1904.03.06
3,562 rows · 26,997 words · 335 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 6 Μαρτίου 1904.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. παρόντων 124 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Πετρίδης.
§2Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§3Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ συμπολῖταί μου παρεπονέθησαν διὰ τοῦτο.
§4Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν βλέπετε τὰ θεωρεῖα κενά;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα νὰ ἀνοιχθῶσι, καὶ ἤδη εἰσέρχεται ὁ κόσμος.
§6Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐὰν τὰ πρακτικὰ ἀποτελῶσι πιστὴν καὶ εἰλικρινῆ ἀφήγησιν τῶν λαμβανόντων χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, βεβαίως τὰ διανεμηθέντα σήμερον δὲν ἀποτελοῦσιν εἰκόνα πιστὴν καὶ εἰλικρινῆ τῶν λαβόντων χώραν χθές· ἰδίως ἐν σελίδι 10 δὲν ἀναγράφεται ἡ λαβοῦσα χώραν χθὲς ἐπίθεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπίθεσις, ἥτις, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἦτο πλῆρες κατηγορητήριον κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι προσῆκον νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο, διότι, ὅπως χθὲς εἶχε τὸ θάρρος ἐν ἐκτρόπῳ στάσει νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης, βεβαίως τοιοῦτο θάρρος πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ σήμερον, ὅπως ζητήσῃ ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὅσα χθὲς εἶπε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἐπρόκειτο, κύριε Πρόεδρε, περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης», — διὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῶσι καὶ αἱ σκέψεις ἑκάστου λαβόντος τὸν λόγον, — ἀλλ’ ἦτο θέμα ἄσχετον ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἐπελήφθη ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἀναγράφεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν ἀναγραφὴν τούτου, ἵνα μείνωσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς οἱ λόγοι οἱ χαρακτηριστικοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφρασε κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης, ὅπως ἡ ἱστορία κρίνῃ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, τίνες διῴκησαν τὸν τόπον, καὶ τί ἐξέφρασαν, ἐπιτιθέμενοι κατὰ μερίδος, ἥτις πολλάκις διηύθυνε τὰ κοινὰ, ἀγωνιζομένη μετὰ σθένους ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ λαοῦ.
§7ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ἀναγραφῇ, κύριε Πρόεδρε.
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, παρακαλῶ τότε ν’ ἀναγραφῶσι καὶ ὅσα ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Βουλευτὴς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης εἶπε καθ’ ἡμῶν, νὰ ληφθῶσι δὲ ταῦτα ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Διότι ἐγὼ εἶπον χθὲς ὅσα εἶπον, ἀπαντήσας εἰς δριμύτατον κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω, ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτής. Ἑπομένως, ἐὰν ἀναγραφῇ ἡ ἀπάντησις, πρέπει ν’ ἀναγραφῇ καὶ ἡ ἐπίθεσις, ἡ προκαλέσασα τὴν ἀπάντησιν.
§9Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐν σελίδι 2 τῶν πρακτικῶν ὑπάρχει σύστασις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα χθὲς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρελείφθη ὅμως νὰ προστεθῇ ὅτι συνέστησα προσέτι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς εἶδος.
§10Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μίαν δήλωσιν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κάμω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι, ὅτε ἔντιμος συνάδελφος τῆς πτέρυγος ταύτης ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ ἐκάλεσεν ὡς ψηφολέκτην, καὶ τοῦτο ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν ἔνστασιν ταύτην. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι ἀγορεύων χθὲς παράπονον μόνον ἐξήνεγκον κατὰ πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς πλειονοψηφίας, οἵτινες πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶχον ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν διὰ ζητήματα τῶν ἐπαρχιῶν των. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο ἡ δήλωσις αὕτη, καὶ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θὰ διορθωθῶσιν ὡς ὑπεδείχθη.
§12Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἀναγραφῇ περίληψις τῶν ἀγορεύσεων ὅλων, ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγραφῇ περίληψις καὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§13Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα νὰ διορθωθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικυρωθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, τί θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ διορθωτέῳ κειμένῳ. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν μέχρις οὗ τὰ ἴδωμεν τυπωμένα, ὡς θὰ διορθῶσι.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν ἐγένετο ποτέ. Ἐγὼ ἐζήτησα ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς, ἐπιτιθέμενος κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ ὅσα ἐγὼ ἀπήντησα πρὸς αὐτόν. Ἤδη θ’ ἀναγραφῶσι καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Καραπάνος, ἀφοῦ τὸ θέλει.
§15Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μεταβάλωμεν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ εἰς ἐστενογραφημένα!
§16Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτε ὑπεδείχθη τροποποίησις τῶν πρακτικῶν, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν εἰς ἑπομένην συνεδρίασιν. Πρέπει νὰ ἴδωμεν, πῶς θὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴς καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὅσα οἱ ἄλλοι, ὅσοι θέλουσι νὰ τεθῶσι τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτῶν ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον νὰ ληφθῶσιν ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν.
§18Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ περιέχουσιν ἐνίοτε καὶ λάθη, τὰ ὁποῖα διορθώνομεν. Δὲν βλέπω τι τὸ κωλῦον νὰ γείνῃ ὅ,τι προτείνομεν· νὰ ἀναβληθῇ δηλ. ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐγένετο τοῦτο ποτέ.
§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγένετο προχθές.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὲ συγχωρεῖτε. Προχθὲς ἐγένετο, διότι οἱ ὑποβαλόντες παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν δὲν ἐζήτησαν ν’ ἀναγραφῶσι τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτῶν ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἀλλ’ ἀνέθεσαν εἰς ἐμὲ ὁ κύριος Λιμπρίτης, ὅπως τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ καθὼς καὶ τῆς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διατυπώσω ἀκριβέστερον. Φυσικὸν λοιπὸν ἦτο διὰ τοῦτο ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν. Νῦν ὅμως, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰ λεχθέντα χθές, λαμβανόμενα ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν, ἀφοῦ ταῦτα πιστῶς θ’ ἀναγραφῶσι.
§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν παρουσιάζουσι πολλάκις κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν σφάλματα, καὶ πάντες εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διορθώνωμεν αὐτάς. Περὶ τούτου πρόκειται. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διώρθωσε τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ ἐδημοσίευσεν αὐτὴν εἰς τὰς ἐφημερίδας· ἐγὼ δὲν εἶδον ἀκόμη τὴν ἰδικήν μου· ὅταν τὴν ἴδω, θὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα τότε θὰ ἐπικυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν βλέπω δέ, τίς ὁ λόγος νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ θὰ σᾶς παραδοθῶσι τὰ χειρόγραφα τῆς ἀγορεύσεώς σας, θὰ διορθώσητε ταῦτα, καὶ ἔπειτα θὰ καταχωρισθῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§24Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ὅρους ἀγνώστους δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν. Ἐρρήθη, ὅτι ζήτημα σπουδαῖον ἠγέρθη διὰ τὰ χθὲς συμβάντα, ζήτημα ἀφορῶν τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· δὲν νομίζω δέ, ὅτι δύναται νὰ παρέλθῃ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐν σιωπῇ. Πρέπει νὰ ἴδωμεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς, τί ἐρρήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κυνουρίας, καὶ τί ἀπήντησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§25Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μεθ’ ὅλην τὴν ἀπεριόριστον ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν, κύριε Πρόεδρε, ἔχω εἰς τὰς γνώμας σας καὶ εἰς τὰς γνώμας τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἀμφότεροι ἐξηνέγκατε πρὸ ὀλίγου. Ἵνα ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικά, πρέπει ἐν αὐτοῖς νὰ ἀναγράφωνται ἐν συντομίᾳ ὅλα τὰ λαβόντα χώραν καὶ ὁλόκληρος ἡ συνεδρίασις. Ὡς πληροφοροῦμαι, — διότι χθὲς τὴν ἑσπέραν δὲν ἤμην εἰς τὴν Βουλήν, — ἔλαβον ἐνταῦθα χώραν γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι σπουδαιότατα, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἴδωμεν ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅπως βεβαιωθῶμεν, ἂν εἴμεθα καὶ ἡμεῖς προσβεβλημένοι. Παρακαλῶ λοιπόν, εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναγνωσθῶσι τὴν Δευτέραν, ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυνουρίας λεχθέντα καθὼς καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἴδῃ ταῦτα, νὰ ἐπικυρώσῃ τὰ πρακτικά.
§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πάλιν παρατηρῶ, ὅτι χθὲς ἀγόρευσις δριμυτάτη ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυνουρίας ἐδήλωσε ῥητῶς ὅτι ποιεῖται ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προεκάλεσε τὴν ἀπάντησίν μου, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά· οὐδεμίαν δ’ ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ, ὅπως ἡ ἀπάντησίς μου ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα, καίτοι τοῦτο γίνεται κατ’ ἐξαίρεσιν, διότι οὐδέποτε ἐγένετο τοῦτο. Ἐπειδὴ δὲ εἴθισται νὰ διανέμωνται τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ περιέρχωνται εἰς γνῶσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, θὰ λάβωσι βεβαίως γνῶσιν αὐτῶν καὶ τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ φέρωσι τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν.
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν θὰ διανεμηθῶσι τὰ πρακτικὰ ταῦτα, εἶναι ἄλλο ζήτημα, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἀπήντησε δι’ ἀγορεύσεως εὐρυτάτης ὁ κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, καθὼς καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· ἐὰν οὗτοι νομίζωσιν, ὅτι αἱ ἀπαντήσεις αὐτῶν δὲν διετυπώθησαν ἐπαρκῶς ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ ἐπιθυμῶσι νὰ διατυπωθῶσιν ἐκτενέστερον, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ θέσωσι τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἐγὼ οὐδόλως ἔχω ὄρεξιν νὰ ἀναιρέσω τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ὥστε τὸ ζήτημα τοῦτο, εἴτε σήμερον τὸ φέρητε εἴτε ἄλλην ἡμέραν, εἶναι τὸ αὐτό.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ζήτημα τυπικόν.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα τυπικόν. Ἐὰν εὑρίσκῃ τις, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν ἔχουσι καλῶς καὶ ὅτι ἀτόπως ἐγράφησαν λόγοι μὴ λεχθέντες ἢ ὅτι παρεμορφώθη ἡ ἔννοια τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν αὐτῶν. Σήμερον κατ’ ἐξαίρεσιν ζητεῖτε, ὄχι νὰ διορθωθῶσι τὰ ὑφ’ ὑμῶν λεχθέντα, ἀλλὰ νὰ καταχωρισθῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ἐὰν τοῦτο ζητῆτε, ἂς καταχωρισθῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν.
§31Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται;
§33Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς θὰ συνταχθῶσι τὰ πρακτικά.
§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε γράφεται, τί εἶπεν ἕκαστος τῶν κ.κ. Βουλευτῶν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν πρέπει νὰ ἀναγραφῶσι τὰ χθὲς λεχθέντα, δὲν βλέπω διατὶ νὰ ἀναγραφῶσι κατὰ τὸ δοκοῦν τοῦ πρακτικογράφου· ἂς ἀναγραφῶσι συμφώνως πρὸς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά· ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἡ πρόκλησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυνουρίας, ἥτις κατ’ ἐμὲ δικαιολογεῖ πληρέστατα τὴν δοθεῖσαν ἀπάντησιν. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄξιον ν’ ἀπασχολήσῃ περισσότερον τὴν Βουλήν.
§35Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἦναι ζήτημα διορθώσεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν συμφωνία οὐδεμία χωρεῖ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, διότι προέχει τῶν γνωμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς· προκειμένου δὲ περὶ συντάξεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ῥητῶς καὶ σαφῶς ἀναγράφεται ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 68 ὁ τρόπος τῆς συντάξεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν· ὁρίζει τὸ ἄρθρον 68, ὅτι τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα «εἶναι ἡ ἔγγραφος καὶ ἀκριβὴς ἔκθεσις τῶν καθ’ ἑκάστην συνεδρίαν τελεσθέντων»· προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἀγορεύσεων, λέγει, ὅτι «εἰς ταῦτα γίγνεται συνοπτικὴ μόνον μνεία τῶν ἀγορεύσεων, κατονομάζονται δὲ ἐν αὐτοῖς οἱ ἀγορεύσαντες». Ἐπὶ τοῦ προκειμένου εὑρίσκω τὴν παρατήρησιν περὶ διορθώσεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ὀρθήν, ἀλλ’ ἀποκρούω τὴν πρότασιν περὶ ἀναγραφῆς ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῶν ἀγορεύσεων. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἠγέρθησαν ζητήματα γενικώτερα περὶ τοῦ τρόπου τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ, ἐπικρίναντος τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν καὶ τὸ πρόγραμμα τὸ κυβερνητικόν, ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἀπαντῶν ἤλεγξε τὴν πολιτικὴν καὶ οὐχὶ τοὺς πολιτικοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἑπομένως εἶναι ζήτημα ἐντελῶς ξένον πρὸς τὴν συζήτησιν τὴν οἰκονομικὴν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἠδύνατο ἡ διατύπωσις τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν νὰ γένηται κατὰ τρόπον ἀναγράφοντα συνοπτικῶς τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γενομένην καὶ μεσολαβήσασαν συζήτησιν. Ἑπομένως, κατὰ τὸ ἄρθρον 68 τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δέον νὰ διορθωθῶσι καὶ νὰ γείνῃ μνεία τῶν ἀγορεύσεων καὶ κατονομασία τῶν ἀγορευσάντων. Κατονομάζονται οἱ ἀγορεύσαντες, καὶ γίνεται μνεία τῶν ἀγορευσάντων, ἀλλ’ ὄχι καὶ τοῦ θέματος· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς διορθώσεως. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ τακτικὴ τῆς διορθώσεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν; Γίνονται παρατηρήσεις, ὅπως διορθωθῶσι τὰ ἐπίσημα πρακτικά· βεβαίως ἡ διόρθωσις τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν γίνεται εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημειώσεων, ἃς κρατεῖ καὶ τὸ Προεδρεῖον,—διότι ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Προεδρείου συντάσσονται τὰ πρακτικὰ, —εἴτε, ἐὰν δὲν κρατῆται τοιαύτη σημείωσις, γίνεται συμβολὴ ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως ἀναγράφεται ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ λέγουσι ταῦτα: «ἐπὶ παρατηρήσει τινὸς Βουλευτοῦ, ἵνα διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ ἐν τῇ τάδε σελίδι ἢ τῇ τάδε παραγράφῳ, διωρθώθησαν ὡς ἑξῆς...» Καὶ ἡ διατύπωσις τῶν σήμερον διορθωθέντων θ’ ἀναγράφηται ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ τῆς διορθώσεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν καὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ζήτημα ἐπὶ τῶν πρακτικῶν δὲν ὑπάρχει· ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλο ζήτημα, ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἀπολύτως ἐλευθέρα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὴν συζήτησιν νὰ διατυπώσωσιν αὐτοὶ τὸ σχετικὸν μέρος τῶν ἀγορεύσεών των.
§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοιαύτην διατύπωσιν· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ διατυπωθῇ σύντομος περίληψις, διότι βεβαίως ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἀφεώρα τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Οἱ ἀγορεύσαντες κατ’ αὐτὴν ἐξῆλθον τοῦ θέματος, καὶ διὰ τοῦτο ὑπῆρξεν ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη. Τοῦ ἄλλου τούτου θέματος νομίζω ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ μνεία ἐν περιλήψει εἰς τὰ πρακτικὰ, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπικυρώσεως αὐτῶν.
§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως, διότι τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἄρτης συναδέλφου εἶναι ἡ τακτικὴ, ἡ ἐν ἐφαρμογῇ ἐν τῇ Βουλῇ· ἡ παρατήρησις δὲ, ὅτι δύναται, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, νὰ ἐπικυρωθῶσιν ἐν μέρει τὰ πρακτικὰ, τοῦ δὲ λοιποῦ μέρους ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἐπικύρωσις ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, εἶναι πρωτοφανὴς θεωρία, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, εἶναι, τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ νὰ περιέχωσι, κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὴν γνώμην ἑκάστου τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ ἑκάστου θέματος, ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἀγορεύσεων· ἡ διατύπωσις ὅμως τούτων ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ ἡ κατονομασία τῶν προσώπων εἶναι ἔργον τοῦ Προεδρείου. Τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ ταῖς γενομέναις παρατηρήσεσι θὰ διορθώσῃ τὰ πρακτικὰ, καὶ ταῦτα διωρθωμένα θὰ ἀναγνωσθῶσι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας καὶ θὰ λέγωσιν, ὅτι «μετὰ τοῦτο ἔλαβε τὸν λόγον ὁ δεῖνα Βουλευτὴς καὶ ἐζήτησε τὴν ἀκριβῆ ἀναγραφὴν τῶν ἀγορεύσεων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, μεθ’ ὃ ἐπὶ τῇ παρατηρήσει ταύτῃ τὰ πρακτικὰ διωρθώθησαν ὡς ἑξῆς...»· καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν θὰ ἀναγραφῇ ἐν λεπτομερείᾳ, ἢ μᾶλλον ἐν ἀκριβεῖ περιλήψει, ἡ ἔννοια τῶν ἀγορεύσεων ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, κατὰ ταύτην δὲ γίνονται καὶ αἱ διορθώσεις ἐπ’ αὐτῶν, ἐάν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἤθελε ζητήσει τὴν διόρθωσιν αὐτῶν. Οὕτως ἐγίνετο πάντοτε μέχρι τοῦδε.
§39Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐγὼ τὴν ἀγνοῶ· ἐγὼ βλέπω πάντοτε τὸν Πρόεδρον κρατοῦντα σημειώσεις τῶν γιγνομένων παρατηρήσεων ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, καὶ λέγοντα, ὅτι «θὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά», καὶ ὅτι «τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς διωρθώθησαν»· διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐγίγνετο γνωστόν, ὅτι τὰ πρακτικὰ διωρθώθησαν.
§40Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σεβαστός μοι συνάδελφος φαίνεται ὅτι δὲν ἀναγινώσκει τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἐγὼ ἐκ τοῦ προχείρου δύναμαι νὰ σᾶς φέρω σωρείαν ἐπισήμων πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα τὴν ἐπιοῦσαν ἀναγράφουσι τὰς γενομένας ἐπὶ τῶν πρακτικῶν παρατηρήσεις καὶ τὴν διόρθωσιν αὐτῶν. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον, τοῦτο δὲ, ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσι τῶν κυρίων Βουλευτῶν, διατυποῖ τὸ κείμενον τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, καὶ ἀναγράφεται τοῦτο ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἑπομένης ἡμέρας. Τοῦτο θὰ γείνῃ καὶ τώρα, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ δυσπιστῇ πρὸς τὴν διατύπωσιν τῶν πρακτικῶν, τὴν γιγνομένην ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Ἀνάγνωσις τῶν διορθώσεων τῶν πρακτικῶν δὲν γίνεται ποτὲ, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον συντάσσει ταῦτα, καὶ λέγει, ὅτι τὰ πρακτικὰ θὰ διατυπωθῶσι κατὰ τὴν ὑπόδειξιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν ἐπενεγκόντων τὰς διορθώσεις. Ἀνεγνώσθησαν ποτὲ αἱ διορθώσεις τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν; Ὄχι. Τοῦτο γίνεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως.
§41Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε γίνεται τοῦτο.
§42Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δύνανται αἱ ἀγορεύσεις νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν λεπτομερείᾳ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Τὸ ζήτημα τὸ λύει ὁ Κανονισμός.
§43Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου εἴμεθα σύμφωνοι.
§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατυπώσατε λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, τὰς διορθώσεις τῶν πρακτικῶν μέχρι τοῦ τέλους τῆς συνεδριάσεως. Ἕως τότε δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως, ἀλλ’ ἀναγκαίως κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ ἴδωμεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰς γενομένας διορθώσεις.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Βουλευτὰ, γνωρίζω, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ἐπικυροῦνται τὴν ἑπομένην· ἐὰν γείνωσι παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτῶν, αὗται λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, καὶ τὸ Προεδρεῖον ἐρωτᾷ: «Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ὡς διωρθώθησαν;» καὶ τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται διωρθωμένα.
§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῶν τροποποιήσεων.
§47Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Συμβαίνει ὅμως ἐνίοτε, ὡς συνέβη εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν ἑπομένην.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ἠθελήσατε νὰ διατυπωθῶσιν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, ἐγένετο τοῦτο.
§49Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Οὕτως ἐγένετο προχθές.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νομίζουσιν, ὅτι δύναται νὰ ἀφεθῇ, ὅπως ἡ διατύπωσις τῶν πρακτικῶν γείνῃ ὑπὸ τοῦ Προεδρείου.
§51Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, δι’ ὃν τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσι σήμερον. Καίτοι εἶναι καθιερωμένον, ἡ διόρθωσις τῶν πρακτικῶν νὰ γίνεται ἰδιαιτέρως, ζητῶ, ἵνα μὴ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναγνώσεως παρουσιάζηται ἀνατροπὴ ὁλοκλήρου τῆς συζητήσεως, ὅπως ἡ νέα διατύπωσις, ἡ σχετιζομένη πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην, γένηται γνωστὴ πρὶν ἢ τὰ πρακτικὰ ἐπικυρωθῶσι. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γένηται τοῦτο, μεθ’ ὅλα τὰ καθιερωμένα· διὰ νὰ μὴ συζητῶμεν δὲ ἐπὶ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει διαφωνία, προτείνω τὸ ἑξῆς· ἡ διόρθωσις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, καὶ νὰ τεθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῖς σημερινοῖς, ὅτι ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ἀλλ’ ὅτι κατ’ αἴτησίν τινων Βουλευτῶν ἐγένετο ἡ ἑξῆς διόρθωσις...
§52ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν σελίδα 9 τῶν πρακτικῶν ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς: «Ἔλαβεν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τὸν λόγον ὁ κ. Δεληγεώργης, διὰ μακρῶν ἀναπτύξας τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀπήντησε δὲ εἰς ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.» Ἐγὼ ἤκουσα, — ἔμαθον δηλαδή, διότι δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, — ὅτι δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὅτι μόνον ὕβρεις ἐξήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργός. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἀπήντησεν εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι θὰ φαίνηται ὅτι εἶχε γνώμας, τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἤκουσα μέχρι τοῦδε ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτὸς ἐὰν αἱ ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν, ἀποτελῶσι τὰς γνώμας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνατὸν νὰ ἦναι ἀνακριβὲς τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἀπήντησε πρὸς τὸν κύριον Δεληγεώργην ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ὕβρεις δὲν ἐξεστομίσθησαν, διότι, ἐὰν τοῦτο ἐγίγνετο, τὸ Προεδρεῖον ἤθελε καλέσει τὸν ὑβρίσαντα, οἷος δήποτε καὶ ἂν ἦτο οὗτος, νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς ὕβρεις.
§54Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Καὶ σεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐξυβρίσθητε χθές, πρὸς μεγάλην λύπην τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, εἶναι γνωστόν, πόσον σᾶς ἐκτιμᾷ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐξυβρίσθην, διότι, ἐὰν τοῦτο ἐγίγνετο, βεβαίως δὲν ἤθελον τὸ ἀνεχθῆ.
§56Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Καὶ ὅμως εἶναι γεγονός, κύριε Πρόεδρε, δυστυχῶς, καὶ τὸ λέγω μετὰ μεγάλης λύπης.
§57Ν. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ (πρὸς τὸν κ. Μελισσηνόν). Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐξυβρίσθη ὁ κ. Πρόεδρος· ἐὰν δὲ ἄλλοι σᾶς τὸ εἶπον καὶ τὸ λέγητε καὶ σεῖς, δὲν εἶναι ἀκριβές.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου δὲν ἔχει δίκαιον, διότι βεβαίως ὕβριν τὸ Προεδρεῖον οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ.
§59Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγώ, διότι παρίσταμαι ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὡς προβαλὼν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας ἄνευ λόγου. Τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπέβαλον οὐχὶ διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήντησε πρὸς τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀλλὰ διότι τὸν διέκοψε, καὶ τὸν διέκοψεν ἐν οὐ δέοντι, ὁ τρόπος δὲ τῆς διακοπῆς ἦτο τοιοῦτος, ὥστε φυσικὰ καὶ τὸν ἀγορεύοντα νὰ ἀναγκάσῃ νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ διακόψῃ τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μεταβάλῃ εἰς πανδαιμόνιον ἕνεκα τοῦ ἐπακολουθήσαντος θορύβου· ἐγὼ δὲ, διὰ νὰ προλάβω ἀντεγκλήσεις, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ διακόψῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, καὶ προέτεινα τὴν ἔνστασιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, οὐχὶ ὅτι ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀλλ’ ὅτι διέκοψεν αὐτὸν, καὶ ἐπὶ τῇ διακοπῇ ταύτῃ καὶ τῷ ἐπακολουθήσαντι θορύβῳ προέτεινα ἐγὼ τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος. Νομίζω ὅτι ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά.
§60Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, οὐδεμία μεταβολὴ νὰ γείνῃ εἰς τὰ πρακτικά, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῶσι ταῦτα ὡς ἔχουσιν. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ ὅτι προσεβλήθην. Βεβαίως μὲ διέκοψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ παύσω. Ἡ ἀντίληψις, ἣν ἔλαβε, τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων ἦτο ἐσφαλμένη. Ἀπήντησα ὅ,τι ἀπήντησα, καὶ τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε. Δὲν νομίζω, ὅτι ἀξίζει νὰ γίνεται περισσότερος λόγος.
§61Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχει πληρέστατον δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, διότι ὕβρεις ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ ἐκστομίζω. Οὐδέποτε ὑπάρχει παράδειγμα νὰ ὕβρισά τινα. Ἐάν ποτε ἦλθον εἰς δυσάρεστον θέσιν, ἦτο πάντοτε διὰ νὰ ἀμυνθῶ κατὰ ἐπιτιθεμένων· αὐτὴ εἶναι ἡ συνήθεια, νὰ ἀμύνωμαι ἐναντίον ἐπιτιθεμένων, οὐδέποτε νὰ ἐπιτίθημαι ἐγώ. Οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ ὑβρίσω, οὔτε ὕβρισα οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑβρίσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν.
§62Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ τελευταίᾳ σελίδι τῶν πρακτικῶν, παραγράφῳ 5, σημειοῦται, ὅτι «ἐρωτηθεῖσα ἡ Βουλή, ἂν ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, ἀπέρριψεν αὐτήν». Μοὶ ἐγεννήθη ἀπορία, ποία τῶν τροπολογιῶν μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἀπερρίφθη, διότι ἐγὼ οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ δύο τροπολογίας εἶχον ὑποβάλει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, τὴν πρώτην ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου, τὴν δευτέραν ὡς προσθήκην ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου, διατετυπωμένην εἰς ἰδιαιτέραν παράγραφον. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ποία τροπολογία μου ἀπερρίφθη; ἡ πρώτη ἢ ἡ δευτέρα;
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλαι αἱ τροπολογίαι ἀπερρίφθησαν.
§64Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναφέρεται τοῦτο ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά.
§66Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλον δύο τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Διὰ τῆς πρώτης προέτεινον νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου βʹ αἱ λέξεις «χρησίμων πρὸς στρατωνισμόν». Διὰ τῆς δευτέρας προσέθετον τὴν ἑξῆς παράγραφον: «Ἐπὶ παντὸς ἔργου κατασκευῆς ἢ ἀνακαινίσεως στρατιωτικῶν κτιρίων ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΛΗʹ τῆς 7 Μαρτίου 1894.» Ποία λοιπὸν ἐκ τῶν δύο ἀπερρίφθη; Διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν γίγνεται διόρθωσις, φαίνεται ὅτι εἶχον ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ν. Χατζίσκος). Ἐγώ, κύριε Βουλευτά, δὲν προήδρευον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, ἀλλ’ οὕτως ἀντελήφθην, καθήμενος εἰς μίαν τῶν ἐν τῇ δεξιᾷ πτέρυγι ἑδρῶν, ὅτι αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἀπερρίφθησαν, ἐγένετο δὲ μόνον δεκτὴ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Καραπάνου ὑποβληθεῖσα.
§68Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ὅμως λέγουσιν, ὅτι ἀπερρίφθη «ἡ τροπολογία», ὄχι «αἱ τροπολογίαι».
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσι· θὰ τεθῇ «αἱ τροπολογίαι».
§70Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βεβαιοῦτε αὐτό, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δηλαδὴ ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι μου ἀπερρίφθησαν;
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν προήδρευον ἐγὼ τότε.
§72Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ὁ προεδρεύσας ἀντιπρόεδρος, ἢ νὰ ζητηθῶσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Μερλοπούλου; Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο χθὲς νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 3, εἷς τῶν ἀξιοτίμων φίλων μου ἐντεῦθεν μοὶ εἶπεν, ὅτι εἴχετε ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ· ἀμέσως ἐσταμάτησα τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τῷ εἶπον: «ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Μερλοπούλου. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ». Ἐπειδὴ δὲ ὁ προεδρεύων δὲν εἶχε τὴν τροπολογίαν πρόχειρον, τῷ ἔδωκα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐνώπιόν μου, καὶ ὁ προεδρεύων ἀνέγνωσε τὴν τροπολογίαν ὑμῶν, μεθ’ ὃ ἠρώτησε τὴν Βουλὴν, εἰπών: «Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.» Καὶ ἡ Βουλὴ ἀπέρριψεν αὐτήν.
§74Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι αἱ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι ἔχουσι διατυπωθῆ ἐν τῷ ἐντύπῳ, ὅπερ διενεμήθη πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὁμοῦ καὶ οὐχὶ χωριστά· οὐχ ἧττον εἶναι δύο τροπολογίαι, καὶ ἀφορῶσι τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου κατὰ δύο διαφόρους ἐννοίας καὶ δύο διαφόρους διατάξεις αὐτοῦ. Εἶπον δὲ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐδαφίου βʹ διὰ τῆς προσθήκης μετὰ τὰς λέξεις «πρὸς κατασκευὴν ἢ ἀνακαίνισιν κτιρίων» τῶν λέξεων «χρησίμων πρὸς στρατωνισμόν», ἡ δὲ δευτέρα ἦτο προσθήκη εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου ὡς ἰδία καὶ αὐτοτελὴς παράγραφος, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ κατασκευὴ ἢ ἀνακαίνισις στρατιωτικῶν κτιρίων θὰ γίνηται συμφώνως πρὸς τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον τοῦ 1852, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1894. Καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἀπορία μου. Τώρα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαιοῖ, ὅτι ἀνεγνώσθησαν ἀμφότεραι καὶ ἀπερρίφθησαν. Δὲν ἔχω βεβαίως λόγον νὰ μὴ πείθωμαι ἀπολύτως εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τὰ πρακτικὰ, εἶναι ἐσφαλμένα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γείνῃ ἡ δέουσα διόρθωσις.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβὴς, λέγω, ὅτι εἶδον ἐνώπιόν μου ἔντυπον μιᾶς τροπολογίας, καὶ αὐτὸ ἔδωκα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον· ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ αὐτῷ ἐντύπῳ καὶ αἱ δύο τροπολογίαι, ἀνεγνώσθησαν καὶ αἱ δύο καὶ ἀπερρίφθησαν· ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι καὶ αἱ δύο τροπολογίαι, βεβαίως δὲν ἀνεγνώσθησαν καὶ αἱ δύο, διότι μίαν φορὰν ἀνεγνώσθη τὸ ἔντυπον.
§77Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε γίνεται ἄλλο ἄτοπον.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἤκουσα ἀναγινωσκόμενον μίαν μόνον φορὰν τὸ ἔντυπον. Ἐὰν ἦναι διατετυπωμέναι ὁμοῦ καὶ αἱ δύο τροπολογίαι, βεβαίως ἀνεγνώσθησαν καὶ ἀπερρίφθησαν καὶ αἱ δύο.
§79Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀληθὲς, ἀφοῦ τὸ βεβαιοῦτε ὑμεῖς. Ἀλλὰ προκύπτει τὸ ἄτοπον, ὅτι συγχρόνως ἀνεγνώσθησαν καὶ αἱ δύο τροπολογίαι· ἐζητήθη ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπ’ ἀμφοτέρων, καὶ ἐπὶ τούτων ἀπεφάνθη ἡ Βουλή· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄτοπον, καὶ ἀντίκειται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν ἑκάστη τροπολογία ἰδιαιτέρως συζητεῖται, καὶ ἰδιαιτέρως ζητεῖται ἡ ἐπ’ αὐτῆς γνώμη τῆς Βουλῆς· τοῦτο ἄγει εἰς ἄλλα συμπεράσματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ὁμιλήσω τὴν ὥραν ταύτην· ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν συμπερασμάτων τούτων.
§80Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἵνα ἀναπαρασταθῶσιν ὁπωσοῦν ἀκριβέστερον καὶ πιστότερον τὰ χθὲς γενόμενα, πρέπει νὰ γένηται διόρθωσις εἰς τὴν σελίδα 9 τῶν πρακτικῶν. Ἐν τῇ σελίδι ταύτῃ ἀναφέρονται ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Ἔλαβεν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τὸν λόγον ὁ κ. Δεληγεώργης, διὰ μακρῶν ἀναπτύξας τὰς γνώμας αὑτοῦ, ἀπήντησε δὲ εἰς ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.» Καθ’ ὃν τρόπον ἀναγράφονται ταῦτα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην· πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφαιρεθῇ ἐντελῶς ἡ φράσις αὕτη. Δεύτερον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι «τὸν λόγον ἔλαβεν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 ὁ κ. Δεληγεώργης», εἶτα δέ: «ἀγορεύοντα τὸν κύριον Δεληγεώργην διέκοψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.» Τοῦτο εἶναι τὸ ἀκριβές.
§81Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἐζήτησα τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ ἀγορεύοντος, καὶ μοὶ ἐπέτρεψε.
§82Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ πρᾶγμα, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἔλαβε χώραν ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὴν διακοπὴν μία φράσις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν...
§83Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐζήτησα τὴν ἄδειάν σας· σᾶς εἶπον: «θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τι»; Δὲν σᾶς εἶπον τοῦτο;
§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§85Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κατόπιν ἐξηκολουθήσατε τὸν λόγον, καὶ ἔπειτα συνέβη τὸ ἄλλο.
§86Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν εἶπον, ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἄλλην. Δυσηρεστήθην διὰ τὴν διακοπὴν αὐτὴν, καὶ διακόψας τὸν λόγον ἀπῆλθον. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν συνεπέρανα ὅ,τι ἐσκόπουν νὰ συμπεράνω, οὔτε ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, ἣν ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ὁποία ἦτο, ν’ ἀναγραφῇ καὶ τὸ ἀντίτιμον τῶν οἰκοπέδων τῶν στρατιωτικῶν, τῶν κειμένων ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ Κηφισιᾶς, εἰς τοὺς πόρους τοῦ Ταμείου. Αὐτὰ εἶναι τὰ μὴ ὑποπεσόντα εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ἀντελήφθη ἡ Βουλή, εἶναι, ὅτι μοὶ ἐγένετο διακοπὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν· μετὰ τοῦτο δὲ, θεωρήσας ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσω τὸν λόγον, διέκοψα τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ἀπῆλθον. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα. Ἀλλ’ εἶπον καὶ πρὶν, ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσι ταῦτα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, δι’ οὓς ἐξέθηκα λόγους. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφεθῶσι τὰ πρακτικὰ ὅπως ἔχουσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο ἀντίρρησις, ἐξήγησα, τί συνέβη. Ἐγὼ δὲν ἐπεράτωσα τὸν λόγον μου, κατῆλθον τοῦ βήματος, καὶ ἀπῆλθον χωρὶς νὰ ἀποπερατώσω αὐτόν.
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ καταλήξω εἰς τὴν κατόπιν παράγραφον, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Καλλιφρονᾶ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Αὕτη ὑπεβλήθη ἕνεκα τοῦ μεγάλου θορύβου, τοῦ ἐγερθέντος συνεπείᾳ τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς πρὸς τὸν κύριον Δεληγεώργην ἀγορεύοντα. Ζητῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῶσι κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον τὰ πρακτικά: «Προκληθέντος μεγάλου θορύβου ἕνεκα τῆς διακοπῆς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.» Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια, διότι ταῦτα ἐγένοντο ὑπὸ τὰς ὄψεις πάντων.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσι τοὺς ὁμιλήσαντας καὶ τὴν μνείαν τῶν λόγων αὐτῶν. Καθ’ ὃν τρόπον λέγετε ὑμεῖς, ἔπρεπεν εἰς τὰ πρακτικὰ ἑκάστης συνεδριάσεως νὰ ἀναγράφηται, ὅτι 10 ἢ 20 Βουλευταὶ διέκοψαν τὸν Α ἢ τὸν Β Βουλευτὴν ἀγορεύοντα. Τοῦτο δὲν ἔγεινε ποτὲ, οὐδὲ πρέπει νὰ γίνηται.
§89Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἀναγράφωσι τὰ πρακτικὰ, ὅτι εἰς τὰ καλὰ καθούμενα προέβαλε τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας ὁ κύριος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς. Ὑπῆρξε λόγος σπουδαῖος, σπουδαιότατος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη ἡ ἔνστασις, καὶ εἰς τοῦτο ἐπιμένομεν ἡμεῖς κυρίως, νὰ δικαιολογηθῇ ἡ γενομένη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§90Λ. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον ἔνστασιν ἄνευ λόγου, διὰ νὰ διακόψω τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδον, ὅτι ἠγανάκτησεν ὁ ἀγορεύων, ἐπειδὴ εἶδον ὅτι ἐξηγέρθη ἡ Βουλὴ, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνωσι μεγαλείτεραι ἀντεγκλήσεις, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἐπιμένω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω τὴν ἔνστασιν ταύτην, διὰ νὰ προληφθῇ μεγαλείτερος θόρυβος καὶ μεγαλείτεραι ἀντεγκλήσεις. Νομίζω ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ.
§91Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς τροπολογίας μου, ἥτις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως διὰ νέας τροπολογίας — τὴν ὁποίαν γραπτὴν παρέδωκα εἰς ὑμᾶς — ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3, μετὰ τὰς λέξεις «εἰς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ ὀχυρωματικῶν ἔργων, μετὰ προηγουμένην ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ δι’ αὐτὰ δαπάνη ἦναι ἀνωτέρα τῶν 10,000 δραχμῶν.» Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἀλλ’ ἐπειδὴ αὕτη δὲν ἐτυπώθη, ὥστε νὰ ἦναι γνωστὸν ὁποία τροπολογία ὑπεβλήθη, παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὡς ἔχει, ἡ παραδοθεῖσα χειρόγραφος, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ φαίνηται ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὅτι ἐζητήθη ὑπὸ Βουλευτοῦ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ κατασκευὴ καὶ ὀχυρωματικῶν ἔργων διὰ χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπέκλεισεν αὐτὰ, ψηφίσασα ὅτι ἡ περιουσία τοῦ ταμείου τούτου πρέπει νὰ διατίθηται μόνον εἰς προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου καὶ εἰς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων ἐν γένει καὶ ἀορίστως, χωρὶς νὰ ὁρίζῃ, ὁποῖα θὰ ἦναι τὰ στρατιωτικὰ ταῦτα κτίρια.
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ ἀπεκλείσθη ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου.
§93Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον καθιερώσαμεν, ὡς παρατηρῶ, προοδεύοντες πάντοτε, δὲν θὰ ἦναι ζήτημα πλέον νὰ εἰσερχώμεθα ἀπὸ τῶν ἐπερωτήσεων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ νὰ κατορθῶμεν νὰ ἐξερχώμεθα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, καὶ νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων. Κινδυνεύομεν δὲ νὰ πάθωμεν τὸ ἑξῆς,—καὶ ἴσως μάλιστα πρέπει νὰ τὸ πάθωμεν, διότι διὰ τοῦ γελοίου πλέον δύναται νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία,—ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους νὰ γίνηται συζήτησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ τροφὴ διὰ τὴν ἄλλην ἡμέραν, πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ὥστε τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ ἔχωμεν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τοιαύτην, καὶ νὰ περιστρεφώμεθα εἰς ἕνα φαῦλον κύκλον.
§94Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κάμνει κατάχρησιν τῆς εὐφυΐας του ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας. Νομίζει ὅτι δύνανται νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὰ πρακτικὰ ἀνακρίβειαι, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα εἷς Βουλευτὴς νὰ φέρῃ τὸν λόγον, καὶ νὰ ζητῇ τὴν διόρθωσιν αὐτῶν. Παράδοξος λογική!
§95Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ ὑποβάλλωμεν τροπολογίαν, καὶ ἡ τροπολογία αὕτη νὰ μὴ φαίνηται οὐδαμοῦ, καὶ νὰ μὴ φαίνηται, τί ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, εἶναι πρωτάκουστον!
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπεκρότησα εἰς τὴν ὀρθὴν ἰδέαν τοῦ κ. Δεληγεώργη· καὶ ὅμως ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ!
§97Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω διατί· διότι ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς, ὁ ὁποῖος σημειοῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὡς ὑποβαλὼν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ λέγηται οὕτως ἀπολύτως καὶ ἀναιτιολογήτως, ὅτι ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ δικαίως ζητεῖ νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἕνεκα τοῦ θορύβου, ὅστις ἐπῆλθε, προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τεθῇ, ὅτι «θορύβου γενομένου ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας».
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§99Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ, διορθούμενα συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις, ἐπικυροῦνται.
§101Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§102Π. ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀρχηγὸς τῆς φρουρᾶς εἶναι ἐκ τῶν ἐντιμοτέρων καὶ δραστηριωτέρων ἀξιωματικῶν. Φαίνεται ὅτι ἔδωκεν αὐστηρὰς διαταγὰς νὰ κενωθῶσιν οἱ διάδρομοι, καὶ νὰ προσέχωσι κατὰ τὴν εἴσοδον οἱ φρουροὶ, μή τις τῶν εἰσερχομένων φέρῃ ὅπλον. Ἀλλ’ ὁ ἐπιτετραμμένος λοχίας μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν στρατιωτῶν φαίνεται ὅτι ἐφέρθη βαναύσως πρὸς πάντας τοὺς εἰσερχομένους, ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἐρεύνης αὐτῶν, μὴ τυχὸν φέρωσιν ὅπλα. Δυστυχῶς τὰ πράγματα ἐξετραχύνθησαν, καὶ συνέβησαν ἀτακτήματα μεγάλα· ἐπὶ τῶν ἀτακτημάτων δ’ αὐτῶν ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ Προέδρου καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἁρμοδίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἐὰν ὁ εἰρημένος ὑπαξιωματικὸς παρεξετράπη κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαταγῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς φρουρᾶς.
§103Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὅτι ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς, εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ὅμοιον γεγονὸς ἔλαβε χώραν — βεβαίως ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κυρίου Προέδρου. — Ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς, τῇ βοηθείᾳ τῶν φρουρῶν, πὺξ καὶ λὰξ ἐξέβαλε τοῦ Βουλευτηρίου δημοσιογράφους καὶ ἄλλους πολίτας ἐντίμους, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζῃ οὐδὲ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν οὐδὲ τίποτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ ὄργανα τῆς Βουλῆς, ἵνα τοὐλάχιστον δεικνύωσι διαγωγὴν κοσμιωτέραν, ἂν οὐχὶ ἄλλο τι· διότι ἀλλοίμονον, ἂν ἐπιτραπῇ εἰς οἱονδήποτε κλητῆρα τῆς Βουλῆς ἢ ὁπλίτην τῆς φρουρᾶς οὕτω βαναύσως νὰ φέρηται πρὸς τὸν Α ἢ τὸν Β καὶ νὰ χειροδικῇ! Τότε δὲν ἠξεύρομεν, τί δύναται νὰ συμβῇ. Τὸ δὲ ζήτημα τῶν εἰσιτηρίων δὲν νομίζω ὅτι δικαιολογεῖ νὰ κακοποιῆται ὁ κόσμος.
§104Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ καλέσητε τὸν ἀξιωματικόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, καὶ νὰ ζητήσητε τὴν τιμωρίαν τοῦ λοχίου.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τιμωρηθῶσι πάντες οἱ τυχὸν παρεκτραπέντες. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Παυλόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, δι’ οὗ νὰ γένηται γνωστὸν τὸ ποσὸν τῆς ἐξαγωγῆς οἴνου, μιστελίου, οἰνοπνεύματος καὶ νωπῶν σταφυλῶν κατὰ τὰ ἔτη 1901, 1902 καὶ 1903, καὶ τὰ μέρη, εἰς ἃ ἐξήχθησαν.» Ὁ βουλευτὴς Χαλκίδος κύριος Σαραβέλας παρακαλεῖ «νὰ δοθῇ ἠθικὴ ἱκανοποίησις εἰς τὸν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἑκουσίως προσελθόντα, τῇ ἀδείᾳ τοῦ Ἡγουμένου καὶ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ καταταχθέντα εἰς τὸ σύνταγμα Μπαϊρακτάρη καὶ λαβόντα μέρος εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, ὅπου καὶ ἔλαβε δύο πληγὰς, Διονύσιον Στεφάνου Κούγιαλην, τελειόφοιτον τῆς Θεολογίας.» Οἱ ἀμπελοκτήμονες Ἀττικῆς δι’ ὑπομνήματος αὐτῶν πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι ν’ ἀπαγορευθῇ διὰ νόμου ἡ κατασκευὴ οἴνου ἐκ νωπῆς σταφίδος. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Μποῦτος.
§106ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οὐχὶ μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν λαμβάνω τὸν λόγον, διότι πρόκειται ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ ζητημάτων προσωπικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ ἔχει ἐνώπιόν της πολλὰ καὶ σπουδαῖα ἐκκρεμῆ ἔργα. Ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν εἶμαι ἐγὼ παραίτιος· παραίτιος εἶναι ὁ καθ’ οὗ ἡ ἐπερώτησίς μου πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου, ἥτις δὲν εἶχε τίποτε τὸ προσωπικὸν κατ’ αὐτοῦ, ἐσιώπα καὶ δὲν ἔλεγεν ὅσα ἠκούσατε, βεβαίως ἠδυνάμην νὰ ἦμαι ἐπιεικὴς πρὸς αὐτόν· διότι διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν ὁποίων ἐπέσπευσεν ὁ καθ’ οὗ ἡ ἐπερώτησίς μου, θὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁ κύριος οὗτος παρενόμησεν εἰς τὸν διορισμὸν συμβολαιογράφου, παρενόμησεν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τιμωρηθέντος συμβολαιογράφου, κάκιστα ἐνήργησεν εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἑτέρου συμβολαιογράφου καὶ ἑνὸς ὑποθηκοφύλακος. Ἄρχομαι, Κύριοι, τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων, ἀφοῦ πρῶτον πληροφορήσω τὴν Βουλὴν περὶ τίνων προσώπων πρόκειται καὶ πῶς ἔχουσιν ἐπιβαρυνθῆ τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἤτοι δύο συμβολαιογράφοι καὶ εἷς ὑποθηκοφύλαξ, μὲ πειθαρχικὰς τιμωρίας παρελθόντων ἐτῶν. Κατὰ τὸ ἔτος 1902 Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν διετέλει ὁ κύριος Παπαθεοδωρόπουλος. Ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος εἶχε τὴν μονομανίαν, ἐνῷ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι τιμίως καὶ εὐόρκως ἐξετέλει τὸ καθῆκόν του, εἶχε, λέγω, τὴν μονομανίαν νὰ καταδιώκῃ τοὺς συμβολαιογράφους, ὑποθηκοφύλακας καὶ εἰρηνοδίκας δι’ ἐλάχιστα παραπτώματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἦσαν ἄξια, ἵνα τοὺς φέρωσιν ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων Δικαστικῶν Συμβουλίων. Τοιουτοτρόπως κατὰ τὸ ἔτος 1902 ὁ Εἰσαγγελεὺς κατηγόρησε τὸν συμβολαιογράφον Οἰχαλίας Φωτόπουλον διὰ πειθαρχικὸν παράπτωμα τοῦ αὐτοῦ ἔτους, βεβαιωθὲν κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ γραφείου του· καὶ τὸν ἀπήλλαξε μὲν τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὑπέβαλε τὴν ἀπόφασιν ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπερ, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, μετερρύθμισεν αὐτήν, ἐπιβαλὸν τὴν ποινὴν προστίμου 20 δραχμῶν. Ἐπίσης ὁ συμβολαιογράφος Παναγιώτης Λυμπερόπουλος καὶ ὁ ὑποθηκοφύλαξ Ι. Μποῦτος ἐτιμωρήθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1902 μὲ πειθαρχικὰς τιμωρίας διὰ παραβάσεις βεβαιωθείσας κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν γραφείων των ἐν ἔτει 1902. Κατὰ τὸ ἔτος 1903 ἐγένετο ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ γραφείου τοῦ συμβολαιογράφου Παναγιώτου Λυμπεροπούλου ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα κ. Κυριακόπουλον, προαχθέντα ἐπαξίως εἰς ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος εὗρε τὸ γραφεῖον αὐτὸ ἐν τάξει, ὅπως καὶ τὸ τοῦ συμβολαιογράφου Φωτοπούλου καὶ τὸ τοῦ ὑποθηκοφύλακος Ἰωάννου Μπούτου. Ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀναλαβόντα τότε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἤρεσε. Διὰ τοῦτο πρῶτον ἔσπευσε διὰ παρανόμου ἐνεργείας νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν συμβολαιογράφον Φωτόπουλον, τιμωρηθέντα ἀπὸ τὸν προκάτοχον αὐτοῦ Ὑπουργόν. Καὶ λέγω διὰ παρανόμου ἐνεργείας καὶ ἐν γνώσει, καθόσον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προσεκόμισεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βεβαιοῦσιν, ὅτι, ἐνῷ ἡ ἀπόφασις τοῦ προκατόχου κ. Ζυγομαλᾶ, μεταρρυθμίσαντος τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, καὶ ἐπιβαλόντος εἰς τὸν εἰρημένον συμβολαιογράφον Φωτόπουλον 20 δραχμῶν πρόστιμον, ἐνῷ, λέγω, ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου, καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν πρὸς ἐκτέλεσιν, ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ διάδοχος τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ἐδέχθη ἀναφορὰν τοῦ τιμωρηθέντος συμβολαιογράφου Φωτοπούλου, καὶ παρανόμως ἐπεκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηλλάσσετο τῆς κατηγορίας ὁ συμβολαιογράφος Φωτόπουλος, ἐνῷ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, ὡς ἐξέθηκα πρὸ μικροῦ, τὴν εἶχε μεταρρυθμίσει ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς κ. Ζυγομαλᾶς, ἐπιβαλὼν τῷ συμβολαιογράφῳ Φωτοπούλῳ ποινὴν πειθαρχικὴν προστίμου. Οὕτως ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν γνώσει καὶ ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 207 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἐπεκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, ἐνῷ αὕτη εἶχε μεταρρυθμισθῆ ἀπὸ τὸν προκάτοχον αὐτοῦ Ὑπουργόν· καὶ ταῦτα ἐνήργησε συνεπείᾳ αἰτήσεως τοῦ συμβολαιογράφου Φωτοπούλου, ὑπὸ ἡμερομηνίαν μὲν 24 Ἰουνίου, ληφθεῖσαν ὅμως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν 8 Ἰουλίου, ἤτοι ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀναφορᾶς ὁ συμβολαιογράφος παρεκάλει τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ προκατόχου του κυρίου Ζυγομαλᾶ. Ἡ ἀναφορὰ τελειώνει οὕτως: «Ὅθεν τούτων ἕνεκα τολμῶ νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀνακαλέσητε τὴν ἐν λόγῳ ἀπόφασίν σας, ἀπαλλάσσοντές με τοῦ ἐπιβληθέντος προστίμου. Ὁ συμβολαιογράφος Φωτόπουλος.» Ἡ ἀναφορὰ ἔχει ἡμερομηνίαν, ὡς εἶπον, 24 Ἰουνίου, ἐλήφθη ὅμως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῇ 8 Ἰουλίου. Ἀλλὰ παρατηρῶ ἐδῶ ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, ἀπαντῶντος εἰς τηλεγράφημα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ 26 Ἰουνίου, διὰ τῆς ὁποίας ἀναφορᾶς ὁ Εἰσαγγελεὺς πληροφορεῖ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὴν κατὰ τοῦ Φωτοπούλου πειθαρχικὴν ἀπόφασιν ὑπέβαλε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. δεῖνα ἀναφορᾶς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ ἐνέργεια ἐγένετο ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης οἴκοθεν, πρὶν ἢ λάβῃ τὴν αἴτησιν τοῦ τιμωρηθέντος συμβολαιογράφου· διότι ὁ τότε Ὑπουργὸς τί ἔπραξε; Παρασιωπήσας ἐντελῶς τὴν παράκλησιν τοῦ τιμωρηθέντος συμβολαιογράφου, διὰ τῆς ὁποίας οὗτος τὸν παρεκάλει νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ προκατόχου του, ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν, μὲ τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐκδώσει ὁ Ὑπουργὸς κύριος Ζυγομαλᾶς τὴν κατὰ τοῦ Φωτοπούλου πειθαρχικὴν ἀπόφασιν, λέγει: «Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπὸ 27 Μαρτίου ἐ. ἔ. ὑπ’ ἀριθ. 28 ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, δι’ ἧς ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις κατηγορίας κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου Φωτοπούλου ἐπὶ ταῖς ἀναφερομέναις ἐν τῷ ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου π. ἔ. ἐγγράφῳ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐλλείψεσι καὶ παραβάσεσι, καὶ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν, καὶ τὴν ἀπολογίαν τοῦ εἰρημένου συμβολαιογράφου, ἐπικυροῦμεν τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ὡς ὀρθῶς ἔχουσαν, κατὰ τοὺς ἐν τῷ αἰτιολογικῷ αὐτῆς ἐκτιθεμένους λόγους.» Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν παρεσιώπησεν ἐντελῶς ὅ,τι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶχεν ὁ προκάτοχός του ἀποφασίσει, καὶ ἐπεκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τοῦ συμβολαιογράφου, παρακαλοῦντος αὐτὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν. Ὅτι δὲ ἐν γνώσει ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἔπραξε ταῦτα, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ δικογραφία εἶχε ζητηθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὶν ἢ ὁ συμβολαιογράφος Φωτόπουλος κάμῃ τὴν αἴτησιν, παρακαλῶν τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν. Τοιουτοτρόπως ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρέβη τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 207 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἐκδοὺς ἀπόφασιν ἐπὶ ὑποθέσεως, ἐφ’ ἧς εἶχεν ἐκδώσει τοιαύτην ὁ προκάτοχος αὐτοῦ. Εἰς δευτέραν παρανομίαν ὑπέπεσεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἑξῆς. Ἐκενώθη μία θέσις συμβολαιογράφου εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Παμίσου, καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐνδιεφέρετο νὰ διορίσῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν φίλον του, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτει ἐνταῦθα ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικὸς, καὶ ἀφοῦ ἀφυπηρέτησεν εἰργάζετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἰδιαίτερος γραμματεὺς αὐτοῦ, εἶχεν ἑπομένως πρὸς αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς ὑποχρέωσιν. Διὰ τοῦτο προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ προσώπου ἐκείνου ὡς συμβολαιογράφου Παμίσου, καίπερ ἀποδεδειγμένως ἄγοντος τὸ 23 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 25 ἔτος. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς, ὅτι διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἡλικίας τοῦ διορισθέντος...
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ διορισθείς;
§108ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Μαρκάκης... Διότι πρὶν ἢ προκαλέσῃ τὸ Διάταγμα ἐδέχθη—καὶ εἶναι ἐδῶ, εἰς τὴν δικογραφίαν.—καταθέσεις δύο μαρτύρων, ἐνώπιον τοῦ ἐνταῦθα Βʹ Βορείου Εἰρηνοδικείου ἐξετασθέντων ἐνόρκως καὶ βεβαιωσάντων, ὅτι ὁ Ι. Μαρκάκης ἄγει τὸ 26 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἐδέχθη τὰς καταθέσεις ταύτας, καὶ ἐπίστευσεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ τῶν καταθέσεων τούτων νὰ μεταβάλῃ τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Μαρκάκης, βεβαιουμένην ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν ἀρρένων, καθόσον ληξιαρχικὴ πρᾶξις δὲν ὑπάρχει· ἐδέχθη, λέγω, τὰς καταθέσεις τῶν δύο μαρτύρων, τοὺς ὁποίους ἐστρατολόγησαν ἐνταῦθα. Γινώσκω δὲ, ὅτι κατεβλήθη ἐνέργεια καὶ εἰς τὰς Καλάμας, ἵνα εὑρεθῶσι μάρτυρες καὶ ἐξετασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ ἐκεῖ Δικαστηρίου, ὅπως βεβαιώσωσιν ἡλικίαν ἄλλην παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ Μαρκάκης εἶχε, καὶ ἥτις ἀπεδεικνύετο ἀπὸ τὸ μητρῷον τῶν ἀρρένων, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Λοιπὸν ἐνταῦθα εὑρέθησαν δύο μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίωσαν, ὅτι ὁ Μαρκάκης διέτρεχε τότε τὸ 26 ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ ὁ Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο τούτων καταθέσεων, προέβη εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ὡς συμβολαιογράφου. Ἀλλὰ καταγγελθείσης τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, οὗτος, μετὰ βεβαίωσιν ὅτι ὁ Ι. Μαρκάκης ἐγεννήθη κατὰ τὸ μητρῷον τὸ 1880 ἔτος, καὶ μετὰ βεβαίωσιν, ὅτι δὲν προϋπῆρξεν ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ μετεβλήθη τὸ ἔτος τῆς γεννήσεώς του, προὐκάλεσε Διάταγμα καὶ ἀπέλυσε τὸν συμβολαιογράφον αὐτόν. Πάντα δὲ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι ἐνταῦθα (δεικνύει φάκελον). Κατὰ ταῦτα, ὁ νῦν Ὑπουργὸς, ἀφοῦ τῷ κατηγγέλθη ἡ ὑπόθεσις, ἠρώτησε τὸν Νομάρχην Μεσσηνίας, ὑπὸ ποῖον ἀριθμὸν μητρῴου εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ Μαρκάκης αὐτὸς, καὶ ποίαν ἡλικίαν ἔχει...
§109Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸν Νομάρχην ἠρώτησε;
§110ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Μάλιστα· καὶ ὁ Νομάρχης ἀπήντησεν. Ἠρώτησεν ἐπίσης καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, ἂν ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, διατάσσουσα τὴν μεταβολὴν τῆς ἡλικίας τοῦ Μαρκάκη, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπήντησεν, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη ἀπὸ τὸν γραμματέα τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι οὐδεμία αἴτησις περὶ τούτου ὑπεβλήθη.
§111Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἀπήντησεν, ὡς λέγετε· ἀπήντησεν, ὅτι ἐγένετο αἴτησις περὶ διορθώσεως τῆς ἡλικίας, ἀλλ’ ἐγκατελείφθη.
§112ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, ὅτι κατεβλήθη ἐνέργεια διὰ νὰ εὑρεθῶσι μάρτυρες, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη τοῦτο, καὶ ἐγκατελείφθη ἡ ὑπόθεσις. Λοιπὸν καὶ ἐνταῦθα ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρέβη τὸν νόμον ἐν γνώσει, προκαλέσας Διάταγμα διορισμοῦ συμβολαιογράφου ἀνηλίκου. Ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, Κύριοι, ὅτι ὁ ὑποθηκοφύλαξ Οἰχαλίας εἶχεν ὑποστῆ μίαν πειθαρχικὴν τιμωρίαν διὰ τὴν ἐξέλεγξιν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμεν ὁ Εἰσαγγελεὺς Παπαθεοδωρόπουλος κατὰ τὸ ἔτος 1902· ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπολυθῇ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ δὶς, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος. Καὶ ἐνήργησε μὲν ἐπιθεώρησιν ὁ Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν Κυριακόπουλος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑποθηκοφύλακος, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὐτοῦ δὲν ἐβοήθει τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἵνα προκαλέσωσι τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν τοῦ ὑποθηκοφύλακος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑφίστανται δύο τιμωρίαι, ὅπως προκληθῇ ἡ ἀπόλυσις αὐτοῦ, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐβεβαίου, ὅτι τὸ γραφεῖον τοῦ ὑποθηκοφύλακος τὸ εὗρεν ἐν πληρεστάτῃ τάξει· καὶ ἡ περὶ τούτου ἔκθεσις εἶναι ἐνταῦθα. Τότε ἐσκέφθησαν, πῶς δι’ ἄλλης ὁδοῦ νὰ ἐπιτύχωσι δευτέραν πειθαρχικὴν τιμωρίαν. Ὁ ὑποθηκοφύλαξ εἶχε βεβαιώσει ἀνεπισήμως εἰς δύο ἀντίγραφα συμβολαίων πρὸς μεταγραφὴν καὶ ἐγγραφὴν ὑποθήκης, εἰς μὲν τὸ πρῶτον, ὅτι εἶχε μεταγραφῆ ὑπὸ τὸν δεῖνα ἀριθμόν, εἰς δὲ τὸ ἕτερον, ὅτι ἐνεγράφη ὑποθήκη εἰς τὸν δεῖνα τόμον, ὡς εἴθισται, πρὸς εὐκολίαν τῶν ἐνδιαφερομένων. Τὰ δύο ταῦτα ἀντίγραφα τὰ ἔστειλαν εἰς τὸν Ἔλεγχον, ὁ Ἔλεγχος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παρατηρῶν, ὅτι παρεβιάσθη ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν, παραγγελλόμενον νὰ καταδιώξῃ τὸν ὑποθηκοφύλακα, εἰσάγων αὐτὸν εἰς τὸ Συμβούλιον. Μετὰ τὴν ἀπολογίαν τοῦ ὑποθηκοφύλακος εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ τοῦτο τὸν ἀπήλλαξε πάσης πειθαρχικῆς τιμωρίας. Αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ὁ Εἰσαγγελεὺς τὴν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς λίαν εὐχαρίστως καὶ εὐαρέστως ἐτροποποίησε τὴν ἀπόφασιν, καὶ ἐπέβαλε ποινὴν ἐπιπλήξεως ἢ πρόστιμον εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα...
§113Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἶχε βεβαιώσει ἀνεπισήμως. Τί ἐννοεῖτε μὲ τὸ ἀνεπισήμως;
§114ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἔκαμε μίαν σημείωσιν ἐπὶ τῶν ἀντιγράφων, ὅτι ἐνεγράφη εἰς τὸν δεῖνα τόμον ἡ μεταγραφή, καὶ εἰς τὸν δεῖνα τόμον ἡ ὑποθήκη, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸν ἀπήλλαξε τὸ Συμβούλιον, ἀποφανθὲν ὅτι δὲν εἶναι τιμωρητέος.
§115ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὑπογραφὴν ἔχει ἡ ἀνεπίσημος βεβαίωσις; Διότι, ἂν δὲν ἔχῃ ὑπογραφὴν, τότε ἔχετε δίκαιον.
§116ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶχεν ὑπογραφήν.
§117Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιοῦτε ὅτι δὲν ἔχει ὑπογραφὴν καὶ δὲν φέρει τὴν σφραγῖδα τοῦ ὑποθηκοφύλακος; Ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι καὶ τὰ δύο φέρει.
§118ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Μερλόπουλος, ἀπήλλαξε τὸν ὑποθηκοφύλακα πάσης πειθαρχικῆς τιμωρίας, καὶ τὸ γεγονὸς ἐπίσης εἶναι, ὅτι ὑποβληθείσης τῆς ἀποφάσεως ταύτης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὁ Ὑπουργὸς μετερρύθμισεν αὐτὴν, καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα πρόστιμον πειθαρχικὸν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς τελευταίας ταύτης τιμωρίας προὐκάλεσε τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεώς του. Τὸ αὐτὸ ἔλαβε χώραν καὶ διὰ τὸν συμβολαιογράφον Λυμπερόπουλον· οὗτος, ὡς προεῖπον, εἶχε τιμωρηθῆ, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι συμβολαιογράφοι καὶ ὑποθηκοφύλακες, ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ 1902 ἔτους.
§119Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε πολύ;
§120Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἂν θὰ ἐξακολουθήσητε πολὺ, νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε διὰ μακρῶν;
§122ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Βεβαίως.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ διακόψωμεν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κύριος Μποῦτος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§124ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος Λυμπερόπουλος εἶχε μίαν πειθαρχικὴν τιμωρίαν διὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ γραφείου του κατὰ τὸ 1902. Κατὰ δὲ τὸ 1903 ἔτος ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς κ. Κυριακόπουλος, ἐπιθεωρήσας τὸ γραφεῖον αὐτοῦ, εὗρεν αὐτὸ ἐν τάξει. Λοιπὸν δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἵνα κατηγορηθῇ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου καὶ ἐπέλθῃ ἡ τιμωρία, τὴν ὁποίαν προσεδόκα καὶ ἐπεθύμει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐξευρέθη ὅμως ὁ τρόπος καὶ ἐπῆλθε δευτέρα τιμωρία, ὡς ἑξῆς. Ἐγένετο καταγγελία κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου Λυμπεροπούλου ὑπὸ ἡμερομηνίαν μὲν 15 Μαΐου 1903, περιελθοῦσα δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν 2 Αὐγούστου ἰδίου ἔτους κατὰ τὸ ἐπ’ αὐτῆς σημείωμα, καὶ αὐθημερὸν, ἤτοι τὴν 2 Αὐγούστου, ὁ Ὑπουργὸς δι’ ἐπισημειωματικῆς διαταγῆς διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν νὰ ἐπισκεφθῇ ἐκτάκτως τὸ γραφεῖον τοῦ συμβολαιογράφου. Ἡ καταγγελία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει μηνυτὴν πρόσωπον ἀνύπαρκτον,— καὶ θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι εἶναι ἀνύπαρκτον,—φέρει δι’ ἄλλης χειρὸς γεγραμμένον τὸ ὄνομα τοῦ μηνυτοῦ Κ. Παναγιωτοπούλου, κατοίκου τοῦ δήμου Οἰχαλίας. Μὲ τὸν ἴδιον δὲ χαρακτῆρα, μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι γεγραμμένον τὸ Κ. Παναγιωτόπουλος κάτοικος τοῦ δήμου Οἰχαλίας, εἶναι γεγραμμένον εἰς τὸ τέλος καὶ τὸ Κ. Παναγιωτόπουλος ἀγράμματος. Ἐξεταστέον νῦν, τίς εἶναι ὁ γράψας τὸ Κ. Παναγιωτόπουλος κάτοικος τοῦ δήμου Οἰχαλίας καὶ τὸ Κ. Παναγιωτόπουλος ἀγράμματος; Εἰς ἐμὲ εἶναι γνωστὸς ὁ χαρακτὴρ τῆς γραφῆς ταύτης, καὶ ἀφοῦ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐνταῦθα, θὰ ληφθῇ πρόνοια δι’ ἀνακρίσεως, ἵνα βεβαιωθῇ, τίς ὁ γράψας, ὅστις κατήγγειλε τὸν συμβολαιογράφον μὲ ψευδὲς καὶ ἀνύπαρκτον ὄνομα. Ἡ καταγγελία ἔλεγεν, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος Λυμπερόπουλος τὴν 31 Αὐγούστου 1902 συνέταξε 14 συμβόλαια, περιελθὼν δῆθεν τὰ διάφορα χωρία, ὅπως ἀναφέρουσι τὰ συμβόλαια αὐτὰ, ἐν ᾧ ὁ καταγγείλας ἰσχυρίζεται, ὅτι ταῦτα συνετάχθησαν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Οἰχαλίας καὶ ἕδρᾳ τοῦ συμβολαιογράφου, καὶ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐξετασθῇ δι’ ἐπιθεωρήσεως ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Γινώσκετε δὲ, νομίζω, ὅσοι κατάγεσθε ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, πῶς συντάσσονται τὰ τοιούτου εἴδους πληρεξούσια, —διότι περὶ τοιούτων συμβολαίων, συντασσομένων ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, πρόκειται.—Πολλάκις τὰ λαμβάνουσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐντολοδόχοι καὶ τὰ παραδίδουσιν εἰς τὸν συμβολαιογράφον, ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τοὺς ἐντολοδότας, καὶ οὗτος τὰ συμπληρώνει. Δι’ αὐτῶν δὲ διορίζονται πληρεξούσιοι, ἵνα ἀντιπροσωπεύσωσι τοὺς ἐντολεῖς ἐν τῇ Σταφιδικῇ Συνελεύσει. Αὐτὸ ἀφεώρων τὰ πληρεξούσια ταῦτα. Δὲν γινώσκω, πῶς γίνονται ταῦτα εἰς ἄλλα μέρη τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, καὶ ἰδίως εἰς τὴν πρωτεύουσαν αὐτῆς, γίνονται οὕτω: οἱ ἐντολοδόχοι λαμβάνουν τὰ πληρεξούσια ὑπογεγραμμένα ὑπὸ τῶν ἐντολοδοτῶν, καὶ ὁ συμβολαιογράφος, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ προσάγουσι, τὰ συμπληρώνει, καὶ ἐξ αὐτῶν λαμβάνουσιν ἀντίγραφα. Ἀλλ’ ὁ περὶ οὗ πρόκειται πρώην συμβολαιογράφος δὲν ἔστερξεν εἰς τοῦτο, καὶ τὴν 31 Αὐγούστου τοῦ 1902, ἐπειδὴ μετεχειρίζετο ποδήλατον, περιῆλθε τὰ χωρία, καὶ συνέταξε τὰ συμβόλαια· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχε μαζύ του τὸ εὑρετήριον, ἐπιστρέψας τὴν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἰς τὸ γραφεῖόν του, κατεχώρισε τὰ πληρεξούσια εἰς τὸ εὑρετήριόν του, χωρὶς βεβαίως οἱ ἐντολοδόται, διότι δὲν ἦσαν παρόντες, νὰ ὑπογράψωσιν εἰς τὸ εὑρετήριον, ἦσαν ὅμως ὑπογεγραμμένοι εἰς τὸ τέλος ἑκάστου πληρεξουσίου αὐτοί τε καὶ οἱ μάρτυρες. Ὁ Εἰσαγγελεὺς, λαβὼν τηλεγραφικὴν διαταγὴν νὰ ἐπιθεωρήσῃ ἐπειγόντως τὸ γραφεῖον τοῦ συμβολαιογράφου, ἔσπευσε νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως, καὶ ἐπιθεωρήσας τὸ γραφεῖον ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του, ἐν ᾗ κατεχωρίσθη καὶ ἡ δικαιολογητικὴ ἀπολογία τοῦ συμβολαιογράφου. Ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔλεγεν, ὅτι, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ, ἂν ὁ συμβολαιογράφος μετέβη καὶ συνέταξε τὰ εἰρημένα συμβόλαια εἰς τὰ διάφορα χωρία, εἶναι ἀνάγκη νὰ διαταχθῇ τακτικὴ ἀνάκρισις. Ἀλλὰ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν συνέφερε τοῦτο, διότι ἡ ἀνάκρισις ἤθελε βεβαιώσει τὴν ἀλήθειαν, δηλαδὴ ὅτι ὁ συμβολαιογράφος μετέβη εἰς τὰ χωρία ἐπιτοπίως, εἰς τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ μεταβῇ ὄχι εἰς 22 ὥρας, ὅπως ὑπολογίζει ὁ ψευδομηνυτὴς, ἀλλ’ εἰς 3 ἕως 4 ὥρας· ἑπομένως κατεστρέφετο ὅλον τὸ οἰκοδόμημα, καὶ δὲν θὰ ἐπήρχετο ἡ δευτέρα τιμωρία τοῦ συμβολαιογράφου. Ἐπιστρέφει λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τὸν αὐτὸν ἀντεισαγγελέα ἐπισημειωματικῶς— ὅταν δ’ ἀναγνώσῃ τις τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ οἰκτείρῃ τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἔχουσαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Δικαιοσύνης τοιοῦτον Ὑπουργόν...
§125ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
§126ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσω, καὶ θὰ φρίξητε.
§127Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πρὸ παντὸς ν’ ἀναγνώσητε τὴν ἀπολογίαν τοῦ συμβολαιογράφου.
§128ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἔχω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἐν ᾗ περιλαμβάνεται ἡ ἀπολογία.
§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατε ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§130ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Μάλιστα.
§131Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τηλεγραφικῶς ἐστάλη;
§132ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ πρώτη διαταγὴ τηλεγραφικῶς, ἡ δευτέρα ταχυδρομικῶς. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ μήνυσις ἔχει ἡμερομηνίαν 15 Μαΐου 1903, ἀλλ’ ἐλήφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 2 Αὐγούστου, καὶ αὐθημερὸν ὁ τότε Ὑπουργὸς παρέπεμψεν αὐτὴν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν διὰ τῆς ἑπομένης ἐπισημειωματικῆς διαταγῆς (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν ἐν Καλάμαις Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, παρακαλούμενον, ὅπως δι’ ἀντιπροσώπου ἐπιθεωρήσῃ, ἐξετάσῃ καὶ βεβαιώσῃ, ἂν τὰ ὧδε ἐκτιθέμενα, εἶναι ἀκριβῆ, καὶ μᾶς ὑποβάλῃ τὴν περὶ τούτου ἔκθεσίν του. Πρὸς τούτοις δὲ, ἂν ὁ συμβολαιογράφος, περὶ οὗ πρόκειται, συνέταξε τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ἄλλα ἐκτὸς τῶν ὧδε κατονομαζομένων συμβόλαια, ποῖα καὶ ὑπὸ τίνας ἀριθμοὺς, καὶ ἂν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 8003 μέχρις 8017, συμπεριλαμβανομένου, συμβόλαια, κατακεχωρισμένα ἐν τῷ εὑρετηρίῳ, φέρουσιν ἐν τούτῳ καὶ τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν συμβαλλομένων ἀτόμων.»
§133Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἕως τώρα δὲν ἐφρίξαμεν!
§134Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προχθὲς ὅμως ἐφρίξατε διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ εἰρηνοδίκου Νεμέας.
§135Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Τὴν τηλεγραφικὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν τὴν ἔχητε, παρακαλῶ νὰ τὴν ἀναγνώσητε.
§136ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Ἐπιστρέφεται πρὸς τὸν κύριον Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, εἰς ὃν λυπούμεθα ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 24392 ἐ. ἔ. παραγγελίαν ἡμῶν, δι’ ἧς παρηγγέλλετο νὰ ἐξετάσῃ καὶ βεβαιώσῃ δι’ ἐκθέσεώς του, ἂν τὰ ὑπὸ τοῦ συμβολαιογράφου Λυμπεροπούλου συνταχθέντα συμβόλαια ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 8003 μέχρι τοῦ 8017, συμπεριλαμβανομένου, συνετάχθησαν τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἤτοι τὴν 31 Αὐγούστου 1902, καὶ ποῖον ἕκαστον αὐτῶν φέρει τόπον συντάξεως κλπ... Διότι καθ’ ἡμᾶς ἐκ πάντων τούτων ἓν πόρισμα ἀσφαλὲς καὶ βέβαιον προκύπτει, ὅτι ταῦτα τὰ συμβόλαια συνετάχθησαν ἐν Μελιγαλᾷ, καὶ οὐχὶ ἐν οἷς χωρίοις ἐκτίθεται ἐν αὐτοῖς· δὲν ἔχομεν δ’ ἀμφιβολίαν τινὰ, ὅτι τοιαύτην ἀκλόνητον γνώμην ἔχει καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεύς. Ἐντεῦθεν ἀγόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρατηρήσωμεν αὐτῷ, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐμφορῆται μὲ τὸ ἀναγκαῖον ἠθικὸν σθένος καὶ μὲ τὸν πρέποντα πρὸς τὸ καθῆκόν του ζῆλον, ἵνα ἐκθέσῃ ἀπεριφράστως καὶ κατηγορηματικῶς τὴν γνώμην του. Προσκαλοῦμεν ὅθεν αὐτὸν, ἵνα ὡς τάχιστα ἐνεργήσῃ ὅ,τι οἱ νόμοι καὶ τὸ καθῆκον ἐπιβάλλουσιν αὐτῷ ἄνευ τινὸς προσωποληψίας.» Εἰσαγγελεύων, Κύριοι, ἦτο ὁ ἀντεισαγγελεὺς Δημητριάδης, ὅστις, ὅτε ἔλαβεν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, πολὺ ἐταράχθη...
§137Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ ἀντεισαγγελεὺς Δημητριάδης ἐταράχθη πολύ;
§138ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Μάλιστα... Καὶ δὲν ἦτο μόνον τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἀλλὰ, ὡς μὲ ἐβεβαίωσεν ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος κ. Φλέσσας, — περὶ τοῦ ἀξιοπίστου τῆς διαβεβαιώσεως τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, — ὅτε ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατῆλθεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, ἐκάλεσε παρ’ ἑαυτῷ τὸν ἀντεισαγγελέα Δημητριάδην καὶ τῷ παρήγγειλε ῥητῶς νὰ κάμῃ ὅ,τι δήποτε θέλει, ἀλλὰ νὰ εὕρῃ τρόπον, ὥστε νὰ τιμωρηθῇ ὁ συμβολαιογράφος Λυμπερόπουλος καὶ ὁ ὑποθηκοφύλαξ Μποῦτος...
§139Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἐντελῶς ἀναληθές· τοῦτο δὲ τὸ λέγω καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος σᾶς τὸ διεβεβαίωσεν, — ἐὰν ἀληθῶς σᾶς τὸ διεβεβαίωσε.
§140ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὁ κύριος Φλέσσας εἶναι παρών. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε περισσότερον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μοὶ εἶπεν ὁ κύριος Φλέσσας.
§141Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Μετὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως Δημητριάδου μετεβαίνομεν πρὸ καιροῦ σιδηροδρομικῶς εἰς Καλάμας, καθ’ ὁδὸν δὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐπιέσθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ συμβολαιογράφου Λυμπεροπούλου καὶ τοῦ ὑποθηκοφύλακος Μπούτου.
§142Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ συνιστᾷ τὸν ἀντεισαγγελέα!
§143ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα πρὸ ὀλίγου, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πᾶν ὅ,τι θὰ εἴπω ἐντεῦθεν, θὰ τὸ εἴπω χωρὶς νὰ ἐξέλθω οὔτε κατὰ ἓν ἰῶτα τῆς ἀληθείας. Ἐὰν ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος κ. Φλέσσας μοὶ εἶπεν ἀνακριβῆ πράγματα, ἐγὼ δὲν φέρω εὐθύνην. Ἀλλ’ ἠκούσατε καὶ τὸν ἴδιον ἐκθέσαντα τὰ περὶ τούτου. Ὁ ἀντεισαγγελεὺς λοιπὸν Δημητριάδης κατηγόρησε τὸν συμβολαιογράφον Λυμπερόπουλον δι’ αὐτὰ τὰ πληρεξούσια, καὶ τὸ Συμβούλιον τὸν ἐτιμώρησε μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου 20 δραχμῶν, τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην τοῦ Συμβουλίου ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπεκύρωσε λίαν προθύμως...
§144Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πῶς ᾐτιολόγησε τὸ Συμβούλιον τὴν ἀπόφασίν του; ἐπὶ τίνων λόγων ἐβασίσθη;
§145Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ Συμβούλιον δὲν ἐπίστευσεν, ὅτι ἐπῆγεν εἰς τὰ χωρία μὲ ποδήλατον.
§146Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀδιάφορον. Ἡμεῖς ἂς ἀκούσωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου.
§147ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου (ἀναγινώσκει): «Ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10050 τῆς 28 Αὐγούστου ἐ. ἔ. κατηγορητηρίου του ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν τὸν συμβολαιογράφον Οἰχαλίας Π. Λυμπερόπουλον ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τούτου, ἔχοντος (τοῦ κατηγορητηρίου) οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπὸ 4 Αὐγούστου ἐ. ἔ. ἔκθεσίν μας περὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ γραφείου τοῦ συμβολαιογράφου Οἰχαλίας Π. Λυμπεροπούλου, ἧς ἀντίγραφον ἐπισυνάπτεται, καὶ ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος οὗτος συνέταξε κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου 1902 τὰ ἑξῆς συμβόλαια, μεταβὰς ἐπὶ τόπου εἰς διάφορα χωρία τῆς δικαιοδοσίας του, ἀφορῶντα διορισμὸν εἰδικοῦ πληρεξουσίου διὰ παράστασιν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Συνέλευσιν κλπ. Μετὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν ἀπολογίαν τοῦ προειρημένου συμβολαιογράφου ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10538 ἐ. ἔ. προτάσεώς του ἐπρότεινε νὰ ἐπιβληθῇ αὐτῷ πειθαρχικὴ ποινὴ προστίμου δραχ. εἴκοσι, διότι οἱ ἐν τῇ ἀπολογίᾳ τοῦ συμβολαιογράφου ἀναφερόμενοι λόγοι δὲν κρίνονται βάσιμοι κλπ. «Ἐπειδὴ οἱ ἐν τῇ προτάσει καὶ τῷ κατηγορητηρίῳ τοῦ Εἰσαγγελέως ἀναφερόμενοι λόγοι, οὓς καὶ τὸ Συμβούλιον τοῦτο παραδέχεται ὡς ἀληθεῖς καὶ νομίμους, δικαιολογοῦσι τὴν παραδοχὴν αὐτῆς, διὰ ταῦτα δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως ὡς νόμιμον, καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὸν συμβολαιογράφον Οἰχαλίας Π. Λυμπερόπουλον πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου δραχμῶν εἴκοσι καὶ τὰ τέλη.»
§148Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ τίνας δικαστὰς ἀπετελεῖτο τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο;
§149ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀπὸ τοὺς κ.κ. Τιμολέοντα Πετρουτσόπουλον, προεδρεύοντα, Οἰκονομίδην καὶ Κοντόπουλον.
§150Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οἱ δύο πρῶτοι μετετέθησαν εἰς Ἀθήνας.
§151Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μετέθεσα ἐγὼ τὸν Πετρουτσόπουλον ἐδῶ.
§152ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀργότερα, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, οἱ κύριοι Πετρουτσόπουλος καὶ Οἰκονομίδης μετετέθησαν ἐδῶ.
§153Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πότε ἦλθεν ἐδῶ ὁ κύριος Πετρουτσόπουλος;
§154ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως.
§155Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος Ὑπουργὸς μετέθεσε τὸν κύριον Πετρουτσόπουλον εἰς Ἀθήνας;
§156ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Σεῖς τὸ γνωρίζετε.
§157Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦλθεν ἐδῶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, μετατεθεὶς ὑπὸ τοῦ κυρίου Λεβίδου.
§158ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη τὴν 15 Σεπτεμβρίου.
§159Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό. Πότε μετετέθη;
§160ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς γνωρίζει ὅτι, ἂν ἐγίνωσκον πότε μετετέθη, θὰ τὸ ἔλεγον, οὐδὲ λέγω, ὅτι μετετέθησαν ἐνταῦθα οἱ εἰρημένοι δικασταὶ εἴτε ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ εἴτε ὑπὸ τοῦ πρώην, ὅπως ἐπιρρίψω μομφήν τινα εἰς τοὺς δικαστάς.
§161Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Βοζίκης ἠρώτησε πότε μετετέθησαν οἱ δικασταὶ αὐτοὶ ἐδῶ· ὥστε ἐπιρρίπτει μομφήν.
§162ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα, ἠρώτησα.
§163Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐρώτησίς σας ἀπέβλεπεν εἰς μομφήν.
§164Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρὶν ὁμιλήσω δὲν γνωρίζετε εἰς τί ἀπέβλεπεν ἡ ἐρώτησίς μου· θὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ ἴδητε, ἂν ἀπέβλεπεν εἰς μομφὴν ἢ ὄχι.
§165ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Οὕτω, Κύριοι, κατωρθώθη νὰ τιμωρηθῇ καὶ δευτέραν φορὰν ὁ συμβολαιογράφος Λυμπερόπουλος, καὶ νὰ προκληθῇ ἡ ἀπόλυσίς του. Ἀνεπιφυλάκτως δ’ ἐκθέσας τὰς ἐνεργείας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εὑρίσκω, ὅτι διὰ μέσων μηδαμινῶν, ἥκιστα εὐπρεπῶν καὶ μὴ νομίμων ἐπεδίωξε τὴν τιμωρίαν τοῦ τε συμβολαιογράφου καὶ τοῦ ὑποθηκοφύλακος Οἰχαλίας δευτέραν φορὰν, καὶ προεκάλεσε τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἀνέπτυξα προφορικῶς τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀπολυθέντα συμβολαιογράφον Μαρκάκην, ὅτε κατέθηκα καὶ τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησίν μου, ἐνθυμεῖσθε, λέγω, τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος μὲ ἓν ἐξώφυλλον εἰς τὰς χεῖρας ἠθέλησε νὰ αἰτιαθῇ τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἔσπευσε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐνῷ αὐτὸς, ὡς εἶπε, ἐντὸς δύο ἢ πέντε ὡρῶν κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὰ δικαιολογητικὰ τῆς ἐνεργείας του ἔγγραφα. Καὶ ἔλεγε τότε πρὸς δικαιολογίαν του ὁ πρώην Ὑπουργός, ὅτι τῷ κατηγγέλθη ὁ συμβολαιογράφος Λυμπερόπουλος, ὅτι ἐπλαστογράφησε συμβόλαια, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε καὶ διέταξεν ὅ,τι διέταξεν. Ἀλλ’ ἠκούσατε παρ’ ἐμοῦ πρὸ ὀλίγου, ὁποία ἦτο ἡ καταγγελία, ποῖος ὁ μηνυτὴς, πῶς ἐχαλκεύθησαν ὅλα αὐτὰ ἐδῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ πῶς ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἄνθρωποι πεφιλημένοι τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπέγραψαν τὴν τοιαύτην καταγγελίαν, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἐπεδιώκετο, ὅπως εἶπον, ἡ τιμωρία ἡ ποινικὴ τοῦ συμβολαιογράφου Λυμπεροπούλου, —διότι, ἂν διετάσσετο ἀνάκρισις, ὅπως προέτεινεν ὁ Εἰσαγγελεὺς, βεβαίως ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ὅ,τι ἔλεγεν ὁ συμβολαιογράφος ἦτο ἀληθὲς, —ἀλλ’ ἐπεδιώκετο ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία αὐτοῦ, διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ ἀπόλυσίς του. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προσεκομίσθησαν ἐνταῦθα, τί ἀποδεικνύουσι, κύριοι Βουλευταί; Ἀποδεικνύουσι τὴν κακὴν ἐνέργειαν ἐν γένει τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, νομίσας ὅτι ἐγὼ δῆθεν παρῃτήθην τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἔσπευσεν αὐτὸς νὰ υἱοθετήσῃ αὐτήν! Καὶ ἄλλο τι περιπλέον τότε εἶπεν· εἶπεν, ὅτι μὲ ἐλύπησε καὶ μὲ ἐπίκρανεν ἡ ἀπόλυσις τοῦ συμβολαιογράφου ἀνεψιοῦ μου καὶ τοῦ ὑποθηκοφύλακος ἀδελφοῦ μου. Ἀπήντησα τότε εἰς αὐτὸν, ὅτι οὐδὲ ὁ ἀδελφός μου ἔχει ἀνάγκην τῆς θέσεως αὐτῆς, οὐδὲ ὁ ἀνεψιός μου, οὐδὲ κἄν ἐσυλλογίσθην τὴν ἐνέργειάν του, ἥτις κατ’ αὐτὸν μὲ ἔπληξεν εἰς τὰ καίρια. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω οὐδὲ νὰ πικράνω αὐτὸν, οὐδὲ νὰ τὸν στενοχωρήσω, καὶ ἂν τυχὸν εὑρεθῶσι 19 συνάδελφοι, διὰ νὰ ὑπογράψωσι κατηγορητήριον κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ παραβάσει νόμων, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ ὑπογράψω, διὰ νὰ συμπληρώσω τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀπαιτούμενον ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν διότι οὐ μόνον νὰ τὸν πλήξω εἰς τὰ καίρια δὲν θέλω, ὅπως ἔλεγεν αὐτὸς, ὅτι μὲ ἔπληξεν, ἀλλ’ οὐδὲ ἀμυχὴν νὰ τῷ προξενήσω. Θέλω νὰ ὑπάρχῃ, θέλω νὰ πολιτεύηται, καὶ θέλω νὰ διδαχθῇ διὰ τοῦ χρόνου, πῶς πρέπει νὰ συμπεριφέρηται πρὸς τοὺς συμπολίτας του, πρὸς τοὺς συνεπαρχιώτας του καὶ πρὸς τοὺς πολιτικούς του ἀντιπάλους. Ἀλλὰ τότε εἶπον καὶ ἄλλα τινά· καὶ ὀφείλω, Κύριοι, νὰ τὰ ἀποδείξω. Ὡμίλησα τότε καὶ περὶ προβιβασμῶν δικαστικῶν, οὓς ἐνήργησεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· εἶπον προσέτι, ὅτι ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου του ἐξήρχοντο ἐπιστολαὶ, πρὸς διαφόρους συγγενεῖς καταδίκων ἢ πρὸς συγγενεῖς παθόντων ἀπευθυνόμεναι. Ἰδοὺ μία ἐπιστολὴ (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ἰδιαίτερον γραφεῖον Ὑπουργοῦ...»
§166Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τραυματισμοί; δὲν εἶναι ἀμυχαί.
§167Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε τοιαῦτα ἔγγραφα. Ἐὰν ἦναι ἐπιστολὴ, δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἀναγνώσητε.
§168Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τὴν ἀναγνώσητε.
§169Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον.
§170Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐπιτρέπω νὰ τὴν ἀναγνώσητε. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ, ἀνήκει εἰς ἄλλον.
§171ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀνήκει εἰς φίλτατόν σας.
§172Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, νὰ μὴ τὴν ἀναγνώσητε.
§173ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν ἀναγινώσκω λοιπόν, Κύριοι, οὐδὲ αὐτὴν οὐδὲ ἄλλην ἐπιστολὴν φιλτάτου καὶ συγγενοῦς στενοῦ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ...
§174Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πῶς περιῆλθον εἰς χεῖράς σας;
§175ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔγραφεν, εἶναι φίλοι μου, καὶ μοὶ τὰς ἔδωκαν. Ἁπλούστατον. Ἐδῶ ἔχω καὶ ἄλλας ἐπιστολὰς δικαστικῶν κλπ., τοὺς ὁποίους καὶ ἐπροβίβασε μάλιστα, καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ πρὸ τοῦ προβιβασμοῦ των καὶ μετὰ τὸν προβιβασμὸν κατῆλθον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης καὶ εἰργάζοντο ὑπὲρ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§176Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τοιαύτην ἐπιστολὴν τοῦ αὐτοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποίαν γνωρίζει ὁ κύριος πρώην Ὑπουργός...
§177Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος ἀνθρώπου, κύριε συνάδελφε;
§178Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῆς.
§179Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε τὸν κύριον Φασιλάκην; Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὴν ἀναγνώσητε, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ὑπάρχει τι τὸ ἐπιλήψιμον.
§180ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετ’ ἐμὲ βεβαίως θὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀντιτάξῃ κατὰ τῶν ἐκτεθεισῶν παρανομιῶν καὶ ὑπερβασιῶν, ἃς διέπραξε, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐντύπωσιν τὴν προξενηθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν παρανόμων καὶ ἐκτρόπων πράξεων αὐτοῦ.
§181Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτέχθη τέλος πάντων μετὰ πολλὰς ὠδῖνας ὁ μῦς, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τόσον ἡμερῶν ἀνήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης. Καὶ ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ἀληθῶς κατάπληκτος τὰς μεγάλας καὶ τρανὰς παρανομίας, αἵτινες διεπράττοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω αὐτό! Ἐνόμιζεν ὁ κύριος Βουλευτής, ὅτι θὰ καταπλήξῃ τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐὰν δι’ ὅσων εἶπε κατέπληξέ τινα, κατέπληξεν ἑαυτὸν καὶ μόνον, διότι ἄλλην ἐντύπωσιν περιέμενε νὰ προξενήσωσιν οἱ λόγοι του εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς προὐξένησαν. Εἶναι ἀληθῶς ἀνιαρόν, κύριοι Βουλευταί, εἰς τοιαύτην ὥραν τῆς νυκτὸς νὰ ἀπασχολῇ τις τὴν Βουλὴν μὲ τοιαῦτα ζητήματα, πόρρω ἀπέχοντα τῶν γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος ζητημάτων, τῶν ὁποίων συνήθως ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλή. Οὐχ ἧττον εἶμαι ὑποχρεωμένος, χρώμενος τῷ δικαιώματι τῆς ἀμύνης, νὰ λαλήσω περὶ ὅσων ἐλάλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐδὲ κόκκος ἀληθείας ὑπάρχει ἐν οἷς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ποῖαι εἶναι, Κύριοι, αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι καὶ τραναὶ παρανομίαι, διὰ τὰς ὁποίας μὲ ἐγκαλεῖ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου; Μοὶ ἀπέδωκε μίαν παράβασιν τοῦ νόμου ἐν τῷ διορισμῷ τοῦ Ἰωάννου Μαρκάκη· μοὶ ἀπέδωκαν ἑτέραν παράβασιν τοῦ νόμου ἐν τῇ ἐπικυρώσει τῆς ἀποφάσεως, διὰ τῆς ὁποίας εἶχεν ἀπαλλαχθῆ πάσης πειθαρχικῆς τιμωρίας ὁ συμβολαιογράφος Οἰχαλίας Φωτόπουλος· μοὶ ἀπέδωκε τρίτην παράβασιν ἐπὶ τῇ μεταρρυθμίσει τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, διὰ τῆς ὁποίας εἶχεν ἀπαλλαγῆ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὑποθηκοφύλαξ Οἰχαλίας Ι. Μποῦτος· μοὶ ἀπέδωκεν ἐν τέλει καὶ ἄλλην τινὰ παράβασιν, περὶ τῆς ὁποίας τελευταῖον ὡμίλησε, τὴν παράβασιν, τὴν ὁποίαν διέπραξα, ἀπολύσας τὸν ἀνεψιὸν αὐτοῦ συμβολαιογράφον Οἰχαλίας Παναγιώτην Λυμπερόπουλον τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχε, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι ἐπέτυχον τοῦτο, ἐξαναγκάσας καὶ ὑποδείξας εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν πειθαρχικὴν αὐτοῦ καταδίωξιν καὶ ἐπιτύχῃ οὕτω μίαν πειθαρχικὴν ἀπόφασιν, δευτέραν ταύτην, κατὰ τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτε συνεπληροῦντο πλέον οἱ ὅροι τοῦ νόμου, καθ’ οὓς ἠδύνατο ν’ ἀπολυθῇ ὁ συμβολαιογράφος τῆς θέσεως αὐτοῦ. Αὗται, Κύριοι, εἶναι αἱ κατηγορίαι, ἃς ὁ συμπολίτης μου μοὶ ἀπέδωκε, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἔχει ἐξεγερθῆ, φαίνεται, ἡ συνείδησις αὐτοῦ. Θὰ προσπαθήσω ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἀποδεικνύων ὅτι οὐδὲ κόκκος ἀληθείας ὑπάρχει εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, καὶ νὰ καθησυχάσω τὴν ἐξεγερθεῖσαν συνείδησιν αὐτοῦ καὶ νὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν περὶ τῶν πεπραγμένων, ἵνα οὐδεὶς πλανηθῇ ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπρόσεχεν εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ι. Μαρκάκη ὡς συμβολαιογράφου Παμίσου, καὶ εἶχε τὴν διάθεσιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰ γεγονότα, ὡς προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἐγγράφων, θὰ ἐμάνθανε, πῶς διωρίσθη καὶ πῶς ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν Μαρκάκην ὁ διορισμός. Θὰ ἔβλεπεν ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ φέρει χρονολογίαν 23 Νοεμβρίου 1903, θὰ ἔβλεπεν ἐπίσης, ὅτι ἡ κοινοποίησις τοῦ Διατάγματος ἐγένετο μόλις τὴν 3 Δεκεμβρίου 1903· θὰ ἐγεννᾶτο δὲ ἐν τῇ συνειδήσει του ἡ ἀπορία, διατὶ μετὰ 10 ὁλοκλήρους ἡμέρας ἐκοινοποιεῖτο τὸ Διάταγμα εἰς τὸν Μαρκάκην, παρόντα ἐν Ἀθήναις. Τὴν ἐξήγησιν λοιπὸν τῆς ἀπορίας ταύτης, ἥτις εἶναι φυσικὴ καὶ εὔλογος καὶ προκύπτει ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, θὰ δώσω ἐγὼ εἰς τὸν κύριον Βουλευτήν. Τὸν Ἰωάννην Μαρκάκην, συμπολίτην μου, δικηγόρον καὶ φίλον μου, — ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω — ἐγνώριζον, καὶ ἀποφασίσας νὰ διορίσω αὐτὸν, ἠθέλησα νὰ βεβαιωθῶ περὶ τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καθόσον ἐγνώριζον, ὅτι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ 25 ἐτῶν ἡλικίαν, ἵνα διορισθῇ τις εἰς θέσιν συμβολαιογράφου. Ἐζήτησα λοιπὸν νὰ μάθω παρ’ αὐτοῦ, ἂν εἶχε συμπληρώσει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι εἶχε συμπεπληρωμένην ταύτην, ἀλλ’ ὅτι ἐν τῷ μητρῴῳ ἀρρένων ἀνεγράφετο μὲ μικροτέραν τῆς πραγματικῆς ἡλικίαν, διότι ὁ πατὴρ αὐτοῦ εἶχε δηλώσει αὐτὸν μὲ ἡλικίαν ἥττονα τῆς πραγματικῆς, ἵνα μὴ ἕνεκα τῆς στρατεύσεως διακοπῶσιν αἱ σπουδαὶ αὐτοῦ. Παρέστησα λοιπὸν εἰς αὐτόν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ βεβαιώσῃ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἡλικίαν δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς, καὶ μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ προσῆγεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοιαύτην ἀπόφασιν, βεβαιοῦσαν τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ, εἰπών μοι, ὅτι ἐπὶ τούτῳ εἰσήχθη αἴτησις εἰς τὸ Δικαστήριον ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου. Ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπεγράφη τὴν 23 Νοεμβρίου 1903, ἐκρατήθη ἀνεκτέλεστον μέχρι τῆς 3 Δεκεμβρίου εἰς τὸ γραφεῖόν μου. Ὅτε δὲ τὴν 3 Δεκεμβρίου μοὶ ἀνηγγέλθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ὁ διορισθεὶς προσήγαγε τὴν βεβαίωσιν τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, ἔσπευσα νὰ στείλω εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὸ Διάταγμα πρὸς δημοσίευσιν...
§182Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπόφασιν προσήγαγε;
§183Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι προσήγαγε τὴν βεβαίωσιν τῆς ἡλικίας αὐτοῦ.
§184Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ποίαν βεβαίωσιν;
§185Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως· μὴ ἀδημονεῖτε. Τὸ Διάταγμα ἐδημοσιεύθη καὶ ἐκοινοποιήθη. Παραδόξως ὅμως, μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῆς ἡλικίας τοῦ συμβολαιογράφου δὲν ἐγένετο δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς, ἀλλ’ ἐγένετο δι’ ἐξετάσεως μαρτύρων ἐνώπιον τοῦ Βʹ Βορείου Εἰρηνοδικείου Ἀθηνῶν. Καὶ ταύτην τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰρηνοδίκου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου εἶχεν ἐκλάβει ὡς βεβαίωσιν τῆς ἡλικίας. Ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ λοιπὸν ταύτῃ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἐβεβαιώθη ἡ ἡλικία αὐτοῦ, ὡς ἄγοντος τὸ 27 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἐγένετο ἡ δημοσίευσις τοῦ Διατάγματος καὶ ἡ κοινοποίησις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν εἰς τὸν κύριον συνάδελφον, ἐὰν ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν εἰς ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε ἐκ Λακεδαίμονος, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι ὁ διορισθεὶς εἶχε τὴν νόμιμον ἡλικίαν, θὰ προσκομίσω ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόφασιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Καλαμῶν, διὰ τῆς ὁποίας βεβαιοῦται, ὅτι ὁ Ἰωάννης Μαρκάκης εἶχε συμπληρώσει πρὸ πολλοῦ τὸ 25 ἔτος, καὶ ἄγει ἤδη τὸ 27, καὶ ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει αἰτήσεώς του, γενομένης πολὺ πρὸ τοῦ διορισμοῦ του, ἤτοι τὴν 1 Ὀκτωβρίου 1903, καὶ ἔκτοτε εἰσαχθείσης πρὸς συζήτησιν δι’ ἐγγραφῆς εἰς τὸ πινάκιον, κατόπιν τῆς ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου πράξεως τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, δι’ ἧς ὡρίσθη δικάσιμος τῆς αἰτήσεως.
§186ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§187Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μεταγενεστέρα ἀπόφασις;
§188Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ἐν τῷ φακέλῳ, τὸν ὁποῖον προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Βουλήν, ὑπάρχει ἀπάντησις τηλεγραφικὴ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν τῆς 11 Φεβρουαρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει) «συμβολαιογράφος Ἰωάννης Μαρκάκης εἶναι ἐγγεγραμμένος ὑπ’ αὔξοντα ἀριθ. μητρῴου 173 ὡς γεννηθεὶς ἐν ἔτει 1880. Γραμματεὺς Πρωτοδικείου πληροφορεῖ, ὅτι δὲν διωρθώθη δι’ ἀποφάσεως ἡλικία αὐτοῦ. Ἐγένετο αἴτησις τοιαύτη, ἀλλὰ δὲν εἰσήχθη πρὸς συζήτησιν, διαγραφεῖσα πινακίου.» Δὲν ἐματαιώθη λοιπόν, ἀλλὰ διεγράφη. Καὶ διεγράφη ἐξ ἀνάγκης, διότι καθ’ ἣν ἡμέραν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ἡ αἴτησις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὁ αἰτῶν συνέπιπτε νὰ ἦναι κλινήρης. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν διεγράφη ἡ ὑπόθεσις ἐκ τοῦ πινακίου, ἵνα εἰσαχθῇ ἐκ νέου καὶ συζητηθῇ. Εἰσήχθη λοιπὸν ἐκ νέου καὶ συνεζητήθη καὶ ἐβεβαιώθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν ἡ ἡλικία τοῦ Ἰωάννου Μαρκάκη ὡς ἄγοντος τὸ 26 ἢ 27 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ...
§189Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν κοινοποίησιν τοῦ διορισμοῦ.
§190Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὥστε σεῖς προεβλέπετε τὴν ἔκδοσιν τοιαύτης ἀποφάσεως.
§191Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προέβλεπον καμμίαν ἀπόφασιν, ἀλλὰ δὲν μὲ ἀντελήφθητε, κύριε συνάδελφε, καὶ λυποῦμαι, ὅτι δὲν παρηκολουθήσατε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον· διότι, ἐὰν παρηκολουθεῖτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, δὲν θὰ ἐλέγετε ὅ,τι εἴπετε. Ἐὰν μὲ παρηκολουθεῖτε, θὰ ἐμανθάνετε, ὅτι πεισθεὶς εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ἔστειλα τὸ Διάταγμα πρὸς δημοσίευσιν.
§192Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ὠφείλετε νὰ πεισθῆτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§193Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο, μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, τῶν θεωρηθέντων ὡς ἀπόφασις, ἐνῷ οὐδέποτε τοιαῦται βεβαιώσεις ἡλικίας ἐπὶ ἄλλων Ὑπουργῶν ἐζητήθησαν καὶ συνυπεβλήθησαν μετὰ τῶν περὶ διορισμοῦ Διαταγμάτων. Καὶ προκαλῶ ἐπὶ τούτῳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ τὰ Διατάγματα ὁμοίων διορισμῶν, οὓς ἐνήργησεν αὐτός, ἵνα ἴδῃ ἡ Βουλή, ὅτι ταῦτα ὑπεβλήθησαν καὶ ἐξετελέσθησαν ἄνευ βεβαιώσεώς τινος περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ διοριζομένου. Προῆλθε περαιτέρω ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ἔψεξε τὴν ἐνέργειάν μου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηλλάσσετο τῆς πειθαρχικῆς καταδιώξεως ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Ἰωάννης Μποῦτος, πρώην ὑποθηκοφύλαξ Οἰχαλίας, ἐγώ, χρώμενος ᾧ εἶχον δικαιώματι, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μετερρύθμισα, καὶ ἐπέβαλον εἰς αὐτὸν τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως. Ἐνεκάλει με μάλιστα ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι μετὰ δυσμενείας ἐξαιρετικῆς καὶ μετὰ σπουδῆς ἀξιοκατακρίτου παρήγγειλα τὴν πειθαρχικὴν αὐτοῦ καταδίωξιν. Δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, τοῦτο εἶναι ὅλως ἀναληθές· διότι οὐχὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἄλλος ἁρμοδιώτερος ἐμοῦ, προκειμένου περὶ παραβάσεως φορολογικῶν νόμων, τουτέστιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, παρήγγειλε τὴν καταδίωξιν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ διὰ τοῦ ἀκολούθου ἐγγράφου, ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν...
§194Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ καταχρήσεως, ἡ ὁποία περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ἀπετάθη πρὸς ἐμέ, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν...
§195Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὰ εἶπον αὐτά.
§196Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ τὰ εἴπετε, εἶναι περιττὸν νὰ παραπονῆσθε, ὅτι ἀπελύθη ὁ ἀδελφός σας, διότι ἀπεδείχθη καταχραστής.
§197Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν τὰ εἴπετε καθόλου, ἀλλά, καθ’ ὃν τρόπον ἐπηρωτήσατε, ἐσκοπεῖτε ὑπούλως εἰς ἐμὲ νὰ ἀποδώσητε τὴν πειθαρχικὴν καταδίωξιν τοῦ ἀδελφοῦ σας ἐκ πνεύματος ἐχθρότητος· καὶ ἰδοὺ τί εἴπετε, ἐπερωτῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «... νὰ κατατεθῇ ἡ διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ Ἰωάννου Μπούτου διαμειφθεῖσα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Καλαμῶν ἀλληλογραφία», ἐνῷ οὐδεμία περὶ τούτου ἀλληλογραφία διημείφθη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἡ δὲ καταδίωξις διετάχθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ἀκολούθου ἐγγράφου (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν. Ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ διεβίβασεν ἡμῖν τὰ συνημμένα ταύτῃ δύο ἀντίγραφα τῶν ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 29935 καὶ 30566 συμβολαιογραφικῶν πράξεων τοῦ συμβολαιογράφου Οἰχαλίας Φωτ. Φωτοπούλου, ἐπὶ τοῦ πρώτου μὲν τῶν ὁποίων ὁ ὑποθηκοφύλαξ Μελιγαλᾶ, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νόμου ΑΧΚΕʹ, ἔχει πιστοποιήσει τὴν ἐγγραφὴν ὑποθήκης, καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου τὴν μεταγραφὴν τῆς σχετικῆς συμβολαιογραφικῆς πράξεως. Ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ ῥηθέντος ὑποθηκοφύλακος τιμωρεῖται συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ νόμου τούτου καὶ πειθαρχικῶς, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ἵνα προκαλέσητε τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν αὐτοῦ, κατὰ τὰ ἐν τῷ δικαστικῷ Ὀργανισμῷ ὡρισμένα, καὶ ὑποβάλητε ἡμῖν τὰ ῥηθέντα ἀντίγραφα, ὅπως μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἐπιβολῆς εἰς τοῦτον καὶ τοῦ προσήκοντος προστίμου. Ἀθῆναι 26 Ἰουλίου 1903. Ὁ Ὑπουργὸς Δ. Γ. Ράλλης.» Ὁ Εἰσαγγελεὺς, μετὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ προτάσεώς του πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν εἰσήγαγε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐζήτησε τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν τοῦ ὑποθηκοφύλακος Μπούτου ἐπὶ παραβάσει τοῦ περὶ τελῶν χαρτοσήμου νόμου, τὸ δὲ Συμβούλιον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 49 ἀποφάσεώς του ἀπέρριψε τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως, μὴ θεωρῆσαν τιμωρητέαν τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑποθηκοφύλακος.
§198Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί;
§199Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σκεπτικὸν, ὅπερ ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «...Ἐπειδὴ οὐδένα λόγον εὑρίσκει τὸ Συμβούλιον πειθαρχικῆς τιμωρίας τοῦ ὑποθηκοφύλακος, διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πιστοποίησιν τῆς μεταγραφῆς κάτωθι τοῦ ἀντιγράφου τῆς μεταγραφείσης πράξεως, ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ ὑποθηκοφύλακος εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον, ἀφοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τοῦ νόμου περὶ μεταγραφῆς οἱ ὑποθηκοφύλακες ὀφείλουσι μετὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν μεταγραφὴν τῆς πράξεως νὰ πιστοποιήσωσι τὴν ἐνέργειαν ταύτης κάτωθι τοῦ ἀντιγράφου τῆς μεταγραφῆς, ὅπερ ἐπιστρέφεται τῷ αἰτοῦντι, ἡ πιστοποίησις δὲ αὕτη, διαταχθεῖσα χάριν τῆς εὐκολίας καὶ ἀσφαλείας τῶν ἰδιωτῶν, ἔχει λόγον ὑπάρξεως καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦ χαρτοσήμου, διότι ἡ πιστοποίησις αὕτη δὲν ἀναπληροῖ τὰ κατὰ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου ἐκδοτέα πιστοποιητικὰ καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀπόδειξιν ἐνώπιον ἀρχῆς τινος, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι παραβιάζεται ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν πιστοποίησιν τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης, ἀνάλογος διάταξις, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἔχουσα, καθιερώθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι, ἐνῷ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπαιτεῖ τὴν πιστοποίησιν ἐπὶ τῆς ἑτέρας τῶν περιλήψεων, τῆς ἐπιστρεφομένης τῷ αἰτοῦντι, οἱ ὑποθηκοφύλακες, κατὰ συνήθειαν κρατήσασαν, γράφουσι τὴν πιστοποίησιν ἐπὶ τοῦ ἐπιστρεφομένου ἀντιγράφου τοῦ τίτλου, κατ’ οὐσίαν ὅμως οὐδεμία παράβασις ὑπάρχει ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ. Διὰ ταῦτα ἀπορρίπτει τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως κλπ.»
§200Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι καταχραστὴς ὁ Ἰωάννης Μποῦτος.
§201Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν εἶπον καταχραστὴν ἐγὼ, μολονότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ τὰ τέλη καὶ τὰ δικαιώματα διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν νομίμων πιστοποιητικῶν εἰσέπραξε χωρὶς νὰ ἐκδώσῃ τοιαῦτα.
§202Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Ράλλης ἔρριψε τοιαύτην μομφὴν κατὰ ἐντίμου ἀνθρώπου.
§203Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὑποθηκοφύλαξ πάντως ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἦτο τιμωρητέος καὶ πειθαρχικῶς.
§204Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Μόνον παράβασιν ἐγκυκλίου ἔκαμε.
§205Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ παραβάσεις ἐγκυκλίων εἶναι τιμωρητέαι πειθαρχικῶς, ὅταν δὲν πρόκηται περὶ ἐγκυκλίων ἑρμηνευτικῶν νόμου, καὶ ὠφείλετε σεῖς νὰ τὸ γνωρίζητε. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, διὰ νὰ κολάσῃ τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος, δὲν ἐδίστασε νὰ προβῇ εἰς βεβαιώσεις, —μετὰ δισταγμοῦ βεβαίως γενομένας, καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐπιμείνῃ, ὅτε προεκλήθη ὑπ’ ἐμοῦ νὰ τὰς ἐπαναλάβῃ, —εἰς βεβαιώσεις πόρρω ἀπεχούσας τῆς ἀληθείας, καὶ ὡμίλησε πρὸς ὑμᾶς περὶ σημειώσεων δῆθεν γραφεισῶν ὑπὸ τοὺς τίτλους τῆς ὑποθήκης καὶ τὴν μεταγραφεῖσαν πρᾶξιν, πρὸς εὐκολίαν τοῦ αἰτήσαντος τὴν ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἢ τὴν μεταγραφήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν, εἶναι ἁπλῆ σημείωσις, διὰ νὰ διευκολύνῃ καὶ καθοδηγήσῃ τὸν ἰδιώτην τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑποθηκοφύλακος, ὅταν βεβαιώνῃ ὁ ὑποθηκοφύλαξ ἐν αὐτῷ, ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του, διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ καὶ τῆς σφραγῖδος τῆς ὑπηρεσίας του, ὅτι μετεγράφη τὸ συμβόλαιον, ὅτι ἐνεγράφη ἡ ὑποθήκη εἰς τὸν δεῖνα τόμον, περιέχῃ δὲ τὸ ἔγγραφον τοῦτο πάντα τὰ στοιχεῖα τοῦ πιστοποιητικοῦ καὶ ἦναι προσηκόντως χρονολογημένον; Εἶναι ἁπλῆ σημείωσις αὐτὴ, ἢ εἶναι πιστοποίησις γενομένη ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου; Ἀπέναντι δὲ τοιαύτης ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας προφανῶς παραβιάζεται ὁ νόμος, ἀφοῦ τὸ Συμβούλιον, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράβασιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, προβάλλει ὡς δικαιολογίαν τὴν κρατήσασαν δῆθεν συνήθειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν πιστοποιεῖ ὁ ὑποθηκοφύλαξ ὑπὸ τοὺς τίτλους τὴν τοιαύτην ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἢ μεταγραφήν, οὐδόλως ὤφειλον νὰ διστάσω περὶ τοῦ πρακτέου. Εἶχον καθῆκον νὰ μεταρρυθμίσω τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, καὶ νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Καὶ ἰδοὺ τί γράφει ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, διαβιβάζων τὴν δικογραφίαν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν (ἀναγινώσκει): «Ἀπορριφθείσης τῆς προτάσεώς μας περὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τοῦ ὑποθηκοφύλακος Οἰχαλίας Ἰω. Μπούτου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 49 ἐ. ἔ. βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν, ὑποβάλλω συνημμένως ἀντίγραφον αὐτοῦ μεθ’ ἁπάσης τῆς σχετικῆς δικογραφίας, μὲ τὴν παράκλησιν, ὅπως ἐνεργήσητε τὰ καθ’ ὑμᾶς διὰ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν, ὅπως γείνῃ δεκτὴ ἡ ὡς εἴρηται πρότασίς μας. «Ὁ παρὰ πρωτοδίκαις Εἰσαγγελεὺς Γ. Σαρρηϊωάννης.» Εἶτα ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διαβιβάζει τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα τοῦτο δικάσῃ ὡς Δικαστήριον δευτέρου βαθμοῦ, καὶ ἐκθέτει (ἀναγινώσκει): «Ὑποβάλλων τὴν συνημμένην πειθαρχικὴν δικογραφίαν κατὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος Οἰχαλίας Ἰωάννου Μπούτου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω, ὅτι διὰ τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῶν κατηγοριῶν ὀρθῶς καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑποθηκοφύλαξ ἀπηλλάγη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 49 ἐ. ἔ. πειθαρχικῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, καθότι ζητήματα ἑρμηνείας ἰσχύος νόμων καὶ ἐκτελεστικῶν νόμων Β. Διαταγμάτων δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι πειθαρχικὰ παραπτώματα κατὰ τὴν ὀρθοτέραν ἐκδοχήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ βʹ κεφάλαιον τῶν κατηγοριῶν, ἡ παρέκκλισις τοῦ αὐτοῦ ὑποθηκοφύλακος ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν ἀποτελεῖ πειθαρχικὸν παράπτωμα, ὅπερ διὰ τὸν προεκτεθέντα λόγον καὶ τὸν ἐν τῇ ἀποφάσει ἀναφερόμενον πρέπει νὰ κριθῇ ἐπιεικῶς. Μεταρρυθμιζομένης δὲ τούτῳ τῷ λόγῳ τῆς προκειμένης ἀποφάσεως, ἐπιβλητέα ἐστί, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἰς τὸν ἐν λόγῳ ὑποθηκοφύλακα ἡ ποινὴ τῆς ἐπιπλήξεως καὶ τὰ τέλη. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ι. Σαπουντζάκης.» Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐφετῶν, σύμφωνος δὲ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην ὑπῆρξε καὶ ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις μετερρύθμισε τὴν ἀπόφασιν, ἐπιβαλὼν εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δυσχερὴς ἦτο ἡ θέσις μου, διότι εἶχον ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης τοῦ ἀνωτάτου προϊσταμένου τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, ἥτις ἐπέβαλλέ μοι νὰ μὴ χαρισθῶ οὐδ’ εἰς αὐτὸν τὸν κύριον Μποῦτον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καθῆκον κοινωνικὸν πρὸς τὸν συμπολίτην μου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνέπραξα ἄλλοτε εἰς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας, νὰ φεισθῶ ἴσως τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ φανῶ ἐπιεικέστερος πρὸς αὐτόν. Καὶ ἴσως τοιαύτη θὰ ἦτο ἡ ἀπόφασίς μου, καὶ θὰ ἐξήντλουν πᾶσαν δυνατὴν καὶ ἐκ τῆς περιστάσεως ἐπιτρεπομένην ἐπιείκειαν, ἂν ἄλλοι λόγοι δὲν μοὶ ἐπέβαλλον, οὐδεμίαν νὰ δείξω ἐπιείκειαν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ὁ ὑποθηκοφύλαξ, περὶ οὗ ὁ λόγος, εἶχε τιμωρηθῆ ἀρτίως διὰ μιᾶς πειθαρχικῆς τιμωρίας δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἰδίου δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐπικυρωθείσης καὶ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς 12 Ἀπριλίου 1903. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, ἥτις ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν ποινὴν προστίμου, ἦτο πρόσφατος. Ἠθέλησα λοιπὸν νὰ ἐρευνήσω τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πρώτην πειθαρχικὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, καὶ ἐζήτησα τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως. Τί δὲ ἀνεῦρον ἐν αὐτῷ; Ἀνεῦρον τοιαύτας καὶ τοσοῦτον τερατώδεις παραβάσεις τῶν νόμων καὶ παραλείψεις τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, τοιαύτας παραβάσεις τῆς στοιχειώδους εὐπρεπείας καὶ τῆς καλῆς πίστεως, τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς πάντα χρηστὸν ἄνθρωπον, καὶ ἰδίως εἰς τὸν ὑπάλληλον, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτοῦ πρὸς τοὺς προϊσταμένους του, ὥστε μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἦμαι αὐστηρός. Ὁποῖαι δὲ ἦσαν αἱ παραβάσεις αὗται; Ἀκούσατε τὰς σκέψεις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου (ἀναγινώσκει): «... Ὅτι οὐδόλως δικαιολογεῖται ὁ ἀπολογούμενος, μὴ ὑπογράψας τὰς ὑπ’ ἀριθ. 109, 110 καὶ 111 πράξεις μεταγραφῆς, αἵτινες ἐλλείψει ταύτης ἄκυροι ἦσαν, οὐδ’ εἶναι ἀληθὲς τὸ ὑποστηριζόμενον, ὅτι αἱ πράξεις αὗται ἦσαν ἐν τῷ γίγνεσθαι, καθόσον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ὁ τόμος 38, ἐν ᾧ 190 ἐγένοντο μεταγραφικαὶ πράξεις, εἶχε συμπληρωθῆ πρὸ πολλοῦ καὶ εἶχον συνταχθῆ καὶ 111 ἕτεραι πράξεις ἐν τῷ ἑπομένῳ τόμῳ 39, ἀλλὰ καὶ οὐδόλως δικαιολογεῖται, ἀφεὶς ἀνυπογράφους αὐτὰς, δι’ ὃν λόγον δὲν εἶναι συγγνωστὸς καὶ διὰ τὰς ἐγκαταλειφθείσας ἀνυπογράφους τῆς ὑπ’ ἀριθ. 77 ἐκθέσεως ἐγγραφῆς ὑποθήκης καὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 304, 154 καὶ 53 ἐκθέσεων, καθόσον αὗται δυνατὸν μὲν νὰ διαφέρωσιν ὡς πρὸς τὸν συντάξαντα τὴν αἴτησιν περὶ ἐγγραφῆς, πάντως ὅμως δέον νὰ ὑπογραφῶσι παρὰ τοῦ αἰτήσαντος τὴν ἐγγραφὴν, καὶ ἂν ἄλλος ἔγραψε τὴν αἴτησιν. Ὅτι ἐπίσης δὲν δικαιολογεῖται ὁ ἀπολογούμενος, ὅτι τὰ δικαιολογητικὰ τῶν περὶ ἐξαλείψεως αἰτήσεων ἐπέστρεψεν εἰς τοὺς αἰτοῦντας, ἀφοῦ ὁ νόμος ἐπιτάσσει νὰ φυλάσσωνται πρὸς ἔλεγχον, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπέστρεψεν αὐτὰ, μὴ ἀναφερομένης τῆς ἐπιστροφῆς ἐν ταῖς σχετικαῖς ἐκθέσεσιν οὔτε τῆς προσαγωγῆς...» Ἀλλὰ εἶναι ταῦτα μόνον, Κύριοι; Εἶναι μόνον τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ ὑποθηκοφύλαξ περιέπεσεν εἰς τοιαύτας χονδροειδεῖς παραβάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψῃ ζημία — καὶ ζημία σπουδαιοτάτη — εἰς ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια συμφέροντα; Δὲν εἶναι ταῦτα μόνον. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἀπεδεικνύετο ἐστερημένος καὶ τῆς στοιχειώδους καλῆς πίστεως πρὸς τοὺς προϊσταμένους αὐτοῦ. Καὶ ἰδοὺ, τί λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς πρὸς τὸ Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις (ἀναγινώσκει): «... Ἐπειδὴ αἱ βεβαιωθεῖσαι ἐλλείψεις εἰσὶ σπουδαῖαι, ἡ δὲ ἀπολογία αὐτοῦ ἐλέγχεται μὴ βάσιμος, ἀλλὰ καὶ ψευδὴς, εἶναι δὲ ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἐτόλμησε νὰ παραστήσῃ ψευδῆ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως, ὑποστηρίζων, ὅτι αἱ εὑρεθεῖσαι ἀνυπόγραφοι ὑπ’ ἀριθ. 109, 110 καὶ 111 μεταγραφαὶ καὶ ἡ σχετικὴ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 77 ἐκθέσεως ὑποθήκης ἦσαν ἐν τῷ γίγνεσθαι, ἐνῷ πρὸ πολλοῦ εἶχον συνταχθῆ. Ἐπειδὴ καὶ ἕνεκα τῶν ἐλλείψεων καὶ ἕνεκα τῶν ψευδολογημάτων του δὲν δύναται νὰ κριθῇ ἐπιεικῶς ὁ ἀπολογούμενος...» Ἐκ τούτου βλέπετε, ὅτι προέβη καὶ εἰς ψευδεῖς βεβαιώσεις ἀκόμη· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς καταγγελίαν τρόπον τινὰ κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ, ὅτι δῆθεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ περὶ τῆς περιοδικῆς ἐπιθεωρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑποθηκοφύλακος, προέβη ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς βεβαίωσιν ψευδῶν πραγμάτων. Ἐλέγχει καὶ κατηγορεῖ τὸν Εἰσαγγελέα ὡς ψευδόμενον, καὶ τοιαύτην ἀπολογίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Συμβούλιον, δικαίως δὲ τὸ Συμβούλιον ἐτιμώρησε τοῦτον πειθαρχικῶς· ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν προέβη καὶ ἔκτοτε, ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1903, περαιτέρω ἔτι, προτείνων τὴν παῦσίν του ἕνεκα ἀναξιοπρεποῦς καὶ ἀσυμβιβάστου διαγωγῆς πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Τοιοῦτον λοιπὸν ὑπάλληλον ἔχων ἐνώπιόν μου, ἔκρινα ὅτι καθῆκον εἶχον, οὐδεμιᾶς ἐπιεικείας νὰ κάμω χρῆσιν πρὸς αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ τε Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, καὶ νὰ μεταρρυθμίσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν, ἐπιβάλλων εἰς αὐτὸν τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως.
§206Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἡ ἐπιθεώρησις αὕτη πότε ἔγεινε;
§207Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἐπιθεώρησιν ἐννοεῖτε; Τὴν τελευταίαν;
§208Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Τὴν τελευταίαν.
§209Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο, νομίζω, τὴν 30 Αὐγούστου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει. Εἶναι δὲ ἡ περιοδικὴ ἐπιθεώρησις, ἡ ἐτησία, ὁ ἐνεργήσας δ’ αὐτὴν εἶναι ὁ νῦν ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Ἔρχομαι, Κύριοι, ἐπὶ ἄλλο θέμα. Παρεπονεῖτο ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι, ἐνῷ τοσοῦτον αὐστηρὸς ἐφάνην πρὸς τὸν ὑποθηκοφύλακα Οἰχαλίας, — καὶ εἶσθε εἰς θέσιν ἤδη νὰ κρίνητε, ἂν ἐφάνην αὐστηρὸς πρὸς τὸν ὑποθηκοφύλακα Οἰχαλίας — τοὐναντίον ἐξήντλησα, ὑπερβὰς ἴσως καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας μου, πᾶσαν τὴν ἐπιείκειάν μου, προκειμένου περὶ ἄλλου προσώπου, φιλικῶς διακειμένου πρός με, ἤτοι περὶ τοῦ συμβολαιογράφου Οἰχαλίας Φωτίου Φωτοπούλου, διότι, ἐνῷ εἶχεν οὗτος τιμωρηθῆ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιβληθείσης εἰς αὐτὸν ποινῆς ἐπιπλήξεως, δι’ ἀποφάσεως, ἥτις μετερρύθμισεν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, ἀπαλλάξασαν αὐτὸν τῆς κατηγορίας, ἐγὼ μετερρύθμισα ταύτην, καὶ ἀπήλλαξα τὸν συμβολαιογράφον Φωτόπουλον τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας, ἀποδεχθεὶς ὡς ὀρθὴν καὶ καλῶς ἔχουσαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, Κύριοι. Τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησα παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, μόλις ἀποσταλεῖσαν αὐτῷ, προτοῦ ἀκόμη ἄρξηται ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς καὶ προτοῦ ἀκόμη κοινοποιηθῇ. Ἔλαβον αὐτὴν, καὶ ἐξέδωκα νέαν ἀπόφασιν, κυροῦσαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ συμβολαιογράφος Φωτόπουλος εἶχεν ἀπαλλαγῆ πάσης κατηγορίας. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπέβλεπεν εἰς ἓν ἄλλο γεγονὸς, οὐχὶ ἄγνωστον εἰς αὐτὸν, δὲν ἤθελε προέλθει τόσον ἐλαφρῶς εἰς διατύπωσιν ἀστόχων παραπόνων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐχαρίσθην δῆθεν εἰς ἄνθρωπον, μετὰ τοῦ ὁποίου φιλικῶς διάκειμαι, καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος οὐδεμίαν ἔχει τιμωρίαν, οὐ μόνον ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐπιβληθεῖσαν, ἀλλ’ ὁποτεδήποτε, ἀφ’ ὅτου ἀπὸ ἑνδεκαετίας ὑπηρετεῖ. Εἰς οὐδὲν λοιπὸν ἠδύνατο νὰ βλάψῃ αὐτὸν μία τιμωρία πειθαρχική, ἐπιβαλλομένη εἰς αὐτὸν ὁπωσδήποτε, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν οὐδὲ χάρις τις ἐγένετο πρὸς αὐτὸν διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε ν’ ἀποφασίσω ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς τιμωρίας, ἦτο ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐξαίρετος αὐτοῦ διαγωγή, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν διαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐτιμώρησα πειθαρχικῶς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ γεγονὸς, ὅτι αἱ παραβάσεις αἱ πειθαρχικαὶ, διὰ τὰς ὁποίας εἰσήχθη εἰς τὸ Συμβούλιον ὁ Φωτόπουλος, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε τὸ Συμβούλιον δὲν ἔκρινεν αὐτὰς, κατὰ δίκαιον λόγον, ὡς πειθαρχικῶς τιμωρητέας. Διότι, ἀντὶ νὰ καταναλώσῃ, λόγου χάριν, 50 λεπτῶν χαρτόσημον διὰ πρᾶξιν ἐξοφλήσεως, κατηνάλωσε δίδραχμον, ὅτι εἰς συμβόλαιον, εἰς ὃ παρίστατο ὡς ἐντολοδότις χήρα τις, — καὶ παρίστατο ὡς ἐντολοδότις καὶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι καὶ ὡς ἐπίτροπος τῶν τέκνων αὐτῆς,—παρέλιπε νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὑπάρχει ὁμοδικία μεταξὺ τῶν ἐντολέων. Ταύτας τὰς παραβάσεις τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν ἐθεώρησε τοσοῦτον ἐπουσιώδεις, ὥστε ἀπήλλαξε τελείως πάσης κατηγορίας τὸν συμβολαιογράφον Φωτόπουλον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, Κύριοι. Ὁ ἕτερος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔπεισε ν’ ἀποδεχθῶ ὡς ὀρθῶς ἔχουσαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, ἦτο, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1893, ἀφ’ ὅτου διωρίσθη συμβολαιογράφος ὁ Φωτόπουλος, οὐδέποτε, οὐδ’ ἐφάπαξ, περιέπεσεν εἰς τὸ ἐλάχιστον παράπτωμα, καὶ οὐδέποτε, οὐδ’ ἐφάπαξ, ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς, ἔστω καὶ δι’ ἐπιπλήξεως. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο τὸ προηγούμενον ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ Φωτόπουλος, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπαίνους πάντων τῶν Εἰσαγγελέων, διότι κατ’ ἔτος εἰς τὰς περιοδικὰς ἐπιθεωρήσεις τοῦ γραφείου του πάντες οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, ὅσοι διῆλθον ἐκ Καλαμῶν ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι σήμερον, μιᾷ φωνῇ, ἑνὶ στόματι βεβαιοῦσιν ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν αὐτῶν, ὅτι εἶναι θαυμαστὴ καὶ ἀξία παντὸς ἐπαίνου ἡ κρατήσασα εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ συμβολαιογράφου Φωτοπούλου τάξις καὶ ἀκρίβεια, καὶ ἡ εὐθύτης, μετὰ τῆς ὁποίας ἐκπληροῖ οὗτος τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Ἰδοὺ δὲ τὸ πόρισμα τῶν ἐκθέσεων: Ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῆς περιοδικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ 1895 (ἀναγινώσκει): «... Τοιαύτη εἶναι ἐν γένει ἡ παρατηρουμένη τάξις καὶ ἀκρίβεια ἐν τῷ συμβολαιογραφείῳ τούτῳ, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ μὴ ἐπισπάσῃ τοὺς ἐπαίνους τοῦ ἐπιθεωροῦντος. Ἐφ’ ᾧ συνετάχθη ἡ παροῦσα.» Ἔκθεσις τοῦ 1896 τοῦ Εἰσαγγελέως: «... Ἐκ καθήκοντος ὀφείλω νὰ ποιήσω εὔφημον μνείαν διὰ τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν ἀκριβῆ τοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσιν τοῦ συμβολαιογράφου τούτου, διὰ τὴν τηρουμένην τάξιν κλπ.» Ἔκθεσις τοῦ 1897 τοῦ διακεκριμένου Εἰσαγγελέως κ. Τσέλου, τοῦ διατελοῦντος ἤδη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Κρητικῆς Πολιτείας ὡς Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν: «... ὅτι τηροῦνται παρὰ τοῦ συμβολαιογράφου τούτου καὶ ἕτερα ἐπικουρικὰ βιβλία, οὐ μόνον διευκολύνοντα πᾶσαν ἔρευναν, καὶ πάντα ἔλεγχον πρόχειρον καθιστῶντα, ἀλλὰ καὶ παγιοῦντα τάξιν παραδειγματικὴν ἐν τῷ τηρουμένῳ ὑπ’ αὐτοῦ ἀρχείῳ.» Ἔκθεσις τοῦ 1898: «... Ἐν γένει ἡ παρατηρουμένη τάξις καὶ ἀκρίβεια ἐν τῷ συμβολαιογραφείῳ τούτῳ εἶναι παραδειγματικὴ, καὶ δικαίως ἐπισπᾷ τὸν ἔπαινον τοῦ ἐπιθεωροῦντος.» Ἔκθεσις τοῦ 1900: «... Ἐν γένει δὲ παρατηρεῖται μεγάλη τάξις καὶ ἀκρίβεια ἐν τῷ συμβολαιογραφείῳ τούτῳ.» Τοιαῦται εἶναι, Κύριοι, αἱ ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων, τῶν κατ’ ἔτος ἐπιθεωρησάντων τὸ γραφεῖον τοῦ συμβολαιογράφου τούτου, καὶ βεβαιωσάντων ἐν τέλει τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν, ὅτι μοναδική, ἀξία ἐπαίνου, ἀξία εὐφήμου μνείας εἶναι ἡ τάξις καὶ ἡ ἀκρίβεια, μετὰ τῆς ὁποίας ἐκτελεῖ τὰ ἔργα του ὁ συμβολαιογράφος. Τοιοῦτον λοιπὸν συμβολαιογράφον, τοιοῦτον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἑνδεκαετίας ὑπηρετῶν οὐδέποτε, οὐδ’ ἅπαξ, ὑπέπεσεν εἰς τὸ παραμικρὸν παράπτωμα, καθῆκον εἶχον νὰ ἀπαλλάξω πάσης ποινῆς, καὶ τοῦτο, συμμεριζόμενος τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν. Τὴν 4 Αὐγούστου 1903 ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, μεταβὰς εἰς Μελιγαλᾶ, ἕδραν τοῦ συμβολαιογράφου Παναγιώτου Λυμπεροπούλου, ἐπεθεώρησε τὸ γραφεῖον αὐτοῦ, συνέταξε δὲ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἐν τῇ ὁποίᾳ βεβαιοῦνται παραβάσεις τινές, ἀλλὰ παραβάσεις ὅλως ἀσήμαντοι, μὴ δίδουσαι, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, χώραν εἰς πειθαρχικὴν καταδίωξιν αὐτοῦ. Τὴν 4 Αὐγούστου ἐγένετο ἡ ἐπιθεώρησις, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεως δὲν γίνεται ἀμέσως γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι, ὡς γνωστὸν, αἱ ἐκθέσεις δὲν ὑποβάλλονται ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἠπόρει δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ διετύπωσε τὴν ἀπορίαν του ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἔλεγεν, ὅτι, ἐνῷ ἀρτίως ἔτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν εἶχεν ἐνεργήσει ἐπιθεώρησιν τοῦ γραφείου τοῦ συμβολαιογράφου Λυμπεροπούλου, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ ποίου λόγου, ἐκ ποίας ἀνάγκης, παρήγγειλε μετὰ σπουδῆς, τηλεγραφικῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, διὰ δύο ἀλλεπαλλήλων ἐγγράφων, τὴν νέαν ἔκτακτον ἐπιθεώρησιν τοῦ γραφείου αὐτοῦ, καὶ τὴν καταδίωξιν αὐτοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπῆρχε παράπτωμα; Ἡ ἀπορία αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι παντάπασι δεδικαιολογημένη, καὶ δὲν εἶναι βεβαίως δεδικαιολογημένη καὶ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, — δὲν ἀμφιβάλλω, — ὡς δὲν θὰ εἶναι δεδικαιολογημένη καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, διότι πάντες ὑμεῖς, — δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, Κύριοι, — δὲν θ’ ἀπορήσητε, ὅταν ἀκούσητε, διὰ ποῖον λόγον παρηγγέλθη ἡ δευτέρα ἐπιθεώρησις, ἡ ἔκτακτος, τοῦ γραφείου τοῦ συμβολαιογράφου Παναγιώτου Λυμπεροπούλου. Ἀλλὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν περίπτωσιν τὴν ὑπαγορεύσασαν τὴν ἔκτακτον ταύτην ἐπιθεώρησιν, ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως καὶ κατ’ ἀρχήν, οὐδεὶς σωφρονῶν καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον γινώσκων τὰ τῶν νόμων θὰ τολμήσῃ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ μία ἐπιθεώρησις ἀποκλείει τὴν ἄλλην, ὅτι, ἂν ὁ Εἰσαγγελεύς, ἐνεργήσας τὴν ἐτησίαν ἐπιθεώρησιν αὐτοῦ, δὲν εὗρέ τι τὸ κατακριτέον ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλου τινός, ὁ προϊστάμενος ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ ἀφηρέθη ἐντεῦθεν τὴν ἐξουσίαν, ἵνα, ὁσάκις κρίνῃ ἀναγκαῖον, παραγγέλλῃ νέαν ἐπιθεώρησιν. Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ ποῖον λόγον παρήγγειλα τὴν τοιαύτην ἐπιθεώρησιν; Μοὶ κατηγγέλθη, Κύριοι, οὐχὶ παράβασις τυπική, οὐχὶ μικρόν τι καὶ ἀνώδυνον παράπτωμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ παραβλέψῃ, ἢ εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ μὴ σπεύσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναβάλῃ αὐτὴν ἐπί τινας ἡμέρας· μοὶ κατηγγέλθη παράβασις τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, μοὶ κατηγγέλθη πλαστογραφία, τελεσθεῖσα ὑπὸ τοῦ συμβολαιογράφου Οἰχαλίας Π. Λυμπεροπούλου, διότι πλαστογραφία εἶναι, ὅταν ὁ ὑπάλληλος, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, εἰς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων του ὀφείλει νὰ συντάσσῃ, βεβαιώνῃ ψευδεῖς τόπου καὶ χρόνου προσδιορισμούς. Περὶ τοιαύτης λοιπὸν πράξεως ἐπρόκειτο, τοιαύτη πρᾶξις κατηγγέλθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἀναφορᾶς τοῦ Κωνσταντίνου Παναγιωτοπούλου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐβεβαίωνε πρὸ ὀλίγου τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος Παναγιωτόπουλος, δημότης Οἰχαλίας, εἶναι ἄγνωστον πρόσωπον. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὅλως ἀπίθανον· εἶναι ἐνδεχόμενον κακόβουλός τις, κακὰ λογιζόμενος καὶ κακὰ μελετῶν κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου Λυμπεροπούλου, νὰ ὑπεδύθη τὸ πλαστὸν, τὸ ἀνύπαρκτον τοῦτο ὄνομα, καὶ νὰ παρουσίασε τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ τί ἕπεται ἐντεῦθεν, Κύριοι; Ἔπεται ἆρά γε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὴν καταγγελίαν, τὴν τόσον σαφῆ, ὡρισμένων γεγονότων; Καὶ ἂν ἐγὼ ἐγνώριζον, ὅτι Κωνσταντῖνος Παναγιωτόπουλος δὲν ὑπάρχει, καὶ ἂν ἤμην πεπεισμένος περὶ τούτου, ἕπεται ἆρά γε ἐντεῦθεν, ὅτι ὤφειλον νὰ παραλείψω τὴν βεβαίωσιν τῆς παραβάσεως τοῦ ὑπαλλήλου, ὅτε ῥηταὶ καὶ ὡρισμέναι παραβάσεις μοὶ κατηγγέλλοντο; Ὤφειλον νὰ ῥίψω εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι συνέβαινε τὸ ὄνομα τοῦ μηνυτοῦ νὰ μὴ ἦναι τὸ πραγματικόν, ἀλλ’ ὄνομα ἀνυπάρκτου προσώπου; Μοὶ κατηγγέλλετο παράβασις τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, μοὶ κατηγγέλλετο πλαστογραφία, διαπραχθεῖσα παρὰ συμβολαιογράφου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατελοῦντος. Εἶχον λοιπὸν καθῆκον, τηλεγραφικῶς νὰ παραγγείλω τὸν Εἰσαγγελέα, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ. Παρήγγειλα λοιπὸν τὴν 2 Ὀκτωβρίου τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, ἀποστείλας πρὸς αὐτὸν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Ἐπισκεφθῆτε συμβολαιογραφεῖον Λυμπεροπούλου ἐν Μελιγαλᾷ, καὶ βεβαιώσατε δι’ ἐκθέσεως, ἂν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 8003 ἕως 8017, συμπεριλαμβανομένου, συμβόλαια τῆς 31 Αὐγούστου 1902 συνετάχθησαν αὐθημερὸν, ποῖον ἕκαστον τούτων φέρει τόπον συντάξεως, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν συμβολαιογράφος αὐθημερὸν μεταβῆναι ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, κατὰ τάξιν συντάξεως συμβολαίων, καὶ συντάξαι τὰ εἰρημένα συμβόλαια, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δῆλον γίνεται, ὅτι ταῦτά εἰσι πλαστὰ, μὴ μεταβάντος τοῦ συμβολαιογράφου εἰς χωρία μνημονευόμενα ἐν συμβολαίοις. Συνάμα, πόσα ἄλλα καὶ ὑπὸ τίνας ἀριθμοὺς ἔχουσι συνταχθῆ συμβόλαια κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, 31 Αὐγούστου 1902, καὶ ἂν ἐν εὑρετηρίῳ ἔχουσιν ὑπογράψει πάντες συμβαλλόμενοι ὑπὸ ἀριθμοὺς τούτους, καὶ ἀναφέρατε τηλεγραφικῶς μετὰ γνώμης σας.» Ἡ παραγγελία, ἡ δοθεῖσα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, εἶναι καταφανὴς, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου τούτου. Δὲν ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὴν πειθαρχικὴν καταδίωξιν τοῦ ὑπαλλήλου. Εἶχον καθῆκον νὰ σκεφθῶ περὶ τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ τῆς ποινικῆς. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ τηλεγραφήματος. Ὁσονδήποτε δὲ καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ στρεβλώσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ τηλεγραφήματος, ἐκ τοῦ ἑτέρου ἐγγράφου πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι πειθαρχικὴ καταδίωξις διέτασσον νὰ ἐνεργηθῇ. Ὅτε παρήγγελλον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του διὰ πράξεις, περὶ ὧν προβλέπουσιν εἰδικαὶ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ αἵτινες φέρουσι τὸν χαρακτῆρα τῆς πλαστογραφίας, προφανῶς παρήγγελλον ποινικὴν καταδίωξιν κατ’ αὐτοῦ, διότι τοιαύτη καταδίωξις ἔπρεπε νὰ γείνῃ κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου Λυμπεροπούλου, ἐκτὸς τῆς πειθαρχικῆς, διὰ τὴν παράλειψιν τῶν ὑπογραφῶν ἐν τῷ εὑρετηρίῳ. Ὁ συμβολαιογράφος Λυμπερόπουλος κατηγγέλθη, ὅτι εἰς τὸ εὑρετήριόν του ἔχουσι καταχωρισθῆ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 8003, 8004 καὶ τὰ ἀκόλουθα μέχρι τοῦ 8017, συμπεριλαμβανομένου, ἤτοι 15 ἐν ὅλῳ — καὶ ὄχι 14, ὡς ἐλέγετε, κύριε συνάδελφε,—πληρεξούσια συμβόλαια, συνταχθέντα παρ’ αὐτοῦ καὶ φέροντα τόπον συντάξεως: Τὸ πρῶτον τὸ χωρίον Κωνσταντίνου, τὸ δεύτερον τὸ χωρίον Ζευγολατεῖον, τὸ τρίτον τὸ χωρίον Μποῦγα, τὸ τέταρτον τὸ χωρίον Σκάλα, τὸ πέμπτον τὸ χωρίον Κωνσταντίνου, τὸ ἕκτον τὸ χωρίον Μελιγαλᾶ, τὸ ἕβδομον καὶ τὸ ὄγδοον τὸ χωρίον Τζεφερεμίνη, τὸ ἔνατον τὸ χωρίον Μποῦγα, τὸ δέκατον τὸ χωρίον Τζεφερεμίνη, τὸ ἑνδέκατον τὸ χωρίον Κωνσταντίνου, τὸ δωδέκατον καὶ τὸ δέκατον τρίτον τὸ χωρίον Μελιγαλᾶ καὶ τὸ δέκατον τέταρτον καὶ τὸ δέκατον πέμπτον τὸ χωρίον Μάλτα, τουτέστι χωρία τῶν δύο δήμων τῆς δικαιοδοσίας τοῦ συμβολαιογράφου, τῶν δήμων Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανίας, ἀπέχοντα ἀπ’ ἀλλήλων, ὡς λέγει ἐν τῷ ἐγγράφῳ του ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὡς δέχεται τὸ Συμβούλιον ἐν τῇ ἀποφάσει του, μίαν ὥραν, τινὰ δ’ ἐξ αὐτῶν δύο, καὶ ἄλλα τρεῖς ὥρας. Ἦτο λοιπὸν προφανές, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου 15 συμβόλαια νὰ συνταχθῶσιν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ καὶ εἰς 15 ἀλλεπάλληλα χωρία, τὸ πρᾶγμα καθίστατο ἀπολύτως ἀδύνατον, καὶ οὐχὶ 24 ὥρας, ἀλλὰ καὶ 48 ὥρας ἂν εἶχε τὸ ἡμερονύκτιον· καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι μόνον 5 λεπτὰ θὰ ἐδαπανῶντο δι’ ἀνάγνωσιν, βεβαίωσιν καὶ ὑπογραφὴν ἑκάστου συμβολαίου, ὁ χρόνος ἅπας τῆς ἡμέρας δὲν θὰ ἐπήρκει διὰ τὴν σύνταξιν 15 συμβολαίων ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Ἦτο προφανὲς λοιπὸν, ὅτι αἱ βεβαιώσεις ἐν τοῖς συμβολαίοις, ὅτι τὸ πρῶτον συμβόλαιον συνετάχθη εἰς τὸ χωρίον Κωνσταντίνου, τὸ δεύτερον εἰς τὸ χωρίον Ζευγολατεῖον καὶ οὕτω καθεξῆς, εἶναι προφανές, λέγω, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ βεβαιώσεις ἦσαν ψευδεῖς, ὑποπίπτουσι δὲ εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Μοὶ ἐπεβάλλετο λοιπὸν ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ ἐπιτακτικοῦ καθήκοντος νὰ παραγγείλω τὴν καταδίωξιν τοῦ συμβολαιογράφου, καὶ διὰ τοῦτο παρήγγειλα αὐτήν. Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσαντα, ὅστις προέβη καὶ εἰς βεβαίωσίν τινα, ἀπορρέουσαν ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ, ἀλλὰ μὴ προκύπτουσαν ἐκ τῶν ἐγγράφων, βεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπέρρωσεν ὁ ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος κ. Φλέσσας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀντεισαγγελεὺς εἶπεν αὐτῷ δῆθεν, ὅτι ἐπιέσθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν...
§210Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Καὶ τὸ ἐτόνισε μάλιστα ὁ κ. ἀντεισαγγελεύς.
§211Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη χειρότερα, ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ὅτι δηλ. ἐπιέσθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ συμβολαιογράφου. Ἐγὼ δέχομαι πρὸς στιγμὴν ὡς ἀληθῆ τὰ λεγόμενα ὑφ’ ὑμῶν, καὶ δὲν θέλω νὰ διαμφισβητήσω οὔτε τὴν ἀξιοπιστίαν ὑμῶν οὔτε τὴν τοῦ κυρίου Μπούτου. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἀντεισαγγελεὺς ἐβεβαίωσεν ὑμᾶς, ὅτι πιεσθεὶς προέβη εἰς τὴν ἐνέργειάν του, ἀποταθῆτε, παρακαλῶ, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλέσατε αὐτόν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον καὶ ἀμείλικτον καταδίωξιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος, πειθόμενος εἰς πιέσεις καὶ παρακλήσεις, ἔστω καὶ τῶν προϊσταμένων αὐτοῦ, παραβαίνει τὸ καθῆκόν του καὶ ἐνεργεῖ παρὰ τὴν πεποίθησίν του. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἀντεισαγγελεύς, ὃν ὑπονοεῖτε, εἶναι ἀνώτερος πιέσεων καὶ παρακλήσεων, καὶ ὁ βίος του ἐξόχως ἔντιμος καὶ ἐπαινετὸς, καὶ ὅτι οὐδεμία πίεσις ἠσκήθη, ὡς θὰ ἀποδείξω μίαν ἡμέραν. Ἀλλὰ καὶ τίνα λόγον εἶχεν ἡ πίεσις αὕτη, καὶ ἂν θεωρηθῇ ἀληθὴς, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην, ἔστω, νὰ ἀσκήσω πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅταν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε νὰ ἀναιρέσητε, βροντοφωνῶσι μεγαλοστόμως περὶ τοῦ τελεσθέντος ἀδικήματος;
§212Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου. Τί τὰ θέλετε αὐτά;
§213Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶν εἰς ὑμᾶς, κύριε Φλέσσα, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν, δηλαδὴ κατὰ τὴν 7 Αὐγούστου, μετέβην ἐπ’ ἀδείᾳ εἰς Μεσσήνην, ἔσπευσα τηλεγραφικῶς ἐκ Μεσσήνης νὰ παραγγείλω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἄμεσον ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν τοῦ γραφείου τοῦ Λυμπεροπούλου μέχρι τῆς ἐκεῖθεν ἀναχωρήσεώς μου, διότι δὲν ἤθελον παρόντος ἐμοῦ ἐν Μεσσήνῃ νὰ ἐνεργηθῇ αὕτη, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ συστάσεως ἀτομικῆς ἰδικῆς μου προέβη εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ γραφείου τοῦ Λυμπεροπούλου· καὶ ὄντως ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν ἀνέβαλε τὴν ἐνέργειάν του μέχρι τῆς ἀναχωρήσεώς μου ἐκ Μεσσήνης. Τοιαύτη ἦτο ἡ μέριμνά μου περὶ τοῦ ἀνεπηρεάστου τῶν εἰσαγγελικῶν ἔργων. Ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς μετέβη εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ συμβολαιογράφου, ἠρεύνησε τὰ τῆς καταγγελλομένης πράξεως, συνέταξεν ἔκθεσιν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ συμβολαιογράφου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Οἰχαλίας, καὶ ὑπέβαλεν αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδόλως ἦτο δυνατὸν νὰ περιῆλθεν ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ συμβολαιογράφος τὰ 15 χωρία, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τοῖς συμβολαίοις αὐτοῦ, καὶ νὰ συνέταξε τὰ συμβόλαια ἐκεῖνα, καὶ ὅτι συνεπῶς ἡ βεβαίωσις τοῦ συμβολαιογράφου ἐν τοῖς ἐπισήμοις ἐκείνοις συμβολαίοις ἦτο ψευδής...
§214Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τίνα λόγον εἶχεν ὁ συμβολαιογράφος νὰ πλαστογραφήσῃ τὰ συμβόλαια;
§215Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω ἀμέσως. Ἐὰν δὲν ἐσπεύδετε, δὲν θὰ ἐλαμβάνετε τὸν κόπον νὰ ἐρωτήσητε. Ἀληθῶς εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς περιέλαβε καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ἀπολογίαν τοῦ συμβολαιογράφου, διὰ τῆς ὁποίας ὁ συμβολαιογράφος ἐξηγεῖ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τὸ δυνατὸν τοῦ πράγματος, ὅτι δῆθεν ἦτο δυνατὸν ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ νὰ συντάξῃ 15 συμβόλαια εἰς 15 χωρία, ἀπέχοντα ἀλλήλων ἔστω καὶ μίαν ὥραν, ἐνῷ διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ταῦτα ἀπέχουσιν ἀλλήλων ἀπὸ 1 ἕως 3 ὥρας...
§216Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηγγείλατε νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις;
§217Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρήγγειλα διὰ τοῦ ἐγγράφου μου νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις.
§218Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τακτικὴ ἀνάκρισις.
§219Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἄλλο εἶναι ἡ παραγγελία πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθήκοντά του ἢ παραγγελία πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ πλαστογραφίας; Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν, τί ἐπεκαλέσθη ὁ συμβολαιογράφος. Ὁ συμβολαιογράφος ἐπεκαλέσθη, ὅτι τρὶς τῆς ἡμέρας ἐκ τοῦ Μελιγαλᾶ διέρχεται σιδηροδρομικὴ ἁμαξοστοιχία, καὶ ὅτι πλὴν τούτου ποιεῖται καὶ ποδηλάτου χρῆσιν. Ἀληθῶς θὰ ἐγέλα ὁ Εἰσαγγελεὺς μὲ τὰς τοιαύτας ἐξηγήσεις τοῦ κυρίου συμβολαιογράφου. Διότι, ἐὰν διέρχηται τρὶς τῆς ἡμέρας ἡ σιδηροδρομικὴ ἁμαξοστοιχία, διέρχεται ὡς ἑξῆς· ἡ πρωϊνὴ ἁμαξοστοιχία, ἀναχωροῦσα ἀπὸ τὰς Καλάμας τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν, διέρχεται διὰ τοῦ Μελιγαλᾶ καὶ Διαβολιτσίου, καὶ ἐκεῖθεν μεταβαίνει εἰς Μεγαλόπολιν· κατόπιν ἔχομεν τὴν μεταμεσημβρινὴν ἁμαξοστοιχίαν, τὴν διερχομένην διὰ Κυπαρισσίας τὴν 3ην μ. μ., κατόπιν ἔχομεν τὴν ἁμαξοστοιχίαν τὴν ἀναχωροῦσαν ἐξ Ἀθηνῶν διὰ Καλάμας καὶ διερχομένην διὰ Μελιγαλᾶ τὴν 7ην ἑσπερινὴν ὥραν. Αὗται δὲ αἱ ἁμαξοστοιχίαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διευκολύνωσι τὸν συμβολαιογράφον, ἵνα μεταβῇ εἰς 2 ἢ 3 χωρία, διὰ τῶν ὁποίων διέρχεται ἡ ἁμαξοστοιχία, ἀλλ’ ὄχι καὶ εἰς τὰ 12 χωρία, ἅτινα ἀπέχουσι 2 ἢ 3 ὥρας ἀπὸ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμήν. Ὁ κύριος συμβολαιογράφος ἐπεκαλέσθη καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ ποδηλάτου, καὶ εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ διηυκολύνθη ἡ μετάβασίς του εἰς τὰ χωρία Σκάλα, Κωνσταντίνου, Μάλτα, Μποῦγα καὶ τὰ ἄλλα, ἐνῷ οὔτε ἁμαξιτὴ ὁδὸς ὑπάρχει οὔτε σιδηροδρομικὴ γραμμὴ διέρχεται ἐκεῖθεν, τὰ πλεῖστα δὲ τούτων κεῖνται ἐπὶ τοῦ βουνοῦ, ἐκτὸς ἐὰν διὰ τῆς δικαιολογίας ταύτης ὁ κ. συμβολαιογράφος ἐννοεῖ, ὅτι ἐφεῦρε νέον σύστημα ποδηλάτου, δι’ οὗ νὰ ἀνέρχηται καὶ εἰς τὰ βουνά! Ἀλλὰ καὶ ταῦτα πάντα ἐὰν ἦσαν δυνατὰ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος ἔκαμε χρῆσιν τοῦ ποδηλάτου καὶ ἀνέβη δι’ αὐτοῦ εἰς τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ τὸν διηυκόλυνεν, ἐν τούτοις πάλιν ἀναμφισβήτητον μένει, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον, ἵνα συντάξῃ τοσαῦτα συμβόλαια. Καὶ ἀληθὲς μὲν εἶναι, ὅτι τὰ συμβόλαια ταῦτα ἦσαν ἔντυπα, συμπληρούμενα κατὰ τὴν σύνταξίν των, διότι πρόκειται περὶ πληρεξουσίων τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ τὴν παρουσίαν αὐτῶν ἐν τῇ Συνελεύσει· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦσαν ἔντυπα τὰ πληρεξούσια ταῦτα, ἡ συμπλήρωσις αὐτῶν, ἡ ἐμφάνισις τῶν συμβαλλομένων, ἡ βεβαίωσις τοῦ περιεχομένου τῶν συμβολαίων δι’ ἀναγνώσεως καὶ ἡ ὑπογραφὴ αὐτῶν παρὰ τῶν συμβαλλομένων, τῶν μαρτύρων καὶ τοῦ συμβολαιογράφου πάντως θὰ ἀπῄτει, ἂν οὐχὶ περισσότερον, τοὐλάχιστον ἡμισείας ὥρας χρόνον. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, πῶς ἦτο δυνατὸν, ὁ συμβολαιογράφος νὰ συντάξῃ τοσαῦτα συμβόλαια ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ; Τὸ πρᾶγμα εἶναι χονδροειδὲς, τὸ ψεῦδος εἶναι τόσον καταφανές, ὥστε οὐδόλως δεῖται ἐξηγήσεώς τινος ἢ ἐρεύνης μεγάλης, ἵνα πεισθῶμεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ψευδῶν βεβαιώσεων τοῦ συμβολαιογράφου. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, διατὶ ἔπραξε ταῦτα ὁ κ. συμβολαιογράφος; Ἂς ἐρευνήσωμεν καὶ τὸ διατὶ, ἀφοῦ τὸ θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, καὶ ἀφοῦ εἴμεθα ἔν τινι μέτρῳ δικασταὶ, καὶ ὡς δικασταὶ ὀφείλομεν νὰ ἐγκύψωμεν εἰς τὸ γεγονὸς καὶ νὰ ἐξηγήσωμεν τὴν αἰτίαν αὐτοῦ. Καὶ ἐν τούτῳ ἀπαντῶ εἰς ὑμᾶς, κύριε Φικιώρη. Διότι ὁ συμβολαιογράφος τὴν 31 Αὐγούστου εὑρέθη εἰς πολιτικὴν ἀνάγκην νὰ συντάξῃ ὅλα αὐτὰ τὰ συμβόλαια. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Σεπτεμβρίου—δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν— συνέρχονται οἱ μέτοχοι εἰς συνέλευσιν...
§220Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 6 Σεπτεμβρίου.
§221Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ. Μάλιστα, τὴν 6 Σεπτεμβρίου συνέρχεται ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων ἐν Πάτραις· ἡ παράστασις δὲ τῶν μετόχων γίνεται εἴτε αὐτοπροσώπως, εἴτε διὰ πληρεξουσίων. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὁποῖος ἀγὼν διεξήχθη καὶ διεξάγεται κατ’ ἔτος εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀγὼν παράνομος καὶ ἀνήθικος, πρὸς ἐπικράτησιν ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ τῆς Τραπέζης, ἀγὼν παριστῶν οἰκτρὸν θέαμα μαινομένων ἐπιδρομέων περὶ τὸ θνησιμαῖον, ὅπερ καλεῖται Σταφιδικὴ Τράπεζα, καὶ τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ἐκλογὴν εὐνοϊκοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ δώσῃ καὶ κομματικὰ καὶ ἄλλου εἴδους ὠφελήματα εἰς τοὺς νικητάς. Ὁ κύριος Σάκκης ἦτο παρὼν κατὰ τὴν τελευταίαν Συνέλευσιν, καὶ δύναται νὰ μαρτυρήσῃ περὶ τούτου...
§222Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑμεῖς τὸ γνωρίζετε αὐτό.
§223Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ γνωρίζω, διότι καὶ προήδρευσα ἅπαξ τῆς Συνελεύσεως, ὅπως καὶ ὑμεῖς, ἀλλὰ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε πλέον θὰ πατήσω τὸν πόδα μου εἰς τὰς Πάτρας διὰ τοιοῦτον σκοπόν, ἕνεκα τῆς βδελυγμίας, ἣν προκαλοῦσι τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ Συνελεύσει.
§224Π. ΣΑΚΚΗΣ. Δραματικώτερον θέαμα καὶ πράγματα μᾶλλον ἀκατονόμαστα οὐδέποτε εἶδον νὰ διαπραχθῶσιν εἰς κανὲν μέρος, εἰμὴ εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Τὰ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος ἐν τῇ Συνελεύσει, ἐδημοσιεύθησαν δὲ ταῦτα καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας.
§225Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὁποῖον εἶναι τὸ συμφέρον πολιτευτῶν τινων, ὅπως συγκεντρώσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέραν πλειονοψηφίαν μετόχων ἐν τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ. Ἔσπευσαν λοιπὸν ὅλοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἐπικρατήσωσιν ἐν τῇ Συνελεύσει· καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ σπεύσωσι, διότι ἡ 31 Αὐγούστου ἦτο ἡ τελευταία ἡμέρα, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ συνταχθῶσι τὰ πληρεξούσια συμβόλαια. Διότι, ἀφοῦ τὸ καταστατικὸν καὶ ὁ νόμος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐπιτρέπει τὴν διὰ πληρεξουσίων παράστασιν τῶν μετόχων, προὐνόησε τὸ Συμβούλιον νὰ ἐγκαταστήσῃ καὶ τάξιν τινὰ εἰς τὴν παράστασιν τῶν πληρεξουσίων, δηλαδὴ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐμφανίζωνται αἱ 3,000 ἢ 4,000 μέτοχοι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνελεύσεως, καὶ πῶς θὰ ἐξελέγχηται ὅλη αὐτὴ ἡ σωρεία τῶν πληρεξουσίων συμβολαίων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον, ἂν πάντα τὰ πληρεξούσια προσήγοντο κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Συνελεύσεως.
§226Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ὁ ἀριθμὸς περιωρίσθη εἰς 100.
§227Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι, ὅτι περιωρίσθη εἰς 100, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῶν νῦν συμβαινόντων, ἀλλὰ περὶ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1902, ὅτε ἴσχυεν ὁ παλαιὸς νόμος. Προὐνόησε λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἡ Σταφιδικὴ, καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τοὺς μετόχους διὰ τῶν πρακτόρων αὐτῆς, ὅτι πᾶς, ὅστις ἤθελε νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἴτε ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ μετόχου εἴτε ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ πληρεξουσίου μετόχου, ὤφειλεν, ὡς μέτοχος μὲν, νὰ καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον τῆς μετοχῆς αὐτοῦ εἰς τὸν οἰκεῖον πράκτορα, ὡς πληρεξούσιος δὲ, τὸ ἔγγραφον τὸ παρέχον αὐτῷ τὴν ἐντολὴν, ἵνα ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τοῦ πράκτορος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, λάβῃ εἰσιτήριον εἰσόδου ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ νομιμοποιήσῃ τὴν παράστασιν αὐτοῦ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἡ τελευταία δὲ ἡμέρα, καθ’ ἣν ὤφειλον νὰ προσκομισθῶσιν εἰς τοὺς πράκτορας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἦτο ἡ 1 Σεπτεμβρίου. Ἐπεβάλλετο λοιπὸν ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης, ἵνα χάριν τῶν κομματικῶν συμφερόντων τοῦ θείου συντάξῃ ὁ ἀνεψιὸς τὰ πληρεξούσια οὐχὶ πέραν τῆς 31 Αὐγούστου, διότι φαίνεται, ὅτι, μεριμνῶντες περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Τραπέζης, καὶ ἔχοντες ἀνάγκην τῶν πληρεξουσίων ἐκείνων, εἶχον παραλείψει νὰ καταρτίσωσι ταῦτα ἐγκαίρως, καὶ ἔσπευδον νὰ τὰ κάμωσι τὴν τελευταίαν ἡμέραν. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐὰν παρουσιασθῶσι τὰ πληρεξούσια ἐκεῖνα, θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ταῦτα ἐγένοντο ἀπὸ φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ὅτι ἡ ἐντολὴ πρὸς παράστασιν ἐδίδετο πρὸς ἀνθρώπους φίλους τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, καὶ ἐξηγήθη τὸ διατὶ ὁ συμβολαιογράφος Λυμπερόπουλος ἐν μιᾷ μόνῃ ἡμέρᾳ κατώρθωσε νὰ συντάξῃ 15 πληρεξούσια, περιτρέχων μετὰ σιδηροδρομικῆς ταχύτητος τὰ χωρία Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανίας.
§228Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι ὁ λόγος οὗτος τῆς σπουδῆς ἦτο ἀρκετὸς, ὅπως ἀναπτύξῃ ὁ συμβολαιογράφος ἐκεῖνος ὅλην τὴν ταχύτητα, ἵνα συντάξῃ ταῦτα; Ἄλλως, εἶναι πλαστὰ τὰ συμβόλαια ἐκεῖνα; Προσῆλθον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι νὰ κάμωσι τὰ συμβόλαια καὶ ὑπέγραψαν αὐτά; Τὰ συμβόλαια εἶναι ἀληθῆ κατὰ τὰ ἄλλα· ἐδόθη ἡ ἐντολή.
§229Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ συμβόλαια, κατὰ τὸ Συμβούλιον καὶ κατ’ ἐμέ, συνετάχθησαν ἅπαντα ἐν Μελιγαλᾷ, οἱ ἐντολοδόται ὅμως δὲν προσῆλθον εἰς Μελιγαλᾶ, ἵνα τὰ ὑπογράψωσι τὴν 31 Αὐγούστου, ὅτε ἀναφέρεται, ὅτι συνετάχθησαν· καὶ τοῦτο θὰ ἐξηγήσω εὐθὺς ἀμέσως. Εἰς τὸ ἐρώτημά σας ὅμως ἀπαντῶ, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ κομματικὸν συμφέρον, καὶ ὁσηνδήποτε καὶ ἂν ἀνέπτυσσε ταχύτητα ἕνεκα τούτου ὁ συμβολαιογράφος, θὰ ἦτο ὅλως ἀδύνατον, ἕνεκα τῶν ἀποστάσεων καὶ τῶν ἀπαραιτήτων χρονοτριβῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν συμβολαίων, νὰ γείνουν ταῦτα ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ. Τοῦτο δέχεται καὶ τὸ Συμβούλιον. Ἀλλὰ τότε διατὶ τὰ συμβόλαια νὰ μὴ φέρωσι τόπον συντάξεως τὸ Μελιγαλᾶ; Ἐὰν τὰ συμβόλαια συνετάσσοντο μὲ τόπον συντάξεως τὸ Μελιγαλᾶ, βεβαίως ὑπῆρχεν εἷς κίνδυνος διὰ τὸν συμβολαιογράφον. Τότε ἦτο δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Θὰ τῷ ἔλεγον, ἐπὶ παραδείγματι: «πῶς συνέταξες πληρεξούσια τῶν κυρίων Φικιώρη, Γκότση, Σάκκη, Ρώμα, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, καταγόμενοι ἀπὸ διάφορα χωρία τῶν δύο δήμων, καθ’ ἣν ἡμέραν συνετάχθησαν τὰ συμβόλαια, δὲν εὑρίσκοντο εἰς Μελιγαλᾶ;» Ἐκ τοῦ φόβου αὐτοῦ τὰ συμβόλαια δὲν ἀναφέρουσιν ὡς τόπον συντάξεως τὸ Μελιγαλᾶ, καίτοι ἐκεῖ συνετάχθησαν.
§230Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὥστε εἶναι καὶ προχρονολόγησις.
§231Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οἱ ἐντολοδόται, οἱ ὑπογράψαντες αὐτά, δὲν ἦσαν εἰς Μελιγαλᾶ τὴν ἡμέραν τῆς 31 Αὐγούστου, καθόσον εὑρίσκοντο εἰς τὰ χωρία των, ἢ ἀλλαχοῦ, αὐτὰ δὲ ἢ ἀπεστάλησαν ἢ μετεφέρθησαν κατόπιν εἰς τὰ διάφορα χωρία, καὶ οἱ ἐντολοδόται, φίλοι βεβαίως τοῦ κ. συμβολαιογράφου, δὲν ἠρνήθησαν νὰ ὑπογράψωσιν αὐτά...
§232Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ πλαστογραφίας, ἐπελήφθη ἡ ἀνάκρισις;
§233Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταγγελία, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἡ ἀνακοίνωσις εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ἐπιτετραμμένην τὴν κατὰ νόμον καταδίωξιν τῶν ἀδικημάτων, αὐτοῦ τοῦ ἀδικήματος. Ὥστε δὲν ἐννοῶ περὶ τίνος ἐρωτᾶτε. Μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, τὴν γενομένην εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ συμβολαιογράφου, ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν. Δὲν θ’ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τὴν πρότασιν αὐτοῦ πρὸς τὸ Συμβούλιον, ἥτις περιέχεται ἐν τῇ ἀποφάσει, ἵνα μὴ σᾶς κουράσω, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ δι’ αὐτῆς θὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὴν ἀναγκαίαν βεβαίωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀποστάσεως τῆς χωριζούσης τὰ διάφορα χωρία ἀπ’ ἀλλήλων. Ἐγὼ δὲν θὰ προβάλω, ὡς ὁ κ. Βουλευτής, τὴν ἰδικήν μου γνώμην περὶ τῆς ἀποστάσεως ταύτης, ἀλλὰ θὰ ἀκουσθῇ ἡ βεβαίωσις τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ μένοντος ἐν τῷ τόπῳ ἐπὶ πενταετίαν ἤδη, καὶ ἄλλοτε δὲ ὑπηρετήσαντος ἐκεῖ, καὶ δυναμένου ὡς ἐκ τούτου νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀποστάσεις τῶν διαφόρων χωρίων, καὶ ἡ βεβαίωσις τριῶν δικαστῶν, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ὑπηρετούντων ἐν τῷ τόπῳ, καὶ δυναμένων νὰ γνωρίζωσιν ἄριστα τὰς ἀποστάσεις. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ἀπόφασις (ἀναγινώσκει): «Ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ τοῦ ἀπὸ 28 Αὐγούστου ἐ. ἔ. κατηγορητηρίου του ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν τὸν συμβολαιογράφον Οἰχαλίας Π. Λυμπερόπουλον ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τούτου, ἔχοντος (τοῦ κατηγορητηρίου) οὕτως: «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπὸ 4 Αὐγούστου ἐ. ἔ. ἔκθεσίν μας περὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ γραφείου τοῦ συμβολαιογράφου Π. Λυμπεροπούλου, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος οὗτος συνέταξε κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου 1902 τὰ ἑξῆς συμβόλαια, μεταβὰς ἐπὶ τόπου εἰς διάφορα χωρία τῆς δικαιοδοσίας του, συμβόλαια ἀφορῶντα διορισμὸν εἰδικοῦ πληρεξουσίου διὰ παράστασιν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Συνέλευσιν, ἤτοι τὰ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 8003, 8007 καὶ 8013 εἰς τὸ χωρίον Κωνσταντίνου, τὸ 8004 ἐν Ζευγολατείῳ, τὰ 8005 καὶ 8011 ἐν Μπούγᾳ, τὸ 8006 ἐν Σκάλᾳ, τὰ 8008, 8014 καὶ 8015 ἐν Μελιγαλᾷ, τὰ 8009, 8010 καὶ 8012 ἐν Τζεφερεμινίῳ, τὰ 8016 καὶ 8017 ἐν Μάλτᾳ, χωρία ἀπέχοντα ἀλλήλων, ἄλλα μὲν πλέον τῆς ὥρας, ἄλλα δὲ πλέον τῶν δύο ὡρῶν, καὶ ἕτερα πλέον τῶν τριῶν ὡρῶν, ἅτινα ἀναμφιβόλως θὰ συνετάχθησαν ἅπαντα ἐν Μελιγαλᾷ, καὶ οὐχὶ ἐν τοῖς ἀναφερομένοις χωρίοις, τὸ μὲν διότι προφανῶς αἱ ἀποστάσεις τῶν ἀναφερομένων χωρίων ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ συμβολαιογράφου καὶ ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ἤρκεσεν ὁλόκληρος ἡ ἡμέρα τῆς 31 Αὐγούστου π. ἔ. πρὸς μετάβασιν καὶ σύνταξιν ἐπὶ τόπου τῶν συμβολαίων τούτων, τὸ δὲ διότι καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐν τῷ εὑρετηρίῳ αὐτοῦ πλημμελοῦς καταχωρίσεως τῶν συμβολαίων ἐνισχύεται ἡ πεποίθησις, ὅτι ἅπαντα ταῦτα συνετάχθησαν ἐν Μελιγαλᾷ, καὶ οὐχὶ ἐν τοῖς ἀναφερομένοις χωρίοις, διότι ἔδει τὰ εἰς τὸ αὐτὸ χωρίον συνταχθέντα πληρεξούσια νὰ λαμβάνωσι καὶ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν τοῦ εὑρετηρίου, καὶ οὐχὶ, ὡς εἶναι κατακεχωρισμένα, ἀνωμάλως, καὶ μάλιστα ἄνευ ὑπογραφῆς τῶν ἐντολοδοτῶν εἰς τὴν οἰκείαν στήλην τοῦ εὑρετηρίου. Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ διαληφθεὶς συμβολαιογράφος περιέπεσεν, ἂν οὐχὶ εἰς ποινικὴν, ὡς μὴ ποιήσας ταῦτα ἐκ προθέσεως, πάντως ὅμως, καὶ ἐπιεικῶς κρινόμενος, περιέπεσεν εἰς πειθαρχικὴν καταδίωξιν, ἕνεκα κουφότητος καὶ ἀδιαφορίας περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Διότι οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῇ ἀπολογίᾳ τοῦ συμβολαιογράφου λόγοι δὲν κρίνονται βάσιμοι· ἄλλως τε καὶ διὰ μόνην τὴν παράλειψίν του, μὴ μεριμνήσαντος, ὅπως ὑπογράψωσιν εἰς τὸ εὑρετήριον οἱ συμβαλλόμενοι καὶ εἰς τὴν οἰκείαν στήλην, τὴν κανονισθεῖσαν δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς 4 Φεβρουαρίου 1836, συμφώνως τῇ ῥητῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 200 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἐστὶ πειθαρχικῶς τιμωρητέος. Διὰ ταῦτα ἐπιβάλλει εἰς τὸν συμβολαιογράφον Π. Λυμπερόπουλον πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου δραχμῶν εἴκοσιν.»
§234Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Μήπως θέλετε νὰ ἴδητε τὰς ἀποστάσεις ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ Νουχάκη;
§235Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μελετήσατέ το σεῖς.
§236Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὸ γράφει τὰς ἀποστάσεις τῶν χωρίων ἀπὸ τῆς πρωτευούσης, οὐχὶ τὰς μεταξὺ τῶν διαφόρων χωρίων.
§237Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Θὰ ἴδητε, ὅτι αἱ ἀποστάσεις αὗται κυμαίνονται ἀπὸ τῆς μιᾶς ὥρας μέχρι τῶν 10 λεπτῶν τοῦ ἑνὸς χωρίου ἀπὸ τοῦ ἄλλου.
§238Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπατᾶσθε. Καὶ ἂν θέλητε νὰ πεισθῆτε περὶ τοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον διέτρεξεν ὁ συμβολαιογράφος, — ἐὰν ὑποτεθῶσιν ἀληθῆ τὰ συμβόλαια, — δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἐξακριβώσητε τὴν ἀπόστασιν, ἡ ὁποία χωρίζει τὸ χωρίον Μελιγαλᾶ ἀπὸ τοῦ χωρίου Κωνσταντίνου, διότι ἐκεῖ συνετάχθη τὸ πρῶτον συμβόλαιον...
§239Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Πῶς ἀποδεικνύεται τοῦτο;
§240Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς καταχωρίσεως ἐν τῷ εὑρετηρίῳ.
§241Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Καὶ ποῦ εὑρίσκεται τὸ εὑρετήριον;
§242Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς μοῦ ζητεῖ τὸ εὑρετήριον! Ἐὰν δὲν ἠξεύρετε αὐτὰ τὰ πράγματα, παρακαλῶ νὰ σιωπᾶτε... Δεύτερον, τὴν ἀπόστασιν, ἥτις χωρίζει τὸ χωρίον Κωνσταντίνου ἀπὸ τοῦ χωρίου Ζευγολατείου· τρίτον τὸ χωρίον τοῦτο ἀπὸ τοῦ χωρίου Μπούγα, καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τέλους τῶν 15 συμβολαίων. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ γνώμης, ὅπως ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐπικυρωθῇ, συμφώνως τῇ γνώμῃ του. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὑποβάλλων αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναφέρει: «Ὑποβάλλων ἐσωκλείστως μετὰ τῆς σχετικῆς δικογραφίας ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 51 ἐ. ἔ. ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, δι’ ἧς ἐτιμωρήθη διὰ πειθαρχικῆς ποινῆς προστίμου δραχμῶν εἴκοσιν ὁ συμβολαιογράφος Οἰχαλίας Π. Λυμπερόπουλος, γνωμοδοτῶ ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἀποφάσεως, ὡς ὀρθῶς ἐχούσης, διὰ τοὺς λόγους αὐτῆς καὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. παρὰ Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελέως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἰω. Σαπουντζάκης.» Εἶχον, Κύριοι, τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, ἐπιβάλλουσαν ποινὴν προστίμου, εἶχον τὴν πρότασιν τοῦ παρὰ Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελέως, προτείνοντος τὴν τιμωρίαν τοῦ συμβολαιογράφου καὶ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἀποφάσεως, εἶχον κατόπιν τὴν πρότασιν τοῦ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως, προτείνοντος τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἀποφάσεως, ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις εἶχον τὴν ἀδιάσειστον ἀτομικὴν πεποίθησιν, ὡς γνωρίζων τὰ μέρη, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, καὶ τὰ αἴτια τὰ παρακινήσαντα τὸν συμβολαιογράφον εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν, ὅτι πάντα ταῦτα τὰ συμβόλαια συνετάχθησαν ἐν Μελιγαλᾷ, καὶ ὑπεγράφησαν κατόπιν παρὰ τῶν ἐντολέων. Τί μοὶ ἐπεβάλλετο λοιπὸν νὰ πράξω; Στοιχειῶδες καθῆκον μοὶ ἐπέβαλλεν, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἤθελον νὰ ἦμαι ἀρεστὸς πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, νὰ ἐπικυρώσω τὴν ἀπόφασιν. Καὶ ἐπεκύρωσα αὐτήν· οὐδαμῶς δὲ μετανοῶ, μεθ’ ὅσα σήμερον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρανομίαι, διὰ τὰς ὁποίας μὲ ἐνεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἐὰν ὑπάρχῃ παρανομία οἱαδήποτε, παράβασις οἱουδήποτε νόμου, προβαίνω πρῶτος ἐγὼ, κύριε Βουλευτὰ, καὶ ζητῶ παρ’ ὑμῶν νὰ ἐξασκήσητε τὴν ἐξουσίαν σας, νὰ ἐξασκήσητε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε, ὡς Βουλευτὴς, κατὰ τοῦ παραβάντος τὸν νόμον Ὑπουργοῦ. Διότι σᾶς εἶπον, ὅτε πρὸ ὀλίγου εἴπετε, ὅτι θὰ δειχθῆτε ἐπιεικὴς, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἐπιεικείας, ἢ, καὶ ἂν ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ὑπάρχει τι, διὰ τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἐπιδείξητε ἐπιείκειαν, ἀξιῶ παρ’ ὑμῶν πᾶσαν τὴν αὐστηρότητα, τῆς ὁποίας δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν, καὶ προκαλῶ μάλιστα ὑμᾶς πρὸς τοῦτο. Προβαίνω δὲ καὶ ἔτι περαιτέρω, διότι κατερχόμενος τοῦ βήματος καὶ πάρθια βέλη ἐπειράθητε νὰ ῥίψητε, ἀφοῦ δὲν εἴχετε ἄλλο τι ἄξιον λόγου νὰ εἴπητε. Εἴχετε χαρτία τινὰ ἐνώπιόν σας, ἐπιστολάς μου, καθ’ ἃ σεῖς λέγετε, καὶ ἠθελήσατε νὰ ἀναγνώσητε τὰς ἐπιστολάς μου ταύτας, ἀπευθυνομένας πρὸς συμπολίτας μου. Εἶναι ἐντροπὴ, ἄνθρωπος ἐγγηράσας ἐν τῇ πολιτικῇ, πολιτευόμενος ἐπὶ 40 ἔτη καὶ ἐκλεγόμενος Βουλευτὴς, νὰ ἀγνοῆτε τὸ στοιχειῶδες τοῦτο, ὅτι τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν, ἐὰν ἔχητε τοιαύτας, εἶναι ἀπαραβίαστον κατὰ τὸ Σύνταγμα!
§243Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἶσθε ἀνίκανος νὰ μὲ διδάξητε.
§244Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐδίδαξα περὶ τούτου καὶ ἐγὼ καὶ ἡ Βουλὴ πρὸ ὀλίγου. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς διδάσκω ἐπιπροσθέτως νῦν περὶ ἄλλου τινὸς, ὅτι καθῆκον ἔχετε νὰ ἀναγνώσητε τὰς ἐπιστολὰς ταύτας πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ σᾶς προκαλῶ πρὸς τοῦτο ἐν τέλει, οἱασδήποτε ἐπιστολὰς καὶ ἂν ἔχητε, εἴτε ἐπιστολὰς ἰδικάς μου ἀπευθυνομένας πρὸς ἄλλους, εἴτε ἄλλων ἀπευθυνομένας πρὸς ἐμὲ, νὰ ἀναγνώσητε αὐτὰς πρὸς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἄδειάν μου, διότι ἄλλως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ῥίπτειν ἁπλῶς ὑπαινιγμοὺς ἄνευ τῆς ἀμέσου ἀποδείξεως εἶναι ἔργον δόλιον καὶ συκοφαντικὸν τόσον δι’ ὑμᾶς, ὡς καὶ διὰ πάντα ἄλλον. Θὰ ἦτο περίεργον ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν οἱ πολιτευόμενοι, οἵτινες ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀναστρεφώμεθα μετὰ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, καὶ νὰ γνωρίζωμεν τὰς ἀνάγκας αὐτῶν καὶ τὰς σκέψεις αὐτῶν περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἐστερούμεθα τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀλληλογραφεῖν πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, τοῦ ἀνακοινοῦν τὰς σκέψεις ἡμῶν καὶ λαμβάνειν ἀπαντήσεις παρὰ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Διότι εἰς τὴν στέρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἤθελε καταλήξει ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀπειλῶν τρόπον τινὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἐπιστολῶν πρὸς με ἀπευθυνομένων, ἢ παρ’ ἐμοῦ γραφεισῶν. Ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ἀλληλογραφῶ πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, καὶ καυχῶμαι μάλιστα διὰ τοῦτο, ὅτι πρὸς τοὺς συμπολίτας μου ἀλληλογραφῶ πάντοτε, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, καὶ οὐδένα ἐξαιρῶ, οὔτε νομίζω, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι χωρεῖ ἐπιλογή τις ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος τούτου τοῦ πολιτευομένου, τὸ ὁποῖον ἀρετὴν θεωρῶ, καὶ θὰ ηὐχόμην τῆς ἀρετῆς ταύτης νὰ μὴ ἐστερεῖτο καὶ ὁ κ. Βουλευτής. Προκαλῶ δὲ ὑμᾶς καὶ πάλιν, κύριε συμπολῖτα, οἱασδήποτε ἐπιστολάς μου καὶ ἂν ἔχητε, νὰ τὰς ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ νὰ τὰς καταθέσητε εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§245Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὸς ὁ Μεσσηνιακὸς πόλεμος θὰ διαρκέσῃ πολύ;
§246Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὅσον καὶ ὁ παλαιός!
§247ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἀναμιχθῶ εἰς συζήτησιν φέρουσαν ὅλως τοπικὸν χαρακτῆρα, ἂν μὴ ἡ ἔκθεσις τῶν γεγονότων ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἡ δρᾶσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κατέληξε γενικώτερον εἰς φανερὰν παράβασιν τῶν νόμων, καὶ ἂν μὴ προεκάλει ἡμᾶς ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. πρώην Ὑπουργός. Καὶ λαμβάνων τὸν λόγον δὲν ἐννοῶ νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀκριβῆ ὅσα ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὁ κύριος Μερλόπουλος, ἀπαντῶν εἰς τὰς κατ’ αὐτοῦ καταγγελίας, ἐξέθηκεν ἡμῖν. Θὰ λάβω μόνον ὑπ’ ὄψιν τὰ γεγονότα, ὅσα αὐτὸς οὗτος ὡμολόγησε καὶ τὰ ἔγγραφα βεβαιοῦσι, καὶ εὑρίσκων ἐν αὐτοῖς καὶ δι’ αὐτῶν, ὅτι ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρέβη τοὺς νόμους, θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐμὰς σκέψεις καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ πρακτέου. Τρεῖς ἐγὼ εὑρίσκω παραβάσεις τῶν νόμων, διαπραχθείσας ἀπὸ τὸν κύριον πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀξίας νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Πρώτην καὶ οὐσιωδεστάτην παράβασιν τῶν νόμων, καταφανῆ εἰς πάντα, καὶ μόνον εἰς τοὺς θέλοντας νὰ καλύψωσι τὴν παράβασιν μὴ καταφανῆ, πρώτην τοιαύτην παράβασιν εὑρίσκω τὸν διορισμὸν τοῦ ἀνηλίκου συμβολαιογράφου. Ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ πολλῆς τῆς εἰλικρινοφανείας ὡμολόγησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὰ στοιχεῖα τὰ ἀποδεικνύοντα τὴν ἡλικίαν τοῦ συμβολαιογράφου καὶ τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ἀλλ’ ὅμως εἶχέ τινα ἰδίαν πεποίθησιν περὶ τῆς ἐνηλικότητος τοῦ ὑποψηφίου συμβολαιογράφου, ἀλλὰ διότι εἶχε καὶ τινα ἀμφιβολίαν, καὶ δὲν ἦτο πλήρης ἡ πεποίθησις αὐτοῦ, ἀνέβαλε τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶχε προκαλέσει. Ἔλαβεν ὅμως, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς δικογραφίας, καί τινα ἐκμαρτύρια, κατασκευασθέντα ἐνώπιον τοῦ Βʹ Εἰρηνοδικείου Βορείου Πλευρᾶς Ἀθηνῶν,—ἐννοῶ τὰς καταθέσεις δύο πρὸς τοῦτο, ἀγνοῶ συμφώνως πρὸς ποῖον νόμον, ἐξετασθέντων μαρτύρων, — ἐσχέτισε πάντα ταῦτα, καὶ συνεπλήρωσε τὴν πεποίθησιν αὑτοῦ, μεθ’ ὃ προέβη εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος. Ὁμολογεῖ δηλαδὴ σαφῶς, ὅτι παρέβη τὸν νόμον· διότι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ δὲν ἐζήτησε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Καὶ ἰδοὺ διατί. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ μητρῷα ἀρρένων, καθ’ ἑαυτά, οὐδεμίαν ἀποτελοῦσιν ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἡλικίας τῶν ἐν αὐτοῖς ἐγγεγραμμένων, πλὴν καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ στρατολογίας. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει, ὅταν πρόκηται περὶ ἀποδείξεως ἡλικίας δι’ οἱανδήποτε ἄλλην περίπτωσιν, δὲν ἔχει οὕτω καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἀποδείξεως τῆς ἡλικίας πρὸς διορισμὸν εἰς θέσιν δικαστικοῦ ὑπαλλήλου. Προκειμένου περὶ ἀποδείξεως τῆς ἡλικίας πρὸς διορισμὸν εἰς θέσιν δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ὁ νόμος ἀπέδωκεν ἀποδεικτικὴν δύναμιν πλήρη καὶ ἀποκλειστικὴν εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων, καὶ μόνον ὅσοι, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δὲν ἀνέγνωσαν τὸν νόμον δύνανται νὰ λέγωσιν, ὅτι τὰ μητρῷα δὲν ἀποδεικνύουσιν. Ἰδοὺ τί λέγει, Κύριοι, ὁ νόμος ͵ΒΡΠΘʹ τῆς 20|24 Ἀπριλίου τοῦ 1893 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν ἄρθρῳ 5 § αʹ (ἀναγινώσκει): «Συμβολαιογράφος ἢ εἰδικὸς ὑποθηκοφύλαξ διορίζεται ὁ συμπληρώσας τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας του, βεβαιουμένης διὰ ληξιαρχικῆς πράξεως ἢ διὰ τοῦ μητρῴου τῶν ἀρρένων.» Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἑρμηνείας τῆς τοιαύτης σαφοῦς τοῦ νόμου διατάξεως, ἀλλ’ οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ πεποίθησις τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἀποτελεῖ, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ πλήρης, ἀπόδειξιν τῆς ἡλικίας, καὶ ὅτι καὶ οὐδεμίαν ἄλλην πεποίθησιν ἢ μαρτυρίαν δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ Ὑπουργός, ἀλλὰ μόνον τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων, καὶ ταῦτα ὑποβαλλόμενα αὐτῷ καθ’ ὡρισμένον τύπον καὶ τρόπον, ἵνα μὴ δύνηται νὰ χωρήσῃ, ἐν περιπτώσει παραβάσεως τοῦ νόμου, καμμία δικαιολογία· καὶ ἀφοῦ πρῶτον καθ’ ὡρισμένον τύπον καὶ τρόπον περιέλθωσιν εἰς χεῖράς του τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τότε καὶ μόνον δύναται νὰ προέλθῃ εἰς διορισμὸν τοῦ δικαστικοῦ αὑτοῦ ὑπαλλήλου. Ὑπάρχει εἰδικὸν Διάταγμα, τὸ ἀπὸ 27|28 Ἀπριλίου 1893 περὶ ἐκτελέσεως τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, ὃν πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, τὸ ὁποῖον διὰ τὸν διορισμὸν συμβολαιογράφου καὶ εἰδικοῦ ὑποθηκοφύλακος ἀναγράφει εἰδικὴν διάταξιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει πεισθῆ ὁ Ὑπουργός, ὅτι ἔχει τὰ προσόντα ὁ αἰτῶν τὸν διορισμόν. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρ. 15. Ὁ αἰτῶν νὰ διορισθῇ εἰς θέσιν συμβολαιογράφου ἢ εἰδικοῦ ὑποθηκοφύλακος ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔγγραφα τ’ ἀποδεικνύοντα, ὅτι κέκτηται τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 5 § 1 τοῦ νόμου προσόντα.» Τὸ ἄρθρον 5 § 1 τοῦ νόμου ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ. Ἐν αὐτῷ ἀναφέρονται ὡς ἔγγραφα ἀποδεικνύοντα τὴν ἡλικίαν ἡ ληξιαρχικὴ πρᾶξις καὶ τὸ μητρῷον τῶν ἀρρένων...
§248Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μόνον αὐτὸ ἀναφέρει τὸ ἄρθρον;
§249Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τὰ ἄλλα, τὰ οὐσιαστικὰ προσόντα, οἷον τὸ δίπλωμα. Ἀλλ’ ὁ κύριος Καλούτσης θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐννοεῖ μόνον τὰ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικτικὰ τῶν ἄλλων, τῶν οὐσιαστικῶν προσόντων. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Διάταγμα ἐνόει, ὅτι εἶναι ἐπουσιώδη τὰ ἀποδεικτικὰ ταῦτα προσόντος τῆς ἡλικίας, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ παραπέμψῃ εἰς ὁλόκληρον τὴν παράγραφον· ἠδύνατο νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν. Ἡ ἔννοια εἶναι σαφεστάτη, καὶ μόνον οἱ θέλοντες νὰ δικαιολογήσωσι τὰ ἀδικαιολόγητα δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν οἵαν ὁ κ. Καλούτσης ἑρμηνείαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ τότε, εἶχεν ὑπ’ ὄψει Βασιλικὸν Διάταγμα, καθορίζον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὤφειλε νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν του, Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεκλείετο πᾶσα ἰδιαιτέρα πεποίθησις περὶ προσόντων. Τὸν νόμον καὶ τὸ Διάταγμα ἐσεβάσθη; Εἶπεν ὁ ἴδιος, ὅτι τοιαῦτα ἔγγραφα δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν καὶ τὸ μητρῷον ἀρρένων ὑποκατέστησε τὴν ἰδίαν πεποίθησιν, καίτοι ὄχι πλήρη, συγκατένευσεν ὅμως νὰ καταστήσῃ αὐτὴν πλήρη διὰ τῶν δύο μαρτύρων, τῶν ἐξετασθέντων εἰς τὸ Βʹ Εἰρηνοδικεῖον Βορείου Πλευρᾶς Ἀθηνῶν. Νομίζω, ὅτι τοιαύτην δικαιολογίαν δὲν δύναται νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, θὰ τὴν λάβῃ δὲ μόνον ἐφ’ ὅσον...
§250Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν προέβαλα τοιαύτην δικαιολογίαν· ἐπλάσατε ὑμεῖς ταύτην.
§251Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παραιτεῖ ἤδη τὴν τοιαύτην δικαιολογίαν, πεισθεὶς ἴσως, ὅτι καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ τὴν ἐπεκαλεῖτο διόλου. Ἀλλ’ ὅμως συνειδὼς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι περιέπεσεν εἰς παράβασιν τοῦ νόμου, καὶ νομίζων, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προβάλῃ δικαιολογίαν οἱανδήποτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶπεν ὅ,τι ὁ πρωτόπλαστος: «ἡ Εὔα μὲ ἠπάτησεν» «ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἶχε τὰ προσόντα». Καὶ ταῦτα βεβαιοῖ Ὑπουργὸς νομομαθής, ἄνθρωπος, περὶ τῆς μορφώσεως τῆς ἐπιστημονικῆς τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει γνώμη δευτέρα, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται ν’ ἀπατηθῇ, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος συνέπεσε ν’ ἀπατηθῇ εἰς ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν τὴν ἰδιαιτέραν αὑτοῦ πατρίδα, τὸν ἰδιαίτερον αὑτοῦ φίλον, τὸν κληρωτὸν ἐκεῖνον καὶ ἔφεδρον ἀξιωματικόν, τὸν μετ’ ὀλίγας μόλις ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀπολύσεώς του διορισθέντα καὶ διαρκῶς συχνάζοντα εἰς τὰ ἰδιαίτερα ὑπουργικὰ γραφεῖα. Ἐν τούτοις ἡ Εὔα ἠπάτησε τὸν κ. πρώην Ὑπουργόν! Δευτέρα παράβασις, δυναμένη νὰ δικαιολογήσῃ σκέψεις περὶ περαιτέρω ἐνεργείας τῆς Βουλῆς, ἐνασκήσεως εὐρυτέρας τῶν καθηκόντων αὐτῆς, εἶναι καὶ ἡ ἀνάκλησις τῆς ἀποφάσεως τῆς τιμωρούσης τὸν συμβολαιογράφον Οἰχαλίας, ὁμολογηθεῖσα καὶ αὕτη ἀπὸ τὸν κύριον πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὑπουργός, ἐγκρίνων τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου τὴν πειθαρχικὴν, ἔχει τὸ δικαίωμα, δικαστὴς πλέον, νὰ μεταρρυθμίσῃ, ἢ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν· ἐκδίδων δὲ τὴν ἀπόφασιν τὴν μεταρρυθμίζουσαν ἢ ἐπικυροῦσαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, καὶ πράττων οὕτω δικαστικὴν πρᾶξιν, ἀπεκδύεται πάσης ἐξουσίας ἅμα τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεως καὶ τῇ ἀποστολῇ αὐτῆς εἰς τὴν ὑποβαλοῦσαν ἀρχήν.
§252Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονεῖτε σεῖς αὐτό;
§253Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως· ἅμα τῇ ἐκδόσει μάλιστα, διότι τρόπος δημοσιεύσεως τῶν διοικητικῶν αὐτῶν ἀποφάσεων δὲν ὑπάρχει.
§254Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τρόπος ἐκτελέσεως, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι ἀπόφασις.
§255Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω, ὅτι εὐθὺς, ὡς ὁ Ὑπουργὸς ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του ἐπὶ ἀποφάσεως πειθαρχικῆς καὶ ἀπέστειλε ταύτην πρὸς τὴν ὑποβαλοῦσαν ἀρχὴν, ἀπεξεδύθη πάσης περαιτέρω ἐξουσίας, καὶ δὲν δύναται οὔτε αὐτὸς ὁ ἴδιος ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης νομίζει, ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἀποφάσεως, ἐὰν αὕτη δὲν ἐκοινοποιήθη πρὸς τὸν ἐνδιαφερόμενον, ἐὰν αὕτη δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ ἕτερος τῶν κυρίων Βουλευτῶν Μεσσήνης, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπόφασις εἶχε κοινοποιηθῆ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§256Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν Εἰσαγγελέα δὲν κοινοποιεῖται, στέλλεται.
§257Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐστάλη, — τοῦτο ἐννοῶ κοινοποίησιν, — ἐστάλη, καὶ ἔκαμεν ὅλον τὸν κύκλον τῆς δημοσιεύσεως, ἐζητήθη δὲ δι’ ἐγγράφου ἡ ἐπιστροφὴ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς τοῦτο καὶ ὑμεῖς ὁμολογεῖτε. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ τιμωρηθέντος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἀνάκλησις τῆς ἀποφάσεως, ἀποδεικνύεται καί τι ἄλλο, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐκοινοποιήθη καὶ εἰς τὸν τιμωρούμενον.
§258Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀπόφασις δὲν ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν· μαθὼν ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη, παρεκάλεσε νὰ ἀνακληθῇ.
§259Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι εἰς ἐμὲ δυνατὸν νὰ ἀποδείξω, ἂν ὑπῆρχεν ἢ δὲν ὑπῆρχεν ἐπιδοτήριον· ἀλλ’ ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἔχωσι ταῦτα, πρόκειται περὶ ἀνακλήσεως δικαστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ εἶχε τὴν γνώμην ὁ κύριος τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, — τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγὼ, — ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ προκατόχου του, καὶ διὰ τοῦτο τυπικῶς δὲν ἀνεκάλεσεν αὐτήν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀνακλήσεως ἀποφάσεως τοῦ προκατόχου, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ προσκρούσῃ ἀμέσως ὁ κ. Μερλόπουλος εἰς τὴν ὀρθὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, ἀλλ’ ἐξέδωκε νέαν ἀπόφασιν, ἄσχετον πρὸς τὴν πρώτην, προπαρασκευαζόμενος νὰ ἰσχυρισθῇ ἐν καιρῷ, ὅτι ἠγνόει τὴν πρώτην τοῦ προκατόχου του ἀπόφασιν, καὶ χωρὶς νὰ κάμνῃ μνείαν τῆς πρώτης ἐξέδωκε νέαν, δι’ ἧς ἐπικυροῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν, καὶ παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Καὶ οὕτως ἔχομεν δύο ἀποφάσεις, μίαν τιμωροῦσαν καὶ μίαν ἀπαλλάττουσαν.
§260Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν μόνον ἀπόφασιν ἔχομεν, ἀπαλλάττουσαν.
§261Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ βεβαιώσῃ, ἂν μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθεσε, μία μόνον ἀπόφασις ὑπάρχει, ἢ δύο· ἐγὼ δὲν ἐμελέτησα τὸν φάκελον, ἀλλ’ ἤκουσα βεβαιούμενον ἑκατέρωθεν, ὅτι ὑπάρχουσι δύο ἀποφάσεις.
§262ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Μάλιστα, ὑπάρχουσι δύο.
§263Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ δευτέρα πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατηγορῶ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρᾶξις κατηγορητέα τοῦ κυρίου πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀναγκάζομαι καὶ ταύτην τὴν πρᾶξιν νὰ χαρακτηρίσω, καίτοι δὲν ἀναφέρεται εἰς ῥητὴν τοῦ νόμου παράβασιν, καίτοι κυρίως ἀναφέρεται εἰς παράβασιν καθηκόντων μᾶλλον κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν, παρὰ εἰς παράβασιν ῥητοῦ νόμου· ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω αὐτὴν οὐχὶ ἐφ’ ὅσον ἀναφέρεται εἰς τὰς σχέσεις τοῦ κυρίου πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τοὺς φίλους αὐτοῦ ἢ ἀντιπάλους ἐν τῷ τόπῳ, — ἡ πρὸς τούτους συμπεριφορὰ δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὑπόκειται μόνον εἰς τὸν κοινωνικὸν ἔλεγχον, — ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον σχετίζεται πρὸς τὴν γενικὴν ἀρχὴν περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρέβη καὶ πάλιν τὰ καθήκοντά του, ἐπεμβὰς εἰς καθήκοντα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ, καὶ διαπράξας πρᾶξιν κατηγορητέαν ποινικῶς. Εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπεβλήθη ἀναφορὰ, διὰ τῆς ὁποίας κατηγγέλλετο ὁ συμβολαιογράφος Π. Λυμπερόπουλος ἐπὶ παραβάσεσι νόμων, αἱ ὁποῖαι ὀρθῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐχαρακτηρίσθησαν, ὡς πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, ὡς ἀποτελοῦσαι τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας, τιμωρούμενον ἀπὸ τὸ ἄρθρον 255 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Τώρα διατὶ συνέβη νὰ καταγγελθῶσιν αἱ παραβάσεις αὗται εὐθὺς ὡς ἔγεινεν Ὑπουργὸς ὁ κ. Μερλόπουλος καὶ ἀμέσως πρὸς αὐτὸν καὶ οὐχὶ πρὸς τὰς ἁρμοδίας Εἰσαγγελικὰς ἀρχὰς, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς, ὅστις ἐχαρακτήρισε πρὸ ὀλίγου τὰς παραβάσεις ταύτας ὡς παράβασιν τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τί ἔπραξε; Νομίζετε, ὅτι ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ ἐπιζητήσῃ πρότασιν περὶ ἀπολύσεως τοῦ συμβολαιογράφου, ἢ ἐπεδίωξε τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν αὐτοῦ; Ὄχι! Ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης βεβαιοῖ, ὅτι, ὡς εἶχε καθῆκον, παρήγγειλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ ποινικὴν μόνον καταδίωξιν. Ὅταν γίνηται τοιαύτη καταγγελία πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, περιέχουσα ὡρισμένα γεγονότα, μηνύουσα ἐγκληματικὰς πράξεις, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξω ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀποστέλλει τὴν καταγγελίαν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα μετὰ ἐπισημειώσεως, ἵνα ἐνεργήσῃ τὰ κατ’ αὐτόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐστάλη ἡ ἀναφορὰ μετ’ ἐπισημειωματικοῦ ἐγγράφου, παραγγέλλοντος τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ, ἀλλ’ ἐστάλη πρὸ παντὸς, καὶ διὰ τὸ κατεπεῖγον φαίνεται, τηλεγράφημα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Τίνα λόγον εἶχε τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον προηγήθη, δύναταί τις νὰ τὸ εὕρῃ, ἐξετάζων αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα. Ἐστάλη τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Εἰσαγγελεὺς διετάσσετο νὰ κάμῃ τί; Νομίζετε, ὅτι διὰ τοῦ τηλεγραφήματος διετάσσετο νὰ ἐνεργήσῃ ποινικὴν καταδίωξιν κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ποινικῆς καταδιώξεως, θὰ ἠρκεῖτο ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ἀποστολὴν τῆς ἀναφορᾶς, διότι μόνον ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἠδύνατο νὰ γείνῃ ποινικὴ καταδίωξις, διότι μόνον ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ περιελαμβάνοντο αἱ ἐξεταστέαι παραβάσεις τοῦ συμβολαιογράφου· διὰ τοῦ τηλεγραφήματος δὲν ἐπεδιώκετο ἡ ποινικὴ καταδίωξις, ἀλλὰ διετάσσετο ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως, ἵνα ἐνεργήσῃ τὰ ἐν τῷ τηλεγραφήματι, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὴν μήνυσιν, δηλ. τὴν ἀναφοράν...
§264Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος παρηγγέλλετο ὁ Εἰσαγγελεὺς, οὐχὶ μόνον νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξελέγξῃ, ἂν ἐν τῷ εὑρετηρίῳ εἶχον ὑπογράψει οἱ ἐντολοδόται οἱ ἀναφερόμενοι· ὑπῆρχον δὲ λόγοι, καὶ λόγοι σπουδαιότατοι, ἵνα γένηται τοῦτο.
§265Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τοῦτο τὸ δέχομαι, κύριε Πρόεδρε· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν ἰδέαν, ἣν ἔρχομαι νὰ ἀναπτύξω, οὐδ’ ἐνισχύει ὅσα εἶπεν ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν εἶχεν, ἀποστέλλων τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, νὰ διατάξῃ τοῦτον νὰ προβῇ εἰς δικαστικὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ ὅμως, ἐν τίνι δικαιώματι, προκειμένου περὶ ἐνεργείας δικαστικῆς ἀνακρίσεως, διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ τηλεγραφήματά του «μετὰ γνώμης»; Ἐν τίνι δικαιώματι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπῄτει τὴν οὐσιαστικὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ δικαστικὴ καταδίωξις;
§266Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν γνώμην του;
§267Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἐδικαιοῦτο ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως· ταύτην θὰ ὑπέβαλλεν εἰς τὸ Συμβούλιον ὁ Εἰσαγγελεὺς· οὐδὲ δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως, τὴν σχηματιζομένην ἐκ τῆς ἀνακρίσεως καὶ μετὰ τὴν ἀνάκρισιν, ὑποβαλλομένην δὲ μόνον εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον μετὰ τῆς δικογραφίας καὶ ἐν ἐχεμυθίᾳ· οὐδέποτε δὲ ὑποβαλλομένην οὐδὲ κἄν ἀνακοινουμένην τῷ Ὑπουργῷ.
§268Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
§269Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι, δὲν ἐπιτρέπω πλέον διακοπάς· ἀρκετὰς ἐπέτρεψα. Ἐπεζητεῖτο λοιπὸν ἡ γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως οὐχὶ ἡ δικαστικὴ, ἀλλ’ ὑπεδεικνύετο αὐτῷ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος καὶ διὰ τῶν κατηγορουμένων πράξεων, ὡς ἐξετίθεντο αὗται εἰς τὸ τηλεγράφημα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπεδεικνύετο τῷ Εἰσαγγελεῖ νὰ ὑποβάλῃ γνώμην διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου, καὶ ἐπεζητεῖτο ἡ τοιαύτη γνώμη τηλεγραφικῶς. Δὲν ἐζητήθη βεβαίως ῥητῶς νὰ ὑποβληθῇ ἔκθεσις περὶ διαγωγῆς ἀσυμβιβάστου πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὑπεδείχθη μόνον, διότι, ἂν ἐζητεῖτο ῥητῶς, θὰ ἦτο φανερὰ ἡ παρανομία.
§270Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ τὸ κάμῃ.
§271Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως, διότι ἤρκει ἡ ὑπόδειξις, ὡς ἐνόμιζε. Γνωρίζομεν δὲ πάντες, τί σημαίνει ὑπόδειξις τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἀνυπότακτος, δὲν ὑπέβαλε τὴν γνώμην ὡς ἀπῃτεῖτο, ἀλλ’ ὑπέβαλε γνώμην ἄλλην, μὴ σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι εἶναι ποινικῶς καταδιωκτέος ὁ συμβολαιογράφος διὰ τὰ καταγγελλόμενα, ἂν ἀληθεύωσι, καὶ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλας γνώμας...
§272Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· τὸ λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του.
§273Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγνώσω ἓν πρὸς ἓν τὰ ἔγγραφα. Μὴ νομίζετε ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν πρωτοφανῆ τρόπον θὰ μᾶς καταστήσητε δύσκολον νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν εἰργάσθητε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον.
§274Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατέ τα.
§275Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ θάρρος ἐπιδεικνύετε ἀπὸ δύο ἤδη μηνῶν, καὶ προκαλεῖτε τὸν δυνάμενον νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργός, παρενομήσατε.
§276Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀναβάλλομεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν δι’ ἄλλην ἐποχήν; Κύριε συνάδελφε...
§277Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλῶ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὅτι εἰς οὐδεμίαν διακοπὴν θ’ ἀπαντήσω, διότι ἐννοῶ νὰ τελειώσω εἰς ὀλίγας στιγμὰς, καὶ παρακαλῶ νὰ ἔχωσιν ὀλίγην ὑπομονήν. Λοιπὸν ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ὑπέβαλε γνώμην ἀρεστὴν εἰς τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἤκουσε πρὸ ὀλίγου ἡ Βουλή, τί ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἐνθυμεῖται ἴσως, πῶς ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε νὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν ἰδίαν γνώμην εἰς τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν, ἐξέφραζε τὴν λύπην του, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν ἔτυχε νὰ ἔχῃ γνώμην διάφορον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου αὑτοῦ, ὅτι ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς παρετήρει τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐνθυμεῖται ἀκόμη ἡ Βουλή, ὅτι ὁ κύριος πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ὤκνησε νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ ἐγγράφῳ καὶ πᾶν ὅ,τι, ἐκτὸς τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐκ τῶν καταγγελιῶν, ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων αὐτοῦ σχέσεων καὶ πληροφοριῶν ἐγνώριζε, καὶ ὅτι ὑπέδειξεν αὐτῷ καὶ μάρτυρας ἀκόμη ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης! Πάντα ταῦτα δὲν εἶναι, νομίζετε, ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἔργα καθαρῶς δικαστικά; Ἢ δὲν νομίζετε, ὅτι ἔγγραφον τοιαῦτά τινα περιλαμβάνον καὶ ἀποστελλόμενον πρὸς ἕνα ἀντεισαγγελέα, ἀποτελεῖ οὐ μόνον ἐπέμβασιν, ἀλλὰ καὶ ἀπειλὴν, δυναμένην νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον ἀντεισαγγελέα, διὰ διαφόρους λόγους, νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἔκθεσιν καὶ γνωμοδότησιν τὴν ἀρεστὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ δὲν ἠξεύρει ἡ Βουλή, διατί ὑπεβλήθη τοιαύτη ἔκθεσις καὶ πρότασις εἰς τὸ Συμβούλιον; Ἐνθυμοῦμαι τέλος, ὅτι ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔλεγε πρός τινα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, — νομίζω πρὸς τὸν κύριον Φλέσσαν, — βεβαιώσαντα ὅτι ἤκουσεν αὐτοῦ τοῦ ἀντεισαγγελέως παραπονουμένου ὅτι τὸν ἐπίεζεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἀπολύσεως τοῦ συμβολαιογράφου, ὅτι ἔλεγεν ὁ κύριος πρώην Ὑπουργός: «δύναται νὰ διατηρῆται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοιοῦτος Εἰσαγγελεύς, ὑπείκων εἰς πιέσεις, ἔστω καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ δὲν ἀναφέρεσθε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης;» Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀρκούμενος εἰς μόνον τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθη, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ μὴ θέλων νὰ κάμω χρῆσιν τῆς μαρτυρίας τοῦ κυρίου Φλέσσα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀρκούμενος, λέγω, εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὸ ἀποδεικνῦον, ὅτι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ τακτοποιήσῃ τὰς ἐπαρχιακὰς ὑποθέσεις τῶν φίλων του, ἐπεχείρησεν ἐγγράφως νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, ἔχων δὲ καὶ τὰς πεποιθήσεις, ὅσας ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν δύο ἄλλων ζητημάτων, συμπεραίνω, ὅτι οὐχὶ τὸν δυστυχῆ Εἰσαγγελέα πρέπει νὰ παραλάβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ συλλάβῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον Δικαστήριον.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιγάλας ἔχει τὸν λόγον.
§279Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ἐγὼ τὸν λόγον.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιγάλας εἶναι ἐγγεγραμμένος πρὸ ὑμῶν.
§281Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν, καὶ παρακαλῶ νὰ προτιμηθῶ ἐγώ.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑποχωρῇ ὁ κύριος Σιγάλας.
§283Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος θὰ ὁμιλήσω· ἐν τούτοις ὑποχωρῶ, ἂν ὁ κ. Μερλόπουλος πρόκηται ν’ ἀπαντήσῃ.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§285Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἵνα μὴ ἐπὶ μακρὸν ἀπασχολῆται ἡ Βουλή, διότι ἐπ’ ἀρκετὸν ἤδη ἀπησχολήθη, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Σιγάλαν νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἀντιλέγων Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Σιγάλας παραιτηθῇ τοῦ λόγου, δὲν δυσκολεύομαι παντάπασι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυνουρίας συναδέλφου λεχθέντα.
§286Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσω πρὸς ὑμᾶς, θ’ ἀπαντήσω· ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὁμιλήσητε σεῖς.
§287Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θ’ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν περισσότερον, ἐνῷ, ἂν ὡμιλεῖτε καὶ σεῖς, θὰ ἀπήντων εἰς ἀμφοτέρους. Οὐχ ἧττον, ἀφοῦ ἐπιμένετε, δὲν δυσκολεύομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κυνουρίας συναδέλφου λεχθέντα. Ὁ κύριος συνάδελφος, μετὰ περισσοτέρας καλλιλογίας ἢ πειστικότητος ἀγορεύσας, κατέληξεν εἰς συμπέρασμα, οἷον ηὐχόμην νὰ προήρχετο ἀπὸ αὐτόν· κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶναι δοσίλογος ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὑπακούων εἰς πιέσεις, ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· εἶναι δοσίλογος ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸν εὐχαριστῶ διὰ τοῦτο, διότι τέλος πάντων, πειθόμενος εἰς τὰς ἰδίας ἐμοῦ προκλήσεις καὶ προτροπάς, διετύπωσε σαφῶς τὴν γνώμην του, καὶ ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ἔργου τούτου, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην διετύπωσεν ἐν ἀπορίᾳ ἄλλων ἐπιχειρημάτων καὶ ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν μόνον τὴν ἀπόδειξιν περὶ τῆς πεποιθήσεώς του εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν αὐτόν, ἐὰν ἐγίνωσκον τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ, ἐὰν ἐγίνωσκον ἐπὶ τίνι σκοπῷ θὰ ὡμίλει, νὰ ὡπλίζετο ἐκ τῶν προτέρων μὲ ἐπιχειρήματα, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ τις, ὅταν στερῆται πραγματικῶν ἐπιχειρημάτων, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα αὐθαιρέτως ἐν τῇ φαντασίᾳ αὐτοῦ πλάττει τις, συγκλώθων τὰ ἀσύγκλωστα, καὶ στρεβλώνων τὰ μεμαρτυρημένα γεγονότα, ἀλλὰ μὲ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βασίσῃ ἐπὶ πραγμάτων ἀναμφισβητήτων, ἐπὶ ἐγγράφων ἀσφαλῶν. Δυστυχῶς ὁ κ. συνάδελφος προῆλθεν εἰς ἔρευναν τοῦ συζητουμένου θέματος καὶ εἰς συμπεράσματα· προῆλθεν ἐν τέλει καὶ εἰς ἀπειλάς, χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὁπλισθῇ μὲ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα, ἵνα προβῇ εἰς τοιαῦτά τινα. Καὶ ἐλέγχει με διὰ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ἔχω, ἵνα προκαλῶ καὶ αὐτὸν καὶ οἱονδήποτε ἄλλον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν πράξεών μου, τὰς ὁποίας ἐνήργησα καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης! Ἐὰν δὲν ἔφερον ἐν ἐμαυτῷ τὴν ἑδραίαν πεποίθησιν, ἣν φέρω, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον δὲν ἀπέκλινα τὸ παράπαν ἀπὸ τῆς γραμμῆς τοῦ καθήκοντος, βεβαίως δὲν ἤθελον ἐπιμένει εἰς τοιαύτας βεβαιώσεις, οὐδὲ ἤθελον προκαλέσει τινὰ, ἵνα ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματά του, καὶ θ’ ἀπηλλάσσετο βεβαίως τοῦ κόπου ὁ κύριος συνάδελφος νὰ προσπαθήσῃ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, συμπληρῶν ὅσα ὁ κύριος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς καὶ ὁμόφρων αὐτῷ εἶπε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν· θ’ ἀπηλλάσσετο, λέγω, τοῦ κόπου, ἵνα, ἐπ’ ἀρκετὸν ὁμιλῶν καὶ συμπληρῶν τὰ ὑπ’ ἐκείνου λεχθέντα, ἀποδείξῃ, ὅτι ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκε μῦν! Ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος εἶχε λόγον, καὶ λόγον, ἰδιάζοντα, νὰ γνωρίζῃ ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ τὰ τῶν ὑποθέσεων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Καὶ ἀληθῶς μὲν ὁ κύριος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος εἶναι εὔστροφος καὶ ἱκανὸς χειριστὴς τοῦ λόγου, ἀλλὰ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν προσδίδει ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ εἰς τὸν κ. ἐκ Μεσσήνης συνάδελφον τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ἰδιαίτερον, βεβαίως δὲν ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος. Διότι, ἐὰν εἶχε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο, βεβαίως δὲν θὰ ἔπλαττεν ὅσα ἔπλασεν, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι παρανομίαι ἐγένοντο ἐδῶ, παρανομίαι ἐκεῖ, παράβασις κοινωνικῶν ὑποχρεώσεων ἐγένετο ἀλλαχοῦ. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ συμβολαιογράφου, εἶχον δισταγμούς, καὶ τοὺς δισταγμοὺς ἐκείνους προσεπάθησα νὰ ἄρω, συμπληρῶν τὴν πεποίθησίν μου περὶ τῆς ἡλικίας του, ἀφοῦ ἐφιλοτεχνήθη ἡ ἔκθεσις ἐν τῷ Βʹ Βορείῳ Εἰρηνοδικείῳ Ἀθηνῶν...
§288Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶπον διὰ σᾶς.
§289Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπε τοῦτο.
§290Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε συνάδελφε, ὅτι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, ἠξεύρω νὰ τὸ κρατῶ ἀσφαλῶς εἰς τὴν μνήμην μου.
§291Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶπον τοῦτο.
§292Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἀρκεῖ ἡ ἀνάκλησις αὕτη. Προέβη εἰς τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ἐφιλοτεχνήθη ἐν τῷ Βʹ Βορείῳ Εἰρηνοδικείῳ Ἀθηνῶν ἔκθεσις, ἐκμαρτύριον παρέχουσα περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ διοριστέου, καὶ ὅτι ἡ τοιαύτη ἔκθεσις συνεπλήρωσε τὴν πεποίθησίν μου περὶ τῆς ἡλικίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐνεθυμεῖτο ὅσα εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἤθελεν εἴπει, ὅτι συνεπλήρωσα τὴν πεποίθησίν μου περὶ τῆς ἡλικίας του ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς γενομένης ἐνώπιον τοῦ Βʹ Βορείου Εἰρηνοδικείου Ἀθηνῶν. Καὶ ἄνευ ἄλλης βεβαιώσεως εἶχον καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ διορισθεὶς εἰς τὴν θέσιν τοῦ συμβολαιογράφου εἶχε συμπεπληρωμένην τὴν νόμιμον ἡλικίαν, καὶ ὅτι πρὸς δικαστικὴν βεβαίωσιν αὐτῆς εἶχεν εἰσαχθῆ αἴτησις εἰς τὸ Δικαστήριον ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ἀπούσης τῆς νομίμου βεβαιώσεως τῆς ἡλικίας, παρέστησα εἰς αὐτὸν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ βεβαιωθῇ νομίμως ἡ ἡλικία του. Ὅτε δὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μὲ ἐβεβαίωσεν, ἢ εὗρεν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι προσήχθη τοιαύτη βεβαίωσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐδίστασα, ἵνα τὸ Διάταγμα, τὸ ὑπογραφὲν ἀπὸ τῆς 24 Νοεμβρίου 1903, δημοσιεύσω τὴν 3 Δεκεμβρίου, ἤτοι τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις παρῃτεῖτο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ἤθελε λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἢ τὴν ἐπιοῦσαν, ἢ τὴν παρεπιοῦσαν, —διότι μέχρι τῆς 6 Δεκεμβρίου καθυστέρησεν ἡ ἐγκατάστασις τῆς νέας Κυβερνήσεως, —ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἠρκούμην ἁπλῶς ὑπογράφων ἐπείγοντα μόνον ἔγγραφα, ἵνα μὴ καθυστερήσῃ ἡ ἐπείγουσα ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου; Ἠρκέσθην εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐν τούτῳ νομίζω ὅτι ἔπραξα ἐπὶ πλέον τῶν παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης πραχθέντων εἰς ὁμοίας περιστάσεις. Ἠρώτησα πρὸ ὀλίγου τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν εἰς τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, εἶχεν ἐπισυνάψει τοιαύτας βεβαιώσεις, ἐξηγμένας ἐκ μητρῴων ἢ ληξαρχικῶν πράξεων, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμία προσήχθη τοιαύτη βεβαίωσις...
§293Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν ἐβεβαίωσα τοῦτο· θὰ σᾶς βεβαιώσω αὔριον.
§294Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος, ὅτι οὔτε αὔριον οὔτε ποτὲ θὰ δυνηθῆτε νὰ βεβαιώσητε τὸ ἐναντίον. Παρακαλῶ δὲ νὰ προσαχθῶσιν αὔριον τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τοὺς διορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐνηργήσατε ἀπὸ τῆς 6 Δεκεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν. Ἡ παράλειψις λοιπὸν τοῦ νὰ λάβω εἰς τὰς χεῖράς μου καὶ νὰ ψηλαφήσω τὰ κομισθέντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔγγραφα εἶναι παράβασις νόμου; Εἶναι ἄξιον ἀπορίας ἀληθῶς, πῶς ἀνευρὼν ὅσα ἀνεῦρεν ἀσύστατα ἐπιχειρήματα ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος λίαν εὐστρόφως χειρίζεται τὰ ζητήματα ταῦτα, κατέληξεν εἰς πορίσματα, ὅτι ἐτελέσθησαν παραβάσεις νόμων, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς, βεβαιούμενος ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων, παρὰ τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, προβαίνῃ εἰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας νομίζει νομίμους, καὶ θὰ ἐνθυμεῖται βεβαίως ἡ Βουλή, ὅτι ἄλλοτε ἐγένοντο διορισμοὶ, οὐχὶ συμβολαιογράφου, ἀλλὰ 8 ἢ 9 πρωτοδικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐσφαλμένων πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας περὶ τῶν προσόντων αὐτῶν. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὑπάρχει ἐν τοιαύτῃ πράξει παράβασις νόμου, ἐνῷ τοιαύτη δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἢ μᾶλλον, ἵνα μὴ ἀδικῶ αὐτόν, τοιαῦτα φρονῶν περὶ τῆς ἀντιλήψεώς του, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι οὔτε ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ ὑπάρχει τοιαύτη, ἀλλὰ μόνον ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ. Καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἐξήγησιν τοῦ φαινομένου τούτου, ἡ ἐξήγησις εἶναι εὔκολος. Μία καὶ μόνη ὑπόθεσις θὰ ἐδικαίου τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυνουρίας, ἡ ὑπόθεσις, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ πρὸς συνάδελφον ὁμόφρονα ἤγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν ἐκείνου, καὶ χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου παρεξέκλινε καὶ εἰς γνώμας οὐδεμίαν ἐχούσας λογικὴν βάσιν. Προέβαλε καὶ ἄλλην θεωρίαν ὁ κ. Βουλευτής, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι παρανομία ἐτελέσθη καὶ ἐν τῇ πράξει, δι’ ἧς ἐγκατελείφθη ἡ πρώτη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰς αὐτὴν ὑποκατεστάθη ἑτέρα ἀπόφασις. Καὶ σᾶς εἶπε: «πῶς εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως νὰ ἀνακληθῇ ἡ πρώτη ἀπόφασις, καὶ ἄλλη νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτῆς;» Εἶναι παράδοξον ἀληθῶς, Κύριοι, πῶς ἄνθρωπος περὶ τοὺς νόμους ἐντριβής, περὶ τοὺς νόμους συνεχῶς ἀπὸ ἐτῶν καταγινόμενος προέβαλε τοιαύτην θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ὁ Ὑπουργός, μέχρι τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπέρχεται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, νὰ ἀνακαλέσῃ μίαν ἀπόφασιν. Ἀλλὰ συγχέει προφανῶς ὁ κύριος Βουλευτὴς τὰς ἀποφάσεις τῶν Ὑπουργῶν, αἵτινες εἶναι πράξεις διοικήσεως, πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, συγχίζει δὲ ἴσως τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὸ γεγονός, ὅτι περὶ δύο Ὑπουργῶν πρόκειται, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποφάσεως ἐκδοθείσης τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ περὶ ἀποφάσεως ἐκδοθείσης εἶτα ὑπ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν Ὑπουργείων, ἡ ὑπηρεσία τῆς διοικήσεως εἶναι ἑνιαία, μία καὶ μόνη, οὐδὲ δύναται νὰ γείνῃ διάκρισις τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοῦ ἄλλου Ὑπουργοῦ, καὶ ὁ Ὑπουργός, οὕτω θεωρούμενος, δύναται, ὁσάκις πείθεται, ὅτι μία ἀπόφασίς του ὑπῆρξε πεπλανημένη, νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ.
§295ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε;
§296Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§297ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δύνασθε νὰ ἐξαφανίσητε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ προκατόχου σας, ἅμα ὁ προκάτοχός σας ὑπέγραψε τὴν ἀπόφασιν, ἢ ἡ ἀπόφασις κατέστη πλέον ὁριστική; Πῶς δύνασθε σεῖς νὰ διαγράψητε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ προκατόχου σας;
§298Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος σᾶς εἶπε, κύριε Στεφάνου, ὅτι διέγραψα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ προκατόχου μου;
§299ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐξεδώκατε ἀπόφασιν ἀντίθετον.
§300Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἀπεστάλη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα πρὸς κοινοποίησιν καὶ ἐκτέλεσιν, ἀπόφασις τοιαύτη, ἐζήτησα νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ τοῦτο ἔπραξα, ὅτε μοὶ ἐγένοντο παράπονα κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τῆς πρώτης, παράπονα, τὰ ὁποῖα, ἐρευνήσας ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν ὑπόθεσιν, εὗρον βάσιμα, βασιμώτατα. Καὶ ἐξέθεσα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὰ παράπονα τοῦ ἀναφερομένου ἐθεώρησα δικαιότατα καὶ βασιμώτατα, ἀφοῦ σᾶς ἀνέγνωσα δέκα ἐν ὅλῳ ἐκθέσεις Εἰσαγγελέων ἐπιθεωρησάντων τὸ γραφεῖον τοῦ συμβολαιογράφου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ ἐκφραζόντων ἐπαίνους καὶ ποιούντων εὔφημον μνείαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς τάξεως αὐτῆς. Θὰ ἦτο δὲ παράδοξον ἀληθῶς, ἂν ὑπῆρχον φραγμοὶ τοιοῦτοι, τοὺς ὁποίους νὰ μὴ δύναται ὁ προϊστάμενος μιᾶς διοικήσεως νὰ ὑπερβῇ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας. Θὰ ἦτο παράδοξον ἀληθῶς, ἂν ἅπαξ ἐξελθόντος ἐγγράφου τινὸς καὶ ὑπερβάντος τὸν οὐδὸν οἱουδήποτε Ὑπουργείου δὲν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἐκδοὺς αὐτὸ—διότι διάκρισιν προσώπων δὲν κάμνω καὶ δὲν πρέπει νὰ κάμω—νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὸ καὶ νὰ τὸ μεταρρυθμίσῃ κατ’ ἄλλην ἔννοιαν, τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον πρόκειται περὶ ἀποφάσεως μὴ κοινοποιηθείσης ἔτι, καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐκτέλεσις οὐδόλως ἤρξατο. Ἐν τέλει ὁ κ. συνάδελφος ἀνεκάλυψε κοινωνικὰς παραλείψεις, ἀτελῆ ἀντίληψιν κοινωνικῶν καθηκόντων, καθηκόντων πρὸς συμπολίτας, πρὸς συναδέλφους ἐν τῇ ἐνεργείᾳ μου, συνέπεια τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ ἀπόλυσις τοῦ συμβολαιογράφου Λυμπεροπούλου. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς, κατὰ τίνα τρόπον, στρέφων τὸν λόγον ὁ κ. συνάδελφος κατέληξεν, ὥστε τὴν ἐνέργειαν ταύτην, τὴν τελευταίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν συμβολαιογράφον Λυμπερόπουλον, νὰ θεωρήσῃ οὐχὶ ὡς παράβασιν ὅρων καὶ κανόνων κοινωνικῶν, ἀλλὰ νὰ θεωρήσῃ αὐτὴν καὶ ὡς παράβασιν νόμων τεθειμένων ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐνεκάλεσέ με, καὶ κατέληξε προτείνων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Καὶ ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι οὐδόλως αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ διδαχθῶ παρά τινος, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον παρ’ αὐτοῦ, περὶ τῶν κοινωνικῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ἐξεταστέον εἶναι, πῶς ἐμεθοδεύθη ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ ἕτερον πόρισμα, προκειμένου περὶ τῆς κατὰ τοῦ Λυμπεροπούλου ἐνεργείας μου; Κατὰ τίνα τρόπον κατώρθωσε νὰ παραχθῶσιν ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ αἱ σκέψεις καὶ ἡ ἀλληλουχία τῶν συλλογισμῶν αὐτοῦ, ἵνα ἑδραιώσῃ πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει ὄντως παράβασις νόμων καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ; Ἐπεκαλέσθη αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, καὶ παρέστησεν ὅτι παρεβιάσθη ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν διὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· παρέστησεν, ὅτι ἐπεμβάσεις ἐγένοντο ἀνοικείως καὶ ἀπρεπῶς καὶ παρανόμως ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς· παρέστησεν, ὅτι ἐξεβιάσθη ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ἡ καταδιώκουσα τὸ ἀδίκημα, εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρότασιν ἀρεστὴν εἰς ἐμέ, πρότασιν ἐξυπηρετοῦσαν τοὺς σκοπούς μου, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτής, μὴ βλέπων ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις, δὲν ἀπέστερξε νὰ διανοηθῇ νὰ πλάσῃ κατὰ νοῦν, νὰ πλάσῃ κατὰ τὴν φαντασίαν του. Καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ παράνομος ἐπέμβασις, περὶ ἧς ὡμίλησεν; Ἐπεκαλέσθη τὸ ἔγγραφόν μου πρὸς τὸν κύριον Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, καὶ ἐξ αὐτοῦ, ἀναγινώσκων μεταξὺ τῶν γραμμῶν, ὑποκαθιστῶν τὴν ἰδίαν γνώμην, τὴν ἰδίαν σκέψιν, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ καὶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ὁμόφρονος αὐτῷ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, εἰς τὴν ῥητὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν ἐν τῷ ἐγγράφῳ ὑπάρχουσαν, ἀνεῦρεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ προαίρεσιν, ὅπως προκληθῇ δι’ αὐτοῦ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ ἀπολύσεως τοῦ συμβολαιογράφου ἐπὶ διαγωγῇ ἀναξιοπρεπεῖ καὶ ἀσυμβιβάστῳ πρὸς τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀνεγίνωσκε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο πλῆρες, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸ σύγχρονον πρὸς ἐκεῖνο ἐξηγηματικὸν ἔγγραφόν μου, ὅπερ ἐστάλη ταχυδρομικῶς, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸ τρίτον ἔγγραφον, τὸ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως ἀποσταλὲν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ἢ μᾶλλον, ἐὰν ἤθελε νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὸ ἄνευ προκαταλήψεως, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς παρηγγέλλετο γενικῶς νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων του ἐπεβάλλετο πρὸς νόμιμον καταδίωξιν τῶν παραπτωμάτων καὶ ἀδικημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν—ἐὰν ὑπέπεσεν εἰς τοιαῦτα—ὁ συμβολαιογράφος Οἰχαλίας Παν. Λυμπερόπουλος, ἅτινα εἶχον καταγγελθῆ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ποῦ λοιπὸν εἶναι ἡ ἐπέμβασις αὕτη; Ποῦ εἶναι ἡ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ὑπόδειξις, ὅπως ὑποβάλῃ γνώμην ἀρεστὴν εἰς ἐμὲ μετὰ τὴν ἔρευναν; Ταύτην ἐφαντάσθη ὁ κ. Βουλευτής, ταύτην ἐδημιούργησεν ἐν τῇ φαντασίᾳ αὑτοῦ ἐν ἀπορίᾳ ἐπιχειρημάτων καὶ ἑαυτοῦ καὶ τοῦ ὁμόφρονος αὐτῷ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης. Καὶ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς—καὶ λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἀπασχολῶ ἐπὶ τούτου τὴν Βουλήν, ἐπανερχόμενος ἐπὶ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα — ἐπεκαλέσθη, λέγω, ὁ κ. Βουλευτὴς μαρτυρίας, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀδεσπότους, ἀλλὰ μαρτυρίας μὴ βεβαιουμένας, ἀναξίας προσοχῆς τινος, ὡς θὰ ἀποδείξω μίαν ἡμέραν, μαρτυρίας, αἵτινες εἰς οὐδὲν εἶναι χρήσιμοι, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς νομιμότητος τῆς ἐνεργείας Ὑπουργοῦ τινος· διότι ἡ νομιμότης τῆς ἐνεργείας τῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους δὲν κρίνεται κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ μάλιστα ὅταν αἱ τοιαῦται βεβαιώσεις πηγάζωσιν ἐκ κομματικῆς ἐμπαθείας, καὶ αἱ τοιαῦται βεβαιώσεις, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κυνουρίας—τὸ λέγω δὲ ἰδιαιτέρως πρὸς ὑμᾶς, διότι ὁμιλῶ πρὸς ἄνθρωπον γνώστην τῶν νόμων, — εἰς οὐδεμίαν ἄλλην αἴθουσαν καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀκροατήριον ἔχουσι σημασίαν τινά, εἰμὴ εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν Δικαστηρίων, ὅταν δὲ κρίνωμεν περὶ πράξεων τῆς Διοικήσεως, κρίνομεν ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἐζητήσατε, ἵνα ὁπλισθῆτε δι’ αὐτῶν, καὶ ὅταν ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ ἔγγραφα, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, διὰ νὰ συναγάγωμεν συμπεράσματα περὶ τοῦ ὅτι ἐπράχθη τοῦτο, ἢ παρελείφθη ἐκεῖνο, κατὰ τὰς ἀρεσκείας ἡμῶν...
§301Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τί ἐννοεῖτε;
§302Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἐξηγήσω... Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς βεβαιώσεις ἀτόμων περὶ τοῦ ὅτι ἐπιέσθη ὁ Εἰσαγγελεύς...
§303ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοὐναντίον εἶπον, ὅτι δὲν κάμνω χρῆσιν.
§304ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· καὶ τοῦτο εἴπετε κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ παραστήσητε, ὅτι ἔχετε καὶ τὴν ἀπόδειξιν ταύτην, καὶ ὅτι δῆθεν παραιτεῖσθε αὐτῆς... Καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι μὲ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἐξησκήθη ὄντως πίεσις, ὅτι ἐξηναγκάσθη ὁ ἐντεταλμένος τὴν καταδίωξιν τῶν ἀδικημάτων νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ ἁμαρτήσαντος ὑπαλλήλου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξηναγκάσθη ὁ Εἰσαγγελεύς, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ λύσῃ τὴν ἀπορίαν ὁ κ. Βουλευτής, πῶς ἐξηναγκάσθη Συμβούλιον ὁλόκληρον, ἐκ τριῶν πρωτοδικῶν συγκείμενον, πῶς, λέγω, ἐξηναγκάσθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως, νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἐν τέλει τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπαλλήλου; Θὰ ἠρώτων δὲ ἐπίσης τὸν κ. Βουλευτήν, πῶς ἐπείσθη ἐπὶ τέλους, ἂν ὄχι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ἂν ὄχι τὸ Συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ προτείνῃ ὁμοίαν γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν; Ἂν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς φρονῇ, ὅτι ἐπὶ ὅλων τούτων τῶν προσώπων ἠσκήθη πίεσις καὶ ἐξαναγκασμός, βεβαίως δὲν εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων διὰ τὴν γνώμην, ἣν ἔχει. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἦσαν ἄξιοι συγχαρητηρίων οὐδὲ οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Δικαιοσύνην ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδ’ ἐγὼ φρονῶ, οὐδὲ ὑμεῖς ἀποδέχεσθε. Θὰ ἦτο δὲ ἀληθῶς παράδοξον, κύριοι Βουλευταί, ἐάν ποτε ἀπεδεχόμεθα καὶ καθιεροῦμεν τὴν γνώμην, ἣν ἔχει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν τεταγμένην ἐν τῇ Πολιτείᾳ διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀδικημάτων, τὰ τελεσθέντα τυχὸν ἀδικήματα, νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπ’ αὐτῶν, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν νόμιμον καταδίωξιν αὐτῶν· διότι οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον τούτου ἤθελεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, καταγγελλομένης πρὸς ἐμὲ τόσον σοβαρᾶς πράξεως, οἵα ἡ πρᾶξις ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν συμβολαιογράφον Λυμπερόπουλον, ἢ νὰ σιγήσω ἢ νὰ ἀρκεσθῶ νὰ διαβιβάσω ταχυδρομικῶς τὴν καταγγελίαν ταύτην πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν, ἄνευ τῆς παραγγελίας τῆς ἁρμοζούσης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὃν κατὰ τὸν νόμον περὶ σχηματισμοῦ καὶ ἁρμοδιότητος τῆς Γραμματείας τῆς Δικαιοσύνης ὑπάγεται ἡ ἐπαγρύπνησις ἐπὶ τὰ Δικαστήρια καὶ ἡ ἐπιτήρησις εἰς τοὺς ἐπιτρόπους τῆς ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἐξήγησα, διακόπτων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυνουρίας, διὰ ποῖον λόγον ἔσπευσα, μὴ ἀναβαλὼν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, — τὸ λέγω μετὰ παρρησίας, — τηλεγραφικῶς νὰ παραγγείλω τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν νόμιμον καταδίωξιν. Ὁ συμβολαιογράφος Οἰχαλίας δὲν κατηγγέλλετο μόνον ἐπὶ παραβάσει ῥητῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου, κατηγγέλλετο καὶ ἐπὶ παραβάσει ἑτέρας διατάξεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἐπὶ παραβάσει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 200 τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ· ἡ παράλειψις δὲ, ἡ ἀναγομένη εἰς τὸ ἄρθρον 200 τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, εἶναι παράλειψις, ἡ ὁποία, δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι ἠδύνατο ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, ἀπὸ τῆς μιᾶς ὥρας εἰς τὴν ἄλλην νὰ συμπληρωθῇ, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ ὁ νόμιμος ἐπόπτης τοῦ δικαστικοῦ ἐκείνου ὑπαλλήλου νὰ ἀνεύρῃ τὸ παράπτωμα, ἐὰν διεπράχθη τοιοῦτον. Εἶχον λοιπὸν καθῆκον νὰ παραγγείλω τηλεγραφικῶς, καὶ διὰ τοῦτο παρήγγειλα τηλεγραφικῶς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ἑτέρῳ ἐγγράφῳ μου, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεῦρε πρόθεσιν πιέσεως καὶ ἐξαναγκασμοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἐκρατήθη ἀπὸ δύο λέξεις ἐγγράφου ὁλοκλήρου πολυσελίδου, ἵνα ἀνεύρῃ καὶ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐξαναγκασμὸς καὶ πίεσις ἠσκήθη ἐπὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ λέξεις ἐκεῖναι, αἱ ἀποτελοῦσαι, κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν, τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος; Εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς λύπης τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἡ παρατήρησις ἡ ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Θὰ εἶχεν ἴσως δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς, ἑρμηνεύων ὅπως ἡρμήνευσε τὴν φράσιν ταύτην τοῦ ἐγγράφου, ἑρμηνεύων αὐτὴν ὡς μαρτυροῦσαν προαίρεσιν πιέσεως καὶ ἐξαναγκασμοῦ, ἐὰν ἡ ἑρμηνεία αὕτη συνεβάδιζε μὲ ἄλλον τρόπον ὀρθῆς καὶ εὐλόγου καὶ διὰ τῶν πραγμάτων δεδικαιολογημένης ἐξετάσεως τῆς φράσεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ὅταν παραγγέλληται ὁ Εἰσαγγελεὺς περὶ ὡρισμένων τινῶν πραγμάτων νὰ ἐξετάσῃ, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν προϊσταμένην του ἀρχὴν, παραλείπῃ δὲ νὰ ἐρευνήσῃ περὶ ὅλων, περὶ ὅσων διετάχθη, καὶ ἀπαντᾷ περί τινων μόνον ἐξ αὐτῶν, δικαίως ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ ἐκφράζει τὴν λύπην τῆς πρὸς τὸν ὑφιστάμενον ὑπάλληλον. Ὅταν παραγγέλληται ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ προσκαλῆται εἰς ἐνέργειαν κατὰ προσώπου, μὴ σημαίνοντος μὲν αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλὰ σημαίνοντος ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἀσκεῖ τὰ ἔργα αὐτοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὡς ἐκ τῶν δεσμῶν τῆς συγγενείας τῶν στενῶν, διὰ τῶν ὁποίων τὸ πρόσωπον τοῦτο συνδέεται μετὰ πολιτευομένου προσώπου, ἀσκοῦντος ἐπιρροὴν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ παραλείπῃ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, ἣν ἔχει πραγματικῶς περὶ τῆς ὑποθέσεως, δικαίως τότε παρατηρεῖται παρὰ τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ· καὶ θὰ ἦτο παράλειψις καθήκοντος ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν παρέλειπε νὰ παρατηρήσῃ τὸν ἀτελῶς ἐκπληρώσαντα τὸ καθῆκον αὐτοῦ Εἰσαγγελέα. Ὅτι δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς παρέλειψε νὰ ἐκθέσῃ σαφῶς καὶ ἀνενδοιάστως ἀκεραίαν καὶ πλήρη τὴν γνώμην, ἣν εἶχε περὶ τοῦ πράγματος, δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ μαρτυρίαν ἀτομικὴν ἰδικήν μου· θὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, δι’ οὗ ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου. Ἐν αὐτῷ σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς βεβαιώνει, ὅτι ἦτο πάντη ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ ἡ σύνταξις 15 συμβολαίων ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ εἰς ἰσάριθμα χωρία τῶν δήμων Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανίας, καὶ ὅτι συνεπῶς ψευδεῖς ἦσαν αἱ βεβαιώσεις τοῦ συμβολαιογράφου περὶ τοῦ τόπου τῆς συντάξεως τῶν συμβολαίων. Ὅταν λοιπὸν τοιαύτην γνώμην εἶχεν ὁ Εἰσαγγελεύς, — ἥτις γνώμη μαρτυρεῖται ἐξ αὐτῆς τῆς προτάσεως αὐτοῦ πρὸς τὸ Συμβούλιον, — εἶχον δικαίωμα, εἶχον καθῆκον νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτε, τὸ πρῶτον ἀναφερόμενος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, μετὰ δισταγμῶν καί τινων ὑποχωρήσεων διετύπου τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι δισταγμοὶ καὶ ὑποχωρήσεις δὲν ἐπετρέποντο· εἶχον δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, ὅτι περὶ τεσσάρων τινῶν θεμάτων ἐρωτώμενος δίδει ἀπάντησιν περὶ τῶν δύο μόνον, ἀπέχει δὲ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν ἑτέρων δύο. Ἄν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, — καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι οὕτως ἔχουσιν, ἀφοῦ τὰ ἔγγραφα ταῦτα μαρτυροῦσι περὶ τῆς ἀληθείας, — πραγματικῶς πρέπει τις νὰ ἀμβλυωπῇ τελείως πρὸς αὐτὰ, πρέπει νὰ παρασύρηται ἐπὶ τοσοῦτον ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ἀτομικὸν, τὸ ἰδιαίτερον, τὸ ὑπαγορεῦον ἐναντίαν γνώμην, διὰ νὰ φρονῇ, ὅτι ἐξησκήθη καταναγκασμὸς καὶ πίεσις. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας ἐκ τοιούτου ἀτομικοῦ ἐνδιαφέροντος παρεσύρθη εἰς τὸν συνειρμὸν τῶν σκέψεων αὐτοῦ, μολονότι οὐδεμία ἄλλη λογικὴ ἐξήγησις τοῦ πράγματος ἀπομένει ἐκτὸς ταύτης, ὅτι ἐκ τοιούτου ἐνδιαφέροντος καὶ στοργῆς ἰδιαιτέρας πρὸς τὸν ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴν καὶ ὁμόφρονα αὐτῷ συνήγαγε τοιαῦτα ἕωλα συμπεράσματα, ἀφοῦ ἔθεσε βάσεις αὐθαιρέτους, πόρρω ἀπεχούσας τῶν πραγμάτων, καὶ οὐδόλως δικαιολογουμένας ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης παρέσχεν εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐν ἠρέμῳ συνειδήσει βεβαιῶ τὸν οὕτω πως καταρτίζοντα τὰς γνώμας του καὶ τὰ συμπεράσματά του συνάδελφον, ὅτι οὐδόλως πτοοῦμαι ἐκ τῶν ἀπειλῶν αὐτοῦ, καὶ ὅτι αὗται θὰ ἦναι ἡ ἐλαχίστη τῶν φροντίδων μου.
§305Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§306Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ δηλῶτε, ὅτι θέλετε ὑπογράψει τὴν τοιαύτην πρότασιν, ὀφείλετε καὶ νὰ τὴν ὑποβάλητε, ὀφείλετε δὲ νὰ τὴν ὑποβάλητε, διὰ ν’ ἀποδείξητε μέχρι τίνος σημείου ἐξικνεῖται ὁ φατριασμὸς καὶ ὁ κομματισμὸς ἐνταῦθα. Ὁ φατριασμὸς καὶ ὁ κομματισμὸς ἐξεδηλώθη πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ οὐδέποτε ὑπῆρξε τοσοῦτον κατάφωρος, ὡς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἀντιζηλίαι τοπικαὶ, ἄξιαι μόνον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤγειραν αὐτὰς, ἀπασχολοῦσιν ἐπὶ ἕξ ἤδη ὁλοκλήρους ὥρας τὴν Βουλήν, καὶ ἔφθασεν ἡ ἰταμότης, καὶ ἔφθασε τὸ θάρρος καὶ ἡ τόλμη μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἔφθασεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυνουρίας, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ὑπερθεματίσῃ τῆς κατηγορίας, ἣν ἐκ δικαίου συμφέροντος ἠδύνατο νὰ ἐκτοξεύσῃ κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης. Ἐὰν ἔχητε πεποίθησιν εἰς τὰς κατηγορίας ταύτας, ἔλθετε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν παραπομπῆς. Ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν ὑποβάλλετε τοιαύτην πρότασιν, ἀποδεικνύετε μόνον, ὅτι θέλετε νὰ συκοφαντήσητε, καὶ οὐδὲν πλέον. Καὶ τίνες εἰσὶν αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιρρίπτονται κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; ὅτι ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, παραγγείλας αὐτῷ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του δι’ ἔγκλημα καταγγελθὲν εἴτε ἀνωνύμως εἴτε φερωνύμως. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυνουρίας, ὁ ὁποῖος τοσαύτην ἔχει πεῖραν τῶν δικαστικῶν, ἐθεώρησε τὴν τηλεγραφικὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἐνέχουσαν παράβασιν νόμου. Λοιπὸν καθ’ ὑμᾶς πρέπει νὰ παύσῃ ἡ λειτουργία τοῦ τηλεγράφου διὰ τὰς ἀρχάς· ἡ λειτουργία τοῦ τηλεγράφου εἶναι μόνον διὰ τοὺς ἰδιώτας, μόνον διὰ τοὺς παρασκευάζοντας διαδηλώσεις! Δὲν εἶναι πλέον εἰς χεῖρας τῶν ἀρχῶν ὁ τηλέγραφος, καὶ δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἢ οἱουδήποτε ἄλλου κλάδου νὰ ἐπιτάσσῃ τὰς ἀρχὰς νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, νὰ ὑποβάλωσιν εἰς ἀνάκρισιν ἐκείνους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ βεβαιωθῇ ἔγκλημα — διότι περὶ ἐγκλήματος πρόκειται. Βεβαίως ἐπρόκειτο περὶ ἐγκλήματος, ὅταν 15 συμβόλαια ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον ὑπογράφωνται κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν. Ὡς δικαιολογίαν δὲ τοῦ συμβολαιογράφου φέρουσιν, ὅτι αὐτὸς ἐπέβαινε ποδηλάτου!...
§307ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν τὸ ἤκουσα αὐτό.
§308Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸ ἐλάβετε σεῖς ὑπ’ ὄψιν, ἐλέχθη ὅμως ἐντεῦθεν καὶ ἀνεγνώσθη ὡς ὑπάρχον ἐν τῇ ἀπολογίᾳ τοῦ συμβολαιογράφου. Βεβαίως εἰς αἴθουσαν φρενοκομείου ἠδύναντο νὰ λέγωνται αὐτά, ἐκεῖ μόνον ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς σπουδαία τοιαύτη αἰτιολογία ἐκ μέρους συναδέλφου· καὶ ὄχι εἰς αἴθουσαν φρενοκομείου, ἀλλ’ εἰς αἴθουσαν βλακοκομείου. Ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πέρασιν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ βλακοκομείου, βεβαίως δὲν ἔχουν πέρασιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἂν δὲ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησε νὰ βεβαιωθῇ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον παραδόξως ἐθεωρήθη ὅτι προέκυψεν ἐκ κουφότητος, τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας, ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ. Καὶ ἦτο ἔγκλημα πλαστογραφίας, διότι γνωρίζετε ἐπίσης, ὡς ἐγώ, ὅτι τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας εἶναι τυπικόν, θαυμάζω δὲ, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔλαβε τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν ἐφρόντισε νὰ τὸν παραπέμψῃ ἀμέσως εἰς τὸ πειθαρχικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ διδαχθῇ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅτι πλαστογραφία δὲν γίνεται ἐκ κουφότητος, ὅτι ἡ πλαστογραφία ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ τὴν δολίαν προαίρεσιν. Ἀλλ’ ἕτερον ἔγκλημα τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι, ὅτι ἀνεκάλεσεν ἀπόφασιν ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του καὶ μὴ ἐκτελεσθεῖσαν! Καὶ ἠγέρθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, τοῦ ὁποίου ἡ πολυμάθεια εἶναι γνωστή, καὶ ἠρώτησε: «καὶ δύνασθε νὰ διαγράψητε ὑπογραφὴν τοῦ προκατόχου σας;» Ἐγὼ διέγραψα χιλίας ὑπογραφὰς προκατόχων μου, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὤφειλον νὰ τὸ πράξω· ὅτε δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἐνώπιόν του ἀπόφασιν Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐξήλεγξε μετὰ πάσης λεπτομερείας καὶ αὐστηρότητος τὴν ἐνέργειαν τοῦ συμβολαιογράφου Φωτοπούλου, ὅτε εἶχεν ὅλον τὸ μακρὸν παρελθὸν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πολλοὶ συμβολαιογράφοι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχουσιν, ὤφειλεν ἐκ καθήκοντος νὰ ἀνακαλέσῃ ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐκ παραδρομῆς ἐξεδόθη...
§309Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐξεδόθη μετὰ σκέψιν, οὐχὶ ἐκ παραδρομῆς.
§310Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω, τί σᾶς ἐκίνησεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη δὲν ἦτο λελογισμένη ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἦτο ἡ ἀπόφασις ἡ ἀνακαλέσασα τὴν ἀπόφασιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, διότι ἀπεδεικνύετο ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ συμβολαιογράφου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του μετὰ πάσης ἀκριβείας, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ ὁ συμβολαιογράφος αὐτὸς, ὁ Φωτόπουλος, πρὸς τὸν συμβολαιογράφον Λυμπερόπουλον ἢ τὸν ὑποθηκοφύλακα Μποῦτον, διότι εἰς μὲν τοῦ ἑνὸς τούτων τὴν ὑπηρεσίαν εὑρέθησαν δεκάδες πράξεων μὴ ὑπογεγραμμένων, συνεπαγουσῶν δὲ ζημίας σπουδαιοτάτας εἰς ἰδιώτας,—διότι πᾶσα μὴ ὑπογεγραμμένη πρᾶξις συνεπάγεται μίαν ἀκυρότητα,—ὡς πρὸς δὲ τὸν ἕτερον, ἔχομεν προφανῆ πλέον τὴν πλαστογραφίαν, ὡς ὑπάλληλον πλαστογράφον ἀποδεδειγμένον. Ἀλλ’ ἐρωτῶσι: «ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν;» Ἀκριβῶς διότι ἦτο μηδαμινὸν τὸ συμφέρον, ἀκριβῶς διότι καὶ διὰ τοιαύτην περίπτωσιν, ἤτοι λόγῳ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπικειμένης ἐν τῇ Συνελεύσει τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, προέβη εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας, ἔπρεπε νὰ παταχθῇ ἀμέσως, καὶ ἐτέθη ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας· διότι, ἂν ὑπῆρχε συμφέρον μεγαλείτερον, ἠδύνατο νὰ πράξῃ μεγαλείτερον ἔγκλημα. Τί ὑπολείπεται ἐκ τῶν κατηγοριῶν ἐκείνων, τῶν τρομερῶν καὶ φοβερῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ἁρπαχθῇ ἐκ τοῦ τραχήλου ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Εἶναι ἡ ἡλικία τοῦ διορισθέντος συμβολαιογράφου. Ἀληθῶς ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου ὁρίζεται, ὅτι πρέπει ἡ ἡλικία νὰ ἀποδεικνύηται. Ἀλλὰ μήπως πᾶσα ἄλλη ἀπόδειξις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς τοῦτο; ἢ μήπως εἶναι ἀπαγορευτικὴ ἡ διάταξις αὕτη; Τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ χαρακτηρισθῇ ὅτι συνεπάγεται μίαν παράβασιν νόμου; Τότε ἡμεῖς αὐτοὶ ὅλοι εἴμεθα ἔνοχοι παραβάσεως ὄχι πλέον κοινοῦ νόμου, ὄχι τοῦ νόμου περὶ διορισμοῦ τῶν συμβολαιογράφων, ἀλλὰ παραβάσεως τοῦ Συντάγματος, ὅταν καθ’ ἡμέραν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν εἰσάγωμεν ἐνταῦθα ἀνηλίκους ὡς Βουλευτάς...
§311ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ἀνήλικος;
§312Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἐδῶ; εἶναι εὔκολον νὰ τοὺς ἀπαριθμήσω... Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι ἐκεῖθεν, ὅθεν ἤρχισα, καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ προβάλητε πρότασιν περὶ κατηγορίας τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης καὶ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι τότε πλέον δὲν ἔχετε νὰ κρυφθῆτε ὄπισθεν τῆς πλειονοψηφίας, πρὸς τὴν ὁποίαν προήλθετε εἰς συνεννοήσεις, διότι, διὰ νὰ κάμητε τὴν κατηγορίαν ταύτην, θὰ ἔχητε ν’ ἀντιμετωπίσητε τὴν δικαιοσύνην τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ αὐτὴ ἠξεύρει νὰ συντρίβῃ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς πολιτικῆς κερδοσκοπίας καὶ ὅλους τοὺς δεσμοὺς τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῆς ἐν γένει διαφθορᾶς τῆς πολιτικῆς.
§313Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν δήλωσιν δὲν τὴν ἔκαμα ἕνεκα φατριασμοῦ ἢ κομματισμοῦ, ὡς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Εἶχον καθῆκον, καὶ καθῆκον ἔχει πᾶς Βουλευτὴς, ὅταν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀποκαλύπτωνται τοιαῦται πράξεις Ὑπουργοῦ, ἔχει καθῆκον, ὄχι μόνον νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην δήλωσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν παραπομπὴν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Λέγω δὲ μεθ’ ὅλου τοῦ θάρρους καὶ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἂν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦτο Ὑπουργὸς ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ, θὰ εἶχε βεβαίως ἄλλην γνώμην, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐξήνεγκε. Τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν διακρίνει τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν πάντες, καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοιαύτης παρανομίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποπέσει Ὑπουργὸς ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἑτέρου Βουλευτοῦ, βεβαίως δὲν θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν. Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν καὶ φρονῶ, ὅτι ὄχι μόνον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ Βουλευταὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ δὲν θέλουσι διστάσει νὰ ὑπογράψωσι τοιαύτην πρότασιν, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς ταύτην ἢ εἰς ἐκείνην τὴν πτέρυγα· διότι, ἂν πρόκηται νὰ ἐκτυλίσσωνται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τοιαῦται παρανομίαι, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα παρατείνωνται αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου, βεβαίως πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν τὸν λαόν.
§314Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐκτὸς τοῦ θέματος καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς, καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς, εἶπον ἡμῖν· εὑρίσκω μάλιστα, ὅτι ἐν δικαίῳ ἐξετράπησαν τοῦ θέματος, διότι τὸ θέμα δὲν ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς ἔδαφος ὑπερασπίσεως, καὶ ἐνόμισε, κατὰ συνήθη φρασεολογίαν, ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι ἠδύνατο νὰ κατηγορήσῃ καὶ ἐμοῦ, ὡς προελθόντος εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἀνεῦρε πολιτικὴν κερδοσκοπίαν σήμερον ὁ ἄμεμπτος πρώην Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν πολιτικήν του πορείαν, καὶ ἀνεῦρε συνεννόησιν ἐμοῦ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ μοὶ ὑπέδειξεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑποβάλω πρότασιν, θὰ ἦμαι συκοφάντης. Γνωρίζει τοὺς ὅρους τῆς συκοφαντίας ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ὑποθέτω, ὅτι μᾶλλον ὁ συνήθης αὐτῷ τρόπος τοῦ λέγειν ἦτο, ὅτι θὰ ἦμαι συκοφάντης, ἐὰν δὲν ὑποβάλω πρότασιν παραπομπῆς εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, καὶ οὐχὶ ὅτι εἶχεν ἐν ἑαυτῷ ἰδέαν τινὰ, ἵνα μοὶ ἀποδώσῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ συκοφάντου. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα οὐχὶ διότι προεκλήθην, οὔτε διὰ ν’ ἀπαντήσω πρὸς αὐτόν· ἀνῆλθον, ἵνα καθορίσω, ἀπαντῶν κυρίως εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴν, εἰς ποῖον πόρισμα κατέληξα ἀγορεύων, καὶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ ἔπραξα πᾶν ὅ,τι ἐπεβάλλετό μοι ἐκ τῶν καθηκόντων μου. Ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, — τὴν ὁποίαν καὶ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, — ὅτι πρόκειται περὶ παραβάσεων νόμων, διαπραχθεισῶν ὑπὸ τοῦ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐν γνώσει καὶ ἐκ κομματικῆς ἰδιοτελείας, καὶ προεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ τοῦτον εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον· καὶ μὲ προκαλεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτής, καὶ μοῦ κατηγορεῖ, ὅτι δὲν ὑπέβαλον πρότασιν. Καὶ ὄπισθεν τῆς κατηγορίας αὐτῆς ὀχυροῦνται οἱ κατηγορούμενοι, νομίζοντες ὅτι θὰ μᾶς πτοήσωσιν, ὡς ἐπεχείρησαν πρὸ δύο μηνῶν νὰ μᾶς πτοήσωσιν, ἐπιδεικνύοντες τὴν νομιμοφροσύνην των καθ’ ὅσον χρόνον διετέλεσαν Ὑπουργοί, καὶ νομίζοντες ὅτι ἀγνοοῦμεν ἡμεῖς, ποῖα διεπράχθησαν, οὐ μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῆς ὑπουργίας των...
§315Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁρίσατέ τα.
§316Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἕκαστον μὲ τὴν σειράν του... Ἀλλὰ, διότι ἡμεῖς ἐσιωπῶμεν, ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ μᾶς καταπλήξωσι, καὶ ἐνόμισαν καὶ τώρα ἀκόμη, ὅτι ἀπειλοῦντες καὶ προκαλοῦντες δύνανται νὰ σταματήσωσιν ἡμᾶς, ἢ νὰ μᾶς παρεμποδίσωσιν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων μας. Ἀλλ’ ἔχω, εἶπον, νὰ δώσω λόγον, διατὶ δὲν ὑπέβαλον πρότασιν. Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, «ἡ περὶ καταδιώξεως πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, ἐὰν μὴ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς εἴκοσι τοὐλάχιστον Βουλευτῶν». Τὸν νόμον τὸν γνωρίζομεν πάντες. Ἡ ὑπογραφὴ ἡ ἰδική μου εἶναι μία. Ἐπεχείρησα νὰ πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι παραπεμπτέος εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἐὰν δὲν ἔπεισα εἴκοσι συναδέλφους, ἢ δὲν ὑπάρχωσιν ἐκ τῶν πεισθέντων εἴκοσιν οἱ θέλοντες νὰ ἀναλάβωσι τὸ βάρος τοῦ κατηγόρου, ἐγὼ δὲν φέρω καμμίαν εὐθύνην. Μὲ τὴν ἰδικήν μου καὶ μόνον ὑπογραφὴν δὲν θὰ δώσω τὴν πρότασιν εἰς τὸ Προεδρεῖον· θὰ τὴν δώσω εἰς τοὺς συναδέλφους, ἵνα τὴν ὑπογράψωσι καὶ αὐτοί, ἐὰν θέλωσι.
§317Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ, εἶναι νὰ τὴν διατυπώσητε καὶ τὴν ὑπογράψητε.
§318Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν μου.
§319Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς προκαλῶ δὲ νὰ ὁρίσητε τὰς παραβάσεις, ἃς εὕρετε εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Ὑπουργείου. Ἐὰν αἱ παραβάσεις ἦναι ὅμοιαι πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας εὕρετε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως δὲν θὰ εὑρεθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστηρίξωσι τοιαύτας παραβάσεις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι καὶ τὸ παρελθόν μου καὶ τὸ παρόν μου ὑπῆρξε πάντοτε ἄμεμπτον· σᾶς εὔχομαι δὲ νὰ ἔχητε τοιοῦτον παρελθὸν καὶ τοιοῦτον παρὸν καὶ τοιοῦτον μέλλον.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου θέματος.
§321Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θεωρεῖτε ἐξηντλημένον τὸ θέμα αὐτό;
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται.
§323Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν;
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλο ζήτημα αὐτό.
§325Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀπασχολήσαντος τὴν Βουλὴν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε, ἐὰν θέλητε, ἐξακολουθήσατε.
§327Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν τώρα! Γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἴμεθα καταπεπονημένοι, διότι ἐπὶ τρία ἤδη ἡμερονύκτια ἐργαζόμεθα, — ὅπερ ἀναγνωρίζετε καὶ ὑμεῖς.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνωρίζω. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ὄχι ἐγώ.
§329Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ θέματος πολὺ σοβαροῦ καὶ πολὺ σπουδαίου. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις. Καὶ ἡ κυβερνητικὴ πτέρυξ πρέπει νὰ συναινέσῃ.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐπαναφέρητε τὸ ζήτημα, δύνασθε νὰ τὸ ἐπαναφέρητε εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Σήμερον θὰ προχωρήσωμεν.
§331Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔληξε, καὶ ὅτι, λήξαντος τοῦ ζητήματος τούτου, δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, διότι ἡ ὥρα εἶναι ἤδη πολὺ προκεχωρημένη.
§332Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα φρονῶ ὅτι δὲν ἔληξε (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν), διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, συζητουμένου τοῦ ζητήματος ἐν πάση λεπτομερείᾳ, δὲν θέλουσι παρασυρθῆ συνάδελφοι εἰς ὑπογραφὴν κατηγορητηρίου κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει αἱ κατηγορίαι νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐν πάση περιπτώσει.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θεωρεῖ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον.
§334Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα θεωρῶ λῆξαν· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι Βουλευταί, θέλοντες εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ ἀνακινήσωσι τοῦτο, εἶναι ἐλεύθεροι· ἐγὼ οὐδένα δύναμαι νὰ ἐμποδίσω.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 2 καὶ 10′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).