1904.04.19
1.964 στίχοι · 14.955 λέξεις · 210 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
τῆς 19 Ἀπριλίου 1904.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 11 καὶ 15′ π. μ. παρόντων 122 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Λιγουδίστης τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ διορισθῇ ὡς τάχιστα σχολάρχης εἰς τὸ ἐκεῖ Σχολαρχεῖον, διότι τοῦτο ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἀργεῖ. Θέλει παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Ὁ Γεώργιος Μαυράκης καταγγέλλει, ὅτι ὁ ἐλεγκτὴς τοῦ τελωνείου Κερκύρας Λεωνίδας Δημητρακόπουλος δὲν πρέπει νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ, διότι ἔχει σύζυγον καταγομένην ἐκ Κερκύρας. Κάτοικοι Βονίτσης τηλεγραφοῦσιν, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ἐκπληροῦσιν ἄριστα τὸν προορισμὸν αὑτῶν, ἐπαναφέροντα τὴν δημοσίαν τάξιν. Κτηματίαι Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν ποιμνίων ἐκ τῶν κτημάτων τῆς περιφερείας Πειραιῶς. Τὸ Συμβούλιον τοῦ Σωματείου τῶν ἐν Ἀθήναις ἁμαξηλατῶν παραπονεῖται κατὰ τῆς κακῆς τοποθετήσεως τῶν σιδηρῶν ῥάβδων τοῦ τροχιοδρόμου. Ὁ κ. Ἰωάννης Κόκκαλης ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἕτερος, ὀνόματι Τσερώνης, ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῆς πιστώσεως διὰ τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν μηνῶν Ἀπριλίου καὶ Μαΐου 1904 καὶ ἐπὶ τῶν τεσσάρων ἄλλων συνυποβληθεισῶν πιστώσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Μοσχούλας ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τοῦ 1897 ὁ στρατιώτης Γεώργιος Χρ. Κοῦτρος, ὑπηρετῶν εἰς τὸ σῶμα τοῦ πεζικοῦ, ἐπληγώθη καιρίως κατὰ τὰς ἐν Βελεστίνῳ μάχας. Νοσηλευθεὶς δὲ εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1897, ἀπελύθη τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ὡς ἀνίκανος, λόγῳ τραυμάτων, συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ στρατοῦ. Ἤδη, καίτοι οἱ σωματικῶς καταστάντες ἀνίκανοι λόγῳ τοῦ πολέμου ἔτυχον συντάξεώς τινος, οὗτος ἐστερήθη τοῦ δικαιώματος τούτου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου, ὡς ταξιάρχου, ἐπολέμησεν ὁ στρατιώτης οὗτος, μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ.» Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Βιτάλης.
§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐν Σύρῳ ὑπάρχει ἓν Σωματεῖον «Ἀλληλοβοήθεια», τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι, λειτουργεῖ δὲ ἀπὸ ἐτῶν ἄριστα. Δὲν προτίθεμαι τώρα νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή, περὶ τοῦ σωματείου τούτου, ἀλλ’ ἐπειδὴ προσέκρουσεν ὁ ὀργανισμός του εἴς τινα σημεῖα, ὑπέβαλε τροπολογίας τινὰς τοῦ καταστατικοῦ. Πρὸ καιροῦ ἔχουσιν ὑποβληθῆ αἱ τροπολογίαι αὗται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ὑπηρεσία ὅμως, φαίνεται, δὲν ὑπέβαλεν αὐτὰς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πρὸς ἔγκρισιν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστούμενος ζητήσῃ αὐτὰς καὶ ἐγκρίνῃ, διότι εἶναι ἄδικον, ἐνῷ παρέχει τόσον μεγάλην ὑπηρεσίαν τὸ Σωματεῖον αὐτὸ τῶν ἐργατῶν, νὰ σταματήσῃ ἡ λειτουργία του.
§3Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§5Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ χωρίον Καρυαί, κύριοι Βουλευταί, τοῦ δήμου Λυκοσούρας τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, γειτονεύει πρὸς τὰ χωρία Κουρουνιοῦ καὶ Κυπαρίσσια τοῦ δήμου Γόρτυνος. Περὶ τῶν ὁρίων τῶν δύο τελευταίων χωρίων πρὸς τὸ χωρίον Καρυαὶ ὑφίστατο ἀνέκαθεν ἀμφισβήτησις, διότι οἱ κάτοικοι Κουρουνιοῦ καὶ Κυπαρισσίων αὐτογνωμόνως καὶ αὐθαιρέτως ἤθελον νὰ ἐπεκτείνωσι τὰ ὅρια τῶν χωρίων αὐτῶν μέχρις αὐτοῦ τοῦ χωρίου Καρυῶν, καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα, ὥστε νὰ περιλαμβάνηται εἰς ταῦτα μία ὁλόκληρος συνοικία τοῦ χωρίου τούτου, ἐπιλεγομένη Ἴσιωμα, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἑπομένως πολλὰ ἄτοπα καὶ ἀδικήματα ἐλάμβανον καθ’ ἑκάστην χώραν κατὰ τῶν συμπολιτῶν μου, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἂν λ.χ. ἓν πταῖσμα διεπράττετο ἔξωθι τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ τῆς συνοικίας Ἴσιωμα τῶν Καρυῶν, τὸ πταῖσμα τοῦτο ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῇ ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου Καρυταίνης, ὑπαγομένου, ὡς γνωστόν, εἰς ἄλλον δῆμον ἄλλης ἐπαρχίας. Κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης ἀπειράκις παρεπονέθησαν οἱ συμπολῖταί μου, καὶ ἐν τέλει ἐδέησε νὰ εἰσακουσθῇ ἡ φωνή των, καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ διετάχθη ὁ νομάρχης Ἀρκαδίας νὰ προβῇ εἰς τὴν λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος κατὰ τὸ δίκαιον καὶ τὸν νόμον. Ὄντως δὲ ὁ κ. νομάρχης, μεταβὰς ἐπιτοπίως, ἐξήτασε τὰ πράγματα, καὶ πεισθεὶς περὶ τοῦ προφανοῦς ἄλλως δικαίου τῶν συμπολιτῶν μου, ἐξέδοτο ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας διεκανόνισε τὰ ἀμφισβητούμενα ὅρια κατὰ τρόπον αἴροντα, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ὅλον, τοὐλάχιστον ὅμως ἐν μέρει, τὰ πρότερον συμβαίνοντα ἀδικήματα. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ νομάρχου τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Γόρτυνος, ἐκ τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν συνδημοτῶν του κατοίκων Κουρουνιοῦ καὶ Κυπαρισσίων, ἐποιήσατο κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου τοῦ 1902 ἔφεσιν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι εἶχε πεισθῆ περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου, ἀπέσχε καὶ ν’ ἀποφανθῇ κἂν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ἐφέσεως, ἀφῆσαν οὕτω σιωπηλῶς ἰσχύουσαν τὴν ἐφεσιβληθεῖσαν ἀπόφασιν. Ἐπῆλθεν ὅμως ὁ Αὔγουστος τοῦ 1903, προσήγγιζον αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, καὶ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ζήτημα κατέστη ζήτημα ἐκλογικὸν ἐν τῷ δήμῳ Γόρτυνος, διότι οἱ κάτοικοι Κουρουνιοῦ καὶ Κυπαρισσίων ἐδήλωσαν ῥητῶς, ὅτι, διὰ νὰ ὑπερψηφίσωσι τοῦ ὑποψηφίου δημάρχου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἔπρεπε νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὁρίων ἀπόφασις τοῦ νομάρχου, καθισταμένης δεκτῆς τῆς κατ’ αὐτῆς ἐφέσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Γόρτυνος. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ ἔφεσις αὕτη παρέμενεν ἐκκρεμὴς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δι’ οὓς προεῖπον λόγους, ἐπὶ ἐννέα ὅλους μῆνας, αἴφνης κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου, ἤτοι 5 ἢ 6 ἡμέρας πρὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐξέδοτο ἀπόφασιν, δι’ ἧς, δεχθεὶς τὴν ἔφεσιν, ἠκύρωσε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἐφεσιβληθεῖσαν ἀπόφασιν, ἐπὶ μόνῃ τῇ ξηρᾷ αἰτιολογίᾳ, ὅτι ὁ νομάρχης ἐστηρίχθη εἰς ἀλλοτρίας πληροφορίας, καὶ οὕτως ἐπανῆλθε τὸ πρώην καθεστώς, καὶ ἤρξαντο ἐπαναλαμβανόμενα ὅλα τὰ πρότερον συμβαίνοντα ἄτοπα καὶ ἀδικήματα κατὰ τῶν συμπολιτῶν μου. Θέλω κατὰ συνέπειαν παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ταχέως τὴν δέουσαν πρόνοιαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος καὶ διατάξῃ τὸν κ. νομάρχην Ἀρκαδίας νὰ ἐξετάσῃ ἐκ νέου τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ διακανονίσῃ αὐτὸ ὅπως τὸ δίκαιον καὶ ὁ νόμος ὑπαγορεύουσι, πρὸς πρόληψιν δυσαρέστων, ἅτινα δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἐπακολουθήσωσιν ὑπὸ τὴν κρατοῦσαν κατάστασιν.
§6ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνονται παράδοξοι αἱ πληροφορίαι, ἃς ὁ κ. συνάδελφος δίδει εἰς τὴν Βουλήν. Οὗτος, ὅτε ἐξεδόθη ἡ αὐθαίρετος καὶ παράνομος ἀπόφασις τοῦ νομάρχου Ἀρκαδίας περὶ μεταβολῆς τῶν ὁρίων, περὶ ὧν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησεν, εἶχεν ἀλλοίαν γνώμην, ἐφρόνει δηλαδή, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη οὐδαμῶς ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον, ὅτι ἦτο αὐθαίρετος, καὶ ὅτι παρεβίαζε δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν κεκτημένα ἀφ’ ἧς ἐγένετο τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Νῦν, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἀποδίδει εὐθύνας καὶ ἀνευρίσκει λόγους ἐκλογικούς, ἕνεκα τῶν ὁποίων δῆθεν ἀνετράπη ἡ παράνομος ἀπόφασις τοῦ νομάρχου.
§7Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀνεγνώρισα αὐτήν.
§8ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοῦτο συμβαίνει, διότι κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐξεδίδετο ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου, ὁ κ. συνάδελφος εἶχεν ἄλλα συμφέροντα, καὶ δὲν ὠφέλει αὐτὸν ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τοῦ νομάρχου. Μάλιστα τὸ χωρίον Καρυαί, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κύριος συνάδελφος, εἶχε κηρυχθῆ ὑπὲρ ἄλλου, τοῦ ἀντιπάλου του, ἕνεκα τῆς παρανόμου ἀποφάσεως ἐκείνης. Ἀλλ’ αἱ ἐποχαὶ καὶ οἱ χρόνοι ἤλλαξαν, καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ἀπὸ τοῦ βήματος μάλιστα τῆς Βουλῆς, λαμβάνει τὸ θάρρος νὰ ἐπαινέσῃ τὴν αὐθαίρετον ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου καὶ νὰ κατηγορήσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπανέφερε τὰ πράγματα εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ μακρηγορῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι ὁ τότε νομάρχης παρενόμησεν, ὅλως αὐθαιρέτως, καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς νομίμους διατυπώσεις, μεταβαλὼν πράγματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἀφ’ ἧς ἐγένετο τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον.
§9Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, τί θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. συνάδελφος λέγων ὅτι ἤμην ἀρχικῶς κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου. Διὰ τίνα λόγον; Μήπως ἤμην δημότης τοῦ δήμου Γόρτυνος, ἢ κάτοικος τοῦ χωρίου Κουρουνιοῦ; Ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἦτο ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν μου. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἦμαι κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης; Δι’ αὐτὸ ὁ κ. συνάδελφος δὲν λέγει ἀκριβείας.
§10ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμερίμνησεν, ἵνα ἐκδοθῇ τοιαύτη ἀπόφασις, ὠφελεῖτο ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, αὐτὸς δὲ ἦτο ὁ ἀντίπαλός σας.
§11Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§12ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν τὸν ἠξεύρετε; Ὁ τοπικός σας ἀντίπαλος.
§13Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου ἀνεγνωρίσθη ὑπ’ ἐμοῦ ἔκτοτε ὡς δικαία, καὶ τοῦτο ὑπεστήριξα καὶ σήμερον. Διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ, τί θέλετε νὰ εἴπητε.
§14Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἱστορικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω, διότι τοῦτο εἶναι γνωστόν, δύναται δὲ πᾶς τις νὰ ἀρυσθῇ ἐκ τοῦ σχετικοῦ φακέλου, τοῦ αἰτηθέντος ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου, πάσας τὰς πληροφορίας. Νομίζω, ὅμως ὅτι σήμερον συμφέρον εἶναι δι’ ἀμφοτέρας τὰς κοινότητας νὰ παύσωσιν αἱ λαμβάνουσαι χώραν διενέξεις εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, νὰ διαταχθῇ δὲ ὁ νομάρχης νὰ θέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ἀποδίδων τὸ δίκαιον. Ἐπειδὴ ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου ἔλαβον τὸν λόγον, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐκ Μεγαλοπόλεως, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς Βουλευτὰς Μεγαλοπόλεως, καθόσον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θέλω λάβει τὸν λόγον (ἀναγινώσκει): «Λαὸς Λυκοσούρας, ἐπὶ ἀδίκῳ καταργήσει τηλεγραφείου Ἴσαρι, πολλαχῶς ἐξυπηρετοῦντος συμφέροντα καὶ πρόοδον τόπου, συνελθὼν σήμερον αὐθορμήτως εἰς πολυπληθὲς συλλαλητήριον, μετὰ μακρὰν ἀνταλλαγὴν σκέψεων, ἐν αἷς πρυτανεύει ἀγανάκτησις ἐπὶ γενομένῃ ἀδικίᾳ, ἐψήφισε τὸ ἀκόλουθον ψήφισμα: «αʹ) Διαμαρτύρεται κατὰ τῆς γενομένης καταργήσεως τοῦ τηλεγραφείου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας. βʹ) Παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναστείλῃ τὴν κατάργησιν τοῦ τηλεγραφείου, καὶ νὰ φροντίσῃ περὶ συστάσεως Εἰρηνοδικείου ἐνταῦθα, ἐξυπηρετήσοντος σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ τόπου. γʹ) Ἐντέλλεται τὴν διαβίβασιν τοῦ παρόντος εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τοὺς βουλευτὰς Μεγαλοπόλεως Ζέρβαν καὶ Πετρόπουλον καὶ πρὸς τὰς ἐφημερίδας «Ἀκρόπολιν» καὶ «Ἐμπρός». δʹ) Διορίζει ἐπιτροπὴν τοὺς Ἀθ. Νιαούρην, Παν. Τσαντήλην, Λουκᾶν Κώτσηραν καὶ Βασίλειον Μεντῆν, εἰς οὓς ἀνατίθησι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος.» Δίκαια, νομίζω, εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἡ κρατοῦσα ἀγανάκτησις παρὰ τῷ λαῷ τῆς Λυκοσούρας διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐκεῖ τηλεγραφείου, διότι αὕτη σπουδαίως παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ ποσῶς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου, καθόσον τὰ εἰσπραχθησόμενα τέλη ἐκ τῆς κινήσεως τοῦ τηλεγραφείου καὶ τοῦ ταχυδρομείου εἶναι πολὺ ἀνώτερα τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν. Σήμερον μάλιστα, ὅτε ἡ μετανάστευσις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἔχει λάβει τόσον εὐρείας διαστάσεις καὶ ὁ κόσμος ὁ ἐκεῖθεν ὁ μεταναστεύων εὑρίσκεται εἰς διηνεκῆ συνεννόησιν καὶ ἀλληλογραφίαν μετὰ τῶν οἰκογενειῶν του, δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἀπόφασιν περὶ καταργήσεως τοῦ τηλεγραφείου Ἴσαρι. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα συμβαίνουσι μόνον ἐν Λυκοσούρᾳ; Μήπως καὶ ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας δὲν ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τοῦ ἐν Λεονταρίῳ τηλεγραφείου, δι’ ἣν ὁ λαὸς καὶ ἐκεῖ συνῆλθε καὶ διὰ δημοψηφίσματος ὑπέβαλεν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναστείλῃ τὴν κατάργησιν ταύτην; Διότι ὁ σχολάρχης, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἀνατεθῆ καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ταχυδρομείου, ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν μαθητῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὰ δύο ταῦτα καθήκοντα, ὅταν δὲ ὁ λαὸς σπεύδῃ εἰς τὸ ταχυδρομεῖον διὰ τὴν ἀλληλογραφίαν του καὶ τὴν δι’ αὐτῆς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐμπορικῶν ἢ οἰκιακῶν του ὑποθέσεων, ὁ κ. σχολάρχης εὑρίσκεται εἰς τὴν ἄλλην θέσιν του. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι τὸ ταχυδρομεῖον Λεονταρίου εἶναι κεντρικόν, διότι δι’ αὐτοῦ διέρχονται τὰ ταχυδρομεῖα Δυρραχίου, Ἀκόβου, Λαγκανίκου κλπ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τῶν δύο εἰρημένων δήμων, ἵνα μὴ πιστευθῇ, ὅτι παρὰ τῇ Κυβερνήσει ὑπάρχει πνεῦμα καταδιωκτικὸν κατὰ τοῦ τόπου ἐκείνου. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ δῆμοι Λυκοσούρας καὶ Φαλαισίας ἀποτελοῦσι τὰ ὀκτὼ δέκατα τῆς ὅλης ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως. Δὲν θέλω νὰ σχετίσω τὸ ζήτημα μὲ τὴν ἀστυνομίαν Φαλαισίας, ὅπου, καίτοι ἕνεκα τῆς ἀθρόας μεταναστεύσεως ὁ πληθυσμὸς τῶν κατοίκων σπουδαίως ἠλαττώθη, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη πολλῶν ἀστυφυλάκων, ἔχομεν εἴκοσιν ἀστυφύλακας. Ἔχομεν ἀνάγκην ταχυδρομείου καὶ τηλεγραφείου, τὰ ὁποῖα ἀδίκως καταργοῦνται· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν ἀστυφυλάκων· τοὺς περισσεύοντας ἀποστείλατε εἰς τὸν Πύργον, τὸν Βόλον, τὴν Σῦρον, τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς ἄλλα κέντρα, ὅπου δὲν ἔχουσιν ἐπαρκεῖς ἀστυφύλακας.
§15Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. συμπολίτου μου περὶ τῶν καταργηθέντων τηλεγραφείων Ἴσαρι καὶ Λεονταρίου, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, προέβην μάλιστα ἰδικιτέρως εἰς πολλὰς παραστάσεις παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἀλλ’ αὕτη μοὶ παρέστησεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν διατήρησιν τηλεγραφείων εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, ἀφοῦ συνέστησε τηλεφωνεῖα, τὰ ὁποῖα ἐκπληροῦσι πληρέστατα τὸν σκοπὸν τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν μερῶν ἐκείνων. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. συνάδελφος ὑπέβαλε κατὰ τῶν ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας ἀστυφυλάκων, εἶμαι ἠναγκασμένος μετὰ λύπης μου νὰ τῷ ἀπαντήσω, ὅτι τὰ παράπονα ταῦτα δὲν εἶναι δίκαια οὔτε ἀκριβῆ.
§16Α. ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§17Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένετε ν’ ἀκούσητε πρῶτον, καὶ θὰ ἴδωμεν, ἂν θὰ δυνηθῆτε νὰ μοὶ ἀπαντήσητε.
§18Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν.
§19Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἴπετε. Τὰ παράπονα τοῦ κ. συναδέλφου δὲν ἔχουσιν ὑπόστασιν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ταῦτα προκαλοῦσι λόγοι ἄλλοι, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι, οὓς ἐκθέτει εἰς τὴν Βουλήν.
§20Α. ΖΕΡΒΑΣ. Νὰ εἴπητε τοὺς λόγους.
§21Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἔχετε μικρὰν ὑπομονήν; Μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ὑποθέτω τοῦτο, διότι ἀστυφύλακες ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας μοὶ παρεπονέθησαν, ὅτι ὁ κ. συνάδελφός μου εἶχε παρ’ αὐτῶν ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτοὺς (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ στενοχωρεῖσθε!
§22Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατεδέχθητε ἀπὸ ἕνα ἀστυφύλακα νὰ λαμβάνητε πληροφορίας περὶ τοῦ κυρίου συναδέλφου σας!
§23Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡσυχάσατε. Ὅταν ὁμιλῆτε ὑμεῖς καὶ περὶ τῶν εὐτελεστέρων ζητημάτων, ἐγὼ σιωπῶ καὶ σᾶς ἀκούω.
§24Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνέβη ὅμως ποτὲ νὰ ὁμιλήσω οὕτω περὶ συναδέλφου.
§25Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφός μου δὲν εἶχε δίκαιον νὰ παραπονῆται κατὰ τῶν ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας ἀστυφυλάκων, ἐκτὸς ἐὰν οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὰ παράπονα αὐτά, ἦναι ἐκεῖνοι, οὕς τινες τῶν ἀστυφυλάκων μοὶ ἐξέθηκαν, — καὶ τὸ λέγω μετὰ λύπης, — ὅτι δηλαδὴ ὁ κ. συνάδελφος εἶχεν ἀξιώσεις, ὅπως οἱ ἀστυφύλακες αὐτοὶ ἐκπληρῶσι χρέη ἄλλα, παρὰ ἐκεῖνα, ἅτινα οἱ νόμοι τῆς πατρίδος τοῖς ἐπιβάλλουσιν. Εἷς τῶν ἀστυφυλάκων ἐκείνων μάλιστα μοὶ ἀπέστειλε τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν, ἀπευθυνομένην πρὸς αὐτὸν, ἥτις, παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι ἐπικυροῖ ὅσα οἱ ἀστυφύλακες μοὶ παρέστησαν. Θὰ ἀπασχολήσω δι’ αὐτῆς τὴν Βουλὴν ἐπί τινα λεπτὰ (ἀναγινώσκει). «Φίλτατε Ἀριστείδη. «Πρὸ πολλοῦ χρόνου γνωρίζεις οἵαν πρὸς σὲ τρέφω συμπάθειαν καὶ ἀγάπην...»
§26ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἐρωτικὴ ἐπιστολή!
§27Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. «... Γνωρίζεις δὲ πόσον σὲ ἀγαπῶ ἐγώ. Οὐδεὶς ἐκ τῶν πολιτευομένων τῆς ἐπαρχίας, οὐδεὶς δὲ ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας ἔχει φίλους ἐκ τῶν ἄλλων δήμων, οὐδεὶς δὲ, οὔτε ὁ Πετρόπουλος οὔτε ἄλλος τις, οὔτε δύναται νὰ κάμῃ τοιούτους. Ὥστε πᾶσα ὑπεράσπισις αὐτῶν καὶ πᾶσα προσπάθεια εἶναι ματαιοπονία, ἐνῷ πᾶσα τοιαύτη ἀπόπειρα βλάπτει ἐμὲ ἀποτελεσματικῶς. Φρόντισε λοιπὸν νὰ συνεννοῆσαι ἀποκλειστικῶς, νὰ μὴ πιέζῃς γενικῶς τὸν λαὸν, νὰ ἐμπνεύσῃς δὲ καὶ κυκλοφορήσῃς τὴν ἰδέαν εἰς τὸν λαὸν ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς μου· νὰ προσπαθήσῃς ν’ ἀνακαλύψῃς, τίνες ἐκ τῶν αὐτόθι κατοίκων εἰσὶ φίλοι ἐμοῦ καὶ τίνες φίλοι ἄλλων, καὶ νὰ ἔχω ἀπάντησίν σου. Σοῦ συνιστῶ δὲ, ἐν μὲν τῷ χωρίῳ Γαρδικίῳ τὸν Γερο–Κωνσταντῖνον Λαδᾶν, τὸν υἱόν του Ἰωάννην, τὸν διδάσκαλον Παπαδόπουλον κλπ. Προσπάθησε δὲ νὰ περιποιηθῇς τὸν Ἠλίαν Φρήμαν, ὅστις δὲν εἶναι φίλος μου, ἀλλὰ νὰ μοῦ γράψῃς πῶς σκέπτεται καὶ τί φρονήματα ἔχει. Εἰς δὲ τὸ χωρίον Ἀνεμοδούριον σοῦ συνιστῶ τὸν Νικόλαον Κουκουβὲν καὶ λοιποὺς Κουκουβαίους, ἐν δὲ τῷ χωρίῳ Ζαΐμῃ τὸν Δῆμον Σταυρόπουλον καὶ λοιποὺς Σταυροπουλαίους. Πάντας τούτους πλησιάζεις, περιποιεῖσαι καὶ μοῦ γράφεις. Πρὸς δὲ νὰ ἀγαπᾷς τὸν δήμαρχον Φαλαισίας Μπέχλον καὶ τὸν Δημήτριον Ἔρωτα. Σὲ φιλῶ ἐγκαρδίως, ἀναμένων ἐπιστολήν σου. Ὑμέτερος Ἀθ. Ζέρβας.» Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἀστυφύλακα Κοκώνην, καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου. Τώρα τίς ἐξ ἡμῶν τῶν δύο ἔχει ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ τὸ δίκαιον, καὶ τίς εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή.
§28ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγώ, εἶναι γνωστὸν καὶ ἐκ τοῦ ἰδιωτικοῦ μου βίου καὶ ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ, ἂν κατέρχωμαι εἰς μικρολογίας. Ἀλλὰ καὶ ὡς Βουλευτὴς οὐδέποτε κατεδέχθην νὰ κατέλθω εἰς μικρολογίας καὶ εἰς ἐκεῖνα, εἰς ἃ κατατρίβεται ὁ κ. συμπολίτης μου, ὅστις ἐξηπάτησεν ἕνα ἀστυφύλακα, ἵνα λάβῃ παρ’ αὐτοῦ ἐπιστολήν, ἐν ᾗ ἐνουθέτουν αὐτόν. Ὁ ἀστυφύλαξ, τὸν ὁποῖον ἐτοποθέτησεν αὐτὸς ἐκεῖ, εἶναι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως καὶ ἐκ τοῦ δήμου Λυκοσούρας, εἶναι δὲ συγγενὴς τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ ὑπάρχουσι κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαι. Προκειμένου δὲ περὶ τοιούτων ἀστυφυλάκων, συνδεομένων διὰ συγγενείας πρὸς πολιτευόμενα πρόσωπα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ σταθμῷ Γαρδικίου, ὡς ἀναφέρει καὶ ὁ οἰκεῖος ἀστυνόμος. Ἀλλ’ εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἄνανδρον νὰ παραβιάζῃ τις τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν, καὶ νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς....
§29Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἀπορρήτου.
§30Α. ΖΕΡΒΑΣ. .. Καὶ ὁ πράττων τοῦτο εἶναι ἀνάξιος νὰ φέρῃ τὸ ἀξίωμα καὶ νὰ ἐνασκῇ τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἀχρεία.
§31Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χαρακτηρίζετε τὴν πρᾶξιν οὐχὶ ὡς πρέπει. Πρόκειται περὶ ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέστειλεν ὁ ἀστυφύλαξ Κοκώνης.
§32ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς ἔχετε ἤδη τρυφερὰς σχέσεις μὲ τὸν Κοκώνην; (θόρυβος).
§33Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ὡμίλουν ἄλλοτε περὶ καταργήσεως τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ Γαρδικίου, καὶ νῦν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὑστέρων, πόσον εἶχον δίκαιον, διότι ὁ σταθμὸς ἐκεῖνος εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύει ἢ μόνον, ὅπως πιέζηται ὁ λαός. Πρὶν ἢ οἱ κάτοικοι Γαρδικίου καταγγείλωσι τὸν ἀστυφύλακα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὡς καταγόμενον ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως, ἔπρεπε νὰ νουθετήσω αὐτὸν πρὸς νόμιμον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Κατόπιν οἱ κάτοικοι Γαρδικίου δι’ ἀναφορᾶς των κατήγγειλαν, ὅτι ὁ ἀστυφύλαξ ἐκεῖνος κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας, καὶ ὅτι ἔδει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν, ὑπάρχει δὲ καὶ ἀναφορὰ τοῦ ἀστυνόμου Φαλαισίας, ὑπ’ ἀριθ. 419 τῆς 11 Ἀπριλίου 1904, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ εἰρημένος ἀστυφύλαξ ἐκωλύετο εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας· ἀλλὰ συνέπεια τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἦτο ἡ ἐκτόπισις ἐκεῖθεν τοῦ ἀστυνόμου καὶ οὐχὶ τοῦ ἀστυφύλακος. Τὴν 6 Ἀπριλίου, κύριε Πρόεδρε, προκειμένου νὰ δικασθῶσιν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον διάφοροι ὑποθέσεις, ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ διευθύνων τὴν ἐκεῖ ἀστυνομίαν καὶ ἐκτελῶν χρέη δημοσίου κατηγόρου, ἐκάλεσε διὰ κλήσεών του πολλοὺς τῶν κατοίκων, ὅπως δικασθῶσιν, ἀλλ’ ὁ κύριος δημόσιος κατήγορος δὲν ἐνεφανίσθη, καὶ οὕτως εἰς μάτην μετέβησαν ἀπὸ ἀποστάσεως ἓξ ὡρῶν κατηγορούμενοι καὶ μάρτυρες. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ, διατὶ δὲν μετέβη ὁ δημόσιος κατήγορος, καὶ τιμωρήσῃ αὐτόν, καθιστῶν συγχρόνως τοῦτον ὑπεύθυνον διὰ πᾶσαν τυχὸν ἐπανάληψιν τοιαύτης πράξεως εἰς τὸ μέλλον. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα διαπράττει ἡ ἀστυνομία εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ δι’ ἐκθέσεώς της γνωμοδοτεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ δι’ ἐκτάκτους δαπάνας ἑκάστου τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἰς βάρος τῆς παρελθούσης ἐκτάκτου Συνόδου δραχ. 1500. Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 177). Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§35Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, κύριε Πρόεδρε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τοὺς μῆνας Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον τοῦ ἔτους 1904, ἴσης πρὸς δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 καὶ τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς αὐτῆς χρήσεως ζητουμένων πιστώσεων, καὶ περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς ἰδίας χρήσεως.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὰ ἄλλα νομοσχέδια κατετέθη ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§39Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν διενεμήθη.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις κατετέθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐτυπώθη, καὶ εἶπον νὰ διανεμηθῇ. Δὲν γνωρίζω, ἂν διενεμήθη. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ὑποβολὴ τῆς ἐκθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν, διότι καὶ πρὶν διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν αἱ πιστώσεις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Αὐτὸ ἐπεκράτησε μέχρι τοῦδε.
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῆς ἐκθέσεως πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων ἔχει μικρὰν σημασίαν, καὶ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν· ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τάξεως τῆς Βουλῆς ἡ ἔλλειψις τῆς διανομῆς ἀποδεικνύει ἔλλειψιν τάξεως.
§42Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ γίνεται πάντοτε.
§43Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διενεμήθη, κύριε Πρόεδρε· ἐγὼ ἔλαβον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐκθέσεις ἐτυπώθησαν· ἐὰν μέχρι τῆς ὥρας δὲν διενεμήθησαν, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν κωλύει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΨΟΖʹ τοῦ ἔτους 1900 ὁρισθείσης δαπάνης διὰ τὴν συμπλήρωσιν καὶ ἀποπεράτωσιν τοῦ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως Πύργου τοῦ δήμου Λετρίνων ἀπὸ δραχμῶν 150,000 εἰς δραχ. 158,800, καὶ περὶ χορηγίας πρὸς ἀποπληρωμὴν τῆς δαπάνης ταύτης ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 ἐκ δραχμῶν 12,111». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὑπὸ ἔποψιν οὐσιαστικὴν, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸν δῆμον Λετρίνων ὑπὲρ ἔργου, ὅπερ καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ὁ δῆμος οὗτος ἔχει ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας.
§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι.
§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ ὑποβάλητε κατάλογον τῶν πιστώσεων ὅλων τῶν δήμων, τὰς ὁποίας οὗτοι ἔχουσιν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐὰν ᾖναι ἕτοιμος, διότι καὶ ἄλλοτε τὸν εἶχον ζητήσει.
§48Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§49Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι τὸ κεφάλαιον 44 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐνταῦθα, περιλαμβάνει τὴν πίστωσιν πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τοὺς δήμους τῶν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὀφειλομένων εἰς αὐτοὺς ποσῶν.
§50Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰδικὸν κεφάλαιον διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων ἐκ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας· ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης ἀποδόσεως, πρόκειται περὶ πιστώσεως, καὶ διὰ τοῦτο προστίθεται νέα πίστωσις.
§51Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί;
§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἶναι ἔκτακτος πίστωσις.
§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς πιστώσεως τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου ἐκ τῶν ὀφειλομένων παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν δῆμον Λετρίνων ἐκ καταβολῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας.
§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται πίστωσις ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ περὶ ἀποδόσεως εἰς τοὺς δήμους τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτοὺς παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ καταβολῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἐκεῖνο ἀφορᾷ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν· τώρα χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον Πύργου, ἡ ὁποία, ὡς ἔκτακτος, ἀναγράφεται ὑπὸ νέον κεφάλαιον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§55Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλητε κατάστασιν τῶν ὀφειλομένων παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δήμους ἐκ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας;
§56Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἐζήτησα καὶ ἐγώ.
§57Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ὑποβάλω τοιαύτην κατάστασιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1903;
§60Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι συνετελέσθη τὸ ἔργον κατὰ τὸ 1903.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε ἀνεγνωρίσθη ἡ πίστωσις;
§62Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἐξεκαθαρίσθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 ἐκ δραχ. 44,064.11.
§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τοῦ ὅλου τῶν δαπανηθέντων διὰ τὴν ἀνέγερσιν καὶ ἐπισκευὴν ναῶν ἐν Θεσσαλίᾳ· δηλαδὴ πόσον ποσὸν ἐδαπανήθη ἐκ τῶν διαφόρων πιστώσεων τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν, καὶ εἰς τίνα χωρία ἢ πόλεις τῆς Θεσσαλίας ἐγένετο ἀνέγερσις ἢ ἐπισκευὴ ναῶν.
§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν αἴτησίν σας θὰ μεταδώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπουσιάζοντα ταύτην τὴν στιγμήν.
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω παρακαλέσει καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παράκλησίν μου, ὅπως ὑποβληθῇ κατάλογος τοιοῦτος.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 ἐκ δραχμῶν 36,862.» (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§69Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δύναται προχείρως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ ποῖον κεφάλαιον καὶ ποῖον ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 σημειοῖ τοιοῦτον ποσὸν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀγορᾶς τῶν μηχανῶν, ὡς λέγεται ἐν τῇ ἐκθέσει.
§70Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.
§71Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι πίστωσις, λέγει ἡ ἔκθεσις, τοῦ 1902, ἀλλὰ μέρος μὲν τοῦ ἔργου ἐξετελέσθη κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1902, τὸ ὅλον δὲ αὐτοῦ συνετελέσθη τὸν Νοέμβριον τοῦ 1903, ὅτε εἶχε λήξει ἡ χρῆσις τοῦ 1902. Ἀλλὰ ἠρεύνησα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω ἐν αὐτῷ τὴν πίστωσιν διὰ τὰ μηχανήματα ταῦτα.
§72Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θὰ ἔχητε σημείωσιν τοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902.
§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀγορὰ τῶν μηχανημάτων ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεως τοῦ 1902, ἐξετελέσθη δὲ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἔργον, ἢ μᾶλλον τὸ παραμεῖναν ἐλάχιστον ἀνεκτέλεστον, ἐντὸς τοῦ ἔτους 1903, ἤτοι τὸν Νοέμβριον τοῦ 1903, ὅτε εἶχε λήξει ἡ χρῆσις τοῦ 1902, ἀλλὰ πάντοτε εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Πρόκειται περὶ πληρωμῆς ἀναφερομένης εἰς κεκλεισμένην χρῆσιν, οἵα εἶναι ἡ χρῆσις τοῦ 1902· αἱ πληρωμαὶ αἱ ἀναφερόμεναι εἰς κεκλεισμένας χρήσεις ἔχουσιν ἰδιαίτερον κεφάλαιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸ κεφάλαιον δὲ τοῦτο ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι κανονικὴ πληρωμὴ τῆς πιστώσεως ταύτης ἤθελεν εἶσθαι ἡ διὰ τοῦ κεφαλαίου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, καὶ οὐχὶ διὰ πιστώσεως βαρυνούσης τὴν χρῆσιν τοῦ 1903. Τοῦτο εἶναι τὸ κανονικόν.
§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κανονικώτερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ γείνῃ διάκρισις· ἡ πίστωσις νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο μέρη, καὶ τὸ μὲν ἀναγόμενον εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν μηχανημάτων, τὴν γενομένην κατὰ τὸ 1902, νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ, τὸ δὲ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, τὴν συντελεσθεῖσαν κατὰ τὸ 1903, νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τούτου.
§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προτείνων τὴν διαίρεσιν ταύτην, διότι ἡ ἐργασία καὶ κατὰ τὸ 1903 ἐξετελέσθη ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεως ἀναγραφομένης εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Διότι συνετελέσθη μὲν ὁλόκληρος ἡ ἐργασία κατὰ τὸ 1903, ἀλλ’ ἔκλεισεν ἡ χρῆσις κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1902, ὅτε συντελέσθη. Αἱ πληρωμαὶ ὅμως τῶν ὑπολειπομένων ποσῶν διὰ τὴν ἐκτελεσθεῖσαν κατὰ τὸ 1903 ἐργασίαν ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεως ὑπαρχούσης. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταφέρωμεν τὴν πίστωσιν ταύτην, διότι δὲν ἔχομεν ἀπολογισμούς, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως εἶναι πίστωσις ἀναφερομένη εἰς κεκλεισμένην χρῆσιν. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ πίστωσις εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1903, διότι καὶ ἐντὸς τοῦ 1903 ἡ ἐργασία ἐξετελεῖτο εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1902· ἑπομένως τὸ κανονικὸν θὰ ἦτο νὰ συμπληρωθῇ ἡ πληρωμὴ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1902, θὰ ἦτο δὲ εὔκολον, καὶ ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς καὶ ταῖς λεπτομερείαις τῶν λογαριασμῶν νὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐξετελέσθη ἡ ἐργασία κατὰ τὸ 1903.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ἡ κανονικότης παρουσιάζεται ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Ἐνταῦθα, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐγένετο ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου ἐντὸς τοῦ 1903. Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὴν πίστωσιν, ὡς εἶπον, καὶ τὸ μὲν μέρος αὐτῆς τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν μηχανημάτων νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, ὅτε ἐγένετο αὕτη, τὸ δὲ ἕτερον μέρος, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀποπληρωμὴν διὰ τὸ συντελεσθὲν κατὰ τὸ 1903 μέρος τοῦ ἔργου, νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903.
§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται ὅτι ἀγνοεῖ τὸ εἶδος τῆς δαπάνης.
§78Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν τὸ ἀγνοῶ.
§79Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι πρόκειται περὶ πληρωμῆς μηχανημάτων παραγγελθέντων ἐντὸς τοῦ 1902· πρόκειται ἑπομένως νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πληρωμὴ αὐτῶν.
§80Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύο γνῶμαι ὑπεστηρίχθησαν ἀντίθετοι, καὶ νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπαναλαμβάνεται πολλάκις τὸ αὐτὸ ζήτημα, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ σαφέστερον τὴν γνώμην της ἐπὶ τούτου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης ἰσχυρίζεται, ὅτι, ἐπειδὴ ἅπαξ ἀνεγράφη πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, εἶναι ἀδιάφορον νὰ ἐξετασθῇ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1902, διότι πάντοτε ἀναφέρεται εἰς τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη πίστωσις διὰ τὸ ἔργον.
§81Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἰσχυρίσθην αὐτό· ἐξετελέσθη ἡ ἐργασία ἐντὸς τοῦ 1903, καὶ ἐπληρώθη ἓν μέρος αὐτῆς ἐντὸς τοῦ 1903 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1902, ὑπολείπεται δὲ νὰ πληρωθῇ ποσόν τι· ἰσχυρίσθην δὲ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ χορηγηθῇ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1902.
§82Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι ἀνεγράφη πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902· ἐζήτησα νὰ σημειωθῇ τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ πίστωσις αὕτη, διότι ἐγὼ, καίτοι ἐζήτησα, δὲν ἠδυνήθην νὰ τὴν ἀνεύρω. Μέρος τοῦ ἔργου ἐξετελέσθη κατὰ τὸ 1902, ἀλλὰ τὸ μέρος, περὶ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ πίστωσις, κατεσκευάσθη μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς χρήσεως τοῦ 1902, δηλαδὴ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1903. Ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1902 ἔληξε τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1903. Πῶς θὰ πληρωθῇ ἡ δαπάνη τοῦ ἔργου αὐτοῦ; Θὰ πληρωθῇ ὡς δαπάνη ἀνήκουσα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, εἰς τοῦ ὁποίου τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνεγράφη ἡ πίστωσις, ἢ θ’ ἀναγραφῇ εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, διότι ἐξετελέσθη κατὰ τὸ 1903. Αὐτὴ εἶναι ἡ διχογνωμία.
§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἕκαστον ἔργον, καθ’ ὃ ἐπετράπη ἔτος, εἰς τοῦ ἔτους αὐτοῦ τὴν χρῆσιν καὶ ἀνήκει, ἂν καὶ καθ’ ὅσον ἐξετελέσθη ἐντὸς αὐτῆς· ἄλλως ὄχι. Τώρα συνεννοηθῆτε ὡς πρὸς τὰ πραγματικὰ γεγονότα.
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ ἐκτελούμεναι ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ ἔτους βαρύνουσι τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐκτελοῦνται. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ δαπάνης, ἡ ὁποία ἐξετελέσθη κατὰ τὸ 1902 διὰ τῆς παραγγελίας τῶν μηχανημάτων, βαρύνει ἑπομένως τὴν χρῆσιν τοῦ 1902. Ἐὰν πρόκηται περὶ πληρωμῆς τῶν μηχανημάτων τῶν παραγγελθέντων ὁριστικῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως κατὰ τὸ 1902, παραληφθέντων δὲ ἐντὸς τῶν 10 μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902, τῶν τελευταίων, ἡ ἀξία τῶν μηχανημάτων βαρύνει τὸ 1902. Ἐὰν τὰ μηχανήματα ταῦτα ἔφθασαν τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1902, ἐντὸς τοῦ 1903, δὲν μεταβάλλει χρῆσιν ἡ πίστωσις αὕτη. Διὰ νὰ λείψῃ δὲ πᾶσα παρερμηνεία, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν, πότε παρηγγέλθησαν τὰ μηχανήματα ταῦτα, καὶ πότε ἐγένετο ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ τῶν μηχανημάτων αὐτῶν καὶ τῆς γενομένης ἐργασίας, καὶ πόσον ποσὸν ἀπαιτεῖται πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀξίας τῶν μηχανημάτων καὶ πόσον πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐργασίας.
§86ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ μηχανήματα ταῦτα παρηγγέλθησαν κατὰ τὸ 1902. Λυποῦμαι ὅτι δὲν παρηγγέλθησαν κατὰ τὸ 1904, διότι θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ἐὰν παρήγγελλον ἐγὼ τοιαῦτα μηχανήματα, τὰ ὁποῖα καὶ τέλεια εἶναι καὶ μεγίστην οἰκονομίαν ἐπήνεγκον. Ἡ ἐργασία συνετελέσθη κατὰ τὸ 1903. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι εἰς τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1902, ἀναφέρεται, ὅτι ἡ πληρωμὴ θὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν μηχανημάτων.
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς πληρωμὴν τῶν μηχανημάτων τούτων ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1902.
§88Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ θέμα, ἐὰν μία παραγγελία δύναται νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο. Ἐπαναλαμβάνω, ὄχι· διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ πληρωμὴ δαπάνης γενομένης ἐντὸς τοῦ ἔτους τοῦ λήξαντος εἰς βάρος τῆς χρήσεως τῆς ληγούσης 10 μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους αὐτοῦ, ἐὰν ἡ ἐργασία ἐξετελέσθη ἐντὸς τοῦ ἔτους, δὲν ἐγένετο δὲ ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἡ πληρωμὴ ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀλλὰ κατὰ τοὺς δέκα μῆνας. Λοιπὸν ἐδῶ ἐγένετο ἡ παραγγελία κατὰ τὸ 1902, ἡ δ’ ἐργασία ἐτελείωσε κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1903.
§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τοιαύτη ἑρμηνεία οὐ μόνον παραδεκτὴ δὲν εἶναι, ἀλλ’ οὔτε καὶ δυνατή. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἑρμηνεία τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἡ ἑρμηνεία ὅτι, ὅταν ὁλικῶς ἐκτελεσθῇ ἡ παραγγελία, τότε ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος τὴν εὐθύνην τῆς πληρωμῆς αὐτῆς. Ὄχι. Ὅταν τὸ Κράτος παραγγέλλῃ ἐργασίαν τινὰ ἢ προμήθειαν, τὸ Κράτος καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἁρμόδιος, ὁ παραγγέλλων τὴν ἐργασίαν ἢ τὴν προμήθειαν ταύτην, παραγγέλλει αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης πιστώσεως. Ἀφοῦ δὲ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης πιστώσεως παρήγγειλε τὴν ἐργασίαν ταύτην τὸ Κράτος, ἀνεδέχθη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ τὴν δαπάνην· ἐὰν δὲ τὸ Κράτος τὴν δαπάνην ταύτην πληρώνῃ ἐντὸς προθεσμίας καὶ ὑπὸ ὅρον τινὰ, δὲν ἕπεται, ὅτι μεταβάλλεται ὁ χαρακτὴρ τῆς πιστώσεως, ὁ χαρακτὴρ τοῦ βάρους. Τὸ Κράτος ἀνεδέχθη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ τὰ μηχανήματα ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεως τοῦ 1902, ἀδιάφορον, ἂν ἔθεσε προθεσμίαν πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν. Τὸ ζήτημα τῆς παραδόσεως τῶν μηχανημάτων καὶ τῆς δοκιμῆς αὐτῶν εἶναι ζήτημα προθεσμίας καὶ ζήτημα ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ προμηθευτοῦ, δὲν εἶναι ὅμως ζήτημα πιστώσεως. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι, καίτοι παρελήφθησαν τὰ μηχανήματα, τὸ πλεῖστον τῶν μηχανημάτων, κατὰ τὸ 1903, ἐπληρώθη μέγα μέρος τῶν μηχανημάτων τούτων...
§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅλον.
§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπολείπεται καὶ ποσόν... Ἐπληρώθη, λέγω, εἰς βάρος οὐχὶ τοῦ 1903, διότι δὲν θεωρεῖται ἐκτελεσθεῖσα ἡ πρᾶξις ἐντὸς τοῦ 1903, ἀλλ’ ἐπληρώθη εἰς βάρος τοῦ 1902, διότι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου ἦτο εἰς βάρος τοῦ 1902. Πρόκειται λοιπὸν περὶ κεκλεισμένης χρήσεως, καὶ δὲν νομίζω πρέπον νὰ βιάζωμεν τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὸ Κράτος, αὐτὴ εἶναι τὸ βάρος, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐργασίας. Τὸ ἄλλο εἶναι προθεσμία.
§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης λησμονεῖ, ὅτι ἐξετέθη τὸ δημόσιον ἔργον εἰς δημοπρασίαν, ὑπεγράφη τὸ συμβόλαιον, δὲν προέλαβε δὲ ὁ ἐργολάβος νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον τοῦτο. Ἡ πίστωσις ἦτο κεχορηγημένη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ὅλαι αἱ παραγγελίαι, ὅλα τὰ συμβόλαια ἐθεωρήθησαν ὡς μὴ ἔχοντα καμμίαν ἰσχὺν, ἀφοῦ εἰσήλθομεν εἰς τὸ ἄλλο ἔτος. Ὁ κύριος Καραπᾶνος λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν ἀντίθετον γνώμην καὶ ἐπειδὴ πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου, ἐξακολουθῶ ἐπιμένων εἰς τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, καταλήγοντα εἰς τὰ αὐτὰ συμπεράσματα. Ἐγὼ, ὁμολογῶ, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἄλλην γνώμην· ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἂς ἀπορρίψῃ τὸ νομοσχέδιον.
§93Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἠξεύρω καὶ ἐγώ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903 ἐκ δραχ. 19,356».
§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐπὶ τούτου μίαν πληροφορίαν, κύριε Πρόεδρε. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί εἰσέπραξε καθαρὸν εἰσόδημα ὁ σιδηρόδρομος Βόλου–Λεχωνίων μέχρι Μηλεῶν κατὰ τὸ ἔτος 1903, καὶ πῶς ὑπελείφθη ποσὸν ἐκ δραχμῶν 72,356 πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ 5%, τὸ ὁποῖον ἐλλείπει· δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν σημείωσιν, τί εἰσεπράχθη, καὶ τί εἰσόδημα ἐκαθαρίσθη τοῦ σιδηροδρόμου Βόλου–Λεχωνίων μέχρι Μηλεῶν, διότι μοὶ φαίνεται ὑπερβολικὸν τὸ ποσόν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς τετάρτης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 25′. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσαγωγῆς καὶ χρήσεως τῆς σακχαρίνης καὶ ἄλλων τεχνητῶν γλυκαντικῶν οὐσιῶν».
§97Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις καὶ ἀρχίζει ἡ ἀνάγνωσις τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ ἡ αἴθουσα εἶναι κενή. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§99Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Ραδινοῦ καὶ Α. Βιτάλη, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 120. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ παρόντος νόμου», παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «καὶ αἵτινες καθορισθήσονται διὰ τῶν αὐτῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων». Ἀντὶ δὲ «πρὸς θεραπευτικὴν χρῆσιν» νὰ τεθῇ «πρὸς φαρμακευτικὴν χρῆσιν.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους πρὸς κατασκευὴν, εἰσαγωγὴν καὶ πώλησιν πυρίτιδος καὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν», ὡς ἐτροποποιήθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς πάντα μελετῶντα ἐν ταῖς λεπτομερείαις τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου γεννᾶται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος, παρουσιάζει καὶ θὰ παρουσιάσῃ πολλὰς καὶ ποικίλας δυσχερείας. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι, ὅσῳ μᾶλλον περιστέλλομεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, τόσῳ μᾶλλον περιορίζομεν τὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους, καὶ διευκολύνομεν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Μία περιστολὴ τῆς ἐργασίας ταύτης εἶναι καὶ ἡ μὴ συμπερίληψις τῆς κατασκευῆς τῶν σφαιριδίων ἐν τῷ μονοπωλίῳ. Τὰ σφαιρίδια δὲν ἔχουσι σχέσιν ἄμεσον μὲ τὰς ἐκρηκτικὰς ὕλας, συνδέονται δὲ πρὸς τὴν πυρίτιδα, μόνον ἐφ’ ὅσον μετ’ αὐτῆς χρησιμοποιοῦνται εἰς τὸ κυνήγιον· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὰ σφαιρίδια δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν, ὅπως ἀρχικῶς δὲν περιελήφθησαν ὁ βροντώδης ὑδράργυρος καὶ τὰ καψύλια, διότι τὸ Δημόσιον δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναδεχθῇ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ κατασκευὴ αὐτῶν, καὶ διότι ὑπάρχει ἐργοστάσιον παρασκευάζον αὐτά. Ἐὰν ἐπιτύχῃ τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀντικειμένων, τῶν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως συνδεομένων μετ’ αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τῶν σφαιριδίων.
§104Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐξῄρεσε τὰ σφαιρίδια· ἑπομένως ἀπορῶ, πῶς γίνεται πάλιν λόγος περὶ αὐτῶν.
§105Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πραγματικῶς ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἐξαιρεθῶσι τὰ σφαιρίδια, καὶ ἐγὼ εἶχον ἀποδεχθῆ προχείρως τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ κατόπιν ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τῶν σφαιριδίων, διότι ἡ κατασκευὴ τῶν σφαιριδίων δὲν παρουσιάζει ὅσας δυσχερείας παρουσιάζει ἡ κατασκευὴ ἑτέρων εἰδῶν, καὶ ἐπειδὴ εἶναι εὔκολος ἡ κατασκευή, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐκ τῶν σφαιριδίων πρόσοδον ἀπὸ τοῦ μονοπωλίου καὶ ἑπομένως τὸ σχετικὸν κέρδος ἀπὸ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§106Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου φρονῶ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν πρὸ τῆς λέξεως «πλήρη» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «κενὰ ἤ», διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἰσαγάγῃ τις ὅπλον, εἰς τὸ ὁποῖον χρειάζονται εἰδικὰ φυσίγγια, ἐκ τῶν ὁποίων πιθανὸν τὸ Κράτος νὰ μὴ εἰσάγῃ ἢ νὰ μὴ κατασκευάζῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ κενὰ φυσίγγια, ἵνα πληρώνωσι τὴν ἀναλογίαν, ἣν ὁρίζει τὸ ἄρθρον.
§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνταῦθα, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, πρόκειται περὶ μιᾶς ἐξαιρέσεως ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι, πληρώνοντες τέλος βαρύτατον, νὰ φέρωσιν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς πυρίτιδα καὶ φυσίγγια. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν πρόκειται νὰ φέρωσι φυσίγγια κενά, διότι τότε δὲν χρησιμεύουσι πρὸς τὸν σκοπόν, ὃν ἐπιδιώκουσιν. Ἐκ τούτου λοιπὸν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ λόγος περὶ κενῶν φυσιγγίων, ἀλλὰ μόνον περὶ πλήρων.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βοζίκης προτείνει νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς τρίτον καὶ τελευταῖον ἐδάφιον: «Ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ πυρίτιδος καὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν πρὸς χρῆσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας ἐπὶ πληρωμῇ τέλους ἴσου πρὸς τὸ διπλάσιον τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς αὐτῶν κατὰ τὰ ἔτη 1901–1903 καὶ τῆς τιμῆς, ἣν διὰ τὰς ὕλας ταύτας καὶ τὴν πυρίτιδα κανονίσει τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ παρόντος νόμου ἐκδοθησόμενον Β. Διάταγμα.»
§109ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Γίνονται πολλαὶ συζητήσεις περὶ τῆς ποιότητος τῆς πυρίτιδος τῆς χρησιμευούσης εἰς τὴν βιομηχανίαν, περὶ τῆς ποιότητος τῆς πυρίτιδος, ἡ ὁποία κατασκευάζεται νῦν, καὶ τῆς μελλούσης νὰ κατασκευασθῇ, καὶ γεννᾶται ὁ φόβος, μήπως δὲν θὰ δύνανται πάντοτε οἱ βιομήχανοι νὰ εὑρίσκωσι τὴν κατάλληλον πυρίτιδα διὰ τὰς ἐργασίας των, καὶ ζητεῖται νὰ ἐπιτραπῇ νὰ φέρωσιν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς πυρίτιδα ἐπὶ πληρωμῇ οὐχὶ τοῦ ἁπλοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ διπλοῦ τοιούτου, διὰ νὰ μὴ γίνηται καταδολίευσις. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ τροπολογία, νὰ διευκολύνηται ἡ βιομηχανία χωρὶς νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον.
§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ γένηται δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, διότι τό γε νῦν καὶ πρὸ ἐτῶν ἀκόμη πᾶσαι αἱ ἐκρηκτικαὶ ὗλαι καὶ ἡ πυρῖτις διὰ τὴν βιομηχανίαν κατασκευάζονται ἐνταῦθα. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος, ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑποπτεύωμεν, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν οἱ βιομήχανοι νὰ μὴ ἐξακολουθῶσιν ἐργαζόμενοι ἕνεκεν ἐλλείψεως καταλλήλου πυρίτιδος, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τοιαύτης πυρίτιδος.
§111ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ πληροφορίαι αἱ ἰδικαί μου εἶναι ἐκ Λαυρίου. Ἡ βιομηχανία αὕτη εὑρίσκεται συχνὰ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρῃ ἔξωθεν τὴν πυρίτιδα.
§112Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτε, ὄχι τώρα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου, προτείνοντος ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἐδαφ. αʹ νὰ προστεθῇ: «ἐκτὸς τῶν ἐν Δημητσάνῃ πυριτιδοποιείων».
§114Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅτι, ἂν δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅπως οἱ μπαρουτόμυλοι ἐργάζωνται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, τότε δὲν πιστεύω νὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ τὸ μονοπώλιον. Ἄλλως πολλαὶ καταχρήσεις δύνανται νὰ εἰσχωρήσωσιν, ὅταν ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς μύλους αὐτοὺς νὰ ἐργάζωνται ἀνεξαρτήτως τοῦ μονοπωλίου.
§115Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προβαλλόμενος λόγος δὲν εἶναι ἀποχρῶν, ὅπως μὴ γένηται δεκτὴ ἡ τροπολογία, ἵνα ἐξαιρεθῶσιν οἱ μύλοι Δημητσάνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἐπιτραπῇ νὰ ἐργάζωνται τὰ καταστήματα ταῦτα, τὰ ἐν Δημητσάνῃ, θὰ ἐργάζωνται ἄνευ ἐλέγχου τινὸς, καὶ δὲν θὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις πόσον ποσὸν καὶ ὁποίαν ποιότητα κατασκευάζουν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν συναινεῖ νὰ μένωσι τὰ ἀρχαῖα, οὕτως εἰπεῖν, ταῦτα κειμήλια τοῦ ἔθνους. Τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναται νὰ διορθωθῇ, ἂν ὁρισθῇ, ὅτι οἱ μύλοι αὐτοὶ θὰ λειτουργῶσιν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐπιτηρούμενοι ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας, εἴτε κατασκευάζοντες πυρίτιδα ὡρισμένου ποσοῦ καὶ ποιότητος, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς θέλει ἐξεύρει. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπόρριψιν τῆς τροπολογίας μου, διότι νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ σεβασθῶμεν τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὠφέλησαν τὴν πατρίδα κατὰ τὴν ἐπανάστασιν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βοζίκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ ἄρθρου, διότι θεωρῶ, ὅτι προσκρούει εἰς τοὺς κειμένους νόμους. Ἡ Βουλὴ, ὅταν ψηφίζῃ νόμον τοιοῦτον, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους θέτει τὸ Σύνταγμα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται περὶ καθαροῦ μονοπωλίου· ὡς πρὸς αὐτὸ, εἶναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καὶ τῆς ἀποζημιώσεως, δύο περιορισμοὶ ὑπάρχουσιν ἐκ τοῦ θεμελιώδους νόμου, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ τηρήσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ πρὸ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ σταματήσῃ ὁ εἷς εἶναι, ὅτι τὰ Δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια νὰ κανονίσωσι τὴν ἀποζημίωσιν· ὁ ἕτερος περιορισμὸς εἶναι, ὅτι ἀπαιτεῖται ἀποζημίωσις, καὶ ὅτι πρὸ τῆς παροχῆς τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία. Τὸ πρῶτον παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, παραδέχεται δηλ. ὅτι πρέπει ὁ ὁρισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ἐνῷ παραδέχεται, ὑποπίπτει εἰς ἄλλην παράβασιν, ὅτι δὲν ἀφίνει ἐλεύθερα τὰ Δικαστήρια νὰ κανονίσωσι τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ κανονίζει αὐτὸς ὁ νόμος κατὰ τίνας ἀρχὰς θὰ δοθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως δὲν περιλαμβάνει ἄλλο ἢ πραγματικὰ γεγονότα· ὁ κανονισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως δὲν εἶναι ἢ προσδιορισμὸς αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτιμήσεως πραγματικῶν γεγονότων, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος. Ἐπὶ τοιούτων λοιπὸν, ἅτινα εἶναι καθαρῶς καὶ ἀπολύτως τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Δικαστηρίων, δὲν δύναται ὁ νόμος νὰ θέσῃ κανόνας, περιορίζοντας τοὺς δικαστὰς, τί πρέπει νὰ πράττωσιν εἰς τὰς εἰδικὰς περιστάσεις, ἃς ὁ νόμος προβλέπει. Τοῦτο ὅμως πράττει καὶ τὸ πράττει πολλαχῶς, τὸ πράττει λέγων, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Δικαστήριον τὴν καθαρὰν πρόσοδον τεσσάρων ἐτῶν ὡρισμένων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσόδου αὐτῶν τῶν τεσσάρων ἐτῶν νὰ κανονίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν. Δὲν ἀρκεῖ δὲ αὐτὸ, ἀλλὰ προβαίνει ἔτι περαιτέρω, καὶ ὁρίζει ὅτι ὄχι ἡ καθαρὰ πρόσοδος, ἀλλὰ τὸ διανεμηθὲν κέρδος τοῖς μετόχοις, αὐτὸ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Δικαστήριον εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Τρίτον, ὅτι πρέπει νὰ κεφαλαιώσῃ τὴν καθαρὰν ταύτην πρόσοδον ἐπὶ τῇ βάσει τόκου 8%. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι μᾶλλον πραγματικὰ γεγονότα, ὧν ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ ἐκτίμησις πρέπει ν’ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν κρίσιν τῶν Δικαστηρίων, ὅταν διαφωνήσῃ τὸ Δημόσιον πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν καταστημάτων, καὶ προσφύγουν ὁ εἷς ἢ ὁ ἕτερος εἰς τὰ Δικαστήρια. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἀντιταχθῇ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν τῶν κανόνων, οὓς ἤδη θέτει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἀπαιτεῖ προηγουμένην ἀποζημίωσιν δι’ ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία, οὐδένα περιορισμὸν ἀναφέρει, καὶ ὅτι τὴν ἀποζημίωσιν εἶναι ἐλεύθερα τὰ Δικαστήρια νὰ ὁρίσουν ὡς πραγματικὸν γεγονὸς, οὐχὶ δὲ νὰ ὁδηγῶνται ἀπὸ τὸν νόμον, ὁ νόμος οὗτος δύναται νὰ μὴ κριθῇ ἰσχυρὸς κατὰ τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ προηγούμενα, ἀλλὰ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ κατισχύσωσι θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Πολλὰς πραγματικῶς ἀπαντᾷ τις εἰς νόμους κειμένους διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ κανονίσουν τὴν ἐνέργειαν τοῦ δικαστοῦ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν, ἀλλ’ αὐταὶ, ὅσον καὶ ἂν ἐφηρμόσθησαν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς νομίμως κείμεναι, ὡς ἰσχυραὶ, καὶ ἄτοπον νὰ θέλωμεν νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτὰς εἰς μεταγενεστέρους νόμους. Πραγματικῶς ὑπάρχει νόμος τῆς ὁδοποιίας, ὅστις ὁρίζει, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τόκου 5% γίνεται ἡ κεφαλαίωσις τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀνάμιξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστῶν. Ὁ δικαστὴς πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλεύθερος νὰ ὁρίσῃ ποία ἡ πραγματικὴ καὶ δικαία ἀποζημίωσις, διότι αὐτὴν ἐνόησε τὸ Σύνταγμα νὰ λαμβάνῃ ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἀπαλλοτριοῦται τὸ κτῆμα διὰ δημοσίαν ἀνάγκην. Ὁ νόμος ἐπεμβαίνει μόνον, κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Ἀλλὰ τὴν ἀποζημίωσιν πῶς τὴν γινώσκει σήμερον ὁ νόμος ὁ ψηφιζόμενος, ποία θὰ ᾖναι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀφοῦ αἱ τιμαὶ τῶν πραγμάτων καθ’ ἑκάστην αὐξομειοῦνται, αὐξομειοῦται δὲ καὶ ἡ τιμὴ τῶν χρημάτων, δηλ. ὁ τόκος; Ὁ προσδιορισμὸς αὐτῶν θὰ ἀφεθῇ ἀναγκαίως εἰς τὴν ἀπεριόριστον ἐξουσίαν τῶν δικαστῶν. Ἐπίσης ἑτέρα διάταξις, συχνάκις ἀπαντῶσα ἐν τοῖς νόμοις, εἶναι ἡ ὁρίζουσα, ὅτι ἡ ὀφειλομένη ἀποζημίωσις εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ πρᾶγμα πρὸ τοῦ νόμου περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Ὑποθέτω, ὅτι γίνεται σήμερον νόμος, ὅστις ἀπαλλοτριοῖ ἓν κτῆμα· δίκαιον εἶναι νὰ εἴπῃ, ὅτι δικαίωμα ἔχετε νὰ λάβητε τὴν τιμήν, ἣν εἶχε τὸ κτῆμα πρὸ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, πλὴν δὲν ἀποζημιοῦσθε ἀμέσως. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως μεταβολαὶ ἐπελθοῦσαι εἰς τὴν τιμὴν τοῦ πράγματος δύνανται νὰ δώσωσι μεγαλειτέραν ἀξίαν εἰς τὸ κτῆμα, καὶ ἔρχεται μετὰ ἔτη, μετὰ 5 ἢ 10 ἔτη, καθ’ ἃ ἔμεινε τὸ κτῆμα ἄχρηστον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀπαλλοτριουμένου, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι δὲν δικαιοῦσθε εἰς τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον, ἀλλὰ τὴν πρὸ 5 ἢ 10 ἐτῶν, καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ λάβητε. Εἶναι δικαία ἀποζημίωσις αὕτη; Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ νόμος νὰ ὑποχρεοῖ τὸν δικαστὴν, αὐτὴν τὴν ἀποζημίωσιν νὰ δίδῃ, καὶ οὐχὶ τὴν πραγματικήν; Παραπλήσια εἶναι καὶ τὰ γινόμενα σήμερον διὰ τοῦ ἄρθρου 2. Ταῦτα καθιστᾷ ἀδικώτερα ἡ ἀμέλεια τοῦ Κράτους, ὅπως ἀποζημιοῖ εὐθὺς ἀμέσως, ὅταν ἀπαλλοτριοῖ. Οὕτω τὰ κτήματα δὲν δικαιοῦνται μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν νὰ καρπῶνται οἱ ἰδιοκτῆται ἕως τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ τὰ καταλάβῃ τὸ Δημόσιον, ὅτε πάλιν δὲν θὰ καταβάλῃ αὐτοῖς τὴν σημερινήν των τιμήν, ἀλλὰ τὴν πρὸ 10 ἐτῶν. Τοιαύτας διατάξεις πιθανὸν νὰ μὴ εὕρουν τὰ Δικαστήρια συμφώνους πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον, καὶ καλὸν εἶναι, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ καλλίτερον τὸ πρᾶγμα, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ καταστήσῃ τὰς διατάξεις συμφωνοτέρας πρὸς τὸ Σύνταγμα. Τουλάχιστον ἂς παραπέμψῃ εἰς τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας...
§118Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖ παραπέμπει τὸ ἄρθρον 3.
§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. τοῦ 1867, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ᾼΧΜΒʹ τοῦ 1888, καὶ ν’ ἀφήσητε τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα, ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἀπαριθμοῦνται, ν’ ἀπαλειφθῶσι. Δύναται βεβαίως νὰ ὑποχρεωθῇ καὶ διὰ τοῦ νόμου ὁ ζητῶν τὴν ἀποζημίωσιν ἰδιοκτήτης νὰ ὑποβάλῃ καταστάσεις περὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου κτήματος, ἀλλ’ αὐτὸ δύναται νὰ τὸ διατάξῃ καὶ τὸ Δικαστήριον, καὶ βεβαίως τὸ Δικαστήριον, τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον θὰ πράξῃ, εἶναι νὰ παραγγείλῃ τοὺς ζητοῦντας ἀποζημίωσιν νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἀποδείξεις, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον ἀπαλλοτριοῦται, εἶναι τόση, ὅσην αὐτοὶ ἀξιοῦσιν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονισθῶσιν αὐτὰ σήμερον, διότι ἐπιτροχάδην ψηφίζεται νομοθέτημα σπουδαῖον. Πρῶτον δὲν ὑπάρχει γενικὸς νόμος περὶ ἀπαλλοτριώσεως κινητῶν παρ’ ἡμῖν. Τὸ μόνον, ὅπερ ἐκανονίσθη, εἶναι ἡ εἰσφορὰ ἐν καιρῷ πολέμου ἢ καταναγκαστικὴ, ὅτε ἀφαιρεῖται πᾶν ὅ,τι χρησιμεύει εἰς τὸν στρατόν, καὶ ὁρίζεται ἀναγκαίως ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν κανονίζει ὁ νόμος. Οἱ νόμοι, οὓς ἔχομεν, εἶναι περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἀκινήτων, ἐνῷ νῦν πρόκειται περὶ κινητῶν. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει περὶ κινητῶν νόμος, μὴ ζητῶμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ κινητῶν διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀβασάνιστος, καὶ ἐκ τοῦ προχείρου. Ἔχοντα τὴν ἐντολὴν τὰ Δικαστήρια νὰ ὁρίζωσι τὰς ἀποζημιώσεις, ἔχουσιν ὅλα τὰ πρὸς τοῦτο μέσα, ἀφοῦ πρόκειται περὶ πραγματικῶν περιστατικῶν, ἐξ ὧν θ’ ἀντλήσωσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ πείσωσι τὸν δικαστήν, ποία δέον νὰ ᾖναι ἡ ἀποζημίωσις. Τοῦτο ἀρκεῖ, διότι βοηθοῦσι καὶ κανόνες ἄλλοι τοῦ δικαίου. Διατὶ ὅμως θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, προκειμένου περὶ κινητῶν καὶ ἀκινήτων, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσόδου; Ἔχει σχέσιν καμμίαν, ἀναγκαίαν καὶ ἀναπόφευκτον, ἡ πρόσοδος ἑνὸς κτήματος μὲ τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν; Δυνατόν τις νὰ ἐδαπάνησεν, ἱδρύσας πρὸ πέντε, ἓξ ἢ δέκα ἐτῶν ἐργοστάσιον κατασκευῆς πυρίτιδος ἢ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, καθ’ ὑπόθεσιν, νὰ μὴ ἔχῃ δὲ καθαρὰν πρόσοδον οὔτε 3 ἢ 4% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, ἐνῷ ἄλλος, δαπανήσας μόνον πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν, νὰ ἔχῃ 15 ἢ 20% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ. Ποία σχέσις ἀναγκαία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς προσόδου καὶ τοῦ ποσοῦ τῆς πραγματικῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ ὁ ἀποζημιωτέος; Λοιπὸν ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν θέτει ὁ νόμος, προκειμένου περὶ τῶν ἐργοστασίων, ὅτι πρέπει κατὰ λόγον τῆς προσόδου τῆς καθαρᾶς, ἢ τῆς προσόδου τῆς διανεμηθείσης εἰς μερίσματα, νὰ ὁρίζηται ἡ ἀποζημίωσις, εἶναι, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, πλέον ἢ ἀμφισβητήσιμος, καὶ δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἀδικήματα. Λοιπὸν συνηγορῶ νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ κανονισθῶσι λεπτομέρειαι περὶ τῶν στοιχείων καὶ τῆς βάσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ νὰ παραπεμφθῇ τὸ περὶ ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς νόμους τοὺς κειμένους, κατὰ τοὺς ὁποίους προηγεῖται ἡ συμβιβαστικὴ πρὶν λύσις περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποτύχῃ αὕτη, γίνεται ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Δικαστήρια. Εἴτε περὶ ἀκινήτων εἴτε περὶ κινητῶν πρόκειται ν’ ἀποφανθῶσι τὰ Δικαστήρια, οἱ νόμοι περιέχουσι κανόνας ὀρθοὺς καὶ δικαίους διὰ τὴν δικαίαν ἐκτίμησιν τῶν ζημιῶν, καὶ οὐδὲν δικαιολογεῖ σήμερον νὰ θέσωμεν ἄλλους κανόνας, καὶ νὰ τροποποιήσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας. Ἂς ἀφήσωμεν ἐλεύθερα τὰ Δικαστήρια, ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων αὐτῶν τῶν πραγματικῶν καὶ νομικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθεσία παρέχει εἰς τὰ Δικαστήρια, νὰ βεβαιώσωσι τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, θὰ πεισθῶσι δὲ καὶ ἄνευ ἡμῶν, ποία εἶναι ἡ δικαία ἀποζημίωσις, καὶ αὐτὴν θὰ προσδιορίσωσι. Θέλοντες νῦν ἡμεῖς νὰ ὁρίσωμεν τὸν τρόπον καὶ τοὺς κανόνας, νομίζω ὅτι μᾶλλον θὰ γεννήσωμεν περιπλοκὰς ἢ θὰ διευκολύνωμεν καὶ ἐπιτύχωμεν τὸ δίκαιον καὶ τὸ πρέπον.
§120Λ. ΜΕΛΑΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ ἐλάχιστα ἔχω νὰ εἴπω· καὶ ἂν λαμβάνω τὸν λόγον, πράττω τοῦτο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ἵνα ὑποδείξω καὶ ἐγὼ τὰ τρωτὰ μέρη τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ἵνα προλάβω, εἰ δυνατόν, μὴ τυχὸν καὶ φανῇ τὸ Δημόσιον ὡς ἀδικοῦν ἑταιρείας ἢ σωματεῖα. Εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 2 ὁρίζεται, ὅτι, ἵνα γείνῃ ὑπολογισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως, θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρόσοδος τῶν ἐτῶν 1900, 1901, 1902 καὶ 1903. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον περιορίζεται ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος εἰς τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη; Προκειμένου εἰδικῶς περὶ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Πυριτιδοποιείου, τὸ Πυριτιδοποιεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀποζημιωθῇ πλειότερον παντὸς ἄλλου, διότι εἶναι καὶ τὸ μεγαλείτερον τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπαρχόντων ἐργοστασίων, ἔχει βίον 22 ἐτῶν, Ὡς βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις, ὑπόκειται εἰς διακυμάνσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνίοτε διαρκοῦσιν ἔτη πολλά. Διατὶ, ἀφοῦ εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὰ 4 τελευταῖα ταῦτα ἔτη εἶναι τὰ χειρότερα, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε προτείνει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τελευταία πενταετία, δὲν λαμβάνεται ἡ πενταετία ἡ τελευταία, ἡ ὁποία τοὐλάχιστον περιλαμβάνει τὸ ἔτος 1899, τὸ ἔχον εἰσπράξεις τινάς; Βεβαίως θὰ ἦτο καὶ εὐκολώτερος ὁ ὑπολογισμὸς τῆς πραγματικῆς προσόδου τῆς βιομηχανίας ταύτης, ἐὰν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ὁλόκληρος ὁ βίος τοῦ ἐργοστασίου τούτου· ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο δὲν γίνεται συνήθως, φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ τοὐλάχιστον τὸ πέμπτον ἔτος πρὸ τοῦ 1904. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις τοῦ ἐργοστασίου, προκειμένου περὶ τῶν ἐτῶν τοῦ πολέμου, διότι θὰ ἦτο πλέον ἢ ἄδικος ἀπαίτησις, νὰ ἀπαιτήσωμεν, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἔδωκε τότε τόσα κέρδη εἰς τὸ ἐργοστάσιον, νὰ κεφαλαιοποιήσῃ τὰ κέρδη ταῦτα τὸ Δημόσιον καὶ ν’ ἀποζημιώσῃ τὴν Ἑταιρείαν. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπολογισμόν. Δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ ποιήσωμαι, εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν διανεμηθέντων κερδῶν. Τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, κ. Ὑπουργέ, διότι δὲν πρόκειται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τὰ διανεμηθέντα κέρδη. Ὑποθέσατε, ὅτι τὸ πυριτιδοποιεῖον τοῦτο, ἢ τὰ ἄλλα πυριτιδοποιεῖα ἔχουσιν ἐτήσιον ἔσοδον 200,000 δραχμῶν· τὰς 100,000 διανέμουσιν εἰς τοὺς μετόχους, τὰς δὲ ἄλλας 100,000 ἀποφασίζουσι νὰ διαθέσωσιν εἴτε πρὸς σχηματισμὸν ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, εἴτε πρὸς ἐπαύξησιν τῶν διαφόρων ἱδρυμάτων καὶ τῶν διαφόρων συνεργείων, εἴτε πρὸς ἀπόσβεσιν ἐνδεχομένων ζημιῶν, ἢ πρὸς ἄλλα τινά. Ἀλλ’ αἱ 100,000, καίπερ μὴ διανεμηθεῖσαι, δὲν ἀποτελοῦσι πρόσοδον τῆς Ἑταιρείας; δὲν ἀποτελοῦσι κέρδος τῆς ἐπιχειρήσεως; Ὑποτεθείσθω, ὅτι δὲν ἠθέλησαν νὰ θέσωσι κεφάλαιον ἀποθεματικὸν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο· δὲν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν; Ὑποθέτω ὅτι ἡ λέξις «διανεμηθέντα» δὲν ὑπονοεῖ καὶ τὰ τεθέντα ὡς ἀποθεματικὸν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ τοῦτο. Τρίτην παρατήρησιν ἔχω τὴν ἑξῆς. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι «ἐκ τῆς ὅλης καθαρᾶς προσόδου ἐκπίπτεται τὸ ἐκ τῆς κατασκευῆς ἄλλων παρὰ τὴν πυρίτιδα, ἐκρηκτικὰς ὕλας καὶ σφαιρίδια, εἰδῶν καθαρὸν κέρδος τῆς αὐτῆς ἐπιχειρήσεως.» Εἰδικῶς προκειμένου περὶ τοῦ Πυριτιδοποιείου τοῦ Ἑλληνικοῦ, τὸ Πυριτιδοποιεῖον τοῦτο ἔχει συνεργεῖα αʹ) θεϊκοῦ χαλκοῦ, βʹ) νιτρικοῦ ὀξέος, γʹ) θεϊκοῦ ὀξέος, δʹ) μολυβδοσωλήνων, εʹ) χυτηρίου σιδήρου καὶ μετάλλων, ϛʹ) θεϊκοῦ σιδήρου ἢ βιτριόλλου, ζʹ) μηχανουργείου, σιδηρουργείου καὶ ξυλουργείου, ηʹ) τὸ κυρίως καὶ ἀμέσως πρὸς παραγωγὴν πυρίτιδος ἐργοστάσιον μετὰ τῶν μηχανημάτων, θʹ) τὸ κυρίως καὶ ἀμέσως πρὸς παραγωγὴν δυναμίτιδος, ιʹ) τὸ κυρίως καὶ ἀμέσως πρὸς παραγωγὴν σφαιριδίων (σκαγίων), ιαʹ) τὸ συνεργεῖον πρὸς κατασκευὴν στουπετσίου, καὶ ιβʹ) τὸ πυροτεχνουργεῖον (φυσιγγιοποιεῖον). Ἐκ τούτων δὲ τὰ μόνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται ν’ ἀποζημιώσῃ τὸ Δημόσιον, εἶναι τὸ κυρίως καὶ ἀμέσως πρὸς παραγωγὴν πυρίτιδος ἐργοστάσιον μετὰ τῶν μηχανημάτων, τὸ κυρίως καὶ ἀμέσως πρὸς παραγωγὴν δυναμίτιδος, τὸ κυρίως καὶ ἀμέσως πρὸς παραγωγὴν σφαιριδίων (σκαγίων)· πάντα τὰ ἄλλα συνεργεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὴν ἐπιχείρησιν, πρόκειται νὰ μείνωσι νεκρὰ κεφάλαια, διότι αὐθύπαρκτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν. Ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν ταύτην τῆς Ἑταιρείας, —καίτοι δὲν ηὐτύχησα ποτὲ οὐδὲ τὴν παραμικρὰν μετοχὴν εἰς τὸ Πυριτιδοποιεῖον νὰ ἔχω, —καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς αὐτήν, ἀφοῦ εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι πάντα τὰ λοιπὰ συνεργεῖα, ὡς αὐθύπαρκτα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν· ἀφοῦ δὲ ταῦτα ζῶσι καὶ λειτουργοῦσι μόνον διότι τὰ γενικὰ ἔξοδα εἶναι τὰ αὐτά, ἡ κινητήριος δύναμις εἶναι ἡ αὐτή, καὶ γεννᾶται τὸ προϊόντων χάρις εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον καὶ τὸ δυναμιτιδοποιεῖον, ἐνόμισα ὅτι ἔδει νὰ γείνῃ ἡ δέουσα σύστασις, ὅπως περιληφθῶσι καὶ αὐτὰ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν.
§121Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἂς τὰ κρατήσῃ.
§122Λ. ΜΕΛΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν αὐτὰ μόνα. Τὸ ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν προερχόμενον βιομηχανικὸν προϊόν δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν συντήρησιν αὐτῶν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ. Αὐτὰ εἶναι συναφῆ μόνον συνεργεῖα· ἔχουσι δὲ ἐξοδευθῆ πολλὰ χρήματα, ἄνω τῶν 450,000 δραχμῶν, μόνον χάριν αὐτῶν τῶν συνεργείων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταστραφῶσι σήμερον, διότι θὰ πωληθῶσι μόνον ὡς σίδηρος τὰ μηχανήματα αὐτῶν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐποιησάμην, μόνον διότι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος πάσης δημευτικῆς τάσεως τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ λόγον νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀποφύγῃ οἱανδήποτε ἀδικίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ αὐτὸς πολλάκις ἔδειξα ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, καὶ θεωρῶ, ὅτι ἡ βιομηχανία χρειάζεται μεγάλην ἐνίσχυσιν, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔδει νὰ ποιήσωμαι τὰς παρατηρήσεις ταύτας, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἴσως δώσῃ ἐξηγήσεις τινὰς ὁ κ. Ὑπουργός.
§123Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶσθε ὄχι ὑπὲρ τῶν μονοπωλίων.
§124Λ. ΜΕΛΑΣ. Ὄχι. Ἐγὼ εἶμαι κεκηρυγμένος μόνον ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν.
§125Ι. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον,
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§127Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅτε ἐζήτησε τοῦτον ὁ κύριος Δεληγεώργης.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης, ἔπειτα ἔρχεται ὁ κύριος Καραπᾶνος, καὶ μετὰ τὸν κ. Καραπᾶνον ὁ κύριος Ζωγράφος.
§129Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§130Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα συνεζητήθη καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐξ ὅσων δὲ ἐνθυμοῦμαι, τὰς παρατηρήσεις, ἃς ὑπέβαλον οἱ κύριοι προλαλήσαντες, ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ὄχι ἀνεπτυγμένως, ἀλλὰ ταύτας ἀκριβῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε τότε, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 δὲν εἶναι περιοριστικαί, ἀλλ’ ἐνδεικτικαί, καὶ ταύτας ὀφείλουσι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ πραγματογνώμονες, οἵτινες θὰ διορισθῶσι. Δυστυχῶς εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου—τὴν τρίτην ἢ τετάρτην, νομίζω,—δὲν ἐφηρμόσθη ἡ ἰδέα αὕτη. Ἐὰν ἑπομένως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιμένων εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχε, παραδέχηται, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐνδεικτικαί, τότε ὅλαι αἱ συζητήσεις τῶν λεπτομερειῶν δυνατὸν νὰ ἔχωσι λόγον τὸν φωτισμὸν ἡμῶν ἢ τῶν πραγματογνωμόνων, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν ἀμέσως εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τῶν πραγματογνωμόνων, καὶ ἐν τελευταίᾳ στιγμῇ, ἐν περιπτώσει διαφωνίας, ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου. Ἐὰν λοιπὸν ἐμμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐνδεικτικότητος τῶν διατάξεων τούτων, ἡ συζήτησις ἁπλοποιεῖται. Ἐὰν ὅμως ἐμμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι περιοριστικαί, —καὶ φοβοῦμαι ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδέα αὐτοῦ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3...
§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§132Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν συνδυασμῷ τοῦ ἄρθρου τούτου πρὸς τὸ ἄρθρον 3. Διότι τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3 λέγει, ἀφοῦ ἀναφέρεται εἰς τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, οὗ τὰς διατάξεις παραδέχεται διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀποζημιώσεως, ὅτι «ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἐργοστασίων οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τὸ προκῦπτον ἐκ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον κεφαλαιώσεως τοῦ μέσου ὅρου τῆς καθαρᾶς προσόδου.» Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ διατάξεις εἶναι περιοριστικαί, τότε πράττομεν τι μὴ σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τὸ ἀπόλυτον δίκαιον, καὶ πρὸς τὸ φυσικὸν ἀκόμη δίκαιον, διότι δημεύομεν, διότι ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν: «κάμετε ὅσας ἐξηγήσεις καὶ ἀναπτύξεις θέλετε· ἡμεῖς περιορίζομεν τὴν ἀποζημίωσιν, ἣν θὰ δώσωμεν εἰς ἕκαστον πυριτιδοποιεῖον, εἰς ὅ,τι ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀδιάφορον, ἂν τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ δέκατον ἢ τὸ εἰκοστὸν ἢ τὸ ἑκατοστὸν τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ πυριτιδοποιείου.» Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· διότι, ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὸ περιοριστικὸν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἄρθρου 3, τότε θὰ συζητηθῇ διὰ μακρῶν ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι προλαλήσαντες ὑπέβαλον, θέλω ὑποβάλει καὶ ἄλλας ἐγώ.
§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω πρωτίστως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἴσθησιν βαθεῖαν μοὶ ἐνεποίησαν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅστις τὴν διάταξιν ταύτην ὑπέλαβεν ὡς ἀντισυνταγματικήν, κατέληξε δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αὕτη πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς ἐπίρρωσιν δὲ τῆς γνώμης τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἦλθον καὶ ἕτεροι δύο συνάδελφοι, οἱ κύριοι ἐκ Νάξου καὶ Ἁγυιᾶς Βουλευταί. Ὅ,τι δὲ μὲ ἀνεκούφισεν, ἦτο ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἣν οὗτος προέβαλε πρὸ ὀλίγου, διότι εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον προετιθέμην νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ἐὰν μοὶ ἐπέτρεπον οἱ κατὰ σειρὰν ὁμιλήσαντες καὶ τόσον πολὺ κατενεχθέντες κατὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 2. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐγώ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι ἐνδεικτική, διότι εἶναι τοιαύτη.
§134Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πολὺ φυσικά.
§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι προεκάλουν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, τότε βεβαίως ἤθελον συζητήσει πρὸς αὐτοὺς, ἂν τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν ἢ οὔ· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 δὲν βλέπω ἴχνος ἀντισυνταγματικότητος. Ἐδῶ πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ μέγιστα ποσὰ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν πυριτοδοποιείων, ἐνόμισε δὲ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἔδει νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Δικαστηρίου, ὅπως ἐκτιμήσωσιν ὀρθῶς τὰ τῆς ἀξίας τῶν ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι. Λέγει λοιπὸν ἓν τῷ ἄρθρῳ 2, ὅτι προσκαλεῖ τοὺς ἰδιοκτήτας, εἴτε ἑταιρεῖαι εἴτε ἄτομα εἶναι, νὰ ὑποβάλωσι δήλωσιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, περιλαμβάνουσαν ὅσα ὁρίζει τὸ ἄρθρον 2. Αὐτὴ ἡ δήλωσις οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἐπάγεται καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις κατὰ τὸ ἄρθρον 3 θὰ ἐκτιμήσῃ, καὶ ὡς πρὸς τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτιμήσῃ. Ἐὰν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 συνεζητοῦμεν, ἤθελον ἐκεῖ καὶ ἐκ προοιμίου παρατηρήσει, διατὶ τὸ ἄρθρον 3 περιλαμβάνει τὴν διάταξιν ταύτην. Ὅτε τὸ πρῶτον ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, — δὲν εἶναι δὲ ἡ δεκάτη ἕκτη φορά, καθ’ ἣν τροποποιεῖται, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής...
§136Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τρίτη ἢ τετάρτη φορὰ, εἶπον.
§137Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον. Πρόκειται περὶ εὐφυολογίας.
§138Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ ἀποδίδετε 12 φορὰς περισσοτέρας παρ’ ὅσας ἐγὼ εἶπον, διότι ἐγὼ εἶπον 3 ἢ 4 φοράς.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τρεῖς φορὰς ἐτροποποιήθη.
§140Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητῶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς μεταχειρίζεται πάντοτε ὑπερβολικά τινα σχήματα, ἵνα παραστήσῃ τὸ ἀβασάνιστον καὶ ἀμελέτητον τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν καὶ αὐτὸς, ἐπιχείρημα ῥητορικόν.
§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε παραδέχεσθε τὸ πρᾶγμα, λέγετε δὲ μόνον, ὅτι ὑπερβολικῶς τὸ ἐκθέτω.
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ κατὰ τὰς συζητήσεις προκύπτοντα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, προβάλλῃ μετὰ ταῦτα τροποποιημένον καὶ ἀνατυπωμένον τὸ νομοσχέδιον, δὲν νομίζω ὅτι διὰ τοῦτο εἶναι ἄξιος μομφῆς.
§143Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ δὲν ἐγένετο ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς λέγει πάντοτε τοιαῦτα, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐμελετήθη τὸ νομοσχέδιον.
§145Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω τοιοῦτον σκοπόν. Ὅποιος ὅμως, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, ἔχει τὴν μῦγα, μυγιάζεται.
§146Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἄλλην φροντίδα ἢ μόνον, πῶς τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐξέλθωσιν ὡς οἷόν τε ἀρτιώτερα. Ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας κατέχομαι, καὶ ἐξ αὐτῆς ἐδέχθην ὅσας τροπολογίας ἐνόμισα συντεινούσας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς νομίζῃ, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἐλάττωμα τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγὼ εὔχομαι εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁσάκις εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ ὑποβάλῃ νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἐξέλθωσι ταῦτα ἐξ αὐτῆς ἄνευ τροποποιήσεων. Κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐπρόκειτο νὰ προσδιορισθῇ ὁριστικῶς ἡ ἀποζημίωσις, ἐκανονίσθη διαφόρως. Ἐξήγησα ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ τὸν λόγον τὸν ὑπαγορεύσαντα τὸν ὑποδειχθέντα τρόπον. Εἶπον, ὅτι οὐ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ Ὑπουργοί, ὅσοι ἔλαβον πεῖραν τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστικῶν, τῶν ἀφορωσῶν εἰς ἀποζημιώσεις κτημάτων, τὰ ὁποῖα κατέλαβον ἢ γραμμαὶ σιδηροδρομικαὶ ἢ ὁδοὶ ἁμαξιταὶ ἢ ἄλλα δημόσια ἔργα, εἶδον δυστυχῶς, ὅτι αὗται ὑφ’ ἑνὸς καὶ μόνου πνεύματος ἐνεφορήθησαν, τοῦ πνεύματος τοῦ ν’ ἀποζημιώσωσι καθ’ ὑπερβολὴν τὸν ἰδιοκτήτην, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δημοσίου ταμείου. Διότι, δὲν ἠξεύρω διατὶ, ἐπεκράτησεν εἰς τὰς πλείστας τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἡ ἰδέα, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται ἀφ’ ἑνὸς περὶ ἰδιώτου καὶ ἀφ’ ἑτέρου περὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἂν δονῶσι χιλιάδες τινὲς ἐπὶ πλέον εἰς τὸν ἰδιώτην, τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἔχει φόβον νὰ χρεωκοπήσῃ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι Δικαστήρια ἐπεδίκασαν ἀποζημιώσεις εἰς ἰδιώτας, αἱ ὁποῖαι ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδιοκτητῶν δὲν εἶχον ζητηθῆ, ὅτε οὗτοι τὸ πρῶτον προεκλήθησαν νὰ δηλώσωσι, ποία ἡ ἀξία τῶν κτημάτων αὐτῶν. Εἶχον τότε διατυπώσει ἄλλον τρόπον καθορισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων. Συνιστᾶτο τὸ πρῶτον πενταμελὴς ἐπιτροπή, ἐκλεγομένη ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ὁποίας ἤρχετο ἄλλη ἐπιτροπή, ἑπταμελής, ἧς τὰ μὲν 4 μέλη διώριζεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὰ δὲ λοιπὰ 3 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐπροτάθη κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης τι τὸ ἀντισυνταγματικόν, καὶ πρὸ παντὸς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπιμείνω, ἐπικαλούμενος ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς ἀποζημιώσεις. Διότι τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, αὕτη δὲ κανονίζεται, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε ἐκράτει ἡ ἀρχὴ νὰ δύνανται οἱ νομίζοντες ἑαυτοὺς ἠδικημένους ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνω, ἵνα μὴ ὑποληφθῇ, ὅτι μὲ κατέχει πνεῦμα δημευτικόν, καὶ διὰ τοῦτο παρεδέχθην τὸν τρόπον τῆς ἀποζημιώσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι κεκανονισμένος ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ τὸ Σύνταγμα, ὡς πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριοῦνται. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ τίθηται περιορισμὸς, οὐδὲν τεκμήριον πρέπει νὰ δίδηται εἰς τὸν δικαστὴν, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποφασίσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ μένῃ ἀπολύτως ἐλεύθερος νὰ ἐκτιμᾷ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νομίζει κρείσσονα τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις πρὸς καθορισμὸν τῆς ἀξίας τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων. Φαίνεται δὲ εἰς τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ὡς ἀντισυνταγματικὴ ἴσως καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, ἡ ὁποία κρατεῖ ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ὁδοποιΐα, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1867, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ ἀποζημιώσεως γαιῶν, ἡ πρόσοδος αὐτῶν πρὸς 5%, καὶ τοῦτο θεωρεῖ ἀντισυνταγματικὸν ὁ κύριος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Οὗτος συνηθίζει, ὁσάκις πρόκηται περὶ πραγμάτων ἀρκετὰ σοβαρῶν, νὰ μὴ ἀρκῆται εἰς μόνα τὰ παρ’ ἡμῖν γινόμενα, ἀλλὰ νὰ ἐπικαλῆται καὶ τὰς νομοθεσίας τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Ἐὰν ὅμως ἔχῃ τὴν καλωσύνην ἢ τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ, πῶς γίνονται ἀλλαχοῦ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, θέλει εὕρει, ὅτι ὑπάρχουσι τοιούτου εἴδους περιορισμοὶ, ὅταν πρόκηται μάλιστα περὶ κτημάτων προσοδοφόρων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐνταῦθα ἔχομεν τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν πυριτιδοποιείων ἢ ἐργοστασίων ἐκρηκτικῶν ὑλῶν ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι δήλωσιν, περιέχουσαν αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ συστατικά. Ἔπειτα ἔρχεται τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον παραπέμπει τὸν καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως πρῶτον εἰς ἐπιτροπὴν, — ὄχι εἰς πραγματογνώμονας, ὡς νομίζει ὁ κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, — ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν νομομηχανικὸν, τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ τὸν νομάρχην. Κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτιμήσεως ταύτης τὸ Δημόσιον ἢ ἡ ἑταιρεία, ἐὰν ἔχῃ ὑποχρέωσιν, ὀφείλει νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεώθη, πρὸς ἀποζημίωσιν ἑκάστου ἰδιοκτήτου, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης ὀφείλει νὰ παραλάβῃ τὸ ποσὸν, ἄλλως θεωρεῖται μὴ ἀποδεχόμενος τὴν ἐκτίμησιν, καὶ δίδεται τότε εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐν τούτοις ὅμως τὸ ἔργον δὲν ἀναστέλλεται, ἀλλὰ προχωρεῖ, διότι ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ἐστερημένον πρακτικότητος, ἐὰν ἐπρόκειτο ἑκάστοτε τὰ δημόσια ἔργα νὰ ἀναστέλλωνται μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι εἶναι, νομίζω, τρία ἔτη, ἀφ’ ὅτου ἀπεφασίσθη ἡ κατασκευὴ τοῦ ἄλσους τῆς Κηφισιᾶς, καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, τὸ ἄλσος δὲν θὰ εἶχε κατασκευασθῆ· διότι ἀκόμη ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γηπέδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ ἄλσος ἐκεῖνο ἱδρύθη. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ λοιπὸν ἔχει σκοπὸν νὰ ὑπάρξωσι πάντα τὰ στοιχεῖα, ὅσα δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν ἀκριβῆ προσδιορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Κατὰ τὴν συζήτησιν ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων, ὅτι οὐδένα λόγον ἔχει ἡ ἐν τοῖς μηχανήμασιν ἢ ἐν τοῖς ἄλλοις ἐν γένει στοιχείοις τοῦ ἐργοστασίου τῆς πυρίτιδος καὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν συμπερίληψις καὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Ὑπεστηρίχθη δὲ τοῦτο κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, τὴν ὁποίαν σήμερον διεξάγομεν, ἐνῷ κατὰ τὰς δύο προηγουμένας τὸ ῥεῦμα ἦτο ἀντίθετον. Κατὰ τὰς δύο προηγουμένας συζητήσεις, ὅσοι ἐκ τῶν συναδέλφων ὡμίλησαν, εἶχον ὡς θέμα, κατὰ τίνα τρόπον νὰ ἐλαττώσωσι τὰ ὠφελήματα τῶν πυριτιδοποιείων, ἐνῷ σήμερον, τοὐναντίον, ὅσοι ὡμίλησαν, —καὶ ὡμίλησαν βεβαίως ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, —φαίνονται συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς πλειοτέρας ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν πυριτιδοποιείων. Εἰς τὰ συστατικὰ τῆς δηλώσεως περιλαμβάνονται δύο τινὰ, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὸ διανεμηθὲν μέρισμα, ὡς ἀποτελοῦν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, ἐγένετο δὲ ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι καθαρὰ πρόσοδος μόνον τὸ διανεμηθὲν μέρισμα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τ’ ἀποθεματικὰ, ἅτινα προστίθενται λόγῳ ἀνανεώσεως μηχανημάτων, ἢ λόγῳ ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη νὰ συμβῶσιν. Ὁμολογῶ, ὅτι παρεξενεύθην περισσότερον, ὅτε ἤκουσα τὴν ἰδέαν ταύτην ὑποστηριζομένην ὑπὸ τοῦ ἐκ Νάξου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Πρωτοπαπαδάκη, διότι ὁ κ. συνάδελφος ὡς ἄριστα γιγνώσκει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργοῦσιν αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι. Ἐὰν συμβῇ κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ ἰσολογισμοῦ μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρείας νὰ κρατηθῇ ποσόν τι, τοῦτο προστίθεται εἰς τὸ ἀποθεματικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἄλλας ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον συμβῆ, ἐὰν δὲ δὲν συμβῶσι, βεβαίως δὲν εἶναι τὸ καθαρὸν κέρδος, καὶ τότε τοῦτο εἰσέρχεται εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρείας τῆς μετοχικῆς. Διὰ νὰ ἐννοηθῶμεν καλλίτερον, ἀρκεῖ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἰσχύοντα ἁπανταχοῦ τῆς ὑφηλίου· ὅταν πρόκηται τὰ Κράτη νὰ ἐξαγοράσωσι τρόπον τινὰ ἑταιρείας σιδηροδρομικάς, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, ῥητῶς δὲ τὸ διανεμηθὲν κέρδος κατὰ τὰ 7 ἀμέσως πρὸ τοῦ ἔτους τῆς ἐξαγορᾶς διαρρεύσαντα ἔτη, ἀφαιρουμένου ἑνὸς εὐπόρου καὶ ἑνὸς ἀπόρου ἔτους, ἤτοι τὴν καθαρὰν πρόσοδον τῶν 5 ἐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως, προκειμένου ν’ ἀποζημιώσητε μίαν ἑταιρείαν, νὰ εὕρητε ποῖον εἶναι τὸ κεφάλαιον ἢ ἡ ἀξία τῆς ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον ὑπάρχωσι πολλοὶ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας συνηγοροῦντες, ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ ποῖοι εἶναι οἱ δυνάμενοι νὰ γνωρίζωσι τὴν ἀξίαν μιᾶς ἐπιχειρήσεως, ἣν ἔχει ἡ ἀνώνυμος ἑταιρεία· οἱ μέτοχοι βεβαίως, οἱ κερδοσκοποῦντες ἐπὶ τῶν μετοχῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ πρῶτον ἐξεταστέον εἶναι, ποίαν ἀξίαν εἶχον αἱ μετοχαὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πυριτιδοποιείου καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβλήθη τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν ἐκυμαίνετο μεταξὺ τῶν 50 καὶ 52 δραχμῶν....
§147Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καθ’ ὃν χρόνον ἀνηγγέλθη, ὅτι θὰ γείνῃ τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἤτοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, αἱ μετοχαὶ ἐπωλοῦντο ἀκριβότερον.
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἡ ἀξία αὐτῶν ἐκυμαίνετο μεταξὺ 50 καὶ 52 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Νάξου συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς ἑταιρείας ταύτης τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὰ καθαρὰ κέρδη. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον νὰ ἀνεγίνωσκεν ἢ νὰ κατέθετεν ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ ἰσολογισμὸς τῆς ἑταιρείας δίδει διὰ κέρδη καθαρὰ, ὡς πρὸς τὸ διανεμηθὲν κέρδος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Κατὰ τὸ 1896 τὸ διανεμηθὲν καθαρὸν κέρδος εἰς τοὺς μετόχους ἦτο 16 δραχμαὶ κατὰ μετοχὴν, κατὰ τὸ 1897 ἀνῆλθεν εἰς δρ. 22, τὸ 1898 εἰς δραχ. 22, τὸ 1899 κατῆλθεν εἰς δρ. 18, τὸ 1900, τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, ἦτο δρ. 12, τὸ 1901 ἦτο μόνον δρ. 6, τὸ 1902 ἦτο 4 δραχμαὶ κατὰ μετοχὴν, καὶ τὸ 1903 διενεμήθη μέρισμα κατὰ μετοχὴν δραχμῶν 5.
§149Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι διὰ τὰς μετοχὰς τὰς τότε. Αἱ μετοχαὶ αἱ πρὸ τοῦ 1901 ἦσαν ὀλιγωτέρας ἀξίας κατὰ τὸ ἥμισυ.
§150Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἴχετε ὑπομονὴν, θὰ ἠκούετε εἰς ποῖον συμπέρασμα θὰ κατέληγον. Λοιπὸν λαμβάνω τὸ μέρισμα τοῦ τελευταίου ἔτους.
§151Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι 5 δραχμαὶ τὸ μέρισμα, ἀλλ’ εἶναι 11· ἔδωκαν 5 εἰς τοὺς μετόχους.
§152Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 5 δραχμαὶ λοιπὸν ἐπὶ μιᾶς μετοχῆς, ἐχούσης ἀξίαν 50 δραχμῶν, τί ποσὸν φέρουσιν; Ἐὰν δ’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη, θὰ εὕρωμεν, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι ἄλλο· θὰ εὕρωμεν, ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὰ 1900, ὅτι εἶναι 12 δραχμαὶ ἐπὶ μετοχῆς ἐχούσης ἀξίαν 50 δραχμῶν. Λοιπὸν ἐγὼ οὐδένα λόγον εἶχον νὰ ἀδικήσω τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν πυριτιδοποιείων, καίτοι ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς—οὐχὶ ὁ παρὼν, ἀλλ’ ὁ κ. Λιμπρίτης, —εἴς τινα ἀγόρευσίν του, σχετικὴν πρὸς τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, εἶπεν ἀπεριφράστως πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην του τὸ Πυριτιδοποιεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας ἔβλαψεν οὐσιωδῶς καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ἔθνος, διότι, ὁσάκις εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσῃ πυρίτιδα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Πυριτιδοποιεῖον, ἡ πυρῖτις αὕτη δὲν εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα συστατικά. Ἐν τῷ ἐν λόγῳ Πυριτιδοποιείῳ κατεσκευάσθησαν φυσίγγια, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἄχρηστα. Αὗται ἦσαν αἱ ἐντυπώσεις καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ ἐκ Τυρνάβου βουλευτοῦ κ. Λιμπρίτου, τὰς ὁποίας ἐγὼ οὐδένα λόγον ἔχω νὰ διαμφισβητήσω, οὔτε νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ ἀποζημιώσεως. Διὰ τὴν ἀποζημίωσιν, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, θὰ γίνηται μία δήλωσις, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ περιλαμβάνωνται τὰ στοιχεῖα τ’ ἀναφερόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ· ὅταν γένηται ἡ δήλωσις, θὰ σχηματίζηται ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θ’ ἀποτελῆται ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ ἀπὸ τὸν νομομηχανικόν, οἵτινες θὰ κάμνωσι τὴν ἐκτίμησιν· ἐὰν δὲ δὲν ἀρέσκῃ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν πυριτιδοποιείων ἢ ἄλλης ἑταιρείας ἡ ἐκτίμησις τῆς ἐπιτροπῆς, τότε θὰ γίνηται ἡ προσφυγὴ τῶν ἀνωτέρω ἰδιοκτητῶν εἰς τὰ Δικαστήρια διὰ τὴν ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἄρθρον 3 δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀνωτέρα τοῦ μέσου ὅρου τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν ἢ τῶν τριῶν, κατὰ τὴν γνώμην ἄλλων συναδέλφων.
§153Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον τῶν τεσσάρων ἐτῶν καὶ ὄχι τῶν 7 ἢ 10 ἐτῶν, ὅπως γίνεται ἀλλαχοῦ;
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐκεῖ, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν 7 ἢ μᾶλλον περὶ τῶν 5 ἐτῶν, εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀποζημίωσις, ἐδῶ δὲ ἐζήτησα μόνον ὡς ἐνδεικτικὸν τὸ γεγονός, ποῖον εἶναι τὸ διανεμηθὲν κέρδος· διότι, ἐὰν ἐδεχόμην 7 ἔτη, ἤθελον δεχθῆ, ὅτι ἡ συγκεφαλαίωσις θὰ ἐγίνετο ἐπὶ τόκῳ 15 καὶ 20%. Εἶναι γεγονός, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐργοστασίου κατασκευῆς πυρίτιδος καὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, οὐδεὶς ἐχέφρων ζητεῖ νὰ λάβῃ τόκον 7%, διότι τὸν τόκον τοῦτον τῶν 7% τὸν ἔχει, δανείζων τὰ κεφάλαιά του ἐπὶ ὑποθήκῃ, καὶ ὄχι εἰς κατασκευὴν πυρίτιδος, ὁ δίδων δὲ τὰ χρήματά του τὰ δίδει διὰ κέρδος ἀνώτερον τῶν 10%. Ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων προὐτάθη ἡ αὔξησις τοῦ τόκου εἰς 8%, ἐγὼ δ’ εὗρον, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη τῶν κυρίων συναδέλφων ἦτο πολὺ ὀρθή.
§155Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι οὐδεμίαν πρόθεσιν ἔχετε ν’ ἀδικήσητε τοὺς μετόχους τοῦ Ἑλληνικοῦ Πυριτιδοποιείου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι μεταξὺ τῶν μετόχων, οὔτε ἔχω καμμίαν μετοχήν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, λαμβάνοντες τὸ μέτρον αὐτό, ὁρίζοντες δηλ. τὰ 4 μόνον τελευταῖα ἔτη, δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς νὰ παραπονῶνται, ὅτι θέλετε νὰ τοὺς βλάψητε· διότι ἰσχυρίζονται, ὅτι παραλείπετε τὰ προηγούμενα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ κέρδη αὐτῶν ἦσαν μεγαλείτερα, καὶ λαμβάνετε μόνον τὰ 4 τελευταῖα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἦσαν μικρότερα τὰ κέρδη, καὶ συνεπῶς ἐπὶ τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν θέλετε νὰ ὑπολογίσητε τὴν ἀποζημίωσιν, ἀφίνοντες τὰ προηγούμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα εἶχον μεγαλείτερα κέρδη.
§156Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, ὅτε ἔθεσα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ 3 ἔτη, κατόπιν δὲ τῆς συζητήσεως τὰ 4 ἔτη, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὁποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀποζημίωσις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου, καὶ εὗρον, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τῶν τεσσάρων ἐτῶν τὰ διανεμηθέντα κέρδη, κεφαλαιοποιούμενα ἐπὶ τόκῳ 8%, ἡ ἀποζημίωσις ἡ δοθησομένη εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Πυριτιδοποιείου θὰ ἀνέρχηται εἰς 1,750,000 δραχμάς.
§157Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ τόκος τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν ἀνήρχετο εἰς 6½%, ἑπομένως, ἐὰν τὰ κεφαλαιοποιήσητε πρὸς 8%, θὰ ἔχητε 2,637,500.
§158Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει οὕτω.
§159Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ ποῖα εἶναι τὰ μερίσματα τὰ πληρωθέντα κατὰ τὸν γενικὸν ἰσολογισμὸν τοῦ Πυριτιδοποιείου (ἀναγινώσκει): Κατὰ τὸ 1900, τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν 8 δραχμάς, τὴν δευτέραν 4· τὸ 1901 τὴν αʹ ἑξαμηνίαν δρ. 3, τὴν βʹ 3· τὸ 1902 τὴν αʹ δρ. 4· τὸ 1903 δρ. 5. Τὸ ¼ αὐτῶν εἶναι 6½%. Ἐὰν μεταβάλητε αὐτὸ εἰς κεφάλαιον ἐπὶ τῇ βάσει τόκου 8%, θέλετε φθάσει εἰς 2,637,500 δραχμάς. Νομίζω, ὅτι τὰ Δικαστήρια, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγὼ συνηγορῶ, δυσκόλως θέλουσι φθάσει εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν.
§160Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ βλάψῃ, ἐὰν τεθῇ εἷς ἀνώτατος ὅρος; Ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοὶ ὑμῶν δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἵνα εὕρητε τὸν μέσον ὅρον, ἔπρεπε νὰ λάβητε ὡς ἀφετηρίαν τὸ ποσὸν τῶν κερδῶν, τὸ ὁποῖον διενεμήθη. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, διατὶ νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς ἀποζημιώσεως τὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινὸν πρὸς τὴν κατασκευὴν τῆς πυρίτιδος, πρὸς τὴν κατασκευὴν τῆς δυναμίτιδος. Ὁμολογῶ, ὅτι περὶ τούτου πρὶν δὲν ὑπῆρχέ τι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλὰ κατόπιν παρατηρήσεων, γενομένων ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων, περιελήφθη. Ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν, ὅπως ταῦτα μὴ ἐξαιρεθῶσιν· ἀλλὰ τοῦτο θέλει εἶσθαι εἰς βάρος τῆς ἑταιρείας· διότι ἡ ἑταιρεία λέγει, ὅτι σήμερον ἀπὸ τὰ μηχανήματα, διὰ τῶν ὁποίων σήμερον κατασκευάζονται στουπέτσι, μολυβδοσωλῆνες, θειϊκὸς χαλκὸς κλπ., οὐδὲν κέρδος λαμβάνει· λοιπόν, ἐὰν ταῦτα οὐδὲν προσθέτωσιν εἰς τὰ κέρδη, ἐὰν δὲν φέρωσιν αὔξησιν εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον, δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν· θὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν ὅλην ἀποζημίωσιν, χωρὶς ἡ ἑταιρεία νὰ ἔχῃ κέρδος. Ἐὰν ὅμως μείνῃ καθὼς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τοὐλάχιστον τὰ μηχανήματα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μηχανήματα εἰς ἄλλην βιομηχανίαν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ μὴ περιληφθῶσι τὰ μηχανήματα ταῦτα. Ἠγέρθη ὅμως πολὺς ὁ θόρυβος, διατὶ νὰ χαρακτηρίζηται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς καθαρὸν κέρδος τὸ διανεμηθέν. Ἵνα μὴ θεωρηθῇ τοῦτο ὡς πρόσκομμα εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, ἐγὼ καὶ τούτου παραιτοῦμαι· τὸ Δικαστήριον θὰ κρίνῃ, ποῖον εἶναι τὸ καθαρὸν κέρδος, διότι ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ δεχθῶσι τὰ Δικαστήρια ὡς καθαρὸν κέρδος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κρατεῖται διὰ ζημίας ἐνδεχομένας, ἢ δι’ ὀφειλὰς non valeur, διότι διὰ τοιούτους λόγους ἐπιβάλλεται ἡ κράτησις αὕτη. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, καὶ τοῦτο δύναται νὰ διορθωθῇ, ἐὰν, ἀντὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς καθαρὸν κέρδος τὸ μέρισμα, ὁρίσωμεν μόνον τὸ καθαρὸν κέρδος.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§162Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες οἱ μέχρι τοῦδε προλαλήσαντες ἀξιότιμοι Βουλευταὶ κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουσι διατάξεις ἐλαττωματικαί, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ παρουσιάσῃ καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ δυσχερείας πλείστας, ἰδίως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὰς ἀποζημιώσεις, ἢ τὸ θέμα τῆς ἐρεύνης τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τοῦ Δικαστηρίου, ἐὰν δηλαδὴ τὰ Δικαστήρια θὰ δύνανται νὰ δικάζωσιν ἀπολύτως καὶ πέραν τοῦ 8%, ὅπερ θὰ λαμβάνηται ἐν τῇ κεφαλαιοποιήσει ὡς βάσις διὰ τὴν ἐκτίμησιν, ἢ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει τὸ ζήτημα ἁπλούστατον, καὶ ὀχυροῦται ὄπισθεν τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, λέγων, ὅτι, ἀφοῦ ὁ νόμος ἐκεῖνος προσδιώρισε τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ λέγει μάλιστα, ὅτι δὲν δύναται νὰ δοθῇ τὸ 5% ἐπὶ τῶν ἐσόδων, τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐργοστασίων. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς πάντας, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαλλοτρίωσις κτημάτων ἀκινήτων· εἶναι ἀπαλλοτρίωσις τέχνης, βιομηχανίας, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀρχαὶ περὶ ὁδοποιΐας, ὅταν τὰ καταστήματα ἦναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν κτῆσιν, ἢ χρησιμεύουσι διὰ νὰ γίνεται ἐξάσκησις τῆς τέχνης ἢ τῆς βιομηχανίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα θὰ χαρακτηρίσωσι τὴν κτῆσιν, ἵνα ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις περὶ ἀπαλλοτριώσεως διὰ δημοσίαν ἀνάγκην. Τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον, πρώτην δὲ ἤδη φορὰν ἐν Ἑλλάδι εἰσερχόμεθα εἰς τοιαύτας ἀφαιρέσεις περιουσιῶν, ἵνα ζητήσωμεν μονοπώλιον. Ἐκεῖ ἀφαιροῦμεν τὰ οἰκόπεδα, τὰς οἰκίας κλπ. Τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον, διότι ἐδῶ ἀφαιροῦμεν ἐπάγγελμα, ἐπιχείρησιν, ἵνα τὴν ἔχῃ τὸ Δημόσιον ἰδικήν του καὶ τὴν νέμηται ὡς κτῆμά του. Δὲν γνωρίζω λοιπόν, ἂν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀρχαὶ αὗται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου εἶπον καὶ ἀπέδειξα διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δεῖται βελτιώσεων· καὶ ὀφείλω μὲν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέφερε μεταβολὰς καὶ ἐβελτίωσε κατά τι τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ, μεθ’ ὅλας τὰς βελτιώσεις ταύτας, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὥριμον πρὸς συζήτησιν, διότι οὐδεμίαν ἀπόδειξιν ἔχομεν ἐνώπιόν μας, οὐδὲν στοιχεῖον, ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει δύο βάσεις· ἡ πρώτη εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ἀπεφάσισε νὰ ἱδρύσῃ κατάστημα πυριτιδοποιείου, ἵνα ἔχῃ τὴν ἀναγκαίαν πυρίτιδα ἐπαρκῆ· ἡ δευτέρα βάσις, ἀλληλένδετος πρὸς τὴν πρώτην, εἶναι νὰ καταστήσῃ μονοπώλιον πυρίτιδος, ὅπως πορίζηται ἐκεῖθεν χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δίδωνται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλὰ ποῖον στοιχεῖον ἔχομεν ἐνώπιόν μας περὶ τῆς τύχης τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ἔχομεν πίνακα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις νὰ μᾶς παραστήσῃ, νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι θὰ ἐξαγάγωμεν πυρίτιδα καὶ πόσην; ὁποῖαι θὰ ἦναι αἱ δαπάναι, καὶ ποῖα θὰ προκύψωσι κέρδη; Οὐδὲν στοιχεῖον ἔχομεν. Δὲν γνωρίζουσιν οἱ Βουλευταὶ εἰσέτι, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ ἀποζημιώσεις τῶν ἐργοστασίων, τί θὰ πληρώσωμεν πρὸς τοῦτο, τίνες οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου, ποία ἡ δαπάνη πρὸς κατασκευὴν ἢ βελτίωσιν τοῦ ἐργοστασίου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ποῖαι αἱ δαπάναι δι’ ἐργάτας, δι’ ἐπιστάτας, δι’ ὑπαλλήλους κλπ., αἱ ὁποῖαι θὰ φθάσωσιν εἰς ποσὸν μέγα. Ἔχομεν, ἐρωτῶ, ἐνώπιόν μας σήμερον πίνακα τοιοῦτον, ἵνα εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν δαπάνας τόσου ποσοῦ, θὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ μονοπωλίου τόσας χιλιάδας δραχμὰς, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν τόσον κέρδος; Ὄχι. Οὐδὲν τοιοῦτον ἔχομεν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τὸ καθαρῶς στρατιωτικὸν, διότι ἄλλοι συνάδελφοι τὸ ἐξήτασαν, ὡς καὶ τὸ ζήτημα, ἂν δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ κατάστημα τοιοῦτον, ποῦ θὰ τὸ ἔχῃ καὶ πῶς θὰ τὸ ἔχῃ. Τὸ ἵδρυμα αὐτὸ θὰ κανονίσῃ βεβαίως τὴν ποσότητα καὶ τὴν ποιότητα τῆς πυρίτιδος. Δὲν γνωρίζομεν εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ ποσότης τῆς καταναλισκομένης πυρίτιδος κατ’ ἔτος· οἱ μὲν λέγουσιν, ὅτι εἶναι 100,000 ὀκάδες, οἱ δὲ 170,000 ὀκάδες, καὶ ἕτεροι 300,000 ὀκάδες πυρίτιδος. Εἴμεθα ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ ὅλων τούτων. Πόσον τὸ ποσὸν τῆς καταναλισκομένης πυρίτιδος, καὶ αὐτὸ δὲν γνωρίζομεν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· διότι, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι θὰ περιπλέξωμεν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι γνωρίζω, ὅτι οὐδέποτε τὸ Δημόσιον θὰ δεχθῇ νὰ πληρώσῃ ἀποζημιώσεις δικαίας, δηλαδὴ ἐκείνας, τὰς ὁποίας θὰ ζητήσῃ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἐργοστασίου· θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, θὰ ἐκδώσῃ γραμμάτιον, θὰ καταθέσῃ τοῦτο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ θὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας: «Κύριοι, λάβετε τὴν ἀποζημίωσίν σας, ἐὰν σᾶς ἀρέσῃ». Θ’ ἀναγκασθῶσι δὲ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι νὰ τρέξωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ νὰ διεξαγάγωσι μακρὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, διὰ νὰ λάβωσι, τίς οἶδε πότε καὶ πόσον ποσὸν, ἐνῷ τὸ κτῆμα θὰ ἔχῃ παραληφθῆ πρὸ πολλοῦ ἤδη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ θὰ ἀνήκῃ εἰς αὐτὸ πλέον. Ἀλλὰ ταῦτα μόνον ἔχομεν; Ποία πρόνοια λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποζημιώσεως ἐργοστασίων ἢ πυριτιδομύλων, οἵτινες ἱδρύθησαν πρὸ 5 ἢ 10 ἢ 15 ἐτῶν, δὲν λειτουργοῦσι δὲ σήμερον; Πῶς θ’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν; οὐδὲν ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον· καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν θὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸ ἐργοστάσιον νὰ κατασκευάζῃ ἄλλην πυρίτιδα, ἀφ’ ἑτέρου δὲν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι καὶ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν τοιούτων ἐργοστασίων λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ 4 τελευταῖα ἔτη μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1904. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην περίπτωσιν δὲν προβλέπει ποσῶς τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ἐργοστασιάρχης τις κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα τοῦ τελευταίου ἔτους, μὴ ἔχων τυχὸν γνῶσιν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπρομηθεύθη μηχανήματα ἀξίας 50,000 ἢ 60,000 δραχμῶν, τὰ μηχανήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐλειτούργησαν, οὐδὲ θὰ λειτουργήσωσιν, ἵνα ἀποδώσωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἀπὸ τὸ Δημόσιον ὡς δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κερδῶν, πῶς θέλουσιν ἀποζημιωθῆ; Ὑπάρχουσι, Κύριοι, καὶ ἄλλοι λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐπιβάλλουσι νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ παρακαλέσωμεν τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσωσι τὸ θέμα ἀκριβέστερον καὶ ἐμβριθέστερον, διότι εἶναι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον ἤδη εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι μονοπώλιον πετρελαίου, δὲν εἶναι μονοπώλιον ἄλλου προϊόντος, εἶναι μονοπώλιον βιομηχανίας.
§163Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βιομηχανίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται.
§164Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἄνδρες εἰδικοὶ, οἵτινες δύνανται νὰ ἐργασθῶσι, καὶ εἶναι πρόθυμοι πρὸς τοῦτο, ὅπως καταρτίσωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν θὰ ἦναι τέλειον, θὰ προσεγγίζῃ τοὐλάχιστον εἰς τὴν τελειότητα, ὡς ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θὰ μᾶς ἀποδείξῃ. Ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, νομίζω ὅτι θὰ σφάλωμεν, διότι καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μαρτυροῦσιν, ὅτι θὰ ἦναι σφάλμα· διότι εἰσήχθησαν ἤδη τρία ἀλλεπάλληλα νομοσχέδια, βλέπομεν δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἕν ἄρθρον τελευταῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περίπου λέγει: «Δὲν γνωρίζω τί θὰ πράξω· ψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ σκεφθῶ, ἂν πρέπει νὰ τὸ ἐκτελέσω ὅλον ἢ μέρος αὐτοῦ». Τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὥριμον πρὸς συζήτησιν. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν παράκλησιν νὰ δεχθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ ἐξετάσωσιν ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ μᾶς φέρωσι πόρισμα πλέον ἀσφαλές. Προτείνω δὲ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἴτε ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐκλεγομένην, εἴτε ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§166Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προετάθη πρότασις ἀναβολῆς.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ ἐγγεγραμμένοι πρέπει νὰ ἀναπτύξωσι τὰς γνώμας των, καὶ κατόπιν νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλοι;
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὁ κύριος Καραπᾶνος καὶ ὁ κύριος Βοζίκης.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ νὰ ἐγγραφῶ.
§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ γείνῃ λοιπὸν ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§173Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;
§175ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κύριος Σάκκης παρακαλεῖται νὰ προσέλθῃ ὡς ψηφολέκτης.
§177Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε. Νομίζω ὅτι προετάθη ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, καὶ ἀπερρίφθη. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ νέα πρότασις περὶ παραπομπῆς.
§178Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δευτέρα συζήτησις ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, πρέπει νὰ γείνῃ ἐκ νέου ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως.
§179Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις, καὶ κατόπιν γείνῃ ἑτέρα ἐπὶ ἄλλου ἄρθρου πρότασις περὶ παραπομπῆς, πρέπει καὶ τότε νὰ γείνῃ ψηφοφορία;
§180Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§181Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καθαρὰ πρότασις ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου· τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλή.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
§183Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν γίνηται ἅπαξ πρότασις περὶ παραπομπῆς καὶ ἀπορρίπτηται, δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προβλέπει ῥητῶς ὁ Κανονισμός. Ὅταν τὸ ζήτημα τίθηται ἐν ἀμφιβόλῳ, πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ.
§185Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἡ Βουλὴ, καὶ ἓν ἄρθρον, ἐὰν θέλῃ, νὰ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπήν; Βεβαίως δύναται νὰ παραπέμψῃ ὄχι μόνον ὅλον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἓν ἄρθρον αὐτοῦ καὶ εἰς ἑκάστην ἀνάγνωσιν αὐτοῦ.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 36 περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν τάδε λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, δύναται, ἂν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 48 ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς, ὁρίζουσα καὶ τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἔκθεσίν των. Παρελθούσης εἰς μάτην τῆς τεταγμένης προθεσμίας, ἡ Βουλὴ δύναται ἢ νὰ χορηγήσῃ νέαν, ἢ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς.» Οὐδὲν ἕτερον λέγει.
§187Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτη πρότασις ὑπεβλήθη, καὶ ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§188Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπαναλαμβάνεται καὶ σήμερον.
§189Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ παραπομπή.
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί σημαίνει τότε ἡ ἀπόρριψις;
§191Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπόρριψις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει σημασίαν δι’ ἑπομένην ἀνάγνωσιν.
§192Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀπορριφθῇ ἓν νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ.
§193Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀπερρίφθη τὸ νομοσχέδιον.
§194Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις δὲν ἠξεύρω εἰς τί χρησιμεύουσι. Καθ’ ὑμᾶς, ἐὰν ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἓν νομοσχέδιον, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ τὸ ἀπορρίψῃ εἰς δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν!
§196Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ἐγειρόμενον ζήτημα εἶναι ζήτημα τάξεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ δεδικασμένου, τὸ ὁποῖον ἀντιτάσσεται, νομίζω δὲ, ὅτι λύεται σαφῶς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 36 πότε ἐπιτρέπει τὴν εἰς ἐπιτροπὴν παραπομπήν; (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς...» Ἄρα πρέπει νὰ ἤμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, καὶ πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἤδη τὴν ἀρχὴν, προέβη δὲ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπεψήφισε. Μετὰ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέλεγξιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι ἡ προβαλλομένη ἔνστασις κατὰ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν οὐχὶ ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ δεδικασμένου, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εὑρίσκω σαφῆ διάταξιν ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅπως τοιαύτη ἔνστασις προβληθῇ καὶ κηρυχθῇ ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν τύπον, ὅτι ἡ Βουλὴ προῆλθεν ἤδη εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ἐψήφισε τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὑπὸ τοιοῦτον τύπον, νομίζω ὅτι εἶναι βάσιμος. Συνεπῶς θεωρῶ, ὅτι ἡ προβαλλομένη ἀντίρρησις, ὅτι δὲν δυνάμεθα πλέον τοιαύτην πρότασιν νὰ ψηφίσωμεν, καθόσον προβάλλεται ἀκαίρως, εἶναι βάσιμος, ἀφοῦ ἐφύγομεν πλέον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν καὶ ἐπεψηφίσαμεν καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πρώτου ἄρθρου δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς νὰ ὑποβληθῇ πρότασις περὶ παραπομπῆς. Ἡ διάταξις εἶναι σαφὴς καὶ ῥητὴ, ἐκτὸς ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι τοῦ Κανονισμοῦ τὰ ζητήματα οὐδεμιᾶς πλέον προσοχῆς εἶναι ἄξια, ὁσάκις ὑποβάλλεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς. Τοιαύτην τινὰ ἐγὼ ἔχω ἀντίληψιν τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, καὶ ὑπὸ τοιοῦτον τύπον, νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ προβαλλομένη ἀντίρρησις ἔλθῃ εἰς ψηφοφορίαν, ἡ ἀντίρρησις δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§197Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ συζητήσῃ τὴν ἀρχὴν καὶ εἰσέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν.
§198Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφὴς, ἢ ἄλλως δὲν ὑπάρχει σαφήνεια εἰς καμμίαν διάταξιν (ἀναγινώσκει): «... μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς.»
§199Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§200Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, ἐὰν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν, ἡ περὶ παραπομπῆς πρότασις δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὴ, διότι ἄλλως θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον, ἐὰν θελήσητε νὰ ἐπεκτείνητε τὴν διάταξιν, νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ τέλος τῶν ἄρθρων νομοσχεδίου τινὸς, καὶ πρὸ τοῦ συνόλου νὰ φέρηται κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν πρότασις, ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν. Ἀλλὰ τί θὰ δύναται πλέον νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπή;
§201Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο καὶ ἄλλοτε.
§202Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ γείνῃ ὁριστικὸς νόμος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ὑποστῇ τὴν ἐν τῷ συνόλῳ ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι πλέον ἐπιδεκτικὸν ἐπεξεργασίας ὑπὸ ἐπιτροπῆς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι ἑρμηνεύομεν τὸν Κανονισμὸν κατὰ τὴν σαφῆ καὶ ἐκ τοῦ γράμματος καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ προκύπτουσαν ἔννοιαν.
§203Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε ἀνεψιὲ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι γνωρίζω ὅτι εἶσθε δεινὸς δικανικὸς, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχετε ἀπέναντί σας καὶ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι λογικὴν ἐπὶ τέλους. Ἐννοεῖτε, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς ἡ Βουλὴ δὲν θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου;
§204Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροχώρησεν ἤδη.
§205Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπόν, ἐπειδὴ ἐπροχώρησεν, ἆρα δὲν ἔχει δικαίωμα πλέον νὰ ζητήσῃ τὴν παραπομπήν;
§206Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὄχι.
§207Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὰ λέγονται ἀλλοῦ.
§208Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει Κανονισμὸς, κατὰ διάταξίν τινα τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ψηφίσῃ ἓν νομοσχέδιον, καὶ ἂν δὲν ᾖναι ἀρκούντως πεφωτισμένη, καὶ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη δέσμευσις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη ἢ νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ μὴ ψηφίσῃ, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τίποτε; Διότι ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν εἰς τί ἄλλο σκοπεῖ, παρὰ εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον σκοποῦσιν αἱ συζητήσεις; Λοιπὸν εἶναι, ὡς νὰ λέγητε, ὅτι «ὑποχρεοῦσθε τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἢ νὰ τὸ ψηφίσητε, ἢ νὰ μὴ τὸ ψηφίσητε, χωρὶς νὰ δικαιῶσθε νὰ διαφωτισθῆτε, χωρὶς νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσητε πληροφορίας, χωρὶς νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσητε». Ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ πρακτικὴ ἐνίοτε ἢ μᾶλλον ἡ προκατάληψις παρεισήγαγε, τὸ νὰ ὑποτίθηται δηλαδὴ, ὅτι ἡ παραπομπὴ νομοσχεδίου τινὸς εἰς ἐπιτροπὴν εἶναι ἔκφρασις τρόπον τινὰ δυσμενοῦς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἐναντίας τοῦ νομοσχεδίου. Ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ὑποτίθηται τοῦτο· ἀλλὰ πρὸ πάντων δὲν δύναται τοῦτο νὰ ὑποτεθῇ, ὅταν πρόκηται περὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὡς προϋπόθεσιν ἔχουσι τὴν γνῶσιν λεπτομερειῶν, καὶ δὴ λεπτομερειῶν τεχνικῶν. Εἰς τοιαύτην περίστασιν οὐδὲ ἴχνος δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἰδέας, ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν σκοπεῖ εἰς ἄλλο τι ἢ ἁπλῶς εἰς διαφώτισιν. Ἐὰν λοιπὸν, κατὰ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων καὶ τῆς Βουλῆς συμπάσης, προκύπτῃ ἡ ἀνάγκη πληροφοριῶν τινων, αἱ ὁποῖαι ἐν ἰδιαιτέρᾳ συζητήσει προσώπων ἁρμοδίων δύνανται νὰ προκύψωσι, πληροφοριῶν δυναμένων νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν, ἐὰν προκύπτῃ μία τοιαύτη ἀνάγκη, οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διὰ νὰ ἀποκρουσθῇ τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς εἰς τοῦτο καὶ μόνον σκοπεῖ. Οὐδέποτε δὲ δύναται νὰ ὑποτεθῇ ἐκ τῆς ἐκφράσεως τοῦ Κανονισμοῦ «πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἀρχῆς ἢ καὶ μετ’ αὐτὴν», ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἐκφράσεως ταύτης παρίσταται δεσμευμένη, ὅτι δηλαδὴ, ἀφοῦ προέβη εἰς τὰς λεπτομερείας, δὲν δύναται πλέον νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν.
§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, κύριε Πρόεδρε.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ εἶτα ἡ διαλογή· ἀλλὰ μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 μ. μ.)