1904.03.11
4.297 στίχοι · 33.095 λέξεις · 357 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
τῆς 11 Μαρτίου 1904.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Γ. Γιαννακίτσα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τοῦ Θ. Πολυμεροπούλου, κατοίκου Κουβανάδων τῆς Καρδίτσης, ζητοῦντος νὰ ψηφισθῇ πίστωσις 3,000 δραχμῶν πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τοῦ ἐξ ὀμβρίων ὑδάτων καταρρεύσαντος καταστήματός του. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κωνσταντίνων τοῦ δήμου Ἀνδανίας τῆς Μεσσήνης περὶ ἐπεκτάσεως ὁδοῦ. Ἀναφορὰ ἐκ Γυθείου περὶ παρανόμου διορισμοῦ αὐτόθι δημολογιστοῦ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Μποῦτος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ δήμαρχος Οἰχαλίας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης Παναγιώτης Φωτόπουλος ἐξεπλήρου καθήκοντα δημάρχου μέχρι τῆς 5 Σεπτεμβρίου 1903 συμπεριλαμβανομένης· τὴν ἐπιοῦσαν, 6 Σεπτεμβρίου, παρουσιάσθη παρῃτημένος, καὶ τὴν 7 Σεπτεμβρίου, ἡμέραν ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, παρεστάθη εἰς τὸ πρῶτον ἐκλογικὸν τμῆμα καὶ εἰς τὸ δεύτερον τοῦ δήμου Οἰχαλίας καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, ἀντιπροσωπεύσας τὴν κάλπην του, κατὰ παράβασιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἡ πρᾶξις αὕτη κατηγγέλθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν. Ὅθεν ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ νομάρχης Μεσσηνίας ἐδέχθη ἐκπροθέσμως τὴν παραίτησιν τοῦ δημάρχου τούτου οἴκοθεν, ἢ διαταχθεὶς ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ καὶ ἀπὸ ἄλλον τινὰ Ὑπουργόν, καὶ ποῖον. Νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ τὴν περὶ τούτου διαμειφθεῖσαν τηλεγραφικὴν καὶ ἔγγραφον ἀλληλογραφίαν. Ἐρωτῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐξεδικάσθη ἡ κατὰ τοῦ ἰδίου δημάρχου καταγγελία διὰ τὴν ἀνωτέρω περίπτωσιν, καὶ ὁποῖον τὸ ἀποτέλεσμα.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μποῦτος ἔχει τὸν λόγον.
§4ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Κωνσταντίνων τοῦ δήμου Ἀνδανίας εἶναι δικαιοτάτη, κύριε Πρόεδρε. Οἱ κάτοικοι οὗτοι ζητοῦσι νὰ κατασκευασθῇ ἓν τεμάχιον προεκτάσεως τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Μελιγαλᾶ–Κυπαρισσίας ἡμισείας ὥρας, διότι τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ἐκείνης εἶναι κατὰ τὸ ἥμισυ κατεσκευασμένον, κατὰ δὲ τὸ ἄλλο ἥμισυ εἶναι ἡμιτελές. Διὰ μικρᾶς δαπάνης δύναται νὰ κατασκευασθῇ μικρὸν τμῆμα πρὸς τὴν κωμόπολιν Κωνσταντίνων, ἵνα δι’ αὐτῆς οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγάλην παραγωγὴν προϊόντων καὶ ἰδίως σταφιδοκάρπου, δύνωνται νὰ μεταφέρωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Διαβολιτσίου. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα, ὅπως ὡς οἷόν τε τάχιον κατασκευασθῇ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο τμῆμα. Ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, νὰ ἀναπτύξω αὐτήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελισσηνὸς ἔχει τὸν λόγον.
§6Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἔλαβον, κύριε Πρόεδρε, ἐπιστολὴν ἐκ Ληξουρίου, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει καὶ ἀναφορά, ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν Βουλήν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην οἱ κάτοικοι Ληξουρίου μοὶ δίδουσιν ἐντολὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, συνάμα δὲ μὲ παρακαλοῦσι νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς διασαλευθείσης δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ πατρίδι αὐτῶν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, πρὶν λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω, ἵνα τὴν ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ληξουρίῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1904. Γνωστὴ τυγχάνει ὑμῖν, κύριε Πρόεδρε, ἡ κατατρύχουσα κατὰ τὰ τελευταῖα πέντε ἔτη τὴν ἐπαρχίαν μας οἰκονομικὴ δυσχέρεια ἕνεκα τοῦ ἐπελθόντος περονοσπόρου καὶ τῆς ἐξευτελίσεως τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου, μὴ ἀνταποκρινομένων τῶν ἐσόδων οὐ μόνον πρὸς συντήρησιν ἡμῶν, ἀλλὰ οὔτε πρὸς καλλιέργειαν αὐτῶν τούτων τῶν κτημάτων. Καὶ ὡς εἰ μὴ ἤρκει ἡ μάστιξ αὕτη, προσετέθη πολὺ μεγαλειτέρα τοιαύτη, ἥτις οὐ μόνον συμπληροῖ τὸ καταστρεπτικὸν ἔργον τοῦ περονοσπόρου διὰ τὰς ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους, οὐ μόνον καταστρέφει πᾶν τὸ προστυχόν, ἤτοι ἀγροὺς, δένδρα κλπ., ἀλλὰ καὶ ἐκθέτει ἡμᾶς εἰς ἄμεσον κίνδυνον, διότι ἡ περιφέρεια ἡμῶν, κατὰ παράβασιν τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου, ὑπερεπληρώθη ποιμνίων, ὧν τὴν ἰδιοκτησίαν ἔχουσιν ἄνθρωποι τῆς τελευταίας κοινωνικῆς ὑποστάθμης, φέροντες ἐπὶ τῆς ῥάχεώς των ἀναριθμήτους ἐγκληματικὰς πράξεις, ἐνδιαιτώμενοι καὶ διάγοντες ὡς ἄγριοι, μὴ ἐννοοῦντες νὰ ὑποκύψωσιν εἰς οὐδένα νόμον, ἀλλ’ ἀπειλοῦντες ἡμᾶς διὰ καταστροφῆς ἡμῶν τε καὶ τῶν περιουσιῶν μας, ἐὰν τολμήσωμεν νὰ καταγγείλωμεν αὐτούς. Τοιαύτας δὲ ἀντεκδικήσεις ἀριθμοῦσι πολλὰς τὰ ἐνταῦθα ποινικὰ Δικαστήρια. Ἐπειδὴ ἡ κατάστασις αὕτη κατέστη ἀφόρητος, διότι οὐδὲν ἐκ τῆς περιουσίας μας ἐξουσιάζομεν, ἀλλὰ καλλιεργοῦμεν τὴν γῆν μόνον πρὸς ἀποκλειστικὸν ὄφελος καὶ βόσκησιν τῶν παρανόμως ἐνδιαιτωμένων ποιμνίων ἐν τῇ περιφερείᾳ μας. Ἐπειδὴ ἔχομεν ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν κακοποιῶν τούτων στοιχείων, μὴ τολμῶντες νὰ ὑπερασπισθῶμεν διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, διότι, ὡς εἴρηται, μόλις καταγγείλωμεν αὐτοὺς, ἐν τῇ αὐτῇ νυκτὶ πυρπολοῦσι τὰς ἀγροτικὰς οἰκίας μας, ἐκριζώνουσι τὰ κτήματά μας καὶ ἐν τέλει ἀπειλοῦσι καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν μας. Αἱ δὲ κλοπαὶ καὶ αἱ δηώσεις, αἱ ὑπ’ αὐτῶν διαπραττόμεναι, εἰσὶν ἀναρίθμητοι. Διὰ ταῦτα, ποιούμενοι ὑμῖν γνωστὰ τὰ ἀνωτέρω, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, εὐσεβάστως, ὅπως ἁρμοδίως μεριμνήσητε νὰ διαταχθῇ ἀρκοῦσα στρατιωτικὴ δύναμις πρὸς καταδίωξιν ἀμείλικτον ἐν γένει τῶν κακοποιῶν τῆς περιφερείας μας στοιχείων, διαφόρων διαβοήτων κλεπτῶν, καὶ δὴ τῶν ποιμένων, βοσκόντων τὰ ποίμνιά των ὅλως παρανόμως, καὶ καταστρεφόντων τὰ μετὰ τόσων κόπων καὶ στερήσεων παραχθέντα προϊόντα μας. Δεόμεθα δὲ ἀμέσου ἀντιλήψεως, διὰ τηλεγραφικῆς διαταγῆς, καὶ ἐνισχύσεως τοῦ ἀστυνομικοῦ τμήματος τῆς περιφερείας μας, ὑπὸ ἀποσπασματάρχην ἀξιωματικὸν δεδοκιμασμένης ἱκανότητος καὶ δραστηριότητος. Εἴμεθα δὲ πρόθυμοι, πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως καὶ ἐξασφάλισιν τῆς περιουσίας μας καὶ τῆς ὑπάρξεώς μας, νὰ ὑποβληθῶμεν διὰ νόμου καὶ εἰς πρόσθετον φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, πρὸς ἐγκατάστασιν καλῶς διωργανωμένης ἀγροφυλακῆς. Ἡ πρὸς ὑμᾶς προσφυγὴ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι τὸ ἔσχατον τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μεταχειριζόμεθα. Εὐελπιστοῦμεν δὲ, ὅτι θέλομεν τύχει τῆς ἀμέσου ἀντιλήψεώς σας, ἵνα μὴ καταστραφῶμεν παντελῶς καὶ ἵνα προληφθῶσιν αἱματηραὶ σκηναὶ, αἵτινες καθ’ ἑκάστην ἀπειλοῦνται.» (Ἕπονται 200 ὡς ἔγγιστα ὑπογραφαὶ τῶν πρώτων οἰκοκυραίων τοῦ τόπου). Καθὼς βλέπετε, κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι τῆς Πάλλης δὲν ζητοῦσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δωρεὰς, δὲν ζητοῦσι δημοσίας θέσεις, δὲν ζητοῦσι δημόσια ἔργα, ὅπως ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς δαπάνας, δὲν ζητοῦσι περιστολὴν τῶν φόρων, — μάλιστα προσφέρονται καὶ νὰ πληρώσωσι νέους τοιούτους, — ζητοῦσι τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς παγιώσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ νομιμόφρων καὶ γενναιόφρων λαὸς τῆς Κεφαλληνίας προσφεύγει εἰς τὰ ἔσχατα, ὡς λέγει, καὶ ἀπευθύνεται πρὸς αὐτὸν, ζητῶν παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀναστήλωσιν τῆς διασαλευθείσης τάξεως καὶ ἀσφαλείας, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μεριμνήσῃ ταχέως περὶ διορθώσεως τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία Πάλλης, ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, διὰ λήψεως συντόνων καὶ δραστηρίων μέτρων. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἀναφορὰν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὴν διαβιβάσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§7Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, ἡ ὁποία ἀπεστάλη πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ζακύνθου, διότι εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἀλήθειαν τῶν ἐν τῇ αἰτήσει, ἡ ὁποία ἐστάλη πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ζακύνθου γραφομένων. Ἀλλὰ ποῦ πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν τὴν διασάλευσιν τῆς τάξεως ἐν Πάλλῃ; Πρέπει νὰ τὴν ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς ὑπηρεσίας· διότι βεβαίως, ἐὰν ἐλειτούργει ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἐὰν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ δὲν ἐδεσμεύομεν τὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας, δὲν θὰ εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν σήμερον παράπονα τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ αἴτησιν περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δύναμαι νὰ προκαλέσω καὶ τοὺς ἀστυνόμους καὶ τοὺς εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἢ ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πάλλης, νὰ εἴπωσι, προκειμένου περὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἄν ποτε ὁ βουλευτὴς Μονοκροῦσος, εἴτε πρὶν, ὅτε εὑρίσκετο ἐν τῇ Συμπολιτεύσει, εἴτε τώρα, παρουσιάσθη εἰς αὐτοὺς, ἵνα ὑποστηρίξῃ κανὲν ἐκ τῶν κακοποιῶν ἐκείνων στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἡ ἔλλειψις αὕτη τῆς ἀσφαλείας, κύριοι Βουλευταὶ, ἀντανακλᾷ πρὸς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ τὸ πρῶτον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν καὶ ψήφισιν, εἶναι ἡ ἀγροφυλακὴ, καὶ ἀγροφυλακὴ ἀξία τοῦ ὀνόματός της, ἥτις νὰ φυλάττῃ τὰ κτήματα τῶν κατοίκων, καὶ νὰ προστατεύῃ τὰ προϊόντα τῆς χώρας, ἐκ τῶν ὁποίων μεγάλα εἰσοδήματα εἰσπράττει τὸ δημόσιον ταμεῖον. Πρέπει λοιπὸν νὰ δώσωμεν μεγάλην προσοχὴν καὶ νὰ ψηφίσωμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κατασταθῇ μία ἀγροφυλακή, ἡ ὁποία νὰ ἐκπληροῖ δραστηρίως τὰ καθήκοντά της, καὶ ὁ ἀγροφύλαξ νὰ ἔχῃ δύναμιν ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐνώπιον τοῦ ἀστυνόμου, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταστείλωμεν τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται, καὶ νὰ περιστείλωμεν τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν γενικὸν νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον νὰ πραταχθῇ καὶ ψηφισθῇ ἀμέσως, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἰδιοκτησία καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ ἐκλείψωσι τὰ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοιούτου νόμου συμβαίνοντα ἐγκλήματα κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας.
§8Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν τῆς ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ ἀναγνωσθείσης αἰτήσεως τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, διότι ἡ ἐπαρχία Πάλλης ἀποτελεῖ μέρος τῆς ὅλης νήσου Κεφαλληνίας, διὰ δὲ τὰ συμφέροντα τῆς Κεφαλληνίας δὲν ἐνδιαφέρεται μόνον ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, εἰς τὸν ὁποῖον ἐστάλη ἡ αἴτησις αὕτη, ἀλλ’ ἐνδιαφέρονται πάντες οἱ Κεφαλλῆνες Βουλευταί.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα.
§10Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὅλοι, ἀλλὰ περισσότερον ἡμεῖς. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυστυχῶς ἀκριβῆ μερικὰ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐκτίθενται εἰς τὴν αἴτησιν ἐκείνην. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ταῦτα. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον πρὸ ἡμερῶν ἐπιστολὴν συγγενοῦς μου ἐκ Πάλλης, τοῦ γαμβροῦ μου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἐκθέτει ὅμοιον περιστατικὸν, συμβὰν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ. Ὁ γαμβρός μου ἀπετάθη πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ τῷ ἐξέθεσε τὰ παράπονά του· ἀλλ’ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τὸν παρέπεμψεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Κραναίας! Ἰδοὺ συμπεριφορὰ Εἰσαγγελέως! Καὶ ὅταν οὕτω προστατεύῃ τοὺς παραπονουμένους πολίτας ἡ δικαστικὴ ἀρχή, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἀποθρασυνθῶσιν οἱ ἐγκληματίαι; Ἀπεθρασύνθησαν ὡς ἐκ τούτου τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, καὶ οὐδόλως παράδοξον νὰ προβῶσι καὶ εἰς ἐμπρησμοὺς οὐ μόνον ἐξοχικῶν οἰκιῶν, ἀλλὰ καὶ ἀστικῶν. Ὅτε ἔλαβον τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιστολὴν τοῦ γαμβροῦ μου, ἀμέσως ἀπετάθην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, ἐζήτησα νὰ μεταβληθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ Δικαστηρίου τῆς Κεφαλληνίας, διότι, ἐν ὅσῳ ὑφίσταται τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀπὸ δύο ἐτῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ, εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσωσιν οἱ νόμοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ περιορισθῶσι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα· διότι οἱ λειτουργοὶ ἐκεῖνοι τῆς Θέμιδος, ἀντὶ νὰ καταγίνωνται πρὸς καταδίωξιν καὶ τιμωρίαν τῶν κακοποιῶν στοιχείων, καταγίνονται μόνον εἰς εὐτελῆ μέσα, ὅπως ἐκδικήσωσι προσωπικὰ πάθη, καὶ τοῦτο διότι ἐγὼ ἤλεγξα ἐνταῦθα τὴν ἀδράνειαν αὐτῶν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των καὶ διαφόρους παρεκτροπὰς αὐτῶν· διότι καταγίνονται μόνον καταζητοῦντες νὰ συλλάβωσι μερικοὺς φίλους τῆς νῦν πολιτικῆς, οἱ ὁποῖοι δῆθεν τὴν 17 Νοεμβρίου, ἡμέραν τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς ἐκλογῆς, παρέβησαν τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου! Νύκτωρ μεταβαίνουσι δι’ ἁμαξῶν στρατιὰ ὁλόκληρος ἀστυνόμων καὶ χωροφυλάκων, ὅπως συλλάβωσι ποῖον; ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δῆθεν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς παρέβη τὸν νόμον, ἀντὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Πάλλην καὶ καταδιώξωσι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Ἰδοὺ, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀφορμὴ, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τοὺς πράγματι ἐντίμους πολίτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν ἀναφορὰν ἐκείνην, ν’ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου Βουλευτήν, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ἐνόμισαν, ὅτι ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν αὐτούς· ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐγκατελείψαμεν. Δὲν ἐκρίναμεν ὅμως καλὸν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν πρὸς τὴν Βουλήν· ἐθεωρήσαμεν συντελεστικώτερον ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τὸν σεβαστὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ πληρωθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιστα τὰ κενὰ τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ ἀστυνομιῶν καὶ ἐνισχυθῶσιν αὗται. Καὶ πράγματι καὶ αἱ ἀστυνομίαι ἐκεῖναι πρό τινος ἐνισχύθησαν, καὶ τὰ κενὰ ἐπληρώθησαν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀρκεῖ μόνον τοῦτο. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ πρέπει νὰ εὑρίσκῃ ἐνίσχυσιν καὶ παρὰ τῇ δικαστικῇ ἀρχῇ, διότι, ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ δὲν εὑρίσκῃ ἐνίσχυσιν τοιαύτην, ἑπόμενον εἶναι ν’ ἀπογοητεύηται καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της. Εἶχεν ἐξεγερθῆ πρό τινος καιροῦ ὁλόκληρον τὸ Ἀργοστόλιον κατὰ τοῦ πρώην ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον δὲν ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ καὶ παρενόμει. Κατηγγέλθη ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ Ἀργοστολίου, καὶ σήμερον ἐνεργοῦνται κατ’ αὐτοῦ ἀνακρίσεις· ἀλλ’ ἡ Δικαιοσύνη μέχρι σήμερον δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της. Ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου, καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνωρίσας τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεώς μας, ἀντικατέστησεν αὐτὸν δι’ ἀξίου πράγματι ἀστυνόμου, τοῦ κυρίου Μακρῆ, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκεῖ καὶ ἐπανέφερεν ὄντως τὴν τάξιν ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ ὁποῖος καὶ διὰ τῆς προσωπικότητός του ἐπιβάλλεται καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀμερόληπτον ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο συνεχάρημεν αὐτὸν καὶ δι’ ἐπιστολῶν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ τὸν συγχαίρωμεν, ἐνισχύοντες αὐτὸν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον προβῶσιν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν δικαστῶν τινων τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Δικαστηρίου Κεφαλληνίας, διότι ἐν ὅσῳ ὑπάρχουν οὗτοι ἐκεῖ, εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσωσιν οἱ νόμοι, εἶναι ἀδύνατον καταδιωχθῶσι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Ἐπίσης παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τὸ ἐπιτρέπῃ, ἐνισχύσῃ τὴν ἀστυνομίαν Πάλλης.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§12Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§13Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνες οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν δικαστοῦ ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις ἐν Αἰγύπτῳ. Ἐὰν οἱ λόγοι οὗτοι συνδέωνται μὲ τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα, τὸ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς, διὰ τὸν διορισμὸν δικαστοῦ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τῆς Μανσούρας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ὅλην τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς, ἐάν, ἐννοεῖται, ἡ θέσις τοῦ ζητήματος τὸ ἐπιτρέπῃ.
§14ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἀλληλογραφία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐν Καΐρῳ Πολιτικοῦ Πράκτορος περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ διορισμοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ ἐν Αἰγύπτῳ παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ἐλπίζω δέ, ὅτι βραδύτερον θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ παράσχω πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ζητουμένας ὑπ’ αὐτοῦ πληροφορίας.
§15Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς κρίνῃ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, τότε ἂς προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα.
§16ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Σήμερον φαίνεται ὅτι Θηβαῖοι Βουλευταὶ πρόκειται ν’ ἀπασχολήσωσι τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀναγινώσκομεν ἀγρίας σκηνὰς καὶ κακουργήματα κατὰ τῶν ἡμετέρων ἐν Μακεδονίᾳ. Λόγου χάριν, ἐν σημερινῇ ἐφημερίδι ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς, ὑπὸ τὸν τίτλον «Κατακρεούργησις Ἕλληνος» (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσημοι ἐκ Θεσσαλονίκης εἰδήσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀγγέλλουσιν, ὅτι ὁ προὔχων τοῦ δήμου Μπρουσοῦ, ὁμογενὴς Ἀθανάσιος Ἰωάννου, ἀρνηθεὶς νὰ ὑπογράψῃ ἀναφοράν, ὅτι προσέρχεται εἰς τὴν Ἐξαρχίαν, προσεβλήθη ἐν αὐτῷ τῷ μύλῳ αὐτοῦ, οὗτινος ἡ θύρα ἐξεβιάσθη. Μετὰ γενναίαν ἀντίστασιν ἔπεσε τρωθεὶς δωδεκάκις δι’ ἐγχειριδίου καὶ δύο σφαιρῶν. Οἱ δολοφόνοι Βούλγαροι ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Αἱ ἀρχαὶ ὑποπτεύονται τὸν Βούλγαρον Μουχιταφῆν, τὸν ἱερέα καὶ τοὺς διδασκάλους ὡς αὐτουργούς.» Εἰς χθεσινὴν δ’ ἐφημερίδα δημοσιεύονται ἐπίσης τὰ ἑξῆς, ἐπιστελλόμενα ἐκ Θεσσαλονίκης (ἀναγινώσκει): «Ἐν Βρουσνίκῃ ὁ προύχων Ἕλλην Ἰωάννου, προσκληθεὶς νὰ ὑπογράψῃ ἐν ὀνόματι τῆς κοινότητος ἀναφορὰν, προπαρασκευασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ βουλγαρικῆς συμμορίας, δι’ ἧς ἐξεφράζετο ἡ θέλησις τοῦ χωρίου ν’ ἀπαρνηθῇ τὴν Ὀρθοδοξίαν, διαρρήδην ἠρνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο. Τὴν ἑπομένην ὅμως ἡμέραν εὑρέθη τὸ πτῶμα τοῦ δυστυχοῦς Ἰωάννου οἰκτρῶς ἠκρωτηριασμένον. Εἰς τὸ Ζίμποβον ἄλλη συμμορία ἐδολοφόνησε τὸν προύχοντα Ἕλληνα Ἐμμανουήλ, ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ υἱοῦ του, διότι ἠρνήθη νὰ πληρώσῃ 45 λίρας ὀθωμανικὰς κλπ. Εἷς ἕτερος προὔχων Ἕλλην, Πέτρος Μπόλκας ὀνόματι, ὅστις εἶχε προσφέρει τὴν οἰκίαν του εἰς τὴν κοινότητα, ὅπως χρησιμοποιηθῇ διὰ σχολεῖον, ἐδολοφονήθη διὰ τοῦτο πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Ἐπὶ τοῦ σώματός του ἔφερε 35 πληγὰς δι’ ἐγχειριδίου, εἶχε δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξωρυγμένους, τὴν ῥῖνα, τὰ ὦτα, τὰ χείλη, τοὺς ὀδόντας, τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ἠκρωτηριασμένους.» Ἐν δὲ τοῖς «Καιροῖς» τῆς προχθὲς ἀναγινώσκομεν ὑπὸ τὸν τίτλον «Φόνος ἱερέως καὶ προύχοντος» τὰ ἑξῆς: «Κατ’ ἐπισήμους πληροφορίας, εἰς τὸ χωρίον Ζουζέλπα Βούλγαροι πράκτορες, εἰσελθόντες εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν, ἐξεδίωξαν πρῶτον τοὺς χωρικούς, εἶτα δὲ συλλαβόντες τὸν Ἕλληνα ἱερέα Ἀθανάσιον καὶ τὸν προύχοντα ὁμογενῆ Ἠλίαν Πούκην, κατεκρεούργησαν αὐτούς.» Καὶ περαιτέρω ἀναγινώσκομεν ἐν τῇ αὐτῇ ἐφημερίδι, ὑπὸ τὸν τίτλον «φόνος Ἑλληνίδων ὑπὸ Βουλγάρων», τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὸ χωρίον Δομπρόγιαν πράκτορες τοῦ κομιτάτου ἐφόνευσαν δύο Ἑλληνίδας, πενθερὰν καὶ νύμφην, μὴ δεχθείσας νὰ γείνωσι Βουλγαρίδες. Εἰς τὸ χωρίον Κλαμποψίδα εἷς χωρικὸς ἐφονεύθη διὰ τὸν αὐτὸν λόγον.» Κύριε Πρόεδρε, τὰ κακουργήματα καὶ αἱ ἀποτρόπαιοι αὗται σκηναὶ δὲν εἶναι νέαι. Ἐξακολουθοῦσι διαπραττόμεναι κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν, ὀφείλονται δὲ εἰς προδιαγεγραμμένον σχέδιον, ἀπὸ δεκαετίας ἐφαρμοζόμενον ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Ἠναγκάσθησαν δὲ οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ ἐγχειρίδιον καὶ τὰς δολοφονίας καὶ τοὺς ἐμπρησμούς, ἀφοῦ εἶδον, ὅτι εἰς μάτην ἐπὶ τόσα ἔτη ἐξήντλησαν ὅλα τὰ ἄλλα μέσα τῆς διαφθορᾶς τῶν συνειδήσεων καὶ τῆς ἐξαγορᾶς αὐτῶν. Περιορίζομαι εἰς τὸ τελευταῖον τοῦτο στάδιον τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξῃ τὸ οἰκεῖον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλλήνων προξένων, ἢ καὶ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ, καταστρώσῃ κατάλογον τῶν ἀπὸ δεκαετίας μέχρι τοῦδε δολοφονηθέντων Ἑλλήνων, ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ καὶ λεπτομερείᾳ, οὐ μόνον ὡς πρὸς τὸν τόπον καὶ τὸν χρόνον, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῶν κακουργημάτων. Διότι μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ καταλόγου τῶν κακουργημάτων θέλομεν ζητήσει νὰ τυπωθῇ ὁ κατάλογος οὗτος καὶ διανεμηθῇ καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος, μεταφραζόμενος καὶ εἰς ἄλλας γλώσσας, ὅπως μάθῃ ἡ Εὐρώπη, καὶ ἰδίᾳ οἱ φιλελεύθεροι καὶ εὐσεβεῖς Ἄγγλοι ἀρχιερεῖς, οἵτινες 200 καὶ πλέον συλλαλητήρια διωργάνωσαν πέρυσιν ὑπὲρ τῶν Βουλγάρων, καὶ φωτισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη τῆς πεφωτισμένης καὶ φιλελευθέρας Ἀγγλίας, ποῖα τέρατα ἐξέβρασεν ὁ Βόλγας καὶ ὁ Ἅδης εἰς τὴν Μακεδονίαν, τὴν πατρίδα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους! Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον λεπτομερῆ τῶν ἀπὸ δεκαετίας κακουργημάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων θέλει ἀκούσει ἡ Εὐρώπη φρίσσουσα, ὅτι ἐδολοφονήθησαν Ἑλληνίδες ἔγκυοι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς πασσάλων πεπυρακτωμένων εἰς τὰ μητρικὰ αὐτῶν ὄργανα, ἵνα καὶ τὰ βρέφη αὐτῶν ἀκόμη φονευθῶσιν! Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν ἐρωτήσω, τί ἐπὶ τούτων ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε πρὸς προστασίαν τῶν Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας; — διότι πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεος φύσει καὶ δικαιώματι, ἢ καὶ ἐκ τῆς θρησκείας αὐτῆς, νὰ προστατεύῃ τοὺς ἔξω Ἕλληνας. — Ἑπομένως ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω παρ’ αὐτοῦ, τίνα μέτρα ἔλαβε καὶ ποίας ἐνεργείας ἔκαμε παρὰ ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσι, καὶ ἰδίως παρὰ τῇ ὁμόρῳ ἐπικρατείᾳ, πρὸς προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν ἐκείνων πληθυσμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ Μακεδονίας καὶ Βουλγάρων, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ ἀπευθύνω καὶ τρίτην παράκλησιν. Πρὸ μηνῶν, ἴσως πρὸ ἔτους, ἡ ὑποτελὴς τῇ Τουρκίᾳ Ἡγεμονία, ἀφοῦ ἀπέτυχε διὰ τῆς δυναμίτιδος καὶ τῶν δολοφονικῶν μέσων καὶ τοῦ τρόμου, τὸν ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ ἐμβάλῃ εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς, ἀφοῦ, λέγω, ἀπέτυχεν εἰς τὰ σχέδιά της, προσπαθεῖ νὰ κερδίσῃ ἄλλο ζήτημα, ἴσως διότι πρὸς τὸ παρὸν εἶναι ἠναγκασμένη νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐνέργειαν διὰ τῶν ὅπλων. Ὡς ἀναγινώσκομεν καὶ εἰς τὰς τουρκικὰς καὶ εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας, ἐπιδιώκει ἡ Βουλγαρία συνεννόησιν πρὸς τὴν κυρίαρχον Δύναμιν περὶ τῆς Μακεδονίας. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, νὰ λησμονήσῃ δηλ. ἡ Τουρκία τὴν ἀξιοπρέπειαν αὑτῆς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε πρὸς ὑποτελῆ Ἡγεμονίαν νὰ συνάπτῃ συνεννοήσεις περὶ ἐπαρχίας, ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ φυσικῶς καὶ γεωγραφικῶς, καὶ ἱστορικῶς καὶ ἐθνολογικῶς, ὑπόκειται δὲ νῦν νομοταγῶς τῇ γείτονι ἐπικρατείᾳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως τοῦτο βεβαιοῦται καὶ δὲν διαψεύδεται, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ γνωρίζωμεν, — ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν δυσκολεύηται, ὡς ἐκ τῆς ἐπισήμου αὑτοῦ θέσεως, νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαιούσας πληροφορίας, — ἂν ἀληθεύει ἡ συνεννόησις τῆς Βουλγαρίας πρὸς τὴν Τουρκίαν· διότι εἶναι ἀποτρόπαιον, κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνηται συνεννόησις περὶ τῆς τύχης Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας μεταξὺ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, ἥτις ἔχει δικαιώματα κατοχῆς, καὶ τῆς ὑποτελοῦς αὐτῇ Ἡγεμονίας, ἥτις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, οὔτε ἱστορικὸν οὔτε φυσικὸν οὔτε ἐθνολογικόν, ἐπὶ τῆς Μακεδονίας. Ἐπὶ ὅλων τούτων ἐπεθύμουν νὰ ἔχω μίαν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§17Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐπιθυμία τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Θηβῶν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖα διαβήματα προέβη πρὸς προστασίαν τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλλήνων, εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη, καίτοι φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἱερὸν καθῆκον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς τύχης τῶν ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου Ἑλλήνων. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας περὶ τριῶν θεμάτων ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ πληροφορίας. Πρῶτον ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ, τίς ὁ ἀριθμὸς τῶν θυμάτων τῶν Βουλγάρων ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ ζητεῖ νὰ καταρτισθῇ πίναξ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν προξένων, ἐν ᾧ νὰ ἐμφαίνωνται τὰ ὀνόματα τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα ἔτη ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ τῶν Βουλγάρων δολοφονηθέντων ὀρθοδόξων Ἑλλήνων. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατηρτίσθη τοιοῦτος πίναξ.
§18Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καθαρῶς ἰδιωτικός.
§19Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀνεκοινώθη δὲ ὑπὸ τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ, τῇ ἐκδοθείσῃ κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον. Ὁ πίναξ ἐκεῖνος ἐπεδόθη ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν Ἄγγλον Ὑπουργὸν κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον. Ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ ἐμφαίνονται τὰ ὀνόματα τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1897 μέχρι τοῦ ἔτους 1903 δολοφονηθέντων ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἐν τῷ Βιλαετίῳ Θεσσαλονίκης ἀνέρχεται εἰς 94, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Εἰς τὸν πίνακα τοῦτον προσηρμόσθη ἕτερος πίναξ τῶν θυμάτων τῶν Βουλγάρων συμμοριτῶν ἐν τῷ Βιλαετίῳ Μοναστηρίου ἀπὸ τοῦ 1900 μέχρι τοῦ 1903, ὁ ἀριθμὸς δ’ αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 134. Ἀφ’ ὅτου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν...
§20Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Εἰς τὰ ἄλλα διαμερίσματα, τίς ὁ ἀριθμὸς τῶν φονευθέντων;
§21Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Οἱ δημοσιευθέντες πίνακες περιλαμβάνουσι τὰ ὀνόματα τῶν δολοφονηθέντων ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἐν τοῖς Βιλαετίοις Μοναστηρίου καὶ Θεσσαλονίκης... Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις παρακολουθεῖ μετὰ τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πατριωτικοῦ ἐνδιαφέροντος τὰ πράγματα ἐν Μακεδονίᾳ, δὲν ἔλειψε δὲ ἐπανειλημμένως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τῆς ἐν τῇ ὁμόρῳ ἐπικρατείᾳ καταστάσεως. Ἐσχάτως δὲ διὰ τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου ἀπετάθημεν πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καὶ παρεκαλέσαμεν νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν μεταρρυθμίσεων, τῶν ἀποφασισθεισῶν μεταξὺ τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ρωσσίας, καὶ γενομένων δεκτῶν ὑπὸ τῶν λοιπῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῆς ὑπὸ Εὐρωπαίων ἀξιωματικῶν, καθόσον φρονοῦμεν, ὅτι, ὅταν ἡ τάξις ἀποκατασταθῇ ἐν Μακεδονίᾳ, οὐδένα κίνδυνον θὰ διατρέχῃ πλέον ὁ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνισμός. Ἐφέτος τὰ Βουλγαρικὰ κομιτᾶτα, μέχρι τοῦδε τουλάχιστον, δὲν προέβησαν εἰς τὰς αὐτὰς ἐνεργείας, εἰς ἃς προέβησαν πέρυσι. Δὲν ἔχομεν πληροφορίας περὶ ἐπιδρομῆς πολυπληθῶν ἀνταρτικῶν στιφῶν εἰς τὴν Μακεδονίαν ἐκ τῆς Βουλγαρικῆς Ἡγεμονίας. Ἐν τούτοις αἱ μικραὶ συμμορίαι, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν ἐν Μακεδονίᾳ, ἐξακολουθοῦσι τὸ ἀπαίσιον ἔργον των, προβαίνουσαι εἰς μεμονωμένας δολοφονίας καὶ προσπαθοῦσαι παντὶ τρόπῳ νὰ ἐξαναγκάσωσι τὰ χωρία, τὰ πιστὰ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ τὸν ἐθνισμόν, νὰ ἀπαρνηθῶσι τὴν θρησκείαν καὶ τὸν ἐθνισμὸν αὐτῶν καὶ ἀποδεχθῶσι τὸ Σχίσμα. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους τούτου, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μετέδωκαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αἱ ἐν Μοναστηρίῳ καὶ Θεσσαλονίκῃ Προξενικαὶ ἀρχαὶ, αἱ Βουλγαρικαὶ συμμορίαι διέπραξαν περὶ τὰς 20 δολοφονικὰς πράξεις κατ’ ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, ἱερέων καὶ προκρίτων, κατώρθωσαν δὲ, ὅπως χωρία τινὰ, ὑπείκοντα εἰς τὴν βίαν, ὑπογράψωσι δηλώσεις, δι’ ὧν ἀποδέχονται τὸ Σχίσμα. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι τὰς δηλώσεις ταύτας οὐδόλως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ὁ διοικητὴς ἀρνεῖται, ὅπως τὰ χωρία ταῦτα θεωρήσῃ ὡς σχισματικὰ, ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ὑπείκοντες εἰς τὴν βίαν οἱ πρόκριτοι τῶν χωρίων ἐκείνων ὑπέγραψαν τὰς δηλώσεις. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Θηβῶν ἐπιθυμεῖ πλὴν τῆς πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θυμάτων καὶ περὶ τῶν διαβημάτων, εἰς ἃ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ προέβη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, νὰ λάβῃ πληροφορίας καὶ περὶ τοῦ σημείου, εἰς ὃ εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ Τουρκίας καὶ Βουλγαρίας, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος ἐν τῷ τύπῳ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρό τινος ἐλάβομεν, αἱ διαπραγματεύσεις αὗται δὲν κατέληξαν μέχρι τοῦδε εἰς ἀποτέλεσμα. Αἱ διαπραγματεύσεις ὅμως αὗται δὲν περιστρέφονται περὶ τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν Βουλευτής. Καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν, αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὰ ἑξῆς σημεῖα. Ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ζητεῖ παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως νὰ χορηγηθῇ ἀμνηστία εἰς τοὺς Βουλγάρους καταδίκους, πλὴν τῶν ἀναρχικῶν, νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐπάνοδος τῶν προσφύγων καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ μεταρρυθμίσεις αἱ ἀποφασισθεῖσαι ἐν Μύρτστεγ μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων Αὐστρίας καὶ Ρωσσίας. Ζητεῖ πλὴν τούτων νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐμπορικαὶ σχέσεις καὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα κυκλοφορία τῶν Βουλγάρων ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ Ἐξ ἄλλου ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλγαρικῆς νὰ ἐμποδίσῃ εἰς τὸ μέλλον τὰς ἐκ τῆς Βουλγαρίας εἰς Μακεδονίαν ἐπιδρομὰς ἐνόπλων στιφῶν, καὶ νὰ λάβῃ πάντα τὰ μέτρα, ὅπως παρακωλύσῃ ἀνταρτικὰ κινήματα ἐν τῇ ὁμόρῳ ἐπικρατείᾳ. Ταῦτα, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ ὦμεν πληροφορημένοι, εἶναι τὰ κυριώτερα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων διεξάγονται συνεννοήσεις. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις, ὡς εἶπον, εἶναι πεπεισμένη, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἐν Μακεδονίᾳ δὲν θὰ ζημιωθῇ, ὅταν ἄπλετον φῶς χυθῇ ἐπὶ τῆς ἐθνολογικῆς καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, θὰ ἐξακολουθήσῃ ζητοῦσα παρὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὡς τάχιστα αἱ ἀποφασισθεῖσαι μεταρρυθμίσεις, νὰ γείνῃ ὡς τάχιστα ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς, καὶ νὰ μελετηθῇ καὶ τὸ ζήτημα περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Μακεδονίας, τὸ προβλεπόμενον ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν μεταρρυθμίσεων. Ἀφοῦ, παρ’ ὅλας τὰς τόσον λυπηρὰς πράξεις, εἰς ἃς καὶ ἐφέτος παρεκτρέπονται τὰ ὄργανα τοῦ Βουλγαρικοῦ κομιτάτου, σχετική τις ἡσυχία ἐπικρατεῖ ἐν Μακεδονίᾳ, ὑπάρχει ἐλπίς, ὅτι τὰ περυσινὰ συμβάντα δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσι. Δὲν πρέπει ὅμως ἕνεκα τούτου νὰ ἐπαναπαυθῶμεν. Τὴν γνώμην δὲ, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὴν καὶ εἰς πάντας τοὺς ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει βιοῦντας Ἕλληνας, ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνεθάρρησαν οἱ ἐν Μακεδονίᾳ Ἕλληνες, μαθόντες τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενα μέτρα πρὸς στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας· εἰς τὴν Βουλὴν δ’ ἀπόκειται, ἵνα τὰ μέτρα ταῦτα παραδεχθῇ, καὶ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, χωρὶς οὐδένα νὰ θέλῃ νὰ προκαλέσῃ, μόνον τότε θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὅταν θὰ ἔχῃ καὶ τὰ μέσα νὰ ἐπιβάλῃ τὸν πρὸς τὰ δικαιώματα ταῦτα σεβασμόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σπυράκης ἔχει τὸν λόγον.
§23Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Πληροφορίας τινάς, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ μεταδώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης μὲν τὸ παρελθόν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν καὶ τώρα νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τις. Ἐννοεῖται, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔρχωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως εὐρύτερα συζητῶνται καὶ καταφαίνηται ἡ ἀλήθεια ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ὑπηρετεῖ, Κύριοι, ἐν τῷ σώματι τοῦ πεζικοῦ λοχαγός τις, ὀνόματι Ἰωάννης Πετρέας, παλαιὸς στρατιώτης, καταταχθεὶς εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1871 καὶ γενόμενος ἀξιωματικὸς ἐν ἔτει 1881, εἰς τὸ δέκατον ἕκτον τάγμα. Ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς καταστάσεως κατηρτίσθη τὸ μητρῷον τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ἐν τῷ μητρῴῳ δὲ τούτῳ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐγράφη καὶ ἡ ἡλικία αὐτοῦ, ἀλλ’ ἕνεκα γραφικοῦ λάθους ἡ ἡλικία αὐτοῦ ἐγράφη κακῶς. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀνεφέρθη πρὸς διόρθωσιν τοῦ λάθους τούτου ἱεραρχικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τάγματος, εἰς ὃ ἀνῆκε, καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ἕνεκα ἴσως τῶν μεγάλων ἀσχολιῶν αὑτοῦ, δὲν ἔδωκε προσοχήν. Ἐν ἔτει 1883 ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς διὰ νέας αἰτήσεώς του ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα, ὑπομνήσας καὶ τὴν ἀλληλογραφίαν, ἥτις προηγουμένως διημείφθη. Ἐν ἔτει 1884 προήχθη εἰς ἀνθυπολοχαγόν, ἐξηκολούθει δὲ ἐν τῷ μητρῴῳ νὰ ἦναι ἐγγεγραμμένη ἐσφαλμένως ἡ ἡλικία αὐτοῦ· ἀνεφέρθη καὶ πάλιν δι’ αἰτήσεώς του, ἀλλὰ καὶ πάλιν οὐδεμία ἀπάντησις τῷ ἐδόθη. Πρό τινος χρόνου ἐπανῆλθεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸς καὶ ἐζήτησε νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ μητρῴῳ αὐτοῦ ἡ πραγματική του ἡλικία, ἤτοι ἡ ἡλικία ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ μητρῴῳ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς εἰσόδου του εἰς τὸ στράτευμα, ὡς ὁπλίτου, — διότι ἐκεῖθεν ὤφειλε κατὰ τὸν νόμον νὰ ἐγγραφῇ ἡ ἡλικία τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ νέῳ μητρῴῳ τοῦ ἀξιωματικοῦ, δηλαδὴ ἐκ τοῦ μητρῴου τοῦ ὁπλίτου, — ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια πρὸς διόρθωσιν τοῦ γραφικοῦ τούτου λάθους. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἀνεφέρθη νομίμως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς κελεύει ὁ νόμος ΑΟΕʹ τοῦ 1883, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, προσέτι δὲ, ἂν ἐτηρήθησαν ὅλοι οἱ νόμιμοι ὅροι, οἱ ἀπαιτούμενοι ὑπὸ τοῦ νόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου καὶ ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικόν. Ἐν τέλει δὲ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ γνωρίσω εἰς τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὸν ἀξιωματικὸν Ἰωάννην Πετρέαν Βουλευτάς, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὑπηρετεῖ ἐπὶ σειρὰν πολλῶν ἐτῶν ἐν τῷ στρατεύματι, εἶναι δὲ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἔλαβε τρεῖς πληγὰς, δύο εἰς τοὺς πόδας καὶ μίαν εἰς τὴν ἀριστερὰν χεῖρα, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὅτε ὁ στρατὸς ἡμῶν εἰσήλασεν εἰς Θεσσαλίαν, εὑρισκόμενος εἰς θέσιν Μύλους ἔλαβε καὶ ἑτέραν πληγήν. Πέπεισμαι λοιπὸν, ὅτι θέλει τῷ ἀποδοθῆ δικαιοσύνη, ἐὰν βεβαίως οἱ νόμοι δὲν σιγῶσι καὶ ἡ Πολιτεία δὲν θέλῃ νὰ ἀδικήσῃ ἕνα ἀξιωματικόν, προκειμένου περὶ ἑνὸς γραφικοῦ λάθους.
§24Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο μητρῴων;
§25Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Διαφορὰ δύο ἐτῶν εἶναι.
§26Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Πῶς συμβαίνει αὐτό;
§27Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι, ὅταν ὁ ἀξιωματικός, ὡς ὑμεῖς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, προβιβάζηται ἐκ τῆς τάξεως τοῦ ὁπλίτου εἰς τὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καταρτίζεται νέον μητρῷον, ἐν τῷ ὁποίῳ πρέπει ὅλα τὰ σχετικὰ νὰ ἀναγραφῶσιν ἐκ τοῦ μητρῴου τοῦ ὁπλίτου· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἡλικία τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀνεγράφη ἐν τῷ νέῳ μητρῴῳ ἐσφαλμένως, ἕνεκα γραφικοῦ λάθους. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἀνεφέρθη νομίμως, ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς κελεύει ὁ νόμος, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ὤφειλεν ἐντὸς τριῶν μηνῶν, ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι νόμιμος, νὰ διατάξῃ τὴν ἐγγραφὴν τῆς πραγματικῆς ἡλικίας ἐν τῷ μητρῴῳ, καὶ νὰ εἰδοποιήσῃ αὐτὸν περὶ τούτου, ἐὰν δὲ δὲν ἦτο νόμιμος, νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόρριψιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐν ἑκατέρᾳ τῶν περιπτώσεων τούτων οὐδὲν ἐγένετο. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εἶναι γνωστότατος εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι δὲ ἄδικον, παλαιὸν τέκνον τοῦ στρατοῦ νὰ στερηθῇ τοῦ βαθμοῦ του, διότι μετά τινα χρόνον καταλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἐνῷ, ἐὰν διορθωθῇ τὸ ἀδίκημα αὐτὸ, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος θέλει προαχθῆ εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμόν. Ἐπωφελούμενος τῆς εὐκαιρίας ταύτης παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος διατάξῃ τὴν τοποθέτησιν ἀξιωματικοῦ ἀστυνόμου ἐν τῷ δήμῳ Πάρνωνος, ἐξ οὗ κατάγομαι, διότι ἀφ’ ἧς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος ἀνεκλήθη διὰ λόγους ὑπηρεσίας, καὶ ἔκτοτε μέχρι σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀστυνόμος ἐν τῷ δήμῳ αὐτῷ· ὑπάρχει μόνον, ἀτυχῶς δι’ ἡμᾶς, εἷς ὑπαξιωματικός, ὅλως ἀκατάλληλος.
§28Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν μιᾶς γυναικὸς χήρας, ἡ ὁποία ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ μόνος υἱός της, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ τὸ στήριγμα τῆς οἰκογενείας της, κατεδικάσθη εἰς εἰκοσαετῆ πρόσκαιρα δεσμὰ ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ γυνὴ αὐτὴ διὰ τῆς ἀναφορᾶς της ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸ Δικαστήριον περιέπεσεν εἰς πλάνην δικαστικὴν, διότι ἐστηρίχθη εἰς τὴν κατάθεσιν μιᾶς μαρτυρίας καὶ μόνης, γενομένης ὑπὸ ἐχθροῦ τοῦ υἱοῦ της, ὁ ὁποῖος τὸν κατήγγειλεν· ἰσχυρίζεται δὲ, ὅτι, ὅτε ὁ υἱός της εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, ὁ καταγγείλας αὐτὸν εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑποβάλῃ κατ’ αὐτοῦ μήνυσιν, ἡ δὲ Δικαιοσύνη τὸν ἐτιμώρησε δι’ εἰκοσαετῶν προσκαίρων δεσμῶν. Ἡ γυνὴ αὐτὴ διὰ τῆς ἀναφορᾶς της λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... Ἡ καταγγελία αὕτη ἦτο ψευδὴς, ὑποκινηθεῖσα ἐκ πάθους, οὔτε ὑπεστηρίχθη ὑπὸ μαρτύρων, ἐκτὸς ἑνὸς καὶ μόνου, τοῦ ὑποβαλόντος τὴν καταγγελίαν, ἐφ’ ἧς κακῶς στηριχθὲν τὸ Δικαστήριον ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον, διότι δι’ ἑνὸς μάρτυρος δὲν καταλογίζεται τόσον βαρεῖα ποινὴ, καὶ ἐξαιτοῦμαι νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὅπως ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὸν πάσχοντα υἱόν μου, προστάτην πολυμελοῦς οἰκογενείας.» Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὑπάρχει κἄποια ἀλήθεια, διότι εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς τὸ Δικαστήριον, στηριζόμενον ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης μαρτυρίας, κατεδίκασε Μακεδόνα τὴν καταγωγὴν ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν, καὶ δὴ πρᾶξει, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἰς 20 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμά. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἂν ἔχῃ ὡς ἀναφέρει ἡ γυνὴ αὕτη διὰ τῆς ἀναφορᾶς της, νὰ ζητήσῃ νὰ διορθωθῇ ἡ πλάνη.
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§30Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ γυνὴ ὀνομάζεται Μαρία Δελλαπάσκουα, ὁ δὲ υἱός της Γεώργιος Δελλαπάσκουας. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε αὐτὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§31Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Συμπολίτης μου, ἔχων δύο ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἐργοστασίων ἐν Ἑρμουπόλει, μοὶ γράφει πικροτάτην ἐπιστολὴν, παραπονούμενος κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταχυδρομείου ἐν Σύρῳ. Ἐπειδὴ τὸ πρόσωπον εἶναι σοβαρὸν, πρόκειται δὲ περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εὐκόλως δύναται νὰ λύσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπί τινας στιγμάς. Παραπονεῖται λοιπὸν ὁ συμπολίτης μου οὗτος, ὅτι μεγίστη ζημία προσγίνεται εἰς τὸ ἐμπόριόν του, διότι, καίτοι παραδίδει διάφορα δέματα εἰς τὸ ταχυδρομεῖον, ἵνα ἀποσταλῶσιν εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὰ δέματα ταῦτα μένουσιν ἐπὶ ἑβδομάδας ὅλας εἰς τὸ ταχυδρομεῖον ἕνεκα ἐλλείψεως ταχυδρομικῶν σάκκων. Ἀπετάθη εἰς τὸν ὑπάλληλον, ἀπετάθη εἰς τὸν Διευθυντὴν, καὶ οὗτοι τῷ εἶπον, ὅτι πρέπει ὁ ἴδιος ὁ ἀποστολεὺς νὰ κατασκευάσῃ σάκκους τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δεῖται ἐξετάσεως.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξετάσω.
§33Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν μίαν γνώμην ἐν σχέσει πρὸς ζήτημα μένον ἐκκρεμὲς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν ἀπόντα κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν γνώμην μου ταύτην, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἔχει καὶ δικαστικὸν χαρακτῆρα. Ἡ Πολιτεία, θελήσασα ν’ ἀνταμείψῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐχορήγησεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα προβιβασμοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ εὐεργετικῶς, ὡς συνηθίζεται νὰ λέγηται, ἀποβλέπουσα κυρίως εἰς τὴν ἀρχαιότητα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Δὲν ἠρκέσθη ὅμως εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ ἐθεώρησεν, ὅτι πρέπον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ὑποβάλλωνται οἱ ἄνθρωποι οὗτοι καὶ εἰς ἐξετάσεις, καὶ ὅσοι ἐκ τούτων ἤθελον κριθῆ ἱκανοὶ, νὰ λαμβάνωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐξεταστέον τὸ πνεῦμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου γίνονται οἱ προβιβασμοὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, καὶ τούτου εἰς τὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὅτε ἀποστρατεύονται. Ἐὰν καλῶς ἐνόησα τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, πρέπει ἰδίως νὰ ἐξετάσωμεν τὸ δεύτερον μέρος, ἤτοι τὸν προβιβασμὸν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ εἰς τὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Προβιβάζεταί τις ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ εἰς τὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, οὐχὶ ὅμως καθ’ ἣν σειρὰν εἶχεν ἄλλοτε ἐν τῷ πίνακι τῆς προαγωγῆς, ἀλλὰ κατ’ ἀρχαιότητα. Δυστυχῶς, ἐνῷ τοῦτο καθορίζεται σαφῶς ἐν τῷ νόμῳ, δὲν καθορίζεται κατὰ τίνα τρόπον συντάσσεται ὁ πίναξ τῶν κριθέντων ἱκανῶν, καὶ ἕνεκα τούτου συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἀδίκημα· ἐξετάζονται 10 ἢ 20 ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι πάντες κρίνονται ἱκανοὶ, καὶ ἀντὶ, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, νὰ συνταχθῇ ὁ πίναξ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, συντάσσεται ὁ πίναξ κατὰ σειρὰν ἐπιτυχίας, ἐξ οὗ προσγίνεται μέγα ἀδίκημα, διότι δὲν λαμβάνεται ποσῶς ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀρχαιότης. Νῦν πρόκειται νὰ συνταχθῇ πίναξ τοιοῦτος, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος βεβαίως γνωρίζει τοὺς νόμους, θὰ θελήσῃ νὰ γνωρίσῃ ἔτι καλλίτερον αὐτούς, καὶ ἂν πεισθῇ, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, θὰ λάβῃ ὡς βάσιν τοῦ συνταχθησομένου πίνακος, οὐχὶ πλέον τὴν ἱκανότητα, ἀλλὰ τὴν ἀρχαιότητα, ἵνα μὴ μένωσιν οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω σημείωμα, δι’ οὗ ζητῶ πληροφορίας τινὰς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο λόγος εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην περὶ τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας, πᾶσα δὲ ἡ Βουλή, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ τι τὸ ἐπεῖγον εἰς τὴν ἀνέγερσιν δημοσίων κτιρίων, ἐπείγουσα πρωτίστως εἶναι ἡ ἀνέγερσις τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν. Τὸ ὑπάρχον Καπνοκοπτήριον εἶναι ἀληθῶς ἀκατάλληλον, ἰδίως λόγῳ ἐλλείψεως χώρου. Χίλιοι περίπου ἐργάται ἐργάζονται εἰς ἀσφυκτικὸν χῶρον, ἐν τῷ ὁποίῳ οὔτε τὰ κυβικὰ μέτρα τοῦ ἀέρος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖος διὰ τὴν ἀναπνοήν, ὑπάρχουσιν. Ἕνεκα λοιπὸν τούτου καὶ τῆς ὅλης καταστάσεως, τῆς ἀνθυγιεινῆς, ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνεγέρσεως νέου Καπνοκοπτηρίου. Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις καὶ νομοσχέδιον περὶ τούτου ὑπέβαλε καὶ πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνέγραψε. Δυστυχῶς αἱ ἐπελθοῦσαι πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι δὲν ἐπέτρεψαν νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ σχέδιον τοῦτο. Ἕνεκα τούτου πολλοὶ καπνοπῶλαι καὶ καπνέμποροι Ἀθηνῶν συνέταξαν ἀναφοράν, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, παραπονούμενοι, ὅτι ὑπερμέτρως βραδύνει ἡ ἀνέγερσις τοῦ κτιρίου τούτου, λέγουσι δέ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κατασκευάσῃ κτίριον ἀξίας 650,000 δραχμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον μάλιστα ἐζήτησε νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἰδιαίτερον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἐὰν τοιοῦτόν τι σχέδιον γένηται ἀποδεκτόν, βεβαίως ἡ ἀνέγερσις τοῦ κτιρίου θὰ ἀναβληθῇ διὰ τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ζητοῦσι λοιπόν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ 400,000 δραχμῶν, περὶ οὗ προενόησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀνεγερθῇ Καπνοκοπτήριον, δυνάμενον οὐ μόνον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν χιλίων περίπου ἐργατῶν, ἀλλὰ καὶ μέρος αὐτοῦ νὰ χρησιμοποιηθῇ δι’ ἀποθήκας διαμετακομίσεως. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διαλαλοῦντος νομοσχέδιά τινα, ἕτοιμα πρὸς εἰσαγωγήν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἀνέγερσις σταύλων βασιλικῶν θὰ στοιχίσῃ 800,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκρίθη ἄξιον διὰ τὰ 100 ἄλογα τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος νὰ χρησιμοποιηθῇ τόσον μέγα κεφάλαιον, διὰ τοὺς χιλίους λογικοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους δὲν ἀξίζει νὰ ἐξοδευθῇ κεφάλαιον 400,000 δραχμῶν; Τὸ Καπνοκοπτήριον Ἀθηνῶν παρέχει εἰσοδήματα μέγιστα εἰς τὸ Κράτος, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, γνωρίζει δὲ κάλλιον ἐμοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός. Εἰς ἀντάλλαγμα ὅμως ὅλων αὐτῶν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου, διὰ νὰ κτίσωμεν ἓν κτίριον, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται νὰ χρησιμοποιηθῇ προσωρινῶς. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σκεφθῇ ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ ἐπιβάλῃ νέον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ πρὸς ἀνέγερσιν κτιρίου ἀξίας 650,000 δραχμῶν.
§36Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐκ Νάξου συνάδελφος κ. Μυκώνιος ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συνέστησα πρὸς αὐτὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν καὶ ἰδίως ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τῶν ἐν αὐτῷ ἐργαζομένων. Καὶ των καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ συστήσω θερμῶς πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ ὡς οἷόν τε τάχιον περὶ εὑρύνσεως τοῦ χώρου, ἐν ᾧ ἐργάζονται οἱ ἐργάται τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν. Τὸ Καπνοκοπτήριον Ἀθηνῶν εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν Καπνοκοπτηρίων τοῦ Κράτους, διότι παρέχει τὸ ἥμισυ σχεδὸν καὶ πλέον τῶν ἐκ τοῦ καπνοῦ εἰσοδημάτων ὅλου τοῦ Κράτους. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἐργατῶν, οἵτινες, ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν, ἥτις προσεγγίζει, τὴν ἐποχὴν τοῦ θέρους, εἶναι ἀδύνατον νὰ βιώσωσιν ἐκεῖ. Εἶναι ἀνάγκη τοὐλάχιστον προχείρως νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ἐξευρέσεως χώρου πρὸς ἐργασίαν ἄνετον, καὶ συνάμα περὶ οἰκοδομήσεως νέου κτιρίου.
§37ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1902 ἐστάλησαν ἰατροὶ νὰ ἐπιθεωρήσωσι τὸ Καπνοκοπτήριον Ἀθηνῶν, καὶ ὑπέβαλον ἔκθεσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνέφερον πόσοι ἀπέθανον ἐκ φθίσεως. Ἀπὸ τοῦ 1902 μέχρι σήμερον βεβαίως θὰ ἀπέθανον καὶ ἄλλοι. Οἱ φθισικοὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἕνεκα τοῦ Καπνοκοπτηρίου, μετέδωκαν τὸ νόσημα εἰς τὰς οἰκογενείας των, καὶ οὕτω πως ἐπεκτείνεται ἡ νόσος αὕτη. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου. Δὲν θέλουν οἱ ἐργάται αὐτοὶ μεγαλοπρεπὲς οἰκοδόμημα· θέλουν ἓν ἰσόγειον κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δύνανται νὰ ἐργάζωνται ἐν ἀνέσει, νὰ ἔχῃ παράθυρα, ἵνα ἀναπνέωσι καθαρὸν ἀέρα. Ἄλλως τρέχουσι τὸν κίνδυνον, καὶ αὐτοὶ νὰ πάθωσιν ἐκ τῆς φοβερᾶς καὶ ἀνιάτου νόσου, καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των νὰ μεταδώσωσιν αὐτήν.
§38Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὰ σχέδιά της, νὰ μὴ λάβῃ δηλ. πρόνοιαν περὶ οἰκοδομήσεως Καπνοκοπτηρίου πρὶν λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ νομίζω ὅτι δύναται νὰ κριθῇ καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς μερίμνης περὶ κατασκευῆς καταλλήλου Καπνοκοπτηρίου, οὐχὶ βεβαίως μεγάρου, ὡς φαίνεται σκεπτόμενος ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἁπλοῦ οἰκοδομήματος, περιέχοντος τὸν ἀπαιτούμενον χῶρον πρὸς ἄνετον ἐργασίαν τῶν καπνοεργατῶν.
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω ὅτι πρόκειται περὶ ἀνεγέρσεως μεγάρου· μᾶλλον πρόκειται περὶ ἀνεγέρσεως οἰκοδομῆς ἐπαρκοῦς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν. Πρό τινος χρόνου εἶχε νομισθῆ, ὅτι ἐξευρέθη ὁ κατάλληλος χῶρος, καὶ ἐστάλησαν μηχανικοὶ, οἱ ὁποῖοι κατεμέτρησαν τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι ὁ χῶρος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ὁρισθῇ πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν, δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, διότι αἱ διαστάσεις πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ μεγαλείτεραι, ὑπελογίσθη δὲ, ὅτι ἀπαιτεῖται δαπάνη 600,000 δραχμῶν πρὸς ἀνέγερσιν καταλλήλου Καπνοκοπτηρίου. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν ἡ δαπάνη αὕτη νὰ βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ ἐκτάκτου δαπάνης· θὰ ἐξηγήσω δὲ τὰς ἰδέας περὶ τοῦ τρόπου τῆς εὑρέσεως μέσων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἀναπτύξαντα τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνεγέρσεως Καπνοκοπτηρίου, νὰ κάμῃ παραβολὴν μεταξὺ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Καπνοκοπτηρίου καὶ τῶν σταύλων, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐνῷ σκεπτόμεθα νὰ δαπανήσωμεν 800,000 δραχμὰς διὰ σταύλους, δὲν εὑρίσκομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανήσωμεν 600,000 δραχμὰς, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ ἐργάται τοῦ Καπνοκοπτηρίου νὰ ἐργασθῶσιν ἀνέτως. Ἡ παρομοίωσις αὕτη εἶναι προφανῶς ἀδικαιολόγητος, διότι, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ σταύλων, ἐγένετο ἐν σχέσει πρὸς τὴν πώλησιν τοῦ οἰκοπέδου, τοῦ σήμερον καταλαμβανομένου ὑπὸ τῶν σταύλων, γνωστὸν δὲ εἶναι, καὶ τὸ γνωρίζει πᾶσα ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται περὶ οἰκοπέδου ἔχοντος ἀξίαν 4,000,000 δραχμῶν· ἐλέχθη δὲ κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἐγένετο λόγος περὶ σταύλων, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσέπραττε δραχμὰς 4,000,000 ἐκ τοῦ οἰκοπέδου τοῦ καταλαμβανομένου ὑπὸ τῶν σταύλων. Ἀλλ’ ὅπως πωληθῇ τὸ οἰκόπεδον τῶν σταύλων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνεγερθῶσιν ἄλλοι σταῦλοι· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ παραβολὴ μεταξὺ σταύλων καὶ Καπνοκοπτηρίου καὶ ἡ παραβολὴ μεταξὺ ἵππων καὶ ἐργατῶν ἦτο ἐντελῶς περιττή.
§40Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐλησμόνησεν ὁπωσοῦν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη καὶ ἐν τῷ τύπῳ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρόκειται νὰ ἀνεγερθῶσι πολλὰ δημόσια κτίρια, ἀνεβίβασε δὲ τὴν δαπάνην ταύτην συλλήβδην εἰς 10,000,000 δραχμάς. Ἐπρόκειτο ν’ ἀνεγερθῶσι κτίριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κτίριον τῆς Βουλῆς, κτίριον σταύλων βασιλικῶν, κτίριον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλα τινὰ δημόσια κτίρια, καὶ ἡ δαπάνη ὅλων τούτων συλλήβδην ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς 10,000,000· εἰς πόσον δ’ ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν εἴσπραξιν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ οἰκοπέδου τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τῶν λοιπῶν; τὴν ὑπελόγισεν εἰς 7,500,000 δραχμάς. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὑπελόγισε νὰ πωλήσῃ τὰ κτήματα ταῦτα τοῦ Δημοσίου, συγχρόνως δὲ νὰ δαπανήσῃ καὶ ἐπὶ πλέον 3,000,000 δραχμὰς περίπου, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἐξωραΐσεως τῶν Ἀθηνῶν διὰ τῆς ἀνεγέρσεως σταύλων βασιλικῶν καὶ ἄλλων κτιρίων. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ δαπανήσητε τρία ἑκατομμύρια, ἵνα ἀπολαύσητε τὰ κτίρια ταῦτα, διατὶ νὰ μὴ προτιμηθῇ τὸ κτίριον τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ στοιχίσῃ οὔτε 500,000 δραχμάς; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μηχανικοὶ ἔγκριτοι καὶ σοβαροὶ ὑπελόγισαν, ὅτι πρὸς στρατωνισμὸν ἀπαιτοῦνται δι’ ἕκαστον ἄνδρα 500 δραχμαί, καὶ ὅτι ἑπομένως δι’ ἀνέγερσιν στρατώνων, εἰς οὓς θὰ στρατωνισθῶσι 1000 ἄνδρες, θ’ ἀπαιτηθῇ δαπάνη δραχ. 500,000· εἰς τὸ Καπνοκοπτήριον ἐργάζονται μόνον 1000 ἄνδρες· ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦναι περισσότερα τὰ ἔξοδα στρατῶνος ἀπὸ τὰ ἔξοδα κτιρίου, μόνον προορισμὸν ἔχοντος νὰ ἐξοικονομήσῃ χῶρον, ἵνα ἐργάζωνται ἀνέτως οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελε στοιχίσει περισσότερα, θὰ ἤρκει νὰ γείνῃ ἓν ὑγιεινὸν κατάστημα Καπνοκοπτηρίου ἐν Ἀθήναις, ἵνα μὴ ἀσφυκτιῶσι καὶ φθισιῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἄξιον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ συλλογισθῇ, ὅτι περισσότερον πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ χιλίων οἰκογενειαρχῶν παρὰ περὶ τῶν ἀλόγων, εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν ἀνήκωσι ταῦτα, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησε νὰ μὲ κατακρίνῃ διὰ τοῦτο.
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν συνηθίζω νὰ συζητῶ περὶ σχεδίων δημοσιευθέντων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἀλλὰ περὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν· τοιοῦτον δὲ νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη. Τώρα ἀνεπτύχθησαν περίεργοι ἰδέαι. Πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν φρονεῖ, ὅτι τώρα σκεπτόμεθα περὶ ἀνεγέρσεως σταύλων, διότι πρὸ τούτου δέον πολλὰ ζητήματα νὰ λυθῶσι νομοθετικῶς. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῶν σταύλων, θὰ παρέλθωσι δὲν γνωρίζω πόσα ἔτη· ἑπομένως δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ συζητῶμεν περισσότερον διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν σταύλων· ὑπόσχομαι δὲ εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι δὲν θέλω ἀναβάλει τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Καπνοκοπτηρίου μέχρις οὗ γείνωσι σταῦλοι, διότι ἕως τότε θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, καθόσον πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ψήφισις νομοσχεδίου περὶ ἀδείας ἐκποιήσεως τῶν οἰκοπέδων, τῶν σήμερον καταλαμβανομένων ὑπὸ τῶν σταύλων, καὶ ἀδείας ἀνεγέρσεως τῶν σταύλων ἀλλαχοῦ.
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ συγκρίνωμεν τὸ ζήτημα τῆς οἰκοδομήσεως σταύλων μὲ τὸ μεγαλεπήβολον σχέδιον, τοῦ ὁποίου περίληψιν ἀνεκοίνωσε πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, ἵνα τὸ συζητήσωμεν· Ἐὰν καὶ ὅταν τοιοῦτον ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν,—διότι εἶναι ἀπὸ τὰ μεγαλεπήβολα σχέδια, τὰ ὁποῖα παρεσκευάσθησαν πολλάκις,—θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον νομίζω συζητήσιμον ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ὅ,τι, προκειμένου περὶ οἰκοδομῆς Καπνοκοπτηρίου, ἀνεκοινώθη κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἐπιδιώκει δύο τινά· πρῶτον νὰ συνδέσῃ μετὰ τοῦ Καπνοκοπτηρίου καὶ κατάστημα διαμετακομίσεως, δεύτερον, ὅτι δὲν θέλει νὰ προβῇ εἰς τὴν οἰκοδομὴν καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ ὁριστικῆς οἰκοδομήσεως τοῦ Καπνοκοπτηρίου πρὶν λύσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκκρεμὲς μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Νομίζω, ὅτι τὰ δύο ταῦτα ζητήματα πρέπει νὰ συζητηθῶσι. Δὲν νομίζω δὲ, προκειμένου περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Καπνοκοπτήριον σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ συνδέσωμεν τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ μὲ τὴν κατασκευὴν οἰκοδομήματος πρὸς διαμετακόμισιν, διότι ἡ κατασκευὴ τούτου καθιστᾷ πολυδαπανωτέραν τὴν οἰκοδομὴν καὶ παρουσιάζει μεγάλην ἐπιβάρυνσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως θὰ ἤθελον ἵνα ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῶσιν, εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ καταστήματος διαμετακομίσεως πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, ἂν ὄχι νὰ ἐγκαταλειφθῇ. Τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν συνδέεται ἀμέσως μὲ τὴν οἰκοδόμησιν τοῦ Καπνοκοπτηρίου, ἀλλὰ συνδέεται ἀμέσως μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν τὸ Δημόσιον νομίζῃ, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τῶν τακτικῶν πόρων αὑτοῦ πρὸς οἰκοδόμησιν ἁπλοῦ καὶ ἀνέτου Καπνοκοπτηρίου, καὶ νομίζῃ, ὅτι χάριν τῆς δαπάνης ταύτης πρέπει νὰ προσθέσῃ φόρον τινὰ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἀργότερον, ὅταν συνεννοηθῇ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ Ἐλέγχου καὶ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ. Ἐφ’ ὅσον νομοσχέδιον τοιοῦτον δὲν ὑποβάλλεται, εἶναι εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν νόμου ψηφιζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ φροντίσῃ περὶ ἀνεγέρσεως οἰκοδομῆς ἀπερίττου καὶ ἀνέτου, καταλλήλου διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν καπνοεργατῶν, καὶ οὕτως ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος κρέμαται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των ἐκ τοῦ ἑτοιμορρόπου ἐκείνου καταστήματος, ἐν ᾧ σήμερον ἐργάζονται. Τοῦτο ἀκριβῶς συνιστῶσιν οἱ καπνοπῶλαι, συνιστῶ δὲ καὶ ἐγώ, διότι ἤκουσα πολλοὺς τῶν καπνοπωλῶν καὶ καπνεμπόρων νὰ ἐκφράζωσι φόβους, μήπως καταπέσῃ τὸ οἰκοδόμημα τὸ σημερινόν. Δὲν πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ συνδέσωμεν τὴν οἰκοδομὴν ἑνὸς ἁπλοῦ καὶ ἀπερίττου, ἀλλ’ εὐρυχώρου, ἀνέτου καὶ εὐαέρου καταστήματος μὲ τὰ δύο ἄλλα ζητήματα, τὸ τῆς οἰκοδομήσεως δηλαδὴ ἀποθηκῶν διαμετακομίσεως καὶ τὸ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Καὶ περὶ τούτου συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργόν, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προνοήσῃ, διότι πράγματι πρόκειται περὶ ζητήματος ζωῆς καὶ ὑγείας διὰ τοὺς ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ ἐργαζομένους.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στελλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§44ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Εἷς τῶν κυρίων παραγόντων τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι τὰ κατὰ νομοὺς Ἐποπτικὰ Συμβούλια. Ὁ νομοθέτης, ἐν τῇ προνοίᾳ αὐτοῦ περὶ ἀποκεντρώσεως, ἀφῆκε τὴν διοίκησιν ὅλης αὐτῆς τῆς μηχανῆς, ἥτις ὀνομάζεται δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια καὶ τὸν ἐπιθεωρητήν. Καὶ ὅμως, ἐνῷ τοιαύτης σπουδαιότητος εἶναι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὁ νομὸς Λακεδαίμονος ἀπὸ δύο ἤδη ἐτῶν δὲν ἔχει Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, καὶ ἕνεκα τούτου ἀποβαίνει ἄχρηστος καὶ ἄνευ ἀξίας ὁ ἐπιθεωρητής, καὶ οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἴσως —καὶ ὄχι ἴσως, ἀλλὰ βεβαίως—τὸ Ὑπουργεῖον δὲν πταίει, διότι ὁ νομοθέτης τοῦ 1895 δὲν προέβλεψε περὶ τοῦ πρακτέου ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀδρανεῖ καὶ δὲν προτείνει τὸν διορισμὸν τῶν δύο μελῶν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ὅπως συμβαίνει ἐν Σπάρτῃ, ὅπου ἐπὶ διετίαν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀδρανεῖ, μὴ προτεῖνον τὰ δύο μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἐκ τούτου δὲ καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀδράνεια τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅστις ἕνεκα τούτου οὔτε τὰ ἄτοπα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Λακεδαίμονος δύναται νὰ ἄρῃ, οὔτε τὰ πρὸς βελτίωσιν ταύτης μέτρα νὰ προτείνῃ. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διὰ τοῦ νομάρχου λάβωσι πρόνοιαν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Σπάρτης, ἵνα συνέλθῃ καὶ προτείνῃ τὰ δύο μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἀρχίσῃ οὕτω καὶ ἐν Σπάρτῃ ἡ λειτουργία τοῦ νόμου.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§46ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ δήμου Φαλαισίας γίνεται ὑλοτομία πρὸς ἀνθρακοποιΐαν. Μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, ὅτι ἡ ὑλοτομία αὕτη γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καταστρέφεται ἐντελῶς τὸ δημόσιον δάσος ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπέρχεται διασάλευσις καὶ βλάβη τῆς δημοσίας ὑγείας. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον δασάρχην νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἂν ἦναι ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα, νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἀπαγόρευσιν τοῦ τρόπου τούτου τῆς ὑλοτομίας.
§47Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀγνοεῖ. Ἡ ὑλοτομία γίνεται κανονικῶς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος, ὁ ὁποῖος συντάσσεται κατὰ τὸν νόμον περὶ ὑλοτομίας. Ὁ δασάρχης ἔκρινε τὸ δάσος ἐκεῖνο χρήσιμον δι’ ἀνθρακοποιΐαν, καὶ παρεχωρήθησαν αἱ σχετικαὶ ἄδειαι, ἀλλὰ συμπολῖταί τινες τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐκ τοῦ δήμου Φαλαισίας, θέλοντες νὰ καταλάβωσι τὸ δημόσιον αὐτὸ δάσος καὶ τὸ καταστήσωσι κοινωτικόν, ἐπέδραμον κατὰ τῶν ἀνθρακέων καὶ κακοποιήσαντες αὐτοὺς τοὺς ἀπέβαλον ἐκεῖθεν. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθησαν οἱ ἀδικούμενοι ἀνθρακεῖς νὰ ζητήσωσι διὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Μεγαλοπόλεως, ἵνα ληφθῶσι προσωρινὰ μέτρα· καὶ ἐλήφθησαν προσωρινὰ μέτρα, καὶ ἐγκατεστάθησαν οἱ ἀνθρακεῖς. Ὁ πόλεμος δὲ, ὁ ὁποῖος γίνεται κατὰ τῶν ἀνθρακέων, γίνεται οὐχὶ ἐκ πνεύματος προστασίας τοῦ δάσους ἢ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων Φαλαισίας, — οἵτινες εὐτυχῶς ἀπολαύουσι πλήρους ὑγείας, — ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταστήσωσι τὸ δάσος αὐτὸ ἀπὸ δημοσίου κοινωτικόν.
§48Α. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εὐφυΐᾳ, ἠθέλησε νὰ μετατοπίσῃ ἐντελῶς τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως. Ἐγὼ ὡμίλησα μόνον περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑλοτομίας, ὅτι εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἀποβαίνει ἀφ’ ἑνὸς μὲν καταστρεπτικὸς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων· οὐδόλως δ’ ἀνέφερα, ἂν ὑφίσταται διένεξις μεταξὺ Δημοσίου καὶ κατοίκων περὶ κυριότητος τοῦ δάσους, οὐδὲ παρενέβαλον καθήκοντα εἰρηνοδικειακὰ καὶ ἄλλα. Ὥστε ἦτο περιττὸν, νομίζω, νὰ ἐξαναστῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θέλων νὰ προστατεύσῃ τοὺς συμπολίτας αὑτοῦ ἀνθρακεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καταστρέψει ὁλοσχερῶς τὸ δάσος, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς δημοσίας ὑγείας. Ἐγὼ δὲ αὐτὸς παρενέβην προσωπικῶς κατὰ τὴν ἐν Λεονταρίῳ διαμονήν μου, καὶ δὲν τοὺς ἐξεδίωξαν ἐκεῖθεν, ἔνθα ὁ δῆμος ὅλος εἶχε συνέλθει ἐν συλλαλητηρίῳ, καὶ ἂν μέχρι τοῦδε δὲν ἐξεδιώχθησαν διὰ τῆς βίας, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς συμβουλὰς καὶ παραινέσεις τὰς ἰδικάς μου. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ, εἶναι νὰ διαταχθῇ ὁ ἁρμόδιος δασάρχης νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ ὑλοτομία γίνεται κανονικῶς καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἢ παρανόμως καὶ ἀντικανονικῶς· καὶ ἂν πράγματι γίνεται ἀντικανονικῶς καὶ παρανόμως, πρὸς βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ τῆς δημοσίας ὑγείας, ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ὑλοτομίαν ταύτην.
§49Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐνόουν νὰ πειράξω διόλου τὸν συνάδελφον. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ κάμω σύστασιν εἰς τὸν κύριον συνάδελφον νὰ μὴ ἀγωνίζηται ἀδίκως καὶ ἀπασχολῇ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§50Α. ΖΕΡΒΑΣ. Σᾶς εὐχαριστεῖ, πιστεύω, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν περὶ τῆς ἡσυχίας αὐτοῦ φροντίδα σας.
§51Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐπιτρέπωσιν, ἐπιτρέπεται ἡ ὑλοτομία· ὁ τρόπος τῆς ὑλοτομίας δι’ οὐδενὸς νόμου κανονίζεται. Ἐπετράπη ἡ ὑλοτομία εἰς τὴν θέσιν Καμάρες, καὶ θὰ ὑλοτομηθῇ τὸ δάσος τῆς περιφερείας ἐκείνης, διὰ νὰ γείνωσιν ἄνθρακες. Δὲν κανονίζεται, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ γίνεται ἡ ὑλοτομία. Ἀρκεῖ, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι αὐτὸ τὸ δάσος εἶναι ἐπιτήδειον πρὸς ἀνθρακοποιΐαν. Ἀφοῦ ἐχορηγήθησαν ἄδειαι ἀνθρακοποιΐας, δὲν δύναται νὰ ἐπεμβῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ καταστρέψῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεταβῆ ἐκεῖ πρὸς ἐργασίαν κατόπιν ἀδείας.
§52Α. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ διενέξεως ὑφισταμένης μεταξὺ κατοίκων καὶ Δημοσίου· πρόκειται μόνον περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀνθρακοποιΐας, καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ νὰ στραφῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταθέσατε, παρακαλῶ, σημείωμα, ἵνα σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§54ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατὰ τί ὁ τρόπος τῆς ὑλοτομίας εἶναι παράνομος, δὲν ἤκουσα νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κύριος συνάδελφος. Ἐὰν τὸ παράπονον εἶναι, ὅτι ὑλοτομοῦνται τὰ δάση, νομίζω ὅτι τὸ παράπονον αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν, ἐφ’ ὅσον συντάσσεται πίναξ καὶ καθορίζεται τὸ δάσος, ἐφ’ ὅσον οἱ ἀνθρακεῖς ὑλοτομοῦσι συνεπείᾳ ἀδείας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος. Ἐὰν ὁ τρόπος τῆς ὑλοτομίας δὲν ἦναι σύμφωνος πρὸς τοὺς ὅρους περὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν, ἂς ὁρισθῇ, κατὰ τί δὲν εἶναι σύμφωνος, καὶ ἂς γείνῃ ἡ σχετικὴ σύστασις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τὸ νὰ λέγωμεν ἁπλῶς, ὅτι ὑλοτομοῦσι καὶ καταστρέφουσι τὰ δάση...
§55Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ὑλοτομοῦσι θεριστικῶς.
§56Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦτο τὸ «θεριστικῶς» οὐδεμίαν καθορίζει παράβασιν τοῦ νόμου, οὐδὲ παράβασιν τῶν περὶ δασῶν διατάξεων. Ὑπάρχει ἐπιστημονικὸς τρόπος ὑλοτομίας, καὶ τοῦτον πάντοτε ἐφαρμόζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῶν διαφόρων δασαρχῶν. Ἐὰν ἐγένετο παράβασίς τις τοιαύτη, νὰ καταδιωχθῇ. Ἐὰν οἱ ὑλοτόμοι, πληρώνοντες τὸν φόρον εἰς τὸ Δημόσιον καὶ λαμβάνοντες ἄδειαν ὑλοτομίας, ἀρνοῦνται νὰ πληρώσωσιν εἰς τοὺς ἰδιώτας τὸ συνηθισμένον ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων ἰδιαίτερον τίμημα, διὰ νὰ μένωσιν ἐλεύθεροι ἀπὸ τῶν πιέσεων τῶν κατοίκων τῶν χωρίων τῶν παρὰ τὰ δάση, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. συναδέλφου καὶ τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἀνθρακέων. Ἐγίνετο ἀληθῶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τοιαύτη τις πληρωμὴ πρὸς ἰδιώτας, διότι συνησπίζοντο τὰ χωρία καὶ ἐπετίθεντο κατὰ τῶν ἀνθρακέων, ἀπαγορεύοντα εἰς αὐτοὺς νὰ ὑλοτομῶσιν, οἱ δὲ ἀνθρακεῖς, ἀφοῦ εἶχον πληρώσει διὰ τὰς ἀδείας, ἔδιδον κἄτι τι καὶ ὑπὲρ τῶν ναῶν τῶν χωρίων, διὰ νὰ ἦναι ἐλεύθεροι καὶ μὴ ὑφίστανται αὐτὰς τὰς ζημίας. Τοῦτο ἴσως τώρα ἀρνοῦνται νὰ πράξωσι, καὶ ἐκ τούτου προέρχονται τὰ παράπονα κατὰ τῶν ἀνθρακέων...
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκότσης ἔχει τὸν λόγον.
§58Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Γραμμαί τινες, κύριε Πρόεδρε, τὰς ὁποίας ἀφιεροῖ ἡ ἐφημερὶς «Νέον Ἄστυ» περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, μὲ ἀναγκάζουσι ν’ ἀποταθῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν· διότι ἀναγινώσκω ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ μεταξὺ ἄλλων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνδιαφέρουσι, καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἐκ τῶν ἄνω ἐξάγεται ἓν μόνον λογικὸν συμπέρασμα, ὅτι δέον νὰ γείνωσιν ἐνταῦθα κατ’ ἀντιπαραβολὴν δοκιμαὶ ὅλων τῶν συστημάτων κλπ.» Ὁ γράφων ἰσχυρίζεται, ὅτι, προκειμένου ν’ ἀντικατασταθῶσι τὰ τηλεβόλα, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐκλήθη ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ καταλληλοτέρου συστήματος, δὲν ἀπεδέχθη νὰ γείνῃ διαγωνισμὸς δοκιμαστικὸς ἐν Ἑλλάδι περὶ τοῦ καλλιτέρου συστήματος, καὶ ὑποθέτει μᾶλλον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀποκλίνει νὰ προτιμήσῃ ἄλλο σύστημα ἐκ τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων, τὰ ὁποῖα ἔχει...
§59Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ποῖον σύστημα;
§60Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν λέγει ἐδῶ. Ὁμιλεῖ περὶ καταστήματος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τρέφει ἰδιάζουσάν τινα στοργήν. Θέλω λοιπὸν σᾶς παρακαλέσει, κύριε Ὑπουργὲ, ὅπως, ἐὰν ὄντως ἐπελήφθητε τοῦ ζητήματος, πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, κατὰ τίνα τρόπον ἐννοεῖτε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα. Θὰ προκαλέσητε τοιοῦτον διαγωνισμὸν, ἢ θ’ ἀποταθῆτε εἰς ὡρισμένον ἐργοστάσιον ὡρισμένου συστήματος τηλεβόλων;
§61Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα, θὰ ὁμιλήσω.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σάκκης ἔχει τὸν λόγον.
§63Π. ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν πολλῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφος κ. Φικιώρης ἐπηρώτησε τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτεται νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἐπισκοπικὰς ἕδρας. Ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ σήμερον νὰ προβῶ εἰς ὁμοίαν ἐρώτησιν, διότι μεταξὺ τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν εἶναι καὶ ἡ τῆς Μεσσηνίας, ἥτις στερεῖται ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐπισκόπου, ὡς ἐκ τούτου δὲ παρουσιάζονται τοιαῦται καὶ τοσαῦται ἀνωμαλίαι, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ ταχίστη πλήρωσις τῆς ἐπισκοπικῆς ταύτης ἕδρας. Δυστυχῶς, Κύριοι, ἐν Μεσσηνίᾳ συμβαίνουσι καθ’ ἑκάστην παρὰ τῷ κλήρῳ τοιαῦται ἀσχημίαι, ὥστε νὰ γεννῶνται σκάνδαλα, προσβάλλοντα τὸ ἱερατικὸν σχῆμα, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἀνωτέρας ἐπιβλέψεως. Νομίζω ὅθεν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ταχίστης λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν γνωρίζω τίνες λόγοι ἀναγκάζουσι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ προβῇ μέχρι τοῦδε εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι τοῦτο προέρχεται μᾶλλον ἐξ ὀλιγωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, παρὰ ἐξ ἀπροθυμίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς τὸ νὰ προτείνῃ τοὺς καταλλήλους ὑποψηφίους. Ζητῶ ἑπομένως νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἂν ἡ βραδύτης τῆς συμπληρώσεως τῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν προέρχεται ἐκ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἢ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἡ ὀλιγωρία αὕτη τοσοῦτο μᾶλλον δὲν δικαιολογεῖται, καθόσον ῥητὸς κανὼν τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβάλλει τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς χηρεύσεως ἑκάστης ἕδρας, ἡ δὲ ἐπισκοπικὴ ἕδρα Μεσσηνίας εἶναι κενὴ ἀπὸ δεκαετίας καὶ πλέον.
§64Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡ Ἐπισκοπὴ Πατρῶν εἶναι κενὴ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους· συμβαίνει δὲ τὸ ἑξῆς· πολλαὶ θέσεις ἐφημερίων ἐχήρευσαν καὶ χηρεύουσιν, ὑπάρχουσι δὲ κοινότητες, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ἱερεύς. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅτε ἐκενώθη ἡ θέσις διὰ τοῦ θανάτου τοῦ ἀρχιεπισκόπου Πατρῶν, ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ μὴ ἐπιτραπῇ καμμία χειροτονία εἰς τὰς κενὰς ἐπισκοπικὰς ἕδρας. Τὸ μέτρον δὲ τοῦτο ἔλαβε, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, διότι θέλει νὰ στενοχωρήσῃ τὰ πράγματα, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν, διὰ τὴν ὁποίαν, φαίνεται, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην ὑπὸ τοῦ νόμου πρόκλησιν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Πλεῖστα ὅσα παράπονα ἔχω παρὰ πολλῶν κοινοτήτων, ὅτι μένουσιν ἄνευ ἱερέως. Ἐπὶ τέλους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ εὑρίσκωνται κοινότητες ἄνευ ἐφημερίων. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἄλλως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀναγκῶν ἀπαιτουσῶν τὴν ἄμεσον παρουσίαν τοῦ ἐφημερίου, οἷαι εἶναι οἱ γάμοι, αἱ βαπτίσεις, αἱ κηδεῖαι· γνωρίζω δὲ, ὅτι εἰς ἓν χωρίον ἀπεβίωσεν ἓν παιδίον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθησαν νὰ βαπτίσωσι, διότι ἐστεροῦντο ἱερέως, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ μεταφέρωσι τοιοῦτον ἐξ ἄλλου χωρίου. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δέον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§65Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτόν, ὡς πρὸς τὴν σύστασιν, ἣν ἔκαμε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι πρέπει τάχιστα νὰ πληρῶνται αἱ κεναὶ θέσεις τῶν ἱερέων τῶν διαφόρων χωρίων. Ἐγὼ τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι πρέπει, εἰ δυνατόν, οὐ μόνον νὰ μὴ πληρῶνται αἱ θέσεις αὗται κενούμεναι, ἀλλὰ καὶ νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν νῦν ὑπαρχόντων ἱερέων. Τουλάχιστον εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς κατάγομαι, ὑπάρχει πληθώρα τοιούτων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐκενώθησαν θέσεις ἱερέων εἴς τινα μέρη, δι’ ἃ ἐπιβάλλεται ἡ πλήρωσις, ἀλλ’ ἡ βλάβη αὕτη εἶναι ἐλαχίστη ἀπέναντι τῆς ἐλλείψεως ἐπισκόπων· ὅπως δὲ νῦν ἔχουσι τὰ πράγματα, ἐὰν ἀρθῇ ἡ ἀπαγορευτικὴ ἐγκύκλιος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεραι αἱ ἐπισκοπικαὶ ἐπιτροπαὶ νὰ προτείνωσι τὴν χειροτονίαν ἱερέων, θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἀσχημίαι, αἱ διαπραχθεῖσαι κατὰ τὸ παρελθόν.
§66Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὰς ἐπισκοπικὰς ἐπιτροπὰς νὰ προτείνωσιν ἱερεῖς. Ἐγὼ, ἀκριβῶς διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὸ ἄτοπον τοῦτο, ζητῶ νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως ὡς οἷόν τε τάχιον πληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις ἐπισκόπων.
§67Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μεγάλην ὑπηρεσίαν θὰ προσφέρῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐὰν λάβῃ μέριμναν περὶ ζητήματος σχετικοῦ, ἔχοντος καθαρῶς ἐθνικὴν ἔννοιαν. Εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας ὁ ἀριθμὸς ὁ μέγας τῶν προσκυνητῶν, οἱ ὁποῖοι συγκεντροῦνται δὶς τοῦ ἔτους ἐν Τήνῳ. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ τόπου ἐκείνου, ἵνα δι’ ἀρχιερέως ἀντιπροσωπεύηται ἡ θρησκεία ἡμῶν; Δὲν νομίζετε, ὅτι μεγάλως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ φρονήματος τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ χιλιάδας προσέρχονται, ἵνα προσκυνήσωσιν εἰς τὸ ἱερὸν ἐκεῖνο ἵδρυμα, ἡ παρουσία ἀρχιερέως, καὶ ὑπὸ θρησκευτικὴν καὶ ὑπὸ ἐθνικὴν ἔννοιαν; Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θὰ εὕρῃ εὔλογον τὴν σύστασίν μου ταύτην. Ἐπειδὴ ὅμως προσκρούει εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ πράξῃ τὸ ἑξῆς, — διότι δὲν ἐννοῶ, ἀφ’ ἑνὸς νὰ ζητῶμεν οἰκονομίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ δημιουργῶμεν θέσεις, — νὰ ἀποσπάσῃ εἰς Τῆνον ἕνα τῶν ἀρχιερέων τῶν μικρῶν ἐκείνων διοικήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι μεγάλην ἀνάγκην τοιούτου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§69ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅτε ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐδικαιολόγει τὴν καθ’ ὑπέρβασιν συγκέντρωσιν δικαστῶν ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν, ἀνέφερεν ὡς λόγον δικαιολογητικόν, ὅτι εἰς τοῦτο προέβη ἕνεκα τῆς πληθώρας τῆς ποινικῆς ἐργασίας τοῦ ποινικοῦ τμήματος τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν· ὥρισε μάλιστα, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, καὶ ἀριθμόν, εἰπὼν ὅτι εὑρίσκοντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐκκρεμεῖς δικογραφίαι 9,000.
§70Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). 9,500.
§71ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην παρετήρησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Τριπόλεως ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ποινικὴ ἐργασία μείζων τῆς ὑπαρχούσης ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν. Οὐχ ἧττον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὐ μόνον δὲν ἐσκέφθη καὶ δὲν ἔπραξεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως ὅ,τι ἔπραξεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀφῄρεσεν ἐκεῖθεν δύο δικαστάς, ἐλαττώσας τὴν δύναμιν τοῦ Πρωτοδικείου ἐκείνου κατὰ τρεῖς· διότι ἔλειπεν εἷς ἀπὸ τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ κανονιστικὸν Διάταγμα, ἀφῄρεσε δὲ καὶ δύο, καὶ τοὺς ἔφερεν ἐδῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτε παρέστησα εἰς αὐτὸν ταῦτα, ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ ὅτι, ἂν ὄντως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔδιδον πρὸς αὐτὸν, ἦσαν ἀκριβεῖς, θὰ ἐμερίμνα παραχρῆμα, ἵνα διορθώσῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον διέπραξε. Παρήλθον, κύριε Πρόεδρε, ἀρκεταὶ ἡμέραι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ προσεδόκων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν αἰτιολογήσει τὴν μείωσιν τῶν δικαστῶν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως καὶ ἤθελεν ἐκθέσει τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα προέβη εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς δυνάμεως τοῦ Δικαστηρίου Τριπόλεως, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δυστυχῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, καίτοι ἐγνώριζον, ὁπόση ἐργασία ἐκκρεμὴς ὑπάρχει ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Τριπόλεως, ἐζήτησα πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, ὅτε εἶχον μεταβῆ ἐκεῖ, παρὰ τῶν ἁρμοδίων πληροφορίας, καὶ μοὶ ἔδωκαν τοιαύτας, ὅτι δηλαδὴ ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ Τριπόλεως ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δικογραφίαι 7,700, εἰς δὲ τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα 9,000 περίπου, ἤτοι ἀριθμὸς διπλάσιος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν. Τί λοιπὸν ἠνάγκασε τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ Δικαστηρίου Τριπόλεως τοὺς δικαστὰς, περὶ ὧν προεῖπον, καὶ νὰ καταβαραθρώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν; Καὶ πῶς θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀνθέξωσι πέντε δικασταὶ, ἔχοντες καθ’ ἑκάστην Πλημμελειοδικεῖον; — διότι ἔχουν μὲν ὁρίσει τρεῖς συνεδριάσεις δι’ ἑκάστην ἑβδομάδα, ἀλλ’ ἑκάστη συνεδρίασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὴν ἐκδίκασιν 110 ἕως 120 ὑποθέσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ διεξαχθῇ ὅλη ἡ ὑπηρεσία ἐκείνη, καὶ διὰ τοῦτο ἐξακολουθεῖ καὶ τὴν ἀμέσως ἑπομένην ἡμέραν. — Ἔχομεν λοιπὸν τρεῖς δικαστὰς ἀπασχολουμένους καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, δύο δικαστὰς ἀπασχολουμένους νυκτὸς καὶ ἡμέρας εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα, ἔχομεν καὶ Κακουργοδικεῖον. Θαυμάζω τὴν ἀντοχὴν τῶν δικαστῶν, τῶν ὑπηρετούντων ἐν Τριπόλει, καὶ τοῦ Προέδρου. Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπέκαμον· δὲν τοῖς δίδεται καιρὸς οὔτε νὰ φάγουν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔλαβε μέτρον τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον ἐκεῖνο· οὐχ ἧττον δὲν δύναμαι ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην.
§72Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐλήφθησαν μέτρα· ἔστειλα δύο.
§73ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶδον ὅτι ἐστείλατε ἕνα μόνον, τὸν κ. Λίγδαν.
§74Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔστειλα δύο· προσετέθησαν διὰ μεταγενεστέρου Βασιλικοῦ Διατάγματος εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Πρωτοδικείου ἐκείνου δύο δικασταί.
§75ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι· δὲν ἐπῆγαν δύο.
§76Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὔριον σᾶς λέγω.
§77ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ μοὶ εἴπητε αὔριον.
§78Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅμως, ὅτι προσετέθησαν δύο.
§79ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἷς μάλιστα διατελεῖ ἐν ἀδείᾳ, καὶ ἀδείᾳ δεδικαιολογημένῃ, διότι εἶναι ἀσθενής.
§80Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καθὼς γνωρίζετε, ἐπ’ ἐσχάτων ἐγένοντο διορισμοὶ παρέδρων, καὶ προσετέθη ὁ κ. Μελισσηνός.
§81ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μετετέθη ὅμως ὁ Κυριακόπουλος ἀντὶ ἐκείνου.
§82Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν ἐν Τριπόλει εἶναι 9.
§83ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι· διότι ὁ μὲν Μελισσηνὸς, ὁ προαχθεὶς εἰς δικαστὴν, μετετέθη εἰς Τρίπολιν, καὶ συνεπληρώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν δύο, ἀλλὰ μετεθέσατε ἀπὸ ἐκεῖ τὸν Κυριακόπουλον, καὶ συνεπῶς ἔμειναν πάλιν 8.
§84Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὔριον θὰ σᾶς εἴπω. Ἀλλὰ εἶναι 9. Ἐγὼ σᾶς προκαλῶ μάλιστα, ἂν θέλητε, καὶ εἰς ἓν μικρὸν στοίχημα, ἓν γεῦμα.
§85ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ὥρα νὰ διακόψωμεν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 20′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Πετρίδης.
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§89ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κ. Γκότσης.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κύριος Πετρίδης, ὁμιλήσατε.
§91ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν ἀρχιεπισκοπικῶν ἑδρῶν, ἡ τῆς Φθιώτιδος τοιαύτη, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ὁποίας ὑπάγεται καὶ ἡ ἐμὴ ἐπαρχία, ἡ Λοκρὶς, ἀπὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν στερεῖται ἀρχιεπισκόπου. Τὸ κενὸν τοῦτο εἶναι βαρυσήμαντον, ὑπὸ ἔποψιν θρησκευτικὴν, καὶ πολὺ σπουδαῖον καὶ πολὺ σοβαρὸν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ὁ κατώτερος κλῆρος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Φθιώτιδος πάσχει δεινῶς, ἡ δὲ ἔλλειψις τοῦ ποιμενάρχου τοῦ κλήρου τούτου εἶναι καταφανεστάτη, διότι ἐλλείπει βεβαίως ἡ διοίκησις καὶ ἡ ἀπαιτουμένη χειραγώγησις τοῦ κλήρου ἐν σχέσει πρὸς τὴν θρησκευτικὴν διάπλασιν τῆς κοινωνίας· καὶ γνωρίζομεν πάντες τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ δυστυχῶς διατελεῖ σήμερον ὁ κλῆρος, πλήρης ἐλλείψεων καὶ στερούμενος τῶν προσόντων καὶ τῶν στοιχείων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὸν ὑψηλὸν αὐτοῦ προορισμόν. Ἡ στέρησις ἀρχιεπισκόπου ἐν Φθιώτιδι καθίστησιν ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνάγκην, ὅπως ὡς τάχιστα πληρωθῇ ἡ ἕδρα αὕτη. Ἐκ τῆς ἀνάγκης δὲ ταύτης, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν σχετικῶς πληρεστέραν διαμόρφωσιν τοῦ κλήρου, — ὁ ὁποῖος δυστυχῶς σήμερον εὑρίσκεται, ὡς εἶπον, ἐν ὄχι εὐαρέστῳ καταστάσει, — πρόδηλον καθίσταται, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ κοινωνία εἰς πολλὰ μέρη στερεῖται ἐφημερίων ἱερέων. Πολλαὶ κοινότητες στεροῦνται ἱερέων, διότι ποὺ μὲν οἱ προϋπάρχοντες ἱερεῖς ἀπεβίωσαν, ποὺ δὲ κατέστησαν ἀνίκανοι ἕνεκα γήρατος ἢ παθήσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὰ μὲν γεννώμενα τέκνα πολλάκις μένουσιν ἀβάπτιστα, — ὅπερ εἶναι ἴσως τὸ ὀλιγώτερον κακόν, — δὲν δύνανται δὲ νὰ τελεσθῶσι καὶ γάμοι, οἱ δὲ θνήσκοντες μετὰ μεγάλης δυσκολίας κατορθοῦται νὰ θάπτωνται μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης ἱεροτελεστίας. Μεταξύ τινων χωρίων ὑπάρχει τοσαύτη ἀπόστασις, καὶ τοσοῦτον εἶναι δύσκολος ἡ συγκοινωνία, ὥστε δὲν δύνανται οἱ ἱερεῖς, μάλιστα ἐν καιρῷ χειμῶνος, νὰ μεταβαίνωσιν ἐγκαίρως ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον χωρίον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων, καὶ ἑπομένως αἱ τοιαῦται ἐλλείψεις εἰς πολλὰ μέρη καθιστῶσι τοὺς χριστιανοὺς κατ’ ὄνομα μόνον τοιούτους. Ἀνάγκη λοιπὸν πληρώσεως τῶν κενῶν ἀρχιεπισκοπικῶν ἑδρῶν, ἐν αἷς καὶ ἡ ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Φθιώτιδος, εἰς ἣν ὑπάγεται καὶ ἡ ἰδιαιτέρα μου ἐπαρχία, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ ἰδιαζόντως τὸν ζηλωτὴν τῶν μεγάλων καὶ κοινωφελῶν ἔργων, ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Παιδείαν, ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, ὅπερ θέλει τὸν τιμήσει, διότι ὄντως εἶναι ἔργον ἐκ τῶν τὰ μέγιστα ἐνδιαφερόντων τὴν κοινωνίαν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§93Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἃ ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, πρόκειται νὰ γείνωσιν ἀσκήσεις γενικαὶ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου τοῦ 1887, «ἡ ἐφεδρεία καλεῖται πρὸς ἀσκήσεις κατ’ ἔτος, μετέχουσι δὲ τῶν ἀσκήσεων τούτων οἱ διανύοντες τὸ τέταρτον καὶ τὸ ὄγδοον τῆς ὑπηρεσίας των ἔτος ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ.» Ἀλλὰ, καθ’ ἃ ἐνθυμοῦμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, διὰ τῆς ὁποίας προτείνει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὅπως μία μόνον ἡλικία κληθῇ. Ἐπεθύμουν νὰ δώσῃ μίαν πληροφορίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν εὐαρεστῆται. Προκειμένου νὰ κληθῇ μία ἡλικία, ἐρωτῶ, εἶναι ἀκριβὲς,—καθ’ ἃ ἀνέγνωσα καὶ καθ’ ἃ ἤκουσα, —ὅτι πρόκειται νὰ κληθῇ ἡ ἡλικία ἡ ἄγουσα τὸ ὄγδοον ἔτος ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ τοῦ στρατοῦ; Διότι, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, διότι ἡ ἡλικία αὕτη εἶναι ἡ τοῦ 1894, ἡ ὁποία ἀπελύθη τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1896, ἀλλ’ ἐκλήθη πάλιν ἀμέσως μετ’ ὀλίγους μῆνας, καὶ παρέμεινεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πλέον τοῦ ἔτους, καὶ σχεδὸν κατήντησεν ἐπὶ τέσσαρα ἔτη νὰ παραμείνῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ διπλάσιον χρόνον τῆς θητείας. Ἑπομένως εἶναι ἄδικον, αὐτὴ ἡ ἡλικία, ἡ ὁποία παρέμεινε σχεδὸν τέσσαρα ἔτη, νὰ κληθῇ νὰ ἔλθῃ πάλιν πρὸς ἀσκήσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ νόμος, ἔχων ὑπ’ ὄψει καὶ θεσπίσας νὰ καλῶνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ὄγδοον ἔτος ἀπὸ τῆς ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀπολύσεώς των διανύουσιν, ἐνόει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθησαν πολὺ ἀπὸ τὰς ἀσκήσεις, νὰ ἐπαναφέρῃ, ὅπως ἀνακτῶσι τὰς γνώσεις τῶν ἀσκήσεων. Ἀλλ’ ἡ ἡλικία, περὶ ἧς πρόκειται, μόλις πρὸ ἓξ ἐτῶν ἀπελύθη ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διότι ἀπελύθη τὸν Μάιον, νομίζω, ἢ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1898, ἑπομένως ἡ ἡλικία αὕτη ἔχει ἀσκηθῆ περισσότερον πάσης ἡλικίας ἐξ ἐκείνων, αἵτινες διήνυσαν θητείαν ἐν τῷ στρατῷ. Εἶναι δὲ καὶ ἄλλος ἀκόμη λόγος, ὅτι αὐτὴ ἡ ἡλικία μετὰ ἓν ἔτος θὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔχῃ τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ ἔχῃ ὁ στρατὸς, καὶ δὲν θὰ δρέψῃ αὐτούς. Διὰ τοῦτο, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἔτι ἀποφασίσει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ συστήσω νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, καλῶν μόνον τὴν μίαν ἡλικίαν, ἀλλὰ τὴν τὸ τέταρτον ἔτος διανύουσαν ἐν τῷ στρατῷ, δηλαδὴ τὴν ἡλικίαν τοῦ 1898, τὴν ἀπολυθεῖσαν κατὰ τὸ ἔτος 1900. Ἡ ἡλικία αὕτη διήνυσε μόνον μίαν διετίαν, ἔχει δὲ νὰ διανύσῃ ἀκόμη μίαν ἑξαετίαν εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως πλέον καρποφόρος θὰ ἦναι ἡ ἡλικία αὕτη, ἐὰν κληθῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς γενικὰς ἀσκήσεις.
§94Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πρὸ ἡμερῶν, κύριοι Βουλευταὶ, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ἀναφορὰν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν γενικῶν ἀσκήσεων. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ προέτεινε τὴν ἡλικίαν τοῦ 1898. Κατὰ τὸν νόμον ΑΥΜΒʹ τοῦ 1887 περὶ ἐφεδρείας, ἄρθρον 2, «ἡ ἐφεδρεία καλεῖται πρὸς ἀσκήσεις κατ’ ἔτος, μετέχουσι δὲ τῶν ἀσκήσεων τούτων οἱ διανύοντες τὸ τέταρτον καὶ τὸ ὄγδοον τῆς ὑπηρεσίας των ἔτος ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ.» Ἰδοὺ, ὅτι ὁ νόμος ὁρίζει τὰς ἡλικίας, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὑπόχρεος νὰ καλέσῃ. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ προέτεινε τὴν πρώτην ἡλικίαν, δηλαδὴ τοὺς διανύοντας τὸ τέταρτον ἔτος; ἀλλ’ ἡ ἡλικία αὕτη, ἡ τοῦ 1898, ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἶναι ἡ ἡλικία, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ κληθῇ κατὰ τὸν πόλεμον. Ἡ Θεσσαλία τότε κατείχετο ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἑπομένως ἡ κλήρωσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, καὶ διὰ νόμου ἡ Βουλὴ ἀπήλλαξε τότε τοὺς Θεσσαλοὺς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ἔλθωσι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατόν. Ἑπομένως ἡ ἡλικία αὕτη τοῦ 1898 περιλαμβάνει ἀγυμνάστους ἄνδρας κατὰ τὸ πλεῖστον.
§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν μόνον.
§96Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως. Διότι ὅλοι οἱ ἐκ Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποχρέωσιν, δὲν προσῆλθον νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀγύμναστοι. Κατὰ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπρόκειτο νὰ ἔλθωσι γεγυμνασμένοι ἄνδρες, διὰ νὰ γείνωσιν αἱ μεγάλαι ἀσκήσεις, διότι, ὡς γνωρίζετε, μὲ ἀγυμνάστους ἄνδρας μεγάλαι ἀσκήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν. Ἐπειδὴ λοιπὸν συνέβη ἡ ἡλικία αὕτη νὰ περιέχῃ ἀγυμνάστους ἄνδρας, καὶ ἐπειδὴ ὁ νόμος ἐπιτρέπει νὰ καλέσωμεν ἢ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἡλικίαν, ὑπέβαλον εἰς τὸν Βασιλέα Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου καλεῖται πρὸς ἄσκησιν ἡ δευτέρα ἡλικία, ἡ τοῦ 1894. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθη ἡ ἡλικία αὕτη, καὶ τὸ Διάταγμα ἐδημοσιεύθη ἤδη.
§97Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἀδικίας, δύναταί τις εἰπεῖν, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἡλικίαν, ἠδύνατο αὐτὸ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δηλ. μέρος τῆς ἡλικίας ἐκείνης ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους ἀγυμνάστους, ἠδύνατο, λέγω, νὰ διορθωθῇ· ἠδύνατο νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν παροῦσαν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας νὰ ἐπιτραπῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως κληθῇ ἡ ἡλικία τοῦ 1899, δηλαδὴ ἡ διανύουσα τὸ τρίτον ἔτος εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ τότε θὰ εἴχομεν ἡλικίαν ὁλόκληρον γεγυμνασμένην, δὲν θὰ εἴχομεν δὲ τὸ ἄτοπον, ἡλικία, ἡ ὁποία διήνυσε τέσσαρα ἔτη ἐν τῷ στρατῷ, νὰ ἔλθῃ πάλιν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις, καὶ ἡ ὁποία μετὰ ἕν ἔτος δὲν θὰ ἀνήκῃ πλέον εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ ἔχωμεν, θὰ τοὺς χάσωμεν, ἐνῷ, ἐὰν ᾖναι μία ἡλικία, ἡ ὁποία θὰ μείνῃ ἑπταετίαν ἀκόμη εἰς τὴν ἐφεδρείαν, θὰ ᾖναι πολὺ ὠφέλιμον, ἐὰν αὐτὴ ἔλθῃ καὶ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις. Νομίζω ὅτι καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Διατάγματος, καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ τοῦτο· νὰ ὑποβληθῇ ἓν νομοσχέδιον, νὰ ψηφισθῇ εἰς τρεῖς ἡμέρας, καὶ νὰ κληθῇ ἡ ἡλικία τοῦ 1899, δηλαδὴ ἡ διανύουσα τὸ τρίτον ἔτος τῆς ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ.
§98Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Βουλευτὰ, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐξετέλεσα τὸν νόμον, καὶ οὐδὲν ἄλλο.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§100ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, — καίτοι οὐδὲν νέον ἐπιχείρημα ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα πολὺ ὀρθὰ ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης συνάδελφος, — ἐζήτησα τὸν λόγον, μόνον διὰ νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὰ τὰ ὀρθὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπεστήριξεν, εἶναι ἡ γνώμη, ὡς νομίζω, ἂν ὄχι συμπάσης τῆς Βουλῆς, τοὐλάχιστον τοῦ πλείστου μέρους αὐτῆς.
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συμπάσης τῆς Βουλῆς.
§102ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον διαπράττεται — οὐχὶ βεβαίως ἐπίτηδες — εἰς βάρος τῶν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς ἐκείνης. Ὁ Ὑπουργὸς βεβαίως ἐκτελεῖ τὸν νόμον, καίτοι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καλέσῃ καὶ τὰς δύο ἡλικίας, καίτοι ἡ διάταξις τοῦ νόμου δὲν εἶναι ὑποχρεωτική. Διὰ τοῦτο σύστασιν μᾶλλον παρὰ ἐπερώτησιν ποιοῦμαι σήμερον, καὶ συνιστῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βονίτσης συναδέλφου εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ τροποποιῆται ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ καλέσῃ μίαν ἄλλην ἡλικίαν. Δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ τὴν ἐκτελέσῃ.
§103Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Γουλιμῆς δὲν ἔχει δίκαιον εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν. Ἐξ ἐναντίας ἐπιβάλλεται νὰ κληθῇ ἡ ἡλικία ἐκείνη, ἡ ὁποία πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, διότι αὐτὴ δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ κληθῇ πλέον, καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑποβάλει νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων προσπαθοῦμεν νὰ κατορθώσωμεν τὴν ἐξάσκησιν τῶν ἐφεδρειῶν, εὑρίσκω ὅτι τὸ ὀρθὸν εἶναι, ἀφοῦ πρόκειται σήμερον νὰ ἀσκηθῶσιν ἔφεδροι, νὰ ἀσκηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§104Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ἐμὲ γεννᾶται μία ἄλλη ἀπορία. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἡλικία ἡ ἀπολυθεῖσα κατὰ τὸ 1898...
§105Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἀπελύθη. Δὲν ἐκλήθη νὰ ὑπηρετήσῃ.
§106Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐκλήθη διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ὄχι καὶ διὰ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα.
§107Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ναί.
§108Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἡλικία λοιπὸν ἡ ἀπολυθεῖσα κατὰ τὸ 1898 ἐμπεριέχει ἓν τμῆμα τῶν κληρωτῶν, τοὺς κληρωτοὺς τῆς Θεσσαλίας, μὴ γυμνασθέντας, διότι δὲν ἐκλήθησαν. Ἐὰν τοῦτο παραδεχθῶμεν ὡς βάσιν, τὸ νὰ μὴ κληθῇ ἡ ἡλικία αὕτη, ἕπεται, ὅτι ἀποκλείομεν διὰ παντὸς τὴν πρόσκλησιν τῆς ἡλικίας ταύτης εἰς τὰ γενικὰ γυμνάσια πρὸς ἐκγύμνασιν· διότι, ἐὰν δὲν τὴν καλέσωμεν τώρα, δὲν θὰ τὴν καλέσωμεν ποτέ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ἐφέδρων τοῦτο. Ἐὰν τὸ ἓν ὄγδοον τῶν κληρωτῶν τοῦ 1898 — οἱ Θεσσαλοὶ — δὲν ἐξεγυμνάσθησαν, ὑπάρχουσι τὰ ἄλλα ἑπτὰ ὄγδοα, τὰ ὁποῖα ἐκλήθησαν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει καὶ ταῦτα νὰ κληθῶσιν εἰς τὰ γενικὰ γυμνάσια, ὅπως ἐκγυμνασθῶσιν. Εἶναι δὲ ὀρθότερον νὰ κληθῇ ἡ ἡλικία αὕτη, ἐκτὸς ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ ἡλικία ἡ ἀπολυθεῖσα τὸ 1894 θὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν καὶ δὲν θὰ κληθῇ ποτὲ, ἐπηρεάζῃ. Τὸ ὅτι δὲν ἐγυμνάσθησάν τινες τῶν κληρωτῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ 1898, δὲν εἶναι βεβαίως λόγος νὰ μὴ κληθῇ ἡ ἡλικία αὕτη, καὶ νὰ ἀποκλεισθῇ ἀπολύτως — διότι ἀποκλείεται ἀπολύτως, ἐὰν δὲν κληθῇ τώρα εἰς γενικὰς ἀσκήσεις τῆς ἐφεδρείας.
§109Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἡλικία τοῦ 1894 ὑπηρέτησεν ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἡλικίαν ἐν τῷ στρατῷ· εἶναι ἡ ἡλικία ἡ κατ’ ἐξοχὴν δεινοπαθήσασα κατὰ τὸν πόλεμον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι δὲν δύναται διὰ νομοσχεδίου νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον, νὰ καλέσῃ ἄλλην ἡλικίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἡλικία αὕτη ὑπηρέτησεν ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐν τῷ στρατῷ, δικαιοῦται νὰ ἀνακουφισθῇ, καὶ ὀφείλει ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ τὸ πράξῃ διὰ νόμου. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ παραδεχθῶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ ἡλικία αὕτη πρόκειται νὰ μεταβῇ μετ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν καὶ δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ κληθῇ πλέον πρὸς ἄσκησιν. Θεωρητικῶς δύναται τοῦτο νὰ ᾖναι ὀρθὸν, πρακτικῶς ὅμως, οὐσιαστικῶς, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, διότι ἡμεῖς ἐκάμαμεν ἕνα πόλεμον χωρὶς νὰ λάβωμεν ἀνάγκην τῆς ἐθνοφρουρᾶς.
§110ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν καλοῦμεν τοὺς ἀγυμνάστους ὅλους.
§111Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀκριβῶς, ἐὰν ὁ σκοπὸς τῶν ἀσκήσεων ἦναι νὰ ἀσκῶνται ὄχι μόνον τὰ στελέχη, ἀλλὰ καὶ οἱ προσερχόμενοι, δηλαδὴ οἱ ἔφεδροι, δὲν ἔχει κανένα λόγον ἡ πρόσκλησις ἐφέδρων, οἱ ὁποῖοι μετὰ ἕν ἔτος μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Διότι πότε θὰ τοὺς χρησιμοποιήσωμεν; Τὸ ὀρθότερον εἶναι νὰ καλῶμεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται νὰ χρησιμοποιήσωμεν μίαν ἡμέραν. Ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν, οὐδέποτε θὰ τοὺς χρησιμοποιήσωμεν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§113Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν...
§114Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι σχετικόν;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος.
§116ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Εἶναι ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι κανείς.
§118ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Καλούτσης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἐζήτησεν ὁ κύριος Καλούτσης. Λοιπὸν νὰ διακόψῃ ὁ κ. Στάϊκος;
§120Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅπως θέλετε.
§121Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα, ὑποχωρῶ.
§122Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν ἐξηντλήθη. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ σύμπτωσιν σατανικὴν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, αἱ δύο ἡλικίαι, αἱ ὁποῖαι καλοῦνται, παρουσιάζουσι μίαν ἀνωμαλίαν, διότι βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ ἔφεδροι τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1894 δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐδεινοπάθησαν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κληθῶσι πάλιν αὐτοὶ πρὸς ὑπηρεσίαν. Ἐπίσης παρουσιάζεται καὶ ἡ ἀνωμαλία τοῦ 1898, διότι ἐκ τοῦ διαμερίσματος τῆς Θεσσαλίας δὲν ἔχουσιν ὑπηρετήσει. Δὲν γνωρίζω τὰ κατὰ τὰς λεπτομερείας τοῦ νόμου. Ἐν τούτοις τολμῶ νὰ ὑποβάλω μίαν γνώμην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Δύναται νὰ καλέσῃ τὴν ἡλικίαν τοῦ 1898 τοῦ διαμερίσματος τῆς Θεσσαλίας ἐπὶ δύο μῆνας, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωσι καιρὸν ἐπὶ ἕνα μῆνα πρότερον νὰ ἐκγυμνάζωνται ἰδιαιτέρως, τὸν δ’ ἕτερον μῆνα, ἐὰν ἐπιτρέπῃ ὁ νόμος, νὰ συγκληθῶσι μὲ τοὺς λοιποὺς τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς.
§123Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐπιτρέπει ὁ νόμος. Μόνον 40 ἡμέρας.
§124Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν θεωρῆτε, ὅτι εἰς 40 ἡμέρας δύνασθε νὰ ἐκγυμνάσητε αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀγύμναστοι, ἔχει καλῶς, διότι εἶναι καὶ συμφέρον, χάριν τῆς ἰσότητος, νὰ κληθῶσιν αὐτοί. Ἄλλως διὰ νομοθετήματος θὰ ἦναι δίκαιον νὰ κληθῶσι. Τοῦτο ὑποβάλλω ἁπλῶς ὡς γνώμην.
§125Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπάρχει περίπτωσις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν θέλῃ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κρατῇ ἐπὶ 3 μῆνας τοὺς ἀφυπηρετοῦντας, ὡς ἐφήρμοσα ἐγὼ τοῦτο μετὰ τὸν πόλεμον. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ὡσαύτως ἐπιτρέπεται νὰ καλῶνται ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐν τῇ αὐτῇ περιπτώσει καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους μία ἢ δύο κλάσεις ἐπιστρατεύσεως ἐκ τῶν νεωτέρων, ἢ μᾶλλον ἡ μερὶς ἡ ὑπηρετήσασα εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα, ἱππικόν, πυροβολικόν, μηχανικόν, νοσοκομεῖα κλπ.
§126Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§127Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή, νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῆς τῆς διατάξεως διὰ τὰς ἀσκήσεις, εἶμαι πρόθυμος.
§128Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι ἐπωφελέστερον καὶ σκοπιμώτερον νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι, ἐὰν καλέσητε ἀνθρώπους μὴ ὑπηρετήσαντας, θὰ ἦναι δυσκολώτατον. Τὸ ὀρθότερον θὰ ἦναι, νὰ παραταθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπηρετούντων, ἵνα δι’ αὐτῶν γείνωσι τὰ γυμνάσια.
§129Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες τὸ 1894 ἔχουσι δίκαιον νὰ μὴ κληθῶσι, διότι παρέμειναν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ 4 ἔτη, καὶ οἱ τοῦ 1898 δὲν εἶναι ὠφέλιμον νὰ κληθῶσι, διότι παρουσιάζεται ἡ διαφορά, ὅτι πλεῖστοι τῶν κληρωτῶν, καὶ δὴ οἱ ἐκ Θεσσαλίας καταγόμενοι, δὲν ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατόν· σήμερον δὲ, ὅτε πρόκειται νὰ ἐκτελέσωμεν γυμνάσια, δὲν πρόκειται νὰ ἐξασκήσωμεν κληρωτούς, ἀλλὰ νὰ καταρτίσωμεν μεγαλειτέρας ὁμάδας πρὸς κινήσεις περιπλόκους. Ὥστε, ἐὰν καλέσωμεν τὰς ἡλικίας τοῦ 1894 καὶ 1898, θὰ ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς ἓν ἀδίκημα διὰ τοὺς κληρωτοὺς τοῦ 1894, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δύναμιν ἀνεπαρκῆ διὰ τῶν κληρωτῶν τοῦ 1898. Δύναται λοιπόν, ἀφοῦ ὑπάρχῃ παροῦσα ἡ Βουλή, νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ κληθῇ ἄλλη ἡλικία πλήρης, ἡ ὁποία νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν γυμνασίων, καὶ οὕτω νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν γίνονται τὰ γυμνάσια. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ ἢ μόνον διὰ νόμου. Ἐὰν αὐτὰς τὰς ἡλικίας κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ καλέσῃ, πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον αὐτῷ νὰ καλέσῃ τὰς πρὸς ὑπηρεσίαν προωρισμένας ἡλικίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν γυμνασίων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως κληθῶσιν ἄλλαι ἡλικίαι, καλὸν θὰ ἦναι νὰ ἀναβάλῃ τὰ γυμνάσια διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος.
§130Α. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἰσχυρότερα τυγχάνουσι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κυρίου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὡς ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ νομοθέτου. Ὥστε ἐπικρατεστέρα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συντάσσομαι, τοῦ νὰ κληθῇ δηλ. ἡ ἡλικία ἐκείνη, ἥτις μετ’ οὐ πολὺ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἑκάστη τῶν ἡλικιῶν τῆς ἐφεδρείας δέον νὰ πληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἀσκήσεων κατὰ σειρὰν αὔξουσαν.
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρξῃ γνώμη τις κρατοῦσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι πολλαὶ παραστάσεις ἐγένοντο καὶ πολλαὶ γνῶμαι ἐξηνέχθησαν. Ἡ ἀντίρρησις, ἣν ὁ κύριος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς προέβαλε, δὲν μοὶ φαίνεται τοσοῦτον ἰσχυρὰ, διότι, κατὰ τὴν ἀντίρρησιν ταύτην αὐτοῦ, πρόκειται νὰ σπεύσωμεν νὰ καλέσωμεν εἰς ἀσκήσεις ἡλικίαν, ἥτις μετ’ ὀλίγον μεταβαίνει εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Τὸ σύστημα τῆς στρατολογίας, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι σύστημα μᾶλλον σχηματισμοῦ ἐφεδρειῶν, παρὰ σχηματισμοῦ μονίμου στρατοῦ. Καὶ εἶναι μὲν καλὸν καὶ αἱ ἐθνοφρουραὶ νὰ ὦσιν ἠσκημέναι, ἀλλ’ ἐν τόπῳ, οἷος ὁ ἡμέτερος, ἐν τῷ ὁποίῳ τὰ στελέχη εἶναι ὀλίγα, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπαρκοῦσι καὶ πρὸς διοίκησιν ἐθνοφρουρᾶς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προτιμῶμεν νὰ ἀσκῶμεν τὰς ἐφεδρείας περισσότερον, παρὰ νὰ ἐγκαταλείπωμεν τὰς ἀσκήσεις αὐτῶν χάριν τῶν ἐθνοφρουρῶν. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης νὰ γένηται δεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐκ Βονίτσης Βουλευτοῦ, ἤτοι νὰ κληθῇ ἡ σειρὰ τοῦ 1898. Ἐὰν ὅμως ἤθελε κριθῇ στρατιωτικῶς, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ζημία τις, ἐὰν κληθῇ ἡ ἡλικία ἐκείνη, εἰς ἣν ἀνήκουσιν οἱ ἐκ Θεσσαλίας ὑπόχρεοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπηρέτησαν μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἑπομένως δὲν ἠσκήθησαν...
§132Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐπαρκεῖ ὁ ἀριθμός.
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. τότε βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν καὶ τὴν ἡλικίαν ἐκείνην τῶν Θεσσαλῶν, ἥτις δὲν ἠσκήθη παντάπασιν, ἐνῷ, ἐὰν καλέσωμεν ἡλικίαν ἐφεδρείας, θέλομεν ὠφελήσει ἀσκοῦντες αὐτήν. Λοιπὸν ἢ ἡ ἡλικία, τῆς ὁποίας οἱ ὑπόχρεοι ἐκ Θεσσαλίας δὲν ὑπηρέτησαν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι, ἵνα γείνωσιν ἔφεδροι, πρέπει νὰ κληθῇ, ὅπως ἐξασκήσωμεν αὐτὴν κατὰ τὸ, ὥστε, ἐὰν καλέσωμεν τὰς ἐφεδρείας νὰ μὴ ἦναι οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀγύμναστοι, ἢ ἡ ἑτέρα ἡλικία, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ κ. ἐκ Βονίτσης Βουλευτής. Τὴν ἑτέραν τῶν δύο ἡλικιῶν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καλέσωμεν. Ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ψηφίσωμεν ἀσυζητητὶ νομοσχέδιον, ἂν τοιοῦτον ἤθελε προταθῆ πρὸς νομοθέτησιν διατάξεως τοιαύτης.
§134Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύναταί τις καὶ ἄλλην ἑρμηνείαν βεβιασμένην νὰ δώσῃ εἰς τὸν νόμον. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι κατ’ ἔτος πρέπει νὰ καλῶνται περιοδικῶς αἱ ἐφεδρεῖαι, ὥρισε δὲ νὰ καλῶνται οἱ διανύοντες τὸ τέταρτον καὶ τὸ ὄγδοον ἔτος τῆς ἐφεδρείας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐκλήθησαν, ὡς δὲν ἐκλήθησαν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, οἱ διανύοντες τὸ τέταρτον ἢ τὸ ὄγδοον ἔτος, δὲν δύναταί τις νὰ δεχθῇ, ὅτι οἱ μὴ κληθέντες τὸ τέταρτον ἔτος δύνανται νὰ κληθῶσι τὸ πέμπτον. Ἂν ἤθελε θεωρήσει ἡ Βουλή, ὅτι τοῦτο δὲν ἐξέρχεται τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, δύναται νὰ καλέσῃ τοὺς διανύοντας τὸ πέμπτον ἔτος, διότι δὲν ἐκλήθησαν οἱ τὸ τέταρτον διανύοντες. Οὕτω θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ κληθῇ ἄλλη ἡλικία, διότι βλέπετε μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐξ ἀνάγκης ἐνεπέσαμεν, ὅτι ὑπάρχει τὸ ἄτοπον, διὰ μὲν τὴν μίαν, ὅτι δὲν ἐξησκήθησαν οἱ ἐκ Θεσσαλίας κληρωτοί, διὰ δὲ τὴν ἄλλην, ὅτι κατεπονήθησαν οἱ κληρωτοὶ αὐτῆς. Ἑπομένως οὔτε διὰ τὴν μίαν οὔτε διὰ τὴν ἄλλην συνηγορεῖ ἡ ἐκλογή. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ἐκτὸς ἐὰν θελήσωμεν διὰ νέου νόμου νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν.
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως διὰ νόμου.
§136Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι περιέχει τι τὸ ἄτοπον τὸ νὰ ὁρίζωνται εἰς τὸν Ὑπουργὸν αἱ ἡλικίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ κληθῶσι. Βεβαίως ὁ νόμος ἔπραξε τοῦτο ἐκ προνοίας, ὅπως ἑκάστη ἡλικία καλῆται, διαρκοῦντος τοῦ χρόνου ἐν ἐφεδρείᾳ, δὶς, καὶ ὥρισεν, ὅτι αἱ ἡλικίαι τοῦ τετάρτου καὶ τοῦ ὀγδόου ἔτους θὰ καλῶνται τακτικῶς· ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν ἀνώμαλον, διότι πάντοτε δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἐνόησεν ὁ νόμος, ὅτι, ὅταν θὰ ἐξέλθῃ ἡλικία τις τοῦ τετάρτου ἢ τοῦ ὀγδόου ἔτους, ἐκφεύγει ὁριστικῶς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ κληθῇ καὶ ἀσκηθῇ. Ἂν ἤθελεν οὕτως ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος, θὰ ἦτο ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλέσῃ ἄλλην ἡλικίαν. Λοιπὸν ἢ πρέπει νέον νόμον νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἢ πρέπει μίαν τοιαύτην ἑρμηνείαν—ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, βεβιασμένην—νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, ἵνα κληθῇ ἄλλη ἡλικία.
§137Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐγὼ, ὑποβαλὼν τὸ Διάταγμα πρὸς ὑπογραφήν, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ νὰ ἐφαρμόσω τὸν νόμον...
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σᾶς ἐλέγχομεν.
§139Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Θὰ ἐξηγηθῶ... Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ ἄλλως πως νὰ γείνωσι τὰ πράγματα, ἐγὼ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν θέλησιν αὐτῆς· ὀφείλω ὅμως νὰ κάμω γνωστὸν πρὸς αὐτήν, ὅτι ὑπάρχουσι προθεσμίαι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν γυμνασίων. Οἱ ἔφεδροι πρέπει νὰ ὦσι παρόντες τὴν 1 Μαΐου, ἵνα ὦσιν ἐλεύθεροι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των ἀπὸ τῆς 1 μέχρι τῆς 10 Ἰουνίου, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς ἀφήσῃ πρότερον. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ὦσι παρόντες τὴν 1 Μαΐου. Λοιπόν, ἐὰν ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, μέχρις οὗ τοῦτο ψηφισθῇ...
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§141Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. .. μέχρις ὅτου κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, θὰ παρέλθῃ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν.
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσεν ἐπιθυμίαν, νὰ μὴ κληθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου δέον νὰ κληθῶσι, δηλαδὴ οἱ κληρωτοὶ τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1894 καὶ 1898, διότι οἱ μὲν τοῦ 1894 παρέμειναν ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὸν στρατόν, μέρος δὲ τῶν τοῦ 1898 ἔμειναν ἀγύμναστοι, διότι δὲν ὑπηρέτησαν, φρονῶ ὅτι τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, εἶναι νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αἱ διαθέσεις, αἱ τελευταῖον ἐκδηλωθεῖσαι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι τοιαῦται, ὥστε δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει ψηφισθῆ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἄλλως ἢ διὰ νομοσχεδίου· καὶ τοῦτο εἶπον.
§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, διότι ἡ ἑρμηνεία ἡ διδομένη εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ πράξῃ τι ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου.
§145Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἤθελον παρακαλέσει, εἶναι νὰ μοὶ ὑποδείξητε τὴν ἡλικίαν, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ χρονοτριβή.
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καλέσατε ὑμεῖς μίαν ἡλικίαν, οἱανδήποτε θέλετε.
§147Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, πότε θὰ κληθῇ ἡ ἡλικία τοῦ 1898; Ἀποκλείοντες αὐτὴν νὰ κληθῇ σήμερον, θὰ τὴν ἀποκλείσωμεν διὰ παντός;
§148Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.
§149Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δίκαιον.
§150Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον δὲν καλοῦνται ὅλαι αἱ ἡλικίαι.
§151Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀποκλεισθῇ τοῦ βάρους ἢ τοῦ εὐεργετήματος τῆς κλήσεως ἡ ἡλικία αὕτη.
§152Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τί θέλετε νὰ πράξωμεν, ἀφοῦ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι αὐτό;
§153Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ καλέσητε τοὐλάχιστον τοὺς τοῦ τετάρτου ἔτους καὶ ἄνευ νόμου.
§154Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς εἶπον τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν τοὺς καλοῦμεν.
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰς ἀσκήσεις τῶν ἐφέδρων καλοῦνται οἱ διανύοντες τὸ τέταρτον ἢ τὸ ὄγδοον τῆς ἐφεδρείας ἔτος. Ὅταν δὲ φθάσωμεν εἰς τὸ ὄγδοον ἔτος, οἱ τῆς ἡλικίας, ἡ ὁποία διατρέχει νῦν τὸ τέταρτον, θὰ κληθῶσι.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κυνουρίας βουλευτὴς κ. Καλούτσης ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν νόμου: «Ἐπιτρέπεται κατ’ ἐξαίρεσιν, ὅπως κατὰ τὰς ἀσκήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι γείνῃ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, κληθῶσιν αἱ ἡλικίαι αἱ ἄγουσαι τὸ τρίτον καὶ πέμπτον ἔτος τῆς ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ.» (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 137).
§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδιον.
§158Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ περὶ πυρίτιδος καὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, καταθέτω ἐγγράφους πληροφορίας. Περὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησε χθὲς, αὔριον θέλω δώσει ἀπάντησιν. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 διὰ τὸν τρέχοντα μῆνα Μάρτιον. Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ ἐκδόσεως εἰς πολυετῆ ἑνιαίαν ἐργολαβίαν τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους».
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα μετὰ τῶν αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 138 καὶ 139). Ὁ κύριος Στυμφαλιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§160Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§161Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου ζύθου».
§163Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Βιτάλης.
§165Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι τὸ μόνον νομοσχέδιον, Κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ, διότι πρόκειται περὶ φορολογίας εἴδους τοιούτου, τὸ ὁποῖον οὔτε τῆς πρώτης οὔτε τῆς δευτέρας οὔτε τῆς τρίτης ἀνάγκης εἶναι· ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν χρήζει μεγάλης συζητήσεως. Δίκαιον ὅμως εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις διὰ τοὺς παράγοντας τὸν ζῦθον ἐργοστασιάρχας, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καταστρέφονται. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ φορολογία νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν κατανάλωσιν, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν· ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καταστρέφονται πέντε μεγάλα ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν Ἑλλάδι, τρία ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἓν εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ἕτερον εἰς τὸν Βόλον. Δύο τῶν ἐργοστασιαρχῶν τούτων μὲ ἐπεσκέφθησαν καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ, ἀφοῦ ἄλλως πρόκειται περὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ παρακαλέσω μόνον νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία μου.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§167Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετήσωμεν καλῶς τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ γείνωσιν αἱ δυναταὶ τροπολογίαι, ὅπως, εἰ δυνατὸν, μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται ἡ ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγωγὴ βύνης. Δύναται ὅμως νὰ ἐπιτραπῇ, τῇ ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ παρασκευὴ βύνης ἐν ἐργοστασίῳ τιθεμένῳ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου. Ἐπὶ τῆς ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγομένης βύνης ἐπιβάλλεται τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ παρόντος νόμου δικαίωμα καταναλώσεως ἐκ λεπτῶν 80 κατ’ ὀκᾶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο προκαταβάλλεται ἐπὶ τῇ πρὸς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον δηλώσει τοῦ παραχθησομένου ποσοῦ.»
§169Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι λίαν ἐπιτυχής, διότι αἴρει μίαν ἀπαγόρευσιν χρησιμοποιήσεως ἑνὸς προϊόντος τοῦ τόπου, τῆς κριθῆς. Ἀλλὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχει τι τὸ ἀόριστον, διότι λέγει, ὅτι «τὸ δικαίωμα τοῦτο προκαταβάλλεται ἐπὶ τῇ πρὸς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον δηλώσει τοῦ παραχθησομένου ποσοῦ.» Ὑποτίθεται, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἱδρύσῃ κατάστημα παραγωγῆς βύνης, πρέπει νὰ προπληρώσῃ τὸν ὅλον ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ παραγάγῃ. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἀφοῦ μάλιστα τὸ κατάστημα τοῦτο, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου, εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Δημοσίου, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι τοῦ ποσοῦ τῆς βύνης, τὸ ὁποῖον θὰ παράγῃ ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἐκείνου τοῦ ποσοῦ τὸν φόρον, πρὸς 80 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, θὰ καταβάλλῃ.
§170Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν παρατήρησίν σας.
§171Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ ἐκ τοῦ ἄρθρου, ὅτι ὁ παράγων βύνην θὰ προκαταβάλλῃ τὸν φόρον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ παράγῃ καθ’ ἑβδομάδα ἢ κατὰ δεκαπενθήμερον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§173Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου ζητεῖ, ὅπως «ἐκ τοῦ διπλοτύπου βιβλίου τῆς εἰσαγομένης ἢ ἐξαγομένης βύνης ὁ ζυθοποιὸς ἀποκόπτῃ καὶ ἀποστέλλῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον τὸ ἕτερον φύλλον, ἅμα τῇ ἐγγραφῇ ἑκάστης εἰσαγωγῆς ἢ ἐξαγωγῆς τῆς βύνης καὶ ἅμα τῇ λήξει τῆς ἐργασίας ἑκάστης πληρώσεως». Ἐὰν πρόκηται ἅμα τῇ λήξει τῆς ἐργασίας ἑκάστης πληρώσεως νὰ σταλῇ δηλωτικὸν τῆς καταναλωθείσης βύνης, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι ὀφείλει ὁ ζυθοποιὸς νὰ πέμπῃ διπλότυπον τοῦ παραχθέντος ζύθου καὶ τῆς χρησιμοποιηθείσης βύνης, ὥστε νὰ καταφαίνηται, ἂν παρήχθη ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς βύνης ὁ ἀνάλογος ζῦθος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§175Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐνταῦθα παρουσιάζεται τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη καὶ εἰς ἕτερον νομοσχέδιον, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἀπόπειραν ἡ αὐτὴ ποινή, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸ τελεσθὲν ἔγκλημα. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§177Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι διὰ τοῦ ἐδαφίου γʹ ζητεῖται ἡ ἄδεια παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ ἐκδοθησόμενον Βασιλικὸν Διάταγμα ἐπιβάλλῃ ποινάς.
§178Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα.
§179Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Διάταγμα θὰ ὁρίσῃ πότε θὰ ἐπιβάλληται αὐτὴ ἡ ποινή. Ποία θὰ ᾖναι ἡ ποινή, ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ· ἀλλ’ ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλληται αὐτὴ ἡ ποινὴ, θὰ ὁρίζηται κατὰ τὸ ἐδάφιον γʹ εἰς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα.
§180Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ παρατήρησις εἶναι πολὺ ὀρθή, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ διάταξις, ὡς ἔχει. Ὅλαι αἱ περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὁρίζει, καὶ καθ’ ἃς ἐπιβάλλει ποινὰς, ἔχουσι καλῶς· ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τῆς κρατήσεως καὶ πρόστιμον μέχρι δραχμῶν 500 δι’ ὅλας τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας θὰ ὁρίσῃ καὶ κανονίσῃ τὸ ἐκδοθησόμενον Διάταγμα, τοῦτο ὑπερβαίνει τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ποινὰς, οὔτε ὁ δικαστὴς δύναται οὕτως ἐπιβληθείσας ποινὰς νὰ ἐφαρμόζῃ.
§181Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Προκειμένου περὶ κανονισμοῦ τοῦ προστίμου, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γίνηται διάκρισις μεταξὺ προστίμου καὶ χρηματικῆς ποινῆς. Ὅταν θέλητε νὰ εἰσάγηται ἡ πρᾶξις εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, πρέπει χρηματικὴν ποινὴν νὰ ὁρίσητε.
§182Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου εἰσαγωγῆς.» Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος.
§184Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν σήμερον, εἶναι, ὡς γνωρίζετε, ἀπότοκον ἄλλου νομοσχεδίου, ψηφισθέντος ἤδη παρ’ ἡμῶν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», ὑπεβλήθη δὲ εἰς ἀντικατάστασιν ἄλλου πάλιν νομοσχεδίου, προηγουμένως ὑποβληθέντος, τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ περὶ σίτου, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, μόλις γεννηθὲν, βρέφος ἔτι ἀσπαργάνωτον, ἔσπευσε νὰ παρουσιάσῃ ἐν τάχει ἐνώπιον ἡμῶν, χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος, ὁ εὐδαίμων πατὴρ, καὶ παρέστησεν ἐκθειάζων, ὅτι ἀνάπλεον ἦτο καὶ καλλονῆς καὶ χαρίτων, παρέστησεν ὡς τὸν Ἄδωνιν τῶν φόρων καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ὡς τὸ θαῦμα τῆς συγχρόνου φορολογικῆς σοφίας! Δύο ἰδιότητες αὐτοῦ ἰδίως, δύο χάριτες ἐνέπνεον ἐνθουσιασμὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διαθρύπτουσαι συγχρόνως καὶ τὴν πατρικὴν αὐτοῦ ὑπερηφάνειαν καὶ φιλαυτίαν. Πρῶτον ἡ ἰδιότης, ἡ χάρις τῆς σταθερότητος. Ἔμελλε δηλονότι ν’ ἀποτελέσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο πόρον σταθερώτατον τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὑπὲρ οὗ προωρίζετο, καὶ δὴ τοιοῦτον, ὥστε, χρησιμοποιούμενος ὥς τι ἐνέχυρον, νὰ παρέχῃ πᾶσαν ἀσφάλειαν καὶ ἐγγύησιν εἰς τὸν μέλλοντα δανειστήν. Δευτέρα ἰδιότης ἢ χάρις τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ἡ προστασία τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ἐπιστεύθη δηλαδή, καθὼς φαίνεται, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἐὰν δὲν παράγηται ἐν Ἑλλάδι σῖτος ἐπαρκὴς διὰ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, τοῦτο συμβαίνει, διότι ὁ ἐγχώριος σῖτος δὲν δύναται νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον, καὶ ὅτι εὐθὺς ὡς ἤθελε ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ προστατευτικόν, τῶν 2½ λεπτῶν, ἡ Ἑλλὰς ἤθελε κατορθώσει ταχέως νὰ εἶναι σιτάρκης. Ἐτόλμησα τότε νὰ παρατηρήσω, καίτοι ἔτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ φανῶ ὑπερμέτρως δυσάρεστος εἰς τὸν εὐτυχῆ πατέρα τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ δύο χάριτες ἐκεῖναι, περὶ ὧν ὡμίλει τοσοῦτον ἐγκωμιαστικῶς, καὶ τὰς ὁποίας τοσοῦτον ἐθαύμαζε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνυπάρξωσι καὶ νὰ συζήσωσιν ἁρμονικῶς ἡ μία παρὰ τὴν ἄλλην, καθόσον συνεκρούοντο πρὸς ἀλλήλας καὶ ἐγρονθοκοποῦντο, καθ’ ὃν τρόπον ὁ Ἠσαῦ καὶ ὁ Ἰακὼβ ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μακαρίτιδος Ρεβέκκας. Προφανῶς ἡ μία χάρις ἦτο ἀναίρεσις τῆς ἄλλης· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἤθελε γένηται σιτάρκης, χάρις εἰς τὴν προστασίαν τοῦ νομοσχεδίου, τότε ἡ προστασία τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἤθελεν ἐκμηδενίσει τὸ εἰσόδημα τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, διότι δὲν θὰ εἰσήρχετο ἔξωθεν σῖτος, τὸν ὁποῖον νὰ φορολογήσωμεν. Καὶ ἀντιστρόφως, ἂν τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης ἐπραγματοποίει ἔσοδα διὰ τοῦ τελωνισμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ σίτου, ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ δὲν ἤθελε δοκιμάσει καμμίαν εὐεργετικὴν ἐπιρροὴν ἐκ τοῦ Σιμοπουλικοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησίς μου ἐκείνη, ἐν τῷ ἐξάλλῳ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἐνθουσιασμῷ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος ἐπέμενεν ὑποστηρίζων, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν του ἤθελε φέρει εἰς ἡμᾶς συγχρόνως δύο λαγωούς. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἑσπέραν τινὰ ἀπροσδοκήτως μανθάνομεν παρὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅτι ὁ Νάρκισσος ἐκεῖνος ἀπέθανεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τοῦ σίτου, παθὸν ἐκ μαρασμοῦ, ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐν Κυρίῳ ἠρέμα. Φαίνεται λοιπὸν καὶ ἀποδεικνύεται ἑκάστοτε ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ λεγόμενον, ὅτι ἄδικον εἶναι καὶ σκληρὸν τὸ πεπρωμένον, καὶ, ὡς ἔγραφεν ὁ Malherbe, παρηγορῶν φίλον του ἐπὶ τῷ ἀώρῳ θανάτῳ προσφιλοῦς κόρης, εἰς τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο καὶ ὡραῖον τετράστιχόν του, τὰ ὡραιότερα πράγματα τοῦ κόσμου τούτου ἔχουσι καὶ τὴν οἰκτροτέραν τύχην. Ἔζησε λοιπὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὅσον ζῶσι τὰ ῥόδα, τὸ διάστημα μιᾶς πρωΐας. Ἀλλ’ ὁ Θεὸς, μέγας πάντοτε καὶ πάντοτε οἰκτίρμων, οὐδένα ἐᾷ ἀπαρηγόρητον ἐν τούτῳ τῷ κόσμῳ, καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, ὄρνις πολυτόκος φορολογικὴ, ἔφερεν εὐτυχῶς εἰς φῶς ἀμέσως ἕτερον ᾠὸν φορολογικόν, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν κρίνῃ τις αὐτὸ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄλλο, θὰ εὕρῃ, ὅτι δὲν ὑστερεῖ μὲν εἰς καλλονὴν καὶ εἰς χάριν, ἀλλ’ ὅτι, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν ἰδιότητα τῆς προστασίας τῆς γεωργίας, ἔχει τὴν σταθερότητα, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ τὸ ἄλλο. Ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τὸ νομοσχέδιον «περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι βεβαίως εἶναι σταθερώτερον τοῦ ἄλλου, διότι ἡ πρόσοδος αὐτοῦ εἶναι σταθερωτέρα τῆς ἄλλης, ἡ ὁποία ἐδημιουργεῖτο διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ σίτου ἐπιβολῆς προσθέτου δασμοῦ, καὶ ἥτις ἔτρεχε τὸν κίνδυνον τῆς ἐκμηδενίσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει παρήγετο εἰς τὴν χώραν σῖτος ἱκανὸς διὰ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἂν θελήσωμεν αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ νὰ κρίνωμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ εὕρωμεν, ὅτι καὶ τοῦτο δὲν εἶναι τόσον σταθερὸν, δηλαδὴ δὲν ἀποτελεῖ σταθερόν τινα πόρον ἢ εἰσόδημα, διότι σχετίζεται πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ φράγκου, καὶ θὰ ὑπόκηται ἀναγκαίως τὸ εἰσπραχθησόμενον ἔσοδον εἰς ἀναλόγους πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ φράγκου διακυμάνσεις. Ἀλλὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν θὰ ὁμιλήσω σήμερον, διότι ἀνάγεται εἰς ἄλλην σφαῖραν σκέψεων, περὶ ὧν οὐ τοῦ παρόντος. Ἐπιφυλάττομαι νὰ πράξω τοῦτο εἰς ἄλλην, μᾶλλον εὔθετον, συζήτησιν. Θὰ ἐξετάσω λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὸ τὴν καθαρῶς φορολογικὴν αὐτοῦ ἔποψιν καὶ σημασίαν, διὰ νὰ εὕρωμεν, ποίας θυσίας ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἂν ὀρθῶς ἐπιβάλλονται αὗται εἰς αὐτόν. Εἶναι εὐνόητον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ κανεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅσον ἁπλοῦς καὶ ἂν ἦναι, ὅτι πρόκειται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ βαρυνθῇ μόνον διὰ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, δηλ. μὲ 3 ἕως 3½ ἑκατομμύρια δραχμάς. Τοιαύτη ἀντίληψις τοῦ πράγματος θὰ ἦτο τὰ μάλιστα χονδροειδὴς, καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν νοημοσύνην μιᾶς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ μάλιστα ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἑνὸς τῶν νοημονεστέρων λαῶν τῆς ὑφηλίου. Θὰ βαρυνθῇ—καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ πολὺ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ,—μὲ πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν, καὶ εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ σπουδαιότης, δηλαδὴ ἡ ἐγκληματικὴ σπουδαιότης τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον φέρει τραῦμα μέγα εἰς τὸν ἱκανῶς ἤδη βεβαρημένον λαόν. «Ὁσάκις (παρατηρεῖ ὁ Beaulieu) φορολογοῦσιν αἱ Κυβερνήσεις ἐν τοῖς τελωνείοις προϊόντα παραγόμενα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸν καταναλωτὴν θυσίαν ὑπερτέραν πάσης ἀναλογίας ὡς πρὸς τὸ πραγματοποιούμενον ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης ἔσοδον τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι πολλάκις ἡ ἀναλογία αὕτη ἀνέρχεται ὡς 4, ὡς 5, ὡς 8, ὡς 10 πρὸς ἕν.» Δηλαδὴ, ἂν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς πρόκηται τὸ Κράτος νὰ πραγματοποιήσῃ ἐπὶ πλέον ἔσοδον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, οἱ πολῖται, ὁ λαὸς θὰ πληρώσωσιν ἐπὶ πλέον 4 ἑκατομμύρια ἢ 5 ἢ 6 καὶ ἐνίοτε 10 ἑκατομμύρια. Διὰ ποῖον λόγον συμβαίνει τοῦτο; Ἐξηγεῖ τὸν λόγον ἡ πεῖρα καὶ ἡ ἐπιστήμη μετὰ πολλῆς ἀκριβείας, μὴ ἐπιδεχομένης καμμίαν ἀπολύτως ἀντίρρησιν ἢ ἀντιλογίαν. Ὁ δασμὸς (διδάσκει ἡ ἐπιστήμη) ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν δὲν ἐπιβάλλει εἰς τὸν λαὸν θυσίας ἀναλόγους πρὸς τὸ εἰσπραττόμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους χρηματικὸν ἔσοδον, ἀλλὰ πολὺ ὑπερτέρας, διότι αὐξάνει καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἐν τῷ τόπῳ παραγομένων καὶ καταναλισκομένων εἰδῶν. Ἄν λόγου χάριν διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου αὐξάνῃ περίπου ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἡ τιμὴ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἀλεύρων καὶ σίτων, θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ 140,000,000 ὀκάδων σίτου, εἰσαγομένων ἔξωθεν, πρὸς ἓν λεπτὸν, δραχμὰς 1,400,000. Ἀλλ’ αἱ εἰσαγόμεναι ἔξωθεν 140,000,000 ὀκάδες σίτου δὲν ἐξαρκοῦσιν εἰς τροφὴν ἡμῶν· παράγει καὶ ὁ τόπος 300 ἑκατομμύρια ὀκάδας σίτου, καὶ ὁ λαὸς θὰ πληρώσῃ ἓν λεπτὸν ἐπὶ πλέον καὶ εἰς τὰ 300 ταῦτα ἑκατομμύρια σίτου, διότι καὶ τούτου θ’ αὐξήσῃ ἡ τιμή. Ἑπομένως, ἐνῷ τὸ Κράτος θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῆς τελωνιακῆς αὐξήσεως ἐτησίως 1,400,000 δραχμὰς, οἱ πολῖται θὰ ἐπιβαρύνωνται ἐτησίως μὲ τοῦτο τὸ 1,400,000, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως μὲ 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσωσι διὰ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἐγχωρίου σίτου· ἤτοι τὸ Κράτος θὰ εἰσπράξῃ 1 ἑκατομμύριον, καὶ οἱ πολῖται θὰ πληρώσουν 4,400,000 δραχμάς. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβήσεται καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων προϊόντων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται μὲν κατὰ ποσὸν ἔξωθεν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα κατὰ ποσὸν ἐπίσης παράγονται ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ καταναλίσκονται ἐπίσης. Λόγου χάριν, διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου θ’ αὐξήσῃ ἡ τιμὴ τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης ζακχάρεως. Ἀλλὰ ζάκχαρις ἱκανὴ τώρα παράγεται καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· καὶ τῆς ζακχάρεως ταύτης ἐπίσης θ’ αὐξήσῃ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἀναλόγως ἡ τιμή. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τοῦ βάμβακος, ἐπὶ τῶν ὑφασμάτων, ἐπὶ τῶν δερμάτων, ἐπὶ χιλίων ἄλλων εἰδῶν, παραγομένων ἐν τῷ τόπῳ. Ὑπάρχει διὰ τοῦτο μεγάλη δυσαναλογία—ἀξία, ἐπαναλαμβάνω, πάσης τῆς προσοχῆς ὑμῶν, ἀξία τῆς προσοχῆς πάσης φρονίμου Κυβερνήσεως—μεταξὺ τῆς ζημίας, ἥτις ἐπέρχεται εἰς τὸν καταναλωτὴν λαὸν ἐκ τῆς αὐξήσεως ἐν συνόλῳ καὶ συλλήβδην πάντων ἀδιαφόρως καὶ ἀμελετήτως τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν καὶ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι Βουλευταί, ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν ἐσόδων ἀνταποκρίνεται πάντοτε πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν δασμῶν; Δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ κανεὶς ἐξ ὑμῶν, ὁσονδήποτε ἀφελὴς καὶ ἂν ἦναι, ὅτι, ὅσον αὐξάνομεν τὰ τέλη, τοσοῦτον θὰ εἰσπράττωμεν καὶ περισσότερα. Ὑπάρχει δυστυχῶς ἓν ὅριον, καὶ ὑπερπηδῶντες τὸ ὅριον τοῦτο λογικῆς δασμολογήσεως τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν οὐχὶ αὔξησιν, ἀλλ’ ἐλάττωσιν τῶν τελωνιακῶν ἡμῶν ἐσόδων. Ἡ οἰκονομολογικὴ ἐπιστήμη διδάσκει, ὅτι ὁ γενικὸς κανὼν, ὁ ἀπαράβατος, ἐπὶ ποινῇ πικρῶν ἀπογοητεύσεων, εἶναι, ὅτι τὰ τέλη πρέπει νὰ ὦσι μέτρια, διὰ νὰ ἦναι καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἱκανά. Ἐὰν ὑπερβῶμεν τὸ ὅριον, τότε ἢ παρακμάζει ἡ κατανάλωσις, περιορίζεται τὸ ἐμπόριον, περιστέλλεται ἡ βιομηχανία, ἢ ἀκμάζει καὶ ἀναθάλλει τὸ λαθρεμπόριον, διότι ἡ αὔξησις τῶν τελῶν κεντρίζει τὴν δραστηριότητα τῶν λαθρεμπόρων διὰ τῆς ἐλπίδος μεγαλειτέρων κερδῶν. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ὅριον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ὑπερβῶμεν; Ἡ ἐπιστήμη δὲν δύναται νὰ προσδιορίσῃ μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας· ἡ πεῖρα μόνη διδάσκει ἀσφαλῶς, ἡ κυβερνητικὴ ὀξύνοια δύναται κατὰ προσέγγισιν νὰ ἀνεύρῃ εἰς ἑκάστην ἰδιαιτέραν περίπτωσιν, καὶ πρέπει οἱ νομοθετοῦντες καὶ αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἔχωσι τὴν φρόνησιν νὰ εὑρίσκωνται πάντοτε κάτω τοῦ ὁρίου τούτου, καὶ οὐχὶ πέραν αὐτοῦ. Διότι, ἂν ὑπερπηδήσωσι τὸ ὅριον τοῦτο, ὡς συνέβη ἄλλοτε ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις, οὐ μόνον τὸ Δημόσιον ζημιοῦται, βλέπον ἐλαττουμένας τὰς εἰσπράξεις του, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμπόριον φθίνει, καὶ ἡ βιομηχανία μαραίνεται, καὶ οἱ καταναλωταὶ δυστυχοῦσιν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιβολὴ τῆς νέας ταύτης καὶ ἀθρόας φορολογίας ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς δυνάμεις τὰς οἰκονομικὰς τοῦ Κράτους; Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δύναται νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος τοσοῦτο μεγάλων χρηματικῶν θυσιῶν; Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξήτασα καὶ ἄλλοτε ἐνταῦθα, ἀπέδειξα δὲ, ὅτι τὸ ὅριον τῆς παρ’ ἡμῖν φορολογίας ἔφθασεν εἰς τηλικοῦτον ὕψος, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει πλέον νέαν αὔξησιν. Ἐγένοντο πρὸς ἀπόδειξιν τούτων καὶ διάφοροι ὑπολογισμοὶ, ὁ δὲ ἐμὸς συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς διὰ μακρῶν καὶ πειστικῶς ἐνῃσχολήθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὥστε νὰ μὴ ᾖ ἀνάγκη νὰ ἐνασχοληθῶ καὶ ἐγὼ περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἁπλῶς ἀποβλέψῃ τις εἰς τὰ ἐπιβαλλόμενα ἐν ἄλλοις ἔθνεσι βάρη, θέλει πεισθῆ διὰ συγκρίσεώς τινος πράγματι, ὅτι ὠθήσαμεν τὴν φορολογίαν εἰς τοιοῦτον ὅριον, ὥστε πέραν αὐτοῦ ἄρχεται ἡ οἰκονομικὴ παράλυσις καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀποσύνθεσις. Ἐνδείξεις τοιαύτας ἔχομεν πολλάς, ἀπέδειξα δὲ δι’ ὅσων πρὸ ἡμερῶν ἐνταῦθα εἶπον, ὅτι καὶ ἡ μετανάστευσις καὶ ὁ ἀθρόος ἐκπατρισμὸς τῶν φορολογουμένων τοῦτο ἀκριβῶς μαρτυρεῖ, τὴν ἀδυναμίαν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας πρὸς τὸ φορολογεῖσθαι ἐπὶ πλέον. Ὅτι δὲ δὲν λέγω ἢ μόνον πραγματικὴν ἀλήθειαν, θὰ πεισθῆτε ἐξ ὅσων ἀνέφερα ἄλλοτε περὶ τῆς γνώμης ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον ὑμεῖς μάλιστα, οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης, τῆς δεξιᾶς, ἔχετε, καὶ πολὺ δικαίως, ἄπειρον ὑπόληψιν καὶ ἐμπιστοσύνην, καὶ πρὸς οὗ τὴν ἐμπειρίαν τὴν οἰκονομολογικὴν τρέφετε σεβασμὸν, θὰ πεισθῆτε, λέγω, ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λεχθέντων ἄλλοτε ἐντεῦθεν. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιστοποίει μὲ τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντίαν αὐτοῦ τὴν οἰκονομικὴν καὶ πατριαρχικὴν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τοιοῦτον ὅριον φορολογικὸν, ὥστε οὔτε σκέψις οὔτε λόγος οὔτε συζήτησις ἠδύνατο νὰ γένηται πλέον περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων. Ἠρώτησα πολλάκις τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν — καὶ νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο εἶχε καὶ ἔχει μεγάλην ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσῃ — τὸν ἠρώτησα νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ποῖα εἶναι τὰ οἰκονομικὰ ἐκεῖνα εὐτυχῆ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἔκτοτε, καὶ τὰ ὁποῖα ἔπεισαν αὐτὸν νὰ μεταβάλῃ γνώμην, καὶ δὴ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ζητῶν παρ’ αὐτῆς τοσούτους νέους φόρους, ἀφοῦ ἤδη πρὸ 5 ἢ 6 ἐτῶν τὸ Κράτος δὲν ἠδύνατο νὰ βαστάσῃ τὴν ὑφισταμένην φορολογίαν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σιωπᾷ, ἐπιμόνως σφραγίσας τὰ χείλη αὐτοῦ διὰ κηροῦ ἱσπανικοῦ, καὶ ὁμιλῶν μόνον ὁσάκις πρόκηται νὰ εἰσαγάγῃ κανὲν νέον εἶδος φόρου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς περιορίζεται ἄνευ πολλῆς συζητήσεως νὰ λέγῃ εἰς τὴν Βουλὴν «ψηφίσατε τοὺς φόρους τούτους», χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ βαστάσωμεν τὰ νέα χρηματικὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ζητεῖ παρ’ ἡμῶν. Ἔλεγε λοιπὸν τότε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι νέοι φόροι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν, ἀλλ’ ἔκτοτε, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον...
§185Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποίας ἐποχῆς;
§186Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1897.
§187Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἠρώτησα.
§188Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἦτο ἡ παραφορὰ τῶν φόρων.
§189Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διϊσχυρίζετο, ὅτι οὐδὲ συζήτησις ἔπρεπε νὰ γείνῃ περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἐγὼ παρατηρῶ μίαν τινὰ πρόοδον εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπλήρωσεν, ὡς ἄλλοτε ἀπέδειξα, 70 ἑκατομμύρια ὅλα ἐπὶ πλέον ἢ ὅσα ἐπλήρωσε κατὰ τὸ 1896· διότι παρατηρῶ, — καὶ θὰ ἀναφέρω πολλάκις τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀνησυχεῖ τινας ἐνταῦθα, τὸ ἔτος 1896, διὰ νὰ ἀποδείξω τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα — παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὸ 1896 τὸ Κράτος τοῦτο ἐκυβερνήθη μὲ ἔξοδα, κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, μόνον δραχμῶν 56,565,000. Ἀλλ’ ὅτε ἦλθε τὸ ἔτος 1899, κυβερνῶντος τοῦ κυρίου Θεοτόκη, καὶ διευθύνοντος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου, διὰ νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος, διὰ τὴν καθαρὰν αὐτοῦ διοίκησιν, ἐχρειάσθησαν τότε 61 ἑκατομμύρια. Κατὰ δὲ τὸ 1900 ἐπλήρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διὰ νὰ διοικηθῇ, 63 ἑκατομμύρια, ἤτοι 12 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον διὰ τὰ 2 ἔτη. Ἀλλ’ ὁ κατὰ τὸ 1901 Προϋπολογισμὸς περιελάμβανε δαπάνας 70 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἀνέγραφε μόνον 63 ἑκατομμύρια. Ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 περιεῖχεν 77 ἑκατομμύρια. Ἤτοι ἐν συνόλῳ εἰς τὰ τέσσαρα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνησε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ τοῦ κ. Ζαΐμη, τὸ τελευταῖον, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπλήρωσε 33 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον, μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν καθαρὰν αὐτοῦ διοίκησιν. Ἀλλ’ ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ ἔτους 1902 — ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ περισσότερον ἀνώμαλος ὁμολογουμένως — δὲν εὐθύνει καὶ δὲν βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο Ὑπουργὸς μὲν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἄλλος, ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Νέγρης, Πρωθυπουργὸς δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος κ. Ζαΐμης. Δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβές. Ἀκούω πολλάκις νὰ γίνηται λόγος ἐνταῦθα περὶ εὐθύτητος καὶ εἰλικρινείας, καὶ δύναμαι καὶ δικαιολογοῦμαι νὰ ἐρωτήσω, ποῦ εἶναι ἡ εἰλικρίνεια αὕτη καὶ ἡ εὐθύτης, ὅταν θέλωμεν νὰ ῥίψωμεν εἰς βάρος τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Ζαΐμη τὴν διαχείρισιν τοῦ ἔτους 1902, ἀφοῦ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἐκείνου ὑπεστήριξεν ἡ πλειονοψηφία τοῦ κ. Θεοτόκη, ὑπεστήριξε καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Σιμόπουλος; — διότι ὑπὸ τὰ νεύματα αὐτοῦ, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν αὐτοῦ, καὶ μὲ τὴν θέλησιν αὐτοῦ ἐξεπλήρωσεν, ὡς οἱονεὶ ἁπλοῦς ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ, ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος τὰ ὑπουργικά του καθήκοντα.
§190Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀδικεῖτε πολὺ τὸν τότε Ὑπουργόν.
§191Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, κύριε Ὑπουργέ, τὴν συζήτησιν ἐκείνην κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Δὲν ἤμην Βουλευτής, συνέπεσεν ὅμως ἐκ τοῦ Θεωρείου τῶν πρῴην Βουλευτῶν νὰ βλέπω τὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γινόμενα, καθ’ ἣν ὥραν συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμός, καὶ ἔβλεπον τὰ νεύματα ἐκεῖνα, — τὰ ὁποῖα μετεῖχον καὶ πολλῆς, μὰ τὸν κύνα, κωμικῆς χροιᾶς, — τὰ ὁποῖα ἀντηλλάσσοντο μεταξὺ τοῦ δυστυχοῦς Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νέγρη καὶ τοῦ πραγματικοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σιμοπούλου. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας ἦτο ἔκθεσις ὑπὸ τὰς ὁδηγίας τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ γραφεῖσα, εἰσηγητὴς δὲ τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης ἦτο ὁ ἐμὸς φίλος κ. Ρέπουλης, — διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ ὁποίου ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰλικρινῶς λυποῦμαι, — ὅστις ἀνῆκεν εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, τὴν δεξιάν, ἧς ἄρχει ὁ κ. Θεοτόκης. Ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς ὁ ψηφισθείς, πᾶσαι αἱ πιστώσεις αὐτοῦ, πάντα τὰ ἔξοδα ὑπεστηρίχθησαν οὐχὶ διὰ τῶν φίλων τοῦ κ. Ζαΐμη, — διότι ὁ κ. Ζαΐμης δὲν εἶχεν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν φίλων, ἵνα ὑποστηρίξῃ τοιοῦτον Προϋπολογισμόν, — ἀλλὰ διὰ τῶν φίλων τῆς Θεοτοκικῆς πλειονοψηφίας. Λοιπὸν πᾶσα ἡ τετραετὴς διαχείρισις βεβαίως βαρύνει τὴν πλειονοψηφίαν τὴν τότε, ἧς ἡγεῖτο ὁ κ. Θεοτόκης, καὶ ἡ τετραετὴς ἐκείνη διαχείρισις φέρει ὡς περισσότερα ἐξοδευθέντα 32,923,000 δραχμάς. Ἐγὼ δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα ἐσπαταλήθησαν ἢ κακῶς διετέθησαν· παραδέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸν κ. Σιμόπουλον, ἀντιθέτως πρὸς τὴν κρατοῦσαν περὶ αὐτοῦ γενικῶς δόξαν, διακρίνει ἄκρα οἰκονομία καὶ μεγάλη περὶ τὴν διαχείρισιν σεμνότης καὶ ἐπιφύλαξις καὶ προφύλαξις, καὶ ὅτι διεχειρίσθη ἑπομένως τὰ χρήματα ταῦτα καὶ μετὰ πάσης φειδοῦς. Ἐγὼ λέγω τοῦτο μόνον, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη, ἐνῷ πρὸ τοῦ πολέμου ἐκρίνετο ἀνίκανος νὰ βαστάσῃ νέα χρηματικὰ βάρη, νέους φόρους, κατὰ τὰ τέσσαρα, λέγω, μετὰ τὸν πόλεμον ἔτη ἐπλήρωσεν, ἁπλῶς καὶ μόνον ἵνα διοικηθῇ, 33 ἑκατομμύρια δραχμὰς ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ ἐπλήρωσε ταῦτα μόνον; Ὄχι. Ἐπλήρωσεν, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα, περιπλέον καὶ διὰ τὸ δημόσιον χρέος· διότι, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ μὴ ἐπιβολῆς πλέον ἄλλων φόρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἦτο ἡ ἐποχὴ ἡ πρὸ τοῦ πολέμου, καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος εἶχε δημόσιον χρέος πολὺ ὀλιγώτερον τοῦ κατόπιν. Πόσον ἦτο τὸ χρέος τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε τὸ Κράτος κατὰ τὸ ἔτος 1896; Τὸ Κράτος ἐπλήρωσε μόνον 23,216,000· ἀλλὰ μετὰ τὰς συμφορὰς τοῦ πολέμου τὸ δημόσιον χρέος ηὔξησεν. Ἐπληρώσαμεν λοιπὸν τὸ 1899 δραχ. 29,706,000, τὸ 1900 δρ. 33,419,000, τὸ 1901 δρ. 33,756,000, τὸ 1902 δρ. 33,456,000. Ἄρα ἐπληρώσαμεν ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσαμεν κατὰ τὸ 1896, δρ. 37,473,000. Ἤτοι ἐν συνόλῳ δι’ αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ δι’ αὔξησιν τῆς καθαρᾶς διοικήσεως ἐπληρώσαμεν 70 ἑκατομμύρια ὁλόκληρα. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπληρώσαμεν, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης 70 ἑκατομμύρια, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐπαναλαμβάνω, ἐκρίνετο καὶ ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνίκανος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος νέων φόρων, ἤδη ἐρχόμεθα καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν τὸ βάρος φόρων 15 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον. Εἶναι τοῦτο ἀνεκτόν; Ποία σοφιστεία ἢ ποία εὐγλωττία δύναται νὰ παραστήσῃ ἢ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ, κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη, τὰ πέντε, τὰ ἕξ, ἀνέκυψε τόσον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀλλὰ καὶ ἡ χώρα αὕτη κατέστη εὔδαιμον Ἐλδοράδον, ὥστε νὰ ἀνεχθῇ τὸ βάρος τηλικαύτης φορολογίας; Ὑπάρχει κανὲν οἰκονομικὸν γεγονός; ἔχετε καμμίαν ἔνδειξιν; Τοῦτο παρεκάλεσα πρὸ ἡμερῶν καὶ παρακαλῶ καὶ νῦν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ πρὸς ἡμᾶς, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα ἐν ἀπάτῃ. Διότι, ἐὰν πράγματι ἡ χώρα αὕτη ἐγένετο εὔδαιμον Ἐλδοράδον, ἐὰν ἡ εὐπορία ἦλθεν εἰς τὸν τόπον τοῦτον, τότε πρέπει νὰ κοπάσῃ ἡ φωνὴ, ἡ ὁποία ἀκούεται ἐν Ραμᾷ, φωνὴ θρήνου καὶ ὀδυρμοῦ, καὶ ἄλλη φωνὴ νὰ ἀκουσθῇ, ἡ εὐθυμία νὰ κυριαρχήσῃ, καὶ χρυσαῖ νὰ στρωθῶσι τράπεζαι φαιδρῶν συμποσίων, καὶ νὰ ἠχήσωσιν ἅρπαι καὶ νὰ ἠχήσωσι λύραι «e diversi altri diletevoli soni per fare intorno l’ aria tintinire d’ armonia dolce e di concenti buoni.» Ἀλλ’ ὅτι δὲν φαίνεται νὰ ἐπῆλθε γεγονός τι, ἐπιτρέπον ἢ δικαιολογοῦν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ εὐπορία ἐπῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τόσον παρίστα πτωχὴν καὶ ἀξιοδάκρυτον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύουσι μὲν πολλὰ καὶ ἄλλα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ πολέμου, ἤτοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1898 καὶ ἐντεῦθεν. Κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας κατήρτισα ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν ἐπισήμων, τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1900 συμπεριλαμβανομένου, κατὰ τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 783,369. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1901 καὶ 1902, κατὰ τοὺς προσωρινοὺς ἀπολογισμούς, θὰ ἀνέλθῃ εἰς δραχ. 9,923,000, τὸ δ’ ἔλλειμμα τοῦ 1903, τὸ πιθανὸν, πιθανώτατον, θὰ ἀνέλθῃ εἰς 2,416,309· ἤτοι ἐν ὅλῳ ὑπολογίζεται τὸ ἔλλειμμα τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν εἰς 13,122,678. Τοσοῦτον δὲ ὑπελόγισεν ἐπισήμως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ταῖς πρὸς τὸν Ἔλεγχον διαπραγματεύσεσι πρὸς παροχὴν δανείου. Καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸ ἐνδόσιμον νὰ ἐρωτήσω εἰς προγενεστέραν συνεδρίασιν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διατὶ τάχα ἀπέφυγε νὰ ζητήσῃ τὴν συνομολόγησιν δανείου, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὸν περὶ Ἐλέγχου; Ὁ νόμος ὁ περὶ Ἐλέγχου ἔδιδεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν σύναψιν δανείου, ἐὰν αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν τῶν ἀπὸ τοῦ πολέμου μέχρι τέλους τοῦ 1903 ἤθελον ἀπολήξει εἰς ἐλλείμματα. Αἱ χρήσεις προφανῶς κατέληξαν εἰς ἐλλείμματα. Διὰ ποῖον λόγον ζητοῦμεν μόνον φόρους, δὲν ἐζητήσαμεν δὲ τὴν συνομολόγησιν δανείου, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπεβάρυνε πολὺ ἡμᾶς; — διότι ὁ τόκος τοῦ δανείου ἐκείνου εἶναι 2½%, καὶ τὸ χρεώλυτρον ὀλίγον, ὥστε θὰ ἐπεβαρυνόμεθα μὲ πολὺ ὀλιγώτερον ποσόν, παρὰ μὲ ὅσον θὰ ἐπιβαρυνθῇ νῦν ὁ λαὸς διὰ τῶν φόρων, διότι τὸ χρεώλυτρον καὶ τὸν τόκον τοῦ δανείου ἐκείνου ἠδυνάμεθα ἀξιόλογα νὰ εὕρωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἀποκοπῆς περιττῶν δαπανῶν. — Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔδωκέ τινα ἀπάντησιν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δύναται καὶ περὶ τούτου νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, διότι καὶ περὶ τούτου ὑπάρχει μία τις ἀπορία. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ἐτῶν, δικαιοῦταί τις νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ καὶ πᾶσαν τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν ἀνταλλαχθεῖσαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐλέγχου, εἴτε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου εἴτε καὶ κατόπιν, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἂν καὶ ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ αἰτίαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐζητήθη ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, μετὰ τοιαύτην ἐξάντλησιν τοῦ δημοσίου ταμείου, κρίνηται ὀλέθριον, βεβαίως ἕκαστος ἐρωτᾷ, διὰ ποῖον λόγον δὲν προτιμῶμεν τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν; διὰ ποῖον λόγον δὲν προτιμῶμεν, ἵνα τὴν ἀνάγκην τῶν στρατιωτικῶν ἐξοπλισμῶν ἐξοικονομήσωμεν διὰ περικοπῆς περιττῶν δαπανῶν, ὡς συνίστα ἄλλοτε καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Παραδόξως ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τρέφει σήμερον κανένα ἔρωτα πρὸς τὰς οἰκονομίας, ἐπιθυμεῖ τὴν αὔξησιν πάντοτε τῶν δαπανῶν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔγραφεν ἄλλοτέ ποτε ὁ Θιέρσος, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς κύριον προσὸν πρέπει νὰ ἔχῃ une certaine férocité, ποιάν τινα ἀγριότητα, ἕτερος δὲ Ἄγγλος πολιτικὸς, ὁ ἀλήστου μνήμης Γλάδστων, ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁμοιάζει μὲ ταξειδιώτην, ὅστις, ἔχων πλήρη τὰ θυλάκια χρυσίου, βαδίζει εὐθέως πρὸς ἓν ὡρισμένον τέλος, — ποῖον τέλος; πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, — ἀλλ’ ὅτι καθ’ ὁδὸν ἐνεδρεύουσιν αὐτὸν λησταὶ διάφοροι, πρόθυμοι καὶ ἕτοιμοι νὰ ἁρπάσωσι τὸν θησαυρόν του. Ποῖοι εἶναι οἱ λησταὶ οὗτοι; Εἶναι αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι ὁρμεμφύτως, οὕτως εἰπεῖν, ἐξ ἐνστίκτου ὠθοῦνται καὶ ὠθοῦσι τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Οὐαὶ τρὶς καὶ τετράκις εἰς ἐκεῖνον, ὅστις βαδίζει ἀπροσέκτως καὶ ὅστις δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀγριότητα ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας ἐλάλει ὁ Γάλλος πολιτικός! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται ὅτι βαδίζει πάντοτε ἀπροσέκτως, καὶ διὰ τοῦτο ἐμπίπτει πάντοτε εἰς χεῖρας τῶν ληστῶν τοῦ Γλάδστωνος. Καὶ διὰ νὰ πείσω ὑμᾶς περὶ τούτου, θὰ ἀναφέρω μόνον ἓν παράδειγμα. Κατὰ τὸ 1900, διερχόμενος μὲ τὰ θυλάκια πλήρη χρυσίου ἐκ τῶν συνόρων τῆς Λεβαδείας, συνελήφθη ὑπὸ τοῦ Καπετάνου, ἤ, ὡς ἔλεγον οἱ Βυζαντῖνοι, τοῦ Κατεπάνου τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ὑπὸ τοῦ κυρίου Μπουφίδου. Ὁ κ. Μπουφίδης, μὲ τὸ λευκόν του ἐκεῖνο ὑπογένειον καὶ τοὺς ὡς ἱέρακος ὀφθαλμοὺς, ἔχει ὁμολογουμένως στρατιωτικὴν φυσιογνωμίαν, καὶ δύναταί τις ἀξιόλογα νὰ τὸν ἐκλάβῃ ὡς ἀπόστρατον ἐπιλοχίαν (ἱλαρότης). Διὰ τοῦτο δὲν ἐκπλήττομαι, ὅτι ἐνέπνευσε φόβον εἰς τὸν κύριον Σιμόπουλον, ἥσυχον καὶ γλυκὺν ἄνθρωπον. Ὁ κύριος Μπουφίδης, κατὰ τὸ ὡραῖον σύστημα τοῦ χαριτωμένου ἡμῶν τόπου, ἐζήτησε παρὰ τοῦ συλληφθέντος Ὑπουργοῦ, παρὰ τοῦ κυρίου Σιμοπούλου, λύτρα. Ποῖα λύτρα ἐζητήθησαν; Ἁπλούστατα πράγματα: 4 Πρωτοδικεῖα, ἐξ ὧν ἓν ἐν Λεβαδείᾳ, καὶ 10 νομοί, ἐξ ὧν εἷς ἐν Λεβαδείᾳ. Ἀλλὰ τί ἐστοίχισεν ἡ σύλληψις αὕτη εἰς τὸ Κράτος, καὶ πόσα ποσὰ πληρώνει τὸ Κράτος ἐτησίως διὰ τὰ λύτρα τοῦ κυρίου Μπουφίδου; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πολλάκις διελάλησαν, ὅτι μὲ μικρὰ πράγματα ἐξεμπέρδευσαν μὲ τὸν κύριον Μπουφίδην, ὅτι ἡ δαπάνη ἀνῆλθε μόνον εἰς 150,000 δραχμάς. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν εἶναι τοσαύτη· διότι ἔχω ἐδῶ ἓν σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου φαίνεται, τί ποσὸν ἐστοίχισεν ἡ ἀπροσεξία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ δαπάναι τῶν νέων νομῶν καὶ τῶν νέων Πρωτοδικείων φαίνονται πολὺ ἀνώτεραι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε πρὸς ἡμᾶς πολλάκις ὁ κύριος Πρωθυπουργός· διότι ἐπεβαρύνθησαν δι’ αὐτῶν κατὰ τὰ ἑξῆς ποσὰ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ 1899, τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τῆς συστάσεως τῶν νέων νομῶν καὶ Δικαστηρίων, καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, θὰ εὕρωμεν, ὅτι ἔχει εἰς ὡρισμένα κεφάλαια τὰς ἑξῆς διαφορὰς: Εἰς τὸ κεφάλαιον 7, «Πρωτοδικεῖα», τὸ μὲν 1899 ἀναγράφει πίστωσιν δραχ. 876,240, τὸ 1904 ἀναγράφει πίστωσιν 992,800, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον δαπάνην 116,560. Τὸ κεφάλαιον 8, «ἔξοδα ὑπηρεσίας Πρωτοδικείων», τὸ 1899 περιλαμβάνει πίστωσιν 89,673, τὸ 1904 περιλαμβάνει 113,570, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον 23,897. Εἰς τὸ κεφάλαιον 9, «Εἰσαγγελίαι Πρωτοδικῶν», ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 περιλαμβάνει πίστωσιν δραχ. 217,600, ὁ δὲ τοῦ 1904 δρ. 260,540, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον δρ. 42,940. Τὸ κεφάλαιον 10, «ἔξοδα ὑπηρεσίας Εἰσαγγελιῶν», τὸ 1899 εἶναι 43,736, τὸ 1904 ἀναγράφονται 51,160, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον 7,424. Τὸ κεφάλαιον 13, «φυλακαὶ ἐξεταστικαὶ καὶ ποινικαὶ», δραχμαὶ 198,672 τὸ 1899, ἀλλὰ 203,179 τὸ 1904, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον δραχ. 4,507. Ἤτοι ἐν ὅλῳ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης περιλαμβάνει ἐπὶ πλέον πιστώσεις 195,328 δραχμῶν ἐν συγκρίσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904. Ἀλλὰ διὰ τῆς συστάσεως τῶν νέων νομῶν ἐπῆλθον μεταβολαὶ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, διότι ηὔξησαν καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἰς τὸ κεφάλαιον λ. χ. 16 τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας παρατηροῦνται αἱ ἑξῆς ἀλλοιώσεις. Ἐνῷ τὸ 1899 ἀνεγράφετο διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν πίστωσις ἐκ δραχμῶν 78,560, τὸ 1904 ἀναγράφεται πίστωσις ἐκ δρ. 80,400, ἤτοι αὔξησις ἐπὶ πλέον δρ. 1840· ἐνῷ ἐν ἄρθροις 2 καὶ 3 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου τὸ 1899 ἀνεγράφετο πίστωσις ἐκ δρ. 37,810 δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας ἐπιθεωρητῶν καὶ Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τὸ 1904 ἀναγράφεται πίστωσις ἐκ δρ. 51,300, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 13,490. Ἤτοι τὸ ὅλον τῆς ἐπὶ πλέον δαπάνης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ἕνεκα τοῦ νόμου τῶν νέων νομῶν, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 15,330. Ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἕνεκα τῶν νέων νομῶν καὶ τῶν νέων Δικαστηρίων καὶ φυλακῶν ἐπεβαρύνθη καὶ τοῦτο μὲ ἐπὶ πλέον δαπάνας κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Εἰς τὸ κεφάλαιον 7, «Στρατολογικὰ γραφεῖα», ἐνῷ τὸ 1899 ἐδαπανῶντο δραχμαὶ 188,400, τὸ 1904 θὰ δαπανηθῶσι 206,760, ἤτοι ἐπὶ πλέον 18,360. Εἰς τὸ κεφάλαιον 9, «Χωροφυλακὴ», ἐνῷ τὸ 1899 ἐδαπανῶντο δραχ. 2,000,000, κατὰ τὸ 1904 θὰ δαπανηθῶσι δρ. 2,790,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 790,000. Εἰς τὸ κεφάλαιον 16/2, «δι’ ἐνοίκια ἰδιωτικῶν οἰκιῶν κλπ.», ἐνῷ τὸ 1899 ἀνεγράφετο πίστωσις δραχ. 145,000, τὸ 1904 ἀναγράφεται πίστωσις 218,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 73,000. Ὥστε τὸ ὅλον τῶν ἐπὶ πλέον δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἕνεκα τῆς συστάσεως τῶν νέων νομῶν καὶ τῶν νέων Δικαστηρίων ἀνέρχεται εἰς δρ. 881,360. Ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐπεβαρύνθη ὀλίγον ἕνεκα τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἐπῆλθον καὶ εἰς τοῦτο μεταβολαί. Τὸ κεφάλαιον 2, «Διοίκησις νομῶν», τὸ 1899 περιλαμβάνει πιστώσεις δραχ. 427,490, τὸ δὲ 1904 περιλαμβάνει πιστώσεις δραχ. 479,700, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον 52,210.
§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφαιρέσατε τὰ ἐπιμίσθια τῶν νομαρχῶν.
§193Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸ κεφάλαιον 2, ὡς ἐπιγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσι κατὰ τὸ 1899 τὰ ἐπιμίσθια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν νομῶν.
§195Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὸ κονδύλιον, ὡς ἀνεγράφη.
§196Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι πολλὰ κονδύλια ἄσχετα, ὥστε καλλίτερον νὰ μὴ ἀφαιρέσητε τίποτε... Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§197Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον 6, «Στρατολογία», ἀνεγράφετο πίστωσις τὸ 1899 δραχ. 56,500, τὸ 1904 δρ. 41,800, δηλαδὴ ἐπὶ ἔλαττον,—ὅ,τι εἶναι ἐπὶ ἔλαττον σημειῶ —14,700. Εἰς τὸ κεφάλαιον 14/2, «προσωπικὸν δημοσίων ἔργων ἐν τοῖς νομοῖς καὶ ἐπαρχίαις», τὸ 1899 ἀνεγράφετο πίστωσις ἐκ δραχ. 137,760, τὸ 1904 δρ. 415,440, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον 277,680. «Γραφικὰ καὶ ἐνοίκια» δρ. 33,500 τὸ 1899, τὸ 1904 δρ. 37,860, ἤτοι ἐπὶ πλέον 4,360.
§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ηὔξησεν οὐδὲ κατὰ ἕνα ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων τῶν δημοσίων ἔργων. Πῶς αὐτὴ ἡ διαφορὰ;
§199Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα ἔχετε καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν αὔξησιν δαπάνης ἐκ δραχ. 296,740. Ἑπομένως, ἐὰν ἀθροίσωμεν τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων Ὑπουργείων, Δικαιοσύνης, Ἐσωτερικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ σύλληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ σύνορα τῆς Λεβαδείας ἐστοίχισεν 1,425,278 δραχμὰς ἐτησίως εἰς τὸ Κράτος, καὶ οὐχὶ 150,000 δραχμὰς, ὡς διατείνεται παραδόξως ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ εἶναι τάχα ἡ πολυτέλεια αὕτη, ἡ δικαστικὴ καὶ ἡ διοικητικὴ, ἀνάλογος πρὸς τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας; Παρετήρησα καὶ ἄλλοτε καὶ ἀναφέρω καὶ νῦν, ὅτι ἡ Ρουμανία, ἥτις ἔχει ἔκτασιν χιλιομετρικὴν διπλασίαν τῆς Ἑλληνικῆς, —διότι ἔχει ἔκτασιν 131,020 τετρ. χιλιομέτρων, κατοίκους δὲ ἓξ σχεδὸν ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν μόνον 2,500,000,—ἔχει 32 νομούς· πόσα δὲ Δικαστήρια; ἔχει 32 Πρωτοδικεῖα, —Κράτος μὲ διπλασίαν, ἐπαναλαμβάνω, ἔκτασιν καὶ ὑπερδιπλάσιον πληθυσμόν! — ἡμεῖς 26! Πόσα Ἐφετεῖα; τέσσαρα· ἡμεῖς πέντε! Πόσα Εἰρηνοδικεῖα; 130· ἡμεῖς 235! Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἔχωμεν διπλάσιον ἀριθμόν! Ἡ Βουλγαρία, κύριοι συνάδελφοι, ἔχει ἔκτασιν χιλιομετρικὴν πολὺ ἀνωτέραν τῆς Ἑλλάδος, πληθυσμὸν δὲ κατὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἀνώτερον τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Πόσους ἔχει νομούς; πόσα Πρωτοδικεῖα; 18· ἡμεῖς 26. Πόσα Ἐφετεῖα; 3· ἡμεῖς 4. Ἡ Σερβία, ἡ ὁποία ἔχει ἔκτασιν χιλιομετρικὴν μικροτέραν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ πληθυσμὸν ἴσον μὲ ἡμᾶς, ἔχει ἐν τούτοις ἐν ἀναλογίᾳ ὀλιγωτέρους νομούς· ἔχει 17 μόνον. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἐξετάσωμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ Ρουμανία δαπανᾷ 5,230,000 φράγκα, ἡ Σερβία πολὺ ὀλιγώτερα, 1,792,228, ἡ Βουλγαρία 4,153,236, ἡ δὲ Ἑλλὰς 6,000,000! Ἐρωτῶ ὑμᾶς, διὰ ποῖον λόγον νὰ ἔχωμεν πέντε Ἐφετεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ δύο νὰ δημοσιεύουν ἀσήμαντον καὶ αὐτόχρημα κωμικὸν ἀριθμὸν ἀποφάσεων τὸ ἔτος; Διατὶ νὰ ἔχωμεν τόσα Πρωτοδικεῖα; διατὶ τόσα Εἰρηνοδικεῖα; Δὲν εἶναι ἄσκοπος καὶ περιττὴ δαπάνη, καὶ δὲν εἶναι ἀσπλαγχνία νὰ φορολογῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, διὰ νὰ ἱδρύωμεν περιττὰ Δικαστήρια καὶ περιττοὺς νομοὺς, λόγου χάριν ἐν Λεβαδείᾳ, ἥτις ἀπέχει ἤδη σιδηροδρομικῶς 2 μόνον ὥρας τῶν Ἀθηνῶν ἢ τῆς Χαλκίδος; Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν καὶ τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὴν ἀέναον φορολογίαν καὶ τὴν ἀέναον σπατάλην, εἶναι σύστημα πλημμελὲς, προωρισμένον ταχέως νὰ ἀγάγῃ τὸν τόπον εἰς ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Λέγετε ὑμεῖς, ὅτι προβαίνετε εἰς τοσοῦτον ἁθρόαν φορολογίαν, διότι ἔχετε ἓν στρατιωτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖτε νὰ πραγματοποιήσητε, καὶ μετὰ σκαιᾶς κομπορρημοσύνης κακίζετε καὶ καταγγέλλετε ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, ὅτι δὲν ἐσκέφθημέν ποτε περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου! Ὑμεῖς ἔχετε πρόγραμμα στρατιωτικόν; Καὶ ποῦ ἦτο τοῦτο, καθ’ ὃν χρόνον ἐκυβερνᾶτε ἐπὶ 4 ὅλα ἔτη τὴν Ἑλλάδα; Πῶς δὲν ἐνεθυμήθητε τότε τὸ πρόγραμμα τοῦτο; Ὡμοιάσατε τὴν ῥάθυμον ἐκείνην καὶ ἀκαμάτραν γυναῖκα, ἥτις, ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος καθημένη παρὰ τὸν οὐδὸν τοῦ οἴκου, ἐφλυάρει μὲ τοὺς γείτονας, καὶ μόλις τὸ Σάββατον, περὶ δείλην ὀψίαν, καταληφθεῖσα ὑπὸ οἴστρου παραφόρου πρὸς τὴν ἐργασίαν, ἐζήτει μετὰ σπουδῆς καὶ θορύβου τὴν γενειάδα τοῦ συζύγου της, διὰ νὰ γνέσῃ! «Ἄντρα, μοὖρθ’ ἡ γρηγοράδα, φέρ’ τὰ γένειά σου νὰ γνέσω.» Τοῦτο πράττετε καὶ ὑμεῖς τώρα· ζητεῖτε τὴν γενειάδα ἡμῶν, ζητεῖτε ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ἐφαρμόσητε δῆθεν στρατιωτικὸν πρόγραμμα ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος, ἐνῷ ἐκοιμᾶσθε ἐπὶ τέσσαρα ἔτη! Τέσσαρα ἔτη ἐκυβερνᾶτε, κύριε Πρωθυπουργὲ, τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν ἐσκέφθητε παρασκευὰς στρατιωτικὰς, δὲν ἐσκέφθητε τὴν Μακεδονίαν!
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 30 μῆνας.
§201Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἐπιλοίπους δὲν ἦσθε Πρωθυπουργὸς κατὰ τύπους, ἀλλ’ ἦσθε κατ’ οὐσίαν. Τέσσαρα ἔτη ἐκυβερνήσατε τὴν Ἑλλάδα, ἐπεβάλετε φόρους, ηὐξήσατε τὰς δαπάνας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων...
§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδένα φόρον ἐπεβάλομεν.
§203Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατε τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δὲν ἐπεβάλετε φόρους. Ἐφορολογήσατε καὶ τοὺς σκύλλους ἀκόμη, καὶ δὲν ἐπεβάλετε φόρους; Ἀλλὰ εἰς τὸ διάστημα ἔστω τῶν 30 μηνῶν, καθ’ οὓς ἐκυβερνήσατε, ποῦ ἦτο αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας; Εἰς τί κατεγίνεσθε ἐπὶ τόσα ἔτη; Κατεγίνεσθε ν’ αὐξήσητε τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ τὰς φυλακὰς καὶ ὅσα ἄλλα, καὶ νὰ αὐξάνητε τοὺς μισθούς. Ἀλλὰ στρατιωτικὸν τί ἐπεχειρήσατε; Οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδέν! Καὶ ὅμως ἔχετε τὸ ἀκατανόητον θάρρος νὰ καταγγέλλητε ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, τοὺς μὴ κυβερνήσαντας, ὅτι τυφλώττομεν πρὸ τῶν μεγάλων κινδύνων τῆς πατρίδος, καὶ ὅτι δὲν φροντίζομεν περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἡμᾶς, ὧν τὸ κρατοῦν μέλημα ὑπῆρξεν ἡ ἐν πνεύματι σωφροσύνης καὶ συνέσεως στρατιωτικὴ παρασκευὴ διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων τῶν στρατιωτικῶν τοῦ κυρίου Λιμπρίτου, τὰ ὁποῖα ἐχειροκρότησε σύμπασα ἡ Βουλὴ, καὶ ἐνεκολπώθη τὸ ἔθνος σύσσωμον! Ὑμεῖς οὔτε τοῦτο κἄν ἐπράξατε. Δὲν εἰσηγάγετε ἰδίαν ἐργασίαν· εὕρετε τὰ νομοσχέδια τοῦ Διαδόχου ἕτοιμα, ἐκρεμάσθητε εἰς αὐτὰ, ὡς ἀπὸ σχοινίου σωτηρίας, καὶ οὕτω κρεμασμένοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ διαλαλεῖτε κωμικῶς, ὅτι ἐφροντίσατε περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ ἔθνους καὶ περὶ Μακεδονίας! Καὶ ἠκούσαμεν πρό τινος καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν τινα τοῦ κυρίου Μπέλλου ἐπὶ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ συμβαινόντων, εἶπε μετ’ ἀγαστῆς ἀφελείας, ὅτι ἀνεπτερώθησαν πολὺ αἱ ἐλπίδες τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων, καὶ ἐνεπλήσθησαν θάρρους αἱ ψυχαὶ αὐτῶν, διότι εἶδον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Θεοτόκη νὰ λαμβάνῃ στρατιωτικὰ μέτρα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν περιστάσεων! Καὶ συνέβη τοῦτο τὸ μέγα θαῦμα ἀληθῶς ἐν Μακεδονίᾳ, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, μόλις ἐψηφίσθη ἓν νομοσχέδιον στρατιωτικόν! Φαντάζομαι, καὶ φαντάζεσθε βεβαίως καὶ ὑμεῖς, τί θὰ συμβῇ, ὅταν ψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας (ἱλαρότης) καὶ τὸ ἄλλο, τὸ περὶ τοῦ ἐπιτελείου, καὶ πόσον θὰ κορυφωθῇ εἰς τοὺς ὑποδούλους τὸ θάρρος, ὅταν μάθωσι τὰ κατορθώματα ταῦτα τὰ νομοθετικὰ τῶν ἐλευθέρων ἀδελφῶν! Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ταῦτα τὰ φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εὕρωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Πολιτείας ἔχουσα ἓν ὥριμον καὶ μεμελετημένον σχέδιον οἰκονομικόν, τοῦ ὁποίου μετὰ λελογισμένης ἐπιμονῆς νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογήν. Τοὐναντίον βλέπομεν, ἐξ ὅσων πράττει, ὅτι ἀφέθη εἰς ἕνα φορολογικὸν κατήφορον εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, μὴ γνωρίζουσα τί ζητεῖ καὶ τί θέλει ν’ ἀποκτήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ἑκάστην περιπίπτει εἰς ἀντιφάσεις καὶ εἰς λοξοδρομίας καὶ ὑποχωρήσεις αὐτόχρημα κωμικάς. Ἐνθυμοῦμαι τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνηγγέλθησαν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Πρωθυπουργόν, βαρὺν καὶ σοβαρόν, ὁμιλοῦντα περὶ αὐτῶν μετά τινος στόμφου, καὶ διακηρύττοντα, ὅτι ἐννοεῖ, πάντα ταῦτα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια νὰ ψηφισθῶσι, καὶ ὅτι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲν θὰ ἐδέχετο νὰ παρακαθήσῃ εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, καὶ ἡ ἀλαζονεία ἐκείνη, ἀλαζονεία Ἱσπανοῦ μεγιστᾶνος, ἐξέλιπεν ἀμέσως, ἓν δὲ μετὰ τὸ ἄλλο τὰ περίφημα φορολογικά του νομοσχέδια ἢ ἐξαφανίζονται καὶ καταπίνονται, καθ’ ὃν δήπου τρόπον κατέπινε τὰ τέκνα του, μόλις γεννώμενα, ὁ μακαρίτης Κρόνος, ἢ ὑφίστανται ἄλλας Ὀβιδιακὰς μεταμορφώσεις! Παράδειγμα τὸ περίφημον ἐκεῖνο νομοσχέδιον τοῦ σίτου. Ἀνηγγέλθη ὡς ὄρος ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὡς τὸ νομοσχέδιον, ἐξ οὗ ἤρτητο πᾶσα ἡ ἐπιτυχία τῶν στρατιωτικῶν σχεδίων τοῦ κυρίου Θεοτόκη, καὶ ὅμως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας προσεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ ὑπὸ τοῦ κυρίου Σιμοπούλου νὰ καταψηφίσῃ αὐτοῦ, ὡς ἐγκαταλειφθέντος, καὶ ὅλος ἐκεῖνος ὁ πανηγυρικὸς τῆς φορολογίας τοῦ σίτου κατέληξεν εἰς τὸ ἐνθυλάκωμα 300,000 δραχμῶν πρὸς ὄφελος τῶν σιτεμπόρων καὶ βλάβην τῶν ἐργατικῶν τάξεων τοῦ λαοῦ! Θέλετε παράδειγμα δεύτερον; Ἰδοὺ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταλλικῆς δραχμῆς. Παρουσιάσθη πρῶτον μὲ τιμὴν 1,40, ἔπειτα μετεμορφώθη εἰς 1,50, καὶ ἔπειτα ἐκ τρίτου παρουσιάζεται ἐνώπιον ἡμῶν μὲ τιμὴν 1,45. Θέλετε τρίτον παράδειγμα; Ἠκούσατε ὅλοι τὸν περίφημον πανηγυρικόν, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησεν ὁ κύριος Θεοτόκης διὰ τὸ νομοσχέδιόν του τῆς ἀγγαρείας, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶς εὐτυχὴς Ἕλλην, ἀπὸ τοῦ 18 ἔτους τῆς ἡλικίας του μέχρι τοῦ 60, θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος εἰς τὸ ἑξῆς νὰ πληρώνῃ 3 ἡμερομίσθια ὡς προσωπικὴν ἐργασίαν εἰς τοὺς δρόμους, ἤτοι δραχμὰς 9 ἕως 10 ἐτησίως. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ μιᾶς νέας φορολογίας 6½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐτησίως, ἐπιβαλλομένης εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἰς τοὺς χρόνους τοὺς στυγνοὺς στυγνοτέρας δουλείας οἱ ὑπόδουλοι Ἕλληνες ἐπλήρωνον ὡς ἀγγαρείαν εἰς τὸν Τοῦρκον ἓν μόνον γρόσιον κεφαλικὸν φόρον· σήμερον οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες πρέπει νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸν κύριον Θεοτόκην κεφαλικὸν φόρον 9 ἕως 10 δραχμάς. Ὁ κύριος Θεοτόκης ἔλεγεν, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπετέλει ἕνα τῶν ἀκρογωνιαίων λίθων τῆς πολιτικῆς του. Ἀλλ’ ὅλοι μανθάνομεν, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρόκειται νὰ καταπίῃ ὁ γεννήτωρ, ὡς τὸ τοῦ σίτου. Πόθεν καὶ πῶς ἐπῆλθον αἱ πρωθυπουργικαὶ αὗται ὑποχωρήσεις καὶ πόθεν ἐνεπνεύσθη ὁ πανικός; Κατὰ πάντα τὰ φαινόμενα ἡ μεταβολὴ αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν στάσιν μερίδος τινὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει τὸν κ. Βουλευτὴν Καλαβρύτων ὡς ἡγέτην αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἠξίωσεν ὡς ὅρον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐκ βάθρων μεταβολὴν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς προγράμματος, ἥν, φαίνεται, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεδέχθη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Συμπολίτευσις ἐγένετο μὲν ἰσχυροτέρα κατ’ ἀριθμόν, συμπεριλαβοῦσα εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς καὶ τὴν μερίδα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων,— διότι ἡ ἕνωσις ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ πεδίου καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ πεδίου εἶναι πλήρης, — ἀλλ’ ἡ ἰσχὺς αὕτη ἀπεκτήθη διὰ τῆς ἐξασθενίσεως, ἂν μὴ διὰ τῆς ἐκμηδενίσεως τοῦ πολιτικοῦ τῆς Κυβερνήσεως προγράμματος, δι’ ὃ τοσοῦτον αὕτη ἐνηβρύνετο. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ ἕνωσις αὕτη ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ συμφέροντα τῶν δύο μερίδων, οὐδὲ ἔχω ἐγὼ λόγον νὰ ἐνδιαφέρωμαι περὶ τῶν συμφερόντων ἑκατέρας αὐτῶν, οὐδὲν κοινὸν ἔχων μετ’ αὐτῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ ἑνώσεις καὶ οἱ ἔρωτες τῶν πολιτικῶν κομμάτων ὁμοιάζουσι πολὺ πρὸς τοὺς ἔρωτας τῆς ἐχίδνης. Κατὰ τὴν ὥραν τῶν ἡδέων ἐναγκαλισμῶν ὁ ἔχις, ὁ ἄρρην ὄφις, ἀπροσέκτως εἰσάγει τὴν κεφαλήν του ὁλόκληρον εἰς τὸ στόμα τῆς ἐχίδνης, ἐκείνη δέ, ὡς ἥδιστα εὐφραινομένη, καὶ ἐν τῷ καταφιλεῖν καὶ ἐν τῇ ὑπερβολῇ καὶ ἐν τῇ παραφορᾷ τοῦ πάθους τοῦ ἐρωτικοῦ ἀποκόπτει τὴν κεφαλὴν ταύτην, τὴν ἄνευ ἐγκεφάλου. Εἰς βραχεῖαν στιγμὴν ἡδονῆς θυσιάζει ὁ τάλας ἐκεῖνος αὐτὴν τὴν ζωήν. Ἠμπορεῖ νὰ αἰσθάνηται ἡδονήν τινα τὸ Ζαϊμικὸν κόμμα, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλιπε χάριν τῆς Ζαϊμικῆς ὑποστηρίξεως τὸ μέγιστον μέρος τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς προγράμματος, φορολογικὰ δὲ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων κυρίως ἐστήριζε τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, καὶ περὶ ὧν μετ’ ἐμφάσεως ὡμίλει, καὶ ἐμφαντικώτερον ἐζήτει, ἐπὶ ἀπειλῇ παραιτήσεως, τὴν ψήφισιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τινὰ μὲν ῥίπτονται ἤδη εἰς τὸν Καιάδαν τῆς ἀφανείας, ἄλλα δὲ ὑπέστησαν οὐσιώδεις μεταμορφώσεις. Ἀλλ’ ἡ ἡδονὴ αὕτη, ἣν ἐδοκίμασε τὸ Ζαϊμικὸν κόμμα, μήπως θὰ ἔχῃ ὡς ἀντάλλαγμα τὴν ἀποκοπὴν τῆς κεφαλῆς, περὶ ἧς ἄρτι ὡμίλουν; Μήπως ἡ ἕνωσις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους σημαίνει πλέον καὶ τὴν πλήρη κομματικὴν αὐτῶν συγχώνευσιν μετὰ τῆς κυβερνητικῆς μερίδος; Ποῖον λόγον ἔχουσι πλέον δύο πολιτικαὶ μερίδες καὶ δύο ἀρχηγοί, ἀφοῦ ἓν εἶναι τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦσιν; Ὁ διάσημος συγγραφεὺς Bluntschli, ὁμιλῶν περὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, διδάσκει, ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ ὅροι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ἄξιον τοῦ ὀνόματος, τὸ χρήσιμον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, τὸ χρήσιμον καὶ εἰς τὸν Βασιλέα: ὁ ἀρχηγὸς, τὸ πρόγραμμα καὶ ἡ πειθαρχία. Αἱ δύο μερίδες ἔχουσιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τοῦ ὁποίου διὰ τῶν πειθαρχούντων αὐτῶν ὀπαδῶν ζητοῦσι τὴν ἐφαρμογήν. Οἱ δύο ὅμως ἀρχηγοὶ περιττεύουσιν ἐντελῶς· ὁ εἷς καὶ μόνος ἀρκεῖ, καὶ οὐ μόνον ἀρκεῖ, ἀλλ’ εἷς καὶ μόνος εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὴν κανονικὴν κίνησιν τῆς πολιτικῆς μηχανῆς. Ὁ δεύτερος ἀρχηγὸς δὲν ὑπάρχει, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς πλήρους ἑνώσεως τῶν δύο κομμάτων, περὶ ὧν ὁμιλῶ, τῆς πλήρους συγχωνεύσεως, ἡ κεφαλὴ τοῦ ἑνὸς θ’ ἀποκοπῇ. Ποία εἶναι ἡ κεφαλὴ αὕτη; Εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Θεοτόκη; εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Ζαΐμη; Δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ οὐδὲ ἐνδιαφέρομαι νὰ ἐξετάσω. Παρατηρῶ ὅμως τοῦτο καὶ μόνον εἰς τοὺς ὀπαδοὺς ἀμφοτέρων, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς μία καὶ μόνη κοινὴ εὐθύνη βαρύνει αὐτοὺς πάντας, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὃν ἡ σύμπραξις αὕτη τῶν δύο συμμάχων θὰ καταθλίψῃ μὲ τὰ ἑκατομμύρια τῶν νέων φόρων, εἶναι ἐξ ἴσου ὑπεύθυνοι. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ παραμικρὰ δικαιολογία εἰς τοὺς φίλους τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ὅτι συνετέλεσαν διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν νὰ ἐλαττωθῇ τὸ τίμημα τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς κατὰ ἓν πεντάλεπτον, ἀφοῦ θὰ συντελέσωσι νὰ ἐπιβληθῶσιν ἄλλαι, πολὺ ὑπέρογκοι καὶ δυσβάστακτοι, θυσίαι. Δὲν γνωρίζω, ἂν ταχύτερον ἢ βραδύτερον θὰ παρουσιασθῶμεν πάντες ἐνώπιον τοῦ λαϊκοῦ κριτηρίου. Ἀλλὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς κρίσεως δὲν θὰ ᾖ δυνατὴ ἡ διάκρισις μεταξὺ ὀπαδῶν τοῦ κυρίου Θεοτόκη καὶ ὀπαδῶν τοῦ κυρίου Ζαΐμη. Κοινὴ θὰ ἦναι ἡ περὶ αὐτῶν ἐτυμηγορία τοῦ ἐκ τῆς συμπράξεως αὐτῶν δεινοπαθοῦντος λαοῦ, διότι ἀπὸ κοινοῦ συνέπραξαν ἐναμίλλως εἰς τὴν καταστροφήν του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§204Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Συμφώνως μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀντὶ νὰ κληθῶσιν εἰς ἀσκήσεις οἱ διανύοντες τὸ τέταρτον καὶ τὸ ὄγδοον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καλοῦνται οἱ διανύοντες τὸ τρίτον ἔτος ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ αὐτοῦ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκγυμνάσεως τῶν ἐφέδρων τοῦ 1899».
§207Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δι’ αὔριον.
§208Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θὰ φέρῃ τὴν μεγαλειτέραν σύγχυσιν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι καλοῦμεν, ἀντὶ τῶν διανυόντων τὸ τέταρτον ἔτος τῆς ἐφεδρείας, τοὺς διανύοντας τὸ τρίτον ἔτος. Διότι τί θὰ συμβῇ τὸ προσεχὲς ἔτος, ἐὰν θελήσωμεν νὰ καλέσωμεν τοῦ παγίου νόμου τοὺς ἐφέδρους, τοὺς διανύοντας δηλονότι τὸ τέταρτον ἔτος; Θὰ συμβῇ νὰ κληθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, διότι σήμερον αὐτοὶ, διανύοντες τὸ τρίτον ἔτος, θὰ διανύωσι τὸ προσεχὲς ἔτος τὸ τέταρτον, καὶ οὕτως ἐφεξῆς.
§209ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἄλλον νόμον τότε.
§210Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἄλλον νόμον! Καὶ τὸ 1906 ἄλλον νόμον!
§211Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἐχάλασεν ὁ κόσμος. Δὲν ἐκάμαμεν τόσα ἔτη γυμνάσια. Ἐπιφέρομεν μίαν τάξιν.
§212Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποίαν τάξιν; Ἐὰν τροποποιήσητε τὸν πάγιον νόμον, ὅπως ἀντὶ τῶν ἐφέδρων τοῦ τετάρτου καὶ τοῦ ὀγδόου ἔτους καλῶνται οἱ τοῦ ἑβδόμου καὶ τοῦ τρίτου, τότε βεβαίως ἐπέρχεται διόρθωσις. Ἀλλ’ ἡ διόρθωσις αὕτη θὰ ἦναι ὀλεθρία, διότι ὁ νόμος εἶχεν αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν, νὰ καλῇ τοὺς ἐφέδρους τοῦ τετάρτου καὶ τοῦ ὀγδόου ἔτους, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς συμπίπτουσιν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐφεδρείας, οὕτως ὥστε νὰ παρέρχωνται τέσσαρα μὲν ἔτη διὰ τοὺς διανύοντας τὸ τέταρτον, ὀκτὼ δὲ ἔτη διὰ τοὺς διανύοντας τὸ ὄγδοον, νὰ ὑπολείπωνται δὲ δύο ἔτη, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Ἐὰν μεταβάλωμεν τὰ ὅρια ταῦτα, δὲν θὰ ἤμεθα τότε ἐντὸς τῆς ἀληθείας. Ἐὰν δὲ τὸν νόμον αὐτὸν κάμητε προσωρινὸν, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι καθ’ ἕκαστον ἔτος νὰ ψηφίζωμεν νέον νόμον, διότι τοὺς διανύοντας τὸ τέταρτον ἔτος κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος δὲν δύνασθε νὰ καλέσητε, ἀφοῦ ὑπηρέτησαν ἤδη.
§213ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ λαμβάνωμεν τοὺς διανύοντας τὸ ὄγδοον ἔτος. Δι’ ἓν ἔτος θὰ καλέσωμεν δύο ἡλικίας.
§214Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι πληροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίας γνώμης, κύριε Πρόεδρε, καὶ δηλῶ, ὅτι θὰ καταψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου.
§215Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι...
§216Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἴπομεν νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, κύριε Γουλιμῆ.
§218Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δύο λέξεις.
§219Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὔριον, κύριε Βιτάλη.
§220Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§222Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μόνον εἰς ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν, κύριοι Βουλευταί, ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον· ἐὰν δηλαδὴ ἐπρόκειτο νὰ κληθῶσι πρὸς ἐκγύμνασιν οἱ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐξαιρεθέντες ἔφεδροι τῆς Θεσσαλίας, — ἕνεκα δὲ τοῦ νόμου ἐκείνου μένουσιν ἀγύμναστοι σειραὶ πολλῶν ἡλικιῶν. — Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τί θὰ προκύψῃ; ἡ σύγχυσις, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς ὑπέδειξεν. Ἐν ᾗ περιπτώσει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐμμείνῃ — ὅπερ δὲν πιστεύω, — διότι ἡ Κυβέρνησις παρασυρθεῖσα ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπέμεινεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο...
§223Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὅλη ἡ Βουλὴ τὸ θέλει.
§224Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ. Εἶναι εὐάριθμοι οἱ ὁμιλήσαντες περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀποφασίσει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκγυμνάσῃ τοὺς Θεσσαλοὺς, ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἴσως ἡ γνώμη αὕτη δυσαρεστεῖ τοὺς ἀξιοτίμους ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτὰς, ἀλλ’ εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν πρέπει νὰ φανῶσι γενναιόδωροι.
§225Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶδον διάθεσιν τοιαύτην ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς...
§226ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§227Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. .. Ἐκ τῆς διαθέσεως τῆς Βουλῆς ἐνθαρρυνόμενος ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον. Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δὲν ἔχουσι δίκαιον δι’ ὅσα εἶπον, διότι ἐπὶ ἔτη πολλὰ οὐδεμίαν ἡλικίαν ἐκαλέσαμεν πρὸς ἄσκησιν. Λοιπὸν ἐφέτος δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ καλοῦμεν μίαν ἡλικίαν πρὸς ἄσκησιν. Τὸ ἑπόμενον ἔτος εἴμεθα ἐλεύθεροι, ὅπως ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε, νὰ μὴ καλέσωμεν καμμίαν ἄλλην ἡλικίαν, ἢ νὰ καλέσωμεν τὴν τοῦ ὀγδόου ἔτους. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας δὲν ἔχει δίκαιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 140). Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου εἰσαγωγῆς.»
§229Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶναι ἀναμφισβητήτως ὁ μεθυγραφικώτερος τῶν ῥητόρων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ ἦναι καὶ ὁ μυθολογικώτερος αὐτῶν, διότι παρετηρήθη, ὅτι, ὁσάκις λαμβάνῃ τὸν λόγον, δὲν ἀσχολεῖται μόνον εἰς ἐξεύρεσιν εἰκόνων, ὅπως παραστήσῃ τὰ διανοήματα αὐτοῦ, ἀλλὰ μυθολογεῖ καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ καὶ τὰ πράγματα διαστρέφει, καὶ ἀνακριβείας, κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον εἰς τὴν νοημοσύνην αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὴν, ὑποτιθεμένην τοὐλάχιστον, νοημοσύνην τῶν ἀκροατῶν του, ὑποβάλλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, οὐδ’ εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη διεξάγεται σκοπίμως ἐνταῦθα, ἵνα παρασταθῇ, ὅτι ἀπόλυτος ἀνάγκη ὑπάρχει, ὅπως οἵ τε νομοὶ καὶ τὰ νέα Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1899 συνεστάθησαν, καταργηθῶσιν, ἵνα διὰ τῆς οἰκονομίας, ἥτις θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς καταργήσεως αὐτῶν, ἀποκτήσωμεν τὸ χρῆμα, τὸ ἀπαιτούμενον οὐ μόνον, ὅπως προικίσωμεν τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀνταποκριθῶμεν εἰς πάσας τὰς δαπάνας τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργείων, καὶ ἴσως, ὅπως κατορθώσωμεν δι’ αὐτῶν ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ τὴν Μακεδονίαν! Διὰ τοῦτο ἠκούσατε ἕνα τῶν κυρίων ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις, ἡμέραν τινὰ ἀγορεύων, προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸν δεκατισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀριθμῶμεν τουτέστιν ἐξ ἀρχῆς τὰ κονδύλια — ἓν, δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε, ἕξ, ἑπτά, ὀκτὼ, ἐννέα, δέκα — καὶ νὰ ἀποκόπτωμεν τὸ δέκατον! (γέλωτες).
§230Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§231Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἦναι δυνατὸν, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν μάλιστα συμπίπτῃ ὁ ἀριθμὸς δέκα νὰ ἐπιπίπτῃ ἐπὶ μεγάλων κονδυλίων, νὰ ἔχωμεν μίαν οἰκονομίαν πολλῶν ἑκατομμυρίων! Ἕτερος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀγορεύων εὗρεν, ὅτι ἡ λειτουργία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δύναται νὰ ἐπιδράσῃ εὐεργετικῶς ἐπὶ τῆς κοινωνίας, ἐὰν περιορισθῇ εἰς ὅριον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει ἡ νομοθεσία. Καὶ εἶναι τοσοῦτο μᾶλλον περίεργον τοῦτο, καθόσον ὑπεστηρίχθη ὑπὸ διακεκριμένου νομομαθοῦς καὶ ἐγκρίτου δικηγόρου. Καὶ ἠκούσαμεν νὰ βροντοφωνῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς: «Τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἰς τί χρησιμεύουν; δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν πλῆθος τοιούτων.» Ἐὰν δὲ εὑρεθῇ τις νὰ ἐρωτήσῃ αὐτοὺς, διατὶ, τὴν ἀπάντησιν ἔχουσι πρόχειρον· διότι τὰ πλεῖστα τῶν Εἰρηνοδικείων, σᾶς λέγουσι, δὲν ἐκδίδουσι παρὰ πέντε μόνον, ἢ δέκα ἢ εἴκοσιν ἀποφάσεις. Οὕτω δὲ ἡ εὐεργετικὴ ἐπίδρασις τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς Πολιτείας καθορίζεται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας συμπίπτει νὰ ἐκδίδωσι τὰ Δικαστήρια! Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνέμενον νὰ ἀκούσω τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, λεγόμενα μάλιστα ὑπὸ δικαστικῶν ἀνδρῶν. Γνωρίζω ὅτι αἱ κοινωνίαι, ἐν πολιτικῷ ὀργανισμῷ συνερχόμεναι, καὶ ἀποδεχόμεναι τὴν ἀνάγκην νὰ ζήσωσιν ἐν ἁρμονίᾳ ἐπιβαλλομένῃ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος αὐτῶν, δημιουργοῦσιν ἐξουσίαν ἀνεξάρτητον, τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, εἰς ἣν παρέχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ δίκαιον, ἀνορθοῦσα τὸ προσβαλλόμενον δίκαιον, καὶ διδάσκουσα συγχρόνως τὸν ἀμοιβαῖον σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν τε πολιτῶν καὶ τῆς Πολιτείας ἐν γένει. Ἐνταῦθα εἶναι φανερὸν, ὅτι ἡ ἐπίδρασις τῆς Δικαιοσύνης πάντα ἄλλον σκοπὸν ἐπιδιώκει ἢ τὴν δημιουργίαν πολλῶν δικῶν. Εὐτυχὴς δ’ ἔσεται ἡ κοινωνία ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἐπίδρασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἔλλειψιν πάσης τῶν Δικαστηρίων ἐργασίας. Θὰ ἦναι δὲ ἡ μεγαλειτέρα εὐτυχία, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ ἡ πατρὶς ἡμῶν, ἐὰν ἔλθῃ ἐποχή, καθ’ ἣν θὰ παρέρχωνται ἔτη ὁλόκληρα χωρὶς τὰ Δικαστήρια νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ συνεδριάζωσιν. Οὕτως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐννοῶ τὴν ἐπίδρασιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῆς κοινωνίας. Ὅπως δὲ τὸν σκοπὸν τοῦτον πραγματοποιήσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, δαπανᾷ τὸ Κράτος ὅσα δαπανᾷ· διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ δαπανῶνται τὰ ποσὰ ταῦτα. Μεθ’ ὅλα ταῦτα σᾶς λέγουσιν οἱ Κύριοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης: «τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἰς τί χρησιμεύουν; διατί νὰ μὴ συγχωνεύσωμεν πολλὰ Εἰρηνοδικεῖα εἰς ἕν;» Ὡσανεὶ τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἶχον μόνον τὸν σκοπὸν νὰ δικάζωσι τὰς κλήσεις τῶν δικολάβων, τόσα δὲ ἄλλα ὕψιστα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι νὰ ἐπιτελέσωσιν οἱ εἰρηνοδίκαι, οὐδαμῶς ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν μόνον καὶ ἅπαξ τοῦ ἔτους παρασταθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς συγκροτήσεως ἑνὸς συγγενικοῦ Συμβουλίου, ἑνὸς μόνον, ὑπὲρ ἑνὸς ἀνηλίκου, δὲν δικαιολογεῖται ἡ δαπάνη τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Εἰρηνοδικείου; Ἐὰν μίαν μόνην φορὰν παρασταθῇ ἀνάγκη νὰ προσκληθῇ ὁ εἰρηνοδίκης, ἵνα λύσῃ διαφορὰν ἐπὶ προσωρινῶν μέτρων, δὲν δικαιολογεῖται ἡ ὑπὲρ τῆς λειτουργίας τοῦ Εἰρηνοδικείου δαπάνη; Τότε διατὶ πληρώνουσι τοὺς φόρους οἱ πολῖται; Καὶ σᾶς ὁμιλοῦσι περὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, ὡσανεί, Κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως θέσεων ἀργομίσθων! Δὲν ἐξετάζω, ἂν ἔχουσι καὶ ἄλλα καθήκοντα οἱ εἰρηνοδίκαι, διότι ἐγὼ γνωρίζω, καὶ πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε, ὁπόσα καθήκοντα ἔχει ὁ εἰρηνοδίκης· ἀλλ’ ἀνέφερα δύο μόνον περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀρκοῦσι νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ὕπαρξιν παντὸς Εἰρηνοδικείου. Θὰ ἦτο δὲ ἀληθῶς περίεργον πρᾶγμα, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀπεφάσιζε νὰ καταδικάσῃ τοὺς κατοίκους π. χ. τῆς Ἀνάφης, ὁσάκις παραστῇ ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων ἀνηλίκου τινός, νὰ παραλαμβάνωσι τοὺς συγγενεῖς ἐντὸς καϊκίου, νὰ πλέωσιν, ἐὰν εὐνοϊκὸς ἦναι ὁ ἄνεμος, ἀρκετὰς ἡμέρας, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι εὐνοϊκὸς, ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὅπως συγκροτηθῇ συγγενικὸν Συμβούλιον, ἵνα προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ὀρφανοῦ!
§232Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διὰ τὰς νήσους ὑπάρχει ἐξαίρεσις.
§233Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, ὅταν ἐπιπολαίως ῥίπτωνται αἱ ἰδέαι, μόνον καὶ μόνον ἵνα ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἀδικαιολόγητος δαπάνη γίνεται διὰ τὰ Δικαστήρια. Ταῦτα, Κύριοι, εἶπον, διὰ νὰ καταδείξω τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀποφασίζουσι νὰ προβαίνωσιν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Ἀλλ’ ἐγὼ κυρίως ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπε, μυθογραφικῷ τῷ τρόπῳ πάντοτε, περὶ τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη τὸ Κράτος ἐκ τῆς συστάσεως τῶν νομῶν καὶ τῶν νέων Δικαστηρίων. Διότι, ἐφ’ ὅσον ταῦτα, Κύριοι, ἐλέγοντο ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, χωρὶς νὰ ἔχωσι καμμίαν ἐπισημότητα, βεβαίως ἠδύνατό τις νὰ μὴ προσέξῃ· ἀλλ’ ὅταν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς Βουλῆς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους προβαίνῃ εἰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις, οὐδαμοῦ στηριζομένας, ἢ μᾶλλον ἀντικειμένας προφανῶς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὰ κείμενα τῶν Προϋπολογισμῶν, τῇ ἀληθείᾳ εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ ἀρθῇ ὁ πέπλος, διὰ νὰ φανῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνέρχωνται ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προκαλῶσι καταδικαστικὴν ψῆφον ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ πράξεων νομοθετικῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως ὑπῆρξαν εὐεργετικαὶ δι’ ὁλοκλήρους πληθυσμούς. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρόν, θὰ εἰσέλθω ἀμέσως εἰς τὸ θέμα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθω καὶ ἐξετάσω τὸ οἰκονομικὸν μέρος, ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἂν ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἥτις κόπτεται ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν νομῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας. Διότι, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ λαβόντες τὴν πρωτοβουλίαν τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων· τὴν πρωτοβουλίαν τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων ἔλαβον ἄλλοι, ἡμεῖς δὲ ἐδανείσθημεν ταύτας ἐκ τῆς ὑποστηρίξεως, ἣν ἔγκριτα μέλη τῆς πτέρυγος ταύτης ἐποιήσαντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑποδείξαντα ὅτι πάντως πρέπει οἱ νομοὶ καὶ τὰ Δικαστήρια νὰ αὐξηθῶσι, διότι μόνον οὕτως, ἔλεγον, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀληθὴς Διοίκησις καὶ ἀληθὴς Δικαιοσύνη. Καὶ εἶναι ἀληθῶς περίεργον, πῶς ἐλησμόνησαν, ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ εἰσηγηταὶ καὶ πρωτοστάται τῶν τοιούτων ἰδεῶν, καὶ ἔρχονται νὰ ἐπικρίνωσιν ἡμᾶς, οἵτινες ἀπεδέχθημεν τὰς ἰδέας αὐτῶν, καὶ ἐπραγματοποιήσαμεν αὐτάς! Τοῦτο, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι ὑπερβαίνει καὶ τὸ περίεργον· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, γνωρίζουσι τὰς ἰδέας ἑνὸς ἑκάστου τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἵτινες ἐπίσης ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ὤφειλον νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία δὲν λησμονεῖται, ἢ ὅτι, ἐὰν λησμονῆται, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφίνουσι νὰ λησμονηθῇ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράζωνται μετὰ τοσαύτης—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις—ἐμπαθείας κατὰ τῶν νομοθετημάτων τῶν μεταρρυθμιστικῶν, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἰσηγάγομεν κατὰ τὸ 1899, ἀφοῦ αὐτοὶ ὑπέδειξαν τὰς μεταρρυθμίσεις ταύτας, στηρίξαντες μάλιστα ἐπ’ αὐτῶν τὰ προγράμματα αὐτῶν; Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐγὼ ἀκολουθῶ τὸ σύστημα τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, μυθογραφῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Δὲν συνήθισα νὰ μυθογραφῶ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὰς ταύτας τὰς λέξεις τῶν Κυρίων, οἱ ὁποῖοι παρίστανται ἀμείλικτοι διῶκται σήμερον τῶν νομῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων, διὰ νὰ ἴδητε, τίνες ἔσχον τὴν πρωτοβουλίαν αὐτῶν τῶν μεταρρυθμίσεων.
§234Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§235Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ 1894 συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, καὶ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡμίλησαν πολλοὶ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—διότι καὶ τότε ἡ πτέρυξ αὕτη ἦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἡ πτέρυξ δὲ αὕτη ἦτο ἡ Συμπολίτευσις (δεικνύει τὴν δεξιὰν), —μεταξὺ δὲ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Καραπάνος, ὅστις ἀνέπτυξε μακρότατον πρόγραμμα διοικήσεως. Τί δὲ ἔλεγεν, ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀκούσατε, ἵνα κρίνητε, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες τὸ πρῶτον συνέλαβον τὴν ἰδέαν τὴν μεταρρυθμιστικήν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Ἰδοὺ τί ἔλεγε τότε ὁ κ. Καραπάνος (ἀναγινώσκει): «Ἡ Διοίκησις ἡμῶν εἰς κακὴν εὑρίσκεται κατάστασιν· οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι, ὅπου αὕτη ὑφίσταται, εἶναι σχεδὸν ἐξηρθρωμένη, καὶ ὅτι εἰς τὰς πλείστας τῶν ἐπαρχιῶν δὲν ὑπάρχει οὔτε σκιὰ Διοικήσεως. Ποία π. χ. δύναται νὰ ᾖ ἡ ἐνέργεια τοῦ νομάρχου Αἰτωλοακαρνανίας, ἐν Μεσολογγίῳ ἑδρεύοντος, ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας; Ἐν ταῖς ἀποκέντροις δὲ ταύταις ἐπαρχίαις τίς ἀντιπροσωπεύει τὴν Διοίκησιν; Ὀφείλομεν ἑπομένως, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν ἀληθῆ διοίκησιν, νὰ μεταβάλωμεν τὰ ὅρια τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν Νομαρχιῶν.» Ἀκούετε, κύριοι Βουλευταί; ἀκούετε;
§236ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀκούομεν, μάλιστα.
§237Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. «Αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν Νομαρχιῶν», λέγει ὁ κύριος Καραπᾶνος.
§238Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ πόσας;
§239Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἠκούσατε, τίς ὁμιλεῖ περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Νομαρχιῶν! Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν Νομαρχιῶν ἐζήτει νὰ αὐξήσῃ ὁ κύριος Καραπᾶνος; Κατὰ τίνα τρόπον νομίζετε ὅτι ἐπεδίωκε μεταρρύθμισιν καὶ βελτίωσιν εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης; Ἀκούσατε. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἐπιθυμεῖ νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν κατὰ τὰς συνεδριάσεις ἀπὸ 5 εἰς 3.
§240Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν ἐφετῶν.
§241Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν πλημμελειοδικῶν.
§242Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§243Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σεῖς δὲν τὰ ἐνθυμεῖσθε, ἀλλ’ ἐγὼ τὰ ἀνέγνωσα σήμερον.
§244ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τῶν πλημμελειοδικῶν, θέλετε νὰ εἴπητε;
§245Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἀπέκρουεν ἐντόνως τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Δικαστηρίων.
§246Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγνώσατε ὁλόκληρον τὸν λόγον μου.
§247Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ δικαστικὸν ἡμῶν σύστημα ἔχει ἀνάγκην ῥιζικωτέρας μεταρρυθμίσεως. Τὴν βελτίωσιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν διὰ τῆς ἐλαττώσεως οὐχὶ τῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν, καὶ διὰ τῆς καλλιτέρας ἀμοιβῆς αὐτῶν.»
§248Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγνώσατέ το ὁλόκληρον.
§249Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν χρησιμεύει ν’ ἀναγινώσκω ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει συγκεκριμένως τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ πραγματεύομαι, ἰδέας σας.
§250Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἀντεπροσώπευε τότε μόνον τὸν ἑαυτόν του (θόρυβος).
§251Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ νομίζετε, ὅτι διὰ τοῦ θορύβου θὰ κατορθώσητε νὰ μειώσητε τὴν ἐντύπωσιν τοῦ λόγου μου. Ὅσον δὲ καὶ ἂν θορυβήσητε, θὰ τὸ ἐπαναλάβω ἑκατοντάκις, ἵνα ἀκουσθῇ παρ’ ὅλης τῆς Βουλῆς καὶ παρ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τοῦ ἐντὸς καὶ τοῦ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, διότι εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἵτινες ἔχουσιν ἐρριζωμένας πεποιθήσεις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τῆς πατρίδος ἡμῶν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβάλλωσι ταύτας ἐξ ἁπλοῦ πείσματος καὶ ἀντιδράσεως πρὸς τοὺς ἀντιπάλους αὑτῶν, ὅταν μάλιστα ἐκεῖνοι, ἀκολουθοῦντες τὰς γνώμας αὑτῶν, ἐφαρμόζωσι ταύτας. Ἀλλὰ καὶ τίνα ἰδέαν εἶχε περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν τῆς Παιδείας;
§252Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει αὐτό;
§253Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου, διότι δὲν ἦλθεν ἡ συζήτησις τῶν νομοθετημάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνώσητε τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Καραπάνου, θὰ εὕρητε πλῆρες τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐν τοῖς νομοθετήμασιν αὐτοῦ ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Καὶ ἔρχεται νὰ καταπολεμήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὰς ἰδέας του!
§254Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπε;
§255Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ἀνακάλυψιν, — ἥτις παρατηρῶ ὅτι προκαλεῖ κατάπληξιν εἰς τοὺς πλείστους ἐξ ὑμῶν, διότι βεβαίως διατελεῖτε ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, — θὰ ἔλθω ἤδη εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν δαπανῶν, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἵνα ἴδωμεν ἐπὶ τέλους, ποῖον εἶναι πράγματι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται διὰ τὴν σύστασιν τῶν 10 νομῶν καὶ τῶν τεσσάρων Δικαστηρίων. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐποιήσατο ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἔχω πρόχειρον τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἰς διάφορα φύλλα τῶν ἐφημερίδων τῆς πρωτευούσης ἐδημοσίευσαν οἱ ἀσχολούμενοι νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι αἱ δαπάναι τῶν νέων νομῶν καὶ Δικαστηρίων ἀνῆλθον εἰς 1,396,383 δραχμὰς, ἤτοι περίπου εἰς 1,400,000. Ἵνα καταλήξωσι δὲ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, κατὰ τίνα τρόπον, νομίζετε, ὑπολογίζουσι; Συγκρίνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 πρὸς τὸν τοῦ 1902.
§256Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν τοῦ 1904.
§257Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἡ αὐτὴ ἀναλογία. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, ἵνα συγκρίνω, ἔλαβον τὸν τοῦ 1902.
§258Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀνοίξητε ἕνα Προϋπολογισμόν.
§259Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἡ αὐτὴ ἀναλογία. Σεῖς μάλιστα, συγκρίνοντες τὸ ποσὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904, ἀνεβιβάσατε αὐτὸ ἄνω τοῦ 1,400,000.
§260Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. 1,425,000.
§261Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἑπομένως κατά τι περισσότερον, ἀλλ’ ἡ βάσις εἶναι ἡ αὐτή. Διότι λαμβάνετε ὡς βάσιν τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν ἐπὶ τῶν κονδυλίων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῶν κεφαλαίων 7, 8, 9, 10, 13, 14 καὶ 15, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουσι τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν Εἰσαγγελιῶν, τῶν φυλακῶν, τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλα διάφορα ἔξοδα, καὶ ἀναβιβάζετε τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς δραχμὰς 375,305.
§262Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Εἰς 195,328.
§263Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ κονδύλια ἀφορῶσι δαπάνας τῶν Δικαστηρίων ἐν γένει. Τί ἐστοίχισαν τὰ τέσσαρα Δικαστήρια, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς πραγματικοὺς ἀριθμοὺς, ἵνα τὸ εὕρωμεν;
§264Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ηὔξησαν τὰ κονδύλια ταῦτα;
§265Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διότι ἀφορῶσι τὰς δαπάνας ὅλων τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους· ἀπὸ ἔτους δ’ εἰς ἔτος παραλλάσσουν αἱ δαπάναι τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, τῶν γραφικῶν, τῆς τροφοδοσίας τῶν φυλακῶν, τῆς κινήσεως τῶν μαρτύρων...
§266Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διατὶ παραλλάσσουν;
§267Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διότι αὐξομειοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν κινουμένων μαρτύρων, καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ὀτὲ μὲν μεγαλείτερον, ὀτὲ δὲ μικρότερον. Ἀλλ’ ἵνα εὕρωμεν, τί ἐδαπανήθη διὰ τὴν σύστασιν τῶν τεσσάρων Δικαστηρίων, τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐχερέστερον. Τὰ 4 Δικαστήρια συνεστάθησαν κατὰ τὸ 1901, τὸν Σεπτέμβριον, ὅτε δὲ, τὸν Νοέμβριον, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ἐπειδὴ εἶχον ἤδη συσταθῆ τὰ 4 Δικαστήρια, περιέλαβε τὰς δαπάνας τῶν τεσσάρων Δικαστηρίων τὰς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς κύρωσιν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργείου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1902. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς δρ. 6,157,827, ἀπέναντι δραχ. 6,243,573, αἵτινες ἐψηφίσθησαν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ἤτοι δι’ αὐτοῦ παρουσιάζεται καθαρὰ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ ἐκ δραχ. 85,745, ἥτις ὅμως ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 249,470, ἂν εἰς τὰς ψηφισθείσας διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 πιστώσεις προστεθῶσι: αʹ) ἕτεραι δραχμαὶ 25,000, αἰτηθεῖσαι ἤδη ὡς ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 14, ἄρθρου 7, τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου· βʹ) δραχ. 81,324, εἰς ὅσας ἀνέρχεται τὸ προστεθὲν ποσὸν πρὸς συντήρησιν τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων καθ’ ὅλον τὸ ἔτος...» κλπ. Ὥστε 81,324 δραχμαὶ εἶναι ἡ ἐτησία δαπάνη τῶν τεσσάρων Πρωτοδικείων.
§268Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔτσι ἔ;
§269Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τὴν ἐπίσημον, τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γενομένην ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, περὶ τοῦ ὅτι αἱ δαπάναι διὰ τὰ 4 νέα Πρωτοδικεῖα ἀνέρχονται εἰς δρ. 81,324, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τὸ θάρρος, ἐρωτῶ, νὰ προκαλῆτε κἄν συζήτησιν καὶ νὰ τολμᾶτε νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι καὶ μία ἔστω ἐπὶ πλέον δραχμὴ εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανηθῇ διὰ τὰ Δικαστήρια ταῦτα;
§270Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θέλομεν νὰ πεισθῶμεν. Ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀναλυτικῶς τὰ ποσά;
§271Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαιότατα, ἀφοῦ εἶναι προϋπολογισμός. Ἐπειδὴ δὲ καὶ χωρὶς νὰ μὲ προκαλέσητε εἶχον σκοπὸν —διότι ἔχω κάμει τοιαύτην ἐργασίαν—νὰ κάμω μίαν οἱονεὶ διάλεξιν μετὰ τῶν κ. Βουλευτῶν περὶ τῶν δαπανῶν ἑκάστου Δικαστηρίου, — διότι τέλος πάντων πρέπει νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα γείνῃ γνωστόν, τί δαπανᾷ τὸ Κράτος διὰ τὰ 4 ταῦτα Δικαστήρια, — προβαίνω εἰς λεπτομερῆ λογαριασμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ παρατηρήσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν τῶν δαπανῶν, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀφαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα, ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν, —τὰς ὁποίας ἀφαιρέσεις ἔκαμεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ τοῦτο καταβιβάζει τὴν δαπάνην εἰς δρ. 81,324,—μὴ λαμβανομένων, λέγω, ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀφαιρέσεων τούτων, τὸ ὅλον ποσὸν τῶν δαπανῶν ἀνέρχεται εἰς 100,400 δραχμάς. Παρακαλῶ δὲ νὰ μὲ παρακολουθήσητε, διότι ἐπιθυμῶ νὰ μὲ διορθώσητε, ἐὰν παραλείψω κανὲν κονδύλιον. Διὰ τὰ τέσσαρα Πρωτοδικεῖα ἐπροβιβάσθησαν 4 Πρόεδροι. Ἑπομένως θὰ ὑπολογισθῇ ἡ διαφορὰ τοῦ μισθοῦ τῶν Προέδρων, διότι ὡς δικασταὶ ὑπῆρχον...
§272Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν διωρίσθησαν ἄλλοι;
§273Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι. Διότι πάντοτε ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν εἶναι πολὺ μικρότερος τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος πρὸς λειτουργίαν τῶν Δικαστηρίων.
§274Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§275Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Κατόπιν ὁμιλεῖτε. Λοιπὸν ἡ διαφορὰ δι’ ἕκαστον Πρόεδρον εἶναι 1200 δραχμαὶ ἐτησίως, ἑπομένως διὰ τοὺς τέσσαρας εἶναι δρ. 4800. Διὰ τοὺς 4 γραμματεῖς, πρὸς δραχ. 170 μηνιαίως, τὸ ὅλον 8160 διὰ τοὺς 4 ἐτησίως... Ἐὰν ἐπιθυμῇ τις τῶν κ. Βουλευτῶν, ἂς κρατῇ σημείωσιν, ἵνα κάμῃ κατόπιν τὴν πρόσθεσιν, μήπως ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχω λάθος εἰς τὴν πρόσθεσιν...
§276Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἰς ἄλλα ζητήματα.
§277Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖα ἄλλα; Εἶναι γραμμένα ὅλα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἔχομεν εἶτα δι’ ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, δραχ. 19,800. Διὰ τὰ ἐνοίκια τῶν Πρωτοδικείων, κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, δρ. 9600, διὰ τοὺς μισθοὺς τεσσάρων Εἰσαγγελέων δραχ. 19,200, διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Εἰσαγγελιῶν δρ. 13,080. Διὰ γραφικά, κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, δρ. 2400. Γραφικὰ Εἰσαγγελιῶν δραχμαὶ 1452. Ἐνοίκια Εἰσαγγελιῶν δραχ. 6300. Ἐνοίκια φυλακῶν, κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, δρ. 9360. Μισθὸς τεσσάρων ἐπιστατῶν τῶν φυλακῶν, κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, δραχ. 3840. Μισθὸς τεσσάρων φυλάκων δρ. 2400. Αὐταὶ εἶναι αἱ δαπάναι. Διὰ δὲ τὸ Κακουργοδικεῖον οὐδεμία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπάρχει πρόσθετος δαπάνη. Πᾶσαι αἱ δαπάναι αὗται ἀνέρχονται εἰς δρ. 100,400. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι δρ. 20,000, καθ’ ἃς μειοῦται ἡ δαπάνη ἀπὸ τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα, ἕνεκα τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ, γραφικῶν καὶ ἄλλων ἐξόδων, καὶ ἑπομένως τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἀνέρχονται διὰ τὰ 4 Πρωτοδικεῖα, εἶναι δραχ. 81,000, ὡς προεῖπον.
§278Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι προχείρως δαπάνας τινάς· τοὺς ἐκτάκτους γραφεῖς τῶν Κακουργοδικείων, τοὺς μισθοὺς κλητήρων τῶν ἀκροατηρίων καὶ Εἰσαγγελιῶν.
§279Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν ὅλα ὑπολελογισμένα εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Δικαστηρίων, εἶναι ὑπολελογισμένα εἰς τοὺς προϋπολογισμούς. Ἐὰν θελήσητε νὰ προσθέσητε καὶ τοὺς κλητῆρας τοὺς δύο, 5,000 δραχμὰς ἢ 10,000 δραχμάς, θὰ ἔχητε 105,000 ἢ 110,000 δραχμάς. Πόσα θέλετε, διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1,400,000; Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ τὸ Κράτος διὰ τὰ νέα Δικαστήρια. Τώρα θὰ ἴδωμεν, τί δαπανᾷ διὰ τοὺς νέους νομούς. Ὁ κ. συνάδελφος δυσπιστεῖ πρὸς τὸν ἀρχηγόν του, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, οὗτινος εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ῥητῶς ἀναγράφεται, ὅτι ἡ οἰκονομία, ἡ ὁποία προσγίγνεται εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς καταργήσεως τῶν νέων νομῶν, ἀνέρχεται εἰς 120,000 δραχμάς. Τοῦτο λέγει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ὅτι ἡ οἰκονομία μετὰ τὴν κατάργησιν, Κύριοι, τῶν νέων νομῶν, ἀνέρχεται εἰς 120,000 δραχμάς. Καταργουμένων δὲ τῶν νέων νομῶν διὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καταργοῦνται καὶ ὅλαι αἱ παρομαρτοῦσαι εἰς τοὺς νέους νομοὺς δαπάναι, καὶ ἡ οἰκονομία αὕτη ἀνέρχεται, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τὴν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς δραχμὰς 120,000. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐνῷ εἶχεν ὑπ’ ὄψει, προσδιωρισμένον ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ, τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ τῆς δαπάνης διὰ τὰ νέα Δικαστήρια καὶ τοὺς νέους νομούς, ἀνερχόμενον εἰς 200,000 δραχμὰς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀναβιβάζει αὐτὸ εἰς 1,400,000! Καὶ διὰ νὰ τὸ ἀναβιβάσῃ εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, ποίαν μέθοδον νομίζετε ὅτι ἀκολουθεῖ;
§280ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Τὴν μέθοδον τοῦ παπᾶ! (γέλως).
§281Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριοι, ἡ μέθοδος, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιποιοῦσι τιμὴν εἰς τοὺς λογιστικούς, διότι θ’ ἀκούσητε περιεργότατα πράγματα· π. χ. θὰ ἴδητε, ὅτι ὑπολογίζει διαφορὰν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δραχ. 265,320. Καὶ θὰ ἐρωτήσητε ἀμέσως: «Ἀλλὰ τέλος πάντων ποίαν σχέσιν ἔχουσιν οἱ νέοι νομοὶ μὲ τὰ δημόσια ἔργα; Μήπως ηὐξήθη τὸ προσωπικὸν τῶν νομομηχανικῶν ἢ μηχανικῶν;» Οὐδόλως. Λοιπὸν πῶς ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ αὔξησις, αὐτὴ ἡ διαφορά; Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπανθήσῃ ἐπὶ τῶν χειλέων ὑμῶν μειδίαμα, ἐὰν ἀκούσητε, πόθεν ἐξάγει τὴν διαφορὰν ὁ κύριος συνάδελφος. Ὁ κ. συνάδελφος εἶναι εὐφυέστατος ἄνθρωπος, δὲν δύναται νὰ πλανηθῇ, ἀλλ’ ἔχει τὸν παράδοξον ἐγωϊσμὸν νὰ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ παρασύρῃ εἰς πλάνην πάντας ἡμᾶς, τοὺς ἐνωτισθέντας τοῦ λόγου του. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται, εἰς τὸ κεφάλαιον 14, «Δημόσια ἔργα», ἔχει δύο ἄρθρα· τὸ ἓν ἄρθρον ἐπιγράφεται «Προσωπικὸν ἐν τοῖς νομοῖς καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις», τὸ ἕτερον ἄρθρον, τὸ 3, ἐπιγράφεται «Προσωπικὸν βοηθητικόν»· καὶ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν δύο τούτων ἄρθρων ἀνέρχεται εἰς δραχ. 351,960. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα εἰς τὸ κεφάλαιον 14 τὰ ἔχει ἓν ἄρθρον· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λαμβάνει λοιπὸν τὸ ἓν ἄρθρον ἐκ τῶν δύο τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, καὶ τὸ συγκρίνει μὲ τὰ δύο ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, καὶ οὕτως εὑρίσκει τὴν διαφορὰν ἐκ δραχμῶν 265,320! (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Καταλαμβάνετε, Κύριοι, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἔλλειψις καλῆς πίστεως, ἀλλ’ εἶναι ἔλλειψις καλῆς ἐκτιμήσεως τῆς διανοητικῆς καταστάσεως αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι προκαλῶν τὰ μειδιάματα καὶ τοὺς γέλωτας τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ τῆς μεθυγραφικῆς περιγραφῆς ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀποπλανήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ νομίσωμεν, ὅτι εἰς τὰ δημόσια ἔργα ὑπάρχει διαφορὰ 265,320 δραχμῶν. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι ἡ μέθοδος αὑτοῦ εἶχεν ἤδη ἀποκαλυφθῆ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ ὅμως δὲν ὤκνησε νὰ τὴν φέρῃ καὶ ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι μόνον αἱ 265,320 δραχμαὶ προστίθενται εἰς τὴν ῥάχιν τῶν νέων νομῶν καὶ Δικαστηρίων; Θὰ ἀκούσητέ τι, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς καταπλήξῃ, διότι θὰ ἀκούσητε, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον 9 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπὸ τὸν τίτλον «Χωροφυλακὴ», ἀνεγράφη διαφορὰ ἐπὶ πλέον διὰ τὸ ἔτος 1902 δρ. 696,565, αἵτινες δὲν ἀνεγράφοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899. Τὴν διαφορὰν δὲ ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ῥίπτει εἰς βάρος τῶν νέων νομῶν καὶ Δικαστηρίων! Ὅτε ἀνέγνωσα τοῦτο, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω, ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ δαπάνη τῆς χωροφυλακῆς μὲ τοὺς νέους νομοὺς, καὶ ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐβασάνιζα τὸν νοῦν μου, ἵνα ἀνακαλύψω τὴν σχέσιν, ἣν ἀπέδιδον οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀναγράφοντες τοιαῦτα ποσὰ ἐν ταῖς σημειώσεσιν αὐτῶν. Ἐδέησε νὰ ζητήσω βοηθήματα, καὶ προσέτρεξα εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Τί ἀνέγνωσα δὲ ἐκεῖ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν διαφορὰν τῶν δρ. 696,565 ἐν τῷ κεφαλαίῳ 9, «Χωροφυλακὴ», τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899; Γράφει ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ περιπλέον αὕτη διαφορὰ προέρχεται ἐκ τῆς γενησομένης κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο προμηθείας εἰδῶν ἱματισμοῦ τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ στρατοῦ, διότι ἐξηντλήθη ἡ προμήθεια... (ἱλαρότης).
§282Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν εἴπομεν τοῦτο.
§283Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅτε ἀνέγνωσα ταῦτα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐξ ἐνστίκτου, αἱ χεῖρές μου συνέλαβον τὴν ἐλαχίστην σῳζομένην ἀκόμη κόμην τῆς κεφαλῆς μου, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ τοσοῦτον περὶ τὴν κατάστρωσιν ἀριθμῶν θράσος, ἀφοῦ ἦτο γνωστὸν, ὅτι προχείρως ἤθελεν ἀποκαλυφθῆ ἡ θρασύτης.
§284Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1901 ποῦ εἶναι ὁ ἱματισμὸς αὐτός;
§285Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἐπὶ πλέον λοιπὸν δαπάνη, κατὰ τὴν ῥητὴν βεβαίωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, προέρχεται ἀπὸ ἀγορὰν ἱματισμοῦ τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς αὐτὴν τὴν στιγμὴν, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ὡς πρὸς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 εἶμαι ἀπαράσκευος, ἐρωτᾷ, πῶς ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορά. Ἀπαντῶ πρὸς αὐτὸν, ὅτι οἱ νέοι νομοὶ συνεστάθησαν κατὰ τὸ 1900, κατὰ τὸ 1899 δὲν ὑπῆρχον· ἡ διαφορὰ λοιπὸν τῶν δαπανῶν κυρίως ἐν τῷ πρώτῳ Προϋπολογισμῷ ἀπὸ τῆς συστάσεώς των δέον νὰ ἐπιζητηθῇ, διότι ἔκτοτε δὲν προσετέθησαν δαπάναι διὰ τοὺς νέους νομοὺς, οὔτε συνεστάθησαν ἄλλοι νομοὶ, οὔτε ηὔξησε τὸ προσωπικὸν αὐτῶν. Κατὰ τὸν χρόνον λοιπὸν ἐκεῖνον ἡ διαφορὰ τοῦ κεφαλαίου 9 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπῆρχε, διότι ἡ ὑπάρχουσα διαφορὰ προήρχετο ἐκ πραγματικοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε μὲ τοὺς νέους νομοὺς καὶ τὰ νέα Δικαστήρια, ἐκτὸς ἐὰν ὑπολογίζῃ, ὅτι ἡ προμήθεια τοῦ ἱματισμοῦ ἐγένετο ἕνεκα τῆς συστάσεως τῶν νέων νομῶν καὶ τῶν νέων Δικαστηρίων (γέλωτες). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ δώσω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶχον τότε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 εἰς χεῖράς μου, ἠδύνατο νὰ μᾶς καταπλήξῃ διὰ τῆς ἐρωτήσεώς του. Ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι προσετέθη ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῶν τῶν νομῶν ἔστω καὶ εἷς μόνον ὑπάλληλος, μία κἄν δραχμὴ διὰ τοὺς νέους νομοὺς, ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἅμα τῇ συστάσει αὐτῶν, καὶ νὰ μὴ ἀπαγγέλλῃ ἀριθμοὺς χονδρικῶς ἄνευ ἐννοίας. Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ λογαριασμὸς, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 1,400,000 δραχμάς! Θέλετε δὲ νὰ ἴδητε, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα προσέθεσαν χονδρικῶς καὶ αὐθαιρέτως οἱ Κύριοι εἰς βάρος τῶν νέων νομῶν, πόσαι εἶναι αἱ δαπάναι αὐτῶν; Ἀκούσατε. Ἐκ τοῦ ποσοῦ δραχ. 1,396,383 πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ 265,320, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῶν δύο ἄρθρων τοῦ κεφαλαίου τῶν δημοσίων ἔργων· πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐπίσης αἱ 696,565 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸν ἱματισμὸν τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ στρατοῦ, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι καὶ 275,000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν 375,000, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὡς ἔξοδα Δικαστηρίων, πρὸς τὰς πραγματικὰς 100,000, αἵτινες ἀπαιτοῦνται ὡς δαπάνη τῶν Δικαστηρίων, — διότι ἀναγράφουσι 375,000, ἐνῷ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι 100,000 κατ’ ἔτος, — ἑπομένως τὰς ἐπὶ πλέον ἀναγραφομένας 275,000 πρέπει νὰ τὰς ἀφαιρέσωμεν. Προσέτι 14,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἐνοίκια ἰδιωτικῶν οἰκιῶν, διότι τὸ κονδύλιον αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, τῶν ὁποίων τὰ κονδύλια εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρέπει ὡσαύτως ν’ ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 13,000, τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ κεφαλαίου 6 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ τὸν τίτλον «Στρατολογία», διότι οὐδὲ λεπτὸν δαπανᾶται ἐπὶ πλέον διὰ τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, πλὴν τῶν ἐνοικίων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐκρατήσατε σημείωσιν τῶν ἀριθμῶν· ἀλλὰ τὰ ποσὰ ταῦτα προστιθέμενα ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,263,885. Τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τοὺς νέους νομοὺς καὶ τὰ νέα Δικαστήρια, πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὅταν δὲ ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο, τί ἀπομένει; 132,498 δραχμαί! Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν, κατὰ τοὺς ἰδίους αὐτῶν λογαριασμοὺς, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ τὸ Κράτος ἐπὶ πλέον διὰ τοὺς νέους νόμους καὶ τὰ νέα Δικαστήρια. Καὶ διατυμπανίζουσι διηνεκῶς καὶ προσπαθοῦσι νὰ πείσωσι τὸν κόσμον, ὅτι μεγάλη σπατάλη ἐγένετο διὰ τὰ Δικαστήρια καὶ τοὺς νέους νομοὺς, ἐνῷ πᾶσα ἡ δαπάνη ἡ χάριν αὐτῶν γενομένη ἀνέρχεται εἰς 132,498 δραχμάς! Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ, ἂν ὡμίλησα μετὰ τόσης αὐστηρότητος διὰ τὴν λογιστικὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν οἱ θέλοντες νὰ παραστήσωσιν, ὅτι μεγάλη καὶ φοβερὰ δαπάνη ἐγένετο διὰ τὰ Δικαστήρια, τὸ ἔπραξα, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ νομίσωσιν, ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀποπλανήσωσιν ὑμᾶς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως πιστεύσητε, ὅτι ἀληθῶς ἐγένετο τοιαύτη δαπάνη· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγίνοντο διπλάσιαι καὶ τριπλάσιαι τῶν δαπανῶν τούτων, θὰ ἤμην πάντοτε ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν νόμων, θὰ ἤμην δὲ ὑπὲρ αὐτῶν οὐχὶ μόνον δι’ ὅσα ἐπιχειρήματα πάνυ εὐγλώττως ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος ἄλλοτε, ὅτε δὲν εἶχε μεταβάλει γνώμας, ἀλλὰ καὶ διότι ἄλλως ἐννοῶ ἐγὼ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον φαντάζομαι τὴν ἐπίδρασιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας ἐν γένει. Τοῦτο δὲ λέγω, Κύριοι, διότι, ὁσάκις ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀγορεύοντος κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἤκουσα πάντοτε αὐτοῦ ἐπιτιθεμένου κατὰ τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ὡς δαπανηρᾶς ὑπηρεσίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ὑπεβλήθη εἰς ἀδικαιολογήτους δαπάνας. Καὶ διατὶ πάντα ταῦτα; Δαπανᾷ τὸ Κράτος πλείονα σήμερον διὰ τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, ἀφ’ ὅσα ἐδαπάνα κατὰ τὸ περικλεὲς ἔτος 1896; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ κρίνωμεν περὶ τῶν δαπανῶν μιᾶς ὑπηρεσίας; Αἱ ὑπηρεσίαι εἰς τὸ Κράτος διττὸν ἔχουσι προορισμόν· αἱ πλεῖσται μάλιστα ἐξ αὐτῶν, ἐὰν δὲν ἔχωσι προορισμὸν κύριον τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα, πάντως ὅμως ἔχουσι μετὰ τῶν ἄλλων προορισμῶν αὐτῶν καὶ τοῦτον, νὰ προσπορίζωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ μέσον, ὅπως τὸ Κράτος συντηρῆται. Ἐὰν λοιπὸν διὰ μίαν ὑπηρεσίαν δαπανᾶτε 5, καὶ σᾶς δίδῃ 8, δι’ ἄλλην δαπανᾶτε 7, καὶ σᾶς δίδῃ 18, ποία τῶν δύο, παρακαλῶ, εἶναι οἰκονομικωτέρα; Ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν δαπανᾶτε ὀλιγώτερον ποσόν, καὶ εἰσπράττετε ὀλιγώτερα, ἢ ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν δαπανᾶτε μεῖζον ποσόν, καὶ εἰσπράττετε περισσότερα, παρὰ ὅσα εἰσπράττετε ἀπὸ τὴν ἄλλην; Εἶναι, νομίζετε, συζητητέον τὸ πρᾶγμα, ὅτι διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν, καλῶς λειτουργοῦσαν, αἱ δαπάναι τῆς συντηρήσεως αὐτῆς βεβαίως πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογοι πρὸς τὰς προσόδους, τὰς ὁποίας προσπορίζει εἰς τὸ Κράτος ἡ ὑπηρεσία, ἀσχέτως πρὸς τὴν εὐεργετικότητα τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν, τὴν κοινωνικήν; Ἂς ἐξετάσωμεν νῦν — ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα — καὶ τὸ θέμα τοῦτο, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν εἶναι δεδικαιολογημένα τὰ καθ’ ἡμῶν παράπονα διὰ τὴν σπατάλην δῆθεν, ἣν ἐφηρμόσαμεν ἐπὶ τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, αὐξήσαντες κατά τι τὸ προσωπικὸν αὐτῆς, αὐξήσαντες τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, πυκνώσαντες τὸ δίκτυον τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ἀνταποκρίσεως, συστήσαντες γραφεῖα τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικὰ, βελτιώσαντες τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς, ὅπως αὕτη συντελῆται ταχύτερον, καὶ προνοήσαντες νὰ αὐξηθῶσιν αἱ διανομαὶ τῶν ἐπιστολῶν εἰς τὰς κυριωτέρας πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Ἂς ἐξετάσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν εἶναι δίκαιαι αἱ καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις. Ἔχω, Κύριοι, ἐνταῦθα σημείωμα συγκριτικὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 — ὅπερ εἶναι τὸ Παλλάδιον τῆς πολιτικῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ — πρὸς τοὺς τῶν ἐτῶν 1898, 1903 καὶ 1904. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπάνα τὸ Κράτος διὰ τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν δραχ. 2,463,870, εἰσέπραξε δὲ, — ὑπελογίζοντο τοὐλάχιστον κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς εἰσπρακτέα — δραχ. 2,328,000, τουτέστιν ἡ ὑπηρεσία ἡ ταχυδρομικὴ καὶ ἡ τηλεγραφικὴ κατὰ τὸ 1896 ἄφινε κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἔλλειμμα δραχ. 135,870. Κατὰ τὸ ἔτος 1898 προϋπελογίζοντο δαπάναι δραχ. 2,428,730, προϋπελογίζοντο δὲ ἔσοδα 2,350,700, ἑπομένως ὑπῆρχεν ἐπὶ πλέον διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων δραχ. 78,000. Αὐτὸ ἦτο τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν κατὰ τὸ ἔτος 1898. Κατὰ τὸ 1903, ὅτε ἐλειτούργει ὁ νέος ὀργανισμὸς τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ὑπελογίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς 3,579,201, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 4,521,300...
§286Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμφώνως μὲ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον τῆς τότε Κυβερνήσεως τοῦ 1903.
§287Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Συμφώνως μὲ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον τοῦ 1903, — πολὺ καλὰ, — καίτοι αὐτὸ οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει. Ἔχομεν λοιπὸν διαφορὰν δραχμῶν 942,000 κατὰ τὸ ἔτος 1903, διότι ὁ ὀργανισμὸς ὁ νέος τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ὑπῆρξε τοιοῦτος, καὶ τοιαύτην ἔσχεν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε τὰ ἔσοδα βαίνουσι καταπληκτικῶς αὐξάνοντα. Κατὰ τὸ 1904 ἔχομεν ἔξοδα δραχ. 3,670,870, ἔχομεν ἔσοδα δραχ. 4,720,100, διαφορὰν ἐπὶ πλέον εἰς τὰ ἔσοδα δραχ. 1,049,230. Ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικωτέρα ὑπηρεσία; Ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν δαπανῶμεν 3 ἑκατομμύρια καὶ ἀπολαμβάνομεν 4 ἑκατομμύρια, ἢ ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν δαπανῶμεν 2,500,000 καὶ ἀπολαμβάνομεν 2,700,000; Ταῦτα εἶναι τοσοῦτον στοιχειώδη, ὥστε ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἠδύναντο νὰ λέγωνται, ἵνα ἀναγινώσκωνται μόνον ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των Προϋπολογισμοὺς, δὲν δύνανται ὅμως νὰ λέγωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ πλεῖστοι ἄλλοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μᾶς προσεκάλεσαν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος ἡμῶν δι’ οἰκονομιῶν, ἐπερχομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, αἵτινες, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἦσαν ἐπαρκεῖς νὰ καλύψωσι τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας.
§288Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§289Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο τὸ σύστημα συνεβούλευον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§290Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ εὐλόγως ἀπηυθύνθη πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἡ ἐρώτησις ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος ταύτης: «διατὶ τὰς οἰκονομίας ταύτας δὲν τὰς ἐπραγματοποιήσατε, ὅτε ὑπεβάλετε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 εἰς τὴν Βουλὴν;» — διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, περιελάμβανε διαφορὰν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα 5,254,962. Ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ διαφορὰ αὕτη προήρχετο ἀπὸ δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1902, δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῶσι κατὰ τὸ ἔτος 1903. Καὶ τοιαῦτα κονδύλια μεγάλα προχείρως δύναμαι νὰ ἀναφέρω, χωρὶς νὰ καταγείνω εἰς λεπτομερείας· διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 δὲν ἀναγράφεται ποσὸν 772,434 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 διὰ τὴν ἀγορὰν πετρελαίου· δὲν ἀναγράφονται δρ. 886,133, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 διὰ νομισματικὴν διαφοράν· δὲν ἀναγράφονται δραχ. 636,840 εἰς τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας δι’ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων· δὲν ἀνεγράφησαν καὶ πλεῖστα ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, δὲν τὰ ἀναφέρω, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 4,376,684 δραχμάς. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τώρα προχείρως, ὅτι ἐθεωρήθη οἰκονομία ἡ ἀπόσβεσις δραχμῶν 50,000 διὰ τὸ τηλεγραφικὸν κατάστημα τοῦ Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ κατὰ τὸ 1903· ὅτι ἐθεωρήθη οἰκονομία ἡ ἀποκοπὴ δραχμῶν 48,000 διὰ τὴν ἀγορὰν ἐργαλείου τηλεφωνικοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὸ 1903, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ τοιαύτη ἀγορὰ, καὶ πλῆθος ἄλλων μικροκονδυλίων, τὰ ὁποῖα ἐν ὅλῳ ὑπολογιζόμενα ἀνέρχονται εἰς 4,376,684 δραχμάς. Ἐντεῦθεν δὲ παρήχθη διαφορά, κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, μόλις ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες καὶ μόναι ἀπετέλουν ἀληθῆ οἰκονομίαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως κατηρτίσθη βραδύτερον, ὅτε τὰ νομοσχέδια τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα, ὁμιλῶ μόνον περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων αὐτοῦ συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐντεῦθεν ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῇ οἰκονομία μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιδίωξεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβαλὼν τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν· ἀπεδείχθη δὲ πλέον ἢ ἅπαξ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 περιλαμβάνει οἰκονομίας πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας περιελάμβανεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ὅτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, Κύριοι, πρέπει νὰ παύσωσι πλέον νὰ ἐπικαλῶνται διαρκῶς τὴν κατάργησιν τῶν νομῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκ τῆς καταργήσεως αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσπορισθῶσι μεγάλα κέρδη· ἀλλὰ συγχρόνως δὲν πρέπει νὰ λέγεται καὶ νὰ ὑποστηρίζηται ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ οἰκονομιῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ...
§291Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἔλεγεν ὁ κύριος Θεοτόκης.
§292ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ μόνον σεῖς τὰ λέγετε, χωρὶς νὰ τὰ πιστεύητε, κύριε Ἀγγελόπουλε.
§293Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Διότι εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι οἰκονομίαι μεγαλείτεραι ἐκείνων, αἵτινες ἐγένοντο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἐὰν δὲ δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἄλλαι οἰκονομίαι, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, διὰ θυσιῶν, δι’ ἐπιβαρύνσεων· καὶ αἱ ἐπιβαρύνσεις αὗται κατωρθώθη νὰ ἐπιβληθῶσι κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἥκιστα ἐπιβαρύνει τὰς παραγωγικὰς τοῦ λαοῦ τάξεις. Ὅσον καὶ ἂν θέλητε νὰ ὑποστηρίξητε τὸ ἐναντίον, αἱ ἐπιβαρύνσεις αὗται δὲν ἐπιβαρύνουσι τὰς παραγωγικὰς τάξεις τοῦ λαοῦ, διότι τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναλογῇ εἰς τὰ ἐλάχιστα τῶν ἀντικειμένων, ὧν ποιεῖται χρῆσιν ὁ ἐργατικὸς πληθυσμός, εἶναι τόσον μικρὸν καὶ ἀνεπαίσθητον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ αἰσθανθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει προθύμως προβῆ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ πληρώσῃ ἐπιβαλλομένην ἀνάγκην. Λέγω δὲ, ὅτι ἐπιβαλλομένη εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι ἡ δημιουργία μεγάλων ἐλλειμμάτων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ἓν δέκατον τῶν ἐσόδων τῆς εἰσαγωγῆς δοθῇ ὡς πόρος τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἡ δημιουργία μεγάλων ἐλλειμμάτων βεβαίως θέλει δυσχεράνει τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, καὶ θέλει καταστήσει ἡμᾶς ἀνικάνους νὰ παρασταθῶμεν πρὸ τοῦ τὰ πάνδεινα ὑποφέροντος Ἑλληνισμοῦ ὡς ἐννοοῦντες διὰ πάσης θυσίας νὰ διεκδικήσωμεν τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα ἡμῶν, ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν ὁποίων οἱ πατέρες ἡμῶν ποταμοὺς ὅλους αἱμάτων ἔχυσαν. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§294Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, ἤκουσε μετὰ πόσης τραγικότητος ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς ὡμίλησε, προκειμένου περὶ τῆς συστάσεως τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας. Βεβαιῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν Βουλήν, ὅτι μετὰ τῆς αὐτῆς τραγικότητος ὡμίλει καὶ ὅτε ἐζήτει ἀπὸ τὸν τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸν τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου πρὸς σύστασιν Πρωτοδικείου καὶ Νομαρχίας ἐν Λεβαδείᾳ, καὶ μετὰ μεγαλειτέρας ἀκόμη τραγικότητος ὡμίλει, ὅτε πολιορκῶν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐζήτει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου. Θέλων ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ μεμφθῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς ἀνακόλουθον, ἐπεκαλέσθη παλαιάν τινα ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Καραπάνου. Ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς δὲν ἀντιπροσωπεύει ἄλλον ἢ τὸν κ. Καραπάνον...
§295Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐλησμόνησα ἐγώ, σεῖς ἐλησμονήσατε, ὅτι ἦσθε Ὑπουργὸς καὶ ὑπεβάλετε τὸ νομοσχέδιον.
§296Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀκριβῶς, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λεβαδείας, διότι δὲν ἐλησμόνησα, ὅτι ἤμην Ὑπουργός, δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ ἐκ στόματος ἐμοῦ, τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, τὰ τότε λαβόντα χώραν. Ἐλησμόνησε λοιπὸν ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς δὲν ἀντιπροσωπεύει ἄλλον ἢ τὸν κύριον Καραπάνον· τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀντιπροσωπεύει ὁ ἡγέτης αὐτῆς· ποῖος δὲ εἶναι ὁ ἡγέτης αὐτῆς, ἡ Βουλὴ τὸ γνωρίζει. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ ἀκριβῶς ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τοῦ στόματος ἐμοῦ, τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, τὴν ἱστορίαν τῆς συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων. Ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς μετὰ μεγάλης, ὡς προεῖπον, τραγικότητος ὡμίλει τότε καὶ ἐζήτει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην τὴν σύστασιν Πρωτοδικείου ἐν Λεβαδείᾳ. Καὶ εἶχε καταντήσει ἐπὶ τοσοῦτον ἐνοχλητικός, ὥστε ἠναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του. Ὁ νόμος λοιπὸν ἐψηφίσθη, ἀλλὰ παρῆλθεν ἓν καὶ ἥμισυ ὁλόκληρον ἔτος χωρὶς νὰ ἐκτελεσθῇ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις οὐδεμίαν διάθεσιν εἶχε νὰ συστήσῃ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τὸν τότε καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸν πολλάκις στενοχωρούμενον, καὶ ζητοῦντα διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐὰν δὲ, κύριε Πρόεδρε, προΐστατο τότε τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχων τὸ ἀπαιτούμενον σθένος, βεβαίως ὁ νόμος περὶ τῶν νέων Δικαστηρίων δὲν ἤθελεν ἐκτελεσθῇ. Βεβαίως, ἐὰν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὸ σθένος νὰ ἀντιστῇ, ἤθελε προσφέρει μεγίστην ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν τότε καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργόν. Ὁ τότε καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀναγνωρίσει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συστήσῃ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα, καὶ ἐζήτει διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὁ κύριος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς εἶχε τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς ἐνδιαφερομένων Βουλευτῶν, ζητῶν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Καὶ ἤμην Ὑπουργὸς τότε, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μᾶς ἐπεβλήθη. Διότι εἶχε μειωθῆ ἡ θέσις αὐτοῦ τότε ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, καὶ ἐζήτει διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Δικαστηρίου νὰ σωθῇ· καὶ τὸ ἐπέτυχε. Διότι ἄνευ τῆς συστάσεως τοῦ Δικαστηρίου ὁ κύριος Μπουφίδης δὲν θὰ εἶχε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ εὑρίσκηται ἐν μέσῳ ἡμῶν καὶ νὰ εἴπῃ ὅσα τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι βεβαίως θὰ ἦτο ἔξω τῆς Βουλῆς καὶ ἐλεύθερος νὰ ἐργάζηται εἰς τὸ δικηγορικόν του γραφεῖον.
§297Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἀνεσκάλευσε καὶ ἀνέφερε σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, διότι γνωρίζω, ὅτι περὶ τὰς συζητήσεις ἡ σύγχυσις εἶναι τακτική, αὕτη ὅμως οὐδέποτε συντελεῖ εἰς διαφώτισιν τῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ τις ἢ νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι θέλουσι διαφωτισθῆ τὰ πράγματα καὶ θέλει ἀνακαλυφθῆ ἡ ἀλήθεια, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς ἀναλύσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, θέλων νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προεβάλομεν, δὲν ἐσκοποῦμεν ἢ δὲν ἐπετυγχάνομεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Τὰ περὶ τούτου κρίνω ν’ ἀπασχολήσωσιν ἡμᾶς εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλει παρουσιασθῆ εὐκαιρία, ὅπως ἀναιρεθῶσι τὰ λεγόμενα καὶ κατασταθῆ καταληπτὴ ἡ προαίρεσις πρὸς σύγχυσιν, καὶ ἑπομένως φανερὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς συγχύσεως. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω, ἵνα μὴ ἀφήσω νὰ δοθῇ πίστις εἰς ἀριθμοὺς ψευδεῖς, ὀφείλω νὰ τὸ πράξω τὴν στιγμὴν ταύτην. Περὶ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἀνέφερεν ἀριθμοὺς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ἀλλὰ συμβαίνει νὰ ἔχω τοὺς ἀριθμοὺς προχείρους· ὀφείλω λοιπὸν νὰ ἀποδείξω, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν, εἶναι ἐσφαλμένοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία κατὰ τὸ 1896, τὸ ὁποῖον ὠνόμασεν ἔτος περιλάλητον ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνοχλεῖ τὸν ἄλλον ῥήτορα τοῦ Ὑπουργείου, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις προσέφυγεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1894, κατὰ τὸ περιλάλητον λοιπὸν ἔτος 1896 τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας συνίσταντο εἰς δραχμὰς 2,318,277, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1901 τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 3,311,225, καὶ κατὰ τὸ 1902 εἰς δραχμὰς 3,973,517· δηλαδὴ ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦ 1902 κατὰ δραχμὰς 1,655,240. Ἔχω εἰς χεῖράς μου τὸν ἀπολογισμὸν τὸν ὁριστικὸν τοῦ 1896, ὡς καὶ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1902 καὶ τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§298Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τοὺς Προϋπολογισμούς.
§299Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Εἶναι καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις;
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἀνῆλθον εἰς δραχ. 2,318,277.24, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ 1902 ἀνῆλθον εἰς δρ. 3,973,517. Παραβάλετε αὐτὰ πρὸς τὰ ἔσοδα, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ἀφῆκε κατὰ τὸ 1902 ἔλλειμμα δραχ. 713,124.69.
§301Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ τὰ ἔσοδα ὅμως, παρακαλῶ.
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅθεν οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας περὶ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἄν, ὡς λέγει, ἐπορίσθη τοὺς ἀριθμοὺς ἀπὸ τοὺς Προϋπολογισμούς, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ κρίνῃ τις τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, καὶ νὰ ἀναφέρῃ ἀριθμοὺς, ἐνῷ καὶ τοῦ ἑνὸς τῶν εἰρημένων ἐτῶν καὶ τοῦ ἑτέρου ὑπάρχουσιν ἀπολογισμοί. Ἐνῷ λοιπὸν, κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ἡ ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία οὐ μόνον προσφέρει ὑπηρεσίας εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἡ διαχείρισις αὐτῆς καὶ περίσσευμα, ἐνῷ κατὰ τὰς παραστάσεις αὐτοῦ αἱ βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, κατέληξαν καὶ εἰς περίσσευμα, ἡ δὲ ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία συνετέλεσεν ἵνα ὑπηρετήσῃ καὶ τὸν δημόσιον θησαυρὸν, ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδὲ ταῦτά εἰσιν ἀκριβῆ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐνδέχεται νὰ περιλαμβάνῃ μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ τὰ ἔσοδα τὰ εἰσπραττόμενα διὰ λογαριασμὸν ξένων τηλεγραφικῶν ἑταιρειῶν, τὰ ὁποῖα ὁ ταμίας δὲν εἰσάγει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἀποδίδει εἰς τὰς εἰρημένας ἑταιρείας. Ἰδοὺ δὲ ποῖα τὰ ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τῶν εἰρημένων ὑπηρεσιῶν. Κατὰ τὸ 1901 εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔσοδα ἐκ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας δραχ. 3,058,081.41, τὰ δ’ ἔξοδα ἦσαν 3,311,225· ἑπομένως τὰ ἔξοδα ὑπερέβησαν κατὰ τὸ 1901 τὰ ἔσοδα κατὰ δραχμὰς 253,143.59. Κατὰ δὲ τὸ 1902 τὰ ἔσοδα τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, τὰ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀποδοθέντων εἰς τὰς ξένας ἑταιρείας εἰσελθόντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀνῆλθον εἰς δρ. 3,260,392.31, τὰ ἔξοδα δὲ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἀνῆλθον εἰς δρ. 3,973,517, δηλαδὴ ὑπῆρξεν ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 713,124.69. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὰ ὁποῖα παρέστησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐσφαλμένως. Ἐπὶ τῶν ἄλλων βεβαίως θὰ μοὶ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Τότε θέλω πραγματευθῆ οὐχὶ περὶ ταπεινῶν, ἀλλὰ περὶ οὐσιωδῶν ζητημάτων. Ἐὰν δαπανᾷ τὸ Κράτος περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα, ἔχον 26 νομοὺς ἢ 16, ἢ ἔχον Πρωτοδικεῖα περισσότερα 4 ἢ 6 ἀπὸ ὅσα εἶχε πρότερον, τὸ ζήτημα εἶναι εὐρύτερον. Ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους δὲν εἶναι διοικητικὸν ἢ οἰκονομικὸν εὐεργέτημα ἐν Κράτει, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα ἡμεῖς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐπόψεις ἐξετάσεως τῶν ζητημάτων εὐρύτεραι, δὲν θέλω δὲ παραλίπει νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτων ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει.
§303Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἐπανειλημμένως ἐξήνεγκον, εἰπὼν ὅτι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῶσιν αὐστηρόταται οἰκονομίαι, καὶ μετὰ τοῦτο, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσιν αἱ οἰκονομίαι, νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους. Οὐχ ἧττον ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος κυρίως τῶν νέων νομῶν καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν νέων Πρωτοδικείων. Γνωρίζω ὅτι ἔχω νὰ παλαίσω πρὸς τὴν ῥητορικὴν δεινότητα καὶ τὴν εὐστροφίαν τοῦ πνεύματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἀποθαρρύνει, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι τόσον φανερὰ, ὥστε ὄχι μόνον τούτου ἡ ῥητορικὴ δεινότης, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ τοῦ Δημοσθένους δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταρρίψῃ τὰ πορίσματα τῆς ἀληθείας ταύτης. Δὲν θαυμάζω, κύριε Πρόεδρε, τὸ θάρρος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, ἐρχομένου ἐπανειλημμένως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐπιμένοντος ὅτι τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ οἱ νέοι νομοὶ ἐπέφεραν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα εἰς τὸ Κράτος, διότι, ἀφοῦ, ὡς ἠκούσατε τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χαλκίδος συναδέλφου, κατώρθωσεν αὐτὸς καὶ μόνος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὰ νόμους τοῦ Κράτους, ἑπόμενον εἶναι καὶ νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος — ἵνα μὴ ἄλλως, προσφυέστερον, χαρακτηρίσω τοῦτο — νὰ προσέρχηται καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ καὶ σήμερον ἀκόμη τὸ ρουσφέτι αὐτοῦ τοῦτο, ἤτοι τὴν σύστασιν τῶν νέων νομῶν καὶ τῶν νέων Πρωτοδικείων, ἐξ ὧν οὐ μόνον ζημία ἐπῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ μεγίστη βλάβη εἰς τὴν Διοίκησιν καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Καὶ ἐρωτῶ καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λεβαδείας συνάδελφον καὶ πάντα ἄλλον ἐξ ὑμῶν, ὁμοφρονοῦντα αὐτῷ, νὰ μοὶ εἴπῃ, ὁποία εἶναι ἡ βελτίωσις ἐκ τῶν νέων Νομαρχιῶν ἐν τῇ διοικήσει; Πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ, τῆς αὐξήσεως τῶν νομῶν, γενικῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐπιστεύετο, ὅτι, ἐὰν εὑρίσκοντο 16 νομάρχαι — ὅσοι ἦσαν πρότερον οἱ νομοὶ — ἄξιοι τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἔχοντες συνείδησιν τοῦ προορισμοῦ των, ἠδύνατο δι’ αὐτῶν καὶ μόνον νὰ λυθῇ ἐν Ἑλλάδι τὸ ζήτημα τῆς τάξεως καὶ εὐνομίας, ἀλλ’ ὅτι δύσκολον εἶναι νὰ εὑρεθῶσι τοιοῦτοι, ὄχι διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἄνδρες, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Καὶ ἐνῷ ἐπιστεύομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν 16 μόνον νομάρχας ἱσταμένους εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, ἔρχεται σήμερον ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος καὶ μᾶς λέγει, ὅτι ἐβελτιώθη ἡ διοίκησις διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν εἰς 26, τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζομεν, πῶς καὶ πόθεν λαμβάνουσιν αἱ Κυβερνήσεις καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν διορίζουσιν, ὡς γνωρίζομεν καὶ τὴν δρᾶσιν καὶ ἐργασίαν αὐτῶν. Δὲν μοὶ λέγετε, τίς ἐκ τῶν νέων νομαρχῶν ἐβελτίωσε τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ νομοῦ, τὸν ὁποῖον διευθύνει, καὶ πότε ἦλθεν εἰς ἐπικοινωνίαν περισσοτέραν πρὸς τοὺς πολίτας τοῦ νομοῦ του πρὸς βελτίωσιν εἴτε τῆς διοικήσεως τῆς δημοτικῆς, εἴτε τῆς ἀστυνομίας, εἴτε οἱουδήποτε ἄλλου κλάδου, τοῦ ὁποίου αὐτὸς ἔχει τὴν ἐφορείαν καὶ τὴν ἐπίβλεψιν; Οὐδεὶς αὐτῶν ἐξέρχεται τῆς ἕδρας του, παρὰ μόνον, ὅταν πρόκηται νὰ παραλάβῃ δημόσια ἔργα, διὰ νὰ κάμῃ καταστάσεις ὁδοιπορικῶν καὶ ἀποζημιώσεων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τοῦτο γνωρίζω, καὶ πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς Διοικήσεως ἔρχομαι ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος εἶχεν ἄλλοτε τὴν γνώμην...
§304Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς ἐπῆρε φράσεις τινὰς ἐκ τῶν ἀγορεύσεών μου, χωρὶς νὰ ἀναπτύξῃ τὸ ὅλον τῶν ἰδεῶν μου.
§305Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. ὅτι διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν νομῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις, καὶ ὅτι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἐξῆλθε τὸ πρῶτον ἡ ἰδέα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τούτων. Καὶ προσεκόμισεν ἐνταῦθα ὀγκώδη τόμον ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐπίστευον ὅτι θὰ μᾶς ἀναγνώσῃ ἀγορεύσεις οὐ μόνον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἐπιφανῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι πράγματι αἱ ἰδέαι αὗται ὑπῆρχον ἐκεῖ. Ἀλλὰ, ἀντὶ τούτων, τί ἠκούσαμεν; ψαλιδισμένας περικοπὰς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν παρατήρησιν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀπαντήσῃ, διατὶ δὲν προχωρεῖ νὰ ἀναγνώσῃ καὶ ἄλλα μέρη τῆς ἀγορεύσεώς του. Ἀλλὰ δέχομαι, ὅτι πράγματι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἶχε τὴν ἰδέαν ταύτην. Τί πρὸς τοῦτο; Ἐὰν καὶ ἄλλοι εἶχον τοιαύτην ἰδέαν, οὔτε αὐτοὺς θὰ συγχαρῶ, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λεβαδείας συνάδελφον οὔτε καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα υἱοθέτησαν τὴν ἰδέαν ἐκείνην καὶ ἔλαβον τὴν πρωτοβουλίαν τῆς εἰσηγήσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Δὲν θὰ συγχαρῶ δ’ ἔτι μᾶλλον αὐτούς, διότι ἐγκατέλειψαν τὰς ἰδίας γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καὶ ὀρθότεραι, τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ καὶ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐν ἔτει 1892, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ μακροτάτης καὶ λίαν δεδικαιολογημένης ἐκθέσεως εἰσηγήσατο νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει τὴν κατάργησιν ἐνίων τῶν τότε ὑπαρχόντων Πρωτοδικείων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ἐμνημονεύθησαν ἐντεῦθεν καὶ ἀνεγνώσθησαν γνῶμαι καὶ ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τοῦ μακαρίτου ἤδη Καραπαύλου, Ὑπουργοῦ τότε τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε, ὡς Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ναυπλίου, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἐπιστημονικῇ καὶ δικηγορικῇ ἱκανότητι, ἀνέγραφεν ἐν μακρᾷ ἐκθέσει, ὅτι τὰ Πρωτοδικεῖα πρέπει ἐξάπαντος νὰ περιορισθῶσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῶσι Πρωτοδικεῖα ἐν μικρᾷ περιφερείᾳ καὶ μὲ μικρὸν ἀριθμὸν δικαστῶν.
§306Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§307Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης ταύτης οὐδεὶς λογικὸς ἄνθρωπος δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θὰ φέρω ἓν παράδειγμα ἐκ τῶν νέων Πρωτοδικείων, ἵνα καταδείξω, ὁποῖαι βλάβαι ἐπέρχονται διὰ τῆς ἱδρύσεως Πρωτοδικείων ἐν μικραῖς περιφερείαις καὶ διὰ μικροῦ ἀριθμοῦ δικαστῶν λειτουργούντων. Ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, μὲ τὴν πρώτην διοικητικὴν διαίρεσιν καὶ τὴν πρώτην δικαστικὴν περιφέρειαν, ἡ δικαιοδοσία τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης περιελάμβανε τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος, τὴν ἐπαρχίαν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου καὶ τέσσαρας δήμους τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας. Τότε τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦτο, ἔχον ἀριθμὸν δικαστῶν 7 μετὰ τοῦ Προέδρου, ἐδίκαζε 1600 ἕως 1800 πολιτικὰς ὑποθέσεις. Ἐπῆλθεν ἡ νέα διοικητικὴ διαίρεσις, διῃρέθη τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, καὶ συνεστήθη καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου. Ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης ἀφῃρέθη ἡ ἐπαρχία Γυθείου καὶ δύο δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας, καὶ οὗτοι πολὺ ὀλίγας ὑποθέσεις ἔχοντες. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου ἐκτὸς τῆς ἐπαρχίας Γυθείου συμπεριελήφθη καὶ ἡ ἐπαρχία Κυθήρων καὶ τὸ ἥμισυ περίπου τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ τὰ δύο ταῦτα Πρωτοδικεῖα ηὐξήθησαν κατὰ περιφέρειαν, διότι προσέλαβεν, ὡς προεῖπον, τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου δύο ἀκόμη ἐπαρχίας, τὴν τῶν Κυθήρων καὶ τὸ ἥμισυ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Ἐν τούτοις σήμερον τὰ δύο Πρωτοδικεῖα ταῦτα ἐκδίδουσι τὸ μὲν τῆς Σπάρτης 1000 ἕως 1100 ἀποφάσεις κατ’ ἔτος, τὸ δὲ τοῦ Γυθείου περὶ τὰς 100, τὰ δύο ὁμοῦ 1100 ἕως 1200, ἤτοι 400 ἕως 600 ὀλιγώτερον τῶν ὑπὸ μόνου τοῦ μεγάλου τότε Πρωτοδικείου Σπάρτης ἐκδιδομένων. Διατὶ τοῦτο; Μήπως ἐμειώθησαν αἱ εἰσαγόμεναι ὑποθέσεις ἕνεκα βελτιώσεως τῆς Δικαιοσύνης; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τὰ πινάκια τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1903 εἶναι πλήρη, ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐθίχθη μέχρι τοῦδε. Ὑπάρχουσι πλεῖσται ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, δὲν ἐργάζονται ὅμως τὰ Πρωτοδικεῖα, διότι δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ἀρκετὸν ἕνεκα τῆς διαιρέσεως αὐτῶν εἰς μικρότερα, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαίρεσις, καὶ τὸ Κράτος νομίζει, ὅτι εἰς μικρὰ Δικαστήρια ἀρκοῦσι τρεῖς ἢ τὸ πολὺ τέσσαρες δικασταὶ, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῶσι ταῦτα κανονικῶς, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν δικαζομένων, οἱ ὁποῖοι περιμένουσι δύο καὶ τρία ἔτη διὰ νὰ συζητήσωσιν ἅπαξ τὰς ὑποθέσεις των, ἐπέρχεται βλάβη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ συμφέροντα καὶ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου ταμείου. Διότι νομίζω, ὅτι, ὅταν δικάζωνται 1600 ὑποθέσεις, τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσπράττει περισσότερα ἐκ τελῶν ἢ ὅταν δικάζωνται 1200. Ἰδοὺ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὁ λαὸς καὶ τὸ Κράτος, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀπονομῆς ταχείας καὶ ὀρθῆς δικαιοσύνης καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐσόδων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐν πεποιθήσει οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὄχι μόνον διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα ἡ μικρὰ περιφέρεια εἶναι ἐπιβλαβὴς, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντα τὰ ἄλλα Δικαστήρια. Προκειμένου περὶ Εἰρηνοδικείων, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργηθῶσι τὰ μικρὰ Εἰρηνοδικεῖα, καὶ αὐτὰ ἔτι τὰ ἐκδίδοντα 20 ἢ 30 ἀποφάσεις κατ’ ἔτος, διότι εἶναι δύσκολος ἡ συγκοινωνία. Ἀποδέχομαι, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς μικρὰς νήσους, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τακτικὴν συγκοινωνίαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑφίστανται τοιαῦτα μικρὰ Εἰρηνοδικεῖα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, τὴν Στερεὰν, τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Πελοπόννησον καὶ τὰς νήσους, ὅπου ἡ συγκοινωνία σήμερον εἶναι μυριάκις καλλιτέρα ἢ ὅσον ἦτο ἄλλοτε, διατὶ νὰ ὑπάρχωσι μικρὰ Εἰρηνοδικεῖα, καὶ ταῦτα ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικῶν καὶ προσωπικῶν συμφερόντων; Ὅπως ἀποδείξω πόσον ὀλέθρια εἶναι τοιαῦτα μικρὰ Εἰρηνοδικεῖα, θὰ φέρω παράδειγμα ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, τῆς Λακεδαίμονος. Εἰς ἀπόστασιν μιᾶς ὥρας ἀπὸ τῆς Σπάρτης ὑπῆρχεν Εἰρηνοδικεῖον μικρὸν, εἰς τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ δὲν εἶχον μεγάλας ἀπολαυὰς, ἀπέφευγον νὰ ὑπηρετήσωσι καλοὶ εἰρηνοδίκαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐτοποθετοῦντο ἐν αὐτῷ οἱ χειρότεροι, ἢ οἱ ὑπὸ καταδίωξιν, οἵτινες ὅμως κατώρθουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νὰ μὴ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν θέσιν των, καὶ οὕτω τὸ Εἰρηνοδικεῖον διηυθύνετο σχεδὸν πάντοτε ὑπὸ γραμματέων, οἵτινες, εὐνόητον εἶναι, πῶς ἐδίκαζον. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ ἐκείνῳ, ἐπειδὴ δὲν ἠδύναντο νὰ συντηρῶνται καὶ δικολάβοι ἱκανοὶ καί πως ἠθικοὶ, ἔμενον δύο ἢ τρεῖς ἄγευστοι καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον ἢ νὰ γεννῶσι δίκας, ὅπως ἀποζῶσι· καὶ οὕτω πολλάκις ἐβλέπομεν ἀγωγὰς διὰ διαφορὰν μιᾶς δραχμῆς ἢ πέντε δραχμῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεδίδοντο τρεῖς, τέσσαρες καὶ πέντε ἀποφάσεις προδικαστικαί! Βλέπων τὸ κακὸν τοῦτο, συνέστησα πολλάκις εἰς τοὺς πολιτευομένους τοῦ τόπου μου, πρὶν ἢ ἀρχίσω νὰ πολιτεύωμαι ὁ ἴδιος, ὅτι πρέπει νὰ προσπαθήσωσι παντὶ σθένει νὰ καταργήσωσι τὸ Εἰρηνοδικεῖον αὐτό. Εἰς τὸ ἄκουσμα ὅμως, ὅτι πρόκειται νὰ καταργηθῇ, ἐξηγείροντο οἱ τρεῖς ἢ τέσσαρες οἰνοπῶλαι τοῦ χωρίου ἐκείνου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἥδρευε τὸ Εἰρηνοδικεῖον, καὶ οἱ δύο ἢ τρεῖς δικολάβοι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα προσεβάλλοντο, καὶ κατώρθουν νὰ ἐξεγείρωσι καὶ τοὺς χωρικούς, ἵνα ἀντιδρῶσιν εἰς τὴν κατάργησιν, οὕτω δὲ δὲν ἐπετυγχάνετο αὕτη, καίτοι ἐπανειλημμένως τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν προέτεινεν αὐτήν. Ἕνεκα τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ἀνωμαλιῶν ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις ἄνευ κομματικῶν ὑποχρεώσεων, καὶ μόνον τότε κατωρθώθη νὰ καταργηθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἐκεῖνο, καὶ ἡ περιφέρεια αὐτοῦ προσετέθη εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Σπάρτης· ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως ἱδρύθη ἄλλο μικρὸν Εἰρηνοδικεῖον ἐν τῷ μικρῷ δήμῳ Μελιτίνης τῆς Λακεδαίμονος. Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος, καὶ οἱ μὲν ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ καταργηθέντος Εἰρηνοδικείου δικαζόμενοι ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ Σπάρτης εὐλογοῦσι τὸ ὄνομα τοῦ συντελέσαντος εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μικροῦ ἐκείνου Εἰρηνοδικείου, διότι ἐν τῷ μεγάλῳ τῆς Σπάρτης εὑρίσκουσι δικαιοσύνην, οἱ δὲ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νέου Εἰρηνοδικείου Μελιτίνης, ἔχω λόγους ἰσχυροὺς νὰ πιστεύω, ὅτι καταρῶνται τοὺς ἱδρύσαντας αὐτό. Εἰρηνοδικεῖα λοιπὸν, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκδίδουσι πλείονας τῶν 300 ἀποφάσεων ἐτησίως, πρέπει νὰ συγχωνευθῶσι, νὰ βελτιωθῇ δὲ καὶ ὁ θεσμὸς τῶν Εἰρηνοδικείων, καὶ οὕτω καὶ ἡ δικαιοσύνη θὰ ἀπονέμηται καλλίτερον, καὶ οἰκονομία θὰ γείνῃ εἰς τὸ Κράτος. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας εἶπε περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν νέων νομῶν. Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων αὐτῆς εἶναι καταδεδικασμένα τὰ Πρωτοδικεῖα ταῦτα, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν διατήρησιν αὐτῶν οἱ ἐνδιαφερόμενοι κύριοι Βουλευταὶ, οὐ μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους οἰκονομίας. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὅτι, καὶ ἂν καταργήσωμεν τοὺς νέους νομοὺς καὶ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα, δὲν θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία μείζων τῶν 150,000 ἢ τὸ πολὺ 200,000 δραχμῶν. Ὥστε δι’ αὐτοὺς τοὺς κυρίους αἱ 200,000 δραχμαὶ εἶναι μικρὸν πρᾶγμα, καθ’ ἡμᾶς ὅμως, καὶ 200,000 δραχμῶν οἰκονομία εἶναι μέγα πρᾶγμα διὰ τὸ Κράτος τοῦτο, τὸ ὁποῖον μὲ τόσον μεγάλας ἀνάγκας περιβάλλεται. Ἀφοῦ δὲ ὁμολογεῖτε, ὅτι ἡ κατάργησις αὐτῶν θὰ ἐπιφέρῃ ἔστω καὶ 200,000 δραχμῶν οἰκονομίαν, καὶ ἀφοῦ ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν ἡ ἵδρυσις αὐτῶν, ἂν δὲν ἔβλαψε, δὲν ὠφέλησεν οὔτε τὴν Δικαιοσύνην οὔτε τὴν Διοίκησιν, καταργήσατε αὐτὰ, καὶ μὴ ἀπατᾶτε τὸν λαὸν, λέγοντες ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ καὶ οὐχὶ τοῦ κόμματος ἱδρύσατε καὶ διατηρεῖτε καὶ τοὺς νέους νομοὺς καὶ τὰ νέα Δικαστήρια, καὶ ἐπιβαρύνετε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, δηλαδὴ αὐτὸν τὸν φορολογούμενον λαὸν, μὲ τὴν ἀπαιτουμένην δι’ αὐτὰ δαπάνην, ἔστω καὶ 200,000 δραχμῶν.
§308ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§310Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, νὰ ἀναβάλωμεν.
§311Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§313Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ Κράτος ἔχει Κεντρικὸν Ταμεῖον, καὶ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον πληροῦται χρημάτων διὰ τῆς εἰσπράξεως φόρων παρὰ τῶν φορολογουμένων. Καὶ ἔχουσι μὲν ὑποχρέωσιν οἱ φορολογούμενοι νὰ καταβάλλωσι τὸ χρῆμά των, διὰ νὰ δύνηται τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἐξυπηρετῇ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἔχει καθῆκον καὶ τὸ Κράτος νὰ ἐξυπηρετῇ ἐξ ἴσου πάντας τοὺς πολίτας, διότι δὲν ὀφείλουσιν οἱ κατοικοῦντες εἰς ἀπομεμακρυσμένα τῶν πόλεων μέρη νὰ τιμωρῶνται καὶ ὑποφέρουν χάριν τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι, ὁσάκις θὰ συζητήσουν περὶ Πρωτοδικείων, πάντοτε περιστρέφονται περὶ τὸ χαρτόσημον, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ποινικὰς τῶν πολιτῶν ὑποθέσεις. Διότι εἶναι βεβαίως δυνατὸν, Κύριοι, προκειμένου περὶ πολιτικῶν ὑποθέσεων, διὰ τοῦ ταχυδρομείου καὶ τοῦ πληρεξουσίου νὰ ἀποστείλῃ ὁ εἰς τὸ τελευταῖον χωρίον κατοικῶν πολίτης πρὸς τὸν ἐν Ναυπλίῳ ἢ ἐν Σπάρτῃ ἢ ἐν Λαμίᾳ εὑρισκόμενον δικηγόρον τὴν ὑπόθεσίν του, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ αὐτὸς εἰς τὸν φάκελον καὶ νὰ παρουσιασθῇ οὕτω νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, προκειμένου περὶ ποινικῆς ὑποθέσεως. Καὶ δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπάρτης συνάδελφος, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, ὅτι ἐν τῷ παλαιῷ νομῷ τῆς Λακωνίας ὑπάρχουσι δῆμοι ἀπέχοντες τῆς πρωτευούσης 30 ὥρας. Προκειμένου δὲ οἱ ἄνθρωποι νὰ μεταβῶσιν εἰς Σπάρτην, ἵνα δικασθῶσι, θέλουσι τρεῖς ἡμέρας νὰ μεταβῶσι, καὶ ἄλλας τόσας νὰ ἐπιστρέψωσιν, ἓξ ἡμέρας, καὶ μίαν διὰ νὰ εὑρίσκωνται ἐκεῖ πρὸ τῆς δίκης, ἑπτά, δύο δὲ ἀκόμη νὰ περιμένωσιν ἐκεῖ, γίνονται τὸ ὅλον ἐννέα. Τί γίνονται τότε οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι; καὶ τίς δαπανᾷ δι’ αὐτούς; Δύναμαι μάλιστα νὰ βεβαιώσω, καὶ νὰ τὸ βεβαιώσουν καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ὅτι εἰς τὰ μέρη μας ὑπῆρχον καὶ πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πρωτοδικείου Γυθείου δύο κλητῆρες δικαστικοὶ, καὶ ἐνῷ ἀπεστέλλοντο εἰς αὐτοὺς πρὸς κοινοποίησιν τὰ κλητήρια ἔγγραφα πρός τε τοὺς μάρτυρας καὶ τοὺς κατηγορουμένους, ἐν τούτοις αἱ ἐπιδόσεις δὲν ἐγίνοντο, καὶ τοιουτοτρόπως οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ἐνδιαφερόμενοι, μὴ λαμβάνοντες γνῶσιν, ἐδικάζοντο ἐρήμην. Διὰ τοῦτο ἐβλέπομεν κατὰ τὸ ἔαρ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Σπάρτην, διὰ νὰ δώσουν λόγον, εἴτε ὡς λιπομάρτυρες εἴτε ὡς κατηγορούμενοι, ὅτε ἐλάμβανον γνῶσιν ὅτι ἦσαν τοιοῦτοι, καὶ ὅτε ἐπέτρεπεν εἰς αὐτοὺς ὁ καιρὸς νὰ μεταβῶσι, δι’ ὑποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων αὐτοὶ οὐδεμίαν εἶχον γνῶσιν! Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ περιορίσωμεν τὰ Πρωτοδικεῖα, χωρὶς οὔτε ὁ ἴδιος νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι κέντρον τοῦ παλαιοῦ νομοῦ εἶναι τὸ Γύθειον. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην του ταύτην, ἀλλ’ ἂς ἔλθῃ πρῶτον νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης. Ὅταν τὰ πράγματα λαλῶσι, βεβαίως οἱ λόγοι οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουν· ὅταν δὲ μάλιστα ἦναι βεβαιωμένον, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς ἱδρύσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 80 χιλιάδας ἢ 100 χιλιάδας δραχμὰς, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται λόγος περὶ καταργήσεως αὐτῶν. Ὑπάρχουσιν ἄλλα σημεῖα δι’ οἰκονομίας καὶ δι’ ἄλλου τρόπου, χωρὶς νὰ στερήσωμεν τοῦ εὐεργετήματος καὶ τοῦ ἀγαθοῦ τὸν φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος δι’ ἕνα πρωτίστως σκοπὸν πληρώνει τοὺς φόρους του, διὰ νὰ τυγχάνῃ καλῆς διοικήσεως καὶ ἰσορρόπου δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν ἐρωτᾶτε, Κύριοι, καὶ ἓν ἄλλο; ἂν ἐμετριάσθησαν δηλαδὴ τὰ ἐγκλήματα ὡς ἐκ τῆς παρουσίας τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν ἐγγύτερον; Εἶναι βεβαιότατον τοῦτο, διότι εἰς τὴν Σπάρτην ὑπῆρχον χιλιάδες ὑποθέσεις ἐκ τῆς ἐπαρχίας Γυθείου ἐκκρεμεῖς, καὶ τώρα ὑπάρχουν ἐλάχισται. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ὁ προορισμὸς τοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλὰ φωνασκοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ὑπάρχουν πολλαὶ πολιτικαὶ ὑποθέσεις εἰς τὰ Δικαστήρια. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῶν δικηγόρων, ἡ ὠφέλεια ὅμως εἶναι γενικὴ διά τε τοὺς διαδίκους καὶ ἐν γένει διὰ τὴν κοινωνίαν. Δὲν ἔχουν λοιπὸν δίκαιον νὰ ἰσχυρίζωνται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ διόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους μὲ 100 χιλιάδας δραχμὰς, αἵτινες δαπανῶνται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν νέων Πρωτοδικείων· διότι πρέπει νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν, ποῖα κέρδη δίδουν τὰ Δικαστήρια ἐκεῖνα ἐκ τῆς διαφορᾶς καὶ μόνης τῶν μαρτυρικῶν, τὰ ὁποῖα πρὶν ἐπλήρωνε τὸ Δημόσιον. Σᾶς φέρω δὲ παράδειγμα τοὺς δήμους Λαγείας καὶ Τευθρώνης. Διὰ νὰ μεταβῇ τις ἀπὸ ἐκεῖ μέχρι Γυθείου, χρειάζεται ἐννέα ὥρας ἐκ Λαγείας, καὶ 5 ἐκ Τευθρώνης, ἐνῷ μέχρι Σπάρτης χρειάζεται 25 ὥρας. Ἑπομένως ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ἀποστάσεως ταύτης κρίνεται καὶ ἡ δαπάνη.
§314ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν πληρώνουν οἱ μάρτυρες τὴν δαπάνην;
§315Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἕνεκα τῆς πολυημέρου ἀπουσίας των καὶ ἐξ αἰτίας τῆς πληρωμῆς τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων καὶ ἕνεκα τῆς ἀπουσίας αὐτῶν ἐκ τῆς ἑστίας των ἐξαντλοῦνται τελείως. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ ἵδρυσις τῶν νέων Πρωτοδικείων ἐγένετο πρόξενος ὠφελείας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εὐεργεσίας δὲ εἰς τὴν κοινωνίαν. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν τὰ Δικαστήρια, τὰ ἐπὶ πλέον γενόμενα. Ἑπομένως ἐκτὸς τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν αἱ πόλεις αἱ στερηθεῖσαι πολλῶν ὑποθέσεων, ἕνεκα τῆς ἀποσπάσεως αὐτῶν ἀπὸ τῶν Πρωτοδικείων τῆς περιφερείας των, καὶ ἐκτὸς τοῦ συμφέροντος τῶν κυρίων συνηγόρων, κατὰ τὰ ἄλλα ὁ λαὸς εἶναι πολὺ εὐχαριστημένος, καὶ εὐγνωμονεῖ τοὺς ἐργασθέντας διὰ τὴν ἵδρυσιν τῶν νέων Πρωτοδικείων, ἰδίως δὲ τὸ Γύθειον, — εἰς τὸ ὁποῖον μέγα ἐμπόριον διενεργεῖται, — διότι ἀπέκτησε τὴν εὐνομίαν, καὶ πολλοὶ τούτου ἕνεκα ξένοι ἔμποροι προσῆλθον, μεγάλως ὠφελήσαντες τὸν τόπον. Ἐὰν δὲ μετ’ ὀλίγον εὐτυχήσῃ νὰ ὑδρευθῇ ἡ πόλις, ὡς ἐλπίζω, θὰ καταστῇ μία τῶν λαμπροτέρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα δὲ πάντα ὀφείλονται εἰς τὴν παγίωσιν καὶ μόνον τῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν ἐπέφερε τὸ Πρωτοδικεῖον.
§316Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ....
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος. Θέλετε νὰ ὁμιλήσητε; ὁμιλήσατε. Ὀφείλω ὅμως χάριν τῆς τάξεως νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§318ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τώρα;
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ ὥρας πολλῆς.
§320Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἂν εἶμαι ἐγὼ ἐκτὸς τοῦ θέματος, θέλω νὰ τὸ γνωρίζω.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπον διὰ σᾶς μόνον.
§322Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο μόνον, τὸ ὁποῖον παρέλειψα, ἔχω νὰ προσθέσω διὰ τὴν χρησιμότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ νέα Πρωτοδικεῖα καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ. Ταῦτα χρησιμεύουσι καὶ ὡς φόβητρον, ἐπισειόμενον ὑπὸ τῆς πολιτικῆς εἰς τοὺς δικαστάς. Δὲν δέχομαι βεβαίως, ὅτι ὑπῆρχε τοιαύτη πρόθεσις εἰς τὴν ἱδρύσασαν αὐτὰ Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀτυχῶς τοῦτο συμβαίνει· ὅταν εἷς δικαστὴς δὲν ἦναι εὐάρεστος εἰς τὸν πολιτευόμενον, ἀπειλεῖται, ὅτι θὰ ἐκσφενδονισθῇ εἰς τὸ Καρπενῆσι· πρὸ τοιαύτης δὲ ἀπειλῆς πρέπει νὰ ἔχῃ τις πολὺ ἰσχυρὸν χαρακτῆρα, διὰ νὰ μὴ καμφθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι συμβαίνει εἰς τὰ μικρὰ Πρωτοδικεῖα. Οἱ ὀλίγοι εὐτυχῶς δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν εὐθὺν χαρακτῆρα, τοποθετούμενοι εἰς αὐτὰ, εὐχερέστερον ἐνδίδουσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἰσχυρῶν, ἐπὶ ὑποσχέσεσι προαγωγῆς. Ἤκουσα δικαστὴν νὰ λέγῃ, ὅτι θέλει νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας, διότι ἐκεῖ δύναται εὐκολώτερον νὰ γείνῃ καὶ Πρόεδρος. Τί σημαίνει τοῦτο, κρίνατε ὑμεῖς. Τόσην ἰσχὺν ἀποδίδουσιν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς νέους νομοὺς καὶ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα! Εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ εἴπω καὶ περὶ τῶν νέων νομαρχῶν; Οἱ νέοι νομάρχαι ἐν τοῖς μεγάλοις νομοῖς ἠδύναντο νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται τόσον πολὺ ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς, ὡς καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς· διότι, ἐὰν τῆς μιᾶς ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ οἱ Βουλευταὶ ἐπίεζον αὐτοὺς, ὑπῆρχον οἱ Βουλευταὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἠδύναντο νὰ στηρίζωνται· ἀλλ’ ἐν τοῖς μικροῖς νομοῖς δὲν ὑπάρχει οὐδὲ τὸ πλεονέκτημα αὐτὸ, καὶ ἀναγκάζονται νὰ γίνωνται τυφλὰ ὄργανα τῶν ὀλίγων Βουλευτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὠφέλεια καὶ εἰς τὴν διοίκησιν ἐκ τῶν νέων νομῶν!
§323Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ κανονισθῇ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, καὶ νὰ γίνηται ἐκτίμησις τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀληθοῦς ἑκάστου δικαστικοῦ προσώπου, καὶ τότε ἀποφεύγομεν τὸ σκάνδαλον.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§325ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι τρεῖς ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Δὲν εἶναι πρωτοφανές.
§327ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§328Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ νὰ τελειώσῃ πρῶτον αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§330Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητοῦσι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ἐὰν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀναβολὴ, θὰ ὁμιλήσω.
§331Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖος ζητεῖ, κύριε Πρόεδρε;
§332Χ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ἡμεῖς.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§334ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15. Ὁρίστε, κύριε Καραπᾶνε. Ἀπερρίφθη ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§336Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Πῶς ἀπερρίφθη;
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15.
§338ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Πῶς δὲν εἴμεθα;
§339ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴμεθα ἢ δὲν εἴμεθα;
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα! Μετὰ ἡμίσειαν ὥραν δύνασθε νὰ ἦσθε καὶ 30. Ὅτε προετάθη ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς, δὲν ἦσθε 15.
§341ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Συζητεῖται ἡ πρότασις ἀκόμη.
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ ποῖον;
§343ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπὸ ἡμᾶς.
§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ὑπεβάλετε τὴν πρότασιν ἀναβολῆς, καὶ ὤφειλον νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§345ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ εἴπομεν, ὅτι εἴμεθα 15.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα βεβαίως εἶσθε καὶ 30.
§347ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀπερρίφθη, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§348Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ ἀναγράφωνται ἐν τοῖς πρακτικοῖς πάντοτε τὰ ὀνόματα τῶν Βουλευτῶν τῶν ζητούντων τὴν ἀναβολήν.
§349ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁ κύριος Σιγάλας δὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὰς προτάσεις αὐτάς.
§350Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ....
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὴ ἀπαντᾶτε.
§352ΕΠ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (πρὸς τὸν κ. Σιγάλαν). Νὰ ζητήσητε τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§353ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ σημειώσητε καὶ ἐμὲ, ἀλλὰ νὰ σημειώσητε καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ψηφιζόντων τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.
§354ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα). Νὰ σημειωθῇ, ὅτι δὲν προτείνετε σεῖς ἀναβολήν.
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Τινὲς ἐκ τῆς ἀριστερᾶς ἀποχωροῦσι).
§356ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ποῦ εἶναι οἱ δεκαπέντε;
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε νὰ κάμω; Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, καὶ μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 3 καὶ 15′ τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).