1904.04.30
813 rows · 6,340 words · 49 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
τῆς 30 Ἀπριλίου 1904.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 11 π. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, καὶ μετά τινας παρατηρήσεις τῶν βουλευτῶν Θ. Λιμπρίτου καὶ Λ. Δεληγεώργη διορθωθέντα ἐπικυροῦνται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἑλένη Ἀναστασίου Ἰσααδρόφσκη αἰτεῖται δι’ ἀναφορᾶς της νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ μικρὸν μηνιαῖον ἐπίδομα, διότι ἡ σύνταξις, ἣν λαμβάνει, ἀποτελουμένη ἐκ 18 μόνον δραχμῶν, τῇ εἶναι ἀνεπαρκής. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατήρτισα τὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν: Κ. Κωνσταντοπούλου, Ι. Καλούτση, Λ. Ζυγομαλᾶ, Κ. Γκότση, Δ. Γούναρη καὶ Γ. Ἀναστασοπούλου.
§2Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, κύριε Πρόεδρε, ἐξελέξατε, εἶναι θαυμάσια, διότι γνωρίζουσι πάσας τὰς λεπτομερείας τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφαίνονται. Ἐὰν θέλητε νὰ προσθέσητε καὶ δύο πρόσωπα στρατιωτικά, ἐκτὸς ἐμοῦ, νομίζω ὅτι θὰ ἦναι καλόν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ δεχθῆτε.
§4Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δυστυχῶς ἡ ὑγεία μου δὲν τὸ ἐπιτρέπει.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Τσαμαδόν.
§6Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ὁ κύριος Τσαμαδὸς κωλύεται ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας του.
§7Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος Λαπαθιώτης θὰ ἦτο κατάλληλος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προστίθενται ὁ κύριος Λαπαθιώτης καὶ ὁ κύριος Γουλιμῆς. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Δαούτης.
§9Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριοι Βουλευταί, εἶχον ἀπευθύνει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διατὶ δὲν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν δικαστοῦ ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις τῆς Αἰγύπτου, συγχρόνως δ’ ἐζήτησα νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν δικαστοῦ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς Μανσούρας. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεφυλάχθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν, διότι τὸ ζήτημα ἦτο ἐκκρεμές. Δυστυχῶς ὅμως μετά τινα χρόνον, καὶ ἰδίως πρό τινων ἡμερῶν, καὶ αἱ Ἀλεξανδρειαναὶ καὶ αἱ Ἀθηναϊκαὶ ἐφημερίδες ἔγραψαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὸν διορισμὸν δικαστοῦ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς Μανσούρας. Ἀπέχω, κύριοι Βουλευταί, νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τοῦτον. Λέγω δέ, ὅτι ἀπέχω, διότι ἔχω πεποίθησιν καὶ εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὃν ἐκτιμῶ πολύ, διότι ἔτυχεν, ὅτε ἤμην ἐξωτερικὸς ὑπάλληλος, νὰ τὸν γνωρίσω καὶ νὰ ἐκτιμήσω καὶ τὰς γνώσεις αὐτοῦ καὶ τὸν χαρακτῆρά του. Διὰ νὰ ἐννοήσητε, κύριοι Βουλευταί, περὶ τίνος ζητήματος πρόκειται, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, διατί εἶπον, ὅτι ἀπέχω νὰ τὸ πιστεύσω, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μικρὰν τινα ἀναδρομὴν εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος. Ὡς γνωρίζετε, ἐν Αἰγύπτῳ ὑπάρχουσι δύο Δικαστήρια, τὸ Δικαστήριον τοῦ Καΐρου καὶ τὸ Δικαστήριον τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ δύο δικαστὰς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἕνα εἰς τὸ Ἐφετεῖον τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, συνέστη Δικαστήριον καὶ ἐν Μανσούρᾳ. Ἤρξαντο λοιπὸν διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ δικαστὴν καὶ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς Μανσούρας. Αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν καὶ εἶναι δικαιόταται. Διὰ ποῖον λόγον ἦσαν καὶ εἶναι δικαιόταται; Διότι, ἐὰν παρατηρήσῃ τις τὴν στατιστικὴν τῶν ὑποθέσεων, τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Μανσούρας, καὶ τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ἐκείνῳ, θέλει ἴδει, ὅτι τὸ ἥμισυ, ἴσως καὶ πλέον, τῶν ὑποθέσεων — καὶ περὶ τούτου δύνανται νὰ εἴπωσιν οἱ ἐκ Βόλου ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὧν πλεῖστοι συμπολῖται διαμένουσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, — ἀνήκει εἰς ὑπηκόους Ἕλληνας. Ἑπομένως αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν καὶ εἶναι δικαιόταται, τοῦ νὰ ἔχῃ δικαστὴν ἐν τῷ Δικαστηρίῳ Μανσούρας. Ἐνῷ λοιπὸν διαπραγματεύσεις διεξήγοντο μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς, ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ὁ θάνατος τοῦ δικαστοῦ Διομήδους. Τότε ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ διορίσῃ δικαστὴν εἰς τὸ Προξενικὸν Δικαστήριον τῆς Ἀλεξανδρείας, εἶπε: «Τὸν δικαστὴν τὸν δεύτερον, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ διορίσητε ἐν τῷ Προξενικῷ Δικαστηρίῳ Ἀλεξανδρείας, δέχομαι νὰ τὸν διορίσητε ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς Μανσούρας». Ἡ τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην καὶ πολὺ δικαίως ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐπειδὴ ὅμως τότε εἶχε διαδοθῆ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ δικαστὴς εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια εἷς τῶν διακεκριμένων δικηγόρων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου, ἔστειλεν ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ συνίστα — μοὶ φαίνεται δέ, ὅτι ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς καὶ τὰς λέξεις — νὰ μὴ διορισθῇ δικαστὴς εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια δικηγόρος ἐκ τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἀσκούντων τὸ ἐπάγγελμά των, διότι ἐθεώρει τοῦτο ἄτοπον, διότι ἐφρόνει, ὅτι δικηγόρος, ὁ ὁποῖος δικηγορεῖ εἰς τὰ Δικαστήρια τῆς Αἰγύπτου, δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ διορισθῇ δικαστὴς καὶ νὰ δικάζῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρὶν εἶχε πελάτας. Τὸ ζήτημα μέχρι τῆς παραιτήσεως τῆς τότε Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Ράλλην, ἔμενεν ἐκκρεμές· ὅτε ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ἡ νῦν Κυβέρνησις, αἱ διαπραγματεύσεις ἐξηκολούθησαν καὶ ἐξακολουθοῦσι, καί, ὡς διεδόθη, — διότι ἐγώ, σᾶς εἶπον, ἀπέχω νὰ πιστεύσω τὸ τοιοῦτον, — ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ διορισθῇ δικαστὴς εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Μανσούρας, παραιτουμένη τοῦ δικαιώματος νὰ ἔχῃ δύο δικαστὰς εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Ἀλεξανδρείας, διεδόθη δὲ μάλιστα, ὅτι ἐπρότεινε καὶ τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος τυγχάνει νὰ ἦναι καὶ δικηγόρος παρὰ τοῖς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Δικαστηρίοις...
§10Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§11Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ προσώπου· ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι περὶ τοῦ ποῖον θὰ ἦναι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ διορισθῇ· τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἐμέ, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ πάντα Ἕλληνα, εἶναι, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πράγματι, χάριν προσωπικῶν ὑπολογισμῶν, ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρῃτήθη τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν δικαίων ἀξιώσεων τῆς Ἑλλάδος τοῦ νὰ ἔχῃ δεύτερον δικαστὴν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἄν, λέγω, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρῃτήθη τοῦ δικαιώματος τούτου ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ διορίσῃ ἐν Μανσούρᾳ δικαστὴν φίλον της ἐκ τῶν ἐν Αἰγύπτῳ δικηγόρων. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διασκεδασθῶσιν αἱ διαδόσεις καὶ αἱ ὑπόνοιαι, αἱ ὁποῖαι πηγάζουσιν ἐκ τῆς ἀγνοίας τῶν πραγμάτων.
§12ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, κύριε Πρόεδρε, θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὸν φάκελον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ παρὰ τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις, καὶ τότε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ὅλων τῶν ἐγγράφων θὰ δυνηθῇ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τί ἐγένετο; ἐγένετο πράγματι ὁ διορισμός;
§14Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα, ἂν ἐγένετο διορισμὸς ἢ ὄχι. Τὸ ἐνδιαφέρον ζήτημα εἶναι, ἂν ἀληθεύει τὸ λεχθὲν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διορίσῃ Ἕλληνα δικαστὴν ἐν Μανσούρᾳ, καὶ παρῃτήθη τῆς ἀξιώσεως καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἔχῃ καὶ δεύτερον δικαστὴν ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις τῆς Ἀλεξανδρείας.
§15ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος θὰ ἐλεγχθῇ καλλίτερον, ὅταν κατατεθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος, καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ ὅλης τῆς ὑποθέσεως ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ.
§16Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐλεγχθῇ ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κυρίου Δαούτη, ἂν ἐγένετο ὁ διορισμὸς, ὁ ὁποῖος θρυλεῖται ἀπὸ ἡμερῶν, ἢ δὲν ἐγένετο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν ἐγένετο ὁ διορισμὸς ἢ ὄχι. Νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἀπάντησιν οἱανδήποτε εἰς τοῦτο, καὶ τότε ἔρχεται τὸ ζήτημα νὰ μάθωμεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε, ἵνα ἐλέγξωμεν τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, θὰ ζητήσωμεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι ἑκουσίως θὰ καταθέσῃ.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἐπιμονὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος εἶναι περιττή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ ὅσων ἀνέφερε, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἰσέτι δὲν ἐλύθη, καὶ ὅτι μετά τινας ἡμέρας θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἡ Βουλὴ τότε θὰ κρίνῃ, ἂν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι παρῃτήθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τοῦ δικαιώματος νὰ ἔχῃ καὶ δεύτερον δικαστὴν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, καὶ θὰ κρίνῃ περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ περιμείνῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὅπως δυνηθῇ μετὰ τὴν μελέτην αὐτῶν νὰ μορφώσῃ γνώμην.
§18Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰπέτε το καθαρὰ, ὅτι δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα, διὰ νὰ παύσῃ ἡ περαιτέρω συζήτησις, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι πρόωρος.
§19Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν παρέστησαν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι εἰσέτι ἐκκρεμές· τοὐλάχιστον ἡ παραπομπὴ τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου αὐτὸ ἐνδεικνύει. Ἑπομένως δὲν δικαιοῦμαι νῦν νὰ φέρω παρατηρήσεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει εἰς ἑαυτὴν ἐλευθερίαν ἀπόλυτον περὶ τὸν διορισμὸν Ἕλληνος δικαστοῦ ἐν Αἰγύπτῳ, ἤθελον ὑποβάλει γνώμην, ἥτις βεβαίως δὲν στηρίζεται οὔτε ἐπὶ νόμου οὔτε ἐπὶ συνθηκῶν, ἀλλ’ ἥτις φρονῶ ὅτι συμφωνότερον πρὸς τὸν νόμον εἶναι νὰ ὁδηγῇ πᾶσαν Κυβέρνησιν. Οὐδεὶς νόμος βεβαίως λέγει, ποῖος πρέπει νὰ διορίζηται δικαστής, ποῖος ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρέπει ν’ ἀποστέλληται εἰς τὰ Μικτὰ ἐν Αἰγύπτῳ Δικαστήρια, ὅπως συνεδριάζῃ ὡς δικαστὴς μετὰ τῶν ἄλλων Εὐρωπαίων δικαστῶν· ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ στηρίξω τὴν γνώμην μου ἐπὶ νόμου. Ὁ νόμος περὶ τοῦ δικαστικοῦ ἐν Αἰγύπτῳ ὀργανισμοῦ λέγει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου, πρὶν ἢ προβῇ ἡ Κυβέρνησις ἡ Αἰγυπτιακὴ, ἤτοι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῆς Αἰγύπτου, εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δικαστῶν εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια, θέλει ζητεῖ παρὰ τῆς ξένης Κυβερνήσεως, ἧς πρόκειται νὰ διορίσῃ δικαστήν, νὰ ὑποδείξῃ τοῦτον· τοῦτο εἶναι λογικόν, προκειμένου περὶ διορισμοῦ ξένου δικαστοῦ, δηλαδὴ νὰ μὴ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ποιήσηται τὴν προσήκουσαν ἐκλογὴν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀλλοδαπή, καὶ νὰ γνωρίζῃ ποῖος εἶναι ὁ κατάλληλος διὰ τὴν θέσιν αὐτήν. Ὁπωσδήποτε, ὅταν καλῆται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς νὰ ὑποδείξῃ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ κατάλληλον, ἵνα διορισθῇ δικαστής, τὸ κατ’ ἐμέ, φρονῶ ὅτι, εἰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἐκ νόμου ἐπὶ τούτῳ περιορισμὸς εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι οὔτε τοὺς νόμους περὶ τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ δικαστῶν διατάσσεται νὰ τηρήσῃ, οὔτε περὶ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διοριζομένων δικαστῶν διατάσσουσί τι εἰδικῶς οἱ νόμοι περὶ τῶν διοριστέων δικαστῶν, νομίζω ἐν τούτοις, ὅτι λογικόν εἶναι, ὁσάκις διορίζωνται δικασταὶ Ἕλληνες εἰς Αἰγυπτιακὰ Μικτὰ Δικαστήρια, ὅπως δικάζωσιν ὑπηκόους Ἕλληνας, ὅπως δηλονότι μετὰ τῶν ἄλλων Εὐρωπαίων δικαστῶν δικάζωσι τὰς διαφορὰς τὰς ἐγειρομένας μεταξὺ Αἰγυπτίων καὶ ἡμετέρων ὑπηκόων, ἢ μεταξὺ ξένων ὑπηκόων, λογικόν, λέγω, εἶναι, ὅπως οἱ διοριζόμενοι οὗτοι Ἕλληνες δικασταὶ ἦναι δικασταὶ λαμβανόμενοι ἐκ τοῦ σώματος τοῦ δικαστικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Διατί; Διότι ὁ δικαστὴς ἐν Ἑλλάδι γίνεται δικαστὴς ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων· ἐδοκιμάσθη, καὶ εὐδοκιμήσας κατετάχθη κατὰ πρῶτον εἰς τὴν κατωτέραν βαθμίδα, καὶ μετὰ ταῦτα, δοκιμαζόμενος ἐπὶ μακρὸν χρόνον, προήχθη εἰς τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς βαθμούς. Ἀπέκτησεν οὕτω πεῖραν, ἐφαρμόζων τοὺς νόμους· ἐπιτηρούμενος δὲ, παρέχει μείζονα ἐγγύησιν εἰς τὸ Κράτος, ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς, διορισθεὶς ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων καὶ μετὰ ἐπίβλεψιν καὶ δοκιμασίαν, εἶναι ἄξιος, ὅπως διαχειρίζηται καλῶς τὴν ἐντολὴν, ἣν εἰς αὐτὸν δίδει τὸ Κράτος. Ἐνῷ, ὅταν συναισθανώμεθα ἡμᾶς ἀπολύτως ἐλευθέρους νὰ λάβωμεν οἱονδήποτε, καὶ ἴσως καὶ μὴ δικαστὴν, — διότι δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον δὲν θὰ πράξωμεν ὅ,τι παρά τινων ἐγένετο ἐν ἀρχῇ τῆς συστάσεως τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων, ὅτε διωρίσθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν στρατιωτικὸς, ἵνα δικάζῃ μετὰ τῶν ἄλλων Εὐρωπαίων δικαστῶν, — δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ μὴ ἐπιτύχωμεν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦναι σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν πρός τε τοὺς ἡμετέρους ὑπηκόους καὶ πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη, ὅπως ἀναθέτωμεν τὰς διαφορὰς αὐτῶν εἰς δικαστὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἀποστέλλωμεν πρὸς τοῦτο δικαστὰς λαμβανομένους ἐκ τοῦ δικαστικοῦ τῆς Ἑλλάδος σώματος. Αὐτό, ὡς ἔμαθον, ἦτο καὶ ἡ πρώτη καὶ ἀρχικὴ αἴτησις, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου Διομήδους, τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ἐζήτει, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀποθανόντος δικαστοῦ διορίσῃ ἕτερον ἐκ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, τοιοῦτον ἐννοοῦσα τὸν διάδοχον αὐτοῦ. Πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι ταῦτα ἀκριβῆ. Ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, θὰ τὸ μάθωμεν, ἀλλ’ αὐτὸ ἐγὼ ἤκουσα. Ἀφοῦ λοιπὸν αὐτὴ ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις αὐτὸ ἐννοεῖ κανονικόν, καὶ αὐτὸ ὑποδεικνύει ἡμῖν ὡς καθῆκον, τὸ νὰ μὴ ἐκτελέσωμεν τοῦτο, ἐνῷ καὶ ἄνευ τῆς ὑποδείξεως τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ὠφείλομεν νὰ τὸ ἐκτελέσωμεν, θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ πρέπον. Ἂν λοιπὸν δὲν ἐγένετο ἔτι ὁ διορισμὸς τοῦ δικαστοῦ, ἤθελον συστήσει πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν τῇ λύσει τοῦ ζητήματος τούτου προβῶσι συμφωνότερον πρὸς τοὺς κρατοῦντας νόμους, καὶ λάβωσιν ἕνα ἐκ τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν, οἱονδήποτε ἤθελον ἐγκρίνει, καὶ τοῦτον ἀποστείλωσιν εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια ὡς δικαστὴν, πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποθανόντος Διομήδους.
§20Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς, βεβαίως περισσοτέρα συζήτησις θὰ ἦτο περιττή. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐπηκολούθησε παρατήρησίς τις, ἀρκετὰ σπουδαία, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἀληθῶς ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε πρὸς τὴν ἑλληνικὴν δήλωσιν, ὅτι προτιμᾷ, ὅπως ὁ διοριζόμενος εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια Ἕλλην δικαστὴς ἀνήκῃ εἰς τὴν λεγομένην magistrature, ἤτοι εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον. Ἀλλ’ ὅτε τοιαύτην προέβαλεν αἴτησιν ἢ σύστασιν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, εὑρίσκετο ἐν τῷ γράμματι τῶν κειμένων συμβάσεων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; Βεβαίως δὲν εὑρίσκετο ἐν τῷ γράμματι τῶν συμβάσεων. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, διότι νομίζω, ὅτι οὐδέποτε αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ θέτωσι φραγμὸν ἢ περιορισμὸν εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν δικαιώματα. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα, πῶς θὰ σκεφθῇ καὶ θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ ἣν παραχωροῦσιν αὐτῇ αἱ συμβάσεις, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὸν περιορισμὸν αὐτόν. Διὰ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νομίζω ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦσα, καὶ ὑπερασπιζομένη τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν παρέχουσιν εἰς αὐτὴν αἱ συμβάσεις, ἵνα λάβῃ ἐκ τοῦ νομικοῦ κόσμου τὸν διορισθησόμενον δικαστὴν, ἀφοῦ τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει περιορισμός· εἶναι δὲ πολλοὶ ἐν τῷ δικαστικῷ κόσμῳ τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων, μὴ ὄντες καὶ νομικοί. Ἄλλως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ σκεπτώμεθα μὲν ὡς ἔχομεν καθῆκον νὰ πράξωμεν, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἔχομεν, νὰ ὑποστηρίξωμεν, διὰ νὰ διατηρήσωμεν ταῦτα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ Δύναμις, καὶ ἴσως ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι ἡ παράστασις τῆς Ἑλλάδος ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις εἶναι χάρις ἀποδιδομένη εἰς αὐτὴν. Ἀλλὰ τοῦτο ἤθελε θεωρηθῆ ἢ ἤθελεν ἀποδείξει ἔλλειψιν ἀκριβοῦς παρατηρήσεως. Ὅταν τὸ μεγαλείτερον ἐμπόριον, τὰ μεγαλείτερα κεφάλαια ἦναι εἰς χεῖρας Ἑλλήνων ὑπηκόων, ὅταν πᾶσα ἡ κίνησις ἡ ἐμπορική, πᾶσα ἡ δρᾶσις ἡ ἐμπορικὴ ἦναι εἰς χεῖρας Ἑλλήνων ὑπηκόων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδωσι καὶ αὐταὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις τὴν παράστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις; Καὶ ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη πλέον τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια, νομίζω ὅτι καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπιβάλλεται νὰ μὴ παραιτηθῶμεν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀδιάφορον, ἂν θὰ προτιμήσωμεν, ὅπως ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου ληφθῇ ὁ δικαστής. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀπέναντι τῶν ἄλλων Δυνάμεων καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, νομίζω ὅτι ζηλοτύπως πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ὑποστηρίζοντες αὐτά.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§22Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεμία χάρις γίνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν ἔγκρισιν καὶ ἀποδοχὴν Ἕλληνος δικαστοῦ εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος...
§23Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι;
§24Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οὕτω νομίζω ὅτι εἴπετε.
§25Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον, ἵνα μὴ οὐδὲν στήριγμα ὑπάρξῃ εἰς παρεξήγησιν τῶν λόγων μου. Ἐγὼ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ παρίδῃ οὔτε ἡ Εὐρώπη οὔτε ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις τὴν δικαίαν ἀπαίτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παρίσταται Ἕλλην δικαστὴς ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις. Τοὐναντίον λοιπὸν εἶπον τῶν ἀποδιδομένων μοι ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· εἶπον δηλαδὴ, ὅτι δὲν εἶναι χάρις ἀποδιδομένη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δικαίωμα, ἀπορρέον ἐκ τῆς ἐπιζήλου θέσεως αὐτῆς ἐν Αἰγύπτῳ.
§26Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἑλλὰς, ὅτε ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς δημιουργίας τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων, ἐστερήθη πολλῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε πρότερον, ὡς τὸ δικαίωμα τῆς ἑτεροδικίας, τοῦ ὁποίου ἀπήλαυεν ἐν Αἰγύπτῳ, ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις. Ἡ Ἑλλὰς δὲ, καίτοι μικρὰ, ὡς Κράτος, ἔχει τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα καὶ τὸν μείζονα, καταπληκτικῶς μείζονα ἀριθμὸν ὑποθέσεων ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις. Καὶ σήμερον δὲ πράγματι, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν συνάδελφος, ἐὰν λάβητε τὰς καταστάσεις τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων καὶ ἴδητε τὰς διαφορὰς τὰς ὑπαρχούσας εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια τῆς Αἰγύπτου, θὰ ἴδητε, ὅτι εἰς 3 πρὸς 1, ἢ καὶ πλέον ἔτι, ἀνέρχεται ἡ ἀναλογία τῶν ἑλληνικῶν ὑποθέσεων πρὸς τὰς ξένας, διότι ἑλληνικαὶ ὑποθέσεις καὶ ἑλληνικὰ συμφέροντα δικάζονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν Αἰγύπτῳ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐγὼ τουλάχιστον φρονῶ, —καὶ εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη αὕτη, —ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδικήθη, ὅτε διενεμήθησαν εἰς τὰς Δυνάμεις αἱ θέσεις τῶν δικαστῶν, διότι ἡ Ἑλλὰς συνεπείᾳ τῆς σοβαρότητος καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμφερόντων, ἃ ἔχει ἐν Αἰγύπτῳ, ἐδικαιοῦτο νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν αὐτὴν σειρὰν πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Δυστυχῶς δὲν ἱκανοποιήθη ἐπαρκῶς, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ, καὶ ἐδέχθη τὰς προσενεχθείσας τότε θέσεις δύο πρωτοδικῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἑνὸς ἐν Καΐρῳ, νομίζω, ἐπὶ μακρὸν δὲ ἠμφισβητήθη, ἀλλ’ εἰς μάτην, ἡ θέσις καὶ ἑνὸς ἀντεισαγγελέως. Πρέπει δὲ, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι μεθ’ ὑπερηφανείας ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία τῆς Αἰγύπτου ἠτένισε καὶ ἀτενίζει πρὸς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξέλεγε καὶ ἀπέστελλεν ἐκεῖ, ὡς ἀντιπροσώπους αὐτῆς ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις, ἐκλέγουσα αὐτοὺς ἐκ τῶν ἀρίστων δικαστῶν, ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ δικαστικοῦ. Ὁμολογουμένως οὗτοι ἀνύψωσαν τὸ γόητρον τὸ Ἑλληνικὸν ἐκεῖ, καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ὥστε, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἀρχικῶς δὲν εἶχε λάβει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἐφέτην, —καὶ ἀμφιβάλλω, ἂν ἔχει ἔτι ὁριστικῶς ἀπονεμηθῆ αὐτῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, —οὐχ ἧττον ὅμως, συνεπείᾳ τῆς μεγάλης ἀξίας καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν, οἱ ἀξιότιμοι δικασταὶ, οἱ ἐκεῖ σταλέντες ὡς πρωτοδίκαι, προήχθησαν ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὑπ’ αὐτῶν τῶν συναδέλφων των εἰς ἐφέτας, καὶ ἤδη κατέχει ἡ Ἑλλὰς καὶ τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν συμπαθεστάτης μνήμης μακαρίτην Διομήδην Κυριακὸν, κληθέντα εἰς τὴν προεδρίαν τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν ἤδη τὸ ἄριστον τοῦτο προηγούμενον, τὸ νὰ σεμνύνηται δηλαδὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξέλεξε καὶ ἀπέστειλεν ἐκεῖ ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, ἐπειδὴ δὲ καὶ συντυγχάνει ἡ ἀξίωσις καὶ ἡ σύστασις τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, καὶ πάντων τῶν μελῶν τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων, — ἐκείνων δηλαδὴ, οἵτινες μέλλουσι νὰ συνεργάζωνται μετὰ τοῦ προσώπου τοῦ ὑποδειχθησομένου, — ὅπως μὴ ἐξέλθωμεν τῆς μέχρι τοῦδε ἀναμφισβητήτου ἐπιτυχίας, οὕτως εἰπεῖν, ἡμῶν, καὶ ἐπειδὴ ὁ κλάδος ὁ δικαστικὸς ἐν Ἑλλάδι ἔχει πολλὰ πρόσωπα διακεκριμένα καὶ καταλληλότατα, ὅπως διαπρέψωσιν ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις, ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ τὸ κατάλληλον πρόσωπον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον κυρίως ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος, εἶναι, νὰ μὴ ὑστερήσῃ καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημιουργίαν νέου Δικαστηρίου ἐν Μανσούρᾳ. Ἐὰν νέον Δικαστήριον ἐδημιουργήθη ἐκεῖ, ἢ θὰ δημιουργηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς ἄλλα μέρη τῆς Αἰγύπτου, δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὐδὲ δίκαιον, ἡ Ἑλλὰς νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀξιώσεως τοῦ νὰ ἔχῃ πρόσθετον πρωτοδίκην ἐν Μανσούρᾳ καὶ πρόσθετον πρωτοδίκην ἢ ἀντεισαγγελέα εἰς ἄλλα Πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ δημιουργηθῶσιν ἐκεῖ, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ βεβαίως τῶν δικαστῶν καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἀναλογίαν, εἰς ἣν δικαιούμεθα. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καταθέσῃ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω ὅσα σήμερον δὲν κρίνω εὔλογον νὰ εἴπω.
§27Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὡς καὶ πρὶν εἶπον, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὰ προσωπικά, διότι τὸ νὰ διορίσουν τὸν Α ἢ τὸν Β εἶναι δικαίωμα τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ συμπληρώσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τυρνάβου εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ, δὲν εἶναι χάρις, ἀλλ’ εἶναι ἀπαίτησις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἀπαίτησις δὲ δικαιοτάτη. Καὶ ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἀπαίτησις εἶναι δικαιοτάτη, ἀνατρέχω ἱστορικῶς εἰς τὴν σύστασιν τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων ἐν Αἰγύπτῳ. Ὅτε, κύριε Πρόεδρε, τὸ πρῶτον ὁ Ἀντιβασιλεὺς τῆς Αἰγύπτου, ὁ περιώνυμος Ἰσμαὴλ ἀπεφάσισε νὰ συστήσῃ τὰ Μικτὰ Δικαστήρια, πρῶτον ἀπετάθη πρὸς τὸν Πολιτικὸν Πράκτορα τὸν Ἕλληνα, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπρότεινε τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν δεχθῆτε τὴν σύστασιν τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων, σᾶς δίδω ἕνα ἐφέτην, σᾶς δίδω δύο δικαστὰς ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ...», καὶ τὸ σπουδαιότερον, τί νομίζετε, κύριε Πρόεδρε; «ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα θὰ ἦναι ἐπίσημος γλῶσσα τῶν Δικαστηρίων, ὡς ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Ἀραβική». Πολιτικὸς Πράκτωρ τότε Ἕλλην ἦτο ὁ μακαρίτης Μᾶνος, εἷς τῶν διακεκριμένων πολιτικῶν ὑπαλλήλων· δυστυχῶς ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν τὸ ἀντελήφθησαν καλῶς οἱ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἠναγκάσθη ὁ Πολιτικὸς Πράκτωρ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐπρότεινε νὰ μὴ δεχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ὅτε δὲ ὁ Ἀντιβασιλεὺς εἶδεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη, ἐστράφη πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔδωκεν αὐτῇ καὶ ἐφέτην καὶ ἔδωκε καὶ δικαστὰς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ τόπος οὗτος ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ περιπίπτῃ ἀπὸ σφάλματος εἰς σφάλμα, καὶ τώρα—εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ—θὰ χάσῃ ἡ Ἑλλὰς τὸν Ἕλληνα δικαστὴν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ χάριν προσωπικῶν λόγων, χάριν τοῦ μέλλοντος νὰ διορισθῇ δικαστοῦ.
§28ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἦναι φοβερόν!
§29Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀναμιχθῶ παντάπασιν εἰς προσωπικά, οὐδὲ γνωρίζω ποῖον θὰ προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική, ὅπως καταλάβῃ τὴν θέσιν δικαστοῦ ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις· ἀλλὰ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ εἰς διακεκριμένους νομομαθεῖς, εἰς διακεκριμένους δικηγόρους. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι, ὅπως ἀνέφερε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἑτέρα Κυβέρνησις ξένη οὐ μόνον δὲν ὑπέδειξε δικαστὰς προερχομένους ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ὡς δικαστὰς ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις, ἀλλ’ ὑπέδειξε καὶ ἀξιωματικούς. Νομίζω δέ, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Δανικὴ καὶ ἡ Ἀμερικανικὴ ὑπεστήριξαν τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος ὁ ἰσχύων παρ’ ἡμῖν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζηται δικηγόρος εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου, ἐν ᾗ περιπτώσει ἔχει συμπεπληρωμένον ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ὑπηρεσίας ὡς δικηγόρος καὶ ἔχει συγχρόνως καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα· τοιοῦτος δὲ δικηγόρος διωρίσθη ἐφέτης καὶ τὰ μάλα ηὐδοκίμησεν εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν Δικαστήρια, νομίζω δέ, ὅτι ὁ διορισθεὶς διακρίνεται μεταξὺ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου τῶν παρ’ ἡμῖν Δικαστηρίων. Ὅταν λοιπὸν τοιοῦτον δικαίωμα ἔχῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, νὰ λαμβάνῃ ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου δικηγόρον καὶ νὰ διορίζῃ αὐτὸν ὡς ἐφέτην, διατὶ θὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε δὲν περιορίζεται ὑπὸ τῶν συμβάσεων, ἵνα ἐκλέξῃ ἕνα δικηγόρον,—οἱονδήποτε αὕτη ἤθελε κρίνει κατάλληλον—διὰ τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ εἰς τὰ Μικτὰ Δικαστήρια; Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ἀφίνων κατὰ μέρος τὰ προσωπικὰ καὶ τὸ ζήτημα τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως μὴ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος νὰ ἔχῃ καὶ δεύτερον δικαστὴν ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τῆς Ἀλεξανδρείας. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσώπου, ἂν πρέπει νὰ ἐκλέξῃ τοῦτο μεταξὺ τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου ἢ μεταξὺ τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, πρέπει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις, καὶ αὐτὴ θὰ κρίνῃ ποῖον θὰ προτιμήσῃ καὶ ποῖον θὰ ἐκλέξῃ.
§30Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ Μικτὰ ἐν Αἰγύπτῳ Δικαστήρια ἀποτελοῦσιν, ὡς γνωστόν, διεθνῆ τινα Ἄρειον Πάγον τῆς Δικαιοσύνης, ἐκεῖ δὲ πάντα τὰ ἔθνη, ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος μέχρι τῆς Ἀγγλίας, ἀποστέλλουσι τοὺς κρατίστους δικαστὰς αὐτῶν. Ἡμεῖς οἱ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ βιοῦντες ἐβλέπομεν τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος ἐκτιμώμενον καὶ διὰ τὰς προσωπικὰς αὐτοῦ ἀρετὰς καὶ διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ μόρφωσιν, καὶ ἐπιβάλλοντα εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ τὸν σεβασμὸν τόσον, ὥστε ἐπὶ σειρὰν περιόδων ἐξελέγετο ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, προτιμώμενος τῶν ἄλλων συναδέλφων του, τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Χάριν τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος,—διότι οὐδεμία Κυβέρνησις πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι πρόκειται περὶ διεθνοῦς ὑπηρεσίας,—χάριν καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ δείξῃ, ὅτι ὑπείκουσα εἰς ἐνεργείας τῶν παρασκηνίων καὶ κομματικὰς ἀπαιτήσεις δίδει ὡς ἀντάλλαγμα τὴν ὑψηλὴν ταύτην ἐθνικὴν θέσιν, θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ὅσα οἱ προλαλήσαντες καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίωσαν, εἶναι ἀληθῆ, κολακεύομαι δὲ νὰ πιστεύω, ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ μέλλοντος νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην, τὴν Ἑλληνικὴν ἠθικὴν ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις, ἡ Κυβέρνησις πολὺ θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ προσώπου. Ἐγὼ λ. χ. ἤθελον ὑποδείξει, εἰς ποῖον κίνδυνον θὰ ἐξετίθετο τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος, ἂν ἐλαμβάνομεν ὡς δικαστὴν ἄνθρωπον νυμφευθέντα ἐν Αἰγύπτῳ, ἔχοντα συγγενεῖς ἐν Αἰγύπτῳ, δικηγοροῦντα ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἔχοντα φίλους καὶ ἐχθροὺς· ἐπίσης νομίζω, ὅτι καὶ τὸ γόητρον τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ ἤθελε τρέξει κίνδυνον, ἂν ἡ ἐκλογὴ τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε πέσει ἐπὶ τοιοῦτόν τινα. Διὰ ταῦτα ἤθελον θερμῶς παρακαλέσει τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τοῦ γοήτρου καὶ αὐτῆς καὶ τοῦ ἔθνους, νὰ μὴ δώσῃ ἀκρόασιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τὰς προσωπικάς.
§31Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρέλκει ἡ συζήτησις καὶ εἶναι περιττὴ, ἀλλὰ δύο λέξεις μόνον θέλω νὰ εἴπω. Τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Αἰγύπτῳ εἶναι παμμέγιστα, ἐὰν δὲ, ὡς πρὸς ἀντανάκλασιν μόνον τῶν συμφερόντων τούτων, πᾶς τις ἐξ ὑμῶν ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐξ Αἰγύπτου εἰσῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοῦτο μόνον ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα εἶναι μερὶς τῶν περισσευμάτων τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλλήνων, θὰ ἐννοήσῃ, ποία εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Αἰγύπτῳ. Τοιαύτης δὲ οὔσης τῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Αἰγύπτῳ, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ κυρίως ἐπιβεβλημένον καθῆκον εἶναι, ὄχι μόνον τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, — ἅτινα ἐν τούτοις οὐδόλως ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἀξίαν καὶ τὸ μέγεθος τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, — νὰ διατηρήσῃ, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐπαύξησιν αὐτῶν νὰ μεριμνήσῃ. Ἱδρυθέντος δὲ Δικαστηρίου ἐν Μανσούρᾳ, δίκαιον εἶναι ὄχι μόνον νὰ διατηρήσωμεν τὴν θέσιν, ἣν πάντοτε εἴχομεν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἀλλὰ νὰ προσκτήσωμεν καὶ δικαστὴν ἐν Μανσούρᾳ. Ἑπομένως, εἰς τὰ πράγματα ἐρχόμενος, εἰς ταῦτα καὶ μόνον περιοριζόμενος λέγω, ὅτι δύο εἶναι κατ’ ἐμὲ τὰ θέματα· τὸ μὲν εἶναι, ἱδρυομένου Δικαστηρίου ἐν Μανσούρᾳ, νὰ ἔχωμεν, εἰ δυνατὸν, καὶ ἡμεῖς δικαστὴν ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ἐκείνῳ, χωρὶς νὰ ἀπολέσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωμεν τοιοῦτον καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, τὸ δεύτερον δὲ εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ὅσον καὶ ἂν ἤθελε θεωρηθῆ θεωρητικὴ ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ὑποδείξῃ οἱονδήποτε. Εἶναι δὲ πρὸς ἔπαινον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἂν, ἔχουσα τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἤθελε κάμει τοιαύτην χρῆσιν αὐτοῦ, ὥστε οὐδεὶς νὰ δύναται νὰ ψέξῃ τὴν τοιαύτην αὐτῆς ἐλευθερίαν.
§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῆς ἐλευθερίας, κύριε Πρόεδρε, τοῦ διορίζειν ὃν ἂν ἐγκρίνῃ δικαστὴν ἐν Αἰγύπτῳ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ διότι δὲν ἀμφισβητεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ οἱονδήποτε θέλει, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθαρρύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὀνόματι τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας νὰ πράττῃ ὅ,τι νομίζομεν ὅτι ἀπομακρύνεται τῆς λογικῆς καὶ τῆς νομοθεσίας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ζῶμεν. Τοῦτο δὲν τὸ εὑρίσκω δίκαιον καὶ ὀρθόν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα, ἀλλὰ συμφωνότερον πρὸς τὰ κρατοῦντα εἶναι νὰ διορίζωνται εἰς τὰ Μικτὰ τῆς Αἰγύπτου Δικαστήρια δικασταὶ ἐξ ἐπαγγέλματος· τοῦτο ὑποστηρίζομεν ὡς συμφωνότερον καὶ πρὸς τὰ πράγματα. Τοὺς Ἕλληνας δικαστὰς γνωρίζει τὸ Κράτος καλῶς, καὶ τοὺς γνωρίζει ὄχι μόνον διότι κατοικοῦσι καὶ ἐργάζονται ἐν τῷ Κράτει καὶ εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τὴν καθημερινὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν προϊσταμένων δικαστικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ καὶ διότι οὗτοι κατέστησαν δικασταὶ μετὰ τὰς δοκιμασίας καὶ τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι διὰ τοὺς δικαστὰς ἀπαιτοῦσι. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἐνθαρρύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας οἱονδήποτε νὰ διορίζῃ. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα, ὡς ἀρχόμενος εἶπον ἐγὼ αὐτὸς, διότι οὐδὲ νόμοι οὐδὲ συνθῆκαι περιορίζουσι τὴν Κυβέρνησιν· οὐχ ἧττον, ὅταν λέγῃ ὁ Αἰγυπτιακὸς νόμος, ὁ ὀργανῶν τὰ Μικτὰ Δικαστήρια, ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦνται ἐκ δικαστῶν τῶν διαφόρων Κρατῶν, βεβαίως ἐγγύτερον πρὸς τὴν θέλησιν αὐτοῦ εἴμεθα, ἐὰν στείλωμεν δικαστὰς Ἕλληνας. Ἄλλως ὁ Αἰγυπτιακὸς νόμος θὰ ὥριζε τὰ προσόντα αὐτῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Μελισσηνός.
§34Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας, κύριε Πρόεδρε, ἀνήρχοντο οἱ ὑπόδικοι καὶ κατάδικοι Βούλγαροι, οἱ ὁποῖοι ἐκρατοῦντο εἰς τὰς διαφόρους φυλακὰς τῆς Τουρκίας διὰ τὰ εἰδεχθῆ κατὰ τῶν ὁμοεθνῶν ἡμῶν Ἑλλήνων Μακεδόνων ἐγκλήματά των, καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ Ἡγεμὼν τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας ἐχορήγησεν εἴτε ἀμνηστίαν, εἴτε βασιλικὴν χάριν. Καὶ ἐνῷ, κύριε Πρόεδρε, ἀναπνέουσι τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας κακοῦργοι ἐκβιασταὶ τοῦ αἰσχίστου εἴδους, ἐνῷ ἀπεδόθησαν εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας ἄνθρωποι, οἵτινες κατεκρεούργησαν γυναῖκας, ἀνεσκολόπησαν ἱερεῖς, ἐδολοφόνησαν διδασκάλους, δυστυχῶς στενάζουσιν εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Ρόδου ὁμοεθνεῖς ἡμῶν, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι κατὰ τὸν ἀτυχῆ τοῦ 1897 πόλεμον ὑπέθαλψαν ἀντάρτας, οἵτινες κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον λάβει τὰ ὅπλα κατὰ τῆς Τουρκίας. Τὸ βαρυσήμαντον τοῦτο γεγονὸς, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἐμοῦ, τοῦ ἀσήμου Βουλευτοῦ, βεβαίως θὰ ἦναι γνωστὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅστις ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ καὶ τῆς καθημερινῆς ἀλληλογραφίας του μετὰ τῶν ἐκεῖ προξένων θὰ γνωρίζῃ βεβαίως τοῦτο. Καὶ ἐρωτῶ αὐτὸν, εἰς ποῖα μέτρα προέβη; καὶ ἐρωτῶ αὐτὸν, ποῖα εἶναι τὰ διαβήματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε παρὰ τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ, ὅπως λύσῃ τὰ δεσμὰ τῶν ὁμοεθνῶν μας; Εἶναι σοβαρὸν τὸ γεγονὸς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν εἶναι μόνον σκληρὸν, δὲν εἶναι μόνον ἀποτρόπαιον τὸ ὅτι ὁμόφυλοι ἡμῶν σήπονται εἰς τὰ ἐλεεινὰ βουδρούμια τῆς Ρόδου, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐθνικὴ συμφορὰ τὸ θράσος, τὸ ὁποῖον ἀρύονται καθ’ ἑκάστην οἱ Βούλγαροι ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας ταύτης αὐτῶν καὶ ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς ἀδίκου τιμωρίας τῶν ὁμοεθνῶν μας, καὶ διὰ τοῦτο προβαίνουσι καθ’ ἑκάστην εἰς τερατώδη κατὰ τῶν ὁμοφύλων μας ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως ἀναγινώσκομεν καὶ εἰς τὰς ἑλληνικὰς καὶ εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐξορκίζω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας, ἐν ὀνόματι τῆς κινδυνευούσης πατρίδος καὶ πρὸς κατάπαυσιν τῶν βασάνων, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ ὁμόφυλοι ἡμῶν, νὰ ἐνεργήσῃ πᾶν ὅ,τι ἡ θέσις αὐτοῦ, καὶ ὡς Ὑπουργοῦ καὶ ὡς ἀνθρώπου, τῷ ἐπιβάλλει.
§35Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἱερὰ ἀγανάκτησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι βεβαίως λίαν δεδικαιολογημένη, προκειμένου περὶ συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, σήπονται ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ θὰ ὁμολογήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι βεβαίως δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ ταῦτο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Καὶ αἱ λοιπαὶ Κυβερνήσεις, ὡς καὶ ἡμεῖς, οὐδὲν ἄλλο ἠδυνήθησαν νὰ πράξωσιν ἢ νὰ προβῶσιν εἰς τὰ διαβήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπετρέποντο εἰς Κυβέρνησιν εὑρισκομένην εἰς σχέσεις ἀγαθὰς πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, πρὸς ἣν παρακλήσεις καὶ συστάσεις μόνον ἠδύνατο νὰ ἀπευθύνῃ. Προκειμένου περὶ ἐνεργειῶν ἐν τῇ ξένῃ Ἐπικρατείᾳ, εἰς τοιαύτας ἐνεργείας προέβη καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, θέλει δὲ προβῆ καὶ ἐκ νέου. Θὰ ἦμαι λίαν εὐτυχής, ἐὰν δυνηθῶ πλείονα νὰ ἀνακοινώσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἀναδιφήσω τὰ ἔγγραφα καὶ ἴδω, τί ἐσχάτως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας.
§36Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω ὑμῖν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι πολλοὶ ὑπάρχουσιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ 1897 κρατούμενοι εἰς τὰς τουρκικὰς φυλακάς. — δωδεκὰς δὲ τοιούτων ἐκ Θεσσαλίας καταγομένων κρατοῦνται ἐν Σερβίοις, — καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἐδικαιοῦτο νὰ ποιήσηται τὴν σύστασιν, ἣν ἐποιήσατο, κατόπιν τῆς ἀθρόας, τῆς πλήρους ἀνοίξεως τῶν φυλακῶν, ἐξ ὧν ἐξῆλθον ἐκεῖνοι, οὓς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐχαρακτήρισε. Μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο βεβαίως ἠδύνατό τις νὰ ἀπορήσῃ μὲ τὴν στάσιν ταύτην τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, τῆς οὕτω παραβλεπούσης τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς παρέχουσιν αὐτῇ τὴν συνδρομήν των. Ἀλλὰ βεβαίως, καὶ ἂν δὲν ἐπιτύχητε τίποτε, κύριε Ὑπουργέ, δὲν θὰ σᾶς ψέξω ποτέ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξανδρόπουλος.
§38Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινος χρόνου, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβε χώραν ἐν Λαμίᾳ λυπηρὸν ἐπεισόδιον μεταξὺ τοῦ ὑπολοχαγοῦ κ. Γραβάνη καὶ δικηγόρου τινὸς, καθὼς καὶ ἑτέρου τινὸς ἀξιωματικοῦ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ οὔτε τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως οὔτε τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διετέλει ὁ ὑπολοχαγὸς ἢ οἱ ἄλλοι, διότι τοῦτο εἶναι καθαρῶς ζήτημα ἀνακριτικόν. Διὰ τῆς αὐτῆς ὅμως πράξεως, διὰ τῆς αὐτῆς ἐνεργείας ὁ ὑπολοχαγὸς προσέβαλεν οὐ μόνον τὸν δικηγόρον, ἀλλὰ καὶ τὸν λοχαγὸν, τοῦ ὁποίου καὶ ἀπέκοψε τὸν ἀντίχειρα. Ἠγέρθη λοιπὸν ἀμφισβήτησις, διότι ἐπελήφθησαν συγχρόνως καὶ τὸ Φρουραρχεῖον Λαμίας καὶ ὁ ἀνακριτὴς ἀνακρίσεων, καὶ ἠγέρθη ζήτημα περὶ κανονισμοῦ ἁρμοδιότητος. Ὁ ἀνακριτὴς Λαμίας, σπεύδων, πρὶν ἢ ἀκόμη προβῇ εἰς ἀνακριτικὴν πρᾶξιν, ἐξέδωκεν ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ἐνῷ ὁ φρούραρχος ἐπελήφθη ἀνακρίσεων, ἀνέκρινε τὸν ὑπολοχαγὸν καὶ ἀπέλυσεν αὐτὸν, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον. Ἐν τούτοις ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἶναι πολὺ βαρυτέρα, διότι ἐκτὸς τῆς ἀποκοπῆς τοῦ ἀντίχειρος τοῦ λοχαγοῦ εἶναι καὶ ἀνυπακοὴ καὶ ἐπίθεσις κατ’ ἀνωτέρου μετὰ βιαιοπραγίας, ἡ ὁποία συνεπάγεται ποινὴν θανάτου. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἐζήτησε παραχρῆμα τὸν κανονισμὸν ἁρμοδιότητος, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τηλεγραφικῶς διέταξε τὰς ἀνακριτικὰς ἀρχὰς τῆς Λαμίας νὰ παύσωσι πᾶσαν περαιτέρω ἀνακριτικὴν πρᾶξιν, μέχρις ὅτου λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ ἁρμοδιότητος, διότι τοῦτο διατάσσουν τὰ ἄρθρα 47, 48 καὶ 49 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Μάλιστα τὸ ἄρθρον 49 ἐπιβάλλει ποινὴν εἰς τὸν ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον, ὅστις μετὰ τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἤθελε προβῆ εἰς οἱανδήποτε ἀνακριτικὴν πρᾶξιν. Ἐν τούτοις ὁ Εἰσαγγελεὺς Λαμίας, εἰς τὸν ὁποῖον τηλεγραφικῶς ἐστάλη ἡ διαταγὴ αὕτη τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν φρούραρχον καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου καταδιώκεται ὁ ἀξιωματικὸς νὰ τεθῇ εἰς τὰς φυλακάς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ περιμένουν μέχρις οὗ ὁ Ἄρειος Πάγος λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἁρμοδιότητος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι τελεῖται μία παρανομία, περὶ τῆς ὁποίας ἔχουσιν ὑποχρέωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβωσιν ἓν μέτρον, καὶ νὰ παραγγείλωσιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὑτοὺς, ὅτι δὲν δύνανται νὰ παραβῶσι τὴν διαταγὴν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποινεί,—διότι ἐπιμένουσι, τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, εὑρισκόμενον ἤδη ἐνταῦθα, νὰ τὸν στείλουν συνωδευμένον εἰς Λαμίαν, καὶ ὁ ἀνακριτὴς νὰ μὴ δύναται νὰ τῷ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν.— Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραγγείλῃ τὸν ἁρμόδιον φρούραρχον νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ἐντάλματος τοῦ ἀνακριτοῦ, μέχρις ὅτου ἀποφανθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ γινόμενον εἶναι παράνομον.
§39Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν καταγγέλλωμαι ἐπὶ παρανομίᾳ, δίδω τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν. Ἀφοῦ ἐζητήθη ἡ ἐκτέλεσις ἀπὸ ἐμὲ ἐντάλματος συλλήψεως, τοῦτο, ἐννοεῖται ἐκ τῶν καθηκόντων μου, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐνεργήσω. Ἐὰν τώρα ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς κατόπιν ἄλλων ἐνεργειῶν δέον ν’ ἀποφυλακισθῇ, τοῦτο θὰ μοὶ γνωστοποιηθῇ ἁρμοδίως, καὶ τότε θὰ ἐνεργήσω πάλιν τὰ δέοντα. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἶμαι δικαιολογημένος, ὅτι ἔχω διατάξει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐντάλματος.
§40Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορὰ τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει, ὅτι ἐζήτησε κανονισμὸν ἁρμοδιότητος, καὶ παρακαλεῖ νὰ ἀνασταλῇ πᾶσα κατ’ αὐτοῦ ἀνακριτικὴ πρᾶξις. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἐντάλματος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀνακριτικὴ πρᾶξις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβον γνῶσιν τούτου, καὶ μάλιστα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα Λαμίας νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν τοῦ ὑπολοχαγοῦ περὶ κανονισμοῦ ἁρμοδιότητος. Ὑπάρχει λοιπὸν λόγος τις, ἵνα ἐκτελεσθῇ τὸ ἔνταλμα; Διατὶ νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔνταλμα; Τὸ ἄρθρον 48 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὁρίζει, ὅτι «καθ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἀνάκρισις μέχρι τῆς ὁριστικῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποφάσεως τὰ κατώτερα Δικαστήρια καὶ οἱ ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως ὑπάλληλοι ἀπέχουσι πάσης περαιτέρω διαδικασίας». Τὸ δὲ ἄρθρον 49 λέγει: «Ἐὰν οἱ τῆς δίκης ἐπιλαβόμενοι δικασταὶ ἢ ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως ὑπάλληλοι, καίτοι εἰδοποιηθέντες, προχωρῶσι περαιτέρω, καταδικάζονται εἰς τὴν πληρωμὴν ὅλων τῶν ἐντεῦθεν προερχομένων ζημιῶν καὶ ἐξόδων, ὑποβαλλόμενοι προσέτι καὶ εἰς πειθαρχικὴν ποινήν». Ὅταν λοιπὸν πειθαρχικὴν ποινὴν καὶ ζημίας ἐπιβάλλῃ ὁ νόμος, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται, αὐτὸ τὸ ἔνταλμα νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου κ. Κωνσταντοπούλου, ἂν τὸ ἔνταλμα αὐτὸ δὲν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀνακριτικὴ πρᾶξις, καὶ ἂν ἡ αἴτησις περὶ κανονισμοῦ ἁρμοδιότητος δὲν ἀναστέλλει πᾶσαν ἀνακριτικὴν πρᾶξιν. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἔχει δίκαιον, μέχρις οὗ κανονισθῇ ἡ ἁρμοδιότης, νὰ ζητῇ, ὅπως αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ Λαμίας εἰς οὐδεμίαν κατ’ αὐτοῦ προβῶσιν ἐνέργειαν.
§41Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος ἐπεκαλέσθη τὴν γνώμην μου, δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἐκθέσω αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κανονισμὸς ἁρμοδιότητος, ὁσάκις ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου διατάξῃ τὰς κατωτέρας ἀρχὰς νὰ ἀπέχωσιν, ἔχει βεβαίως τὴν συνέπειαν, ὅτι αἱ κατώτεραι ἀρχαὶ εἰς οὐδεμίαν δύνανται νὰ προβῶσιν ἐνέργειαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, μέχρις ὅτου τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποφανθῇ κατ’ οὐσίαν περὶ τῆς ἁρμοδιότητος. Ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδοθέντα δὲν εὑρίσκονται πλέον εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὁ Εἰσαγγελεὺς τὰ ἀποστέλλει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα τὰ ἐκτελέσῃ. Ζήτημα λοιπὸν, αὐτὰ τὰ ἐντάλματα πρέπει νὰ μένωσιν ἀνεκτέλεστα, διότι διετάχθησαν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι νὰ ἀπέχωσι τῶν καθηκόντων των; Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ὀρθότατα ἐπρότεινεν ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, ὅτι, ἂν διαταχθῇ ἡ σύλληψις, τίς θέλει εἶσθαι ἁρμόδιος, ἵνα ἐξετάσῃ τὸν συλληφθησόμενον καὶ ἀπαγγείλῃ κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν καὶ διατάξῃ τὰ περαιτέρω; Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐντάλματος, ἠδύνατο ἀξιόλογα νὰ εἰδοποιήσῃ τὰς ἀρχὰς νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, μέχρις ὅτου κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος. Τοῦτο ὅμως δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς. Ὁ ἔχων τὴν ἀπαίτησιν νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔνταλμα ὤφειλε ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, καὶ ἂν ἐκεῖνος δὲν ἤθελεν ἐνεργήσει, ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέα. Ἡ ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀδικαιολόγητος.
§42Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁρμόδιος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔλαβε γνῶσιν. Λοιπὸν δὲν δύναται νὰ παραγγείλῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Λαμίᾳ Πλημμελειοδικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν συμμορφοῦται πρὸς τὴν διαταγὴν τῶν ἀνωτέρων του, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτήν;
§43Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ γνώμη, ἣν ἐξήνεγκεν ὁ προαγορεύσας συνάδελφος, καθὼς καὶ ἡ γνώμη τοῦ σοφοῦ καὶ ἐν ἄλλοις μὲν, ἀλλ’ ἰδίᾳ ἐν τοῖς ποινικοῖς, συναδέλφου κ. Κωνσταντοπούλου εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, συμμορφούμενον πρὸς τὴν ὑποδειχθεῖσαν γνώμην, ἣν ἔχει καὶ αὐτό, θέλει ἐνεργήσει ὅ,τι κρίνει ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ ὑπὸ τοῦ νόμου.
§44Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας ἐπέρριψεν ὁ συνάδελφος κατὰ τῶν δικαστικῶν προσώπων τοῦ Δικαστηρίου Λαμίας.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν μομφὴν ἀπέδωκε.
§46Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπελήφθησαν πρῶτοι τῆς ἀνακρίσεως, διότι ὁ διαπράξας τὸ ἔγκλημα κατὰ τοῦ δικηγόρου διετέλει ἐν ἀδείᾳ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς ἀνακρίσεως ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς ἐκτέλεσιν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων, ὅτι μετὰ μεσημβρίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν ἕνεκα τῆς ἑορτῆς τῆς παραμονῆς τοῦ Μαΐου. Διὰ τοῦτο λύω τὴν συνεδρίασιν.
§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐγώ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 καὶ 15′ μ. μ.)
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς Βʹ Συνόδου τῆς Βουλῆς τῆς ΙϚʹ Περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν Διάταγμα. Ἐν Τατοΐῳ τῇ 30 Ἀπριλίου 1904.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ.