1904.06.07
3.383 στίχοι · 25.796 λέξεις · 311 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
τῆς 7 Ἰουνίου 1904.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 45′ μ. μ., παρόντων 120 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τέλει τῆς ἑβδόμης σελίδος τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Ροῦφος ἐζήτησε τὴν πρόταξιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει συζητηθῆ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον». Παραλείπεται ὅμως, ὅτι μετὰ τοῦτο ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καταγόμενοι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπεδεχθῶμεν τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ θὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ Βουλὴ θ’ ἀποδεχθῇ αὐτήν. Νὰ διορθωθῶσι λοιπὸν τὰ πρακτικά. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μὲ ἐγγράψητε ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως ζητήσω τὴν πρόταξιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς. Ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἄστρους κατὰ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Θυρέας εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Ὁμοίαν τῶν δημοτῶν Ἄστρους. Ἀναφορὰν τῆς Μαρίας Βασάλου, μητρὸς πέντε ἀνηλίκων τέκνων, αἰτούσης βοήθημα. Ἀναφορὰν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ναυπλίου, παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τῆς δικαστικῆς περιφερείας Ναυπλίου τρεῖς δῆμοι τῆς Κυνουρίας. Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ἰθώμης, αἰτουμένων τὴν ταχεῖαν σύστασιν φυλακῶν ἐν Φαναρίῳ. Ἀναφορὰν τῆς Ἀδαμαντίνης χήρας Ἀλεξάνδρου Οἰκονόμου, αἰτουμένης ἀπονομὴν συντάξεως. Ἀναφορὰν ἐμπόρων τῆς Καρδαμύλης, παρακαλούντων νὰ μὴ ψηφισθῇ νέος δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου. Ἀναφορὰν τοῦ Ι. Βλάσση, αὐτουμένου νὰ ἐκτυπωθῇ δαπάναις τοῦ Κράτους ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκπονηθεῖσα στατιστικὴ τῆς ἐν Ἑλλάδι κτηνοτροφίας. Ἀναφορὰν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ ὑπὲρ τῆς ὑπαγωγῆς αὐτῆς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας. Αἴτησιν δηλωτῶν μεταλλείων, ὅπως συνέλθῃ εἰς συνεδρίασιν τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον. Ἀναφορὰν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Λαρίσης πρὸς εἰσαγωγὴν καὶ ψήφισιν νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης. Ἀναφορὰν τῶν ἀλευροβιομηχάνων Βόλου, ὅπως ἐπιβληθῇ δασμὸς ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων ἀλεύρων. Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Μελιγαλᾶ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Μερλοπούλου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου περὶ διοχετεύσεως ὕδατος εἰς τὴν πόλιν Μελιγαλᾶ. Ἀναφορὰν τοῦ καταδίκου Ν. Λιβέρη, ζητοῦντος νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Κολιάτσος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐργοδηγῶν. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 103). Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἰωάννου Βλάσση ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Φικιώρης.
§3Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ διαχειρίσεως τοῦ Γιαγτζείου κληροδοτήματος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 104).
§6Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν καὶ ταγματαρχῶν τῆς ἐνεργοῦ Φάλαγγος.
§7Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ν’ ἀναγραφῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου τὴν εἰσαγωγὴν σύσσωμος ἡ Βουλὴ προχθὲς συνέστησε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 105).
§9Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακεδαίμονος ἔκαμε, συνιστῶν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀναφορὰν τοῦ ὑπολοχαγοῦ τοῦ πυροβολικοῦ κ. Βλάσση. Πράττω δὲ τοῦτο καὶ ἐκ συναδελφικοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς γνώσεως, ἣν ἔχω, τῆς δράσεως τοῦ συναδέλφου μου αὐτοῦ καὶ ὡς μαθητοῦ καὶ ὡς ἀξιωματικοῦ. Ὁ κ. Βλάσσης διεκρίθη καὶ ὡς μαθητὴς καὶ ὡς ἀξιωματικός, εἶναι δὲ ἐκ τῶν δοκιμωτάτων. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βλάσσης ἔκαμεν. Εἶναι ὁ μόνος ἀξιωματικός, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ἐζήτησε τηλεγραφικῶς νὰ ἀμειφθῇ διὰ πρᾶξιν, οὐχὶ βεβαίως ἡρωϊκὴν, ἀλλὰ βεβαίως διακρίνουσαν αὐτὸν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, τὴν ὁποίαν διέπραξεν ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ. Ἐπὶ κεφαλῆς τεσσάρων ἢ πέντε ἱππέων, ἐκτελῶν ἀναγνώρισιν πρὸ τῆς μάχης τοῦ Δομοκοῦ εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ Δομοκοῦ, ἐπληγώθη, τοῦ ξίφους του θραυσθέντος ὑπὸ σφαίρας, τὴν ὁποίαν οἱ ἄτακτοι ἔβαλον κατ’ αὐτοῦ. Συνέλαβεν αἰχμαλώτους, τοὺς ὁποίους ἔφερεν εἰς τὸ στρατόπεδον, ἔφθασε δὲ εἰς ἐπαφὴν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἐξετέλεσε πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐκτιμήσας ὁ Γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, προέτεινε τότε νὰ παρασημοφορηθῇ ὁ εἰρημένος ἀξιωματικός. Κατὰ τὴν ἡμέραν δὲ τῆς μάχης τοῦ Δομοκοῦ, ἐπειδὴ ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε ταχθῆ ἕν πυροβόλον τῶν 15, δὲν ἐφάνη λυσιτελὴς, ἀπὸ τῆς ὀγδόης τῆς πρωΐας μέχρι τῆς μεσημβρίας κατώρθωσε νὰ μεταφέρῃ, καίτοι δὲν ὑπῆρχον ὁδοὶ καὶ δὲν ὑπῆρχον καθόλου τὰ μέσα, κατώρθωσε, λέγω, νὰ μεταφέρῃ τὸ πυροβόλον, νὰ τὸ τοποθετήσῃ ἐπὶ καταλληλοτέρας θέσεως, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν νὰ ἄρξηται ἀσφαλεστάτου καὶ εὐστοχωτάτου πυρὸς κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ἔκαμα μνείαν εὔφημον τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ διὰ νὰ δείξω, ὅτι ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις εἶναι τέλειος ἀξιωματικός. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσε, καὶ τῆς ὁποίας δύναται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι εὑρίσκεται ἐκτεθειμένη εἴς τινα τῶν θαλάμων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, εἶναι καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικῆς χρησιμότητος πρώτης τάξεως, διότι ἡ στατιστικὴ τῆς κτηνοτροφίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι σπουδαία καὶ χρήσιμος οὐ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πλούτου τῆς Ἑλλάδος, τῆς ἀναπτύξεως τῆς κτηνοτροφίας, πληροῦσα ἐντελῶς μίαν ἔλλειψιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ἀλλ’ εἶναι χρησιμωτάτη καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας διὰ τὸν στρατὸν, διότι ἐκ τῆς στατιστικῆς ταύτης δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ λάβῃ πληροφορίας καὶ νὰ ἀρυσθῇ ὅσα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν κτηνῶν τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Οὐδεὶς βεβαίως ἐγνώριζεν, — ἐγὼ τοὐλάχιστον μόνον ἐκ τῆς στατιστικῆς τοῦ κ. Βλάσση ἔμαθον, — ὅτι ὑπάρχουσιν 88,000 ἡμίονοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡμεῖς προμηθευόμεθα ἑκάστοτε ἡμιόνους ἐξ ἄλλων χωρῶν, μὴ γνωρίζοντες ὅτι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἡμιόνους πρώτης τάξεως, καὶ ἴσως καὶ καλλιτέρας ποιότητος τῶν ἔξωθεν ἀγοραζομένων, ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Ἡ στατιστικὴ αὕτη εἶναι, ὅπως σᾶς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κ. Βουλευτὴς Λακεδαίμονος, προϊὸν δεκαετοῦς ἐργασίας, καὶ οὐ μόνον ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ μελέτης δεκαετοῦς τῶν ὑποβαλλομένων πινάκων βεβαιώσεως τῶν φόρων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ τὴν ἐργασίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθη ἡ ὑπηρεσία μέχρι τοῦδε νὰ ἐκτελέσῃ, τὴν ἐξετέλεσεν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς μεγάλης κλίσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὰ τῆς ἱπποτροφίας καὶ ἐν γένει εἰς τὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἵππων ἐν Ἑλλάδι. Συνιστῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἡ Βουλή, ἀφοῦ μελετήσῃ καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν πεισθῇ περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς ἐργασίας ταύτης, συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ φεισθῇ τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκτύπωσιν ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον θ’ ἀποβῇ χρησιμώτατον εἰς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ δύναται νὰ πληρώσῃ καὶ ἕν κενὸν διὰ τοὺς ἔξωθεν, τοὺς μελετῶντας τὰ τῆς χώρας ἡμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι τοιαύτη δαπάνη εἶναι τοσοῦτον δεδικαιολογημένη, ὥστε δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξάρω περισσότερον τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου τούτου. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναφορὰν τοῦ κυρίου Βλάσση, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἑκατέρωθεν). Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§11Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μερλόπουλος.
§13Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λακεδαίμονος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις, ὅπως καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ἵνα ἀσχολουμένη καὶ μελετῶσα τὸ ἔργον τὸ κατατεθὲν εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βλάσση, ἀποφήνηται γνώμην, ἂν πρέπει ἡ ἐργασία αὕτη νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα γείνῃ ἡ τύπωσις δημοσίᾳ δαπάνῃ· ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἠκούομεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐπιτροπῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐπιτροπῆς. Ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§16Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι πᾶσα παραιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι μὲν ἀνακουφιστικὴ διὰ τὸν φιλότιμον αὐτὸν ἀξιωματικόν, θὰ καταλήξῃ ὅμως οὐχὶ εἰς πραγματοποίησιν τοῦ ἀντικειμενικοῦ αὐτῆς σκοποῦ. Ἑπομένως παραιτοῦμαι τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρακωλύσω τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἔλαβον ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σύρου, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦμαι νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῶν ἀμέσων συμφερόντων τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου Ἑρμουπόλεως μετὰ τῆς Πελοποννήσου.
§17ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ ὅμοιον τηλεγράφημα πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὡς καὶ ἄλλο τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐξ Ἀρεοπόλεως, καὶ τὸ ὁποῖον φέρει οὐκ ὀλίγας ὑπογραφὰς συμπολιτῶν μου, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐνδεχομένην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην τῶν συμπολιτῶν μου εὑρίσκω εὐλογωτάτην καὶ δικαιοτάτην, διότι, ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι τῆς Πελοποννήσου, αἵτινες δυσφοροῦσιν ἐπὶ τῇ ἐνδεχομένῃ ταύτῃ αὐξήσει τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, ἡ ἐπαρχία ὅμως Οἰτύλου πλειότερον πάσης ἄλλης δικαιοῦται νὰ δυσφορῇ καὶ ν’ ἀνησυχῇ. Εἶναι γνωστὸν τὸ ξηρὸν ἔδαφος τῆς Λακωνίας, ὡς εἶναι ἐπίσης πασίγνωστον, ὅτι οἱ ἐμοὶ συμπολῖται κατὰ τοὺς ἕνδεκα μῆνας τοῦ ἔτους ἀγοράζουσιν ἄλευρα, ὅπως τραφῶσι, καὶ συνεπῶς ὁ βίος αὐτῶν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου θέλει καταστῆ ἀβίωτος. Ἕνεκα τούτου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, ἐγὼ θέλω ἀντικρούσει αὐτό.
§18Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν ἀναφορῶν, ἅς, κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνεκοινώσατε καὶ ἀναφορὰν ἑνὸς συμπολίτου μου, Νικολάου Λιβέρη ἢ Βαλαῆ, καταδίκου, ζητοῦντος ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὸν χάρις. Ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν κατάδικος εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ, ζητῶν ἀπονομὴν χάριτος, εἶναι βεβαίως ἡ τοῦ Νικολάου Λιβέρη. Οὗτος εἶναι καταδεδικασμένος εἰς ἰσόβια δεσμά, καὶ διαμένει εἰς τὰς φυλακὰς ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1881, δηλ. ἐπὶ 24 ὅλα ἔτη! Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ νὰ λάβῃ πρὸ παντὸς ὑπ’ ὄψιν του τὴν διαγωγὴν τοῦ καταδίκου τούτου. Ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς Διευθυνταὶ τῶν σωφρονιστηρίων ἔχουν ὑποβάλει ἐκθέσεις περὶ τῆς ἀρίστης αὐτοῦ διαγωγῆς καὶ περὶ τοῦ φιλονομωτάτου χαρακτῆρός του, καὶ αἱ ἐφορεῖαι δὲ τῶν φυλακῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦνται ἀπὸ νομάρχας, προέδρους Δικαστηρίων καὶ Εἰσαγγελεῖς, γνωματεύουσιν ὑπὲρ ἀπονομῆς χάριτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ πράξῃ ἔργον καὶ δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας, ἀπονέμων εἰς τὸν κατάδικον αὐτὸν βασιλικὴν χάριν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον.
§20Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα παρά τινος συμπολίτου μου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι εἰς τὸ χωρίον Σουδεινὰ ἐγένετο ἀπαγωγὴ μετὰ προηγουμένην δολοφονίαν, καὶ παραπονεῖται κατὰ τῶν ἀρχῶν, ὡς ἀδρανουσῶν καὶ μὴ σπευδουσῶν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς ἀπαχθείσης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ τηλεγράφημα καὶ νὰ διατάξῃ τὰς ἀρχὰς, ὅπως ἐντείνωσι τὰς ἐνεργείας αὐτῶν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἀπαγωγέων καὶ ἀπελευθέρωσιν τῆς ἀπαχθείσης.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξεδόθη εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ἐπῆλθε συνεννόησίς τις μὲ τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου. Τὸ χρηματικὸν ποσὸν θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν; ὁ τόκος δὲ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας θὰ πληρωθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου; θὰ βαρύνῃ ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμὸν, ἢ ἐπῆλθε συνεννόησίς τις ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ τόκου, ἐφ’ ὅσον τὰ χρήματα μένουσιν εἰς χεῖρας τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου;
§23Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς πληροφορήσω εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§24Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν εἰσιτηρίων τῶν δωρεὰν ἐκδοθέντων ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων εἰς διάφορα πρόσωπα. Παρακαλῶ δὲ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ κατατεθῇ ὁ πίναξ.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, περὶ τῶν δαπανῶν, ἃς θέλει συνεπαγάγει ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων περὶ στρατολογίας καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§26Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ τυπωθῇ αὐτὸς ὁ πίναξ, διότι ὅλοι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτοῦ.
§27Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γκότσης δι’ ἐπερωτήσεώς του τῆς 19 Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους παρέστησεν, ὅτι ὁ κατάλογος τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐκτελοῦνται αἱ καταδιώξεις, ἔχει συνταχθῆ πρὸ μακροῦ χρόνου, καὶ συνέστησε, λίαν ὀρθῶς, νὰ ληφθῇ μέτρον πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου τοῦ νὰ συλλαμβάνωνται πρόσωπα μὴ ὄντα πλέον φυγόδικοι ἢ φυγόποινοι. Συνεπείᾳ τῆς παρατηρήσεως ταύτης ἀπηύθυνα ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς παρὰ Πρωτοδίκαις καὶ Ἐφέταις Εἰσαγγελεῖς, ἵνα ἐπιληφθῶσι τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν καταλόγων τούτων, ὅπως προληφθῶσι τὰ ἄτοπα.
§28Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραγγείλῃ εἰς τοὺς κ. Εἰσαγγελεῖς σύντονον ἐνέργειαν, καὶ νὰ ἀναφέρωσι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐγκυκλίου, διότι πολλάκις ἐγένοντο τοιαῦται ἐγκύκλιοι, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθησαν.
§29Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν προξενικῶν νόμων». Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ ἐν Αἰγύπτῳ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς Θηβῶν πρὸ καιροῦ μοῦ εἶχε ζητήσει.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 106).
§31Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Μύλων –Καλαμῶν, ὡς γνωστὸν, διέρχεται παρὰ τὸ Λεοντάριον, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Φαλαισίας. Ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ πλησίον τοῦ Λεονταρίου, τοῦ ἐπὶ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, μέχρι τῆς κωμοπόλεως Λεονταρίου ἡ ἀπόστασις εἶναι τρία τέταρτα τῆς ὥρας περίπου, καὶ τὸ ἔδαφος λίαν δύσβατον. Ἐκρίθη λοιπὸν ἀναγκαῖον ἔκτοτε νὰ συνδεθῇ ὁ σταθμὸς μετὰ τῆς κωμοπόλεως δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὁδὸς αὕτη ἐσφαλμένως ἐχαρακτηρίσθη ὡς δημοτική, ὁ δὲ δῆμος Φαλαισίας εἶναι ἄπορος, ἡ Κυβέρνησις ἐνέκρινε, πάντα τὰ τεχνικὰ ἔργα, τὰ ἀναγκαῖα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης, νὰ τὰ κατασκευάσῃ τὸ Δημόσιον, τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῆς ἐργασίας νὰ ἐκτελεσθῇ διὰ προσωπικῆς ἐργασίας τῶν κατοίκων. Πράγματι δὲ τὰ πλεῖστα τῶν τεχνικῶν ἔργων ἐξετελέσθησαν μὲ δαπάνην δέκα περίπου χιλιάδων δραχμῶν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐργασίας δὲν ἐξετελέσθη, διότι ὁ δῆμος Φαλαισίας διετείνετο, ὅτι κακῶς ἐχαρακτηρίσθη ἡ ὁδὸς ὡς δημοτική, ἐνῷ εἶναι ἐπαρχιακή. Ἐρεύνης δὲ γενομένης, ἀπεδείχθη ὄντως, ὅτι ἡ ὁδὸς εἶναι πράγματι ἐπαρχιακή, τοῦτο δὲ ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ συνεπῶς παρήγγειλε τὸν ἐπαρχιακὸν μηχανικὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐργασίας, τὸ μήπω ἐκτελεσθὲν, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, ἵνα συντελεσθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη. Ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν ἐπαρχιακὸν μηχανικὸν Μεγαλοπόλεως φέρει ἀριθμὸν 13328 τοῦ ἔτους 1903. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε, καίτοι ἱκανὸς παρῆλθε χρόνος, οὐδὲν ἐξετελέσθη, καὶ ἡ ὅλη ἐργασία μένει ἐκκρεμής, οὕτω δὲ καὶ ἡ συγκοινωνία παρακωλύεται καὶ τὰ συντελεσθέντα ἔργα κινδυνεύουσι νὰ καταστραφῶσιν ἕνεκα ἐλλείψεως ἐπιτηρήσεως. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα, διότι, καθὼς εἶπον, κινδυνεύει ν’ ἀπολέσῃ τὸ Δημόσιον καὶ τὰς 10,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν τεχνικῶν ἔργων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέραν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. νομάρχην Ἀρκαδίας καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἦτο νόμιμον ἢ μὴ νὰ διατεθῶσιν, ὡς διετέθησαν, ἐκ τῶν ταμείων τῶν ἐνοριακῶν ναῶν τοῦ δήμου Μεγαλοπόλεως δραχμαὶ 1200 διὰ πληρωμὴν ἐνοικίου τῆς ἰδιαιτέρας ἐν Μεγαλοπόλει κατοικίας τοῦ ἐπισκόπου Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1901 μέχρι τοῦ Νοεμβρίου 1903. Κατέστη πασίγνωστον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐβεβαιώθην, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, καὶ ἐντεῦθεν ἠγέρθη σοβαρὸν σκάνδαλον μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν μου, διότι πάντες διαποροῦσιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δυνάμει τίνος νομικῆς ὑποχρεώσεως οἱ ἐνοριακοὶ ναοὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν δαπάνην αὐτὴν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, πῶς ὁ ἐπίσκοπος ἠνέχθη τοιαύτην πρᾶξιν ἱερόσυλον πρὸς ἀτομικόν του ὄφελος. Καὶ χαρακτηρίζω ὡς ἱερόσυλον τὴν πρᾶξιν ταύτην, διότι καθαρὰ ἱεροσυλία εἶναι, φρονῶ, νὰ λαμβάνωνται χρήματα ἱκανῆς ποσότητος ἀπὸ ἐκκλησιαστικὰ ταμεῖα πενιχρώτατα, τὰ ὁποῖα ὡς μόνον πόρον ἔχουσι τὰ ὀλίγα δίλεπτα καὶ πεντάλεπτα κερμάτια, ἅτινα περισυλλέγονται ὑπὲρ αὐτῶν κατὰ πᾶσαν ἑορτὴν, καὶ νὰ δαπανῶνται ταῦτα δι’ ἀτομικὰς ἀνάγκας τοῦ ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ τὴν Πολιτείαν ἐπαρκῶς ἀμείβεται καὶ ἄλλας πολλὰς ὑλικὰς ἀπολαυὰς ἔχει. Συνιστῶ προσέτι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν νομάρχην, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ δαπάνη αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ ἐκ τῶν βιβλίων τῶν ἐνοριακῶν ναῶν, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ μὴ τηρῶνται ἐν τάξει, νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν διοικητικῶν ἀνακρίσεων πρὸς ἐξακρίβωσιν αὐτῆς. Τὴν παράκλησίν μου ταύτην καταθέτω καὶ ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὴν διαβιβάσῃ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν.
§32Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθηκε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατετέθη σχεδὸν ἀπαράλλακτον καὶ πρὸ δύο περίπου μηνῶν· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας παρέχει, εἶναι τόσον συνοπτικαί, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ ἐξελέγξῃ τὸ πλῆρες αὐτῶν ἐν σχέσει πρὸς τὰς σημερινὰς δαπάνας καὶ ἐκείνας, ἃς θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ψηφισθέντων νόμων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ στρατολογίας. Ἠθέλησα, ὅτε τὸ πρῶτον κατετέθη τὸ σημείωμα τοῦτο, νὰ ποιήσωμαι τὴν μελέτην ταύτην, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον· μοὶ παρέσχε δὲ τὸ σημείωμα καὶ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι αἱ αὐξήσεις δὲν ἀντιστοιχοῦσιν ἴσως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ψηφισθέντων νόμων. Ἕνεκα τούτου ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀνδρῶν ἐν ἑτέρᾳ στήλῃ, καὶ αἱ ἀμοιβαί, οὕτως ὥστε ν’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ μελέτη. Ὥστε, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχῃ δυσκολίαν, παρακαλῶ νὰ προσθέσῃ δύο στήλας, μίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν καὶ ἑτέραν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀμοιβῆς, τῆς προσδιωρισμένης κατὰ τὸν νόμον.
§33ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ σημείωμα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἑξῆς: αʹ) Εἰς τίνα ἀνήκει ἡ ὡς γραφεῖον τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ χρησιμεύουσα οἰκία· βʹ) ὑπὸ τίνος διετάχθη ἡ ἐνοικίασις τῆς οἰκίας ταύτης· γʹ) πόσον ποσὸν πληρώνεται δι’ ἐνοίκιον αὐτῆς, καὶ δʹ) διὰ πόσον χρόνον εἶναι ἐνῳκιασμένη.
§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 25,000, ὡς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δῆμον Μεσολογγίου διὰ τὸν καλλωπισμὸν τοῦ κήπου τῶν Ἡρώων καὶ τοῦ πέριξ αὐτοῦ χώρου».
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 107).
§36ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ κατασκευὴν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἢ ὄχι.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως.
§38ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Διότι ἀγωνιζόμεθα ἀπὸ τοῦ 1875 νὰ κάμωμεν ἕνα δρόμον δύο ὡρῶν, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν.
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔστειλα τὸν πίνακα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§40Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν προεκηρύχθη δημοπρασία διὰ τὴν προμήθειαν τῆς κριθῆς τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, ἂν ἐγένετο ἡ δημοπρασία αὕτη, ἂν ἐνεκρίθη, ἐπ’ ὀνόματι τίνος ἐνεκρίθη, καὶ ἀντὶ ποίας τιμῆς.
§41Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πολλαὶ δημοπρασίαι ἐνηργήθησαν, καὶ οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ μειοδοτήσῃ. Ἐπειδὴ δὲ παρετήρησα τοῦτο κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ ἐπειδὴ εἶχε λήξει ἡ προθεσμία, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀνανεώσω τὸ συμβόλαιον, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐκτεθειμένη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, μοὶ ἐγένετο δὲ μία προσφορὰ συμφέρουσα ἀπὸ τὸν κ. Β. Κωνσταντόπουλον, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχον προσφορὰν ἄλλην, διότι, ὡς προεῖπον, εἰς τὰς ἐπανειλημμένας δημοπρασίας οὐδεὶς μειοδότης παρουσιάσθη, τὴν προσφορὰν ταύτην εὗρον συμφέρουσαν εἰς τὸ Δημόσιον, τὴν ἐνέκρινα, καὶ παρεδέχθην τὴν χορήγησιν τῆς κριθῆς.
§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν πρὸς πόσα λεπτὰ τὴν ὀκᾶν θὰ προμηθεύσῃ τὴν κριθὴν ὁ Κωνσταντόπουλος;
§43Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πρὸς 25 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Αὔριον δύναμαι νὰ φέρω ἀκριβῆ πληροφορίαν.
§44Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸς 25 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν!
§45Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁ Καμπᾶς ἀνέλαβε τὴν προμήθειαν τοῦ σανοῦ, ὁ Κωνσταντόπουλος ἀνέλαβε τὴν προμήθειαν τῆς κριθῆς.
§46Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ συμβολαίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφρόντισε νὰ μάθῃ, ποία εἶναι ἡ τρέχουσα τιμὴ τῆς κριθῆς ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐν Θεσσαλίᾳ; διότι, ὡς μανθάνω, ἡ τιμὴ τῆς κριθῆς εἶναι πολὺ ἐλάσσων τῆς τιμῆς, ἣν παρεδέχθη τὸ Ὑπουργεῖον.
§47Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μεγάλη.
§48Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐπειδὴ λέγετε, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς κριθῆς εἶναι μεγάλη, ἔχω πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ Ζάππειος ἐπώλησε πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ἀρκετὰς ἑκατοστύας χιλιάδων ὀκάδων κριθῆς πρὸς 14 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Εἶναι πολὺ μεγάλη ποσότης κριθῆς ἀποθηκευμένη ἐν Θεσσαλίᾳ περυσινή.
§49Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πάντως πρέπει νὰ κατατεθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς κρίσεως τῶν διδακτικῶν βιβλίων ἐπιτροπὴν διάφοροι γραμματικαὶ πρὸς χρῆσιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλ’ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἐνεκρίθη. Τὸ Ὑπουργεῖον εὑρέθη εἰς στενόχωρον θέσιν, καὶ ἐζήτησε παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγκρίνῃ μίαν ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν, τὴν σχετικῶς καλλιτέραν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, καὶ τί ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπή, ἂν δηλ. προέβη εἰς ἔγκρισιν Γραμματικῆς τινος, ἢ ὄχι. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν μιᾶς Γραμματικῆς, ἵνα μὴ γίνηται χρῆσις ἐν τοῖς σχολείοις Γραμματικῶν μὴ ἐγκεκριμένων.
§50ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δυστυχῶς ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος περὶ διδακτικῶν βιβλίων ἔχει ἀτελείας τινάς. Μία τῶν ἀτελειῶν αὐτοῦ εἶναι καὶ αὕτη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν δικαίωμα ἔχει εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἤθελεν ἀποφανθῆ γνώμην περὶ ἐγκρίσεως οἱουδήποτε βιβλίου. Πέντε ἦσαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς κρίσεως τῶν Γραμματικῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων, πέντε ἦσαν καὶ αἱ γνῶμαι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ λάβῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα πεισθῇ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον τὸ ζήτημα περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος περὶ διδακτικῶν βιβλίων, διότι ἡ βιβλιοκαπηλία κατέκλυσε τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ ζημία ἡ γιγνομένη καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν εἶναι ἀνυπολόγιστος. Σχετικὸν νομοσχέδιον ὑπέβαλον ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς δὲν συνεζητήθη.
§51Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἰσεχώρησεν ἀνακρίβειά τις εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀληθῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἡ πρὸς ἔγκρισιν τῶν Γραμματικῶν ἀποτελεῖται ἐκ πέντε μελῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι πέντε ὑπῆρξαν καὶ αἱ γνῶμαι.
§52Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πέντε ὑπῆρξαν.
§53Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον γνωρίζω, δύο ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐνέκριναν ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν 27 Γραμματικῶν τὰς 13, ἓν δὲ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐν ἀρχῇ μὲν εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν ἐγκρίνει, ὅτε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον ἔγραψεν εἰς αὐτόν, ὅτι πρέπει τέλος νὰ συμφωνήσῃ μὲ μίαν τινὰ γνώμην, εἶπεν, ὅτι τὸ καθ’ ἑαυτὸν ἀποφαίνεται ὅτι ἐγκρίνει καὶ τὰς 26· ἐκτὸς δηλαδὴ μιᾶς ἐγκρίνει πάσας. Ἐντεῦθεν προκύπτει τὸ ἑξῆς, ὅτι αἱ 13 Γραμματικαὶ ἔχουσι πλειονοψηφίαν τριῶν ψήφων· διότι δύο μὲν μέλη ὡρισμένως ἐψήφισαν ὑπὲρ τῶν 13, ἓν δ’ ἐψήφισεν ὑπὲρ τῶν 26, εἰς τὰς ὁποίας βεβαίως συμπεριλαμβάνονται αἱ 13, ἄρα ὑπάρχει ἡ πλειονοψηφία τοῦ νόμου ὑπὲρ τῶν 13 Γραμματικῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, δηλαδὴ νὰ ἐγκρίνῃ τὰς 13 Γραμματικάς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι τρεῖς ψῆφοι ἐκπεφρασμέναι.
§54ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ ἀναμείνῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἵνα ἐξενέγκῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἐπὶ ἐγγράφων, διότι, ἐὰν τοῦτο ἤθελε πράξει, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τῷ δικαίῳ.
§55Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐγκριθῇ καμμία Γραμματική, τί θὰ γείνῃ; Δὲν θὰ ἔχωμεν καμμίαν;
§56ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Θὰ γείνῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται ἀνὰ πᾶν ἔτος, νὰ ᾖναι δυστυχῶς πᾶσαι ἐγκεκριμέναι. Τὴν σήμερον εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα εἶναι εἰσηγμέναι πλέον τῶν 100 Γραμματικῶν!
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τζαννετάκης ἔχει τὸν λόγον.
§58ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ δύο Λακωνικαὶ ἐπαρχίαι, ἡ τῆς Οἰτύλου καὶ ἡ τοῦ Γυθείου, φορολογοῦνται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, πρὸς διάκρισιν δὲ τῶν προϊόντων, ἰδίως τοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ ξηρᾶς εἰς τὸν λιμένα Γυθείου ἐκ Λακεδαίμονος καὶ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὡρίσθησαν σταθμοὶ εἰς διάφορα σημεῖα τῶν ὁρίων, ὅπως ἐκδίδωσι διαβατήρια πρὸς τοῦτο. Πληροφοροῦμαι ὅμως, ὅτι ὁ κ. ἔφορος Γυθείου ζητεῖ διαβατήρια καὶ διὰ τὰ διὰ θαλάσσης εἰς Γύθειον μεταφερόμενα ἔλαια ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Καὶ ἰδιαιτέρως παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ σήμερον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἄρῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, διατάσσων νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ διὰ θαλάσσης μεταφορὰ τοῦ ἐλαίου.
§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔγραψα ἤδη, καὶ περιμένω ἀπάντησιν σήμερον ἢ αὔριον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Ι. Καλούτσης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς αἴτησιν: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφα τῶν ὑπ’ ἀριθ. 302 καὶ 3000 ἀποφάσεων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ὡς καὶ ἀντίγραφον τῶν προτάσεων τῶν διαδίκων, ἐπὶ διαφορᾶς μεταξὺ Μονῆς Πεντέλης καὶ Ἱεροθέου Μητροφάνους.»
§61ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ ἀπὸ 12 Ἰουλίου 1876 Β. Διατάγματος ἐξηρέθησαν τῆς διανομῆς, διὰ νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς δημοσίους ἢ δημοτικοὺς σκοπούς, αἱ ἐν τῷ δήμῳ Αὐλῶνος τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας κείμεναι γαῖαι τῶν διαλελυμένων Μονῶν Κουτσούρου, Καταρράκτου, Γερμανοῦ καὶ Μερναγίου, καὶ αἱ κατὰ τὰς θέσεις Πύργον, Μαγούλαν καὶ Κάραβον τοῦ χωρίου Ἀλιβερίου τοῦ δήμου Ταμυνέων τῆς διαλελυμένης Μονῆς Κορακιῶν, ἔχουσαι ἅπασαι ἔκτασιν ἓξ χιλιάδων περίπου στρεμμάτων, καὶ αἵτινες εἶχον δηλωθῆ ὑπὸ διαφόρων κατοίκων τῶν δήμων Αὐλῶνος καὶ Ταμυνέων. Αἱ γαῖαι αὗται διετίθεντο δι’ ἐνοικιάσεως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1878 μέχρι τοῦδε, ἀποφέρουσαι εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίως δραχμὰς 3,000 περίπου· ἡ πρόσοδος αὕτη ἐθεωρήθη ἀσήμαντος ὑπὸ τῆς κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1893 διευθυνούσης τὰ κοινὰ Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἧς ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις ἔκρινε σκοπιμώτερον καὶ λυσιτελέστερον νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν πρόσοδον ταύτην πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τῆς οἰνοποιΐας, ἡ ὁποία ἠδύνατο, ὡς ἔλεγεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἡ τότε εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως οἰνοποιητικοῦ σταθμοῦ Κυβέρνησις, νὰ ἀποβῇ πηγὴ πλούτου διὰ τὸν τόπον, ἀφοῦ, ὡς τυγχάνει γνωστὸν, ἡ Καρυστία εἶναι μία ἐκ τῶν μᾶλλον οἰνοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ οἱ οἶνοι αὐτῆς, ἰδίᾳ οἱ τῶν δήμων Κυμαίων καὶ Κοτυλαίων, οἱ ἐξαίρετοι μέλανες οἶνοι, δύνανται ἐπωφελέστερον νὰ ἐξάγωνται, κατασκευαζόμενοι ἐπιτραπέζιοι, εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐκ τῶν τοιούτων σκέψεων ὁρμωμένη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη προέβη εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, δι’ οὗ συνιστᾶτο οἰνοποιητικὸς σταθμὸς ἐν Κύμῃ, πρὸς συντήρησιν τοῦ ὁποίου διετίθεντο αἱ πρόσοδοι τῶν διαληφθέντων ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων· ἀλλὰ καίτοι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθὲν ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους τὴν 16 Φεβρουαρίου 1893, παρῆλθε δὲ ἔκτοτε δεκαετία καὶ πλέον, δὲν ἐγένετο ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, μὴ ἐκδοθέντος τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ Β. Διατάγματος. Κατ’ αὐτὰς ὅμως ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διέταξεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν διάλυσιν τῆς ὑφισταμένης μισθώσεως τῶν προμνημονευθέντων κτημάτων τῶν διαλελυμένων Μονῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν καταμέτρησιν καὶ ἐκτίμησιν αὐτῶν, καὶ τοῦτο ὑποθέτω ὅτι θὰ γένηται ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἐκποιηθῶσι τὰ κτήματα ταῦτα, καὶ τὸ τίμημα αὐτῶν νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐγκατάστασιν καὶ συντήρησιν τοῦ οἰνοποιητικοῦ σταθμοῦ· καὶ δὲν δύναται νὰ γένηται ἄλλως, ἀφοῦ κατὰ τὸ ἀπὸ 12 Ἰουλίου 1876 Βασ. Διάταγμα αἱ γαῖαι αὗται ἐξῃρέθησαν τῆς διανομῆς, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὑπὲρ δημοσίων ἢ δημοτικῶν σκοπῶν, καὶ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΡΟΒʹ τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893 περὶ συστάσεως οἰνοποιητικοῦ σταθμοῦ ἐν Κύμῃ προωρίσθησαν διὰ τὴν σύστασιν καὶ συντήρησιν αὐτοῦ. Ἐν τούτοις δὲν κρίνω ἀπὸ σκοποῦ νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοὺς, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν ἀληθῶς τοιοῦτον σκοπὸν ἔχει ἡ διάλυσις τῆς μισθώσεως καὶ ἡ διαταχθεῖσα ἐκτίμησις καὶ καταμέτρησις τῶν γαιῶν ἐκείνων. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας ἐκδόσεως τοῦ προσήκοντος Β. Διατάγματος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ εἰρημένου νόμου, διότι διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ οἰνοποιητικοῦ σταθμοῦ Κύμης οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα σπουδαίως θὰ ἐξυπηρετηθῶσι. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν νομάρχην Εὐβοίας, ἵνα ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις του ἐπὶ τῶν πρὸ πολλῶν μηνῶν ὑποβληθέντων αὐτῷ προϋπολογισμῶν τῶν πλείστων δήμων τοῦ νομοῦ Εὐβοίας. Οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων Κυμαίων, Καρυστίων, Μαρμαρίου, Ἱστιαίων κλπ. εἰσὶν ὑποβεβλημένοι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου, καὶ ἐν τούτοις ὁ νομάρχης Εὐβοίας οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτῶν ἐξέδοτο ἀπόφασιν, ἐπὶ βλάβῃ προφανεῖ τῶν συμφερόντων τῶν δήμων, ὧν, ἀντὶ νὰ διευκολύνῃ, παρακωλύει καὶ παραλύει τὴν διοίκησιν ὁ ἀντιπρόσωπος οὗτος τῆς Κυβερνήσεως ἐν Εὐβοίᾳ, αὐτὸς ὁ ἐντεταλμένος νὰ ἐπαγρυπνῇ ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῶν δήμων καὶ μεριμνᾷ διὰ τὴν ἐπωφελεστέραν, εὐρυθμοτέραν καὶ κανονικωτέραν διοίκησιν αὐτῶν, ἥτις βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν ἐπὶ ὁλοκλήρους μῆνας ἀναβάλληται ἡ ἔκδοσις τῶν ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων ἀποφάσεων τοῦ νομάρχου.
§62Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Χαλκίδος συμβαίνει τὸ αὐτό.
§63ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Χαλκίδος καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Καρυστίας ὡς καὶ διὰ τὴν τοῦ Ξηροχωρίου, ἤτοι δι’ ὁλόκληρον τὸν νομὸν Εὐβοίας, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πορείαν ἀκολουθεῖ ὁ κ. νομάρχης, καὶ οὐ μόνον ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ὑποβαλλομένων αὐτῷ ψηφισμάτων βραδύνει τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεών του. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἐφαρμόζει διὰ πάντας τοὺς δήμους καὶ διὰ πάντα τὰ ψηφίσματα. Ἔχει διαιρέσει τοὺς δημάρχους τοῦ νομοῦ εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ, καὶ δὲν ἀμελεῖ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεών του, ὅταν τὰ κομματικὰ ἢ τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα ἀπαιτῶσι ταχεῖαν ἐνέργειαν. Ὅπως δὲ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν λεγομένων μου, παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ νομάρχου Εὐβοίας πίνακα ἁπάντων τῶν ἐν τῇ Νομαρχίᾳ εὑρισκομένων ἐκκρεμῶν προϋπολογισμῶν, ἀπολογισμῶν καὶ ψηφισμάτων ἐν γένει ἁπάντων τῶν δήμων τοῦ νομοῦ, ὡς καὶ ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐξέδοτο τὰς ἀποφάσεις του, μετὰ μνείας τοῦ χρόνου τῆς ὑποβολῆς των, καὶ ὑποβάλῃ τὸν πίνακα τοῦτον εἰς τὴν Βουλὴν, ὁπότε θέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ διοικῶν τὸν νομὸν Εὐβοίας νομάρχης κατέστη ἀληθὴς τύραννος, αὐτοβούλως καὶ ἀνεξελέγκτως ἐνεργῶν.
§64ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§65ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὀνομάζεται Καπιτσίνης, διατελέσας ἄλλοτε γραμματεὺς εἰς τὴν αὐτὴν Νομαρχίαν, καὶ διότι ἀπελύθη ὡς φατριαστὴς καὶ ἀνίκανος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐκρίθη ὡς καταλληλότερος ὑπὸ τῆς παρούσης, ὅπως προαγόμενος σταλῇ εἰς τὸν αὐτὸν νομὸν, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ κόμματος, ἅπερ ἐνίοτε θέτει καὶ ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ, ὅταν πρόκηται νὰ θεραπεύσῃ ἰδίας ἀνάγκας καὶ ἀτομικὰ αὐτοῦ συμφέροντα, ὡς ἐκ τούτου δ’ ἠγέρθησαν παράπονα καὶ ἐκ μέρους τινῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μολονότι καὶ τούτων ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν ηὐδόκησε νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Εὔβοιαν ἀπὸ τὴν μάστιγα ταύτην. Ἀναγκάζομαι νὰ ἀναφέρω ἐνδεικτικῶς πράξεις τινὰς τοῦ νομάρχου τούτου, ὅπως πεισθῆτε κατὰ πόσον πάντοτε ἐνεργεῖ καθ’ ὑπέρβασιν καὶ παράβασιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Πρὸ μηνὸς περίπου τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον ναοῦ τινος ἐν Σκύρῳ ᾐτήσατο παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, χηρευούσης τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Χαλκίδος, νὰ διορισθῇ ἐν τῷ δημοτικῷ τούτῳ ναῷ εἷς ἱερεὺς, ὃν ἀπὸ κοινοῦ ὁ δήμαρχος, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὰ λοιπὰ μέλη αὐτοῦ ἔκριναν κατάλληλον· ἐν ᾧ δὲ ἀνεμένετο ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, παρεμβαίνει ὁ νομάρχης, ἀλλότρια καθήκοντα ἰδιοποιούμενος, καὶ διατάσσει τηλεγραφικῶς τὸν ἀστυνόμον Σκύρου νὰ ἐγκαταστήσῃ ἄλλον ἱερέα, ὃν οἱ ἐκεῖ φίλοι τοῦ κόμματος τῷ ὑπέδειξαν. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου διετέλει ἐν τῇ Νομαρχίᾳ Εὐβοίας γραμματεύς, μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐκπληρῶν τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ὀνόματι Α. Γεωργουσόπουλος, ὅστις, ὡς χρηστὸς ὑπάλληλος, δὲν ἠδύνατο νὰ βλέπῃ ἀπαθῶς τὰς παρανόμους ἐνεργείας τοῦ νομάρχου, καὶ ἑπομένως οὐ μόνον δὲν θὰ συνέτρεχεν, ἀλλὰ καὶ θὰ τῷ ἔφερε προσκόμματα κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν των. Τὸν γραμματέα τοῦτον ἀπέβαλεν ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Νομαρχίας καὶ τὸν διέταξε νὰ ἀπέλθῃ καὶ ἐκ Χαλκίδος, ἐνεργῶν οὐχὶ πλέον ὡς νομάρχης, ἀλλ’ ὡς ἄλλος Κιαμὴλ πασσᾶς ἐν Σμύρνῃ, θεωρῶν καὶ ὁ νομάρχης οὗτος τὴν Εὔβοιαν ὡς βιλαέτιόν του.
§66Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ Κιαμὴλ νομάρχης δὲν εἶναι;
§67ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ναί, νομάρχης τοῦ βιλαετίου Σμύρνης, ἀντιπροσωπεύων τὸν Χαμίτ· ὡς φαίνεται δὲ, ὁ νομάρχης Εὐβοίας ἐζήλωσε τὴν δόξαν τοῦ Κιαμήλ, ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὅτι καὶ ἡ ἀντιπροσωπευομένη ὑπ’ αὐτοῦ Κυβέρνησις νὰ ἐφθόνησε τὴν τύχην τοῦ Μ. Βεζύρου ἢ τοῦ Σουλτάνου, καὶ θέλει νὰ διατηρῇ ἐν Εὐβοίᾳ ὅμοιον τοῦ Κιαμὴλ πασσᾶ νομάρχην. Ὡς ἐκ τούτου δὲ εὐελπιστῶ, ὅτι θὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν, ὅπως ἀπολύσῃ αὐτὸν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν αὐτὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, διὰ δευτέραν ἢ τρίτην φορὰν, ἐπερώτησίν μου ἀφορῶσαν τὴν ἀνασύστασιν τοῦ τηλεγραφείου Σκύρου, τὸ ὁποῖον ὑπεβιβάσθη εἰς τηλεφωνεῖον ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τῆς μεταθέσεως τοῦ τηλεγραφητοῦ Σκύρου καὶ τῆς διαλύσεως τῆς μισθώσεως τοῦ τηλεγραφικοῦ καταστήματος· παρακαλῶ δὲ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνασυστήσῃ τὸ τηλεγραφεῖον τοῦτο.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς ἔδωκα ἀπάντησιν, καταθέσας καὶ σημείωμα.
§69ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ ἀπάντησις, ἣν ἐδώκατε, δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, ἀνεφέρετο δ’ εἰς ἄλλην προηγουμένην ἐπερώτησίν μου. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ὅμως περὶ τοῦ ἂν θὰ καταργηθῶσι καὶ ἄλλα τηλεγραφεῖα γʹ τάξεως, ἔχοντα ἴσας ἢ καὶ ἐλάσσονας τοῦ τηλεγραφείου Σκύρου εἰσπράξεις, καὶ τῆς παρακλήσεώς μου νὰ καταθέσητε πίνακα τῶν εἰσπράξεων τούτων καὶ τῶν ὁμοιοβάθμων τηλεγραφικῶν γραφείων καὶ ἄλλας σχετικὰς πληροφορίας οὐδὲν ἀπηντήσατε. Ἐρωτῶ δὲ καὶ αὖθις ὑμᾶς, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ μῆνις ὑμῶν διὰ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Σκῦρον, καὶ ἂν θὰ μένῃ τὸ τηλεγραφικὸν γραφεῖον κατηργημένον, λειτουργοῦν μόνον ὡς τηλεφωνεῖον, ἐνῷ ὡς τηλεγραφεῖον εἶχε κατὰ μῆνα εἰσπράξεις δραχ. 500, ὡς τηλεφωνεῖον δὲ δὲν ἔχει οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν εἰσπράξεων τούτων. Διὰ νὰ μάθητε δὲ εἰς ὁποίαν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν περιέστη τὸ τηλεφωνεῖον Σκύρου, καὶ πῶς λειτουργεῖ τοῦτο, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀπέστειλα ἐντεῦθεν πρὸς τὸν ἐκεῖ ἀδελφόν μου, δήμαρχον Σκύρου, πρό τινων ἡμερῶν· ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τούτου θέλετε κρίνει, πῶς μεταδίδονται διὰ τοῦ τηλεφώνου εἰς Σκῦρον τὰ εἰς Ἑλληνικὴν γλῶσσαν γεγραμμένα τηλεγραφήματα, κατ’ ἀναλογίαν δὲ θὰ σχηματίσητε ἰδέαν, πῶς μεταδίδονται τὰ καθ’ ἑκάστην ἐκ Λονδίνου ἀποστελλόμενα εἰς τοὺς ἐν Σκύρῳ ἐνεργοῦντας τὴν ἐξαγωγὴν τῶν μαρμάρων ἀντιπροσώπους τῆς ἑταιρείας «Marmor Limited» τηλεγραφήματα. Τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ἐξ Ἀθηνῶν ἔστειλα, εἶχεν οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ταμεῖον μεταλλευτῶν ἀπένειμεν Ἰωάννῃ Προκόπῃ σύνταξιν μηνιαίαν δραχμὰς 29». Ἰδοὺ δὲ πῶς μετεβιβάσθη, καὶ μετὰ πάροδον πολλῶν ὡρῶν: «Ταμεῖον μετὰ λεπτῶν ἀπέμεινε Ι. Προκόπῃ περίστασιν 29». (Γέλωτες). Τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τηλεφωνείου Σκύρου διευθύνει ὁ σχολάρχης Κ. Παπαδημητρίου, ὅστις, ὡς πληροφοροῦμαι, ἀνατίθησι ταύτην εἰς τινα υἱὸν ἢ ὑπηρέτην τοῦ διανομέως, δωδεκαετῆ τὴν ἡλικίαν, καὶ οὗτος παραλαμβάνει καὶ μεταδίδει τὰ εἰς Ἑλληνικὴν καὶ Γαλλικὴν γλῶσσαν τηλεγραφήματα! Ἐνδεχόμενον ὅμως καὶ τὸ τηλεγράφημά μου νὰ μετεδόθη συμβολικῶς, ἐνῷ δὲν ἐστάλη παρ’ ἐμοῦ ὡς τοιοῦτον.
§70ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Εἶναι συμβολικὰ αὐτά.
§71ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τοσοῦτον παρεμορφώθη, ὥστε μόνον ὡς συμβολικὸν δύναται νὰ ἐκληφθῇ· ἀλλ’ ἵνα ἀναγνώσω τοῦτο ἔχω ἀνάγκην τῆς κλειδός, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἢ ὁ Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ αὕτη, διὰ νὰ τὸ ἐξηγήσωμεν.
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω νὰ τὰ εἴπητε αὐτὰ εἰς τὸ ταχυδρομεῖον.
§73ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὰ λέγω εἰς ὑμᾶς, ὅπως τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὡς προϊστάμενος τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων.
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν κλεῖδα.
§75ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ζητήσατέ την ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων, καὶ ἀποστείλατε ταύτην εἰς τὸν διευθύνοντα τὸ τηλεφωνεῖον Σκύρου σχολάρχην· ἀλλὰ πρὸ παντὸς φροντίσατε νὰ διορθωθῇ τὸ κακόν, ἀνασυνιστῶντες τὸ τηλεγραφεῖον Σκύρου, ὅπερ ἀπὸ εἰκοσκετίας ἐλειτούργει κάλλιστα μέχρι τῆς πρωθυπουργίας σας, ὅτε ἐπὶ βλάβῃ μεγίστῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων ὑπεβιβάσετε αὐτὸ εἰς τηλεφωνεῖον, λειτουργοῦν ὡς ἠκούσατε. Ὅταν κατατεθῇ τὸ ζητούμενον σημείωμα, θέλετε ἰδεῖ κατὰ πόσον ζημιοῦται ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ τηλεγραφείου τὸ Δημόσιον.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς ἔδωκα τὸ σημείωμα.
§77ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ σημείωμα, ὡς προεῖπον, εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, δι’ ἧς ἐζήτουν νὰ μάθω τὰς προσόδους τοῦ γραφείου τούτου ὡς τηλεγραφείου καὶ ὡς τηλεφωνείου, καὶ τὰς προσόδους ἐν γένει τῶν ὁμοιοβάθμων γραφείων, καὶ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν πόσον ἄστοχον ἦτο τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως τηλεγραφικοῦ γραφείου πολλὰς ἔχοντος προσόδους.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδεμίαν πρόσοδον ἔχει.
§79ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἶχεν, ὡς εἶπον, 500 δραχμὰς μηνιαίως, καὶ ἐπειδὴ εἴπετε, ὅτι ἐδώσατε ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπερωτήσεώς μου, ἐνῷ δὲν ἐδώσατε τοιαύτην, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω τὴν αὐτὴν ἐπερώτησίν μου, ἧς λαμβάνοντες γνῶσιν θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἀπηντήσατε, καὶ θὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀπαντήσητε ἐπὶ ταύτης, ἣν καταθέτω ἐγγράφως.
§80Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπειδὴ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς βαίνουσι ταχέως εἰς τὸ τέρμα αὑτῶν, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ζήτημα τῆς ἀποθήκης τῆς διαμετακομίσεως τοῦ τελωνείου Πατρῶν, διότι θὰ τελειώσουν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ μείνῃ διὰ τὸ μέλλον.
§81Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ εἰς τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις ἐγένετο λόγος ὄχι περὶ διαμετακομίσεως, ἀλλὰ περὶ προεκτάσεως ἢ μᾶλλον προσθέτου οἰκοδομῆς εἰς τὸ ὑπάρχον τελωνεῖον Πατρῶν. Ἐγένετο προϋπολογισμός, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖται δαπάνη 270 χιλιάδων δραχμῶν. Ὡς πρὸς τὸ μέχρι τοῦδε τελωνειακὸν κατάστημα, εἶχε ληφθῆ τὸ ἑξῆς μέτρον· νὰ δανεισθῇ τὸ Δημόσιον παρὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν τὸν τόκον. Ὅτε διενεμήθη ὁ προϋπολογισμός, ἀπέστειλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν νομάρχην Ἀχαΐας, παρακαλέσας αὐτὸν νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν, ἂν αὕτη δέχεται, ἵνα τὸ αὐτὸ μέτρον ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τὸ ποσὸν τῶν 270,000. Χθές, νομίζω, ὑπεβλήθησαν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν εἰσηγητήν· ἀλλ’ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ δὲν συναινεῖ νὰ λάβῃ τὸ δάνειον αὐτό, καὶ νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὸν τόκον, διότι νομίζει ὅτι εἶχεν ἄλλας ἀνάγκας. Ἵνα δὲ ἀπ’ εὐθείας τὸ Δημόσιον κάμῃ δάνειον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀπαιτοῦνται διατυπώσεις, τὰς ὁποίας, νομίζω, ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν γινώσκει, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐκπλήρωσις ἀποβαίνει ἀνέφικτος τό γε νῦν.
§82Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Βεβαίως ὁ τρόπος, ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠκολούθησεν, εἶναι ἐκεῖνος, ὃν ἐγὼ πρὸ καιροῦ ὑπέδειξα πρὸς αὐτόν, παρακαλέσας νὰ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γεννᾷ εἰς ἐμὲ ἀπορίαν, εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον φέρεται ἐν τῷ σχεδίῳ, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς ἀποθήκης. Ὡς δὲ μὲ ἐπληροφόρησαν οἱ ἁρμόδιοι ἐν Πάτραις, ὅ τε νομομηχανικὸς καὶ ὁ ἐργολάβος, ἡ δαπάνη δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 80,000 ἢ τὸ πολὺ τὰς 100,000 δραχμάς. Τώρα ἀκούω 270,000. Ἐκτὸς δὲ τούτου μὲ ἀπορίαν ἀκούω, ὅτι ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἀρνεῖται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ τελωνείου. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελον.
§83Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Νομίζω ὅτι ἡ μέριμνα περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ τελωνείου ἀνήκει πάντοτε εἰς τὸ Κράτος καὶ ὄχι εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν. Ἐὰν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ διευκολύνῃ τὸ Κράτος, ὅπως κατασκευασθῇ τὸ τελωνεῖον, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἔπαυσεν ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἔργου. Ἐπιβάλλεται δὲ σήμερον εἰς τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τὴν συμπληρωτικὴν ταύτην δαπάνην, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐπείγεται εἰς τὴν κατασκευὴν ἄλλων ἔργων, ἴσως σοβαρωτέρων, κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς. Ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία προϋπελογίσθη διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἔργων, εἶναι ὄντως μεγάλη, κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην καὶ ἀδικαιολόγητος ἐν πολλοῖς. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἂν ἦναι ἀληθές, ὅτι ἡ δαπάνη περιλαμβάνει διάφορα ἔργα, ἔργα τουτέστι συμπληρωτικὰ τῆς κατασκευῆς, τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ σχεδίου τοῦ τελωνείου, καὶ ἔργα ἀποκλειστικῶς τῆς κατασκευῆς τῶν ἀποθηκῶν, θὰ ἦτο καλλίτερον, νομίζω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεφάσιζε τὴν διαίρεσιν τῶν ἔργων τούτων, καὶ περιωρίζετο εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀποθηκῶν τοῦ τελωνείου, ἡ ὁποία εἶναι ἐπείγουσα· ἐὰν δὲ ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἐὰν ἤθελε δηλ. υἱοθετήσει τὴν σκέψιν μου ταύτην, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ δαπάνης πολὺ μικρᾶς, τουτέστι περὶ 80,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἀποδεικνύηται ὡς ὀρθόν, τότε βεβαίως δὲν θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ, ὅπως ἀναγράψῃ πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἔργων, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐδαπάνησεν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή, ἢ τὸ Κράτος, ἵνα εἴπω ὀρθότερον, περὶ τὰς 500,000, διὰ νὰ κατασκευάσῃ τελωνεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ πληροῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, τάς τε σημερινὰς καὶ τὰς τοῦ μέλλοντος, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι κατεσκευάσθη τελωνεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐμπορίου, καὶ τοῦ σημερινοῦ καταστήματος. Θὰ ἦτο λοιπόν τι τερατῶδες, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπεβλήθη τὸ Κράτος εἰς δαπάνην ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, διὰ νὰ κατασκευάσῃ τι ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχει ἡ πόλις. Θὰ εὑρεθῇ δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν χρῆσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ νῦν τελωνειακὸν κατάστημα, ἐὰν δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀποθηκῶν, τοῦτο δὲ θὰ ἦτο ἀληθῶς τερατῶδες, διότι ἅπασα ἡ πόλις ἀναμένει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν νὰ καταρριφθῇ ἓν ἐλεεινὸν καὶ σεσαθρωμένον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον παραβλάπτει καὶ τὸν ἐξωραϊσμὸν τῆς πόλεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποδεχθῇ τὰς σκέψεις μου ταύτας, καὶ διαιρέσῃ τὸ κονδύλιον τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἔργων τοῦ τελωνείου, ἀποφασίσῃ δὲ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀποθηκῶν, ἀναγράφων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πίστωσιν ἀνάλογον, 80,000 δραχμῶν.
§84Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§85Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες δικαίως ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν Πάτραις, ἀλλ’ οὐδεὶς αὐτῶν ἐμνήσθη, ὅτι ἡ ἀνέγερσις τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν Πάτραις ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις βεβαίως οὐδένα ἔπαινον θέλει νὰ προκαλέσῃ, διότι ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του ἐμερίμνησεν, ὅπως ἡ πρώτη ἐμπορικὴ πόλις τῆς Ἑλλάδος ἀποκτήσῃ τελωνειακὸν κατάστημα ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτῆς. Ὑπῆρχε δυσκολία ν’ ἀνεγερθῇ τὸ κατάστημα διὰ δανείου ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου συνομολογουμένου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ποία ἦτο ἡ δυσκολία, ἀλλὰ λέγω τοῦτο πρὸς γνῶσιν τοῦ κ. Γκότση, ὅστις πολὺ εὐλόγως εἶπεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, ὡσανεὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠγνόει, ὅτι ἦτο ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους νὰ ἀνεγείρῃ κατάστημα τελωνειακόν. Ὑπῆρχε δυσκολία, ἐξ ἧς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέφυγεν εἰς τὸ μέτρον νὰ δώσῃ τὰ χρήματα ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή, τὸν δὲ τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον νὰ δώσῃ τὸ Δημόσιον. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς μηχανικὸν καὶ ἐλέγξῃ τὰ σχέδια καὶ τοὺς προϋπολογισμούς, καὶ ἂν πληροῦνται αἱ ἀνάγκαι τοῦ καταστήματος. Παρεκάλεσα λοιπόν, ὅπως ὁ μηχανικὸς συμβουλευθῇ τὸν τελώνην, τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν κλπ., καὶ συντάξῃ σχέδιον πληροῦν τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐμεσολάβησε διετὲς χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἦτο ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ὅτε δ’ ἐγὼ ἐπανῆλθον, εἶδον ὅτι τὰ τοῦ καταστήματος δὲν εἶχον καλῶς συντελεσθῆ, καὶ ὅτι τὸ γενόμενον δὲν πληροῖ τὰς ἀνάγκας. Τότε ἐγένετο λόγος, ὅτι ὑπῆρχε μελέτη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως, ἐνταῦθα γενομένης, τὰ ἔγγραφα ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ πάλιν, ἐπειδὴ δὲν ἤμην μηχανικός, ἔπρεπε νὰ ζητήσω νὰ γείνῃ ἡ προσήκουσα μελέτη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἔγγραφα, ἵνα σκεφθῶ περὶ τοῦ πρακτέου. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Συμπράξει καὶ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ τελώνου καὶ διαφόρων ἐμπόρων συνετάχθη συμπληρωτικὸν σχέδιον περὶ συμπληρώσεως τῶν ἔργων τῶν συντελεσθέντων καὶ διαρρυθμίσεως αὐτῶν καὶ προσθήκης μιᾶς ἀποθήκης. Ὅτε ὑπεβλήθησαν τὰ ἔγγραφα εἰς ἐμὲ, εἶδον ὅτι πρόκειται περὶ δαπάνης 270,000 δραχμῶν. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εὕρισκον ὅτι ἔπρεπε τὴν πίστωσιν ταύτην νὰ ἀναγράψω εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι δὲν εἶναι τόσον πολὺ ἀνθηρὰ ἡ κατάστασις τοῦ Δημοσίου, ὥστε νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναγράφῃ πίστωσιν 270,000 δραχμῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης σκέψεως περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ πρότερον σύστημα, καὶ παρεκάλεσα τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα αὐτὴ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, νὰ πληρώνῃ δὲ τὸ Δημόσιον τὸ χρεωλύσιον. Δὲν ἐνόμιζον δὲ ποτὲ, ὅτι ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἤθελεν ἀρνηθῆ τοῦτο. Ἐπίσης ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ πρόχειρος μελέτη, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τούτων, ὑπῆρξεν ἀκριβὴς, δὲν νομίζω ὅτι μόνη ἀποθήκη εἶναι ἀναγκαία, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαία καὶ ἡ διαρρύθμισις τοῦ ὑπάρχοντος καταστήματος καὶ ἡ προμήθεια μηχανημάτων. Τώρα εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται μελέτη, ὅπως κατασκευασθῶσι τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα διὰ δανείου, ὅτε, ἐὰν τὸ ποσὸν κατέρχηται κάτω τῶν 270,000, θὰ ἦναι δυνατὸν τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ τὸ ποσόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει νὰ ποιήσωμαι λόγον.
§86Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὀρθῶς καὶ ἀκριβῶς ἀφηγήθη τὰ τῆς ὑποθέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ ἐλλείψεις, αἱ παρουσιασθεῖσαι μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, εἶναι πρῶτον, ὅτι τὸ ἐλεγκτήριον τοῦ τελωνείου εὑρίσκεται ἐκτεθειμένον εἰς τὰς καιρικὰς μεταβολάς. Ζητεῖται λοιπὸν ἡ ἐπισκευὴ αὐτοῦ καταλλήλως, ἡ δὲ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη δαπάνη δὲν εἶναι μεγάλη. Ἡ δευτέρα ἔλλειψις, ἡ καὶ σπουδαιοτέρα, εἶναι, ὅτι παρελείφθη ὁ χῶρος ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς ἐγκατάστασιν τῆς διαμετακομίσεως. Πρόκειται λοιπὸν καὶ περὶ ἀνεγέρσεως παρὰ τῷ ἤδη ἀνεγερθέντι τελωνείῳ ἀποθήκης χωρητικότητος ἐπαρκοῦς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διαμετακομίσεως. Τὸ ποσὸν τῶν 270,000 δραχμῶν μοὶ φαίνεται ὑπερβολικὸν, διότι πρόκειται περὶ μονωρόφου ἀποθήκης, εἶναι δὲ γνωστὸν πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ τελωνείου, ὥστε νὰ ἦναι εὔκολος ὁ ὑπολογισμὸς τῆς δαπάνης τῆς ἀποθήκης. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ, ἀρνηθεῖσα νὰ δεχθῇ τὴν σύστασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, κατέδειξε πόσον ἐνδιαφέρεται διὰ τὸν τόπον! Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ κύριον πληροφορίας, ζητῶν αὐτὰς τηλεγραφικῶς, πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα καὶ πόσα τὰ ἔξοδα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, τί ὀφείλει τοῦτο πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐπὶ τίνι τόκῳ, καὶ τί ποσὸν ἔχει κατατεθειμένον παρ’ αὐτῇ καὶ ἐπὶ τίνι τόκῳ, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον εἶναι εἰς ἀρίστην κατάστασιν καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ τελωνείου καὶ αὐτὰ τὰ κρηπιδώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει καθῆκον ταχέως νὰ ἐκτελέσῃ, ἵνα καταστῇ χρήσιμος ὁ λιμὴν, δι’ ὅν τόσα ἐδαπανήθησαν καὶ τόσα ἔπαθε τὸ ἐμπόριον.
§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε σημείωμα τῶν πληροφοριῶν, ἃς ζητεῖτε.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§89Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρὸ καιροῦ εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Βώλακος τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἀνωμαλία τις παρετηρήθη περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐκεῖ πράκτορος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Παρεκάλεσα δὲ τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν, αἵτινες ἐπεῖχον τόπον καταγγελίας, ἀποστείλῃ ἐπιθεωρητήν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ ἐξακριβωθῇ, ἂν ταῦτα εἶναι ἀληθῆ.
§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατόπιν τῆς γενομένης κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐπερωτήσεως ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ὀλυμπίας παρήγγειλα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητήν, ἵνα μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης. Νομίζω, ὅτι χθὲς μοὶ ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις, καθ’ ἣν ὁ πράκτωρ ἐκεῖνος εἶναι ἀπολύτως ἀνίκανος, πλὴν δὲ τούτου περιέπεσε καὶ εἰς πράξεις ἐπαγομένας ποινικὴν καταδίωξιν, διότι εἰσέπραξε τόκον πρὸς 8%, ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπεται πλέον τῶν 5%, ἐπὶ τῶν ληξιπροθέσμων γραμματίων, νομίζω δ’ ὅτι εἰσέπραξε καὶ τόκον πέραν τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ διήρκει τὸ δάνειον· πάντα δὲ ταῦτα δὲν ἀνέγραψεν ἐν τῷ βιβλίῳ. Ἐκ τούτου δ’ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐγένετο ἐγκληματικὴ πρᾶξις. Σήμερον τὴν ἔκθεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων, ἀπέστειλα εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, συστήσας αὐτῷ ν’ ἀπολύσῃ ἀμέσως τὸν πράκτορα τοῦτον, ν’ ἀποστείλῃ δὲ τὰ ἔγγραφα πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ὅπως οὗτος ἐπιληφθῇ τῆς προσηκούσης καταδιώξεως.
§91Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐκτὸς τοῦ πράκτορος αὐτοῦ, ὃν ἐγὼ θεωρῶ ἐντελῶς ἀνίκανον νὰ διαπράξῃ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, καταγγέλλεται διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ πολίτης τις, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιτηδειότατος διὰ τοιαύτας λαθροχειρίας;
§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§93Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως καὶ διατάξῃ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν Κυπαρισσίας, ἀφοῦ ἀποσταλῶσι πρὸς αὐτὸν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέστειλε πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἵνα ἀμέσως ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως καὶ διατάξῃ τακτικὸν ἀνακριτὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν, διότι πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ἀτιμώρητα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκότσης ἔχει τὸν λόγον.
§95Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Μελισσηνός, ἐπερωτήσας πρὸ καιροῦ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸν προβιβασμὸν τοῦ τηλεγραφητοῦ Ἀντωνίου Φραντζῆ εἰς ἐπιθεωρητὴν δευτέρας τάξεως. Τῶν ἐγγράφων τούτων κατατεθέντων ἔλαβον γνῶσιν, καὶ νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὅλης ὑποθέσεως, μολονότι δὲν κατετέθησαν ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κυρίου Φραντζῆ ἠδικήθησαν ἄλλοι συνάδελφοί του, πολὺ καλλίτεροι αὐτοῦ...
§96Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ἦτο ὁ καλλίτερος τηλεγραφητής.
§97Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸν γνωρίζετε;
§98Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Μάλιστα.
§99Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι ἄλλοι καλλίτεροι αὐτοῦ, ἢ ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ καλλίτερος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπω ἐκ τῆς ὅλης ὑποθέσεως, εἶναι ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους μεγάλαι κατεβάλλοντο προσπάθειαι, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ προβιβασμὸς τοῦ κ. Φραντζῆ εἰς ἐπιθεωρητὴν δευτέρας τάξεως, ἀκόμη καὶ ὅτε ἄλλη Κυβέρνησις ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ, ὡς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου ἡμῶν. Διότι δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες δύνανται νὰ ἐπιδρῶσιν ἐφ’ ὅλων τῶν κομμάτων, αὐτοὶ δὲ εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν κόμμα ἀνήκουσιν. Διὰ τοῦτο βλέπω, ὅτι ἀπὸ τῆς 5 Νοεμβρίου 1903 ἐλήφθη φροντίς, ὅπως καταληφθῇ ἡ θέσις αὕτη παρὰ τοῦ κ. Φραντζῆ, καὶ ἐγένετο πρᾶξις τοῦ Συμβουλίου τοῦ παρὰ τῇ Διευθύνσει τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, δι’ ἧς προετείνετο, ὅπως προαχθῇ εἰς ἐπιθεωρητὴν δευτέρας τάξεως ὁ κ. Φραντζῆς. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν, εἶναι, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἀπεφήνατο τότε, ὅτι οὗτος ἔπρεπε νὰ προαχθῇ, διότι ἐκρίνοντο ἀκατάλληλοι οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἰσόβαθμοι συνάδελφοί του. Διότι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, καθ’ ἥν, προκειμένου περὶ προαγωγῆς εἰς τοιαύτην θέσιν, προτιμῶνται οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι, τούτων δὲ κρινομένων ἀκαταλλήλων, ἔρχονται οἱ τηλεγραφικοί...
§100Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πότε ἐγένετο ἡ πρᾶξις αὕτη;
§101Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸν Νοέμβριον τοῦ 1903.
§102Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ποῖοι παρηγκωνίσθησαν;
§103Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ ἴδητε. Ἐνῷ δὲ οὕτως ἀποφαίνεται τὸ Συμβούλιον, οὐδεμία φαίνεται πρᾶξις, δι’ ἧς νὰ βεβαιοῦται, ὅτι πράγματι οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ἰσόβαθμοι πρὸς αὐτόν, εἶναι ἀκατάλληλοι νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν ταύτην.
§104Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἦτο ἀνάγκη πρὸς τοῦτο;
§105Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Βεβαίως. Δὲν γνωρίζω ὅμως τί συνέβη, ὥστε ὁ προβιβασμὸς τοῦ κ. Α. Φραντζῆ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, περὶ ἧς ὡμίλησα.
§106Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἔλαβε γνῶσιν τῶν γενομένων ὁ τότε Ὑπουργός, καὶ δὲν προέβη. Ἦτο Ὑπουργὸς ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής.
§107Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θέλει μᾶς ὑποχρεώσει, ἐὰν παράσχῃ πληροφορίας, διαφωτίζων τὴν Βουλήν, διατὶ τότε δὲν συνετελέσθη ὁ προβιβασμός.
§108ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.
§109Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μετὰ τοῦτο ἐμφανίζεται νέα ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δι’ ἧς τὸ Συμβούλιον γνωματεύει καὶ αὖθις, ὅπως προαχθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὁ κ. Φραντζῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς νῦν τὸ ἑξῆς πλεονέκτημα, ὅτι ταύτης προηγεῖται ἀπόφασις ἄλλη, δι’ ἧς κρίνονται ἀκατάλληλοι οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, εἶναι, ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον ἔλαβον μέρος τρία μόνον μέλη, ἐνῷ τοῦτο ἀποτελεῖται ἐξ ἑπτὰ μελῶν, κατὰ τὸν νόμον. Ἐπειδὴ ὅμως Γενικὸς Διευθυντὴς δὲν ὑπῆρχε, καὶ τοῦτον ἀνεπλήρου ἕτερος ὑπάλληλος, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἕξ μέλη. Ἐν τούτοις ἔλαβον μέρος τρία μόνον μέλη. Μοὶ κάμνει δ’ ἀκόμη ἐντύπωσιν, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ταχυδρομικῶν ἔλαβε μέρος, ἀλλὰ τὰ τρία ταῦτα μέλη ἦσαν τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι. Διότι δὲν βλέπω αἴφνης τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ἀγκωνάκη, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον ὑπάλληλοι ἦσαν ἐν Ἀθήναις. Ἐκ τούτων πάντων ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τοῦτο μόνον ἀπέβλεπον αἱ ἐνέργειαι, εἰς τὸ νὰ προαχθῇ ὁ κ. Φραντζῆς ὁπωσδήποτε, αἰρομένου παντὸς προσκόμματος, δηλ. παραγκωνιζομένου παντὸς ἄλλου. Αὐτὸ ἐξάγω ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὑποθέσεως...
§110Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ θέλετε νὰ ἐξαγάγητε.
§111Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ πεισθῆτε ἀμέσως, ἐὰν θέλητε, ὅτι τοῦτο προκύπτει. Ἔρχεται κατόπιν τὸ Συμβούλιον, καὶ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 55 πράξεως, στηριζομένης ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 54, ἥτις προηγεῖται, καὶ δι’ ἧς κρίνει ὡς ἀκαταλλήλους τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους, προτείνει τὸν Ἀντώνιον Φραντζῆν, ἵνα προαχθῇ οὗτος εἰς ἐπιθεωρητὴν Βʹ τάξεως. Ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει ταύτῃ ὑπάρχει καὶ γνώμη τῆς μειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἐὰν ἀναγνώσητε, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔλεγον προηγουμένως, ὅτι εἰς τοῦτο ἔτεινε πᾶσα ἐνέργεια ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, δηλονότι νὰ προαχθῇ ὁ κ. Φραντζῆς, εἶναι ὀρθόν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς σκέψεις τῆς μειονοψηφίας, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι, ἐνῷ ἡ πλειονοψηφία δὲν δικαιολογεῖ τὴν γνώμην της, ἡ μειονοψηφία τοὐναντίον ἐκθέτει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἀποδέχεται ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, ἀποφαινομένης ἀδικαιολογήτως καὶ αὐθαιρέτως, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλοι καταλληλότεροι τοῦ Φραντζῆ· ἡ δὲ παράλειψις αὕτη εἶναι τοσοῦτο μᾶλλον ἀδικαιολόγητος, καθόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει ὑπάρχει καὶ μειονοψηφία. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ μειονοψηφῶν κ. Γ. Περσάκης (ἀναγινώσκει): «Εἰς τ’ ἀνωτέρω διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν προαγωγὴν τοῦ τηλεγραφητοῦ Αʹ τάξεως Ἀντωνίου Φραντζῆ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Βʹ τάξεως, διότι οὗτος κατὰ τὸ οἰκεῖον μητρῷον ἕπεται 35 ὁμοιοβάθμων του, οἵτινες κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ, ἄρθρον 23, προτιμῶνται λόγῳ τῆς ἐν συνόλῳ ὑπηρεσιακῆς ἀρχαιότητος, ἀφοῦ κέκτηνται πλείονα ἢ καὶ ὅσα ὁ κ. Φραντζῆς προσόντα, τινὲς μάλιστα τούτων εἶναι καὶ γλωσσομαθεῖς.» Διότι κατὰ τὸν νόμον καὶ τὸ Β. Διάταγμα ἡ γλωσσομάθεια εἶναι προσὸν ἄξιον λόγου, οὗ στερεῖται ὁ Φραντζῆς, κατὰ τὴν μειονοψηφίαν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ ἄλλοι, οἱ καὶ ἀρχαιότεροι αὐτοῦ, οἵτινες ὅμως παραγκωνίζονται ὑπὸ τοῦ κ. Φραντζῆ, προαγομένου.
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά! δὲν στερεῖται ἐκείνου τοῦ προσόντος. Ποῦ βασιζόμενος λέγετε τοῦτο;
§113Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Στηρίζομαι εἰς τὴν σκέψιν τῆς μειονοψηφίας.
§114Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν λέγει τοῦτο ἡ μειονοψηφία.
§115Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ πεισθῇ, ἂν λέγω ἀληθῆ. (Ἀναγινώσκει αὖθις τὴν ἀνωτέρω γνωμοδότησιν τοῦ Γ. Περσάκη). Ἀφοῦ λέγει ὁ κ. Περσάκης, μειονοψηφῶν, ὅτι τινὲς τούτων εἰσὶ καὶ γλωσσομαθεῖς, τί ἄλλο λέγει ἢ ὅτι κατ’ ἀντίθεσιν αὐτῶν ὁ Φραντζῆς δὲν εἶναι γλωσσομαθής;
§116Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λέγει ἡ ἔκθεσις καὶ κἄτι ἄλλο ἀκόμη.
§117Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὑπάρχει ἐπίσημος βεβαίωσις περὶ τῆς ἀκαταλληλότητος τῶν ἄλλων;
§118Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδεμία.
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὴν ἔκθεσιν.
§120Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ παρὰ τῇ Γενικῇ Διευθύνσει τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων Συμβούλιον, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ, ἀποφαίνεται, ὅπως προαχθῶσιν: Εἰς ταχυδρομικὸν διευθυντὴν Αʹ τάξεως ὁ μέχρι τοῦδε ταχυδρομικὸς διευθυντὴς Βʹ τάξεως, προϊστάμενος τοῦ Κεντρικοῦ Ταχυδρομείου Ἀθηνῶν, Λουκᾶς Σιδηρᾶς... Εἰς ταχυδρομικὸν ἐπιθεωρητὴν Βʹ τάξεως ὁ μέχρι τοῦδε γραμματεὺς Αʹ τάξεως παρὰ τῇ Γεν. Διευθύνσει τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων Ἀντώνιος Φραντζῆς, ἔχων ὑπερτριετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ὑπερδεκαοκταετῆ δ’ ἐν συνόλῳ εὐδόκιμον τοιαύτην κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ ῥηθέντος νόμου, τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελούντων ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν Αʹ τάξεως κριθέντων διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 54 πράξεως τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου ἀκαταλλήλων διὰ τὴν θέσιν τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Βʹ τάξεως...»
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι οἱ μὲν λέγουσιν, ὅτι εἶναι κατάλληλος, ὁ δὲ μειονοψηφῶν λέγει, ὅτι εἶναι ἀκατάλληλος.
§122Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ ἔκθεσις δὲν λέγει αὐτό· ἡ ἔκθεσις ὁμιλεῖ περὶ ἀκαταλληλότητος τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ οὐχὶ τῶν τηλεγραφικῶν, ἐνῷ ἡ μειονοψηφία ὁμιλεῖ περὶ τῆς καταλληλότητος ἄλλων τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, ἐχόντων μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν τῆς τοῦ προαχθέντος καὶ κεκτημένων προσόντα ἀνώτερα τῶν τοῦ προαχθέντος. Περὶ αὐτοῦ δὲ πρόκειται. Ἐγὼ δὲν συζητῶ περὶ τῆς καταλληλότητος τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τῶν τηλεγραφικῶν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι, ἐνῷ ὑπάρχει μειονοψηφία, ὑπὸ τῆς ὁποίας ῥητῶς ὑποστηρίζεται, ὅτι ὑπάρχουσι τοῦ προαχθέντος Φραντζῆ 35 ἄλλοι ὁμοιόβαθμοι αὐτοῦ, προγενέστεροι κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ κεκτημένοι μεγαλείτερα αὐτοῦ προσόντα πρὸς προαγωγήν, ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας δὲ οὐδὲν λέγεται τὸ δυνάμενον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν προαγωγὴν τοῦ κ. Φραντζῆ, ἐν τούτοις προάγεται ὁ Φραντζῆς. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν σχετικῶν ἐγγράφων ἐπείσθην, ὅτι εἷς μόνος ἐπεδιώκετο σκοπὸς ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅπως προαχθῇ ὁ Φραντζῆς εἰς ἐπιθεωρητὴν Βʹ τάξεως, παραγκωνιζομένων πάντων τῶν ὁμοιοβάθμων συναδέλφων του, ἐχόντων μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν καὶ κεκτημένων περισσότερα αὐτοῦ προσόντα. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εὐθὺς ὡς ἐγένοντο εἰς αὐτὸν γνωστὰ τὰ μέλλοντα νὰ τελεσθῶσιν ἄτοπα, — διότι δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐγένοντο εἰς αὐτὸν γνωστά, — ἐπεβάλλετο, λέγω, εἰς αὐτὸν οὐχὶ μετὰ τοσαύτης εὐκολίας νὰ προβῇ εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ προαχθέντος Φραντζῆ, ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ σταματήσῃ πρὸ τῆς γνώμης τῆς μειονοψηφίας, δηλ. τῆς γνώμης τοῦ κ. Περσάκη, ἐπεβάλλετο νὰ ἐξετάσῃ τὸ δικαιολογητικὸν τῆς μειονοψηφίας, ἐπεβάλλετο νὰ προσέξῃ εἰς πάντα ταῦτα, διότι διὰ τῆς μειονοψηφίας κατηγγέλλετο εἰς αὐτὸν ῥητῶς, ὅτι πρόκειται διὰ τῆς προαγωγῆς τοῦ Φραντζῆ νὰ ἀδικηθῶσι 35 συνάδελφοι αὐτοῦ, ἔχοντες ἀνώτερα αὐτοῦ προσόντα καὶ ὑπηρεσίαν μεγαλειτέραν· ἔπρεπε δὲ τοσοῦτο μᾶλλον νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, — διότι συζητοῦμεν πάντοτε οὐσιαστικῶς, καὶ συζητοῦμεν οὐσιαστικῶς, διὰ νὰ πεισθῶμεν, ὄχι μόνον ἂν ὁ προαχθεὶς ἦτο κατάλληλος, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος καταλληλότερος αὐτοῦ, — ἔπρεπε νὰ προσέξῃ, λέγω, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον εἶχεν ὑπ’ ὄψει τοῦ προηγουμένου ἄλλου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, καίτοι εἶχε τοιαύτην πρότασιν τοῦ Συμβουλίου, ἐν τούτοις δὲν ἐξετέλεσεν αὐτήν, οὐδὲ συνεμορφώθη πρὸς ταύτην. Ἔχω πληροφορίας, καὶ μοὶ ἐδόθη μάλιστα σημείωσις, περὶ τριῶν ὁμοιοβάθμων τοῦ κ. Φραντζῆ· τοιοῦτοι δ’ εἶναι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων 35, τοὺς ὁποίους οἱ συνάδελφοι αὐτῶν θεωροῦσι πολὺ ὑπερτέρους τοῦ Φραντζῆ, καὶ κατὰ τῶν ὁποίων νομίζουν, ὅτι ἀδίκημα διεπράχθη διὰ τῆς προαγωγῆς τοῦ Φραντζῆ, τοιοῦτοι εἶναι ὁ κ. Γεννάδης, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὸ γραφεῖον Βόλου, ὁ κ. Μαυράκης καὶ ὁ κ. Διακόπουλος. Περὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ἔχω τὴν πληροφορίαν παρὰ τῶν συναδέλφων των, ὅτι εἶναι πολὺ ὑπέρτεροι τοῦ Φραντζῆ, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ διαμαρτυρίαι αὐτῶν, — διότι ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐγένοντο διαμαρτυρίαι καὶ εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅπως καὶ εἰς τὸν προκάτοχον ὑμῶν...
§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐγένετο εἰς ἐμὲ διαμαρτυρία.
§124Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἐγένετο;
§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἐγένοντο τοιαῦται διαμαρτυρίαι.
§126Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐγένοντο διαμαρτυρίαι ἢ ὄχι· νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ ἄνευ τῶν διαμαρτυριῶν τούτων ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας, ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ πρακτικῷ.
§127Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ μειονοψηφία πάντοτε ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα.
§128Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μάλιστα. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἡ ἀποτελουμένη ἐκ τριῶν μελῶν, δὲν ἀναφέρει τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζομένη προτείνει νὰ προαχθῇ ὁ Φραντζῆς, ἐνῷ ἡ μειονοψηφία λέγει διατὶ δὲν πρέπει νὰ προαχθῇ. Ἔχω τὴν γνώμην πάντοτε, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ὁποία κατὰ τύπους μόνον παρίσταται νόμιμος, ἐγένετο ἀδίκημα εἰς ὑπαλλήλους, οἵτινες ἔχουσιν εὐδοκιμωτάτην ὑπηρεσίαν τριακονταετῆ, κρείσσονες δ’ εἰσὶ τοῦ προαχθέντος Φραντζῆ, καὶ ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπλανήθη, διότι ἴσως ἀπεκρύβησαν ἀπ’ αὐτοῦ τὰ ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας ἀναφερόμενα. Ὑπάρχει μάλιστα ἡ ὑπόνοια, ὅτι τὸ πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὴν ἀπόφασιν τῆς μειονοψηφίας, δὲν ἐγένετο εἰς αὐτὸν γνωστὸν, διότι ἂν ἐγίνετο εἰς αὐτὸν γνωστὸν, ἤθελε βεβαίως σταματήσει, καὶ βεβαίως θὰ προήγετο εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ἐξετάσῃ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας. Ταῦτα πάντα νομίζω ὅτι θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ μέλλον, — διότι δὲν γνωρίζω, ἂν ἤδη ὑπάρχει τρόπος διορθώσεως τοῦ γενομένου ἀδικήματος, — ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς αὐτὸν, τρόπον τινὰ, ὡς διδασκαλία, ὅπως μεγαλειτέραν ἐν τῷ μέλλοντι καταβάλλῃ προσοχὴν εἰς τὰς ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτοῦ ἡ ὑπηρεσία, διότι ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης προκύπτει ἴσως, ὅτι δὲν γίνεται πάντοτε αὐτῷ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας εἰλικρινὴς εἰσήγησις.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐνέργεια εἶναι καὶ κατὰ τύπον καὶ κατ’ οὐσίαν νομιμωτάτη καὶ λίαν δεδικαιολογημένη, ὅσα δὲ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ μὴ καλῆς εἰσηγήσεως, τὸν παρακαλῶ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι εἰς οὐδὲν βασίζονται. Ἐγένετο ἡ πρᾶξις περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἔχουσι τὰ προσόντα, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς διατείνεται, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους, ὑπάρχει μειονοψηφία. Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐπὶ τίνος ἐπιχειρήματος δύναται νὰ βασισθῇ, ὅπως μὲ πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας καὶ οὐχὶ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας; ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω ἀκρόασιν εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἑνὸς καὶ οὐχὶ εἰς τὴν γνώμην τῶν τριῶν; Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔδωκα προσοχὴν εἰς τὴν γνώμην τῶν τριῶν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν κρίσιν μου γνώμην τοῦ ἑνός. Προσθέτω δὲ, ὅτι ὁ κ. Φραντζῆς παρεστάθη εἰς ἐμὲ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι μόνος μεταξὺ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων ἠσχολήθη ἰδιαιτέρως εἰς τὰ ταχυδρομικὰ, ἰδίως δὲ εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων· σημειώσατε δὲ, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο λήγει ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς μεταφορὰν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, αὐτὸς δὲ εἶχεν ἀσχοληθῆ καὶ ἀσχολεῖται εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία κρατεῖ, ἀπέναντι ἀνάγκης ἐπιβαλλομένης, ὅπως δεχθῶμεν ὅλους τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἤθελε προτείνει ὁ ἐργολάβος, ὡς ἐγένετο ἐξ ἀνάγκης κατὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ σχηματίσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, μελετήσας τὰ ἔγγραφα, καὶ δὲν εἶμαι, νομίζω, ἄξιος ἐπικρίσεως, διότι ἐδέχθην τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας καὶ οὐχὶ τὴν γνώμην τοῦ ἑνὸς μειονοψηφήσαντος.
§130ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ προεκλήθην καὶ ἐπειδὴ ἐτύγχανε νὰ διευθύνω τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Συμβούλιον ὄντως ἐπρότεινε τότε τὸν κ. Φραντζῆν, ὅπως προαχθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶχον ἀποφασίσει νὰ τὸν προαγάγω, καθόσον αἱ περὶ αὐτοῦ εἰσηγήσεις ἦσαν λίαν εὐνοϊκαὶ, φαίνεται δὲ, ὅτι καὶ ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν στερεῖται ἱκανότητος· κατόπιν ὅμως, ὅτε ἐξήτασα καλλίτερον τὴν ὑπόθεσιν, καὶ πρὸ πάντων ὅτε εἶδον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ παραλειφθῶσι 35 ἄλλοι, ἀρχαιότεροι αὐτοῦ, τῶν ὁποίων τινὲς ἔχουσιν ἱκανότητα, ὁμολογῶ ὅτι ἐδίστασα, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω Διάταγμα περὶ προαγωγῆς αὐτοῦ, μολονότι εἶχον πολλὰς πιέσεις ἐκ μέρους πολλῶν φίλων μου.
§131Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, χαίρω, ἀκούων, ὅτι ὑπάρχουσι 35 ὑπάλληλοι ἱκανώτατοι καὶ ἐξ ἴσου κατάλληλοι, ὅπως ὁ κ. Φραντζῆς. Τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν δὲν τὸν ἐγνώρισα ποτὲ, ἐσχάτως ὅμως, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶχον ἀνάγκην πληροφοριῶν, καὶ μετέβην, ἵνα λάβω ταύτας εἰς τὸ ταχυδρομεῖον, μὲ ἔστειλαν δὲ εἰς τὸ γραφεῖον, εἰς ὃ εἰργάζετο ὁ κ. Φραντζῆς. Βεβαιῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ἔχῃ 35 ὑπαλλήλους ἱκανωτάτους, ὅπως ὁ Φραντζῆς, πρέπει νὰ ᾖναι ὑπερήφανος. Τὸν κ. Φραντζῆν εἶδον μόνον δύο ἢ τρεῖς φορὰς,—ταύτην δὲ τὴν στιγμὴν ἀκούω, ὅτι εἶναι τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος, — διότι αὐτὸς διευθύνει τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν, ἐκ τῆς ἐπισκέψεώς μου δ’ αὐτῆς, ἐπαναλαμβάνω, ἀντελήφθην, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶναι πρώτης τάξεως ὑπάλληλος, ὑπὸ ἔποψιν ἀναπτύξεως καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς τὸ καθῆκον. Ἐνόμισα δ’ ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ δηλώσω τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ, ὅτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, αὐθορμήτως εἶπον αὐτῷ, ὅτι εἰς τὸ ταχυδρομεῖον ὑπάρχει εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὄντως ἄξιος μεγάλης προσοχῆς, διότι οὗτος δύναται μεγάλως νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§132Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Φραντζῆ, διότι ἴσως, ὡς ἀκούω ἤδη, νὰ ᾖναι ἱκανὸς ὁ Φραντζῆς, ἀλλὰ πρόκειται ἂν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι, ἢ μήπως ἐκ τῆς ἀκατασχέτου ἐπιθυμίας νὰ ἱκανοποιηθῇ αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος παρηγκωνίσθησαν τυχὸν ἕτεροι ὑπάλληλοι, ἱκανώτεροι αὐτοῦ· διότι, ἐὰν τοῦτο ἐγένετο, βεβαίως ἐγένετο ἓν ἀδίκημα πρὸς αὐτούς.
§133Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος, προνοῶν περὶ ἐπιθεωρητοῦ βʹ τάξεως, πολὺ σαφῶς ἀπῄτησε πρὸ παντὸς, ὅπως οὗτος λαμβάνηται ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ ταχυδρομικοῦ διὰ προαγωγῆς, ἀνέγραψε δὲ, ὅτι τότε προβιβάζεταί τις εἰς ἐπιθεωρητὴν βʹ τάξεως ἐκ τοῦ τηλεγραφικοῦ κλάδου, ὁσάκις δὲν ὑπάρχῃ ἱκανὸς ἐκ τοῦ ταχυδρομικοῦ, ἵνα προβιβασθῇ, ἐφ’ ὅσον δηλ. δὲν ὑπάρχει κεκτημένος τὰ προσόντα. Ἤδη, διὰ νὰ προβῇ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ Φραντζῆ, δύο τινὰ ἔδει νὰ ἐξετάσῃ· πρῶτον, ἂν ἐθεωρήθησαν οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἀνίκανοι, καὶ δεύτερον, ἂν μεταξὺ ὅλων τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων αὐτὸς ἦτο ὁ ἔχων τὰ περισσότερα προσόντα καὶ ὁ μᾶλλον ἱκανός. Ἐτηρήθησαν ταῦτα πάντα; Πρὸ παντὸς προέχει τὸ ζήτημα, ἂν ὑπῆρχον ἄλλοι ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι. Τί ἔχομεν περὶ τούτου; ἔχομεν μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι τελείως ἄκυρος, διότι ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ. Εἶναι δυνατὸν διὰ τοιαύτης πράξεως ν’ ἀποκλεισθῶσιν οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ὑπάρχουσι ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι, ἔχοντες καὶ πολυετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἱκανώτατοι;
§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατὶ εἶναι ἄκυρος ἡ πρᾶξις;
§135Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διότι τὸ Συμβούλιον κατὰ τὸν νόμον ἀπαρτίζεται ἀπὸ 7 μέλη.
§136Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει, ὅτι, ὅταν ὑπάρχωσι 4 μέλη, ἀποτελεῖται ἀπαρτία. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπῆρξαν 4 μέλη. Ἄρα ἡ πρᾶξις εἶναι ἔγκυρος, ὡς ληφθεῖσα ἐν ἀπαρτίᾳ. Πῶς λοιπὸν ἀποφαίνεσθε, ὅτι εἶναι ἄκυρος;
§137Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι τρία τὰ μέλη ἐν τούτοις.
§138ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι τρία· εἶναι 4.
§139Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐν τῷ Συμβουλίῳ ἦσαν παρόντες οἱ κύριοι Σπ. Μαυρογέννης, Κ. Μαρουδῆς καὶ Γ. Περσάκης, ἐκ τῶν ὁποίων μειονοψηφῶν ἦτο ὁ Περσάκης. Καταδήλως λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ἀκύρου πράξεως, διότι τρεῖς μόνον ἔλαβον μέρος, καὶ ἐκ τούτων ὁ εἷς, ὁ Περσάκης, ἐμειονοψήφει. Ἡ πρᾶξις λοιπόν, ἡ προτείνασα τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, εἶναι ἄκυρος, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἀπεκλείσθησαν οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι, δὲν δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ μεταβῇ πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ ἱκανοῦ πρὸς προβιβασμὸν εἰς τὸν κλάδον τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι τότε μόνον προάγεται τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος, ὅταν μεταξὺ τῶν ταχυδρομικῶν δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἱκανός. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πράξεως ταύτης ἐκ λάθους τῆς ὑπηρεσίας ἐγένετο ἡ σφαλερὰ εἰσήγησις, ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ἱκανοῦ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ βʹ τάξεως ἐκ τοῦ τηλεγραφικοῦ σώματος, ἐτηρήθησαν τοὐλάχιστον καὶ ἐπὶ τούτου οἱ νόμοι; Ἐξεταστέον, τί λέγει ὁ νόμος; Τὸ ἄρθρον 11 ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Αἱ κενούμεναι θέσεις τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ βοηθοῦ αʹ τάξεως καὶ ἄνω μέχρι τοῦ τμηματάρχου αʹ τάξεως, προϊσταμένου τοῦ παρὰ τῇ Γενικῇ Διευθύνσει ταχυδρομικοῦ τμήματος, πληροῦνται ὑπὸ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι ταχυδρομικοὶ τοιοῦτοι, κεκτημένοι τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα.» Τοιαύτην πρᾶξιν, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, δὲν ἔχομεν. Περὶ δὲ τῶν ἐχόντων ἴσα προσόντα ἰδοὺ τί ἀναγράφει ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 23, παραγράφῳ δεκάτῃ (ἀναγινώσκει): «Μεταξὺ ἴσων προσόντων προτιμᾶται κατὰ τὸν προβιβασμὸν εἰς ἀμφοτέρας τὰς τάξεις τῶν διευθυντῶν ἢ εἰς ἐπιθεωρητὴν βʹ τάξεως ὁ γνωρίζων πλειοτέρας ξένας γλώσσας, ἢ ὁ κατὰ τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβασμὸν χρόνον ἐκτελέσας εὐδοκίμως ἐπὶ διετίαν τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν ἐπιθεωρητοῦ. Κατὰ δὲ τὸν προβιβασμὸν εἰς οἱονδήποτε βαθμὸν μεταξὺ ἴσων προσόντων λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ.» Τί λέγει ὁ μειονοψηφῶν Περσάκης, προκειμένου περὶ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων; Λέγει ὅτι εἶναι 35 προγενέστεροι τοῦ Φραντζῆ. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, οἱ 35, οἱ προηγούμενοι κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας τοῦ κ. Φραντζῆ, ἐθεωρήθησαν διὰ πράξεώς τινος τελείως ἀκατάλληλοι; Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ πρᾶξις, προκειμένου περὶ τοῦ Φραντζῆ (ἀναγινώσκει): «...Προτείνομεν νὰ προβιβασθῇ εἰς ταχυδρομικὸν ἐπιθεωρητὴν βʹ τάξεως ὁ μέχρι τοῦδε γραμματεὺς αʹ τάξεως παρὰ τῇ Γενικῇ Διευθύνσει τῶν Ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων Ἀντώνιος Φραντζῆς, ἔχων ὑπερτριετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ὑπερδεκαοκταετῆ δὲ ἐν συνόλῳ εὐδόκιμον τοιαύτην κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ ῥηθέντος νόμου, τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελούντων ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν αʹ τάξεως κριθέντων διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 54 τῆς 9 λήγοντος μηνὸς πράξεως τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου ἀκαταλλήλων διὰ τὴν θέσιν τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ βʹ τάξεως.» Ὁμιλεῖ ποῦ περὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων ἀνικάνων; Ὁμιλεῖ περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιστατῶν. Οὔτε κἂν γίνεται μνεία περὶ τῶν 35 τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, τῶν πρὸ τοῦ κ. Φραντζῆ. Βεβαίως, ἐὰν εἴχομεν πρᾶξιν, ἡ ὁποία νὰ ἔλεγεν, ὅτι οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ τηλεγραφικοὶ οἱ προηγούμενοι τοῦ κ. Φραντζῆ ἦσαν ἀκατάλληλοι καὶ ἀνίκανοι, θὰ ἐλέγομεν ὅτι εὐλόγως ἡ ὑπηρεσία προέβη εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ κ. Φραντζῆ. Τοιαύτην πρᾶξιν ὅμως δὲν ἔχομεν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διορθώσῃ, ἐὰν εἶναι δυνατόν, τὸ γενόμενον ἀδίκημα εἰς τοὺς πρὸ τοῦ κ. Φραντζῆ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους.
§140Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τὸ χθεσινὸν φύλλον τοῦ «Ἐμπρὸς», ἐν τῷ ὁποίῳ φαίνεται δημοσιευμένη ἡ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος ἔκαμε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς. Ἐν τῷ δημοσιεύματι τούτῳ παρετήρησα, ὅτι ἀναγράφονται φράσεις καὶ περικοπαὶ ὁλόκληροι, μὴ λεχθεῖσαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, φράσεις καὶ περικοπαί, περιέχουσαι ὕβρεις κατ’ ἐμοῦ. Καὶ δὲν νομίζω μέν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τοιαῦται φράσεις, ἴσως καὶ χείρονες τούτων, ἀλλὰ θέλω νὰ πιστοποιηθῇ τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἐλέχθησαν, χάριν αὐτῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκουσθῶσι τοιαῦται φράσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄνευ τῆς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Προέδρου καὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως τοιαῦται φράσεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ.
§142Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Π. χ. εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέθηκε τὰ τοῦ περιεχομένου ἐπιστολῆς, δι’ ἧς ἀνεκοινοῦτο εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ἡ διάδοσις περὶ προσλήψεώς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπροξένησε φρίκην, προσθέτει τὴν φράσιν (ἀναγινώσκει): «τὴν φρίκην αὐτὴν εὐτυχῶς ἐμποιεῖ εἰς τὴν κοινωνίαν ἡ ἄνοδος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ τὴν προεδρίαν τῆς Βουλῆς τοῦ κ. Νικολάου Μπουφίδου.»
§143Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὰ βεβαίως δὲν τὰ εἶπε.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§145Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπίσης ἀναγράφεται ἐν τῷ δημοσιεύματι τούτῳ ὡς λεχθὲν περὶ ἐμοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι (ἀναγινώσκει) «αὐτός, ὁ ἐξευτελίσας τὰ ἀξιώματα, αὐτός, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα βδελυγμίαν προξενεῖ εἰς τὴν κοινωνίαν, αὐτὸς ὁ ἀργυρολόγος Νικόλαος ὁ Μπουφίδης.»
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐλέχθησαν ταῦτα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε τοιαύτας φράσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§148Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐμὲ δὲν ἐνδιαφέρει, ἂν εἶπεν ἢ δὲν εἶπε ταῦτα ὁ κ. Βουλευτής· εἶμαι μάλιστα βέβαιος, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ συντάκτης τοῦ δημοσιεύματος τούτου, διότι ἀναγινώσκων τοῦτο οὐδαμοῦ συνήντησα ἀνορθογραφίαν τινὰ ἢ ἀσυνταξίαν (ἱλαρότης). Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ σημειώσω, εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν ἀνέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν σύνταξιν τῆς ὁμιλίας του, νὰ πλαστογραφῶνται τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, διότι τοῦτο οὐ μόνον τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας παραβιάζει, ἀλλ’ εἶναι καὶ πρᾶξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὴν κοινοτέραν ἠθικὴν καὶ τιμωρουμένη ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἢ ὁ συντάκτης τοῦ δημοσιεύματος περιλαμβάνει ἐν τῷ δημοσιεύματι τούτῳ καὶ ἄλλας φράσεις μικροτέρας χυδαιότητος, διότι ἐν τῷ συνόλῳ δὲν ἔχει ἢ ὀλίγα τὰ ἀκριβῆ· εἶπεν ὅμως καὶ μίαν ἀλήθειαν, ἢ τοὐλάχιστον ἔγραψε τὴν ἀλήθειαν, διότι ἀναγράφεται ἐν τινι σημείῳ τοῦ δημοσιεύματος, ὅτι αὐτὸς μὲν διεχειρίσθη τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνέθετο εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτεία, ὡς Βουδούρης, ἐγὼ δὲ ὡς Μπουφίδης. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ἀληθῶς ἐγὼ ὡς Μπουφίδης καὶ αὐτὸς ὡς Βουδούρης διεχειρίσθημεν τὰ ἀξιώματα, διὰ νὰ ἦναι δὲ ἀπολύτως ἀκριβὲς καὶ πρὸς πληρεστέραν εἰκόνα τοῦ πράγματος, ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ «ὡς Βασίλειος Βουδούρης». Ἀλλ’ εἶπε τόσας ἄλλας κατηγορίας ἐναντίον μου, ὥστε δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ καταφύγῃ εἰς τοιαῦτα μέσα, ὅπως μὲ ὑβρίσῃ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπε, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν εὐτέλειαν νὰ μετέρχωμαι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ τὸ εὐγενέστερον καὶ τὸ τιμιώτερον τῶν ἔργων, τὸ ἔργον τοῦ δικηγορεῖν ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὡς ἱεροὺς τόπους, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις τὰ ἐξισοῖ πρὸς τὰ καταγώγια καὶ τὰ χαμαιτυπεῖα, θεωρῶν ὅτι διασύρεται ἡ ὑπόληψις ἐκείνου, ὅστις τοιοῦτον μετέρχεται ἔργον. Μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ πλουτήσω. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθές, διότι ἐγὼ δὲν ἐντρέπομαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι πλούσιος. Δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν δύναται καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος νὰ ἐπιδεικνύῃ τὸν πλοῦτόν του χωρὶς νὰ ἐντρέπηται. Ὅλα ταῦτα πρέπει νὰ γένωνται καταφανῆ, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῶσι καὶ ἄλλα ὅμοια ἄτοπα· διότι ἴσως θὰ παραστῶμεν μάρτυρες καὶ ἄλλων τοιούτων ἀγορεύσεων, καὶ θὰ τὰς ἴδωμεν τὴν ἑπομένην πλαστογραφημένας, διὰ νὰ ἐπαναλαμβάνωσιν ὅλον τὸν συφερτὸν τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ διανοηθῇ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀναθέτει τὴν σύνταξιν τῶν ἀγορεύσεών του. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτησα οὔτε τὴν εὐρυμάθειαν τοῦ ἀνδρός, οὔτε τὸ ἀφιλοχρήματον αὐτοῦ, οὔτε τοῦ ἤθους τὴν προσήνειαν, οὔτε τῶν τρόπων τὴν εὐγένειαν, οὔτε τῆς γλώσσης τὴν ἐγκράτειαν. Ἐὰν ἠμφισβήτησα κἄτι τι εἰς αὐτόν, αὐτὸ τὸ κἄτι τι τὸ γνωρίζει ὁ Κύριος αὐτός, δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ἀγανακτήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπισωρεύσῃ δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου, μεθόδου μὴ ἐπιτρεπομένης ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς, τοσαύτας ὕβρεις κατ’ ἐμοῦ, ὅσαι περιέχονται ἐν τῷ δημοσιεύματι τούτῳ. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκον νὰ εἴπω, διότι πρέπει ὅσοι διορθώνουσι τὰς ἀγορεύσεις αὑτῶν ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν νὰ προσέχωσι νὰ μὴ προσθέτωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐλέχθησαν, ὅταν μάλιστα ταῦτα δὲν ἦναι εἰς βάρος ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων λέγονται, ἀλλ’ εἰς βάρος τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος.
§149Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἶχον ζητήσει, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, ἀλλὰ μὲ διέκοψεν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐνόμιζον ὅτι ἤθελεν ὁμιλήσει σχετικῶς, ἀλλ’ ὁ κ. Μπουφίδης ὡμίλησε περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἀφορῶντος αὐτὸν καὶ τὸν κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴν, ὅστις μάλιστα ἀπουσιάζει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες ἐπετέθησαν κατὰ τῆς προαγωγῆς τοῦ κ. Φραντζῆ, νομίζω ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ, διότι ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως προέκυψεν, ὅτι ὁ κ. Φραντζῆς εἶναι ἱκανὸς, ἐνῷ περὶ τῶν ἄλλων, τῶν δῆθεν ἀδικηθέντων, οὐδὲν προέκυψε σαφὲς, διότι οἱ κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου μὲν περὶ τοῦ κ. Φραντζῆ, ἀνεγνώρισαν ὅτι εἶναι ἱκανὸς, ἐνῷ ὁμιλοῦντες περὶ τῶν ἄλλων ἔλεγον, ὅτι ὑπάρχουσι πληροφορίαι, ὅτι καὶ οὗτοι εἶναι ἱκανοί. Ὥστε περὶ μὲν τοῦ κ. Φραντζῆ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔχει τὰ προσόντα καὶ εἶναι ἱκανὸς, περὶ δὲ τῶν ἄλλων δὲν εἶναι βέβαιον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γιαννακίτσας. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.)
§151Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπληροφορήθην ὅτι ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου...
§152ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§153Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι. Σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι μὲ ὀλίγας λέξεις θὰ τελειώσω.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§155Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλω δι’ αὔριον.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γιαννακίτσας.
§157Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν πάντες σχεδὸν οἱ ἐκ τῶν σιτοφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους Βουλευταὶ ὑπεβάλομεν πρότασιν νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, φέρει δὲ ἀριθμὸν 182 ἐν τῇ σημερινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τῆς προτάσεως ταύτης νόμου, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὴν πρόταξιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ζητοῦντες δὲ τὴν πρόταξιν αὐτῆς δὲν σκοποῦμεν διὰ τούτου οὔτε νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, οὔτε νὰ παρεμβάλωμεν δυσχερείας καὶ πράγματα εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἡ πρόθεσις ἡμῶν, ἀναλογιζομένων τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι νὰ παρασχεθῇ ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐκαιρία, ἀναγραφομένης τῆς προτάσεως ταύτης ὡς πρώτης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ ἐξενεχθῶσι ἐπὶ θέματος τόσον ἐπείγοντος καὶ ζωτικοῦ εἰς τὴν σιτοπαραγωγὴν τῆς χώρας αἱ γνῶμαι καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν, τῶν ὑποβαλόντων καὶ ὑποστηριζόντων τὴν πρότασιν ταύτην, ν’ ἀκουσθῇ δὲ καὶ ἡ φωνὴ τῶν ἀντιφρονούντων εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, καθόσον φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς γενησομένης συζητήσεως θὰ κατορθώσωμεν νὰ πείσωμεν τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ δικαίου ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν, κύριε Πρόεδρε, δὲν κατορθωθῇ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ πεισθῇ περὶ τοῦ δικαίου τῆς αἰτήσεως ἡμῶν ταύτης, τοὐλάχιστον θὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ θὰ μεταδοθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν αἱ γνῶμαι ἡμῶν, ὡς καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ τῶν ἀντιτιθεμένων εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ μέτρου τούτου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς σωστικὸν διὰ τὴν σιτοπαραγωγὴν τῆς χώρας, οὐχὶ δὲ ἐπιζήμιον ἢ ἐπιβαρυντικὸν διὰ τὸν λαόν, ὡς ἄλλοι διατείνονται. Τοιαύτην ἔννοιαν, κύριε Πρόεδρε, ἀποδίδομεν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν τὴν στιγμὴν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀρνηθῇ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παράκλησίν μου ταύτην. Ἔχω ἐπίσης δι’ ἐλπίδος, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἰσχυροὺς λόγους νὰ ἀπορρίψῃ τὴν παράκλησιν ἡμῶν ταύτην, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον δὲν ἀξιοῦμεν παρ’ αὐτῆς, συναινούσης εἰς τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης, νὰ υἱοθετήσῃ ταύτην, ἐν ᾗ περιπτώσει, ὡς εἶμαι βέβαιος, μετὰ τὴν συζήτησιν ἤθελε προκληθῆ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τόσον ὑμᾶς, ὅσον καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως συγκατατεθῇ ν’ ἀναγραφῇ πρώτη ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη ἐν τῇ σημερινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καθόσον ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἐκ τῆς γενησομένης συζητήσεως θέλουσι μορφωθῆ πεποιθήσεις καὶ θέλει πεισθῆ ἡ Βουλὴ σύμπασα, ὅτι ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ, τοῦ καταναλωτοῦ, ὁ ζητούμενος δασμὸς θέλει ἀποβῆ εὐεργετικὸς εἰς τὴν σιτοπαραγωγήν, ἥτις ἄλλως φθίνει, καὶ ὅτι οἱ δῆθεν ὑπὲρ τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν κοπτόμενοι δὲν ὑπηρετοῦσι τὰ ἀληθῆ, τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τούτων καὶ τῆς χώρας ἐν γένει, ἀλλὰ δημοκοποῦσιν, ἀφοῦ τοῖς πᾶσιν εἶναι γνωστόν, ὅτι μὲ ὅλας τὰς ἀζητήτους ἀφθόνους παρακαταθήκας σιτηρῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος ὁ ἄρτος τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν τιμᾶται ὅσον ἐτιμᾶτο καὶ κατὰ τὰς ἀφορίας. Ἑπομένως ἀλλαχοῦ δέον νὰ ζητηθῇ ἡ αἰτία τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἄρτου, ἣν δῆθεν φοβοῦνται, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐπιβολὴν 2½ λεπτῶν δασμοῦ κατ’ ὀκᾶν.
§158Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου δὲν εἶναι δικαία οὐδὲ ὀρθή. Τὰ δίκαια τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ βεβαίως οὐδεὶς παραγνωρίζει, ἀλλὰ σήμερον ζητεῖται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου, τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἵνα πεισθῇ ὁ λαός, ἂν εἶναι βάσιμα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῆς φορολογίας τοῦ σίτου ἢ τῶν ἀποκρουόντων τὴν φορολογίαν τοῦ σίτου ὡς ἐπαχθεστάτην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡμεῖς ἀντιτασσόμεθα βεβαίως κατὰ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ πρακτικὰ ἀποτελέσματα, ἐνῷ θὰ ἔχῃ ἀναντιρρήτως τὸ κακόν, ὅτι θὰ παρακωλύσῃ, ἐπὶ ἡμέρας συζητουμένη, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ἡμεῖς διὰ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου ζητοῦμεν τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν παραγωγῶν· δὲν ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§159Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Σκέψις σας εἶναι.
§160Δ. ΔΕΔΟΥΣΗΣ. 4,000,000 μόνον (θόρυβος).
§161Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐνῷ λοιπὸν θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ ματαίῳ, διότι βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ δεχθῇ νέα φορολογικὰ βάρη, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ζητῆται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία, δι’ οὓς λόγους καὶ προχθὲς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ἐπείγει, διότι πρόκειται νὰ παρακωλύσωμεν κερδοσκοπίαν γιγνομένην εἰς βάρος τῶν κτηματιῶν, κερδοσκοπίαν γιγνομένην εἰς βάρος τῶν σταφιδοκτημόνων ἐπὶ ταῖς διαδόσεσι ταῖς ποικίλαις, τὰς ὁποίας οἱ ἐνδιαφερόμενοι καταλλήλως διασπείρουσιν...
§162Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Μᾶλλον τοὺς ἐμπόρους ἐνδιαφέρει παρὰ τοὺς σταφιδοκτήμονας.
§163Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐνδιαφέρει τοὺς κτηματίας, ἐφ’ ὅσον οἱ ἔμποροι κατρακυλοῦσι τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος. Προχθές, ὅτε ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι δὲν προετάχθη τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἐν Πάτραις ἐπωλήθησαν 1,500,000 λίτραι σταφίδος πρὸς 110 δραχμὰς τὴν χιλιάδα. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Περὶ αὐτοῦ ὡμίλησα προχθὲς, καὶ διὰ τοῦτο συνέστησα τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος, ἵνα μὴ μένῃ ἐκκρεμὲς πρὸς βλάβην τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν πρότασίν του περὶ προτάξεως καὶ συζητήσεως τῆς προτάσεως νόμου περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ σίτου. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ νομίζω καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἄλλη συζήτησις πλέον οὐδὲ νὰ προταχθῇ ἄλλο τι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πλὴν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§164Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην σύμφωνον πρὸς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν, διότι δὲν ἠξεύρω, ἂν εἶναι συντελεστικὸν πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγορεῖ, νὰ ἀντιτάσσηται σταφιδικὸν νομοσχέδιον πρὸς νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἑπομένως νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὰ ἑξῆς. Ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἀνεγνώρισε τὴν σπουδαιότητα τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ κανονίσῃ, ἐπέδειξε δὲ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀποδεχθεῖσα θυσίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους σπουδαιοτάτας, διότι ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀρχῆς διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Ἀγγλίας πρὸς ἐλαφρύνσεις φορολογικὰς ἀποτελεῖ, αὐτὴ καὶ μόνη, θυσίαν μέλλουσαν τοῦ Κράτους, τὸ μέτρον δὲ τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου εἰς εἶδος ἀποτελεῖ δευτέραν ἐνδεχομένην θυσίαν. Ἂς εὐχηθῶμεν δὲ ὅλοι, ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου, ἵνα ἡ ἐνδεχομένη αὕτη ζημία μὴ πραγματοποιηθῇ. Ἔφερα τὰ δύο ταῦτα παραδείγματα, ὅπως δείξω ὁποίαν σημασίαν ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει εἰς τὴν λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ πόσον ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης τῆς λήψεως μέτρου πρὸς λύσιν, ἔστω καὶ προσωρινὴν, τοῦ ζητήματος, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα παραδέχομαι, καὶ παραδεχόμενος ταῦτα ἀναδέχομαι τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν εὐθύνην τῆς ψηφίσεως τοῦ προταθέντος μέτρου, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται, ἵνα πάσης ἄλλης συζητήσεως προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ νομίζω, ὅτι αἴρουσι πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ σταφίδος. Ἄλλως τε μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν κέκτηται τοσαύτην σπουδαιότητα καὶ διὰ τὴν χώραν καὶ διὰ τὸ Κράτος, ὥστε ἀδύνατον ἀποβαίνει νὰ μὴ ληφθῇ φροντὶς πρὸς κανονισμόν, ἔστω καὶ προσωρινόν, τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήματος, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου χωρὶς νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον πρὸς κανονισμὸν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Αἱ δηλώσεις αὗται νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως πείσωσι πάντας, ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις πρὸς πρόταξιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ ψηφισθῇ. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα. Ἐκεῖ αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἦναι θετικαί, ὅπως εἶναι ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος· ἐκεῖ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναλαμβάνει καμμίαν εὐθύνην, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀποτρέψῃ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀγνοῶ, ἂν ἐκ τῆς συζητήσεως θέλουσι προκύψει ὅσα προβλέπει ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης, οὔτε δύναμαι νὰ βεβαιώσω ταῦτα ἐκ τῶν προτέρων, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποτρέψῃ τὴν Βουλήν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν διὰ τῆς προτάσεως νόμου προκαλουμένην συζήτησιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ συζήτησις αὕτη θέλει λάβει χώραν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας, τῶν ὁποίων συμπέρασμα εἶναι, ὅτι τοῦ μὲν σταφιδικοῦ νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται νὰ ἐπιζητήσῃ καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν, ἐπὶ δὲ τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν ἀνάπτυξιν πασῶν τῶν ἰδεῶν τῶν προβαλόντων τὴν πρότασιν νόμου, πιστεύω ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν θὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων, περὶ ὧν ἐποιησάμην λόγον. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἤθελον ἐπιμείνει, ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων τούτων.
§165Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς σπουδαιότητος τῶν δύο προτάσεων, τῶν ἀφορωσῶν τῆς μὲν εἰς τὸν σῖτον, τῆς δὲ εἰς τὴν σταφίδα, ἀληθῶς κατεπλάγην διὰ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε. Βεβαίως Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πρὶν ἢ λυθῶσι τὰ δύο ταῦτα σπουδαιότατα οἰκονομικὰ ζητήματα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ἦτο δὲ κωμικὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ ὑπάρξῃ πρὶν ἢ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος εἰς εἶδος, πρὶν ἢ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ σίτου. Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα, μένοντα ἐκκρεμῆ, θὰ ἀφήσουν βεβαίως τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 8 ὅλων ἑκατομμυρίων, ὡς καὶ ἐν περιπτώσει ἀρνητικῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τί θὰ τῷ χρησιμεύσῃ ὁ τοιοῦτος Προϋπολογισμός; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις μὲ Προϋπολογισμὸν τοιοῦτον; Καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος θὰ ψηφισθῇ; Θέλομεν θεωρήσει ὡς ὁριστικὴν τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος εἰς εἶδος, καὶ ἑπομένως θέλομεν καταλογίσει εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ 4,000,000 δρχ; Θέλομεν θεωρήσει, ὅτι ἡ Θεσσαλία καὶ αἱ σιτοφόροι ἐν γένει ἐπαρχίαι δὲν ἔχουσι δικαίωμα εἰς καμμίαν ἀνακούφισιν; Ἀλλ’ ἂς ἀναμνησθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τί κατέγεινεν, εἰσηγούμενος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μέχρι τοῦδε. Κατέγεινε μόνον εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ βάρη, ἐκ τῶν βαρῶν δὲ τούτων θὰ προκύψῃ 7 ἑκατομμυρίων ὅλων ἔλλειμμα. Ζητεῖται, ἵνα ὑπὸ τοιούτους ὅρους προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζει ἡ παροιμία ἡ Γαλλική: «θέτουσι τὸ ἄροτρον πρὸ τῶν βοῶν». Τοιαύτη ὑπῆρξε πάντοτε ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε πρὸ ὀλίγου, δηλαδὴ νὰ ἀφήσωμεν τὰ δύο σπουδαιότατα οἰκονομικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ ⅔ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὰ ⅔ τῆς χώρας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομικῆς ὑποστάσεως, νὰ τὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος, εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Εἴδομεν πολλὰς ἀντιφάσεις μέχρι τοῦδε εἰς τὴν πορείαν τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι ἤθελε καταλήξει εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε.
§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβῆ, διότι δὲν βλέπω, πῶς καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τῶν δύο νομοσχεδίων πρόκειται περὶ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων! Ἐγὼ βλέπω τοῦτο, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ σταφίδος εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ εἴσπραξις προσόδου τοῦ Δημοσίου ἐκ 4,800,000 ἐπί τινα χρόνον ν’ ἀναβληθῇ, δὲν ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπωλείας τῆς προσόδου ταύτης, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι 30 τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος, τὰ ὁποῖα θὰ κατατεθῶσιν ἀντὶ τοῦ εἰς χρῆμα φόρου, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πωληθῶσι τοὐλάχιστον ἐπὶ τιμῇ 100 δραχμῶν τὴν χιλιάδα, καὶ ἐκ τῶν 30 τούτων ἑκατομμυρίων θὰ εἰσπραχθῶσι βεβαίως τρία ἑκατομμύρια...
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν;
§168Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐρωτᾷ, πῶς εἶναι δυνατόν, καὶ ἀπαντῶ, ὅτι ἐν τῇ συμφωνίᾳ, ἡ ὁποία ἐγένετο πέρυσιν, ἔμειναν ἔξω ὅλοι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Πειραιῶς, καὶ ὅτι ἡ κατανάλωσις, ἡ παρ’ αὐτῶν γενομένη, ἀνέρχεται εἰς 30 ἑκατομμύρια λίτρας, ἐδεικνύοντο δὲ διατεθειμένοι νὰ ἔλθωσιν εἰς διαπραγματεύσεις, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος καὶ τοῦ πλεονάσματος, ἵνα ἀγοράσωσι τὰ 30 ἑκατομμύρια, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, πρὸς 105 δραχμὰς τὴν χιλιάδα. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ ἀπωλείας τῶν 4,800,000, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀναβολῆς τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ σίτου, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἤθελε γείνῃ δεκτή, καὶ πάλιν τὸ Κράτος οὐδόλως ἤθελε κερδίσει τι, διότι οἱ Βουλευταί, οἵτινες ἐπρότειναν τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου, ἐπρότειναν, ὅπως ἡ διαφορά, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει μεταξὺ τῶν σήμερον εἰσπραττομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἤθελε φέρει, κατατεθῇ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἑπομένως δὲν ἤθελε κερδίσει τίποτε ἐκ τῆς αὐξήσεως τὸ Δημόσιον. Πρόκειται λοιπόν, Κύριοι, περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος προερχομένου, ποσοῦ, τὸ ὁποῖον, ψηφιζομένου τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταβληθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θέλει καταβληθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμόν, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρετήρησιν, ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἕτερον ἐπράξαμεν ἢ νὰ ἐπιβάλωμεν βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω ποῖα βάρη μέχρι σήμερον ἐπεβλήθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν γνωρίζω ποῖα βάρη, διότι ἐκτὸς τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1,45, οὐδεὶς ἕτερος φορολογικὸς νόμος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Βεβαίως γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι ἀφῃρέθη ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἓν δέκατον τῶν τελωνιακῶν προσόδων, καὶ ἀφῃρέθη τὸ δέκατον τοῦτο, ὅπως προικισθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἔχω ὅμως δι’ ἐλπίδος, ὅτι, ἐὰν ἡ παρατηρηθεῖσα μέχρι σήμερον αὔξησις τῶν εἰσπράξεων ἐξακολουθήσῃ, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου δὲν θέλει καταλήξει εἰς ἔλλειμμα, ἀλλὰ τοῦτο ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς πληρωμῆς εἰς εἶδος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος θέλει καταστῆ δυνατὴ ἡ εἴσπραξις τοῦ χρήματος, ἂν ὄχι ἐντὸς τοῦ ἔτους, τοὐλάχιστον ἐντὸς τῆς χρήσεως.
§169Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ βαρῶν τοῦ λαοῦ, ὡμίλησα περὶ βαρῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἐκτὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀντελήφθη τῆς ἐννοίας τῶν λόγων μου. Εἶπον ὅτι μέχρι τοῦδε, τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἴχομεν βάρη ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν θεωρῶ δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἀνακούφισις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τοῦ μέτρου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν μεταλλικὴν δραχμήν. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὰς ποικίλας φάσεις ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη, τότε ἡ Βουλὴ ὁμοψήφως θὰ καταψηφίσῃ αὐτὸ, καὶ ἐκεῖθεν οὐδὲν δύναται νὰ ἐλπίσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν περὶ τῆς σταφίδος καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται ἡ πληρωμὴ εἰς εἶδος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, εἶπεν ὅτι δὲν θεωρεῖ ὅτι θὰ ἀπολεσθῇ ἡ ἐκ τούτου εἴσπραξις 4,800,000 δραχμῶν. Εἶμαι καὶ ἐγὼ βέβαιος περὶ τούτου, καὶ ἦτο περιττὸν ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, πότε θὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ἔσοδον αὐτὸ, καὶ πῶς θὰ πραγματοποιηθῇ. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ἔσοδον αὐτό. Ἀλλὰ τότε τί γίνεται ὁ Προϋπολογισμός; Ὁ Προϋπολογισμὸς, ὡς ἔχει, ἀνεξαρτήτως τῆς σχέσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τοῦ ἐσόδου τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, ὁ ὁποῖος καθ’ ὑμᾶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ εἰμὴ ἴσως τὸ προσεχὲς ἔτος, ἢ μετὰ δύο ἔτη, προκαταβάλλοντος τοῦ Δημοσίου πρὸς τοῦτο, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τοῦ ἐσόδου τούτου καὶ τῆς ἐντεῦθεν ζημίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τίνα ἀποτελέσματα ἀπεδεικνύει σήμερον ὁ Προϋπολογισμός; Καὶ δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός σας εἶναι ἀρνητικός; δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ἀπέναντι τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ὑμῶν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει θέλει πραγματοποιηθῆ τὸ ἔσοδον τοῦ εἰς εἶδος καταβληθησομένου φόρου, δὲν θέλει ἀφήσει ἔλλειμμα; ἐὰν δὲ ἀφήσῃ ἔλλειμμα, εἰς τί σᾶς χρησιμεύει, ἂν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Νομίζετε ὅτι ἐλύσατε τὰ ζητήματα, ἂν τελειώσητε μὲ τὴν Βουλὴν καὶ ἐξέλθητε ἐξ αὐτῆς; Ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς Βουλῆς ἀντλεῖτε δύναμιν, διότι ἔχετε συνεσπειρωμένην τὴν πλειονοψηφίαν, ὑπὸ τίνας δὲ ὅρους συνεσπειρώθη ἡ πλειονοψηφία, τὸ γνωρίζετε καὶ τὸ γνωρίζομεν ὅλοι. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· πρόκειται, ἂν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς σημερινοὺς εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν Προϋπολογισμοῦ ἐντελῶς ἀνισοσκελοῦς. Λέγετε, ὅτι ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ τέλους τοῦ εἰσαγωγικοῦ τοῦ σίτου δὲν προσδοκᾶτέ τι. Ἐν ὅσῳ δὲν ψηφισθῇ, βεβαίως δὲν προσδοκᾶτέ τι, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται ὅλως διαφόρως τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν, συνδυαζομένη μὲ ἄλλας ἀπαλλαγὰς καὶ μὲ ἄλλας ἀνακουφίσεις δασμολογικὰς, δύναται νὰ προσδώσῃ δύναμιν ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν παραγωγὴν, καὶ οὕτω νὰ λυθῶσι ζητήματα σπουδαῖα οἰκονομικὰ διὰ τὸν τόπον. Ἀλλὰ σεῖς τὸν Προϋπολογισμὸν θέλετε νὰ λάβητε· λάβετέ τον, ἀλλὰ θέλετε ἴδει, ποῦ θὰ καταλήξητε μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτόν.
§170Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω λόγους νὰ ἀπαισιοδοξῶ, διότι δὲν λησμονῶ, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις παρέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν εὗρεν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους μόνον 100,000 δραχμὰς, καὶ ὅμως ἠδυνήθη ἐπὶ ἑξάμηνον ὅλον νὰ κυβερνήσῃ καὶ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ προσφυγῆς εἰς ἔκτακτα μέτρα, ἀλλὰ μόνον διὰ τῶν τακτικῶν εἰσπράξεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν διατείνομαι, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν παρουσιάζει ἐλαστικότητα τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν ἀνησυχίαν, ἔχω ὅμως δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη παρουσίασε τακτικὴν πρόοδον, τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα πάντοτε ἔβαινον πρὸς αὔξησιν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν τελευταίων ἓξ ἐτῶν, ἔχω, λέγω, τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη θὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δαπανῶν, ἡ ὁποία κυρίως κατὰ τὸ 1906 θέλει παρουσιασθῆ. Τὸ παρελθὸν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, κύριε Πρόεδρε, ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς αὐτὴν ἐπιτρέπεται ἡ αἰσιοδοξία, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη διεχειρίσθη τρεῖς χρήσεις, διεχειρίσθη εἴκοσι μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1899, διεχειρίσθη τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, καὶ διεχειρίσθη δέκα μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1901. Αἱ τρεῖς δὲ αὗται χρήσεις, κατ’ ἐξαίρεσιν ὅλων τῶν ἄλλων, ἀφῆκαν περισσεύματα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ. Ὁ πρῶτος Προϋπολογισμὸς, τοῦ ὁποίου τὴν διαχείρισιν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν, ἀφῆκε περίσσευμα ἓξ ἑκατομμυρίων ὡς ἔγγιστα, ὁ δεύτερος ἀφῆκε περίσσευμα ἄνω τοῦ ἑκατομμυρίου, ὁ δὲ τρίτος ἔκλεισεν ἐν ἰσοζυγίῳ. Ὅταν ἔχωμεν τοιοῦτον παρελθόν, δικαιοῦμαι νὰ μὴ ἦμαι ἀπαισιόδοξος, καὶ νὰ ἐλπίσω, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν καὶ ἡ χρῆσις αὕτη ν’ ἀπολήξῃ εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Καὶ ὡμολόγησα μέν, ὅτι ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ σταφίδος δὲν θὰ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἰσεπράττετο, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἔχω βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι ἐντὸς τῆς χρήσεως θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀρκεῖ δὲ νὰ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως, ὅπως μὴ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προβλέπει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ προταχθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μᾶς εἶπεν ὅτι θέλομεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων· ἀλλὰ τὸ παρελθὸν ἡμῶν ἀποδεικνύει, ὅτι, καίτοι παρελάβομεν παρὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀφήκαμεν εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἐλπίζω ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ αὐτὸ θέλει συμβῆ.
§171Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκαυχήθη, ὅτι, ἐλθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ Ὀκτώβριον, καὶ εὑρὼν 100,000 δραχμὰς ἐν τοῖς ταμείοις, ἠδυνήθη νὰ διοικήσῃ ἐπὶ 5 καὶ 6 μῆνας ἄνευ δανείων. Αὐτὸ δὲν εἶναι διόλου δύσκολον. Ἴσως αὐτὸ δύναται νὰ λέγηται εὐτραπέλως ἐν συναναστροφῇ τινι ἢ ἐν καφενείοις, ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπου ὅλα δύνανται νὰ διϋλισθῶσι, τοιαῦτα δὲν λέγονται, καὶ μάλιστα ἐκ στόματος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠδυνήθη νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἐπὶ 5 ἢ 6 μῆνας, βεβαίως τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν δεινότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα νὰ ἀνακαλύψῃ νέους πόρους τοῦ Κράτους, ὀφείλεται εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐσόδων ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου εἰσπράττει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς ὑπαχθέντα, εἰς τὸ τέλος δὲ ἑκάστης ἑξαμηνίας ἀποδίδει τὸ περίσσευμα, μεθ’ ὅσα κρατεῖ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κληρονομήσας τὴν ἀρχὴν, ἐκληρονόμησε καὶ τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ ἐσόδου ἔφθασεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ καυχᾶται, ὅτι κληρονομήσας τὴν Κυβέρνησιν μὲ προῖκα 100,000 δραχμῶν κατώρθωσε νὰ ζήσῃ ἐπὶ πέντε μῆνας χωρὶς νὰ δανεισθῇ. Ἀλλὰ πᾶσα Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς εὑρίσκετο ὅρους, καὶ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, εὑρέθη ἐπίσης ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους μέχρι τέλους Ἰουλίου. Δὲν εἴχομεν οὔτε ἓν λεπτὸν τὸν Ἰούλιον, ἀλλὰ μᾶς ἀπέδωκεν ἐννέα ἑκατομμύρια ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου, καὶ οὕτως ἠδυνήθημεν νὰ ἐπαρκέσωμεν καὶ νὰ καλύψωμεν πλείστας ὅσας δαπάνας. Ἀληθῶς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ καυχηθῇ διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901· ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι, ἂν τὸ 1902 ἀφῆκεν ὁλόκληρα 7 ἑκατομμύρια ἔλλειμμα, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας κατέστησεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ κατὰ τὸν προηγούμενον χρόνον, ἥτις ἐκληροδότησε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Σήμερον οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ δημιουργήσῃ ὑποχρεώσεις εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐδεμίαν ἀνακούφισιν οἰκονομικὴν φέρει εἰς τὸν τόπον, οὐδεμίαν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν παραγωγὴν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀνακούφισίς τις, ψηφιζομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς ἔχει, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ὅτε εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ὁ τόπος αὐτὸς οἰκονομικῶς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον θεωρήσει ὡς ἐλάχιστον ἐχέγγυον τῆς τακτικῆς διαρρυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ὁ ὀλιγώτερον δυνάμενος νὰ καυχηθῇ διὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ τῶν δύο χρήσεων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς τυχαῖα, εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ περὶ αὐτόν. Διότι, ἄν τις δημιουργῇ ἀνάγκας ἐν τῷ Κράτει, τὰς δημιουργεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χάριν κομματικῶν σκοπῶν καὶ χάριν ἱκανοποιήσεως αὐτῶν. Ἡ ὅλη ἱστορία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιαύτη, τὴν εἴδομεν δὲ ἐκτυλισσομένην ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς μᾶλλον ζοφεροὺς διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Καὶ εἴδομεν αὐτὴν ὄχι μόνον ὑπὸ ὅρους ζοφεροὺς, ἀλλὰ τὴν εἴδομεν ὑπὸ ὅρους καθιστῶντας τὴν ἀπελπισίαν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις μᾶλλον εὔκοσμος, μᾶλλον εὐπρόσωπος ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διοικεῖ ἢ διοικεῖται; οἰκονομεῖ ἢ σπαταλᾷ; Ὅλη ἡ ἱκανότης τῆς Κυβερνήσεως ἔγκειται εἰς τοῦτο, πῶς νὰ κατορθώνῃ νὰ συμβιβάζῃ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν φίλων της! Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁ τόπος ὑπὸ τοιούτους ὅρους; Κατ’ ἐμὲ, ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὁ τόπος φέρεται κατὰ κρημνῶν· κατ’ ἐμὲ, ἂν ἡ διοίκησίς σας ἐξακολουθήσῃ ἓξ ἔτι μῆνας ὑπὸ τοιούτους ὅρους, οὐδὲν θὰ ὑπάρχῃ, οὔτε Κράτος, οὔτε διοίκησις, οὔτε δικαιοσύνη.
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι συζητήσας μετὰ ψυχραιμίας ἀπολύτου δὲν ἤθελον προκαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς νὰ παραπέμψῃ εἰς καφενεῖα καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ, εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα, εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς δι’ ἐμὲ, δὲν συχνάζω οὔτε συνηθίζω νὰ συζητῶ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος τόσον δριμέως καθ’ ἡμῶν ἐπέπεσε καὶ ὁ ὁποῖος ἐχαρακτήρισε τὴν πολιτείαν ἡμῶν ὡς πολιτείαν οἰκονομικῶς καταστρεπτικὴν, ἐλησμόνησεν ὅτι ἠσχολεῖτο κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς πτώσεώς του νὰ συνάψῃ δάνειον, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι, ἐὰν τὸ δάνειον τοῦτο δὲν συνωμολογεῖτο, τὸ Κράτος ἤθελεν ἐκτεθῆ εἰς τὸν κίνδυνον δευτέρας πτωχεύσεως! Ἡμεῖς, ἀναλαβόντες τὴν ἀρχὴν, ἐγκατελείψαμεν τὴν ἰδέαν τῶν δανείων, καὶ αἱ πληρωμαὶ ἐνεργοῦνται τακτικῶς, καὶ οὐδεὶς κίνδυνος πτωχεύσεως ὑπάρχει. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα περὶ τῶν χρήσεων, ἃς κατὰ τὸ παρελθὸν διεχειρίσθημεν, ταῦτα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1901 περιέλαβεν ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήρισεν ὡς σπατάλας, ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήρισεν ὡς προκαλεσάσας τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1902, καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1901 κατέληξεν εἰς περίσσευμα καὶ οὐχὶ εἰς ἔλλειμμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως ἡμῶν, δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς νὰ ἐξετάσω, ἂν ἄλλοι μᾶς διοικοῦσιν, ἢ ἂν ἡμεῖς διοικοῦμεν. Τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως συνεζητήθη πολλάκις ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγὼ, ὁ ὁποῖος θέλω ὑποστηρίξει, ὅτι ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι ἀποτελεῖ παράδειγμα καλῆς διοικήσεως, δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος θέλω ὑποστηρίξει, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν, ἵνα ἡ διοίκησις αὕτη βελτιωθῇ, ἵνα οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς διοικοῦμεν, βελτιωθῶσι. Βεβαίως θὰ τὸ ἐπεθύμουν. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ βελτίωσις αὕτη δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς συμβουλεύει. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν παρουσιάζει φαινόμενα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἴσον βαθμὸν δὲν παρουσιάζονται εἰς ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη. Εἶπεν ὅτι τὸ ἐλάττωμα εἶναι, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ νομοθετεῖ καὶ δὲν διοικεῖ. Τὸ ἀναγνωρίζω ἐγὼ πρῶτος. Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ ἔρχωνται νὰ μᾶς λέγωσιν, ὅτι μᾶς διοικοῦν, καὶ δὲν διοικοῦμεν. Τὸ ζήτημα εἶναι, ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰ κακὰ ταῦτα, κακὰ, εἰς τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὑποπέσει πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι πρέπει ὑπὸ τὴν κατάστασιν τὴν κρατοῦσαν νὰ πολιτεύωνται. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ὁ πολιτευόμενος εὑρίσκεται πρὸ διλήμματος, ἢ νὰ διοικήσῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ διοίκησις εἶναι δυνατὴ παρ’ ἡμῖν, ἢ ν’ ἀποσυρθῇ τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν οἶκόν του. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, εἶναι καλὸν νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη; Οὐχὶ, Κύριοι· δὲν εἶναι καλὸν νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, διότι ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως δὲν συντελεῖ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, βεβαίως δὲν συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ βελτίωσις δὲν θέλει ἐπέλθει διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής· ἡ βελτίωσις δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἢ διὰ νόμων περιοριζόντων τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐν ὅσῳ ὁ Ὑπουργὸς ἐξήρτηται ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἐν ὅσῳ νόμοι δὲν περιορίζουσι τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχητε τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται. Τὰ κακὰ δὲν προέρχονται ἐκ κακῆς τῶν ἀτόμων θελήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ὑπερτέρας τῆς θελήσεως τῶν ἀτόμων. Ὁ πολιτευόμενος, ὁ μὴ θέλων νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὅλοι πολιτευόμεθα ἐν Ἑλλάδι, οὐδὲν ἕτερον δύναται νὰ πράξῃ, ἢ νὰ ἀποσυρθῇ εἰς τὸν οἶκόν του. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνήσωμεν, ἐν ὅσῳ ἡ νομοθεσία ἡμῶν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι, ἢ ὑποκύπτοντες μέχρι τινὸς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ δι’ αὐτὸ πολλάκις, Κύριοι, ὑπέβαλον νόμους πρὸς περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐὰν δὲ παρὰ τοὺς νόμους τούτους ἤθελον λειτουργήσει οἱ πόροι, οἱ ὁποῖοι τῇ προτάσει τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ μου εἶχον ψηφισθῆ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀτυχῶς κατηργήθησαν, τὰ πράγματα θὰ ἦσαν σήμερον ὅλως διάφορα. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι ἐπῆλθε πρόοδος μεγάλη, μεγίστη, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα πληθὺς ὑπαλλήλων ἀσχολοῦνται; Βεβαίως, ἐὰν ἐξετάσητε, θὰ εὕρητε, ὅτι ἐγένοντο καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐντὸς ἑνὸς ἔτους πεντήκοντα μεταθέσεις· ὅταν ὅμως παραβάλητε τὰς πεντήκοντα ταύτας μεταθέσεις πρὸς τὰς χιλιάδας τὰς ἄλλοτε γιγνομένας, θὰ εὕρητε ὅτι ὑπάρχει σημαντικὴ πρόοδος. Τὰ αὐτὰ ἐγένοντο τῇ προτάσει ἡμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἡ πρόοδος ἐπῆλθε· τὰ αὐτὰ ἐγένοντο τῇ προτάσει ἡμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ πρόοδος ἀναντιρρήτως ἐπῆλθε. Γενικεύσατε αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, ἐφαρμόσατε τὴν πολιτικὴν ταύτην καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους, περιορίσατε τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ περιορίσατε τὸ δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν, ἢ μᾶλλον ἀπαλλάξατε αὐτοὺς ἀπὸ τὰς ὀδυνηρὰς ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται ἐκ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον διέπει ἡμᾶς—καὶ λέγω ὀδυνηρὰς ὑποχρεώσεις, διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι πιέζουσι τοὺς Ὑπουργοὺς, πιέζουσιν αὐτοὺς διὰ τὴν ὄρεξιν, ὅπως πιέσωσιν αὐτοὺς, πιέζουσιν αὐτοὺς, διότι πιέζονται ὑπὸ τῶν ἐκλογέων, —ἀφαιρέσατε τὴν πίεσιν ταύτην, καὶ σημαντικὴ θέλει ἐπέλθει πρόοδος. Ἀλλ’ ὅπως αὕτη ἐπέλθῃ, πρέπει νὰ περιορίσητε τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι τότε καὶ μόνον τότε θὰ ἔχητε πίεσιν αὐτοῦ ὀλιγωτέραν ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, διότι τότε ὀλιγωτέραν θὰ ὑφίστανται πίεσιν οἱ Βουλευταὶ ἐκ μέρους τῶν ἐκλογέων. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀλήθειαι, Κύριοι, ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας ὅσοι διῴκησαν γινώσκουσιν. Ἐὰν σκοπὸς τοῦ πολιτευομένου δὲν εἶναι νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅπως μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν ἴδῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία τὸν ὑποστηρίζει, διαλυομένην, καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀδυνατοῦσαν νὰ δράσῃ, πρέπει ἐν μέτρῳ πάντοτε νὰ ὑποκύψῃ, ἐνόσῳ δὲν ψηφισθῶσι νόμοι περιορίζοντες τὰ δικαιώματα τῶν Ὑπουργῶν. Ἐνόσῳ οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ψηφισθῶσιν, ὁ μὴ θέλων νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλομένην ἀνάγκην κάλλιον θὰ πράττῃ, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὑτοῦ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς χώρας, ν’ ἀποσυρθῇ εἰς τὸν οἶκόν του. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ, Κύριοι; Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἠρχίσαμεν ὑπὸ οἰωνοὺς καλοὺς καὶ μὲ ἀποτελέσματα λαμπρά. Ἐὰν τὸ ἔργον τοῦτο συντελεσθῇ, θὰ ἔχητε βελτίωσιν τῆς καταστάσεως· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ τὸ ἔργον τοῦτο δὲν συντελεσθῇ, μὴ κατακρίνετε καὶ μὴ καταγγέλλετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὑπείκοντες εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, πράττουσιν ὅ,τι πράττουσιν. (Εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§173Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ χειροκροτήσωσιν οἱ Κύριοι!
§174ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως, βεβαίως.
§175Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χειροκροτοῦσι, διότι εἶπεν ἀλήθειαν.
§176Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἢ νὰ χειροκροτήσωσιν οἱ Κύριοι.
§177Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§178Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι πολιτείαν, ἡ ὁποία διέφθειρε τὰ πάντα, ἡ ὁποία συνέτριψε τὰ πάντα, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποβῇ ὀλεθρία ἐπὶ τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ τοῦ τόπου, πολιτείαν τοιαύτην ἦλθε νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πῶς; Εἶπεν ὅτι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ὅτι ἀναγκαίως πρέπει νὰ παύσῃ νὰ πολιτεύηται. Ὀφείλετε νὰ παύσητε νὰ πολιτεύησθε σεῖς, παρὰ νὰ μετέρχησθε τὴν πολιτείαν τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς καταστροφῆς. Ἐὰν ἐτηρεῖτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμβουλεύετε ἐμέ, ἐὰν δὲν εἴχετε προορισμὸν τὴν διαφθορὰν τῶν συνειδήσεων τῶν Βουλευτῶν, μόνον πρὸς τὸν σκοπόν, ὅπως ὑπάρξητε ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐὰν ἐτηρεῖτε τὴν πολιτείαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἠθικὴ καὶ ἡ μόνη ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου δυναμένη νὰ συντελέσῃ, βεβαίως δὲν θὰ εἴχετε περὶ ὑμᾶς τὸ πλῆθος — διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν—τὸ ὁποῖον ἔχετε (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
§179Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἔχουσι τὸ ἔθνος ὁλόκληρον.
§180Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τοῦτο ἐπράττετε, θὰ ἐλέγετε, ὅτι εἶσθε ἀρχηγὸς πολιτείας ἐντίμου καὶ πονούσης τὸν τόπον.
§181Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ τιμᾷ καὶ τὸν τόπον.
§182Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἠκολουθεῖτε τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων, ἐὰν δὲν συνετελεῖτε εἰς τὴν διαφθορὰν τῶν συνειδήσεων, ἐὰν δὲν ἠνοίγετε τὰς ἀγκάλας σας, διὰ νὰ δεχθῆτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λόγῳ ἀτομικῶν συμφερόντων προσῆλθον πρὸς ὑμᾶς, βεβαίως δὲν θὰ ὑπήρχετε ἐν τῇ ἀρχῇ· ἀλλὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε σᾶς διαδεχθῆ, θὰ ἐθεώρει ὡς τιμήν του νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμά σας, ἐὰν ἠθέλατε προτιμήσει νὰ παραιτηθῆτε παρὰ νὰ πράξητε ὅσα ἐπράξατε· εἴπατέ μοι δὲ, ἂν ὑπάρχει τις ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ὁ ὁποῖος θέλει θεωρήσει ὡς τιμὴν νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμά σας τὸ σημερινόν. Χειροκροτήσατε, ἐὰν θέλητε, μετὰ ταῦτα!
§183Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὑμεῖς χειροκροτήσατε.
§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως διὰ τῶν νόμων εἶναι δυνατὸν νὰ θέτωμεν περιορισμοὺς εἰς τὰς ὑπερβασίας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ εἴπατέ μοι, τί ἐπράξατε μέχρι τοῦδε;
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅ,τι οὐδεμία Κυβέρνησις ἔπραξε μέχρι τοῦδε.
§186Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπετε, ὅτι σεῖς εἶσθε ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομείων. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐγένετο πρὸς ἱκανοποίησιν μόνον ἀτομικῶν συμφερόντων καὶ κομματικῶν ἀξιώσεων (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν). Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀριθμηθῶσιν αἱ μεταθέσεις, θὰ ἀριθμηθῶσιν αἱ ἀπολύσεις, θὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ὅλη πολιτεία ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι συνετρίψατε πάντα χαρακτῆρα ἐν τῇ Διοικήσει, πᾶσαν ἀμεροληψίαν ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ, καὶ μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης δύνασθε νὰ λέγητε πρὸς τοὺς συνενόχους ὑμῶν—διότι εἶναι συνενοχὴ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐκείνων—ὅσα εἴπετε... (νέαι διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
§187Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀποδοκιμάζετε ὁλόκληρον τὴν Βουλήν!
§188Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σιωπήσατε! Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὴν διαφθορὰν, τὴν ὁποίαν σεῖς κατεστήσατε καὶ τὴν ὁποίαν σεῖς εἰσηγήσασθε, δύνασθε νὰ τὴν χαρακτηρήσητε ὡς ἀληθῆ, διότι εἶναι ὁ ἀληθὴς χαρακτηρισμὸς τῆς πολιτείας σας, ἀλλὰ βεβαίως ἡ πολιτεία αὕτη εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ πρὸς τὴν ἱκανοποίησιν αὐτοῦ. Ἤλεγξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως—καὶ τοῦτο ἦτο ἀνάξιον αὐτοῦ—τὴν πολιτείαν μου, ὅτε ἐζήτουν τὴν πραγματοποίησιν μέρους τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, τῶν ὑπολειφθέντων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Εἶπον ὅτι τοῦτο ἦτο ἀνάξιον αὐτοῦ, διότι γνωρίζει ἀκριβῶς διατὶ ἐζήτουν τὸ δάνειον τοῦτο. Δὲν τὸ ἐζήτουν διότι ἐθεώρουν ὅτι ὑπὸ τὴν διοίκησίν μου ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ δευτέρα χρεωκοπία,—ὅπως εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡ δευτέρα χρεωκοπία,—τὸ ἐζήτουν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπουλώσω ἀκριβῶς τὰς πληγάς, τὰς ὁποίας ἤνοιξεν ἡ πολιτεία αὐτοῦ, ἐὰν δὲ οὗτος παρῄτησεν ἀμέσως τὸ δάνειον ἐκεῖνο — καὶ ἀφοῦ ἐτόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ λεχθῇ ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, — τὸ παρῄτησε διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἔθηκεν ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐρώτημα: «τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προέβλεψεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Οἰκονομικὴ τοῦ Ἐλέγχου, ὅτε ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν τῶν 20,000,000; ἢ εἶναι τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ σπατάλη;» Καὶ τότε, ὅτε ἐτέθη τὸ ἐρώτημα τοῦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν: «εὐχαριστοῦμεν· δὲν θέλομεν τὰ 12,000,000», τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ἐγὼ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ ὑπερτάτων συμφερόντων, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπληρώνοντο παρὰ τοῦ τόπου μὲ τόκον 2½%. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἦτο ἀνάξιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ αὐτὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε, διὰ νὰ ἐλέγξῃ τὴν πολιτείαν μου, διότι γνωρίζει ἀκριβῶς διατὶ ἐζητήθησαν τὰ 12,000,000 ἐκεῖνα, ἐὰν δ’ ἐζητήθησαν, βεβαίως δὲν ἐπρόκειτο ζητούμενα νὰ καλύψωσιν ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ διοίκησίς μου, διότι ἡ διοίκησίς μου εἶναι γνωστή, διότι αὕτη προκύπτει ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων προκύπτει, ὅτι ἦτο ἡ μόνη οἰκονομική, διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἦτο ἡ μόνη ἠθική. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρύψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ὅλον τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον δεικνύει εἰς τὸ νὰ ἐπαναπαύσῃ τοὺς φίλους του, εἰς τὸ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτοὺς, εἶναι, ὅτι βεβαίως ἀποδοκιμάζει αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ τὴν πολιτείαν του, διότι ἡ ὅλη του πορεία ὑπῆρξεν ἀποδοκιμασία τῶν ἰδεῶν αὐτοῦ, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ γνωρίζω καὶ αὐτὸς γνωρίζει, ἡ ὅλη δὲ πολιτεία αὐτοῦ ἀπέδειξεν, ὅτι ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἰδίας σκέψεις καὶ πρὸς τοὺς ἰδίους σκοποὺς ἐγκατέλιπεν ὅλας ἐκείνας τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας ἔδιδε καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τοὺς φίλους του, καὶ περιεπτύχθη τὴν πολιτείαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπεδοκίμαζε, τὴν πολιτείαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου του ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον σήμερον ἐναγκαλίζεται, ἐνῷ εἰς ἐμὲ ἔλεγεν, ὅτι «εἶναι δυστύχημα, διότι ὑπάρχει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τῆς παλαιᾶς Σχολῆς» (θόρυβος ἐκ δεξιῶν).
§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι, καὶ ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, τὸν λαμβάνω, ὅπως τὰς ἀνακριβείας τὰς πολλάς, εἰς τὰς ὁποίας περιέπεσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἀναιρέσω. Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι, καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντων. Ἀλλὰ προσθέτω, ὅτι περιέπεσεν εἰς μεγίστην ἀνακρίβειαν, ὅτε παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν προέβημεν εἰς τὸ δάνειον, διότι ὁ Ἔλεγχος δῆθεν παρετήρησεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ σπατάλη ἡμῶν ἐπέφερε τὰ ἐλλείμματα. Τὰ τοῦ δανείου ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, φοβούμενος τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, προβλέπων δευτέραν πτώχευσιν, βλέπων ὅτι τὰ οἰκονομικὰ βαίνουσι κακῶς, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνορθώσῃ ταῦτα διὰ τοῦ δανείου, καὶ παρέστησεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα, καὶ ὅτι ἠδύνατο πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων αὐτῶν νὰ ζητήσῃ 12 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐγεννήθη λοιπὸν τὸ ζήτημα, ἂν πράγματι ὑπάρχουσι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα· ὅτε δὲ ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχήν, ἐπεσκέφθησαν ἡμᾶς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἐλέγχου, καὶ βασιζόμενοι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι ἐλλείμματα, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸν ὅρον, δυνάμει τοῦ ὁποίου αἱ Δυνάμεις ἀνελάμβανον τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα προκαταβάλλωσι ποσόν τι πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων. Δὲν εἶπον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἐλέγχου, ὅπως ἐσφαλμένως παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ σπατάλη ἡμῶν προεκάλεσεν, ἀρνοῦνται τὸ δάνειον, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἀρνοῦνται τὸ δάνειον, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐξετάζοντες τοὺς λογαριασμοὺς ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1903 ἀπέδειξαν, ὅτι τοιαῦτα ἐλλείμματα δὲν ὑπῆρχον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἠμφισβήτουν τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ ἑπομένως ἠρνοῦντο νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς παροχῆς τοῦ δανείου. Ἀπέναντι τῆς στάσεως ταύτης τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου καὶ ἄλλων, ἃς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διετύπωσαν, προβλέποντες ὅτι δι’ αὐστηρᾶς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἐγκατελείψαμεν τὴν ἰδέαν τοῦ δανείου, ἡ πραγματοποίησις τοῦ ὁποίου ἐθεωρεῖτο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀπολύτως ἀναγκαία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ὄχι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν παρεστήσατε εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ὡμίλησαν οἱ Κύριοι τοῦ Ἐλέγχου περὶ ἐλλειμμάτων, ὀφειλομένων εἰς τὴν καθ’ ὑμᾶς σπάταλον ἡμῶν πολιτικήν, καὶ δὲν ἠδύναντο ταῦτα νὰ λεχθῶσι, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν αὐτῆς ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἡ μόνη σώφρων οἰκονομικὴ διεύθυνσις τῶν οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι σήμερον εἶναι ἡ διοίκησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αἱ χρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασίδος Βουλευτὴς διεχειρίσθη, εἶναι αἱ μόναι, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς περισσεύματα, καὶ ἐὰν ἡ χρῆσις, τὴν ὁποίαν διεχειρίσθητε ὑμεῖς, δὲν εἶναι προωρισμένη ν’ ἀφήσῃ μεγάλα ἐλλείμματα, τοῦτο χρεωστεῖται εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν ἀνένδοτον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὐδεὶς, Κύριοι, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ ἀναμφισβήτητα, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασίδος ἀγαθὰ ἔφερεν ἀποτελέσματα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, ὅπως ἀναιρέσω τὰς λεχθείσας ἀνακριβείας.
§190Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. (Διαμαρτυρίαι δεξιόθεν).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ συμβουλευθῶ τὸν Κανονισμόν;
§192Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε ἤδη τρὶς, καὶ ζητεῖτε διὰ τετάρτην φορὰν τὸν λόγον. Ὑμεῖς διετελέσατε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ γνωρίζετε ὅτι πρέπει νὰ σεβώμεθα πάντες τὸν Κανονισμόν.
§194Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σήμερον πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ σπουδαιότατα ἀντικείμενα. Ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἐσίγησα ἐδῶ!
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι προσωπικόν. Πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν. (Θόρυβος ἀριστερόθεν).
§197ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.
§198Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.
§199Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐρωτηθῇ, ὅταν ἔχῃ Κανονισμόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ λέγετε, ὅτι ἔλαβε χαρακτῆρα προσωπικὸν τὸ ζήτημα, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε.
§201Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδένα χαρακτῆρα προσωπικόν. Σεῖς μοὶ ὑπεδείξατε τὸν Κανονισμόν. Σᾶς ἀπήντησα, ὅτι ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἔκλεισα ἐνταῦθα ἑρμητικῶς τὸ στόμα. Σήμερον γεννᾶται ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα· ἐὰν δὲ νῦν ἐτόλμησα νὰ ταράξω τοὺς κύκλους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων αὐτῆς, τοῦτο πράττω οὐχὶ διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τὴν πολιτείαν μου, ἀλλὰ διότι θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγνώρισε πλειότερον ἤδη τὸν συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐξυμνεῖ τ’ ἀποτελέσματα τῆς πολιτείας του, καὶ δὲν ἔχει πλέον σκέψεις ἀναλόγους ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἄλλοτε εἶχε. Διότι δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ἐὰν ἦναι ἔντιμος ἄνθρωπος, τὰς σκέψεις του ταύτας, τὰς ὁποίας μοὶ ἀνεκοίνωσε.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τί εἶναι αὐτά! (διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
§203Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τὰ ζητήματα ἄγωνται εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ διαστρέψῃ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν διαστρέφονται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι δὲν ἐζήτησε τὸ δάνειον τῶν 20,000,000 οὔτε μέχρι τῶν 12,000,000, ἐνῷ ἐγὼ γονυκλιτῶς ἐζήτησα τοῦτο, καὶ εἶχον φθάσει καὶ μέχρις ἐπαιτείας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν ἐζήτησε τὸ δάνειον, διότι μετ’ ἀκριβέστερον ὑπολογισμὸν εὗρεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ ἱκανότης τώρα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατέληξεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ νὰ ἀναπλάσσωνται. Τοὺς ἀπολογισμοὺς ἔχομεν προχείρους, καὶ προχειροτέρους ἔχει αὐτοὺς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ γνωρίζει, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1902 ἐξ ἐννέα ἑκατομμυρίων καὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ὑπάρχει, κατὰ τὸν ἐπίσημον ἀπολογισμόν. Αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 συνεψήφισαν τὰ ἐλλείμματα μὲ τὰ πλεονάσματα, ἀλλὰ τοῦ 1902 τὸ ἔλλειμμα εἶναι ἀκέραιον. Δὲν εἶναι πράγματι ἐννέα ἑκατομμυρίων τὸ ἔλλειμμα, διότι, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν αὐτό, ἔχομεν καὶ 2½ ἑκατομμύρια προκαταβολὰς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ καὶ αὐτὰ τὰ 2½ ἑκατομμύρια εἶναι ἔλλειμμα, διότι δὲν γνωρίζω παρὰ τίνος θὰ τὰ λάβητε. Τὸ 1903 εἶχον ὑπολογίσει μὲ τὰς προκαταβολάς, ὅτι ἔμελλε ν’ ἀφήσῃ ἔλλειμμα 3,000,000, καὶ διὰ τοῦτο, οὐχὶ ψευδόμενος, ἀλλὰ στηριζόμενος εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν πραγματικόν, ἐζήτησα νὰ ἐπιφυλαχθῇ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς, ἢ ὑπὲρ τῆς χώρας τῆς Ἑλληνικῆς, τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν ἐπὶ τοῦ ὑπολειπομένου δανείου τῶν 20,000,000 μέχρι 12,000,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, διότι δὲν ἐθεώρει ἀναγκαῖον τὸ δάνειον, ἀπέσυρε τὴν αἴτησιν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ τῷ ὑπενθυμίσῃ, ἐὰν ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί συνέβη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Κόρμπετ, καὶ μὲ τίνα στοιχεῖα μετέβη οὗτος, ὅπως μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συζητήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἢ τῆς ἐπιφυλάξεως τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου μέχρι 12,000,000. Καὶ ἐπειδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἐθεώρει, ὅτι ἔλλειμμα προέκυψεν ὄχι ἐκ τῆς μειώσεως τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπολογισθῆ εἰς 69,000,000 διὰ τὴν διοίκησιν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ἀλλ’ ἐκ τῆς αὐξήσεως καὶ τῆς σπατάλης ἐν τῇ διοικήσει, δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ καλυφθῇ διὰ τοῦ δανείου τοῦ προσθέτου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς προορισμὸν τὴν συγκάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς μὴ ἀποδόσεως μέχρι τῶν 69,000,000 ἐκ τῶν ἐσόδων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, στενοχωρούμενοι ἐκ τῶν ἐρωτήσεων, ἃς μετέβησαν νὰ θέσωσιν εἰς αὐτοὺς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ δάνειον. Βεβαίως καὶ σήμερον θὰ τὰ οἰκονομήσωμεν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα, ἀνῆλθε μέχρι τοῦ 1833, καὶ ἐξετύλιξεν, ὀρθῶς ποιῶν, ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ ἐντεῦθεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσφαλῶς καὶ ἐπισήμως βεβαιωμένον, εἶναι, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1902 κατέλιπεν ἔλλειμμα, συνοπολογιζομένου τοῦ ποσοῦ 2½ ἑκατομμυρίων ἐκ προκαταβολῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀνερχόμενον εἰς 9,000,000, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, μὲ ὅλην τὴν δεξιὰν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ὀφείληται, ὅτι δὲν κατέλιπεν ἔλλειμμα, ὅταν ὅλαι αἱ πιστώσεις ἐδιπλασιάσθησαν ἐκ μεταθέσεων, ἀπολύσεων κλπ., ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, λέγω, θέλει ἀφήσει καὶ αὐτὸς ἔλλειμμα. Ἀλλ’ ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων καὶ τῶν τελῶν βεβαίως δὲν συνετελέσθη ἀπὸ τῆς ἕκτης Δεκεμβρίου τοῦ 1903 μέχρι τῆς 14 Δεκεμβρίου τοῦ 1904, ἡ ἀπόδοσις συνετελέσθη κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν διώκει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ κατόπιν ἐγώ. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ φειδωλότατος πάντων, θέλει καὶ αὐτὸς καταλίπει ἔλλειμμα· καὶ ἐντεῦθεν ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἔπραττόν τι ἀνειλικρινές, δὲν ἔπραττόν τι ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου, ἀλλ’ ὅτι ἔπραττον ἐξ ἐναντίας ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου, νὰ μὴ ζητήσω νὰ ἐξαντλήσω αὐτὸν διὰ νέων φορολογικῶν μέτρων, ἀλλ’ ἀποτεινόμενος πρὸς τὰς Δυνάμεις, τὰς ἐγγυητρίας τοῦ δανείου, νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῶν, ὅπως χορηγήσωσι τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 μέχρι 12 ἑκατομμυρίων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία ἡ ἀληθής, καὶ ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα pour les besoins de la cause προέβαλεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Οὐδέποτε συνήθισα νὰ λέγω τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβές.
§204ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἆ! ἆ! ἆ!
§205Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἤθελον νὰ γνωρίσω, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τολμᾷ ν’ ἀμφισβητήσῃ τοὺς λόγους μου. Ἤθελον θεωρήσει καταδίκην μου, ἐὰν ἐπρόκειτο ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, νὰ βεβαιώσω τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθές.
§206Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὰ δὲ λεγόμενα ὑπ’ ἐμοῦ ἀκούονται παρὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου· λέγω δὲ καὶ ἐπιμένω νὰ λέγω, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου δὲν συνεζήτησαν μεθ’ ἡμῶν, ἂν τὰ ἐλλείματα προῆλθον ἐκ σπατάλης πολιτικῆς, ἀλλ’ ὑπεστήριξαν ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐλλείμματα. Διετείνοντο, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1902 καὶ 1903 ἐκαλύφθη ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς χρήσεως τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901. Ἀλλὰ διετείνοντο καὶ ἕτερόν τι, ὅτι τουτέστιν οἱ παλαιοὶ λογαριασμοὶ ἄφινον περίσσευμα 20 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐκάλυπτον ὅλα τὰ τυχὸν ὑπάρχοντα ἐλλείμματα, τὰ γνωστὰ καὶ τὰ λανθάνοντα, καὶ ἑπομένως δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων νὰ δανείσωσι πρὸς ἡμᾶς χρήματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη πρὸς ἡμᾶς. Ἐὰν πρὸς ὑμᾶς ἐτέθη ἄλλως, δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὕτω πως ἐτέθη καὶ πρὸς ὑμᾶς, καὶ δὲν δίδω εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητῆτε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ λέγητε ὅτι pour les besoins de la cause ὑποστηρίζω ταῦτα, διότι εἰς ἐμὲ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι pour les besoins de la cause ὑποστηρίζετε τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέστησα εἰς τὴν Βουλήν.
§207Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θ’ ἀκολουθήσω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν διεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἰδίως ὡς πρὸς τὸν πολιτικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα. Ὀλίγας λέξεις ὅμως νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς γενικῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξεν ἐν σχέσει πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν...
§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντοτε ὀλίγας λέξεις λέγετε!
§209Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρεχώρησα τὸν λόγον, καίτοι εἶχον ζητήσει αὐτὸν ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι ἐνόμισα ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ἤχθη ἡ συζήτησις, δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς προτάξεως, οὐδὲ ἠξίουν νὰ παρακωλυθῇ ἡ διαφώτισις τοῦ ἐγερθέντος ζητήματος μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ πρώην τοιούτου κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα μετετράπη καθαρῶς εἰς πολιτικόν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ προέτρεξε καὶ ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγείρουσα συζήτησιν ἀνήκουσαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐνῷ κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν συζητοῦμεν ἀκόμη ἐπὶ τούτου, καὶ ἐὰν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἤρξατο συζήτησις καθαρῶς πολιτικοῦ ζητήματος, ἡ Βουλὴ μετὰ σεβασμοῦ μὲν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀκούσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐκφράζουσι τὰς γνώμας των ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ πρῶτον ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§210Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀλίγας λοιπὸν λέξεις θέλω εἴπει, διότι νομίζω ὑπερβολικὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εὑρισκόμεθα μεταξὺ τῆς ἀποφάσεως τοῦ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν οἶκόν του ὁ πολιτευόμενος καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ νὰ καταλίπῃ τὰ πάντα εἰς τὸν κατήφορον, πρὸς τὸν ὁποῖον φέρονται τὰ πράγματα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μέση ὁδός...
§211Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Αὐτὴν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις.
§212Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Τὴν μέσην δὲ ταύτην ὁδὸν ἀναμφισβητήτως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠκολούθησε, διότι ἡ ἀναστάτωσις πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν καταδεικνύει τὸ ἐναντίον.
§213ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἄ! ἄ!
§214Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν συζήτησιν, δὲν τὴν εὑρίσκω ἱκανὴν, καὶ δὲν θὰ τὴν θεωρήσω ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὅταν ὁμιλῇ ὁ ῥήτωρ, δὲν ἐπιτρέπονται χασμῳδίαι.
§215ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τὸν Πρόεδρον θὰ μᾶς κάμητε;
§216Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, κύριε Πρόεδρε.
§217Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ μόνον ἐδικαιοῦσθε νὰ πράξητε, ὄχι νὰ ἀπειλῆτε.
§218Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπειλῇ.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Γκότση καὶ Ἠλία Μπασδάκη, προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Γιαννακίτσα. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 148. Ὁρίστε, κύριε Καραπάνε.
§220Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ λησμονήσητε, ὅτι συζητεῖται ἡ πρότασίς σας, καὶ νὰ παραχωρήσητε τὴν ἕδραν σας.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ὑπάρχει πολιτικὴ συζήτησις. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Νικολαΐδην νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου.
§222ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει αὖθις ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Χατζῖσκος).
§223Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἔχοντος καθαρῶς συνταγματικὸν καὶ πολιτικὸν χαρακτῆρα νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, διότι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν θεωρῶ ὀλεθρίαν διὰ τὸν τόπον· τὴν θεωρῶ ὀλεθρίαν, διότι, ἐὰν τεθῶμεν ἐν τῷ διλήμματι ἢ νὰ μεταβῶμεν εἰς τοὺς οἴκους μας ἢ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸν κατήφορον, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῇ διοικήσει τῆς χώρας, βεβαίως ὁ τόπος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ, βεβαίως ὁ τόπος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἄλλο τι. Ἀλλὰ βεβαίως ὑπάρχει μέση τις ὁδὸς, ἡ μέση ὁδὸς, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀφίνονται εἰς τὸν μὲν καὶ εἰς τὸν δὲ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Ἂν διὰ νομοθετημάτων εἶναι δυνατὸν νὰ περισταλῇ τὸ κακὸν τοῦτο, εἶναι ζήτημα. Καὶ ἄλλοτε ἐνομοθετήθησαν νομοθετήματα περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐνομοθετήθησαν πότε; ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑποβαλοῦσα καὶ ἐπιτυχοῦσα τὴν ψήφισιν τῶν νομοθετημάτων τούτων εἶχε πληρώσει πάσας τὰς θέσεις τῆς διοικήσεως διὰ προσώπων ἰδίων αὑτῆς, ὅτε ἠνάγκασε πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ διοικήσῃ, νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν νόμων τούτων, οἱ ὁποῖοι ἐδέσμευον τὰς χεῖρας οὐχὶ πάσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐδέσμευον τὰς χεῖρας μιᾶς Κυβερνήσεως, καὶ ἄφινον ἐλευθέρας τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐνομοθέτησε τὸν νόμον ἐκεῖνον. Δὲν εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, μόνον διὰ νομοθετημάτων νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς κακῶς ἐχούσης· εἶναι ἀνάγκη πρὸ πάντων πολιτικῆς ἠθικῆς τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ κοινά. Εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσιν οἱ νόμοι, ὅταν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζουσιν αὐτοὺς, δὲν ἐννοῶσι νὰ ἐξυπηρετήσωσι γενικὰ συμφέροντα, ἐξυπηρετῶσι δὲ καθαρῶς κομματικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συζητήσεως ταύτης, νομίζω ὅμως ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν αὐτήν. Προετάθη ἡ πρόταξις δύο νομοσχεδίων, τοῦ ἀφορῶντος τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου χάριν τῶν πασχουσῶν σιτοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ ἡ πρόταξις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν σταφιδικὴν κρίσιν, ἐξ ἧς πάσχει ὁ σταφιδικὸς πληθυσμός. Τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια δὲν συνδέονται μόνον μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια ἀποτελοῦσι τὴν θεμελιώδη βάσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πωληθῇ ἡ παραμικρὰ ποσότης σταφίδος, ἥτις θὰ ληφθῇ παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀντὶ τοῦ σήμερον εἰς χρήματα πληρωνομένου φόρου. Πᾶς ὅστις ἀνέγνωσε καὶ ἐμελέτησε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πρὸς τοὺς ἀγοράσαντας σταφίδα τῆς χρήσεως τοῦ 1903, θὰ ἐπείσθη ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένον εἰς αὐτὴν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1905 νὰ πωλήσῃ σταφίδα.
§224Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς αὐτήν, ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§225Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πωλεῖ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ συζήτησιν, τοῦτο θὰ συζητηθῇ συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲ, ὡς ἐγὼ πιστεύω, καὶ πολλοὶ ἄλλοι παραδέχονται, οὐδεμία λίτρα σταφίδος δύναται νὰ πωληθῇ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1905 ἐκ τῆς σταφίδος, ἡ ὁποία θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, βεβαίως ἡ χρῆσις τοῦ 1904 οὐδὲ μίαν δραχμὴν θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 4,800,000, αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, ὅπερ θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης...
§226ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητεῖτε τὸ νομοσχέδιον;
§227Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ ἀπευθύνετε ἐρώτησιν, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει ἔννοιαν; Συνδέω τοῦτο μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν ἔχομεν τοῦτο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσωμεν πρὶν συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἔχομεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦ σίτου. Δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω γνώμην κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ζήτημα ζωτικόν, ζήτημα πρώτης τάξεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμόν· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅσα οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας βεβαιοῦσι περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παραγωγῆς τοῦ σίτου, βεβαίως καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο μεγάλην ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν καὶ ὡς ἔσοδον, ἐὰν ψηφισθῇ, καὶ ὡς ἐπιβάρυνσις κοινωνικὴ μὲν, ἡ ὁποία ὅμως θὰ ἔχῃ τὴν ἀντανάκλασιν καὶ ἐπὶ τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπιβάλλεται νὰ προηγηθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι πρόκειται περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα θεμελιωδῶς θέλουσιν ἐπηρεάσει τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐὰν δὲ τὰ μέτρα ταῦτα μείνωσιν ἐν ἐκκρεμότητι, ποίαν συζήτησιν θὰ κάμωμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ποῖα ἄλλα μέτρα θὰ ζητήσωμεν νὰ συζητήσωμεν, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Προϋπολογισμὸς ἀφίνει 4,000,000 ἢ 5,000,000 ἔλλειμμα; Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ μὲ ἔλλειμμα, ἀλλ’ ἔλλειμμα ὑποφερτὸν, ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀνεχθῇ ὁ τόπος, ὄχι βεβαίως μὲ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὁ τόπος δὲν δύναται νὰ ἀνεχθῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρόταξις τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀνεξαρτήτως τῆς ψηφίσεως ἢ μὴ αὐτῶν, ἐπιβάλλεται πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§228Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις προεκάλεσε καὶ τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, οὕτως εἰπεῖν. Ἐάν τινες τῶν ῥητόρων θέλωσι νὰ ὁμιλήσωσιν εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἂς ὁμιλήσωσιν· ἐὰν ἄλλοι θέλωσι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσσης Βουλευτοῦ, θὰ περιορισθῶσιν εἰς αὐτὸ τὸ θέμα μόνον. Ἐπεισοδειακὸν ζήτημα, ὁσάκις ὑπάρχῃ, εἴτε προσωπικὸν, αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θίγεται. Ἐὰν προσωπικὸν ἠθέλομεν θεωρήσει τὸ ζήτημα, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐθεωρήθη, καὶ ἐδόθη ὁ λόγος εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, τοῦτο ἀφορᾷ τὸν ἐνδιαφερόμενον Βουλευτὴν, καὶ οὐδένα ἕτερον. Ἐὰν ὅμως τὸ ζήτημα ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσσης, τότε θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§229Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ μὴ σᾶς ἀκούσωμεν, πρόκειται νὰ ὁμιλήσητε κατόπιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅτε ἀκριβῶς θὰ σᾶς ἀκούσωμεν καλλίτερον. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος· ἀλλ’ ἐὰν ὑμεῖς ἐπιμένητε νὰ ὁμιλήσητε πρὸ ἐμοῦ, ὁμιλήσατε.
§230Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ καθαρῶς πολιτικῶν ζητημάτων θὰ ἱκανοποιήσωσι τὴν ἐπιθυμίαν των ταύτην εὐρύτατα ἐν τῇ ἀρξομένῃ μετ’ ὀλίγον συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐὰν δὲ, ὡς συμβαίνει πάντοτε, προαλείφωνται εἰς τοὺς ἀγῶνας καὶ σπουδάζοντες προβαίνωσιν εἰς αὐτοὺς, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὰς συνηθείας, οὔτε τὸν Κανονισμόν. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Λαρίσης συνάδελφος ἔφερε πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ, ὅστις εἶμαι ἐγγεγραμμένος, κατόπιν δὲ πᾶς ὅστις θέλει νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ ζήτημα ἂς ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἀπὸ πολλῶν χρόνων ἡ συνήθεια τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπισφραγίζῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἴσως ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφίζεται ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ ἔτους· ὑπάρχουσι μάλιστα καὶ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφίζεται κατὰ διετίαν, ἀλλὰ τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἔχουσι παγίαν νομοθεσίαν, σπανίως προβαίνοντα εἰς μεταβολὴν τῶν νόμων, ἐκ τῶν ὁποίων κανονίζεται ὁ Προϋπολογισμός· εἰς ἡμᾶς ὅμως εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἢ παραλλήλως πρὸς τοῦτον ἢ πρότερον πρέπει νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θίγουσιν ὁπωσδήποτε τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ νομοσχέδια τῆς σταφίδος καὶ τοῦ σίτου δὲν θίγουσι τὸν Προϋπολογισμόν. Τοῦτο ἀπολύτως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀκριβές... Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε; (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν).
§231Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως θίγουσι τὸν Προϋπολογισμόν.
§232Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν θίγουσι τὸν Προϋπολογισμόν, ἡ συζήτησις αὐτῶν συγχρόνως ἢ καὶ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιβάλλεται· καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε καὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου θὰ προβαίνῃ παραλλήλως μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν σιτοπαραγωγῶν ἐπαρχιῶν προερχόμενοι καὶ ἀντιπροσωπεύοντες ταύτας θὰ εἴπωμεν, ὅτι παραλλήλως πρέπει νὰ βαδίσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου. Οὕτω τιθεμένων τῶν ζητημάτων, οὐδεμία διάκρισις γίνεται μεταξὺ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τῶν σιτοπαραγωγῶν ἐπαρχιῶν. Νομίζω δὲ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς ἀσθενῆ ἔχωμεν τὴν φωνὴν, οἱ ἐκ σιτοπαραγωγῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ἐκ Θεσσαλίας πρὸ παντὸς, ἥτις κυρίως εἶναι σιτοφόρος χώρα, ἐὰν τοῦτο προέρχηται ἐκ τοῦ ὅτι ἡμεῖς βραδύτερον εἰσήλθομεν ἐν τῇ πολιτικῇ κονίστρᾳ, δὲν εἶναι λόγος διὰ τοῦτο νὰ μὴ ἀκουσθῶμεν μετὰ τῆς αὐτῆς ἢ καὶ πλείονος ἴσως εὐμενείας ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ Θεσσαλία ὁμολογουμένως εἰσῆλθεν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ἐπικρατείᾳ μόλις πρὸ δύο δεκαετηρίδων, ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἀληθῶς πολλαὶ ἀνωμαλίαι παρουσιάσθησαν εἰς αὐτήν. Ὁ τελευταῖος πόλεμος, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἐπεβάρυνεν ὁλόκληρον τὸ Κράτος, ἀναμφιβόλως ἐπεβάρυνε πρὸ παντὸς τὴν χώραν ἐκείνην, ἐν ᾗ διεξήχθη. Ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον ἐστερήθημεν τῆς χώρας ἡμῶν, τῶν ἰδιοκτησιῶν ἡμῶν, πάσης ἐργασίας ἐν γένει, καὶ ἀπῆλθον ἐκ Θεσσαλίας οἱ κάτοικοι αὐτῆς, διασπαρέντες εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἡ κινητὴ περιουσία τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας διηρπάγη καὶ κατεστράφη. Πόλεις διηρπάγησαν, κῶμαι καὶ χωρία κατεστράφησαν, καὶ δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι μόνον ἡ λιτότης τοῦ βίου ἦτο ἡ μόνη δύναμις, ἡ ὁποία κατέστησεν ἱκανοὺς τοὺς Θεσσαλοὺς νὰ ἐπανέλθωσι καὶ ἐγκατασταθῶσι καὶ πάλιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Βεβαίως, ἐὰν τοιαύτη καταστροφὴ ἐπήρχετο εἰς τὴν Πελοπόννησον, δὲν ἤθελον οἱ Πελοποννήσιοι δυνηθῆ νὰ ἐγκαταστῶσι τόσον ταχέως καὶ πάλιν ἐν τῇ χώρᾳ των, διότι οἱ Πελοποννήσιοι εἰθίσθησαν εἰς βίον μᾶλλον ἄνετον, μᾶλλον εὔκολον, ἐπανερχόμενοι δὲ καὶ εὑρίσκοντες τὴν χώραν αὐτῶν, ὡς εὕρομεν ἡμεῖς τὴν Θεσσαλίαν, βεβαίως θὰ ἐσταύρωνον τὰς χεῖρας καὶ ἤθελον ἀπέλθει ἴσως εἰς Ἀμερικήν...
§233ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον ἐπέρασεν ὁ Ἰμβραὴμ καὶ κατέκαυσεν αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ Πελοπόννησος ἀνεπτύχθη.
§234Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν κατηγορῶ, λέγων ταῦτα, τὴν Πελοπόννησον, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ θέσις ἡμῶν ἦτο πολὺ διάφορος. Ἐπέρασεν ὁ Ἰμβραὴμ καὶ κατέκαυσε τὴν Πελοπόννησον, ναὶ, ἀλλ’ οἱ Πελοποννήσιοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἦσαν οἱ Πελοποννήσιοι τῆς σημερινῆς. Οἱ Πελοποννήσιοι τοῦ καιροῦ ἐκείνου ἦσαν ἄνδρες ἐθισθέντες ἐν ταῖς στερήσεσιν, ἐθισθέντες ἐν τοῖς ἀγῶσιν, ἐθισθέντες ἐν ταῖς θυσίαις. Μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ συγκρίνητε τοὺς νῦν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι 80 χρόνους προηγοῦνται ἡμῶν· ὄχι. Ἂς εἴπωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Ὄντως ἡ λιτότης εἶναι ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία κατέστησε τοὺς Θεσσαλοὺς ἱκανοὺς νὰ ἐγκαταστῶσιν ἐκ νέου εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Τοσάκις εἴδομεν ἐνταῦθα τοὺς Θεσσαλοὺς μὲ πάνινα ἐνδύματα περιφερομένους χειμῶνός τε καὶ θέρους, καὶ ἄνευ καλυμμάτων! Τοῦτο βεβαίως ἦτο μειονέκτημα, ἀλλ’ ὅτε ἐπανῆλθον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἦτο πλεονέκτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνήθησαν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος νὰ δημιουργήσωσι καὶ πάλιν θέσιν καὶ νὰ ἐργασθῶσιν· ἀλλ’ ἐνῷ εἰργάσθησαν, βλέπετε ὅτι ἐπέρχεται περίστασις, ἡ ὁποία καθιστᾷ αὐτοὺς δυστυχεῖς. Παράγουσι, καὶ ἡ παραγωγὴ γίνεται, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, στάκτη εἰς τὰς χεῖράς των. Παράγουσι προϊόν, ἀλλ’ ἐξηυτελίσθησαν τοσοῦτον αἱ τιμαὶ αὐτοῦ, ὥστε τὸ προϊόν τοῦτο εἶναι ἄνευ τιμῆς σήμερον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις! Καὶ ὅτε, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου ἐπληροφορήθην, διότι δὲν συνέπεσε νὰ ἦμαι παρὼν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔλεγεν, ὅτι συνεφώνησε τὴν προμήθειαν τῆς κριθῆς πρὸς 25½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἔμεινα ἀπορῶν, πῶς ἆρά γε αὐτὴ ἡ τιμή, ἡ τοσοῦτον συμφέρουσα, δὲν δύναται νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι τῶν Θεσσαλῶν! Εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν 23 καὶ 25 λεπτὰ πωλεῖται ἐκεῖ ὁ σῖτος, διατὶ ἡ κριθὴ νὰ πωληθῇ ἐνταῦθα πρὸς 25½ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν; Ἀλλ’ ἐν τοῖς τιμολογίοις, τοῖς δημοσιευομένοις καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τῶν ἐν Βόλῳ τὰ ζητήματα ταῦτα πραγματευομένων, ὑπὸ τῶν οἰκονομολογικῶν ἐφημερίδων, τῶν ἐν Ἀθήναις δημοσιευομένων καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα, αἱ τιμαὶ τῆς κριθῆς ποικίλλουσι μεταξὺ 14 καὶ 16 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἂς δεχθῶμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ ὁ στρατὸς τὴν καλλιτέραν ποιότητα τῆς κριθῆς· μεταξὺ ὅμως τῶν 16 λεπτῶν, ὅσον τιμᾶται ἡ καλλιτέρα ποιότης τῆς κριθῆς κατὰ τὰ τιμολόγια, καὶ τῶν 25½ λεπτῶν, εἰς ἣν τιμὴν συνεφωνήθη κατ’ ὀκᾶν ἡ προμήθεια τῆς κριθῆς, εἶναι 9½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν διαφορά. Θὰ μοὶ εἴπῃ τις ἴσως, ὅτι δὲν δύναται τὸ Δημόσιον νὰ γείνῃ ἀποθηκάριος καὶ ν’ ἀγοράσῃ καὶ ἐναποθηκεύσῃ ἀπὸ σήμερον κριθὴν δι’ ὅλον τὸ ἔτος. Καὶ διατὶ νὰ μὴ γείνῃ ἀποθηκάριος τὸ Δημόσιον καὶ ν’ ἀγοράσῃ καὶ ἀποθηκεύσῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν κριθὴν δι’ ὅλον τὸ ἔτος; Διατὶ ὄχι; Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ δεχθῶ τὴν τιμὴν τῶν 25½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἣν ἐδέχθη τὸ Δημόσιον ἐν τῇ προμηθείᾳ τῆς κριθῆς, ὡς κανόνα, ὅστις θὰ φέρῃ ὑμᾶς, ὅπως κρίνητε ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν. Γνωρίζετε ποίας τιμὰς ἔχουσι τὰ σιτηρά; Πωλοῦνται ἐν Θεσσαλίᾳ 23 καὶ 24 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν αἱ κατώτεραι ποιότητες, καὶ 25 καὶ 26 αἱ καλλίτεραι...
§235Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πωλοῦνται καὶ πρὸς 20 καὶ 22 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§236Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς τοιαύτην τιμὴν πωλοῦνται αἱ κατώτεραι ποιότητες τῶν σιτηρῶν, καὶ περὶ αὐτῶν δὲν θὰ ὁμιλήσω. Εἶναι τιμαὶ λοιπὸν αὐταὶ λογικαί, ἀφοῦ ἡ κριθὴ πωλεῖται ἐνταῦθα πρὸς 25½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν; Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ προϊὸν ἡμῶν ἐξεμηδενίσθη, μὴ ἔρχεσθε νὰ μεμφθῆτε ἡμᾶς, καὶ μὴ λέγετε, ὅτι δὲν ἐβελτιώσαμεν τὰς μεθόδους τῆς παραγωγῆς καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν εἰς καλλιτέρας τιμάς. Ἀλλ’ εἴτε ἐξ ἐλλείψεως μεθόδου, ἡ ὁποία δὲν ἐπιβαρύνει ἡμᾶς, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς οἱ κρίνοντες δὲν ἀντιλαμβανόμεθα, τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ σιτοπαραγωγὴ δὲν εὑρίσκει τιμὰς ἀνταποκρινομένας εἰς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας. Καὶ θέλετε νὰ μὴ προσφύγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν; Καὶ ποῦ ἀλλοῦ θέλετε νὰ προσφύγωμεν, ἵνα ζητήσωμεν συνδρομήν; Μήπως πρόκειται περὶ ἀσημάντου τινὸς γεγονότος; Πρόκειται περὶ τῆς παραγωγῆς 300,000 κατοίκων Θεσσαλῶν, Φθιωτῶν καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν. Τί θέλετε νὰ γείνῃ, ἐὰν τῶν ἀνθρώπων τούτων ἡ ἐργασία κατέστη ἄχρηστος; Μήπως ὑμεῖς δὲν ἐφροντίσατε νὰ ἀνεύρητε τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἑκάστοτε περιορίζεται τὸ κακὸν τῆς μεγάλης ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος; Ἀπὸ δεκαετίας, ἀφ’ ὅτου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι δὲν παρῆλθε Σύνοδος τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν δὲν κατηναλώθη πολὺς χρόνος πρὸς συζήτησιν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ πωληθῇ ἡ σταφὶς μὲ τιμὰς ἐπαρκεῖς καὶ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀντιμετώπισις τῶν δυσχερειῶν. Διατὶ ἆρά γε νὰ μὴ ἀπασχολήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν Βουλὴν ἐπ’ ὀλίγον χρόνον πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέσων τῆς σωτηρίας τῆς σιτοπαραγωγῆς; Μήπως ἡ ἀξία τοῦ προϊόντος ἡμῶν εἶναι κατωτέρα; Μήπως τὸ εἰσαγόμενον ἐκ τοῦ προϊόντος ἡμῶν εἰς τὸν τόπον χρῆμα εἶναι ὀλιγώτερον; Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ παρατηρήσω εἰς ὑμᾶς καὶ ἄλλο τι· ὅτι, ἐὰν ἡ σταφὶς εἶναι προϊόν, τοῦ ὁποίου ἡ ὑποτίμησις ζημιοῖ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἡ ὑποτίμησις τοῦ σίτου εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ πάντας τοὺς κατοίκους, ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἀνησυχῶμεν ἡμεῖς, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν παράγοντες; Ἡ ἀνησυχία δὲ αὕτη δὲν εἶναι μόνον δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ εἶναι καὶ διὰ τοὺς σταφιδοκτήμονας.
§237Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἀντιθέτως.
§238Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βεβαίως καὶ ἀντιθέτως· καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς. Εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι αἱ μέθοδοι, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ προστασία τῆς σταφίδος, εἶναι τεχνικὰ μέσα, ὡς ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων συντηροῦνται οἱ μέλλοντες νὰ θάνωσι. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ παρακράτησις προστατεύει τὴν σταφίδα. Θέλετε νὰ προστατεύσητε τὴν σταφίδα; Ἀφήσατε αὐτὴν ἐλευθέραν, μὴ τὴν ὑποβάλλετε εἰς οὐδένα περιορισμὸν, διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ καλλιέργεια τῆς σταφίδος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εὔκολον νὰ καταστήσωσι τὴν παραγωγὴν συμφερωτέραν, καὶ νὰ δύνανται νὰ πωλῶσι ταύτην ἐπίσης εἰς τιμὰς εὐτελεῖς. Θὰ καταστραφῶσι βεβαίως οὕτως οἱ μεγαλείτεροι, ἀλλὰ θὰ ζήσωσιν οἱ μικρότεροι, οἱ καλλιεργηταὶ τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δείξητε τὴν αὐτὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν ἐδείξατε διὰ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, καὶ διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, βεβαίως θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐξευτελιζόμεναι αἱ τιμαὶ αὐτῶν, ἀλλ’ οὕτω θὰ ἐπέλθῃ ἄλλη καταστροφή. Δὲν δύνανται οἱ σταφιδοκτήμονες νὰ παραγάγωσι προϊόν; τοῖς λέγομεν: «μὴ κάθεσθε, μὴ σταυρώνετε τὰς χεῖρας· ἀλλάξατε καλλιέργειαν, κατὰ μέρος ἐκριζώσατε τὰς σταφιδαμπέλους σας· ἀλλάξατε καλλιέργειαν». Ἀλλὰ ποίαν καλλιέργειαν νὰ μεταχειρισθῶσι; Τὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν; Ἀλλὰ καὶ τούτων αἱ τιμαὶ εἶναι ἐξευτελισμέναι. Τιμήσατε λοιπὸν τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, ἵνα καὶ ἡ καλλιέργεια αὐτῶν ἐπεκταθῇ εἰς τὴν Πελοπόννησον· διὰ ταύτης δὲ καὶ ἐκεῖνοι θὰ εὐδοκιμήσωσι καὶ οἱ ἐναπολειφθέντες σταφιδοπαραγωγοὶ θὰ ἐνισχυθῶσι. Δὲν εἶναι ἆρά γε οἱ ἀγροὶ τῆς Ἠλείας κατάλληλοι εἰς παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν; Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη παραλλήλως πρὸς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Δὲν ζητοῦμεν ἢ μόνον δικαιοσύνην, προστασίαν ὑπὲρ τοῦ κόσμου ἐκείνου, ὅστις ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς προστασίας ταύτης κινδυνεύει ν’ ἀποθάνῃ, μὴ δυνάμενος νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργασίαν, ἡ ὁποία τρέφει οὐ μόνον αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ μέγα μέρος τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος προέτεινε τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος.
§240Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὑμῶν ὁ κ. Χατζόπουλος ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος.
§242Λ. ΜΕΛΑΣ. Μοὶ ἐδηλώσατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐγὼ προηγοῦμαι.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προτάξεως μάλιστα· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος ὁ κ. Χατζόπουλος προηγεῖται ὑμῶν.
§244Λ. ΜΕΛΑΣ. Τότε θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ἀναγνωρίζω τὸν κ. Χατζόπουλον ὡς πολιτικὸν ἀγορητὴν ἀνώτερον ἐμοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τῷ παραχωρήσω τὴν θέσιν μου.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν.
§246Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἐξακολουθήσω τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ἔξωθεν σίτου συζήτησιν, καὶ ἀκριβῶς ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀκουσθῇ ἡ γνώμη μου, γνώμη, ἣν βεβαίως δὲν θεωρῶ ἐπιβαλλομένην εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἀφορῶσαν σοβαρὸν ζήτημα. Ἐπειδὴ δὲ ἴσως ὑποχρεοῦμαι ἐκ τῆς ἐπιμονῆς, μεθ’ ἧς ἐζήτησα νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις εἰς τὴν σειρὰν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τηρήσει ἐν τῷ Προεδρείῳ ἐπὶ τῶν ὁμιλησόντων, δέχομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος πολιτικοῦ ζητήματος. Ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως προέκυψε μόνον ἓν δίδαγμα, τὸ ὁποῖον μεγίστην χαρὰν προὐξένησεν οὐ μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ, ἐλπίζω, καὶ εἰς πάντας ὑμᾶς· καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ὄντως παρήγορος δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐν μέρει ἀπεδέχθη ἢ μᾶλλον ἐξ ἰδίας πάλιν βλέψεως ἐξήγγειλεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς, περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῶν Ὑπουργῶν πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου τῶν Βουλευτῶν, ἤτοι περὶ καθιερώσεως μᾶλλον ἀποκεντρωτικοῦ διοικητικοῦ συστήματος. Καὶ δέχομαι εὐχαρίστως τὴν ὁμολογίαν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι πραγματικῶς οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἀντείπῃ εἰς τὸ ὅτι μεγίστην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν ἔχει τὸ ἀπόλυτον τοῦτο δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν τμημάτων τῆς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον δίδει δικαίωμα εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ καθήκοντα ἡμῶν καὶ νὰ καθιστᾷ τὸ ἔργον ἡμῶν ἀπὸ ὑψηλοῦ καὶ εὐχαρίστου ὀχληρὸν καὶ παρελκυστικὸν διὰ τὰ τῆς διοικήσεως. Διὰ τοῦτο ἀπορῶ, πῶς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτής, ὁ τόσον ἀποδεδειγμένως πρακτικὸς ἐν τῷ ἰδιωτικῷ του βίῳ, ἐξήγγειλε τὴν παράδοξον θεωρίαν, ὅτι ὁ περιορισμὸς οὗτος τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, τοῦ φέροντος ἂν μὴ κατάχρησιν, ἀλλὰ βεβαίως παραχάραξιν τῆς διοικήσεως διὰ τῆς ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν Ὑπουργῶν καὶ Βουλευτῶν ἐπὶ παντὸς κλάδου ἀπορρεούσης παντοδυναμίας, ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τῆς εὐσυνειδήτου καὶ αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων...
§247Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς τῶν πολιτευομένων.
§248Λ. ΜΕΛΑΣ. Μάλιστα. Εἶπον, ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅτι ἄλλος ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς ὁμιλίας μου. Παρεμπιπτόντως δὲ καὶ ἐγὼ ἐδήλωσα τὴν χαράν μου, ὅτι ἠκούσθησαν ἐπίσημοι δηλώσεις περὶ ἐγκαινίσεως μᾶλλον ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος ἐν τῇ διοικήσει. Ἄλλως ἡ θεωρία τοῦ κ. Καραπάνου μοὶ φαίνεται ἀνωφελής, δοθέντος ὅτι ἐπὶ πάσης Κυβερνήσεως συνέβησαν τὰ αὐτὰ καὶ θὰ συμβῶσιν, ὅσον καὶ ἂν ἐπιδείξωμεν ἠθικὴν πολιτικὴν οἱ συγκεντροῦντες τόσα δικαιώματα Βουλευταί. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ζήτημα τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα τῆς πολιτικῆς, εἰς τὸ ζήτημα τῆς διὰ νόμου ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου, δὲν δύναμαι ἢ νὰ συνηγορήσω καὶ ἐγὼ εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος κ. Γιαννακίτσας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου πολιτευτὴς ἐξήγγειλαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀποβλέπων εἰς ἓν μόνον, εἰς τὰς ἐπειγούσας καὶ μεγάλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ τάξις ἡ γεωργική, καὶ εἰδικῶς ἡ σιτοπαραγωγικὴ τάξις, καὶ ὧν ἡ θεραπεία ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν ὁ ἐκ Τυρνάβου ἔγκριτος πολιτευτὴς περὶ τῆς ἀδικίας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τελεῖ ἡ δυστυχὴς Θεσσαλία, ἡ πολλῷ πλείονα παθοῦσα ὅλων τῶν λοιπῶν τμημάτων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἴσως καταδεδικασμένη νὰ πάσχῃ διαρκῶς περισσότερον τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐξαρτᾷ τὴν εὐημερίαν αὑτῆς ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διαθέσεως τοῦ καιροῦ. Ἀλλὰ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω καὶ νὰ προβῶ εἰς δήλωσιν κατηγορηματικὴν, ὅτι ὀφείλομεν πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἤμεθα δίκαιοι, νὰ μὴ ἐξακολουθῶμεν τὴν ἐγωϊστικὴν, οὕτως εἰπεῖν, πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπό τινος ἐγκαινίσει ἐνταῦθα. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ἠπόρησα μὲ τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ εὐθὺς ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος ἐζήτησε τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου. Καὶ νομίζω ὅτι, ἐὰν οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνάδελφοι ἡμῶν ἐπιθυμῶσι νὰ ἴδωσι τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον ψηφιζόμενον, ἐὰν ἐπιθυμῶσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἀντιπρόσωποι τῆς σταφίδος, ἀλλ’ ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ὀφείλουσι νὰ μὴ παρεμβάλωσι δυσχερείας εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δυστυχῶς δὲν ἐνεκολπώθη τὸ ζήτημα τοῦ σίτου, ὅπως ἐνεκολπώθη τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν. Δὲν θεωρῶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ σίτου εἶναι τόσον σκοτεινόν, ὥστε ν’ ἀφίνῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς γενησομένης ἐνταῦθα συζητήσεως. Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς συνεδέθη ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων τούτων, τοῦ περὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ περὶ τοῦ σίτου, πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο οὐτοπία νὰ ζητῶμεν τὴν πρόταξιν νομοσχεδίου προδικάζοντος μεγίστην ζημίαν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἤτοι τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ μὴ ἐπιλαμβανώμεθα τῆς περιστάσεως τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίου δυναμένου τοὐλάχιστον νὰ ἰσοφαρίσῃ τὰ ἐκ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου προκύπτοντα ἐλλείμματα. Νομίζω δὲ, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐξαγγείλω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην καὶ νὰ δηλώσω, ἀδιαφορῶν περὶ τῆς παρεξηγήσεως ἢ μὴ τῶν λόγων μου, ὅτι, ἐὰν ἴδωμεν ἡμεῖς, — καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἐκ Θεσσαλίας καὶ ἐν γένει τῶν γεωργικῶν ἐπαρχιῶν συναδέλφων, — ὅτι οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὡς ἀπεδείχθη σήμερον, πρόκειται νὰ παρεμβάλωσι δυσχερείας εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ σίτου, τότε βεβαίως ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς νὰ θεωρήσωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σταφιδικοῦ ὡς ἐπαγομένην τὴν ἐκ μέρους ἡμῶν θεωρίαν τοῦ do ut des, ἤτοι «θὰ σοῦ δώσω, ἐὰν μοῦ δώσῃς» (Θόρυβος).
§249Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰ δὲν λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος.
§250Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Καραπᾶνε, ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὰ εἴπω.
§251Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ θάρρους. Αὐταὶ αἱ τοπικαὶ ἐχθροπάθειαι δὲν λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος.
§252Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἀκριβῶς σεῖς, ὁ ὁποῖος πάντοτε ὡς διδάσκαλος θέλετε νὰ παρίστασθε, ἐπειδὴ νομίζετε, ὅτι μόνον διότι εἶσθε λευκὸς δύνασθε νὰ μᾶς διδάξητε...
§253Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πολὺ βαρὺ τὸ καθῆκον αὐτὸ, καὶ δὲν τὸ δέχομαι. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐπαναλαμβάνω, δὲν λέγονται τοιαῦτα.
§254Λ. ΜΕΛΑΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐγὼ ἐδήλωσα πρὶν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ τὸ θεωρήσωμεν ὡς τοπικὸν ζήτημα.
§255Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκεῖ σταθῆτε.
§256Λ. ΜΕΛΑΣ. Διότι ἀπεδείξαμεν, κύριε Καραπᾶνε, ὅτι ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν οἱ προκάτοχοί μου, ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ὅτου εἶμαι ἐγὼ ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδέποτε ἐθεωρήσαμεν ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἀνήκει εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐφέτος καὶ πέρυσιν 25 συνεδριάσεις ἐχάσαμεν, εὑρισκόμενοι ἐδῶ μέχρι πρωΐας, καὶ νῦν θὰ ἐξακολουθήσωμεν, διότι ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι ἡ σταφὶς εἶναι ἐθνικὸν προϊόν, εἶναι προϊόν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβάλῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅπως ἡμεῖς θεωροῦμεν τὴν σταφίδα, οὕτω θέλομεν νὰ θεωρῶσι καὶ οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνάδελφοι τὸν σῖτον. Καὶ διὰ τοῦτο κατεδίκασα τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἐνεῖχον οἱ λόγοι τοῦ ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον ἴσως δὲν ἐνόησα, κατεδίκασα τὴν θεωρίαν τῆς ἐγωϊστικῆς πολιτικῆς, τὴν θεωρίαν τοῦ νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν καὶ τὸ ζήτημα τοῦ σίτου ὡς ζήτημα τοπικόν.
§257Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο εἶναι γενικὰ ζητήματα.
§258Λ. ΜΕΛΑΣ. Καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ἡ Βουλή, ἀναγνωρίζουσα τὰ συμφέροντα τῶν γεωργικῶν ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύουσιν οὐ μόνον οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταί, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένων, ὀφείλει νὰ δεχθῇ διὰ τῆς αὐτῆς εὐμενείας καὶ τὸ ζήτημα τοῦ σίτου, μεθ’ ἧς δέχεται τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ σίτου.
§259Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§261Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε· εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§263Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησα μετὰ τὸν κ. Μελᾶν τὸν λόγον. Ἄλλως τε ὁ κ. Μελᾶς μὲ προεκάλεσε κατὰ τὴν ὁμιλίαν του.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ροῦφε, προηγεῖται ὁ κύριος Χατζόπουλος. Μὴ ἐπιμένετε. Τέλος πάντων δὲν εἶναι ὅλα τὰ ζητήματα προσωπικά.
§265Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐξωθεῖτε εἰς τὰ ἔσχατα.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπιμένετε.
§267Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, εἶμαι ἐγγεγραμμένος;
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, σᾶς δηλῶ, ὅτι εἶσθε ἐγγεγραμμένος ἐπὶ τῆς προτάσεως νὰ προταχθῇ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα.
§269Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον. Θέλετε νὰ μᾶς ἀφαιρέσητε τὸν λόγον; Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή! Εἶσθε περισσότεροι, ἀλλὰ δὲν εἶναι δικαίωμά σας.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμα τῆς τάξεως.
§271Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§272Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατήγγειλε τὸν τέλειον ἐκτροχιασμὸν παρ’ ἡμῖν καὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς διοικήσεως. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐπὶ δύο στηρίζεται σημείων, ἐπὶ τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τοῦ Στέμματος. Μεσάζων δὲ μεταξὺ τῶν δύο τούτων σημείων εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν ἓν τῶν τριῶν τούτων σημείων ἀποκτᾷ δύναμιν μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν ἔχουσι τὰ δύο ἄλλα σημεῖα, τὸ πολίτευμα ἐκτρέπεται τῆς εὐθείας ὁδοῦ, καὶ ἐγκαθιστᾷ τυραννίαν ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς εἰς βάρος τῶν ἄλλων δύο σημείων. Βεβαίως δὲ δὲν ἔχει τὴν πλειοτέραν δύναμιν ἡ Βουλὴ ἐν Ἑλλάδι. Τὴν δύναμιν αὐτὴν ἀπέκτησαν τὰ ἄλλα δύο σημεῖα εἰς βάρος τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ δύναμις αὕτη, ἀποκτηθεῖσα ὑπὸ τῶν ἄλλων δύο σημείων, ἐπήνεγκε τὸν ἐκτροχιασμὸν τῆς κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι φυτόν, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη καὶ ἀνεπτύχθη ἐν τῇ φιλελευθέρῳ Ἀγγλίᾳ. Μεταφυτευόμενον εἰς ἄλλας χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ προσλάβῃ ἐλαττώματα καὶ νὰ ὑποστῇ τὰς παραλλαγάς, τὰς ὁποίας γεννᾷ ἡ μεταφύτευσις ἀπὸ ἄλλο κλῖμα. Ἀλλὰ δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν καὶ ὁ κηπουρός, ὁ ἐντεταλμένος τὴν περιποίησιν τούτου, ἴσως νὰ ἐφρόντισεν, ὅπως, τελείως ἐκφυλισθέντος τοῦ φυτοῦ, ναυαγήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁμιλήσας περὶ τῆς καταστάσεως, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ κακόν, ἐὰν δὲν ληφθῶσι νομοθετικὰ μέτρα. Ἀλλ’ εἰσηγήθη τοιαῦτα μέτρα ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν αὐτά; Βεβαίως ἦτο ἰδέα, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸν μέγαν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον σήμερον διευθύνει ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ἡ ἰδέα τῆς εὐρείας περιφερείας καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ἡ εὐρεῖα περιφέρεια καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν θὰ χειραφετήσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἐκλογέων, θὰ χειραφετήσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν πίεσιν τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ ἡ σήμερον Ἀντιπολίτευσις καὶ πρώην Κυβέρνησις πέρυσιν ἐδήλωσαν, ὅτι ἀποδέχονται τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ δὲν ἀνεγράφη οὐδ’ ἅπαξ ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καίτοι ὁμοφώνως τὸ παρεδέχθησαν ὑποβληθὲν καὶ αἱ δύο πτέρυγες. Αὐτὸ βεβαίως θὰ ἦτο τὸ πρῶτον βῆμα, διὰ νὰ θέσωμεν περιορισμὸν εἰς τὴν συναλλαγήν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ θέσωμεν ταυτοχρόνως περιορισμὸν καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας ἐκείνων, οἵτινες νοθεύουσι τὸ πολίτευμα, διὰ παντοίων μέσων καὶ τρόπων ματαιοῦντες τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, τοῦ μόνου κυριάρχου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ἡμῖν, ὅτι ἐπιμένει εἰς τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑποσχόμενος ὅτι τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Πιστεύω ὅτι εἰλικρινῶς ὁμιλεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἴσως ὑπερτιμᾷ τὴν δύναμίν του, διότι ἀμφιβάλλω, ἂν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ πράξῃ ὅ,τι ὑπόσχεται, διότι δὲν γνωρίζω, ἄν, ὅταν ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ κρατήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἐν Ἀθήναις, διὰ νὰ ψηφίσῃ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τῶν συμβησομένων ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, καὶ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον δὲν ψηφισθῇ, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λόγον νὰ δυσπιστήσωμεν εἰς τὴν δήλωσιν τὴν ὑπεύθυνον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀποδέχομαι καὶ ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ποῖος Προϋπολογισμός; ὁ ὑποβληθείς; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε προχθές, ὅτι μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἀπαραίτητα νὰ ψηφισθῶσιν, εἶναι καὶ νομοσχέδια τινα, ἅτινα θὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν. Νομίζω ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρέπει νὰ προηγηθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, βεβαίως εἶναι ὀρθὸν νὰ προηγηθῇ αὐτοῦ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲ περὶ μεταλλικῆς δραχμῆς βεβαίως πρέπει νὰ προταχθῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διότι, ἐὰν ἐγκαταλειφθῇ, φθάνομεν εἰς ἀντισυνταγματικότητα μεγίστην. Ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, ὅτι τὰ δασμολογικὰ ἰσχύουσιν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει φόρον, καὶ χωρὶς ὁ φόρος αὐτὸς νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, θὰ ἐξακολουθῇ εἰσπραττόμενος, ὅπερ ἀντισυνταγματικόν, διότι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ὀρθὸν λοιπὸν νὰ λέγηται, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρῶτον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς ψηφίσεως τῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ, ὅτι ἀναλαμβάνει ὑπ’ εὐθύνην της νὰ ψηφισθῇ τοῦτο μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν πρόταξιν αὐτοῦ, ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· ἀλλ’ ἐὰν ὑπὸ ἄλλων προβληθῇ ἡ πρόταξις αὐτοῦ, δηλοῦμεν ὅτι ὑπὲρ αὐτῆς θὰ ψηφίσωμεν, διότι ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ὥριμος πρὸς συζήτησιν, ἀφοῦ δὲν προηγήθησαν τὰ σχετικὰ αὐτῷ νομοσχέδια. Ὁ συνάδελφος ἐξ Ἁγυιᾶς κ. Μελᾶς μὲ ἤλεγξεν, ὅτι δὲν ἀνεγνώρισα ἐπακριβῶς τὰ δίκαια τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν ἀνεγνώρισα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξ ἴσου προστασίας τῆς σταφίδος καὶ τοῦ σίτου, ὅτι ἐθεώρησα τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ὡς καθαρῶς τοπικόν. Οὔτε τὸν σῖτον οὔτε τὴν σταφίδα θεωρῶ ζητήματα τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος. Τὰ θεωρῶ ζητήματα ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν, διότι, ἐνῷ διὰ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου δὲν ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διὰ τῆς προστασίας τοῦ σίτου πρόκειται ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ φορολογηθῇ. Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ; Ὄχι. Τὸ ὄφελος θὰ ἦναι δι’ ὀλίγους τσιφλικιούχους. Δυσκολεύομαι δὲ νὰ πεισθῶ, ὅτι χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν οἱ πολλοὶ, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κατανάλωσιν. Θὰ ὠφελήσητε ὀλίγους τσιφλικιούχους, καὶ θὰ ἐπιβαρύνητε τὸν ἄρτον τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου, ὅστις μόνην τροφὴν ἔχει τὸν ἄρτον αὐτόν. Γνωρίζετε δὲ τί σημαίνει ἡ στέρησις τοῦ ἄρτου! Ὅταν δ’ ἡ Κυβέρνησις περὶ τόσον πολλοῦ ποιεῖται τὸ ζήτημα τῆς τάξεως, ἂς μὴ παραβλέπῃ, ὅτι ὁ ἄρτος εἶναι ζήτημα τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἁγυιᾶς συναδέλφου, θέσαντος ὡς ἀπειλὴν πρὸ ἡμῶν: «Ἐὰν σεῖς δὲν θέλητε νὰ φορολογήσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐπιβάλλοντες ἀφόρητον δασμὸν ἐπὶ τοῦ σίτου, ἡμεῖς θὰ πολεμήσωμεν τὸ σταφιδικόν». Ὅταν ἡμεῖς ζητῶμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τόσον συνδεομένου μὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐπιβάρυνσιν διὰ φορολογίας οὐδ’ ἑνὸς λεπτοῦ ἐπὶ τῶν ἄλλων πολιτῶν, ἡμεῖς δὲν ἀπειλοῦμεν, ἡμεῖς προστατεύομεν τοὺς λιμοκτονοῦντας σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς καὶ τοὺς πολίτας τοὺς δυσπραγοῦντας, λέγοντες ὅτι δὲν δεχόμεθα νὰ φορολογηθῶσιν ἐπὶ πλέον.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Παυλόπουλος.
§274Λ. ΜΕΛΑΣ. Δύο λέξεις. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω, κύριε Πρόεδρε, ἄλλως πολὺ τὴν Βουλήν. Ἤλπιζον ὅτι μετὰ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἤθελεν ἐπιληφθῆ τῆς περιστάσεως, ὅπως δηλώσῃ, ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ὅτι οὐδόλως ζητεῖ νὰ παραγκωνίσῃ τὰ δίκαια τῆς Θεσσαλίας, τὰ δίκαια τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν ὑπὲρ μόνης τῆς σταφίδος, ὑπὲρ μόνου τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖ νὰ συζητηθῇ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ ὡς συνηγοροῦντα καὶ ὑπὲρ μέτρου βαρυτάτην φορολογίαν προτιθεμένου νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ἐνταῦθα ἀναφαίνεται καὶ πάλιν ἡ δημοκοπικὴ τάσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ προσθέτου δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου πρόκειται νὰ καταστρέψῃ τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ γνωρίζουσι κάλλιστα, ὅτι τοιοῦτον ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἔχῃ, ἐνῷ γνωρίζουσι κάλλιστα, ὅτι ἀκόμη καὶ νέα βάρη δυνάμεθα νὰ θέσωμεν, ὅπως περιορίσωμεν τὴν μεγάλην ἁρπακτικὴν διάθεσιν τῶν ἀρτοπωλῶν, τὴν αὔξησιν τὴν ἀκατανόητον καὶ ἀδικαιολόγητον τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, καὶ ἐνῷ γνωρίζουσι πολὺ καλλίτερον, ὅτι ἡ φορολογία τῶν τριῶν λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἶναι μηδαμινή, ἐνῷ γνωρίζουσιν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς αὐτὴ μὲν εἶναι ἀσήμαντος, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου θ’ ἀνακουφισθῶσι κατὰ πολὺ ὁλόκληροι γεωργικοὶ πληθυσμοί, πάσχοντες τὴν σήμερον, ὅπως δὲν πάσχει ὁ σταφιδικὸς πληθυσμός. Ἠθέλησεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς νὰ παραστήσῃ ἐμὲ ὡς εἰπόντα ὅτι ζητῶ τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σίτου, διότι θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ σίτου ὡς σοβαρώτερον, ὡς ἀποτελεσματικώτερον τοῦ νομοσχεδίου τῆς σταφίδος, ἐνῷ ἐγὼ τοὐναντίον εἶπον, ὅτι ἀκριβῶς ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ὀφείλουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ συζητήσωσι καὶ τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος καὶ τὸ ζήτημα τοῦ σίτου. Ἀκριβῶς δ’ ἐπιλαμβανόμενος τῆς περιστάσεως ταύτης ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τίνα ἔννοιαν εἶχον οἱ λόγοι αὐτοῦ, οἱ κατὰ πρῶτον λεχθέντες, οἵτινες ἐπήνεγκον τὴν διαλογικὴν συζήτησιν καὶ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος πολιτικοῦ ζητήματος; Ἐννοεῖ νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ κατόπιν νὰ συζητηθῇ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ, ἀκολούθως νὰ ψηφισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ σίτου; Διότι οὐδένα λανθάνει, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀμφίβολον ἂν θὰ ὑπάρξῃ Βουλή...
§275ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὄχι δά!
§276Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἔχωσι τὴν ὑπομονὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ παραμείνωσιν, ὅπως ἀκούσωσι τὴν μερικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐπὶ τούτῳ ἐπιλαμβάνομαι τῆς περιστάσεως, ὅπως ἐρωτήσω καὶ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξηγήσῃ, εἰ δυνατόν, τίνα ἔννοιαν ἀκριβῶς εἶχον οἱ λόγοι αὐτοῦ, διότι, μεθ’ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπρόσωποι ἔχομεν, καὶ ἰδίως ἐγώ, οὐδεμίαν νὰ παρεμβάλωμεν δυσχέρειαν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν ἀφορμὴν νὰ δώσωμεν, ὅπως παρακωλυθῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἐμμείνωμεν καὶ ἐπιμείνωμεν δι’ ὅλων ἡμῶν τῶν δυνάμεων, πάντοτε ἐν τοῖς ὁρίοις τῆς εὐκοσμίας καὶ εὐπρεπείας τελοῦντες καὶ οὐχὶ βεβαίως θέλοντες νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν Βουλήν, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ παραστήσωμεν τὰ δίκαια ἡμῶν, νὰ πείσωμεν τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν κέκληται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ὀφείλει, εἶναι ἐπιβεβλημένον αὐτῇ νὰ ἐργασθῇ καὶ ὑπὲρ τοῦ σίτου.
§277Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖ. Καὶ ὁ κ. Μελᾶς κατ’ ἐμὲ κακῶς ὡμίλησε, διότι ἐχαρακτήρισεν ὡς προσωπικὸν ζήτημα μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἴπετε περὶ αὐτοῦ. Οὕτω πως καὶ σεῖς χαρακτηρίζετε μίαν ἰδέαν τοῦ κ. Μελᾶ ζήτημα προσωπικόν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅλα τὰ ζητήματα προσωπικὰ θὰ ἦναι, καὶ δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§279Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπῃ.
§280Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὅλοι ἀπὸ δύο λέξεις λέγουσιν!
§281Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του ἤλεγξεν ἡμᾶς ὡς δημοκοποῦντας, ἐνῷ ἡμεῖς ἐκπληροῦμεν κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμῶν κρίσιν τὸ ἡμέτερον καθῆκον, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀντιτασσόμενοι κατὰ φορολογίας, ἥτις θέλει φέρει τὸν λαὸν εἰς ἀπόγνωσιν, ἀντιτασσόμενοι κατὰ φορολογίας, καθ’ ἧς ἐξηγέρθη ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς, ὡς μαρτυροῦσι τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεκοινώσατε πρὸς τὴν Βουλὴν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε. Δὲν εἶναι δημοκοπία, ὅταν προστατεύωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἐπιβεβλημένη ἐκπλήρωσις καθήκοντος. Τοῦτο καὶ μόνον εἶχον νὰ δηλώσω, ὡς καὶ ὅτι οὔτε δι’ ἀνταλλαγμάτων οὔτε δι’ οἱασδήποτε ὑποσχέσεως εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῶμεν νὰ φορολογήσωμεν τὸν ἄρτον, τὴν μόνην τροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§282ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐν ἀρχῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἀνταπήντησε, προτείνας τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σταφιδικοῦ, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντέταξεν εἰς ἀμφοτέρους τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παραλείπω τὰ λεχθέντα ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, καὶ λέγω, ὅτι ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν — καὶ λέγω τοῦτο ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἐπαρχίας τῆς μᾶλλον σταφιδοφόρου — οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ σίτου, ἀδιακρίτως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ φόρου τούτου, ἡμεῖς δὲν θ’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τὴν πρότασιν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας...
§283Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὀνόματός σου.
§284Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματός μου. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τοῦ φόρου τοῦ σίτου, φρονῶ ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο...
§285Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ οὕτω συνετελέσθη τὸ do ut des, κύριε Πρόεδρε!
§286Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κύριε Φικιώρη. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν τοῦ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου. Ἐγὼ ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δέχομαι, καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ τονίσω, εἶναι, ὅτι δὲν θέλομεν δεχθῆ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ὅπως ψηφισθῇ πράγματι τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῶν ἀγαθῶν προαιρέσεων τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπον, εἰργάσθη, ὅπως τύχῃ τῆς ἀδείας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, οὐχὶ διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε, συνδέουσα τὴν τύχην τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, νὰ παραχωρήσῃ τὰ 5 ἑκατομμύρια ἢ τὰ 4,800,000 διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ διότι ἀποβλέπουσα εἰς τὸν μέγαν κίνδυνον, ὅστις ἀπειλεῖ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τοῦ Ταινάρου μέχρι τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§287ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος;
§288Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς τὸ εἴπω, ἐὰν δὲν τὸ γνωρίζητε.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§290Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐκβιάζουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ τοῖς εἴπω τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§292Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, τότε θ’ ἀποκαλύψω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ χώρα ἐκ τοῦ ζητήματος ἐκείνου. Ὁ κίνδυνος λοιπὸν ἐκεῖνος εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει πείσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ παντὸς μέσου ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐξαρτᾶται πλέον ἐκ τῶν διαθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς διαθέσεως ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχόμενον μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ παραμείνωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα ψηφίσωσι τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐπιμείνω καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασιν τῆς συζητήσεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§293Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ συνέχεια, κύριε Πρόεδρε.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία συνέχεια; Ὅλα ἀνακατευμένα! (γέλωτες).
§295ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι μεγάλως διὰ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας παραδόξως ἔλαβε τὸ ζήτημα. Μετὰ τὴν σαφῆ δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ὡς διευθύνων τὴν πλειονοψηφίαν, ὑπεσχέθη ἐπισήμως, ὅτι λίαν προθύμως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ δεχθῇ πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡμεῖς οἱ ἐκ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν λοιπῶν σιτοφόρων ἐπαρχιῶν ἀντιπρόσωποι, νομίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι δέον νὰ συναινέσωμεν...
§296Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Καὶ ἡμεῖς.
§297Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἡμεῖς.
§298Λ. ΜΕΛΑΣ. Πάντες ἑνιαίως ἐργαζόμεθα.
§299Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἐκτὸς ἐμοῦ.
§300Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐκτὸς ἐμοῦ.
§301Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Σεῖς εἶσθε οἱ προκαλέσαντες.
§302Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Οἱ ἔχοντες ἀντίρρησιν ἀνέρχονται τὸ βῆμα καὶ ἐξηγοῦνται.
§303ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν τόσον ἐπισήμως γενομένην, ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σίτου πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§304Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουσι τὴν γνώμην των καθαρά. Σεῖς δημοκοπεῖτε διὰ τὴν ἐπαρχίαν σας (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν, θόρυβος ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, μετὰ τὸν κ. Γεωργόπουλον δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε. Μὴ διακόπτετε.
§306ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§307Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Κύριε Γεωργόπουλε, θέλει νὰ ὁμιλήσῃ Πῶς θὰ τὸν ἐμποδίσητε;
§308ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ ἐγώ.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, σᾶς παρακαλῶ. Μετὰ τὸν κ. Γεωργόπουλον δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Τερτίπης καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος.
§310Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Φ. Μοσχούλα καὶ Ι. Γ. Λάππα, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Παρόντες 99. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).