1904.03.09
1,717 rows · 13,235 words · 111 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 9 Μαρτίου 1904.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Γαργαλιάνων δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τοῦ αὐτόθι πράκτορος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὡς μεροληπτοῦντος.
§2Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Νεζεροῦ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Ἀσκουρίδος ἢ Νεζεροῦ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κύμης ἐκφράζει τὴν εὐχὴν νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ περὶ οἰνοποιήσεως τῆς νωπῆς σταφίδος διάταξις τῆς σταφιδικῆς συμβάσεως. Τὸ Συμβούλιον τοῦ Γυμναστικοῦ Συλλόγου Κύμης παρακαλεῖ νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ αὐτὴ διάταξις. Ὁ λαὸς τῆς Κύμης ὑποβάλλει ὁμοίαν ἀναφοράν.
§4ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Λυκοσούρας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστηθῇ Εἰρηνοδικεῖον ἐν Ἴσαρι, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου.
§6ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δημήτριος Κανελλόπουλος ἐκ Θουρίας παραπονεῖται, ὅτι φυγόδικοι κατέστρεψαν τὰς ἀμπέλους αὑτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Β. Μαστραπᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν «νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῶν παραπόνων τοῦ λοχίου τοῦ τρίτου πυροβολικοῦ συντάγματος Περικλέους Γεωργακοπούλου, διαβιβασθέντων τῷ κ. Ὑπουργῷ ἱεραρχικῶς καὶ ἀφορώντων τὴν βαθμολογίαν διακεκριμένης πράξεως.» Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Πονηρόπουλος.
§8ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων περιέχεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν παράπονον διὰ τὴν ἄκαιρον καὶ αὐστηρὰν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἰτίασις κατὰ τοῦ ἐν Γαργαλιάνοις πράκτορος αὐτῆς, ὡς ἐκτραπέντος τῶν καθηκόντων αὑτοῦ καὶ φατριαστικῶς καὶ καταθλιπτικῶς ἐνεργοῦντος. Ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον, φρονῶ ὅτι καὶ ἡ ὥρα τοῦ ἔτους καὶ ἡ ἔναρξις τῆς καλλιεργείας ἐν τῷ δήμῳ Πλαταμώδους ἐπιβάλλουσι σήμερον, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἐγένετο, νὰ συστηθῇ ὁ μετριασμὸς τῆς καταδιώξεως. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εἰσακούσῃ τὴν παράκλησιν ταύτην. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἕτερον, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀσκηθῇ ἡ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ σταφιδικοῦ νόμου τοῦ 1899 πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἡ παρεχομένη εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις, καὶ ἂν βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι ὄντως παραβάτης τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτίθεται, νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτοῦ τὰ κατὰ τὸν νόμον. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§9Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ κάμω τὴν αὐτὴν σύστασιν, κύριε Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§11ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, τοὺς ἐπιβάλλοντας εἰς τὸν λαὸν Λυκοσούρας νὰ ὑψώσῃ φωνὴν διαμαρτυρίας διὰ τοὺς κόπους καὶ τὰς θυσίας καὶ ἐν γένει διὰ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ κάτοικοι, ἀναγκαζόμενοι νὰ ἀκολουθῶσι τὴν διεύθυνσιν τοῦ σιδηροδρόμου, ἐρχομένου ἀπὸ Καλαμῶν εἰς Ἀθήνας, νὰ σταθμεύωσιν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀποστάσεως τῆς ἀπὸ Καλαμῶν εἰς Τρίπολιν, ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας, νὰ ἀναμένωσιν ἐκεῖ τὴν δευτέραν ἁμαξοστοιχίαν τῆς διακλαδώσεως Λεονταρίου–Μπιλάλη–Μεγαλοπόλεως, καὶ ν’ ἀκολουθῶσιν αὐτήν, ὅπως μεταβῶσιν εἰς Μεγαλόπολιν, ὅπου ἀφικνοῦνται τὴν μεσημβρίαν, νὰ ἀναμένωσιν ἐκεῖ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ὅπως δικασθῶσιν, εἴτε ὡς ἐνάγοντες εἴτε ὡς ἐναγόμενοι, νὰ παραμένωσιν ἐν Μεγαλοπόλει ἐπὶ 3 ἢ 4 ἡμέρας, καὶ κατόπιν νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὸν δῆμον Λυκοσούρας· δηλαδὴ νὰ λείπωσιν ἀπὸ τὰς ἐργασίας των ἑκάστην ἑβδομάδα 3 καὶ 4 ἡμέρας. Μὴ δυνάμενοι πλέον οἱ κάτοικοι νὰ ὑποφέρωσι τὴν κατάστασιν ταύτην συνῆλθον καὶ συνέταξαν δημοψήφισμα, καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑπέβαλε πρότασιν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν περὶ συστάσεως Εἰρηνοδικείου ἐν Λυκοσούρᾳ, ἀφοῦ ὁ λαὸς τῆς Λυκοσούρας πληρώνει φόρους εἰς τὸ Δημόσιον. Τῇ παρακλήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην ὑπέβαλον ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθενται ἅπαντες οἱ λόγοι, οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς συστάσεως Εἰρηνοδικείου ἐν Λυκοσούρᾳ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνήργησε.
§12Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀληθῶς δι’ ἐπερωτήσεως αὐτοῦ τῆς 25 Φεβρουαρίου ἐζήτησεν, ὅπως ὁ δῆμος Λυκοσούρας ἀποσπασθῇ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Εἰρηνοδικείου Μεγαλοπόλεως, καὶ ἠρώτησε τὸν Ὑπουργόν, «ποῖαι αἱ ἐνέργειαι τῆς ἐν Τριπόλει δικαστικῆς ἀρχῆς κατόπιν ψηφίσματος τοῦ δήμου Λυκοσούρας, ἐκφράζοντος τὴν εὐχὴν ταύτην, καὶ ὑποβληθέντος εἰς αὐτόν.» Συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως ὑμῶν ἀπέστειλα τηλεγράφημα πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ οὗτος μοὶ ἀπήντησε. Καταθέτω πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἐν φακέλῳ, μεταξὺ δ’ αὐτῶν θέλετε εὕρει καὶ ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν, τῆς ὁλομελείας δηλαγὴ τοῦ Δικαστηρίου, χρονολογουμένην ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου τοῦ 1901 ἔτους, ἐν ᾗ θέλετε ἴδει λεπτομερῶς τοὺς λόγους, δι’ οὓς τὸ Δικαστήριον δὲν θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑμετέρας προτάσεως. Καταθέτω πάντα τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μελετήσῃ αὐτά.
§13Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἡ σύστασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεγαλοπόλεως εἶναι δικαία ἢ οὔ. Ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἔχω γνώμην, θὰ εἶχον βεβαίως τὴν ὑπὲρ τῆς συστάσεως Εἰρηνοδικείου ἐν Λυκοσούρᾳ, ἂν οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, τοὐλάχιστον λόγῳ τῆς ἀποστάσεως ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου Μεγαλοπόλεως· διότι ὑπάρχουσι χωρία πολλὰ ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ὡς τὰ Δερβένια, αἱ Καρυαί, τὸ Σοῦλι, αἱ Χειράδες κλπ., τὰ ὁποῖα ἀπέχουσι τρεῖς καὶ πλέον ὥρας ἀπὸ τῆς Μεγαλοπόλεως, καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν εἶναι ὑποχρεωμένοι διὰ μίαν πταισματικὴν παράβασιν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Μεγαλόπολιν. Ἀλλὰ σήμερον, κύριε Πρόεδρε, πάντες φρονοῦσιν, ὅτι ὀφείλομεν ἐντεῦθεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ ζητῇ σύστασιν Εἰρηνοδικείων, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἐπὶ τοσοῦτον, κύριε Πρόεδρε, ἠλαττώθησαν αἱ ἐργασίαι τῶν Εἰρηνοδικείων, ὥστε σήμερον ὑπάρχουσιν Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσι 15 ἢ 20 μόνον ἀποφάσεις ἕκαστον κατ’ ἔτος.
§14Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχουσι μάλιστά τινα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσι μόνον πέντε ἀποφάσεις.
§15Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διὰ τοῦτο πρέπει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ, εἴτε νομοθετικῶς εἴτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον ἤθελεν ἐγκρίνει, εἰς τὴν κατάργησιν ἢ συγχώνευσιν πολλῶν Εἰρηνοδικείων, ὅπως ἐντεῦθεν ἐπέλθῃ μεγάλη οἰκονομία. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, ὅτι οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα ὑπὲρ τῆς συστάσεως ἄλλων Εἰρηνοδικείων, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ συνηγορῶμεν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως πολλῶν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων, καὶ λόγῳ οἰκονομίας καὶ λόγῳ καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§17ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, τίνες οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τοὺς ἀμπελοκτήμονας νὰ ἀντιδράσωσι κατὰ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, τοῦ παρέχοντος τὸ δικαίωμα εἰς οἰνοποίησιν τῆς χλωρᾶς σταφίδος ἐκ τοῦ παρακρατήματος. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὄντως ἐμελέτησαν ἐπισταμένως τὸ ζήτημα καὶ ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ ἀντίδρασις αὕτη ὠφελεῖ ἢ βλάπτει τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Γνωρίζω ὅμως ἐκ θετικῆς πηγῆς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντιτάσσεται σφοδρῶς κατὰ τῆς οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος ἐκ τῆς παρακρατήσεως. Μέχρι τοῦδε ἀνέμενον καὶ ἀναμένω τὴν ὑποβολὴν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς σχετικῆς συμβάσεως, ἵνα λάβω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸν λόγον. Ἀλλὰ δυστυχῶς, καίτοι ἀρκετὸς χρόνος παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου παρεκάλεσα αὐτὸν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, μέχρι σήμερον οὐδὲν εἶδον. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς τῶν οἰνοπαραγωγῶν Κύμης καὶ Χαλκίδος. Τὸ πλεῖστον τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων συναδέλφων, ἂν μὴ τὸ ὅλον, εἰσὶ καὶ οἰνοπαραγωγοί, τὸ δὲ τρίτον τῆς Βουλῆς καὶ σταφιδοπαραγωγοί. Δὲν ἀντιπροσωπεύεται ὅμως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἡ βιομηχανία, ἥτις ὡσαύτως ἔδει νὰ ᾖναι παροῦσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν γνωμῶν εἴτε κατ’ ἰδίαν εἴτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤθελεν ἐξευρεθῆ ὁ κατάλληλος τρόπος τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος καὶ διὰ τοὺς οἰνοποιοὺς καὶ διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν· ἐκ τῆς λύσεως δὲ ταύτης ἤθελεν ἐπέλθει καὶ ἡ προσδοκωμένη ὠφέλεια καὶ εἰς τοὺς τρεῖς τούτους παράγοντας καὶ εἰς τὸ Κράτος. Δὲν γνωρίζουν ἴσως πολλοὶ τὴν σύστασιν τοῦ οἴνου, τὴν ἀναγκαίαν ἀνάμιξιν τῶν διαφόρων στοιχείων τοῦ οἴνου, τῶν προερχομένων ἐκ νωπῆς σταφυλῆς σταφίδος καὶ ἐκ νωπῆς σταφυλῆς ἀμπέλου. Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ὁ σταφιδίτης οἶνος εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς καταναλώσεως ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἐκ σταφυλῆς ἀμπέλου οἴνου, καὶ συνεπῶς, ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι, ὅσον περισσότερος σταφιδίτης παραχθῇ, ἐπὶ τοσοῦτον ἀνάγκην ἔχει τοῦ σταφυλίτου, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θὰ ἐζήτουν τὴν σύμπραξιν τοῦ σταφιδίτου, διότι ἡ σύμπραξις τοῦ σταφιδίτου θὰ ἐστρέφετο πρὸς ὄφελος τῶν ἀμπελοκτημόνων. Ἡ κατανάλωσις τῶν οἴνων ἔχει ἰδίας ὀρέξεις, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδενὸς οἴνου δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις. Ὁ σταφιδίτης δυστυχῶς στερεῖται χρώματος, ὁ σταφιδίτης στερεῖται γεύσεως, ἔχει ὅμως ἄλλο πλεονέκτημα ὑπὲρ τὸν ἀμπελίτην, τὸ πλεονέκτημα τῆς δυνάμεως, τὸ τῆς ζακχάρεως, τὸ τῆς ἀποδόσεως εἰς ποσόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ βιομήχανος νὰ προβῇ εἰς ἀποστολὴν σταφιδίτου οἴνου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἂν μὴ ἐξεύρῃ προηγουμένως ἀμπελίτην, μὲ τὸν ὁποῖον νὰ ἀναμίξῃ τὸν σταφιδίτην καὶ τὸν στείλῃ εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως. Καὶ ἂν μὲν θελήσῃ νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ χρῶμα, ὀφείλει πάντως νὰ προμηθευθῇ ἐπαρκὲς ποσὸν ἐρυθροῦ ἢ ὑπομέλανος οἴνου, ὅπως ἀναμίξῃ τὸν σταφιδίτην, λευκοῦ δὲ, ἂν θελήσῃ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν λευκόν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ σταφιδίτης ἔχει χρῶμα ὑπέρυθρον, αἱ χρωστικαὶ δὲ ἐκεῖναι οὐσίαι, ὅπως ἀφαιρεθῶσι δι’ ἄλλων οὐσιῶν χημικῶν, ἀφαιροῦσιν ἀπὸ αὐτὸν ἀρκετὰ συστατικὰ στοιχεῖα γεύσεως, καὶ τούτου ἕνεκα ἔχει ἀνάγκην ἀναμίξεως μετ’ οἴνων λευκῶν, οἵτινες θὰ τῷ δώσωσι καὶ τὸ χρῶμα καὶ τὴν γεῦσιν. Κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἐπειδὴ δὲν δύναται ὁ σταφιδίτης μόνος του, ὡς οἶνος, ν’ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως κατὰ τῶν ὁμοειδῶν οἴνων, ἔχει, λέγω, ἀνάγκην νὰ ἀναμιχθῇ μὲ οἶνον ἐξ ἀμπέλου. Ἔπεται ἐντεῦθεν, ὅτι, ὅσον μείζων εἶναι ἡ παραγωγὴ οἴνου ἐκ σταφίδος, ἐπὶ τοσοῦτον ἀπαιτεῖται μείζων ἡ ἀνάμιξις αὐτοῦ μετ’ οἴνου ἐξ ἀμπέλου. Πρὸ δέκα ἐτῶν εὑρισκόμεθα εἰς δυσχέρειαν διὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ παρακρατήματος, καὶ ἐζητοῦμεν γνώμην ἔν τε τῇ ἔσω καὶ τῇ ἔξω χώρᾳ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος· ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὡς μόνος προορισμὸς τοῦ παρακρατήματος ἐνεδεικνύετο νὰ ῥιφθῇ τοῦτο εἰς τὴν θάλασσαν. Ἂν ἀναμνησθῶμεν τῶν λόγων ἐκείνων, ἀναμνησθῶμεν δὲ καὶ τῶν σημερινῶν λόγων, ὅτι ἡ παρακράτησις δύναται νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς παραγωγοὺς 80 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, εἰς δὲ τὴν χώραν νὰ προσπορίσηται διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν χρημάτων τούτων πλείστας ἄλλας εὐκολίας, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν βιομηχανίαν τὴν οἰνοποιητικὴν, ὀφείλομεν διὰ παντὸς μέσου νὰ ἐνισχύσωμεν αὐτὴν, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ οἰνοπαραγωγῶν, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, διότι ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοποιΐας θὰ ἀφήρει πλεῖστον ὅσον ποσὸν σταφιδίτου, ὅστις ἄνευ τούτου θὰ διετίθετο ἐν τῇ ἀγορᾷ, πρὸς βλάβην τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ τοῦ ἀμπελίτου οἴνου· ἀλλὰ συνάμα ἡ ὑποστήριξις τῆς οἰνοποιΐας γίνεται πρόξενος μεγάλης ἐργασίας ἐν τῇ χώρᾳ, ἡ ὁποία πάλιν θὰ δώσῃ τὸν πλοῦτον εἰς τοὺς ἐργαζομένους. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν ὄντως ἐκήδετο σπουδαίως περὶ τοῦ ζητήματος, ἂν εἶχε τὴν πρόθεσιν ὁριστικῶς νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ὤφειλε νὰ καλέσῃ ἕνα τῶν βιομηχάνων, τὸν σπουδαιότερον, ἕνα σταφιδαπαραγωγὸν καὶ ἕνα οἰνοπαραγωγόν, οἵτινες ἀπὸ κοινοῦ νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ λυσιτελεστέρου τρόπου τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, διότι καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι κλάδοι πρέπει ἀναποδράστως ν’ ἀλληλοβοηθηθῶσι, διότι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ ἄλλου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν γνώμην τῆς συμπράξεως τοῦ οἴνου ἐξ ἀμπέλου καὶ τοῦ σταφιδίτου πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ ἔθνους καὶ τῶν παραγωγῶν ἀμφοτέρων τῶν εἰδῶν τούτων. Θὰ παρακαλέσω δὲ αὐτὸν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα πολὺ ἐπεβραδύνθη, νὰ μᾶς δώσῃ, ἐὰν εὐαρεστῆται, τὴν δέουσαν ἀπάντησιν.
§18ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Αἱ διαμαρτυρίαι τῶν συμπολιτῶν μου, αἱ διαβιβασθεῖσαι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἰς ἡμᾶς, εἶναι λίαν δίκαιαι. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ προαγορεύσας, ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν βλάπτονται οἱ οἰνοπαραγωγοὶ ἐκ τῆς οἰνοποιήσεως χλωρᾶς σταφίδος. Καὶ ἄλλοτε τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ συνεζητήθη ἐν ἐκτάσει, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς, πάλιν θέλομεν συζητήσει αὐτό. Ὀλίγα μόνον θὰ εἴπω σήμερον εἰς ἀπάντησιν τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου. Ὅταν διὰ τῆς οἰνοποιήσεως τῆς σταφίδος ὑπερδιπλασιάζηται ἡ παραγωγὴ καὶ ἔχωμεν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐνίοτε τριπλάσιον ποσὸν οἴνων ἐξ ἀμπέλων καὶ σταφίδος, βεβαίως θὰ ἐκπέσωσιν αἱ τιμαὶ τῶν οἴνων, συμφώνως τῷ νόμῳ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ὡς τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὴν ἐσοδείαν τοῦ ἔτους 1903, ὅτε διὰ νόμου ἀπηγορεύθη μὲν ἡ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κατανάλωσις τοῦ οἴνου τοῦ ἐκ ξηρᾶς σταφίδος παραγομένου, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη ἡ προσήκουσα πρόνοια τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως περὶ τιμωρίας τῶν παραγόντων καὶ καταναλισκόντων τοιοῦτον οἶνον. Τί νομίζετε ὅτι ἔλαβε χώραν; ἐπλεόνασεν ὁ σταφιδίτης οἶνος οὐ μόνον ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς ἀλλοδαπῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς τοῦ ἐσωτερικοῦ, καὶ ἐπῆλθε μεγάλη ὑποτίμησις τῶν οἴνων τῶν ἐξ ἀμπέλων παραγομένων· καὶ ἐνῷ ἡ Γαλλία παρήγαγεν ἐπὶ ἔλαττον 5 περίπου ἑκατομμύρια ἑκατόλλιτρα τῆς συνήθους παραγωγῆς, καὶ ἠλπίζετο, πάνυ δικαίως, νὰ πωληθῶσιν οἱ οἶνοι οὗτοι μὲ διπλασίαν τιμὴν τῆς τοῦ 1902, οὐ μόνον δὲν πωλοῦνται μὲ τοιαύτας τιμὰς, ἀλλὰ καὶ παραμένουσιν ἐν μηνὶ Μαρτίῳ τοῦ 1904 ἀζήτητοι οἶνοι πολλῶν μερῶν. Ἐκ τῶν Κυμαϊκῶν δὲ οἴνων μέχρι τοῦδε μόλις τὰ δύο τρίτα ἔχουσιν ἀγορασθῆ, ὡς δὲ πληροφοροῦμαι, καὶ εἰς ἄλλα μέρη ὑπάρχουσιν ἔτι οἶνοι πολλοὶ ἀζήτητοι, καὶ τοῦτο συμβαίνει ἐκ τῆς πληθώρας τῆς παραγωγῆς τῶν ἐκ σταφίδος οἴνων, οὓς διὰ προστατευτικῶν νόμων οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν θέλουσι νὰ φέρωσιν εἰς τὰς ἀγορὰς, ἵνα ἀνταγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ἐκ σταφυλῆς οἴνους, ὧν ἐξευτελίζουσι τὰς τιμὰς, καταστρέφοντες τοὺς ἀμπελοκτήμονας. Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, καὶ οἱ σταφιδοκτήμονες νὰ ζητήσωσι φυσικὴν παρακράτησιν, οἵαν ἐπέτυχον οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες ἄλλοτε εἶχον περίπου διπλασίαν παραγωγὴν τῆς σημερινῆς, ἀλλ’ ὅτε εἶδον, ὅτι ἐξέπεσαν αἱ τιμαὶ, διότι ἐτέθησαν βαρεῖς δασμοὶ εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγορὰς, ἀφῆκαν τὰ λιπάσματα, καὶ ἐπεδόθησαν εἰς τὴν καλλιέργειαν ἄλλων εἰδῶν, καὶ οὕτως ἐπέτυχον φυσικὴν παρακράτησιν. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἔκαμνον καὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, δὲν θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν καθ’ ἑκάστην καὶ δὲν θὰ εὑρίσκοντο εἰς ἣν περιῆλθον θέσιν, καὶ ἤδη ζητοῦσι νὰ καταστρέψωσιν ἄλλους, οἵτινες ὑπέστησαν καὶ ὑφίστανται ὁμοίαν κρίσιν. Οἱ ἰσχυρισμοί των δὲ, ὅτι οἱ οἶνοι οἱ ἐκ σταφίδος ξηρᾶς παραγόμενοι καὶ ὄντες ὑποδεέστεροι τῶν οἴνων τῶν ἀμπέλων ἔχουσιν ἀνάγκην μέλανος οἴνου, διὰ νὰ καταναλωθῶσιν εὐχερέστερον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν εἶναι βάσιμοι· διότι ποίαν, νομίζετε, ποσότητα χρειάζονται πρὸς τοῦτο; πολὺ μικρὰν ποσότητα. Ἡ Οἰνοποιητικὴ Ἑταιρεία Ζάννου καὶ Ῥὼς μόλις 25,000 βαρέλας ἐζήτησε, διὰ νὰ χρωματίσῃ καὶ μεταφέρῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διακοσίας χιλιάδας βαρέλας οἴνου ἐκ σταφίδος, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαντληθῇ ὁλόκληρος ἡ παραγωγὴ τῶν μαύρων οἴνων, ἔστω καὶ ἂν ὁλόκληρος ὁ παραγόμενος ἐν Ἑλλάδι σταφιδόκαρπος οἰνοποιηθῇ. Διὰ νὰ μὴ βλάπτωνται δὲ οἱ οἰνοπαραγωγοί, δίκαιον ἦτο ν’ ἀπαγορευθῇ καὶ ἡ ἐκ παρακρατήματος ξηρᾶς σταφίδος οἰνοποίησις, καὶ ἡ ἐξαγωγὴ αὐτῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται περὶ σωτηρίας ἄλλων ἐπαρχιῶν, πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ τὸ συμφέρον τῶν ἀμπελοκτημόνων· δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἦναι τόσον ἐγωϊσταὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ νὰ θέλουν νὰ κατασκευάζουν οἶνον καὶ ἐκ χλωρᾶς σταφίδος, καὶ συνεπῶς νὰ καταστρέψουν τοὺς οἰνοπαραγωγούς. Διότι ἐκτὸς τῆς Κύμης ἐνδιαφέρονται καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι, ὡς ἡ Κέρκυρα, ἡ Ἀττική, ἡ Μαντίνεια, ἡ Εὔβοια κλπ., αἵτινες ἔχουσι μέγαν πληθυσμὸν ἀμπελοκτημόνων, τῶν ὁποίων τὴν καταστροφὴν βεβαίως δὲν ἐπιθυμοῦσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι χάριν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ θὰ ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Νῦν περιορίζομαι μόνον νὰ συστήσω νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκ χλωρᾶς σταφίδος οἰνοποίησις ἐπὶ βλάβῃ καὶ καταστροφῇ τελείᾳ τῶν οἰνοπαραγωγῶν, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν τῷ οἰκείῳ νομοσχεδίῳ περὶ σταφίδος ἀναγράφῃ διάταξιν ἀπαγορευτικὴν παραγωγῆς οἴνων ἐκ χλωρᾶς σταφίδος, διότι, ἐὰν τοιαύτη παραγωγὴ ἐπιτραπῇ, θὰ ἐπέλθῃ τελεία καταστροφὴ τῶν οἰνοπαραγωγῶν, ἀποτελούντων, ἂν οὐχὶ τὸ ἥμισυ, τὸ τρίτον τοὐλάχιστον τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους.
§19Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἔχει λόγον τινὰ, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέτρον παρουσίασεν, ὥστε νὰ ἀρξώμεθα συζητήσεως ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἠλείας ὑπερασπίζει τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, ὁ κ. Στεφανίδης προστατεύει τὴν ἀμπελοφυτείαν διὰ τίνα λόγον; Νομίζω, ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ δημοσιογραφία ἐκθέτει ἑκάστοτε, ὅτι δηλ. ἐναυάγησεν ἡ σύμβασις ἡ μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, καὶ ἂν, ἐν ἀποτυχίᾳ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἔλαβε μέτρον τι περὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Καὶ πρέπει νὰ δηλώσῃ ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις, τί σκέπτεται καὶ εἰς τί ἀπέληξεν ἡ σύμβασις, ἥτις κυοφορεῖται ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ἢ πέντε μηνῶν· διότι ἐπανειλημμένως ὑπεσχέθη πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ κάμῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς δεούσας ἀνακοινώσεις, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι σήμερον εἴδομεν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν τῆς συζητήσεως, πρέπει νὰ δηλώσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ περὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καὶ τί ἀπέγειναν αἱ διεξαγόμεναι διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, καὶ πότε θὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν ἡμερομισθίων, ἕνεκα τῆς εἰς εὐτελῆ τιμὴν πωλήσεως τῆς σταφίδος καὶ τῶν πολλῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, εὑρίσκονται εἰς θέσιν πολὺ κρίσιμον, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ ἀμέριστον καὶ ζωηρὰν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ σταφιδικὴ κρίσις βεβαίως θὰ ἐπιδράσῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν τῆς χώρας.
§20Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ περὶ παρακρατήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος συζήτησις εἶναι ἄσκοπος, διότι αἱ περὶ αὐτῆς συζητήσεις δὲν θὰ καταλήξωσιν εἰς ἀποτέλεσμά τι. Μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας θὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ὑπ’ αὐτῆς νομιζόμενον κατάλληλον μέτρον...
§21Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἦναι σκόπιμος ἡ συζήτησις τότε;
§22Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου θὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας της ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν πρόληψιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. Τότε, ἐννοεῖται, πᾶς ἔχων ἀντίθετον γνώμην δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του.
§23Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζετε, ὅτι βλάπτει ἡ οἰνοποίησις τῆς χλωρᾶς σταφίδος;
§24Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ προώρως τὰς ἰδέας της, ἀφοῦ ταύτας θὰ περιλάβῃ ἡ πρότασις νόμου.
§25ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Πότε θὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§26Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§27Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τοιαύτην ἀπάντησιν λαμβάνομεν καθ’ ἡμέραν, καὶ αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς βαίνουσιν εἰς τὸ πέρας αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσητε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ μακρὰν συζήτησιν.
§28Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Σφοδροτάτη συζήτησις, κύριοι Βουλευταί, ἔγεινεν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως...
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Ἐτελείωσεν αὐτὸ τὸ θέμα.
§30Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐπειδὴ δὲν εὑρέθην παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Δὲν πρόκειται νὰ ἐμποδίσω τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πιστεύω ὅτι δὲν διέκοψα μέχρι τοῦδε κανένα τῶν Βουλευτῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι... Ἐξακολουθήσατε, κύριε συνάδελφε.
§32Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι Βουλευταί, ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ μομφὴν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία, ἐξασκοῦσα τὰ δικαιώματά της ὑπὲρ τοῦ πενομένου λαοῦ, ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐκβιάσεως, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη ἡ Συμπολίτευσις, ὅτι ἡ μομφὴ αὕτη ἀντανακλᾷ καὶ πρὸς αὐτήν, καὶ ἔπρεπεν ἡ Συμπολίτευσις, ἡ ὁποία ἄλλοτε, ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἔκαμε κατάχρησιν τῆς κωλυσιεργίας, νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἡ μομφή, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀπηυθύνετο πρὸς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. Ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν, ἐπρότεινε πολλὰς οἰκονομίας, σήμερον δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει φόρους 14,000,000 εἰς τὸν ἐξηντλημένον λαὸν, ἦλθε νὰ κάμῃ παρατηρήσεις καὶ νὰ ἐκφράσῃ μομφὴν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ ἔθνους! Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν παραγωγικῶν πληθυσμῶν ἦτο ὁποία εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ὅτε ὁ σταφιδόκαρπος εἶχεν ἀξίαν 600 καὶ 500 καὶ 300 δραχμῶν, καὶ ἡ Θεσσαλία ἐπίσης εἶχε τὰ εἰσοδήματά της εἰς ἀξίαν πραγματικήν, βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις νὰ ἐπιβληθῶσι καί τινες φόροι. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε τὸ πλεῖστον τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δυστυχεῖ, εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβάλλωμεν τόσων ἑκατομμυρίων φόρους, καὶ νὰ ἀναγκάζωμεν τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους νὰ ἐκπατρίζωνται, μεταβαίνοντες εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἰς ἄλλα μεμακρυσμένα μέρη πρὸς πορισμὸν τοῦ ἄρτου; Διατὶ, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλλητε φόρους εἰς τὸν πενόμενον λαόν, δὲν κάμνετε οἰκονομίας, ὡς σᾶς ὑπέδειξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις; Ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν, ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα σήμερον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§34Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, εἷς τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, τῶν ὑπηρετούντων παρὰ τῷ ταμείῳ Μεσσήνης, εὑρέθη καταχραστής, πλαστογραφήσας διπλότυπα, ἐπίσημα μὲν καὶ ἐξηγμένα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ φέροντα ὅμως τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ταμίου. Ἔχων εἰς χεῖράς του ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος τοὺς χρηματικοὺς καταλόγους, οὓς παρέδωκεν αὐτῷ ὁ ταμίας Μεσσήνης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ τὰ διπλότυπα τὰ ὑπεξαιρεθέντα ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ποιούμενος χρῆσιν αὐτῶν, εἰσέπραττε φόρους, πληρωνομένους μὲν ὑπὸ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, μὴ εἰσαγομένους δὲ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἐνοσφίζετο τὰ χρήματα, τὰ οὕτως εἰσπραττόμενα. Ἡ κατάχρησις αὕτη διήρκεσε διαπραττομένη ἐπὶ μῆνας μακροὺς, ἴσως καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος· προέκυψε δ’ ἐντεῦθεν, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἐξηκριβώθη, κατάχρησις τοῦ δημοσίου χρήματος, ἀνερχομένη εἰς 75,000 δραχμὰς, νομίζω. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἀνεκαλύφθη ἐν τέλει, κατεδιώχθη ποινικῶς, καὶ ἐτιμωρήθησαν οἱ ὑπαίτιοι τῆς πράξεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν, κύριε Πρόεδρε, προέκυψεν ἕτερον ἄτοπον καὶ ἀδίκημα, γινόμενον εἰς τοὺς συμπολίτας μου· οἱ ὀφειλέται ἐκεῖνοι τοῦ Δημοσίου, οἵτινες, πειθόμενοι εἰς τὸν χαρακτῆρα τὸν δημόσιον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ εἰσπράκτωρ ὡς τοιοῦτος, πεποιθότες δ’ ἐπὶ πλέον, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔδιδον εἰς αὐτὸν, εἰσήγοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀφοῦ ἐλάμβανον καὶ διπλότυπα ἐκ τοῦ στελέχους τῶν διπλοτύπων τῶν εἰς χεῖρας τοῦ εἰσπράκτορος εὑρισκομένων, ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους αὑτῶν καὶ τὰ χρέη των πρὸς τὸ Δημόσιον, δὲν λογίζονται ὡς ἐξοφλήσαντες τὰ χρέη ταῦτα. Ἐπλήρωσαν δὲ, ἄλλος 50, ἄλλος 80, ἄλλος 100 δραχμὰς, καὶ καθεξῆς· ἀλλὰ τὰ χρήματα ταῦτα δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὔτε ἐπιστώθησαν ἐν τοῖς χρηματικοῖς καταλόγοις οἱ ὀφειλέται οὗτοι τοῦ Δημοσίου, τὸ Δημόσιον δὲ καταζητεῖ τοὺς ὀφειλέτας τούτους, καὶ πιέζει αὐτοὺς διὰ τῶν ὀργάνων τῶν ἐντεταλμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Παράπονα λοιπὸν πάμπολλα ἠγέρθησαν ἐκ τῶν δήμων ἐκείνων τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ἐν οἷς ἐτελέσθη τὸ ἀδίκημα τοῦτο, καὶ ἀξιοῦσι — κατ’ ἐμὲ εὐλόγως καὶ δικαίως, κύριε Πρόεδρε — οἱ ὀφειλέται οὗτοι τοῦ Δημοσίου νὰ πιστωθῶσι μὲ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα, τὸν καταχρασθέντα τὰ χρήματα ταῦτα. Τὰ διπλότυπα τῆς εἰσπράξεως, τὰ στελέχη, τὰ ὁποῖα κατεσχέθησαν εἰς χεῖρας τοῦ εἰσπράκτορος, ἐπισυναφθέντα εἰς τὴν ποινικὴν δικογραφίαν, ἐστάλησαν εἰς τὴν οἰκείαν Εἰσαγγελίαν, ἥτις εἰσήγαγε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, ἔνθα καὶ ἐδικάσθη αὕτη· ἀλλ’ ἔκτοτε τὰ στελέχη ταῦτα μένουσι παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ τῶν Ἐφετῶν, νομίζω, καὶ οὕτω δὲν ἐστάθη δυνατὸν, ἵνα ὁ ταμίας Μεσσήνης πιστώσῃ τοὺς ὀφειλέτας ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα φέρονται εἰς τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων ὡς πληρωσάντων τὰ χρέη των πρὸς τὸ Δημόσιον. Θέλω παρακαλέσει λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα, μεριμνῶν πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀδικήματος τοῦ προσγινομένου εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ἐντείληται τὴν πίστωσιν τῶν ποσῶν τούτων ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες κατέβαλον αὐτά· διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς, ὅτι εἶναι ἀδίκημα, καὶ ἀδίκημα βαρὺ, τὸ προσγινόμενον εἰς τοὺς συμπολίτας μου, τοὺς ζητουμένους νὰ πληρώσωσι δὶς χρήματα ὀφειλόμενα μὲν εἰς τὸ Δημόσιον, καταβληθέντα ὅμως ἤδη ἐπὶ τούτῳ τῷ σκοπῷ εἰς τὸ ὄργανον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐπιτετραμμένον τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων.
§35ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. 22 χιλιάδες εἶναι.
§36Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁσονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν ἦναι, δὲν πρέπει νὰ πληρωθῇ ἐκ δευτέρου. Τοῦ αὐτοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου, περὶ οὗ συμπολῖταί μού τινες ἀναφέρονται διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θέλω καταθέσει εἰς τὸ Προεδρεῖον. Οἱ ἀναφερόμενοι συμπολῖταί μου παραπονοῦνται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Ἀνδανίας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἡ εἴσπραξις τῶν χρεῶν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν γίνεται κατὰ τρόπον λίαν πιεστικὸν καὶ καταθλιπτικόν· τὸ κάκιστον δὲ πάντων καὶ μεροληπτικώτατον εἶναι, ὅτι δὲν ἀρκεῖ, ὅτι γίνεται χρῆσις ὅλων ἀθρόως τῶν καταδιωκτικῶν μέσων, ἀλλὰ γίνεται καὶ διάκρισις μεταξὺ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ καταδιώκονται μὲν πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν εἶναι ἀρεστοὶ παρὰ τῷ πράκτορι τῷ ἐπιτετραμμένῳ τὴν εἴσπραξιν, ἀφίνονται δὲ ἐντελῶς ἐλεύθεροι καὶ ἀκαταδίωκτοι ὅσοι τοὐναντίον εἶναι ἀρεστοὶ εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ καταγγέλλονται καὶ ἄλλαι τινὲς ὑπερβάσεις τοῦ ἐν Ἀνδανίᾳ πράκτορος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Εἰς τὴν ἀναφορὰν ἐκθέτουσιν οἱ ἀναφερόμενοι, ὅτι ὁ πράκτωρ οὗτος, ἀφοῦ συνέλαβεν αὐτοὺς ἐπὶ σκοπῷ νὰ καταβάλωσι τὰ χρέη των, τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ ἀφοῦ τοὺς περιήγαγε δεσμίους ἀνὰ τὰ χωρία καὶ τοὺς ἔφερεν ἐν τέλει εἰς τὸ οἰκεῖον ἀστυνομικὸν τμῆμα, ἀπέλυσεν εἶτα αὐτοὺς, χωρὶς μὲν νὰ εἰσπράξῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, εἰσπράξας ὅμως ἄλλα ποσὰ, οὐδόλως ὀφειλόμενα παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου εἰς τὴν Τράπεζαν· τουτέστιν ὁ πράκτωρ εἰσέπραξε παρ’ ἑκάστου ἀνὰ δραχμὰς 10 δι’ ἔξοδα ἐπιταγῆς, οὐδέποτε κοινοποιηθείσης εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ἀνὰ δραχμὰς 2½ δι’ ἐκτέλεσιν ἐντάλματος, ἀνὰ δραχμὰς 2½ διὰ τὸ ταμεῖον, ἀνὰ δραχμὰς 2½ ὡς ποσοστὰ τοῦ πράκτορος, καὶ μετὰ τοῦτο τοὺς ἀφῆκεν ἐλευθέρους! Μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, βλέποντι ἐν τῇ ἀναφορᾷ τὰ γεγονότα ταῦτα, ἐν τίνι δικαιώματι ὁ κ. πράκτωρ προέβαινεν εἰς τὴν εἴσπραξιν χρημάτων μὴ ὀφειλομένων παντάπασι πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐν τίνι δικαιώματι εἰσέπραττεν ἔξοδα ἐπιταγῆς μὴ κοινοποιηθείσης εἰς τοὺς ὀφειλέτας. Μοὶ ἐγεννήθη δ’ ἐπίσης ἀπορία, ὁποῖα ἆρά γε εἶναι τὰ ποσοστὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ πράκτωρ δικαιοῦται δῆθεν νὰ εἰσπράξῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ; πῶς δικαιολογεῖται ἡ εἴσπραξις ποσοστῶν ὑπὲρ τοῦ ταμείου, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ὁ πράκτωρ, ὅπως ἐκθέτουσιν οἱ ἀναφερόμενοι; Ταῦτα πάντα μοὶ εἶναι ἄγνωστα, καὶ εὐλόγως μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία καὶ ὁ δισταγμός, κύριε Πρόεδρε, μὴ τυχὸν εἰσεχώρησεν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ κατάχρησις. Καταθέτω λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συντόνως μεριμνήσῃ, ὅπως ἐξακριβωθῇ τὸ βάσιμον τῶν καταγγελλομένων γεγονότων, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει λάβῃ πᾶν ἀναγκαῖον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑποδείξει εἰς αὐτὸν ἡ δεδικαιολογημένη αὐστηρότης ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἀδικήματος καὶ πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου. Γενικώτερον δὲ, ἐκ τῆς ἀφετηρίας ταύτης ὁρμώμενος, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα, ἐρχόμενος εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Συμβουλίου τοῦ διοικοῦντος τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, προνοήσῃ νὰ μὴ γίνηται ἡ τόσον ἀγρία καὶ ἄκαιρος καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς, ἥτις τανῦν γίνεται ἐν τῇ Πελοποννήσῳ. Τὴν χαρακτηρίζω ἀγρίαν, διότι ὄντως κατὰ τρόπον ἄγριον διεξάγεται ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, δεσμῶται οὗτοι ἀπάγονται, καὶ νύκτωρ πολλάκις, ἀπὸ τὰς οἰκίας αὐτῶν, καὶ ῥίπτονται εἰς τὰ ἀστυνομικὰ κρατητήρια, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὰς φυλακὰς τῶν διὰ χρέη κρατουμένων. Εἶναι δὲ καὶ ἄκαιρος ἡ καταδίωξις αὕτη, διότι δυστυχῶς, ὡς πάντες καλῶς γνωρίζομεν, ὁ Πελοποννησιακὸς λαὸς εὑρίσκεται νῦν, κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τοῦ ἔτους, εἰς κατάστασιν τελείας ἀχρηματίας. Εἶναι ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν, καὶ ἂν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἐργαζόμενοι καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας των ἀποζῶντες ἢ ἔχοντες καί τινα περιουσίαν μικρὰν καὶ ἐξ αὐτῆς ποριζόμενοι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, εἶχον καί τι περίσσευμα, τὸ περίσσευμα τοῦτο ἔχει ἐξαντληθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τοῦ ἔτους, οὐδὲν δ’ ὑπολείπεται εἰς αὐτούς, ἵνα ἐξοφλήσωσι χρέη ὀφειλόμενα πρὸς τὴν Τράπεζαν· ἐπὶ πλέον δὲ εἶναι ἄκαιρος ἡ καταδίωξις ἡ ἐνεργουμένη κατὰ ταύτην τὴν ἐποχήν, διότι ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως παντὸς χρηματικοῦ μέσου, δι’ οὗ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωσι καὶ ἐξοφλήσωσι τὰ χρέη των οἱ ὀφειλέται τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἔχουσιν οὗτοι καὶ ἄλλην τινὰ ὑποχρέωσιν, τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ μέλλοντος, τῆς ἐν τῷ μέλλοντι συντηρήσεως καὶ ἑαυτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, ἔχουσι καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων αὐτῶν. Πάντα ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, δὲν τὰ λέγω διότι εἶναι ἄγνωστα εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ πάντες ἐξ ἐπαρχιῶν προερχόμεθα, μετὰ τοῦ κόσμου ἀναστρεφόμεθα, καὶ γνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Ἔχω δὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κάλλιστα γνωρίζει τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω ταῦτα, ἵνα ὑπὲρ τῆς συστάσεώς μου καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου τὴν ἐπικουρίαν ζητήσω, καὶ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα μετὰ στοργῆς ὑπὲρ τοῦ πενομένου καὶ πάσχοντος λαοῦ μεριμνήσῃ, προνοῶν ν’ ἀνασταλῇ ἐπί τινα χρόνον τοὐλάχιστον ἡ ἀγρία καταδίωξις, ἡ ἐνεργουμένη κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§37ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικόν, κύριε Πρόεδρε. Πρὸ ἀρκετοῦ χρόνου κατηγγείλαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοιαύτην φατριαστικὴν ἐνέργειαν τῶν πρακτόρων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας. Φατριαστικὴ ἐνέργεια εἶναι ἰδίως ἡ τοῦ πράκτορος ἐν τῷ δήμῳ Μυρτουντίων, ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτοῦ, τοῖς Λεχαινοῖς, καὶ ἡ ἐνέργεια αὕτη προὐκάλεσε τὴν ἐξέγερσιν τῶν κατοίκων, οἵτινες καὶ προσέδραμον εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς ἐκεῖ ἀστυνομίας, ἵνα τὸν καθικετεύσωσι νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰ εἰς αὐτὸν δοθέντα ἐντάλματα κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Δὲν γνωρίζω, πῶς ἐδόθη πληροφορία εἰς τὸν τότε διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας Μυρτουντίων, ὅτι οἱ πολῖται ἐκεῖνοι ἐσκόπουν νὰ διαμαρτυρηθῶσι βιαίως κατὰ τῆς ἐξουσίας. Χωρὶς δὲ νὰ λάβῃ ἀφορμὴν ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας ἔκ τινος παρεκτροπῆς τῶν προσελθόντων πολιτῶν, χωρὶς νὰ λάβῃ χώραν ἐγκληματική τις πρᾶξις ἀξιόποινος, ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας κατήγγειλε τοὺς κυριωτέρους, τοὺς εὐπορωτέρους, τοὺς καλλιτέρους, τοὺς ἠθικωτέρους κατοίκους τῆς πόλεως ἐκείνης ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς! Αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀρχαὶ τῆς πόλεως Πύργου, πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, φοβούμεναι τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διαδραματισθέντα, ἔλαβον ὡς ἀρχὴν νὰ προφυλακίζωσι πάντα καταγγελλόμενον ἐπὶ ἀντιστάσει, ἔστω καὶ ἀνυπάρκτῳ, καὶ οὕτω 18 πολῖται, οἱ τιμιώτεροι, εὐπορώτεροι καὶ φιλοτιμότεροι τῆς πόλεως Λεχαινῶν, ἀδίκως ἐρρίφθησαν καὶ κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακάς. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι περατωμένη εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἀναμένεται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅπως τοῦτο ἀποφανθῇ περὶ τῆς προφυλακίσεως ἢ μὴ τῶν ἀδίκως κρατουμένων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα Ἠλείας, ἵνα ὑποβάλῃ ὡς τάχιον τὴν δικογραφίαν εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅπως ἀποδοθῶσι κατὰ τὰς ἐπερχομένας ἁγίας ἡμέρας οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εἰς τὰς οἰκογενείας των.
§38Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν Λεχαινῶν ἐδόθησαν αἱ δέουσαι ὁδηγίαι. Πέποιθα δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλει περατωθῆ ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
§39ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡμέραι δέκα παρῆλθον, ἀφ’ ἧς συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ποῦ γῆς εὑρίσκεται ὁ σχολάρχης τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Στεμνίτσης, καὶ διατάξῃ αὐτὸν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του.
§40ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ περὶ οὗ πρόκειται σχολάρχης ἐζήτησεν ἄδειαν κανονικὴν κατὰ νόμον.
§41ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅτε κατήγγειλα πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τὴν ἀπουσίαν τοῦ σχολάρχου τούτου, ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ δώσῃ οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην πληροφορίαν περὶ αὐτοῦ. Νῦν, διακόψας με, βεβαιοῖ, ὅτι ὁ σχολάρχης ἔχει λάβει κανονικὴν ἄδειαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ὅτι ὁ σχολάρχης αὐτὸς ἀπουσιάζει ἐκ τῆς θέσεώς του πρὸ τῶν ἑορτῶν. Δὲν γνωρίζω, πότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἄδειαν εἰς τὸν σχολάρχην, καὶ διὰ πόσον χρόνον. Δύναμαι ὅμως νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι χθὲς ἦλθε πρός με ὁ περὶ οὗ πρόκειται σχολάρχης, παρουσίᾳ καὶ ἑτέρων συναδέλφων, καὶ μὲ ἐξελιπάρει νὰ μὴ φέρω τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ νὰ ἀφήσω αὐτὸν νὰ μισθοδοτῆται χωρὶς νὰ ἐργάζηται· διότι φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει λόγους ἰδίους νὰ περιποιῆται αὐτὸν καὶ νὰ μισθοδοτῇ, ἐνῷ τὰ τέκνα τῶν συμπολιτῶν μου εὑρίσκονται ἐπὶ μῆνας ἤδη ἄνευ διδασκάλου, καίτοι αὐτοὶ πληρώνουσιν ἐκπαιδευτικὰ τέλη καὶ φόρους. Δὲν γνωρίζω, πῶς σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, αὐτὸς μάλιστα, ὅστις ἐδίδαξεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη τοὺς Ἑλληνόπαιδας, καὶ δὲν γνωρίζω, ἄν, ὅτε εἶχε τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ, ἔκρινε καλὸν καὶ συντελεστικὸν διὰ τὴν μόρφωσιν τῶν Ἑλληνοπαίδων νὰ διακόπτῃ αὐτοβούλως τὰ μαθήματα ἐπὶ μῆνας καὶ ν’ ἀπουσιάζῃ τῆς θέσεώς του. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὴν αὐτὴν ἡμέραν κατήγγειλα πρᾶξιν ὡρισμένην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἥτις δεικνύει, ὅτι οὗτος παραβαίνει τοὺς νόμους. Εἶπον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐναντίον τοῦ νόμου τοῦ 1895, προήγαγεν εἰς σχολάρχην ἕνα ἑλληνοδιδάσκαλον, στερούμενον τῶν προσόντων τοῦ νόμου.
§42ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ λάθος προήχθη οὗτος. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον ἤδη Διάταγμα, δι’ οὗ ἀνακαλεῖται ἡ προαγωγὴ αὐτοῦ.
§43ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρόχειρος ἡ ἀπάντησις! Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς συλλαμβάνηται παραβαίνων τοὺς νόμους, ἀμέσως λέγει «γιαγνὶς ὀλντοῦ»! Ἐν τούτοις θέλω ἀποδείξει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ παραβαίνων τὸν νόμον. Διότι πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν προήγαγεν ἄλλους σχολάρχας.
§44Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Λάθος καὶ αὐτό! διορθώνεται!
§45ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. ἤτοι τοὺς ἑξῆς: Ἐλευθερίου, σχολάρχην Ἀλιβερίου, Κουραβέλον τῆς Ζαγορᾶς, καὶ Βογιατζῆν τῆς Λαρίσης, καίτοι οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι οὗτοι δὲν εἶχον τὰ προσόντα, ἵνα προβιβασθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ σχολάρχου, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσα, σχολάρχαι διορίζονται οἱ διδάκτορες τῆς φιλολογίας, καὶ ἂν τοιοῦτοι δὲν ὑπάρχωσι, τότε λαμβάνονται ἐκ τῶν προλυτῶν καὶ προάγονται εἰς τὴν θέσιν τοῦ σχολάρχου. Οἱ εἰρημένοι τρεῖς ἑλληνοδιδάσκαλοι ἦσαν πάντες προλύται, ἐνῷ ὑπῆρχον ἄλλοι διδάκτορες, καὶ ὅμως οὗτοι δὲν προήχθησαν. Εὑρισκόμεθα δὲ οὕτω πρὸ τοῦ ἑξῆς παραδόξου φαινομένου, — διότι πάντοτε παράδοξα βλέπομεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, — νὰ ἔχωμεν διδάκτορας ἑλληνοδιδασκάλους καὶ προλύτας σχολάρχας! Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέτει ὅριον εἰς τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου· τὸ θάρρος αὐτοῦ εἶναι τόσον, ὥστε δὲν παρέρχεται ἡμέρα, χωρὶς νὰ παραβῇ τὸν νόμον. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω, τίνα γνώμην ἔχει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν τοιούτων παραβάσεων, καὶ ἰδίως τίνα γνώμην ἔχει μέλος τοῦ κόμματος τῆς μειονοψηφίας τῆς πλειονοψηφίας, τὸ ὁποῖον ἐν παρῳχημένῃ συνεδριάσει ἐζήτει ἀνόρθωσιν διὰ τοιαύτην παράβασιν νόμου. Τὸ μέλος αὐτὸ εἶναι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κύριος Βοζίκης. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων παραβάσεων τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διότι φρονῶ, ὅτι αἱ ἰδιαίτεραι σχέσεις, αἱ συνδέουσαι αὐτὸν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν θὰ τὸν ἐπηρεάσουν, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§46ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδεμία σχέσις, οὔτε πολιτικὴ οὔτε ἰδιαιτέρα, μὲ συνδέει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§47ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Γνωρίζω!
§48ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας περιέπεσεν ἐκ δόλου εἰς παράβασιν τοῦ νόμου, τότε βεβαίως ὑπέχει εὐθύνας.
§49ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἦτο περιττὴ ἡ δικηγορικὴ ἀπάντησις.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§51ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί ἀπαντᾷ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τοιούτων καταγγελιῶν; Διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ παραβάσεως νόμου. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ συνεδριάζωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ ψηφίζωμεν νόμους ἐπὶ νόμων, ἐπιβαρύνοντες τὸν λαὸν, ὅταν ἔχωμεν Ὑπουργὸν καταγγελλόμενον ὅτι παραβαίνει τοὺς νόμους, καὶ σιωπῶντα. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ παραβαίνῃ τοὺς νόμους ὁ Ὑπουργός; Ποῦ θὰ φθάσωμεν, ὅταν παραβαίνωσι τοὺς νόμους οἱ Ὑπουργοί; Κατήγγειλα δὲ ῥητῶς καὶ διὰ ῥητὰς πράξεις τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καὶ οὗτος ἀπαξιοῖ ν’ ἀπαντήσῃ! Ἀλλὰ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἦναι τοσοῦτον παχύδερμος, ὥστε νὰ μὴ ἐγγίζηται καὶ νὰ μὴ θέλῃ ν’ ἀπαντήσῃ, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπεμβῇ οὗτος καὶ θὰ διδάξῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔπραξε, νὰ παύσῃ παραβαίνων τοὺς νόμους.
§52ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ἠδυνάμην νὰ διδάξω τὸν κ. προλαλήσαντα, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ ὁμιλῇ, ὅταν μάλιστα ὁμιλῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται νὰ πράξω τοῦτο, καίτοι ἡ ὑπομονή ἔχει τὰ ὅριά της. Ὑπεβλήθη πρό τινων ἡμερῶν ἀληθῶς ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀφορῶσα τὸν διορισμὸν σχολάρχου τινὸς καὶ τὴν ἀπουσίαν ἄλλου τινὸς τοιούτου. Ἡ ἀπάντησις θὰ ἐδίδετο τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἐὰν ὁ ἐπερωτήσας κύριος Βουλευτὴς εὑρίσκετο ἐν τῇ αἰθούσει ταύτῃ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπουσίαζεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, δὲν ἐδόθη ἡ ἀπάντησις. Εὐθὺς δὲ, ὡς ἐπανέφερε τὸ ζήτημα, ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ἥτις εἶναι ἐπαρκὴς καὶ σαφὴς, καὶ ἥτις ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον. Διότι κατὰ τὸν νόμον ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς προλύτας τῆς Φιλολογίας, ἵνα κατὰ τὸ διάστημα τοῦ σχολικοῦ ἔτους προσέλθωσιν εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν καὶ ὑποστῶσι προαγωγικὰς ἐξετάσεις, ὅπως ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῶσι καθηγηταὶ ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Ὁ σχολάρχης, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἄδειαν, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τοιαύτας ἐξετάσεις· ἐὰν δὲ ἤθελε ζητηθῆ ἡ κατάθεσις τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, θὰ κατατίθεντο ταῦτα· ἐζητήθησαν μόνον πληροφορίαι, τὰς ὁποίας καὶ ἔδωκα. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, ἤτοι τὸν διορισμὸν σχολάρχου μὴ κεκτημένου τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι διωρίσθη ἤδη σχολάρχης, δυνάμενος νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην. Εὐθὺς, ὡς ἐβεβαιώθην περὶ τοῦ πράγματος, ὑπέβαλλον Διάταγμα ἀνακαλοῦν τὸν προηγούμενον διορισμόν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ὑπέπεσεν εἰς λάθος, τὸ ὁποῖον εἰς ἐμὲ δέον νὰ καταλογισθῇ, καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον. Ἐὰν ὑπάρχῃ δὲ καὶ ἄλλος τις εὑρισκόμενος εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλή, ὅτι θ’ ἀνακληθῇ καὶ τούτου ὁ διορισμός. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ ἔχωνται ἀκριβείας τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα, διότι πρόκειται περὶ σχολαρχῶν προϋπηρετησάντων. Ὅπως δήποτε ἂς κατατεθῇ ἔγγραφος ἐπερώτησις, καὶ θέλω ἐνεργήσει τάχιστα.
§53ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀπουσίας μου δὲν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα. Ὑπομιμνήσκω εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου ἐγένετο τὴν προπαρελθοῦσαν Δευτέραν, καὶ ἐγὼ ἀνεχώρησα τὴν Πέμπτην ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει σχέσιν τοῦτο. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ σχολάρχης Στεμνίτσης ἔλαβεν ἄδειαν κανονικήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν, διὰ πόσον χρόνον καὶ ἀπὸ πότε ἤρξατο νὰ ποιῆται χρῆσιν τῆς ἀδείας ταύτης ὁ σχολάρχης; Εἰς τοῦτο ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Νομίζει, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ δίδῃ ἀδείας ἐπ’ ἄπειρον, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προνοῇ, ὅταν χορηγῇ τοιαύτας ἀδείας, περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι γυρίζουν εἰς τοὺς δρόμους, διότι τὸ σχολεῖον αὐτῶν εἶναι κλειστόν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέματος, ὅτι ἐζήτησε τὴν ἀνάκλησιν τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ ἑτέρου σχολάρχου. Μήπως ἔχει ἀξίωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀνευρίσκωμεν ἡμεῖς καὶ καταγγέλλωμεν ἐντεῦθεν τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, ἵνα ἐπιφέρῃ τὴν διόρθωσιν κατόπιν; Καὶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξετάζει τὰ σχετικὰ καὶ δὲν βλέπει τοὺς τίτλους ἑκάστου διδασκάλου, ἂν ἔχει τὰ προσόντα, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ; Νομίζω ὅτι μένει ἀκεραία καὶ πλήρης ἡ εὐθύνη εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡς καὶ περὶ τῶν ἄλλων προβιβασμῶν, οὓς ἀνέφερα, περιμένω νὰ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἐπανειλημμένως παρέβη τὸν νόμον.
§54ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔλεγεν, ὅτι εἶναι πάντοτε ἀκριβὴς καὶ ταχὺς εἰς τὰς ἀπαντήσεις του ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τῶν κ. Βουλευτῶν. Ὑπέβαλον ἐγὼ τὴν 2 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους ἐπερώτησιν, ἣν ἐπανέλαβον καὶ τὴν 25 Φεβρουαρίου, καὶ τρίτην φορὰν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμιᾶς μὲ ἠξίωσεν ἀπαντήσεως! Ἡ ταχύτης καὶ ἡ ἀκρίβεια τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ φαίνεται μόνον ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ, οὐχὶ δὲ καὶ ἐν τοῖς ἔργοις, ἐν οἷς ἰδίᾳ δέον νὰ ὑπάρχῃ. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν παράνομον ἀπόλυσιν τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Αὐλωναρίου κ. Ἀριστείδου Παπασταματίου.
§55Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀποστολῆς ἀστυνόμου εἰς τὸν δῆμον Φαρῶν. Ἐκεῖ νομίζω, ὅτι ἐτοποθετήθη ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος δὲν μετέβη. Συνέβη μάλιστα, εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐκείνην νὰ τοποθετηθῶσιν ἀλληλοδιαδόχως 4 ὑπαξιωματικοὶ, καὶ ἐπῆλθε σύγκρουσις μεταξὺ αὐτῶν, διότι οὐδεὶς γνωρίζει, τίς εἶναι ὁ προϊστάμενος.
§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω φροντίσει περὶ αὐτοῦ.
§57Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐρωτῶ, τί γίνεται ἡ ὑπόθεσις τοῦ τελωνείου Πατρῶν, ἥτις εἶναι ἐκκρεμής;
§58Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις θέλω σᾶς πληροφορήσει.
§59Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς κατήγγειλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μίαν δῆθεν παρανομίαν, γενομένην ὑπὸ τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ πρωτοδίκου Σταυροπούλου. Πρὸ ὀλίγων δὲ ἡμερῶν ὁ κ. συνάδελφος συνέστησεν εἰς τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ καὶ ἐξετάσῃ πλαστογραφίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκτελέσει δῆθεν ὁ πρωτοδίκης ἐκεῖνος. Ἵνα ἐξηγήσω τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης κατὰ τοῦ εἰρημένου δικαστοῦ ἐπιθέσεως τοῦ κ. συναδέλφου, ἐζήτησα εὐθὺς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποφάσεις, δι’ ὧν ἐτιμωρήθη, ὡς δικηγόρος παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Κεφαλληνίας, ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν Βουλευτὴς ὑπὸ τοῦ πρωτοδίκου ἐκείνου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς εἶχε καθῆκον, ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ τὰς προσηκούσας πληροφορίας, καὶ ἔλαβεν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἔχῃ πρόχειρα τὰ ἔγγραφα ταῦτα, νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἄλλως νὰ καταθέσῃ αὐτὰ αὔριον, ἵνα μὴ μένῃ τὸ στίγμα τοιαύτης κατηγορίας κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δικαστοῦ.
§60Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὔριον θέλω τὰ καταθέσει.
§61Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, ὑπέβαλον μικρὰν ἐπερώτησιν καὶ ἐζήτησα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα προβῇ ἀμέσως εἰς ἀνακρίσεις, ὅπως βεβαιωθῇ, ἂν πράγματι ὁ πρωτοδίκης Σταυρόπουλος ἀπὸ τῆς 17 Νοεμβρίου 1902 μέχρι τῶν ἀρχῶν Δεκεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν του, καὶ ἕνεκα τούτου ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις τῆς 29 Νοεμβρίου 1902 τοῦ Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας, καὶ ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τὰς 800 δραχμάς· καὶ μετὰ ταῦτα ὁ κ. πρωτοδίκης ὑπέβαλε μισθοδοτικὴν κατάστασιν καὶ ἐπιστοποίησε ψευδῶς, ὅτι καθ’ ὅλον τὸν μῆνα ἐκεῖνον ὑπηρέτησε, καὶ οὕτως ἔλαβεν ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν του. Ὑπέβαλον ὡσαύτως ὁμοίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ διατάξῃ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ αὐτοῦ πρωτοδίκου, διότι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ Σεπτεμβρίου 1902 μέχρι τῶν μέσων τοῦ ἰδίου μηνὸς εἶχεν ἐγκαταλείψει τὴν θέσιν του, ὁ δὲ πρωτοδίκης κ. Λυγδόπουλος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἠναγκάσθη νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς Κεφαλληνίαν, διότι θὰ ματαιωθῶσιν αἱ συνεδριάσεις τοῦ Πρωτοδικείου· καίτοι δ’ ἔλειψεν ἐπὶ δεκαπέντε καὶ πλέον ἡμέρας ἐκ τῆς ἕδρας του ὁ πρωτοδίκης οὗτος, ὑπέβαλε καταστάσεις καὶ ἔλαβεν ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν του, πιστοποιήσας ψευδῆ γεγονότα. Τρίτον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἂν ὁ πρωτοδίκης οὗτος, προεδρεύων κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, καὶ προκειμένου νὰ ἐκδοθῶσι βουλεύματα εἰς ὑπόθεσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐνδιεφέρετο ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Μομφερράτου δικηγόρος κ. Νικόλαος Μαυροκέφαλος, ἂν, λέγω, ὁ εἰρημένος κ. πρωτοδίκης ἐκάλεσε τὸν κ. Μαυροκέφαλον καὶ ἔλαβεν οὗτος μέρος, καὶ ἐξεδόθησαν τοιαῦτα βουλεύματα ἐναντίον συμπολιτῶν μου ἐν γνώσει, ὅτι ὁ κύριος Μαυροκέφαλος ἦτο ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Μομφερράτου, καὶ ἐνδιεφέρετο εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, αὐτὸς εἶναι ὁ πρωτοδίκης Σταυρόπουλος, τὸν ὁποῖον παρουσιάσθη νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ἐκ Κυνουρίας βουλευτὴς κύριος Καλούτσης. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ ἀμέσως ἀνακρίσεις καὶ νὰ φέρῃ τὸν δικαστὴν τοῦτον ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου, ἵνα δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. συναδέλφου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πράγματι τὰς ἀποφάσεις τὰς πειθαρχικὰς, οὐχὶ περίληψιν τούτων, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν ἀποφάσεων, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τῶν ὑπογραφῶν, καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὰς, διὰ νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ποῖος εἶναι ὁ πρωτοδίκης αὐτὸς, καὶ ἂν εἶναι ἄξιος νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν ταύτην· ἐκ τῶν ἀποφάσεων δὲ τούτων, ὅταν ἀναγνωσθῶσιν αὗται πρὸς τὴν Βουλήν, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ πρωτοδίκης αὐτὸς εἶναι πράγματι ἀνάξιος νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει.
§62Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καίτοι ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πρωτοδικῶν ἀπέστειλε καὶ ἀντίγραφα τῶν πρακτικῶν τῶν συνεδριάσεων, καθ’ ἃς ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Κραναίας ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ πρωτοδίκης Σταυρόπουλος ἀπουσίαζεν, — ἐκτὸς ἐὰν καὶ ταῦτα προσβληθῶσιν ὡς πλαστά, — ἐν τούτοις, πρὶν ἢ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν θὰ φέρω τὸν λόγον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιρριφθεῖσαν μομφὴν, — ἡ ὁποία, φρονῶ, δὲν ἥρμοζε νὰ γένηται τόσον ἀορίστως καθ’ ἑνὸς δικαστοῦ, καίτοι δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀληθὴς, — ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐντίμων συναδέλφων κ. κ. Ρωμάνου, Τερτίπη καὶ ἄλλων γνωριζόντων τὸν πρωτοδίκην κ. Σταυρόπουλον, ἂν, ὑποτιθεμένου ὅτι ὑπάρχουσιν ὀλίγοι ἀδάμαντες εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἂν, λέγω, εἷς τούτων δὲν εἶναι καὶ ὁ πρωτοδίκης κ. Σταυρόπουλος.
§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἄριστος δικαστής.
§64Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ αἱ μομφαὶ τοῦ κυρίου συναδέλφου δὲν πιστεύω νὰ μειώσουν τὴν ἰδέαν ταύτην.
§65Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα ὡρισμένα γεγονότα εἰς τὴν Βουλήν· βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι θὰ εὐχαριστηθῶ πολὺ, ἐὰν ἀποδειχθῶσι ταῦτα μὴ ἀκριβῆ. Εὔχομαι νὰ εὑρεθῶ ἐν ἀπάτῃ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ φέρωνται τὰ ὀνόματα τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου εἰσαγωγῆς». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§67ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήχθη κατὰ πρῶτον τὴν 19 Ἰανουαρίου, ὥριζε δὲ τὴν ἀξίαν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ τελωνιακῷ δασμολογίῳ, εἰς χαρτίνας δραχμὰς 1,40, δηλαδὴ προέβλεπεν αὔξησιν πέντε μονάδων, διότι πρὶν ἡ μεταλλικὴ δραχμὴ ὡρίζετο εἰς 1,35. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει, ὅτι «ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου». Τὸ ἄρθρον τοῦτο δίδει τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφ’ ἧς ἡμέρας εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον νὰ εἰσπράττῃ τὰ προτεινόμενα δικαιώματα, — καίτοι δὲν ἔχει ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον, — πρὸς ἀποφυγὴν καταχρήσεων. Ἀλλὰ λέγει προσέτι τὸ ἄρθρον 28, ὅτι, ἐὰν τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον ἢ δὲν ψηφισθῇ ἢ μεταρρυθμισθῇ, τὰ εἰσπραχθέντα τέλη θέλουσιν ἐπιστραφῆ εἰς τοὺς πληρώσαντας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου. Ἦλθε κατόπιν τὸ νομοσχέδιον τῆς 16 Φεβρουαρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιήθη τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ὡς ἑξῆς. Ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς καὶ τεσσαράκοντα λεπτῶν ὡρίσθη ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1,50, πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ. Ἦλθε κατόπιν τὸ νομοσχέδιον τῆς 1 Μαρτίου, τὸ ὁποῖον ἐτροποποίησε καὶ αὐτὸ κατά τι τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, καὶ ἐπὶ τέλους ἦλθε τὸ νομοσχέδιον τῆς 4 Μαρτίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς τῶν ἐν τῷ τελωνιακῷ δασμολογίῳ εἰσαγωγῆς ἀναγραφομένων δασμῶν εἰς μεταλλικὸν ὡρίσθη εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου: αʹ) Πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ τεσσαράκοντα ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου 1904. βʹ) Πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ πεντήκοντα ἀπὸ τῆς 16 μέχρι τῆς 29 Φεβρουαρίου 1904· καὶ γʹ) Πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ τεσσαράκοντα πέντε ἀπὸ τῆς 1 Μαρτίου μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρον 2. Ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς τῶν ἐν τῷ τελωνιακῷ δασμολογίῳ εἰσαγωγῆς ἀναγραφομένων δασμῶν εἰς μεταλλικὸν ὁρίζεται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ τεσσαράκοντα πέντε.» Ἡ μορφή, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διετυπώθη τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, μὲ ἐμβάλλει εἰς ἀπορίαν, καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐννοεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ ͵ΒΡΚΑʹ νόμου; δηλαδὴ τὰ πληρωθέντα κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς 16 Φεβρουαρίου, ἅτινα ἦσαν ἀνώτερα τοῦ σήμερον συζητουμένου, θὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τοὺς δικαιούχους, ναὶ ἢ ὄχι; Διότι, ὅπως διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον, φαίνεται ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι νὰ μὴ ἐπιστραφῶσιν. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζει ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθόν; —διότι ὁ νόμος ͵ΒΡΚΑʹ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, θεμελιώδης νόμος, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσπράττῃ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν ψηφισθῇ, ἢ ἂν τροποποιηθῇ ἢ μεταρρυθμισθῇ, τὰ εἰσπραττόμενα θέλουν ἐπιστραφῆ. — Ἐὰν λοιπὸν ἐπιτραπῇ νὰ μὴ ἐπιστρέφωνται, τότε αἴρεται ἡ βάσις τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ, ὁ ὁποῖος εἶναι γενικὸς, εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ὁ θεμελιώδης νόμος. Νομίζω, ὅτι πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ δίδῃ τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, διότι, ὅταν εἰσάγῃ ἓν νομοσχέδιον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως βασίζεται εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον ͵ΒΡΚΑʹ. Δὲν νομίζω ὀρθὸν, ὅταν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οἱοσδήποτε εἰσάγῃ ἓν νομοσχέδιον, ἔστω καὶ μὴ ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ψηφισθῇ, καὶ αὐξάνῃ τὴν ἀξίαν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, π. χ. ἀπὸ 1,37 εἰς 1,75, ἐξακολουθῇ δὲ νὰ εἰσπράττῃ τὰ τέλη ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας, καὶ κατόπιν ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐλάττωσιν τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, δὲν νομίζω ὀρθὸν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἀπαιτῇ ὁ Ὑπουργὸς, ἵνα τὰ εἰσπραχθέντα ἐπὶ πλέον κατὰ τοὺς δύο μῆνας 30% μείνωσιν εἰς ὄφελος τοῦ δημοσίου ταμείου, λόγῳ ὅτι «δ γέγονε γέγονε.» Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρῶτον τὸ Κράτος πρέπει νὰ δίδῃ τὸ παράδειγμα τῆς καλῆς πίστεως καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἂν ἀξίζει τὸν κόπον, διὰ ποσὸν 200 ἢ 250 χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ εἰσπραχθῆ, ἂν ἀξίζει, λέγω, τὸν κόπον νὰ φαίνηται τὸ Κράτος μὴ σεβόμενον τοὺς νόμους, οὓς αὐτὸ ἔχει τάξει. Μοὶ γεννᾶται δὲ καὶ ἑτέρα ἀπορία. Ἐὰν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, δὲν θὰ ἔχῃ μόνον αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Ἡ διάθεσις τῆς ἐπὶ πλέον διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἔχει ἕνα εἰδικὸν σκοπόν· ἐπροτάθη, ἵνα προικισθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἑπομένως ὁ ὅρος αὐτὸς τῆς αὐξήσεως σκοπεῖ, οὐχὶ νὰ αὐξήσῃ τὰ γενικὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νὰ διατεθῇ πρὸς εἰδικὴν χρῆσιν, ὡς εἰδικὸς πόρος τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου, ὅστις ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην ταύτην, βεβαίως ὅλοι ἀποδέχονται, ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ πόρος διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ νομίζει ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτι εἶναι πρέπον, λεληθότως καὶ χωρὶς ἴσως νὰ τὸ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ αὔξησις, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ χάριν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ νὰ αὐξηθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι πόροι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν παρίσταται ἀνάγκη, ἤ, καὶ ἂν παρίσταται ἀνάγκη, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ αὐξηθῶσιν οὕτω λεληθότως; Καὶ τὸ ἐννοεῖ, πιστεύω, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς αὐξάνουσι καὶ τὰ λιμενικὰ καί τινες δημοτικοὶ φόροι. Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, τὰ λιμενικὰ ἢ μωλικὰ εἶναι 5% ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν, καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ τελωνεῖα εἰσπράττουσι κατ’ ἔτος εἰς δραχμὰς χαρτίνας 34 περίπου ἑκατομμύρια ἢ 26,370,000 εἰς χρυσόν, ἐὰν σήμερον ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, καὶ δὲν γείνῃ μνεία, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἀντὶ 26,370,000 ἡ αὔξησις τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς κατὰ 10 μονάδας θὰ φέρῃ αὔξησιν εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη δραχμὰς 2,637,000. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν 2,637,000 ἡ αὔξησις τῶν μωλικῶν κατὰ 5 μονάδας παρουσιάζει αὔξησιν 135,000 περίπου δραχμῶν. Λοιπὸν διὰ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα καὶ μόνον θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ φορολογούμενοι, οἱ εἰσάγοντες ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορεύματα, μὲ δρ. 135,000 ἐπὶ πλέον, ἀφ’ ὅ,τι ἐπλήρωνον μέχρι τοῦδε, ἐνῷ οὔτε ἡ Βουλὴ ἔχει αὐτὸν τὸν σκοπὸν οὔτε ὁ κ. Ὑπουργός, νομίζω, εἶχεν ὑπ’ ὄψει ν’ αὐξήσῃ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς καὶ τὸν φόρον τὸν λιμενικόν. Καὶ ὄχι μόνον τὸν λιμενικόν, ἀλλὰ καὶ τὸν δημοτικὸν φόρον δήμων τινῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ γενικὸν ὅρον εἰσπράττουσιν 20% ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, καὶ ὧν τὰ εἰσοδήματα οὕτω θ’ αὐξηθῶσιν. Ἑπομένως διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν 2,637,000 δραχμῶν ἐπὶ τῶν ἐν γένει εἰσαγωγικῶν τελῶν θὰ προέλθῃ αὔξησις καὶ τῶν δημοτικῶν δασμῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐβασίσθη εἰς μίαν ἰδιαιτέραν ἀνάγκην τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δὲν πρέπει νὰ αὐξήσῃ καὶ τὰ λιμενικὰ καὶ τοὺς δημοτικοὺς δασμούς. Ἴσως μάλιστα εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῇ τις, ἂν δὲν πρέπει εἰς πολλοὺς λιμένας νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ λιμενικὰ τέλη. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, καὶ ἂν δὲν σκοπῇ, ὅπως ἡ αὔξησις αὕτη ἐπέλθῃ καὶ εἰς τὰ λιμενικά, ἀλλ’ ἐννοῇ ἡ αὔξησις νὰ γείνῃ μόνον διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τότε νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως δι’ ἄρθρου εἰδικοῦ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη, ἡ ἐπιβαλλομένη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς τὴν ἀξίαν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, δὲν ἀφορᾷ καὶ τὰ λιμενικὰ τέλη, ἀλλὰ γίνεται μόνον διὰ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη.
§68Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πρώτη παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀφεώρα εἰς τὸν δοθέντα τύπον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη, τὸ ὁποῖον πάντες ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Ἐπειδὴ ἐπηκολούθησαν δύο τροπολογίαι, καὶ ἐπειδὴ ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ προκύψωσιν ἐνδοιασμοί, ὑπέλαβον, ὅτι ἔπρεπε πᾶσαι αἱ τροποποιήσεις νὰ διατυπωθῶσιν ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ, ἵνα τοιουτοτρόπως ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς Βουλῆς, ᾖ ἄρτιος. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἀναφερόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς τῶν ἐν τῷ τελωνιακῷ δασμολογίῳ εἰσαγωγῆς ἀναγραφομένων δασμῶν εἰς μεταλλικὸν ὡρίσθη εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου: αʹ) Πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ τεσσαράκοντα ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου 1904. βʹ) Πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ πεντήκοντα ἀπὸ τῆς 16 μέχρι τῆς 29 Φεβρουαρίου 1904· καὶ γʹ) Πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ τεσσαράκοντα πέντε ἀπὸ τῆς 1 Μαρτίου μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου.» Λέγει «ὡρίσθη», διότι πρόκειται περὶ παρελθόντος. Ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν γενόμενα, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν πρέπει ν’ ἀναφέρηται ἡ λέξις «ὁρίζεται». Ἔρχεται εἶτα τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον ἔχει τύπον νόμου, καὶ τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ὁρίζεται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ 45.» Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, καὶ ὑπέλαβεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπῆλθεν ἡ τροποποίησις, ἄρα συνέπεια τῆς τροπολογίας ταύτης εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ ἡ ἐκ τῆς τροποποιήσεως ταύτης προκύψασα διαφορὰ ἐπὶ πλέον. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι τὸ ἄρθρον 28 δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑποβάλλει αὐτὸς ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργός, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσιν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸν προσδιορισμὸν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς πρὸς 1,35, ἐννοεῖται ὅτι αἱ πληρωθεῖσαι ἐπὶ πλέον 15 μονάδες θὰ ἐπιστραφῶσιν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ τροποποιήσεως ὑποβληθείσης ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργοῦ· ἐὰν δὲ τοῦτο ψηφισθῇ ὡς ἔχει καὶ μεταβληθῇ εἰς νόμον, οὐδεὶς ἐνδοιασμὸς δύναται νὰ γεννηθῇ.
§69ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπὸν ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν θὰ ἐπιστραφῶσιν;
§70Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως δὲν θὰ ἐπιστραφῶσι· τὸ ἐδήλωσα καὶ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτε εἰσηγούμην εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προκειμένην τροπολογίαν, καὶ ἠρωτήθην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ζυγομαλᾶ.
§71Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄλλως.
§72Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ οἱανδήποτε ἄλλην διατύπωσιν, ὡς πρὸς τὸ λεκτικὸν· ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν ἐδήλωσα, τίνα προετιθέμην σκοπὸν, ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ὑμεῖς ὑποβάλητε ἢ ἄλλος τῶν κυρίων συναδέλφων ὑποβάλῃ τροπολογίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεκτικὸν, ἡ ὁποία ἤθελε φανῆ περισσότερον εὔλογος, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ αὐτήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Πράγματι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, ὡρίζετο, ὅτι τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἔσοδον ἤθελε χρησιμεύσει ὡς πόρος σταθερὸς τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν ἔχει οὕτως· ἐδῶ ἔχομεν μόνον τὸν καθορισμὸν τῆς διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ἤτοι τὴν ἀναγωγὴν αὐτῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς εἴσπραξιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὁρίζῃ, ὅτι τὸ δεκατημόριον τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνιακῶν τελῶν τοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς διατίθεται ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ δεκατημόριον τοῦτο ἀπομένει ὡς πόρος τοῦ ταμείου τούτου, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἐπέλθῃ μεταβολὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀφεώρα εἰς τὸ ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης αὐξάνομεν τά τε λιμενικὰ καὶ τὰ δημοτικὰ τέλη, τὰ κανονιζόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν ἰσχύϊ δασμολογίου, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τῶν νῦν εἰσπραττομένων, ἅτινα εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσωσι διὰ τοῦ προτεινομένου διακανονισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα διὰ νομοσχεδίου, οἷον τὸ συζητούμενον, νὰ μεταβάλωμεν τὰ δι’ εἰδικοῦ νόμου κεκανονισμένα λιμενικὰ τέλη. Ὡς γνωστόν, τὰ ὑπὲρ τῶν λιμενικῶν ταμείων τέλη ὁρίζονται εἰς πέντε τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Δὲν εἶναι ἑπομένως προσῆκον νὰ μεταβάλωμεν τὸν κανονισμὸν τῶν λιμενικῶν τελῶν ἐν νομοσχεδίῳ ἀφορῶντι εἰς τὴν μεταλλικὴν δραχμήν, ὅταν μάλιστα δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ διακανονισμοῦ τούτου. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν δημοτικὸν φόρον, οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ὁ κανονισμὸς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, διότι, ὡς γνωστόν, ὑπάρχει διάταξις νόμου, εἰδικὸν δασμολόγιον, καθ’ ὃ ῥυθμίζεται ἡ εἴσπραξις τοῦ δημοτικοῦ φόρου. Φρονῶ ἐν τούτοις, ὅτι πάντα ταῦτα θὰ ῥυθμισθῶσιν ὁριστικῶς, ὅταν λάβω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑποβάλω τὸ νέον δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου ὁριστικώτερον καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ μεταβολὴ ἐκ τοῦ τοιούτου κανονισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς.
§73Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν πιστεύει σοβαρῶς, ὅτι νομίζω ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἐπὶ τοῦ δασμολογίου τῆς εἰσαγωγῆς εἶναι ἄλλο παρὰ ἀντικατάστασις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου...
§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ αὐτὸ ὑπὸ ἄλλον τύπον.
§75Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑπὸ ἄλλον τύπον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν χάνομαι εἰς τοὺς τύπους, ἀλλὰ κρίνω μόνον τὴν οὐσίαν, ἀναγνωρίζω δὲ, ὅτι ἔχετε ὑπ’ ὄψει νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του, καὶ ὑμεῖς ἐν τῇ ἀγορεύσει σας, εἰσάγοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐβεβαιώσατε, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι διατετυπωμένον, — διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ μία ἀντικατάστασις, ἕνεκα παρουσιασθείσης ἀνάγκης, τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου. Δηλαδὴ ἀντικατεστήσατε τὸν δασμὸν ἐκεῖνον διὰ τοῦ γενικωτέρου δασμοῦ, αὐξάνοντες τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ αὔξησις ἐπεβλήθη πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν, ἤτοι χάριν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὑπὸ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν τὸ διατυπώσητε, ἡ οὐσία ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν αὐτῶν καὶ ἐν τῇ συνειδήσει παντὸς παρακαθημένου ἐνταῦθα, ἢ τοῦ ἀναγινώσκοντος τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, εἶναι καθαρωτάτη, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπεβλήθη πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης· ἑπομένως δὲν εἴχετε δίκαιον νὰ παρατηρήσητε, ὅτι εἶναι διάφορον τὸ ἓν τοῦ ἑτέρου. Ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ διὰ τὰ λιμενικά, δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ αὕτη εἰς τὸν νόμον τὸν κανονίζοντα τὰ τῶν λιμενικῶν τελῶν, διότι εἴδομεν εἰς πολλοὺς νόμους ν’ ἀναγράφωνται διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς ἐντελῶς σχεδὸν ἀλλότρια ἀντικείμενα. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι παράχορδον, ἐὰν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τεθῇ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν θὰ ἐφαρμόζηται εἰς τὰ λιμενικὰ, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη τοῦ δασμολογίου εἰσαγωγῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν μὲ ὠθεῖ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἀλλ’ ἤκουσα πολλὰ παράπονα ἀπὸ πολλοὺς ἐμπόρους τῆς τε γείτονος πόλεως καὶ τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι εἰς τοιαύτην ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐπιβάλλονται φόροι διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὠφελῶνται ἄλλοι, δηλαδὴ ὀλίγοι δῆμοι καὶ λιμενικὰ ταμεῖα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου, θὰ ἴδητε, ὅτι αὗται δὲν εἶναι οὔτε ἄδικοι οὔτε παράχορδοι.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκ τῆς αὐξήσεως ἀπὸ 1,35 εἰς 1,45 προκύπτει αὔξησις 2,594,000 δραχμῶν.
§77ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. 34,818,000 δραχμαὶ δὲν ἦσαν αἱ τελευταῖαι εἰσπράξεις;
§78Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἡ ἐπελθοῦσα αὔξησις ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἦτο 7,40%. Αἱ εἰσπράξεις τῶν λιμενικῶν τελῶν ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἤθελον ἀνέλθει εἰς δραχμὰς 129,000, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὅλων τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους καὶ ἂν ἁπανταχοῦ ἦσαν ὅμοια τὰ λιμενικὰ τέλη. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ αὐτὰ λιμενικὰ τέλη εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὑπάρχουσι δὲ καὶ λιμένες, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδόλως ὑπάρχουσι λιμενικὰ τέλη. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐμπόρων, θέλοντες ν’ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν λιμενικῶν τελῶν, ἐκτελωνίζουσι τὰ ἐμπορεύματά των εἰς τὸ Λαύριον, τὴν Κόρινθον, τὸ Ναύπλιον, τὸ Αἴγιον κλπ., διότι ἐκεῖ ἢ δὲν ὑπάρχουσι λιμενικὰ τέλη, ἢ ταῦτα εἶναι ἐλάσσονα τῶν ἐν Πειραιεῖ. Ἑπομένως πρέπει τὸ ποσὸν τῶν 129,000 δραχμῶν νὰ ἐλαττωθῇ σπουδαίως. Ἀλλὰ πλὴν τούτου δὲν εἶναι πραγματικὴ ἡ αὔξησις τῶν 2,594,000 δραχμῶν, διότι ὑπάρχουσι κατηγορίαι ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκτελωνίζονται κατ’ ἐκτίμησιν, πρὸς 20%. Ταῦτα οὐδένα φόρον ἔχουσι νὰ πληρώσωσι. Πάντως ὅμως ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ παράσχω μείζονας ἐξηγήσεις.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§80Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσῃ πρῶτον ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς τὴν ἀγόρευσίν του.
§82ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε· πέντε λεπτὰ ἔχομεν μέχρι τῆς ὀγδόης ὥρας, ἑπομένως δὲν προφθάνει ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 55′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§84Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§85Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δύο λέξεις, ἐμπόριον καὶ στρατὸς, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τὸ ἐπὶ τοῦ τάπητος ζήτημα. Ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ στρατοῦ ἐπεβάλλετο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων ἡμερῶν τοῦ πολέμου, καίτοι δὲ ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐπὶ τρία συνεχῆ ἔτη μείνασα ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐν τούτοις παρεῖδε τοῦτο, καὶ ἠσχολήθη εἰς ἄλλα, παρασυρθεῖσα ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες εὐτυχῶς δὲν παρακάθηνται κατὰ τὴν Περίοδον ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Εὐτυχῶς ἦλθεν ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πάραυτα ὑπέβαλε νομοσχέδια περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Μόνον δὲ διὰ τῆς ὑποβολῆς τοιούτων νομοσχεδίων προεκαλέσαμεν τὴν προσοχὴν τῆς Εὐρώπης. Διότι ἡ ἔλλειψις στρατοῦ, ἡ διαγραφὴ ἡμῶν ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔννοιαν, ὤθησε τὸν κολοσσὸν ἐκεῖνον τὸν ναυτικόν, τὸν ἀπέναντι τοῦ Καλαὶ, τὴν Ἀγγλίαν, νὰ δείξῃ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον δεικνύει διὰ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο καὶ ἡμιβάρβαρον Κράτος, τὴν ὑποτελῆ τῇ Τουρκίᾳ Ἡγεμονίαν, ἥτις τὸν δεξιὸν πόδα ἔχει θέσει ἐπὶ τῆς Μακεδονίας, καὶ προκαλεῖ ἡμᾶς καὶ τὴν ἐπικυρίαρχον Δύναμιν, τὴν Τουρκίαν. Ἡ ἔλλειψις στρατοῦ, κύριοι Βουλευταί, ἔχει κάμει τὸν Μονάρχην τοῦ ὁμόρου Κράτους νὰ ἀδιαφορῇ περὶ ἡμῶν, νὰ δίδῃ δὲ βεράτια εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν δικαίωμα εἶχον νὰ ζητῶσι τοιαῦτα. Ἡ ἔλλειψις στρατοῦ εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος ἔδωκε τὸ θάρρος καὶ εἰς ἕτερον Κράτος, τοῦ ὁποίου ὁ ἄρχων συνηντήθη μετὰ τοῦ ἡμετέρου ἐν Ἀμπατζίᾳ, ὥστε νὰ θέλῃ καὶ αὐτὸ νὰ διεκδικήσῃ δικαιώματα ἐν Μακεδονίᾳ μὲ τοὺς Κουτσοβλάχους, τοὺς ἑλληνικωτέρους τῶν Μακεδόνων. Ἡ ἔλλειψις λοιπὸν στρατοῦ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀποδεδειγμένη, ἡ ἀναδιοργάνωσις δὲ αὐτοῦ ἀναγκαιοτάτη καὶ ἐπιβεβλημένη, διότι καὶ εἰς τὸ φρόνημα τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν μεγάλως θέλει ἐπιδράσει καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν στρατὸν θέλει αὐξήσει. Ἀλλὰ στρατὸς ἄνευ χρημάτων ἀδύνατον νὰ καταρτισθῇ. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα, πόθεν θὰ πορισθῶμεν τὰ χρήματα; Ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ ἄλλων μέτρων ὑπέβαλε καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι τὸ ἐμπόριον ἀποτελεῖ τὸν τέταρτον τῶν παραγόντων, οἵτινες συντελοῦσι πρὸς διατήρησιν στρατοῦ, ὁ δὲ στρατὸς εἶναι ὁ κηδεμὼν καὶ προστάτης τοῦ ἐμπορίου, ὁ προστάτης, ὅστις ἐπεκτείνει τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὰ ἀπώτατα ἀκόμη ἄκρα τοῦ ἄλλου ἡμισφαιρίου. Ἑπομένως, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ στρατοῦ. Ἐν ᾗ ὅμως περιπτώσει περιστείλωμεν τὸ ἐμπόριον εἰς μέγαν βαθμόν, — ὅπερ δυστυχῶς ἀπειλεῖται νὰ γείνῃ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, — εἶναι ἑπόμενον νὰ χάσωμεν τὸν τέταρτον τῶν παραγόντων τοῦ στρατοῦ. Ἡ βάσις τῆς προόδου τοῦ ἐμπορίου εἶναι ἡ αὔξησις τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ. Οἱ ἔμποροι, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἐμπόριον αὑτῶν, πρέπει ν’ αὐξήσωσι τὰ κεφάλαιά των. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, ἀφοῦ ἐρχόμεθα καὶ αὐξάνομεν τὰ τελωνιακὰ τέλη διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην ἰδίως οἱ μικρέμποροι, οἵτινες δὲν ἔχουσι καὶ πιστώσεις ἐν ἀφθονίᾳ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀδυνατοῦσι νὰ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς ἐμπόρους, τοὺς μεγάλους, καὶ ἕνεκα τούτου φθίνουσι καὶ ὑποκύπτουσι; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀνθέξῃ ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται τὴν φορολογίαν διὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης, φέρ’ εἰπεῖν κρέατα, τυρὸν, ῥέγγας, τσίρους, σκόμβρους, βακαλάον, κόκκινο χαβιάρι, σῖτον, ὀρύζιον, γεώμηλα, ζάκχαριν, καφὲν, ὄσπρια (φασόλια κλπ.), ξυλείαν οἰκοδομικῆς, βαρελοποιΐας καὶ ἐπιπλοποιΐας, φάρμακα καὶ λοιπά;—τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἀναλύσω, διότι τὰ ἀνέλυσεν ὁ διαπρεπὴς ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ζυγομαλᾶς.
§86Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ...
§87Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σᾶς ἀρέσκει νὰ διακόπτητε! γίνεσθε ὅμως ἀφορμή, ἵνα ἴσως στερηθῶμεν καὶ πάλιν ἀρχαίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μέλους, τοῦ κ. Δραγούμη, διότι διὰ τὸ μέγα ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον δεικνύετε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπειδὴ τυγχάνετε καὶ ὀπαδὸς τοῦ κυρίου Δραγούμη, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νομίζει, ὅτι τῇ ἐμπνεύσει αὐτοῦ λαμβάνετε αὐτὴν τὴν στάσιν (γέλωτες). Δὲν θὰ συνεχίσω λοιπὸν τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ διαπρεπὴς ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ζυγομαλᾶς, ἵνα καταδείξω διὰ περισσοτέρων τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ φορολογηθῇ ὁ πτωχὸς λαός· θὰ ἀναφέρω μόνον τὰ κακὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὸ ἐμπόριον. Ταῦτα εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν κεφαλαίων, δεύτερον τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναπτυχθῇ φυσικῶς, καὶ τόσα ἄλλα κακά. Ἐπομένως ὁ εἷς ἐκ τῶν τεσσάρων παραγόντων, τῶν χρησιμευόντων πρὸς διατήρησιν στρατοῦ, θὰ ἐκλείψῃ.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίους ἄλλους παράγοντας ἐννοεῖτε;
§89Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν βιομηχανίαν, τὴν ναυτιλίαν καὶ τὴν γεωργίαν. Ἐθνικὸν δὲ συμφέρον εἶναι, νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν ναυτιλίαν καὶ τὴν γεωργίαν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Σύρου μοὶ ἀπέστειλεν ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου διαμαρτύρεται διὰ τὴν φορολογίαν ταύτην. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, κατὰ πόσον θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τοῦτο τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σύρου, ἀλλ’ ἐπικουρικῶς ἦλθε καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ἐπίσης διεμαρτυρήθη καὶ αὐτὸς, ὡς καὶ ὁλόκληρος ὁ ἐμπορικὸς κόσμος διὰ τηλεγραφημάτων πρὸς διαφόρους συναδέλφους καὶ πρὸς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀρκετὰ νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ τὸ πράξῃ, ὡς ἔπραξε καὶ διὰ τὴν πρόσθετον φορολογίαν τοῦ σίτου, τὴν ὁποίαν ἀπέσυρε κατόπιν τῆς ἐντόνου ἐπιθέσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ν’ ἀναδιοργανώσῃ τὸν στρατόν, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ πολλὰς οἰκονομίας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καταργοῦσα χιλιάδας θέσεων περιττῶν, Νομαρχίας, Δικαστήρια κλπ. Τίς ἡ ἀνάγκη τόσων νομῶν καὶ Δικαστηρίων σήμερον, ὅτε ἔχομεν εἰς τὰ περισσότερα μέρη τοῦ Κράτους σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν; Νομίζω, ὅτι κάλλιστα δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχῦον σύστημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ σύστημα τῶν departements. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ πληθυσμοῦ 38,350,000 ὑπάρχουσιν 86 διαμερίσματα ἢ νομοί. Κατ’ ἀναλογίαν ἡ Ἑλλάς, Κράτος μικρὸν, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πέντε μόνον νομούς, καὶ ὄχι 26, ὅσους ἔχει σήμερον. Ἐὰν θέλητε μάλιστα, δύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε καὶ τὸ σύστημα τὸ ῥωσσικόν, καθ’ ὃ εἰς τὴν Βαρσοβίαν π.χ. ἐπὶ πληθυσμοῦ 1,000,000 ὑπάρχει εἷς μόνον Διοικητής. Ἴσως ἡ λέξις σᾶς κάμνει κακὴν αἴσθησιν, διότι ἡ Ῥωσσία εἶναι Κράτος μοναρχικόν, ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως εἶναι λαμπρόν. Καταργήσατε λοιπὸν νομούς, καταργήσατε Δικαστήρια, ἀφοῦ εἰς πλεῖστα Ἐφετεῖα καὶ Πρωτοδικεῖα ὀλίγισται δικάζονται ὑποθέσεις· καταργήσατε τὰς ἁμάξας τῶν Ὑπουργῶν καὶ τμηματαρχῶν, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κλπ. Διὰ τοιούτων οἰκονομιῶν καὶ τὸν στρατὸν πραγματικῶς δύνασθε νὰ ἀναδιοργανώσητε, καὶ τὸν δυστυχῆ λαὸν νὰ ἀπαλλάξητε τῆς ἐπαχθοῦς φορολογίας, τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι θὰ ἦναι λίαν ὀδυνηραί.
§90Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ μεταλλικῆς δραχμῆς ἐπιβαρύνει τὰς ἐργατικὰς καὶ πτωχὰς τάξεις, διότι ἐπιβαρύνει τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διατὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν πτωχὴν ἐργατικὴν τάξιν, ἥτις ἐκμεταλλεύεται τὰς ποικίλας παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς φύσεως, ἐργαζομένη, καὶ δίδει τροφὴν εἰς πάντας, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου ἀστοῦ μέχρι τοῦ ἄνακτος; Σήμερον δυστυχῶς τὸ ἥμισυ τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἐξεπατρίσθη ἕνεκα πενίας, διὰ τῆς προτεινομένης δὲ φορολογίας θὰ κινδυνεύσῃ νὰ ἐκπατρισθῇ τὸ ὅλον αὐτῆς. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης,—καὶ τὸ λέγω, ὅπως τὸ ἀκούσωσιν, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχωσιν ἐνταῦθα, συμπατριῶταί μου, — διότι καὶ τὸ μικρὸν χωρίον, ἐξ οὗ κατάγομαι καὶ ὅπου ὑπῆρχεν ἄλλοτε Στρατοδικεῖον Ἄγγλων, βεβαίως θέλει τὴν στρατιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας. Ἀλλὰ οἱ πόροι τοῦ ταμείου τούτου θέλω νὰ ἐξευρεθῶσι δι’ οἰκονομιῶν, καὶ τοιαύτας ὑπέδειξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Καὶ ἡ Συμπολίτευσις γνωρίζει αὐτὰς, ἀλλὰ προσποιεῖται, ὅτι τὰς ἀγνοεῖ, καὶ προτιμᾷ νὰ φορολογήσῃ καὶ πάλιν τὸν λαόν. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι πρέπει ἡμεῖς πρῶτοι νὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα τῶν θυσιῶν, ἀφίνοντες τὸ ἥμισυ τῆς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως, καὶ κατόπιν νὰ καταργήσωμεν τὰς περιττὰς θέσεις καὶ νὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν δὲ καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἐπαρκοῦσι, τότε νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας καὶ τὰ εἴδη τὰ μὴ φορολογούμενα. Ἐπίσης ἐπρότεινα νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ 10 ἕως 15% τὰς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰς συντάξεις, ὅπως ἐξοικονομήσωμεν πόρους διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων τί κάμνομεν; Φορολογοῦμεν καὶ πάλιν τὸν λαὸν, διὰ νὰ τὸν ἀναγκάσωμεν νὰ ἐκπατρισθῇ! Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τοῦτο πράττοντες, ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ψηφίσωμεν στρατιωτικὰ νομοσχέδια· διότι, ἀφοῦ ἐκπατρίζονται οἱ νέοι, πῶς θὰ ἔχωμεν στρατὸν ἄνευ ἀνδρῶν; Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐδόξασεν ἡ ἱστορία, δὲν πρέπει δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ τὸ καταστρέψῃ. Ἡ ἐντολὴ ἡμῶν δὲν εἶναι αὕτη. Εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὁ ὁποῖος ἀνήκω εἰς τὴν βασανισμένην αὐτὴν τάξιν, ὅτε ἐξελέγην Βουλευτὴς, ἐδόθη ἡ ἐντολὴ νὰ φροντίσω, ὅπως ἀνακουφισθῇ ὁ λαὸς ἐκ τῆς βαρείας φορολογίας. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου βλέπω, ὅτι καὶ νέα φορολογία προτείνεται. Διὰ τοῦτο, καὶ ἵνα γείνῃ γνωστὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ποῖοι Βουλευταὶ εἶναι ὑπὲρ τῆς φορολογίας ταύτης καὶ ποῖοι κατὰ τὰς φορολογίας, θὰ παρακαλέσω νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μία τῶν δικαιολογητικῶν βάσεων παντὸς φόρου εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δίκαιος, καταδικάζεται καὶ ὑπὸ τῆς πείρας καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον νῦν συζητοῦμεν, ἀναμφισβητήτως εἶναι ἄδικος, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, διότι ἔρχεται νὰ φορολογήσῃ εἴδη μὴ ἐπιδεκτικὰ τῆς αὑτῆς φορολογίας, ἔρχεται νὰ φορολογήσῃ ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ εἴδη πολυτελείας καὶ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ εἴδη, ἅτινα χρησιμεύουσιν ὡς πρῶται ὗλαι τῆς βιομηχανίας. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι ἕκαστος ὑμῶν ἀντιλαμβάνεται τὸ θέμα, ἀνεπτύχθη δὲ ἤδη, ποῦ βασίζεται ἡ ἀδικία τοῦ φόρου τούτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἄδικος ὁ φόρος οὗτος, δὲν εἶναι καὶ ἀναγκαῖος, διότι καὶ ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐκ τῶν στοιχείων ἑκάστου φόρου. Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς σοβαρὰς τὰς ἀνακοινώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὁ φόρος οὗτος δὲν παρίσταται ὡς ἀναγκαῖος, διότι αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας γεννᾷ ἡ στρατιωτικὴ ἀναδιοργάνωσις τῆς χώρας, ἀπαιτοῦσι ποσὸν πολὺ ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν διαφόρων φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ στρατιωτικὴ ἀναδιοργάνωσις τῆς χώρας ἐν συσχετίσει μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν συσχετίσει μὲ τὰς δυνατὰς, τὰς προταθείσας μόνον, οἰκονομίας, δὲν ἀπαιτεῖ περισσότερον τῶν 3,500,000 δραχμῶν, ἐνῷ διὰ τῶν νομοσχεδίων ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις φόρους διπλασίους ἢ ὑπερδιπλασίους τοῦ ποσοῦ τούτου. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, —θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὰς, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη,—ἀλλὰ θέλω νὰ καταλήξω εἰς ἄλλο συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρέπει διὰ τὰς νέας ἀνάγκας τοῦ Κράτους νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, παρ’ ὅταν ἐξαντλήσωμεν ὅλας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νομοσχέδια ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται οἰκονομία πλέον τῶν 2,000,000 δραχ. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα γείνωσι δεκτὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν καὶ ἄλλαι οἰκονομίαι ἐπιτευχθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἡ βαρεῖα φορολογία, ἥτις προτείνεται, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον ἄδικος καὶ ἄσκοπος θέλει ἀποδειχθῆ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής. Ἐὰν αἱ οἰκονομίαι αἱ δυναταὶ δὲν καλύψωσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τὴν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς φόρους. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἐκλέξωμεν τοὺς ἧττον ἐπαχθεῖς καὶ ἧττον ἀδίκους φόρους. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν οἱουδήποτε φορολογικοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον ἐκ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖνα, δι’ ὧν προτείνονται οἰκονομίαι, καὶ δεύτερον νὰ μελετήσωμεν εὐρύτερον τὸν Προϋπολογισμὸν, ἵνα ἴδωμεν, τίνες ἄλλαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν· ὅταν δὲ, μετὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην τῆς Βουλῆς, ἐργασίαν ἐπὶ τῶν προταθέντων νομοσχεδίων καὶ ἐπὶ τῶν δυνατῶν ἄλλων οἰκονομιῶν, πεισθῶμεν, ὅτι δὲν καλύπτονται αἱ ἀνάγκαι, τότε νὰ ἴδωμεν, τίνα τῶν νομοσχεδίων, τίνα τῶν φορολογικῶν μέτρων, τῶν προταθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἧττον ἐπαχθῆ, καὶ ταῦτα νὰ ψηφίσωμεν. Διατὶ ἀρχόμεθα ἀπὸ τῆς συζητήσεως τοῦ μέτρου τοῦ στηριζομένου ἀναμφισβητήτως ἐπὶ τῆς ἀδικίας καὶ ἀντιτιθεμένου εἰς ὅλας τὰς γνώμας καὶ τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν θεωρητικῶν, καὶ ζητοῦμεν νὰ πράξωμέν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον τῶν ἰδεῶν, ἐξ ὧν ἐμφορούμεθα πάντες, καὶ τὰς ὁποίας πάντες παρεδέχθημεν; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρὶν ἢ συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα εἰς οἰκονομίας, καὶ ὅταν ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα, τότε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§92Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Προτείνετε ἀναβολήν;
§93Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν πρόταξιν νομοσχεδίων, δι’ ὧν προτείνονται οἰκονομίαι.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖα εἶναι αὐτά;
§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω;
§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη. Τὰ γνωρίζομεν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί προτείνετε;
§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνω λοιπὸν τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν ἐπιτυγχάνονται οἰκονομίαι, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐπιβαλλόντων φόρους. Δὲν ἀποκρούομεν τὴν ἀρχὴν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ προβῶμεν εἰς μελέτην γενικὴν, καὶ νὰ ἐξαντλήσωμεν τὰς δυνατὰς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν οἰκονομίας.
§99Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχομεν ἀντίθετον γνώμην. Εἶναι ἐξηντλημένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος.
§100Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν γνώμην της.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§102ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτεινομένης μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ μὴ ψηφισθῇ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῶν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ὅπερ εἶναι ἀναγεγραμμένον πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
§104Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἡ πρότασις νὰ τεθῇ οὕτω: «Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα φέρουσιν οἰκονομίας, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.»
§105Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι περὶ τούτου ἀπεφάνθη ἤδη ἡ Βουλή. Ἦσαν ἀναγεγραμμένα πρῶτα τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικὰ, καὶ κατόπιν μεγάλης συζητήσεως ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικά. Σήμερον ζητοῦσι πάλιν νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις! Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι καὶ δεδικαιολογημένη ἡ αἴτησις αὕτη, διότι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν ἐπιβάλλει φόρους, διότι, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθιεροῦται ὡρισμένη ἐπικαταλλαγή. Εἷς τῶν προλαλησάντων εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπικαταλλαγὴ αὕτη θὰ φέρῃ ἀποτελέσματα λίαν ἐπιβλαβῆ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι μόλις ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁρίζον τὴν ἀξίαν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 145 λεπτά, ἀμέσως κατῆλθεν ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ εἰς 143 ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἢ μᾶλλον, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβὴς, ἀνῆλθεν ἡ τιμὴ τῆς χαρτίνης δραχμῆς. Ποῦ λοιπὸν ἡ βασιμότης τῶν φόβων τῶν προλαλησάντων; Ἐγὼ ὄχι μόνον οὐδένα κίνδυνον διαβλέπω, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι, ὅπως βαίνουσι τὰ πράγματα, ἡ τιμὴ τῆς χαρτίνης δραχμῆς θέλει ἀνέλθει, καὶ εἰς σημεῖον μάλιστα, τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται τὴν στιγμὴν ταύτην πιθανόν. Ὥστε οἱ φόβοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐλέγχονται ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἀβάσιμοι. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐνοήθημεν εἰσέτι, διότι, ἐὰν ἠθέλομεν ἐννοηθῆ, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν γνωμῶν ὑμῶν, τῶν ὑποστηριζόντων τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἡμῶν, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ διαφορὰ τῶν γνωμῶν εἶναι αὕτη· ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι τινὲς, ἀλλὰ ζητοῦμεν ἐπὶ τοσοῦτον νὰ ἐπιβληθῶσιν οὗτοι, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἀποβαίνει ἀναγκαῖον. Ἑπομένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐζήτησε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προβάλλομεν. Διὰ τοῦτο προτείνομεν, πρὶν ἢ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ κληθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρων, νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἐπρότεινε, —καὶ ἐπρότεινε τὸ Ὑπουργεῖον νομοσχέδιά τινα, τὰ ὁποῖα παρέστησεν ὡς ἐπάγοντα οἰκονομίας.— Ὅταν ταῦτα συζητηθῶσι, θέλει δειχθῆ κατὰ πόσον ἐλαττοῦνται τὰ ἔξοδα διὰ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν κατὰ πόσον πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς τὸν λαόν.
§107Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, ἃς ἐποιήσατο. Ὅτε ἡ Βουλὴ ἐκλήθη νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, μακρὰ καὶ ζωηροτάτη ἐγένετο συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἦτο ψηφοφορία, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπερ σημαίνει, ὅτι συνῄνεσεν εἰς τὴν διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι ἑπομένως συνῄνεσε νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι προσεπάθησε νὰ ποιήσηται οἰκονομίας, περιέκοψε τὰς περιττὰς δαπάνας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας της ταύτης εἶναι νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον ἡμῶν δυόμισυ ἢ τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν οἰκονομίας· πέραν τῶν δυόμισυ ἢ τριῶν τούτων ἑκατομμυρίων ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ. Καὶ ἀντιπαρῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος ἅπαντες οἱ λογάδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀνέπτυξαν τὰς ἰδέας αὑτῶν, ἀνέπτυξαν τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ πρόγραμμα τοῦ σεβαστοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐδέχθη τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ἐδέχθη πανηγυρικῶς, διότι στρατὸς δὲν δύναται νὰ δημιουργηθῇ ἄνευ δαπάνης, ἄνευ χρημάτων· οἰκονομία καὶ στρατὸς εἶναι δύο πράγματα ἀντίθετα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ τελευταῖον ἀνεγίνωσκον, ὅτι ὁ νῦν Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας ἔλεγεν: «Ἐὰν θέλητε στρατόν, πρέπει νὰ δαπανᾶτε ἀφειδῶς· στρατὸς καὶ οἰκονομίαι δὲν δύνανται νὰ συμβιβασθῶσιν. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐφαρμόσητε ἐπὶ τοῦ στρατεύματος οἰκονομίας, εἶναι προτιμότερον νὰ διαλύσητε τὸ στράτευμα.» Ἑπομένως πρέπει νὰ πεισθῶμεν πάντες, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι ἀναγκαία πολυτέλεια. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν, εἶναι, ἂν ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συντηρῶμεν στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματός του καὶ ἄξιον τῶν θυσιῶν καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ περὶ τῶν θεμάτων τούτων ἐγένετο συζήτησις, καὶ μακρὰ μάλιστα συζήτησις, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ ἐξετασθῶσι πρῶτον τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ κατόπιν νὰ συζητηθῶσιν οἱ χάριν τοῦ στρατεύματος προτεινόμενοι πόροι, καὶ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσῃ, ἂν οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους ζητεῖτε, εἶναι ἀρκετοὶ διὰ τὸ στράτευμα. Σήμερον ζητεῖτε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ τὴν πρόταξιν τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων. Κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶσθε συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠρχίσαμεν συζητοῦντες. Σημειώσατε δέ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐπιβάλλει φορολογίαν, — καὶ ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ λάθος τῆς Κυβερνήσεως, — καὶ ἀπορῶ, πῶς ἐφαντάσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβαρύνεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τοὐναντίον, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀντικαταστήσῃ δηλαδὴ διὰ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, τὸν ὁποῖον ἀπέσυρε, δὲν τὸ ἐπιτυγχάνει· διότι, ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ ἐπιβάλῃ νέον φόρον καὶ ἤθελεν ἐν τούτοις νὰ λάβῃ τὰ 2½ ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, οὐδὲν ἄλλο εἶχε νὰ πράξῃ ἢ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δέκατον τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνιακῶν θ’ ἀφιερωθῇ διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Διότι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διὰ τῆς αὐξήσεως δηλ. τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον, εἶναι σχεδὸν βέβαιον, ὅτι τὸ Δημόσιον οὐδὲν θέλει εἰσπράξει τὴν διαφορὰν μεταξὺ 1,35 καὶ 1,45 βεβαίως δὲν θὰ τὴν εἰσπράξῃ, διότι ἔχομεν καθημερινὴν καὶ ῥαγδαίαν τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τῆς χαρτίνης δραχμῆς. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ⅒ τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνιακῶν θέλει χρησιμεύσει ὡς πόρος τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης· διότι αὐτὴ ἡ διαφορὰ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τούτου διαθέτει, εἶναι πόρος φαινομενικός. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, συζητήσαντες ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καίτοι ἐγκρατεῖς περὶ τὰ τοιαῦτα, δὲν ἀντελήφθησαν τὸ ζήτημα καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἐπιμένοντες, ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας. Καὶ ἂν ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς δὲν τὸ διέκρινεν, ὤφειλε νὰ τὸ διακρίνῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ἐντριβέστατος καὶ πρακτικώτατος γνώστης τῶν πραγμάτων.
§108Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν φθάνουν αἱ γνώσεις μου μέχρι τοῦ ὕψους αὐτοῦ.
§109Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀδίκως δ’ ἐξηγέρθη ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἐνόησε τὸ λάθος του, μετέβη καὶ τὸ ὡμολόγησεν ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δίκαιον, ὀρθὸν καὶ πρέπον εἶναι, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, νὰ μείνωσι τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι.
§110Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Προκειμένου νὰ ψηφίσω ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως περὶ προτάξεως τῶν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιφέρονται οἰκονομίαι, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ψήφου μου θὰ ἐκφέρω. Βεβαίως οὐδεὶς φρονεῖ, ὅτι δύναται ν’ ἀναδιοργανωθῇ ὁ στρατὸς ἄνευ δαπανῶν. Περὶ τούτου διαφωνία δὲν ὑπῆρξεν οὔτε ὑπάρχει. Ἡ διαφωνία ἔγκειται μόνον ἐν τούτῳ, ἂν αἱ δαπάναι αὗται δύνανται νὰ ἐξοικονομηθῶσιν ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ οἰκονομιῶν, ἢ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν δι’ αὐτὰς νέα βάρη εἰς τὸν λαόν. Νομίζω ὅτι ἔργον καλοῦ οἰκογενειάρχου εἶναι πρῶτον νὰ κανονίσῃ τὰ ἔξοδα τῆς οἰκογενείας του ἀναλόγως πρὸς τὰ ἔσοδά του, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐκτάκτων δαπανῶν, νὰ προσπαθῇ νὰ ἐξοικονομῇ τὰ δι’ αὐτὰς ἀπαιτούμενα διὰ περιορισμοῦ πάσης πολυτελοῦς καὶ περιττῆς δαπάνης, καὶ ἂν καὶ πάλιν δὲν ἐπαρκῶσι τὰ τακτικὰ ἔσοδα αὐτοῦ, τότε καὶ μόνον τότε νὰ καταφεύγῃ εἰς ἐκτάκτους πόρους, ἐπιπροσθέτους. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι καὶ ἡμεῖς πρὶν ἢ καταφύγωμεν εἰς προσθέτους πόρους, ἤτοι πρὶν ἢ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους καὶ νέα βάρη εἰς τὸν λαὸν, ὀφείλομεν νὰ περικόψωμεν πάσας τὰς πολυτελεῖς καὶ περιττὰς δαπάνας, φροντίζοντες οὕτω δι’ οἰκονομιῶν νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ ἔθνους ἀπαιτούμενα χρήματα· ἐὰν δὲ καὶ αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν ἐπαρκέσουν, τότε νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν νέους φόρους. Διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποσχομένων τοιαύτας οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς προέβαλε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς του, ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὁ ἑξῆς· ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν σχετιζομένων πρὸς ταῦτα φορολογικῶν, δι’ ὧν ἐπιβάλλονται νέα βάρη, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιζητήσῃ παντὶ σθένει νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, μεθ’ ὃ θὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνόδου ταύτης, καὶ οὕτω τὰ ὑποσχόμενα τὰς οἰκονομίας νομοσχέδια θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας. Περὶ τούτου νομίζω, ὅτι εἰς οὐδενὸς τὴν συνείδησιν ὑπάρχει ἐναντία γνώμη. Διὰ πάντας λοιπὸν τοὺς λόγους τούτους θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως περὶ προτάξεως τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν προτείνονται οἰκονομίαι, φρονῶν, ὅτι οὕτω δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ψήφισις αὐτῶν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπάγονται οἰκονομίαι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ε. Καναβαριώτου καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή. Ἀλλὰ μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).