1904.03.08
4,572 rows · 35,479 words · 359 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 8 Μαρτίου 1904.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Γιαννακίτσα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, περιέχοντα καὶ τὰς ἀποφάσει τῆς Βουλῆς γενομένας τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς 5 Μαρτίου).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶν προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἔλεγεν, ὑψῶν τὴν φωνήν του εἰς τὴν διαπασῶν, καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν δεξιὰν πτέρυγα τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀτιμάζει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τῶν συζητήσεων αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὑπελάμβανε τὰς συζητήσεις ἐκείνας ὡς ἐκ προαιρέσεως κωλυσιεργίας γινομένας. Ἐπίστευον, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη τραχεῖα λέξις καὶ ἀγροικίας μεστὴ ἐξῆλθε τοῦ ἕρκους τῶν πρωθυπουργικῶν ὀδόντων ἐν ὥρᾳ παροξυσμοῦ, ἐν ὥρᾳ ἐντάσεως τῶν νεύρων, εὐνοήτου ἕνεκα τῆς μακρᾶς ἀγρυπνίας, ἐπίστευον ὅτι τὴν φράσιν ταύτην, συνερχόμενος κατόπιν ἐκ τοῦ παροξυσμοῦ του, καὶ ἀναγνωρίζων τὸ ἀπρεπὲς αὐτῆς καὶ ἀνάρμοστον, ἤθελεν ἀνακαλέσει, καὶ ἤθελεν ἀπαλείψει τὰς ὕβρεις του ταύτας ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐφημερίδος του, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ παραδόξως ὁ κ. Πρωθυπουργός, καθὼς παρατηρῶ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σήμερον, ἐπιμένει εἰς τὴν φράσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶπεν, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡμεῖς ἐντεῦθεν κωλυσιεργοῦμεν, καὶ ὅτι κωλυσιεργοῦντες ἀτιμάζομεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἔρχομαι διὰ τοῦτο νὰ παρουσιάσω ἐνώπιον ὑμῶν τὸ κάτοπτρον τὸ Βενετικὸν τῆς διαγωγῆς καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ὁμοφρόνων αὐτῷ ἐν τῷ παρελθόντι, οὐχὶ ἀμυνόμενος καθ’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, ὡς ὡμίλησε, περὶ τῆς κωλυσιεργίας, διότι ταύτην ἤσκησεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην μετὰ τῶν φίλων αὐτοῦ καὶ ἄλλοτε μὲν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ πολὺ προσφάτῳ παρελθόντι. Καὶ ἵνα κρίνητε, πόσον θάρρος εἶχε, καταγγέλλων τὴν Ἀντιπολίτευσιν, θὰ ἀναφέρω κατὰ σειράν, κατὰ ἡμερομηνίαν, τὰ γενόμενα κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς τὴν σήμερον Ἀντιπολίτευσιν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Φεβρουαρίου 1903 συνεζητεῖτο ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον εἶναι συζήτησις ἀκαδημαϊκὴ, οὕτως εἰπεῖν, περὶ πολιτικοῦ προγράμματος, οὐδαμῶς ἔχουσα προσωπικὸν ἢ ἄλλον χαρακτῆρα, ἀλλ’ ἁπλῶς χρησιμεύουσα, ὅπως τὰ πολιτικὰ κόμματα ἐκθέτωσι τὰς ἰδέας αὐτῶν, ὅπως ἐκθέτωσι τὸ πολιτικὸν αὑτῶν πρόγραμμα. Καὶ ὅμως, ἀφοῦ εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐξήντλησε πᾶσαν τὴν δύναμιν τῶν ἀγορητῶν αὐτῆς, ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ψηφοφορίας, ποῖον θέαμα παρέστησεν ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία σήμερον ἀποτελεῖ τὴν Κυβέρνησιν; Βλέπομεν ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τρεῖς αἰτήσεις περὶ ἀναβολῆς καὶ μίαν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἡ πρώτη ἔνστασις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κυρίου Στάη, προτείναντος ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἡ δευτέρα ὑπὸ τοῦ κ. Λεωνίδα, προτείναντος ἀναβολὴν διὰ τὴν ἐπαύριον, καὶ ἡ τρίτη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπὸ τοῦ κ. Γεράκη. Ποία δὲ ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, τοῦ ὁμιλοῦντος περὶ ἀτιμίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἔνστασιν αὐτὴν περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐκρύβη ὄπισθεν τοῦ μαρμαρίνου στύλου μετὰ πάντων τῶν περὶ αὐτόν. Δὲν ἐγνώριζε τάχα τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἀτιμάζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Καὶ τί συνεζήτει τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ Κυβέρνησις; Τὴν ἀπάντησιν, ὡς εἶπον, εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀναπτύσσουσα εἰς τὸν λαὸν τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε. Τότε ὑπῆρχε πλειονοψηφία, ἀπορρέουσα ἁγνὴ καὶ ἄσπιλος ἀπὸ τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας, δὲν ὑπῆρχεν ἡ σημερινὴ, ἡ ὁποία εἶναι ἓν ἀμάλγαμα, ἡ ὁποία συνεπήχθη δι’ ἑνώσεων χημικῶν οὐχὶ ἐξ ὁμογενῶν στοιχείων, καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἔχουσα ὡρισμένον πρόγραμμα, διετύπου τοῦτο διὰ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Καὶ ὅμως ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις μὲ τὸν κ. Θεοτόκην ὁμοῦ ἐκωλυσιέργουν, ἀτιμάζοντες οὕτω τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Μαρτίου. Συνεζητεῖτο τότε ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ βλέπομεν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς ὑπὸ τοῦ κ. Στελλάκη, ὑποστηριζομένην ὑπὸ τῶν Θεοτοκικῶν, οἵτινες ἐζήτησαν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, καὶ μετὰ ταῦτα, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἐκρύβησαν...
§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Γράφεται τοῦτο εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά;
§4Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ψηφοφορίας φαίνονται οἱ ψηφίσαντες καὶ οἱ μή. Λοιπὸν κατὰ τὴν 27 Φεβρουαρίου φαίνεται ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, ὅτι κατὰ τὰς πολλαπλᾶς ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὁ κ. Θεοτόκης δὲν ἦτο παρών...
§5Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤμην παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καὶ ἔλειψα κατὰ τὴν ἔνστασιν;
§6Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν 27 Φεβρουαρίου συνεζητεῖτο ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§7Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐψήφισα εἰς αὐτήν;
§8Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς 7 Μαρτίου ἐγένετο πρότασις ἀναβολῆς, ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τῶν Θεοτοκικῶν.
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἐκρύβην κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον;
§10Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δὲν φαίνεσθε παρὼν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας, ἐνῷ ἦσθε εἰς τὴν συζήτησιν. Καὶ οἱ φίλοι σας ἀπεχώρησαν ἐκ τῆς συζητήσεως. Δὲν ἐγνωρίζετε τότε, ὅτι τοῦτο ἀτιμάζει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Προχωρῶ. Συνεδρίασις τῆς 8 Μαρτίου, ὥρᾳ 1½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ κ. Μπουφίδης προβάλλει πρότασιν ἀναβολῆς, ἀλλὰ δὲν ἐπιμένει, καὶ ἡ συνεδρίασις ἐξακολουθεῖ. Τὴν 10 ὅμως Μαρτίου ὁ κ. Μπουφίδης προβάλλει ἑτέραν πρότασιν ἀναβολῆς τὴν 1,45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἣν ὑποστηρίζουσι 15 Θεοτοκικοὶ, κατὰ δὲ τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὁ μὲν κ. Θεοτόκης ἦτο παρὼν, ἀλλ’ οἱ περὶ αὐτὸν ἐκρύβησαν...
§11Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ λέγεις τοῦ λόγου σου.
§12Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται καθαρῶς ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ψηφοφορίας. Οἱ ἄλλοι πάντες ἐφύγετε, ἐπαίζετε τὸν κρυπτόν.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἄλλοι;
§14Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τυπωμένα τὰ ὀνόματα αὐτῶν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας. Συνεδρίασις τῆς 12 Μαρτίου 1903. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ὁ κύριος Ζούζουλας ὑποβάλλει ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Κατὰ τὴν αὐτὴν δὲ συνεδρίασιν ὑπέβαλον ἐνστάσεις καὶ οἱ κύριοι Βενιεράτος καὶ Γεράκης. Κατὰ τὴν αὐτὴν συζήτησιν ἐγένοντο τρεῖς ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπὸ τοῦ κ. Ζούζουλα.
§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἦτο ἰδικός σας.
§16Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε καὶ σεῖς λοιπὸν τοιούτους φίλους σήμερον, ἀτιμάζοντας τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Συνεδρίασις τῆς 13 Μαρτίου. Ἔνστασις ἀναβολῆς ὑπὸ τῶν κ. κ. Γεράκη καὶ Καλαντζοπούλου.
§17ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁ κύριος Καλαντζόπουλος ἦτο φίλος σας.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§19Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν οἱ κ. κ. Κ. Χατζηπέτρος καὶ Κ. Χρηστόπουλος ἐζήτησαν τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως περὶ ὥραν 12 τῆς νυκτὸς, καὶ ἡ συνεδρίασις ἐλύθη, ἐπικειμένης ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Τὴν 14 Μαρτίου ἐγένετο πρότασις μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐπῆλθεν ὀνομαστικὴ ψηφοφορία τῇ αἰτήσει τῶν Θεοτοκικῶν. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν ὁ νῦν ἀντιπρόεδρος κ. Πονηρόπουλος ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Οὕτω κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν ἀνεπτύχθη μεγάλη κωλυσιεργικὴ διάθεσις, ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο, εἰμὴ περὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ νομικῶν συμβούλων», δι’ οὗ ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤθελε φέρει οἰκονομίαν τινὰ εἰς τὰς δαπάνας. Δὲν ἐσκόπει ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν λαὸν φόρους 15,000,000. Συνεδρίασις τῆς 15 Μαρτίου. Ὁ βουλευτὴς κ. Πρωτοπαπαδάκης ὑποβάλλει πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Διότι καθιερώθη τότε ἕτερον εἶδος ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως...
§20Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κατὰ ποίαν ὥραν ἐγένετο τοῦτο;
§21Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν ἐγένετο τὴν τρίτην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι δὲν σᾶς συμφέρει. Τὴν 18 Μαρτίου ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας ὁ βουλευτὴς κ. Καλαντζόπουλος.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἦτο ἰδικός σας Βουλευτής.
§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἰδικός σας τώρα. Σεβασθῆτε τοὐλάχιστον τοὺς σημερινοὺς φίλους σας. Μὴ λέγετε, ὅτι ἀτιμάζουσι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα αἱ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, διότι ἰδοὺ τοιούτους ἐνισταμένους ἔχετε μεταξὺ ὑμῶν. Τὴν 22 Μαρτίου ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας ὁ βουλευτὴς κ. Μισυρλῆς...
§24Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἦτο τὸ σταφιδικὸν ζήτημα.
§25Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ σταφιδικοῦ ζητήματος, αἱ ἐνστάσεις δὲν ἀτιμάζουσι τὸ πολίτευμα· προκειμένου δὲ περὶ ἐπιβολῆς φόρων 15,000,000 εἰς τὸν λαὸν, νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ μένωμεν μέχρι πρωΐας; Τὴν 27 Μαρτίου ὀνομαστικὴ κλῆσις ἐπὶ τροπολογίας ζητηθεῖσα ὑπὸ 15 Θεοτοκικῶν. — Βλέπετε, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις ἦτο μετασχηματισμὸς τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. — Ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη τότε ἐν ἀπαρτίᾳ. Τὴν 28 Μαρτίου ὁ κ. Κουντουριώτης ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, τὴν ὁποίαν ἀπέσυρεν...
§26Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κατὰ λάθος σημειοῦται τοῦτο ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§27Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως σημειοῦται. Εἰς τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν ἐζητήθη δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ἐκ μέρους τῶν Θεοτοκικῶν.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πόσοι ἦσαν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, νὰ μᾶς εἴπητε. Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖον.
§29Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἢ τρεῖς θὰ εὕρητε, διότι ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐκρύβησαν ὄπισθεν τοῦ μαρμαρίνου στύλου.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποτέ!
§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐξ ἡμῶν παρευρίσκονται πολλοί.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὐδεὶς! οὐδείς!
§33Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπειτα οἱ κύριοι Γεράκης καὶ Μαντζαβῖνος ὑπέβαλον ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, τὴν ὁποίαν ἀπέσυραν. Συνεδρίασις τῆς 6 Μαΐου. Πρότασις ἀναβολῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Στάη. Ὀνομαστικὴ κλῆσις, φυγὴ τῶν Θεοτοκικῶν, ἔλλειψις ἀπαρτίας, καὶ λῆξις τῆς συνεδριάσεως περὶ ὥραν 10 καὶ 20′ μ. μ. Ἦτο δὲ ἁπλουστάτη ἡ συζήτησις τῆς ἡμέρας ἐκείνης, περὶ ἑνὸς ὑπηρεσιακοῦ ἐντελῶς νομοσχεδίου, περὶ τοῦ Ναυστάθμου· καὶ ἐκ τῆς συνεδριάσεως ἀνεχώρησε καὶ ὁ κ. Στάης! Ὅτι δὲ ἦτο ἁπλούστατον τὸ νομοσχέδιον, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι τὴν ἑπομένην προσῆλθον οἱ κύριοι Θεοτοκικοί, καὶ τὸ ἐψήφισαν ἄνευ ἀντιρρήσεως.
§34ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὡμιλήσαμεν καὶ συνεζητήσαμεν ἐπὶ ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας.
§35Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε σεῖς περὶ ἐνστάσεων, διότι ἡ ἱστορία σας εἶναι γνωστή, πολὺ γνωστή. Τὴν ἑπομένην ἤλθετε καὶ ἐψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο ἁπλούστατον.
§36ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ εἰσαγωγῆς δεκάδων ἀνθρώπων εἰς τὸν Ναύσταθμον.
§37Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλλειψις ἀπαρτίας λοιπὸν, φυγὴ τῶν Θεοτοκικῶν καὶ λύσις τῆς συνεδριάσεως.
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐλύετο ἡ συνεδρίασις, διότι δὲν εἴχετε ἀπαρτίαν ποτέ.
§39Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ μένητε ἐν τούτοις, ἵνα μὴ παρακωλύηται τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ἵνα μὴ ἀτιμάζηται τὸ πολίτευμα διὰ τῆς φυγῆς ὑμῶν. Ἔρχομαι εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Μαΐου 1903. Συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας. Ποῖος προβάλλει ἔνστασιν ἀναβολῆς; Ὁ κύριος Σιμόπουλος! Ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, οἱ Θεοτοκικοὶ δὲν ἦσαν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος σᾶς τὸ εἶπεν αὐτό; Ἐμείναμεν ὅλοι ἐδῶ.
§41Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ;
§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐφύγετε σεῖς.
§43Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σπουδαιολογεῖτε βεβαίως, κύριε Πρωθυπουργέ. Ἡ μόνη διαφορά, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, εἶναι, ὅτι πιθανὸν ἐξ ὑμῶν, ὅτε ἦσθε ἀντιπολιτευόμενοι, νὰ ἔμενον 10, ἐνῷ ἐξ ἡμῶν μένουσιν ἴσως 8. Ἀλλὰ ἐὰν ἔχητε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀτιμάζεται οὕτω τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τοὺς φίλους σας νὰ παραμένωσι. Λοιπὸν κατὰ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἥτις ἔλαβε χώραν τῇ αἰτήσει τοῦ κυρίου Σιμοπούλου, ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, διότι οἱ Θεοτοκικοὶ ἔφυγον.
§44Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφύγομεν, ἐμείναμεν.
§45Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μνήμη σας ἐξησθένησε, φαίνεται. Ὁ βουλευτὴς κ. Κορυζῆς τὴν 8 Μαΐου ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν πτέρυγα ἐκάθητο τότε ἢ σήμερον κάθηται. Τὴν 11 Μαΐου ἐγένετο συζήτησις περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΒΡΚΒʹ, καὶ ὁ κύριος Τσαμαδὸς ὑπέβαλε πρότασιν ἀναβολῆς, ὁ δὲ κύριος Στάϊκος ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§46Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ ἐδικαιολόγησα τὴν πρότασιν ταύτην, μάλιστα δὲ παρεκάλεσα τὸν ὑποβαλόντα ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας βουλευτὴν κ. Στάϊκον ν’ ἀποσύρῃ ταύτην, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον· εἶναι δὲ ἡ περίπτωσις, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπεκαλέσθην τὴν μαρτυρίαν τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ράλλη. Ὥστε ἡ πρότασίς μου αὕτη ἦτο δικαιολογημένη.
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Πάντοτε δικαιολογοῦνται αἱ προτάσεις.
§48Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Ἀγγελόπουλε...
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω πλέον διακοπάς.
§50Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 13 Μαΐου ὁ βουλευτὴς κ. Στυμφαλιάδης ὡμίλησε περὶ προσθήκης ἑνὸς ἄρθρου εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας. Τὸ ζήτημα ἦτο ἁπλούστατον, καὶ ἐν τούτοις 15 Θεοτοκικοὶ Βουλευταὶ ἐζήτησαν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἁπλούστατα, ἵνα κωλυσιεργήσωσι, καὶ ἡ συνεδρίασις ἐματαιώθη διὰ τῆς φυγῆς πάντων τῶν Θεοτοκικῶν, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς σήμερον μὴ εὐαρεστηθέντος τότε νὰ διδάξῃ αὐτοὺς, ὅτι ἀτιμάζεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τῆς φυγῆς των ἐκείνης.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἤμην πάντοτε παρών.
§52Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξιόλογα! Ἀλλὰ τί σημαίνει τοῦτο, ἀφοῦ δὲν ἐπεβάλλετε εἰς τοὺς φίλους σας νὰ παραμένωσι, καὶ δὲν ἐδιδάσκετε αὐτοὺς, ὅτι τὸ φεύγειν εἶναι ἄτιμον; — διότι τώρα, φαίνεται, σπουδάζετε τὸ πολίτευμα! Τὴν 28 Μαΐου 1903, πρότασις τοῦ κυρίου Γ. Ραδινοῦ περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ὀνομαστικὴ κλῆσις, καὶ φυγὴ τῶν Θεοτοκικῶν. Ὁ κύριος Θεοτόκης δὲν ἦτο παρών.
§53Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σπουδαιολογεῖτε ἢ ὄχι;
§54ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ καθήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν θέσιν του.
§55Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§56ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μαστιγοῦνται, καὶ δὲν δύνανται νὰ τὸ ὑποφέρωσι.
§57Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Θεοτόκης λοιπὸν δὲν εὑρέθη παρών.
§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔλειψα ποτὲ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§59Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἐνώπιόν σας τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀναζητήσατε νὰ εὕρητε τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας.
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἤμην ἀσθενής.
§61Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ φίλοι σας ἦσαν, φαίνεται, ἀσθενεῖς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι δὲν ἐψηφοφόρησαν, ἀπουσιάζοντες! Κατὰ τὴν αὐτὴν δὲ συνεδρίασιν τῆς 28 ὁ φίλος ὑμῶν βουλευτὴς κύριος Ἱερομνήμων ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὰ δὲν κατωρθώσατε νὰ κάμητε ἀπαρτίαν μόνοι σας καμμίαν φοράν;
§63ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὅλοι–ὅλοι ἦσθε 56!
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν γενομένην ψηφοφορίαν τῇ 7 Μαΐου 1903 ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς εὑρίσκοντο παρόντες πολλοὶ τῆς ἡμετέρας πτέρυγος. Οὕτω βλέπομεν: «Γ. Θεοτόκης, Μιχ. Θεοτόκης, Ν. Μαρκέτης, Ἠλίας Πολίτης, Κ. Ἀλαμᾶνος, Κ. Γεράκης...»
§65Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἤδη, ὅτι ἔμενόν τινες ἐξ ὑμῶν διὰ τὰ προσχήματα. Τῇ 28 Μαΐου λοιπὸν, ὁμιλοῦντος τοῦ κυρίου Στυμφαλιάδου, ὁ κ. Ἱερομνήμων ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ.
§66Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, εἶχον δίκαιον οἱ ὑποβαλόντες τὰς ἐνστάσεις.
§67ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐφεύγετε, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία.
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο ψηφοφορία.
§69Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐγένετο, καὶ δὲν εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ.
§70Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ὑπάρχουσι τὰ ὀνόματα τῶν παρόντων.
§71Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Ἱερουσαλὴμ παροικοῦμεν, καὶ δὲν γνωριζόμεθα; Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι, ὅταν ὑποβάλληται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ ἀπαρτία, τότε δὲ δὲν ἔγεινε, διότι οἱ φίλοι ὑμῶν ἔφυγον.
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λάβετε τὰς προτάσεις περὶ ἀναβολῆς, ἵνα ἴδητε, ἂν ἔφυγον.
§73Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. 29 Μαΐου. Ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλία Μαυρομιχάλη ὥρᾳ 12 μ. μ. Ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ.
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἠθέλετε νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀπαρτίας;
§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλομεν νὰ μὴ ἀτιμάζητε τὸ πολίτευμα, φεύγοντες. Τῇ 5 Ἰουνίου ὁ κύριος Κ. Χρηστόπουλος ὑποβάλλει πάλιν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ τὴν ἀποσύρει· εὐθὺς ὅμως ἀμέσως δέκα καὶ πέντε Θεοτοκικοὶ ζητοῦσι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας εἰς ἐπιτροπήν. Τῇ 6 Ἰουνίου ἔνστασις ὑπὸ τοῦ κ. Πονηροπούλου. Τῇ 7 Ἰουνίου ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπὸ τοῦ κ. Γεράκη. Τῇ 9 Ἰουνίου, συζητουμένου τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, ζητεῖται ὑπὸ 15 Θεοτοκικῶν ἡ παραπομπὴ αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν δὲν φαίνονται παρόντες οἱ Θεοτοκικοί. Τῇ 10 Ἰουνίου ὁ κύριος Μισυρλῆς ὑποβάλλει ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Μετὰ τοιαῦτα προηγούμενα θαυμάζω ἀληθῶς διὰ τὸ θάρρος τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἐπιμένοντος νὰ ἐλέγχῃ ἡμᾶς, καὶ νὰ διαλαλῇ καὶ νὰ δημοσιεύῃ διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν πρακτικῶν τῶν ἐπισήμων τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀτιμάζεται διὰ τῶν ἐνστάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα! Ἀλλὰ ταύτην τὴν ἀτιμίαν διέπραξε τὸ κόμμα ὑμῶν, καὶ ταύτην διέπραξεν οὐχὶ διότι ἡ Κυβέρνησις ἠγωνίζετο νὰ θέση εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ φόρους νέους 15,000,000, ἀλλὰ διότι ἠγωνίζετο νὰ φέρῃ οἰκονομίας εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ δὲν ἠκούσθητε ὑμεῖς πάντες, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἠγωνίζετο νὰ φέρῃ οἰκονομίας, νὰ λέγητε, ὅτι ἀνὰ πᾶν τέταρτον τῆς ὥρας θὰ φέρητε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐὰν ἤθελεν ἐπιδιώξει ἡ Κυβέρνησις τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων; Καὶ ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ὅτι εἶναι ἀτιμία τὸ ὅτι ἐγένετο ἔνστασις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καίτοι ἡ ὥρα ἦτο ἡ πέμπτη πρωινή! Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατοπτρισθῇ εἰς τὸ κάτοπτρον τοῦτο τὸ Βενετικὸν τῆς προηγουμένης διαγωγῆς αὐτοῦ καὶ τῶν ὁμοφρόνων του, βεβαίως δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἀναγραφὴν φράσεων, αἵτινες αὐτὸν μόνον καὶ τοὺς ὀπαδούς του δύνανται νὰ εἰκονίζωσιν, οὐχί ποτε ἡμᾶς.
§76Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητεῖτε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις· ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἡ λέξις δὲν ἔχει ἀναγραφῆ.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναβαίνω ἐπὶ τὸ βῆμα, οὐχὶ ἵνα ἐγκαλέσω τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, ἢ τοὺς καθημένους ἐπὶ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὡς προτείναντας κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἢ ὡς προσπαθήσαντας διὰ κωλυσιεργιῶν ν’ ἀναστείλωσι τὴν πρόοδον τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν. Δὲν πράττω τοῦτο, οὐχὶ διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ κωλυσιεργεῖν ἀτιμάζει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἢ ἐκμηδενίζει αὐτὸ, οὐδὲ τολμῶ νὰ ὁμιλῶ περὶ ἀτιμίας ἢ περὶ τιμῆς, — δὲν γνωρίζω μάλιστα διὰ ποίας στάθμης ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετρεῖ τὴν ἀτιμίαν ἢ τὴν τιμήν· — ἀλλ’ ἡ κωλυσιεργία δὲν ἀτιμάζει τὸ πολίτευμα ἡμῶν, τὸ σώζει (χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς κωλυσιεργίας. Δὲν δηλῶ τοῦτο πρώτην φορὰν σήμερον· εἶναι ἤδη εἴκοσι καὶ πλέον ἐνιαυτοί, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεδήλωσα τὴν πολιτικὴν ταύτην. Εἰς τόπον, ἐν ᾧ ἡ συνείδησις τοῦ δημοσίου συμφέροντος συμβαίνει πολλάκις νὰ ὑποχωρῇ εἰς τὸ ἀτομικὸν συμφέρον, ἐν τόπῳ, ὅπου ἡ χρῆσις τῆς δυνάμεως δὲν κανονίζεται ὑπὸ τῆς λογικῆς, δὲν διέπεται ὑπὸ τοῦ πνεύματος, ὑπὸ τοῦ φρονήματος τοῦ δημοσίου συμφέροντος, γίνεται δὲ κατάχρησις αὐτῆς πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν συμφερόντων ἐπὶ θυσίᾳ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἐν τοῖς τόποις αὐτοῖς ζητῶ ἄμυναν κατὰ τῆς καταχρήσεως τῆς δυνάμεως, καὶ τὴν ἄμυναν μοὶ παρέχει ἡ κωλυσιεργία. Διὰ τίνος τρόπου, διὰ τίνος μέσου ἐματαιώσαμεν τὰς γιγνομένας ἄλλοτε προσπαθείας, ὅπως κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰμὶ διὰ τῆς κωλυσιεργίας; (χειροκροτήματα).
§78ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ νῦν κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπρωτοστάτει τότε.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τίνος τρόπου, διὰ τίνος μέσου, εἰμὴ διὰ τῆς κωλυσιεργίας ἐσταματήσαμεν τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἀνετρέπετο πᾶσα βάσις τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1899; Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅστις νῦν τυγχάνει Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τότε δ’ ἐτύγχανε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνθυμεῖται, λέγω, ποίαν ἀναγγελίαν ἐζήτησε νὰ ποιήσηται πρός με, καὶ ὅτι, ὅτε ἀπῄτησα νὰ συναντηθῇ μετ’ ἐμοῦ, τότε συνηντήθημεν ἐν τῷ Προεδρείῳ· ἐνθυμεῖται ὅτι συνενοήθημεν τότε, νὰ παύσῃ μὲν ἡ κωλυσιεργία, νὰ ἐγκαταλίπῃ ὅμως τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροτείνετο ἡ ἐπικύρωσις τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας. Δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· διὰ τοῦτο, ὅτε ἤκουσα πολλὰ περὶ τῶν λόγων τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐζήτησα νὰ φωτισθῶ περὶ τῆς ἀληθείας, διότι ἠπόρουν ἢ ἐδυσπίστουν πρὸς τὰ λεγόμενα, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί ἀκριβῶς εἶπεν ἡ γλῶσσα τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὅταν ὁμιλῇ ὁ Πρωθυπουργός, δὲν ὁμιλεῖ μόνον ὁ Βουλευτής, ὁμιλεῖ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὁ διερμηνεύων τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ πλειονοψηφία δὲ τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ Βουλή. Λοιπὸν οἱ λόγοι τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἔμελλον νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς λόγοι τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν μία πτέρυξ τῆς Βουλῆς ταύτης σύρηται εἰς τὴν βόρβορον τῶν ὕβρεων καὶ τῶν καταγγελιῶν, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ἀληθῶς ἐλέχθησαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἀνεκοινοῦντο, ὅτι εἶχον λεχθῆ. Προσέφυγα εἰς ἐφημερίδα, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἀναγινώσκω, — ἡ ὁποία δὲ εἶναι φίλη, δὲν ἠξεύρω τίνος κόμματος· — ἡ ἐφημερὶς δ’ αὕτη ἀναγράφει, ὅτι μεταφέρει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται ὡς λόγοι τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ, δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τὴν ἀφήγησιν, τὴν ὁποίαν εὗρον ἀναγεγραμμένην ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἀνεγνώσθησαν. Ἐὰν ἡ διαφορὰ προέρχηται, διότι ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἀναγράφονται ἐν περιλήψει τὰ γιγνόμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ τῆς διαφορᾶς· ἀλλ’ ἐὰν ὄντως τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἦναι ὡς ἐκτίθενται ἐν τῇ «Ἑστίᾳ», καὶ τὰ ἐκτιθέμενα ἦναι οἱ λόγοι τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐχρεώστουν, Κύριοι, νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τὸ βῆμα, οὐχὶ διότι ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἔλθω ν’ ἀπολογηθῶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καθ’ ὅσων ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπε, διότι ἐγὼ δὲν συνηθίζω ν’ ἀπολογῶμαι πρὸς ὕβρεις, ἀλλὰ δὲν συνηθίζω ν’ ἀπολογῶμαι καὶ πρὸς ἀνθρώπους, ὧν αἱ σκέψεις δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, οἵτινες δὲν σταθμίζουσι τὴν ἔννοιαν τῶν φράσεων, καὶ ποιοῦνται ἀδιακρίτως χρῆσιν αὐτῶν· ὄχι, δὲν ἀπολογοῦμαι πρὸς αὐτούς. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ἀγγέλματος, ὅτι κατηγορεῖ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν τῷ Συντάγματι οὐδαμοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένον δικαίωμα εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἢ εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἢ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, νὰ κατηγορῇ μιᾶς πτέρυγος, ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τῆς πτέρυγος, ἡ ὁποία συμπληροῖ τὴν πτέρυγα τῆς πλειονοψηφίας, ἡ Βουμόνον μετ’ αὐτῆς, τῆς πτέρυγος τῆς μειονοψηφίας, ἡ Βουλὴ παρίσταται πλήρης καὶ ἀκεραία ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ κατηγορήσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Ποία διάταξις περιέβαλε διὰ τοῦ μανδύου τοῦ κήνσορος τὸν ἀναβιβασθέντα ἐπὶ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, διὰ νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι κατηγορεῖ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέκειτο εἰς κατηγορίαν, ἐὰν οἱ Βουλευταὶ ὑπέκειντο εἰς κατηγορίαν διὰ τοὺς λόγους αὐτῶν, διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν, ἤθελεν ἀναγραφῆ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι· ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει, ὅτι κατηγοροῦνται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οὐχὶ αἱ Ἀντιπολιτεύσεις· ἐξ ἐναντίας δὲ τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει πᾶσαν καταδίωξιν Βουλευτοῦ δι’ ὅσα εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀπαγορεύει πᾶσαν ἐξέτασιν τῶν λόγων αὐτοῦ, διότι δικαστὴς τῶν Βουλευτῶν, καὶ ταύτης καὶ ἐκείνης τῆς πτέρυγος, δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ, δὲν εἶναι οὐδὲ τὸ Στέμμα, δικαστὴς εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς (ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν), τὸ δὲ Στέμμα ἔχει δικαίωμα, ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀναγεγραμμένον, ὅταν πεισθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα αὑτῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα, λέγω, νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παραπέμψῃ τοὺς Βουλευτὰς εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των. Ὅσοι λοιπὸν νομίζουσιν, ὅτι δύνανται ν’ ἀπαγγείλωσι κατηγορίαν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς μὴ ἐκπληρούσης τὰ καθήκοντα αὑτῆς, ὡς παραλυούσης τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει ν’ ἀναβαίνωσι τὸ βῆμα καὶ νὰ καταγγέλλωσιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀκουσθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἂς ἀναβῶσιν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, καὶ ἐκεῖ ἂς ἀναφέρωσιν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της (χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν), διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι διὰ τοιαύτης αἰτιολογίας πρότασιν περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ πείσωσι τὸ Στέμμα νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Καὶ ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργός, ὅτι ὁμιλεῖ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ σχηματίσῃ περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γνώμην. Ἀλλ’ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μάθῃ, τί φρονεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἂς σπεύσῃ νὰ καλέσῃ αὐτὸν νὰ ἀποφανθῇ (εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Ἀπειλαὶ τοιαῦται δὲν πτοοῦσιν ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς ὑπηρετοῦμεν τὰ δημόσια συμφέροντα μετὰ εἰλικρινοῦς προαιρέσεως· διότι ἡμεῖς — πολλοὶ τοὐλάχιστον ἐξ ἡμῶν — ἔχομεν τὸ καθῆκον τοῦτο οὐ μόνον ὡς πολῖται Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι φέρομεν ὄνομα, ὄνομα τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος (χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν), καὶ ἂν δὲν σᾶς ἀρκῇ, ὅτι τετράκις ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξεδήλωσε κληθεὶς τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ πρὸς τὸ κόμμα τοῦτο, ζητήσατε τὴν γνώμην του καὶ τώρα, διὰ νὰ μάθητε, ἂν μετέβαλε γνώμην, ἢ ἂν ἐξακολουθεῖ ἐμπιστευόμενος πρὸς ἡμᾶς, ἢ ἂν διατίθεται νὰ ἐκδηλώσῃ πρὸς ἡμᾶς μείζονα καὶ πληρεστέραν τὴν ἐμπιστοσύνην του. Καὶ διατὶ νὰ δυσπιστήσῃ πρὸς ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Μήπως ἐσπαταλήσαμεν τὸ χρῆμα αὐτοῦ; Μήπως ἐπεβουλεύθημεν τοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ; (ἆ! ἆ! ἐκ δεξιῶν).
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλατε ἡσυχίαν.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν δεξιὰν πτέρυγα). Σιγᾶτε! Μήπως παρέβημεν τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, ἢ ἐζητήσαμεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων τῆς Πολιτείας, ὁσάκις αὕτη ἀνετέθη εἰς ἡμᾶς, εἴτε ὡς ἄτομα, εἴτε ὡς ἰδιῶται, εἴτε ὡς οἰκογενειάρχαι; Μήπως καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς φίλους ἡμῶν δὲν εἴπομεν πολλάκις τὴν ἀλήθειαν, ὅτι κυβερνῶντες ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὴν διοίκησιν σώφρονα καὶ εὐπρεπῆ, καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἔντιμον καὶ ἐγκρατῆ; Μήπως τάχα ἡ πορεία ἡμῶν αὕτη, ἡ πολιτεία ἡμῶν αὕτη δὲν μᾶς ἐζημίωσεν; Ἀλλ’ ἔχομεν δύναμιν τῆς ψυχῆς τοσαύτην, ὥστε νὰ ὑπερορῶμεν τῶν ζημιῶν τούτων, καὶ νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὰ δόγματα τοῦ κόμματος, εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ, διότι ἐσμὲν πεπεισμένοι, ὅτι ἐν αὐταῖς κεῖται ἡ εὐημερία τοῦ τόπου, καὶ ἐπ’ αὐτῶν στηρίζονται αἱ προσδοκίαι αὐτοῦ. Κατηγόρησεν ἡμᾶς ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δὲν ἐσκέφθημεν ποτὲ περὶ ἀμύνης ἐθνικῆς, ὅτι προετείναμεν νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν παρεῖχεν εἰς τὸ ταμεῖον ἐπαρκῆ μέσα, ὅτι δὲν ἐφροντίσαμεν περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Ἐνθυμοῦμαι ἀπαισίαν περίοδον χρονικὴν, τὴν χρονικὴν περίοδον ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς — ἵνα μὴ εἴπω τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος — εἶχεν ἐστραμμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐπὶ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν τῆς Θεσσαλίας· ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἡ κοινωνία εἶδε τὰς ἐλπίδας αὑτῆς μὴ πραγματοποιουμένας, ὅτι συνέβη, ἡμεῖς μὲν, ἐν τῇ Κυβερνήσει τότε τυγχάνοντες, νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ὑπηρεσίας, Κυβέρνησις δ’ ἄλλη νὰ συγκροτηθῇ, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης νὰ ᾖναι μέλη καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τότε τυγχάνων, ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Μετέβη, ἐξήτασεν αὐτὴν καὶ ἀνέφερεν ἴσως τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεώς του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δὲν ἠκολουθήσαμεν περαιτέρω τὰς ἐπὶ τῶν παραστάσεων τούτων αὐτοῦ κυβερνητικὰς μελέτας καὶ τὰς κυβερνητικὰς ἐνεργείας τότε. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ μνησθῶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, ἵνα δηλώσω, ὅτι ἔμαθον τότε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸ 1897 ἀντελήφθη τῶν περιστάσεων τοῦ στρατοῦ, καὶ εἶδεν εἰς ποίαν οὗτος εὑρίσκετο στάσιν καὶ κατάστασιν. Δὲν εἶχον συμπληρωθῆ δύο ἔτη ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὅτε ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκλήθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, καὶ ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν. Τί ἔπραξε τότε περὶ στρατοῦ, τῆς καταστάσεως τοῦ ὁποίου εἶχε πρὸ μικροῦ λάβει γνῶσιν; Ἐκυβέρνησεν ἐπὶ τρία συναπτὰ ἔτη, δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν πολιτικὸς ἄλλος ἀνὴρ, πλὴν τῶν ἀποθανόντων, ἔμεινε τρία συναπτὰ ἔτη κρατῶν τὸ πηδάλιον τοῦ κυβερνητικοῦ σκάφους καὶ διευθύνων τὰ κοινά. Τί ἔκαμε περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ; Ποίαν ἐξεδήλωσε μέριμναν περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως εἴτε τοῦ στρατοῦ εἴτε τῆς χώρας; Τί ἔκαμεν; Ηὔξησε τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας τῶν φόρων καὶ τὰ ἔξοδα τῶν διαφόρων πληρωμῶν ἀπὸ 60,111,250.93, ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1896, εἰς 66,374,367.35, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1899, ἤτοι ηὔξησε κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς κυβερνήσεώς του τὰ συνήθη ἔξοδα τῆς διοικήσεως κατὰ δρ. 6,263,116.42. Καὶ ὅτε ἀπὸ τοῦ ἔτους χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἐνενηκοστοῦ ἐνάτου μετέβη εἰς τὸ χιλιοστὸν ἐννεακοσιοστὸν ἔτος, ἤτοι κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς κυβερνήσεώς του, τί ἔπραξε περὶ στρατοῦ; Ηὔξησε καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὰ εἰρημένα ἔξοδα, δαπανήσας κατὰ τὸ 1900 δραχ. 67,598,711.87, ἤτοι αὐξήσας τὰ πρὸ τοῦ πολέμου δαπανώμενα κατὰ δραχ. 7,487,460.94. Καὶ ὅτε τὸ τρίτον ἔτος ἐξηκολούθησε νὰ κυβερνᾷ, τί ἔπραξεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός; Προσέθηκε καὶ κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς κυβερνήσεώς του εἰς τὰ πρὸ τοῦ πολέμου δαπανώμενα τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως δραχμὰς 11,881,217.10, διότι ἐδαπάνησεν εἰς ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων καὶ ἔξοδα διαφόρων πληρωμῶν οὐχὶ δραχ. 60,111,250.93, ὅσαι ἐδαπανῶντο πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ δραχ. 71,992,468.03. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐξόδων δημοσίου χρέους, οὐδὲ περὶ ἐξόδων πρὸς πληρωμὴν συντάξεων, οὐδὲ περὶ Ἀνακτορικῶν χορηγιῶν ἢ περὶ ἐξόδων Βουλῆς, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐξόδων τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, καὶ περὶ τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων, καὶ περὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν. Ἀθροίσατε τὰς κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη γενομένας αὐξήσεις τῶν ἐξόδων. Δὲν εὑρίσκετε ὅτι μόναι αἱ κατὰ τὴν τριετίαν αὐξήσεις ἀνέρχονται εἰς 25,631,794.46; Ἐπῆλθε καὶ τὸ τέταρτον ἔτος, τὸ 1902, ἦτο δὲ ἡ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τῆς τριετίας ὤθησις τοσοῦτον μεγάλη, τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε ἐκυρτώθη καὶ τὸ τέταρτον ἔτος ὑπ’ αὐτῆς· διότι τὰ περὶ ὧν εἴρηται ἔξοδα ηὐξήθησαν καὶ κατὰ τὸ 1902 ἀπὸ τῶν 60,111,250.93, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, εἰς 82,741,945.33· ἤτοι ηὐξήθησαν κατὰ 22,630,694.40. Δὲν ἐδαπανήθησαν λοιπὸν κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ τελευταῖον πρὸ τοῦ πολέμου ἔτος δρ. 48,262,488.86; Διαιρέσατε τὰ 48,262,488 διὰ τοῦ 4. Δὲν εὑρίσκετε, ὅτι ἡ αὔξησις κατ’ ἔτος ἀνῆλθεν εἰς 12,065,622; Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀδικήσω τοὺς ὑπολόγους, ἀφαιρῶ ἀπὸ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν αὐξηθέντων ἐξόδων τῶν 48,262,488.86 δραχμὰς 6,777,306, ἤτοι 3,000,000 δραχ. τοῦ δανείου τοῦ χορηγηθέντος πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Πελοποννήσου, καὶ δραχ. 3,777,306 τοῦ ἀντιτίμου τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, τότε δὲ μένουσι δραχ. 41,485,182.86. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο, διαιρούμενον διὰ τοῦ 4, παράγει πηλίκον δραχ. 10,371,295. Τί ἔγειναν αὐτὰ τὰ 10,371,295, τὰ ὁποῖα ἐδαπανῶντο μετὰ τὸν πόλεμον περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐδαπανῶντο πρὸ τοῦ πολέμου διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας; Ἀφοῦ ἐπὶ τοσοῦτον ηὐξήσατε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ποίαν ἐλάβετε μέριμναν σεῖς, οἱ ἐπὶ τριετίαν κυβερνήσαντες, ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ὑπὲρ τῆς συμπληρώσεως καὶ διαρρυθμίσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας; Καὶ πῶς αἰσθάνεσθε ἐν ὑμῖν τὸ θάρρος νὰ κατηγορήσητε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὕτη δὲν ἐμερίμνησε περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας; Ἀλλὰ πότε ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις; Τοὺς πεντέμισυ μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους διετηρήθη ἐν τῇ Κυβερνήσει, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1902 καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1903; Πότε; Ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ, πῶς θέλουσιν οἰκονομηθῆ τὰ κατασταθέντα ἀνοικονόμητα οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀφοῦ 41,485,182.86 ἐσπαταλήθησαν κατὰ τὴν τετραετίαν; Αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν βελτίωσιν τῆς χώρας; Διατὶ οἱ κυβερνήσαντες κατὰ τὴν τετραετίαν ἐπροτίμησαν νὰ δαπανήσωσι κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 διὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐδαπανῶντο πρὸ τοῦ πολέμου δραχ. 855,006.73; Καὶ ποίαν παρεσκεύασαν, ποίαν ἀπειργάσαντο βελτίωσιν ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν Πταισματοδικείων; Διατὶ ἐπροτίμησαν νὰ δαπανήσωσι κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη διὰ τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν δραχ. 3,324,162 περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐδαπανῶντο πρὸ τοῦ πολέμου; Διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ ἀπαιτῶνται 24 καὶ 30 ὧραι, ὅπως μεταβιβασθῇ ἓν τηλεγράφημα ἀπὸ ἑνὸς τόπου εἰς ἄλλον; Διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ λείψῃ ἡ ἐμπιστοσύνη, νὰ κλονισθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν κοινωνούντων διὰ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν ἐπιστολῶν ἢ τηλεγραφημάτων αὐτῶν; Νὰ λείψῃ ἡ ἐμπιστοσύνη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμπιστεύονται τὰ χρήματά των εἰς ταχυδρομικὰς ἐπιταγάς; Ἤρκει νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ χώρα διὰ τοσαύτας αὐξήσεις δαπανῶν, μόνον διότι ἠγοράσθησαν δύο ἅμαξαι καὶ περιφέρονται ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ διανέμωσι ταχυδρομικὰ δέματα; Αὐταὶ αἱ ἅμαξαι, αἱ διανέμουσαι ταχυδρομικὰ δέματα, εἶναι αἱ ρεκλάμαι, εἰς τὰς ὁποίας προσφεύγουσι τὰ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ καταστήματα. Δὲν εἴδετε νὰ διασχίζῃ τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως ἄλλη τις ἅμαξα ἑνὸς ἐμπόρου, διὰ νὰ κινῇ τὴν προσοχὴν τοῦ κόσμου; Τί κατωρθώσατε, ποίαν ὠφέλειαν προσεποιήσατε εἰς τὰ κοινὰ συμφέροντα, αὐξήσαντες κατὰ τὴν διετίαν τοῦ 1901 καὶ 1902 τὰ ἔξοδα τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας κατὰ 529,839 δραχμάς; Ποῖον κέρδος, ποία δύναμις προσετέθη εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Στέμμα, τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἔχει ἐμπιστευθῆ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων; Μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, μᾶς ἔλεγεν, ὅτι χαίρεται ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, διότι κατώρθωσεν ἵνα οἱ πρόξενοι εὑρεθῶσιν εἰς θέσιν νὰ ἀγοράζωσι κρέας καὶ ἄλλας τροφὰς, διότι ἕως τότε ἐτρέφοντο μὲ ἄγρια χόρτα, διότι κατώρθωσε νὰ ἐξαγάγῃ τοὺς Ἕλληνας προξένους ἀπὸ τὰ ὑπόγεια, εἰς τὰ ὁποῖα ἦσαν κατοικοῦντες, ἀπὸ τὰς τρώγλας, εἰς τὰς ὁποίας διενυκτέρευον, καὶ νὰ τοὺς τοποθετήσῃ ἐν οἰκίαις εὐδόμοις. Κατὰ τὰ τρία ἔτη, 1900, 1901 καὶ 1902, ἐξωδεύθησαν 1,879,535 περισσότερα διὰ τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν, καὶ αὐτὴ ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης κατὰ δραχ. 1,879,535 ποίαν ἔφερε βελτίωσιν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; ποίαν περιστολὴν εἰς τοὺς κακοποιοὺς, οἵτινες ταράττουσι τὰς οἰκογενείας τῶν πόλεων καὶ τῶν κωμῶν τὴν νύκτα ἢ τὴν ἡμέραν, ἀφαιροῦντες τὰ πολύτιμα κοσμήματα ἢ τὰ σκεύη τῶν οἰκιῶν αὐτῶν; Κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη, 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, ἐδαπανήθησαν 1,270,845 περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐδαπανῶντο πρὸ τοῦ πολέμου διὰ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἤτοι 317,711 δραχμαὶ κατ’ ἔτος περισσότεραι. Ποία ἐπῆλθε βελτίωσις εἰς τὴν πρώτην ταύτην βαθμίδα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως; Αὐτὴν τὴν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν ἴσως νὰ ἐπενέγκωσιν Ὑπουργοὶ, οἱ τὰς δαπάνας ταύτας περιπλέον ἐξοδεύσαντες, αὐτὴν τὴν βελτίωσιν ποῖος τὴν ἐμελέτησεν; ποῖος τὴν συνέλαβεν ἐν τῷ νῷ; ποῖος τὴν διερρύθμισε; ποῖος τὴν ἐξωτερίκευσεν ἐν σχεδίῳ πράξεως καὶ ἐνεργείας; ἢ τὴν ἐξωτερίκευσαν αἱ ἀνάγκαι τοῦ κόμματος; Ἀλλ’ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ὅταν δὲν ἐξυπηρετῶνται μεμελετημένοι, καὶ ὀρθῶς μεμελετημένοι σκοποὶ βεβαιώσεως ἐπιστημονικῆς, αἱ τοιαῦται αὐξήσεις τῶν δαπανῶν διαφθείρουσι τὸ πολίτευμα, καὶ μεταποιοῦσι τὰ Βουλευτήρια εἰς πρατήρια. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπέλαβεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, διότι δὲν ἔβλεπεν ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐκτὸς τῆς πλειονοψηφίας κειμένους, δὲν ἔβλεπε νὰ σπεύδωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοθετικὰ μέτρα περὶ βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ, ἵνα συρράψῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ἵνα τὰ μελετήσῃ, ἵνα τὰ διασκευάσῃ, ἐκοπίασεν ἡμέρας καὶ νύκτας ἐργαζόμενος, καὶ συντάσσων νομοσχέδια στρατιωτικὰ, ἢ μελετῶν καὶ παρασκευαζόμενος πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῶν; Εἶναι ἄγνωστος ἡ ἱστορία τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐπήρθη ἐπὶ τοσοῦτον ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτὸς ἐμερίμνησε περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, παρασκευάσας καὶ προτείνας εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοθετικὰ μέτρα, περὶ ὧν ὁ λόγος; Καὶ μήπως τάχα, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα διεσκευάσθησαν καὶ παρεσκευάσθησαν ἐν τοῖς γραφείοις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, μήπως τάχα ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα τηρῶνται τὰ προσχήματα; Καὶ ὁμιλοῦσι μετὰ τόσου στόμφου οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι αὐτοὶ ἐμερίμνησαν περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ, αὐτοὶ εἰργάσθησαν πρὸς παρασκευὴν νόμων, καθ’ ὃν χρόνον, ὅταν τροπολογίαι προτείνονται, ἔρχονται καὶ λέγουσιν, ὅτι ζητοῦσιν ἀναβολὴν, διὰ νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν ἁρμοδίων! (χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ κατηγορεῖ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι αὐτὴ δὲν ἐσκέπτετο σπουδαίως, διότι συνέταξε καὶ ἐπρότεινε νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε προικίσει διὰ πόρων ἐπαρκῶν! Ἐὰν ἐπροτείναμεν διὰ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν συνεζητήθη, ἐὰν ἐπροτείναμεν σύστασιν Ταμείου Ἀμύνης δι’ ἀνεπαρκῶν πόρων, θέλω ἐξετάσει αὐτὸ ἀμέσως· ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε τοὐλάχιστον τὴν τιμὴν νὰ συλλάβῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνάγκης τῆς συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καθ’ ὃν χρόνον οὐδεὶς ἐσκέπτετο περὶ τοιούτου ἱδρύματος. Διενύομεν τὸ 1891 ἔτος, ἤτοι πρὸ 13 ἐτῶν,— τὸ 1891 ἀπεῖχεν ἀπὸ τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθη ἡ Ἑλλὰς εἰς πτώχευσιν, κατὰ δύο μόνον ἔτη, —καὶ ἐμεριμνήσαμεν, ἵνα παρασκευάσωμεν καὶ εἰσαγάγωμεν νομοθέτημα περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ διενοήθημεν νὰ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὸν γενικὸν κορβανᾶν ψιχία τινά, τὰ ὁποῖα νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο, σφραγίζοντες αὐτά, ἵνα μὴ χεὶρ μολύνῃ τὸν κρύπτην ἐκεῖνον (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ κατὰ τὸ 1896 δὲν ἤμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπεσπάσαμεν ἀπὸ τὸν δημόσιον κορβανᾶν 800,000 δραχμὰς καὶ τὰς προσδιωρίσαμεν διὰ νόμου ῥητοῦ, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ; Ἀλλὰ διὰ τίνων ἡμεῖς πόρων ἠδυνάμεθα νὰ προικίσωμεν τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης; Διὰ τῶν πόρων, οὓς ἠδυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν κατὰ τὸ 1891; Ἔκρουε τότε τὰς θύρας τοῦ Κράτους ἡ πτώχευσις. Μήπως διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσωμεν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1902; Αἱ ἡμέραι ἡμῶν ἐμετροῦντο διὰ τῶν δακτύλων, καὶ προσεπαθοῦμεν νὰ πείσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὰς ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων, ἃς ἐπροτείναμεν. Αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων ἤθελον θέσει τὴν Κυβέρνησιν εἰς κατάστασιν νὰ προνοήσῃ περὶ προικίσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλ’ ὅταν οἱ κυβερνῶντες ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ διανοῶνται, ὅτι δύνανται νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν χώραν 15 ἑκατομμυρίων νέους φόρους, δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἐκ τῶν 15 ἑκατομμυρίων εὔκολον ἦτο νὰ ἀποσπάσῃ 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια καὶ νὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης; Ἦτο ὁμοία ἡ θέσις ἡμῶν πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἐνεστῶτος; Λυποῦμαι, διότι σᾶς ἀπησχόλησα, ἀναμνήσας ὑμῖν ποῖά τινα ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν Παρασκευὴν τῆς τελευταίας ἑβδομάδος. Λυποῦμαι, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς τὴν σπουδαιότητα τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἰδίως εἰς τὴν σπουδαιότητα ὑμῶν (ἀποτείνεται πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα), μετὰ τῶν ὁποίων ἔχω κοινὴν τὴν τύχην, καὶ διὰ τὴν πολιτείαν καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν ὁποίων εὐθύνομαι, ὡς εὐθύνεσθε καὶ ὑμεῖς διὰ τὴν διαγωγὴν ἐμοῦ, λυποῦμαι, διότι ἀπησχόλησα ὑμᾶς, ἀναγκασθεὶς νὰ ἀναμνήσω ποῖά τινα ἠκούσατε τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν. Σεῖς καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑβριζόμεθα. Ἡ ἱστορία ὑμῶν καὶ ἐμοῦ μετρεῖ δεκάδας ἐνιαυτῶν, καὶ ἀναμιμνήσκεσθε πάντες, ὅσοι κάθησθε ἐπὶ τῶν θρανίων τούτων, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες προσφάτως εἰσήλθετε εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι πολῖται Ἕλληνες, ἐπισκοποῦντες τὰ πράγματα τῆς χώρας ἀπὸ τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, γνωρίζετε, λέγω, ποίας διήλθομεν ὡς κόμμα περιπετείας, ποίας συνηντήσαμεν ἀντιδράσεις, ποῖαι ἦσαν αἱ ἀντιδράσεις αὗται, καὶ αἱ φανεραὶ καὶ αἱ μὴ φανεραί, ποῖα παρενέβαλλον προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τοῦ κόμματος. Τάχα δὲν ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναμνήσω, ὅτι, ὁσάκις ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἐμετρήσαμεν πάντοτε τοὺς μῆνας τῆς ἐν αὐτῇ διαμονῆς μας διὰ τῶν δακτύλων ἡμῶν; Πολλὰς ἠκούσαμεν καθ’ ἑκάστην τῶν Περιόδων ἐκείνων ὕβρεις, πολλοὺς ἠκούσαμεν προπηλακισμούς· ἀλλ’ ἡμᾶς θερμαίνουσιν αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐκληρονομήσαμεν παρὰ τῶν πατέρων ἡμῶν, μᾶς θερμαίνουσι τὰ διδάγματα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, μᾶς παραμυθοῦσι τὰ γεγονότα τοῦ τελευταίου μεγάλου ἀγῶνος, καὶ πάντοτε μετ’ ὀλιγωρίας προσεβλέψαμεν καὶ εἰς τὰς ἀντιδράσεις καὶ εἰς τὰ προσκόμματα, καὶ εἰς τὰς ὕβρεις καὶ εἰς τοὺς προπηλακισμούς. Μᾶς ἀρκεῖ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκπληρῶμεν τὸ καθῆκόν μας, ὡς πατριῶται, ὡς Ἕλληνες. Τοῦτο θέλομεν ἐξακολουθήσει ἐκπληροῦντες ἐν ὅσῳ ζῶμεν. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω, ἂν προεπηλακίσθητε, δὲν ἠξεύρω, ἂν συνηντήσατε προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν ὑμῶν. Ἓν μόνον ἠξεύρω, ὅτι, ἐὰν ὑβρίσθητε, οὐδέποτε ὑβρίσθητε παρ’ ἡμῶν...
§83Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Προχθὲς ἀκόμη;
§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὕβρισα πρόσωπα, ἀλλ’ ἐχαρακτήρισα πολιτείαν, ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσω τὴν πολιτείαν ὑμῶν, ὅπως καὶ ὑμεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσητε τὴν πολιτείαν ἡμῶν. Ἐὰν δὲ προέβην εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πολιτείας ἐκείνης, ἔπραξα τοῦτο, ἀπαντῶν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἀρχηγοῦ ὑμῶν ἐνόμισεν ὅτι εἶχε δικαίωμα ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὁμιλήσῃ. Ὅτε δὲ ἠγέρθη καὶ εἶπεν ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως: «κατηγορῶ ὑμᾶς, ὅτι δὲν θέλετε τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας...»
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. «... κατηγορῶ ὑμᾶς, ὅτι ὑπεβάλετε νομοσχέδιον, δίδον τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἐπιδιώκετε δι’ αὐτοῦ ἢ νὰ πορίσητε ὠφελείας εἰς τοὺς ἐργολάβους, οἵτινες θέλουσιν οἰκοδομήσει τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται μνεία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ», οὐδεὶς δ’ ἠγέρθη ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον νὰ ἐγερθῶσιν, ὅπως φράξωσι τὸ στόμα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τοιαῦτα ἔλεγεν, ἠναγκάσθην τότε, προκληθεὶς, νὰ εἴπω, ποία εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ τῆς πολιτείας τῆς πτέρυγος ταύτης. Μεγάλη εἶναι ἡ διαφορὰ γνωμῶν μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος. Ὑμεῖς πάντοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπεστηρίξατε τὴν κωλυσιεργίαν, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κωλυσιεργίας ἐχαρακτηρίσατε ὡς ἐπιβαλλόμενον ἐκ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος· ἐγὼ πάντοτε ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ κωλυσιεργία οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ἄρνησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι κατ’ ἐμὴν ἰδέαν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα βασίζεται ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῶν περισσοτέρων. Δικαίωμα συζητήσεως ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει εὐρὺ, εὐρύτατον, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποφάσεως ἀνήκει εἰς τοὺς περισσοτέρους· ἡ τακτικὴ ὅμως ὑμῶν εἰς οὐδὲν ἕτερον καταλήγει συμπέρασμα ἢ εἰς τὸ νὰ ἐκμηδενίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποφάσεως, διότι δὲν συζητεῖτε πρὸς διαφώτισιν τῶν ζητημάτων, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ παρεμποδίσητε τὴν ἀπόφασιν, νὰ ἐκμηδενίσητε τὸ δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας. Συνεζητεῖτο, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχον ὑποβληθῆ τροπολογίαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὰς τροπολογίας ταύτας. Φθάνομεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐγείρεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, τοῦ κανονίζοντος, ὅτι διὰ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης θὰ ἀγορασθῇ πρῶτον ὁ ἀναγκαῖος ὁπλισμὸς τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐγερθῶσι δεύτερον τὰ ἀναγκαῖα στρατιωτικὰ κτίρια. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἠγέρθη συζήτησις, καὶ ἐνῷ ὑπεστήριζε τὸ ἄρθρον 3 καὶ τὴν διάταξιν περὶ στρατιωτικῶν κτιρίων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἐνῷ ὑπεστήριζε ταύτην καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἀμφότεροι, ὁδηγοῦντες τοὺς ὀπαδοὺς ὑμῶν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, φεύγουσιν ἐκ τῆς αἰθούσης, καὶ ἐνστάσεις ἐπὶ ἐνστάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας παρεμποδίζουσιν ἡμᾶς νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο...
§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἀφήγησις τῶν λαβόντων χώραν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο, οὐδὲ ὑμεῖς δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτε ἔλαβε τὸν λόγον, εἶπεν, ὅτι ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ὑπεστήριξε διὰ μακρῶν τὴν ἀνάγκην τῆς διατάξεως ταύτης. Ἐνῷ λοιπὸν εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ ἐδηλώσατε, ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην δέχεσθε, διατὶ ἀποχωρεῖτε; διατὶ ματαιώνετε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου;
§89Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σχετίζεται τάχα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μὲ τοὺς νέους φόρους; —καὶ θὰ εἴπω ἀργότερον τὰ δέοντα περὶ τῶν νέων τούτων φόρων. —Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ τί ὁρίζεται; Ὁρίζεται, ὅτι κύριος πόρος τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἶναι 10% ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Ἐρωτῶ, γίνεται μνεία ἐν αὐτῷ περὶ αὐξήσεως φορολογικῆς;
§91Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τί ἐδηλώσατε, προκειμένου περὶ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς;
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ἐδήλωσα, εἶναι γνωστόν, καὶ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ ἐπαναλάβω τὴν δήλωσίν μου ταύτην.
§93Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνδέεται.
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὑμεῖς ἔχητε ἐναντίαν ἰδέαν, ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ φορολογία ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν, εἶσθε ἐλεύθεροι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων, νὰ συζητήσητε ἐπ’ αὐτῶν, καὶ νὰ πείσητε τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν πρέπει τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ ἀποδεχθῇ· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐρωτῶ, ὁποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν; Καταγγέλλετε ἡμᾶς, ὅτι δὲν ὑπεστηρίξαμεν ἐπαρκῶς τὴν διάταξιν, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ συζήτησις· ἀλλ’ ἡ καταγγελία αὕτη ἀποδεικνύει ἔτι μᾶλλον τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐπὶ τῆς οὐσίας συμφωνίαν. Διατὶ ἀποχωρεῖτε; διατὶ ζητεῖτε νὰ ματαιώσητε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου; Ἔχω λοιπὸν δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι, ἐνῷ λέγετε ὅτι ἐπιθυμεῖτε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, πράγματι ἐνεργεῖτε νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο εἶπον. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται πάντοτε ν’ ἀνατρέχῃ εἰς τὸ παρελθόν, δὲν ἠδυνήθη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ μὴ μνησθῇ τοῦ 1896, νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ δι’ ἑκατοστὴν φορὰν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε, μέ τινα διαφορὰν πάντοτε ἐν τοῖς ποσοῖς. Ἀλλ’ ἐναντίον τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων πάντοτε διεμαρτυρήθημεν, εἴχομεν δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπαναλάβει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπεδείξαμεν ὡς μὴ ὀρθὰ, καὶ ἀπεδείξαμεν τὸ μὴ ὀρθὸν αὐτῶν ἐν μακραῖς συζητήσεσιν, εἶναι δὲ περιττὸν παρεμπιπτόντως πάντοτε νὰ ἐπαναλαμβάνητε τὰ αὐτὰ, εἶναι περιττὸν νὰ λέγητε, ἀποτεινόμενοι πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐσπαταλήθησαν 40 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ ζητῆτε νὰ σᾶς εἴπωμεν, τὰ 40 ἑκατομμύρια, διαιρούμενα διὰ τοῦ 4, τί ἀποτέλεσμα δίδουσιν· εἶναι περιττὸν, λέγω, νὰ λέγητε ταῦτα, διότι οὕτω μοὶ δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς ἑτέραν συζήτησιν εἶπον, ὅτι ταῦτα δύνανται νὰ λεχθῶσιν ἐνώπιον ἀγροτικοῦ ἐκλογικοῦ συλλόγου, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λεχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται ταῦτα, ἀφοῦ πολλάκις ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ παρ’ ὑμῶν λεγόμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἐπαναλαμβάνοντες ταῦτα δὲν δύνασθε νὰ ἐξέλθητε ἐκ τοῦ ἑξῆς διλήμματος: ἢ τὰ λεγόμενα παρ’ ὑμῶν εἶναι, ὡς ἐγὼ διατείνομαι, ἀνακριβῆ, ἢ ἀπ’ ἐναντίας εἶναι ἀκριβῆ· ἀλλὰ τότε διατὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε κατὰ τὸ 1903, καὶ ὁ ὁποῖος συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν καταργοῦνται τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα τῇ προτάσει σπατάλου καθ’ ὑμᾶς Κυβερνήσεως ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, διατὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑμῶν δὲν παρουσιάζεται ἡ οἰκονομία αὕτη τῶν δέκα ἑκατομμυρίων; Δὲν παρουσιάζεται ἡ οἰκονομία αὕτη, διότι, ὡς ἀπέδειξα εἰς ὑμᾶς ἐν ἄλλῃ συζητήσει, ὁ Προϋπολογισμὸς ὑμῶν τοῦ 1903, ὁ ἐπὶ τῇ βάσει οὐχὶ τῶν σχετικῶν νόμων συνταχθεὶς, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρ’ ὑμῶν προταθέντων νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεδιώκετο ἡ κατάργησις ὅλων τῶν νομοθετημάτων ἡμῶν, παρουσίαζεν ἔξοδα ἀνώτερα τῶν ἡμετέρων, καὶ ἀπέδειξα μαθηματικῶς τοῦτο, καὶ δὲν ἠδυνήθητε κατὰ τῆς ἀποδείξεως ταύτης νὰ εἴπητέ τι. Ὅταν λοιπὸν μετὰ τὴν ἀπόδειξιν ταύτην ἐπαναλαμβάνητε λέγοντες, ὅτι ἐσπαταλήσαμεν δέκα ἑκατομμύρια, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι λέγετε ἐκ προθέσεως πράγματα μὴ ἀκριβῆ...
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν ἀπάντησιν ταύτην τὴν περιμένω, ἀλλὰ τὴν ἤκουσα ἑκατοντάκις, καὶ κατὰ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης, τῆς τοσοῦτον ἐπαναλαμβανομένης, πάντοτε ἀντετάξαμεν ἀνταπάντησιν, καὶ θὰ λάβω ἢ ἐγὼ ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κόπον, ἵνα καὶ πάλιν συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον κυρίως χωρίζει ἡμᾶς ἀφ’ ὑμῶν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον χωρίζει ἡμᾶς ἀφ’ ὑμῶν, εἶναι τοῦτο: εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ δι’ οἰκονομιῶν; Ἀπεδείξατε ὑμεῖς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ παρ’ ὑμῶν συνταχθεὶς, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια περὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ οἰκονομιῶν τοῦτο νὰ ἐπιτευχθῇ, διότι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, δὲν ἠθέλετε φέρει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δὲν ἠθέλετε εἴπει τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγραφῶσι πόροι περισσότεροι τοῦ ταμείου ἄνευ προτάσεως νέων φόρων. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα λέγετε, διατείνεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγραφῶσιν ἀνώτερα ποσὰ ἄνευ τῆς ἐπιβολῆς φόρων· ἀλλὰ τότε, ἐπαναλαμβάνω, διατὶ δὲν ἀνεγράψατε τὰ ποσὰ ταῦτα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν: Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ ἀπαντήσητε, καὶ ὄχι νὰ ἐπαναλαμβάνητε δι’ ἑκατοστὴν φορὰν, παραβάλλοντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, τὴν κατηγορίαν ἐπὶ σπατάλῃ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐν τῇ συγκρίσει, ἣν τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ πάλιν ἐπανελάβετε, παρελείφθησαν ποσὰ, ἅτινα προχείρως δύναμαι νὰ σᾶς ἀναμνήσω, παρελείφθησαν τὰ ποσὰ τὰ κατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν σιδηροδρόμων. Μήπως καὶ ταῦτα ἀποτελοῦσι σπατάλην, καὶ δὲν ἀποτελοῦσιν ἀναγκαίαν καὶ ἐπιβεβλημένην αὔξησιν δαπάνης;
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιέλαβον τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, περιέλαβον τὰς ἀποδόσεις, καὶ ἐν ταῖς ἀποδόσεσιν ὑπάρχει τὸ ποσὸν ἐκεῖνο.
§100Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εὐηρεστήθητε νὰ μνησθῆτε καὶ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, ὅτε ὡμιλήσατε περὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀποδόσεων. Τὰ λεχθέντα περὶ σπατάλης εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμα, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δύνασθε νὰ ἐπαναλάβητε ὅσα θέλετε, δύνασθε νὰ ἐπαναλαμβάνητε ταῦτα, ἐλπίζοντες ἴσως, ὅτι διὰ τῆς συνεχοῦς ἐπαναλήψεως θὰ εἰσέλθωσι ταῦτα εἰς τὸν νοῦν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ δὲν θὰ εἰσέλθωσι, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι νοήμων, καὶ θὰ σᾶς ἀντιτάξῃ πάντοτε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ: «ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμητε οἰκονομίαν ἕνδεκα ἑκατομμυρίων, διατὶ δὲν τὴν ἐκάμετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903;» Κατηγορεῖτε ἡμᾶς, ὅτι ἐξυβρίσαμεν. Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι τοιαύτην πρόθεσιν οὐδέποτε εἶχον, διότι δὲν συνηθίζω νὰ ὑβρίζω, κύριε Ἀγγελόπουλε. Ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη εἶμαι ἐδῶ, καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) νὰ εἴπῃ, ἄν ποτε ὕβρισά τινα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἂν εἰς ἐμὲ δὲν ἐπιτρέπηται, ἀπαντῶντα εἰς προκλήσεις ὑβριστικωτάτας, νὰ μεταχειρισθῶ τραχείας λέξεις, ἐν στιγμῇ, ὁμολογῶ, ἐρεθισμοῦ, — ἐρεθισμοῦ ὅμως δεδικαιολογημένου, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀγορεύσεως, ἥτις ἐγένετο τὴν πέμπτην πρωϊνὴν ὥραν, — ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, ὁ ὁποῖος ἔρχεσθε ψύχραιμος ἵνα συζητήσητε, νὰ λέγητε, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ μετέβαλε ταύτην εἰς πρατήριον; Νομίζετε, ὅτι ἡ λέξις αὕτη εἶναι ὀλιγώτερον βαρεῖα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶπον ἐγώ; — μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἐγὼ ἐχαρακτήρισα τὴν πολιτικήν σας διὰ τῆς λέξεως, ἣν μετεχειρίσθην, ὑμεῖς δὲ καιρίως προσεβάλετε τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους διὰ τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτῶν ἐξετοξεύσατε. — Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἶπε καὶ τὸ ἑξῆς: «ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἐφέρατε, κυβερνήσαντες τὸ Κράτος ἐπὶ τρία ἔτη;» — ἐπὶ τριάκοντα μῆνας, διὰ νὰ ἤμεθα ἀκριβέστεροι. — Δὲν ἐφέραμεν νομοσχέδια στρατιωτικά, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι πάντοτε μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν διεξάγεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἐπιτρέπουσι νὰ γείνωσι δαπάναι διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν αὐτῆς.....
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ Δικαστήρια....
§102Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφήσατε τὰ Δικαστήρια. Τὴν κατηγορίαν ταύτην ἤκουσα, ἀκούω καὶ θὰ ἀκούω· δὲν θὰ λείψουν ποτὲ τὰ Δικαστήρια ἐκ τοῦ μέσου! Ἀφήσατε αὐτὴν τὴν δαπάνην τῶν 150,000 δραχμῶν, διότι διὰ δαπάνης 150,000 δραχμῶν οὔτε ὁπλισμὸς δύναται νὰ γείνῃ, οὔτε στρατὸς νὰ ὀργανωθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε καὶ καλὰ νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ Δικαστηρίων, σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ Δικαστήρια ἦσαν ἀναγκαῖα. Σεῖς εἴχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ Δικαστήρια ἦσαν ἄχρηστα καὶ ἐπιβλαβῆ· ἐμείνετε ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἐν τῇ Κυβερνήσει· τί ἐπράξατε; Ὑπεβάλετε νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως αὐτῶν; ὄχι· διότι ἐσκέπτεσθε περὶ τῆς πλειονοψηφίας σας. Ὑπεσχέθητε ὅτι θὰ καταργήσητε Νομαρχίας καὶ Δικαστήρια, ἀλλὰ τὰς Νομαρχίας τὰς ἐνεθυμήθητε κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου, καὶ τὰς ἐνεθυμήθητε τόσον ὀλίγον, ὥστε ἐν τῇ συντάξει τοῦ νομοσχεδίου ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος κατεκρίνετε ἡμᾶς, ὅτι δὲν μελετῶμεν ἐπαρκῶς τὰ παρ’ ἡμῶν προβαλλόμενα νομοσχέδια, εἴχετε ἐγγράψει διατάξεις περὶ ἀνασυστάσεως Ἐπαρχείων, ὅτε δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, εὑρέθη ὅτι εἷς ἀτυχὴς ἀντιγραφεὺς περιέλαβε τὴν διάταξιν ταύτην τῶν Ἐπαρχείων ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν! Αὐτὴ εἶναι ἡ μελέτη τῶν νομοσχεδίων ἐκ μέρους ὑμῶν! (χειροκροτήματα δεξιόθεν). Περὶ Πρωτοδικείων οὔτε κἄν λόγος παρ’ ὑμῶν ἐγένετο, ὅτε ἦσθε ἐν τῇ ἀρχῇ. Καταργοῦμεν Νομαρχίας καὶ Δικαστήρια, ὅταν εὑρισκώμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων· ὅταν ὅμως εἰσερχώμεθα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφίνομεν τὰ περὶ καταργήσεως νομοσχέδια εἰς τὴν θύραν αὐτῆς, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ τὰ ἀναλάβωμεν, ὅταν πλησιάσουν νέαι ἐκλογαί! (χειροκροτήματα δεξιόθεν). Ἐξήγησα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ ὑποβολῆς στρατιωτικῶν νομοσχεδίων· διότι, ἐν ὅσῳ δὲν ἦτο ἀποδεδειγμένον, ἂν ἡ χώρα ἡμῶν ἔχει τὰ μέσα, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας ταύτας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὑποβολῆς στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι εἴχετε τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῆτε μέρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐλέγετο καὶ ἐπανελαμβάνετο, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἡ χώρα ἡμῶν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἐπ’ αὐτῆς ἐπιβαλλόμενα βάρη, ὅτι ὠνειροπολοῦμεν, λέγοντες ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν 114 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐν τούτοις εἰσεπράξαμεν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ἀποδείξαντες ὅτι ἡ χώρα ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὰ ἐπιβαλλόμενα βάρη· καὶ ἡ ἀπόδειξις ὑπῆρξε τοσοῦτον καταφανής, ὥστε ἐπεβλήθη καὶ εἰς ὑμᾶς, διότι, ὅτε ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἀνεβιβάσατε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς 119 ἑκατομμύρια, ἀποδείξαντες διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ποσοῦ τῶν 119 ἑκατομμυρίων, ὅτι οὐδόλως ἐπιστεύετε εἰς ὅσα ἄλλοτε ἐλέγετε περὶ ἀνεπαρκείας τῆς χώρας, περὶ ἀδυναμίας αὐτῆς νὰ καταβάλῃ τὰ διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν ζητούμενα ποσὰ, πολὺ κατώτερα τῶν παρ’ ὑμῶν ζητηθέντων. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, καὶ οὐδένα δύνανται νὰ πείσωσιν αἱ ἀναδρομαὶ εἰς τὸ 1896 περὶ τῆς ἀληθείας τῶν διὰ τῶν ἀναδρομῶν αὐτῶν σκοπουμένων. Κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ἐπίσης, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρελάβομεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὴν κατηγορίαν ταύτην ἠκούσαμεν πολλάκις. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν εἶναι δυνατὸν νομοσχέδια τοιαύτης σημασίας νὰ μὴ παρασκευασθῶσιν ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ διασκευάσωσι ταῦτα. Ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ μελετήσῃ ταῦτα, νὰ ἐπιφέρῃ εἰς αὐτὰ τὰς διορθώσεις, τὰς ὁποίας νομίζει ἀναγκαίας, καὶ τὰς διορθώσεις ταύτας ὁ ἐμὸς συνάδελφος ἐπέφερεν. (Ἆ! ἆ! ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι περιττὸν νὰ λέγητε «ἆ! ἆ!», διότι δὲν γνωρίζετε, ἂν τὸ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενον εἶναι ἀκριβές· ἐγὼ ὅμως δύναμαι νὰ πιστοποιήσω τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων. Κατηγορεῖτε ἡμᾶς, ὅτι δὲν ὑπεστηρίξαμεν τὰ νομοσχέδια ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο, διότι ἐδηλώσαμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα ἐπί τινων θεμάτων ἀπαντήσωμεν. Καὶ ἐπὶ τίνος νομοσχεδίου ἐλέχθησαν ταῦτα; Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας. Ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅσην ἱκανότητα καὶ ἂν ἔχῃ, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ ἀμέσως ἐπὶ προτάσεων τροπολογουσῶν διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας· καὶ ἐπιβάλλεται ἴσως ἐπὶ τούτων ἡ συνεννόησις μετὰ τῆς ὑπηρεσίας, διότι δέον νὰ γείνῃ μελέτη παρὰ τῶν ἁρμοδίων, παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀσχολοῦνται ἐπὶ τοῦ πολυπλόκου τούτου θέματος. Κακῶς θὰ ἔπραττεν Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ σκεφθῇ, ἂν τροπολογία τις ὑποβαλλομένη συνδυάζεται καὶ σχετίζεται μὲ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἤθελεν ἐλαφρῶς ἀποδεχθῇ αὐτὴν, καὶ δὲν ἤθελεν ἀναβάλει τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἔκφρασιν γνώμης, ὅπως σκεφθῇ μετὰ τῶν ἁρμοδίων, τῶν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀσχοληθέντων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἀποδοχῆς ἢ μὴ τῆς τροπολογίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ δὲ κατηγορία ὑμῶν εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμος. Εἶπεν ἡμέραν τινὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπ’ αὐτοῦ προβαλλόμενα συντάσσονται ὅλα ὑπ’ αὐτοῦ· ἀλλὰ ὀλίγαι ἡμέραι παρῆλθον, καὶ εἷς τῶν φίλων αὐτοῦ, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τινὸς, ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο αὐτὸς εἶχε συντάξει.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον νομοσχέδιον συνέταξεν ἡ ὑπηρεσία;
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ δημοσιογραφικοῦ χάρτου.
§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδήλωσεν ὁ ὑμέτερος συνάδελφος, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δημοσιογραφικοῦ χάρτου αὐτὸς συνέταξε· τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ μέ τινας ἐπιφυλάξεις. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν ἀκριβῆ ἢ ὄχι· ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶ ὡς ἀκριβῆ τὴν δήλωσιν ταύτην, οὐδόλως θίγεται δι’ αὐτῆς ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, διότι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν μεγάλην αὐτοῦ ἱκανότητα, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς πάντα νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ δώσῃ τὰς γενικὰς γραμμὰς τῶν νομοσχεδίων, νὰ δηλώσῃ σαφῶς τὰς ἰδέας αὐτοῦ, καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀνήκει ἡ ἐν νομοσχεδίῳ διατύπωσις τῶν ἰδεῶν τούτων. Αὐτὸ εἶναι τοσοῦτον πασιφανὲς, ὥστε δὲν βλέπω ποῦ βασίζονται αἱ κατηγορίαι αἱ καθ’ ἡμῶν ἀπευθυνθεῖσαι. Ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς περὶ τῶν αἰσθημάτων αὐτοῦ πρὸς τὴν πατρίδα, περὶ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ τάχα νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν αἰσθήματα πρὸς τὴν πατρίδα, καθήκοντα πρὸς τὸν τόπον αὐτόν; Ἢ νομίζει, ὅτι ἤλθομεν προχθὲς εἰς τὸν τόπον τοῦτον, καὶ ὅτι τὸ ὄνομα ἡμῶν δὲν συνδέεται μὲ τὴν ἱστορίαν τῆς μικρᾶς Ἑλληνικῆς γωνίας, ἐξ ἧς καταγόμεθα; Δὲν ἠξεύρω, πόθεν ἀρύεται ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τὸ δικαίωμα, ἵνα μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως πρὸς ἡμᾶς ἀποτείνηται. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν ἔχω ἀνάγκην ἐπὶ μακρὸν ν’ ἀσχοληθῶ· ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡμεῖς καὶ ὑμεῖς σκεπτόμεθα περὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ καθῆκον ἔχομεν ἵνα ταύτην ὑπηρετήσωμεν· διαφωνοῦμεν μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ἀλλ’ αἱ προθέσεις καὶ ὑμῶν καὶ ἡμῶν δὲν δύνανται ν’ ἀμφισβητηθῶσιν. Εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος: «διατὶ, τοιαύτης ὑπαρχούσης διαφωνίας, δὲν διαλύετε τὴν Βουλὴν; διατὶ δὲν ἐπικαλεῖσθε τὴν γνώμην τοῦ τόπου;» Καὶ προκαλεῖ ἡμᾶς νὰ διαλύσωμεν τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν νομίζω ὅτι ἤγγικεν ἡ στιγμή, ἵνα τοῦ δικαιώματος τούτου γείνῃ χρῆσις. Τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις ἢ ἀφοῦ πεισθῇ τὸ Στέμμα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς Βουλῆς ταύτης νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Προσέθηκεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι φοβούμεθα τὸν λαόν, ὅτι φοβούμεθα τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ φρονήματος αὐτοῦ. Λησμονεῖτε ὅμως τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, λησμονεῖτε ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ δύο ἐτῶν ἐλέχθη, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θέλει σαρώσει τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιάν), καὶ ἐξεφράζετο λύπη, ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ παρακαθήσω ἐνταῦθα! Ἦλθον ὅμως αἱ ἐκλογαί, καὶ ἀπεφάνθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός· ἂν δὲ διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα δὲν νομίζω ὅτι σήμερον ἔχω καθῆκον νὰ χαρακτηρίσω, δὲν κατωρθοῦτο νὰ παραμορφωθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) θὰ ἦτο ἐν πλειονοψηφίᾳ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν τὸ σάρωμα, τὸ ὁποῖον προεβλέπετε; ποῦ εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῶν τότε εὐσεβῶν πόθων τῆς πτέρυγος ταύτης; (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ὅταν ἡ Βουλὴ διαλυθῇ, θ’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν λαόν, καὶ θ’ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτόν, φέροντες ὡς ἐφόδιον τὴν ἀλήθειαν. Εὔχομαι δὲ εἰς ὑμᾶς, ν’ ἀντιμετωπίσητε καὶ ὑμεῖς αὐτόν, φέροντες τὰ αὐτὰ ἐφόδια. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι πρωτεύει ἓν θέμα, οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, τῶν γενομένων ἐξόδων καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1899, 1900, 1901 καὶ 1902. Πρέπει πάντως νὰ ἐξετασθῇ, ἂν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι εἶναι ἀκριβεῖς, ἢ ἂν τοὺς ἐξήλεγξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, καὶ ἂν ὄντως ἀπέδειξεν, ὡς λέγει, —δὲν ἠξεύρω πότε, —ὅτι οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Σᾶς ἀναγινώσκω τοὺς ἀριθμοὺς, ἀντιγράψας αὐτοὺς ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν. Τὸ 1896—ἄς μὴ θορυβηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—εἶναι τὸ τελευταῖον ἔτος πρὸ τοῦ πολέμου· ὀφείλω αὐτὸ νὰ προβάλω, καὶ πρὸς αὐτὸ νὰ παραβάλω τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καθ’ ἕκαστον τῶν μετὰ τὸν πόλεμον ἐτῶν. Κατὰ τὸ 1896 τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, ἤτοι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, καὶ προσέτι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων καὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν, ἀνῆλθον εἰς 60,111,250.93. Κατὰ τὸ 1899 τὰ ἔξοδα αὐτὰ ἀνῆλθον εἰς 66,324,367 καὶ 35 λεπτά. Κατὰ τὸ 1900 τὰ ἔξοδα ταῦτα ποῖα ἦσαν; Μὴ περιλαμβανομένων τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, μὴ περιλαμβανομένων τῶν συντάξεων, μὴ περιλαμβανομένων τῶν ἐξόδων πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, μὴ περιλαμβανομένων τῶν Βασιλικῶν χορηγήσεων, μήτε τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς, τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, καὶ τὰ τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων ἀνῆλθον εἰς 67,598,711.87, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ δραχ. 7,487,460.94. Κατὰ τὸ 1901 τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 71,992,468.63. Ἐρωτῶ, ὑπερέβησαν ἢ δὲν ὑπερέβησαν τὰ 60,111,250.93 τοῦ 1896; Τὰ ἔξοδα τοῦ 1902 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 82,741,945.33, δηλ. ὑπερέβησαν κατὰ δραχ. 22,630,694.40 τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους 1896. Λοιπὸν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, παραγράφων τὴν ἀλήθειαν, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν 6,263,116.42 περισσότερα· ὅτι τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν δραχ. 7,487,460.94 περισσότερα· ὅτι κατὰ τὸ 1901 ἐδαπανήθησαν δραχ. 11,881,217.10 περισσότερα· ὅτι τὸ 1902 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἔξοδα τῆς διοικήσεως, τῆς ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ δι’ ἐπιστροφὴν χρημάτων δραχ. 82,741,945.33, ἤτοι 22,630,694.40 περισσότερα τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896. Λοιπὸν τὸ ἄθροισμα τῶν προσθηκῶν, τῶν αὐξήσεων τῶν ἐξόδων δὲν ἀνέρχεται κατὰ τὸ 1899 εἰς 6,263,116.42, τὸ 1900 εἰς δραχμὰς 7,487,460.94, τὸ 1901 εἰς δραχμὰς 11,881,217.10, καὶ τὸ 1902 εἰς 22,630,694.40; καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν συγκεφαλαιοῦνται εἰς 48,262,488.86; Ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 48,262,488.86 ἀφήρεσα τὰ λεγόμενα ἔκτακτα ἔξοδα. Ἀφήρεσα τὸ δάνειον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, καὶ τὰ 3,777,306 διὰ τὸ ἀντίτιμον τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, τὸ ὅλον δραχ. 6,777,306, καὶ ὑπελείποντο 41,485,182.86, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον κατ’ ἔτος δραχ. 10,371.295. Κύριε Πρόεδρε, διατάξατε νὰ φέρωσι τοὺς ἀπολογισμούς, νὰ ἀναγνώσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ γένηται τοῖς πᾶσι κατάδηλον, ὅτι οἱ ἀμφισβητοῦντες ἀμφισβητοῦσι τὴν ἀλήθειαν. Πρέπει νὰ γένηται γνωστόν, καὶ νὰ βεβαιωθῇ, τίς δὲν ἠξεύρει τί λέγει. Δὲν γνωρίζω, τίνες ἔχουσι καὶ τίνες δὲν ἔχουσι τὴν ἱκανότητα νὰ συντάσσωσι νομοσχέδια. Βεβαίως, ἐὰν πρόκηται περὶ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ τὸ ἥμισυ τὰ τελωνιακὰ τέλη τοῦ εἰσαγομένου τυπογραφικοῦ χάρτου, βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελε συντάξει τὸ τμῆμα τὸ Τελωνιακόν· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ νομοσχεδίων ἄλλων, οἷον περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως, περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας, περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, περὶ γεωπονίας, περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, βεβαίως δὲν θέλω ἀφήσει εἰς τοὺς ὑπουργικοὺς γραμματεῖς ἢ τοὺς τμηματάρχας νὰ συντάττωσι ταῦτα, ἀξιῶ νὰ τὰ συντάξωσιν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί, εἴτε ἐγὼ ἀντ’ αὐτῶν. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μεταβῇ εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ δὲν δηλώνω ποίαν ἔχω γνώμην περὶ τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως τυγχάνω μέλος αὐτῆς, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώνω τὴν γνώμην μου. Ὅτε ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσω τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, τὴν ἐσύστησα εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ αἰτήσωσιν αὐτήν· ὅτε παρῆλθεν ἡ περίοδος ἐκείνη, δὲν εἶχον πλέον συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσω, ἵνα διαλυθῇ ἢ διατηρηθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἤδη σεῖς ἔρχεσθε καὶ κατηγορεῖτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ λέγετε, ὅτι τὴν κατηγορεῖτε, διὰ νὰ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του σήμερον. Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του σήμερον; ἀναβῆτε εἰς τὰ Ἀνάκτορα, καὶ ζητήσατε ἀπὸ τὸ Στέμμα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς ἔχομεν πεποίθησιν περὶ τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς· τὴν ἔχομεν, διότι ἐξετάζομεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὰς πράξεις καὶ ἐνεργείας ἡμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐγγύησις, ὅτι τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ δὲν θέλει ἀρνηθῆ εἰς ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§107Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ νομίζω ὅτι ἤκουσα καὶ τὴν φράσιν: «καὶ εὑρέθησαν Ὑπουργοί, οἵτινες, ὅτε ἐζητοῦντο παρ’ αὐτῶν πληροφορίαι, ἐζήτουν ἀναβολὴν, ἵνα συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν ἁρμοδίων». Δὲν γνωρίζω, ἂν τοῦτο ἀπέβλεπεν εἰς κατάκρισιν ἐμοῦ· ἀλλ’ ἂν τοιοῦτον ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς φράσεως τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, νομίζω ὅτι μὲ ἀδικεῖ ἐκεῖνος, ὅστις εἰς ἄλλην ἐποχὴν μὲ συνεχάρη τηλεγραφικῶς...
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως σᾶς συνεχάρην τηλεγραφικῶς μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου. Καὶ τίς ἀμφισβητεῖ τὴν στρατιωτικήν σας ἱκανότητα; Ἐγὼ βεβαίως δὲν τὴν ἠμφισβήτησα, καὶ δὲν τὴν ἀμφισβητῶ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§109Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Δὲν γνωρίζω ποίους ἐννοεῖ ἁρμοδίους ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· ἀλλ’ ἐὰν ἐννοῇ τὰ ἄτομα τῆς ὑπηρεσίας, βεβαίως ἐκεῖνα εἶναι, εἰς τὰ ὁποῖα καταφεύγει ὁ Ὑπουργός, ὅταν πρόκηται νὰ λάβῃ πληροφορίας, διὰ τῶν ὁποίων νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν· διότι αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι σωρηδὸν μοὶ ἀπηυθύνθησαν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς παρούσης Συνόδου, ὅλαι ἦσαν ἐπερωτήσεις ἀναγόμεναι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἑπομένως φυσικὸν ἦτο νὰ καταφεύγω εἰς τὰ ἄτομα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἵνα φωτίζω τὴν Βουλὴν, χωρὶς ποτε νὰ τὴν ἀπασχολήσω διὰ τῆς ὕλης τῆς περιλαμβανομένης ἐν τοῖς συγγράμμασι καὶ τοῖς ἐγκυκλοπαιδικοῖς λεξικοῖς, ὅπερ θὰ ἦτο εὐκολώτατον δι’ ἐμέ.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§111Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προηγεῖται ἐμοῦ;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται· προηγεῖτο μάλιστα καὶ τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη.
§113Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Νὰ διακόψωμεν.
§114Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ παρακαλῶ ἐκ τῶν προτέρων νὰ μὴ διακοπῇ ἡ ὁμιλία μου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολύ;
§116Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ διακόψωμεν.
§118Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι, ἐὰν περάσουν 5 ἢ 10 λεπτὰ ἀπὸ τὴν ὀγδόην ὥραν, θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος.
§119Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Νὰ διακόψωμεν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θ’ ἀργήσῃ πολύ.
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Νὰ διακόψωμεν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας. Δὲν θ’ ἀργήσῃ πολύ. Εἶναι ὀκτὼ παρὰ τέταρτον· εἰς τὰς ὀκτὼ καὶ τέταρτον τὸ πολὺ θὰ τελειώσῃ. Δὲν διακόπτομεν· δὲν ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς διακοπῆς ἀκόμη.
§123Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀγορεύων, προσεπάθει νὰ ἀπαριθμήσῃ τὰς ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἐξ ἑκατέρας τῶν πτερύγων, συνελάμβανον τὴν ἰδέαν, ὅτι αὐξάνων τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπὸ τῆς νῦν ὑπουργικῆς μερίδος προταθεισῶν πρὸ καιροῦ ἐνστάσεων, καὶ θεωρῶν ταύτας ὡς κακόν τι, προσεπάθει ν’ ἀποδείξῃ, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ὅτι τοῦ κακοῦ τούτου κατὰ μείζονα βαθμὸν εἶναι ὑπεύθυνος αὕτη ἡ πτέρυξ. Ἀλλ’ ὅτε ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ ἀνακηρύσσοντος, ὅτι ἡ κωλυσιεργία καὶ ἑπομένως αἱ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας σῴζουσι τὸ πολίτευμα, τότε ἐσυλλογίσθην, μήπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προὐτίθετο νὰ πλέξῃ τὸν πανηγυρικὸν τῆς ὑπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μερίδος, ἀποδεικνύων ὅτι πολὺ περισσοτέρας φορὰς ἔσωσεν ἄλλοτε τὸ πολίτευμα αὕτη, καὶ οὐχὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, καὶ τὸν στέφανον τοῦτον, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ ὡρισμένως εἰς τὰ πρόσωπα μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρότειναν τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ τὸν μεγαλώσῃ, διὰ νὰ περιλάβῃ διὰ τοῦ στεφάνου αὑτοῦ ὁλόκληρον τὴν πτέρυγα ταύτην.
§124Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀρκεῖ νὰ μὴ ἦναι ἐξ ἀκανθῶν.
§125Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἠκούσαμεν λοιπόν, Κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἀπροκαλύπτως πλέον ἀνακηρύσσοντος ὡς δόγμα καὶ ὡς ἀρχὴν αὑτοῦ θεμελιώδη, ὅτι ἡ κωλυσιεργία οὐ μόνον τὰ Κράτη σῴζει, ἀλλὰ καὶ τὸ πολίτευμα τὸ Συνταγματικόν...
§126Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὑπὸ ἕνα ὅρον ὅμως. Εἰπέτε καὶ τὸν ὅρον.
§127Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἠξεύρω τὸν ὅρον. Ὑπὸ τὸν ὅρον, ὁ προβάλλων τὴν ἔνστασιν τῆς ἀπαρτίας νὰ φρονῇ, ὅτι ἓν νομοσχέδιον, λόγου χάριν, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, εἶναι ἐπιβλαβές.
§128Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτόν.
§129Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ὅρος. Αὐτὸς δύναται νὰ ἐξυπακούηται ὡς ὁ ἀθῳότερος λόγος.
§130Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἐνοήσατε. Δὲν εἶπεν αὐτόν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γουναράκη, ἀπαντᾶτε ἔπειτα.
§132Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον λοιπόν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἑτέρου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου καὶ ἀξιοτίμου φίλου μου, νὰ φρονῇ καὶ νὰ ὁρκίζηται ἴσως ὁ προτείνων τὴν ἔνστασιν, ὅτι ἓν λόγου χάριν νομοσχέδιον εἶναι κατὰ τὴν κρίσιν του ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ δύναται ἑπομένως ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον, τοῦ νὰ ἰσχυρίζηται ἢ νὰ φρονῇ τοῦτο ὁ εἷς, νὰ ματαιώσῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, δηλαδὴ τὴν γνώμην καὶ θέλησιν ἁπάντων τῶν λοιπῶν. Οὕτω λοιπὸν λειτουργοῦν σῴζεται τὸ πολίτευμα!
§133Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Παραδείγματος χάριν;
§134Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμείνατε, ἢ εἰπέτε ὑμεῖς ἓν παράδειγμα.
§135Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ταμείου Ἀμύνης.
§136Δ. ΔΕΔΟΥΣΗΣ. Μάλιστα! Ταμείου Ἀμύνης!
§137Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Βέβαια. Νὰ δώσωμεν 100 ἑκατομμύρια νὰ τὰ φάγουν μερικοί! Αὐτὸ εἶναι τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης! Δὲν τὸν ἐνδιαφέρουσι τὸν κύριον αὐτὸν αἱ λεπτομέρειαι.
§138Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰσέτι δὲν ἐπείσθην ὅτι ἡ κωλυσιεργία σῴζει τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ ὅτι ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας — πρὸς κωλυσιεργίαν, ὡς γνωστόν, συνήθως γιγνομένη — δὲν εἶναί τι κακόν, τὸ κατ’ ἐμὲ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὡς γενικὴν κατὰ τοῦ μέτρου τῆς κωλυσιεργίας κατηγορίαν, νὰ τὴν ἐξηγήσῃ ὡς ἀπευθυνομένην κατὰ μόνων ἐκείνων, οἵτινες κωλυσιεργοῦντες προτείνουσι τὰς τοιαύτας ἐνστάσεις, εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν ἀνήκωσιν οὗτοι μερίδα, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ κόμματα δὲν εἶναι συμμορίαι συστηθεῖσαι πρὸς διάπραξιν ἐγκλημάτων, ἵνα ἀποδίδηται εἰς ἕκαστον μέλος τῆς συμμορίας εὐθύνη διὰ τὰς πράξεις τῶν ἄλλων, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται ποτὲ νὰ ὑπάρχῃ εὐθύνη εἰς μίαν πτέρυγα ὁλόκληρον, διότι εἷς, δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα, ὁσοιδήποτε, προτείνουσι κωλυσιεργοῦντες ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας. Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι συνάδελφοι, φρονῶ, ὅτι τῶν τοιούτων μέσων, δι’ ὧν παρακωλύονται αἱ ἐργασίαι ἡμῶν, ἡ κατάχρησις, ἀλλὰ καὶ ἡ χρῆσις ἀκόμη, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, δύναται ν’ ἀποβῇ εἰς ματαίωσιν τοῦ πολιτεύματος. Θέλων δὲ νὰ φέρω πάντοτε τὸ συμπέρασμα περὶ τοῦ πρακτέου, εἶπον πάντοτε καὶ ἐπαναλαμβάνω ἑκατοστὴν ἴσως φοράν, ὅτι πρέπει διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ τεθῶσι περιορισμοὶ, πρέπει νὰ ληφθῶσι πρὸ παντὸς μέτρα, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, ὅπως ἐλήφθησαν τοιαῦτα μέτρα καὶ ἀλλαχοῦ, λόγου χάριν ἐν Ἰταλίᾳ. Ἀλλ’ ὅταν ἤδη πλέον, ὡς σήμερον, ἀπροκαλύπτως ἀνακηρύσσηται ὡς δόγμα καὶ ἀρχὴ πολιτικὴ ἡ κωλυσιεργία, ὅταν προστίθηται, ὅτι εἶναι καὶ ἔργον σωτηρίας τοῦ πολιτεύματος τὸ κωλυσιεργεῖν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσωμεν πλέον ἕως ἐδῶ. Καὶ θεωρῶ, οὐ μόνον ὅτι εἶναι ματαία καὶ ἡ συζήτησις ἡ γενομένη, ἀλλὰ καὶ ὅτι προσθέτως αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν πλέον νὰ σεβασθῶμεν κανένα Κανονισμὸν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ. Ὅτε δ’ ἔλεγον προχθὲς, ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ὅτι κινδυνεύομεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ μὴ προχωρῶμεν οὔτε κἄν μέχρι τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ τὰ πάντα ἐνταῦθα νὰ διεξάγωμεν ἐν συζητήσεσι περὶ τῶν πρακτικῶν, δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἠδύνατο τοῦτο νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν πλέον συστηματικήν. Καὶ ἰδοὺ, σήμερον ἐπιτρέπεται, προκειμένου περὶ ἐπικυρώσεως ἢ μὴ ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, νὰ ἐπαναφέρωνται ὅλαι αἱ προηγηθεῖσαι συζητήσεις! Μήπως ἠκούσατε, Κύριοι, νὰ λέγηται, ὅτι κακῶς ἐγράφη τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ὡς λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἑπομένως κακῶς ἔχουσι τὰ πρακτικά; Ἀπ’ ἐναντίας. Συνεζητοῦντο ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τὰ λεχθέντα, συνεζητεῖτο ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ἡ πολιτικὴ τῆς πτέρυγος τῆς μιᾶς καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς ἄλλης. Ἀλλ’ ὅταν εἰς τοιούτους θλιβερῶς κωμικοὺς ἐκτροχιασμοὺς ἔχωμεν περιέλθει, περιμένετε πλέον λειτουργίαν Συνταγματικοῦ πολιτεύματος; θεωρεῖτε ἀσφαλιζόμενον οἱονδήποτε συμφέρον τοῦ Κράτους, ὅταν ἀρκῇ εἷς καὶ μόνος νὰ ματαιώσῃ τὰ πάντα ἐν τῇ Βουλῇ; Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἤθελον παρατηρήσει εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἀποδεχθεὶς συζήτησιν οὐσιαστικὴν, ἐνῷ ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, ματαίως ἀγωνίζεται νὰ πολεμήσῃ πλέον καὶ καταδικάσῃ ἢ καταστείλῃ τὴν ἀπροκάλυπτον κωλυσιεργίαν· διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ ἀποδέχηται συζήτησιν καθ’ οἱανδήποτε στιγμήν, καὶ ὅταν ἀκόμη ἁπλῶς ἀναγινώσκωνται τὰ πρακτικὰ, ἐὰν θεωρήσῃ ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ ἐπαναλαμβάνῃ καὶ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς προτεραίας τὰς ἰδέας αὑτοῦ τὰς πολιτικὰς, εἴτε προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν, εἴτε προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν, δίδων οὕτω νέαν τροφὴν εἰς τὴν κωλυσιεργίαν καθ’ ἑκάστην, εἶναι περιττὸν καὶ τὸ νὰ γίνηται χρῆσις τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, διότι τότε κατ’ ἄλλον τρόπον, ἀληθῶς ἐμπαικτικώτερον τοῦ πολιτεύματος, δύναται νὰ ματαιῶται ἡ λειτουργία αὐτοῦ διὰ τῆς ἀτελευτήτου ἐπαναλήψεως τῶν αὐτῶν συζητήσεων. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὕτω καὶ τὸ ἄλλο κακὸν, ὅτι ὁ λαὸς, ὃν ἐπικαλοῦνται, δὲν θὰ κατανοῇ κἄν περὶ τίνος ἑκάστοτε πρόκειται;—Θὰ νομίζῃ, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς προτεραίας εἶναι κανονική τις συζήτησις ἐπὶ νέων ζητημάτων, καὶ οὐχὶ διακωμῴδησις σκόπιμος. — Τουλάχιστον διὰ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας γίνεται κατάδηλον παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι ὁ ἐνιστάμενος δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον της. Εἶναι οὕτω γενναιότερόν τι ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἀπέναντι τοῦ ἄλλου συστήματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον καλύπτεται χειροτέρα δολοφονία καὶ ὁ ἐμπαιγμὸς τοῦ πολιτεύματος.
§139Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ὁποῖον σεῖς ἤδη δίδετε ἀφορμήν.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ διακόψωμεν.
§141Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ὀγδόη ὥρα, πρέπει νὰ διακόψωμεν ὁπωσδήποτε, τότε δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 8 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 55′ μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Γιαννακίτσα). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§143Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε, Κύριοι, πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐλάμβανε τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ἓν μόνον ἔβλεπον τὸ παράχορδον, ὅτι ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, καὶ προκειμένου περὶ τῆς κυρώσεως ἢ μὴ κυρώσεως αὐτῶν, δὲν συνεζητεῖτο πλέον, ἂν καλῶς ἐγράφησαν ἐκεῖνα, περὶ ὧν πρόκειται, ὡς λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἂν καλῶς ἐλέχθησαν ταῦτα. Ἐνῷ ἀπὸ δεκάδων ἤδη ἐτῶν, προκειμένου περὶ ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, οὐδὲν ἄλλο γίνεται ἢ νὰ ἀκούηται ὁ φέρων τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι κακῶς διετυπώθησαν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, καὶ νὰ γίνηται ἡ διόρθωσις, ὡς ὁ ἐνιστάμενος ἐζήτει, ἤδη ἐρχόμεθα πάλιν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν αὐτῶν θεμάτων, καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὁριστικῶς ἐλύθησαν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο μόνον, Κύριοι, ἔβλεπον τὸ παράχορδον ἐν τοῖς λόγοις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι συζητεῖ τὴν οὐσίαν τῶν λεχθέντων, προκειμένου περὶ τῶν πρακτικῶν, κατὰ τὰ ἄλλα, ἐννοεῖται, μόνον κατ’ ἀρχὴν θὰ ἤμην συμφωνότατος πρὸς αὐτὸν, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προϋποθέτει πάντοτε, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐνστάσεων τῆς ἀπαρτίας, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς κακοῦ, καὶ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τοῦ κακοῦ τούτου οἱ πλειότερον δῆθεν ὑπαίτιοι εἶναι οἱ τῆς πτέρυγος τῆς κυβερνητικῆς, ὅτι πλειότερον αὐτοὶ δῆθεν ἐκωλυσιέργησαν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀποφανθῶμεν ἡμεῖς. Εὐτυχῶς αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς γίνονται ὑπὸ τὰς ὄψεις καὶ τὰς ἀκοὰς τοῦ κοινοῦ, καὶ ὁ λαὸς σύμπας γνωρίζει, ποῖοι εἶναι οἱ ἑκάστοτε κωλυσιεργοῦντες. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται, ὅτι πρόκειται πάντοτε περὶ ἑνὸς κακοῦ. Ἀλλὰ τίς λοιπὸν ἔσεται ἡ θεραπεία; Ἡ θεραπεία δὲν δύναται νὰ ζητηθῇ παρὰ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς πτέρυγος, οὐδὲ διὰ τῶν ἀενάων ἀντεγκλήσεων. Ἡ θεραπεία δύναται νὰ εὑρεθῇ μόνον ἐν τῇ συντάξει ἀληθοῦς Κανονισμοῦ, ὅπως ἐζητήθη καὶ εὑρέθη πανταχοῦ τοῦ κόσμου. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι μόνοι ἡμεῖς εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἔχωμεν Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ Κανονισμὸν ἀληθῆ καὶ οὐχὶ παρῳδίαν Κανονισμοῦ. Θὰ ἦτο πρωτότυπον ἀληθῶς, νὰ ἀξιῶμεν ὅτι πολυμελὲς Σῶμα, οἷον ἡ Βουλή, ἐκ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα ἐξαρτῶνται, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἑπομένως ἀνοίγεται στάδιον καθ’ ἑκάστην εἰς τοὺς σφοδροτέρους τῶν ἀνταγωνισμῶν, ὅτι δύναται νὰ συζητῇ καὶ νὰ ἐργάζηται ἄνευ Κανονισμοῦ, ὅτι δύνανται νὰ συναχθῶσι 250 ἄνθρωποι καὶ νὰ συζητῶσι καὶ νὰ ἐργάζωνται χωρὶς νὰ ἔχωσι Κανονισμὸν εἰς τὰς ἐργασίας καὶ συζητήσεις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐφρόνουν μέχρι τοῦδε, ὅτι προσωπικὰ ἦσαν μᾶλλον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβαινον προχθές, καὶ ἔλεγον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ἀναρχικὴ ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, ὠφείλετο εἰς μίαν ἀπουσίαν, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἐκείνη ἡ ἀπουσία, νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖνο τὸ ἄρυθμον καὶ παράχορδον ἐν τῇ δράσει τῆς μιᾶς πτέρυγος, διότι, ὅπως τὰ ἄλλα πολυμελῆ Σώματα, οὕτως ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ τὰ κόμματα Κανονισμῶν, οὐχὶ βεβαίως γραπτῶν, ἀλλ’ ἀγράφων, τοὺς ὁποίους οἱ ἡγέται αὐτῶν ἐπιβάλλουσιν, αἴφνης εἴδομεν σήμερον, ὅτι ἀντιθέτως πρὸς τὴν προσδοκίαν, ἀντιθέτως πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ τοῦ ἡγέτου τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἐποιησάμην προχθές, αἴφνης, λέγω, ἠκούσαμεν σήμερον ὑπ’ αὐτοῦ τούτου ἀνακηρυσσομένην τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ κωλυσιεργία σώζει τὸ πολίτευμα! Τὸ πρᾶγμα διαφέρει πλέον, καὶ ὀφείλομεν νὰ σταματήσωμεν ἐδῶ, διότι δὲν ἐννοῶ εἰς τί χρησιμεύουσιν αἱ συζητήσεις, ἐὰν τοιαύτη ἀνακηρυχθῇ ἀρχή! Πρὸς τί θὰ συζητήσωμεν; Συζητεῖ τις ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ πείσῃ τοὺς πλειοτέρους· ἀλλ’ ὅταν ἀνακηρύσσηται, ὅτι, καὶ ἂν πείσωμεν τοὺς 233 ἐκ τῶν 234, οὐδὲν θὰ ἔχωμεν ἀποτέλεσμα, διότι ἀρκεῖ ὁ εἷς, ὁ διαφωνῶν ἢ ἀντιπράττων, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν χρησιμοποίησιν ἐνστάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ τῶν λοιπῶν κωλυσιεργικῶν μέσων, διὰ νὰ ματαιώσῃ πᾶσαν ἐργασίαν, πρὸς τί αἱ συζητήσεις αἱ μακραί; Καὶ δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐμπαίζομεν πλέον καὶ τὸν ἑαυτόν μας, παριστῶντες, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες, ὅταν τοιαῦται ἀνεκηρύχθησαν ἀρχαί; Καὶ κατὰ τοῦτο, νομίζω, ὑπέρμετρος ἦτο ἡ συγκατάβασις, ὑπέρμετρος ἡ κοινοβουλευτικότης τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐσύρθη, οὕτως εἰπεῖν, εἰς αὐτὸ τὸ πεδίον, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τῶν πρακτικῶν, ν’ ἀπαντήσῃ καὶ κατ’ οὐσίαν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἑαυτοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς τῶν ἀντιθέτων αὐτοῦ. Κατ’ ἐμέ, ἀπ’ ἐναντίας ὤφειλε νὰ σταματήσῃ ἐπὶ τοῦ κηρυχθέντος ὑπὲρ τῆς κωλυσιεργίας δόγματος. Οὐδ’ ἐννοῶ πλέον, πρὸς τί ἠθέλομεν χρησιμεύσει ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἐνταῦθα, ἂν ὄχι ὡς ψευδομάρτυρες ὑπὲρ τῆς παρῳδίας ταύτης τοῦ πολιτεύματος (εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Ἀλλὰ θαυμάζω τόσον περισσότερον, ὅτι τοιαῦται ἰδέαι ἀνεκηρύχθησαν ἐκεῖθεν, θαυμάζω τόσον περισσότερον, καθόσον ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖνα τὰ ἔναυλα ἀκόμη εἰς τὰς ἀκοάς μας, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι ἀναγινώσκομεν εἰσέτι ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, διότι χθὲς καὶ πρώην ἔτι ἀνεκηρύσσετο ὡς μέσον σωτηρίας, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ διάλυσις τῆς Βουλῆς! Ἀλλὰ πρὸς τίνα σκοπόν; Διὰ νὰ δώσῃ, ἔλεγον, ἡ νέα Βουλὴ βιώσιμον Κυβέρνησιν! καὶ προσθέτως, «τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐπιθυμῶ» — ἔλεγεν ὁ ἁρμοδιώτερος πάντων, ὡς ἀρχηγὸς τῶν διαλυτικῶν, — «οὐχὶ διότι προσδοκῶ ἐκ τῶν νέων ἐκλογῶν νὰ ἐπικρατήσωσιν αἱ ἰδέαι ἡμῶν, ἀλλὰ διότι ἐπιθυμῶ νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας Κυβέρνησις βιώσιμος. Καὶ ἐν τούτῳ, νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ἠπόρησα, τὸ κατ’ ἐμέ, διὰ τὸ ὑπέρμετρον αὐτῆς τῆς κοινοβουλευτικότητος. Νὰ θέλῃ τις τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς μόνον καὶ μόνον, ἵνα περιβληθῶσι τὴν κοινοβουλευτικὴν μονιμότητα αἱ ἰδέαι αἱ ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἰδικάς του, νὰ θέλῃ τις τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἵνα σταθερώτερον ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἰδέαι αἱ κατ’ αὐτὸν σφαλεραὶ καὶ ὀλέθριαι εἰς τὸ Κράτος, ὡσεὶ ἔλεγέ τις, ὅτι δὲν σημαίνει ἂν τὸ Κράτος ἀποθάνῃ, ἀρκεῖ ν’ ἀποθάνῃ κοινοβουλευτικῶς! Τοῦτο κατὰ λογικὴν ἀνάγκην ὑπεστήριζον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρίστων, ὅτι αἱ ἰδέαι καὶ τὸ πρόγραμμα τῶν ἀντιθέτων πρὸς αὐτοὺς ἦσαν ὀλέθρια διὰ τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἤθελον ἀφ’ ἑτέρου τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς χάριν μόνον τῆς διαλύσεως, ἤ, ἀκριβέστερον, μὲ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ περιβληθῶσι καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν βιωσιμότητα αἱ ἰδέαι αἱ ὀλέθριαι! Ἀλλ’ ὅπως δήποτε αὕτη ἡ ὑπερβάλλουσα κοινοβουλευτικότης, ἡ ἀναστρέφουσα τοὺς ὅρους καὶ παριστῶσα, ὅτι τὸ Κράτος ὑπάρχει χάριν τῶν θεσμῶν, καὶ ὄχι οἱ θεσμοὶ χάριν τοῦ Κράτους, ἦτο ὑπερβολὴ σεβαστὴ, διότι ἐν τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ὑπερβολῆς ὑποδεικνύεται ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ, ὅτι ἔν τινι Κράτει, τὸ ὁποῖον κυβερνᾶται συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς, πρώτη βάσις εἶναι νὰ κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία, καὶ ὅταν ἀκόμη σφαλερῶς κυβερνᾷ. Τοῦτο λοιπὸν ὀφείλουσι καὶ νῦν νὰ εἴπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅταν σήμερον, καὶ μὴ διαλυθείσης τῆς Βουλῆς, ἰδοὺ προέκυψε Κυβέρνησις τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν παριστᾷ τι τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν, ὅταν δὲν πρόκηται πλέον περὶ τῶν θεσμῶν, τότε περὶ τίνος πρόκειται; Τότε ἔρχεται ἄλλη πλέον ἀρχὴ, ὄχι πλέον οἱ θεσμοὶ, ὄχι πλέον αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις, ὄχι πλέον ἡ κοινοβουλευτικὴ πλειονοψηφία, ἀλλ’ ἡ κωλυσιεργία, ἡ πάντα ἐκεῖνα ῥιζικῶς καὶ συλλήβδην ἀνατρέπουσα. Οὕτω λοιπόν, ἕως μὲν πρὸ ὀλίγου, ἐὰν τὸ Κράτος ἐπρόκειτο νὰ βλαφθῇ, ἐζητεῖτο ἵνα τουλάχιστον σωθῶσιν οἱ θεσμοί. Θὰ ἔμενον οἱ θεσμοί, ἔστω καὶ μετέωροι εἰς τὸν ἀέρα, ἢ ὡς ἐπίγραμμα πρὸς ἀνάμνησιν, ὅτι ὑπ’ αὐτοὺς ὑπῆρχέ ποτε Κράτος συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικόν. Ἀλλὰ σήμερον τί θὰ μείνῃ; Οἱ θεσμοί; Ἀλλ’ οἱ θεσμοὶ ὑποθέτουσι Κανονισμοὺς, καὶ οἱ Κανονισμοὶ σκοποῦσιν εἰς ἐργασίαν καὶ ὄχι εἰς κωλυσιεργίαν. Καὶ ὅμως ἀνεκηρύχθη πλέον ὡς ἀρχὴ ἡ κωλυσιεργία, δηλαδὴ ἡ ἄρνησις πάσης ἀρχῆς. Ἐρρέτωσαν λοιπὸν καὶ Κράτος καὶ θεσμοὶ καὶ τὰ πάντα, καὶ ζήτω μόνον ἡ κωλυσιεργία! Δὲν πρόκειται λοιπὸν πλέον νὰ ἐξετάσωμεν, ἄν τινες προτείνουσι τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας πρὸς σκοπὸν κωλυσιεργίας, ἢ ἐκ τῆς εὐλαβείας καὶ τοῦ μεγάλου ζήλου, ὃν αἰσθάνονται, μὴ τυχὸν δὲν παρευρίσκωνται ἱκανοὶ τὸν ἀριθμὸν Βουλευταὶ διαρκῶς καὶ κατὰ πᾶσαν συζήτησιν, ζήλου, ὃν δὲν αἰσθάνονται οἱ ἄλλοι κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενοι λαοὶ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς. Σήμερον ἀνεκηρύχθη, ὅτι ἡ κωλυσιεργία εἶναι καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον, ἀρκεῖ νὰ φρονῇ ὁ προτείνων τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας, ἢ ὅπως δήποτε ἄλλως, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγει αὐτὸς, εἶναι τὰ ὠφελιμώτερα, καὶ ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγουσιν οἱ 233, δὲν εἶναι ὀρθὰ καὶ ὠφέλιμα, καὶ ἑπομένως εὐσυνειδήτως δύναται ὁ εἷς νὰ ἐμποδίζῃ τὰς ἰδέας καὶ τὴν θέλησιν τῶν 233! Ἀλλ’ ἐρωτῶ πλέον νὰ μὴ εἴπῃ οἱοσδήποτε, πῶς λέγεται τὸ πολίτευμα τοῦτο; Ἀνεγίνωσκον, ὅτι κατὰ τὴν μεγάλην Γαλλικὴν ἐπανάστασιν μεταξὺ τόσων ἄλλων ἰδεῶν ἀνεκηρύχθη καὶ ὅτι ἡ κυριαρχία δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Μήπως τοιοῦτόν τι πρόκειται ν’ ἀνακηρυχθῇ; Ἀλλ’ οὕτω πᾶς τις ἀληθῶς δύναται νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι αὐτὸς ἐκπροσωπεῖ τὸν ὀρθὸν λόγον, καὶ περιττὴ πλέον ἡ ἀναζήτησις τῆς γνώμης καὶ τῆς θελήσεως τῶν πλειόνων, περιττὸν τὸ ἐκ ταύτης τεκμήριον τῆς ὀρθότητος, τὸ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν καὶ τὴν θεμελιώδη ἔννοιαν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ὑπάρχωσι σήμερον ἐνταῦθα Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς κωλυσιεργίας, περιτταὶ εἶναι αἱ συζητήσεις περὶ καλῶν ἢ μὴ καλῶν προγραμμάτων, διότι πρόκειται πλέον περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν δέχηται ἡ πτέρυξ ἐκείνη νὰ ἀνακηρύσσῃ ὡς δόγμα τὴν κωλυσιεργίαν, τότε βεβαίως καὶ ἡμεῖς, οἱ οὐδεμίαν ἔχοντες προκατάληψιν διὰ νὰ μένωμεν ἀρωγοὶ πρόθυμοι εἰς πᾶν ὅ,τι ἤθελε προτείνει ἡ Κυβέρνησις, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τεθῶμεν ἀντιμέτωποι τοῦ συστήματος τῆς κωλυσιεργίας. Εἶναι ἴσως περιττὸν καὶ νὰ καθήμεθα ἐνταῦθα, διότι ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναρχίας. Καὶ οἱ ἀνακηρύσσοντες σήμερον παρ’ ἡμῖν διὰ τὴν χώραν ἡμῶν τὰ τοιαῦτα ἀνέφεραν ὡς παραδείγματα Κράτη ἄλλα, εἰς ἃ ὑπῆρξε σύστημα ἐνεργείας τοιαύτης ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν Κοινοβουλίων. Ἀλλὰ λησμονοῦσιν, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου παρέστησαν τοιαῦτα ἔκτροπα καὶ ἀναρχικὰ φαινόμενα, ὑπῆρχον φυλετικαὶ διαιρέσεις, ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ Κράτος, ὁποῖον ὑπῆρχεν· ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ Κράτη ἡ κωλυσιεργία ἤχησε τοσοῦτον κακῶς, ἐθεωρήθη τοσοῦτον κακή, ὥστε, παρὰ τὰς ἰδέας, παρὰ τὰς ἀρχὰς τὰς φιλελευθέρους, τὰς ὁποίας σέβονται τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, οὐδόλως ἐδίστασαν ἐπὶ τέλους, ἀλλ’ ἀπεφάσισαν νὰ λάβωσι τὰ πλέον ἔκτακτα μέτρα ἐναντίον τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, παρὰ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχουσι πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· συνῆλθον οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, καὶ οἱ πλέον διϊστάμενοι πρὸς ἀλλήλους, καὶ διὰ μέτρων Κανονισμοῦ δρακοντείων ἔθηκαν τέρμα ὁριστικὸν εἰς τὴν κωλυσιεργίαν. Καὶ τολμῶσιν ἐν τούτοις τινὲς ἐνταῦθα νὰ φέρωσιν εἰς ἐπικουρίαν τὰ παραδείγματα ἐκεῖνα ἐνταῦθα, ὅπου οὐδεμία ὑπάρχει διαφωνία φυλετικὴ ἢ συνταγματική, ὅπου τὰ πάντα παριστῶσι τὴν τελειοτέραν ἐθνικὴν καὶ πολιτειακὴν ἑνότητα! Καὶ πότε; ὅτε ἑκατέρωθεν λέγομεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐθνικῶν κινδύνων! Καὶ ποῦ εἰδικώτερον; ἐκεῖ, ἔνθα πρόκειται περὶ ἄρθρων νομοσχεδίου, ἐπὶ τῶν ὁποίων φιλοτιμεῖται, τίς νὰ φανῇ θερμότερος ὑποστηρικτὴς τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου! Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν τολμῶ κἄν νὰ ἀναφέρω ὅ,τι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ—καὶ ὑπάρχει, πιστεύω,—εἰς τὰς καρδίας πάντων ἡμῶν, διότι δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν στιγμὴν ταύτην ὅ,τι δὲν αἰσθάνεται οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν· ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ τὸ ἔθνος περὶ ἡμῶν, ὅταν βλέπῃ ἀνακηρυσσομένην ὡς ἀρχὴν τὴν κωλυσιεργίαν, καθ’ ἃς στιγμὰς πάντες συγχρόνως ὁμολογοῦμεν, ὅτι τὸ ἔθνος περιστοιχίζεται ὑπὸ κινδύνων; Ποίαν ἰδέαν θὰ συλλάβῃ ὁ δυστυχὴς ὑπόδουλος Ἑλληνισμὸς περὶ ἡμῶν; Ποῖον θάρρος θὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν, ποίαν ἰδέαν θὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ὁποίας προσδοκῶμεν νὰ σώσωμεν τὰ δίκαια ἡμῶν; Ὅταν δὲ, τοιούτων ζητημάτων ὑπαρχόντων παρ’ ἡμῖν, ὅταν, τῆς ἀνάγκης τοῦ ἔθνους ἀναγνωριζομένης πανταχόθεν, δὲν σκεπτώμεθα τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναπετάσωμεν μόνον τὴν σημαίαν τὴν κατὰ τῶν φόρων, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι κινεῖ τὰ ἔνστικτα τοῦ λαοῦ, —ἂς εἴπωμεν τοῦ λαοῦ,—τί θέλετε νὰ αἰσθανθῶσιν οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ; Καὶ ὑπάρχει τις ἐν τῷ Κράτει τούτῳ, ὑπάρχει μερὶς, ἡ ὁποία νὰ θέλῃ νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ὀπαδοὺς αὑτῆς μὲ φόρους ἄνευ ἀνάγκης; Ἠδύνασθε νὰ ἔχητε οἱανδήποτε διαφωνίαν, ἀλλὰ τὴν σημαίαν τὴν κατὰ τῶν φόρων νὰ μὴ τὴν ἀναπετάσητε ἔξω, εἰς τὰς ὁδοὺς· τὴν σημαίαν ταύτην, οὐχὶ ὡς σημαίαν, ἀλλ’ ὡς γνώμην συζητήσιμον, νὰ ἀνακοινώσητε ἐδῶ, συζητοῦντες σοβαρῶς, ἵνα ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέου τινὸς φόρου, ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅπου δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὁ ἐνδιαφερόμενος νὰ ἐπιβαρύνῃ δωρεὰν τὸν λαὸν, καὶ νὰ συζητήσητε ἐπ’ αὐτῆς, καὶ νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα, καὶ νὰ προτείνητε τὰς οἰκονομίας· διότι πολλοὺς ἠδύνασθε νὰ εὕρητε θιασώτας θερμοὺς τῶν μεγαλειτέρων οἰκονομιῶν, ἂν αὗται δὲν ἐπρόκειτο νὰ βλάψωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§144ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ συνθήκη ὑπεγράφη· εἶναι ἀργά!
§145Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ φίλος κύριος Ἀγγελόπουλος ἐπεθύμει νὰ ἐκτείνῃ ἐκείνην τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε προφορικῶς, νὰ τὴν ἐκτείνῃ ἐπὶ ὅλου τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ.
§146Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γείνῃ.
§147Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι οὐδεὶς σπουδαιολογῶν ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἱκανοποιεῖ τὸν λαόν, ἐὰν ἀφαιρέσῃ ἑκατοντάδας τινὰς δραχμῶν, καὶ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν πολυαρίθμων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ῥίψῃ μόνον 5 ἢ 6 εἰς τὰς ὁδούς, ἵνα κατόπιν παρηγορηθῇ ὁ λαός, ὅτι ἰδοὺ ἐγένοντο οἰκονομίαι. Θέλετε τὰς οἰκονομίας; δὲν ἔχετε ἀνάγκην πολλῶν λόγων· ἔχετε ἀνάγκην ἑνὸς πίνακος μόνον, τὸν ὁποῖον δύνασθε νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Βουλήν.
§148Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθῃ.
§149Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀναπολῶ, Κύριοι, μίαν ἐποχὴν ἄλλην, κατὰ τὴν ὁποίαν συνειργαζόμην μετ’ ἄλλων, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν βεβαίως τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐντεῦθεν, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχον τὴν δύναμιν, οὐδὲ τὴν ἐπάρκειαν, ἀλλ’ οὐδὲ ἀνάγκην εἶχον νὰ πραγματευθῶ τὰ τῶν οἰκονομιῶν ἐπὶ ὅλων τῶν Ὑπουργείων, εἶχον ἀναλάβει ἓν μόνον Ὑπουργεῖον, καὶ ἀνηρχόμην ἐδῶ, ἀναφέρων ἓν πρὸς ἓν τὰ κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι συγκεκριμένως ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἐπροτείνομεν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, κατ’ ἄλλους δέ, ὡς ἤκουσα ἐσχάτως ἐν συναντήσει μετὰ φίλου, 12 ἑκατομμυρίων οἰκονομίας, ἀλλὰ συγκεκριμένας οἰκονομίας, ἐπὶ ὡρισμένων κονδυλίων, ἐπὶ ὡρισμένων ὑπαλλήλων προτείνοντες ἐλαττώσεις. Αὐτὸ, Κύριοι, τὸ ἐννοῶ. Καὶ ποῖος ἐκηρύχθη ἀντίθετος τῶν οἰκονομιῶν; Μήπως ἐκηρύχθη κατ’ ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις ἀντίθετος τῶν οἰκονομιῶν; Τοὐναντίον ἐγὼ εἶδον, ὅτι ὑπέβαλε καὶ νομοσχέδια, φέροντα οἰκονομίας τινάς. Εἶναι αὗται ἀνεπαρκεῖς; ἔστω· ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν μήπως ὑπάρχει τις ὁ διαφωνῶν; μήπως ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς κανένα νὰ εὕρῃ ἄλλην οἰκονομίαν; Λοιπὸν δὲν διϊστάμεθα κατ’ ἀρχήν. Βεβαίως ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, ὁ τῶν ῥιζικωτέρων οἰκονομιῶν· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη ἀλλαγῆς συστήματος. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἕκαστος, ἔχων ἓν σύστημα εἰς τὴν κεφαλήν του, δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀξιοῖ τὴν ἐπιβολὴν τούτου εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ ἡμεῖς ἴσως ἔχομεν ἀντιθέτους περὶ πολλῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἰδέας, ἀλλ’ ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει, ἀντὶ οὐδενὸς λογίζοντες τὰς περιστάσεις τὰς ἐθνικὰς καὶ τὰς τοῦ Κράτους, νὰ ἀξιῶμεν ν’ ἀπασχολήσωμεν σήμερον τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσι σήμερον νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή; Καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη σημαία παρὰ μόνον τὰ ῥάκη τοῦ κομματισμοῦ ἐν Ἑλλάδι, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναπετάσητε ἐνταῦθα; Καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη σημαία, ἡ ὁποία ἀναπεταννυομένη νὰ ἀναγκάσῃ πάντας ἡμᾶς, ἵνα τὰ ῥάκη ταῦτα συμπτύξωμεν καὶ κρύψωμεν, ἔστω καὶ προσκαίρως; Ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐν τῇ σεμνότητι, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐκείνη, ἥτις ἤθελε τιμᾷ πάντα ἐνταῦθα, ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτής, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναπετάσῃ καμμίαν κομματικὴν σημαίαν· ἀνέσυρε μόνον μίαν πτυχὴν σημαίας, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἔχετε πάντες ὑμεῖς εἰς τὰ θυλάκια ὑμῶν, εἰς τοὺς κόλπους ὑμῶν, σημαίαν παντὸς Ἕλληνος, καὶ ἀνέσυρε μόνον μίαν πτυχήν, τὴν πτυχὴν τῆς σημαίας τῆς αἱματοβαφοῦς Μακεδονίας, καὶ ὑπὸ ταύτην ἐκάλυψε πᾶσαν ἄλλην σημαίαν. Θὰ ἦτο ἀληθῶς περιττὸν νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ πλέον· ἐὰν εἶπον δὲ καὶ ὅσα εἶπον, ἐδικαιολόγησα διατὶ τὰ εἶπον. Δὲν πιστεύω νὰ φρονῇ τις, ὅτι ὑπερμέτρως ἀπησχόλησα ἐγὼ τὴν Βουλὴν ποτε.
§150ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μπᾶ! μπᾶ! μπᾶ!
§151Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς καὶ πρώην ἀκόμη ἐπεδοκιμάζετε σεῖς ἐμέ, ὅτε ἐκάκιζον ἄλλους, θέτοντας ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν τότε Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίζετε. Τότε ἤμην καλός.
§152ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος σᾶς εἶπεν ἄσχημον;
§153Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ τώρα εἶσθε λαμπρός.
§154Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν πρόκειται νὰ ἐκτιμήσωμεν μὲ τὴν ὀκᾶν ἢ μὲ τὸν πῆχυν, ἢ κατὰ τὰς ὥρας μόνον, τοὺς λόγους ἑκάστου ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλήν. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ζυγισθῶσιν οἱ λόγοι, οὐχὶ ὑπὸ καμμίαν ἄλλην ἄποψιν, δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνηθίζουσι νὰ λαμβάνωσιν ἀδιακόπως τὸν λόγον, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἀθροίσωμεν τὰς ὥρας, ἃς ἐξώδευσα, ἂν θ’ ἀποδειχθῶσι περισσότεραι ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐξοδεύει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δεκάκις τῆς ἡμέρας λαμβάνων τὸν λόγον· καὶ περὶ τίνων λαμβάνων τὸν λόγον καὶ τί λέγων, ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε (ἱλαρότης). Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ ζητήματος τοιούτου, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ περιττὸν νὰ συζητῶμεν περὶ ἄλλων πραγμάτων, νομίζω ὅτι ἐδῶ ἔπρεπε νὰ καταναλωθῇ ὁλόκληρος συνεδρίασις, διὰ νὰ ἴδωμεν, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ἔχωμεν τὴν κωλυσιεργίαν ὡς ἀναγνωριζομένην, εἶναι μάταιον νὰ συζητῶμεν περὶ οἱουδήποτε ἄλλου ἀντικειμένου, διότι θὰ ἀπολήγῃ τὸ ἀποτέλεσμα πάσης συζητήσεως εἰς τὸ νὰ κρίνῃ εἷς, ἂν θέλει νὰ ψηφισθῶσι τὰ περὶ ὧν συνεζήτησαν ἄλλοι, προσπαθοῦντες νὰ πείσωσι. Πρὸς τί τότε ἡ κατανάλωσις τῶν συνεδριάσεων; Καὶ πρὸ ὀλίγου ἔτι κατηναλίσκετο ὥρα, διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ἵνα κατ’ οὐσίαν ἐπαναλάβωσι τὰ αὐτὰ ζητήματα. Καὶ εἰς ποίας περιστάσεις ἀνακηρύσσεται ἡ κωλυσιεργία; Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τί ἔλεγεν ἡμέραν τινὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, παριστῶν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἓν τῶν σεμνωμάτων τῆς Βουλῆς· προοιμαζόμενος ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρόκειται, προνοοῦντες περὶ τῶν ἔξω ἀδελφῶν ἡμῶν, δὲν πρόκειται νὰ ἀκούσωμεν, τί λέγουσιν οἱ ἐντολεῖς ἡμῶν, οὐδὲ τί θέλομεν ἡμεῖς αὐτοί· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐκτελοῦμεν ἐπιτακτικὸν καθῆκον, καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἱστορίας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον προσθέσει καὶ ἄλλο τι εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, ἰδέαν, τῆς ὁποίας τὴν σημασίαν πάντες συναισθανόμεθα· ἤθελον προσθέσει, ὅτι δὲν ἐκτελοῦμεν μόνον ἐπιτακτικὸν καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἱστορίας, ἀλλ’ ἐκτελοῦμεν καὶ ὅρον ὑπάρξεως τοῦ Κράτους αὐτοῦ. Διότι πολὺ πλανᾶται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο, ὀλιγωροῦν ἐντελῶς τῆς τύχης τῶν ὑποδούλων, ἔχει λόγον ὑπάρξεως, ἢ ὅτι ἔχει κἄν τὴν δύναμιν τῆς ὑπάρξεως. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ ἱστορία ἔθηκεν ἕνα ὅρον ὑπάρξεως τοῦ Κράτους· ὁ ὅρος οὗτος εἶναι ἡ ἀλληλεγγύη πρὸς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφούς. Καὶ ὅστις δὲν θέλει νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν ἱστορίαν, ἀρκεῖ νὰ φέρῃ ἕνα γῦρον εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ἡ διακόσμησις τῶν Ἀθηνῶν ἔχει ἢ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν ἔξω Ἑλληνισμὸν, ἂν τὰ μέγαρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καλλωπίζουσι τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου, εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸν ἔξω Ἑλληνισμὸν, ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἐνταῦθα, εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὸν ἔξω Ἑλληνισμὸν, καὶ ἂς κρίνῃ πᾶς τις, ἂν δύναται τὸ Κράτος τοῦτο νὰ σκέπτηται μόνον περὶ τῶν ἐσωτερικῶν, οὐχὶ δὲ συγχρόνως καὶ ἐκ παραλλήλου νὰ σκέπτηται καὶ περὶ τῆς τύχης ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Τὰ Κράτη ἐκεῖνα τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἱστορίαν καὶ πόθους, ζῶσι πρὸ πάντων ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον, ζῶσι διότι ἔχουσιν ἓν ἰδανικόν, μίαν ἰδέαν γενικὴν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ζῶσιν. Ἅμα ἀφαιρέσητε τὴν ἰδέαν ταύτην, ἀφαιρεῖτε τὴν ζωὴν ἀπὸ τὰ Κράτη, ἀφαιρεῖτε τὸν προορισμὸν αὐτῶν, ἀφαιρεῖτε τοὺς λόγους τῆς ὑπάρξεώς των. Λοιπὸν μὴ σκεπτώμεθα μόνον περὶ τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων, οὐχὶ χάριν τῆς ἱστορίας ἢ τῶν καθηκόντων, ἀλλὰ χάριν τῶν ὅρων ἐκείνων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει τὸ Κράτος ἡμῶν. Καὶ ὅταν ἐπικαλώμεθα τοὺς προγόνους ἡμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂς συλλογιζώμεθα, τί ἐπηγγέλθησαν, τί ἐπέβαλον ὡς ὑποχρέωσιν ἡμῶν οἱ πρόγονοι ἐκεῖνοι, οὐχὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἄτομα μᾶς παρέσχον· δὲν παρέσχον οἱ πρόγονοι ἡμῶν δικαιώματα, παρέσχον ὡς κληροδότημα ὑποχρεώσεις, ὑποχρεώσεις εὐρείας, ἵνα περατώσωμεν τὸ ἔργον αὐτῶν. Ἐὰν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ἑνώσω τοὺς πάντας ἐνταῦθα, οὐδεμίαν μεγαλειτέραν εὐτυχίαν θὰ ᾐσθανόμην εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, διότι θεωρῶ, ὅτι παντὸς ἐνταῦθα ἡ προσωπικότης θὰ ἦτο χρήσιμος καὶ ἀναγκαία πρὸς ἐπίτευξιν ἐθνικῶν σκοπῶν. Πάντες ὑμεῖς, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἠθέλετε ἐκπροσωπεῖ ἐν τῇ ἑνώσει μίαν δύναμιν ἀκαταγώνιστον. Ἐὰν ὁ Ἑλληνισμὸς εἶχε συγχρόνως τὴν δύναμιν ταύτην εἰς χεῖράς του νὰ τὴν διαχειρισθῇ, δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ ἠδύναντο ἄλλαι φυλαὶ νὰ ἐπικρατῶσιν αὐτοῦ καὶ νὰ μυκτηρίζωσιν ἡμᾶς ὡς ἀνικάνους νὰ ἐνασκήσωμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ἀξιοῦμεν ὅτι ἔχομεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλὰ βλέπω, Κύριοι, μετὰ θλίψεως, ὅτι ἄνευ λόγου τρωγόμεθα ἐνταῦθα, καταστρέφοντες καὶ αὐτὸ τὸ ἔθνος ἡμῶν. Μήπως ἔχει τι ζηλευτὸν ἡ ἐξουσία σήμερον; Μήπως ὑπάρχει τι μέγα, τὸ ὁποῖον μᾶς διαχωρίζει; Μήπως ὑπάρχει ἄλλος σκοπὸς καὶ ἄλλη ἰδέα εἰς τὴν μίαν πτέρυγα καὶ ἄλλη εἰς τὴν ἄλλην περὶ τοῦ προορισμοῦ καὶ τῶν δικαίων τοῦ ἔθνους ἡμῶν; Πρὸς τί, Κύριοι, σήμερον ἀνακινοῦμεν τὴν ἱστορίαν, τὰ προγράμματα, τοὺς λογαριασμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπὶ τόσα ἤδη ἔτη ἀκούομεν ἐπαναλαμβανομένους ἐντεῦθεν; Ὑπάρχει μία Κυβέρνησις. Ἔχετε μίαν ἰδέαν ἀντίθετον τῶν ἰδεῶν, ἃς προτείνει σήμερον ἡ Κυβέρνησις; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ θεωριῶν, ἢ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συστημάτων διὰ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, θὰ εἴχομεν ἴσως καὶ ἡμεῖς πολὺ πλειοτέρας διαφωνίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλ’ ἀντιπολιτευόμενοι οὐχὶ κατὰ τοῦ ἔθνους. Μήπως τὸ ἀντιπολιτεύεσθαι σημαίνει τὸ νὰ ὑβρίζῃ τις, νὰ ὁρμᾷ διὰ νὰ ἐπιτεθῇ, νὰ λέγῃ ὅ,τι δήποτε ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν αὐτοῦ ἑκάστοτε; Αὐτὸ σημαίνει τὸ ἀντιπολιτεύεσθαι μίαν Κυβέρνησιν; Ἂν ἦναι αὐτὸ, τοιούτου εἴδους ἀντιπολιτευόμενοι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα. Τί ἠθέλετε νὰ πράξωμεν; Νὰ συντελέσωμεν εἰς τὰ τοιαῦτα, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς; Διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐζητεῖτο πρότερον, διὰ νὰ δώσῃ ὁ λαὸς βιώσιμον Κυβέρνησιν· τώρα χρειάζεται, διὰ νὰ κάμῃ τί ὁ λαὸς; (διακοπαί). Ὅταν ἀνακηρύσσηται τὸ δόγμα τῆς κωλυσιεργίας, καὶ ὅτι ἡ κωλυσιεργία σώζει τὸ πολίτευμα, πρὸς τί αἱ ἐκλογαί; Διὰ νὰ ἀποφανθῇ ὁ λαὸς περὶ τίνος; Νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ δεῖνος ἢ τοῦ δεῖνος εἴτε προσώπου εἴτε προγράμματος; — καὶ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τοὐλάχιστον, ποῖα θὰ ἦναι τὰ τοιαῦτα προγράμματά σας, τὰ ὁποῖα θὰ θέσητε σήμερον ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ. — Ἀλλὰ πρὸς τί ταῦτα; Ὅταν ἀρκῇ εἷς Βουλευτὴς νὰ ματαιοῖ αὐτὴν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἀνακηρύσσηται τοῦτο ὡς δόγμα, πρὸς τί ἡ κωμῳδία τῶν ἐκλογῶν; Διὰ νὰ ἀνακυκῶμεν τὸν βόρβορον; Διὰ νὰ γίνεται ἑκάστοτε πρόοδος πρὸς τὴν ἐξαχρείωσιν τοῦ λαοῦ; Καὶ παρίστανταί τινες ὡς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς πολιτικῆς γενναιότητος αἰσθανόμενοι, ὅταν ἐπιδεικνύωσι σπουδαίως ἢ κατὰ προσποίησιν, ὅτι δὲν φοβοῦνται τὰς ἐκλογάς. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἠξεύρω, ἂν φοβοῦμαι ἢ δὲν φοβοῦμαι τὰς ἐκλογὰς, ἀλλὰ βεβαίως τὰς ἀηδιάζω. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι τέλος πάντων πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ σταματήσῃ πλέον, ἀφοῦ ἀνεκηρύχθησαν τοιαῦται ἰδέαι, αἱ ἰδέαι τῆς κωλυσιεργίας, διότι ματαιοπονεῖ, καὶ ἤθελε παίξει πρόσωπον καὶ αὐτὴ οὐχὶ σοβαρὸν, ἐξακολουθοῦσα νὰ συζητῇ, ἐνῷ ἡ ἰδέα τῆς κωλυσιεργίας καθιστᾷ ἐκ τῶν προτέρων περιττὴν πᾶσαν συζήτησιν. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ σταματήσῃ ἐδῶ, νὰ συνεννοηθῇ δὲ καὶ μετὰ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία περιβάλλεται μὲν συνταγματικῶς ὑπὸ τοῦ ἀνευθύνου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέλῃ ποτὲ νὰ ᾖναι ἀνεύθυνος ἠθικῶς· ἀπ’ ἐναντίας θεωρῶ, ὅτι ὑποθέτει ἑαυτὴν καὶ ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἐνδιαφερομένην καὶ ἔχουσαν ἐξουσίαν καὶ καθήκοντα, καὶ ἑπομένως ὑπεύθυνον διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην ὑπενθυμίσεως τῶν ἠθικῶν εὐθυνῶν, ἀρκεῖ ὁ τίτλος, ὁ ὁποῖος ἐδόθη εἰς τὸν Βασιλέα, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ, ἀποφανθεῖσα καὶ ἀναγράψασα ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι, ὅτι δὲν εἶναι Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος μόνον, ἀλλὰ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§156Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὸν κ. Βουλευτὴν Εὐρυτανίας, ὅστις, μεθ’ ὅλην τὴν βεβαίωσίν του, ὅτι ἤθελε περιορισθῆ στενῶς εἰς τὸ ζήτημα τῶν πρακτικῶν, καὶ δὲν ἤθελεν ἐξέλθει διόλου αὐτοῦ, ἔλαβε τὴν κωλυσιεργίαν ἐκ τοῦ τραχήλου καὶ περιέφερεν αὐτὴν καὶ τὴν περιέστρεψε διὰ παντὸς τρόπου καὶ κατὰ πᾶσαν διεύθυνσιν, θίξας ὅλα τὰ ζητήματα, καὶ διὰ τῆς ὑπερβολῆς, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει, ἐθεώρησε τὴν κωλυσιεργίαν ὡς μίαν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἷς μόνος δύναται νὰ διαχειρισθῇ, ὅπως παραλύσῃ τὸ πολίτευμα. Δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι κωλυσιεργία, ἥτις φαίνεται ἴσως ὄχι εὔηχον ὄνομα, εἶναι ἄμυνα τῆς μειονοψηφίας κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, θελούσης νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν μειονοψηφίαν, προκειμένου ἰδίως περὶ σπουδαίων ζητημάτων, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέρος τῆς λειτουργίας ὅλων τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων. Ἄν δὲν παραδεχθῶμεν τοῦτο, πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν ἄλλην ἀρχὴν, ὅτι ὑπάρχει πλειονοψηφία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν θέλησίν της εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Ἡ συζήτησις παρακωλύει τὴν ἐργασίαν· δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ἡ συζήτησις ὡς κωλυσιεργία, ὅπως πολλάκις ἐγένετο, ὅπως γίνεται εἰς πολλὰ εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια, μόνον διὰ μακρῶν συζητήσεων, ὅπως εἴδομεν ἐνταῦθα ἄλλοτε τὸν νῦν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δηλώσαντα ὅτι θὰ ἀναγνώσῃ τῆς Κασσιανῆς τὰ τροπάρια, ἄλλον δὲ, ὅτι θέλει ἀναπτύξει τὰ Εὐαγγέλια, καὶ τοιουτοτρόπως, παραδεχόμενοι τὴν ὑπερβολὴν, νὰ θελήσωμεν νὰ περιστείλωμεν τὴν συζήτησιν, καὶ ὅτι, ὡς εἶπον, δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ὅτι «εἴμεθα 120, εἶσθε 100· εἴμεθα πλειονοψηφία, περιττὸν νὰ συζητῶμεν· ἡ μειονοψηφία πρέπει νὰ κύψῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὥρα σας καλή!» Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὸν κ. συνάδελφον εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, διότι νομίζω, ὅτι ἐξῆλθε πολὺ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Δὲν θὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· θὰ ἐπιστήσω μόνον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ δύο συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε ἡ λαβοῦσα χώραν συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἡ σήμερον λαβοῦσα χώραν παρουσιάζει. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέκρινε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ὡς μὴ παρουσιάσαντα τοιαύτας οἰκονομίας, ὥστε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ 1896· καὶ τοῦτο ἐθεώρησεν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, οἰκονομίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀπὸ τὸ 1899 μέχρι τοῦ 1902 παρουσίαζε τακτικὴν αὔξησιν δαπανῶν· ἓξ ἑκατομμυρίων αὔξησιν κατὰ τὸ 1899, ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου αὔξησιν κατὰ τὸ 1900, τεσσάρων ἢ πέντε ἐπὶ πλέον ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1901, ἕνδεκα ὅλων ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1902· ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ἂν δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσαγάγῃ ὅλας τὰς οἰκονομίας, ὧν ἦτο ἐπιδεκτικὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, βεβαίως ὅμως ἐσταμάτησε τὸν ἀνήφορον, τὸν ὁποῖον εἶχε λάβει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ὅστις εἶχε φθάσει εἰς τὰ 130 ἑκατομμύρια. Τοῦτο πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἐχρησίμευσε νὰ σταματήσῃ τὴν πρόοδον τῶν δαπανῶν, καὶ νὰ ἐπενέγκῃ καί τινας οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν ἴσως αἱ μόναι δυνάμεναι νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἦσαν ἀρκεταὶ, καὶ αἱ ὁποῖαι μὲ τὸν χρόνον ἤθελον αὐξήσει. Δεύτερον πόρισμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ἐξαχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κιβερνήσεως, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, εὗρεν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1902 παρουσίασαν αὐξήσεις. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τοὺς λόγους τῶν αὐξήσεων τούτων, διότι δὲν εἶναι τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Τὰς αὐξήσεις ταύτας λαμβάνων ὡς ἀφετηρίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός, θέλει νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ πλοῦτος καὶ τοιαύτη ἀντοχὴ, ὥστε ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους. Τοῦτο εἶναι ἰδέα ὀλεθρία, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπέρρευσεν ἀκριβῶς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διότι εἶπεν: «ἀφοῦ μᾶς ἔδωκεν ὁ τόπος κατὰ 1902 πλειότερα ἀφ’ ὅσα μᾶς ἔδωκε κατὰ τὸ 1899, δυνάμεθα ἄρα ἡμεῖς, ἀναχωροῦντες ἀπὸ τῆς ἰδέας τῆς στρατιωτικῆς διοργανώσεως τοῦ τόπου, νὰ μὴ στενοχωρηθῶμεν πολὺ, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους δέκα ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ὁποίων τινὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, καὶ τὰ ἄλλα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἃς εἶχε τὸ θάρρος νὰ σταματήσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903.» Ἐπὶ τῶν δύο τούτων συμπερασμάτων πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ταῦτα πρέπει νὰ μελετήσῃ πᾶς ὅστις ἀσχολεῖται καὶ μελετᾷ τὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, διότι μελετῶν αὐτὰ θὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ χώρα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δίδῃ περαιτέρω δεκάδα ἑκατομμυρίων, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν εἶναι ἐπιδεκτικὸς οἰκονομιῶν, ὅπως παράσχῃ, ἂν ὄχι τὸ ὅλον πρὸς στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν τῶν δαπανῶν. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ θέματος τούτου· θὰ εἰσέλθω συντόμως εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον κυρίως μᾶς ἀπασχολεῖ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, εἶναι ἡ μομφὴ, —ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην λέξιν, — ἣν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ σημερινὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἐνεποίησεν ἀγαθὴν ἐντύπωσιν. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετεμελήθη δι’ ὅσα εἶπε, καὶ μεταμεληθεὶς ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ λεχθὲν ὑπ’ αὐτοῦ περὶ πορείας καὶ ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἄλλης παρὰ ἐκείνης, ἥτις προυκάλεσε τοῦτο. Εἶπεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ὑποστηρίζει εἰλικρινῶς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ὅτι, καίτοι λέγομεν ἡμεῖς τοῦτο, δὲν τὸ πράττομεν. Διὰ νὰ ἀποδείξῃ δὲ τὸν ἰσχυρισμόν του τοῦτον, ἀνέφερεν, ὅτι, προταθείσης τροποποιήσεως ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου ὑπ’ ἐμοῦ, ἐγένετο αὕτη δεκτὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκεῖ ἤμεθα σύμφωνοι. Ἐξηκολούθει δὲ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὅτε ἐπῆλθεν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεθυμεῖτο καλῶς τὰ συμβάντα, ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα ἐγὼ, δὲν ἐγένετο εἰμὴ συντομωτάτη συζήτησις, ὅλα δὲ τὰ λαβόντα χώραν ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 3, ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρέπει νὰ χρησιμοποιῶνται ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν προμήθειαν ὑλικῶν πολέμου καὶ διὰ τὴν ὀχύρωσιν τῆς χώρας, ἢ πρέπει νὰ χρησιμοποιῶνται ἐπίσης διὰ τὴν κατασκευὴν παντὸς εἴδους στρατιωτικῶν κτιρίων. Ἡ συζήτησις αὕτη ἀπησχόλησε δύο συνεδριάσεις, τὴν συζήτησιν δὲ ταύτην διεξήγαγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐξ Οἰτύλου. Οὐδεὶς ἐκ τούτων ἀνήκει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς Οἰτύλου εἶναι, ὡς πολλάκις ἐδήλωσεν ὁ ἴδιος, ἐκ τῶν θερμοτέρων ὀπαδῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ ἐκ Λακεδαίμονος ἔχει ἰδίας ἰδέας. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι, ὡς εἶπον, ἡ καταναλώσασα δύο συνεδριάσεις, ἂν δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἐπῆλθεν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἀπὸ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Βουλὴ τοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας αὐτήν. Τὴν μίαν ἔνστασιν προεκάλεσεν ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου. Ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι οἱ ἀνακοινοῦντες τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ θέματος συζητουμένου πράττουσί τι μὴ κανονικόν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν παραδέχεται τις, ὅτι ἄνευ μελετῶν, ἄνευ ἀναγνώσεως συγγραφέων σχετικῶν πρέπει νὰ ἔρχηται νὰ λέγῃ ἰδέας εἰς τὸν ἀέρα. Ἡ συμπεριφορὰ αὕτη ἐξηνάγκασε τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπανόρθωσιν αὐτῆς· ὡς ἄμυναν δὲ μετεχειρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας. Ἑτέρα ἔνστασις ἦτο ἡ γενομένη μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε ἐζήτησα ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω, —διότι πρὸς ἐμὲ κυρίως ἀπετείνετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, — ἐξηγέρθη ὅλη ἡ πτέρυξ ἡ συμπολιτευομένη, ἀπαιτοῦσα νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Χατζόπουλος. Ἡ παρεμπόδισις τοῦ νὰ ὁμιλήσωμεν ἡμεῖς, οἱ ἀμέσως, οἱ προσωπικῶς θιχθέντες, ἦτο ἀφορμὴ ἀμύνης, καὶ ἠμύνθημεν δι’ ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε, —καὶ τοῦτο μοὶ ἔκαμεν ἀγαθὴν ἐντύπωσιν, —ὅτι εὑρέθη ἐν νευρικῇ στενοχωρίᾳ καὶ ταραχῇ, ὅπως ποιήσηται τὴν ὁμιλίαν, τὴν ἀναμφισβητήτως προσβλητικὴν διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν· καὶ ἦτο φυσικὴ ἡ νευρικὴ ταραχὴ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἐργάζεται ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς πέμπτης ἑσπερινῆς ὥρας μέχρι τῆς πέμπτης πρωϊνῆς, ἦτο φυσικὴ τοιαύτη νευρικὴ ταραχὴ, καὶ δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως· ἀναγνωρίσας δὲ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑπὸ τὴν νευρικὴν ἐκείνην ταραχὴν διατελῶν εἶπεν ὅσα εἶπεν, ἔπραξέ τι ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔτι μᾶλλον πρέπει νὰ ἀνομολογήσῃ καὶ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἔσφαλεν, εἰπὼν ὅτι διὰ τῆς κωλυσιεργίας ἢ τῶν ἐνστάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας ἀτιμάζεται τὸ πολίτευμα, διότι τοῦτο εἶναι προσβλητικὸν ὄχι πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν μόνον, ἀλλὰ πρὸς ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, τὸ μέτρον τῆς ἀμύνης πᾶσα μειονοψηφία μετεχειρίσθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἡμῶν, καὶ ἂν ὑπάρχωσι Βουλευταί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀκολουθήσουν τὴν ὁδὸν ταύτην, νὰ ἀμυνθῶσιν, οὗτοι εἶναι ἄτομα· ἡ Βουλὴ ἐν γένει, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἐχρήσατο τοῦ νομίμου τούτου μέτρου, τοῦ λίαν κοινοβουλευτικοῦ, τῆς παρεμποδίσεως ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας ἐθεώρει ἐπιβλαβεῖς διὰ τὸν τόπον. Τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀμύνης ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν οὐχὶ ἐπὶ ζητημάτων τῆς σπουδαιότητος ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις ἐπὶ ἔτη συζητοῦνται, ἀλλ’ ἐπὶ μικροτέρων ζητημάτων. Καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ πειράξω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, λέγω ὅτι, προκειμένου ἄλλοτε περὶ ἁπλοῦ κανονισμοῦ καὶ τακτοποιήσεως τῶν ἐργατῶν τοῦ Ναυστάθμου, ἔκαμε δύο ἢ τρεῖς ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας ἢ προτάσεις ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς δὲν ἐθεωρήσαμεν, ὅτι τοῦτο ἀτιμάζει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Πρέπει λοιπὸν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διορθώσῃ δι’ οἱουδήποτε κρίνῃ τρόπου τὸ διαπραχθὲν ὑπ’ αὐτοῦ ἄτοπον, διότι μία τοιαύτη μομφή, προερχομένη παρὰ Προέδρου Κυβερνήσεως, πρὸς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, δύναται νὰ δώσῃ ὅπλα κατηγορίας εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος, —καὶ ἔχομεν δυστυχῶς ἐχθροὺς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει ἐν οἱᾳδήποτε παρουσιαζομένῃ περιστάσει ἢ συζητήσει ἐκτὸς τῆς χώρας νὰ μεταχειρίζωνται καὶ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐν Ἑλλάδι αἱ Βουλαὶ ἐργάζονται κατὰ τρόπον ἄτιμον, καὶ ὅτι τοῦτο ἐβεβαίωσεν εἷς Πρωθυπουργὸς Ἕλλην. — Δὲν πρέπει νὰ μείνῃ κἄν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διότι σήμερον εἰς τὰ μεγάλα καὶ ἰσχυρὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθνη συζητεῖται τὸ ποιὸν τῶν ἐθνῶν τῶν Ἀνατολικῶν ἰδίως, καὶ πολλοὶ ὑπάρχουσιν ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι διὰ παντὸς τρόπου θὰ προσπαθήσουν νὰ ἀποδείξουν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ τεθῇ εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς ἄλλα ἔθνη τῆς Ἀνατολῆς. Τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἐξ ἐρεθισμοῦ νευρικοῦ ἐποιήσατο τὴν κατηγορίαν ταύτην, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ συμπληρώσῃ, καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς μομφήν, ἥτις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κηλὶς εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον σήμερον αὐτὸς διευθύνει.
§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, συζητῶν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον προὐκάλεσεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· προτίθεμαι μόνον νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, ἀφορώσας εἰς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους μετεχειρίσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἵνα παραστήσῃ ἡμᾶς ὡς ἔχοντας πρόγραμμα τὴν σπατάλην καὶ τὴν ἀσωτείαν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν. Ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ βλάψωσι τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὡς παριστῶντα ἡμᾶς ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὴ ἔχοντας συνείδησιν τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὡς μὴ κηδομένους τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι βλάβη μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προξενεῖ ἡ ἀπὸ στόματος ἡγέτου Ἀντιπολιτεύσεως δημοσίευσις ἀριθμῶν μὴ ἀκριβῶν, δὲν ὑπάρχει. Αὐτὴ βλάπτει καιρίως τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι ἐκ τῆς δημοσιεύσεως καὶ ἐκ τῆς χρήσεως ἀριθμῶν μὴ ἀκριβῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποληφθῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὅτι ἐνταῦθα διαχειριζόμεθα τὸν δημόσιον θησαυρὸν κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα εἰς ἡμᾶς πρόοδόν τινα. Ὤφειλον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τοὺς ἀριθμούς, οὓς πρὸ ὀλίγου πρὸς ὑμᾶς μετέδωκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἔλεγεν οὗτος πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, διὰ νὰ παρασταθῇ ἡ διαχείρισις αὐτοῦ, ὡς διαχειριζομένου τὰ κοινά, ἢ μᾶλλον διὰ νὰ συγκριθῇ ἡ διαχείρισις αὐτοῦ, ὡς διαχειριζομένου τὰ κοινά, πρὸς τὴν διαχείρισιν ἡμῶν, πρέπει νὰ ληφθῇ ὡς βάσις, ὡς ὅρος συγκρίσεως, ἡ διαχείρισις τῆς χρήσεως τοῦ 1896. Ἔστω. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει ἐκ τῶν ὅλων δαπανῶν, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς τοῦ Κράτους, ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ δαπάναι, αἵτινες ἀποβαίνουσιν ὑποχρεωτικαὶ διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν· πρέπει, καθ’ ἡμᾶς, νὰ μὴ συγκριθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἐν αἷς περιλαμβάνονται ἀπαραίτητοι καὶ ἀναπόφευκτοι ὑποχρεώσεις, οἷον τὰ χορηγήματα τὰ ναυτικὰ, αἱ συντάξεις, ἡ Βασιλικὴ χορηγία, τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων καὶ αἱ δαπάναι τῶν ἀποδόσεων ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ· πρέπει πάντα ταῦτα ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν ἐξόδων, ἅτινα ἀναγράφουσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἵνα οὕτω δυνηθῶμεν ἐν τῷ προσήκοντι καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ νὰ συγκρίνωμεν τὰς δαπάνας τοῦ ἔτους 1896 πρὸς τὰς δαπάνας τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1902, οὐ μόνον διότι δὲν διεχειρίσθημεν ἡμεῖς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερόν τινα λόγον, διότι γινώσκει ἡ Βουλή, ὅτι εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἐρρίφθησαν δαπάναι μὴ ἐπιβαρύνουσαι τὴν χρῆσιν ἐκείνην, ἀλλὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, ὑπὸ τὸν τύπον τῶν εἰδικῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἀκριβῆ ἰδέαν τῆς συγκρίσεως τῶν δαπανῶν ἑνὸς ἔτους πρὸς ἄλλα ἔτη, πρέπει νὰ προστρέξωμεν εἰς ἔτη παρῳχημένα. Δὲν ὑπάρχει λόγος πάντοτε νὰ λαμβάνηται ὡς ὅρος συγκρίσεως ἡ χρῆσις τοῦ 1896 πρὸς τὰς χρήσεις τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901, διότι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει καὶ μία τις ἀπόστασις χρονικὴ, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ συγκρίνωμεν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1894 πρὸς τὰς δαπάνας τῶν χρήσεων τοῦ 1895 καὶ 1896, αἱ ὁποῖαι συνέχονται, διὰ νὰ ἴδωμεν, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896 ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1894, τὴν ὁποίαν διεχειρίσθη ὁ προκάτοχος, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης. Οὕτω δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας χρήσεως, ὅταν μεσολαβῇ χρονικόν τι διάστημα, ἄξιον μάλιστα λόγου, ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν. Εἶπον ὅτι θὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894 αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως, ἀφαιρουμένων ὅσων πρότερον εἶπον, ἀνέρχονται εἰς 53,481,933 δραχμάς· αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895 ἀνέρχονται εἰς 58,260,000· αἱ δαπάναι τοῦ 1896 ἀνέρχονται εἰς 56,888,644. Ἤτοι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐδαπάνησε πλέον τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1894 δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1895 δραχ. 4,778,067, κατὰ δὲ τὸ 1896 δραχμὰς 3,406,711· ἤτοι κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη, τὰ ἀμέσως συνεχόμενα πρὸς τὸ 1894, ἐδαπάνησε δρ. 8,184,778, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον καθ’ ἑκάτερον τῶν ἐτῶν τούτων ἐδαπάνησε 4,092,389 περισσότερα. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν διενοήθη νὰ ἐγκαλέσῃ αὐτὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὡς σπάταλον, ὡς διαχειρισθέντα κακῶς τὸν δημόσιον θησαυρὸν, διότι κατὰ τὰ ἔτη 1895 καὶ 1896 ἐδαπάνησεν 8 ἑκατομμύρια περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἐδαπάνησαν οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ κατὰ τὸ 1894. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς λαμβάνει τὴν χρῆσιν τοῦ 1896 ὡς τὸν ὅρον τῆς συγκρίσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους πρὸς ὅλα τὰ μεταγενέστερα ἔτη. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, καὶ ὅταν ἀκόμη ἐξιχθῶμεν εἰς τὸ ἔτος 1950, ἐὰν καὶ τότε ἦναι δυνατὸν ἐντεῦθεν νὰ γένωνται ἀγορεύσεις, πάλιν θὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν χρῆσιν τοῦ 1896 ὡς ὅρον συγκρίσεως! Ἂς συγκρίνωμεν λοιπὸν τὰς δαπάνας τοῦ 1896 πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901. Κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 δρ. 4,833,000, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 7,180,000, κατὰ τὸ 1901 δρ. 8,615,000· ἤτοι ἐν ὅλῳ κατὰ τὰ τρία ἔτη ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον 20,628,000. Ὁ μέσος ὅρος καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν εἶναι 6,876,000, καὶ ὄχι 10,000,000, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἤτοι διαφορὰ μέσου ὅρου τῶν χρήσεων τοῦ 1895 καὶ 1896 πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1894, ὡς ἔλεγον πρότερον, δρ. 4,092,389, διαφορὰ μέσου ὅρου τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901 πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1896 δραχ. 2,783,611. Ἀλλ’ ἵνα εὕρωμεν τὴν ἀληθῆ διαφορὰν μεταξὺ τοῦ μέσου ὅρου τῶν χρήσεων τοῦ 1895 καὶ 1896 πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1894, καὶ τῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901 πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1896, ὀφείλομεν διὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν τελευταίων ἐτῶν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὰς χρήσεις τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901 εἴχομεν πλεονάζουσαν δαπάνην πρῶτον διὰ τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων — συνέπεια νόμου ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος — κατὰ τὰ τρία ἔτη δρ. 2,000,000 περίπου, ἢ μᾶλλον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἴχομεν κατὰ τὸ 1901 παροχὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου 1,000,000, χορηγίαν τοῦ Δημοσίου ἀντὶ δανείου πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου 1,000,000· ἤτοι τὸ ὅλον 4,000,000. Ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, ἀνελθουσῶν κατὰ τὰ εἰρημένα εἰς 20,628,000, ἀπομένουσι 16,628,000· ἤτοι ὁ μέσος ὅρος ἑκάστου τῶν τριῶν ἐτῶν κατέρχεται εἰς 5,542,000. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, μόνον τῆς χρήσεως τοῦ 1899 πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1896, — εἶναι δὲ γνωστὸν, διατί, προκειμένου περὶ τῆς συγκρίσεως τῶν χρήσεων τούτων, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, διότι κατὰ τὸ 1899 διετηρεῖτο ἀκόμη ἡ ἐπιστρατεία, διότι ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀποκατασταθῆ παρ’ ἡμῖν ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια, — ἥτις διαφορὰ τοῦ 1899 πρὸς τὸ 1896 εἶναι: εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχμαὶ 2,613,000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 1,067,000, ἤτοι τὸ ὅλον 3,680,000, — καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς μειωθείσης, ὡς εἴρηται, διαφορᾶς τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, ἀνερχομένης εἰς 16,628,000, ἀπομένουσι 12,948,000· ἤτοι ὁ μέσος ὅρος ἑκάστου τῶν τριῶν ἐτῶν εἶναι 4,316,000· τοῦ μέσου δὲ ὅρου τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896 πρὸς τὸ 1894 ἀνερχομένου εἰς 4,092,389, ποία εἶναι ἡ διαφορά; 223,611. Ἀλλ’ ἵνα ἐπίσης εὑρισκώμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἵνα ὦμεν εἰλικρινεῖς ἐν τῇ συγκρίσει, πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὁποῖα ὑπῆρχον τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1896, καὶ ὁποῖα τὰ ἔσοδα τῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901. Προκειμένου περὶ ἐσόδων, δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν καὶ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ διαφορὰ ἐσόδων τοῦ 1895 καὶ 1896 πρὸς τὸ 1894. Κατὰ τὸ 1894 τὰ ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς 102,885,000, τὸ 1895 κατῆλθον εἰς 94,657,000, τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς 96,931,000. Διαφορὰ ἐπὶ πλέον τοῦ 1894 πρὸς μὲν τὴν χρῆσιν τοῦ 1895 δρ. 8,000,000, πρὸς δὲ τὴν χρῆσιν τοῦ 1896 δρ. 6,000,000, ἐν ὅλῳ 14,000.000· μέσος ὅρος 7,000,000. Τὰ ἔσοδα τοῦ 1896 δραχ. 96,931,000, τὰ ἔσοδα τοῦ 1899 δραχ. 111,230,000, τοῦ 1900 δραχ. 111,576,000, τοῦ 1901 δραχ. 114,320,000. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ ἔτος τὸ δεύτερον, ἤτοι τὸ 1900, ἦτο τὸ ἀτυχέστερον, ὑπὸ ἔποψιν ἀποδόσεων οἰκονομικῶν, εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, διότι εἴχομεν τὸν περονόσπορον, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς μόνην τὴν σταφίδα ἔσχεν ἀποτέλεσμα νὰ ἐλαττώσῃ τὰ δημόσια ἔσοδα κατὰ 3,000,000 δραχ. Διαφορὰ λοιπὸν ἐπὶ ἔλαττον τῆς χρήσεως τοῦ 1896 πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 δραχ. 14,000,000, πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 δραχ. 14,000,000, πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1901 δρ. 17,000,000. ἐν ὅλῳ 45,000,000. Ἤτοι καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων διαφορὰ τῶν ἐσόδων κατὰ 15,000,000. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχητε κατὰ τὰ τρία ἔτη 45,000,000 μείζονας εἰσπράξεις ἄνευ δαπανῶν; Ἀπανταχοῦ αἱ δαπάναι αὐξάνουσιν, ὅταν τὰ ἔσοδα ἦναι ἀνώτερα, αὐξάνουσι πρὸ πάντων εἰς τὰ εἴδη τὰ γνωστὰ ὑπὸ τὸν χαρακτῆρα τῶν μονοπωλιακῶν. Διὰ νὰ εἰσπράξητε λ.χ. περισσότερα ἀπὸ τὸ πετρέλαιον, πρέπει νὰ δαπανήσητε περισσότερα διὰ τὴν ἀγορὰν αὐτοῦ· διὰ νὰ εἰσπράξητε περισσότερα ἀπὸ τὰ πυρεῖα, πρέπει νὰ δαπανήσητε περισσότερα διὰ τὴν ἀγορὰν αὐτῶν· διὰ νὰ εἰσπράξητε περισσότερα ἀπὸ τὸ ἅλας, πρέπει νὰ δαπανήσητε περισσότερα διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν· διὰ νὰ εἰσπράξητε περισσότερα ἀπὸ τοὺς ἀμέσους φόρους, πρέπει νὰ δώσητε περισσότερα ποσοστὰ εἰς τὰ ὄργανα τῶν εἰσπράξεων. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο κατηγοροῦσιν ἡμῶν, ὅτι ηὐξήσαμεν τὰ δημόσια ἔσοδα. Ἤθελον ἐννοήσει, ἂν ἔλεγον συγκεκριμένως, σαφῶς, κατὰ τρόπον πείθοντα πάντα τὸν ἀκούοντα, ὅτι ἡμεῖς ηὐξήσαμεν τὴν φορολογίαν, ἐπεβάλομεν νέους φόρους, ἢ ηὐξήσαμεν τοὺς ὑφεστῶτας· ἀλλ’ ὅταν προκαλῶμεν αὐτοὺς νὰ κατονομάσωσι τοὺς νέους φόρους, τοὺς ὁποίους κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν, νὰ κατονομάσωσι τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐπεβάλομεν, ἢ τοὺς φόρους, οὓς ἡμεῖς ηὐξήσαμεν, τότε περιορίζονται μόνον νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὁ τύπος τῶν φορολόγων, ὁ τύπος τῶν φορομπηκτῶν! Ὅταν δὲ λέγωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριάκοντα μηνῶν, καθ’ οὓς διεχειρίσθημεν ἡμεῖς τὰ δημόσια, μίαν μόνην αὔξησιν προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐπεβάλομεν οὐχὶ διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὰ δημόσια ἔσοδα, ἢ νὰ καλύψωμεν ἐλλείμματα, τὴν ἐπεβάλομεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ὑπηρετηθῇ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων καὶ τὸ δάνειον τοῦ Σιδηροδρόμου Πύργου– Μελιγαλᾶ. Διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποφέρουσιν αἱ εἰσπράξεις, ἐδημιουργήσαμεν ὄντως ἔσοδον 2,700,000, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐχρησίμευσε διὰ δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατετάχθη εἰς τὰς ἀποδόσεις, εἰσπραττόμενον δὲ κατατίθεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἔνθα ἔχομεν κατάθεσιν 6,000,000 περίπου ἀκόμη, ἵνα ταῦτα χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων ἐπὶ μακρὸν ἔτι χρόνον. Ὀφείλω, διὰ νὰ ἦμαι εἰλικρινής, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπεβάλομεν φόρον τινὰ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, διότι μέχρι τότε δὲν ἐφορολογοῦντο τὰ οἰνοπνεύματα· εἶχεν ἡ βιομηχανία αὕτη ἀναπτυχθῆ τεραστίως, καὶ ἡμεῖς ἐπεβάλομεν ἕνα φόρον, ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ μὲν πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διεχειριζόμεθα τὰ κοινὰ, τὸ ἔσοδον ἀνῆλθεν εἰς 500 χιλιάδας δραχμάς, κατὰ δὲ τὰ ἑπόμενα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἄλλοι διεχειρίζοντο τὰ κοινὰ, κατῆλθεν εἰς 250,000. Λοιπὸν ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἐπεβάλομεν ἕνα φόρον νέον, ἐκ τοῦ ὁποίου τὰ δημόσια ἔσοδα ηὔξησαν κατὰ 250,000. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα ἐνταῦθα ηὔξησαν κατὰ 46,000,000. Πρὸς ἐπιτυχίαν δὲ τούτου τοῦ ἀποτελέσματος τὸ Δημόσιον ὑπεχρεώθη ν’ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας τὰς διὰ τὴν εἴσπραξιν ἀπαραιτήτους. Συγκεκριμένως ἐπραγματεύθην τὰ τοῦ θέματος, ὅτε εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904. Ἐπιφυλάσσομαι συγκεκριμένως ἐπίσης καὶ ἐν λεπτομερείᾳ τοιαύτῃ καὶ πάλιν νὰ πραγματευθῶ τὰ τοῦ θέματος, ὅταν θὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1904. Ἐν τῷ προκειμένῳ περιωρίσθην μόνον εἰς τὴν πρὸς ὑμᾶς ἀνακοίνωσιν τῶν ἀληθῶν ἀριθμῶν, οὓς οἱ ἀπολογισμοὶ παρουσιάζουσιν εἰς ἡμᾶς, ἵνα μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Οἱ ἀριθμοὶ ὄντως εἶναι τὰ εὐγλωττότατα τῶν ἐπιχειρημάτων ἐν τῇ συζητήσει τῇ ἀφορώσῃ εἰς τὰ κοινὰ πράγματα, ἀλλὰ τότε κυρίως εἶναι εὔγλωττοι, τότε εἶναι ἀκαταμάχητοι, τότε εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως, ὅταν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἐξάγωνται ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία, ὅταν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δὲν ἐξάγωνται πρὸς τὸν σκοπὸν δημιουργίας ἐπιχειρημάτων πολιτικῶν, ἐπιχειρημάτων σκοπούντων νὰ καταστρατηγήσωσι τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§158Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐμὲ, Κύριοι, φέρει εἰς τὸ βῆμα μία φράσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ θεωρήσαντος πάντα τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, στρατιωτικὰ νομοσχέδια ὡς ἄνευ σημασίας, ὡς ἀνάξια προσοχῆς, πρὸ παντὸς δὲ διότι ἐθεώρησεν, ὅτι πάντα σχεδὸν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα οὐδεμίαν σπουδαιότητα εἶχον, καὶ διότι μετεχειρίσθη περιφρονητικὴν φράσιν, ἵνα χαρακτηρίσῃ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ταμείου ὑλικοῦ πολέμου», ὡς ἐγὼ ὠνόμαζον αὐτό, καὶ ὅπερ αὐτὸς ἀποκαλεῖ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης...
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μετεχειρίσθην φράσιν περιφρονητικήν· εἶπον ὅτι δὲν εἶχεν ἐπαρκεῖς πόρους.
§160Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν τὸ ἐθεωρήσατε σοβαρόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις ὑμῶν.
§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἕνεκα ἐλλείψεως πόρων.
§162Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἦτο σοβαρόν, καὶ θὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὑμεῖς ἔχετε πόρους περισσοτέρους ἐκείνων, περὶ ὧν ἡμεῖς προεβλέπομεν· θέλετε δὲ ἰδεῖ, ὅτι ἐπαρκέστερον ἦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν ἡμεῖς, ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σεῖς ὑπεβάλετε. Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, συνδυάζων τὸ θέμα τοῦτο πρὸς τὰ λεχθέντα καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ κατ’ ἄλλας συνεδριάσεις, νὰ φέρω καὶ ἐπὶ τούτου τὸν λόγον. Ἐλέχθη καὶ ἀπόψε καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι τὰ νομοσχέδια, ἅτινα εἰσάγουσιν ἐνταῦθα οἱ Ὑπουργοὶ, δὲν δύνανται νὰ συνταχθῶσιν ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ συνταχθῶσιν ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων. Ἐγὼ διαφωνῶ εἰς τοῦτο ῥιζικῶς, καὶ νομίζω, ὅτι ἐν τούτῳ ἔγκειται ἀκριβῶς ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προγράμματος μιᾶς Κυβερνήσεως, ἑνὸς κόμματος, καὶ τοῦ προγράμματος ἑτέρας Κυβερνήσεως, ἑτέρου κόμματος. Ἐὰν πρόκηται τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ἅτινα εἶναι ὁ καθρέπτης τῶν ἰδεῶν μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, νὰ ἦναι ἔργον τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῆ τὴν εὐχὴν, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐξέφρασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄνδρες περιωπῆς πολιτικῆς, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι ὦσι μόνιμοι, ἠθέλομεν ἔχει τὸ φαινόμενον νὰ ἦναι κατὰ τύπους μόνον διϊστάμεναι αἱ πολιτικαὶ μερίδες, οὐσιαστικῶς δὲ οὐχὶ, διότι ἤθελον εἰσάγει μέτρα ἀπορρέοντα ἐκ τῶν αὐτῶν πάντοτε προσώπων. Τοῦτο δὲν νομίζω σοβαρόν· οὐδὲ νομίζω, ὅτι Κυβέρνησίς τις, ὑποβάλλουσα νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ὑποβάλλει δι’ αὐτῶν τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπεστήριξε παρά τε τῷ λαῷ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ὅτι ὑποβάλλει νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται πρὸς τὰς γνώμας, ἃς ὀλίγον πρότερον εἶχε διατυπώσει. Ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, θὰ ἦτο λυπηρὸν φαινόμενον τῆς καταπτώσεως τῶν πολιτικῶν φρονημάτων τῆς χώρας (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος, περιοριζόμενος εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν ἐμὲ, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν εἰς πάσας τὰς προηγουμένας Περιόδους, καθ’ ἃς ἤμην μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ αὐτὸς ἐπίσης ἦτο μέλος αὐτοῦ, ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διὰ τὸν στρατὸν, ποῖα εἶναι τὰ ἔχοντα τὴν μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, καὶ ἅτινα δὲν ἀνέπτυξα ἐντεῦθεν ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτῶν; Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κατατμήσω τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἅτινα καὶ μόνα ἀπασχολοῦσι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὴν παροῦσαν Σύνοδον, εἰς τρεῖς τάξεις· αʹ) εἰς νομοσχέδια προνοοῦντα περὶ σοβαρῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ,—καλῶς ἢ κακῶς, ἄλλος λόγος,—βʹ) εἰς νομοσχέδια ὑπηρεσιακὰ, σκοπὸν ἔχοντα, ἵνα ἐλλείψεις ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑπηρεσίας παρατηρηθείσας θεραπεύσωσι,— τοιοῦτο δὲ βεβαίως εἶναι τὸ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἄλλα, ἅτινα καὶ ταῦτα εἶναι ἀπαραίτητον, ὅταν εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ διανυχίζωνται, διότι, ἀφορῶντα πρόσωπα, εἶναι δυνατὸν νὰ προξενήσωσιν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως μία Κυβέρνησις πρέπει νὰ προλάβῃ,—καὶ γʹ) εἰς νομοσχέδια προσωπικὰ, μεταξὺ δὲ τῶν προσωπικῶν νομοσχεδίων κατατάσσω τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ πρὸ παντὸς, περὶ οὗ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, εἴτε ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἴτε μὴ, οὐδαμῶς δύναται νὰ προαγάγῃ τὰς στρατιωτικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ θὰ θεραπεύσῃ προσωπικὰ συμφέροντα ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἔρχομαι εἰς τὰ νομοσχέδια, ἅτινα θεωρῶ σημαντικὰ καὶ ἀφορῶντα τὸν στρατόν. Ταῦτα εἶναι τὸ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας, τὸ περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἴσως οὐδὲν ἄλλο, διότι τὸ τοῦ καταρτισμοῦ σώματος ἐπιτελῶν ἀξιωματικῶν βεβαίως κατὰ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σημαντικόν, ἀλλὰ διϊστάμεθα ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐγὼ θεωρῶ καὶ τάσσω τοῦτο μεταξὺ τῶν προσωπικῶν, ὅταν δὲ ἔλθῃ περίστασις, ἐὰν εὑρίσκωμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θὰ εὕρω τὸν καιρὸν νὰ ἀναπτύξω, πῶς θεωρῶ καὶ χαρακτηρίζω τοῦτο μετ’ ἄλλων τινῶν ὡς νομοσχέδια προσωπικά. Ἔρχομαι εἰς τὸ σπουδαιότατον ζήτημα, τὸ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Θ’ ἀναγκασθῶ, Κύριοι, νὰ ἀναδράμω εἰς ἐποχὴν παρῳχημένην, ὅτε ὑπηρεσιακῶς ἐκλήθην ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τυγχάνοντος κατὰ τὸ 1890–1892, ὡς τμηματάρχης τοῦ προσωπικοῦ. Ἐνόμισα τότε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μὲ ἀπασχολήσῃ μόνον ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία, ἀλλ’ ὅτι, κληθεὶς ὡς βοηθὸς, ὡς συνεργάτης,—ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπηται ἡ φράσις αὕτη, ἀφοῦ τοιοῦτον θεωρεῖ τὸν τμηματάρχην καὶ ὁ νόμος, διότι καὶ αὐτὸς συνυπογράφει μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ συμμετέχει τῆς εὐθύνης αὐτοῦ, — ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῶ καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, ἐν οἷς καὶ τὸ ζήτημα τῆς στρατολογίας. Αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας περιείχοντο καὶ ἐν τῷ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Τοῦτο εἶχον ὑποβάλει ἄλλοτε εἰς τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐθεωρήθη ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ἐνέχον στοιχεῖα χρήσιμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, δι’ ὃ καὶ ἀπεδέχθη τὴν γνώμην ταύτην, μετὰ μακρὰν συζήτησιν, καθ’ ἣν πᾶσαι αἱ λεπτομέρειαι ἐκανονίσθησαν, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο θὰ εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλήν, ὡς θὰ εἰσήγετο καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ περὶ ταμείου ὑλικοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλεν ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1892, ὥριζε δὲ καὶ τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τούτου. Ἀλλ’ ὡς πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐνθυμεῖσθε, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνέβη τὸ ἀπρόοπτον, ὅτι ὁ μὲν χρυσὸς ἀνῆλθεν, ἡ δὲ Κυβέρνησις κατῆλθεν. Ἦτο, κύριοι Βουλευταί!, ἡ συνεδρίασις τῆς 22 Νοεμβρίου 1896, ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ θέματος ἀφορῶντος τὸ λῆξαν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἢ ὀλίγον πρότερον, ζήτημα τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1891, εἰς ἣν καὶ ἐγὼ μετέσχον, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου, συντρέχων τὸν Κρητικὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα. Λόγου γενομένου μακροῦ ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ζήτημα ἤχθη οὕτως, ὥστε νὰ θίξω καὶ τὸ ζήτημα τοῦ καταρτισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἔλεγον δὲ τότε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ πόροι τοῦ ταμείου τούτου, βάσιν ἔχοντες τὰς προσόδους τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου καὶ ἀνερχομένας εἰς 1,700,000 περίπου δραχμάς, καὶ ἑτέρας ἐπιπροσθέτως διατεθείσας ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, θὰ ἐχρησίμευον πρὸς ἀνανέωσιν τοῦ φθειρομένου ὁπλισμοῦ καὶ ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, ὁσάκις ἡ πρόοδος τῶν στρατιωτικῶν ἐπιστημῶν ἐπιβάλλῃ ἀναποφεύκτως τὴν τοιαύτην μέριμναν.» Ὑπεδείκνυον οὕτω τὴν ἀνάγκην τῆς ἱδρύσεως ταμείου ὑλικοῦ πολέμου μετὰ προσόδων ἀσφαλῶν. Ἐμνημόνευσα λοιπὸν κατὰ τὸ 1896 ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς ἀνάγκης ταύτης, ἀνεγνώριζε δ’ αὐτὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὡς καὶ τὴν ἐπιβαλλομένην ὑποχρέωσιν, ὅπως τὸ συντομώτερον ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὅ,τι ἐσκέφθη κατὰ τὸ 1892, ἦτο δυνατὸν ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ πράξῃ κατὰ τὸ 1896, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμείου ὑλικοῦ πολέμου; Κατὰ τὸ 1891 καὶ 1892 βεβαίως τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας δὲν ἦσαν ἀνθηρά. Οἱ συνδυασμοί, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευον, ὅπως παρέχωσι τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων, ἐβαρύνον τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας καθ’ ἑκάστην. Τὰ πρὸς τοῦτο δάνεια παρεῖχον περισσεύματα, καὶ ταῦτα ἐσπαταλῶντο, ἐνῷ ἐδανειζόμεθα, ἵνα πληρώνωμεν τὸ μέρισμα τῶν τόκων τῶν ὑποχρεώσεών μας. Ὁπωσδήποτε ἐν τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ εἴθε νὰ ἐπραγματοποιεῖτο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, διότι, ἐὰν τοῦτο ἐλάμβανε χώραν, θὰ εἴχομεν ἔκτοτε ἰδιαιτέρους χρηματικοὺς πόρους, δυναμένους νὰ χρησιμεύσωσιν ἴσως εἰς σύναψιν δανείου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς χρεωκοπίας, τῆς στάσεως τῶν πληρωμῶν, καὶ ἴσως, ἐὰν ἐλειτούργει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ ταμεῖον ὑλικοῦ πολέμου, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν θὰ εὑρίσκετο ἄοπλον, ὡς σήμερον, καὶ εἰς κατάστασιν, ἐξ ἧς δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς στρατιωτικὸς παράγων. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο τοῦτο οὐδὲ κατὰ τὸ 1896, διότι ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀναστολῆς τῶν πληρωμῶν, ζητήματος θίγοντος καὶ τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ αὐτὴν τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν αὐτῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς ἀνεύρεσιν καὶ διάθεσιν πόρων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, χωρὶς νὰ ἔχῃ λήξει ὁ μετὰ τῶν δανειστῶν συμβιβασμός. Νομίζω ὅτι τὸ πρόσκομμα ἦτο ἀνυπέρβλητον. Τὴν γνώμην λοιπὸν ταύτην ἡ μερίς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, οὐδέποτε ἐγκατέλιπε. Καὶ ταῦτα μὲν ἐγένοντο κατὰ τὸ ἔτος 1896. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ἂν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον πέρυσιν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ σημερινὸν, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θεωρῇ αὐτὸ ἀνεπαρκές. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι οὐδεμία βλάβη ἤθελε προσγείνῃ εἰς ὑμᾶς, ἐὰν ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐμελετήσατε, ἠθέλετε μελετήσει καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα. Ὡς εἶμαι πάντοτε σύντομος, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ νὰ κρατήσω ἐπὶ μακρὸν τὸν λόγον, οὕτω καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ οὗ ὁ λόγος, θὰ ἦμαι σύντομος· ἀλλ’ ἴσως, ὅσον σύντομος καὶ ἂν ἦμαι, νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ περιέχωνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αἱ διατάξεις αἱ οὐσιώδεις, ὧν ἄνευ τὸ νομοσχέδιον ἤθελεν εἶσθαι πλημμελές. Μνημονεύω ἐν τούτῳ λεπτομερῶς τὰ εἴδη, ἅτινα τὸ Κράτος ἤθελε προμηθευθῆ διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τούτου. Συνεπῶς ἀποκλείεται πᾶσα ἄλλη δαπάνη, ὅπερ δὲν συμβαίνει μὲ τὸ νομοσχέδιόν σας. Γνωρίζετε, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην 2200 ἵππων διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ. Γνωρίζετε, ὅτι τοὺς ἵππους δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν χρησίμους, εἰμὴ ἀπὸ τοῦ πέμπτου ἕως τοῦ δωδεκάτου ἔτους συμπεπληρωμένου. Ὥστε ἐντὸς μιᾶς ἑπταετίας οἱ 2200 ἵπποι πρέπει νὰ ἀνανεωθῶσι. Λοιπὸν ἓν μικρὸν Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον, ἵνα κατ’ ἔτος ἀνανεώνῃ 350 ἵππους, οὓς, ἐννοεῖται, πρέπει νὰ προμηθεύηται καλλιτέρους ἐκείνων, — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω, — τοὺς ὁποίους ἐπρομηθεύθη τὸ Κράτος τελευταῖον, ἴσως καὶ διότι τοὺς ἤθελε, λόγῳ οἰκονομίας, κατά τι εὐθηνοτέρους. Πάντοτε ὅμως ἐν τῷ μέλλοντι πρέπει νὰ παραβλέψωμεν τὰς τόσον ἐπιβλαβεῖς οἰκονομίας...
§163Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς εἴπω, τίς πταίει διὰ τοῦτο;
§164Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Λαμβάνω τὸν λόγον μετὰ δεκαπενθήμερον νόσον, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόψητε. Θὰ προσθέσωμεν λοιπὸν 100 περίπου δραχμὰς εἰς τὴν ἀξίαν ἑκάστου ἵππου, ἵνα προμηθευθῶμεν ἵππους καλλιτέρους. Λέγω τοῦτο, διότι θέλει χρησιμεύσει εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θέλω φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τριακόσιοι πεντήκοντα ἵπποι κατ’ ἀνάγκην θέλουσιν ἐπιφέρει δαπάνην 300,000 περίπου δραχμῶν, ἔχομεν δὲ οὕτω δαπάνην, τὴν ὁποίαν θὰ ὑφίσταται τὸ Ταμεῖον, 300,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος μόνον διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῶν ἵππων. Ἐν τούτοις, ὅτε ἐγὼ ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, διὰ μακρῶν συνεζήτησα αὐτὸ μετὰ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Δηλιγιάννη. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὰ, ὅτι εἶχον ἀναγράψει τὴν ἱππωνίαν μεταξὺ τῶν ἀντικειμένων, ἅτινα τὸ ταμεῖον τοῦ ὑλικοῦ πολέμου ἤθελεν ἐξυπηρετεῖ, ἀλλὰ σεῖς μοὶ εἴπετε, ὅτι αὕτη εἶναι ἐτησία δαπάνη, τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγράψωμεν εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ὧν ἐμνημόνευε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θ’ ἀνεγράφετο αὕτη ἐν τῷ ἐτησίῳ Προϋπολογισμῷ... Ἐγὼ, βλέπετε, ὥριζον τὰ θέματα, ἐνῷ σεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν ὁρίζετε ταῦτα.
§165Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἤδη ἡ ἱππωνία θὰ γίνεται ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§166Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν σεῖς δὲν ἔχητε κατὰ νοῦν νὰ προμηθευθῆτε ἵππους ἐκ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, θὰ τοὺς προμηθευθῶ ἐγὼ, ἂν τύχῃ νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς, ἢ ἄλλος τις, ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν θὰ ἐμποδίζῃ· θὰ τοὺς προμηθευθῇ ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἢ ὁ κύριος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν.
§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπάρξῃ πίστωσις περὶ τούτου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τὰς τακτικὰς πιστώσεις αὐτοῦ δὲν θὰ ζητήσωμεν ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης.
§168Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἡ προσπάθεια ὑμῶν, ὅπως ῥυθμίσητε τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ, εἶναι ἐπιτακτική. Καὶ τοῦτο οὐδ’ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δύναται ν’ ἀποφύγῃ...
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐξέλαβον, ὅτι τὸ ἱδρυόμενον Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης θέλει ἀναλάβει πάσας τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἱππωνία, τὰ ἔξοδα πρὸς συντήρησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, ἐπιβαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης προορίζεται διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ ὁπλισμοῦ, τὰς ὁποίας θέλει ἀπαιτήσει ἡ συμπλήρωσις καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ στρατεύματος.
§170Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 9. Τὸ ἥμισυ τῶν κατ’ ἔτος, συμφώνως πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, ἐσόδων τοῦ ταμείου ὑλικοῦ πολέμου διατίθεται εἰς ἀγοράν: αʹ) ὁπλισμοῦ ἐν γένει, παρελκομένων καὶ ἀνταλλαγμάτων αὐτοῦ· βʹ) πυρομαχικῶν ἐν γένει καὶ πυροτεχνημάτων· γʹ) κιλλιβάντων καὶ ὀχημάτων πυροβολικοῦ (πλὴν τῶν μεταγωγικῶν καὶ χειραμαξῶν)· δʹ) σαγῶν πυροβολικοῦ ὁλομερῶν. Τὸ ἕτερον ἥμισυ τῶν κατ’ ἔτος ἐσόδων τοῦ ταμείου, ἀποτελοῦν ἰδίαν μερίδα, σχηματίζει τὸ ἀποθεματικὸν αὐτοῦ κεφάλαιον.» Τοῦτο (τὸ ἕτερον ἥμισυ) ἐθεώρουν χρήσιμον, ὅπως διατεθῇ πρὸς σύναψιν δανείου. Καὶ βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ νὰ διατεθῇ πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ κεφαλαίου, διότι, ἂν διαθέσητε τὸ ὅλον τῶν πόρων τοῦ ταμείου τούτου ὑπὲρ δανείου, δι’ οὗ θὰ προμηθευθῆτε ἐφάπαξ τηλεβόλα ἢ ἄλλο τι, διότι θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην κατόπιν νὰ ὑποβάλητε νέον νομοσχέδιον, συμπληρωματικὸν τοῦ περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ νὰ προτείνητε νέους φόρους, ὅπως ἀποκτήσητε νέους πόρους, δι’ ὧν ν’ ἀνταποκριθῆτε εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ ταμείου. Διότι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐφωδιασμένος ὁ στρατός, καὶ ἂν οὔτε ἓν κομβίον, — ὡς ἔλεγε κατὰ τὸ 1870 Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἄλλου Κράτους, — ἐλλείπῃ κατὰ τὸ φαινόμενον, πάντως ὅμως κατ’ οὐσίαν θὰ ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις. Διὰ τοῦτο ἔλεγον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαθέσητε τὸ ὅλον τῶν πόρων, διότι θέλετε παραλείψει βραδύτερον ἄλλας προμηθείας ἀναγκαιοτάτας... Ἀλλὰ μήπως εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο μόνον, περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ τὸ ὑμέτερον ταμεῖον; Ὑμεῖς περιλαμβάνετε καὶ τὴν ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων, — ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς εἰρήνης, διότι περὶ ἄλλου δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος. — Κτίρια λοιπὸν στρατιωτικὰ χρειάζονται εἰς ἡμᾶς διὰ 20,000 ἄνδρας.
§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ περισσοτέρους.
§172Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑπολογίζω ὀλιγωτέρους, διότι τοῦτο εἶναι συντελεστικόν, ἵνα μὴ εὕρω ἀντίρρησιν εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐκθέτω. Εἴκοσι χιλιάδων ἀνδρῶν στρατωνισμὸς εἶναι θέμα ὀλίγον τι μηχανικόν, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον θὰ ἦναι ἀκριβεῖς. Διὰ σταυλισμὸν ἑνὸς ἵππου ἀπαιτοῦνται 800 ἕως 1000 δραχμαί· δι’ ἕνα ἄνδρα ἀπαιτοῦνται 400 ἕως 600 φράγκα, ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι δραχμὰς, διότι τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι κατωρθώσαμεν ἡμεῖς νὰ τὰ ἐξοικονομῶμεν μὲ δραχμάς, ὅπως οἱ ἄλλοι μὲ φράγκα. Ἂς δεχθῶμεν τὸ μέσον, 500 δραχμὰς θὰ ἔχωμεν 10 ἑκατομμύρια, ἐὰν θελήσητε νὰ στρατωνίσητε τοὺς 20,000 ἄνδρας. Ἀλλ’ ἔχομεν τὰ δύο συντάγματα ἐν Ἀθήναις καὶ ἓν ἄλλο σύνταγμα ἐν Θεσσαλίᾳ· πρέπει λοιπὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν 2,000,000, καὶ ἀπομένουσιν ὀκτὼ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν στρατωνισμόν. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὰ Νοσοκομεῖα. Τὰ Νοσοκομεῖα κατασκευάζονται σήμερον, προνοίᾳ τῆς φιλανθρώπου Ἀνάσσης, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ζηλεύωσι ταῦτα καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουσι πολυτελῆ τοιαῦτα διὰ φιλανθρωπικὸν σκοπόν. Πάντες γνωρίζετε, πῶς τὸ Βʹ Νοσοκομεῖον, τὸ παρὰ τὰ Παραπήγματα, κατεσκευάσθη· νομίζετε, ὅτι ἡ πρόνοια Αὐτῆς δὲν θέλει ἐπεκταθῆ καὶ διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ λοιποῦ στρατοῦ, τοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις; Ἔχω τὸ θάρρος, Κύριοι, νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ προσώπου ἐκείνου εἶναι, ὅπως καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μεριμνήσωμεν προσηκόντως. Τί δὲ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν δι’ ἕκαστον νοσηλευόμενον; Ἀπὸ 800 ἕως 1000 δραχμάς. Ἑπομένως, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἱδρύσωμεν ἓν Νοσοκομεῖον διὰ 200 ἄνδρας ἐν Θεσσαλίᾳ, πρέπει τὸ ὀλιγώτερον νὰ δαπανήσωμεν 200,000 δραχμάς· ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ὁ συνταχθεὶς διὰ τοιοῦτον Νοσοκομεῖον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀνέρχεται εἰς 300,000 δραχμάς, διότι οἱ ὅροι τῆς κατασκευῆς ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι δυσμενέστεροι· τὰ πάντα ἐκεῖ εἶναι ἀκριβότερα. Πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὲς ἐν Θεσσαλίᾳ Νοσοκομεῖον διὰ 200 νοσηλευομένους, διότι, ὅταν ἐπέρχωνται ἐπιδημίαι εἰς τὸ στράτευμα, ὅταν ἡ ἰλαρὰ ἐνσκήπτῃ, ἔχομεν πάντοτε περισσοτέρους ἀσθενεῖς. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν ἐπίπλωσιν. Νομίζετε, ὅτι ἡ ἐπίπλωσις δύναται νὰ γείνῃ ἐκεῖ κατωτέρα παρ’ ὅ,τι γίνεται ἐν Ἀθήναις; Μεταβῆτε νὰ ἴδητε τὸ ἐν Ἀθήναις Νοσοκομεῖον· θέλετε θαυμάσει τὴν ἐν αὐτῷ — δὲν θέλω νὰ τὴν ὀνομάσω πολυτέλειαν, — θέλετε βεβαίως θαυμάσει τὴν πρόνοιαν, ἥτις διαφαίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη καὶ ἥτις ἀποκλείει τὸν μολυσμόν, ἐνῷ ἄλλοτε τὰ Νοσοκομεῖά μας ἐμαστίζοντο ἀπὸ τὰ ἐρυσιπέλατα καὶ ἀπὸ ἄλλα νοσήματα, ἅτινα ἀνεπτύσσοντο ἐντὸς αὐτῶν τούτων τῶν Νοσοκομείων. Τοιουτοτρόπως δι’ ἀριθμὸν χιλίων ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους θὰ νοσηλεύητε ἐν συνόλῳ, θέλετε ἔχει κατ’ ἀνάγκην δαπάνην 2,000,000, καὶ ἰδοὺ τὰ 8,000,000 γίνονται 10,000,000. Ἀλλὰ καὶ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα θέλετε φέρει, θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην σταυλισμοῦ· ἑπομένως, σᾶς βεβαιῶ, περὶ τὰ 12 ἕως 15 ἑκατομμύρια πρέπει νὰ ὑπολογίσητε διὰ στρατιωτικὰ κτίρια. Ἐὰν θέλητε ἐντὸς 10 ἐτῶν νὰ συμπληρώσητε αὐτά, θὰ ἔχητε ἀνάγκην 1,500,000 δραχ. κατ’ ἔτος· ἐὰν θέλητε ἐντὸς 20 ἐτῶν νὰ κατασκευάσητε αὐτά, θὰ ἔχητε ἀνάγκην 750,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Δὲν μέμφομαι ὑμᾶς, ὅτι ἐλάβετε ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου τὴν πρόνοιαν ταύτην,—πᾶσα πρόνοια λαμβανομένη ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος εἶναι ἀσπαστή, — ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς φέρω εἰς τὰ συμπεράσματα. Ὅταν χρειαζώμεθα 750,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος διὰ στρατιωτικὰ κτίρια, καὶ ὑπολογίσωμεν καὶ 350,000 δι’ ἱππωνίαν, ἰδού, ὅτι ὑπερβαίνομεν τὸ ἑκατομμύριον, καὶ ἂν τὰ εἰσοδήματα ὑμῶν ἐκ τῶν πόρων τοῦ ταμείου ἦναι 4 ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ τὰ ἐλαττώσητε εἰς 3 ἑκατομμύρια.
§173Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἱππωνίαν δὲν ἔχομεν.
§174Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν τὴν ἐξαιρεῖτε, πρέπει νὰ τὸ εἴπητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§175Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου καὶ δι’ ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων.
§176Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἀποκλείεται τοῦτο, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀνεγράψατε εἰσέτι.
§177Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναγράφεται πίστωσις διὰ τὴν ἱππωνίαν, διότι ὑπάρχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§178Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὴν περιλαμβάνει, ἀλλ’ εἶναι ἐνιαύσιος. Δὲν γνωρίζω, τί θὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ φοβοῦμαι τὰς ἐπιφυλάξεις ταύτας. Διὰ τοῦτο ἐγὼ περιώρισα τὰς προμηθείας εἰς ὅσα ἀνέφερα, καὶ μόνον εἰς ταῦτα, ὑμεῖς δὲ δύνασθε νὰ πράξητε τὸ ἴδιον, ἐὰν δὲν ἀντίκηται εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ καὶ ἔξωθεν μίαν γνώμην. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς ἄλλο ζήτημα. Τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης προικίζεται καὶ διὰ τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον θέλει παράσχει εἰς τὸ Κράτος τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἀπόψε πρὸς συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔφερα ὁλόκληρον τὸν φάκελον, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τοῦτο κατηρτισμένον· δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης 30 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὴν πυρίτιδα, εἰς τὴν κοινὴν πυρίτιδα ὑπονόμων, διὰ τῆς προσθήκης 50 λεπτῶν κατὰ χιλιόγραμμον ἐπὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, αἵτινες χρησιμεύουσιν εἰς μεταλλευτικὰς ἐργασίας, καὶ διὰ τῆς προσθήκης μιᾶς δραχμῆς μέχρι δύο δραχμῶν εἰς τὰς ἐκλεκτὰς πυρίτιδας, αἵτινες χρησιμεύουσιν εἰς τὸ κυνήγιον, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 940,000 δραχμῶν. Ἔχω πίνακας λεπτομερεστάτους, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, τί στοιχίζει ἑκάστη ὀκᾶ, καὶ τί στοιχίζει ἕκαστον κοιλόν. Ταύτας τὰς πληροφορίας, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι εἰδικός, ἐπορίσθην παρ’ εἰδικοῦ προσώπου, χωρὶς νὰ ἔλθω μετ’ αὐτοῦ εἰς οὐδεμίαν συνάφειαν, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ γνωρίζῃ περὶ τίνος ζητήματος πρόκειται. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δύναται τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν νὰ παράσχῃ πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι δὲ αὐτὴ μόνον ἡ ὑπηρεσία, ἣν θὰ προσφέρῃ, ἤτοι τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ὅπερ, κατὰ τὴν γνώμην μου, δύναται νὰ πορισθῇ τὸ Κράτος ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη ὑπηρεσία σπουδαία, ἣν θὰ προσφέρῃ τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἀναφέρω διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀρχιάτρου τοῦ Ἑλβετοῦ, ὅστις ἐνοσήλευσε τοὺς Τούρκους στρατιώτας, οἵτινες ἦσαν πληγωμένοι κατὰ τὰς συναφθείσας μάχας ἀπὸ Δερελῆ μέχρι Δομοκοῦ. Ὁ Ἑλβετὸς αὐτὸς ἀρχίατρος λέγει ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ ὅτι «εἶναι λυπηρόν, εἶναι ἀκατανόητον, πῶς ἡ Ἑλλὰς ἀπέστειλε τοὺς ἄνδρας αὐτῆς ἐφωδιασμένους μὲ πολεμοφόδια, ἡ δύναμις τῆς πυρίτιδος τῶν ὁποίων ἦτο τοιαύτη, ὥστε μόνον μώλωπας προὐξένησαν εἰς τοὺς Τούρκους στρατιώτας τὰ ἑλληνικὰ βλήματα». Ἀναφέρει δὲ προσέτι καὶ μίαν ἀπίστευτον ἀναλογίαν, ὅτι δηλαδὴ ἐκ τῶν πληγωθέντων κατὰ τὴν μάχην τοῦ Δερελῆ 94 τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν βλημάτων τῶν ἑλληνικῶν ὑπέστησαν μόνον μώλωπας!...
§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκ τίνος ἀποστάσεως;
§180Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν ἕνα ἐκ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὰς μάχας ἐκείνας, διὰ νὰ μᾶς δώσῃ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν· ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπόστασις, μία τοιαύτη ἀναλογία εἶναι ἀπίστευτος. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τὸ διατί; Σᾶς τὸ λέγω ἀμέσως. Ἐὰν ἐπιθεωρήσητε τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, θὰ εὕρητε πολλὰ φυσίγγια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ μὲν κατασκευασθέντα κατὰ τὸ 1881, ἤτοι πρὸ 23 ἐτῶν, εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, διότι κατεσκευάσθησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τὰ δὲ φυσίγγια τὰ βραδύτερον κατασκευασθέντα ἐν Ἑλλάδι εἶναι διὰ νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν, διότι κατεσκευάσθησαν ὑπὸ τοῦ πυριτιδοποιείου Ἀθηνῶν. Ἰδοὺ διατὶ ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ μονοπώλιον κυβερνητικὸν ἡ κατασκευὴ πυρίτιδος καὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Οἱ πρῶτοι ἱδρύσαντες τὸ Βασίλειον καὶ ἀνεγείραντες πυριτιδοποιεῖον ἐν Κεφαλαρίῳ ἀπέβλεψαν πολὺ ὑψηλότερον, διότι εἰς οὐδένα ἄλλον ἤθελον νὰ ἐμπιστευθῶσι τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ παρὰ εἰς αὐτὸ καὶ μόνον τὸ Κράτος. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τὸ μονοπώλιον νὰ τὸ δώσητε οὔτε εἰς ἐργολάβους οὔτε εἰς ἐπιχειρηματίαν τινά. Γνωρίζετε ὁποῖα μηχανήματα ἔχει τὸ πυριτιδοποιεῖον Μωραϊτίνη; Μηχανήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνέδρα κατὰ τῆς ζωῆς τῶν ἐργαζομένων· οὐδεὶς εἰσέρχεται ἐν ἄλλοις ἐργοστασίοις, ὅταν ζυμῶνται αἱ πρὸς κατασκευὴν πυρίτιδος ὗλαι, οὐδὲ παραμένει παρὰ τὸν μύλον, ὁ ὁποῖος τρίβει τὰς ὗλας. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἡ ἐργασία αὕτη διευθύνεται ἔξωθεν, καὶ ἂν γείνῃ ἔκρηξις ἐκεῖ, τὸ κατάστημα θέλει πάθει μόνον, οἱ ἄνδρες θέλουσι σωθῆ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν πυριτιδοποιεῖον, εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου γίνεται· δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν νὰ παράγῃ μολυβδοσωλῆνας καὶ σκάγια καὶ τὰς ποικίλας ἄλλας ἐργασίας του. Τὸ δὲ Κράτος, ὅπερ δαπανᾷ, τρέφον, ἐκπαιδεῦον, στρατωνίζον τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως διὰ τούτων μορφώσῃ στρατὸν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων καὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους, ἐν μιᾷ μόνῃ στιγμῇ θέλει πορισθῆ τὰ ἐκ τοσούτων θυσιῶν προσδοκώμενα ὀφέλη, ὅταν ὁ στρατιώτης, χρώμενος, ὡς ἐδιδάχθη, τῷ ὅπλῳ του, βάλλῃ τὰς βολὰς αὑτοῦ κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος· ἐκ τῆς ἀκριβείας δὲ τῶν βολῶν ἐξαρτᾶται ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος, καὶ δι’ αὐτὸ αἱ βολαὶ αὗται δὲν πρέπει νὰ ἦναι κατασκευασμέναι εἰς κατάστημα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐμπορεύονται τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, παρέχοντες βολὰς, αἱ ὁποῖαι, ἀντὶ νὰ περιέχωσι πυρίτιδα ἐκ νίτρου κατασκευασθεῖσαν, περιέχουσι νιτρικὴν σόδαν. Ἐρωτήσατε ἰατροὺς, φαρμακοποιοὺς καὶ χημικούς, διὰ νὰ σᾶς εἴπωσι, ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ νίτρου καὶ νιτρικῆς σόδας. Διὰ ταῦτα πάντα ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅστις πάντοτε εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκροασθῇ μετὰ προσοχῆς, ὁσάκις ὡμίλησα, καίτοι δὲν συμπίπτει νὰ ἦμαι ὀπαδός του, θὰ προσέξῃ σήμερον, καὶ θὰ πιστεύσῃ, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου πυρίτιδος κλπ., καὶ οὐχὶ ὀρθῶς νομίζει, ὅτι δύναται νὰ πορισθῇ 1,500,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου. Δὲν πρέπει δὲ νὰ μέμφηται ἡμῶν διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν πόρων τοῦ Ταμείου Ἀμύνης. Μήπως δὲν περιελάβετε εἰς τοὺς πόρους τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου προερχόμενον εἰσόδημα, καὶ κατόπιν, κρίναντες ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ, καὶ πεισθέντες, ὅτι κακῶς εἰσήχθη ἡ περὶ τούτου διάταξις, δὲν τὴν ἀπεσύρατε; Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν σᾶς μέμφομαι διὰ τοῦτο, καίτοι εἶμαι Θεσσαλὸς, καὶ ἠδυνάμην νὰ χαίρω ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἀποδέχομαι τὴν μεταβολὴν αὐτὴν, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀντικειμένου καὶ ζητήματος ἐφημέρου. Θὰ ἦτο δὲ ὀρθότερον, ἐὰν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγκατέλειψεν ἡ Κυβέρνησις τὸν ἐπὶ τοῦ σίτου δασμὸν, ἐδέχετο τὴν προταθεῖσαν πρόσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος εἰς τὰς δαπάνας, εἰς ἃς εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ ὑποβάλητε τὸ Κράτος διὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, λέγω, ὅτι πασῶν οὐσιωδεστάτη εἶναι ἡ ἀνέγερσις ἀποθηκῶν ἐφεδρείας συντάγματος ἐν ἑκάστῳ νομῷ. Εἶχε ποτὲ ἐπιχειρήσει ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης τὴν ἵδρυσιν ἀποθηκῶν τοιούτων, ἔχομεν δὲ τοιαύτας δύο μόνον, μίαν ἐν Μεσολογγίῳ καὶ μίαν ἐν Βόλῳ. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ ἴδω ἱδρυομένας τοιαύτας ἀποθήκας ἐν παντὶ νομῷ. Θέλετε δὲ νὰ σᾶς εἴπω, πῶς ἐννοῶ νὰ ἱδρυθῶσι; Μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ὑπηρεσιακὴ νὰ γνωρίζω ταύτας· θὰ ηὐχόμην μίαν συμπλήρωσιν τῶν ἀποθηκῶν τούτων, καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ εἶμαι μηχανικός, θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ ἂς τὴν μελετήσῃ, καὶ ἂν εὕρῃ ταύτην ὀρθήν, ἂς μεριμνήσῃ νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ. Θὰ ἦτο εὐκταῖον, κτίρια, προοριζόμενα ὡς Στρατολογικὰ Γραφεῖα, νὰ ἦσαν ἐν παντὶ νομῷ, συνεχόμενα μετὰ μιᾶς ἀποθήκης συντάγματος. Θὰ εἰσήρχετο ὁ κληρωτὸς ἢ ὁ ἔφεδρος εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς του θὰ ὡδηγεῖτο εἰς τὴν ἀποθήκην, ἵνα ἀποθέσῃ ἐκεῖ τὴν πολιτικὴν ἐνδυμασίαν του, περιβληθῇ τὸν στρατιωτικὸν ἱματισμόν του καὶ παραλάβῃ τὸν ὁπλισμόν του. Οὕτω δὲ δὲν θὰ παρουσιάζετο πλέον τὸ φαινόμενον ἀνθρώπων, οἵτινες διὰ σπάγγων ἐξήρτων τὰς ξιφολόγχας των, καὶ μὲ σχοινία ἀνήρτων τὰ ὅπλα των, καὶ οἵτινες οὕτως ἐξωπλισμένοι ἀπεστέλλοντο καὶ μετέβαινον διὰ νὰ ὑπερασπισθῶσι τὴν πατρίδα αὐτῶν εἰς τὰ σύνορα! Λοιπὸν ἱδρύσατε τὴν ἀποθήκην παρὰ τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, καὶ παραλαμβάνοντες τὸν κληρωτὸν ἐνδύσατέ τον, ἵνα, ὅταν ἐπανέλθῃ, ἐπανέλθῃ μέχρι τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ ἐν τάξει, καὶ οὐχὶ κατὰ στίφη καὶ ὀρδάς, ὡς συνέβη τελευταῖον ἐν Λαρίσῃ, ὅπου ἔβλεπέ τις στίφη ἀνθρώπων, ἀναχωρούντων ἀπὸ Λαρίσης διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς Καλάμας, διότι τὰ στίφη ταῦτα εὐχερῶς μεταβάλλονται εἰς στοιχεῖα ταραχοποιά. Οὕτω θὰ ἐπανέρχωνται ἐν τάξει ὑπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν μέχρι τῆς ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ αὐτῶν ἀποθήκης, θ’ ἀποβάλλωσι τὸν ἱματισμόν των, θὰ καταλείπωσιν αὐτὸν καὶ θὰ περιβάλλωνται τὰς πολιτικὰς ἐνδυμασίας των. Οὕτω πράττουσι τὰ ἄλλα ἔθνη. Ἐὰν δ’ ἐγὼ ἤθελον ἀποδεχθῆ μίαν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων, ἡ ἐξαίρεσις αὕτη θὰ ἦτο μόνον ἡ κατασκευὴ ἀποθήκης συντάγματος ἐν ἑκάστῳ νομῷ, συναφοῦς μετὰ τοῦ κτιρίου τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου. Ἀλλὰ ταῦτα μὴ νομίζετε ὅτι δύνανται νὰ στοιχίσωσιν ὀλίγα· θὰ στοιχίσωσι 500,000 ἕως 600,000 δραχμάς.
§181Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἑκάστη ἀποθήκη;
§182Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§183Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐν Μεσολογγίῳ δὲν ἐστοίχισεν ἄνω τῶν 200,000 δραχμῶν.
§184Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι δὲν ἐστοίχισεν ἄνω τῶν 200,000 ἕως 250,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πλήρης, εἶναι μόνον δι’ ἱματισμόν· δὲν ἔχει ὁπλισμόν, δὲν ἔχει Στρατολογικὸν Γραφεῖον καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἐξαρτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται.
§185Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχει καὶ ὁπλισμόν.
§186Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι ὅμως διὰ 3,000 ἄνδρας, ὁπλισμὸν συντάγματος. Ἡ ἀποθήκη συντάγματος μεθ’ ὅλων τῶν ἐξαρτημάτων, ἅτινα ἀπαιτοῦνται, θὰ στοιχίσῃ 600,000 δραχμάς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἂν καλῶς ὑπολογίζεται εἰς 600,000 δραχμὰς ἡ δαπάνη διὰ τὰς ἀποθήκας. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι ὁμιλῶ κατόπιν ἑορτῆς, διότι τὸ ἄρθρον ἔχει ἤδη ψηφισθῆ· δὲν ἠδυνήθην ὅμως ἐγκαίρως νὰ ἐξέλθω τῆς οἰκίας μου καὶ μετάσχω τῆς συζητήσεως, διότι ἤμην ἀσθενής. Ἤδη ἔρχομαι εἰς ἄλλο θέμα, εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶχον καταρτίσει καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὸν μετριόφρονα τίτλον «νομοσχέδιον περὶ ταμείου ὑλικοῦ πολέμου». Ὑμεῖς, ἀποβλέποντες ἴσως εἰς πιθανὰς προσφορὰς καὶ δωρεὰς, τῷ δίδετε τὸν τίτλον Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Τοῦτο βεβαίως δὲν μεταβάλλει τὸν σκοπὸν, διότι ἄλλως καὶ ὁ ὁπλισμὸς καὶ τὸ λοιπὸν ὑλικὸν πολέμου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἄμυναν ἀνήκουσι καὶ ἀνάγονται. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι ὄντως σᾶς εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μεριμνήσητε καὶ περὶ τῆς ἀμύνης τῆς χώρας δι’ ὀχυρώσεως δαπάναις τοῦ ταμείου τούτου; Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐνθυμεῖται βεβαίως, ὅτι αἱ κατὰ τὸ ἔτος 1886 γενόμεναι περὶ τὴν Λάρισαν ὀχυρώσεις καὶ ἐν Ρεβενίῳ καὶ ἀλλαχοῦ περὶ τὰ μέρη ἐκεῖνα δὲν ἐστοίχισαν πολλά...
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε εἰς τί ποσὸν ἀνῆλθεν ἡ δαπάνη τῆς ὀχυρώσεως τῆς Λαρίσης;
§188Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Οὔτε εἰς 100,000 δραχμάς. Τὰ πράγματα ἐγένοντο ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον... Ἑπομένως θέλω νὰ εἴπω, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι ὑμεῖς περιορίζετε μέρος τῆς δαπάνης τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὸν ὁπλισμὸν τῶν ὀχυρωμάτων καὶ διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας. Διότι ὑμεῖς, μὴ εἰδικεύοντες τὸ εἶδος τοῦ ὁπλισμοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑποτίθεται ὅτι περιλαμβάνετε καὶ τὸν ὁπλισμὸν τῶν ὀχυρωμάτων· δὲν πιστεύω δὲ νὰ θελήσητε ὑμεῖς, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον, προκειμένου νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς ὀχυρώσεως τῆς χώρας ἡμῶν, δὲν πιστεύω νὰ θελήσητε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ νόμος οὗτος προνοεῖ περὶ ἐλαφρῶν πυροβόλων, καὶ ὄχι περὶ βαρέων, ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ ὀχυρά. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ὁ ὁπλισμὸς ὁ βαρὺς δὲν ἀποκλείηται, θὰ ἔλθῃ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον, θὰ δυνηθῶμεν νὰ παρασκευάσωμεν ὀχυρωματικά τινα ἔργα. Νομίζετε, ὅτι ἡ κατασκευὴ ὀχυρωματικῶν ἔργων παρ’ ἡμῶν εἶναι ἔργον ἀδύνατον; Περὶ αὐτοῦ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι βεβαίως εἶναι δυνατὴ ἡ κατασκευὴ παρ’ ἡμῶν ὀχυρωματικῶν ἔργων. Ἀλλὰ δύναται νὰ μοὶ προβληθῇ ἡ ἀντίρρησις, ὁμιλοῦντι περὶ κατασκευῆς ὀχυρωμάτων καὶ φρουρίων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τοιαῦτα ἔργα, μικρὰ καὶ πτωχὴ, ὡς εἶναι. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὰ φρούρια εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀδυναμίας τοῦ Κράτους. Οἱ Βυζαντινοὶ τότε μόνον ἐμερίμνησαν περὶ ὀχυρώσεως καὶ κατασκευῆς φρουρίων, ὅτε ᾐσθάνθησαν, ὅτι ἡ ἄμυνα τοῦ Κράτους αὐτῶν ἄλλως ἦτο ἀδύνατος. Πάντα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα αἰσθάνονται ὑπολειπομένας τὰς δυνάμεις των ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τῆς γείτονας ἐπικρατείας, σπεύδουσι νὰ ὀχυρωθῶσιν. Ἡ Ἑλλὰς — καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας — εἶναι ἀσθενεστέρα τῆς γείτονος ἐπικρατείας. Οὐδεὶς, πιστεύω, ἀρνεῖται τοῦτο. Ἔχοντες τὸ παρελθὸν τοῦ 1897 ὑπ’ ὄψει, δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀνάγκην τῆς παροχῆς ἐρείσματος εἰς τὸ στράτευμα. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κάμω μεγάλην στρατηγικὴν, διὰ νὰ σᾶς ἀναπτύξω ποῖος ἄλλος συνδυασμὸς μετὰ τῆς ὀχυρώσεως τῆς χώρας δύναται νὰ καταστήσῃ διπλασίαν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σημαντικόν, ἀλλ’ ἐγὼ παραλείπω τὴν ἔποψιν ταύτην, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, καὶ περιορίζομαι εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Ἔχομεν στράτευμα, τὸ ὁποῖον δὲν πειθαρχεῖ εὐκόλως, διότι ἡ πειθαρχία διδάσκεται ἀπὸ τῆς οἰκίας· ἐκεῖ ἄρχεται ἡ παιδαγώγησις τοῦ στρατιώτου, ἐκ τοῦ λίκνου, δύναταί τις νὰ εἴπῃ. Διότι ὁ ἄνθρωπος, ὅστις λαμβάνει ἀνατροφὴν ἐκ τοῦ λίκνου ἀκόμη, ἐκεῖνος μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ, ὡς στρατιώτης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀντιτάσσηται καὶ ἀντιλέγῃ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ὑποτάσσῃ ἑαυτὸν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐτάχθησαν ἐκ τῶν νόμων τῆς πατρίδος του ὑπὲρ αὐτόν, ἔστω καὶ ἂν οὗτοι ἤθελον κριθῆ ἀνεπαρκεῖς· διότι μόνον ὁ τοιαύτην ἀνατροφὴν λαβὼν ἀπὸ τοῦ λίκνου, ὁ διδαχθεὶς ἐκ τῶν παραδειγμάτων τοῦ παρελθόντος τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, μόνον αὐτὸς θὰ ἦναι τεθωρακισμένος νὰ ὑποστῇ ἔστω καὶ ἀδίκημα παρ’ ἀνωτέρου — διότι εἶναι δυνατὸν καὶ ἀδικήματα νὰ συμβῶσιν εἰς τὸν στρατόν. Ἀφοῦ λοιπὸν ὑπάρχει τοιαύτη χαλάρωσις τῆς πειθαρχίας παρ’ ἡμῖν, πῶς ἄλλως, θέλετε, Κύριοι, τὸν στρατόν σας νὰ μεταχειρισθῆτε δι’ ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ ἢ στηρίζοντες αὐτὸν ἐπὶ ὀχυρῶν; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, τυγχάνων Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1897, τὸν Ἀπρίλιον, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν τότε καὶ δυστυχῶς καὶ νῦν ἐπιτελάρχην: «Δὲν εἶναι δυνατὸν τοὐλάχιστον (διὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην) νὰ κρατηθῇ ἡ Λάρισα;» Τὰ ὀχυρώματα τῆς Λαρίσης δὲν ἦτο δυνατὸν τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ κρατήσωσι τὸν ἐχθρόν; Καὶ ὁ κ. ἐπιτελάρχης ἀπήντα: «Ὄχι. Οὐδεὶς στρατιώτης ὑπάρχει ἐν Λαρίσῃ· πάντες ἔφυγον.» Τοῦτο δὲν ἦτο ἀληθές, διότι τὴν ὀγδόην ὥραν π. μ. τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐπεθεωρεῖτο ὁ στρατὸς παρὰ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου καὶ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ὅτε δὲ κατὰ τὴν 5ην ὥραν τῆς πρωΐας ἐκείνης ἐτηλεγράφει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς ἄλλο πρόσωπον ἀνώτερον ὁ κ. ἐπιτελάρχης, ὅτι οὐδεὶς στρατιώτης ἔμενεν ἐν Λαρίσῃ, δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν. Τότε δυστυχῶς δὲν ἐλειτούργησαν οἱ νόμοι· γνωρίζετε δὲ καὶ ὑμεῖς, ποία ποινὴ ἀνέμενε τὸν ἐπιτελάρχην, ἐὰν ἐλειτούργουν οἱ νόμοι. Ὅταν λοιπὸν τοιαῦτα θεάματα δυστυχῶς παρουσιάζωνται εἰς τοὺς ὀφθαλμούς σας, μὴ εἶσθε ὑπερήφανοι, ὅπως ὑπῆρξαν ὑπερήφανοι οἱ γονεῖς μας, διότι ἐκεῖνοι περιωρίζοντο μὲν εἰς ἕνα λίθον, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἐτάσσοντο, ἠδύναντο ὅμως καὶ προετίμων νὰ τινάξωσιν ἐκεῖ τὰ κῶλα, ἀλλὰ δὲν ἔφευγον πρὸ τοῦ ἐχθροῦ προτροπάδην. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἀνάγκην ὀχυρωμάτων, καὶ δὴ ὀχυρωμάτων κλειστῶν, κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, διὰ νὰ μὴ δύνανται νὰ φεύγωσιν ἔνδοθεν αὐτῶν οἱ στρατιῶται. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι κολακευτικόν, ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἀληθές, προνοήσατε περὶ τούτου, μὴ ἀκολουθοῦντες τὴν γνώμην τοῦ φιλοπόλιδος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελοπούλου, οὗτινος οἱ λόγοι περιεῖχον ἔννοιαν δηκτικὴν μᾶλλον ἢ ἀληθῆ, ὅτε σᾶς ἔλεγε: «κάμετε στρατῶνας, διὰ νὰ μὴ ὑποφέρωσι τὰ τέκνα ἡμῶν, καὶ ὄχι ὀχυρώματα· φροντίσατε διὰ τὴν ὑγείαν πρῶτον τῶν στρατιωτῶν, διὰ δὲ τὰ ὀχυρώματα, ἅτινα βεβαίως δύνανται νὰ προφυλάξωσι τὴν τιμὴν τῆς χώρας, βραδύτερον.» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει, φαίνεται, τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, εἶναι ἄγνωστον, ἂν θὰ πολεμήσῃ, καὶ πότε, καὶ σᾶς ἔλεγε: «μεριμνήσατε περὶ τῆς ὑγείας τῶν τέκνων μας διὰ καταλλήλου στρατωνισμοῦ.»
§189Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντετάχθην εἰς τὴν γνώμην περὶ τῆς ἀνάγκης ὀχυρωμάτων· ὑπέδειξα μόνον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατώνων ἐν πρώτοις, καὶ κατόπιν ὡμίλησα περὶ τῆς ἀνάγκης ἀποθηκῶν.
§190Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πρόκειται περὶ προτιμήσεως· καὶ ἐγὼ μὲν προτιμῶ τὰ ὀχυρώματα, ὑμεῖς δὲ, ὡς φιλόπολις, προτιμᾶτε τοὺς στρατῶνας.
§191Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ διαφορᾶς κρίσεως. Κατὰ τὴν κρίσιν μου ὡμίλησα περὶ τῆς ἀνάγκης στρατώνων.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (πρὸς τὸν κ. Λιμπρίτην). Αἱ ὀχυρώσεις καὶ τὰ σχέδια αὐτῶν σώζονται ἐν τῷ γραφείῳ μου.
§193Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μὲ ὑπενθυμίσατε. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως —καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν παριστῶντα ἐν συνόλῳ τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐκθέτω, καὶ ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ προκαλέσω τὴν προσοχήν σας, δὲν εἶναι καθαρῶς στρατιωτικά, εἶναι μᾶλλον γενικωτέρας ἀπόψεως, — πιστεύω, λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πεπεισμένος, ὅτι ἡ πάλη, ἡ ὁποία ἐγένετο μέχρι σήμερον, καὶ ἡ συζήτησις ἡ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων διεξαχθεῖσα ἐγένετο πρὸς σκοπὸν βελτιώσεως αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ ἡ κυβερνητικὴ πτέρυξ δι’ ὀξύτητος κατὰ τῆς ὀξείας ἴσως ἐπιθέσεως τῆς ἡμετέρας πτέρυγος, διότι τοιαύτη ὀξύτης δὲν εἶναι συντελεστικὴ οὐδὲ προσήκει πρὸς τὸν σκοπὸν τῶν συζητήσεων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀντίδρασις τῆς Κυβερνήσεως ἦναι ἀποτέλεσμα τῆς στάσεως τῆς πτέρυγος ἡμῶν, ἐγὼ δηλῶ, ὅτι ἀποθέμενος πᾶσαν ὀξύτητα θὰ προσπαθήσω νὰ συζητήσω ἐν ψυχραιμίᾳ, νὰ φανῶ μειλίχιος καὶ γλυκύς, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς νὰ δώσητε προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους ἡμῶν. Καὶ ὡς ἐγὼ ἐδέχθην τὴν συμβουλήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Γρίβας, καὶ θὰ σπεύσω νὰ ὠφεληθῶ αὐτῆς, ἂς δώσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συμβουλὴν καὶ πρὸς ὑμᾶς, ἵνα μᾶς ἀκροάζησθε, διότι ἄλλως καταδείκνυσθε ὡς σκοποῦντες νὰ μᾶς ἐπιβληθῆτε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων, ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὴν ὀρθότητα τῶν γνωμῶν. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συνέταξα κατὰ τὸ 1891 περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, καὶ ὅπερ ἀφῆκα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν πτῶσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως, — διότι δὲν ἐνόμιζα, ὅτι ἐδικαιούμην νὰ τὸ κρατήσω, — μὲ ἀπησχόλησε καὶ εἰς μεταγενεστέρους χρόνους, διότι δὲν ἔπαυσα ὑποστηρίζων τὰς γνώμας, ἃς τοῦτο περιεῖχε, καὶ ὅτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 Νοεμβρίου τοῦ 1896 ἔλαβον τὸν λόγον, ὡς εἶπον ὑμῖν ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἀνέπτυξα ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰς περὶ τῶν τροποποιήσεων τούτων ἰδέας μου. Ἡ ἀγόρευσίς μου ἐκείνη κατεχωρίσθη ἔν τινι φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος» τοῦ ἀποβιώσαντος Ἀρ. Ρούκη. Δὲν θ’ ἀναγνώσω αὐτήν, ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολήσω, ἀλλὰ θὰ εἴπω ὑμῖν ἐν περιλήψει, τί τότε προέτεινον. Μειουμένης τῆς θητείας εἰς δεκαπεντάμηνον, διὰ τῆς ἐπερχομένης οἰκονομίας ἐκ τῆς κατὰ 9 μῆνας ἐπὶ ἔλαττον παραμονῆς τῶν καλουμένων ἀνδρῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ δύνανται νὰ συντηρηθῶσι καὶ ἀσκηθῶσιν, ἀντὶ τῶν 7,500 ἀνδρῶν κατ’ ἔτος, ὅσους τότε ἐκαλοῦμεν, 11,500, τοὺς δὲ ὑπολειπομένους 4,500 μέχρι τῶν 15,000 ἀνδρῶν, οὓς μετὰ τὰς ἐξαιρέσεις καὶ ἀπαλλαγὰς θὰ εἴχομεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἠθέλομεν καλεῖ κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα ἀπὸ Φεβρουαρίου μέχρι Μαΐου πρὸς ἄσκησιν. Ἦτο δὲ τότε ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀναγραφομένων ἐν τοῖς μητρῴοις τῶν ἀρρένων 25,000 ἄνδρες· ὥστε ἀσφαλῶς θεωροῦντες, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, τὸ ⅓ ὡς ἀπαλλασσομένους καὶ ἐξαιρουμένους, θὰ εἴχομεν ὑπολοίπους 15,000 ἄνδρας. Δὲν γνωρίζω τώρα, πόσοι θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὡς μετανάσται, καὶ πόσοι θὰ καταστῶσιν ἀνυπότακτοι, ἀλλὰ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν ἐμνημόνευσα, βεβαίως θὰ ἔχωμεν 18–19 χιλιάδας ἄνδρας πρὸς ἐκγύμνασιν. Ἔλεγον λοιπὸν τότε, ὅτι ἀπαιτεῖται ἀναγραφὴ δαπάνης 1,000,000 ἢ 1,200,000 δραχμῶν προσθέτως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδεικνυομένου συστήματος, δι’ οὗ θὰ δυνάμεθα νὰ κρατῶμεν διαρκῶς εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ περὶ τὰς 15,000 ἄνδρας διὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, ἣν διετύπωσα κατὰ τὸ 1896 καὶ ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὴν γνώμην ταύτην ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀνακοινώσω εἰς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μεριμνᾷ καὶ ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ στρατιωτικὰ, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἑορτῶν τοῦ 1900, ἤτοι ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ κυρίου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δοθείσης μοι εὐκαιρίας, ἀνέπτυξα τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις: «οὐδὲ μιᾶς ἡμέρας ἔλαττον τῆς διετίας ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία». Ἔκλινα τὴν κεφαλὴν καὶ ἀπῆλθον, διότι αἱ γνῶμαί μου δὲν ἐγένοντο ἀσπασταί. Εἶμαι ὅμως εὐτυχὴς, διότι δὲν παρῆλθον οὔτε τρία ἔτη, καὶ ἡ γνώμη μου ἐκείνη ἀνεγνωρίσθη ὡς ὀρθὴ καὶ ἐρριζοβόλησεν. Ἀλλ’ εἶχεν ἤδη ῥιζοβολήσει ἔκτοτε εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ στρατιωτικοῦ κόσμου, καὶ διὰ τοῦτο τὴν βλέπομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν σήμερον πρὸς συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν λεπτομερείας τινὰς, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν ἐλαμβάνετε αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἔτεινον πρὸς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Γνωστὸν ὅτι ὁ Δεκέμβριος εἶναι ὁ ψυχρότερος μὴν τοῦ χειμῶνος, ἔχει δὲ καὶ τὰς μικροτέρας ἡμέρας καὶ τὰς περισσοτέρας ἑορτάς. Παρακάθηνται ἐνταῦθα ἰατροὶ πολλοί. Ἂς εἴπωσιν οὗτοι, ἂν τὰ τέκνα αὐτῶν, προκειμένου νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὅπου θὰ μεταβάλωσι τὴν δίαιτάν των τελείως, θὰ μεταβάλωσι τὸν ἱματισμόν των, θὰ ῥιφθῶσιν εἰς μίαν σειρὰν βίου ὅλως ἀλλοίου πρὸς τὸν βίον, τὸν ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης διῆλθον, ἂς εἴπωσιν, ἂν εἶναι πρέπον νὰ προσέλθωσι τὰ τέκνα των ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, τὸν Δεκέμβριον, καὶ στρατωνισθῶσιν εἰς στρατῶνας κακῶς κατεσκευασμένους, ἢ θέλουσι προτιμήσει νὰ προσέλθωσι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, τὸ κλαρὶ φουντώνει, ἤτοι τὸν Φεβρουάριον. Διατὶ τὸ πεῖσμα αὐτὸ ἐπὶ τέλους; Διατὶ τόση ἀστοργία πρὸς τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος; Διατὶ δὲν τοὺς φέρετε κατὰ τὸν Φεβρουάριον, Μάρτιον, Ἀπρίλιον, Μάϊον, οἵτινες εἶναι οἱ καταλληλότεροι μῆνες τῆς συγκλήσεως τῶν ἡλικιῶν; Εἶναι οἱ 4 μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ ἐργασθῶσι μὲ τὸν ὡραῖον ἥλιον. Τὸν Φεβρουάριον, τὸν Μάρτιον, τὸν Ἀπρίλιον. Ὁ Μάϊος θὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀσκήσεις γενικωτέρας, καὶ τὴν πρώτην Ἰουνίου θὰ ἀποστέλλωμεν τοὺς κληρωτοὺς, ἵνα κάμωσι τὸν θερισμὸν τῶν ἀγρῶν των. Ὁ Ἰούνιος εἶναι ὁ μὴν τῆς ἐργασίας. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, ἡ γνώμη μου αὕτη, ἡ τόσον ἁπλῆ, — ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι καὶ καμμία ἐφεύρεσις, — νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἀποδεκτή. Ἐὰν ἤθελε γείνῃ ἀποδεκτὴ, ἤθελον βεβαίως ἀνακουφισθῆ τὰ δυστυχῆ τέκνα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζομεν νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τὸν Δεκέμβριον. Ὑπάρχει τις τῶν συναδέλφων ἐνταῦθα, ἰατρὸς, ὅστις μὲ ἠρώτα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος περὶ τῶν ἰλαριώντων. Λέγω λοιπὸν, ἀπαντῶν καὶ ἐντεῦθεν εἰς τὸ ἐρώτημα ἐκεῖνο, ὅτι ἡ ἰλαρὰ ἐπισκήπτει εἰς τὸ στράτευμα ἕνεκα τοῦ χειμῶνος τοῦ βαρέος, καὶ ἂν ἡ νόσος αὕτη ἐπιφέρῃ καταστροφὰς, αἴτιον εἶναι τὸ ψῦχος, ὅπερ προκαλεῖ τὰ πνευμονικὰ νοσήματα. Λυπηθῆτε λοιπὸν τὰ τέκνα σας, καὶ μεταβάλετε τὴν διάταξιν, ἥτις ὁρίζει ἐποχὴν τῆς προσελεύσεως τῶν κληρωτῶν τὸν Δεκέμβριον. Τὰ ἀντισηκώματα, Κύριοι, εἶχον διαρρυθμίσει κατὰ τρόπον, ὅστις οὐδεμίαν ἐλάττωσιν ἔφερε σημαντικήν, οὐδὲ ἐπιβάρυνσιν σπουδαίαν, διότι ἡ ἔννοια τῆς ἀπαλλαγῆς ἄλλως ἐκτιμᾶται ὑπὸ τοῦ ἑνὸς καὶ ἄλλως ὑπὸ τοῦ ἄλλου. Ἐάν τις ἔχῃ συγγενῆ ὑπαγόμενον εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις τῆς ἀπαλλαγῆς, πιστεύει ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοτέρα ἀπαλλαγὴ ταύτης, καὶ ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ ἀπαλλαγαὶ συζητηθῶσιν ἐνταῦθα μετά τινος καλῆς θελήσεως, βεβαίως θέλουσι περιορισθῆ εἰς ὅσας εἶναι δίκαιον νὰ περιορισθῶσι. Πάντες, καὶ πρὸ πάντων οἱ δικηγόροι, γινώσκουσι, ποῖαι εἶναι αἱ ἀπαλλαγαί, αἱ ὁποῖαι ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλονται, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀπαλλαγαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι προφάσεις. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ἓν παράδειγμα;—διότι πάντες εἶσθε ἐξ ἐπαρχιῶν, καὶ ἀναγκάζεσθε νὰ παρακολουθῆτε τὰς περιστάσεις τῶν συμπολιτῶν σας, τῶν ἐκλογέων σας.—Γνωρίζω μίαν χήραν, ἔχουσαν 6 τέκνα, 6 παλληκάρια, ἐξ ὧν οὐδεὶς ὑπηρέτησεν εἰς τὸν στρατόν. Ἐφρόντιζεν ἡ μήτηρ νὰ νυμφεύῃ τὸν υἱὸν μόλις ἐπλησίαζεν ἡ ἐποχὴ τῆς κληρώσεως τοῦ ἑπομένου, καὶ τοιουτοτρόπως οὐδεὶς ὑπηρέτησεν εἰς τὸν στρατόν, καὶ ἐδημιούργησεν ἓξ οἰκογενείας. Ἀλλὰ αἱ ἓξ αὗται οἰκογένειαι, μὴ ἔχουσαι ἀσφαλεῖς πόρους συντηρήσεως, κακῶς διῃτῶντο, —ἄλλη ἀφορμὴ αὕτη, προστιθεμένη εἰς τὴν πρόωρον νύμφευσιν, ἵνα ἔκφυλος γενεὰ ἀποτελεσθῇ, διότι ἡμεῖς ἀνοίγομεν τὸ στάδιον τῶν νυμφεύσεων τῶν προώρων.— Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ παραγόμενον ἀδίκημα πρὸς ἄλλους ἐρχομένους νὰ ὑπηρετήσωσιν ἕνεκα τῆς καταστρατηγήσεως τοῦ εὐεργετήματος, —διότι ἡ ἀπαλλαγὴ δὲν εἶναι παρὰ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον παρέχεται ἐκ φιλανθρωπίας· μόνον αἱ ἐξαιρέσεις εἰσὶν ὑποχρέωσις ἀναμφισβήτητος καὶ διὰ τὰ ἄτομα καὶ διὰ τὸ στράτευμα. — Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι, ὅτι τέλος πάντων πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἀπαλλαγάς τινας· ἀλλὰ τὰς καταστρατηγήσεις πρέπει νὰ τὰς ἀποκλείσωμεν. Δώσατε τὴν ἀπαλλαγὴν εἰς τὸν πρωτότοκον τῆς χήρας μητρός, καὶ ἂν αὕτη θέλῃ νὰ τὸν νυμφεύσῃ, ἂς τὸν νυμφεύσῃ, ἂς φροντίσῃ δὲ νὰ συντηρηθῇ ὡς δύναται· οἱ ἄλλοι υἱοὶ αὐτῆς πρέπει νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν στρατόν. Θέλω οὕτω νὰ εἴπω, ὅτι μὲ καλὴν θέλησιν θὰ δυνηθῶμεν νὰ λύσωμεν πάντα τὰ ζητήματα. Ἴσως ὁ μόνος ἀπορήσας ἐκ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶμαι ἐγώ. Ἐξεπλάγην, διότι εἶδον τὴν ἐργασίαν μου συλωμένην, διαρπαζομένην, ἀλλὰ καὶ διαστρεφομένην· εἶδον τὰς ἰδέας μου, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐπὶ τόσον χρόνον ἐπολέμησα, νοθευομένας· διότι δὲν εἶναι δυνατόν, μίαν γνώμην, ἣν δὲν συνέλαβέ τις, νὰ τὴν διατυπώσῃ μετὰ τῆς τελειότητος ἐκείνης, μετὰ τῆς ὁποίας τὴν διετύπωσεν ὁ γεννήτωρ αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε πάντα ἐκεῖνα τὰ λάθη,—ἵνα μὴ εἴπω τίποτε ἄλλο, —ἢ μᾶλλον τὰς κακὰς ἐννοίας, αἵτινες περιέχονται ἐν τοῖς νομοσχεδίοις. Νὰ μὴ προσέλθωσιν οἱ κληρωτοὶ τὸν Φεβρουάριον, ἀλλὰ νὰ προσέλθωσι τὴν 1 Δεκεμβρίου. Διατί; Διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ εἶχε συντάξει ὁ Λιμπρίτης! Ἔλεγον ἐγὼ τὸν Φεβρουάριον; πρέπει νὰ προσέλθωσι τὸν Δεκέμβριον! Ἀλλὰ μήπως αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ τὸ νομοσχέδιόν σας, χρησιμεύει εἴς τι; Δὲν ἔχετε πεποίθησιν νὰ ἐλαττώσητε τὴν θητείαν; ἀφήσατέ την διετῆ, νὰ ἡσυχάσωμεν. Θέλετε νὰ τὴν ἀναλύσωμεν; ἐγὼ συντάσσομαι μετὰ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν τὰς χεῖρας, ἵνα προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὰς γνώμας μας, ἐλαττοῦντες τὴν θητείαν ἔτι μᾶλλον. Ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας δύο λόγους ἔχει· ἀνακούφισιν τοῦ Κράτους ἀπὸ τῶν βαρῶν, ἀλλὰ καὶ ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, ἀντὶ διετοῦς παραμονῆς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὁ κληρωτὸς θὰ ἐπανέλθῃ ταχέως εἰς τὰς βιωτικὰς μερίμνας πρὸς βελτίωσιν τῶν κατ’ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ τῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὡς γίνεται ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας, ἐπέρχεται τὸ εὐεργέτημα; Ἐγὼ λέγω ὄχι. Ἡ πρώτη Ὀκτωβρίου εἶναι καὶ πάλιν ἡ ἡμέρα τῆς προσκλήσεως τῶν κληρωτῶν, κατὰ τὸ νομοσχέδιόν σας. Εἶναι ὅμως δυνατὸν κατ’ αὐτὸ ἡ πρόσκλησις νὰ ὀπισθοδρομήσῃ κατὰ δύο μῆνας. Ὑποθέσατε μέλλοντα κληρωτὸν ἐργαζόμενον εἰς ἓν κατάστημα ἢ ἔχοντα ἄλλην τινὰ ἐργασίαν. Ἡ πρώτη Ὀκτωβρίου πλησιάζει· τὸ Διάταγμα τῆς ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως δὲν ἐξεδόθη. Θέλετε νὰ μὴ φροντίσῃ ἐκεῖνος, παρὰ τῷ ὁποίῳ ὁ κληρωτὸς ἐργάζεται, νὰ ἀνεύρῃ τὸν ἀντικαταστάτην αὐτοῦ; Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπέρχεται τὸ Διάταγμα τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ δίμηνον· ἀλλ’ ἤδη ἐκανονίσθησαν τὰ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κληρωτοῦ ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Ἐπομένως κατὰ τὸ δίμηνον τοῦτο διάστημα δὲν θὰ συμβῇ ἄλλο τι, παρὰ νὰ σπαταληθῇ καὶ χρόνος καὶ χρῆμα. Θὰ περάσῃ τοὺς μῆνας τούτους ὡς ἐν Ἀπόκρεῳ, διότι ἕπεται ἡ Τεσσαρακοστὴ τῆς ὑπηρεσίας. Θέλετε νὰ ὁρίσητε τὴν 1 Δεκεμβρίου; ὁρίσατέ την ῥητῶς. Διατὶ τὴν ὀνομάζετε ἀναβολήν; Ἡ 1 Ὀκτωβρίου εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς προσκλήσεως τῶν κληρωτῶν, ἀλλὰ δύναται νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου. Τὸ δυνητικὸν αὐτὸ δὲν εἶναι θετικόν, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι θετικόν, δὲν ὠφελεῖ τὸν κληρωτὸν εἰς τίποτε. Μένει τὸ τετράμηνον τὸ ἐπακολουθοῦν. Ἀλλὰ μήπως αὐτὸ τὸ τετράμηνον τὸ ἐπακολουθοῦν τὸ λέγετε ῥητῶς ὅτι θὰ ὑπάρξῃ; Οὔτε τοῦτο. Ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν μελετᾶτε τὰς ἀνάγκας; Δὲν ὑπολογίζετε πόσοι κληρωτοὶ σᾶς χρειάζονται, διὰ νὰ τοὺς κρατήσητε, τοὺς δὲ λοιποὺς νὰ ἀποστείλητε εἰς τὰς ἑστίας των; Ἐὰν θέλητε τὴν δεκαεξάμηνον ἢ δεκαοκτάμηνον θητείαν, κανονίσατέ την, καὶ εἰπέτε ῥητῶς, ὅτι οἱ κληρωτοὶ θὰ προσέρχωνται τὴν δεῖνα ἡμέραν, καὶ θὰ ἀπέρχωνται τὴν τάδε. Τότε καὶ ὁ κληρωτὸς θὰ δύναται νὰ κανονίσῃ τὰς ὑποθέσεις του ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων αὐτῶν, τῶν ἀπαραβάτων. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι τὴν περισσοτέραν ὥραν κατηνάλωσα ἐπὶ θεμάτων οὐχὶ πολὺ σχετικῶν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Μὲ μέμφεται ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής...
§194Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κάθε ἄλλο.
§195Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι, ὅτε ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἤμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀπολογηθῶμεν διὰ τὰς κατηγορίας, ἃς καθ’ ἡμῶν ἀπηυθύνατε, καὶ διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ Πρωθυπουργὸς, ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι, ἂν δὲν συμπίπτωσιν αἱ γνῶμαι ἡμῶν πρὸς τὰς ἰδικάς του, πάντως ὅμως αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἦσαν μελετημέναι καὶ ἄξιαι προσοχῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ ἡ συζήτησις αὕτη προεκλήθη ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ ἔλαβε χαρακτῆρα γενικώτερον, νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, καὶ ἔπειτα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§199Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἤκουσα μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ στρατώνων, περὶ νοσοκομείων, περὶ ἀποθηκῶν ἐνδυμάτων καὶ ὁπλισμοῦ, περὶ πειθαρχίας, περὶ ὀχυρωμάτων, περὶ θητείας καὶ περὶ διαφόρων ἄλλων ἀντικειμένων.
§200Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Λίγ’ ἀπ’ ὅλα!
§201Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς πολλὰ ἐξ αὐτῶν εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος. Οὐδεὶς ἀντιλέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατῶνας, καὶ στρατῶνας καλοὺς, ὡς ἀπαιτεῖ σήμερον ἡ τέχνη τοῦ στρατωνισμοῦ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν Νοσοκομεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ θεραπεύωσιν ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Καὶ περὶ τούτου μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ ἐν Ἀθήναις Αʹ καὶ Βʹ Νοσοκομεῖα μαρτυροῦσιν, ὅτι πᾶσα προσπάθεια καταβάλλεται, ὅπως ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ἦναι μόνον ἐν Ἀθήναις, πρέπει νὰ ἦναι εἰς ὅλον τὸ Κράτος, εἰς ὅλας τὰς φρουράς. Καὶ τίς ἀρνεῖται τοῦτο; Διὰ τοῦτο καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ συντάσσηται κατὰ τρόπον εὐρύτερον, ὥστε νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαρκῇ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἀνάγκας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι εἰς ἑκάστην ἕδραν Στρατολογικοῦ Γραφείου πρέπει νὰ ἦναι ἀποθῆκαι ἐνδυμάτων καὶ ἀποθῆκαι ὁπλισμοῦ, ὥστε νὰ προσέρχωνται οἱ ἔφεδροι ἢ οἱ κληρωτοὶ ἢ οἱαδήποτε τάξις, ἔχουσα ὑποχρέωσιν νὰ προσέλθῃ...
§202Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐφεδρείας ἀποθῆκαι καλοῦνται αὐταί.
§203Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πολὺ καλά... Οἱ ἔφεδροι νὰ ἔρχωνται νὰ ὁπλίζωνται καὶ νὰ μεταβαίνωσιν ὅπου λαμβάνουσι διαταγὴν νὰ μεταβῶσι. Βεβαίως οὕτω πρέπει νὰ γίνηται· ἀλλὰ καὶ αὐτὸ, σᾶς λέγω, εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ προβλέψῃ ἢ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἢ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ὥστε οὐδεμία περὶ τούτου διαφωνία ὑπάρχει. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τυρνάβου καθώρισε πληρέστατα τὴν πειθαρχίαν, ὅτι ὁ ἐρχόμενος νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸ στράτευμα πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς ἐφόδιον τὴν πειθαρχίαν. Ἀναντίρρητον. Εἴμεθα ὡσαύτως πληρέστατα σύμφωνοι, ὅτι τὰ ὀχυρώματα εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας. Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου διαφωνοῦμεν, εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν τὰ ἔξοδα, δηλαδὴ τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα, πρέπει νὰ τὰ προβλέπῃ ὁ Προϋπολογισμὸς ἢ εἰδικὸς νόμος, ἢ ὁ νόμος περὶ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐν γένει εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν, οὐδεὶς, λογικῶς σκεπτόμενος, εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωνήσῃ· διότι αὐτὰ, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἶναι πράγματα παραδεδεγμένα, τὰ ὁποῖα βασίζονται ἐπὶ πείρας μακροχρονίου τῶν ἄλλων στρατῶν, καὶ ἐκ τῆς πείρας ταύτης ὠφελούμεθα καὶ ἡμεῖς, καὶ λαμβάνομεν ὅ,τι πρέπει νὰ λάβωμεν καὶ ὅ,τι δυνάμεθα νὰ λάβωμεν. Διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν, πρῶτον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τῶν ἵππων, καὶ δεύτερον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ὀχυρωμάτων, ἂν ταῦτα πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ζήτημα τῶν ὀχυρωμάτων, γνωρίζει κάλλιστα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ὀχυρωτικὴ περιλαμβάνει τὰ μόνιμα ὀχυρώματα, τὰ πρόσκαιρα ὀχυρώματα, τὰ περικεχαρακωμένα στρατόπεδα, τὰ ἡμιμόνιμα ὀχυρώματα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται εἰς ὡρισμένας θέσεις, διὰ νὰ προστατεύωσι τὴν διάβασιν, τὰ ὀχυρώματα, τὰ ὁποῖα προστατεύουσι τὴν συγκοινωνίαν ἐν γένει, καὶ ἄλλα ἔργα. Τὰ πρόσκαιρα ὀχυρώματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης· τὰ μόνιμα ὀχυρώματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν ἄμυναν τῆς ἐπικρατείας· τὰ περιχαρακωμένα στρατόπεδα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουσι μίαν συγκέντρωσιν στρατεύματος, ὅταν τὸ στράτευμα τοῦτο ἦναι ὑποχρεωμένον νὰ μείνῃ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον εἰς ἓν σημεῖον. Ἡ ὀχυρωτικὴ εἶναι τέχνη μεγάλης εὐρύτητος. Μὴ παρατηρεῖτε, τί συμβαίνει εἰς τὰ ἰδικά μας σχολεῖα, ὅπου δὲν ἔχομεν τὰ μέσα· παρατηρήσατε εἰς ἄλλα σχολεῖα. Καὶ εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ Βελγίου, ὅπου ἐφοίτησα ἐγώ, ἡ ὀχυρωτικὴ ὑποδιαιρεῖται αʹ) εἰς πρόσκαιρον ὀχυρωτικὴν, τὴν ὁποίαν διδάσκει εἷς λοχαγὸς, βʹ) εἰς τὸ ἱστορικὸν μέρος τῆς μονίμου ὀχυρωτικῆς καὶ τὴν μόνιμον ὀχυρωτικὴν, δηλαδὴ τὴν περιγραφὴν ὅλων τῶν συστημάτων, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων μέχρι τῶν νεωτάτων, τὴν ὁποίαν διδάσκει εἷς ταγματάρχης, καὶ γʹ) εἰς τὴν ἀντεπισκόπευσιν καὶ τὴν προσβολὴν καὶ ὑπεράσπισιν τῶν φρουρίων, ἣν διδάσκει εἷς συνταγματάρχης. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι διὰ τὴν ὀχυρωτικὴν εἰς τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο εἶναι τρεῖς καθηγηταί. Τί ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν ὀχυρωμάτων, τῶν προσκαίρων, τῶν μονίμων, τῶν ἡμιμονίμων κλπ., τί ἐξ ὅλων αὐτῶν θέλετε νὰ περιλάβῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Τὰ ὀχυρώματα τοῦ πεδίου τῆς μάχης; τὰ ὀχυρώματα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν ὀχύρωσιν τῆς ἐπικρατείας; ἢ ἄλλα τινά; Διὰ τοῦτο λοιπὸν εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, προκειμένου νὰ ὀχυρωθῇ μία μεγάλη πόλις, γίνεται νόμος εἰδικὸς περὶ τούτου, ὡς ἐγένετο ὅτε ὠχυρώθη ἡ Ἀμβέρσα· πρὸς τοῦτο καθωρίσθησαν τὰ χρήματα, ἀπηλλοτριώθησαν ὅλα τὰ γήπεδα τὰ ἀπαιτούμενα, καὶ ἤρχισεν ἡ ἐργασία δυνάμει εἰδικοῦ νόμου. Δὲν εἶναι δυνατόν, τοιαύτη ἐργασία, ἡ ὁποία στοιχίζει ἑκατομμύρια, νὰ συμπεριληφθῇ εἰς ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καίτοι λοιπὸν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν, ὅτι ἡ ὀχυρωτικὴ εἶναι ἀναγκαιοτάτη εἰς τὸν στρατὸν, διαφωνῶ κατὰ τοῦτο, πόθεν θὰ λάβωμεν τὸ χρῆμα διὰ τὴν κατασκευήν...
§204Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀντὶ τῆς κατασκευῆς στρατιωτικῶν κτιρίων, τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης δέον νὰ προνοήσῃ περὶ κατασκευῆς ὀχυρῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ποῖα δὲ τὰ ὀχυρά, βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητήσωμεν.
§205Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἠξεύρετε πόσα ἔξοδα θ’ ἀπαιτηθῶσι;
§206Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐπαναλάβω, ὅτι ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἔκαμα εἰδικὰς μελέτας εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία μὲ εἶχε καθηλώσει εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Καθ’ ὅλον ἐκεῖνο τὸ διάστημα ἐφρόντισα καὶ ἔκαμα σχετικὰς μελέτας. Τῶν μελετῶν τούτων τὸ πόρισμα δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω ἓν πρᾶγμα· ὅτι καὶ εἷς χάνδαξ δύναται πολλάκις νὰ σώσῃ τὴν τιμήν τῆς πατρίδος...
§207Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὀρθῶς. Τὸ γνωρίζω κάλλιστα.
§208Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. .. καὶ ἓν μηδαμινὸν ὀχύρωμα δύναται πολλάκις νὰ σώσῃ τὴν τιμὴν ἑνὸς ἔθνους. Καὶ ἐν τούτοις τὴν 5 πρωϊνὴν ὥραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ 1897 ὁ δυστυχῶς τότε καὶ νῦν ἐπιτελάρχης ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργόν, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ἐρωτῶντα, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατηθῇ ἡ Λάρισα ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ἐβεβαίου, ὅτι «ὁ στρατὸς ἔφυγεν ἀκατάσχετος πρὸς Φάρσαλα· ἀδύνατον κρατηθῇ Λάρισα· στρατὸς δὲν ἔμεινε διόλου εἰς Λάρισαν», ἐνῷ τὴν ὀγδόην ὥραν τῆς αὐτῆς πρωΐας, ἤτοι τρεῖς ὥρας βραδύτερον, ἡ Α. Ὑψηλότης Διάδοχος ἐπεθεώρει ὁλόκληρον τὸ στράτευμα εἰς τοὺς παρὰ τὴν Λάρισαν στρατῶνας, καὶ ὁ στρατὸς ἐζητωκραύγαζεν ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου!
§209Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὰ γνωρίζω. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὡμίλει ἐκ τοῦ τηλεγραφείου τῶν Ἀνακτόρων, τὰ τηλεγραφούμενα διήρχοντο ἐκ Λαμίας, καὶ ὁ αὐτόθι τηλεγραφητὴς ἐλάμβανε γνῶσιν αὐτῶν ἐκ τοῦ μεταφορικοῦ, ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν περὶ τούτου. Λοιπὸν ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τὴν γνωρίζω κατὰ γράμμα, διότι περιῆλθον ὅλα αὐτὰ τὰ τηλεγραφηθέντα εἰς γνῶσίν μου.
§210Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Χαίρω, διότι λέγω τὰ ἀκριβῆ, καὶ εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι.
§211Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐπειδὴ ἡ ὀχύρωσις τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ ἔξοδα πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαδίζουν μὲ τὸν ὁπλισμὸν, διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐνόμισα καὶ φρονῶ, ὅτι διὰ τὴν ὀχύρωσιν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ εὕρωμεν ἄλλους πόρους, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν Τυρνάβου, διότι αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἄλλην ἔχω ἐγὼ, συμφωνοῦμεν ὅμως ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν.
§212Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκρατεῖτο ἡ Λάρισα ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ὑπάρχει ἡ γνώμη, ὅτι ἠδύνατο τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐκεῖ νὰ λυθῇ αἰσίως ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ μὴ ὑποστῇ τὸ ἔθνος τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη. Θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ δώσητε γνώμην καταφατικὴν, — διότι δὲν δίδονται καταφατικαὶ γνῶμαι οὕτως ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, — ἆρά γε, ἂν ἐπεμελοῦντο τὴν ὀχύρωσιν ἐκείνην, ἂν συνεπληροῦντο αἱ ὀχυρώσεις μὲ τὰ ἔργα τῆς κομμένης γῆς, ἂν συνεπληροῦντο μὲ τὰ ἔργα τοῦ Ρεβενίου, καὶ ἂν τούτων γιγνομένων ἀνεχαιτίζετο ὁ ἐχθρὸς ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἐπήρχετο δὲ ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ ζητήματος ἡ διαρρύθμισις, δὲν θὰ ἐχρεωστεῖτο τοῦτο εἰς τὰς ὀχυρώσεις, αἵτινες οὔτε ἑκατοστύας χιλιάδας δραχμῶν θὰ ἐστοίχιζον; Ἂν συνεπληροῦντο αἱ ὀχυρώσεις, ἂν ἤθελε γείνῃ χρῆσις τοῦ βαρέος πυροβολικοῦ, ἠδύνατο ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος νὰ σωθῇ;
§213Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα. Σᾶς λέγω δὲ καὶ ἕτερον, ὅτι μὲ τὸ κεκομμένον ἔδαφος τῆς Γιάννουλης, μὲ τὰ ὀχυρώματα, τὰ ὁποῖα κατεσκευάσατε σεῖς κατὰ τὸ 1886 εἰς τὰ πέριξ τῆς Λαρίσης, δηλ. τὰς πέντε περιβολὰς, μὲ τὸν ποταμὸν τὸν Πηνειὸν, καὶ μὲ τὰ ὀχυρώματα τὰ ὑπάρχοντα τῆς Λαρίσης καὶ τὸν ὁπλισμὸν αὐτῶν, ἐὰν ἐκαλεῖτο μία ταξιαρχία νὰ ἐγκλεισθῇ ἐκεῖ, μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ θυσιασθῇ, θὰ ἐσῴζετο ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος.
§214Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὑπῆρχε ταξιαρχία; ποία ταξιαρχία;
§215Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Οἱαδήποτε ταξιαρχία νὰ διετάσσετο νὰ ἐγκλεισθῇ ἐκεῖ.
§216Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς παντοῦ ἐπολέμησε καλῶς, ὅπου καλῶς διῳκήθη· ἔκαμε τὸ καθῆκόν του καὶ ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ὅτε τὸν ὡδήγει ἀληθὴς ἀρχηγός. Αὐτὸ ἐλέχθη πολλάκις.
§217Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής. Δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ ἀντείπῃ εἰς αὐτά. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἵππων, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐμὲ πλέον, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι πρέπει, ἐξοδεύοντες περισσότερα, νὰ ἔχωμεν καλὴν ποιότητα εἰς οἱονδήποτε πρᾶγμα, καὶ εἰς τὰ ὅπλα καὶ εἰς τοὺς ἵππους κλπ. Δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο· ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀγορᾶς τῶν ἵππων οἱ ὅροι τῶν συμφωνιῶν συνετάχθησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου.
§218Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὴν προμήθειαν.
§219Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἴπετε, ὅτι, ἂν ἐξωδεύοντο 100 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον δι’ ἕκαστον ἵππον, θὰ ἠγοράζοντο καλλίτεροι ἵπποι.
§220Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἄλλως ἐγὼ ἔχω διαφορετικὴν γνώμην. Οἱ ἵπποι τοῦ ἱππικοῦ ἔπρεπε νὰ προμηθεύωνται ἀπὸ τὸν τόπον, ἂς ἦναι καὶ μικρόσωμοι.
§221Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λοιπὸν ὡρίσθησαν οἱ ὅροι τῶν συμφωνιῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ὅρων τῶν συμφωνιῶν, συμφώνως μὲ τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀποσταλεῖσα, ὤφειλε νὰ συντάξῃ τὸ συμβόλαιον. Ἤρχισε λοιπὸν ὁ μειοδοτικὸς διαγωνισμός. Συνέπεσε τότε νὰ ἦναι οἱ διαγωνιζόμενοι ἀδελφοὶ καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι συνεκρούοντο εἰς τὸ συμφέρον τῆς πωλήσεως τῶν ἵππων αὐτῶν. Ἔφθασαν μέχρις ἐδῶ, εἰς τὸ γραφεῖόν μου, καὶ μοῦ ἐζήτησαν τὴν προτίμησίν των. Ἐγὼ τοὺς παρέπεμψα ἀμέσως εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ, διὰ νὰ γείνωσι τὰ πράγματα ὅπως ἔπρεπε νὰ γείνουν. Ἐκεῖ ἡ τιμὴ κατῆλθε μέχρι τῶν 520 χρυσῶν φράγκων. Μοὶ ἐτηλεγράφησε τότε ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ τιμὴ κατέρχεται, καὶ πιθανὸν ἡ ποιότης νὰ μὴ ἦναι καλή. Τῷ ἀπήντησα νὰ μοῦ ἀναφέρῃ ἀμέσως ὑπ’ εὐθύνην τοῦ τηλεγραφικῶς, τίνι τρόπῳ δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· οὗτος ἀπήντησε «διὰ χρηματικῆς ἐγγυοδοσίας»· τῷ ἀνταπήντησα: «λοιπὸν ζητήσατε τὴν χρηματικὴν ἐγγυοδοσίαν καὶ συντάξατε τὸ συμβόλαιον»· καὶ συνέταξε τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐδῶ, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ γινώσκετε ἤδη. Ἤρχισεν ὁ ἱππέμπορος νὰ παρουσιάζῃ τοὺς ἵππους. Ὁ διαγωνισμὸς ἐγίνετο διὰ ἵππους καλῆς ποιότητος· ἐνῷ οἱ διαγωνιζόμενοι κατεβίβαζον τὰς τιμὰς, ἡ ἐπιτροπὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν, ἔπρεπε κατὰ τὴν παραλαβὴν νὰ παραλαμβάνῃ ἵππους συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν, καὶ οὐχὶ κατωτέρας ποιότητος. Κατὰ συνέπειαν, ἂν οἱ ἵπποι, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν ἐνταῦθα, δὲν ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἦναι, εἰς τοῦτο πταίει ἡ ἐπιτροπὴ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ὅταν ἔλθῃ ἐδῶ, θὰ ζητήσω λόγον, καὶ θὰ κάμω ὅ,τι πρέπει νὰ κάμω. Μὴ ἀμφιβάλλετε ποσῶς περὶ τούτου.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
§223ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκότσης.
§225Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ προεκάλεσεν αὐτήν, μολονότι πολὺ ἀπεμάκρυναν ἡμᾶς τοῦ κυρίου θέματος αἱ ἀγορεύσεις τοῦ ἐγκρίτου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ· ἡ τροπὴ μάλιστα, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις, καθ’ ἣν τόσαι ἠκούσθησαν σπουδαῖαι καὶ σοβαραὶ γνῶμαι περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους, ἔδει νὰ πείσῃ πάντας, ὅτι δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθόν, ἵνα ἀνεύρωμεν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐν δικαίῳ ἀντέστη κατὰ προτάσεων τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως ἀποτρέψῃ κινδύνους ἀπειλοῦντας τὰ δημόσια συμφέροντα, ἵνα δικαιολογήσωμεν τὴν ἐπιμονὴν ἡμῶν ἐν τῇ συζητήσει τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Δὲν ἔχομεν δὲ ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν, ἵνα δικαιολογήσωμεν τὴν ἀντίστασιν ἡμῶν κατὰ τῆς ἐπιτροχάδην ἐπιψηφίσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, διότι ἡ σοβαρότης τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας, οὐ μόνον ἐδικαιολόγει, ἀλλὰ καὶ ἐπέβαλλεν ἡμῖν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅσα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου εἶχε τὴν ἀξίωσιν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια διέλθωσι πρὸ τῆς Βουλῆς ἀπαρατήρητα, ἀμελέτητα, ἀνεξέταστα, καὶ τὴν ἀξίωσιν ταύτην ἐστήριξεν ἐπὶ τοῦ πατριωτισμοῦ ἡμῶν, ὡς εἰ ὁ ἐχθρὸς ἦτο ἐπὶ θύραις! Καὶ παρεσκεύασε νομοσχέδια... ἀλλὰ δὲν παρεσκεύασεν, εἰσήγαγε νομοσχέδια, παρασκευασθέντα ἀλλαχοῦ, οἷον τὸ περὶ «συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», ἐν τῷ ὁποίῳ σοβεῖ ὁ καισαρισμός, καὶ τὸ ὁποῖον δικαίως προὐκάλεσε μακρὰν συζήτησιν, διαρκέσασαν ἐπὶ δύο ἡμέρας. Εἶχε δὲ τὴν ἀξίωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς, συναρπαζομένη ὑπὸ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου εἶχε καταληφθῆ ἡ Κυβέρνησις, παραδεχθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πεντήκοντα ὅλα ἑκατομμύρια ἀνετίθεντο εἰς τὴν διαχείρισιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, τῆς λεγομένης Ἐπιτροπῆς τοῦ Ταμείου Ἀμύνης. Καὶ ποία εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ παράσχῃ τοιαῦτα ἐχέγγυα εἰς τὴν Βουλήν, ὑποχρεωμένην νὰ προστατεύσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῆς πεντήκοντα ὅλα ἑκατομμύρια; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλήν, παρασκευασθὲν ὅμως ἐκεῖ, ὅπου γνωρίζομεν πάντες ποία γνώμη ὑπάρχει περὶ τῆς Βουλῆς, πρόεδρος τοῦ ταμείου εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μέλος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μέλος ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, μέλος ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, — ὁ ἐπιτελάρχης ὁ ἀτυχήσας ἐν πολέμῳ, διὰ νὰ ἦναι εὐτυχὴς ἐν εἰρήνῃ, — μέλος ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ Πυροβολικοῦ, μέλος ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ Μηχανικοῦ· δηλαδὴ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἧς αἱ ἀποφάσεις γίνονται κατὰ πλειονοψηφίαν, ἀνήκει εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, δηλαδὴ εἰς τὸν γνωστὸν ἐπιτελάρχην αὐτῆς! Καὶ εἴχετε τὴν ἀξίωσιν, εἰς οὕτω καταρτιζομένην ἐπιτροπὴν νὰ δώσωμεν πᾶσαν ἐμπιστοσύνην, νὰ κύψωμεν τὸν αὐχένα καὶ νὰ εἴπωμεν: «λάβε τὰ 50 ἑκατομμύρια καὶ διαχειρίσθητι αὐτὰ σύ, ὡς ἐπιτροπὴ διαχειρίσεως τοῦ Ταμείου Ἀμύνης», ὡς νὰ ἦτο ἐπιτροπὴ κοινῆς σωτηρίας!...
§226Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§227Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ εὐρύτης τῆς συζητήσεως δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβε γενικὸν χαρακτῆρα ἡ συζήτησις συνεπείᾳ τῶν πρακτικῶν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὸν κύριον Γκότσην, ἀφοῦ ὡμίλησαν περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος καὶ οἱ Ὑπουργοί... Ἐξακολουθήσατε, κύριε Γκότση.
§229Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠπόρησα, Κύριοι, διότι ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἠνέχθη νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, οἷον τὸ προκείμενον. Ἐξεπλάγην ὅμως, διότι τοιοῦτο νομοσχέδιον υἱοθέτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι φανερόν, ὅτι δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸς ἀνήρ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως, ὁ προερχόμενος ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ζῶν πολιτικῶς δι’ αὐτῆς, ὡς πολιτικὸς ἀνήρ, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ περισσότερον σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Καὶ δὲν εἶναι ὕβρις ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν εἶναι ὕβρις, ἂν ἐρρίφθη ὑπόνοια ἢ ἂν ἐξεφράσθη δυσπιστία πρὸς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις θέλει διαχειρίζεσθαι τὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης· ὕβρις εἶναι τὸ ἀποτολμηθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· αὐτὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτου ἐκτρωματικοῦ συνταγματικῶς νομοσχεδίου ἀποτελεῖ ὕβριν πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ μὲ τί δικαίωμα ἦλθεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ μεμφθῇ ἡμῶν καὶ μᾶς κατηγορήσῃ ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ, χαρακτηρίζων ὡς παράλυσιν συστηματικὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τὴν γενομένην μακρὰν ἀληθῶς καὶ ἐπίμονον συζήτησιν; Εἴχομεν ἡμεῖς ἀντίρρησίν τινα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οὐδεμίαν. Εἴχομεν ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, τοῦ ὁρίζοντος τοὺς πόρους, δι’ ὧν ἐπροικίζετο τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης; Οὐδεμίαν. Δὲν παρῆλθεν ἀσυζητητὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ καθορίζον τοῦ ταμείου τοὺς πόρους; Ἀλλὰ καὶ ὅτε κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν ἐπολεμοῦμεν τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ σίτου προερχόμενον, φρονοῦντες ὅτι δὲν ἔπρεπε τοιοῦτος νὰ ἐξασφαλισθῇ πόρος εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, δὲν προεβάλομεν ἡμεῖς διὰ τοῦ ἡγέτου ἡμῶν ἑτέραν πρόσοδον; δὲν προεβάλομεν σταθερὰν πρόσοδον τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν; Ἀλλὰ τί προὐκάλεσε τὰς ἀντιρρήσεις, καὶ εἰς τί κατετρίβη εἰς δύο συνεδριάσεις ἡ Βουλή; Τὸ ἄρθρον 3. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Διατὶ νὰ γίνηται τόση συζήτησις; Μὴ δὰ ἡμεῖς δὲν ἐστέρξαμεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, καὶ δὲν προσεχωρήσαμεν εἰς τὰς ἰδέας αὐτοῦ;» Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν: ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε σιγήσει κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3, ἂν πάντες ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ αὐτό, ὡς εἶχε, ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι; Καὶ δὲν ἠθέλομεν φέρει ἡμεῖς εὐθύνην, ἐν περιπτώσει καταχρήσεων, ἀπέναντι τοῦ κόσμου, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὰ χρήματα, ἂν ἐγίνετο ἡ διαχείρισις αὐτῶν καθ’ ὃν τρόπον καθωρίζετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ γίγνηται αὕτη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς; Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καὶ ἄλλη ἀντίρρησις κατὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, μετὰ τὴν γενομένην ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καραπάνου; Βεβαίως ὑπῆρχεν ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον κατήντησεν ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου. Τίς δὲ προὐκάλεσε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου; Ἀνὴρ στρατιωτικός, ἀνήκων εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα, ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, ἐπανειλημμένως λαβὼν τὸν λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτής. Ἀλλὰ ἡ ἔρις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ· ἠγέρθη εὐθὺς ἀμέσως συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ἢ νὰ ἐκλείψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν· ἐγὼ δὲ πρῶτος ἐξέφρασα τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαλειφθῇ διάταξις, ἡ ὁποία ἐξέτρεπε τὸ ταμεῖον τοῦ κυρίου σκοποῦ αὐτοῦ, δηλ. τοῦ ἀμέσου ἐξοπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη· τοῦτο δὲ ἔπραξα, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποστηρίζοντος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προηγηθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, δηλαδὴ ἡ κατασκευὴ στρατιωτικῶν κτιρίων, καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ πρώτη. Ἀλλὰ μήπως διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπολεμήσαμεν τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ὅσοι ὡμιλήσαμεν ἐπ’ αὐτοῦ; Εἴδετε κατὰ ποῖον τρόπον διαχειρίζεται τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἡ ἐπιτροπή, ὁποίαν τὴν καθώρισε τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διὰ τὴν ἐπιτροπὴν οὐδεὶς ὑπάρχει λογαριασμός, οὐδεμία εὐθύνη! Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, προκειμένου περὶ κατασκευῆς δημοσίων ἔργων, ὁ νόμος ἐζήτησε τόσας ἐγγυήσεις, νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαλλάξῃ τῶν ἐγγυήσεων τούτων τὴν ἐπιτροπήν; Καὶ τί ἄλλο ἐζητήσαμεν ἡμεῖς, ὅτε συνεζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου τούτου, εἰμὴ ἐγγυήσεις διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις μᾶς λέγει: «δὲν ἀφήσατε νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ!» Πῶς δὲν συνεζητήσαμεν, Κύριοι, ἀφοῦ δύο τροπολογίαι εἶχον ὑποβληθῆ, θεραπεύουσαι τὸ κακὸν καὶ τὸ ἄτοπον τοῦτο, αἱ δὲ τροπολογίαι ἐκεῖναι ἀπερρίφθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Καὶ ἠθέλετε, ὅτε τοιαῦτα ἐτελοῦντο παρ’ ὑμῶν, ἡμεῖς νὰ μένωμεν ἀπαθεῖς καὶ νὰ ἀρκώμεθα μόνον εἰς ἁπλᾶς διαμαρτυρίας; Καὶ δὲν εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγωνισθῶμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἵνα ἐμπνεύσωμεν εἰς ὑμᾶς τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος; Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν ὡς προσωπικῶς αὐτὸν ἀφορῶντα τὸν ὑπαινιγμὸν, τὸν ὁποῖον ἐξήνεγκε, πολὺ εὐλόγως, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, περὶ ἐνδεχομένων καταχρήσεων, δυναμένων νὰ συμβῶσιν ἐν τῇ διαχειρήσει τοῦ ταμείου. Μὴ ἐνόμισε τάχα, ὅτι αὐτὸς θὰ ἦναι ὁ διαρκὴς Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ παράπονον, ὅτι δυσπιστοῦμεν πρὸς αὐτόν, ταῦτα λέγοντα, καὶ νὰ ἀξιοῖ παρ’ ἡμῶν νὰ τὸν ἐμπιστευώμεθα; Δηλοῦμεν, ὅτι πᾶσαν ἐμπιστοσύνην ἔχομεν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, μολονότι μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς πάντας. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς σήμερον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦναι Πρωθυπουργὸς τῆς αὔριον, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦναι Πρωθυπουργὸς μίαν ἡμέραν οὐδεὶς ἐκ τῆς Βουλῆς, καὶ τότε ποῦ θὰ εὕρωμεν τὸν ὑπόλογον διὰ τὴν κακὴν διοίκησιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης; ποῦ εἶναι ἡ εὐθύνη; Ἐννοῶ δὲ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, καὶ περὶ αὐτῆς ὁμιλῶ, διότι ταύτην τὴν εὐθύνην ἐγὼ θεωρῶ σοβαράν. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἤλθετε σεῖς νὰ μᾶς κατηγορήσητε, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπιθυμοῦμεν τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, δὲν ἐπιθυμοῦμεν τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, ὅτι ἀπέλιπεν ἡμᾶς ὁ πατριωτισμός, ὁ ὁποῖος οἰστρηλατεῖ ὑμᾶς, καὶ δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς περὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν, δὲν θέλομεν νὰ ἴδωμεν αὐτὴν μεγάλην! Καὶ διατί; Μὴ ἡμεῖς δὲν ἠγωνίσθημεν, ὅπως καταστῇ τὸ τμῆμα τοῦτο τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐλεύθερον Βασίλειον; Μὴ δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπιδείξωμεν ἐκ τῆς γενεᾶς ἡμῶν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας; Ἂς ὁμολογηθῇ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐγκαλέσῃ τὸ κόμμα ἡμῶν ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ, καὶ ἂς ὁμολογήσῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ ὑβρίσῃ ἡμᾶς, ἀμυνόμενος δῆθεν, διότι ἐθεώρησεν ἑαυτὸν προσβληθέντα, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ὁ κύριος ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς ἐξέφρασε τὴν δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν ἅπαντες οἱ πρὸ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες ἐξέφρασαν, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐνέκρινε, προσχωρήσασα ἐν μέρει εἰς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἂς ὁμολογηθῇ, ὅτι συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου οὐδένα ὑβρίζομεν, ἐνῷ τοὐναντίον ὑβρίζουσι τὴν Βουλὴν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰσάγουσι τοιαῦτα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεμπολοῦνται ἀσυστόλως τὰ δικαιώματα αὐτῆς. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§230Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§231Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ κόμματος. Τὸ πολιτικὸν κόμμα δὲν ἔχει ἄρχοντα οὐδὲ κύριον, τὸν ὁποῖον ὑπηρετοῦσιν ἢ δουλεύουσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ κόμμα· τὸ πολιτικὸν κόμμα εἶναι ἕνωσις πολιτικῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους συνδέει τὸ αὐτὸ φρόνημα, τῆς ἑνώσεως δὲ ταύτης τὰς ἐργασίας διευθύνει ὁ προϊστάμενος τοῦ κόμματος. Δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐφρόνει ὅτι διΐσταται πρὸς ἐμέ· γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη συνήλθομεν πάντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τοῦ χρόνου ἐκείνου, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει ἄλλου μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐμείναμεν πάντες σύμφωνοι ἐπὶ ὡρισμέναις ἰδέαις, ἐπὶ ὡρισμέναις ἀρχαῖς· ἐδηλώσαμεν, ὅτι εἴχομεν τὸ αὐτὸ φρόνημα περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, ἐδηλώσαμεν, ὅτι ἤμεθα σύμφωνοι περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι. Μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο βραδύτερον ἐπῆλθεν ἡ ὥρα τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὴν ὥραν δὲ τῶν ἐκλογῶν πάντες, καὶ οἱ δέκα καὶ τρεῖς, εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἠξίωσε νὰ γείνωσιν οἱ ἄλλοι ὑπηρέται αὐτοῦ, ἢ ὀπαδοὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς δέκα καὶ τρεῖς ὑποψηφίους Βουλευτὰς τῆς Ἀττικῆς μία γνώμη, ἓν πρόγραμμα συνέδεε. Ποῖον ἦτο τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον συνέδεεν αὐτούς; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ Βασιλικὸς Λόγος καὶ ἀπήγγειλεν ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὴν Βουλήν. Ποῖον ἦτο τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο; Ὡρισμένως ἀνεφέρετο εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἀνεφέρετο εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Αὐταὶ αἱ γνῶμαι μᾶς συνέδεσαν ἀρχικῶς· ἂν δὲ μετὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου διέστη οὗτος ἢ ἐκεῖνος ἐκ τῶν δέκα καὶ τριῶν Βουλευτῶν, ἂν οἱ διαφωνήσαντες διεφώνησαν διὰ ζητήματα προσώπων ἢ δι’ ἄλλας ἰδέας δευτερευούσας, δὲν ἐφρόντισα νὰ μάθω. Γνωρίζω μόνον, ὅτι μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου πάντες εἴχομεν τὸ αὐτὸ φρόνημα. Φαίνεται ὅτι περιστάσεις νεώτεραι ἐπῆλθον, καὶ ἴσως αἱ περιστάσεις αὗται ἐπήνεγκον τὰς εἰρημένας μεταβολὰς, αἵτινες ἐπῆλθον. Πιθανὸν δὲ τώρα νὰ μὴ ἔχωσι τὸ αὐτὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον εἶχον τότε· ἀλλὰ κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, καὶ πρὸ τῆς ψηφοφορίας καὶ μετ’ αὐτὴν, ἐφρόνουν τὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα φρονοῦμεν ἡμεῖς, εἴχομεν τὸ αὐτὸ φρόνημα, τὰς αὐτὰς ῥήτρας, τὰς αὐτὰς γνώμας, ταύτας δὲ διὰ λόγων ἀπηγγέλλομεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς.
§233Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπιτρέπετε; (ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλοῦντα κ. Γουναράκην).
§234Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§235Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, ὅπερ ὁ ἔντιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν, ὅτι συνήλθομεν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ ἐπιφανοῦς ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη. Δὲν λέγω ὅτι ἀπὸ σκοποῦ, ἐλησμόνησεν ὅμως ἴσως ὁ ἔντιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι πρὸ τῆς συνελεύσεως, τῆς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἐγένοντο συναντήσεις τινὲς, ὡς ἐν οὐδετέρῳ ἐδάφει, ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ κ. Καραπάνου. Ἐκεῖ δὲ συνῆλθον ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης, ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς τότε βουλευτὴς κ. Δραγούμης, οἵτινες πάντες ἦσαν ἡγέται κομμάτων. Ἐκλήθην καὶ ἐγὼ, καὶ συμμετέσχον πάντων τῶν διαβουλίων ἐκείνων ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ. Ἐκλήθην ἆρά γε ἐκεῖ ὡς ὀπαδὸς τοῦ ἐντίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἀλλὰ τίς ἤθελε τολμήσει νὰ καλέσῃ ἐμὲ, τὸν ἕνα ἐκ τῶν 13 Βουλευτῶν Ἀττικῆς, ἐκεῖ, χωρὶς νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς ἄλλους; Ἐὰν ἐγὼ ἤμην ὀπαδὸς τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ...
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ὠνόμασα ὀπαδόν.
§237Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. διατὶ δὲν ἐκλήθη ἐκεῖ π. χ. καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σκουζὲς; διατὶ δὲν ἐκλήθη καὶ ὁ ἐπιφανὴς βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλης; διατὶ δὲν ἐκλήθησαν καὶ ἄλλοι φίλοι τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἐὰν ἐκλήθην ἐγὼ ἐκεῖ, ἐκλήθην οὐχὶ βεβαίως ὡς ἀρχηγὸς, διότι τοιαύτην μωρὰν ἰδέαν οὔτε εἶχον οὔτε δύναμαι νὰ ἔχω, ἐκλήθην ὡς Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀνεξάρτητος, ἐκλεχθεὶς κατὰ τὸ 1899 ἔτος, μετὰ τὸν πόλεμον, δεύτερος Βουλευτὴς Ἀττικῆς διὰ πλειονοψηφίας ψήφων 18,000, καίπερ πολεμούμενος ὑπὸ τοῦ συνδυασμοῦ ἐκείνων καὶ ὑπὸ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτῶν (δεικνύει ἑκατέραν τῶν πτερύγων). Ἰδοὺ διατὶ ἐκλήθην. Ἐκλήθην οὐχὶ ὡς μέλος τοῦ κόμματος ἐκείνου, ἀλλ’ ὡς ἀνεξάρτητος Βουλευτής, ἀποτελῶν ἔστω μονάδα. Μετὰ τὸν πόλεμον, δι’ οὓς λόγους εἶπον ἐνταῦθα, ἀνέπτυξα δὲ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, οὐδέποτε ὑπῆρξα φίλος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων ὑπῆρξα σύμμαχός τις αὐτοῦ. Διελύθη ἡ Βουλή, καὶ προέκειτο νὰ καταρτισθῇ ὁ συνδυασμὸς Ἀττικῆς. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ἂν προσωπικῶς δὲν ἦλθεν εἰς τὸν οἶκόν μου πολλάκις, καὶ προσωπικῶς δὲν προσεπάθησε νὰ μὲ πείσῃ, ἵνα ὡς σύμμαχος μετάσχω τοῦ συνδυασμοῦ αὐτῶν. Καὶ μετέσχον τῳόντι ἐπὶ κοιναῖς ἰδέαις, ὡς δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ. Μετέσχον ὅμως καὶ ὑπὸ ὅρους, εἷς δὲ τῶν ὅρων ἦτο, ὅτι, ἐπειδὴ συνδέομαι δι’ ἀρρήκτων δεσμῶν μετὰ τοῦ στρατηγοῦ, ἔπρεπε νὰ λάβῃ καὶ ὁ στρατηγὸς μέρος ἐν τῷ συνδυασμῷ. Ὁ ὅρος ἐγένετο δεκτὸς, καὶ παρεκλήθη ὁ στρατηγὸς παρὰ τοῦ ἐντίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δι’ ἐπιστολῆς, ἣν πιστεύω ὅτι ὁ στρατηγὸς διατηρεῖ ἐν τῷ θυλακίῳ αὐτοῦ. Κατήλθομεν λοιπὸν εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ κοινὴν σημαίαν, ἧς ἀρχηγὸς ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Καὶ ἡμεῖς ἤμεθα σύμμαχοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τότε μάλιστα καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅστις ἔσχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διακόψω αὐτὸν, συνέβη νὰ καυχᾶται, ὅτι δὲν ἦτο ὀπαδὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ —νομίζω δὲ, ὅτι ἀκόμη καὶ σήμερον πολλαχοῦ τῆς πόλεως λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ὀπαδὸς τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. — Ἑπομένως τέσσαρες ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ δὲν ἤμεθα ὀπαδοὶ τοῦ κ. Δηλιγιάννη.
§238Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ εἶπον καὶ τώρα.
§239Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, —καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, — εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐλέγχῃ τὴν πολιτείαν πολιτευτῶν, οἵτινες μάλιστα ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὴν πολιτείαν ἡμῶν θέλομεν ἀναπτύξει, καὶ θέλει κρίνει αὐτὴν ὁ λαὸς τῆς Ἀττικῆς, ὅταν βραδύτερον διαλυθῇ ἡ Βουλή. Ἡμεῖς δὲ, οἱ ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν συνεχῆ ἀποστελλόμενοι καὶ συνεδρεύοντες ἐνταῦθα, δὲν εἴμεθα εἰθισμένοι νὰ εἰσερχώμεθα διὰ τῆς ἐλεημοσύνης εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἐγὼ ἐξελέγην Βουλευτὴς κατὰ τὸ 1881 ἔτος μόνος, ἄνευ συνδυασμοῦ, ὡς ἀνεξάρτητος, ἐναντίον καὶ τῶν δύο συνδυασμῶν Ἀττικῆς τότε, τοῦ Κουμουνδουρικοῦ καὶ τοῦ Τρικουπικοῦ. Κατὰ τὸ 1885 ἔτος ἦλθον ἐδῶ ὡς φίλος τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐξελέγην καὶ κατὰ τὸ 1889 ἔτος καὶ κατὰ τὸ 1890 ἔτος, ὅτε κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας ἐνθυμεῖσθε οἵας ἐν τῇ Ἀττικῇ πανωλεθρίας ὑπέστη ὁ συνδυασμὸς τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ μόνον ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ἢ ὁ κ. Ράλλης, —δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, — ἐπετύχομεν ἐκ τῶν συνδυασμῶν ἐκείνων. Ἐγὼ ἐξελέγην καὶ κατὰ τὸ 1895 ἔτος ὡς φίλος τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐξελέγην πρῶτος τοῦ συνδυασμοῦ, ὑπερβὰς τὸν μετ’ ἐμὲ ἐλθόντα κατὰ 2000 ψήφους. Ἐγὼ ἐξελέγην καὶ κατὰ τὸ 1899 ἔτος, μόνος, ἄνευ συνδυασμοῦ, πολεμούμενος ὑπὸ ἑκατέρου τῶν συνδυασμῶν. Οὐχὶ λοιπὸν ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς οἱουδήποτε, ἵνα παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἄλλοι ἴσως ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν φίλων μου, ἵνα παρακάθηνται ἐδῶ. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίστασιν ἔπαυσα παρέχων τὴν συνδρομήν μου εἰς τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ἔπραξα τοῦτο ἀπεκδεχόμενος τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ τῆς Ἀττικῆς, διότι εἶδε βεβαίως ὁ λαὸς, ὅτι ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ προγράμματος, ὅπερ ἐπηγγέλθησαν οἱ περὶ τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ἐξετελέσθη, καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἐπὶ μῆνας ἑπτὰ, οὐδὲν ἔπραττον, καὶ ὡς Κυβέρνησις ἐκωλυσιέργουν, μὴ πραγματοποιοῦντες τὸ πρόγραμμα αὐτῶν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους ἔπαυσα συμμαχῶν πρὸς τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὡς ἐγκατέλειψαν αὐτὸν καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Θέλουσι δὲ ἀπαντήσει κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπὶ τῆς πολιτείας ἡμῶν ταύτης οἱ ἐκλογεῖς τῆς Ἀττικῆς, καὶ θέλετε πεισθῆ περὶ τούτου τότε τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν ἐπείσθητε ἐκ τῶν τελευταίων δῆθεν συλλαλητηρίων τῶν Ἀθηνῶν, ἅτινα ὑποδεικνύουσιν, ὁποία θέλει εἶσθαι καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ τύχη ὑμῶν.
§240Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§241Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατακρίνομαι, Κύριοι, ὅτι συνεργάζομαι μὲ τὴν πτέρυγα ταύτην, καὶ δεύτερον, ὅτι ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν κάμνω ἄλλο, παρὰ νὰ λέγω: «Ὑψηλότατε, διατάξατε.» Ταῦτα μοὶ φαίνεται ὅτι ἤκουσα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν συνεργασίαν μου μετὰ τῆς πτέρυγος ταύτης, φρονῶ ὅτι δὲν ἔχω νὰ δικαιολογηθῶ, διότι καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἐξήγησα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους συνεργάζομαι μετὰ τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχω νὰ ἐπαναλάβω καὶ αὖθις ὅσα εἶπον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Ἐκτὸς τούτου εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω κἄτι τι καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Ὁ μακαρίτης πατήρ μου ὑπῆρξε συνυπουργὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὁ ἀδελφός μου ὑπῆρξε συνυπουργὸς αὐτοῦ ἐπίσης. Καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα μου λοιπὸν γνωρίζω τὴν πορείαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ συνεπῶς, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠρώτησε, πῶς συμπίπτει, ἐνῷ ἤμεθα μαζὺ εἰς τὰς ἐκλογὰς, νὰ συνεργάζωμαι μετὰ τῆς πτέρυγος ταύτης, δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, πῶς, ἐνῷ ἦτο Ὑπουργὸς ὑπὸ τὸν μακαρίτην Ζαΐμην, εὑρέθη κατόπιν Ὑπουργὸς ὑπὸ τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον;
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
§243Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἤμην πολιτικὸς φίλος τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη, καὶ συνεδεόμην μετ’ αὐτοῦ διὰ στενωτάτων δεσμῶν, συνυπηρέτησα δὲ μετ’ αὐτοῦ μέχρι τοῦ 1874. Κατὰ τὸ 1874 ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὰ κόμματα τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη, τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου καὶ τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη, συνῆλθεν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἰς σύσκεψιν, εἰς ἣν ἐκλήθην νὰ μετάσχω καὶ ἐγώ· ἐπειδὴ δὲ δὲν μετέβην, ὅτε ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ἦλθον πρὸς ἐμὲ ἐκ τῶν συνελθόντων ἐκεῖ ὁ Ζαΐμης, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Μαυροκορδᾶτος, ὁ Θ. Γκίκας, ὁ Παπαζαφειρόπουλος, ὁ Ν. Παπαμιχαλόπουλος καὶ ἄλλοι τινὲς, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἀπεφάσισαν νὰ προτείνωσι ποινικὴν καταδίωξιν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου Δεληγεώργη, ὅστις τότε ἦτο Πρωθυπουργός. Μετ’ ὀλίγον συνεκλήθη ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς, παρῃτήθη δὲ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐσχηματίσθη Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν Βούλγαρην. Ἀλλὰ συζητήσεως γενομένης μετά τινας ἡμέρας ἐν τῇ Βουλῇ προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἐρευνηθῇ, ἂν παρεβάθησαν κατά τι, καὶ κατὰ τί, οἱ νόμοι, ἢ ἂν παρεβάθη κατά τι, καὶ κατὰ τί, τὸ Σύνταγμα. Ἡ εἴδησις περὶ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσης προτάσεως ἤγειρε τὴν περιέργειαν πάντων, καὶ ὅτε ἀνέγνων ἐν τῇ Βουλῇ τὴν πρότασιν ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ Λομβάρδου, ζητοῦντος νὰ τεθῇ καὶ ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ ἐν τῇ προτάσει. Ἡ πρότασις λοιπὸν ἔφερε δύο ὑπογραφάς, τὴν ἐμὴν καὶ τὴν τοῦ Λομβάρδου. Ἀλλὰ τὸ ἄγγελμα προὐκάλεσε ζωηρὰν ἐντύπωσιν, ὁ δὲ Βούλγαρης, ὁ τότε Πρωθυπουργός, ἐζήτησε παρὰ τῶν συμπραττόντων μετ’ αὐτοῦ Κουμουνδούρου καὶ Ζαΐμη νὰ ζητήσωσι νὰ μὴ ἐπιμείνω, ἀλλὰ νὰ ἀνακαλέσω τὴν πρότασιν. Ὁ Ζαΐμης ἀπετάθη πρὸς ἐμὲ πολλάκις καὶ ὁ Κουμουνδοῦρος ὡσαύτως πρὸς τοῦτο. Ἐδήλωσα εἰς αὐτούς, ὅτι δὲν στέργω νὰ ἀνακαλέσω τὴν πρότασιν, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἡ πολιτικὴ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ὑπεῖχον οἱ Ὑπουργοὶ, ἀπεδείχθη ἀσθενής, οὐδὲ κατέστελλε τὸ θράσος τῶν τότε κυβερνώντων εἰς παράβασιν τῶν νόμων, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ποινικὴν εὐθύνην, διὰ νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν ἀκολασίαν. Ὁ Ζαΐμης ἐπέμενε συνιστῶν νὰ ἀνακαλέσω τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ἐγὼ ἀνθιστάμην· ἑπομένως ἐπῆλθε πλήρης διαφωνία μεταξὺ τοῦ Ζαΐμη καὶ ἐμοῦ· διὰ τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐδήλωσα τὸν χωρισμόν μου ἀπὸ τὸ πολιτικὸν κόμμα τοῦ Ζαΐμη ἕνεκα τῆς εἰρημένης διαφωνίας ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Ὁ Ζαΐμης μὲ διεδέχθη εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἐβεβαίωσε τὸν χωρισμόν, δηλώσας εἰλικρινῶς λύπην διὰ τὸν χωρισμὸν τοῦτον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐστερεῖτο τῆς ἐμῆς συμπράξεως. Αὐτὰ ἀναφέρονται ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῖς ἐστενογραφημένοις τοῦ 1874.
§245Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λοιπὸν καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς ἀνήγγειλον καθ’ ἡμέραν, ὅτι βλέπω ὅτι ἐγκαταλείπετε τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα, τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας; δὲν σᾶς ἔλεγον, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ κατέρχονται μέχρι τοῦ βάθους τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ὅτι θὰ μὲ ἀναγκάσητε ν’ ἀποχωρισθῶ; Δὲν τὰ ἔλεγον αὐτά;
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγὼ δὲν παρεπονέθην διότι ἀπεχωρίσθητε. Δὲν σᾶς εἶπον τοιοῦτόν τι.
§247Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Οἱ φίλοι σας ἐν τούτοις μὲ κατακρίνουν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν σᾶς εἰδοποίουν καθ’ ἡμέραν;
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε κύριος νὰ συνεργάζησθε μὲ ὅντινα θέλετε.
§249Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐν τούτοις σᾶς εἰδοποίουν κάθε ἡμέραν· οἱ δὲ φίλοι ὑμῶν οὐδὲν ἄλλο πράττουν παρὰ νὰ μὲ κατακρίνουν, διότι συνεργάζομαι μὲ τὴν πτέρυγα ταύτην.
§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§251Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς δὲν κάμνω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ λέγω: «διατάξατε, Ὑψηλότατε». Θὰ ἤμην, Κύριοι, εὐτυχὴς, ἂν ἤμην εἰς θέσιν νὰ λέγω εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος «διατάξατε, Ὑψηλότατε». Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος λέγει αὐτὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν γνωρίζει τὰς λεπτομερείας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Οἱ ὁπλῖται ὑποτάσσονται εἰς τοὺς ἀνωτέρους των, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ φθάσει τις εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ, δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ὁπλιτῶν· ἔχει ἄλλα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπιβάλλουν πολλάκις νὰ διαμαρτύρηται, ὅταν λαμβάνῃ διαταγάς· ὅταν δὲ ἀπαλλάσσηται τῆς εὐθύνης τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαταγῶν αὐτῶν, τότε καὶ μόνον τὰς ἐκτελεῖ, πολὺ δὲ περισσότερον, ὅταν γείνῃ τις Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸν τὸν Διάδοχον, Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Γνωρίζει νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἂν ἡ Α. Β. ὁ Ὑψηλότης μοὶ ἐνεχείρισε τὰ νομοσχέδιά του; Ἔρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ λέγει πράγματα ἀνακριβῆ. Τὰ νομοσχέδια μοὶ τὰ ἐνεχείρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἂν τὰ νομοσχέδια αὐτά, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἐκεῖνα ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; Δὲν τὸ γνωρίζει· καὶ ὅμως ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ λέγει ἀνακριβείας. Διότι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἐγὼ ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὰ ἐμελέτησα, τὰ συνεζήτησα, τὰ ἐτροποποίησα· ἀφοῦ δ’ ἔμεινα σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατόπιν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἀνακριβῆ πράγματα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι τότε διασαλεύεται ἡ πεποίθησις τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἕτερον.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 4.
§253ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ὥρα πλέον διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§254ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Ἆ! ἆ! ἆ!
§255ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς «ἆ! ἆ!»; Οὔτε ἀναφοραὶ ἀνεγνώσθησαν οὔτε τηλεγραφήματα ἀνεκοινώθησαν. Δὲν ἔχετε τοιαῦτα, κύριε Πρόεδρε;
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀναφοράς.
§257ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν εἰσήλθομεν.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν.
§259ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν ἀνακοινοῦνται αἱ ἀναφοραί.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀναφοράς.
§261ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐρωτᾶται κατόπιν ἡ Βουλή, ἂν ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα, ἂν ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§263ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι· δὲν ἠρωτήσατε.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφισβητεῖτε γεγονός, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἀντελήφθη.
§265ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου).
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4;
§267Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐγώ.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§269Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ τὴν τροποποίησιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διοικούσης τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου «τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης διοικεῖ ἐπιτροπὴ συγκειμένη: αʹ) ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, βʹ) ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀντιπροέδρου, γʹ) ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δʹ) ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, εʹ) ἐκ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, ϛʹ) ἐκ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ ζʹ) ἐκ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Μηχανικοῦ». Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ βλέπω τὰ τρία μόνον μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καλούμενα νὰ διοικήσωσι δημόσιον θησαυρόν, οὐχὶ ὡς Ὑπουργοί, ὁποίους ἔταξεν αὐτοὺς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ὡς μέλη ἐπιτροπῆς, καὶ ὡς τοιοῦτοι διοικοῦντες οἱ Ὑπουργοὶ τὸν θησαυρὸν τοῦτον τοῦ ἔθνους, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἐλεγχθῶσιν ὑφ’ ἡμῶν ὡς Ὑπουργοὶ, καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἐλέγξωμεν αὐτοὺς, θὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι δὲν ἐνήργησαν ὡς Ὑπουργοί, ἀλλ’ ὡς μέλη ἐπιτροπῆς, ὡς εἶναι καὶ ὁ Ἐπιθεωρητὴς τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ ὁ Ἐπιθεωρητὴς τοῦ Μηχανικοῦ καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Ἑπομένως ὑπὸ τοιαύτην ἰδιότητα οὐδεμίαν εὐθύνην ὑπέχουσιν ἀπέναντι τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι νὰ ἐλέγχωσι τοὺς Ὑπουργοὺς μόνον διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν ὡς Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν θεωρηθῇ, ὅτι ὑπέχουσιν εὐθύνην, ὡς μέλη τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπέναντι ἡμῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν τοιαύτην, διότι αὐτοὶ εἶναι μειονοψηφία ἀπέναντι τῶν ἄλλων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι τρεῖς ἀπέναντι τεσσάρων, καὶ εὐλόγως δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσι: «καὶ τί πταίομεν ἡμεῖς; ἡμεῖς διετελοῦμεν ἐν μειονοψηφίᾳ, δὲν δύνασθε νὰ ἀπευθύνητε καθ’ ἡμῶν μομφήν». Τοιαύτη διοικητικὴ ἐπιτροπή, ὡς ἱδρύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καλύπτει τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἡ περὶ σχηματισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διοικούσης τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, ἀντιβαίνει ἄντικρυς εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἀφαιρεῖ τὴν εὐθύνην ἀπὸ τὸν πράγματι κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑπεύθυνον. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, οὐδεμίαν διοίκησιν ἔχει τοῦτο ἐπὶ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης· εἶναι ἁπλοῦς ἐκτελεστής τῶν διαταγῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ δικαίωμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξελεγχθῇ καὶ νὰ δώσῃ εὐθύνην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὔτε συνταγματικὸν, οὔτε λογικὸν, οὔτε φρόνιμον εἶναι, Ὑπουργοὶ νὰ δεχθῶσι νὰ διοικῶσι τοιοῦτον ἐθνικὸν ταμεῖον μετ’ ἄλλων ἀνευθύνων, ἐν μειονοψηφίᾳ μάλιστα ὄντες. Ἂν τὸ ταμεῖον τοῦτο ἀποτύχῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, αὐτοὶ θὰ ἐπισύρωσιν ἐφ’ ἑαυτοὺς τὰς ἀρὰς ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, δι’ ἔλλειψιν ὑπευθύνων ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Ἀφίνω δὲ, ὅτι ἐν ἐπιτροπῇ τοιαύτῃ, ἧς ἀποτελεῖ μέλος ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, οὐδεμίαν θέλησιν θὰ ἔχουν καὶ τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰ συμμετέχοντα τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, καὶ τὰ ἄλλα μέλη, τὰ ἐκ τοῦ στρατοῦ λαμβανόμενα. Ἠκούσατε πρότερον τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, πῶς σᾶς παρέστησε τὴν κατάστασιν, πῶς ἐπιβάλλονται αἱ γνῶμαι τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου. Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι δύνανται αὗται νὰ ἦναι ὀρθαί· ἀλλ’ οὐδείς, νομίζω, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, μεθ’ ὅλον τὸν πατριωτισμόν του, μεθ’ ὅλας τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, εἶναι πάντοτε ἄνθρωπος ὄχι ἀλάθητος, ἀφοῦ μάλιστα, ἕνεκα τῆς βασιλικῆς καταγωγῆς καὶ τῆς θέσεώς του, περιστοιχίζεται ὑπ’ ἀνθρώπων, οἵτινες δυστυχῶς, ἵνα ὦσιν εὐάρεστοι εἰς τοὺς Ὑψηλοὺς κυρίους των, ἀποδέχονται ὡς ὀρθὰς καὶ τὰς μᾶλλον ἐσφαλμένας ἰδέας αὐτῶν ἀνεξελέγκτως. Τί παράδοξον λοιπὸν, ἂν καὶ ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου δὲν θὰ ἔχῃ πάντοτε ὀρθὰς γνώμας περὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τούτων, ἕνεκα τοῦ τοιούτου στενοῦ κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον περιορίζεται;
§270Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ Διάδοχος δὲν περιορίζεται εἰς ἐκείνους· βλέπει ὅλους τοὺς Ἕλληνας.
§271Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Βουλευτά, ἐὰν θέλητε νὰ μὴ ἀκούητε τοιαῦτα περὶ τοῦ Διαδόχου, μὴ ἀναμιγνύετε αὐτὸν εἰς ἐπιτροπάς.
§272Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις ἔχει, διότι εἶναι ὁ Διάδοχος.
§273Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέκρουον τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, αὐτὸ κυρίως ἐζήτουν, νὰ μὴ ἀνατίθηνται εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ὑπηρεσίαι ὑπαγόμεναι εἰς ἔλεγχον. Δὲν εἰσηκούσθησαν ὅμως, καὶ ἰδοὺ, ὅτι τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν, ὅτι ἐκεῖνοι εἶχον δίκαιον. Τὸ αὐτὸ θέλετε νὰ πράξητε καὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Κάμετε τοὐλάχιστον τὴν ἐπιτροπὴν συμβουλευτικὴν, γνωμοδοτικὴν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Διαδόχου, καὶ ἀφήσατε τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν, εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Δὲν λέγω ν’ ἀφαιρέσωμεν καθόλου ἀπὸ τὸν Διάδοχον τὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων γνώμην, ἀλλὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ παραδώσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν διοίκησιν, διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μετανοήσωμεν. Ἔχομεν τοὺς κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑπευθύνους, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν.
§274Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶδον κανένα ὑπεύθυνον ἕως τώρα νὰ δικασθῇ. Ἐὰν οἱ ὑπεύθυνοι ἔδιδον λόγον, θὰ εἶχον δώσει λόγον οἱ τὸν τόπον τοῦτον καταστρέψαντες.
§275Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν οὐδένα τῶν Ὑπουργῶν, τῶν κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑπευθύνων, εἴδετε νὰ δώσῃ ποινικὰς εὐθύνας, εἰς τοῦτο πταίομεν ἡμεῖς, διότι τῇ θελήσει ἡμῶν ἔγκειται ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ λάβωμεν παρ’ αὐτῶν εὐθύνας. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν θέλομεν νὰ ζητήσωμεν πραγματικὰς εὐθύνας παρὰ τῶν ὑπευθύνων, πρέπει νὰ μεταθέσωμεν τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰς πράξεις αὐτῶν εἰς ἀνευθύνους. Δὲν βλέπω, διὰ τίνα λόγον δὲν δέχεσθε τὴν τροπολογίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐδέχθη ἄλλοτε εἰς τὸν νόμον περὶ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Καὶ ἐν ἐκείνῳ τῷ νομοσχεδίῳ ὑπῆρχε παρομοία διάταξις περὶ συστάσεως διοικητικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐγένετο δεκτὴ τροπολογία, καθ’ ἣν ἡ ἐπιτροπὴ κατεστάθη γνωμοδοτικὴ μόνον.
§276Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅταν ὑποπτευώμεθα, ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ κλέψῃ αὐτὸ τὸ ταμεῖον, περιττὸν νὰ τὸν ἔχωμεν Διάδοχον.
§277Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· καὶ λυποῦμαι, ὅτι ἐκ τῶν λόγων μου ἐξηγάγετε τοιοῦτον συμπέρασμα. Δὲν λέγω ὅτι θὰ συμβῇ κλοπὴ, οὐδ’ ἐφαντάσθην ποτὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν, οὐχὶ ὁ Διάδοχος, ἀλλὰ καὶ οἱοσδήποτε ἀξιωματικὸς Ἕλλην, νὰ κλέψῃ τὰ ἱερὰ χρήματα τοῦ ἐθνικοῦ ταμείου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ κλοπῆς, ἀλλὰ περὶ κακῆς καὶ ἀλυσιτελοῦς χρησιμοποιήσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ κατάχρησις εἶναι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τηρῶμεν μακρὰν τῆς διοικήσεως τοιούτων ταμείων τὸν Διάδοχον καὶ τοὺς Βασιλόπαιδας, διότι πολλάκις ὑπ’ αὐτοὺς κρύπτονται ἄλλοι, παρ’ ὧν δυνατὸν νὰ διαπραχθῶσι τοιαῦται καταχρήσεις, ἀλλ’ οὐδεὶς τολμᾷ νὰ ζητήσῃ λόγον. Καὶ ὡς παράδειγμα φέρω τὴν «Στρατιωτικὴν Ἕνωσιν».
§278Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§279Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν βεβαιῶ τοῦτο, ἀλλὰ παρ’ ἀξιωματικῶν ἔχω ἀκούσει, ὅτι ἐν ἀρχῇ ἐναυάγησεν ἡ «Στρατιωτικὴ Ἕνωσις», καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ οὐδενὸς, διότι πρόεδρος τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς ἦτο ὁ Διάδοχος.
§280Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς καταστροφῆς ἐφ’ ὅσον συνήρχετο ἡ συνέλευσις τῶν μετόχων ὑπὸ ἄλλους προέδρους. Εἶχεν ἐπέλθει ἡ χρεωκοπία, καὶ τότε ἀνέλαβεν ὁ Διάδοχος, καὶ σήμερον ἡ «Στρατιωτικὴ Ἕνωσις» δίδει μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους. Διατὶ λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀληθῆ;
§281Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Αὐτὰ γνωρίζω ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, ἀνωτέρους μάλιστα.
§282Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Νὰ σᾶς εἴπω αὐθεντικῶς τί συμβαίνει;
§283Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ μάθωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς «Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως». Ἐὰν ἀνέφερα τὸ παράδειγμα αὐτῆς, τοῦτο ἔπραξα, ἵνα καταδείξω εἰς τὸν κύριον Πετροπουλάκην,—ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἤθελον νὰ ὑπαινιχθῶ, ὅτι δύνανται νὰ συμβῶσι κλοπαὶ,—ὅτι αἱ καταχρήσεις δὲν γίνονται μόνον διὰ κλοπῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ κακῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων εἰς ἔργα μὴ πρέποντα, μὴ ἀναγκαῖα. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, διὰ τῆς τροπολογίας μου εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ζητῶ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι «τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὑπάγεται ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διοικεῖται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποφασίζοντος συμφώνως τῷ παρόντι νόμῳ τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ προηγουμένην ἑκάστοτε ἔκθεσιν τῆς διὰ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου συνιστωμένης γνωμοδοτικῆς ἐπιτροπῆς.» Τί κακὸν εὑρίσκετε, παρακαλῶ, ἐν τῇ τροπολογίᾳ ταύτῃ; Παραβλάπτεται δι’ αὐτῆς ἡ διοίκησις τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης; Ἐὰν φρονῆτε τοῦτο, εἴπατέ το, ἀλλὰ καὶ δικαιολογήσατε τὴν γνώμην σας. Κατὰ τί δύναται νὰ βλάψῃ ἡ διοίκησις ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ἔχετε ὀλιγωτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον;
§284Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§285Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθόν. Δυνατὸν οἱ Ὑπουργοί, ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου του ἕκαστος, νὰ ὑπενδίδωσιν εἰς ἀξιώσεις κομματικὰς ἢ καὶ προσωπικὰς, οὐδέποτε ὅμως θὰ πιστεύσω, ὅτι θὰ ἐπιτρέψωσι κατάχρησιν τοιούτων ἐθνικῶν χρημάτων. Ἄλλως οἱ Ὑπουργοὶ ὑπόκεινται καὶ εἰς ἔλεγχον καὶ εἰς εὐθύνας.
§286Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην ἔχομεν εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα.
§287Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω, ἀλλ’ ἐξήγησα ἀρκούντως, νομίζω, τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν πρέπει ὁ Διάδοχος νὰ ἦναι μέλος διοικητικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μόνον γνωμοδοτικῆς. Εἰς οὐδένα ἀρνούμεθα τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τῆς ἐπωφελεστέρας διαθέσεως τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου τούτου. Ἔχουσι καὶ ὁ Διάδοχος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τὸν πατριωτισμόν των καὶ τὰς καλὰς διαθέσεις των, ἀλλὰ θέλομεν τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπευθύνους, ὡς ὥρισε τὸ Σύνταγμα, καὶ οὐχὶ διοικοῦντας ἀνευθύνως, ὡς μέλη ἐπιτροπῆς. Ἄλλως τε διὰ τῆς τροπολογίας δὲν ἀποκλείομεν τὴν γνώμην τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ θέλομεν ἡ γνώμη αὐτῶν νὰ ἦναι συμβουλευτική, τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μὴ πράττῃ μὲν ὅ,τι ἂν θέλῃ, ἀλλὰ νὰ ἦναι ἐλεύθερον νὰ δέχηται ἢ μὴ τὴν γνώμην τῆς γνωμοδοτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ σύγκηται, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὡς προέδρου, ἐκ τῶν διοικητῶν τῶν Μεραρχιῶν, ἐκ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, ἐκ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ ἐκ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Μηχανικοῦ. Τοιαύτη ἐπιτροπή, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι κάλλιστα ἐξασφαλίζει τὴν ἐκτέλεσιν παντός, ὅ,τι θὰ κρίνηται ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον, συμφώνως πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀπαιτήσεις τῆς χώρας, καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ τεχνικῶς ὀρθόν, κατὰ τὰς γνωμοδοτήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας βεβαίως τὰς γνώμας, ἐὰν ἦναι ὀρθαί, οὐδέποτε θὰ εὑρεθῇ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀπορρίψῃ.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Φικιώρη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4.
§289Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, καὶ κατόπιν λαμβάνετε τὸν λόγον.
§291Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀκούσωμεν τὴν τροπολογίαν.
§292Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι ἀναίρεσις τοῦ ἄρθρου, κύριε Πρόεδρε· δὲν εἶναι τροπολογία. Δὲν ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου διάταξις νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῷ δίδεται διαχείρισις, δὲν ὑπάρχει ὁ δι’ αὐτὴν ὑπόλογος, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος ἐπὶ χρηματικῆς διαχειρίσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει καλλίτερον ἐμοῦ τὸ θέμα. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διαχειρίσεως, πρόκειται περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ γίνηται, καὶ τί ὀφείλει νὰ προβλέπῃ ὁ νόμος, ὅταν συνιστᾷ ἐπιτροπὴν διαχειριστικὴν χρήματος. Εἶναι δυνατὸν νὰ διανοηθῇ τις, ὅτι δίδεται πρὸς διαχείρισιν χρῆμα, δίδονται πρὸς διαχείρισιν ἑκατομμύρια ὅλα ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης, ἄνευ οὐδεμιᾶς λογοδοσίας; Ποῦ ἠκούσθη τοιοῦτον;
§293Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχουσι κατόπιν ἄρθρα, ἐν οἷς ἀναγράφεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γίνεται ὁ ἀπολογισμὸς κλπ.
§294Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πᾶσα διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κῦρος, δὲν δύναται νὰ λέγηται διάταξις. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ τοσαύτη ἐμπιστοσύνη ὑπάρχει εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν ὅλα τὰ ἄλλα πρόσωπα. Νὰ λείψουν αὐτὰ, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης διευθύνει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ. Καλλίτερον θὰ ἤμεθα οὕτως ἐξησφαλισμένοι. Ἢ πιστεύετε ἐν συνειδήσει, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ ἢ ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ πυροβολικοῦ ἢ ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ μηχανικοῦ δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ; Βεβαίως δὲν ὑποθέτω, ὅτι τὸ πιστεύετε. Διατὶ λοιπὸν φέρετε τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἀντιμέτωπον πρὸς τὰ μέλη ταῦτα, λέγοντες ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ, ὅτι «οἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται κατὰ πλειονοψηφίαν»; Θὰ φέρητε τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἀντιμέτωπον καὶ συζητοῦντα ἢ διαφωνοῦντα πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ πυροβολικοῦ ἢ τοῦ μηχανικοῦ; Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ ἀρνεῖσθε νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν. Ἡ ἐπιμονὴ αὕτη εἶναι ἀνεξήγητος. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρέπει ν’ ἀποφασίζῃ, διαχειριζόμενον ὑπευθύνως, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγχῃ.
§295ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐὰν ἠθέλετε ἀναγνώσει τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 7, ἠθέλετε ἰδεῖ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Διοικητικὴ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Ἐπιτροπή... δʹ) συντάσσει ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τὸν διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου, καὶ διαβιβάζει αὐτὸν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.»
§296Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τί σημαίνει;
§297ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Σημαίνει, ὅτι οὐδεμία δαπάνη δύναται νὰ γείνῃ, ἐὰν δὲν ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ποίαν ἄλλην ἐγγύησιν θέλετε μεγαλειτέραν;
§298Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὥστε κάμνετε αὐτὴν τὴν δήλωσιν; Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο;
§299Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὑπάρχει ὑπεύθυνος ὑπόλογος; Ποῦ ὑπάρχει ὁ ὑπεύθυνος;
§300Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φέρῃ μεταβολάς;
§301ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀφοῦ θὰ ψηφίζηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φέρῃ τροποποιήσεις ἡ Βουλή;
§302Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἔχῃ αὐτὴν τὴν γνώμην, ἡμεῖς παραιτούμεθα, καὶ δεχόμεθα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι πάντα τὰ προτεινόμενα μέτρα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ κατασκευὴ τῶν ἐκτελεστέων ἔργων, ἡ προμήθεια παντὸς ὑλικοῦ, τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν αὐτοῦ, ὅτι ὅλα αὐτὰ θὰ εἰσάγωνται ἐν λεπτομερεῖ προϋπολογισμῷ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ θὰ ψηφίζηται οὗτος, τότε δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§303ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ναὶ, ναί.
§304Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι καθαρὰ ἡ διάταξις.
§305Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεται συζήτησις ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα σαφῶς περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὥστε μόνον οἱ μὴ ἀναγνώσαντες τὸ νομοσχέδιον εἶναι δυνατὸν νὰ προβάλωσιν ἐρωτήματα τοιαῦτα. Καὶ πρῶτον εἶναι τὸ ἐρώτημα, τίς θέλει διαχειρίζεσθαι τὰς ὑπηρεσίας; Ἀλλ’ ὑπάρχει σαφὴς διάταξις, ἡ ὁποία κανονίζει, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἐπιτροπὴ εἶναι καὶ διαχειριστικὴ ἐπιτροπή. Δεύτερον τὸ ἐρώτημα, τίς θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως ταύτης; Ἡ διαχείρισις, πρὶν ἢ ἄρξηται, θὰ ὑποβάλληται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, συνῳδὰ ταῖς διατάξεσι τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν οὕτως ὑπὸ τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τῆς Βουλῆς πᾶσαν διαχείρισιν τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τοῦ ταμείου, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διονυγίζεται ὑπ’ αὐτῆς, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ γείνῃ δαπάνη οὔτε λεπτοῦ ἐκ τῶν ἱερῶν χρημάτων τοῦ ταμείου — εἰς βάρος τοῦ ὁποίου πολλαὶ ὑπόνοιαι ἐρρίφθησαν — ἄνευ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῆς ψήφου αὐτῆς. Ἀλλὰ τίνες θὰ ὦσιν οἱ ὑπεύθυνοι; Ἀναγνώσατε τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ ἴδητε, πῶς γίνεται ἡ διαχείρισις τοῦ ταμείου. Ἡ περιουσία αὐτοῦ εἶναι περιουσία ἐθνική, ἐφαρμόζονται δὲ καὶ ἐπ’ αὐτῆς πᾶσαι αἱ διέπουσαι τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν διατάξεις. Πᾶν ὅ,τι ἐφαρμόζεται ἐναντίον παντὸς καταχραστοῦ ἐθνικῆς περιουσίας θὰ ἐφαρμόζηται καὶ ἐπὶ τῶν παραβιαζόντων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ταμείου. Τίς ὁ προσωπικῶς ὑπεύθυνος; ὁ ταμίας τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης εἶναι ὑπεύθυνος, ὅπως οἱ δημόσιοι ὑπόλογοι ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Ποῦ θὰ εὑρίσκηται τὸ ταμεῖον; Εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐκεῖθεν, ἐπὶ τῇ βάσει πολυπλόκου διαδικασίας, ὁ ταμίας θὰ λαμβάνῃ τὰ χρήματα καὶ θὰ ἐκτελῇ τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα θὰ διαχειρίζηται ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ διοικῇ κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίζηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ταῦτα ὡς πρὸς τὰ ἐρωτήματα περὶ ὑπευθύνων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως κλπ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακεδαίμονος, εἶναι, ἂν πρέπει νὰ παρέχηται ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν διοικητικὴν ἐπιτροπήν, οὕτω συνιστωμένην, ἢ νὰ ἀφεθῇ τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§306Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἵνα μὴ τυχὸν εὑρίσκωνται ἐν μειονοψηφίᾳ οἱ Ὑπουργοὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, στέργω ν’ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου 4 τὰ δύο τελευταῖα ἐδάφια, δηλαδὴ νὰ λείψουν ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ὁ τοῦ μηχανικοῦ. Θὰ μείνωσιν οὕτω πέντε μόνον πρόσωπα, ἐξ ὧν τὰ τρία θὰ ἦναι Ὑπουργοί, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἔχωσι τὴν πλειονοψηφίαν.
§307Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὡς ἐπιτροπὴ δὲν δύνανται νὰ δώσουν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§308Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐφαρμόζονται καὶ ἐπ’ αὐτῆς αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§309Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πρόκειται περὶ εὐθύνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§310Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ὡς εἶναι ἐσχηματισμένη, εἶναι ἀδύνατον νὰ διαπράξῃ κατάχρησίν τινα. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐνταῦθα δρῶσιν οὐχὶ ὡς Ὑπουργοί, ὄντες πολιτικῶς ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ὡς μέλη ἐπιτροπῆς. Δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ εὐθύνη ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπάρξῃ τι ἐγεῖρον πολιτικὴν εὐθύνην. Ἐὰν ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ — τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω...
§311Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε κατωτέρω.
§312Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσι διατάξεις, καθ’ ἃς ἐφαρμόζεται ὁ λογιστικὸς νόμος.
§313Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις, αἵτινες δέον νὰ τύχωσι τοῦ κύρους τοῦ Συμβουλίου. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ῥητῶς ἡ διάταξις.
§314Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀρθὸν θὰ ἦτο, νὰ ἐτίθετο, ὅτι ὑπάγεται καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Διότι ἄλλως δύναται βασίμως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ὑπάγεται εὐθύνην, ἀφοῦ δὲν ὑπάγεται εἰς ὑπηρεσίαν τινά.
§315Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§316Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι, ἀφοῦ ἀφαιρεῖτε δύο σπουδαιότατα πρόσωπα ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, ματαιώνετε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συσκέψεως;
§317Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ συμβουλευτικὴν ψῆφον τοὺς καλοῦμεν. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φικιώρη).
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Φικιώρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§319ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 4. Τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὑπαγόμενον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διοικεῖ ἐπιτροπή, συγκειμένη: αʹ) ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς προέδρου, βʹ) ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀντιπροέδρου, γʹ) ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δʹ) ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, εʹ) ἐκ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ.»
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§321Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς θὰ ἴδωμεν ἐν τῷ ἑβδόμῳ ἄρθρῳ, ὑπάρχουσι θέματα, ἐφ’ ὧν ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφασίζει, καὶ ἄλλα θέματα, ἐφ’ ὧν ἁπλῶς γνώμην ἐκφράζει, ἢ συντάσσει προϋπολογισμόν. Νομίζω ὅτι ἡ ἰδέα τῆς εὐθύνης τῆς πολιτικῆς, ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ ἔργα τὰ δημόσια, δύναται νὰ συμπληρωθῇ, ἐὰν εἰς τὸ τέλος τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, ἤτοι μετὰ τὰς λέξεις «αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται κατὰ πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων μελῶν, ὑπερισχύει δὲ ἐν ἰσοψηφίᾳ ἡ ψῆφος τοῦ Προέδρου», προσθέσωμεν: «ὑποβάλλονται δὲ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Τότε ὑπάρχει ἡ κυβερνητικὴ εὐθύνη τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων.
§322Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀρκετοὶ οἱ τρεῖς Ὑπουργοί.
§323Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προκειμένου μόνον περὶ τῶν ἀποφάσεων. Οἱ τρεῖς Ὑπουργοὶ ἐνεργοῦσιν ὡς μέλη ἐπιτροπῆς, ἐνῷ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου κυβερνητικὴ εὐθύνη. Εἰς τὸ ἄρθρον 17 θὰ ὁρισθῇ, ποῖαι διατάξεις θεωροῦνται ὡς ἀποφάσεις. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τότε βεβαίως ὑπάρχει εὐθύνη.
§324Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 4 ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Ἡ Διοικητικὴ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Ἐπιτροπὴ καθίσταται ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, ὅταν παρίστανται ἐν τῇ συνεδριάσει τρία τῶν μελῶν, ἐν οἷς ἀπαραιτήτως ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· δέον ὅμως νὰ ἦναι βεβαιωμένον, ὅτι ἐκλήθησαν εἰς τὴν συνεδρίασιν πάντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6.
§326ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οὗτινος προΐσταται, ὢν συνάμα ταμίας καὶ Διευθυντὴς τοῦ Λογιστικοῦ, ἀνώτερος ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ οἰκονομικὸς ἀξιωματικός, ἔχει ἴδιον γραφεῖον ἔν τινι τῶν δημοσίων καταστημάτων. Παρὰ τῷ γραφείῳ τούτῳ ἀποσπῶνται ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ διὰ τὴν γραφικὴν ἐργασίαν καὶ τὰς ἐξωτερικὰς ὑπηρεσίας. Ὅ τε ἀνώτερος οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἀποσπῶνται εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ταμείου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς διοικούσης τὸ ταμεῖον ἐπιτροπῆς.»
§327Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὅ τε ἀνώτερος οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἀποσπῶνται διὰ Β. Διατάγματος, οἱ δὲ ὑπαξιωματικοὶ διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς διοικούσης τὸ ταμεῖον ἐπιτροπῆς.»
§328Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἑδρεύει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐκεῖ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ γραφεῖον τοῦ ταμείου;
§329Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ χῶρος ἀρκετὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§331Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐδάφιον γʹ παρέλκει ἐντελῶς, διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν διοικητικὴν τοῦ ταμείου ἐπιτροπὴν νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἔγκυρον βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν πόρων τοῦ ταμείου καὶ ν’ ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις καὶ προκαλῇ τιμωρίας. Νομίζω, ὅτι τοιαύτη ἀνάμιξις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι περιττή, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς.
§332Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγει τὸ ἐδάφιον γʹ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ προκαλεῖ ἁρμοδίως τὴν τιμωρίαν τῶν ἀμελούντων ἢ παρεκτρεπομένων.»
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 8 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς; «Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης συγκαλεῖ τὰ μέλη εἰς συνεδριάσεις, προεδρεύων καὶ διευθύνων αὐτὰς, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αʹ) Ὑπογράφει τὴν ἀλληλογραφίαν. βʹ) Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ τὸ ϛʹ ἐδάφιον τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἀναγνωρίσεως δαπανῶν καὶ ἐγκρίσεως πληρωμῆς ἐκδίδει χρηματικὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν καὶ τὰς εἰς ταῦτα προσηρτημένας ἐπιταγάς. γʹ) Εἰσηγεῖται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς διαφόρους ὑποθέσεις. δʹ) Ἐπιβλέπει πᾶσαν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ προσωπικόν. Ἡ ὑπογραφὴ ἐγγράφων τινῶν δύναται ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.»
§334Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπογράφει ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὄχι ὡς Ὑπουργός.
§335Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς Ὑπουργὸς ὑπογράφει.
§336Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διότι ἡ ὑπηρεσία αὕτη ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10).
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§338Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρώτη περίοδος τοῦ ἄρθρου 11 παρέλκει, καὶ ὄχι μόνον παρέλκει, ἀλλὰ καὶ δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς παρανοήσεις, διότι τῶν ταμείων αἱ εἰσπράξεις ἐνεργοῦνται διὰ τῶν ταμιῶν καὶ εἰσπρακτόρων τοῦ Δημοσίου, ἑπομένως ἐνεργοῦνται δυνάμει τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν φράσιν ὅπως ἔχει, δύναται νὰ παρεξηγηθῇ αὕτη, καὶ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἰδίους ταμίας καὶ εἰσπράκτορας πρόκειται νὰ ἔχῃ ἡ ἐπιτροπή.
§339Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσι καί τινα ἔσοδα, ἅτινα εἰσπράττονται κατ’ ἴδιον τρόπον. Ἔχομεν π. χ. ἔσοδα ἐκ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν· τὸν ἐξ αὐτῶν ὀφειλέτην θὰ τὸν καταδιώξητε κατὰ τὸν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμον;
§340Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν δύναται νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δύναται νὰ τεθῇ διάταξις ἰδιαιτέρα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§341Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ περιττὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, λέγει ὅτι «εἰσπράττονται τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὡς τὰ δημόσια ἔσοδα καὶ διὰ τῶν μέτρων τῶν ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τῶν νόμων τῶν περὶ καταδιώξεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλετῶν»· διότι εἶναι μὲν φόροι εἰσπραττόμενοι παρὰ τῶν ταμιῶν καὶ εἰσπρακτόρων, ἀλλ’ εἶναι φόροι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἰσπράττωνται κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον. Ἐὰν παρατηρήσητε εἰς τὸ ἄρθρον 2, θέλετε ἰδεῖ ἐν ἐδαφίῳ ϛʹ, ὅτι ἔσοδα τοῦ ταμείου εἶναι καὶ «αἱ πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦ στρατοῦ δωρεαί, κληρονομίαι καὶ κληροδοτήματα». Πῶς θέλετε νὰ εἰσπραχθῶσι ταῦτα; Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς διατάξεως ταύτης.
§342Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ταμίας τοῦ Δημοσίου θὰ εἰσπράττῃ πάντα τὰ ἔσοδα καὶ θὰ τὰ καταθέτῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13).
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§344Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθόν, τὸ χρηματικὸν ἔνταλμα καὶ ἡ ἐπιταγή, ἀντὶ νὰ ὑπογράφωνται ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ὑπογράφωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§345Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ ἔχετε δίκαιον.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ τεθῇ, ὅτι τὸ χρηματικὸν ἔνταλμα καὶ ἡ ἐπιταγὴ ὑπογράφονται «ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15).
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§348Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 16 λέγει, ὅτι «ἡ περιουσία τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης θεωρεῖται ἐθνικὴ περιουσία». Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἀντὶ «ἐθνικὴ περιουσία», εἶναι καλὸν νὰ τεθῇ «δημοσία περιουσία».
§349Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη).
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§351Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει συνεννόησις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἂν θὰ παραδεχθῇ νὰ πληρώνῃ τόκους;
§352Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἔχει).
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§354Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἀνώτερον ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ταμίας τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀμοιβή τις διὰ τοὺς κόπους, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ὑποβάλληται, καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας πιθανὸν νὰ ὑποστῇ ἕνεκα λογιστικῶν λαθῶν.
§355Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω τοῦτο ὀρθόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19).
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§357Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρόκειται νὰ ἐξελέγχῃ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τριῶν μελῶν αὐτοῦ· δὲν νομίζω ἑπομένως ὀρθόν, ὅτι ἓν μέλος τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς δοσίλογον, ὡς εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ ἐκλέγῃ τὰ μέλη τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι ὁ δοσίλογος δὲν πρέπει νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸς τὰ μέλη τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς.
§358Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε δίκαιον. Πρέπει νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς: «... τριμελὴς ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκλεγομένη ὑπὸ τοῦ Σώματος.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 4 καὶ 35′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).