1904.03.05
4.808 στίχοι · 37.180 λέξεις · 434 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
τῆς 5 Μαρτίου 1904.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βασιλικὴ θυγάτηρ Ἀνδρέου Μιαούλη δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν αἰτεῖται ἀπονομὴν συντάξεως, ὡς οὐδένα πόρον πρὸς τὸ ζῆν ἔχουσα. Ὁ Θ. Μπάγιας, κάτοικος Δομοκοῦ, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Δομοκοῦ, ὅτι ἠδίκησεν αὐτόν, μὴ δεχθεὶς τὴν κατὰ 10% ἐπὶ ἔλαττον προσφορὰν αὐτοῦ διὰ τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Ὁ Σύλλογος τῶν καφεπωλῶν Σύρου δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται κατὰ τοῦ αὐτόθι Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας ὡς κλείοντος ἐνωρὶς τὰ καταστήματα αὐτῶν.
§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σχετικῶς τὸν λόγον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Πύλου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσιν, ὅπως τάχιστα ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ὁ ἱερεὺς Παπαδρόσος Μασαρίνας, ἐφημέριος τοῦ χωρίου Κωσταρίτσης τῆς Δωρίδος, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπικαλεῖται τὴν ἐπέμβασιν αὐτῆς πρὸς διόρθωσιν ἀδικήματος προσγενομένου εἰς τὸν υἱὸν αὐτοῦ Ἰωάννην Παπαδρόσον, λοχίαν τοῦ πεζικοῦ, διαγωνισθέντα εἰς τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν καφεπωλῶν Σύρου.
§4Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁμοίαν ἀναφορὰν τῶν καφεπωλῶν Σύρου εἶχον λάβει καὶ ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τότε τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος μεριμνήσῃ νὰ ἀρθῇ ἡ διαταγὴ τοῦ νὰ κλείωσι τὰ ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Σύρου καφενεῖα τὴν δωδεκάτην ὥραν τῆς νυκτός· καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους, καὶ εἶπον, ὅτι ἡ Σύρος εἶναι ἐμπορικὸς κόσμος καὶ ὅτι οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτῶν ἐργάζονται μέχρι τῆς δεκάτης καὶ ἑνδεκάτης ὥρας τῆς νυκτός, καὶ ὕστερον ἐξέρχονται πρὸς ἀναψυχὴν ἐν τῇ μόνῃ πλατείᾳ τῆς Σύρου, ἡ ὁποία εἶναι ἐφάμιλλος πρὸς τὰς τοῦ Συντάγματος καὶ Ὁμονοίας τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὅπου παιανίζει καὶ μουσική· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ διέλθωσιν ἀλλαχοῦ τὴν ἑσπέραν αὐτῶν.
§5Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἤκουσα, καὶ διέταξα τὸν ἀστυνόμον νὰ ἀναφέρῃ, τίνες οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἔλαβε τὸ μέτρον αὐτό. Μετὰ τὴν λῆψιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἀστυνόμου θέλω διατάξει τὰ δέοντα.
§6Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σάκκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πύλου.
§8Π. ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος κατόπιν.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινωθείσης ἀναφορᾶς τοῦ ἱερέως Παπαδρόσου, φρονοῦντος ὅτι ἠδικήθη ὁ υἱὸς αὐτοῦ κατὰ τὰς ἐξετάσεις πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀνέπτυξεν ἄλλοτε τὰ δίκαια τοῦ λοχίου Ἰωάννου Παπαδρόσου. Συμπληρῶν τὰ περὶ τούτου παρέχω σχετικάς τινας πληροφορίας. Ὁ εἰρημένος ὑπαξιωματικός, κατὰ τὸν διαγωνισμὸν τὸν τελεσθέντα ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Κόρπα, ἦτο μεταξὺ τῶν πρώτων ἐπιτυχόντων. Βραδύτερον, ἕνεκα τυπικῶν τινων ἀνωμαλιῶν, ἠκυρώθη ὁ πίναξ τῶν ἐπιτυχόντων, εἰς τὸν δεύτερον δὲ διαγωνισμόν, ἦλθε μεταξὺ τῶν ἐπιτυχόντων, ἀλλὰ οὐχὶ ἐν τῇ σειρᾷ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες ἐκ τοῦ Διατάγματος ἐκρίθησαν κατατακτέοι. Οὕτω δὲ ὁ λοχίας Παπαδρόσος ὑπέστη τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Σχολὴν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ἀλλὰ τόσον ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὸ δίκαιον αὐτοῦ κατόπιν μελέτης τῆς ὑποθέσεως, ὥστε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κόρπας εἰσήγαγεν εἰδικὸν νομοσχέδιον, ἀναγνωρίζον τὴν γενομένην ἀδικίαν καὶ κανονίζον τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ εἰρημένου ὑπαξιωματικοῦ. Ἀτυχῶς ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο νόμος. Βραδύτερον, κατὰ τὸ 1903, προεκηρύχθη νέος διαγωνισμός, εἰς ὃν, κατ’ ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς πάντα τὰ στρατιωτικὰ σώματα, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθωσιν οἱ ἄγοντες τὸ τριακοστὸν τῆς ἡλικίας των ἔτος, ἤτοι οἱ γεννηθέντες τὸ 1873. Καὶ ἐνῷ πάντα τὰ σώματα ἔκριναν τοὺς γεννηθέντας ὅπως δήποτε κατὰ τὸ 1873 καὶ ἄγοντας τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας ὡς δυναμένους κατὰ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις, θεωρουμένης τῆς ἡλικίας των ὡς ἡλικίας 30 ἐτῶν, ἐξαιρετικῶς τὸ πρῶτον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ δὲν ἔκρινεν οὕτω, διότι ἐφρόνει, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1879 ἡμέρα τῆς γεννήσεως εἶναι κατὰ νομικὸν πλάσμα ἡ πρώτη Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους, καὶ οὐχὶ ἡ ἡμέρα ἡ πραγματικὴ τῆς γεννήσεως. Οὕτω φρονοῦν τὸ πρῶτον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, δὲν ἔκρινε τὸν ὑπαξιωματικὸν Παπαδρόσον κατατακτέον μεταξὺ τῶν διαγωνισθησομένων, καὶ οὕτως ὁ Παπαδρόσος δὲν ἔλαβε τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς εἰσιτηρίους διὰ τὴν Σχολὴν ἐξετάσεις. Ὁ ἀδικηθεὶς ὑπαξιωματικὸς ἀνηνέχθη ἱεραρχικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, προσῆλθε δὲ καὶ ἐνώπιον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κωνσταντινίδου, ὅστις μελετήσας τὸ θέμα ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον αὐτοῦ. Ὑπεβλήθη τὸ ζήτημα καὶ ἐνώπιον τοῦ νομικοῦ συμβούλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κ. Γλαράκη, καὶ ἀπεφάνθη καὶ ὁ νομικὸς σύμβουλος, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Τὸ ζήτημα εἰσήχθη πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμές, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιφυλαχθέντος νὰ μελετήσῃ τοῦτο εὐρύτερον. Ἤδη ἀνακινεῖται πάλιν τὸ ζήτημα διὰ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ πατρὸς τοῦ ἀδικηθέντος. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὑπόθεσιν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ νόμου, διότι καὶ ἡ αὐστηροτέρα ἑρμηνεία τοῦ νόμου τοῦ 1879 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἀποκλεισμὸν ἐκ τῶν ἐξετάσεων τοῦ εἰρημένου ὑπαξιωματικοῦ· διότι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κριθῇ ὅτι ὁ νόμος οὕτω πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν καθορίζει τὸν χρόνον τῆς ἡλικίας, καὶ λογίζεται τὸ ἔτος ὁλόκληρον, μὴ λαμβανομένης τῆς περιπτώσεως τῆς βραδυτέρας ἡμέρας τῆς γεννήσεως. Τὸ ἔτος τῆς γεννήσεως τοῦ ὑπαξιωματικοῦ Παπαδρόσου εἶναι τὸ 1873, αἱ ἐξετάσεις δ’ ἐγένοντο τὸν Ἰούλιον τοῦ 1903. Τὴν 1 Σεπτεμβρίου ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος ἐτελείωνε τὸ τριακοστὸν ἔτος, ἡ ἐγκύκλιος δὲ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἡ πρόσκλησις πρὸς ἐξέτασιν ἐξεδόθησαν τὸν Ἰούνιον τοῦ 1903, καὶ αἱ ἐξετάσεις ἐγένοντο τὸν Ἰούλιον· καὶ ὅμως ἡρμηνεύθη, ὅτι ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος ἦγεν ἡλικίαν μείζονα τῶν 30 ἐτῶν, καὶ δὲν ἐγένετο δεκτὸς εἰς τὰς ἐξετάσεις, ἐνῷ ἄλλοι, ἐξ ἄλλων σωμάτων, γεννηθέντες πρωτήτερα, ἤτοι κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1873, ἐγένοντο δεκτοὶ καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ἐξετάσεις. Τώρα, κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι νομοθετικὴ πρᾶξις, ὅπως ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κόρπα, δύναται νὰ ὑποβληθῇ καὶ ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, μελετῶν ἀκριβοδικαίως καὶ τὸν νόμον καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ τούτου, πάντοτε συνιστωμένου ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, δύναται νὰ εὕρῃ λύσιν ἐφαρμόζουσαν τὸν νόμον ἀκριβῶς, καὶ ἀναγνωρίζουσαν τὰ ἀναμφισβήτητα ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων δίκαια τοῦ ὑπαξιωματικοῦ τούτου.
§10Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μοὶ ἐζήτησε πληροφορίας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ ἔφερα τὰς πληροφορίας ταύτας... Τὰς ἐλάβετε;
§11Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§12Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τούτου, ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία μοὶ εἶπεν, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ τίποτε.
§13Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ. Ὅταν ὅμως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλεν ἄλλοτε νομοσχέδιον, ἕτερος δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ ταῦτα, οὐχὶ χαριζόμενος εἰς προσωπικοὺς λόγους, ἀλλ’ ἰδὼν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐπεγένετο ἐκ περιστάσεων καὶ ἐξ ἀφορμῶν ἐντελῶς ξένων πρὸς τὸν ὑπαξιωματικὸν Παπαδρόσον, ἀπεφάσισε νὰ θεραπεύσῃ τὸ πρᾶγμα δι’ ἐγκυκλίου, ὑποδεικνυούσης εἰς τὰ διάφορα σώματα, ὅτι τὸ ἔτος διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἄρχεται ἀπὸ τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου, ὅταν λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, δύναται νὰ θεωρήσῃ τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου ὡς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεπλήρου ὁ ὑπαξιωματικὸς Παπαδρόσος τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας. Διὰ τοῦτο ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν μελέτην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα καὶ ἐξ ἐπιεικείας καὶ χάριν τοῦ δικαίου φέρῃ οἰκονομίαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κύριος Κοκκέβης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, «ἂν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ὁ δήμαρχος Κορώνης Μιχαὴλ Στραβόλαιμος συνέλαβε τὸν διαβόητον λῃστοφυγόδικον Σαρέλαν πρὸ δύο μηνῶν, καὶ πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν δύο διασήμους κιβδηλοποιοὺς καὶ φυγοδίκους ἐν Πεταλιδίῳ, τοὺς Παναγιώτην Ἀδαμόπουλον καὶ Κοντόγεωργαν ἢ Κόραν, καὶ τί πρὸς ἠθικὴν ἀμοιβὴν τοῦ δημάρχου τούτου ἐνηργήθη.» Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Σπηλιάδης.
§15Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Τετάρτης, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κ. Ροῦφος ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ζητήσας παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας, ἂν ἀληθεύει ἡ φήμη περὶ ἀποτυχίας τῶν ἀπὸ δύο μηνῶν διεξαγομένων διαπραγματεύσεων μεταξὺ Τραπεζῶν καὶ οἰνοπνευματοποιῶν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ ἂν, ἀληθεύοντος τούτου, σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις περὶ ἄλλου τινὸς μέτρου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἶπεν, ὅτι θ’ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. Ἡ ἑπομένη ἦτο ἡ χθεσινή, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι διέφυγε τῆς μνήμης τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ δὲν ἐδόθη καμμία ἀπάντησις. Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, παριστῶσαν τὴν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν προὐξένησεν εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς ἡ εἴδησις περὶ βεβαιώσεως τῆς ματαιώσεως τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος συμβάσεως — διότι περὶ τῆς ματαιώσεως αὐτῆς οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καθόσον τὸ γεγονὸς τοῦτο πιστοποιεῖται πανταχόθεν. — Τὸ χάος, τὸ ὁποῖον ἀνοίγεται ἐνώπιον αὐτῶν, ὡς μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, εἶναι μέλαν, ἀπαίσιον, καθίσταται δὲ ὀδυνηρότερον ἐκ τῆς διαψεύσεως τῶν ἐλπίδων, μὲ τὰς ὁποίας ἐτρέφοντο ἐπὶ δίμηνον. Εἶμαι ὑπερβέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὸ ναυάγιον αὐτὸ σκέπτεται περὶ λήψεως ἄλλου μέτρου, δυναμένου νὰ συντελέσῃ εἰς ἀποτροπὴν τῆς ἐπικειμένης καταστροφῆς. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τούτου σκέψεις της, ἵνα οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι ἀναλάβωσι θάρρος καὶ περιμένωσιν ἡσύχως, ὅπως περιέμενον μέχρι τοῦδε· διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ πενία, τὴν ὁποίαν μοὶ ζωγραφίζουσιν αἱ ἐκεῖθεν ἐπιστολαὶ, εἶναι φοβερὰ, φθάνει εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σπεύσῃ νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ δυνηθῇ νὰ παρουσιάσῃ εἰς αὐτὴν νομοθέτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ σωτηρία τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν.
§16Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν διέφυγε τῆς ἐμῆς μνήμης νὰ ἀπαντήσω· διέφυγε τῆς μνήμης τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι θ’ ἀπαντήσω.
§17Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Τὸ εἶδον εἰς τὰ πρακτικά.
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἐπηρώτησε, δὲν ἀπήντησα, ὅπως δὲν θ’ ἀπαντήσω καὶ σήμερον· διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐναυάγησαν αἱ διεξαγόμεναι διαπραγματεύσεις. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι ἀκόμη ἐξακολουθοῦσι, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὴν Δευτέραν ἔσομαι εἰς θέσιν νὰ δώσω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§19ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος ἐπρόκειτο νὰ ἐπερωτήσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ μετὰ τὴν δοθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ ἀπάντησιν θὰ ἀναμένω τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§20Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔχων τὴν γνώμην, ὅτι αἱ μελετώμεναι συμβάσεις, καὶ ἂν δὲν ναυαγήσωσι, δὲν θὰ ὠφελήσωσι ποσῶς, δὲν θὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἄρσιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, δὲν λυποῦμαι διὰ τὸ ναυάγιον, τὸ ὁποῖον ἐπίκειται, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἄλλο μέτρον δύναται νὰ σώσῃ τὸν σταφιδικὸν κόσμον. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος καὶ περὶ ῥυθμίσεως τῆς ἐμπορίας ἐν γένει τῆς σταφίδος. Μὴ θέλων ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, διότι νομίζω, ὅτι ὁ χρόνος αὐτῆς εἶναι πολύτιμος καὶ ὀλίγος, συνέταξα ἐκτενῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν, συνοδεύουσαν τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν καὶ πρέπει νὰ μελετηθῇ παρ’ ὅλων τῶν Βουλευτῶν, ἰδίως δὲ παρὰ τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τυπωθῇ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 133).
§22Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ποία ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως νόμου ταύτης;
§23Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τόσα τὰ ζητήματα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ διὰ μακρᾶς ἀναπτύξεως νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι προηγουμένως πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς ἐκθέσεως.
§24Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ συντόμως ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§25Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι, καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην αὐτῶν, παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσιν εἰς πλειότερα ἀντίτυπα, ὅπως σταλῶσι καὶ εἰς τοὺς κτηματικοὺς συλλόγους καὶ ἐν γένει εἰς τὰ σταφιδικὰ κέντρα.
§26Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μίαν ἰδέαν μόνον νὰ μᾶς εἴπητε ἐξ αὐτῶν.
§27Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Πρέπει νὰ τυπωθῶσι πρῶτον.
§28Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Φοβεῖσθε τὴν συζήτησιν;
§29Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
§30Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κύριος Μποῦτος δι’ ἐπερωτήσεώς του τῆς 25 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους ᾐτήσατο νὰ καταθέσω διάφορα ἔγγραφα, ἀφορῶντα διαφόρους ὑποθέσεις. Ταῦτα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω.
§31ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων ἀνέβαλον ν’ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, δηλῶ ὁριστικῶς, ὅτι, ἐπειδὴ αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν...
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἔχομεν, ἔχομεν.
§33ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δηλῶ λοιπὸν, ὅτι αὔριον θὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου.
§34Π. ΣΑΚΚΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς πρὸ ὀλίγου ἀνακοινωθείσης τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Πύλου πρὸς τὴν Βουλὴν, θέλω ὁμιλήσει δι’ ὀλίγων περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπείγει, καὶ δέον νὰ δοθῇ ἓν τέλος εἰς τὴν ἐκκρεμότητα, ἥτις κρατεῖ ὅλους τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς εἰς ἀδημονίαν. Νομίζω ὅτι τὰ διαθρυλούμενα περὶ συμβάσεως δὲν ἔχουσι σοβαρὰν ὑπόστασιν· ἂν ὅμως ἔχωσιν ὑπόστασίν τινα, φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς ἐπιδιωκομένης συμβάσεως δὲν θέλει κατορθωθῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκεται, δηλαδὴ ὅπως αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος φθάσωσιν εἰς ἱκανοποιητικὸν σημεῖον, οὕτως ὥστε νὰ δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας τοῦ προϊόντος τούτου. Δυστυχῶς αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν ἔδειξαν τὴν ἀπαιτουμένην στοργὴν πρὸς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, καὶ δὲν ἐμελέτησαν κατὰ βάθος τὸ ζήτημα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἐκ τῆς αἰσίας ἐκβάσεως τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ τύχη αὐτῶν δὲν ἐμερίμνησαν νὰ ἐξετάσωσι, τί εἰς ἄλλα Κράτη σκέπτονται περὶ τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, δὲν ἐζήτησαν νὰ ἐξετάσωσι, τί οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Δανίᾳ, ἐν Γερμανίᾳ, καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι κατώρθωσαν διὰ τῆς ἑνότητος αὐτῶν, καὶ ποῖα ἐξ αὐτῆς προῆλθον ἀποτελέσματα. Ἡ Δανία, εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ τοῦ συνδέσμου τῶν κτηνοτρόφων καὶ τῶν ὀρνιθοτρόφων αὐτῆς κατώρθωσε νὰ εἰσάγηται μέγα χρηματικὸν ποσὸν εἰς τὸ μικρὸν ἐκεῖνο Κράτος. Ἑκατοντάδες ὅλαι ἑκατομμυρίων εἰσάγονται εἰς αὐτὸ ἐκ τῆς γαλακτοκομίας καὶ ἐξ ἄλλων σχετικῶν εἰδῶν. Ἐὰν λοιπὸν καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἡμῶν, συνεννοούμεναι μεθ’ ἁρμοδίων ἀνδρῶν, ἐμελέτων τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν, νομίζω ὅτι σήμερον δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ σκεπτώμεθα, τίνι τρόπῳ νὰ σώσωμεν τοὺς ἐκ τῆς πενίας κατατρυχομένους σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν μετ’ ἄλλων συναδέλφων καὶ εἰδικῶν ἀνδρῶν νὰ συζητήσω ἐν τῇ σταφιδικῇ συνελεύσει τῶν Πατρῶν, εὗρον δὲ πολλοὺς ἐνθέρμους ὑποστηρικτὰς τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ ἤλπιζον, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ ἔφθανε μέχρι τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων. Δυστυχῶς ὅμως καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἄλλως ἐσκέφθη περὶ τῆς λύσεως τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος. Ὡς νῦν ἔχουσι τὰ πράγματα, ὁ καιρὸς ἐπείγει λίαν, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἄμεσος πρόνοια πρὸς ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος· φρονῶ δέ, ὅτι τὰ προτεινόμενα ἑκάστοτε μέτρα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος. Νομίζω ὅτι πρόχειρον μέσον καὶ ἐπωφελέστερον πρὸς πρόσκαιρον τουλάχιστον λύσιν θὰ ἦτο ἡ φορολογία τῆς σταφίδος εἰς εἶδος, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν καὶ ἄλλοτε νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος, ἀνέπτυξα τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, εὗρον δὲ προθύμους τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ ν’ ἀσπασθῶσι τὴν ἰδέαν μου καὶ ὑποδείξωσιν αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Φορολογία εἰς εἶδος, εἰς ὡρισμένον ποσοστόν, ἀντὶ τοῦ πληρωνομένου εἰς χρήματα φόρου, θέλει ἀφαιρέσει ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως 40 ἕως 50 ἑκατομμύρια. Τὸ ποσοστὸν τοῦτο, προστιθέμενον εἰς τὸ ποσοστὸν — ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη — τὸ ἐκ τῆς παρακρατήσεως ἀποδιδόμενον, δύναται νὰ συντελέσῃ οὐσιωδῶς εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ τοῦ σταφιδοκάρπου, εἰς τρόπον ὥστε τὸ ἐξαχθησόμενον ποσὸν νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καταναλισκόμενον. Οὕτω δὲ αἱ ἀγοραὶ τῆς καταναλώσεως εὐχαρίστως θὰ ἐπαναφέρωσι τὰς τιμάς, αἱ ὁποῖαι καὶ ἄλλοτε προσεφέροντο παρ’ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν — ἵνα μὴ περισσότερον ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν — νὰ μελετήσῃ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινόμενον μέτρον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι προσωρινῶς τοὐλάχιστον θέλει ἐξομαλύνει τὰ πράγματα, μέχρις οὗ σκέψεις ὡριμώτεραι ὁδηγήσωσι τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ προϊόντος αὐτῶν ἐμβριθέστερον, καὶ μελετήσωσι τὸ σύστημα τῆς ἱδρύσεως σταφιδικοῦ συνδέσμου, ἡ δὲ Σταφιδικὴ Τράπεζα εὑρεθῇ εἰς εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις, ἵνα δυνηθῇ νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς τοιούτου εἴδους ἐπιχείρησιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ μετὰ περισκέψεως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι μόνον διὰ τοιούτου μέτρου οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ θὰ δυνηθῶσι νὰ ἴδωσιν ἡμέραν τινὰ τὴν πλήρη αὐτῶν ἀποκατάστασιν καὶ τὴν ἐπάνοδον τῶν εὐτυχῶν ἐκείνων δι’ αὐτοὺς χρόνων τῆς εὐημερίας καὶ τοῦ πλούτου.
§35Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλῃ ἐργασίαν νομοθετικὴν, καὶ ὅτι ἡτοίμαζε νομοσχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν. Περιέμενον δὲ μέχρι τοῦδε νὰ ἴδω τὴν νομοθετικὴν ταύτην ἐργασίαν, ἣν εἶχε προετοιμάσει ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δὲν ὑπέβαλεν αὐτήν...
§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν εἶναι τώρα Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Ράλλη.
§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται ὁ κ. Ράλλης νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ ὡς Βουλευτής.
§38Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. .. οὔτε εἴδομεν νομοσχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν, ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω ἐγὼ τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, καίτοι γνωρίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα...
§39Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀναλόγως τῆς σοβαρότητος αὐτοῦ.
§40Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔλθετε σεῖς νὰ φέρητε σοβαρώτερα.
§41Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶπον ὅτι, ἂν ᾖναι σοβαρὸν τὸ νομοσχέδιον, θὰ προταχθῇ, διότι τὸ ἀντικείμενον εἶναι σοβαρόν.
§42Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Σοβαρώτερον ἀπὸ τοὺς ἐξοπλισμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ γείνωσιν εἰς τοὺς μέλλοντας αἰῶνας!
§43Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διότι ὁ πατριωτισμός...
§44Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
§45Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. .. τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλήν νὰ ἐργασθῇ. Δι’ αὐτὸ ἐτόλμησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν νὰ μὲ διακόψῃ καὶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἀναλόγως τῆς σοβαρότητος τοῦ νομοσχεδίου θὰ προταχθῇ τοῦτο. Λοιπόν, ἐὰν ὁ πατριωτισμὸς αὐτὸς—ὁ ὁποῖος κατήντησεν εἰς εὐτελῆ θέσιν τὴν Βουλήν—ἐπιτρέψῃ νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλή, βεβαίως αὕτη θὰ ἐπιληφθῇ καὶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἰδικοῦ μου νομοσχεδίου ἢ ἄλλου καλλιτέρου, καὶ θὰ ψηφίσῃ αὐτὸ, διότι συμπίπτει πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον καθ’ ἡμέραν ἐπικαλεῖσθε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, φωνάζοντες, ὅτι ὁ λαὸς πεινᾷ, θυσιάζεται, καταστρέφεται!... Γελᾷ ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται τόσον συχνὰ εἰς τὸ βῆμα καὶ μᾶς λέγει: «τί ἐκάμετε; τί νομοθετεῖτε; τί νομοσχέδια εἶναι αὐτά, τὰ ὁποῖα φέρετε εἰς τὴν Βουλήν;» Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ ὁ λαός, διατὶ δὲν προφθάνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ δι’ αὐτόν. Πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι σεῖς, οἱ ὁποῖοι χύνετε δάκρυα φώκης διὰ τὸν λαόν, διὰ τὸ θῦμά σας αὐτὸ, δὲν ἀφίνετε τὴν Βουλὴν νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁ λαός, ὅτι τὰ 120 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πληρώνει, ὑπάρχει ἄλλος λαός, ὁ ὁποῖος τὰ ροκανίζει.
§46Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι.
§47Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Χύνετε δάκρυα κροκοδείλου διὰ τὸν λαόν, διότι δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν θέσιν νὰ ροκανίσητε τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα! Ἐγὼ ἀναφέρομαι εἰς τὸν πατριωτισμόν σας καὶ εἰς τὴν ῥητορικήν σας ἱκανότητα. Ἀφήσατε τὴν Βουλήν νὰ ἐργασθῇ, ἀφήσατε αὐτὴν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ ἔργα της. Δεκαπέντε συνεδριάσεις ὑπολείπονται μέχρι τοῦ Πάσχα. Ἀφήσατε τὴν Βουλήν νὰ ἐργασθῇ, διότι ἄλλως θὰ βιάσητε τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαὸν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι πλέον κατάστασις· ὁ πατριωτισμὸς τοῦ κυρίου Καλούτση δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐργασθῇ, ὁ πατριωτισμὸς τοῦ δεῖνα, ἢ ἡ ῥητορικὴ ἱκανότης τοῦ ἄλλου, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἔχουσι κτῆμα τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, καὶ ἐμποδίζουσιν 120 ἀνθρώπους, οἵτινες ἔχουσιν ὄρεξιν νὰ ἐργασθῶσι.
§48Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Νὰ ροκανίσουν!
§49Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔρχεσθε, Κύριοι, καὶ λέγετε, ὅτι θὰ σώσητε τὸ Κράτος. Τίνι τρόπῳ θὰ τὸ σώσητε; Μὲ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ φίλου μου κ. Καλούτση, ὁ ὁποῖος γελᾷ καὶ δὲν θέλει νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων;
§50Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐγὼ διὰ τὰ ροκανίσματα οὐδέποτε ἔλαβον τὸν λόγον.
§51Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὑποβάλλω λοιπὸν πρότασιν νόμου «περὶ τοῦ δι’ ἐντόκων γραμματίων κανονισμοῦ τῶν χρεῶν τῶν ἐνυποθήκων σταφιδαμπέλων». Πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς πλείονα τοῦ συνήθους ἀντίτυπα, ἵνα τὴν ἀναγνώσῃ καὶ ὁ κόσμος, μετὰ δὲ τὸ Πάσχα...
§52Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ὥστε τὸ ὑποβάλλετε πρὸς ἐμπαιγμόν, διότι τότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ Βουλή.
§53Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἠξεύρετε. Εἶναι ἱκανώτεροι ἄλλοι ἐμοῦ, καὶ πιθανὸν νὰ φέρωσι τελειότερα ἔργα. Ἐγὼ δι’ αὐτοῦ δίδω ἁπλῶς ἀφορμήν. Καὶ κατὰ τὸ 1893 ἐγὼ ἔδωκα ἀφορμὴν διὰ τὴν παρακράτησιν, καὶ ἐνομοθετήθη αὕτη καὶ εἶτα ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Δίδω λοιπὸν ἀφορμήν, ἵνα ἄλλοι ἱκανώτεροι ἐμοῦ φέρωσι καταλληλότερα ἔργα. Ὥστε ἀντὶ νὰ διακόπτητε οὕτω, κύριε Πολυγένη, πρέπει νὰ φέρητε σοβαρώτερα ἔργα, διότι ἄλλως ὁ διακόπτων χωρὶς νὰ ἔχῃ καλλίτερα ἔργα, ἔχει... δὲν θέλω νὰ εἴπω προπέτειαν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Κοκκέβη ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 132).
§55Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§56Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑνῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. συναδέλφου, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ὡς τάχιστα προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, τὰ ἔγγραφα τουτέστι τῆς τιμωρίας τοῦ πρώην εἰρηνοδίκου Πλαταμώδους, καθὼς καὶ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως αὐτοῦ. Οὐχ ἧττον, κύριε Πρόεδρε, καὶ προτοῦ ἀκόμη προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, προκαταβολικῶς δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν τὸ παράπονον τοῦ κ. συναδέλφου περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ εἰρηνοδίκου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε, στηρίζεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἀπόλυσίς του ἐγένετο ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὶς ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς καὶ ὄχι ὅτι δὶς περιέπεσεν ἐντὸς τοῦ ἔτους εἰς πειθαρχικὰ παραπτώματα, τὸ παράπονον τοῦτο τοῦ κ. συναδέλφου δὲν εἶναι βάσιμον. Βεβαίως ἐνόμισάν τινες, ὅτι ὑπάρχει ζήτημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, λυόμενον καὶ κατὰ τὸν ἀντίθετον τρόπον, καὶ ὑπῆρξαν οἱ ἰσχυρισθέντες, ὅτι, διὰ νὰ ἀπολυθῇ δικαστικὸς ὑπάλληλος, πρέπει δὶς ἐντὸς ἔτους, ὄχι νὰ ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς, ἀλλὰ νὰ περιέπεσεν εἰς παράβασιν, ἡ ὁποία τιμωρεῖται πειθαρχικῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 292 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων νόμου. Ἡ γνώμη αὕτη δυστυχῶς δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος δὲν λέγει ὅτι ἀπολύονται οἱ ὑποπεσόντες εἰς πειθαρχικὰς παραβάσεις δὶς ἐντὸς τοῦ ἔτους, ὁ νόμος λέγει ῥητῶς — μὴ δίδων ἀφορμὴν εἰς οὐδεμίαν ἑρμηνείαν — καὶ σαφῶς, ὅτι ἀπολύεται ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος ὁ τιμωρηθεὶς δὶς ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Ἀποβλέπει ἄρα εἰς τὸν χρόνον τῆς βεβαιώσεως τοῦ παραπτώματος δι’ ἀποφάσεως, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν διεπράχθη ἡ πειθαρχικὴ παράβασις. Τώρα, ἐὰν ὁ χρόνος τῆς διαπράξεως τῆς παραβάσεως δὲν συμπίπτῃ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ἐβεβαιώθησαν δὲ ἀμφότεραι αἱ παραβάσεις κατὰ τὸ 1903, καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἡ ἀπόλυσις, τοῦτο δὲν δημιουργεῖ εὐθύνην τινὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν ἀπολύσαντα, διότι ἀνέκαθεν, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τοιαύτη ἐδόθη ἑρμηνεία εἰς αὐτὸν, καὶ οὐχὶ ἑρμηνεία, διότι ἑρμηνείας ἀνάγκη δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τοιαύτη ἐφαρμογὴ ἐγένετο, διότι ἡ διάταξις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι τοσοῦτον σαφὴς, ὅτι ὁ νόμος ἐννοεῖ τὸν χρόνον τῆς βεβαιώσεως τοῦ παραπτώματος, ὥστε δὲν ἐπιδέχεται ἑρμηνείαν καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς. Παρακαλῶ ἐν τούτοις τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§57Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω γνώμην, καθόσον ἔτυχε νὰ ἐγκύψω εἰς αὐτὸ κατά τι, φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Καὶ ἰδοὺ διατί. Καθ’ ἃ ἀντελήφθην ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ, ὁ ῥηθεὶς εἰρηνοδίκης ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν ἐν ἔτει 1901, κατόπιν δὲ περιέπεσεν εἰς παράβασιν ἐν ἔτει 1902, ἀπελύθη δὲ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ, τιμωρηθεὶς δὶς, ἐν ἔτει 1903. Αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως. Ὁ νόμος τί λέγει; Ὅτι ἀπολύονται οἱ εἰρηνοδίκαι, οἱ δὶς τιμωρηθέντες ἐντὸς ἔτους. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ εἰρηνοδίκης αὐτὸς ἐτιμωρήθη δὶς ἐντὸς ἔτους, νομίμῳ τῷ λόγῳ ἀπελύθη. Διατί; Διότι ὁ νόμος τί λέγει; Ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ δὶς τιμωρηθεὶς πειθαρχικῶς κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, ἀπολύεται. Ἂν τώρα θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἢ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ἡ ratio legis, ἡ occasio legis, βεβαίως ὀρθότερον εἶναι τὸ σύστημα, ὅπερ διέγραψεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτής. Διατί; Διότι ὁ νόμος, ἐπιβάλλων τὴν ἀπόλυσιν εἰς τὸν δὶς τιμωρηθέντα, ἐννοεῖ νὰ τιμωρήσῃ τὴν ὑποτροπήν. Πρέπει λοιπὸν βεβαίως νὰ ἔχῃ τιμωρηθῆ εἷς εἰρηνοδίκης ἅπαξ, ἐν τῷ αὐτῷ ἔτει τῆς τιμωρίας νὰ ὑποπέσῃ εἰς δεύτερον παράπτωμα, δηλαδὴ νὰ ὑπάρχῃ ὑποτροπὴ, ὅτε τιμωρεῖται δὶς, καὶ τότε ἀπολύεται. Αὐτὸ εἶναι βεβαίως τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἀλλὰ γνωρίζουσι πάντες, ὅτι, ὅπου τὸ γράμμα εἶναι σαφὲς, δὲν ἐπιτρέπεται ἑρμηνεία. Τὸ γράμμα εἶναι σαφέστατον· ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι, ἂν τιμωρηθῇ δὶς ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀπολύεται. Ἑπομένως ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου δὲν νομίζω, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν νόμου, καὶ ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης θέλει πεισθῆ ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅτι δὲν ἀνέλαβον ἐνταῦθα τὸ καθῆκον Εἰσαγγελέως καὶ κατηγόρου αὐτοῦ...
§58Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε εἶπον αὐτό.
§59Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τουλάχιστον ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην.
§60Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς τὸ ἀντελήφθητε.
§61Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις, ἂν δοθῇ εὐκαιρία εἰς ἐμὲ, θέλω προσπαθήσει νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, μεταβάλλον τὸν ὑφιστάμενον νόμον κατὰ τοῦτο, καὶ προβλέπον τὴν περίστασιν καθ’ οἷον τρόπον ἐγὼ διασαφηνίζω καὶ ἐξηγῶ αὐτήν. Ἂν δὲ, κύριε Πρόεδρε, ἰσχύσῃ ἄνευ νόμου τὸ ἀντίθετον σύστημα, ἡ ἀντίθετος ἑρμηνεία, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Δημόσιον θέλει ὑποστῆ ζημίαν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, διότι ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος περὶ ἀπολύσεως τῶν εἰρηνοδικῶν πληθὺς εἰρηνοδικῶν ἀπελύθη τούτῳ τῷ λόγῳ· ἑπομένως πάντες οὗτοι θέλουσιν ὑποβάλει αἰτήσεις θεραπείας καὶ ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Δημόσιον θέλει ὑποβληθῆ εἰς ἀποζημιώσεις. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἐγὼ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, μέχρι σήμερον δύο ἕως τρεῖς αἰτήσεις θεραπείας ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ νομίμως ἐνήργησε.
§62Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, ἥτις προὐκάλεσε τὴν συζήτησιν ταύτην, δὲν προτίθεμαι νὰ θίξω, ἀλλ’ ἂν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ἀποτρέψω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον μεταρρυθμιστικὸν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, θὰ τὸ ἔπραττον εὐχαρίστως. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀτελὴς ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἔχων ὡς ἔχει, δὲν νομίζω ὅτι ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεώς τινος, καθ’ ἣν ἔννοιαν ὑπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διὰ τοῦ ὁποίου ἠπείλησεν ἀπόλυσιν τοῦ δὶς πειθαρχικῶς τιμωρηθέντος ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἠθέλησε νὰ τιμωρήσῃ διὰ τῆς βαρυτάτης τῶν ποινῶν τὸν ὑπάλληλον τὸν ὑποπεσόντα καθ’ ὑποτροπὴν εἰς παράβασιν πειθαρχικήν· εἶναι δὲ ὀρθὴ ἡ περὶ τούτου γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι, ἀπὸ νομοθετικῆς ἀπόψεως κρίνοντες τὸ πρᾶγμα, πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ νόμος ἔχει ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως, μεταρρυθμίσεως, καθ’ ἣν νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ὁ ὑποπεσὼν εἰς πειθαρχικὴν παράβασιν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπολύεται τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ διατὶ τοῦτο; Πάντες οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι διατελοῦσιν ἐν τινι κλίμακι ἱεραρχίας, πᾶς δικαστικὸς ὑπάλληλος ἔχει τὸν προϊστάμενον αὑτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιτηρεῖ αὐτόν. Ἄν ἦναι εἰρηνοδίκης, ἔχει τὸν Εἰσαγγελέα, ἡ ἐπίβλεψις δὲ καὶ ὁ ἔλεγχος παντὸς δικαστικοῦ ὑπαλλήλου δὲν εἶναι μόνον περιοδικά, ἡ ἐπίβλεψις εἶναι διαρκὴς καὶ ἀδιάλειπτος παρὰ τῶν προϊσταμένων αὑτοῦ. Ἐκ τούτων λοιπὸν ἕπεται, ὅτι ὁσάκις ὑπάλληλός τις δικαστικὸς περιέπεσεν εἰς παράβασιν πειθαρχικήν, ὑπάρχει ὁ ἐλέγχων, ὅστις ἀμέσως θὰ ἀντιληφθῇ τοῦ παραπτώματος καὶ θὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἡ τιμωρία αὐτοῦ. Ὁ δὲ νόμος ἔταξε καὶ προθεσμίας διὰ τὰς πειθαρχικὰς καταδιώξεις, ἔταξεν ἀκόμη καὶ ποινὰς κατὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων τῶν δικαστικῶν, οἵτινες ἀμελοῦσι τὰ ἔργα αὑτῶν τὰ ἐποπτικά. Ὑπάρχει λοιπὸν ἡ κύρωσις τῶν διατάξεων αὐτῶν τῶν νόμων, τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἐπιτηρεῖν τοὺς ὑφισταμένους. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν φόβος νὰ προκύψῃ τὸ ἄτοπον, ὥστε ὑπάλληλός τις, ὑποπεσὼν εἰς παράπτωμα κατὰ τὸ 1901, νὰ τιμωρηθῇ μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν κατὰ τὸ 1902. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐκ τῆς ἐμῆς πείρας ταύτην τὴν γνώμην ἀπεκόμισα, ὅτι πάντα τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα, τὰ ὁπωσδήποτε τελεσθέντα, ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε λίαν ἐγκαίρως νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἐκλείπει λοιπὸν ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φρονεῖ, ὅτι εἶναι μεταρρυθμιστέος κατὰ ταύτην τὴν ἔννοιαν ὁ νόμος. Ὑπάρχουν ἀληθῶς ὑπάλληλοι, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι κακῶς ἀπελύθησαν κατὰ ταύτην τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, καὶ ὅτι ἄνευ τῆς ἑρμηνείας ταύτης δὲν θὰ ἀπελύοντο τῆς θέσεως αὑτῶν, ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ἢ τινες ἐξ αὐτῶν, ἀδίκως παραπονοῦνται. Γνωρίζω εἰρηνοδίκην τινὰ, ἀπολυθέντα τῆς θέσεως αὑτοῦ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶ. Αὐτὸς προέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης παράπονον ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ, καὶ ἠξίου καὶ ἀναδιορισμὸν εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐπὶ τῇ αἰτιολογίᾳ, ὅτι κακῶς ἀπελύθη, διότι ὁ νόμος δὲν σκοπεῖ νὰ ἀπολύσῃ τὸν τιμωρηθέντα δὶς ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀλλὰ τὸν ὑποπεσόντα εἰς παράπτωμα δὶς ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ δὲν εἶχε δίκαιον καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, διότι, ἐνῷ ἰσχυρίζετο ὅτι ἡ παράβασις ἡ πρώτη εἶχε πραχθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1901, ἡ δὲ ἑτέρα κατὰ τὸ 1903, τί ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων; ὅτι ἡ πρώτη πειθαρχικὴ τιμωρία εἶχεν ἐπιβληθῆ εἰς αὐτὸν διὰ σειρὰν πειθαρχικῶν παραβάσεων, ὧν ἡ τελευταία ἀνήγετο εἰς ἐποχὴν, ἥτις δὲν ἀπεῖχε πλέον τοῦ ἔτους ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς δευτέρας παραβάσεως. Ὥστε εἶναι καὶ κατ’ οὐσίαν ἀβάσιμα τὰ παράπονα τῶν τοιούτων εἰρηνοδικῶν καὶ ἐν γένει τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες, θέλοντες νὰ καλύψωσι τὰς ἰδίας παραλείψεις, ἐπικαλοῦνται μίαν στρεβλὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, καὶ παριστῶσιν ὅτι ἀδικοῦνται ἐκ τῆς γιγνομένης ὀρθῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τῆς ἐφαρμογῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε πάντοτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, προκαταβολικῶς ἐκθέτων τὴν γνώμην μου, δὲν θεωρῶ μεταρρυθμιστέον τὸν νόμον, διότι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ὑπάρχουσι πλήρεις αἱ ἐγγυήσεις, ἵνα καλῶς λειτουργῇ.
§63Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, σχετικῶς πρὸς τὸ νομικὸν ζήτημα τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἐν σχέσει πρὸς τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα κανονίζει ὁ διορισμὸς καὶ ἡ παῦσις τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων. Νομίζω, ὅτι μεγάλη ἀσάφεια καὶ ἀτέλεια ἐν τῇ ἐκφράσει ὑπάρχει ἐν τῷ σχετικῷ ἐδαφίῳ τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι αἱ τιμωρίαι τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων πρέπει νὰ ἦναι κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, νομίζω ὅτι περιπίπτομεν εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θέλει συνεπιφέρει ἐμμέσως τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως περὶ μονιμότητος τῶν εἰρηνοδικῶν, διατάξεως ὅπως δήποτε σωτηρίου διὰ τὴν εὐδόκιμον λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχει κακοπιστία ἢ κακοβουλία διαχειριστῶν τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι ἀναβάλλουσι τὴν εἰσαγωγὴν τῶν δικαστικῶν παραπτωμάτων κατὰ εἰρηνοδικῶν, καὶ εἰσάγουσι ταῦτα πρὸς πειθαρχικὴν τιμωρίαν ἀφοῦ ἀποτελεσθῶσι δύο ἢ τρία, καὶ τὰ εἰσάγουσι τὸ αὐτὸ ἔτος. Νομίζετε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπιβαλλομένης τῆς ποινῆς ἐν τῷ αὐτῷ ἔτει, δὲν θὰ ἠδύναντο κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην νὰ ἀπολυθῶσιν ὅλοι οἱ εἰρηνοδίκαι τοῦ Κράτους; —διότι βεβαίως ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι πολλὰ παραπτώματα διαφόρων ἐτῶν, καὶ νὰ εἰσάγωνται κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, ὅπως τιμωρηθῶσι, καὶ ἀποτελεσθῇ οὕτω κατὰ τὴν διδομένην ἑρμηνείαν μία δυὰς παραπτωμάτων. Νομίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου δὲν εἶναι ὡς ἐφηρμόσθη ἤδη. Δὲν γνωρίζω, ἂν δικογραφίαι τοιαῦται ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς· ἀλλ’ ἐὰν δεχθῶμεν τὸ προταθὲν, πολλὰς προσφυγὰς θὰ ἔχωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὑποσχεθέντα ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ νόμον, ἑρμηνεύοντα τὸ σχετικὸν ἐδάφιον τοῦ νόμου περὶ προσόντων.
§64Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Συντάσσομαι, κύριε Πρόεδρε, πλήρως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἀντίκειται πρὸς τὸ νόημα τοῦ νόμου, εἶναι κατάδηλον, διότι βεβαίως ὁ νομοθέτης ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον τὸν ἅπαξ ὑποπεσόντα εἰς ἁμάρτημα· ὁ νομοθέτης ἐννοεῖ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος πρέπει δὶς νὰ ὑποπέσῃ εἰς παράπτωμα. Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο, δὲν ἐνόησεν ὅτι τοῦτο πάλιν εἶναι ἀρκετὸν, ἀλλ’ ὡς βάσιν ἐθεώρησε τὴν ὑποτροπὴν, καὶ δὴ τὴν ὑποτροπὴν ἐντὸς ἔτους· διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν ἤθελε, βεβαίως ἤθελεν ὁρίσει ἁπλῶς δύο τιμωρίας, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ νὰ ὑφίστανται αἱ δύο τιμωρίαι πλέον τοῦ ἔτους. Δυστυχῶς ὅμως τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν ἔχει οὕτω, δὲν ἀνταποκρίνεται ἐπακριβῶς πρὸς τὸ νόημα τοῦ νόμου. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ διαφορετικὴ ἑρμηνεία, διότι τοῦτο δύναται νὰ ἐκθέσῃ εἰς ἀποζημιώσεις τὸ Δημόσιον. Ἐὰν πάντες δεχώμεθα τοῦτο, βεβαίως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διότι πιθανὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς νὰ μὴ θέλωσι νὰ κάμωσι κατάχρησιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἕνα εἰρηνοδίκην ὑποπεσόντα εἰς παράπτωμα ἐντὸς ἔτους, καὶ εἰς ἕτερον παράπτωμα ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, νὰ εἰσάγῃ τὸν εἰρηνοδίκην διὰ τὸ ἓν παράπτωμα τὸ πρῶτον ἔτος καὶ διὰ τὸ ἕτερον τὸ δεύτερον ἔτος, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν δύο ἀποφάσεις διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, καὶ οὕτω νὰ ἐπέρχηται καταδολίευσις τοῦ νόμου. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ, πῶς οἱ κύριοι Εἰσαγγελεῖς διαχειρίζονται τὴν ἐποπτείαν ταύτην, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, ὅτι δηλαδὴ εἷς Εἰσαγγελεὺς ἐζήτησε νὰ παραπεμφθῇ εἷς συμβολαιογράφος ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι κατὰ τὸ 1878 ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπῆς, ἐνῷ ὁ συμβολαιογράφος κατὰ τὸ ἔτος 1878 δὲν εἶχεν ἔτι γεννηθῆ· ἐπῆλθε δὲ ἡ πλάνη αὕτη ἁπλῶς καὶ μόνον ἕνεκα τῆς ὁμοιότητος τοῦ ὀνόματος πρὸς ἕτερον, ὁ ὁποῖος εἶχε καταγγελθῆ διὰ τοιαύτην πρᾶξιν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§66ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὸ παράπτωμα, εἰς ὃ πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις στερεοτύπως ἀνὰ πᾶν ἔτος ὑποπίπτουσιν. Ἐννοῶ τὰς καθάρσεις, τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τὰς ἐξ Αἰγύπτου προελεύσεις διὰ τὸν φαντασιώδη κίνδυνον ἐκ νοσήματος, τὸ ὁποῖον ἰατροί τινες ἐκεῖ, ἐκ διαφόρων χρηματικῶν ἢ χρηματιστικῶν καὶ ἐμπορικῶν λόγων ὁρμώμενοι, ὠνόμασαν καὶ ἐβάπτισαν πανώλη. Κύριε Πρόεδρε, τακτικῶς, εὐθὺς ὡς ἄρχεται τὸ ἔαρ καὶ πλησιάζει ἡ ἐποχὴ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ὅτε οἱ περιηγηταὶ οἱ διαμένοντες ἐν Αἰγύπτῳ ἀπέρχονται ἐκεῖθεν, ὁ τύπος ἀνακηρύσσει ἀπὸ 6 ἢ 7 ἤδη ἐτῶν στερεοτύπως, ὅτι ὑπάρχει ἡ νόσος πανώλης, ἥτις ὅμως ἐκλείπει πάλιν ἀκριβῶς, καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ περιηγηταὶ ἐπανέρχονται, ὅπως παραχειμάσωσιν ἐν Αἰγύπτῳ. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ ὅτι ἡ νόσος αὕτη δὲν εἶναι σπουδαία, ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ἠναγκάσθη νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διακηρῦξαν, ὅτι ἡ νόσος αὕτη δὲν φέρει ἐπικίνδυνον χαρακτῆρα. Δὲν θέλω νὰ ἐπεμβῶ εἰς τὸ ἰατρικὸν μέρος, διὰ νὰ μὴ φανῶ ὅτι κωλυσιεργῶ· ἀλλ’ εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ νόσος αὕτη δὲν εἶναι ἐπιδημικὴ, διότι νόσος, ἡ ὁποία ἀναφαίνεται ὡρισμένως κατὰ μίαν ἐποχὴν, δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ, ὅπως καὶ ἡ ἐπιστήμη διδάσκει, πανώλης. Ἡ νόσος δὲν εἶναι μολυσματικὴ, διότι ἐγὼ αὐτὸς, καθ’ ὃν χρόνον διέμενον ἐν Αἰγύπτῳ ὡς ἰατρὸς, οὐδέποτε εἶδον νὰ συμβῶσι δύο κρούσματα ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ οἰκίᾳ. Ἄλλως τὸ ἄτοπον τῶν καθάρσεων ἀποδεικνύει καὶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὑπερεκατοντακισχίλιοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς τὰ βάσανα καὶ τὰ μαρτύρια τῶν καθάρσεων ἀνὰ τὴν Ἀνατολὴν, μένουσιν ἐντελῶς ὑγιεῖς, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν προσεβλήθη ἀπὸ τὴν φοβερὰν νόσον τῆς πανώλους. Δυστυχῶς αἱ καθάρσεις ἐπιβάλλονται ἀπὸ δύο μόνον Κράτη Ἀνατολικὰ, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν· αἱ ἄλλαι ἐπικράτειαι, ὡς ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ πλησιέστερον τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Αἴγυπτον, καὶ ἡ Αὐστρία, οὐδέποτε ἐπιβάλλουσι κάθαρσιν εἰς τὰς ἐξ Αἰγύπτου προελεύσεις. Ἡ δὲ Ἀγγλία ἔχει καταργήσει πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὰς καθάρσεις. Ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἐπιβαλλομένων καθάρσεων ζημιοῦται σημαντικῶς τὸ ἐμπόριον τὸ ἑλληνικὸν, τὸ ὁποῖον χάνει πολλὰς δεκάδας χιλιάδων λιρῶν, πρῶτον διότι τὸ ἀρτιγενὲς ἐν Αἰγύπτῳ ἑλληνικὸν ἐμπόριον, ὅπερ ὁσημέραι αὐξάνει, ἀνακόπτεται εὐθὺς ὡς ἐπιβληθῶσιν αἱ καθάρσεις ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ δεύτερον διότι πολλοὶ Ἕλληνες ἀναγκάζονται νὰ ἀποδημῶσι τὸ θέρος, ὅπως ἀποφύγωσι τὰς καθάρσεις, τρεπόμενοι πρὸς τὴν Ἑσπερίαν, καὶ οὕτω καθ’ ἕκαστον ἔτος ἡ ἀγορὰ τῆς Ἑλλάδος ζημιοῦται πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐπειδὴ δυστυχῶς αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις οὐχὶ ἑκουσίως, ἀλλὰ πιεζόμεναι ἀπὸ τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, ὑποπίπτουσιν εἰς τὸ παράπτωμα τῆς ἐπιβολῆς καθάρσεων εἰς τὰς ἐξ Αἰγύπτου προελεύσεις, νὰ συνεννοηθῇ, εἰ δυνατόν, μετὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, — ὅπερ καὶ πέρυσιν εἶχον συστήσει, — καὶ ν’ ἀποστείλωσιν ἀπὸ κοινοῦ εἰς Αἴγυπτον ἐπιστημονικὴν ἐπιτροπείαν, ἀποτελουμένην ἐκ μικροβιολόγων, ἀλλὰ καὶ ἐκ κλινικῶν ἰατρῶν, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἐξετάσῃ ἐπιτοπίως καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της· ἐπὶ τοῦ πορίσματος δὲ τούτου βασιζόμεναι ἥ τε Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θ’ ἀποφασίσωσι τὴν κατάργησιν τῶν καθάρσεων, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὸ μαρτύριον τοῦτο 20,000 τοὐλάχιστον ἄνθρωποι, ἀνακύψῃ δὲ καὶ προοδεύσῃ καὶ τὸ σπουδαίως ἐξ αὐτῶν ζημιούμενον ἑλληνικὸν ἐμπόριον. Ἐλπίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου εὐμενῶς θέλει ἀκουσθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον καὶ εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τε ἑλληνικοῦ ἐμπορίου καὶ τοῦ Δημοσίου.
§67ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐκ Θηβῶν συνάδελφος ἀνέφερεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις κατήργησε τὰς καθάρσεις, δύναται δὲ ἡ γνώμη αὐτοῦ νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῶν ἁρμοδίων, οἵτινες θὰ κρίνωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι εἰς τὰς ἀγγλικὰς κτήσεις Μελίτην καὶ Γιβραλτὰρ ὄχι μόνον ἐπιβάλλονται αἱ καθάρσεις, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τοὺς λιμένας τούτους πλοῖα προερχόμενα ἐκ πανωλοβλήτων μερῶν· ἐὰν δὲ τυχὸν εἰσέλθωσι τοιαῦτα, διατάσσονται ἀμέσως νὰ ἀπέλθωσι.
§68Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος νὰ ἀναφέρῃ καὶ τὴν Αἴγυπτον, ἥτις εἶναι κτῆσις Ἀγγλική, καὶ ἥτις ὑποβάλλει καὶ αὐτὴ εἰς καθάρσεις, ὅλως ἀναιτίως, τοὺς ἐκ μεμολυσμένων μερῶν προερχομένους. Ἀλλ’ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ δὲν τελοῦνται καθάρσεις, πάντες δὲ οἱ Ἄγγλοι ἰατροὶ, οἵτινες λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰ διάφορα Συνέδρια, τὰ ὁποῖα γίνονται ἐν Εὐρώπῃ, ἔχουσι κηρυχθῆ κατὰ τῶν καθάρσεων. Ἐὰν λόγοι πολιτικοὶ ἀναγκάζωσι τὴν εὔστροφον καὶ σοφὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τῆς ἐπιστήμης, δὲν γνωρίζω.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§70Χ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνέβη θεομηνία, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐπῆλθον καταστροφαὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰς τὴν σπορὰν τῶν γεωργῶν. Ἀληθῆ ὅμως πανωλεθρίαν ὑπέστησαν τὰ χωρία Μπρούφλιανη καὶ Χαλίλη τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας μου, καὶ τὸ Μόδιον καί τινα ἄλλα χωρία τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος. Ἡ χάλαζα κατέστρεψεν ὁλοσχερῶς καὶ τὴν πρώϊμον καὶ τὴν ὄψιμον σποράν των, ὡς καὶ τὰς ἀμπέλους αὐτῶν, οἱ κάτοικοι δὲ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος χωρίων ἀπεστερήθησαν οὕτω πως οὐ μόνον τοῦ ἐπιουσίου αὐτῶν ἄρτου διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τοῦ σπόρου καὶ τῆς τροφῆς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἵνα καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των καὶ σπείρωσιν αὐτοὺς διὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Διὰ δανείων μέχρι τοῦδε ἠγόρασαν τὸν ἐπιούσιον αὐτῶν ἄρτον, διὰ δανείων ἠγόρασαν τὸν σπόρον διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διὰ δανείων ἠγόρασαν τὴν τροφὴν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, οἱ δὲ μὴ δυνάμενοι νὰ δανεισθῶσιν, αὐτοὶ διὰ τῆς ἐπαιτείας μέχρι σήμερον πορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαῖα, ἀφήσαντες τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν ἀκαλλιεργήτους διὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Τοιαῦται θεομηνίαι, Κύριοι, δὲν συμβαίνουσι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας χώρας· ἀλλ’ ἐκεῖ αἱ Κυβερνήσεις σπεύδουσιν ἀμέσως καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν, ὅπως ἔλθωσιν εἰς βοήθειαν τῶν παθόντων. Ἐκεῖ ὄχι μόνον χαρίζονται οἱ φόροι εἰς τοὺς παθόντας, ἀλλὰ παρέχονται καὶ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἀγρῶν των. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔζησα εἰς τὴν ἀπολυταρχικὴν Τουρκίαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, ὁσάκις ἤθελε συμβῆ θεομηνία τις, ὁ Σουλτᾶνος ἔσπευδε νὰ ἐπιδείξῃ εἰς τοὺς παθόντας τὴν ἄμετρον αὐτοῦ εὐσπλαγχνίαν, τὸ τουρκιστὶ Μερχαμὲτ, οὐ μόνον χαρίζων τοὺς φόρους, ἀλλὰ καὶ παρέχων εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου του ταμείου τὴν τροφὴν καὶ τὸν σπόρον δι’ ἓν ἔτος. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλῃ νὰ καθυστερήσῃ ἐν τούτῳ τῶν ἄλλων εὐνομουμένων χωρῶν, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ φανῇ κατωτέρα καὶ αὐτῆς τῆς Τουρκίας, πρέπει νὰ σπεύσῃ τώρα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς ἐπικουρίαν τῶν παθόντων ἐκ τῆς θεομηνίας τῆς χαλάζης, χαρίζουσα εἰς αὐτοὺς τοὺς φόρους, τοὐλάχιστον ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε δὲν παρέσχεν εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἀγρῶν των. Τὸ μέτρον τοῦτο νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἐπιτακτικῶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διότι, σᾶς βεβαιῶ, εἶναι ἄδικον νὰ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως φορολογήσῃ διὰ τῆς βίας πρᾶγμα μὴ ὑπάρχον πλέον, ἤτοι τὸ εἰσόδημα τὸ καταστραφὲν ἐκ θεομηνίας. Ἔχω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μπρούφλιανης τῆς ἐπαρχίας μου, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι δυνάμει ἐνταλμάτων καταδιώκονται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται σήμερον καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Εἰς δὲ τὸ Μόδιον τῆς Λοκρίδος συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἐπειδή τινες τῶν κατοίκων παρεκάλεσαν τὸν εἰσπράκτορα καὶ τοὺς συνοδεύοντας αὐτὸν χωροφύλακας νὰ τοὺς ἀφήσωσιν ὀλίγον καιρόν, διότι δὲν ἔχουσι χρήματα, ἵνα πληρώσωσι τὸν φόρον, ἡ πρᾶξίς των αὕτη ἐθεωρήθη ὡς ἀντίστασις κατὰ τῆς ἐξουσίας, καὶ μένουσιν οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἐπὶ τρεῖς ἤδη μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς ἔτι ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον! Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐν πρώτοις, εἰ δυνατόν, τηλεγραφικῶς νὰ διαταχθῇ ἡ παῦσις τῆς καταδιώξεως κατὰ τῶν κατοίκων Μπρούφλιανης καὶ Χαλίλης τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας μου, καὶ τοῦ Μοδίου καὶ τῶν ἄλλων χωρίων τῆς Λοκρίδος, ἅτινα ὑπέστησαν ἀληθῆ πανωλεθρίαν, συγχρόνως δὲ νὰ ὑποβληθῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως χαρισθῇ εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῶν ὁ φόρος διὰ τὸ ἔτος 1903.
§71ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἐδόθη ἡμῖν ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Λοκρίδος, παραστήσαντες ἢ μᾶλλον ἐκτραγῳδήσαντες τὸ φοβερὸν δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἐπέσκηψεν εἰς τὴν κωμόπολιν Δαδίου, κατὰ τὴν θέσιν Πόλοβος, ἔνθα οἱ κάτοικοι Δαδίου, ὧν τὰ ὀνόματα μνημονεύονται ἐν ταῖς σχετικαῖς ἐκθέσεσιν, εἶχον σπείρει τοὺς δημητριακοὺς καὶ τοὺς ὀψίμους καρπούς των ἀποκλειστικῶς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, εἰς τὰ χωρία Βελίτσαν, Κηφισσοχώριον, Μόδιον κλπ. τοῦ δήμου Τιθορέας, εἰς τὰ χωρία Δραχμάνιον, Σουλέμπεη τοῦ δήμου Ἐλατείας καὶ εἴς τινα μέρη τῶν δήμων Θερμοπυλῶν καὶ Θρονίου, δυστύχημα ἐκ χαλάζης λίαν ὀγκώδους, ἡ ὁποία ἐπήνεγκε τοιαύτην καταστροφὴν ἐπὶ πάσης σπορᾶς καὶ φυτείας, ὥστε, ὅταν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ λάβῃ τὴν περιέργειαν νὰ ῥίψῃ καὶ ἁπλοῦν ἔστω βλέμμα ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, δι’ ὧν βεβαιοῦνται αἱ ζημίαι, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ καταληφθῇ ἀφεύκτως ὑπὸ συγκινήσεως. Τελεία καταστροφή, Κύριοι, ἐπῆλθεν ἐν τῇ θέσει Πόλοβος τοῦ Δαδίου ἐπὶ ἐκτάσεως 5,000 περίπου στρεμμάτων γῆς, ἐσπαρμένης ἐκ σίτου, κριθῆς καὶ ἄλλων προϊόντων, καὶ τοσαύτη, ὥστε οὐδὲ ἴχνη σπορᾶς ἀπέμειναν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Εἰς τὸ χωρίον Μόδιον ἐπίσης ἐπῆλθε καταστροφὴ τῆς τε πρωΐμου καὶ τῆς ὀψίμου σπορᾶς καὶ τῶν ἀμπέλων, καὶ σήμερον οἱ κάτοικοι, ἐνῷ περιέμενον νὰ ζήσωσιν ἀνέτως ἐκ τῶν καρπῶν, καὶ μάλιστα τῶν πλουσίων καρπῶν, τοὺς ὁποίους ὑπέσχετο ἡ εὐφορία τοῦ παρελθόντος ἔτους, περιῆλθον εἰς ἀπόγνωσιν, καὶ τοιαύτην, ὥστε, ὅτε ὁ εἰσπράκτωρ μετὰ χωροφυλάκων μετέβη εἰς τὸ χωρίον καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν πρό τινος χρόνου τὴν πληρωμὴν φόρων, οὗτοι, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας διατελοῦντες, διεμαρτύροντο κατὰ τῶν καταδιωκτικῶν τούτων μέτρων, παραπονούμενοι, ὅτι, ἀντὶ προστασίας καὶ συνδρομῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου, ζητοῦνται παρ’ αὐτῶν φόροι. Παρὰ προσδοκίαν δὲ, ἡ τοιαύτη στάσις των ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἐνῷ δὲν ἦτο ποσῶς ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ διαμαρτυρία εὔλογος κατὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τὴν παράλειψιν τῆς προσηκούσης χρηματικῆς ἀνακουφίσεως, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ παράσχῃ αὐτοῖς ἡ Κυβέρνησις ἐγκαίρως, ἵνα δυνηθῶσι ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἐκθέσεις τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος, τοῦ ἀστυνόμου Ἐλατείας καὶ τῶν δημάρχων Ἐλατείας, Τιθορέας καὶ Θερμοπυλῶν βεβαιοῦσιν ὁμοφώνως τὴν ἔκτασιν τῶν ἀγρῶν, τὸ ποσὸν τῆς ζημίας καὶ τῆς καταστραφείσης σπορᾶς, καὶ τὴν εἰς χρήματα ὑπολογιζομένην ζημίαν, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ὑπερβαίνει καὶ τὸ ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ἐκ τῶν ἐπισήμων τούτων ἐγγράφων βεβαιοῦται τὸ γεγονὸς τῆς μεγάλης ταύτης συμφορᾶς, ἕνεκα τῆς ὁποίας νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχει καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ σπεύσῃ νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, παρέχων πρὸς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους οἰκογενειάρχας χρηματικόν τι βοήθημα, σὺν τῇ ἀπαλλαγῇ αὐτῶν ἐκ τῶν καθυστερουμένων φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ἀμπέλων, καὶ προφυλάσσων οὕτως αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ἐξευτελιστικοῦ βιοπορισμοῦ τοῦ ἐπαίτου, καίτοι οἱ Λοκροὶ εἶναι ὑπερήφανοι, καὶ προτιμῶσι ν’ ἀποθάνωσι τῆς πείνης, παρὰ νὰ γείνωσιν ἐπαῖται. Ἐν τούτοις ἠναγκάσθησαν, διὰ νὰ προσπορίσωσι τὰ πρὸς τὸ ζῇν εἰς ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, νὰ καταφύγωσιν εἰς δανειστάς, παραδιδόμενοι εἰς τὴν αἰσχροκέρδειαν αὐτῶν, μετὰ μεγάλων δὲ δυσχερειῶν κατώρθωσαν ἄχρι τοῦδε νὰ ἐξοικονομήσωσι τὸν ἄρτον αὐτῶν, ὅπως μὴ λιμοκτονήσωσιν, ἀλλ’ ἀδύνατον κατέστη εἰς αὐτοὺς ν’ ἀνταποκριθῶσι καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὴν Πολιτείαν, καταβάλλοντες τοὺς ὀφειλομένους φόρους. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς τὸν σχετικὸν φάκελον, ἵνα πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, λάβω δὲ καὶ ἐγὼ ἀφορμήν, καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἐνδόσιμον, νὰ μεριμνήσωμεν τὸ ταχύτερον περὶ τῆς θεραπείας τοῦ μεγάλου κακοῦ, ὅπερ συνέβη ἐκεῖ. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, καὶ ἀνάγκη ἐπείγουσα, τὴν ἀνάγκην δὲ ταύτην ὑπεδείξαμεν καὶ πέρυσι διὰ προτάσεως νόμου, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ πρότασις ἐκείνη ἐξ ἀνάγκης ὑπεβλήθη περὶ τὸ τέλος τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, μὴ ὄντος ἐφικτοῦ νὰ ὑποβληθῇ πρότερον, καθόσον ἡ Βουλὴ ἀπησχολεῖτο ἰδίᾳ ἐκ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἐδόθη καιρὸς νὰ ψηφισθῇ. Παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως χαρισθῶσιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους φορολογουμένους οἱ φόροι, ἀλλὰ καὶ νὰ μεριμνήσῃ πατρικῶς ἐν γένει περὶ τῆς ἐνθαρρύνσεως αὐτῶν, διότι ἡ ἀδιαφορία ἢ ἡ περαιτέρω ἀναβολὴ τῆς θεραπείας τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦσι νῦν, θὰ ἐπαυξήσῃ τὸ κακὸν, ὅπερ συνέβη εἰς τὸ χωρίον Μόδιον κλπ. Ὡς σᾶς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Εὐταξίας, ἐν τῷ χωρίῳ Μοδίῳ ἠναγκάσθησαν οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, ἀλλ’ αἱ διαμαρτυρίαι των αὗται, ἴσως διότι διετυπώθησαν ὀλίγον ἐντονώτερον τοῦ συνήθους, ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἄρνησις πληρωμῆς τῶν φόρων καὶ ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἕνεκα τούτου συνελήφθησαν καὶ ἐτέθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, ἔνθα ἀπὸ δύο ἤδη μηνῶν στενάζουσιν ὀκτὼ οἰκογενειάρχαι. Τὸ δυσάρεστον τοῦτο φοβοῦμαι μήπως ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη, ὅσα κατεστράφησαν ἐκ τῆς θεομηνίας, καὶ τὰ ὁποῖα, ἀντὶ καταδιώξεως, ἔχουσιν ἀνάγκην ἀρωγῆς, ἄνευ τῆς ὁποίας βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ἑαυτῶν ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Πολιτείαν.
§72Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ τῆς καταστροφῆς, ἥτις ἐπῆλθεν εἴς τινα χωρία τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος ἐκ θεομηνίας, διότι χάλαζα μεγέθους ἐκτάκτου κατέστρεψε τὰ σπαρτὰ τῶν χωρίων Μοδίου, Δαδίου καὶ ἄλλων τινῶν χωρίων τῆς Λοκρίδος. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν διὰ τοῦ τότε νομάρχου Φθιώτιδος κ. Σιβιτανίδου, ὅστις, ἐπιτοπίως μεταβὰς, συνέλεξεν ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων καταστροφῶν, καὶ ὄντως ἐβεβαιώθη, ὅτι μεγάλαι ἐγένοντο καταστροφαὶ, ἐν τῷ φακέλῳ δὲ τῷ σχετικῷ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπάρχουσιν αἱ ἐκθέσεις τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος καὶ τῶν ἀστυνόμων Δρυμίας καὶ Ἐλατείας, δι’ ὧν βεβαιοῦται ἡ τελεία καταστροφὴ τῶν σπαρτῶν τῶν χωρίων ἐκείνων. Ὁ νομάρχης ὑπέδειξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν αὕτη νὰ λάβῃ· καὶ τὰ μέτρα ταῦτα ἦσαν τὰ ἑξῆς· προέτρεπε νὰ χαρισθῶσιν εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα οἱ φόροι τῶν καταστραφέντων σπαρτῶν, καὶ προσέτι νὰ δοθῶσι καὶ βοηθήματά τινα· ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τὸ ζήτημα ἀφίνετο εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως· ἐπειδὴ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἄνευ νόμου νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τῶν παθόντων, δηλαδὴ οὔτε τὴν ἀπαιτουμένην βοήθειαν νὰ παράσχῃ, οὔτε τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων νὰ ἀναστείλῃ, ἀπεφασίσθη νὰ προκληθῇ νόμος. Τοῦτο καὶ νῦν συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅπως δὲ διευκολυνθῇ ἡ ἐργασία αὕτη, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν του ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν φάκελον ἐκεῖνον, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει πληροφορηθῆ τὰς καταστροφὰς, αἵτινες ἐπῆλθον ἐν Λοκρίδι, καὶ θέλει δυνηθῆ νὰ συντάξῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν.
§73Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν, κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἣν ἐγένοντο αἱ καταστροφαὶ, τὰς ὁποίας ἀνέφεραν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅμοιαι καταστροφαὶ συνέβησαν καὶ ἐν Πάτραις. Κατὰ τὴν ἀρκτικὴν περιφέρειαν τῶν Πατρῶν χάλαζα πεσοῦσα κατέστρεψεν ὁλοκλήρους ἐκτάσεις ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν παθόντων ἐκ τῆς χαλάζης. Ἡ καταστροφὴ εἶναι βεβαιωμένη δι’ ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἰδίως τοῦ νομάρχου Ἀχαΐας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ κ. νομάρχης ἐζήτησε μάλιστα, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς τοσοῦτον δεινοπαθήσαντας κτηματίας· ἀλλὰ καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅπως καὶ ἡ νῦν, ἀντέταξαν τὸ «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Ἀλλὰ καὶ οἱ παθόντες ἔχουσιν ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιτάξουν τὸ αὐτὸ, ἀξιοῦντες ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ φόρους παρ’ ἀνθρώπων, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐντελῶς ὄχι μόνον διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διότι αἱ συνέπειαι τῆς καταστροφῆς ὑφίστανται καὶ νῦν. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ μέτρα, εἰσάγων νομοσχέδιον, ὅπως ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τοὺς παθόντας. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ βοηθήσῃ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν του ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παραδίδων εἰς αὐτὸν τὸν σχετικὸν φάκελον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ βεβαιωθῇ ἡ ἐπελθοῦσα καταστροφή.
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀμφότεροι οἱ φάκελοι, καὶ ὁ περὶ τῶν ἐν Λοκρίδι καὶ ὁ περὶ τῶν ἐν Πάτραις καταστροφῶν, εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ πολλοῦ.
§75ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπεθύμουν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτην ὥραν, ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἔλαβον τὸν λόγον καὶ παρεπονέθησαν, ὅτι εἴς τινα μέρη τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν κατεστράφησαν οἱ δημητριακοὶ καρποὶ ἢ αἱ ἄμπελοι, καὶ ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἢ ἄλλων φόρων, ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας μου. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, κύριε Πρόεδρε, κατεστράφησαν οἱ δημητριακοὶ καρποὶ ὁλοκλήρου τῆς πεδιάδος τοῦ Μόρνου, καὶ ἕνεκα τούτου οἱ συμπολῖταί μου ἐζήτησαν ἁρμοδίως μόνον τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ οὐχὶ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς ταύτης· ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲν μέτρον ἔκτοτε ἐλήφθη, καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ καταδίωξις πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τούτου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δὲν δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, νὰ διατάξῃ τοὐλάχιστον τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ὅπως ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τούτου γίνηται ἠπιώτερον καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ εἰς τοὺς ὀφειλέτας ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐὰν δὲ ἤθελε λάβει γενικὸν μέτρον, ὅπως διὰ νόμου ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τὰ μέρη, ὧν οἱ δημητριακοὶ καρποὶ κατεστράφησαν, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐπαρχία Δωρίδος, καὶ δὴ ἡ πεδιὰς τοῦ Μόρνου, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὰ χωρία Μαλαμάτα, Χασάναγα, Μαναγούλη, Ὁμὲρ Ἐφέντη καὶ Βλαχοκάτουνον.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε σημείωμα τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα ἔπαθον, διὰ νὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω.
§77ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§79Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀδίκημα, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον προσγίνεται ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Συχνάκις καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ σεβαστός μοι κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὑρίσκονται ἐκ καθήκοντος εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐκφράζωσιν εὐαρέσκειαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των πέραν τοῦ δέοντος εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις· συνεπῶς καὶ οἱ ὁπλῖται τῆς χωροφυλακῆς φέρουσι καὶ αὐτοὶ δι’ ἐξαιρετικὰς ὁπωσδήποτε ὑπηρεσίας τὰς προσηκούσας εὐαρεσκείας. Δὲν γνωρίζω ὅμως, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ποῖος ἐκ τῶν προκατόχων σας προεκάλεσεν, ἢ μήπως καὶ ὑμεῖς αὐτὸς προεκαλέσατε Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν βαθμῶν τῆς εὐαρεσκείας ταύτης ἀπὸ διακοσίων εἰς πεντήκοντα μόνον. Δὲν γνωρίζω διατὶ αὐτὴ ἡ ἀνισότης, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι εἶσθε ὑμεῖς ὁ πράξας αὐτὸ τὸ ἀδίκημα πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας ἔχουσι προσφέρει· λέγω δὲ τοῦτο, διότι μεγάλως συμβάλλει ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διαβάθμισις τῆς εὐαρεσκείας εἰς τὴν προαγωγὴν αὐτῶν. Δύο ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των καὶ ἔτυχον τοιαύτης εὐαρεσκείας, ἐπρόκειτο νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἔδωκαν τοιαύτας· ἐκ τούτων ὁ μὲν εἷς θὰ γείνῃ ἀξιωματικός, διότι ἡ εὐαρέσκεια, ἡ ἀπονεμηθεῖσα αὐτῷ, ἐβαθμολογήθη μὲ 200 βαθμοὺς, ὁ δὲ ἕτερος δὲν θὰ γείνῃ, διότι δι’ αὐτὸν ἡ εὐαρέσκεια ἐβαθμολογήθη μὲ 50 μόνον βαθμούς. Νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς βαθμολογίας δὲν εἶναι δίκαιον· πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγνωρίζων τὸ δίκαιον, θὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς βαθμολογίας, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε τὸ σχετικὸν περὶ τούτου Διάταγμα, καὶ ὅτι θ’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς χώρας ἡμῶν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελισσηνὸς ἔχει τὸν λόγον.
§81Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἕν παράπονον ἔχω νὰ ἐκφράσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν μίσθωσιν τοῦ ἐν Ζακύνθῳ καπνοκοπτηρίου· ἀλλὰ, καίτοι παρῆλθον τόσαι ἡμέραι, ὁ φάκελος δὲν προσεκομίσθη. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος, διότι τὸ ποσὸν τοῦ πληρωνομένου μισθώματος εἶναι μόνον κατὰ 150 δραχμὰς περισσότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ διὰ τὸ οἴκημα, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐκμισθωθῇ. Πρόκειται ὅμως περὶ καθαρᾶς παραβάσεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ μέχρι τῆς αὔριον τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, διότι σκοπῶ νὰ λάβω τὸν λόγον.
§82Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ πεισθῇ ὁ κ. προλαλήσας, ὅτι μετὰ πολλῆς προθυμίας ἐκτελοῦνται πᾶσαι αἱ ἐπερωτήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Πληροφορῶ δὲ αὐτὸν, ὅτι σήμερον τὸ πρωῒ ἔλαβον τὸ πρακτικὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει ἡ ἐπερώτησίς του, καὶ ἀμέσως ἔσπευσα νὰ συγκεντρώσω ὅλα τὰ σχετικά, τὰ ὁποῖα καὶ καταθέτω.
§83Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
§84ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί σκέπτεται περὶ οἰκοδομῆς καπνοκοπτηρίου ἐν Ἀθήναις· διότι γνωρίζει, τί ἐπίκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς χιλίους περίπου ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐντὸς στενοῦ χώρου. Περὶ τούτου ἔκαμα λόγον καὶ κατὰ τὰς δύο παρελθούσας Συνόδους. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, προτίθεται νὰ οἰκοδομήσῃ ἢ ὄχι; — διότι ἐπιβάλλεται φόρος δραχ. 2,20, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 20 λεπτὰ πληρώνονται, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς οἰκοδομὴν καπνοκοπτηρίου. — Βλέπω καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι προτίθεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ μέγαρον. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ζητοῦσι μέγαρον· ζητοῦσι μόνον χῶρον, ἔστω καὶ ἑνὸς πατώματος, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐργασθῶσι καὶ οἱ καπνοκόπται καὶ οἱ σιγαροποιοί. Σήμερον ἦλθον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μᾶς πληροφορήσητε, προτίθεσθε νὰ διορθώσητε τὴν κατάστασιν ταύτην; ἢ τί προτίθεσθε νὰ κάμητε;
§85Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ θερμῶς τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ὄντως ἡ κατάστασις τοῦ καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν εἶναι οἰκτρά. Ἐλπίζω δ’ ὅτι προσωρινῶς θὰ γείνῃ μέριμνα, τοὐλάχιστον πρὸς ἐξεύρεσιν χώρου ἐπαρκοῦς πρὸς αὔξησιν τῆς αἰθούσης τοῦ καταστήματος, ὅπως οἱ ἐργάται δύνωνται νὰ ἐργάζωνται ἐν σχετικῇ εὐρυχωρίᾳ καὶ ἀνέσει.
§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι τὸ ὑπάρχον οἴκημα εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλον. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχε προκηρυχθῆ διαγωνισμὸς πρὸς σύνταξιν σχεδίου· ἐψηφίσθη δὲ καὶ νόμος ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου καὶ συνάμα προσεκομίσθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης καὶ σχεδιάγραμμα πρὸς ἀνέγερσιν καπνοκοπτηρίου, ἐζητήθη δὲ καὶ πίστωσις δραχμῶν 400,000. Ἀλλ’ ὁ προκάτοχός μου δὲν προέβη εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς πιστώσεως ταύτης καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου, διότι οἱ καπνοπῶλαι παρεπονέθησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ χῶρος ἐν τῷ σχεδίῳ ἐκείνῳ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ εὐρυτέρα ἡ οἰκοδομή, ἵνα χρησιμεύσῃ καὶ ὡς κατάστημα διαμετακομίσεως, δηλαδὴ νὰ ὁρισθῇ καὶ χῶρος ἱκανός, ὅπως κόπτηται καπνὸς ἢ μᾶλλον παρασκευάζωνται σιγαρέτα διὰ τὴν ἀλλοδαπήν. Διετάχθη νέα μελέτη, καὶ ἐξ αὐτῆς προέκυψεν, ὅτι οὐ μόνον αἱ 400,000 δραχμαὶ δὲν ἀρκοῦσιν, ἀλλ’ οὐδ’ 700,000. Ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τόσον μεγάλην δαπάνην ἠσθάνθην ἐνδοιασμούς, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς περιστάσεις, ἃς διερχόμεθα. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἠδυνάμην ὑπὸ ἄλλον τύπον νὰ πορίσω εἰς τὸ Δημόσιον τὰ μέσα, ἵνα προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν καταλλήλου κτιρίου, καὶ διὰ τοῦτο ἐσκέφθην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὅπως ἐκ τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ κατασκευασθῇ οὐ μόνον τὸ ἐν Ἀθήναις καπνοκοπτήριον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, διότι θὰ εἰσπράττωνται κατ’ ἔτος 300,000 δραχμαί· θὰ ἦναι δυνατὸν δηλ. δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ νὰ κατασκευασθῇ τὸ ἐν Ἀθήναις καπνοκοπτήριον καὶ κατόπιν νὰ κατασκευασθῶσι τοιαῦτα καὶ ἐν Πάτραις, Κερκύρᾳ καὶ ἀλλαχοῦ.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ καταργηθῶσι τὰ περιττεύοντα.
§88Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν εἶχον ἀνάγκην καὶ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ἄνευ συνεννοήσεως μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Δυστυχῶς δὲ, ἀκόμη δὲν ἐπέτυχον τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς. Ἐξακολουθῶ ὅμως τὰς συνεννοήσεις, καὶ ἐλπίζω, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ δυνηθῶ νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον περὶ τούτου νομοσχέδιον.
§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἤθελον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπαυξήσεως τῆς φορολογίας χάριν τῶν καπνοκοπτηρίων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκεται, τῆς ἀνεγέρσεως οἰκοδομημάτων καθ’ ὅλα τελείων, ἐνῷ ἔχομεν οἰκοδομήματα ἀπειλοῦντα καταστροφήν, — διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ σημερινὸν καπνοκοπτήριον — ἡ ἐπιθυμία, λέγω, τῆς κατασκευῆς τελειοτάτων καθ’ ὅλα οἰκοδομημάτων δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι οἱ πόροι ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐπιδίωξιν τελειοτήτων ἐν ταῖς οἰκοδομαῖς, τὰς ὁποίας ἔχομεν, πρέπει δὲ, συμμορφούμενοι μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν κατασκευὴν σχετικῶς καλλιτέρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι σήμερον. Καὶ ἂν δὲ τοιοῦτόν τι δὲν ἐπιδιωχθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως διὰ τοῦ ψηφισθέντος ποσοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ ἓν οἰκοδόμημα, οὐχὶ μέγαρον, ἁπλῶς οἰκοδόμημα, συντελοῦν εἰς τὴν τελειοτέραν ἐργασίαν τῶν τε καπνοκοπτῶν καὶ τῶν σιγαροποιῶν. Τὸ ζήτημα τῆς διαμετακομίσεως εἶναι ζήτημα ἀνεξάρτητον τοῦ ζητήματος τῆς κοπῆς καπνοῦ καὶ τῆς παρασκευῆς σιγαρέτων. Νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο εἶναι καλλίτερον καὶ εὐθηνότερον νὰ γείνῃ ἐν Πειραιεῖ. Ὑπάρχει δ’ ἐκεῖ τοιοῦτόν τι. Ἀλλὰ δὲν εἰσέρχομαι σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐὰν εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, θὰ συζητήσωμεν, ἂν πρέπει καὶ ἐν Ἀθήναις νὰ κατασκευάσωμεν ἐν τῷ καπνοκοπτηρίῳ ἰδιαίτερον τμῆμα διαμετακομίσεως, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρουσιάσῃ δυσκολίας ἄλλας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται σήμερον, εἶναι, ἀντὶ νὰ ἐπιδιώκωμεν τὴν κατασκευὴν μεγάρων, οἷα δὲν δύνανται νὰ κατασκευασθῶσιν ἐκ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους διαθέτομεν, καλλίτερον εἶναι νὰ ἐπιδιώκωμεν τὴν κατασκευὴν καταστημάτων τελειοτέρων ἐκείνων, ἅτινα ἔχομεν, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀτόπων καὶ τῶν κινδύνων, ἐξ ὧν ἀπειλοῦνται ἐν τῷ σημερινῷ οἰκοδομήματι οἱ ἐν αὐτῷ ἐργαζόμενοι.
§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν διαφωνῶ κατ’ οὐσίαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν διαφωνῶ, εἶναι, ὅτι ἀκριβῶς ἐπεχείρησα τὴν κατασκευὴν καπνοκοπτηρίου πληροῦντος τὰς σημερινὰς ἀνάγκας ἄνευ τῆς προνοίας περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν διαμετακόμισιν. Ἀλλ’ εἰς τὸν προκάτοχόν μου ἐγεννήθη ἄλλη ἰδέα· ὅτι δηλ. πρέπει τὸ καπνοκοπτήριον, τὸ ὁποῖον θὰ κατασκευασθῇ, νὰ γείνῃ τόσον εὐρύχωρον, ὥστε νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ ὡς κατάστημα διαμετακομίσεως, διότι φαίνεται, ὅτι πάντες οἱ ἐνταῦθα καπνοπῶλαι ὑπέβαλον εἰς αὐτὸν τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ νέον καπνοκοπτήριον, πρέπει νὰ γείνῃ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Ἄλλως νομίζω, ὅτι τὸ καπνοκοπτήριον, τὸ ὁποῖον εἶχε σχεδιασθῆ, εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλον, καὶ δὲν πληροῖ τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους αὐτοὶ κυρίως οἱ καπνοπῶλαι ἐζήτησαν τὴν ἀνέγερσιν καπνοκοπτηρίου. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ δὲν δύναμαι νῦν νὰ προβῶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ πρώτου σχεδίου, διότι τὸ 1903 ἔληξε, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ζητηθῇ νέα πίστωσις, διότι δὲν δύναμαι νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν τῆς πιστώσεως τοῦ 1903 πρὸς ἀνέγερσιν οἰκοδομῆς κατὰ τὸ 1904. Πάντως, ἐπαναλαμβάνω, μετ’ ὀλίγον θὰ συζητηθῇ τὸ πρᾶγμα εὐρύτερον, διότι, τό γε νῦν, δὲν εἶναι ἐπίκαιρος ἡ λεπτομερὴς περὶ τούτου συζήτησις.
§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι, ἐπεδιώξατε ὑμεῖς τὴν κατασκευὴν τελειοτέρων καπνοκοπτηρίων.
§92Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§93Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραδεχθέντες τὴν γνώμην τοῦ προκατόχου σας, καὶ ἀναβαλόντες τὴν ἐπιδίωξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ καπνοκοπτηρίου, — διότι ἀνεβάλετε ταύτην, μὴ ἀναγράψαντες οὐδὲ πίστωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§94Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ εἰδικὸς νόμος, προκειμένου περὶ τόσον μεγάλης δαπάνης.
§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ εἰδικὸς νόμος ἐψηφίσθη ἐπὶ τῇ βάσει δαπάνης 400,000 δραχμῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐξ ὅσων γνωρίζω περὶ τοῦ θέματος τούτου, κρίνω τὸ ποσὸν τοῦτο ἀρκετόν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἦναι ἀρκετόν, ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναγράφῃ ποσὸν ἀνώτερον, καὶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν ψηφισθέντα προϋπολογισμόν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σοφὸν λόγιον, ὅτι «τὸ καλλίτερον εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ». Οἱ Γάλλοι λέγουσι «le mieux c'est l'ennemi de bien.» Λοιπὸν ἐπιδιώκοντες νὰ κατασκευάσητε κτίρια ἐκπληροῦντα τὰς ἐπιθυμίας τῶν καπνοπωλῶν, οἵτινες πιθανὸν νὰ ἔχωσιν ἐπιθυμίαν νὰ κατασκευάσωσι καὶ μέγαρα, ἀναβάλλετε τὴν κατασκευὴν ἑνὸς ἀναγκαίου κτιρίου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προλάβῃ ὄχι μόνον τὴν ἀτελῆ ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῶν γιγνομένων ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ κινδύνους καταπτώσεως, οἵους παρουσιάζει τὸ σημερινὸν καπνοκοπτήριον.
§96Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ Γαλλικὸν λόγιον, ὅτι τὸ καλλίτερον εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ, ἐγὼ ἔλαβον πολλάκις ἀφορμὴν νὰ τὸ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ὥστε δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ τοῦτο νέον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπε, φρονοῦμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦλθε κατὰ μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1903, καὶ εὗρε τὰ πράγματα ὡς εἶχον· δὲν ἠδυνάμην παρὰ διὰ νόμου νὰ προκαλέσω μίαν μεταβολὴν, διότι, προκειμένου περὶ κτιρίου ἀπαιτοῦντος δαπάνην 400,000 ἢ 500,000 δραχμῶν, ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος.
§97Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§98Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡμεῖς ἀκόμη δὲν ἤλθομεν εἰς νομοθετήματα ἄλλα παρὰ εἰς ζητήματα δύο κατηγοριῶν. Εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὸν τὸν κύκλον. Πρὶν ἢ ἐξέλθωμεν ἐξ αὐτοῦ, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἄλλα νομοθετήματα, συντελοῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν ὅλων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως.
§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν εἰδικὸν νόμον τόν ἔχετε.
§100Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ.
§101Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠδύνασθε ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου νὰ ἀρχίσητε τὰ ἔργα, καὶ ἠδύνασθε νὰ ζητήσητε τροποποίησιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐὰν παρουσιάζετο ἀνάγκη.
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐργασίαν νὰ ἀρχίσωμεν ἦτο ἀδύνατον, διότι ἐχρειάζετο νὰ προκηρύξωμεν δημοπρασίαν, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑνὸς μηνός. Ἡμεῖς ἤλθομεν τὸν Δεκέμβριον· ἐχρειάζετο λοιπὸν νὰ γείνῃ δημοπρασία κατὰ Ἰανουάριον, δηλ. τὸ 1904. Τότε δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ πίστωσις.
§103Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν δύο καταδίκων τοῦ Παλαμηδίου, οὓς ἐντελῶς ἀγνοῶ, ἀφορῶσαν δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Οὗτοι κατεδικάσθησαν ἄλλοτε εἰς θάνατον, μετεβλήθη δὲ ἡ ποινὴ αὐτῶν διὰ χάριτος εἰς ἰσόβια δεσμά· ἔκτοτε διατελοῦσιν 22 ἔτη ἐν Παλαμηδίῳ, ἀναφέρουσι δ’ ὅτι ἄλλοι κατάδικοι, ὡς αὐτοί, ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν, καὶ ἀπεδόθησαν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐνῷ αὐτοὶ ἔφθασαν ἤδη εἰς τὸ 75 ἔτος τῆς ἡλικίας των, ὅτι ἔμειναν σκιὰ πλέον ζωῆς, καὶ ἱκετεύουσιν, ὅπως καὶ αὐτοὶ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰς οἰκογενείας των καὶ δυνηθῶσι νὰ ταφῶσιν ἐν τῷ χωρίῳ αὐτῶν. Δὲν συνηγορῶ, κύριε Πρόεδρε, δι’ ἄλλον λόγον ἢ διότι οὐδένα ἔχουν οἱ ἀναφερόμενοι νὰ συνηγορήσῃ, ἀφοῦ ἐγὼ τοὺς ἀγνοῶ ἐντελῶς. Ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Πολιτεία μετέβαλε τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου εἰς ἰσόβια δεσμά, πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν τέρμα καὶ ἡ ποινὴ αὕτη, καὶ ἀφοῦ διετέλεσαν 20 καὶ πλέον ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δὲν ἀπεδείχθησαν ἀνάξιοι τοῦ ἐλέους τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει ἡ Πολιτεία, μετὰ τοσούτων ἐτῶν καθαρμόν, νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ ἐν μέσῳ τῶν οἰκογενειῶν των. Ἐὰν ὅμως πρόκηται ἀναποδράστως κατάδικοι τοιοῦτοι νὰ μένωσιν ὅλον τὸν βίον αὑτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ν’ ἀποθνήσκωσιν ἐν αὐταῖς, διατὶ νὰ δίδηται αὐτοῖς χάρις καὶ διατὶ νὰ μὴ καρατομῶνται καὶ ν’ ἀπαλλάσσωνται τῆς βασάνου ὑπερεικοσαετοῦς καθείρξεως ἐν ταῖς φυλακαῖς; Βεβαίως ἡ νομοθεσία ἐκλαμβάνει τὴν θανατικὴν ποινὴν βαρυτέραν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην φρονῶ ὅτι βαρυτέρα ποινὴ καὶ τοῦ θανάτου εἶναι ὁ καθ’ ὅλον τὸν βίον ἀδιάλειπτος θάνατος ἐν ταῖς εἱρκταῖς.
§104Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, βεβαίως εἶναι βαρυτέρα.
§105Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα.
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δίκαιον θὰ ἦτο, οἱ κατάδικοι οὗτοι ν’ ἀποδοθῶσι πλέον εἰς τὰς οἰκογενείας των, ἀρκούντως κορεσθείσης τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης.
§107Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἀναφορά.
§108ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ, τίνες τῶν καταδίκων ἔχουσι συστάσεις, διότι μέχρι τοῦδε πολλοί, οἵτινες ἔχουσι καταδικασθῆ εἰς 15 ἢ 20 ἐτῶν εἱρκτὴν καὶ ἔχουσι συστάσεις, ἔχουσι περατώσει τὴν ποινὴν αὑτῶν ὁλόκληρον, ἐνῷ ἄλλοι ἄνευ συστάσεως ἔλαβον χάριν. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ, τίνες ἔχουσι συστάσεις παρ’ ὁλοκλήρου Δικαστηρίου, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτοὺς μία μικρὰ χάρις. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν καταδίκων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συστάσεις παρ’ ὁλοκλήρων Δικαστηρίων.
§109Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δι’ ὅσους ἔχουσι συστάσεις νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αὗται.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον.
§111Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι 8 ἡ ὥρα.
§112ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐν Κύμῃ, ἥτις τυγχάνει πρωτεύουσα τοῦ δήμου Κυμαίων καὶ τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, πρὸ πολλοῦ κατεδείχθη ἡ ἀνάγκη νὰ συστηθῇ εἰδικὸν ὑποθηκοφυλακεῖον. Τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγκαιότατον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ὁ πληθυσμὸς ηὔξησε πολὺ ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τοῦ αὐτόθι Εἰρηνοδικείου, ἥτις ἐκτείνεται εἰς τοὺς δήμους Κυμαίων καὶ Κοτυλαίων, ὧν ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 15,000 κατοίκων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι αἱ ἀσχολίαι τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐπολλαπλασιάσθησαν, καθόσον κατ’ ἀναλογίαν τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ ηὐξήθησαν καὶ αἱ πολιτικαὶ καὶ αἱ ποινικαὶ ὑποθέσεις, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἀνετέθησαν διὰ νεωτέρων νόμων πολλὰ καθήκοντα εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, εἰς ἃ οὗτοι ἀσχολοῦνται, μὴ ἐπαρκοῦντες διὰ πάσας τὰς ὑπηρεσίας. Ἰδίᾳ δὲ διὰ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων ἐπεβλήθη εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας νὰ παρίστανται εἰς τὰς ὑπὸ τῶν θελόντων νὰ ἐξαγάγωσιν οἶνον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν γιγνομένας ἀναμίξεις οἴνων μετ’ οἰνοπνεύματος εἰσαγομένου ἀτελῶς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς· ὡς δὲ τυγχάνει γνωστόν, ἐν Κύμῃ γίνονται πολλαὶ τοιαῦται ἀναμίξεις, γιγνομένης ἐξαγωγῆς οἴνων μεγάλης ποσότητος, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης μεταβαίνει εἰς τὴν παραλίαν Κύμης, ἡ ὁποία ἀπέχει 5 χιλιόμετρα, καὶ ἐνίοτε εἰς τὴν παραλίαν Πλατάνας, ἡ ὁποία ἀπέχει περὶ τὰ 9 χιλιόμετρα, καὶ ἀπασχολεῖται νυχθημερὸν εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ ἐνῷ ἴσως δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, τά τε δικαστικὰ καὶ τὰ ἀνακριτικὰ, καὶ ἄλλα τοιαῦτα, ἅπερ διὰ διαφόρων νόμων τῷ ἐπεβλήθησαν, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ ὑποθηκοφυλακείου. Ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐπέβαλλε νὰ ἱδρυθῇ ὑποθηκοφυλακεῖον εἰδικόν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὅστις συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως ὑποθηκοφυλακείου. Μία ἐπαρχία μεγάλη, ἔχουσα 60,000 πληθυσμόν, ὁμολογουμένως ἔχει ἀνάγκην ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἐγένετο σκέψις, ἵνα ἱδρυθῇ τοιοῦτον· πρὸς τοῦτο ὑπάλληλός τις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀποσταλεὶς δι’ ἄλλας ὑποθέσεις, ἐπεφορτίσθη νὰ ἐξετάσῃ καὶ τίνας ἐργασίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἓν ὑποκατάστημα ἱδρυόμενον ἐν Κύμῃ, παρετήρησε δὲ, ὅτι ἡ ἔλλειψις βιβλίων ὑποθηκῶν καὶ εὑρετηρίων καλῶς κρατουμένων παρεκώλυε τὴν ἵδρυσιν ὑποκαταστήματος, διότι τὰ ὑπάρχοντα βιβλία εἰσὶν ἐντελῶς ἐφθαρμένα, σχεδὸν ῥάκη, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀσφαλὴς βεβαίωσις περὶ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῶν ὑποθηκῶν, οὐδὲ δύναταί τις νὰ λάβῃ πιστοποιητικὰ παρὰ τοῦ φύλακος τῶν μεταγραφῶν καὶ ὑποθηκῶν. Γνωρίζω ὅτι εἰς τὸ τμῆμα τῶν ἀπαλλοτριώσεων μένουσιν ἐκκρεμεῖς πλεῖσται ἀπαλλοτριώσεις, διότι δὲν δύνανται νὰ λάβωσι πιστοποιητικὰ οἱ ἰδιοκτῆται, ὧν αἱ ἰδιοκτησίαι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπηλλοτριώθησαν. Τὴν ἀνάγκην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ Βουλευταὶ συνέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπεφάσισε νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀφοῦ προηγουμένως ἔλαβε τὰς δεούσας πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Χαλκίδι Πρωτοδικῶν, τουτέστι τίνας ἀποφάσεις, πολιτικὰς καὶ ποινικὰς, ἐκδίδει τὸ Εἰρηνοδικεῖον τῆς Κύμης, ποία ἡ δικαιοδοσία του, ποίας τάξεως εἶναι, ποίας ἄλλας ἐργασίας ἔχει, ἐξ ὧν ἀπασχολεῖται ὁ εἰρηνοδίκης, πρὸς δὲ καὶ πόσαι αἱ μεταγραπτέαι πράξεις καὶ πόσαι αἱ πράξεις τῶν ὑποθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγγράφονται εἰς τὰ βιβλία, ἐπὶ πλέον καὶ πόσας ἀποδοχὰς ἔχει ὁ εἰρηνοδίκης ἐν γένει. Ὅλα αὐτὰ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν· καὶ τί προέκυψεν ἐξ αὐτῶν; Ὡς ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ, προέκυψεν, ὅτι τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κύμης ἐκδίδει ὑπὲρ τὰς 600 ἕως 700 πολιτικὰς ἀποφάσεις, καὶ ὡς Πταισματοδικεῖον ἄλλας 500 ποινικὰς τοιαύτας, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ἔχει καὶ ἄλλας πολλὰς ἀσχολίας, διότι καθήκοντα πολλαπλᾶ ἀνετέθησαν αὐτῷ διὰ πολλῶν νόμων, λ. χ. ἡ παράστασις εἰς ἐκτιμήσεις ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων, — τοιαῦται δὲ ὑπάρχουσι πολλαὶ, ὡς προεῖπον, ἐκκρεμεῖς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Κύμης, — ὅτι ἐπεβαρύνθη καὶ μὲ τὰς ἐργασίας τὰς φορολογικὰς τῆς ἐκδικάσεως τῶν φόρων ἐπιτηδευμάτων οἰκοδομῶν κλπ., καὶ τέλος, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ἐπιβλέπει, ὡς προεῖπον, καὶ εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῶν οἰνοπνευμάτων μετὰ οἴνων, καὶ ἕνεκα τούτου ἀπουσιάζει συνήθως τῆς ἕδρας αὑτοῦ. Πάντες οἱ λόγοι οὗτοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς συστάσεως ὑποθηκοφυλακείου...
§113Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καλὸν νὰ συνεχίσωμεν μετὰ τὴν διακοπήν;
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ μακρόν;
§115ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐπὶ ἡμίσειαν περίπου ὥραν. Εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα διὰ τὴν Κύμην.
§116ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λοιπὸν νὰ διακόψωμεν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Στεφανίδης θὰ συνεχίσῃ τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του.
§118ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔλεγον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἵδρυσις ὑποθηκοφυλακείου ἐν Κύμῃ, πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῶν πραγμάτων, διότι, ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, καὶ ὁ πληθυσμὸς ηὔξησε καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Εἰρηνοδικείου ἦτο μεγάλη, καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ πολλαὶ ἐργασίαι ἔχουσιν ἀνατεθῆ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην Κύμης. Ἀλλὰ πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ ὑποθηκοφυλακείου ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ὁ εἰρηνοδίκης, ἀφαιρουμένων τῶν ἀποδοχῶν αὐτοῦ ὡς ὑποθηκοφύλακος, θὰ ἠδύνατο ἀξιοπρεπῶς νὰ ζήσῃ, ἢ ἂν ὁ ὑποθηκοφύλαξ θὰ εἶχεν ἀποδοχὰς τοσαύτας, ὥστε νὰ δύναται νὰ ζήσῃ ὡς ἐπιστήμων ἀξιοπρεπῶς, καὶ νὰ λειτουργῇ ἀπροσκόπτως τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον. Ἐν ἔτει 1901, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κύμης, ὂν δευτέρας τάξεως, προήχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, — τῆς ὁποίας καὶ τότε προήδρευεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς Κερκύρας, — εἰς Εἰρηνοδικεῖον πρώτης τάξεως, κατὰ συνέπειαν ὁ εἰρηνοδίκης πλέον εἶχεν ἐπαρκῆ μισθόν. Ἀλλὰ σὺν τοῖς ἄλλοις συνέτρεχον καὶ ἄλλοι τινὲς λόγοι, δι’ οὓς ὁ εἰρηνοδίκης Κύμης ἔχει καὶ ἄλλας ἀποδοχάς· πρῶτον ἀπολαμβάνει ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου δραχμὰς 50 μηνιαίως. Ἐπὶ πλέον ἀπολαμβάνει καὶ ἐκ τῶν διαληφθεισῶν ἀναμίξεων, δι’ ἔξοδα ἀσχολίας καὶ ὁδοιπορικὰ, μεταβαίνων εἰς τὴν παραλίαν Κύμης καὶ εἰς Πλατάναν, ἕτερον ὅρμον, περὶ τὰς πεντήκοντα δραχμὰς κατὰ μῆνα, πολλάκις δὲ καὶ περισσοτέρας. Ἀφοῦ πάντα ταῦτα ἐπισταμένως ἐξητάσθησαν, καὶ εὑρέθη ὅτι ἀληθῶς εἶχε τοσαύτας ἀποδοχὰς ὁ εἰρηνοδίκης Κύμης, ὥστε ἠδύνατο νὰ ζῇ ἀξιοπρεπῶς, καὶ ἀφοῦ ἐξητάσθησαν αἱ ἐνιαύσιοι μεταγραφαὶ καὶ ἐγγραφαὶ ὑποθηκῶν, ἐκ τῶν ὁποίων, ὡς ἐβεβαιώθη, ἐπαρκῶς θὰ ἠμείβετο καὶ ὁ ὑποθηκοφύλαξ, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀναλάβει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, καὶ ἀφοῦ πάσας τὰς πληροφορίας ταύτας ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Χαλκίδι Πρωτοδικῶν, ἀπεφασίσθη ἡ ἵδρυσις ὑποθηκοφυλακείου ἐν Κύμῃ. Ἀφοῦ ἄλλως τε εἰς πλείστας ἄλλας πόλεις, ἐχούσας μικρότερον πληθυσμὸν καὶ μικροτέραν δικαιοδοσίαν καὶ ἐλάσσονας ἀποδοχὰς, ἔχουσιν ἱδρυθῆ τοιαῦτα ὑποθηκοφυλακεῖα, ὡς λόγου χάριν ἐν Μελιγαλᾷ, ἐν Ἀμαλιάδι, ἐν Θήρᾳ καὶ ἐν πολλαῖς ἄλλαις μικροτέραις πόλεσιν, ὡς λ. χ. ἐν Ἀνδριτσαίνῃ, Θουρίᾳ, Καρυταίνῃ, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ χωρίῳ Κορωπὶ, δίκαιον ἦτο νὰ ἱδρυθῇ ὑποθηκοφυλακεῖον καὶ ἐν Κύμῃ, ὅπου ἡ ἀνάγκη ἦτο ἐπιτακτικωτέρα, ὅπου ὁ εἰρηνοδίκης εἶχε πλείστας ὅσας ἀσχολίας, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀσχολῆται καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ ὑποθηκοφυλακείου, τὰς ὁποίας ἐξ ἀνάγκης ἄφινεν εἰς γραφέα τινὰ, ἀνευθύνως ἐργαζόμενον. Δὲν ἔχω λοιπὸν δίκαιον, παραπονούμενος διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ὑποθηκοφυλακείου Κύμης κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ἴσως ὀλιγώτερον θὰ ἐδικαιούμην νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς ἀπείρους μεταθέσεις, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν εἰρηνοδικῶν τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, ὡς λ.χ. διότι τὸν εἰρηνοδίκην Σκύρου μετέθεσεν εἰς Σίκινον, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Λίμνην, τὸν εἰρηνοδίκην Κύμης μετέθεσεν ἐντὸς μικροῦ χρόνου ἐκ Κύμης εἰς Κέρκυραν, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Ἀλαγονίαν, ὡς καὶ διὰ τὰς μεταθέσεις πάντων τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, διότι αἱ μεταθέσεις αὗται ἐγένοντο πρὸς διαρρύθμισιν κομματικῶν καὶ οἰκονομολογικῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι ἰδίως νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ὑποθηκοφυλακείου Κύμης, ἥτις ἴσως παρακωλύσει καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα ἱδρύσῃ ὑποκατάστημα ἐν Κύμῃ, —ὡς προὐτίθετο νὰ πράξῃ, —διότι καὶ αὐτὴ καὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι τοῦ τόπου, ὅταν δὲν ὑπάρχωσι καλῶς κρατούμενα βιβλία ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, δὲν δύνανται νὰ διαθέσωσιν εἰς δάνεια τὰ κεφάλαιά των. Δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν κατάργησιν τοῦ ὑποθηκοφυλακείου Κύμης· λέγεται ὅτι ἕνεκα κομματικῶν λόγων προέβη εἰς ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ πιστεύσω τοῦτο. Πιθανὸν νὰ ἐπλανήθη ἀπὸ ἀπόφασίν τινα, ἣν τῷ ἐπέδειξαν ἄλλοι, ἕνεκα κομματικῶν λόγων ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν παῦσιν τοῦ ὑποθηκοφύλακος. Ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι, νομίζω, τοῦ ἔτους 1897, ὅτε ἐζητεῖτο ἡ σύστασις εἰδικοῦ ὑποθηκοφυλακείου ἐν Κύμῃ, καὶ ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ ἐν Χαλκίδι Πρωτοδικείου, προκληθέντος νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τῆς συστάσεως αὐτοῦ. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη οὔτε τότε εἶχεν οὔτε νῦν δύναται νὰ ἔχῃ νομικήν τινα σημασίαν, καθόσον μόνον ἐπὶ συστάσεως ἢ καταργήσεως συμβολαιογραφείων γνωματεύει ἡ ὁλομέλεια τοῦ Πρωτοδικείου. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη, ἣν ἔκαμε τότε τὸ Πρωτοδικεῖον Χαλκίδος, οἰκειοποιηθὲν καθήκοντα ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἀποφανθὲν ὑπὲρ τῆς μὴ συστάσεως εἰδικοῦ ὑποθηκοφυλακείου ἐν Κύμῃ, εἶναι ἐντελῶς ἔκνομος, καὶ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ ἄλλως τε αὕτη ἐγένετο εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κύμης ἦτο βʹ τάξεως καὶ ὁ πληθυσμὸς τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ μικρότερος καὶ αἱ ἐργασίαι του ἐλάσσονες τῶν σημερινῶν. Λοιπὸν οὐδένα λόγον εἶχεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ὑποθηκοφυλακείου Κύμης, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐπανιδρύσῃ αὐτὸ, ἐπανορθῶν τὸ μέγα ἀδίκημα, ὅπερ ἔπραξεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην. Διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ καὶ ἀπασχολῶ ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, θὰ καταθέσω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τούτου, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ ὅλων, ὅσα ἐξέθηκα, ὅπως πληροφορηθῇ καὶ ἡ Βουλὴ, καὶ ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν καὶ τῶν κατατεθησομένων σχετικῶν ἐγγράφων συστήσῃ τῷ κ. Ὑπουργῷ τὴν ἐπανίδρυσιν τοῦ ὑποθηκοφυλακείου Κύμης. Τώρα δύο ἄλλας μικρὰς ἐπερωτήσεις θὰ κάμω, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἀναπτύξω, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Ἡ πρώτη εἶναι περὶ τοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Σκύρου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀντικατάστασιν ἐπρότεινε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπὸ τῆς 4 παρελθόντος Ἰανουαρίου, καὶ ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ἀκόμη ὁ αὐτὸς, μὴ ἐγκρίνοντος τοῦ νομάρχου Εὐβοίας, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, καὶ μὴ ἐνεργοῦντος τὰ δέοντα πρὸς διορισμὸν τοῦ προταθέντος νέου τοιούτου. Ἡ δευτέρα ἐπερώτησις ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὃν παρακαλῶ νὰ διατάξῃ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον Εὐβοίας νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς καταλόγους τῶν ἀνυποτάκτων κληρωτῶν καὶ ἐφέδρων, διότι, ὡς μὲ πληροφοροῦσι σήμερον ἐκ Καρύστου, ὑπάρχει ἐκεῖ, ὡς καὶ εἰς ἄλλα μέρη, εἷς παλαιὸς κατάλογος, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι, ὡς κληρωτοὶ ἢ ἔφεδροι ἀνυπότακτοι, ἄνθρωποι ἄγοντες τὸ ἑξηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ πολλοὶ τούτων συλλαμβάνονται καὶ στέλλονται εἰς Χαλκίδα, ἥτις ἀπέχει 24 καὶ πλέον ὥρας. Φαντασθῆτε, πόσον ἄδικον εἶναι εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ φέρωνται ἐκεῖ ἐκ Καρύστου καὶ νὰ ἀπολύωνται κατόπιν ὡς κατὰ λάθος συλληφθέντες! Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως ἐκκαθαρισθῶσιν οἱ τοιοῦτοι κατάλογοι, καὶ ἐγγραφῶσιν ἐν αὐτοῖς μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες πράγματι ἔχουσιν ὑποχρεώσεις στρατιωτικὰς νὰ ἐκπληρώσωσι· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν, καὶ κακῶς ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς καταλόγους, εἶναι ἄδικον νὰ ταλαιπωρῶνται. Ἐν τέλει δὲ παρακαλῶ καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐπερώτησίν μου, ἣν πολλάκις ὑπέβαλον αὐτῷ, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ. Πρόκειται περὶ τῆς παρανόμου ἀπολύσεως τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Αὐλωναρίου Ἀρ. Παπασταματίου. Εἶναι ἡ τρίτη φορά, κύριε Ὑπουργέ, καθ’ ἣν ποιοῦμαι λόγον περὶ τούτου.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§120Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης.
§122Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως μίαν λέξιν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσιτσάρας.
§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπουσιάζει.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σαραβέλλας.
§126ΖΗΣ. ΣΑΡΑΒΕΛΛΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις νόμου «περὶ συστάσεως βαθμοῦ ἀνθυπασπιστοῦ καὶ ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς», διότι συνδέεται μετὰ τῶν λοιπῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη ἐτυπώθη, διενεμήθη καὶ ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§128Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως δὲν θὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ κάμω, τὴν κάμνω ἐκ λόγων κωλυσιεργικῶν, διότι τοὐλάχιστον ἐλάβομεν σήμερον αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν, ἡ ὁποία κατηνάλωσεν ὁλόκληρον τὸ πρὸ τῆς διακοπῆς διάστημα. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς συστάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ περί τινος καταδίκου, θὰ κάμω τὴν ἑξῆς σύστασιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι πολλάκις ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνταῦθα, ὅτι κατ’ ἐπικρατήσασαν γνώμην, ἴσως ὀρθήν, ὁ χρόνος ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταδίκης μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἀναιρέσεως δὲν ὑπολογίζεται εἰς τὴν ποινὴν τὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰς τὸν καταδικασθέντα, διότι τοῦτο ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε προφυλάκισις οὔτε ποινή, ἀλλὰ μία τιμωρία δῆθεν, ἢ μία ποινὴ πρόσθετος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται διότι ὑπεβλήθη τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως. Εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις ὑπὸ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης κ. κ. Ζυγομαλᾶ καὶ Μερλοπούλου, ὅπως εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ἀφοῦ ἀναγνωρίζεται, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ ποινὴ αὕτη ἡ πρόσθετος, ἀπονέμηται βασιλικὴ χάρις. Τοιοῦτοι, κύριε Ὑπουργέ, ἐν Τριπόλει εἶναι δέκα κατάδικοι. Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα ἐν γενικῷ μέτρῳ διατάξητε τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, καὶ οὗτοι τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅπως ἐγκαίρως εἰδοποιῶσιν ὑμᾶς, ἵνα προκαλῆτε τὸ ἔλεος τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι δίκαιον.
§129Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε καὶ ἐγγράφως τὴν αἴτησιν.
§130Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὰ ὀνόματα θέλετε;
§131Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι. Τὴν σύστασιν.
§132Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μάλιστα.
§133ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί τοὺς κρατεῖ.
§134Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διότι δὲν εἶναι χρόνος προφυλακίσεως, οὔτε καταδίκης. Τοὺς κρατεῖ, διότι ἐχαρακτήρισε τὸ Δικαστήριον, ὅτι εἶναι μία ποινὴ πρόσθετος, διότι δυστυχῶς ὁ Ποινικὸς Νόμος λέγει, ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς ποινῆς ἄρχεται μετὰ 24 ὥρας ἀπὸ τῆς ἀπορρίψεως τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναιρέσεως. Ὁ προηγούμενος λοιπὸν χρόνος δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ὡς χρόνος προφυλακίσεως, διότι δὲν εἶναι προφυλάκισις· προφυλάκισις λέγεται ἡ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συλλήψεως μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως· ἡ ἄλλη εἶναι κἄτι ἄλλο.
§135Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀχαρακτήριστον.
§136Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀχαρακτήριστον.
§137Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι καθόλου ἀχαρακτήριστον.
§138Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Οὕτως ἑρμηνεύουσι. Θεωρῶ καθῆκον νὰ κάμω καὶ ἑτέραν σύστασιν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν, ἀνεγνώρισεν ἐπιβεβλημένην ὑποχρέωσιν τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀειμνήστου Θάνου Κανακάρη, καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἕνεκα τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐψηφίσθη. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις προεκλήθη πρό τινος χρόνου ὑπό τινος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ὑπεσχέθη ὅτι θέλει σπεύσει νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ὑπέβαλεν αὐτό. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχω νὰ κάμω μίαν σύστασιν. Πρὸ ἔτους περίπου εἷς συμπολίτης μου, ὀνόματι Οἰκονόμου, ἐκ τοῦ δήμου Θυρέας, κατήγγειλεν ἀνθυπολοχαγόν τινα τοῦ Μηχανικοῦ, — τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα θὰ δώσω ἐν σημειώσει, διότι εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀναφέρω, — ἐπὶ ψευδορκίᾳ. Ἡ μήνυσις αὕτη διεβιβάσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸν νομάρχην Ναυπλίας, διότι ἐκεῖθεν κατήγοντο οἱ μάρτυρες, οἱ προτεινόμενοι διὰ τῆς μηνύσεως, καὶ ἐκεῖ ἔλαβε χώραν ἡ πρᾶξις τῆς ψευδορκίας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἶναι βάσιμος ἢ ὄχι ἡ κατηγορία. Οἱ μάρτυρες ἐξητάσθησαν πρὸ ἑνὸς ἔτους. Ἔκτοτε ὅμως οὐδὲν ἐγένετο. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως δοθῇ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§139Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε γραπτὴν σημείωσιν, διὰ νὰ μὴ τὸ λησμονήσω.
§140Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μάλιστα. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ ἑξῆς. Εἰς τὸν δῆμον Ὀλυμπίων ὑπηρετεῖ παρανόμως, ὡς ἀστυνόμος, εἷς ἀνθυπομοίραρχος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε, ὡς ἀστυνόμος ἐκεῖ, κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἠλείας. Κατὰ τὸν νόμον, δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ ἐκ νέου ὁ ἀστυνόμος εἰς μέρος, ὁπόθεν ἐξετοπίσθη συνεπείᾳ ἀποφάσεως καταδικαστικῆς. Συνεπῶς ὁ ἀστυνόμος Ὀλυμπίων πρέπει νὰ μετατεθῇ ἐκεῖθεν. Τὰς ἐπερωτήσεις καὶ συστάσεις μου ταύτας θὰ καταθέσω καὶ ἐγγράφως.
§141ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§142ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Φθάνει.
§143ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι, Κύριοι! Εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ παρέρχωνται ἄνευ συζητήσεως. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὡς πρὸς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν καὶ συστήσῃ εἰς τὸ ἔλεος τῆς Α. Μεγαλειότητος τοὺς κρατουμένους διὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν διετέλει ἐκκρεμὴς ἡ αἴτησίς των περὶ ἀναιρέσεως. Νομίζω ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς εἶναι χρόνος προφυλακίσεως, καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ ἀφαιρῆται ἐκ τῆς ποινῆς. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἡ αἴτησις περὶ ἀναιρέσεως ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἀναστελλομένης τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κρατῆται ὁ κατηγορούμενος εἰς τὰς φυλακάς· πρέπει νὰ ἀπολύηται. Κρατεῖται δὲ, ὅταν κρατῆται, δυνάμει τῶν βουλευμάτων, τὰ ὁποῖα τὸν παρέπεμψαν, ἢ δυνάμει τῶν ἐνταλμάτων φυλακίσεως, τὰ ὁποῖα περὶ τούτου ἐξεδόθησαν. Καὶ ὅταν κρατῆται διὰ τοῦ ἐντάλματος προφυλακίσεως, δι’ οὗ ἐκρατεῖτο πρὶν ἢ δικασθῇ, καὶ ὅταν κρατῆται δυνάμει τοῦ βουλεύματος, τὸ ὁποῖον διέταξε τὴν προφυλάκισιν, ἐκτελεῖ προφυλάκισιν, καὶ εἶναι ἀναγκαῖον, ὁ χρόνος αὐτὸς νὰ ἀφαιρῆται, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ προφυλακίσεως, ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ποινῆς. Ἐπὶ πλημμελημάτων κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἐκεῖ δὲν ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως διὰ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀναιρέσεως, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ἡ ποινὴ ἦναι μικροτέρα τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀναιρέσεως, ἀπολύονται τῶν φυλακῶν, ὡς ἐκτίσαντες τὴν ποινήν των πρὶν ἢ ἡ αἴτησίς των περὶ ἀναιρέσεως ἐκδικασθῇ...
§144Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ...
§145ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, μοὶ ὑπενθυμίζει ὁ κύριος Φικιώρης, ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω ἐγώ. Ἐν τούτοις, κύριε Πρόεδρε, διάφοροι Εἰσαγγελεῖς, δὲν ἠξεύρω κατὰ τίνα τρόπον ἑρμηνεύοντες τὰς διατάξεις τῶν νόμων, ἐχαρακτήρισαν τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἡ αἴτησις τῶν κατηγορουμένων περὶ ἀναιρέσεως, ὡς χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δύνανται ἄνευ τινὸς δικαιολογίας νὰ κρατῶσι τοὺς κατηγορουμένους εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς νὰ καταλογίσωσιν ὑπὲρ αὐτῶν τὸν χρόνον τῆς τοιαύτης φυλακίσεως, καὶ δὲν θέλουσι νὰ καταλογίσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν προφυλάκισιν, ἀλλὰ δὲν θέλουσι νὰ καταλογίσωσιν αὐτὸν καὶ εἰς τὴν καταδίκην, καὶ τοὺς κρατοῦσι πῶς; Βεβαίως, ἐὰν δὲν γείνῃ ὁ καταλογισμὸς εἴτε εἰς τὴν προφυλάκισιν εἴτε εἰς τὴν καταδίκην, πρόκειται περὶ παρανόμου κρατήσεως. Δύναται ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς κυρίους Εἰσαγγελεῖς καλλιτέραν τῶν νόμων μελέτην, ἢ νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ὁδηγίας αὐτὸ, ποῖα μέτρα νὰ λαμβάνωσιν εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κύριος Ζυγομαλᾶς, νομίζω, ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν, τὸ μέτρον δηλαδὴ νὰ προκαλῇ ἀπονομὴν βασιλικῆς χάριτος διὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκκρεμότητος τῆς ἀναιρέσεως, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι δύναται καὶ νὰ χαρισθῇ ὁ χρόνος οὗτος, διότι δὲν εἶναι χρόνος καταδίκης, τὸν ὁποῖον νὰ δύναται νὰ χαρίσῃ ἡ Α. Μεγαλειότης, εἶναι χρόνος προφυλακίσεως, ὁ χρόνος δὲ τῆς προφυλακίσεως λογίζεται ἀφ’ ἑαυτοῦ εἰς τὴν ποινὴν τὴν ἐπιβληθεῖσαν. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, βεβαίως δὲν ἔχει ὡς ἐφήρμοσε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· δὲν εἶναι ποινὴ, διὰ νὰ χαρισθῇ. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ ὅμως, εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς κατάστασιν τελείως ἔκνομον· κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς ὄχι μόνον οἱ δέκα τοιοῦτοι κατάδικοι ἐν Τριπόλει· δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, φυλακὴ τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ κρατῆται φυλακισμένος, ἐκτίων τὴν ποινὴν τοῦ χρόνου τῆς ἐκκρεμότητος τῆς ἀναιρέσεως, καὶ τοῦτο εἶναι ἀδίκημα παρανόμου κρατήσεως, διαπραττόμενον κατ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν δύναμιν νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτοὺς, καὶ δὲν ἔχουσι τὴν φωνὴν τόσον ἰσχυρὰν, ὥστε νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ἁρμοδίων. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ, ὡς ἠξεύρετε, εἰς τὰ νομικὰ ζητήματα παρουσιάζεται ἕκαστος μὲ ἰδίαν γνώμην, καί τινές εἰσι τόσον πολὺ προσκεκολλημένοι εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὥστε εἶναι δύσκολον νὰ τοὺς ἀποσπάσῃ τις ἀπὸ τῆς στενῆς ἑρμηνείας καὶ νὰ τοὺς εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, νομίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ὡρισμένη ἑρμηνεία ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ νομοθετικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Οὕτω καὶ μόνον δύναται νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον· ν’ ἀφήσωμεν δὲ τὸ μέτρον τῆς προκλήσεως βασιλικῆς χάριτος πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ τοῦ ἀτόπου· τὸ ἄτοπον δὲν θεραπεύεται οὕτως· εἶναι ἀδύνατον νὰ θεραπευθῇ· οἱαδήποτε δὲ θεραπεία καὶ ἂν ἐπέλθῃ, ἡ χάρις θὰ προκαλῆται πάντοτε μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς, καὶ πάντοτε, ὅσον ὀλίγας ἡμέρας καὶ ἂν μένῃ ὁ κατάδικος εἰς τὰς φυλακὰς, θὰ μένῃ παρανόμως.
§146Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρητικῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἴσως ἔχει δίκαιον. Ἀλλ’ ἡ δυσχέρεια ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι τὸ Δικαστήριον, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐπιβάλλει τὴν ποινήν, καὶ ἑπομένως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν προφυλάκισιν, καὶ περιορίζει τὴν καταγνωσθεῖσαν ποινὴν ἀναλόγως τῆς προφυλακίσεως, δὲν γνωρίζει, ἂν ὁ κατάδικος θὰ ποιήσηται ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἂν θὰ γείνῃ δεκτὴ αὕτη, ἢ ἂν θὰ παραιτηθῇ ταύτης ὁ καταδικασθείς· ἑπομένως, διὰ νὰ δυνηθῇ κατόπιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ προφυλάκισις αὕτη, ἡ μετὰ τὴν καταδίκην, — τὴν ὁποίαν δέχομαι ὡς προφυλάκισιν, ὡς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐχαρακτηρίσθη, — πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ἀρχὴ, ἥτις νὰ ὑπολογίσῃ τὸν χρόνον τοῦτον, καὶ νὰ περιορίσῃ τὴν ποινὴν ἀναλόγως. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἁρμοδία ἀρχή; Πάλιν τὸ Δικαστήριον· δηλαδὴ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου εἰς τὸ Δικαστήριον αἴτησις, νὰ ἐκδοθῇ νέα ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ περιορίσῃ κατ’ ἴσον χρόνον τὴν φυλάκισιν, ἢ νομοθετικῶς νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως περιορίζηται ὁ χρόνος οὗτος τῆς ὑπὸ ἀναίρεσιν ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ ἐδικάσθη ὁ κατάδικος. Δὲν εἶναι δὲ μόνον οἱ ὑπὸ ἀναίρεσιν εὑρισκόμενοι κατάδικοι, οἵτινες κατὰ λυπηρὰν ἀνισότητα μένουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς πέραν τοῦ δέοντος, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι καὶ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν ὑπὸ πραγματικὴν προφυλάκισιν, καὶ τῶν ὁποίων ἡ προφυλάκισις δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, διότι οὗτοι ἐδικάσθησαν πρὸ τοῦ νόμου περὶ καταλογισμοῦ τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν καταγνωσθεῖσαν ποινήν. Περὶ ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν τούτων ἠναγκάσθην, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μεριμνήσω. Περὶ τῶν ὑπὸ ἀναμφισβήτητον προφυλάκισιν εὑρισκομένων, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ προφυλάκισις δὲν ἔχει ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, εἶχον μεριμνήσει καὶ οἱ προκάτοχοί μου· ἐγὼ ἐπεξέτεινα τὸ μέτρον καὶ ὑπὲρ τῶν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκδικάσεως τῆς αἰτήσεως περὶ ἀναιρέσεως, τῆς ἀποφάσεως κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὅπως οἱ ἄνθρωποι οὗτοι μὴ μένωσιν εἰς τὰς φυλακὰς πέραν τοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ νόμος ὑπὲρ τῶν ἐν γένει ἐν προφυλακίσει διατελούντων. Ἐνόμισα ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον πρόχειρον, δίκαιον καὶ νόμιμον μέτρον, ὅπερ ἠδυνάμην νὰ λάβω, καὶ ὑπέβαλον Διάταγμα ἀπονομῆς χάριτος ὑπὲρ πάντων ἐκείνων, ὅσων εἶχε λήξει ἡ ποινὴ μετὰ τῆς ἀναιρέσεως. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο συνώδευσα διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐν ᾗ περιέλαβον πάντας τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔκρινα δικαίαν τὴν ἀπονομὴν χάριτος. Καὶ τὸ Διάταγμα ὑπεγράφη, καὶ ἡ ἔκθεσίς μου ἐδημοσιεύθη πλήρης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Διέταξα δὲ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως εὐθὺς, ὡς κατάδικός τις πλησιάζῃ νὰ ἐκτίσῃ τὴν ποινήν του μετὰ τοῦ χρόνου τῆς ἀναιρέσεως, ἑτοιμάζῃ καὶ μοὶ ὑποβάλλῃ τὸ σχετικὸν Διάταγμα τῆς χάριτος. Ἐὰν θέλῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ λάβῃ μέτρον νομοθετικόν, βεβαίως καλὸν εἶναι καὶ φιλάνθρωπον καὶ δίκαιον, ἀλλὰ μόνον διὰ νομοθετικοῦ μέτρου, ὡς προεῖπον, δύναται νὰ θεραπευθῇ ῥιζικῶς ἡ ἀνισότης αὕτη.
§147Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἡ νομολογία, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι τὰ Δικαστήρια ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν πλημμελής...
§148Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἄδικος.
§149Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι ἄδικος. Εἶναι πλημμελής, καὶ δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον... Τὸ μέτρον δὲ τοῦτο ἐγὼ πάντοτε ἐθεώρησα ἀκατανόητον. Ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βοζίκης, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς, κρατεῖται ἢ δυνάμει ἐντάλματος ἢ βουλεύματος, ἢ δυνάμει ἀποφάσεως ἀποτίων ποινήν. Ἐκεῖνος, ὅστις προεφυλακίσθη, θεωρεῖται καὶ εἶναι ὑπόδικος: ἐὰν δὲ ἀκολούθως ὁ ἴδιος κατεδικάσθη, θεωρεῖται καὶ εἶναι κατάδικος. Ἐὰν ὅμως ἐποιήσατο ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως, κατὰ τὴν Δικονομίαν δὲν ἐκτελεῖται ἐναντίον του ἡ ἀπόφασις, θεωρεῖται ἄρα ὑπόδικος. Τί ἁπλούστερον τούτου; Τώρα μία θεωρία, τὴν ὁποίαν ἔφεραν εἰς τὸ μέσον, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὑπόδικος οὔτε κατάδικος, εἶναι θεωρία ἀχαρακτήριστος· διότι ἡ Δικονομία δὲν ἐννοεῖ κανένα ἄλλον τρόπον κρατήσεως ἐν ταῖς φυλακαῖς, παρὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον προφυλακίζεται τις δυνάμει ἐντάλματος, ἢ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον φυλακίζεται τις ὡς κατάδικος δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως...
§150ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅταν ἀναιρεθῇ ἡ ἀπόφασις, τὸν θεωροῦσι χρόνον προφυλακίσεως πάλιν.
§151Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μάλιστα. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ἀκατανόητος ἡ θεωρία αὕτη. Καταφεύγουσιν ὅμως εἰς τὴν ἑξῆς δικαιολογίαν, ὅτι δῆθεν, ἐπειδὴ ἡ ἀπόφασις, δυνάμει τῆς ὁποίας κατεδικάσθη τις, εἶναι ὁριστική, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐντεῦθεν ὁ χρόνος ὡς χρόνος προφυλακίσεως· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, διότι δὲν εἶναι ὁριστικὴ ἡ ἀπόφασις, καὶ διὰ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δὲν δικασθῇ ἡ ἀναίρεσις, ἡ ἀπόφασις δὲν ἐκτελεῖται. Ἐὰν ἦτο ὁριστική, θὰ ἐξετελεῖτο. Περιπτώσεις πολλαὶ τοιαῦται παρουσιάσθησαν, καὶ ἐγεννήθησαν ἀδικίαι ἐκ τῆς τοιαύτης ἀδικαιολογήτου ἑρμηνείας. Νομίζω, ὅτι ἡ καλλιτέρα ὁδός, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ ἀδίκου, εἶναι νὰ ἑρμηνεύσωμεν νομοθετικῶς τὴν διάταξιν ταύτην τῆς Δικονομίας, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον. Εἶναι καιρὸς πλέον. Ἐγὼ θὰ θεωρῶ ὡς κατ’ εὐτυχῆ συγκυρίαν ἀνακινηθεῖσαν τὴν σημερινὴν συζήτησιν, ἐὰν πρόκηται νὰ λάβωμεν τοιαύτην τινὰ ἀπόφασιν, ὅπως θεραπευθῇ τὸ κακόν.
§152Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἑρμηνευτικοῦ νόμου, ὅπως κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τελευταίου νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως συμψηφίζεται εἰς τὸν χρόνον τῆς καταγνωσθείσης ποινῆς. Τί συμβαίνει, ὅταν προσβάλληται ἡ ἀπόφασις ἡ καταδικαστικὴ διὰ τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναιρέσεως; συμβαίνει, ὅτι ὁ καταδικασθείς, ποιούμενος χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὑτοῦ, μένει ὑπόδικος, δὲν μεταφέρεται δηλαδὴ εἰς τὰς φυλακὰς τῶν καταδίκων, ἵνα ἐκτίσῃ τὴν ποινήν του, διότι ἡ αἴτησις περὶ ἀναιρέσεως τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ἔχει δύναμιν ὄντως ἀνασταλτικήν. Ἀπορριπτομένης τῆς ἀναιρέσεως, τί γίνεται ὁ χρόνος αὐτός; Ἀναμφισβητήτως εἶναι χρόνος προφυλακίσεως, διότι ἡ Ποινικὴ Δικονομία θεωρεῖ τὸν ποιούμενον χρῆσιν τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναιρέσεως ὑπόδικον, καὶ ἑπομένως ὁ χρόνος οὗτος πρέπει νὰ καταλογισθῇ καὶ θεωρηθῇ ὡς χρόνος προφυλακίσεως...
§153Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καταδίκης.
§154Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι καταδίκης. Ὡς χρόνος προφυλακίσεως. Ἄλλως τε τὸ ἴδιον εἶναι, διότι εἶναι ὑπόδικος. Τί χρειάζεται λοιπὸν ὁ νόμος; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον δεχόμεθα, ὅτι ἡ προφυλάκισις συμψηφίζεται εἰς τὴν καταδίκην, βεβαίως θὰ ἦτο ἀνάγκη νομοθετικῆς ἑρμηνείας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς ὀφείλουσι νὰ συμψηφίζωσι τὸν χρόνον τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναιρέσεως εἰς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως. Θέλουσι νὰ τὸν συμψηφίζωσιν εἰς τὸν χρόνον τῆς καταδίκης; τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀδίκως κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς.
§155Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα καὶ ἐπακριβῶς καὶ ἐμβριθῶς ἀνεπτύχθη· ὑποθέτω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι τόσον δύσκολον νὰ κατανοηθῇ, οὔτε τόσον δύσκολον νὰ λυθῇ. Εὐχαριστῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἵτινες ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ἀναπτύξωσιν αὐτὸ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι θέλει μοὶ μείνει ὀλίγος χρόνος, ἵνα ἁρμοδίως μελετήσω τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ λάβω τὰ προσήκοντα μέτρα.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ ἔτους 1903 ἐκ δραχμῶν 2,282,960.47», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§157Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τῶν ζητουμένων διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὑπάρχουσι δύο πιστώσεις, αἵτινες διήγειραν τὴν ἀπορίαν μου. Αἱ πιστώσεις αὗται ἀφορῶσι τοὺς ἐπιστάτας καὶ ὑπηρέτας Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν σχολείων, ἀνέρχονται δὲ ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 14,500, ἤτοι περίπου τὸ ἓν ἕβδομον τῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κεχορηγημένης πιστώσεως καὶ τὸ ἥμισυ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῶν ζητουμένων σήμερον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Λέγω δὲ, ὅτι διήγειραν τὴν ἀπορίαν μου αἱ πιστώσεις αὗται, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου μοὶ ἐγένετο ὑπόδειξις ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ὑπῆρχεν ὑπέρβασίς τις εἰς τὴν διάθεσιν τῆς πιστώσεως μέχρι τοῦ μηνὸς ἐκείνου. Παρήγγειλα τότε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ εὕρῃ ἀκριβῶς τὴν ὑπέρβασιν, ἡ ὁποία εἶχε γείνῃ, καὶ νὰ ὑπολογίσῃ διὰ τῆς ἀπολύσεως πόσων ἐπιστατῶν καὶ ὑπηρετῶν τῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τοσαύτη οἰκονομία, ὥστε νὰ ἐπανέλθωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγραφεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903. Πράγματι ἐγένετο ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ συμφώνως ταύτῃ ἀπέλυσα ἀθρόους περὶ τοὺς 80, νομίζω, ἐπιστάτας καὶ ὑπηρέτας Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν σχολείων. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐπήρχετο ἡ ἐξίσωσις τῆς δαπάνης, ἥτις ὑπελείπετο νὰ γείνῃ κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας, πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέγραφεν ὁ Προϋπολογισμός. Κατόπιν, ὅτε ἤρχισαν τὰ μαθήματα ἐν τοῖς σχολείοις, ἀναδιώρισα ἐπιστάτας καὶ ὑπηρέτας, ἀλλὰ κατὰ 50 περίπου ὀλιγωτέρους τῶν ἀπολυθέντων. Ἀπορῶ λοιπόν, πῶς ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως πρὸς μισθοδοσίαν ὑπηρετῶν καὶ ἐπιστατῶν κατὰ τὸ 1903. Ἐπεθύμουν νὰ ἔδιδε πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§158ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). (Ὄρα Παράρτημα).
§159Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι αἱ πιστώσεις αἱ ζητηθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦσαν ἀνάλογοι πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιστατῶν καὶ ὑπηρετῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ διορισθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρξεν ὑπέρβασίς τις εἰς αὐτοὺς μέχρι τοῦ Ἰουνίου, ἐπῆλθεν ἡ ἐξίσωσις διὰ τῆς ἀπολύσεως κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν πλειοτέρων ὑπηρετῶν καὶ ἐπιστατῶν, οἵτινες ἦσαν περιττοὶ κατὰ τὰς διακοπάς. Ἀλλὰ καὶ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἐπίσης ἀνακριβές. Γνωρίζω ἐπακριβῶς, ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπεμακρύνθην τοῦ Ὑπουργείου, εἶχον διορισθῆ ἐν μὲν τοῖς Γυμνασίοις ἐπιστάται, ὑποεπιστάται καὶ ὑπηρέται 45, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέγραφε 50, διότι ἀνέγραφεν 8 ἐπιστάτας, 20 ὑποεπιστάτας καὶ 22 ὑπηρέτας Γυμνασίων, τὸ ὅλον 50, εἶχον δὲ διορισθῆ 19 ἐπιστάται, 12 ὑποεπιστάται καὶ 14 ὑπηρέται. Ἐὰν προβληθῇ παρατήρησις, ὅτι, ἐνῷ ἦσαν ἀναγεγραμμένοι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 8 ἐπιστάται, διωρίσθησαν ὅμως 19, καὶ θεωρηθῆ ἴσως, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἡ ὑπέρβασις, ἔχω κάμει λογαριασμόν, ὅτι οἱ 19 ἐπιστάται, 12 ὑποεπιστάται καὶ 14 ὑπηρέται ἐστοίχισαν 2,300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐνῷ οἱ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν 8 ἐπιστάται, 12 ὑποεπιστάται καὶ 22 ὑπηρέται ἔδει νὰ λάβωσι μισθὸν 2,360 δραχμῶν· ἤτοι οἱ διωρισμένοι ἐλάμβανον 60 δραχμὰς ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅ,τι ὁ Προϋπολογισμὸς προέβλεπε. Διὰ δὲ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα ὑπῆρχε κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν πίστωσις διὰ 20 ἐπιστάτας καὶ 170 ὑπηρέτας, ἦσαν δὲ διωρισμένοι, ἐμοῦ ὑπουργοῦντος, 22 ἐπιστάται καὶ 174 ὑπηρέται, ἤτοι 6 ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν 6 τούτων ὑπηρετῶν καὶ ἐπιστατῶν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων δὲν ἀπαιτεῖ πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν 10,000 δραχμῶν· ἄλλως ἐκαλύπτετο βεβαίως ἐκ τῶν κενῶν θέσεων, αἵτινες καὶ μέχρι Νοεμβρίου διετηρήθησαν κεναί. Δι’ αὐτὸ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν διέλυσε τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐγέννησαν αἱ ζητούμεναι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις.
§160ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§161Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, ἅς τῷ ἐχορήγησεν ἡ ὑπηρεσία, στηριζόμενος, ζητεῖ τὸ ποσὸν αὐτό· ἀλλὰ μοὶ γεννᾶται ἡ ὑπόνοια, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συνέβη παρεξήγησις ἢ ἄλλο τι, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν δικαιούχων, κατὰ θέσιν καὶ κατ’ ὄνομα, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβαίνῃ τι σοβαρὸν ἀκουσίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διότι ἐγώ, ὡς δύναται νὰ ὁμολογήσῃ ὁ τότε κ. Ὑπουργός, προκειμένου νὰ προληφθῇ πᾶσα ὑπέρβασις ἐξόδων, εἶπον πρὸς αὐτόν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ λείψωσιν οἱ ἐπιστάται ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα Κυνουρίας...
§162ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγὼ διὰ τοὺς ἐπιστάτας τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων Καρυστίας.
§163Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. .. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1903 ἀπελύθησαν πάντες οἱ ἐπιστάται οὗτοι ἐν Κυνουρίᾳ.
§164Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ παραιτηθῶσι τῶν ἀξιώσεών των περὶ διατηρήσεως τῶν ἐπιστατῶν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἰσοζύγιον ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς πιστώσεως, περὶ ἧς πρόκειται. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν κατέλιπε τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὑπῆρχεν ὑπέρβασις εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο 27,000 δραχμῶν, διὰ τῆς ἀπολύσεως δὲ τῶν ἐπιστατῶν καὶ ὑπηρετῶν κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν ἐπῆλθε μείωσις τῆς ὑπερβάσεως κατὰ 13,000 δραχμάς. Ὥστε ἀπέμεινεν ὑπέρβασις κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 14,000 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.
§165Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τόση ὑπέρβασις ἐν διαστήματι τεσσάρων μηνῶν!
§166Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ὑπέρβασις τῶν 27,000 δραχμῶν ἦτο ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1903 μέχρι τῆς 14 Ἰουνίου.
§167Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι σημαντικὰ τὰ ποσὰ ταῦτα, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὰ πράγματα.
§168Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσκομίσῃ τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Καλούτσης, διὰ νὰ ἴδω, ἂν εἶχε ληφθῇ γενικὸν μέτρον περὶ ἀπολύσεως τῶν ἐπιστατῶν, διότι καὶ ἐν Σύρῳ ἀπελύθη ὁ ἐπιστάτης τοῦ Γυμνασίου.
§169Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ προσκομισθῇ ὁ πίναξ· διότι, ἐὰν διαχειρίζωνται οὕτω τὰ δημόσια χρήματα αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Ὑπουργείων, ὥστε ἀδιακόπως νὰ ἔχωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἀλλοίμονον!
§170Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος, ὅπως ἀναπτύξω ἐν λεπτομερείᾳ τὰ τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ περὶ ὑπερβάσεων αὐτῶν. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους νὰ ἀποδείξω, ὅτι αἱ ὑπερβάσεις αὗται, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι ἀξιοθαύμαστοι, ἵνα μὴ εἴπω ἀδικαιολόγητοι. Ἐγὼ εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὄχι μόνον δὲν θὰ εἶχεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἀλλ’ ὅτι θὰ κατέλειπε καὶ περισσεύματα. Ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ ἔχω μόνον νὰ συστήσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων μαρτύρων, χωροφυλάκων καὶ ἀστυφυλάκων δι’ ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων ἢ ἐνταλμάτων βιαίας προσαγωγῆς. Διότι πληροφορῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι μετὰ προσωπικὴν ἔρευναν διὰ προσώπων τῆς ἐμπιστοσύνης μου, —δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐννοεῖται, καὶ στρατιωτικῶν μάλιστα, —ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, εὗρον, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ποσῶν, ἅτινα ἐζητοῦντο δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων ἢ συλλήψεις ὑπὸ χωροφυλάκων, ἢ ἐκτελέσεις ἐνταλμάτων συλλήψεως, ἢ ἀποφάσεων βιαίας προσαγωγῆς, ἦσαν ψευδῆ, καὶ κατὰ μέγιστον ποσὸν παρεῖχον ἐνδείξεις καταχρήσεων. Ἐνήργησα διὰ προσώπων προσωπικῆς μου ἐμπιστοσύνης ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἀνάκρισιν προκαταρκτικήν, καὶ ἐνόρκως κατετέθη καὶ ἐβεβαιώθη ὑπὸ 300 περίπου προσώπων, ὅτι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἀνεφέροντο ἐν ταῖς ἀποδείξεσιν ὅτι ἐλήφθησαν, δὲν εἶχον ληφθῆ ποσῶς, ἢ ἀντὶ 8 δραχμῶν, ἃς ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τις, εἶχε λάβει μόνον δραχμὰς 2· ὅπου δὲ τὸ ποσὸν ἦτο μικρότερον τῶν τεσσάρων δραχμῶν, δὲν εἶχε λάβει οὔτε λεπτόν! Τὸν φάκελον τοῦτον, τὸν ὁρμαθὸν τῶν ἐγγράφων καὶ ἐνόρκων καταθέσεων διεβίβασα πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, ὅπως ἐνεργηθῶσι τὰ κατὰ νόμον· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, τί ἀπέγεινε, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἐτύγχανον μέλος. Ἐφιστῶ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν περιέρχονται εἰς ἐκείνους, οἵτινες δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν αὐτὰ κατὰ τὸν νόμον καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§171Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης».
§173Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ, ἤθελον ζητήσει τὴν προτίμησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 73 νομοσχεδίου τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§174Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ πρὸς τοῦτο, χάριν τοῦ Ναυαρίνου. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ μὴ εὑρίσκουν ἐν Πύλῳ νερὸ νὰ πίνουν τὰ πληρώματα τῶν ξένων πλοίων, τῶν προσορμιζομένων ἐκεῖ, καὶ πᾶς ξένος ἐπισκεπτόμενος τὸ ἱστορικὸν Ναυαρῖνον!
§175Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐντεῦθεν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἐντεῦθεν.
§177Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μεμφθῶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, ἥτις ἀναγράφει μεταξὺ τῶν σκοπῶν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τὴν κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων, καὶ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μεμφθῶ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ περίπτωσις τῆς κατασκευῆς στρατιωτικῶν κτιρίων οὐδέποτε θὰ παρουσιασθῇ εὐθὺς ἀμέσως, διότι ἐθεώρουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ πρῶτον λόγον ἐθεώρει ὡς σκοπὸν καὶ κύριον ἀντικείμενον τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὴν προμήθειαν τοῦ παντὸς εἴδους ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ· ὅσον δὲ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι πραγματοποιοῦνται ἀκριβῶς οἱ ὑπολογισμοὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ θέλει ἀνέλθει ἡ προικοδότησις τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νομίζω, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνάγκη ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὥστε δὲν θὰ ὑπολειφθῇ ποσὸν, ἵνα δαπανηθῇ ἐπαρκῶς, εἴτε διὰ μιᾶς εἴτε ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, πρὸς κατασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων. Ἴσως, ὅταν ποτὲ, μετὰ τὴν προμήθειαν τῶν ὑλικῶν τοῦ πολέμου, ἤθελον αὐξηθῇ ἐπὶ τοσοῦτον αἱ εἰσπράξεις τοῦ ταμείου, ὥστε νὰ περισσεύσῃ ποσόν τι, θὰ ἐθεώρει τις ὡς ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι χρήματα διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων. Ἑπομένως δὲν ἔδωκα τὴν σημασίαν, ἣν ἔπρεπε νὰ δώσω εἰς τὴν διάταξιν ταύτην· ἐθεώρουν, ὅτι τὰ τῆς προμηθείας τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ θ’ ἀπαιτήσουν τοσαῦτα χρήματα, ὥστε τὰ στρατιωτικὰ κτίρια ἄλλοθεν ἔπρεπε νὰ κατασκευασθῶσι, καὶ ὄχι ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις, ἣν προὐκάλεσαν αἱ ἀντιρρήσεις τῶν κυρίων συναδέλφων, τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου καὶ τοῦ βουλευτοῦ Λακεδαίμονος, καὶ αἱ ἐξηγήσεις αἱ δοθεῖσαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ὁπλισμὸς τοῦ στρατοῦ ἔδει ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤθελον εὑρεθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς κατάστασιν νὰ διαθέσῃ ποσόν τι ἢ πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἐὰν εὕρισκε τοιοῦτον, ἢ εἰς συμφωνίαν μετὰ τῶν χορηγητῶν αὐτοῦ, ἔδει, λέγω, νὰ παραγγελθῇ. Ἠδύνατο νὰ παραδοθῇ ἡμῖν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ παραγγελθῇ, ὅπως ἦναι εἰς χεῖράς μας ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου ὅλος ὁ ὁπλισμὸς, ὁ ἀναγκαιῶν ἡμῖν δι’ ὡρισμένον ἀριθμὸν στρατοῦ καὶ εἰς τὴν παραδεδεγμένην ἀναλογίαν τῶν δύο ὅπλων κατὰ στρατιωτῶν. Τὸ αὐτὸ καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀναγκαιούντων ἡμῖν πυροβόλων, πεδινῶν ἢ ὀρεινῶν, καὶ ἐν τῇ ἀναλογίᾳ, ἥτις εἶναι παραδεδεγμένη σήμερον ἀνὰ χιλιάδα πεζῶν στρατιωτῶν. Ὅπλα καὶ πυροβόλα πρέπει νὰ ἐκλεχθῶσι καὶ παραγγελθῶσιν ἀπὸ τοῦδε, διότι οὐδεὶς γινώσκει, πότε θὰ λάβωμεν ἀνάγκην αὐτῶν. Ἀναβολὴ δὲν ἐπιτρέπεται. Ἐὰν δὲν ἤμεθα ἕτοιμοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων νόμων τῶν στρατιωτικῶν, τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίσωμεν, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει ν’ ἀναστείλωμεν τὴν προμήθειαν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ· διότι, ἂν μετὰ δύο ἔτη...
§178Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιαῦτα· φαίνεται, ὅτι δὲν ἐνοήθην καλῶς.
§179Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια δὲν συνεπάγονται τὴν ἄμεσον, τὴν ταχεῖαν παρασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ὥστε ὅλον τὸ ποσὸν νὰ διατεθῇ ὑπὲρ αὐτῶν.
§180Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ ἐργασία εἶναι βαθμιαία.
§181Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἰδοὺ ποῖος τρόπος ἐνόμισα, ὅτι εἶναι ἐκεῖνος, ὃν σκέπτεσθε. Σήμερον καλοῦμεν ἐντὸς τοῦ ἔτους αὐτοῦ 13,000 ἄνδρας· θὰ ὑπηρετήσουν αὐτοὶ δύο ἔτη, τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ἔλθουν ἄλλοι 13,000 ἄνδρες, τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ μεταβῇ ἡ πρώτη ἡλικία εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἔπειτα τὸ ἄλλο ἔτος ἡ ἄλλη, καὶ οὕτω καθεξῆς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κανονίσωμεν ἀναλόγως τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποδώσωσιν οἱ νόμοι, οὓς θὰ ψηφίσωμεν, καὶ οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὰ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Οὕτω πως ἀντελήφθην.
§182Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο.
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προμήθεια τῶν 13,000 ὅπλων οὐδέποτε διῆλθε τῆς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως.
§184Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅταν ἀποφασισθῇ ἡ προμήθεια τῶν ὅπλων, θὰ γείνῃ συνεννόησις μὲ ἓν ἐργοστάσιον· τὸ ἐργοστάσιον αὐτὸ ποτὲ δὲν θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς δώσῃ ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἢ ἑνὸς μηνὸς ὅπλα 150,000, θὰ ζητήσῃ μίαν προθεσμίαν διὰ τὴν παράδοσιν τῶν ὅπλων, ἡ δὲ πληρωμὴ θὰ γείνῃ τμηματικῶς. Ἐγὼ λοιπὸν εἶπον, ὅτι θ’ ἀρχίσωμεν ἐν πρώτοις νὰ ὁπλίζωμεν τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑπὸ τὰς σημαίας, δηλαδὴ τὰς 30,000, καὶ κατόπιν θὰ ἐξακολουθήσῃ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ὁ ὁπλισμὸς τῆς ἐφεδρείας, ἕως ὅτου συμπληρωθῇ τὸ χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ συμπληρωθῇ ὁ ὁπλισμὸς τοῦ στρατοῦ. Εἶπον προσέτι, ὅτι ἐν γένει, ὅταν πρόκηται περὶ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, τ’ ἀποτελέσματα δὲν θὰ τὰ ἔχητε ἀμέσως, θὰ τὰ ἔχητε ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, ὅπως τοῦτο ἐγένετο εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ δὴ εἰς τὴν Γαλλίαν μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον. Αὐτὰ εἶπον ἐγὼ, ἐννοῶν οὐχὶ τὸν διὰ μιᾶς ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τὸν βαθμιαῖον.
§185Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς αὐτὸ, δὲν συμφωνῶ. Ἐγὼ ἔχω ἄλλην ἀντίληψιν τοῦ πράγματος· ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, μετὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ ἐπί τινα ἔτη βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους θὰ δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Ταμεῖον τοῦτο, θ’ ἀνέρχωνται εἰς ποσὸν τοσοῦτον, ὥστε νὰ δύναται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δι’ αὐτοῦ νὰ προμηθευθῇ διὰ δανείου, ἢ διὰ συμφωνίας ἐπὶ προθεσμίαις μετὰ τῶν κατασκευαστῶν, βαθμηδὸν ὅλον τὸν ὁπλισμὸν, καὶ τὸν εἰς ὅπλα καὶ τὸν εἰς πυροβόλα, τῶν τε πεζῶν καὶ τοῦ πυροβολικοῦ, νὰ τὸν προμηθευθῇ δὲ, ἐχούσης ὑπ’ ὄψει τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δύναται ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ ἀναγκασθῇ νὰ καλέσῃ εἰς ἐπιστρατείαν ὀλιγωτέρας ἢ περισσοτέρας ἡλικίας ἐφέδρων, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὰ ὅπλα καὶ τὰ πυροβόλα καὶ τὰ πυρομαχικά. Διότι μετὰ δύο ἔτη παρουσιάζεται καθ’ ὑπόθεσιν ἔκτακτός τις περίστασις· θὰ ἔχωμεν τὰς τριάκοντα χιλιάδας, τὸν μόνιμον ἐν εἰρήνῃ στρατόν· ἐὰν μᾶς ἐπιβάλληται νὰ καλέσωμεν πρὸς ἐπιστράτευσιν 40, 60, 80 προσέτι χιλιάδας ἐφέδρων, ἵνα ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις, ἀναγκαίως θὰ τοὺς καλέσωμεν, πρόδηλον ὅμως, ὅτι οἱ ἔφεδροι αὐτοὶ δὲν θὰ ἦναι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων, καταστάντων νόμων, εἰργάσθημεν νὰ καταρτίσωμεν, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἐκ τῶν δυνάμει τῶν παλαιοτέρων νόμων κατηρτισμένων ἐφέδρων, καὶ κατ’ οὐδένα λόγον θὰ ἤμεθα δικαιολογημένοι νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἔφεδροι αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ παρασκευασθέντες δυνάμει τῶν νέων νόμων, δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ ἔχωμεν καὶ δι’ αὐτοὺς ὁπλισμὸν καὶ πυροβόλα καὶ πυρομαχικά. Λοιπὸν ἐπιβάλλεται, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀφ’ ἧς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης θὰ καταστῇ ἱκανὸν νὰ προμηθεύσῃ τὸν ὁπλισμὸν εἰς τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον δύναται ἐν ἀνάγκῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιστρατεύσῃ, νὰ τὸν προμηθεύσῃ, ἐκτὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος φθείρεται διὰ τοῦ χρόνου καὶ δὲν συμφέρει νὰ φυλάσσηται. Δὲν ἐννοῶ ν’ ἀγοράσωμεν ἀπὸ τοῦδε πάντας τοὺς ἵππους, οὓς θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ ἐπιστράτευσις, ἀλλὰ καὶ τοιούτων ἀπαιτεῖται ὁ ἀναγκαῖος διὰ τὴν παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ ἀριθμός. Δι’ ὃ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περισσεύσῃ ποσόν τι ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπερ νὰ διαθέσωμεν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀναγκαίων στρατιωτικῶν κτιρίων. Οὕτω σκεπτόμενος δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀπειλεῖ νὰ θίξῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ ταμείου, ποσὸν, ὅπερ θεωροῦμεν ὅλοι ὡς πρῶτον καὶ κύριον προορισμὸν ἔχον τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπικρατήσῃ τοιαύτη ἰδέα, ὅτι πρέπει βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ γείνῃ ἡ προμήθεια αὐτοῦ, τότε, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ προμηθευθῶμεν τὸ ὅλον ποσὸν, γεννᾶται ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων προχθὲς, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον πάντες θεωροῦμεν ὡς προωρισμένον πρὸς προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου, κινδυνεύει νὰ δαπανηθῇ πρὸς κατασκευὴν κτιρίων στρατιωτικῶν. Ἐκ τούτου λαμβάνει σπουδαιότητα ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἡ διάταξις αὕτη πρέπει οὕτως ἀορίστως νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, καὶ νὰ ἴδωμεν αὔριον γνώμην καὶ ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς διαθέτουσαν μέρος μόνον τῶν πόρων τοῦ ταμείου πρὸς προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν κατεπείγει τὸ πρᾶγμα, ὅτι οἱ ἔφεδροι δὲν παρεσκευάσθησαν, καὶ ἑπομένως δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὸ χρῆμα αὐτὸ, καθὸ περισσεῦον, πρὸς κατασκευὴν ἀποθηκῶν καὶ στρατώνων. Ἐπειδὴ δὲν συμφωνῶ πρὸς τοιαύτην ἀντίληψιν τοῦ πράγματος, διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ἀντιστῶ εἰς τοιαύτην διάταξιν. Οὐδ’ ἐννοῶ τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλεν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἀφοῦ ὀργανίζομεν νέας δυνάμεις στρατιωτικὰς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀμελῶμεν τὰ τοῦ στρατωνισμοῦ τῶν δυνάμεων τούτων. Ἡ ἀντίρρησις εἶναι σπουδαία· ἀληθῶς δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ 30,000 στρατοῦ π. χ., καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ στρατωνίσῃ αὐτοὺς ἐντὸς στρατώνων, ἀληθῶν στρατώνων, ἀλλὰ νὰ τοποθετῇ αὐτοὺς εἰς οἰκίας ἢ παραπήγματα. Πρέπει δι’ ὅλον τοὐλάχιστον τὸν ἀριθμὸν ἀνδρῶν, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποτελῇ ἐφεξῆς τὴν ἐνεργὸν ἐν εἰρήνῃ δύναμιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ νὰ ὑπάρχωσι στρατῶνες. Στρατὸς ἄνευ στρατώνων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅστις εἶναι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ προσφυγὴ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρὸς κατασκευὴν τῶν στρατώνων, αὐτὸς πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοῦτο. Γνωρίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ οὗτος ἐπ’ ἄπειρον καὶ διὰ μιᾶς. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αὐξάνονται τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τῶν νέων νόμων, τῶν φορολογικῶν, πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ποσῶν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κεφαλαίου τῶν δαπανῶν αὐτῶν, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ αὔξησις τοῦ στρατοῦ, θὰ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ὅ,τι ἀναγκαιοῖ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τὸ κεφάλαιον βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων τοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ χρεωλύτρου πρὸς ταχεῖαν ἀπόσβεσιν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ἡ δαπάνη, ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων, δὲν εἶναι βεβαίως δαπάνη μικρὰ, εἶναι δαπάνη, ἥτις θ’ ἀνέλθῃ εἰς ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τοκοχρεωλύτρων τῶν ἑκατομμυρίων τούτων καὶ διὰ τῆς τακτικῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἣν κατ’ ἔτος παρουσιάζει, καὶ διὰ τῶν αὐξήσεων τῶν ἐσόδων, ἃς ὑπόσχονται οἱ νέοι φορολογικοὶ νόμοι...
§186Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴτε ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἴτε ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης λάβωμεν τὸ ποσὸν διὰ τοὺς στρατῶνας, τοὺς ἀναγκαιοῦντας διὰ τὸν στρατωνισμὸν τῶν ἀνδρῶν, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ χρῆμα, διὰ νὰ γείνωσιν ἀμέσως ὅλοι· κατὰ συνέπειαν στρατῶνας θὰ ἱδρύωμεν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ χρῆμα εἴτε ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἴτε ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης· συνεπῶς οἱ ὁπλῖται, οἱ μέλλοντες νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ στρατωνισθῶσιν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τοὺς στρατῶνας· καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχομεν ἕτοιμον τὸ χρῆμα, ἵνα τὸ διαθέσωμεν πρὸς ἵδρυσιν στρατώνων, δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, ὁπότε θὰ ἔλθωσιν οἱ κληρωτοί, νὰ ἔχωμεν στρατῶνας· συνεπῶς θὰ παρέλθῃ ἱκανὸν χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ δυνηθῶμεν, τοὺς ὁπλίτας, τοὺς ἐρχομένους τὸ πρῶτον, ἵνα ταχθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, νὰ τοὺς στρατωνίσωμεν εἰς τοὺς στρατῶνας. Ἑπομένως εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κατασκευάσωμεν στρατῶνας βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, μὲ ὀλίγον χρηματικὸν ποσὸν, προερχόμενον εἴτε ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἴτε ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι φρονιμώτερον λοιπὸν, ἀφοῦ θ’ ἀπαιτῆται ὀλιγώτερον χρῆμα διὰ τὴν βαθμιαίαν ἵδρυσιν τῶν στρατώνων, αὐτὸ τὸ χρῆμα νὰ τὸ ἐξοδεύωμεν ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄλλον σκοπόν;
§187Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συμφωνῶ μὲ ὑμᾶς, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἕτερον μέσον ἢ τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀφ’ ἑτέρου, πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς αὐτὸ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε, καὶ νὰ δαπανᾶται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ χρῆμα πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, ὅπως ἔκαμαν ὅλα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα μέχρι τοῦδε ἀκόμη δὲν ἔχουσι πάντας αὐτῶν τοὺς στρατῶνας. Ἡ Γερμανία κατὰ τὸ 1895 ἀκόμη καὶ 1896 ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν δι’ εἴκοσι στρατῶνας, ἐνῷ εἶχε καὶ ἄλλους δεκαπέντε ἐν κατασκευῇ, διὰ τοὺς ὁποίους ὡσαύτως ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνάλογον ποσόν· ἐπίσης καὶ ἡ Αὐστρία.
§188Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε στρατῶνας ἡ Γερμανία, ἀλλὰ κτίζουσιν ἤδη ἐκεῖ νέους, κατὰ τὰς νεωτέρας ἀπαιτήσεις, ἀνάκτορα δηλαδὴ, καὶ μετὰ μεγάλης πολυτελείας.
§189Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἔχω, ὅτι πολλὰ Κράτη ἐκ τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων καὶ στρατιωτικωτάτων, τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται περισσότερον ἡμῶν διὰ τὴν ἄνεσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὑγιεινὴν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν, ὅτι τὰ Κράτη αὐτὰ ἀκόμη στεροῦνται πολλῶν στρατώνων, καὶ ἴσως δὲν ὑπάρχει σήμερον Κράτος ἐν Εὐρώπῃ, τὸ ὁποῖον νὰ συνεπλήρωσε κατὰ τοὺς αὐστηροὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας τοὺς στρατῶνας αὐτοῦ. Διότι, ὡς γνωστόν, πλεῖστα Κράτη τῆς Εὐρώπης ἔχουσι στρατῶνας κτίρια οὐχὶ κατασκευασθέντα ἀρχικῶς διὰ στρατῶνας, ἀλλὰ κτίρια πρὸς ἄλλους σκοποὺς ἀρχικῶς γενόμενα καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Τοιοῦτον Κράτος εἶναι ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ πολλαχοῦ μοναστήρια. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὅπερ κυρίως ἐγὼ ἠθέλησα νὰ φέρω, εἶναι ἄλλο, ἂν εἶναι δυνατὸν ἄλλοθεν νὰ προμηθευθῶμεν τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων, δι’ ἀριθμὸν ἀνδρῶν ἀνάλογον πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ διατηρῇ ἡ Ἑλλὰς ἐν τοῖς ὅπλοις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νέων νομοσχεδίων. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας ἐπὶ ἑνὸς σπουδαίου πόρου τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος μένει ἐντελῶς ἄχρηστος καὶ ἄκαρπος, ἐνῷ δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα στρατιωτικὰς ἀνάγκας, ὅτε ἀναγκαζόμεθα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ἔχοντες ἀνάγκην χρημάτων, νὰ ὑποβαλλώμεθα εἰς νέας δαπάνας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θέλομεν νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους ἐπὶ λαοῦ ἀρκούντως βεβαρημένου. Ὁ πλοῦτος αὐτὸς ἀνέρχεται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα δύνανται ν’ ἀποφέρωσιν ἀρκετὰ ἑκατομμύρια, δυνάμενα νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν κατασκευὴν ἰδίως τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων. Ταῦτα εἶναι τὰ διάφορα δημόσια οἰκόπεδα τῶν Ἀθηνῶν, τὰ κείμενα εἰς θέσεις ἐμπορικὰς, καὶ ἑπομένως μεγάλης ἀξίας. Λαβὼν ἀφορμὴν καὶ πάλιν νῦν, ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν τῆς ὁδοῦ Σταδίου, εἰς τὴν ὁποίαν συμπίπτει νὰ ἦναι τὰ ἀκριβότερα καὶ μεγαλείτερα ἐξ αὐτῶν. Καὶ ἀναφέρω ἐν πρώτοις τὸ οἰκόπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἀκατάλληλον Βουλευτήριον, καὶ τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς, διανεμόμενον καὶ πωλούμενον ὡς οἰκόπεδον εἰς τὴν πλέον ἐμπορικὴν σήμερον ὁδὸν τῶν Ἀθηνῶν, τὴν ὁδὸν Σταδίου, ἥτις δὲν εἶναι ἡ ἀναγκαιοῦσα ὁδὸς διὰ τὸ Βουλευτήριον, θέλει ἀποφέρει τίμημα ὑπὲρ τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, διότι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν εἰδότων, ἡ ἔκτασις ἀνέρχεται εἰς 16,000 πήχεις, ἀλλ’ ἡ ἔκτασις αὕτη, ἐντὸς τῆς ὁποίας εἶναι τὸ Βουλευτήριον, ὅσον καὶ ἂν ἀφαιρέσωσιν ἐξ αὐτῆς οἱ δρόμοι, οἵτινες θ’ ἀνοιχθῶσι χάριν τῶν οἰκοπέδων, ἀδύνατον νὰ πωληθῇ, κατὰ μέσον ὅρον, ὀλιγώτερον τῶν 150 δραχμῶν τὸν πῆχυν. Ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἐπωλήθησαν οἰκόπεδα καὶ πρὸς 200 δραχμὰς τὸν πῆχυν, τὰ δὲ οἰκόπεδα, ἐφ’ ὧν τὸ Βουλευτήριον καὶ ὁ περίβολος αὐτοῦ, περιβάλλονται πανταχόθεν ὑπὸ τεσσάρων ὁδῶν, καὶ ὅλα ἔχουσι μέτωπον ἐπὶ ὁδοῦ. Ἑπομένως ἡ τιμὴ τῶν 150 δραχμῶν κατὰ πῆχυν δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ, ὡς μέσος ὅρος τοῦ ὅλου, ὅπερ ἀνάγκη νὰ διαιρεθῇ εἰς οἰκόπεδα, διότι ἡ ὁδὸς Σταδίου κατέστη ἡ κεντρικωτέρα ἐμπορικὴ ὁδὸς τῆς Πρωτευούσης. Εἰς τοιαύτην ὁδὸν ὑπ’ οὐδεμίαν ἔποψιν συμφέρει νὰ εὑρίσκηται τὸ Βουλευτήριον. Τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι ἐν κεντρικῷ βεβαίως μέρει τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐν ἐμπορικῇ ὁδῷ. Μεταβαίνω εἰς τὰ οἰκόπεδα τῶν βασιλικῶν σταύλων, τὰ ὁποῖα ἄπορον διατὶ ἐπὶ τόσα ἔτη μένουν σταῦλοι, ἐναντίον τῆς γενικῆς ἐπιθυμίας. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς εἰς πόσον ποσὸν πήχεων ἀνέρχονται τὰ οἰκόπεδα ταῦτα, ἀλλ’ εἶναι βεβαίως μέγα...
§190Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§191Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§192Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις προὐτίθετο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὰ οἰκόπεδα, περὶ ὧν ὁ λόγος· ἀλλὰ πρὶν ἢ τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναπτυχθῶσι, περιορίζομαι μόνον νὰ εἴπω τινὰ, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀξίαν τῶν οἰκοπέδων. Πρῶτον εἶναι τὸ οἰκόπεδον τῶν βασιλικῶν σταύλων· τοῦτο σύγκειται ἐκ πήχεων 17,539· αὐτὸ εἶναι τὸ σύνολον, ἀλλὰ δὲν εἶναι πᾶσα ἡ ἔκτασις αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου· δύναται νὰ πωληθῇ πρὸς 200 δραχμὰς κατὰ πῆχυν...
§193Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδὴ ὁ μέσος ὅρος εἶναι αὐτός.
§194Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἐὰν λοιπὸν ὑπολογίσωμεν κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 200 δραχμὰς ἕκαστον πῆχυν, δυνάμεθα ἐκ τούτου νὰ εἰσπράξωμεν 3,507,800 δραχμάς. Τὸ οἰκόπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ Βουλευτήριον, συγκείμενον ἐν συνόλῳ ἐκ πήχεων 14,809, θὰ χωρισθῇ εἰς δύο, χαρασσομένης ἐν τῷ μέσῳ ὁδοῦ. Ἐκ τούτων τὸ μὲν θὰ ἦναι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου, τὸ δὲ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἥτις θὰ χαραχθῇ, καὶ τῆς ὁδοῦ Βουλῆς. Ἀφαιρουμένου δὲ τοῦ χώρου τούτου, ὑπολείπεται πρὸς ἐκποίησιν χῶρος ἐκ πήχεων 7766. Τὸ οἰκόπεδον τὸ πρὸς τὴν ὁδὸν Σταδίου δύναται νὰ τιμηθῇ πρὸς 300 δραχμάς, ἑπομένως δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν δραχμὰς 2,329,800. Τὸ οἰκόπεδον τὸ ἐπὶ τῆς Λεωφόρου Κηφισιᾶς καὶ τῆς ὁδοῦ Ρηγίλλης σύγκειται ἐκ πήχεων 30,259, ἐξ ὧν αἱ χωρισθεῖσαι ὁδοὶ θὰ καταλάβωσι 4,290 πήχεις, ἂν ἀφαιρέσωμεν δὲ καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν ἐκεῖ τῶν βασιλικῶν σταύλων 16,000 πήχεις, θ’ ἀπομείνωσιν 9,969 πήχεις· ἐξ αὐτῶν, πωλουμένων πρὸς 100 δραχμὰς κατὰ πῆχυν, θὰ εἰσπράξωμεν δραχ. 996,900. Ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ οἰκοπέδου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ εἰσπραχθῶσι δραχ. 500,000. Ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ οἰκοπέδου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ἐκτισμένον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἰσπραχθῶσι δραχ. 460,000, ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 7,844,500. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκποιήσεως τῶν δημοσίων τούτων κτιρίων καὶ οἰκοπέδων ἐμόρφωσα μετὰ ἐπισταμένην μελέτην τὸ ἑξῆς σχέδιον...
§195Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον;...
§196Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτοῦ. Εἰς τὸ οἰκόπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, προσήκει νὰ ἀνεγερθῇ τὸ Βουλευτήριον, ἔχον ἔναντι τὸ Πανεπιστήμιον· δι’ αὐτὸ θὰ ἀπαιτηθῇ δαπάνη τοὐλάχιστον 2,000,000 δραχμῶν...
§197Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐκ πόσων πήχεων σύγκεινται τὰ οἰκόπεδα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν οἱ στρατῶνες τῶν τριῶν συνταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ;
§198Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ.
§199Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πάντα τὰ οἰκόπεδα αὐτὰ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κηφισιᾶς. Πρέπει νὰ ὑπολογίσητε ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον κατέχεται ὑπὸ τοῦ πρώτου πυροβολικοῦ Συντάγματος, κατόπιν μεσολαβεῖ ἡ Ριζάρειος Σχολὴ, ὡς καὶ ἄλλα οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἀξίαν, διότι ἀπομακρύνονται τῆς ὁδοῦ Κηφισιᾶς· δὲν εἶναι ἑπομένως μεγάλη ἡ ἀξία αὐτῶν, ὅσον εἶναι ἡ τοῦ οἰκοπέδου τοῦ πρώτου πυροβολικοῦ Συντάγματος.
§200Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὰ οἰκόπεδα τὰ ἀπέναντι τῆς Ριζαρείου Σχολῆς ἐπωλήθησαν πρὸς 100 δραχμὰς τὸν πῆχυν.
§201Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν 2,000,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ Βουλευτηρίου. Ἔχομεν προσέτι ἀνάγκην Δικαστηρίων, μεγάρου δηλαδή, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλα τὰ ἐνταῦθα ὑπάρχοντα Δικαστήρια· δι’ αὐτὰ θὰ ἀπαιτηθῇ δαπάνη τοὐλάχιστον 3,000,000 δραχμῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κατασκευάσωμεν νέον Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ τὸ Βουλευτήριον, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ ἀνεγερθῇ ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν λεγόμενον Κῆπον τοῦ Κλαυθμῶνος, καὶ ὁ χῶρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι νῦν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μεταβληθῇ εἰς πλατεῖαν...
§202Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ τὸ οἰκόπεδον τοῦ Κήπου τοῦ Κλαυθμῶνος εἶναι δημοτικόν, δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον.
§203Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. οὕτως ὥστε τὸ Βουλευτήριον νὰ ἦναι ἀντιμέτωπον τοῦ Πανεπιστημίου. Οὕτω δὲ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωραϊσμοῦ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως θεαματικῆς νὰ γείνῃ τι ὡραῖον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἀνεγερθῇ ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι νῦν τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον· θ’ ἀπαιτηθῇ δι’ αὐτὸ δαπάνη 1,200,000 δραχμῶν. Ἔχομεν ἐπίσης ἀνάγκην νὰ κτίσωμεν οἰκοδομὰς διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ πρὸς τὴν ὁδὸν Βουλῆς μέρους τοῦ ἐφ’ οὗ νῦν τὸ Βουλευτήριον οἰκοπέδου· πρὸς τοῦτο θ’ ἀπαιτηθῇ δαπάνη 1,000,000 δραχμῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κτίσωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν παραπλεύρως τοῦ νῦν Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τοῦ κήπου αὐτοῦ, τοῦ πρὸς τὴν ὁδὸν Κηφισιᾶς· θ’ ἀπαιτηθῇ δὲ πρὸς τοῦτο δαπάνη 500,000 δραχμῶν. Ἐπίσης διὰ τοὺς σταύλους ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου τοῦ πρώτου πυροβολικοῦ συντάγματος δαπάνη δραχ. 800,000. Ἔπειτα ἔχομεν διὰ στρατῶνας τοῦ πυροβολικοῦ, ἐπὶ οἰκοπέδου ὁρισθησομένου, δαπάνην δρ. 1,000,000. Τοιουτοτρόπως θὰ δαπανήσωμεν περὶ τὰ 9,500,000, ἐνῷ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν οἰκοπέδων θὰ εἰσπράξωμεν μόνον 7,500,000 περίπου. Ἑπομένως τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ 2,000,000 δραχμάς.
§204Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χαίρω, διότι συμπίπτουσιν αἱ ἰδέαι, ἃς εἶχον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, πρὸς τὰς ὑμετέρας. Ἐφρόνουν ὅτι ἔπρεπε τὰ οἰκόπεδα ταῦτα τοῦ Δημοσίου νὰ ἐκποιηθῶσι, τὸ δὲ ἀντίτιμον αὐτῶν νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἐνῷ ἡ οἰκονομία εἶναι μεγίστη, θεραπεύονται ἐν τούτοις ἄνευ ἀφαιρέσεως καὶ δραχμῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου σπουδαῖαι ἀνάγκαι. Ἡ ἰδέα μου εἶναι, ὅτι τὰ δημόσια καταστήματα δὲν πρέπει οὔτε μακρὰν τοῦ κέντρου τῆς πόλεως νὰ ἦναι, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς ὁδοῖς τῆς Πρωτευούσης, ὧν ἡ τιμὴ κατὰ πῆχυν εἶναι ὑπέρογκος· καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ ὁδὸς Σταδίου, ἡ ἐμπορικωτέρα σήμερον πασῶν τῶν ὁδῶν τῆς Πρωτευούσης, καὶ τῆς ὁποίας ἐὰν θελήσῃ τις νὰ δώσῃ τὴν πιθανὴν τιμὴν τῶν οἰκοπέδων σήμερον, εἶναι κατὰ πῆχυν περὶ τὰς 300 δραχμὰς διὰ τὰ ἔχοντα πρόσωπον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν νομίζω ὅτι ἐπὶ τοιαύτης ὁδοῦ πρέπει νὰ εὑρίσκωνται τὰ δημόσια κτίρια. Τοὐναντίον, ἐπειδὴ τὰ δημόσια γραφεῖα πρέπει νὰ τοποθετῶνται εἰς κτίρια εὐρύχωρα καὶ ἀνάλογα πρὸς τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, κατ’ οὐδένα λόγον μεγάλα οἰκόπεδα πρέπει νὰ ἀφαιρῶνται ἐν τοιαύτῃ ὁδῷ διὰ τὰ δημόσια γραφεῖα, διότι ἡ δαπάνη εἶναι ὑπέρμετρος, καὶ εἶναι ὑπέρμετρος ἄνευ ἀνάγκης, διότι ἀντὶ μικροτέρας δαπάνης ὁ χῶρος αὐτὸς δύναται νὰ εὑρεθῇ ἐν ἄλλαις κεντρικαῖς θέσεσι τῶν Ἀθηνῶν. Τοιαύτη κεντρικὴ θέσις, χωρὶς νὰ ᾖναι ἐπὶ ἐμπορικῆς ὁδοῦ, εἶναι ὁ Κῆπος τοῦ Κλαυθμῶνος, ὡς κοινῶς λέγεται, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕν τῶν ὡραιοτέρων οἰκοπέδων τῆς πρωτευούσης...
§205Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κῆπος οὗτος εἶναι δημοτικός, δὲν εἶναι δημόσιος.
§206Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ γνωρίζω· δύναται ὅμως τὸ Κράτος, προκειμένου προσεχῶς νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδια ἐνδιαφέροντα σπουδαίως τὸν δῆμον Ἀθηναίων, νὰ ἐπιτύχῃ, ὅπως τὸ οἰκόπεδον αὐτό, ὅπερ σήμερον εἰς οὐδὲν χρησιμεύει, τὸ ἀγοράσῃ εὐθηνότερον ὑπὲρ κτιρίου, ὅπερ εἶναι ἐξόχως δημοτικόν, τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου.
§207Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ χῶρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ μεταβληθῇ εἰς πλατεῖαν, ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου δὲ τοῦ Κήπου τοῦ Κλαυθμῶνος θ’ ἀνεγερθῇ τὸ Βουλευτήριον.
§208Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ Δικαστήρια μᾶλλον πρέπει νὰ κτισθῶσιν εἰς τὸ οἰκόπεδον αὐτό.
§209Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπαρκεῖ ὁ χῶρος τοῦ οἰκοπέδου.
§210Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύναται καὶ πρέπει ν’ ἀνεγερθῇ οἰκοδομὴ τριώροφος, οὕτω δὲ θὰ ἔχῃ ἀρκετὸν ἀριθμὸν δωματίων, ὅσα ἀπαιτοῦσιν αἱ συνεδριάσεις καὶ τὰ γραφεῖα τῶν διαφόρων Δικαστηρίων, ὅσα θὰ περιλάβῃ τὸ δικαστικὸν μέγαρον, οὐ μόνον διὰ σήμερον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον. Διὰ τοιαύτην οἰκοδομὴν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ χῶρος τοῦ οἰκοπέδου, ἐὰν γινώσκωμεν νὰ οἰκοδομήσωμεν ἄνευ σπατάλης χώρου. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχει καταμετρηθῇ ἡ ἔκτασις αὐτοῦ, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὑπεραρκεῖ...
§211Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκτάσεως ὅλος ὁ κῆπος 8,683 πήχεων.
§212Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ δικαστικὸν μέγαρον.
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· διότι πρέπει τὸ οἰκόπεδον, ἐφ’ οὗ θ’ ἀνεγερθῇ τὸ μέγαρον τῶν Δικαστηρίων, νὰ ἔχῃ ἔκτασιν 15,000 πήχεων.
§214Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ χῶρος τοσοῦτος, οὐδ’ εἶναι ἀναγκαῖος, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ οἰκοδομήσωμεν ἰσόγεια Δικαστήρια, ὅπερ γελοῖον, ὅσον καὶ τὰ παραπήγματα τῶν στρατώνων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὰς λεπτομερείας διὰ τὰ οἰκόπεδα τοῦ Δημοσίου, τὰ κείμενα ἐν τῇ ὁδῷ Σταδίου. Κυρίως θὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῶσι πωλούμενα ὅλα τὰ οἰκόπεδα ἐκεῖνα τοῦ Δημοσίου, ὅσα σήμερον κατέχει ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ Κηφισιᾶς, ὅπως δι’ αὐτῶν προμηθευθῶμεν τὸ χρῆμα, τὸ κατ’ ἐμὲ πλέον ἢ ἐπαρκὲς πρὸς ἀνέγερσιν στρατώνων. Ἡ ἔκτασις, τὴν ὁποίαν κατέχουσι σήμερον οἱ στρατῶνες τοῦ πεζικοῦ, τὰ λεγόμενα Παραπήγματα, τὸ Πυροβολικὸν καὶ ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ἀνέρχεται περίπου εἰς πήχεις 600,000...
§215Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ στρατῶνες τοῦ πεζικοῦ δὲν εἶναι κτῆμα τοῦ Δημοσίου, εἶναι μοναστηριακοί.
§216Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι μοναστηριακοὶ ἀληθῶς, ἀλλὰ τὸ Κράτος δύναται νὰ τοὺς ἀποκτήσῃ διὰ νόμου διὰ μακρὰν χρῆσιν, ἢ καὶ ὡς ἰδιοκτησίαν. Πόσον θέλετε ν’ ἀφαιρεθῇ ἐξ αὐτῶν διὰ τὰς διαφόρους ὁδούς; Τὸ ἕκτον; Ἰδοὺ ὅτι περισσεύει ποσὸν 500,000 πήχεων, οἵτινες πωλούμενοι, οὐχὶ βεβαίως διὰ μιᾶς, διότι τοιοῦτο σύστημα δὲν δύναται νὰ φέρῃ ὠφέλιμα ἀποτελέσματα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου τῆς πόλεως, κυρωθησομένου διὰ νόμου, θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσουν, μὲ μέσην τιμὴν 20 δραχμῶν κατὰ πῆχυν, ὁλικὸν ποσὸν δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἡ τιμὴ αὕτη τῶν 20 δραχμῶν δὲν εἶναι ὑπερβολική. Εἶναι σήμερον ἐκ τῶν καλλιτέρων τμημάτων τῆς νέας πόλεως· ἐὰν δὲ ἀρθῶσιν οἱ στρατῶνες, θὰ ἑλκύσῃ περισσότερον κόσμον. Τὰ νοσοκομεῖα, ὡς συντηροῦνται σήμερον, δὲν ἀπωθοῦν τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν ἐκ τοῦ μέρους αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀξία τῶν οἰκοπέδων δὲν θὰ ἐκπέσῃ ἐκ τούτου. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν 12,000,000 δραχμῶν εἰσόδημα ἐκ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν. Εἰς τί ποσὸν στρατιωτῶν καὶ πυροβόλων καὶ ἵππων δύναται, κατὰ τοὺς παραδεδεγμένους ὑπολογισμούς, νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 12.000,000 δραχμῶν; Ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου οἱ στρατῶνες βεβαίως δὲν κατασκευάζονται μετὰ φειδωλίας, ὑπελογίζοντο ἄλλοτε κατ’ ἄτομον 270 φράγκα, δηλαδή, διὰ νὰ στρατωνισθῇ εἷς στρατιώτης τοῦ πεζικοῦ, ἀπαιτεῖται ποσὸν 270 φράγκων. Ἐὰν ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος αὐξηθῇ παρ’ ἡμῖν—καίτοι τινὰ ὑλικά, ἰδίως ὁ λίθος, εἶναι εὐθηνότερα, ὡς καὶ τὰ ἡμερομίσθια, —μέχρι τοῦ ποσοῦ 400 δραχμῶν, θὰ φθάσωμεν εἰς δαπάνην, ἥτις δὲν εἶναι ἀνεπαρκής. Ἐὰν λοιπὸν τοιαύτην δαπάνην παραδεχθῶμεν...
§217Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς ὅλας τὰς πόλεις ὑπολογίζετε ὅτι θ’ ἀπαιτηθῇ τὸ ποσὸν αὐτό;
§218Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπολογίζω κατὰ μέσον ὅρον· ἀνέφερα, ὅτι διὰ τὴν Γαλλίαν ἄλλοτε ἀπῃτοῦντο 270 φράγκα δι’ ἕκαστον στρατιώτην πρὸς στρατωνισμόν, ἀλλαχοῦ ὅμως εἶναι μεγαλειτέρα ἡ δαπάνη, καὶ ὡς μέσον ὅρον παρ’ ἡμῖν ἐδέχθην τὸ ποσὸν 400 δραχμῶν—δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν ἀκριβῆ λογαριασμόν.— Ἐπ’ αὐτῇ τῇ ἀναλογίᾳ τὰ 12,000,000 δραχμῶν ἐπαρκοῦσι διὰ στρατῶνας 30,000 στρατιωτῶν. Ἴσως ἐπαρκέσουν δι’ ὀλιγώτερον ἀριθμὸν ἀνδρῶν, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν δύνανται νὰ κατασκευασθῶσι συγχρόνως καὶ σταῦλοι καὶ ἀποθῆκαι καὶ στρατῶνες δι’ ὀλιγώτερον ἀριθμόν. Τὰ ἀναγκαῖα γήπεδα ἔξω τῆς πόλεως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δωρεὰν, ἢ ἀντὶ μικρᾶς δαπάνης. Τοιουτοτρόπως, μὲ μόνον τὸ ἀντίτιμον τῶν γηπέδων, ἅτινα κατέχουν σήμερον οἱ στρατῶνες, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατῶνας καὶ σταύλους διὰ δύναμιν 24,000 ἀνδρῶν, ὅση θὰ ὑπάρχῃ, διότι πλέον αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωσι τὰ νέα νομοσχέδια, οἱ νέοι νόμοι οἱ στρατιωτικοί.
§219Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). 30,000.
§220Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχουσιν ὅμως στρατῶνες, ὡς ἐν Λαρίσῃ καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσιν, ὡς ἐλέχθη χθὲς ἐνταῦθα, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν διὰ μικρῶν δαπανῶν νὰ ἐπιδιορθωθῶσιν. Ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ κατασκευασθῶσιν ἀπ’ ἀρχῆς πάντες οἱ στρατῶνες κατὰ τὰ νεώτερα συστήματα εἶναι ὑπερβολική, ἀφοῦ τοιούτους στρατῶνας δὲν ἔχουν δι’ ἅπαντα τὸν στρατὸν αὐτῶν καὶ τὰ μεγαλείτερα στρατιωτικὰ Κράτη. Βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ στρατῶνες, οἵτινες θὰ κατασκευασθῶσι, πρέπει νὰ ᾖναι στρατῶνες παρέχοντες, καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ ὑγιεινὴν ἔποψιν, πᾶσαν τὴν ἄνεσιν, πάσας τὰς εὐκολίας, πάσας τὰς νεωτέρας βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα καὶ ἡ πρόοδος ἀπαιτοῦσι διὰ τοὺς στρατῶνας, διότι, ὅσον περισσοτέρας τελειοποιήσεις περιέχουν, τόσον πλέον εὐχάριστος καθίσταται ὁ βίος τῶν στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν, καὶ τόσον περισσότερον ἀγαπᾶται ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὁ στρατιωτικὸς βίος. Θεωρῶ δὲ τοῦτο τόσον μᾶλλον εὐχάριστον, ὅσον οἱ ὑπάρχοντες στρατῶνες, ἰδίως ἐν Ἀθήναις, οἱ στρατῶνες τῶν Παραπηγμάτων π. χ. καὶ οἱ στρατῶνες τοῦ πυροβολικοῦ, ἀπέτυχον, ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινὴν καὶ στρατωνισμοῦ...
§221Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι στρατῶνες αὐτοί.
§222Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παραπήγματα.
§223Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶναι ἓν μικρὸν στρατόπεδον, baraques.
§224Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβῶς μπαράκες. Ὅταν λέγωσιν οἱ Ἄγγλοι «baraques», ἐννοοῦσι στρατῶνας.
§225Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶναι camps baraques.
§226Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὡς στρατόπεδα ἀσκήσεων· ἀλλ’ ὅταν λέγωσι baraques, ἐννοοῦσι στρατῶνας. Τὰ παραπήγματα αὐτὰ εἶναι κατὰ σύστημα ἴδιον κατεσκευασμένα, ἀλλὰ πολλὰ ἔχουσι δύο πατώματα. Παρ’ ἡμῖν ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῶν ἰσογείων στρατώνων, τὸ ὁποῖον βλέπομεν εἰς τὴν ὁδὸν Κηφισιᾶς. Τοῦτο ὅμως θεωρητέον ὡς σύστημα ἀνθυγιεινόν· καὶ ὁ λόγος προφανής. Ἐπειδὴ εἶναι ἐπὶ τῆς γῆς ἐγγύτατα τὸ πάτωμα, καὶ ἀμέσως ὑπὸ τὴν στέγην τὸ ταβάνι, ἔχουσι καὶ ὑγρασίαν μεγάλην τὸν χειμῶνα, καὶ θερμότητα τὸ θέρος ὑπέρμετρον τὰ δωμάτια, ὁ δὲ στρατιώτης, ἐπιστρέφων ἱδρωμένος, καὶ κατακλινόμενος ἐν ὑγρῷ τόπῳ, εὐκόλως προσβάλλεται ἀπὸ κρυολογήματα, μετατρεπόμενα εἰς βρογχίτας καὶ πνευμονίας, δι’ ὃ πλεῖστοι, ἰδίως νεοσύλλεκτοι, προσβάλλονται ἐξ ἀσθενειῶν. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ διαμονὴ ἐντὸς τοιούτων στρατώνων κατὰ τὸ θέρος, ὑπὸ τὰς ἡλιακὰς ἀκτῖνας, αἵτινες καθέτως εὐθὺς ἀμέσως πίπτουσιν ἐπ’ αὐτῶν, καθιστῶσι τὴν διαμονὴν τῶν στρατιωτῶν ἀδύνατον. Εἰς τοῦτο πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ἡ μεγάλη δυσαναλογία βρογχίτιδος καὶ πνευμονίας, ἥτις παρατηρεῖται εἰς τοὺς ἡμετέρους στρατιώτας, ἀπέναντι ἄλλων στρατῶν, ἐξ ἧς ἡ θνησιμότης εἰς τὸν στρατὸν ἡμῶν εἶναι σχετικῶς μεγάλη, θὰ ἦτο δὲ πολὺ μικροτέρα, ἐὰν τὸ σύστημα τῶν στρατώνων ἐστηρίζετο εἰς ὅρους ὑγιεινῆς καλλιτέρους. Ἐνῷ δ’ αὐτὰ τὰ μειονεκτήματα ἔχουσι τὸν χειμῶνα, ἔχουσιν ἄλλα μειονεκτήματα καὶ τὸ θέρος, διότι ζῶν ὁ στρατιώτης ἀμέσως ὑπὸ τὴν στέγην ὑποφέρει ἐξ ὑπερβολικοῦ καύσωνος. Δὲν ὑπηρετοῦσι προσέτι τοιοῦτοι στρατῶνες οὐδὲ τοὺς κανόνας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς πειθαρχίας, τῆς ἐπιβλέψεως, ὅπως ὅταν ὁ στρατὼν ἦναι κατεσκευασμένος ἐν ἑνὶ μεγάλῳ κτιρίῳ. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας δὲν εἶναι στρατιωτικῶς λογικόν, εἶναι, ὅτι οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Γάλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι στρατιωτικώτερα ἔθνη εἰς τὴν ξηρὰν ἢ οἱ Ἄγγλοι, καθιέρωσαν ὡς κανόνα νὰ μὴ ἐπιτρέπηται οἰκοδομὴ στρατώνων περιεκτικότητος μικροτέρας τοῦ τάγματος. Ἀπαιτοῦσιν, ὁ στρατὼν νὰ περιλαμβάνῃ ὁλόκληρον τάγμα, πολλάκις δὲ καὶ δύο τάγματα καὶ τρία τάγματα, ἓν σύνταγμα. Κατὰ τοιοῦτον δὲ τρόπον οἰκοδομοῦνται, ὥστε ν’ ἀφίνωσιν ἐλευθέραν μίαν πλευρὰν, ἵνα εἰσέρχηται ὁ ἀήρ. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ σύστημα, ὅπερ προσήκει εἰς τὸ κλῖμα ἡμῶν, διότι ἔχομεν ἑπτὰ μῆνας σχεδὸν ἥλιον καὶ καύσωνα ὑπερβολικὸν, καὶ δὲν ἔχει ποῦ νὰ μείνῃ ὁ στρατιώτης καὶ ποῦ νὰ γυμνασθῇ. Τοιουτοτρόπως ὅμως καὶ ἀπὸ τὰς τρεῖς πλευρὰς, ἐχούσας τρία συνήθη πατώματα ὑπὲρ τὸ ἰσόγειον, προστατεύεται καὶ κατὰ τοῦ ἡλίου καὶ κατὰ τῶν ἀνέμων, καὶ ἔχει σκιὰν τὸ πλεῖστον τῆς ἡμέρας, καὶ δύναται νὰ διαμένῃ ἐν αὐτῷ, καὶ νὰ ἐπιτελῇ καὶ ἀσκήσεις ἐν ἀνάγκῃ. Λοιπὸν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις εἶναι προτιμότερον τὸ σύστημα, ὅπερ ἀλλαχοῦ ἐφήρμοσαν, παρὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐφηρμόσαμεν. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Στρατιωτικὴ Διοίκησις εἰς τὴν μελέτην τοῦ καλλιτέρου συστήματος καὶ τοῦ συμφωνοτέρου πρὸς τὸ ἡμέτερον κλῖμα...
§227Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὰ εἶναι ὅλα τυπωμένα εἰς συγγράμματα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιφορτισθῶσι τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων, θὰ καταφύγωσιν εἰς αὐτὰ τὰ συγγράμματα, καὶ θὰ τὰ ἐφαρμόσωσι.
§228Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καλὸν νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς;
§229Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν γνωρίζητε αὐτὰ, ἐὰν τὰ ἐμελετήσατε καὶ ἐὰν τὰ κατέχητε, ἔπρεπεν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰσηγούμενος τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων, νὰ ἔλθητε νὰ τὰ ἀναπτύξητε.
§230Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν ἦλθε τὸ ζήτημα.
§231Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐπὶ τίνος ζητήματος κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων ὡμιλήσατε; Σεῖς οὐδὲ ἀπαντᾶτε κἄν εἰς τὰς ἐρωτήσεις τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν ἔχητε σπουδαῖόν τι νὰ εἴπητε, ἔλθετε μετ’ ἐμὲ νὰ τὸ εἴπητε, καὶ θὰ σᾶς ἀκούσωμεν, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν θ’ ἀποδείξητε, ὅτι ἐγὼ λέγω πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγνωρίζετε. Αὐτὸ ἦτο τὸ καθῆκόν σας· ἀλλὰ σεῖς εἰς οὐδὲν στρατιωτικὸν νομοσχέδιον ἀνήλθετε εἰς τὸ βῆμα ν’ ἀναπτύξητε τὰς ἰδέας ὑμῶν καὶ νὰ φωτίσητε τὴν Βουλήν. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἔχω, ὅτι δὲν ἐπράξατε τὸ καθῆκόν σας ἐν τῇ συζητήσει τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων.
§232Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σεῖς ἠξεύρετε νὰ κάμνητε ἐπίδειξιν (θόρυβος).
§233Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σεῖς ὅμως οὐδὲ ἐπίδειξιν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε. (Κατέρχεται τοῦ βήματος).
§234Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§235Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Συζητοῦνται τοιαῦτα νομοσχέδια, καὶ μᾶς ὑβρίζουν καὶ ἀπὸ ἐπάνω!
§236Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ διακόπτεται ὁ ἀγορεύων καὶ μυκτηρίζεται ἐπὶ ἐπιδείξει, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ παραμείνωμεν. (Πάντες οἱ Βουλευταὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος ἐξέρχονται τῆς αἰθούσης). (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Π. Σάκκη καὶ Γ. Ραδινοῦ, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 118.
§238Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ πάλιν ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, προκειμένου περὶ τῶν ὀχυρωματικῶν ἔργων. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δύναμαι ἐγὼ, ὁ μὴ διδαχθεὶς τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην καὶ τέχνην, νὰ ὁρίσω, ποῖα εἶναι τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἄμυναν τῆς χώρας· οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι διὰ τὴν ὀχύρωσιν τῆς χώρας ἀπαιτοῦνται πολλαὶ δεκάδες ἑκατομμυρίων, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐξηγήσω, τί ἐνόουν, ἐπιμένων νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι προορισμὸς τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου εἶναι καὶ ἡ κατασκευὴ ὀχυρωματικῶν ἔργων. Διὰ τούτου βεβαίως δὲν ἐνόουν ποτὲ, ὅτι πρέπει νὰ ὀχυρώσωμεν τὰς πόλεις καὶ τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος διὰ φρουρίων, καὶ νὰ καταστήσωμεν αὐτὰ Πὸρτ–Ἄρθουρ, δαπανῶντες τὰ ἑκατομμύρια, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ τίς ἄλλος; ἀλλ’ ὁμιλῶν περὶ ὀχυρωματικῶν ἔργων ἐννοῶ ὅτι πρέπει ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης νὰ δαπανήσωμεν μετὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου καὶ διὰ τὴν ὀχύρωσιν τῆς χώρας, οὐχὶ διὰ φρουρίων, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ δι’ ὀχυρωμάτων παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν καὶ εἰς ἄλλα ἐπίκαιρα σημεῖα, καὶ δι’ ἐπακτίων πυροβολείων, ἤτοι δι’ ἔργων, ἅτινα ἀπαιτοῦσι πάντοτε δαπάνας, ἀλλ’ ὄχι τόσων ἑκατομμυρίων. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τοιούτων ὀχυρωματικῶν ἔργων; Πρόσφατον ἔχομεν τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, καὶ πάντες γνωρίζομεν, εἰς ὁπόσον δεινὴν θέσιν εὑρέθη ὁ στρατὸς ἡμῶν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ὀχυρωματικῶν ἔργων καὶ ἐν τῇ ὁροθετικῇ γραμμῇ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις σημείοις, μέχρι Θερμοπυλῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἴχομεν προΐδει ἵνα ἐξασφαλίσωμεν. Ἐπιμένω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 3 καὶ ἡ κατασκευὴ ὀχυρωμάτων, ὡς καὶ παντὸς ἄλλου ἔργου, ἔχοντος πολεμικὴν ἀξίαν, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρέθημεν κατὰ τὸν πόλεμον, συμφωνῶν μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου συνάδελφον νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῆς τροπολογίας ἡ λέξις «φρουρίων».
§239Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον χθὲς, ὅτι, προκειμένου περὶ μονίμου ὀχυρώσεως τῆς χώρας, δὲν πρέπει οὐδὲ κἄν νὰ γίνηται λόγος. Δι’ αὐτὴν ἀπαιτοῦνται πολλαὶ δεκάδες ἑκατομμυρίων.
§240ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἑκατοντάδες.
§241Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου ὅμως περὶ ἔργων μὴ μονίμων, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προΐδῃ περὶ τούτων τὸ νομοσχέδιον. Διότι, ἐὰν ἀναδράμωμεν τόσον εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1885, ὅσον καὶ εἰς τὴν τοῦ 1897, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐγένοντο πολλὰ τοιαῦτα ἔργα, οὐχὶ μόνιμα, ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης. Κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ ἐπιμένετε, ἵνα ἀπὸ τοῦδε διαθέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ προωρισμένου διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τῆς χώρας ποσόν τι διὰ τοιαῦτα ἔργα. Τὰ μὴ μόνιμα, ἀλλὰ πρόχειρα ὀχυρωματικὰ ἔργα ἐκτελοῦνται ὑπὸ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἰδίᾳ ὑπὸ τοῦ σώματος τοῦ Μηχανικοῦ, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προΐδωμεν περὶ αὐτῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§242Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς ἔχει δίκαιον, διότι δὲν γνωρίζει, ὅτι τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα, περὶ ὧν ὡμίλησε καὶ ἅπερ δὲν ὑπάγονται εἰς τὰ μόνιμα ἔργα, διαιροῦνται εἰς δύο, εἰς τὴν κατασκευὴν καὶ εἰς τὸν ὁπλισμὸν αὐτῶν. Καὶ ἡ μὲν κατασκευὴ τῶν ἔργων τούτων δὲν ἀπαιτεῖ μεγάλην δαπάνην, διότι κατασκευάζονται ὑπὸ τοῦ στρατοῦ, χρειάζονται δὲ ἐπιπροσθέτως ὀλίγα χρήματα διὰ τοὺς δίπλακας, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσι διὰ τὰς κλίνας τῶν πυροβόλων, καὶ διὰ μερικοὺς πήχεις ὀθόνης πρὸς κατασκευὴν γεωσάκκων καὶ ἐπένδυσιν τῶν κλίσεων αὐτῶν. Ὁ ὁπλισμὸς ὅμως τῶν ἔργων αὐτῶν ἀπαιτεῖ μεγάλην δαπάνην, καὶ περὶ αὐτοῦ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον· ἑπομένως δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦτο, ἀφοῦ προβλέπεται ὑπ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτής, μὴ εἰδικός, ἐπιζητῶν τοῦτο, ἀπασχολεῖ ἀδίκως τὴν Βουλήν.
§243Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀφοῦ ἀπαιτεῖται μικρὰ δαπάνη καὶ διὰ τὰ πρόχειρα ἔστω ὀχυρωματικὰ ἔργα, διατὶ δὲν ἀναγράφετε αὐτήν;
§244Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς πλειονοψηφίας, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἀντίδρασις, ἥτις ἐγεννήθη εἰς τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς καὶ ἀνακαινίσεως τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων, μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα. Φρονῶ κατ’ ἀρχήν, ὅτι, ἐὰν ὄντως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐνδιεφέρετο διὰ τὴν παραμονὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ἑδώλια αὐτῆς, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἄλλοι ἢ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ καὶ δύο ἢ τρεῖς τὸ πολὺ τῶν κυρίων συναδέλφων τῆς πλειονοψηφίας. Ἑπομένως ἡ παράτασις αὕτη τῆς συζητήσεως οὐδὲν ἄλλο δεικνύει ἢ ὅτι διὰ τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν θέλουσι νὰ πείσωσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουσιν ὡς ὀρθὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ διὰ τῆς παρατεταμένης συζητήσεως θέλουσι νὰ τὸ ματαιώσουν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρατηρῶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις μετέρχεται ἔργα Συμπολιτεύσεως, ἡ δὲ Συμπολίτευσις ἔργα Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς παρασκευῆς τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι βαθμηδὸν θὰ ἔλθῃ ἡ ἀναδιοργάνωσις. Κατὰ τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα, ἐὰν ὑπολογίσωμεν ἐπὶ στρατοῦ 50,000 ἀνδρῶν, κατὰ ἔξοχον στρατιωτικὸν γερμανικὸν σύγγραμμα, πρέπει νὰ ἔχωμεν 150,000 ὅπλα, ἤτοι ἀνὰ τρία ὅπλα δι’ ἕκαστον ἄνδρα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ τὸ παραδεδεγμένον εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς τῆς Εὐρώπης σύστημα, καὶ δέχομαι ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην 100,000 μόνον ὅπλων, ἤτοι ἀνὰ δύο ὅπλα καὶ 500 φυσίγγια δι’ ἕκαστον ὁπλίτην, καὶ ὅτι διὰ τὸ πυροβολικὸν ἔχομεν ἀνάγκην 24 πυροβολαρχιῶν μετὰ πυροβόλων ταχυβόλων, καὶ 200 βολίδων δι’ ἕκαστον πυροβόλον, μετὰ τῶν ἀναγκαίων μηχανημάτων καὶ τῶν ἀποσκευῶν, τῶν μεταγωγικῶν μέσων καὶ τῶν δαπανῶν τῆς μεταφορᾶς. Ἐὰν δ’ οὕτως ὑπολογίσωμεν ἕκαστον ὅπλον πρὸς 130 φράγκα χρυσᾶ, καὶ ἑκάστην πυροβολαρχίαν πρὸς 360,000, ἔχομεν ἀνάγκην 22 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, ἤτοι 33 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ὥστε ὀρθῶς ἐχαρακτήρισε τὸ ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Διαφωνῶ ὅμως πρὸς αὐτὸν, καίτοι σέβομαι τὴν γνώμην του, κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἐὰν συμπληρωθῇ ὁ ὁπλισμὸς τοῦ στρατοῦ μετὰ εἰκοσαετίαν, θὰ εὑρεθῇ τὸ ἔθνος τότε πάλιν μὲ ἄχρηστα ὅπλα, διότι τίς οἶδε πόσα συστήματα ὅπλων θ’ ἀλλάξουν ἕως τότε. Τὸ ποσὸν δὲ τῶν 4½ ἑκατομμυρίων δραχ. τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν ἀντιπροσωπεύει οὔτε τὸ ὄγδοον τῆς δαπάνης, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως ὁ προορισμὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐκτελεῖται...
§245Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ φέρῃ καὶ παραδείγματα, νὰ ἀνατρέχῃ καὶ εἰς τὰ παραδεδεγμένα εἰς ἄλλα ἔθνη, εὑρεθέντα εἰς ἃς καὶ ἡμεῖς περιστάσεις. Ἡ Γαλλία παρεδέχθη τὸ ὅπλον Lebel ἀπὸ τοῦ 1886, καὶ ἐπὶ 18 ἤδη ἔτη δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ἀλλάξῃ. Ἄλλως τε δὲν πρόκειται νὰ ὀργανώσωμεν τὸν στρατὸν εἰς μίαν εἰκοσαετίαν. Ὑποθέτω, ὅτι ἐντὸς πενταετίας, ἀφοῦ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, ὁ στρατὸς θὰ ἦναι ὠργανωμένος.
§246Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σέβομαι τὴν γνώμην σας, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ζήτημα τὸ χρηματικόν. Προικοδοτεῖτε τὸ ταμεῖον μὲ 4,500,000 δραχμάς. Ἀλλὰ χρειάζονται 60,000,000 φρ. χρυσᾶ, ὡς εἶπον, ἤτοι 90,000,000 δραχμαὶ διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ μὲ πείσητε, ὅτι θὰ ἐπαρκέσητε μὲ τὸ ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου προικοδοτεῖτε τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, μὲ ὅλον τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε. Ἀλλ’ ἐγὼ σταματῶ εἰς τὸ θέμα τοῦτο ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν γνώμην ὑμῶν, καὶ ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Διατὶ νὰ γεννηθῇ τόσος πάταγος περὶ τῆς κατασκευῆς κτιρίων; Ἐὰν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶχεν ἐπικεφαλίδα «περὶ συστάσεως ταμείου πρὸς κατασκευὴν στρατιωτικῶν κτιρίων», εἶμαι βέβαιος, ὅτι πολλοὶ τῶν συναδέλφων, ὡς καὶ ὁ ἐπιφανὴς ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτής, δὲν θὰ εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀγορεύσωσιν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη κατασκευῆς τοιούτων στρατιωτικῶν κτιρίων; Βεβαίως. Διότι πρώτιστον καθῆκον ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι, πῶς νὰ στεγάσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ καλέσῃ ὑπὸ τὰς σημαίας. Ἐάν τις τῶν κυρίων συναδέλφων παρηκολούθησε τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτε εἶχον ἀντιταχθῆ κατὰ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν, ὅπως καλέσῃ δύο ἡλικίας, ἤθελεν ἴδει, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατῶνας, ὅτι δὲν ἔχομεν θεραπευτήρια κλπ. Ἑπομένως εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη τῆς κατασκευῆς στρατιωτικῶν κτιρίων. Συμφωνῶ λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θυσιάσωμεν πρὸς τοῦτο τοὺς πόρους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, συναισθανομένη τοῦτο, νὰ ἔλθῃ σήμερον καὶ νὰ εἴπῃ: «Θὰ θέσω τὸν πρῶτον λίθον τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατεύματος, θὰ προβῶ δὲ εἰς τὴν κατασκευὴν στρατώνων». Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον κατάλληλον διὰ τοιαῦτα ἔργα. Ἀλλὰ τί δέον γενέσθαι; ποῦ νὰ ἐξεύρωμεν τὸ χρῆμα, ἵνα κατασκευάσωμεν στρατῶνας; Ἰδοὺ ἡ διαφωνία μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς οἰκονομίας, οἰκονομίας παραδειγματικάς, ἀρχίζοντες ἀπὸ ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· νὰ περιορίσωμεν δηλαδὴ τὸν ἀριθμὸν ἡμῶν εἰς ἑκατὸν πεντήκοντα, ὅτε ἀμέσως θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ ἠπόρησα μέ τινα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται οὔτε ἓν ν νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος παρηκολούθει τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θὰ ἔβλεπε καὶ θὰ κατενόει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶπε τοῦτο, ἵνα διευκολύνῃ τὸ ἔργον αὑτῆς καὶ μὴ δεχθῇ πολλὰς τροπολογίας. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ ἀκούσῃ τὰς ἀντιρρήσεις μας καὶ ἐπιφέρῃ τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ἵνα ἐξεύρῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ χρήματος τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν οἰκοδόμησιν στρατιωτικῶν κτιρίων καὶ τὴν πραγματικὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ.
§247Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατήρησίν τινα καὶ γνώμην ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἐξήνεγκον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ἀπεδέχθησαν τὴν σύστασιν τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διεφώνησαν ὅμως ὡς πρὸ τὸ ποσὸν καὶ τὴν προικοδότησιν τοῦ ταμείου αἱ γνῶμαι δὲ αὐτῶν ἐδιχάσθησαν. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ μικρὰν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ νομικὸν πρόσωπον, θὰ συναλλαγῇ ἢ οὔ; Φρονῶ, ὅτι θὰ κάμνῃ συμβάσεις περὶ τῶν ἐν γένει ὑποθέσεων τοῦ ταμείου, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου καὶ ἐν γένει ὅλη ἡ περιουσία αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀσφαλισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ διατρέχῃ κανένα κίνδυνον πραγματικόν· πρέπει νὰ κηρύξωμεν τὴν περιουσίαν τοῦ ταμείου τούτου ἀκατάσχετον. Ἡ πεῖρα μᾶς διδάσκει, ὅτι πολλαὶ δύνανται νὰ γεννηθῶσι περιπλοκαὶ ἐν ταῖς συμβάσεσιν, αἵτινες καὶ τὰ ἔργα τοῦ ταμείου, ἤτοι τὰς προμηθείας, νὰ δυσχεράνωσι, καὶ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ νὰ θέσωσιν εἰς κίνδυνον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου νὰ ἐπιφέρῃ τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ κατάσχεσις, εἴτε συντηρητικὴ εἴτε ἀναγκαστική. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὰς ἄλλας συμβάσεις, ἀπαιτεῖται νὰ γείνῃ καὶ ἐδῶ, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς περιουσίας τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§248Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Φικιώρη. Θ’ ἀναγνωσθῇ.
§250ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 3 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἡ περιουσία τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διατίθεται ἀποκλειστικῶς: αʹ) Εἰς προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ. βʹ) Εἰς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν ὀχυρωμάτων, φρουρίων καὶ ἄλλων ἔργων, ἐχόντων πολεμικὴν ἀξίαν.»
§251Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὴν λέξιν «φρουρίων» τὴν ἀποσύρω.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§253Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ζητεῖται ὑπὸ 15 Βουλευτῶν.
§255Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφέρατε ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας;
§257Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε· δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ε. Ν. Δηλιγιάννη καὶ Γ. Ραδινοῦ, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Παρόντες 118. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§259Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, μὴ προβαίνετε τοιουτοτρόπως, διότι τότε διαμαρτύρομαι καὶ ἐγώ.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§261Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἶπον ὅτι μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεώς μου θὰ λάβω τὸν λόγον πρὶν ἢ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλο ἄρθρον, διότι ἀπορριπτομένης ταύτης θὰ ζητήσω ἄλλην προσθήκην. Δὲν πρόκειται ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολύ. Προτείνω, ὅπως εἰς τὸ ἐδάφιον τοῦτο προστεθῇ...
§262Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Λέγε το λοιπόν!
§263Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔχετε μικρὰν ὑπομονήν.
§264Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἶμαι ἀνυπόμονος.
§265Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπομονὴν, ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τοιαύτην, ἐπὶ τοσαύτας ὥρας συζητοῦντες ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ ὄχι κωλυσιεργικῶς. Προτείνω λοιπόν, μετὰ τὰς λέξεις τοῦ ἄρθρου «εἰς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «καὶ ὀχυρωματικῶν ἔργων, μετὰ προηγουμένην ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν αὐτῶν δαπάνη ὑπερβαίνῃ τὰς 10,000 δραχμάς».
§266ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Εἶμαι θερμὸς ὑποστηρικτὴς καὶ ἐνθουσιώδης καὶ φανατικὸς ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων πάντων, ἰδίᾳ δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι πρώτην ταύτην φορὰν σωφρονοῦσα ἡ Ἑλλὰς σκέπτεται περὶ πραγμάτων τῆς πρώτης καὶ ἀπολύτου ἀνάγκης, πρώτην φορὰν δίδει δείγματα πολιτικῆς ἐχεφροσύνης, πρώτην φορὰν συναισθάνεται, ὅτι ἔθνη ἄνευ στρατοῦ εἶναι παρῳδία ἐθνῶν, εἶναι ἀνάξια νὰ ὀνομάζωνται ἔθνη, εἶναι πτώματα, περὶ πτωμάτων δὲ δὲν σκέπτονται παρὰ μόνον οἱ ἀετοὶ καὶ τὰ ὄρνεα, καὶ διὰ τοῦτο οἱ μὲν ἁρπάζουσι τὸ ἕν τεμάχιον, οἱ ἄλλοι τὸ ἄλλο, καὶ ἐπὶ τὴν κληρονομίαν καὶ τὸν ἱματισμὸν τῆς Ἑλλάδος βάλλουσι κλῆρον! Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι λυπηρὸν τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ Βουλή, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἔθνους. Δὲν ἐπιδοκιμάζω τὴν διαγωγὴν μερικῶν, οἵτινες πάσῃ δυνάμει προσπαθοῦσι νὰ παρακωλύσωσι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, τὸ πρῶτον σοβαρὸν ἔργον Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Συντάγματος ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ καὶ πρὸς τὴν ἑτέραν πτέρυγα, τὴν δεξιάν, νὰ ἀπευθυνθῶ, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι πάρα πολὺ ἐγωϊστικῶς σκέπτεται περὶ τοῦ ζητήματος. Τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἕνα μόνον ἄνδρα, οἱονδήποτε ἀνάστημα καὶ ἂν ἔχῃ οὗτος, δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἓν κόμμα, οὐδὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἐθνικὰ κατ’ ἐξοχὴν ζητήματα. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ θεωρῇ ζητήματα ἐμπιστοσύνης· εἶναι ζητήματα τοῦ ἔθνους, καὶ ἡ Κυβέρνησις, πολλῷ μᾶλλον ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἔχει καθῆκον νὰ τὰ θεωρῇ ἐθνικὰ ζητήματα, ζητήματα ἀνώτερα παντὸς κομματικοῦ ὑπολογισμοῦ καὶ πάσης προσωπικῆς συμπαθείας. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν συγχαίρω διὰ τὴν πρωτοβουλίαν ταύτην...
§267Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἰδική της.
§268Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. .. καίτοι ἐπιφυλάσσομαι διὰ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, διότι βλέπω ἐγωϊσμὸν καὶ ἐπιμονὴν καὶ πεῖσμα· καὶ ἀπόδειξιν πρόχειρον ἔχω τὸ πρὸ μικροῦ συμβὰν ἐπεισόδιον μετὰ τὴν λελογισμένην καὶ σώφρονα ἀγόρευσιν τοῦ ἐγκρίτου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος εἰλικρινῶς, —ὡς ἕκαστος πολίτης, πονῶν τὸ ἔθνος, ὀφείλει,— σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρέπει νὰ μείνῃ ἄθικτον, καὶ ἀκέραια τὰ 4½ ἑκατομμύρια αὐτοῦ νὰ διατεθῶσιν ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ εἰλικρινοῦς προπαρασκευῆς τοῦ ἔθνους, ὑπὲρ τοῦ ὁπλισμοῦ του· αἱ ἄλλαι δαπάναι, αἱ ἐπίσης ἀναγκαῖαι, ἂς οἰκονομηθῶσιν ἄλλοθεν· οἱ στρατῶνες ἂς οἰκονομηθῶσιν ἐκ τῶν στρατώνων. Ἀπὸ τὴν ἐκποίησιν τῶν οἰκοπέδων, ἐφ’ ὧν νῦν ἵδρυνται οἱ στρατῶνες, δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν ποσὰ ὑπεραρκοῦντα. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ συγχαρῇ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται παντάπασι περὶ κυβερνητικοῦ ζητήματος, πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὰς γνώμας του μὲ πεῖσμα. Μετὰ τὴν οἰκτρὰν τύχην, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ἀληθῶς σώφρων γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ, δὲν ἔχω τὸ θάρρος, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ νὰ συνεισφέρω τὴν γνώμην μου· ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι ὅσον περισσότερα χρήματα συλλεχθῶσι διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τόσον εὐκολώτερον θὰ πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ ὁ πραγματικός. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλει πρότασιν περὶ συστάσεως προνομιούχου ἐθνικοῦ λαχείου, καὶ ἐσκόπουν νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν αἰσθάνομαι πλέον τὸ θάρρος. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἴσως θυμώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν...
§269Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὅ,τι λέγεται ἐδῶ, δὲν εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἴτε δεκτὸν γίνεται εἴτε μή.
§270Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Δὲν τολμῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, — καίτοι ἴσως ἡ καρδία μου δὲν ἔχει πολλάκις αἰσθανθῆ τὸν φόβον, —νὰ προβῶ εἰς τὴν πρότασιν περὶ νομοθετήσεως τοῦ πόρου τούτου τοῦ λαχείου, τὸ ὁποῖον σχολαστικοί τινες ἢ στενοκέφαλοι, ἢ μὴ μελετήσαντες αὐτόν, θεωροῦσι κακοήθη καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶναι σοβαρώτατος, καὶ τὸν ἔχουσιν ἀποδεχθῆ πάντα τὰ σωφρονοῦντα ἔθνη. Ἡ Αὐστρία ἐσώθη ἀπὸ τὴν χρεωκοπίαν ἐν ἔτει 1839 διὰ τοῦ λαχείου· ἡ Ἰταλία ἔκαμε στόλον, εἰσπράττει 60 ἕως 70 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, καὶ συντηρεῖ τὸν στόλον αὑτῆς· ἡ Γαλλία καὶ ἡ Οὑγγαρία ἐπίσης. Ἀπόψε δ’ ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐξ Ἀλεξανδρείας, ἐξ ἧς μανθάνω, ὅτι ἀπὸ τὸ Βασιλικὸν Οὑγγρικὸν λαχεῖον ἡ Οὑγγαρία εἰσπράττει 28 ἑκατομμύρια κορώνας κατ’ ἔτος, ἐκ τῶν ὁποίων διαθέτει 80%, κρατοῦσα 20% ἐκ τῶν κερδῶν, ἤτοι ὑπὲρ τὰ 5 ἑκατομμύρια. Ἄνδρες γεγηρακότες εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐθνικῶν μας ζητημάτων διατείνονται, ὅτι δι’ ἑνὸς λαχείου δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς περὶ τὰ 30 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰσόδημα, ἀλλ’ οἱ μετριώτεροι τὰ καταβιβάζουσι μέχρι τεσσάρων ἑκατομμυρίων· ὑπάρχει δὲ, ὡς λέγεται καὶ γράφεται, ἑταιρεία ἑτοίμη νὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τοιούτου λαχείου ἀντὶ τριῶν ἑκατομμυρίων. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον τὸ λαχεῖον, διότι φαντάζομαι μετὰ πόσης χαρᾶς καὶ ἐνθουσιασμοῦ θὰ ὑπεδέχετο αὐτὸ ἅπας ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς, ὁ καθαυτὸ Ἑλληνισμὸς, ὁ αἰσθανόμενος Ἑλληνισμὸς, ὁ πάσχων Ἑλληνισμός...
§271Π. ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἐπῆρε καὶ ἀπὸ τὸ πατριωτικὸν δάνειον! Δὲν εἶναι καλλίτερος ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὸν ἔσω. Σταματήσατε ἕως ἐδῶ· ἐπήρατε κατήφορον!
§272Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Μετὰ πόσης, λέγω, χαρᾶς καὶ ἐνθουσιασμοῦ ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς θὰ ἀκούσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου, σὺν τῇ ἐπιψηφίσει τῶν νομοσχεδίων τῶν στρατιωτικῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ δώσωμεν τὰ μέσα καὶ εἰς τὸν ἔξω Ἑλληνισμὸν, τόν τε ἀλύτρωτον καὶ τὸν ἐν ταῖς ἀποικίαις, ἵνα συνεισφέρῃ τὸ καθ’ ἑαυτόν. Διότι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐξ Ἑλλάδος, τῆς ἐλευθέρας γωνίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐξέρχονται κατ’ ἔτος 5 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν διὰ τὰ ξένα λαχεῖα, ὑπελόγισα δὲ, ὅτι ἐντὸς 12 ἐτῶν 90 ἑκατομμύρια δραχ. ἐξῆλθον τοῦ τόπου διὰ λαχεῖα ξένα. Ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος εἶδον τὸν ἔξω Ἑλληνισμὸν καὶ τὸν γνωρίζω, σᾶς λέγω, ὅτι, ἐὰν 5 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν ἐξέρχωνται τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἐκ τῶν ἑλληνικῶν βαλαντίων τῆς Ὀδησσοῦ, Κωνσταντινουπόλεως, Μακεδονίας καὶ Αἰγύπτου, χωρὶς νὰ ἀναφέρω τὴν Ἀμερικὴν, ἐξέρχονται βεβαίως 20 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος εἰς χρυσόν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ὑπολογίζωμεν τὰ 20 ἑκατομμύρια, —καίτοι ἐνδομύχως τὸ πιστεύω καὶ τὸ ἐλπίζω, —ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σῶφρον ἔργον εἶναι, ἀφοῦ ἐλπίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσπορισθῶμεν κἄτι, νὰ μὴ παρίδωμεν καὶ τὸν πόρον τοῦτον, καὶ νὰ μὴ ἀποφαινώμεθα ἀπὸ τρίποδος, ὅτι οὐδὲ συζητήσεως ἀξία εἶναι ἡ πρότασις αὕτη.
§273Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§274Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι, μεταξὺ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ πόροι ἐθνικοῦ τινος λαχείου, τοῦ ὁποίου αἱ λεπτομέρειαι κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.
§275Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον ἀνῆκε τοῦτο.
§276Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Λοιπὸν ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς παρακαλέσω, χάριν τῆς ἱστορίας τοὐλάχιστον, ἡ τροπολογία μου νὰ ἀναγνωσθῇ, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τῇ ἐπιτρέπεται, νὰ ῥίψῃ βλέμμα εὐμενὲς ἐπ’ αὐτῆς.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη τροπολογία.
§278Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Τὴν ἔχω δώσει πρὸ πολλῶν ἑβδομάδων.
§279Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 2.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία σας ἀφεώρα τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐψηφίσθη.
§281Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται ν’ ἀποτελέσῃ καὶ ἰδιαίτερον ἄρθρον.
§282Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ὀχυρωθῶμεν ὄπισθεν τῶν τύπων, εἶναι περιττόν. Ἐγὼ προτείνω, ὡς ἄνθρωπος πρακτικός, ἕνα πόρον. Θέλετε βάλετέ τον εἰς τὴν ἀρχήν, θέλετε βάλετέ τον εἰς τὸ τέλος.
§283Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πρότασίς σας εἶναι ἀντικείμενον εἰδικοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον παρακαλεῖσθε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ τύχῃ πάσης προσοχῆς ἐκ τοῦ αἰσθήματος τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ὁποῖον τὸ ἐμπνέει.
§284Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ τὴν παρέδωκα εἰς τὸ Προεδρεῖον, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ τυπωθῇ, καὶ ἔλαβον τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Προεδρείου, ὅτι θὰ τυπωθῇ.
§285Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὅλαι αἱ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τροπολογίαι, κύριε Μπέλλε, ἀπερρίφθησαν.
§286Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ζητῶ συγγνώμην, ἐὰν ἡ φωνή μου ἦτο τραχυτέρα πως τοῦ δέοντος.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ τροπολογία σας δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομοθέτημα, καὶ ἑπομένως σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ τὸ ὑποβάλητε.
§288Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἰδιαιτέρου νομοθετήματος. Δύναται νὰ τὴν προτείνῃ ὡς προσθήκην ἰδιαιτέρου ἄρθρου τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἄλλο ζήτημα, ἂν θὰ γείνῃ δεκτὴ ἢ ὄχι.
§289Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ ἀληθῶς καὶ θαυμάζω, πῶς τόσοι δικεκριμένοι συνάδελφοι, καὶ στρατιωτικοὶ καὶ μὴ στρατιωτικοί, κατηνάλωσαν τηλικαύτην περίσσειαν λόγων, ὅπως ὑποστηρίξωσι, τινὲς μάλιστα προβαίνοντες καὶ μέχρις ἐξορκισμῶν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου!...
§290Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ὑπὲρ τοῦ ζητήματος,
§291Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. ὅπως, λέγω, ὑποστηρίξωσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόνοια λαμβάνεται καὶ φροντὶς πρὸς ἀνέγερσιν στρατώνων καὶ στρατιωτικῶν κτιρίων. Ὑπολαμβάνουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ Α καὶ τὸ Ω πάσης πολεμικῆς παρασκευῆς, ὅτι ὁ κύριος καὶ πρώτιστος ὅρος τῆς στρατιωτικῆς ἀναμορφώσεως καὶ συντάξεως δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ τὰ ὅπλα καὶ τὰ τηλεβόλα, καὶ ὅτι, ἂν πληρώσωμεν τὰς ἀποθήκας μὲ χιλιάδας τινὰς ὅπλων Μάνλιχερ ἢ Μάουζερ...
§292Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§293Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἢ μὲ τηλεβόλα νέου συστήματος, λύεται κατ’ εὐχὴν τὸ πρόβλημα τὸ στρατιωτικὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἡμεῖς πάντες δυνάμεθα ἀξιόλογα νὰ ἀναπαυώμεθα ἥσυχοι καὶ ἐπὶ τῶν δύο ὤτων, καθεύδοντες ἐπὶ στρωμνῆς ἐκ ῥόδων! Ἀλλ’ ἐὰν πᾶν πρόγραμμα μεταρρυθμίσεως, πᾶν πρόγραμμα οἱασδήποτε ἐργασίας ἀποτελῇ κλίμακά τινα ἀνιοῦσαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνέλθωμεν, παρὰ ἐὰν λογικῶς καὶ μεθοδικῶς χωρήσωμεν, θὰ ἐννοηθῇ εὐκόλως, ὅτι καὶ τὸ πρόγραμμα τὸ στρατιωτικὸν, καὶ ἰδίως τὸ πρόγραμμα τὸ στρατιωτικόν, ἀποτελεῖ τοιαύτην τινὰ κλίμακα, καὶ ὅτι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τούτου πρέπει μεθοδικῶς καὶ λογικῶς νὰ χωρήσωμεν. Ποία εἶναι ἡ βάσις, ἡ κρηπὶς, ἡ πρώτη βαθμὶς τῆς κλίμακος τοῦ στρατιωτικοῦ προγράμματος; Εἰς πᾶν ἐλεύθερον Κράτος, συνταγματικῶς μάλιστα κυβερνώμενον, εἶναι ὁ νόμος τῆς γενικῆς στρατολογίας, ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι πᾶς πολίτης, γεννώμενος εἰς τὸν τόπον τοῦτον τὸν ἐλεύθερον, ἔχει ὑποχρέωσιν, χάριν τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ καὶ τῆς πατρίδος, νὰ θυσιάσῃ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ κινδύνου τὴν ζωὴν αὑτοῦ καὶ νὰ χύσῃ τὸ αἷμά του. Βεβαίως θὰ ἔλθῃ ποτὲ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἡ ἰδέα αὕτη, ὅσον ὑψηλὴ καὶ ἂν θεωρῆται, θὰ ὑποχωρήσῃ εἰς ἄλλην ἰδέαν, πολὺ ὑψηλοτέραν καὶ πολὺ θειοτέραν. Ὁ κόσμος, φιλοσοφῶν περισσότερον, θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι νὰ σφάζῃ καὶ νὰ σφάζηται...
§294Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐπέρασαν 4 χιλιάδες χρόνια, καὶ δὲν τὸ ἐνόησεν· ἂς περάσουν ἀκόμη ἄλλαι 4 χιλιάδες.
§295Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ὅταν σὲ σφάζουν καὶ σὲ δολοφονοῦν, σὺ τί θὰ κάμῃς;
§296Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, ὅτι θὰ ἔλθῃ ποτὲ ἐποχὴ, περιτελλομένων τῶν ἐνιαυτῶν. Δὲν λέγω ὅτι ἐγγύς ἐστὶν ἡ ἐποχὴ αὕτη· ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ αὕτη, ἡ ὡραία αὕτη αὐγὴ κρύπτεται ἔτι εἰς ἄντρα ζοφώδη μακρυνοῦ μέλλοντος, καὶ θὰ βραδύνῃ πολὺ νὰ καταυγάσῃ τὰς ἀκρωρείας τῆς πολυπαθοῦς ταύτης γῆς. Διὰ τοῦτο τὰ ἔθνη εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ ἀκολουθήσωσι τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦσι, καὶ μέχρις ὀδόντων ἐξωπλισμένα νὰ ἀγρυπνῶσι φρονίμως ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῶν σωτηρίας καὶ ἀσφαλείας. Ἐὰν δὲ πᾶν ἔθνος ἔχῃ τοιαύτην ὑποχρέωσιν, ἰδίως ὅμως τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἔχει τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν· διότι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἔθνος ἐν τῷ κόσμῳ ἐδοκίμασεν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ τὰ δεινὰ καὶ τὰς πικρίας μακρᾶς καὶ ἐπαισχύντου δουλείας, καὶ διότι πρὸς τούτοις τὸ μέγιστον μέρος τῶν ὁμαιμόνων διατελεῖ ἔτι ὑπὸ τοιοῦτον ἐπαίσχυντον ζυγόν. Καὶ βεβαίως τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πρέπει πάντοτε νὰ ἀναλογίζηται καὶ ἐν νῷ πάντοτε νὰ ἔχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδίδασκεν ὁ μέγας Περικλῆς, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν ἄνθρωπον εἶναι ἡ μόνη ἀληθὴς εὐδαιμονία, καὶ ὅτι ἡ εὐδαιμονία αὕτη δὲν ἀποκτᾶται καὶ ἀποκτηθεῖσα δὲν συντηρεῖται ἢ διὰ τῆς τόλμης καὶ τοῦ θάρρους, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ περιορῶμεν τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους. Ἡμεῖς πράγματι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην τῆς γενικῆς στρατολογίας, τῆς γενικῆς θυσίας ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, καὶ ἐθεσπίσαμεν νόμον περὶ γενικῆς στρατολογίας. Ἐθεσπίσαμεν μὲν, δὲν ἐξετελέσαμεν δέ· διότι βεβαίως ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς, ὡς ἐλειτούργησεν οὗτος ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἄχρι τοῦ νῦν, δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀναγνώρισις ἡ πραγματικὴ τῆς γενικῆς στρατολογίας. Ἐδημιουργήσαμεν καὶ τὸν νόμον τοῦτον ἁπλῶς, ὅπως μεταβάλωμεν αὐτὸν εἰς φορολογικὸν νόμον, ὅπως τὴν θυσίαν τοῦ αἵματος ἀντικαταστήσωμεν διὰ τῆς θυσίας τοῦ χρήματος. Ἐξηγάγομεν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τοὺς στρατιώτας, ὅπως ὑποβάλωμεν αὐτοὺς εἰς τέλη ἐξαγωγῆς, ὡς ἐπεβάλομεν τέλη ἐξαγωγικὰ διπλωμάτων εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, φορολογοῦντες τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν, διότι εἰς ἡμᾶς, ἔθνος ἐκφυλισθὲν, ὅλα μετετράπησαν εἰς ζητήματα χρημάτων. Ἀλλ’ ἤδη, χάριτι θείᾳ, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰλικρινέστερον τὸν νόμον τοῦτον τῆς γενικῆς στρατολογίας. Περιορίζοντες τὰς ἀπαλλαγὰς, αὐξάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς πατρίδος. Ἀγαθῇ τύχῃ! Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἐνῷ αὐξάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, ἐνῷ αὐξάνομεν τοὺς μέλλοντας μαχητὰς τῆς πατρίδος καὶ τὴν ἐν εἰρήνῃ καὶ τὴν ἐν πολέμῳ δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἐρχόμεθα ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλεται, ὡς δευτέρα βαθμὶς τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν διοργανώσεως, τὴν ἀνάγκην τοῦ στρατωνισμοῦ, καὶ ἐρχόμεθα μὲ τοὺς ἐξορκισμοὺς νὰ ἐξορκίσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ παραδεχθῇ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3, ἐν τῷ ὁποίῳ ὀρθῶς λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ στρατωνισμοῦ τῶν κληθησομένων εἰς τὰ ὅπλα περισσοτέρων νῦν ἀνδρῶν. Ἂν ἡ πρώτη βάσις ᾖναι ἡ στρατολογία, ἡ δευτέρα βάσις εἶναι ἡ φροντὶς περὶ τοῦ στρατωνισμοῦ τῶν ἀνθρώπων τούτων. Ἀφοῦ δὲ στρατολογήσῃ πλείονας, πρέπει νὰ στρατωνίσῃ αὐτοὺς ἀνθρωπίνως. Ὁ στρατὼν εἶναι τὸ κυριώτερον ὄργανον τῆς στρατιωτικῆς ἀναπλάσεως· ἐν τῷ στρατῶνι θὰ διδαχθῇ ὁ νεοσύλλεκτος καὶ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα. Ἀλλ’ ὁ στρατὼν ἀποτελεῖ καὶ τὴν βάσιν τῆς τρίτης βαθμίδος, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι παρασκευὴ ἐν καιρῷ εἰρήνης πάντων ἐκείνων τῶν χρειωδῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ μεταβῇ ὁ στρατὸς εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ πολέμου. Ἡ ἐπιστράτευσις στηρίζεται εἰς τοῦτον ἰδίως τὸν στρατωνισμόν. Ὁ συντάκτης τοῦ νόμου τῆς γενικῆς στρατολογίας, εἶναι προφανὲς, ὅτι ἐνεπνεύσθη ἐκ τοῦ συστήματος τῆς γερμανικῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο διῄρεσεν ὁλόκληρον τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἰς 12 στρατιωτικὰς περιφερείας, εἰς 12 κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑπάρχωσι διαμερίσματα, στρατιωτικὰ κέντρα, εἰς ἃ θὰ ὑπάρχῃ μία μονὰς στρατιωτῶν. Οὕτως ἔχουσι τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐν τῷ γερμανικῷ στρατῷ...
§297Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὅλοι οἱ στρατοὶ κατὰ ἐδαφικὰς περιφερείας στρατολογοῦνται.
§298Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, ἀκριβῶς διότι παρεδέχθημεν τὸ σύστημα τοῦτο, εἶναι φανερὸν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατιωτικῶν κτιρίων καὶ στρατώνων.
§299Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ποῖος τὴν ἠρνήθη;
§300Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσοι στρατιωτικοὶ συνάδελφοι εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἐπεῖγον νὰ κατασκευάσωμεν κτίρια, τὸ ἐπεῖγον εἶναι νὰ ἀγοράσωμεν σιδηρικὰ, διότι, ἂν ἔχωμεν ὅπλα, εἴμεθα ἕτοιμοι. Ἐπαναλέγω λοιπὸν, ὅτι εἰς ἕκαστον κέντρον εἶναι τὸ κατάστημα τὸ στρατιωτικὸν, αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ἱματισμοῦ, εἰς τὰς ὁποίας ἔρχεται ὁ ἔφεδρος, καλούμενος ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἐπιστρατεύσεως, νὰ ἐνδυθῇ καὶ νὰ ὁπλισθῇ. Ἐν τῷ γερμανικῷ στρατῷ, παρὰ τὸν στρατῶνα, ἐν τῇ αὐτῇ ἕδρᾳ τοῦ συντάγματος, ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι ἱματισμοῦ δι’ ἕκαστον λόχον· ἕκαστος λόχος, ἑκάστη ἴλη, ἑκάστη πυροβολαρχία ἔχει τὴν ἀποθήκην τοῦ ἱματισμοῦ, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατηρεῖται ἄθικτος καὶ ἀνέπαφος ὁ ἱματισμὸς ὄχι μόνον τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐν εἰρήνῃ, ἀλλὰ καὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐν πολέμῳ, διότι καὶ ὁ στρατὸς ὁ ἐν εἰρήνῃ ἅμα τῷ ἀγγέλματι τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐνδύεται ἐντελῶς καινουργῆ ἐνδυμασίαν καὶ εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀναχωρήσῃ. Ἂν δὲν ἔχητε στρατῶνας καὶ ἀποθήκας ἱματισμοῦ πλήρεις, εἶναι φανερὸν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ κινηθῆτε καθόλου, διότι βεβαίως δὲν θὰ ἐπιχειρήσῃ ἡ Ἑλλὰς ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐπεχείρησε, νὰ συγκαλῇ δηλαδὴ στρατὸν πρὸς πόλεμον καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἱματισμόν, νὰ μὴ ἔχῃ κέντρον, οὔτε τὸ ὡρισμένον τέλος, εἰς ὃ νὰ κατευθυνθῇ, οὔτε ἄλλο οὐδὲν ἐκ τῶν προτέρων ἐσχεδιασμένον. Ἤρχοντο ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ διηυθύνοντο οἱ ἔφεδροι πότε εἰς τὴν Λάρισαν καὶ πότε ἀλλαχοῦ, χωρὶς ἱματισμὸν καὶ ὑπόδεσιν, καὶ τοῦτο τὸ σύστημα ὠνομάζομεν ἐπιστράτευσιν! Διήρκεσαν δὲ ἐπιστρατεῖαι παρ’ ἡμῖν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους! Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ ὀργανώσωμεν στρατὸν λογικῶς, δυνάμενον νὰ συνεισφέρῃ τι εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὁρίσωμεν πρὸ παντὸς ὁπλισμοῦ τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ὡρισμένα ταῦτα εἰς τὰ ἄλλα στρατιωτικῶς ὠργανωμένα Κράτη. Θέλομεν λοιπὸν πρὸ τοῦ ὁπλισμοῦ, — ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ μὴ νομίζωμεν, ὅτι ὁ ὁπλισμὸς εἶναι ἐκεῖνο, εἰς ὃ πρέπει τὸ πρῶτον νὰ ἀποβλέψωμεν, — θέλομεν, λέγω, τοὺς στρατῶνας καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἀποθήκας πλήρεις, καὶ τὴν παρασκευὴν τοῦ ἱματισμοῦ, διότι, ἂν δὲν ἔχητε ταῦτα, ἂν δὲν γνωρίζῃ ὁ συνταγματάρχης, ποῦ θὰ στρατωνίσῃ καὶ πῶς θὰ ἐνδύσῃ τοὺς στρατιώτας, οὓς ἐκάλεσεν εἰς τὸ διαμέρισμά του, βεβαίως ὅλα εἶναι ἄχρηστα, ὅλα θὰ παραλύσουν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας. Δὲν δυνάμεθα δὲ ἡμεῖς νὰ ἐλπίζωμέν τι ἐν πολέμῳ, παρὰ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ῥαγδαίας ἐπιστρατεύσεως. Ἄν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν παρατάξωμεν 50,000 στρατοῦ εἰς τὰ σύνορα, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐλπίς τις ἐπιτυχίας, διότι ἡ Τουρκία ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς κτήσεσιν αὐτῆς δὲν ἐπιστρατεύεται εὐκόλως, δὲν ἔχει ἐκεῖ ὑλικὸν ἱκανὸν νὰ ἐπιστρατεύσῃ, ὁ στρατὸς αὐτῆς ἔρχεται ἐκ τῆς Ἀσίας, θέλει δὲ διάστημα χρόνου πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἀπαιτοῦσιν οἱ στρατιωτικοὶ κανόνες. Ἄν λοιπὸν ἡμεῖς καταρτίσωμεν τοιοῦτον σύστημα, ὥστε ῥαγδαίως νὰ παρατάξωμεν ἐν τοῖς συνόροις ἀριθμόν τινα στρατιωτῶν, τότε ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐλπίζωμεν ὁπωσοῦν ἐπιτυχίαν τινά. Μόνον ἡ ταχύτης δύναται νὰ σώσῃ· καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν ταχύτητα, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ λογικὴ παρασκευή, καὶ ἡ λογικὴ παρασκευὴ εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω εἰς ὑμᾶς. Λοιπὸν χρειάζεται πρῶτον στρατολογικὸς νόμος, δεύτερον στρατωνισμός, τρίτον χρειάζονται αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἱματισμοῦ, τέταρτον χρειάζεται σύστημα ἐπιστρατεύσεως, καὶ πέμπτον δυνάμεθα ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν ὁπλισμόν. Ἀλλὰ διὰ νὰ παρασκευάσωμεν πάντα ταῦτα θὰ παρέλθωσιν ἔτη, δὲν θὰ ἦναι δὲ φρόνιμον νὰ ὁπλισθῶμεν ἀπὸ τοῦδε, νὰ σωρεύσωμεν χιλιάδας ὅπλων, διὰ νὰ μεταχειρισθῶμεν αὐτὰ μετὰ 10, μετὰ 20, μετὰ 25 ἔτη. Πρέπει, Κύριοι, νὰ περικόψωμεν ὀλίγον τὰ πτερὰ τῆς φαντασίας, καὶ νὰ μὴ νομίζωμεν, ὅτι εἶναι εὔκολον, μὲ τὰ γλίσχρα ἡμῶν μέσα, καὶ ἰδίως μὲ τὴν παχυλὴν ἄγνοιαν τῶν οὐσιωδῶν ὅρων τῆς παρασκευῆς, νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ ἠμπορέσωμεν τάχιστα νὰ παρασκευάσωμεν 150,000 στρατόν. Αὐτὰ εἶναι ὄνειρα νυκτὸς θερινῆς. Τὰ πράγματα μαρτυροῦσιν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ εἶναι ζήτημα πολλοῦ χρόνου, μεγάλης δαπάνης καὶ πλείστης συνέσεως. Μόνον ἂν ταῦτα πάντα συντρέξουν, τότε μόνον δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν εἰς παρασκευὴν ἀξιομάχου στρατοῦ, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δύσκολον. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποβλέπωμεν ἐπὶ πραγματικωτέρου ἐδάφους, εἰς στρατὸν ὀλιγάριθμον, καὶ τοῦτον μετὰ πενταετίαν. Ἄν ἠδυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν πυρῆνα στρατοῦ ἐκ 30,000, στρατοῦ καλῶς κατηρτισμένου, θὰ ἦτο εὐτύχημα. Ἤκουσα τὸν κ. Μπέλλον, τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον καὶ ἐν Παρισίοις συμφοιτητὴν, καὶ εἶδον, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς αὐτοῦ ἔδωκε πολλὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν φαντασίαν του. Φαντάζεται, ὅτι μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ψηφιζόμενον, μὲ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια τοῦ Ταμείου Ἀμύνης, τὰ ὁποῖα θὰ συνάξωμεν ἐτησίως, θὰ κατορθώσωμεν πολὺ μεγάλα πράγματα. Αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Θηβῶν δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἔχωσι βάσιν τινά. Παρασύρεται πολὺ ὑπὸ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὁ ὁποῖος παντοῦ καὶ πάντοτε τὸν διακρίνει ἀπὸ τῆς πρώτης νεότητός του...
§301Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν.
§302Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀκούσω μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως τὴν ἀπάντησιν ὑμῶν, διότι θὰ ἦναι ἀπάντησις εἰδικοῦ, ἀσχοληθέντος εἰς τὰ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς, ἀπάντησις ἡ ὁποία καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν πολλὰ θὰ διδάξῃ· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε εἰς τὴν ἀπάντησιν ὑμῶν, ὅτι μικρὰ Κράτη, πτωχὰ Κράτη, διατελοῦντα ὑπὸ ξένον ἔλεγχον, διατελοῦντα ὑπὸ οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀθλιεστάτην, δὲν πρέπει νὰ τρέφωσι μεγάλα ὄνειρα. Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονήσητε. Μὴ ἐξετάζετε μόνον ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν τὰ πράγματα· πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσητε ἀναλόγως πρὸς τὴν ὅλην κατάστασιν τῆς χώρας. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τί στοιχίζει μόνον ἡ ἀγορὰ τῶν ὅπλων, ἀλλὰ δὲν ἠκούσατε, τί θὰ στοιχίσῃ ἡ ναυτικὴ παρασκευὴ, — διότι βεβαίως δὲν θὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνην τὴν στρατιωτικὴν κατὰ ξηρὰν παρασκευὴν, θὰ φροντίσωμεν καὶ διὰ τὴν κατὰ θάλασσαν. — Γνωρίζετε, τί θὰ στοιχίσῃ ἡ κατὰ θάλασσαν παρασκευή; καὶ γνωρίζετε ποῖον κίνδυνον διατρέχομεν; Ὅταν λοιπὸν θὰ ἀπαντήσητε, νὰ φροντίσητε καὶ περὶ τούτου νὰ ἀπαντήσητε, διότι εἶμαι πολὺ περίεργος νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην ὑμῶν ἐπὶ τούτου. Συμπεραίνων τὰ ὀλίγα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὸ θάρρος νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ὁπλισμοῦ πρέπει νὰ ᾖναι τὸ τελευταῖον, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ ὁπλισμοῦ δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν συνάδελφος ἐλπίζουσι τόσον παραδόξως.
§303Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατώρθωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ συρράψῃ ἕνα λόγον τοσοῦτον ποιητικὸν, ὅσον ἡ φαντασία του ἐξάπτεται. Γνωρίζει καλῶς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, καὶ κατασκευάζει ὡραίας εἰκόνας ἐν τῷ λόγῳ, καταπλήσσει δ’ ἐπίσης καὶ γοητεύει. Ἐγὼ τὸν θαυμάζω, καὶ εὑρίσκω πάντοτε εὐχαρίστησιν νὰ τὸν ἀκούω καὶ νὰ τὸν βλέπω ἀγορεύοντα. Δὲν εἶναι δὲ μόνον αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν θαυμάζω· τὸν θαυμάζω ἀκόμη καὶ διὰ τὴν φωνήν του, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπλήστως ἐπρόσεχα εἰς ὅσα ἔλεγε, καὶ δὲν ἄφινα τίποτε νὰ διαφύγῃ ἀπὸ τὸ στόμα του χωρὶς νὰ προσέξω· διότι ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ ἐνόμιζον ὅτι θὰ εὕρω τὴν εὐφυΐαν του τὴν πανθομολογουμένην παρ’ ὅλοις τοῖς συναδέλφοις. Δυστυχῶς ὅμως ἀπόψε μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἦτο ἐντελῶς κενὸς, μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ εὐφυΐα τὸν ἐγκατέλιπε, καὶ ἴσως ἡ ἡλικία ἔφερεν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα (ἱλαρότης). Φαίνεται ὅτι ὁ πατριωτισμὸς τοῦ ἐντίμου συναδέλφου φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε, ὅταν ψηφίζεται τὸ μέρος, διὰ τὸ ὁποῖον εἰδικῶς ἐνδιαφέρεται καὶ διὰ τὸ ὁποῖον μάχεται ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, νὰ ἐξέρχηται τῆς αἰθούσης, ὅταν γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ κατόπιν νὰ εἰσέρχηται, καὶ διὰ νὰ κωλυσιεργῇ ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ φαντάζεται, ὅτι εἶπεν ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος τὸ δεῖνα, ἢ ὅτι ἐσκέφθη τὸ τάδε, καὶ καταρτίζει ἕνα λόγον, τὸν ἀπαγγέλλει ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης, καὶ κατέρχεται εὐχαριστημένος ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του! Διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 3, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ συζήτησις, εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ στρατωνισθῶσιν οἱ στρατιῶται, οὐδεὶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διορθωθῶσιν οἱ στρατῶνες οἱ ὑπάρχοντες, ἀλλ’ εἴπομεν, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου Ἀμύνης δὲν πρέπει νὰ ἐξοδευθῶσι δι’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, εἴπομεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀρκετὸν ποσὸν, αὐτὰ, τὰ ὁποῖα διαθέτομεν, ἵνα ἔχωμεν τὸν ἀναγκαιοῦντα ἐξοπλισμὸν τοῦ Κράτους, δὲν πρέπει καὶ αὐτὰ τὰ ὀλίγα νὰ τὰ διχοτομήσωμεν, καὶ νὰ δώσωμεν ἐξ αὐτῶν διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατώνων. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. συνάδελφος ἔλεγεν, ὡς τελευταῖον μέτρον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸν ὁπλισμὸν, καὶ ὡς πρῶτον ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ στρατωνισμοῦ, καὶ παρουσίαζεν ὅτι δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν τὸ ταμεῖον αὐτό, τὸ μικρὸν, νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὰς δύο ταύτας ἀνάγκας, τελευταῖον, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴν, εἶπεν, ὅτι πιστεύει, ἐν τῇ φαντασίᾳ του καὶ τῷ πατριωτισμῷ του, ὅτι αὐτὸ τὸ χρῆμα, τὸ ὀλίγον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς πολεμικὰς τοῦ Κράτους. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ποία εἶναι ἡ γνώμη του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, ὡς ἠκούσατε, ἄλλα μὲν πιστεύει, προκειμένου περὶ στρατωνισμοῦ, ἄλλα δὲ πιστεύει προκειμένου περὶ ἐξοπλισμοῦ, ὡς εἶπεν, ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Θηβῶν Βουλευτήν. Καλὸν θὰ ἦτο, καὶ θὰ ἦτο εἰλικρινὲς διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν ἀνερχόμενος τὸ βῆμα εἶχε τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ, ὡς εἶπον ἐγὼ ἄλλοτε, κωλυσιεργῶν ἐναντίον τοῦ Τρικούπη,—διότι ἐπίστευον, ὅτι ἡ πολιτεία του δὲν ἦτο ἐκείνη, ἥτις ἠδύνατο νὰ κάμῃ νὰ οὐριοδρομήσῃ τὸ Κράτος καὶ νὰ φέρῃ αὐτὸ εἰς λιμένα ἀσφαλῆ, —καὶ κωλυσιεργῶν ὑπῆρξα εἰλικρινής, καὶ εἶπον, ὅτι «θὰ ὁμιλήσω περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ φέρητε τὴν ἱστορίαν τοῦ Θιέρσου, διότι ἐξ αὐτῆς θὰ ἀρυσθῶ ἐπιχειρήματα». Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἰλικρινῶς ὑπηρετῶν τὰς ἰδέας τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ μέρος, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἔλεγεν αὐτό, καὶ νὰ μὴ ἔλεγε τὴν εἰς πάντας γνωστὴν ἱστορίαν, διότι πάντες τὴν γνωρίζουν, διότι κατέστη κοινὴ ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου τοῦ 1897, καὶ ἐδημοσιεύθη καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας, πῶς πρέπει νὰ ἐπιστρατεύηται εἷς στρατός. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι θέμα ξένον πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, συνιστῶ δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, τοῦ ὁποίου τὴν σοβαρότητα ἐκτιμῶ, νὰ μὴ καταναλίσκηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τοιούτου εἴδους ζητήματα, διότι τοῦ μειώνουν τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν πρὸς αὐτὸν τρέφομεν πάντες ἡμεῖς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.
§304Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐγὼ λαμβάνω πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τῶν πρεσβυτέρων μου· διὰ τοῦτο δὲν θὰ παραλείψω καὶ τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, ἵνα ὠφεληθῶ ἐκ τῶν συστάσεων τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἐγώ, ἂν ἤμην εἰλικρινής, ἔπρεπε νὰ τὸν μιμηθῶ, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ὁμιλῶ περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, ὡς συνηθίζει νὰ ὁμιλῇ ὁ συνάδελφος. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἀφαιρέσω τὴν δόξαν ταύτην παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ νὰ οἰκειοποιηθῶ ξένους τίτλους. Διὰ τοῦτο δὲν ἐτόλμησα νὰ εἴπω τοιοῦτόν τι ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπω τοιοῦτόν τι, διότι ἐγὼ ἐνησχολήθην ἀποκλειστικῶς, μὲ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, διὰ νὰ ἀναιρέσω μίαν παράδοξον θεωρίαν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη παρὰ πλειάδος διακεκριμένων συναδέλφων, τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Ἄλφα, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τὸ Ὠμέγα εἶναι ἡ ἀγορὰ τῶν ὅπλων. Καὶ ἠθέλησα νὰ παραστήσω, δι’ ὅσων εἶπον,—καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαύγασμα μελέτης ἐμβριθοῦς τῶν πραγμάτων,—ὅτι τὸ κύριον δὲν εἶναι ὁ ὁπλισμός, ὅτι τὸ κύριον εἰς πᾶσαν διοργάνωσιν στρατιωτικὴν εἶναι ἄλλο. Ἐγὼ, καίτοι μὴ στρατιωτικός, ἐνησχολήθην, κύριε συνάδελφε, εἰς ὥρας σχολῆς καὶ ἀνέσεως νὰ μεταφράσω ὁλόκληρον τὸ λαμπρὸν βιβλίον τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Κάουλμπαρς, καὶ ἔχω ἕτοιμον πρὸς τύπωσιν ὁλόκληρον τὴν μετάφρασιν τοῦ βιβλίου τούτου. Ὁ Κάουλμπαρς οὗτος ἐστάλη ὑπὸ τοῦ ἀρχιστρατήγου τοῦ ῥωσσικοῦ στρατοῦ τοῦ Δουνάβεως, τοῦ Μεγάλου Δουκὸς Νικολάου, νὰ μελετήσῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, ἐπιστρέψας δὲ μετὰ δύο ἐτῶν ἐν Βερολίνῳ διαμονὴν, ἔγραψεν ἔκθεσιν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ὁλόκληρον πολυσέλιδον βιβλίον, ἐν τῷ ὁποίῳ γίνεται λεπτομερὴς ἀνάλυσις τοῦ ὀργανισμοῦ, τοῦ τρόπου τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ πάντων τῶν ἄλλων, τῶν σχετικῶν πρὸς τὸν γερμανικὸν στρατόν. Τὸ βιβλίον ἐκεῖνο εἶναι ἀνάλυσις τοῦ πολυπλόκου καὶ θαυμασίου ὡρολογίου, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Γερμανικὸς στρατός. Εἰς ἐκεῖνο τὸ βιβλίον μελετῶν, καὶ τὸ βιβλίον ἐκεῖνο μεταφράσας, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ, μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις, εἰς φωτισμὸν καὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν πολιτευομένων περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον καταρτίζεται καὶ ἐκπαιδεύεται εἷς στρατὸς, ὁ στρατὸς ὁ γερμανικὸς, εἰς ἐκεῖνο τὸ βιβλίον διεῖδον, ὅτι πολλὰ πρὸ τοῦ ὁπλισμοῦ, πλεῖστα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπασχολήσωσι μίαν Πολιτείαν σωφρονοῦσαν καὶ ἕνα διοργανωτὴν στρατεύματος ἄξιον τοῦ ὀνόματος. Ἀνέφερα πρὸς ὑμᾶς τὸν τρόπον τῆς ἐπιστρατεύσεως, διὰ νὰ δείξω, ὅτι, ἐὰν φροντίζωμεν σήμερον νὰ συλλέξωμεν ὀλίγα κερμάτια πρὸς ὁπλισμὸν, πρέπει νὰ καταβάλωμεν σπουδαιοτέραν πολὺ φροντίδα, ὅπως συλλέξωμεν χρήματα διὰ τὴν παρασκευὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε λογικὸν, νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι δύναται εἷς στρατὸς νὰ μεταβῇ εἰς τὰ σύνορα πρὸς πόλεμον χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένα πάντα ἐκεῖνα τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα οἱ κανονισμοὶ σήμερον καὶ ἡ κατάστασις ἐν γένει τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων ἐπιβάλλουσι διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἡμεῖς στερούμεθα τῶν πάντων. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐστερούμεθα τῆς βάσεως τῆς γενικῆς στρατολογίας· στερούμεθα νῦν, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ στρατωνισμοῦ, στερούμεθα τῶν ἀπαραιτήτων ἀποθηκῶν ἱματισμοῦ, στερούμεθα σχεδίου λογικοῦ ἐπιστρατεύσεως, στερούμεθα ὁπλισμοῦ. Ποία εἶναι ἡ λογικὴ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν, διὰ νὰ παρασκευάσωμεν στρατὸν κατὰ σύστημα εὐρωπαϊκὸν, ἐγγυώμενον εἰς ἡμᾶς ἐπιτυχίαν ἐν τῇ δεδομένῃ ὥρᾳ; Ἡ λογικὴ ἐπιβάλλει νὰ παρακολουθήσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς βαθμίδας αὐτὰς τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς, καὶ μεθοδικῶς, λογικῶς προχωροῦντες νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποθητὸν τέρμα. Ἐὰν ὑμεῖς θέλητε σήμερον ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἀποθηκεύσωμεν εἰς τὰς ἀποθήκας ὅπλα καὶ τηλεβόλα, ζητεῖτέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι λογικόν. Πρέπει νὰ προηγηθῶσιν ἄλλα, καὶ ταῦτα τὰ ἄλλα ἔλαβον τὴν ἀφορμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, οὐχὶ διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσω ἰδέαν τινὰ εἰς τὴν Βουλὴν — ἐὰν θέλῃ νὰ ἀκούσῃ — περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν παρασκευάζονται οἱ στρατοὶ εἰς ὅλα τὰ λογικὰ μέρη τοῦ κόσμου. Ταῦτα ὑμεῖς δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε, ταῦτα ὑμεῖς θεωρεῖτε ὡς λόγια τοῦ ἀέρος! Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ κρίνητε. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν παραφέρῃ ὑμᾶς στρατιωτικὸς ἐγωϊσμός, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἡ μελέτη τῶν θεμάτων τούτων καθιστᾷ καὶ μὴ στρατιωτικόν τινα ἱκανὸν νὰ ὁμιλήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων.
§305Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε ὡμίλουν περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, προσέφερον ὑψίστην ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν πατρίδα μου, τὰ ἀποτελέσματα δὲ τῆς πολιτείας ἐκείνης δικαιολογοῦσι πληρέστατα τὴν συμπεριφοράν μου καὶ τὴν δρᾶσίν μου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ ὅταν ἀναφέρωνται ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης (δεικνύει τὸ βῆμα) πράγματα ξένα τοῦ θέματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ὡμίλει περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, παρὰ νὰ ὑποστηρίζῃ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει. Ἡ Κυβέρνησις ἔθεσε τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν θὰ συζητήσωμεν, καὶ ἐπὶ τούτων τῶν θεμάτων καὶ μόνον ὁ θέλων νὰ συζητήσῃ σοβαρῶς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς χώρας ὀφείλει νὰ περιορισθῇ. Ὅταν ὁ κ. συνάδελφος τὴν τρίτην ὥραν τῆς νυκτὸς, μετὰ μίαν ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἀποχωρῇ, καὶ δὲν μένῃ νὰ συντελέσῃ διὰ τῆς παρουσίας του, ὅπως ἡ Βουλὴ συνεχίσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ὅτι σοβαρῶς οὔτε ὁμιλεῖ οὔτε ἐνδιαφέρεται. Ἐγὼ ἀντιφρονῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς καὶ εἰς ἄλλα στρατιωτικὰ ζητήματα, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· πλανῶμαι ἴσως, ἐν τούτοις μένω ἐδῶ, ἐκθέτω τὴν γνώμην μου, καὶ ὑποστηρίζω αὐτὴν κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις· ἀλλὰ παραμένω, καὶ δὲν κωλυσιεργῶ. Οὕτω πρέπει νὰ πράττωσιν οἱ σοβαροὶ ἄνδρες, οἱ πολιτευταὶ οἱ θέλοντες νὰ συντελέσωσι διὰ τῆς συζητήσεως πρὸς διαφωτισμὸν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ζητημάτων σπουδαίων καὶ ἐθνικῶν, οἷον τὸ προκείμενον. Ἔχει εὐστροφίαν πνεύματος ὁ ἔντιμος συνάδελφος, καὶ εὐστροφίαν γλώσσης, ἀλλὰ ταῦτα δὲν πρέπει νὰ χειρίζηται κατὰ τρόπον οὐχὶ προσήκοντα. Τί συζητοῦμεν, κύριε Πρόεδρε; Συζητοῦμεν, ἂν πρέπει τὸ χρῆμα αὐτὸ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλίγον κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν εἰς ἄλλην ἐργασίαν, δι’ ἣν πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν πόρους διὰ νόμου ἰδιαιτέρου, ἢ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Τὴν τοιαύτην, λέγω, ἐργασίαν νομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου ἀνήκει, ἵνα τὴν περιλάβωμεν ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ. Τοιαύτη ἦτο ἡ συζήτησις. Τίνα λόγον εἶχον ἐκεῖνα, περὶ ὧν ἠθέλησε νὰ διδάξῃ ἡμᾶς ὁ ἔντιμος συνάδελφος; Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναί τις στρατιωτικός, διὰ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ὅταν ἐπιστρατεύηται ἓν Κράτος, πρέπει οἱ ὁπλῖται νὰ γνωρίζωσι, ποῦ εἶναι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐνδυθῶσι, ποῦ εἶναι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὁπλισμοῦ, διὰ νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα των. Ταῦτα εἶναι τῆς κοινῆς λογικῆς. Δὲν εἶναι δὲ εἰς θέσιν οὔτε εἰς ἡλικίαν ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα διδάξῃ τόσους ἐνταῦθα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν στρατεύονται τὰ Κράτη, οὔτε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν οὔτε τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν εἰς βιβλίον, ὡς γνωρίζων ξένας γλώσσας, δύναται νὰ τὴν ἀπαγγείλῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ δώσῃ μαθήματα, οὔτε εἶναι ἡ θέσις αὕτη ἕδρα καθηγεσίας Πανεπιστημίου, διὰ νὰ διδάξῃ τὴν Ἱστορίαν ἢ τὸ Δίκαιον. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἀπηύθυνα τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον, καὶ λυποῦμαι, διότι εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ποιήσωμαι τοιαύτας παρατηρήσεις πρὸς τὸν ἄλλως τε πολὺ φίλον μου κύριον Ἀγγελόπουλον.
§306Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐπειδὴ πρὸ ὀλίγου ἔμαθον, ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐξήνεγκεν ὑπαινιγμοὺς περὶ ἐμοῦ, ἀγνοῶ δὲ, τί εἶπε, τὸν παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ.
§307Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπαίνους εἶπε.
§308Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως ἐσκέφθην νὰ σᾶς ὑπαινιχθῶ.
§309Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐὰν ἠθελήσατε νὰ μὲ πειράξητε, ἐπιθυμῶ νὰ τὸ γνωρίζω.
§310Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγητε τοῦτο σεῖς τοὐλάχιστον περὶ ἐμοῦ.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπέ τι τὸ ἄξιον μομφῆς ἢ ψόγου.
§312Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὸν λόγον, οὐχὶ διὰ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πᾶσα συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ καθίσταται περιττή, μετὰ τοιαύτην ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν δὲν ἠδυνήθησαν ῥήτορες, ἀπὸ τριῶν ἤδη ἡμερῶν ἀγορεύοντες ἐπὶ ἑνὸς σημείου τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐκτοπίσωσι ποσῶς ἐκ τῆς θέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἵσταται, ἀλλὰ λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα διαμαρτυρηθῶ κατὰ ὑπονοίας ῥιφθείσης ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ἐρρίφθη ἡ μομφή, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡμεῖς παρεμποδίζομεν καὶ παρακωλύομεν τὸ ὄντως σπουδαῖον τοῦτο ἔργον τῆς Κυβερνήσεως... (διακοπαὶ ἐκ δεξιῶν).
§313Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Νὰ μὴ διακόπτωσι, κύριε Πρόεδρε.
§314Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατηγόρησαν ἡμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐκ τοῦ κόμματος τούτου (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα), κύριε Πρόεδρε, τὸ πρῶτον ἐξῆλθεν ἡ ἰδέα τῆς συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης...
§315ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ!
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ διακόπτητε, Κύριοι.
§317Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ πτέρυξ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ πρώτη εἰσαγαγοῦσα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀτυχῶς ὅμως, ἕνεκα τῆς κωλυσιεργίας τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο νόμος...
§318ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ!
§319Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν οὕτω φερόμενοι οἱ Κύριοι αὐτοὶ, ἐγὼ θὰ φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§320ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ φέρητε.
§321Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§322Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι θὰ μᾶς ἀπειλήσητε, ἀπατᾶσθε, κύριε Τσιτσάρα (θόρυβος).
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, κάμετε ἡσυχίαν. Ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἐλλείψεως ἀπαρτίας;
§324Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν οὕτω φερόμενοι, εἶπον.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι «ἐάν». Παρακαλῶ.
§326Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φέρετε ἔνστασιν;
§327Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Φέρω, μάλιστα... Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§328Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διαψεύσατε τώρα τὰ λεγόμενα, ὅτι παρακωλύετε τὴν ἐργασίαν.
§329Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως καὶ πάλιν... (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).
§330ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καλούτση, ὑπεβλήθη ἔνστασις.
§332ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ· νὰ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Α. Βιτάλη καὶ Ἀπ. Ζούζουλα, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 129. Ὁ κύριος Καλούτσης παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἀλέξ. Πονηρόπουλος).
§334Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατηγοροῦσιν ἡμῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἀπὸ τῆς 11 Φεβρουαρίου 1903, μόλις ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐλθοῦσα, ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Κατηγοροῦσιν ἡμῶν, ἐνῷ γνωρίζουσιν, ὅτι εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἡ πτέρυξ αὕτη, διὰ τοῦ ἡγέτου αὑτῆς, τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ...
§335ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐξ ὀνόματος τοῦ ἡγέτου ὁμιλεῖτε;
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§337Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Σᾶς φαίνεται, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐξ ὀνόματος τοῦ ἡγέτου;... Κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλετε, σᾶς παρακαλῶ, σιωπήν.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἔπραξα.
§339Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Πρέπει νὰ διατάξητε νὰ φέρουν ὀλίγους τόννους βρωμιούχου καλίου! (Θόρυβος).
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§341Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ πτέρυξ αὕτη διὰ τοῦ ἡγέτου αὑτῆς, ἐπαναλέγω, ἔσπευσε νὰ μελετήσῃ, τίνι τρόπῳ ἠδύνατο νὰ γείνῃ λυσιτελὴς νόμος τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ δὲν λησμονεῖ ἡ Βουλή, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ὡς σπουδαιότερος πόρος τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης ὑπελογίζετο ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ὁ φόρος τοῦ σίτου, ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔσπευσε νὰ εἴπῃ αὐτοῖς, ὅτι δὲν ἀποδέχεται αὐτὸν, ὡς μὴ σταθερὸν, καὶ προέτεινε τοιοῦτον σταθερὸν πόρον καὶ πάγιον τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Κατηγοροῦσι τῆς μερίδος ταύτης, ἥτις πάντοτε ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, πάντοτε ἐψήφισε τὰ μέρη αὐτοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ψηφίσῃ. Ἡ μερὶς αὕτη ἐνίσταται κατὰ λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ διατάξεων καὶ σημείων αὐτοῦ ὡρισμένων. Καὶ ἐπὶ τῶν σημείων τούτων ἠκούσαμεν τόσους λόγους, καὶ ἐν τούτοις ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) δὲν ἔσχε τὴν δύναμιν νὰ πείσῃ οὔτε ἡμᾶς οὔτε ἑαυτὴν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ καὶ νόμιμα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ κύριοι ἐκ Λακεδαίμονος καὶ ἐξ Οἰτύλου Βουλευταὶ εἶπον. Καὶ πῶς νὰ μὴ ἔχωμεν ὑπόπτως πρὸς τοιαύτας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ τρίτου ἄρθρου τροπολογίαν τινὰ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ἔσπευσε ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, τροπολογίαν ἄρδην ἀνατρέπουσαν τὰς διατάξεις ἐκείνας; Πιθανὸν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἀσχολούμενοι εἰς ἄλλα, νὰ μὴ παρακολουθῶσι τὰς συζητήσεις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἡμεῖς τὰς παρακολουθοῦμεν...
§342Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Μὴ κατέρχεσθε εἰς προσωπικά.
§343Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν κατέρχομαι εἰς προσωπικά. Γνωρίζετε μάλιστα, ὅτι διὰ σᾶς δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι προσωπικόν. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν τὸ ἱερὸν τοῦτο χρῆμα, ὡς τὸ ἀποκαλεῖτε καὶ ὅπως πράγματι εἶναι, δύναται νὰ τὸ διαχειρισθῇ διὰ Β. Διατάγματος ἐπιτροπή. Ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ὡς ὕποπτος, ἔδει ν’ ἀφαιρεθῇ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐζήτησαν διὰ τροπολογίας οἱ κύριοι ἐξ Οἰτύλου καὶ ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευταὶ ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3, καὶ παρέστησαν ἀμέσως τε καὶ ἐμμέσως ἡμῖν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχουσα νὰ καταστρέψῃ τὴν ὅλην οἰκονομίαν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τῶν ὑπονοιῶν τούτων οὐδὲν ἀντεῖπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπονοιῶν, καθ’ ἃς, ἐπειδὴ τὸν ἄνθρωπον, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἀνέλθῃ, τὸν παρακολουθεῖ ἡ ἀνθρωπίνη ἀτέλεια, εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ ἱερὸν τοῦτο χρῆμα νὰ μὴ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς ἐπιθυμεῖ. Καὶ δὲν ἐπιτελοῦμεν ἔργον πατριωτικὸν, ἀγωνιζόμενοι νὰ δώσωμεν καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν προτεινομένων μέτρων κατὰ τῶν ὑπόπτων τούτων διατάξεων; (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Εὔχομαι, καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς Ἕλλην, ν’ ἀποδειχθῇ ματαία καὶ φρούδη καὶ πεπλανημένη ἡ ὑπόνοια, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κατασπαταληθῇ εἰς ἄλλους σκοποὺς τὸ ἱερὸν αὐτὸ χρῆμα, εὔχομαι, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡμεῖς πλανώμεθα, καὶ ἐν τῷ δικαίῳ εὑρίσκονται οἱ ἄλλοι. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θὰ μοὶ ἀπολείψῃ ἡ ὑπόνοια, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μεταμεληθῇ ἡ πτέρυξ ἡ κυβερνητικὴ, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ μεταμέλειά της θὰ ἔλθῃ πολὺ ἀργά.
§344Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατηγορῶ ὑμᾶς, ὅτι οὐδέποτε ἠθελήσατε τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας· κατηγορῶ ὑμᾶς, ὅτι οὐδέποτε ἐπράξατε σοβαρόν τι πρὸς τοῦτο· κατηγορῶ ὑμᾶς, ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθητε περὶ ἀμύνης τῆς χώρας, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδεμίαν σημασίαν εἶχε, διότι, ὡς ἀπέδειξα ἐπανειλημμένως, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἔδιδεν ἐπαρκεῖς πόρους εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι οἱ πόροι αὐτοῦ ἀνήρχοντο εἰς ὀλίγας ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν. Διότι ποῖοι ἦσαν οἱ πόροι αὐτοῦ; οἱ ἐκ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἐκ τῆς πωλήσεως βιβλίων, ἐκ τῆς πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ. Καὶ ἰδοὺ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον παρουσιάσατε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Καὶ ὅτε ὑπεβάλετε τοῦτο, δὲν εἴχετε τὸ θάρρος νὰ ἀναγράψητε τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰς θέσιν ἐπιτρέπουσαν νὰ συζητηθῇ, ἀλλ’ ἐρρίψατε αὐτό, ὡς καὶ τὰ ἄλλα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ ὅτε ἦλθε Κυβέρνησις, σοβαρῶς ἀσχοληθεῖσα, ἵνα ἐπὶ τέλους ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐθνικοῦ, τῆς ἀνασυντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀπηντήσατε εἰς τὴν ἐνέργειαν τὴν κυβερνητικὴν διὰ κωλυσιεργίας, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, ἀτιμάζει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀτιμάζεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅταν βλέπῃ τις ἄνδρας τῆς περιωπῆς τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης πολιτευτοῦ παίζοντας τὸ παιγνίδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἀτιμάζει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Εἴδομεν, Κύριοι, τὴν κωλυσιεργίαν ἀσκουμένην εἰς Κοινοβούλια πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἀλλὰ δὲν εἴδομεν ταύτην ἀσκουμένην ὅτε ἐπρόκειτο περὶ ζητημάτων θιγόντων τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐδήλωσεν, ὅτι τάσσεται ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ὅταν βλέπωμεν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ὅταν βλέπωμεν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δεκάκις τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐκρύβη ὄπισθεν τοῦ στύλου τούτου, ἐρχόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποστηρίξῃ ἄρθρον, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, βεβαίως ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν μετέρχεσθε, δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ ἐκμηδένισις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ κατὰ τῆς ἐκμηδενίσεως ταύτης τοῦ πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν σκοπεῖτε, ἔρχομαι νὰ διαμαρτυρηθῶ, ὄχι ἀπέναντι ὑμῶν, ἀλλὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅπως ἡ διαμαρτυρία μου φθάσῃ εἰς τὰ ὦτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ μάθῃ οὗτος, κατὰ ποῖον τρόπον, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ἱερωτέρων αὑτοῦ συμφερόντων, φέρεται ἡ πτέρυξ αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§345Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§346ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι μικρὸν τὸ ἀνάστημά σου, ἵνα ἀπαντήσῃς σύ.
§347ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τὸν λόγον εἶχεν ὁ κύριος Χατζόπουλος.
§348Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξῆλθε τοῦ θέματος. Ἡ πλειονοψηφία δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ ἔχῃ τὰ νεῦρά του καὶ τὰς στενοχωρίας του, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ τοῦ θέματος.
§349Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηγόρησεν ἡμᾶς, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν! Ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀπαντήσωμεν κατὰ τῆς κατηγορίας ταύτης.
§350Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατῆλθεν εἰς προσωπικὰ ζητήματα.
§351Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μᾶς ὕβρισεν ὅτι κωλυσιεργοῦμεν.
§352ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν σᾶς ὕβρισεν, ἀλλ’ ὑμεῖς αὐτοὶ ὑβρίζετε ἑαυτούς.
§353Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν μετὰ τὴν ἐκτοξευθεῖσαν καθ’ ἡμῶν μομφὴν ἡ πλειονοψηφία θέλει νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της.
§354Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τοῦτο εἶναι κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§355Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς δὲν ἐσεβάσθητε ποτὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§356Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἀπαντήσωμεν· ἄλλως δὲν θὰ προχωρήσῃ οὔτε βῆμα ἡ συζήτησις.
§357Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα, καὶ θὰ ἀπαντήσωμεν, διότι ἄλλως θὰ κάμνω ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἕως τὸ πρωΐ. Δὲν πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Χατζόπουλος προτοῦ ἀπαντήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις (θορυβώδεις διάλογοι).
§358Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ πολλῶν Βουλευτῶν).
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι· θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Λουκᾶ Μπέλλου καὶ Γ. Ραδινοῦ, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων Βουλευτῶν 123. Ὁ κύριος Χατζόπουλος δηλοῖ, ὅτι παραχωρεῖ τὴν σειρὰν τοῦ λόγου εἰς τὸν κύριον Καραπάνον. Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§360Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς ἐπιτρέψῃ δὲ οὗτος εἰς ἐμὲ, κατά τι πρεσβύτερον αὐτοῦ, ὅπως τῷ συστήσω, ἵνα ἐπὶ ζητημάτων τῆς σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, μὴ ἀφίνῃ νὰ κυριεύηται ὑπὸ τῶν νεύρων του, ἀλλὰ νὰ κυριεύῃ αὐτὸς τὰ νεῦρά του. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες κωλυσιεργοῦμεν· εἴμεθα ἀμυνόμενοι ἐναντίον πιέσεως καὶ μόνον. Ὅταν πίεσις ἐπιβάλληται ἐφ’ ἡμῶν, ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀμυνθῶμεν. Τίς συνεζήτησε τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τίς ὑπεστήριξεν αὐτό;
§361Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ.
§362Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συνεζήτησαν καὶ ἠμφισβήτησαν τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ, ἂν μείνῃ ὡς ἔχει, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, φίλος καὶ ὑποστηρικτὴς τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐκ πεποιθήσεως ἀνέπτυξε τὰς γνώμας του μετὰ ζωηρότητος μεγάλης. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι τὰς γνώμας του, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀναγνωρίσω τὴν εἰλικρίνειαν τῆς πεποιθήσεώς του. Τίς ὑπεστήριξε σπουδαίως καὶ πραγματικῶς τὸ ἐδάφιον βʹ;
§363Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ χθὲς διὰ μακρῶν.
§364Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελόπουλος καὶ σεῖς. Ἐὰν δὲ, ἀπέναντι τῆς τοιαύτης πορείας ἡμῶν σεῖς χαρακτηρίζητε τὴν διαγωγὴν ἡμῶν ὡς κωλυσιεργικὴν, βεβαίως δὲν εἶσθε ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ, ἧς κατὰ κόρον γίνεται χρῆσις καὶ κατάχρησις ἀπό τινος ἐνταῦθα. Δὲν ἠξεύρω, ἂν αἴσθημα ζηλοτυπίας, ὅτι ἡ πρωτοβουλία τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνήκει εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἢ τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας ἐξεγείρει τὰ νεῦρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οἱονδήποτε ὅμως αἴσθημα καὶ ἂν διήγειρε ταῦτα, βεβαίως δὲν ὤφειλε νὰ συμπεριφερθῇ ὡς συμπεριεφέρθη ἐναντίον ἡμῶν. Ἐνῷ ἡμεῖς ζητοῦμεν τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσωμεν εἰς τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέτεινεν ἐναντίον ἡμῶν, ἐγείρεται ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ ἐκείνη, ὅπως καταπνίξῃ τὴν φωνήν μας! Καὶ ἐνῷ εἶναι ἀνεγνωρισμένον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἡμῶν, ὅτι, ὅταν ἀναφυῇ προσωπικὸν ζήτημα, προηγεῖται ἡ λύσις αὐτοῦ, μᾶς ἐμποδίζετε νὰ λάβωμεν τὸν λόγον καὶ ἀπαντήσωμεν! Δὲν δικαιούμεθα τότε καὶ ἡμεῖς, ἡ μειονοψηφία, νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ μόνον ὅπλον, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει τὸ Σύνταγμα, τῆς περιστολῆς τῆς τοιαύτης ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τῆς παρεμποδιζούσης ἡμᾶς νὰ ἀπαντήσωμεν; Καὶ καλεῖτε τοῦτο κωλυσιεργίαν! καὶ λέγετε, ὅτι ἐνταῦθα μόνον παρουσιάζεται ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἀγνοεῖτε, ὅτι εἰς πάντα τὰ Κοινοβούλια τῆς Εὐρώπης ἐν τῇ πιέσει τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τῆς μειονοψηφίας ἡ κωλυσιεργία ἐπιβάλλεται ὡς ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτόν; Ὅσοι παρακολουθοῦσι τὰς ἐργασίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοβουλίων δὲν ἀγνοοῦσιν, ὅτι ἐν Αὐστρίᾳ ἐπὶ τρία ἔτη ἀμύνεται ἡ μειονοψηφία κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, ζητούσης νὰ ἐπιβάλῃ ζητήματα Προϋπολογισμοῦ· ὅτι ἐν Οὑγγαρίᾳ παρημπόδισεν ἡ μειονοψηφία τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἐπιβάλῃ ζητήματα Προϋπολογισμοῦ, τὴν αὔξησιν εἰσφορῶν τινων, τὰς ὁποίας εἰσφέρει ἡ Οὑγγαρία εἰς τὰ κοινὰ ἔξοδα τῆς Αὐτοκρατορίας· δὲν ἀγνοοῦσιν, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ Γερμανίᾳ, ὅπου ἐπικρατεῖ οὐχὶ τὸ Κοινοβουλευτικόν, ἀλλὰ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, ἐπὶ τρία ἔτη ἡ μειονοψηφία παρημπόδιζε τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τοῦ σίτου· δὲν ἀγνοοῦσιν, ὅτι σήμερον ἡ μειονοψηφία ἡ φιλελευθέρα ἐν Ἱσπανίᾳ ἐμποδίζει τὴν πλειονοψηφίαν τῶν συντηρητικῶν νὰ ἐπιβάλῃ φόρους χάριν αὐξήσεως τῶν ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν δαπανῶν τῆς Ἱσπανίας. Ἀναφέρω ταῦτα ὡς παραδείγματα, διότι πάντες, ὅσοι παρακολουθοῦσι τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας ἐν Εὐρώπῃ, γνωρίζουσιν αὐτά. Ἐὰν δὲ ἡμεῖς ἀναγκαζώμεθα, ἀμυνόμενοι κατὰ πλειονοψηφίας ἐπιθυμούσης νὰ ἐπιβάλῃ διὰ καταπονήσεως τὴν θέλησίν της ἐπὶ ζητημάτων οὐσιαστικῶν, ἐπὶ ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποδίδομεν σπουδαιότητα καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένην τὴν συζήτησιν, ἐὰν μεταχειριζώμεθα αὐτὸ τὸ ὅπλον, ἀμυνόμεθα ἐν τῷ δικαίῳ, καὶ θὰ ἀμυνώμεθα, ἐν ὅσῳ ἐννοεῖτε ἄνευ συζητήσεως καὶ μελέτης ἐπισταμένης νὰ μᾶς ἐπιβάλητε τὴν θέλησίν σας καὶ νὰ διευθύνησθε ὑπὸ τῶν νεύρων σας. Δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἀπευθύνω κατηγορίας. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὸν τρόπον, δι’ οὗ παρημποδίσθη ἡ ψήφισις διαφόρων νομοσχεδίων κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον. Ἐὰν τότε ἐπράξατε ὅ,τι σήμερον θεωρεῖτε ἄτοπον, δὲν θέλομεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ ὑποστηρίζομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζομεν, ὅτι καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν. Ἐπροτάθησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τροποποιήσεις τινὲς ὑπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης. Ἐπροτείναμεν ταύτας κωλυσιεργοῦντες; Βεβαίως ὄχι. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν εἰλικρινῶς θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὴν προσοχὴν πάντων ἡμῶν, ἐὰν θέλωμεν νὰ θέσωμεν τὰ θεμέλια τῆς παραμεληθείσης στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ. Δὲν νομίζω, ὅτι διὰ τῶν ἀντεγκλήσεων, ἀντεγκλήσεων προερχομένων ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγαλείτερον παντὸς ἄλλου καθῆκον νὰ ἐμποδίζωσιν αὐτὰς, ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν. Ἠναγκάσθημεν πρὸ ὀλίγου νὰ ἐξέλθωμεν τῆς αἰθούσης, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ μυκτηρίσῃ ἓν τῶν διαπρεπῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως...
§365Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διατὶ χαρακτηρίζετε οὕτω τὸ πρᾶγμα;
§366Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὕτως ἐχαρακτήρισεν ἐκεῖνος τὴν διακοπήν σας... Πῶς θέλετε νὰ μείνωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅταν ἐξεγείρησθε ἐναντίον ἡμῶν, ὁπόταν ἡμεῖς θέλωμεν ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας ἀπευθύνετε ἐναντίον ἡμῶν ἄνευ λόγου καὶ ἐν νευρικῷ ἐρεθισμῷ; Παύσατε τὰς τοιαύτας ἀντεγκλήσεις, καὶ ἂς ἐργασθῶμεν ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρόκηται τὸ ζήτημα τοῦτο ν’ ἀπαιτήσῃ εὐρυτέραν μελέτην καὶ μακρότερον χρόνον ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος νὰ μὴ μελετήσωμεν αὐτὸ δεόντως. Ζητήματα τοιαύτης σημασίας ἐν ἄλλοις ἔθνεσι συζητοῦνται ἐπὶ ἔτη. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ ἔτη, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου, ἵνα ἐξετάσωμεν αὐτὸ ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις, διότι μία κακὴ λύσις αὐτοῦ ὄχι μόνον ὠφέλειαν δὲν θὰ φέρῃ, ἀλλὰ καὶ δύναται νὰ καταστήσῃ δυσχερεστέραν τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων τῆς θεραπείας. Ἐὰν ψηφίσωμεν νόμους ἀνεφαρμόστους, ὡς τὸν ψηφισθέντα περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως στρατιωτικῆς εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, δυσκόλως θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπανέλθωμεν ἀργότερον ἐπὶ τοσοῦτον σοβαροῦ ζητήματος, καὶ ἐπιδιώξωμεν τὴν στρατιωτικὴν τῆς χώρας ὀργάνωσιν. Ἔχοντες τοῦτο ὑπ’ ὄψει, ὀφείλετε νὰ ἐργασθῆτε σπουδαίως καὶ σοβαρῶς, καὶ οὐχὶ βεβιασμένως, πρὸς ἐπίτευξιν τῆς δι’ ὑφαρπαγῆς ψηφίσεως τόσον σπουδαίων νομοσχεδίων. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§367Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κατέχομαι ὑπὸ οὐδεμιᾶς διαθέσεως οὔτε νὰ ἀγανακτήσω, οὔτε νὰ κατηγορήσω οὐδένα, τὸ ὁποῖον ἄλλως οὐδὲ συνηθίζω νὰ πράττω. Κατέχομαι μόνον ὑπὸ τῆς περιεργείας νὰ ἐννοήσω, περὶ τίνος πρόκειται κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Καὶ τόσον μάλιστα δὲν κατέχομαι ὑπὸ τῆς διαθέσεως τοῦ νὰ κατηγορήσω τινὰ, ὥστε σπεύδω νὰ ὁμολογήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον καὶ φίλον μου κ. Καραπᾶνον, ὅτι βεβαίως ὑπῆρξεν εἰλικρινέστατος ἐν τῇ ἀγορεύσει του, διότι ὁ κύριος Καραπᾶνος, ἀφοῦ ἀνέφερε κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι οὐδεμία διαφωνία ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφοῦ ὑπέμνησεν, ὅτι πρόσωπα διαπρεπῆ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, συνηθέστατα ἐκπροσωποῦντα τὰς ἰδέας τὰς κρατούσας ἐν αὐτῇ, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ νομοσχέδιον, κατόπιν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὡμολόγησεν εἰς τί περιστρέφεται ἡ διαμάχη ἡ σημερινή. Σᾶς εἶπε λοιπὸν ὁ κύριος Καραπᾶνος, ὅτι ἡ διαφωνία περιστρέφεται μόνον περὶ τὴν ἀρχὴν τῆς κωλυσιεργίας. Ὡμολόγησεν, ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀρχὴν, τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν εἰς πολλὰ πεπολιτισμένα Κράτη, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ τοῦτο, ἀνέφερε τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον τῆς κωλυσιεργίας. Βεβαίως ὁ κύριος Καραπᾶνος δὲν συνηθίζει νὰ ὁμιλῇ μόνον θεωρητικῶς· εἶναι ἀνὴρ κατ’ ἐξοχὴν πρακτικός, οὐδὲ ὑποθέτω, ὅτι ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξῃ κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν ξένων Κρατῶν. Ὅ,τι εἶπε, τὸ εἶπεν ἔχων ὑπ’ ὄψει συμπεράσματα πρακτικά. Οὐχὶ λοιπὸν ἐπὶ ματαίῳ ἀνέφερεν ὅ,τι ἀνέφερε.
§368Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς ἀμυνόμεθα· δὲν ἀντελήφθητε, τί εἶπον· ἐκοιμᾶσθε.
§369Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὑπέδειξε καὶ ἄλλην διαμάχην, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι δὲν ἠδυνήθην, φαίνεται, νὰ ἐννοήσω περὶ τίνος πρόκειται. Ἡ πάλη περιστρέφεται περὶ ἄλλο τι· ἡ πάλη περιστρέφεται περὶ τὴν πατρότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ὁ κύριος Καραπᾶνος ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς πτέρυγος, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἀνήκει, ὑπέβαλε πρῶτος τοιοῦτο νομοσχέδιον. Διὰ νὰ ἀποδείξωσι λοιπὸν, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ γονεῖς, αὐτοὶ εἶναι οἱ πατέρες τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὑπέβαλον ἀμέσως, τὸ τέκνον αὑτῶν, εἰς ἀσκήσεις, ἐφαρμόσαντες κατ’ αὐτοῦ τὴν ἀντίδρασιν ἁπλῆς κωλυσιεργίας, διὰ νὰ τὸ γυμνάσουν (γέλωτες)· ἀλλ’ ἡ πάλη κατέληγε πάντοτε εἰς τὸ ὅτι κατ’ οὐσίαν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅτι μάλιστα ἐκεῖνοι ἐκθύμως ὑποστηρίζουσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ μάλιστα τὰς τοῦ ἄρθρου 3. Ἀλλὰ πῶς ἆρά γε συμπίπτει τόση ἀντίδρασις ἰδίως ἐπὶ ἄρθρου, τοῦ ὁποίου ἔκθυμοι ὑποστηρικταὶ εἶναι οἱ ἀγορεύσαντες ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης; Ὅλος ὁ κόσμος, ἀληθῶς ἀπορῶν, θὰ ἐρωτᾷ, ἐκ τίνος ἆρά γε λόγου μάχονται οἱ πατέρες τοῦ ἔθνους; τίς κακὸς δαίμων ἐνέβαλεν αὐτοὺς εἰς ἔριδα; Καὶ ἵνα καὶ τὸν Ὅμηρον ἐνθυμηθῶμεν, τίς τ’ ἄρ σφωε θεοῖν ἔριδι ξυνέηκε μάχεσθαι; Καὶ ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι ἀμυνόμενοι κωλυσιεργοῦσιν, ὅτι ἡ ἄμυνα θὰ περιστρέφηται βεβαίως περὶ τοῦτο, ὅτι γίνεται πάλη περὶ τῆς πατρότητος τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως ἀμύνονται οὐχὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὑπὲρ αὐτοῦ μὲν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς ἀξιώσεως, ὅτι αὐτοὶ πρῶτοι συνέλαβον τὴν ἰδέαν. Ἐὰν δὲ ἀμυνόμενοι καὶ πολεμοῦντες κωλυσιεργῶσι κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ προσφιλοῦς εἰς αὐτοὺς νομοσχεδίου, τοῦτο πράττουσι μόνον χάριν τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ἀρχῆς, καθ’ ἣν ἡ κωλυσιεργία ἐπιτρέπεται καὶ συνιστᾶται πάντοτε καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς εἰς τὴν Αὐστρίαν, τὴν Ἰταλίαν κλπ. Ἀλλ’ εἰς τὴν Αὐστρίαν, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἔχουσι ζητήματα φυλετικὰ καὶ ἄλλους λόγους, ὅπως μεταχειρίζωνται τὸ μέτρον τῆς κωλυσιεργίας· ἀλλ’ ὑμεῖς λέγετε, φαίνεται, κύριε συνάδελφε: «διατὶ νὰ μὴ μιμηθῶμεν καὶ ἡμεῖς τὸ παράδειγμα, τὸ τόσον ἀξιοζήλευτον, τῆς Αὐστριακῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μὴ κωλυσιεργήσωμεν καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ δείξωμεν, ὅτι παρακολουθοῦμεν τὸν πολιτισμὸν τῶν ἄλλων Κρατῶν;» (γέλωτες). Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, τὸ κατ’ ἐμὲ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν,—ὅστις θυμωθεὶς ἠθέλησε νὰ καταδείξῃ, ὅτι καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς πατρότητος δὲν ἔχουσι πολὺ δίκαιον οἱ ἀντιλέγοντες,—ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν, τὸν συνηθέστατα ψύχραιμον, νὰ σπεύσῃ νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἀντιποιουμένους τὴν πατρότητα τοῦ νομοσχεδίου: «Ἡμεῖς ὑπεχωρήσαμεν λοιπὸν εἰς τὰς γνώμας σας, καὶ κατὰ τὰς ἰδέας σας συνετάξαμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο». Ὑποθέτω ὅτι ἠδύνατο νὰ παράσχῃ αὐτὴν τὴν ἀβλαβῆ δωρεὰν, χωρὶς νὰ χάσῃ τίποτε.
§370Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φοβούμεθα, μήπως ζηλεύσητε σεῖς.
§371Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρέθημεν λοιπὸν σύμφωνοι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἤκουσα καί τινας διαφωνίας, τὰς ὁποίας ὅμως θεωροῦσι, φαίνεται, ἐπουσιώδεις. Λέγουσι λοιπὸν, ὅτι εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλ’ εἶναι κατὰ τῶν πόρων, διὰ τῶν ὁποίων τοῦτο πρόκειται νὰ προικισθῇ, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ κατὰ τοῦ προορισμοῦ, τοῦ εἰδικοῦ, ὡς ὁρίζεται οὗτος. Εἶναι δηλαδὴ θιασῶται μόνον τῆς ἰδέας τῆς γενικῆς· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ ὀνομασία κατ’ αὐτοὺς πρέπει νὰ μεταβληθῇ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν εὑρίσκω εἰς τί περιστρέφονται αἱ διαφωνίαι, εἴτε ὡς πρὸς τοὺς πόρους εἴτε ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμὸν αὐτῶν, καὶ πρὸς τί θὰ ἐγίνετο κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πίεσις. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πιέσεώς τινος, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ εἶχον καμμίαν προκατάληψιν, ὥστε νὰ ταχθῶ δωρεὰν μεταξὺ τῶν πιεζόντων· τοὐναντίον, ἐὰν ἔβλεπον ἀληθῆ διαφωνίαν γνωμῶν, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἦμαι διατεθειμένος νὰ παραδεχθῶ γνώμας διαφόρους τῶν γνωμῶν, αἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον—ἴσως ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω γνώμην τινὰ διάφορον, διότι τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν συνεννόησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, —ἀλλὰ καίτοι ἐπρόσεξα νὰ ἴδω, ποῖαι αἱ γνῶμαι, ἃς προτείνετε σεῖς ἐκ συμφώνου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἴδω καμμίαν· βλέπω μόνον φιλονεικίαν καὶ μεταξὺ σας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Εὑρέθησαν ἄλλοι μὲν νὰ ἐπιθέτωσιν εἰς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ βάρη πλειότερα, ἄλλοι δὲ νὰ ἀφαιρῶσιν· ἄλλοι μὲν νὰ λέγωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ προορισμὸν τὴν κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων, ἀλλὰ μόνον τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου, ἄλλοι δὲ νὰ θέλωσι νὰ προσθέσωσι καὶ τὰ ὀχυρώματα. Ἐν τούτοις διὰ τὸ ἄρθρον 3, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ οὐσίαν, ὁμολογεῖται παρὰ πάντων, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ὁμοφωνία. Ἀλλ’ ἐὰν οὔτε συμφέροντα οὔτε κίνδυνοι τοῦ ἔθνους οὔτε ἡ ἰδέα καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν μᾶς ἐμπνέωσι νὰ συνδιαλλαχθῶμεν, ἂς συνδιαλλαχθῶμεν τοὐλάχιστον ἐν ὀνόματι τοῦ ἄρθρου 3 (γέλωτες). Ἀλλ’ ἤκουσα, Κύριοι, καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, καὶ εἶδον αὐτὸν καταλαβόντα τὸ βῆμα, ἠπόρησα δὲ κατόπιν, πῶς ὁ κύριος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται παντοῦ καὶ πάντοτε, καὶ περὶ τοιούτων μάλιστα ζητημάτων, νὰ ἀποδεικνύῃ γνώμας μᾶλλον φιλειρηνικὰς, ἠπόρησα, πῶς δὲν κατέδειξεν ἀπροκαλύπτως τὰς εἰρηνικὰς διαθέσεις, προκειμένου περὶ πολεμικῶν παρασκευῶν. Ἐν τούτοις, ἐὰν δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκφρασθῇ ῥητῶς, τὸ προοίμιον ὅμως τῆς ἀγορεύσεώς του ἐδείκνυεν ἐμπνεύσεις ἐκ τῆς ἰδέας τῆς παγκοσμίου εἰρήνης, ἡ ὁποία πρόκειται, ὡς προσδοκᾷ, νὰ καταυγάσῃ ὅλον τὸν κόσμον κατὰ τὴν ἔκφρασίν του...
§372Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκοιμᾶσθε, φαίνεται, ὅτε ἐγὼ ὡμίλουν.
§373Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως νὰ ἐκοιμώμην, ἀλλὰ μὲ ἐξύπνησεν αὐτὴ ἡ ἰδέα σας (γέλωτες)· διότι καὶ ὁ ἀγὼν τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης συνεδυάσθη ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. συναδέλφου πρὸς τὴν προσδοκίαν τοῦ ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ καταυγασθῇ ἡ ἀνθρωπότης ἐκ τοῦ φωτὸς τῆς παγκοσμίου εἰρήνης, καὶ δὲν ἤθελε νὰ μᾶς ὠθῇ καὶ πάρα πολὺ πρὸς πολεμικὰς παρασκευάς.
§374Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι θέλετε λέγετε!
§375Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν συμπέσῃ πάλιν νὰ ὑπάρξῃ στρατιώτης ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, δὲν θέλω συμβουλεύσει αὐτὸν νὰ παρουσιασθῇ ὡς Τυρταῖος εἰς τὸ στράτευμα, διότι ἀρχίζων νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς παγκοσμίου εἰρήνης καὶ νὰ ἀναπτύσσῃ τὰς περὶ αὐτῆς ἰδέας του, τὴν ὁποίαν προσδοκᾷ μετ’ ἀνυπομονησίας, βεβαίως δὲν θὰ ἐνεθουσίαζε τοὺς συστρατιώτας του πρὸς δρᾶσιν πολεμικήν.
§376ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τώρα εἰσήλθετε εἰς σοβαρὰν συζήτησιν!
§377Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατέληξε λοιπὸν εἰς τὸ συμπέρασμα, —διότι, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἀρχήν, οὕτω καὶ εἰς τὰ συμπεράσματα δεσπόζει ἡ προσδοκία τῆς παγκοσμίου εἰρήνης, —ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ἀμέσως ἡ προμήθεια τῶν ὑλικῶν πολέμου καὶ ἡ ἄλλη προπαρασκευή. Πάντα δύνανται νὰ γείνωσι βαθμηδόν, ἕως οὗ καταυγάσῃ ὅλον τὸν κόσμον ἡ ἰδέα τῆς παγκοσμίου εἰρήνης! Μᾶς εἶπε λοιπόν, ὅτι διὰ τὰ ὅπλα δὲν ἐπείγεται, ὅτι χρειάζονται στρατῶνες πρῶτον, καὶ κατόπιν θὰ μᾶς χρειασθῶσι τὰ ὅπλα, καὶ οὕτω καθεξῆς, καὶ βαθμηδόν, ἀφοῦ θὰ περατῶται ἕκαστον εἶδος προπαρασκευῆς, ἀνάγκη νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ σχέδιόν τι ἐκστρατείας ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ὅτι κατὰ τὸ σχέδιον τοῦτο μία μάχη, ἡ πρώτη, θὰ τελεσθῇ διὰ στρατώνων μόνον, ἄνευ ὅπλων, ἡ δευτέρα μάχη, ἥτις θὰ συγκροτηθῇ, φαίνεται, μετὰ ἔτη, θὰ διεξαχθῇ δι’ ὅπλων (γέλωτες).
§378Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δι’ ἀποθηκῶν! (γέλωτες).
§379Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἀποθήκας ἴσως θὰ τὰς μεταχειρισθῶμεν εἰς τὴν τρίτην μάχην· δὲν ἠξεύρω μετὰ πόσα ἔτη. Τοιουτρόπως, Κύριοι, θὰ διεξαχθῇ ἡ ἐκστρατεία, καὶ ἕνεκα τούτου συνιστᾷ ὁ κύριος συνάδελφος, ἵνα ἡ προμήθεια τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ ἐν γένει αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ γείνωσι τμηματικῶς, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ἐπικράτειαν νὰ φροντίσῃ περὶ πάντων τούτων ἐκ τῶν ἐνόντων συλλήβδην· ἐὰν δὲ συμβῇ νὰ παραστῇ ποτε ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσιν ὅλα αἱ προμήθειαι ἀθρόαι, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει παρὰ νὰ κηρύξῃ καὶ νὰ δεχθῇ τὸ ἄλλο σύστημα τοῦ τοιούτου τμηματικοῦ καὶ διαδοχικοῦ πολέμου. Ἀλλά, Κύριοι, ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς. Θὰ ἐπροτίμων νὰ εἴπητε, ὅτι «θέλομεν μὲν νὰ παράσχωμεν τὰ μέσα τῆς παρασκευῆς, —συνεπῶς καὶ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, —ἀλλὰ δὲν ἐμπιστευόμεθα, Κύριοι, εἰς σᾶς νὰ διαχειρισθῆτε τὰ ζητήματα τῶν ἐπιστρατεύσεων καὶ τῶν πολέμων, διότι ἔχομεν πεποίθησιν μόνον εἰς τὸν ἑαυτόν μας, διότι εἴμεθα δεδοκιμασμένοι, ὅτι καλῶς καὶ αἰσίως καὶ εὐδοκίμως διαχειριζόμεθα τὰ τοιαῦτα. Θέλομεν ἐθνικὴν παρασκευήν, ἀλλὰ τὴν ἐθνικὴν ταύτην παρασκευὴν δὲν τὴν ἐμπιστευόμεθα εἰς σᾶς· ἔχομεν ἐδῶ ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀναλάβωσι τὰς ἐργασίας τῆς ἐκτελέσεως τῆς παρασκευῆς ταύτης, ἔχομεν ἄνδρας, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐμπιστευθῇ τὸ ἔθνος καὶ ἐκ δευτέρου τὴν τύχην αὑτοῦ, προκειμένου περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, προκειμένου περὶ πολέμου.» Ἄλλην τινὰ διαφωνίαν, τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν εὑρίσκω· ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἤμην ἴσως διατεθειμένος νὰ ἐμπιστευθῶ ὁπωσδήποτε, προκειμένου περὶ ἐθνικῶν ζητημάτων, ἁπλῆς μάλιστα παρασκευῆς, οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι, ἀπορρέουσα ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, δύναται νὰ ὀλιγωρήσῃ καθηκόντων στοιχειωδῶν, νὰ ὀλιγωρήσῃ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ ἔθνους, νὰ ὀλιγωρήσῃ ἐπὶ τέλους τῆς ἰδίας αὑτῆς ἠθικῆς ὑπάρξεως ἐν τῷ τόπῳ, καὶ νὰ δειχθῇ ὀλιγωροῦσα ἐν τῇ διαχειρίσει χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐμπεπιστευμένα εἰς χεῖρας αὐτῆς, καὶ μάλιστα ὅταν βλέπῃ, ὅτι κίνδυνοι προσεχεῖς, ὅτι ζητήματα ἐθνικὰ, ὑφιστάμενα σήμερον, περισφίγγουσι τὴν πατρίδα ἡμῶν. Οὐδέποτε θὰ συνελάμβανον τοιαύτην ὑπόνοιαν, καὶ ἂν ἀκόμη ἐπρόκειτο περὶ διδαγμάτων ἐκ τοῦ παρελθόντος οὐχὶ ἐνθαρρυντικῶν, καὶ ἑπομένως ἤθελον ἐπίσης ἐμπιστευθῆ καὶ ἄλλην Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παρασκευῶν. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν ὑμᾶς, ἀφ’ ἑνὸς βεβαιοῦντας ὅτι θέλετε τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οὐδὲν πράττοντας, ὅπως κατορθωθῇ τοῦτο, πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ ἄρωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ νὰ τὴν δώσωμεν εἰς τὸ ἄλλο; Ἀλλὰ, Κύριοι, πραγματικῶς πρέπει νὰ σπεύσῃ τις νὰ παύσῃ τὸν λόγον. Ἐγὼ δὲ ἔχω καὶ μίαν ἄλλην παρηγορίαν, παρηγορίαν, — ἥν, ὑποθέτω, ὀφείλω νὰ πιστεύσω, — ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀπουσία τις σήμερον, ἤθελεν ἐπέλθει ἡ συναίσθησις, ὅτι ὑπερέβημεν πλέον τὰ ἐσκαμμένα, καὶ ἤθελε θέσει ἄλλος τις τέρμα ἐνωρὶς εἰς ὅ,τι παρουσιάσθη. Κακὴν πρόθεσιν δὲν ἀποδίδω εἰς κανένα ἐξ ὑμῶν· ὑποθέτω, ὅτι καὶ παρεξηγήσεις ἠμπορεῖ νὰ συνετέλεσαν καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον οὐδένα ἐξ ὑμῶν προσβάλλει· ἀπουσία τις συνετέλεσεν ἴσως εἰς τὸ νὰ παρασταθῇ ἐνταῦθα ἡ ἔλλειψις πλέον πάσης συνεννοήσεως, ἡ ἔλλειψις τῆς τηρήσεως τῆς κοινῆς λογικῆς ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, θεωρῶ πάντη περιττὸν νὰ προχωρήσω περαιτέρω. Ἤθελον εἴπει μόνον, — καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν ἄλλου ἄρθρου, διότι ἐκεῖ βλέπω ἐπιτροπὴν οὐχὶ διαχειριστικὴν, ἀλλὰ καὶ ἀποφαινομένην περὶ καθαρῶς πολεμικῶν ζητημάτων, — ὅτι ἐγὼ θέλω τὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον εἰς τοιαῦτα ζητήματα...
§380Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§381Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρηκολούθησε τὴν συνεδρίασιν.
§382Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν καιρὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς τοῦτο. Μὴ ἀνυπομονεῖτε!
§383Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ ἀφαιρεῖτε τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ κυρίου Φικιώρη.
§384Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο εἰς τὸ ἄρθρον 7. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 7, τότε ἀναπτύξατε τέλος πάντων τὰς διαφωνίας σας, — διότι ὑποθέτω, ὅτι κἄπου θὰ εὕρητε νὰ διαφωνήσητε. Ἐγὼ, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ἀκούων ὅτι πρόκειται καὶ περὶ μετατοπίσεως τοῦ Βουλευτηρίου εἰς ἄλλον τόπον, εἰς κῆπόν τινα, ἐνόμισα ὅτι πραγματικῶς ἴσως ὁ κῆπος ἐκεῖνος, ἐὰν ἠδύνατο διὰ μαγικῆς δυνάμεως νὰ μεταφερθῇ ἐκεῖ τὸ Βουλευτήριον, ἴσως ἐκεῖνος ὁ κῆπος, ὁ λεγόμενος, καθὼς γνωρίζετε, Κῆπος τοῦ Κλαυθμῶνος, ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐμπνεύσῃ, τί ἔπρεπε νὰ αἰσθανθῶμεν σήμερον· ἠθέλομεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι πρέπει νὰ κλαύσωμεν διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν! (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§385Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθαύμασα ἀληθῶς τὸ θάρρος τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μετ’ ἤθους ἠρεθισμένου κατήγγειλεν ἡμᾶς πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ παρακωλύσωμεν τὸ στρατιωτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐπιδιώκει, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν κύριον καὶ μόνον ὁδηγὸν εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ σταδιοδρομίαν. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἄλλοτε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς ἁπλοῦν Βουλευτὴν Κερκύρας, ἀναγγέλλοντα εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἔχει ἓν πρόγραμμα στρατιωτικόν, καὶ προκαλοῦντα ἡμᾶς νὰ δαπανήσωμεν 10 ἑκατομμύρια δραχμὰς, ὅπως παρασκευάσωμεν τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς, καὶ τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ νὰ τὰ ἐξεύρωμεν, περικόπτοντες τὰς πιστώσεις τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων. Ἀλλὰ μετεβλήθησαν οἱ καιροί· ἐγένετο Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, καὶ τέσσαρα ἔτη ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ, ποῦ εἶναι τὸ στρατιωτικόν του πρόγραμμα; τὸν ἐρωτῶ, ἂν ἓν κομβίον κἄν στρατιωτικὸν ἔφερεν εἰς τὰς ἀποθήκας, ἂν ἓν ὅπλον ἠγόρασεν, ἂν ἓν τηλεβόλον, ἂν ἓν πλοῖον πολεμικόν. Τέσσαρα ἔτη καταγίνεται νὰ ζητῇ νέους φόρους καὶ νὰ αὐξάνῃ τὰ ἔξοδα τῆς πολιτικῆς διοικήσεως. Τριάκοντα δύο ἑκατομμύρια ἐδαπάνησεν ἐπὶ πλέον χάριν μόνης τῆς διοικήσεως, καὶ δὲν ἐνεθυμήθη τὸ στρατιωτικόν του πρόγραμμα, καὶ δὲν ἐνεθυμήθη τὸν στρατὸν, καὶ δὲν ἐνεθυμήθη τὰς περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς οὐδὲ τοὺς κινδύνους τῆς πατρίδος! Καὶ μετὰ τοιαύτην τετραετῆ διοίκησιν καὶ κυβέρνησιν τῆς χώρας ἔρχεται σήμερον μὲ πλῆρες τὸ στόμα νὰ καταγγείλῃ ἡμᾶς, ὅτι ἀναισθητοῦμεν πρὸ τῶν κινδύνων τῆς πατρίδος καὶ ὅτι δὲν σπεύδομεν νὰ τὸν βοηθήσωμεν εἰς τὸ μέγα ἔργον τῆς στρατιωτικῆς ἀναπλάσεως, τὸ ὁποῖον ἐπιχειρεῖ! Καὶ ποῖον εἶναι τὸ στρατιωτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα; Οὐδὲ ἐκεῖνος οὐδὲ ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις ἐμελέτησε κανὲν στρατιωτικὸν πρόγραμμα· ἦλθεν ἄνευ τινὸς προγράμματος· ἥρπασε τέσσαρα στρατιωτικὰ νομοσχέδια, παρὰ τοῦ Διαδόχου συνταχθέντα, τὰ ὁποῖα οὐδ’ ἐμελέτησε κἄν, οὐδ’ ἀντιλαμβάνεται κἄν ἐντελῶς, καὶ μὲ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ξένα, ἔρχεται νὰ παραστήσῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἔχει πρόγραμμα στρατιωτικόν, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς τὴν πτωχὴν ταύτην χώραν! Ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα ὑμῶν; Τὸ πρόγραμμα ὑμῶν εἶναι μόνον φόροι, καὶ πάντοτε φόροι, καὶ αἰωνίως φόροι! Καὶ δὲν εἴδετε τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ποῖον ὑπέστη ἐξευτελισμὸν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης; Δὲν ἦλθεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ δὲν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σίτου; καὶ δὲν εἴδετε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην εὐθὺς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ καταπίῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο; Καὶ δὲν ἀνωμολόγησε χθὲς, ὅτι, διὰ νὰ χωνεύσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τοῦ σίτου, πρέπει νὰ πίῃ ὀλίγον οἶνον, καὶ δὲν κατέπιε καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ γλεύκους; Καὶ ἀφοῦ κατέπιε τὸ νομοσχέδιον τοῦ γλεύκους, δὲν ἐνόμισεν ὅτι πρέπει καὶ νὰ κρεοφαγήσῃ; καὶ ἰδοὺ ἀμέσως κατέπιε καὶ τὸ νομοσχέδιον τῶν βοσκησίμων γαιῶν· διότι καὶ τὸ νομοσχέδιον τῶν βοσκησίμων γαιῶν εἶναι φορολογία τοῦ κρέατος, διότι ὁ κάτοχος τῆς βοσκῆς θὰ ῥίψῃ τὸ βάρος εἰς τὸν κτηνοτρόφον, ὁ κτηνοτρόφος εἰς τὸ κρεοπώλην, καὶ ὁ κρεοπώλης εἰς τὸν καταναλωτήν. Καὶ ἰδοὺ ἡ φορολογία τοῦ κρέατος. Καὶ ἰδοὺ ποῦ κατεκύλισε τὸ περίφημον αὐτὸ πρόγραμμα τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ! Τὰ ἄλλα, ἅτινα συζητοῦμεν, τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, εἶναι ξένη ἐργασία, ξέναι ἰδέαι, ἃς αὐτὸς ἥρπασε, διὰ νὰ ἔχῃ μίαν σημαίαν, καὶ ὄπισθεν τῆς σημαίας αὐτῆς νὰ ἁλώσῃ τὸ φρούριον τῆς ἐξουσίας. Καὶ ἔρχεται ἐδῶ νὰ καθυβρίσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἡμεῖς ἀναισθητοῦμεν εἰς τοὺς κινδύνους, καὶ ὅτι αὐτὸς μόνος, οἷος πέπνυται, αὐτὸς μόνος φροντίζει πῶς νὰ συντάξῃ τὴν χώραν στρατιωτικῶς! Ἀλλ’ ὡμίλησε καὶ περὶ κωλυσιεργίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ παρέστησεν, ὅτι ἐμποδίζομεν διὰ κωλυσιεργίας τὰ ἔργα του· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ, —καὶ πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ, διότι πρόσφατον εἶναι τὸ παρελθὸν—ποῖα διδάγματα ἔδωκεν αὐτὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν εἰς τὸ μάθημα τοῦτο τῆς κωλυσιεργίας. Δὲν εἶναι τάχα ὅλη ἡ πτέρυξ ἐκείνη, ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν ὑπέβαλλε δύο καὶ τρεῖς ἐνστάσεις ἀπαρτίας, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὰς οἰκονομίας τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως; Καὶ δὲν ἐνθυμεῖται τάχα τὸ παρελθὸν, ὅτε 38 ὅλας ἐνστάσεις οἱ περὶ αὐτὸν ὑπέβαλον ἐδῶ, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἐμποδίσωσι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ θὰ ἐσώζετο ὁ δῆμος τοῦ Πειραιῶς; Καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει σήμερον τοιαύτην ἱερὰν ἀγανάκτησιν, διότι δῆθεν κωλυσιεργοῦμεν, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ μεγαλώνυμος ἥρως τῆς κωλυσιεργίας; Καὶ ποῖος ἄλλος ἢ αὑτὸς ὑπέβαλε 30 ἐνστάσεις ἀπαρτίας, μόνον καὶ μόνον ἵνα μὴ ψηφισθῇ ἓν ἀθῷον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐσώζετο ὁ δῆμος τοῦ Πειραιῶς; Καὶ ἔρχονται αὐτοὶ σήμερον νὰ ὁμιλήσωσιν, ὅτι ἀτιμάζεται τὸ Κοινοβούλιον διὰ τῶν ἐνστάσεων αὐτῶν! Καὶ ποῦ ἦσαν αὐταὶ αἱ θεωρίαι, ποῦ ἦτο αὐτὴ ἡ ἀτιμία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἠνείχετο τὰς ἐνστάσεις ταύτας τῶν περὶ αὐτόν; Πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ὕφος, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζεται, δὲν εἶναι τὸ ἁρμόζον εἰς αὐτὸν, οὔτε τὸ ἁρμόζον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν αὐτὸς, ἔφεραν τοὺς ἀγλαοὺς αὑτῶν καρποὺς, τοὺς ὁποίους δρέπει σήμερον. Ὅτε δὲ ἐγὼ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ὑπεστήριζον τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας, καὶ ὅτε διὰ μακρῶν ἐλάλησα περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἡ κατάχρησις τῆς ἐνστάσεως ταύτης ἤθελε φέρει, καὶ ἐζήτησα νὰ ὁρισθῇ, ὅτι 15 Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τὴν ἔνστασιν τῆς ἀπαρτίας, καὶ οἱ 15 οὗτοι θεωροῦνται παρόντες, διὰ νὰ δυσκολεύηται ὁπωσοῦν ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐνστάσεως, ποῖος ἀντετάχθη κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης; καὶ ποῖος ἐπολέμησεν αὐτήν; Δὲν ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἐπολέμησε ταύτην; Δὲν ἦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἠνέχθη τὰς θεωρίας τοῦ συναδέλφου του καὶ νῦν συνυπουργοῦ του; Δὲν ἦτο ἡ πτέρυξ ἐκείνη ὁλόκληρος (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἡ ὁποία δὲν ἤθελε νὰ ψηφισθῇ ἡ σωτήριος ἐκείνη μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ; Καὶ ἔρχεται σήμερον νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀτιμίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἔρχεται νὰ διδάξῃ ἐμὲ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἐμὲ, ὅστις εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἐγνώριζον τὸ ἐπικίνδυνον τῆς καταχρήσεως τῆς ἐνστάσεως ταύτης!
§386Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἀντετάχθη.
§387Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Στάης.
§388Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω· ἀλλ’ ἰδίως ἀντετάχθη ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.
§389Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως προσωπικῶς ἐμμένω εἰς τὰς ἰδέας ἐκείνας, βεβαίως φρονῶ, ὅτι θὰ φέρῃ εἰς ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἡ κατάχρησις τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας· ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος θὰ διδάξῃ ἐμὲ τοῦτο, δὲν εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δικαιοῦται νὰ φέρῃ παρατηρήσεις.
§390Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Αἱ ἀπαντήσεις αἱ δοθεῖσαι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὰς ἐπιτιμήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισεν ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ἀποτείνῃ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶναι ἐπαρκεῖς· δὲν ἔχω δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι ψυχραίμως καὶ ὁ ἴδιος σκεπτόμενος θ’ ἀναγνωρίσῃ μετ’ ὀλίγον, ὅτι ἡ ὑβριστικὴ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν μετῆλθε, δὲν ἦτο ἡ πρέπουσα, οὐδὲ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀποτείνηται οὕτω πρὸς ὁλόκληρον κόμμα, πρὸς ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις εἶναι ἀναγκαιότατος παράγων καὶ ἀπαραίτητος, ὅπως δυνηθῇ νὰ ὑπάρξῃ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Πᾶν ὅ,τι πράττει ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὸ πράττει συνειδυῖα, ὅτι πράττει τὸ καθῆκόν της. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν, καὶ θ’ ἀναγνωρίσωσι πάντες, ὅπως ἤδη ἀναγνωρίζεται ἐκ τῶν προηγηθέντων, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἴτε κωλυσιεργοῦσα εἴτε συζητοῦσα, δὲν πράττει ἄλλο ἢ νὰ συντελῇ εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνικῶν. Οὐδεὶς δὲ ἐνταῦθα ἔρχεται μὲ ἄλλον σκοπὸν, οὐδὲ εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑβρίζηται οὕτως ἀποτόμως ὁλόκληρον κόμμα, ὁλόκληρος πτέρυξ τοῦ Κοινοβουλίου. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅπως καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἡγουμένου τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, ὅτι εἴμεθα ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, προσεπαθήσαμεν δὲ διὰ τῆς συζητήσεως νὰ ὑποδείξωμεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τὰς βελτιώσεις, ὧν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν βελτιώσεων τούτων τὸ νομοσχέδιον ἔχει, εἶναι, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέξατο τροποποιήσεις, αἵτινες ἐβελτίωσαν κἄπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τὸ ἄρθρον 3. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκταθῶ—διότι ἡ ὥρα εἶναι 4 τῆς πρωΐας —ἐπὶ ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τῶν φορολογικῶν, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν καὶ περὶ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ περὶ αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, δι’ ἧς αὐξάνονται οἱ τελωνιακοὶ δασμοὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης, τοῦ ἄρτου, τῶν τροφίμων καὶ τῆς ἐνδύσεως, ἐπὶ ὅλων τούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα· διότι πάντα ταῦτα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, σχεδὸν ὑποχρεωτικῶς ἔρχονται εἰς ψήφισιν, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ δεκτόν. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βεβαίως οὐδεμία ὑποχρέωσις ἀναλαμβάνεται διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ Βουλευτὴς οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ψηφίσῃ καὶ φορολογικὰ βάρη, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι δι’ οἰκονομιῶν καὶ ἄλλων ἐψηφισμένων ἤδη πόρων δύναται νὰ ἐξευρεθῇ ἐπαρκὲς ποσόν, ἵνα καλύψῃ τὸ τυχὸν προελευσόμενον ἔλλειμμα ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν προκαλουμένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἰς τὸ ἄρθρον 3, κύριε Πρόεδρε, εἶχε γείνῃ παρατήρησις ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθόν, δὲν ἦτο συνταγματικόν, νὰ ἐπιτραπῇ, ὅπως τὸ δάνειον τὸ συναφθησόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διοικούσης τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐγκριθῇ διὰ Β. Διατάγματος, ἄνευ νόμου τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε τὴν ἀντίρρησιν ταύτην λογικὴν καὶ νόμιμον, καὶ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ φέρῃ τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου. Τὴν τροποποίησιν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, βλέπετε ἐν τῷ τροποποιημένῳ νομοσχεδίῳ (ἀναγινώσκει): «Ὁ τόκος, τὸ χρεωλύσιον, ἡ προμήθεια, ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος τῆς ἐκδόσεως καὶ πάντες οἱ λοιποὶ τοῦ δανείου ὅροι κανονισθήσονται διὰ συμβάσεως, ἥτις κυροῦται διὰ νόμου». Καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις μετὰ πείσματος ἀγωνίζεται, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν συνταγματικὴν ὁδόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, τὸ περὶ τοῦ στρατωνισμοῦ, σοβαρωτάτας ἀντιρρήσεις ἀνέπτυξαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτής. Ἀλλὰ—καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ νὰ προσέξητε—ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν δῆθεν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις, τῆς διὰ νόμου ἐγκρίσεως τῆς συμβάσεως περὶ δανείου, αἴρεται καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου, ἥτις λέγει, ὅτι «πρὸς προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν διοικοῦσαν τὸ ταμεῖον ἐπιτροπὴν νὰ προέλθῃ καὶ εἰς τὴν ἐκχώρησιν μέρους ἢ τοῦ ὅλου τῆς ἐτησίας προσόδου τοῦ ταμείου ἑνὸς ἢ καὶ πλειόνων ἐτῶν διὰ συμβάσεως, ἥτις κυροῦται διὰ Β. Διατάγματος». Ἀλλὰ ἀκριβῶς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος ἐγκρίνηται δάνειον ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον. Δὲν πρόκειται, νομίζω, ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ νὰ παίζωμεν ἐν τοῖς λόγοις. Ἐνῷ ἀποδέχεσθε, ὅτι συνταγματικῶς ἐπιβάλλεται, ἵνα μόνον διὰ νόμου ἐπιτραπῇ δάνειον πρὸς προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου διὰ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἢ δέκα ἢ πεντήκοντα ἑκατομμυρίων, ἢ δι’ οἱονδήποτε ποσόν, ἔρχεσθε διὰ διατάξεως ἄλλης νὰ ἐπιτρέψητε δάνειον κεκαλυμμένον, καὶ δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ πολὺ βαρυτέρους ὅρους, ἄνευ νόμου, καὶ ὑπεκφεύγετε οὕτω πως καὶ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ δηλ. προσποιεῖσθε, ὅτι ἐδέχθητε τὴν τροποποίησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, δι’ ἄλλης παραγράφου αἴρετε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἐγγύησιν ταύτην. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἔχῃ τὴν ἄδειαν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκχωρῇ τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης ἐπὶ ἔτη πρὸς τὸν ἀλλοδαπὸν ἢ ἡμεδαπὸν προμηθευτὴν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου ἢ τῶν ἄλλων εἰδῶν καὶ ἐφοδίων, διαπράττει δάνειον καὶ ἀγοραπωλησίαν. Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἀγορὰ ἐπὶ πιστώσει καὶ περιοδικῇ, δι’ ἐτησίων ἢ ἑξαμηνιαίων δόσεων, ἐξοφλήσει ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἢ δάνειον χρεωλυτικόν; Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς δυστυχῶς τὰ δεινὰ τῶν συμβάσεων τούτων, καὶ ἀπεδείχθη κατόπιν, ὅτι τοκογλυφικώτεροι ὅροι μὲ τοιούτου εἴδους δάνεια καὶ προκαταβολὰς οὐδέποτε ὑπῆρξαν διὰ τὴν Ἑλλάδα· ὑπῆρξαν δὲ ταῦτα ἡ αἰτία τῆς ἀτυχοῦς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ὅστις ἐπικάθηται ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας.
§391Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν;
§392Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§393Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐδήλωσα ἤδη, ὅτι ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής.
§394Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἠκούσατε χθὲς, ὅτι ἐγὼ δὲν τὴν ἀποδέχομαι· τὴν ἀπέκρουσα εὐθὺς ὡς τὴν ἤκουσα ἀναγινωσκομένην ὑπὸ τοῦ ἰδίου.
§395Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐδέχθην τὴν τροπολογίαν, συζητήσατε ἐπὶ τῆς τροπολογίας· διότι ἀπεδέχθην τὴν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας, ὡς γνωρίζετε, περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν εἰς πέντε.
§396Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περιορίζεται τὸ κακὸν, ἀλλὰ δὲν ἐξαλείφεται.
§397Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν περὶ αὐτῆς δύνασθε νὰ συζητήσητε, διότι τὴν ἀπεδέχθην ἤδη.
§398Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ συζητῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς σχετικῆς παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3.
§399Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπεδέχθην ἤδη τὴν τροπολογίαν, δύνασθε νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
§400Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ κακὸν τῆς παραγράφου ταύτης, κύριε Πρόεδρε, συνειδυῖα ἡ Κυβέρνησις, ἀπεδέχθη τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἄρτης ἠθέλησεν εὐγενῶς νὰ ὑποβάλῃ.
§401Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ καθῆκον. Δὲν πρόκειται περὶ εὐγενείας.
§402Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ πεποιθήσεως.
§403Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη, ὅπως ἔχει, φέρει ἀκριβῶς εἰς τὰ αὐτὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ παράγραφος, ὡς εἶχε προταθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω ἐν συντόμῳ τὸν λόγον, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι μὲ τὴν ἐγνωσμένην ὀξύνοιαν αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἔχω δίκαιον. Ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης τί λέγει; Ἀντὶ ἐπὶ ἀόριστον ἀριθμὸν ἐτῶν, παραχωρεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐπὶ πενταετίαν μόνον ἐκχωρήσῃ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς τὸν προμηθευτὴν, ὅστις μὲ βαρυτάτους βεβαίως ὅρους θὰ σᾶς παραχωρήσῃ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς πωλήσῃ, διότι, Κύριοι, — διὰ νὰ ἐννοηθῶμεν καλῶς, ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον, — πάντες ἴσως γνωρίζετε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πολλοὶ τῶν μικρεμπόρων παντοπωλῶν συναλλάσσονται μὲ διαφόρους πολίτας καὶ ἀγρότας, παραγωγοὺς ἄλλων προϊόντων· παρέχουσιν εἰς αὐτοὺς δῆθεν μικρὰ δάνεια καὶ πιστώσεις, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ψωνίζουν ἀπὸ τὸ μαγαζί. Γνωρίζετε δὲ, τί εἴδους τοκογλυφικὸν δάνειον εἶναι αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις ἀγορᾶς εἰδῶν ἐκ τοῦ καταστήματος τοῦ ἐμπόρου. Ἀκριβῶς περὶ τοιούτου συστήματος πρόκειται, τὸ ὁποῖον, Κύριοι, εἶναι τὸ ἐπιβλαβέστερον ἰδίως διὰ τοιαύτας προμηθείας, διότι ἡ Ἑλλὰς καὶ πολὺ ἀκριβότερα θὰ πληρώσῃ, καὶ οὐχὶ τῆς ἀρίστης ποιότητος ἀντικείμενα θὰ λάβῃ, ἐνῷ ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τὰ τελειότερα καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν εὐθηνότερα ὅπλα καὶ πολεμεφόδια. Μόνον δι’ ἑτοίμου χρήματος θὰ ᾖναι εἰς θέσιν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀγοράσῃ ἀπὸ τὸν ἄριστον ἐν Εὐρώπῃ κατασκευαστὴν καὶ ἐν συναγωνισμῷ. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις αὕτη, ἔστω καὶ ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, μᾶς φέρει ἀκριβῶς εἰς τὸ αὐτὸ ἄτοπον, διότι ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως διὰ Διατάγματος συμβάλληται μὲ ἓν κατάστημα διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν εἰδῶν ἐπὶ τῇ παροχῇ τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου Ἀμύνης ἐπὶ πενταετίαν. Βεβαίως εἶναι βελτίωσις τοῦτο, διότι περιορίζει τὸν χρόνον, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπὶ πενταετίαν παραχωρήσεως ἀποτελεῖται δάνειον, καὶ δάνειον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρηθῇ ἄνευ νόμου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον πενταετία· διότι τίς ἐμποδίζει τὴν ἐπιτροπὴν, ὅταν προβῇ εἰς τὴν πρώτην σύμβασιν, ἐπὶ πενταετίαν παραχωροῦσα τὰ εἰσοδήματα δι’ ὡρισμένον ποσὸν ὑλικοῦ, ὅταν παρέλθῃ ἓν ἔτος, ἢ δύο ἔτη ἢ τέσσαρα ἔτη, ἡ ἐπιτροπὴ νὰ κλείσῃ ἄλλην σύμβασιν μὲ τὸν αὐτὸν ἢ ἕτερον χορηγητὴν δι’ ἄλλα πέντε ἔτη, καὶ εἶτα πάλιν δι’ ἄλλα πέντε ἔτη δι’ ἄλλα ἀντικείμενα καὶ δι’ ἄλλα εἴδη; Νομίζω, ὅτι δὲν κωλύεται ἐκ τῆς τροπολογίας ταύτης νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρέχῃ ἐπὶ πενταετίαν τὸ προϊὸν τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης διὰ Β. Διατάγματος· τὸ παρεχώρησεν ἐπὶ πέντε ἔτη· μετὰ πάροδον τεσσάρων ἐτῶν λαμβάνει ἀνάγκην νέων προμηθειῶν· θὰ δικαιῶται πάλιν νὰ παραχωρήσῃ δι’ ἄλλα πέντε ἔτη τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου δι’ ἄλλας προμηθείας, διὰ Διατάγματος πάντοτε.
§404Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν δίδω αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἰς τὴν τροπολογίαν· ἐγὼ ἀντελήφθην μόνον διὰ πέντε ἔτη.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία (ἀναγινώσκει): «Πρὸς προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν διοικοῦσαν τὸ ταμεῖον ἐπιτροπὴν νὰ προέλθῃ διὰ συμβάσεως, ἥτις κυροῦται διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς συμφωνίας πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀξίας τοῦ ὑλικοῦ τούτου ἐντὸς προθεσμίας μὴ ὑπερβαινούσης τὰ πέντε ἔτη, διὰ δόσεων καταβλητέων ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐντὸς δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης οὐδεμία ἐπιτρέπεται τροποποίησις τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἐξ ὧν παράγονται οἱ πόροι τοῦ ταμείου, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐκ τούτων προσόδων.» Οὕτως ἔχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καραπάνου.
§406Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λοιπὸν ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι· ὅτι πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῆς ἰδικῆς σας παραγράφου, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι διαιρεῖται αὕτη εἰς πενταετῆ διαμερίσματα. Σεῖς λέγετε εὐκρινῶς, χωρὶς νὰ λεπτολογήσητε, ὅτι ἐπ’ ἄπειρον, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ ταμεῖον, δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συμβληθῇ μεθ’ ἑνὸς ἢ πλειόνων χορηγητῶν ἐπὶ πιστώσει, ὁ δὲ κύριος Καραπᾶνος προσεπάθησε νὰ βελτιώσῃ τοῦτο, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ βελτίωσις δὲν ἐπέρχεται πλήρης, διότι εἶναι δυνατὸν, δυνάμει τῆς τροπολογίας ταύτης, ὡς ἔχει, — ἐκτὸς ἐὰν μεταβληθῇ, — κατὰ πενταετίαν, καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς πενταετίας, νὰ γείνῃ νέα σύμβασις, καὶ πάλιν νέα σύμβασις, οὕτως ὥστε οὐδέποτε τὸ ἔθνος θὰ δυνηθῇ νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῶν δαπανῶν διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ, διὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα θὰ γίνωνται. Θὰ γείνουν πολλὰ δάνεια, κατὰ πενταετίαν, καὶ πάντοτε διὰ Διατάγματος καὶ οὐχὶ διὰ νόμου. Τοῦτο εἶναι πολὺ σοβαρὸν, καὶ πρέπει νὰ διορθωθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οὕτως, ὥστε μόνον διὰ νόμου νὰ ἐπιτρέπωνται τὰ δάνεια, ἔμμεσα ἢ ἄμεσα. Προσέτι, κύριε Πρόεδρε, περιλαμβάνεται καὶ μία διάταξις καθαρῶς ἀντισυνταγματική, διότι βλέπετε, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἑξῆς τερατώδης ὑποχρέωσις διὰ τῆς προτελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 (ἀναγινώσκει): «... ἐντὸς δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης οὐδεμία ἐπιτρέπεται τροποποίησις τῶν ὑφισταμένων φορολογικῶν νόμων»! Δηλαδὴ διὰ Β. Διατάγματος θὰ καθίσταται δυνατὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην νὰ περιορίζῃ τὴν κυριαρχίαν τὴν ἀπόλυτον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου! Τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αἴρῃ πάντα νόμον, ὅστις εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν λαὸν καὶ τὴν Πολιτείαν, καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ ἄλλον νόμον, συμφέροντα εἰς τὸν τόπον. Ἡ ἀναίρεσις τοῦ κυριαρχικοῦ τούτου δικαιώματος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναγραφῇ ἐν νομοσχεδίῳ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἥτις διέπεται ἀπὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἀλλὰ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 καθιστᾶτε παγίους τοὺς νόμους, ὑποχρεωτικοὺς διὰ τὸ Κοινοβούλιον, ἀμεταβλήτους, ἐνῷ ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει, ὅτι πάντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους περιλαμβάνονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἠξεύρετε τί ἐννοεῖ τοῦτο; Ἐννοεῖ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἔχει πάντοτε τὴν δύναμιν, ἂν ἔχῃ τὴν θέλησιν, νὰ μεταβάλλῃ τὴν νομοθεσίαν, ὅπως ἐπιτρέπει νὰ δαπανηθῇ ἓν ἔξοδον, ἢ νὰ μὴ δαπανηθῇ, νὰ εἰσπραχθῇ ἓν ἔσοδον, ἢ νὰ μὴ εἰσπραχθῇ. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἀπαγορεύσητε εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ νομοθετήσῃ εἴτε περὶ τῶν ἐσόδων εἴτε περὶ τῶν ἐξόδων, ὡς αὐτὸ βούλεται, ἐξέρχεσθε τῶν ὁρίων τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ πράξητε. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀγωνίζεται, ὅσον τῇ εἶναι δυνατὸν, ἵνα παρακωλύσῃ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι, ἂν ψηφισθῶσι, βεβαίως θὰ καταστήσωσιν ἐκτὸς τοῦ νόμου, ὄχι ἡμᾶς τοὺς ἀγωνιζομένους, ἵνα σᾶς πείσωμεν περὶ τοῦ ὀρθοῦ, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία θὰ μετανοήσῃ διότι ἐψήφισε τοιαύτας διατάξεις. Καὶ ἐνῷ τοιούτους καὶ τηλικούτους ἀγῶνας καταβάλλομεν πρὸς ἀπόκρουσιν τόσον ἐπικινδύνων διατάξεων, μᾶς ὑβρίζετε!
§407Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐξήτασεν ἐν ἀρχῇ τὰ τοῦ ἄρθρου 3, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής· ἀφοῦ δ’ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν ταύτην, δύο κατηγορίας κατὰ τοῦ ἄρθρου διετύπωσε· πρῶτον, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης δὲν ἀποκλείει τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα πρὸ τῆς λήξεως τῆς πενταετίας...
§408Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τῆς ἐπιτροπῆς.
§409Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ τῆς Κυβερνήσεως πρόκειται, ἀφοῦ πρόκειται περὶ Διατάγματος. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τροπολογίας ἀποδεκτῆς γενομένης καὶ ἐννοούσης μίαν πενταετίαν. Ἡ δευτέρα παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς εἶναι, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς τροπολογίας ταύτης, ἡ ὁποία περιορίζει τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν, τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ περὶ φόρων· διότι λέγει, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ περιορισμὸς αὐτῶν ἢ μεταβολὴ αὐτῶν. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Διότι τί γίνεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου; Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δίδει ἐντολὴν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ προβῇ εἰς συμφωνίας, καὶ δυνάμει τῆς ἐντολῆς ταύτης ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖ. Ἔχομεν δὲ ἄπειρα παραδείγματα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσιν, ὅτι πολλάκις ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοιαύτην ἐντολὴν ἔδωκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἄλλως τε παρατηρῶ εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅτι, ἐὰν ἡ θεωρία αὐτοῦ ἦτο ἀκριβής, ἐὰν, ὅπως ὑπεστήριξε, τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύῃ νὰ στερηθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν κατ’ ἔτος τοὺς φόρους, ἐὰν, λέγω, τοῦτο ἦτο ἀκριβές, τότε θὰ παραδεχθῇ κατ’ ἀνάγκην, ὅτι δὲν δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ παραχωρήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπως συνάψωμεν δάνειον, διότι ἡ παραχώρησις τῶν ἐσόδων τούτων θὰ ἦτο μείωσις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον διατείνεται ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλείψῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ δευτέρα αὕτη κατηγορία δὲν ὑφίσταται. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, εἶναι, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δυνάμει ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς αὐτὴν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δύναται νὰ προβῇ εἰς προμήθειαν, ἀναλαμβάνουσα τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐπὶ πενταετίαν παραχωρήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πολεμηθῇ ἐπίσης ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ἂν ἡ θεωρία του ἦτο πράγματι ἀκριβὴς, δίδει τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσωμεν τὸ δάνειον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Οὐδὲν ἀντισυνταγματικὸν λοιπὸν ὑπάρχει, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§410Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς, σχετικὰς πρὸς τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Παρετήρησα εἰς τὸ πρῶτον ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ὅτι ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ τῆς συνομολογήσεως μακροχρονίου δανείου μόνον διὰ νόμου, καὶ προσέθηκα, ὅτι, ὅπως ἦτο τότε συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, ἔδιδεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ παρεμβάλῃ καὶ τὸν Ἔλεγχον. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ. Διωρθώθη δὲ πράγματι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάνειον τὸ ἀπ’ εὐθείας συνομολογηθησόμενον μετὰ δανειστῶν, οἵτινες θὰ παράσχωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ χρῆμα πρὸς ἀγορὰν τῶν προμηθειῶν τούτων· διότι διὰ νόμου θὰ γίνηται τοῦτο· ἠδύνατο μάλιστα, κατ’ ἐμέ, καὶ νὰ λείψῃ· διότι, ὅταν διὰ νόμου πρόκηται νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις, εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρηται ἐδῶ, διότι, ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ νόμος, δύναται καὶ ὁλόκληρος ὁ σήμερον συζητούμενος νὰ μεταβληθῇ. Ὅτι ἀποτελεῖ δάνειον καὶ ἡ συνομολόγησις συμβάσεως περὶ παροχῆς τῶν ἐσόδων ἐντὸς προθεσμίας, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον· μάλιστα, ἂν εἶχεν ἀφεθῇ ἀόριστον, ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ πλῆρες δάνειον μετὰ ἐκδόσεως, διότι ἠδύνατο νὰ συμβληθῇ ἡ Κυβέρνησις μεθ’ ἑνὸς προμηθευτοῦ, νὰ ὁρίσῃ εἰς αὐτὸν διὰ 30 ἔτη ἓν ποσὸν ἐτήσιον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου νὰ συνεννοηθῇ ὁ προμηθευτὴς μετὰ μιᾶς Τραπέζης, καὶ νὰ ἐκδώσῃ δάνειον, ὅπως συνέβη εἰς τὸ δάνειον τοῦ κατασκευαζομένου σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, δι’ ὃ ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ὡρισμένην ἐτησίαν δόσιν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἡ Ἑταιρεία Μπατινιὸλ συνεβλήθη μετὰ τραπεζικῶν καταστημάτων, καὶ ἐκδίδει τὸ δάνειον. Καὶ τοῦτο εἶναι ὀρθόν. Ἀλλὰ πάντες εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ προμήθεια ὑλικοῦ πολέμου ἀξία λόγου, εἴτε ὅπλων εἴτε οἱουδήποτε ὑλικοῦ. Βεβαίως μὲ τὰ 4,500,000 ἢ 5,000,000, μὲ τὰ ὁποῖα προικίζεται τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης κατ’ ἔτος, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν τοῖς μετρητοῖς νὰ προμηθευθῇ ἡ Κυβέρνησις ποσὸν πολεμεφοδίων ἄξιον λόγου. Ἔπρεπε λοιπόν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, νὰ δοθῇ ἡ εὐκολία τῆς προμηθείας ποσοῦ 15 ἕως 20 ἑκατομμυρίων διὰ νὰ δυνηθῇ δὲ νὰ προμηθευθῇ ποσὸν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν πληρωμὴν εἰς δόσεις. Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, οὐδένα παρουσιάζει κίνδυνον ἐκδόσεως ἑνὸς δανείου μακροχρονίου καὶ παρεμβάσεως ἴσως τοῦ Ἐλέγχου ἄνευ τῆς γνώσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Οὐδένα τοιοῦτον κίνδυνον διατρέχομεν, οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ παρεμβάλῃ τὸν Ἔλεγχον διὰ πληρωμὴν προμηθειῶν μὲ προθεσμίας μὴ ὑπερβαινούσας τὰ 5 ἔτη. Ἂν τοιοῦτόν τι δὲν ἠθέλομεν πράξει, ἀλλ’ ἠθέλομεν ἀπαιτήσει, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε συνομολογήσει μετὰ προμηθευτοῦ πολεμεφοδίων, καὶ τῆς ὁποίας ἡ πληρωμὴ ἤθελεν ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε διαθέτει ἀμέσως τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ἐκ προσόδων ἑνὸς μόνον ἔτους, βεβαίως ἠθέλομεν δεσμεύσει τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τοῦ νὰ ζητῇ προμηθείας ἀξίας λόγου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον σύμβασις μετὰ λεπτομερειῶν περὶ προμηθείας πολεμεφοδίων. Διὰ νὰ κυρωθῇ δὲ σύμβασις ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως ἐντὸς προθεσμιῶν πραγματοποιηθῇ ἡ προμήθεια αὕτη, βεβαίως ἔπρεπε νὰ κοινοποιηθοῦν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ αἱ λεπτομέρειαι τῆς προμηθείας. Νομίζω ὅτι τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ ἦναι δύσπιστον πάντοτε πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ μέχρις ὁρίων· ὅταν πρόκηται νὰ διευκολύνωμεν μίαν προμήθειαν, τὴν ὁποίαν πάντες θεωροῦμεν ἀναγκαίαν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ δοθῇ ἐξουσία εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ προμηθείας 15 ἑκατομμυρίων.
§411Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. 25 ἑκατομμυρίων.
§412Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι μία Κυβέρνησις θὰ διαθέσῃ τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ τῶν προμηθειῶν ἔχει καὶ ἕτερον σκοπὸν, νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ κτιρίων.
§413Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ δεχθῇ ὁ τρίτος τὸ ὅλον.
§414Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ χορήγησις τοῦ ὅλου δὲν ἐξασφαλίζει τὸν προμηθευτήν. Λοιπὸν, ἔχων ἐν τῇ σκέψει μου αὐτὸ, ἔλαβον τοῦτο ὡς βάσιν, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἂν δύναται νὰ προβῇ εἰς προμήθειαν 10 ἕως 15 ἑκατομμυρίων.
§415ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσόν.
§416Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· διότι δὲν δανείζει τις ἄνευ περιθωρίου τινός· πρέπει νὰ ἔχῃ περιθώριον... Λοιπὸν τὴν εὐκολίαν ταύτην ἐνόμισα ὅτι πρέπει τὸ Κοινοβούλιον νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· προσέθηκα δὲ προσέτι, ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν δόσεων τούτων θέλει χορηγεῖσθαι ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ ταμείου, καὶ τοῦτο προσέθηκα, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ συμβληθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μὲ τὸν προμηθευτὴν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώνηται ὁ προμηθευτὴς ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ ὑπὸ τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον.
§417Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ποσὸν τῶν 2,500,000 δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς· δύναται νὰ ληφθῇ ἀπὸ τὰ ἄλλα τελωνεῖα.
§418Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ δύναται νὰ ληφθῇ καὶ ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Λοιπὸν δύναται νὰ εἴπῃ μία Κυβέρνησις, ὅτι «τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 4 ἑκατομμυρίων σύ, προμηθευτά, θὰ τὸ λάβῃς παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ γράφω εἰς τὸν Ἔλεγχον νὰ μὴ ἐπιστραφῇ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ποσὸν αὐτό· ἀπ’ εὐθείας λάβε σὺ τὸ ποσὸν τοῦτο.» Εἶναι τόσον στοιχειῶδες τοῦτο, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Λοιπὸν αὐτὴ ἦτο ἡ πρόθεσις τῆς τροπολογίας μου, νὰ ἐξασφαλίσῃ δηλαδὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὸ ὅτι δὲν ἀπαλλοτριοῦται τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ κυρώσῃ αὐτὴ διὰ νόμου τὴν συνομολόγησιν δανείου ἐκδιδομένου εἰς τὸ κοινὸν καὶ ὑποβαλλομένου ἴσως καὶ εἰς τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον, νὰ ἀφήσῃ δὲ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀρκετὴν ἐλευθερίαν, ὥστε νὰ δύναται αὕτη νὰ συνομολογήσῃ τὴν προμήθειαν σπουδαίου ποσοῦ πολεμεφοδίων, ὅπλων ἢ πυροβόλων, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ παρακωλυθῇ, διότι βεβαίως παρακώλυσις θὰ ἦναι, ἂν ἡ τοιαύτη προμήθεια ἔπρεπε νὰ κυρωθῇ διὰ νόμου, διότι δυσκόλως εἷς προμηθευτὴς θὰ ἔλθῃ εἰς σύμβασιν ἐπωφελῆ μετὰ Κράτους τινὸς, ἐὰν ἡ μετ’ αὐτοῦ σύμβασίς του πρόκηται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ὑπὸ ὅρους πολὺ ὠφελιμωτέρους θὰ συμβληθῇ, ὅταν συνάπτῃ σύμβασιν ὁριστικήν. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἑνὸς καὶ μόνου προμηθευτοῦ, θὰ πρόκηται ἴσως περὶ πλειοτέρων, ἕκαστος τῶν ὁποίων θὰ πληρώνηται ἐντὸς προθεσμιῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν μου. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§419Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καραπάνου, ὡς ἔχει, ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπανέρχεται ἀνὰ πᾶσαν πενταετίαν, ἐὰν θεωρῆτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ παρὰ μόνον ἅπαξ ἐπὶ μίαν πενταετίαν, δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «ἐφάπαξ».
§420Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ σκέψιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§421Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δυνάμεθα, ἀντὶ «ἐφάπαξ», νὰ εἴπωμεν «ἐπὶ μίαν μόνον πενταετίαν·» δηλαδὴ «ἐντὸς προθεσμίας μὴ ὑπερβαινούσης μίαν μόνην πενταετίαν».
§422Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἅμα ἀνατεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον αὐτὸ καὶ τὸ δικαίωμα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τὸ περιορίσωμεν, διότι δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§423Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ μίαν μόνον πενταετίαν.
§424Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καλῶς ἔχει.
§425Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μακρηγορήσω, διότι ἀτυχῶς εἶμαι καὶ ἠναγκασμένος ν’ ἀποχωρήσω, διότι ἔλαβον δυσάρεστον εἴδησιν ταύτην τὴν στιγμήν, περὶ θανάτου στενοῦ μου συγγενοῦς. Μόνον ἓν πρᾶγμα ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ οἱ προμηθευταὶ τῶν ὅπλων καὶ ἄλλων εἰδῶν βεβαίως δὲν θὰ θελήσωσι νὰ συμβληθῶσι διὰ Διαταγμάτων καὶ ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους βεβαίως αὐτοὶ θὰ ὑποβάλωσι μετὰ τοῦ νόμου εἰς νομομαθεῖς, καὶ βεβαίως οἱ νομομαθεῖς ἐκεῖνοι θὰ διαβεβαιώσωσιν, ὅτι ὁ νόμος περιέχει διάταξιν ἀντισυνταγματικήν.
§426Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνόμισα περιττὸν νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀλλοιώσεως, διότι ὑπάρχουσι συμβάσεις πλεῖσται ὅσαι οὐχὶ μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν Κρατῶν.
§427ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καραπάνου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§428Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μετὰ τῆς προσθήκης, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· δηλαδὴ «διὰ μίαν μόνην πενταετίαν».
§429Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§430ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη τροπολογία, ἡ τοῦ κ. Φικιώρη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3, μετὰ τὴν λέξιν «κτιρίων» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «καὶ ὀχυρωματικῶν ἔργων, προηγουμένης τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν αὐτῶν δαπάνη ὑπερβαίνῃ τὰς 10,000 δραχμάς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§431Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κυρίου Μερλοπούλου. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§432ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 3 νὰ προστεθῇ: «χρησίμων πρὸς στρατωνισμόν». Ἐπίσης μετὰ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3 νὰ προστεθῇ παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ παντὸς ἔργου κατασκευῆς ἢ ἀνακαινίσεως στρατιωτικῶν κτιρίων ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ΣΙΒʹ νόμου τοῦ 1852 περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΛΗʹ τῆς 7 Μαρτίου 1894.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἡ τετάρτη παράγραφος ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Ὁ τόκος, τὸ χρεωλύσιον, ἡ τυχὸν ἀπαιτηθησομένη προμήθεια, ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος τῆς ἐκδόσεως καὶ πάντες οἱ λοιποὶ τοῦ δανείου ὅροι κανονισθήσονται διὰ συμβάσεως, ἥτις, συνομολογουμένη ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἐκπροσωπούντων τὸ ταμεῖον, κυροῦται διὰ νόμου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τετάρτην παράγραφον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§433Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν μετὰ μεσημβρίαν.
§434ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 4 καὶ 35′ τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).