Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΣΤ · Session Β› Sitting 38

1904.03.15

4,644 rows · 35,391 words · 1 table · 353 turns

Date
1904.03.15
Presidency
Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΥ
Period
ΙΣΤ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1908)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38

τῆς 15 Μαρτίου 1904.

(Δευτέρα).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 25′ π. μ. παρόντων 120 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Α. καὶ Χ. Ρότσιλδ, κάτοικοι Ἀθηνῶν, ἀντιπρόσωποι τοῦ ἐν Δυσελδόρφῃ ἐργοστασίου πυροβόλων, δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν προσφέρουσι δωρεὰν πυροβόλον, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐκτελεσθῶσι πειράματα, προκειμένου νὰ ἐκλεγῇ τὸ καταλληλότερον σύστημα πυροβόλου διὰ τὸν στρατόν.

§2Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.

§3Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπορρίψωμεν τὴν δωρεὰν ταύτην· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν στιγμῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δοκιμασθῶσι τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα θὰ προμηθευθῶμεν, τοιαύτη δωρεὰ δὲν ἐμποδίζει βεβαίως νὰ δοκιμασθῶσι πυροβόλα καὶ ἄλλων ἐργοστασίων.

§4Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς. Προκειμένου νὰ δοκιμασθῶσι πυροβόλα ὅλων τῶν συστημάτων, οἱ ἀναφερόμενοι ἀναλαμβάνουσι τὰ ἔξοδα τῆς δοκιμῆς τοῦ συστήματος τοῦ πυροβόλου τοῦ ἐργοστασίου, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσι.

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά.

§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὴν σεβαστὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Κύριε Πρόεδρε, Λαμβάνοντες ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἐν τῇ συνεδρίᾳ τῆς Βουλῆς τῆς 13 τρέχοντος μηνὸς συζητηθέντων περὶ ἐπιβαλλομένων συγκριτικῶν δοκιμῶν πυροβόλων, ἐν τῇ ἰδιότητι ἡμῶν, ὡς ἀντιπροσώπων τῶν ἐν Δυσελδόρφῃ τῆς Γερμανίας ἐργοστασίων πυροβόλων Ἔρχαρδ, πληροφοροῦμεν εὐσεβάστως τὴν σεβαστὴν Βουλήν, ὅτι θέτομεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ σεβαστοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου ταχυβόλον πεδινὸν πυροβόλον Ἔρχαρδ, τελευταίου συστήματος, χάριν δοκιμῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς πρὸς ἡμᾶς ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Ἐλπίζομεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ προσφορά μας αὕτη θέλει γείνῃ ἀφορμή, ὅπως ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους καὶ ἕτερα ἐργοστάσια πέμψωσιν ὁμοίως πυροβόλα πρὸς συγκριτικὸν πειραματισμόν, ἵνα ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία μετὰ ἐπισταμένην ἐξέτασιν αὐτῶν λάβῃ τὴν περὶ τοῦ προτιμητέου συστήματος ἀπόφασίν της.» (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαὶ τῶν ἀναφερομένων).

§7Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ζητήσῃ πυροβόλα καὶ ἄλλων ἐργοστασίων.

§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.

§9Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἀκριβῶς οἱ κύριοι Ρότσιλδ ἐν τέλει τῆς ἀναφορᾶς των, διὰ τῆς ὁποίας προσφέρουσι τὸ ταχυβόλον αὐτὸ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, καταλήγουσι, λέγοντες ὅτι κατόπιν τῆς προσφορᾶς των ταύτης καὶ ἄλλα ἐργοστάσια θὰ προθυμοποιηθῶσι νὰ προσφέρωσι πυροβόλα πρὸς δοκιμὴν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους.

§10Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλλ’ ἕως τώρα δὲν ἔχομεν προτάσεις τοιαύτας ἐξ ἄλλων ἐργοστασίων.

§11Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν δωρεὰν ταύτην, καὶ ὄχι μόνον ν’ ἀποδεχθῇ τὴν δωρεὰν, ἀλλὰ καὶ νὰ διατάξῃ νὰ γείνωσι πειράματα, διότι ἐκ τῶν πειραμάτων βεβαίως θὰ προκύψῃ ἡ καλλιτέρα ποιότης καὶ ἀντοχὴ μεταξὺ τῶν δοκιμασθησομένων πυροβόλων. Πιθανὸν νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς δυνάμεως τῆς βολῆς, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν πολύγωνον, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς πειράματα. Πάντως ὅμως δέον νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ προσφερομένου πυροβόλου καὶ ἡ ἀντοχὴ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἄλλως τε τὸ κατάστημα Ἔρχαρδ θεωρεῖται ὡς ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα καταστήματα τοῦ κόσμου.

§12Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προκειμένου περὶ προσφορᾶς πυροβόλου παρ’ ἐργοστασίου γνωστοῦ, ὅπως γείνωσι πειράματα, βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συστήσω, εἶναι, ὅτι, καὶ ἂν ἄλλο ἐργοστάσιον τῆς αὐτῆς ἀξίας δὲν προσφέρῃ πυροβόλον πρὸς δοκιμὴν, τὸ Ὑπουργεῖον, ἔστω καὶ διὰ δαπάνης τινὸς, δέον νὰ σπεύσῃ νὰ προμηθευθῇ τοιοῦτο πυροβόλον, ὅπως τὸ δοκιμάσῃ συγχρόνως καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ πυροβόλον, περὶ οὗ πρόκειται.

§13Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον θὰ κάμῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, διὰ νὰ ἐξευρεθῇ τὸ καταλληλότερον σύστημα πυροβόλου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, εἶναι νὰ μὴ δίδῃ πίστιν εἰς ὅσα ἀκούει· διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ἀνταγωνισμὸς εἶναι μέγας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ὁ καθεὶς προσπαθεῖ νὰ καταβάλῃ τὸν ἄλλον, ἔστω καὶ ὑποσχόμενος πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ. Τοιοῦτος εἶναι ὁ ἀνταγωνισμός.

§14Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι φυσικόν.

§15Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πάντως ὅμως ὠφέλεια θὰ προκύψῃ.

§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺς γίνεται λόγος περὶ δοκιμῆς ἐν Ἑλλάδι πυροβόλων καὶ ὅπλων, πρὶν ἢ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὸ καταλληλότερον σύστημα. Δὲν εἶμαι ἐναντίος αὐτῆς τῆς δοκιμῆς, ἐὰν μάλιστα ἡ δοκιμὴ αὕτη πρόκηται νὰ διεξαχθῇ μεταξὺ πολλῶν συστημάτων διαφόρων ἐργοστασίων, τῶν ὁποίων οἱ ἀντιπρόσωποι, παρευρισκόμενοι εἰς τὰς δοκιμὰς, θὰ παρουσιάζωσιν ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτουσι, διὰ νὰ ἀποδείξωσι τὸ πυροβόλον αὑτῶν καλλίτερον τοῦ τῶν ἄλλων. Ὁ διαγωνισμὸς ὁ δημόσιος εἶναι ὠφέλιμος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐφελκύσῃ τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπερ θὰ κληθῇ μίαν ἡμέραν νὰ προβῇ εἰς τὰς παραγγελίας, εἶναι νὰ ζητήσῃ δι’ εἰδικῶν ἀνδρῶν, δι’ ἐρεύνης εἰδικῶν, ποία εἶναι ἡ γνώμη τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα ἐδοκίμασαν καὶ δοκιμάζουσι καθ’ ἡμέραν τὰ διάφορα συστήματα. Περὶ τῶν συστημάτων αὐτῶν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν εἰδικότητα πολλῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν μόνοι εἰς σχηματισμὸν βεβαίας καὶ ἐξηκριβωμένης γνώμης, ὅπως τὰ μεγάλα Κράτη τῆς Εὐρώπης. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἐνέργειαν δοκιμῶν καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ αἱ δοκιμαὶ αὗται δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ θ’ ἀποφασίσωμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὅπλου ἢ τοῦ πυροβόλου.

§17Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι μὲ ἓν πυροβόλον δύνανται νὰ διεξαχθῶσι πειράματα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ σχηματισθῇ γνώμη περὶ τοῦ καλλιτέρου συστήματος, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σοβαρόν. Ἡ Γερμανία ἠγόρασεν ἓξ πυροβολαρχίας ἀπὸ τὰ διάφορα συστήματα, καὶ ἐξετέλεσε μὲ 42 πυροβόλα συγκριτικὰ πειράματα, διὰ ν’ ἀποφανθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ περὶ τῆς βολῆς ἑκάστου ὑποδείγματος πυροβόλου καὶ περὶ τοῦ καλλιτέρου συστήματος. Ὥστε τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι μὲ ἓν πυροβόλον θὰ δυνηθῶμεν ἡμεῖς νὰ σχηματίσωμεν γνώμην, νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρόν.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κυριακούλης Λ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.

§19ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατόπιν, Κύριοι, ὑπαινιγμῶν ῥιφθέντων ἐντεῦθεν καὶ διαφόρων διαλόγων, λαβόντων χώραν εἴτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, προκειμένου περὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, μετὰ παρρησίας ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπον τὴν γνώμην των, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω διὰ βραχέων, ὅσον εἶναι δυνατόν, τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, φρονῶ, ὅτι ἀρκετὰ εἶπον. Εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ ἐκπαιδεύωνται ἐπαρκῶς 16,000 ἄνδρες κατ’ ἔτος, ἐνῷ διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου γυμνάζονται, ὡς ἀπέδειξα, μόνον 6,700, καὶ κάκιστα. Καὶ ἐπὶ πλέον εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι αὔταρκες, ὅτι δηλαδὴ ἔχει τοὺς πόρους ἐν ἑαυτῷ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ ἐπὶ πλέον ποσὰ μεγάλα. Παρέλειψα ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν εὐζώνων πρὸς τὴν τῶν στρατιωτῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δεκανέων, σαλπιγκτῶν αʹ τάξεως κλπ. θὰ προκύψῃ καὶ νέον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 360,000. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὀλίγα θὰ χρειασθῶσι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ εἶμαι καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Θὰ ἐκθέσω δὲ διὰ βραχέων, ὡς προεῖπον, τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπεισαν νὰ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ μὴ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ καθιερωθῇ τὸ σύστημα τῶν στρατιωτικῶν περιοχῶν; — σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι παραδεχθῆ ὅλα τὰ ἔθνη, — ἀφοῦ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ στρατολογία εἶναι ἀλληλένδετα, δηλαδὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἓν ἄνευ τοῦ ἑτέρου; διότι τὸ ἓν εἶναι συνέπεια τοῦ ἑτέρου, καθόσον, ἐὰν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας καὶ ἀφήσητε τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἠμπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθῇ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἔχει γείνῃ, ὡς εἶπον, τὸ ἓν διὰ τὸ ἕτερον, ἔχουν γείνῃ δηλαδὴ τὰ στελέχη ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες θὰ κατατάσσωνται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, θὰ ἐξετάσω ἐπίσης, ἂν διὰ τοῦ ἐν λόγῳ ὀργανισμοῦ ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν κατωτέρων ἢ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν εἴτε ἐν τῷ μηχανικῷ, εἴτε ἐν τῷ πεζικῷ, εἴτε ἐν ἄλλῳ ὅπλῳ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἦμαι θιασώτης τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, εἶναι, ὅτι δι’ αὐτοῦ καταργοῦνται αἱ γενικαὶ θέσεις, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην βλέπομεν εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν· κατὰ συνέπειαν θὰ ἐπέλθῃ ἐν τῷ στρατεύματι ἡ γαλήνη καὶ ἡ σύμπνοια, καὶ ἑπομένως ἡ πειθαρχία, ἄνευ τῆς ὁποίας βεβαίως ὁ στρατὸς δὲν εἶναι στρατὸς, ἀλλὰ συρφετός, καὶ ἀντὶ νὰ ὠφελῇ τὸ ἔθνος ὁ τοιοῦτος στρατὸς, ἀναμφιβόλως τὸ βλάπτει. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ βεβαίως δὲν καταργοῦνται ὅλαι αἱ γενικαὶ θέσεις, ἀλλ’ ἐν τοῖς δακτύλοις μετροῦνται αἱ θέσεις, αἱ ὁποῖαι μένουσι, καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ἐπίδρασιν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Βεβαίως δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταργηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔχῃ τὸν προσωπάρχην αὐτοῦ, καὶ νὰ δύναται νὰ τοποθετῇ εἰς ἄλλας τινὰς θέσεις εἰδικοὺς ἀξιωματικοὺς κλπ., πάντως ὅμως αἱ γενικαὶ θέσεις καταργοῦνται. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἦμαι καὶ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅταν ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη ἔχωσιν ἐξοπλισθῆ διὰ τῶν τελειοτέρων ἐπαναληπτικῶν ὅπλων, μόνοι δὲ ἡμεῖς ἔχομεν ἀκόμη τὰ ὅπλα Γκρᾶ, καὶ τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ὠξειδωμένα; Ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, βεβαίως, ἐὰν μοὶ ἐπιτραπῇ, δύναμαι νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἡ προμήθεια νὰ ἦναι πολὺ μεγάλη, δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀνάγκη νὰ προμηθευθῶμεν εἴτε 150,000 εἴτε 100,000 ὅπλα, διότι, ὡς εἶπον, οἱ κληρωτοὶ δύο ἀπογραφῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσι πλείονες τῶν 30,000· ἑπομένως 60,000 ὅπλα, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, νομίζω ὅτι θὰ ἦναι ἀρκετά, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ὅπλα Μάνλιχερ ἢ Μάουζερ, ἢ ἄλλου συστήματος τὸ ὁποῖον θὰ δεχθῶμεν, οὐδὲ εἰς τὰς Μοιραρχίας, διότι ἀναμφιβόλως θὰ ὀξειδωθῶσι καὶ θὰ καταστραφῶσι. Θὰ ἐκγυμνάζωνται εἰς τὰ συντάγματα καὶ εἰς τὰ τάγματα οἱ στρατιῶται διὰ τῶν ὅπλων αὐτῶν. Λοιπόν, ἂν ἡ προμήθεια τῶν ὅπλων, διὰ λόγους οἰκονομικούς, ἦναι ἐπὶ τοῦ παρόντος ὀλιγωτέρα, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι κακόν. Ἀλλ’ εἶμαι, Κύριοι, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν, καὶ πρέπει νὰ δικαιολογήσω καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καταργοῦνται αἱ γενικαὶ θέσεις, καὶ οὕτω πως αἴρεται τὸ σκάνδαλον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου καθ’ ἑκάστην πολλὰ συνέβαινον ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καταργοῦνται αἱ γενικαὶ θέσεις, διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν ἐπανέρχεται ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, — ἴσως ὑπὸ μικροτέραν κλίμακα, πάντως ὅμως ἐπανέρχεται, — καὶ ὡς ἐκ τούτου διέγνωσα συγκίνησίν τινα καὶ ταραχὴν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Βεβαίως καὶ οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱ ὑποβαλόντες αὐτὸ εἶχον ἀγαθὴν τὴν προαίρεσιν, δυνατὸν δὲ καὶ νὰ μὴ ἡρμήνευσα καλῶς τὰ αἰσθήματα τῶν ἀξιωματικῶν, δυνατὸν ὁ φακός, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθην διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μὴ ἦτο ὁ προσήκων· πλήν, ὡς εἶπον, ἐπανέρχεται τὸ σκάνδαλον, ἴσως ὑπὸ μικροτέραν κλίμακα, πάντως ὅμως ἐπανέρχεται. Διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ προβιβάζωνται κατ’ ἐκλογὴν οἱ ὑπολοχαγοὶ εἰς λοχαγούς. Τώρα τάχα δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει νὰ προβιβάζωνται κατ’ ἐκλογὴν καὶ οἱ κατώτεροι; Βεβαίως ὑπάρχει, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν ἔκαμε ποτὲ χρῆσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ ἐννοεῖτε διατί. Ἀλλὰ τί θὰ γείνῃ ἂν ψηφισθῇ; Βεβαίως θὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ θὰ προβιβάζωνται κατ’ ἐκλογὴν ὑπολοχαγοὶ εἰς λοχαγούς, ἐνῷ μέχρι τοῦδε τοῦτο δὲν ἔγεινε, δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος.

§20Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐφηρμόσθη.

§21ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πότε;

§22Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ Δημήτριος Γρίβας ἐπροβιβάσθη οὕτω.

§23Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ὁ Δημήτριος Γρίβας ἐπροβιβάσθη ἀπὸ λοχαγοῦ εἰς ταγματάρχην.

§24Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἄλλοι ἀκόμη.

§25ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τέλος πάντων, ἂν ἐγένοντο δύο ἢ τρεῖς τοιοῦτοι προβιβασμοί, εἶναι σταγὼν εἰς τὸν Ὠκεανόν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπικρατεῖ ἡ πεποίθησις ἐν τῷ στρατῷ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς γίνεται, διὰ νὰ ἀδικηθῶσιν 100 ἢ 150 ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν ἀξιωματικοὶ ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ. Ἐγὼ πολὺ ἀμφιβάλλω, ἢ μᾶλλον δὲν τὸ πιστεύω, ἀλλ’ αὐτὸ λέγεται, καὶ μάλιστα μετ’ ἐπιτάσεως. Καὶ ἄλλαι γνῶμαι ὑπάρχουσιν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ βλάψωσι σπουδαίως τὸ στράτευμα, καὶ θὰ κλονίσωσι τὴν πειθαρχίαν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν τὸ νομοσχέδιον ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, διὰ μακρῶν νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα ἐντεῦθεν, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ εἶπον μάλιστα, ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Στάϊκον, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἐν τῇ διοικήσει ηὐδοκίμησεν. Ὀφείλω δὲ βεβαίως νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, καὶ πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ κάμω σύγκρισιν, δηλαδὴ νὰ συγκρίνω τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα πρὶν ἐλάμβανον χώραν, ἢ μᾶλλον ἐλάχιστον μέρος τῶν γεγονότων τῶν πρὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρὸς τὰ μετ’ αὐτήν. Κύριοι, θὰ περιορισθῶ νὰ σᾶς ἀναφέρω, τί ἀκριβῶς γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω δύο τινά· πρῶτον, ὅτι διὰ τῆς συγκρίσεως ταύτης οὐδένα θέλω νὰ ὑποτιμήσω, — τοὐναντίον, πάντας, ὅσοι διετέλεσαν Ὑπουργοὶ καὶ πρὸ τοῦ νόμου καὶ μετὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι, — καὶ δεύτερον, ὅτι εἶμαι ἥκιστα ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω τὸ συνταγματικὸν μέρος τοῦ νόμου. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ ἦμαι θιασώτης τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅταν ἀναλογίζωμαι, τί ἐλάμβανε χώραν προτοῦ ψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως; Ἐνθυμοῦμαι ἐν Καλάμαις λοχαγὸν, ὁ ὁποῖος, διότι ἐτόλμησε νὰ κάμῃ παρατήρησιν εἰς τὸν χορηγητὴν τοῦ ἄρτου περὶ τῆς ποιότητος αὐτοῦ, τὴν ἐπιοῦσαν μετετέθη εἰς Ἄρταν, διότι ὁ χορηγητὴς τοῦ ἄρτου ἦτο φίλος τοῦ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας. Ἄλλος ἀξιωματικὸς ἐν Καλάμαις, διότι ἐτόλμησε νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν χορηγητὴν τῆς νομῆς, ὅτι ἡ κριθὴ ἦτο σεσηπυῖα, ὅτι ὁ σανὸς δὲν ἦτο καλῆς ποιότητος καὶ σύμφωνος πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου, μετὰ δύο ἡμέρας ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος μετετίθετο εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἄλλος ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος ἀπέσπασεν ἀπὸ τὴν χωροφυλακὴν τὸν δεκανέα, τὸν ὑποδειχθέντα ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐχὶ τὸν ὑπὸ τοῦ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας, ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος μετ’ ὀλίγας ἡμέρας δὲν ἦτο εἰς Καλάμας! Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ, εἰς τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν καὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν, οἱ ἀξιωματικοὶ ἐχόρευον, ὡς κοινῶς λέγεται, τετράχορον, ἐκτοπιζόμενοι οἱ μὲν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμὰς, οἱ δὲ ἀπὸ βορρᾶ πρὸς μεσημβρίαν, καὶ οὕτω καθεξῆς; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι εἰς ὅλας τὰς φρουρὰς, ἐκτὸς ἐν μέρει τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὑπηρεσία ὥριζε τὸν ἀριθμὸν μόνον τῶν ἀξιωματικῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ πρόσωπα; Τὰ πρόσωπα ὡρίζοντο ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν, προέλεγον μάλιστα οἱ πολῖται, ὅτι, ἂν ἔλθῃ ὁ δεῖνα εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἔλθωσιν οἱ δεῖνα ἀξιωματικοὶ κλπ. Λοιπὸν, ποῖος ὥριζε τοὺς ἀξιωματικούς; ἡ ὑπηρεσία; ὄχι, ἀλλ’ οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας. Γίνονται σήμερον, ἔστω καὶ ὑπὸ ἐλαχίστην κλίμακα, τοιαῦτα; Βεβαίως ὄχι. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ μὴ ἦναί τις ὑπὲρ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; Ἀλλ’ εἶπον, Κύριοι, ὅτι λέγων ταῦτα οὐδένα θέλω νὰ ὑποτιμήσω, διότι καὶ ἐγὼ, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν των, τὰ αὐτὰ θὰ ἔπραττον· διατί; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ὁμολογίαν τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τί εἶπεν ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; «περιφρουρήσατε τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ χαλκίνου θώρακος, ἵνα μὴ δύνανται τὰ βέλη τῆς πολιτικῆς νὰ τὴν διατρήσωσιν.» Εἶπε δηλαδή, ὅτι δὲν δύναται ὁ πολιτευόμενος νὰ ἀντιστῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν φίλων του. Ἐζήτησε τὴν πλήρη ἀποκέντρωσιν διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους. Ἠθέλετε λοιπὸν νὰ μὴ ἦναί τις ὑπὲρ τῆς πλήρους ἀποκεντρώσεως, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν; Τί εἶπε προχθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Λεβίδης, ὅτε ἐγίνετο λόγος περὶ μεταθέσεως δικαστῶν, εἰρηνοδικῶν, γραμματέων εἰρηνοδικῶν; «Καὶ ἄλλαι μεταβολαὶ θὰ γείνωσιν, ἀλλὰ δὲν πταίω ἐγώ, πταίει ἡ γενικὴ κατάστασις». Τί ἐνόει; Ἐνόει, ὅτι δὲν κάμνει τὸ προσῆκον καὶ τὸ πρέπον, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπιβάλλει ἡ πολιτική. Λοιπὸν τί ἠθέλετε νὰ κάμουν οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμνον τὰς ἀθρόας καὶ συλλήβδην μεταθέσεις, προσκολλήσεις, ἀποσπάσεις ἀξιωματικῶν; Νὰ ἔλεγον ὄχι; Ὕστερον ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας δὲν θὰ ἦσαν Ὑπουργοί. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω. Εὔχομαι δὲ νὰ ψηφισθοῦν τὰ προσήκοντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, διότι θὰ βελτιωθῇ μεγάλως ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Προκειμένου δὲ περὶ ὀργανώσεως στρατοῦ, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ἐν τῇ περισπουδάστῳ συγγραφῇ αὑτοῦ «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ» ὁ κύριος Λυκούδης, ὅτι «ἐν τῷ βίῳ τῶν ἐθνῶν ἐπέρχονται στιγμαί, καθ’ ἃς ὅλος ὁ χρυσὸς τοῦ κόσμου δὲν ἀξίζει ὅσον εἷς καλὸς στρατός». Τοῦ γνωμικοῦ τούτου πικρὰν δυστυχῶς ἔχομεν πεῖραν. (Ἐπευφημίαι ἐξ ἀριστερῶν).

§26Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐγίνοντο ὄργανα τῆς πολιτικῆς. Δυνατὸν νὰ ἔχῃ παραδείγματα τοιαῦτα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ ἔχω παραδείγματα διὰ τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ δεκαπενταετίαν ὅλως ἀντίθετα, καὶ ἐπειδή τινες τῶν διατελεσάντων Ὑπουργῶν παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, θεωρῶ ἐπιβεβλημένον μοι νὰ ἀναφέρω τινὰ τῶν παραδειγμάτων τούτων. Καὶ θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸν σημερινὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὸν ὁποῖον, καίτοι ἡ θέσις μου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἠδυνάμην νὰ τὸ ἀποσιωπήσω, ἐν τούτοις ἕνεκα τοῦ στρατιωτικοῦ αὑτοῦ χαρακτῆρος εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ παραλείψω. Ἦτο συνυπουργὸς μὲ ἄλλον τινὰ συνάδελφον, καίτοι δ’ ἐπιέζετο ἐπὶ ἓν ἔτος ὁλόκληρον νὰ μὲ ἀπομακρύνῃ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Χαρτογραφικῆς, ἐν τούτοις δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀλλὰ διατὶ νὰ φέρω ὡς παράδειγμα μόνον τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ μὴ ἀνατρέξω καὶ εἰς τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, τὸν ἐξ Ὕδρας στρατηγόν; Ὑπὸ τὰς αὐτὰς καὶ αὐτὸς συνθήκας εὑρίσκετο, καὶ τὸ αὐτὸ ἔπραξε. Δὲν θέλω νὰ πλέξω τὸ ἐγκώμιον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ, ἂν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν του, τὸ αὐτὸ θὰ ἔπραττον.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§28ΑΘ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος κ. Καλούτσης κατήγγειλε παρεκτροπάς τινας τοῦ ἐν Μεγαλοπόλει ἀστυνόμου. Ἀπέσχον νὰ τῷ ἀπαντήσω τότε, διότι δὲν εἶχον ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκε, καίτοι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ καταγγελθέντα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὦσιν ἀκριβῆ, διότι ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἔχει συναίσθησιν τοῦ καθήκοντός του. Σήμερον ἔλαβον πληροφορίας ἐκεῖθεν, καὶ ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ὅσα, ἐξ ἐσφαλμένων βεβαίως πληροφοριῶν, εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος οὐδόλως ἦσαν ἀκριβῆ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη, εἶναι τὸ ἑξῆς. Εἷς ἐκ τῶν θερμαστῶν τοῦ σιδηροδρόμου, ἐν καταστάσει μέθης διατελῶν, ἠσχημόνει ἐντὸς τοῦ κεντρικωτέρου καφενείου τῆς πόλεως. Ὁ ἀστυνόμος ἠναγκάσθη νὰ τῷ παρατηρήσῃ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν. Ὁ θερμαστὴς ὄχι μόνον δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν πρόσκλησιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἀπρεπέστατα ἐφέρθη πρὸς τὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος τότε ἠναγκάσθη νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸ κρατητήριον. Ἄλλος τις συνάδελφος τοῦ θερμαστοῦ ἐξηγριώθη κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, καὶ δημοσίᾳ ἀπεκάλει αὐτὸν βασιβοζοῦκον, διεγείρας οὕτω τὴν κοινὴν περιέργειαν. Ὁ ἀστυνόμος τότε ἠναγκάσθη νὰ ἀποστείλῃ καὶ αὐτὸν εἰς τὸ κρατητήριον, καὶ ἡ σκηνὴ ἔληξεν. Οὔτε ὁ σταθμάρχης ἐπροσωποκρατήθη, οὔτε ἄλλο τι συνέβη. Ταῦτα εἶναι τὰ ἀκριβῆ. Παρακαλῶ δὲ νὰ πιστεύσητε, ὅτι ὁ ἀστυνόμος Μεγαλοπόλεως δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παρεκτρέπωνται τοῦ καθήκοντός των. Φαίνεται ὅτι ὁ κύριος Καλούτσης δὲν τὸν γνωρίζει.

§29Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καθῆκον νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ πράγματα. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα νὰ ἀποδώσω μομφὴν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, διότι δὲν τὸν γνωρίζω.

§30Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι.

§31Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀλλὰ ὑποθέτω, ὅτι κἄτι συνέβη.

§32Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, συνέβη, καὶ οὐδὲν ἄλλο. Μίαν ὑπόμνησιν κάμνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προσκομίσῃ τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν κατάργησιν τοῦ δευτέρου Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν. Τὴν αἴτησιν ταύτην ἐποιήσατο ἄλλοτε ὁ ἐκ Κορινθίας συνάδελφος κ. Πετρίδης.

§33Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.

§34Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περί τινος κατηγορίας καθ’ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, κατέθηκε πληροφορίαν, ἐκ τῆς ὁποίας συνάγεται, ὅτι ἀληθῶς ἔχει γείνῃ παραγγελία πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, ἡ ὁποία ὅμως ἀπὸ τῆς 9 Ἀπριλίου παρελθόντος ἔτους μέχρι τοῦδε εἶναι ἐκκρεμὴς εἰς τὸν εἰσηγητήν. Ἀρκετὸς χρόνος ἀπὸ τῆς καταγγελίας διέρρευσε, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ὅτι πρέπει νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις αὕτη, ὄχι νὰ ἐκβιάσῃ τὰ πράγματα.

§35Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν προσκόμισιν τοῦ φακέλου περὶ τοῦ δευτέρου Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ πᾶσαν τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κ. Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν τὴν ἔκθεσιν τοῦ παραλαβόντος τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔκθεσιν, νὰ ζητήσῃ ταύτην παρὰ τῶν δύο εἰρηνοδικῶν τῶν παραλαβόντων τὰ ἀρχεῖα ταῦτα, καὶ ἐν γένει πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον· πρὸς δὲ νὰ προσκομίσῃ τὸ ἀρχικὸν Διάταγμα τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου τούτου, ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο ἡ διαίρεσις τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν εἰς Αʹ καὶ Βʹ Ὑποθηκοφυλακεῖον, ὡς καὶ τὰ σχετικὰ Διατάγματα τῆς καταργήσεως καὶ ἀνασυστάσεως αὐτοῦ.

§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἀκούσῃ ὅ,τι θὰ εἴπω, νὰ εὐαρεστηθῇ εἴς τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν εἰς χρυσὸν δημοσίων χρεῶν, οἱ κατέχοντες τοκομερίδια τῶν χρεῶν, τῶν ὁποίων ἀνεστάλη ἡ πληρωμὴ ἀπὸ τῆς πρώτης, νομίζω, Ἀπριλίου 1894 μέχρι τῆς πρώτης Ἀπριλίου 1898, δικαιοῦνται νὰ λάβωσι 5% ἐπὶ τῶν 70%, τὰ ὁποῖα καθυστεροῦνται. Διὰ τὰ 5% δὲ αὐτὰ ἐλάμβανον τὸ προσῆκον πιστοποιητικόν, ὅτι προσῆλθον νὰ πληρωθῶσι καὶ δὲν ἐπληρώθησαν. Αἱ πληρωμαὶ αὐτῶν πρέπει, κατὰ τὸν διεθνῆ Κανονισμόν, νὰ γίνωνται εἰς τὸ τέλος τεσσάρων ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ πιστοποιητικοῦ τοῦ ἀφορῶντος τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου. Ἕν κληροδότημα, τὸ τοῦ Γ. Κυριαζῆ, κατελείφθη εἰς τὴν πόλιν Μεσολογγίου πρὸς ἵδρυσιν Ἐπαγγελματικῆς Σχολῆς, ἥτις ἱδρύθη, ἔχει δ’ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ Δημόσιον 400,000 φράγκα τοῦ κληροδοτήματος εἰς ὁμολογίας τοῦ παγίου δανείου τῶν 4%, ἑπομένως καὶ ἐκ τῶν τοκομεριδίων αὐτοῦ τὰ ἀπὸ πρώτης Ἀπριλίου 1894 μέχρι πρώτης Ἰανουαρίου 1898. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν εἰσέπραξε τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον τὰ ποσὰ αὐτά, ὡς ὤφειλε, καθὸ θεματοφύλαξ καὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ, καὶ ἂν τὰ ποσὰ ταῦτα εἰσπραχθέντα κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν, ὡς ὤφειλε νὰ γείνῃ. Διότι μανθάνω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ ὁ Κεντρικὸς Ταμίας, δὲν εἰσέπραξε τὰ ποσὰ ταῦτα, εἴτε διότι δὲν ἔχει τὰ πιστοποιητικά, ὡς μὴ φροντίσας συμφώνως τῷ νόμῳ νὰ ζητήσῃ αὐτά, εἴτε διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐκδοθῶσι τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς Κανονισμοῦ. Ἄλλως ἐπῆλθεν ἔκπτωσις δικαιωμάτων. Ἐννοεῖται ὅτι, ἂν τὸ Δημόσιον παρέλιπε νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκδοσιν τῶν πιστοποιητικῶν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν χρημάτων, εἶναι ὑπεύθυνον ν’ ἀποζημιώσῃ τὸ ἵδρυμα, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον γενικῶς, εἴτε πρόκειται περὶ τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ, εἴτε πρόκειται περὶ ἄλλων, — καὶ τοιαῦτα εἶναι πολλά, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται τὸ Δημόσιον καὶ ἠμέλησε, — δὲν εἶναι δίκαιον οὔτε πρέπον, φρονῶ, νὰ στερηθῶσι τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, εἰς ἃ κατελείφθησαν τὰ κληροδοτήματα, τῶν χρημάτων αὐτῶν ἕνεκα τῆς ἀμελείας τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι ἄλλως καὶ ζημία τοῦ Δημοσίου ἡ καταβολὴ αὐτῶν ὑπ’ αὐτοῦ, διότι τὸ Δημόσιον, ὂν ὑπόχρεον νὰ καταβάλῃ εἰς τὸν Ἔλεγχον τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ἀνέλαβεν ἀφ’ ἑτέρου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπληρώθησαν· ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ καταβάλῃ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ὑπόχρεον νὰ καταβάλῃ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε, διότι δὲν προσήχθησαν τὰ πιστοποιητικὰ αὐτά, εἶναι ὑπεύθυνον νὰ καταβάλῃ. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρῶτον νὰ ἀπαντήσῃ, ἂν αὐτὰ εἰσεπράχθησαν, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν εἰσεπράχθησαν, νὰ δηλώσῃ, ἂν σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ νόμον, διότι νομίζω, ὅτι ἄνευ νόμου δὲν δύναται σήμερον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν πληρωμήν, νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ ζητῇ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ καταβολὴ αὕτη. Καὶ ἄλλοτε ἐζήτησα τοῦτο, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἐκ Γόρτυνος ἔντιμος συνάδελφος, ὡμολόγησεν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῶσιν αὐτὰ τὰ ποσά, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ὑπέβαλεν. Ὑποθέτω, ὅτι δίκαιον εἶναι, διὰ νὰ μὴ ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη ἡ ζημία, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἄδειαν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ ἑτέρου ζητήματος θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἦναι ἐδῶ, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεταθέτῃ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ μεταθέσῃ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὅταν αἱ μεταθέσεις γίνωνται ἐπὶ βλάβῃ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Δικαστηρίων, καθῆκον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς νὰ δικαιολογῇ τὰς μεταθέσεις ταύτας, διότι δύνανται νὰ παρεξηγηθῶσι, καὶ εὐλόγως. Διότι εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ ἡ εὐθύνη εἰς τοῦτο στηρίζεται, ὅτι πᾶσαν πρᾶξιν δίδουσαν χώραν εἰς παρεξηγήσεις, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπεύθυνος, πρέπει νὰ τὴν δικαιολογῇ, ἐρωτώμενος ἐν τῇ Βουλῇ. Μανθάνω, ὅτι μετέθεσεν ἐκ Καλαμῶν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν. Βεβαίως ἡ μετάθεσις ἑνὸς Εἰσαγγελέως ἐν μέσῳ τῆς ἀενάου μετακινήσεως καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν ἔχει τι τὸ ἀσύνηθες· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς εἰς τὰς συμπλοκὰς, αἵτινες πρό τινος καιροῦ ἔλαβον χώραν ἐν Καλάμαις, ἐπεδείξατο διαγωγὴν ἀξίαν παντὸς ἐπαίνου διὰ τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὑτοῦ, ἐγένοντο ὅμως παρ’ ἐνδιαφερομένων καὶ πολιτευομένων ἐπιθέσεις ἐναντίον τοῦ Εἰσαγγελέως, ὡς μεροληπτικῶς ἐνεργήσαντος δῆθεν, καὶ ἐζητήθη διὰ τοῦτο ἡ μετάθεσις αὐτοῦ, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθῆκον εἶχε, βεβαιούμενος ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐστηρῶς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, διεκινδύνευσε δὲ μάλιστα καὶ τὴν ζωὴν αὑτοῦ ἐν ταῖς συμπλοκαῖς ἐκείναις, παρεμβὰς, ὅπως καθησυχάσῃ τὰ διαπληκτιζόμενα μέρη, καθῆκον, λέγω, εἶχεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ προστατεύσῃ τὸν Εἰσαγγελέα κατ’ ἀδίκων ἐπιθέσεων, καὶ νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν του. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πιθανὸν ἄλλοι λόγοι ὡδήγησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν μετάθεσιν, δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω τὴν κατάστασιν ταύτην εἰς φατριαστικὰς ἐπεμβάσεις, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ἐξήγησιν τῆς μεταθέσεως ταύτης, ἡ ὁποία ἐν Καλάμαις εὐλόγως προὐξένησεν οὐχὶ καλὴν ἐντύπωσιν.

§37Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δι’ ἐπιστολῆς αὑτοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν κ. Μίλησης μὲ εἶχε παρακαλέσει, ὅπως, εἰ δυνατὸν, μεταθέσω αὐτὸν, νομίζω ὡρισμένως εἰς Βόλον. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἐπιστολὴ αὕτη καὶ μόνη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· συνέβη ὅμως κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ὁ θάνατος τοῦ ἐκεῖ Εἰσαγγελέως Κασιμάτη, ἔμενε δὲ ἡ Εἰσαγγελία Βόλου ἄνευ Εἰσαγγελέως. Ἐπίσης δὲ ἐκεῖ, ὡς γινώσκετε, δὲν ὑπάρχει ἀντεισαγγελεύς. Ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Λαρίσης περιγράφει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν καλὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι μακροσκελεστάτη· ὑποδεικνύει δὲ καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλει κατορθωθῆ ἡ ἐξακολούθησις τῆς εὐχαρίστου ἐκεῖ καταστάσεως. Ὑποθέτω, ὅτι ἓν τῶν μέσων εἶναι, ὅπως αἱ Εἰσαγγελίαι μὴ χωλαίνωσιν· ἐπειδὴ δὲ ἐν Καλάμαις συμβαίνει νὰ ὑπάρχωσι δύο ἀντεισαγγελεῖς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐν δέοντι καὶ ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως, — ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἐζητεῖτο παρὰ τοῦ κυρίου Εἰσαγγελέως Καλαμῶν, — ἂν ἐπλήρου μὲν τὴν θέσιν τὴν κενὴν ἐν Βόλῳ, ἄφινε δὲ τοὺς δύο ἀντεισαγγελεῖς ἐν Καλάμαις. Βεβαίως ὑποθέτω, ὅτι δὲν πιστεύει μετὰ πεποιθήσεως ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, ὅτι τοιαύτη μετάθεσις, βελτιοῦσα μάλιστα τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Εἰσαγγελέως, — διότι ἀνυπολογίστως εἶναι εὐαρεστότερον νὰ εὑρίσκηταί τις ἐν Βόλῳ ἢ ἐν Καλάμαις, χωρὶς ποσῶς νὰ σκοπῶ νὰ ἐλαττώσω τὴν ἀξιόλογον πόλιν καὶ τὸ κλῖμα τῶν Καλαμῶν, — ἐγένετο ἐκ λόγων δυσμενείας, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὁ κύριος Μίλησης τυγχάνει καὶ ἀτομικός μου φίλος.

§38Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχουσιν ἀκριβείας οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἐν τούτοις ὅμως δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν, ὅτι δηλαδὴ ὁ κ. Μίλησης ἐζήτησεν αὐτὸς τὴν μετάθεσίν του εἰς Βόλον. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς χρονολογίας τῆς περὶ μεταθέσεώς του αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως. Νομίζω ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη ἢ ἡ ἐπιστολὴ ἡ γενομένη ἐγένετο πρὸ τῶν σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν πρὸ μηνὸς ἐν Καλάμαις, σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι ὁμολογουμένως διετάραξαν ῥιζικῶς τὴν δημοσίαν τάξιν ἐκεῖ, διότι δύο πολιτικαὶ μερίδες, ἀναμιχθεῖσαι εἰς ζήτημά τι ἐκεῖ, — τοῦ ἀστυνόμου νομίζω, — ἦλθον εἰς χεῖρας, καὶ ἔπεσαν καὶ θύματα κατὰ τὴν συμπλοκὴν ἐκείνην. Ἡ σύστασις τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου νομίζω ὅτι δὲν ἀφεώρα τὸν κ. Μίλησην, διότι ὁ κ. Μίλησης εἶναι ἐκ τῶν ἀκεραιοτέρων, δραστηριωτέρων καὶ ἐντιμοτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν, ὁπουδήποτε δὲ καὶ ἂν τοποθετηθῇ, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἦτο ἄλλη. Ἤθελε νὰ εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐντύπωσις ἡ γενομένη ἐκ τῆς μεταθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Καλαμῶν, τοῦ ἐπιδείξαντος διαγωγὴν ἔντιμον καὶ δραστηρίαν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του, ὑπῆρξε κακή, ἀποδοθεῖσα οὐχὶ εἰς λόγους ὑπηρεσιακοὺς, ἀλλὰ εἰς λόγους οὐδεμίαν ἔχοντας σχέσιν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπὶ τούτου, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ. Ὁ κ. Μίλησης, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ὑπηρετήσῃ, βεβαίως θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἴσως δὲ καὶ εὐαρεστότερον θὰ ὑπηρετήσῃ ἐν Βόλῳ. Ἡ διαμονή του ἐκεῖ εἶναι εὐάρεστος, ἀλλ’ ἡ κοινὴ γνώμη ἐν Καλάμαις γνωρίζει τὰς ἀφορμὰς τῆς μεταθέσεώς του. Διὰ τοῦτο ἡ μετάθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως ἔκαμε κακὴν ἐντύπωσιν, ταύτην δ’ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Ι. Νικολαΐδης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγένοντο αἱ δέουσαι προκαταρκτικαὶ ἐνέργειαι πρὸς συντέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς κοιλάδος Παμίσου, καὶ ἂν ἐξευρέθη τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν δαπανῶν· διότι πρό τινος χρόνου προεκηρύχθη μειοδοτικὴ δημοπρασία, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον διὰ τὴν δαπάνην τοῦ ἔργου. Ἐπίσης παρακαλεῖται νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ, ἂν ἐχορηγήθη ἡ ἀναγκαία πίστωσις διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν προβόλων ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Τζακῶνος, τῶν κατασκευαζομένων πρὸ τοῦ χωρίου Λουτροῦ τοῦ δήμου Οἰχαλίας, καὶ ἂν ὑπεβλήθη καὶ ἐνεκρίθη μελέτη τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ ἐπὶ τῶν ὑδραυλικῶν Μεσσήνης, μετὰ τοῦ ἀνήκοντος σχεδιογραφήματος περὶ κατασκευῆς προβόλων ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Χαράδρου (Τζαμὶ) πρὸ τοῦ χωρίου Σανδάνι τοῦ δήμου Ἀνδανίας, τὸ ὁποῖον κατακλύζεται ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ τούτου, καὶ διεκόπη τέλεον ἡ ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν συγκοινωνία τῶν κατοίκων.»

§40ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν διὰ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς. Ἐν τῷ δήμῳ Μεγαλοπόλεως ἡ ψηφοφορία ἐνεργεῖται ἐν τῷ αὐτόθι ἱερῷ ναῷ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑπέβαλε ψήφισμα πρὸς τὸν νομάρχην, καὶ ζητεῖ νὰ μετατεθῇ τὸ ἓν τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων εἰς τὸ ἐκεῖ δημοτικὸν σχολεῖον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φίλιος ἔχει τὸν λόγον.

§42Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ πάλιν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, παραβάσεις τοῦ ἐν Λαρίσῃ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νομάρχου, μὲ ἀναγκάζουσι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Διὰ προηγουμένης ἐπερωτήσεώς μου, — ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν εὐηρεστήθη εἰσέτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, — εἶχον ἐκθέσει, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Κραννῶνος τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶχε προτείνει τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰσπράκτορος καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἄλλου προσώπου. Διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑπεδεικνύετο καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν. Τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑπεβλήθη εἰς τὸν νομάρχην, καὶ ὁ νομάρχης ὑπέβαλε τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέλυσε τὸν τέως εἰσπράκτορα, ἀφῆκε δὲ εἰς τὸν νομάρχην καὶ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς τὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ νέου εἰσπράκτορος. Τότε ἐξέφρασα τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐπεδιώκετο ὁ μὴ διορισμὸς τοῦ νέου εἰσπράκτορος ὑπὸ τοῦ νομάρχου Λαρίσης, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ εἰσπράκτορος οὐχὶ διὰ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ διὰ δημοσίου εἰσπράκτορος, ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας λαμβανομένου. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σύνηθες, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι σεβαστὸς συνάδελφος τότε ἐξερράγη εἰς γέλωτας, ἀκούσας τὸ τέχνασμα τοῦτο, τὸ ὅλως ἀνύποπτον· καὶ ὅμως, ὅ,τι ἐγὼ ἐφοβούμην, ὅτι ἤθελε συμβῆ, αὐτὸ συνέβη· διότι πράγματι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέλυσε τὸν εἰσπράκτορα, ἀλλ’ ὁ κ. νομάρχης δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ τοῦ νόμου, ὥστε νὰ διορισθῇ ὁ εἰσπράκτωρ ὁ ὑποδεικνυόμενος ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ ἰδίου ψηφίσματος προετείνετο ἡ παῦσις τοῦ παλαιοῦ καὶ ὁ διορισμὸς νέου εἰσπράκτορος, ὁ νομάρχης ἀνεκάλυψεν, ὅτι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἦτο ἄκυρον, — τὸ ἐθεώρησεν ἔγκυρον μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰσπράκτορος, ἄκυρον ὅμως ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμόν! — καὶ ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προϊστάμενος τοῦ νομάρχου ἀπέλυσε τὸν εἰσπράκτορα, ὁ νομάρχης κατώρθωσε νὰ διορισθῇ δημόσιος εἰσπράκτωρ εἰς ἐκτέλεσιν δημοτικῶν καθηκόντων, διότι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἦτο ἄκυρον! Τοιουτοτρόπως ἔχομεν ἓν ψήφισμα διφυὲς, κατὰ τὸ ἥμισυ ἔγκυρον, κατὰ τὸ ἥμισυ ἄκυρον!

§43Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι τῆς ἀκυρότητος;

§44Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ νομάρχης εὗρεν ὡς λόγον ἀκυρότητος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι καὶ οἱ δώδεκα σύμβουλοι παρόντες, καὶ ὅτι εἷς μὲν ἦτο ἀπὼν, ὁ ἄλλος δὲ δὲν ἐκλήθη. Οἱ δέκα ἦσαν παρόντες, καὶ ἔχουσιν ὑπογράψει. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἤρκει εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσης· ἔπρεπε νὰ εὕρῃ λόγον ἀκυρότητος!

§45Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἀφοῦ ἀπέλυσε τὸν εἰσπράκτορα, ἤρκει· ἢ μᾶλλον ἤρκει καὶ δὲν ἤρκει!

§46Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Φυσικά. Δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἄλλως νὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσιν τοῦ παλαιοῦ. Τοιουτοτρόπως κατωρθώθη νὰ ἔχωμεν, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δημόσιον εἰσπράκτορα ἐκτελοῦντα τὰς εἰσπράξεις τοῦ δήμου! Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀπό τινων ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς λείπω ἐκ Λαρίσης, τὰ πράγματα διωρθώθησαν, ἂν δηλαδὴ ἐγκατεστάθη ὁ εἰσπράκτωρ, — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω, — ὁ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ὑποδειχθείς· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγκατεστάθη, πάντως ἀνέλαβε καθήκοντα ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ, ἐνήργησεν οὗτος εἰσπράξεις, ἐνήργησε πληρωμὰς πρὸς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὁ πρώην δήμαρχος ὑπεδείκνυε καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως ὁ νέος δὲν ἤθελεν ἱκανοποιήσει, ἀλλ’ ἤθελε παραπέμψει εἰς τὸ πεμπτημόριον. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰ τοῦ δήμου Κραννῶνος. Ἀλλ’ ὁ νομάρχης Λαρίσης φαίνεται ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ μᾶς ἀπασχολῇ μὲ τὰς πράξεις του, διότι, ὅπως καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκεῖ ἔχει νὰ κάμῃ μὲ ἑπτὰ δημάρχους ἀντιπολιτευομένους, ἐνόμισε δὲ καθῆκόν του, ὅτι κατὰ τῶν ἑπτὰ τούτων δημάρχων πρέπει ἑκάστοτε νὰ φέρῃ τὸν πέλεκυν τῆς φατριαστικῆς διοικήσεώς του, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς προστασίας, ἧς ἀπολαύει. Τοιουτοτρόπως, ἐνῷ ἐπετέθη κατ’ ἄλλων δημάρχων, — περὶ ὧν ἐν ἄλλῃ συζητήσει, — εὗρε νῦν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιτεθῇ καὶ κατὰ τοῦ δημάρχου Λαρίσης. Ὁ δήμαρχος Λαρίσης, μόλις ἐκλεγείς, ἕν τῶν πρώτων αὑτοῦ καθηκόντων ἐθεώρησε τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀμέσως ἐκάλεσε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὑπέβαλεν εἰς αὐτὸ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἤρξατο ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ προέβαινεν εἰς τὰ ἔργα του τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἐνῷ ἠρέμως καὶ τακτικῶς προέβαινον αἱ ἐργασίαι τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε περατωθῆ, ὁ δὲ δήμαρχος ἐθεώρησεν ὅτι ἔπαυσεν ἡ συζήτησις, καὶ ἐξέθηκε κατὰ τὸν νόμον τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὸ Δημαρχεῖον ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, διὰ νὰ φέρῃ ὅστις ἤθελε τὰς ἀντιρρήσεις του, τινὲς ἐκ τῶν συμβούλων, ἓξ τὸν ἀριθμὸν, διεμαρτυρήθησαν πρὸς αὐτόν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι κακῶς ἐθεώρησε λήξασαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λόγῳ ὅτι αὐτοὶ εἶχον ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, ἐπὶ τοῦ δεῖνα ζητήματος ὁ εἷς, ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἄλλος. Ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ δήμαρχος, ἵνα ὑπογράψωσιν οἱ σύμβουλοι, ἕκαστος εἶχε τὴν γνώμην του· ὁ εἷς ἔλεγε: «θεωρῶ ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἔληξε, διὰ τὸν δεῖνα λόγον»· ἄλλος σύμβουλος ἔλεγε: «θεωρῶ ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπερατώθη, διὰ τὸν τάδε λόγον»· καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἔχομεν οὕτω πέντε ἢ ἓξ γνώμας συμβούλων, οἵτινες θεωροῦσιν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἔληξεν. Ὁ νομάρχης Λαρίσης, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι εἶναι ἄνθρωπος, ὅστις θέλει νὰ συζητῶνται οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ νὰ τελειώνωσι ταχέως, ἔκαμεν ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸν δήμαρχον Λαρίσης, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἦτο κατάλληλον δι’ ἄρθρον κύριον ἐφημερίδος· τοῦτο δὲ, ὅτι θὰ ἦτο κατάλληλον δι’ ἄρθρον κύριον ἐφημερίδος, ἀπέδειξεν αὐτὸς ὁ κύριος νομάρχης, δοὺς αὐτὸ πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Θεσσαλίας. Ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐκθέτει τὰς ἰδέας του περὶ τοῦ προορισμοῦ τῆς Θεσσαλίας, περὶ τῆς πόλεως τῆς Λαρίσης, κατὰ πόσον πρέπει νὰ προαχθῇ, καθόσον συνορεύει πρὸς τὴν Μακεδονίαν, καὶ τόσα ἄλλα! Ἔκαμε τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν καὶ τὴν ἀπέστειλε πρὸς τὸν δήμαρχον· ὁ δήμαρχος τῷ ἀπήντησε: «Μάλιστα, ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἕτοιμος· κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπερατώθη, ἀλλὰ μερικοὶ σύμβουλοι ἔχουσιν ἀντιρρήσεις. Διὰ τοῦτο θεωρῶ καλλίτερον, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἐφέσεις καὶ τὰ λοιπὰ, νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ ἀποφανθῶσιν οἱ σύμβουλοι, τί θέλουσιν.» Ἀλλ’ ὁ νομάρχης λέγει: «σοὶ ἐπιβάλλω τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως, διότι δὲν ὑπέβαλες τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὀχυροῦσαι ὄπισθεν γνώμης δημοτικῶν συμβούλων»! Νομίζω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ κ. νομάρχης παρανομεῖ, νομίζων ὅτι δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς κατὰ τοῦ δημάρχου. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἄλλοτε ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τὰ πρῶτα φέροντες ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, — καὶ ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Στεφάνου καὶ πλεῖστοι ἄλλοι — ἐξέφρασαν, καὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι οἱ νομάρχαι δὲν δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσι ποινὰς κατὰ τῶν δημάρχων. Ὁ δήμαρχος λέγει πρὸς τὸν νομάρχην: «Διατὶ ἐπιβάλλετε ποινήν; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν σᾶς ὑπέβαλον ἀκόμη τὸν Προϋπολογισμόν. Παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τὴν ἀπόφασίν σας.» Ἀλλ’ ὁ κύριος νομάρχης ἐπιμένει. Νομίζω δέ, ὅτι ἐγένετο ἔφεσις, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀποφανθῆ ἐπὶ τούτου. Ἀλλ’ ὁ κύριος νομάρχης εὗρε καὶ ἄλλο ζήτημα, ἵνα ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ δημάρχου Λαρίσης. Ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1903 ὁ δήμαρχος ἐξέθεσεν εἰς δημοπρασίαν μειοδοτικὴν τὰ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς καθαριότητος, νομίζω, τῆς πόλεως Λαρίσης. Γενομένων πολλῶν δημοπρασιῶν, κατεκυρώθη αὕτη εἰς ἕνα ἐργολάβον. Ὁ δήμαρχος ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸν νομάρχην—κατὰ τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ ἔγγραφον,—τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, καὶ περιέμενε τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς, διότι οὐδεὶς ἄλλος προσέφερεν ὀλιγώτερον. Ἀλλ’ ὁ νομάρχης φαίνεται ὅτι ἔχει ἰδέας ἰδικάς του, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἐκεῖνος ἔχει. Διότι ἐκεῖνος ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ δήμαρχοι εἶναι ἁπλοῖ διεκπεραιωταί, ὀφείλοντες νὰ ἐκτελῶσι τὰς διαταγὰς τοῦ νομάρχου. Ἔλεγον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς δημοπρασίας τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς καθαριότητος τῆς πόλεως, εἰς τὰ πρακτικὰ δὲ δὲν περιελαμβάνετο ἡ ἐπιβολὴ προστίμων ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνόμου, ἀλλ’ ἐκράτει εἰς ἑαυτόν τὸ δικαίωμα ὁ δήμαρχος νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς, ἐνῷ κατὰ τὸν νομάρχην πρέπει ταῦτα νὰ ἐκδίδωνται μετὰ προηγουμένην ἐπιθεώρησιν τῆς ἀστυνομίας. Νομίζω, ὅτι οὕτως ἡ κατάργησις τοῦ νόμου περὶ δήμων εἶναι τελεία.

§47Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ποῖος τότε δύναται νὰ ἐπιβλέπῃ;

§48Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν εἶπον περὶ ἐπιτηρήσεως. Ἀλλ’ ἐπράξετε ὑμεῖς, ὡς νομάρχης, ὅ,τι πράττει ὁ νομάρχης ἐκεῖνος;

§49Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπέβλεπον εἰς ὅλας τὰς διακηρύξεις, μὴ τυχὸν εἰς τὰς τοιαύτας δημοπρασίας δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὅρος ἐκεῖνος.

§50Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὁ νομάρχης πρέπει νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὸν δήμαρχον τὸ καθῆκόν του, καὶ ἂν οὗτος δὲν ἐκτελῇ αὐτὸ, τότε νὰ ἀναφέρῃ τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ καταγγέλλῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ νὰ τιμωρῆται ὁ δήμαρχος. Ἀπόδειξις τούτου, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἁλμυροῦ καὶ κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοῦ 1902, ὑπουργοῦντος τοῦ ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κυρίου Τριανταφυλλάκου. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομάρχης Λαρίσης ἦτό τις, ὁ ὁποῖος εὑρέθη διωρισμένος ὑπὸ τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ διετηρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, καὶ ὁ νομάρχης οὗτος τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἐτήρησε κατὰ τοῦ δημάρχου Λαρίσης. Ἠθέλησε νὰ ἀκυρώσῃ τὰ πρακτικὰ δημοπρασίας τινὸς, διότι ὁ δήμαρχος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν περιέλαβεν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, ὅτι ὑπάρχει δικαίωμα διὰ τοῦ ἀστυνόμου νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμον εἰς τὸν ἐργολάβον. Ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Τριανταφυλλᾶκος, συνεπείᾳ ἐφέσεως τοῦ δημάρχου ἐκείνου, ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου, καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ καθήκοντά του, καὶ νὰ μὴ παραβαίνῃ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ περὶ νομαρχῶν νόμου.

§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Γνώμη του ἦτο.

§52Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Γνώμη εἶναι καὶ ἡ ἰδική σας, ἡ ὁποία, δὲν γνωρίζω διατὶ θὰ ἦναι καλλιτέρα τῆς τοῦ κυρίου Τριανταφυλλάκου.

§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι εἶναι καλλιτέρα.

§54Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔχω πρόχειρον τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ κυρίου Τριανταφυλλάκου. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, μεθ’ ὅλην τὴν ἐναντίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἐὰν ἤθελε μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, βεβαίως ἤθελεν ἀκολουθήσει τὸ παράδειγμα τοῦ προκατόχου του. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος δήμαρχος...

§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κομπολόγι!

§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ περιορισμοῦ καταχρήσεων.

§57Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἐφαρμόζετε ταῦτα καὶ ἐπὶ τοῦ δήμου Ἀθηναίων;

§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε, βλέπω, τελείαν ἄγνοιαν τοῦ δημοτικοῦ νόμου· διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ τοιοῦτόν τι εἰς τὸν νομάρχην· ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν ἐφέσεων, αἵτινες τῷ ὑποβάλλονται.

§59Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δικαιοῦται ὅμως νὰ παύῃ τὸν νομάρχην.

§60Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Μάλιστα, τὸν παύει. Μεταξὺ τῶν ἄλλων δήμων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης, εἶναι καὶ ὁ δῆμος Νέσσωνος, περὶ τοῦ ὁποίου πρώτην φορὰν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, καὶ τοῦ ὁποίου πρωτεύουσα εἶναι κωμόπολις ἀρκετὰ μεγάλη καὶ πλουσία, ὀνομαζομένη Μέγα Κεσερλῆ. Ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου τούτου δὲν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὸν προκάτοχον νομάρχην πρὸς ἔγκρισιν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ ὑπέβαλεν αὐτὸν εἰς τὸν νέον νομάρχην. Δυστυχῶς καὶ ὁ δήμαρχος οὗτος δὲν εἶχε τὰς αὐτὰς ἰδέας πρὸς τὸν κ. νομάρχην, καίτοι δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κύριος νομάρχης εὗρε κατάχρησίν τινα, τὴν ὁποίαν νὰ περιστείλῃ, ὡς εἶχεν ἐντολὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...

§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ μόνη ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, εἶναι, ὅταν πρόκηται περὶ διαχειρίσεως δημοτικῶν χρημάτων, νὰ ἐπιβλέπωσιν οἱ νομάρχαι, ὅπως μὴ γίνωνται περιτταὶ δαπάναι ἢ καταχρήσεις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου φρονῶ, ὅτι τινὰ τῶν κονδυλίων, ἅτινα περιώρισεν ὁ νομάρχης, δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσιν· ὅταν δὲ ὑποβληθῇ ἔφεσις ἐκ μέρους τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, θέλω μεταρρυθμίσει τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου.

§62Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐπεξετείνατε τὴν μελέτην σας καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων, διότι δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουσι τόσον τὰ ἔξοδα, καθόσον ὁ δήμαρχος εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν περιμένουσι νὰ ζήσωσιν ἐκ τοῦ δημοτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ δήμαρχος ἐκεῖνος, περὶ οὗ σᾶς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι εἶχεν ἀναγράψει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου κονδύλιον διὰ δενδροφυτείας τοῦ χωρίου Γκερλῆ, καὶ ἐκίνησε τότε τοῦτο τὴν προσοχὴν ἐν μέρει τῆς Βουλῆς, εἶναι ἰδιοκτήτης ὁλοκλήρου τοῦ χωρίου αὐτοῦ, ἄνθρωπος ἔχων περιουσίαν 500,000 δραχμῶν καὶ μὴ περιμένων νὰ ὠφεληθῇ 1000 ἢ 2000 δραχμὰς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου. Οὗτος κατεσκεύασεν 20 κρήνας ἐν τῷ δήμῳ αὐτοῦ, καὶ ἔχει μέγιστον συμφέρον διὰ τὴν προκοπὴν τοῦ χωρίου του.

§63Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κατεσκεύασε ταύτας ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου; Ἐγὼ ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ὑπεστήριξα, καὶ ἐνεκρίθη ἡ ἀπόδοσις τῶν κοινοτικῶν χρημάτων πρὸς κατασκευὴν τῶν κρηνῶν τούτου.

§64Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ τώρα δὲν σᾶς ἀκολουθεῖ, λέγετε ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτὸς νὰ καταχρασθῇ.

§65Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.

§66Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔλεγον, ὅτι καὶ ὁ νῦν δήμαρχος Νέσσωνος εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ δημοτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Περιέμενε νὰ ἔλθῃ νέος νομάρχης, ἵνα ὑποβάλῃ πρὸς αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμόν, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐν αὐτῷ, δὲν περιεῖχον οὔτε ἑνὸς λεπτοῦ κατάχρησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. νομάρχης Λαρίσης, ἵνα ἐξαναγκάσῃ αὐτὸν νὰ σχηματίσῃ τὰς αὐτὰς πολιτικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ ἐκεῖνος, καὶ ἵνα τὸν κάμῃ εἰς οὐδὲν ἔργον νὰ προβῇ, νὰ μὴ ἀποπερατώσῃ δὲ ἴσως οὐδ’ αὐτὸ τὸ ἀρξάμενον ἔργον τῆς ὑδρεύσεως τῆς κωμοπόλεως, — διότι ὁ πρώην δήμαρχος εἶχε φέρει εἰς πέρας σχεδὸν τὴν ὕδρευσιν τῆς πόλεως καὶ εἶχε φέρει 20 σιδηρᾶς κρήνας, αἵτινες ἐπρόκειτο νὰ τοποθετηθῶσι χάριν τῆς ὑδρεύσεως τῆς κωμοπόλεως, — ἀπήλειψε πραγματικὸν ἔσοδον τοῦ δήμου.

§67Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἴπετε περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν 20 κρηνῶν, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἂν αἱ κρῆναι αὗται θὰ κατασκευασθῶσι διὰ χρημάτων τοῦ δημοτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ δι’ ἄλλων χρημάτων.

§68Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Διὰ κοινοτικῶν χρημάτων.

§69Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐγγράφονται εἰς τοὺς δημοτικοὺς προϋπολογισμούς.

§70Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔφερα τοῦτο πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι καὶ ἐκεῖ παρεμβάλλονται προσκόμματα. Ὡς γνωρίζετε, αἱ κρῆναι ἔχουσι μετενεχθῆ ἐκεῖ πρὸ τῆς 20 Σεπτεμβρίου, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετηθῶσι, διότι δὲν ἐκδίδονται τὰ σχετικὰ ἐντάλματα. Τὴν αὐτὴν τακτικὴν μετέρχεται ὁ κ. νομάρχης καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ὁ δήμαρχος θέλει νὰ ἐκτελέσῃ ἐντὸς τῆς κωμοπόλεως. Ἔχει ἀναγράψει, παραδείγματος χάριν, καθυστερούμενα ἐκ παρῳχημένων χρήσεων δραχμὰς 9,000...

§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καλῶς ἔπραξε περὶ τούτων ὁ κ. νομάρχης. Οὗτος, ὡς βλέπετε, ηὔξησε τὰ ἐφετεινὰ ἔσοδα τοῦ δήμου ἐν σχέσει πρὸς τὰ τοῦ 1903 κατὰ 4,000 περίπου δραχμάς, ἀλλ’ ἀφῄρεσε τὰ ἔσοδα ἐκ καθυστερουμένων παρῳχημένων χρήσεων, διότι ταῦτα δὲν εἰσπράττονται.

§72Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Πόθεν προκύπτει τοῦτο;

§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ δήμαρχος ἐγγράφει τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 9,000 δραχμῶν, ἵνα δαπανήσῃ ἔπειτα ἐπὶ τῇ βάσει ἐσόδου ὑποθετικοῦ.

§74Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἵνα ὑποστηρίξῃ τοῦτο ὁ δήμαρχος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ του, βεβαίως ἔχει παραστατικὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δήμου, τὰ ὁποῖα ὤφειλε προηγουμένως νὰ ζητήσῃ ὁ κ. νομάρχης ἀπὸ τὸν δήμαρχον, καὶ ὄχι αὐθαιρέτως νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν αἱ 9,000 αὗται δραχμαί, καὶ ν’ ἀπαλείψῃ τὸ κονδύλιον. Δι’ αὐτοῦ οὐδὲν ἄλλο δεικνύει ἢ ἄγνοιαν.

§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.

§76Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι λέγει ἐν τῇ ἀποφάσει του, ὅτι ὁ δῆμος Νέσσωνος εἶναι τόσον μικρός, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην.

§77Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπετε, παρακαλῶ, εἰς τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι δῆμος, τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 15,000 δραχμάς, ἀπέναντι 10,000 δραχμῶν ἐσόδων τοῦ 1903, δύναται νὰ εἰσπράξῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους 9,000 δραχμὰς ἐκ καθυστερουμένων.

§78Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ δήμου εἶναι μόνον 15,000 δραχμαί;

§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα ὁ νομάρχης, ἀπὸ 10,000, ὅσα ἦσαν πέρυσιν, ἀνεβίβασεν εἰς 15,400. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, δῆμος, ὅστις ἔχει ἔσοδα ἐξ ἀμέσων φόρων 15,000, νὰ εἰσπράξῃ 9,000 ἐκ καθυστερουμένων;

§80Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν, πόσα εἰσέπραττε;

§81Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Μοὶ γράφει περὶ τούτου ὁ κ. δήμαρχος, ὅτι ἀπήλειψε τὸ κονδύλιον τοῦτο ὁ νομάρχης διὰ νὰ φέρῃ ἰσοζύγιον, καὶ νὰ φαίνηται, ὅτι ὁ δῆμος δὲν ἔχει χρήματα, ἐνῷ καθυστεροῦνται χρήματα αὐτοῦ βεβαιωμένα καὶ εἰσπράξιμα, καθυστεροῦνται δέ, διότι δὲν μετέβη ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ πρὸς εἴσπραξιν. Αὐτὸ βεβαιοῖ ὁ δήμαρχος· ἐὰν ὁ δήμαρχος ψεύδηται, διατὶ ὁ κ. νομάρχης δὲν λαμβάνει τὸν κόπον νὰ διατάξῃ τὸν δήμαρχον νὰ τῷ προσαγάγῃ τὰ παραστατικὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δήμου, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχωσι ταῦτα, νὰ μὴ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ ἀντείπῃ εἰς τοῦτο; Ἀπόδειξις ὅτι προέβη εἰς τοῦτο ὁ νομάρχης ἐξ ἀγνοίας, εἶναι, ὅτι οὐδέποτε μετέβη νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν δῆμον, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὠνόμαζεν αὐτὸν μικρὸν δῆμον καὶ μικρᾶς σημασίας, ἀφοῦ σύγκειται ἐξ ἐννέα χωρίων, ἀφοῦ ἔχει ἑβδομαδιαίαν ἀγοράν, ἀφοῦ ἔχει τρεῖς κεντρικὰς πλατείας, ἀφοῦ τελεῖ πανήγυριν, ἔχει τριτάξιον Ἑλληνικὸν σχολεῖον καὶ ἄλλα μικρότερα σχολεῖα. Ἐκ τούτου λοιπὸν, μὴ μεταβὰς ἐκεῖσε ὁ κ. νομάρχης, ὅπως αὐτὸς οὗτος φωτισθῇ, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, στηριζόμενος μόνον ἐπὶ τῶν εἰσηγήσεων, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐγένοντο. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑποθέτω, ὅτι ἐγένετο ἔφεσις, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κρατεῖ εἰς χεῖράς του ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐγένετο ἔφεσις. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖράς μου, τὰ ἔλαβον, ὅπως ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάμετε, καὶ δι’ ἧς ἐζητήσατε νὰ κατατεθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ δήμου. Τοὺς προϋπολογισμοὺς τούτους ἐζήτησα καὶ θὰ καταθέσω.

§83Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω.

§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀντιβασιλείας».

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 149).

§86Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ σήμερον περὶ τῆς μεσημβρινῆς διακοπῆς. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του, ἂν πρόκειται νὰ συνεδριάζωμεν διαρκῶς, ὡσανεὶ τὸ θέμα εἶναι περὶ κοινῆς σωτηρίας ἢ περὶ μεγίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Νομίζω, ὅτι διακοπὴ δύο ὡρῶν εἶναι ἀναγκαιοτάτη· οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ τις παρὰ τῶν Βουλευτῶν νὰ παραμένωσι νήστεις μέχρι τῆς δευτέρας ὥρας μετὰ μεσημβρίαν.

§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι, ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ πρόθεσις πρὸς ἐργασίαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἡ διακοπὴ μιᾶς ὥρας, ὅπως προγευματίσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀρκετή, καὶ οὐχὶ δύο ἢ τριῶν ὡρῶν.

§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δύο ὡρῶν.

§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μία ὥρα νομίζω ὅτι ἀρκεῖ.

§90Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§91Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γείνῃ διακοπή, κύριε Πρόεδρε, ἢ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις;

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ γείνῃ διακοπὴ μιᾶς ὥρας.

§93Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἅμαξαν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ἑπομένως μιᾶς ὥρας διακοπὴ εἰς ἡμᾶς δὲν ἀρκεῖ.

§94Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐὰν διακόψωμεν ἐπὶ μίαν μόνον ὥραν, εἶναι ἀδύνατον μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὥρας νὰ ἐπανέλθωμεν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ μία ὥρα θὰ γείνῃ δύο, αἱ δύο θὰ γείνωσι τρεῖς, καὶ αἱ τρεῖς τέσσαρες. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμένῃ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσῃ νὰ διακόψωμεν ἐπὶ δύο ὥρας.

§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ὑπάρχει διάθεσις πρὸς ἐργασίαν ἢ ὄχι. Βλέπω ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν δωδεκάτην, καὶ ἀκόμη δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ γείνῃ διακοπὴ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας.

§96Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου (θόρυβος).

§97Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐτελείωσαν αἱ ἐπερωτήσεις.

§98Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν εἰσήλθομεν, καὶ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματά μας (θόρυβος).

§99Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· ζητοῦμεν μόνον νὰ παραμείνωμεν μέχρις οὗ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἄλλως δὲν διακόπτομεν.

§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ μὴ διακόψωμεν (θόρυβος).

§101Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ θέλετε ἐκ πείσματος νὰ ἐπιμένητε, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν (θόρυβος).

§102Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Μελισσηνοῦ καὶ Γ. Ραδινοῦ, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 123 Βουλευταί. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Γιαννακίτσας).

§105Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς δὲν πρέπει νὰ κανονίζῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ περὶ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἐκ στιγμιαίων ἐντυπώσεων. Ἡ μεταβολὴ τῶν ὡρῶν, ἥτις ἐγένετο, εἶναι ὑπὲρ τῆς πλειονοψηφίας· ἡ πλειονοψηφία δὲν ἠδύνατο ἴσως νὰ ἔχῃ παρόντας τοὺς φίλους αὐτῆς κατὰ τὰς νυκτερινὰς συνεδριάσεις, τὸ μεσονύκτιον ἢ τὴν πρώτην ἢ δευτέραν πρωϊνὴν ὥραν, δύναται ὅμως νὰ τοὺς ἔχῃ παρόντας ἀπὸ τῆς δεκάτης πρωϊνῆς ὥρας, ἡ ὁποία ὡρίσθη ὡς ὥρα τῶν συνεδριάσεων, μέχρι τῆς μεσημβρίας, καὶ μετὰ μικρὰν διακοπὴν ἀπὸ τῆς τρίτης μέχρι τῆς ὀγδόης μετὰ μεσημβρίαν. Ἐὰν δὲν παρίστανται καὶ τότε, τοῦτο θὰ ἦναι πταῖσμα τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι θεωρητικῶς ὀρθόν, ὅτι πρέπει ἡ Ἀντιπολίτευσις πάντοτε νὰ παρίσταται, καὶ ὅτι ἐξ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, πρέπει νὰ κανονίσῃ ἡ πλειονοψηφία τὰ τῆς συνεδριάσεως. Ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις πρέπει νὰ ἦναι δι’ ὅλους. Ἐὰν παρίστανται οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὑμεῖς δὲ, κύριε Πρόεδρε, κάθησθε ἐπὶ τῆς ἕδρας σας ἀπὸ τῆς δεκάτης ὥρας, θὰ ἐξακολουθῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς δωδεκάτης, θὰ γίνηται εἶτα μικρὰ διακοπή, καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ συνεδρίασις, ἀπὸ τῆς τρίτης ἢ τετάρτης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν. Οὕτω, νομίζω, οὐδὲν ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα φοβεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ συμβῇ. Ἀλλ’ ὅταν δὲν παρίστανται οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θὰ ἔχωμεν ἐπανάληψιν τῶν ἰδίων σκηνῶν, ἃς εἴχομεν κατὰ τὰς νυκτερινὰς συνεδριάσεις, τὴν πρώτην ἢ δευτέραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Διὰ τοῦτο συνιστῶ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἦναι παρόντες οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἦναι παρόντες οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐργάζηται ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς δεκάτης πρὸ μεσημβρίας ὥρας μέχρι τῆς μεσημβρίας, καὶ θὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὰς ἐργασίας της κατὰ τὴν τρίτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν· τοιουτοτρόπως δὲ θὰ δύναται νὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἐπὶ 6 ἢ 7 ὥρας. Πρόδηλον ὅτι εἶναι κέρδος τῆς πλειονοψηφίας ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῶν ὡρῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρίστανται οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ καταντᾷ ἡ τρίτη ὥρα μετὰ μεσημβρίαν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν νὰ γίνεται πέμπτη, διότι τοιουτοτρόπως θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ συμβαίνῃ τὸ ἴδιον, τὸ ὁποῖον συνέβαινε καὶ κατὰ τὰς νυκτερινὰς συνεδριάσεις, τὴν πρώτην ἢ δευτέραν πρωϊνὴν ὥραν νὰ ἐξακολουθῶμεν· διότι, ἂν συνέβαινε τοῦτο κατὰ τὰς ὥρας αὐτὰς, συνέβαινεν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας μεγάλου μέρους τῆς πλειονοψηφίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὕτω τὰ πράγματα δύνανται ὁμαλῶς νὰ διεξαχθῶσιν, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κανονίσῃ τὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καθ’ ὃν ὑπέδειξα τρόπον.

§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἦτο ἐδῶ κατὰ τὴν δεκάτην ὥραν πρὸ μεσημβρίας, καὶ ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.

§107Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μὲ 15 ἀντιπολιτευομένους παρόντας.

§108Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι νομίζω, ὅτι ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι καθῆκον νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις· εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι μόνον οἱ τῆς πλειονοψηφίας ἔχουσι τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι καθῆκον νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν διακοπὴν, οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ προβάλωμεν ὡς πρὸς τοῦτο· οὔτε ἔφερα δυσκολίαν εἰς τὴν διακοπήν· ἀπ’ ἐναντίας συνήνεσα· εἶπον δὲ, ὅτι μιᾶς ὥρας διακοπὴ μοὶ φαίνεται ἐπαρκὴς, διὰ νὰ δύνανται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ προγευματίζωσιν. Ἐγένετο ἀντίρρησις ὑπό τινων, οἵτινες εἶπον, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μιᾶς ὥρας διακοπὴ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ διακόπτωμεν ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν· συνήνεσα καὶ εἰς τοῦτο, ἀλλὰ προσέθηκα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ, ὅπως τὸ πρῶτον μέρος τῆς συνεδριάσεως καταναλίσηται εἰς ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως, μετὰ τὴν ἀναγγελίαν δὲ ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ διακόπτωμεν, εἰς τὸ δεύτερον δὲ στάδιον τῆς συνεδριάσεως νὰ καταγινώμεθα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ, ἡ χωρίζουσα τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ ἐμέ. Ἐγὼ μὲν παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον, οὐδενὸς ζητήσαντος τὸν λόγον, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμεινε νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§109Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἶχον ἐγὼ τὸν λόγον.

§110Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινόμενον μέτρον ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη μένουσι πρὸς ἐργασίαν πρὸ τοῦ Πάσχα, δύνανται δὲ κατὰ τὰς πρὸ τῆς διακοπῆς ὥρας νὰ ἐξαντλῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, ὅπως ἐγίνετο καὶ ἄλλοτε.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§112Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Καὶ ὅτε ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ παρεκάλεσα νὰ μὲ ἐγγράψητε, καὶ πρὶν εἶχον ζητήσει τὸν λόγον.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτε ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ κ. Χατζόπουλος μοὶ ἔκαμε νεῦμα, ὅτι θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.

§114Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε τὰ νεύματα προτιμῶνται τῆς φωνῆς!

§115Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἦτο καὶ ὁ κ. Χατζόπουλος ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Μελισσηνέ.

§117Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, ὑπέπεσεν εἰς δύο ἀνακριβείας· πρῶτον, ὅτι ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεὶς ἦτο ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον, διότι σεῖς μὲ εἴχετε ἐγγράψει, κύριε Πρόεδρε, ἢ μᾶλλον ὁ πρὸ ὑμῶν κατέχων τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου...

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ὁ προεδρεύων ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Γιαννακίτσας). Τὸ Προεδρεῖον εἶναι ἀδιαίρετον.

§119Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι οὐδεὶς ἦτο ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου προσέθηκεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ οὐδεὶς εἶχε σκοπὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Πόθεν ἐξήγαγε τοῦτο; Ἔκαμε ψυχολογικὴν ἐξέτασιν;

§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεὶς εἶχε σκοπὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον· εἶπον, ὅτι οὐδεὶς ἐφαίνετο διατεθειμένος νὰ λάβῃ τὸν λόγον (διακοπαὶ ἐξ ἀριστερῶν).

§121Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ (πρὸς τοὺς διακόπτοντας). Παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ μὲ διακόπτητε· ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦσθε φίλοι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν συνδεώμεθα πολιτικῶς, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ὅταν ὁμιλῶ. Λοιπὸν εἶναι γεγονός, ὅτι ἤμην ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἑπομένως τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ἀκριβές. Πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν παράκλησίν μου, ὅπως διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν, συνῄνεσε, καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνῄνεσε, καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασίν μου, ὅπως διακόψωμεν ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, αἴφνης ἐρεθισθεὶς ἀπαιτεῖ ἐκ πείσματος νὰ μὴ διακόψωμεν. Πιθανὸν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιθυμῇ νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἀσκοῦμεν ἐκ τοῦ Συντάγματος, τὸν ὁποῖον ἀσκοῦμεν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ περιορίσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου μᾶς τὸ παρέχει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τοῦτο.

§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν ὁρίστε εἰς τὸν ἔλεγχον.

§123Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ παύσωσι τὰ πείσματα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ἡμῶν περὶ διακοπῆς ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν.

§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἐν ὅσῳ σεῖς ἔχετε πεῖσμα, θὰ ἀντιτάσσωμεν καὶ ἡμεῖς πεῖσμα.

§125Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παννυχίδων, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ καμάτου ἐκ παννυχίδων, θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ κάματος οὗτος νὰ ἐλαφρυνθῇ ὀλίγον διὰ μικροῦ ὕπνου, ἔστω καὶ ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τούτων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ φαγητοῦ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ εἰς πείσματα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν παρακαλῶν νὰ μὴ ἐπιμένητε εἰς τὸ πεῖσμα, διότι, ἐφ’ ὅσον σεῖς ἐπιμένετε, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ καὶ πάλιν νὰ ὑποβληθῶσιν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλὰ κάμνετε.

§127Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν θὰ φάγωμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ δὲν θὰ φάγητε καὶ σεῖς. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.

§128Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§129Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος Κανονισμοῦ, προκειμένου περὶ ζητήματος τακτοποιήσεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωμεν μέγα ἐθνικὸν ζήτημα, ὑποβιβάζοντες αὐτὸ, τὸ ζήτημα τῆς προασπίσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Ἐὰν εἰς πᾶσαν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνταῦθα, παρεισάγωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ζητήματος θὰ ἐκμηδενισθῇ. Ἄλλαι εἶναι αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν ἐκείνων οὐδεὶς Ἕλλην καὶ οὐδεὶς Βουλευτὴς πρέπει νὰ πράξῃ τι, τὸ ὁποῖον νὰ παρακωλύσῃ, ἔστω καὶ κατὰ μικρὸν, τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος. Ἐνταῦθα πρόκειται ἁπλούστατα περὶ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐν στιγμῇ καὶ ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς Βουλευτὴς, οὐδεὶς Ἕλλην συνηθίζει νὰ μὴ προγευματίζῃ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τόσον μικρὸν, τόσον ἀνάξιον ἀνυψώσεως τοιαύτης, ὥστε δὲν πρέπει νὰ τὸ συζητῶμεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν. Ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς πάντοτε, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχω τοὐλάχιστον ἐγὼ ἐν τῇ Βουλῇ, διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, εἰς τὸ μέρος τῆς ἐξελέγξεως καὶ εἰς τὸ μέρος τὸ νομοθετικόν. Δὲν ἠξεύρω ποτὲ, ἀφ’ ὅτου ἐνταῦθα εἶμαι ἐγὼ, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποτὲ, τὸ νομοθετικὸν ζήτημα τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ τὴν ἐπέκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Τὸ ἐξελεγκτικὸν μέρος τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν κατηναλίσκοντο καὶ πάντοτε καταναλίσκονται τὰ ⅔ ἴσως τῆς ἐργασίας αὐτῆς καὶ πλέον. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σήμερον τὸ νὰ θέλωμεν μέχρι τῆς δεῖνα ὥρας ἀκριβῶς νὰ λήγῃ τὸ πρῶτον τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὸ δεύτερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ...

§130Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγένετο πολλάκις.

§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ γείνῃ. Εἶναι περιττὸν νὰ συζητῆτε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον. Ἀφοῦ δὲν θέλετε, δὲν ἐπιμένω. Ἂς μὴ γείνῃ.

§132Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι τὸ ἐξελεγκτικὸν μέρος τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ, ὅπως δὲν περιωρίσθη ποτὲ καὶ τὸ νομοθετικὸν, διότι συνέβη νὰ ἀρχίσωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν τὸ μεσονύκτιον καὶ νὰ προβῶμεν μέχρι τῆς πέμπτης, ἕκτης καὶ ἑβδόμης πρωϊνῆς ὥρας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητῶμεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγῃ τις, ὅτι θὰ δείξῃ πεῖσμα, πρὸ πάντων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατὶ θὰ ἦμαι χειρότερος ἀπὸ σᾶς;

§134Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι ἔχετε θέσιν, ἡ ὁποία σᾶς ἐπιβάλλει περισσοτέραν εὐθύνην.

§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ σεῖς ἔχετε τοιαύτην θέσιν.

§136Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω θέσιν ἐγὼ, δὲν βαρύνει ἐπὶ τῆς ῥάχεώς μου ἡ εὐθύνη.

§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδέποτε θὰ λάβω μαθήματα ἀπὸ σᾶς.

§138Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σᾶς δίδω μαθήματα, οὐδὲ δέχομαι μαθήματα· λέγω μόνον, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἔχει περισσοτέραν εὐθύνην.

§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχει ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ σᾶς δώσῃ λόγον, οὐδὲ μαθήματα νὰ λάβῃ ἀπὸ σᾶς.

§140Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἤθελον ἀκριβῶς νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρέπει διὰ πεισμάτων νὰ ἐργαζώμεθα ἐδῶ, καὶ βλέπω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν παρεμποδίζοντα ἐμὲ νὰ καταλήξω εἰς συμπέρασμα καὶ εἰς γνώμην ἀποκλείουσαν ἀκριβῶς τὰ πείσματα. Τὰ πείσματα λοιπὸν νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἄγωσι. Δὲν πρέπει οὐδὲ ἡμεῖς νὰ θέλωμεν νὰ πιέσωμεν τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέλῃ νὰ πιέσῃ ἡμᾶς. Τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς, ὅπως οἱ Βουλευταὶ ἐκπληρώσωσι μίαν ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπρότεινε, νὰ διακόπτωμεν περὶ τὴν μεσημβρίαν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 1½, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα λύεται, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη περισσοτέρων συζητήσεων.

§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη περισσοτέρων συζητήσεων. Παραδέχεσθε ἢ ὄχι τὴν πρότασιν τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν;

§142Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία εἶναι ἡ πρότασις;

§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς συνεδριάσεως νὰ καταναλίσκεται εἰς τὸν ἔλεγχον, καὶ τὸ δεύτερον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.

§144Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν;

§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Δὲν ζητῶ παρ’ ὑμῶν παραχωρήσεις. Ἀπ’ ἐναντίας παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἐξακολουθήσητε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖτε ἀπὸ δύο ἤδη μηνῶν καὶ τὸ ὁποῖον τοσοῦτον δυσάρεστα ἔσχεν ἀποτελέσματα εἰς τὴν ὑγείαν πολλῶν ἐξ ἡμῶν. Ἐξακολουθήσατέ το, διότι ἔχετε δικαίωμα, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, νὰ τὸ ἐξακολουθήσητε· ἀλλὰ δυνάμει τοῦ αὐτοῦ Κανονισμοῦ ἔχει καὶ ἡ πλειονοψηφία τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅπως αὐτῇ φαίνεται πρέπον, ἡ δὲ πλειονοψηφία, δι’ ἐμοῦ διερμηνεύουσα τὰς ἰδέας της, δηλοῖ, ὅτι δὲν θὰ γείνηται διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως πρὶν ἐξαντληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις. Ἐξακολουθήσατε, παρακαλῶ, τὸν ἔλεγχον.

§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἐμπρὸς τὰς ἐνστάσεις!

§147Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς ὥρας ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἐσμὲν πάντες σύμφωνοι. Καὶ ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει ἐπρότεινε τὴν δεκάτην ὥραν πρὸ μεσημβρίας, πάντες εἴπομεν, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη συνωμολογήθη συμφωνία, καὶ συνετελέσθη σήμερον ἀπαρτία τῇ συνδρομῇ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἦλθε στιγμή, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ πείσματος ἀδικαιολογήτου, ἐνῷ ἐδέχθη νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτὴν τὴν 2 ἢ τὴν 1 καὶ 30′ μετὰ μεσημβρίαν, αἴφνης λέγει, ὅτι δὲν διακόπτομεν. Διατί; Διότι ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδῶμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, νὰ παραιτήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τοῦ ἐπερωτᾶν καὶ ἐλέγχειν, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπει τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι λίαν ἀνώμαλον, εἶναι λίαν ἀντισυνταγματικόν. Οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ὅτι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἤθελε ῥίψει τοιαύτην πρότασιν, ἵνα παύσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν.

§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπε τοῦτο.

§149Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶπε.

§150Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπε νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνεδρίασις μέχρις ὅτου τελειώσουν αἱ ἐπερωτήσεις.

§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐγένετο καὶ ἄλλοτε.

§152Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀπεριόριστον· ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἀσχάλλοντες καὶ σπεύδοντες, λέγουσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν προβαίνει εἰς τὰς ἐργασίας της, διότι ἐπιθυμοῦσιν, ἵνα ἐν τρισὶ συνεδριάσεσι λάβωσι τὰ νομοσχέδια καὶ μεταβῶσι νὰ καθήσωσιν ἥσυχοι εἰς τὰ Ὑπουργεῖά των, ὅπως ἐξακολουθήσωσιν ἀνενοχλήτως τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον καθιέρωσαν, ἀνατρέποντες πᾶν καλῶς κείμενον, ἀνατρέποντες τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμοῦσι νὰ μείνωσιν ἥσυχοι ἀπὸ τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι ἡ ἐφετεινὴ Σύνοδος ἔκαμεν ἐργασίαν μεγάλην καὶ ποικίλην. Οὐδέποτε, κ. Πρόεδρε, παρουσιάσθη εἰς Σύνοδον Βουλευτικὴν τοιαύτη σωρεία νομοσχεδίων, σύστημα ὁλόκληρον στρατιωτικῆς νομοθεσίας, σύστημα ὁλόκληρον οἰκονομικόν. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ νὰ διέλθωσι τοιαῦτα νομοσχέδια ἄνευ συζητήσεως; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς προώδευσαν. Ἄς ἀνατρέξωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα ἴδωσιν, ὅτι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ὑπάρχουσι 10 νομοσχέδια, νομοσχέδια τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν εἶδεν ἡ Ἑλλάς. Διατὶ ἡ βία αὕτη; Διατὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ βιάζονται, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι πρόθυμος νὰ συντρέξῃ αὐτούς, ἐνασκοῦσα τὸ δικαίωμά της; Τὸ Σύνταγμα, κύριε Πρόεδρε, τάσσει προθεσμίαν ἑξάμηνον διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, μόλις δὲ τρεῖς μόνον μῆνες ἔχουσι παρέλθει ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Οἱ νομοθετήσαντες τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἦσαν, νομίζω, καὶ ἐκεῖνοι ὅμοιοι μὲ ἡμᾶς. Ἡ 10 Ἰουνίου εἶναι ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἔχῃ πλέον δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ, διότι λήγει τὸ ἑξάμηνον διάστημα, ὑπολογιζομένου τοῦ χρόνου ἐνάρξεως ἀπὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ καίτοι τοιαύτας ἔχομεν ἐνδείξεις ἐργασίας καὶ ψηφίσεως νομοσχεδίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον πολλαὶ βελτιώσεις τῇ ὑποδείξει τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, —καὶ ἂς μὴ λησμονῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι πολλάκις καὶ ἐν τῇ ἀπαρτίᾳ καὶ ἐν τῇ ψηφίσει τῶν νομοσχεδίων συνέτρεξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐκπεφρασμένην ἔχουσα γνώμην, ἵνα συντρέξῃ νὰ ψηφισθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ μετὰ συζήτησιν, —ἐν τούτοις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιτάσσων, ὡς λέγει, πεῖσμα εἰς τὸ πεῖσμα, δηλοῖ, ὅτι δὲν θὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως. Δηλαδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτιμᾷ νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν ὑγείαν ἡμῶν, καὶ νὰ μᾶς ἐξαναγκάσῃ νὰ ὑποστῶμεν τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον! Διότι ἐκεῖ, κύριε Πρόεδρε, θὰ καταλήξῃ ἡ ἄνευ διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως παράτασις τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς πέραν τῆς τρίτης ἢ τετάρτης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν.

§153Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ καθαρίσωμεν! Ὅσοι ζήσουν καὶ ὅσοι δὲν ζήσουν!

§154Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται, Κύριοι, νὰ γείνῃ διαγωνισμὸς σωματικῆς ἀντοχῆς, τότε βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ διαγωνισθῶ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς φρόνιμον τοῦτο. Ἐν τέλει, κύριε Πρόεδρε, προτείνω, καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διακόψωμεν τὴν ὥραν ταύτην, νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας, — ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι δὲν πρόκειται νὰ εὕρωσιν ἐμπόδιον, διότι μέχρι τοῦδε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀποδείξεις, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι πρόθυμος καὶ εἰς τὴν ἀπαρτίαν νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων.

§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ μεταβολὴ τῶν ὡρῶν τῆς συνεδριάσεως, παρεκάλεσε δὲ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς σήμερον ἄρχωνται τὴν δεκάτην ὥραν πρὸ μεσημβρίας. Συνηνέσαμεν προθύμως, προθυμότατα, εἰς τοῦτο. Ὅτε δ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι θὰ γίνηται βεβαίως διακοπὴ τὴν μεσημβρίαν, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε: «σκεπτόμεθα περὶ τούτου τὴν Δευτέραν.» Σήμερον, Δευτέραν, ὅτε ἦλθεν ἡ μεσημβρία, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὁρίσῃ, πόσην ὥραν θὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι μία ὥρα ἀρκεῖ· ὑπεδείχθη εἰς αὐτὸν, ὅτι μία ὥρα βεβαίως δὲν εἶναι ἀρκετή, ὅπως μεταβῶμεν εἰς τοὺς οἴκους ἡμῶν, γευματίσωμεν καὶ ἐπιστρέψωμεν· διότι οὔτε οἱ ἠθοποιοὶ εἰς τὰ θέατρα τρώγουσι μὲ τόσην ταχύτητα. Ἐδέχθη κατόπιν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὅπως ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς αὐξηθῇ εἰς μίαν ὥραν καὶ ἡμίσειαν. Ἐνῷ δὲ ἐδέχθη τοῦτο, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠξίωσε νὰ λάβῃ ἀντάλλαγμά τι. Ποῖον ἀντάλλαγμα ἐζήτησεν; Ἐζήτησε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνῷ ἦσαν ἐγγεγραμμένοι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὐδείς.

§157Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ ἦσαν δύο ἢ τρεῖς ἐγγεγραμμένοι, ἦσαν δὲ διατεθειμένοι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετεβλήθη καὶ εἰς Τειρεσίαν, καὶ καθ’ ἣν ὥραν ὑπέγραφεν ὑπηρεσιακὰ ἔγγραφα, ἀντελήφθη, ὅτι οὐδεὶς ἦτο διατεθειμένος νὰ ὁμιλήσῃ! Τοῦτο, νομίζω, ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς εὐφυίας αὐτοῦ, ὁσονδήποτε εὐφυῆ καὶ ἄν τὸν ἐκλάβω — καὶ εἶναι βεβαίως εὐφυέστατος ὁ ἀνήρ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ ἀνταλλάγματος εἶναι ἀξίωσις ἀντικειμένη καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν λογικήν. Διατὶ τάχα πρέπει μέχρι τῆς δωδεκάτης νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων; Δυνατὸν καὶ τὴν ἑνδεκάτην νὰ καταλήξωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα· ἐὰν δὲ αἱ ἐπερωτήσεις καταναλίσκωσι καιρόν τινα, τοῦτο εἶναι ἴσως κακὸν, ἀλλ’ ἀναγκαιότατον. Ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον κατηναλώθη σήμερον, κατηναλώθη οὐχὶ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατηναλώθη ὑπὸ Βουλευτοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν συμμαχοῦσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μερίδα. Ἡμεῖς ἐντεῦθεν οὐδόλως εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ χρόνου συνετελέσαμεν. Ὁ συμμαχῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτὴς κατήγγειλε πράξεις τῶν κυβερνητικῶν ὀργάνων. Εἰς τί πταίομεν ἡμεῖς καὶ διατὶ τάχα θέλετε νὰ ἤμεθα ὑπαίτιοι ἡμεῖς διὰ τὰς ἐπερωτήσεις τῶν συμμαχούντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἄν ἔχωμεν νὰ φέρωμεν ἐπερώτησιν οἱανδήποτε, δὲν δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν αὐτῆς, καίτοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ φανῶμεν εὐχάριστοι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ καταγγέλλωμεν τὰς ὑπερβασίας τὰς διοικητικάς· διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἀποκλειστικὸς ὅρος τῆς ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς ταύτης εἶναι νὰ ψηφίζῃ φόρους καὶ πάλιν φόρους· ἔχει καὶ ἄλλα καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ, καθήκοντα ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὰ προσωρινὰ πείσματα, τὰ ὁποῖα οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ τὸν γλυκὺν συνάδουν, οὔτε πρὸς τὴν ἄλλην θέσιν τῆς Βουλῆς ἁρμόζουν, καὶ νὰ δεχθῇ νὰ διακόπτωμεν τὴν μεσημβρίαν—ὅπως ἐπράττομεν πάντοτε εἰς τοιαύτας περιστάσεις—ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, καὶ μετὰ τοῦτο ἐπανερχόμενοι νὰ συνεχίζωμεν τὴν συνεδρίασιν. Μὲ τοῦτο δὲν ζητοῦμέν τι ἔκτροπον, οὔτε ἀντισυνταγματικὸν ἢ παράνομον.

§158Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν γεννηθεῖσαν συζήτησιν προέβλεψα, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε προχθὲς τὴν πρότασιν, ὅπως μεταβληθῶσιν αἱ ὧραι τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ λακωνικωτάτης φράσεως ἠρώτησα, ἵνα προλάβω σχετικὰς συζητήσεις. Δὲν ἐβράδυνε νὰ συμβῇ τοῦτο, διότι εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς τῆς μεταβολῆς ταύτης ἀνεπτύχθη ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, καὶ δὲν ἔχασε καιρὸν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ἵνα ὑποβάλῃ καὶ πάλιν, διὰ χιλιοστὴν ἴσως φοράν, τὰς σκέψεις του περὶ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῶ περὶ τούτου. Τὸν λόγον ἐζήτησα διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐνδώσῃ νὰ διακόπτωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς δωδεκάτης τῆς μεσημβρίας μέχρι τῆς 1 καὶ 30′ μετὰ μεσημβρίαν. Διότι, ἐὰν δὲν δεχθῇ τοῦτο, ἐπιμένουσα νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, οὐδὲν θὰ κερδίσῃ· διότι δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν οἱ θέλοντες νὰ συζητήσωσι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, τώρα, ὅτε ἡ ἐποχὴ τῶν πεισμάτων παρῆλθε, νὰ δεχθῇ νὰ διακόπτηται ἡ συνεδρίασις τὴν μεσημβρίαν ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ ἐνδώσῃ εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα ὁ κύριος Πρωθυπουργός.

§159Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν ὅ,τι τόσον εὐγλώττως ἐξέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας δὲν ἦτο ἀκριβές, ἦτο εὔκολον νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν συζητήσεων καὶ παρακλήσεων καὶ ἐπικλήσεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐλέγχου ἐπιζητεῖται νὰ καλυφθῇ ἡ κυρία πρόθεσις, τὴν ὁποίαν τόσον σαφῶς καὶ τόσον ἐπιτυχῶς ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας. Διότι ὅσοι παρηκολούθησαν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν γνωρίζουσιν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐγίνετο πάντοτε· καὶ ὅτε ἀκόμη ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς εὑρίσκετο εἰς τὸ κορύφωμα αὐτοῦ, πάντοτε οὕτως ἐγίνετο, ὁσάκις ἐπλησίαζον αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα, διότι πάντοτε κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα συνέπιπτε καὶ συμπίπτει νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή. Δὲν ὑπάρχει Σύνοδος ἐκ τῶν παλαιοτέρων, καθ’ ἣν κατὰ τὴν προσέγγισιν τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ ἀπὸ τῆς ἐνάτης ἢ δεκάτης ὥρας πρὸ μεσημβρίας, ὅπως ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἐξασκῆται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τὸ πρὸ μεσημβρίας, ὄχι ὡρισμένως μέχρι τῆς δωδεκάτης, ἀλλὰ μέχρις οὗ ἐξαντληθῇ ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ἄλλοτε δὲ, ὅτε τοῦτο ἐγίνετο, ἐγίνετο ἐν μέτρῳ τοιούτῳ, ὥστε πάντοτε ἢ εἰς τὰς 12 ἢ τὴν 1 μετὰ μεσημβρίαν εἶχε περατωθῆ ἡ συζήτησις, εἰσηρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ διεκόπτομεν, οὕτως ὥστε ὅλον τὸν χρόνον τὸν ἀπογευματινὸν νὰ δυνάμεθα νὰ τὸν διαθέτωμεν εἰς συζήτησιν τῶν νομοθετημάτων. Δὲν ἐγένετο τοῦτο ἅπαξ, δὲν ἐγένετο δίς, δὲν ἐγένετο τρίς, ἐγένετο δεκάκις, εἰκοσάκις, ἐγίνετο πάντοτε. Καὶ ἀπορῶ, πῶς οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ τότε Βουλευταί, ἀπορῶ, πῶς ἐξανίστανται κατὰ τοῦ τοιούτου μέτρου. Ἐπιθυμεῖτε, Κύριοι, νὰ ἐργασθῶμεν εἰλικρινῶς καὶ νὰ νοηθῶμεν; Ἄν τὸ ἐπιθυμῆτε, οὐδεμίαν δυσκολίαν πρέπει νὰ ἔχητε νὰ ὑπαχθῆτε εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐννοεῖτε νὰ παρατείνητε τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων μέχρι τῆς 2 μετὰ μεσημβρίαν; δὲν σημαίνει τίποτε νὰ προγευματίσητε τότε. Ἀλλ’ ἂν ἐννοῆτε νὰ παρατείνητε τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ἀπὸ τῆς 10 πρὸ μεσημβρίας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, διὰ νὰ εἰσερχώμεθα τὸ μεσονύκτιον πλέον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, βεβαίως τότε δὲν ἐργάζεσθε, ὡς ἐργάζεσθε, ἢ δι’ ὃν λόγον ὁ κ. Βουλευτῆς Εὐρυτανίας ἐξέθεσεν. Οὐδεμία λοιπὸν δυσκολία ὑπάρχει πρὸς συνεννόησιν, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ καλὴ πίστις. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν θ’ ἀνησυχήσῃ, ὅτι θέλει περιορισθῆ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, ὅταν πρὸς τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἔχῃ πλήρη ἐλευθερίαν ἀπὸ τῆς ὥρας τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως μέχρις οἱασδήποτε ὥρας θελήσῃ. Ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν συνετισθῶμεν πάντες, θὰ ἴδωμεν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ πλέον τῶν δύο ἢ τριῶν ὡρῶν, καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν κατὰ τὴν 1 τοὐλάχιστον ὥραν μετὰ μεσημβρίαν νὰ διακόπτηται ἡ συνεδρίασις, νὰ γευματίζωμεν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος· καὶ ἂν ἔχητε ἐπιθυμίαν νὰ ἐργασθῆτε καὶ νὰ συντρέξητε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἔργον της, συζητοῦντες ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων αὐτῆς, αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε· πᾶσα ἄλλη λύσις, τὴν ὁποίαν προτείνετε, ὑποκρύπτει βεβαίως τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἀπέδωκε πρὸς ὑμᾶς. Καὶ βεβαίως πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν θέλει πᾶς τις ἀποδεχθῆ ὅτι ἐγένετο τοιαύτη πρότασις, ὅταν παρατηρῆται τοιοῦτον πεῖσμα, ἀδικαιολόγητον πεῖσμα. Μὴ ἐπικαλεῖσθε τὸ παρελθόν, διότι τὸ παρελθὸν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ μειονοψηφία καὶ ἡ πλειονοψηφία πάντοτε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἤρχοντο εἰς συνεννόησιν, καὶ ὅτε ἀκόμη ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς εὑρίσκετο εἰς τὸ κορύφωμά του. Δύνασθε νὰ ἐξακολουθήσητε, ἐφ’ ὅσας ὥρας θέλετε, ἐλέγχοντες, ἀλλὰ πάντοτε ἡ διακοπὴ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· διότι, ἂν τοῦτο δὲν γείνῃ, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ὑμεῖς αὐτοί, ὅταν παρέλθῃ τὸ πεῖσμα, θέλετε συναισθανθῆ, ὅτι καθῆκον ἔχετε, τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων νὰ περιορίσητε ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος, διότι ὑπὲρ τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων κεῖται τὸ καθῆκον ὑμῶν νὰ ἐργασθῆτε ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων συζητοῦντες, διότι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ὑπεβλήθησαν, καὶ περὶ ὧν πρόκειται συζήτησις, εἶναι σπουδαιότατα νομοθετήματα, θίγοντα ἀμέσως ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ ἐν γένει Ἑλληνισμοῦ. Ὅταν ἐπιδιώκωμεν τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, ὅταν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρόκηται νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δικαιοῦμαι νὰ παρατηρήσω ὑμῖν, ὅτι ταῦτα πάντα δέον νὰ θεωρηθῶσιν ἄξια μείζονος ἐνδιαφέροντος ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς παρατηρῶ, ὅτι ἐλλείπει αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον ἀπὸ ὑμᾶς. Ὑπεβλήθη τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον τείνει νὰ προστατεύσῃ τὸ κυριώτατον προϊὸν τῆς Ἑλλάδος, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ σώσῃ ἀπὸ τῆς δυστυχίας τὸν σταφιδικὸν πληθυσμόν. Ἀλλὰ διὰ τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς ὑμῶν οὔτε στρατιωτικὸν νομοσχέδιον εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν οὔτε σταφιδικόν. Ἂν λοιπὸν ἐπιθυμῆτε νὰ ἐργασθῶμεν, αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀποδεχθῆτε, διότι ἄλλως δεικνύετε, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐργασθῆτε. Δύνασθε νὰ παραλύσητε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι ἐπὶ τέλους ἡ πλειονοψηφία σύγκειται ἀπὸ ἀνθρώπους, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτοι νὰ ἦναι καρφωμένοι διαρκῶς ἐπὶ τῶν ἑδωλίων αὐτῶν. Ὅταν ὑποβάλλητε ἐνστάσεις ἐπὶ ἐνστάσεων ἀπαρτίας, θὰ ἔλθῃ μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ παραλύσητε πᾶσαν συνεδρίασιν.

§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως δὲν δικαιολογεῖται. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως συζητήσωμεν μέχρις ἑσπέρας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διακοπῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τοῦτο. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο καθ’ ὃν τρόπον φρονεῖ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσω τὴν πολιτείαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· τοῦτο εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελέσουν οἱ ἐκλογεῖς· τὸ μέλλον δὲ θὰ δείξῃ, ποίαν κρίσιν θὰ φέρῃ ὁ λαὸς ἐπὶ τῆς πορείας ἡμῶν, καὶ ποίαν ἐπὶ τῆς πορείας ὑμῶν· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. Σήμερον ἐγεννήθη ἓν ἁπλούστατον ζήτημα· ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ διακόπτωμεν τὰς ἐργασίας μας πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἐπιμένει νὰ μὴ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας πρέπει νὰ κατισχύσῃ, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ λάβωσι τὸν λόγον, νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν ἔλεγχον. Ὅταν οὐδεὶς πλέον θὰ ὑπάρχῃ ἐγγεγραμμένος, ὅπως ἐπερωτήσῃ, πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος θὰ ἀναγγείλῃ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§161Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) εἶπον, ὅτι ἡμεῖς κωλυσιεργοῦμεν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων καὶ ἐκ τῆς σημερινῆς ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ πτέρυξ ἐκείνη καταναλίσκει πολλὰς ὥρας. Σήμερον ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ὁ κ. ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν δύο ὥρας ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ αὐτήν, διότι ἦτο σπουδαῖον. Ἂν λάβητε δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, θέλετε πεισθῆ, ὅτι περισσότερον χρόνον καταναλίσκουσιν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης εἰς ἐπερωτήσεις, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε διόλου νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλήν· διότι, ἂν εἶχον νὰ κάμωσι παραστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσι τὰς θύρας ἀνοικτὰς πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα, καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς πάντοτε δύνανται νὰ εὑρίσκωσιν, ὅπως ἀπευθύνωσι πρὸς αὐτοὺς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχουν νὰ κάμουν, ἀντὶ νὰ ἐπερωτῶσιν αὐτοὺς ἐν τῇ Βουλῇ καὶ καταναλίσκωσι τοσοῦτον χρόνον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ κωλυσιεργήσῃ...

§162ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Ἄ! ἄ! ἄ!

§163Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ νὰ παρατείνωνται αἱ συνεδριάσεις μέχρι πρωΐας, βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὰ μέτρα της, διότι ὅλοι κατεπονήθημεν. Διὰ τοῦτο εἴδετε ἀσθενοῦντα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀσθενήσαντα τὸν Πρόεδρον, ἀσθενήσαντα τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Λοιπὸν διατὶ νὰ ἔχῃ παράπονον ἡ πτέρυξ αὕτη, ὅτι κωλυσιεργεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις; Παρατηρήσατε τὰ πρακτικά, καὶ θὰ ἴδητε, ποῖοι ὡμίλησαν περισσότερον. Προχθὲς ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο ὥρας ὁ κύριος Μπουφίδης. Σήμερον δίδει μαθήματα εὐπρεπείας καὶ μαθήματα συνταγματικὰ πάλιν ὁ κύριος Μπουφίδης! Πόσον χρόνον κατηνάλωσε προχθὲς, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι καλῶς συνεστάθησαν τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ αἱ Νομαρχίαι, καὶ ὅτι δὲν ἐπιβαρύνουν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐνῷ αὐτὸς εἶναι ἡ αἰτία, καθὼς πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ βουλευτὴς Χαλκίδος κ. Βουδούρης, τῆς συστάσεως καὶ τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Νομαρχιῶν; Εἶναι ἄδικον λοιπὸν νὰ κατηγορῆτε τὴν πτέρυγα ταύτην, ὅτι κωλυσιεργεῖ...

§164ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Συκοφαντία! συκοφαντία!

§165Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί! ναί! Πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος Μπουφίδης, ὅτι πρόκεινται σπουδαῖα ζητήματα πρὸς συζήτησιν. Βεβαίως καὶ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, ἀλλὰ παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἠκούσαμεν νὰ μείνῃ αὐτὸ παρέκει· δηλαδὴ ξώλαμπρα! Καὶ διὰ νὰ μείνῃ ξώλαμπρα, γνωρίζομεν ποίαν τύχην θὰ λάβῃ. Ἐγὼ ἔλεγον ὄχι νὰ προηγηθῇ πάντων, ἀλλὰ νὰ ἐγγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως συζητηθῇ ταυτοχρόνως μετὰ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων· διότι, ἂν ἤθελε πεισθῇ ὁ λαὸς, ὅτι πράγματι ἐνταῦθα ἀσχολούμεθα περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, προθυμότερον βεβαίως θὰ ὑπεβάλλετο εἰς πᾶν βάρος· ἀφοῦ ὅμως ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ οὐδεμίαν λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ, πῶς θέλετε νὰ ἀνεχθῇ ὁ λαὸς τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἐπιβάλλομεν διὰ τῶν νομοσχεδίων;

§166Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν ἡ πτέρυξ ἐκείνη ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ πνεύματος εὐθυδικίας καὶ ἄνευ προκαταλήψεως καὶ καλῇ τῇ πίστει ἐξετάσῃ τὰς ἄχρι τοῦδε συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, θὰ εὕρῃ, ὅτι δὲν ἁρμόζει νὰ ἀποδίδηται διάθεσις κωλυσιεργίας εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὑπὸ τὸν τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς αὐτήν...

§167ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἆ! ἆ! ἆ!

§168Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἂν ἦναι ἀληθῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω, ὀφείλετε νὰ τὰ ἀποδεχθῆτε, καὶ νὰ μὴ κραυγάζητε «ἆ! ἆ! ἆ!» Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν δεικνύει, ὅτι ἐγένετο ἐργασία; Τὰ σπουδαιότερα τῶν νομοσχεδίων ἔχουν συζητηθῆ καὶ ψηφισθῆ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι τὸ ἑξῆς· συνεζητήθησαν τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ συνεζητήθησαν δυστυχῶς μονομερῶς, διότι εἰς τὰς συζητήσεις δὲν παρηκολούθησεν ἡ Συμπολίτευσις. Ἀλλὰ τί μᾶς διδάσκουν αἱ συνεδριάσεις μέχρι τοῦδε; εἰς τὰς πλείστας τῶν συνεδριάσεων εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸ τῆς διακοπῆς· καὶ ἂν δὲ εἴς τινας συνεδριάσεις δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸ τῆς διακοπῆς, εἰσήλθομεν εἰς αὐτὴν εὐθὺς ὡς ἐπανήλθομεν μετὰ τὴν διακοπήν. Δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁσάκις ἐπανελαμβάνετο ἡ συνεδρίασις, οὐδέποτε ἦτο ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλ’ ἡμεῖς ποτὲ δὲν ἐπροτείναμεν ἀμέσως ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διατὶ νὰ μὴ ἀποφασίσωμεν νὰ διαιρέσωμεν κατὰ τρόπον ἐπίσημον εἰς δύο τμήματα τὴν συνεδρίασιν. Διατὶ δὲν δέχεσθε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προτείνομεν; Ἐὰν ἴδητε, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα καλῆς πίστεως συζητηταὶ, τότε βεβαίως δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὴν ἀπόφασιν. Δὲν βλέπω διατὶ θέλετε νὰ μᾶς ἐξαναγκάσητε νὰ ὑποκύψωμεν, νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὰς ὑμετέρας ἰδέας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι μὲ πνεῦμα γαλήνιον πρέπει νὰ λύωνται τὰ ζητήματα αὐτὰ, καὶ οὐχὶ μὲ πεῖσμα καὶ θυμόν.

§169Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐνεργεῖται, πᾶν ὅ,τι λέγεται τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐνεργεῖται καὶ λέγεται ἐκ πείσματος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην του, καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἀνέτρεψε τοὺς ὅρους, διότι πᾶν ὅ,τι ἔλαβε χώραν πρὸ ὀλίγου, πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ λέγονται ἐπὶ τόσην ἤδη ὥραν, δὲν προέρχονται ἐκ πείσματος ἰδικοῦ μας, ἀλλ’ ἐκ πείσματος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μοὶ ἐνεθύμισε μὲ τὸ σημερινόν του πεῖσμα τὸν παιδικόν μου βίον, μοὶ ἐνεθύμισεν, ὅτι, ὅταν ἐπήγαινα εἰς τὸ σχολεῖον, καὶ δὲν ἔκαμνα φρόνιμα, μοὶ ἔλεγεν ὁ διδάσκαλος: «θὰ σὲ ἀφήσω νηστικόν»! Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο κατέληξε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «ἢ εἰσέρχεσθε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ ἄλλως σᾶς τιμωρῶ μὲ νηστείαν!» Τὸ τοιοῦτον φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οὔτε ὀρθὸν εἶναι οὔτε ἀξιοπρεπές, οὔτε στηρίζεται ἐπὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἠθῶν. Ὁμολογουμένως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδειξε σήμερον πεῖσμα, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, ἣν ἔχω πρὸς αὐτόν, δὲν δύναμαι νὰ μὴ παρατηρήσω, ὅτι πεῖσμα μόνον ὑπηγόρευσε πάντα τὰ πρὸ ὀλίγου ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ὅπως τὸ ζήτημα διὰ σήμερον μείνῃ ἄλυτον, ἂν δηλαδὴ πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὴν συνεδρίασιν εἰς τμῆμα, οὕτως εἰπεῖν, ἐλέγχου καὶ εἰς τμῆμα νομοθετικόν. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, νὰ μεταβῶμεν νὰ γευματίσωμεν, καὶ αὔριον ἀποφασίζομεν.

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ διακόπτομεν.

§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χωρὶς νὰ καθιερωθῇ ὡς προηγούμενον.

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Δὲν ἀπεφασίσθη τοιοῦτον.

§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θὰ διακόψωμεν, καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν τὴν τρίτην ὥραν. Εἶναι 1½.

§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χωρὶς νὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς προηγούμενον.

§175Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τὸ ζήτημα μένει ἄλυτον.

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἄλυτον. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 καὶ 30′ μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).

§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904. Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ 1904, ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς αὐτῆς χρήσεως ζητουμένων πιστώσεων, καὶ περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς ἰδίας χρήσεως» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκγυμνάσεως τῶν ἐφέδρων τοῦ 1899». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;

§178Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΨΚΕʹ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, τί θὰ γείνῃ διὰ τοὺς κληρωτοὺς τοῦ 1899, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ κληθῶσι καὶ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ; Διότι δι’ αὐτοὺς βεβαίως δὲν θὰ ἰσχύσῃ ἡ τροπολογία περὶ τῶν 25 ἡμερῶν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.

§179Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μένει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος. Δὲν ἐγείρεται συζήτησις περὶ αὐτοῦ.

§180Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ τροποποιουμένου, οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντες, καλούμενοι εἰς τὰ γυμνάσια, ὀφείλουσι νὰ προσέλθωσιν, ὁποτεδήποτε καὶ ἂν ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐντὸς 20 ἡμερῶν, ἄλλως, νομίζω, ὑποβάλλονται, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας, εἰς τὰς ποινὰς τῶν ἀνυποτάκτων κληρωτῶν. Νομίζω, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ τοῦ 1884 ὑπάρχει μεγάλη ἀτέλεια, διότι δὲν καθορίζεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν βεβαιοῦται ὁ χρόνος τῆς ἐπανόδου αὐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα· καλὸν δὲ θὰ ἦτο, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως, νὰ ἐπήρχετο βελτίωσις τῆς διατάξεως ἐκείνης, καθοριζομένου, ὅτι ὁ χρόνος τῆς ἐπανόδου αὐτῶν βεβαιοῦται διὰ πιστοποιητικοῦ τοῦ οἰκείου δημάρχου καὶ τῆς προξενικῆς ἀρχῆς.

§181Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἔχετε πεποίθησιν εἰς τοὺς δημάρχους;

§182Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἂς βεβαιῶσι τοῦτο αἱ κατὰ τόπους προξενικαὶ ἀρχαί. Δυστυχῶς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου· ἐπειδὴ ὅμως ἔχετε μίαν προθεσμίαν 25 ἡμερῶν, δύνασθε νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς συστάσεώς μου ταύτης.

§183Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ δὲν ἔθιξα ἄλλο ζήτημα, ἀλλ’ ἁπλῶς τὸ ἄρθρον 97 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, καὶ ἐπρότεινα νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς, ἀντὶ πρὸ 40 ἡμερῶν, νὰ καλῇ πρὸ 25 ἡμερῶν τοὺς ἐφέδρους εἰς τὰ γυμνάσια.

§184Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων ἐφέδρων.

§185Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Περὶ τούτων ὁρίζεται, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐπανακάμψωσιν, ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκτελέσωσιν ἀσκήσεις ἐφ’ ὅσας ἡμέρας ἀπουσίαζον ἐκ τῶν ἀσκήσεων. Μένει ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις αὕτη.

§186Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι δὲν διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀτέλειά τις τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὡς πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντας, καλὸν θὰ ἦτο, εἰ δυνατόν, νὰ διορθωθῇ ἡ ἀτέλεια αὕτη τοῦ νόμου.

§187Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλλ’ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ὁ σκοπός μου δὲν ἦτο νὰ φέρω τροποποίησιν τοῦ νόμου.

§188Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐξηντλημένον, καὶ δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ αὐτοῦ. Ἀπλῶς θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι εἶμαι καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἅπαντα τὰ Κράτη προσπαθοῦσι νὰ καταρτίσωσι στρατιωτικῶς τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν, τὰς συνορευούσας πρὸς τὰ ὅμορα ἐκείνων Κράτη, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἀγγλία ἐν Ἰνδίαις μὲ 75,000 στρατοῦ κατορθοῖ νὰ φρουρῇ ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν τῶν Ἰνδιῶν, ν’ ἀντιτάσσηται δὲ καὶ κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν, νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ φροντίζωμεν νὰ ἔχωμεν ἐξησκημένους τοὺς στρατιώτας τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν, τόσον τῆς Θεσσαλίας, ὅσον καὶ τῆς Ἠπείρου, καὶ νὰ μὴ ἐξαιρῶμεν τῶν ἀσκήσεων τοὺς ἐφέδρους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ὡς πράττομεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου προσκαλεῖται ἡ ἡλικία τοῦ 1899. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσκληθῇ ἡ ἡλικία, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καλέσωμεν διὰ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο θέλω καταψηφίσει αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου εἰσαγωγῆς.» Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§190Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ καὶ διάφορα, Κύριοι, ἐλέχθησαν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, ἵνα οὕτως ἐκφρασθῶ, τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεώς τινος τῶν τελωνιακῶν δασμῶν. Ἐλέχθησαν πολλὰ, καὶ πολιτικὰ καὶ οἰκονομολογικὰ καὶ στρατιωτικὰ, διότι κατὰ τὴν θεωρίαν μάλιστα τῶν σχετικῶν, ἣν τόσον ἐπιτυχῶς ἐχαρακτήρισεν ἄλλοτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὰ πάντα ἠδύναντο νὰ σχετισθῶσι. Δὲν λησμονοῦμεν βεβαίως τὴν σύντομον τοῦ νομοσχεδίου ἱστορίαν. Παρίσταται μὲν τὸ νομοσχέδιον ὡς καθαρῶς οἰκονομικὸν, ἀλλ’ οὐδεὶς λησμονεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐμμέσως σχετίζεται μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Δὲν ἔχει ἄμεσον τὴν σχέσιν, ἔχει τὴν σχέσιν ἔμμεσον, διότι ἐπῆλθε πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἤθελε παραγάγει ἀμέσως ἐπὶ τῶν γενικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναπλήρωσις αὕτη, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι, προμηθεύοντες πόρους εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ τῶν γενικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, προνοοῦμεν νὰ μὴ δημιουργήσωμεν κενόν τι εἰς αὐτά· καὶ διὰ νὰ καταδείξωμεν, ὅτι σπουδάζομεν, νομοθετοῦντες περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἔπρεπεν ἑτοίμως καὶ ἀμέσως νὰ καταδείξωμεν, ὅτι ἔχομεν τὸν πόρον, ὅστις θ’ ἀναπληρώσῃ τὸ κενόν. Ἐὰν τοῦτο δὲν κατεδεικνύετο, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅπως ἤδη ἔχει, δὲν συνήπτετο, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸς τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ σχετικά, θὰ ὑπετίθετο, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν, ψηφίζοντες τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλ’ ἀφοῦ πολλὰ καὶ διάφορα ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφοῦ, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπηται ἡ ἔκφρασις, ἀτμοὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐπυκνώθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὰς σχετικὰς συζητήσεις, ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους οἱ ἀτμοὶ οὗτοι ν’ ἀποκρυσταλλωθῶσιν εἰς πορίσματα, καὶ ὡρισμένας γνώμας καὶ συστήματα, ὑποστηριζόμενα παρ’ ἑκατέρας τῶν πτερύγων. Καὶ τελευταῖον ἀληθῶς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κατεφάνησαν τὰ δύο συστήματα. Καὶ ἰδοὺ, ὅτι ἐκ μὲν τῆς μιᾶς τῶν πτερύγων παρίσταται ἀποκρουόμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ μὲν ὡς ἐπιβαρῦνον τὸν πτωχὸν λαὸν, τὸ δὲ λόγῳ ὅτι αἱ οἰκονομίαι δύνανται ν’ ἀναπληρώσωσιν αὐτὸ, ἐκ δὲ τῆς ἄλλης πτέρυγος, χωρὶς νὰ ἀποκρούηται ἡ ἰδέα τῶν οἰκονομιῶν κατ’ ἀρχήν, ὑποστηρίζεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι, τά γε νῦν ἔχον, ἀπαραίτητον. Ἀλλ’ ἡ πτέρυξ ἡ κατακρίνουσα τὸ νομοσχέδιον κατεδίκαζε τοὺς προτείνοντας αὐτὸ πρὸ παντὸς ἄλλου καὶ διότι ἔτεινον ἀμέσως εἰς τὰ ἀκοπώτερα καὶ τὰ προχειρότερα, καὶ παρέστησεν, ὅτι βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν οἰκονομικὴν ἐφεύρεσιν παρέστησε, προχείρως αὐξήσας τὰ τελωνιακὰ τέλη, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν τείνουσι παντάπασιν εἰς τὰ ἀκοπώτερα καὶ προχειρότερα. Αὐτοὶ, φαίνεται, ἐφιλοτιμήθησαν νὰ εὕρωσι τὰ δυσχερέστερα, νὰ ἐπινοήσωσι χάριν τοῦ λαοῦ τὰ μεγαλείτερα, τὰ δυσκολώτερα. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν, κατέδειξαν πόσον ἐκοπίασαν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἵνα ἐπινοήσωσι γενναίας οἰκονομίας, καὶ τελεσθῇ οὕτως ἡ ἐθνικὴ παρασκευή. Ἐπεχείρησαν μίαν διαγραφὴν ἐξόδων, τῶν ἐξόδων ὅμως ἐκείνων μόνον, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα καὶ τὰς νέας Νομαρχίας. Ἀπὸ ἱκανοῦ ἤδη χρόνου ἀδιακόπως προκαλοῦνται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ μᾶς εἴπωσιν, ἢ ἐπὶ τέλους προχείρως νὰ ὑποδείξωσι, ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, ἃς ἐπαγγέλλονται, αἱ μεγάλαι οἰκονομίαι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας, περὶ ὧν πρόκειται. Καὶ ὑμεῖς πάντες ἀκούετε καὶ ἀναγινώσκετε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἀπὸ τῶν ἐξωστῶν ἀπηγγέλθησαν λόγοι περὶ οἰκονομιῶν πέντε, ἕξ, ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ φαίνεται ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ λέγωνται ταῦτα, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ τάχιστα ἀποφασίζουσα νὰ πραγματοποιήσῃ ταύτας τὰς οἰκονομίας, ἂν ἦναι δυναταί. Ταῦτα λέγων, Κύριοι, ὄχι μόνον δὲν ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας εἶμαι ἔνθερμος συνήγορος τῆς ἰδέας ταύτης.

§191Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰς πραγματοποιεῖτε ὅμως. Περὶ τούτου πρόκειται.

§192Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἔνθερμος συνήγορος τῆς ἰδέας ταύτης καὶ σήμερον, ὅπως ὑπῆρξα καὶ ἄλλοτε. Καὶ ἀναπολῶ, Κύριοι, τί ἐπράξαμεν ἄλλοτε, πρὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον, ἡγουμένου τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Δὲν ἐλέγομεν τότε περὶ οἰκονομιῶν γενικῶς καὶ ἀορίστως, ἀλλὰ παρεσκευάσαμεν συγκεκριμένας ταύτας, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον καὶ ἐδάφιον πρὸς ἐδάφιον, ἐπροτείναμεν συγχρόνως τὰς οἰκονομίας. Σήμερον ὅλοι ἀναφέρομεν τὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ δὲν βλέπω νὰ προτείνωμεν συγκεκριμένως, ποίας οἰκονομίας. Οἰκονομίας λέγουσιν οἱ μὲν, οἰκονομίας λέγουσιν οἱ δέ· καὶ οἱ μὲν ἀποκρούοντες κατ’ ἀρχὴν τὰς οἰκονομίας δίδουσιν ὁπωσδήποτε καὶ δείγματά τινα, ὅτι ἐπιχειροῦσι τοιαύτας· ἀλλ’ οἱ προτείνοντες ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων τὰς οἰκονομίας εἶπον ἆρά γε ὡρισμένον τι μέχρι τοῦδε;

§193Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς ἔλθῃ τὸ ζήτημα.

§194Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε «ἂς ἔλθῃ τὸ ζήτημα»· ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι αὐτὸ εἶναι σύστημα, δὲν θέλω νὰ εἴπω προφάσεων, ἀλλὰ σύστημα παρελκύσεων. Διότι, περὶ τίνων ἆρά γε οἰκονομιῶν πρόκειται; Πρόκειται περὶ ἀλλαγῆς συστήματος διοικήσεως, ἢ περὶ μεταβολῶν ῥιζικῶν;

§195Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε αὐτὸ εἶναι.

§196Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ πρόκειται ν’ ἀποκόψητε ὡρισμένας δαπάνας, τὰς ὁποίας θεωρεῖτε ἀχρήστους, ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ θέλετε νὰ πιστεύσω, ὅτι ὑμεῖς, οἱ πολύπειροι ἄνδρες, ὑμεῖς, οἱ τοσάκις διαχειρισθέντες τὰ κοινὰ, οἱ γνωρίζοντες τὸν Προϋπολογισμὸν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, καὶ δυνάμενοι ν’ ἀπαγγείλητε αὐτὸν ἐκ στήθους ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὑμεῖς εἶσθε εἰς ἀνεπάρκειαν νὰ προτείνητε δείγματά τινα τοὐλάχιστον οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἀορίστως ἐπαγγέλλεσθε εἰς τὸν λαόν; Ἐν τούτοις ἰδοὺ ἦλθεν ὁ καιρὸς διὰ σᾶς νὰ ὑποβάλητε οἰκονομίαν, ἀλλὰ μόνην τὴν τῆς καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων, διότι ἡ οἰκονομία αὕτη συνδέεται μὲ ἄλλο τι, μὲ τὴν κατάκρισιν τῶν ἀντιθέτων ὑμῶν· διότι, ἐὰν ἠθέλετε ἄλλας οἰκονομίας νὰ προβάλητε, θὰ κατεδικάζετε καὶ τὸν ἑαυτόν σας, διότι, καίτοι διεχειρίσθητε τὰ κοινά, δὲν μετεχειρίσθητε τὰς οἰκονομίας ἐκείνας, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀνταγωνισμοῦ κομμάτων, εὑρίσκετε πρόχειρον τὴν κατάργησιν τῶν Πρωτοδικείων, διὰ νὰ καταδείξητε, ὅτι οἱ ἀντίθετοι, προσθέσαντες μόνην ταύτην τὴν δαπάνην, προέβησαν εἰς σπατάλην. Διὰ τοῦτο, προκειμένου περὶ τῶν δύο ἀντιθέτων συστημάτων, δὲν ἔχετε νὰ προτείνητε ἄλλο, εἰμὴ νὰ συνεισφέρῃ ἡ Εὐρυτανία, ὅπως ἐκ τῆς Εὐρυτανίας παρασκευασθῇ τὸ Κράτος πρὸς πόλεμον!

§197Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν Εὐρυτανίαν θὰ περιμένωμεν;

§198Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ὅτι σήμερον ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀναζητῆται μόνον εἰς τίνας συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν, οὔτε ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποτελεῖται καὶ ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐδαμῶς βεβαίως σκοτίζονται διὰ τοὺς φόρους, ἀλλ’ εἶναι ἕτοιμοι μόνον νὰ διαταράττωσι τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν ταῖς ὁδοῖς τῶν Ἀθηνῶν. Σεῖς βεβαίως δὲν καταδέχεσθε νὰ σκεφθῆτε περὶ Εὐρυτανίας· δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τῆς Εὐρυτανίας, ἀλλὰ πρόκειται νὰ σκεπτώμεθα, ὅτι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς δὲν εὑρίσκεται μόνον εἴς τινας στενωποὺς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους.

§199Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λαὸς ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐξ ἴσου Ἑλληνικὸς λαός.

§200Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι ἡ Εὐρυτανία δὲν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν διὰ τὰ ἐπαρχιακά της· εἶσθε μάρτυρες πάντες, ἂν κατεδέχθησάν ποτε οἱ ἐξ Εὐρυτανίας ἀντιπρόσωποι ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν διὰ τὰ ἐπαρχιακά των ἢ τὰ προσωπικά των;

§201Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μόνον, ὅταν πρόκηται περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου των, μᾶς ἀπασχολεῖτε, ὅπως καὶ τώρα.

§202Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς βεβαίως ἀδιαφορεῖτε, ὅταν δὲν πρόκηται περὶ τῶν ἐν ταῖς ὁδοῖς τῶν Ἀθηνῶν φωνασκούντων συμπολιτῶν σας. Μήπως ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα πολλοὶ ἐξ Εὐρυτανίας ἢ ἐκ Γυθείου νὰ μᾶς ἀποδοκιμάσουν; Μήπως ὑπάρχουσιν ἐξ Εὐρυτανίας ἄνθρωποι, τρέχοντες εἰς τὰς ὁδοὺς ἐνταῦθα, ἵνα μᾶς χειροκροτῶσι καὶ μᾶς παριστῶσιν ὡς φιλολάους καὶ φιλοπάτριδας; Δὲν ἔχομεν, φαίνεται, ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀποκέντρων ἐπαρχιῶν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι μεγάλαι. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, μένοντες ἄνευ ἐργασίας, περιμένουσιν ἴσως ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνυπομονοῦσι πότε θὰ ἔλθῃ ἡ εὐκαιρία, ἵνα τραφῶσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἀνέφερα τὴν Εὐρυτανίαν, διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὸν λαὸν τὸν φωνασκοῦντα, ἀνήκει εἰς τὸν λαὸν τὸν ἐργαζόμενον καὶ μὴ φωνάζοντα. Καὶ σᾶς ἔχω καλοὺς νὰ σκέπτησθε περὶ ἐκείνου τοῦ λαοῦ, τοῦ μὴ φωνάζοντος, τοῦ ἐργαζομένου. Καὶ οἱ Εὐρυτᾶνες ἐργάζονται ἐν τῷ Κράτει, ἐργάζονται δὲ καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἐκεῖ ἰδίως, ὅπου οἱ Εὐρυτᾶνες συνήθισαν νὰ θεωρῶσιν, ὅτι εἶναι τὸ ὄνειρον παντὸς Ἕλληνος. Οἱ Εὐρυτᾶνες, καὶ στενοχωρούμενοι, καὶ εἰς τόπον φυσικῶς ἄγονον ἢ δυσμενῆ διαβιοῦντες, δὲν ἐκπατρίζονται εἰς τὴν Ἀμερικήν, μεταβαίνουσι συνήθως εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, διότι ὁ Εὐρυτὰν ἀπὸ τῆς βρεφικῆς του ἡλικίας λικνίζεται μὲ τὸ ὄνειρον, ὅτι καὶ ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐκεῖ, ἔνθα πρὸς ἐργασίαν μεταβαίνει, ὅταν ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλλῃ. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα. Παρέστησαν, ὅτι διὰ τῆς μικρᾶς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπιβαρύνεται ὁ πτωχὸς λαός. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον χρήζει μεταρρυθμίσεως, θὰ ἤμην προθυμότατος νὰ συμφωνήσω μετ’ αὐτῶν...

§203Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπομεν.

§204Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ εἴπετε, ἔχοντες πλησίον ὑμῶν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀσχολεῖται καὶ παρασκευάζει τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ δασμολογίου.

§205Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὴν φέρῃ λοιπόν.

§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§207Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι εἴδετε, ὅτι αἱ διακοπαὶ δὲν σᾶς φέρουσι κέρδος. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἔχει καὶ ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς ἀποδεικνυόμενον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ. Προκειμένου περὶ παρασκευῆς τοῦ ἔθνους, σᾶς λέγει: «διατὶ νὰ βιαζώμεθα;» Οἱ κατακρίνοντες λοιπὸν τοὺς ἀπρακτήσαντας κατ’ αὐτοὺς πρότερον καὶ πρὸ ἐτῶν ἀκόμη, διότι δὲν ἔσπευσαν, κατακρίνουσι σήμερον αὐτοὺς τοὺς ἰδίους διατὶ σπεύδουσι, διατὶ δὲν ἀναβάλλουσι! Σήμερον ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς σᾶς λέγει: «ἀναστείλατε πᾶσαν παρασκευὴν πολεμικὴν, ἕως οὗ μελετήσωμεν τὸ δασμολόγιον, ἵνα φέρωμεν ῥιζικὰς μεταρρυθμίσεις.» Ἀλλὰ χρήζει ἆρά γε τὸ δασμολόγιον μεταβολῆς ἁπλῆς, πρὸς ἀνακούφισιν βαρῶν, ἐπιτεθειμένων, ὡς λέγεται, ἐπὶ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, φορολογίας δηλαδὴ ἀντικειμένων τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης; Ἐγὼ, Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐθαύμασα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον καὶ φίλον μου κ. Ζυγομαλᾶν διὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ ἀναγκῶν ἀπολύτων τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ὅτε εἶδον ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται κατὰ τὸν κ. συνάδελφον ὁ πτωχὸς αὐτὸς λαός. Κατόπιν τῆς ἀπαριθμήσεως αὐτῆς ἐπιλέγει: «Ἐν γένει φορολογεῖται πᾶν ἀντικείμενον, οὗτινος ποιεῖται χρῆσιν ὁ πτωχὸς λαός». Καὶ ὁποῖά τινα τὰ ἀπαριθμηθέντα; Ἀκούσατε: «Κρέατα (τὰ ἔξωθεν, ἐννοεῖται, πάντα), ἁλίπαστοι ἰχθῦς, βακαλάος, τσῖροι, σκόμβροι κλπ.» Ἀλλὰ «καὶ βούτυρον, τυρός, ἔβενος, χουρμάδες κλπ. κλπ.» Ὁ πολὺς καὶ πενόμενος Ἑλληνικὸς λαὸς μεταχειρίζεται τὸν τυρόν· ποῖον; τὸν Εὐρωπαϊκόν! (ἱλαρότης).

§208Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ κασέρι ἢ κασκαβάλι καὶ τὸ τουλουμίσιο, τὸ ἐκ Τουρκίας εἰσαγόμενον.

§209Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θέλετε λοιπὸν νὰ διευκολύνητε τὴν εἰς Ἀθήνας εἰσαγωγὴν τῶν τυρίων τῆς Τουρκίας ἢ ἄλλων χωρῶν; Τὸ κασέρι τὸ ἐξωτερικὸν πληρώνει νομίζω, 40 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν δασμὸν τελωνιακὸν, τὰ ἄλλα τὰ τυριὰ, τῆς Λωρραίνης, Ροκφὼρ κλπ., πληρώνουσι μιάμιση δραχμήν. Ὁ πτωχὸς λοιπὸν λαὸς τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου βαρύνεται διὰ τοῦ δασμολογίου, ὡς φαίνεται, διότι τρέφεται μὲ τυρὶ Ροκφὼρ, μὲ τυρὶ Λωρραίνης, μὲ τυρὶ Γοργοτζόλα, μὲ τυρὶ Δανικὸν κλπ. κλπ. Φαντάζομαι, ἂν ὁ πτωχὸς λαὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου δὲν δύναται νὰ τρέφηται ἢ μὲ τυρὶ Ροκφὼρ, φαντάζομαι, ὁ ἴδιος ὁ κύριος συνάδελφος, τί τυρὶ μεταχειρίζεται (γέλωτες). Καὶ σκεπτόμενος περὶ αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, δὲν σκέπτεται, ὅτι ὑπάρχει καὶ κἄποιος ἄλλος πτωχὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐν Ἑλλάδι κατασκευάζει τυρί, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ πτωχὸς λαὸς δὲν θὰ ἐνοχληθῇ, ἂν φορολογηθῇ τὸ Ροκφὼρ, καὶ δὲν θὰ πάθῃ τίποτε, ἀλλὰ θὰ ὠφεληθῇ, ἐννοεῖται,—ἐγὼ προβαίνω καὶ περαιτέρω —δὲν θὰ πάθῃ οὐδ’ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ζυγομαλᾶς, ἐὰν ἀναγκασθῇ νὰ γευθῇ ὀλίγου τυροῦ τοῦ Παρνασσοῦ, ἢ καὶ αὐτοῦ τῆς Εὐρυτανίας, δὲν θὰ πάθῃ τίποτε ἐκ τούτου, διότι θεωρῶ τὸν κ. Ζυγομαλᾶν ἀρκετὰ πρακτικὸν καὶ μὴ θυσιάζοντα τὴν γεῦσιν τὴν καλὴν εἰς φαντασιοπληξίας, μὴ θέλοντα νὰ ἐπιδείξῃ, ὅτι τρώγει τυρὸν Ροκφώρ· θὰ προσέξῃ ποῖος εἶναι ὁ νοστιμώτερος τυρός, καὶ ἑπομένως δὲν ἠξεύρω, ἂν πρὸς τοῦτο θὰ στραφῇ εἰς τὸν Εὐρωπαϊκόν, καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ κατέλθῃ ὀλίγον εἰς τοὺς συνήθεις τυροὺς τοῦ τόπου, ἀνερχόμενος μάλιστα καὶ εἰς τὸν τυρὸν τοῦ Παρνασσοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα· ἰχθῦς ἁλίπαστοι. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὸν βακαλάον καὶ τοὺς τσίρους καὶ τοὺς σκόμβρους, τῶν ὁποίων, ἂν ταῦτα φορολογηθῶσιν, ἡ φορολογία δὲν θὰ ἦναι δὰ πολὺ βαρεῖα καὶ δυσβάστακτος, δὲν ἠξεύρω τίνων ἁλιπάστων ἰχθύων, βαρυνομένων μὲ φόρον πολὺν, ποιεῖται χρῆσιν ὁ ἀτυχὴς λαὸς τοῦ κυρίου Ζυγομαλᾶ.

§210Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι καὶ αἱ σαρδέλλαι, οἱ μπακαλιάροι, αἱ ρέγγαι...

§211Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς ὁ πτωχὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀρέσκεται νὰ τρώγῃ σαρδέλλαις τοῦ κουτιοῦ, — διότι αὐταὶ φορολογοῦνται ἐπαισθητῶς, — νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀδικήσωσιν οὔτε ἑαυτοὺς οὔτε τὸν τόπον, ἐὰν προτιμήσωσι τὰς σαρδέλλας, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν πατρίδα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδὲ πιστεύω, ὅτι θὰ μισήσωσι καὶ τὰς σαρδέλλας τῆς Κερκύρας ἕνεκα λόγων πολιτικῶν. Ὁ μπακαλιάρος, κύριε συνάδελφε, κατὰ τὴν πρόνοιαν, ἡ ὁποία ἐλήφθη, τὴν δικαίαν πρόνοιαν, πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ, φορολογεῖται μὲ 10 ἢ 15 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐν τῷ δασμολογίῳ. Προστίθεται λοιπὸν σήμερον ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις! Ἀλλ’ ὁ μπακαλιάρος δὲν τρώγεται δὰ κατὰ ποσότητας μεγάλας, διότι ἀρκεῖ μία ὀκᾶ, ἵνα τραφῇ ὁλόκληρος οἰκογένεια μίαν ἡμέραν, πληρώνουσα ἓν λεπτὸν πλειότερον!...

§212Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε πόσα ποσὰ εἰσάγονται.

§213Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ἑκατοντάδας ὀκάδων ἀληθῶς ἀναγκάζονται νὰ καταναλίσκωσι τὸν μπακαλιάρον, ἀλλὰ μόνοι, πιστεύω, οἱ Βουλευταὶ, ἐὰν συμπέσωσιν ἐν χρόνῳ νηστείας αἱ ἐκλογαί. Λοιπὸν ἡ βαρεῖα δῆθεν φορολογία ἐκ τοῦ μπακαλιάρου δὲν θὰ βαρύνῃ ἄλλους παρὰ ἡμᾶς αὐτούς. Ὅταν αἱ ἐκλογαὶ γίνωνται ἐν ἡμέραις νηστείας, χρειάζονται ἴσως ἑκατοντάδες ὀκάδων. Λοιπὸν ἡμεῖς εἴμεθα ὁ πτωχὸς λαὸς, ὁ ὁποῖος θὰ φορολογηθῇ διὰ τοῦ βαρέος δασμοῦ τοῦ μπακαλιάρου, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον δὲν θὰ πληρώσῃ διὰ βακαλάον καὶ πεντήκοντα ὀκάδων ἀκόμη, εἰμὴ πέντε μόνον δραχμάς. Ἀλλὰ τίς θὰ φάγῃ 50 ὀκάδας βακαλάου; Κατόπιν ἔρχεται τὸ κόκκινο χαβιάρι, ὁ ταραμᾶς. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ φόρου τῶν τοιούτων πραγμάτων. Δὲν ἠξεύρω, ἂν κανεὶς παντοπώλης παρέστησεν εἰς κανένα πτωχὸν, ὅτι ἕνεκα τῆς φορολογίας τῆς μεγάλης, ἕνεκα τῆς φορολογίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν, ὁ ταραμᾶς εἶναι ἀκριβότερος. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος δύναται νὰ εὕρῃ τὸ δασμολόγιον, διὰ ν’ ἀποδείξῃ καὶ εἰς τὸν πτωχὸν ἐκλογέα του καὶ εἰς τὸν παντοπώλην, ὅτι δὲν εἶναι βαρεῖα ἡ φορολογία, λόγου χάριν, τοῦ ταραμᾶ. Εἶναι κατὰ τὸ δασμολόγιον 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν· ἄρα σήμερον δὲν προστίθενται οὔτε δύο λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὁ δὲ ταραμᾶς δὲν τρώγεται, νομίζω, κατὰ ὀκάδας. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι εἶναι καὶ ἄλλα ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, διὰ τῆς φορολογίας τῶν ὁποίων, κατὰ τὸν κατάλογον τοῦ κ. συναδέλφου, ἐπιβαρύνεται αὐτὸς ὁ πτωχὸς λαός· λόγου χάριν τὸ βαρυτιμότερον τῶν ξύλων, ὁ ἔβενος, ὁ χαλβᾶς ὁ Κωνσταντινοπουλίτικος, — ὡς νὰ μὴ δύνανται οἱ πτωχοὶ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ ν’ ἀγοράσωσι χαλβᾶν ἐκ τοῦ ἐργοστασίου τῆς ὁδοῦ Κολοκοτρώνη, ἢ νὰ κατασκευάσωσι τὰ ἔπιπλά των ἐξ ἄλλου ξύλου ἐγχωρίου, καὶ οὐχὶ ἐξ ἐβένου.—Καὶ κατὰ σύμπτωσιν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ξένου χαλβᾶ εἶναι πολὺ ἐλαφρὸς δυστυχῶς, καὶ δὲν προστατεύει, ὅσον ἔπρεπε, τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν, καὶ τοῦτο ἕνεκα συμβάσεως μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἔχει καὶ τὰ ξύλα τῆς καρύας, τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, ὁ κ. συνάδελφος, ἀπαριθμῶν καὶ αὐτὰ ὡς ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἢ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται ὁ πτωχὸς αὐτοῦ λαός! Ἀναφέρει καὶ τοὺς χουρμάδες. Μεταχειρίζεται λοιπὸν καὶ χουρμάδες ὁ πτωχὸς λαὸς τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, καὶ θὰ παρατηρήσω μετ’ ἐκπλήξεως καὶ λύπης, ὅτι οἱ χουρμάδες εἶναι σχεδὸν ἀφορολόγητοι, ἕνεκα συμβάσεως μὲ τὴν Τουρκίαν, πληρώνοντες φόρον 12 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἄρα σήμερον μόλις 13 λεπτῶν· ὥστε ὁ πτωχὸς αὐτὸς λαὸς, ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ δασμολογίου, δύναται νὰ τρώγῃ εὐθηνοὺς χουρμάδες. Ἀφίνω τὰ ἄλλα, τὰ φυστίκια, τὰ φουντούκια, τὸ τουμπεκί. Φοβεῖται ὁ κ. συνάδελφος, μήπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς στερηθῇ καὶ τοῦ ναργιλὲ, τοῦ ἀξίζοντος μίαν πεντάραν! Ἀλλὰ βλέπομεν καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα βαρύνονται· βλέπομεν τὰ κάστανα, ὡς νὰ μὴ παράγωνται ἢ νὰ μὴ δύνανται νὰ παραχθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ κάστανα, καὶ πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τὴν ὅλως ἀφορολόγητον εἰσαγωγὴν καστάνων εἰς τὴν Ἑλλάδα χάριν τοῦ λαοῦ τινῶν μερῶν, ἐνῷ ἄλλος πτωχὸς λαὸς ἐν τῷ Κράτει, Ἑλληνικὸς καὶ αὐτὸς, ἀσχολεῖται νὰ συλλέγῃ κάστανα ἐκ δασῶν ἀποτελουμένων ἐκ καστανεῶν, δυναμένων νὰ πολλαπλασιασθῶσι διὰ μικρᾶς μερίμνης καὶ προστασίας τοῦ Κράτους. Λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπῆρε τὸ δασμολόγιον καὶ τοῦ ἐφάνη, ὅτι τὸ δασμολόγιον δὲν ἀποτελεῖ παρὰ ἐπιβάρυνσιν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Ἀνέγνωσεν ἁπλῶς τὸ δασμολόγιον, δὲν παρετήρησεν ὅμως, ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιβάρυνσις ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλληται ἀκριβῶς, ἕνεκα καὶ χάριν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ὁποῖα εἶναι τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας, καὶ ὁποῖα ἀφ’ ἑτέρου τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀνέγνωσεν, ἀλλὰ δὲν ἐμελέτησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπισταμένως τὸ δασμολόγιον, ἵνα ἴδῃ, ὅτι, ἂν διὰ τῆς μικρᾶς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐπέρχηται ἐλαχίστη τις εἰς ἐλάχιστα ἀντικείμενα ἐπιβάρυνσις χρήζουσα ἴσως προσεχοῦς διορθώσεως, ἀλλ’ ἐπέρχηται συγχρόνως τὸ μὲν ἐπιβάρυνσις ἀντικειμένων πολυτελείας, ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ λαοῦ, τὸ δὲ μείζων προστασία ἀντικειμένων ἐπαρκῶς παραγομένων ἐν τῷ τόπῳ, τὰ ὁποῖα προστατευόμενα πλειότερον διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς σχετικῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων, δύνανται ἀμέσως νὰ παραχθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ ἀφθονώτερον, καὶ οὕτω νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ εὐθηνία, ἀλλ’ ἡ εὐθηνία ἡ ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἥτις αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν χάριν τοῦ λαοῦ. Ὁ πτωχὸς λαὸς δύναται νὰ μὴ ἀντιλαμβάνηται ἀμέσως τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἀλλὰ δὲν πρέπει διὰ τοῦτο ν’ ἀποπλανᾶται συστηματικῶς, καὶ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τοὺς τοιούτους θορύβους κερδοσκόποι μικρέμποροι, παριστῶντες, λόγου χάριν, ὅτι ἕνεκα τοῦ φόρου ὁ σκόμβρος θὰ ἔχῃ πλέον λεπτὰ 40, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑνὸς δεκάτου τοῦ λεπτοῦ ἀναλογίας εἰς ἕνα σκόμβρον ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ. Καὶ δημιουργοῦμεν εἰς τὸ πλῆθος τοιαύτας ἀποπλανήσεις, καὶ μέχρις ὅτου φωτισθῇ ὁ λαὸς κερδοσκοποῦσι προσωρινῶς τινες τῶν ἐμπόρων. Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, ἐκινήσαμεν γῆν καὶ οὐρανὸν, ἀφοῦ ἀνεστατώσαμεν τὸν κόσμον, διότι ἐπέκειτο ἡ φορολογία τοῦ ἄρτου, καὶ τὸ πρᾶγμα βεβαίως προσέπιπτεν εἰς τὴν κοινὴν ἐντύπωσιν, διότι τοιαῦται εἶναι αἱ ὁρμαὶ τοῦ πλήθους, ἐγκαταλείπεται κατόπιν ἡ φορολογία τοῦ ἄρτου, καὶ ἐπειδὴ ἐπιβάλλεται φορολογία τις πρόσθετος, κατὰ τὸ δασμολόγιον τὸ ὑπάρχον νῦν καὶ λειτουργοῦν κανονιζομένη, ἡ ὁποία ἐπιβαρύνει εἰς βαθμὸν ἀνεπαίσθητον εἴδη τινά, τότε πάλιν νέαι φωναί: «τὸ ἐμπόριον καταστρέφεται!» — τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἐκμεταλλεύεται ἀκριβῶς τὰ τοιαῦτα, — καὶ ἐνῷ θέλομεν νὰ παραστήσωμεν, ὅτι ἐπιβαρύνονται ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, καταφεύγομεν εἰς τὸν ὁρμαθὸν ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου δείγματα σᾶς ἔδωκα προηγουμένως, ὁρμαθὸν ἀντικειμένων, ὧν τῶν πλείστων ἡ φορολογία μᾶλλον ὠφελεῖ τὸν πτωχὸν λαόν, ἢ τοὐλάχιστον δὲν βλάπτει αὐτόν. Τὸ δασμολόγιον, Κύριοι, ἀνεξαρτήτως πάσης ἀνάγκης, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ, καὶ νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ ταχύτερον, οὐχὶ ὅπως ἐλαττωθῶσι τὰ ἔσοδα, πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον, διότι πάντες εὐλόγως ἀποδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς προστασίας, καὶ ἐγὼ ἔχαιρον, ὅτε ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἀνεκήρυξε τὴν ἀρχὴν ταύτην, καὶ προέβη εἰς τὴν ἐπιβάρυσιν ἀντικειμένων τινῶν, ἐπιδεικνύων μάλιστα αὐτὴν ὡς ἔμμεσον προστασίαν συμφερόντων ἀκριβῶς τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ἢ νὰ παραδεχθῶμεν αὐτήν, ἀφοῦ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη — Κράτη κατ’ ἐξοχὴν ἔχοντα ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου — ἤρχισαν νὰ ἐπικρατῶσιν αἱ ἀρχαὶ τῆς προστασίας. Οἱ δασμοὶ οἱ προστατευτικοὶ πρέπει βεβαίως νὰ ἦναι μεμετρημένοι καὶ λογικοί, νὰ ἐπιβάλλωνται δὲ ἐπὶ ἐκείνων μόνων τῶν ἀντικειμένων, τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰς τὸ Κράτος, πρὸς τὰ ὁποῖα ὅμοια παράγει ἢ δύναται ἐπαρκῶς καὶ εὐχερῶς νὰ παραγάγῃ ἡ ἐγχώριος παραγωγή· τοιαῦτα εἶναι βεβαίως τὰ κρέατα, τὰ προϊόντα τῆς κτηνοτροφίας, τὰ ὄσπρια καὶ οἱ διαφόρων εἰδῶν καρποὶ καί τινα βιομηχανικὰ προϊόντα, ὡς καὶ ἄλλα γεωργικὰ κλπ. Ἀλλὰ καὶ κατὰ κανόνα πρέπει κατὰ διαλείμματα νὰ τροποποιῆται τὸ δασμολόγιον. Εἶναι γνωστόν, ὅτι μετὰ πάροδον βεβαίως χρόνου μεταβάλλονται αἱ τάσεις τῆς κοινωνίας· ἡ βιομηχανία εἰς διάστημα πενταετίας ἐνδεχόμενον νὰ δεικνύῃ ἄλλας τάσεις, ἵνα ἀναπτυχθῇ πρὸς τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα εἶδος, καὶ διὰ τοῦτο τὸ δασμολόγιον εἰς Κράτη, οἷον τὸ Κράτος ἡμῶν, παρίσταται ἀνάγκη νὰ μεταρρυθμίζηται κατὰ διαστήματα χρονικά, ὅπως σκοπιμώτερον κανονίζωνται τὰ τῶν φόρων, χάριν ἀκριβῶς τοῦ λαοῦ, διατηρουμένων ἢ καὶ αὐξανομένων φόρων τινῶν. Τί θὰ ἐγίνοντο ἀληθῶς καὶ πῶς θὰ ἐζητοῦντο προϊόντα τινὰ, ἰδίως τὰ γεωργικὰ καὶ κτηνοτροφικά, ἐὰν εἰς τὰ κέντρα τῆς μεγάλης καταναλώσεως, ὡς ἐν Ἀθήναις, εἰσέρρεον τὰ ξένα προϊόντα τοῦ τόπου, εὐχερῶς διὰ θαλάσσης μεταφερόμενα, εὐχερῶς δὲ καὶ ἀφθόνως παραγόμενα ἀλλαχοῦ, ὅπου καὶ εὐνομία, καὶ τάξις δημοσία, καὶ κεφάλαια χρηματικὰ καὶ τὰ πάντα συντρέχουσιν εἰς τὴν πλουσίαν παραγωγήν; Περιττὸν βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι παραλλήλως πρὸς τὴν προστασίαν πρέπει νὰ ἐλαττῶται καὶ ἡ φορολογία, ὅπου ὑπάρχει στάδιον. Καὶ ὑπάρχει βεβαίως στάδιον ἐλαφρύνσεως τῆς φορολογίας τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ εὐαριθμοτάτων μόνον εἰδῶν. Τὴν σημαίαν τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων πᾶς πολιτευόμενος δύναται νὰ ἐκμεταλλευθῇ διὰ στιγμάς τινας. Ἀλλ’ ἔρχονται κατόπιν στιγμαί, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ τοσοῦτον πρόθυμοι εἰς ἐπαγγελίας καλοῦνται ἐνίοτε εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ διαψεύδουσιν ὅσα χθὲς καὶ πρώην ἐκήρυττον. Ἡ σημαία σήμερον ἡ κατὰ τῶν φόρων, ἥν τόσον προθύμως καὶ μετὰ ζήλου ἀνυψοῦσι καὶ ἐπιδεικνύουσι πρὸς τὸν λαόν, εἶναι πολὺ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Εὔκολον εἶναι, Κύριοι, νὰ καταστέλλητε πᾶσαν ἐθνικὴν παρασκευήν, ἀναπεταννύοντες εὐθὺς ἀμέσως τὴν σημαίαν ταύτην, τὴν τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων. Βεβαίως, ἐὰν κατ’ ἄτομον ἐρωτήσητε τὸν λαόν, ἐὰν λάβητε ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς πολίτας, δὲν θὰ σᾶς εἴπῃ κανείς, ἢ ὀλίγοι θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι θέλουσι νὰ φορολογηθῶσιν· ὅπως, ἐὰν ἐρωτήσητε κατ’ ἄτομον ἕκαστον πολίτην, ἂν θέλει νὰ φονευθῇ, μεταβαίνων εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, βεβαίως δὲν θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι θέλει νὰ φονευθῇ. Ἀλλ’ οἱ διέποντες καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὴν τύχην τῶν λαῶν προσέχουσι πολὺ εἰς ταῦτα, καὶ ζητοῦσι νὰ ὠθῶσι τὸν λαόν μᾶλλον πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἐνστίκτων ἐκείνων τῶν ταπεινῶν, τὰ ὁποῖα δὲν συνιστῶσι ποτὲ λαὸν ἔχοντα προορισμόν, καὶ προορισμὸν μέγαν, ἢ πόθους ἐθνικοὺς μεγάλους. Ἀλλὰ περὶ τί ἄρά γε περιστρέφεται σήμερον ἡ ἀμφισβήτησις; Περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον τὰς οἰκονομίας καὶ κατόπιν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους. Διότι δὲν ἀδικῶ τόσον τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ὥστε νὰ μὴ ἐνθυμῶμαι, ὅτι ἐλέχθη καὶ τοῦτο, νὰ ἀρχίσωμεν δηλαδὴ τὰς οἰκονομίας καὶ κατόπιν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ φόρους τινάς. Μήπως ἡ πτέρυξ αὕτη ἀξιοῖ, ὅτι ἀποκλείεται τὸ στάδιον τῶν οἰκονομιῶν; Ἢ μήπως, Κύριοι, φοβεῖσθε, ὅτι, ἀφοῦ ἐπιβάλωμεν αὐτὸν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζετε τόσον δυσβάστακτον, — τὸν ὁποῖον ἡ βελτίωσις τοῦ δασμολογίου δύναται βεβαίως νὰ θέσῃ ἐκποδών, — μήπως, ἀφοῦ ἐπιβάλητε τὸν φόρον τοῦτον, θὰ ἔχητε πλέον διὰ τῶν οἰκονομιῶν περισσεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχητε τί νὰ κάμητε; Θὰ εὑρεθῶσιν ἄρά γε κατόπιν τόσα ἑκατομμύρια διὰ τῶν οἰκονομιῶν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ποῦ νὰ τὰ διαθέσωμεν; Ἐγὼ θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ φόρου τούτου, τοῦ τόσον δυσβαστάκτου, — διότι θὰ στερῇ τὸν πτωχὸν λαὸν ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ ἐβένου καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ τυροῦ, — καὶ μετὰ τὸν φόρον αὐτὸν, ἐὰν φέρητε οἰκονομίας, θὰ ἔχητε προχειρότερα καὶ ἄφθονα τὰ μέσα, ὅπως ἐπαναφέρητε, οὕτως εἰπεῖν, τὸ χρῆμα ἐκεῖνο εἰς τὰ βαλλάντια τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Ὑπάρχουσι πάμπολλα τὰ μέσα, — τὰ γνωρίζομεν τὰ μέσα ταῦτα, — ὥστε ν’ ἀνταποδώσητε τὸν φόρον αὐτόν, τὸν ὁποῖον θὰ λάβητε, τοῦ ⅒ τοῦ λεπτοῦ, νὰ τὸν ἀνταποδώσητε πολλαπλασίως, διότι τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἐφηρμόζετο ἡ ἀρχὴ ἑνὸς οἰκονομολόγου, ὅστις λέγει, ὅτι ὁ φόρος ἐπιστρέφει εἰς τὸν φορολογούμενον — καλῶς βεβαίως διατιθέμενος — ὡς γονιμοποιὸς βροχή...

§214Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλοίμονον! μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐφαρμόζεται αὐτό.

§215Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πολὺ παλαιὰ θεωρία αὐτή.

§216Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἀποδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ δὲν τὴν ἀποδέχομαι, καθόσον μάλιστα γνωρίζω καὶ ἐγὼ, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι ὁ φόρος, κατὰ τὴν νεωτέραν θεωρίαν, δὲν εἶναι ἁπλοῦν ἀντάλλαγμα ὑπηρεσιῶν. Ἐκείνη ὅμως ἡ θεωρία εἶναι ἴσως ἡ πρακτικωτέρα καὶ ἡ δυναμένη νὰ μᾶς ὁδηγῇ, ὅταν κανονίζωμεν τὰ τῶν φόρων, εἰς δικαιοτέρας διανομάς. Λοιπὸν αὐτὰ εἶναι γνωστά, ἀλλὰ λέγω τὸ πρακτικώτερον, ὅτι, ὅταν οἱ φόροι καλῶς διατίθενται, δὲν ἀποβαίνουσι συνήθως εἰς ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ περὶ τίνος ἤδη πρόκειται; Ἐπῆλθε σήμερον καμμία νέα φοβερὰ ἐπιβάρυνσις εἰς τὸν λαόν, τὴν ὁποίαν οὗτος θὰ αἰσθανθῇ πραγματικῶς, καὶ διὰ τοῦτο φωνάζομεν; Διατί δὲν λέγετε ὡρισμένως τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα τῶν ἀναγκῶν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, περὶ οὗ τόσον κόπτεσθε, καὶ τὰ ὁποῖα, ὄντα ἐπιβεβαρημένα διὰ τοῦ ἰσχύοντος δασμολογίου, — διότι περὶ τούτου πρόκειται, — ἐπιβαρύνονται νῦν πλειότερον καὶ ἐπαισθητῶς διὰ τοῦ πολλοστημορίου, ὅπερ προστίθεται; Καὶ ἀφοῦ καὶ σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι μόναι αἱ οἰκονομίαι δὲν ἀρκοῦσι διὰ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ἀλλ’ ἐπιφυλάττεσθε νὰ χρησιμοποιήσητε καὶ νέους φόρους, δὲν δύνασθε ἆρά γε νὰ μᾶς εἴπητε ἀπὸ τοῦδε, ποῦ θὰ ἐπιβάλητε τοὺς νέους φόρους; Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ὑπάρχει κανεὶς φόρος, ὁ ὁποῖος νὰ εὐαρεστῇ εἰς τὸν φορολογηθησόμενον. Μήπως ὑπάρχει, Κύριοι, τάξις ἀνθρώπων, ὑπάρχει ἀντικείμενον περιουσίας, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγγίσητε σήμερον ἐν Ἑλλάδι, χωρὶς νὰ προκαλέσητε κραυγὰς ὀδύνης; Τί θὰ ἐγγίσητε; Ἡπλώσαμεν τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ σίτου· φωναί! Ἁπλοῦμεν τὴν χεῖρα εἰς τὸ δασμολόγιον· ἄλλαι φωναί! Ποῦ νὰ στραφῶμεν; Μήπως εἰς τοὺς ἀροτῆρας βόας; Εἰς τί ἀντικείμενον θέλετε νὰ στρέψητε τὴν φορολογικήν σας προσοχὴν καὶ ἱκανότητα, χωρὶς νὰ προκαλέσητε φωνὴν ὀδύνης; Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἐδῶ, ὅ,τι συμβαίνει μὲ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, σχετικῶς πρὸς τὰ φορολογικά. Συνεζητοῦμεν, ἂν ἔπρεπε νὰ προταχθῶσι τὰ φορολογικὰ, ἵνα ἐξετάσωμεν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, ἢ τὰ στρατιωτικὰ, ἵνα ἴδωμεν, τίνας ἀνάγκας ἔχομεν. Οὕτω καὶ τώρα συζητοῦμεν, ἂν πρέπει νὰ προταχθῶσι τὰ ἄγοντα εἰς οἰκονομίας, ἢ τὰ ἄγοντα εἰς φορολογίαν. Καὶ ἐπὶ τούτου ἐφαρμόζεται νῦν ἐπίσης ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιεῖτο τότε, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικειμένων ἀλληλενδέτων, ἐφ’ ἑκάστου τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε νὰ κρίνητε, εἰμὴ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἕτερον. Ἀνάλογόν τι συμβαίνει καὶ ἐνταῦθα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀρχίζομεν ἀπὸ τὰς οἰκονομίας. Κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα πάντες ἴσως σύμφωνοι νὰ προβῶμεν εἰς οἰκονομίας, καὶ ἐλπίζω νὰ πράξωμεν τοῦτο, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀνοικτὸν ἔχομεν τὸ στάδιον ἐν τῇ μελλούσῃ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι, προκειμένου περὶ ἑνὸς Κράτους μὴ παραφρονήσαντος, θὰ στρέφωνται ἆρά γε εἰς ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα δαπάνη τις γίνεται ἐκ σπατάλης ἄνευ οὐδενὸς λόγου; Ἀπ’ ἐναντίας θὰ ἔχητε συνήθως ἐγειρόμενον τὸ ζήτημα, ἂν δαπάνη τις δὲν ἔχει τι ὅπως δήποτε τὸ παραγωγικὸν, ἂν δὲν παρουσιάζει μίαν χρησιμότητα, καὶ ἑπομένως ἂν δὲν εἶναι πραγματικὴ ἄλλοθεν ζημία διὰ τὸ Κράτος νὰ ἀποκόψητε τὴν δαπάνην, καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα ἄλλοθεν νὰ ἀντλήσωμεν τὸν πόρον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ μᾶς παράσχῃ ἡ οἰκονομία. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι θὰ εὕρωμεν στάδιον οἰκονομιῶν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ ὁμοίων πρὸς τὸ μόνον δεῖγμα, τὸ ὁποῖον μᾶς προτάσσετε· διότι, ἂν πρόκηται, Κύριοι, διὰ τῆς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικτικῶς προτείνετε καὶ προαγγέλλετε, τὴν τῆς καταργήσεως τῶν νέων νομῶν, νὰ καταστρέψωμεν τάξεις τινὰς ἀνθρώπων, ἐπαρχίας ὁλοκλήρους, χάριν οἰκονομίας 100 ἢ 150 χιλιάδων δραχμῶν, δὲν θὰ ἐγερθῇ ἆρά γε ἡ σκέψις, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιχειρήσωμεν τοιαύτην ὀλεθρίαν οἰκονομίαν, θὰ ἦτο δικαιότερον, εὐσυνειδητότερον, φιλανθρωπότερον, νὰ ἐξετάσωμεν, μήπως τὰς 100,000 δραχμὰς διανέμοντες εἰς ὅλον τὸ Κράτος δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν ἀνεπαίσθητον τὴν δαπάνην; Ἀλλὰ τί λέγετε; — καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν σχεδὸν διαρκῶς ἀντεπροσώπευσα, καὶ νὰ τὴν ἀναφέρω μόνον, διότι πάντοτε οὐ μόνον ἐγὼ ὑπεστήριξα, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν ἀντιπρόσωποι πεισθέντες ἀνεγνώρισαν καὶ συνεφώνησαν, ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὴν Εὐρυτανίαν νὰ συσταθῇ Πρωτοδικεῖον, — τί λέγετε ἤδη διὰ τοῦ συστήματός σας τοῦ οἰκονομικοῦ; «Ἂς κηρύξωμεν ἐκτὸς τοῦ νόμου μίαν ἐπαρχίαν· ἂς καταδικάσωμεν αὐτὴν εἰς παντελῆ ἄρνησιν δικαιοσύνης, ἂς ἐξολοθρεύσωμεν χιλιάδας ἀνθρώπων, ἂς καταστρέψωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, στηριχθέντες εἰς τὰ ἀποφασιζόμενα ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἤρχισαν νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν κοινωνικὴν πρόοδον, καὶ τοιουτοτρόπως οἰκονομοῦμεν ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν ὁλόκληρον τὸν λαὸν τοῦ Κράτους, θέτοντες ἕνα φόρον, τὸν ὁποῖον βεβαίως καὶ ἐκεῖνοι ἐπίσης θὰ πληρώσουν». Καὶ κάμνετε τὴν καταστροφὴν ταύτην ἀκριβῶς ἐπὶ ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι, τινὲς ἰδίως τούτων, δύνανται νὰ παραπονῶνται κατὰ τοῦ Κράτους, ὅτι φορολογούμεναι οὐδὲν ἔχουσιν ἀντιστάθμισμα, οὐδὲν ἀπολαμβάνουσι παρὰ τοῦ Κράτους. Καὶ αὐτὸ λέγεται δικαιοσύνη! καὶ αὐτὸ λέγεται οἰκονομικὴ καὶ οἰκονομολογικὴ πολιτική! Καὶ ἰδού, Κύριοι, εἴδομεν καὶ τελευταῖον, ὅτι ἡ τόσον μακρὰ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατέληξε καὶ πάλιν εἰς ὅ,τι ἐβλέπομεν προχθές, ὅτι δὲν ἐγίνετο ἄλλος λόγος, προκειμένου περὶ παρασκευῆς ἐθνικῆς, εἰμὴ περὶ καταργήσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων! Κατεστάλαξαν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ συζητήσεις αἱ οἰκονομολογικαί, ποῦ; εἰς τὸ νὰ καταργήσωμεν τὰ νέα Πρωτοδικεῖα! Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπίλογος, αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία, αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης στερεοτύπως κατέληγον. Τὰ Πρωτοδικεῖα! Καὶ ποῖα Πρωτοδικεῖα; Διὰ τοῦτο δὲν χρειάζεται κόπος· τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον· τὰ νέα! Διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ποῖα Πρωτοδικεῖα, παλαιὰ ἢ νέα, δύνανται νὰ καταργηθῶσιν ἄνευ καταστροφῆς, τοῦτο θὰ παρεῖχε κόπον, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ κοπιάσωμεν. Καταργοῦμεν τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Εὐρυτανίας, διότι εἶναι νέον, τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦ Γυθείου, διότι εἶναι νέον, ἢ καταργοῦμεν τὰ Πρωτοδικεῖα αὐτά, διότι ἀνήκουσιν εἰς ἀποκέντρους ἐπαρχίας, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ ἐπιδεικνυώμεθα, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ κέντρα. Εἴπετε νὰ καταργήσητε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις, αἵτινες δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην βεβαίως τῶν πάντων, διὰ νὰ συντηρηθῶσιν, ἐν Ἀθήναις, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου, ἡ ὁποία, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὑπότροφος τοῦ Κράτους, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου, διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ὁποίας πάντες ἐνδιαφερόμεθα, τινὲς μάλιστα πολὺ πλειότερον τῶν θελόντων νὰ δημοκοπῶσι παρὰ τῷ λαῷ αὐτῆς, καὶ ἥτις δὲν ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ καταστραφῶσιν ἐπαρχίαι· θίξατε ἐνταῦθα ἕν, τὸ πλέον περιττόν· αὔριον θὰ ἴδητε ἀμέσως τοὺς φιλολάους καὶ φιλοπόλιδας, διαμαρτυρομένους πρὸς τὸν λαόν, τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὅστις δὲν γνωρίζει — διότι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ἔργον αὐτοῦ — εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ Κράτος, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ ἐπαρχίαι. Δὲν ἀναλογιζόμεθα, ὅτι κατήντησε τὸ Κράτος νὰ περιορισθῇ πλέον εἴς τινας μεγαλοπόλεις, καὶ νομίζομεν, ὅτι ὑπάρχει εὐτυχία εἰς τὸ Κράτος αὐτό, διότι βλέπει τις ζωήν τινα εἰς τὰς μεγαλοπόλεις. Περὶ τῶν ἐπαρχιῶν δὲν σκεπτόμεθα παντάπασιν. Ἀλλὰ μὴ σκεπτόμενοι περὶ τῶν ἄκρων, θὰ ἴδωμεν καταστρεφόμενα καὶ τὰ κέντρα. Καὶ δὲν ἀπορῶ διὰ τὰ φαινόμενα ταῦτα· τὰ φαινόμενα ταῦτα εἶναι καὶ αὐτὰ ἐκ τῶν συμπτωμάτων τοῦ διοικητικοῦ συστήματος τῆς συγκεντρώσεως. Ὅ,τι δήποτε βλέπομεν καχεκτικόν, ὅ,τι δήποτε βλέπομεν ἔκρυθμον καὶ παράχορδον παρ’ ἡμῖν, ἐὰν καλῶς ἐξετάσωμεν, θὰ τὸ εὕρωμεν πηγάζον ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐκ τοῦ ὀλεθρίου αὐτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς κυβερνᾷ. Ἐὰν ἀναγνώσῃ τις οἱονδήποτε σύγγραμμα ἐκ τῶν πραγματευομένων τὰ τῆς συγκεντρώσεως καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, θὰ ἴδῃ τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα· θὰ ἴδῃ, ὅτι τὰ φαινόμενα τῆς συγκεντρώσεως ἀποδεικνύονται καὶ εἰς ἄλλα μὲν πολλά, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ὅτι αἱ πρωτεύουσαι ἐνασκοῦσιν ὑπέρμετρον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ μονιμότης Κυβερνήσεως· ὅπως θὰ ἴδῃ ἄλλο φαινόμενον, τὴν ἀδιαφορίαν, τὴν κατάπτωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὴν ἀδιαφορίαν τοῦ λαοῦ πρὸς τὰ δημόσια, καὶ τὸ νὰ περιμένῃ πᾶς πολίτης περὶ πάντων τὴν ἐξ Ὕψους βοήθειαν! Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητήσωμεν σήμερον· θὰ τὰ εἴπωμεν προσεχῶς, καὶ πιστεύω, ὅτι θ’ ἀναγκασθῶμεν πάντες νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι δίλημμα πλέον τίθεται εἰς τὸ Κράτος τοῦτο: ἢ θ’ ἀλλάξῃ σύστημα, καὶ θὰ καθιερώσῃ σύστημα ἄλλο, ἀποτρέπον τὴν ὀλεθρίαν αὐτὴν συγκέντρωσιν, ἢ πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀπαλλαγῇ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον καθίσταται μόνον πρόξενον κακῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὀχυροῦται διὰ καταλλήλων νόμων. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν φρονῶ, ὅτι δὲν δύνανται εἴδη τινὰ νὰ ἐλαφρυνθῶσιν ἐν τῷ δασμολογίῳ ἀπὸ τῆς φορολογίας. Ὑπάρχουσι μάλιστά τινα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ὑπερόγκως φορολογοῦνται. Πῶς δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν εἶναι ὑπέρογκος ἡ φορολογία τῆς ζακχάρεως; Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὑπάρχει εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου ἡ τιμὴ τῆς ζακχάρεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Οἱ ὑπήκοοι τοῦ Σουλτάνου τρώγουσι πρὸς 50 λεπτὰ τὴν ζάκχαριν, καὶ ὁ ἐλεύθερος Ἕλλην πολίτης τὴν τρώγει πρὸς 1,80! Καὶ ἐν τούτοις ἀκριβῶς εἰς τοιοῦτόν τι ἀντικείμενον μία μεγάλη καὶ σημαντικὴ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ὄχι μόνον δὲν θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἴσως φέρῃ ἀμέσως καὶ αὔξησιν, διότι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου πραγματικῶς κοινοτάτης χρήσεως, περὶ ἀντικειμένου ζητουμένου καὶ ἀπὸ τὸν πτωχὸν λαόν, ἀπὸ τὸν πτωχὸν γεωργόν, ὅστις θὰ ἐθεώρει εὐτυχῆ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ ὀλίγα τεμάχια ζακχάρεως εἰς τὰ τέκνα του. Καὶ πρόκειται περὶ οὐσίας, ἥτις κατὰ τὰς νεωτέρας μάλιστα παρατηρήσεις εἶναι οὐσία θρεπτική. Ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ τολμήσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν μεγάλως τὸν φόρον τῆς ζακχάρεως, προσδοκῶντες καὶ αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως· μικρὰ ἐλάφρυνσις βεβαίως θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Ὑπάρχουσιν ἴσως καὶ ἄλλα τινὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται πράγματι ν’ ἀνακουφισθῶσιν, ὅπως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι, νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, νὰ ἐπιβαρυνθῶσι καὶ χάριν προστασίας ἐγχωρίων βιομηχανιῶν. Ἀλλὰ σήμερον, προκειμένου περὶ ἀνάγκης ὁπωσδήποτε ἐπειγούσης, πῶς δύναμαι νὰ κατακρίνω τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, τό γε νῦν ἔχον, ἐπιβάλῃ πολλοστημόριόν τι μικρὸν ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν; Τί ἄλλο ἠδυνάμην νὰ τῇ προτείνω νὰ ἐπινοήσῃ πρόχειρον καὶ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ παρίσταται κἄτι τι κατορθωτὸν καὶ βέβαιον, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρασκευάσωμεν τὸν τόπον ὡς οἷόν τε ἐγκαιρότερον; Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, καίτοι δὲν ἀντιποιοῦμαι καμμίαν ἁρμοδιότητα, ἐσκέφθην, ὅτι ἓν μέτρον μόνον ἴσως δύναται νὰ προκαλέσῃ τὰς σκέψεις ἡμῶν, φορολογία πρόσθετος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· καὶ τὸ ἐπαναλέγω τρίτην ἤδη φοράν, καὶ ἐπαναλέγω τοῦτο, βλέπων ἀπέναντί μου τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Γουναράκην, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶπον, οὐχὶ βεβαίως ἐφευρίσκων τι πρωτότυπον, ἀλλὰ παραλαμβάνων ὅ,τι ἀλλαχοῦ ἰσχύει, ἐνθυμεῖται βεβαίως τί μοὶ εἶπεν, ἐλθόντος λόγου περὶ αὐτοῦ τοῦ μέτρου, φορολογίας τινὸς προσθέτου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ φορολογίας πολὺ μικρᾶς, μὴ θιγούσης παντάπασι τὰ μικρὰ κεφάλαια. Μοὶ ἔλεγε λοιπὸν ὁ κύριος Γουναράκης, ὁ κηρύξας ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς φορολογίας, ὅτι ὁ πρόσθετος ἐπὶ τῶν σημαντικῶν εἰσοδημάτων φόρος χωρεῖ παρ’ ἡμῖν. Ἐπικαλοῦνται κατὰ τοιούτου φόρου, ὅτι θὰ φοβίσωμεν δῆθεν τὰ κεφάλαια, ὅτι τὰ κεφάλαια θὰ παύσωσιν εἰσερχόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι θὰ φοβῶνται μήπως προτιθέμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν φορολογίαν αὐτῶν, ἅμα ἐπιχειρήσωμεν τὴν ἔναρξιν. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φόβος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι συντηρητικώτατος· ἄλλως τε διὰ τοῦ γενικοῦ αὐτοῦ φόρου, τοῦ προσθέτου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, θὰ φορολογῶνται πολλαὶ τάξεις, ἐκτὸς τῶν ἐνδεῶν. Λοιπὸν τοιοῦτος φόβος δὲν θὰ ὑπάρχῃ· θὰ συλλέγηται ὅπως δήποτε ποσόν τι, δυνάμεθα δὲ νὰ ἀδιαφορῶμεν διὰ τὰς ἀνακριβείας, ἢ διὰ μικρὰς καταχρήσεις, διότι τὸ Κράτος δὲν θὰ χάνῃ, εἰμὴ ἐξ ἐκείνων, ἅτινα δὲν λαμβάνει σήμερον. Μέτρον τοιοῦτον ἤθελεν ἐνασκήσει καὶ ἀρίστην ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, διότι θὰ βλέπῃ οὗτος τοὺς εὐπορωτέρους σπουδαίως συνεισφέροντας εἰς τὸ Κράτος. Θὰ ἦναι σωτήριον τοῦτο, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ τὰ κεφάλαια κατὰ τοῦτο, ὅτι θὰ καταστείλῃ τὰς διαπράξεις ἐκείνας, τὰ αἰσθήματα ἐκεῖνα τοῦ μίσους, τὸ ὁποῖον εἰς λαὸν ὅπως δήποτε πάσχοντα οἰκονομικῶς γεννᾶται κατ’ ἀνάγκην καὶ ἀδίκως πολλάκις ἐναντίον τῶν πλουσίων. Ὁ λαὸς τότε θὰ βλέπῃ τοὺς πλουσίους μᾶλλον φιλοστόργως, ὡς τοὺς βλέπει ὁ λαὸς ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλ’ ἂν δὲν πρόκηται περὶ τοιούτου τινὸς, τί ἄλλο νὰ πράξωμεν; Ἐὰν φόρον μὲν δὲν ἔχωμεν ἄλλον νὰ ἐπινοήσωμεν, οἰκονομίας δὲ δὲν βλέπωμεν προτεινομένας, πρὸς τί τότε ὁμιλοῦμεν πάντες περὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν; Ἐν τούτοις, καὶ προκειμένου σήμερον περὶ τοιούτων ἀκόμη ζητημάτων, ἤρχισε καὶ σύστημα πολιτικὸν προτεινόμενον, καὶ προτεινόμενα μέτρα τινὰ περὶ δράσεως τοῦ πολιτεύματος ἀληθῶς πρωτότυπα, καί, κατ’ ἐμέ, ἀκατανόητα. Ἀλλ’ ἂς σπεύσω πλέον πρὸς τὸ πέρας τοῦ λόγου μου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἀποχρῶν λόγος, τοὐλάχιστον ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι, νὰ παριστῶμεν ἐκεῖνο τὸ θέαμα τὸ ὀδυνηρόν, τὸ θλιβερόν, τὸ ὁποῖον προξενεῖ ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν· δὲν βλέπω λόγον τινά, δὲν βλέπω κἄν οὔτε τὴν ὄρεξιν τοῦ νὰ ἐπιδιώκωσιν οἱ μὲν ἢ οἱ δὲ τὴν ἐξουσίαν, δὲν βλέπω εἰς τί περιστρέφονται αἱ διαφωνίαι. Δύνανται βεβαίως νὰ προκύψωσιν αἱ διαφωνίαι, ἀλλ’ ὅταν θὰ πρόκηται περὶ τῶν μέσων ἐκείνων πρὸ πάντων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία ἀπὸ τῆς πολιτικῆς καχεξίας. Ὅταν δὲν πρόκηται περὶ τούτου, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦν νὰ κυβερνήσωσι τὸ Κράτος, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ νὰ μοὶ εἴπωσι, μετὰ τεσσαρακονταετῆ δοκιμασίαν ποῖαι εἶναι αἱ μελέται σας, Κύριοι; αἱ σκέψεις σας; πῶς φρονεῖτε, ὅτι θέλει διορθωθῆ ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος; ἢ ἕως πότε πρέπει νὰ περιμένωμεν; Τί ἄλλη διακωμῴδησις πρέπει νὰ γείνῃ μεγαλειτέρα, διὰ νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι διερχόμεθα ἐποχὴν κρίσιμον καὶ διὰ τὴν ὕπαρξιν ἀκόμη τοῦ πολιτεύματος; Καὶ παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅταν προκύπτωσιν αἱ τοιαῦται ἀμηχανίαι πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἓν λέγεται, ὡς συμπέρασμα δῆθεν σωτήριον, ὑπὸ τινων καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι αὐτὴ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλέον Βουλὴ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ. Ἐγὼ ἐν τῷ συνόλῳ τῆς Βουλῆς αὐτῆς δὲν βλέπω τί κακὸν ἔχει, διότι, ἂν ἐγὼ ἢ ἄλλος τις ἔχῃ ὄρεξιν, ἐπικαλούμενος τὸν Κανονισμόν, νὰ κάμῃ 15 ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, κατὰ τίνα τρόπον, ὑπὸ ποίων ἀνθρώπων καταρτιζομένη ἡ νέα Βουλὴ δὲν θὰ παριστᾷ αὐτὸ τὸ θέαμα, ὥστε νὰ μὴ δύνασθε νὰ εἴπητε καὶ δι’ αὐτήν: «μὰ δὲν εἶναι Βουλὴ αὐτή!»; Καὶ πρέπει νὰ τεθοῦν τὰ ζητήματα εἰς τὸν λαόν! Ποῖα ζητήματα νὰ τεθοῦν εἰς τὸν λαόν; Ἂν θέλει φόρους ἢ παρασκευάς; Ἂς συνεννοηθῶμεν καλῶς. Πρόκειται νὰ θέσωμεν εἰς τὸν λαὸν ζήτημα μεταξὺ χρήματος ὀλίγου καὶ καθήκοντος πρὸς τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος. Τοιοῦτον ζήτημα λοιπὸν πρόκειται νὰ θέσωμεν εἰς τὸν λαόν; Νὰ παραστῶμεν λοιπὸν διαιρούμενοι, καὶ παριστῶντες, οἱ μὲν, ὅτι θέλουν παρασκευὰς στρατιωτικάς, θέλουν ἴσως πόλεμον, οἱ δὲ, ὅτι θέλουν οἰκονομίας καὶ ἐλάττωσιν φόρων; Ἀλλὰ τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἀποδεχόμεθα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης, πάντα ταῦτα, ἀλλ’ ἀποδεχόμενοι ταῦτα πάντα ἐμποδίζομεν καὶ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον. Καὶ ὄχι ἐμποδίζοντες τὴν ψήφισιν, ἀλλ’ ἐμποδίζοντες μόνον ἐπὶ χρόνον τινὰ αὐτήν, διακωμῳδοῦντες οὕτω καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὰ φρονήματα τὰ ἐθνικά, πράττομεν πλέον τι ἢ ἀκατανόητον! Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε συνέπεσε περίστασις, καθ’ ἣν συγχρόνως νὰ κινδυνεύουν καὶ πολίτευμα καὶ συμφέροντα ἐθνικά, ὡς κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ἀκαίρως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐπιτροπὴ κοινῆς σωτηρίας. Εἴμεθα ἐπιτροπὴ κοινῆς σωτηρίας, διότι συγχρόνως κινδυνεύουσι συμφέροντα ἐθνικὰ καὶ πολίτευμα καὶ τὰ πάντα. Καὶ ἂν μὲν πρόκηται, Κύριοι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι τοῦτο ὀδυνηρόν, νὰ καταπέσῃ μετ’ οὐ πολὺ τὸ πολίτευμα, δύναταί τις ἴσως νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ πολιτεύματα δὲν εἶναι ὁ τελικὸς σκοπὸς τῶν Κρατῶν καὶ τῶν ἐθνῶν, εἶναι τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκονται οἱ κοινωνικοὶ καὶ οἱ ἐθνικοὶ σκοποί· ἀλλὰ προσέξωμεν, μή, καταρρίπτοντες τὸ πολίτευμα, καταρρίπτοντες αὐτὸ ἀνεπανορθώτως, καταρρίψωμεν συγχρόνως μετ’ αὐτοῦ καὶ τὸ μέλλον τοῦ Κράτους, καὶ βυθίσωμεν βαθύτατα τὴν μάχαιραν εἰς τὴν καρδίαν αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§217Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ μακρηγορήσω, διότι ὡμίλησα ἤδη ἐπὶ τοῦ θέματος· μόνον θὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, τῶν ὁποίων αὕτη ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἂν πράγματι ἐπιθυμῇ νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ νὰ διακρίνῃ, ἂν ἐπιβάλλεται φορολογία διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ἂν πεισθῇ, νὰ καταψηφίσῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, ἠθέλησε νὰ σχηματίσῃ ἴδιον κόσμον ἰδεῶν καὶ γνωμῶν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν στάσιν αὐτοῦ, διότι βεβαίως ἄνευ αὐτοῦ καί τινων συναδέλφων του, μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ ἐν τῇ ἀρχῇ κόμμα, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς αὐτοὶ λέγουσι, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς διὰ φόρων πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ὅπως λοιπὸν δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν ψῆφον αὐτοῦ, ἐδημιούργησεν ἴδιον κόσμον ἰδεῶν, καὶ ἠθέλησε νὰ πείσῃ καὶ ὑμᾶς, ὅτι τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία, δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης· εἶναι, ὡς ἠκούσατε, τὸ ροκφὸρ (ὁ γαλλικὸς τυρός), εἶναι ὁ ἔβενος, διὰ τοῦ ὁποίου κατασκευάζονται ἀντικείμενα χρησιμοποιούμενα παρὰ τῆς ἀνωτάτης, τῆς πλουσιωτάτης τάξεως, καὶ ἐπείσθη, καὶ βεβαίως θὰ ἦναι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, ὅτι ἐπιβάλλεται βαρεῖα φορολογία ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πολυτελείας! Λυποῦμαι, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ — δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἐνόησε, διότι καὶ εὐφυὴς καὶ πεπειραμένος εἶναι, — δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ τὰς ὑποδείξεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ διέστρεψεν αὐτάς. Τότε ἀνέφερα, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τῶν τελωνείων ἀνέρχεται, κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον δασμολόγιον, τὸ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, εἰς 35 ἑκατομμύρια δραχμὰς ἐτησίως. Ἐκ τῶν 35 τούτων ἑκατομμυρίων, σᾶς εἶπον, ὅτι περίπου 28 ἑκατομμύρια εἶναι φόροι ἐπὶ τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, ἐπὶ τῶν τροφίμων, δηλ. ἀνάγκης γενικῆς, ὄχι μόνον τοῦ χειρώνακτος. — Διότι νομίζετε, ὅτι πτωχὸς εἶναι μόνον ὁ χειρῶναξ; Μήπως πᾶσαι αἱ ἄλλαι τάξεις, αἵτινες δὲν ἔχουν μέγα εἰσόδημα καὶ δὲν δύνανται νὰ δαπανῶσιν εἰς εἴδη πολυτελείας, δὲν ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην μεγάλης οἰκονομίας; Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ μεσαία τάξις ἐν Ἑλλάδι, οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ συνταξιοῦχοι, οἱ πλεῖστοι τῶν ἐπιστημόνων, οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν γένει, πάντες, οἱ ἔχοντες ὡρισμένον εἰσόδημα μικρὸν, οἱ μικροεπαγγελματίαι, ὅλαι αὐταὶ αἱ τάξεις στενοχωροῦνται πολὺ περισσότερον τοῦ χειρώνακτος, διότι ὁ χειρῶναξ ζῇ ὑπὸ πολὺ εὐνοϊκωτέρους δι’ ἑαυτὸν ὅρους τροφῆς καὶ διαίτης καὶ κατοικίας, καὶ τὸ ἡμερομίσθιον αὐτοῦ δύναται νὰ αὐξηθῇ, ἐνῷ οἱ ὑπάλληλοι παντὸς εἴδους καὶ οἱ μικροεπαγγελματίαι ζῶσιν ὑπὸ ἄλλους ὅρους, ὑπὸ ἄλλας κοινωνικὰς συνθήκας, χωρὶς νὰ αὐξάνουν οὔτε οἱ μισθοί των οὔτε τὸ εἰσόδημά των. Ὁ κύριος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι μόνον ὁ ἄρτος ὁ ἐπιούσιος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καίτοι καὶ αὐτὸν ἀκόμη φορολογοῦμεν, διότι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιβάλλονται δέκα ἑκατοστά. Ἀλλὰ «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος», κύριε Χατζόπουλε· ἔχει ἀνάγκην καὶ ἄλλων. Εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα Κράτη φροντίζουσιν, ὅπως ὁ λαὸς ὁ πολὺς ἀπολαύῃ καὶ ποιᾶς τινος εὐμαρείας, ποιᾶς τινος ἀναπαύσεως, ἀπολαύσεως, ἀνακουφίσεως. Δὲν πρόκειται λοιπὸν μόνον διὰ τοῦ ξηροῦ ἄρτου νὰ ζήσῃ ὁ Ἕλλην. Τῆς ἀπολύτου δ’ ἀνάγκης ἀντικείμενα εἶναι τὰ πλεῖστα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, διότι ἐγὼ ἐκ τοῦ δασμολογίου ἔλαβον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδουσι τὰ 28 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα. Ἂν περιλαμβάνηται καὶ ὁ ἔβενος, ἠξεύρετε διατὶ περιλαμβάνεται; διότι ἔχομεν καὶ ἄλλα καθήκοντα, διότι τὸ δασμολόγιον δὲν συντελεῖ μόνον εἰς τὴν εἴσπραξιν· τοῦτο βεβαίως εἶναι εἷς τῶν σκοπῶν, διότι δύο σκοποὺς ἔχει τὸ δασμολόγιον, νὰ εἰσπραχθῇ χρῆμα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ νὰ προστατευθῇ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐκόπτετο δῆθεν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας. Δὲν γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐπιπλοποιΐα ἐν Ἑλλάδι ἀνεπτύχθη καὶ ἀναπτύσσεται ἐξόχως, καὶ ὅτι πέρυσιν ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσήγαγε νομοσχέδιον εὐεργετικὸν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας ταύτης, καὶ ἡ Βουλὴ εὐλόγως ἄνευ ἀντιρρήσεως ἐψήφισεν αὐτό; Ἀλλὰ καὶ ὁ ἔβενος καὶ ἡ καρύα καὶ τὰ ἄλλα πολύτιμα ξύλα χρησιμεύουσι διὰ τὴν ἐπιπλοποιΐαν, τοιαῦτα δὲ ξύλα εἰσάγονται 200,000 περίπου ὀκάδες ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὴν ἐπιπλοποιΐαν. Λοιπὸν ἠμπορεῖ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα νὰ ἦναι καθ’ ἑαυτὰ εἴδη πολυτελείας, ἀλλ’ εἶναι χρήσιμα διὰ τὴν ἐγχώριον ἐπιπλοποιΐαν, κατεργάζονται αὐτὰ Ἕλληνες τεχνῖται, διαγωνιζόμενοι λίαν ἐπιτυχῶς πρὸς τὴν ξενικὴν ἐπιπλοποιΐαν, καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιπλοποιΐας πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα. Ἀλλὰ, Κύριοι, σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς τὸν γαλλικὸν τυρὸν ροκφόρ, καὶ μάλιστα ἐφαντάσθη, ὅτι ἐγὼ ἔχω εἰς αὐτὸν προτίμησιν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω ἀντιπάθειαν εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ τυροῦ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐν τῷ οἴκῳ μου ποιοῦμαι χρῆσιν τοῦ τυροῦ, τὸν ὁποῖον οἱ πλεῖστοι τῶν Ἑλλήνων τρώγουσι, τοῦ τουλουμισίου, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ κασέρι ἀναλίσκεται ἢ κασκαβάλι, εἰς τὸ ὁποῖον ἀρέσκεται καὶ ἡ ἐργατικὴ τάξις, καὶ Κρητικὸς τυρός,—ὃν ἐγὼ προτιμῶ, —καὶ ἄλλα εἴδη τυροῦ. Ἀποδεικνύεται δ’ ἐκ τῶν ἐπισήμων στατιστικῶν, ἃς ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ὅτι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσάγεται καὶ τουλουμοτύρι, καὶ κασκαβάλι ἢ κασέρι καὶ Κρητικὸ τυρὶ κλπ. ὑπὲρ τὰς 100,000 ὀκάδας. Ὅταν δ’ ἐπιβάλλητε φόρον ἐπὶ τοῦ τυροῦ, τοῦ ὁποίου τὰ ⅔ εἶναι τουλουμίσιο, κασέρι ἢ κασκαβάλι κλπ., τὸ ⅓ δὲ μόνον ἀποτελοῦσι τὰ ἄλλα εἴδη, τῆς πολυτελείας, ἅτινα ῥητῶς ἐγὼ ἐξῄρεσα, τί ἄλλο φορολογεῖτε ἢ ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης; 150,000 ὀκάδες τυροῦ εἰσάγονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· αὐξάνοντες δὲ τὴν φορολογίαν αὐτοῦ, τί ἄλλο κάμνετε ἢ ἐπιβάλλετε φόρον ἐπὶ τοῦ τυροῦ τῆς κοινῆς χρήσεως; Διότι σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος,—ὅστις ἔχει τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν πεῖραν νὰ διακρίνῃ, ὅταν θέλῃ, —ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν εἰσαγωγήν, φέρει αὔξησιν καὶ τῆς τιμῆς τοῦ τυροῦ τοῦ ἐν τῇ χώρᾳ παραγομένου καὶ καταναλισκομένου, ἑπομένως ὁ τυρὸς οὗτος θὰ πληρωθῇ κατὰ 10 ἑκατοστὰ περισσότερον, ἤτοι θὰ γείνῃ ἀκριβότερος κατὰ δέκα ἑκατοστά.

§218Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.

§219Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον εἶναι τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ τουλουμοτυρίου κατ’ ὀκᾶν;

§220Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ δασμολόγιον· ἀλλ’ ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὑπὲρ τὰ 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.

§221Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τέλους αὐτοῦ τίθενται τὰ 10 ἑκατοστά;

§222Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσας ὀκάδας τουλουμοτύρι εἰσάγομεν;

§223Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ στατιστικὴ ἡ ἐπίσημος τοῦ 1901 ἐπακριβῶς σημειοῖ, ὅτι εἰσήχθησαν ἐκ τοῦ κοινῆς χρήσεως τυροῦ (τουλουμοτύρι, κασέρι ἢ κασκαβάλι κλπ.) ὀκάδες 122,518, τῆς πολυτελείας δὲ (ροκφόρ, ἢ γοργοντζόλα, ἥτις ἀρέσκει τῷ κ. Χατζοπούλῳ) ὀκάδες 36,647. Δέκα ἑκατοστά, Κύριοι, ἐπιβάλλετε, δηλαδὴ 7½% παρὰ ἐλάχιστον. Λοιπὸν κατὰ 7½% αὐξάνει τὸ τέλος τοῦ τυροῦ ἀναμφισβητήτως ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων τελῶν.

§224Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ τέλος τοῦ τυροῦ; καὶ ἑπομένως νὰ πάρητε τὰ 10 ἑκατοστά.

§225Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπερβαίνει τὰ 50 λεπτά. Ζητήσατε τὸ δασμολόγιον. Ἄλλως τε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐδῶ, καὶ δύναται νὰ σᾶς πληροφορήσῃ ἀκριβέστερον. Οἱονδήποτε ὅμως καὶ ἂν ᾖναι τὸ τέλος, αὐξάνει βεβαίως τοῦτο κατὰ 7½%. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου.

§226Α. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς διακόψω;

§227Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε.

§228Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πειράζει.

§229Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, καὶ δικαίως, ὅτι μία φορολογία ἐπὶ πραγμάτων εἰσαγομένων ἔξωθεν φέρει ὑπερτίμησιν καὶ τοῦ πράγματος τοῦ ἐγχωρίου.

§230Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.

§231Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅμως αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐφαρμόσητε ἀπολύτως, καταργεῖτε τὸ προστατευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως ὁ ἀρχηγὸς ὑμῶν ἔχει ἐγκολπωθῆ. Βεβαίως κατ’ ἀρχὰς ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις, ἀλλ’ ἐπέρχεται κατόπιν ἡ εὐθηνία διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βεβαιώσητε. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει ποτὲ προστατευτικὸς δασμὸς νὰ τίθηται, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ βιομηχανία ἐν τῷ τόπῳ, δυναμένη νὰ ἐπαρκέσῃ. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ τυροῦ, δὲν πρέπει νὰ τὸν προστατεύσητε.

§232Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πολλὰ εἴπετε, κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ἔχετε ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ προστατευτικοῦ θεσμοῦ.

§233Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§234Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁρίστε.

§235Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής ἠμφισβήτησεν, ἂν εἰσέρχεται αὐτὸ τὸ ποσόν, ἂς ἀκούσῃ, τί λέγουσιν οἱ ἐπίσημοι πίνακες. Τὴν τετάρτην τριμηνίαν τοῦ 1901 εἰσήχθη τυρὸς (ὄχι τῆς πρώτης περιπτώσεως) ἀξίας 35,000· κασέρι ἢ κασκαβάλι, Κρητικὴ μυζήθρα καὶ τυρὸς κοινὸς (τουλουμοτύρι) ἀξίας δραχ. 47,000. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ εἰσαγωγῆς ἀξίας 138 ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς τὰ τελωνεῖα πληρώνεται 35,000,000 φόρος, εἶναι μία ἀναλογία ἓν πρὸς τέσσαρα ἐπὶ τῆς ἀξίας.

§236Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. 35,000,000;

§237Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. 35,000,000 εἰσπράττουσι τὰ τελωνεῖα ἐπὶ ἀξίας ἐμπορευμάτων 138 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικήν· συνεπῶς ἡ φορολογία πρὸς τὴν ἀξίαν εἶναι ἓν πρὸς τέσσαρα. Ἐὰν λοιπὸν 40,000 περίπου δραχμῶν τυρὸς εἰσάγηται κατὰ τριμηνίαν, αἱ 10,000 δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ φόρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναλογία περίπου. Τώρα θὰ ἀκούσητε καὶ ἄλλας λεπτομερείας, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἀναπτύξωμεν μίαν πρὸς μίαν.

§238Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Οἱανδήποτε τροπὴν εὔστροφος ἀγορητὴς θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ νομοσχέδιον ῥητῶς σᾶς λέγει, ὅτι ἐπιβάλλεται 10% ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ὁρίζεται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ τεσσαράκοντα πέντε». Σήμερον ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, κατὰ τὸν νόμον, εἶναι 1,35. Ἑπομένως 10 ἑκατοστὰ προστίθενται εἰς τὰ τέλη.

§239Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). 7 καὶ 40/00 μόνον.

§240Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς εἶπον 10 ἑκατοστὰ προστίθενται, κύριε Ὑπουργέ. Ἐγὼ προσέχω εἰς τὰς λέξεις. Δηλαδὴ 7½%, ἤτοι 10|00 ἐπὶ τῶν 135.

§241Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπε καὶ πρὶν αὐτό.

§242Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ εἶπον καὶ πρίν, ὅτι κατὰ 7½% αὐξάνεται ὁ εἰσαγωγικὸς δασμός. Βεβαίως δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι 10%, εἶπον δέκα ἑκατοστά, ἤτοι δέκα λεπτὰ ἐπὶ ἑκάστης μεταλλικῆς δραχμῆς.

§243Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 7,40% μόνον, καὶ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, εἶναι μόνον πέντε λεπτά, διότι ἔχει 1,42.

§244Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τότε ἂς ἐλαττώσῃ τὴν ἀξίαν.

§245Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιθυμῇ νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσοστὸν τῆς δραχμῆς πρὸς 1,40, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν...

§246Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἀντίρρησιν.

§247Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. .. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε σήμερον, ἐπειδὴ εἰς τὴν ἀγορὰν ὁ χρυσὸς τιμᾶται 1,43, νὰ προσδιορίσητε, ὅτι εἶναι 5 ἢ 6 ἢ 7 ἢ 8 λεπτὰ ἡ αὔξησις. Σεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλετε 10 ἑκατοστὰ ἐπὶ πλέον. Σήμερον ἡ τιμὴ εἶναι 1,35, καὶ 10=1,45. Αὐτὸ ἀναλογεῖ πρὸς 7½%. Δὲν ἀμφισβητεῖται αὐτό.

§248ΔΗΜ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἐπιβάλλεται σταθερῶς τὸ 7½% αὐτὸ, ἀλλὰ μένει τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ εἰς χρυσόν.

§249Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ πληρώσῃ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα.

§250Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖτε δά! Δὲν εἶναι ζήτημα.

§251Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς σημερινῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, εἶναι μόνον 5 ἑκατοστά.

§252Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον 10 ἑκατοστὰ, καὶ 10 ἑκατοστὰ σημαίνει 10 λεπτά, τὰ ὁποῖα προσθέτετε.

§253Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διότι εἶπον, ὅτι εἶναι 7,40%, ἤτοι μόνον πέντε λεπτά. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Δυνατὸν αὔριον ἡ τιμὴ νὰ φθάσῃ εἰς 1,35, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τίποτε· δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς 1,50, καὶ νὰ ἔχωμεν περισσότερον.

§254Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ νομισματικὸν εἶναι ἄλλο ζήτημα, συνδεόμενον μὲ ἄλλους ὅρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§255Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ἀναζητήσας ἐν τῷ πρώτῳ λόγῳ μου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, εὗρε τοὺς ἁλιπάστους ἰχθῦς ὡς ἀντικείμενον τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐξιππάσθη δὲ καὶ ἐδυσπίστησεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τρώγει ἁλιπάστους ἰχθῦς, καὶ εὗρεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τρώγῃ παρὰ μόνον ὀλίγον μπακαλιάρον, καὶ αὐτὸν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐγὼ δὲν ἔχω πεῖραν τοιαύτης καταναλώσεως, διότι ὁμολογουμένως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μας δὲν προβαίνομεν εἰς γεύματα καὶ διατηρήσεις καὶ διατροφὰς τῶν ἐκλογέων, ὅπως συνηθίζεται εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἑπομένως δὲν γνωρίζω τὸ εἶδος τῆς καταναλώσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ σᾶς βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καταναλίσκει μέγα ποσὸν ἁλιπάστων ἰχθύων, καὶ ἰδίως μπακαλιάρου ἢ γάδου ἢ ὀνίσκου. Πόσον ποσὸν, Κύριοι, νομίζετε ὅτι εἰσάγεται; Ἐλάχιστον, εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος, διότι δυστυχῶς δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν στατιστικὴν, ἵνα ἴδῃ πόσον ποσὸν εἰσάγεται καὶ πόσον ποσὸν καταναλίσκεται.

§256Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον φόρον πληρώνουσιν;

§257Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ φόρος μὲ τὸ ποσὸν τῆς ἀναλώσεως, τὸ ὁποῖον σεῖς παρεστήσατε ἐλάχιστον; Σεῖς εἴπετε, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς μόνον καταναλίσκεται ὀλίγος μπακαλιάρος. Καὶ μὲ εἰρωνεύθητε μάλιστα, ὅτι κόπτομαι ἐν τῇ Βουλῇ δι’ ὀλίγον μπακαλιάρον καὶ ὀλίγας σαρδέλλας! Ἰδοὺ ἡ ἐπίσημος στατιστικὴ (ἀναγινώσκει): «Γάδος» (γάδος εἶναι ὁ μπακαλιάρος). Πόσον ποσὸν νομίζετε ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα; Κατὰ τὸ 1901 εἰσήχθησαν ὀκάδες 2,332,000, τὸ 1900 ὀκάδες 2,442,000. Ἁλίπαστοι ἰχθύες καὶ λοιπά: τὸ 1901 ὀκάδες 1,921,000, τὸ 1900 ὀκάδες 2,000,000· τὸ ὅλον ἀξίας δραχ. 6,166,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ, Κύριοι, μπακαλιάρου καὶ ἄλλων ἁλιπάστων ἰχθύων ἀκριβῶς, καταναλισκομένων ὑπὸ τῆς μέσης καὶ τῆς τελευταίας λαϊκῆς τάξεως, ἤτοι πράγματι ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ πολλοῦ, διότι ὀλίγοι εἶναι οἱ εὐτυχεῖς, οἱ δυνάμενοι ν’ ἀγοράζωσι μαῦρον χαβιάρι καὶ ἄλλα εἴδη πολυτελείας.

§258Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον πληρώνει ὁ μπακαλιάρος; Ἕνδεκα λεπτά. Δηλαδὴ αὐξάνει κατὰ ἑπτὰ λεπτά.

§259Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πρόκειται ἂν ἐπλήρωνε φόρον 11 λεπτὰ πλέον ἢ ἔλαττον. Αὐτὸς πωλεῖται εἰς ὡρισμένην τιμήν. Σήμερον δὲ προσθήκῃ τῶν 10 ἑκατοστῶν τοῦ νομοσχεδίου θὰ πωληθῇ περισσότερον. Ἑπομένως, ἐὰν μία οἰκογένεια ἔχῃ ἀνάγκην μιᾶς ἢ δύο ὀκάδων μπακαλιάρου, ἵνα διατραφῇ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας διατρέφεται δι’ ἰχθύων καὶ δὲν δύναται νὰ πορισθῇ νωποὺς ἰχθῦς, ἀναμφισβητήτως θέλει στερηθῆ τοῦ ποσοῦ κατὰ τοσοῦτον, καθ’ ὅσον αὐξάνεται ἡ τιμή· διότι εἶπον, ὅτι ἡ τιμή, ὁ φόρος ὁ προστιθέμενος δὲν εἶναι ἁπλοῦς· ὁ φόρος ὁ προστιθέμενος ἔχει καὶ τὸ ἄλλο ἰδίωμα, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἔχουσι τὰ ἀνθρώπινα, νὰ αὐξάνῃ καὶ τὴν τιμὴν τοῦ καταναλισκομένου πράγματος οὐχὶ ἀναλόγως τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου, ἀλλὰ πολὺ ἐπὶ πλέον, διότι εἶναι ἀδύνατον οἱ ἔμποροι καὶ οἱ μεταπράται νὰ μὴ ζητήσωσι νὰ καλύψωσι τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῶσιν ἢ ὑποπτεύονται ὅτι πιθανὸν νὰ ὑποστῶσι, δι’ αὐξήσεως τῆς τιμῆς. Ἑπομένως, ἐὰν προσθέσητε 10 ἑκατοστά, νὰ ἦσθε πλέον ἢ βέβαιοι, ὅτι πολὺ εὐσυνείδητος θὰ ἦναι ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος θὰ προσθέσῃ 15 ἢ 20. Θὰ αὐξήσῃ ἀναμφισβητήτως ἡ ἀξία. Ἑπομένως στερεῖτε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τῆς εὐχαριστήσεως νὰ καταναλίσκῃ ἁλιπάστους ἰχθῦς καὶ μπακαλιάρον.

§260Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Κατὰ πόσα λεπτὰ θὰ αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ μπακαλιάρου;

§261Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. (διαμαρτυρίαι ἀριστερόθεν).

§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰπέτε νὰ μὴ διακόπτωσιν. Ἡμεῖς δὲν διεκόψαμεν.

§263Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐγὼ ἀνέφερα τὰ ὄσπρια, ἐξ ὧν εἰσάγονται ἱκανὰ ποσὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς· 2 ἑκατομμύρια ὀκάδες εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1901. Καὶ τὰ ὄσπρια εἶναι τροφὴ τοῦ πενομένου λαοῦ, τοῦ πολλοῦ.

§264Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Τὰ ὄσπρια πόσον θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν;

§265Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀναλόγως τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐπ’ αὐτῶν, θὰ φορολογηθῶσι κατὰ 10 ἑκατοστὰ ἐπὶ πλέον. Αὐτὴ εἶναι ἡ φορολογία. Δέκα λεπτὰ προσθέτετε. Λοιπὸν δέκα θὰ προστεθῶσι.

§266Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 7½. Ἄρα, ἐὰν πληρώνωσιν ὀκτὼ λεπτά, θὰ ἦναι 5,60 τοῦ λεπτοῦ φόρος.

§267Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν ἦναι, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Ἐγὼ διαφωτίζω τὸν συνάδελφον κ. Χατζόπουλον, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὁλόκληρος κόπτεται ὑπὲρ τῶν εἰδῶν τῆς πολυτελείας, ὅτι κόπτεται ἡ Ἀντιπολίτευσις ὄχι διὰ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ πληρώσῃ τὰ εἴδη αὐτὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀκριβότερον, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τρώγουσι τὸ ροκφὸρ, καὶ κάμνουσι χρῆσιν βακτηριῶν ἐξ ἐβένου. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ ἀκριβῶς ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡμεῖς ἐργαζόμεθα καὶ προσπαθοῦμεν νὰ σᾶς πείσωμεν — καὶ εὔχομαι νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο — νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι φορολογίαν μεγάλην σχετικῶς ἐπιβάλλει εἰς πάντα τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἐνεθυμήθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐκλογαί, ὅτι εἴμεθα θνητοὶ ἐνταῦθα καὶ ὄχι ἀθάνατοι, καὶ ἔχομεν τὸν μέγαν κριτήν, τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πρὸ τοῦ ὁποίου θὰ προσέλθωμεν, — ἀργὰ ἢ γρήγορα, δὲν γνωρίζω. — Σήμερον δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα ἐπὶ τοῦ τάπητος, οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἐγείρει ὡς σημαίαν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Σήμερον οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ ῥητῶς ἐδήλωσε τοῦτο ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἑπομένως μόνον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μένει πάντοτε ἐν τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ, καὶ τρέμει πρὸ τῆς ἰδέας, μὴ τυχὸν ἄφνω καὶ ἐξαπίνης ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις. Ἀλλ’ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καθησύχασεν αὐτόν. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης εἶπε: «μὴ ἀνησυχεῖτε, διότι δὲν ἔχω τοιοῦτον πρόγραμμα σήμερον, οὔτε ὡς σημαίαν ἐγείρω τὴν διάλυσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν.» Ἄλλοτε, ἐὰν εἶπεν, ὅτι διάλυσις τῆς Βουλῆς ἔδει νὰ γείνῃ, ὀρθότατα εἶπε, συνταγματικώτατα εἶπε, καὶ ἤθελεν ἀρνηθῆ ἑαυτὸν καὶ ὁλόκληρον τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται, τὰς γνώμας, ἐὰν ἐδήλου, ὅτι αἱ μειονοψηφίαι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὴν ἀρχήν, ὅταν δὲν ἔχωσιν ἀσφαλίσει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Μόνον μετὰ ῥητὴν ὑπόσχεσιν διαλύσεως τῆς Βουλῆς δύναται μειονοψηφία νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχήν. Ἄλλοι πολιτικοὶ ἄνδρες, καὶ αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ὑμῶν, ὁ μακαρίτης Τρικούπης, τὰς ἀρχὰς τοῦ ὁποίου σεῖς λέγετε, ὅτι ἀκολουθεῖτε, ἐφρόνει ῥιζικώτερον, ὅτι ἡ μειονοψηφία δὲν δικαιοῦται ποτὲ νὰ λάβῃ τὴν ἀρχὴν, μόνον ἡ πλειονοψηφία δικαιοῦται καὶ τὴν διάλυσιν νὰ λάβῃ καὶ Κυβέρνησις νὰ ἦναι, μειονοψηφία κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ λάβῃ τὴν ἀρχὴν εἰς συνταγματικόν, εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸ κόμμα ἡμῶν ἐφρόνει καὶ φρονεῖ, ὅτι τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς τῷ ἐπιτρέπει νὰ διορίσῃ Ὑπουργοὺς καὶ ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι, τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν λαμβάνουσι τὴν ἐντολὴν νὰ διοικήσωσι, σχηματίζοντες Κυβέρνησιν, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν κύρωσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Ἄνακτος διορισμοῦ των. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχει ζήτημα τοιοῦτον, ὅπως εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἡ πλειονοψηφία σήμερον εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἑπομένως τοιαύτη ἀνωμαλία δὲν ὑφίσταται, καὶ συνεπῶς τοιοῦτον πρόγραμμα δὲν ἔχομεν. Διατὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον διήγειρε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διεγείρῃ ὁ φόβος τῆς διαλύσεως;

§268Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ διήγειρε... (διαμαρτυρίαι ἀριστερόθεν).

§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (πρὸς τὸν κ. Χατζόπουλον). Ἠδύνασθε νὰ ὁμιλήσητε, ἐὰν ἡμεῖς σᾶς ἠμποδίζομεν διαρκῶς; Σεῖς διαρκῶς παρακωλύετε τὸν ἀγορεύοντα!

§270Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπω ἐπανειλημμένως αὐτὸ τὸ ἄτοπον.

§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμά σας.

§272Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλ’ ἐνεθυμήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὸν λαόν, διότι ἐνεθυμήθη τὰς ἐκλογάς, διότι εἶδεν ὅτι δὲν εἶναι παράδοξον νὰ ἐπέλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κριτοῦ, καὶ τότε ἐνεθυμήθη, καὶ τότε ἐνόησε, τί ἔλεγε πρίν, διότι ἐνόησεν, ὅτι—καὶ πολὺ ὀρθῶς καὶ δικαίως—οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ, οἱ συναγωνιζόμενοι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Χατζόπουλος εἶπεν, ὅτι ὁ λαὸς πρέπει νὰ ἀρκῆται εἰς τὸν σῖτον καὶ τὸν ἀραβόσιτον καὶ τὴν μπομπόταν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τρώγῃ τίποτε ἄλλο, οὔτε οἱανδήποτε ἄλλην ἀπόλαυσιν νὰ ἔχῃ, οὔτε προσφάγιον, οὔτε βακαλάον ἀκόμη ἐνόει νὰ ἐπιτρέψῃ αὐτῷ νὰ φάγῃ, διότι ὁ κύριος Χατζόπουλος ὄχι μόνον ἦτο ἀδιάφορος, ἂν ἐφορολογοῦντο εἴτε ὁ βακαλάος, εἴτε οἱ ἁλίπαστοι ἰχθύες, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλα εἴδη, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς ψήφου του ὑπεστήριξε τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας ταύτης.

§273Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Χατζόπουλος δὲν φοβεῖται... (θόρυβος).

§274Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ (θόρυβος).

§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Χατζόπουλον). Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, μὴ διακόπτετε.

§276Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀποσύρει, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἔνστασιν ὁ κύριος Παπαδημητρίου;

§277Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλ’ ἐνεθυμήθη, Κύριοι, τότε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἀνακούφισίν τινα, καὶ τότε ἐνεθυμήθη, ὅτι ἡ ζάκχαρις φορολογεῖται βαρέως, ὅτι ἡ ζάκχαρις δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται, διότι ὁ οἰκογενειάρχης τῆς Εὐρυτανίας πρέπει νὰ εὑρίσκῃ ὀλίγα τεμάχια ζακχάρεως, διὰ νὰ δίδῃ εἰς τὰ τέκνα αὑτοῦ εὐθηνότερον, καὶ δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ ζάκχαρις. Ἀλλὰ καὶ ἡ ζάκχαρις φορολογεῖται ἀπηνῶς. Καὶ τὴν ζάκχαριν ἐγὼ περιέλαβον εἰς τὸν κατάλογον, ὃν ἀνέγνωσα πρό τινος (καὶ ὃν κατέκρινε καὶ εἰρωνεύθη ὁ κ. συνάδελφος), ὡς ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης. Διότι σήμερον, Κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ζάκχαρις δὲν εἶναι μόνον ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης, εἶναι καὶ ἀντικείμενον δημοσίας ὑγείας· ἐπιστημονικῶς ἀπεδείχθη πλέον, ὅτι ἡ ζάκχαρις εἶναι ἡ ὑγιεινοτέρα τροφή, ἡ συντελεστικωτέρα εἰς ἐπίρρωσιν καὶ ἐνδυνάμωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅμως εἰς τὴν ζάκχαριν, τὴν ὁποίαν φορολογεῖτε πρὸς 150 καὶ 200 τοῖς ἑκατόν, ἐπιβάλλετε ἐπιπροσθέτως 10 ἑκατοστά, ἤτοι 7½%! Καὶ ἔχομεν ζακχάρεως εἰσαγωγὴν 7,000,000 ὀκάδας κατὰ τὸ 1901. Τοσοῦτον ποσὸν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐπισήμων στατιστικῶν, ὅτι εἰσάγεται. Λησμονεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ὁ κατάλογός μου περιέχει καὶ τὴν ὄρυζαν καὶ τὸ κρέας καὶ τόσα ἄλλα εἴδη, ὡς καὶ πάντα τὰ φάρμακα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα εἰς πάντας, πτωχούς καὶ πλουσίους, διότι ἐν ταῖς ἀσθενείαις δὲν ὑπάρχει διάκρισις, καὶ οἱ πτωχοὶ πληρώνουσι τὰ φάρμακα, ὅπως καὶ οἱ πλούσιοι· ἀλλὰ θὰ δυνηθῶσιν οἱ πτωχοὶ νὰ πληρώνωσι φάρμακα γνήσια, ὅταν αὐξάνηται ἡ τιμή των; Ἐκ τῶν 35,000,000, εἰς ἃ ἀνέρχονται οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ, τὰ 28 ἑκατομμύρια πληρώνονται ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ ὀλίγα ἔχοντας, διότι ταῦτα ἀντιπροσωπεύουσιν ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης ἢ χρήσιμα εἰς τὴν βιομηχανίαν τὴν ἐγχώριον. Μεθ’ ὅσα εἶπον πρὸ ἡμερῶν δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω μακρηγορῶν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει τὸ πράξει, εἶναι νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ αὐτὸς καὶ οἱ ὁμόφρονες αὐτῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ὄχι μόνον νὰ μὴ ψηφίσωσιν αὐτό, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ καταψηφίσωσιν αὐτό. Ὅταν ἦναι βέβαιον, ὅτι μόνον τὸ κυβερνῶν κόμμα δὲν εἶναι ἐπαρκὲς νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, ἡ καταψήφισις τοῦ νομοσχεδίου δὲν συντελεῖ εἰς ἄλλο ἢ εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Διότι ἡ συμπλήρωσις τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀδιαφόρως ἂν καταψηφίζεται ἢ ὑπερψηφίζεται, συντελεῖται, καὶ κατορθοῦται οὕτω νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος αὐτός. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον βεβαιῶ αὐτόν, εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὔκολον πρᾶγμα νὰ ἐννοήσῃ τις, ἐπὶ τίνος θέλει ἐπιπέσει ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος. Τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως τῶν φόρων εἶναι ἀκόμη ἄλυτον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος εἶναι εὐεργετικός, καθόσον οὗτος μετά τινα χρόνον θέλει ἐπιπέσει ἐπὶ τοῦ λαοῦ ὡς χρυσῆ βροχή! Ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Αὐτὸ εἶναι τὸ βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον. Τίς τώρα θὰ πληρώσῃ αὐτόν; Ὁ ἔμπορος; ὁ καταναλωτής;

§278Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ καταναλωτὴς βεβαίως.

§279Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ εἶδος τοῦτο τῆς φορολογίας κατὰ τὰ 90% μᾶλλον ὁ καταναλωτής.

§280ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Κατὰ τὸ ὅλον.

§281Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διότι ὁ ἔμπορος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ζημιούμενος. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ ἔμπορος μεταβληθῇ εἰς φιλάνθρωπον εὐεργέτην καὶ ἀρχίσῃ νὰ παραχωρῇ τὰ ἐμπορεύματά του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως οὗτος διατραφῇ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἐμπόρου, ὁ ἔμπορος ἄρχεται νὰ ἐκλίπῃ, καὶ ἢ παύει νὰ ἐμπορεύηται, ἢ χρεωκοπεῖ. Ἐπειδὴ δὲ πάντες οἱ ἔμποροι ἐξακολουθοῦσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν, ἀποδείκνυται, ὅτι ἀπολαμβάνουσι κέρδη· ἀφοῦ δὲ οὗτοι ἀπολαμβάνουσι κέρδη καὶ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν νέων φόρων, — περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἔχω ἀμφιβολίας, — τοὺς φόρους θὰ πληρώσουν ἐμμέσως ἐκεῖνοι, οἵτινες προσέρχονται καὶ ἀγοράζουσι τὰ ἐμπορεύματα, τρόφιμα καὶ λοιπὰ εἴδη, ἤτοι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ πολύς, ὁ βαρέως φορολογούμενος ἤδη, ὑπὲρ οὗ ἀγωνιζόμεθα.

§282Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, περὶ διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν τελωνιακῶν δικαιωμάτων προεκάλεσε προδήλως τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης· ἀδιάφορον, ἂν τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς νέας διατιμήσεως δὲν εἰσέρχεται ἀπ’ εὐθείας καὶ ἀμέσως εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Προορίζεται ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ποσόν, τὸ ἓν δέκατον ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ὅπερ ὡρίσθη δι’ ἄλλου νόμου, ὅπως ἀποτελέσῃ πόρον τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης οὐδεμία ἐν τῇ Βουλῇ ἠγέρθη φωνὴ ἐναντία, καὶ διὰ τοῦτο ἐψηφίσθη. Ἡ πλευρὰ μάλιστα αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) δικαιοῦται ἴσως πάσης ἄλλης πλειότερον νὰ καυχᾶται, ὅτι αὐτὴ πρώτη ἐσκέφθη νὰ ἱδρύσῃ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ ἔθνους. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1891 ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχε φθάσει μέχρι τελείου προσδιορισμοῦ τῶν πόρων ταμείου παρασκευῶν, ἀποτελουμένου ἐκ φόρων τοιούτων, ὥστε τὸ ἔσοδον θὰ ἦτο πολὺ ἀνώτερον τοῦ ἐσόδου, ὅπερ σήμερον θέλει δώσει τὸ ἤδη συσταθὲν Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐπελθούσης τῆς κρίσεως τοῦ Κράτους τῆς οἰκονομικῆς, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, τοὺς πόρους, οὓς προώριζε διὰ τὸ ταμεῖον τῶν παρασκευῶν, νὰ προτείνῃ, ἵνα εἰσέλθωσιν ὡς δημόσιοι πόροι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα οὕτως, αὐξανομένης τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, καταστῇ εὐχερέστερον νὰ πορισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τὰ χρήματα, ὧν εἶχεν ἀνάγκην. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὑπεχρεώθη νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892, καὶ ἀκριβῶς ἔπεσε δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτι διὰ τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλήν, εἶχε καταστῆ βέβαιον, ὅτι ἤθελεν ὑπερπηδήσει τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ ἤθελε καταστήσει ἀδύνατον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ἔλευσιν εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ μολονότι πρόκειται περὶ πόρων τοσοῦτον ἱερῶν, οἷοι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν ἔρευναν, ἣν ποιούμεθα, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, τῶν διαφόρων μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνονται πρὸς συγκρότησιν τοῦ ταμείου τούτου. Βεβαίως σήμερον ἐπιτακτικωτέρα εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξευρέσεως πόρων πρὸς αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, παρ’ ὅσον ἦτο κατὰ τὸ 1890, 1891, 1892. Κατὰ τὸ 1897 τὸ Κράτος, ἕνεκα τοῦ ἀπαρασκεύου, καὶ ἐταπεινώθη καὶ ἐκινδύνευσε τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, διότι οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ αὐτὴ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Κράτους ἡμῶν διεκινδύνευσε. Τὸ 1897 δυστυχῶς ἀπεδείξαμεν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἤμεθα στρατιωτικῶς πρὸς πόλεμον παρεσκευασμένοι, ἀλλ’ ὅτι συγχρόνως εἴχομεν ἀπολέσει σχεδὸν παντελῶς πᾶν στρατιωτικὸν πνεῦμα καὶ δυστυχῶς πᾶσαν στρατιωτικὴν ἀρετήν. Ἀλλ’ ἐπῆλθον ἄλλα σπουδαῖα γεγονότα μετὰ τὸ 1897, ἐπιβάλλοντα εἰς τὸ ἔθνος ταχυτέραν τὴν στρατιωτικὴν παρασκευήν. Ἀπὸ διετίας ἐξεδήλωσε καταφανεστέρας τὰς τάσεις καὶ τὰς διαθέσεις αὑτοῦ τὸ Βουλγαρικὸν ἔθνος, διότι οὐ μόνον δὲν ἔπαυσεν ἐργαζόμενον πρὸς στρατιωτικὴν αὑτοῦ παρασκευὴν πληρεστέραν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀνακινήσεως τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος καὶ τῆς χρήσεως πάσης βίας καὶ ἀπειλῆς κατὰ τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἐπιδιώκει νὰ μετατρέψῃ τὸ φρόνημα καὶ τὸ αἴσθημα αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου θᾶττον ἢ βράδιον νὰ ὑποτάξῃ αὐτήν. Οἱ προστατεύοντες ἄλλως τὴν Βουλγαρίαν εἰς τοῦτο δὲν εἶναι ὀλίγοι καὶ ἄγνωστοι. Ἀναγκαίως, μετὰ τοιούτους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἰδίως ἐξεδηλώθησαν ἀπὸ τοῦ 1897 καὶ ἐπετάθησαν κατὰ τὸ 1901, 1902 καὶ 1903, ἐπιβάλλεται ἀναποδράστως εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ κατεπειγούσης παρασκευῆς καὶ ἐξευρέσεως ὅλων τῶν πόρων, οἱ ὁποῖοι ἀνάγκη ν’ ἀποτελέσωσι τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τῆς διασώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὰ πάντα δι’ οἰκονομιῶν δύνανται νὰ κατορθωθῶσιν, οὔτε ὅμως, ὅτι οὐδὲν δι’ οἰκονομιῶν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, περὶ τοιούτων συμφερόντων προκειμένου. Ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὤφειλε, πρὶν ζητήσῃ ἀπὸ τὸν λαὸν νέα φορολογικὰ βάρη, νὰ προσφύγῃ εἰς οἰκονομίας, αἰσθάνεται ἑαυτὴν προσβαλλομένην, διότι οὕτως ὁμολογεῖ ἐκεῖνο, ὅπερ ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐμέμφθη αὐτῆς, ὅτι δὲν μεριμνᾷ δηλονότι περὶ οἰκονομικωτέρας διαχειρίσεως τῶν δημοσίων πόρων, ἀλλὰ προκαλεῖ δαπάνας οὔτε τόσον κατεπειγούσας οὔτε τόσον χρησίμους, ὅσον αἱ πρὸς πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅταν τὴν κακὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους καταγγέλλῃ σειρὰ νόμων καὶ προϋπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ 1899, οὐδὲν ὠφελεῖ προσποιημένη φιλοτιμία τῆς Κυβερνήσεως σήμερον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις βεβαίως δὲν θὰ ἦναι διατεθειμένη νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἤθελε παρουσιάσει τὰς οἰκονομίας ἐκείνας, ἃς ἐξ ἀνάγκης δικαιολογοῦσιν αἱ περιστάσεις, καίτοι δὲν δικαιολογεῖ τῆς ὑπηρεσίας ἡ ἀπαίτησις, δὲν θὰ ἦναι διατεθειμένη, λέγω, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὰ πάντα δέον νὰ ἐξευρεθῶσιν ἐξ οἰκονομιῶν. Βεβαίως ἀφ’ ἑτέρου δὲν συγκατατίθεται νὰ ἐπιψηφίσῃ ἀνεξαιρέτως πάντα τῆς πλειονοψηφίας τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικά, ἐπὶ τῷ λόγῳ ἁπλῶς, ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ προγράμματος αὐτῆς. Ἐκ τῶν φόρων, οἵτινες προορίζονται διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὑπάρχουσί τινες, περὶ ὧν δὲν εἶναι πρέπον νὰ φέρῃ σπουδαίαν ἀντίρρησιν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῆς πυρίτιδος δὲν εἶναι κυρίως φόρος· τὸ Κράτος διὰ τοῦ μονοπωλίου αὐτῶν ζητεῖ νὰ ἀφαιρέσῃ ὅ,τι οἱ ἰδιῶται σήμερον ἀπολαμβάνουσι, καὶ νὰ τὸ οἰκειοποιηθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς προικίσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων δύναται βεβαίως νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἀρχὴν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θιχθῇ ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευμάτων, περισσοτέρους δὲ δισταγμοὺς δύναται νὰ ἔχῃ τις, ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον, ὅστις ἐπιβάλλεται νῦν ἐπὶ τοῦ ζύθου. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ νῦν συζητούμενον νομοσχέδιον, ὅπερ συνίσταται εἰς τὴν αὔξησιν τῆς διατιμήσεως τῆς χρυσῆς δραχμῆς ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν τελωνιακῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, ἐπ’ αὐτοῦ ῥιζικῶς διαφωνῶ, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελε βεβαιωθῆ ἡ ἀναπόδραστος αὐτοῦ ἀνάγκη, εἶναι φόρος, πρὸς τὸν ὁποῖον τελευταῖον ὅλων ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ ἡ Κυβέρνησις. Τὸ κατ’ ἐμέ, ἐνόουν τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ὅπερ προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὴν αὔξησιν δηλονότι τοῦ φόρου εἰσαγωγῆς ἐπὶ τοῦ σίτου. Ὁ φόρος οὗτος ἦτο θετικὸς καὶ σαφής, καὶ ὁ ἀκούων αὐτοῦ ἀντελαμβάνετο εὐθὺς αὐτοῦ, καὶ ἐσχημάτιζε μίαν ἰδέαν περὶ τῶν καλῶν ἢ τῶν κακῶν τοῦ φόρου ἀποτελεσμάτων· ἐγνώριζε ποίαν ἐπιρροὴν θὰ ἐξήσκει ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως, εἴτε διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, εἴτε διὰ τῆς ἄλλης ἐμμέσου ἐπὶ ἄλλων πραγμάτων καὶ ἐργασιῶν ἐπιβαρύνσεως, ἐπίσης δὲ ἀντελαμβάνετο καὶ τὸ καλόν, ὅπερ ὁ φόρος ἠδύνατο νὰ συνεπαγάγῃ διὰ τῆς προστασίας τῆς γεωργίας. Ἀλλ’ ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος νῦν προτείνεται, περιλαμβάνει συλλήβδην καὶ ἀδιακρίτως ὅλα σχεδὸν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσάγονται, καὶ ἐπιδρᾷ ἐμμέσως ἐπὶ τῆς τιμῆς ὅλων τῶν προϊόντων, ὅσα καὶ ἐν τῷ τόπῳ παράγονται, ἀφοῦ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν παράγονται ἐν τῷ τόπῳ, καὶ φορολογῶν αὐτὰ ὁ νομοθέτης προκαλεῖ γενικὴν αὔξησιν, καὶ δικαίως ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ φόρος τῆς ἀδιακρισίας, διότι μία Κυβέρνησις, ἐπιβάλλουσα φόρους, ὀφείλει πρὶν νὰ ἐξετάζῃ τὸ εὔλογον ἢ μὴ τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων τούτων καὶ τ’ ἀποτελέσματα ἐπὶ ἑκάστου τῶν φορολογουμένων εἰδῶν. Λοιπὸν φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ἀδιακρίτως ἐφ’ ὅλων σχεδὸν τῶν καταναλισκομένων, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν φόρος δίκαιος, φόρος ἴσος καὶ ἀνάλογος, τὸν ὁποῖον νὰ δικαιολογῆται μία Κυβέρνησις νὰ προβάλλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅσον καὶ ἂν ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι αὐτὸς ὀλίγον ἐπιβαρύνει τὸν λαόν. Ἡ πολιτικὴ αὕτη τῆς δι’ ἀριθμητικῆς ἰσότητος τοῦ φόρου ἐν τῇ ἐπιβολῇ καλύψεως τῶν δυσκολιῶν, ἃς παρουσιάζει ἡ καθ’ ἕκαστον εἶδος φορολογία, εἶναι κακὴ, παρατηρῶ δὲ, ὅτι αὐτὴν τὴν ἰδέαν πρὸ παντὸς ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, καὶ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐγίνοντο παρατηρήσεις κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, οὗτος ἐν τέλει ἀπήντησεν, ὅτι θὰ προετίμα καλλίτερον, πάντες οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀνεξαιρέτως νὰ περικοπῶσιν. Ἀλλ’ ὅπως ἡ περικοπὴ τῶν μισθῶν πάντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων φέρει ἀναγκαίως εἰς ἀδικήματα, οὕτω καὶ ἡ ἐξ ἴσου φορολογία ὅλων τῶν εἰδῶν, τῶν εἰσαγομένων καὶ καταναλισκομένων ἔν τινι τόπῳ, φέρει ἐπίσης εἰς ἀδικήματα. Ἔλεγον ὅτι θὰ προετίμων, φόρους ὡρισμένους νὰ ἴδω αὐξανομένους, διότι τότε θὰ ἠδύνατό τις νὰ σχηματίσῃ εὐκόλως καὶ ἀκριβῶς ἰδέαν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν φόρων τούτων, καὶ νὰ δώσῃ περὶ αὐτῶν ψῆφον ἐν γνώσει. Ἐμμένω διὰ τοῦτο εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου εἶπον, περὶ φορολογίας τοῦ σίτου. Ἡ φορολογία τοῦ σίτου βεβαίως εἶναι φορολογία ἐπὶ εἴδους πρώτης ἀνάγκης, ἀλλ’ εἶναι συνάμα καὶ προστασία τῆς σπουδαιοτέρας ἐθνικῆς παραγωγῆς, τῆς παραγωγῆς τῆς κυρίως γεωργίας, ὑπὲρ ἧς δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν Κράτος ἢ νὰ ἐνδιαφέρηται περισσότερον οἱασδήποτε ἄλλης, διότι ἡ καλλιέργεια καὶ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀπασχολεῖ τὸν μεγαλείτερον πληθυσμὸν τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦτο ἔχει συμφέρον νὰ προστατεύῃ καὶ οὐδέποτε νὰ δυσκολεύῃ ἐν τῇ ἐργασίᾳ του, καθόσον ὁ πληθυσμὸς οὗτος οὔτε συμφέρον εἶναι οὔτε εὔκολον νὰ μεταβάλῃ ἐπάγγελμα, ὅπως δύνανται νὰ μεταβάλλωσιν ἄλλοι πληθυσμοὶ τῆς χώρας. Ἂν δ’ ἤθελεν ἀφεθῇ ἡ γεωργία τοῦ ἡμετέρου ἔθνους, ὅπως πολλοὶ ἐν τῇ ἀγνοίᾳ αὑτῶν ὑποστηρίζουν, ἄνευ προστασίας, πιθανώτατον εἶναι νὰ ἐπέλθῃ βαθμηδὸν τοσαύτη ἐλάττωσις τῶν γεωργικῶν προσόδων παρ’ ἡμῖν, ἐλάττωσις, ἣν καθιστᾷ ἀναπόφευκτον ἡ συγκριτικῶς πολὺ μικροτέρα ἢ ἀλλαχοῦ κατὰ στρέμμα παραγωγὴ σίτου ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ ἴδωμεν τὰς γεωργικὰς οἰκογενείας ἐγκαταλιμπανούσας ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γεωργοῦ, καὶ ἄλλας μὲν ἀποδημούσας ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκπατριζομένας, ἵν’ ἀποκατασταθῶσιν ἀλλαχοῦ, ἄλλας δὲ συρρεούσας εἰς τὰς πόλεις, ἐνῷ καὶ τὰ δύο ταῦτα εἶναι μέγιστα κακά. Διότι ἐνδιαφερόμεθα μὲν σήμερον μετά τινος εὐμενείας διὰ τὰς μεταναστεύσεις, βλέποντες ὅτι οἱ μεταναστεύοντες ἀποστέλλουσιν ἀρκετὰ χρήματα εἰς τοὺς συγγενεῖς αὑτῶν, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θέλομεν φθάσει εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν σπανίως θὰ παλιννοστῶσιν οἱ ἐκπατριζόμενοι, εὑρίσκοντες συμφερώτερον νὰ μένωσιν εἰς τὴν νέαν πατρίδα, μεθ’ ἧς καὶ διὰ τῆς γλώσσης καὶ διὰ τῶν συμφερόντων συνεδέθησαν, ἀποκόπτοντες ἐν τέλει πάντα δεσμὸν ὑλικὸν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅπερ εἶναι ἀπώλεια ἐθνικὴ ὁριστικὴ καὶ τελειωτική. Οὐδεὶς ὁ μὴ βλέπων, ὅτι μέγιστον κακὸν εἶναι νὰ λείψωσι τόσαι χεῖρες, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγροτικαὶ, καὶ νὰ ἐκπατρίζωνται εἰς ἄλλας χώρας, ὡς ἐπίσης τὸ νὰ συρρέωσιν ἐντὸς τῶν πόλεων οἱ ἐργάται τῶν ἀγρῶν, ἐρημοῦντες αὐτοὺς, καὶ νὰ προκαλῶσι διαγωνισμὸν καὶ ἐξευτελισμὸν τῶν ἡμερομισθίων ἐντὸς πόλεων, ἐν αἷς ἡ βιομηχανία δὲν ζητεῖ ἐργάτας, καὶ νὰ ζημιῶσιν ἔτι μᾶλλον τοὺς μόλις ἀποζῶντας ἐκ τῶν ἡμερομισθίων αὐτῶν. Λοιπὸν ἡ γεωργία ἡμῶν πρέπει νὰ προστατεύηται. Ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σίτου, νομίζω ὅτι ἀνήρχετο ἡ φορολογία αὕτη εἰς 2 καὶ 17/00 ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος φόρου. Ὁ φόρος οὗτος προστιθέμενος εἰς τὰς 5 καὶ 44/00, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐπιβεβλημέναι, ἐθεωρήθη ὡς αὐξάνων ὑπερβαλλόντως τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, διότι θὰ ηὐξάνοντο αἱ τιμαὶ τοῦ ἄρτου, δηλ. ἡ τροφὴ τῶν ἐργατικῶν τάξεων τοῦ τόπου, διὰ τοῦτο δὲ μετ’ ἐπιδείξεως ἐπολεμήθη καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐφόβισε δὲ ἡ πολεμικὴ αὕτη τοσοῦτον τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἐγκαταλίπῃ. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι τὸ μέτρον προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου εἶναι βαρὺ καὶ δυσάρεστον, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἀπεφάσισε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα τῶν νέων φόρων, διότι κατ’ αὐτὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ἀπολύτως, ἢ διότι αἱ δυνάμεναι νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποτελέσωσι τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι φόροι, ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τοὺς φόρους τούτους οὐχὶ ἐπὶ ὅλων τῶν εἰσαγομένων, ἀλλὰ ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν, εἰσαγομένων ἔξωθεν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δ’ ἐγκατελίμπανε τὴν ἰδέαν τῆς φορολογίας τοῦ σίτου διὰ τῶν προσθέτων 2 καὶ 17/00, ἐνέμενεν ὅμως εἰς φορολογίαν αὐτοῦ κατωτέραν τῶν 2 καὶ 17/00, θὰ ἦτο δυνατόν, ἀντὶ τῆς φορολογίας ἀδιακρίτως τῶν εἰσαγομένων, νὰ ἐπιτύχῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διότι οὐδεὶς ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν ψῆφόν του, βλέπων ὅτι τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ εἰσαγομένου ἔξωθεν ἐπιβάλλει τὸ Κράτος διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν τοῦ σίτου. Ἄνευ τοιούτων θυσιῶν, τὰς ὁποίας δικαιολογεῖ ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ἀλληλεγγύη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ καὶ προαχθῇ τὸ Κράτος. Διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἡ μεγαλειτέρα ἀφροσύνη, ἓν Κράτος νὰ φορολογῇ τὴν πρώτην τροφὴν τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο, ἀφίνον ἀπολύτως ἐλευθέραν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ σίτου, νὰ παρέχῃ τὸν σῖτον καὶ τὸν ἄρτον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πολὺ εὐθηνότερον παρ’ ὅ,τι τὸν παρέχει. Ἀλλὰ τὸ Κράτος λίαν ὀρθῶς ὡρμήθη ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλληνικὴ παραγωγὴ νὰ ἐνισχυθῇ καὶ διά τινος προστασίας κατὰ τὴν εἰσαγωγήν· ποία δὲ ἦτο ἡ προστασία αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐχορήγησεν ὁ νομοθέτης, ὅτε κατὰ πρῶτον τὸ δασμολόγιον κατηρτίσθη; Τὸ δασμολόγιον ἐγένετο κατὰ τὸ 1893, κατὰ τὸ τέλος αὐτοῦ· ποία δὲ ἦτο ἡ προστασία; Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος, νομίζω, ἦτο μεταξὺ 1,65–1,70. Γνωστόν, ὅτι προστασίαν δὲν ἀποτελεῖ μόνον ὁ δασμὸς, τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ Κράτος διὰ τοῦ δασμολογίου κατὰ τὴν εἰσαγωγήν τινων εἰδῶν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ προστασίαν, ἐν οἷς Κράτεσι τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα εἶναι ὑποτετιμημένον ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν χρυσὸν, καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ χρυσοῦ καὶ κυκλοφοροῦντος νομίσματος. Ἡμεῖς διατελοῦμεν ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ὑποτετιμημένον νόμισμα, πληρώνομεν δὲ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὁσάκις ἀποτίνωμεν τὰ εἰς χρυσὸν χρέη μας, καὶ ποσοστόν τι περιπλέον. Ποσοστὸν τοιοῦτον πληρώνομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ὁσάκις εἰσάγωμεν ἐμπορεύματα ἐξ αὐτοῦ, διότι πληρώνομεν αὐτὰ εἰς χρυσόν. Λοιπὸν ἡ προστασία συνίστατο, κατὰ τὸ δασμολόγιον τὸ καταρτισθὲν τὸ 1893, οὐχὶ εἰς τὰ 4 ἁπλῶς φράγκα χρυσᾶ καὶ 11 ἑκατοστὰ δασμοῦ ἐπὶ 100 ὀκάδων σίτου, ἀλλὰ καὶ εἰς πρόσθετόν τι τέλος, οὕτως εἰπεῖν, ὅπερ ἀπετέλει ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς καὶ τῆς χαρτίνης, καὶ ἡ ὁποία ἀνήρχετο τότε εἰς 65–70 λεπτὰ. Ἑπομένως, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι κατὰ τὸ 1893 εἰσάγων τις σῖτον ἐπλήρωνεν εἰς χρυσὸν διὰ τιμὴν καὶ μεταφορὰν 25 χρυσᾶ λεπτὰ μέχρι Πειραιῶς, πρέπει νὰ προσθέσητε ἐπὶ τῶν 25 αὐτῶν λεπτῶν καὶ 65–70% πρόσθετα λόγῳ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Οὕτω θὰ φθάσητε εἰς 41–42½ λεπτὰ. Δηλαδὴ ἡ τιμὴ, τὴν ὁποίαν ἐπλήρωνεν ὁ εἰσάγων ἔμπορος ἐκ Ρωσσίας εἰς Πειραιᾶ, ἦτο οὐχὶ 25 λεπτὰ, ἀλλὰ 41, εἰς αὐτὰ δὲ τὰ 41 λεπτὰ πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ τέλη τὰ τελωνιακὰ καὶ τὰ ἄλλα. Κατ’ αὐτὴν τὴν τιμὴν ἀναγκαίως κανονίζεται καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ἐγχωρίου σίτου, καὶ ἐκ τούτου ἡ προστασία. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ σήμερον; Σήμερον, κυμαινομένη πάντοτε, εἶναι 145 λεπτὰ ἡ τιμὴ τῆς χρυσῆς δραχμῆς· ἔχομεν ἑπομένως διαφορὰν 11 λεπτῶν καὶ 25 ἑκατοστῶν διὰ τὴν ἀγορὰν μιᾶς ὀκᾶς σίτου τῆς αὐτῆς ποιότητος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, λόγῳ τοῦ νομίσματος, ἐνῷ τὸ 1893 εἴχομεν ἀπὸ 16,25 ἕως 17,50 ἐπὶ τῆς αὐτῆς τιμῆς τοῦ σίτου, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ περιστάσεις τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως εἶναι αἱ αὐταὶ, — διότι δύναται νὰ συμβῇ εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τόπον τὸ ἓν ἔτος νὰ ἦναι ὁ σῖτος ἀκριβότερος, τὸ δὲ ἄλλο εὐθηνότερος. — Ὑποθέτοντες τὰς αὐτὰς περιστάσεις, εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν θὰ ἐπληρώνομεν 41 λεπτὰ, διὰ νὰ ἔχωμεν μίαν ὀκᾶν σίτου, ἐνῷ σήμερον τὴν αὐτὴν ὀκᾶν θὰ τὴν ἔχωμεν ἀντὶ 36 λεπτῶν. Οὕτως ἔχομεν διαφορὰν 5 λεπτῶν, ἥτις ἐπίσης εἶναι, ὡς ὁ δασμὸς, προστασία τῆς γεωργίας. Αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῶν 5 λεπτῶν θὰ τὴν εἰσπράξῃ ὁ ἔμπορος ἀπὸ τὸν καταναλωτὴν, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι καὶ αὐτὴ προστασία. Ναὶ μὲν αὐτὴ εἶναι διαφορὰ ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἀγορᾶς τοῦ σίτου, οὐχ ἧττον, ἐρχόμενοι σήμερον καὶ λέγοντες, ὅτι θέλετε νὰ ἐπιβάλητε ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ἓν πρόσθετον εἰσαγωγικὸν τέλος 2,17, ὅπως ἐζήτει τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ζητεῖτε νὰ ἐπιβαρύνητε ἑκάστην ὀκᾶν σίτου ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1893 μὲ βάρος κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης τότε ἐθεώρει ὡς ὀφειλομένην προστασίαν διὰ τὸν ἐγχώριον σῖτον. Ὅταν ἐκτιμᾷ τις τὴν προστασίαν, πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον τὸν δασμὸν, ἀλλὰ καὶ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, εἰ καὶ αὕτη εἶναι ἀσταθὴς καὶ διαφόρως ἑκάστοτε ἐπενεργεῖ ἐπὶ τῶν τιμῶν τοῦ ἐγχωρίου σίτου. Ὁ δασμὸς ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἶναι βεβαίως βάρος πλέον σταθερὸν καὶ μόνιμον ἀπὸ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, ἥτις διαρκῶς κυμαίνεται ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλ’ αὕτη δύναται νὰ φέρῃ καὶ εἰς διαφορὰς ὑπερμέτρους. Ἀλλὰ καίτοι ὑποστηρίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαία καὶ εὔλογος προστασία, ἐν τούτοις δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν προσθήκην τῶν 2,17 λεπτῶν ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς σίτου διὰ τέλη εἰσαγωγικὰ, ἀλλ’ ἔπρεπε μικρότερόν τι ποσὸν τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβάλληται ἐπὶ τοῦ σίτου, διότι ἔχει καθῆκον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶναι καθῆκον καὶ πάσης Βουλῆς, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐπὶ τῆς σημερινῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου αὔξησίς τις, νὰ μὴ διστάσωσιν ἐνώπιον αὐτῆς, διότι ἡ σύγκρισις πρέπει νὰ γίνεται οὐχὶ πρὸς τὸ ἐνδεχόμενον μέλλον, ἀλλὰ πρὸς τὸ παρελθὸν, ἐν δὲ τῷ παρελθόντι ὑπῆρχεν, ὡς εἶπον, προστασία ἀκόμη 5 λεπτῶν, ἐὰν συγκρίνωμεν τὰς τιμὰς τῶν 1,45 καὶ 1,65. Ἠδύνατο ἑπομένως τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ τέλος κατά τι μικρότερον τῶν 2 καὶ 17/00, ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ καὶ μόνον ἓν λεπτὸν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὡς εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ηὔξανε τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου τοῦ λαοῦ ἀπολύτως, ἢ ὅτι δὲν θὰ ηὔξανεν αὐτὴν πολύ. Ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου δὲν ἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρῃ κατὰ γενικὸν κανόνα αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, διότι δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη, ἡ προστασία αὕτη τῆς γεωργίας ν’ αὐξήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν παραγωγὴν τοῦ σίτου, ὥστε νὰ μὴ εἰσάγωμεν πλέον ἔξωθεν τοιοῦτον, ἢ νὰ εἰσάγωμεν τοσοῦτον ὀλίγον, ὥστε ἡ τιμὴ αὐτοῦ νὰ μὴ ἐπηρεάζῃ τὴν τοῦ ἐγχωρίου. Αἱ περιστάσεις τῆς χώρας ἡμῶν δὲν εὐνοοῦσι τὴν σιτοπαραγωγὴν σήμερον· ὥστε ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον θὰ εἰσάγωμεν σῖτον ἔξωθεν. Ἀλλ’ ἐνίοτε ἡ προστασία ἀπελευθερώνει τὰ Κράτη ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὡς συνέβη ἄλλοτε εἰς τὴν Γαλλίαν μὲ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μαλλίων. Μετὰ δύο ἔτη, ἀφ’ ἧς ἐπεβλήθη, τὸ μαλλίον ἦτο εὐθηνότερον, διότι τοσοῦτον ἐνισχύθη ἡ παραγωγὴ μαλλίων ἐν Γαλλίᾳ, ὥστε δὲν εἰσήγετο πλέον τοιοῦτον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, οὐδ’ ἐπηρέαζε τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Τὸ αὐτὸ ἴσως ἤθελε συμβῆ καὶ διὰ τὸν σῖτον ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν παραγωγὴν κατὰ στρέμμα δι’ ἐντεταμένης καλλιεργείας μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν ἔχομεν σήμερον, καὶ ἐπὶ δαπάνῃ συγκριτικῶς μικροτέρᾳ ἐκείνης, ἣν καταβάλλομεν σήμερον. Ἀλλὰ τοιαύτη βελτίωσις ὑποθέτει πρώτιστα καὶ κυρίως μεγάλην κτηνοτροφίαν, συμβαδίζουσαν μὲ τὴν γεωργίαν, ἡ δὲ μεγάλη κτηνοτροφία ὑποθέτει ὕδατα, δηλαδὴ μεγάλα καὶ πολυδάπανα ὑδραυλικὰ ἔργα, ἅτινα ἄδηλον πότε θ’ ἀποκτήσωμεν· ὑποθέτει δεύτερον εὔκολον καὶ εὐθηνὴν συγκοινωνίαν, ἐνῷ σήμερον τὰ προϊόντα ἐπιβαρύνονται μὲ δυσανάλογα ἔξοδα μεταφορᾶς. Ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν οὐδὲν πράττει τὸ Κράτος. Ὑπάρχωσιν ἑπομένως πολλαὶ δυσκολίαι, ὅπως μὴ αὐξήσῃ τοὐλάχιστον ταχέως ἡ παραγωγὴ τοῦ σίτου ἐν Ἑλλάδι. Ἐν τούτοις ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον μικρόν, ἡ δὲ συνείδησις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως δὲν πρέπει νὰ ταράσσηται ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ βάρος, ὅπερ πράγματι ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου, δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐν τῷ τελωνικῷ δασμολογίῳ ἐγγεγραμμένον, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς διατιμήσεως τῆς ἑκάστοτε ἐπικαταλλαγῆς, διότι τὸ βάρος τοῦτο καθ’ ἡμέραν θὰ ἐλαττῶται· πάντως ὅμως εἶναι προστασία. Τόσον δ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι μέρος τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἐπικαταλλαγή, ὥστε ἡ Βραζιλία, ἡ ὁποία εἶναι Κράτος διαχειρισθὲν σωφρονέστατα τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ, εἰς ἐποχὰς ὁμοίας πρὸς τὰς ἰδικάς μας, δηλαδὴ ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος, ὅπως τακτοποιήσῃ τὰ πράγματα, ὥρισε κινητὴν κλίμακα παρακολουθοῦσαν ἐν τῇ ἐπιβολῇ τοῦ φόρου τὰς διακυμάνσεις τοῦ συναλλάγματος, ὥριζε δὲ ἐν τῷ περὶ τούτου Διατάγματι, ὅτι, ὁσάκις ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἦναι ἀπὸ τοιούτου μέχρι τοιούτου σημείου, ὁ φόρος θέλει εἶσθαι ἀναλόγως τοιοῦτος, ὥστε αἱ παραλλαγαὶ τῆς τιμῆς τῶν πραγμάτων ἦσαν ὀλιγώτερον ἀπότομοι καὶ ἐπιζήμιοι. Οὕτω κατέστησεν ἧττον βαρεῖαν καὶ ἐπιβλαβῆ τὴν προστασίαν· ὄχι μόνον δὲ τὴν προστασίαν κατέστησε τοιαύτην, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, τοῦ καταναλίσκοντος, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἐπροστάτευσεν. Ὁ νόμος παρ’ ἡμῖν ὁ περὶ δασμολογίου ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1893, καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν νομισματικὴν τιμήν, τὴν τρέχουσαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ κατ’ αὐτὴν ἐκανόνιζε τὰ τέλη, ἐνῷ σήμερον διατελοῦμεν ὑπὸ ἄλλην ὅλως φορολογίαν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ κυκλοφοροῦντος νομίσματος τῆς χώρας ἐντελῶς μετέβαλε τὰς τιμὰς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα φορολογοῦμεν. Ὁμολογουμένως τοῦτο εἶναι ἀτοπώτατον, καὶ οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τοιαύτη φορολογία δὲν ἀποβαίνει ἄνισος καὶ ἧττον σκόπιμος, ἀφοῦ δὲν παρακολουθεῖ τὰς μεταβολὰς τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Ἐπίσης καὶ ἄλλα εἴδη ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ ἡ Κυβέρνηνις, ὅπως προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν ὡρισμένως, ἂν ἐγκρίνει αὔξησιν τῆς φορολογίας. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐτίθετο οὕτως ἀπέναντι θετικῶν μέτρων μετ’ ἀποτελεσμάτων εὐδιαγνώστων, καὶ θὰ ἠδύνατο εὐκόλως νὰ μορφώσῃ καὶ δώσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἐνῷ σήμερον καλεῖται νὰ δώσῃ ψῆφον ἐπὶ μέτρου δυσκόλως ἐκτιμωμένου, διότι περιλαμβάνει πλῆθος πραγμάτων, ὑποβαλλομένων εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν γίνεται προσηκόντως, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ ἐπιδοκιμασθῇ, ὅσον σήμερον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διευθύνει ἀνὴρ, ὅστις ὅλην τὴν ζωὴν αὑτοῦ διῆλθεν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπὶ μακρὰ δὲ ἔτη διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, περισσότερον παντὸς ἄλλου εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ, ποῦ πρέπει νὰ ζητήσῃ νέους πόρους διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ ὑπερμέτρως ἢ ἀνίσως τὸν λαόν. Πᾶν δ’ ἄλλο ἢ μέτρον πεπειραμένου ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἡμῶν Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ πρότασις περὶ τῆς γενικῆς φορολογίας τῆς εἰσαγωγῆς. Ἀλλὰ καταρτίζεται, λέγετε, νέον δασμολόγιον. Ἀκριβῶς ὅμως διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει μελετήσει ἤδη καὶ καταρτίσει τοιοῦτο δασμολόγιον, ἦτο περισσότερον παντὸς ἄλλου παρεσκευασμένος, ὅπως ἐφαρμόσῃ αὐτὸ, ὅπερ λέγω, δηλαδὴ αὐξομειώσεις ἐν τῷ δασμολογίῳ ἡμῶν, ὑπαγορευομένας ἐξ ἀκριβεστέρας μελέτης τοῦ μέχρι τοῦδε ἐφαρμοζομένου δασμολογίου ἡμῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ τῆς προαγωγῆς τῆς βιομηχανίας, ἀλλὰ καὶ τῶν δικαίων ἀπαιτήσεων τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ δασμολόγιον ἐν τόπῳ διατελοῦντι ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἐργαζομένῳ μὲ ὑποτετιμημένον νόμισμα δὲν δύναται νὰ ᾖναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ δασμολόγιον χώρας ἐχούσης ὑγιὲς νομισματικὸν σύστημα. Ὁ νῦν δ’ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ὤφειλε νὰ μελετήσῃ καὶ ἀναθεωρήσῃ τὸ δασμολόγιον ἡμῶν. Ἄνευ τούτου ἡ προστασία τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς δὲν εἶναι ἐφικτή. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξωμεν βεβαίως, ἔστω καὶ μὲ ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ, τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ θέσητε τὴν Βουλὴν ἐνώπιον ὡρισμένων καὶ γνωστῶν ἐπιβαρύνσεων, καὶ νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτῆς τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤδη πράττετε, νὰ θέλητε δηλαδὴ, ἵνα ὅλα τὰ εἴδη τῆς εἰσαγωγῆς φορολογηθῶσι, δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον, οὔτε σκόπιμον, οὔτε σύμφωνον πρὸς τὸ καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μὴ προτείνῃ μέτρα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου προσκόπτοντα εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ, θεωρῶ ὅτι εἶναι, ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, καὶ μάταιον. Διότι ἡ Κυβέρνησις τί ζητεῖ σήμερον; Ζητεῖ νὰ διατιμήσῃ τὴν δραχμὴν ἀπὸ 135 εἰς 145 λεπτὰ ἐφεξῆς, δηλαδὴ νὰ εἰσπράττῃ πλέον ἢ πρὶν δέκα λεπτὰ καθ’ ἕκαστον φράγκον χρυσοῦν, διότι αὐτὸ σημαίνει, ὅτι θὰ εἰσπράττῃ 145 λεπτὰ ἀντὶ 135. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ἐπί τινος εἴδους, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἓν φράγκον χρυσοῦν, θὰ εἰσπράττωνται, ἀντὶ 135 λεπτῶν, 145, ὥστε θὰ εἰσπράττωμεν 10 λεπτὰ ἐπὶ ἑκάστου φράγκου χρυσοῦ. Ἡ ἀναλογία, ἣν εὑρίσκουσί τινες ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δηλ. τὰ 7½%, μόνον εἶναι ὀλίγον παρήγορος. Ἐὰν ἦναι π.χ. 5 φράγκα ὁ φόρος εἰς χρυσὸν, θὰ εἰσπράξωμεν 50 λεπτὰ χάρτινα περιπλέον ἐπὶ τοῦ εἴδους αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται μὲ 5, καθ’ ὑπόθεσιν, φράγκα κατὰ 100 ὀκάδας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀναλογία τῆς αὐξήσεως ἐπὶ τοῦ φράγκου εἶναι 10%. Ἐὰν λοιπὸν θὰ ἔχωμεν 35 ἑκατομμύρια εἰσπράξεις τελωνιακὰς, θὰ εἰσπράξωμεν πρὸς 10% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ 3,500,000 δραχμάς.

§283Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι 3,500,000 πρὸς 10%, ἀλλὰ πρὸς 7½% 2,700,000.

§284Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδῶ ἀκριβῶς δὲν ἐφαρμόζεται τὸ 10%.

§285Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐπικαταλλαγὴν, τὴν διαφορὰν δηλαδὴ τοῦ χρυσοῦ φράγκου πρὸς τὴν χαρτίνην δραχμὴν, θὰ φθάσωμεν, ὅπως ἐρρήθη, εἰς 2,592,500 φράγκα χρυσᾶ, διότι τὸ εἰς χρυσὸν ποσόν, ἐὰν ὑποθέσωμεν 35,000,000 τὰ εἰσπραττόμενα, θὰ ἦναι 25,925,000 φράγκα χρυσᾶ. Ἐπ’ αὐτῶν θὰ λάβωμεν 10%· ἑπομένως θὰ λάβωμεν 2,592,500.

§286Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς χαρτίνας δραχμάς;

§287Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα, εἰς χαρτίνας δραχμάς.

§288Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.

§289Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ εἶπον καὶ πρίν, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦναί τι μόνιμον καὶ διαρκές· καὶ ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Κατὰ τὴν πεποίθησιν μου, βαδίζομεν κατ’ ἔτος, καθ’ ἡμέραν, εἰς ἐλάττωσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα, ὅπερ σήμερον εἶναι 1,44 καὶ 1,43½, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ κατέλθῃ εἰς 1,40, 1,38, 1,36, 1,35, καὶ ἔτι κατωτέρω. Ἑπομένως τότε θὰ χάσωμεν πᾶσαν τὴν προσθήκην τῶν 10 λεπτῶν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον σήμερον ἐπιβάλλει. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἐντὸς ἔτους. Διότι δὲν πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις, ἥτις παρατηρεῖται, τῆς ἐπικαταλλαγῆς προέρχεται σήμερον ἐκ τυχαίων περιστάσεων. Δὲν προέρχεται ἐκ παροδικῶν λόγων· προέρχεται ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης ἀπαγορεύσεως οἱασδήποτε αὐξήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐκ τῆς τακτικῆς ἐλαττώσεως κατ’ ἔτος κατὰ δύο ἑκατομμύρια τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων. Βεβαίως προέρχεται καὶ ἐκ τῆς ὑγιεστέρας διεξαγωγῆς τῶν συναλλαγῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου, διότι, περιοριζομένου καθ’ ἡμέραν τοῦ ποσοῦ τῶν γραμματίων, ἡ κοινωνία, ἔχουσα ὀλιγώτερον ποσὸν νὰ κυκλοφορῇ διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, καὶ ζητοῦσα αὐτὰ μετὰ μείζονος ἐντάσεως ἢ πρότερον, τὰ ὑπερτιμᾷ ἐξ ἀνάγκης, καὶ ἐκ τούτου ἡ λεγομένη ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος. Διότι ὅ,τι ὑπερετιμήθη καὶ ὑπερτιμᾶται εἶναι τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν καὶ ὑποτετιμημένον γραμμάτιον, οὐχὶ δ’ ὁ χρυσὸς, ὡς κοινῶς λέγομεν. Εἶναι ἀστεῖον νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπερτιμᾶται ὁ χρυσός. Ἂν παρ’ ἡμῖν ὑπερετιμᾶτο ὁ χρυσὸς, θὰ εἶχεν εἰσρεύσει ὅλος ὁ χρυσὸς πανταχόθεν ἐνταῦθα, διότι ὁ χρυσὸς φυσικὰ εἰσρέει ἐκεῖ, ὅπου τιμᾶται περισσότερον. Λοιπὸν θὰ ἤμεθα οἱ Ἕλληνες οἱ πλουσιώτεροι τοῦ κόσμου ἄνθρωποι εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ χρυσὸς, ὅστις ὑπερτιμᾶται, ἀλλὰ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον ὑποτιμᾶται, καὶ ἐν συγκρίσει ὑπερτιμᾷ τὸν χρυσόν. Ἐπειδὴ ὑποτιμᾶται τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, φαίνεται ὑψούμενος ὁ χρυσός. Λοιπὸν, ἐφ’ ὅσον κατ’ ἔτος ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐν τῇ χώρᾳ διὰ τῶν μέτρων τοῦ Ἐλέγχου, ἐνῷ οὐ μόνον δὲν μένουσιν αἱ αὐταὶ, ἀλλ’ αὐξάνουσι καθ’ ἡμέραν αἱ συναλλαγαὶ, τόσον περισσότερον ὑπερτιμᾶται ἡ ἀξία τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Λοιπὸν θὰ εὑρισκώμεθα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν εἰς διάφορον χρηματικὴν κυκλοφορίαν καὶ διάφορον συναλλακτικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ εὐτυχῆ, μεθ’ ὅλας τὰς στενοχωρίας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ προξενῇ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἐμπόριον. Θὰ εὑρισκώμεθα καθ’ ἡμέραν ὑπὸ ἐλάσσονα ἐπικαταλλαγὴν, καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον μετὰ ἓν ἔτος νὰ φθάσωμεν κάτω τῶν 135, δηλ. κάτω τοῦ ὁρίου τοῦ δασμολογίου, ἀλλ’ ἔτι κατωτέρω μετὰ δύο ἔτη. Διατὶ ὅμως ἐπλάσαμεν τότε αὐτὸν τὸν πόρον; Τί θὰ πράττωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωσι τελωνιακὰ τέλη πρὸς 145 λεπτὰ, ἐνῷ εἰς τὴν ἀγορὰν ὁ χρυσὸς δύναται ν’ ἀποκτηθῇ μὲ 142 ἢ 140; Θὰ ἀγοράζωσι βεβαίως εἰς τὴν ἀγορὰν χρυσὸν, καὶ θὰ πληρώνωσι χρυσὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ εἶναι συμφέρον νὰ γίνηται οὕτω; Βεβαίως δὲν εἶναι συμφέρον· διότι, ἐὰν εἰσπράττῃ τραπεζικὰ τὸ Δημόσιον, καὶ ὁσάκις παρουσιάζηται ἀνάγκη ἀγοράζῃ ἐν τῇ ἀγορᾷ τὸ συνάλλαγμα, ὅπερ τῷ ἀναγκαιοῖ, θὰ τὸ ἀγοράζῃ εὐθηνότερον, ἐνῷ, ὅταν λέγητε εἰς ἑκατὸν ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ καταβάλωσι τὰ τέλη εἰς χρυσὸν, ν’ ἀγοράσωσιν ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τὸν χρυσὸν, ἐπειδὴ ὅλοι αὐτοὶ θὰ συρρέωσι διὰ μιᾶς, θὰ γίνεται μεγάλη ὑπερτίμησις, πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο, ἐὰν τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραττεν ὁμαλῶς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τὰ τέλη, ἀγοράζον ἔπειτα ἀντὶ τῶν ἐμπόρων τὸν ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ χρυσόν. Λοιπὸν καὶ κατὰ τοῦτο θὰ ἐπέλθῃ μείωσις τῶν κερδῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς ὅμως τούτου θὰ ἐπέλθῃ καὶ τὸ ἄλλο κακὸν, ὅτι μετ’ ὀλίγον χρόνον θὰ ἐκλίπῃ εἷς πόρος, τὸν ὁποῖον, ταράσσομεν σήμερον τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν, ἐνῷ, ἐὰν ἐπεβάλλετο ὡς φόρος ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν, ἐπὶ προστασίᾳ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, ἀλλ’ ἰδίως τῆς γεωργίας, ἡ ὁποία ἀγωνίζεται σήμερον ὑπὸ πολὺ χειροτέρους ὅρους ἢ μέχρι τοῦδε, καὶ εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποτιμᾶται πανταχοῦ τοῦ κόσμου ὁ σῖτος, θὰ ἦτο προτιμότερον. Διότι, ἐνῷ ὑποτιμᾶται ὁ σῖτος πανταχοῦ τοῦ κόσμου, ἑπομένως καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐλλείπει ἤδη καὶ ἡ προστασία ἡ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία προστιθεμένη εἰς τὸν φόρον ἐπροστάτευε περισσότερον τὴν γεωργίαν. Διὰ τοῦτο τί βλέπομεν σήμερον; Βλέπομεν, ὅτι ὁ σῖτος ὁ ἐν Ἑλλάδι παραγόμενος μένει σχεδὸν ἀπώλητος. Καὶ διατὶ μένει ἀπώλητος; Διότι διὰ συναλλάγματος 142 καὶ 143 λεπτῶν οἱ ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς καὶ ἄλλων μερῶν, οἱ εἰσάγοντες ἔξωθεν τὸν σῖτον, ἀπειλοῦσι τοὺς παραγωγοὺς τοὺς ἐντοπίους καὶ τοὺς ἀναγκάζουσι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς τιμὰς, ἃς αὐτοὶ κανονίζουσι, δηλ. εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν πληρώνουσι τὸν ἐξωτερικὸν σῖτον· ἐὰν δὲν θέλουν νὰ τὸν δώσουν, θὰ εἰσαγάγουν οἱ ἔμποροι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ εἶναι εὐκολώτατον νὰ τὸν εἰσαγάγουν σήμερον λόγῳ τῆς εὐθηνίας τοῦ συναλλάγματος. Λοιπὸν εἶναι τοῦτο ἀπειλὴ, ἥτις ἀδύνατον νὰ μὴ μεταβληθῇ εἰς ὀξεῖαν κρίσιν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ συνάλλαγμα ὑποτιμώμενον, χωρὶς ἡ προστασία τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑτέρου νὰ προσέρχηται ἀρωγὸς εἰς τὴν γεωργίαν, ἀλλ’ ἐγκαταλείπει αὐτὴν ἀπροστάτευτον, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι θὰ ηὔξανεν ἄλλως τὰ τελωνιακὰ τέλη, ἐνῷ σήμερον κυρίως δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως, ἀλλὰ περὶ ἀνορθώσεως τῆς ἐκλιπούσης προστασίας. Κυρίως πρόκειται περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα μετέβαλε καὶ καθ’ ἡμέραν θὰ μεταβάλλῃ ἡ ἔκπτωσις τοῦ συναλλάγματος. Λοιπὸν, ἀντὶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ν’ ἀκολουθήσωμεν, καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν μικρόν τι βάρος διά τινων φόρων, —ἐὰν, ὡς λέγεται, δὲν ἦναι ἐφικτὴ ἡ δι’ οἰκονομιῶν ἐξεύρεσις τοῦ ποσοῦ αὐτῶν τῶν δαπανῶν, — ἀντὶ, λέγω, νὰ προσφύγωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς φόρους, προέβημεν εἴς τι, ὅπερ, ἐνῷ θὰ βαρύνῃ ἐπί τινα χρόνον τὸν λαὸν ἀνίσως, θὰ ἐξατμισθῇ μετὰ καιρὸν καὶ θ’ ἀφήσῃ ἐκτεθειμένην εἰς μείζονας ἢ πρότερον κινδύνους καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν παραγωγὴν τὴν ἐθνικὴν, ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους ἔδωκε μέχρι τοῦδε ὁπωσδήποτε τὰ ὄχι καὶ πολὺ μεγάλα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἔδωκεν. Ἰδίως θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς ἐθνικωτέρας τῶν παραγωγῶν, τῆς γεωργίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴ ἡ σταφιδικὴ κρίσις ἔχει νὰ ὠφεληθῇ, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἂν ἡ καλλιέργεια τῆς γῆς ἦτό πως ἐπικερδὴς, θὰ ἦτο εὐκολώτερον νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς αὐτὴν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, οἱ ὁποῖοι, μεθ’ ὅλα τὰ παρεχόμενα ἀλλεπαλλήλως αὐτοῖς μέσα, φρονῶ ὅτι ἐξ οὐδενὸς μέσου μέχρι τοῦδε ὠφελήθησαν, οὔτε θὰ ὠφεληθῶσι, πλὴν βεβαίως τοῦ μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον πλέον νὰ ἐπανέλθῃ. Ἄνευ μεγάλης προστασίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ἄνευ μεγάλων καὶ ἀδιαλείπτων καὶ πεφωτισμένων κυβερνητικῶν δαπανῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ καὶ εὐημερήσῃ ἡ ἑλληνικὴ γεωργία. Ἄνευ ὑδάτων γεωργία δὲν προοδεύει, ἀρδευτικὸν δ’ ἔργον οὔτε ἓν ἀκόμη ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι. Ὅλα τὰ ὕδατα, καὶ τῶν βροχῶν καὶ τῶν ποταμῶν καὶ τῶν ῥυάκων καὶ τῶν πηγῶν αὐτῶν χύνονται εἰς τὴν θάλασσαν, χωρὶς παντελῶς νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παραγωγὴν τῆς γῆς. Οἱ ἰδιῶται οὔτε δύνανται, οὔτε, ὅταν δύνανται, ὑπεχρεώθησαν ὑπό τινος νόμου νὰ χρησιμοποιῶσι τὰ ὑπάρχοντα ὕδατα εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς γῆς. Παραλείπω, ὅτι τὸ Κράτος οὐδὲν οὔτ’ ἐπεχείρησεν ἀκόμη, ἵνα αὐξήσῃ τὰ ὄμβρια ὕδατα διὰ τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν δασῶν· παραλείπω, ὅτι ἐντελῶς ἀπέτυχεν εἰς τὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν μόρφωσιν τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ εἰς τὰ ἔργα τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα ἄνευ ὑδραυλικῶν μέσων καὶ ἀρδεύσεων ἠδύνατο εὐδοκίμως νὰ ἐπιχειρήσῃ· παραλείπω, ὅτι οὐδ’ αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ, ἄνευ τῶν ὁποίων ἰδίως ἡ γεωργία, ἡ ἐργαζομένη διὰ τῶν κεφαλαίων καὶ τῆς ἐπιστήμης, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας ὅμως γεωργικὴ πρόοδος οὐδεμία ἐπιτυγχάνεται, παραλείπω, λέγω, ὅτι οὐδ’ αὐτὰς κατώρθωσε τὸ Κράτος ἡμῶν νὰ ἀσφαλίσῃ, οὕτω δὲ, ἐλλείψει ἀσφαλείας ἐν τοῖς ἀγροῖς, οὐδὲν σχεδὸν ὑπὲρ τῆς γεωργίας συνετέλεσεν ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία καὶ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, —ἐνῷ πολλὰ συνετέλεσεν ἐν τῇ βιομηχανίᾳ καὶ τῷ ἐμπορίῳ —καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἀγροὶ καὶ οἱ ἀγρόται ἡμῶν διατελοῦσιν εἰς ἀρχέγονον γεωργικὴν κατάστασιν· παραλείπω, ὅτι ἐλάχιστα καὶ ἀνεπαρκῆ ἔπραξε μέχρι τοῦδε τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς γεωργίας διὰ τῆς ταχείας καὶ εὐθηνῆς συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὐδὲν τούτων ἔπραξεν ὑπὲρ τῆς γεωργίας τὸ Κράτος, ἂς φροντίζῃ τοὐλάχιστον νὰ προστατεύῃ αὐτὴν κατὰ τοῦ ξένου διαγωνισμοῦ διὰ τεχνητῶν μέσων, δηλ. διὰ τοῦ δασμολογίου, ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἴδῃ ἐρημουμένην τὴν γῆν γεωργικῶν χειρῶν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἡ διοίκησις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἔπρεπε νὰ διεξάγηται μετὰ περισσοτέρας οἰκονομίας, ἵνα τοὐλάχιστον ὁ λαὸς μὴ ἐπιβαρύνηται διὰ μεγάλων βαρῶν ἐν τῷ ἀγῶνι ὑπὲρ τῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἰκονομίαι δὲν γίνονται, ἂς ἐπιβάλλωνται τοὐλάχιστον μετὰ μείζονος φροντίδος καὶ περισκέψεως οἱ νέοι φόροι. Ὅ,τι ἤδη προτείνεται δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, οὔτε μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, οὐδὲ στηρίζεται ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἰσότητος. Ἕνεκα τούτου, καίτοι εἶμαι ὑπὲρ προικοδοτήσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καίτοι εἶμαι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶναι δυναταὶ οἰκονομίαι, ὑπὲρ ἐπιβολῆς φόρων, ὁ τελευταῖος φόρος, τὸν ὁποῖον ἤθελον δεχθῆ καὶ ψηφίσει, εἶναι ὁ φόρος τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ φράγκου ἐν τῇ πληρωμῇ τῶν τελωνιακῶν τελῶν, καὶ ἑπομένως θὰ καταψηφίσω αὐτοῦ.

§290Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καίτοι, κύριοι Βουλευταί, αἱ παννυχίδες τόσον μὲ κατέβαλον, ὥστε δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐν τούτοις τηλεγράφημά τι τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἑρμουπόλεως μὲ ἀναγκάζει καὶ πάλιν νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπί τινας στιγμάς. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου δύναταί τις νὰ φαντασθῇ τὴν συγκίνησιν, ἡ ὁποία ἔχει καταλάβει τὸν ἐμπορικὸν κόσμον. Τὴν τελευταίαν μόνον φράσιν τοῦ τηλεγραφήματος θὰ ἀναγνώσω ὑμῖν, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ὑμᾶς, ἐκ ταύτης δὲ θέλετε ἐννοήσει τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν παρήγαγε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει): «... Διὰ τῆς νέας ἐπιβολῆς φορολογικοῦ συστήματος προπαρασκευάζεται ἐντελὴς καταστροφὴ ἐμπορίου.» Πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ ὑμᾶς, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατόπιν τῆς πειστικῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐπιφανοῦς ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου, καθὼς καὶ ἄλλων τινῶν, θὰ καμφθῇ καὶ θὰ ἐλαττώσῃ κατά τι τὸ ποσὸν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ, ἀνατρέχων μόνον εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐξ αὐτῆς δέ, Κύριοι, θέλετε ἴδει τὰ ἑξῆς περιστατικά· θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑπεβλήθη καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ λαὸς διετέλει ἐν συγκινήσει ἕνεκα τῶν ἀγορεύσεων τῶν πατριωτικῶν τοῦ καθηγητοῦ κ. Καζάζη, ἕνεκα τῶν πλεονεκτημάτων, τῶν ὁποίων τυγχάνουσιν οἱ Βούλγαροι, ἕνεκα τῆς ἀπρονοησίας, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐπὶ τρία μετὰ τὸν πόλεμον ἔτη διοικήσασα τὴν χώραν. Πάντες οὗτοι οἱ λόγοι εἶχον πείσει τὸν λαόν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ στρατοῦ, ὅτι ὄντως ἦτο ἡ στιγμὴ κατάλληλος, ὅπως ἐξευρεθῶσιν οἱ πόροι καὶ σχηματισθῇ Ταμεῖον Ἀμύνης. Καὶ ὄντως ἡ Κυβέρνησις προέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σίτου. Ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα τῆς ἀντιδράσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἕνεκα τῆς ἀντιδράσεως, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ἡ Κυβέρνησις μετέβαλεν ἐντελῶς τακτικήν. Ἐνῷ ὅλον τὸ ποσὸν τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ σίτου ἐδίδετο εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, αἴφνης διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιβάλλει τοὺς αὐτοὺς καὶ περισσοτέρους φόρους, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι διατίθεται τὸ δέκατον μόνον τῶν εἰσπραττομένων τελῶν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Οἱ λόγοι οὗτοι οἱ ἰσχυροὶ μοὶ ἐπιβάλλουσι ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπί τινας στιγμάς, ἐκτελῶν ὕψιστον καθῆκον πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον τῆς πατρίδος ἡμῶν. Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ διοικηθῶμεν διὰ τοῦ συστήματος τῶν νέων φόρων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἰσοζύγιον εἰς ἡμᾶς, εἶναι τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὑπέδειξα καὶ ἐγὼ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν θὰ κατηγορήσω ὑμᾶς, διότι δὲν ἐδόσατε τὴν συνδρομήν σας, ἢ μᾶλλον ἀντεδράσατε πάσαις δυνάμεσιν, ὥστε νὰ μὴ ψηφισθῶσιν αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, προταθεῖσαι, διότι τοῦτο εἶναι παλαιὰ τακτικὴ ὑμῶν. Πάντες, ὡς καὶ ὁ προλαλήσας κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, κατηγόρησαν ἡμᾶς, ὅτι δὲν ὑπεδείξαμεν οἰκονομίας. Δὲν ἤρεσαν, φαίνεται, εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν αἱ οἰκονομίαι τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν τῷ ἤρεσαν αἱ οἰκονομίαι τῶν πολιτικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τῇ ἀνοχῇ του τὸν διεδέχθησαν ἐν τῇ Κυβερνήσει κατὰ τὴν ἐκπνεύσασαν ἑξαμηνίαν· δὲν τῷ ἤρεσαν τόσαι οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τόσων ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὡς καὶ εἰς προηγουμένην ἀγόρευσίν μου εἶπον, καταστρέφεται τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία, καταστρέφεται ἐν γένει ὁ λαός, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ μὲ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας· ἐκτὸς δὲ τούτου καταργεῖται καὶ ὁλόκληρον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει γραφῆ δι’ αἵματος, τὸ ἄρθρον 59, ὡς ἀνέπτυξα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχουσι πολλοὶ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἀναγνωρίζουσι τὸ δίκαιον τῶν ἰσχυρισμῶν τούτων καὶ προσποιοῦνται ὅτι εἶναι κατὰ τῶν φόρων, ἔρχονται ἐνταῦθα καὶ ψηφίζουσι τοὺς φόρους τούτους. Ἐγὼ μετ’ εὐχαριστήσεως ἀκούω πάντοτε τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν ἀγορεύοντα, καὶ διότι εἶναι εὔγλωττος, καὶ διότι ἔχει καὶ εὐστροφίαν πνεύματος, μόλις δὲ σήμερον κατώρθωσα νὰ ἀκούσω συγκεκριμένως παρ’ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς φορολογίας, καὶ συγχαίρω αὐτόν, διότι μέχρι τοῦδε διὰ τῶν ἀγορεύσεών του ἠκολούθει ἓν παιγνίδι πολιτικόν· φαίνεται δέ, ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐπιφανοῦς ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου, διότι ἐκεῖνος ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ συγκεκριμένως ὥρισε τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ. Κατηγόρησεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι κωλυσιεργεῖ, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς οὗτος ἐκωλυσιέργησεν, ἐπὶ δύο ὥρας ὁμιλῶν, διὰ νὰ παραστήσῃ, ὅτι πρέπει ἐν Εὐρυτανίᾳ νὰ ὑπάρχῃ Δικαστήριον, καὶ ὅτι τρώγει ἢ δὲν τρώγει τὸ Α ἢ Β τυρὶ (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἀνέφερε καὶ περὶ καρύας καὶ ἐβένου, καὶ εἶπεν ὅτι ταῦτα φορολογοῦνται ὡς εἴδη πολυτελείας, ἀγνοῶν ὅτι τὰ εἴδη ταῦτα χρησιμεύουν πρὸς εἰδικὴν ἐργασίαν καὶ κατασκευὴν ἐπίπλων καὶ ἐν Σύρῳ, τὰ ὁποῖα πωλοῦνται εἰς τὴν Ἀνατολήν. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θάπτεται καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς βιομηχανίας. Ἀνέφερε καὶ περὶ φιστικίων, φουντουκίων, ἀμυγδάλων κλπ., ἀγνοῶν ὅτι τὸ μεγαλείτερον ἐμπόριον ἐν Σύρῳ εἶναι τὸ τῶν φιστικίων, τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν λουκουμίων. Καταστρέφεται ἐπίσης καὶ ἡ βιομηχανία τῆς κηροποιΐας (σπερματσέτων κλπ.), ἡ βιομηχανία τῆς κατασκευῆς βαμβακερῶν καὶ μαλλίνων ὑφασμάτων, ἡ τῆς πιλοποιΐας κλπ. Ἡ αὔξησις λοιπὸν τῆς δασμολογικῆς φορολογίας ἐπηρεάζει ἐπιβλαβῶς καὶ αὐτὴν τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, διότι, ὡς εἶπον, πολλὰ τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν εἶναι χρήσιμα εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν καὶ ἀποτελοῦσι τὰς πρώτας ὕλας διαφόρων τεχνουργικῶν καὶ ἄλλων βιοποριστικῶν ἔργων. Παρέστησεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ τοὺς ἐμπόρους ὡς κακῆς πίστεως ἀνθρώπους, διότι εἶπεν, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς φορολογοῦμεν ἕν λεπτὸν, οἱ ἔμποροι φορολογοῦσι τὸν λαὸν πέντε λεπτὰ, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὡμίλησε καὶ περὶ τοῦ θορύβου, τὸν ὁποῖον δῆθεν προκαλοῦμεν παρὰ τῷ λαῷ· ποίου θορύβου; τῶν διαδηλώσεων τῆς πρωτευούσης; Ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εὑρίσκετο ἐν Κηφισιᾷ, ὅτε ἐνηργοῦντο αἱ διαδηλώσεις, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχουσαι τὸν ἐμπορικὸν κόσμον· καὶ καλῶς ἔπραξε, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ θέλει πεισθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνδώσῃ, ὅπως ἐπείσθη μετὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει ἐλαττώσει τὸν φόρον τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, καὶ ὄντως τὸν ἠλάττωσεν ἀπὸ 1,50 εἰς 1,45. Δὲν ἀδικῶ ὅμως τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Εὐρυτανίας, διότι ὁ πόνος του πρὸς διατήρησιν τοῦ Δικαστηρίου εἰς τὴν ἐπαρχίαν του τὸν παρέσυρε καὶ εἶπεν ὅσα εἶπεν. Ἀλλὰ τί εἶναι τὰ Πρωτοδικεῖα; ποίαν δαπάνην ἔχουν; ποίαν δαπάνην ἔχουν αἱ Νομαρχίαι; Ἀγνοεῖ, φαίνεται, διότι κρίνει τὰ πράγματα ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης ἐπαρχίας του. Ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν Σύρῳ 600 δραχμὰς πληρώνει τὸ Δημόσιον διὰ μισθὸν νομάρχου, 500 περίπου διὰ τὴν κατοικίαν του, εἰς ἣν λαμβάνει καὶ ἠλεκτρικὸν φῶς, καὶ νομίζει τις, βλέπων τὸ κατάστημα τῆς Νομαρχίας φωτιζόμενον οὕτω, ὅτι ἀνέτειλεν ἡ ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τῆς Ἑλλάδος! Ἔχει προσέτι ὁ κ. νομάρχης δύο κλητῆρας, ἐξ ὧν ὁ εἷς χρησιμεύει εἰς τὸν κ. νομάρχην ὡς μάγειρος, ὁ δ’ ἄλλος ὡς ὑπηρέτης· ἔχει καὶ ἕνα ἀστυφύλακα, ὁ ὁποῖος ἀποσπᾶται, ἵνα τῷ χρησιμεύῃ ὡς ὑπασπιστής του, ὅταν ἐξέρχηται εἰς περιοδείαν· ἔχει καὶ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα· ἔχει ἐπίσης ὁ κ. νομάρχης καὶ προσκλήσεις εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ λόγους εὐνοήτους κλπ. Δὲν εἶναι ἔξοδα αὐτά; Ἀλλ’ ὡμίλησεν ὁ κύριος συνάδελφος καὶ περὶ στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐνόησα, ὅτι δὲν παρίσταται καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη. Ὁ ἐπιφανὴς ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος, τί σᾶς εἶπε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια; εἶπε «τοῦτο θέλω, ἐκεῖνο δὲν θέλω». Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς, ἀφοῦ ἀκολουθεῖ τὸν κ. Ζαΐμην, ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς αὐτόν. Δικαιολογεῖται ὅμως ἐκ τοῦ ὅτι δὲν παρακολουθεῖ τὰς συνεδριάσεις, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ἔρχηται εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι τόσον φρέσκος, ὥστε κατορθώνει νὰ ἀπασχολῇ δύο ὥρας συνεχῶς τὴν Βουλήν. Ἀστεῖον ἐφάνη εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ τὸ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπέρχεται μεγάλη ζημία καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν τοῦ χαλβᾶ καὶ τῶν χαλβαδοπητῶν, ὡς ἂν νὰ ἔρχηται ἀπὸ τὰς Ἰνδίας καὶ δὲν γνωρίζῃ τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν Σῦρον ἐκ τῆς βιομηχανίας ταύτης, τῆς ὁποίας αἱ πρῶται ὗλαι ἔρχονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Εἶναι τοιαύτη ἡ σειρὰ τῶν ἐργοστασίων τούτων, ὥστε θεωρῶ, ὅτι μεγαλείτερα ἀποτελέσματα θὰ ἐπήρχοντο, ἂν ἀφίνοντο εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰ περὶ τούτου. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ παρεξηγηθῶ δι’ ὅσα εἶπον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς παρεξηγήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καλούτσης, διότι κατὰ ἀγόρευσίν του ἐπὶ νομοσχεδίου τινὸς μετεχειρίσθη λέξιν ἀντεκκλησιαστικὴν, ἐνῷ πατριωτικώτατα σᾶς ἔλεγεν, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἐκτάκτου παρασκευῆς τῆς χώρας ἡμῶν, — ὡς καὶ ἐγὼ εἶπον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. — Ἀλλὰ τί ἐζήτησεν ὁ κ. συνάδελφος; ἐζήτησεν, ἡ παρασκευὴ τῆς χώρας ἡ ἔκτακτος νὰ ᾖναι σοβαρὰ, νὰ μὴ ᾖναι ἐξευτελιστική. Ἑπομένως πολὺ κακῶς ἠρμηνεύσατε τὴν λέξιν τοῦ κ. συναδέλφου. Κύριοι, ἔχω ἐπαναπαυμένην τὴν συνείδησίν μου, διότι ἔπραξα ἀπὸ τοῦ βήματος τὸ καθῆκόν μου, προσπαθήσας νὰ ἐμποδίσω παντὶ σθένει τὴν ψήφισιν τῶν φόρων. Προσεπάθησα νὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐλπίζω μέχρι τέλους νὰ καμφθῇ· ἄλλως θὰ κωλυσιεργήσω — καὶ ἔχει πικρὰν πεῖραν τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§291Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, πικρὰν πεῖραν.

§292Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἔχει πικρὰν πεῖραν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου, μὲ εὐγνωμονεῖ ὅμως, πιστεύω, σήμερον, διότι κατώρθωσα καὶ δὲν ἐπῆλθεν ἡ πλήμμυρα τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταλλικὴν δραχμήν, δὲν θὰ ἐξακολουθήσω ἀγορεύων, διότι, δοθέντος, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάσισε νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα, οὐδὲν ἄλλο θέλω κατορθώσει, εἰμὴ νὰ ταλαιπωρῶ ὑμᾶς. Διὰ τοῦτο, περαίνων τὴν ἀγόρευσίν μου, παρακαλῶ ὑμᾶς, ἐὰν δὲν ἀποφασίσητε νὰ ἐλαττώσητε τὸ ποσὸν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, νὰ διαθέσητε τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, ἢ καὶ πλέον, ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.

§293Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπόν, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται σήμερον νὰ ἐκδοθῇ ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλονται βάρη μέγιστα εἰς τὸν λαόν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν μεσαίαν καὶ τὴν κατωτέραν τάξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ ἐγώ, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδέας μου. Πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιοι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε φέρει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκανόνιζε τὰ βάρη ἐξ ἴσου καὶ ἀναλόγως εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ αἱ σκέψεις καὶ τὰ μέτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ποίας τάξεις ἐπιβαρύνουν; τὴν μεσαίαν τάξιν καὶ τὴν κατωτέραν, τὴν πενομένην! Εἶναι γνωστὰ εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, τὰ εἴδη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία. Ἐπιβαρύνεται τὸ ψωμί, ὁ μπακαλιάρος, τὰ ὄσπρια, — αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ κατανάλωσις, — τὸ ῥίζι, τὰ ἐνδύματα, τὰ ὑποδήματα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης εἶναι πραγματικὴ κατανάλωσις. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ὑποδείξῃ εἰς ἡμᾶς, ἂν ἐπιβαρύνεται ἄλλη τάξις, πλὴν τῆς μεσαίας καὶ τῆς κατωτέρας. Πῶς δυνάμεθα, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ ὑψώσωμεν φωνήν, βλέποντες τὴν τάξιν τὴν ἐργαζομένην καὶ βασανιζομένην νὰ καταδικάζηται σήμερον; Καὶ ἐγώ, προκειμένου περὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἤθελον δώσει ψῆφον, ἐὰν οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ηὐπόρουν. Ἀλλ’ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμός; ἐν τῇ ἐσχάτῃ πενίᾳ· καὶ διὰ τοῦτο ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην, ἀναγινωσκομένας πρὸς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀναφορὰς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς ζητεῖ τὴν ἀναστολὴν τῶν φόρων. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν οἱ ἄνθρωποι σήμερον νὰ πληρώσουν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, καὶ εὑρίσκομεν τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ θέσωμεν καὶ ἄλλους φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐντολή, ἡ ὁποία μᾶς ἐδόθη, ὅτε ἀνεχωρήσαμεν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας μας, καὶ ἀφήσαμεν τὸν λαὸν πάσχοντα καὶ δυστυχῆ; Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ἡ ὁποία γνωρίζει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, θ’ ἀποφασίσῃ διὰ τῆς ψήφου της τὴν ἐξόντωσιν αὐτοῦ. Καὶ ἀκούομεν τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγοντα, προκειμένου περὶ κληρωτῶν, ὅτι δὲν παρουσιάζονται περισσότεροι ἀπὸ 5,000 ἢ 6,000 κληρωτοὶ κατ’ ἔτος. Διατί τοῦτο; Διότι ἡ οἰκογένεια, ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ τοῦ κληρωτοῦ, εὑρισκόμενοι ἐν τῇ δυστυχίᾳ ἕνεκα τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῶν τιμῶν τῶν προϊόντων, ζητοῦσι προστασίαν παρ’ αὐτοῦ, καὶ ὁ κληρωτὸς ἀναγκάζεται νὰ ἐκπατρίζηται, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ μέσα συντηρήσεως διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ διὰ τοὺς γονεῖς του. Καὶ ἐνῷ εἰς τοιαύτην ἀπελπισίαν εὑρίσκεται ὁ λαός, ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ θέλομεν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλα βάρη, καὶ ἄλλους φόρους! Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ἀκόμη, ὅτι ἡ ψῆφος ὑμῶν θὰ ᾖναι ψῆφος καταδικαστικὴ τοῦ λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ σήμερον διευθύνουσα τὸ Κράτος, τί μᾶς εἶπε, Κύριοι; «Ὑποδείξατέ μοι τὰ μέσα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀποσύρω τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια». Πρῶτος ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἀγράμματος ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ σᾶς εἶπον: ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς, καὶ νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ γόητρον αὐτοῦ, διατὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν μόνον τὸν λαὸν μὲ φόρους; διατὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν περισσότερον τοὺς πλουσίους; διατὶ νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς τὴν πολυτέλειαν, εἰς τὰ κεφάλαια, εἰς τὰς κληρονομίας; Ἐκτὸς τούτου, δὲν δυνάμεθα τάχα καὶ ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τὸ ἥμισυ τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως; δὲν δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν 2,000 περίπου θέσεις ὑπαλλήλων ἀργομίσθων; Λοιπὸν ἰδοὺ, ὅτι ἔχει τόσα μέσα ἡ Κυβέρνησις νὰ οἰκονομήσῃ χρήματα. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μᾶς λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγγίσωμεν τοὺς ἐν ἡσυχίᾳ εὑρισκομένους καὶ τοὺς διασκεδάζοντας, πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ ψιχία ἀπὸ τὸν Λάζαρον! Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθητε, Κύριοι, ὅτι, ἂν πράξητε τοῦτο, θ’ ἀναγκάσητε ὅλους τοὺς πτωχοὺς νὰ φύγωσι, νὰ ἐκπατρισθῶσι, καὶ ὅτι θὰ μείνῃ τὸ Κράτος καὶ ὁ στρατὸς ἄνευ ἀνδρῶν; Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἔχει χαρακτῆρα σοβαρὸν, ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ νὰ ἴδω καὶ ἐγὼ τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσι τὸν φόρον τοῦτον, καὶ οἱ ὁποῖοι, δὲν γνωρίζω, πῶς θὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ἐπιστρέψωσι κατόπιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των.

§294Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἣν ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ πολλῶν μελῶν αὑτῆς, δὲν παρέλιπε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, εἴτε ἐν συνόλῳ εἴτε ἰδιαιτέρως ἕκαστον αὐτῶν, καὶ νὰ καταδείξῃ εἴτε τὸ ἀσύστατον ὅλων εἴτε τὰς πλημμελείας ἑκάστου αὐτῶν, συγχρόνως δὲ καὶ τοὺς μεγάλους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι νὰ προκύψωσιν, ὀψέποτε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ψηφιζόμενα τυχόν, ἤθελον μεταβληθῆ εἰς νόμους. Παραδόξως ὅμως οὐδεμία ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἠκούσθη φωνὴ, καὶ ἰδίως οὐδεὶς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, καὶ μάλιστα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ἀναιρέσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν φρονούντων, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν εἰς νόμους. Μήπως ὑπάρχει τις φρονῶν, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη εἶναι εἶδος Βρεφοκομείου, εἰς τὸ ὁποῖον ῥίπτονται ἔκθετα τὰ πνευματικὰ προϊόντα τῶν Ὑπουργῶν, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἴσως ἡ εὐσπλαγχνία ἀξιοτίμου τινὸς συναδέλφου, ὡς ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας, δύναται νὰ περικαλύψῃ καὶ νὰ περιβάλῃ τὰ ἔκθετα ταῦτα πνευματικὰ τέκνα αὐτῶν διὰ τῶν ῥακῶν ῥακώδους ἀγορεύσεως; Νομίζω ὅτι ὑποχρέωσιν ἔχουν οἱ ἀξιότιμοι κ. Ὑπουργοὶ νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ δηλώσωσι πρὸς ἡμᾶς, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ πείθοντες αὐτοὺς, ὅτι τὸ Κράτος ἀντέχει εἰς φορολογίαν νέαν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ἀληθῶς ἀκατάρτιστον καὶ παραδοξότατον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πολλαπλάσια τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα θέλει πραγματοποιήσει τὸ Κράτος. Ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, διὰ νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ λέγωσιν, ὅτι παρακάθηνται ἐνταῦθα διὰ νὰ συζητῶσιν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, ἀφοῦ κάθηνται μόνον διὰ νὰ ἀκούωσιν ἀπαθῶς, κάθηνται μόνον διὰ νὰ συντελῶσιν εἰς μίαν ἁρπακτικὴν ψηφοφορίαν, χωρὶς νὰ διαφωτίζωσι καὶ τοὺς ἔχοντας ἀντιθέτους γνώμας. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ τοὺς λοιποὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ ἀναιρέσωσιν ὅσα ἐξηνέχθησαν ἐντεῦθεν, διὰ νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσιν, ὅτι πράγματι παρακάθηνται ἐνταῦθα διὰ νὰ συζητῶσι.

§295ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Μίαν ἀπορίαν ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ λύσῃ, διότι, ὡς γνωστόν, οὐδέποτε ἐπαγγέλλομαι τὸν οἰκονομολόγον. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν νομίζει φυσικώτερον, ἁπλούστερον, πρακτικώτερον, ἀντὶ τῆς ἐπιβολῆς φαντασιώδους φόρου, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει, διότι ὄχι 1,45, ἀλλὰ καὶ 1,50 καὶ 1,75 ἐὰν ὁρίσῃ τὴν τιμὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, αὐτὴ θ’ ἀκολουθῇ τὴν ὑπὸ τῆς ἀγορᾶς ἐπιβαλλομένην τιμήν, — σήμερον ἔχει 1,44 ἢ 1,43½, αὔριον θὰ ἔχῃ 1,40, ἢ 1,38, ἢ 1,35, — δὲν νομίζει, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φυσικώτερον, πρακτικώτερον, ἁπλούστερον, νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις γίνονται εἰς χρυσὸν, χωρὶς νὰ ὁρίσῃ τιμήν; Διότι ἄλλως περιπίπτομεν εἰς τραγέλαφον, ἔχοντες τριῶν εἰδῶν νομίσματα, ὅπως εἶχεν ἡ Τουρκία, χρυσῆν δραχμὴν, χαρτίνην δραχμὴν καὶ τελωνιακὴν δραχμήν. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πολυτέλεια, ἀφοῦ πράγματι οὐδεμίαν δραχμὴν ἔχομεν. Λοιπὸν νομίζω ἁπλούστερον, φυσικώτερον, πρακτικώτερον, ἀντὶ νὰ δώσητε εἰς τοὺς ἐμπόρους ἀφορμὴν καὶ τὰ μέσα νὰ ἐπιβάλλωσιν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν ἐμπορευμάτων, καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους τὸ δικαίωμα νὰ φωνάζωμεν, νομίζω, λέγω, ἁπλούστερον νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς θὰ γίνωνται εἰς χρυσόν. Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν εἶχον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ λύσῃ.

§296Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νόμισμα τῶν τελωνείων εἶναι αὐτό, εἶναι ἡ μεταλλικὴ δραχμή, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς συνωμολογήθησαν καὶ αἱ συμβάσεις μετὰ τῶν ξένων ἐπικρατειῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ ἔμποροι, οἱ εἰσάγοντες ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τὰ ἐμπορεύματα, εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἔχωσι χρυσὸν, διὰ τοῦτο προβαίνομεν εἰς διατίμησιν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὅπως οἱ μὴ ἔχοντες χρυσὸν πληρώνωσι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἰς τραπεζογραμμάτια.

§297ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἵτινες τὰ μάλα ἐπιβαρύνονται ὑπὸ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου...

§298Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὀνόματός σας μόνον ὁμιλεῖτε.

§299Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐξανίσταται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Στεφανόπουλος, διότι λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§300Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως ἐξανίσταμαι.

§301Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχωσιν ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι παντὸς ἄλλου ὀφείλουσι νὰ ἐξαναστῶσι κατὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἁπλῶς ἤθελον νὰ διατυπώσω γνώμην τινὰ, ἥτις ἴσως ἤθελε δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέσον νὰ ἀποσύρῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, ὁ κύριος Στεφανόπουλος ἔρχεται νὰ μὲ διακόψῃ! Ποῖος; ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ μὲ ἐνισχύσῃ!

§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βουλευτά· δὲν θὰ ἐπιτρέψω καμμίαν διακοπήν.

§303Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ μᾶλλον ἁρμόδιοι νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἴμεθα, Κύριοι, ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τῶν ὑπὸ τῆς μεσαίας κοινωνικῆς τάξεως κυρίως κατοικουμένων ἐπαρχιῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὴν τάξιν ταύτην κυρίως ἐπιβαρύνει, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ τελωνιακὰ τέλη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀφορῶσιν εἰς εἴδη καταναλώσεως τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, ὧν ποιοῦνται χρῆσιν οἱ ἄνθρωποι τῆς μεσαίας τάξεως. Ἀλλ’ ἡ ἔνστασις ἡμῶν δὲν εἶναι μόνον ὡς πρὸς τὸ εἶδος τοῦ φόρου, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα αὐτοῦ· διότι, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ αὐτὸς φόρος ἐπιβάλλεται εἰς ἀντικείμενα, ἐξ ὧν προμηθεύονται καὶ οἱ τῆς μεσαίας τάξεως καὶ οἱ τῆς τάξεως τῶν πλουσίων, τότε ὁ φόρος θὰ ἦναι βαρύτερος διὰ τὴν μεσαίαν τάξιν καὶ καταθλιπτικώτερος, διότι ἡ μεσαία τάξις, μὴ ἔχουσα τὰ μέσα νὰ ἀγοράσῃ ἀντικείμενα καταναλώσεως τῆς καλλιτέρας ποιότητος, ἅπερ χρησιμοποιεῖ ἡ εὔπορος τάξις, πληρώνει τὸν αὐτὸν φόρον ἐπὶ ἀντικειμένων κατωτέρας ποιότητος, καὶ κατὰ συνέπειαν καθίσταται ὁ φόρος καταθλιπτικώτερος διὰ τὴν μεσαίαν τάξιν. Ἀλλ’ ἔτι καταθλιπτικώτερος καθίσταται ὁ φόρος, ἐφ’ ὅσον ἐπιβαρύνει μίαν μόνον τάξιν τῆς κοινωνίας, ἐπιβαρύνει τὴν τάξιν, ἥτις εἶναι οὐ μόνον ἡ μᾶλλον παράγουσα, ἀλλὰ καὶ ἡ μᾶλλον εἰσφέρουσα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πλούτου τῆς χώρας ἐν γένει. Διότι, ἐὰν τὸ κεφάλαιον παράγῃ, τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἶναι ἀπόρροια τῆς ἐργασίας, τὴν ἐργασίαν δὲ προσφέρει ἡ κατωτέρα τάξις διὰ τῆς μεσαίας τάξεως. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀνισότης αὕτη τῆς φορολογίας μὲ ἀναγκάζει νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς φορολογίας ταύτης, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, εἰ δυνατὸν, δι’ ἄλλου τρόπου νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ χρηματικοῦ, τοῦ εἰσπραχθησομένου διὰ τοῦ φόρου τούτου. Κύριοι Βουλευταί, εἰς χεῖρας ὑμῶν ὑπάρχει, διανεμημένον πρὸ καιροῦ, νομοσχέδιον ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο — τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως καὶ δίκαιον εἶναι καὶ ἀναγκαῖον — ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν ἐτῶν τῆς συντάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δικαιότερον θὰ ἦτο, ἂν, ἀντὶ νὰ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν τῆς συντάξεως, αὐξήσητε τὸ ποσοστὸν τῆς κρατήσεως ἐπὶ τῶν συντάξεων ἀπὸ 7½% εἰς 12%, ὅπερ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὀλιγώτερον δυσαρέστως θέλουσιν ἀποδεχθῆ, παρὰ τὴν αὔξησιν τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας. Ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς κρατήσεως ταύτης θέλομεν ἔχει οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἀλλὰ τοῦτο μὲ φέρει καὶ εἰς ἄλλην σκέψιν. Διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν στρατιωτικῶν λεγομένων νομοσχεδίων θέλει ἐπέλθει ὡρισμένως αὔξησις τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς αὐξήσεως δὲ τῶν στελεχῶν θέλει ἐπέλθει κατὰ συνέπειαν καὶ αὔξησις τῶν βαθμοφόρων, ἄμεσος προαγωγὴ αὐτῶν, καὶ αὔξησις τοῦ μισθοῦ των. Μέχρι τοῦδε οἱ στρατιωτικοὶ ὅλοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς κρατήσεις ἐπὶ τῶν συντάξεων. Φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀφομοιωθῶσι καὶ αὐτοὶ, ὡς πρὸς τοῦτο, πρὸς τοὺς πολιτικοὺς συνταξιούχους· θὰ ἔχητε δὲ καὶ ἐκ τούτου ἄλλην οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ οὕτω θὰ δυνηθῆτε νὰ καλύψητε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ λάβητε διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῇ ὑστάτῃ στιγμῇ, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ὑποδείξω, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ δι’ ἄλλου τρόπου νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι Βουλευταί, οὔτε περὶ καταργήσεως Νομαρχιῶν, καίτοι εἶμαι πρόθυμος νὰ ψηφίσω καὶ τὴν κατάργησιν τούτων, ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὴν ἐπιβάλλωσι, διότι προτιμῶ νὰ ψηφίσω καὶ τὴν κατάργησιν τῆς Νομαρχίας τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ νὰ μὲ ἀποδοκιμάσουν οἱ συνεπαρχιῶταί μου, παρὰ νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸν λαὸν φορολογίαν βαρεῖαν. Θεωρῶ μικροτέραν τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως καὶ ἐν Ἠλείᾳ Νομαρχίας ἀπέναντι τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πληρώσῃ ἡ ἐπαρχία μου διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ διότι ἐγὼ ἐννοῶ νὰ πράξω τοῦτο, δὲν ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι δύνανται νὰ τὸ πράξωσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ἄλλην θέσιν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι εὔκολος ἡ κατάργησις τῶν Νομαρχιῶν, δὲν εἶναι εὔκολος ἡ κατάργησις τῶν Δικαστηρίων, ἀφοῦ δὲν τὴν θέλομεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, δὲν εἶναι εὔκολος ἡ κατάργησις Ἑλληνικῶν σχολείων, δὲν εἶναι εὔκολος ἡ κατάργησις Εἰρηνοδικείων, δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι. Τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι θέλομεν οἰκονομίας, καὶ νὰ μὴ τὰς ψηφίζωμεν, εἶναι ὡσὰν νὰ λέγωμεν: «δὲν θέλομεν τίποτε!» Ἡ λέξις οἰκονομία δὲν πρέπει νὰ προφέρηται καὶ νὰ ὑποστηρίζηται ἀπὸ τὸν Βουλευτήν, μόνον ὅταν οὗτος εὑρίσκεται ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ κατόπιν νὰ ἀπορρίπτηται ὡς ὑλικὸν ἄχρηστον. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ψηφίζω καὶ τὴν κατάργησιν τῆς Νομαρχίας τοῦ νομοῦ μου, ἀλλὰ διότι τὴν ψηφίζω ἐγώ, διότι ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν δύνανται καὶ ἄλλοι νὰ τὸ πράξωσιν.

§304Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι μερικοὶ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ γείνῃ φορολογία γενικὴ ἐπὶ τῆς σταφίδος.

§305Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, διότι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος τόσον πολὺ σοβαροῦ, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἀπέφυγον. Ἐὰν ἡ σταφὶς φορολογῆται, κύριε συνάδελφε, μὲ 18 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, φορολογεῖται, ὄχι μόνον ἡ παραγωγή, ὄχι μόνον ἡ ἐλευθέρα πρόσοδος, ὄχι μόνον τὸ καταβεβλημένον κεφάλαιον, ἀλλὰ καὶ ἡ προσωπικὴ ἐργασία, ὁ ἱδρὼς τοῦ σταφιδοπαραγωγοῦ· διότι, ἐὰν ὑπολογίσητε τὰ ἔξοδα τὰ ἐπιβαρύνοντα τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος διὰ τὴν παραγωγὴν αὐτὴν, θὰ ἴδητε, ὅτι ἕκαστον χιλιόλιτρον ἐπιβαρύνεται μὲ δαπάνην 120–130 δραχμῶν, πωλεῖται δὲ μόλις 120 δραχμάς, τουτέστι δὲν ἀπολαμβάνει τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας του. Ἔρχεται δὲ τὸ Κράτος καὶ τί μᾶς ἀφαιρεῖ; ἀπηνῶς μᾶς ἀφαιρεῖ 18 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον. Πόθεν μᾶς τὸ ἀφαιρεῖ; ἀπὸ τὸ καταβεβλημένον κεφάλαιον. Βεβαίως δὲ τὸ καταβεβλημένον κεφάλαιον ἐνέχει καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ.

§306Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φορολογία τοῦ ἱδρῶτος εἶναι εὐχαριστοτέρα.

§307Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστοτέρα. Βλέπετε, ὅτι ἐγὼ ἦλθον ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.

§308Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἀγαθῆς ἀπόψεως.

§309Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα, κύριε Χρηστόπουλε, ἀπ’ ἀγαθωτάτης. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν πολιτευομένων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἠθέλησεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ παραστήσῃ.

§310Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἔκαμεν ἀπὸ κακίαν!

§311Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλῶς ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ὅπως ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καὶ οἱ μέλλοντες νὰ γείνωσι πολιτικοὶ συνταξιοῦχοι θὰ ἦναι εὐχαριστημένοι, ἐὰν ἀντὶ τῆς παρατάσεως τοῦ χρόνου διὰ τὴν σύνταξιν ἤθελεν ἐπιβληθῆ εἰς αὐτοὺς αὔξησις τοῦ ποσοστοῦ τῆς κρατήσεως. Ὡσαύτως, ἐπειδὴ θεωρῶ ἐντελῶς ἄδικον τὴν ἀσυδοσίαν διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους, ἤτοι τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν Ὑπουργείων τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοὺς οὐδὲν καταβάλλοντας διὰ τὴν σύνταξίν των, κρίνω ἀναγκαίαν ἀπολύτως τὴν ἐπιβολὴν κρατήσεως καὶ ἐπὶ τῶν συντάξεων αὐτῶν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα· ἡ ἀνισότης ἀφ’ ἑνὸς τῆς φορολογίας μιᾶς κοινωνικῆς τάξεως, ἡ ἐντελὴς ἀφ’ ἑτέρου παράλειψις φορολογίας τῆς εὐπορωτέρας τάξεως καὶ ἑνὸς εἴδους ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως φορολογοῦνται, μοὶ ἐπέβαλαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὴν ταπεινήν μου γνώμην. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἀπόκειται ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, ἂν τὴν κρίνῃ δικαίαν.

§312Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω πρότασίν τινα, καὶ συνεπῶς μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἄρξηται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὡς ἐλπίζω, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὀφείλομεν ὅμως ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ στιγμῇ νὰ εἴπωμεν ὀλίγας λέξεις. Ἠκούσθησαν, κύριε Πρόεδρε, γνῶμαι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένης φορολογίας καὶ ἄδικος εἶναι καὶ ἄτοπος. Ἐχαρακτηρίσθη ὁ τρόπος τῆς φορολογίας ἄδικος καὶ ἄτοπος, διότι, οὕτως εἰπεῖν, — ἂς μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ἓν ἐπίλεκτον μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, — χονδρικῶς ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία, χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρωτίστως, ἐναντίον τοῦ δασμολογίου, τὸ ὁποῖον ἰσχύει, ἐπιβαρύνεται ἡ τάξις ἡ μεσαία, καὶ οὐχὶ ἡ τάξις, ἡ ὁποία μεταχειρίζεται πολυτελῆ ἀντικείμενα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ὀλίγας μόνον λέξεις νὰ εἴπω, διὰ νὰ κατανοήσῃ ἡ Βουλή, ποία τάξις ἐπιβαρύνεται διὰ τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας. Ὑπάρχουσι πίνακες, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφουσι τὴν ἀξίαν τῶν ἐμπορευμάτων τῶν εἰσαγομένων. Οἱ πίνακες οὗτοι ἀναφέρουσιν, ὅτι ἐν ἔτει 1901 εἰσήχθησαν ἐμπορεύματα ἀξίας 138 ἑκατομμυρίων, ἐν ἔτει 1900 δραχμῶν 129 ἑκατομμυρίων, ἐν ἔτει 1899 δραχ. 128 ἑκατομμυρίων, ἐν ἔτει 1898 δραχ. 152 ἑκατομμυρίων. Ἡ μέση ἀναλογία τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων εἶναι 130,000,000. Ἐκ τούτων τῶν 130 ἑκατομμυρίων ὀφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν 25 ἑκατομμύρια περίπου, διότι ταῦτα εἰσάγονται ἀτελῶς, ὡς λόγου χάριν οἱ γαιάνθρακες καί τινα ἄλλη εἴδη. Λοιπὸν ἐμπορεύματα ὑπαγόμενα εἰς τέλος εἰσαγωγικὸν εἶναι ἀξίας 105 ἑκατομμυρίων. Ἐπὶ τῶν 105 τούτων ἑκατομμυρίων μέχρι τοῦδε τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε 35 ἑκατομμύρια. Σήμερον ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ ἕτερα 2,600,000 περίπου. Ἀλλὰ ποία τάξις κοινωνικὴ ποιεῖται χρῆσιν τῶν ἐμπορευμάτων τούτων; Ἀκούσατε ἀριθμούς, κύριοι Βουλευταί. Ἐκ τῶν 105 τούτων ἑκατομμυρίων ἀναλογοῦσιν εἰς σῖτον 35,000,000 δραχ., εἰς ῥέγγας, σαρδέλλας, βακαλάον κλπ. 5,000,000, εἰς ὄρυζαν 6,604,000, εἰς ζάκχαριν 3,000,000, εἰς καφέδες 2,600,000, εἰς δέρματα ἀκατέργαστα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι πρὸς κατασκευὴν ὑποδημάτων διὰ τὸν πτωχὸν κόσμον, δρ. 3,700,000, εἰς ὑφάσματα καὶ νήματα δραχ. 19,000,000, εἰς ὄσπρια δρ. 1,700,000, εἰς ξυλείαν τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης 8,000,000. Ἤτοι περίπου ποσὸν 80 ἑκατομμυρίων. Ἐπὶ τῶν 80 τούτων ἑκατομμυρίων, κύριοι Βουλευταί, ἀναλογεῖ φορολογία 26 ἑκατομμυρίων. Συνεπῶς κατὰ τὰ ⅔ ἡ φορολογία ἡ ἐπιβαλλομένη ἐπιβαρύνει τὴν τάξιν τὴν μεσαίαν καὶ τὴν κατωτάτην. Βεβαίως, ὡς ἦλθε τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὴν ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται τώρα νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τούτου καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι τί σᾶς εἶπον, Κύριοι, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ τέλος πάντων θέλετε νὰ ἐπιβάλητε αὐτὴν τὴν φορολογίαν εἰς τὸν λαόν, — καὶ ἐπειδὴ εἶσθε πλειονοψηφία, βεβαίως θὰ τὴν ἐπιβάλητε, — ἐπιβάλετε τοὐλάχιστον ταύτην κατὰ τὰς τάξεις καὶ τὰ εἴδη τοῦ δασμολογίου, ἵνα μὴ φορολογῶνται ἐξ ἴσου τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας καὶ τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Τί ἀπαντᾶτε, Κύριοι, ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ σπουδαίου ἐπιχειρήματος; ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγων: «ναὶ, ἀναγνωρίζω, ὅτι εἶναι τοῦτο ὀρθὸν, εἶναι δίκαιον, ἀλλὰ θέλω καταγείνῃ νὰ συντάξω ἀργότερον τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, καὶ τότε θέλω κανονίσει τὴν φορολογίαν κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις.» Ἀλλὰ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο βραδύτερον; ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο βραδύτερον ἡ Κυβέρνησις; Καὶ βεβαίως, ἐὰν μοὶ ἀπαντήσωσι ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ μοὶ εἴπωσι ναί, ἐγὼ θὰ τοῖς εἴπω ὄχι. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἠδύνατο νὰ τὸ μεταβάλῃ ἀργότερον καὶ κανονίσῃ διὰ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ κατατμήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν φορολογίαν αὐτὴν εἰς τὰ διάφορα εἴδη τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου.

§313Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπου δὲν κωλυόμεθα ἐκ τῶν συμβάσεων.

§314Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅπου δὲν κωλύεσθε ἐκ τῶν συμβάσεων; Ἡ φράσις αὕτη, κύριοι Βουλευταί, εἶναι βεβαίως σπουδαία· διότι βεβαίως θὰ κωλύησθε ἐκ τῶν συμβάσεων, βεβαίως θὰ κωλύησθε ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐψηφίσατε.

§315Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τελωνίζονται ὅλα τὰ εἴδη μὲ τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον.

§316Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ῥητῶς ἀνεγράφη, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ φέρητε καμμίαν μεταβολὴν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἐξ ὧν παράγονται οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Βεβαίως δὲν δύνασθε, «ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐκ τούτων προσόδων» (ἀναγινώσκει): «... Ἐντὸς δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης οὐδεμία ἐπιτρέπεται τροποποίησις τῶν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκχωρήσεως ὑφισταμένων νόμων, ἐξ ὧν παράγονται οἱ πόροι τοῦ ταμείου, ἐκτὸς μόνον ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐκ τούτων προσόδων.» Καὶ διατὶ, — ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, — ἀφοῦ ἔχετε τὴν γνώμην ταύτην καὶ τὴν ἀσπάζεσθε, καὶ καταγίνεσθε εἰς τοῦτο, σεῖς εἰσηγάγετε τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ γίνεται ἡ φορολογία πρὸς 1,45, καὶ συνεπῶς φορολογεῖτε σήμερον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς συνεπείᾳ τοῦ νόμου. Ἀφοῦ θὰ ἔχητε καὶ ἐργασίαν μετὰ τὸ Πάσχα, διατὶ δὲν καταγίνεσθε ἐν τῷ διαστήματι τῶν ἡμερῶν τούτων νὰ καταρτίσητε τὸ δασμολόγιον καὶ νὰ ψηφίσητε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σεῖς νομίζετε, ὅτι εἶναι ὀρθόν; Διατὶ δὲν δέχεσθε αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀφοῦ δύνασθε νὰ τὸ πράξητε καὶ ἔχετε καὶ τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον; Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο βεβαίως νὰ τεθῇ ὁ νόμος εἰς ἐνέργειαν διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτῆς, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ χάσητε τὸ κέρδος μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ἀλλ’ ἀφοῦ σήμερον συζητεῖται, διατὶ δὲν ἀναβάλλετε αὐτὸ μετὰ τὸ Πάσχα; Ἡμεῖς μίαν ὑποχρέωσιν ἔχομεν, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν μετ’ οὐ πολὺ θ’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου μας.

§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§318ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§320ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Βεβαίως.

§321Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχω τὸν λόγον.

§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§323Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν.

§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα τελειώσῃ ἡ ψηφοφορία, μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἐπ. Ν. Δηλιγιάννη καὶ Ι. Δελμούζου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Λέων Μελᾶς ΝΝικόλαος Σταματιάδης
Στέργιος Μ. Καρανίκας Δημ. Καρακίτης
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κωνστ. Φιλιππίδης Ο
Κ. Ἀσημακόπουλος ΟἈντ. Καρτάλης Ο
Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΝΝικ. Γουλιμῆς Ν
Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΝΚωνσταντῖνος Γρίβας
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝΚωνστ. Παπανικολῆς Ο
Δημήτριος Γ. Μωραΐτης ΝΘ. Π. Δηλιγιάννης Ο
Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος ΝἘπαμ. Ν. Δηλιγιάννης
Γεώργ. Πολυγένης Περ. Ἀλεξάκης
Γεώργ. Καρπετόπουλος ΝΠ. Ταμπακόπουλος Ο
Ἰωάννης Ζωγράφος ΝἸωάν. Ἀντωνόπουλος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΟΧαρίλ. Τζαννετάκης Ν
Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος ΟΓεώργ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης ΟΜιχ. Φωτιάδης Ν
Κωνστ. Β. Κοττίκας ΝΒασ. Μαστραπᾶς
Δημήτρ. Γ. Ράλλης Κ. Α. Λιδωρίκης
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΟἈρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος
Κωνστ. Σμολένσκης ΝΜιχ. Ι. Στελλάκης Ν
Νικόλαος Λεβίδης ΝΓ. Π. Καπιτσίνης Ο
Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΟΠάϊκος Λ. Ρίτσος Ο
Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΟΣταμάτιος Μήτσας Ο
Κυριάκος Λιγυνὸς ΟΔημ. Τσιτσάρας Ν
Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημ. Χατζόπουλος Ν
Ἀνδρέας Ψύλλας ΟΓεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ν
Νικόλαος Γουναράκης ΟἸωάν. Σερμπᾶνος Ν
Θεόδωρος Λέκας Κ. Δ. Ἄργας. Λομβάρδος
Ἰσίδωρος Κολιάτσος Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Ο
Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΓεώργιος Ι. Μελισσηνός Ν
Νικόλαος Α. Στράτος ΝΔιονύσιος Π. Στεφάνου
Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Χρῆστος Ι. Στεφανόπουλος
Κωνσταντῖνος Τοπάλης ΝἈνδρέας Ι. Στεφανόπουλος
Φίλιππος Γιαννακόπουλος Ἰωάννης Ν. Σισίνης
Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης ΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΟΣτέφανος Κοπανίτσας
Ἰωάννης Θ. Ψημένος ΝΓεώργιος Δ. Φικιώρης Ο
Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης ΟΔημοσθ. Ματάλας
Δημοσθένης Γ. Δόγκας ΝἸωάννης Φίλιος
Νικόλαος Δαούτης ΟΚωνσταντῖνος Καρακίτης
Ἰωάννης Κόλλιας ΝἸωάννης Γιαννακίτσας Ν
Λουκᾶς Γ. Μπέλλος ΝΝικόλαος Μπουφίδης Ν
Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς ΟἸωάννης Γ. Λάππας Ο
Πέτρος Ν. Δελένδας ΝΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
Β. Μαρκεζίνης ΝΓεώργιος Σκληρός Ν
Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς ΝΕὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς ΝἈχιλλεὺς Παπαλουκᾶς Ν
Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης ΝΓκίκας Μάστορης Ν
Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ἰωάννης Μπακόπουλος
Γεώργ. Χ. Παπαδημητρίου ΟΝικόλ. Τριανταφυλλάκος Ν
Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Κ. Κωνσταντόπουλος ἀρν.
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ ΟΠαναγ. Παπαναστασίου Ν
Κωνσταντῖνος Κρίτσας ΝΠαναγιώτης Μανέτας Ο
Ἰωάννης Δαμηλάτης Ἀθαν. Πετρόπουλος Ν
Κωνστ. Ι. Φλέσσας ΝἈθαν. Ζέρβας Ο
Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης ΝΓ. Ἀναστασόπουλος Ν
Κίμων Βελλίνης ΝΓεώργιος Νικολαΐδης Ν
Ι. Καφταντζόγλου ΝΚωνσταντ. Τρικούπης Ν
Ι. Παλάσκας ΝΛεωνίδας Δεληγεώργης Ο
Δ. Τερτίπης ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ν
Ι. Καζαμπάκας Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο
Α. Βασαρδάνης ΝΣπυρ. Λ. Κουμουνδοῦρος Ν
Κ. Ζωγλοπίτης Ἰωάννης Νικολαΐδης Ν
Νικόλ. Μπαλάφας ΝἹπποκράτης Ι. Ἀπέργης
Νικόλ. Σταματιάδης ΝἈριστομέν. Προβελέγγιος Ν
Μιχ. Στεφανίδης Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Ν
Νικόλ. Νικολαΐδης ΝἘλευθέριος Ν. Μυκώνιος
Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Νικόλαος Κ. Κρίσπης Ν
Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Δημ. Ι. Φαρμάκης Ν
Ἰωάννης Ρώτας Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ν
Γεώργ. Ν. Θεοτόκης ΝἸωάννης Μ. Κανναβός
Μιχ. Ν. Θεοτόκης ΝΘεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο
Νικόλ. Σ. Μαρκέτης ΝΝικ. Κ. Φαρμακόπουλος
Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς ΝΚωνσταντ. Χριστοδούλου Ν
Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ἀθαν. Πετσάλης Ο
Σπυρίδων Α. Ἀγάθος ΝΚυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Περικλῆς Α. Ἀλαμάνος ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ἠλίας Α. Πολίτης ΝΚυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης ΟΦώτιος Π. Μοσχούλας Ν
Παναγιώτης Δ. Πετρίδης ΟΝικολ. Λ. Παπαλέξης Ο
Ἀθανάσιος Λ. Γκράβας ΝΔημ. Α. Πολυχρονόπουλος
Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο
Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας ΝΝικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος
Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος ΝΘεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ν
Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος ΝἈνάργυρος Σιμόπουλος Ν
Διονύσιος Π. Βενιερᾶτος ΝἸωάννης Δελμοῦζος Ν
Κωνσταντ. Α. Γεράκης ΝΔημήτριος Π. Νίκας Ν
Δημήτριος Β. Τραυλὸς ΝΚ. Δ. Γεροκωστόπουλος
Σπυρίδων Ε. Στάης ΝἈχιλλεὺς Χοϊδᾶς
Διονύσιος Καλούτσης Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης
Νικόλαος Τσοῦχλος ΝἸωάννης Γ. Μ. Ροῦφος
Παναγ. Σπυράκης Κωνσταντῖνος Γκότσης
Ἰωάννης Καλούτσης ΟΔημήτριος Π. Γούναρης Ν
Χαράλαμπος Βοζίκης Δ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-
Γ. Λ. Μαυρομιχάλης καούρης
Γεώργιος Ράλλης ΝἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
Παναγιώτης Π. Σάκκης Δημ. Ἀναστασόπουλος Ο
Νικόλαος Α. Μισυρλῆς ΝἈθαν. Νικολίτσας Ν
Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος ΟἈλέξ. Στάϊκος Ν
Ἰωάννης Α. Βρυώνης ΟΓεώργιος Κορυζῆς Ν
Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης ΝΘεόδωρος Λιμπρίτης
Νικόλαος Γ. Λεωνίδας ΝΛεων. Λαπαθιώτης
Γ. Ν. Μπούμπουλης Παντελῆς Γκίκας Ο
Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
Ἐπαμ. Δ. Βαφειαδάκης ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς ΝΝικόλαος Πλατσῆς Ν
Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος ΝΝ. Χατζΐσκος Ν
Ἀντώνιος Π. Βιτάλης ΟΧαρ. Εὐταξίας
Ἰωάννης Ν. Σιγάλας ΝΔ. Δεδούσης Ν
Κάρολος Μ. Βιτάλης Ν. Κοντογιάννης Ο
Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς
Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης Βασίλειος Βουδούρης Ο
Γεώργιος Ραδινὸς ΝΓεώργιος Ἀβέρωφ
Ἀπόστολος Ζάππας ΝΝικόλαος Καλογερόπουλος Ν
Ἠλίας Μπασδέκης ΝΖήσιμος Σαραβέλας Ο
Σπυρίδων Γεωργόπουλος ΝΝικόλαος Μαμούνης
Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς ΝἸωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ν
Εὐστάθιος Κοκκέβης Ν

§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 169, ἐξ ὧν 113 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 55 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).

§326Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λόγῳ κρείσσονος διατυπώσεως, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὅπως τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς: «Κυροῦται ἡ διὰ τῶν νομοσχεδίων τῆς 19 Ἰανουαρίου, 16 Φεβρουαρίου καὶ 1 Μαρτίου ἐ. ἔ., ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ὁρισθεῖσα ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς τῶν ἐν τῷ τελωνιακῷ δασμολογίῳ εἰσαγωγῆς ἀναγραφομένων δασμῶν εἰς μεταλλικόν.»

§327Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι καλλίτερον θὰ ἦναι νὰ μεταβληθῇ ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων· νὰ ἄρχηται τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 2, λαμβάνοντος τὴν θέσιν ἄρθρου 1, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔρχηται ὡς ἄρθρον 2 ἡ διάταξις ἡ κυροῦσα τὰ διάφορα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων προετάθη ἡ διατίμησις τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς.

§328Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προταχθῇ τὸ ἄρθρον 2.

§329ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μετὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι δύνασθε νὰ φέρητε τροποποίησιν, ἵνα ἐπιστραφῶσι τὰ εἰσπραχθέντα χρήματα;

§330Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§331ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ἀναφερομένην εἰς τὰ λιμενικὰ, ἐπίσης δὲν τὴν παραδέχεσθε; οὔτε τὴν περὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου;

§332Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ αὐτὴν ἀδύνατον νὰ τὴν δεχθῶ, διότι τὸ λιμενικὸν δικαίωμα κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, καὶ ἂν ἠθέλομεν παραδεχθῆ ἄλλην διατίμησιν, ἄλλην βάσιν φορολογίας, ἠθέλομεν γεννήσει βεβαίως μεγάλην δυσκολίαν. Ὡς πρὸς τὰ δημοτικὰ, οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει.

§333ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶναι περίστασις ἐκ τοῦ λόγου τῆς καταρτίσεως τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ αὐξάνωσι τὰ λιμενικὰ τέλη; Διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρόκειται νὰ φορολογηθῇ ὅλος ὁ κόσμος· ἀλλὰ παρεμπιπτόντως ἄνευ λόγου ν’ αὐξήσωμεν τὰ λιμενικὰ τέλη, νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ ἐμπόριον διὰ μιᾶς προσθέτου φορολογίας χάριν εὐκολίας, δὲν τὸ θεωρῶ ὀρθόν, οὐδὲ δίκαιον.

§334Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, ὡς εἶπον ἤδη, ὑποβάλω τὸ νέον δασμολόγιον, θέλουσι κανονισθῆ πάντα ταῦτα.

§335Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον, αἱ ἀλλεπάλληλοι μεταβολαὶ αὐτοῦ ἀναγκάζουσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσαγάγῃ τι, τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ ἐπιτρέπεται, δηλαδὴ νὰ δώσῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς φορολογικὸν νόμον. Διότι ὁ νόμος ὁ ἰσχύων περὶ τελωνιακῶν τελῶν ῥητῶς λέγει, ὅτι εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, τὸ μεταβάλλον τὰ τελωνιακὰ τέλη, δύναται νὰ συμπεριληφθῇ διάταξις, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, ἅμα τῇ ὑποβολῇ, ὑπὸ τὸν ὅρον, τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον· ἐν περιπτώσει δέ, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀπορριφθῆ, τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε δυνάμει οὐχὶ πλέον νόμου, ἀλλὰ νομοσχεδίου μὴ μεταβληθέντος εἰς νόμον. Ἐνταῦθα ἔχομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὥριζε τὴν τιμὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1,50· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν μετεβλήθη εἰς νόμον, καὶ δὲν μετεβλήθη εἰς νόμον, διότι πρίν ἀκόμη ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπεσύρθη, ἀντικατασταθὲν δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ ψηφίζεται σήμερον, καὶ τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν τιμὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1,45. Ἄρα τὰ 5 λεπτά, τὰ μεταξὺ τῆς 1,45 καὶ 1,50, δὲν ἔτυχον τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως εἰσπραχθῶσι· καθ’ ἣν δ’ ἐποχὴν εἰσεπράχθησαν, εἰσεπράχθησαν οὐχὶ δυνάμει νόμου, ἀλλὰ δυνάμει νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔπαυσε νὰ ἔχῃ ἰσχύν. Σήμερον ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ εἴπῃ, ὅτι καλῶς εἰσεπράχθησαν τὰ εἰσπραχθέντα. Τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ὀπισθενεργὸς δύναμις εἰς νόμον νῦν ψηφιζόμενον; Εἶναι ἀναμφισβητήτως πρωτοφανὲς τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ καὶ φέρω παραδείγματα καὶ ἀναλογίας ἄλλων φόρων, διότι εὐκόλως ἀντιλαμβανόμεθα πάντες, ὅτι τὰ 5 λεπτὰ ἐπὶ πλέον εἰσεπράχθησαν ἄνευ νόμου, ἐνῷ δὲν ἔχομεν δικαίωμα εἰς φορολογικὸν νόμον νὰ δώσωμεν ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο, —καίτοι καὶ ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ, —ἵνα δείξω εἰς πόσα ἄτοπα καταλήγομεν, νομοθετοῦντες ἄνευ σπουδαίας ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων.

§336Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς κατὰ τοῦτο εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ· δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ σημερινοῦ νόμου κυροῦνται τρία νομοσχέδια, ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, δυνάμει νόμου ἰσχύοντος, ἀφ’ ἧς εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν. Δὲν ἐφηρμόσθησαν τὰ τρία νομοσχέδια κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, νῦν δ’ ἔρχεται νόμος, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται, ὅπως ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν τὰ τρία νομοσχέδια κυροῦνται. Μόνον ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπέρριπτεν ἓν τῶν νομοσχεδίων, θὰ ἠδύνατο νὰ ᾖναι βάσιμος ἡ προβαλλομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ἀμφιβολία.

§337Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου δὲν μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα τῆς κυρώσεως αὐτοῦ. Οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἐσκέφθη νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ νομοσχέδιον, ὡς τὸ ὑποβληθέν, τῆς διατιμήσεως τῆς δραχμῆς εἰς 1,50, οὔτε διῆλθε τοῦτο τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ νόμος. Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν εἰσπραχθέντων, ἐρχόμεθα νὰ πράξωμέν τι ὅλως ἄτακτον· θέλομεν δηλαδὴ νὰ κυρώσωμεν φορολογίαν μὴ νόμιμον, καὶ νὰ δώσωμεν ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς φορολογικὸν νομοσχέδιον. Τοῦτο εἶναι πρωτοφανές, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαντᾷ οὔτε παρ’ ἡμῖν οὔτε εἰς ἄλλο Κράτος.

§338Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ θεωρία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγορεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, εἶναι πρωτοφανής. Διότι, μόνον ἂν ἤρχετο εἷς νόμος καὶ ἔλεγεν ὅτι «κυροῦνται τὰ νομοσχέδια: αʹ) τῆς 19 Ἰανουαρίου, βʹ) τῆς 16 Φεβρουαρίου καὶ γʹ) τῆς 10 Μαρτίου», ἠδύνατο νὰ προβληθῇ ἡ θεωρία αὕτη τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.

§339Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ γείνῃ αὐτό, νὰ κυρωθῶσιν ὁμοῦ τρεῖς νόμοι ἀντιφάσκοντες πρὸς ἀλλήλους.

§340Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔπρεπε τότε νὰ ψηφισθῶσιν οἱ τρεῖς νόμοι χωριστά, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ καὶ κυρώσῃ τρία νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν μόνον σήμερον ἔμεινε, διότι τὰ ἄλλα δύο ἀπεσύρθησαν. Πῶς ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ δύο νομοσχέδια, ὑποβληθέντα, ἀλλ’ ἀποσυρθέντα καὶ ἀντιφάσκοντα τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο; Βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη εἰσάγεται, ὅπως δικαιολογήσῃ καὶ νομιμοποιήσῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως περὶ κατακρατήσεως τῶν ἀνόμως εἰσπραχθέντων. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ κυρώσῃ τὰ δύο νομοσχέδια ταῦτα, καὶ συγχρόνως νὰ ψηφίσῃ τρίτον νομοσχέδιον, δὲν εἶναι κανονικός, διότι ῥητῶς καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀπαγορεύουσι νὰ ψηφίζωνται ἀθρόως τὰ νομοσχέδια. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ἐπιβάλλει τὴν ἑκάστου νομοσχεδίου χωριστὰ τριπλῆν συζήτησιν καὶ τριπλῆν ψήφισιν εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας. Πῶς θὰ ψηφισθῶσι τώρα τρία ὁμοῦ νομοσχέδια; Εὕρετε νομιμώτερον τρόπον ἐκφράσεως, ἢ μᾶλλον ἐπιστρέψατε τὰ ἀνόμως εἰσπραχθέντα.

§341Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ κύρωσις γίνεται εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἤδη τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.

§342Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν δὲν θέλητε τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑποβάλλω, ἀρκοῦμαι εἰς τὴν διατύπωσιν, ἣν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Κατ’ ἐμέ, εἴτε ἡ μία διατύπωσις ψηφισθῇ εἴτε ἡ ἑτέρα, εἶναι τὸ αὐτό.

§343Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ εἰσαχθέντος ὑπ’ αὐτοῦ τὴν 1 Μαρτίου, ἦτο νὰ μὴ ἐπιστραφῶσιν εἰς τοὺς ὑποβληθέντας εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ δασμοῦ δυνάμει τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων τὰ καταβληθέντα χρήματα, δηλαδὴ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ. Λοιπόν, ἐὰν ἀντὶ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀντὶ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον τῆς 1 Μαρτίου, ἤθελε τεθῆ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν «τὰ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου εἰσπραχθέντα παρὰ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν ηὐξημένα τέλη δυνάμει τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου νομοσχεδίου καὶ τοῦ εἰσαχθέντος ὡσαύτως ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν 16 Φεβρουαρίου καὶ τοῦ εἰσαχθέντος ἐπίσης ὑπ’ αὐτοῦ τὴν 1 Μαρτίου δὲν ἐπιστρέφονται εἰς τοὺς καταβαλόντας αὐτά, ἀλλ’ εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδα αὐτοῦ», πληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἡμεῖς δὲ δὲν ἀντιλέγομεν νὰ μὴ ἐπιστραφῶσι, καὶ νὰ λογισθῶσιν ὡς ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου.

§344Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὑποβληθεῖσαν διατύπωσιν, διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1.

§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§346Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε ὡς πρῶτον ἄρθρον θὰ ἔλθῃ τὸ δεύτερον, συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἔπειτα τὸ πρῶτον.

§347Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον αὐτό, ὡς ἐτροποποιήθη, θὰ τεθῇ ὡς δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς πρότεινε, καὶ ἡ πρότασίς του ἐγένετο δεκτή, ὅπως τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου γείνῃ πρῶτον.

§348Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὡς ἔχει ἤδη, θὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ οὕτως: «Ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς τῶν ἐν τῷ τελωνιακῷ δασμολογίῳ εἰσαγωγῆς ἀναγραφομένων δασμῶν εἰς μεταλλικὸν ὁρίζεται εἰς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ 45 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια».

§349Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθησαν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4).

§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§351Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν τὴν 16 Φεβρουαρίου 1904 ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ σῖτος καὶ ὁ σμιγός, διότι τὸ ἄρθρον 4 αὐτοῦ ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4. Ὁ σῖτος καὶ ὁ σμιγὸς ἐκ σίτου καὶ σικάλεως εἰς κόκκους, οἱ εὑρισκόμενοι ἐντὸς ἱστιοφόρων πλοίων, ἅτινα καταπλεύσαντα εἰς ἑλληνικοὺς λιμένας παρέμειναν εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τῆς 1 Δεκεμβρίου 1903 μέχρι τῆς 19 Ἰανουαρίου 1904, καὶ εἰσαχθέντες εἰς ἀνάλωσιν μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου 1904 ὑπόκεινται εἰς τὰ μέχρι τῆς 19 Ἰανουαρίου 1904 ἰσχύοντα νομίμως τέλη.» Τί γενήσεται τώρα ὡς πρὸς τοῦτο;

§352Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει λόγος πλέον, διότι οὐδὲν εἰσεπράχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).

§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
2τῆς 15 Μαρτίου 1904.
3(Δευτέρα).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 25′ π. μ. παρόντων 120
6Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ
7πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Α. καὶ Χ. Ρότσιλδ, κάτοικοι
9Ἀθηνῶν, ἀντιπρόσωποι τοῦ ἐν Δυσελδόρφῃ ἐργοστασίου πυ-
10ροβόλων, δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν προσφέρουσι δω-
11ρεὰν πυροβόλον, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐκτελεσθῶσι πειράματα,
12προκειμένου νὰ ἐκλεγῇ τὸ καταλληλότερον σύστημα πυρο-
13βόλου διὰ τὸν στρατόν.
14§2Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.
15§3Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπορρίψω-
16μεν τὴν δωρεὰν ταύτην· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν στιγμῇ, κατὰ
17τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δοκιμασθῶσι τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα
18θὰ προμηθευθῶμεν, τοιαύτη δωρεὰ δὲν ἐμποδίζει βεβαίως νὰ
19δοκιμασθῶσι πυροβόλα καὶ ἄλλων ἐργοστασίων.
20§4Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
21κῶν). Δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς. Προκειμένου νὰ δοκιμα-
22σθῶσι πυροβόλα ὅλων τῶν συστημάτων, οἱ ἀναφερόμενοι ἀνα-
23λαμβάνουσι τὰ ἔξοδα τῆς δοκιμῆς τοῦ συστήματος τοῦ πυ-
24ροβόλου τοῦ ἐργοστασίου, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσι.
25§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά.
26§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
27«Πρὸς τὴν σεβαστὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων.
28»Κύριε Πρόεδρε,
29»Λαμβάνοντες ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἐν τῇ συνεδρίᾳ τῆς Βου-
30λῆς τῆς 13 τρέχοντος μηνὸς συζητηθέντων περὶ ἐπιβαλλο-
31μένων συγκριτικῶν δοκιμῶν πυροβόλων, ἐν τῇ ἰδιότητι ἡμῶν,
32ὡς ἀντιπροσώπων τῶν ἐν Δυσελδόρφῃ τῆς Γερμανίας ἐργο-
33στασίων πυροβόλων Ἔρχαρδ, πληροφοροῦμεν εὐσεβάστως τὴν
34σεβαστὴν Βουλήν, ὅτι θέτομεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ σεβα-
35στοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου ταχυβόλον πεδινὸν
36πυροβόλον Ἔρχαρδ, τελευταίου συστήματος, χάριν δοκιμῶν,
37ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς πρὸς ἡμᾶς
38ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου.
39»Ἐλπίζομεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ προσφορά μας αὕτη
40θέλει γείνῃ ἀφορμή, ὅπως ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους καὶ ἕτερα
41ἐργοστάσια πέμψωσιν ὁμοίως πυροβόλα πρὸς συγκριτικὸν πει-
42ραματισμόν, ἵνα ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία μετὰ ἐπισταμέ-
43νην ἐξέτασιν αὐτῶν λάβῃ τὴν περὶ τοῦ προτιμητέου συστή-
44ματος ἀπόφασίν της.»
45(Ἕπονται αἱ ὑπογραφαὶ τῶν ἀναφερομένων).
46§7Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει βεβαίως τὸ
47Ὑπουργεῖον νὰ ζητήσῃ πυροβόλα καὶ ἄλλων ἐργοστασίων.
48§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
49§9Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἀκριβῶς οἱ κύριοι Ρότσιλδ ἐν τέλει
50τῆς ἀναφορᾶς των, διὰ τῆς ὁποίας προσφέρουσι τὸ ταχυβόλον
51αὐτὸ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
52κῶν Ὑπουργοῦ, καταλήγουσι, λέγοντες ὅτι κατόπιν τῆς
53προσφορᾶς των ταύτης καὶ ἄλλα ἐργοστάσια θὰ προθυμο-
54ποιηθῶσι νὰ προσφέρωσι πυροβόλα πρὸς δοκιμὴν ὑπὸ τοὺς
55αὐτοὺς ὅρους.
56§10Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
57κῶν). Ἀλλ’ ἕως τώρα δὲν ἔχομεν προτάσεις τοιαύτας ἐξ
58ἄλλων ἐργοστασίων.
59§11Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα,
60παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
61κῶν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν δωρεὰν ταύτην, καὶ ὄχι μόνον ν’ ἀπο-
62δεχθῇ τὴν δωρεὰν, ἀλλὰ καὶ νὰ διατάξῃ νὰ γείνωσι πειρά-
63ματα, διότι ἐκ τῶν πειραμάτων βεβαίως θὰ προκύψῃ ἡ καλ-
64λιτέρα ποιότης καὶ ἀντοχὴ μεταξὺ τῶν δοκιμασθησομένων
65πυροβόλων.
66Πιθανὸν νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς δυνά-
67μεως τῆς βολῆς, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν πολύγωνον, δὲν δυνάμεθα
68νὰ προβῶμεν εἰς πειράματα. Πάντως ὅμως δέον νὰ ἐξετασθῇ
69ἡ ἐνέργεια τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ προσφερομένου πυροβόλου καὶ
70ἡ ἀντοχὴ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἄλλως τε τὸ κατάστημα Ἔρχαρδ
71θεωρεῖται ὡς ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα καταστήματα τοῦ κόσμου.
72§12Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προκειμένου περὶ προσφορᾶς πυροβό-
73λου παρ’ ἐργοστασίου γνωστοῦ, ὅπως γείνωσι πειράματα,
74βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον
75νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συστήσω, εἶναι, ὅτι, καὶ
76ἂν ἄλλο ἐργοστάσιον τῆς αὐτῆς ἀξίας δὲν προσφέρῃ πυροβό-
77λον πρὸς δοκιμὴν, τὸ Ὑπουργεῖον, ἔστω καὶ διὰ δαπάνης
78τινὸς, δέον νὰ σπεύσῃ νὰ προμηθευθῇ τοιοῦτο πυροβόλον,
79ὅπως τὸ δοκιμάσῃ συγχρόνως καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ πυρο-
80βόλον, περὶ οὗ πρόκειται.
81§13Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
82κῶν). Βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον θὰ κάμῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν,
83διὰ νὰ ἐξευρεθῇ τὸ καταλληλότερον σύστημα πυροβόλου.
84Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, εἶναι
85νὰ μὴ δίδῃ πίστιν εἰς ὅσα ἀκούει· διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ
86ἀνταγωνισμὸς εἶναι μέγας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ὁ καθεὶς
87προσπαθεῖ νὰ καταβάλῃ τὸν ἄλλον, ἔστω καὶ ὑποσχόμενος
88πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ. Τοιοῦτος
89εἶναι ὁ ἀνταγωνισμός.
90§14Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι φυσικόν.
91§15Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πάντως ὅμως ὠφέλεια θὰ προκύψῃ.
92§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺς γίνεται λόγος περὶ δοκι-
93μῆς ἐν Ἑλλάδι πυροβόλων καὶ ὅπλων, πρὶν ἢ ἀποδεχθῇ ἡ
94Κυβέρνησις τὸ καταλληλότερον σύστημα. Δὲν εἶμαι ἐναν-
95τίος αὐτῆς τῆς δοκιμῆς, ἐὰν μάλιστα ἡ δοκιμὴ αὕτη πρό-
96κηται νὰ διεξαχθῇ μεταξὺ πολλῶν συστημάτων διαφόρων
97ἐργοστασίων, τῶν ὁποίων οἱ ἀντιπρόσωποι, παρευρισκόμενοι
98εἰς τὰς δοκιμὰς, θὰ παρουσιάζωσιν ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα
99διαθέτουσι, διὰ νὰ ἀποδείξωσι τὸ πυροβόλον αὑτῶν καλλί-
100τερον τοῦ τῶν ἄλλων. Ὁ διαγωνισμὸς ὁ δημόσιος εἶναι ὠφέ-
101λιμος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ παν-
102τὸς νὰ ἐφελκύσῃ τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
103τιωτικῶν ἢ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπερ θὰ
104κληθῇ μίαν ἡμέραν νὰ προβῇ εἰς τὰς παραγγελίας, εἶναι νὰ
105ζητήσῃ δι’ εἰδικῶν ἀνδρῶν, δι’ ἐρεύνης εἰδικῶν, ποία εἶναι
106ἡ γνώμη τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα ἐδοκίμασαν
107καὶ δοκιμάζουσι καθ’ ἡμέραν τὰ διάφορα συστήματα. Περὶ
108τῶν συστημάτων αὐτῶν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν
109εἰδικότητα πολλῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐν
110Ἑλλάδι, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν μόνοι εἰς σχηματι-
111σμὸν βεβαίας καὶ ἐξηκριβωμένης γνώμης, ὅπως τὰ μεγάλα
112Κράτη τῆς Εὐρώπης. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει, ἐπαναλαμβάνω,
113τὴν ἐνέργειαν δοκιμῶν καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ αἱ δοκιμαὶ αὗ-
114ται δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ θ’ ἀπο-
115φασίσωμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὅπλου ἢ τοῦ πυροβόλου.
116§17Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι μὲ ἓν πυροβόλον
117δύνανται νὰ διεξαχθῶσι πειράματα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ σχη-
118ματισθῇ γνώμη περὶ τοῦ καλλιτέρου συστήματος, νομίζω
119ὅτι δὲν εἶναι σοβαρόν. Ἡ Γερμανία ἠγόρασεν ἓξ πυροβολαρ-
120χίας ἀπὸ τὰ διάφορα συστήματα, καὶ ἐξετέλεσε μὲ 42 πυρο-
121βόλα συγκριτικὰ πειράματα, διὰ ν’ ἀποφανθῇ εἰδικὴ ἐπι-
122τροπὴ περὶ τῆς βολῆς ἑκάστου ὑποδείγματος πυροβόλου καὶ
123περὶ τοῦ καλλιτέρου συστήματος. Ὥστε τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι
124μὲ ἓν πυροβόλον θὰ δυνηθῶμεν ἡμεῖς νὰ σχηματίσωμεν γνώ-
125μην, νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι σοβαρόν.
126§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κυριακούλης Λ. Μαυρομιχάλης
127ἔχει τὸν λόγον.
128§19ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατόπιν, Κύριοι, ὑπαι-
129νιγμῶν ῥιφθέντων ἐντεῦθεν καὶ διαφόρων διαλόγων, λαβόντων
130χώραν εἴτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ κατ’
131ἐκείνων, οἵτινες, προκειμένου περὶ τῶν στρατιωτικῶν νομο-
132σχεδίων, μετὰ παρρησίας ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπον τὴν
133γνώμην των, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω διὰ βραχέων,
134ὅσον εἶναι δυνατόν, τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶχον τὴν
135γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν.
136Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας,
137φρονῶ, ὅτι ἀρκετὰ εἶπον. Εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου
138αὐτοῦ θὰ ἐκπαιδεύωνται ἐπαρκῶς 16,000 ἄνδρες κατ’ ἔτος,
139ἐνῷ διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου γυμνάζονται, ὡς ἀπέδειξα,
140μόνον 6,700, καὶ κάκιστα. Καὶ ἐπὶ πλέον εἶπον, ὅτι τὸ
141νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι αὔταρκες, ὅτι δηλαδὴ ἔχει τοὺς πό-
142ρους ἐν ἑαυτῷ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ ἐπὶ
143πλέον ποσὰ μεγάλα. Παρέλειψα ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τῆς
144ἀφομοιώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν εὐζώνων πρὸς τὴν τῶν
145στρατιωτῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ
146τῶν δεκανέων, σαλπιγκτῶν αʹ τάξεως κλπ. θὰ προκύψῃ καὶ
147νέον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
148ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 360,000. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὀλίγα
149θὰ χρειασθῶσι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ πλέον.
150Ἀλλ’ εἶμαι καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ
151στρατοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς
152Ἀμύνης. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ
153νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Θὰ ἐκθέσω
154δὲ διὰ βραχέων, ὡς προεῖπον, τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπει-
155σαν νὰ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν.
156Καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ μὴ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ νομο-
157σχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ πρό-
158κειται νὰ καθιερωθῇ τὸ σύστημα τῶν στρατιωτικῶν περιο-
159χῶν; — σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι παραδεχθῆ ὅλα τὰ ἔθνη,
160— ἀφοῦ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ στρατολογία εἶναι
161ἀλληλένδετα, δηλαδὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἓν ἄνευ τοῦ
162ἑτέρου; διότι τὸ ἓν εἶναι συνέπεια τοῦ ἑτέρου, καθόσον, ἐὰν
163ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας καὶ ἀφήσητε τὸ
164περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἠμ-
165πορεῖ νὰ χρησιμοποιηθῇ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἔχει
166γείνῃ, ὡς εἶπον, τὸ ἓν διὰ τὸ ἕτερον, ἔχουν γείνῃ δηλαδὴ
167τὰ στελέχη ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, οἵ-
168τινες θὰ κατατάσσωνται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, θὰ ἐξετάσω
169ἐπίσης, ἂν διὰ τοῦ ἐν λόγῳ ὀργανισμοῦ ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς
170τῶν κατωτέρων ἢ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν εἴτε ἐν τῷ μηχα-
171νικῷ, εἴτε ἐν τῷ πεζικῷ, εἴτε ἐν ἄλλῳ ὅπλῳ. Ἐκεῖνο, τὸ
172ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἦμαι θιασώτης τοῦ νομοσχεδίου
173αὐτοῦ, εἶναι, ὅτι δι’ αὐτοῦ καταργοῦνται αἱ γενικαὶ θέσεις,
174καὶ ἐν τῷ μέλλοντι βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἐκεῖνο,
175τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην βλέπομεν εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀξιω-
176ματικῶν· κατὰ συνέπειαν θὰ ἐπέλθῃ ἐν τῷ στρατεύματι ἡ
177γαλήνη καὶ ἡ σύμπνοια, καὶ ἑπομένως ἡ πειθαρχία, ἄνευ
178τῆς ὁποίας βεβαίως ὁ στρατὸς δὲν εἶναι στρατὸς, ἀλλὰ συρ-
179φετός, καὶ ἀντὶ νὰ ὠφελῇ τὸ ἔθνος ὁ τοιοῦτος στρατὸς, ἀναμ-
180φιβόλως τὸ βλάπτει. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ βεβαίως
181δὲν καταργοῦνται ὅλαι αἱ γενικαὶ θέσεις, ἀλλ’ ἐν τοῖς δα-
182κτύλοις μετροῦνται αἱ θέσεις, αἱ ὁποῖαι μένουσι, καὶ ἑπομέ-
183νως οὐδεμίαν ἐπίδρασιν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Βε-
184βαίως δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταργηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ
185Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔχῃ τὸν προσωπάρχην αὐ-
186τοῦ, καὶ νὰ δύναται νὰ τοποθετῇ εἰς ἄλλας τινὰς θέσεις εἰ-
187δικοὺς ἀξιωματικοὺς κλπ., πάντως ὅμως αἱ γενικαὶ θέσεις
188καταργοῦνται.
189Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἦμαι καὶ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου
190τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅταν ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη ἔχωσιν
191ἐξοπλισθῆ διὰ τῶν τελειοτέρων ἐπαναληπτικῶν ὅπλων, μό-
192νοι δὲ ἡμεῖς ἔχομεν ἀκόμη τὰ ὅπλα Γκρᾶ, καὶ τὰ πλεῖ-
193στα ἐξ αὐτῶν ὠξειδωμένα; Ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, βε-
194βαίως, ἐὰν μοὶ ἐπιτραπῇ, δύναμαι νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι
195δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἡ προμήθεια νὰ ἦναι πολὺ μεγάλη, δὲν
196εἶναι δηλαδὴ ἀνάγκη νὰ προμηθευθῶμεν εἴτε 150,000 εἴτε
197100,000 ὅπλα, διότι, ὡς εἶπον, οἱ κληρωτοὶ δύο ἀπογρα-
198φῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσι πλείονες τῶν 30,000· ἑπομέ-
199νως 60,000 ὅπλα, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, νομίζω
200ὅτι θὰ ἦναι ἀρκετά, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
201δώσωμεν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ὅπλα Μάνλιχερ ἢ Μάουζερ,
202ἢ ἄλλου συστήματος τὸ ὁποῖον θὰ δεχθῶμεν, οὐδὲ εἰς τὰς
203Μοιραρχίας, διότι ἀναμφιβόλως θὰ ὀξειδωθῶσι καὶ θὰ κατα-
204στραφῶσι. Θὰ ἐκγυμνάζωνται εἰς τὰ συντάγματα καὶ εἰς
205τὰ τάγματα οἱ στρατιῶται διὰ τῶν ὅπλων αὐτῶν. Λοιπόν,
206ἂν ἡ προμήθεια τῶν ὅπλων, διὰ λόγους οἰκονομικούς, ἦναι
207ἐπὶ τοῦ παρόντος ὀλιγωτέρα, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι κακόν.
208Ἀλλ’ εἶμαι, Κύριοι, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρα-
209τιωτικῶν προβιβασμῶν, καὶ πρέπει νὰ δικαιολογήσω καὶ
210τὴν γνώμην μου ταύτην. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι διὰ τοῦ
211νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καταργοῦνται αἱ
212γενικαὶ θέσεις, καὶ οὕτω πως αἴρεται τὸ σκάνδαλον, ἕνεκα
213τοῦ ὁποίου καθ’ ἑκάστην πολλὰ συνέβαινον ἐν τῷ στρατεύ-
214ματι, καὶ τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τοῦ
215νομοσχεδίου ἐκείνου καταργοῦνται αἱ γενικαὶ θέσεις, διὰ
216τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν ἐπανέρχε-
217ται ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, — ἴσως ὑπὸ μικροτέραν κλίμα-
218κα, πάντως ὅμως ἐπανέρχεται, — καὶ ὡς ἐκ τούτου διέγνωσα
219συγκίνησίν τινα καὶ ταραχὴν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Βε-
220βαίως καὶ οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱ ὑποβαλόντες
221αὐτὸ εἶχον ἀγαθὴν τὴν προαίρεσιν, δυνατὸν δὲ καὶ νὰ μὴ
222ἡρμήνευσα καλῶς τὰ αἰσθήματα τῶν ἀξιωματικῶν, δυνατὸν
223ὁ φακός, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθην διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ
224νομοσχεδίου, νὰ μὴ ἦτο ὁ προσήκων· πλήν, ὡς εἶπον, ἐπα-
225νέρχεται τὸ σκάνδαλον, ἴσως ὑπὸ μικροτέραν κλίμακα, πάν-
226τως ὅμως ἐπανέρχεται. Διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ
227θὰ προβιβάζωνται κατ’ ἐκλογὴν οἱ ὑπολοχαγοὶ εἰς λοχα-
228γούς. Τώρα τάχα δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει νὰ
229προβιβάζωνται κατ’ ἐκλογὴν καὶ οἱ κατώτεροι; Βεβαίως
230ὑπάρχει, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν ἔκαμε ποτὲ χρῆσιν
231τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ ἐννοεῖτε διατί. Ἀλλὰ τί θὰ γείνῃ ἂν
232ψηφισθῇ; Βεβαίως θὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ θὰ προβιβάζωνται
233κατ’ ἐκλογὴν ὑπολοχαγοὶ εἰς λοχαγούς, ἐνῷ μέχρι τοῦδε
234τοῦτο δὲν ἔγεινε, δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος.
235§20Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐφηρμόσθη.
236§21ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πότε;
237§22Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ Δημήτριος Γρίβας ἐπροβιβάσθη
238οὕτω.
239§23Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ὁ Δημήτριος Γρίβας ἐπροβιβάσθη ἀπὸ
240λοχαγοῦ εἰς ταγματάρχην.
241§24Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἄλλοι ἀκόμη.
242§25ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τέλος πάντων, ἂν ἐγέ-
243νοντο δύο ἢ τρεῖς τοιοῦτοι προβιβασμοί, εἶναι σταγὼν εἰς
244τὸν Ὠκεανόν.
245Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπικρατεῖ ἡ πεποίθησις ἐν τῷ στρατῷ,
246ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς γίνεται, διὰ νὰ ἀδικηθῶσιν 100 ἢ 150
247ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν ἀξιωματικοὶ ἐπὶ στρατιωτι-
248κῇ ἀρετῇ. Ἐγὼ πολὺ ἀμφιβάλλω, ἢ μᾶλλον δὲν τὸ πι-
249στεύω, ἀλλ’ αὐτὸ λέγεται, καὶ μάλιστα μετ’ ἐπιτάσεως.
250Καὶ ἄλλαι γνῶμαι ὑπάρχουσιν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ βλά-
251ψωσι σπουδαίως τὸ στράτευμα, καὶ θὰ κλονίσωσι τὴν πει-
252θαρχίαν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐ-
253τοῦ, ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν τὸ νομοσχέδιον ἔλθῃ εἰς συζή-
254τησιν, διὰ μακρῶν νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου.
255Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα ἐντεῦθεν, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ
256θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ εἶπον μάλιστα, ἀπαν-
257τῶν εἰς τὸν κύριον Στάϊκον, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἐν τῇ
258διοικήσει ηὐδοκίμησεν. Ὀφείλω δὲ βεβαίως νὰ δικαιολογήσω
259τὴν γνώμην μου, καὶ πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ κάμω σύγκρισιν,
260δηλαδὴ νὰ συγκρίνω τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα πρὶν ἐλάμβανον
261χώραν, ἢ μᾶλλον ἐλάχιστον μέρος τῶν γεγονότων τῶν πρὸ
262τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρὸς τὰ μετ’ αὐτήν. Κύριοι, θὰ
263περιορισθῶ νὰ σᾶς ἀναφέρω, τί ἀκριβῶς γνωρίζω ἐξ ἰδίας
264ἀντιλήψεως. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω δύο τινά· πρῶτον, ὅτι
265διὰ τῆς συγκρίσεως ταύτης οὐδένα θέλω νὰ ὑποτιμήσω, —
266τοὐναντίον, πάντας, ὅσοι διετέλεσαν Ὑπουργοὶ καὶ πρὸ τοῦ
267νόμου καὶ μετὰ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, σέβομαι
268καὶ ὑπολήπτομαι, — καὶ δεύτερον, ὅτι εἶμαι ἥκιστα ἁρμό-
269διος νὰ ἐξετάσω τὸ συνταγματικὸν μέρος τοῦ νόμου.
270Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ ἦμαι θιασώτης τοῦ νόμου αὐ-
271τοῦ, ὅταν ἀναλογίζωμαι, τί ἐλάμβανε χώραν προτοῦ ψη-
272φισθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους ὁ νόμος περὶ Γενικῆς
273Διοικήσεως; Ἐνθυμοῦμαι ἐν Καλάμαις λοχαγὸν, ὁ ὁποῖος,
274διότι ἐτόλμησε νὰ κάμῃ παρατήρησιν εἰς τὸν χορηγητὴν
275τοῦ ἄρτου περὶ τῆς ποιότητος αὐτοῦ, τὴν ἐπιοῦσαν μετε-
276τέθη εἰς Ἄρταν, διότι ὁ χορηγητὴς τοῦ ἄρτου ἦτο φίλος
277τοῦ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας. Ἄλλος ἀξιωματικὸς ἐν Καλά-
278μαις, διότι ἐτόλμησε νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν χο-
279ρηγητὴν τῆς νομῆς, ὅτι ἡ κριθὴ ἦτο σεσηπυῖα, ὅτι ὁ σανὸς
280δὲν ἦτο καλῆς ποιότητος καὶ σύμφωνος πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ
281συμβολαίου, μετὰ δύο ἡμέρας ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος μετε-
282τίθετο εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἄλλος ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος
283ἀπέσπασεν ἀπὸ τὴν χωροφυλακὴν τὸν δεκανέα, τὸν ὑπο-
284δειχθέντα ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐχὶ τὸν ὑπὸ τοῦ ἰσχυ-
285ροῦ τῆς ἡμέρας, ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος μετ’ ὀλίγας ἡμέρας
286δὲν ἦτο εἰς Καλάμας! Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι πρὸ τοῦ νό-
287μου αὐτοῦ, εἰς τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν καὶ δημο-
288τικῶν ἐκλογῶν, οἱ ἀξιωματικοὶ ἐχόρευον, ὡς κοινῶς λέγε-
289ται, τετράχορον, ἐκτοπιζόμενοι οἱ μὲν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυ-
290σμὰς, οἱ δὲ ἀπὸ βορρᾶ πρὸς μεσημβρίαν, καὶ οὕτω καθεξῆς;
291Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι εἰς ὅλας τὰς φρουρὰς, ἐκτὸς ἐν μέρει τῶν
292Ἀθηνῶν, ἡ ὑπηρεσία ὥριζε τὸν ἀριθμὸν μόνον τῶν ἀξιωμα-
293τικῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ πρόσωπα; Τὰ πρόσωπα ὡρίζοντο ὑπὸ
294τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν, προέλεγον μάλιστα οἱ πολῖται, ὅτι,
295ἂν ἔλθῃ ὁ δεῖνα εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἔλθωσιν οἱ δεῖνα ἀξιω-
296ματικοὶ κλπ. Λοιπὸν, ποῖος ὥριζε τοὺς ἀξιωματικούς; ἡ
297ὑπηρεσία; ὄχι, ἀλλ’ οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας. Γίνονται σή-
298μερον, ἔστω καὶ ὑπὸ ἐλαχίστην κλίμακα, τοιαῦτα; Βεβαίως
299ὄχι. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ μὴ ἦναί τις ὑπὲρ τῆς Γενικῆς
300Διοικήσεως;
301Ἀλλ’ εἶπον, Κύριοι, ὅτι λέγων ταῦτα οὐδένα θέλω νὰ
302ὑποτιμήσω, διότι καὶ ἐγὼ, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν των, τὰ
303αὐτὰ θὰ ἔπραττον· διατί; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ὁμολογίαν
304τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν ἐπι-
305ψήφισιν τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τί εἶπεν ὁ
306νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τότε Πρόεδρος τῆς
307Κυβερνήσεως, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαι-
308δεύσεως; «περιφρουρήσατε τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ
309χαλκίνου θώρακος, ἵνα μὴ δύνανται τὰ βέλη τῆς πολιτικῆς
310νὰ τὴν διατρήσωσιν.» Εἶπε δηλαδή, ὅτι δὲν δύναται ὁ πο-
311λιτευόμενος νὰ ἀντιστῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν φίλων του.
312Ἐζήτησε τὴν πλήρη ἀποκέντρωσιν διὰ τοὺς δημοδιδασκά-
313λους. Ἠθέλετε λοιπὸν νὰ μὴ ἦναί τις ὑπὲρ τῆς πλήρους
314ἀποκεντρώσεως, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν; Τί εἶπε προ-
315χθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Λεβίδης, ὅτε ἐγίνετο
316λόγος περὶ μεταθέσεως δικαστῶν, εἰρηνοδικῶν, γραμματέων
317εἰρηνοδικῶν; «Καὶ ἄλλαι μεταβολαὶ θὰ γείνωσιν, ἀλλὰ δὲν
318πταίω ἐγώ, πταίει ἡ γενικὴ κατάστασις». Τί ἐνόει; Ἐνόει,
319ὅτι δὲν κάμνει τὸ προσῆκον καὶ τὸ πρέπον, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ
320ὁποῖον τῷ ἐπιβάλλει ἡ πολιτική. Λοιπὸν τί ἠθέλετε νὰ κά-
321μουν οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμνον τὰς ἀθρόας καὶ
322συλλήβδην μεταθέσεις, προσκολλήσεις, ἀποσπάσεις ἀξιωμα-
323τικῶν; Νὰ ἔλεγον ὄχι; Ὕστερον ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας δὲν θὰ
324ἦσαν Ὑπουργοί.
325Αὐτὰ, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω. Εὔχομαι δὲ νὰ ψηφισθοῦν
326τὰ προσήκοντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, διότι θὰ βελτιωθῇ
327μεγάλως ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ.
328Προκειμένου δὲ περὶ ὀργανώσεως στρατοῦ, δὲν πρέπει νὰ
329λησμονῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ἐν τῇ περισπουδάστῳ
330συγγραφῇ αὑτοῦ «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ» ὁ κύριος
331Λυκούδης, ὅτι «ἐν τῷ βίῳ τῶν ἐθνῶν ἐπέρχονται στιγμαί,
332καθ’ ἃς ὅλος ὁ χρυσὸς τοῦ κόσμου δὲν ἀξίζει ὅσον εἷς κα-
333λὸς στρατός». Τοῦ γνωμικοῦ τούτου πικρὰν δυστυχῶς ἔχο-
334μεν πεῖραν. (Ἐπευφημίαι ἐξ ἀριστερῶν).
335§26Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ
336ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐγίνοντο ὄργα-
337να τῆς πολιτικῆς. Δυνατὸν νὰ ἔχῃ παραδείγματα τοιαῦτα
338ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ ἔχω παραδείγμα-
339τα διὰ τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν
340ἐπὶ δεκαπενταετίαν ὅλως ἀντίθετα, καὶ ἐπειδή τινες τῶν
341διατελεσάντων Ὑπουργῶν παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβου-
342λίῳ τούτῳ, θεωρῶ ἐπιβεβλημένον μοι νὰ ἀναφέρω τινὰ τῶν
343παραδειγμάτων τούτων. Καὶ θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸν σημερινὸν
344Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὸν ὁποῖον, καίτοι ἡ θέ-
345σις μου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἠδυνάμην νὰ τὸ ἀποσιωπήσω,
346ἐν τούτοις ἕνεκα τοῦ στρατιωτικοῦ αὑτοῦ χαρακτῆρος εἶναι
347ἀδύνατον νὰ τὸ παραλείψω. Ἦτο συνυπουργὸς μὲ ἄλλον
348τινὰ συνάδελφον, καίτοι δ’ ἐπιέζετο ἐπὶ ἓν ἔτος ὁλόκληρον
349νὰ μὲ ἀπομακρύνῃ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Χαρτογραφικῆς, ἐν
350τούτοις δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀλλὰ διατὶ νὰ φέρω ὡς παράδειγ-
351μα μόνον τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ
352μὴ ἀνατρέξω καὶ εἰς τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, τὸν ἐξ Ὕδρας
353στρατηγόν; Ὑπὸ τὰς αὐτὰς καὶ αὐτὸς συνθήκας εὑρίσκε-
354το, καὶ τὸ αὐτὸ ἔπραξε. Δὲν θέλω νὰ πλέξω τὸ ἐγκώμιον
355αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ, ἂν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν του, τὸ
356αὐτὸ θὰ ἔπραττον.
357§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
358§28ΑΘ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνου-
359ρίας συνάδελφος κ. Καλούτσης κατήγγειλε παρεκτροπάς τι-
360νας τοῦ ἐν Μεγαλοπόλει ἀστυνόμου. Ἀπέσχον νὰ τῷ ἀπαν-
361τήσω τότε, διότι δὲν εἶχον ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τοῦ
362γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκε, καίτοι εἶχον τὴν πεποίθησιν,
363ὅτι τὰ καταγγελθέντα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὦσιν ἀκριβῆ, διότι
364ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἔχει συναίσθησιν τοῦ καθήκοντός του.
365Σήμερον ἔλαβον πληροφορίας ἐκεῖθεν, καὶ ὀφείλω νὰ ἀνακοι-
366νώσω αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ὅσα, ἐξ ἐσφαλ-
367μένων βεβαίως πληροφοριῶν, εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος οὐδόλως
368ἦσαν ἀκριβῆ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη, εἶναι τὸ ἑξῆς. Εἷς
369ἐκ τῶν θερμαστῶν τοῦ σιδηροδρόμου, ἐν καταστάσει μέθης
370διατελῶν, ἠσχημόνει ἐντὸς τοῦ κεντρικωτέρου καφενείου τῆς
371πόλεως. Ὁ ἀστυνόμος ἠναγκάσθη νὰ τῷ παρατηρήσῃ, ὅτι
372πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν. Ὁ θερμαστὴς ὄχι μόνον δὲν
373ὑπήκουσεν εἰς τὴν πρόσκλησιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἀπρεπέ-
374στατα ἐφέρθη πρὸς τὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος τότε ἠναγκά-
375σθη νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸ κρατητήριον. Ἄλλος τις συνά-
376δελφος τοῦ θερμαστοῦ ἐξηγριώθη κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, καὶ
377δημοσίᾳ ἀπεκάλει αὐτὸν βασιβοζοῦκον, διεγείρας οὕτω τὴν
378κοινὴν περιέργειαν. Ὁ ἀστυνόμος τότε ἠναγκάσθη νὰ ἀπο-
379στείλῃ καὶ αὐτὸν εἰς τὸ κρατητήριον, καὶ ἡ σκηνὴ ἔληξεν.
380Οὔτε ὁ σταθμάρχης ἐπροσωποκρατήθη, οὔτε ἄλλο τι συνέβη.
381Ταῦτα εἶναι τὰ ἀκριβῆ. Παρακαλῶ δὲ νὰ πιστεύσητε,
382ὅτι ὁ ἀστυνόμος Μεγαλοπόλεως δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ
383ὁποῖοι δύνανται νὰ παρεκτρέπωνται τοῦ καθήκοντός των.
384Φαίνεται ὅτι ὁ κύριος Καλούτσης δὲν τὸν γνωρίζει.
385§29Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου
386τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καθῆκον νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ πράγμα-
387τα. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα νὰ ἀποδώσω μομφὴν κατὰ τοῦ ἀστυ-
388νόμου, διότι δὲν τὸν γνωρίζω.
389§30Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι.
390§31Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀλλὰ ὑποθέτω, ὅτι κἄτι συνέβη.
391§32Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἀνέφε-
392ρα, συνέβη, καὶ οὐδὲν ἄλλο.
393Μίαν ὑπόμνησιν κάμνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
394σύνης, ὅπως προσκομίσῃ τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν
395κατάργησιν τοῦ δευτέρου Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν. Τὴν
396αἴτησιν ταύτην ἐποιήσατο ἄλλοτε ὁ ἐκ Κορινθίας συνάδελ-
397φος κ. Πετρίδης.
398§33Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
399Μάλιστα.
400§34Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐπηρώ-
401τησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περί τινος
402κατηγορίας καθ’ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς
403ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπαντῶν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου,
404κατέθηκε πληροφορίαν, ἐκ τῆς ὁποίας συνάγεται, ὅτι ἀλη-
405θῶς ἔχει γείνῃ παραγγελία πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἀξιωματι-
406κοῦ ἐκείνου, ἡ ὁποία ὅμως ἀπὸ τῆς 9 Ἀπριλίου παρελθόν-
407τος ἔτους μέχρι τοῦδε εἶναι ἐκκρεμὴς εἰς τὸν εἰσηγητήν.
408Ἀρκετὸς χρόνος ἀπὸ τῆς καταγγελίας διέρρευσε, καὶ παρα-
409καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν ὑπη-
410ρεσίαν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ὅτι πρέπει νὰ περατωθῇ ἡ
411ἀνάκρισις αὕτη, ὄχι νὰ ἐκβιάσῃ τὰ πράγματα.
412§35Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν προσκόμισιν τοῦ
413φακέλου περὶ τοῦ δευτέρου Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν,
414παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ
415πᾶσαν τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ
416τοῦ ἁρμοδίου κ. Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν τὴν ἔκθεσιν
417τοῦ παραλαβόντος τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ὁ
418Εἰσαγγελεὺς ἔκθεσιν, νὰ ζητήσῃ ταύτην παρὰ τῶν δύο εἰ-
419ρηνοδικῶν τῶν παραλαβόντων τὰ ἀρχεῖα ταῦτα, καὶ ἐν γένει
420πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν
421ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον· πρὸς δὲ νὰ προσ-
422κομίσῃ τὸ ἀρχικὸν Διάταγμα τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ὑποθηκο-
423φυλακείου τούτου, ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο ἡ διαίρεσις τοῦ
424Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν εἰς Αʹ καὶ Βʹ Ὑποθηκοφυ-
425λακεῖον, ὡς καὶ τὰ σχετικὰ Διατάγματα τῆς καταργήσεως
426καὶ ἀνασυστάσεως αὐτοῦ.
427§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
428γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἀκούσῃ ὅ,τι θὰ εἴπω, νὰ
429εὐαρεστηθῇ εἴς τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων νὰ μοὶ ἀπαν-
430τήσῃ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν εἰς χρυσὸν δημοσίων χρεῶν,
431οἱ κατέχοντες τοκομερίδια τῶν χρεῶν, τῶν ὁποίων ἀνεστά-
432λη ἡ πληρωμὴ ἀπὸ τῆς πρώτης, νομίζω, Ἀπριλίου 1894
433μέχρι τῆς πρώτης Ἀπριλίου 1898, δικαιοῦνται νὰ λάβωσι
4345% ἐπὶ τῶν 70%, τὰ ὁποῖα καθυστεροῦνται. Διὰ
435τὰ 5% δὲ αὐτὰ ἐλάμβανον τὸ προσῆκον πιστοποιητικόν,
436ὅτι προσῆλθον νὰ πληρωθῶσι καὶ δὲν ἐπληρώθησαν. Αἱ πλη-
437ρωμαὶ αὐτῶν πρέπει, κατὰ τὸν διεθνῆ Κανονισμόν, νὰ γί-
438νωνται εἰς τὸ τέλος τεσσάρων ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας
439τοῦ πιστοποιητικοῦ τοῦ ἀφορῶντος τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκο-
440μεριδίου. Ἕν κληροδότημα, τὸ τοῦ Γ. Κυριαζῆ, κατελείφθη
441εἰς τὴν πόλιν Μεσολογγίου πρὸς ἵδρυσιν Ἐπαγγελματικῆς
442Σχολῆς, ἥτις ἱδρύθη, ἔχει δ’ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ Δημό-
443σιον 400,000 φράγκα τοῦ κληροδοτήματος εἰς ὁμολογίας
444τοῦ παγίου δανείου τῶν 4%, ἑπομένως καὶ ἐκ τῶν τοκο-
445μεριδίων αὐτοῦ τὰ ἀπὸ πρώτης Ἀπριλίου 1894 μέχρι πρώ-
446της Ἰανουαρίου 1898. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κυρίου
447Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν εἰσέπραξε τὸ Κεντρικὸν Τα-
448μεῖον τὰ ποσὰ αὐτά, ὡς ὤφειλε, καθὸ θεματοφύλαξ καὶ τοῦ
449κεφαλαίου καὶ τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ, καὶ
450ἂν τὰ ποσὰ ταῦτα εἰσπραχθέντα κατετέθησαν εἰς τὴν Τρά-
451πεζαν, ὡς ὤφειλε νὰ γείνῃ. Διότι μανθάνω, ὅτι τὸ Ὑπουρ-
452γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ ὁ Κεντρικὸς Ταμίας, δὲν εἰσ-
453έπραξε τὰ ποσὰ ταῦτα, εἴτε διότι δὲν ἔχει τὰ πιστοποιη-
454τικά, ὡς μὴ φροντίσας συμφώνως τῷ νόμῳ νὰ ζητήσῃ αὐτά,
455εἴτε διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐκδοθῶσι τὰ πιστοποιητικὰ ταῦ-
456τα ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ
457διεθνοῦς Κανονισμοῦ. Ἄλλως ἐπῆλθεν ἔκπτωσις δικαιωμά-
458των. Ἐννοεῖται ὅτι, ἂν τὸ Δημόσιον παρέλιπε νὰ ζητήσῃ τὴν
459ἔκδοσιν τῶν πιστοποιητικῶν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν χρημά-
460των, εἶναι ὑπεύθυνον ν’ ἀποζημιώσῃ τὸ ἵδρυμα, καὶ δὲν εἶναι
461δίκαιον γενικῶς, εἴτε πρόκειται περὶ τοῦ κληροδοτήματος
462αὐτοῦ, εἴτε πρόκειται περὶ ἄλλων, — καὶ τοιαῦτα εἶναι πολ-
463λά, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται τὸ Δημόσιον καὶ ἠμέλησε, —
464δὲν εἶναι δίκαιον οὔτε πρέπον, φρονῶ, νὰ στερηθῶσι τὰ ἀγα-
465θοεργὰ καταστήματα, εἰς ἃ κατελείφθησαν τὰ κληροδοτή-
466ματα, τῶν χρημάτων αὐτῶν ἕνεκα τῆς ἀμελείας τοῦ Δημο-
467σίου. Δὲν εἶναι ἄλλως καὶ ζημία τοῦ Δημοσίου ἡ καταβολὴ
468αὐτῶν ὑπ’ αὐτοῦ, διότι τὸ Δημόσιον, ὂν ὑπόχρεον νὰ κατα-
469βάλῃ εἰς τὸν Ἔλεγχον τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ἀνέλαβεν ἀφ’
470ἑτέρου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπληρώθησαν· ἑπομένως δὲν πρόκειται
471νὰ καταβάλῃ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ὑπόχρεον νὰ καταβάλῃ.
472Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε, διότι δὲν προσήχθησαν τὰ πιστο-
473ποιητικὰ αὐτά, εἶναι ὑπεύθυνον νὰ καταβάλῃ.
474Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκο-
475νομικῶν, πρῶτον νὰ ἀπαντήσῃ, ἂν αὐτὰ εἰσεπράχθησαν, ἐν
476ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν εἰσεπράχθησαν, νὰ δηλώσῃ, ἂν σκοπεῖ
477νὰ ὑποβάλῃ νόμον, διότι νομίζω, ὅτι ἄνευ νόμου δὲν δύνα-
478ται σήμερον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν πληρωμήν, νόμου, δυνάμει τοῦ
479ὁποίου νὰ ζητῇ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ καταβολὴ αὕτη. Καὶ ἄλλο-
480τε ἐζήτησα τοῦτο, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
481μικῶν, ὁ ἐκ Γόρτυνος ἔντιμος συνάδελφος, ὡμολόγησεν, ὅτι
482εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῶσιν αὐτὰ τὰ ποσά, καὶ ὑπεσχέθη,
483ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ὑπέβαλεν. Ὑποθέ-
484τω, ὅτι δίκαιον εἶναι, διὰ νὰ μὴ ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη ἡ
485ζημία, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἄδειαν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
486Οἰκονομικῶν.
487Ἐπὶ ἑτέρου ζητήματος θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
488γὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἦναι ἐδῶ, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἀπάν-
489τησιν. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
490σύνης νὰ μεταθέτῃ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς
491ὁποίους νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ μεταθέσῃ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι,
492ὅταν αἱ μεταθέσεις γίνωνται ἐπὶ βλάβῃ τῆς Δικαιοσύνης
493καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Δικαστηρίων, καθῆκον ἔχει ὁ
494Ὑπουργὸς νὰ δικαιολογῇ τὰς μεταθέσεις ταύτας, διότι δύνα-
495νται νὰ παρεξηγηθῶσι, καὶ εὐλόγως. Διότι εἶναι ὑπεύθυ-
496νος, καὶ ἡ εὐθύνη εἰς τοῦτο στηρίζεται, ὅτι πᾶσαν πρᾶξιν
497δίδουσαν χώραν εἰς παρεξηγήσεις, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι
498ὑπεύθυνος, πρέπει νὰ τὴν δικαιολογῇ, ἐρωτώμενος ἐν τῇ
499Βουλῇ. Μανθάνω, ὅτι μετέθεσεν ἐκ Καλαμῶν τὸν Εἰσαγγε-
500λέα τῶν Πρωτοδικῶν. Βεβαίως ἡ μετάθεσις ἑνὸς Εἰσαγγε-
501λέως ἐν μέσῳ τῆς ἀενάου μετακινήσεως καὶ τῶν δικαστικῶν
502ὑπαλλήλων δὲν ἔχει τι τὸ ἀσύνηθες· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Εἰσαγγε-
503λεὺς αὐτὸς εἰς τὰς συμπλοκὰς, αἵτινες πρό τινος καιροῦ ἔλα-
504βον χώραν ἐν Καλάμαις, ἐπεδείξατο διαγωγὴν ἀξίαν παν-
505τὸς ἐπαίνου διὰ τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὑ-
506τοῦ, ἐγένοντο ὅμως παρ’ ἐνδιαφερομένων καὶ πολιτευομένων
507ἐπιθέσεις ἐναντίον τοῦ Εἰσαγγελέως, ὡς μεροληπτικῶς ἐνερ-
508γήσαντος δῆθεν, καὶ ἐζητήθη διὰ τοῦτο ἡ μετάθεσις αὐτοῦ,
509νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθῆκον εἶχε,
510βεβαιούμενος ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐστηρῶς ἐξετέλεσε τὸ κα-
511θῆκόν του, διεκινδύνευσε δὲ μάλιστα καὶ τὴν ζωὴν αὑτοῦ
512ἐν ταῖς συμπλοκαῖς ἐκείναις, παρεμβὰς, ὅπως καθησυχάσῃ
513τὰ διαπληκτιζόμενα μέρη, καθῆκον, λέγω, εἶχεν ὁ κύριος
514Ὑπουργὸς νὰ προστατεύσῃ τὸν Εἰσαγγελέα κατ’ ἀδίκων
515ἐπιθέσεων, καὶ νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν του. Ἀλλ’
516ἐπειδὴ πιθανὸν ἄλλοι λόγοι ὡδήγησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν
517εἰς τὴν μετάθεσιν, δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω τὴν κατάστασιν
518ταύτην εἰς φατριαστικὰς ἐπεμβάσεις, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν
519νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ἐξήγησιν τῆς μεταθέσεως ταύτης,
520ἡ ὁποία ἐν Καλάμαις εὐλόγως προὐξένησεν οὐχὶ καλὴν ἐντύ-
521πωσιν.
522§37Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δι’
523ἐπιστολῆς αὑτοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν κ. Μίλησης μὲ
524εἶχε παρακαλέσει, ὅπως, εἰ δυνατὸν, μεταθέσω αὐτὸν, νο-
525μίζω ὡρισμένως εἰς Βόλον. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἐπιστολὴ αὕτη
526καὶ μόνη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· συνέβη ὅμως
527κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ὁ θάνατος τοῦ ἐκεῖ
528Εἰσαγγελέως Κασιμάτη, ἔμενε δὲ ἡ Εἰσαγγελία Βόλου ἄνευ
529Εἰσαγγελέως. Ἐπίσης δὲ ἐκεῖ, ὡς γινώσκετε, δὲν ὑπάρχει
530ἀντεισαγγελεύς. Ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Λαρί-
531σης περιγράφει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν
532καλὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Θεσσαλίᾳ
533κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι μακροσκε-
534λεστάτη· ὑποδεικνύει δὲ καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλει κατορ-
535θωθῆ ἡ ἐξακολούθησις τῆς εὐχαρίστου ἐκεῖ καταστάσεως.
536Ὑποθέτω, ὅτι ἓν τῶν μέσων εἶναι, ὅπως αἱ Εἰσαγγελίαι μὴ
537χωλαίνωσιν· ἐπειδὴ δὲ ἐν Καλάμαις συμβαίνει νὰ ὑπάρχωσι
538δύο ἀντεισαγγελεῖς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐνόμισεν,
539ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐν δέοντι καὶ ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν
540παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως, — ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἐζη-
541τεῖτο παρὰ τοῦ κυρίου Εἰσαγγελέως Καλαμῶν, — ἂν ἐπλήρου
542μὲν τὴν θέσιν τὴν κενὴν ἐν Βόλῳ, ἄφινε δὲ τοὺς δύο ἀντεισ-
543αγγελεῖς ἐν Καλάμαις.
544Βεβαίως ὑποθέτω, ὅτι δὲν πιστεύει μετὰ πεποιθήσεως ὁ
545ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, ὅτι τοιαύτη μετάθεσις,
546βελτιοῦσα μάλιστα τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Εἰσαγγελέως, —
547διότι ἀνυπολογίστως εἶναι εὐαρεστότερον νὰ εὑρίσκηταί τις
548ἐν Βόλῳ ἢ ἐν Καλάμαις, χωρὶς ποσῶς νὰ σκοπῶ νὰ ἐλατ-
549τώσω τὴν ἀξιόλογον πόλιν καὶ τὸ κλῖμα τῶν Καλαμῶν, —
550ἐγένετο ἐκ λόγων δυσμενείας, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον δύ-
551ναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὁ κύ-
552ριος Μίλησης τυγχάνει καὶ ἀτομικός μου φίλος.
553§38Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχουσιν ἀκριβείας
554οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἐν τούτοις ὅμως
555δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν, ὅτι δηλαδὴ ὁ κ.
556Μίλησης ἐζήτησεν αὐτὸς τὴν μετάθεσίν του εἰς Βόλον. Ἄς
557μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς χρονολογίας τῆς
558περὶ μεταθέσεώς του αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως. Νομίζω
559ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη ἢ ἡ ἐπιστολὴ ἡ γενομένη ἐγένετο πρὸ
560τῶν σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν πρὸ μηνὸς ἐν Καλά-
561μαις, σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι ὁμολογουμένως διετάραξαν ῥιζικῶς
562τὴν δημοσίαν τάξιν ἐκεῖ, διότι δύο πολιτικαὶ μερίδες, ἀνα-
563μιχθεῖσαι εἰς ζήτημά τι ἐκεῖ, — τοῦ ἀστυνόμου νομίζω, —
564ἦλθον εἰς χεῖρας, καὶ ἔπεσαν καὶ θύματα κατὰ τὴν συμ-
565πλοκὴν ἐκείνην.
566Ἡ σύστασις τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου νομίζω
567ὅτι δὲν ἀφεώρα τὸν κ. Μίλησην, διότι ὁ κ. Μίλησης εἶναι ἐκ
568τῶν ἀκεραιοτέρων, δραστηριωτέρων καὶ ἐντιμοτέρων δικα-
569στικῶν λειτουργῶν, ὁπουδήποτε δὲ καὶ ἂν τοποθετηθῇ, βε-
570βαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Νομίζω ὅτι
571ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἦτο
572ἄλλη. Ἤθελε νὰ εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐντύπωσις ἡ
573γενομένη ἐκ τῆς μεταθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Καλαμῶν,
574τοῦ ἐπιδείξαντος διαγωγὴν ἔντιμον καὶ δραστηρίαν ἐν τῇ
575ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του, ὑπῆρξε κακή, ἀποδοθεῖσα
576οὐχὶ εἰς λόγους ὑπηρεσιακοὺς, ἀλλὰ εἰς λόγους οὐδεμίαν
577ἔχοντας σχέσιν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπὶ τούτου, νομίζω, ὁ κ.
578Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ. Ὁ κ.
579Μίλησης, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ὑπηρετήσῃ, βεβαίως θὰ ἐκπλη-
580ρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἴσως δὲ καὶ εὐαρεστότερον θὰ ὑπηρε-
581τήσῃ ἐν Βόλῳ. Ἡ διαμονή του ἐκεῖ εἶναι εὐάρεστος, ἀλλ’ ἡ
582κοινὴ γνώμη ἐν Καλάμαις γνωρίζει τὰς ἀφορμὰς τῆς μετα-
583θέσεώς του. Διὰ τοῦτο ἡ μετάθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως ἔκαμε
584κακὴν ἐντύπωσιν, ταύτην δ’ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
585γὸς τῆς Δικαιοσύνης.
586§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Ι. Νικολαΐδης
587κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν:
588«Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ
589πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγένοντο αἱ δέουσαι προκαταρ-
590κτικαὶ ἐνέργειαι πρὸς συντέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς
591κοιλάδος Παμίσου, καὶ ἂν ἐξευρέθη τὸ προϋπολογισθὲν πο-
592σὸν τῶν δαπανῶν· διότι πρό τινος χρόνου προεκηρύχθη μειο-
593δοτικὴ δημοπρασία, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀπαιτούμενον κε-
594φάλαιον διὰ τὴν δαπάνην τοῦ ἔργου.
595»Ἐπίσης παρακαλεῖται νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ, ἂν ἐχορη-
596γήθη ἡ ἀναγκαία πίστωσις διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν προ-
597βόλων ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Τζακῶνος, τῶν κατασκευαζομένων
598πρὸ τοῦ χωρίου Λουτροῦ τοῦ δήμου Οἰχαλίας, καὶ ἂν ὑπε-
599βλήθη καὶ ἐνεκρίθη μελέτη τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ ἐπὶ τῶν
600ὑδραυλικῶν Μεσσήνης, μετὰ τοῦ ἀνήκοντος σχεδιογραφήμα-
601τος περὶ κατασκευῆς προβόλων ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Χαράδρου
602(Τζαμὶ) πρὸ τοῦ χωρίου Σανδάνι τοῦ δήμου Ἀνδανίας, τὸ
603ὁποῖον κατακλύζεται ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ τούτου, καὶ διεκόπη
604τέλεον ἡ ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν συγκοινωνία τῶν κατοίκων.»
605§40ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλάκις ἐγένετο λόγος
606ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει
607χώραν διὰ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς.
608Ἐν τῷ δήμῳ Μεγαλοπόλεως ἡ ψηφοφορία ἐνεργεῖται ἐν τῷ
609αὐτόθι ἱερῷ ναῷ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑπέβαλε ψήφι-
610σμα πρὸς τὸν νομάρχην, καὶ ζητεῖ νὰ μετατεθῇ τὸ ἓν τῶν
611ἐκλογικῶν τμημάτων εἰς τὸ ἐκεῖ δημοτικὸν σχολεῖον. Παρα-
612καλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
613εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρό-
614τασις αὕτη.
615§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φίλιος ἔχει τὸν λόγον.
616§42Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ πάλιν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως,
617παραβάσεις τοῦ ἐν Λαρίσῃ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως,
618τοῦ νομάρχου, μὲ ἀναγκάζουσι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν.
619Διὰ προηγουμένης ἐπερωτήσεώς μου, — ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν
620εὐηρεστήθη εἰσέτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ
621Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγ-
622γραφα, — εἶχον ἐκθέσει, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Κραννῶνος τὸ Δη-
623μοτικὸν Συμβούλιον εἶχε προτείνει τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰσπρά-
624κτορος καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἄλλου προσώπου.
625Διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑπε-
626δεικνύετο καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ καταλάβῃ τὴν
627θέσιν. Τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑπεβλήθη εἰς
628τὸν νομάρχην, καὶ ὁ νομάρχης ὑπέβαλε τοῦτο πρὸς τὸν κ.
629Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ τὸ
630Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέλυσε τὸν τέως εἰσπρά-
631κτορα, ἀφῆκε δὲ εἰς τὸν νομάρχην καὶ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς
632τὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ νέου εἰσπράκτορος. Τότε ἐξέφρασα τὴν
633ὑπόνοιαν, ὅτι ἐπεδιώκετο ὁ μὴ διορισμὸς τοῦ νέου εἰσπρά-
634κτορος ὑπὸ τοῦ νομάρχου Λαρίσης, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἀντι-
635κατάστασις τοῦ εἰσπράκτορος οὐχὶ διὰ τοῦ προσώπου, τὸ
636ὁποῖον ὑπέδειξε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ διὰ δημο-
637σίου εἰσπράκτορος, ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας λαμβανομένου.
638Βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σύνηθες, καὶ ἐνθυμοῦμαι
639ὅτι σεβαστὸς συνάδελφος τότε ἐξερράγη εἰς γέλωτας, ἀκού-
640σας τὸ τέχνασμα τοῦτο, τὸ ὅλως ἀνύποπτον· καὶ ὅμως, ὅ,τι
641ἐγὼ ἐφοβούμην, ὅτι ἤθελε συμβῆ, αὐτὸ συνέβη· διότι πράγ-
642ματι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέλυσε τὸν εἰσπρά-
643κτορα, ἀλλ’ ὁ κ. νομάρχης δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ τοῦ
644νόμου, ὥστε νὰ διορισθῇ ὁ εἰσπράκτωρ ὁ ὑποδεικνυόμενος ὑπὸ
645τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ ἰδίου ψηφί-
646σματος προετείνετο ἡ παῦσις τοῦ παλαιοῦ καὶ ὁ διορισμὸς
647νέου εἰσπράκτορος, ὁ νομάρχης ἀνεκάλυψεν, ὅτι τὸ ψήφισμα
648ἐκεῖνο ἦτο ἄκυρον, — τὸ ἐθεώρησεν ἔγκυρον μὲν ὅσον ἀφορᾷ
649τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰσπράκτορος, ἄκυρον ὅμως ὅσον ἀφορᾷ τὸν
650διορισμόν! — καὶ ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προ-
651ϊστάμενος τοῦ νομάρχου ἀπέλυσε τὸν εἰσπράκτορα, ὁ νομάρ-
652χης κατώρθωσε νὰ διορισθῇ δημόσιος εἰσπράκτωρ εἰς ἐκτέ-
653λεσιν δημοτικῶν καθηκόντων, διότι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἦτο
654ἄκυρον! Τοιουτοτρόπως ἔχομεν ἓν ψήφισμα διφυὲς, κατὰ τὸ
655ἥμισυ ἔγκυρον, κατὰ τὸ ἥμισυ ἄκυρον!
656§43Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι τῆς ἀκυ-
657ρότητος;
658§44Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ νομάρχης εὗρεν ὡς λόγον ἀκυ-
659ρότητος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι καὶ οἱ δώδεκα σύμβουλοι πα-
660ρόντες, καὶ ὅτι εἷς μὲν ἦτο ἀπὼν, ὁ ἄλλος δὲ δὲν ἐκλήθη.
661Οἱ δέκα ἦσαν παρόντες, καὶ ἔχουσιν ὑπογράψει. Ἀλλ’ αὐτὸ
662δὲν ἤρκει εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσης· ἔπρεπε νὰ εὕρῃ λόγον
663ἀκυρότητος!
664§45Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἀφοῦ ἀπέλυσε τὸν εἰσπράκτορα,
665ἤρκει· ἢ μᾶλλον ἤρκει καὶ δὲν ἤρκει!
666§46Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Φυσικά. Δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν
667Ἐσωτερικῶν ἄλλως νὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσιν τοῦ παλαιοῦ.
668Τοιουτοτρόπως κατωρθώθη νὰ ἔχωμεν, ἐναντίον τῆς γνώ-
669μης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δημόσιον εἰσπράκτορα ἐκ-
670τελοῦντα τὰς εἰσπράξεις τοῦ δήμου!
671Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀπό τινων ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς λείπω ἐκ Λα-
672ρίσης, τὰ πράγματα διωρθώθησαν, ἂν δηλαδὴ ἐγκατεστάθη
673ὁ εἰσπράκτωρ, — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω, — ὁ ὑπὸ
674τοῦ Συμβουλίου ὑποδειχθείς· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγκατεστάθη,
675πάντως ἀνέλαβε καθήκοντα ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ, ἐνήρ-
676γησεν οὗτος εἰσπράξεις, ἐνήργησε πληρωμὰς πρὸς πρόσωπα,
677τὰ ὁποῖα ὁ πρώην δήμαρχος ὑπεδείκνυε καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως
678ὁ νέος δὲν ἤθελεν ἱκανοποιήσει, ἀλλ’ ἤθελε παραπέμψει εἰς
679τὸ πεμπτημόριον.
680Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰ τοῦ δήμου Κραννῶνος.
681Ἀλλ’ ὁ νομάρχης Λαρίσης φαίνεται ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ
682μᾶς ἀπασχολῇ μὲ τὰς πράξεις του, διότι, ὅπως καὶ ἄλ-
683λοτε σᾶς εἶπον, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
684ἐκεῖ ἔχει νὰ κάμῃ μὲ ἑπτὰ δημάρχους ἀντιπολιτευομένους,
685ἐνόμισε δὲ καθῆκόν του, ὅτι κατὰ τῶν ἑπτὰ τούτων δημάρ-
686χων πρέπει ἑκάστοτε νὰ φέρῃ τὸν πέλεκυν τῆς φατριαστι-
687κῆς διοικήσεώς του, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς προστασίας, ἧς
688ἀπολαύει. Τοιουτοτρόπως, ἐνῷ ἐπετέθη κατ’ ἄλλων δημάρ-
689χων, — περὶ ὧν ἐν ἄλλῃ συζητήσει, — εὗρε νῦν τὴν εὐκαιρίαν
690νὰ ἐπιτεθῇ καὶ κατὰ τοῦ δημάρχου Λαρίσης.
691Ὁ δήμαρχος Λαρίσης, μόλις ἐκλεγείς, ἕν τῶν πρώτων
692αὑτοῦ καθηκόντων ἐθεώρησε τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογι-
693σμοῦ. Ἀμέσως ἐκάλεσε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὑπέβαλεν
694εἰς αὐτὸ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἤρξατο ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐ-
695τοῦ, καὶ προέβαινεν εἰς τὰ ἔργα του τὸ Δημοτικὸν Συμβού-
696λιον. Ἀλλ’ ἐνῷ ἠρέμως καὶ τακτικῶς προέβαινον αἱ ἐργα-
697σίαι τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ
698Προϋπολογισμοῦ εἶχε περατωθῆ, ὁ δὲ δήμαρχος ἐθεώρησεν ὅτι
699ἔπαυσεν ἡ συζήτησις, καὶ ἐξέθηκε κατὰ τὸν νόμον τὸν Προ-
700ϋπολογισμὸν εἰς τὸ Δημαρχεῖον ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, διὰ νὰ φέρῃ
701ὅστις ἤθελε τὰς ἀντιρρήσεις του, τινὲς ἐκ τῶν συμβούλων, ἓξ
702τὸν ἀριθμὸν, διεμαρτυρήθησαν πρὸς αὐτόν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι
703κακῶς ἐθεώρησε λήξασαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογι-
704σμοῦ, λόγῳ ὅτι αὐτοὶ εἶχον ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
705γισμοῦ τούτου, ἐπὶ τοῦ δεῖνα ζητήματος ὁ εἷς, ἐπὶ τοῦ ἄλ-
706λου ἄλλος. Ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ δή-
707μαρχος, ἵνα ὑπογράψωσιν οἱ σύμβουλοι, ἕκαστος εἶχε τὴν
708γνώμην του· ὁ εἷς ἔλεγε: «θεωρῶ ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ
709Προϋπολογισμοῦ δὲν ἔληξε, διὰ τὸν δεῖνα λόγον»· ἄλλος
710σύμβουλος ἔλεγε: «θεωρῶ ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπο-
711λογισμοῦ δὲν ἐπερατώθη, διὰ τὸν τάδε λόγον»· καὶ οὕτω
712καθεξῆς. Ἔχομεν οὕτω πέντε ἢ ἓξ γνώμας συμβούλων, οἵτι-
713νες θεωροῦσιν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν
714ἔληξεν. Ὁ νομάρχης Λαρίσης, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι εἶναι
715ἄνθρωπος, ὅστις θέλει νὰ συζητῶνται οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ
716νὰ τελειώνωσι ταχέως, ἔκαμεν ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸν δή-
717μαρχον Λαρίσης, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἦτο κατάλληλον
718δι’ ἄρθρον κύριον ἐφημερίδος· τοῦτο δὲ, ὅτι θὰ ἦτο κατάλ-
719ληλον δι’ ἄρθρον κύριον ἐφημερίδος, ἀπέδειξεν αὐτὸς ὁ κύ-
720ριος νομάρχης, δοὺς αὐτὸ πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὰς ἐφημερί-
721δας τῆς Θεσσαλίας. Ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐκθέτει τὰς ἰδέας του
722περὶ τοῦ προορισμοῦ τῆς Θεσσαλίας, περὶ τῆς πόλεως τῆς
723Λαρίσης, κατὰ πόσον πρέπει νὰ προαχθῇ, καθόσον συνορεύει
724πρὸς τὴν Μακεδονίαν, καὶ τόσα ἄλλα! Ἔκαμε τὴν ἔκθεσιν
725αὐτὴν καὶ τὴν ἀπέστειλε πρὸς τὸν δήμαρχον· ὁ δήμαρχος
726τῷ ἀπήντησε: «Μάλιστα, ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἕτοιμος·
727κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπερατώθη, ἀλλὰ μερικοὶ σύμβουλοι
728ἔχουσιν ἀντιρρήσεις. Διὰ τοῦτο θεωρῶ καλλίτερον, ἀντὶ νὰ
729ἔχωμεν ἐφέσεις καὶ τὰ λοιπὰ, νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν συ-
730ζήτησιν τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ ἀποφανθῶσιν οἱ σύμ-
731βουλοι, τί θέλουσιν.» Ἀλλ’ ὁ νομάρχης λέγει: «σοὶ ἐπι-
732βάλλω τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως, διότι δὲν ὑπέβαλες τὸν
733Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὀχυροῦσαι ὄπισθεν γνώμης δημοτικῶν
734συμβούλων»!
735Νομίζω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ κ. νομάρ-
736χης παρανομεῖ, νομίζων ὅτι δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς
737κατὰ τοῦ δημάρχου. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἄλλοτε ἀξιότιμοι
738συνάδελφοι, τὰ πρῶτα φέροντες ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, — καὶ ὁ ἐκ
739Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Στεφάνου καὶ πλεῖστοι ἄλλοι — ἐξέ-
740φρασαν, καὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι οἱ νομάρχαι δὲν δύνανται νὰ
741ἐπιβάλλωσι ποινὰς κατὰ τῶν δημάρχων.
742Ὁ δήμαρχος λέγει πρὸς τὸν νομάρχην: «Διατὶ ἐπιβάλ-
743λετε ποινήν; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγὼ
744δὲν σᾶς ὑπέβαλον ἀκόμη τὸν Προϋπολογισμόν. Παρακαλῶ
745νὰ ἀνακαλέσητε τὴν ἀπόφασίν σας.» Ἀλλ’ ὁ κύριος νομάρ-
746χης ἐπιμένει. Νομίζω δέ, ὅτι ἐγένετο ἔφεσις, καὶ ὁ κύριος
747Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀποφανθῆ ἐπὶ τούτου.
748Ἀλλ’ ὁ κύριος νομάρχης εὗρε καὶ ἄλλο ζήτημα, ἵνα ἐπι-
749τεθῇ κατὰ τοῦ δημάρχου Λαρίσης. Ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου
750τοῦ 1903 ὁ δήμαρχος ἐξέθεσεν εἰς δημοπρασίαν μειοδοτικὴν
751τὰ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς καθαριότητος, νομίζω, τῆς πό-
752λεως Λαρίσης. Γενομένων πολλῶν δημοπρασιῶν, κατεκυρώθη
753αὕτη εἰς ἕνα ἐργολάβον. Ὁ δήμαρχος ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ
754πρὸς τὸν νομάρχην—κατὰ τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε
755τὸ ἔγγραφον,—τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, καὶ περιέ-
756μενε τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς, διότι οὐδεὶς ἄλλος προσέφερεν
757ὀλιγώτερον. Ἀλλ’ ὁ νομάρχης φαίνεται ὅτι ἔχει ἰδέας ἰδι-
758κάς του, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ὁ Ὑπουργὸς
759τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἰδέαι, τὰς
760ὁποίας ἐκεῖνος ἔχει. Διότι ἐκεῖνος ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ δή-
761μαρχοι εἶναι ἁπλοῖ διεκπεραιωταί, ὀφείλοντες νὰ ἐκτελῶσι
762τὰς διαταγὰς τοῦ νομάρχου. Ἔλεγον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ
763τῆς δημοπρασίας τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς καθαριότητος τῆς
764πόλεως, εἰς τὰ πρακτικὰ δὲ δὲν περιελαμβάνετο ἡ ἐπιβολὴ
765προστίμων ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνόμου, ἀλλ’ ἐκράτει εἰς ἑαυ-
766τόν τὸ δικαίωμα ὁ δήμαρχος νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἐντάλματα τῆς
767πληρωμῆς, ἐνῷ κατὰ τὸν νομάρχην πρέπει ταῦτα νὰ ἐκδί-
768δωνται μετὰ προηγουμένην ἐπιθεώρησιν τῆς ἀστυνομίας. Νο-
769μίζω, ὅτι οὕτως ἡ κατάργησις τοῦ νόμου περὶ δήμων εἶναι
770τελεία.
771§47Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ποῖος τότε δύναται νὰ ἐπιβλέπῃ;
772§48Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν εἶπον περὶ ἐπιτηρήσεως. Ἀλλ’ ἐπρά-
773ξετε ὑμεῖς, ὡς νομάρχης, ὅ,τι πράττει ὁ νομάρχης ἐκεῖνος;
774§49Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπέβλεπον εἰς ὅλας τὰς διακη-
775ρύξεις, μὴ τυχὸν εἰς τὰς τοιαύτας δημοπρασίας δὲν ὑπῆρ-
776χεν ὁ ὅρος ἐκεῖνος.
777§50Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὁ νομάρχης πρέπει νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὸν
778δήμαρχον τὸ καθῆκόν του, καὶ ἂν οὗτος δὲν ἐκτελῇ αὐτὸ,
779τότε νὰ ἀναφέρῃ τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
780ρικῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ καταγγέλλῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν
781Εἰσαγγελέα, καὶ νὰ τιμωρῆται ὁ δήμαρχος. Ἀπόδειξις τού-
782του, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἁλμυροῦ καὶ κύριε Πρόεδρε τῆς
783Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὑπάρχει
784ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοῦ 1902,
785ὑπουργοῦντος τοῦ ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κυρίου Τριαντα-
786φυλλάκου. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομάρχης
787Λαρίσης ἦτό τις, ὁ ὁποῖος εὑρέθη διωρισμένος ὑπὸ τοῦ κ.
788Θεοτόκη καὶ διετηρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, καὶ
789ὁ νομάρχης οὗτος τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἐτήρησε κατὰ τοῦ
790δημάρχου Λαρίσης. Ἠθέλησε νὰ ἀκυρώσῃ τὰ πρακτικὰ δη-
791μοπρασίας τινὸς, διότι ὁ δήμαρχος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν
792περιέλαβεν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, ὅτι ὑπάρχει
793δικαίωμα διὰ τοῦ ἀστυνόμου νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμον εἰς τὸν
794ἐργολάβον. Ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Τριανταφυλλᾶκος, συνε-
795πείᾳ ἐφέσεως τοῦ δημάρχου ἐκείνου, ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν
796τοῦ νομάρχου, καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ κα-
797θήκοντά του, καὶ νὰ μὴ παραβαίνῃ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ περὶ
798νομαρχῶν νόμου.
799§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
800τῶν Ἐσωτερικῶν). Γνώμη του ἦτο.
801§52Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Γνώμη εἶναι καὶ ἡ ἰδική σας, ἡ ὁποία, δὲν
802γνωρίζω διατὶ θὰ ἦναι καλλιτέρα τῆς τοῦ κυρίου Τριαντα-
803φυλλάκου.
804§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι εἶναι καλλιτέρα.
805§54Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔχω πρόχειρον τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ
806κυρίου Τριανταφυλλάκου. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
807Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
808τερικῶν, μεθ’ ὅλην τὴν ἐναντίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει,
809ἐὰν ἤθελε μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, βεβαίως ἤθελεν ἀκολου-
810θήσει τὸ παράδειγμα τοῦ προκατόχου του.
811Ἀλλὰ καὶ ἕτερος δήμαρχος...
812§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κομπολόγι!
813§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ περι-
814ορισμοῦ καταχρήσεων.
815§57Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἐφαρμόζετε ταῦτα
816καὶ ἐπὶ τοῦ δήμου Ἀθηναίων;
817§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε, βλέπω, τελείαν ἄγνοιαν τοῦ
818δημοτικοῦ νόμου· διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ
819ἐπιβάλλῃ τοιοῦτόν τι εἰς τὸν νομάρχην· ὁ Ὑπουργὸς ἔχει
820δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν ἐφέσεων, αἵτινες τῷ ὑπο-
821βάλλονται.
822§59Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δικαιοῦται ὅμως νὰ παύῃ τὸν νο-
823μάρχην.
824§60Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Μάλιστα, τὸν παύει.
825Μεταξὺ τῶν ἄλλων δήμων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἐπαρ-
826χίαν Λαρίσης, εἶναι καὶ ὁ δῆμος Νέσσωνος, περὶ τοῦ ὁποίου
827πρώτην φορὰν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, καὶ τοῦ ὁποίου
828πρωτεύουσα εἶναι κωμόπολις ἀρκετὰ μεγάλη καὶ πλουσία,
829ὀνομαζομένη Μέγα Κεσερλῆ. Ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου τού-
830του δὲν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὸν προκάτοχον νομάρχην πρὸς
831ἔγκρισιν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀντικατάστα-
832σιν αὐτοῦ ὑπέβαλεν αὐτὸν εἰς τὸν νέον νομάρχην. Δυστυχῶς
833καὶ ὁ δήμαρχος οὗτος δὲν εἶχε τὰς αὐτὰς ἰδέας πρὸς τὸν κ.
834νομάρχην, καίτοι δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κύριος νομάρχης εὗρε
835κατάχρησίν τινα, τὴν ὁποίαν νὰ περιστείλῃ, ὡς εἶχεν ἐντο-
836λὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...
837§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
838τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ μόνη ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἔδωκα,
839εἶναι, ὅταν πρόκηται περὶ διαχειρίσεως δημοτικῶν χρημά-
840των, νὰ ἐπιβλέπωσιν οἱ νομάρχαι, ὅπως μὴ γίνωνται περιτ-
841ταὶ δαπάναι ἢ καταχρήσεις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου φρονῶ,
842ὅτι τινὰ τῶν κονδυλίων, ἅτινα περιώρισεν ὁ νομάρχης, δὲν
843ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσιν· ὅταν δὲ ὑποβληθῇ ἔφεσις ἐκ μέρους
844τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, θέλω μεταρρυθμίσει τὴν ἀπόφασιν
845τοῦ νομάρχου.
846§62Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐπεξετείνατε τὴν μελέτην σας
847καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων, διότι δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουσι τόσον τὰ ἔξο-
848δα, καθόσον ὁ δήμαρχος εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν περι-
849μένουσι νὰ ζήσωσιν ἐκ τοῦ δημοτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ
850δήμαρχος ἐκεῖνος, περὶ οὗ σᾶς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι
851εἶχεν ἀναγράψει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου κονδύ-
852λιον διὰ δενδροφυτείας τοῦ χωρίου Γκερλῆ, καὶ ἐκίνησε τότε
853τοῦτο τὴν προσοχὴν ἐν μέρει τῆς Βουλῆς, εἶναι ἰδιοκτήτης
854ὁλοκλήρου τοῦ χωρίου αὐτοῦ, ἄνθρωπος ἔχων περιουσίαν
855500,000 δραχμῶν καὶ μὴ περιμένων νὰ ὠφεληθῇ 1000 ἢ
8562000 δραχμὰς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου. Οὗτος
857κατεσκεύασεν 20 κρήνας ἐν τῷ δήμῳ αὐτοῦ, καὶ ἔχει μέγι-
858στον συμφέρον διὰ τὴν προκοπὴν τοῦ χωρίου του.
859§63Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Κατεσκεύασε ταύτας ἐκ τοῦ Προ-
860ϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου; Ἐγὼ ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἄλ-
861λοτε ὑπεστήριξα, καὶ ἐνεκρίθη ἡ ἀπόδοσις τῶν κοινοτικῶν
862χρημάτων πρὸς κατασκευὴν τῶν κρηνῶν τούτου.
863§64Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ τώρα δὲν σᾶς ἀκολουθεῖ, λέγετε
864ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτὸς νὰ καταχρασθῇ.
865§65Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
866§66Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔλεγον, ὅτι καὶ ὁ νῦν δήμαρχος Νέσσωνος
867εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ δημοτικοῦ
868Προϋπολογισμοῦ. Περιέμενε νὰ ἔλθῃ νέος νομάρχης, ἵνα ὑπο-
869βάλῃ πρὸς αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμόν, μὲ τὴν πεποίθησιν,
870ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐν αὐτῷ, δὲν περιεῖχον οὔτε
871ἑνὸς λεπτοῦ κατάχρησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. νομάρχης Λαρίσης,
872ἵνα ἐξαναγκάσῃ αὐτὸν νὰ σχηματίσῃ τὰς αὐτὰς πολιτικὰς
873ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ ἐκεῖνος, καὶ ἵνα τὸν κάμῃ εἰς οὐ-
874δὲν ἔργον νὰ προβῇ, νὰ μὴ ἀποπερατώσῃ δὲ ἴσως οὐδ’ αὐτὸ
875τὸ ἀρξάμενον ἔργον τῆς ὑδρεύσεως τῆς κωμοπόλεως, — διότι
876ὁ πρώην δήμαρχος εἶχε φέρει εἰς πέρας σχεδὸν τὴν ὕδρευσιν
877τῆς πόλεως καὶ εἶχε φέρει 20 σιδηρᾶς κρήνας, αἵτινες ἐπρό-
878κειτο νὰ τοποθετηθῶσι χάριν τῆς ὑδρεύσεως τῆς κωμοπό-
879λεως, — ἀπήλειψε πραγματικὸν ἔσοδον τοῦ δήμου.
880§67Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἐν σχέ-
881σει πρὸς ὅσα εἴπετε περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν 20 κρηνῶν,
882νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἂν αἱ κρῆναι αὗται θὰ κατα-
883σκευασθῶσι διὰ χρημάτων τοῦ δημοτικοῦ Προϋπολογισμοῦ,
884ἢ δι’ ἄλλων χρημάτων.
885§68Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Διὰ κοινοτικῶν χρημάτων.
886§69Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐγγράφονται εἰς
887τοὺς δημοτικοὺς προϋπολογισμούς.
888§70Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔφερα τοῦτο πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι καὶ ἐκεῖ
889παρεμβάλλονται προσκόμματα. Ὡς γνωρίζετε, αἱ κρῆναι
890ἔχουσι μετενεχθῆ ἐκεῖ πρὸ τῆς 20 Σεπτεμβρίου, καὶ δὲν εἶ-
891ναι δυνατὸν νὰ τοποθετηθῶσι, διότι δὲν ἐκδίδονται τὰ σχε-
892τικὰ ἐντάλματα. Τὴν αὐτὴν τακτικὴν μετέρχεται ὁ κ. νο-
893μάρχης καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ὁ δήμαρχος θέλει
894νὰ ἐκτελέσῃ ἐντὸς τῆς κωμοπόλεως. Ἔχει ἀναγράψει, παρα-
895δείγματος χάριν, καθυστερούμενα ἐκ παρῳχημένων χρήσεων
896δραχμὰς 9,000...
897§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
898τῶν Ἐσωτερικῶν). Καλῶς ἔπραξε περὶ τούτων ὁ κ. νομάρ-
899χης. Οὗτος, ὡς βλέπετε, ηὔξησε τὰ ἐφετεινὰ ἔσοδα τοῦ δή-
900μου ἐν σχέσει πρὸς τὰ τοῦ 1903 κατὰ 4,000 περίπου δραχ-
901μάς, ἀλλ’ ἀφῄρεσε τὰ ἔσοδα ἐκ καθυστερουμένων παρῳχη-
902μένων χρήσεων, διότι ταῦτα δὲν εἰσπράττονται.
903§72Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Πόθεν προκύπτει τοῦτο;
904§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ δήμαρχος ἐγγράφει τὸ ποσὸν τοῦτο
905τῶν 9,000 δραχμῶν, ἵνα δαπανήσῃ ἔπειτα ἐπὶ τῇ βάσει
906ἐσόδου ὑποθετικοῦ.
907§74Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἵνα ὑποστηρίξῃ τοῦτο ὁ δήμαρχος ἐν τῷ
908Προϋπολογισμῷ του, βεβαίως ἔχει παραστατικὰ τῶν δικαιω-
909μάτων τοῦ δήμου, τὰ ὁποῖα ὤφειλε προηγουμένως νὰ ζη-
910τήσῃ ὁ κ. νομάρχης ἀπὸ τὸν δήμαρχον, καὶ ὄχι αὐθαιρέτως
911νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν αἱ 9,000
912αὗται δραχμαί, καὶ ν’ ἀπαλείψῃ τὸ κονδύλιον. Δι’ αὐτοῦ οὐ-
913δὲν ἄλλο δεικνύει ἢ ἄγνοιαν.
914§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
915§76Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι λέγει ἐν τῇ
916ἀποφάσει του, ὅτι ὁ δῆμος Νέσσωνος εἶναι τόσον μικρός,
917ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην.
918§77Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπετε, παρακαλῶ, εἰς τὴν Βουλήν,
919ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι δῆμος, τοῦ ὁποίου
920ὅλα τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 15,000 δραχμάς, ἀπέναντι
92110,000 δραχμῶν ἐσόδων τοῦ 1903, δύναται νὰ εἰσπράξῃ
922ἐντὸς τοῦ ἔτους 9,000 δραχμὰς ἐκ καθυστερουμένων.
923§78Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ δήμου εἶναι μόνον 15,000
924δραχμαί;
925§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἀμέσων φό-
926ρων, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα ὁ νομάρχης, ἀπὸ 10,000, ὅσα
927ἦσαν πέρυσιν, ἀνεβίβασεν εἰς 15,400. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν,
928δῆμος, ὅστις ἔχει ἔσοδα ἐξ ἀμέσων φόρων 15,000, νὰ εἰσ-
929πράξῃ 9,000 ἐκ καθυστερουμένων;
930§80Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν προ-
931ηγουμένων ἐτῶν, πόσα εἰσέπραττε;
932§81Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Μοὶ γράφει περὶ τούτου ὁ κ. δήμαρχος, ὅτι
933ἀπήλειψε τὸ κονδύλιον τοῦτο ὁ νομάρχης διὰ νὰ φέρῃ ἰσο-
934ζύγιον, καὶ νὰ φαίνηται, ὅτι ὁ δῆμος δὲν ἔχει χρήματα, ἐνῷ
935καθυστεροῦνται χρήματα αὐτοῦ βεβαιωμένα καὶ εἰσπράξιμα,
936καθυστεροῦνται δέ, διότι δὲν μετέβη ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ
937πρὸς εἴσπραξιν. Αὐτὸ βεβαιοῖ ὁ δήμαρχος· ἐὰν ὁ δήμαρχος
938ψεύδηται, διατὶ ὁ κ. νομάρχης δὲν λαμβάνει τὸν κόπον νὰ
939διατάξῃ τὸν δήμαρχον νὰ τῷ προσαγάγῃ τὰ παραστατικὰ
940τῶν δικαιωμάτων τοῦ δήμου, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχωσι ταῦτα,
941νὰ μὴ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ ἀντείπῃ εἰς τοῦτο; Ἀπόδει-
942ξις ὅτι προέβη εἰς τοῦτο ὁ νομάρχης ἐξ ἀγνοίας, εἶναι, ὅτι
943οὐδέποτε μετέβη νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν δῆμον, διότι ἄλλως δὲν
944θὰ ὠνόμαζεν αὐτὸν μικρὸν δῆμον καὶ μικρᾶς σημασίας, ἀφοῦ
945σύγκειται ἐξ ἐννέα χωρίων, ἀφοῦ ἔχει ἑβδομαδιαίαν ἀγοράν,
946ἀφοῦ ἔχει τρεῖς κεντρικὰς πλατείας, ἀφοῦ τελεῖ πανήγυριν,
947ἔχει τριτάξιον Ἑλληνικὸν σχολεῖον καὶ ἄλλα μικρότερα
948σχολεῖα. Ἐκ τούτου λοιπὸν, μὴ μεταβὰς ἐκεῖσε ὁ κ. νο-
949μάρχης, ὅπως αὐτὸς οὗτος φωτισθῇ, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν,
950στηριζόμενος μόνον ἐπὶ τῶν εἰσηγήσεων, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐγέ-
951νοντο. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑποθέτω, ὅτι ἐγέ-
952νετο ἔφεσις, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα
953κρατεῖ εἰς χεῖράς του ὁ κ. Πρωθυπουργός.
954§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
955Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐγένετο ἔφεσις. Τὰ ἔγγραφα,
956τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖράς μου, τὰ ἔλαβον, ὅπως ἀπαντήσω
957εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάμετε, καὶ δι’ ἧς ἐζητή-
958σατε νὰ κατατεθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ δήμου. Τοὺς
959προϋπολογισμοὺς τούτους ἐζήτησα καὶ θὰ καταθέσω.
960§83Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν ἐπιφυλάσσομαι
961νὰ ὁμιλήσω.
962§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
963τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς
964τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης.
965Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀντιβασιλείας».
966§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
967Παράρτημα, ἀριθ. 149).
968§86Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββα-
969τον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ
970σήμερον περὶ τῆς μεσημβρινῆς διακοπῆς. Θὰ παρακαλέσω
971αὐτὸν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του, ἂν πρόκειται νὰ συνεδριά-
972ζωμεν διαρκῶς, ὡσανεὶ τὸ θέμα εἶναι περὶ κοινῆς σωτηρίας
973ἢ περὶ μεγίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Νομίζω, ὅτι
974διακοπὴ δύο ὡρῶν εἶναι ἀναγκαιοτάτη· οὔτε εἶναι δυνατὸν
975νὰ ἀξιώσῃ τις παρὰ τῶν Βουλευτῶν νὰ παραμένωσι νήστεις
976μέχρι τῆς δευτέρας ὥρας μετὰ μεσημβρίαν.
977§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι, ἐὰν πράγ-
978ματι ὑπάρχῃ πρόθεσις πρὸς ἐργασίαν ἐκ μέρους τῆς Βου-
979λῆς, ἡ διακοπὴ μιᾶς ὥρας, ὅπως προγευματίσωσιν οἱ κύ-
980ριοι Βουλευταί, εἶναι ἀρκετή, καὶ οὐχὶ δύο ἢ τριῶν ὡρῶν.
981§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δύο ὡρῶν.
982§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μία ὥρα νομίζω
983ὅτι ἀρκεῖ.
984§90Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
985§91Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γείνῃ διακοπή, κύριε
986Πρόεδρε, ἢ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις;
987§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε, κατὰ τὴν πρότα-
988σιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ γείνῃ διακοπὴ μιᾶς ὥρας.
989§93Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἅμαξαν
990νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ἑπομένως μιᾶς ὥρας δια-
991κοπὴ εἰς ἡμᾶς δὲν ἀρκεῖ.
992§94Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐὰν διακόψωμεν ἐπὶ μίαν μόνον
993ὥραν, εἶναι ἀδύνατον μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὥρας νὰ
994ἐπανέλθωμεν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ μία ὥρα θὰ γείνῃ δύο,
995αἱ δύο θὰ γείνωσι τρεῖς, καὶ αἱ τρεῖς τέσσαρες. Διὰ τοῦτο
996παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμέ-
997νῃ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσῃ νὰ διακόψωμεν ἐπὶ δύο ὥρας.
998§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ
999μάθω, ἂν ὑπάρχει διάθεσις πρὸς ἐργασίαν ἢ ὄχι. Βλέπω
1000ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν δωδεκάτην, καὶ ἀκόμη δὲν εἰσήλθομεν
1001εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν
1002εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ γεί-
1003νῃ διακοπὴ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας.
1004§96Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ πα-
1005ραιτηθῶμεν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου (θόρυβος).
1006§97Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἡμε-
1007ρησίαν διάταξιν. Ἐτελείωσαν αἱ ἐπερωτήσεις.
1008§98Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν
1009δὲν εἰσήλθομεν, καὶ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὰ δι-
1010καιώματά μας (θόρυβος).
1011§99Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν ἀρνού-
1012μεθα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· ζητοῦμεν μόνον νὰ παρα-
1013μείνωμεν μέχρις οὗ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν·
1014ἄλλως δὲν διακόπτομεν.
1015§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ μὴ διακόψωμεν
1016(θόρυβος).
1017§101Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ θέλετε ἐκ πείσματος
1018νὰ ἐπιμένητε, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν (θόρυβος).
1019§102Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρ-
1020τία.
1021§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1022(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλο-
1023γος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν
1024Γ. Μελισσηνοῦ καὶ Γ. Ραδινοῦ, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
1025§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 123
1026Βουλευταί.
1027Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
1028(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντι-
1029πρόεδρος κ. Ι. Γιαννακίτσας).
1030§105Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὁ ἀξιό-
1031τιμος Πρωθυπουργὸς δὲν πρέπει νὰ κανονίζῃ τὰς ἀποφάσεις
1032τοῦ περὶ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἐκ στιγμιαίων ἐντυ-
1033πώσεων. Ἡ μεταβολὴ τῶν ὡρῶν, ἥτις ἐγένετο, εἶναι ὑπὲρ
1034τῆς πλειονοψηφίας· ἡ πλειονοψηφία δὲν ἠδύνατο ἴσως νὰ ἔχῃ
1035παρόντας τοὺς φίλους αὐτῆς κατὰ τὰς νυκτερινὰς συνεδριά-
1036σεις, τὸ μεσονύκτιον ἢ τὴν πρώτην ἢ δευτέραν πρωϊνὴν ὥραν,
1037δύναται ὅμως νὰ τοὺς ἔχῃ παρόντας ἀπὸ τῆς δεκάτης πρωϊ-
1038νῆς ὥρας, ἡ ὁποία ὡρίσθη ὡς ὥρα τῶν συνεδριάσεων, μέχρι
1039τῆς μεσημβρίας, καὶ μετὰ μικρὰν διακοπὴν ἀπὸ τῆς τρίτης
1040μέχρι τῆς ὀγδόης μετὰ μεσημβρίαν. Ἐὰν δὲν παρίστανται
1041καὶ τότε, τοῦτο θὰ ἦναι πταῖσμα τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν
1042λέγω, ὅτι δὲν εἶναι θεωρητικῶς ὀρθόν, ὅτι πρέπει ἡ Ἀντι-
1043πολίτευσις πάντοτε νὰ παρίσταται, καὶ ὅτι ἐξ αὐτοῦ, τὸ
1044ὁποῖον συμβαίνει, πρέπει νὰ κανονίσῃ ἡ πλειονοψηφία τὰ
1045τῆς συνεδριάσεως. Ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις πρέπει νὰ ἦναι δι’
1046ὅλους. Ἐὰν παρίστανται οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὑμεῖς
1047δὲ, κύριε Πρόεδρε, κάθησθε ἐπὶ τῆς ἕδρας σας ἀπὸ τῆς δε-
1048κάτης ὥρας, θὰ ἐξακολουθῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς δωδε-
1049κάτης, θὰ γίνηται εἶτα μικρὰ διακοπή, καὶ μετὰ ταῦτα
1050θὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ συνεδρίασις, ἀπὸ τῆς τρίτης ἢ τε-
1051τάρτης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν. Οὕτω, νομίζω, οὐδὲν ἐξ αὐ-
1052τῶν, τὰ ὁποῖα φοβεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ συμ-
1053βῇ. Ἀλλ’ ὅταν δὲν παρίστανται οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως,
1054βεβαίως θὰ ἔχωμεν ἐπανάληψιν τῶν ἰδίων σκηνῶν, ἃς εἴχο-
1055μεν κατὰ τὰς νυκτερινὰς συνεδριάσεις, τὴν πρώτην ἢ δευτέ-
1056ραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Διὰ τοῦτο συνιστῶ νὰ ἐφαρ-
1057μόσωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἦναι πα-
1058ρόντες οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἦναι παρόντες οἱ
1059φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐργάζηται ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς δε-
1060κάτης πρὸ μεσημβρίας ὥρας μέχρι τῆς μεσημβρίας, καὶ θὰ
1061ἐπαναλαμβάνῃ τὰς ἐργασίας της κατὰ τὴν τρίτην ὥραν
1062μετὰ μεσημβρίαν· τοιουτοτρόπως δὲ θὰ δύναται νὰ παρα-
1063τείνῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἐπὶ 6 ἢ 7 ὥρας. Πρόδηλον ὅτι
1064εἶναι κέρδος τῆς πλειονοψηφίας ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῶν
1065ὡρῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρίστανται οἱ φίλοι τῆς Κυβερνή-
1066σεως, ἵνα μὴ καταντᾷ ἡ τρίτη ὥρα μετὰ μεσημβρίαν τῆς
1067ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν νὰ γίνεται πέμπτη, διότι τοιου-
1068τοτρόπως θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ συμβαίνῃ τὸ ἴδιον, τὸ ὁποῖον
1069συνέβαινε καὶ κατὰ τὰς νυκτερινὰς συνεδριάσεις, τὴν πρώ-
1070την ἢ δευτέραν πρωϊνὴν ὥραν νὰ ἐξακολουθῶμεν· διότι, ἂν
1071συνέβαινε τοῦτο κατὰ τὰς ὥρας αὐτὰς, συνέβαινεν ἕνεκα
1072τῆς ἀπουσίας μεγάλου μέρους τῆς πλειονοψηφίας.
1073Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὕτω τὰ πράγματα δύνανται ὁμα-
1074λῶς νὰ διεξαχθῶσιν, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1075νήσεως κανονίσῃ τὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καθ’ ὃν
1076ὑπέδειξα τρόπον.
1077§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον ἀπεδείχθη,
1078ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἦτο ἐδῶ κατὰ τὴν δεκάτην ὥραν πρὸ
1079μεσημβρίας, καὶ ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
1080§107Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μὲ 15 ἀντιπολιτευομένους παρόν-
1081τας.
1082§108Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν
1083ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, δὲν εἶ-
1084ναι ἀκριβὴς, διότι νομίζω, ὅτι ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι
1085καθῆκον νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις· εἶναι ἀδύνα-
1086τον νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι μόνον
1087οἱ τῆς πλειονοψηφίας ἔχουσι τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἐγὼ φρο-
1088νῶ, ὅτι ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι καθῆκον νὰ παρίστανται
1089εἰς τὰς συνεδριάσεις. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν διακοπὴν, οὐ-
1090δεμίαν δυσκολίαν θὰ προβάλωμεν ὡς πρὸς τοῦτο· οὔτε ἔφε-
1091ρα δυσκολίαν εἰς τὴν διακοπήν· ἀπ’ ἐναντίας συνήνεσα· εἶ-
1092πον δὲ, ὅτι μιᾶς ὥρας διακοπὴ μοὶ φαίνεται ἐπαρκὴς, διὰ
1093νὰ δύνανται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ προγευματίζωσιν. Ἐγέ-
1094νετο ἀντίρρησις ὑπό τινων, οἵτινες εἶπον, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μιᾶς
1095ὥρας διακοπὴ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ διακόπτωμεν ἐπὶ μίαν
1096καὶ ἡμίσειαν ὥραν· συνήνεσα καὶ εἰς τοῦτο, ἀλλὰ προσέθηκα,
1097ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ, ὅπως τὸ πρῶτον μέρος τῆς συνεδριά-
1098σεως καταναλίσηται εἰς ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ εἰσερχώμεθα
1099εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριά-
1100σεως, μετὰ τὴν ἀναγγελίαν δὲ ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου, ὅτι
1101ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ διακό-
1102πτωμεν, εἰς τὸ δεύτερον δὲ στάδιον τῆς συνεδριάσεως νὰ
1103καταγινώμεθα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
1104Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ, ἡ χωρίζουσα τοὺς κυρίους Βου-
1105λευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ ἐμέ. Ἐγὼ μὲν παρεκά-
1106λεσα τὸν κ. Πρόεδρον, οὐδενὸς ζητήσαντος τὸν λόγον, νὰ
1107εἴπῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
1108ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμεινε νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν
1109ἡμερησίαν διάταξιν.
1110§109Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἶχον ἐγὼ τὸν λόγον.
1111§110Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινόμε-
1112νον μέτρον ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι
1113ἀκόμη μένουσι πρὸς ἐργασίαν πρὸ τοῦ Πάσχα, δύνανται δὲ
1114κατὰ τὰς πρὸ τῆς διακοπῆς ὥρας νὰ ἐξαντλῶνται αἱ ἐπε-
1115ρωτήσεις, ὅπως ἐγίνετο καὶ ἄλλοτε.
1116§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1117§112Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε Πρόε-
1118δρε. Καὶ ὅτε ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
1119Συμβουλίου, ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ παρεκάλεσα νὰ μὲ
1120ἐγγράψητε, καὶ πρὶν εἶχον ζητήσει τὸν λόγον.
1121§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτε ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου
1122Βουλευτὴς, ὁ κ. Χατζόπουλος μοὶ ἔκαμε νεῦμα, ὅτι θέλει
1123νὰ ὁμιλήσῃ.
1124§114Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε τὰ νεύματα προτιμῶνται τῆς
1125φωνῆς!
1126§115Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἦτο καὶ ὁ κ. Χατζό-
1127πουλος ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ.
1128§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Μελισσηνέ.
1129§117Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ
1130Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, ὑπέπεσεν
1131εἰς δύο ἀνακριβείας· πρῶτον, ὅτι ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν,
1132ὅτι οὐδεὶς ἦτο ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατά-
1133ξεως. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον, διότι σεῖς μὲ
1134εἴχετε ἐγγράψει, κύριε Πρόεδρε, ἢ μᾶλλον ὁ πρὸ ὑμῶν κα-
1135τέχων τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου...
1136§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ὁ προεδρεύων ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Γιαννα-
1137κίτσας). Τὸ Προεδρεῖον εἶναι ἀδιαίρετον.
1138§119Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι οὐδεὶς
1139ἦτο ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀλλὰ
1140ἐκτὸς τούτου προσέθηκεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουρ-
1141γὸς, ὅτι καὶ οὐδεὶς εἶχε σκοπὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Πόθεν
1142ἐξήγαγε τοῦτο; Ἔκαμε ψυχολογικὴν ἐξέτασιν;
1143§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠδυνάμην νὰ
1144εἴπω, ὅτι οὐδεὶς εἶχε σκοπὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον· εἶπον, ὅτι
1145οὐδεὶς ἐφαίνετο διατεθειμένος νὰ λάβῃ τὸν λόγον (διακοπαὶ
1146ἐξ ἀριστερῶν).
1147§121Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ (πρὸς τοὺς διακόπτοντας). Παρακα-
1148λῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ μὲ διακόπτητε· ὁσονδήποτε
1149καὶ ἂν ἦσθε φίλοι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν συνδεώμεθα πολιτι-
1150κῶς, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ὅταν ὁμιλῶ.
1151Λοιπὸν εἶναι γεγονός, ὅτι ἤμην ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς
1152ἡμερησίας διατάξεως· ἑπομένως τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτί-
1153μου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ἀκρι-
1154βές.
1155Πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1156βουλίου εἰς τὴν παράκλησίν μου, ὅπως διακόψωμεν τὴν συνε-
1157δρίασιν, συνῄνεσε, καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνῄνεσε,
1158καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασίν μου, ὅπως
1159διακόψωμεν ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, αἴφνης ἐρεθισθεὶς
1160ἀπαιτεῖ ἐκ πείσματος νὰ μὴ διακόψωμεν. Πιθανὸν ὁ ἀξιότι-
1161μος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιθυμῇ νὰ περιορίσῃ τὸν
1162ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γεί-
1163νῃ ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸν ἔλεγχον, τὸν
1164ὁποῖον ἀσκοῦμεν ἐκ τοῦ Συντάγματος, τὸν ὁποῖον ἀσκοῦμεν
1165ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ περιορίσῃ ὁ
1166ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· τὸ δικαίωμα τοῦ
1167ἐλέγχου μᾶς τὸ παρέχει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς
1168Βουλῆς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τοῦτο.
1169§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν ὁρίστε εἰς
1170τὸν ἔλεγχον.
1171§123Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ
1172παύσωσι τὰ πείσματα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου
1173τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ἡμῶν περὶ δια-
1174κοπῆς ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν.
1175§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἐν ὅσῳ σεῖς ἔχετε
1176πεῖσμα, θὰ ἀντιτάσσωμεν καὶ ἡμεῖς πεῖσμα.
1177§125Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παννυχίδων, ἐὰν
1178ἐπρόκειτο περὶ καμάτου ἐκ παννυχίδων, θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ
1179κάματος οὗτος νὰ ἐλαφρυνθῇ ὀλίγον διὰ μικροῦ ὕπνου, ἔστω
1180καὶ ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τούτων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ φαγη-
1181τοῦ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ
1182εἰς πείσματα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν παρακαλῶν νὰ μὴ
1183ἐπιμένητε εἰς τὸ πεῖσμα, διότι, ἐφ’ ὅσον σεῖς ἐπιμένετε, δὲν
1184εἶναι δυνατὸν παρὰ καὶ πάλιν νὰ ὑποβληθῶσιν ἐνστάσεις
1185περὶ μὴ ἀπαρτίας.
1186§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλὰ κάμνετε.
1187§127Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν θὰ φάγωμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ δὲν
1188θὰ φάγητε καὶ σεῖς. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
1189§128Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1190§129Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ζητή-
1191ματος Κανονισμοῦ, προκειμένου περὶ ζητήματος τακτοποιή-
1192σεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωμεν μέγα
1193ἐθνικὸν ζήτημα, ὑποβιβάζοντες αὐτὸ, τὸ ζήτημα τῆς προ-
1194ασπίσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Ἐὰν εἰς πᾶσαν
1195συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνταῦθα, παρεισάγωμεν τὸ
1196ζήτημα τοῦτο, σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ζητή-
1197ματος θὰ ἐκμηδενισθῇ. Ἄλλαι εἶναι αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι
1198ἀφορῶσι τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν ἐκείνων
1199οὐδεὶς Ἕλλην καὶ οὐδεὶς Βουλευτὴς πρέπει νὰ πράξῃ τι, τὸ
1200ὁποῖον νὰ παρακωλύσῃ, ἔστω καὶ κατὰ μικρὸν, τὴν ἐξυπη-
1201ρέτησιν τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος. Ἐνταῦθα πρόκει-
1202ται ἁπλούστατα περὶ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βου-
1203λῆς ἐν στιγμῇ καὶ ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς Βουλευ-
1204τὴς, οὐδεὶς Ἕλλην συνηθίζει νὰ μὴ προγευματίζῃ. Νομίζω
1205ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τόσον μικρὸν, τόσον ἀνάξιον ἀνυψώσεως
1206τοιαύτης, ὥστε δὲν πρέπει νὰ τὸ συζητῶμεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν
1207ἔποψιν. Ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς πάντοτε, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχω
1208τοὐλάχιστον ἐγὼ ἐν τῇ Βουλῇ, διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, εἰς
1209τὸ μέρος τῆς ἐξελέγξεως καὶ εἰς τὸ μέρος τὸ νομοθετικόν.
1210Δὲν ἠξεύρω ποτὲ, ἀφ’ ὅτου ἐνταῦθα εἶμαι ἐγὼ, δὲν ἐνθυμοῦ-
1211μαι ποτὲ, τὸ νομοθετικὸν ζήτημα τῆς ἐργασίας τῆς Βου-
1212λῆς νὰ λάβῃ τὴν ἐπέκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ τὴν
1213Σύνοδον ταύτην. Τὸ ἐξελεγκτικὸν μέρος τῶν ἔργων τῆς Βου-
1214λῆς εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν κατηναλίσκοντο
1215καὶ πάντοτε καταναλίσκονται τὰ ⅔ ἴσως τῆς ἐργασίας αὐ-
1216τῆς καὶ πλέον. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σήμερον τὸ νὰ θέλωμεν
1217μέχρι τῆς δεῖνα ὥρας ἀκριβῶς νὰ λήγῃ τὸ πρῶτον τμῆμα
1218τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὸ δεύ-
1219τερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ...
1220§130Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
1221Ἐγένετο πολλάκις.
1222§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ
1223γείνῃ. Εἶναι περιττὸν νὰ συζητῆτε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν
1224εἶπον. Ἀφοῦ δὲν θέλετε, δὲν ἐπιμένω. Ἂς μὴ γείνῃ.
1225§132Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι
1226τὸ ἐξελεγκτικὸν μέρος τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς δὲν δύνα-
1227ται νὰ περιορισθῇ, ὅπως δὲν περιωρίσθη ποτὲ καὶ τὸ νομο-
1228θετικὸν, διότι συνέβη νὰ ἀρχίσωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν τὸ
1229μεσονύκτιον καὶ νὰ προβῶμεν μέχρι τῆς πέμπτης, ἕκτης καὶ
1230ἑβδόμης πρωϊνῆς ὥρας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1231πρέπει νὰ συζητῶμεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
1232λέγῃ τις, ὅτι θὰ δείξῃ πεῖσμα, πρὸ πάντων ὁ ἀξιότιμος Πρό-
1233εδρος τῆς Κυβερνήσεως.
1234§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατὶ θὰ ἦμαι χειρότερος ἀπὸ σᾶς;
1235§134Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι ἔχετε θέσιν, ἡ ὁποία σᾶς ἐπι-
1236βάλλει περισσοτέραν εὐθύνην.
1237§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ σεῖς ἔχετε τοιαύτην θέσιν.
1238§136Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω θέσιν ἐγὼ, δὲν βαρύνει ἐπὶ
1239τῆς ῥάχεώς μου ἡ εὐθύνη.
1240§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδέποτε θὰ λάβω μαθήματα ἀπὸ σᾶς.
1241§138Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σᾶς δίδω μαθήματα, οὐδὲ δέ-
1242χομαι μαθήματα· λέγω μόνον, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς
1243Ἑλλάδος ἔχει περισσοτέραν εὐθύνην.
1244§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχει ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλά-
1245δος νὰ σᾶς δώσῃ λόγον, οὐδὲ μαθήματα νὰ λάβῃ ἀπὸ σᾶς.
1246§140Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἤθελον ἀκριβῶς νὰ παρατη-
1247ρήσω, ὅτι δὲν πρέπει διὰ πεισμάτων νὰ ἐργαζώμεθα ἐδῶ,
1248καὶ βλέπω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν παρεμποδίζοντα ἐμὲ νὰ
1249καταλήξω εἰς συμπέρασμα καὶ εἰς γνώμην ἀποκλείουσαν
1250ἀκριβῶς τὰ πείσματα. Τὰ πείσματα λοιπὸν νομίζω ὅτι δὲν
1251πρέπει νὰ μᾶς ἄγωσι. Δὲν πρέπει οὐδὲ ἡμεῖς νὰ θέλωμεν νὰ
1252πιέσωμεν τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ὁ κύ-
1253ριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέλῃ νὰ πιέσῃ ἡμᾶς. Τὸ
1254ζήτημα τῆς διακοπῆς, ὅπως οἱ Βουλευταὶ ἐκπληρώσωσι
1255μίαν ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπι-
1256βάλλεται. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ
1257κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπρότεινε, νὰ διακόπτωμεν
1258περὶ τὴν μεσημβρίαν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν 1½, νο-
1259μίζω ὅτι τὸ ζήτημα λύεται, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη περισσο-
1260τέρων συζητήσεων.
1261§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη
1262περισσοτέρων συζητήσεων. Παραδέχεσθε ἢ ὄχι τὴν πρότασιν
1263τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν;
1264§142Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία εἶναι ἡ πρότασις;
1265§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς συνεδριάσεως νὰ
1266καταναλίσκεται εἰς τὸν ἔλεγχον, καὶ τὸ δεύτερον εἰς τὴν
1267νομοθετικὴν ἐργασίαν.
1268§144Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν;
1269§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Δὲν ζητῶ παρ’ ὑμῶν παρα-
1270χωρήσεις. Ἀπ’ ἐναντίας παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἐξακολουθή-
1271σητε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖτε ἀπὸ δύο ἤδη μηνῶν
1272καὶ τὸ ὁποῖον τοσοῦτον δυσάρεστα ἔσχεν ἀποτελέσματα εἰς
1273τὴν ὑγείαν πολλῶν ἐξ ἡμῶν. Ἐξακολουθήσατέ το, διότι
1274ἔχετε δικαίωμα, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, νὰ τὸ
1275ἐξακολουθήσητε· ἀλλὰ δυνάμει τοῦ αὐτοῦ Κανονισμοῦ ἔχει
1276καὶ ἡ πλειονοψηφία τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰς ἐργασίας
1277τῆς Βουλῆς, ὅπως αὐτῇ φαίνεται πρέπον, ἡ δὲ πλειονοψη-
1278φία, δι’ ἐμοῦ διερμηνεύουσα τὰς ἰδέας της, δηλοῖ, ὅτι δὲν
1279θὰ γείνηται διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως πρὶν ἐξαντληθῶσιν
1280αἱ ἐπερωτήσεις. Ἐξακολουθήσατε, παρακαλῶ, τὸν ἔλεγχον.
1281§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἐμπρὸς τὰς ἐνστάσεις!
1282§147Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς
1283ὥρας ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἐσμὲν πάντες
1284σύμφωνοι. Καὶ ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ
1285προχθεσινῇ συνεδριάσει ἐπρότεινε τὴν δεκάτην ὥραν πρὸ με-
1286σημβρίας, πάντες εἴπομεν, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐνῷ
1287τοιαύτη συνωμολογήθη συμφωνία, καὶ συνετελέσθη σήμερον
1288ἀπαρτία τῇ συνδρομῇ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἦλθε στιγμή,
1289καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ πείσματος ἀδι-
1290καιολογήτου, ἐνῷ ἐδέχθη νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν
1291καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτὴν τὴν 2 ἢ τὴν 1 καὶ 30′ μετὰ
1292μεσημβρίαν, αἴφνης λέγει, ὅτι δὲν διακόπτομεν. Διατί;
1293Διότι ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδῶμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, νὰ
1294παραιτήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τοῦ ἐπερω-
1295τᾶν καὶ ἐλέγχειν, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπει τὴν διακοπὴν τῆς
1296συνεδριάσεως πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1297Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι λίαν ἀνώμαλον, εἶναι λίαν ἀντισυν-
1298ταγματικόν. Οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ὅτι Πρόεδρος
1299τῆς Κυβερνήσεως ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἤθελε ῥί-
1300ψει τοιαύτην πρότασιν, ἵνα παύσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ
1301τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν.
1302§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
1303Δὲν εἶπε τοῦτο.
1304§149Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶπε.
1305§150Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπε νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνε-
1306δρίασις μέχρις ὅτου τελειώσουν αἱ ἐπερωτήσεις.
1307§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐγένετο καὶ ἄλλοτε.
1308§152Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι
1309ἀπεριόριστον· ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἀσχάλλοντες καὶ
1310σπεύδοντες, λέγουσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν προβαίνει εἰς τὰς ἐρ-
1311γασίας της, διότι ἐπιθυμοῦσιν, ἵνα ἐν τρισὶ συνεδριάσεσι
1312λάβωσι τὰ νομοσχέδια καὶ μεταβῶσι νὰ καθήσωσιν ἥσυχοι
1313εἰς τὰ Ὑπουργεῖά των, ὅπως ἐξακολουθήσωσιν ἀνενοχλήτως
1314τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον καθιέρωσαν, ἀνατρέποντες πᾶν καλῶς
1315κείμενον, ἀνατρέποντες τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο
1316ἐπιθυμοῦσι νὰ μείνωσιν ἥσυχοι ἀπὸ τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
1317Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι
1318ἡ ἐφετεινὴ Σύνοδος ἔκαμεν ἐργασίαν μεγάλην καὶ ποικίλην.
1319Οὐδέποτε, κ. Πρόεδρε, παρουσιάσθη εἰς Σύνοδον Βουλευτι-
1320κὴν τοιαύτη σωρεία νομοσχεδίων, σύστημα ὁλόκληρον στρα-
1321τιωτικῆς νομοθεσίας, σύστημα ὁλόκληρον οἰκονομικόν. Καὶ
1322νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ νὰ διέλθωσι τοιαῦ-
1323τα νομοσχέδια ἄνευ συζητήσεως; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα αἱ ἐρ-
1324γασίαι τῆς Βουλῆς προώδευσαν. Ἄς ἀνατρέξωσιν οἱ κύριοι
1325Ὑπουργοὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα ἴδωσιν, ὅτι εἰς
1326τρίτην ἀνάγνωσιν ὑπάρχουσι 10 νομοσχέδια, νομοσχέδια τὰ
1327ὁποῖα πρώτην φορὰν εἶδεν ἡ Ἑλλάς. Διατὶ ἡ βία αὕτη; Δια-
1328τὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ βιάζονται, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι
1329πρόθυμος νὰ συντρέξῃ αὐτούς, ἐνασκοῦσα τὸ δικαίωμά της;
1330Τὸ Σύνταγμα, κύριε Πρόεδρε, τάσσει προθεσμίαν ἑξάμηνον
1331διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, μόλις δὲ τρεῖς μόνον μῆνες
1332ἔχουσι παρέλθει ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Οἱ
1333νομοθετήσαντες τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἦσαν,
1334νομίζω, καὶ ἐκεῖνοι ὅμοιοι μὲ ἡμᾶς. Ἡ 10 Ἰουνίου εἶ-
1335ναι ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἔχῃ πλέον δικαίωμα
1336ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ, διότι λήγει τὸ ἑξάμηνον διάστημα,
1337ὑπολογιζομένου τοῦ χρόνου ἐνάρξεως ἀπὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου.
1338Ἀλλὰ καίτοι τοιαύτας ἔχομεν ἐνδείξεις ἐργασίας καὶ ψηφί-
1339σεως νομοσχεδίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον πολλαὶ βελτιώσεις
1340τῇ ὑποδείξει τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, —καὶ ἂς μὴ λησμονῶ-
1341σιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι πολλάκις καὶ ἐν τῇ ἀπαρτίᾳ
1342καὶ ἐν τῇ ψηφίσει τῶν νομοσχεδίων συνέτρεξεν ἡ Ἀντιπο-
1343λίτευσις, ἐκπεφρασμένην ἔχουσα γνώμην, ἵνα συντρέξῃ νὰ
1344ψηφισθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ μετὰ συζή-
1345τησιν, —ἐν τούτοις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντι-
1346τάσσων, ὡς λέγει, πεῖσμα εἰς τὸ πεῖσμα, δηλοῖ, ὅτι δὲν
1347θὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως. Δηλαδὴ ὁ
1348κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτιμᾷ νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον
1349τὴν ὑγείαν ἡμῶν, καὶ νὰ μᾶς ἐξαναγκάσῃ νὰ ὑποστῶμεν τὸν
1350ἐξ ἀσιτίας θάνατον! Διότι ἐκεῖ, κύριε Πρόεδρε, θὰ κατα-
1351λήξῃ ἡ ἄνευ διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως παράτασις τῆς ἐρ-
1352γασίας τῆς Βουλῆς πέραν τῆς τρίτης ἢ τετάρτης ὥρας μετὰ
1353μεσημβρίαν.
1354§153Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ καθαρίσωμεν! Ὅσοι ζήσουν καὶ
1355ὅσοι δὲν ζήσουν!
1356§154Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται, Κύριοι, νὰ γεί-
1357νῃ διαγωνισμὸς σωματικῆς ἀντοχῆς, τότε βεβαίως καὶ ἐγὼ
1358θὰ διαγωνισθῶ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς φρόνιμον
1359τοῦτο.
1360Ἐν τέλει, κύριε Πρόεδρε, προτείνω, καὶ παρακαλῶ νὰ δε-
1361χθῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διακόψωμεν
1362τὴν ὥραν ταύτην, νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ
1363μεσημβρίαν, καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας, —
1364ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι δὲν πρόκειται νὰ εὕρωσιν ἐμπόδιον, διότι
1365μέχρι τοῦδε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀποδείξεις, ὅτι ἡ Ἀντι-
1366πολίτευσις εἶναι πρόθυμος καὶ εἰς τὴν ἀπαρτίαν νὰ συντε-
1367λέσῃ καὶ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων.
1368§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ πα-
1369ρελθόντος Σαββάτου ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ
1370μεταβολὴ τῶν ὡρῶν τῆς συνεδριάσεως, παρεκάλεσε δὲ τὴν
1371Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς
1372σήμερον ἄρχωνται τὴν δεκάτην ὥραν πρὸ μεσημβρίας. Συνη-
1373νέσαμεν προθύμως, προθυμότατα, εἰς τοῦτο. Ὅτε δ’ ἐγὼ εἶ-
1374πον, ὅτι θὰ γίνηται βεβαίως διακοπὴ τὴν μεσημβρίαν, ὁ
1375κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε: «σκεπτόμεθα περὶ τούτου
1376τὴν Δευτέραν.» Σήμερον, Δευτέραν, ὅτε ἦλθεν ἡ μεσημβρία,
1377παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὁρίσῃ, πόσην ὥραν θὰ
1378διακοπῇ ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι μία
1379ὥρα ἀρκεῖ· ὑπεδείχθη εἰς αὐτὸν, ὅτι μία ὥρα βεβαίως δὲν
1380εἶναι ἀρκετή, ὅπως μεταβῶμεν εἰς τοὺς οἴκους ἡμῶν, γευ-
1381ματίσωμεν καὶ ἐπιστρέψωμεν· διότι οὔτε οἱ ἠθοποιοὶ εἰς τὰ
1382θέατρα τρώγουσι μὲ τόσην ταχύτητα. Ἐδέχθη κατόπιν
1383ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὅπως ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς αὐξη-
1384θῇ εἰς μίαν ὥραν καὶ ἡμίσειαν. Ἐνῷ δὲ ἐδέχθη τοῦτο, ὁ
1385κ. Πρωθυπουργὸς ἠξίωσε νὰ λάβῃ ἀντάλλαγμά τι. Ποῖον
1386ἀντάλλαγμα ἐζήτησεν; Ἐζήτησε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν
1387ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνῷ ἦσαν ἐγγεγραμμένοι καὶ ἄλλοι νὰ
1388ὁμιλήσουν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
1389§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὐδείς.
1390§157Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ ἦσαν δύο ἢ τρεῖς ἐγ-
1391γεγραμμένοι, ἦσαν δὲ διατεθειμένοι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλή-
1392σουν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετεβλήθη καὶ εἰς Τειρεσίαν, καὶ
1393καθ’ ἣν ὥραν ὑπέγραφεν ὑπηρεσιακὰ ἔγγραφα, ἀντελήφθη,
1394ὅτι οὐδεὶς ἦτο διατεθειμένος νὰ ὁμιλήσῃ! Τοῦτο, νομίζω,
1395ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς εὐφυίας αὐτοῦ, ὁσονδήποτε εὐφυῆ
1396καὶ ἄν τὸν ἐκλάβω — καὶ εἶναι βεβαίως εὐφυέστατος ὁ ἀνήρ.
1397Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ ἀνταλλάγμα-
1398τος εἶναι ἀξίωσις ἀντικειμένη καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ
1399εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν λογικήν. Διατὶ τάχα
1400πρέπει μέχρι τῆς δωδεκάτης νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὸν ἔλεγ-
1401χον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων; Δυνατὸν καὶ τὴν ἑνδεκάτην
1402νὰ καταλήξωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα· ἐὰν δὲ αἱ ἐπερω-
1403τήσεις καταναλίσκωσι καιρόν τινα, τοῦτο εἶναι ἴσως κακὸν,
1404ἀλλ’ ἀναγκαιότατον. Ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
1405καὶ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον κατηναλώθη σήμερον, κατηνα-
1406λώθη οὐχὶ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατηναλώθη ὑπὸ Βου-
1407λευτοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν συμμαχοῦσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
1408μερίδα. Ἡμεῖς ἐντεῦθεν οὐδόλως εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ
1409χρόνου συνετελέσαμεν. Ὁ συμμαχῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν Βου-
1410λευτὴς κατήγγειλε πράξεις τῶν κυβερνητικῶν ὀργάνων. Εἰς
1411τί πταίομεν ἡμεῖς καὶ διατὶ τάχα θέλετε νὰ ἤμεθα ὑπαί-
1412τιοι ἡμεῖς διὰ τὰς ἐπερωτήσεις τῶν συμμαχούντων πρὸς τὴν
1413Κυβέρνησιν; Ἄν ἔχωμεν νὰ φέρωμεν ἐπερώτησιν οἱανδήποτε,
1414δὲν δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν αὐτῆς, καίτοι ἐπιθυμοῦμεν
1415νὰ φανῶμεν εὐχάριστοι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἔχο-
1416μεν καθῆκον νὰ καταγγέλλωμεν τὰς ὑπερβασίας τὰς διοικη-
1417τικάς· διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἀποκλειστικὸς ὅρος τῆς ὑπάρ-
1418ξεως τῆς Βουλῆς ταύτης εἶναι νὰ ψηφίζῃ φόρους καὶ πάλιν
1419φόρους· ἔχει καὶ ἄλλα καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ, καθήκοντα
1420ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων.
1421Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀφήσῃ κατὰ
1422μέρος τὰ προσωρινὰ πείσματα, τὰ ὁποῖα οὔτε εἰς τὸν χα-
1423ρακτῆρα αὐτοῦ τὸν γλυκὺν συνάδουν, οὔτε πρὸς τὴν ἄλλην
1424θέσιν τῆς Βουλῆς ἁρμόζουν, καὶ νὰ δεχθῇ νὰ διακόπτωμεν
1425τὴν μεσημβρίαν—ὅπως ἐπράττομεν πάντοτε εἰς τοιαύτας
1426περιστάσεις—ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, καὶ μετὰ τοῦτο
1427ἐπανερχόμενοι νὰ συνεχίζωμεν τὴν συνεδρίασιν. Μὲ τοῦτο δὲν
1428ζητοῦμέν τι ἔκτροπον, οὔτε ἀντισυνταγματικὸν ἢ παράνομον.
1429§158Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν γεννηθεῖσαν συζήτησιν προέβλεψα,
1430καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε προχθὲς τὴν πρό-
1431τασιν, ὅπως μεταβληθῶσιν αἱ ὧραι τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοι-
1432νοβουλίου, διὰ λακωνικωτάτης φράσεως ἠρώτησα, ἵνα προ-
1433λάβω σχετικὰς συζητήσεις. Δὲν ἐβράδυνε νὰ συμβῇ τοῦτο,
1434διότι εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς τῆς μετα-
1435βολῆς ταύτης ἀνεπτύχθη ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἠκούσα-
1436τε, καὶ δὲν ἔχασε καιρὸν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ἵνα
1437ὑποβάλῃ καὶ πάλιν, διὰ χιλιοστὴν ἴσως φοράν, τὰς σκέψεις
1438του περὶ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τοῦ δικαιώ-
1439ματος τοῦ ἐλέγχου.
1440Ἀλλὰ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῶ
1441περὶ τούτου. Τὸν λόγον ἐζήτησα διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν
1442Κυβέρνησιν, ἵνα ἐνδώσῃ νὰ διακόπτωνται αἱ ἐργασίαι τῆς
1443Βουλῆς ἀπὸ τῆς δωδεκάτης τῆς μεσημβρίας μέχρι τῆς 1 καὶ
144430′ μετὰ μεσημβρίαν. Διότι, ἐὰν δὲν δεχθῇ τοῦτο, ἐπιμέ-
1445νουσα νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, οὐδὲν θὰ κερ-
1446δίσῃ· διότι δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν οἱ θέλοντες νὰ συζη-
1447τήσωσι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας.
1448Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, τώρα, ὅτε ἡ
1449ἐποχὴ τῶν πεισμάτων παρῆλθε, νὰ δεχθῇ νὰ διακόπτηται
1450ἡ συνεδρίασις τὴν μεσημβρίαν ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν.
1451Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ ἐνδώσῃ εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα ὁ κύριος
1452Πρωθυπουργός.
1453§159Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν ὅ,τι τόσον εὐγλώττως ἐξέθεσεν ὁ
1454κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας δὲν ἦτο ἀκριβές, ἦτο εὔκολον νὰ
1455συνεννοηθῶμεν. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευ-
1456τὴς Εὐρυτανίας, εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν συ-
1457ζητήσεων καὶ παρακλήσεων καὶ ἐπικλήσεων τοῦ Συντάγμα-
1458τος καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐλέγχου ἐπιζητεῖται νὰ καλυ-
1459φθῇ ἡ κυρία πρόθεσις, τὴν ὁποίαν τόσον σαφῶς καὶ τόσον
1460ἐπιτυχῶς ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας. Διότι
1461ὅσοι παρηκολούθησαν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἀπὸ μακρῶν
1462ἐτῶν γνωρίζουσιν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε σήμερον
1463ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐγίνετο πάντοτε· καὶ ὅτε ἀκόμη ὁ πο-
1464λιτικὸς ἀνταγωνισμὸς εὑρίσκετο εἰς τὸ κορύφωμα αὐτοῦ,
1465πάντοτε οὕτως ἐγίνετο, ὁσάκις ἐπλησίαζον αἱ ἑορταὶ τοῦ
1466Πάσχα, διότι πάντοτε κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα συνέπιπτε
1467καὶ συμπίπτει νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή. Δὲν ὑπάρχει Σύνο-
1468δος ἐκ τῶν παλαιοτέρων, καθ’ ἣν κατὰ τὴν προσέγγισιν
1469τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ συνε-
1470δριάζῃ ἀπὸ τῆς ἐνάτης ἢ δεκάτης ὥρας πρὸ μεσημβρίας,
1471ὅπως ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἐξασκῆται καθ’
1472ὅλον τὸ διάστημα τὸ πρὸ μεσημβρίας, ὄχι ὡρισμένως μέχρι
1473τῆς δωδεκάτης, ἀλλὰ μέχρις οὗ ἐξαντληθῇ ὁ ἔλεγχος τῶν
1474κυβερνητικῶν πράξεων. Ἄλλοτε δὲ, ὅτε τοῦτο ἐγίνετο, ἐγί-
1475νετο ἐν μέτρῳ τοιούτῳ, ὥστε πάντοτε ἢ εἰς τὰς 12 ἢ τὴν
14761 μετὰ μεσημβρίαν εἶχε περατωθῆ ἡ συζήτησις, εἰσηρχό-
1477μεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ διεκόπτομεν, οὕτως
1478ὥστε ὅλον τὸν χρόνον τὸν ἀπογευματινὸν νὰ δυνάμεθα νὰ τὸν
1479διαθέτωμεν εἰς συζήτησιν τῶν νομοθετημάτων. Δὲν ἐγένετο
1480τοῦτο ἅπαξ, δὲν ἐγένετο δίς, δὲν ἐγένετο τρίς, ἐγένετο δεκά-
1481κις, εἰκοσάκις, ἐγίνετο πάντοτε. Καὶ ἀπορῶ, πῶς οἱ κύριοι
1482Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ τότε Βουλευταί, ἀπορῶ, πῶς
1483ἐξανίστανται κατὰ τοῦ τοιούτου μέτρου.
1484Ἐπιθυμεῖτε, Κύριοι, νὰ ἐργασθῶμεν εἰλικρινῶς καὶ νὰ
1485νοηθῶμεν; Ἄν τὸ ἐπιθυμῆτε, οὐδεμίαν δυσκολίαν πρέ-
1486πει νὰ ἔχητε νὰ ὑπαχθῆτε εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Βου-
1487λῆς. Ἐννοεῖτε νὰ παρατείνητε τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητι-
1488κῶν πράξεων μέχρι τῆς 2 μετὰ μεσημβρίαν; δὲν σημαίνει
1489τίποτε νὰ προγευματίσητε τότε. Ἀλλ’ ἂν ἐννοῆτε νὰ
1490παρατείνητε τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ἀπὸ τῆς 10 πρὸ μεσημ-
1491βρίας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, διὰ νὰ εἰσερχώμεθα τὸ μεσο-
1492νύκτιον πλέον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, βεβαίως τότε
1493δὲν ἐργάζεσθε, ὡς ἐργάζεσθε, ἢ δι’ ὃν λόγον ὁ κ. Βουλευ-
1494τῆς Εὐρυτανίας ἐξέθεσεν.
1495Οὐδεμία λοιπὸν δυσκολία ὑπάρχει πρὸς συνεννόησιν, ἀρ-
1496κεῖ νὰ ὑπάρχῃ καλὴ πίστις. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς τῶν Βου-
1497λευτῶν θ’ ἀνησυχήσῃ, ὅτι θέλει περιορισθῆ τὸ δικαίωμα
1498τοῦ ἐλέγχειν τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, ὅταν πρὸς τὸν ἔλεγ-
1499χον τοῦτον ἔχῃ πλήρη ἐλευθερίαν ἀπὸ τῆς ὥρας τῆς ἐνάρ-
1500ξεως τῆς συνεδριάσεως μέχρις οἱασδήποτε ὥρας θελήσῃ.
1501Ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν συνετι-
1502σθῶμεν πάντες, θὰ ἴδωμεν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερ-
1503νητικῶν πράξεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ πλέον τῶν
1504δύο ἢ τριῶν ὡρῶν, καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν κατὰ τὴν 1 τοὐλά-
1505χιστον ὥραν μετὰ μεσημβρίαν νὰ διακόπτηται ἡ συνεδρία-
1506σις, νὰ γευματίζωμεν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα διὰ νὰ ἐξακο-
1507λουθήσωμεν τὸ ἔργον μας.
1508Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος· καὶ ἂν ἔχητε ἐπιθυ-
1509μίαν νὰ ἐργασθῆτε καὶ νὰ συντρέξητε τὴν Κυβέρνησιν εἰς
1510τὸ ἔργον της, συζητοῦντες ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων αὐτῆς,
1511αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε·
1512πᾶσα ἄλλη λύσις, τὴν ὁποίαν προτείνετε, ὑποκρύπτει βε-
1513βαίως τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας
1514ἀπέδωκε πρὸς ὑμᾶς. Καὶ βεβαίως πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν θέ-
1515λει πᾶς τις ἀποδεχθῆ ὅτι ἐγένετο τοιαύτη πρότασις, ὅταν
1516παρατηρῆται τοιοῦτον πεῖσμα, ἀδικαιολόγητον πεῖσμα.
1517Μὴ ἐπικαλεῖσθε τὸ παρελθόν, διότι τὸ παρελθὸν ἀποδει-
1518κνύει, ὅτι ἡ μειονοψηφία καὶ ἡ πλειονοψηφία πάντοτε ἐπὶ
1519τοῦ θέματος τούτου ἤρχοντο εἰς συνεννόησιν, καὶ ὅτε ἀκό-
1520μη ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς εὑρίσκετο εἰς τὸ κορύφωμά
1521του. Δύνασθε νὰ ἐξακολουθήσητε, ἐφ’ ὅσας ὥρας θέλετε,
1522ἐλέγχοντες, ἀλλὰ πάντοτε ἡ διακοπὴ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ
1523μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων·
1524διότι, ἂν τοῦτο δὲν γείνῃ, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ὑμεῖς αὐτοί,
1525ὅταν παρέλθῃ τὸ πεῖσμα, θέλετε συναισθανθῆ, ὅτι καθῆκον
1526ἔχετε, τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων νὰ περιορί-
1527σητε ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος, διότι ὑπὲρ τὸν ἔλεγ-
1528χον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων κεῖται τὸ καθῆκον ὑμῶν νὰ
1529ἐργασθῆτε ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων συζητοῦντες, διότι τὰ
1530νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ὑπεβλή-
1531θησαν, καὶ περὶ ὧν πρόκειται συζήτησις, εἶναι σπουδαιό-
1532τατα νομοθετήματα, θίγοντα ἀμέσως ὄχι μόνον τὰ συμ-
1533φέροντα τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ ἐν γένει
1534Ἑλληνισμοῦ. Ὅταν ἐπιδιώκωμεν τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνω-
1535σιν τῆς χώρας, ὅταν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρόκηται νὰ
1536ἐπιβληθῶσι βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δικαιοῦμαι νὰ
1537παρατηρήσω ὑμῖν, ὅτι ταῦτα πάντα δέον νὰ θεωρηθῶσιν
1538ἄξια μείζονος ἐνδιαφέροντος ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Βου-
1539λῆς. Δυστυχῶς παρατηρῶ, ὅτι ἐλλείπει αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον
1540ἀπὸ ὑμᾶς. Ὑπεβλήθη τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, νομοσχέ-
1541διον τὸ ὁποῖον τείνει νὰ προστατεύσῃ τὸ κυριώτατον προϊὸν
1542τῆς Ἑλλάδος, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ σώσῃ
1543ἀπὸ τῆς δυστυχίας τὸν σταφιδικὸν πληθυσμόν. Ἀλλὰ διὰ
1544τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς ὑμῶν οὔτε στρατιωτικὸν νομο-
1545σχέδιον εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν οὔτε σταφιδικόν.
1546Ἂν λοιπὸν ἐπιθυμῆτε νὰ ἐργασθῶμεν, αὐτὴ εἶναι ἡ λύ-
1547σις, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀποδεχθῆτε, διότι ἄλλως δει-
1548κνύετε, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐργασθῆτε. Δύνασθε νὰ παρα-
1549λύσητε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι ἐπὶ τέλους ἡ πλειο-
1550νοψηφία σύγκειται ἀπὸ ἀνθρώπους, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν
1551οὗτοι νὰ ἦναι καρφωμένοι διαρκῶς ἐπὶ τῶν ἑδωλίων αὐτῶν.
1552Ὅταν ὑποβάλλητε ἐνστάσεις ἐπὶ ἐνστάσεων ἀπαρτίας, θὰ
1553ἔλθῃ μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦναι
1554ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ παραλύσητε
1555πᾶσαν συνεδρίασιν.
1556§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ παρά-
1557τασις τῆς συζητήσεως δὲν δικαιολογεῖται. Οὐδεὶς ὑπάρχει
1558λόγος, ὅπως συζητήσωμεν μέχρις ἑσπέρας ἐπὶ τοῦ ζητή-
1559ματος τῆς διακοπῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἡ
1560Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· οὐδεὶς ἀμφι-
1561σβητεῖ τοῦτο. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ-
1562το καθ’ ὃν τρόπον φρονεῖ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ χαρα-
1563κτηρίσω τὴν πολιτείαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· τοῦτο εἶναι
1564ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελέσουν οἱ ἐκλογεῖς· τὸ μέλλον δὲ
1565θὰ δείξῃ, ποίαν κρίσιν θὰ φέρῃ ὁ λαὸς ἐπὶ τῆς πορείας ἡμῶν,
1566καὶ ποίαν ἐπὶ τῆς πορείας ὑμῶν· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1567διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. Σήμερον ἐγεν-
1568νήθη ἓν ἁπλούστατον ζήτημα· ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζει,
1569ὅτι πρέπει νὰ διακόπτωμεν τὰς ἐργασίας μας πρὶν ἢ εἰσέλ-
1570θωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει
1571τὴν δεξιὰν) ἐπιμένει νὰ μὴ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν πρὶν
1572ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ
1573γνώμη τῆς πλειονοψηφίας πρέπει νὰ κατισχύσῃ, παρακαλῶ
1574τοὺς κυρίους Βουλευτάς, τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ λάβωσι τὸν
1575λόγον, νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν ἔλεγχον. Ὅταν οὐδεὶς πλέον
1576θὰ ὑπάρχῃ ἐγγεγραμμένος, ὅπως ἐπερωτήσῃ, πιστεύω ὅτι ὁ
1577κ. Πρόεδρος θὰ ἀναγγείλῃ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερη-
1578σίαν διάταξιν.
1579§161Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης
1580(δεικνύει τὴν δεξιὰν) εἶπον, ὅτι ἡμεῖς κωλυσιεργοῦμεν. Ἀλλὰ
1581καὶ ἐκ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων καὶ ἐκ τῆς σημερι-
1582νῆς ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ πτέρυξ ἐκείνη καταναλίσκει πολλὰς
1583ὥρας. Σήμερον ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ὁ κ. ἐκ Λαρίσης
1584Βουλευτὴς ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν δύο ὥρας ἐπὶ ζητήμα-
1585τος, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ αὐτήν, διότι
1586ἦτο σπουδαῖον. Ἂν λάβητε δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῆς
1587Βουλῆς, θέλετε πεισθῆ, ὅτι περισσότερον χρόνον καταναλί-
1588σκουσιν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης εἰς ἐπερωτήσεις, ἐνῷ δὲν
1589ἔπρεπε διόλου νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλήν· διότι, ἂν εἶχον
1590νὰ κάμωσι παραστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσι τὰς θύ-
1591ρας ἀνοικτὰς πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα, καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς πάν-
1592τοτε δύνανται νὰ εὑρίσκωσιν, ὅπως ἀπευθύνωσι πρὸς αὐτοὺς
1593τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχουν νὰ κάμουν, ἀντὶ νὰ
1594ἐπερωτῶσιν αὐτοὺς ἐν τῇ Βουλῇ καὶ καταναλίσκωσι τοσοῦ-
1595τον χρόνον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ κωλυ-
1596σιεργήσῃ...
1597§162ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Ἄ! ἄ! ἄ!
1598§163Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ὅταν ὁ κ. Πρό-
1599εδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ νὰ παρατείνωνται αἱ συνεδριά-
1600σεις μέχρι πρωΐας, βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔπρεπε νὰ
1601λάβῃ τὰ μέτρα της, διότι ὅλοι κατεπονήθημεν. Διὰ τοῦτο
1602εἴδετε ἀσθενοῦντα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
1603ἀσθενήσαντα τὸν Πρόεδρον, ἀσθενήσαντα τὸν ἀρχηγὸν τῆς
1604Ἀντιπολιτεύσεως. Λοιπὸν διατὶ νὰ ἔχῃ παράπονον ἡ πτέ-
1605ρυξ αὕτη, ὅτι κωλυσιεργεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις; Παρατηρή-
1606σατε τὰ πρακτικά, καὶ θὰ ἴδητε, ποῖοι ὡμίλησαν περισσό-
1607τερον. Προχθὲς ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο ὥρας ὁ κύ-
1608ριος Μπουφίδης. Σήμερον δίδει μαθήματα εὐπρεπείας καὶ
1609μαθήματα συνταγματικὰ πάλιν ὁ κύριος Μπουφίδης! Πόσον
1610χρόνον κατηνάλωσε προχθὲς, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι καλῶς
1611συνεστάθησαν τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ αἱ Νομαρχίαι, καὶ ὅτι
1612δὲν ἐπιβαρύνουν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐνῷ αὐτὸς εἶναι ἡ αἰ-
1613τία, καθὼς πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ βουλευτὴς Χαλκίδος κ. Βου-
1614δούρης, τῆς συστάσεως καὶ τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Νο-
1615μαρχιῶν; Εἶναι ἄδικον λοιπὸν νὰ κατηγορῆτε τὴν πτέρυγα
1616ταύτην, ὅτι κωλυσιεργεῖ...
1617§164ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Συκοφαντία! συκοφαντία!
1618§165Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί! ναί!
1619Πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος Μπουφίδης, ὅτι πρόκειν-
1620ται σπουδαῖα ζητήματα πρὸς συζήτησιν. Βεβαίως καὶ τὸ
1621σταφιδικὸν ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, ἀλλὰ παρὰ τοῦ
1622κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἠκούσαμεν νὰ μείνῃ αὐτὸ
1623παρέκει· δηλαδὴ ξώλαμπρα! Καὶ διὰ νὰ μείνῃ ξώλαμπρα,
1624γνωρίζομεν ποίαν τύχην θὰ λάβῃ. Ἐγὼ ἔλεγον ὄχι νὰ προ-
1625ηγηθῇ πάντων, ἀλλὰ νὰ ἐγγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ
1626ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως συζητηθῇ ταυτοχρόνως μετὰ τῶν
1627στρατιωτικῶν νομοσχεδίων· διότι, ἂν ἤθελε πεισθῇ ὁ λαὸς,
1628ὅτι πράγματι ἐνταῦθα ἀσχολούμεθα περὶ τῶν συμφερόντων
1629αὐτοῦ, προθυμότερον βεβαίως θὰ ὑπεβάλλετο εἰς πᾶν βάρος·
1630ἀφοῦ ὅμως ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ
1631οὐδεμίαν λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ, πῶς θέλετε νὰ
1632ἀνεχθῇ ὁ λαὸς τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἐπιβάλλομεν
1633διὰ τῶν νομοσχεδίων;
1634§166Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν ἡ
1635πτέρυξ ἐκείνη ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ πνεύματος εὐθυ-
1636δικίας καὶ ἄνευ προκαταλήψεως καὶ καλῇ τῇ πίστει ἐξε-
1637τάσῃ τὰς ἄχρι τοῦδε συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, θὰ εὕρῃ, ὅτι
1638δὲν ἁρμόζει νὰ ἀποδίδηται διάθεσις κωλυσιεργίας εἰς τὴν
1639Ἀντιπολίτευσιν, ὑπὸ τὸν τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται
1640εἰς αὐτήν...
1641§167ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἆ! ἆ! ἆ!
1642§168Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἂν ἦναι ἀληθῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέ-
1643γω, ὀφείλετε νὰ τὰ ἀποδεχθῆτε, καὶ νὰ μὴ κραυγάζητε
1644«ἆ! ἆ! ἆ!»
1645Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ἡμερη-
1646σία διάταξις δὲν δεικνύει, ὅτι ἐγένετο ἐργασία; Τὰ σπου-
1647δαιότερα τῶν νομοσχεδίων ἔχουν συζητηθῆ καὶ ψηφισθῆ εἰς
1648τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι τὸ ἑξῆς·
1649συνεζητήθησαν τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ συνεζητήθησαν δυστυ-
1650χῶς μονομερῶς, διότι εἰς τὰς συζητήσεις δὲν παρηκολούθη-
1651σεν ἡ Συμπολίτευσις. Ἀλλὰ τί μᾶς διδάσκουν αἱ συνεδριά-
1652σεις μέχρι τοῦδε; εἰς τὰς πλείστας τῶν συνεδριάσεων εἰσήλ-
1653θομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸ τῆς διακοπῆς· καὶ ἂν
1654δὲ εἴς τινας συνεδριάσεις δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν
1655διάταξιν πρὸ τῆς διακοπῆς, εἰσήλθομεν εἰς αὐτὴν εὐθὺς ὡς
1656ἐπανήλθομεν μετὰ τὴν διακοπήν. Δὲν πρέπει νὰ κρυπτώ-
1657μεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι
1658ὁσάκις ἐπανελαμβάνετο ἡ συνεδρίασις, οὐδέποτε ἦτο ἡ Βου-
1659λὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλ’ ἡμεῖς ποτὲ δὲν ἐπροτείναμεν ἀμέσως
1660ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δὲν
1661βλέπω δὲ τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ τὸ
1662πρᾶγμα, διατὶ νὰ μὴ ἀποφασίσωμεν νὰ διαιρέσωμεν κατὰ
1663τρόπον ἐπίσημον εἰς δύο τμήματα τὴν συνεδρίασιν. Διατὶ
1664δὲν δέχεσθε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προτείνομεν;
1665Ἐὰν ἴδητε, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα καλῆς πίστεως συζητη-
1666ταὶ, τότε βεβαίως δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὴν ἀπόφασιν.
1667Δὲν βλέπω διατὶ θέλετε νὰ μᾶς ἐξαναγκάσητε νὰ ὑποκύψω-
1668μεν, νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὰς ὑμετέρας ἰδέας. Φρονῶ λοι-
1669πὸν, ὅτι μὲ πνεῦμα γαλήνιον πρέπει νὰ λύωνται τὰ ζητή-
1670ματα αὐτὰ, καὶ οὐχὶ μὲ πεῖσμα καὶ θυμόν.
1671§169Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος
1672ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι
1673πᾶν ὅ,τι ἐνεργεῖται, πᾶν ὅ,τι λέγεται τὴν στιγμὴν ταύ-
1674την, ἐνεργεῖται καὶ λέγεται ἐκ πείσματος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέ-
1675ψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώ-
1676μην του, καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἀνέτρεψε τοὺς ὅρους, διότι
1677πᾶν ὅ,τι ἔλαβε χώραν πρὸ ὀλίγου, πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ
1678λέγονται ἐπὶ τόσην ἤδη ὥραν, δὲν προέρχονται ἐκ πείσματος
1679ἰδικοῦ μας, ἀλλ’ ἐκ πείσματος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς
1680Κυβερνήσεως, ὅστις μοὶ ἐνεθύμισε μὲ τὸ σημερινόν του πεῖ-
1681σμα τὸν παιδικόν μου βίον, μοὶ ἐνεθύμισεν, ὅτι, ὅταν ἐπή-
1682γαινα εἰς τὸ σχολεῖον, καὶ δὲν ἔκαμνα φρόνιμα, μοὶ ἔλε-
1683γεν ὁ διδάσκαλος: «θὰ σὲ ἀφήσω νηστικόν»! Ἀκριβῶς εἰς
1684τοῦτο κατέληξε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «ἢ
1685εἰσέρχεσθε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ ἄλλως σᾶς τι-
1686μωρῶ μὲ νηστείαν!» Τὸ τοιοῦτον φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
1687οὔτε ὀρθὸν εἶναι οὔτε ἀξιοπρεπές, οὔτε στηρίζεται ἐπὶ τῶν
1688κοινοβουλευτικῶν ἠθῶν.
1689Ὁμολογουμένως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1690ἔδειξε σήμερον πεῖσμα, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, ἣν
1691ἔχω πρὸς αὐτόν, δὲν δύναμαι νὰ μὴ παρατηρήσω, ὅτι πεῖ-
1692σμα μόνον ὑπηγόρευσε πάντα τὰ πρὸ ὀλίγου ὑπ’ αὐτοῦ λε-
1693χθέντα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς
1694μου, ὅπως τὸ ζήτημα διὰ σήμερον μείνῃ ἄλυτον, ἂν δηλαδὴ
1695πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὴν συνεδρίασιν εἰς τμῆμα, οὕτως εἰ-
1696πεῖν, ἐλέγχου καὶ εἰς τμῆμα νομοθετικόν. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος
1697εἶμαι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω πρὸ τῆς ἡμερησίας διατά-
1698ξεως, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόε-
1699δρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, νὰ δια-
1700κόψωμεν ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, νὰ μεταβῶμεν νὰ γευ-
1701ματίσωμεν, καὶ αὔριον ἀποφασίζομεν.
1702§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1703ταξιν, καὶ διακόπτομεν.
1704§171Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χωρὶς νὰ καθιερωθῇ ὡς προηγού-
1705μενον.
1706§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Δὲν ἀπεφασίσθη τοιοῦτον.
1707§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ. Εἰσήλ-
1708θομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θὰ διακόψωμεν, καὶ θὰ
1709ἐπανέλθωμεν τὴν τρίτην ὥραν. Εἶναι 1½.
1710§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χωρὶς νὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς προη-
1711γούμενον.
1712§175Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τὸ ζήτημα μένει ἄλυτον.
1713§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἄλυτον.
1714(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνε-
1715ται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 καὶ 30′ μ. μ., προεδρεύοντος
1716τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
1717§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους
1718ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
1719σμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ
1720ἔτους 1904.
1721Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
1722Παράρτημα, ἀριθ. 150).
1723Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πι-
1724στώσεως διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ 1904, ἴσης πρὸς τὸ ἓν
1725δωδεκατημόριον τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους
1726τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1727Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς αὐτῆς χρήσεως ζητου-
1728μένων πιστώσεων, καὶ περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν
1729ἐσόδων τοῦ Κράτους, τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν
1730καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς ἰδίας χρήσεως»
1731(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρ-
1732θρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
1733τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκγυμνάσεως τῶν
1734ἐφέδρων τοῦ 1899».
1735Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
1736§178Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΨΚΕʹ, περὶ
1737τοῦ ὁποίου πρόκειται, τί θὰ γείνῃ διὰ τοὺς κληρωτοὺς τοῦ
17381899, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ κληθῶσι καὶ οἱ ὁποῖοι εὑρί-
1739σκονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ; Διότι δι’ αὐτοὺς βεβαίως δὲν θὰ
1740ἰσχύσῃ ἡ τροπολογία περὶ τῶν 25 ἡμερῶν, τὴν ὁποίαν ὑπέ-
1741βαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
1742§179Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μένει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος. Δὲν ἐγείρεται
1743συζήτησις περὶ αὐτοῦ.
1744§180Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ τροποποιου-
1745μένου, οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντες, καλούμενοι εἰς τὰ
1746γυμνάσια, ὀφείλουσι νὰ προσέλθωσιν, ὁποτεδήποτε καὶ ἂν
1747ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐντὸς 20 ἡμερῶν, ἄλλως, νομί-
1748ζω, ὑποβάλλονται, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ
1749νόμου περὶ ἐφεδρείας, εἰς τὰς ποινὰς τῶν ἀνυποτάκτων κλη-
1750ρωτῶν. Νομίζω, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ τοῦ 1884 ὑπάρχει
1751μεγάλη ἀτέλεια, διότι δὲν καθορίζεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν
1752βεβαιοῦται ὁ χρόνος τῆς ἐπανόδου αὐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα·
1753καλὸν δὲ θὰ ἦτο, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς προτεινομένης τροπο-
1754ποιήσεως, νὰ ἐπήρχετο βελτίωσις τῆς διατάξεως ἐκείνης,
1755καθοριζομένου, ὅτι ὁ χρόνος τῆς ἐπανόδου αὐτῶν βεβαιοῦται
1756διὰ πιστοποιητικοῦ τοῦ οἰκείου δημάρχου καὶ τῆς προξενι-
1757κῆς ἀρχῆς.
1758§181Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἔχετε πεποίθησιν εἰς τοὺς δη-
1759μάρχους;
1760§182Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἂς βεβαιῶσι τοῦτο αἱ κατὰ τόπους
1761προξενικαὶ ἀρχαί.
1762Δυστυχῶς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου· ἐπει-
1763δὴ ὅμως ἔχετε μίαν προθεσμίαν 25 ἡμερῶν, δύνασθε νὰ σκε-
1764φθῆτε περὶ τῆς συστάσεώς μου ταύτης.
1765§183Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1766κῶν). Ἐγὼ δὲν ἔθιξα ἄλλο ζήτημα, ἀλλ’ ἁπλῶς τὸ ἄρθρον
176797 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, καὶ ἐπρότεινα νὰ ἔχῃ δι-
1768καίωμα ὁ Ὑπουργὸς, ἀντὶ πρὸ 40 ἡμερῶν, νὰ καλῇ πρὸ 25
1769ἡμερῶν τοὺς ἐφέδρους εἰς τὰ γυμνάσια.
1770§184Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ
1771περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων ἐφέδρων.
1772§185Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Περὶ τούτων ὁρίζεται, ὅτι, εὐθὺς
1773ὡς ἐπανακάμψωσιν, ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκτελέσωσιν ἀσκήσεις
1774ἐφ’ ὅσας ἡμέρας ἀπουσίαζον ἐκ τῶν ἀσκήσεων. Μένει ἐν
1775ἰσχύϊ ἡ διάταξις αὕτη.
1776§186Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι δὲν διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ,
1777ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου
1778τούτου, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀτέλειά τις τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὡς
1779πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντας, καλὸν θὰ ἦτο, εἰ
1780δυνατόν, νὰ διορθωθῇ ἡ ἀτέλεια αὕτη τοῦ νόμου.
1781§187Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1782κῶν). Ἀλλ’ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ὁ σκοπός μου δὲν
1783ἦτο νὰ φέρω τροποποίησιν τοῦ νόμου.
1784§188Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐξην-
1785τλημένον, καὶ δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ αὐτοῦ.
1786Ἀπλῶς θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι εἶμαι
1787καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα κατὰ τοῦ νομοσχε-
1788δίου τούτου.
1789Καθ’ ἣν στιγμὴν ἅπαντα τὰ Κράτη προσπαθοῦσι νὰ
1790καταρτίσωσι στρατιωτικῶς τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν, τὰς συνο-
1791ρευούσας πρὸς τὰ ὅμορα ἐκείνων Κράτη, καθ’ ἣν στιγμὴν
1792ἡ Ἀγγλία ἐν Ἰνδίαις μὲ 75,000 στρατοῦ κατορθοῖ νὰ
1793φρουρῇ ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν τῶν Ἰνδιῶν, ν’ ἀντιτάσ-
1794σηται δὲ καὶ κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν, νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς
1795ἔπρεπε νὰ φροντίζωμεν νὰ ἔχωμεν ἐξησκημένους τοὺς στρα-
1796τιώτας τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν, τόσον τῆς Θεσσαλίας, ὅσον
1797καὶ τῆς Ἠπείρου, καὶ νὰ μὴ ἐξαιρῶμεν τῶν ἀσκήσεων τοὺς
1798ἐφέδρους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ὡς πράττομεν διὰ τοῦ ὑπὸ
1799συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου προσκαλεῖται ἡ ἡλι-
1800κία τοῦ 1899.
1801Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσκληθῇ ἡ ἡλικία,
1802τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καλέσωμεν διὰ τοῦ ψηφιζομένου νο-
1803μοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο θέλω καταψηφίσει αὐτοῦ.
1804(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ
1805σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
1806§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
1807τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου εἰσ-
1808αγωγῆς.»
1809Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1810§190Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ καὶ διάφορα, Κύριοι, ἐλέ-
1811χθησαν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, ἵνα οὕτως ἐκφρασθῶ, τοῦ νομοσχε-
1812δίου περὶ αὐξήσεώς τινος τῶν τελωνιακῶν δασμῶν. Ἐλέ-
1813χθησαν πολλὰ, καὶ πολιτικὰ καὶ οἰκονομολογικὰ καὶ στρα-
1814τιωτικὰ, διότι κατὰ τὴν θεωρίαν μάλιστα τῶν σχετικῶν,
1815ἣν τόσον ἐπιτυχῶς ἐχαρακτήρισεν ἄλλοτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ
1816κ. Πρωθυπουργὸς, τὰ πάντα ἠδύναντο νὰ σχετισθῶσι.
1817Δὲν λησμονοῦμεν βεβαίως τὴν σύντομον τοῦ νομοσχεδίου
1818ἱστορίαν. Παρίσταται μὲν τὸ νομοσχέδιον ὡς καθαρῶς οἰκο-
1819νομικὸν, ἀλλ’ οὐδεὶς λησμονεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐμ-
1820μέσως σχετίζεται μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς
1821Ἀμύνης. Δὲν ἔχει ἄμεσον τὴν σχέσιν, ἔχει τὴν σχέσιν ἔμ-
1822μεσον, διότι ἐπῆλθε πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ
1823νόμος περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἤθελε παραγάγει ἀμέ-
1824σως ἐπὶ τῶν γενικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἔπρεπεν
1825ἀμέσως νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναπλήρωσις αὕτη, ἵνα καταδειχθῇ,
1826ὅτι, προμηθεύοντες πόρους εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς
1827Ἀμύνης ἐκ τῶν γενικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, προνοοῦμεν νὰ
1828μὴ δημιουργήσωμεν κενόν τι εἰς αὐτά· καὶ διὰ νὰ καταδεί-
1829ξωμεν, ὅτι σπουδάζομεν, νομοθετοῦντες περὶ Ταμείου Ἐθνι-
1830κῆς Ἀμύνης, ἔπρεπεν ἑτοίμως καὶ ἀμέσως νὰ καταδείξωμεν,
1831ὅτι ἔχομεν τὸν πόρον, ὅστις θ’ ἀναπληρώσῃ τὸ κενόν. Ἐὰν
1832τοῦτο δὲν κατεδεικνύετο, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅπως ἤδη
1833ἔχει, δὲν συνήπτετο, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
1834πρὸς τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ σχετικά, θὰ ὑπετίθετο, ὅτι
1835δὲν σπουδαιολογοῦμεν, ψηφίζοντες τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς
1836Ἀμύνης. Ἀλλ’ ἀφοῦ πολλὰ καὶ διάφορα ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ
1837νομοσχεδίου τούτου, ἀφοῦ, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπηται ἡ ἔκφρασις,
1838ἀτμοὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐπυκνώθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
1839κατὰ τὰς σχετικὰς συζητήσεις, ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους οἱ ἀτμοὶ
1840οὗτοι ν’ ἀποκρυσταλλωθῶσιν εἰς πορίσματα, καὶ ὡρισμένας
1841γνώμας καὶ συστήματα, ὑποστηριζόμενα παρ’ ἑκατέρας τῶν
1842πτερύγων. Καὶ τελευταῖον ἀληθῶς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
1843ὅτι κατεφάνησαν τὰ δύο συστήματα. Καὶ ἰδοὺ, ὅτι ἐκ μὲν
1844τῆς μιᾶς τῶν πτερύγων παρίσταται ἀποκρουόμενον τὸ νο-
1845μοσχέδιον τοῦτο, τὸ μὲν ὡς ἐπιβαρῦνον τὸν πτωχὸν λαὸν, τὸ
1846δὲ λόγῳ ὅτι αἱ οἰκονομίαι δύνανται ν’ ἀναπληρώσωσιν αὐ-
1847τὸ, ἐκ δὲ τῆς ἄλλης πτέρυγος, χωρὶς νὰ ἀποκρούηται ἡ ἰδέα
1848τῶν οἰκονομιῶν κατ’ ἀρχήν, ὑποστηρίζεται, ὅτι τὸ νομοσχέ-
1849διον τοῦτο εἶναι, τά γε νῦν ἔχον, ἀπαραίτητον. Ἀλλ’ ἡ πτέ-
1850ρυξ ἡ κατακρίνουσα τὸ νομοσχέδιον κατεδίκαζε τοὺς προτεί-
1851νοντας αὐτὸ πρὸ παντὸς ἄλλου καὶ διότι ἔτεινον ἀμέσως εἰς
1852τὰ ἀκοπώτερα καὶ τὰ προχειρότερα, καὶ παρέστησεν, ὅτι
1853βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν οἰ-
1854κονομικὴν ἐφεύρεσιν παρέστησε, προχείρως αὐξήσας τὰ τε-
1855λωνιακὰ τέλη, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν τείνουσι παντάπασιν εἰς τὰ
1856ἀκοπώτερα καὶ προχειρότερα. Αὐτοὶ, φαίνεται, ἐφιλοτιμή-
1857θησαν νὰ εὕρωσι τὰ δυσχερέστερα, νὰ ἐπινοήσωσι χάριν τοῦ
1858λαοῦ τὰ μεγαλείτερα, τὰ δυσκολώτερα. Προκειμένου λοιπὸν
1859περὶ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν, κατέδειξαν πόσον ἐκο-
1860πίασαν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἵνα ἐπινοήσωσι γεν-
1861ναίας οἰκονομίας, καὶ τελεσθῇ οὕτως ἡ ἐθνικὴ παρασκευή.
1862Ἐπεχείρησαν μίαν διαγραφὴν ἐξόδων, τῶν ἐξόδων ὅμως ἐκεί-
1863νων μόνον, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα
1864καὶ τὰς νέας Νομαρχίας. Ἀπὸ ἱκανοῦ ἤδη χρόνου ἀδιακό-
1865πως προκαλοῦνται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ μᾶς εἴπωσιν,
1866ἢ ἐπὶ τέλους προχείρως νὰ ὑποδείξωσι, ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι,
1867ἃς ἐπαγγέλλονται, αἱ μεγάλαι οἰκονομίαι, διὰ τῶν ὁποίων
1868θὰ πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας, περὶ ὧν πρόκειται. Καὶ ὑ-
1869μεῖς πάντες ἀκούετε καὶ ἀναγινώσκετε εἰς τὰς ἐφημερί-
1870δας, ὅτι ἀπὸ τῶν ἐξωστῶν ἀπηγγέλθησαν λόγοι περὶ οἰκο-
1871νομιῶν πέντε, ἕξ, ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
1872Ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ φαίνεται ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ λέγων-
1873ται ταῦτα, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ
1874τάχιστα ἀποφασίζουσα νὰ πραγματοποιήσῃ ταύτας τὰς οἰ-
1875κονομίας, ἂν ἦναι δυναταί.
1876Ταῦτα λέγων, Κύριοι, ὄχι μόνον δὲν ἀποκρούω τὴν ἰδέαν
1877τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας εἶμαι ἔνθερμος συνήγορος
1878τῆς ἰδέας ταύτης.
1879§191Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰς πραγματοποιεῖτε
1880ὅμως. Περὶ τούτου πρόκειται.
1881§192Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἔνθερμος συνήγορος τῆς
1882ἰδέας ταύτης καὶ σήμερον, ὅπως ὑπῆρξα καὶ ἄλλοτε. Καὶ
1883ἀναπολῶ, Κύριοι, τί ἐπράξαμεν ἄλλοτε, πρὸ εἰκοσαετίας
1884καὶ πλέον, ἡγουμένου τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Δὲν ἐλέ-
1885γομεν τότε περὶ οἰκονομιῶν γενικῶς καὶ ἀορίστως, ἀλλὰ
1886παρεσκευάσαμεν συγκεκριμένας ταύτας, καὶ κατὰ τὴν συ-
1887ζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον καὶ ἐδά-
1888φιον πρὸς ἐδάφιον, ἐπροτείναμεν συγχρόνως τὰς οἰκονομίας.
1889Σήμερον ὅλοι ἀναφέρομεν τὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ δὲν βλέπω
1890νὰ προτείνωμεν συγκεκριμένως, ποίας οἰκονομίας. Οἰκονο-
1891μίας λέγουσιν οἱ μὲν, οἰκονομίας λέγουσιν οἱ δέ· καὶ οἱ μὲν
1892ἀποκρούοντες κατ’ ἀρχὴν τὰς οἰκονομίας δίδουσιν ὁπωσδή-
1893ποτε καὶ δείγματά τινα, ὅτι ἐπιχειροῦσι τοιαύτας· ἀλλ’
1894οἱ προτείνοντες ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῶν φορολογικῶν νομο-
1895σχεδίων τὰς οἰκονομίας εἶπον ἆρά γε ὡρισμένον τι μέχρι
1896τοῦδε;
1897§193Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς ἔλθῃ τὸ ζήτημα.
1898§194Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε «ἂς ἔλθῃ τὸ ζήτημα»·
1899ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι αὐτὸ εἶναι σύστημα, δὲν θέλω νὰ
1900εἴπω προφάσεων, ἀλλὰ σύστημα παρελκύσεων. Διότι, περὶ
1901τίνων ἆρά γε οἰκονομιῶν πρόκειται; Πρόκειται περὶ ἀλλα-
1902γῆς συστήματος διοικήσεως, ἢ περὶ μεταβολῶν ῥιζικῶν;
1903§195Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε αὐτὸ εἶναι.
1904§196Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ πρόκειται ν’ ἀποκόψητε ὡρι-
1905σμένας δαπάνας, τὰς ὁποίας θεωρεῖτε ἀχρήστους, ἐκ τοῦ
1906Προϋπολογισμοῦ; Καὶ θέλετε νὰ πιστεύσω, ὅτι ὑμεῖς, οἱ
1907πολύπειροι ἄνδρες, ὑμεῖς, οἱ τοσάκις διαχειρισθέντες τὰ
1908κοινὰ, οἱ γνωρίζοντες τὸν Προϋπολογισμὸν ἄρθρον πρὸς ἄρ-
1909θρον, καὶ δυνάμενοι ν’ ἀπαγγείλητε αὐτὸν ἐκ στήθους ἀπὸ
1910τοῦ βήματος, ὅτι ὑμεῖς εἶσθε εἰς ἀνεπάρκειαν νὰ προτείνη-
1911τε δείγματά τινα τοὐλάχιστον οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἀο-
1912ρίστως ἐπαγγέλλεσθε εἰς τὸν λαόν; Ἐν τούτοις ἰδοὺ ἦλθεν
1913ὁ καιρὸς διὰ σᾶς νὰ ὑποβάλητε οἰκονομίαν, ἀλλὰ μόνην τὴν
1914τῆς καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων, διότι ἡ οἰκονομία αὕ-
1915τη συνδέεται μὲ ἄλλο τι, μὲ τὴν κατάκρισιν τῶν ἀντιθέτων
1916ὑμῶν· διότι, ἐὰν ἠθέλετε ἄλλας οἰκονομίας νὰ προβάλητε,
1917θὰ κατεδικάζετε καὶ τὸν ἑαυτόν σας, διότι, καίτοι διεχειρί-
1918σθητε τὰ κοινά, δὲν μετεχειρίσθητε τὰς οἰκονομίας ἐκείνας,
1919ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀνταγωνισμοῦ κομμάτων, εὑρί-
1920σκετε πρόχειρον τὴν κατάργησιν τῶν Πρωτοδικείων, διὰ νὰ
1921καταδείξητε, ὅτι οἱ ἀντίθετοι, προσθέσαντες μόνην ταύτην
1922τὴν δαπάνην, προέβησαν εἰς σπατάλην. Διὰ τοῦτο, προ-
1923κειμένου περὶ τῶν δύο ἀντιθέτων συστημάτων, δὲν ἔχετε νὰ
1924προτείνητε ἄλλο, εἰμὴ νὰ συνεισφέρῃ ἡ Εὐρυτανία, ὅπως ἐκ
1925τῆς Εὐρυτανίας παρασκευασθῇ τὸ Κράτος πρὸς πόλεμον!
1926§197Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν Εὐρυτανίαν θὰ περι-
1927μένωμεν;
1928§198Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ὅτι σή-
1929μερον ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀναζητῆται μόνον εἰς τίνας συν-
1930οικίας τῶν Ἀθηνῶν, οὔτε ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
1931ἀποτελεῖται καὶ ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐ-
1932δαμῶς βεβαίως σκοτίζονται διὰ τοὺς φόρους, ἀλλ’ εἶναι ἕτοι-
1933μοι μόνον νὰ διαταράττωσι τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν ταῖς ὁδοῖς
1934τῶν Ἀθηνῶν. Σεῖς βεβαίως δὲν καταδέχεσθε νὰ σκεφθῆτε
1935περὶ Εὐρυτανίας· δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τῆς Εὐρυτανίας,
1936ἀλλὰ πρόκειται νὰ σκεπτώμεθα, ὅτι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς
1937δὲν εὑρίσκεται μόνον εἴς τινας στενωποὺς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’
1938εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους.
1939§199Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λαὸς ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν
1940τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐξ ἴσου Ἑλληνικὸς λαός.
1941§200Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι ἡ Εὐρυτανία
1942δὲν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν διὰ τὰ ἐπαρχιακά της· εἶσθε
1943μάρτυρες πάντες, ἂν κατεδέχθησάν ποτε οἱ ἐξ Εὐρυτανίας
1944ἀντιπρόσωποι ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν διὰ τὰ ἐπαρ-
1945χιακά των ἢ τὰ προσωπικά των;
1946§201Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μόνον, ὅταν πρόκηται περὶ καταρ-
1947γήσεως τοῦ Πρωτοδικείου των, μᾶς ἀπασχολεῖτε, ὅπως καὶ
1948τώρα.
1949§202Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς βεβαίως ἀδιαφορεῖτε, ὅταν
1950δὲν πρόκηται περὶ τῶν ἐν ταῖς ὁδοῖς τῶν Ἀθηνῶν φωνα-
1951σκούντων συμπολιτῶν σας. Μήπως ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα πολ-
1952λοὶ ἐξ Εὐρυτανίας ἢ ἐκ Γυθείου νὰ μᾶς ἀποδοκιμάσουν; Μή-
1953πως ὑπάρχουσιν ἐξ Εὐρυτανίας ἄνθρωποι, τρέχοντες εἰς τὰς
1954ὁδοὺς ἐνταῦθα, ἵνα μᾶς χειροκροτῶσι καὶ μᾶς παριστῶσιν
1955ὡς φιλολάους καὶ φιλοπάτριδας;
1956Δὲν ἔχομεν, φαίνεται, ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν
1957ἀποκέντρων ἐπαρχιῶν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι μεγάλαι.
1958Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων,
1959οἱ ὁποῖοι, μένοντες ἄνευ ἐργασίας, περιμένουσιν ἴσως ἔξω τοῦ
1960Βουλευτηρίου, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνυπομονοῦσι πότε θὰ ἔλθῃ ἡ
1961εὐκαιρία, ἵνα τραφῶσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κρά-
1962τους. Διὰ τοῦτο ἀνέφερα τὴν Εὐρυτανίαν, διότι δὲν ἀνήκει
1963εἰς τὸν λαὸν τὸν φωνασκοῦντα, ἀνήκει εἰς τὸν λαὸν τὸν ἐρ-
1964γαζόμενον καὶ μὴ φωνάζοντα. Καὶ σᾶς ἔχω καλοὺς νὰ σκέ-
1965πτησθε περὶ ἐκείνου τοῦ λαοῦ, τοῦ μὴ φωνάζοντος, τοῦ ἐρ-
1966γαζομένου. Καὶ οἱ Εὐρυτᾶνες ἐργάζονται ἐν τῷ Κράτει, ἐρ-
1967γάζονται δὲ καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἐκεῖ ἰδίως, ὅπου οἱ Εὐρυ-
1968τᾶνες συνήθισαν νὰ θεωρῶσιν, ὅτι εἶναι τὸ ὄνειρον παντὸς
1969Ἕλληνος. Οἱ Εὐρυτᾶνες, καὶ στενοχωρούμενοι, καὶ εἰς τό-
1970πον φυσικῶς ἄγονον ἢ δυσμενῆ διαβιοῦντες, δὲν ἐκπατρίζον-
1971ται εἰς τὴν Ἀμερικήν, μεταβαίνουσι συνήθως εἰς τὴν Κων-
1972σταντινούπολιν, διότι ὁ Εὐρυτὰν ἀπὸ τῆς βρεφικῆς του ἡλι-
1973κίας λικνίζεται μὲ τὸ ὄνειρον, ὅτι καὶ ἡ πρωτεύουσα τοῦ
1974Ἑλληνισμοῦ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐκεῖ, ἔνθα πρὸς ἐργασίαν
1975μεταβαίνει, ὅταν ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλλῃ. Ἀλλ’ ἂς ἀφή-
1976σωμεν ταῦτα.
1977Παρέστησαν, ὅτι διὰ τῆς μικρᾶς αὐξήσεως τῶν εἰσαγω-
1978γικῶν τελῶν ἐπιβαρύνεται ὁ πτωχὸς λαός. Ἐὰν ἐπρόκειτο,
1979Κύριοι, νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον
1980χρήζει μεταρρυθμίσεως, θὰ ἤμην προθυμότατος νὰ συμφω-
1981νήσω μετ’ αὐτῶν...
1982§203Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπομεν.
1983§204Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ εἴπετε, ἔχοντες πλη-
1984σίον ὑμῶν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις σᾶς εἶπεν,
1985ὅτι ἀσχολεῖται καὶ παρασκευάζει τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ
1986δασμολογίου.
1987§205Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὴν φέρῃ λοιπόν.
1988§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1989§207Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτη-
1990τε, διότι εἴδετε, ὅτι αἱ διακοπαὶ δὲν σᾶς φέρουσι κέρδος.
1991Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἔχει καὶ ἐξ
1992ἄλλης ἀφορμῆς ἀποδεικνυόμενον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκο-
1993λουθεῖ. Προκειμένου περὶ παρασκευῆς τοῦ ἔθνους, σᾶς λέγει:
1994«διατὶ νὰ βιαζώμεθα;» Οἱ κατακρίνοντες λοιπὸν τοὺς ἀπρα-
1995κτήσαντας κατ’ αὐτοὺς πρότερον καὶ πρὸ ἐτῶν ἀκόμη, διότι
1996δὲν ἔσπευσαν, κατακρίνουσι σήμερον αὐτοὺς τοὺς ἰδίους διατὶ
1997σπεύδουσι, διατὶ δὲν ἀναβάλλουσι!
1998Σήμερον ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς σᾶς λέγει: «ἀνα-
1999στείλατε πᾶσαν παρασκευὴν πολεμικὴν, ἕως οὗ μελετήσω-
2000μεν τὸ δασμολόγιον, ἵνα φέρωμεν ῥιζικὰς μεταρρυθμίσεις.»
2001Ἀλλὰ χρήζει ἆρά γε τὸ δασμολόγιον μεταβολῆς ἁπλῆς,
2002πρὸς ἀνακούφισιν βαρῶν, ἐπιτεθειμένων, ὡς λέγεται, ἐπὶ τοῦ
2003πτωχοῦ λαοῦ, φορολογίας δηλαδὴ ἀντικειμένων τῆς ἀπολύ-
2004του ἀνάγκης; Ἐγὼ, Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐθαύμασα
2005τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον καὶ φίλον μου κ. Ζυ-
2006γομαλᾶν διὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ ἀναγκῶν ἀπο-
2007λύτων τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ὅτε εἶδον ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ
2008τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μετα-
2009χειρίζεται κατὰ τὸν κ. συνάδελφον ὁ πτωχὸς αὐτὸς λαός.
2010Κατόπιν τῆς ἀπαριθμήσεως αὐτῆς ἐπιλέγει: «Ἐν γένει φο-
2011ρολογεῖται πᾶν ἀντικείμενον, οὗτινος ποιεῖται χρῆσιν ὁ πτω-
2012χὸς λαός». Καὶ ὁποῖά τινα τὰ ἀπαριθμηθέντα; Ἀκούσα-
2013τε: «Κρέατα (τὰ ἔξωθεν, ἐννοεῖται, πάντα), ἁλίπαστοι
2014ἰχθῦς, βακαλάος, τσῖροι, σκόμβροι κλπ.» Ἀλλὰ «καὶ βού-
2015τυρον, τυρός, ἔβενος, χουρμάδες κλπ. κλπ.» Ὁ πολὺς καὶ
2016πενόμενος Ἑλληνικὸς λαὸς μεταχειρίζεται τὸν τυρόν· ποῖον;
2017τὸν Εὐρωπαϊκόν! (ἱλαρότης).
2018§208Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ κασέρι ἢ κασκαβάλι καὶ τὸ του-
2019λουμίσιο, τὸ ἐκ Τουρκίας εἰσαγόμενον.
2020§209Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θέλετε λοιπὸν νὰ διευκολύ-
2021νητε τὴν εἰς Ἀθήνας εἰσαγωγὴν τῶν τυρίων τῆς Τουρκίας
2022ἢ ἄλλων χωρῶν; Τὸ κασέρι τὸ ἐξωτερικὸν πληρώνει νομίζω,
202340 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν δασμὸν τελωνιακὸν, τὰ ἄλλα τὰ τυριὰ,
2024τῆς Λωρραίνης, Ροκφὼρ κλπ., πληρώνουσι μιάμιση δραχμήν.
2025Ὁ πτωχὸς λοιπὸν λαὸς τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου
2026βαρύνεται διὰ τοῦ δασμολογίου, ὡς φαίνεται, διότι τρέφε-
2027ται μὲ τυρὶ Ροκφὼρ, μὲ τυρὶ Λωρραίνης, μὲ τυρὶ Γοργοτζό-
2028λα, μὲ τυρὶ Δανικὸν κλπ. κλπ. Φαντάζομαι, ἂν ὁ πτωχὸς
2029λαὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου δὲν δύναται νὰ
2030τρέφηται ἢ μὲ τυρὶ Ροκφὼρ, φαντάζομαι, ὁ ἴδιος ὁ κύριος
2031συνάδελφος, τί τυρὶ μεταχειρίζεται (γέλωτες).
2032Καὶ σκεπτόμενος περὶ αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ ὁ κ. Ζυ-
2033γομαλᾶς, δὲν σκέπτεται, ὅτι ὑπάρχει καὶ κἄποιος ἄλλος
2034πτωχὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐν Ἑλλάδι κατασκευάζει τυρί, καὶ
2035ὅτι αὐτὸς ὁ πτωχὸς λαὸς δὲν θὰ ἐνοχληθῇ, ἂν φορολογηθῇ
2036τὸ Ροκφὼρ, καὶ δὲν θὰ πάθῃ τίποτε, ἀλλὰ θὰ ὠφεληθῇ, ἐν-
2037νοεῖται,—ἐγὼ προβαίνω καὶ περαιτέρω —δὲν θὰ πάθῃ οὐδ’
2038αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ζυγομαλᾶς, ἐὰν ἀναγκα-
2039σθῇ νὰ γευθῇ ὀλίγου τυροῦ τοῦ Παρνασσοῦ, ἢ καὶ αὐτοῦ τῆς
2040Εὐρυτανίας, δὲν θὰ πάθῃ τίποτε ἐκ τούτου, διότι θεωρῶ
2041τὸν κ. Ζυγομαλᾶν ἀρκετὰ πρακτικὸν καὶ μὴ θυσιάζοντα
2042τὴν γεῦσιν τὴν καλὴν εἰς φαντασιοπληξίας, μὴ θέλοντα νὰ
2043ἐπιδείξῃ, ὅτι τρώγει τυρὸν Ροκφώρ· θὰ προσέξῃ ποῖος εἶναι
2044ὁ νοστιμώτερος τυρός, καὶ ἑπομένως δὲν ἠξεύρω, ἂν πρὸς
2045τοῦτο θὰ στραφῇ εἰς τὸν Εὐρωπαϊκόν, καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ
2046κατέλθῃ ὀλίγον εἰς τοὺς συνήθεις τυροὺς τοῦ τόπου, ἀνερχό-
2047μενος μάλιστα καὶ εἰς τὸν τυρὸν τοῦ Παρνασσοῦ.
2048Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα· ἰχθῦς ἁλίπαστοι. Ἐὰν ἐξαι-
2049ρέσητε τὸν βακαλάον καὶ τοὺς τσίρους καὶ τοὺς σκόμβρους,
2050τῶν ὁποίων, ἂν ταῦτα φορολογηθῶσιν, ἡ φορολογία δὲν θὰ
2051ἦναι δὰ πολὺ βαρεῖα καὶ δυσβάστακτος, δὲν ἠξεύρω τίνων
2052ἁλιπάστων ἰχθύων, βαρυνομένων μὲ φόρον πολὺν, ποιεῖται
2053χρῆσιν ὁ ἀτυχὴς λαὸς τοῦ κυρίου Ζυγομαλᾶ.
2054§210Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι καὶ αἱ σαρδέλλαι, οἱ μπακα-
2055λιάροι, αἱ ρέγγαι...
2056§211Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, Κύριοι, ὅτι
2057ὁ λαὸς ὁ πτωχὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀρέ-
2058σκεται νὰ τρώγῃ σαρδέλλαις τοῦ κουτιοῦ, — διότι αὐταὶ φο-
2059ρολογοῦνται ἐπαισθητῶς, — νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀδικήσωσιν
2060οὔτε ἑαυτοὺς οὔτε τὸν τόπον, ἐὰν προτιμήσωσι τὰς σαρδέλ-
2061λας, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν πατρίδα τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2062γοῦ, οὐδὲ πιστεύω, ὅτι θὰ μισήσωσι καὶ τὰς σαρδέλλας τῆς
2063Κερκύρας ἕνεκα λόγων πολιτικῶν.
2064Ὁ μπακαλιάρος, κύριε συνάδελφε, κατὰ τὴν πρόνοιαν,
2065ἡ ὁποία ἐλήφθη, τὴν δικαίαν πρόνοιαν, πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ
2066δασμοῦ, φορολογεῖται μὲ 10 ἢ 15 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐν τῷ
2067δασμολογίῳ. Προστίθεται λοιπὸν σήμερον ἓν λεπτὸν κατ’
2068ὀκᾶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις! Ἀλλ’ ὁ μπακαλιάρος δὲν
2069τρώγεται δὰ κατὰ ποσότητας μεγάλας, διότι ἀρκεῖ μία
2070ὀκᾶ, ἵνα τραφῇ ὁλόκληρος οἰκογένεια μίαν ἡμέραν, πληρώ-
2071νουσα ἓν λεπτὸν πλειότερον!...
2072§212Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε πόσα ποσὰ εἰσ-
2073άγονται.
2074§213Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ἑκατοντάδας ὀκάδων ἀλη-
2075θῶς ἀναγκάζονται νὰ καταναλίσκωσι τὸν μπακαλιάρον, ἀλ-
2076λὰ μόνοι, πιστεύω, οἱ Βουλευταὶ, ἐὰν συμπέσωσιν ἐν χρόνῳ
2077νηστείας αἱ ἐκλογαί. Λοιπὸν ἡ βαρεῖα δῆθεν φορολογία ἐκ
2078τοῦ μπακαλιάρου δὲν θὰ βαρύνῃ ἄλλους παρὰ ἡμᾶς αὐτούς.
2079Ὅταν αἱ ἐκλογαὶ γίνωνται ἐν ἡμέραις νηστείας, χρειάζον-
2080ται ἴσως ἑκατοντάδες ὀκάδων. Λοιπὸν ἡμεῖς εἴμεθα ὁ πτω-
2081χὸς λαὸς, ὁ ὁποῖος θὰ φορολογηθῇ διὰ τοῦ βαρέος δασμοῦ
2082τοῦ μπακαλιάρου, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον δὲν
2083θὰ πληρώσῃ διὰ βακαλάον καὶ πεντήκοντα ὀκάδων ἀκόμη,
2084εἰμὴ πέντε μόνον δραχμάς. Ἀλλὰ τίς θὰ φάγῃ 50 ὀκάδας
2085βακαλάου;
2086Κατόπιν ἔρχεται τὸ κόκκινο χαβιάρι, ὁ ταραμᾶς. Δὲν
2087ἠξεύρω, ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐξε-
2088τάσῃ τὰ τοῦ φόρου τῶν τοιούτων πραγμάτων. Δὲν ἠξεύρω,
2089ἂν κανεὶς παντοπώλης παρέστησεν εἰς κανένα πτωχὸν, ὅτι
2090ἕνεκα τῆς φορολογίας τῆς μεγάλης, ἕνεκα τῆς φορολογίας
2091αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν, ὁ ταραμᾶς εἶναι ἀκριβότε-
2092ρος. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος δύναται νὰ εὕρῃ τὸ δασμολό-
2093γιον, διὰ ν’ ἀποδείξῃ καὶ εἰς τὸν πτωχὸν ἐκλογέα του καὶ
2094εἰς τὸν παντοπώλην, ὅτι δὲν εἶναι βαρεῖα ἡ φορολογία, λό-
2095γου χάριν, τοῦ ταραμᾶ. Εἶναι κατὰ τὸ δασμολόγιον 20 λε-
2096πτὰ κατ’ ὀκᾶν· ἄρα σήμερον δὲν προστίθενται οὔτε δύο λε-
2097πτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὁ δὲ ταραμᾶς δὲν τρώγεται, νομίζω, κατὰ
2098ὀκάδας.
2099Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι εἶναι καὶ ἄλλα ἀντικείμενα πρώ-
2100της ἀνάγκης, διὰ τῆς φορολογίας τῶν ὁποίων, κατὰ τὸν
2101κατάλογον τοῦ κ. συναδέλφου, ἐπιβαρύνεται αὐτὸς ὁ πτω-
2102χὸς λαός· λόγου χάριν τὸ βαρυτιμότερον τῶν ξύλων, ὁ ἔβε-
2103νος, ὁ χαλβᾶς ὁ Κωνσταντινοπουλίτικος, — ὡς νὰ μὴ δύναν-
2104ται οἱ πτωχοὶ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ ν’ ἀγοράσωσι χαλβᾶν ἐκ
2105τοῦ ἐργοστασίου τῆς ὁδοῦ Κολοκοτρώνη, ἢ νὰ κατασκευά-
2106σωσι τὰ ἔπιπλά των ἐξ ἄλλου ξύλου ἐγχωρίου, καὶ οὐχὶ ἐξ
2107ἐβένου.—Καὶ κατὰ σύμπτωσιν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ξένου χαλβᾶ
2108εἶναι πολὺ ἐλαφρὸς δυστυχῶς, καὶ δὲν προστατεύει, ὅσον
2109ἔπρεπε, τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν, καὶ τοῦτο ἕνεκα συμβά-
2110σεως μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἔχει καὶ τὰ ξύλα τῆς καρύας, τὰ
2111ἔξωθεν εἰσαγόμενα, ὁ κ. συνάδελφος, ἀπαριθμῶν καὶ αὐτὰ
2112ὡς ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἢ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
2113μεταχειρίζεται ὁ πτωχὸς αὐτοῦ λαός! Ἀναφέρει καὶ τοὺς
2114χουρμάδες. Μεταχειρίζεται λοιπὸν καὶ χουρμάδες ὁ πτω-
2115χὸς λαὸς τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, καὶ θὰ παρατηρήσω μετ’ ἐκ-
2116πλήξεως καὶ λύπης, ὅτι οἱ χουρμάδες εἶναι σχεδὸν ἀφορολό-
2117γητοι, ἕνεκα συμβάσεως μὲ τὴν Τουρκίαν, πληρώνοντες φό-
2118ρον 12 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἄρα σήμερον μόλις 13 λεπτῶν·
2119ὥστε ὁ πτωχὸς αὐτὸς λαὸς, ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ δα-
2120σμολογίου, δύναται νὰ τρώγῃ εὐθηνοὺς χουρμάδες. Ἀφίνω
2121τὰ ἄλλα, τὰ φυστίκια, τὰ φουντούκια, τὸ τουμπεκί. Φο-
2122βεῖται ὁ κ. συνάδελφος, μήπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς στερηθῇ
2123καὶ τοῦ ναργιλὲ, τοῦ ἀξίζοντος μίαν πεντάραν!
2124Ἀλλὰ βλέπομεν καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα βαρύνονται· βλέπο-
2125μεν τὰ κάστανα, ὡς νὰ μὴ παράγωνται ἢ νὰ μὴ δύνανται νὰ
2126παραχθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ κάστανα, καὶ πρέπει νὰ διευκολύ-
2127νωμεν τὴν ὅλως ἀφορολόγητον εἰσαγωγὴν καστάνων εἰς τὴν
2128Ἑλλάδα χάριν τοῦ λαοῦ τινῶν μερῶν, ἐνῷ ἄλλος πτωχὸς
2129λαὸς ἐν τῷ Κράτει, Ἑλληνικὸς καὶ αὐτὸς, ἀσχολεῖται νὰ
2130συλλέγῃ κάστανα ἐκ δασῶν ἀποτελουμένων ἐκ καστανεῶν,
2131δυναμένων νὰ πολλαπλασιασθῶσι διὰ μικρᾶς μερίμνης καὶ
2132προστασίας τοῦ Κράτους.
2133Λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπῆρε τὸ δασμολόγιον καὶ
2134τοῦ ἐφάνη, ὅτι τὸ δασμολόγιον δὲν ἀποτελεῖ παρὰ ἐπιβάρυν-
2135σιν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Ἀνέγνωσεν ἁπλῶς τὸ δασμολόγιον,
2136δὲν παρετήρησεν ὅμως, ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἐπι-
2137βάρυνσις ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλληται ἀκριβῶς, ἕνεκα καὶ χάριν
2138τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ὁποῖα εἶναι τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτε-
2139λείας, καὶ ὁποῖα ἀφ’ ἑτέρου τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀνέ-
2140γνωσεν, ἀλλὰ δὲν ἐμελέτησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπι-
2141σταμένως τὸ δασμολόγιον, ἵνα ἴδῃ, ὅτι, ἂν διὰ τῆς μικρᾶς
2142αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐπέρχηται
2143ἐλαχίστη τις εἰς ἐλάχιστα ἀντικείμενα ἐπιβάρυνσις χρή-
2144ζουσα ἴσως προσεχοῦς διορθώσεως, ἀλλ’ ἐπέρχηται συγχρό-
2145νως τὸ μὲν ἐπιβάρυνσις ἀντικειμένων πολυτελείας, ἐπ’ ὠφε-
2146λείᾳ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ λαοῦ, τὸ δὲ μεί-
2147ζων προστασία ἀντικειμένων ἐπαρκῶς παραγομένων ἐν τῷ
2148τόπῳ, τὰ ὁποῖα προστατευόμενα πλειότερον διὰ τῆς αὐξή-
2149σεως τῆς σχετικῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων,
2150δύνανται ἀμέσως νὰ παραχθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ ἀφθονώτερον,
2151καὶ οὕτω νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ εὐθηνία, ἀλλ’ ἡ εὐθηνία ἡ ἐκ
2152τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἥτις αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, τὴν
2153ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν χάριν τοῦ λαοῦ. Ὁ πτωχὸς
2154λαὸς δύναται νὰ μὴ ἀντιλαμβάνηται ἀμέσως τῶν τοιούτων
2155ζητημάτων, ἀλλὰ δὲν πρέπει διὰ τοῦτο ν’ ἀποπλανᾶται
2156συστηματικῶς, καὶ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τοὺς τοιούτους θο-
2157ρύβους κερδοσκόποι μικρέμποροι, παριστῶντες, λόγου χάριν,
2158ὅτι ἕνεκα τοῦ φόρου ὁ σκόμβρος θὰ ἔχῃ πλέον λεπτὰ 40,
2159ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑνὸς δεκάτου τοῦ λεπτοῦ ἀναλογίας εἰς
2160ἕνα σκόμβρον ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ. Καὶ δημιουρ-
2161γοῦμεν εἰς τὸ πλῆθος τοιαύτας ἀποπλανήσεις, καὶ μέχρις
2162ὅτου φωτισθῇ ὁ λαὸς κερδοσκοποῦσι προσωρινῶς τινες τῶν
2163ἐμπόρων.
2164Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, ἐκινήσαμεν γῆν καὶ οὐρανὸν, ἀφοῦ
2165ἀνεστατώσαμεν τὸν κόσμον, διότι ἐπέκειτο ἡ φορολογία τοῦ
2166ἄρτου, καὶ τὸ πρᾶγμα βεβαίως προσέπιπτεν εἰς τὴν κοινὴν
2167ἐντύπωσιν, διότι τοιαῦται εἶναι αἱ ὁρμαὶ τοῦ πλήθους, ἐγ-
2168καταλείπεται κατόπιν ἡ φορολογία τοῦ ἄρτου, καὶ ἐπειδὴ
2169ἐπιβάλλεται φορολογία τις πρόσθετος, κατὰ τὸ δασμολό-
2170γιον τὸ ὑπάρχον νῦν καὶ λειτουργοῦν κανονιζομένη, ἡ ὁποία
2171ἐπιβαρύνει εἰς βαθμὸν ἀνεπαίσθητον εἴδη τινά, τότε πάλιν
2172νέαι φωναί: «τὸ ἐμπόριον καταστρέφεται!» — τὸ ἐμπόριον,
2173τὸ ὁποῖον ἐκμεταλλεύεται ἀκριβῶς τὰ τοιαῦτα, — καὶ ἐνῷ
2174θέλομεν νὰ παραστήσωμεν, ὅτι ἐπιβαρύνονται ἀντικείμενα
2175τῆς πρώτης ἀνάγκης, καταφεύγομεν εἰς τὸν ὁρμαθὸν ἐκεῖνον,
2176τοῦ ὁποίου δείγματα σᾶς ἔδωκα προηγουμένως, ὁρμαθὸν
2177ἀντικειμένων, ὧν τῶν πλείστων ἡ φορολογία μᾶλλον ὠφελεῖ
2178τὸν πτωχὸν λαόν, ἢ τοὐλάχιστον δὲν βλάπτει αὐτόν.
2179Τὸ δασμολόγιον, Κύριοι, ἀνεξαρτήτως πάσης ἀνάγκης,
2180κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ, καὶ νὰ μεταρ-
2181ρυθμισθῇ τὸ ταχύτερον, οὐχὶ ὅπως ἐλαττωθῶσι τὰ ἔσοδα,
2182πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον, διότι πάν-
2183τες εὐλόγως ἀποδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς προστασίας, καὶ
2184ἐγὼ ἔχαιρον, ὅτε ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς
2185πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) κατὰ τὴν παρελ-
2186θοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἀνεκήρυξε τὴν ἀρχὴν ταύτην,
2187καὶ προέβη εἰς τὴν ἐπιβάρυσιν ἀντικειμένων τινῶν, ἐπιδει-
2188κνύων μάλιστα αὐτὴν ὡς ἔμμεσον προστασίαν συμφερόντων
2189ἀκριβῶς τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ἢ νὰ παρα-
2190δεχθῶμεν αὐτήν, ἀφοῦ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη — Κράτη κατ’
2191ἐξοχὴν ἔχοντα ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας
2192τοῦ ἐμπορίου — ἤρχισαν νὰ ἐπικρατῶσιν αἱ ἀρχαὶ τῆς προσ-
2193τασίας. Οἱ δασμοὶ οἱ προστατευτικοὶ πρέπει βεβαίως νὰ
2194ἦναι μεμετρημένοι καὶ λογικοί, νὰ ἐπιβάλλωνται δὲ ἐπὶ
2195ἐκείνων μόνων τῶν ἀντικειμένων, τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων
2196εἰς τὸ Κράτος, πρὸς τὰ ὁποῖα ὅμοια παράγει ἢ δύναται
2197ἐπαρκῶς καὶ εὐχερῶς νὰ παραγάγῃ ἡ ἐγχώριος παραγωγή·
2198τοιαῦτα εἶναι βεβαίως τὰ κρέατα, τὰ προϊόντα τῆς κτηνο-
2199τροφίας, τὰ ὄσπρια καὶ οἱ διαφόρων εἰδῶν καρποὶ καί τινα
2200βιομηχανικὰ προϊόντα, ὡς καὶ ἄλλα γεωργικὰ κλπ. Ἀλλὰ
2201καὶ κατὰ κανόνα πρέπει κατὰ διαλείμματα νὰ τροποποιῆ-
2202ται τὸ δασμολόγιον.
2203Εἶναι γνωστόν, ὅτι μετὰ πάροδον βεβαίως χρόνου μετα-
2204βάλλονται αἱ τάσεις τῆς κοινωνίας· ἡ βιομηχανία εἰς διά-
2205στημα πενταετίας ἐνδεχόμενον νὰ δεικνύῃ ἄλλας τάσεις,
2206ἵνα ἀναπτυχθῇ πρὸς τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα εἶδος, καὶ διὰ τοῦτο
2207τὸ δασμολόγιον εἰς Κράτη, οἷον τὸ Κράτος ἡμῶν, παρίστα-
2208ται ἀνάγκη νὰ μεταρρυθμίζηται κατὰ διαστήματα χρονικά,
2209ὅπως σκοπιμώτερον κανονίζωνται τὰ τῶν φόρων, χάριν ἀκρι-
2210βῶς τοῦ λαοῦ, διατηρουμένων ἢ καὶ αὐξανομένων φόρων τι-
2211νῶν. Τί θὰ ἐγίνοντο ἀληθῶς καὶ πῶς θὰ ἐζητοῦντο προϊόντα
2212τινὰ, ἰδίως τὰ γεωργικὰ καὶ κτηνοτροφικά, ἐὰν εἰς τὰ κέν-
2213τρα τῆς μεγάλης καταναλώσεως, ὡς ἐν Ἀθήναις, εἰσέρρεον
2214τὰ ξένα προϊόντα τοῦ τόπου, εὐχερῶς διὰ θαλάσσης μετα-
2215φερόμενα, εὐχερῶς δὲ καὶ ἀφθόνως παραγόμενα ἀλλαχοῦ,
2216ὅπου καὶ εὐνομία, καὶ τάξις δημοσία, καὶ κεφάλαια χρη-
2217ματικὰ καὶ τὰ πάντα συντρέχουσιν εἰς τὴν πλουσίαν παρα-
2218γωγήν;
2219Περιττὸν βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι παραλλήλως πρὸς τὴν
2220προστασίαν πρέπει νὰ ἐλαττῶται καὶ ἡ φορολογία, ὅπου
2221ὑπάρχει στάδιον. Καὶ ὑπάρχει βεβαίως στάδιον ἐλαφρύνσεως
2222τῆς φορολογίας τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ εὐα-
2223ριθμοτάτων μόνον εἰδῶν. Τὴν σημαίαν τῆς ἐλαττώσεως τῶν
2224φόρων πᾶς πολιτευόμενος δύναται νὰ ἐκμεταλλευθῇ διὰ
2225στιγμάς τινας. Ἀλλ’ ἔρχονται κατόπιν στιγμαί, κατὰ τὰς
2226ὁποίας οἱ τοσοῦτον πρόθυμοι εἰς ἐπαγγελίας καλοῦνται ἐνίοτε
2227εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ διαψεύδουσιν ὅσα χθὲς καὶ πρώην ἐκή-
2228ρυττον. Ἡ σημαία σήμερον ἡ κατὰ τῶν φόρων, ἥν τόσον
2229προθύμως καὶ μετὰ ζήλου ἀνυψοῦσι καὶ ἐπιδεικνύουσι πρὸς
2230τὸν λαόν, εἶναι πολὺ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέ-
2231ροντα. Εὔκολον εἶναι, Κύριοι, νὰ καταστέλλητε πᾶσαν ἐθνι-
2232κὴν παρασκευήν, ἀναπεταννύοντες εὐθὺς ἀμέσως τὴν σημαίαν
2233ταύτην, τὴν τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων. Βεβαίως, ἐὰν
2234κατ’ ἄτομον ἐρωτήσητε τὸν λαόν, ἐὰν λάβητε ἕνα πρὸς ἕνα
2235τοὺς πολίτας, δὲν θὰ σᾶς εἴπῃ κανείς, ἢ ὀλίγοι θὰ ἦναι
2236ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι θέλουσι νὰ φορολογη-
2237θῶσιν· ὅπως, ἐὰν ἐρωτήσητε κατ’ ἄτομον ἕκαστον πολίτην,
2238ἂν θέλει νὰ φονευθῇ, μεταβαίνων εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης,
2239βεβαίως δὲν θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι θέλει νὰ φονευθῇ. Ἀλλ’ οἱ
2240διέποντες καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὴν τύχην τῶν λαῶν προσ-
2241έχουσι πολὺ εἰς ταῦτα, καὶ ζητοῦσι νὰ ὠθῶσι τὸν λαόν
2242μᾶλλον πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ
2243πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἐνστίκτων ἐκείνων τῶν ταπεινῶν,
2244τὰ ὁποῖα δὲν συνιστῶσι ποτὲ λαὸν ἔχοντα προορισμόν, καὶ
2245προορισμὸν μέγαν, ἢ πόθους ἐθνικοὺς μεγάλους.
2246Ἀλλὰ περὶ τί ἄρά γε περιστρέφεται σήμερον ἡ ἀμφισβή-
2247τησις; Περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον τὰς οἰκο-
2248νομίας καὶ κατόπιν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους. Διότι δὲν ἀδικῶ
2249τόσον τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ὥστε νὰ μὴ ἐνθυμῶμαι, ὅτι
2250ἐλέχθη καὶ τοῦτο, νὰ ἀρχίσωμεν δηλαδὴ τὰς οἰκονομίας καὶ
2251κατόπιν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ φόρους τινάς. Μήπως ἡ πτέρυξ
2252αὕτη ἀξιοῖ, ὅτι ἀποκλείεται τὸ στάδιον τῶν οἰκονομιῶν; Ἢ
2253μήπως, Κύριοι, φοβεῖσθε, ὅτι, ἀφοῦ ἐπιβάλωμεν αὐτὸν τὸν
2254φόρον, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζετε τόσον δυσβάστακτον, — τὸν
2255ὁποῖον ἡ βελτίωσις τοῦ δασμολογίου δύναται βεβαίως νὰ
2256θέσῃ ἐκποδών, — μήπως, ἀφοῦ ἐπιβάλητε τὸν φόρον τοῦτον,
2257θὰ ἔχητε πλέον διὰ τῶν οἰκονομιῶν περισσεύματα, τὰ ὁποῖα
2258δὲν θὰ ἔχητε τί νὰ κάμητε; Θὰ εὑρεθῶσιν ἄρά γε κατόπιν
2259τόσα ἑκατομμύρια διὰ τῶν οἰκονομιῶν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν
2260ποῦ νὰ τὰ διαθέσωμεν; Ἐγὼ θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς εἴπω,
2261Κύριοι, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ φόρου τούτου, τοῦ τό-
2262σον δυσβαστάκτου, — διότι θὰ στερῇ τὸν πτωχὸν λαὸν ἀπὸ
2263τὴν χρῆσιν τοῦ ἐβένου καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ τυροῦ, — καὶ μετὰ
2264τὸν φόρον αὐτὸν, ἐὰν φέρητε οἰκονομίας, θὰ ἔχητε προχειρό-
2265τερα καὶ ἄφθονα τὰ μέσα, ὅπως ἐπαναφέρητε, οὕτως εἰπεῖν,
2266τὸ χρῆμα ἐκεῖνο εἰς τὰ βαλλάντια τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Ὑπάρ-
2267χουσι πάμπολλα τὰ μέσα, — τὰ γνωρίζομεν τὰ μέσα ταῦτα,
2268— ὥστε ν’ ἀνταποδώσητε τὸν φόρον αὐτόν, τὸν ὁποῖον θὰ
2269λάβητε, τοῦ ⅒ τοῦ λεπτοῦ, νὰ τὸν ἀνταποδώσητε πολ-
2270λαπλασίως, διότι τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἐφηρμόζετο ἡ
2271ἀρχὴ ἑνὸς οἰκονομολόγου, ὅστις λέγει, ὅτι ὁ φόρος ἐπιστρέ-
2272φει εἰς τὸν φορολογούμενον — καλῶς βεβαίως διατιθέμενος —
2273ὡς γονιμοποιὸς βροχή...
2274§214Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλοίμονον! μόνον εἰς τὴν
2275Ἑλλάδα δὲν ἐφαρμόζεται αὐτό.
2276§215Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πολὺ παλαιὰ θεωρία αὐτή.
2277§216Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἀποδέχομαι καθ’ ὁλο-
2278κληρίαν, καὶ δὲν τὴν ἀποδέχομαι, καθόσον μάλιστα γνω-
2279ρίζω καὶ ἐγὼ, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι ὁ φόρος, κατὰ τὴν
2280νεωτέραν θεωρίαν, δὲν εἶναι ἁπλοῦν ἀντάλλαγμα ὑπηρεσιῶν.
2281Ἐκείνη ὅμως ἡ θεωρία εἶναι ἴσως ἡ πρακτικωτέρα καὶ ἡ δυ-
2282ναμένη νὰ μᾶς ὁδηγῇ, ὅταν κανονίζωμεν τὰ τῶν φόρων, εἰς
2283δικαιοτέρας διανομάς. Λοιπὸν αὐτὰ εἶναι γνωστά, ἀλλὰ
2284λέγω τὸ πρακτικώτερον, ὅτι, ὅταν οἱ φόροι καλῶς διατί-
2285θενται, δὲν ἀποβαίνουσι συνήθως εἰς ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ.
2286Ἀλλὰ περὶ τίνος ἤδη πρόκειται; Ἐπῆλθε σήμερον καμμία
2287νέα φοβερὰ ἐπιβάρυνσις εἰς τὸν λαόν, τὴν ὁποίαν οὗτος θὰ
2288αἰσθανθῇ πραγματικῶς, καὶ διὰ τοῦτο φωνάζομεν; Διατί
2289δὲν λέγετε ὡρισμένως τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα τῶν ἀναγκῶν
2290τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, περὶ οὗ τόσον κόπτεσθε, καὶ τὰ ὁποῖα,
2291ὄντα ἐπιβεβαρημένα διὰ τοῦ ἰσχύοντος δασμολογίου, — διότι
2292περὶ τούτου πρόκειται, — ἐπιβαρύνονται νῦν πλειότερον καὶ
2293ἐπαισθητῶς διὰ τοῦ πολλοστημορίου, ὅπερ προστίθεται; Καὶ
2294ἀφοῦ καὶ σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι μόναι αἱ οἰκονομίαι δὲν ἀρ-
2295κοῦσι διὰ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ἀλλ’ ἐπιφυλάττεσθε
2296νὰ χρησιμοποιήσητε καὶ νέους φόρους, δὲν δύνασθε ἆρά γε
2297νὰ μᾶς εἴπητε ἀπὸ τοῦδε, ποῦ θὰ ἐπιβάλητε τοὺς νέους φό-
2298ρους;
2299Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ὑπάρχει κανεὶς φόρος, ὁ
2300ὁποῖος νὰ εὐαρεστῇ εἰς τὸν φορολογηθησόμενον. Μήπως ὑπάρ-
2301χει, Κύριοι, τάξις ἀνθρώπων, ὑπάρχει ἀντικείμενον περιου-
2302σίας, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγγίσητε σήμερον ἐν Ἑλλάδι, χωρὶς νὰ
2303προκαλέσητε κραυγὰς ὀδύνης; Τί θὰ ἐγγίσητε; Ἡπλώσα-
2304μεν τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ σίτου· φωναί! Ἁπλοῦμεν τὴν χεῖρα
2305εἰς τὸ δασμολόγιον· ἄλλαι φωναί! Ποῦ νὰ στραφῶμεν; Μή-
2306πως εἰς τοὺς ἀροτῆρας βόας; Εἰς τί ἀντικείμενον θέλετε νὰ
2307στρέψητε τὴν φορολογικήν σας προσοχὴν καὶ ἱκανότητα,
2308χωρὶς νὰ προκαλέσητε φωνὴν ὀδύνης; Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ
2309ἐδῶ, ὅ,τι συμβαίνει μὲ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, σχετι-
2310κῶς πρὸς τὰ φορολογικά. Συνεζητοῦμεν, ἂν ἔπρεπε νὰ προ-
2311ταχθῶσι τὰ φορολογικὰ, ἵνα ἐξετάσωμεν τὰς οἰκονομικὰς
2312δυνάμεις τοῦ τόπου, ἢ τὰ στρατιωτικὰ, ἵνα ἴδωμεν, τίνας
2313ἀνάγκας ἔχομεν. Οὕτω καὶ τώρα συζητοῦμεν, ἂν πρέπει νὰ
2314προταχθῶσι τὰ ἄγοντα εἰς οἰκονομίας, ἢ τὰ ἄγοντα εἰς φο-
2315ρολογίαν. Καὶ ἐπὶ τούτου ἐφαρμόζεται νῦν ἐπίσης ἡ παρα-
2316τήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιεῖτο
2317τότε, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικειμένων ἀλλη-
2318λενδέτων, ἐφ’ ἑκάστου τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε νὰ κρίνητε,
2319εἰμὴ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἕτερον. Ἀνάλογόν τι συμβαίνει
2320καὶ ἐνταῦθα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀρχίζομεν ἀπὸ τὰς οἰκονο-
2321μίας. Κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα πάντες ἴσως σύμφωνοι νὰ προβῶ-
2322μεν εἰς οἰκονομίας, καὶ ἐλπίζω νὰ πράξωμεν τοῦτο, πρὸς τὸ
2323ὁποῖον ἀνοικτὸν ἔχομεν τὸ στάδιον ἐν τῇ μελλούσῃ συζητή-
2324σει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι, προκειμένου
2325περὶ ἑνὸς Κράτους μὴ παραφρονήσαντος, θὰ στρέφωνται ἆρά
2326γε εἰς ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα δαπάνη τις γίνεται ἐκ
2327σπατάλης ἄνευ οὐδενὸς λόγου; Ἀπ’ ἐναντίας θὰ ἔχητε
2328συνήθως ἐγειρόμενον τὸ ζήτημα, ἂν δαπάνη τις δὲν ἔχει τι
2329ὅπως δήποτε τὸ παραγωγικὸν, ἂν δὲν παρουσιάζει μίαν χρη-
2330σιμότητα, καὶ ἑπομένως ἂν δὲν εἶναι πραγματικὴ ἄλλο-
2331θεν ζημία διὰ τὸ Κράτος νὰ ἀποκόψητε τὴν δαπάνην, καὶ
2332ἂν δὲν δυνάμεθα ἄλλοθεν νὰ ἀντλήσωμεν τὸν πόρον, τὸν
2333ὁποῖον πρόκειται νὰ μᾶς παράσχῃ ἡ οἰκονομία. Καὶ ἐγὼ
2334φρονῶ, ὅτι θὰ εὕρωμεν στάδιον οἰκονομιῶν ἐν τῇ συζητήσει
2335τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ ὁμοίων πρὸς τὸ μόνον δεῖγ-
2336μα, τὸ ὁποῖον μᾶς προτάσσετε· διότι, ἂν πρόκηται, Κύ-
2337ριοι, διὰ τῆς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικτικῶς προτεί-
2338νετε καὶ προαγγέλλετε, τὴν τῆς καταργήσεως τῶν νέων νο-
2339μῶν, νὰ καταστρέψωμεν τάξεις τινὰς ἀνθρώπων, ἐπαρχίας
2340ὁλοκλήρους, χάριν οἰκονομίας 100 ἢ 150 χιλιάδων δραχ-
2341μῶν, δὲν θὰ ἐγερθῇ ἆρά γε ἡ σκέψις, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιχειρή-
2342σωμεν τοιαύτην ὀλεθρίαν οἰκονομίαν, θὰ ἦτο δικαιότερον,
2343εὐσυνειδητότερον, φιλανθρωπότερον, νὰ ἐξετάσωμεν, μήπως
2344τὰς 100,000 δραχμὰς διανέμοντες εἰς ὅλον τὸ Κράτος δυ-
2345νάμεθα νὰ καταστήσωμεν ἀνεπαίσθητον τὴν δαπάνην; Ἀλλὰ
2346τί λέγετε; — καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω τὴν ἐπαρχίαν,
2347τὴν ὁποίαν ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν σχεδὸν διαρκῶς ἀντεπρο-
2348σώπευσα, καὶ νὰ τὴν ἀναφέρω μόνον, διότι πάντοτε οὐ μόνον
2349ἐγὼ ὑπεστήριξα, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν ἀντιπρόσωποι
2350πεισθέντες ἀνεγνώρισαν καὶ συνεφώνησαν, ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὴν
2351Εὐρυτανίαν νὰ συσταθῇ Πρωτοδικεῖον, — τί λέγετε ἤδη διὰ
2352τοῦ συστήματός σας τοῦ οἰκονομικοῦ; «Ἂς κηρύξωμεν ἐκτὸς
2353τοῦ νόμου μίαν ἐπαρχίαν· ἂς καταδικάσωμεν αὐτὴν εἰς παν-
2354τελῆ ἄρνησιν δικαιοσύνης, ἂς ἐξολοθρεύσωμεν χιλιάδας ἀν-
2355θρώπων, ἂς καταστρέψωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, στηριχθέντες
2356εἰς τὰ ἀποφασιζόμενα ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἤρχισαν νὰ συν-
2357τελῶσιν εἰς τὴν κοινωνικὴν πρόοδον, καὶ τοιουτοτρόπως οἰ-
2358κονομοῦμεν ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, διότι δὲν θέλομεν νὰ
2359ἐπιβαρύνωμεν ὁλόκληρον τὸν λαὸν τοῦ Κράτους, θέτοντες
2360ἕνα φόρον, τὸν ὁποῖον βεβαίως καὶ ἐκεῖνοι ἐπίσης θὰ πλη-
2361ρώσουν». Καὶ κάμνετε τὴν καταστροφὴν ταύτην ἀκριβῶς
2362ἐπὶ ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι, τινὲς ἰδίως τούτων, δύνανται νὰ
2363παραπονῶνται κατὰ τοῦ Κράτους, ὅτι φορολογούμεναι οὐδὲν
2364ἔχουσιν ἀντιστάθμισμα, οὐδὲν ἀπολαμβάνουσι παρὰ τοῦ
2365Κράτους. Καὶ αὐτὸ λέγεται δικαιοσύνη! καὶ αὐτὸ λέγεται
2366οἰκονομικὴ καὶ οἰκονομολογικὴ πολιτική! Καὶ ἰδού, Κύριοι,
2367εἴδομεν καὶ τελευταῖον, ὅτι ἡ τόσον μακρὰ συζήτησις τοῦ
2368νομοσχεδίου τούτου κατέληξε καὶ πάλιν εἰς ὅ,τι ἐβλέπομεν
2369προχθές, ὅτι δὲν ἐγίνετο ἄλλος λόγος, προκειμένου περὶ παρα-
2370σκευῆς ἐθνικῆς, εἰμὴ περὶ καταργήσεως τῶν νέων Πρωτοδι-
2371κείων! Κατεστάλαξαν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ συζητήσεις αἱ οἰκο-
2372νομολογικαί, ποῦ; εἰς τὸ νὰ καταργήσωμεν τὰ νέα Πρωτο-
2373δικεῖα! Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπίλογος, αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία, αὐτὸ
2374εἶναι τὸ μόνον συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι συνά-
2375δελφοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης στερεοτύπως κατέληγον. Τὰ
2376Πρωτοδικεῖα! Καὶ ποῖα Πρωτοδικεῖα; Διὰ τοῦτο δὲν χρειά-
2377ζεται κόπος· τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον· τὰ νέα! Διότι, ἂν
2378θελήσωμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ποῖα Πρωτοδικεῖα, πα-
2379λαιὰ ἢ νέα, δύνανται νὰ καταργηθῶσιν ἄνευ καταστροφῆς,
2380τοῦτο θὰ παρεῖχε κόπον, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ κοπιά-
2381σωμεν. Καταργοῦμεν τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Εὐρυτανίας, διότι
2382εἶναι νέον, τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦ Γυθείου, διότι εἶναι νέον,
2383ἢ καταργοῦμεν τὰ Πρωτοδικεῖα αὐτά, διότι ἀνήκουσιν εἰς
2384ἀποκέντρους ἐπαρχίας, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα,
2385εἰς τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ ἐπιδεικνυώμεθα, δὲν ἀνήκουσιν εἰς
2386τὰ κέντρα. Εἴπετε νὰ καταργήσητε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον
2387ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις, αἵτινες δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην βεβαίως
2388τῶν πάντων, διὰ νὰ συντηρηθῶσιν, ἐν Ἀθήναις, ἐν τῇ πρω-
2389τευούσῃ τοῦ Βασιλείου, ἡ ὁποία, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶ-
2390ναι ὑπότροφος τοῦ Κράτους, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασι-
2391λείου, διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ὁποίας πάντες ἐνδιαφερόμε-
2392θα, τινὲς μάλιστα πολὺ πλειότερον τῶν θελόντων νὰ δημο-
2393κοπῶσι παρὰ τῷ λαῷ αὐτῆς, καὶ ἥτις δὲν ἔχει ἐνδιαφέρον
2394νὰ καταστραφῶσιν ἐπαρχίαι· θίξατε ἐνταῦθα ἕν, τὸ πλέον
2395περιττόν· αὔριον θὰ ἴδητε ἀμέσως τοὺς φιλολάους καὶ φι-
2396λοπόλιδας, διαμαρτυρομένους πρὸς τὸν λαόν, τὸν λαὸν ἐκεῖ-
2397νον, ὅστις δὲν γνωρίζει — διότι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ἔργον αὐ-
2398τοῦ — εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ Κράτος, εἰς ποίαν
2399κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ ἐπαρχίαι. Δὲν ἀναλογιζόμεθα,
2400ὅτι κατήντησε τὸ Κράτος νὰ περιορισθῇ πλέον εἴς τινας με-
2401γαλοπόλεις, καὶ νομίζομεν, ὅτι ὑπάρχει εὐτυχία εἰς τὸ
2402Κράτος αὐτό, διότι βλέπει τις ζωήν τινα εἰς τὰς μεγαλο-
2403πόλεις. Περὶ τῶν ἐπαρχιῶν δὲν σκεπτόμεθα παντάπασιν.
2404Ἀλλὰ μὴ σκεπτόμενοι περὶ τῶν ἄκρων, θὰ ἴδωμεν κατα-
2405στρεφόμενα καὶ τὰ κέντρα. Καὶ δὲν ἀπορῶ διὰ τὰ φαινό-
2406μενα ταῦτα· τὰ φαινόμενα ταῦτα εἶναι καὶ αὐτὰ ἐκ τῶν
2407συμπτωμάτων τοῦ διοικητικοῦ συστήματος τῆς συγκεντρώ-
2408σεως. Ὅ,τι δήποτε βλέπομεν καχεκτικόν, ὅ,τι δήποτε βλέ-
2409πομεν ἔκρυθμον καὶ παράχορδον παρ’ ἡμῖν, ἐὰν καλῶς ἐξε-
2410τάσωμεν, θὰ τὸ εὕρωμεν πηγάζον ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐκ τοῦ
2411ὀλεθρίου αὐτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς κυβερνᾷ. Ἐὰν
2412ἀναγνώσῃ τις οἱονδήποτε σύγγραμμα ἐκ τῶν πραγματευο-
2413μένων τὰ τῆς συγκεντρώσεως καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, θὰ
2414ἴδῃ τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκό-
2415μεθα· θὰ ἴδῃ, ὅτι τὰ φαινόμενα τῆς συγκεντρώσεως ἀπο-
2416δεικνύονται καὶ εἰς ἄλλα μὲν πολλά, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ὅτι
2417αἱ πρωτεύουσαι ἐνασκοῦσιν ὑπέρμετρον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν
2418Κυβερνήσεων, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ μονιμότης Κυβερ-
2419νήσεως· ὅπως θὰ ἴδῃ ἄλλο φαινόμενον, τὴν ἀδιαφορίαν, τὴν
2420κατάπτωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὴν ἀδιαφορίαν τοῦ
2421λαοῦ πρὸς τὰ δημόσια, καὶ τὸ νὰ περιμένῃ πᾶς πολίτης
2422περὶ πάντων τὴν ἐξ Ὕψους βοήθειαν! Ἀλλὰ περὶ τούτων
2423δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητήσωμεν σήμερον· θὰ τὰ εἴπωμεν
2424προσεχῶς, καὶ πιστεύω, ὅτι θ’ ἀναγκασθῶμεν πάντες νὰ
2425ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι δίλημμα πλέον τίθεται εἰς τὸ Κράτος
2426τοῦτο: ἢ θ’ ἀλλάξῃ σύστημα, καὶ θὰ καθιερώσῃ σύστημα
2427ἄλλο, ἀποτρέπον τὴν ὀλεθρίαν αὐτὴν συγκέντρωσιν, ἢ πρέ-
2428πει νὰ σκεφθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀπαλλαγῇ πολιτεύμα-
2429τος, τὸ ὁποῖον καθίσταται μόνον πρόξενον κακῶν, ἐφ’ ὅσον
2430δὲν ὀχυροῦται διὰ καταλλήλων νόμων.
2431Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα. Ἐγώ, Κύριοι,
2432δὲν φρονῶ, ὅτι δὲν δύνανται εἴδη τινὰ νὰ ἐλαφρυνθῶσιν ἐν
2433τῷ δασμολογίῳ ἀπὸ τῆς φορολογίας. Ὑπάρχουσι μάλιστά
2434τινα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ὑπερόγκως φορολογοῦνται. Πῶς δύ-
2435ναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν εἶναι ὑπέρογκος ἡ φορολογία τῆς
2436ζακχάρεως; Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὑπάρχει εἰς κανὲν μέρος τοῦ κό-
2437σμου ἡ τιμὴ τῆς ζακχάρεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Οἱ
2438ὑπήκοοι τοῦ Σουλτάνου τρώγουσι πρὸς 50 λεπτὰ τὴν ζάκχα-
2439ριν, καὶ ὁ ἐλεύθερος Ἕλλην πολίτης τὴν τρώγει πρὸς 1,80!
2440Καὶ ἐν τούτοις ἀκριβῶς εἰς τοιοῦτόν τι ἀντικείμενον μία
2441μεγάλη καὶ σημαντικὴ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ὄχι μόνον δὲν
2442θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἴσως φέρῃ ἀμέσως καὶ
2443αὔξησιν, διότι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου πραγματικῶς
2444κοινοτάτης χρήσεως, περὶ ἀντικειμένου ζητουμένου καὶ ἀπὸ
2445τὸν πτωχὸν λαόν, ἀπὸ τὸν πτωχὸν γεωργόν, ὅστις θὰ ἐθεώ-
2446ρει εὐτυχῆ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ
2447ὀλίγα τεμάχια ζακχάρεως εἰς τὰ τέκνα του. Καὶ πρόκειται
2448περὶ οὐσίας, ἥτις κατὰ τὰς νεωτέρας μάλιστα παρατηρή-
2449σεις εἶναι οὐσία θρεπτική. Ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ τολμήσωμεν
2450νὰ ἐλαττώσωμεν μεγάλως τὸν φόρον τῆς ζακχάρεως, προσδο-
2451κῶντες καὶ αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς κατα-
2452ναλώσεως· μικρὰ ἐλάφρυνσις βεβαίως θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα.
2453Ὑπάρχουσιν ἴσως καὶ ἄλλα τινὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δύ-
2454νανται πράγματι ν’ ἀνακουφισθῶσιν, ὅπως ὑπάρχουσι καὶ
2455ἄλλα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι, νὰ ἐπιβαρυνθῶ-
2456σιν οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, νὰ ἐπι-
2457βαρυνθῶσι καὶ χάριν προστασίας ἐγχωρίων βιομηχανιῶν.
2458Ἀλλὰ σήμερον, προκειμένου περὶ ἀνάγκης ὁπωσδήποτε ἐπει-
2459γούσης, πῶς δύναμαι νὰ κατακρίνω τὸ μέτρον τῆς Κυβερ-
2460νήσεως, ὅπως, τό γε νῦν ἔχον, ἐπιβάλῃ πολλοστημόριόν τι
2461μικρὸν ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν; Τί ἄλλο ἠδυνάμην νὰ
2462τῇ προτείνω νὰ ἐπινοήσῃ πρόχειρον καὶ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν
2463Βουλήν, διὰ νὰ παρίσταται κἄτι τι κατορθωτὸν καὶ βέ-
2464βαιον, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρασκευάσωμεν τὸν τόπον ὡς οἷόν
2465τε ἐγκαιρότερον;
2466Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, καίτοι δὲν ἀντιποιοῦμαι καμμίαν
2467ἁρμοδιότητα, ἐσκέφθην, ὅτι ἓν μέτρον μόνον ἴσως δύναται
2468νὰ προκαλέσῃ τὰς σκέψεις ἡμῶν, φορολογία πρόσθετος ἐπὶ
2469τοῦ εἰσοδήματος· καὶ τὸ ἐπαναλέγω τρίτην ἤδη φοράν, καὶ
2470ἐπαναλέγω τοῦτο, βλέπων ἀπέναντί μου τὸν ἀξιότιμον συνά-
2471δελφον κ. Γουναράκην, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν πρότασιν, τὴν
2472ὁποίαν εἶπον, οὐχὶ βεβαίως ἐφευρίσκων τι πρωτότυπον, ἀλλὰ
2473παραλαμβάνων ὅ,τι ἀλλαχοῦ ἰσχύει, ἐνθυμεῖται βεβαίως
2474τί μοὶ εἶπεν, ἐλθόντος λόγου περὶ αὐτοῦ τοῦ μέτρου, φορο-
2475λογίας τινὸς προσθέτου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ φορολο-
2476γίας πολὺ μικρᾶς, μὴ θιγούσης παντάπασι τὰ μικρὰ κεφά-
2477λαια. Μοὶ ἔλεγε λοιπὸν ὁ κύριος Γουναράκης, ὁ κηρύξας ὅτι
2478ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς φορολογίας, ὅτι ὁ πρόσ-
2479θετος ἐπὶ τῶν σημαντικῶν εἰσοδημάτων φόρος χωρεῖ παρ’
2480ἡμῖν. Ἐπικαλοῦνται κατὰ τοιούτου φόρου, ὅτι θὰ φοβίσω-
2481μεν δῆθεν τὰ κεφάλαια, ὅτι τὰ κεφάλαια θὰ παύσωσιν εἰσ-
2482ερχόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι θὰ φοβῶνται μήπως προ-
2483τιθέμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν φορολογίαν αὐτῶν, ἅμα
2484ἐπιχειρήσωμεν τὴν ἔναρξιν. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φόβος. Ὁ
2485Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι συντηρητικώτατος· ἄλλως τε διὰ τοῦ
2486γενικοῦ αὐτοῦ φόρου, τοῦ προσθέτου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος,
2487θὰ φορολογῶνται πολλαὶ τάξεις, ἐκτὸς τῶν ἐνδεῶν. Λοιπὸν
2488τοιοῦτος φόβος δὲν θὰ ὑπάρχῃ· θὰ συλλέγηται ὅπως δήποτε
2489ποσόν τι, δυνάμεθα δὲ νὰ ἀδιαφορῶμεν διὰ τὰς ἀνακριβείας,
2490ἢ διὰ μικρὰς καταχρήσεις, διότι τὸ Κράτος δὲν θὰ χάνῃ,
2491εἰμὴ ἐξ ἐκείνων, ἅτινα δὲν λαμβάνει σήμερον. Μέτρον τοιοῦ-
2492τον ἤθελεν ἐνασκήσει καὶ ἀρίστην ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ
2493τοῦ λαοῦ, διότι θὰ βλέπῃ οὗτος τοὺς εὐπορωτέρους σπου-
2494δαίως συνεισφέροντας εἰς τὸ Κράτος. Θὰ ἦναι σωτήριον
2495τοῦτο, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ τὰ κεφάλαια κατὰ
2496τοῦτο, ὅτι θὰ καταστείλῃ τὰς διαπράξεις ἐκείνας, τὰ αἰ-
2497σθήματα ἐκεῖνα τοῦ μίσους, τὸ ὁποῖον εἰς λαὸν ὅπως δήποτε
2498πάσχοντα οἰκονομικῶς γεννᾶται κατ’ ἀνάγκην καὶ ἀδίκως
2499πολλάκις ἐναντίον τῶν πλουσίων. Ὁ λαὸς τότε θὰ βλέπῃ
2500τοὺς πλουσίους μᾶλλον φιλοστόργως, ὡς τοὺς βλέπει ὁ λαὸς
2501ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλ’ ἂν δὲν πρόκηται περὶ τοιούτου τινὸς,
2502τί ἄλλο νὰ πράξωμεν; Ἐὰν φόρον μὲν δὲν ἔχωμεν ἄλλον νὰ
2503ἐπινοήσωμεν, οἰκονομίας δὲ δὲν βλέπωμεν προτεινομένας,
2504πρὸς τί τότε ὁμιλοῦμεν πάντες περὶ στρατιωτικῶν παρα-
2505σκευῶν; Ἐν τούτοις, καὶ προκειμένου σήμερον περὶ τοιού-
2506των ἀκόμη ζητημάτων, ἤρχισε καὶ σύστημα πολιτικὸν προ-
2507τεινόμενον, καὶ προτεινόμενα μέτρα τινὰ περὶ δράσεως τοῦ
2508πολιτεύματος ἀληθῶς πρωτότυπα, καί, κατ’ ἐμέ, ἀκατα-
2509νόητα.
2510Ἀλλ’ ἂς σπεύσω πλέον πρὸς τὸ πέρας τοῦ λόγου μου.
2511Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἀποχρῶν λόγος, τοὐ-
2512λάχιστον ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι, νὰ παριστῶμεν
2513ἐκεῖνο τὸ θέαμα τὸ ὀδυνηρόν, τὸ θλιβερόν, τὸ ὁποῖον προξενεῖ
2514ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν· δὲν βλέπω
2515λόγον τινά, δὲν βλέπω κἄν οὔτε τὴν ὄρεξιν τοῦ νὰ ἐπιδιώ-
2516κωσιν οἱ μὲν ἢ οἱ δὲ τὴν ἐξουσίαν, δὲν βλέπω εἰς τί περι-
2517στρέφονται αἱ διαφωνίαι. Δύνανται βεβαίως νὰ προκύψωσιν
2518αἱ διαφωνίαι, ἀλλ’ ὅταν θὰ πρόκηται περὶ τῶν μέσων ἐκεί-
2519νων πρὸ πάντων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ θε-
2520ραπεία ἀπὸ τῆς πολιτικῆς καχεξίας. Ὅταν δὲν πρόκηται
2521περὶ τούτου, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ
2522ὁποῖοι ἀξιοῦν νὰ κυβερνήσωσι τὸ Κράτος, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ
2523νὰ μοὶ εἴπωσι, μετὰ τεσσαρακονταετῆ δοκιμασίαν ποῖαι εἶ-
2524ναι αἱ μελέται σας, Κύριοι; αἱ σκέψεις σας; πῶς φρονεῖτε,
2525ὅτι θέλει διορθωθῆ ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος; ἢ ἕως
2526πότε πρέπει νὰ περιμένωμεν; Τί ἄλλη διακωμῴδησις πρέ-
2527πει νὰ γείνῃ μεγαλειτέρα, διὰ νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι διερχόμεθα
2528ἐποχὴν κρίσιμον καὶ διὰ τὴν ὕπαρξιν ἀκόμη τοῦ πολιτεύμα-
2529τος; Καὶ παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅταν προκύπτωσιν αἱ
2530τοιαῦται ἀμηχανίαι πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἐργασίας τῆς
2531Βουλῆς, ἓν λέγεται, ὡς συμπέρασμα δῆθεν σωτήριον, ὑπὸ
2532τινων καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι αὐτὴ ἡ Βουλὴ δὲν
2533εἶναι πλέον Βουλὴ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ. Ἐγὼ ἐν τῷ
2534συνόλῳ τῆς Βουλῆς αὐτῆς δὲν βλέπω τί κακὸν ἔχει, διότι,
2535ἂν ἐγὼ ἢ ἄλλος τις ἔχῃ ὄρεξιν, ἐπικαλούμενος τὸν Κανο-
2536νισμόν, νὰ κάμῃ 15 ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας καθ’ ἑκά-
2537στην συνεδρίασιν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, κατὰ τίνα
2538τρόπον, ὑπὸ ποίων ἀνθρώπων καταρτιζομένη ἡ νέα Βουλὴ δὲν
2539θὰ παριστᾷ αὐτὸ τὸ θέαμα, ὥστε νὰ μὴ δύνασθε νὰ εἴπητε
2540καὶ δι’ αὐτήν: «μὰ δὲν εἶναι Βουλὴ αὐτή!»; Καὶ πρέπει
2541νὰ τεθοῦν τὰ ζητήματα εἰς τὸν λαόν! Ποῖα ζητήματα νὰ
2542τεθοῦν εἰς τὸν λαόν; Ἂν θέλει φόρους ἢ παρασκευάς; Ἂς
2543συνεννοηθῶμεν καλῶς. Πρόκειται νὰ θέσωμεν εἰς τὸν λαὸν
2544ζήτημα μεταξὺ χρήματος ὀλίγου καὶ καθήκοντος πρὸς τὸν
2545προορισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος. Τοιοῦ-
2546τον ζήτημα λοιπὸν πρόκειται νὰ θέσωμεν εἰς τὸν λαόν; Νὰ
2547παραστῶμεν λοιπὸν διαιρούμενοι, καὶ παριστῶντες, οἱ μὲν,
2548ὅτι θέλουν παρασκευὰς στρατιωτικάς, θέλουν ἴσως πόλεμον,
2549οἱ δὲ, ὅτι θέλουν οἰκονομίας καὶ ἐλάττωσιν φόρων; Ἀλλὰ
2550τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἀποδεχόμεθα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέ-
2551δια, τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης, πάντα ταῦτα, ἀλλ’ ἀποδεχόμενοι
2552ταῦτα πάντα ἐμποδίζομεν καὶ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, νομίζω
2553ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον. Καὶ ὄχι ἐμποδίζοντες τὴν
2554ψήφισιν, ἀλλ’ ἐμποδίζοντες μόνον ἐπὶ χρόνον τινὰ αὐτήν,
2555διακωμῳδοῦντες οὕτω καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς
2556Βουλῆς καὶ τὰ φρονήματα τὰ ἐθνικά, πράττομεν πλέον τι
2557ἢ ἀκατανόητον!
2558Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε συνέπεσε περίστασις, καθ’
2559ἣν συγχρόνως νὰ κινδυνεύουν καὶ πολίτευμα καὶ συμφέροντα
2560ἐθνικά, ὡς κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο
2561πολὺ ἀκαίρως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι
2562δὲν εἴμεθα ἐπιτροπὴ κοινῆς σωτηρίας. Εἴμεθα ἐπιτροπὴ κοι-
2563νῆς σωτηρίας, διότι συγχρόνως κινδυνεύουσι συμφέροντα ἐθνι-
2564κὰ καὶ πολίτευμα καὶ τὰ πάντα. Καὶ ἂν μὲν πρόκηται,
2565Κύριοι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι τοῦτο ὀδυνηρόν, νὰ καταπέσῃ
2566μετ’ οὐ πολὺ τὸ πολίτευμα, δύναταί τις ἴσως νὰ εἴπῃ, ὅτι
2567τὰ πολιτεύματα δὲν εἶναι ὁ τελικὸς σκοπὸς τῶν Κρατῶν
2568καὶ τῶν ἐθνῶν, εἶναι τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκονται
2569οἱ κοινωνικοὶ καὶ οἱ ἐθνικοὶ σκοποί· ἀλλὰ προσέξωμεν, μή,
2570καταρρίπτοντες τὸ πολίτευμα, καταρρίπτοντες αὐτὸ ἀνε-
2571πανορθώτως, καταρρίψωμεν συγχρόνως μετ’ αὐτοῦ καὶ τὸ
2572μέλλον τοῦ Κράτους, καὶ βυθίσωμεν βαθύτατα τὴν μάχαι-
2573ραν εἰς τὴν καρδίαν αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτή-
2574ματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2575§217Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ μακρηγο-
2576ρήσω, διότι ὡμίλησα ἤδη ἐπὶ τοῦ θέματος· μόνον θὰ δώσω
2577πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, τῶν ὁποίων αὕτη ἔχει ἀπόλυ-
2578τον ἀνάγκην, ἂν πράγματι ἐπιθυμῇ νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ νὰ
2579διακρίνῃ, ἂν ἐπιβάλλεται φορολογία διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
2580νομοσχεδίου, καὶ ἂν πεισθῇ, νὰ καταψηφίσῃ τὸ παρὸν νομο-
2581σχέδιον.
2582Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὁ ἄρτι κατελθὼν
2583τοῦ βήματος, ἠθέλησε νὰ σχηματίσῃ ἴδιον κόσμον ἰδεῶν καὶ
2584γνωμῶν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν στάσιν αὐτοῦ, διότι βε-
2585βαίως ἄνευ αὐτοῦ καί τινων συναδέλφων του, μὴ ἀνηκόντων
2586εἰς τὸ ἐν τῇ ἀρχῇ κόμμα, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς
2587αὐτοὶ λέγουσι, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέ-
2588δια, καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς διὰ φόρων πολλῶν ἑκατομ-
2589μυρίων δραχμῶν. Ὅπως λοιπὸν δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν καὶ
2590τὴν ψῆφον αὐτοῦ, ἐδημιούργησεν ἴδιον κόσμον ἰδεῶν, καὶ
2591ἠθέλησε νὰ πείσῃ καὶ ὑμᾶς, ὅτι τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν
2592ὁποίων πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία, δὲν εἶναι τῆς
2593πρώτης ἀνάγκης· εἶναι, ὡς ἠκούσατε, τὸ ροκφὸρ (ὁ γαλ-
2594λικὸς τυρός), εἶναι ὁ ἔβενος, διὰ τοῦ ὁποίου κατασκευάζον-
2595ται ἀντικείμενα χρησιμοποιούμενα παρὰ τῆς ἀνωτάτης, τῆς
2596πλουσιωτάτης τάξεως, καὶ ἐπείσθη, καὶ βεβαίως θὰ ἦναι
2597εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, ὅτι ἐπιβάλλεται βα-
2598ρεῖα φορολογία ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πολυτελείας! Λυποῦμαι,
2599διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ — δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἐνόησε,
2600διότι καὶ εὐφυὴς καὶ πεπειραμένος εἶναι, — δὲν ἠθέλησε νὰ
2601ἐννοήσῃ τὰς ὑποδείξεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην εἰς τὴν Βου-
2602λήν, ὅτε ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ διέστρεψεν αὐτάς.
2603Τότε ἀνέφερα, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τῶν τε-
2604λωνείων ἀνέρχεται, κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον δασμολό-
2605γιον, τὸ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου,
2606εἰς 35 ἑκατομμύρια δραχμὰς ἐτησίως. Ἐκ τῶν 35 τούτων
2607ἑκατομμυρίων, σᾶς εἶπον, ὅτι περίπου 28 ἑκατομμύρια εἶ-
2608ναι φόροι ἐπὶ τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, ἐπὶ τῶν τροφί-
2609μων, δηλ. ἀνάγκης γενικῆς, ὄχι μόνον τοῦ χειρώνακτος. —
2610Διότι νομίζετε, ὅτι πτωχὸς εἶναι μόνον ὁ χειρῶναξ; Μήπως
2611πᾶσαι αἱ ἄλλαι τάξεις, αἵτινες δὲν ἔχουν μέγα εἰσόδημα
2612καὶ δὲν δύνανται νὰ δαπανῶσιν εἰς εἴδη πολυτελείας, δὲν
2613ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην μεγάλης οἰκονομίας; Δύναμαι νὰ
2614σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ μεσαία τάξις ἐν Ἑλλάδι, οἱ ὑπάλληλοι
2615καὶ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ συνταξιοῦχοι, οἱ πλεῖστοι τῶν ἐπι-
2616στημόνων, οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν γένει, πάντες, οἱ ἔχοντες
2617ὡρισμένον εἰσόδημα μικρὸν, οἱ μικροεπαγγελματίαι, ὅλαι
2618αὐταὶ αἱ τάξεις στενοχωροῦνται πολὺ περισσότερον τοῦ χει-
2619ρώνακτος, διότι ὁ χειρῶναξ ζῇ ὑπὸ πολὺ εὐνοϊκωτέρους δι’ ἑ-
2620αυτὸν ὅρους τροφῆς καὶ διαίτης καὶ κατοικίας, καὶ τὸ ἡμε-
2621ρομίσθιον αὐτοῦ δύναται νὰ αὐξηθῇ, ἐνῷ οἱ ὑπάλληλοι παν-
2622τὸς εἴδους καὶ οἱ μικροεπαγγελματίαι ζῶσιν ὑπὸ ἄλλους
2623ὅρους, ὑπὸ ἄλλας κοινωνικὰς συνθήκας, χωρὶς νὰ αὐξάνουν
2624οὔτε οἱ μισθοί των οὔτε τὸ εἰσόδημά των. Ὁ κύριος συνά-
2625δελφος ἐνόμισεν, ὅτι μόνον ὁ ἄρτος ὁ ἐπιούσιος εἶναι ἐκεῖνος,
2626τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον εἰς τὸν Ἑλληνι-
2627κὸν λαόν, καίτοι καὶ αὐτὸν ἀκόμη φορολογοῦμεν, διότι καὶ
2628ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιβάλλονται δέκα ἑκατοστά. Ἀλλὰ «οὐκ ἐπ’
2629ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος», κύριε Χατζόπουλε· ἔχει
2630ἀνάγκην καὶ ἄλλων. Εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα Κράτη φρον-
2631τίζουσιν, ὅπως ὁ λαὸς ὁ πολὺς ἀπολαύῃ καὶ ποιᾶς τινος
2632εὐμαρείας, ποιᾶς τινος ἀναπαύσεως, ἀπολαύσεως, ἀνακου-
2633φίσεως. Δὲν πρόκειται λοιπὸν μόνον διὰ τοῦ ξηροῦ ἄρτου
2634νὰ ζήσῃ ὁ Ἕλλην. Τῆς ἀπολύτου δ’ ἀνάγκης ἀντικείμενα
2635εἶναι τὰ πλεῖστα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, διότι ἐγὼ
2636ἐκ τοῦ δασμολογίου ἔλαβον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδουσι τὰ 28
2637ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα. Ἂν περιλαμβάνηται
2638καὶ ὁ ἔβενος, ἠξεύρετε διατὶ περιλαμβάνεται; διότι ἔχομεν
2639καὶ ἄλλα καθήκοντα, διότι τὸ δασμολόγιον δὲν συντελεῖ
2640μόνον εἰς τὴν εἴσπραξιν· τοῦτο βεβαίως εἶναι εἷς τῶν σκο-
2641πῶν, διότι δύο σκοποὺς ἔχει τὸ δασμολόγιον, νὰ εἰσπραχθῇ
2642χρῆμα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ νὰ προστα-
2643τευθῇ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐκόπτετο
2644δῆθεν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας. Δὲν γνωρίζει
2645ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐπιπλοποιΐα ἐν Ἑλλάδι ἀνε-
2646πτύχθη καὶ ἀναπτύσσεται ἐξόχως, καὶ ὅτι πέρυσιν ὁ σεβα-
2647στὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
2648Οἰκονομικῶν, εἰσήγαγε νομοσχέδιον εὐεργετικὸν ὑπὲρ τῆς
2649βιομηχανίας ταύτης, καὶ ἡ Βουλὴ εὐλόγως ἄνευ ἀντιρρήσεως
2650ἐψήφισεν αὐτό; Ἀλλὰ καὶ ὁ ἔβενος καὶ ἡ καρύα καὶ τὰ
2651ἄλλα πολύτιμα ξύλα χρησιμεύουσι διὰ τὴν ἐπιπλοποιΐαν,
2652τοιαῦτα δὲ ξύλα εἰσάγονται 200,000 περίπου ὀκάδες ἐκ
2653τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὴν ἐπιπλοποιΐαν. Λοιπὸν ἠμπορεῖ τὰ
2654ἀντικείμενα ταῦτα νὰ ἦναι καθ’ ἑαυτὰ εἴδη πολυτελείας,
2655ἀλλ’ εἶναι χρήσιμα διὰ τὴν ἐγχώριον ἐπιπλοποιΐαν, κατερ-
2656γάζονται αὐτὰ Ἕλληνες τεχνῖται, διαγωνιζόμενοι λίαν
2657ἐπιτυχῶς πρὸς τὴν ξενικὴν ἐπιπλοποιΐαν, καὶ ὑπὲρ τῆς
2658Ἑλληνικῆς ἐπιπλοποιΐας πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα.
2659Ἀλλὰ, Κύριοι, σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευ-
2660τὴς τὸν γαλλικὸν τυρὸν ροκφόρ, καὶ μάλιστα ἐφαντάσθη,
2661ὅτι ἐγὼ ἔχω εἰς αὐτὸν προτίμησιν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω
2662ἀντιπάθειαν εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ τυροῦ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐν τῷ
2663οἴκῳ μου ποιοῦμαι χρῆσιν τοῦ τυροῦ, τὸν ὁποῖον οἱ πλεῖστοι
2664τῶν Ἑλλήνων τρώγουσι, τοῦ τουλουμισίου, ἀλλ’ ἐπίσης
2665καὶ κασέρι ἀναλίσκεται ἢ κασκαβάλι, εἰς τὸ ὁποῖον ἀρέ-
2666σκεται καὶ ἡ ἐργατικὴ τάξις, καὶ Κρητικὸς τυρός,—ὃν ἐγὼ
2667προτιμῶ, —καὶ ἄλλα εἴδη τυροῦ. Ἀποδεικνύεται δ’ ἐκ τῶν
2668ἐπισήμων στατιστικῶν, ἃς ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ὅτι ἐκ τοῦ
2669ἐξωτερικοῦ εἰσάγεται καὶ τουλουμοτύρι, καὶ κασκαβάλι ἢ
2670κασέρι καὶ Κρητικὸ τυρὶ κλπ. ὑπὲρ τὰς 100,000 ὀκάδας.
2671Ὅταν δ’ ἐπιβάλλητε φόρον ἐπὶ τοῦ τυροῦ, τοῦ ὁποίου τὰ ⅔
2672εἶναι τουλουμίσιο, κασέρι ἢ κασκαβάλι κλπ., τὸ ⅓ δὲ μό-
2673νον ἀποτελοῦσι τὰ ἄλλα εἴδη, τῆς πολυτελείας, ἅτινα ῥη-
2674τῶς ἐγὼ ἐξῄρεσα, τί ἄλλο φορολογεῖτε ἢ ἀντικείμενα πρώ-
2675της ἀνάγκης; 150,000 ὀκάδες τυροῦ εἰσάγονται ἐκ τοῦ
2676ἐξωτερικοῦ· αὐξάνοντες δὲ τὴν φορολογίαν αὐτοῦ, τί ἄλλο
2677κάμνετε ἢ ἐπιβάλλετε φόρον ἐπὶ τοῦ τυροῦ τῆς κοινῆς χρή-
2678σεως; Διότι σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος,—ὅστις
2679ἔχει τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν πεῖραν νὰ διακρίνῃ, ὅταν θέλῃ,
2680—ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν
2681εἰσαγωγήν, φέρει αὔξησιν καὶ τῆς τιμῆς τοῦ τυροῦ τοῦ ἐν
2682τῇ χώρᾳ παραγομένου καὶ καταναλισκομένου, ἑπομένως ὁ
2683τυρὸς οὗτος θὰ πληρωθῇ κατὰ 10 ἑκατοστὰ περισσότερον,
2684ἤτοι θὰ γείνῃ ἀκριβότερος κατὰ δέκα ἑκατοστά.
2685§218Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
2686§219Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον εἶναι τὸ εἰσαγωγι-
2687κὸν τέλος τοῦ τουλουμοτυρίου κατ’ ὀκᾶν;
2688§220Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ δασμολόγιον·
2689ἀλλ’ ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὑπὲρ τὰ 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
2690Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
2691§221Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τέλους αὐτοῦ τί-
2692θενται τὰ 10 ἑκατοστά;
2693§222Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσας ὀκάδας τουλουμοτύρι εἰσ-
2694άγομεν;
2695§223Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ στατιστικὴ ἡ ἐπίσημος τοῦ
26961901 ἐπακριβῶς σημειοῖ, ὅτι εἰσήχθησαν ἐκ τοῦ κοινῆς
2697χρήσεως τυροῦ (τουλουμοτύρι, κασέρι ἢ κασκαβάλι κλπ.)
2698ὀκάδες 122,518, τῆς πολυτελείας δὲ (ροκφόρ, ἢ γοργον-
2699τζόλα, ἥτις ἀρέσκει τῷ κ. Χατζοπούλῳ) ὀκάδες 36,647.
2700Δέκα ἑκατοστά, Κύριοι, ἐπιβάλλετε, δηλαδὴ 7½%
2701παρὰ ἐλάχιστον. Λοιπὸν κατὰ 7½% αὐξάνει τὸ τέλος
2702τοῦ τυροῦ ἀναμφισβητήτως ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων τελῶν.
2703§224Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ τέλος τοῦ τυ-
2704ροῦ; καὶ ἑπομένως νὰ πάρητε τὰ 10 ἑκατοστά.
2705§225Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπερβαίνει τὰ 50 λε-
2706πτά. Ζητήσατε τὸ δασμολόγιον. Ἄλλως τε ὁ κ. Ὑπουργὸς
2707ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐδῶ, καὶ δύναται νὰ σᾶς πληρο-
2708φορήσῃ ἀκριβέστερον. Οἱονδήποτε ὅμως καὶ ἂν ᾖναι τὸ τέ-
2709λος, αὐξάνει βεβαίως τοῦτο κατὰ 7½%. Δὲν ὑπάρχει
2710ἀμφιβολία περὶ τούτου.
2711§226Α. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς διακόψω;
2712§227Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε.
2713§228Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πειράζει.
2714§229Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, καὶ δικαίως, ὅτι μία φο-
2715ρολογία ἐπὶ πραγμάτων εἰσαγομένων ἔξωθεν φέρει ὑπερτί-
2716μησιν καὶ τοῦ πράγματος τοῦ ἐγχωρίου.
2717§230Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.
2718§231Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅμως αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐφαρ-
2719μόσητε ἀπολύτως, καταργεῖτε τὸ προστατευτικὸν σύστημα,
2720τὸ ὁποῖον βεβαίως ὁ ἀρχηγὸς ὑμῶν ἔχει ἐγκολπωθῆ. Βεβαίως
2721κατ’ ἀρχὰς ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις, ἀλλ’ ἐπέρχεται
2722κατόπιν ἡ εὐθηνία διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἐσωτερικῆς παρα-
2723γωγῆς. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βεβαιώσητε.
2724Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει ποτὲ προστατευτικὸς δασμὸς νὰ τί-
2725θηται, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ βιομηχανία ἐν τῷ τόπῳ, δυναμένη
2726νὰ ἐπαρκέσῃ. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ τυροῦ, δὲν πρέπει
2727νὰ τὸν προστατεύσητε.
2728§232Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πολλὰ εἴπετε, κύριε συνάδελφε, διὰ
2729νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ἔχετε ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ προστα-
2730τευτικοῦ θεσμοῦ.
2731§233Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
2732§234Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁρίστε.
2733§235Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευ-
2734τής ἠμφισβήτησεν, ἂν εἰσέρχεται αὐτὸ τὸ ποσόν, ἂς ἀκού-
2735σῃ, τί λέγουσιν οἱ ἐπίσημοι πίνακες. Τὴν τετάρτην τριμη-
2736νίαν τοῦ 1901 εἰσήχθη τυρὸς (ὄχι τῆς πρώτης περιπτώσεως)
2737ἀξίας 35,000· κασέρι ἢ κασκαβάλι, Κρητικὴ μυζήθρα καὶ
2738τυρὸς κοινὸς (τουλουμοτύρι) ἀξίας δραχ. 47,000. Λάβετε
2739δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ εἰσαγωγῆς ἀξίας 138 ἑκατομμυ-
2740ρίων περίπου δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς τὰ τελωνεῖα πληρώνε-
2741ται 35,000,000 φόρος, εἶναι μία ἀναλογία ἓν πρὸς τέσσαρα
2742ἐπὶ τῆς ἀξίας.
2743§236Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. 35,000,000;
2744§237Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. 35,000,000 εἰσπράττουσι τὰ τελω-
2745νεῖα ἐπὶ ἀξίας ἐμπορευμάτων 138 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὴν
2746ἐπίσημον στατιστικήν· συνεπῶς ἡ φορολογία πρὸς τὴν ἀξίαν
2747εἶναι ἓν πρὸς τέσσαρα. Ἐὰν λοιπὸν 40,000 περίπου δραχ-
2748μῶν τυρὸς εἰσάγηται κατὰ τριμηνίαν, αἱ 10,000 δὲν εἶναι
2749ἄλλο τι ἢ φόρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναλογία περίπου.
2750Τώρα θὰ ἀκούσητε καὶ ἄλλας λεπτομερείας, τὰς ὁποίας
2751θὰ σᾶς ἀναπτύξωμεν μίαν πρὸς μίαν.
2752§238Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ὑπάρχει ἀμφι-
2753βολία. Οἱανδήποτε τροπὴν εὔστροφος ἀγορητὴς θέλει νὰ
2754δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ νομοσχέδιον ῥητῶς σᾶς λέγει,
2755ὅτι ἐπιβάλλεται 10% ἐπὶ πάντων τῶν εἰσαγομένων (ἀνα-
2756γινώσκει): «Ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ὁρίζεται εἰς
2757τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ τεσ-
2758σαράκοντα πέντε». Σήμερον ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχ-
2759μῆς, κατὰ τὸν νόμον, εἶναι 1,35. Ἑπομένως 10 ἑκατοστὰ
2760προστίθενται εἰς τὰ τέλη.
2761§239Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
27627 καὶ 40/00 μόνον.
2763§240Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς εἶπον 10 ἑκατοστὰ προστίθεν-
2764ται, κύριε Ὑπουργέ. Ἐγὼ προσέχω εἰς τὰς λέξεις. Δηλαδὴ
27657½%, ἤτοι 10|00 ἐπὶ τῶν 135.
2766§241Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπε καὶ πρὶν αὐτό.
2767§242Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ εἶπον καὶ πρίν, ὅτι κατὰ 7½%
2768αὐξάνεται ὁ εἰσαγωγικὸς δασμός. Βεβαίως δὲν εἶπον, ὅτι εἶ-
2769ναι 10%, εἶπον δέκα ἑκατοστά, ἤτοι δέκα λεπτὰ ἐπὶ ἑκά-
2770στης μεταλλικῆς δραχμῆς.
2771§243Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 7,40% μόνον, καὶ ἂν λάβητε
2772ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, εἶναι μόνον
2773πέντε λεπτά, διότι ἔχει 1,42.
2774§244Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τότε ἂς ἐλαττώσῃ τὴν ἀξίαν.
2775§245Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
2776κῶν ἐπιθυμῇ νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσοστὸν τῆς δραχμῆς πρὸς
27771,40, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν...
2778§246Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἀντίρρησιν.
2779§247Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ... Ἀλλὰ δὲν δύνασθε σήμερον, ἐπειδὴ
2780εἰς τὴν ἀγορὰν ὁ χρυσὸς τιμᾶται 1,43, νὰ προσδιορίσητε,
2781ὅτι εἶναι 5 ἢ 6 ἢ 7 ἢ 8 λεπτὰ ἡ αὔξησις. Σεῖς διὰ τοῦ νο-
2782μοσχεδίου ἐπιβάλλετε 10 ἑκατοστὰ ἐπὶ πλέον. Σήμερον ἡ
2783τιμὴ εἶναι 1,35, καὶ 10=1,45. Αὐτὸ ἀναλογεῖ πρὸς 7½%.
2784Δὲν ἀμφισβητεῖται αὐτό.
2785§248ΔΗΜ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἐπιβάλλεται σταθερῶς τὸ
27867½% αὐτὸ, ἀλλὰ μένει τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ εἰς
2787χρυσόν.
2788§249Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ πληρώσῃ εἰς μεταλλικὸν νόμι-
2789σμα.
2790§250Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖτε δά! Δὲν εἶναι ζήτημα.
2791§251Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι, λαμβανομένης
2792ὑπ’ ὄψιν τῆς σημερινῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, εἶναι μό-
2793νον 5 ἑκατοστά.
2794§252Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον 10 ἑκατοστὰ, καὶ
279510 ἑκατοστὰ σημαίνει 10 λεπτά, τὰ ὁποῖα προσθέτετε.
2796§253Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διότι εἶπον, ὅτι εἶναι 7,40%,
2797ἤτοι μόνον πέντε λεπτά. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὕ-
2798τως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Δυνατὸν αὔριον ἡ τιμὴ νὰ φθάσῃ εἰς
27991,35, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τίποτε· δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς 1,50,
2800καὶ νὰ ἔχωμεν περισσότερον.
2801§254Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ νομισματικὸν εἶναι
2802ἄλλο ζήτημα, συνδεόμενον μὲ ἄλλους ὅρους τοῦ Προϋπολογι-
2803σμοῦ.
2804§255Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐ-
2805ρυτανίας συνάδελφος, ἀναζητήσας ἐν τῷ πρώτῳ λόγῳ μου
2806κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, εὗρε τοὺς ἁλιπάστους ἰχθῦς ὡς ἀντι-
2807κείμενον τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐξιππάσθη δὲ καὶ ἐδυσπί-
2808στησεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τρώγει ἁλιπάστους ἰχθῦς,
2809καὶ εὗρεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τρώγῃ παρὰ μόνον ὀλί-
2810γον μπακαλιάρον, καὶ αὐτὸν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐγὼ δὲν
2811ἔχω πεῖραν τοιαύτης καταναλώσεως, διότι ὁμολογουμένως
2812ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μας δὲν προβαίνομεν εἰς γεύματα καὶ διατη-
2813ρήσεις καὶ διατροφὰς τῶν ἐκλογέων, ὅπως συνηθίζεται εἰς
2814ἄλλας ἐπαρχίας, ἑπομένως δὲν γνωρίζω τὸ εἶδος τῆς κατα-
2815ναλώσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ σᾶς βε-
2816βαιώσω, εἶναι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καταναλίσκει μέγα
2817ποσὸν ἁλιπάστων ἰχθύων, καὶ ἰδίως μπακαλιάρου ἢ γάδου
2818ἢ ὀνίσκου. Πόσον ποσὸν, Κύριοι, νομίζετε ὅτι εἰσάγεται;
2819Ἐλάχιστον, εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος, διότι δυστυχῶς δὲν
2820ἔλαβε τὸν κόπον νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν στατιστικὴν, ἵνα ἴδῃ
2821πόσον ποσὸν εἰσάγεται καὶ πόσον ποσὸν καταναλίσκεται.
2822§256Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον φόρον πληρώνουσιν;
2823§257Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ φόρος μὲ τὸ πο-
2824σὸν τῆς ἀναλώσεως, τὸ ὁποῖον σεῖς παρεστήσατε ἐλάχιστον;
2825Σεῖς εἴπετε, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς μόνον καταναλίσκεται
2826ὀλίγος μπακαλιάρος. Καὶ μὲ εἰρωνεύθητε μάλιστα, ὅτι κό-
2827πτομαι ἐν τῇ Βουλῇ δι’ ὀλίγον μπακαλιάρον καὶ ὀλίγας σαρ-
2828δέλλας!
2829Ἰδοὺ ἡ ἐπίσημος στατιστικὴ (ἀναγινώσκει): «Γάδος»
2830(γάδος εἶναι ὁ μπακαλιάρος). Πόσον ποσὸν νομίζετε ὅτι εἰσ-
2831έρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα; Κατὰ τὸ 1901 εἰσήχθησαν ὀκά-
2832δες 2,332,000, τὸ 1900 ὀκάδες 2,442,000. Ἁλίπαστοι
2833ἰχθύες καὶ λοιπά: τὸ 1901 ὀκάδες 1,921,000, τὸ 1900
2834ὀκάδες 2,000,000· τὸ ὅλον ἀξίας δραχ. 6,166,000. Αὐτὴ
2835εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ, Κύριοι, μπακαλιάρου καὶ ἄλλων ἁλι-
2836πάστων ἰχθύων ἀκριβῶς, καταναλισκομένων ὑπὸ τῆς μέσης
2837καὶ τῆς τελευταίας λαϊκῆς τάξεως, ἤτοι πράγματι ὑπὸ
2838τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ πολλοῦ, διότι ὀλίγοι εἶναι οἱ εὐ-
2839τυχεῖς, οἱ δυνάμενοι ν’ ἀγοράζωσι μαῦρον χαβιάρι καὶ ἄλλα
2840εἴδη πολυτελείας.
2841§258Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον πληρώνει ὁ μπακαλιάρος;
2842Ἕνδεκα λεπτά. Δηλαδὴ αὐξάνει κατὰ ἑπτὰ λεπτά.
2843§259Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πρόκειται ἂν ἐπλήρωνε φόρον 11
2844λεπτὰ πλέον ἢ ἔλαττον. Αὐτὸς πωλεῖται εἰς ὡρισμένην τι-
2845μήν. Σήμερον δὲ προσθήκῃ τῶν 10 ἑκατοστῶν τοῦ νομοσχε-
2846δίου θὰ πωληθῇ περισσότερον. Ἑπομένως, ἐὰν μία οἰκο-
2847γένεια ἔχῃ ἀνάγκην μιᾶς ἢ δύο ὀκάδων μπακαλιάρου, ἵνα
2848διατραφῇ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας διατρέφε-
2849ται δι’ ἰχθύων καὶ δὲν δύναται νὰ πορισθῇ νωποὺς ἰχθῦς,
2850ἀναμφισβητήτως θέλει στερηθῆ τοῦ ποσοῦ κατὰ τοσοῦτον,
2851καθ’ ὅσον αὐξάνεται ἡ τιμή· διότι εἶπον, ὅτι ἡ τιμή, ὁ
2852φόρος ὁ προστιθέμενος δὲν εἶναι ἁπλοῦς· ὁ φόρος ὁ προστι-
2853θέμενος ἔχει καὶ τὸ ἄλλο ἰδίωμα, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἔχου-
2854σι τὰ ἀνθρώπινα, νὰ αὐξάνῃ καὶ τὴν τιμὴν τοῦ καταναλι-
2855σκομένου πράγματος οὐχὶ ἀναλόγως τοῦ ἐπιβαλλομένου φό-
2856ρου, ἀλλὰ πολὺ ἐπὶ πλέον, διότι εἶναι ἀδύνατον οἱ ἔμποροι
2857καὶ οἱ μεταπράται νὰ μὴ ζητήσωσι νὰ καλύψωσι τὰς ζη-
2858μίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῶσιν ἢ ὑποπτεύονται ὅτι πιθανὸν
2859νὰ ὑποστῶσι, δι’ αὐξήσεως τῆς τιμῆς. Ἑπομένως, ἐὰν προσ-
2860θέσητε 10 ἑκατοστά, νὰ ἦσθε πλέον ἢ βέβαιοι, ὅτι πολὺ
2861εὐσυνείδητος θὰ ἦναι ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος θὰ προσθέσῃ 15 ἢ
286220. Θὰ αὐξήσῃ ἀναμφισβητήτως ἡ ἀξία. Ἑπομένως στε-
2863ρεῖτε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τῆς εὐχαριστήσεως νὰ καταναλί-
2864σκῃ ἁλιπάστους ἰχθῦς καὶ μπακαλιάρον.
2865§260Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Κατὰ πόσα λεπτὰ θὰ αὐξηθῇ ἡ
2866τιμὴ τοῦ μπακαλιάρου;
2867§261Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ... (διαμαρτυρίαι ἀριστερόθεν).
2868§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰπέτε νὰ μὴ
2869διακόπτωσιν. Ἡμεῖς δὲν διεκόψαμεν.
2870§263Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι
2871ἐγὼ ἀνέφερα τὰ ὄσπρια, ἐξ ὧν εἰσάγονται ἱκανὰ ποσὰ ἐκ
2872τῆς ἀλλοδαπῆς· 2 ἑκατομμύρια ὀκάδες εἰσήχθησαν κατὰ
2873τὸ 1901. Καὶ τὰ ὄσπρια εἶναι τροφὴ τοῦ πενομένου λαοῦ,
2874τοῦ πολλοῦ.
2875§264Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2876Μοὶ ἐπιτρέπετε; Τὰ ὄσπρια πόσον θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν;
2877§265Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀναλόγως τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία
2878ὑφίσταται ἐπ’ αὐτῶν, θὰ φορολογηθῶσι κατὰ 10 ἑκατοστὰ
2879ἐπὶ πλέον. Αὐτὴ εἶναι ἡ φορολογία. Δέκα λεπτὰ προσθέ-
2880τετε. Λοιπὸν δέκα θὰ προστεθῶσι.
2881§266Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 7½. Ἄρα, ἐὰν πληρώνωσιν ὀκτὼ
2882λεπτά, θὰ ἦναι 5,60 τοῦ λεπτοῦ φόρος.
2883§267Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν ἦναι, ἀξιότιμε κύριε
2884Ὑπουργέ, ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Ἐγὼ
2885διαφωτίζω τὸν συνάδελφον κ. Χατζόπουλον, ὁ ὁποῖος ἠθέ-
2886λησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὁλόκληρος κό-
2887πτεται ὑπὲρ τῶν εἰδῶν τῆς πολυτελείας, ὅτι κόπτεται ἡ
2888Ἀντιπολίτευσις ὄχι διὰ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ
2889πληρώσῃ τὰ εἴδη αὐτὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀκριβότερον,
2890ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τρώγουσι τὸ ροκφὸρ, καὶ κά-
2891μνουσι χρῆσιν βακτηριῶν ἐξ ἐβένου. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ ἀκριβῶς
2892ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡμεῖς ἐργαζόμεθα καὶ
2893προσπαθοῦμεν νὰ σᾶς πείσωμεν — καὶ εὔχομαι νὰ δυνηθῶμεν
2894νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο — νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψήφισιν
2895αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι φορολογίαν μεγάλην σχετικῶς
2896ἐπιβάλλει εἰς πάντα τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης.
2897Ἀλλ’ ἐνεθυμήθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος,
2898ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐκλογαί, ὅτι εἴμεθα θνητοὶ ἐνταῦθα καὶ
2899ὄχι ἀθάνατοι, καὶ ἔχομεν τὸν μέγαν κριτήν, τὸν Ἑλληνικὸν
2900λαόν, πρὸ τοῦ ὁποίου θὰ προσέλθωμεν, — ἀργὰ ἢ γρήγορα,
2901δὲν γνωρίζω. — Σήμερον δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα ἐπὶ
2902τοῦ τάπητος, οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἐγείρει ὡς ση-
2903μαίαν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Σήμερον οὕτως ἔχουσι τὰ
2904πράγματα, καὶ ῥητῶς ἐδήλωσε τοῦτο ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς
2905τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἑπομένως μόνον ὁ ἀξιότιμος συνά-
2906δελφος μένει πάντοτε ἐν τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ, καὶ τρέμει πρὸ
2907τῆς ἰδέας, μὴ τυχὸν ἄφνω καὶ ἐξαπίνης ἐπέλθῃ ἡ διάλυ-
2908σις. Ἀλλ’ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καθησύχασεν
2909αὐτόν. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης εἶπε: «μὴ ἀνησυχεῖτε, διότι
2910δὲν ἔχω τοιοῦτον πρόγραμμα σήμερον, οὔτε ὡς σημαίαν ἐγεί-
2911ρω τὴν διάλυσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν.» Ἄλλοτε, ἐὰν εἶπεν,
2912ὅτι διάλυσις τῆς Βουλῆς ἔδει νὰ γείνῃ, ὀρθότατα εἶπε, συν-
2913ταγματικώτατα εἶπε, καὶ ἤθελεν ἀρνηθῆ ἑαυτὸν καὶ ὁλό-
2914κληρον τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται, τὰς γνώμας, ἐὰν
2915ἐδήλου, ὅτι αἱ μειονοψηφίαι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὴν ἀρ-
2916χήν, ὅταν δὲν ἔχωσιν ἀσφαλίσει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.
2917Μόνον μετὰ ῥητὴν ὑπόσχεσιν διαλύσεως τῆς Βουλῆς δύνα-
2918ται μειονοψηφία νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχήν. Ἄλλοι πολιτικοὶ
2919ἄνδρες, καὶ αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ὑμῶν, ὁ μακαρί-
2920της Τρικούπης, τὰς ἀρχὰς τοῦ ὁποίου σεῖς λέγετε, ὅτι ἀκο-
2921λουθεῖτε, ἐφρόνει ῥιζικώτερον, ὅτι ἡ μειονοψηφία δὲν δικαι-
2922οῦται ποτὲ νὰ λάβῃ τὴν ἀρχὴν, μόνον ἡ πλειονοψηφία δι-
2923καιοῦται καὶ τὴν διάλυσιν νὰ λάβῃ καὶ Κυβέρνησις νὰ ἦναι,
2924μειονοψηφία κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ λάβῃ τὴν ἀρχὴν
2925εἰς συνταγματικόν, εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.
2926Ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸ κόμ-
2927μα ἡμῶν ἐφρόνει καὶ φρονεῖ, ὅτι τὸ συνταγματικὸν δικαίω-
2928μα τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς
2929τῷ ἐπιτρέπει νὰ διορίσῃ Ὑπουργοὺς καὶ ἐκ τῆς μειονοψη-
2930φίας, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι, τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν λαμ-
2931βάνουσι τὴν ἐντολὴν νὰ διοικήσωσι, σχηματίζοντες Κυβέρ-
2932νησιν, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρέπει νὰ ζητή-
2933σωσι παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν κύρωσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ
2934Ἄνακτος διορισμοῦ των. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχει ζήτη-
2935μα τοιοῦτον, ὅπως εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπο-
2936λιτεύσεως, διότι ἡ πλειονοψηφία σήμερον εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ.
2937Ἑπομένως τοιαύτη ἀνωμαλία δὲν ὑφίσταται, καὶ συνεπῶς
2938τοιοῦτον πρόγραμμα δὲν ἔχομεν. Διατὶ τὸν ἀξιότιμον συνά-
2939δελφον διήγειρε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διεγείρῃ ὁ φόβος τῆς
2940διαλύσεως;
2941§268Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ διήγειρε... (διαμαρτυ-
2942ρίαι ἀριστερόθεν).
2943§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (πρὸς τὸν κ. Χατζόπουλον).
2944Ἠδύνασθε νὰ ὁμιλήσητε, ἐὰν ἡμεῖς σᾶς ἠμποδίζομεν διαρ-
2945κῶς; Σεῖς διαρκῶς παρακωλύετε τὸν ἀγορεύοντα!
2946§270Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπω ἐπανειλημμένως αὐτὸ τὸ
2947ἄτοπον.
2948§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμά σας.
2949§272Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλ’ ἐνεθυμήθη ὁ ἀξιότιμος συνά-
2950δελφος τὸν λαόν, διότι ἐνεθυμήθη τὰς ἐκλογάς, διότι εἶδεν
2951ὅτι δὲν εἶναι παράδοξον νὰ ἐπέλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν
2952νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κριτοῦ, καὶ
2953τότε ἐνεθυμήθη, καὶ τότε ἐνόησε, τί ἔλεγε πρίν, διότι ἐνόη-
2954σεν, ὅτι—καὶ πολὺ ὀρθῶς καὶ δικαίως—οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ,
2955οἱ συναγωνιζόμενοι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς
2956ἐκλογεῖς, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Χατζόπουλος
2957εἶπεν, ὅτι ὁ λαὸς πρέπει νὰ ἀρκῆται εἰς τὸν σῖτον καὶ τὸν
2958ἀραβόσιτον καὶ τὴν μπομπόταν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τρώ-
2959γῃ τίποτε ἄλλο, οὔτε οἱανδήποτε ἄλλην ἀπόλαυσιν νὰ ἔχῃ,
2960οὔτε προσφάγιον, οὔτε βακαλάον ἀκόμη ἐνόει νὰ ἐπιτρέψῃ
2961αὐτῷ νὰ φάγῃ, διότι ὁ κύριος Χατζόπουλος ὄχι μόνον ἦτο
2962ἀδιάφορος, ἂν ἐφορολογοῦντο εἴτε ὁ βακαλάος, εἴτε οἱ ἁλί-
2963παστοι ἰχθύες, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλα εἴδη, ἀλλὰ καὶ διὰ
2964τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς ψήφου του ὑπεστήριξε τὴν αὔξησιν
2965τῆς φορολογίας ταύτης.
2966§273Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Χατζόπουλος δὲν φοβεῖται...
2967(θόρυβος).
2968§274Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ (θό-
2969ρυβος).
2970§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Χατζόπουλον). Παρακαλῶ,
2971κύριε Βουλευτὰ, μὴ διακόπτετε.
2972§276Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀποσύρει, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἔνστασιν
2973ὁ κύριος Παπαδημητρίου;
2974§277Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλ’ ἐνεθυμήθη, Κύριοι, τότε, ὅτι
2975εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἀνακούφισίν
2976τινα, καὶ τότε ἐνεθυμήθη, ὅτι ἡ ζάκχαρις φορολογεῖται βα-
2977ρέως, ὅτι ἡ ζάκχαρις δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται, διότι ὁ
2978οἰκογενειάρχης τῆς Εὐρυτανίας πρέπει νὰ εὑρίσκῃ ὀλίγα τε-
2979μάχια ζακχάρεως, διὰ νὰ δίδῃ εἰς τὰ τέκνα αὑτοῦ εὐθηνό-
2980τερον, καὶ δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ ζάκχαρις. Ἀλλὰ
2981καὶ ἡ ζάκχαρις φορολογεῖται ἀπηνῶς. Καὶ τὴν ζάκχαριν
2982ἐγὼ περιέλαβον εἰς τὸν κατάλογον, ὃν ἀνέγνωσα πρό τινος
2983(καὶ ὃν κατέκρινε καὶ εἰρωνεύθη ὁ κ. συνάδελφος), ὡς ἀντι-
2984κείμενον πρώτης ἀνάγκης. Διότι σήμερον, Κύριοι, εἶναι ἀν-
2985αμφισβήτητον, ὅτι ἡ ζάκχαρις δὲν εἶναι μόνον ἀντικείμενον
2986πρώτης ἀνάγκης, εἶναι καὶ ἀντικείμενον δημοσίας ὑγείας·
2987ἐπιστημονικῶς ἀπεδείχθη πλέον, ὅτι ἡ ζάκχαρις εἶναι ἡ ὑγι-
2988εινοτέρα τροφή, ἡ συντελεστικωτέρα εἰς ἐπίρρωσιν καὶ ἐνδυ-
2989νάμωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅμως εἰς τὴν ζάκχαριν, τὴν
2990ὁποίαν φορολογεῖτε πρὸς 150 καὶ 200 τοῖς ἑκατόν, ἐπιβάλ-
2991λετε ἐπιπροσθέτως 10 ἑκατοστά, ἤτοι 7½%! Καὶ ἔχο-
2992μεν ζακχάρεως εἰσαγωγὴν 7,000,000 ὀκάδας κατὰ τὸ
29931901. Τοσοῦτον ποσὸν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐπισήμων στα-
2994τιστικῶν, ὅτι εἰσάγεται. Λησμονεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος,
2995ὅτι ὁ κατάλογός μου περιέχει καὶ τὴν ὄρυζαν καὶ τὸ κρέας
2996καὶ τόσα ἄλλα εἴδη, ὡς καὶ πάντα τὰ φάρμακα, τὰ ὁποῖα
2997εἰσάγονται καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα εἰς πάντας, πτω-
2998χούς καὶ πλουσίους, διότι ἐν ταῖς ἀσθενείαις δὲν ὑπάρχει
2999διάκρισις, καὶ οἱ πτωχοὶ πληρώνουσι τὰ φάρμακα, ὅπως καὶ
3000οἱ πλούσιοι· ἀλλὰ θὰ δυνηθῶσιν οἱ πτωχοὶ νὰ πληρώνωσι
3001φάρμακα γνήσια, ὅταν αὐξάνηται ἡ τιμή των; Ἐκ τῶν
300235,000,000, εἰς ἃ ἀνέρχονται οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ, τὰ
300328 ἑκατομμύρια πληρώνονται ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ ὀλίγα
3004ἔχοντας, διότι ταῦτα ἀντιπροσωπεύουσιν ἀντικείμενα πρώ-
3005της ἀνάγκης ἢ χρήσιμα εἰς τὴν βιομηχανίαν τὴν ἐγχώριον.
3006Μεθ’ ὅσα εἶπον πρὸ ἡμερῶν δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω
3007μακρηγορῶν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο,
3008τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέ-
3009λει τὸ πράξει, εἶναι νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν πρέ-
3010πει νὰ ψηφίσῃ αὐτὸς καὶ οἱ ὁμόφρονες αὐτῷ τὸ νομοσχέδιον
3011τοῦτο, καὶ ὄχι μόνον νὰ μὴ ψηφίσωσιν αὐτό, ἀλλ’ οὔτε καὶ
3012νὰ καταψηφίσωσιν αὐτό. Ὅταν ἦναι βέβαιον, ὅτι μόνον
3013τὸ κυβερνῶν κόμμα δὲν εἶναι ἐπαρκὲς νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορο-
3014λογίαν ταύτην, ἡ καταψήφισις τοῦ νομοσχεδίου δὲν συντε-
3015λεῖ εἰς ἄλλο ἢ εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Διότι ἡ
3016συμπλήρωσις τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ πρὸς ψήφισιν τοῦ νομο-
3017σχεδίου, ἀδιαφόρως ἂν καταψηφίζεται ἢ ὑπερψηφίζεται,
3018συντελεῖται, καὶ κατορθοῦται οὕτω νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομο-
3019σχέδιον καὶ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος αὐτός.
3020Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον βεβαιῶ αὐτόν, εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι
3021τόσον εὔκολον πρᾶγμα νὰ ἐννοήσῃ τις, ἐπὶ τίνος θέλει ἐπι-
3022πέσει ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος. Τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως
3023τῶν φόρων εἶναι ἀκόμη ἄλυτον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, καὶ οὐ-
3024δεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος εἶναι εὐερ-
3025γετικός, καθόσον οὗτος μετά τινα χρόνον θέλει ἐπιπέσει ἐπὶ
3026τοῦ λαοῦ ὡς χρυσῆ βροχή! Ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος εἰσάγε-
3027ται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Αὐτὸ εἶναι τὸ βέβαιον καὶ
3028ἀναμφισβήτητον. Τίς τώρα θὰ πληρώσῃ αὐτόν; Ὁ ἔμπο-
3029ρος; ὁ καταναλωτής;
3030§278Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ καταναλωτὴς βεβαίως.
3031§279Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ εἶδος τοῦτο τῆς φορολογίας κατὰ
3032τὰ 90% μᾶλλον ὁ καταναλωτής.
3033§280ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Κατὰ τὸ ὅλον.
3034§281Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διότι ὁ ἔμπορος δὲν εἶναι δυνατὸν
3035νὰ ἐξακολουθήσῃ ζημιούμενος. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ ἔμ-
3036πορος μεταβληθῇ εἰς φιλάνθρωπον εὐεργέτην καὶ ἀρχίσῃ νὰ
3037παραχωρῇ τὰ ἐμπορεύματά του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν,
3038ὅπως οὗτος διατραφῇ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἐμπόρου, ὁ ἔμπορος
3039ἄρχεται νὰ ἐκλίπῃ, καὶ ἢ παύει νὰ ἐμπορεύηται, ἢ χρεωκο-
3040πεῖ. Ἐπειδὴ δὲ πάντες οἱ ἔμποροι ἐξακολουθοῦσι τὰς ἐργα-
3041σίας αὐτῶν, ἀποδείκνυται, ὅτι ἀπολαμβάνουσι κέρδη· ἀφοῦ
3042δὲ οὗτοι ἀπολαμβάνουσι κέρδη καὶ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν
3043νέων φόρων, — περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἔχω ἀμφιβολίας, — τοὺς
3044φόρους θὰ πληρώσουν ἐμμέσως ἐκεῖνοι, οἵτινες προσέρχονται
3045καὶ ἀγοράζουσι τὰ ἐμπορεύματα, τρόφιμα καὶ λοιπὰ εἴδη,
3046ἤτοι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ πολύς, ὁ βαρέως φορολογούμενος
3047ἤδη, ὑπὲρ οὗ ἀγωνιζόμεθα.
3048§282Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦ-
3049μεν, περὶ διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐν τῇ εἰσ-
3050πράξει τῶν τελωνιακῶν δικαιωμάτων προεκάλεσε προδήλως
3051τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης· ἀδιάφορον,
3052ἂν τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς νέας διατιμήσεως δὲν εἰσέρχεται
3053ἀπ’ εὐθείας καὶ ἀμέσως εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύ-
3054νης. Προορίζεται ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ποσόν, τὸ ἓν δέκατον
3055ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ὅπερ ὡρίσθη δι’ ἄλλου νόμου, ὅπως ἀπο-
3056τελέσῃ πόρον τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Διὰ τὸ
3057Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης οὐδεμία ἐν τῇ Βουλῇ ἠγέρθη φωνὴ
3058ἐναντία, καὶ διὰ τοῦτο ἐψηφίσθη. Ἡ πλευρὰ μάλιστα αὕτη
3059(δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) δικαιοῦται ἴσως πάσης ἄλλης
3060πλειότερον νὰ καυχᾶται, ὅτι αὐτὴ πρώτη ἐσκέφθη νὰ ἱδρύσῃ
3061Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ ἔθνους. Ἐν-
3062θυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1891 ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχε φθά-
3063σει μέχρι τελείου προσδιορισμοῦ τῶν πόρων ταμείου παρα-
3064σκευῶν, ἀποτελουμένου ἐκ φόρων τοιούτων, ὥστε τὸ ἔσοδον
3065θὰ ἦτο πολὺ ἀνώτερον τοῦ ἐσόδου, ὅπερ σήμερον θέλει δώ-
3066σει τὸ ἤδη συσταθὲν Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐπελ-
3067θούσης τῆς κρίσεως τοῦ Κράτους τῆς οἰκονομικῆς, κατὰ
3068τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη,
3069τοὺς πόρους, οὓς προώριζε διὰ τὸ ταμεῖον τῶν παρασκευῶν,
3070νὰ προτείνῃ, ἵνα εἰσέλθωσιν ὡς δημόσιοι πόροι εἰς τὸ δη-
3071μόσιον ταμεῖον, ἵνα οὕτως, αὐξανομένης τῆς πίστεως τοῦ
3072Κράτους, καταστῇ εὐχερέστερον νὰ πορισθῇ ἡ Κυβέρνησις
3073ἐκείνη τὰ χρήματα, ὧν εἶχεν ἀνάγκην. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρ-
3074νησις ἐκείνη ὑπεχρεώθη νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἀρχὴν κατὰ
3075τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892, καὶ ἀκριβῶς ἔπεσε δι’ αὐτὸν τὸν λό-
3076γον, ὅτι διὰ τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἐπρό-
3077τεινεν εἰς τὴν Βουλήν, εἶχε καταστῆ βέβαιον, ὅτι ἤθελεν
3078ὑπερπηδήσει τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ ἤθελε κατα-
3079στήσει ἀδύνατον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ἔλευσιν εἰς
3080τὰ πράγματα.
3081Ἀλλὰ μολονότι πρόκειται περὶ πόρων τοσοῦτον ἱερῶν,
3082οἷοι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης,
3083νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν ἔρευναν, ἣν
3084ποιούμεθα, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, τῶν διαφόρων μέ-
3085τρων, τὰ ὁποῖα προτείνονται πρὸς συγκρότησιν τοῦ ταμείου
3086τούτου. Βεβαίως σήμερον ἐπιτακτικωτέρα εἶναι ἡ ἀνάγκη
3087τῆς ἐξευρέσεως πόρων πρὸς αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δα-
3088πανῶν, παρ’ ὅσον ἦτο κατὰ τὸ 1890, 1891, 1892. Κατὰ
3089τὸ 1897 τὸ Κράτος, ἕνεκα τοῦ ἀπαρασκεύου, καὶ ἐταπει-
3090νώθη καὶ ἐκινδύνευσε τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, διότι οὐ-
3091δεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῶν Μεγάλων
3092Δυνάμεων καὶ αὐτὴ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Κράτους ἡμῶν διε-
3093κινδύνευσε. Τὸ 1897 δυστυχῶς ἀπεδείξαμεν, ὅτι οὐ μόνον
3094δὲν ἤμεθα στρατιωτικῶς πρὸς πόλεμον παρεσκευασμένοι,
3095ἀλλ’ ὅτι συγχρόνως εἴχομεν ἀπολέσει σχεδὸν παντελῶς πᾶν
3096στρατιωτικὸν πνεῦμα καὶ δυστυχῶς πᾶσαν στρατιωτικὴν
3097ἀρετήν. Ἀλλ’ ἐπῆλθον ἄλλα σπουδαῖα γεγονότα μετὰ τὸ
30981897, ἐπιβάλλοντα εἰς τὸ ἔθνος ταχυτέραν τὴν στρατιω-
3099τικὴν παρασκευήν. Ἀπὸ διετίας ἐξεδήλωσε καταφανεστέ-
3100ρας τὰς τάσεις καὶ τὰς διαθέσεις αὑτοῦ τὸ Βουλγαρικὸν
3101ἔθνος, διότι οὐ μόνον δὲν ἔπαυσεν ἐργαζόμενον πρὸς στρα-
3102τιωτικὴν αὑτοῦ παρασκευὴν πληρεστέραν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς
3103ἀνακινήσεως τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος καὶ τῆς χρήσεως
3104πάσης βίας καὶ ἀπειλῆς κατὰ τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνι-
3105κοῦ πληθυσμοῦ ἐπιδιώκει νὰ μετατρέψῃ τὸ φρόνημα καὶ τὸ
3106αἴσθημα αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου θᾶττον
3107ἢ βράδιον νὰ ὑποτάξῃ αὐτήν. Οἱ προστατεύοντες ἄλλως
3108τὴν Βουλγαρίαν εἰς τοῦτο δὲν εἶναι ὀλίγοι καὶ ἄγνωστοι.
3109Ἀναγκαίως, μετὰ τοιούτους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἰδίως ἐξε-
3110δηλώθησαν ἀπὸ τοῦ 1897 καὶ ἐπετάθησαν κατὰ τὸ 1901,
31111902 καὶ 1903, ἐπιβάλλεται ἀναποδράστως εἰς ἡμᾶς νὰ
3112σκεφθῶμεν περὶ κατεπειγούσης παρασκευῆς καὶ ἐξευρέσεως
3113ὅλων τῶν πόρων, οἱ ὁποῖοι ἀνάγκη ν’ ἀποτελέσωσι τὸ Τα-
3114μεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τῆς διασώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ
3115ἔθνους.
3116Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὰ πάντα δι’ οἰκονομιῶν
3117δύνανται νὰ κατορθωθῶσιν, οὔτε ὅμως, ὅτι οὐδὲν δι’ οἰκονο-
3118μιῶν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, περὶ τοιούτων συμφερόντων προ-
3119κειμένου. Ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὤφειλε,
3120πρὶν ζητήσῃ ἀπὸ τὸν λαὸν νέα φορολογικὰ βάρη, νὰ προσ-
3121φύγῃ εἰς οἰκονομίας, αἰσθάνεται ἑαυτὴν προσβαλλομένην,
3122διότι οὕτως ὁμολογεῖ ἐκεῖνο, ὅπερ ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ
3123διαφόρους ἐποχὰς ἐμέμφθη αὐτῆς, ὅτι δὲν μεριμνᾷ δηλονότι
3124περὶ οἰκονομικωτέρας διαχειρίσεως τῶν δημοσίων πόρων, ἀλλὰ
3125προκαλεῖ δαπάνας οὔτε τόσον κατεπειγούσας οὔτε τόσον
3126χρησίμους, ὅσον αἱ πρὸς πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας.
3127Ἀλλ’ ὅταν τὴν κακὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους
3128καταγγέλλῃ σειρὰ νόμων καὶ προϋπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ
31291899, οὐδὲν ὠφελεῖ προσποιημένη φιλοτιμία τῆς Κυβερνή-
3130σεως σήμερον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις βεβαίως δὲν θὰ ἦναι δια-
3131τεθειμένη νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνη-
3132σις ἤθελε παρουσιάσει τὰς οἰκονομίας ἐκείνας, ἃς ἐξ ἀνάγ-
3133κης δικαιολογοῦσιν αἱ περιστάσεις, καίτοι δὲν δικαιολογεῖ
3134τῆς ὑπηρεσίας ἡ ἀπαίτησις, δὲν θὰ ἦναι διατεθειμένη, λέγω,
3135νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὰ πάντα δέον νὰ ἐξευρεθῶσιν ἐξ οἰκονο-
3136μιῶν. Βεβαίως ἀφ’ ἑτέρου δὲν συγκατατίθεται νὰ ἐπιψη-
3137φίσῃ ἀνεξαιρέτως πάντα τῆς πλειονοψηφίας τὰ νομοσχέδια
3138τὰ φορολογικά, ἐπὶ τῷ λόγῳ ἁπλῶς, ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσι
3139μέρος τοῦ προγράμματος αὐτῆς. Ἐκ τῶν φόρων, οἵτινες προο-
3140ρίζονται διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὑπάρχουσί
3141τινες, περὶ ὧν δὲν εἶναι πρέπον νὰ φέρῃ σπουδαίαν ἀντίρρη-
3142σιν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῆς πυρίτιδος
3143δὲν εἶναι κυρίως φόρος· τὸ Κράτος διὰ τοῦ μονοπωλίου αὐ-
3144τῶν ζητεῖ νὰ ἀφαιρέσῃ ὅ,τι οἱ ἰδιῶται σήμερον ἀπολαμβά-
3145νουσι, καὶ νὰ τὸ οἰκειοποιηθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς προικί-
3146σεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰνο-
3147πνευμάτων δύναται βεβαίως νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ πρέ-
3148πει νὰ γείνῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ
3149φόρου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἀρχὴν νὰ ἰσχυρισθῇ
3150τις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θιχθῇ ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευμά-
3151των, περισσοτέρους δὲ δισταγμοὺς δύναται νὰ ἔχῃ τις, ὅσον
3152ἀφορᾷ τὸν φόρον, ὅστις ἐπιβάλλεται νῦν ἐπὶ τοῦ ζύθου. Ἀλλ’
3153ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ νῦν συζητούμενον νομοσχέδιον, ὅπερ συνί-
3154σταται εἰς τὴν αὔξησιν τῆς διατιμήσεως τῆς χρυσῆς δραχ-
3155μῆς ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν τελωνιακῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν,
3156ἐπ’ αὐτοῦ ῥιζικῶς διαφωνῶ, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος,
3157καὶ ἂν τυχὸν ἤθελε βεβαιωθῆ ἡ ἀναπόδραστος αὐτοῦ ἀνάγκη,
3158εἶναι φόρος, πρὸς τὸν ὁποῖον τελευταῖον ὅλων ἔπρεπε νὰ προσ-
3159φύγῃ ἡ Κυβέρνησις. Τὸ κατ’ ἐμέ, ἐνόουν τὸ πρῶτον νομο-
3160σχέδιον, ὅπερ προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν καταρτισμὸν
3161τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὴν αὔξησιν
3162δηλονότι τοῦ φόρου εἰσαγωγῆς ἐπὶ τοῦ σίτου. Ὁ φόρος οὗ-
3163τος ἦτο θετικὸς καὶ σαφής, καὶ ὁ ἀκούων αὐτοῦ ἀντελαμ-
3164βάνετο εὐθὺς αὐτοῦ, καὶ ἐσχημάτιζε μίαν ἰδέαν περὶ τῶν
3165καλῶν ἢ τῶν κακῶν τοῦ φόρου ἀποτελεσμάτων· ἐγνώριζε
3166ποίαν ἐπιρροὴν θὰ ἐξήσκει ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς
3167καταναλώσεως, εἴτε διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἄρ-
3168του, εἴτε διὰ τῆς ἄλλης ἐμμέσου ἐπὶ ἄλλων πραγμάτων καὶ
3169ἐργασιῶν ἐπιβαρύνσεως, ἐπίσης δὲ ἀντελαμβάνετο καὶ τὸ
3170καλόν, ὅπερ ὁ φόρος ἠδύνατο νὰ συνεπαγάγῃ διὰ τῆς προ-
3171στασίας τῆς γεωργίας. Ἀλλ’ ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος νῦν προτεί-
3172νεται, περιλαμβάνει συλλήβδην καὶ ἀδιακρίτως ὅλα σχε-
3173δὸν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσάγονται, καὶ
3174ἐπιδρᾷ ἐμμέσως ἐπὶ τῆς τιμῆς ὅλων τῶν προϊόντων, ὅσα καὶ
3175ἐν τῷ τόπῳ παράγονται, ἀφοῦ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν παράγον-
3176ται ἐν τῷ τόπῳ, καὶ φορολογῶν αὐτὰ ὁ νομοθέτης προκα-
3177λεῖ γενικὴν αὔξησιν, καὶ δικαίως ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ φό-
3178ρος τῆς ἀδιακρισίας, διότι μία Κυβέρνησις, ἐπιβάλλουσα φό-
3179ρους, ὀφείλει πρὶν νὰ ἐξετάζῃ τὸ εὔλογον ἢ μὴ τῆς ἐπιβο-
3180λῆς τῶν φόρων τούτων καὶ τ’ ἀποτελέσματα ἐπὶ ἑκάστου τῶν
3181φορολογουμένων εἰδῶν. Λοιπὸν φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται
3182ἀδιακρίτως ἐφ’ ὅλων σχεδὸν τῶν καταναλισκομένων, νομίζω
3183ὅτι δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν φόρος δίκαιος, φόρος ἴσος καὶ ἀνά-
3184λογος, τὸν ὁποῖον νὰ δικαιολογῆται μία Κυβέρνησις νὰ προ-
3185βάλλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅσον καὶ ἂν ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι
3186αὐτὸς ὀλίγον ἐπιβαρύνει τὸν λαόν. Ἡ πολιτικὴ αὕτη τῆς
3187δι’ ἀριθμητικῆς ἰσότητος τοῦ φόρου ἐν τῇ ἐπιβολῇ καλύ-
3188ψεως τῶν δυσκολιῶν, ἃς παρουσιάζει ἡ καθ’ ἕκαστον εἶδος
3189φορολογία, εἶναι κακὴ, παρατηρῶ δὲ, ὅτι αὐτὴν τὴν ἰδέαν
3190πρὸ παντὸς ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι,
3191καὶ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τῶν
3192μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐγίνοντο παρατηρή-
3193σεις κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, οὗτος ἐν τέλει ἀπήντησεν, ὅτι
3194θὰ προετίμα καλλίτερον, πάντες οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων
3195ὑπαλλήλων ἀνεξαιρέτως νὰ περικοπῶσιν. Ἀλλ’ ὅπως ἡ περι-
3196κοπὴ τῶν μισθῶν πάντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων φέρει
3197ἀναγκαίως εἰς ἀδικήματα, οὕτω καὶ ἡ ἐξ ἴσου φορολογία
3198ὅλων τῶν εἰδῶν, τῶν εἰσαγομένων καὶ καταναλισκομένων ἔν
3199τινι τόπῳ, φέρει ἐπίσης εἰς ἀδικήματα.
3200Ἔλεγον ὅτι θὰ προετίμων, φόρους ὡρισμένους νὰ ἴδω αὐ-
3201ξανομένους, διότι τότε θὰ ἠδύνατό τις νὰ σχηματίσῃ εὐκό-
3202λως καὶ ἀκριβῶς ἰδέαν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν φόρων
3203τούτων, καὶ νὰ δώσῃ περὶ αὐτῶν ψῆφον ἐν γνώσει. Ἐμμέ-
3204νω διὰ τοῦτο εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου εἶ-
3205πον, περὶ φορολογίας τοῦ σίτου. Ἡ φορολογία τοῦ σίτου βε-
3206βαίως εἶναι φορολογία ἐπὶ εἴδους πρώτης ἀνάγκης, ἀλλ’ εἶ-
3207ναι συνάμα καὶ προστασία τῆς σπουδαιοτέρας ἐθνικῆς παρα-
3208γωγῆς, τῆς παραγωγῆς τῆς κυρίως γεωργίας, ὑπὲρ ἧς δὲν
3209εἶναι δυνατὸν ἓν Κράτος ἢ νὰ ἐνδιαφέρηται περισσότερον
3210οἱασδήποτε ἄλλης, διότι ἡ καλλιέργεια καὶ παραγωγὴ τῶν
3211δημητριακῶν καρπῶν, ἀπασχολεῖ τὸν μεγαλείτερον πληθυ-
3212σμὸν τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦτο ἔχει συμφέρον νὰ
3213προστατεύῃ καὶ οὐδέποτε νὰ δυσκολεύῃ ἐν τῇ ἐργασίᾳ του,
3214καθόσον ὁ πληθυσμὸς οὗτος οὔτε συμφέρον εἶναι οὔτε εὔκο-
3215λον νὰ μεταβάλῃ ἐπάγγελμα, ὅπως δύνανται νὰ μεταβάλ-
3216λωσιν ἄλλοι πληθυσμοὶ τῆς χώρας. Ἂν δ’ ἤθελεν ἀφεθῇ ἡ
3217γεωργία τοῦ ἡμετέρου ἔθνους, ὅπως πολλοὶ ἐν τῇ ἀγνοίᾳ αὑ-
3218τῶν ὑποστηρίζουν, ἄνευ προστασίας, πιθανώτατον εἶναι νὰ
3219ἐπέλθῃ βαθμηδὸν τοσαύτη ἐλάττωσις τῶν γεωργικῶν προσό-
3220δων παρ’ ἡμῖν, ἐλάττωσις, ἣν καθιστᾷ ἀναπόφευκτον ἡ συγ-
3221κριτικῶς πολὺ μικροτέρα ἢ ἀλλαχοῦ κατὰ στρέμμα παρα-
3222γωγὴ σίτου ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ ἴδωμεν τὰς γεωργικὰς οἰ-
3223κογενείας ἐγκαταλιμπανούσας ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ ἐπάγ-
3224γελμα τοῦ γεωργοῦ, καὶ ἄλλας μὲν ἀποδημούσας ἐκτὸς τῆς
3225Ἑλλάδος καὶ ἐκπατριζομένας, ἵν’ ἀποκατασταθῶσιν ἀλλα-
3226χοῦ, ἄλλας δὲ συρρεούσας εἰς τὰς πόλεις, ἐνῷ καὶ τὰ δύο ταῦ-
3227τα εἶναι μέγιστα κακά. Διότι ἐνδιαφερόμεθα μὲν σήμερον μετά
3228τινος εὐμενείας διὰ τὰς μεταναστεύσεις, βλέποντες ὅτι οἱ
3229μεταναστεύοντες ἀποστέλλουσιν ἀρκετὰ χρήματα εἰς τοὺς
3230συγγενεῖς αὑτῶν, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θέλομεν φθάσει
3231εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν σπανίως θὰ παλιννοστῶσιν οἱ ἐκπατριζό-
3232μενοι, εὑρίσκοντες συμφερώτερον νὰ μένωσιν εἰς τὴν νέαν πα-
3233τρίδα, μεθ’ ἧς καὶ διὰ τῆς γλώσσης καὶ διὰ τῶν συμφερόν-
3234των συνεδέθησαν, ἀποκόπτοντες ἐν τέλει πάντα δεσμὸν ὑλικὸν
3235μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅπερ εἶναι ἀπώλεια ἐθνικὴ ὁριστικὴ καὶ
3236τελειωτική. Οὐδεὶς ὁ μὴ βλέπων, ὅτι μέγιστον κακὸν εἶναι
3237νὰ λείψωσι τόσαι χεῖρες, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγροτικαὶ, καὶ
3238νὰ ἐκπατρίζωνται εἰς ἄλλας χώρας, ὡς ἐπίσης τὸ νὰ συρ-
3239ρέωσιν ἐντὸς τῶν πόλεων οἱ ἐργάται τῶν ἀγρῶν, ἐρημοῦντες
3240αὐτοὺς, καὶ νὰ προκαλῶσι διαγωνισμὸν καὶ ἐξευτελισμὸν τῶν
3241ἡμερομισθίων ἐντὸς πόλεων, ἐν αἷς ἡ βιομηχανία δὲν ζητεῖ
3242ἐργάτας, καὶ νὰ ζημιῶσιν ἔτι μᾶλλον τοὺς μόλις ἀποζῶντας
3243ἐκ τῶν ἡμερομισθίων αὐτῶν. Λοιπὸν ἡ γεωργία ἡμῶν πρέπει
3244νὰ προστατεύηται.
3245Ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σίτου,
3246νομίζω ὅτι ἀνήρχετο ἡ φορολογία αὕτη εἰς 2 καὶ 17/00 ἐπὶ
3247τοῦ ὑπάρχοντος φόρου. Ὁ φόρος οὗτος προστιθέμενος εἰς τὰς
32485 καὶ 44/00, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐπιβεβλημέναι, ἐθεωρήθη ὡς
3249αὐξάνων ὑπερβαλλόντως τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, διότι θὰ
3250ηὐξάνοντο αἱ τιμαὶ τοῦ ἄρτου, δηλ. ἡ τροφὴ τῶν ἐργατικῶν
3251τάξεων τοῦ τόπου, διὰ τοῦτο δὲ μετ’ ἐπιδείξεως ἐπολεμήθη
3252καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐφόβισε δὲ ἡ πολεμικὴ
3253αὕτη τοσοῦτον τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἐγ-
3254καταλίπῃ.
3255Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι τὸ μέτρον προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ
3256σίτου εἶναι βαρὺ καὶ δυσάρεστον, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ,
3257ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἀπεφάσισε ν’ ἀκολου-
3258θήσῃ τὸ σύστημα τῶν νέων φόρων, διότι κατ’ αὐτὴν δὲν ἦτο
3259δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ἀπολύτως, ἢ διότι αἱ δυνάμε-
3260ναι νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποτελέσωσι
3261τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύ-
3262νης καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι φόροι, ὤφειλε νὰ ζητήσῃ
3263τοὺς φόρους τούτους οὐχὶ ἐπὶ ὅλων τῶν εἰσαγομένων, ἀλλὰ
3264ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν, εἰσαγομένων ἔξωθεν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν
3265νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δ’ ἐγκατελίμ-
3266πανε τὴν ἰδέαν τῆς φορολογίας τοῦ σίτου διὰ τῶν προσθέ-
3267των 2 καὶ 17/00, ἐνέμενεν ὅμως εἰς φορολογίαν αὐτοῦ κα-
3268τωτέραν τῶν 2 καὶ 17/00, θὰ ἦτο δυνατόν, ἀντὶ τῆς φορο-
3269λογίας ἀδιακρίτως τῶν εἰσαγομένων, νὰ ἐπιτύχῃ τὸν φόρον
3270ἐπὶ τοῦ σίτου παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διότι οὐδεὶς
3271ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν ψῆφόν του, βλέπων ὅτι τὴν φορολογίαν
3272ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ εἰσαγομένου ἔξωθεν ἐπιβάλλει τὸ Κράτος
3273διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν τοῦ σίτου.
3274Ἄνευ τοιούτων θυσιῶν, τὰς ὁποίας δικαιολογεῖ ἡ ἀνάγ-
3275κη καὶ ἡ ἀλληλεγγύη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῇ καὶ
3276προαχθῇ τὸ Κράτος. Διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἡ μεγαλειτέ-
3277ρα ἀφροσύνη, ἓν Κράτος νὰ φορολογῇ τὴν πρώτην τροφὴν
3278τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο, ἀφίνον ἀπολύτως ἐλευθέραν
3279τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ σίτου, νὰ παρέχῃ τὸν σῖτον καὶ τὸν
3280ἄρτον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πολὺ εὐθηνότερον παρ’ ὅ,τι
3281τὸν παρέχει. Ἀλλὰ τὸ Κράτος λίαν ὀρθῶς ὡρμήθη ἐκ τῆς
3282ἰδέας, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλληνικὴ παραγωγὴ νὰ ἐνι-
3283σχυθῇ καὶ διά τινος προστασίας κατὰ τὴν εἰσαγωγήν· ποία
3284δὲ ἦτο ἡ προστασία αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐχορήγησεν ὁ νομο-
3285θέτης, ὅτε κατὰ πρῶτον τὸ δασμολόγιον κατηρτίσθη; Τὸ
3286δασμολόγιον ἐγένετο κατὰ τὸ 1893, κατὰ τὸ τέλος αὐτοῦ·
3287ποία δὲ ἦτο ἡ προστασία; Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ τιμὴ
3288τοῦ συναλλάγματος, νομίζω, ἦτο μεταξὺ 1,65–1,70.
3289Γνωστόν, ὅτι προστασίαν δὲν ἀποτελεῖ μόνον ὁ δασμὸς,
3290τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ Κράτος διὰ τοῦ δασμολογίου κατὰ
3291τὴν εἰσαγωγήν τινων εἰδῶν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ προστασίαν, ἐν
3292οἷς Κράτεσι τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα εἶναι ὑποτετιμημένον
3293ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν χρυσὸν, καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ χρυσοῦ
3294καὶ κυκλοφοροῦντος νομίσματος. Ἡμεῖς διατελοῦμεν ὑπὸ
3295ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ὑποτετιμημένον νόμισμα,
3296πληρώνομεν δὲ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὁσάκις ἀποτίνωμεν τὰ
3297εἰς χρυσὸν χρέη μας, καὶ ποσοστόν τι περιπλέον. Ποσο-
3298στὸν τοιοῦτον πληρώνομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ὁσάκις εἰσά-
3299γωμεν ἐμπορεύματα ἐξ αὐτοῦ, διότι πληρώνομεν αὐτὰ εἰς
3300χρυσόν. Λοιπὸν ἡ προστασία συνίστατο, κατὰ τὸ δασμολό-
3301γιον τὸ καταρτισθὲν τὸ 1893, οὐχὶ εἰς τὰ 4 ἁπλῶς φράγκα
3302χρυσᾶ καὶ 11 ἑκατοστὰ δασμοῦ ἐπὶ 100 ὀκάδων σίτου,
3303ἀλλὰ καὶ εἰς πρόσθετόν τι τέλος, οὕτως εἰπεῖν, ὅπερ ἀπε-
3304τέλει ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς καὶ τῆς
3305χαρτίνης, καὶ ἡ ὁποία ἀνήρχετο τότε εἰς 65–70 λεπτὰ.
3306Ἑπομένως, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι κατὰ τὸ 1893 εἰσάγων τις
3307σῖτον ἐπλήρωνεν εἰς χρυσὸν διὰ τιμὴν καὶ μεταφορὰν 25
3308χρυσᾶ λεπτὰ μέχρι Πειραιῶς, πρέπει νὰ προσθέσητε ἐπὶ
3309τῶν 25 αὐτῶν λεπτῶν καὶ 65–70% πρόσθετα λόγῳ τῆς
3310συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Οὕτω θὰ φθάσητε εἰς 41–42½
3311λεπτὰ. Δηλαδὴ ἡ τιμὴ, τὴν ὁποίαν ἐπλήρωνεν ὁ εἰσάγων
3312ἔμπορος ἐκ Ρωσσίας εἰς Πειραιᾶ, ἦτο οὐχὶ 25 λεπτὰ, ἀλλὰ
331341, εἰς αὐτὰ δὲ τὰ 41 λεπτὰ πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ τέλη
3314τὰ τελωνιακὰ καὶ τὰ ἄλλα. Κατ’ αὐτὴν τὴν τιμὴν ἀναγ-
3315καίως κανονίζεται καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ἐγχωρίου σίτου, καὶ ἐκ
3316τούτου ἡ προστασία. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ
3317σήμερον; Σήμερον, κυμαινομένη πάντοτε, εἶναι 145 λεπτὰ
3318ἡ τιμὴ τῆς χρυσῆς δραχμῆς· ἔχομεν ἑπομένως διαφορὰν 11
3319λεπτῶν καὶ 25 ἑκατοστῶν διὰ τὴν ἀγορὰν μιᾶς ὀκᾶς σίτου
3320τῆς αὐτῆς ποιότητος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, λόγῳ τοῦ νομί-
3321σματος, ἐνῷ τὸ 1893 εἴχομεν ἀπὸ 16,25 ἕως 17,50 ἐπὶ
3322τῆς αὐτῆς τιμῆς τοῦ σίτου, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ περι-
3323στάσεις τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως εἶναι αἱ αὐταὶ, —
3324διότι δύναται νὰ συμβῇ εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τόπον τὸ ἓν
3325ἔτος νὰ ἦναι ὁ σῖτος ἀκριβότερος, τὸ δὲ ἄλλο εὐθηνότερος. —
3326Ὑποθέτοντες τὰς αὐτὰς περιστάσεις, εἰς τὴν πρώτην περί-
3327πτωσιν θὰ ἐπληρώνομεν 41 λεπτὰ, διὰ νὰ ἔχωμεν μίαν ὀκᾶν
3328σίτου, ἐνῷ σήμερον τὴν αὐτὴν ὀκᾶν θὰ τὴν ἔχωμεν ἀντὶ 36
3329λεπτῶν. Οὕτως ἔχομεν διαφορὰν 5 λεπτῶν, ἥτις ἐπίσης
3330εἶναι, ὡς ὁ δασμὸς, προστασία τῆς γεωργίας. Αὐτὴν τὴν
3331διαφορὰν τῶν 5 λεπτῶν θὰ τὴν εἰσπράξῃ ὁ ἔμπορος ἀπὸ
3332τὸν καταναλωτὴν, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι καὶ
3333αὐτὴ προστασία. Ναὶ μὲν αὐτὴ εἶναι διαφορὰ ἐπὶ τοῦ ἀντι-
3334τίμου τῆς ἀγορᾶς τοῦ σίτου, οὐχ ἧττον, ἐρχόμενοι σήμερον
3335καὶ λέγοντες, ὅτι θέλετε νὰ ἐπιβάλητε ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς
3336ἓν πρόσθετον εἰσαγωγικὸν τέλος 2,17, ὅπως ἐζήτει τὸ
3337πρῶτον νομοσχέδιον, ζητεῖτε νὰ ἐπιβαρύνητε ἑκάστην ὀκᾶν
3338σίτου ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1893 μὲ βάρος κατώτερον ἐκεί-
3339νου, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης τότε ἐθεώρει ὡς ὀφειλομένην
3340προστασίαν διὰ τὸν ἐγχώριον σῖτον. Ὅταν ἐκτιμᾷ τις τὴν
3341προστασίαν, πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον τὸν δα-
3342σμὸν, ἀλλὰ καὶ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, εἰ καὶ αὕτη
3343εἶναι ἀσταθὴς καὶ διαφόρως ἑκάστοτε ἐπενεργεῖ ἐπὶ τῶν
3344τιμῶν τοῦ ἐγχωρίου σίτου. Ὁ δασμὸς ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς
3345εἶναι βεβαίως βάρος πλέον σταθερὸν καὶ μόνιμον ἀπὸ τὴν
3346νομισματικὴν διαφορὰν, ἥτις διαρκῶς κυμαίνεται ὑπὸ ἀναγ-
3347καστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλ’ αὕτη δύναται νὰ φέρῃ καὶ εἰς
3348διαφορὰς ὑπερμέτρους. Ἀλλὰ καίτοι ὑποστηρίζω, ὅτι εἶναι
3349ἀναγκαία καὶ εὔλογος προστασία, ἐν τούτοις δὲν ἰσχυρίζο-
3350μαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν προσθή-
3351κην τῶν 2,17 λεπτῶν ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς σίτου διὰ τέλη
3352εἰσαγωγικὰ, ἀλλ’ ἔπρεπε μικρότερόν τι ποσὸν τοὐλάχιστον
3353νὰ ἐπιβάλληται ἐπὶ τοῦ σίτου, διότι ἔχει καθῆκον καὶ ἡ
3354Κυβέρνησις καὶ εἶναι καθῆκον καὶ πάσης Βουλῆς, χωρὶς νὰ
3355λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐπὶ τῆς σημερι-
3356νῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου αὔξησίς τις, νὰ μὴ διστάσωσιν ἐνώπιον
3357αὐτῆς, διότι ἡ σύγκρισις πρέπει νὰ γίνεται οὐχὶ πρὸς τὸ
3358ἐνδεχόμενον μέλλον, ἀλλὰ πρὸς τὸ παρελθὸν, ἐν δὲ τῷ παρελ-
3359θόντι ὑπῆρχεν, ὡς εἶπον, προστασία ἀκόμη 5 λεπτῶν, ἐὰν
3360συγκρίνωμεν τὰς τιμὰς τῶν 1,45 καὶ 1,65. Ἠδύνατο ἑπο-
3361μένως τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ τέλος κατά τι μικρότερον
3362τῶν 2 καὶ 17/00, ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ καὶ μόνον ἓν λεπτὸν,
3363ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὡς εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ηὔξανε τὴν τιμὴν
3364τοῦ ἄρτου τοῦ λαοῦ ἀπολύτως, ἢ ὅτι δὲν θὰ ηὔξανεν αὐτὴν
3365πολύ. Ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου δὲν
3366ἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρῃ κατὰ γενικὸν κανόνα αὔξησιν τῆς
3367τιμῆς τοῦ ἄρτου, διότι δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνα-
3368τὸν, ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη, ἡ προστασία αὕτη τῆς γεωρ-
3369γίας ν’ αὐξήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν παραγωγὴν τοῦ σίτου, ὥστε
3370νὰ μὴ εἰσάγωμεν πλέον ἔξωθεν τοιοῦτον, ἢ νὰ εἰσάγωμεν το-
3371σοῦτον ὀλίγον, ὥστε ἡ τιμὴ αὐτοῦ νὰ μὴ ἐπηρεάζῃ τὴν τοῦ
3372ἐγχωρίου. Αἱ περιστάσεις τῆς χώρας ἡμῶν δὲν εὐνοοῦσι τὴν
3373σιτοπαραγωγὴν σήμερον· ὥστε ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον θὰ εἰσ-
3374άγωμεν σῖτον ἔξωθεν. Ἀλλ’ ἐνίοτε ἡ προστασία ἀπελευθε-
3375ρώνει τὰ Κράτη ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὡς συνέβη ἄλλοτε εἰς
3376τὴν Γαλλίαν μὲ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μαλλίων. Μετὰ δύο ἔτη,
3377ἀφ’ ἧς ἐπεβλήθη, τὸ μαλλίον ἦτο εὐθηνότερον, διότι τοσοῦ-
3378τον ἐνισχύθη ἡ παραγωγὴ μαλλίων ἐν Γαλλίᾳ, ὥστε δὲν εἰσ-
3379ήγετο πλέον τοιοῦτον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, οὐδ’ ἐπηρέαζε τὴν
3380τιμὴν αὐτοῦ. Τὸ αὐτὸ ἴσως ἤθελε συμβῆ καὶ διὰ τὸν σῖτον
3381ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν παραγωγὴν κατὰ
3382στρέμμα δι’ ἐντεταμένης καλλιεργείας μεγαλειτέραν ἐκεί-
3383νης, ἣν ἔχομεν σήμερον, καὶ ἐπὶ δαπάνῃ συγκριτικῶς μι-
3384κροτέρᾳ ἐκείνης, ἣν καταβάλλομεν σήμερον. Ἀλλὰ τοιαύτη
3385βελτίωσις ὑποθέτει πρώτιστα καὶ κυρίως μεγάλην κτηνο-
3386τροφίαν, συμβαδίζουσαν μὲ τὴν γεωργίαν, ἡ δὲ μεγάλη κτη-
3387νοτροφία ὑποθέτει ὕδατα, δηλαδὴ μεγάλα καὶ πολυδάπανα
3388ὑδραυλικὰ ἔργα, ἅτινα ἄδηλον πότε θ’ ἀποκτήσωμεν· ὑποθέ-
3389τει δεύτερον εὔκολον καὶ εὐθηνὴν συγκοινωνίαν, ἐνῷ σήμερον
3390τὰ προϊόντα ἐπιβαρύνονται μὲ δυσανάλογα ἔξοδα μεταφορᾶς.
3391Ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν οὐδὲν πράττει τὸ Κράτος.
3392Ὑπάρχωσιν ἑπομένως πολλαὶ δυσκολίαι, ὅπως μὴ αὐξήσῃ
3393τοὐλάχιστον ταχέως ἡ παραγωγὴ τοῦ σίτου ἐν Ἑλλάδι. Ἐν
3394τούτοις ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον μικρόν, ἡ δὲ συνείδη-
3395σις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως δὲν πρέπει νὰ ταράσ-
3396σηται ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ βάρος, ὅπερ πράγματι ἐπιβάλ-
3397λεται ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου, δὲν εἶναι μό-
3398νον τὸ ἐν τῷ τελωνικῷ δασμολογίῳ ἐγγεγραμμένον, ἀλλὰ
3399καὶ τὸ τῆς διατιμήσεως τῆς ἑκάστοτε ἐπικαταλλαγῆς, διότι
3400τὸ βάρος τοῦτο καθ’ ἡμέραν θὰ ἐλαττῶται· πάντως ὅμως
3401εἶναι προστασία. Τόσον δ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι μέρος τοῦ προ-
3402στατευτικοῦ συστήματος τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἀποτε-
3403λεῖ καὶ ἡ ἐπικαταλλαγή, ὥστε ἡ Βραζιλία, ἡ ὁποία εἶναι
3404Κράτος διαχειρισθὲν σωφρονέστατα τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ,
3405εἰς ἐποχὰς ὁμοίας πρὸς τὰς ἰδικάς μας, δηλαδὴ ὑπὸ ἀναγ-
3406καστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος, ὅπως
3407τακτοποιήσῃ τὰ πράγματα, ὥρισε κινητὴν κλίμακα παρα-
3408κολουθοῦσαν ἐν τῇ ἐπιβολῇ τοῦ φόρου τὰς διακυμάνσεις τοῦ
3409συναλλάγματος, ὥριζε δὲ ἐν τῷ περὶ τούτου Διατάγματι,
3410ὅτι, ὁσάκις ἡ ἐπικαταλλαγὴ ἦναι ἀπὸ τοιούτου μέχρι τοι-
3411ούτου σημείου, ὁ φόρος θέλει εἶσθαι ἀναλόγως τοιοῦτος,
3412ὥστε αἱ παραλλαγαὶ τῆς τιμῆς τῶν πραγμάτων ἦσαν ὀλι-
3413γώτερον ἀπότομοι καὶ ἐπιζήμιοι. Οὕτω κατέστησεν ἧττον
3414βαρεῖαν καὶ ἐπιβλαβῆ τὴν προστασίαν· ὄχι μόνον δὲ τὴν προ-
3415στασίαν κατέστησε τοιαύτην, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ
3416λαοῦ, τοῦ καταναλίσκοντος, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον
3417ἐπροστάτευσεν. Ὁ νόμος παρ’ ἡμῖν ὁ περὶ δασμολογίου ἐψη-
3418φίσθη κατὰ τὸ 1893, καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν νομισματι-
3419κὴν τιμήν, τὴν τρέχουσαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ κατ’ αὐ-
3420τὴν ἐκανόνιζε τὰ τέλη, ἐνῷ σήμερον διατελοῦμεν ὑπὸ ἄλλην
3421ὅλως φορολογίαν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ κυ-
3422κλοφοροῦντος νομίσματος τῆς χώρας ἐντελῶς μετέβαλε τὰς
3423τιμὰς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα φορολογοῦμεν. Ὁμολογου-
3424μένως τοῦτο εἶναι ἀτοπώτατον, καὶ οὐδεὶς εἶναι διατεθει-
3425μένος ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τοιαύτη φορολογία δὲν
3426ἀποβαίνει ἄνισος καὶ ἧττον σκόπιμος, ἀφοῦ δὲν παρακολου-
3427θεῖ τὰς μεταβολὰς τῆς ἐπικαταλλαγῆς.
3428Ἐπίσης καὶ ἄλλα εἴδη ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ ἡ Κυβέρνη-
3429νις, ὅπως προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν ὡρι-
3430σμένως, ἂν ἐγκρίνει αὔξησιν τῆς φορολογίας. Ἡ Βουλὴ θὰ
3431ἐτίθετο οὕτως ἀπέναντι θετικῶν μέτρων μετ’ ἀποτελεσμά-
3432των εὐδιαγνώστων, καὶ θὰ ἠδύνατο εὐκόλως νὰ μορφώσῃ καὶ
3433δώσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἐνῷ σήμερον καλεῖται νὰ δώσῃ ψῆ-
3434φον ἐπὶ μέτρου δυσκόλως ἐκτιμωμένου, διότι περιλαμβάνει
3435πλῆθος πραγμάτων, ὑποβαλλομένων εἰς τὴν αὐτὴν φορολο-
3436γίαν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν γίνεται προσηκόντως, καὶ το-
3437σοῦτο μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ ἐπιδοκιμασθῇ, ὅσον σήμερον τὰ
3438οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διευθύνει ἀνὴρ, ὅστις ὅλην τὴν ζωὴν
3439αὑτοῦ διῆλθεν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπὶ μακρὰ δὲ ἔτη
3440διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, περισσότερον
3441παντὸς ἄλλου εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ, ποῦ πρέπει νὰ ζη-
3442τήσῃ νέους πόρους διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνι-
3443κῆς Ἀμύνης, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ ὑπερμέτρως ἢ ἀνίσως τὸν
3444λαόν. Πᾶν δ’ ἄλλο ἢ μέτρον πεπειραμένου ἐν τοῖς οἰκονο-
3445μικοῖς ἡμῶν Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ πρότασις περὶ τῆς γενικῆς
3446φορολογίας τῆς εἰσαγωγῆς.
3447Ἀλλὰ καταρτίζεται, λέγετε, νέον δασμολόγιον. Ἀκρι-
3448βῶς ὅμως διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει με-
3449λετήσει ἤδη καὶ καταρτίσει τοιοῦτο δασμολόγιον, ἦτο πε-
3450ρισσότερον παντὸς ἄλλου παρεσκευασμένος, ὅπως ἐφαρμόσῃ
3451αὐτὸ, ὅπερ λέγω, δηλαδὴ αὐξομειώσεις ἐν τῷ δασμολογίῳ
3452ἡμῶν, ὑπαγορευομένας ἐξ ἀκριβεστέρας μελέτης τοῦ μέχρι
3453τοῦδε ἐφαρμοζομένου δασμολογίου ἡμῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς
3454ἀνάγκας τῆς προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ τῆς
3455προαγωγῆς τῆς βιομηχανίας, ἀλλὰ καὶ τῶν δικαίων ἀπαι-
3456τήσεων τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ δασμολόγιον ἐν τόπῳ
3457διατελοῦντι ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἐργαζομένῳ
3458μὲ ὑποτετιμημένον νόμισμα δὲν δύναται νὰ ᾖναι τὸ αὐτὸ
3459μὲ τὸ δασμολόγιον χώρας ἐχούσης ὑγιὲς νομισματικὸν σύ-
3460στημα. Ὁ νῦν δ’ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπ’ αὐ-
3461τὴν τὴν ἔποψιν ὤφειλε νὰ μελετήσῃ καὶ ἀναθεωρήσῃ τὸ
3462δασμολόγιον ἡμῶν. Ἄνευ τούτου ἡ προστασία τῆς ἐθνικῆς
3463παραγωγῆς δὲν εἶναι ἐφικτή. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ὑποστη-
3464ρίξωμεν βεβαίως, ἔστω καὶ μὲ ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ, τὰς
3465ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ θέσητε
3466τὴν Βουλὴν ἐνώπιον ὡρισμένων καὶ γνωστῶν ἐπιβαρύνσεων,
3467καὶ νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτῆς τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἐκεῖνο,
3468τὸ ὁποῖον ἤδη πράττετε, νὰ θέλητε δηλαδὴ, ἵνα ὅλα τὰ
3469εἴδη τῆς εἰσαγωγῆς φορολογηθῶσι, δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον,
3470οὔτε σκόπιμον, οὔτε σύμφωνον πρὸς τὸ καθῆκον πάσης Κυ-
3471βερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως
3472μὴ προτείνῃ μέτρα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου προσκόπτον-
3473τα εἰς τὰς λεπτομερείας.
3474Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ
3475πράξῃ, θεωρῶ ὅτι εἶναι, ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, καὶ μάταιον.
3476Διότι ἡ Κυβέρνησις τί ζητεῖ σήμερον; Ζητεῖ νὰ διατιμήσῃ
3477τὴν δραχμὴν ἀπὸ 135 εἰς 145 λεπτὰ ἐφεξῆς, δηλαδὴ νὰ
3478εἰσπράττῃ πλέον ἢ πρὶν δέκα λεπτὰ καθ’ ἕκαστον φράγκον
3479χρυσοῦν, διότι αὐτὸ σημαίνει, ὅτι θὰ εἰσπράττῃ 145 λεπτὰ
3480ἀντὶ 135. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ἐπί τινος εἴδους, ὅτι ὁ φόρος εἶ-
3481ναι ἓν φράγκον χρυσοῦν, θὰ εἰσπράττωνται, ἀντὶ 135 λεπτῶν,
3482145, ὥστε θὰ εἰσπράττωμεν 10 λεπτὰ ἐπὶ ἑκάστου φράγκου
3483χρυσοῦ. Ἡ ἀναλογία, ἣν εὑρίσκουσί τινες ἐπὶ τοῦ προκειμέ-
3484νου, δηλ. τὰ 7½%, μόνον εἶναι ὀλίγον παρήγορος. Ἐὰν
3485ἦναι π.χ. 5 φράγκα ὁ φόρος εἰς χρυσὸν, θὰ εἰσπράξωμεν 50
3486λεπτὰ χάρτινα περιπλέον ἐπὶ τοῦ εἴδους αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον
3487φορολογεῖται μὲ 5, καθ’ ὑπόθεσιν, φράγκα κατὰ 100 ὀκά-
3488δας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀναλογία τῆς αὐξήσεως ἐπὶ
3489τοῦ φράγκου εἶναι 10%. Ἐὰν λοιπὸν θὰ ἔχωμεν 35 ἑκα-
3490τομμύρια εἰσπράξεις τελωνιακὰς, θὰ εἰσπράξωμεν πρὸς 10%
3491ἐπὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ 3,500,000 δραχμάς.
3492§283Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι 3,500,000 πρὸς 10%, ἀλλὰ
3493πρὸς 7½% 2,700,000.
3494§284Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3495Ἐδῶ ἀκριβῶς δὲν ἐφαρμόζεται τὸ 10%.
3496§285Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐπικαταλ-
3497λαγὴν, τὴν διαφορὰν δηλαδὴ τοῦ χρυσοῦ φράγκου πρὸς τὴν
3498χαρτίνην δραχμὴν, θὰ φθάσωμεν, ὅπως ἐρρήθη, εἰς 2,592,500
3499φράγκα χρυσᾶ, διότι τὸ εἰς χρυσὸν ποσόν, ἐὰν ὑποθέσωμεν
350035,000,000 τὰ εἰσπραττόμενα, θὰ ἦναι 25,925,000 φράγ-
3501κα χρυσᾶ. Ἐπ’ αὐτῶν θὰ λάβωμεν 10%· ἑπομένως θὰ
3502λάβωμεν 2,592,500.
3503§286Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
3504Εἰς χαρτίνας δραχμάς;
3505§287Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα, εἰς χαρτίνας δραχμάς.
3506§288Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
3507§289Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ εἶπον καὶ πρίν, ὅτι δὲν
3508νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦναί τι μόνιμον καὶ διαρκές· καὶ ὁ λό-
3509γος εἶναι ὁ ἑξῆς. Κατὰ τὴν πεποίθησιν μου, βαδίζομεν κατ’
3510ἔτος, καθ’ ἡμέραν, εἰς ἐλάττωσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς,
3511ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα, ὅπερ σήμερον εἶναι
35121,44 καὶ 1,43½, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ
3513κατέλθῃ εἰς 1,40, 1,38, 1,36, 1,35, καὶ ἔτι κατωτέρω.
3514Ἑπομένως τότε θὰ χάσωμεν πᾶσαν τὴν προσθήκην τῶν
351510 λεπτῶν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον σήμερον ἐπιβάλλει.
3516Τοῦτο δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἐντὸς ἔτους. Διότι
3517δὲν πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις, ἥτις παρατη-
3518ρεῖται, τῆς ἐπικαταλλαγῆς προέρχεται σήμερον ἐκ τυχαίων
3519περιστάσεων. Δὲν προέρχεται ἐκ παροδικῶν λόγων· προέρ-
3520χεται ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης ἀπαγορεύσεως οἱασδήποτε αὐξή-
3521σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐκ τῆς τακτικῆς
3522ἐλαττώσεως κατ’ ἔτος κατὰ δύο ἑκατομμύρια τοῦ ποσοῦ
3523τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων. Βεβαίως
3524προέρχεται καὶ ἐκ τῆς ὑγιεστέρας διεξαγωγῆς τῶν συναλ-
3525λαγῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου, διότι, περιοριζομένου καθ’ ἡμέραν
3526τοῦ ποσοῦ τῶν γραμματίων, ἡ κοινωνία, ἔχουσα ὀλιγώτερον
3527ποσὸν νὰ κυκλοφορῇ διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, καὶ ζητοῦσα
3528αὐτὰ μετὰ μείζονος ἐντάσεως ἢ πρότερον, τὰ ὑπερτιμᾷ ἐξ
3529ἀνάγκης, καὶ ἐκ τούτου ἡ λεγομένη ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ
3530καὶ τοῦ συναλλάγματος. Διότι ὅ,τι ὑπερετιμήθη καὶ ὑπερ-
3531τιμᾶται εἶναι τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν καὶ ὑποτε-
3532τιμημένον γραμμάτιον, οὐχὶ δ’ ὁ χρυσὸς, ὡς κοινῶς λέγομεν.
3533Εἶναι ἀστεῖον νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπερτιμᾶται ὁ
3534χρυσός. Ἂν παρ’ ἡμῖν ὑπερετιμᾶτο ὁ χρυσὸς, θὰ εἶχεν εἰσ-
3535ρεύσει ὅλος ὁ χρυσὸς πανταχόθεν ἐνταῦθα, διότι ὁ χρυσὸς
3536φυσικὰ εἰσρέει ἐκεῖ, ὅπου τιμᾶται περισσότερον. Λοιπὸν θὰ
3537ἤμεθα οἱ Ἕλληνες οἱ πλουσιώτεροι τοῦ κόσμου ἄνθρωποι εἰς
3538χρυσόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ χρυσὸς, ὅστις ὑπερτιμᾶται, ἀλλὰ
3539τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον ὑποτιμᾶται, καὶ ἐν
3540συγκρίσει ὑπερτιμᾷ τὸν χρυσόν. Ἐπειδὴ ὑποτιμᾶται τὸ
3541τραπεζικὸν γραμμάτιον, φαίνεται ὑψούμενος ὁ χρυσός. Λοι-
3542πὸν, ἐφ’ ὅσον κατ’ ἔτος ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῶν τραπεζι-
3543κῶν γραμματίων ἐν τῇ χώρᾳ διὰ τῶν μέτρων τοῦ Ἐλέγ-
3544χου, ἐνῷ οὐ μόνον δὲν μένουσιν αἱ αὐταὶ, ἀλλ’ αὐξάνουσι
3545καθ’ ἡμέραν αἱ συναλλαγαὶ, τόσον περισσότερον ὑπερτιμᾶται
3546ἡ ἀξία τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Λοιπὸν θὰ εὑρισκώμεθα
3547ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν εἰς διάφορον χρηματικὴν κυκλοφο-
3548ρίαν καὶ διάφορον συναλλακτικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν
3549ἐγὼ θεωρῶ εὐτυχῆ, μεθ’ ὅλας τὰς στενοχωρίας, τὰς ὁποίας
3550δύναται νὰ προξενῇ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἐμπόριον. Θὰ
3551εὑρισκώμεθα καθ’ ἡμέραν ὑπὸ ἐλάσσονα ἐπικαταλλαγὴν,
3552καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον μετὰ ἓν ἔτος νὰ φθάσωμεν κάτω
3553τῶν 135, δηλ. κάτω τοῦ ὁρίου τοῦ δασμολογίου, ἀλλ’ ἔτι
3554κατωτέρω μετὰ δύο ἔτη. Διατὶ ὅμως ἐπλάσαμεν τότε αὐ-
3555τὸν τὸν πόρον; Τί θὰ πράττωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι
3556ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωσι τελωνιακὰ τέλη πρὸς 145
3557λεπτὰ, ἐνῷ εἰς τὴν ἀγορὰν ὁ χρυσὸς δύναται ν’ ἀποκτηθῇ
3558μὲ 142 ἢ 140; Θὰ ἀγοράζωσι βεβαίως εἰς τὴν ἀγορὰν
3559χρυσὸν, καὶ θὰ πληρώνωσι χρυσὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
3560Ἀλλ’ εἶναι συμφέρον νὰ γίνηται οὕτω; Βεβαίως δὲν εἶναι
3561συμφέρον· διότι, ἐὰν εἰσπράττῃ τραπεζικὰ τὸ Δημόσιον,
3562καὶ ὁσάκις παρουσιάζηται ἀνάγκη ἀγοράζῃ ἐν τῇ ἀγορᾷ τὸ
3563συνάλλαγμα, ὅπερ τῷ ἀναγκαιοῖ, θὰ τὸ ἀγοράζῃ εὐθηνότε-
3564ρον, ἐνῷ, ὅταν λέγητε εἰς ἑκατὸν ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι κα-
3565λοῦνται νὰ καταβάλωσι τὰ τέλη εἰς χρυσὸν, ν’ ἀγοράσωσιν
3566ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τὸν χρυσὸν, ἐπειδὴ ὅλοι αὐτοὶ θὰ συρρέωσι
3567διὰ μιᾶς, θὰ γίνεται μεγάλη ὑπερτίμησις, πολὺ μεγαλει-
3568τέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο, ἐὰν τὸ δημόσιον ταμεῖον
3569εἰσέπραττεν ὁμαλῶς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τὰ τέλη,
3570ἀγοράζον ἔπειτα ἀντὶ τῶν ἐμπόρων τὸν ἀναγκαιοῦντα αὐ-
3571τῷ χρυσόν. Λοιπὸν καὶ κατὰ τοῦτο θὰ ἐπέλθῃ μείωσις τῶν
3572κερδῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς ὅμως τούτου θὰ ἐπέλθῃ καὶ
3573τὸ ἄλλο κακὸν, ὅτι μετ’ ὀλίγον χρόνον θὰ ἐκλίπῃ εἷς πό-
3574ρος, τὸν ὁποῖον, ταράσσομεν σήμερον τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ
3575ἐμπόριον, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν, ἐνῷ, ἐὰν ἐπεβάλλετο ὡς φόρος
3576ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν, ἐπὶ προστασίᾳ τῆς ἐθνικῆς παραγω-
3577γῆς, τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, ἀλλ’ ἰδίως τῆς γεωργίας, ἡ
3578ὁποία ἀγωνίζεται σήμερον ὑπὸ πολὺ χειροτέρους ὅρους ἢ
3579μέχρι τοῦδε, καὶ εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποτιμᾶται
3580πανταχοῦ τοῦ κόσμου ὁ σῖτος, θὰ ἦτο προτιμότερον. Διότι,
3581ἐνῷ ὑποτιμᾶται ὁ σῖτος πανταχοῦ τοῦ κόσμου, ἑπομένως
3582καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐλλείπει ἤδη καὶ ἡ προστασία ἡ ἐκ τῆς
3583ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία προστιθεμένη
3584εἰς τὸν φόρον ἐπροστάτευε περισσότερον τὴν γεωργίαν. Διὰ
3585τοῦτο τί βλέπομεν σήμερον; Βλέπομεν, ὅτι ὁ σῖτος ὁ ἐν
3586Ἑλλάδι παραγόμενος μένει σχεδὸν ἀπώλητος. Καὶ διατὶ
3587μένει ἀπώλητος; Διότι διὰ συναλλάγματος 142 καὶ 143
3588λεπτῶν οἱ ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς καὶ ἄλλων μερῶν, οἱ εἰσά-
3589γοντες ἔξωθεν τὸν σῖτον, ἀπειλοῦσι τοὺς παραγωγοὺς τοὺς ἐν-
3590τοπίους καὶ τοὺς ἀναγκάζουσι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς τιμὰς,
3591ἃς αὐτοὶ κανονίζουσι, δηλ. εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν ἐκείνης,
3592εἰς ἣν πληρώνουσι τὸν ἐξωτερικὸν σῖτον· ἐὰν δὲν θέλουν νὰ
3593τὸν δώσουν, θὰ εἰσαγάγουν οἱ ἔμποροι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ.
3594Καὶ εἶναι εὐκολώτατον νὰ τὸν εἰσαγάγουν σήμερον λόγῳ τῆς
3595εὐθηνίας τοῦ συναλλάγματος. Λοιπὸν εἶναι τοῦτο ἀπειλὴ,
3596ἥτις ἀδύνατον νὰ μὴ μεταβληθῇ εἰς ὀξεῖαν κρίσιν, ἐὰν ἐξα-
3597κολουθήσῃ τὸ συνάλλαγμα ὑποτιμώμενον, χωρὶς ἡ προστα-
3598σία τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑτέρου νὰ προσέρχηται ἀρωγὸς εἰς
3599τὴν γεωργίαν, ἀλλ’ ἐγκαταλείπει αὐτὴν ἀπροστάτευτον, ἐπὶ
3600τῷ λόγῳ, ὅτι θὰ ηὔξανεν ἄλλως τὰ τελωνιακὰ τέλη, ἐνῷ
3601σήμερον κυρίως δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως, ἀλλὰ περὶ
3602ἀνορθώσεως τῆς ἐκλιπούσης προστασίας. Κυρίως πρόκειται
3603περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα μετέβαλε
3604καὶ καθ’ ἡμέραν θὰ μεταβάλλῃ ἡ ἔκπτωσις τοῦ συναλ-
3605λάγματος.
3606Λοιπὸν, ἀντὶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ν’ ἀκολουθήσωμεν,
3607καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν μικρόν τι βάρος διά τινων φόρων, —ἐὰν,
3608ὡς λέγεται, δὲν ἦναι ἐφικτὴ ἡ δι’ οἰκονομιῶν ἐξεύρεσις τοῦ
3609ποσοῦ αὐτῶν τῶν δαπανῶν, — ἀντὶ, λέγω, νὰ προσφύγωμεν
3610εἰς αὐτοὺς τοὺς φόρους, προέβημεν εἴς τι, ὅπερ, ἐνῷ θὰ
3611βαρύνῃ ἐπί τινα χρόνον τὸν λαὸν ἀνίσως, θὰ ἐξατμισθῇ
3612μετὰ καιρὸν καὶ θ’ ἀφήσῃ ἐκτεθειμένην εἰς μείζονας ἢ πρό-
3613τερον κινδύνους καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν παραγωγὴν
3614τὴν ἐθνικὴν, ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους
3615ἔδωκε μέχρι τοῦδε ὁπωσδήποτε τὰ ὄχι καὶ πολὺ μεγάλα
3616ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἔδωκεν. Ἰδίως θὰ
3617ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως
3618ἐπὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς ἐθνικωτέρας τῶν παραγωγῶν,
3619τῆς γεωργίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴ ἡ σταφιδικὴ κρίσις
3620ἔχει νὰ ὠφεληθῇ, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἂν ἡ καλλιέρ-
3621γεια τῆς γῆς ἦτό πως ἐπικερδὴς, θὰ ἦτο εὐκολώτερον νὰ
3622ἐπιδοθῶσιν εἰς αὐτὴν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, οἱ ὁποῖοι,
3623μεθ’ ὅλα τὰ παρεχόμενα ἀλλεπαλλήλως αὐτοῖς μέσα, φρονῶ
3624ὅτι ἐξ οὐδενὸς μέσου μέχρι τοῦδε ὠφελήθησαν, οὔτε θὰ ὠφε-
3625ληθῶσι, πλὴν βεβαίως τοῦ μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι
3626δυνατὸν σήμερον πλέον νὰ ἐπανέλθῃ. Ἄνευ μεγάλης προ-
3627στασίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ἄνευ μεγάλων καὶ ἀδια-
3628λείπτων καὶ πεφωτισμένων κυβερνητικῶν δαπανῶν δὲν εἶναι
3629δυνατὸν νὰ προαχθῇ καὶ εὐημερήσῃ ἡ ἑλληνικὴ γεωργία.
3630Ἄνευ ὑδάτων γεωργία δὲν προοδεύει, ἀρδευτικὸν δ’ ἔργον
3631οὔτε ἓν ἀκόμη ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι. Ὅλα τὰ ὕδατα, καὶ
3632τῶν βροχῶν καὶ τῶν ποταμῶν καὶ τῶν ῥυάκων καὶ τῶν πη-
3633γῶν αὐτῶν χύνονται εἰς τὴν θάλασσαν, χωρὶς παντελῶς νὰ
3634χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παραγωγὴν
3635τῆς γῆς. Οἱ ἰδιῶται οὔτε δύνανται, οὔτε, ὅταν δύνανται,
3636ὑπεχρεώθησαν ὑπό τινος νόμου νὰ χρησιμοποιῶσι τὰ ὑπάρ-
3637χοντα ὕδατα εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς γῆς. Παραλείπω, ὅτι
3638τὸ Κράτος οὐδὲν οὔτ’ ἐπεχείρησεν ἀκόμη, ἵνα αὐξήσῃ τὰ
3639ὄμβρια ὕδατα διὰ τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν
3640δασῶν· παραλείπω, ὅτι ἐντελῶς ἀπέτυχεν εἰς τὴν διδασκα-
3641λίαν καὶ τὴν μόρφωσιν τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ εἰς τὰ ἔργα τοὐ-
3642λάχιστον, τὰ ὁποῖα ἄνευ ὑδραυλικῶν μέσων καὶ ἀρδεύσεων
3643ἠδύνατο εὐδοκίμως νὰ ἐπιχειρήσῃ· παραλείπω, ὅτι οὐδ’ αὐ-
3644τὴν τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ,
3645ἄνευ τῶν ὁποίων ἰδίως ἡ γεωργία, ἡ ἐργαζομένη διὰ τῶν
3646κεφαλαίων καὶ τῆς ἐπιστήμης, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ,
3647καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας ὅμως γεωργικὴ πρόοδος οὐδεμία ἐπι-
3648τυγχάνεται, παραλείπω, λέγω, ὅτι οὐδ’ αὐτὰς κατώρθωσε
3649τὸ Κράτος ἡμῶν νὰ ἀσφαλίσῃ, οὕτω δὲ, ἐλλείψει ἀσφαλείας
3650ἐν τοῖς ἀγροῖς, οὐδὲν σχεδὸν ὑπὲρ τῆς γεωργίας συνετέλεσεν
3651ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία καὶ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, —ἐνῷ
3652πολλὰ συνετέλεσεν ἐν τῇ βιομηχανίᾳ καὶ τῷ ἐμπορίῳ —καὶ
3653διὰ τοῦτο οἱ ἀγροὶ καὶ οἱ ἀγρόται ἡμῶν διατελοῦσιν εἰς
3654ἀρχέγονον γεωργικὴν κατάστασιν· παραλείπω, ὅτι ἐλάχιστα
3655καὶ ἀνεπαρκῆ ἔπραξε μέχρι τοῦδε τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς γεωρ-
3656γίας διὰ τῆς ταχείας καὶ εὐθηνῆς συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ
3657οὐδὲν τούτων ἔπραξεν ὑπὲρ τῆς γεωργίας τὸ Κράτος, ἂς
3658φροντίζῃ τοὐλάχιστον νὰ προστατεύῃ αὐτὴν κατὰ τοῦ ξένου
3659διαγωνισμοῦ διὰ τεχνητῶν μέσων, δηλ. διὰ τοῦ δασμολογίου,
3660ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἴδῃ ἐρημουμένην τὴν γῆν γεωργικῶν χειρῶν
3661ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἡ διοίκησις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν
3662ἔπρεπε νὰ διεξάγηται μετὰ περισσοτέρας οἰκονομίας, ἵνα
3663τοὐλάχιστον ὁ λαὸς μὴ ἐπιβαρύνηται διὰ μεγάλων βαρῶν
3664ἐν τῷ ἀγῶνι ὑπὲρ τῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἰκονομίαι δὲν γί-
3665νονται, ἂς ἐπιβάλλωνται τοὐλάχιστον μετὰ μείζονος φρον-
3666τίδος καὶ περισκέψεως οἱ νέοι φόροι. Ὅ,τι ἤδη προτείνεται
3667δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, οὔτε
3668μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, οὐδὲ στηρίζεται ἐπὶ τοῦ
3669δικαίου καὶ τῆς ἰσότητος. Ἕνεκα τούτου, καίτοι εἶμαι ὑπὲρ
3670προικοδοτήσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καί-
3671τοι εἶμαι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶναι δυναταὶ οἰκονομίαι,
3672ὑπὲρ ἐπιβολῆς φόρων, ὁ τελευταῖος φόρος, τὸν ὁποῖον ἤθε-
3673λον δεχθῆ καὶ ψηφίσει, εἶναι ὁ φόρος τῆς αὐξήσεως τῆς τι-
3674μῆς τοῦ φράγκου ἐν τῇ πληρωμῇ τῶν τελωνιακῶν τελῶν,
3675καὶ ἑπομένως θὰ καταψηφίσω αὐτοῦ.
3676§290Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καίτοι, κύριοι Βουλευταί, αἱ παννυχί-
3677δες τόσον μὲ κατέβαλον, ὥστε δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ
3678λάβω τὸν λόγον, ἐν τούτοις τηλεγράφημά τι τοῦ Ἐμπορι-
3679κοῦ Συλλόγου Ἑρμουπόλεως μὲ ἀναγκάζει καὶ πάλιν νὰ
3680ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπί τινας στιγμάς. Ἐκ τοῦ τηλεγραφή-
3681ματος τούτου δύναταί τις νὰ φαντασθῇ τὴν συγκίνησιν, ἡ
3682ὁποία ἔχει καταλάβει τὸν ἐμπορικὸν κόσμον. Τὴν τελευ-
3683ταίαν μόνον φράσιν τοῦ τηλεγραφήματος θὰ ἀναγνώσω ὑμῖν,
3684ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ὑμᾶς, ἐκ ταύτης δὲ θέλετε ἐννοήσει τὴν
3685ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν παρήγαγε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
3686σχέδιον (ἀναγινώσκει): «... Διὰ τῆς νέας ἐπιβολῆς φορολο-
3687γικοῦ συστήματος προπαρασκευάζεται ἐντελὴς καταστροφὴ
3688ἐμπορίου.»
3689Πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου,
3690καὶ δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ ὑμᾶς, διότι νομίζω, ὅτι
3691ἡ Κυβέρνησις, κατόπιν τῆς πειστικῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐπι-
3692φανοῦς ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου, καθὼς καὶ ἄλλων τινῶν,
3693θὰ καμφθῇ καὶ θὰ ἐλαττώσῃ κατά τι τὸ ποσὸν τῆς μεταλ-
3694λικῆς δραχμῆς. Διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ, ἀνατρέχων μόνον
3695εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐξ αὐτῆς
3696δέ, Κύριοι, θέλετε ἴδει τὰ ἑξῆς περιστατικά· θέλετε ἴδει,
3697ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑπεβλήθη καθ’ ἣν στιγ-
3698μὴν ὁ λαὸς διετέλει ἐν συγκινήσει ἕνεκα τῶν ἀγορεύσεων τῶν
3699πατριωτικῶν τοῦ καθηγητοῦ κ. Καζάζη, ἕνεκα τῶν πλεο-
3700νεκτημάτων, τῶν ὁποίων τυγχάνουσιν οἱ Βούλγαροι, ἕνεκα
3701τῆς ἀπρονοησίας, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις
3702ἡ ἐπὶ τρία μετὰ τὸν πόλεμον ἔτη διοικήσασα τὴν χώραν.
3703Πάντες οὗτοι οἱ λόγοι εἶχον πείσει τὸν λαόν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη
3704νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ στρατοῦ, ὅτι ὄντως ἦτο ἡ στιγμὴ
3705κατάλληλος, ὅπως ἐξευρεθῶσιν οἱ πόροι καὶ σχηματισθῇ Τα-
3706μεῖον Ἀμύνης. Καὶ ὄντως ἡ Κυβέρνησις προέβαλε τὸ νομο-
3707σχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σίτου. Ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα τῆς
3708ἀντιδράσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἕνεκα τῆς ἀντι-
3709δράσεως, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, ἠναγκάσθη
3710ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ἡ Κυ-
3711βέρνησις μετέβαλεν ἐντελῶς τακτικήν. Ἐνῷ ὅλον τὸ ποσὸν
3712τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ σίτου ἐδίδετο εἰς τὸ
3713Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, αἴφνης διὰ τοῦ ὑπὸ συζή-
3714τησιν νομοσχεδίου ἐπιβάλλει τοὺς αὐτοὺς καὶ περισσοτέρους
3715φόρους, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι διατίθεται τὸ δέκατον μόνον
3716τῶν εἰσπραττομένων τελῶν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς
3717Ἀμύνης.
3718Οἱ λόγοι οὗτοι οἱ ἰσχυροὶ μοὶ ἐπιβάλλουσι ν’ ἀπασχο-
3719λήσω ὑμᾶς ἐπί τινας στιγμάς, ἐκτελῶν ὕψιστον καθῆκον
3720πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον τῆς πατρίδος
3721ἡμῶν.
3722Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ διοικηθῶμεν διὰ τοῦ συστή-
3723ματος τῶν νέων φόρων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἰσοζύγιον
3724εἰς ἡμᾶς, εἶναι τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν. Δὲν θὰ ἐπανα-
3725λάβω τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὑπέδειξα καὶ ἐγὼ καὶ ἡ
3726Ἀντιπολίτευσις, δὲν θὰ κατηγορήσω ὑμᾶς, διότι δὲν ἐδό-
3727σατε τὴν συνδρομήν σας, ἢ μᾶλλον ἀντεδράσατε πάσαις δυ-
3728νάμεσιν, ὥστε νὰ μὴ ψηφισθῶσιν αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ
3729σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς Προέδρου τῆς
3730Κυβερνήσεως, προταθεῖσαι, διότι τοῦτο εἶναι παλαιὰ τα-
3731κτικὴ ὑμῶν. Πάντες, ὡς καὶ ὁ προλαλήσας κ. Βουλευτὴς ἐξ
3732Εὐρυτανίας, κατηγόρησαν ἡμᾶς, ὅτι δὲν ὑπεδείξαμεν οἰκονο-
3733μίας. Δὲν ἤρεσαν, φαίνεται, εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτα-
3734νίας Βουλευτὴν αἱ οἰκονομίαι τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς
3735Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν τῷ ἤρεσαν αἱ οἰκονομίαι τῶν πολι-
3736τικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τῇ ἀνοχῇ του τὸν διεδέχθησαν ἐν
3737τῇ Κυβερνήσει κατὰ τὴν ἐκπνεύσασαν ἑξαμηνίαν· δὲν τῷ
3738ἤρεσαν τόσαι οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τό-
3739σων ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
3740Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὡς καὶ εἰς προηγου-
3741μένην ἀγόρευσίν μου εἶπον, καταστρέφεται τὸ ἐμπόριον καὶ
3742ἡ βιομηχανία, καταστρέφεται ἐν γένει ὁ λαός, διότι εἶναι
3743ἀδύνατον νὰ ζήσῃ μὲ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας· ἐκτὸς δὲ
3744τούτου καταργεῖται καὶ ὁλόκληρον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος,
3745τὸ ὁποῖον ἔχει γραφῆ δι’ αἵματος, τὸ ἄρθρον 59, ὡς ἀνέ-
3746πτυξα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ οὐδεὶς ἐτόλ-
3747μησε νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχουσι πολλοὶ
3748Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἀναγνωρίζουσι τὸ δίκαιον τῶν
3749ἰσχυρισμῶν τούτων καὶ προσποιοῦνται ὅτι εἶναι κατὰ τῶν
3750φόρων, ἔρχονται ἐνταῦθα καὶ ψηφίζουσι τοὺς φόρους τούτους.
3751Ἐγὼ μετ’ εὐχαριστήσεως ἀκούω πάντοτε τὸν ἀξιότιμον
3752ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν ἀγορεύοντα, καὶ διότι εἶναι εὔ-
3753γλωττος, καὶ διότι ἔχει καὶ εὐστροφίαν πνεύματος, μόλις
3754δὲ σήμερον κατώρθωσα νὰ ἀκούσω συγκεκριμένως παρ’ αὐτοῦ,
3755ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς φορολογίας, καὶ συγχαίρω αὐτόν, διότι
3756μέχρι τοῦδε διὰ τῶν ἀγορεύσεών του ἠκολούθει ἓν παιγνίδι
3757πολιτικόν· φαίνεται δέ, ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην
3758τοῦ ἐπιφανοῦς ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου, διότι ἐκεῖνος
3759ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ συγκεκριμένως ὥρισε τὸ πρόγραμμα
3760αὐτοῦ.
3761Κατηγόρησεν ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος τὴν Ἀντι-
3762πολίτευσιν, ὅτι κωλυσιεργεῖ, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς οὗτος
3763ἐκωλυσιέργησεν, ἐπὶ δύο ὥρας ὁμιλῶν, διὰ νὰ παραστήσῃ,
3764ὅτι πρέπει ἐν Εὐρυτανίᾳ νὰ ὑπάρχῃ Δικαστήριον, καὶ ὅτι
3765τρώγει ἢ δὲν τρώγει τὸ Α ἢ Β τυρὶ (ἱλαρότης).
3766Ἀλλ’ ἀνέφερε καὶ περὶ καρύας καὶ ἐβένου, καὶ εἶπεν
3767ὅτι ταῦτα φορολογοῦνται ὡς εἴδη πολυτελείας, ἀγνοῶν ὅτι
3768τὰ εἴδη ταῦτα χρησιμεύουν πρὸς εἰδικὴν ἐργασίαν καὶ κατα-
3769σκευὴν ἐπίπλων καὶ ἐν Σύρῳ, τὰ ὁποῖα πωλοῦνται εἰς τὴν
3770Ἀνατολήν. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θάπτεται
3771καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς βιομηχανίας. Ἀνέφερε καὶ περὶ φι-
3772στικίων, φουντουκίων, ἀμυγδάλων κλπ., ἀγνοῶν ὅτι τὸ με-
3773γαλείτερον ἐμπόριον ἐν Σύρῳ εἶναι τὸ τῶν φιστικίων, τῶν
3774ὁποίων γίνεται χρῆσις εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν λουκουμίων.
3775Καταστρέφεται ἐπίσης καὶ ἡ βιομηχανία τῆς κηροποιΐας
3776(σπερματσέτων κλπ.), ἡ βιομηχανία τῆς κατασκευῆς βαμ-
3777βακερῶν καὶ μαλλίνων ὑφασμάτων, ἡ τῆς πιλοποιΐας κλπ.
3778Ἡ αὔξησις λοιπὸν τῆς δασμολογικῆς φορολογίας ἐπηρεά-
3779ζει ἐπιβλαβῶς καὶ αὐτὴν τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, διότι,
3780ὡς εἶπον, πολλὰ τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν εἶναι χρήσιμα εἰς
3781τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν καὶ ἀποτελοῦσι τὰς πρώτας ὕλας
3782διαφόρων τεχνουργικῶν καὶ ἄλλων βιοποριστικῶν ἔργων.
3783Παρέστησεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ τοὺς ἐμπόρους ὡς κακῆς
3784πίστεως ἀνθρώπους, διότι εἶπεν, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς φορολογοῦ-
3785μεν ἕν λεπτὸν, οἱ ἔμποροι φορολογοῦσι τὸν λαὸν πέντε λε-
3786πτὰ, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὡμίλησε καὶ περὶ τοῦ
3787θορύβου, τὸν ὁποῖον δῆθεν προκαλοῦμεν παρὰ τῷ λαῷ· ποίου
3788θορύβου; τῶν διαδηλώσεων τῆς πρωτευούσης; Ὁ σεβαστὸς
3789ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εὑρίσκετο ἐν Κηφισιᾷ, ὅτε
3790ἐνηργοῦντο αἱ διαδηλώσεις, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχουσαι τὸν ἐμπο-
3791ρικὸν κόσμον· καὶ καλῶς ἔπραξε, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς
3792νομίμου ὁδοῦ θέλει πεισθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνδώσῃ, ὅπως
3793ἐπείσθη μετὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι
3794θέλει ἐλαττώσει τὸν φόρον τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς
3795δραχμῆς, καὶ ὄντως τὸν ἠλάττωσεν ἀπὸ 1,50 εἰς 1,45.
3796Δὲν ἀδικῶ ὅμως τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Εὐρυτανίας,
3797διότι ὁ πόνος του πρὸς διατήρησιν τοῦ Δικαστηρίου εἰς τὴν
3798ἐπαρχίαν του τὸν παρέσυρε καὶ εἶπεν ὅσα εἶπεν. Ἀλλὰ τί
3799εἶναι τὰ Πρωτοδικεῖα; ποίαν δαπάνην ἔχουν; ποίαν δα-
3800πάνην ἔχουν αἱ Νομαρχίαι; Ἀγνοεῖ, φαίνεται, διότι κρί-
3801νει τὰ πράγματα ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης ἐπαρχίας του.
3802Ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν Σύρῳ 600 δραχμὰς πληρώνει τὸ Δημόσιον
3803διὰ μισθὸν νομάρχου, 500 περίπου διὰ τὴν κατοικίαν του,
3804εἰς ἣν λαμβάνει καὶ ἠλεκτρικὸν φῶς, καὶ νομίζει τις, βλέ-
3805πων τὸ κατάστημα τῆς Νομαρχίας φωτιζόμενον οὕτω, ὅτι
3806ἀνέτειλεν ἡ ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τῆς Ἑλλάδος! Ἔχει
3807προσέτι ὁ κ. νομάρχης δύο κλητῆρας, ἐξ ὧν ὁ εἷς χρησι-
3808μεύει εἰς τὸν κ. νομάρχην ὡς μάγειρος, ὁ δ’ ἄλλος ὡς ὑπηρέ-
3809της· ἔχει καὶ ἕνα ἀστυφύλακα, ὁ ὁποῖος ἀποσπᾶται, ἵνα
3810τῷ χρησιμεύῃ ὡς ὑπασπιστής του, ὅταν ἐξέρχηται εἰς περι-
3811οδείαν· ἔχει καὶ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα· ἔχει ἐπίσης ὁ κ. νομάρ-
3812χης καὶ προσκλήσεις εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ λόγους εὐνοήτους
3813κλπ. Δὲν εἶναι ἔξοδα αὐτά;
3814Ἀλλ’ ὡμίλησεν ὁ κύριος συνάδελφος καὶ περὶ στρατιωτι-
3815κῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐνόησα, ὅτι δὲν παρίσταται
3816καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη.
3817Ὁ ἐπιφανὴς ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ
3818βήματος, τί σᾶς εἶπε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅσον ἀφορᾷ
3819τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια; εἶπε «τοῦτο θέλω, ἐκεῖνο δὲν
3820θέλω». Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς, ἀφοῦ ἀκολουθεῖ τὸν κ. Ζαΐ-
3821μην, ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς αὐτόν. Δικαιολογεῖται
3822ὅμως ἐκ τοῦ ὅτι δὲν παρακολουθεῖ τὰς συνεδριάσεις, καὶ διὰ
3823τοῦτο, ὅταν ἔρχηται εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι τόσον φρέσκος,
3824ὥστε κατορθώνει νὰ ἀπασχολῇ δύο ὥρας συνεχῶς τὴν Βου-
3825λήν.
3826Ἀστεῖον ἐφάνη εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ τὸ ὅτι
3827διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπέρχεται μεγάλη ζημία καὶ εἰς
3828τὴν βιομηχανίαν τοῦ χαλβᾶ καὶ τῶν χαλβαδοπητῶν, ὡς ἂν
3829νὰ ἔρχηται ἀπὸ τὰς Ἰνδίας καὶ δὲν γνωρίζῃ τὸ ἐμπόριον, τὸ
3830ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν Σῦρον ἐκ τῆς βιομηχανίας ταύτης,
3831τῆς ὁποίας αἱ πρῶται ὗλαι ἔρχονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν.
3832Εἶναι τοιαύτη ἡ σειρὰ τῶν ἐργοστασίων τούτων, ὥστε θεω-
3833ρῶ, ὅτι μεγαλείτερα ἀποτελέσματα θὰ ἐπήρχοντο, ἂν ἀφί-
3834νοντο εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰ περὶ
3835τούτου.
3836Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ παρεξηγηθῶ δι’ ὅσα εἶπον ἐπὶ
3837τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς παρεξηγήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
3838φος κ. Καλούτσης, διότι κατὰ ἀγόρευσίν του ἐπὶ νομοσχε-
3839δίου τινὸς μετεχειρίσθη λέξιν ἀντεκκλησιαστικὴν, ἐνῷ πα-
3840τριωτικώτατα σᾶς ἔλεγεν, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τῆς
3841ἐκτάκτου παρασκευῆς τῆς χώρας ἡμῶν, — ὡς καὶ ἐγὼ εἶπον
3842ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. — Ἀλλὰ τί ἐζήτησεν ὁ κ. συνάδελ-
3843φος; ἐζήτησεν, ἡ παρασκευὴ τῆς χώρας ἡ ἔκτακτος νὰ ᾖναι
3844σοβαρὰ, νὰ μὴ ᾖναι ἐξευτελιστική. Ἑπομένως πολὺ κακῶς
3845ἠρμηνεύσατε τὴν λέξιν τοῦ κ. συναδέλφου.
3846Κύριοι, ἔχω ἐπαναπαυμένην τὴν συνείδησίν μου, διότι
3847ἔπραξα ἀπὸ τοῦ βήματος τὸ καθῆκόν μου, προσπαθήσας νὰ
3848ἐμποδίσω παντὶ σθένει τὴν ψήφισιν τῶν φόρων. Προσεπά-
3849θησα νὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐλπίζω μέχρι τέλους νὰ
3850καμφθῇ· ἄλλως θὰ κωλυσιεργήσω — καὶ ἔχει πικρὰν πεῖραν
3851τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
3852§291Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, πικρὰν
3853πεῖραν.
3854§292Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἔχει πικρὰν πεῖραν ἀπὸ τῆς παρελθού-
3855σης Περιόδου, μὲ εὐγνωμονεῖ ὅμως, πιστεύω, σήμερον, διότι
3856κατώρθωσα καὶ δὲν ἐπῆλθεν ἡ πλήμμυρα τῶν Ἀθηνῶν, ἡ
3857ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας.
3858Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταλλικὴν δραχμήν, δὲν θὰ ἐξακολου-
3859θήσω ἀγορεύων, διότι, δοθέντος, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀπεφά-
3860σισε νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα, οὐδὲν ἄλλο θέλω κατορθώσει,
3861εἰμὴ νὰ ταλαιπωρῶ ὑμᾶς. Διὰ τοῦτο, περαίνων τὴν ἀγόρευ-
3862σίν μου, παρακαλῶ ὑμᾶς, ἐὰν δὲν ἀποφασίσητε νὰ ἐλαττώ-
3863σητε τὸ ποσὸν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, νὰ διαθέσητε τοὐ-
3864λάχιστον τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, ἢ καὶ πλέον, ὑπὲρ τοῦ Τα-
3865μείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
3866§293Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπόν, Κύριοι, νὰ
3867λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται σήμερον νὰ ἐκδοθῇ
3868ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλονται βάρη
3869μέγιστα εἰς τὸν λαόν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν μεσαίαν καὶ τὴν κα-
3870τωτέραν τάξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ ἐγώ, διὰ τοῦτο ἐνό-
3871μισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδέας μου.
3872Πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιοι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἐὰν ὁ
3873ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε φέρει νομο-
3874σχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκανόνιζε τὰ βάρη ἐξ ἴσου καὶ ἀνα-
3875λόγως εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρ-
3876ρησιν. Ἀλλ’ αἱ σκέψεις καὶ τὰ μέτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
3877Οἰκονομικῶν ποίας τάξεις ἐπιβαρύνουν; τὴν μεσαίαν τάξιν
3878καὶ τὴν κατωτέραν, τὴν πενομένην! Εἶναι γνωστὰ εἰς ὑμᾶς,
3879κύριοι Βουλευταί, τὰ εἴδη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται ἡ φορο-
3880λογία. Ἐπιβαρύνεται τὸ ψωμί, ὁ μπακαλιάρος, τὰ ὄσπρια, —
3881αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ κατανάλωσις, — τὸ ῥίζι, τὰ ἐνδύ-
3882ματα, τὰ ὑποδήματα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης εἶναι πραγματικὴ
3883κατανάλωσις. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
3884Οἰκονομικῶν νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ὑποδείξῃ
3885εἰς ἡμᾶς, ἂν ἐπιβαρύνεται ἄλλη τάξις, πλὴν τῆς μεσαίας
3886καὶ τῆς κατωτέρας. Πῶς δυνάμεθα, κύριοι Βουλευταί, νὰ
3887μὴ ὑψώσωμεν φωνήν, βλέποντες τὴν τάξιν τὴν ἐργαζομένην
3888καὶ βασανιζομένην νὰ καταδικάζηται σήμερον; Καὶ ἐγώ,
3889προκειμένου περὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἤθε-
3890λον δώσει ψῆφον, ἐὰν οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ηὐπόρουν.
3891Ἀλλ’ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς πλη-
3892θυσμός; ἐν τῇ ἐσχάτῃ πενίᾳ· καὶ διὰ τοῦτο ἀκούομεν καθ’
3893ἑκάστην, ἀναγινωσκομένας πρὸς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς
3894Βουλῆς, ἀναφορὰς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τηλεγραφήματα,
3895διὰ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς ζητεῖ τὴν ἀναστολὴν τῶν φόρων. Δὲν
3896εἶναι εἰς θέσιν οἱ ἄνθρωποι σήμερον νὰ πληρώσουν τοὺς ὑπάρ-
3897χοντας φόρους, καὶ εὑρίσκομεν τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ θέσω-
3898μεν καὶ ἄλλους φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Τοιαύτη
3899εἶναι ἡ ἐντολή, ἡ ὁποία μᾶς ἐδόθη, ὅτε ἀνεχωρήσαμεν ἀπὸ
3900τὰς ἐπαρχίας μας, καὶ ἀφήσαμεν τὸν λαὸν πάσχοντα καὶ
3901δυστυχῆ; Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή,
3902ἡ ὁποία γνωρίζει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ,
3903θ’ ἀποφασίσῃ διὰ τῆς ψήφου της τὴν ἐξόντωσιν αὐτοῦ. Καὶ
3904ἀκούομεν τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βή-
3905ματος τούτου λέγοντα, προκειμένου περὶ κληρωτῶν, ὅτι δὲν
3906παρουσιάζονται περισσότεροι ἀπὸ 5,000 ἢ 6,000 κληρω-
3907τοὶ κατ’ ἔτος. Διατί τοῦτο; Διότι ἡ οἰκογένεια, ὁ πα-
3908τήρ, ἡ μήτηρ τοῦ κληρωτοῦ, εὑρισκόμενοι ἐν τῇ δυστυχίᾳ
3909ἕνεκα τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῶν τιμῶν τῶν προϊόντων, ζητοῦσι
3910προστασίαν παρ’ αὐτοῦ, καὶ ὁ κληρωτὸς ἀναγκάζεται νὰ
3911ἐκπατρίζηται, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ μέσα συντηρήσεως διὰ
3912τὸν ἑαυτόν του καὶ διὰ τοὺς γονεῖς του. Καὶ ἐνῷ εἰς τοιαύ-
3913την ἀπελπισίαν εὑρίσκεται ὁ λαός, ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ θέ-
3914λομεν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλα βάρη, καὶ ἄλλους φόρους!
3915Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ πιστεύσω ἀκόμη, ὅτι ἡ ψῆφος ὑμῶν θὰ
3916ᾖναι ψῆφος καταδικαστικὴ τοῦ λαοῦ.
3917Ἡ Κυβέρνησις, ἡ σήμερον διευθύνουσα τὸ Κράτος, τί μᾶς
3918εἶπε, Κύριοι; «Ὑποδείξατέ μοι τὰ μέσα τῶν οἰκονομιῶν,
3919καὶ ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀποσύρω τὰ φορολογικὰ νομοσχέ-
3920δια». Πρῶτος ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἀγράμματος ἀνῆλ-
3921θον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ σᾶς εἶπον: ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη
3922νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς, καὶ
3923νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ γόητρον αὐτοῦ, διατὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν
3924μόνον τὸν λαὸν μὲ φόρους; διατὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν περισ-
3925σότερον τοὺς πλουσίους; διατὶ νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν φόρους
3926εἰς τὴν πολυτέλειαν, εἰς τὰ κεφάλαια, εἰς τὰς κληρονομίας;
3927Ἐκτὸς τούτου, δὲν δυνάμεθα τάχα καὶ ἡμεῖς νὰ δώσωμεν
3928τὸ ἥμισυ τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως; δὲν δυνάμεθα νὰ
3929καταργήσωμεν 2,000 περίπου θέσεις ὑπαλλήλων ἀργομίσθων;
3930Λοιπὸν ἰδοὺ, ὅτι ἔχει τόσα μέσα ἡ Κυβέρνησις νὰ οἰκονο-
3931μήσῃ χρήματα.
3932Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ
3933Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μᾶς λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγγί-
3934σωμεν τοὺς ἐν ἡσυχίᾳ εὑρισκομένους καὶ τοὺς διασκεδάζον-
3935τας, πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ ψιχία ἀπὸ τὸν Λάζαρον! Ἀλλὰ
3936δὲν ἐσκέφθητε, Κύριοι, ὅτι, ἂν πράξητε τοῦτο, θ’ ἀναγκά-
3937σητε ὅλους τοὺς πτωχοὺς νὰ φύγωσι, νὰ ἐκπατρισθῶσι, καὶ
3938ὅτι θὰ μείνῃ τὸ Κράτος καὶ ὁ στρατὸς ἄνευ ἀνδρῶν;
3939Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὸ ζή-
3940τημα ἔχει χαρακτῆρα σοβαρὸν, ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ προ-
3941κειμένου νομοσχεδίου νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ
3942νὰ ἴδω καὶ ἐγὼ τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσι τὸν
3943φόρον τοῦτον, καὶ οἱ ὁποῖοι, δὲν γνωρίζω, πῶς θὰ ἔχωσι τὸ
3944θάρρος νὰ ἐπιστρέψωσι κατόπιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των.
3945§294Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας,
3946κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἣν ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ
3947φορολογικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἀντιπολίτευ-
3948σις, διὰ πολλῶν μελῶν αὑτῆς, δὲν παρέλιπε τὴν εὐκαιρίαν
3949νὰ ἐξετάσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, εἴτε ἐν συνόλῳ εἴτε ἰδιαι-
3950τέρως ἕκαστον αὐτῶν, καὶ νὰ καταδείξῃ εἴτε τὸ ἀσύστατον
3951ὅλων εἴτε τὰς πλημμελείας ἑκάστου αὐτῶν, συγχρόνως δὲ
3952καὶ τοὺς μεγάλους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι νὰ προ-
3953κύψωσιν, ὀψέποτε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ψηφιζόμενα τυχόν,
3954ἤθελον μεταβληθῆ εἰς νόμους. Παραδόξως ὅμως οὐδεμία ἐκ
3955τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἠκούσθη φωνὴ,
3956καὶ ἰδίως οὐδεὶς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, καὶ μάλιστα ὁ κύ-
3957ριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆ-
3958μα τοῦτο, ὅπως ἀναιρέσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν φρονούντων,
3959ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν εἰς
3960νόμους. Μήπως ὑπάρχει τις φρονῶν, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη εἶ-
3961ναι εἶδος Βρεφοκομείου, εἰς τὸ ὁποῖον ῥίπτονται ἔκθετα τὰ
3962πνευματικὰ προϊόντα τῶν Ὑπουργῶν, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι
3963ἴσως ἡ εὐσπλαγχνία ἀξιοτίμου τινὸς συναδέλφου, ὡς ἡ τοῦ
3964ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας, δύναται νὰ περικαλύψῃ καὶ νὰ
3965περιβάλῃ τὰ ἔκθετα ταῦτα πνευματικὰ τέκνα αὐτῶν διὰ
3966τῶν ῥακῶν ῥακώδους ἀγορεύσεως; Νομίζω ὅτι ὑποχρέωσιν
3967ἔχουν οἱ ἀξιότιμοι κ. Ὑπουργοὶ νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα
3968τοῦτο καὶ νὰ δηλώσωσι πρὸς ἡμᾶς, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ
3969πείθοντες αὐτοὺς, ὅτι τὸ Κράτος ἀντέχει εἰς φορολογίαν
3970νέαν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ
3971ἀληθῶς ἀκατάρτιστον καὶ παραδοξότατον, τὸ ὁποῖον ἐπι-
3972βάλλει βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πολλαπλάσια τῶν
3973ἐσόδων, τὰ ὁποῖα θέλει πραγματοποιήσει τὸ Κράτος. Ὑπο-
3974χρέωσιν ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
3975κῶν νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, διὰ
3976νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάρ-
3977ρος νὰ λέγωσιν, ὅτι παρακάθηνται ἐνταῦθα διὰ νὰ συζητῶ-
3978σιν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, ἀφοῦ
3979κάθηνται μόνον διὰ νὰ ἀκούωσιν ἀπαθῶς, κάθηνται μόνον
3980διὰ νὰ συντελῶσιν εἰς μίαν ἁρπακτικὴν ψηφοφορίαν, χωρὶς
3981νὰ διαφωτίζωσι καὶ τοὺς ἔχοντας ἀντιθέτους γνώμας.
3982Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
3983Ὑπουργὸν καὶ τοὺς λοιποὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ
3984τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ ἀναιρέσωσιν ὅσα ἐξηνέχθησαν ἐντεῦθεν,
3985διὰ νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσιν, ὅτι πράγματι παρα-
3986κάθηνται ἐνταῦθα διὰ νὰ συζητῶσι.
3987§295ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Μίαν ἀπορίαν ἤθελον παρακα-
3988λέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ
3989λύσῃ, διότι, ὡς γνωστόν, οὐδέποτε ἐπαγγέλλομαι τὸν οἰκο-
3990νομολόγον. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
3991Οἰκονομικῶν, δὲν νομίζει φυσικώτερον, ἁπλούστερον, πρα-
3992κτικώτερον, ἀντὶ τῆς ἐπιβολῆς φαντασιώδους φόρου, ὁ ὁποῖος
3993δὲν ὑπάρχει, διότι ὄχι 1,45, ἀλλὰ καὶ 1,50 καὶ 1,75 ἐὰν
3994ὁρίσῃ τὴν τιμὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, αὐτὴ θ’ ἀκο-
3995λουθῇ τὴν ὑπὸ τῆς ἀγορᾶς ἐπιβαλλομένην τιμήν, — σήμε-
3996ρον ἔχει 1,44 ἢ 1,43½, αὔριον θὰ ἔχῃ 1,40, ἢ 1,38, ἢ
39971,35, — δὲν νομίζει, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
3998μικῶν φυσικώτερον, πρακτικώτερον, ἁπλούστερον, νὰ εἴπῃ,
3999ὅτι αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις γίνονται εἰς χρυσὸν, χωρὶς νὰ
4000ὁρίσῃ τιμήν; Διότι ἄλλως περιπίπτομεν εἰς τραγέλαφον,
4001ἔχοντες τριῶν εἰδῶν νομίσματα, ὅπως εἶχεν ἡ Τουρκία, χρυ-
4002σῆν δραχμὴν, χαρτίνην δραχμὴν καὶ τελωνιακὴν δραχμήν.
4003Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πολυτέλεια, ἀφοῦ πράγματι οὐδε-
4004μίαν δραχμὴν ἔχομεν.
4005Λοιπὸν νομίζω ἁπλούστερον, φυσικώτερον, πρακτικώτερον,
4006ἀντὶ νὰ δώσητε εἰς τοὺς ἐμπόρους ἀφορμὴν καὶ τὰ μέσα νὰ
4007ἐπιβάλλωσιν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν ἐμπορευμάτων, καὶ εἰς
4008ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους τὸ δικαίωμα νὰ φωνάζωμεν,
4009νομίζω, λέγω, ἁπλούστερον νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι
4010αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς θὰ γίνων-
4011ται εἰς χρυσόν.
4012Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν εἶχον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
4013γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ λύσῃ.
4014§296Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4015Τὸ νόμισμα τῶν τελωνείων εἶναι αὐτό, εἶναι ἡ μεταλλικὴ
4016δραχμή, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς συνωμολογήθησαν καὶ αἱ
4017συμβάσεις μετὰ τῶν ξένων ἐπικρατειῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ ἔμ-
4018ποροι, οἱ εἰσάγοντες ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τὰ ἐμπορεύματα,
4019εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἔχωσι χρυσὸν, διὰ τοῦτο προβαίνομεν
4020εἰς διατίμησιν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμ-
4021μάτια, ὅπως οἱ μὴ ἔχοντες χρυσὸν πληρώνωσι τὰ εἰσαγω-
4022γικὰ τέλη εἰς τραπεζογραμμάτια.
4023§297ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς
4024ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἵτινες τὰ
4025μάλα ἐπιβαρύνονται ὑπὸ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου...
4026§298Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὀνόματός σας μόνον ὁμι-
4027λεῖτε.
4028§299Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐξανίσταται ὁ ἀξιότι-
4029μος συνάδελφός μου κ. Στεφανόπουλος, διότι λαμβάνω τὸν
4030λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
4031§300Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως ἐξανίσταμαι.
4032§301Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχωσιν ἀντιπρόσω-
4033ποι ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι παντὸς ἄλλου ὀφείλουσι νὰ
4034ἐξαναστῶσι κατὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, οἱ ἀντι-
4035πρόσωποι οὗτοι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς ἐπαρ-
4036χίας ἐκείνας. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἁπλῶς ἤθελον νὰ διατυπώσω
4037γνώμην τινὰ, ἥτις ἴσως ἤθελε δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ
4038μέσον νὰ ἀποσύρῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, ὁ κύριος Στε-
4039φανόπουλος ἔρχεται νὰ μὲ διακόψῃ! Ποῖος; ὁ ἀξιότιμος ἐξ
4040Ἠλείας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ μὲ ἐνισχύσῃ!
4041§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βουλευτά· δὲν θὰ
4042ἐπιτρέψω καμμίαν διακοπήν.
4043§303Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ μᾶλλον ἁρμόδιοι νὰ κρίνωμεν
4044ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἴμεθα, Κύριοι, ἡμεῖς οἱ
4045Βουλευταὶ τῶν ὑπὸ τῆς μεσαίας κοινωνικῆς τάξεως κυρίως
4046κατοικουμένων ἐπαρχιῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὴν
4047τάξιν ταύτην κυρίως ἐπιβαρύνει, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι
4048τὰ τελωνιακὰ τέλη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀφορῶσιν εἰς εἴδη
4049καταναλώσεως τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, ὧν ποιοῦνται χρῆσιν
4050οἱ ἄνθρωποι τῆς μεσαίας τάξεως. Ἀλλ’ ἡ ἔνστασις ἡμῶν
4051δὲν εἶναι μόνον ὡς πρὸς τὸ εἶδος τοῦ φόρου, ἀλλὰ καὶ ὡς
4052πρὸς τὴν ποιότητα αὐτοῦ· διότι, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ αὐ-
4053τὸς φόρος ἐπιβάλλεται εἰς ἀντικείμενα, ἐξ ὧν προμηθεύονται
4054καὶ οἱ τῆς μεσαίας τάξεως καὶ οἱ τῆς τάξεως τῶν πλουσίων,
4055τότε ὁ φόρος θὰ ἦναι βαρύτερος διὰ τὴν μεσαίαν τάξιν καὶ
4056καταθλιπτικώτερος, διότι ἡ μεσαία τάξις, μὴ ἔχουσα τὰ
4057μέσα νὰ ἀγοράσῃ ἀντικείμενα καταναλώσεως τῆς καλλιτέρας
4058ποιότητος, ἅπερ χρησιμοποιεῖ ἡ εὔπορος τάξις, πληρώνει
4059τὸν αὐτὸν φόρον ἐπὶ ἀντικειμένων κατωτέρας ποιότητος, καὶ
4060κατὰ συνέπειαν καθίσταται ὁ φόρος καταθλιπτικώτερος διὰ
4061τὴν μεσαίαν τάξιν. Ἀλλ’ ἔτι καταθλιπτικώτερος καθίστα-
4062ται ὁ φόρος, ἐφ’ ὅσον ἐπιβαρύνει μίαν μόνον τάξιν τῆς κοι-
4063νωνίας, ἐπιβαρύνει τὴν τάξιν, ἥτις εἶναι οὐ μόνον ἡ μᾶλλον
4064παράγουσα, ἀλλὰ καὶ ἡ μᾶλλον εἰσφέρουσα εἰς τὴν ἀνά-
4065πτυξιν τοῦ πλούτου τῆς χώρας ἐν γένει. Διότι, ἐὰν τὸ κε-
4066φάλαιον παράγῃ, τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἶναι ἀπόρροια τῆς
4067ἐργασίας, τὴν ἐργασίαν δὲ προσφέρει ἡ κατωτέρα τάξις διὰ
4068τῆς μεσαίας τάξεως. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀνισότης αὕτη τῆς
4069φορολογίας μὲ ἀναγκάζει νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς φορο-
4070λογίας ταύτης, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, εἰ δυ-
4071νατὸν, δι’ ἄλλου τρόπου νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ πο-
4072σοῦ τοῦ χρηματικοῦ, τοῦ εἰσπραχθησομένου διὰ τοῦ φόρου
4073τούτου.
4074Κύριοι Βουλευταί, εἰς χεῖρας ὑμῶν ὑπάρχει, διανεμημένον
4075πρὸ καιροῦ, νομοσχέδιον ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
4076Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο — τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως καὶ δί-
4077καιον εἶναι καὶ ἀναγκαῖον — ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν ἐτῶν
4078τῆς συντάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
4079δικαιότερον θὰ ἦτο, ἂν, ἀντὶ νὰ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν
4080ἐτῶν τῆς συντάξεως, αὐξήσητε τὸ ποσοστὸν τῆς κρατήσεως
4081ἐπὶ τῶν συντάξεων ἀπὸ 7½% εἰς 12%, ὅπερ οἱ ἐνδια-
4082φερόμενοι ὀλιγώτερον δυσαρέστως θέλουσιν ἀποδεχθῆ, παρὰ
4083τὴν αὔξησιν τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας. Ἐκ τῆς αὐξήσεως
4084τῆς κρατήσεως ταύτης θέλομεν ἔχει οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ Προ-
4085ϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου δραχ-
4086μῶν. Ἀλλὰ τοῦτο μὲ φέρει καὶ εἰς ἄλλην σκέψιν. Διὰ τῆς
4087ψηφίσεως τῶν στρατιωτικῶν λεγομένων νομοσχεδίων θέλει
4088ἐπέλθει ὡρισμένως αὔξησις τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ, διὰ
4089τῆς αὐξήσεως δὲ τῶν στελεχῶν θέλει ἐπέλθει κατὰ συνέπειαν
4090καὶ αὔξησις τῶν βαθμοφόρων, ἄμεσος προαγωγὴ αὐτῶν, καὶ
4091αὔξησις τοῦ μισθοῦ των. Μέχρι τοῦδε οἱ στρατιωτικοὶ ὅλοι
4092δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς κρατήσεις ἐπὶ τῶν συντάξεων. Φρονῶ
4093ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀφομοιωθῶσι καὶ αὐτοὶ, ὡς πρὸς τοῦ-
4094το, πρὸς τοὺς πολιτικοὺς συνταξιούχους· θὰ ἔχητε δὲ καὶ
4095ἐκ τούτου ἄλλην οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
4096Κράτους, καὶ οὕτω θὰ δυνηθῆτε νὰ καλύψητε τὸ ποσόν, τὸ
4097ὁποῖον ζητεῖτε νὰ λάβητε διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
4098Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῇ ὑστάτῃ στιγμῇ,
4099καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἔλαβον τὸν
4100λόγον, ὅπως ὑποδείξω, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ δι’ ἄλλου
4101τρόπου νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυ-
4102βέρνησις.
4103Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι Βουλευταί, οὔτε περὶ καταργήσεως
4104Νομαρχιῶν, καίτοι εἶμαι πρόθυμος νὰ ψηφίσω καὶ τὴν κα-
4105τάργησιν τούτων, ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὴν ἐπι-
4106βάλλωσι, διότι προτιμῶ νὰ ψηφίσω καὶ τὴν κατάργησιν τῆς
4107Νομαρχίας τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ νὰ μὲ ἀποδοκιμάσουν
4108οἱ συνεπαρχιῶταί μου, παρὰ νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸν λαὸν φο-
4109ρολογίαν βαρεῖαν. Θεωρῶ μικροτέραν τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρ-
4110ξεως καὶ ἐν Ἠλείᾳ Νομαρχίας ἀπέναντι τῶν φόρων, τοὺς
4111ὁποίους θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πληρώσῃ ἡ ἐπαρχία μου διὰ τοῦ
4112προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ διότι ἐγὼ ἐννοῶ νὰ πράξω
4113τοῦτο, δὲν ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι δύνανται νὰ τὸ πράξωσι καὶ
4114ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ἄλλην θέσιν.
4115Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι εὔκολος ἡ κατάργησις τῶν Νομαρ-
4116χιῶν, δὲν εἶναι εὔκολος ἡ κατάργησις τῶν Δικαστηρίων,
4117ἀφοῦ δὲν τὴν θέλομεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, δὲν εἶναι εὔκολος ἡ
4118κατάργησις Ἑλληνικῶν σχολείων, δὲν εἶναι εὔκολος ἡ κα-
4119τάργησις Εἰρηνοδικείων, δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ἐπιτευ-
4120χθῶσιν οἰκονομίαι. Τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι θέλομεν οἰκονομίας,
4121καὶ νὰ μὴ τὰς ψηφίζωμεν, εἶναι ὡσὰν νὰ λέγωμεν: «δὲν
4122θέλομεν τίποτε!» Ἡ λέξις οἰκονομία δὲν πρέπει νὰ προ-
4123φέρηται καὶ νὰ ὑποστηρίζηται ἀπὸ τὸν Βουλευτήν, μόνον
4124ὅταν οὗτος εὑρίσκεται ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ κατόπιν
4125νὰ ἀπορρίπτηται ὡς ὑλικὸν ἄχρηστον. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ
4126εἴπω, ὅτι ψηφίζω καὶ τὴν κατάργησιν τῆς Νομαρχίας τοῦ
4127νομοῦ μου, ἀλλὰ διότι τὴν ψηφίζω ἐγώ, διότι ἔχω τὸ θάρ-
4128ρος νὰ τὸ εἴπω, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν δύνανται καὶ ἄλλοι
4129νὰ τὸ πράξωσιν.
4130§304Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι μερικοὶ συνά-
4131δελφοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ γείνῃ φορολογία γενικὴ ἐπὶ
4132τῆς σταφίδος.
4133§305Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον,
4134διότι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος
4135τόσον πολὺ σοβαροῦ, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἀπέφυγον.
4136Ἐὰν ἡ σταφὶς φορολογῆται, κύριε συνάδελφε, μὲ 18
4137δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, φορολογεῖται, ὄχι μόνον ἡ παρα-
4138γωγή, ὄχι μόνον ἡ ἐλευθέρα πρόσοδος, ὄχι μόνον τὸ κατα-
4139βεβλημένον κεφάλαιον, ἀλλὰ καὶ ἡ προσωπικὴ ἐργασία, ὁ
4140ἱδρὼς τοῦ σταφιδοπαραγωγοῦ· διότι, ἐὰν ὑπολογίσητε τὰ
4141ἔξοδα τὰ ἐπιβαρύνοντα τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος διὰ
4142τὴν παραγωγὴν αὐτὴν, θὰ ἴδητε, ὅτι ἕκαστον χιλιόλιτρον
4143ἐπιβαρύνεται μὲ δαπάνην 120–130 δραχμῶν, πωλεῖται δὲ
4144μόλις 120 δραχμάς, τουτέστι δὲν ἀπολαμβάνει τὰ ἔξοδα
4145τῆς καλλιεργείας του. Ἔρχεται δὲ τὸ Κράτος καὶ τί μᾶς
4146ἀφαιρεῖ; ἀπηνῶς μᾶς ἀφαιρεῖ 18 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον.
4147Πόθεν μᾶς τὸ ἀφαιρεῖ; ἀπὸ τὸ καταβεβλημένον κεφάλαιον.
4148Βεβαίως δὲ τὸ καταβεβλημένον κεφάλαιον ἐνέχει καὶ τὸν
4149ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ.
4150§306Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φορολογία τοῦ ἱδρῶτος
4151εἶναι εὐχαριστοτέρα.
4152§307Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστοτέρα. Βλέπετε, ὅτι
4153ἐγὼ ἦλθον ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
4154§308Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἀγαθῆς ἀπόψεως.
4155§309Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα, κύριε Χρηστόπουλε,
4156ἀπ’ ἀγαθωτάτης. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν πολιτευομένων ἐκεί-
4157νων, τοὺς ὁποίους ἠθέλησεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ παραστήσῃ.
4158§310Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἔκαμεν ἀπὸ κακίαν!
4159§311Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλῶς ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ὅπως
4160ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καὶ οἱ μέλλοντες νὰ γεί-
4161νωσι πολιτικοὶ συνταξιοῦχοι θὰ ἦναι εὐχαριστημένοι, ἐὰν
4162ἀντὶ τῆς παρατάσεως τοῦ χρόνου διὰ τὴν σύνταξιν ἤθελεν
4163ἐπιβληθῆ εἰς αὐτοὺς αὔξησις τοῦ ποσοστοῦ τῆς κρατήσεως.
4164Ὡσαύτως, ἐπειδὴ θεωρῶ ἐντελῶς ἄδικον τὴν ἀσυδοσίαν διὰ
4165τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους, ἤτοι τοὺς ἀξιωματικοὺς
4166τῶν Ὑπουργείων τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοὺς
4167οὐδὲν καταβάλλοντας διὰ τὴν σύνταξίν των, κρίνω ἀναγ-
4168καίαν ἀπολύτως τὴν ἐπιβολὴν κρατήσεως καὶ ἐπὶ τῶν συν-
4169τάξεων αὐτῶν.
4170Ἰδοὺ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα· ἡ ἀνισό-
4171της ἀφ’ ἑνὸς τῆς φορολογίας μιᾶς κοινωνικῆς τάξεως, ἡ ἐν-
4172τελὴς ἀφ’ ἑτέρου παράλειψις φορολογίας τῆς εὐπορωτέρας
4173τάξεως καὶ ἑνὸς εἴδους ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως φορο-
4174λογοῦνται, μοὶ ἐπέβαλαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὴν τα-
4175πεινήν μου γνώμην. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν
4176ἀπόκειται ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, ἂν τὴν κρίνῃ δικαίαν.
4177§312Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ
4178ὑποβάλω πρότασίν τινα, καὶ συνεπῶς μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἄρ-
4179ξηται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὡς ἐλπίζω,
4180ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὀφείλομεν ὅμως ἐν τῇ τε-
4181λευταίᾳ ταύτῃ στιγμῇ νὰ εἴπωμεν ὀλίγας λέξεις.
4182Ἠκούσθησαν, κύριε Πρόεδρε, γνῶμαι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς
4183Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διὰ τοῦ παρόντος νο-
4184μοσχεδίου ἐπιβαλλομένης φορολογίας καὶ ἄδικος εἶναι καὶ
4185ἄτοπος. Ἐχαρακτηρίσθη ὁ τρόπος τῆς φορολογίας ἄδικος
4186καὶ ἄτοπος, διότι, οὕτως εἰπεῖν, — ἂς μεταχειρισθῶ τὴν
4187φράσιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ἓν ἐπίλεκτον μέλος τῆς
4188Ἀντιπολιτεύσεως, — χονδρικῶς ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία,
4189χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρωτίστως, ἐναντίον τοῦ
4190δασμολογίου, τὸ ὁποῖον ἰσχύει, ἐπιβαρύνεται ἡ τάξις ἡ με-
4191σαία, καὶ οὐχὶ ἡ τάξις, ἡ ὁποία μεταχειρίζεται πολυτελῆ
4192ἀντικείμενα.
4193Εἶμαι ὑποχρεωμένος ὀλίγας μόνον λέξεις νὰ εἴπω, διὰ νὰ
4194κατανοήσῃ ἡ Βουλή, ποία τάξις ἐπιβαρύνεται διὰ τῆς ἐπι-
4195βαλλομένης φορολογίας.
4196Ὑπάρχουσι πίνακες, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφουσι τὴν ἀξίαν
4197τῶν ἐμπορευμάτων τῶν εἰσαγομένων. Οἱ πίνακες οὗτοι ἀνα-
4198φέρουσιν, ὅτι ἐν ἔτει 1901 εἰσήχθησαν ἐμπορεύματα ἀξίας
4199138 ἑκατομμυρίων, ἐν ἔτει 1900 δραχμῶν 129 ἑκατομμυ-
4200ρίων, ἐν ἔτει 1899 δραχ. 128 ἑκατομμυρίων, ἐν ἔτει 1898
4201δραχ. 152 ἑκατομμυρίων. Ἡ μέση ἀναλογία τῆς ἀξίας τῶν
4202εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων εἶναι 130,000,000. Ἐκ τούτων
4203τῶν 130 ἑκατομμυρίων ὀφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν 25 ἑκα-
4204τομμύρια περίπου, διότι ταῦτα εἰσάγονται ἀτελῶς, ὡς λόγου
4205χάριν οἱ γαιάνθρακες καί τινα ἄλλη εἴδη. Λοιπὸν ἐμπορεύ-
4206ματα ὑπαγόμενα εἰς τέλος εἰσαγωγικὸν εἶναι ἀξίας 105
4207ἑκατομμυρίων. Ἐπὶ τῶν 105 τούτων ἑκατομμυρίων μέχρι
4208τοῦδε τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε 35 ἑκατομμύρια. Σήμερον
4209ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ ἕτερα 2,600,000 περίπου. Ἀλλὰ ποία
4210τάξις κοινωνικὴ ποιεῖται χρῆσιν τῶν ἐμπορευμάτων τού-
4211των; Ἀκούσατε ἀριθμούς, κύριοι Βουλευταί. Ἐκ τῶν 105
4212τούτων ἑκατομμυρίων ἀναλογοῦσιν εἰς σῖτον 35,000,000
4213δραχ., εἰς ῥέγγας, σαρδέλλας, βακαλάον κλπ. 5,000,000,
4214εἰς ὄρυζαν 6,604,000, εἰς ζάκχαριν 3,000,000, εἰς καφέ-
4215δες 2,600,000, εἰς δέρματα ἀκατέργαστα, τὰ ὁποῖα χρη-
4216σιμεύουσι πρὸς κατασκευὴν ὑποδημάτων διὰ τὸν πτωχὸν
4217κόσμον, δρ. 3,700,000, εἰς ὑφάσματα καὶ νήματα δραχ.
421819,000,000, εἰς ὄσπρια δρ. 1,700,000, εἰς ξυλείαν τῆς
4219ἀπολύτου ἀνάγκης 8,000,000. Ἤτοι περίπου ποσὸν 80
4220ἑκατομμυρίων. Ἐπὶ τῶν 80 τούτων ἑκατομμυρίων, κύριοι
4221Βουλευταί, ἀναλογεῖ φορολογία 26 ἑκατομμυρίων. Συνεπῶς
4222κατὰ τὰ ⅔ ἡ φορολογία ἡ ἐπιβαλλομένη ἐπιβαρύνει τὴν
4223τάξιν τὴν μεσαίαν καὶ τὴν κατωτάτην.
4224Βεβαίως, ὡς ἦλθε τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὴν ἐπιμο-
4225νὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται τώρα νὰ γείνῃ συζήτησις
4226ἐπὶ τούτου καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ
4227ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι τί σᾶς
4228εἶπον, Κύριοι, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύ-
4229σεως; Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ τέλος πάντων θέλετε νὰ ἐπι-
4230βάλητε αὐτὴν τὴν φορολογίαν εἰς τὸν λαόν, — καὶ ἐπειδὴ
4231εἶσθε πλειονοψηφία, βεβαίως θὰ τὴν ἐπιβάλητε, — ἐπιβά-
4232λετε τοὐλάχιστον ταύτην κατὰ τὰς τάξεις καὶ τὰ εἴδη
4233τοῦ δασμολογίου, ἵνα μὴ φορολογῶνται ἐξ ἴσου τὰ εἴδη τῆς
4234πολυτελείας καὶ τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης τοῦ πτωχοῦ
4235λαοῦ. Τί ἀπαντᾶτε, Κύριοι, ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ σπουδαίου
4236ἐπιχειρήματος; ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
4237λέγων: «ναὶ, ἀναγνωρίζω, ὅτι εἶναι τοῦτο ὀρθὸν, εἶναι δίκαιον,
4238ἀλλὰ θέλω καταγείνῃ νὰ συντάξω ἀργότερον τὸ τελωνιακὸν
4239δασμολόγιον, καὶ τότε θέλω κανονίσει τὴν φορολογίαν κατὰ
4240τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις.» Ἀλλὰ
4241ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δύναται νὰ
4242πράξῃ τοῦτο βραδύτερον; ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτα-
4243νίας Βουλευτὴν, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο βραδύτερον ἡ Κυ-
4244βέρνησις; Καὶ βεβαίως, ἐὰν μοὶ ἀπαντήσωσι ταύτην τὴν
4245στιγμὴν καὶ μοὶ εἴπωσι ναί, ἐγὼ θὰ τοῖς εἴπω ὄχι. Ἐπι-
4246θυμῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
4247ἂν ἠδύνατο νὰ τὸ μεταβάλῃ ἀργότερον καὶ κανονίσῃ διὰ
4248τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ κατατμήσῃ, οὕτως εἰπεῖν,
4249τὴν φορολογίαν αὐτὴν εἰς τὰ διάφορα εἴδη τοῦ τελωνιακοῦ
4250δασμολογίου.
4251§313Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4252Ὅπου δὲν κωλυόμεθα ἐκ τῶν συμβάσεων.
4253§314Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅπου δὲν κωλύεσθε ἐκ τῶν συμβά-
4254σεων; Ἡ φράσις αὕτη, κύριοι Βουλευταί, εἶναι βεβαίως
4255σπουδαία· διότι βεβαίως θὰ κωλύησθε ἐκ τῶν συμβάσεων,
4256βεβαίως θὰ κωλύησθε ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ
4257ἐψηφίσατε.
4258§315Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τελωνίζονται ὅλα τὰ εἴδη μὲ
4259τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον.
4260§316Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Τα-
4261μείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ῥητῶς ἀνεγράφη, ὅτι δὲν δύνασθε
4262νὰ φέρητε καμμίαν μεταβολὴν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων νόμων,
4263ἐξ ὧν παράγονται οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύ-
4264νης. Βεβαίως δὲν δύνασθε, «ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιδιω-
4265χθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐκ τούτων προσόδων» (ἀναγινώσκει):
4266«... Ἐντὸς δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης οὐδεμία ἐπιτρέπε-
4267ται τροποποίησις τῶν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκχωρήσεως ὑφι-
4268σταμένων νόμων, ἐξ ὧν παράγονται οἱ πόροι τοῦ ταμείου,
4269ἐκτὸς μόνον ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐκ
4270τούτων προσόδων.»
4271Καὶ διατὶ, — ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, — ἀφοῦ ἔχετε
4272τὴν γνώμην ταύτην καὶ τὴν ἀσπάζεσθε, καὶ καταγίνεσθε
4273εἰς τοῦτο, σεῖς εἰσηγάγετε τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον;
4274Ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ γίνεται ἡ φορολο-
4275γία πρὸς 1,45, καὶ συνεπῶς φορολογεῖτε σήμερον ἀπὸ τῆς
4276ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς συνεπείᾳ τοῦ νόμου. Ἀφοῦ θὰ ἔχητε
4277καὶ ἐργασίαν μετὰ τὸ Πάσχα, διατὶ δὲν καταγίνεσθε ἐν τῷ
4278διαστήματι τῶν ἡμερῶν τούτων νὰ καταρτίσητε τὸ δασμο-
4279λόγιον καὶ νὰ ψηφίσητε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σεῖς νομίζετε, ὅτι
4280εἶναι ὀρθόν; Διατὶ δὲν δέχεσθε αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀφοῦ δύ-
4281νασθε νὰ τὸ πράξητε καὶ ἔχετε καὶ τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν
4282χρόνον; Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο βεβαίως νὰ τεθῇ ὁ νόμος εἰς
4283ἐνέργειαν διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτῆς, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι
4284θὰ χάσητε τὸ κέρδος μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τελωνια-
4285κοῦ δασμολογίου, ἀλλ’ ἀφοῦ σήμερον συζητεῖται, διατὶ δὲν
4286ἀναβάλλετε αὐτὸ μετὰ τὸ Πάσχα;
4287Ἡμεῖς μίαν ὑποχρέωσιν ἔχομεν, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὑπο-
4288χρέωσιν, τὴν ὁποίαν μετ’ οὐ πολὺ θ’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ διὰ
4289τῆς ψήφου μας.
4290§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
4291δίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
4292§318ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
4293κύριε Πρόεδρε.
4294§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
4295§320ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Βεβαίως.
4296§321Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχω
4297τὸν λόγον.
4298§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
4299§323Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν.
4300§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα τελειώσῃ ἡ ψηφοφορία, μάλιστα.
4301Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι
4302Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
4303(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
4304ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ἐπ. Ν. Δη-
4305λιγιάννη καὶ Ι. Δελμούζου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπό-
4306μενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4307Λέων Μελᾶς ΝΝικόλαος Σταματιάδης
4308Στέργιος Μ. Καρανίκας Δημ. Καρακίτης
4309Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Κωνστ. Φιλιππίδης Ο
4310Κ. Ἀσημακόπουλος ΟἈντ. Καρτάλης Ο
4311Εὐάγγ. Καναβαριώτης ΝΝικ. Γουλιμῆς Ν
4312Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΝΚωνσταντῖνος Γρίβας
4313Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝΚωνστ. Παπανικολῆς Ο
4314Δημήτριος Γ. Μωραΐτης ΝΘ. Π. Δηλιγιάννης Ο
4315Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος ΝἘπαμ. Ν. Δηλιγιάννης
4316Γεώργ. Πολυγένης Περ. Ἀλεξάκης
4317Γεώργ. Καρπετόπουλος ΝΠ. Ταμπακόπουλος Ο
4318Ἰωάννης Ζωγράφος ΝἸωάν. Ἀντωνόπουλος Ο
4319Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΟΧαρίλ. Τζαννετάκης Ν
4320Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος ΟΓεώργ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
4321Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης ΟΜιχ. Φωτιάδης Ν
4322Κωνστ. Β. Κοττίκας ΝΒασ. Μαστραπᾶς
4323Δημήτρ. Γ. Ράλλης Κ. Α. Λιδωρίκης
4324Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΟἈρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος
4325Κωνστ. Σμολένσκης ΝΜιχ. Ι. Στελλάκης Ν
4326Νικόλαος Λεβίδης ΝΓ. Π. Καπιτσίνης Ο
4327Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΟΠάϊκος Λ. Ρίτσος Ο
4328Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΟΣταμάτιος Μήτσας Ο
4329Κυριάκος Λιγυνὸς ΟΔημ. Τσιτσάρας Ν
4330Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημ. Χατζόπουλος Ν
4331Ἀνδρέας Ψύλλας ΟΓεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ν
4332Νικόλαος Γουναράκης ΟἸωάν. Σερμπᾶνος Ν
4333Θεόδωρος Λέκας Κ. Δ. Ἄργας. Λομβάρδος
4334Ἰσίδωρος Κολιάτσος Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Ο
4335Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΓεώργιος Ι. Μελισσηνός Ν
4336Νικόλαος Α. Στράτος ΝΔιονύσιος Π. Στεφάνου
4337Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Χρῆστος Ι. Στεφανόπουλος
4338Κωνσταντῖνος Τοπάλης ΝἈνδρέας Ι. Στεφανόπουλος
4339Φίλιππος Γιαννακόπουλος Ἰωάννης Ν. Σισίνης
4340Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης ΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
4341Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΟΣτέφανος Κοπανίτσας
4342Ἰωάννης Θ. Ψημένος ΝΓεώργιος Δ. Φικιώρης Ο
4343Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης ΟΔημοσθ. Ματάλας
4344Δημοσθένης Γ. Δόγκας ΝἸωάννης Φίλιος
4345Νικόλαος Δαούτης ΟΚωνσταντῖνος Καρακίτης
4346Ἰωάννης Κόλλιας ΝἸωάννης Γιαννακίτσας Ν
4347Λουκᾶς Γ. Μπέλλος ΝΝικόλαος Μπουφίδης Ν
4348Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς ΟἸωάννης Γ. Λάππας Ο
4349Πέτρος Ν. Δελένδας ΝΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
4350Β. Μαρκεζίνης ΝΓεώργιος Σκληρός Ν
4351Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς ΝΕὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
4352Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
4353Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς ΝἈχιλλεὺς Παπαλουκᾶς Ν
4354Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης ΝΓκίκας Μάστορης Ν
4355Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ἰωάννης Μπακόπουλος
4356Γεώργ. Χ. Παπαδημητρίου ΟΝικόλ. Τριανταφυλλάκος Ν
4357Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Κ. Κωνσταντόπουλος ἀρν.
4358Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ ΟΠαναγ. Παπαναστασίου Ν
4359Κωνσταντῖνος Κρίτσας ΝΠαναγιώτης Μανέτας Ο
4360Ἰωάννης Δαμηλάτης Ἀθαν. Πετρόπουλος Ν
4361Κωνστ. Ι. Φλέσσας ΝἈθαν. Ζέρβας Ο
4362Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης ΝΓ. Ἀναστασόπουλος Ν
4363Κίμων Βελλίνης ΝΓεώργιος Νικολαΐδης Ν
4364Ι. Καφταντζόγλου ΝΚωνσταντ. Τρικούπης Ν
4365Ι. Παλάσκας ΝΛεωνίδας Δεληγεώργης Ο
4366Δ. Τερτίπης ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ν
4367Ι. Καζαμπάκας Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο
4368Α. Βασαρδάνης ΝΣπυρ. Λ. Κουμουνδοῦρος Ν
4369Κ. Ζωγλοπίτης Ἰωάννης Νικολαΐδης Ν
4370Νικόλ. Μπαλάφας ΝἹπποκράτης Ι. Ἀπέργης
4371Νικόλ. Σταματιάδης ΝἈριστομέν. Προβελέγγιος Ν
4372Μιχ. Στεφανίδης Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Ν
4373Νικόλ. Νικολαΐδης ΝἘλευθέριος Ν. Μυκώνιος
4374Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Νικόλαος Κ. Κρίσπης Ν
4375Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Δημ. Ι. Φαρμάκης Ν
4376Ἰωάννης Ρώτας Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ν
4377Γεώργ. Ν. Θεοτόκης ΝἸωάννης Μ. Κανναβός
4378Μιχ. Ν. Θεοτόκης ΝΘεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο
4379Νικόλ. Σ. Μαρκέτης ΝΝικ. Κ. Φαρμακόπουλος
4380Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς ΝΚωνσταντ. Χριστοδούλου Ν
4381Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ἀθαν. Πετσάλης Ο
4382Σπυρίδων Α. Ἀγάθος ΝΚυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
4383Περικλῆς Α. Ἀλαμάνος ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
4384Ἠλίας Α. Πολίτης ΝΚυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
4385Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης ΟΦώτιος Π. Μοσχούλας Ν
4386Παναγιώτης Δ. Πετρίδης ΟΝικολ. Λ. Παπαλέξης Ο
4387Ἀθανάσιος Λ. Γκράβας ΝΔημ. Α. Πολυχρονόπουλος
4388Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο
4389Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας ΝΝικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος
4390Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος ΝΘεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ν
4391Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος ΝἈνάργυρος Σιμόπουλος Ν
4392Διονύσιος Π. Βενιερᾶτος ΝἸωάννης Δελμοῦζος Ν
4393Κωνσταντ. Α. Γεράκης ΝΔημήτριος Π. Νίκας Ν
4394Δημήτριος Β. Τραυλὸς ΝΚ. Δ. Γεροκωστόπουλος
4395Σπυρίδων Ε. Στάης ΝἈχιλλεὺς Χοϊδᾶς
4396Διονύσιος Καλούτσης Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης
4397Νικόλαος Τσοῦχλος ΝἸωάννης Γ. Μ. Ροῦφος
4398Παναγ. Σπυράκης Κωνσταντῖνος Γκότσης
4399Ἰωάννης Καλούτσης ΟΔημήτριος Π. Γούναρης Ν
4400Χαράλαμπος Βοζίκης Δ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-
4401Γ. Λ. Μαυρομιχάλης καούρης
4402Γεώργιος Ράλλης ΝἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
4403Παναγιώτης Π. Σάκκης Δημ. Ἀναστασόπουλος Ο
4404Νικόλαος Α. Μισυρλῆς ΝἈθαν. Νικολίτσας Ν
4405Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος ΟἈλέξ. Στάϊκος Ν
4406Ἰωάννης Α. Βρυώνης ΟΓεώργιος Κορυζῆς Ν
4407Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης ΝΘεόδωρος Λιμπρίτης
4408Νικόλαος Γ. Λεωνίδας ΝΛεων. Λαπαθιώτης
4409Γ. Ν. Μπούμπουλης Παντελῆς Γκίκας Ο
4410Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
4411Ἐπαμ. Δ. Βαφειαδάκης ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
4412Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς ΝΝικόλαος Πλατσῆς Ν
4413Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος ΝΝ. Χατζΐσκος Ν
4414Ἀντώνιος Π. Βιτάλης ΟΧαρ. Εὐταξίας
4415Ἰωάννης Ν. Σιγάλας ΝΔ. Δεδούσης Ν
4416Κάρολος Μ. Βιτάλης Ν. Κοντογιάννης Ο
4417Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς
4418Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης Βασίλειος Βουδούρης Ο
4419Γεώργιος Ραδινὸς ΝΓεώργιος Ἀβέρωφ
4420Ἀπόστολος Ζάππας ΝΝικόλαος Καλογερόπουλος Ν
4421Ἠλίας Μπασδέκης ΝΖήσιμος Σαραβέλας Ο
4422Σπυρίδων Γεωργόπουλος ΝΝικόλαος Μαμούνης
4423Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς ΝἸωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ν
4424Εὐστάθιος Κοκκέβης Ν
4425§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 169, ἐξ ὧν 113 ὑπὲρ
4426τῆς προτάσεως, 55 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ εἷς ἠρνήθη
4427ψῆφον. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ
4428εἰς τρίτην συζήτησιν.
4429Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
4430§326Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4431Λόγῳ κρείσσονος διατυπώσεως, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν,
4432ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὅπως τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρ-
4433θρου 1 μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς:
4434«Κυροῦται ἡ διὰ τῶν νομοσχεδίων τῆς 19 Ἰανουαρίου,
443516 Φεβρουαρίου καὶ 1 Μαρτίου ἐ. ἔ., ὑποβληθέντων εἰς τὴν
4436Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συμφώνως πρὸς
4437τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τε-
4438λωνιακοῦ δασμολογίου, ὁρισθεῖσα ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχ-
4439μῆς τῶν ἐν τῷ τελωνιακῷ δασμολογίῳ εἰσαγωγῆς ἀναγρα-
4440φομένων δασμῶν εἰς μεταλλικόν.»
4441§327Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι καλλίτερον θὰ ἦναι
4442νὰ μεταβληθῇ ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων· νὰ ἄρχηται τὸ νομοσχέ-
4443διον ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 2, λαμβάνοντος τὴν θέσιν ἄρθρου 1, καὶ
4444μετὰ ταῦτα νὰ ἔρχηται ὡς ἄρθρον 2 ἡ διάταξις ἡ κυροῦσα
4445τὰ διάφορα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων προετάθη ἡ διατί-
4446μησις τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς.
4447§328Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4448Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προταχθῇ τὸ ἄρθρον 2.
4449§329ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μετὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν
4450ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριά-
4451σεων, δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι δύνασθε νὰ φέρητε
4452τροποποίησιν, ἵνα ἐπιστραφῶσι τὰ εἰσπραχθέντα χρήματα;
4453§330Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
4454§331ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην παρατήρησιν,
4455τὴν ἀναφερομένην εἰς τὰ λιμενικὰ, ἐπίσης δὲν τὴν παραδέ-
4456χεσθε; οὔτε τὴν περὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου;
4457§332Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4458Καὶ αὐτὴν ἀδύνατον νὰ τὴν δεχθῶ, διότι τὸ λιμενικὸν δι-
4459καίωμα κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους,
4460καὶ ἂν ἠθέλομεν παραδεχθῆ ἄλλην διατίμησιν, ἄλλην βά-
4461σιν φορολογίας, ἠθέλομεν γεννήσει βεβαίως μεγάλην δυσκο-
4462λίαν. Ὡς πρὸς τὰ δημοτικὰ, οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει.
4463§333ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίζετε, ὅτι δὲν
4464εἶναι περίστασις ἐκ τοῦ λόγου τῆς καταρτίσεως τοῦ Ταμείου
4465Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ αὐξάνωσι τὰ λιμενικὰ τέλη; Διὰ τὸ
4466Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρόκειται νὰ φορολογηθῇ
4467ὅλος ὁ κόσμος· ἀλλὰ παρεμπιπτόντως ἄνευ λόγου ν’ αὐξή-
4468σωμεν τὰ λιμενικὰ τέλη, νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ ἐμπόριον διὰ
4469μιᾶς προσθέτου φορολογίας χάριν εὐκολίας, δὲν τὸ θεωρῶ
4470ὀρθόν, οὐδὲ δίκαιον.
4471§334Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, ὡς εἶπον ἤδη, ὑποβάλω τὸ
4472νέον δασμολόγιον, θέλουσι κανονισθῆ πάντα ταῦτα.
4473§335Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, νομίζω, ὅτι ὁ
4474τρόπος, καθ’ ὃν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφίζο-
4475μεν σήμερον, αἱ ἀλλεπάλληλοι μεταβολαὶ αὐτοῦ ἀναγκάζουσι
4476τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσαγάγῃ τι, τὸ
4477ὁποῖον οὐδαμοῦ ἐπιτρέπεται, δηλαδὴ νὰ δώσῃ ὀπισθενεργὸν
4478δύναμιν εἰς φορολογικὸν νόμον. Διότι ὁ νόμος ὁ ἰσχύων περὶ
4479τελωνιακῶν τελῶν ῥητῶς λέγει, ὅτι εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον
4480νομοσχέδιον, τὸ μεταβάλλον τὰ τελωνιακὰ τέλη, δύναται νὰ
4481συμπεριληφθῇ διάταξις, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, ἅμα τῇ
4482ὑποβολῇ, ὑπὸ τὸν ὅρον, τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον νὰ μετα-
4483βληθῇ εἰς νόμον· ἐν περιπτώσει δέ, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀπορρι-
4484φθῆ, τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ χρήματα,
4485τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε δυνάμει οὐχὶ πλέον νόμου, ἀλλὰ νομο-
4486σχεδίου μὴ μεταβληθέντος εἰς νόμον.
4487Ἐνταῦθα ἔχομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὥριζε τὴν τιμὴν
4488τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1,50· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
4489δὲν μετεβλήθη εἰς νόμον, καὶ δὲν μετεβλήθη εἰς νόμον, διότι
4490πρίν ἀκόμη ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπεσύρ-
4491θη, ἀντικατασταθὲν δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ
4492ψηφίζεται σήμερον, καὶ τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν τιμὴν τῆς με-
4493ταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1,45. Ἄρα τὰ 5 λεπτά, τὰ μεταξὺ
4494τῆς 1,45 καὶ 1,50, δὲν ἔτυχον τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς,
4495ὅπως εἰσπραχθῶσι· καθ’ ἣν δ’ ἐποχὴν εἰσεπράχθησαν, εἰσ-
4496επράχθησαν οὐχὶ δυνάμει νόμου, ἀλλὰ δυνάμει νομοσχεδίου,
4497τὸ ὁποῖον ἔπαυσε νὰ ἔχῃ ἰσχύν. Σήμερον ἔρχεται τὸ νομο-
4498σχέδιον τοῦτο νὰ εἴπῃ, ὅτι καλῶς εἰσεπράχθησαν τὰ εἰσ-
4499πραχθέντα. Τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ὀπισθενεργὸς δύναμις εἰς
4500νόμον νῦν ψηφιζόμενον; Εἶναι ἀναμφισβητήτως πρωτοφανὲς
4501τοῦτο.
4502Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ καὶ φέρω παραδείγματα καὶ ἀνα-
4503λογίας ἄλλων φόρων, διότι εὐκόλως ἀντιλαμβανόμεθα πάν-
4504τες, ὅτι τὰ 5 λεπτὰ ἐπὶ πλέον εἰσεπράχθησαν ἄνευ νόμου,
4505ἐνῷ δὲν ἔχομεν δικαίωμα εἰς φορολογικὸν νόμον νὰ δώσωμεν
4506ὀπισθενεργὸν δύναμιν.
4507Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο, —καίτοι καὶ
4508ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ, —ἵνα δείξω
4509εἰς πόσα ἄτοπα καταλήγομεν, νομοθετοῦντες ἄνευ σπου-
4510δαίας ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων.
4511§336Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4512Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς κατὰ τοῦτο
4513εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ· δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ
4514σημερινοῦ νόμου κυροῦνται τρία νομοσχέδια, ὑποβληθέντα
4515ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομοσχέδια, τὰ
4516ὁποῖα, δυνάμει νόμου ἰσχύοντος, ἀφ’ ἧς εἰσήχθησαν εἰς τὴν
4517Βουλὴν ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν. Δὲν ἐφηρμόσθησαν τὰ τρία
4518νομοσχέδια κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, νῦν δ’ ἔρχε-
4519ται νόμος, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται, ὅπως ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς
4520Βουλῆς, καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν τὰ τρία νομοσχέδια κυ-
4521ροῦνται. Μόνον ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπέρριπτεν ἓν τῶν νομοσχε-
4522δίων, θὰ ἠδύνατο νὰ ᾖναι βάσιμος ἡ προβαλλομένη ὑπὸ τοῦ
4523ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ἀμφιβολία.
4524§337Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
4525ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου τοῦ ὑπὸ
4526τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου δὲν
4527μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα τῆς κυρώσεως αὐτοῦ. Οὐδέποτε
4528ἡ Βουλὴ ἐσκέφθη νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ νομοσχέδιον,
4529ὡς τὸ ὑποβληθέν, τῆς διατιμήσεως τῆς δραχμῆς εἰς 1,50,
4530οὔτε διῆλθε τοῦτο τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλ-
4531λει ὁ νόμος. Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι
4532παρουσιάζονται εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν εἰσπραχθέντων, ἐρχό-
4533μεθα νὰ πράξωμέν τι ὅλως ἄτακτον· θέλομεν δηλαδὴ νὰ κυ-
4534ρώσωμεν φορολογίαν μὴ νόμιμον, καὶ νὰ δώσωμεν ὀπισθενερ-
4535γὸν δύναμιν εἰς φορολογικὸν νομοσχέδιον. Τοῦτο εἶναι πρω-
4536τοφανές, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαντᾷ οὔτε παρ’ ἡμῖν οὔτε εἰς ἄλ-
4537λο Κράτος.
4538§338Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4539Ἡ θεωρία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγορεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρ-
4540της Βουλευτής, εἶναι πρωτοφανής. Διότι, μόνον ἂν ἤρχετο
4541εἷς νόμος καὶ ἔλεγεν ὅτι «κυροῦνται τὰ νομοσχέδια: αʹ) τῆς
454219 Ἰανουαρίου, βʹ) τῆς 16 Φεβρουαρίου καὶ γʹ) τῆς 10
4543Μαρτίου», ἠδύνατο νὰ προβληθῇ ἡ θεωρία αὕτη τοῦ κυρίου
4544Βουλευτοῦ.
4545§339Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ γείνῃ
4546αὐτό, νὰ κυρωθῶσιν ὁμοῦ τρεῖς νόμοι ἀντιφάσκοντες πρὸς ἀλ-
4547λήλους.
4548§340Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔπρεπε τότε νὰ ψηφισθῶσιν οἱ τρεῖς
4549νόμοι χωριστά, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ
4550καὶ κυρώσῃ τρία νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν μόνον σή-
4551μερον ἔμεινε, διότι τὰ ἄλλα δύο ἀπεσύρθησαν. Πῶς ἡ Βου-
4552λὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ δύο νομοσχέδια, ὑποβληθέντα, ἀλλ’
4553ἀποσυρθέντα καὶ ἀντιφάσκοντα τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο; Βε-
4554βαίως ἡ διάταξις αὕτη εἰσάγεται, ὅπως δικαιολογήσῃ καὶ
4555νομιμοποιήσῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως περὶ
4556κατακρατήσεως τῶν ἀνόμως εἰσπραχθέντων. Νομίζω ὅμως,
4557ὅτι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ
4558κυρώσῃ τὰ δύο νομοσχέδια ταῦτα, καὶ συγχρόνως νὰ ψηφίσῃ
4559τρίτον νομοσχέδιον, δὲν εἶναι κανονικός, διότι ῥητῶς καὶ τὸ
4560Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀπαγορεύουσι νὰ
4561ψηφίζωνται ἀθρόως τὰ νομοσχέδια. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συν-
4562τάγματος ῥητῶς ἐπιβάλλει τὴν ἑκάστου νομοσχεδίου χωρι-
4563στὰ τριπλῆν συζήτησιν καὶ τριπλῆν ψήφισιν εἰς τρεῖς δια-
4564φόρους ἡμέρας. Πῶς θὰ ψηφισθῶσι τώρα τρία ὁμοῦ νομοσχέ-
4565δια; Εὕρετε νομιμώτερον τρόπον ἐκφράσεως, ἢ μᾶλλον ἐπι-
4566στρέψατε τὰ ἀνόμως εἰσπραχθέντα.
4567§341Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ κύρωσις γίνεται εἰς τρεῖς ἀνα-
4568γνώσεις. Ἤδη τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται εἰς τρίτην ἀνά-
4569γνωσιν.
4570§342Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4571Ἐὰν δὲν θέλητε τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑπο-
4572βάλλω, ἀρκοῦμαι εἰς τὴν διατύπωσιν, ἣν ἔχει τὸ νομοσχέ-
4573διον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Κατ’
4574ἐμέ, εἴτε ἡ μία διατύπωσις ψηφισθῇ εἴτε ἡ ἑτέρα, εἶναι τὸ
4575αὐτό.
4576§343Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
4577ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ
4578εἰσαχθέντος ὑπ’ αὐτοῦ τὴν 1 Μαρτίου, ἦτο νὰ μὴ ἐπιστρα-
4579φῶσιν εἰς τοὺς ὑποβληθέντας εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ δα-
4580σμοῦ δυνάμει τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων τὰ καταβλη-
4581θέντα χρήματα, δηλαδὴ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ διά-
4582ταξις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ. Λοιπόν, ἐὰν ἀντὶ
4583τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κύριος Ὑπουργὸς
4584ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀντὶ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν
4585περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον τῆς 1 Μαρτίου, ἤθελε τεθῆ
4586διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν «τὰ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ
4587νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου εἰσπραχθέντα
4588παρὰ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν ηὐξημένα τέλη δυνάμει τοῦ
4589εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
4590νομικῶν κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου νομοσχεδίου καὶ τοῦ εἰσ-
4591αχθέντος ὡσαύτως ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν 16 Φεβρουαρίου καὶ
4592τοῦ εἰσαχθέντος ἐπίσης ὑπ’ αὐτοῦ τὴν 1 Μαρτίου δὲν ἐπι-
4593στρέφονται εἰς τοὺς καταβαλόντας αὐτά, ἀλλ’ εἰσάγονται
4594εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδα αὐτοῦ», πληροῦται ὁ σκο-
4595πὸς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἡμεῖς δὲ δὲν ἀντιλέγομεν νὰ μὴ
4596ἐπιστραφῶσι, καὶ νὰ λογισθῶσιν ὡς ἔσοδα τοῦ δημοσίου τα-
4597μείου.
4598§344Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4599Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος
4600Βουλευτοῦ ὑποβληθεῖσαν διατύπωσιν, διότι τοιοῦτος εἶναι
4601ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1.
4602§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς διετυ-
4603πώθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, παρακαλοῦνται νὰ
4604ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
4605δέχθη.
4606§346Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4607Τότε ὡς πρῶτον ἄρθρον θὰ ἔλθῃ τὸ δεύτερον, συμφώνως πρὸς
4608τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἔπειτα τὸ πρῶτον.
4609§347Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον αὐτό, ὡς
4610ἐτροποποιήθη, θὰ τεθῇ ὡς δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
4611Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς πρότεινε, καὶ ἡ
4612πρότασίς του ἐγένετο δεκτή, ὅπως τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ
4613νομοσχεδίου γείνῃ πρῶτον.
4614§348Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὡς ἔχει ἤδη,
4615θὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ
4616οὕτως:
4617«Ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς τῶν ἐν τῷ τελωνια-
4618κῷ δασμολογίῳ εἰσαγωγῆς ἀναγραφομένων δασμῶν εἰς με-
4619ταλλικὸν ὁρίζεται εἰς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ 45 εἰς τρα-
4620πεζικὰ γραμμάτια».
4621§349Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4622Μάλιστα.
4623(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς
4624ἐτροποποιήθησαν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δε-
4625κτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4).
4626§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομο-
4627σχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
4628§351Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν
4629τὴν 16 Φεβρουαρίου 1904 ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ σῖ-
4630τος καὶ ὁ σμιγός, διότι τὸ ἄρθρον 4 αὐτοῦ ἔλεγεν (ἀνα-
4631γινώσκει): «Ἄρθρον 4. Ὁ σῖτος καὶ ὁ σμιγὸς ἐκ σίτου καὶ
4632σικάλεως εἰς κόκκους, οἱ εὑρισκόμενοι ἐντὸς ἱστιοφόρων
4633πλοίων, ἅτινα καταπλεύσαντα εἰς ἑλληνικοὺς λιμένας πα-
4634ρέμειναν εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τῆς 1 Δεκεμβρίου 1903 μέχρι τῆς
463519 Ἰανουαρίου 1904, καὶ εἰσαχθέντες εἰς ἀνάλωσιν μέχρι
4636τῆς 15 Φεβρουαρίου 1904 ὑπόκεινται εἰς τὰ μέχρι τῆς 19
4637Ἰανουαρίου 1904 ἰσχύοντα νομίμως τέλη.»
4638Τί γενήσεται τώρα ὡς πρὸς τοῦτο;
4639§352Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
4640Δὲν ὑπάρχει λόγος πλέον, διότι οὐδὲν εἰσεπράχθη.
4641(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρί-
4642την συζήτησιν).
4643§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 30′
4644μ. μ.)