1904.03.17
3,376 rows · 25,763 words · 325 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 17 Μαρτίου 1904.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Γιαννακίτσα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 45′ π. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω νὰ ἀνακοινώσω δύο ἀναφοράς. Οἱ δικηγόροι Κεφαλληνίας διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς των ἐλέγχουσιν ὡς ἀνυπόστατα τὰ λεχθέντα ὑπό τινος τῶν Βουλευτῶν Κραναίας κατὰ τοῦ δικαστοῦ Σταυροπούλου.
§2Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§4Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὰ ὀνόματα, διότι ἔχω λάβει ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων διαψεύδονται αἱ ὑπογραφαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ τηλεγράφημα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, καθήσατε, παρακαλῶ· θὰ σᾶς δώσω κατόπιν τὸν λόγον. Οἱ ἀπόστρατοι ὑπαξιωματικοὶ δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν λέγουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν πρὸς 50 δραχμάς, τὸ δὲ ὑπὲρ τὴν σύνταξιν, ἥν λαμβάνουσι, ποσὸν τοῦ μισθοῦ των ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἥν θ’ ἀναλάβωσι, διαθέτουσιν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐπὶ τῆς τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τῶν δικηγόρων Κεφαλληνίας ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§6ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν ὑπαξιωματικῶν;
§8ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι· τῶν δικηγόρων Κεφαλληνίας.
§9Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωσθῇ. Ἀνεκοινώθη τὸ τηλεγράφημα.
§11Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρῶτον καθῆκον ἔχω νὰ ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολὴν ἐξ Ἀργοστολίου, ἡ ὁποία περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου ταύτην τὴν στιγμὴν (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, κυκλοφορεῖ ἐνταῦθα ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν δικηγόρων, δι’ ἧς παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις κλπ. διὰ τὸν Σταυρόπουλον. Πρὸς ἄρσιν παρανοήσεως, σοὶ καθιστῶ γνωστὸν, ὅτι δὲν ὑπέγραψα εἰς αὐτὴν, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἡ ὑπογραφή μου, κακῶς ἐτέθη. Θειακός».
§12Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ.
§13Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἡ ὑπογραφὴ αὕτη ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλο τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς τὸν κ. Ρωμᾶνον. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος. Εἷς εἶναι ὁ δικηγόρος Θειακός. Εἶχον παρακαλέσει, κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ προηγουμένης ἐπερωτήσεώς μου νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν αἱ μομφαὶ, τὰς ὁποίας ἀπέδωκα κατὰ τοῦ δικαστοῦ Σταυροπούλου, εἶναι ἀκριβεῖς ἢ ὄχι. Ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς, εἶπον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διαβιβάσῃ ταύτας ἀμέσως πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν, καὶ νὰ διατάξῃ αὐθωρεὶ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις· καὶ ἂν μὲν τὰ καταγγελλόμενα ἦναι ἀληθῆ, νὰ τιμωρηθῇ ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρέβη τὸ καθῆκόν του· ἐὰν δὲ τὸ ἁρμόδιον Ἐφετεῖον κρίνῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ, θὰ περιέλθῃ βεβαίως τὸ βούλευμα ἐκεῖνο τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ, τίς πράγματι ἔχει δίκαιον ἢ ἄδικον. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ, ὅτε ὑπέβαλον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς ματαιωθείσης συνεδριάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας, δὲν ἠθέλησα νὰ ὑποδείξω ἀμέσως τὸν δικαστὴν Σταυρόπουλον, ὡς ὑπαίτιον τῆς ματαιώσεως τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης· ἡ ἐπερώτησίς μου ἦτο γενική· ἂν δ’ ἀνατρέξωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, θὰ ἴδωσιν, ὅτι δὲν ἐστράφην ἀμέσως, ὅπως ζητήσω νὰ τιμωρηθῇ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος δικαστὴς, περὶ τοῦ ὁποίου ἄγνωστον ἦτο εἰς ἐμὲ, ἂν ἀπουσίαζεν ἐκ τοῦ Δικαστηρίου Κεφαλληνίας μετὰ ἢ ἄνευ ἀδείας. Τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην ἀπηύθυνα πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Ζυγομαλᾶν, ὁ ὁποῖος ἀμέσως ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ τότε Εἰσαγγελέως Καζακοπούλου, καὶ οὗτος ἀπήντησε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἕνεκα τοῦ Σταυροπούλου, ὁ ὁποῖος ἔλειπε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἄνευ ἀδείας ἐκ Κεφαλληνίας, ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις ἐκείνη, τὸ δὲ τηλεγράφημα ἐκεῖνο κατέθεσεν ὁ τότε Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτοῦ οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ περιστατικὰ, καὶ ἂν ἔλαβε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, εἰ δὲ μὴ, νὰ διατάξῃ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀποστολὴ καὶ κατάθεσις αὐτῶν, διότι ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ζητήσας θέλει λάβει παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πρωτοδικῶν, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατήγγειλα ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀκριβέστατα, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τ’ ἀμφισβητήσῃ. Ἐὰν εὑρέθησαν δικηγόροι, ἀντίπαλοι ἡμῶν κατὰ τὰς παρελθούσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, οἱ ὁποῖοι κατεσκεύασαν καὶ ἀπέστειλαν τὸ ἀνακοινωθὲν πρὸ ὀλίγου τηλεγράφημα, τοῦτο οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει. Τὰ ὀνόματα αὐτῶν, καὶ ἂν δὲν ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ μαντεύσω· εἶναι βεβαίως τὸ ὄνομα τοῦ δῆθεν δικηγόρου Θεοφράστου Μεταξᾶ, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε μετῆλθε τὸν δικηγόρον, ἀνῆκε δὲ εἰς τὸν ἀντίπαλον συνδυασμὸν κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς, τοῦ Νικολάου Μαυροκεφάλου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀντιπρόσωπος τοῦ κυρίου Μομφερράτου, καὶ ἐξέδιδε τὰ βουλεύματα μετὰ τοῦ κ. Σταυροπούλου—καὶ κατήγγειλα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὴν πρᾶξιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν—ἐναντίον τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βαλσαμᾶτα...
§14Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Περὶ τοῦ κυρίου Σταυροπούλου εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται ταῦτα;
§15Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχουσι χαρτιὰ, καὶ ἀπέναντι αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος γνώμη.
§16ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῦ εἶναι τὰ χαρτιά;
§17Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Κεφαλληνίας. Φέρει βεβαίως τὸ τηλεγράφημα καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Παναγῆ Καβαλλιεράτου, τοῦ ἑτέρου ἀντιπροσώπου τοῦ κ. Μομφερράτου, καὶ τοῦ Σωκράτους Καβαλλιεράτου, καὶ τοῦ Διονυσίου Σπινέλη, ἀντιπάλου καὶ αὐτοῦ, ἀνήκοντος εἰς τὸν ἀντίθετον συνδυασμὸν κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς. Αἱ τοιαῦται ὑπογραφαὶ δὲν ἔχουσι βεβαίως σημασίαν, διότι βεβαίως θὰ ὑποστηρίξωσι τὸν κ. Σταυρόπουλον, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐξέδιδον τὰ βουλεύματα ἐναντίον τῶν συμπολιτῶν μου χωρικῶν, καὶ τοῦ ὁποίου εἶχον ἑκάστοτε τὴν συνδρομήν.
§18ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ τέλος πάντων αὐτὴ ἡ ἀναφορά.
§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά).
§21ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσω περὶ τῆς ποιότητος τοῦ δικαστοῦ κ. Σταυροπούλου, καὶ τὸν λόγον λαμβάνω οὐχὶ διὰ τοῦτο. Περὶ τῆς ποιότητος τοῦ δικαστοῦ Σταυροπούλου εὐτυχῶς δὲν εἶναι μόνον ἡ ἰδική μου γνώμη ἀρίστη, —διότι ἡ ἰδική μου γνώμη ἴσως ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ μεροληπτική, ἐπειδὴ ὁ κύριος Σταυρόπουλος κατάγεται ἐκ Κυνουρίας, —ἀλλ’ εἶναι, ὡς παρατηρῶ, τοιαύτη καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου ἡ γνώμη, ὥστε ν’ ἀπομένῃ μόνος ὁ κατηγορῶν αὐτὸν Βουλευτὴς Κραναίας. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ, πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κραναίας, τὸ τηλεγράφημα τῶν δικηγόρων Κεφαλληνίας, οὔτε νομίζω, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει ν’ ἀντικρούωνται αἱ γνῶμαι τῶν Βουλευτῶν, αἱ ἐν τῇ Βουλῇ διατυπούμεναι, ἀλλ’ ἔχω νὰ κάμω παρατήρησιν περὶ τῆς κρατούσης ἐν τῇ Βουλῇ τακτικῆς ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων διὰ τὰ τοιαῦτα ζητήματα. Ἐξαγγέλλομεν μίαν κατηγορίαν καθ’ ἑνὸς δικαστοῦ, ζητοῦμεν ἔγγραφα, ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι ὁ δικαστὴς δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ πρὶν ἢ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα ἀναπτύσσομεν κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ, ἐπισύρομεν κατ’ αὐτοῦ πᾶσαν κατηγορίαν καὶ πᾶσαν ὕβριν, ὅταν δὲ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, τότε δὲν γίνεται πλέον ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεως, ἀπομένει ὅμως διὰ τῆς ἐκ τῶν προτέρων ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως βαρυτάτη μομφὴ κατὰ τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἣν καὶ ὁ ἴδιος ὁ κατηγορῶν, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἄρῃ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἄρῃ, διότι ἔχει γείνῃ ἤδη γνωστὴ ἡ μομφὴ εἰς ὅλον τὸ Κράτος καὶ εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει πρόχειρα τὰ μέσα νὰ ἐξελέγξῃ τὰς τοιαύτας κατηγορίας. Ἔρχονται ἔπειτα τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶναι ἀθῳότατος ὁ ὑπάλληλος, ὅτι ἐντίμως ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι μάλιστα εἶναι ἄξιος βελτίονος θέσεως, ἀλλ’ ἡ μομφὴ, ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς αὐτὸν, δυστυχῶς θὰ μένῃ ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς ζωῆς του εἰς τὴν ῥάχιν του...
§22ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι δά!
§23Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὰ χαρτιὰ θὰ τὸ δείξουν.
§24ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν πρόκειται ἡ μομφὴ νὰ βαρύνῃ ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ὑπαλλήλου, — διότι οἱ ἁρμόδιοι γνωρίζουσι τὸ ποιὸν ἑκάστου ὑπαλλήλου, — ἀλλὰ καθιεροῦται κακὴ τακτικὴ ἐνταῦθα, καὶ δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ὅτι ἀνευθύνως ἐντεῦθεν ὑβρίζομεν τοὺς πάντας, χωρὶς νὰ ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ δώσωμεν λόγον καὶ ἐξηγήσεις, οὔτε ἐπιχειρήματα νὰ φέρωμεν, ἀποδεικνύοντα τὰς κατηγορίας, ἃς ἐντεῦθεν ἐκτοξεύομεν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὄχι χάριν τοῦ δικαστοῦ Σταυροπούλου, διότι δι’ αὐτὸν ἔλαβε τὰ μέτρα τὰ ὑποδειχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κραναίας συναδέλφου, καὶ ἐξετόπισεν εἰς τὴν Ἄρταν δικαστὴν, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο χρήσιμος εἰς πολυμελὲς καὶ βεβαρημένον διὰ πολλῶν ἐργασιῶν Δικαστήριον, ὡς τὸ τῶν Ἀθηνῶν· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἔχω ἐγὼ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ, οὔτε περὶ τῶν ἄλλων ἐκ Κυνουρίας δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οὓς διὰ μονοκονδυλιᾶς ἐξετόπισεν εἰς διάφορα ἄνευ ἐργασίας Δικαστήρια. Δικαιοῦμαι ὅμως νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἔλαβε τὸν λόγον, ὅπως σταματήσῃ τὰς ἀβασίμους καὶ ἀδικαιολογήτους καὶ προώρους μομφὰς καὶ κατηγορίας κατὰ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ συγκρατήσῃ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον διὰ τοιούτων ἐπιθέσεων καὶ κατηγοριῶν καταπίπτει.
§25Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ κύριος προαγορεύσας ἠθέλησε διὰ τῆς ὁμιλίας του νὰ μοὶ ἀποδώσῃ μομφήν, ὑπονοῶν ὅτι διασύρω τὴν ὑπόληψιν τῶν δικαστῶν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐλέγχειν εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ ἀπεριόριστον.
§26ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα.
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόνον τοὺς Ὑπουργούς.
§28Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατήγγειλα ὡρισμένην πρᾶξιν, ὅτι ὁ πρωτοδίκης Σταυρόπουλος ἀπουσίαζεν ἀπὸ τῆς 1 μέχρι τῶν μέσων Σεπτεμβρίου 1902 ἐκ τῆς ἕδρας του, καὶ ἀπὸ τῆς 17 Νοεμβρίου μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, καὶ ὅτι ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀργοστολίου ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ δικαστοῦ τούτου, ὅστις ἐν τούτοις ὑπέγραψε καταστάσεις καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι εὑρίσκετο ἐν τῇ ἕδρᾳ του, καὶ ἐπληρώθη ὁλόκληρον τὸν μισθόν του. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύονται ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων. Δὲν ἔχω δὲ νὰ καλέσω μάρτυρας, ἢ νὰ προτείνω ὡς τοιούτους τοὺς ὑπογράψαντας τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο καὶ ὑποστηρίζοντας τὸν κύριον Σταυρόπουλον, τὸν συμπολίτην τοῦ κυρίου ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύονται ἀκριβῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ κατήγγειλα.
§29ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἀποδειχθῶσιν ἀκριβῆ;
§30Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τότε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγερθῇ ἐκ τῆς θέσεώς του ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος καὶ ν’ ἀποδώσῃ μομφὴν εἰς ἐμὲ, ὅτι ψευδῶς κατηγόρησα. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδέποτε καταγγέλλω ψευδῆ πράγματα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ τοῦτο. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ ἄλλα ἔγγραφα· ἓν μόνον ἀρκεῖ, ὅπερ κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κυρίου Ζυγομαλᾶ, καὶ αἱ μισθοδοτικαὶ καταστάσεις τοῦ κ. Σταυροπούλου. Ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Ζυγομαλᾶς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγραφικὴν ἀπάντησιν τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Καζακοπούλου. Τὸ τηλεγράφημα ἐβεβαίου ἐν μέρει ὅσα κατήγγειλα ἐγὼ, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς συνήθως συμβαίνει, εἰς οὐδὲν προέβη ὁ τότε κ. Ὑπουργός, ἐπιεικῶς κρίνας τὰ πράγματα. Προκληθεὶς δὲ ἐγὼ κατόπιν ὑπὸ συναδέλφου τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἠναγκάσθην νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσω ἐπιμόνως τὴν τιμωρίαν τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἔχει καθῆκον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἐπερώτησίν μου εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, μετὰ τῆς παραγγελίας νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς ἀνάκρισιν καὶ ἐξετάσῃ τὰ πρακτικὰ τοῦ Δικαστηρίου καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἐξ ὧν θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ δικαστὴς κ. Σταυρόπουλος, ἀντὶ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἕδραν του, ἤρχετο εἰς Ἀθήνας καὶ ἐντεῦθεν ἐπέστρεφεν εἰς Κεφαλληνίαν κατὰ 15 ἡμέρας.
§31ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θέλω νὰ καθορίσω τοῦτο, ὅτι κατηγορῶ τὴν πρόωρον ἐπερώτησιν καὶ τὴν πρόωρον ἀνάπτυξιν τοιαύτης κατηγορίας. Βεβαίως δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ τοῦ ν’ ἀναφέρῃ καὶ καταγγέλλῃ πράξεις δημοσίων ὑπαλλήλων· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπίσης δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, μόνον ἀφοῦ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ ἀποδειχθῶσι τὰ γεγονότα, τότε πρέπει νὰ γίνηται ἡ ἀνάπτυξις τῆς κατηγορίας.
§32Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπηγγελλόμην ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη τὸν δικηγόρον ἐν Ἀθήναις. Ἑπομένως συνέπεσεν ἐκ τῆς πόλεως ταύτης νὰ διέλθωσι πάντες σχεδὸν οἱ δικασταὶ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα, πλὴν τῶν νεωτέρων, οὓς ἐγὼ πάντας δὲν γνωρίζω. Ἐγνώρισα λοιπὸν τοὺς πλείστους τῶν δικαστῶν, καὶ δύναμαι ἐπισήμως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ βεβαιώσω, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ κλάδος ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Ἐπικρατείᾳ, τιμῶν τῷ ὄντι τὴν ὑπηρεσίαν, ὁ κλάδος οὗτος εἶναι ὁ δικαστικός.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὖγε!
§34Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχουσι νὰ παλαίσωσι κατὰ μυρίων προσκομμάτων, ὧν ἓν εἶναι ἀκριβῶς ἡ μὴ ἐπαρκὴς ὕπαρξις τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων μέσων· διότι δυστυχῶς οἱ μισθοὶ αὐτῶν εἰσι λίαν γλίσχροι, βεβαίως δὲ οὐδεὶς δύναται νὰ φαντασθῇ, ὅτι οἱ δικασταὶ ἔχουσι τὰ λεγόμενα τυχηρά. Ἔχουσι νὰ παλαίσωσι κατὰ τῆς ἐπικρατούσης καταστάσεως. — Τί σημαίνουσιν αἱ δύο αὐταὶ λέξεις, δὲν ἀναλαμβάνω ν’ ἀναπτύξω πρὸς εἰδότας. — Ἔχουσι ν’ ἀντιπαλαίσωσι κατὰ μυρίων προσκομμάτων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐν αἷς δὲν ὑπάρχουσι, παραδείγματος χάριν, βιβλιοθῆκαι, καὶ ἡ συγκοινωνία μόλις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀποκατεστάθη. Ἔχουσιν ἴσως καὶ ἄλλους λόγους νὰ μὴ ἦναι λίαν εὐχαριστημένοι ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος, ὅπερ οἱ ἀτυχεῖς ἐξελέξαντο. Ἀπέναντι ὅμως ὅλων αὐτῶν τῶν δυσχερειῶν καὶ ὅλης τῆς ἐπικρατούσης καταστάσεως, ἐγὼ, καὶ ὡς δικηγόρος καὶ ὡς πολίτης, καὶ ὡς Ὑπουργὸς ἀκόμη, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι κρατοῦσιν ὑψηλὰ, σχεδὸν πάντες, τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης.
§35ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Οὐδὲ τοῦ Σταυροπούλου ἐξαιρουμένου.
§36Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Βεβαίως μεταξὺ τόσον πολυαρίθμου προσωπικοῦ δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσί τινες, οἵτινες δὲν ἵστανται εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, ἐν ᾗ πρέπει νὰ εὑρίσκωνται. Ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει τάχα μόνον ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ; Δὲν συμβαίνει εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας; Δὲν συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις;
§37ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη.
§38Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι λόγος νὰ ἐπιτιθέμεθα κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι ἐξαίφνης ὑπάρχουσι πρόσωπα αὐτῆς, οὐχὶ μεγίστης ἀξίας, ἢ μεγίστης περιωπῆς, ἢ καὶ ὅλως μὴ ἄμεμπτα. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἤθελον εὐχηθῆ, οὐχὶ ὡς Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ὡς πολίτης, ἵνα μὴ ἑκάστοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γίνηται ἐπίθεσις κατὰ τῶν δικαστικῶν προσώπων τῆς πατρίδος ἡμῶν. Δυνατὸν ὅμως καὶ τὸ ἑξῆς· ἄριστος δικαστὴς δυνατὸν ἔστιν ὅτε νὰ ὑποπέσῃ εἰς παράπτωμά τι, εἴτε ἐκ πλάνης εἴτε ἐκ συμπαθείας. Ὑπάρχουσι τὰ μέσα, δι’ ὧν τὸ κακὸν τοῦτο αἴρεται. Ὑπάρχουσιν ἡ ἀγωγὴ κακοδικίου, ἡ προϊσταμένη Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὃ ὁ ἀδικηθεὶς πολίτης, ἢ ὁ Βουλευτὴς ὁ προστατεύων αὐτὸν, δύναται ν’ ἀποταθῇ. Δὲν νομίζω, ὅτι συντελοῦμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ἑκάστην, εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν, φέροντες τὸν λόγον ἐπὶ πράξεων δικαστῶν, αἵτινες πιθανὸν καὶ νὰ ὦσι καλαί. Ἀλλ’ αἱ ἑκάστοτε περὶ τοῦ θέματος τούτου συζητήσεις καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν νομίζω ὅτι πείθουσι τὴν Βουλὴν, ὅτι ὡς τάχιστα πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου, προσπαθοῦσα νὰ βελτιώσῃ τὰ πράγματα. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, καὶ μόνην αὐτὴν, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστατεύσωμεν ἐπαρκῶς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ἐν Γαλλίᾳ περιφανῆ ῥήτορα καὶ συγγραφέα, τὸν Ρογὲ Κολλὰρ, ὅστις, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, παρουσίασεν ὡραιοτάτην ἀληθῶς εἰκόνα. Παρέστησε τὸν πολίτην, τὸν μέλλοντα νὰ περιβληθῇ τὴν δικαστικὴν τήβεννον, συνομιλοῦντα πρὸς τὸ Κράτος καὶ λέγοντα πρὸς αὐτό: «Ζητεῖς νὰ περιβληθῶ τὴν δικαστικὴν τήβεννον. Ἐνδοιάζω νὰ πράξω τοῦτο, καὶ μάλιστα φοβοῦμαι, διότι δὲν γνωρίζω, ἂν σὺ, τὸ Κράτος, ὅταν ἐγὼ περιβληθῶ τὴν δικαστικὴν τήβεννον, θέλεις φροντίσει, ἵνα αὕτη διατηρηθῇ ἀμόλυντος καὶ μὴ καταρρυπανθῇ. Προστάτευσόν με, ἵνα ἀναλάβω τὴν ἐπαχθῆ, ὅσον καὶ τιμίαν, ταύτην ὑπηρεσίαν. Κατάστησόν με ἰσόβιον.» Καὶ τῷ ὄντι τὰ Κράτη, τοὐλάχιστον πολλὰ αὐτῶν, ὧν μεταξὺ καὶ τὸ ἡμέτερον, ἀνέγραψαν ἐν τοῖς Συντάγμασιν αὐτῶν τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τοῦτο ἀρκεῖ; Ἐὰν δὲν καθιερωθῇ καὶ ἡ μονιμότης, ἀλλ’ αὕτη ἐπὶ ὡρισμένον μόνον χρόνον, νομίζετε, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἰσοβιότης; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἔχω ὡς πολίτης, καὶ ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας, ἣν ἔχω ὡς Ὑπουργός, δύναμαι νὰ βεβαιώσω διὰ τοῦ ἐπισημοτάτου τῶν τρόπων, ὅτι, ἂν ὡς τάχιστα δὲν νομοθετηθῇ καὶ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, ἀφοῦ ληφθῶσιν ἀναγκαῖαί τινες ἀσφάλειαι, ποτὲ δὲν θέλομεν ὑψωθῆ εἰς τὴν περιωπὴν τὴν δικαστικὴν, ἣν πάντες ἐπιθυμοῦμεν.
§39Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§40Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δι’ ὅσων εἶπον οὐδόλως ἐνόουν νὰ κατηγορήσω ἐν γένει τὸν δικαστικὸν κόσμον· ἐγὼ ἐπερώτησιν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ζυγομαλᾶν, διὰ τίνα λόγον ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις ἐκείνη τοῦ Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι ὁ δικαστὴς Σταυρόπουλος ἀπουσίαζε τότε καὶ ἐγὼ εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ζήτημα ἔληξε. Κύριε Πρόεδρε, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο· αἱ Βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἐγένοντο τὴν 17 Νοεμβρίου 1902, ἡ συνεδρίασις τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐματαιώθη τὴν 29 Νοεμβρίου ἰδίου ἔτους, ἤτοι μετὰ 12 ἡμέρας· πότε δὲ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἕδραν αὐτοῦ ὁ δικαστής; τὴν 6 Δεκεμβρίου. Αὐτὰ λέγουν τὰ χαρτιά.
§41Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§42Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἔχω τὴν ἀσφαλῆ πληροφορίαν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Κεφαλληνίας, καὶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπέστειλε τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ ταύτας, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, ὡς πληροφοροῦμαι, ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος πρωτοδίκης δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀδίκῳ.
§43Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐζήτησα πληροφορίας, ἀλλὰ προχείρως δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ἂν ἔλαβον ἀπάντησιν.
§44Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἔχετε τοιαύτην ἀπάντησιν πρὸ δέκα ἡμερῶν.
§45Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται πληροφορίαι. Θὰ ἐρευνήσω.
§46Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων σᾶς ἐπληροφόρησα, ὅτι περιῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοιαῦται πληροφορίαι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ καταθέσητε αὐτάς.
§47Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγώμεθα. Πιθανὸν νὰ ἔλαβον, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι. Αὔριον θὰ ἐρευνήσω.
§48Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Παραπονεῖται, κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα κατάστασις τὸν ἀναγκάζει νὰ προβαίνῃ εἰς μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων. Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ συμπίπτει νὰ ἦναι δικηγόρος, νὰ λάβῃ ὡς παράδειγμα τοὺς Βουλευτὰς τῆς περιφερείας Τριπόλεως, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ὑπῆρξαν κυβερνητικοὶ Βουλευταὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, καὶ εὗρον τὸ Δικαστήριον τῆς Τριπόλεως κατηρτισμένον κατὰ τὰς συστάσεις τῆς ἀντιθέτου πολιτικῆς, ἐν τούτοις οὐδεμίαν μετάθεσιν δικαστοῦ ἐζήτησαν, ὁσάκις δὲ μετετέθη δικαστής, πάντοτε οἱ Βουλευταὶ Τριπόλεως διεμαρτυρήθησαν, καίτοι ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ δικασταί, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς ἐτοποθετήσατε πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐνταῦθα, ὡς εἶναι ὁ ἔντιμος κ. Βρυάκος καὶ ὁ ἔντιμος κ. Βάος. Νομίζω λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ὅταν δὲν θέλητε νὰ προβῆτε εἰς μεταθέσεις δικαστῶν, δύνασθε νὰ εἴπητε εἰς τοὺς Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τοιαύτας μεταθέσεις, ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γείνῃ, διότι ἐπέρχεται μαρασμὸς καὶ ἀπογοήτευσις εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Πρέπει ἑπομένως νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, διότι γνωρίζετε ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργός, ποῖα κακὰ ἀποτελέσματα δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μία μετάθεσις δικαστοῦ· αἱ μεταθέσεις δέ, αἱ πρό τινος χρόνου γενόμεναι, ἔχουσιν ἀναστατώσει ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους ὅλα τὰ Πρωτοδικεῖα, ὡς λ. χ. τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως, τὸ ὁποῖον ἕνεκα τῶν μεταθέσεων τῶν συχνῶν δὲν λειτουργεῖ καλῶς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνωσιν ἄλλαι μεταθέσεις.
§49Ν. Δ. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνεκίνησεν ὁ κ. ἐκ Κραναίας συνάδελφος, ἀνεμίχθη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ δικηγόρου κ. Μαυροκεφάλου, ὑπεστήριξε δὲ καὶ προχθὲς καὶ σήμερον ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὁ δικηγόρος αὐτὸς μετὰ τοῦ δικαστοῦ Σταυροπούλου ἐξέδωκαν βουλεύματα ἐναντίον τῶν φίλων τοῦ κ. συναδέλφου, ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορηθῶ, — διότι προχθὲς δὲν ἤμην παρών, — ἂν κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος συνάδελφος ὑπονοεῖ, ἐξεδόθησαν τοιαῦτα βουλεύματα πολλὰ κατὰ τῶν φίλων του, ἢ πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ μόνου βουλεύματος. Ἡ πληροφορία αὕτη μοὶ χρησιμεύει πολύ, διότι πρόκειται ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν σχετικὴν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§50Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ προέτεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἄρσιν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ δικαστικὴ διοίκησις, μοὶ φέρει εἰς ἀνάμνησιν συμμαθητήν μου παλαιῶν χρόνων, ὅστις ἡμέραν τινὰ ἐνεφανίσθη ἐν τῷ Γυμνασίῳ εἰς τὸν Σύλλογον τῶν καθηγητῶν, ζητῶν νὰ ὑποβάλῃ λύσιν, ἣν ἔλεγεν ὅτι εὗρε, τοῦ τετραγωνισμοῦ τοῦ κύκλου. Ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὸς ὑπὸ τοῦ Συλλόγου, στὰς ἐν τῷ μέσῳ, ἐξήγαγεν ἐκ τῆς τσέπης του ἓν σύρμα, ἔχον τὸ σχῆμα κύκλου, τὸ ὁποῖον ἐνώπιον τῶν καθηγητῶν ἤρχισε νὰ μεταβάλλῃ εἰς σχῆμα τετράγωνον, ἀνακράζων, ὅτι ἐξετέλεσε τὸν τετραγωνισμὸν τοῦ κύκλου! Βεβαίως ἡ διοίκησις ἡ δικαστικὴ εἶναι κακὴ, δὲν συμφωνῶ δὲ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν αὐτὴν ἄμεμπτον, νομίζω ὅμως, ὅτι τοιαύτη δικαστικὴ διοίκησις δὲν προέρχεται ἐκ τῆς κακίας τῶν δικαστῶν, καὶ δὲν μεταβάλλεται εἰς καλὴν διὰ τῆς ἀλλαγῆς τῶν δικαστῶν· εἶναι κακὴ καὶ δι’ ἄλλας αἰτίας καὶ διότι ἡ ἀνωτέρα διοίκησις δὲν ἀφίνει αὐτοὺς νὰ ἦναι καλλίτεροι.
§51Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§52Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φρονεῖ, ὅτι, ἂν καθιερωθῇ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, θὰ παύσῃ πᾶσα ἀτέλεια, ἑπομένως, ἂν καθηλωθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των οἱ δικασταὶ, τότε διὰ μόνου τούτου ἡ κατάστασις θὰ βελτιωθῇ ἀμέσως. Φρονῶ τοὐναντίον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι κακοὶ ἐκ μιᾶς καὶ μόνης αἰτίας, τοῦ φόβου τῆς μεταθέσεως. Ἂν τὰ κακὰ τῆς Δικαιοσύνης προήρχοντο ἐκ τούτου καὶ μόνου, ὅτι ὁ δικαστὴς, φοβούμενος σήμερον τὴν μετάθεσιν, ἥτις ἀπειλεῖται ἑκάστοτε αὐτῷ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὑπηρεσίας του ὑπὸ τῶν πολιτικῶν φίλων μιᾶς Κυβερνήσεως, φέρεται μεροληπτικῶς, τότε ἀναγκαίως ἡ λύσις θὰ ἦτο αὐτὴ ἡ πρέπουσα. Ἀλλὰ ἐκ πείρας γινώσκομεν, ὅτι ἐκ πολλῶν ἄλλων πειρασμῶν, οὓς θέτει εἰς ἐνέργειαν ἡ Κυβέρνησις ἢ καὶ ἡ κοινωνία, δύναται πολλάκις ὁ δικαστὴς νὰ μὴ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του. Ἐὰν δικαστὴς τις ἀποβλέπῃ εἰς προβιβασμὸν ἑαυτοῦ ἢ ἄλλου, ἢ εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, καὶ ἐπηρεάζηται, τί θὰ ὠφελήσῃ τὸ ἀμετάθετον; Δὲν δύναται, ὅταν θέλῃ, μία Κυβέρνησις, πάντας τοὺς ἀσθενοῦς χαρακτῆρος δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι προαγωγὴν, ἢ διορισμὸν ἢ προαγωγὴν ἄλλου, ἢ καὶ μετάθεσιν εἰς καλλιτέραν θέσιν, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ταχθείσης ὑπὸ τοῦ νόμου προθεσμίας, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἐπηρεασμὸν αὐτῆς, καὶ δὲν εἶναι φόβος, ὅτι πολλοὶ ἀσθενῆ ἔχοντες χαρακτῆρα δικασταὶ θὰ παραβῶσιν ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου τὸ καθῆκον αὐτῶν; Ἐὰν ἔχῃ υἱὸν ἢ ἀδελφὸν ὁ δικαστὴς, ζητοῦντα δημοσίαν θέσιν, ἢ ἔχῃ πατέρα ὑπάλληλον, ἢ συνδέηται δι’ ἄλλων δεσμῶν μετὰ τῆς Διοικήσεως, καὶ ζητῇ ὑπὲρ αὐτοῦ χάριτας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ προστατεύσῃ τὸν δικαστὴν αὐτὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του τὸ ἀμετάθετον; Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνον οἱ πολιτικοὶ πειρασμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπηρεάζουν καθ’ ἡμέραν τοὺς δικαστάς; Μήπως δὲν βλέπομεν καθ’ ἑκάστην αὐτοὺς ἐπηρεαζομένους ἐκ τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας συχνότατα ἐν τῇ κοινωνίᾳ συνάπτουν; Μήπως δὲν ἀκούομεν καὶ δὲν βλέπομεν καθ’ ἑκάστην δικαστὰς ἀσθενοῦς συνειδήσεως, συνδεθέντας πρὸς οἰκογενείας καὶ ἀνθρώπους κατορθοῦντας σκανδαλωδῶς νὰ ἐπηρεάζωσιν αὐτοὺς ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης; Ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αἱ ἐκ κοινωνικῶν σχέσεων παρεκτροπαὶ τῶν δικαστῶν, ἄνευ ἀναμίξεως τῆς πολιτικῆς, δὲν εἶναι σπάνιαι. Πάντες τὸ γνωρίζομεν. Πάντα ταῦτα συμβαίνουσι, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐπιβλέπουσαι καὶ ἐπιβαλλόμεναι προϊστάμεναι ἀρχαὶ, εἴτε Εἰσαγγελικαὶ εἴτε Προεδρικαὶ εἴτε τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας εἶναι αὗται, κατὰ τὸν δικαστικὸν Ὀργανισμόν. Δὲν ἀρκεῖ, αὗται νὰ ὑπάρχωσιν, ἀλλ’ ἀνάγκη καὶ ἄλλο τι νὰ ὑπάρχῃ· πρέπει ἡ ἀνωτέρα δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἀσκῇ πράγματι τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπίβλεψιν, καὶ νὰ γνωρίζῃ ὁ ὑφιστάμενος ὑπάλληλος, ὅτι ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις ἀνωτάτη ἀρχὴ, ἥτις παρακολουθεῖ ἄγρυπνος καὶ ἐπιβλέπει αὐτὸν, ἕτοιμος νὰ τιμωρήσῃ τὰς παρεκτροπὰς. Ὅταν ὅμως γνωρίζῃ ὁ δικαστὴς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπηρεάζεται ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ὁ Βουλευτὴς ὑπὸ τοῦ κομματάρχου ἢ ἄλλου φίλου αὐτοῦ ἰσχυροῦ, εἰς ὃν οὗτος προσέφυγεν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε παρὰ τοῖς δικασταῖς τὸ συναίσθημα τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ φόβου; Μὴ θέλωμεν νὰ στενοχωρήσωμεν τὸ κακὸν εἰς μίαν μόνην αἰτίαν, καὶ ἐν τῇ καταπολεμήσει αὐτῆς νὰ εὕρωμεν τὴν θεραπείαν. Τὰ κακὰ καὶ αἱ αἰτίαι αὐτῶν εἶναι πολλαί. Ταύτας περιορίζετε, ἂν ἔχητε αὐστηρὸν ἔλεγχον, καὶ ἂν ἀπαιτῆτε αὐτὸν παρ’ ὅλων τῶν προϊσταμένων δικαστικῶν ἀρχῶν. Δὲν ὑπάρχει τελεσφορώτερον μέσον πρὸς πρόληψιν τῶν παρεκτροπῶν τῶν δικαστικῶν ὀργάνων ἢ ἡ αὐστηρὰ καὶ διηνεκὴς ἐπίβλεψις τῶν προϊσταμένων καὶ ἡ τιμωρία τῶν ὑποπιπτόντων εἰς αὐτάς.
§53Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§55Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀναβάλλω νὰ ὁμιλήσω.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυριακούλης Λ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§58ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἡμίσειαν τοὐλάχιστον ὥραν. Διὰ τοῦτο ἀναβάλλω δι’ αὔριον.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ εἰσέλθωμεν πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλος ἐγγεγραμμένος. Ὁ κ. Ἀσημακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§62Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω.
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλετε δι’ αὔριον.
§64Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω, ἀναβάλλω δι’ αὔριον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελισσηνὸς ἔχει τὸν λόγον.
§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλετε, κύριε Μελισσηνὲ, δι’ αὔριον.
§67Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δύο μόνον λέξεις εἶχον νὰ εἴπω, ἀλλ’ ἀναβάλλω δι’ αὔριον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§69ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· ἔχουν καὶ ἄλλοι τὸν λόγον.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῃτήθησαν τοῦ λόγου.
§71ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν παρῃτήθησαν, ἀφοῦ ζητοῦσι τὸν λόγον. Δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· οὔτε πρέπει νὰ ἐπιμένητε σεῖς ἰδίως, κύριε Πρόεδρε.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παραιτηθέντων τῶν ἐχόντων τὸν λόγον. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 καὶ 20′ μ. μ.)
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν) Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου ζύθου». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Βιτάλης.
§74Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀντείπῃ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· διότι πρόκειται περὶ εἴδους, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὐδὲ πρώτης οὐδὲ δευτέρας οὐδὲ τρίτης ἀνάγκης, δύναται μάλιστα νὰ συγκαταλεχθῇ μεταξὺ τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὄχι μόνον δὲν εἶναι πολυτελὲς, ἀλλ’ ἐπιτυγχάνει καὶ τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς εἰσαγωγῆς ζύθου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἑπομένως τὴν μὴ ἐξαγωγὴν χρυσοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταρτίζεται καὶ νέου εἴδους βιομηχανία, ἐργοστάσιον τῆς κατασκευῆς τῆς βύνης. Εἰς τοῦτο δὲ πολὺ συνετέλεσε καὶ ἡ κριθὴ, ἡ ὁποία παράγεται εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀμφοτέρας αὐτοῦ τὰς ἐννοίας εἶναι εὐεργετικόν. Προσκρούει μόνον εἴς τι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἀργότερον θὰ ἀσχοληθῶ. Ἡ βιομηχανία τῆς ζυθοποιΐας ἐσχάτως ὁπωσδήποτε ἐτελειοποιήθη ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὰς ἡ φορολογία, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν, ἦτο 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἀφαιρουμένων 40% ἐπὶ εἴδους τρόπον τινὰ ἀχρήστου, ἐπὶ τῶν λεβήτων. Κατόπιν δὲ τοῦ νόμου ͵ΒΧΚΔʹ, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ εἰς τὰ 1899, ἐπεβλήθη φορολογία ἐπὶ τῆς βύνης 65 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Τώρα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μετατρέπεται καὶ ὁ ὅρος οὗτος τῆς φορολογίας, αὐξανόμενος κατὰ 15 λεπτά. Ἔλαβε δὲ ἀφορμὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς τοῦτο, διότι, καίτοι ἐκ στατιστικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἐγχώριος βιομηχανία παράγει περὶ τὰ 2,000,000 ὀκάδας ζύθου, καίτοι ἡ ἀναλογία ἦτο 180 δράμια βύνης ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ζύθου, δὲν εἰσεπράχθησαν εἰμὴ 184,000 δραχ. τὸ 1899, δραχ. 208,000 τὸ 1900, δραχ. 212,000 τὸ 1901, καὶ δραχ. 206,000 τὸ 1902· ἑπομένως αἱ εἰσπράξεις ἦσαν πολὺ μικρότεραι τῶν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν προτοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος τοῦ 1899. Πολὺ εὔλογος ἦτο ἡ σκέψις τοῦ σεβαστοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ν’ ἀλλάξῃ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας, ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ κατὰ 15 λεπτὰ. Ὄχι δὲ μόνον τοῦτο ἔπραξεν, ἀλλὰ κατ’ εὐθὺν μὲν λόγον ηὔξησε τὸ ποσὸν τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, κατ’ ἀντίστροφον δὲ ἠλάττωσε τὸ ποσὸν τῆς ἀπαιτουμένης βύνης πρὸς κατασκευὴν ζύθου· δηλαδὴ ἠλάττωσε τὸ ποσὸν τῶν 184 δραμίων εἰς 145 μόνον. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου πολὺ ἀπησχολήθη καὶ ἡ Γερμανικὴ καὶ ἡ Γαλλικὴ Βουλή. Ἡ Γερμανικὴ Βουλὴ κατώρθωσεν ὁπωσδήποτε νὰ πλησιάσῃ εἰς τὴν λύσιν, ἡ Γαλλικὴ ὅμως ἀκόμη ἀσχολεῖται εἰς τοῦτο. Περὶ τῆς θεωρίας ταύτης δὲν θ’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, οὐχὶ διότι, ὡς εἶπον χθές, τὰ νομοσχέδια εἶναι συγγενῆ, ἀλλὰ διότι δὲν εὑρίσκω ἐπίκαιρον τὴν στιγμήν· εἶναι ζήτημα, ὅπως τὸ τῆς παρακρατήσεως· καὶ οἱ μὲν ἔχουσιν ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα καὶ οἱ δέ· ἑπομένως εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ἁπλῶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ λήξῃ δὲ, ὅταν θὰ λήξῃ καὶ ἡ προθεσμία τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ γείνῃ. Ἄλλως τε δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν καὶ ἓν ἄρθρον κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν ἢ καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνδέονται τόσα οἰκονομικὰ νομοσχέδια, καὶ ἑπομένως θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν αὐτά. Εἶναι λοιπὸν θεωρία, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἐν ὀλίγαις λέξεσιν ἐκ τοῦ ὕδατος, ἐκ τῆς ἀτμοσφαίρας, ἐκ τοῦ κλίματος, ἐκ τῶν μηχανημάτων, ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ ζύθου, δηλαδὴ ἂν εἶναι χειμερινὸς ἢ θερινός. Αὐτὴ εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ βάσις τῆς θεωρίας. Ἤδη δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς περὶ αὐτοῦ. Προτιμῶ νὰ ἀκούσω τὸν Royé Collar. Αὐτὸς εἶναι νομοδιδάσκαλος. Τὸ νὰ ἀκούωμεν τὰς γνώμας, τὰς σκέψεις καὶ τὰς διδασκαλίας του εἶναι εὐχάριστον...
§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦτο διδάσκαλός σας, εἴπετε;
§76Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι νομοδιδάσκαλος, τὰ δὲ συγγράμματά του διηρμήνευσέ τις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐπὶ μακρόν. Ὑπέθεσα μάλιστα, μήπως εἶναι δυσηρεστημένος μὲ τὴν Κυβέρνησιν (γέλωτες). Ἀλλ’ ἐνῷ τόσα πλεονεκτήματα ἔχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀφ’ ἑτέρου τίθεται ὄχι μόνον φραγμὸς τῆς αὐξήσεως τοῦ κλάδου τούτου τῆς βιομηχανίας, ἀλλά, δύναταί τις εἰπεῖν, τίθενται τοιοῦτοι περιορισμοὶ, ὥστε ζήτημα εἶναι, ἂν θὰ δυνηθῶσι τὰ ζυθοποιεῖα νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐργαζόμενα, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῆς τιμῆς τοῦ ζύθου θὰ περιορισθῇ ἡ κατανάλωσις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῆς βύνης πρὸς παραγωγὴν τοῦ ζύθου θὰ περιορισθῇ ἡ ὠφέλεια. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου καὶ διότι ἡ βιομηχανικὴ τάξις καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἀλλαχοῦ διαιρεῖται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς βιομηχάνους αʹ τάξεως καὶ βʹ τάξεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν σεβαστὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν δύο προτάσεις, δύο τροπολογίας. Ἐὰν μὲν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ αὐτὰς, καλῶς· ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ἀντιταχθῶ, γνωρίζων ὅτι καὶ οἱ 113 ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας εἶναι παρόντες καὶ οἱ 5 ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι συντρέχουσι τὴν ἀπαρτίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, εἶναι παρόντες, ἑπομένως εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα θὰ καταλήξω (ἱλαρότης). Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι πολὺ δίκαιον, ὁ σεβαστὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα, σχετικῶς πάντοτε, διὰ τοὺς μικροεργοστασιάρχας ζυθοποιοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ζητοῦσι παρὰ νὰ χορηγηθῇ 15 λεπτῶν διαφορὰ ἐπὶ τοῦ γενικῶς ὁριζομένου δικαιώματος καταναλώσεως δι’ ἑκάστην ὀκᾶν πεφρυγμένης κριθῆς. Δύνασθε νὰ τὸ περιορίσητε ὅσον ἐγκρίνετε. Ὁπωσδήποτε φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ἐμψύχωσίς τις εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, διότι τὰ ἔσοδα αὐτῶν εἶναι μικρὰ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως παρὰ νὰ κλείσωσι τὰ καταστήματά των. Εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰδικῶς εἰς αὐτοὺς τοὺς κλάδους. Δευτέραν παράκλησιν ὑποβάλλω νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀναλόγως πρὸς τὸ καταβαλλόμενον ἐπιτήδευμα ὑπὸ τῶν μεγάλων ζυθοποιῶν Φὶξ καὶ Κλωναρίδου. Αὐτὰς τὰς παρακλήσεις ἔχουσιν οἱ μικροζυθοποιοί. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μεγάλους, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν ὑπέβαλε καὶ νομοσχέδιον, πρὸς ἵδρυσιν ἐργοστασίου κατασκευῆς βύνης, οἱ δὲ ἕτεροι ἐξαιτοῦνται, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν αὔξησιν τοῦ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως ὁριζομένου ποσοῦ βύνης πρὸς κατασκευὴν ζύθου, ὥστε ὁπωσδήποτε νὰ ἐπέλθῃ εἷς μέσος ὅρος μεταξὺ 145 δραμίων καὶ 184, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἄρσιν τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένης αὐξήσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ τῆς βύνης κατὰ 15 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ σεβαστὸς κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ κάμῃ πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, ὅπως μὴ διαγραφῇ καὶ ὁ κλάδος οὗτος τῆς βιομηχανίας. Ἐπίσης εἰς τὸ κεφάλαιον Δʹ παρατηρῶ, ὅτι ἡ δικαιοδοσία, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἀποκτήσῃ ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν ζυθοποιείων καὶ βυνοποιείων, εἶναι τοιαύτη, ὥστε καταντᾷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διοικῇ κατὰ τὸ δοκοῦν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα· διότι, ἐὰν, κύριε Ὑπουργέ, ἕνεκα κομματικῶν λόγων, διαδεχθῇ ὑμᾶς εἷς τῶν νέων πολιτευομένων, οὗτος δὲ ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν περιστάσεων θελήσῃ νὰ ἀλλάξῃ τὰ Διατάγματα, τόσον τὰ μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντα, ὡς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθῶσι, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, εἰς ποίαν δύσκολον θέσιν θὰ εὑρεθῇ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ βιομήχανοι. Δηλαδὴ καθιστῶμεν διὰ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων τοὺς ἐργοστασιάρχας ἐξηρτημένους ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ὡς ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύων ἀπέδειξα, καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα γνωρίζω, εἶναι ἀδύνατον ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς νὰ ἦναι ἐνήμερος ἁπάσης τῆς ὑπηρεσίας· καίτοι δὲ οὐχὶ ἅπαξ εἶδον ὑμᾶς μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς νὰ ἐπεξεργάζησθε τὰ διάφορα ἔγγραφα, οἱ ὑπάλληλοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται, ἵνα ὑπογραφῇ τὸ Α ἢ Β ἔγγραφον, κατορθοῦσι νὰ ὑποβάλωσιν αὐτὰ ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ, — ὅπως, φέρειν εἰπεῖν, ὅταν τὰ φέρωσιν ἐνταῦθα, — ὥστε καθίσταται ἀδύνατον νὰ ἀντιληφθῇ ὁ Ὑπουργὸς, ὅσον καὶ ἂν ἦναι γνώστης τῆς ὑπηρεσίας. Ἕνεκα λοιπὸν τοῦ λόγου τούτου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν Β. Διαταγμάτων, καὶ νὰ καθορισθῶσι τὰ πράγματα ἐν τῷ νόμῳ, ἵνα δύνανται καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἦναι ἐνήμεροι εἰς αὐτά. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, ὁ σεβαστὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὁρίσῃ ὁπωσδήποτε τὰς γενικὰς γραμμὰς τοῦ Διατάγματος τούτου, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οἱ ἐργοστασιάρχαι οὗτοι ῥᾳδιουργοῦνται· διότι, ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰ πρόσωπα, τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ ἐπαγγέλματα, καὶ τὰ ἐργοστάσια ἔχουσι μορφώσει γνώμην, διότι κατώρθωσαν ἄλλοι νὰ δηλητηριάσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, αὐτὰ, ἵνα πιστεύσωσιν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐγένετο χάριν ἑνὸς μόνον ἐργοστασίου, ἐνῷ, ὅπως ἀπέδειξα ἐγὼ, κάθε ἄλλο συμβαίνει παρὰ τοῦτο. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλὴν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, ἐνθαρρυνθεὶς ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν μοὶ ἔδωκε χθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν, ἐλπίζω, ὅτι τὸ αὐτὸ θέλει πράξει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπιφέρων τὰς δυνατὰς τροπολογίας, ὅπως σώσωμεν τὴν μικρὰν βιομηχανίαν τῆς ζυθοποιΐας, καὶ ἐλαττώσωμεν τὴν φορολογίαν τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ἵνα δυνηθῶμεν διὰ τοῦ μέσου τούτου νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ζυθοποιῶν. Διότι δυνάμεθα, ἀντὶ νὰ κάμνωμεν χρῆσιν τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου ζύθου, νὰ παράγωμεν ζῦθον καλῆς ποιότητος, τὸν ὁποῖον νὰ ἀποστέλλωμεν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ κάμνωμεν ἐξαγωγήν. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς τροπολογίας μου, θὰ προλάβῃ καὶ μακρὰς καὶ ἀνωφελεῖς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· διότι δὲν θ’ ἀναγκασθῶσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ ἀσχοληθῶσιν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τούτων, ἐπαναλαμβάνοντες τὰ αὐτὰ, ὡς χθὲς, ἀλλὰ θ’ ἀσχοληθῶσιν εἰς ἄλλα θέματα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὸ νομοσχέδιον· διότι ἀντικειμενικὸς σκοπὸς ἡμῶν εἶναι, οὐχὶ νὰ ἐξαντλῶμεν τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων ἡμῶν, ἀλλὰ τίνι τρόπῳ νὰ γείνῃ τὸ νομοθετικὸν ἡμῶν ἔργον τελειότερον. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς μετὰ σπουδῆς καὶ ἄνευ μελέτης νομοθετικῆς ἡμῶν ἐργασίας εἶναι λίαν ἐπιζήμια, ὡς συνέβη πρὸ πέντε ἐτῶν, ὅτε, ἐνῷ ἐγὼ διεμαρτυρόμην διὰ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατόπιν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων — διότι ἔτυχε νὰ λείπῃ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως — ὑπέστην ἐπιθέσεις. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα! τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ποίαν παρουσιάζει διαφορὰν; τὴν διαφορὰν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου χάνει τὸ Δημόσιον ποσὸν οὐχὶ ἔλασσον τῶν 800,000 δραχμῶν.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖον νομοσχέδιον;
§78Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ περὶ ζύθου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κανονίζοντες τὸν τρόπον τῶν συζητήσεων ἡμῶν δύο τινὰ δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν, καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁπωσδήποτε νὰ βελτιώσωμεν, καὶ τὰ νομοσχέδια νὰ καταρτίσωμεν τελειότερα.
§79Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως χημικοῦ ἐργαστηρίου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 161). Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§81Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, ἀντὶ λεπτῶν 80 δι’ ἑκάστην ὀκᾶν βύνης, νὰ τεθῇ «λεπτὰ 90». Ἐν δὲ τῇ τρίτῃ παραγράφῳ, προκειμένου περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς βύνης δι’ ἑκάστην ὀκᾶν ζύθου, ἀντὶ «145 δραμίων», νὰ τεθῇ «100 δραμίων».
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§83Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐνταῦθα, ἀντὶ «ἐπὶ ἀναλογίᾳ ἐλάσσονι τῶν 145 δραμίων βύνης», νὰ τεθῇ «ἐπὶ ἀναλογίᾳ ἐλάσσονι τῶν 100 δραμίων βύνης».
§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 3 λέγει, ὅτι «ἀπαγορεύεται ἡ ἐν τῷ Κράτει κατασκευὴ ζύθου ἐπὶ ἀναλογίᾳ ἐλάσσονι τῶν 145 δραμίων βύνης καθ’ ἑκάστην ὀκᾶν ζύθου, καθὼς καὶ ἡ πρὸς κατασκευὴν ζύθου χρῆσις σακχαρωδῶν οὐσιῶν». Νομίζω ὅτι εἶναι λάθος· ἔπρεπε νὰ λέγῃ «ἀμυλωδῶν οὐσιῶν», ἀντὶ «σακχαρωδῶν», διότι ἐκ τῶν σακχαρωδῶν οὐσιῶν δὲν κατασκευάζεται ζῦθος· κατασκευάζεται ὅμως ἐξ ἀραβοσίτου, ἐξ ὀρύζης, ἐκ σίτου, ἐκ σικάλεως. Αὐτὰ ὅλα εἶναι ἀμυλώδεις οὐσίαι. Ὑποθέτω, αὐτὰ θὰ ἐνόει· διότι εἰς πολλὰ μέρη τῆς Εὐρώπης κατασκευάζεται ζῦθος, ἀναμιγνυομένης τῆς κριθῆς μετὰ τῶν εἰρημένων οὐσιῶν, ἰδίως δὲ μετὰ σίτου. Ἐν Βελγίῳ πολλάκις μέχρι τοῦ ἡμίσεος ἀναμιγνύουσι σῖτον. Ἐννοοῦμεν, αὐτὰ νὰ τὰ ἐπιτρέψωμεν;
§85Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρον ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸν προηγούμενον νόμον. Ἐν τούτοις εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ σᾶς εἴπω ἀκριβῶς.
§86Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, διότι ὑποθέτω ὅτι εἶναι λάθος.
§87Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ διότι ἀντιβαίνει εἰς τὴν τέχνην.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ἐκ τῆς δευτέρας παραγράφου διαγράφονται αἱ λέξεις «κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ παρόντος νόμου». Ἡ δὲ τελευταία παράγραφος τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Τὸ δικαίωμα τοῦτο προκαταβάλλεται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστου μηνὸς ἐπὶ τοῦ κατὰ τὴν πρὸς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον δήλωσιν παραχθησομένου ποσοῦ.»
§89ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον.
§91ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ πληρωτέος εἰς τὸ Δημόσιον φόρος ἐπὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι παρασκευαζομένης βύνης, καὶ τοῦτο χάριν τῆς ἐγχωρίου ζυθοποιΐας καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς τῆς κριθῆς. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι εὐχερὲς ν’ ἀνταγωνισθῇ ἡ ἑλληνικὴ ζυθοποιΐα πρὸς τὴν εὐρωπαϊκὴν, φρονῶ ὅτι πρέπει μόνον εἰς 40 λεπτὰ νὰ περιορισθῇ τὸ πληρωτέον δικαίωμα, ὅπως καταστῇ δυνατὸν νὰ κατασκευάζηται ζῦθος ἐν Ἑλλάδι ἐξ ἐγχωρίου κριθῆς· κατάλληλος δὲ κριθὴ ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, χρησιμεύουσα εἰς τὴν κατασκευὴν ζύθου, γνωρίζω δ’ ὅτι καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἔρχονται καὶ ἀγοράζουσι τοιαύτην κριθὴν ἀπὸ διαφόρους νήσους τοῦ Αἰγαίου, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν Σκῦρον, τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐλαττωθῇ τὸ εἰς τὸ Δημόσιον πληρωτέον δικαίωμα εἰς 40 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἐλαττωθῇ εἰς 50 λεπτά.
§93ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. 40.
§94Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως· διότι, ἐὰν θέλωμεν τὴν ζυθοποιΐαν νὰ μεταβάλωμεν εἰς προσοδοφόρον βιομηχανικὴν ἐργασίαν, πρέπει νὰ συντελέσωμεν, ὅπως πρὶν γείνωσι δοκιμαί. Πιθανὸν νὰ φθάσωμεν μίαν ἡμέραν, μετὰ δοκιμάς τινων ἐτῶν, νὰ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι πρόσφορον οὔτε τὸ ἔδαφος οὔτε τὸ κλῖμα ἡμῶν, ἵνα παράγῃ κριθήν, κατάλληλον πρὸς κατασκευὴν ζύθου· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἐβεβαιώθη ἀκόμη, ἔχομεν συμφέρον, ἀφοῦ ἡ ζυθοποιΐα ἐν Ἑλλάδι δὲν δύναται νὰ πολεμηθῇ, νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐγχώριον πρὸς ζυθοποιΐαν κριθήν. Δὲν συμφωνῶ δὲ ἐντελῶς μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ζῦθος δὲν εἶναι βιομηχανία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸ Κράτος, διότι δῆθεν ἔρχεται εἰς ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὸν οἶνον, ὅστις εἶναι σπουδαῖον ἐθνικὸν προϊόν. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ ζῦθος δὲν ἀνταγωνίζεται πρὸς τὸν οἶνον. Ὁ ζῦθος διὰ τὸ κλῖμα τὸ ἡμέτερον δὲν ἀνήκει εἰς τὰ ἐπιτραπέζια ποτὰ, ὡς ὁ οἶνος. Ὁ ζῦθος ἐξαιρετικῶς μόνον πίνεται ἐπὶ τραπέζης. Τοῦτο δὲ σήμερον δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ καθιερωθῇ ὡς συνήθεια. Πίνεται κυρίως ἐκτὸς τῆς οἰκίας, εἰς τὰ καφενεῖα ἢ ζυθοπωλεῖα, καὶ ἀντικαθιστᾷ κυρίως τὸ ῥακὶ, τὰς λεμονάδας, τὰ ἄλλα ποτὰ, τὰ λουκούμια, τοὺς καφέδες, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι καταπολεμεῖ τὸν οἶνον, ἰδίως εἰς τὰς πτωχὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι καταναλίσκουσι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς οἰκίας τὸν ῥητινίτην, ὅστις καὶ εὐθηνότερος εἶναι καὶ οἰκειότερος πρὸς τὰς γεωργικὰς τάξεις, αἵτινες τὸν παράγουν, καὶ διὰ τὴν οἰκιακὴν κατανάλωσιν καὶ διὰ ταύτην πρὸ πάντων. Διὰ τοῦτο οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν οὔτε εἰς τὴν Ἰταλίαν, χώρας οἰνοπαραγωγοὺς, ἐξωβέλισε τὸν οἶνον ὁ ζῦθος. Μόνον θὰ ἐπικρατήσῃ εἰς μεσαίας τινὰς καὶ παρ’ ἡμῖν τάξεις, ἰδίως κατὰ τὸ θέρος, εἰς τὴν κατανάλωσιν ποτῶν, γινομένην ἐκτὸς τῆς οἰκίας. Τοιαύτην ἐπικράτησιν εἰς τὰς συνηθείας, ἐν αἷς ἐπικρατεῖ τὸ ῥακὶ καὶ τὸ δῆθεν κονιὰκ καὶ τὰ ἄλλα οἰνοπνευματώδη ποτά, σήμερον θεωρῶ ὠφέλιμον. Λοιπὸν δὲν νομίζω, ὅτι θὰ βλάψῃ. Ἐὰν δ’ ἠθέλομεν ἡμέραν τινὰ κατορθώσει νὰ ἐπιτύχωμεν ἐν τῷ τόπῳ νὰ παράγωμεν ὅλην τὴν κριθήν, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύῃ πρὸς παραγωγὴν τοῦ ζύθου, εἴτε πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ τόπῳ εἴτε καὶ πρὸς ἐξαγωγήν, καὶ νὰ μὴ εἰσάγωμεν αὐτὴν ἔξωθεν, σπουδαίως θὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν· διότι ὁμολογουμένως σήμερον εἶναι, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὅτι πολεμεῖ τὸν οἶνον, ἐπιβλαβής, ἀλλὰ διότι μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἐξάγωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μέγα ποσὸν χρήματος, διὰ νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν κριθήν, ἐξ ἧς θὰ κατασκευάσωμεν τὸν ζῦθον. Λοιπὸν πρέπει νὰ καταβληθῇ πρὸς τοῦτο προσπάθεια· τὴν προσπάθειαν δ’ αὐτὴν πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἀσκήσῃ τὸ Κράτος διὰ τῆς μικρᾶς φορολογίας, διὰ νὰ ἐνθαρρυνθῶσιν οἱ ἐπιχειρηματίαι, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, διὰ τὴν βιομηχανίαν ταύτην ἀπαιτοῦνται μεγάλα κεφάλαια, καθόσον ἀναπόφευκτος εἶναι ἡ ἵδρυσις καὶ μεγάλων ψυκτηρίων καὶ εὐρυτάτων ἀποθηκῶν, ὥστε νὰ ἐνθαρρυνθῶσι τὰ κεφάλαια καὶ προβῶσιν εἰς δοκιμάς. Θὰ ἴδωμεν τότε, ἂν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ἡ βιομηχανία τῆς ζυθοποιΐας. Ἐὰν ἐπιτύχῃ καὶ ἑδραιωθῇ, θὰ ἴδωμεν, ἂν δυνάμεθα καὶ κατὰ πόσον δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν περισσότερον τὰς πρώτας ὕλας. Πρὶν τοῦτο βεβαιωθῇ, φρονῶ ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐνθαρρύνωμεν τὰς δοκιμὰς, διὰ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν σπουδαίου ποσοῦ χρήματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ὡς πρὸς τὴν κατανάλωσιν τοῦ ζύθου. Ἐὰν μεταβῆτε εἰς Πατήσια, καὶ ἐξετάσητε, ὁποία κατανάλωσις ἐγίνετο πρίν, καὶ ὁποία γίνεται σήμερον, θέλετε βεβαιωθῆ. Ἀλλὰ περὶ τούτου εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἐν τούτοις δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ, τὸ τέλος ἐπὶ τῆς πεφρυγμένης κριθῆς νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἥμισυ, δηλαδὴ εἰς 45 λεπτά.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ αὖθις τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ ἀναγνώσητε μόνον τὰς δύο τελευταίας παραγράφους· διότι τὸ πρῶτον μένει ὅπως εἶναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὅπως ἐτροποποιήθη.
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἀναγνώσω ἐγώ; Ἡ δευτέρα παράγραφος μετὰ τὴν γενομένην τροποποίησιν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῆς ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγομένης βύνης ἐπιβάλλεται δικαίωμα καταναλώσεως ἐκ λεπτῶν 45 κατ’ ὀκᾶν.» Ἡ τρίτη παράγραφος τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Τὸ δικαίωμα τοῦτο προκαταβάλλεται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστου μηνὸς ἐπὶ τοῦ κατὰ τὴν πρὸς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον δήλωσιν παραχθησομένου ποσοῦ.»
§102Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ πάλιν τὸ νομοσχέδιον.
§103Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ τυπωθῇ ἐκ νέου.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον Βʹ. Ἐπιστροφὴ δικαιώματος (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 5. Ὁσάκις ὁ κατασκευασθεὶς ἐντὸς τοῦ Κράτους ζῦθος ἢ βύνη παρασκευασθεῖσα ἐν ἐγχωρίῳ ἐργοστασίῳ ἀποστέλλεται ὑπὸ τοῦ κατασκευάσαντος ἐργοστασιάρχου ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἐπιστρέφονται λεπτὰ 25 κατ’ ὀκᾶν ζύθου καὶ λεπτὰ 80 κατ’ ὀκᾶν βύνης.»
§105Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ 80 θὰ γείνῃ 45.
§106Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Καὶ ἀντὶ 25 λεπτὰ δι’ ἑκάστην ὀκᾶν ζύθου νὰ γείνῃ 20.
§107Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5 ὄχι μόνον, ὡς ἔλεγον, τίθεται φραγμὸς εἰς τὴν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγωγὴν τοῦ ζύθου, ἀλλὰ πολὺ ἀξιεπαίνως ὁ σεβαστὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔλαβε πρόνοιαν, ὅπως καλλιεργήσωμεν τὸν ζῦθον καὶ ἀποστέλλωμεν αὐτὸν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καθὼς καὶ τὴν βύνην. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἐργοστασιάρχου, διὰ τοῦ ποσοῦ δηλαδὴ τῆς ἀμοιβῆς, θὰ γεννηθῇ ἕτερον ζήτημα, —δὲν ἐννοῶ διὰ τοὺς σημερινοὺς ἐργοστασιάρχας, ἀλλὰ διὰ τοὺς μέλλοντας, — θὰ γεννηθῇ τὸ λαθρεμπόριον. Διατί; Διότι πρόκειται π. χ. ν’ ἀποσταλῇ ποσὸν χιλίων ὀκάδων εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι θ’ ἀποσταλῇ ἐκεῖ; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις, ὁρίζουσα τὸ μέρος τῆς ἀποστολῆς, καὶ νὰ εἰδοποιῆται ἡ ἁρμοδία ἑλληνικὴ προξενικὴ ἀρχή, ὅπως οὕτω γίνηται ἔλεγχος· διότι δύνανται κάλλιστα νὰ φορτώνωσιν ἀτμόπλοιόν τι μὲ τόσα βαρέλια ζύθου, νὰ ἐκκινῇ τὸ ἀτμόπλοιον ἐκ Πειραιῶς, καὶ ἀντὶ νὰ κατευθύνηται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ν’ ἀποβιβάζῃ τὸ φορτίον του εἰς τινα ἀκτὴν τῆς Ἀττικῆς, ἢ εἰς πόλιν τινὰ τῆς Ἑλλάδος.
§108Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Προνοεῖ τὸ ἄρθρον 12.
§109Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι διὰ Β. Διατάγματος.
§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλά.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, ὅπως ἀντὶ λεπτῶν 25 τεθῇ 20, καὶ ἀντὶ λεπτῶν 80 τεθῇ 45, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§112Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «διπλότυπον», ν’ ἀπαλειφθῇ δὲ καὶ ἡ τελευταία παράγραφος.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§114Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Οὐχὶ ἅπαξ καὶ συκοφαντίαι καὶ κατηγορίαι ἀπηγγέλθησαν κατὰ προσώπων ἐντίμων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου δίδομεν ἀφορμὴν νὰ ἐπαυξήσωσιν αἱ συκοφαντίαι αὗται. Νομίζω λοιπὸν καλὸν νὰ προστεθῇ, ὅτι, ὁσάκις μεταβαίνῃ οἰκονομικὸς ὑπάλληλος πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἐργοστασίων, πρέπει νὰ μεταβαίνῃ μετὰ τοῦ οἰκείου ἀστυνόμου.
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι χειρότερον.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ λέγει, ὅτι «αἱ αὐταὶ ποιναὶ ἐπιβάλλονται διὰ τὴν ἀπόπειραν τῶν ἀνωτέρω πράξεων καὶ εἰς τοὺς συνεργούς.» Ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλει νὰ εἴπῃ ὅ,τι λέγει τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ὅτι ἐπιβάλλεται τὸ αὐτὸ εἶδος τῶν ποινῶν, δηλαδὴ ποινὴ φυλακίσεως καὶ 50 ἕως 100 δραχμῶν πρόστιμον. Τὸ νὰ ἐπιβάλλωμεν τὴν αὐτὴν ποινὴν ἐπὶ τῶν αὐτουργῶν καὶ τῶν συνεργῶν, τὴν αὐτὴν ἐπὶ τῆς ἀποπείρας καὶ ἐπὶ τοῦ τετελεσμένου ἀδικήματος, δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς κρατούσας ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου.
§118Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι κατὰ τῶν παραβάσεων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προστατεύει ἀκριβῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἡ κειμένη νομοθεσία, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ μεταβάλωμεν αὐτήν. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι τιμωρεῖται τὸ λαθρεμπόριον, καὶ προσέξωμεν εἰς τὰς ἀρχὰς, αἵτινες ἐφηρμόσθησαν ἀνέκαθεν κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ λαθρεμπορίου, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον τιμωρεῖται συνήθως ὡς ἀπόπειρα πράξεως λαθραίας ἢ παρανόμου εἰσαγωγῆς. Διότι τὴν στιγμήν, ἀκριβῶς εἰπεῖν, καθ’ ἣν συνετελέσθη τὸ λαθρεμπόριον, ἐννοεῖται ὅτι διέφυγε πλέον τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν τὴν ἐπιτήρησιν, διότι διῆλθεν ἀσύλληπτον εἴτε τὰ ὡρισμένα ὑπὸ τοῦ νόμου μέρη, ἵνα ἐξάγωνται τὰ ἐμπορεύματα, εἴτε καὶ τὰ μὴ ὡρισμένα, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως. Ἐπὶ τοῦ ἐμπορεύματος τούτου παύει πλέον πᾶσα ἐξουσία, διότι ὁ ἔμπορος ὁ κομίσας ἀκαταδίωκτος ἐντὸς τοῦ καταστήματος αὑτοῦ τὸ ἐμπόρευμα, ὅπερ λαθραίως, ἀλλ’ ἀπαρατήρητος εἰσήγαγε, δὲν δύναται πλέον νὰ καταδιωχθῇ. Δὲν πρόκειται πλέον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει περὶ λαθρεμπορίου. Διότι πῶς κατὰ τὸν νόμον ἀντιλαμβανόμεθα τὸ λαθρεμπόριον; τὸ ἀντιλαμβανόμεθα ὡς μίαν ἀπόπειραν πρὸς λαθραίαν εἰσαγωγὴν εἰς τόπους, οἵτινες εἶναι ὡρισμένοι ἐκ τοῦ νόμου διὰ τὴν φανερὰν καὶ δημοσίαν εἰσαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων, ἢ πρὸς εἰσαγωγὴν αὐτῶν διὰ τρόπου μὴ νομίμου, ἐπὶ σκοπῷ ἀποφυγῆς τῆς καταβολῆς τῶν νενομισμένων τελῶν εἰσαγωγῆς. Ἡ παραβίασις αὕτη πρέπει νὰ συλληφθῇ καὶ βεβαιωθῇ καθ’ ὃν χρόνον ζητεῖται νὰ διέλθῃ τῶν συνόρων, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἀποθήκην ἢ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἐμπόρου. Ἑπομένως προστατεύεται τὸ δημόσιον συμφέρον ἀρκούντως σήμερον ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας κατὰ πάσης ἀποπείρας ἀτελοῦς παρὰ τὸν νόμον εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων. Ἑπομένως δὲν ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος νὰ θέσῃ νόμον ἄλλον, λέγοντα ὅτι καὶ ἡ ἀπόπειρα τοῦ λαθρεμπορίου τιμωρεῖται, διότι τὸ λαθρεμπόριον εἶναι ἀπόπειρα, καὶ ὡς τοιαύτη τιμωρεῖται ὡς τετελεσμένον ἔγκλημα· ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι συνετελέσθη ἐντελῶς ἡ πρᾶξις, τότε δὲν εἶναι πλέον νομικῶς λαθρεμπόριον. Εἶναι μὲν λαθρεμπόριον, ἀλλὰ διὰ τὸν νομοθέτην ἀκαταδίωκτος πρᾶξις, διότι δὲν συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἵνα ὁ νόμος τὸ τιμωρῇ. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἐν ἄλλαις νομοθεσίαις ὑπάρχει τοιοῦτόν τι, καίτοι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοῦτο, διότι δὲν ἐνέκυψα εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὑπάρχουσι περιπτώσεις, καθ’ ἃς, μόνον ἐὰν ἐπιτρέψωμεν νὰ τιμωρῆται καὶ ἡ ἀπόπειρα, ἐπιτυγχάνομεν τὴν τιμωρίαν μιᾶς παραβάσεως, δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸ παράδειγμα, ὅπερ ἀνέφερε, καθ’ ὃ οἱ πλοίαρχοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ φέρωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐν τῷ δηλωτικῷ δεδηλωμένα, καὶ ἂν ἔχωσιν ἐν τῷ πλοίῳ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι δηλώσει, ἢ διάφορα, τοῦτο καθιστᾷ αὐτοὺς τιμωρητέους, τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγκαῖον δι’ ἰδιαιτέρας τοῦ νόμου διατάξεως νὰ ἐπιτραπῇ, διότι, ὅταν ἐν τῷ νόμῳ λέγηται, ὅτι πᾶς πλοίαρχος ὀφείλει ἐκεῖνα νὰ ἔχῃ, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσε, καὶ ἐκεῖνα νὰ δηλώσῃ, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ πλοῖον πρὸς μεταφορὰν, ἐννοεῖται ὅτι, ἂν ἔχῃ ἄλλα, ἢ περισσότερα, τιμωρεῖται, διότι παρέβη τὴν διάταξιν ταύτην, ἀποτελοῦσαν μίαν τῶν συνήθων περιπτώσεων. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἴπωμεν, ὅτι λόγῳ τῆς ἐλλείψεως τῶν εἰσαγομένων, ἢ τῆς συλλήψεως ἐν τῇ ἀποπείρᾳ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν περιπλέον ἢ τῶν μὴ δεδηλωμένων εἰδῶν, δέον νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ τιμωρήσωμεν τὸν πλοίαρχον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τούτου, διότι εὐθύς, ὡς βεβαιωθῇ, ὅτι εἰσήγαγεν ὁ πλοίαρχος περισσότερα ἢ διάφορα τῶν δηλωθέντων, ἐννοεῖται, ὅτι, ὅπως ὅλα, καὶ τοῦτο ὡς ἀπόπειρα θὰ τιμωρηθῇ. Οὔτε ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συλληφθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κατὰ τὴν εἰσαγωγήν· ἀρκεῖ ὅτι ἐβεβαιώσαμεν, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τὴν παράβασιν ταύτην. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγὼ δὲν ἤγειρα ἀντίρρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμωρίαν τῆς ἀποπείρας λαθρεμπορίου, καίτοι θεωρῶ, ὅτι εἶναι δύσκολον ἐν τῷ λαθρεμπορίῳ νὰ διακρίνωμεν τὴν ἀπόπειραν τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀφοῦ ἅπαξ ἀπὸ τοῦ 1892 διὰ νόμου εἰσῆλθεν ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῇ τελωνιακῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ, δὲν ἐσκόπουν σήμερον νὰ ἐγείρω ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ὀρθότητος καὶ νομιμότητος αὐτῆς, καὶ νὰ ζητήσω τὴν μεταβολήν, ἀφοῦ εὑρίσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθιερωμένην τὴν τοιαύτην ἀρχήν, ὅπως τιμωρῆται τοῦ λαθρεμπορίου ἡ ἀπόπειρα ὡς τετελεσμένη πρᾶξις. Ἀπόπειρα, ὡς γνωστόν, χαρακτηρίζονται αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἑνὸς ἀδικήματος πράξεις, ὅπερ εἶναι δύσκολον νὰ βεβαιώσῃ τις, διότι αἱ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις μιᾶς ἀποπείρας συνδέονται τόσον μετὰ τῶν στοιχείων αὐτοῦ τοῦ ἐγκλήματος, ὥστε εἶναι δύσκολον νὰ κατορθώσῃ τις καὶ νὰ τὰς χαρακτηρήσῃ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εὑρίσκω, ποῖαι αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ λαθρεμπόριον διατελεῖ εἰς τὰς προπαρασκευαστικὰς πράξεις, τῶν ὁποίων θεωρεῖται οἱονεὶ συνέχεια τὸ ἔγκλημα, ὥστε καὶ αὐταὶ νὰ τιμωρῶνται ἐξ ἴσου. Ἐγὼ ἔφερα ἀντίρρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 8, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὰς αὐτὰς ποινὰς τοῦ τετελεσμένου ἀδικήματος καὶ εἰς τοὺς συνεργούς. Καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀφεθῇ ὁ νόμος ὡς ἔχει, ἀφοῦ τιμωρεῖται παρ’ ἡμῖν ἡ ἀπόπειρα τῶν ἀδικημάτων. Πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ ἰσχύσωσιν αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ περὶ τῶν ποινῶν τῆς ἀποπείρας ἐν σχέσει πρὸς τὸ τετελεσμένον ἔγκλημα, καὶ αὗται ἀρκούντως προστατεύουσι τὸ Δημόσιον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θεωρῇ, ὅτι ἀπόπειρα εἶναι αὐτὸ τὸ τετελεσμένον ἔγκλημα· ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ὑπάρξῃ σαφὴς διάκρισις, ἂν θεωρεῖ τετελεσμένον ἔγκλημα τὴν ἀπόπειραν τοῦ λαθρεμπορίου. Τότε ἄλλη θὰ ἦναι ἡ ἀπόπειρα. Ἡ ἀπόπειρα τοῦ λαθρεμπορίου εἶναι προπαρασκευαστικὴ πρᾶξις, ἐφ’ ἧς δίκαιον εἶναι νὰ μὴ ἐφαρμόζηται ἡ ἰδία ποινὴ τοῦ τετελεσμένου ἀδικήματος, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόζηται ποινὴ καθ’ ὃν τρόπον ὁ κείμενος νόμος ἀναγράφει, προκειμένου περὶ τιμωρίας τῆς ἀποπείρας τῶν διαφόρων ἀδικημάτων. Ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καλὸν δὲ εἶναι νὰ μὴ ἐπιβάλληται ἡ αὐτὴ ποινή, ἐκτὸς ἐὰν ἐννοῇ τὸ εἶδος τῆς ποινῆς, μολονότι καὶ τότε δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφορά, ἀλλὰ ν’ ἀκολουθήσῃ τὰς γενικὰς ἐπὶ τούτου ἀρχὰς τοῦ κρατοῦντος δικαίου. Βεβαίως δύναταί τις νὰ παραβιάσῃ τὰς ἀρχὰς ταύτας, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν νὰ τροποποιῇ τοιούτους θεμελιώδεις νόμους, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἐπίσης οἱ συνεργοὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τιμωρῶνται καθ’ ὃν τρόπον καὶ οἱ αὐτουργοί.
§120ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου ἦναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποπείρας καὶ συνεργείας αἱ ἀρχαὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἡ συζήτησις εἶναι περιττή, ὡς περιττὴ ἦτο καὶ ἡ ἀναδρομὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς διαφόρους ξένας νομοθεσίας καὶ ξένους φορολογικοὺς νόμους. Διότι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου συμπίπτει, εἴτε ἐκ προθέσεως εἴτε ἄλλως, μὲ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους τάσσομαι ὑπὲρ τῆς διατάξεως, χωρὶς νὰ θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τοιαύτη διάταξις περιελαμβάνετο καὶ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1892, διότι τοῦτο κατ’ ἀρχὴν θεωρῶ ἐπισφαλέστατον, διότι, ἂν κατὰ τὸ 1892 ἀνεγράφετο ἐσφαλμένη διάταξις, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἀκολουθήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἐπιφέρωμεν διόρθωσιν αὐτῆς. Κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἡ ἀπόπειρα τιμωρεῖται μὲ τὴν ποινὴν τοῦ τετελεσμένου ἀδικήματος, ἠλαττωμένην μόνον κατὰ τὸν ἐλάχιστον ὅρον καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν μέγιστον. Ὁ δικαστὴς, ἐὰν θέλῃ, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὸν μέγιστον ὅρον, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ μειώσῃ τὴν ποινὴν καὶ μέχρι τοῦ ἡμίσεος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται ἡ ἀπόπειρα νὰ κατέλθῃ κάτω τῆς φυλακίσεως τῶν τριῶν ἡμερῶν, συμπίπτει νὰ τιμωρῆται ἡ ἀπόπειρα μὲ τὴν ποινὴν τοῦ τετελεσμένου ἀδικήματος, ἤτοι μὲ φυλάκισιν ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μέχρι 2 ἐτῶν.
§121Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ἀπόπειρα δὲν δύναται νὰ τιμωρηθῇ μὲ πλέον τοῦ ἡμίσεος τῆς ποινῆς.
§122ΧΑΡΑΛ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπεν αὐτὸ, κύριε πρώην δικαστά; Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν, οἱανδήποτε διάταξιν καὶ ἂν ἀναγράψητε, εἴτε ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, εἴτε ὡς θέλει ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, μὲ τὴν αὐτὴν ποινὴν, ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μέχρι 2 ἐτῶν, θὰ τιμωρηθῇ καὶ ἡ ἀπόπειρα· ἡ διαφορὰ θὰ ἦναι μόνον εἰς τὸ πρόστιμον.
§123Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα εἴπω, πῶς ἀντιλαμβάνομαι τὴν διάταξιν. Ὑποθέτω δικαστήν, ἔχοντα ἐνώπιόν του αὐτουργὸν καὶ συνεργὸν αὐτοῦ τοῦ τετελεσμένου ἐγκλήματος, μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία, ὑποθέτω, εἶναι ἡ αὐτὴ, ἀλλὰ διὰ τὸν μὲν τετελεσμένου ἐγκλήματος, διὰ τὸν ἄλλον προπαρασκευαστικῆς πράξεως. Νομίζω, ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ ὑποχρεῶται ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ εἰς τὸν συνεργὸν τὴν αὐτὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς τὸν αὐτουργὸν, ἢ τὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἐπὶ τετελεσμένου ἐγκλήματος, νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ εἰς τὸν διαπράξαντα μίαν προπαρασκευαστικὴν πρᾶξιν. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀφεθῇ ὁ δικαστὴς ἐλεύθερος νὰ ἐφαρμόζῃ αὐτὸς τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ πρῶτον ἐδάφιον. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀδιάφορον νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴτε τὸ ἄρθρον μείνῃ ὡς ἔχει, εἴτε παραπεμφθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, εἶναι τὸ αὐτό· πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἐνταῦθα τὸν τρόπον τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ποινῆς.
§124Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγὼ πρῶτος τὴν παρατήρησιν ταύτην κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ παρατήρησίς μου δὲ ἀφεώρα εἰς τοῦτο, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλληται ἡ ποινὴ, καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ πραγματῶται καὶ ἄνευ τῆς παραγράφου ταύτης. Τί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφοβήθη; μήπως δὲν ἔχει συντετελεσμένην τὴν πρᾶξιν τῆς λαθρεμπορίας; ἔχει ἓν εἶδος ἀποπείρας, τὸ ὁποῖον συγχέεται ἐν τοῖς ὁρίοις τῆς ἀποπείρας πρὸς τὰς προπαρασκευαστικὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἰσέρχονται εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ ἀξιοποίνου, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγῃ τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν ὁ ἀποπειραθείς, ἐὰν δὲν τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Ἀλλ’ αἱ γενικαὶ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου αἴρουσι τοὺς φόβους. Ὅπου ὑπάρχει τετελεσμένον ἀδίκημα, ὑπάρχει καὶ ἀπόπειρα, ἐκτὸς τῶν ἐξ ἀμελείας ἀδικημάτων, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀπόπειρα. Ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων τούτων, ὅπου ὁ δόλος εἶναι ἡ βάσις αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀπόπειρα, καὶ ὅπου ὑπάρχει ἀπόπειρα θὰ ὑπάρχῃ καὶ ποινή, ὅπως ἐπὶ τετελεσμένου συμβεβηκότος. Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν διάταξιν, ὄχι διότι περιττεύει, ἀλλὰ διότι ἡ ἴση ποινὴ τοῦ τετελεσμένου ἀδικήματος πρὸς τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας ἴσως δὲν ἐξασφαλίσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αἱ αὐστηραὶ ποιναί, ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν φέρουσι τὸ προσῆκον ἀποτέλεσμα. Ἔχομεν αὐστηροτάτας ποινὰς ἐπὶ τοῦ ἐγκλήματος τοῦ ἐμπρησμοῦ, καὶ μεταξὺ τριακοσίων ἐμπρησμῶν δὲν ἔχομεν εἰμὴ ὀλίγας ἐτυμηγορίας καταδικαστικὰς, διότι εἶναι τοσοῦτον βαρεῖαι αἱ ποιναὶ, ὥστε ὀρρωδοῦσιν οἱ δικασταὶ νὰ φέρωσι καταδικαστικὴν ψῆφον, διὰ τὸν φόβον τῆς μεγάλης ποινῆς ἐπὶ τοῦ ἐγκλήματος τοῦ ἐμπρησμοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναται, ἄνευ κινδύνου τοῦ νὰ συμβῇ τι ἐναντίον τῶν σκέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ νομοθετήματος, ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 8 νὰ ἐκλίπῃ, διότι οὕτως ἀφίνεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαστοῦ νὰ κυμάνῃ τὴν ποινὴν μεταξὺ δύο ἐτῶν καὶ τριῶν ἡμερῶν, καὶ τοῦτο εἶναι δίκαιον· ἀλλ’ ὅταν δεσμεύητε τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δικαστοῦ καὶ ἐπιβάλλητε τὴν αὐτὴν ποινὴν εἰς τὸν συνεργὸν, οἷαν καὶ εἰς τὸν αὐτουργὸν, νομίζω ὅτι εἶναί τι ἀντικείμενον. Ὑπάρχουσι βεβαίως ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀπόπειρα καὶ τὸ τετελεσμένον ἀδίκημα εἶναι ἕν καὶ τὸ αὐτό, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχομεν ἀδίκημα εἰσερχόμενον εἰς τὴν τάξιν αὐτήν, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸν κοινὸν ποινικὸν νόμον νὰ προνοῇ περὶ τῶν ἀδικημάτων τῆς ἀποπείρας καὶ τῶν συνεργῶν.
§125Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀφοῦ προηγουμένως μελετήσω τὸ ζήτημα, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς γενομένας παρατηρήσεις. Τό γε νῦν ἔχον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει.
§126Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ἡ ποινὴ τοῦ ἀδικήματος ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὴν ἀπόπειραν καὶ εἰς τὰς περιστάσεις τὰς μνημονευομένας ἐν τῷ ἄρθρῳ 9, μία δὲ τῶν περιστάσεων τούτων εἶναι ἡ ἑξῆς: «γʹ) Ἐὰν κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 3 κατεσκευάσθη ζῦθος ἐπὶ ἀναλογίᾳ ἐλάσσονι τῶν 145 δραμίων βύνης καθ’ ἑκάστην ὀκᾶν ζύθου, ἢ κατεσκευάσθη διὰ χρήσεως σακχαρωδῶν ποτῶν». Πῶς θ’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀπόπειρα πρὸς κατασκευὴν ζύθου ἐπὶ ἀναλογίᾳ ἐλάσσονι τῶν 145 δραμίων βύνης; πῶς θὰ γείνῃ ἡ ἀπόπειρα; καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶσα πρᾶξις τοῦ ζυθοποιοῦ, ὅστις παρασκευάζει βύνην, ἵνα χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν πρὸς κατασκευὴν ζύθου, δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπόπειρα καὶ νὰ τιμωρηθῇ; Βεβαίως ἡ ἀπόπειρα εἶναι πάντοτε ἀπόπειρα, κατὰ τι κατωτέρα τοῦ ἐγκλήματος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ τρίτῳ ἐδαφίῳ τὰ 145 δράμια βύνης νὰ γείνωσιν 100, ὅπως καὶ ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις. Ἀντὶ δὲ τῶν λέξεων «σακχαρωδῶν οὐσιῶν» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «οὐσιῶν ἀπαγορευομένων κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἐδάφιον γʹ, «ἐὰν παρεβιάσθη διάταξις τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ἐκδοθησομένων Βασιλικῶν Διαταγμάτων», νὰ διαγραφῇ.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§132Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 4, ἀλλ’ ἔμαθον, ὅτι ἐγένετο δεκτόν, ὅπως ὁ φόρος ἐπὶ τῆς βύνης, τῆς κατασκευαζομένης ἐντὸς τοῦ Κράτους, ὑποτιμηθῇ εἰς 45 λεπτά. Ὑποθέτω, ὅτι τοῦτο ἐγένετο χάριν τῆς προστασίας τῆς ἐντοπίου κριθῆς· δὲν γνωρίζω, ἂν ἐτέθη ἡ διάταξις, ὅπως ἡ βύνη κατασκευάζηται ἐξ ἐντοπίου κριθῆς. Παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐξ ἐντοπίου κριθῆς».
§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§135Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν καθορίζεται ἐνταῦθα, ἂν ὁλόκληρον τὸ ἔσοδον, τὸ ἀκαθάριστον, ἀνήκει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἢ μόνον τὸ καθαρόν. Ἐννοῶ καθαρὸν ἔσοδον τὸ μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φόρου πληρωνόμενον διὰ τὸν ἐξαγόμενον ζῦθον. Τὸ Κράτος πληρώνει εἰς βάρος τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§136Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους πρὸς κατασκευήν, εἰσαγωγὴν καὶ πώλησιν πυρίτιδος καὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν.»
§138Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§139Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Χημικοῦ Ἐργαστηρίου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.»
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προταχθῇ, ὡς ἐπεῖγον, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα ἐτυπώθη ἤδη καὶ διενεμήθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Χημικοῦ Ἐργαστηρίου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν» εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§141Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἄλλοτε παρέστησα τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν τὸ ἐμπόριον αἰσθάνεται, ὅπως καὶ εἰς τὸ τελωνεῖον τοῦ Πειραιῶς ἐργάζωνται ἀπεσπασμένοι ὑπάλληλοι ἐκ τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου, τὸ ὁποῖον πληρέστερον νῦν ἱδρύομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Παραπονοῦνται πολλοὶ ἔμποροι, καὶ δικαίως, περὶ τῶν ἀναβολῶν, αἵτινες ἐπέρχονται ἐξ ἀνάγκης ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς σχηματιζομένης χάριν διαλύσεως τῶν ἀμφισβητήσεων, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν μεταξὺ τελώνου Πειραιῶς καὶ ἐμπόρων. Βεβαίως δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ ἐμπόριον δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται οἱανδήποτε βραδύτητα ἐν τοῖς τελωνείοις, καὶ ὅτι αἱ ἐργασίαι ἐν αὐτοῖς πρέπει νὰ διεξάγωνται μετὰ μεγίστης ταχύτητος. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι θὰ ᾖναι καλὸν ν’ ἀποσπασθῇ εἷς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ Ἐργαστηρίῳ τῷ Χημικῷ, ὅπερ θὰ ἑδρεύῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον, νὰ ἀποσπασθῇ, λέγω, μονίμως καὶ νὰ ἐργάζηται ἐπὶ τούτῳ εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς ἐπὶ τοῦ παρόντος, βραδύτερον δὲ καὶ εἰς ἄλλο.
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον, ὡς παρατηρεῖτε, δημιουργεῖ δύο θέσεις, τὴν μίαν μὲ μισθὸν 240 δραχμῶν, τὴν ἄλλην μὲ μισθὸν 150 δραχμῶν· ἀκούσας ὅμως τὴν παρατήρησιν, καὶ θεωρήσας αὐτὴν εὔλογον, συνῄνεσα νὰ διαγραφῶσι τὰ ἀφορῶντα τὴν σύστασιν τῆς θέσεως τῶν 150 δραχμῶν τοῦ βοηθοῦ, προσέτι δὲ καὶ τοῦ κλητῆρος. Ἀπομένει λοιπὸν μόνον ὁ ἐπιμελητὴς, τοῦ ὁποίου ἡ θέσις δημιουργεῖται, καὶ ὁ ὑπάρχων εἰδικὸς ἐπιθεωρητής. Ὥστε ἐννοεῖτε, ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν δύο δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ εἷς νὰ κατέλθῃ καὶ παραμένῃ ἐν Πειραιεῖ.
§143Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐμπορίου ἀπαιτεῖ, ὅπως ἐν τῷ τελωνείῳ τοῦ Πειραιῶς, ὅπου γίνεται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τελωνισμοῦ μεγάλη ἐργασία, ἕνεκεν τοῦ πλήθους τῶν εἰσερχομένων ἐμπορευμάτων, καὶ ὅπου γεννῶνται αἱ περισσότεραι ἀμφισβητήσεις, ἑδρεύῃ μονίμως εἷς ὑπάλληλος ἐκ τῶν τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ χρησιμεύῃ, ἵνα ἄνευ ἀναβολῶν καὶ διατυπώσεων λύωνται ἀμέσως αἱ ἀμφισβητήσεις. Ἐγὼ ταύτην ἐκφράζω τὴν εὐχὴν, εὐχὴν τοῦ ἐμπορίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἴτε θέλει σήμερον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ πληρώσῃ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, εἴτε θέλει βραδύτερον, εἶναι ἀδιάφορον, ἀρκεῖ νὰ σπεύσῃ νὰ τὴν θεραπεύσῃ.
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων τούτων ἀποφαίνεται ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ αὕτη δὲν δύναται νὰ ἑδρεύῃ ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς. Νομίζω ὅμως, ὅτι κατὰ τοῦτο εἶναι ὀρθὴ ἡ πρώτη παρατήρησις, ὅτι δύναται νὰ μεταβαίνῃ ὁ εἰδικὸς παρὰ τῷ τελώνῃ Πειραιῶς, καὶ ὁ τελώνης Πειραιῶς, ἔχων παρ’ ἑαυτῷ ἕνα εἰδικὸν, ἴσως δὲν θὰ προβάλλῃ ἀντιρρήσεις. Τό γε νῦν ὅμως, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνηται ὁ Προϋπολογισμός.
§145Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ χημικὴ ἐργασία, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτελέσῃ ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς καὶ ἐπιμελητὴς τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου, δὲν θὰ παρουσιάζηται συχνὰ, ἀλλὰ σπανίως. Ἐὰν λοιπὸν ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς παρουσιασθῇ ἔκτακτος ἐργασία χημικὴ, ὅπως πεισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις εἶναι προωρισμένη ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῶν ἀμφισβητήσεων τῶν τελωνιακῶν, βεβαίως εἷς ἐκ τῶν δύο ὑπαλλήλων τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου δύναται ἐκτάκτως νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς καὶ νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν πρὸς λύσιν τῆς διαμφισβητουμένης διαφορᾶς. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἔχωμεν ἰδιαίτερον ὑπάλληλον εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, ὅπως ἐκτελῇ ἐργασίαν ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ μηνὸς, καὶ νὰ αὐξάνωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου. Δύο ὑπάλληλοι τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου καὶ διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ τελωνείου Πειραιῶς πρὸς λύσιν τῶν διαμφισβητουμένων διαφορῶν· ἀλλὰ καὶ εἷς μόνον, ὁ ἐπιμελητὴς, δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἐδάφια γʹ καὶ δʹ διαγράφονται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§149Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν θέλω νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τί ἐννοεῖ διὰ τῶν λέξεων «ἀνωτέρας Ἀκαδημίας ἢ Σχολῆς»; Ἐννοεῖ Σχολῆς τοῦ Κράτους ἢ Εὐρωπαϊκῆς; ἢ ἰδιωτικῆς ἀνεγνωρισμένης ὑπὸ τοῦ Κράτους; Διότι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς καταχρήσεις ἢ παρεξηγήσεις. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ «ἀνεγνωρισμένης ὑπὸ τοῦ Κράτους».
§150Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους πρὸς κατασκευὴν, εἰσαγωγὴν καὶ πώλησιν πυρίτιδος καὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Βιτάλης.
§152Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, δεδικαιολογημένος ὁ πόλεμος, ὅν τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἤγειραν κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν ἄλλο γίνεται, εἰμὴ ἐπανερχόμεθα εἰς παλαιὸν σύστημα. Καὶ ἄλλοτε εἴχομεν στρατιωτικὸν Πυριτιδοποιεῖον ἐν Ναυπλίῳ, ἀτυχῶς ὅμως, ἐπειδὴ τότε ἡ ἐπιστήμη εἰς τὸν στρατὸν ἦτο εἰς τὰ σπάργανα, ἡ δὲ μόρφωσις τῶν ἐχόντων τὴν διοίκησιν καὶ διεύθυνσιν αὐτοῦ ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διὰ τοῦτο ἐπῆλθε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ γνωστόν. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι τὸ γενόμενον εἶναι λόγος ἰσχυρὸς, ὅπως ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην, ἀφοῦ μάλιστα ὅλα τὰ ἔθνη τὸ σύστημα τοῦτο ἔχουσι. Καὶ ἐν Ρωσσίᾳ ὑπάρχει στρατιωτικὸν Πυριτιδοποιεῖον, καίτοι ὑπάρχει καὶ ἰδιωτικὸν, τὸ τῆς Γαλλορωσσικῆς Ἑταιρείας ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ χημικῶν προϊόντων, τῆς ὁποίας ἡ διεύθυνσις ἑδρεύει ἐν Παρισίοις. Ἐπίσης ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει τοιοῦτον εἰς τὸ Σπάντου, καθὼς καὶ εἰς τὰ 5 κέντρα τῆς Γερμανίας ὑπάρχουσι πυριτιδοποιεῖα στρατιωτικῶς λειτουργοῦντα καὶ διευθυνόμενα ὑπὸ στρατιωτικῶν. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπίσης, εἰς τὸ Sevran-Sivry, 30 ὥρας μακρὰν τῶν Παρισίων· ἐπίσης ὑπάρχει τὸ ἠλεκτρικὸν, τὸ ἄλλοτε δημιουργηθὲν κατάστημα ὑπὸ τοῦ Φαβιὲρ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀξιωματικὸς Γάλλος καὶ ἠνδραγάθησε κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, ἀλλ’ ᾐχμαλωτίσθη, καὶ αἰχμάλωτος ὢν ἐνυμφεύθη, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεβλήθη τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ. Ἐκ τοῦ ἐργοστασίου τούτου, στρατιωτικῶς λειτουργοῦντος, καὶ διευθυνομένου ὑπὸ στρατιωτικῶν, οὐχὶ μικροὺς πόρους ἔχει ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις. Ἑπομένως ἡ ἰδέα τῆς κατασκευῆς Πυριτιδοποιείου, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι μόνον ὑπὸ στρατιωτικὴν διοίκησιν, διοργάνωσιν καὶ διεύθυνσιν καὶ μὲ στρατιώτας τεχνίτας, προπαρασκευάζοντας αὐτὰ τὰ εἴδη, δὲν πρέπει νὰ φανῇ παράδοξος, διότι ἐκτὸς τῶν πυριτιδοποιείων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, τῶν ὑπαρχόντων εἰς τὰ πέριξ τῶν Παρισίων ἐν Γαλλίᾳ, ὑπάρχουσι τοιαῦτα καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, εἰς τὰ σύνορα αὐτῶν, ἵνα τὰ Κράτη ταῦτα μὴ εὑρεθῶσιν ἄνευ πυρίτιδος, ὡς π. χ. εἰς τὰ Ἱσπανικὰ σύνορα ἔχουσι 2. Τὸ αὐτὸ ἔχουσι καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι 3 πυριτιδοποιεῖα, 9 δὲ ἐν Ἱσπανίᾳ. Ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τόσην ἀντίδρασιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, ὑπὸ τὸν τύπον, ὑφ’ ὃν ὑπεβλήθη, τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητεῖ ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα τὸ Γαλλικὸν, τῆς ὑπηρεσίας τῆς προμηθευτικῆς· εἶναι ἐντελῶς περίπου ὁ αὐτὸς τύπος, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔχει μὲν τὸ πνεῦμα τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ, ἢ ἕνεκα παραμορφώσεως ἢ ἕνεκα τῆς βίας, μεθ’ ἧς συνετάχθη, παρουσιάζει ἄρθρα, τὰ ὁποῖα χρήζουσιν ἀντικαταστάσεως. Ἄλλως τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄριστον, διότι παρουσιάζεται περίστασις κατάλληλος τώρα νὰ σκεφθῶμεν, μὲ τὸ νέον σύστημα τῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προμηθευθῶμεν, εἶναι, λέγω, ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ μεριμνήσωμεν περὶ κατασκευῆς ἀκάπνου πυρίτιδος· διότι, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ἐνεργήσωμεν ἡμέραν τινὰ, καὶ ἡ Εὐρώπη δὲν ἤθελεν ἐπιτρέψει ἡμῖν τὴν προμήθειαν πυρομαχικῶν, εἰς ποίαν θέσιν ἠθέλομεν εὑρεθῆ; Ὑφ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἐπόψεις ταύτας εἶναι ἀναγκαία ἡ ἵδρυσις τοῦ Πυριτιδοποιείου. Εἶδον ὅμως ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τοῦτο εἶναι συνδεδεμένον πρὸς τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἡ φράσις αὕτη, διότι εἰς ἄρθρον τι κατωτέρω λέγεται, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ εἰς ἑταιρείαν τινὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἱδρύσεως τοιούτων ἐργοστασίων, καὶ τούτου ἕνεκα θόρυβος ἐγένετο καὶ γίνεται...
§153Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τῶν ἑταιρειῶν εἶπον ῥητῶς καὶ σαφῶς, ὅτι μόνον διὰ συμβάσεως κεκυρωμένης διὰ νόμου, θέλει χορηγεῖσθαι τὸ δικαίωμα.
§154Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐδίδετο τὸ δικαίωμα τῆς κατασκευῆς εἰς μόνα τὰ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι διάφοροι ἑταιρεῖαι, τοῦτο, ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὀρθὸν, διότι τὰ ἐργοστάσια ταῦτα ἱδρύονται εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς θαλάσσης 3,000–4,000 μέτρων, ὡς εἶναι τὸ τῆς Γαλλοελληνικῆς Ἑταιρείας. Εὔχομαι ὁ στόλος ἡμῶν νὰ αὐξηθῇ, ἀλλ’ ἂν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας δὲν ἐπιτρέψῃ τοῦτο, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν ἐνεργήσωμέν ποτε, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μείνωμεν ἄνευ πυρίτιδος καὶ Πυριτιδοποιείου, διότι ὅλα τὰ ὑπάρχοντα ἐνταῦθα ἐργοστάσια εἶναι πλησίον τοῦ Πειραιῶς καὶ εἰς ἀπόστασιν βολῆς τηλεβόλου ἀπὸ τῆς θαλάσσης. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι πρέπει νὰ φροντίσωμεν οὐ μόνον περὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν καταναλωτῶν, διότι μὴ λησμονῶμεν τὰς νοθείας, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι χώραν, καὶ τοῦτο, νομίζω, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζετε· διότι, ἐὰν ἦσθε κυνηγοί, πολλάκις ἴσως εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιστρέψητε ἄπρακτοι ἐκ τοῦ κυνηγίου ἕνεκα τῆς κακῆς ποιότητος τῆς πυρίτιδος, ἣν τὸ ἐμπόριον χορηγεῖ ἀνεξελέγκτως. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἱδρυθῇ εἰδικὸν Πυριτιδοποιεῖον, στρατιωτικῶς διωργανωμένον καὶ ἐντελῶς ὑπὸ στρατιωτικὸν τύπον.
§155Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§156Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην ἀπόφασιν τῶν πραγματογνωμόνων, αὐτοὶ δυστροποῦσι, προσφεύγουσιν εἰς τὰ Δικαστήρια· πῶς θὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ μὴ φέρωσι τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰ Δικαστήρια;
§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ λέγῃ ὁ νόμος.
§158Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φυσικὸς δικαστὴς, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ὁ τακτικὸς δικαστής. Ἐνθυμεῖσθε, πόσος θόρυβος ἐγένετο ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίων. Διατὶ σήμερον τὰ λησμονοῦμεν; Τότε τί εἴπετε; Διὰ ποῖον λόγον θὰ ὑποταχθῶσιν αὐτοὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν πραγματογνωμόνων; Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ συγκατάθεσις αὐτῶν, πρέπει δηλαδὴ νὰ παραιτηθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ φέρωσι τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τακτικοῦ δικαστοῦ, διὰ νὰ δύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν ταύτην. Ἑπομένως μεταξὺ τῶν δηλώσεων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ τοῦτο, ὅτι ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν πραγματογνωμόνων, ὅπως συμβαίνει εἰς τὰς Ἑταιρείας. Εἰς τὰς Ἑταιρείας δηλοῖ ὁ μέτοχος, ὅτι ὑποβάλλεται ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὸ καταστατικόν. Ἐὰν λοιπὸν τὸ καταστατικὸν κανονίζῃ τὴν λύσιν τῶν διαφορῶν κατά τινα τρόπον, ὑπάρχει καὶ ἡ συγκατάθεσις τοῦ δικαζομένου εἰς τοῦτο.
§159Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν εἷς νόμος διὰ ῥητῆς καὶ σαφοῦς διατάξεως κανονίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἐκτίμησις, κανονίσῃ δὲ καὶ τὰ τῆς διαιτησίας κατὰ τρόπον μὴ ἀποκλείοντα τὸν ἰδιοκτήτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ τὸ μέτρον ὡς ἀντισυνταγματικόν.
§160Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν θέλῃ, βεβαίως. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν θέλῃ; Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ μὴ ἐξαρτηθῶμεν ἀπὸ τῆς θελήσεώς του.
§161Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν διάταξιν, ὅτι ἀπαγορεύεται νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια;
§162Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως· διότι ἄλλως δὲν ἔχει ἔννοιαν ἡ διάταξις.
§163Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ θὰ εὕρῃ δίκαιον. Εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις. Τῷ ἀπαγορεύετε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια; Πῶς εἶναι δυνατόν;
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 4 καταλαμβάνει τὸ ἄρθρον 5.
§165Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 διαγράφεται;
§166Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, καὶ ἔρχεται τὸ ἄρθρον 5. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 5 θὰ προστεθῇ ἡ δευτέρα παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀποζημιώσεις τῶν ἀκινήτων καταβάλλονται, ἀφοῦ προηγουμένως ἐκκαθαρισθῶσιν οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας καὶ μεταγραφῶσιν εἰς τὰ ἀκίνητα ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἰδιοκτήτου.»
§167Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπαγόρευσις ἡ περιλαμβανομένη εἰς τὸ ἄρθρον 4 τίνα σχέσιν ἔχει μὲ τὴν ἀποζημίωσιν;
§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἔχομεν παρακάτω διατάξεις.
§169ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν δύναται νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ ἑκάστης ὑποβαλλομένης τροπολογίας. Πρέπει αἱ τροπολογίαι νὰ τυπωθῶσι, νὰ διανεμηθῶσι καὶ νὰ μελετηθῶσιν.
§170Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 περιλαμβάνει διατάξεις, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει πολὺς ἐγένετο λόγος· ἰδίως ἐγένετο λόγος περὶ τῶν δύο προτελευταίων παραγράφων, ἐχουσῶν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ συμβληθῶσιν ἢ καὶ δι’ ἰδιαιτέρας συμβάσεως, κυρουμένης διὰ Β. Διατάγματος, μετὰ Ἑταιρείας, ὅπως αὕτη ἱδρύῃ δι’ ἰδίων κεφαλαίων, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Κράτους, τοιαῦτα ἐργοστάσια πρὸς κατασκευὴν παντὸς εἴδους τῶν ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου προβλεπομένων ὑλῶν καὶ σφαιριδίων, ἤ τινων μόνον ἐξ αὐτῶν, δικαιουμένη εἰς ἀπόληψιν τόκου 5% ἐπὶ τῶν καταβληθέντων κεφαλαίων καὶ προσέτι μέχρι 15% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν λόγῳ βιομηχανικοῦ κέρδους. Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ συμβληθῶσι μετὰ Ἑταιρείας, διατηρούσης κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐργοστάσιον κατασκευῆς πυρίτιδος, ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ σφαιριδίων πρὸς κατασκευὴν παντὸς εἴδους ἤ τινων ἐξ αὐτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Κράτους, ἐπὶ ἀπολήψει τόκου 5% ἐπὶ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν ἀξίαν τοῦ ἐργοστασίου κεφαλαίου, καὶ προσέτι μέχρι 15% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν λόγῳ βιομηχανικοῦ κέρδους.»
§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ περὶ τῆς δευτέρας παραγράφου, τῆς ἀφορώσης τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τὸ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, διὰ νόμου καὶ αὐτά;
§172Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χρειάζεται.
§173Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν τὰ Ταμεῖα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὰ βιάσῃ τις, ζητήσωσι ν’ ἀπασχολήσωσι τὰ κεφάλαια αὑτῶν, δανείζοντα οὕτως εἰπεῖν, τὰ κεφάλαιά των πρὸς τὸ Δημόσιον, διότι περὶ τούτου πρόκειται...
§174Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δάνειον πρὸς τὸ Κράτος δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἵδρυσιν.
§175Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχει σχέσιν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι συμμετοχὴν καὶ εἰς τὰ κέρδη τοῦ μονοπωλίου.
§176Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον. Περὶ τούτου δὲν ἐγένετο λόγος, ἀλλ’ ἐγένετο λόγος περὶ τῶν δύο προτελευταίων παραγράφων· εὐθὺς δ’ ὡς ἐξεδηλώθησαν ἐνδοιασμοὶ, εἶπον ὅτι, ἀντὶ αἱ περὶ τούτου συμβάσεις κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον νὰ κυρῶνται διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ μεταβληθῇ τὸ ἐδάφιον τοῦτο καὶ νὰ κυρῶνται διὰ νόμου. Ὥστε τοιουτοτρόπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προτιμήσῃ μίαν ἐκ τῶν δύο ἀνωτέρω διεξόδων, ν’ ἀποφανθῇ, ἂν τὴν εὑρίσκει συμφέρουσαν ἢ ὄχι. Εἰς τὸ ἐδάφιον 5 τοῦ ἄρθρου 7, ὅπου γίνεται λόγος περὶ τῆς τιμῆς τῆς πυρίτιδος καὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ πωλῶνται, προτείνω νὰ προστεθῇ: «Ἡ τιμὴ τῆς πυρίτιδος καὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ὧν ποιεῖται χρῆσιν ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 20% τοῦ μέσου ὅρου τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν.»
§177Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἄρα δύναται κατὰ 20%.
§178Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι, ὅπου ὑπάρχει ἡ λέξις «σφαιριδίων», διαγράφεται καὶ ἐδῶ, διότι εἶναι συνέπεια τῶν προηγουμένων. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω αὖθις τὸν λόγον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούσωμεν καὶ ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπ’ ἐμοῦ τροπολογιῶν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§180Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα πρῶτος μετὰ τὸν κύριον Ἀγγελόπουλον. Ὁ κύριος Βιτάλης ὡμίλησεν.
§181Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης διεκόπη ὑπ’ ἐμοῦ.
§182Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Σύρου νὰ δεχθῇ νὰ τὸν διακόψω. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§183Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Ἀγγελόπουλε, σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν σεβαστὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐπεξηγήσω τινά. Τὸν λόγον λαμβάνω, διότι παρεστάθη τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐξαιροῦνται τὰ καψύλια, ὡς κατασκευαζόμενα ἀπὸ εἴδη βροντώδους ὑδραργύρου. Δὲν θέλω νὰ διαγράψω τὴν βιομηχανίαν τῶν καψυλίων τοῦ κυρίου Μαλτσινιώτου, — θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς,—ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ψηφίζεται ἄρθρον, τὸ ὁποῖον, ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἔχει τεθῆ, καὶ θὰ ἦναι καὶ γνωστὸν εἰς σεβαστὸν μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δεύτερον διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἔχει ἰδιοφυΐαν ὁ Μαλτσινιώτης· ἡμεῖς ἐδώκαμεν εἰς αὐτὸν ταύτην. Διατί; διότι τελωνίζομεν μὲ ὀκτὼ φράγκα τὴν ὀκᾶν τὰ καψύλια, καὶ τῷ δίδομεν κέρδος 50 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω τοῦτο, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ἂν πρόκηται νὰ ὀργανώσωμεν στρατιωτικῶς τὸ κατάστημα αὐτὸ, νὰ τὸν ὑποχρεώσωμεν νὰ τὸ μεταφέρῃ ἐκεῖθεν, διότι, ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν τὸ Πυριτοδοποιεῖόν μας εἰς θέσιν καθαρῶς στρατιωτικὴν καὶ ἀκίνδυνον, πρέπει καὶ αὐτὸ νὰ γείνῃ οὕτω, διότι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν πυροβολήσωσι τὸ φυσιγγιοποιεῖόν μας, τί θέλει συμβῆ; Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ κάμωμεν τίποτε. Λοιπὸν νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ ἔχῃ τὸ κέρδος αὐτὸ τῶν 50 χιλιάδων, ἀλλὰ νὰ ἤμεθα καὶ ἐξησφαλισμένοι· νὰ ὁρισθῇ διὰ τοῦ νόμου καὶ ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ οἰκοδομηθῇ τὸ κατάστημα αὐτὸ, καὶ νὰ γείνῃ διαγωνισμὸς διεθνὴς, πρὸ παντὸς ὅμως ἡ θέσις. Ἡ Ρωσσία ἔχει ἑταιρείαν Γαλλορρωσσικὴν, ἔχουσαν τὸ Πυριτοδοποιεῖόν της, παμμέγιστον ἐργοστάσιον στρατιωτικώτατον, ἐντὸς τοῦ κέντρου τῆς Ρωσσίας, καὶ ὅμως ἡ Διοίκησίς του εἶναι εἰς τὸ Παρίσι. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἡμετέρα φιλοτιμία δὲν θὰ προσβληθῇ, ἂν μία ἑταιρεία ἀναλάβῃ τοῦτο καὶ ἔχῃ τὸ Διοικητικὸν αὐτῆς Συμβούλιον ἔξω τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὰ πράγματα ἐνταῦθα, ἀλλὰ νὰ ἐκταθῶμεν. Τρία καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια φράγκα ἔχει διαθέσει ἡ Γαλλία ἐν Ρωσσίᾳ δι’ αὐτὴν τὴν ἑταιρείαν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέπει νὰ παράσχωμεν πάντα τὰ μέσα, ὅπως γείνῃ τέλειον ἔργον, ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν. Ἐπίσης μίαν ἄλλην παράκλησιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν διαφόρων ἐργοστασίων, διότι, ὡς ἔχει σήμερον τὸ σύστημα, θὰ πληρώσωμεν τριπλάσια· διότι αὐτοὶ ἔχουν ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς, αὐτοὶ δὲν ἔχουσι βιβλία, ὡς γνωστόν· τί δὲ θέλει συμβῆ; Θὰ κάμωμεν πλουσίους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐλάχιστα δαπανήσει. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τροπολογία, νὰ πληρωθῶσι κατ’ ἐκτίμησιν τὰ ἔξοδα αὐτῶν καὶ ἐπὶ πλέον 20%. Τοῦτο, Κύριοι, νομίζω ἀπαραίτητον, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος ἡμῶν.
§184Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βραχείας τινὰς παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτίμησις ἐπαφίεται εἰς τὴν κρίσιν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Καθ’ ὃν τρόπον νομοθετοῦμεν καὶ εἰσάγομεν τὰ νομοσχέδια, καὶ ἰδίως καθ’ ὃν τρόπον τροπολογοῦμεν ταῦτα, καὶ εἰς τοσοῦτον εὐρεῖαν κλίμακα, εἶναι φανερὸν, ὅτι καταργεῖται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ τριπλῆς ἀναγνώσεως τῶν νομοσχεδίων. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τοσαύτην σωρείαν τροπολογιῶν, ὥστε ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀντελήφθην, τί καὶ ποῖον μέρος τοῦ νομοσχεδίου ὑπολείπεται πλέον ὄρθιον. Ἀντελήφθην μόνον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπάρχον ἐγκατελείφθη, καὶ εἰσάγεται ἐντελῶς νέον. Ἀλλὰ δυνάμεθα τάχα νὰ συζητήσωμεν τώρα περὶ αὐτῶν, καθ’ ὃν τρόπον καὶ καθ’ ἣν ὥραν εἰσάγονται τοσοῦτον εὐρεῖαι τροπολογίαι; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συναινέσῃ νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι, νὰ μελετηθῶσι παρ’ ἡμῶν, καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν αὔριον. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομοθετοῦντες, ὡς ἐνομοθετοῦμεν συζητοῦντες τὸ περὶ οἰνοπνευμάτων νομοσχέδιον, ὅτε σωρεία τροπολογιῶν ὑπεβλήθη, καθ’ ὃν τρόπον νομοθετοῦμεν σήμερον, θὰ νομοθετήσωμέν τι τὸ μὴ ὀρθὸν νομοθετικῶς. Ἐκ τῆς μεγάλης σπουδῆς νὰ παραγάγωμεν πολλὰ νομοθετήματα κινδυνεύομεν νὰ παραγάγωμεν ταῦτα τυφλά. Παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, ἐπαναλαμβάνω, ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον, καὶ τὸ ὁποῖον χρῄζει μελέτης, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν τῶν τροπολογιῶν τῶν πολλῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν σήμερον, καὶ ἐν ἐπιγνώσει συζητήσωμεν περὶ αὐτῶν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Διότι, ἂν πάσας τὰς τροπολογίας ἀφήσωμεν διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, οὐδεμία ἐπ’ αὐτῶν σπουδαία συζήτησις θὰ γείνῃ, καὶ θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀμελέτητον, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχῃ πολλὰς ἐλλείψεις καὶ ἀτελείας.
§185Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι θὰ τυπωθῶσι μετὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀνατυπουμένου, καὶ θὰ γείνωσι γνωσταὶ πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως, ὡς πάντοτε τοῦτο γίνεται παρ’ ἡμῖν.
§186Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ὑπεβάλλοντο μία ἢ δύο τροπολογίαι, βεβαίως τοῦτο δὲν θὰ ἦτο λόγος ἀναβολῆς· ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπῆρξεν ἄρθρον καὶ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀνετράπη· ἔχομεν σχεδὸν ἐνώπιόν μας νέον καθ’ ὅλα νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ νέου δὲ τούτου νομοσχεδίου θὰ συζητήσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὡς τρίτην.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄτοπον αὐτὸ δὲν γίνεται πρώτην φοράν. Τελευταῖον ἐγὼ αὐτὸς προέτεινα τροπολογίαν, ἡ ὁποία περιεῖχεν ἔννοιαν αὐτοτελῆ, ἀκεραίαν, ἀλλοτρίαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἡ ὁποία ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται; Πᾶσα ἔννοια, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρέπει νὰ διέρχηται τὰς τρεῖς συζητήσεις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶναι εὔλογος. Ἔχομεν τροπολογίας ἐπὶ διαφόρων ἄρθρων, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι θὰ συζητήσωμεν σήμερον ἐν ἐπιγνώσει, καίτοι θὰ συζητηθῶσι σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἑπομένως ἔχομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν μόνον εἰς δύο ἀναγνώσεις.
§188Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν, προέρχεται ἀλλαχόθεν, ἐκ τῆς ἐλλείψεως ὑλικοῦ χρόνου, διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ὀλίγαι ὑπολείπονται συνεδριάσεις. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι σήμερον, ὅτε ὑπάρχει ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ λόγος τῆς ἐλλείψεως τοῦ χρόνου, πρέπει νὰ καθιερώσωμεν νέαν τακτικήν. Μέχρι τοῦδε σχεδὸν πάντοτε αἱ τροπολογίαι συνεζητοῦντο κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἐνταῦθα δὲν συμβαίνει οὕτω, διότι τὰς πλείστας τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐδήλωσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἤθελον ἀποδεχθῆ. Ἐν τῷ μεταξὺ, μελετήσας καὶ ἐγὼ τὰς προτάσεις τῶν ἐργοστασιαρχῶν, εὗρον, ὅτι εἶναι δυνατὸν τροπολογίαι τινὲς—ὄχι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἀνατρέπηται ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου—νὰ γείνωσι δεκταί. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δύο ἢ τρία ἄρθρα τροποποιοῦνται ῥιζικῶς. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ ἦναι ἐν γνώσει τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τροπολογεῖται σήμερον, καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν—ἂν τὸ νομίσωμεν ἀναγκαῖον—καὶ εὐρύτερον καὶ λεπτομερέστερον. Ἂν ὅμως θελήσωμεν ν’ ἀφήσωμεν καὶ τὴν δευτέραν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον, τότε θὰ φθάσωμεν ἀκριβῶς εἰς τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο ὅριον, καθ’ ὃ τὰ τρία ἢ τέσσαρα φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνδέονται ἀρρήκτως πρὸς τὸ ἤδη ψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἀμύνης, νὰ μείνωσιν ἀψήφιστα· ἡ ἐκ τούτου δὲ ζημία νομίζω ὅτι δὲν εἶναι μικρά. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους κ. Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὴν ἀναβολὴν, νὰ δεχθῶσι νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἔχουν καιρὸν νὰ συζητήσουν ὅσον τὸ δυνατὸν λεπτομερῶς καὶ εὐρέως.
§189Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τροποποιήσεων λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἦτο σύμφωνος καὶ μὲ τὸ παρελθὸν καὶ μὴ ἀντικειμένη εἰς διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τροποποιοῦνται θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ὑπῆρχε μία γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅλως διάφορος τῆς περιεχομένης εἰς τὰς σήμερον προτεινομένας ὑπ’ αὐτοῦ τροποποιήσεις. Τὴν γνώμην ἐκείνην κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν πραγματικῶς ἀπεκρούσαμεν, καὶ εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ· ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὴν διώρθωσεν· ἀλλὰ πῶς τὴν διώρθωσεν; ὄχι καθ’ ὃν τρόπον ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον, τὸν ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν μας, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐξεφράσαμεν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, περιέχονται ἐν τῇ τροποποιήσει τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ἐὰν ἐπὶ τοιούτων θεμελιωδῶν ζητημάτων δὲν ἔχωμεν τὸν καιρὸν, ἵνα μελετήσωμεν καὶ ἀναπτύξωμεν τὰς ἰδέας μας, ἀναμφισβητήτως δὲν ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὸ Σύνταγμα, τοῦ νὰ συζητῶμεν εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ἀφοῦ θέλετε νὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ συζητῶμεν αὐτὰ εἰς μίαν μόνον, εἰς τὴν τρίτην. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο οὔτε εἰς τὴν καλὴν διασκευὴν τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν, συντελεῖ, οὔτε πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι σύμφωνον. Ἔχομεν ἀκόμη ἀρκετὰς συνεδριάσεις, ὥστε νὰ συζητήσωμεν πράγματι τὸ νομοσχέδιον αὔριον εἰς δευτέραν συζήτησιν, καὶ μεθαύριον εἰς τρίτην. Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχομεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, ὡς πόρος αὐτοῦ, καὶ πόρος τακτικώτατος καὶ ἧττον ἐπαχθής· οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχομεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ εἰς τὰς λεπτομερείας θέλομεν νὰ μελετήσωμεν, διότι ἡ πρώτη συζήτησις ἔφερεν ἀνατροπὴν εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ δευτέρα δύναται νὰ πείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραδεχθῇ καὶ ἄλλας θεμελιώδεις τροποποιήσεις, καὶ τοιουτοτρόπως εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ συζητήσωμέν τι τέλειον.
§190Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ σφάλμα εἶναι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἠθέλησε νὰ φέρῃ καινοτομίαν, καὶ ἕνεκα τούτου προεκάλεσε τὰς συζητήσεις περὶ ἀναβολῆς. Ἂν ἤρχετο εἰς τὴν συζήτησιν ἑκάστου ἄρθρου νὰ προτείνῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ τροποποίησιν, ἡ Βουλὴ θὰ ἐπροχώρει, ὡς πάντοτε, ἀλλ’ ἠθέλησεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ σταματήσῃ πᾶσα συζήτησις, προτείνων ὅλας τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔφερε. Τοῦτο βεβαίως τὸ ἔκαμεν ἀπὸ σκοποῦ, ὅπως ἐμποδίσῃ τὰς περαιτέρω συζητήσεις· ἀλλὰ τότε ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι καὶ διανεμηθῶσι πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ γείνῃ συζήτησις. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς μεταβολὰς, οὔτε εἰς σκέψεις ἐπ’ αὐτῶν δύνανται νὰ προβῶσιν οἱ Βουλευταὶ, οὔτε νὰ συζητήσωσι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ζητῆται νὰ προχωρήσῃ σήμερον ἡ συζήτησις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἢ πρέπει νὰ τὰς ἀνακαλέσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ νὰ τὰς προτείνῃ ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου, καθ’ ὅσον τοῦτο ἔρχεται εἰς συζήτησιν, ἢ πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ διανεμηθῶσι πρότερον.
§191Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν προβάλληται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν, ἡ πρότασις εἶναι δεδικαιολογημένη. Ἀλλ’ ὅταν ὡς λόγος τῆς ἀναβολῆς προβάλληται τὸ ἀντισυνταγματικόν, διότι τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια εἰς τρεῖς συζητήσεις καὶ ἀναγνώσεις, τοῦτο δὲ ματαιοῦται διὰ τῆς ὑποβολῆς κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν θεμελιωδῶν τροπολογιῶν, ῥιζικῶς ἀλλοιουσῶν τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι σοβαρόν. Διότι οὔτε τὸ Σύνταγμα οὔτε ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς τρέχουν κανένα κίνδυνον ἐκ τῆς ὑποβολῆς τροπολογιῶν οὐ μόνον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἡ τακτικὴ τῆς Βουλῆς εἶναι γνωστὴ· πολλὰ σπουδαῖα νομοθετήματα ὑπήχθησαν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν βάσανον τῶν τριῶν ἀναγνώσεων, ἀλλ’ εἴχομεν ὡς πόρισμα τῶν συζητήσεων τὴν παραδοχὴν τῶν νομοσχεδίων, εἴτε ἐν ταῖς λεπτομερείαις εἴτε καὶ ἐν γενικότητι, κατὰ τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν αὐτῶν. Διότι τί ζητεῖ τὸ Σύνταγμα; ζητεῖ τὴν τριπλῆν συζήτησιν, διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή, τί πρέπει νὰ ψηφίσῃ, καὶ τῆς τριπλῆς συζητήσεως ἀπόρροια εἶναι ἡ ὑποβολὴ τῶν τροπολογιῶν κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς συζητήσεως. Τὸ δὲ Σύνταγμα λέγει καὶ κανονίζει τὴν τριπλῆν συζήτησιν καὶ ἀνάγνωσιν παντὸς νομοσχεδίου. Περὶ τροπολογιῶν δὲ, ὑποβαλλομένων εἴτε εἰς τὴν πρώτην εἴτε εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, τίς μεριμνᾷ; Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Δύνανται ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου, καὶ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν νὰ ὑποβληθῶσι τροπολογίαι, νὰ γείνωσι δεκταὶ, καὶ νὰ παρουσιασθῇ οὕτως ὅλως νέον νομοσχέδιον. Ἡ ὑποβολὴ τῶν τροπολογιῶν δὲν ἔχει φραγμὸν, δὲν ἔχει ὅριον. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ὑποβολῆς τῶν τροπολογιῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Κανονισμοῦ, πᾶσα τροπολογία ὑποβάλλεται ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀποστέλλεται εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον πρὸς τύπωσιν, καὶ μετὰ τὴν τύπωσιν διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 40 τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «Ἄν τροπολογία τις προταθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν,—ὡς ὑπεβλήθησαν αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,—ὁ Πρόεδρος λαμβάνει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ τροπολογία πρέπει νὰ συζητηθῇ εὐθὺς, ἢ τυπουμένη νὰ διανεμηθῇ πρὸ τῆς συζητήσεως εἰς τοὺς Βουλευτάς». Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τυπικῆς ἐνεργείας, δὲν ὑπάρχει τι τὸ παράχορδον, τὸ θῖγον τὸ Σύνταγμα ἢ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἂν οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀντιλέγοντες δὲν ἦναι παρεσκευασμένοι, ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν, νὰ συζητήσωσιν, εἶναι δικαιολογημένοι ἐπαρκῶς, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ συναινέσῃ. Ἀποκρούω ὅμως τὰ δικαιολογήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλονται, περὶ παραβάσεως τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔταμε μέσην ὁδὸν, εἰπὼν ὅτι τὸ ἄτοπον τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς συλλήβδην ὑποβολῆς τῶν τοιούτων τροπολογιῶν. Ἀλλὰ τὸ λάθος τοῦτο δύναται νὰ διορθωθῇ· εἶναι λάθος, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δύναται νὰ τὸ διορθώσῃ. Ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἰς ἕκαστον ἄρθρον ἂς ὑποβάλλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν τροπολογίαν, ἵνα τὴν συζητῶμεν. Δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν ἀπόφασιν θὰ προέλθῃ ἡ Βουλή. Ἄν ἀποφασίσῃ νὰ συζητηθῶσιν αἱ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προτείνω καὶ ἐγὼ μίαν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη κρατύνῃ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ὑποστηριζόντων τὴν ἀναβολήν. Ἐὰν ὅμως ἀποφασισθῇ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, κατὰ τὴν αὐριανὴν συζήτησιν θὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ τὴν τροπολογίαν μου.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων τροπολογιῶν, δὲν ἤθελε παρασταθῆ ἀνάγκη νὰ ζητήσωμεν ἀναβολήν, ἵνα μελετήσωμεν αὐτάς, οὔτε νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται τριπλῆ ἀνάγνωσις. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγίνωσκε πρὸ μικροῦ τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀκούσας ἐπεκρότησα, διότι γνωρίζω εἰς πόσας ζημίας ὑπεβλήθη τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζομεν μέχρι τοῦδε, τοῦ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς τῶν ἀπαλλοτριουμένων γηπέδων. Ἀπὸ 26 ἢ 30 χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες ὑπελογίζοντο ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι διὰ τὰς γαίας τὰς καταληφθείσας ὑπὸ τοῦ Σταδίου, ἀνεβιβάσθη ἡ ἀποζημίωσις εἰς τριακοσίας χιλιάδας!
§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). 390,000.
§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐπεκρότησα. Ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐτελείωσε τὴν ἀνάγνωσιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν, ἤκουσα παρατηρήσεις καὶ νομίζω, ὅτι εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν προέβαλε τὴν παρατήρησιν: «Μὰ, Κύριε, ἀφαιρεῖς τοὺς πολίτας ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς αὐτῶν δικαστάς, ἀπὸ τὰ Δικαστήρια!» Ἐσταμάτησα. Βλέπω λοιπὸν, ὅτι ἐνδείκνυνται ζητήματα ἀντισυνταγματικότητος ἐπὶ τῆς ἁπλῆς ταύτης τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ προθύμως ἔμελλον νὰ ψηφίσω. Διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι πρόκειται περὶ τροπολογιῶν ἐχουσῶν μεγάλην σημασίαν, ἔχομεν δὲ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ λάβωμεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν τοὐλάχιστον τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον προβάλλεται.
§195Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐπιμένει νὰ συζητηθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον, εἶναι διότι θέλει νὰ κερδίσῃ καιρὸν, ὅπως ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ κερδίσῃ καιρὸν, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁσάκις προτείνωνται καὶ ψηφίζωνται τροποποιήσεις, δὲν δύναται τὸ νομοσχέδιον τὸ οὕτω τροποποιηθὲν νὰ ψηφισθῇ ἐν συνόλῳ κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ συναρμολογηθῶσιν αἱ τροποποιήσεις...
§196Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ τρίτης ἀναγνώσεως.
§197Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ πάσης ἀναγνώσεως... Πρέπει νὰ συναρμολογηθῶσιν αἱ τροποποιήσεις αὗται, νὰ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατόπιν νὰ ψηφισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ. Λοιπὸν σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ συνόλῳ, ἄρα θὰ ψηφισθῇ αὔριον. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ γείνῃ καὶ ἡ τρίτη συζήτησις αὔριον. Οὐδὲν κέρδος καιροῦ δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν σήμερον, ἀφοῦ πρόκειται αὔριον νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον. Ἀλλὰ δύναται, συζητουμένων διαφόρων λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας πρώτην φορὰν ἀκούομεν προτεινομένας, —διότι δὲν εἴδομεν αὐτὰς τυπωμένας καὶ διανεμημένας, — δύναται, λέγω, νὰ προέλθῃ βλάβη ἐκ τῆς ἐσπευσμένης ψηφίσεως καὶ τῆς μὴ ἐπαρκοῦς μελέτης τῶν τροπολογιῶν τούτων. Λοιπὸν καὶ τὸ πρακτικὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ὑφίσταται· ὑφίστανται ὅμως ὅλα τὰ ἄλλα ἄτοπα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ προσγείνῃ βλάβη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ἡ δευτέρα αὐτοῦ συζήτησις ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς.
§199Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπιμένει ὁ κύριος Ὑπουργός; Δὲν πιστεύω.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§201Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κύριος Λαπαθιώτης τί θέλει;
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῃτήθη τοῦ λόγου.
§203Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν παρῃτήθην τοῦ λόγου. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοῶ.
§205Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§207Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροποποιήσεις καὶ νὰ διανεμηθῶσι τὴν πρωΐαν.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§209Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μοὶ ἐπιτρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν;
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§211Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένης τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, νομίζω εὔκαιρον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀνάγκην, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ ἐν τῇ ἐπικινδύνῳ ἐργασίᾳ τῆς κατασκευῆς καὶ πωλήσεως τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῆς πυρίτιδος. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, τὰς συζητήσεις τὰς μακρὰς, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς προστασίαν τῶν ἐργατῶν τῶν μεταλλείων. Ἐλήφθη πρόνοια τότε περὶ τούτων. Προκειμένου περὶ τῶν ἐργατῶν τῆς ἐπισφαλεστέρας ἐργασίας, θύματα τῆς ὁποίας πολλὰ ἑκάστοτε ἐθρηνήσαμεν, ἕνεκα τῶν ἐπανειλημμένων ἐκρήξεων τῶν ἐργοστασίων, τῶν πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ πολλάκις συνεταράχθη καὶ ἡ Πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία καὶ ὁ τύπος, ἐγαλβανίσθημεν οἱ πάντες πρὸς στιγμὴν, ἀλλ’ ἐπανήλθομεν πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ καθεστώς. Εἰς πόσα ἀριθμοῦνται τὰ θύματα, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ τις. Ἀλλ’ ὅτε σπουδαία θυσία, ἕνεκα τῆς ἀκηδίας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν περὶ τὴν λῆψιν τῶν προσηκόντων μέτρων, ἐγένετο πρὸ δεκαετίας περίπου, συνεπείᾳ ἐκρήξεως τῆς πυριτιδαποθήκης ἐν Σκαραμαγκᾷ, ἡ τότε Κυβέρνησις συνέστησεν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ἀνέθηκε τὴν μελέτην καὶ λῆψιν μέτρων πρὸς ἄρσιν τῶν κινδύνων ἐκ τῶν ἐκρήξεων τούτων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἦτο πολυμελής· συνέκειτο ἐκ τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς, ἐκ τοῦ συνταγματάρχου Βυζαντίου, ἐκ τοῦ καθηγητοῦ Ἀργυροπούλου, ἐκ τοῦ χημικοῦ Ρουσοπούλου καὶ ἄλλων τινῶν, ἐκ τῶν νομομηχανικῶν Γαζῆ καὶ Ἀναγνωστοπούλου καὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ Μανουσογιαννάκη, Βάρβογλη καὶ Δαμιανοῦ. Ἡ ἀναγκαία ἔκθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον συνεπείᾳ τῆς ἐργασίας ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς. Ποῖα δὲ τὰ μέτρα τὰ ὑπ’ αὐτῆς προταθέντα; Θὰ καταθέσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐδῶ ὑπάρχει. Τὸ πόρισμα δὲ τῆς ἐπιτροπῆς, κατόπιν τῆς προτάσεως ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δέον νὰ ληφθῶσιν, ὅπως οἱ κίνδυνοι ἐλαττωθῶσιν, ἂν μὴ ἐντελῶς ἀρθῶσιν, ἦτο, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τὴν διαρκῆ ἐφαρμογὴν τῶν προτεινομένων μέτρων καὶ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς λειτουργίας τῶν ἐργοστασίων καὶ τῶν ἀποθηκῶν τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν τὸν διορισμὸν εἰδικοῦ ἐπόπτου, οἱονεὶ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὅστις πρωτίστως διὰ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐπιθεωρήσεων νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ νὰ ἐξελέγχῃ, ἐφαρμόζων τὰ κεκανονισμένα, ἡ δὲ διὰ τοῦτον δαπάνη δέον νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἐργοστασίων καὶ τῶν ἀποθηκῶν. Σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ὑπάρχῃ καὶ πόρος, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ λειτουργήσῃ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸν ὁποῖον ὑπὸ τὴν προνομιακὴν πώλησιν καὶ κατασκευὴν αὐτῶν θὰ πορισθῶσι τὰ ἐργοστάσια. Μέχρις ὅτου δὲ τὴν κατασκευὴν καὶ πώλησιν ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον, εἴτε ἐκχωρήσῃ αὐτὴν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἢ εἰς Ἑταιρείαν, τὰ ἐργοστάσια ταῦτα θὰ λειτουργήσωσι· πρέπει δὲ νὰ δράξωμεν τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, ἵνα προέλθωμεν εἰς ἀπόφασιν συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Διὰ τοῦτο θὰ προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ταύτην τὴν τροπολογίαν· ὑποβάλλω τὸ ἔντυπον ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιστημονικῆς ἐκείνης ἐπιτροπῆς, καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν τροπολογίαν. Ἐὰν δὲν ἤθελον περιέλθει εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου τὰ διάφορα ταῦτα ἐργοστάσια, νὰ ὁρισθῇ ἐπίτροπος ἢ ἐπόπτης ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προέτεινεν ἡ ἐπιτροπή, ἵνα ἡ λειτουργία τῶν καταστημάτων γίνηται οὕτως, ὥστε καὶ πᾶς κίνδυνος νὰ προλαμβάνηται καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου νὰ ἐξασφαλίζωνται, συνῳδὰ ταῖς ψηφισθησομέναις διατάξεσι τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Περαίνων τὴν τοιαύτην τροπολογίαν, ἐπερωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δώσῃ τὴν ἀναγκαίαν ἐξήγησιν, διότι ἡ ἐξήγησις αὕτη ἀρκεῖ πρὸς νομοθετικὴν ἑρμηνείαν. Κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, «ἡ ἐντὸς τοῦ Κράτους κατασκευή, εἰσαγωγὴ καὶ πώλησις παντὸς εἴδους πυρίτιδος καὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἐξαιρέσει τοῦ βροντώδους ὑδραργύρου καὶ τῶν βροντωδῶν μιγμάτων, δι’ ὧν κατασκευάζονται τὰ καψύλια, καὶ ἡ εἰσαγωγή, κατασκευὴ καὶ κατοχὴ μηχανημάτων καὶ ὀργάνων ἀποκλειστικῶς χρησίμων διὰ τὴν κατασκευὴν τοιούτων ὑλῶν, καθὼς καὶ ἡ εἰσαγωγὴ φυσιγγίων παντὸς εἴδους καὶ ἡ εἰσαγωγή, κατασκευὴ καὶ πώλησις σφαιριδίων (σκαγίων) εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους.» Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐμπόριόν τι, τὸ λεγόμενον διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, ἐκ τοῦ ὁποίου μεγάλη ἐμπορικὴ τάξις τρέφεται· δὲν ἔχει δὲ μόνον τὴν ἀποστολὴν ταύτην τὴν εἰδικὴν τὸ ἐμπόριον τοῦτο, ἔχει καὶ ἄλλην ἀποστολὴν, μὴ δυναμένην νὰ λεχθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πολύτιμον ὅμως ἀποστολήν, διότι δὲν εἶναι ὑλικὴ ὠφέλεια ἡ παραγομένη ἐκ τοῦ διαμετακομιστικοῦ τούτου ἐμπορίου· ἐνεργεῖτο ἄλλοτε εἰς τὸ τελωνεῖον τῆς Σύρου — καὶ μὲ προέλαβεν ὁ κύριος Βιτάλης. — Δίδεται μεγάλη σημασία εἰς τὸ ἐμπόριον τοῦτο τὸ διαμετακομιστικὸν πυρίτιδος καὶ δυναμίτιδος καὶ ἄλλων εἰδῶν. Μικρότερον ἐμπόριον τοιούτου εἴδους ἐνασκεῖ τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς. Διὰ τοῦτο, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῇ σκέψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἐξαίρεσις ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ διαμετακομιστικοῦ τούτου ἐμπορίου, παρακαλῶ, ἵνα εἰς ἰδιαιτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου τεθῇ: «Ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγὴ πάντων τῶν εἰρημένων εἰδῶν ὑπὸ διαμετακόμισιν καὶ πρὸς ἐξαγωγὴν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος». Καὶ ἔχω τὰς λεπτομερείας, τὰς δικαιολογούσας τὴν τοιαύτην παρεμβολὴν τῆς διατάξεως ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Λέγω μόνον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑλικῆς ὠφελείας διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς τοιαύτης διατάξεως.
§212Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον...
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διεξάγεται συζήτησις. Ὁ κύριος συνάδελφος ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν.
§214Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σχετικῶς.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι σχετικόν. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος.
§216Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§218Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀλλὰ τότε πῶς ἐδώκατε τὸν λόγον εἰς τὸν προλαλήσαντα;
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν, ἣν εἶχε δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ.
§220Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τὸν λόγον. Εἶναι προσωπικόν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν.
§222Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Προσωπικὸν καθαρῶς. Ἄλλως τε μόνον δύο λέξεις πρόκειται νὰ εἴπω. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, λέγω, ὅτι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κραναίας συνάδελφον, τὸν ἀποτελοῦντα τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς εἶναι τὰ ἐν Σύρῳ συμβαίνοντα, δὲν λέγονται ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, οὔτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἀναχωρῶ ἐντεῦθεν καὶ τὰ λέγω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τοῦτο δ’ ἔπραξα ἤδη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§223Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε! Τρίτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.»
§224Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀναγνωσθῇ ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§226Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸ ὁποῖον ὅμως, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐλάβομεν ἀκόμη.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη πρὸ δύο ὡρῶν.
§228Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Οὐδεὶς τῶν κ. Βουλευτῶν ἔλαβε.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι τὸ ἔλαβον πρὸ δύο ὡρῶν.
§230Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ἔφεραν.
§231Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἐπήγαμεν καὶ τὸ ἐπήραμεν ἀπὸ τὸ Γραφεῖον.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§233Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγινώσκῃ πολὺ βραδέως ὁ κ. Γραμματεύς, διὰ νὰ ἀντιλαμβανώμεθα.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Εὐκρινῶς καὶ βραδέως. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§235Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἔγεινε μία παράλειψις. Παρελείφθησαν τὰ στέμφυλα. Νὰ προστεθῇ λοιπὸν, ὅτι ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς δικαιώματος καταναλώσεως οἱ πρὸς χρῆσιν ἀτομικὴν ἢ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν παράγοντες οἰνόπνευμα ἐκ μορεῶν, κομάρων καὶ στεμφύλων.
§236Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λέγει «ἢ ἐξ ἄλλων ὑλῶν».
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὁρίζει κατωτέρω· λέγει «ἢ ἐξ ἄλλων ὑλῶν».
§238Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸ «ἐξ ἄλλων ὑλῶν» δὲν εἶναι τὸ αὐτό.
§239Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Νὰ προστεθῇ.
§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ προστεθῇ.
§241Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι τροπολογίαι, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τροπολογιῶν. Ἔχω μίαν τροπολογίαν ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ τοῦ κ. Παπαδημητρίου, εἶναι καὶ ἄλλαι τροπολογίαι.
§243Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Τὸ τροποποιηθὲν ἐδάφιον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν μου.
§244Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅπως ἔχει ὁ νόμος.
§245Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ὄχι. Συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει.
§246Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπροτάθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅπως ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τοὺς ποτοποιοὺς ἐλαττωθῇ κατά τι, ἀφοῦ περιορίζεται εἰς μόνους τοὺς ποτοποιοὺς τοὺς ἐργαζομένους ἐν πόλει ἐχούσῃ πληθυσμὸν 40,000 εἰς δραχμὰς 1500· ἐπροτάθη, ὅπως εἰς πόλιν ἔχουσαν πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 40,000, ἀνώτερον δὲ τῶν 4,000, ὁρισθῇ κατά τι ὀλιγώτερον τῶν χιλίων δραχμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἥρπασε τὴν ἰδέαν ταύτην τῆς ἐπιβαλλομένης ἐλαττώσεως τοῦ φόρου, ὅπως παρουσιάσῃ ἀναλογίαν τινὰ, καὶ ἀντὶ νὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν, ἐπέφερεν αὔξησιν, διότι προσέθηκε καὶ δεύτερον ἐδάφιον, δι’ οὗ ἐπεβλήθη φορολογία οὐχὶ πλέον δραχμῶν 1000 διὰ τοὺς ἐργαζομένους εἰς πόλεις ἐχούσας πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 4,000, ἀλλὰ 1200 δραχμῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἀνεπτύχθη προχθὲς διὰ μακρῶν, ὅτι ὁ φόρος τῶν ποτοποιῶν, αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν βαρὺς, γίνεται βαρύτερος, στηριζόμενος ἐπὶ τεκμηρίου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλεως. Διότι ὑπάρχουσι πόλεις πληθυσμοῦ ἄνω τῶν 10,000, ἔχουσαι πλείονα ποτοποιεῖα τῶν ὑπαρχόντων ἐν πόλει πληθυσμοῦ 40,000· καὶ παράδειγμα εἶναι ἡ Λάρισα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα τὸ ταμιευτικὸν δὲν πρέπει νὰ ἐξικνῆται μέχρι βλάβης παραγωγῆς συντελούσης εἰς ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι τὸ προστεθὲν δεύτερον ἐδάφιον, ὅπερ φέρει ἐπιβάρυνσιν μᾶλλον, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, καὶ ὡς δεύτερον ἐδάφιον νὰ τεθῇ τὸ τρίτον, τὸ δὲ τέταρτον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Δηλαδὴ δραχμαὶ 1500 ἐπὶ πληθυσμοῦ ἄνω τῶν 40,000, δραχ. 1000 ἐπὶ πληθυσμοῦ ἄνω τῶν 5,000, καὶ δραχ. 500 ἐπὶ πληθυσμοῦ κάτω τῶν 5,000.
§247Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν νὰ μεταχειρίζηται φράσεις εὐπρεπεστέρας, διότι εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἥρπασα τὴν ἰδέαν...
§248Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον μὲ κακὴν ἔννοιαν.
§249Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐκτὸς ἂν νομίζῃ αὐτὴν ἐκτάκτως μεγαλοφυᾶ, ὥστε νὰ σπεύσω νὰ ἐπωφεληθῶ αὐτῆς. Ἡ παρατήρησίς του ἦτο, ὅτι μεταξὺ τῶν 1500 δραχμῶν καὶ τῶν 1000 εἶναι ἀπότομος ἡ κατάβασις, καὶ προέτεινε καὶ ἄλλην διαβάθμισιν, τὴν τῶν 1200 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς, προτείνω ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ δεύτερον τοῦτο ἐδάφιον.
§250Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπόν τι, ὅπως φανῶ δυσάρεστος.
§251Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι ἥρπασα τὴν ἰδέαν.
§252ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως πᾶσαν καλὴν ἰδέαν πρέπει νὰ ἁρπάζητε.
§253Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον μὲ σκοπὸν νὰ σᾶς στενοχωρήσω.
§254Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην.
§255Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Βεβαίως ὀρθῶς ἐγένετο ἡ ἀπάλειψις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου διὰ τοὺς ποτοποιούς. Ἀλλ’ ἡμεῖς παρεκαλέσαμεν καὶ χθὲς νὰ ἐλαττωθῇ καὶ ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τοὺς ποτοποιοὺς τοῦ βʹ ἐδαφίου, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ἴσως διπλάσιος τοῦ μέχρι τοῦδε καταβαλλομένου, διότι οἱ ποτοποιοὶ τῆς Λαρίσης, οἵτινες ἐπλήρωνον 500 δραχμὰς, θὰ πληρώνωσι 1000. Δέον λοιπὸν νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως 1000 δραχμὰς πληρώνωσιν οἱ ποτοποιοὶ πόλεων πληθυσμοῦ ἄνω τῶν 20,000.
§256Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ τὰς ἐμὰς, ἅς διετύπωσα ἐν τροπολογίᾳ, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ ὀλίγου νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἀλλ’ ἰδιαιτέρως, προκειμένου περὶ Λαρίσης, θὰ ποιήσωμαι παρατήρησίν τινα. Ὡς γνωρίζετε, ἡ ἀπογραφὴ τῶν κατοίκων Λαρίσης ἐγένετο εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Λάρισα κατῳκεῖτο καὶ ὑπὸ Ὀθωμανῶν καὶ Ἰσραηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸν ἀπαίσιον πόλεμον τοῦ 1897 ἀπῆλθον ἐκεῖθεν, καὶ ἑπομένως ὁ πληθυσμὸς μετὰ τὴν ἀπογραφὴν ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς. Ὁ κόσμος λοιπὸν φορολογεῖται ἐκεῖ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ.
§257Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Πραγματικοὶ κάτοικοι εἶναι μόνον 13,000.
§258Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐκ Λαρίσης συναδέλφου ἀνατρέπεται ὁλόκληρος ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ συνεπῶς παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν 1000 δραχμῶν, ὅσας ὥριζεν ὁ παλαιὸς νόμος.
§259Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δεχθῆτε τοὐλάχιστον μίαν συγκατάβασιν, δεχθῆτε νὰ γείνωσιν 700 δραχμαί.
§260Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§261Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν φορολογίαν τὴν ἐπιβαλλομένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εὑρίσκω βαρεῖαν. Δὲν εὑρίσκω ταύτην βαρεῖαν, διότι τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα πραγματοποιοῦσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ οἱ ποτοποιοὶ, εἶναι τοσοῦτον ἐπαρκῆ, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ βαστάσωσι τὰ βάρη τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου, καὶ νὰ δύναται τὸ Κράτος νὰ λάβῃ μέρος τῶν κερδῶν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὅ,τι εὕρισκον βαρὺ ἦτο ἐκεῖνο, περὶ οὗ ὑπέβαλον χθὲς τροπολογίαν, ἣν, ἀσθενῶν, ἀπέστειλα γραπτὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ἥτις ἐγένετο δεκτή. Συμφωνῶν πρὸς τὴν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, καθ’ ἣν οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ, κατασκευάζοντες ἐκ διαφόρων ὑλῶν οἰνόπνευμα, τροφοδοτοῦσι τοὺς ἄλλους πληθυσμοὺς, ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι μόνον πρὸς ἀτομικὴν ἢ οἰκογενειακὴν χρῆσιν ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ κατασκευὴ οἰνοπνεύματος ἐκ μορεῶν ἢ σύκων ἢ ἄλλων καρπῶν σακχαρωδῶν, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην, καθ’ ἣν πρέπει ἀπεριορίστως νὰ ἀφεθῇ τῷ παραγωγῷ ποσὸν πέραν τοῦ ἀναγκαίου πρὸς ἰδίαν αὐτοῦ χρῆσιν, διότι ὁ σκοπὸς, πρὸς ὃν ἀπεβλέψαμεν, ἦτο νὰ ἔχῃ ὀλίγον οἰνόπνευμα ὁ χωρικὸς εἰς τὴν οἰκίαν του, καὶ οὐχὶ νὰ μεταπωλῇ αὐτὸ πρὸς τρίτους. Διότι πᾶς τρίτος, ὅταν θέλῃ νὰ κατασκευάσῃ οἰνόπνευμα, πρέπει νὰ τὸ κατασκευάζῃ διὰ τὰς ἰδίας του ἀνάγκας καὶ οὐχὶ πρὸς ἐμπορίαν. Ἑπομένως ὀρθῶς ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καθ’ ὡρισμένους μῆνας, καθ’ οὓς ὑπάρχουσιν αἱ ὗλαι αὗται, ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ κατασκευάζωσιν οἰνόπνευμα πρὸς ἰδίαν αὐτῶν ἢ τῶν οἰκογενειῶν των χρῆσιν. Εὑρίσκω ὅμως, κύριε Πρόεδρε, μίαν ἄλλην βαρεῖαν φορολογίαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ τῆς ὁποίας παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τείνῃ εὐμενὲς οὖς. Διὰ τοὺς πωλητὰς τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν μνείαν ἐποιεῖτο ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος, ἤδη ὁρίζεται, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς φορολογία ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώνωσι δραχμὰς 15 οἱ κατοικοῦντες εἰς πόλεις ἢ εἰς χωρία πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν 4,000 κατοίκων· ὥστε, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἓν χωρίον ἀποτελεῖται ἐκ 50 οἰκογενειῶν ἢ 70 ἢ καὶ 100 οἰκογενειῶν, καὶ ἐν αὐτῷ συμβῇ, εἷς ἄνθρωπος νὰ ἔχῃ μίαν φιάλην οἰνοπνεύματος ἐντὸς μικροῦ μαγαζείου καὶ νὰ πωλῇ πνευματῶδες ποτὸν, ὁ πωλητὴς οὗτος οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ὑποχρεοῦται νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, νὰ κάμῃ πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τὴν δήλωσίν του καὶ νὰ πληρώσῃ καὶ φόρον 15 δραχμῶν. Φρονῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον. Νομίζω, ὅτι φορολογία δραχμῶν 15 ἐν πόλει ἐχούσῃ πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν χιλίων κατοίκων, κατώτερον δὲ τῶν 4,000, εἶναι ἀρκοῦσα· νὰ τεθῇ δὲ ἐνταῦθα φραγμὸς, καὶ νὰ μὴ πληρώνωσι τὸν φόρον αὐτὸν εἰς χωρία, ὧν ὁ πληθυσμὸς εἶναι κατώτερος τῶν 1000 κατοίκων, ἀφοῦ μάλιστα οἱ τοιοῦτοι πωληταὶ θέλουσι πληρώνει καὶ φόρον ἐπιτηδεύματος.
§262Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, ἐφ’ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. προλαλήσας, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐπανέρχομαι καὶ ἐγώ. Θεωρῶ, ὅτι ἀδίκως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν αὐτῷ κατὰ τὴν προηγουμένην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοὺς πωλητὰς πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοὺς ἐπαγγελματίας ἐκείνους, οἵτινες συνάμα πωλοῦσι καὶ πνευματώδη ποτά. Τὸ νομοσχέδιον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυσμὸν, καὶ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ φορολογεῖ ἐξ ἴσου πάντας τοὺς ἐνασκοῦντας τὴν πώλησιν ταύτην τοῦ οἰνοπνεύματος. Τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον· ὅτι δὲ εἶναι ἀδικώτατον, τὸ λέγει αὐτὸς ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, διότι, ἂν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ ἦναι δίκαιον νὰ φορολογῶνται μὲ τὸ αὐτὸ ποσὸν οἱ διάφοροι ἐπιτηδευματίαι, θὰ ἔλεγεν ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὅτι εἰς πληθυσμὸν μέχρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἐπιτηδευματίας τις πληρώνει τόσον φόρον, χωρὶς οὐδὲν ἄλλο στοιχεῖον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, τοὐναντίον ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλο στοιχεῖον, διότι ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πόλεως, κατοικουμένης ἐκ χιλίων π. χ. ψυχῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται ἐπιτηδευματίαι, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς ἀνωτέραν κλίμακα, καὶ ἄλλοι εἰς κατωτέραν, δηλαδὴ ἄλλοι μὲν διὰ διαφόρους λόγους ἀπολαμβάνουσι περισσότερον, ἄλλοι δὲ ὀλιγώτερον, καὶ κατὰ τὸν νόμον πρέπει ἀναλόγως τῶν ἀπολαυῶν αὐτῶν νὰ φορολογῶνται οἱ διάφοροι ἐπιτηδευματίαι. Τοῦτο σχεδὸν εἶναι ἓν εἶδος φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν κατοικίαν, δηλαδὴ τὸ ἐνοίκιον, ὡς γνώρισμα. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν. Ἐὰν ἐπισκεφθῆτε αὐτὴν, θὰ εὕρητε πολλοὺς πωλοῦντας οἰνόπνευμα, ἀλλ’ ἄλλοι αὐτῶν ἀνήκουσιν εἰς κατηγορίαν κατωτέραν, καὶ ἄλλοι εἰς κατηγορίαν ἀνωτέραν. Θὰ εὕρητε ἐκτὸς τούτων καὶ μικροπωλητὰς οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, δυναμένους νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουσι καὶ οἱ πωληταὶ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ἐν πόλεσιν ἐχούσαις κατοίκους 4000. Πάντες οὗτοι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐξισῶνται ὡς πρὸς τὰς ἀπολαυὰς λόγῳ τοῦ αὐτοῦ πληθυσμοῦ, ἐν ᾧ ἀσκοῦσι τὸ ἐπιτήδευμά των, ἀλλὰ πρέπει νὰ κατατάσσωνται καὶ νὰ φορολογῶνται λόγῳ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ πραγματικοῦ, ὡς συνάγεται ἐξ ἄλλων γνωρισμάτων. Τὰ γνωρίσματα δ’ αὐτὰ ἀνεῦρεν ὁ νόμος, καὶ ταῦτα λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν πρὸς κατάταξιν τῶν αὐτῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐν τῇ αὐτῇ πόλει. Ἄλλως εὐνόητον εἶναι, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ ἐνασκήσωσι τὸ ἐπιτήδευμά των, ἀλλὰ θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐγκαταλείψωσιν αὐτό. Ἐκτὸς δὲ τούτου πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ προτιμᾷ νὰ ζημιῶται ἀδίκως παρὰ νὰ ὠφελῆται ἀδίκως. Ἐπειδὴ δὲν ἔχω καιρὸν νὰ ὑποβάλω πρότασιν, ἐκφράζω τὴν εὐχὴν νὰ διατυπώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν θέλῃ, τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Εἰς τοὺς πωλητὰς πνευματωδῶν ποτῶν ἐπιβάλλεται δικαίωμα καταναλώσεως μέχρι δραχμῶν 35, ἐὰν ἀσκῶσι τὸ ἐπιτήδευμά των ἐν πόλει ἢ ἐν χωρίῳ πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν 4000 κατοίκων...» καὶ οὕτω καθεξῆς· ὁ δὲ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευμάτων νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν φόρον εἰς ἕνα ἕκαστον, ὅταν συντάσσῃ τὸν κατάλογον· νὰ μὴ γράφῃ ἐπὶ ὡρισμένου πληθυσμοῦ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μέχρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 30–35 δραχμῶν, ἀναλόγως τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν τῇ Ἐφορίᾳ, νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν φόρον αὐτόν. Τοιουτοτρόπως θὰ συμβαδίζῃ καὶ ὁ φόρος αὐτὸς μὲ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν γένει, καὶ θὰ ἦναι ἑπομένως δικαιότερος, ἐνῷ, ὅπως ἐτέθη, εἶναι ἄδικος καὶ αὐθαίρετος. Ἐπίσης λυποῦμαι, ὅτι μετὰ τόσας παρατηρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο, ὄχι μόνον μένει αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς οἰνοπνεύματος, τοὺς τῆς δευτέρας τάξεως, ἀλλὰ καὶ ηὐξήθη, ἐνῷ ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι πολὺ εἶναι τὸ ποσὸν τῶν 4,800 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι, ἂν δὲν ἐπείσαμεν τὸν κ. Ὑπουργόν, δι’ ὅσων εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν ἐπὶ τῶν 400 ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, τοὐλάχιστον ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπείσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀφήσῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 4,800 δραχμῶν ἐπὶ τῶν 400 ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. Αὐτὸ ἐθεωρήθη ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ὡς λάθος.
§263Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον ὑπῆρχε τὸ λάθος.
§264Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἦσαν 900 ὀκάδες, καὶ ἐγένοντο 400· ἑπομένως εἰς ἕκαστον οἰνοπνευματοποιὸν δευτέρας κατηγορίας δωρεῖται διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης ποσὸν δραχμῶν 200.
§265Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ 400 ὀκάδας ἀνύδρου οἰνοπνεύματος προστίθενται δραχμαὶ 4,000, νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπιβάρυνσις.
§266ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς χωρία καὶ κωμοπόλεις μικράς, ἐχούσας πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 2,000 κατοίκων, εἰδικοὶ πωληταὶ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν δὲν ὑπάρχουσιν· εἰς τὰς τοιαύτας κωμοπόλεις καὶ χωρία κατὰ τὰς Κυριακάς, ἢ ἄλλας ἑορτὰς καὶ πανηγύρεις, οἱ ἴδιοι οἱ γεωργοὶ πωλοῦσιν οἰνοπνευματώδη ποτά, ὡς κατάστημα αὐτῶν ἔχοντες μίαν τράπεζαν καὶ ἐπ’ αὐτῆς μίαν φιάλην οἴνου ἢ οἰνοπνεύματος, κατὰ τὰς ἄλλας δὲ ἡμέρας ἀσχολοῦνται εἰς τὰ γεωργικὰ ἔργα, καὶ θεωρῶ ἄδικον, αὐτοὶ οἱ μικροπωληταί, οἱ ἅπαξ τοῦ μηνὸς ἢ καὶ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐνασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πωλητοῦ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, νὰ πληρώνωσι τόσον βαρὺν φόρον. Ὡσαύτως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνωσιν ἰδιαιτέρως τὸν φόρον τοῦτον καὶ οἱ εἰς τὰ τοιαῦτα χωρία ἐνασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καφεπώλου ἢ τοῦ μικρεμπόρου, ὑποβαλλόμενοι καὶ εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος τούτου καὶ εἰς τὸν τοῦ πωλητοῦ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, πληρώνοντες ποσότητα ἀνωτέραν τῆς ἀξίας τοῦ ἐτησίως καταναλισκομένου ὑπ’ αὐτῶν ἐμπορεύματος. Ἡ τοιαύτη βαρεῖα φορολογία θὰ ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ παραιτηθῶσι καὶ τοῦ ἐνασκουμένου ὑπ’ αὐτῶν ἐπαγγέλματος τοῦ καφεπώλου ἢ μικρεμπόρου, καὶ θὰ ἐπέλθῃ οὕτω μείζων ζημία καὶ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἄλλως τε οἱ κάτοικοι μικρῶν καὶ ἀπομεμακρυσμένων χωρίων θὰ ὑποβάλλωνται εἰς πολλὰς δαπάνας, προσερχόμενοι εἰς τὴν Ἐφορίαν, διὰ νὰ ἐπιδίδωσι δηλώσεις, καὶ ἂν παραλείψωσι τὴν δήλωσιν, κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον θὰ ὑποβάλλωνται καὶ εἰς αὐστηροτάτας ποινάς. Ὡς ἐκ τούτου δέον νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ ὡς εἴρηται κάτοικοι χωρίων ἐχόντων κατοίκους μέχρι 2,000· ἄλλως νὰ γείνῃ διαβάθμισις ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ πληρωτέου φόρου.
§267Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ γείνῃ;
§268ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἰς πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 2000 νὰ μὴ φορολογῶνται οἱ μικροπωληταί, ἢ τὸ πολὺ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς πληρωμὴν φόρου δραχμῶν 5 ἢ 10.
§269Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει, εἰς τὰ μικρὰ χωρία νὰ ἐξακολουθῇ πωλούμενον αὐτὸ τὸ δηλητήριον!
§270ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀληθές, ὅτι δύναται νὰ προξενήσῃ καὶ βλάβην ἡ κατάχρησις· ἀλλὰ σήμερον εἶναι ἐρριζωμένη αὐτὴ ἡ συνήθεια εἰς τοὺς χωρικούς, οἵτινες θεωροῦσι τὸ οἰνόπνευμα καὶ ὡς ἀνακουφιστικὸν καὶ ὡς φάρμακον· ἀλκολικοὶ δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὰ χωρία, ἀλλὰ εἰς τὰς μεγαλοπόλεις, εἰς ἃς πλείονες ποιοῦνται κατάχρησιν τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, καὶ τούτους δύνασθε καὶ ὀφείλετε νὰ φορολογήσητε ἀμειλίκτως.
§271ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ φορολογικὴ κλῖμαξ, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, εἶναι δυσανάλογος. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 40,000 κατοίκων, οἱ ποτοποιοὶ φορολογοῦνται διὰ 1500 δραχμῶν, ἐνῷ εἰς τὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πληθυσμὸν 4,000, φορολογοῦνται διὰ 1000 δραχμῶν, δηλαδὴ τὰ μεγάλα ἐργοστάσια τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἅτινα ἔχουσι διαχείρισιν ἑκατομμυρίων, θὰ πληρώνωσι φόρον 1500 δραχμῶν, οἱ δ’ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐργοστασιάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται μὲ μικρὰ κεφάλαια, θὰ πληρώνωσι 1000 δραχμάς. Τοῦτο εἶναι δυσανάλογον, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δεχθῇ, ὥστε τὸ ἐδάφιον βʹ νὰ διορθωθῇ οὕτω πως: «Εἰς δραχμὰς 1000 διὰ τοὺς ἀσκοῦντας τὴν βιομηχανίαν αὐτῶν εἰς πόλεις, ὧν ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 20,000». Τὸ δὲ τρίτον ἐδάφιον νὰ τροποποιηθῇ οὕτω: «Εἰς δραχμὰς 200 διὰ τοὺς ἀσκοῦντας τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο εἰς πόλεις πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν 4,000». Ἄλλως εἶναι καταστροφὴ διὰ τοὺς μικροὺς ποτοποιούς, ἐὰν δεχθῶμεν νὰ μείνῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, ὅπως ἔχει.
§272Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐὰν μελετήσητε καλῶς τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδητε, ὅτι πιέζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κεφάλαια κάτω τῶν 15,000 δραχμῶν, καὶ ἐνισχύει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κεφάλαια ἄνω τῶν 300,000 καὶ 500,000 δραχμῶν. Φρονῶ, ὅτι τοῦτο θὰ γεννήσῃ μεγάλην ἀγανάκτησιν εἰς τὸν λαὸν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κύριος Γεωργόπουλος.
§273Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν μεγάλην βιομηχανίαν καὶ συνεπῶς νὰ συντρίψῃ τὴν μικρὰν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν αὐτὴν τὴν μεγάλην φορολογίαν. Τοῦτο εἶναι προφανέστατον· διότι, ἐνῷ διὰ τοῦ αʹ ἐδαφίου τῆς Βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 ἐπιβάλλεται φόρος 4,800 δρ. εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου τῆς Γʹ παραγράφου ἐπιβάλλεται δικαίωμα καταναλώσεως εἰς τοὺς ποτοποιοὺς δραχμῶν 1200. Δηλαδὴ οἱ μεγάλοι οἰνοπνευματοποιοὶ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἔχοντες ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, πληρώνουσι φόρον δρ. 4,800, οἱ δὲ ποτοποιοὶ, οἱ ἔχοντες τὰ ἐργοστάσια αὑτῶν εἰς πόλεις, ὧν ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἀνώτερος τῶν 10 χιλιάδων, πληρώνουσι 1200. Ἐρωτῶ, εἶναι δίκαιον τοῦτο; εἶναι ὀρθόν; Ὑπάρχει ἀναλογία τις; Ἐγὼ δὲν ὁρμῶμαι ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ μὴ πληρώνῃ φόρον τὸ οἰνόπνευμα, τοὐναντίον εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ οἰνόπνευμα πρέπει νὰ πληρώνῃ φόρον διπλάσιον καὶ τετραπλάσιον, ἀλλὰ νὰ τηρῆται μία ἀναλογία καὶ ἰσότης ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν.
§274Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἤθελε συναινέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τόσον εὐκόλως εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ὑποχρεοῖ τοὺς ἐνασκοῦντας τὴν βιομηχανίαν τῆς ποτοποιΐας εἰς πόλεις, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 10,000, νὰ πληρώνωσι 1200 δραχμὰς, διότι διὰ τῆς ἀπαλείψεως ταύτης ἐπέρχεται μεγίστη ἀνισότης· ἐνῷ οἱ ποτοποιοὶ πόλεως ἐχούσης πληθυσμὸν ἄνω τῶν 30,000 κατοίκων θὰ πληρώνωσι 1000 δραχμὰς, 1000 δραχμὰς θὰ πληρώνωσι καὶ οἱ ποτοποιοὶ πόλεως ἐχούσης πληθυσμὸν ἄνω τῶν 4,000 κατοίκων.
§275Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χιλίας δραχμὰς θὰ πληρώνωσιν εἰς τὰς πόλεις τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 20,000.
§276Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Οἱ ποτοποιοὶ τῆς πόλεως, ἐξ ἧς κατάγεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς πόλεως Ἀμφίσσης, ἥτις ἀριθμεῖ κατοίκους 5,000, θὰ πληρώνωσι 1000 δραχμὰς, 1000 δραχμὰς θὰ πληρώνωσι καὶ οἱ τῶν Πατρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξάγουσι ποτὰ καθ’ ὅλην τὴν Στερεὰν καὶ τὴν Πελοπόννησον. Θὰ ἐπεθύμουν, ἡ κλῖμαξ ἡ φορολογικὴ νὰ μὴ ἦναι ἡ αὐτὴ διὰ τοὺς ποτοποιοὺς τῆς πόλεως Πατρῶν καὶ τοὺς τῆς Ἀμφίσσης ἢ ἄλλης πόλεως, ἐχούσης πληθυσμὸν κατά τι μεγαλείτερον. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ν’ αὐξήσῃ ἡ φορολογία διὰ τοὺς ποτοποιοὺς Πατρῶν, πάντως ὅμως, ἐὰν μείνῃ ἡ αὐτὴ διὰ τοὺς ποτοποιοὺς Ἀμφίσσης, πρέπει ν’ αὐξήσῃ διὰ τοὺς ποτοποιοὺς τῆς πόλεως Πατρῶν. Ὄσον δ’ ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐγκρίτου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου διὰ τοὺς πωλητὰς πνευματωδῶν ποτῶν, φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αὗται δὲν εἶναι διόλου ὀρθαί. Βεβαίως πᾶς νόμος περὶ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν πρέπει νὰ προνοῇ νὰ μὴ ἦναι εὔκολον εἰς πάντα, ἐν πάσῃ γωνίᾳ τῆς πόλεως νὰ πωλῇ οἰνοπνευματώδη ποτὰ εἰς μίαν φιάλην, καὶ κατὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ κλῖμαξ διὰ τοὺς ποτοπώλας, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ὁ ἔγκριτος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἰς τὴν τροπολογίαν αὑτοῦ.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλίνης ἔχει τὸν λόγον.
§278Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ αʹ ἐδάφιον, τὴν κατηγορίαν δηλαδὴ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω, διότι ἡ διαβάθμισις τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου θὰ κανονίζηται ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τῶν μηχανημάτων τῶν ἐργοστασίων. Ὡς πρὸς τοὺς ποτοποιοὺς ὅμως, θὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν—καὶ νομίζω ὅτι χρήζει διασαφήσεώς τινος τὸ ζήτημα—περὶ τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων ἄσκησις ἐπαγγέλματος. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, οἱ ἀσκοῦντες τὴν βιομηχανίαν αὐτῶν ἐν πόλει ἢ ἐντὸς τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον αὕτη ὑπάγεται, καὶ τῆς ὁποίας ὁ πληθυσμὸς θὰ ὑπερβαίνῃ τὸν ὁριζόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀριθμὸν κατοίκων, αὐτοὶ θὰ ὑπόκηνται εἰς ὡρισμένην φορολογίαν. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ περὶ τούτου μίαν διασάφησιν· τί ἐννοεῖ ἄσκησιν βιομηχανίας; Διότι, ἂν ἄσκησιν βιομηχανίας ἐννοῇ τὸ χωρίον, εἰς τὸ ὁποῖον κεῖται τὸ ποτοποιεῖον, φοβοῦμαι, ὅτι εὐκόλως δύναται νὰ καταδολιευθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου τούτου. Δύνανται, λόγου χάριν, οἱ ποτοποιοὶ τῆς Χαλκίδος νὰ μεταφέρωσι τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν—καὶ εἶναι εὔκολον τοῦτο, διότι τὰ ἐργοστάσια τῶν ποτοποιῶν εἶναι μικρὰ —ἐκτὸς τῆς πόλεως ἢ τοῦ δήμου Χαλκίδος, εἰς τὸν δῆμον π. χ. Αὐλίδος, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδένα φόρον θὰ δύνασθε νὰ εἰσπράξητε, διότι οὔτε ἡ πρωτεύουσα οὔτε κανὲν χωρίον τοῦ δήμου Αὐλίδος ἔχει πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 500 κατοίκων. Τὸ αὐτὸ ἐπίσης δύναται νὰ συμβῇ καὶ ἐν Ἀθήναις, ἐὰν τὰ ἐργοστάσιά των τοποθετήσωσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι ἔξωθι τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς π.χ. Οὕτω δὲ θὰ γίνηται ἡ φορολογία αὐτῶν ὡς ἐργοστασίων τρίτης κατηγορίας. Νομίζω ὅτι χρήζει διασαφήσεως ἡ φράσις αὕτη, διὰ νὰ μὴ γίνηται καταστρατήγησις τοῦ νόμου. Ὡς πρὸς δὲ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς παντὸς δικαιώματος οἱ πρὸς χρῆσιν ἀτομικὴν ἢ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν παράγοντες οἰνόπνευμα ἔλασσον τῶν 150 ὀκάδων, νομίζω, γραμματικῶς ἐξετάζων τὸ πρᾶγμα, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ, ἀντὶ «πρὸς χρῆσιν αὑτῶν ἢ τῶν οἰκογενειῶν των», ἡ φράσις «πρὸς χρῆσιν οἰκιακὴν», διότι θὰ θεωρήσωσιν ὅσοι ἀναγνώσωσι τὸν νόμον, ὅτι προστατεύεται διὰ τοῦ νόμου ἡ κατάχρησις τῶν οἰνοπνευμάτων, ἀφοῦ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς χωρικούς, παράγοντας 150 ὀκάδας οἰνοπνεύματος, νὰ πίνωσιν ἀτελῶς τοῦτο αὐτοὶ καὶ ἡ οἰκογένειά των. Νομίζω, ὅτι πᾶν ἄλλο σκοπεῖ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλούτσης.
§280Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται τὸ χρονικὸν διάστημα εἰς 60 ἡμέρας, ἐντὸς τῶν ὁποίων δέον νὰ κατασκευάζωσιν οἰνόπνευμα δι’ ἰδίαν αὑτῶν χρῆσιν, ὑπάρχει τὸ παράπονον ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν, ὅτι ἐν τοῖς χωρίοις δὲν ἔχει ἕκαστος χωρικὸς ἁπλοῦν ἄμβυκα ἴδιον, ἀλλὰ συνήθως δανείζεται ὁ εἷς ἀπὸ τὸν ἄλλον. Ἐπειδὴ δὲ ἀπαιτεῖται χρόνος τις διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σούμας, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος τῶν δύο μηνῶν· διότι, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἰς χωρίον ἀποτελούμενον ἀπὸ 200 οἰκογενείας ὑπάρχουσι τρεῖς ἄμβυκες, διὰ τῶν ὁποίων ἐξάγουσι τὴν σούμαν, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος αὐτός· δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, διατί νὰ μὴ ὁρισθῇ χρονικὸν διάστημα τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν. Πρέπει δὲ, πρὸς πρόληψιν καταδολιεύσεως, νὰ περιορίσητε καὶ τὸ ποσὸν τῆς σούμας δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν εἰς 100 ὀκάδας, διότι ὑποθέτω, ὅτι τόσον ποσὸν εἶναι ἀρκετὸν διὰ μίαν οἰκογένειαν· πάντως ὅμως πρέπει νὰ χορηγήσητε μεγαλειτέραν προθεσμίαν, διότι ἄλλως τὸ δῶρον εἶναι ἄδωρον· διότι μὴ ἔχοντες τὰ μέσα νὰ ἐξαγάγωσιν ὅλοι ὁμοῦ ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῶν 60 ἡμερῶν τὴν σούμαν, θ’ ἀφήσωσι τὰ στέμφυλα αὑτῶν ἀχρησιμοποίητα. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῆς Βʹ κατηγορίας. Μετεβλήθη τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, καὶ ἐλήφθη ὡς βάσις νὰ φορολογῆται πρὸς 15 δραχμὰς ἑκάστη ὀκᾶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ μηχάνημα. Λαμβάνετε αὐτὸ ὡς βάσιν,—καὶ πολὺ ὀρθῶς χάριν τῆς ἰσότητος,—καὶ λέγετε, ὅτι διὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα παράγουσι 400 ὀκάδας τὸ ἡμερονύκτιον ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, πρέπει νὰ ἐπιβάλητε φορολογίαν 4800 δραχμῶν, καὶ λέγετε εἰς τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον,—καὶ τὸ λέγετε πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ δικαίως,—ὅτι δι’ ἑκάστην ὀκᾶν πέραν τῶν 400 ὀκάδων, παραγομένην ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος καὶ ὑπὸ τῶν μηχανημάτων τοῦ αὐτοῦ οἰνοπνευματοποιείου, θὰ καταβάλληται φόρος 15 δραχμῶν. Κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ νομοσχεδίου ἀντετάχθη, ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἤθελε περιορισθῆ ἡ μικρὰ οἰνοπνευματοποιΐα καὶ προεβλήθη ὑμῖν, ὅτι ἠδύνασθε, ὑποβιβάζοντες τὴν τιμὴν τοῦ φόρου κάτω τῶν 4800 δραχμῶν, καὶ αὐξάνοντες τὴν ποσότητα, τὴν παραγωγικότητα, οὕτως εἰπεῖν, τῶν μηχανημάτων, νὰ φθάσητε εἰς τὸ ποσὸν φόρου 4000 δραχμῶν, ἀντὶ τῶν σημερινῶν 4800, ἀναβιβάζοντες τὸ ποσὸν εἰς 500 ὀκάδας. Κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης, κύριε Ὑπουργέ, πολὺ ὀρθῶς, πολὺ δικαίως, ἀντελέξατε κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, καὶ εἴπετε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ ἐκδοχῇ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου, διότι ἐνδεχόμενον οἱ ἔχοντες μηχανήματα παραγωγῆς ἀνωτέρας τῶν 400 ὀκάδων, ἀντὶ νὰ παράγωσιν οἰνόπνευμα διὰ τῶν τριῶν φέρ’ εἰπεῖν τοιούτων μηχανημάτων, —ὅτε θὰ ἐπλήρωνον 12,000 δραχμάς,—νὰ κατατμήσωσι τὰ μηχανήματα εἰς δύο τοιαῦτα, καὶ οὕτω πως νὰ καταρτίσωσιν ἕκαστον τῶν μηχανημάτων 400 ὀκάδων παραγωγῆς κατὰ τὸ ἡμερονύκτιον, οὕτω δὲ πράττοντες θὰ εἶχον κέρδος, διότι θὰ ἐπλήρωνον 9000, τοιουτοτρόπως δὲ τὸ Δημόσιον θὰ ἐστερεῖτο 3000 δραχμῶν. Ἐνῷ δὲ πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ δικαίως ἀντελέξατε ταῦτα κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ἔρχεσθε σήμερον διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀσπάζεσθε τὴν γνώμην, ἡ ὁποία διατηρεῖ τὸν φόρον ἐκεῖνον, κατὰ τοῦ ὁποίου καὶ ὑμεῖς αὐτὸς ἀντελέξατε καὶ ἡμεῖς ὑπεδείξαμεν καὶ εὑρέθημεν σύμφωνοι μεθ’ ὑμῶν, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως εἶναι δυνατόν,—καὶ εἶναι δυνατὸν, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ φανερὸν—οἱ μικροὶ οἰνοπνευματοποιοὶ νὰ συντριβῶσι. Διότι ἐκτὸς τῆς διαφορᾶς τοῦ ὅτι δὲν θὰ ἔχωσι μηχανήματα παραγωγῆς 400 ὀκάδων καὶ δὲν θὰ δύνανται νὰ ἐργάζωνται καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος καὶ τοὺς ἄλλους κινδύνους, τοὺς ὁποίους τρέχουσιν αὐτοὶ, ἀνταγωνιζόμενοι πρὸς τοὺς μεγαλειτέρους—ἂς τοὺς ὀνομάσωμεν οὕτω πρὸς διάκρισιν—οἰνοπνευματοποιούς, διότι ἐν σχέσει πρὸς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα οὗτοι διαθέτουσι, καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φόρου,—διότι οἱ μεγάλοι θὰ ἀποστέλλωσι κονιὰκ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ θὰ λαμβάνωσι 10 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, —ὁ ἀνταγωνισμὸς θὰ ἦναι ἀδύνατος εἰς αὐτούς. Ἀναμφισβητήτως λοιπὸν μὲ τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν δύνανται παρὰ νὰ συντριβῶσιν οἱ μικροὶ οἰνοπνευματοποιοί. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν θὰ ἀρνηθῆτε ν’ ἀποδεχθῆτε τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, τῆς ὁποίας βάσις εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ νομοσχέδιον, νὰ δυνάμεθα νὰ συνδυάσωμεν τὴν παραγωγὴν πρὸς τὴν παραγωγικότητα τῶν μηχανημάτων, καὶ ἀντὶ νὰ φορολογῶμεν ἑκάστην ὀκᾶν, ἀντὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιβάλλεται φόρος 15 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν ἐν σχέσει πρὸς τὸ μηχάνημα, θὰ ἦτο εὐκολώτερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐργοστάσια ὑποβάλλονται εἰς φόρον 1500 δραχμῶν, ἐὰν ἡ ἡμερησία παραγωγὴ ἐξ 24 ὡρῶν τῶν μηχανημάτων τοῦ οἰνοπνευματοποιείου ἦναι κατωτέρα τῶν 100 ὀκάδων, ἐὰν δὲ παράγῃ πλέον τῶν 100 ὀκάδων, ὁ φόρος ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς περιπλέον θὰ ἦναι 15 δραχμῶν. Καὶ οὕτως ἔχομεν ἰσότητα.
§281Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πῶς τὸ ἐννοεῖτε; Ἐὰν πράγματι παράγῃ, ἢ ἂν δύναται νὰ παραγάγῃ;
§282Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὴν παραγωγικότητα ἐννοῶ· ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὴν φορολογίαν τῆς παραγωγῆς, διότι τὸ σύστημα ἐκεῖνο κατεδικάσθη, ἐὰν εἴχομεν τοὺς μετρητὰς, ὅπως πρίν, βεβαίως ἔπρεπε νὰ φορολογήσωμεν τὴν παραγωγήν· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν ὄργανα τοιαῦτα, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα αὐτό.
§283Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κατὰ τί διαφέρει ἡ τροπολογία σας ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον; Τὸ νομοσχέδιον ἔθετο ὡς ἐλάχιστον ὅριον παραγωγικότητα 300 ὀκάδων, καὶ δι’ αὐτὰς ζητεῖ, πρὸς 15 δραχμὰς ἑκάστην ὀκᾶν, 4500 δραχμὰς φόρον. Ἄλλως εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐργοστάσιον παραγωγικότητος μικροτέρας τῶν 300 ὀκάδων, καὶ ἑπομένως ἡ πρόνοια ἤθελεν ἐκμηδενισθῆ, διότι δὲν ὑπάρχει ἐργοστάσιον παραγωγικότητος μικροτέρας τῶν 300 ὀκάδων.
§284Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν τοῦτο ἦτο βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι δηλ. δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μηχάνημα, τὸ ὁποῖον νὰ παράγῃ οἰνόπνευμα 100 ὀκάδων, κατὰ ἡμερονύκτιον, δὲν ἀντιλέγω, ὅτι ἡ τροπολογία μου ἴσως θὰ ἦτο περιττή. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον μηχάνημα;
§285Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον μηχάνημα, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει σήμερον ἐν Ἑλλάδι. Τοῦτο εἶναι βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον.
§286Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τί σημαίνει, ἂν δὲν ὑπάρχῃ σήμερον; Μήπως δὲν δύνανται νὰ προμηθευθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι; Μήπως καὶ ὁ ἔχων σήμερον μηχάνημα ἀνωτέρας παραγωγικότητος δὲν δύναται νὰ τὸ πωλήσῃ, καὶ νὰ προμηθευθῇ μηχάνημα παραγωγικότητος 150 ὀκάδων; Τοιουτοτρόπως θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν δικαίαν φορολογίαν, ὁποία εἶναι ἡ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Διότι περὶ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς παραγωγῆς οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων, καταφεύγομεν δὲ εἰς τὴν παραγωγικότητα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν παραγωγήν, πρέπει δὲ νὰ εὕρωμεν τρόπον, ὥστε, ἂν οὐχὶ εἰς ταύτην τὴν παραγωγήν, τοὐλάχιστον κατὰ προσέγγισιν εἰς τὴν παραγωγὴν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν φορολογίαν, καὶ τοῦτο γίνεται διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον.
§287Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ οἱ ὑπάρχοντες σήμερον εὐνοοῦνται περισσότερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρὰ διὰ τῆς τροπολογίας σας, διότι οἱ σήμερον ἔχοντες μηχανήματα μεγαλειτέρας παραγωγικότητος δύνανται νὰ ἐργάζωνται παράγοντες μέχρι 400 ὀκάδων, διότι δὲν πληρώνουσι περισσότερον.
§288Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος, ὅτι οἱ ἀνήκοντες σήμερον εἰς τὴν Αʹ κατηγορίαν τοῦ παλαιοῦ νόμου οὐδέποτε ἐργάζονται δι’ ὅλης τῆς παραγωγικότητος, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν. Αὐτοὶ εἶναι γνωστοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, μᾶς ἐπεσκέφθησαν δὲ καὶ κατ’ οἶκον, καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐζητήσαμεν καὶ ἡμεῖς πληροφορίας, καὶ πάντες μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν παράγουσι πλέον τῶν 150 ἕως 200 ὀκάδων κατὰ ἡμερονύκτιον, διότι δὲν ἔχουσιν ἄλλως καὶ τὴν πρώτην ὕλην, ὥστε νὰ παραγάγωσι 500 ὀκάδας τὴν ἡμέραν, ὅτε θὰ εἶχον παραγωγικότητα 180,000 κατ’ ἔτος, οὐδέποτε ὅμως εἶχον τοιαύτην ἐργασίαν, ἅτε μὴ ἔχοντες τὴν πρώτην ὕλην.
§289Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης.
§291Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μοὶ ἐπιβάλλεται, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραιτηθῶ περαιτέρω παρατηρήσεων, ὄχι διότι ἐπείσθην ἐκ τῆς ἰδέας τοῦ χρυσοῦ, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς εἰς τὸ Κράτος θὰ εἰσρέῃ διὰ τῆς ἐξαγωγῆς ὡρισμένων εἰδῶν ποτῶν, — κονιὰκ κλπ. — ἀλλὰ διότι ἀνέλαβον ὑποχρέωσιν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐδέχθη διαφόρους τροπολογίας μου, καὶ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, πολλὰ τῶν μελῶν τῆς ὁποίας κατόπιν τῶν παρατηρήσεών μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐνίσχυσαν τὰς παρατηρήσεις μου. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θέσῃ κλίμακά τινα κατωτέραν, εἰ δυνατὸν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§292ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου, ὅτι ἀπαλλάσσονται παντὸς δικαιώματος οἱ πρὸς χρῆσιν ἀτομικὴν κλπ. παράγοντες οἰνόπνευμα. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοῦ σκοποῦ, ὃν ἔχει κατὰ τὸν χρόνον τῆς παραγωγῆς ὁ παράγων, τὸ πρᾶγμα ἔχει καλῶς· ἀλλὰ δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ἂν θελήσῃ ὁ παραγωγὸς νὰ μεταβάλῃ σκοπὸν, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ παραγάγῃ περισσότερον ποσὸν, διότι ἔτυχε νὰ ἐργασθῇ μὲ ἕνα ἄμβυκα χωρητικότητος 150 ὀκάδων ἐπὶ 60 ἡμέρας. Ἐὰν θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ σκοπὸν καὶ νὰ πωλήσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρήγαγε, τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ μένῃ ἀφορολόγητον; Ἐὰν τοῦτο ἐννοῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ, βεβαίως καλῶς ἔχει ἡ διάταξις. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ φορολογήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις.
§293Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, παρατηρῶ, ὅτι χθὲς ὑπέβαλον τροπολογίαν, δι’ ἧς προέτεινα, ὅπως οἱ ἀπαλλασσόμενοι τῆς πληρωμῆς δικαιώματος καταναλώσεως, ἤτοι οἱ παράγοντες σούμαν ἐκ στεμφύλων, ἢ ἄλλων ὑλῶν καὶ ἐργαζόμενοι ἐπὶ 60 ἡμέρας, ἐὰν θελήσωσι νὰ μεταχειρισθῶσι ταύτην πρὸς ἐμπορίαν, ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν δικαιώματος δραχ. 15, ὅπως εἶχε πρὶν τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κύριος Ὑπουργός. Τοῦτο εἶναι δίκαιον, διότι ἄλλως οἱ ἄνθρωποι θ’ ἀναγκασθῶσι ν’ ἀπορρίπτωσι τὰ στέμφυλα ταῦτα, ὡς ἄχρηστα, διότι δὲν θὰ δύνανται νὰ πληρώνωσι 200 δραχμὰς, ὅπως ὁρίζει τὸ πρώην βʹ καὶ νῦν αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 διὰ τοὺς ἐργαζομένους δι’ ἁπλοῦ ἄμβυκος ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος. Διότι, προκειμένου νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ 60 μόνον ἡμέρας, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος, ὅτι θὰ παράγωσι μεγάλην ποσότητα, ὥστε νὰ καταστρατηγηθῇ ὁ νόμος· θὰ παράγωσιν ἐλάχιστον ποσόν. Ἄλλως, ὡς προεῖπον, θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ἀπορρίπτωσι τὰ στέμφυλα, ὡς ἄχρηστα, διότι οὐδεὶς τῶν ἀμπελοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ στέμφυλα αὐτά, δύναται νὰ παράγῃ ποσὸν οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον νὰ τῷ δίδῃ ὡς ἀντιστάθμισμα ποσὸν δραχμῶν ἄνω τῶν 200, καθόσον, ἐὰν πωλῶσι τὸ παραγόμενον ποσὸν οἰνοπνεύματος οἱ ἀμπελοκτήμονες, δυνατὸν νὰ ὠφελῶνται 40 ἢ 50 μέχρις 60 δραχμῶν, οὐδέποτε δὲ 100. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ πληρώνωσι 200 δραχμὰς, ὡσεὶ εἰργάζοντο ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος; Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι δικαιοτάτη, καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ.
§294Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο χθὲς, νομίζω, ὅτι ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁρίσῃ ἐλάττωσίν τινα φορολογίας εἰς τὰ μικρότερα καταστήματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου, ὡς πρὸς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς δευτέρας κατηγορίας, τὸ ὁποῖον ὥριζε τὸν φόρον εἰς 4,500 δραχμὰς διὰ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, ὧν τὰ μηχανήματα παράγουσι κάτω τῶν 300 ὀκάδων, ἐδέχθη νὰ πληρώνωσι 4,800 δραχμὰς, ὅταν τὰ μηχανήματα αὐτῶν παράγωσιν ὀλιγώτερον τῶν 400 ὀκάδων. Ἀναμφισβητήτως διὰ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μηχανήματα παράγοντα 400 ὀκάδας, τοῦτο παρέχει ἐλάττωσίν τινα τοῦ φόρου, ἀλλὰ δὲν εἶναι μικρὰ καταστήματα. Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν οἰνοπνευματοποιεῖα ἔχοντα μηχανήματα παράγοντα 100 ὀκάδας, βεβαίως ὑπάρχουσιν οἰνοπνευματοποιεῖα ἔχοντα μηχανήματα παράγοντα ὀκάδας ὀλιγωτέρας τῶν 300. Ἀπόδειξις καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὡς τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ὡς ὅρον τὰς 300 ὀκάδας. Θὰ εἶχε βεβαίως πληροφορίας ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ αἱ ἰδικαί μου δὲ ἰδιαίτεραι πληροφορίαι μὲ πείθουσιν, ὅτι ὑπάρχουσιν οἰνοπνευματοποιεῖα, ὧν τὰ μηχανήματα παράγουσι κάτω τῶν 300 ὀκάδων. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω· ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ κατὰ πρῶτον ὑποβληθὲν, ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦτα καταστήματα, καὶ διὰ τοῦτο εἶχε ληφθῆ ὡς βάσις τὸ ποσὸν 300 ὀκάδων. Ἐὰν ὑπάρχωσι λοιπὸν τοιαῦτα καταστήματα, βεβαίως, ἀντὶ ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας αὐτῶν τῶν μικρῶν καταστημάτων, διὰ τῆς τροποποιήσεως ἐπέρχεται ἐπαύξησις, διότι ἀντὶ τῶν 4,500 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐπλήρωνον κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, τώρα πρόκειται νὰ πληρώνωσι 4,800, δηλαδὴ 300 δραχμὰς ἐπὶ πλέον. Ἐὰν ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἀποκρούει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ νὰ μὴ καταστραφῶσι τὰ μικροκαταστήματα ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας, εἰς ἣν εὑρίσκονται, ὅπως ἀνταγωνισθῶσι πρὸς τὰ μεγάλα καταστήματα, —διότι καὶ τὰ μέσα δὲν ἔχουσι νὰ παραγάγωσι τὸ ποσὸν, δι’ ὃ φορολογοῦνται, καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, οἱ ὁποῖοι καὶ χθὲς ἀνεπτύχθησαν καὶ σήμερον, —ἐὰν, λέγω, ἡ ἰδέα αὕτη πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ, —καὶ πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ.—νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ παραδεχθῇ καὶ ἄλλην βαθμίδα, τὴν βαθμίδα, ἂν οὐχὶ τῶν 100 ὀκάδων, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς, ἀλλὰ τουλάχιστον τὴν τῶν διακοσίων ὀκάδων, καὶ παραδεχόμενος τὴν βαθμίδα τῶν 200 ὀκάδων νὰ φορολογήσῃ αὐτὴν κατ’ ἀναλογίαν μικροτέραν ἐκείνης, δι’ ἧς φορολογοῦνται τὰ μεγάλα καταστήματα, τῶν 15 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Δηλαδὴ, ἂν πρόκηται νὰ φορολογηθῶσι διὰ 4,800 δραχμῶν τὰ καταστήματα τὰ ἔχοντα μηχανήματα παράγοντα 400 ὀκάδας, τὰ καταστήματα τὰ ἔχοντα μηχανήματα παράγοντα 100 ἢ 200 ὀκάδας νὰ φορολογηθῶσιν, ἐὰν πρόκηται περὶ 200 ὀκάδων, διὰ 2,000 ἢ καὶ ὀλιγωτέρων δραχμῶν, αἱ δὲ 15 δραχμαὶ κατ’ ὀκᾶν θὰ ἐξακολουθήσωσι βεβαίως ἐφαρμοζόμεναι διὰ τὸ περιπλέον τῆς παραγωγῆς. Προτείνω λοιπὸν νὰ προστεθῇ, ὅτι θὰ φορολογῶνται διὰ δραχ. 2,000, ἐὰν ἡ ἡμερησία παραγωγὴ αὐτῶν ἦναι κατωτέρα τῶν 200 ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, διὰ 4,800 δὲ δραχμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δευτέρου ἐδαφίου· τὸ τρίτον δὲ ἐδάφιον νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει. Τοιουτοτρόπως θὰ παράσχωμεν μικρὰν ἀνακούφισιν εἰς τὰ μικρὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσι τὸ ὅλον τῆς δυνάμεως τῶν μηχανημάτων αὐτῶν.
§295Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§296Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§297Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως νομοσχέδιον, οἷον τὸ προκείμενον, παρουσιάζει διαφόρους ἐπόψεις ἐξετάσεως, καθ’ ὅσον διάφορος δύναται νὰ ἦναι καὶ ὁ σκοπός, ὃν ἐπιδιώκομεν δι’ αὐτοῦ. Ποῖον σκοπὸν ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Θέλομεν ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ αὐξήσωμεν τὸ εἰσόδημα τοῦ Κράτους καὶ διὰ τοῦτο αὐξάνομεν τὸν φορολογικὸν ὅρον; Ἢ μήπως αὐξάνοντες τὸν φορολογικὸν ὅρον ἐπιθυμοῦμεν νὰ περιστείλωμεν τὴν διάδοσιν τοῦ οἰνοπνεύματος χάριν λόγων δημοσίας ὑγείας, χάριν λόγων κοινωνικῆς ὠφελείας; Διότι ὁμολογουμένως τὸ οἰνόπνευμα καταντᾷ ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν περισσότερον ἔδαφος· λυμαίνεται καὶ τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀπειλεῖ νὰ φέρῃ ἀληθῆ κοινωνικὴν καταστροφὴν καὶ ἐθνικὴν ζημίαν. Ὡς πρὸς τὸν δεύτερον τοῦτον λόγον, παρατηρῶ, ὅτι βεβαίως δὲν ἐπιδιώκομεν τὴν αὔξησιν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου τῶν οἰνοπνευμάτων διὰ λόγους ὑγείας καὶ κοινωνικῆς ὠφελείας, διότι βλέπω, ὅτι πᾶσα παρέχεται εὐκολία εἰς τοὺς θέλοντας νὰ παράγωσιν οἰνόπνευμα ἐκ πάσης ὕλης ἐπιβλαβοῦς, ἐκ κομάρων, ξυλοκεράτων, σύκων, ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν μορεῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς, ἐξ ἄλλων ὑλῶν καὶ ἐκ στεμφύλων. Καὶ τοσοῦτον μάλιστα ἐφάνημεν ἀδιάφοροι καὶ ἀνεκτικοὶ ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τὴν ἀνθυγιεινὴν καὶ τὴν διάδοσιν τοῦ οἰνοπνεύματος, ὥστε ἀπηλλάξαμεν παντὸς φόρου καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παράγουσιν οἰνόπνευμα πρὸς οἰκογενειακὴν χρῆσιν, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, ἀνακηρύσσοντες δηλαδὴ ἀσυστόλως καὶ ἀκατανοήτως ὡς οἰκογενειακὸν ποτὸν τὸ οὖζον, δηλ. τὸ οἰνόπνευμα τῆς αἰσχίστης καὶ τῆς ἐσχάτης ποιότητος! Λόγοι λοιπὸν ὑγείας δὲν ἐπιβάλλουσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲ συνιστῶσι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, διότι φανερῶς πράττομεν ὅ,τι δυνατὸν, ὅπως διαδώσωμεν εἰς τὰς οἰκογενείας καὶ εἰς τὰ ἄτομα τὸ δηλητηριῶδες ποτόν. Ἑπομένως ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσοδήματος τοῦ Κράτους ἔχει ἄλλον σκοπὸν, ταμιευτικόν. Θέλομεν ἁπλῶς καὶ ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ αὐξήσωμεν τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐλαμβάνομεν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος. Κατὰ πόσον θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν αὔξησιν ταύτην; Αὐξάνοντες τὸν φορολογικὸν ὅρον τῶν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ ποτοποιῶν, ἔχομεν ἐλπίδας νὰ αὐξήσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦ εἰσοδήματος; Νομίζω, ὅτι καὶ οὗτος ὁ σκοπὸς δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, διότι ἄμεσος συνέπεια τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν μεταβληθῇ εἰς νόμον, θὰ ἦναι νὰ ἐλαττωθῇ ἐν Ἑλλάδι οὐχὶ τὸ ποσὸν τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰνοπνευματοποιῶν· νὰ περιορισθῇ δηλαδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα εἰς πολὺ ὀλίγους. Καὶ θὰ καρπῶνται μὲν οἱ ὀλίγοι οὗτοι περισσότερα κέρδη, ἀλλὰ τὸ Κράτος, ἐπειδὴ θ’ ἀπολέσῃ πληθὺν φορολογουμένων, θ’ ἀπολέσῃ καὶ μεγάλην ποσότητα τοῦ εἰσοδήματος. Ἐργαζόμεθα λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀποκλειστικῶς ὅπως αὐξήσωμεν, τὸ εἰσόδημα ὀλίγων τινῶν κεφαλαιούχων, ἢ οἰνοπνευματοποιῶν, ἐπὶ βλάβῃ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους. Ἂν, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόσωπος ἐκ Πατρῶν, πρόκηται νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὴν ὁδὸν τοῦ μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος, βεβαίως δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι ἀνέκαθεν ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ ὡς δημοσιογράφος καὶ ὡς Βουλευτὴς, καθόσον φρονῶ, ὅτι ἡ λεγομένη παρακράτησις πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ συνδυασθῇ πρὸς τὸ μονοπώλιον. Ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ ἄλυτον ζήτημα τῆς παρακρατήσεως δύναται νὰ λυθῇ μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀποκλειστικῶς πρὸς τοῦτο χρησιμοποιουμένου τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δυνηθῶμεν νὰ παραγάγωμεν πρᾶγμα εὐθηνὸν ὅπως δήποτε, ἀλλὰ καὶ πρωτίστης ποιότητος, καὶ νὰ περιορίσωμεν πάντα τὰ ἄλλα εἴδη τὰ ἐξ ἐπιβλαβῶν οὐσιῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ θέμα ἡμῶν σήμερον· σήμερον πρόκειται ἁπλῶς μόνον διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ν’ αὐξήσωμεν οὐχὶ τὸ εἰσόδημα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὸ εἰσόδημα ὡρισμένων ἀτόμων, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ψηφίζομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· διότι ἄλλην βάσιν, ἄλλον σκοπὸν, ἄλλο τέλος δὲν ἔχει. Θὰ ἴδωμεν λοιπὸν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, —καὶ ἔχω ἀσφαλεστάτην πεποίθησιν —ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον πίπτοντας τοὺς ποτοποιοὺς τῆς μικροτέρας δυνάμεως, ἕνεκα τῆς βαρείας καὶ δυσαναλόγου φορολογίας, ἑπομένως τὴν ἐλάττωσιν τοῦ εἰσοδήματος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἂν ἀφήσωμεν μόνον τοὺς μεγάλους νὰ ἐργάζωνται, πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπερμέτρως ἄδικον, δὲν θὰ δυνηθῶμεν δὲ, ἂν ἡ πεῖρα ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν, ὡς εἶμαι βέβαιος, τῶν λεγομένων μου, δὲν θὰ δυνηθῶμεν, λέγω, νὰ φέρωμεν πλέον ἀνακούφισίν τινα εἰς αὐτοὺς, διότι, κατὰ τὸν νόμον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ εἰσόδημα τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου διατίθεται ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἡ πρόσοδος τοῦ Ταμείου τούτου ἐκχωρηθῇ, ὡς εἶναι βέβαιον, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα πλέον νὰ φέρωμεν οἱανδήποτε ἐλάττωσιν τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου. Καὶ εἶπε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς γνώμην τινὰ, ἀληθῶς παρήγορον, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν καὶ μεγάλαι ζημίαι, διότι, ἂν ἐκχωρηθῇ τὸ ἔσοδον τοῦ φόρου, ἡ ἐκχώρησις θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πέντε μόνον ἔτη, ἑπομένως μετὰ πέντε ἔτη δύνανται ἀξιόλογα νὰ ἐπαναλάβωσι τὴν ἐργασίαν αὐτῶν ἐκεῖνοι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἢ ποτοποιοὶ, ὅσοι ἕνεκα τοῦ φόρου θὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν, νομίζω ὅμως, ὅτι τοῦτο εἶναι πολὺ πικρὸς σαρκασμὸς διὰ τὴν τάξιν τῶν βιομηχάνων αὐτῶν· διότι τὸ νὰ λέγωμεν εἰς τὸν βιομήχανον τοῦτον: «κλεῖσον τὸ κατάστημά σου ἐπὶ πέντε ἔτη, καὶ μετὰ πέντε ἔτη δύνασαι νὰ ἐπαναλάβῃς τὰς ἐργασίας σου», τοῦτο εἶναι ἀνάρμοστος εἰρωνεία σωφρονούντων κυβερνητῶν πρὸς ἐργαζομένους πολίτας. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ὅταν θὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐκχωρήσεως τῶν προσόδων τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, θὰ ἐπιφυλαχθῶμεν ὡς πρὸς τὴν πρόσοδον τοῦ φόρου τοῦ ἐκ τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ ὅτι τὴν πρόσοδον ταύτην δὲν θὰ ἐκχωρήσωμεν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι λόγος ἁπλοῦς, ἄνευ ἀξίας, διότι ὅλον τὸ εἰσόδημα θὰ δοθῇ ὡς ἐνέχυρον, καὶ οὐδεὶς Ὑπουργὸς θὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν θὰ συναφθῇ τὸ δάνειον τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐκ τῆς ἐκχωρήσεως τῶν πόρων τοῦ ταμείου τούτου θὰ ἐξαιρέσωμεν τὸ εἰσόδημα τὸ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων. Συμπεραίνων λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ φορολογικοῦ ὅρου εἶναι μεγάλη, καὶ θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ νὰ κλείσουν πολλοὶ ποτοποιοὶ τὰ καταστήματα αὐτῶν, καὶ συνεπῶς θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ζημίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ πενταετίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν ἐλάττωσίν τινα, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ ἐν γένει εἰς ἐλάττωσιν τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου ἑκάστης τάξεως ποτοποιῶν, ἂν δὲ ἴδωμεν, ὅτι οὗτοι δύνανται νὰ ἀνεχθῶσι τὸ βάρος τοῦτο, δὲν χάνομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν κατόπιν αὔξησιν, ἐνῷ ἀντιστρόφως, ἂν κλείσωμεν τὰ καταστήματα ταῦτα, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ἀνακούφισιν εἰς αὐτὰ παρὰ μετὰ πενταετίαν, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ πράξωμεν.
§298Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ παρατήρησις, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος, εἶναι σοβαρωτάτη, διότι δὲν εἶναι μόνον δῶρον ἄδωρον τὸ διδόμενον εἰς τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ ἐπακόλουθα δεινὰ, καὶ ὅπως ἄλλοτε εἴχομεν τοὺς καπνοφάντας, τώρα θὰ ἔχωμεν τοὺς ρακοφάντας. Θὰ καταγγέλλωνται οἱ ἄνθρωποι, ὅτι ἐπώλησαν ῥακὴν, καὶ θὰ σύρωνται εἰς τὰ Δικαστήρια. Καὶ τοιαῦται καταγγελίαι θὰ γίνωνται ἄπειροι, καὶ θὰ βασανίσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ἀντὶ νὰ τοὺς ὠφελήσωμεν, μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τοὺς δίδομεν, νὰ παράγουν σούμαν. Λοιπὸν ἢ πρέπει νὰ λείψῃ ὅλως διόλου τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξάγουν ῥακὴν διὰ τὰς οἰκογενείας των, ἢ πρέπει νὰ λείψῃ ἡ διάταξις περὶ ποινῆς, περὶ τιμωρίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, εἴτε πωλήσουν εἴτε δὲν πωλήσουν, νὰ μὴ πληρώνουν φόρον. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους χορηγεῖται τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ παράγουν οἰνόπνευμα οὔτε 50 ὀκάδων. Πρόκειται λοιπὸν περὶ 50 ὀκάδων. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τὸ ὀλίγον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ παράγουν, εἶναι δίκαιον νὰ ἔχουν ὅλας αὐτὰς τὰς συνεπείας; νὰ καταγγέλλωνται ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς των, καὶ νὰ σύρωνται εἰς τὰ Δικαστήρια;
§299ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγησαν τοῦ δικαιώματος οἱ πρὸς χρῆσιν ἀτομικὴν ἢ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν παράγοντες οἰνόπνευμα, περιέχει καὶ τὴν ἑξῆς διάταξιν: «καὶ πρὸς τοῦτο ἐργαζόμενοι ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ἑξήκοντα τὸ πολὺ ἡμερῶν». Ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἡ διάταξις αὕτη, βεβαίως τὸ χρονικὸν διάστημα ὑποτίθεται συνεχές. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον παρέχει δικαίωμα νὰ κατασκευάζηται οἰνόπνευμα, ὄχι μόνον ἐκ στεμφύλων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων ὑλῶν, ὡς ἐκ μούρων, κομάρων κλπ. Ἀλλ’ ὡς γνωστόν, τὰ μὲν στέμφυλα ὑπάρχουσι κατὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, ἐνῷ αἱ μορέαι δίδουσι τὸν καρπὸν αὐτῶν κατὰ Ἰούλιον μῆνα, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ἑξήκοντα συνεχῶν ἡμερῶν νὰ κατασκευάζηται οἰνόπνευμα ἐκ στεμφύλων καὶ ἐκ μούρων. Οὕτω δὲ τὸ δῶρον ἀποβαίνει ἄδωρον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναται νὰ θεραπευθῇ τὸ ἄτοπον, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν διαίρεσιν τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῶν 60 ἡμερῶν, ἐὰν δηλαδὴ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου αἱ λέξεις «καὶ δύναται τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο διακεκριμένας περιόδους».
§300ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ προσθήκη αὕτη τοῦ τελευταίου ἐδαφίου ἐγέννησε μίαν ἀπορίαν, τὴν ἀπορίαν, τί εἶναι οἰνοπνευματοπαραγωγός· εἶναι ὁ κύριος τοῦ μηχανήματος, τοῦ ἄμβυκος, ὁ δι’ ἐργασίας τῶν ὑπηρετῶν του μετασχηματίζων τὴν πρώτην ὕλην εἰς οἰνόπνευμα, ἢ εἶναι ἄλλος τις; Ἐκ τῆς ἀπορίας ταύτης γεννᾶται ἓν ζήτημα, τὸ ἑξῆς. Τὸ οἰνόπνευμα τὸ παράγει ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τῆς φορολογίας, ὁ παρέχων τὴν πρώτην ὕλην καὶ μὴ ἔχων ἄμβυκα· διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὰ χωρία, εἰς ἃ ἐπετράπη ἡ ἀπόσταξις πρὸς ἀτομικὴν χρῆσιν, δὲν ἔχει ἕκαστος οἰκοκύρης ἄμβυκα ἴδιον· εἶναι εἷς ἢ δύο ἢ τρεῖς ἄμβυκες, τοὺς ὁποίους μεταχειρίζονται οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι συγχρόνως εἶναι καὶ εἰδήμονες, πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Αὐτοὶ δὲ, παράγοντες τὸ οἰνόπνευμα τῶν ἄλλων, πληρώνονται καθ’ ἡμερομίσθιον, ἢ κατ’ ἀποκοπήν. Τώρα λοιπὸν τίνας ἀπαλλάσσομεν τῆς φορολογίας; τοὺς ἔχοντας τὸ μηχάνημα, ἢ τοὺς παρέχοντας τὴν πρώτην ὕλην; Ἄν παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ παράγοντες τὸ οἰνόπνευμα εἶναι αὐτοὶ, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ τοῖς εἴπωμεν: «ἐπειδὴ σύ, ὁ ὁποῖος εἶσαι κύριος τοῦ μηχανήματος, δὲν τὸ παράγεις πρὸς ἀτομικήν σου χρῆσιν καὶ τῆς οἰκογενείας σου, ἀλλὰ τὸ παράγεις πρὸς χρῆσιν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι σὲ πληρώνουν, δὲν σὲ ἀπαλλάσσω». Τοιουτοτρόπως δὲν δύνανται νὰ παραγάγουν οἰνοπνεύματα τῆς τελευταίας αὐτῆς προσθήκης ἢ μόνον οἱ ἔχοντες ἄμβυκα. Ἐγὼ δέχομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δηλοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐχόντων τὴν πρώτην ὕλην, δι’ οἱωνδήποτε μηχανημάτων καὶ ἂν παράγωσιν οἰνόπνευμα. Ζητῶ ἁπλῶς διασάφησιν.
§301Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι φανερόν.
§302ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ σημειωθῇ αὐτό, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἔχωσιν ἴδιον ἄμβυκα.
§303Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰδέα ἐπιβλαβεστέρα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι πρέπει νὰ τείνωμεν εἰς τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν μονοπώλησιν τῶν οἰνοπνευμάτων διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν κατανάλωσιν, βεβαίως ἡ ἰδέα αὕτη θὰ ἦτο καλή· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τούτου; Συζητοῦντες ἀπασχολούμεθα κυρίως περὶ τοῦ πῶς θὰ κανονίσωμεν τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος, τοῦ καταναλισκομένου ἐν τῷ ἐσωτερικῷ; Βεβαίως ὄχι. Ὅλως δευτερεύουσαν σημασίαν ἔχει τοῦτο, τὸ πῶς δηλ. θὰ φορολογηθῇ τὸ ἐν Ἑλλάδι καταναλισκόμενον οἰνόπνευμα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, εἶναι, πῶς θὰ διευκολύνωμεν τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, εἴτε αὐτουσίου εἴτε μεταβαλλομένου εἰς ποτὰ διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Ἂν δὲ νομίζωμεν, ὅτι εἶναι δυνατόν, μονοπωλοῦντες ἡμεῖς, ὡς Κράτος, τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος, νὰ ἐξαγάγωμεν τὸ οἰνόπνευμα τοῦτο εἰς τὸ ἐξωτερικόν, πλανώμεθα. Μόνον τὸ ἐμπόριον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἐξαγάγωμεν οἰνόπνευμα, εἴτε αὐτούσιον εἴτε μεταβαλλόμενον εἰς κονιάκ, τὸ ἐμπόριον δὲ οὐχὶ περιοριζόμενον εἰς 5 ἢ 10 πρόσωπα, ἀλλ’ ἐπεκτεινόμενον ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον. Ὅσον πλειότεροι παραγωγοὶ οἰνοπνεύματος καὶ κονιὰκ ὑπάρξωσιν ἐν Ἑλλάδι, δυνάμενοι νὰ παράγωσιν οἰνόπνευμα, καὶ διὰ τῶν φροντίδων, ἃς πᾶς ἔμπορος καταβάλλει, ἐξάγοντες οἰνόπνευμα, τόσον περισσότερον θὰ ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ οἰκονομικαὶ καὶ βιομηχανικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτὸ ὑπεστήριξα, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ σχετικὴ ὑποστήριξις εἰς τοὺς μικροτέρους παραγωγούς· νὰ μὴ ἀφήσωμεν αὐτοὺς νὰ καταπέσωσιν, ὡς μὴ δυνάμενοι ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς τοὺς μεγάλους οἰνοπνευματοποιούς. Δὲν δύνανται δὲ ν’ ἀνταγωνισθῶσιν, ἂν τὴν φορολογίαν βασίσωμεν ἐπὶ τῆς ἀναλογίας, τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένης. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ζήτημα, μέχρι τίνος σημείου πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν μικρὰν παραγωγήν; Βεβαίως μικρὰ παραγωγὴ δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ παραγάγῃ 400 ὀκάδας· αὐτὴ εἶναι μεσαία. Βεβαίως πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ τοὺς δυναμένους νὰ παραγάγωσι ποσὸν κατώτερον τῶν 400 ὀκάδων. Ὑπάρχουσι καταστήματα, ἅτινα δύνανται νὰ παράγωσι μικρότερον ποσόν...
§304ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δύο μόνον.
§305Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ καὶ δύο μόνον ἂν ὑπάρχωσι, ἐρχόμεθα νὰ τὰ καταστρέψωμεν, ἐρχόμεθα νὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐξ αὐτῶν, καὶ τὸν ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὰ μεγαλείτερα. Ἀλλὰ καὶ δύο ἂν ὑπάρχωσι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἵδρυσιν περισσοτέρων τοιούτων καταστημάτων, δυναμένων νὰ παραγάγωσι διὰ τῶν μηχανημάτων αὐτῶν, ὄχι μέχρις ἑκατόν, ἀλλὰ μέχρι διακοσίων ὀκάδων, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ μὲ 72,000 ὀκάδας ἐτησίως. Καὶ ὅταν διὰ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον παραχωροῦμεν, ἐπιστρέφωμεν καὶ εἰς αὐτοὺς τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον κατέβαλον, ὅταν ἐξάγουν κονιὰκ, θὰ ἐνθαρρύνωμεν καὶ τούτους νὰ τὸ ἐξάγουν, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 60,000 ὀκάδων, τὰς ὁποίας θὰ παράγουν, ἂν ἐξάγουν τὸ πλεῖστον, θὰ ὠφελῶνται ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ὑπόλοιπον θὰ μένῃ εἰς αὐτοὺς ἀφορολόγητον. Ἂν δὲ τοιουτοτρόπως διευκολύνωμεν τὴν ὕπαρξιν πολλῶν καταστημάτων οἰνοπνευματοποιΐας ἐν Ἑλλάδι, θὰ διευκολύνωμεν πολὺ τὴν ἐξαγωγὴν οἰνοπνεύματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ θὰ κατορθώσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνεκα τῆς μὴ καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Οὕτω σκεπτόμενος καὶ ἔχων τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ μονοπώλιον δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος ἡμῶν, ἐπρότεινα νὰ σχηματισθῇ καὶ ἑτέρα κλάσις, ἡ κλάσις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, τῶν ἐχόντων μηχανήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παράγωσι διακοσίας ὀκάδας, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ διευκολύνωμεν τὴν ὕπαρξιν τοιούτων οἰνοπνευματοποιείων, βοηθοῦντες οὕτω κατὰ πολὺ τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Ἡ πρότασίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς Βʹ κατηγορίας. αʹ) Εἰς δραχμὰς 2,000, ἐὰν ἡ ἡμερησία παραγωγὴ ἐξ 24 ὡρῶν τῶν μηχανημάτων τοῦ οἰνοπνευματοποιείου ᾖναι κατωτέρα τῶν 200 ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. βʹ) Εἰς δραχμὰς 4,800, ἐὰν ἡ ἡμερησία παραγωγὴ ἐξ 24 ὡρῶν τῶν μηχανημάτων τοῦ οἰνοπνευματοποιείου ᾖναι κατωτέρα τῶν 400 ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος.»
§306Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον προτείνονται μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νομίζω ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι βεβιασμένα καὶ ἀνεπαρκῆ. Θεωρῶ ἀδύνατον, ἡ Ἑλλὰς νὰ γείνῃ τόπος ἐξαγωγῆς οἰνοπνεύματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοιοῦτος ἐξαγωγεὺς νὰ γείνῃ, διότι ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἀφθονοῦσιν αἱ ὗλαι, ἐξ ὧν παράγονται τὰ οἰνοπνεύματα ἐν μεγίστῃ ποσότητι, τὰ ὁποῖα πλημμυροῦσι τὴν Εὐρώπην, καὶ διατηροῦσιν ἐν κρίσει τὴν βιομηχανίαν τῶν οἰνοπνευμάτων, ἰδίως τὴν ἐκ σακχαρούχων οὐσιῶν. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ἀμυλώδεις ὗλαι δὲν ὑπάρχουσιν. Ὑπῆρξαν ἄλλοτε ἐπί τινα καιρὸν, ὡς ὁ ἀραβόσιτος, ἀλλὰ καὶ οὗτος εἰσήγετο ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἑπομένως ἐγίνετο παραίτιος ἐξαγωγῆς χρήματος πρὸς ἀγορὰν αὐτοῦ, καὶ ὀλίγον εἰσῆγε χρῆμα. Ἐντόπιαι ὗλαι δὲν ὑπάρχουσι. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἐν Ἑλλάδι, οἱ ὁποῖοι κυρίως ἀποστάζουσι τὰ στέμφυλα ἢ τὸν οἶνον ἢ τέλος πάντων πολὺ περιωρισμένας ποσότητας ἰθαγενῶν προϊόντων, νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τοὺς παράγοντας ἐν Εὐρώπῃ ἐξ εὐθηνοτάτων ὑλῶν τὸ οἰνόπνευμα, καὶ εἰς μεγάλας ποσότητας. Ἐὰν ἐσχάτως παρετηρήθη καὶ ἐξαγωγὴ μικρὰ οἰνοπνεύματος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς μεγάλης ποσότητος σταφίδος, παραδοθείσης εἰς τὴν βιομηχανίαν εἰς εὐθηνοτάτην τιμήν. Καὶ προχθὲς ὁμιλῶν εἶπον, ὅτι μέγα ποσὸν σταφίδος παραδίδεται εἰς τοὺς ἀγοραστὰς ἐπὶ τιμῇ εὐτελεστάτῃ, τιμῇ 30 καὶ 40 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα λιτρῶν. Ἐπὶ τιμῇ λοιπὸν τοιαύτῃ βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαχθῇ οἰνόπνευμα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ διαγωνισθῇ ἐπικερδῶς. Τὸ καλλίτερον ἀπόσταγμα ἡμῶν διὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξ Ἑλλάδος εἶναι τὸ ἀληθὲς κονιάκ. Λέγω δὲ ἀληθὲς κονιὰκ, διότι δὲν εἶναι ἀληθὲς κονιὰκ τὸ κατασκευαζόμενον ἐκ παντὸς εἴδους οἰνοπνεύματος διὰ τεχνικῶν ἀναμίξεων. Κονιὰκ ἀληθὲς εἶναι τὸ προερχόμενον ἐξ ἀποστάξεως οἴνων, καὶ οἴνων λευκῶν, οἴνων, οἱ ὁποῖοι ἐσχηματίσθησαν πλέον, τοιοῦτοι δὲ βεβαίως εἶναι δυνατὸν καὶ ποσὸν ν’ ἀποτελέσουν ἀρκετὸν καὶ ποιὸν ἐπιζήτητον, ὅπερ ἐξαγόμενον, μετ’ ἐπιτηδείαν, ἀλλ’ ἔντιμον κατεργασίαν, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν θὰ ἀνοίξῃ εὐρὺ καὶ ἐπικερδὲς στάδιον καταναλώσεως διὰ τὴν σταφίδα κυρίως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἀμπέλους. Ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τῶν μικρῶν παραγωγῶν οἰνοπνεύματος πρὸς τὸν σκοπὸν μεγαλειτέρας ἐξαγωγῆς οἰνοπνεύματος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ ἐπιτύχῃ. Νομίζω ὅτι πρέπει τὴν ὑπάρχουσαν σήμερον οἰνοπνευματοπαραγωγὴν, ὡς εἶναι ἱδρυμένη, αὐτὴν νὰ διατηρήσωμεν, νὰ τὴν διατηρήσωμεν δὲ, μὴ ἐπιβαρύνοντες αὐτὴν δυσαναλόγως, ὡς ζητοῦμεν νὰ πράξωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου· καθ’ ὅσον δ’ ὁ καιρὸς προχωρεῖ, ἐὰν πειθώμεθα, ὅτι εἶναι δυνατὸν αὔξησίς τις φόρου νὰ ἐπιβληθῇ, δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν βαθμηδὸν αὐτήν. Σήμερον ὅμως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσωμεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, οὐχὶ δὲ νὰ ἐνισχύσωμεν περισσότερον τὴν μικρὰν βιομηχανίαν, ἐλπίζοντες ἐπ’ αὐτῆς πέραν τοῦ πρέποντος. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει ἀπὸ τὸν τόπον ἀπαίτησις νὰ εὐκολυνθῇ ἡ ἵδρυσις μικρῶν οἰνοπνευματοποιείων, ἐχόντων ἄμβυκας 100 καὶ 200 ὀκάδων χωρητικότητος. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ὑπάρχῃ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ αὕτη, βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ μάλιστα, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐπὶ μέτρου 400 ὀκάδων θὰ ἐπιβάλληται φόρος δραχ. 4,800, κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ εἰς τοὺς παράγοντας μὲ ἄμβυκας μικροτέρας χωρητικότητος πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἀνάλογος φόρος.
§307Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§308Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ συμβουλεύσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βάλῃ τὸ τριαντάφυλλον τοῦ μακαρίτου Καλλιγᾶ ἐπὶ τοῦ ὠτός του καὶ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἤθελον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ὁ μακαρίτης Καλλιγᾶς ἐπρότεινε τοῦτο, ἔβλεπεν ἑκατομμύρια δεξιά, ἑκατομμύρια ἀριστερά, ἑκατομμύρια ἔμπροσθεν, ἑκατομμύρια ὄπισθεν, καὶ δὲν ἤξευρε τί νὰ τὰ κάμῃ...
§309Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τότε ἦσθε μαζὺ μὲ τὸν Καλλιγᾶν.
§310Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σεῖς ἦσθε μαζύ. Ἐγὼ διεφώνουν πρὸς ἐκεῖνον, ὡς διεφώνουν καὶ πρὸς τὸν μακαρίτην Τρικούπην.
§311Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βραδύτερον.
§312Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ τότε. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι οὐσιαστικὸν ζήτημα, οὔτε πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἀνεχωρήσαμεν ἐξ ἀντιθέτων ἀφετηριῶν μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὗτος σκέπτεται, πῶς νὰ διπλασιάσῃ τὴν φορολογίαν, ἣν ὁ ἴδιος ὑπελόγισεν εἰς 180,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἐγὼ δὲν ἐπηρεάζομαι ἐκ τοῦ μικροῦ τούτου ταμιευτικοῦ πνεύματος, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ὑποστηρίξεως τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, πρὸς τὸν σκοπόν, ὃν ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ κατανάλωσις τῆς μεγάλης καὶ δυσαναλόγου παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐκ σακχαρωδῶν εἰδῶν, ἰδίως ἐκ σταφίδος καὶ σταφυλῶν. Εἰς τοῦτο, μετὰ σκέψιν καὶ μελέτην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, κατέληξα. Δὲν ὑπεστήριξα δέ τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολέσῃ τὸ Δημόσιον καὶ τὰς 180,000 δραχμάς, τὰς ὁποίας εἰσέπραττεν. Ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν ἔχῃ ἀξίαν, βεβαίως θὰ τὴν χάσῃ, διότι περιορίζει τὸ ὅριον εἰς μηχανήματα 400 ὀκάδων, ὅπερ δὲν εἶναι πρακτικὴ σκέψις· οὔτε δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἷς μεγαλοβιομήχανος, παράγων ἓν ἑκατομμύριον καὶ πλέον ὀκάδων οἰνοπνεύματος, θὰ ἐκποιήσῃ τὰ μηχανήματά του, ἵνα προμηθευθῇ μικρὰ τοιαῦτα, παράγοντα ὀλιγώτερον τῶν 400 ὀκάδων τὸ ἡμερονύκτιον. Δὲν ἐπρότεινα νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ἀφετηρίαν τινά, καίτοι δὲν ἔχω τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερεν. Ἐπρότεινα νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἓν ὅριον τῶν μηχανημάτων τῶν 200 ὀκάδων, καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνω ὅσα εἶπον, τὸ ἐπρότεινα ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι οὕτω, διευκολύνοντες τὴν μικρὰν παραγωγὴν καὶ τὸ μικρὸν ἐμπόριον τοῦ οἰνοπνεύματος, θὰ δυνηθῶμεν νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος, εἴτε μεταβεβλημένου εἰς κονιάκ, εἴτε καὶ οὐχὶ μεταβεβλημένου, ἐὰν τὸ μικρὸν ἐμπόριον κατορθώσῃ εἰς ξένας χώρας νὰ εὕρῃ νέας ἀγορὰς καταναλώσεως. Ἐὰν ὅμως παραδεχθῶμεν μίαν κλίμακα ἐργοστασίων ἐχόντων μηχανήματα παραγωγῆς οἰνοπνεύματος 200 ὀκάδων καθ’ ἡμέραν, καὶ ἂν τοιαῦτα ἐργοστάσια δὲν ὑπάρχωσι σήμερον, οὐδὲν ἔχομεν νὰ ζημιωθῶμεν· ἐὰν δ’ ὑπάρξωσι τοιαῦτα αὔριον, βεβαίως θὰ ἔχωμεν βεβαίαν τὴν ἐπέκτασιν τῆς βιομηχανίας ταύτης, καὶ τὴν ἐλπίδα μεγαλειτέρας ἐξαγωγῆς οἰνοπνεύματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ποῖος δὲ ὁ φόβος; Ἡ ἐπίβλεψις τῶν ἐργοστασίων τούτων; Ποίαν ἐπίβλεψιν ἐξασκοῦμεν; Τὴν ἐπίβλεψιν τῆς καταμετρήσεως τῶν μηχανημάτων. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐν Αἰγίῳ ἢ ἐν Καλάμαις ἐργοστάσιόν τι παράγον τόσας ἢ τόσας ὀκάδας, τοῦτο θὰ βεβαιῶσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι. Πρέπει λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ εὐνοουμένην κλίμακα κάτω τῶν 400 ὀκάδων, διότι τοῦτο οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς τὸ Δημόσιον, διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι τοιαῦτα ἐργοστάσια, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἐὰν δ’ ἐγκατασταθῶσι τοιαῦτα, βεβαίως θὰ διευκολυνθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἀλλὰ τοῦτο ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν καὶ ἄλλης ἰδέας, εἰς ἀντίθεσιν τῆς μὴ ὑποστηρίξεως τῶν μικροτέρων οἰνοπνευματοποιείων. Καὶ ἡ ἀντίθεσις αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἥτις δυσαρεστεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀντίκειται εἰς τὰς ἰδέας του. Ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, ποῖα ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα τῆς μέχρι μονοπωλίου συγκεντρώσεως τῆς παραγωγῆς οἰνοπνευμάτων, καὶ νομίζω περιττὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα νὰ παραδεχθῶμεν κλίμακα ἐργοστασίων μὲ μηχανήματα παραγωγῆς μέχρι καὶ 200 ὀκάδων καθ’ ἡμέραν. Τοῦτο θεωρῶ ἐπωφελὲς ἀναμφισβητήτως, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν· ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ταμιευτικὴν ἔποψιν ἀναμφισβητήτως οὐδεμίαν δύναται νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεβίβασεν εἰς τὸ σχετικῶς εὐτελὲς ποσὸν τῶν 180,000 δραχμῶν.
§313Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θεωρῶ σπουδαῖον, διότι εἶναι στενῶς συνδεδεμένον μὲ τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τῆς σταφίδος καὶ τῆς ἀμπέλου. Νομίζω ὅτι ἐγένετο σφάλμα κατὰ τοῦτο, καθ’ ὅσον συνεδέθη ἀρρήκτως μετὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, θὰ ἴδῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θ’ ἀναγκασθῇ νὰ μὴ περιλαμβάνῃ τὸ προϊὸν τοῦ φόρου τούτου εἰς τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι μέλλουσι νὰ γείνωσι, διότι ἡ αὐξομείωσις τῶν τιμῶν τῆς πρώτης ὕλης καὶ αἱ κρίσεις, αἱ ἑκάστοτε ἐπερχόμεναι εἰς τὴν σταφίδα καὶ τὴν ἀμπελουργίαν, ἐπιβάλλουσι τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου τούτου ἑκάστοτε. Διότι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ῥυθμιστὴς τῆς κρίσεως, ἣν ὑφίσταται εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο προϊόν, εἴτε καὶ ἀμφότερα. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένου δικαιώματος καταναλώσεως, διότι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν περὶ τούτου. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς φορολογίας τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς τῶν προϊόντων, διότι θεωρῶ τὸ σύστημα τοῦτο ἄδικον, ἄνισον καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας ταύτης. Ἐγὼ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰνοπνεύματα, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δίκαιος φόρος εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, καὶ εἰ δυνατὸν, νὰ ἐπιβάλληται εἰς αὐτὸ τὸ στόμα τοῦ καταναλωτοῦ. Ἀλλ’ ἴσως εἶναι δυσχερὲς νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη φορολογία, διότι ἀπαιτεῖ κόπους καὶ μελέτην καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας· ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς φορολογίας ταύτης, οὕτω μόνον ἐπιβαλλομένης. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰσάγεται ἡ φορολογία αὕτη, ὡς εἰσάγεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ αὐτῆς ὑπ’ ὄψιν, ὅτι συμφέρον τοῦ Δημοσίου εἶναι νὰ μὴ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν παραγωγῶν προϊόντος, πρὸς παραγωγὴν τοῦ ὁποίου χρησιμοποιεῖται κυρίως ὡς πρώτη ὕλη ἡ σταφὶς καὶ ἡ σταφυλή. Καθ’ ὅσον περιορίζεται ἡ βιομηχανία εἰς ὀλίγους, κατὰ τοσοῦτον ἀναμφισβητήτως ἐλαττώνονται τὰ μέσα τῆς καταναλώσεως τῶν προϊόντων, τῶν διὰ τὴν βιομηχανίαν ταύτην χρησίμων. Σήμερον μάλιστα, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νομοσχέδιον, καθ’ ὃ διπλασιάζεται σχεδὸν τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει ὡς παρακράτημα, καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον εἶναι μέγα πρὸς ἀπόκτησιν καλῶν τιμῶν διὰ τὸ παρακράτημα τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ δημιουργῆται, οὕτως εἰπεῖν, μονοπωλιακὴ τάξις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μόνοι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὦσιν ἀγορασταὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχητε διαθέσιμον, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς δώσῃ καὶ τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου, θὰ δώσῃ δὲ καὶ τιμὰς ἱκανοποιητικάς πως διὰ τὸ προϊόν. Πιστεύω ὅτι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ παρακράτημα τῆς σταφίδος θὰ ἐπωλεῖτο εἰς λίαν ἐξευτελιστικὰς τιμὰς, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν μεγάλων οἰνοπνευματοποιῶν πρὸς τοὺς πολλοὺς μικροὺς, οἵτινες δύνανται συνερχόμενοι, συνεταιριζόμενοι, συσσωματούμενοι, νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῶν ὀλίγων μεγάλων. Οὕτω λοιπὸν καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἡ σταφιδικὴ παραγωγὴ ἔχουσιν ἀπόλυτον συμφέρον νὰ ἔχωσι πλείονας τοῦ ἑνὸς διαγωνιζομένους εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ προϊόντος. Διότι, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀγοραστὰς τὸ προϊόν τῆς σταφίδος, ὡς οἷόν τε πλείονας, θὰ ἦναι ἕρμαιον τῶν ὀλίγων, οἵτινες θὰ δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσιν οἵας αὐτοὶ θέλουσι τιμάς...
§314Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐδόθη προνομιακὴ θέσις εἰς τοὺς μικρούς.
§315Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐβελτιώθη κατά τι τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπαρκῶς. Οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος θὰ ἦναι τὰ θύματα· ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος θὰ καταβιβάζηται, ὅσον ἡ ποσότης τοῦ παρακρατήματος θὰ ἦναι μεγαλειτέρα, τὸ δὲ παρακράτημα, ὡς εἶπον, διπλασιάζεται, θὰ μεταβιβάζηται δὲ εἰς ὡρισμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μὲν ἀξιότιμοι καὶ ἀξιέπαινοι, διότι κατώρθωσαν νὰ προαγάγωσι τὴν βιομηχανίαν, ἀλλὰ θὰ ἐπιδιώξωσι βεβαίως τὸ ἴδιον ἑαυτῶν συμφέρον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦναι, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἰ δυνατόν, νὰ συνδυάσῃ αὐτὸ μετὰ τοῦ ὑποβληθέντος σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, διότι ὁμολογῶ, ὅτι θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν, ὄχι μόνον ὡς συντελεστὴν καὶ ῥυθμιστὴν τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος καὶ τῆς ἀμπέλου, ἀλλὰ καὶ ὡς πρόσκοπον τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ἔχει συμφέρον ἡ Πολιτεία νὰ μὴ ἐπιφέρῃ ζημίαν καὶ καταστροφὴν εἰς πολλοὺς βιομηχάνους καὶ εἰς πολλὰς τάξεις κοινωνικὰς, ἀλλὰ νὰ περιμένῃ, ἵνα τὸ συζητούμενον σήμερον νομοσχέδιον γένηται νόμος τοῦ Κράτους εἰς τὴν δευτέραν περίοδον τῆς Συνόδου ταύτης, ὅτε θὰ συζητηθῇ τὸ ὑποβληθὲν σταφιδικὸν νομοσχέδιον, καὶ τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἀντίληψιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ κυρίου τούτου θέματος, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ δυσχέρεια περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Νομίζω δέ, ὅτι συμφέρον ἔχει ἡ Πολιτεία νὰ μὴ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν μικρῶν βιομηχάνων ἐν γένει.
§316Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τὸν αὐξήσῃ.
§317Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν αὐξήσῃ, ὅπως αὐξήσῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος. Διότι ἐγὼ εἶμαι κεκηρυγμένος ἐναντίον τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ εἶμαι ἐνθουσιώδης ὑποστηρικτὴς τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ παραγομένου οἰνοπνεύματος. Σημειωτέον, ὅτι ἡ παραγωγὴ οἰνοπνεύματος ἐν Ἑλλάδι εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐξαγωγὴ αὐτοῦ, διότι παράγεται ἀποκλειστικῶς ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν, καὶ δὴ ἐκ σταφυλῆς καὶ ἐκ σταφίδος, καὶ οὐχὶ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ὅτε τοῦτο εἶναι δηλητηριῶδες. Σχετικῶς μοὶ ἔκαμε τὴν ἐρώτησιν χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ὡς εἰδικὸς βεβαιῶ τοῦτο. Ἡ ἰδική μου περὶ τούτου γνῶσις βεβαίως δὲν εἶναι γνῶσις εἰδικοῦ, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι χημικός, οὔτε βιομήχανος τοῦ εἴδους, ἀλλ’ εἰς ὅσους συγγραφεῖς ἀνέγνωσα, εἰδικωτάτους ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εὗρον, ὅτι θεωροῦσι δηλητηριώδεις οὐσίας κυρίως τὰ οἰνοπνεύματα τὰ παραγόμενα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, σίτου, κριθῆς, καλαμποκίου, ἀραβοσίτου, βρύζης, γεωμήλων κλπ., διότι ταῦτα σήπονται καὶ παράγουσι δηλητήριον, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἐκφράζεται Γαλλιστὶ διὰ τῆς ἑλληνικῆς λέξεως deletère. Ἀλλὰ τὰ ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν θεωροῦνται ὑγιεινὰ οἰνοπνεύματα, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν παραγωγὴν τούτων. Διαφωνῶ δὲ ὡς πρὸς τοῦτο πρὸς τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφον, εἰπόντα πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐξαγωγὴν οἰνοπνεύματος. Δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μεγάλην ἐξαγωγήν, διότι προτιμᾶται καὶ πρέπει νὰ προτιμᾶται τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἰδικόν μας, διότι εἶναι ἁγνόν, εἰλικρινές, προερχόμενον ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν καὶ οὐχὶ ἐκ δηλητηριωδῶν, ὡς εἶναι τὰ ἀμυλώδη. Ὅταν λοιπὸν ἦναι βεβαιωμένον, ὅτι τὸ οἰνόπνευμα παράγεται ἐξ ὠφελίμων οὐσιῶν, ὅτι τὸ κονιὰκ εἶναι κατεσκευασμένον ἀπὸ οἶνον ἐκ σταφυλῆς ἢ καὶ σταφίδος, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν κατανάλωσιν αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Ἀνατολὴν κατὰ προτίμησιν, διότι τὰ πλεῖστα εὐρωπαϊκὰ οἰνοπνεύματα κατασκευάζονται ἐκ δηλητηριωδῶν οὐσιῶν. Ἐὰν βλάπτωμεν τὴν ἰδικήν μας παραγωγήν, τὴν βλάπτομεν, καθὼς γνωρίζετε ἐκ τῶν καταγγελθέντων χθὲς ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῶν 3,000,000 ὀκάδων ἀλκοόλ, οἰνοπνεύματος δηλητηριώδους, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, δῆθεν πρὸς ἀνάμιξιν μετ’ οἴνου καὶ γλεύκους, πράγματι ὅμως, ὅπως μέγα μέρος αὐτοῦ μεταποιῆται εἴτε εἰς κονιὰκ εἴτε εἰς ἄλλα ποτά, καὶ ἀποστέλληται νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὰ ἁγνὰ προϊόντα τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς ἐχθρός, καὶ αὐτὸν πρέπει νὰ περιστείλωμεν· καὶ δυνάμεθα νὰ τὸν περιστείλωμεν, διότι εἶναι παράνομος κατάχρησις. Δὲν ἐπιβάλλει δὲ ἡ συνθήκη, ἡ μετὰ τῆς Γερμανίας, ὡς ὑπέλαβόν τινες, τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῆς ἐλευθέρας χρησιμοποιήσεως τοῦ οἰνοπνεύματος τούτου, ἐπιβάλλει μόνον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ πρὸς ἀνάμιξιν μετ’ οἴνου ἐξαχθησομένου εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δυστυχῶς ἐπιτήρησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν ὑπάρχει, διότι ἀτυχῶς ἡ Ἑλληνικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἀτελής, καὶ τοιουτοτρόπως κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν εἰσαγωγὴν οἰνοπνεύματος 3,000,000 ὀκάδων, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει 36,000,000 ἢ 40,000,000 λίτρας σταφίδος καλῆς ποιότητος, αἵτινες ἠδύναντο νὰ καταναλωθῶσι πρὸς κατασκευὴν ἁγνοῦ ἐγχωρίου οἰνοπνεύματος.
§318Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐκ τοῦ εἰσαγομένου τούτου ποσοῦ μέγα μέρος ἐξάγεται πάλιν.
§319Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως ἐξάγεται, ἀλλὰ δὲν ἐξάγεται τὸ ὅλον, καὶ ἂν ἐξάγηται, ἡ ἐξαγωγὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἦναι ἐπωφελὴς μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ προνόμιον τῆς ἀπολαυῆς τῆς ἀναμίξεως πρὸς βλάβην τῆς σταφιδικῆς παραγωγῆς. Δὲν ἐκτείνομαι ἐπὶ τοῦ θέματος· θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ὑπάρχει οὔτε Συμπολίτευσις οὔτε Ἀντιπολίτευσις· εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο πάντες καταγινόμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τὸν καταλληλότερον τρόπον τῆς προστασίας τῆς παραγωγῆς, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ πρέπει νὰ συνδυάσῃ αὐτὸ πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς σταφίδος· ἐὰν ὅμως θέλῃ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ ὅπως–ὅπως τὴν ἑσπέραν ταύτην, συμφέρον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μικρῶν οἰνοπνευματοποιῶν, διότι αὐτοὶ, πολλοὶ ὄντες, εἶναι ἀνώτεροι τῶν μεγάλων βιομηχάνων, καὶ δύνανται νὰ ἦναι ἄριστοι συντελεσταὶ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ παρακρατήματος, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον ἐπηυξημένον κατὰ τὸ διπλάσιον, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
§320Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ διατάξεις, τὰς ὁποίας παρεστήσαμεν ὡς ἀνίσους, προσέφυγεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖται ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀλκολισμοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πᾶν ἄλλο ἐπιτυγχάνει ἢ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀλκολισμοῦ. Καὶ πρῶτον ἡ αὔξησις τοῦ φόρου εἶναι ἐλαχίστη· μάλιστα ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποστάζηται πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν ποσὸν οἰνοπνεύματος ἐκ πάσης ὕλης, σήμερον δὲ προσέθηκεν, ὅτι οὐ μόνον πρὸς οἰκογενειακὴν χρῆσιν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πωλήσει ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόσταξις αὕτη. Ὅταν λοιπὸν βλέπωμεν, ὅτι ἡ μὲν φορολογία εἶναι ἐλαχίστη,— 135,000 δραχμῶν ἐπὶ καταναλώσεως 4,000,000 ὀκάδων, —ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ παράγηται καὶ κυκλοφορῇ μεταξὺ τῶν ἀπόρων τάξεων καὶ τῶν πληθυσμῶν, οἵτινες εἶναι οἱ πλέον εὐάλωτοι, τὸ ποτὸν αὐτὸ, πᾶν ἄλλο πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν ἢ ὅτι αἱ ἀδικίαι, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καταγγέλλονται, χάριν τοῦ φιλανθρώπου αὐτοῦ σκοποῦ πρέπει νὰ παροραθῶσιν. Ἐγὼ οὐδένα σκοπὸν πρὸς καταπολέμησιν τοῦ ἀλκολισμοῦ βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τί δὲ ἐπρότεινα; ἐπρότεινα, ἵνα ἡ ἐξαγωγὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀφεθῇ ὡς ἀνώτατος ὅρος, ν’ ἀνατεθῇ δὲ εἰς τὸν οἰκεῖον οἰκονομικὸν ἔφορον, ἐπὶ ταῖς ἐνδείξεσι, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, νὰ κατατάσσῃ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ὡς ἐπιτηδευματίαι. Ἐὰν ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἐπέλθῃ ἴσως περιορισμός τινων ἐξ αὐτῶν πωλητῶν, ἀλλ’ ἐπ’ ὠφελείᾳ ὀλιγωτέρων, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ συγκεντρώσωσιν ὅλην τὴν ἐργασίαν, καὶ ἀπολαμβάνοντες πολλὰ θὰ μεταχειρισθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἑλκύουσι περισσότερον τοὺς καταναλωτὰς τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, καὶ θὰ τοῖς παρέχωσι τὰ μέσα, ἵνα περισσότερον καταναλίσκωσι. Λοιπὸν δὲν βλέπω τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ὑπὲρ τοῦ κοινωνικοῦ αὐτοῦ σκοποῦ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατανάλωσις, ἐὰν δὲν αὐξήσῃ. Διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν Πάτραις π.χ., ἐὰν ἀπομείνωσιν οἱ ἡμίσεις τῶν πωλητῶν οἰνοπνεύματος, ἀπολαμβάνοντες ὅλην τὴν πελατείαν, ἡ ὁποία θὰ φύγῃ ἀπὸ τὰ καταργηθησόμενα καταστήματα, θὰ ἔχωσι περισσότερα τὰ μέσα, ἵνα ἑλκύσωσι περισσοτέρους καταναλωτὰς, καὶ περισσότερα θὰ ἦναι τὰ θύματα ἐξ αὐτοῦ τοῦ κακοῦ.
§321Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§322Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἦναι καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ζητοῦντες νὰ ἀγορεύσωσι, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν· πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἄλλοι ζητοῦντες τὸν λόγον, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§323Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσωσι πολλοί.
§324Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.)