴν, ἤθελον ἔλθει καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ἤθελον καταδείξει εἰς ποίας ἐπαρχίας ἐνέκρινα τὴν οἰκοδομὴν διδακτηρίων ἐγὼ, καὶ εἰς ποίας ἐπαρχίας οἱ προκάτοχοί μου ἐνέκριναν, διότι καὶ περὶ τούτου προέβλεψα νὰ καταρτίσω κατὰ τὸν δυνατὸν πίνακα. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι δὲν θεωρῶ ἐπίψογον τὴν ἔγκρισιν τῆς κατασκευῆς διδακτηρίων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἤδη κατατεθειμένου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ποσοῦ, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, τὰ διδακτήρια δὲν οἰκοδομοῦνται, ὅπως ὁ Δημιουργὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον, ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, τὰ διδακτήρια οἰκοδομοῦνται διὰ μακροῦ χρόνου, καὶ οἰκοδομοῦνται κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίων ἔργων, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ὁριστικὴ παραλαβὴ αὐτῶν καὶ ἡ ἀποπληρωμὴ τῶν ἐργολάβων γίνεται μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς προσωρινῆς παραλαβῆς.
§90Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ ἡ πληρωμὴ γίνεται κατὰ δόσεις.
§91Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δὲ πληρωμὴ αὐτῶν, ὄχι μόνον κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄρθρον 75, ἡ πληρωμὴ τοῦ τιμήματος τῶν ἐκτελεσθεισῶν ἐργασιῶν γίνεται πάντοτε εἰς δόσεις, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς τελέσεως τῆς ἐργασίας. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι παρέρχεται πολὺς χρόνος μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῶν διδακτηρίων, συμβαίνουσιν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ ἐγκαταλείπηται τὸ ἔργον, ὅπως συνέβη εἰς τὸ τετρατάξιον σχολεῖον τῶν ἀρρένων ἐν Κεραμιδίῳ τοῦ δήμου Κασθαναίας τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, ὅπως συνέβη ἐν Κρανιδίῳ καὶ εἰς τὸ ἐν Αἰγίνῃ σχολεῖον.
§92ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὅπως συνέβη καὶ εἰς τὸ σχολεῖον τῆς Σκύρου, ὅπου δὲν εὗρον ἀκόμη οἰκόπεδον.
§93Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ διδακτηρίου, καὶ προσθέσωμεν ἓν ἔτος μέχρις ὁριστικῆς παραλαβῆς καὶ ἀποπληρωμῆς τοῦ ἐργολάβου, θέλομεν εὕρει, ὅτι θὰ παρήρχετο καὶ τὸ 1904 καὶ τὸ 1905, καὶ θὰ εἴχομεν οὕτω τὰ τέλη τοῦ 1903, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1904, τὰ τέλη τοῦ 1904, τὰ ὁποῖα θὰ κατατεθῶσι τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1905, καὶ τὰ τέλη τοῦ 1905, τὰ ὁποῖα θὰ κατατεθῶσι τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1906, καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ μέσον ὅρον, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, θὰ ἀνήρχοντο εἰς 1,800,000 δραχμάς. Εἰς αὐτὰ προσθέσατε τὰ χρήματα τὰ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Συγγροῦ, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται μετὰ τῶν τόκων αὐτῶν μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου 1903 εἰς δραχ.798,229, προσθέσατε τοὺς τόκους τῶν κατατεθειμένων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς δρ. 275,000, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπελόγισα, διότι εἶναι δύσκολον κατ’ ἔτος νὰ ὑπολογίζῃ τις πόσος τόκος ἀναλογεῖ εἰς τὸ κατατεθὲν ποσὸν, προσθέσατε, λέγω, καὶ τοὺς τόκους τούτους, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς δρ.275,000, κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου τοῦ 1903, καὶ θέλετε ἔχει ποσὸν δραχμῶν 2,875,000 μέχρις Ἰανουαρίου τοῦ 1906, μέχρι δηλ. τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν μόλις θὰ εἶχον ἀποπερατωθῆ τὰ ἐγκριθέντα ὑπ’ ἐμοῦ διδακτήρια...
§94Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δεσμεύονται αἱ χεῖρες τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν τοῦ νὰ ἐγκρίνωσι.
§95Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι δεσμεύονται αἱ χεῖρες τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀνέγερσιν διδακτηρίων. Μήπως ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτε ἐνέκρινε 3,000,000 δραχμῶν διδακτήρια, δὲν ἐδέσμευε τὰς χεῖρας τῶν διαδόχων του Ὑπουργῶν;
§96Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§97Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μεθ’ ὅσα ἠκούσατε περὶ τῶν ὑπερβασιῶν, τὰς ὁποίας διέπραξεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον καὶ κατὰ τὸ 1900 καὶ κατὰ τὸ 1901, εἴπατέ μοι τὴν γνώμην σας ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Νομικὸν Σύμβουλον, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγεν, ὅτι γεννᾶται ἑπομένως τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι νόμιμος ἡ χορήγησις ἐγκρίσεως πρὸς οἰκοδομὴν σχολικῶν κτιρίων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένου κεφαλαίου. Ἐλησμόνησε, φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁποίας ὑπερβάσεις εἶχε κάμει κατὰ τὴν προηγουμένην ὑπουργίαν του, διότι, ἂν ἐνεθυμεῖτο ταύτας, βεβαίως ἤθελεν ἐρυθριάσει, γράφων ταῦτα εἰς ἐπίσημον ἔγγραφον. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε, δὲν δυσανασχετῇ ν’ ἀκούσῃ τὸν κατάλογον τῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐνέκρινα, καὶ ἂν δὲν κουράζῃ τὴν Βουλὴν τὸ συναξάριον τοῦτο, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ τὸ ἀναγνώσω. Ὑπάρχουσι δημοσιευμένα, κατὰ τὸν κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πίνακα, τὰ διδακτήρια, τὰ ὁποῖα ἐνεκρίθησαν καθ’ ὅλον τὸ 1903. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1903 διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον ὁ μὲν κύριος Ρώμας μέχρι τῆς 12 Ἰουνίου τοῦ 1903, ἐγὼ δὲ ἀπὸ τῆς 28 Ἰουνίου μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου. Διὰ τοῦτο ἐκ τῶν 96 διδακτηρίων, τὰ ὁποῖα ὁ ἕτερος πίναξ, ὁ κατατεθεὶς ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναφέρει, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε πρῶτον τὸ Σχολεῖον Γαλάρου τοῦ δήμου Ἀρτεμισίων, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐγκριθῆ τὴν 30 Δεκεμβρίου τοῦ 1900, καὶ ὄχι τὴν 30 Σεπτεμβρίου τοῦ 1903, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε καὶ 31 διδακτήρια, τὰ ὁποῖα ἐνεκρίθησαν ἐπὶ τῶν προκατόχων μου κατὰ τὸ 1903, ὑπολείπονται δὲ κτίρια 65. Ἐκ τούτων ἓν ἐνεκρίθη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς, ἐν τῷ χωρίῳ Λιόπεσι τοῦ δήμου Κρωπίας, δύο ἐν Κριεκουκίῳ καὶ Μεγάροις τῆς Μεγαρίδος, τρία ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Θηβῶν, ἓν ἐν Ναυπακτίᾳ, ἓν ἐν Κατοχῇ τῆς Βονίτσης, τέσσαρα ἐν Εὐρυτανίᾳ, τρία ἐν Φθιώτιδι, ἓν ἐν Δαδίῳ τῆς Λοκρίδος, τρία ἐν Δωρίδι, ἓν ἐν Πέτᾳ τῆς Ἄρτης, ἓν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων, ἓν ἐν τῇ τῆς Καλαμπάκας, δύο ἐν τῇ τῆς Καρδίτσης, ἓν ἐν Ραψάνῃ τοῦ Τυρνάβου, τρία ἐν Βόλῳ, τρία ἐν Ναυπλίᾳ, ἓν ἐν Ἑρμιονίδι...
§98Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἰς τὴν Ἑρμιονίδα διατὶ τὸ ἐκάμετε; Δὲν εἴχετε ἐκεῖ κανένα φίλον.
§99Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔκαμα, ἵνα διασώσω τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Τὸ διδακτήριον αὐτὸ ἐν Κρανιδίῳ εἶχεν ὑπὸ προκατόχου μου ἐγκριθῆ, ὁ ἐργολάβος εἶχεν ἀρχίσει τὴν συνάθροισιν τῶν οἰκοδομικῶν ὑλικῶν, ἀλλ’ ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Δημοσίου, ὡς ἀπεφάνθη τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, δὲν ἐγκατεστάθη ἐγκαίρως ὁ ἐργολάβος, καὶ ὑπεχρεώθη τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ ἀποζημιώσεις, νὰ πληρώσῃ δὲ καὶ ἓν ὑπέρογκον ποσὸν πρὸς φύλαξιν τῶν συγκομισθέντων ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀφεθῆ εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ κοινοῦ. Διὰ νὰ μὴ ἀπολεσθῶσι τὰ ὑλικὰ ταῦτα καὶ διὰ νὰ γείνῃ τὸ διδακτήριον, ἐνέκρινα αὐτό· διότι δὲν ἀπέβλεψα, ἂν ὑπῆρχε φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἑρμιονίδος ἢ δὲν ὑπῆρχε. Πέντε διδακτήρια ἐνεκρίθησαν ἐν Κορινθίᾳ, ἓν ἐν Μαντινείᾳ, ἑπτὰ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Γορτυνίας...
§100Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἑπτά!
§101Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἑπτά... Ἓν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν.
§102Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν εἶχεν ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως.
§103Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ἐγκριθῆ, ἀλλ’ ἐματαιώθη, ἐνῷ ἡ ἰδική μου ἔγκρισις δὲν ἐματαιώθη, καὶ δι’ αὐτὸ φέρεται ἡ ἔγκρισις εἰς τὸ παθητικόν μου. Ἓν ἐν Κέρτεζι Καλαβρύτων, ἓν ἐν Λακεδαίμονι, ἓν ἐν Γιάλτρᾳ Ξηροχωρίου, ἓν ἐν Σκύρῳ Καρυστίας.
§104ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τῆς Καρυστίας ἐματαιώθη.
§105Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν ἐν Σύρῳ, ἓν ἐν Σερίφῳ τῆς Κέας, δύο ἐν Τήνῳ, δύο ἐν Νάξῳ, ἓν ἐν Ζακύνθῳ, ἓν ἐν Σάμῃ, ἓν ἐν Ὕδρᾳ.
§106Π. ΓΚΙΚΑΣ. Τῆς Ὕδρας τὸ ἐματαίωσεν ὁ κύριος Στάης, διότι ὁ κ. Στάης δὲν θέλει νὰ ὑπάρχῃ σχολεῖον ἐκεῖ.
§107Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐθεώρησα, ὅτι τὸ Κράτος, εἰς τὴν νῆσον, ἡ ὁποία προσήνεγκε τοσαύτας ὑπηρεσίας κατὰ τὸν ἀγῶνα, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνεγείρῃ διδακτήριον. Ἓν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυνουρίας, δύο ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τριφυλίας...
§108Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔγεινε κανέν.
§109Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνέκρινα τὴν δημοπρασίαν δύο διδακτηρίων, ἐν Ψάρι τοῦ δήμου Δωρίου καὶ ἐν Ἀετῷ τοῦ ὁμωνύμου δήμου. Ἐὰν ἐματαιώθη, δὲν ἐματαιώθη ἐξ αἰτίας μου. Τὰς παρατηρήσεις σας ὀφείλετε νὰ ἀπευθύνητε πρὸς τὸν σήμερον διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον.
§110Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχον χρήματα.
§111Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ χρήματα ὑπάρχουσιν, ὅτε δ’ ἤθελον ἐκτελεσθῆ τὰ ἔργα, ἡ πληρωμὴ θὰ ἐγίνετο.
§112Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπὰς, κύριε Πρόεδρε.
§113Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ πτοοῦσιν αἱ διακοπαί. Ὡς ἐκ τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματός μου εἶμαι συνηθισμένος νὰ ἀκούω τὰς φωνὰς τῆς ὀδύνης, τὴν ὁποίαν προξενεῖ ὁ θερμοκαυτήρ μου. Ἐὰν ἤθελον ἐπεκτείνει περαιτέρω τὴν ἀνάλυσιν τῶν πινάκων, ἤθελον δώσει καὶ τὴν ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλάγησαν, ὅτε ἤκουσαν ὅσα Σχολεῖα ἐνεκρίθησαν, ἵνα κατασκευασθῶσιν εἰς τὴν δεῖνα ἐπαρχίαν.
§114Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Μεσσήνην ἐκάμετε κανέν;
§115Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἡ οἰκοδομὴ διδακτηρίων ἐκτελεῖται ἐν πρώτοις εἰς τοὺς δήμους γʹ τάξεως, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν εἰς τοὺς δήμους βʹ τάξεως, καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν καὶ τούτων εἰς τοὺς δήμους αʹ τάξεως. Ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης ἔχει, νομίζω, τοὺς πλείστους δήμους αʹ τάξεως, δι’ αὐτὸ δὲν κατεσκευάσθησαν ἐκεῖ διδακτήρια. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐγκριθῇ ἡ κατασκευὴ διδακτηρίων, προαπαιτεῖται νὰ ὑπάρξῃ σχέδιον καὶ προϋπολογισμός, ἀπαιτεῖ μίαν διαδικασίαν ἀρκετὰ μακρὰν, τῆς ὁποίας ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὁ ὁποῖος παραγγέλλει τὸν νομομηχανικὸν μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἔπρεπεν ὅλα αὐτὰ νὰ προϋπάρξωσι, νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ μέριμνα τῶν ἀντιπροσώπων, διότι πολὺ ὀρθῶς καταγίνονται καὶ οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι νὰ δίδωσι μίαν ὤθησιν, καὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ὤθησις αὕτη δὲν ἐδόθη διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, διὰ νὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ σχέδιον ἐγκεκριμένον ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, ἵνα ἐγκριθῇ ἡ κατασκευή.
§116Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου πολλὰ διδακτήρια εἶναι ἐγκεκριμένα, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο, καίτοι οἱ δῆμοι ὅλοι εἶναι τρίτης τάξεως.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν δέχεται διακοπάς.
§118Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε· θὰ τῷ ἀποδείξω ἐγὼ, ὅτι λέγει ψεύματα (θόρυβος).
§119Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς λέγετε ψεύματα (θόρυβος).
§120Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μὲ θυμᾶσαι ἐμένα;
§121Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· σὲ ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἐκρύφθης ἀποκάτω ἀπὸ τὸ μπιλιάρδο! (γέλωτες).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι.
§123Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§124Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, ἐν ἅπασι τοῖς δήμοις γʹ τάξεως ἔχουσι κατασκευασθῆ διδακτήρια· μόνον ἐν Σταμνᾷ τοῦ δήμου, νομίζω, Ὠλενείας τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου δὲν ὑπῆρχε διδακτήριον, διότι τὸ σχολεῖον τὸ δημοτικὸν συνεστάθη ἐσχάτως. Καὶ ἐκεῖ ὅμως διέταξα νὰ γείνῃ τὸ σχέδιον καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ προκηρυχθῇ ἡ δημοπρασία. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ εἶπον περὶ τῶν διδακτηρίων ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπίψογον τῆς ἀνεγέρσεως αὐτῶν καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἤδη κατατεθειμένων χρημάτων. Ἀλλ’ ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἔδωκε μία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ὁμιλοῦντος τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, ὅστις ἐθαύμαζεν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως καὶ τῶν μέσων τῆς διορθώσεως αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας φαίνεται ἀσχοληθεὶς πολὺ εἰς μελέτας ἐν τῷ γραφείῳ του, εἰς μελέτας συνταγματολογικάς· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν συνηθίζει πολὺ νὰ ἐγκύπτῃ καὶ εἰς τὴν μελέτην τοῦ μεγάλου βιβλίου τοῦ πραγματικοῦ κόσμου. Διὰ τοῦτο ἐθαύμασε τὸ μέτρον τῆς διὰ νόμων περιστολῆς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη συναλλαγή, καὶ εἰρωνεύθη ὀλίγον τόν κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, εἰπόντα, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ νομοθέτησις νόμων πρὸς περιστολὴν τούτου, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ νὰ διέπῃ τὰς πράξεις τῶν πολιτικῶν ἡ πολιτικὴ ἠθική. Ἐθαύμασε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἰπόντα, ὅτι διὰ νόμων εἶναι δυνατὴ ἡ περιστολὴ τῆς ἐκρύθμου πολιτικῆς αὐτῆς καταστάσεως, καὶ παρουσιάσαντα ὡς παράδειγμα τὸν νόμον περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἐγὼ ἐθαύμασα τὸν νόμον περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τὸν ἐθαύμασα, λαβὼν τηλεγράφημα παραδοθὲν ἐν Μεγαλοπόλει ὑπὸ τοῦ ἄλλοτε βουλευτοῦ κυρίου Συνανιώτου τὴν ἐνάτην ἑσπερινὴν ὥραν καὶ ἐπιδοθέν μοι τὴν τετάρτην μεταμεσημβρινὴν ὥραν τῆς ἐπιούσης, ἤτοι μετὰ 19 ὁλοκλήρους ὥρας! Ἐθαύμασα τὴν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ὁ νόμος περὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ὅτε μοὶ ἐπεδόθη ἐν Ναυπλίῳ τηλεγράφημα, παραδοθὲν ἐν Ἄργει τὴν ὀγδόην πρωϊνὴν ὥραν, τὴν δωδεκάτην μεσημβρινὴν, δηλαδὴ μετὰ τέσσαρας ὅλας ὥρας, διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην δὶς νὰ ὑπάγω ἐκ Ναυπλίου εἰς Ἄργος καὶ ἐπανέλθω ἐξ Ἄργους ἐφ’ ἁμάξης. Ἐθαύμασα τὴν ἐντέλειαν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ὅτε μοὶ ἐπεδόθη τηλεγράφημα ἀποσταλὲν παρ’ ἀγαπητοῦ μοι συναδέλφου, τοῦ ἐκ Λαρίσης κ. Καρακίτου, δύο ὅλας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπίδοσιν αὐτοῦ ἐν Λαρίσῃ! Καὶ δὲν ἠπόρησα, ὅτε προχθὲς συμπολίτης μου μοὶ παρεπονεῖτο, ὅτι ἔρριψεν εἰς τὸ κιβώτιον ἐκεῖνο τῆς αὐλῆς τοῦ μεγάρου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγκαθιδρύθη ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιγράφεται, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ γίνεται ἀνὰ πᾶν τέταρτον τῆς ὥρας, ἐπιστολὴν τὴν ἡμέραν τῆς Παρασκευῆς, καὶ ἔφθασεν ἡ ἐπιστολὴ τὴν δευτέραν ὥραν μ. μ. τῆς Κυριακῆς εἰς Ναύπλιον, ὅτε ὁ συμπολίτης μου ἐκεῖνος εὑρίσκετο ἐν Ναυπλίῳ, ἵνα αὐτοπροσώπως ἀναγγείλῃ εἰς τὴν οἰκογένειάν του τὴν ἔλευσίν του, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ἀνήγγελλεν εἰς τοὺς οἰκείους του! Ἐθαύμασα ὅμως καὶ τὸ κτύπημα τῆς συναλλαγῆς, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκεν ὁ νόμος περὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας! Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον οἱ τηλεγραφοφύλακες δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσιν εἰμὴ τῇ προτάσει τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου αὐτῶν· ἀλλ’ ἦτο δύσκολον οἱ προϊστάμενοι νὰ ὑποβάλωσι προτάσεις ἀπολύσεως αὐτῶν ἄνευ εὐλόγου ἀφορμῆς. Ἐπενοήθη λοιπὸν ἡ μετάθεσις τῶν τηλεγραφοφυλάκων, καὶ πεντηκοντάδραχμος τηλεγραφοφύλαξ τῆς Ἐπιδαύρου τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας μετετέθη εἰς Κέαν, διὰ ν’ ἀναγκασθῇ νὰ μὴ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του καὶ οὕτως ἀπολυθῇ! Ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα παραδείγματα ἠδύνατό τις νὰ φέρῃ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Θὰ περιορισθῶ ὅμως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι τὰ νεῦρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐταράχθησαν σφόδρα ἐπὶ τῷ ἀκούσματι ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξήνεγκον τοὺς μεγαλειτέρους ἀφορισμοὺς κατὰ τῆς συναλλαγῆς, αὐτοὶ ἦσαν οἱ μεγαλείτεροι θύται αὐτῆς. Ὑπάρχει νόμος τοῦ 1871, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει τὴν μετάθεσιν, διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, εἰμὴ ἐπὶ τρισὶ λόγοις· πρῶτον λόγῳ νόσου, ἀλλὰ καὶ τότε χωρὶς βλάβην τῶν συμφερόντων ἄλλων καὶ ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ· δεύτερον συνεπείᾳ ἀμοιβαίας αἰτήσεως δύο τοιούτων, ὁσάκις εἰς τὴν ἀντιμισθίαν αὐτῶν δὲν ἀντιβαίνῃ ὁ βαθμὸς καὶ ἑπομένως ἡ μισθοδοσία· τρίτον, ὅταν συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τῶν ἐπιτοπίων διοικητικῶν καὶ δημοτικῶν ἀρχῶν πεισθῇ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ διαμονὴ τοῦ καθηγητοῦ ἢ τοῦ διδασκάλου ἔν τινι τόπῳ, μὴ συμβιβαζομένη πρὸς τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις τῆς κοινότητος, εἶναι ἀδύνατος, καὶ δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας· πάντοτε ὅμως πρέπει νὰ ζητηθῇ προηγουμένως ἡ ἀπολογία αὐτοῦ. Συνέτρεχον οἱ λόγοι τοῦ νόμου, οἱ ἀπαγορεύοντες ἢ μᾶλλον οἱ ἐπιτρέποντες τὴν μετάθεσιν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, εἰς τὰς ἀθρόας μεταθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ σήμερον διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως; Μόνον ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 21 Ἀπριλίου τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀναδιφήσας τὸ δεύτερον τεῦχος τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εὗρον, ὅτι διέπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς 317 μεταβολάς· καὶ ἂν ἀνοίξητε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἴδητε, ὅτι ὅλων τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων τοῦ Κράτους τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν ἀνέρχεται μόλις εἰς ἐννεακοσίους καί τινας δεκάδας, θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ τρίτον τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ ἀνεστατώθη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους! Εἰς ποίους ἐκ τῶν μετατεθέντων συνέτρεχον οἱ λόγοι, οἱ ἐπιτρέποντες κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1871 τὴν μετάθεσιν αὐτῶν; Εὗρον ἔν τινι Διατάγματι, ὅτι τῇ αἰτήσει του ὑπεβιβάσθη ὁ καθηγητὴς τοῦ Βʹ Γυμνασίου Ἀθηνῶν Ἀνδρέας Παπαδόπουλος εἰς τριτοβάθμιον ἑλληνοδιδάσκαλον ἐν Καρδαμύλῃ. Τίς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δέχεταί τις, εὑρισκόμενος ὡς καθηγητὴς ἐν Ἀθήναις, νὰ μετατεθῇ ἐξ Ἀθηνῶν, ὄχι καὶ νὰ ὑποβιβασθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ μεταβῇ εἰς Καρδαμύλην, ἐὰν μὴ ἐπεκρέματο ὡς σπάθη τοῦ Δομοκλέους ὑπὲρ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἡ ἀπειλὴ τῆς παύσεως; Μόνον ἐὰν ἔστρεφε τὴν κεφαλὴν περὶ ἑαυτὸν καὶ ἔβλεπε μικρὰ τέκνα πεινῶντα, καὶ μόνον ἐὰν ἔβλεπεν, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπηρετῶν, ὅπως συμπληρώσῃ τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, τότε μόνον θὰ ἐδέχετο τὴν μείωσιν τῆς φιλοτιμίας του δι’ ὑποβιβασμοῦ καὶ τὴν μετάθεσιν.
§125Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε; Ὁ καθηγητὴς αὐτὸς εἶχε λόγους οἰκογενειακοὺς, ἵνα μετατεθῇ εἰς Καρδαμύλην, καὶ παρεκάλεσεν ὁ ἴδιος νὰ ὑποβιβασθῇ καὶ νὰ μετατεθῇ ἐκεῖ. Σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐγὼ τοῦτο, καὶ τὸ γνωρίζω, διότι ὁ καθηγητὴς αὐτὸς τυγχάνει συγγενής μου.
§126Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὸ βεβαιοῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος, δέχομαι τοῦτο. Ἀλλ’ ὑπάρχει πληθὺς ἄλλων καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, μετατεθέντων ἄνευ αἰτήσεώς των περὶ μεταθέσεως καὶ ὑποβιβασθέντων. Ὑπάρχει καὶ πληθὺς ἄλλων, οἱ ὁποῖοι, ἵνα παρακαμφθῇ ὁ σκόπελος ἢ μᾶλλον ὁ φραγμὸς, τὸν ὁποῖον ἔθεσεν ὁ νόμος τοῦ 1871 εἰς τὸν Ὑπουργὸν, μετετέθησαν διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀπολύσεως καὶ τοῦ ἀναδιορισμοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω ἕνα ἕκαστον, διὰ τίνας λόγους ἀπελύθη καὶ διὰ τίνας λόγους ἀναδιωρίσθη· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὗρον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἢ 10 ἡμέρας ἢ μετὰ δύο ἑβδομάδας ἀπὸ τῆς ἀπολύσεώς των ἀναδιωρίσθησαν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος ἢ εἰς ἄλλα μέρη. Πολλοὺς ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα· τὸν καθηγητὴν Τζαννετάκην, τὸν καθηγητὴν Χρυσανθόπουλον, τὸν Πολύβιον Οἰκονόμου, γυμνασιάρχην ἀπολυθέντα καὶ διορισθέντα ἀλλοῦ καθηγητήν...
§127Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὁ γυμνασιάρχης Οἰκονόμου ἀπελύθη, διότι εἶχε τρεῖς ἐκθέσεις ἐναντίον του.
§128Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε διατὶ ἀναδιωρίσθη; Ἐξέλιπον οἱ λόγοι τῆς ἀπολύσεως; Τὸν γυμνασιάρχην Στυμφαλιάδην, ἀπολυθέντα ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ γυμνασιάρχου Πύργου καὶ διορισθέντα ὡς καθηγητὴν ἐν Ἀθήναις· τοὺς ἑλληνοδιδασκάλους καὶ σχολάρχας Χατζηκωνσταντῆν, Πολυχρονάκον, Παλαμᾶν, Παπαδόγιαννην, Ἀργυρόπουλον, Λεώνην, Μανωλόπουλον, Πηγέαν, Βέσην, Παπαδημητρακόπουλον, Γκινόπουλον, Κουγέαν, Δουβαρᾶν, Γ. Παΐζην, Μπουσιώτην, Χαρίτωνος, Χωραφᾶν, Οἰκονομόπουλον, Ἀθανασόπουλον, Παπασῖνον, Σπυρογιαννόπουλον, Κυριακόπουλον, ἀπολυθέντας, καὶ μετά τινας ἡμέρας ἀναδιορισθέντας εἰς ἄλλην πόλιν.
§129Ν. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν Χατζηκωσταντῆν, δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπελύθη καὶ ἀναδιωρίσθη.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Βουλευτά.
§131Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θαυμάζω τὴν φιλαλήθειάν σας, διότι εἶναι ἀληθέστατον, ὅτι ἀπελύθη καὶ κατόπιν ἀναδιωρίσθη σχολάρχης, παρανόμως μάλιστα, εἰς ἄλλην πόλιν!
§132Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε τὴν χρονολογίαν ἑκάστης παύσεως καὶ ἀναδιορισμοῦ;
§133Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν κατέγεινέ ποτε ν’ ἀναδιφήσῃ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ μανθάνῃ περὶ αὐτῶν. Διὰ ποῖον λόγον ἐγένοντο ὅλαι αὗται αἱ μεταβολαὶ ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους καὶ παρὰ τὸν νόμον, ἀφίνω νὰ κρίνητε ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκδίδετε ἀφορισμοὺς κατὰ τῆς συναλλαγῆς. Ὑποθέτω ὅτι δὲν χρειάζεται ἐπεξήγησις τῶν λόγων τούτων. Ἦλθε καὶ ἄλλο Ὑπουργεῖον ἐν τῷ μέσῳ σχολικοῦ ἔτους, τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, ἀναλαβὸν τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν τὸν Νοέμβριον τοῦ 1902. Ἐν τούτοις ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐνόμισε πρέπον ν’ ἀναστατώσῃ τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν τῶν Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν Σχολείων, διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ μετατεθῶσιν ἢ νὰ τύχωσι καλλιτέρας τύχης, ἀλλ’ ἀφῆκε νὰ ἔλθῃ τὸ πέρας τῶν μαθημάτων, καὶ κατὰ τὰς διακοπάς, ἐὰν ἔμενεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, νὰ ἐνεργήσῃ τὰς μεταβολὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐνόμιζε προσῆκον νὰ ἐνεργήσῃ. Ἴσως ὁ κύριος Βουλευτὴς Ζακύνθου δυσαρεστηθῇ κατ’ ἐμοῦ, ὅτι ἠθέλησα νὰ συγκρίνω τὴν πολιτείαν αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, πρὸς τὴν πολιτείαν τοῦ σήμερον διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος νόμος, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ κάμω λόγον καὶ περὶ αὐτοῦ, διότι καὶ δι’ ἐπερωτήσεως προὐκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἀπήντησεν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ καταδείξω πόσον ὁ νόμος οὗτος ἦτο εὔθραυστον προπύργιον κατὰ τοῦ ἐπιθυμοῦντος νὰ ἐξασκήσῃ κατὰ τρόπον ὄχι πολὺ σεμνὸν τὴν συναλλαγήν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895 περὶ προσόντων τῶν καθηγητῶν καὶ ἑλληνοδιδασκάλων οἱ προλύται τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς διορίζονται μόνον τριτοβάθμιοι ἑλληνοδιδάσκαλοι, καὶ ἐξ αὐτῶν οἱ τοῦ φιλολογικοῦ τμήματος καὶ σχολάρχαι, ἐν ἐλλείψει διδακτόρων. Τί ἔπραξεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ μεμφθεὶς ἐμοῦ καὶ ἐπαναλαμβάνων καθ’ ἑκάστην τὴν μομφὴν περὶ ὄχι νομίμου ὑπερβάσεως τῶν κατατεθειμένων χρημάτων πρὸς κατασκευὴν διδακτηρίων; Προήγαγε 19 προλύτας εἰς σχολάρχας, καὶ διώρισεν ἑτέρους 8 προλύτας σχολάρχας, τοὺς Διοσκουρίδην, Ζαχαρίαν, Κουραβέλον, Φάσον, Πανταζῆν, Στασινόπουλον, Παναγουλάκον, Κυπραῖον, Τσιγκούνην, Τημελῆν, Βογιατζῆν, Θεοφανόπουλον, Χρονέαν, Κορδέλλην, Δασαργύρην, Σύρμον, Λεώνην, Λυριτζῆν, Κωβίδην, Τσουκαλᾶν, Ἐλευθερίου, Κοντέαν, Χατζηκωσταντῆν, Πολυχρονᾶκον, Καραμάνον.
§134Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ὁ Ἐλευθερίου ἦτο πρώην Σχολάρχης.
§135Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προλύτης.
§136Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ὁ κύριος Ρώμας δὲν τὸν ἀπέλυσε, τὸν ἀπελύσατε ὑμεῖς.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Βουλευτά.
§138Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔπραττε ταῦτα ὁ κύριος Ὑπουργὸς καθ’ ἣν ἐποχὴν ὄχι μόνον ἔλλειψις διδακτόρων δὲν ὑπῆρχεν, ἵνα καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν σχολαρχῶν, ἀλλ’ ἀπέλυσε 14 καὶ ὑπεβίβασεν 7 διδάκτορας εἰς ἑλληνοδιδασκάλους· ἀπέλυσε τοὺς σχολάρχας Λουκιανὸν, Βαγενᾶν, Κουτσογιαννόπουλον, Οἰκονομόπουλον, Μπουσιώτην, Μανωλόπουλον, Δουβαρᾶν, Γκινόπουλον, Παπαγγέλου, Χωραφᾶν, Χαρίτωνος, Κουγέαν, Νούσιαν, Ἀγγελίδην, καὶ ὑπεβίβασε τοὺς διδάκτορας Εὐαγγελινὸν, Παπαδόγιαννην, Μπόϊκον, Καντῆν, Κουλούρην, Παπαφιλίππου, Σακελλαρίου.
§139Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω διὰ τοὺς ἄλλους, ἀλλ’ ὁ κ. Μπόϊκος ἐζήτησε μόνος του.
§140Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησε μόνος του;
§141Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Θῦμα ἀλτρουϊσμοῦ!
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§143Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐξ αὐτῶν τῶν προαχθέντων 9 εἶχον ὑποβιβασθῆ ὑπ’ ἐμοῦ, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἦσαν προλύται, διότι κατὰ τὴν ὑπουργίαν μου ἐζήτησα νὰ ἐφαρμόσω αὐστηρῶς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος πολὺ σοφῶς διέταξε νὰ προτιμῶνται οἱ διδάκτορες, τὸ μὲν διότι ἔχομεν τὸ πρόσχημα ἢ τὸ ἐκ τοῦ διπλώματος ἐχέγγυον, ὅτι εἶναι ἀνώτεροι τῶν προλυτῶν, τὸ δὲ, ἵνα κεντρίζηται ἡ φιλοτιμία καὶ φιλομάθεια τῶν νέων, ὅπως μελετῶσι περισσότερον, ἵνα ἐπιτυγχάνωσι καλλίτερον εἰς τὰς ἐξετάσεις των, ὥστε νὰ γίνωνται διδάκτορες καὶ μὴ ἐξέρχωνται προλύται. Ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς περὶ προσόντων ἔχει καὶ ἄλλην διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει) «οἱ διδάκτορες τῶν ἄλλων τμημάτων, τοῦ Μαθηματικοῦ καὶ τοῦ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς διορίζονται εἰς θέσιν τριτοβαθμίου ἑλληνοδιδασκάλου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ σχολάρχου». Καὶ ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, πῶς διώρισε τὸν Κοσμόπουλον, διδάκτορα τοῦ φυσικοῦ τμήματος, σχολάρχην; πῶς διώρισε τὸν Ν. Ἀκύλαν, διδάκτορα τοῦ μαθηματικοῦ τμήματος, σχολάρχην; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι κατὰ λάθος διωρίσθησαν, καὶ θὰ ἐπανορθώσῃ τὸ λάθος. Καὶ ἐνῷ ἔδωκε δημοσίᾳ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, διέρρευσε τὸ μέχρι τοῦδε διάστημα, καὶ οἱ δύο αὐτοὶ διδάκτορες παρανόμως κατέχουσι τὰς θέσεις τῶν σχολαρχῶν...
§144Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§145Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐπιτρέπω. Ἀλλὰ σεῖς, οἱ μεμφόμενοι ἐμοῦ διὰ τοιαύτην παρατυπίαν, ἐλησμονήσατε, ὅτι παρέβητε τὸν νόμον περὶ Γυμναστικῆς τοῦ 1899, καὶ ἀπελύσατε ἄνευ τῆς νομίμου προτάσεως τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Σχολῆς τῶν γυμναστῶν δύο γυμναστὰς καὶ τὸν ἐπιστάτην! Ἐλησμονήσατε, ὅτι, ἀπολυθέντες οὗτοι παρανόμως, ἤγειραν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι τὸ ἀτυχὲς Δημόσιον ὑπεχρεώθη δικαστικῶς δι’ ὁριστικῆς ἀποφάσεως νὰ πληρώνῃ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, τοὺς ὁποίους λαμβάνουσιν οὗτοι, ἐνῷ δὲν προσφέρουσι καμμίαν ὑπηρεσίαν, διότι τὰς θέσεις αὐτῶν ἐφροντίσατε νὰ συμπληρώσητε ἀμέσως δι’ ἄλλων, μὴ δυναμένων ν’ ἀπολυθῶσι! Καὶ εὐτυχῶς εὑρέθη καὶ εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἀνακοινώσῃ τὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπευθυνθεῖσαν ἀγωγὴν εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν καὶ τὸν συνυπεύθυνον τμηματάρχην, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔσπευσε νὰ λάβῃ πιστοποιητικὸν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἀθῷός ἐστι τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου, ἀπαρνησάμενος τὸν προϊστάμενον αὑτοῦ, καὶ τὸ Δημόσιον παρενέβαλε τὸν καὶ σήμερον διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν παρανόμως ἀπολυθέντων. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ μίαν ἑσπέραν, ὅτι ὁ βοὴν ἀγαθὸς κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας ἐπέσεισε τὸ φάσμα τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι παρανομοῦσι. Νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ, ἵνα συμπληρωθῇ ἡ ὀρθὴ γνώμη τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ. Ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ νόμοι πρὸς περιορισμὸν τῶν ἀτασθαλιῶν τῶν πολιτικῶν, ἀλλ’ ὅτι πρωτίστως πρέπει νὰ κρατῇ ἡ πολιτικὴ ἠθική, ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν περυσινὴν ἔκτακτον Σύνοδον συνέβη. Συνέβη, Κύριοι, πληθούσης τῆς Βουλῆς νὰ ὑφαρπασθῇ ἡ ψῆφος αὐτῆς εἰς πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐπῆρε μυρωδιάν, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, καὶ μόνον ὁ ὑποβαλὼν αὐτὴν ἐγνώριζεν. Ἐζητήθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτόλμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ διαπράξῃ ὡς Ὑπουργὸς, διότι ἦτο πρᾶξις ἀντικανονική· ἐζητήθη διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς νὰ γείνῃ μετάθεσις ἐπισκόπου...
§146ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Παῦσις.
§147Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ ἐγράφησαν τότε οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεζητεῖτο, οἱ λόγοι, οἵτινες ἐνέπνευσαν τοσαύτην μῆνιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων, λόγοι οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐδείκνυον ποῖον κατὰ κόρρης κτύπημα ἔδιδεν εἰς τὴν συναλλαγήν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ σᾶς ἐκούρασα.
§148ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Διόλου.
§149Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω δὲ καταπαύσει τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα εἰς ἐφημερίδα φιλίαν μὲν τῷ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργῷ, ἀναγραφόμενον δὲ, δὲν γνωρίζω, ἂν πρὸς ὁδηγίαν ἢ πρὸς εἰρωνείαν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἐγγίζομεν εἰς τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ λόγοι, ὅταν δὲν ἔχωσι βάσιν παρελθὸν πολιτικὸν σύμφωνον πρὸς αὑτοὺς, θὰ γίνωνται ὅπλα κατὰ τοῦ λογοκοποῦντος.»
§150Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§151Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτήν. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ μέσων θεραπείας. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐθαύμασε τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐξήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τῇ προτάσει του ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ πρὸς περιστολὴν τῶν κακῶν τῆς πολιτικῆς, δὲν ἐμνήσθη τοῦ μόνου νόμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν ἐψηφίσθη καὶ ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς ἐφήρμοσε τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐν ἀποκεντρώσει, δὲν ἐμνήσθη τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν δύναμιν νὰ κανονίζῃ τὴν τύχην 4,000 ἢ 5,000 ὑπαλλήλων. Οὐδὲ ἐνθυμοῦμαι νὰ ἀνέγνωσά ποτε διαμαρτυρίαν τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ὑποσκαφῇ ὁ νόμος αὑτὸς παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κόπτονται κατὰ τῆς συναλλαγῆς.
§152ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). (Ὅρα Παράρτημα).
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο νόμιμος καὶ ὀρθὴ ἡ γνώμη, ἣν εἶχε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα περὶ διαθέσεως τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς κατέλιπε, προορίσας ἵνα διατεθῇ εἰς οἰκοδομὴν δικαστικῶν καταστημάτων, καὶ ἰδίως Εἰρηνοδικείων. Ἡ γνώμη αὕτη ἦτο ἡ μόνη νόμιμος γνώμη. Ὁ μακαρίτης Συγγρὸς ὥρισε νὰ διατεθῇ ποσὸν χρηματικὸν πρὸς οἰκοδομὴν δικαστικῶν καταστημάτων καὶ πρὸ πάντων Εἰρηνοδικείων. Ποίων δικαστικῶν καταστημάτων; Ἐπαρκεῖ τὸ κληροδοτηθὲν ποσὸν, ἵνα οἰκοδομηθῶσι δικαστικὰ καταστήματα πανταχοῦ; νὰ οἰκοδομηθῶσιν Εἰρηνοδικεῖα; Οὐχί. Ἔπρεπε λοιπὸν εἷς νόμος νὰ κανονίσῃ, ποία πρέπει νὰ γίνηται χρῆσις αὐτοῦ ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ὁ κληροδότης ἔθηκε, δηλαδὴ πρὸς οἰκοδομὴν διδακτηρίων, δικαστικῶν καταστημάτων καὶ πρὸς οἰκοδομὴν Εἰρηνοδικείων. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ διαχειρισθῇ αὐτὸ κατὰ βούλησιν, διότι ἡ τοιαύτη κατὰ βούλησιν νομοτελεστικῆς ἐξουσίας διαχείρισις ἤθελεν εἶσθαι ἴσως μονομερὴς, καὶ ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι πρᾶξις χαριστική. Ὑπῆρχε μὲν νόμος περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τηρῶνται διατάξεις ὡρισμέναι, ὅπως μὴ συμβαίνωσι καταχρήσεις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ προσδιορίζῃ ὅτι θέλουσιν οἰκοδομηθῆ Δικαστήρια ἐν Ἀθήναις καὶ Τριπόλει καὶ Πάτραις, θέλουσιν οἰκοδομηθῆ Εἰρηνοδικεῖα ἐν Καρπενησίῳ, Ἀγράφοις καὶ Βόλῳ. Λοιπὸν ἔπρεπε νόμος νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ποσοῦ τούτου. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχον οὐ μόνον ὅτε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε, συζητουμένης τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνταῦθα, καθ’ ὃν χρόνον, νομίζω, ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ περὶ τοῦ χρήματος, τοῦ προορισθέντος ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς οἰκοδομὴν Δικαστηρίων. Ὁ μακαρίτης Συγγρὸς ἐνετείλατο ὅτι προσδιορίζει ποσὸν 780,000 δραχμῶν, ἵνα διατεθῇ εἰς οἰκοδομὴν διδακτηρίων. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἰσήχθη δ’ ὄντως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ποία θέλει γενῇ χρῆσις τῶν χρημάτων τούτων, τῶν κατετεθέντων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Τὸ ταμεῖον ὀφείλει νὰ δαπανήσῃ ταῦτα εἰς οἰκοδομὴν διδακτηρίων. Ἀλλ’ ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει πῶς οἰκοδομοῦνται τὰ διδακτήρια. Λοιπὸν τὰ χρήματα ταῦτα ἤθελον συγχωνευθῆ μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἶχον εἰσπραχθῆ, διὰ νὰ χρησιμοποιηθῶσι πάντα πρὸς ἀνέγερσιν διδακτηρίων. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον τότε, αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω καὶ νῦν, καὶ αὐτὴν νομίζω τοσοῦτον ὀρθὴν, ὥστε δύναμαι ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ἐναντίαν, ὑπὸ οἱουδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἐκδηλωθῆ.
§154ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§155Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησα ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν, καὶ ἐκ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης ἤθελε πεισθῆ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι ὄντως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἦσαν ἀληθῆ. Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται νὰ εἴπῃ τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι ἐγὼ, ὁ Βουλευτὴς Βάλτου, καὶ ὁ ἕτερος συνάδελφός μου, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας οὐδὲν κτίριον σχολείου τινὸς ἐγένετο...
§156Δ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τί ἐγένετο;
§157Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, οἵτινες ἔχουσιν ἀνὰ χεῖρας τὸν πίνακα καὶ δύνανται νὰ διαμαρτυρηθῶσιν, ὡς ἐγώ. Ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ἂν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου, ἧς καὶ οἱ 4 δῆμοι εἶναι δῆμοι τρίτης τάξεως, ἐγένετο σχολεῖόν τι. Οὗτος δὲ δὲν μοὶ ἀπήντησε, καὶ τούτου ἕνεκεν ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὄντως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Ν. Φαρμακόπουλος, εἶναι ψευδῆ. Περὶ τούτου μάλιστα, ἐπειδὴ ἐξεστόμησε φράσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσα, ἐν ᾧ ἐγὼ ἐλευθέρως καὶ σθεναρῶς τῷ εἶπον τὰς δύο λέξεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ τῷ εἴπω, διότι τοιοῦτος εἶναι, τὸν προκαλῶ νὰ εἴπῃ καὶ νὰ καθαρίσῃ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπε, διότι βεβαίως ὁ τοιοῦτος κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἄνθρωπος, ἀλλὰ μουλάρι.
§158Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε! (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ θόρυβος.)
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.
§160Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δύνασθε νὰ μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ δέχομαι ν’ ἀνακληθῶ εἰς τὴν τάξιν, δέχομαι δὲ νὰ δώσω καὶ πᾶσαν ἱκανοποίησιν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἵνα μάθῃ νὰ μὴ ἐκφράζηται οὕτω.
§161Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι σὲ ἠπείλησαν κἄποτε, καὶ ἐκρύφθης ἀποκάτω ἀπὸ τὸ μπιλιάρδο.
§162Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπε; Σᾶς προκαλῶ νὰ τὸ εἴπητε ἀμέσως.
§163Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Σὲ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἶσαι παλληκαρᾶς!
§164Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ θάρρος νὰ λέγῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος καὶ ν’ ἀποδεικνύῃ ὅ,τι ὑποστηρίζει· ὅστις δὲ δὲν ἔχει τὸ θάρρος τοῦτο, πρέπει νὰ κλείῃ τὸ στόμα του, διότι τὸ κλείω ἐγώ.
§165Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά!
§166Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὡς σᾶς τὸ ἔκλεισα διὰ τῶν λέξεων, τὰς ὁποίας σᾶς εἶπον (θόρυβος).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς παύσωσι, κύριε Βουλευτὰ, αἱ προσωπικαὶ ἀντεγκλήσεις.
§168Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§169Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν, τί ἔγεινε;
§170ΕΠ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν ὁ κ. Βουλευτής. Ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά.
§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιμότερον νὰ μὴ ἀναγραφῇ. Ἄν θέλετε, δικαίωμά σας εἶναι.
§172Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάξιον διὰ τὴν Βουλὴν νὰ φαίνηται εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἀνεκλήθη Βουλευτὴς εἰς τὴν τάξιν, διότι προέφερε τοιαύτην λέξιν.
§173Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε;—διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παραμένω σιωπῶν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Νὰ περιορισθῆτε ὅμως ἐπὶ τοῦ θέματος.
§175Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶπον, ὅτι ἐξηναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι νομίζω, ὅτι ἠδυνάμην νὰ τύχω ἀπαντήσεως παρὰ τοῦ πρώην κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἂν ἐτύγχανον τοιαύτης, βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν τὰ ἐπεισόδια ταῦτα. Διότι ὅταν ἀνέρχωνται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου συνάδελφοι χρηματίσαντες Ὑπουργοί, πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίζωσι τὰς ἑαυτῶν πράξεις, καὶ ὄχι νὰ ψεύδωνται ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπισήμως ἀποδεικνύονται ἀνακριβῆ.
§176Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε. Ἐφ’ ὅσον ἀνέχεται ἡ Βουλὴ τοιαύτας λέξεις, σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§177Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§178ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Καρπετοπούλου καὶ Ι. Γ. Ρούφου, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).