1904.03.04
3.222 στίχοι · 24.856 λέξεις · 324 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 4 Μαρτίου 1904.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ι. Γιαννακίτσα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 50′ μ. μ., παρόντων 131 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ πρακτικὰ σημειοῦσιν ἐν σελίδι 6, ὅτι ὁ Πρόεδρος μὲ ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν τάξιν, καὶ ἐζήτησε νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά. Ἐγὼ δὲν ἐνόουν διὰ τῆς λέξεως «ἀνεπαρκὴς», ἣν εἶπον πρὸς τὸν Πρόεδρον, ὅτι οὗτος εἶναι ἀνίκανος, ἢ ὅτι δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του. Εἰδικῶς ἐπὶ τῆς περιστάσεως ἐκείνης τοῦ θορύβου δὲν ἠδύνατο ὄχι μόνον ὁ Πρόεδρος, ἀλλὰ καὶ πᾶς ἄλλος νὰ ἐπαρκέσῃ. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχεν ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν εἶπον· δὲν ἤθελον νὰ ἀποδώσω μομφὴν ἐπὶ ἀνικανότητι. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος μοῦ ἀφῄρεσε τὸν λόγον καὶ μὲ ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν τάξιν. Ἀμέσως τότε ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα δώσω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ δώσω· ὅτι δηλαδὴ οὐδεμίαν προαίρεσιν εἶχον νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Πρόεδρον· διότι, ἐὰν εἶχον τοιαύτην, θὰ τὸ ἔλεγον. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἐθορυβήθησαν οἱ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, καὶ ἐπῆλθεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε, καὶ τὸ ὁποῖον, σᾶς βεβαιῶ, μὲ ἐλύπησε πολύ, διότι ἐγενόμην ἀκουσίως ὑπαίτιος τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἥτις βεβαίως δὲν εἶναι πρέπον νὰ λαμβάνῃ χώραν ἐνταῦθα. Ἐὰν ἦτο παρὼν ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ Πρόεδρος κ. Χατζίσκος, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ, διότι πολλάκις καὶ εἰς ἁπλοῦν νεῦμα αὐτοῦ ὑπεχώρησα καὶ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τούτων νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησίς μου εἰς τὴν τάξιν.
§3ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦτο ἐσκόπουν νὰ προτείνω καὶ ἐγώ, διότι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον χθὲς, καὶ σήμερον μετὰ τὰ λεχθέντα, εἶναι, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἄξιον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§4Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χθὲς, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἐζήτησε τὸν λόγον, ἵνα δώσῃ ἐξηγήσεις, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος δὲν ἤθελε νὰ τῷ δώσῃ τὸν λόγον, ἀπετάθην πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἀταξία ἡ λαβοῦσα χώραν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, νὰ μὴ δώσῃ τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Ἀσημακόπουλον, διότι ἐν πεποιθήσει ἐφρόνουν, ὅτι οὐδὲν οὗτος εἶπε τὸ θίγον τὴν ὑπόληψιν ἢ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἡ λέξις «ἀνεπαρκὴς» εἶχε τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν ἐπήρκει ὁ Πρόεδρος νὰ καταστείλῃ τὴν γενομένην ταραχὴν, καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δίκαιον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀναγραφὴν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς εἰς τὴν τάξιν ἀνακλήσεως τοῦ κ. Ἀσημακοπούλου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ μέρος αὐτό.
§5ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά. Ὀφείλω ὅμως νὰ δικαιολογήσω τὰ γενόμενα χθές, διότι τὴν ὥραν ἐκείνην ἐγὼ προήδρευον. Δὲν εἶχε σειρὰν τότε νὰ ἀγορεύσῃ ὁ κ. Ἀσημακόπουλος, ἀλλὰ, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κ. Ἀγγελόπουλος. Εἶπον τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ἀσημακόπουλον, καὶ ἐκάλεσα τὸν κ. Ἀγγελόπουλον νὰ ἀγορεύσῃ, ἀλλ’ ὁ κ. Ἀσημακόπουλος δὲν ὑπεχώρει.
§6Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοιαύτας ἀνωμαλίας, αἵτινες συχνὰ συμβαίνουσι, δὲν πρέπει νὰ γίνεται χρῆσις τοῦ αὐστηροῦ μέτρου, τοῦ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ χορηγουμένου εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τῆς ἀνακλήσεως δηλαδὴ εἰς τὴν τάξιν καὶ τῆς ἀναγραφῆς αὐτῆς εἰς τὰ πρακτικά.
§7ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἐποιησάμην χρῆσιν οὐχὶ διὰ τὴν ἀνωμαλίαν, ἥτις ἔλαβε χώραν, ἀλλὰ διότι ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ τὸ Προεδρεῖον ὡς ἀνεπαρκές.
§8Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον χθὲς τὸν λόγον ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἤμην πρῶτος ἐγγεγραμμένος· ἄλλως δὲν θὰ ἐλάμβανον αὐτόν.
§9Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅτι ἐγένετο ἀταξία, προκύπτει ἐξ αὐτῶν τῶν πρακτικῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀταξίαι. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκάλεσε χθὲς εἰς τὴν τάξιν τὸν κύριον Ἀσημακόπουλον, παρὰ τὸν Κανονισμὸν, διότι, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνόμιζεν, ὅτι ἀτόπως συμπεριεφέρθη ὁ κύριος συνάδελφος, ὤφειλε κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ ζητήσῃ πρῶτον ἐξηγήσεις, καὶ ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔδιδε τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, ἢ δὲν ἀνεκάλει τὰ λεχθέντα, τότε ἠδύνατο νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις θὰ διαγραφῇ τὸ μέρος τοῦτο ἐκ τῶν πρακτικῶν.
§11Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις θὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν πρακτικῶν ἡ ἀνάκλησις τοῦ κυρίου Ἀσημακοπούλου εἰς τὴν τάξιν.
§13Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐν σελίδι τρίτῃ τῶν πρακτικῶν φέρομαι ὅτι ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ κατασκευῆς γεφύρας ἐν Τριφυλίᾳ. Εἶναι προφανὲς τὸ λάθος, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§15Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Οὐχὶ μόνον διότι, ὡς ὀφείλω, εἶμαι εἷς τῶν θαυμαστῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ, ὅτι στρατιωτικοὶ τῆς περιωπῆς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν πρέπει νὰ πίπτωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ στρατεύματος, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον τοῦτο ἐξασκεῖ ἐπιρροὴν καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ αὐτῶν βίου, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐθίγη χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, προκειμένου περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐπειδὴ μάλιστα, ὡς ἐκ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας, προχθὲς ἐνόμισα, ὅτι ἴσως δὲν ἀντελήφθην καλῶς, ἐζήτησα χθὲς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἔδωκε τόσον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν χθές, προκληθείς; Τρὶς ἐπανέλαβε τὸ αὐτό...
§16Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει αὐτό;
§17Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τρὶς ἐπανειλημμένως εἶχε τὸ θάρρος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἴσως καὶ παρὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν ἡ θέσις τοῦ ταγματάρχου τοῦ πεζικοῦ, προέδρου τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, περιλαμβάνηται εἰς τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατεύματος, δέχεται αὐτήν· ἑπομένως τὴν γνώμην ταύτην εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ἄλλος ὁ λόγος· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ γραφῇ ὑπὸ τοῦ κ. πρακτικογράφου, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπε τὰ ἐναντία. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστούμενος διατυπώσῃ τὸ θέμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη αὕτη ἡ ἔλλειψις τῶν πρακτικῶν· ἐγὼ ἔλαβον χθὲς τὸν λόγον, καὶ ὑπεστήριξα τὴν τροπολογίαν, καὶ εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς τὴν ὑπεστήριξα· καὶ ὅμως τοῦτο δὲν ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικά! Ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω, ὅτι ἡ τροπολογία μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀνυποτάκτων κληρωτῶν, ὅπως περιληφθῶσι καὶ οἱ ἀνυπότακτοι ἢ φυγόστρατοι τοῦ 1895 καὶ 1896, ἐγένετο ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς παραδοχῆς τῆς τροπολογίας, ἣν ὑπέβαλον ἕτεροι συνάδελφοι. Οὔτε περὶ τούτου ἐγένετο μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς· ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦτο φαίνεται ὅτι ἔμεινεν ἐκκρεμές, καὶ ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, θὰ γεννηθῶσι τοσαῦτα ζητήματα, ὥστε ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν, συγχρόνως δὲ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ πρακτικογράφου νὰ μὴ γεννᾷ ζητήματα, νομίζων ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου προσφέρει ὑπηρεσίας. Ταῦτα λέγω, διότι θέλω νὰ προλάβω τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ νὰ λάβῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ, διότι ὁ πρακτικογράφος εἶναι νέος πολὺ καλός.
§18Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐτηρήθη καὶ ἡ σειρὰ τῶν ὀνομάτων τῶν ἀγορευσάντων, καθ’ ἣν ἔλαβον τὸν λόγον οὗτοι· νομίζω δέ, ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον νὰ τηρῆται ἡ σειρὰ τῶν ἀγορευόντων ἐπὶ ἑκάστου θέματος.
§19Π. ΣΑΚΚΗΣ. Κατόπιν τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας συναδέλφου κυρίου Πετρίδου διὰ τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν εἰς τὴν σελίδα 3, παρατηρῶ καὶ ἐγώ, ὅτι κατὰ λάθος παρελείφθη, ὅτι ἐγὼ ἔκαμα τὴν σύστασιν περὶ κατασκευῆς γεφύρας τινὸς ἐν Τριφυλίᾳ. Προέβην δὲ εἰς τὴν σύστασιν ταύτην, διότι εἶχον παρακληθῆ ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου νὰ ποιήσωμαι τοιαύτην σύστασιν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο.
§20Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Εἰς τὴν σελίδα 8 τῶν πρακτικῶν ἀναγράφεται, ὅτι χθὲς ἐγώ, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. ἐκ Ναυπακτίας συνάδελφον, εἶπον, ὅτι πολῖται Βόλου, ἔχοντες προσωπικὰ πάθη κατὰ τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου, παραπονοῦνται εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, καὶ παρακαλῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τὸ ἀκριβές, ὅτι πολῖται Ναυπακτίας, ἔχοντες προσωπικὰ πάθη κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Ναυπακτίας, τηλεγραφοῦσιν εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτοῦ.
§21Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Εἰς τὴν σελίδα 6, παράγραφον τετάρτην, ἀναγράφεται, ὅτι «ὁ Πρόεδρος ἀπήντησεν, ὅτι ὁ θόρυβος κατεστάλη, καὶ ἀφήρεσε τὸν λόγον παρὰ τοῦ ὁμιλοῦντος». Παρακαλῶ ἡ παράγραφος αὕτη ν’ ἀπαλειφθῇ.
§22Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πρόεδρος δίδει τὸν λόγον, δὲν τὸν ἀφαιρεῖ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀπαλειφθῇ.
§24Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀναγράφεται εἰς τὴν σελίδα 8 τῶν πρακτικῶν, ἐλλείπει τὸ δεύτερον μέρος. Εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγράφεται, ὅτι «ὁ κ. Ροῦφος ἐπερωτᾷ, ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐναυάγησαν αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ σταφίδος.» Πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ δεύτερον μέρος, ὡς ἑξῆς: «καὶ τί σκέπτεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν.» Προσέτι δὲ νὰ προστεθῇ, ὅτι «ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι σήμερον θὰ ἀπαντήσῃ», ὅπερ ἐπίσης δὲν ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικά.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θὰ διορθωθῶσι.
§26Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐν τῇ ἐνάτῃ σελίδι ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον, ὅτι «ὑποβαλόντος τοῦ κυρίου Πολυγένη ἔνστασιν ἀπαρτίας ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, εὑρέθη δὲ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ.» Ὡς καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὁ κύριος Πολυγένης ὑπέβαλε μὲν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ παρῃτήθη ἀμέσως τῆς ἐνστάσεως ταύτης, υἱοθέτησε δ’ αὐτὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§27Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως.
§28Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδεμίαν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας υἱοθέτησα.
§29Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἔχομεν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως ἀναγράφονται τὰ περὶ τούτου ὡς ἔλαβον χώραν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὄντως ὁ κύριος Πολυγένης ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου παρῃτήθη τῆς ἐνστάσεως.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ ἔφερεν ἅπαξ τὴν ἔνστασιν, ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Οὐδεμίαν σημασίαν εἶχεν ἡ παραίτησις.
§31Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι γενομένης ἐνστάσεως πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἀλλ’ εἴθισται, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, ὁσάκις πρόκηται περὶ ζητήματος ἀπαρτίας καὶ ἀνακαλέσῃ τὴν ἔνστασιν ὁ ὑποβαλὼν αὐτήν, νὰ μὴ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ὁ κύριος Πολυγένης ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ἀλλ’ ἀμέσως ἀνεκάλεσεν αὐτήν.
§32Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξακριβώσωμεν τὰ γεγονότα. Ἡ ἔνστασις χθὲς ὑπεβλήθη ὑπό τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἤρχισε δὲ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, καὶ εἶχον ἀναγνωσθῆ τὰ δύο πρῶτα ὀνόματα (Λέων Μελᾶς, Στέργιος Καρανίκας), ὅτε παρετήρησα, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος ἤρχισε νὰ συζητῇ μετὰ τῶν κυρίων τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, ἂν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ἢ ὄχι. Ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἦσαν παρόντες συμπολιτευόμενοι Βουλευταί καί τινες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν ὅλῳ 125· ἐνόμισα ὡς ἐκ τούτου, ὅτι ταχύτερον ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ τέρμα, ἐὰν ἀνεγινώσκετο ἀμέσως ὁ κατάλογος, παρὰ ἐὰν ἐξηκολούθει ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἂν οἱ ἐνιστάμενοι ἐπέμενον εἰς τὴν ἔνστασιν αὐτῶν ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, εἶπον: «τί κάμνετε! ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον.»
§33Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὰ πρὸ ὀλίγου λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ εἶναι ἀληθῆ. Ἀνωμολόγησεν, ὅτι ὁ κύριος Πολυγένης ὑπέβαλε τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἀνωμολόγησεν ὅτι ἀνεκάλεσεν ὁ κύριος Πολυγένης τὴν ἔνστασιν ταύτην, ἀνωμολόγησεν, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπέβαλεν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Διατὶ τὰ γεγονότα ταῦτα νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ πρακτικά; Εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι λίαν σοβαρά. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ συμφώνως πρὸς τὴν ἀλήθειαν.
§34Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας χθὲς εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἀνακριβὴς ἀντίληψις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ πράγματα, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἔλαβον χώραν ὡς ἑξῆς. Ἀφοῦ ὁ κύριος Πολυγένης ἀνεκάλεσε τὴν προταθεῖσαν ἔνστασιν, ἐγώ, λαβὼν τὸν λόγον καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κύριος Πρόεδρος ἐνεχείριζεν εἰς τὸν Γραμματέα τὸν κατάλογον, εἶπον εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος: «μὴ ἐπιμένετε, κύριε Ὑπουργέ, διότι ἐπιμένοντες ἀποδεικνύετε, ὅτι σεῖς προκαλεῖτε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ὅτι σεῖς ὑποβάλλετε τὴν ἔνστασιν».
§35Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πάντες παρέστημεν, κύριε Πρόεδρε, ἐνταῦθα, καὶ ἐνθυμούμεθα, τί συνέβη χθές. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ὁ κύριος Πολυγένης εἶχε φέρει τὴν ἔνστασιν, καὶ εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου...
§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
§37Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ ὀνόματα Μελᾶς καὶ Καρανίκας εἶχον ἐκφωνηθῆ· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχον ἐκφωνηθῆ τὰ ὀνόματα ταῦτα, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας, ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἀνακαλεῖ τὴν ἔνστασιν. Ἡ ἔνστασις, ἅπαξ γενομένη, δὲν δύναται νὰ ἀνακληθῇ· τὸ Προεδρεῖον ὀφείλει νὰ ἀναγνώσῃ τὸν κατάλογον. Τὸ ὅτι ὁ κύριος Πολυγένης εἶπεν, ὅτι ἀνακαλεῖ τὴν ἔνστασιν, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει· κάλλιστα δ’ ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος, διατάξας τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν ὑπῆρχεν ἀπαρτία ἢ ὄχι.
§38Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἡ προκειμένη συζήτησις οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλῃ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αὕτη ἐνδιεφέρετο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐνδιεφέρετο νὰ ματαιώσῃ αὐτήν. Ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις λέγει, ὅτι ἔχει τόσην καλὴν διάθεσιν περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§39Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἡμεῖς δὲν ὑπεβάλομεν χθὲς τὴν ἑσπέραν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, διότι φρονοῦμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ, καὶ διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν ἐγένετο δεκτόν, καὶ ἐπρόκειτο παρ’ ἡμῶν νὰ ψηφισθῇ καὶ κατ’ ἄρθρον. Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν, ὅτι πρέπει νὰ γραφῶσιν ἐν ἀκριβείᾳ τὰ πρακτικά, διὰ νὰ μὴ ῥιφθῇ κατηγορία τις, ὅτι ἡμεῖς, προκειμένου περὶ τῶν μέτρων πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, εἴμεθα ἐναντίοι τοιούτου νομοσχεδίου. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὰ πρακτικὰ διορθωθῶσι.
§40Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐπολέμησα τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, ζητήσας ἐν τέλει καὶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου· εἶχον δὲ λάβει καὶ πολλοὶ ἄλλοι τὸν λόγον, ὁ δὲ κύριος Δεληγεώργης εἶχεν ὑποβάλει τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν ὅτι ἀποδέχεται κατ’ ἀρχήν, καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιώσει ταύτῃ ἐγὼ ἀπέσυρα τὴν πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς, καὶ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου προὐχώρησε. Τοῦτο δὲν ἀναφέρεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ποίαν σελίδα;
§42Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἰς τὴν σελίδα 9. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἀποδέχεται τὴν τροποποίησιν.
§43Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀπεδέχθην τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ κ. Φικιώρη.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἰδία τροπολογία εἶναι.
§45Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διωρθώθησαν τὰ πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ὁ ἐξ Ἄργους βουλευτὴς κ. Πολυγένης ὑπέβαλεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας...
§47ΧΑΡ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Πολυγένης ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνῶ. Κατόπιν τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως ἐγὼ ἀντελήφθην, ὅτι δὲν ἦσθε 15, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἔδωκα ἀμέσως τὸν κατάλογον εἰς τὸν γραμματέα, ἵνα ἀρχίσῃ τὴν ἀνάγνωσιν· ἀλλ’ ἐγένετο θόρυβος ἐκείνην τὴν στιγμήν, πρὶν δὲ σημειώσῃ ὁ κύριος γραμματεὺς τὰ δύο πρῶτα ὀνόματα, Λέων Μελᾶς καὶ Στέργιος Καρανίκας, ὑμεῖς, κύριε Μελισσηνὲ, ἐν τῷ θορύβῳ ἐκείνῳ εἴπετε, ὅτι ἀποσύρετε τὴν ἔνστασιν...
§49Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ κυρίου Πολυγένη.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· μὲ συγχωρεῖτε... Ἐν τῷ θορύβῳ λοιπὸν ἐκείνῳ ἔστρεψα τὰ βλέμματά μου πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐζήτουν νὰ ἀντιληφθῶ, τί ζητεῖτε, ὁπότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀποτεινόμενος πρός με, μοὶ λέγει: «Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος»· τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο. Ὥστε, καίτοι ἡ ἔνστασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου Πολυγένη ἀπεσύρθη, τὸ Προεδρεῖον, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὤφειλε νὰ διατάξῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
§51Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ὑποβαλόντος τοῦ κυρίου Πολυγένη ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἀνακληθείσης ταύτης ὑπ’ αὐτοῦ, ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος.»
§52Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔννοιαν οὐσιώδη δὲν ἔχει τὸ ζήτημα, ἐν τούτοις ἔχει ἔννοιάν τινα, δὲν δύναται δὲ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συγκαλυφθῇ οὔτε μὲ τὴν πληροφορίαν τῆς ὑμετέρας ἀντιλήψεως. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς. Εἴθισται, ὅταν εὑρίσκηται ἐν νευρικῇ ταραχῇ ἡ Βουλή, ὡς εὑρίσκετο χθὲς τὴν ἑσπέραν, νὰ προκαλῆται ἐνίοτε ἐν θυμῷ ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πιστοποιηθῇ, εἶναι, ὅτι, ἐνῷ εἴθισται, ὅταν γίνηται ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ ἤμεθα ὅλοι διατεθειμένοι, ὅταν ὁ προβαλὼν τὴν ἔνστασιν ἄρῃ αὐτήν, νὰ συμφωνῶμεν καὶ νὰ μὴ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος, χθὲς συμμετέσχε τῆς νευρικῆς ταραχῆς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐνῷ ἠδύνατο νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἀφοῦ ἡ ἔνστασις ἀνεκλήθη, ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ πάντες σχεδὸν οἱ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος ἐπέμενον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, ἔστω καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὡς ἀκριβῆ τὴν ὑμετέραν ἀντίληψιν, ἢ τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδειξε διὰ τοῦ τρόπου του, ὅτι ἐνόει νὰ εἴπῃ: «τὴν τρίτην ὥραν τῆς πρωΐας κάμνετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας! νὰ σᾶς δείξωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.» Καὶ ἐννοῶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅταν ὑπάρχωσι κωλυσιεργικαὶ τάσεις. Ἀλλὰ χθὲς ἐγένετο σοβαρωτάτη συζήτησις, τόσον μάλιστα σοβαρά, ὥστε ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ εἷς καλλίτερον καὶ συνετώτερον τοῦ ἄλλου ὡμίλει καὶ ὑπέβαλλε γνώμας, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχετο. Μετὰ μίαν τοιαύτην συζήτησιν ἐγεννήθη φυσικὴ συνέπεια νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους: «εἶναι τρίτη ἡ ὥρα πρωϊνή, καὶ μετὰ τοιαύτην ἐργασίαν κοπιώδη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέβαλε γνώμας, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη αὐτάς, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ὥρα νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, ὅπως αὔριον ἐν ἡσυχίᾳ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νομοσχεδίου τοσοῦτον σοβαροῦ;» Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτῆς τῆς φυσικῆς συνεπείας ἐπῆλθεν ἡ ὀργὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ἐπιμόνως τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, κύριε Πρόεδρε· καὶ ἂν θέλητε, ἀναγράψατέ τα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἐὰν δὲν θέλητε, μὴ τὰ ἀναγράφετε.
§53Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἑρμηνεύων τὸν Κανονισμόν, ὡς αὐτὸς θέλει. Πολλάκις ἡρμηνεύθη ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας ἄλλως ἢ ὡς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρὸ μικροῦ ἡρμήνευσεν αὐτόν. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου, συζητουμένου τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον· ὅτε δ’ ἐπρόκειτο ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔφερεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας· παρεκάλεσα τὸν κ. Βουλευτὴν ν’ ἀποσύρῃ τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἀπέσυρεν αὐτήν· ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, μοὶ παρέστησεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, διότι προβληθείσης ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας οὐδεὶς πλέον ἔχει τὸν λόγον, οὐδὲ δύναται νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἔνστασιν ὁ προβαλὼν αὐτήν, καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου.
§54Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Σύμφωνοι εἴμεθα εἰς τὸ νομικὸν μέρος.
§55Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάρτυρα ἐπικαλοῦμαι τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι οὕτως εἶχον τὰ πράγματα. Ἑπομένως δὲν ἀπεσύρθη ἡ ἔνστασις, οὐδ’ ἐγὼ ἠγόρευσα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Διατί, Κύριοι, σήμερον θέλετε νὰ καθιερώσητε νέα δόγματα, καὶ λέγετε, ὅτι, ἀνακληθείσης τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἡ Βουλὴ ἔπρεπε, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος; Ἑπομένως καλῶς ἔπραξεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς χθές, μετὰ τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, νὰ διατάξῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Παρακαλῶ δὲ αὐτόν, ὁσάκις ὑποβάλληται τοιαύτη ἔνστασις, νὰ μὴ ζητῇ συμβιβασμόν, ἀλλὰ πάραυτα ν’ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος, διότι τότε καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ μεταμελώμεθα διὰ τὴν ἔνστασιν.
§56Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας, δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Πολλάκις ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι, ὅταν γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ, ἂν ἡ Βουλὴ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐργάζεται νομίμως συγκεκροτημένη· ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ ὁμιλήσῃ πρὶν ἢ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν, διότι δυνατὸν νὰ ἐπαναλαμβάνηται καὶ ἐφεξῆς, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὡς καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐβεβαιώσατε, ἡ πρώτη πρότασις ἦτο ἡ περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὑμεῖς, ἐζητήσατε, συμφώνως βεβαίως πρὸς τὸν Κανονισμὸν, νὰ βεβαιωθῆτε, ἂν ὑπάρχουσι 10 Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν αἴτησιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, ἐνῶ δὲ πράγματι ὑπῆρχον τόσοι ἐν τῇ πλευρᾷ ταύτῃ καὶ ἐν τῇ ἄκρᾳ τῶν ἑδωλίων, ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι δὲν ὑπῆρχον 10 Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν αἴτησιν περὶ ἀναβολῆς, διότι πιθανώτατα δὲν ἐβλέπετε αὐτούς, ἐπειδὴ ἦσαν ὄπισθεν τοῦ στύλου· ἡμεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἐβλέπομεν, ὅτι ἤμεθα 20 καὶ 30, ἐπεμένομεν ὅτι ὑπεστηρίζετο νομίμως ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασις· σεῖς ἐπεμένετε περὶ τοῦ ἐναντίου, καίτοι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ὠφείλετε νὰ πεισθῆτε, ὅτι, ἀφοῦ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἐγένετο ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης, θὰ ὑπεστηρίζετο οὐχὶ ὑπὸ δέκα μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πλειοτέρων, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐγίνετο. Ἐν τούτοις ὑμεῖς ἐπεμένετε, καὶ ἠγέρθη ὡς ἐκ τούτου θόρυβος, τότε δὲ δυσαρεστηθείς τις τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιθυμῇ, ὑπέβαλε τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἔκθεσις τῶν γεγονότων, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὁσάκις ἡ πλευρὰ αὕτη προτείνῃ ἀναβολὴν, νὰ μὴ ἐπιμένητε ἵνα προσέρχωνται ἐνώπιον τοῦ βήματος 10 ἢ 15 Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν, καὶ νὰ μὴ δίδητε ὡς ἐκ τούτου ἀφορμὴν νὰ προτείνωνται ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἦσαν ἐν τῷ πνεύματι τῶν προτεινόντων αὐτάς.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, δὲν ἠξίωσα νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τοῦ Προεδρείου οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν αἴτησιν περὶ ἀναβολῆς. Ἐγώ, συμμορφούμενος πρὸς τὸν Κανονισμὸν, ἐζήτησα νὰ πεισθῶ, ἂν ὑπάρχουσι δέκα Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν αἴτησιν περὶ ἀναβολῆς. Καὶ ὑπῆρχον μὲν τῳόντι, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἦσαν ὄπισθεν τοῦ στύλου αὐτοῦ, καὶ δὲν τοὺς ἀντελήφθην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μὲ ἀδικεῖτε, νομίζοντες ὅτι ἐγὼ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τοῦ Προεδρείου.
§58Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅτι καλῶς προέβητε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη· ἀλλ’ ἐπίσης εὐλόγως καὶ δικαίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος ἀξιοῖ νὰ διατυπωθῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς πρέπει καὶ ὡς ἀκριβῶς ἐγένοντο τὰ λαβόντα χώραν. Ὁ κ. Πολυγένης προέτεινεν ἀληθῶς ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ προκειμένου ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ὁ κ. Πολυγένης ἐδήλωσεν, ὅτι ἀποσύρει τὴν ἔνστασίν του. Τότε ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποσυρθῇ ἡ ἔνστασις, καὶ ἐπέμεινε ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ὅστις καὶ ἀνεγνώσθη. Οὕτως ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα ἀκριβῶς, καὶ οὕτω πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§60Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πῶς θὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Καλούτση.
§62Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§63Π. ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Εὐρυτανίας, ὅστις πολλάκις ἐπανέλαβε τὴν φράσιν, ὅτι γελοιοποιούμεθα ἕνεκα τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου διεξάγονται τὰ τῶν συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ζητοῦσιν οὕτως οἱ ὀλιγώτεροι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς περισσοτέρους τὴν γνώμην των. Τοῦτο εἶναι ἀνακριβέστατον. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη αἱ Βουλαὶ συνεδριάζουσιν ἐπὶ μῆνας, καὶ δὲν ζητοῦσιν αἱ Κυβερνήσεις παρ’ αὐτῶν νὰ ψηφίσωσι νομοσχέδια ἰδίως ἐθνικῆς σημασίας, ὡς τὰ περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ, ὡς ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ πράξῃ. Νομοσχέδια σπουδαιότατα λοιπὸν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ ἔθνους ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων σκοποῦσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητος καὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν θὰ φωτίσωσιν ἡμᾶς περὶ τῶν ἐλλείψεων τῶν νομοσχεδίων, εἶναι δυνατὸν κατὰ τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας νὰ συζητηθῶσι σοβαρῶς; καὶ οὕτω ψηφιζόμενα θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, δι’ ἃς προωρίσθησαν; Ἀναλογισθῆτε, ὁποίαν εὐθύνην θὰ φέρῃ ἡ Βουλή, ἂν κατόπιν τοιαύτης ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων ταῦτα ἀποδειχθῶσι, μεταβαλλόμενα εἰς νόμους, ἄχρηστα. Ἑπόμενον εἶναι, ὅταν ἐπιμένωμεν συνεδριάζοντες μέχρι τῆς τρίτης πρωϊνῆς ὥρας, νὰ συμβαίνωσι τὰ γνωστὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς πάντοτε συμβαίνουσιν. Εἰς τοιαύτην ὥραν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐκ τοῦ καμάτου καὶ τῆς ἀγρυπνίας νὰ γείνωσι νευρικοί, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ὑποπίπτωσιν εἰς σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναλογισθῆτε, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι· διὰ νὰ προλαμβάνωνται δὲ τὰ τοιαῦτα, ὀφείλουσιν οἱ ἡγούμενοι τῆς πλειονοψηφίας νὰ μὴ ζητῶσι διὰ τῆς πιέσεως νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν γνώμην των διὰ παρατεταμένων μέχρι πρωΐας συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ.
§64Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Διὰ τὴν γελοιοποίησιν, κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω δύο λέξεις. Εὐχαριστοῦμεν τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον διὰ τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ τὴν ὑπόδειξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἵνα μὴ γελοιοποιώμεθα. Ἂς ἦναι περὶ τούτου ἥσυχος· πρὸ πάντων δὲ ἂς ἦναι ἥσυχος, ὅτι αὐτὸς βεβαίως δὲν ἐγελοιοποιήθη, διότι ὄχι μόνον αὐτός, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι τινές τῶν συμπολιτευομένων κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν οὐ μόνον ἐκοιμῶντο, ἀλλὰ καὶ ἐρρογχάλιζον! (γέλωτες).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀντιλέγει). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται, ὡς διωρθώθησαν. Ἐπιτροπὴ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πειραιῶς ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου τούτου, ἐκφράζοντος τὰς εὐχαριστίας αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς.
§66Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, κύριε Πρόεδρε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ νὰ τελειώσω πρῶτον τὰς ἀνακοινώσεις. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ αὐτὴν νὰ προικοδοτήσῃ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου, ν’ ἀποσύρῃ δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ὁ βουλευτὴς Σκοπέλου κ. Γεωργιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 128). Ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πειραιῶς τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Καλούτσης.
§68Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τὸν νόμον, τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ὅπως ἀποτελέσῃ ἰδίαν ἐπαρχίαν, ὑπέβαλε πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, διότι κυκλοφοροῦσι διαδόσεις, ὅτι οὐ μόνον δὲν ὑπεβλήθη ὁ νόμος οὗτος πρὸς κύρωσιν, ἀλλ’ οὔτε σκέψις γίνεται περὶ τούτου. Καίτοι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι αἱ διαδόσεις αὗται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, οὐχ ἧττον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἦτο πεπεισμένος, ὅτι αἱ κυκλοφοροῦσαι φῆμαι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶχε λόγον νὰ ὑποβάλῃ, ὡς ὑπέβαλε, τὴν ἐπερώτησίν του. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἔλαβε δὲ μέρος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἅπασα ἡ πτέρυξ αὕτη, χθὲς δὲ ἀκριβῶς ἐζήτησα ν’ ἀποσταλῶσιν ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι αὔριον μόνον θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ σταλῶσι. Λοιπὸν αὔριον, ἅμα ὡς λάβω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, θὰ ὑποβάλω τὸν νόμον πρὸς κύρωσιν. Ὥστε δύναται νὰ ἡσυχάσῃ ὁ κ. Βουλευτής.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γεράκης.
§71Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως ἐπανορθώσω ἀνακριβείας τινάς. Τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα τῆς πρωτευούσης σήμερον ἀπασχολοῦνται παρὰ πολὺ μὲ τὸ λυπηρὸν ὄντως ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον συνέβη χθὲς μετὰ τὴν διακοπὴν καὶ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, γενομένην κατόπιν ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, προταθείσης ὑπό τινος τῶν κυρίων συναδέλφων. Καὶ ἄλλα μὲν τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι τὰ πράγματα ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον καὶ τὸ ἀληθέστερον, λαμβάνοντα ὑπ’ ὄψιν πάντοτε καὶ τὴν συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν εἴτε πρὸς τὸν ἕνα τῶν κ. Βουλευτῶν εἴτε πρὸς τὸν ἄλλον, ἄλλα ὅμως δημοσιογραφικὰ ὄργανα ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τὸ τραγικώτερον καὶ συμφώνως πρὸς τὰς συμπαθείας των πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυνουρίας συνάδελφον δὲν ἐδίστασαν δέ, κύριε Πρόεδρε, τὰ δημοσιογραφικὰ ταῦτα ὄργανα, — τὰ ὁποῖα ἐπιζητοῦσι παντὶ σθένει τὴν ὑποστήριξιν τοῦ τύπου παρὰ τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, — δὲν ἐδίστασαν, λέγω, νὰ διαδώσωσιν εἰς ἅπαντα τὸν Ἑλληνισμόν, ὅτι χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔπεσαν ῥαβδισμοὶ κατὰ Βουλευτῶν, καὶ ὅτι εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος ἐκτύπησεν ἐμὲ διὰ ῥάβδου. Ἐὰν νομίζῃ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ μοὶ ἀναφέρῃ τὸ ὄνομά του· ἐάν τις πάλιν τῶν κυρίων ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἀντελήφθη τοιοῦτόν τι, ὀφείλει, νομίζω, νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ εἴπῃ: «μάλιστα· χθὲς τὴν ἑσπέραν ἐκτυπήθη διὰ ῥάβδου ὑπὸ Βουλευτοῦ ὁ ἐκ Κραναίας βουλευτὴς κ. Γεράκης.»
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§73Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ (γέλωτες).
§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε! (γέλωτες).
§75Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπ’ ὀλίγον, ἰδίως διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης, ὡς αὕτη ἐνασκεῖται ἔν τινι δήμῳ τῆς ἐπαρχίας μου, ἐν τῷ δήμῳ Νεμέας. Ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ εἰσὶ τοποθετημένοι δύο λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος, εἰρηνοδίκης καὶ γραμματεύς, οἱ ὁποῖοι πᾶν ἄλλο πράττουσιν ἢ ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης μεγάλην καὶ ὑψηλὴν ἐντολὴν ἐνασκεῖ ἐπὶ τῆς κοινωνίας καὶ ἐπὶ τῆς ἠθικοποιήσεως αὐτῆς. Εἶναι ὄργανον, τὸ ὁποῖον προώρισται νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ νὰ φρουρῇ τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν. Ὡς ἐκ τῆς ἀμέσου δὲ συναφείας τούτου μετὰ τῶν πολιτῶν, ὁ ἱκανὸς καὶ ἀδέκαστος εἰρηνοδίκης, ἢ ὁ ἀνίκανος καὶ ὁ φατριαστὴς, ἐπωφελῶς ἢ ἐπιζημίως δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν ποικίλων συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ὅπου ἡ δικαιοσύνη λειτουργεῖ ἀφατριάστως καὶ κανονικῶς, ἐκεῖ καὶ ἡ ἐγκληματικότης εἶναι ἠλαττωμένη καὶ ἡ δημοσία τάξις σταθερά...
§76ΦΩΝΑΙ. Δὲν ἀκούομεν.
§77Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λέγω ὅτι θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης ἐν μιᾷ γωνίᾳ τῆς ἐπαρχίας μου, ἐν τῷ δήμῳ Νεμέας, διότι ἐκεῖ ἀπό τινος ἐγκατέστησαν ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης, λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος, πᾶν ἄλλο πράττοντες ἢ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπιβάλλει καὶ ἡ ὑψηλή των ἀποστολὴ καὶ ὁ εὐρὺς κύκλος τῶν καθηκόντων αὐτῶν· διότι πάντες βεβαίως οἱ δικασταὶ ὀφείλουσι νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των εὐλαβῶς, πρὸ παντὸς δὲ οἱ εἰρηνοδίκαι ὀφείλουσι περισσότερον καὶ ζωηρότερον νὰ ἐκδηλῶσι τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν ἀγάπην αὐτῶν πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων, δι’ οὓς λόγους προανέφερα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Νεμέας διῄρεσαν τὸν δῆμον ἐκεῖνον εἰς δύο μερίδας, καταστρέψαντες δὲ τὰ ζυγὰ τῆς Δικαιοσύνης, κρατοῦσι μόνον τὴν μίαν πλάστιγγα, διότι ἡ ἄλλη συνετρίβη ὑπὸ τοῦ κομματικοῦ φατριασμοῦ, ὅστις ἐμπνέει τὰς δικαστικὰς ἐνεργείας τῶν εἰρημένων προσώπων, ἀχαλινώτως καὶ ἀσυστόλως παρεκτρεπομένων ἐν τῇ διαχειρίσει οὐ μόνον τῆς πταισματικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτικῆς κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων. Ἡ πταισματικὴ δικαιοσύνη ἐνεργεῖται εἰς βάρος τῆς μιᾶς μερίδος· οἱ ἄλλοι, καταγγελλόμενοι καὶ εἰσαγόμενοι εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, ἀθωοῦνται!...
§78Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ψευδέστατον αὐτό. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀπαντήσω.
§79Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ταραχὴ τοῦ συμπολίτου μου εἶναι τρανὴ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος δὲν πρέπει νὰ ταράσσηται, διότι ἐγὼ δὲν λέγω τίποτε περὶ αὐτοῦ· καταγγέλλω μόνον τὰ ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ δήμῳ του· ἀπορῶ δὲ διατὶ μὲ διέκοψε.
§80Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἔχει τὴν μυῖγαν!
§81Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἔχει λόγον νὰ ταράσσηται, τὸν παρακαλῶ κατόπιν νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Πταισματικὴ δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ· ἂν δὲ ὑφίσταται, ὑφίσταται συνεχῶς εἰς βάρος τῆς μὴ κυβερνώσης μερίδος. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη—καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ θλιβερώτερον—δὲν ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν δικαστικῶν τούτων ἀδαμάντων. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω δύο ἐκ τῶν πολλῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων, ἵνα ἐννοήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς ποίαν κατάστασιν περιῆλθεν ἡ Δικαιοσύνη ἐκεῖ.
§82Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, ποία Κυβέρνησις ἔχει τοποθετήσει ἐκεῖ τοὺς ἀδάμαντας αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους λέγει.
§83Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀναφέρω ταῦτα διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ νὰ σκέπτηται νὰ εἰσαγάγῃ νόμον, ἐξασφαλίζοντα τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς, ἰδίως τοὺς εἰρηνοδίκας, διὰ τῆς μονιμότητος καὶ τοῦ ἀμεταθέτου, πρέπει νὰ φροντίσῃ πρῶτον νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸν κλάδον τοῦτον ἀπὸ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια νὰ κατέχωσι τοιαύτην θέσιν. Εἷς τῶν συμπολιτῶν μου ἐνήγαγεν ἕτερον συνδημότην του ἐπὶ πληρωμῇ χρέους τινός. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀγωγῆς ὁ ἐναγόμενος, μετὰ τὴν διεξαγωγὴν ὑπὸ τοῦ ἐνάγοντος ἐμμαρτύρων ἀποδείξεων, ἐπάγει ὅρκον εἰς τὸν ἐνάγοντα, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, κατὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι, ὡς γνωρίζει καὶ ὁ στοιχειώδης νομικὰς γνώσεις κεκτημένος, κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς δίκης καὶ περὶ παντὸς γεγονότος ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ διάδικος νὰ ἐπιβάλῃ ὅρκον εἰς τὸν ἀντίδικον, ἐκ τῆς εὐσυνειδησίας τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾷ τὴν ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του. Πρὸς ἀπόδειξιν λοιπὸν τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἐνάγοντος ὁ ἐναγόμενος ἐπήγαγεν ὅρκον. Τὸ Δικαστήριον, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ εἰρηνοδίκης, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν ὅρκον, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐκ τῶν ῥητῶν καὶ σαφῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τί νομίζετε, λέγει; Ἀκούσατε! «Ἐπειδὴ ὁ ὅρκος ἐπάγεται πρὸς παρέλκυσιν τῆς δίκης, καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ὁ ὅρκος, ὁ ὁποῖος ἐπάγεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγωγῆς, δι’ αὐτὸ μὴ ἐπιβλητέος τυγχάνει, καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ ἀγωγή!» (ἱλαρότης). Δηλαδὴ ἀφαιρεῖται μέρος τῆς περιουσίας τοῦ ἐναγομένου, καὶ εἰσάγεται, ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰ θυλάκια τοῦ ἐνάγοντος!
§84Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔκαμεν ἔφεσιν;
§85Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἔφεσις, διότι τὸ ποσὸν τῆς δίκης δὲν εἶναι ἐκκλητόν. Δυστυχῶς δὲ τοιαῦται ἀποφάσεις συστηματικῶς ἐκδίδονται —καὶ τονίζω τοῦτο—ἐκ συνεννοήσεως τοῦ εἰρηνοδίκου ἢ τοῦ εἰρηνοδικεύοντος γραμματέως πρὸς τοὺς διαφόρους ἐκεῖ ἰσχύοντας, καὶ αἱ τοιαῦται δίκαι ἔχουσι ποσὸν ἔλαττον τοῦ ἐκκλητοῦ, ἵνα μὴ δύνανται οἱ ἀδικούμενοι πολῖται νὰ εὕρωσι προστασίαν παρὰ τῶν ἀνωτέρων Δικαστηρίων. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς μὲ ἀναγκάζει νὰ φέρω τὸν λόγον, διότι τὰ ποσὰ ὅλων τῶν δικῶν τούτων εἶναι ἐλάσσονα τῶν 50 δραχμῶν. Πῶς θέλετε λοιπὸν οἱ πολῖται ἐκεῖνοι νὰ προστατεύσωσι τὴν περιουσίαν των, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νομικῶς νὰ ἐφεσιβάλωσι τοιαύτας ἀποφάσεις; Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον μαργαρίτην νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ἰδιαιτέρως δὲ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης...
§86ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐπεβλήθη ὁ ὅρκος, τί ἀπέγεινεν;
§87Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νὰ ἀκούσωμεν, κύριε συνάδελφε, διότι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπεβάλλετο ὅρκος.
§88Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἀπόφασις (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ὁ ὑπὸ τοῦ ἐναγομένου ἐπιβαλλόμενος ὅρκος ἀλυσιτελής ἐστι, καὶ πρὸς παρέλκυσιν τῆς δίκης ἐπάγεται, μὴ ἐπιβλητὸς τυγχάνει. Διὰ ταῦτα δέχεται τὴν ὑπὸ κρίσιν ἀγωγήν, καταδικάζει κλπ.»
§89Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Αὐτὸς πρέπει νὰ προβιβασθῇ!
§90Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἑτέρου παρομοίου μαργαρίτου ἐφελκύω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὃν ἡλίευσα μεταξὺ πλείστων τοιούτων ἀποφάσεων. Εἰς τὸν ἐναγόμενον ἐπεβλήθη ὅρκος ὑπὸ τοῦ ἐνάγοντος πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀγωγῆς του. Ὁ ἐναγόμενος ἀπεδέχθη τὸν ὅρκον, καὶ ἡ ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις ἐπέβαλεν αὐτόν. Ἀλλὰ διαρκούσης τῆς πρὸς δόσιν τοῦ ὅρκου προθεσμίας ὁ ἐναγόμενος ἠσθένησε βαρέως, καὶ ἔπεσε κλινήρης. Ὁ δικηγόρος αὐτοῦ δι’ αἰτήσεώς του, ἐμπροθέσμως εἰσαχθείσης πρὸς συζήτησιν, ζητεῖ τὴν κατ’ οἶκον δόσιν τοῦ ὅρκου, ὅπως αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας κελεύουσιν. Ἀλλ’ ὁ κύριος εἰρηνοδίκης τί, νομίζετε, εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην τὴν νόμιμον καὶ δικαίαν ἀπαντᾷ; Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἀπόφασιν: «Ἐπειδὴ ἡ προκειμένη αἴτησις τυγχάνει ἀπορριπτέα, ὡς μὴ νόμιμος καὶ ματαία, καθόσον, ἀφοῦ τοῦ αἰτοῦντος ἡ ζωὴ εἶναι ἡμερόβιος, ὀρθῶς καὶ δικαίως ἀνακαλεῖται ἡ προγενεστέρα ἀπόφασις, ἡ τὸν ὅρκον ἐπιβάλλουσα!» (γέλωτες). Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης, ἀσκουμένη ὑπὸ ἀμαθῶν, φατριαστῶν καὶ ἀναξίων λειτουργῶν τῆς Θέμιδος! Δυστυχῶς δὲ τοιαύτη δικαιοσύνη διέπει καὶ πολλὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, λαμβάνων αὐτὰς καὶ μόνον τὰς ἀποφάσεις ὑπ’ ὄψιν, δύναται νὰ κρίνῃ καὶ περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν προσώπων καὶ περὶ τῆς διενεργουμένης ἐκεῖ ἀπεμπολήσεως τῆς δικαιοσύνης, πρὸς καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, μετὰ 70 ἐτῶν ἐλεύθερον βίον ἀπεκτήσαμεν τοιαύτην Δικαιοσύνην, νομίζω ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ ἤμεθα ἐλεύθεροι. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐν ἀξιοζήλῳ προθυμίᾳ ἀνέλαβε τὴν διοργάνωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίως τῆς εἰρηνοδικειακῆς, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις μου ταύτας, καὶ νὰ φροντίσῃ, πρὸ πάσης ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε, περὶ μονιμοποιήσεως τῶν δικαστικῶν τούτων ὑπαλλήλων, νὰ φροντίσῃ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον, καὶ πὺξ καὶ λὰξ νὰ ἐκδιώξῃ ἐξ αὐτοῦ τοιαῦτα ὄργανα φατριασμοῦ καὶ ἀμαθείας. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ καὶ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Κορίνθῳ Πρωτοδικῶν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τῶν ὀργάνων τούτων τῆς Δικαιοσύνης ἐπεδόθησαν. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται καὶ πρέπει ταχέως καὶ αὐθωρεὶ νὰ παρεμβῇ καὶ νὰ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν των τοὺς ἀναξίους αὐτοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ὅπως σώσῃ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἀπὸ τοιαύτης Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία καταρρίπτει τὸ γόητρον αὐτῆς, καὶ κλονίζει τὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ ἐπ’ αὐτήν, συνιστῶν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν τιμωρίαν αὐτῶν τὴν ποινικήν.
§91Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εὐτυχῶς, κύριε συνάδελφε, ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ὅπως καὶ πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι τοῦ κόσμου, — γινώσκετε δὲ ὑμεῖς τοῦτο κάλλιον ἐμοῦ, ὡς ἀρχαῖος δικαστικὸς ὑπάλληλος, — ἐφρόντισε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῇ Δικονομίᾳ τὰ ἔνδικα μέσα, ὧν δυνάμει αἱ μὴ ἀρεσταὶ ἀποφάσεις μεταβιβάζονται εἰς ἀνώτερον Δικαστήριον.
§92ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ὅταν ἦναι δυνατόν.
§93Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου βεβαίως ἡ ἀπόφασις αὕτη, λόγῳ τοῦ ποσοῦ, εἶναι ἀνέκκλητος. Ὑπάρχει ὅμως ἄλλη διάταξις ἐν τοῖς νόμοις ἡμῶν, ἣν ὑμεῖς ἐπίσης καλῶς γνωρίζετε, ἡ διάταξις περὶ ἀγωγῆς κακοδικίου.
§94Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§95Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀγωγῆς κακοδικίου, ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως καὶ ἡ ἀνωτέρα ἐποπτεία τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς. Ὥστε ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πατρῶν δὲν θέλει λάβει τὸν κόπον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς δύο ταύτας παρατηρήσεις, ἃς ἐποιησάμην. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀσφαλὴς καὶ νόμιμος λόγος ἀπολύσεως δικαστικοῦ τινος προσώπου, εἴτε τοῦτο ἀνήκει ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν Εἰρηνοδικείων, εἴτε ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν ἄλλων Δικαστηρίων, ἤθελον ἐρωτήσει ὑμᾶς, ὡς καὶ πάντας τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης, τί δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ πράξῃ; Ὑμεῖς βεβαίως δικαίως διαμαρτύρεσθε κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις, ἃς ἀνεγνώσατε, ἔχωσιν ὡς ἀνεγνώσατε αὐτὰς, — περὶ οὗ δὲν ἀμφιβάλλω. — Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ ἀπολύσεως τοῦ δικαστικοῦ τούτου προσώπου, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ὑποδείξητε τὸ Εἰρηνοδικεῖον, εἰς ὃ ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀποστείλω τὸν εἰρηνοδίκην τοῦτον· διότι ἀμέσως ὅλοι θέλουσιν ἐξεγερθῆ καὶ εἴπει: «τί ἡμεῖς ἐπταίσαμεν, ἵνα ἀποστείλητε εἰς ἡμᾶς αὐτὸν τὸν ἀμαθέστατον δικαστήν;»
§96Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ τὸν στείλητε εἰς τὸν οἶκόν του.
§97Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως εἰς τὸν οἶκόν του δέον νὰ ἀποσταλῇ, ἐὰν ὑπάρχωσιν αἱ περιστάσεις τοῦ νόμου. Ἑπομένως εὔλογοι ἦσαν αἱ παρατηρήσεις καὶ τὰ παράπονα ὑμῶν, καὶ θέλω ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα ἴδω, ποῖον μέτρον δύναται νὰ ληφθῇ. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδεμίαν ὑπέχω εὐθύνην ἐπὶ τῇ τοποθετήσει τοῦ δικαστικοῦ τούτου προσώπου ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ Νεμέας, ἐὰν οὗτος ἦναι ὁ κ. Καλλιοντζῆς...
§98Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ Καλλιοντζῆς εἶναι· μάλιστα.
§99Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Διότι ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος ἐτοποθετήθη ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ Νεμέας ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1903 ἔτους, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργός.
§100Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§101Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ τελευταία φράσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ δευτερολογήσω. Νομίζω ὅτι πράγματι ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐτοποθετήθη ἐκεῖ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, σχετικῶς πρὸς τὰ σήμερον καταγγελλόμενα.
§102Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἔχει σημασίαν.
§103Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐννοῶ, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος, καθ’ ὃν χρόνον ἄλλο Ὑπουργεῖον διηύθυνε τὰ κοινὰ, δὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν παραπόνου — τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν ἤκουσα· — σήμερον ἐγένετο ὄργανον φατριαστικὸν τῆς κυβερνώσης ἐκεῖ μερίδος, πράττων οἷα πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα. Νομίζω ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἐποπτεία καὶ ἡ ἐπιβολὴ καὶ ἡ συναίσθησις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ λειτουργὸς τῆς Θέμιδος, ὅτι μὴ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, ἢ παραβαίνων αὐτὸ, θὰ εὕρῃ χεῖρα τιμωρὸν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του, συνεκράτει ἄλλοτε τοὺς ὑπαλλήλους τούτους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως δύνανται νὰ περισταλῶσιν αἱ παρεκτροπαὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, καὶ νὰ ὁδηγηθῶσιν οὗτοι εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Ἐνασκήσατε τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενον ἔλεγχον, καὶ θὰ ἔχητε ἀκριβῆ καὶ εὐλαβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ὑπὸ τῶν δικαστικῶν ὀργάνων...
§104Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, μοὶ δίδετε τὰς ἀποφάσεις, ἂν ἦναι δυνατόν;
§105Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα... Νομίζω δὲ, ὅτι ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ καλὴ καὶ χρηστὴ διοίκησις, ὅτι ὁ Ὑπουργός, ἔχων πλῆρες δικαίωμα δυνάμει τοῦ νόμου, πρέπει νὰ ἐνασκῇ ἔλεγχον καὶ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων του. Τότε δὲ καὶ τὰ ὄργανα τὰ κατώτερα, φοβούμενα ὅτι θὰ ἔχωσι τιμωρὸν αὐστηρὸν, δὲν θὰ παραβαίνωσι τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ θὰ ἐκπληρῶσιν αὐτὸ εὐσυνειδήτως καὶ ἀμερολήπτως.
§106Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μοὶ ἐφάνη, κύριε Πρόεδρε, παράδοξος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἰσχυρισθέντος, ὅτι αὐτὸς καὶ πᾶς ἄλλος Ὑπουργὸς ἀδυνατεῖ νὰ λάβῃ μέτρον κατὰ δικαστοῦ εἴτε ἀνικάνου εἴτε κακοήθους.
§107Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§108Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Βεβαίως αὐτὸ εἴπετε, καὶ προεκαλέσατε μάλιστα τὸν κ. συνάδελφον νὰ σᾶς ὑποδείξῃ αὐτὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεμβῆτε εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§109ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐν ὅσῳ, εἶπε, δὲν ἔχει πρότασιν.
§110Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καθόλου δὲν εἶπεν «ἐν ὅσῳ δὲν ἔχει πρότασιν». Εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§111Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπιτρέπετε; Ἐπειδὴ ἑρμηνεύετε τοὺς λόγους μου, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ ἀπαντήσω. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἀγνοῶ, ὅτι βεβαίως, ὅταν δικαστικόν τι πρόσωπον περιπέσῃ εἰς πράξεις τοιαύτας, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ, ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ δὲν εἶναι ἔρημος δικαιωμάτων. Δὲν ἐννοῶ τοῦτο λοιπόν. Ἐννοῶ τὸ ἑξῆς: ὅτι πρέπει νὰ λειτουργήσῃ ὅλη ἡ ἀπαιτουμένη προδικασία, ἵνα ἐπέλθῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Τοῦτο εἶπον, καὶ τοῦτο ἐπαναλέγω. Ὥστε, παρακαλῶ, μὴ ἑρμηνεύετε τοὺς λόγους μου ἄλλως.
§112Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἑρμηνεύσητε τοὺς λόγους σας οὕτω, ἐγὼ δέχομαι, οὐδὲ εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἑρμηνεύσω ἄλλως τοὺς λόγους σας. Νομίζω ὅμως, ὅτι τοῦτο εἴπετε μάλιστα προσεθέσατε, ὅτι ὄχι μόνον ὑμεῖς, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ προστατεύσῃ τοὺς δικαζομένους ἀπὸ τοιούτων ἀδικιῶν.
§113Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι ὑπάρχουσι διάφορα στάδια καὶ διάφοροι τρόποι προστασίας τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου ἀπέναντι καὶ κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἔνδικα μέσα, τοιαύτη εἶναι ἡ ἀγωγὴ κακοδικίου, τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἐποπτεία καὶ ἡ ἀνωτάτη δρᾶσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν προηγουμένως ἐκτελεσθῶσιν ὅλαι αἱ ἀπαιτούμεναι διατυπώσεις.
§114Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀρκετὰ πεπειραμένος καὶ ἀρκετὰ κοινωνικός, ὥστε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς ἕκαστον νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ μέσα πρὸς διόρθωσιν κακοδικίας, ἀδικίας, ἡ ὁποία τῷ ἐγένετο ἐκ κακοδικίας. Γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἀγωγὴ κακοδικίας δὲν ἠγέρθη μέχρι τοῦδε ἐν Ἑλλάδι, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ.
§115Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ· ὑμεῖς τί θὰ ἐπράττετε, ἂν ἦσθε Ὑπουργός;
§116Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ τὰ ἔνδικα μέσα δὲν εἶναι ἱκανὰ πάντοτε, ὅπως δι’ αὐτῶν προστατεύσῃ τις τὰ δικαιώματά του· δὲν εἶναι ἱκανὰ πάντοτε ὄχι διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὑπόκηται εἰς ἔνδικον μέσον ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ καὶ διότι πρὸς χρῆσιν αὐτῶν ἀπαιτοῦνται χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ διαθέτωσιν οἱ δικαζόμενοι. Αὐτὰ λοιπόν, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται σοβαρῶς πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κορινθίας. Τοῦτο θέλω νὰ εἴπω ἐγώ, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκω, ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθή, καὶ πρέπει ταχέως νὰ λάβητε μέτρα πειθαρχικά· διότι ἀλλοίμονον, ἂν ἀφήσωμεν νὰ πιστευθῇ, ὅτι κατὰ δικαστῶν ἐκδιδόντων τοιαύτας τραγελαφικὰς ἀποφάσεις δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ τίποτε!
§117Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην, ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῇ τοποθετήσει τοῦ εἰρηνοδίκου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας, ἂν εὐθύνη ἀπορρέῃ ἐκ τῆς τοποθετήσεως τοῦ δικαστοῦ ἔν τινι θέσει. Τοιαύτην εὐθύνην ἀληθῶς δὲν ὑπέχει ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλ’ εὐθύνην ὑπέχει ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν καλῆται ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ δικαστικοῦ τινος ὑπαλλήλου παρανομοῦντος, καὶ δὲν λαμβάνῃ αὐτά. Οὐδεμίαν, ἔλεγεν, ἔχει εὐθύνην ἐπὶ τῇ τοποθετήσει τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκείνου εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Νεμέας, διότι ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος εὑρίσκεται ἐκεῖ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν παρελθόντος Αὐγούστου. Ἀληθῶς· ἀλλ’ ἆρά γε, κύριε Πρόεδρε, συμβαίνει ἐντεῦθεν νὰ ἔχῃ εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς ὁ τοποθετήσας αὐτὸν ἐν Νεμέᾳ;
§118Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον ὅτι ἔχετε εὐθύνην, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν εὐθύνην διότι τὸν διωρίσατε, διότι ἄλλως θὰ εἶχον καὶ ἐγὼ τοιαύτην, ὁ ὁποῖος τὸν διετήρησα.
§119Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐντεῦθεν ὁ Ὑπουργὸς ἢ ἄλλος τις νομίζῃ, ὅτι προκύπτει εὐθύνη ἐκ τῆς τοποθετήσεως, — διότι τοποθέτησιν ἐνήργησα, καὶ οὐχὶ διορισμόν, — πλανᾶται. Εὐθύνη ὑπάρχει διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ὅταν οὗτος καλῆται ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ δικαστικοῦ προσώπου παρανομοῦντος, καὶ οὐδὲν λαμβάνῃ μέτρον.
§120Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σήμερον ὅμως διὰ πρώτην φορὰν ἐκλήθην νὰ λάβω μέτρα.
§121Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον, ὅτε δίδεται εἰς ὑμᾶς ἀφορμὴ, ἔχετε καθῆκον νὰ ἐνεργήσητε.
§122Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὰς ἀποφάσεις, ἂν ἦναι δυνατόν.
§123Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰς ἔχω ἐγώ.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§125Κ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Προχθὲς κατήγγειλα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸ τμῆμα τῶν δασῶν, ὅτι ὁ ὑλοτόμων τὸ δάσος τοῦ χωρίου Λεπενίτσης ὑπερέβη τοὺς πίνακας, καὶ ὑλοτόμησε πλέον τῶν ἀδειῶν, τὰς ὁποίας εἶχε, περὶ τὰς 2,000 κυβικὰ μέτρα ξυλείας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τηλεγραφικῶς τὸν δασάρχην νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ καταμετρήσῃ τὴν ὑλοτομηθεῖσαν ξυλείαν. Ὁ δασάρχης μετέβη, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν κατεμέτρησε τὴν ξυλείαν ταύτην. Τοῦτο μαθὼν ὁ δήμαρχος τῆς περιφερείας ἐκείνης, μετέβη ἐπὶ τόπου, ἔχων μάρτυρας καὶ πολλοὺς ἄλλους κατοίκους, καὶ συνέταξεν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἀναφέρει, ὅτι ὁ ὑλοτόμος ἐκεῖνος δὲν ὑλοτόμησεν εἰς ὅλας τὰς θέσεις, ἃς διελάμβανον οἱ πίνακες τῆς ὑλοτομίας, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἑπτὰ, ἀλλὰ μόνον εἰς τρεῖς θέσεις, καὶ ὑλοτόμησε τὸ ποσὸν τῶν 2,000 περίπου κυβικῶν μέτρων. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ μίαν ἄλλην ἀρχὴν, ἵνα μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ ἔκθεσις τοῦ δημάρχου εἶναι ὄντως ἀληθὴς, καὶ τότε νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα, διότι ὁ ὑλοτόμος πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ ῥίψῃ εἰς τὸν ποταμὸν τὴν ὑλοτομηθεῖσαν ξυλείαν, καὶ μετὰ ταῦτα δὲν θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ ποσοῦ αὐτῆς.
§126Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολὺ καλά.
§127Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Πέρυσιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ Τοῦρκοι, εἰσβαλόντες εἰς τὴν Θεσσαλίαν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, ἤνοιξαν τὰς γεννηματαποθήκας τῶν διαφόρων ἰδιοκτητῶν, καὶ ἀφῄρεσαν τοὺς ἐν αὐταῖς δημητριακοὺς καρποὺς, ὑπὸ τὸν τύπον δὲ μελλούσης ἀποζημιώσεως ἐξέδωκαν ἀποδείξεις, τοὺς λεγομένους μασβατάδες, διὰ τῶν ὁποίων ἐδίδετο ἡ ὑπόσχεσις εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ὅτι ἤθελον ἀποζημιωθῆ ἐν καιρῷ· ἐγένετο τότε καὶ ἀποτίμησις τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ ἀποτίμησις αὕτη δὲν ὑπερέβαινε τὸ ἥμισυ τῆς πραγματικῆς ἀξίας. Παρῆλθον ἔκτοτε ἑπτὰ ἔτη, κατεβλήθησαν ὑπὸ τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων προσπάθειαι, ὅπως ἀποζημιωθῶσιν οἱ κάτοχοι τῶν μασβατάδων, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Παρεκάλεσα πέρυσι τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ διαβεβαιώσῃ, ὅτι ἔδωκε τὰς δεούσας ὁδηγίας εἰς τὴν ἡμετέραν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν· ἔκτοτε ὅμως οὐδὲν ἐγένετο. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν· διαβεβαιῶ δ’ αὐτόν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μικρῶν ποσῶν· εἶναι κολοσσιαῖα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ζημιοῦνται οἱ τοιοῦτοι ἰδιοκτῆται ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκ τῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων τότε ἀφαιρέσεως τῶν δημητριακῶν αὐτῶν καρπῶν, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν νὰ κάμῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ἢ ἂν ἐγένοντο διαπραγματεύσεις καὶ εὑρίσκονται εἰς σημεῖον, ὅπου δὲν ὑπάρχει κώλυμα πρὸς ἀνακοίνωσιν αὐτῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτάς.
§128Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ δήμῳ Πατρέων. Ἔλαβον ἐπιστολὴν παρά τινος συμπολίτου μου, ὀνόματι Καρβέλα, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται, ὅτι ἀπό τινος χρόνου ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Πατρέων καὶ ἐν τῷ χωρίῳ Δρέπανον, ὅπερ ἀπέχει ἡμίσειαν ὥραν τῶν Πατρῶν, ἀνεφάνη ληστοφυγόδικός τις, ὀνομαζόμενος Λῆρος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ κεφαλῆς ἄλλων ἀγνώστων λυμαίνεται τὰ περίχωρα. Τὸν γράφοντα τὴν ἐπιστολὴν πρὸς με συνέλαβεν ὁ εἰρημένος ληστοφυγόδικος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ τὸν ἐξηνάγκασε νὰ δώσῃ πρὸς αὐτὸν ἐξοφλητικὴν ἀπόδειξιν διά τινα ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐναντίον του, καὶ περιπλέον νὰ τῷ δώσῃ καὶ ἑκατὸν δραχμάς. Παραπονεῖται δὲ ὁ συμπολίτης μου, ὅτι ἀπὸ μηνὸς ἤδη δὲν μετέβη στρατιώτης ἐκεῖ, καίτοι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ ληστοφυγόδικος ἐκεῖνος καταδυναστεύει τοὺς χωρικούς. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι, καίτοι κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις τοῦ ληστοφυγοδίκου εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχάς, οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο κατ’ αὐτοῦ.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εὐαρεστηθῆτε νὰ μοὶ δώσητε τὰ ὀνόματα καὶ τὰς δεούσας πληροφορίας, ὅπως δώσω ἀμέσως διαταγὴν, διότι τοιαύτην πληροφορίαν δὲν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον.
§130Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ τοῦ φυγοδίκου αὐτοῦ εἶναι ἀκριβῆ. Ἀλλ’ ἡ μὴ ἐκτέλεσις τοῦ ἐντάλματος συλλήψεως κατ’ αὐτοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν τελείαν ἀδράνειαν τῆς Μοιραρχίας. Ἐπανειλημμένως μετέβην παρὰ τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς, ὅπως ἐκτελεσθῇ τὸ ἔνταλμα καὶ ἀπαλλαγῇ ἡ περιφέρεια τοῦ δήμου Πατρέων ἀπὸ τὸν φυγόδικον ἐκεῖνον, καὶ διέταξεν ὁ Εἰσαγγελεύς, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Μοιραρχία, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, δὲν ἐξετέλεσεν εἰσέτι τὸ ἔνταλμα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§132Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ μεγάρου τῶν Δικαστηρίων ἐν Χαλκίδι. Τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως μεγάρων δικαστικῶν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ πλησιάζει νὰ καταντήσῃ ζήτημα ρουσφετίου!
§133Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐγένετο ἤδη τοιοῦτον.
§134Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς ἀφῆκε μέγα ποσὸν πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικῶν μεγάρων. Ἡ Κυβέρνησις — ὄχι ἡ σημερινή, ἀλλὰ πᾶσα Κυβέρνησις,—καθῆκον καὶ συμφέρον εἶχε νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀνέγερσιν τῶν μεγάρων αὐτῶν, διότι θ’ ἀπαλλάξῃ τὸ Δημόσιον τῆς πληρωμῆς χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας πληρώνει σήμερον εἰς ἐνοίκια. Πρὸ δύο ἐτῶν εἶχε προκηρυχθῆ διαγωνισμὸς σχεδίου δικαστικοῦ μεγάρου ἐν τῇ πόλει τῆς Χαλκίδος· ἐγένοντο διάφορα σχέδια, ἀλλὰ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων οὐδὲν τούτων ἐδέχθη. Ἔκτοτε, καίτοι ὁ δῆμος Χαλκιδέων προσέφερε δωρεὰν τὸ ἀναγκαῖον γήπεδον, καὶ δὴ εἰς λαμπρὰν θέσιν τῆς πόλεως, οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ μεγάρου αὐτοῦ, οὐδεὶς νέος διαγωνισμὸς προεκηρύχθη πρὸς ὑποβολὴν σχεδίου, καὶ τοῦτο δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον, σήμερον δὲ ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου τοῦ ἀνεγερθησομένου ἐν τῇ πόλει τῆς Λαμίας, ἥτις ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ ἀντιπρόσωπον ἐνταῦθα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἐνέκρινε δύο ἐκ τῶν ὑποβληθέντων σχεδίων. Εὐτυχῶς συμπίπτει, τὸ μέγαρον τῶν Δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνεγερθῇ ἐν τῇ πόλει τῆς Λαμίας, νὰ περιλάβῃ τὸ Πρωτοδικεῖον, τὴν Εἰσαγγελίαν, τὸ Εἰρηνοδικεῖον καὶ τὸ Πταισματοδικεῖον· ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ πόλις τῆς Χαλκίδος ἀκριβῶς ἔχει ἀνάγκην μεγάρου, ὅπερ θὰ συμπεριλάβῃ τὰ αὐτὰ δικαστικὰ καταστήματα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν παρακαλέσω, —καὶ λυποῦμαι, διότι οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐξ Εὐβοίας δὲν ἔλαβον τὴν καλωσύνην νὰ σκεφθοῦν περὶ τούτου, εὑρίσκομαι δ’ ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὁ μὴ ἀνήκων εἰς τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα, νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα τοῦτο, —θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην, ἂν ὑπάρχῃ ἡ καλὴ διάθεσις πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Χαλκίδι, νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐν Χαλκίδι ἓν τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐνεκρίθησαν διὰ τὴν Λαμίαν. Ἡ αἴτησις εἶναι δικαιοτάτη. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι τοῦ νομοῦ Εὐβοίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ ἀνέρχωνται τὰ κλίμακας τῶν Ὑπουργείων ὡς φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ μὴ λησμονήσουν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ· ἂς ἐπιτρέψωσι δ’ ἐπίσης εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος ἔχω ἡλικίαν μεγαλειτέραν αὐτῶν καὶ πεῖραν περισσοτέραν, νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι εἰς τοὺς ἐκλογεῖς κάμνει πολὺ μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν, ὅταν βλέπουν τοὺς ἀντιπροσώπους των νὰ φροντίζωσι περὶ τῶν γενικῶν ἔργων, παρὰ περὶ διορισμῶν ὑπαλλήλων διαφόρων γραφείων καὶ κλητήρων, νὰ μὴ λησμονῶσι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀντιμετωπίσουν πάλιν τοὺς ἐκλογεῖς των.
§135Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος συνάδελφος ἐποιήσατο πάλιν λόγον περὶ τούτου τοῦ ζητήματος. Εὐθὺς ἀμέσως ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας, πληροφορίας, ἐν ποίᾳ τινὶ καταστάσει εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως τῶν Δικαστηρίων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Μοὶ ὑπεβλήθη προχθὲς σημείωμα περὶ πάντων τῶν δικαστικῶν κτιρίων καὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ ἡ ἐργασία ἑκάστου αὐτῶν εὕρηται, καὶ τὸ σημείωμα τοῦτο ἔτυχε νὰ ἔχω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς χεῖράς μου. Ἐν ἀριθμῷ 3 ἀναγινώσκω περὶ τῶν δικαστικῶν καταστημάτων Χαλκίδος, ὅτι ἐγένετο διαγωνισμός, ἀλλ’ οὐδεμία τῶν ὑποβληθεισῶν μελετῶν ἐνεκρίθη, ὡς μὴ πληροῦσα τοὺς ὅρους τοῦ διαγωνισμοῦ. Διετάχθη δὲ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1902 ἔτους ἡ σύνταξις νέων διαγραμμάτων. Ὁμολογῶ, ὅτι πολὺς ἔκτοτε παρῆλθε χρόνος, καθ’ ὃν δὲν ἐγένετο ἐνέργειά τις περαιτέρω. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει ζητήσει ὁ κ. Βουλευτὴς παρ’ ἐμοῦ εὐθύνην, διότι ἐν διαστήματι δύο μηνῶν δὲν ἐδυνήθην νὰ προβῶ εἰς ὁριστικόν τι ἀποτέλεσμα. Διαβεβαιῶ ὅμως ὑμᾶς, ὅτι εὐθὺς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλω μελετήσει τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θέλω λάβει τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διότι βεβαίως ὑποθέτω, ὅτι θέλω ἔχει τὴν φιλοδοξίαν καὶ ἐγὼ νὰ δυνηθῶ νὰ προσκομίσω ἕνα λίθον εἰς τὰ δικαστικὰ κτίρια τῆς πατρίδος μου.
§136Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ μὲ ὅσα εἶπον δὲν ἐνόησα νὰ μεμφθῶ τὸ παράπαν τινά. Ἠκούσατε τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων διέταξε διαγωνισμὸν πρὸς ὑποβολὴν σχεδίων διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ μεγάρου τῶν Δικαστηρίων ἐν Χαλκίδι, ὅτι τὰ σχέδια ταῦτα ὑποβληθέντα δὲν ἐνεκρίθησαν, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ἐλήφθη κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1902, καὶ ἤδη εἴμεθα εἰς τὸν Μάρτιον τοῦ 1904, καὶ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἐθεώρησεν ἐντελῶς περιττὸν νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἀφῆκε νὰ διαρρεύσωσι δύο ὁλόκληρα ἔτη! Κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω τι πλειότερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀδιαφορίαν ταύτην τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων. Βεβαιῶ ὅμως καὶ πάλιν, ὅτι οὐδόλως ἐνόουν νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν — ἐπειδὴ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔχει ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του νὰ γείνωσι τὰ μέγαρα τῶν Δικαστηρίων — νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον τὸ ἐγκριθὲν διὰ τὸ δικαστικὸν μέγαρον τῆς πόλεως Λαμίας, καὶ ἐπειδή, ὡς προεῖπον, πρόκειται τὰ αὐτὰ ἀκριβῶς δικαστικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα θὰ γείνωσιν εἰς τὸ μέγαρον τῆς Λαμίας, νὰ γείνωσι καὶ διὰ τὴν Χαλκίδα, νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ, ὅπως τὸ σχέδιον τὸ ἐγκριθὲν διὰ τὴν Λαμίαν ἐφαρμοσθῇ αὐτούσιον καὶ διὰ τὴν Χαλκίδα, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν χρονοτριβοῦμεν καὶ δὲν χάνομεν καιρόν.
§137Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς δι’ ὑμῶν ἔκαμε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Χαλκίδι, εἶναι ἐπαινετή· διότι ὄντως ὑφίσταται κατὰ πλείονα λόγον, παρ’ ὅ,τι ὑφίσταται εἰς ἄλλας πόλεις, μεγάλη ἀνάγκη νὰ ἀνεγερθῇ μέγαρον τῶν Δικαστηρίων ἐν Χαλκίδι. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι αἱ συστάσεις περὶ τοιούτων ζητημάτων εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς δὲν γίνονται πάντοτε — καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνωνται — διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς· δύνανται νὰ γίνωνται καὶ ἰδιαιτέρως, καὶ μετ’ ἐνδιαφέροντος, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ ὁ κύριος Καλογερόπουλος καὶ εἴ τινες τῶν Βουλευτῶν Καρυστίας, ἐκάμομεν θερμὴν σύστασιν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεσχέθη, σὺν τῇ συστάσει ταύτῃ τοῦ κ. Βουδούρη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἡμετέρας συστάσεις, καὶ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀνεγερθῇ δικαστικὸν μέγαρον ἐν Χαλκίδι. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Βουδούρης τὰ μέγιστα συντελεῖ εἰς ἐκτέλεσιν τοιούτων κοινωφελῶν ἔργων ἐν Χαλκίδι, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ μὴ ἀπογοητευθῇ ἐκ τῶν προτέρων καὶ περὶ τῆς ἰδικῆς μας δράσεως, καίτοι τὸ πρῶτον νῦν εἰσήλθομεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δράσεως διὰ γενικώτερα συμφέροντα οὐ μόνον τῆς ἐπαρχίας μας, ἀλλὰ καὶ τοῦ νομοῦ ὁλοκλήρου, διότι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ μὴ καταγινώμεθα εἰς διορισμοὺς κλητήρων ἢ ἄλλων μικροϋπαλλήλων, ὅπως ὑπέθεσεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ νὰ καταγινώμεθα εἰς μεγαλείτερα ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ὠφελήσωσι τὴν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία μᾶς ἐτίμησε. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περί τινων ζητημάτων γενικωτέρων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν, θ’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας θὰ κάμωμεν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας, καὶ θὰ τελεσθῶσιν ἐν ἀρχῇ μὲν μικρὰ ἔργα, εἶτα δὲ καὶ μεγαλείτερα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀφήσωσι τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀφήσωσι περὶ ἑνὸς καλοῦ ἐν τῷ τόπῳ. Ἔσπευσεν ὅθεν ὁ κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς νὰ πιστεύσῃ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἡμεῖς ἴσως καταγινώμεθα μόνον εἰς διορισμοὺς μικροϋπαλλήλων.
§138Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χαίρω πολύ, ἀκούων τὸν κ. ἐκ Ξηροχωρίου Βουλευτὴν λέγοντα, ὅτι κατέγεινε διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ μεγάρου τῶν Δικαστηρίων καὶ ὅτι κατέγεινε καὶ δι’ ἄλλα κοινωφελῆ ἔργα. Ἐγὼ τὸν συγχαίρω, καὶ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως ἀκούω, ὅτι δίδει μεγαλειτέραν προσοχὴν εἰς τὰ κοινωφελῆ ἔργα τῆς ἐπαρχίας αὑτοῦ καὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα — τὸν διαβεβαιῶ καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσῃ — δὲν παρέχουσι καμμίαν ὠφέλειαν εἰς τὸν πολιτευόμενον.
§139Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Τὸ ἠξεύρω.
§140Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ ἦσαι βέβαιος, φίλε μου, περὶ τούτου· διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ μεταστῇς εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα, αὐτοί, διὰ τὸν διορισμὸν τῶν ὁποίων καταγίνεσαι σήμερον, θὰ ἦναι οἱ πρῶτοι, οἵτινες θὰ σοῦ στρέψουν τὰ νῶτα.
§141Ν. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ συστήσῃ τὴν ἀνέγερσιν μεγάρου δικαστικοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ τῆς Εὐβοίας, καὶ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις παρέβησαν τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου, τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, ὁ ὁποῖος, διαθέσας τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ὑπὲρ ἀνεγέρσεως Δικαστηρίων, ἐνόει πρωτίστως νὰ ἀνεγερθῶσι κτίρια διὰ τὴν κατωτέραν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εὑρίσκεται ἐν πολλῷ ἥσσονι μοίρᾳ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν, ὅπου ὑπάρχουσι καὶ μεγαλείτεραι οἰκίαι ἰδιωτικαί, αἱ ὁποῖαι ἐνοικιαζόμεναι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς δικαστικὰ καταστήματα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ συνεργήσῃ, οὔτε νὰ συστήσῃ τὴν ἀνέγερσιν μεγάρου δικαστικοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ Εὐβοίας.
§142Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀξιέπαινος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτής, διότι ἐζήτησε νὰ κατασκευασθῇ καὶ ἐν Χαλκίδι δικαστικὸν μέγαρον, πολὺ δὲ εὐχαρίστως ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τούτου· μοὶ ἐφάνη ὅμως παράδοξον, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μεριμνᾷ διὰ τὰ Δικαστήρια τῆς Χαλκίδος διὰ τοῦ χρήματος τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, καὶ διὰ τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου δὲν ἔλαβε καμμίαν πρόνοιαν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὀλίγος μόνον ἔχει παρέλθει χρόνος ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι παλαιόν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν κατασκευὴν δικαστικοῦ μεγάρου καὶ ἐν Σύρῳ, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ὑπεσχέθη τότε, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο. Λυποῦμαι πολὺ, διότι λείπει κατὰ τὴν Περίοδον ταύτην ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου τὸ μέλος ἐκεῖνο τοῦ τότε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ κατασκευασθῇ καὶ ἐν Σύρῳ δικαστικὸν μέγαρον.
§143Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε; Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος λέγει, ὅτι ἔχετε λαμπρὸν μέγαρον.
§144Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἐν Σύρῳ, ἡ ὁποία ἄλλως ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην πόλιν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον, διότι ἄλλοτε εἶχεν ἐκλέξει ἀντιπρόσωπον αὐτῆς τὸν ἀείμνηστον Συγγρόν.
§145Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐγαλούχησεν αὐτόν.
§146Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶχε μάλιστα ἐκπεφρασμένην γνώμην περὶ τούτου ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς, καὶ εἶχεν ὁρίσει καὶ τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε τὸ δικαστικὸν μέγαρον ν’ ἀνεγερθῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀσχοληθῇ ἀμέσως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, τί μέτρον ἔλαβε περὶ τούτου, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει ἑτοίμη καὶ σχετικὴ ἐργασία. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Σύρῳ. Παρουσιάζεται ὅμως καὶ ἄλλο ζήτημα· διὰ ποῖον λόγον νὰ μείνῃ νεκρὸν τὸ χρῆμα τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον πρὸς ἀνέγερσιν Δικαστηρίων; Εἰς τρώγλας, Κύριοι, εἶναι ἐν Σύρῳ τὸ Δικαστήριον!
§147Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐν Σύρῳ ὑπάρχει λαμπρὸν κατάστημα.
§148Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος δὲν ἐνθυμεῖται ἴσως τὴν γεωγραφίαν, ὅτι δηλαδὴ ἡ Σῦρος διαιρεῖται εἰς Σῦρον καὶ Ἑρμούπολιν· ἑπομένως δὲν ἀδικῶ αὐτόν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐφαρμόσῃ τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ γενικῶς, δύο καλὰ θέλει προξενήσει εἰς τὴν χώραν· πρῶτον, ὅτι διὰ τῶν δικαστικῶν μεγάρων θὰ ἐμπνέῃ περισσότερον σεβασμὸν ἡ Δικαιοσύνη, παρὰ σήμερον, ὅτε εἰς τὰ πλεῖστα μέρη εὑρίσκεται εἰς ἐλεεινὰ οἰκήματα, καὶ δεύτερον, ὅτι καὶ ἄλλοι πλούσιοι, βλέποντες ὅτι αἱ τελευταῖαι θελήσεις τῶν διαθετῶν ἐκπληροῦνται, ἴσως φιλοτιμηθῶσι ν’ ἀφήσωσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ ἔθνος κληροδοτήματα δι’ ἄλλους κοινωφελεῖς σκοπούς.
§149Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Γνωρίζετε, ὅτι γίνεται σκέψις νὰ καταργηθῇ τὸ τῆς Σύρου;
§150Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§152Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προηγοῦμαι ἐγώ. Μετὰ πέντε λεπτὰ ἀφ’ ὅτου ἐζήτησα τὸν λόγον, ἤκουσα τὸν κ. Χοϊδᾶν νὰ ζητῇ τὸν λόγον.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχεν, ἵνα προτιμήσω τὸν κύριον Χοϊδᾶν.
§154ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐὰν θέλει νὰ προηγηθῇ ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος, δέχομαι.
§155Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ γίνεται τόσος λόγος περὶ δικαστικῶν μεγάρων, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι μεταξὺ τῶν πόλεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι κατεπείγουσαν ἀνάγκην τοιούτου, εἶναι καὶ ἡ Τρίπολις, διότι τὸ κατάστημα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἑδρεύει νῦν τὸ ἐκεῖ Πρωτοδικεῖον, εἶναι σχεδὸν ἑτοιμόρροπον.
§156Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἑτοιμόρροπον· ὄχι «σχεδόν».
§157Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιῶ καὶ ἐγὼ τοῦτο.
§158Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔχει σκεφθῆ περὶ ὅλων τῶν Δικαστηρίων, ὡς ἤκουσα, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Τριπόλει, διὰ τὸ ὁποῖον πρὸ πολλῶν ἐτῶν κατώρθωσεν ἡ αὐτόθι δημοτικὴ ἀρχὴ νὰ ἐξεύρῃ καὶ νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἀναγκαιοῦν οἰκόπεδον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, διὰ τίνα λόγον οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο περὶ κατασκευῆς τοιούτου μεγάρου ἐν Τριπόλει. Ἐπειδὴ δ’ ἔχει τὸ σημείωμα, νομίζω ὅτι δύναται ἀμέσως νὰ ἀπαντήσῃ. Ὁ νομὸς Ἀρκαδίας, Κύριοι, εἶναι ὁ μεγαλείτερος νομὸς τοῦ Κράτους. Τὸ Δικαστήριον τῆς Τριπόλεως ἔχει ὑποθέσεις περισσοτέρας παντὸς ἄλλου Δικαστηρίου. Ἑπομένως ἐκεῖ εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ οἰκοδομηθῇ δικαστικὸν μέγαρον.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§160ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ σημείωμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, καὶ ὅπερ ἀναφέρει, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκοδόμησιν δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Πάτραις, ὅτι ἐγένετο διαγωνισμός, ἀλλ’ οὐδεμία τῶν ὑποβληθεισῶν μελετῶν ἐνεκρίθη, διότι πᾶσαι ἀπαιτοῦσι ποσὸν μεῖζον τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πόσον εἶναι τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ποσόν· διότι ἐν Πάτραις, ἐνῷ ὑπάρχει οἰκόπεδον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἐτῶν εἶναι προωρισμένον παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν οἰκοδόμησιν δικαστικοῦ καταστήματος, — ἀλλὰ τὸ ὁποῖον μένει ἔκτοτε κενόν, — τὸ Δημόσιον πληρώνει κατ’ ἔτος πλέον τῶν 35,000 δραχμῶν δι’ ἐνοίκια δικαστικῶν καταστημάτων.
§161Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ σημείωμα, ὅπερ ἔχετε εἰς χεῖρας ὑμῶν, δὲν εἶχον προωρισμένον, ἵνα καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν...
§162ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Πῶς εὑρέθη εἰς χεῖράς σας;
§163Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀμέσως θέλω εἴπει. Τὸ σημείωμα αὐτὸ ἐζήτησα ἐγὼ πρὸς διαφωτισμόν μου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εἶχον δὲ ἐδῶ αὐτό, ἵνα λάβω καιρὸν κατὰ τὰς μακρὰς ταύτας ὥρας τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς νὰ μελετήσω, μεθ’ ὃ νὰ δώσω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὰς ἀναγκαίας σημειώσεις, ὅπως λάβω καὶ ἄλλας πληροφορίας. Εἶναι λοιπὸν ἓν προκαταρκτικὸν σημείωμα, ἀποκλειστικῶς δι’ ἐμέ. Δὲν εἶναι ἔγγραφον, ὅπερ ἤθελον τολμήσει νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Μοὶ ἐζήτησεν αὐτὸ ὁ κύριος Καλούτσης, ἵνα ἴδῃ ὅλως ἰδιαιτέρως... Δὲν ἔχει οὕτω;
§164Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μάλιστα.
§165Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἤξευρον, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σημειώματος τούτου ἠθέλετε προκαλέσει συζήτησιν, δὲν ἤθελον φέρει αὐτό· διότι εἶναι τοσοῦτον ἀτελές, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ γένηται συζήτησις. Ἐγὼ ὑπόσχομαι πρὸς ὑμᾶς, ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου νὰ φέρω πλειοτέρας πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὕρηται ἡ ὑπόθεσις αὕτη παρ’ ἑκάστῳ Πρωτοδικείῳ, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ γίνηται χρῆσις σημειώματος, ὅπερ εἶναι ἁπλῶς διὰ τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐργασίαν.
§166ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν βλέπω κατὰ τί βλάπτει, ἐὰν τὸ σημείωμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, φωτίσῃ καὶ ἐμέ.
§167Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι βλάπτει, ἀλλὰ δὲν τὸ θεωρῶ ἐπίσημον.
§168ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ· ἀλλὰ λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τούτου θὰ δώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν πληροφορίας τινάς, αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι θὰ τῷ ἦναι χρήσιμοι.
§169Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, βεβαίως. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν καταθέτω τὸ σημείωμα.
§170ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τοιοῦτόν τι. Αὐτὸ μοὶ χρησιμεύει μόνον διὰ νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας, ἃς βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον ἀφορμὴν νὰ δώσω, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τοῦ σημειώματος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς τῆς οἰκοδομῆς ἦναι τὸ μικρὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει προορισθῆ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, προσθέτω ὅτι τὸ Δημόσιον δαπανᾷ ἐν Πάτραις τόσα χρήματα κατ’ ἔτος δι’ ἐνοίκια, ὅσα ἀρκοῦσι καὶ ὑπεραρκοῦσιν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν μικροῦ δανείου πρὸς κατασκευὴν δικαστικῶν καταστημάτων. Ἐπείγει δέ, Κύριοι, ἡ ἀνέγερσις δικαστικοῦ καταστήματος ἐν Πάτραις, καὶ δι’ ἄλλον σπουδαιότατον λόγον, διότι τὸ οἴκημα, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ τὸ Κακουργοδικεῖον, ἀπὸ καιροῦ ἔχει πάθει ἐπανειλημμένως ἐκ σεισμῶν καὶ ἐγένοντο μὲν διάφοροι ἐπιδιορθώσεις, ἀλλὰ πάντοτε μετὰ φόβου καὶ τρόμου εἰσέρχεται ἐκεῖ ὁ κόσμος. Πλὴν δὲ τούτου, ἕνεκα τοῦ μικροῦ χώρου τοῦ οἰκήματος, καὶ τοῦ ἀκαταλλήλου τῆς διαιρέσεως διὰ δικαστικὸν κατάστημα, κατέστη τοῦτο ἑστία ὅλων τῶν μιασμάτων, καὶ ἡ ὑγεία τῶν προσερχομένων εἰς αὐτὸ ἐκτίθεται εἰς προφανῆ κίνδυνον. Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ εἴπω, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν περαιτέρω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐνέργειάν του.
§171Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἁρμοδιώτερος πάντων τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ὅπως ἀκούσῃ τὰς συστάσεις τῶν συναδέλφων, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων εἰς τὰς ἰδιαιτέρας αὐτῶν πατρίδας, εἶναι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι, ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀνεγερθῶσι τὰ δικαστικὰ καταστήματα, περὶ τῶν ὁποίων προὐνόησεν ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, ἡ ἀμέλεια ἀποδοτέα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῆς Δικαιοσύνης — καὶ λέγω τοῦτο πρὸς ἄρσιν πάσης εὐθύνης ἀπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης — κατ’ οὐδὲν εὐθύνεται διὰ τὴν παρέλκυσιν ταύτην τῆς ὑποθέσεως. Διότι κατὰ τὸν νόμον, ὅστις ἐψηφίσθη πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ κληροδότημα τὸ προσδιορισθὲν διὰ τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων, πρέπει πρῶτον — καὶ τοῦτο εἶναι ὅρος ἀπαράβατος τῆς ἀνεγέρσεως παντὸς δικαστικοῦ καταστήματος — νὰ δωρηθῇ τὸ γήπεδον, τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ δικαστικοῦ καταστήματος, παρὰ τοῦ οἰκείου δήμου, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ ὁποίου ἑδρεύει τὸ Δικαστήριον· δεύτερον, πρέπει τὸ γήπεδον τοῦτο νὰ ἐγκριθῇ, ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν τοποθεσίαν, ὑπὸ ἐπιτροπῆς εἰδικῆς, ἣν ὥρισεν ὁ νόμος, μετὰ τοῦτο δὲ γίνεται ἡ προκήρυξις τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος, ὑποβάλλονται αἱ μελέται εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ἐὰν εὕρῃ τὰς ὑποβαλλομένας μελέτας καλῶς ἐχούσας καὶ ἀνταποκρινομένας εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐγκρίνει μίαν ἐξ αὐτῶν, τὴν καλλιτέραν. Τί ἐγένετο ὅμως μέχρι τοῦδε; Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἐξηγεῖται ἡ βραδύτης αὕτη εἰς τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς πόλεις, ὅπου πρόκειται νὰ ἀνεγερθῶσι τοιαῦτα. Συμβαίνει δηλαδὴ τὸ ἑξῆς. Ἄλλοι μὲν τῶν δήμων δὲν προέβησαν εἰς τὴν δωρεὰν τοῦ ἀπαιτουμένου γηπέδου διὰ τὴν ἀνέγερσιν δικαστικοῦ καταστήματος, ἐκεῖ δὲ, ὅπου ἐδωρήθησαν τοιαῦτα εἰς τὸ Δημόσιον, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ καταρτισθεῖσα κατὰ τὸν νόμον, ἵνα ἀποφασίσῃ περὶ τῆς καταλληλότητος τοῦ γηπέδου, δὲν συνεφώνησεν εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ· ἀλλαχοῦ δὲ πάλιν, ὅπου ἐνεκρίθη τὸ γήπεδον καὶ ὑπεβλήθησαν μελέται εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων πρὸς ἔγκρισιν, τὸ ἔργον ἐματαιώθη, διότι αἱ μελέται αἱ ὑποβληθεῖσαι καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ οἱ ὑποβληθέντες ὑπὸ τῶν ἐργολάβων εὑρέθη ὅτι ἀπῄτουν δαπάνην πέραν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς προώριζε διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἑνὸς ἑκάστου δικαστικοῦ καταστήματος. Ἐντεῦθεν λοιπὸν αἱ βραδύτητες, κύριε Πρόεδρε. Αἱ βραδύτητες λοιπὸν αὗται ὀφείλουσι, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἐπισπάσωσιν ἀκεραίαν τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὀφείλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἄρσεως τῶν τοιούτων δυσχερειῶν καὶ ἀνωμαλιῶν. Ὀφείλει δὲ ἐπίσης, καὶ ἰδιαιτέρως μάλιστα, ὡς πρὸς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἵτινες, ἐπιλαθόμενοι τῶν ἰδίων ἑαυτῶν καθηκόντων, ἐπιλαθόμενοι τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἔχουσιν, ἵνα ἐξυπηρετῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου αὐτῶν, οὐδόλως προέβησαν εἰς δωρεὰν τοῦ ἀναγκαίου γηπέδου, ὀφείλει, λέγω, νὰ προσκαλέσῃ τὰς διοικήσεις τῶν δήμων ἐκείνων, ἵνα ὡς τάχιστα προβῶσιν εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν καταλλήλων γηπέδων· εἶτα δὲ ὀφείλει νὰ συστήσῃ, νομίζω, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων, ἵνα ὡς τάχιστα προβῇ εἰς διακήρυξιν δημοπρασίας διὰ τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐξευρημένα καὶ ἐγκεκριμένα τὰ γήπεδα. Οὕτω, νομίζω, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς πέρας τῆς ὑποθέσεως. Ὑπάρχουσι δῆμοι, οἵτινες ἀκόμη, μολονότι πενταετία παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς διέθεσε τὸ χρῆμά του ὑπὲρ τόσον ἱεροῦ σκοποῦ, δὲν συνεκάλεσαν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα προβῶσιν εἰς δωρεάν· καὶ τοιοῦτοι εἶναι ὁ δῆμος Γυθείου καὶ —μετὰ λύπης μου τὸ λέγω— ὁ δῆμος Καλαμῶν, ἔνθα δὲν κατωρθώθη μέχρι σήμερον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ προτείνωσι δωρεὰν γηπέδων πρὸς ἀνέγερσιν μεγάρων. Ὁ ἀείμνηστος Συγγρός, καὶ ἐὰν οὐδὲν ἄλλο ἐθνικὸν ἔργον ἔπραττεν, ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον ἐπετέλει, ὅπερ ἐπετέλεσε διὰ τῆς διαθήκης αὐτοῦ, θὰ κατέλειπεν εἰς ἡμᾶς μνήμην ἀξίαν παντὸς σεβασμοῦ, διότι ἀληθῶς ἱερὸν εἶναι τὸ ἔργον, περὶ οὗ προνοεῖ διὰ τῆς διαθήκης αὐτοῦ. Διότι τρῶγλαι, ὡς εἶπέ τις τῶν συναδέλφων, εἶναι τὰ πλεῖστα τῶν Δικαστηρίων, ὡς τὸ τῆς Τριπόλεως, τῶν Καλαμῶν κλπ., τρῶγλαι καὶ ἐρείπια, ἀπειλοῦσαι πτῶσιν, καὶ καταστροφὴν τῶν τε δικαζόντων καὶ τῶν δικαζομένων. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει τι ἀξιώτερον μερίμνης καὶ προσοχῆς, ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ τῆς λύσεως τοῦ ὁποίου θὰ γείνῃ δυνατὸν νὰ ἐγκατασταθῇ καὶ ν’ ἀπονέμηται ἡ δικαιοσύνη ἐντὸς τοῦ ἁρμόζοντος αὐτῇ ἱεροῦ, ἀντὶ τῶν σημερινῶν καταγωγίων. Ἔχει ὑποχρέωσιν, νομίζω, ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του πρὸς ταχεῖαν περάτωσιν τῶν ἐκκρεμῶν τούτων ὑποθέσεων.
§172ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ κατὰ προτίμησιν διὰ τὸ κατάστημα τοῦ Πρωτοδικείου Χαλκίδος, ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ προηγηθῇ ἡ ἀνοικοδόμησις Εἰρηνοδικείων, διότι ἐν Χαλκίδι ἡ Δικαιοσύνη ἐνδιαιτᾶται εἰς κατάστημα ἠρειπωμένον. Ἡ πρόνοια αὕτη ἰδίᾳ πρέπει νὰ ληφθῇ διὰ τὴν Χαλκίδα, ἥτις εἶναι πόλις προσβαλλομένη ὑπὸ σεισμῶν καὶ μὴ ἔχουσα κατάλληλα οἰκήματα, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ τι ἐκ τούτων διὰ Πρωτοδικεῖον. Ἐπειδὴ δὲ αὕτη εἶναι πόλις πλησιεστάτη πρὸς τὴν πρωτεύουσαν, ἔχει ἀνάγκην καὶ δικαστικοῦ μεγάρου ἀξιοπρεπεστέρου. Εἰς τὸ σημερινὸν κατάστημα, ὅταν συνεδριάζῃ τὸ Κακουργοδικεῖον καὶ τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἐκ φόβου μήπως καταπέσῃ τὸ κατάστημα, ἐξέρχονται οἱ ἄνθρωποι ἔξω. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μομφὴν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Χαλκίδος κατὰ τῶν ἐξ Εὐβοίας Βουλευτῶν, νομίζω ὅτι αὕτη δὲν ἀπευθύνεται καὶ πρὸς ἐμέ, καθόσον δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα...
§173Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἦσθε πέρυσι.
§174ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὅτε ἤμην, ἐνήργησα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ καὶ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δι’ ἄλλα ἔργα, ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ βραχὺς χρόνος καὶ αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις μοὶ ἐπέτρεψαν. Ὑποθέτω δέ, ὅτι θὰ ἐξαιρῇ ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος ἐμέ.
§175Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς δώσῃ πιστοποιητικόν.
§176ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τοιούτου πιστοποιητικοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τῇ παρακλήσει μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Χαλκίδι ἔχω νὰ ὑποβάλω καὶ παράπονόν τι κατ’ αὐτοῦ διὰ παρανόμους τινὰς μεταθέσεις, γενομένας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, καὶ ἄλλας ἐκνόμους ἐνεργείας αὐτοῦ...
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἄσχετον.
§178ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχει πολλὴν σχέσιν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπελείφθη αὐτῷ ἀρκετὸς χρόνος κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα τῆς ὑπουργίας του, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῶν δικαστικῶν μεγάρων, ἐνῷ θὰ εἶχεν ἀρκετὸν χρόνον, ἵνα μεριμνήσῃ καὶ περὶ τούτων, ἐὰν δὲν ἠσχολεῖτο εἰς μεταθέσεις ὑπαλλήλων καὶ καταργήσεις ὑποθηκοφυλακείων καὶ ἄλλα τοιαῦτα, ἅτινα εἶναι ἐναντίον καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, νομίζητε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι σχετικόν, σημειώσατέ με, διὰ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον κατόπιν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§180Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Συγχαίρω τοὺς κυρίους συναδέλφους διὰ τὸν κόπον, τὸν ὁποῖον ἀπὸ πολλῆς ἤδη ὥρας ἔλαβον, ἵνα ὑπερασπίσωσι τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν των, φρονῶ ὅμως, ὅτι ὅλαι αἱ συστάσεις καὶ παρακλήσεις τῶν κ. συναδέλφων, αἱ γενόμεναι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν μεγάρων, δὲν εἶναι ἢ εὐσεβὴς πόθος, διότι εἶμαι πληροφορημένος ἀσφαλῶς, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει διαθέσιμον ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ διὰ τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν κτιρίων ἐν ταῖς διαφόροις πόλεσι τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι ἐπαρκές· ὅτι δὲ δὲν εἶναι ἐπαρκές, προκύπτει ἀριδήλως καὶ ἐπισήμως ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι προετιμήθη εἰς τὴν ἀνέγερσιν κτιρίων ἡ Ἄμφισσα, ἡ ἰδιαιτέρα πατρὶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν...
§181Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ, ἂν ἤμην Ὑπουργός, τὸ ἴδιον θὰ ἔκαμνα.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἡμεῖς.
§183Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ἐὰν ὅλα τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐφρόντιζον διὰ τὰς ἰδιαιτέρας αὐτῶν πατρίδας, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἡμεῖς, οἱ μὴ ἀνήκοντες εἰς τοὺς νομούς, ὁπόθεν κατάγονται τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν θὰ ἐλαμβάνομεν οὔτε τὰ ψιχία, τὰ πίπτοντα ἐκ τῆς πλουσίας Ὑπουργικῆς τραπέζης. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς πόσον ἀνέρχεται τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ διὰ τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν κτιρίων;
§184Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, εἶναι 750,000 δραχμαί. Ἀλλ’ ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸ δόγμα τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ, τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ οὔτε διὰ τὰς Ἀθήνας.
§185Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν μίαν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ σκεφθῶσι περὶ τῶν δικαστικῶν μεγάρων. Βεβαίως καὶ ἡ πεῖρα καὶ ἡ νοημοσύνη αὐτῶν δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἰδικῆς μου γνώμης, ἀλλὰ δύνανται νὰ λάβωσι καὶ ταύτην ὑπ’ ὄψιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ ὑπάρχον χρῆμα εἶναι ἀνεπαρκὲς δι’ ὅλα τὰ δικαστικὰ μέγαρα τῶν διαφόρων πόλεων. Βεβαίως πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἀνέγερσις αὐτῶν καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὰς πόλεις, ἔνθα ὑπάρχει προκαταρκτικὴ ἐργασία. Ἀλλ’ ἐὰν τύχῃ καὶ εἰς τὰ μέρη ταῦτα νὰ ὑπάρχωσιν ἰδιωτικὰ μέγαρα, κατάλληλα διὰ Δικαστήρια, πρέπει νὰ μὴ ἀνεγερθῶσι καὶ εἰς τὰ μέρη ταῦτα δικαστικὰ κτίρια, ἀλλὰ νὰ προτιμηθῶσι τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσι κτίρια κατάλληλα διὰ δικαστικὰ μέγαρα, ὡς εἶναι ἡ Τρίπολις, ἔνθα ὑπάρχει δικαστικὸν κτίριον ἑτοιμόρροπον, μία κιβωτὸς τοῦ Νῶε, ὑπὸ τὴν ὁποίαν κινδυνεύουσι καθ’ ἑκάστην νὰ ταφῶσι διάδικοι καὶ δικηγόροι. Καὶ αὐτὰ δὲ τὰ μέρη ἀκόμη, ὅπου ἐγένοντο δωρεαὶ γηπέδων ὑπὸ τῶν δήμων, καὶ σχεδιογραφήματα ὑπάρχουσι, νὰ μὴ προτιμηθῶσιν, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐκεῖ ἰδιωτικὰ κτίρια, κατάλληλα πρὸς ἐνοικίασιν. Πέρυσιν ἐγένετο ἐν Τριπόλει καὶ μεταβολὴ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως ἐπίτηδες, ὅπως κανονισθῇ τὸ γήπεδον, ἐφ’ οὗ θὰ οἰκοδομηθῇ τὸ δικαστικὸν μέγαρον. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἰδιωτικὸν οἴκημα κατάλληλον πρὸς ἐνοικίασιν, διότι οὐδεμία ἄλλη οἰκία, πλὴν τῆς τοῦ κυρίου Μαργιολοπούλου, αὐτῆς τῆς κιβωτοῦ, εἶναι κατάλληλος νὰ περιλάβῃ τὸ δικαστικὸν μέγαρον. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ σπεύσητε εἰς οἰκοδόμησιν δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Τριπόλει, ὡς εἶναι ἀνάγκη, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐγκρίνητε τὴν αἴτησιν, ἣν πρὸ ἡμερῶν ἀπέστειλαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν, ζητοῦντες πίστωσιν διακοσίων δραχμῶν διὰ τὴν αἴθουσαν τοῦ Κακουργοδικείου.
§186Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνεκρίθη.
§187Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὄχι. Καὶ πρέπει νὰ ἐγκριθῇ.
§188Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§189ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ συστάσεις τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι ὀρθόταται. Εἶναι δὲ τελείως ἀκριβὴς ἡ παρατήρησις τῶν πραγμάτων καὶ ἡ πεῖρα οὐχὶ εὐχάριστος, ἣν ὁμοῦ ἀπεκτήσαμεν ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Τριπόλεως, τὸ ὁποῖον διὰ πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἢ διὰ δικαστικὸν κατάστημα. Ἀπορῶ δέ, πῶς αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις οὐδεμίαν ἔλαβον πρόνοιαν περὶ τοῦ καταστήματος τούτου τῆς Τριπόλεως, καὶ μάλιστα ἀφ’ ὅτου εὑρισκόμεθα πρὸ ἄλλου καθεστῶτος, καθ’ ὃ χρηματικὸν ποσὸν εἶναι διατεθειμένον διὰ τὴν κατασκευὴν δικαστικῶν κτιρίων. Ἐν τούτοις καὶ ἔκτοτε αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις δὲν ἐπέμειναν εἰς τελείαν ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ τὸ χρῆμα μένει ἀδιάθετον, καὶ ἐνοίκια πληρώνομεν, καὶ Δικαστήρια δὲν ἔχομεν! Ἐὰν τὸ ποσὸν τὸ χρηματικὸν δὲν ἐπαρκῇ, εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων δικαστικῶν καταστημάτων, ὡς ὑπέδειξεν ὁ κύριος συνάδελφος. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἀτέλειαί τινες τοῦ νόμου, παρεμποδίζουσαι τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν διόρθωσιν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ μία εἶναι ἡ γενικὴ ἀνάγκη, τὸ νὰ μὴ μένῃ τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, ἐνῷ ὑπάρχει ἀρκετὸν ποσὸν διὰ τὴν κατασκευὴν δικαστικῶν καταστημάτων. Δὲν δικαιολογεῖ δὲ τοῦτο, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὔτε ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ποσοῦ, οὔτε ἡ ἀτέλεια τοῦ νόμου. Διότι, ἐὰν τὸ ποσὸν δὲν ἐπαρκῇ διὰ πάντα τὰ καταστήματα, ἐπαρκεῖ βεβαίως διά τινα, καὶ ἐὰν ὁ νόμος ἦναι ἀτελής, δύναται νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις αὐτοῦ. Πρέπει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σπεύσῃ νὰ ὁρίσῃ, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εὐθυκρισίᾳ, τίνα δικαστικὰ καταστήματα πρέπει ν’ ἀνεγερθῶσι, καὶ ποῦ αἱ ἀνάγκαι εἰσὶ μᾶλλον κατεπείγουσαι. Εἶναι ἀνάγκη δὲ πρὸς τοῦτο νὰ ἀναλάβῃ ὅλην τὴν εὐθύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἔχει τὴν δύναμιν καὶ τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ταύτην.
§190Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Καλούτση μὲ ἔκαμε νὰ ἐνθυμηθῶ ἄρθρον τι τοῦ συντάκτου τῶν «Καιρῶν» Κανελλίδου, δι’ οὗ οὗτος ἐχαρακτήριζεν ἡμᾶς ὡς ἀγεωγραφήτους. Ὁ κ. Καλούτσης ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὴν Σῦρον ὑπάρχουσι μέγαρα διὰ δικαστικὰ κτίρια. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι, ἐὰν τις φαντασθῇ εἰς ποίαν οἰκίαν εἶναι τὸ κατάστημα τὸ δικαστικὸν ἐν Σύρῳ, θὰ μείνῃ ἐκστατικός.
§191ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ τὸ ἐθαύμασα πρὸ ἔτους.
§192ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶσθε ἀγεωγράφητος! (ἱλαρότης).
§193Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, — πρὸς ὃν ἐπιφυλάσσομαι ἐν καιρῷ, ἀφοῦ ἐρευνήσω τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀπαντήσω, — ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπαιτοῦνται πολλὰ χρήματα διὰ τὴν Σῦρον.
§194Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§195Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τοιαύτην στροφὴν ἐδώκατε εἰς τὸν λόγον σας, ἵνα ἀποφύγητε ὁριστικὴν ἀπάντησιν.
§196Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
§197Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς εἴπω τι, διότι ἐνθυμοῦμαι τὰς πατριωτικὰς ἀγορεύσεις ὑμῶν, ὅτε ἦσθε ἐν τῇ ἀριστερᾷ πτέρυγι.
§198Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἀνεπτύχθη, λαμβάνων ἀφορμὴν, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ οἰκοδομηθῶσι Δικαστήρια μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον διαθέσιμον, — καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπερβαίνει τὰς 630,000 δραχμὰς, — ἀφοῦ ζητεῖτε, χάριν τῆς ἰσότητος βεβαίως, νὰ οἰκοδομηθῶσιν εἰς πάσας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἔνθα ἑδρεύουσι τοιαῦτα Δικαστήρια. Ὁ νόμος, ὅστις ἐγένετο πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς διαθήκης τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, ἔσφαλε κατὰ τοῦτο, ὅτι προσδιώρισε τὸ ποσὸν τῆς ἀξίας ἑκάστου τῶν Δικαστηρίων. Εἶπεν ὅτι, ὅπου ἑδρεύουσι καὶ Ἐφετεῖα, διὰ τὰ δικαστικὰ μέγαρα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δαπανηθῶσι πλείονες τῶν 200,000 δραχμῶν, ὅπου δὲ μόνον Πρωτοδικεῖα, Εἰσαγγελίαι καὶ Εἰρηνοδικεῖα, οὐχὶ πλείονες τῶν 120,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὁσάκις ἐπεχείρησα, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ σπεύσω πρὸς τὴν συντέλεσιν οἰκοδομῆς Δικαστηρίων, — καὶ πρὸ παντὸς ὁμολογῶ, ὅτι τοῦτο ἔπραξα διὰ τὰς Πάτρας, τὴν Τρίπολιν, τὸ Μεσολόγγιον, τὴν Σπάρτην, τὸ Ναύπλιον, τὰς Καλάμας, τὴν Λαμίαν καὶ τὴν Χαλκίδα, — εὗρον ὅτι τὰ ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχον γείνῃ τὰ σχέδια, ἦσαν ἀνεπαρκῆ. Τὸ κτίριον τῶν Πατρῶν—διὰ τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι εἰργάσθην ἀνενδότως — σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μὲ ποσὸν ὀλιγώτερον τῶν 400,000 δραχμῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ οἰκοδομηθῇ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν διαθέσιμον, πρέπει ν’ ἀναλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προτείνῃ τροποποίησιν τοῦ νόμου, καὶ νὰ ὁρισθῶσιν ἓν ἢ δύο μέγαρα, τὰ ὁποῖα νὰ οἰκοδομηθῶσι...
§199Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡρισμένα μέρη.
§200Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Διὰ κληρώσεως, ἵνα μὴ ἔχῃ τις παράπονον.
§201Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. .. Ἢ νὰ ἐξευρεθῇ ἓν δάνειον χρεωλυτικόν, ἀντὶ τῶν ἐνοικίων, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀνέγερσιν ὅλων τῶν κτιρίων, καὶ οὕτω καταστῇ δυνατὸν νὰ στεγασθῇ τέλος πάντων εὐπρεπῶς ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη. Ἄλλο τι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ καθῆκον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν οἰκοδομὴν Δικαστηρίων ἔν τισι νομοῖς, νομίζω, ὅτι μεταξὺ τῶν προτιμητέων, ἐκτὸς τῆς Τριπόλεως, ὅπου εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ οἰκοδομηθῇ, εἶναι καὶ ἡ πόλις τῆς Χαλκίδος, ἥτις ὄχι μόνον δι’ οὓς λόγους ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Χαλκίδος πρέπει νὰ προτιμηθῇ, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ πόλις τῆς Χαλκίδος κατέστη ἤδη διὰ τοῦ σιδηροδρόμου ἡ μεγάλη διεθνὴς ὁδός, διὰ τῆς ὁποίας θὰ συγκοινωνῇ διὰ τῆς Θεσσαλονίκης ἅπασα ἡ Εὐρώπη μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς.
§202Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τοῦ κατὰ στρέμμα δικαιώματος ἐπικαρπίας τῶν γαιῶν τῆς λίμνης Φενεοῦ».
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 129).
§204Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ἀγγελόπουλος ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα, περιλαμβάνοντα κατὰ μῆνα τὰς εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς τῆς τελευταίας τετραετίας, καὶ ἰδιαιτέρως τὰς εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Λαυρίου. Καταθέτω αὐτόν. Ἐπίσης καταθέτω πληροφορίας ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Στυμφαλιάδου.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Α. Βιτάλης.
§206Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μία ἐπιτροπὴ ἐργοστασιαρχῶν οἰνοπνευματοποιίας μὲ παρεκάλεσε νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα αὐτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν. Ὑποβάλλω τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καναβὸς ἔχει τὸν λόγον.
§208Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν σύστασιν, ὅπως μελετήσῃ καὶ ἐξεύρῃ τρόπον ἄρσεως ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐκκλησιαστικὰ λιβάδια, τὰ ἐκμισθούμενα παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἰδίως τὰ ἐν τῷ δήμῳ Ναυπάκτου τοιαῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν οἱονδήποτε μέτρον, διότι ἐξακολουθοῦσι νὰ καταδιώκωνται οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν λιβαδίων αὐτῶν, ὅπως πληρώσωσι φόρον ἐπικαρπίας διὰ τὸ παρελθὸν καὶ προπαρελθὸν ἔτος. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον ἀναγκασθῆ οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι νὰ πληρώσωσι, θὰ γεννηθῶσι νέαι ζημίαι καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, διότι βεβαίως θὰ ζητήσωσι δικαστικῶς νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν χωρὶς νὰ ὀφείλωσιν. Ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν λιβαδίων, τῶν ἐν τῷ δήμῳ Ναυπάκτου κειμένων, πρὸς πληρωμὴν φόρου ἐπικαρπίας, νὰ διατάξῃ δὲ προσέτι νὰ καταπαύσῃ ἡ ἀρξαμένη καταμέτρησις καὶ σύνταξις νέων πρωτοκόλλων, διότι τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἐκμισθώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν λιβαδίων ἀπεξενώθη τελείως παντὸς δικαιώματος ἐπ’ αὐτῶν, καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει πρὸς εἴσπραξιν φόρου ἐπικαρπίας παρὰ τῶν καλλιεργητῶν τῶν λιβαδίων τούτων.
§209Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν σύστασίν σας, ὅπως λάβω ταύτην καὶ ζητήσω τὰς δεούσας πληροφορίας.
§210Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Μάλιστα.
§211Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνας λόγους δὲν δημοσιεύονται τὰ Διατάγματα περὶ διορισμοῦ εἰσπρακτόρων δημοτικῶν, ἐνῷ ἐγένοντο αἱ οἰκεῖαι προτάσεις ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια; Καὶ εἰδικῶς παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν διωρίσθησαν εἰσπράκτορες ἐν τοῖς δήμοις Πελλήνης καὶ Κλεωνῶν; Νομίζω ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἡ Διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ παρεμποδίζῃ τοὺς διορισμοὺς τῶν εἰσπρακτόρων, ἔχει δὲ ὑποχρέωσιν νὰ διορίζῃ τοὺς εἰσπράκτορας, τοὺς προτεινομένους ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Αἱ προτάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν δύο εἰρημένων δήμων ἐγένοντο καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Διοικητικὴν ἀρχήν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε, καίτοι παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος, τὰ Διατάγματα τῶν διορισμῶν δὲν ἐδημοσιεύθησαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον διακρίνει εὐθυδικία, νὰ διατάξῃ τὴν κοινοποίησιν τῶν Διαταγμάτων τούτων, διότι παρεμποδίζεται ἡ κανονικὴ καὶ εὔστοχος λειτουργία τῆς διαχειρίσεως τῆς δημοτικῆς περιουσίας τῶν δήμων ἐκείνων.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἀπήντησα πρὶν εἰς ἐπερώτησιν περὶ ἄλλου εἰσπράκτορος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι, ὅταν ὑποβάλλωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον προτάσεις Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ διορισμοῦ δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἀμέσως καταρτίζονται τὰ σχετικὰ Διατάγματα καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς ὑπογραφήν, μετὰ δὲ τὴν ἐπιστροφήν των δημοσιεύονται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ ὑποβάλλωνται Διατάγματα, ὅταν ὑπάρχωσι προτάσεις διορισμοῦ. Ἐὰν δέ ποτε ἐπέρχηται βραδύτης περὶ τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων τῶν διορισμῶν, τοῦτο προέρχεται εἴτε διότι βραδέως ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ νομάρχου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, εἴτε διότι ἐνίοτε συμπίπτει νὰ βραδύνωσιν εἰς τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ Ὑπουργείου· ἀλλὰ βεβαίως οὐδέποτε ὑπάρχει κακὴ πρόθεσις.
§213Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, οὐδ’ ἀποδίδω κακὴν πρόθεσιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὁ νομάρχης παραμελεῖ τὴν μεταβίβασιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην, νὰ μὴ κρατῇ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν περὶ τίνων δήμων πρόκειται, καὶ πότε ἐγένοντο αἱ πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὅπως ἀμέσως τηλεγραφήσω πρὸς τὸν νομάρχην καὶ μάθωμεν, τίς ὁ λόγος τῆς βραδύτητος.
§215Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀσημακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§217Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ μηνὸς παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα περὶ τοῦ καταργηθέντος ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, δηλαδὴ πόσα χρήματα ἀναλογοῦσιν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν. Ἐπειδὴ σκοπῶ νὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον τὸ ζήτημα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου, διότι ἡ ἐπαρχία Αἰγιαλείας δικαιοῦται νὰ λάβῃ ποσὰ μεγάλα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μερλόπουλος.
§219Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§220ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
§221Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903 ἐκ δραχμῶν 2,007,058.47». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§223Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, αἱ ἐκκαθαρισμέναι ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀνήρχοντο εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο. Ἀλλὰ κατόπιν ὑπεχρεώθην, καὶ εὐλόγως, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐπιστροφῆς εἰσπραχθέντος φόρου ἀμπέλων καὶ ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν ἐτῶν 1901 καὶ 1902. Κατὰ τὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβληθείσας περὶ τούτου πληροφορίας, πρόκειται νὰ ἐπιστραφῇ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ 1902, δραχ. 104,600, φόρος ἀμπέλων τοῦ 1901, δραχ. 195,400, τὸ ὅλον δραχμαὶ 300,000. Ἡ πίστωσις ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἀνέρχεται μόνον εἰς 70,000· ἑπομένως θὰ παρακαλέσω νὰ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν «διάφοροι πληρωμαὶ», εἰς τὸ τέλος, κατὰ δραχ. 230,000. Πλὴν τούτων ἐξεκαθαρίσθησαν ἀπαιτήσεις ἐκτελεσθεῖσαι κατὰ τὸ 1903, ἀνερχόμεναι εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 45,902. Ἡ πίστωσις αὕτη ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὥστε ἡ ὁλικὴ αὔξησις τῶν πιστώσεων θὰ ἦναι κατὰ δραχμὰς 275,902. Διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν λοιπὸν νέας πιστώσεις ἀναπληρωματικάς, καὶ ἀναβάλληται ἡ πληρωμὴ τῶν ἀπαιτήσεων, παρακαλῶ, ἡ πίστωσις τῶν δραχμῶν 2,007,058.47 νὰ αὐξηθῇ εἰς δραχ. 2,282,960.47.
§224Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον.
§225Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· οὕτως εἶναι διατετυπωμένη ἡ μεταρρύθμισις. Ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν προστίθενται δρ. 45,902, διότι εἶναι ἀκριβῶς «κεφάλαιον Θʹ, Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν»· ἀντὶ 558,459 δραχμῶν θὰ τεθῇ «604,361». Κατόπιν, μετὰ τὸ κεφάλαιον ΙΔʹ, προστίθεται κεφάλαιον ΙΕʹ, «διάφοροι πληρωμαί, ἐπιστροφαὶ χρημάτων» — εἶναι εἰδικαὶ πιστώσεις—δρ. 230,000. Τώρα θ’ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§226Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ νέαν ἔκθεσιν.
§227Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 130).
§229Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν πληροφορίαν θέλω νὰ ζητήσω διὰ τὴν πίστωσιν, ἥτις ζητεῖται διὰ δαπάνας ἐπιδιορθώσεων κλπ. εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Παρατηρῶ, ὅτι δὲν δικαιολογοῦνται τὰ κυριώτερα ποσὰ, καὶ τοιαῦτα εἶναι: «εἰς ἐμπορικὸν Παπαγεωργίου καὶ Μικὲ δρ. 4,900. «Ἑρμεῖον» Τσάτσου δραχ. 4,600. Ἀνθοπώλην Χρ. Τσούμην δρ. 1,100. Ἔμπορον Κωστόπουλον 1,065.» Ἀναφέρω τὰ τέσσαρα ταῦτα κονδύλια ὡς τὰ σημαντικώτερα. Πῶς ἐγένοντο αἱ δαπάναι αὗται καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ διατί;
§230Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκαν, εἶναι ἀκριβεῖς, αὗται ἀνάγονται εἰς τοῦτο· ὅτι ἐγένοντο μερικαὶ βελτιώσεις· ἤλλαξαν π.χ. τὰ καθίσματα ἐδῶ, ἤλλαξαν οἱ τάπητες, δὲν ἠξεύρω ποῖαι βελτιώσεις ἐγένοντο εἰς τὰ θεωρεῖα, ποῖαι βελτιώσεις ἐγένοντο εἰς τὰ δωμάτια τοῦ Καπνιστηρίου. Πλὴν τούτων τὸ πρὸς τὸν ἀνθοπώλην χρέος προέρχεται ἐκ κηδειῶν διὰ στεφάνους, τοὺς ὁποίους ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατέθεσεν εἰς τοὺς νεκροὺς ἀποβιωσάντων συναδέλφων. Εἶναι λεπτομέρειαι. Ἐὰν θέλητε, δύναται νὰ σᾶς δώσῃ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς αὔριον λεπτομερεστέρας πληροφορίας.
§231Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως μοὶ φαίνεται κἄπως οὐχὶ κανονικὸν τὸ νὰ προβαίνῃ τὸ Προεδρεῖον εἰς δαπάνας. Αὗται δέον νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς.
§232Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰς ἔκαμεν ἐν συνεννοήσει βεβαίως πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν.
§233Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἴσως ἐξωδεύθησαν καὶ ὀλιγώτερα μάλιστα· ἴσως χρειάζονται περισσότερα, διὰ νὰ γείνωσιν ἓν ἢ δύο δωμάτια.
§234Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ τὰ δωμάτια τοῦ Βουλευτηρίου· καὶ βεβαίως εἶναι ἀνάγκη ἴσως καὶ σπουδαιοτέρων δαπανῶν, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς αἴθουσαν μᾶλλον ἀναπαυτικὴν καὶ κατάλληλον διὰ τὰς συζητήσεις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε κἄπως ἐντύπωσιν, εἶναι, ὅτι καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς ἐγένοντο δαπάναι 38,000 δραχμῶν.
§235Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπιτρέπεται τοῦτο κατὰ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§236Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἴδω αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει δαπάνας καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς.
§237Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ τὸ εὕρω καὶ θὰ σᾶς τὸ δείξω.
§238Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, τί ἐννοεῖ ὁ ἐτήσιος νόμος ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα γίνονται εἴτε εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς εἴτε εἰς τὴν Βιβλιοθήκην αὐτῆς. Δύναται διὰ Διατάγματος νὰ προκαλῆται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις;
§239Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἄρθρον 83 τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Μὴ ἐπαρκεσάσης τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ἀναγεγραμμένης πιστώσεως διὰ τὰ μικρὰ ἔξοδα, ὧν ἡ πληρωμὴ δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ, ἐκδίδεται συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χρηματικὸν ἔνταλμα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ καὶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ λογιστοῦ τῆς Βουλῆς, ὀφείλοντος νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γενομένην αὐτῷ προπληρωμήν.»
§240Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν μικρῶν ἐξόδων ἐν τῇ πιστώσει, ἣν συζητοῦμεν.
§241Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μικρὰ ἔξοδα εἶναι καὶ αὐτά. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπίσης καθ’ ὑπέρβασιν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ δαπανήσῃ διὰ μικρὰ ἔξοδα. Ὥστε εἶναι καὶ τυπικῶς ὀρθὴ ἡ γενομένη δαπάνη.
§242Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς μικρὰ ἔξοδα τὰ ἔξοδα τῆς βελτιώσεως τῆς αἰθούσης ἢ τῶν δωματίων· διότι τότε δὲν ἠξεύρω ποῦ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, ἐὰν ἔλθῃ εἷς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐγὼ ἢ ὁ κ. Σιμόπουλος ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ὄρεξιν νὰ μετατρέψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ νὰ δαπανήσῃ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν. Τότε καὶ τὰ ἔξοδα ταῦτα θὰ δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς μικρὰ ἔξοδα! Δὲν νομίζω ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ Κανονισμοῦ.
§243Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, παρεισέφρησε λάθος, ὅτε ἀνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 ἡ πίστωσις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς. Τὸ λάθος ἀποδίδεται εἰς τοὺς κρατοῦντας τότε τοὺς ἀριθμοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Βραδύτερον ἀνεγνωρίσθη τὸ λάθος· ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὸν μῆνα Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον, δὲν ὑπῆρχε πίστωσις, ἵνα πληρωθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς. Τότε προεκλήθη πίστωσις διὰ τοὺς μῆνας Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον, καὶ ἐπληρώθησαν οἱ ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ δὲν ὠφείλοντο μόνον οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων· ὠφείλοντο καὶ μικραὶ δαπάναι, γενόμεναι πρὸς βελτίωσιν τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων καὶ τῶν ἰδιαιτέρων δωματίων. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁ τότε — εἶναι λυπηρόν, διότι δὲν εἶναι νῦν Βουλευτὴς — εἶχε διατάξει τὰς βελτιώσεις ταύτας ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς προγράμματος. Ὅτε εἶδεν, ὅτι αἱ δαπάναι ὑπερέβαινον τὴν πίστωσιν, ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ᾐτήσατο τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ, ὅπως συμπληρωθῶσιν αἱ ἐπιχειρηθεῖσαι βελτιώσεις τῆς αἰθούσης. Οὕτως ἐγένοντο αἱ δαπάναι αὗται. Αὔριον θὰ ἔχητε λεπτομερεστέρας πληροφορίας.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Νομίζω ὅτι εἴμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 3.
§245Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 3, μάλιστα.
§246Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐτροποποιήθη. Τὸ ἔχετε τροποποιημένον;
§247Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἡ τροπολογία, διὰ τὴν ὁποίαν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια.
§248Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προηγεῖται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου. Νὰ λυθῇ πρῶτον αὐτό, καὶ ἔπειτα ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἄλλα.
§249Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅπως μία οἰκογένεια δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν δὲν εὑρίσκηνται ἐντὸς ἑνὸς οἰκήματος, οὕτω πως καὶ στρατὸς τακτικὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν δὲν ἔχῃ στρατῶνας. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως στρατώνων δυστυχῶς εἶχε παραμεληθῆ, εἶναι δύσκολον σήμερον ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης. Διὰ τοῦτο ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις καὶ ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Ταμείου Ἀμύνης ἡ διάταξις, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράττῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο εἴτε πρὸς προμήθειαν ὁπλισμοῦ εἴτε πρὸς ἄλλους σκοποὺς, θὰ χρησιμεύωσι καὶ διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατώνων. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη.
§250Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη, νομίζω, νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐξήγησιν ταύτην, διότι αὕτη εἶναι καταληπτὴ εἰς πάντα ἀναγινώσκοντα τὸ σχετικὸν ἐδάφιον· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω—δὲν ἀρέσκεται πλέον νὰ κάμῃ προμηθείας πολεμικὰς, σκέπτεται ἴσως νὰ κάμῃ στρατῶνας καὶ νὰ καταναλώσῃ ἐκεῖ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ συλλέξῃ διὰ πολεμικὰς παρασκευάς· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ εἰσπραχθῇ, θὰ ἦναι ἀρκετὸν καὶ διὰ στρατῶνας καὶ διὰ πολεμεφόδια καὶ δι’ ὅπλα καὶ διὰ πυροβόλα. Εὑρίσκω λοιπόν, ὅτι ἢ τὸ ζήτημα δὲν ἔχει μελετηθῆ ἐπαρκῶς, ἢ ἡ Κυβέρνησις προβλέπει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τίποτε στρατιωτικὸν πρᾶγμα σοβαρὸν, καὶ κατὰ συνέπειαν φρονεῖ, ὅτι θὰ ἦναι περιττὴ καὶ ἡ ἀγορὰ τῶν ἀναγκαιούντων πολεμικῶν ἐφοδίων, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραψε καὶ τὴν παράγραφον ταύτην, διότι σκέπτεται μόνον νὰ οἰκοδομήσῃ οἰκήματα, διὰ νὰ στεγάζωνται οἱ στρατιῶται. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς χωρὶς νὰ ὑπάρχωσι στρατῶνες· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν πρόκηται ἡ Κυβέρνησις ἀληθῶς νὰ ὀργανώσῃ στρατὸν, τὸν στρατὸν αὐτὸν βεβαίως δὲν θὰ κρατήσῃ εἰς τοὺς στρατῶνας, τὸν στρατὸν θὰ τὸν ἀποδώσῃ εἰς τὸν στρατὸν, δηλαδὴ θ’ ἀνακαλέσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἥτις εἶναι ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων καὶ ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων, καὶ θὰ τοὺς συγκεντρώσῃ εἰς στρατόπεδα. Βεβαίως θὰ ἦναι ἠναγκασμένη τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ στρατῶνας· ἀλλὰ διὰ νὰ κάμῃ στρατῶνας, πρέπει νὰ εὕρῃ ἄλλους πόρους καὶ οὐχὶ τὸν πόρον, ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος διὰ τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν, διότι ἄλλως τὸ ταμεῖον ἀμύνης τῆς χώρας εἶναι περιττόν· ἂς ἀναγραφῇ «προϋπολογισμὸς δι’ ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ ἐν γένει», καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἐπιγραφὴν δύναται τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξοδεύσῃ τὰ χρήματα ὅπου αὕτη νομίζει καλὸν, καὶ νὰ μὴ δώσῃ εἰς κανένα λογαριασμὸν, οὐδὲ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ συντάσσῃ τοιούτου εἴδους νομοσχέδια. Ἐπειδὴ δὲ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε κατ’ ἀρχὴν, ὅτι εἶναι ἀποφασισμένη νὰ δεχθῇ λογικὰς τροπολογίας, φρονῶ ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνω, εἶναι ἐλαφροτάτη καὶ σύμφωνος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ τὴν ἀπορρίψῃ καὶ δὲν θὰ ἐπιμείνῃ νὰ ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναγράψει εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3, δηλαδὴ νὰ καταναλωθῶσι τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς τὴν κατασκευὴν στρατιωτικῶν οἰκημάτων.
§251Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλετε τὴν διαγραφὴν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου;
§252Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τροποποιηθῇ ὅπως εἶναι εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Φικιώρη, ἀλλ’ ἄνευ τῆς λέξεως «φρουρίων». Δηλαδὴ (ἀναγινώσκει): «βʹ) Εἰς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν ὀχυρωμάτων καὶ ἄλλων ἔργων, ἐχόντων πολεμικὴν ἀξίαν.»
§253Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι περιττὸν εἶναι νὰ ἐπαναλαμβάνηται συχνὰ ἡ φράσις, ἂν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, καὶ νὰ ἐπικαλῶνται πάντοτε τὴν λογικήν· διότι οὐδεὶς ἔχει τὸ μονοπώλιον τῆς λογικῆς· ὅλοι οἱ ἐργαζόμενοι βεβαίως τὴν ἐργασίαν των στηρίζουσιν ἐπὶ τῆς λογικῆς, δὲν στηρίζουσιν αὐτὴν ποτὲ ἐπὶ παραλογισμῶν. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξοπλίσωμεν τὸν στρατὸν διὰ μιᾶς, διότι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Νὰ ἐξοπλισθῇ ὁ στρατὸς τῆς πρώτης γραμμῆς καὶ ὁ στρατὸς τῆς ἐφεδρείας διὰ μιᾶς, εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον, εἰς οὐδὲν δὲ Κράτος ἐγένετο τὸ τοιοῦτον, δηλ. ὁ στρατὸς νὰ ὀργανωθῇ, ἐξοπλισθῇ καὶ ἐκγυμνασθῇ ἀμέσως εἰς ἓν ἔτος. Ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια, μετὰ μίαν δὲ πενταετίαν ἢ ἑξαετίαν, καὶ πολλάκις μετὰ δεκαετίαν, θὰ ἴδητε τοὺς καρποὺς τῶν νομοσχεδίων τῶν ψηφισθέντων.
§254Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Χθὲς ἐπρόκειτο περὶ τῆς Μακεδονίας!
§255Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένη διάταξις, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ θὰ λειτουργήσωσι καὶ θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐντὸς μιᾶς διετίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό· ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ὑπερβῶμεν καὶ τὴν διετίαν. Λοιπὸν θὰ γείνῃ ἀρχὴ τῆς ἐργασίας, καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός. Θὰ γείνῃ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἐξοπλισμοῦ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τοῦ ὑπὸ τὰς σημαίας· θὰ προχωρήσῃ ἡ ἐργασία, καὶ θὰ γείνῃ ὁ ἐξοπλισμὸς τοῦ στρατοῦ τῆς πρώτης γραμμῆς· κατόπιν θὰ γείνῃ ὁ ἐξοπλισμὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ἐφεδρείας, καὶ οὕτω καθεξῆς. Μετὰ πάροδον λοιπὸν ἐτῶν τινων θὰ ἔχητε πλήρη τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν προβλέπουσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Κατὰ συνέπειαν τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, περὶ οὗ πρόκειται, προβλέπει καὶ διὰ τοὺς στρατῶνας καὶ διὰ τὸν ἐξοπλισμόν. Διὰ τοῦ ταμείου τούτου θὰ γείνῃ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν στρατώνων καὶ τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ συντελεσθῇ βεβαίως ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἢ ἐντὸς δύο ἐτῶν.
§256Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§257ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ ἀρκέσουν οἱ πόροι τοῦ ταμείου τούτου;
§258Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Θὰ ἔχῃ τὸ χρῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἓν δάνειον.
§259Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ συγχαίρω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας ὡμίλησε, καὶ δὲν κατεδέχθη νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ζητεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι θέλει νὰ ἐκστρατεύσῃ διὰ νὰ σώσωμεν τὴν Μακεδονίαν. Εἰλικρινέστατα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἔτη διὰ νὰ λειτουργήσῃ, καὶ τὸν συγχαίρω ἐξ ὅλης καρδίας διὰ τὴν εἰλικρίνειάν του.
§260Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἥκιστα ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀγορεύσεως τῶν ῥητόρων, καὶ δὴ τῶν ἀντιφρονούντων πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, ὡς καὶ πρὸς πᾶν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ τὸν παρακαλέσω δὲ, ὁσάκις οἱ διάφοροι ῥήτορες ἐκφέρωσι κατηγορίας ἢ συλλογισμοὺς περί τινος στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου, ἢ κρίσεις περὶ αὐτοῦ, νὰ μὴ κρίνῃ πάντοτε ἀπὸ στενῆς ἀπόψεως τὰς ὁμιλίας, τὰς ἀγορεύσεις, τὰς συζητήσεις, τὰς γνώμας τῶν ῥητόρων, ἀλλὰ νὰ προσέχῃ εἰς ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου βάλλουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἂν δὲν συμφωνῇ πρὸς τὰς γνώμας αὐτῶν, νὰ προσπαθῇ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ προτείνουσι, δὲν εἶναι τὸ ὀρθὸν, δὲν εἶναι τὸ πρέπον, δὲν εἶναι τὸ ἁρμόζον. Τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Τουλάχιστον ὡς πρὸς ἐμὲ, ἐπιθυμῶ νὰ μὴ μοῦ γίνεται διδάσκαλος εἰς τὸ μέλλον.
§261Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Οὐδενὸς γίνομαι διδάσκαλος· ἐκφράζω τὰς ἰδέας μου.
§262Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν θὰ δώσῃ τοὺς καρποὺς ἀμέσως. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἔδιδε τοιαύτην ἀπάντησιν πρὸς ἐμὲ, διότι ἄλλη εἶναι ἡ θέσις ἐμοῦ, καθημένου ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὗτοι ἔχουσι πρόγραμμα τὴν ταχεῖαν διοργάνωσιν καὶ τὸν ταχὺν ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι προβλέπουσιν, ὅτι κατὰ τὴν ἄνοιξιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπακολουθήσουν τοιαῦτα γεγονότα εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ὥστε νὰ προκαλέσουν ἄμεσον τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ στρατοῦ.
§263Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μίαν μικρὰν διακοπὴν, παρακαλῶ. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ἐπανειλημμένως, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δύο ἐργασίας κάμνει, τὴν ἐργασίαν διὰ τὸ θέρος ἢ τὴν ἄνοιξιν, καθὼς λέγετε, καὶ τὴν διὰ τὸ μέλλον. Ἄλλη εἶναι ἡ ἐργασία διὰ τὴν ἄνοιξιν.
§264ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία εἶναι;
§265Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἡσυχάσατε· θὰ εὕρητε εἰς ἐμὲ πάντοτε ἄνθρωπον εἰλικρινῆ, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ἐξηγήσῃ τὰ πράγματα. Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι, ἂν μὲν ὑπάρχῃ πρόβλεψις ὅτι κατὰ τὴν ἄνοιξιν ἢ τὸ θέρος ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ τι, βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν δύναμιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας. Τὴν ἐργασίαν ταύτην εἶχεν ἀρχίσει ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.
§266Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε καθῆκον νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὸν στρατὸν τὰς ἀναγκαίας προμηθείας· δὲν ἀπέβλεψεν οὔτε εἰς τὴν ἄνοιξιν, οὔτε εἰς τὸ θέρος, οὔτε εἰς τὸν χειμῶνα· καὶ παρακαλῶ, τὰ στρατιωτικά σας σχέδια τοὐλάχιστον νὰ ὑποβάλλητε πρῶτον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§267Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι ὑπὸ τὴν προεδρίαν τὴν ἰδικήν σας, ὡς Πρωθυπουργοῦ, ἐγένετο παραγγελία πυροβόλων, ἐγένετο παραγγελία κιλλιβάντων, ἐγένετο παραγγελία καλύκων καὶ παραγγελία ἵππων. Διατὶ ἐγένοντο ὅλα αὐτά;
§268Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἁπλούστατα, διότι ἔλειπον ἀπὸ τὸ στράτευμα.
§269Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πάντοτε πρὸς ἕνα σκοπὸν, διότι ἐργασία ἄνευ σκοποῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐργασίαν τὴν ἰδικήν σας ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὴν ἐξακολουθεῖ, καὶ τὴν ἐξακολουθεῖ πρὸς ἕνα σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἶπον, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Οἰτύλου. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἐργασίας ταύτης εἶναι καὶ ἡ ἐργασία ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ μέλλον· ἡ ἐργασία αὕτη προβλέπεται διὰ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν ζητοῦμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ δώσω.
§270Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, κύριε Πρόεδρε, — τῆς ὁποίας δὲν ἤμην οὔτε μέλος οὔτε ὑποστηρικτής, — ἐφ’ ὅσον δύναμαι ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου νὰ ἐννοήσω, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ ἐπουλώσῃ ἀμέσως ἀνάγκας ἐπειγούσας, ἀφορώσας εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον. Ὁ στρατὸς δὲν εἶχεν ἵππους διὰ τὸ ἱππικὸν οὔτε ἐν τῇ σημερινῇ καταστάσει τῶν πραγμάτων, καὶ ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀγοράσῃ τοιούτους, διὰ νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν ἡ ὑπηρεσία σήμερον νὰ ἐκτελῆται ἐπιτυχῶς. Τὸ Ὑπουργεῖον τὸ προκάτοχον εὗρε πυροβόλα τινὰ εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀκόμη τῆς ἰδικῆς μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εὑρισκόμενα, καὶ τῇ συστάσει μάλιστα τοῦ τότε τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θελόντων νὰ καταστήσωσι τὰ πυροβόλα ἐκεῖνα πυροβόλα τῆς ξηρᾶς, διέταξε τὴν παραγγελίαν κιλλιβάντων τινῶν, καὶ ἔδωκε πέντε ἢ ἓξ πυροβόλα, — δὲν νομίζω περισσότερα.
§271Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Παρήγγειλε καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§272Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Ἐπώλησεν δὲ καὶ ἐδῶ τινας κάλυκας, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε κατέστρεφον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐργασία, ἐπαναλαμβάνω, ἐξυπηρετοῦσα τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ἐργασία οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσα οὔτε πρὸς τὸ προσεχὲς μέλλον οὔτε πρὸς τὸ ἀπώτερον. Δὲν συνεχίζει λοιπὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν ἐργασίαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἄλλως τε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀγορεύσας ἐδῶ ἐπὶ οἰκονομικοῦ τινος ζητήματος, ἐδήλωσε τότε, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τοιαύτην ἀνάγκην προσεχοῦς μέλλοντος ἐν τῇ Ἀνατολῇ δὲν θὰ ἴδωμεν. Νομίζω ὅτι δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη.
§273Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον τίποτε ἀπὸ αὐτά. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐὰν δὲν προτίθεσθε νὰ πολεμήσητε, δὲν πρέπει νὰ προβαίνητε εἰς σπασμωδικὰς παρασκευάς, αἱ ὁποῖαι πάντοτε μᾶς ἐκόστισαν ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐρρίψαμεν εἰς τὴν θάλασσαν.
§274Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι εἴπετε αὐτά, διότι οὐδεμίαν παρασκευὴν σπασμωδικὴν ἢ ἔκτακτον ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ κύριος Ράλλης ἐλησμόνησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης (δεικνύει τὸ βῆμα), καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἔναυλα ἔτι εἰς τὰ ὦτα πάντων τῶν Βουλευτῶν· ἂν δ’ ἐννοῇ νὰ ὑπεκφύγῃ τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος τρόπος αὐτός, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξε κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως πάντοτε θέλει νὰ ἦναι εἰλικρινής, ὤφειλε καὶ ἀπόψε νὰ ἦναι τοιοῦτος. Εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, κύριε Πρόεδρε, ἓν μόνον πρέπει νὰ βασιλεύῃ, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ παρρησία, καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῶν σφαλμάτων καὶ τοῦ δικαίου. Ὀφείλουν οἱ κυβερνῶντες νὰ σέβωνται τὸ ἀξίωμα αὐτῶν, νὰ ἔχουν πάντοτε ὑπ’ ὄψει αὐτῶν τὴν ἀποστολήν των καὶ τὸ συμφέρον τῆς χώρας, νὰ μὴ ὑποκύπτωσιν εἰς οὐδενὸς ἐπιρροήν, ἀλλὰ νὰ ἔχωσι πάντοτε ὑπ’ ὄψει τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος αὐτῶν, καὶ νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους καὶ νὰ προτείνωσι μέτρα ὑπαγορευόμενα ὑπὸ τοῦ συμφέροντος καὶ μόνου τοῦ συμφέροντος τοῦ ἔθνους· δὲν εἶναι δὲ συμφέρον τῆς χώρας τὸ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου προτεινόμενον μέτρον τῆς ἀνεγέρσεως στρατώνων. Ὅπως εἶπον καὶ οἱ νῦν κυβερνῶντες καὶ οἱ προκάτοχοι, ἡ χώρα εἶναι γυμνὴ πολεμεφοδίων καὶ πάντων τῶν ἀναγκαίων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑποτάσσεται καὶ ἀνέχεται φορολογίαν δυσβάστακτον, διὰ νὰ ἐξοπλισθῇ καὶ καταρτισθῇ ἡ χώρα στρατιωτικῶς. Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀντιτάσσομαι ἐρρωμένως ὄχι μόνον εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν λογικήν μου παρατήρησιν καὶ ν’ ἀπαλείψῃ τὴν παράγραφον ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει αὐτὴν ὡς μὴ σκεπτομένην περὶ ἐξοπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς χώρας ἡμῶν. Γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ὅτι ὑποστηρίζω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· εἰς τὴν συζήτησιν δὲ ταύτην καὶ εἰς τὴν ἐμμονὴν ἐν τῇ ἰδέᾳ αὐτῇ οὐδεὶς ἄλλος λόγος μὲ ἀναγκάζει ἢ μόνον τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῆς πατρίδος· εἰς τὴν ἀντίδρασιν μὲ προκαλεῖ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπεβλήθη ἀπό τινα, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον· ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ συμφέρον τῆς χώρας, καὶ δὲν προσέχω εἰς κανένα. Ἀδιαφορῶ, ἂν θὰ γείνω δυσάρεστος, ἀδιαφορῶ, ἂν δὲν ὑπηρετῶ συμφέρον ἄλλου, εἰς ἓν μόνον προσέχω, εἰς τὸ νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, ὅπερ συμφέρει εἰς τὴν χώραν. Ἐὰν σφάλλωμαι, εἶναι δικαιολογημένον τὸ σφάλμα, διότι τὸ σφάλλεσθαι ἀνθρώπινόν ἐστιν· ἀλλὰ ἐκεῖνο, ὅπερ νομίζω ὀρθὸν καὶ συμφέρον, θὰ τὸ ὑποστηρίξω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων μου καὶ μὲ ὅλην τὴν λογικήν, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς μοὶ ἐχάρισεν. Ἐπιμένω λοιπόν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπειδὴ οὐδένα λόγον ἡ διάταξις αὕτη ἔχει, καὶ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύομεν, μὲ τὴν διαφορὰν τῆς ἀπαλείψεως ἐκ τῆς τροπολογίας τῆς λέξεως «φρουρίων.» Ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν πεισμάτων, τὰ ὁποῖα περιήγαγον τὴν χώραν εἰς οἷον σήμερον εὑρίσκεται σημεῖον. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναρριχηθεὶς εἰς τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, εἶναι ἀνεγνωρισμένος ἀρχηγός, καθιερώσας νέαν πολιτικὴν δρᾶσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐλπίζω δ’ ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν αὐτὴν τακτικὴν θ’ ἀκολουθήσῃ, καὶ δὲν θὰ κληρονομήσῃ ἄλλους χαρακτῆρας καὶ ἄλλην δρᾶσιν ἄλλης ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι καὶ τὸ ἔθνος καὶ ἡ Βουλὴ οὐχὶ εὐχαρίστως ἀναμιμνήσκεται, διότι ἡ μόνη κατηγορία καὶ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ μέρους τῆς δημοσιογραφίας καὶ πάντων ἡμῶν εἶναι ἡ κατὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἄλλοτε ἔδρασε τὸ Κοινοβούλιον, ὅτε κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐπεκράτει οὐχὶ τὸ ὀρθόν, ἀλλὰ τὸ πεῖσμα.
§275Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἐπιβολῆς οὔτε περὶ πείσματος. Περὶ ἐπιβολῆς δὲν πρόκειται, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων, ὅτι ἀναλαμβάνει πλήρη τὴν εὐθύνην τῶν ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθέντων νομοσχεδίων· δὲν δύναται δὲ νὰ πρόκηται οὔτε περὶ πείσματος, διότι, προκειμένου περὶ ὀργανώσεως στρατιωτικῆς καὶ τῆς προμηθείας τῶν ἀναγκαίων μέσων πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, πείσματα δὲν χωροῦσιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐπίσης οὔτε νὰ παραστήσωμεν τὰ πράγματα ἄλλως ἢ ὡς ἔχουσι ταῦτα, διότι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὡμίλησα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξέθηκα τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, εἰλικρινέστατα εἶπον, τί διὰ τοῦ προγράμματος τούτου σκοποῦμεν. Εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν αἱ περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ σκεφθῇ περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Οὐδέποτε εἶπον, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα σχετίζονται πρὸς ἄμεσον ἐνέργειαν, οὐδὲ ἠδυνάμην νὰ εἴπω τοῦτο· ὅσοι δὲ λέγουσιν, ὅτι εἶπον τοιαῦτα, δὲν ἦσαν ἐνταῦθα, ἢ ἠθέλησαν κακῶς νὰ ἐννοήσωσι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Εἶπον ἀπ’ ἐναντίας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀμέσως ὅλον τὸν ὁπλισμόν, τὸν ἀναγκαιοῦντα διὰ τὸν στρατόν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν χρῆσιν αὐτοῦ ἐν προσεχεῖ δράσει. Ἑπομένως πλανῶνται ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ ἀμέσου ἐνεργείας. Εἶπον, ὅτι ἐθνικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, διότι, ἂν δὲν σκεφθῶμεν περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως αὐτῆς καὶ ἀναβάλλωμεν πάντοτε τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν αὐτῆς, οὐδέποτε θὰ κατορθώσωμεν αὐτήν. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λυθῇ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Ποῖος δύναται νὰ φαντασθῇ τοιοῦτόν τι; Ἂν μελετήσητε τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1904. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πότε δύναται νὰ δώσῃ τ’ ἀποτελέσματά του ὁ νόμος αὐτός; Θὰ ἔχητε ἀνάγκην τοῦ δευτέρου ἔτους, ὅπως ἔλθῃ ἡ δευτέρα κλάσις καὶ ταχθῇ ὑπὸ τὰς σημαίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχητε τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, τότε θὰ ἔχητε ἀνάγκην δύο ἐτῶν ἀκόμη, ἄλλως θὰ προσεκαλεῖτε τὰς ἐφεδρείας, τὰς δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου καλουμένας. Καὶ ἵνα ὁ νόμος τῆς στρατολογίας φέρῃ πλήρη τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, πρέπει νὰ παρέλθωσι δέκα ὅλα ἔτη, διότι τότε μόνον θὰ ἔχητε ἐφεδρείαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου περὶ στρατολογίας νόμου. Ταῦτα εἶναι τόσον καθαρά, ὥστε δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν σήμερον, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ ὅρου, ὅτι διὰ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης θέλει γείνῃ ἡ δαπάνη ἡ ἀναγκαία διὰ τοὺς στρατῶνας, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἐξοπλίσωμεν τὴν χώραν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἂν τοῦτο ψηφισθῇ; Τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐνιαυσίως ἔσοδον δρ. 4,500,000. Εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῆτε, ὅτι διὰ τοῦ ἐσόδου τῶν 4,500,000 δραχμῶν, διὰ τοῦ ἐσόδου ἑνὸς ἔτους, θὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ; Εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ λεχθῶσιν; Ὅπως σκεφθῆτε περὶ ὁπλισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, πρέπει ἢ νὰ συνάψητε δάνειον ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἢ νὰ ἔλθητε εἰς συνεννοήσεις, ὅπως προμηθευθῆτε τὸν ἀναγκαῖον ὁπλισμόν, ἀποδεχομένων τῶν προμηθευτῶν, ἵνα τὸ τίμημα τούτου λάβωσιν εἰς ἐτησίας δόσεις. Ταῦτα ἡμεῖς εἴπομεν, καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως γενικὸν λογαριασμὸν τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν. Ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος κατεκρίθη· κατεκρίθη ἀφ’ ἑνὸς ὡς ὑπερβολικός, διότι ἐλέχθη, ὅτι μὲ δαπάνην πολὺ μικροτέραν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ὁπλισμοῦ, ἠκούσατε δὲ χθὲς τὸ ἑσπέρας τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Τυρνάβου, ὑποστηρίξαντα, ὅτι αἱ προβλεπόμεναι ὑφ’ ἡμῶν δαπάναι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, τὸν ἠκούσατε χθὲς ὑπολογίσαντα, ὅτι πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ὥρισεν εἰς 80,000 ἄνδρας, ἀπαιτοῦνται δαπάναι 95 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν πρόκηται περὶ 95 ἑκατομμυρίων διὰ στρατὸν ἐξ 80,000 ἀνδρῶν, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν, ἂν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν δαπάνην ταύτην; Ἂν ὅμως ὁ ὑπολογισμὸς ὁ ἰδικός μας ἦναι ἀκριβής, θὰ δύναται καὶ ἡ προμήθεια τοῦ ὁπλισμοῦ νὰ γείνῃ, καὶ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια νὰ οἰκοδομηθῶσιν. Ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ στρατιωτικῶν κτιρίων, μᾶς λέγετε, ὅτι εἶναι περιττὰ τὰ κτίρια, διότι ὁ στρατὸς θὰ ἐνδιαιτᾶται ὑπὸ σκηνάς· πῶς θὰ ἐνδιαιτᾶται ὑπὸ σκηνάς; Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας. Ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς νόμου, κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐφαρμογήν; Θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1904. Θὰ ἔχητε ἀμέσως 13,500 ἄνδρας, ἀντὶ 6,500, τὰς ὁποίας ἔχετε δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Δὲν θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ στρατωνίσητε τοὺς ἄνδρας τούτους; Καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὅταν θὰ ἔχητε ἄλλας 13,500, δὲν θὰ στρατωνίσητε τοὺς ἄνδρας τούτους; Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὁ τακτικός, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὰ στρατιωτικὰ ταῦτα κτίρια; Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἢ διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ· ὅταν ὅμως τὸ Κράτος εὑρίσκῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην, ἵνα διὰ μιᾶς διπλασιάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ δαπάνη ἡ ἀναγκαία διὰ τὸν στρατωνισμὸν τῶν ἀνδρῶν τούτων δέον νὰ γείνῃ διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ δαπάνη διὰ τὴν στρατοπέδευσιν τῶν ἀνδρῶν καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων ἀποκλείει τὴν προμήθειαν τοῦ ὁπλισμοῦ· διότι, ἂν παραδεχθῆτε τοὺς ὑπολογισμούς μας, καὶ ἂν παραδεχθῆτε, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐτησίας προσόδου εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δάνειον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὸν ὁπλισμὸν καὶ εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῶν κτιρίων, ἐρωτῶ, πῶς καὶ διατὶ ἀποκλείεται ὁ ὁπλισμός, καὶ μένει μόνη ἡ κατασκευὴ κτιρίων; Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη, ποῦ θὰ στρατωνίσητε τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι θὰ προσέλθωσι κατὰ τὸν προσεχῆ Δεκέμβριον; Ἑπομένως νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔχει τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ ταύτης νομίζει ὅτι θὰ προκύψωσιν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ· διότι, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συνδυαζόμενον πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας καὶ πρὸς τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἡ σύνταξις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἀπαιτεῖ βεβαίως χρόνον· ἀλλ’ ὅταν ἀποβλέψωμεν πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς ἐθνικάς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι ταύτην, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀναβάλωμεν ἐπὶ πλέον τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, μεταβαλλόμενα εἰς νόμους τοῦ Κράτους, θὰ ἐπιτρέψωσιν, ὅπως ἡ σύνταξις ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας ἐπιτευχθῇ. Ταῦτα ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§276Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶπε, κύριε Πρόεδρε, —καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἤκουσε τὴν ἀγόρευσίν μου, — νὰ ἀναβληθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ νὰ μὴ συζητηθῶσιν. Ἐγὼ εἶπον νὰ συζητηθῶσιν, ἀλλὰ νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Ὥστε ἠσχολήθη ἐπὶ ματαίῳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μᾶς συστήσῃ τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἔκαμε καὶ ἄλλο σφάλμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐζήτησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐκ τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρόσοδος τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐξοπλισμοῦ καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἱδρύσεως στρατώνων· καὶ διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν γνώμην ταύτην, εἶπε: «τί θέλομεν κάμει κατὰ Δεκέμβριον, ὅταν προσέλθωσιν οἱ κληρωτοί;» Ἐπίστευσε διὰ μίαν στιγμὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀρκεῖ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ὅπως ἀνεγερθῶσιν ἀμέσως οἱ στρατῶνες, ἐν οἷς θὰ καταναλισθῶσιν οἱ ἄνδρες· ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ οὐδένα, οἱοσδήποτε ῥήτωρ, οἱασδήποτε διανοίας καὶ ἀντιλήψεως, —ὄχι τῆς διανοίας καὶ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία ὁμολογεῖται ὑπὸ πάντων, —ὅτι τὸν Δεκέμβριον θὰ ᾖναι ἕτοιμοι οἱ στρατῶνες, ἀφοῦ δὲν εἰσεπράχθησαν ἀκόμη τὰ χρήματα τοῦ ταμείου αὐτοῦ, ὅτι θὰ ᾖναι ἀνεγηγερμένοι οἱ στρατῶνες, ἐν τοῖς ὁποίοις θὰ καταναλισθῶσιν οἱ ὁπλῖται. Τὸ ἐπιχείρημα λοιπόν, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ μείνῃ ἡ διάταξις αὕτη, δὲν εἶναι σοβαρόν, δὲν πείθει κανένα, δὲν ἔπεισε δὲ πρὸ πάντων ἐμέ. Δὲν ἔπεισεν ἐμέ καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐκ τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, νὰ ἐξοπλίσῃ τὸν στρατὸν καὶ νὰ κατασκευάσῃ καὶ στρατῶνας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξευρεθῇ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, θὰ ᾖναι τόσον μικρόν, ὥστε μόλις διὰ τὰς πρώτας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ. Διὰ τοῦτο φρονῶ καὶ ἐπιμένω, ὅτι ἡ διάταξις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἢ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, ἢ πρέπει νὰ ἀναγραφῇ καθ’ ὃν τρόπον ὑπεδείξαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τότε μόνον, ἐπαναλαμβάνω, δύναται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου νὰ πραγματοποιηθῇ.
§277Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτήν, ἠθέλησε νὰ μᾶς ὑπομνήσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην, τί εἰσηγούμενος τὰ στρατιωτικὰ καὶ οἰκονομικὰ νομοσχέδια εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἔχει δίκαιον, λέγων ὅτι ὑποβαλὼν τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ δὲν ἰσχυρίσθη, ὅτι πρόκειται περὶ ἀμέσου παρασκευῆς τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐδήλωσε τότε, ὅτι αἱ παρασκευαὶ καὶ αἱ ἐνισχύσεις αἱ στρατιωτικαὶ ἀπαιτοῦσι χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ φλέγον ἤδη Μακεδονικὸν ζήτημα, λησμονήσας τόσον ταχέως, ὅτι ἐπεκαλεῖτο τὸν πατριωτισμόν μας, ὅπως σώσωμεν τὴν Μακεδονίαν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς ὑπομνήσῃ, τί εἶπε πρὸ ἑνὸς μηνός, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ὑπενθυμίσω καὶ ἐγώ, τί μᾶς εἶπε. Πρὸ ἑνὸς μηνὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσηγούμενος τὰ στρατιωτικὰ καὶ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πάντες ἠκούσατε καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, μᾶς εἶπεν, ὅτι ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν πάντων τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἐδήλωσε δέ, ὅτι συνδέει τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, καὶ ἐβροντοφώνησεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὸ πρόγραμμα, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν ἐνώπιόν της. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἐμμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς; ἐμμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμῶν τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν; ἐμμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ γλεύκους; ἐμμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ βοσκησίμων γαιῶν; ἐμμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς προσωπικῆς ἐργασίας τῶν πολιτῶν διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας; ἐμμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τῆς ζακχάρεως; ἐμμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φωταερίου καὶ ἠλεκτρικοῦ φωτός; Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἐρωτήματά μου.
§278Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὅτι ἐννοῶ νὰ ψηφισθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ ἐννοῶ νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ὅπως τὰ πρῶτα ἐφαρμοσθῶσιν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, θέλω εἰπεῖ, ποῖα ἐξ αὐτῶν, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένα πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἠρώτησεν ὁ κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς, ἂν ἐπιμένω εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς ἐργασίας διὰ τὰς ὁδοὺς τοῦ Κράτους. Τί εἶπον, ὅτε εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο; Εἶπον ὅτι, ἐὰν θέλωμεν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἔχωμεν ὁδοποιίαν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ κόσμου παραδέχονται. Ἀλλὰ ποία σχέσις ὑπάρχει, παρακαλῶ, μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς ἐργασίας, πρὸς βελτίωσιν τῆς ὁδοποιίας, καὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων; Ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, βεβαίως θέλω ἐμμείνει, καθὼς θέλω ἐμμείνει εἰς ὅλα τὰ μέτρα τὰ ἀναγκαῖα, ὅπως τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης λειτουργήσῃ καὶ ὅπως τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἐφαρμοσθῶσι. Θέλω ἐπιμείνει, ἵνα τὰ νομοσχέδια, τὰ σκοποῦντα νὰ ἐπιτρέψωσιν, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, τὴν ὁποίαν τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ θὰ ἐπιφέρωσι, θέλω ἐπιμείνει, λέγω, ἵνα τὰ νομοσχέδια ταῦτα ψηφισθῶσι, θέλω ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τῶν στενῶς συνδεομένων μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταλλικῆς δραχμῆς, τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰνοπνευματούχων ποτῶν, τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Ταῦτα συνδέονται ἀρρήκτως πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Θέλω ἐπιμείνει εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου περὶ φόρου οἰκοδομῶν καὶ περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων, διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως ταύτης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας. Θέλω ἐπιμείνει λοιπὸν εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐὰν ὅμως ἐγερθῶσιν ἀντιρρήσεις ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων, συνδεομένων μὲ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιησάμην λόγον ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν πεισθῶ, ὅτι δύναται ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις νομοσχεδίων τινῶν δι’ ἄλλην Σύνοδον, βεβαίως δὲν θὰ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει καὶ καλὰ νὰ ἐπιμείνω, ἵνα κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἄλλως τε, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ φρονῶμεν, ὅτι, ὅπως βαίνουσιν αἱ ἐργασίαι ἡμῶν, θὰ ἦναι δυνατὸν ὅλα ταῦτα τὰ νομοσχέδια νὰ ψηφισθῶσιν; Ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὅ,τι ἄλλοτε εἶπον, καὶ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ τονίσω, ὅτι, ἐὰν ἴδω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἀφ’ ἑνὸς, νὰ ψηφίσῃ ἀφ’ ἑτέρου πάντα ἐκεῖνα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψωσιν, ἵνα τὸ Κράτος δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, βεβαίως δὲν θέλομεν μείνει εἰς τὰ ἐδώλια ταῦτα, διότι ἡ παραμονὴ ἡμῶν ἐν τῇ ἀρχῇ δὲν θὰ ἔχῃ κανένα λόγον. Νομίζω, ὅτι εἰλικρινῶς ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου.
§279Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλο δὲν μένετε, ἀλλὰ καὶ δὲν ξεκολλᾶτε!
§280Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἤκουσε πρὸ ἑνὸς μηνὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰσηγούμενον τὰ νομοσχέδια· ἡ Βουλὴ τὸν ἤκουσεν ἐπίσης τὴν στιγμὴν ταύτην λέγοντα ὅ,τι εἶπεν. Ἐὰν ἦναι συνεπὴς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ὅσα πρὸ μηνὸς ἔλεγεν, ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ προπαρελθὸν Σάββατον ἐγένετο ψηφοφορία ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης· εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπῆρξε μία διαφορὰ ψήφων ἓξ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν ἀνεβάλλετο ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Δευτέρας, ὅτε κατέφθασαν οἱ ἀπουσιάζοντες Βουλευταὶ φίλοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀντὶ νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἀρχήν, ἔλαβε τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐντίμου κυρίου Ζαΐμη. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι μετὰ τὴν ἐπίσκεψιν ἐκείνην διετυμπανίσθη δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεχώρησε καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν εἰς τὰ αἰτήματα τοῦ ἐντιμοτάτου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ὅπως διατηρήσῃ τὴν ἀρχήν, σχίζων τὸ πρόγραμμά του...
§281Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πολὺ καλὰ ἔκαμεν.
§282Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἂν ἔκαμε καλὰ ἢ κακὰ, αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ ἡ κοινωνία, ἥτις πάντοτε μετὰ δικαιοσύνης κρίνει. Μετὰ τὴν ἐπίσκεψιν ἐκείνην ἐγνώσθη, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, καὶ ἐδέχθη νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμῶν τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν· ἐγένετο ἐπίσης γνωστόν, ὅτι ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη, καὶ ἐγκατέλειψε τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν βοσκησίμων γαιῶν, καὶ ἐγκατέλειψε τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς ἐργασίας διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ παρεδέχθη νὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἀπὸ 1,50 εἰς 1,45· ἐν ἑνὶ λόγῳ ἐκουρέλιασε τὸ πρόγραμμά του, μόνον καὶ μόνον, ὅπως διατηρήσῃ τὸ χαρτοφυλάκιον.
§283Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον αὐτό. Ὅ,τι γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας, δὲν εἶναι καὶ ἀληθές.
§284Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἀτυχῶς ἀληθέστατον, καὶ τὴν ἀλήθειαν ἐπιστοποίησαν οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Καὶ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς οὔτε νὰ συζητήσῃ διόλου ἠθέλησεν, ἀλλ’ ἀξιοπρεπέστατα φερόμενος εἶπε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν: «τὰς ἰδέας μου τὰς ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος· ἐὰν δέχησθε αὐτάς, ἔχετε τὴν ὑποστήριξίν μου· ἐὰν δὲν τὰς δέχησθε, δὲν ἔχετε αὐτήν». Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις πρὸ μηνὸς μετὰ τόσης περιφρονήσεως ὡμίλει περὶ τῆς ἐξουσίας, ὑπέκυψεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ταπεινωθεὶς χάριν τῆς διατηρήσεως τῆς ἀρχῆς.
§285Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Συνόδου, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνῆλθεν εἰς τὴν προεδρικὴν ἕδραν καὶ πρὶν ἢ ἔτι λάβῃ τὸν προεδρικὸν κώδωνα, ἔκρουσε τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου τῆς Μακεδονίας! Κατόπιν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατόπιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες εἶπον, ὅτι σπουδαῖα γεγονότα ἐπέκειντο ἐν τῇ Μακεδονίᾳ, καὶ ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ὁπλίσωμεν καὶ διοργανώσωμεν τὸν στρατόν. Κατόπιν τῶν λόγων τούτων ἅπασα ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς: «Ὁ κίνδυνος εἶναι πρὸ ἡμῶν, καὶ σεῖς δὲν βλέπετε αὐτὸν, καὶ ἐξανίστασθε κατὰ τῶν φόρων! Ὁ λαὸς εἶναι πρόθυμος, χάριν τῆς Μακεδονίας νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ νέων θυσιῶν.» Ταῦτα διεκήρυττον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ σύμπασα ἡ πτέρυξ ἐκείνη, ἥτις ἔψεγεν ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἐμπνεόμεθα ὑπὸ πατριωτικῶν αἰσθημάτων, καὶ ὅτι ἡ φλὸξ τοῦ πατριωτισμοῦ ἔχει σβεσθῆ εἰς τὰ στήθη ἡμῶν...
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρισκόμεθα, κύριε Βουλευτὰ, ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου.
§287Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα συνδέονται.
§288Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ θέματος.
§289Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Προεκλήθη ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ δὲν δύνασθε νὰ διακόψητε αὐτήν. Τὸ ζήτημα προεκάλεσεν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§291Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Σεῖς διακόψατε.
§292Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ ὑμᾶς, ὡς σᾶς ἠρώτησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: εἶναι ἀληθῆ ταῦτα; ἐλέχθησαν οὕτω, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
§293Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι οὕτω.
§294Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως ἐλέχθησαν. Εὐθὺς ὡς εἰσήλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκρούσατε πάντες ὑμεῖς τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου τῆς πατρίδος, ὡσεὶ οἱ Βούλγαροι ἐπέπεσαν καθ’ ἡμῶν! Ἐνόμισαν μάλιστα πολλοὶ, ὅτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡμίλησεν, ὅτι ἦσαν τόσον ἐγγὺς οἱ Βούλγαροι, ὥστε δὲν ἀπεῖχον ἢ ὅσον τὰ ἑδώλια ταῦτα ἀπὸ τῆς Προεδρικῆς ἕδρας! Καὶ νῦν ἔρχονται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι φροντίζουν ἵνα ὁπλισθῇ ὁ στρατός, ἀλλὰ νὰ ὁπλισθῇ διὰ μιᾶς δὲν εἶναι εὔκολον· πρέπει τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὅπλου νὰ ἀναλάβῃ μία ἐπιτροπὴ, ἥτις θὰ σκεφθῇ τοὐλάχιστον τρεῖς μῆνας, ἔπειτα θὰ ἀναλάβῃ ἄλλη ἐπιτροπὴ, ἥτις θ’ ἀποφασίσῃ μετὰ ἄλλους τρεῖς μῆνας. Διὰ ν’ ἀποφασισθῇ λοιπόν, ὡς βλέπετε, ποῖον ὅπλον εἶναι κατάλληλον διὰ τὸν στρατὸν, ὅπως παραγγελθῇ, θὰ παρέλθωσι τοὐλάχιστον ἓξ μῆνες. Καὶ τίς ἠξεύρει πόσος χρόνος θὰ παρέλθῃ ἀκόμη ἕως ὅτου παραγγελθῶσι τὰ ὅπλα καὶ φθάσωσιν ἐδῶ! Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ συντάξωμεν τὸν στρατόν, ὅτι θὰ κάμωμεν γυμνάσια γενικὰ τὴν ἄνοιξιν, δὲν μᾶς εἶπε καὶ ποῦ θὰ εὕρῃ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑγειονόμοι καὶ δασονόμοι καὶ δασοφύλακες καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο! (ἱλαρότης). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ πρώτη μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἦναι νὰ συγκαλέσῃ ἐνταῦθα ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον καταργοῦν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἵνα ἀπαλλάξῃ τούτους ἀπὸ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀλλότρια τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν τοιαύτην ἐργασίαν δὲν βλέπωμεν, πῶς θέλετε νὰ πεισθῶμεν, ὅτι φροντίζομεν πράγματι διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ τὸν ἤδη ὑπάρχοντα δὲν ἐργαζόμεθα ἵνα καταστήσωμεν τοὐλάχιστον πυρῆνα στρατοῦ διὰ τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις; Ἀλλὰ μήπως κατὰ θάλασσαν γίνεται καμμία παρασκευαστικὴ ἐργασία; Τὰ πλοῖα ἡμῶν εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἄχρηστα, ὡς ἐλέχθη ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ πρώην κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Σκεπτόμεθα περὶ Μακεδονίας, καὶ δὲν ἔχομεν ἓν πλοῖον, ἵνα μεταβῇ εἰς τὰ παράλια αὐτῆς καὶ προστατεύσῃ ἢ διασώσῃ καὶ μεταφέρῃ ἐνταῦθα τοὺς πιεζομένους ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ἀδελφοὺς ἡμῶν! Σοβαρῶς λοιπὸν λέγετε, ὅτι σκεπτόμεθα περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ ἀνασυντάξεως τῆς χώρας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀμέσως ἐπαπειλουμένου κινδύνου τῶν συμφερόντων ἡμῶν ἐν Μακεδονίᾳ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος. Τὸ μέλλον εἶναι τὸ ἰδεῶδες παντὸς Ἕλληνος· πάντοτε πρὸς αὐτὸ ἀποτεινόμεθα. Ὁ κίνδυνος λοιπὸν δὲν εἶναι ἐπικείμενος. Ἀλλὰ τότε διατὶ σπεύδομεν σπασμωδικῶς καὶ ἐπιζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν ἀπεχθῆ εἰς τὸν λαὸν φορολογίαν πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ; Μήπως μᾶς ἀναγκάζουσιν οἰκονομικοὶ λόγοι; Βεβαίως περὶ τούτου πρόκειται, καὶ οὐχὶ περὶ στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως, ἡ ὁποία, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένη οὔτε ὑπὸ τοῦ παρόντος οὔτε ὑπὸ τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος. Διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ ἀπαιτοῦνται, ὡς ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος ἀνέπτυξε, πολλὰ ἑκατομμύρια, καὶ μάλιστα διὰ στρατὸν μόνον 80 ἕως 100 χιλιάδων. Πρέπει λοιπὸν πρῶτον νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τῆς χώρας, καὶ εἶτα περὶ διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ χάριν τῶν κινδυνευόντων συμφερόντων τῆς πατρίδος.
§295Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὅτε χθὲς ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ὁ κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς προέβαλε καὶ ὑπεστήριξε τροπολογίαν τινὰ, ἣν κατόπιν ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, ἐνόμιζον πάντοτε, ὅτι ἡ συζήτησις ἦτο περὶ λέξεων. Εἶχον δὲ δίκαιον νὰ φρονῶ τοῦτο, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ τὰς δηλώσεις, ἃς ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν συζήτησιν, ἣν διεξήγαγε κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς ὁ ἐκ Τυρνάβου βουλευτὴς κ. Λαπαθιώτης. Κατὰ τὰς δηλώσεις ἐκείνας ἐπρόκειτο διὰ τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ἐξησφαλίζετο διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, νὰ ἐπιδιωχθῇ πρωτίστως ὁ ἐξοπλισμὸς τοῦ στρατοῦ· ἐπειδὴ δὲ εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅτι διὰ νὰ ἐξοπλισθῇ ὁ στρατὸς ἐχρειάζοντο ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἀποφασισθῆ ὄντως νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τοῦ ἐσόδου τούτου ἡ πραγματοποίησις δανείου πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατεύματος, ἐπειθόμην εὐλόγως, ὅτι δὲν θέλει μείνει ὑπόλοιπον, ἵνα πραγματοποιηθῇ ὁ διὰ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ἐπιδιωκόμενος σκοπός, δηλαδὴ ἡ κατασκευὴ στρατώνων καὶ λοιπῶν, οὐδόλως μὲ ἀνησύχησεν ἡ παρουσία τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀφοῦ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου χρήματα δὲν θὰ ἐπερίσσευον ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐν τούτοις σήμερον ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μὲ ἔπεισεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλω γνώμην, καὶ νὰ δεχθῶ, ὅτι ὀρθῶς ἔκαμον τὰς παρατηρήσεις οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν κύριοι Βουλευταί. Διότι τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ὅτι ἡ μέριμνα περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας δὲν εἶναι μέριμνα τοῦ παρόντος, ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος, ὅτι, ἵνα παρασκευασθῶμεν, ἀφοῦ ψηφισθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἀφοῦ τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογήν, θὰ σκεφθῶμεν περὶ κατασκευῆς στρατώνων, εἶτα δὲ περὶ ὁπλισμοῦ καὶ ἄλλων ἀντικειμένων. Ὅτε τοιαῦτα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπίστευσα, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προηγηθῇ μέριμνα περὶ κατασκευῆς στρατώνων, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ μέριμνα πρὸς θεραπείαν τῆς ἐπιτακτικῆς καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ὁπλισμοῦ. Ἐὰν ὅμως πρόκηται τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἄλλη πηγὴ καταχρήσεων, καθὼς ἐχρησίμευσε τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ἐρρέτω τοιοῦτο Ταμεῖον Ἀμύνης! Διότι τοιούτους φόβους βασίμους γεννᾷ ἡ σκέψις, ἣν διετύπωσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν μάλιστα παρατηρῇ τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ ἀσχολία περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν στρατώνων ἀνατίθεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, τοὺς ἐπιτηδείους διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτῶν ἀνατίθενται εἰς αὐτούς. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ τὸ δεύτερον ἐδάφιον, οὐδεμία μέριμνα θὰ ληφθῇ ὑπὲρ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ θὰ τραπῶσιν οἱ ἔχοντες τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης εἰς κατασκευὴν στρατώνων, νοσοκομείων καὶ ἄλλων κτιρίων. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, καὶ ἀφοῦ μάλιστα πειθόμεθα πάντες, ὅτι διὰ τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζεται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πλήρη τὰ ποσά, ὅπως ἐξοπλίσωμεν τὸν στρατόν, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τούτου, ἀπαλείφοντες τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν θὰ δίδωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἢ εἰς ἄλλον οἱονδήποτε, τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάζῃ στρατῶνας καὶ ἄλλα κτίρια διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν ἀπὸ τὸν λαὸν μετὰ τόσης στενοχωρίας αὐτοῦ.
§296Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁσάκις, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐτόνισε πάντοτε τὸ ἐπεῖγον τῆς ἀνάγκης τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς χώρας. Καὶ χαίρω, ὅτι τονίζει τόσον βροντοφώνως τὴν ἀνάγκην ταύτην, περὶ ἧς δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀδιαφόρως ἂν πρόκηται περὶ λίαν προσεχοῦς ἢ περὶ ἀπωτέρου μέλλοντος· ὤφειλε μάλιστα τὴν ἀνάγκην ταύτην ν’ ἀναγνωρίσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης του πρωθυπουργίας· διότι, ἐὰν ταύτην ἀνεγνώριζεν ἔκτοτε, δὲν θὰ περιηρχόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητῶμεν σήμερον σπασμωδικῶς τὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, ὡς δυστυχῶς πάντοτε συνέβη καὶ διὰ τοῦτο κατεδαπανήθησαν ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων πάντοτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, χωρὶς ποτὲ καὶ νὰ ὀργανωθῶμεν πράγματι στρατιωτικῶς, οὗ ἕνεκα εὑρέθη τὸ ἔθνος ἡμῶν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν τοσάκις διεξετραγῴδησαν ἐνταῦθά τε καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ. Δυστυχῶς δὲν ἀνεγνώρισε τότε τὴν ἀνάγκην ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ κατεσπατάλησε τοὺς φόρους—τοὺς ὁποίους κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια αὐξήσας ἔλαβε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ — ἐφ’ ᾧ μὴ ἔδει. Ἀλλὰ περὶ τούτου σήμερον δὲν πρόκειται, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον, ἀλλὰ θὰ ἔλθω ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Πρὸ τούτου ὅμως θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω δύο λέξεις δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ μονοπώλιον τῆς λογικῆς δὲν πρέπει ν’ ἀξιοῖ τις ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Αὐτὸ τοῦτο ζητῶ καὶ ἐγώ, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ζητήσωμεν πάντες, νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν τὸ μονοπώλιον τῆς λογικῆς, ἐπὶ τοιούτων μάλιστα ζητημάτων, εἰς οὐδένα. Ἀλλὰ δυστυχῶς βλέπω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ σύμπασα ἡ Κυβέρνησις θέλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσι μονοπώλιον λογικῆς εἰς τοὺς συντάξαντας τὰ νομοσχέδια ταῦτα, οἵτινες, καλὰ καὶ σώνει δὲν θέλουσι νὰ ἐπιτρέψωσι νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη γνώμη, ἐκτὸς τῆς ἰδικῆς των, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι ὡμολογημένον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν συνέταξεν αὐτός, ἀλλ’ υἱοθέτησεν αὐτά, καὶ ἑπομένως εἶναι θετὸς πατὴρ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μὴ υἱοθετήσῃ καὶ τὴν ἀξίωσιν τῶν συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι ἔχουσι τὸ μονοπώλιον τῆς λογικῆς, καὶ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὡς συνετάχθη καὶ τῷ παρεδόθη, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ πᾶσαν λογικὴν τροπολογίαν, τοιαύτην δὲ θεωροῦμεν καὶ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπεβάλομεν, προσπαθοῦντες διὰ τῆς συζητήσεως νὰ καταδείξωμεν, πῶς πρέπει νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ ἀποβῇ ὡς οἷόν τε ἐπωφελέστερον. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), οἵτινες θὰ ψηφίσωσι κατὰ τῶν τροπολογιῶν, καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ, διέγνωσα, ὅτι δὲν πιστεύουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωσιν. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται, κύριοι Βουλευταί, προκειμένου περὶ τόσον σοβαροῦ, ὅσον καὶ ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας νομοσχεδίου, νὰ μὴ ἔχωμεν ἐλευθερίαν νὰ πράττωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύομεν ἐν συνειδήσει; Ποῖα εἶναι ἐκεῖνα τὰ μέρη τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα εἶναι πράγματι ἐπιβλαβῆ καὶ τὰ ὁποῖα ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν δὲν ψηφίζονται, θέλω καταδείξει εἰς ἕτερον ἄρθρον. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Δὲν βλέπω, κύριοι Βουλευταί, διὰ ποῖον λόγον ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιμένει εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης, ὅτι ἡ περιουσία τοῦ ταμείου τούτου θὰ διατίθηται καὶ διὰ κατασκευὴν στρατιωτικῶν κτιρίων. Ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἴπωσι καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς περὶ στρατωνισμοῦ, δὲν θὰ μὲ πείσωσιν, ἀλλὰ δὲν θὰ πείσωσι καὶ ὑμᾶς, ὅτι τὰ χρήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τόσας θυσίας, πρέπει νὰ δαπανηθῶσιν εἰς τὴν κατασκευὴν στρατώνων. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καὶ οὗτοι εἶναι ἀναγκαῖοι, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς ἄνευ στρατώνων, ἤ, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργός, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οἰκογένεια ἄνευ οἰκήματος. Βεβαίως τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀναγκαῖα, ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα προυκάλεσαν τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ταῦτα εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, μέρος τῆς τακτικῆς ἀνάγκης τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προβλέπῃ πᾶσα Κυβέρνησις, καὶ νὰ φροντίζῃ πρὸς θεραπείαν αὐτῆς ἐκ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀποκόπτουσα ἀπ’ αὐτοῦ χάριν αὐτῆς τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται διὰ κομματικὰς καὶ προσωπικὰς ἀνάγκας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν παραδέχησθε τὴν ἀπάλειψιν ἀπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου τῆς διατάξεως περὶ στρατιωτικῶν κτιρίων, δὲν παραδέχεσθε τοὐλάχιστον νὰ συμπεριληφθῶσι ῥητῶς εἰς τὴν διάταξιν ταύτην καὶ τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα; Περὶ τοιούτων ἔργων ὀχυρωματικῶν οὐδεὶς γίνεται λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ ἄρθρον τὸ ὑπὸ συζήτησιν λέγει, ὅτι «ἡ περιουσία τοῦ ταμείου τούτου διατίθεται ἀποκλειστικῶς αʹ) εἰς προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ καὶ βʹ) εἰς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων». Δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει τις ὁ μὴ ἀναγνωρίζων, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, ἂν μὴ μεγαλειτέρα, τοὐλάχιστον ὅση διὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, καὶ ὀχυρωματικῶν ἔργων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι εἶναι μεγίστη ἀνάγκη νὰ συμπεριληφθῇ ἡ διάταξις περὶ κατασκευῆς καὶ ἀνακαινίσεως στρατιωτικῶν κτιρίων, πόθεν θὰ κατασκευάσωμεν τὰ ὀχυρωματικὰ ταῦτα ἔργα, ἂν μὴ ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης;
§297Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τοῦ ὁπλισμοῦ ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ὀχυρωματικῶν ἔργων.
§298Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν ἄμυναν τῆς χώρας, γίνονται δι’ εἰδικῶν νόμων.
§299Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ὑποστηρίζω, ὅτι διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, καὶ ἐπειδὴ τοιοῦτος εἰδικὸς νόμος εἶναι καὶ ὁ ἀφορῶν τὸ ἱδρυόμενον ταμεῖον διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ περιλάβωμεν ἐν αὐτῷ καὶ τὸ στρατιωτικώτερον τῶν ἔργων, τὰ ὀχυρώματα, ἵνα μὴ, ὅταν λάβωμεν ἀνάγκην τοιούτων, ἀναγκαζώμεθα νὰ ψηφίζωμεν ἄλλους πόρους δι’ αὐτά.
§300Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸ σᾶς λέγω, ὅτι ταῦτα ἐκτελοῦνται δι’ εἰδικῶν νόμων.
§301Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως ἐκτελοῦνται δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ διὰ νέων δαπανῶν.
§302Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὅταν σᾶς παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ κατασκευάσητε ἓν ὀχυρωματικὸν ἔργον μεγάλης ἀξίας, θὰ περιμένητε βεβαίως νὰ φέρητε νέον νόμον, καὶ νὰ εὕρητε νέον πόρον διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ. Δι’ αὐτῶν δὲ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα θέλετε εἰσπράξει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ κατασκευάσητε τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἀνάγονται μόνον οἱ στρατῶνες καὶ τὰ νοσοκομεῖα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ στρατιωτικὰ φυλακεῖα, τὰ ὁποῖα πολλάκις μετὰ πολυτελείας κατασκευάζονται. Νομίζω λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι θὰ πράξητε ἔργον ἐθνικόν, ἂν συγκατατεθῆτε νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις περὶ στρατιωτικῶν κτιρίων, ἢ τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν θέλητε νὰ διαγραφῇ αὕτη, νὰ συμπεριληφθῶσι ῥητῶς ἐν αὐτῇ καὶ τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα. Ἐπιμένω, παρακαλῶν ὑμᾶς, ἱκετεύων ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ, χάριν αὐτοῦ τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀποδεχθῆτε τὴν πρότασίν μου ταύτην, ἀποκρούοντες τὴν ἀξίωσιν ἐκείνων, οἵτινες ἐκ πείσματος ἐπιμένουσι νὰ μὴ ἀφαιρεθῇ οὔτε ἓν ν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων των.
§303Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον, αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τοῦ στρατιωτικοῦ οἰκοδομήματος, καὶ τοῦ ὁποίου νομοσχεδίου τὰς ὀρθὰς διατάξεις δὲν ἐστάθησαν ἱκαναὶ νὰ κλονίσωσιν αἱ ἀντιρρήσεις τῶν προλαλησάντων. Εἰς τὸν λόγον μὲ φέρει ὁ φόβος, μὴ τυχόν, ἔστω καὶ ἐπὶ στιγμὴν, μείνωμεν μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐναντία ἰδέα, ὅτι δηλαδὴ τὸ χρῆμα τοῦ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν πρὸς ἄλλους σκοπούς. Καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς τοιαύτης ἰδέας ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος: «Λοιπὸν τί ὁμιλεῖτε περὶ στρατεύματος, ἐνῷ βλέπετε, ὅτι δὲν ἔχετε στρατῶνας, καὶ δὲν μεριμνᾶτε περὶ τοῦ στρατωνισμοῦ τῶν ἀνδρῶν;» Καὶ ἐνῷ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ καλὸς στρατωνισμὸς εἶναι εἷς τῶν μεγίστων παραγόντων τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐν τούτοις ἀποκρούω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δύνανται νὰ δαπανῶνται ἀλλοῦ, καὶ ὄχι μόνον ἐκεῖ, ὅπου ἡ σχετικὴ διάταξις προβλέπει.
§304Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει ἐναντίαν γνώμην, ἀλλ’ ἐπιμένομεν, ἵνα οἱ στρατῶνες μὴ γείνωσι διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν.
§305Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡρισμένως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ὁ ἐξοπλισμὸς τοῦ στρατεύματος ὁ καθολικὸς ἀνήκει εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἱδρύσεως στρατώνων διὰ τῶν πόρων αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἕτεροι πόροι πρὸς τοῦτο. Διὰ νὰ ἀπαντήσω δὲ εἰς τὸν κύριον ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφον, διατὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει διὰ τὴν ὀχύρωσιν τῆς χώρας, θέλω τὸν ἐρωτήσει: τί ἐννοεῖτε, λέγοντες ὀχύρωσιν τῆς χώρας καὶ ὀχυρωματικὰ ἔργα; Διὰ τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα τῆς χώρας ἀπαιτοῦνται πολλαὶ δεκάδες ἑκατομμυρίων.
§306Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁ στόλος μας δὲν θὰ δύναται ἴσως μετ’ ὀλίγον νὰ ἀντιστῇ εἰς μεγαλείτερον ἐχθρικὸν στόλον Κράτους ἄλλου, τὸ ὁποῖον παρασκευάζεται ναυτικῶς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχομεν ἀνάγκην ὀχυρωματικῶν ἔργων, ἵνα προφυλάξωμεν τὰ παράλιά μας.
§307Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μετὰ τοσαύτης εὐκολίας δὲν πρέπει νὰ ἐπιλύωμεν τὰ σοβαρὰ ταῦτα ζητήματα, οὐδὲ δύνανται νὰ λυθῶσι ταῦτα, ἐφ’ ὅσον δὲν γίνονται αἱ προσήκουσαι μελέται. Πρὸς ὀχύρωσιν τῆς χώρας ἀπαιτεῖται σκέψις μεγάλη, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν γνωρίζομεν, ἂν ἡ χώρα ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην ὀχυρωματικῶν ἔργων, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζομεν, ἂν ἔχει ἀνάγκην μονίμων ὀχυρωματικῶν ἔργων ἢ προχείρων τοιούτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην μεγάλων δαπανῶν, οὐδὲ σκέψις δύναται νὰ γείνῃ περὶ ἔργων ὀχυρωματικῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζομεν, τίνων ἔργων ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ πόσα ἑκατομμύρια θ’ ἀπαιτηθῶσι διὰ τὰ ὀχυρωματικὰ ταῦτα ἔργα, οὐδεμία σκέψις δύναται νὰ γείνῃ περὶ αὐτῶν.
§308Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀκριβῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα διὰ τὰ ἔργα ταῦτα θ’ ἀπαιτηθῶσι, πρέπει τὰς δι’ αὐτὰ δαπάνας νὰ ἐξεύρωμεν ἐκ τῶν πόρων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§309Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸς λύσιν τῶν ἀποριῶν τοῦ κυρίου ἐξ Ἄργους συναδέλφου ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὴν γνώμην διασήμου στρατηγοῦ, τοῦ στρατηγοῦ Βριαλμών. (Ἀναγινώσκει).
§310Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ νομοθετικοῦ ἡμῶν ἔργου ζητῶμεν τὴν ἐπέκτασιν τῆς καθεστηκυίας φορολογίας, καὶ δὴ εἰς τὸν βαθμόν, ὃν προσδιορίζουσι τὰ εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως φορολογικὰ νομοσχέδια, φρονῶ, ὅτι εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης νὰ παράσχωμεν εἰς τὸ ἔθνος καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἔκτακτος αὕτη καὶ βαρεῖα φορολογία ἀποβλέπει πραγματικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν καὶ θεραπείαν ἐκτάκτων ἐθνικῶν ἀναγκῶν, οἷαι εἶναι, κατὰ τὸ λέγειν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὑπαγορεύσασαι τὴν ὑποβολὴν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Καὶ ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ στόματος τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν καὶ θεραπείαν ἐκτάκτων καὶ ὑψίστων ἐθνικῶν ἀναγκῶν ἀποβλέπει ἡ ζητουμένη παρὰ τῆς Βουλῆς φορολογία, αἱ δὲ ἔκτακτοι ἀνάγκαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῆς στρατιωτικῆς ἀνασυντάξεως τῆς χώρας· καὶ ὡς τοιοῦτον ἔκτακτον μέτρον καὶ ὡς βάσις καὶ θεμέλιον τῆς ἀνασυντάξεως τῆς χώρας προβάλλεται ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ παρέστησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἄνευ αὐτοῦ εἶναι ὅλως ἀδύνατον νὰ παρασκευασθῇ στρατιωτικῶς ἡ χώρα, ὅπως δυνηθῇ τὸ ἔθνος νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν καὶ τὸν προορισμὸν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ μέλλον. Πῶς δὲ θεραπεύονται κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ αἱ ἐθνικαὶ αὗται ἀνάγκαι; Θεραπεύονται, εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, αἱ ἀνάγκαι αὗται, ἐὰν προνοήσωμεν νὰ προικοδοτήσωμεν τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ πόρων ἱκανῶν, διὰ πόρων τοσούτων, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παρασκευάσωμεν στρατὸν ἀρκούντως μέγαν, ἀρκούντως ἰσχυρόν, καὶ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ὁπλισμὸν ἀρκετὰ πλούσιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁπλίσωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν βάσιν ταύτην τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως παρενεβλήθη καὶ ἑτέρα βάσις. Ὡς μέτρον ἐπιβαλλόμενον ἴσως ὑπὸ ἐκτάκτων ἀναγκῶν ἐθεωρήθη καὶ ἡ ἀνέγερσις καὶ ἀνακαίνισις στρατιωτικῶν κτιρίων· δι’ ὅσων δὲ εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν ἔδιδε τὴν ἀπάντησιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, καὶ ἀπεδείκνυε βασίμους τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέφρασεν εἰς τὴν Βουλήν. Διότι ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι φοβεῖται, μήπως τυχὸν οἱ πόροι, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ προικοδοτηθῇ τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δὲν χρησιμοποιηθῶσι πρὸς θεραπείαν καὶ ἀντιμετώπισιν τῶν πραγματικῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, διὰ τὰς ὁποίας συνιστᾶται τὸ ταμεῖον τοῦτο, ἀλλὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄλλας ἀνάγκας, ὅλως διαφόρους, χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἀνάγκας, αἵτινες, καλῶς ἐξεταζομένων τῶν πραγμάτων, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἔκτακτοι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες θεωροῦνται πανταχοῦ καὶ πάντοτε τακτικαὶ καὶ συνήθεις, καὶ αἵτινες θεραπεύονται καὶ δέον νὰ θεραπεύωνται διὰ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοιαύτη δὲ προφανῶς τακτικὴ ἀνάγκη εἶναι καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνεγέρσεως καὶ ἀνακαινίσεως στρατιωτικῶν κτιρίων. Ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου ἔλεγε: «Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ προνοήσωμεν, ἵνα καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην θεραπεύσωμεν διὰ τῶν πόρων τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀφοῦ ψηφίζομεν νόμον περὶ στρατολογίας, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνομεν κατὰ 13,500 ἄνδρας τὸν στρατὸν ἡμῶν κατ’ ἔτος; καὶ πῶς θέλετε νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸν στρατωνισμὸν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἐὰν δὲν προνοήσωμεν καὶ περὶ ἀνεγέρσεως καταλλήλων κτιρίων;» Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, διὰ τοιούτων μέσων πρόκηται νὰ προνοήσωμεν περὶ στρατωνισμοῦ τῶν ἀνδρῶν τῶν καλουμένων διὰ τοῦ νέου νόμου περὶ στρατολογίας, βεβαίως οὐδεμία θὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὸν ἕτερον σκοπόν, τὸν θεμελιώδη, δι’ ὃν συνιστᾶται τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δηλαδὴ διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Διότι, ἂν ὑπολογίσωμεν, ὅτι διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατωνισμοῦ οὐχὶ μιᾶς ἢ δύο ἀπογραφῶν, ἀλλ’ ὅλων τῶν ἀπογραφῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν ἐνεργὸν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅλων τῶν ἀπογραφῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν ἐφεδρείαν αὐτοῦ, ἀφοῦ πάσας ταύτας τὰς ἀπογραφὰς ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῶμεν ἡμέραν τινὰ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσωμεν ὑπὸ τὰς σημαίας, ἐὰν, λέγω, θελήσωμεν νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τούτων, θὰ χρειασθῇ ἐπὶ ἔτη μακρὰ νὰ δαπανῶμεν πάσας τὰς εἰσπράξεις τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρὸς ἀνέγερσιν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων. Καὶ ἤδη ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἤκουσε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ, καὶ οἱ φόβοι αὐτοῦ κυροῦνται διὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ὁ ἕτερος σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ σύστασις τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τουτέστιν ἡ διάταξις περὶ ἀνεγέρσεως καὶ ἀνακαινίσεως στρατιωτικῶν κτιρίων. Ἀλλ’ ἐὰν, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν καὶ παρὰ πᾶσαν λογικήν, ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελον ἐπιμείνει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, θὰ ἐπεθύμουν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐπιθυμεῖτε καὶ ὑμεῖς μετ’ ἐμοῦ, νὰ καθωρίζετο ἀκριβῶς καὶ σαφῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὁποῖα θὰ ἦναι τὰ κτίρια τὰ στρατιωτικὰ, περὶ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν ὁποίων προνοεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις. Ἔκαμεν ὑπαινιγμόν τινα ὁ κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ τί ἐνδέχεται νὰ ἐννοῆται διὰ τῆς φράσεως «πρὸς ἀνέγερσιν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων». Στρατιωτικὰ κτίρια δύνανται νὰ θεωρηθῶσι καὶ τὰ νοσοκομεῖα, στρατιωτικὰ κτίρια δύνανται νὰ θεωρηθῶσι καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀρτοποιεῖα καὶ τὰ φυλακεῖα, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Καὶ τότε πρέπει νὰ ἐξαντλήσωμεν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, τῶν συνήθων καὶ συνήθως θεραπευομένων ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης; Οὔτε πρώτη εἶναι ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν συνιστῶμεν τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οὔτε δευτερεύουσα ἡ τῆς ἀνεγέρσεως καὶ ἀνακαινίσεως στρατώνων, διότι πρώτη πασῶν τῶν ἀναγκῶν εἶναι ἡ τοῦ ὁπλισμοῦ. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπεθύμουν ν’ ἀπεδέχετο ἡ Βουλή, ἵνα προσδιορισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὁποῖα εἶναι τὰ κτίρια, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσδιωρίζετο, ὅτι προνοεῖ περὶ κτιρίων χρησίμων διὰ τὸν στρατωνισμὸν τῶν ἀνδρῶν, τῶν ὑπὸ τὰς σημαίας ἑκάστοτε καλουμένων, διότι, ὡς ἔχει ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, φαίνεται ὅτι τοῦτο προνοεῖ περὶ οἱουδήποτε στρατιωτικοῦ κτιρίου. Ἐὰν δὲ πρόκηται ἔστω καὶ περὶ τῶν στρατώνων τῶν χρησίμων διὰ τὸν στρατωνισμὸν τῶν στρατιωτῶν, πρόκειται βεβαίως καὶ προφανῶς περὶ ἔργων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνας πολλῶν ἴσως ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν. Προκειμένου δὲ νὰ διατεθῶσιν ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, —καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν θὰ ἦναι τόσαι, ὅσοι στρατῶνες θὰ κατασκευασθῶσιν ὄχι μόνον εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς χώρας, ὅπου μένει στρατός, — προκειμένου, λέγω, νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἔργα ἀξίας ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐν συνόλῳ, ποίαν ἐγγύησιν, ποίαν ἀσφάλειαν ἔχομεν, ὅτι θὰ δαπανηθῶσι καλῶς τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, τὰ εἰσκομισθησόμενα εἰς τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης δι’ ἀπηνοῦς καὶ βαρείας φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἔχομεν μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται —ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω — ἀπὸ πρόσωπα ἱστάμενα εἰς τὴν ὑψηλοτέραν περιωπὴν τῶν κοινῶν ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς πράγμασιν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ἐν κοινοβουλευτικῶς διοικουμένοις Κράτεσι νὰ ἐμπνεύσωσιν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην· καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχωμεν, ἐκτὸς τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ θέσις ἡ ὑψηλὴ τῶν προσώπων τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὴν ἐγγύησιν, τὴν πηγάζουσαν ἐκ τῶν νόμων. Ἡ νομοθεσία προέβλεψε, καὶ ὅταν περὶ τοιούτων ἀτόμων πρόκηται καὶ τοιούτων προσώπων ὑψηλῆς περιωπῆς, διαχειριζομένων δημόσια χρήματα, ἡ νομοθεσία, λέγω, προέβλεψε καὶ ἔθεσε φραγμοὺς καὶ ὅρους καὶ συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐπέτρεψε νὰ δαπανᾶται τὸ δημόσιον χρῆμα, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ. Διότι οὐδὲν εἶναι τόσον ἱερὸν καὶ ἄξιον σεβασμοῦ, οὔτε ἡ ἰδιότης τῶν προσώπων, ὅσον τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα καὶ ἀπὸ τὰς στερήσεις τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο ἡ νομοθεσία ἔθεσεν ὅρους καὶ φραγμούς, καὶ ἐζήτησεν ἐγγυήσεις, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν καλὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ 1852, καὶ τὸν ἕτερον νόμον τοῦ 1894, ὅστις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐπειδὴ πολλαὶ πρὶν ἐγίνοντο ὑπερβασίαι ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων χρημάτων, ἐτέθησαν φραγμοί· ὁ νόμος λέγει, προκειμένου περὶ τῶν διαχειριζομένων δημόσια χρήματα πρὸς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ δαπανῶσι ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰς 10,000 δραχμὰς δι’ ἔργον δημόσιον, ἐὰν πρὶν δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς οὐ μόνον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔργου τούτου, ἀλλὰ καὶ νόμος εἰδικός, ἐπιτρέπων τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου· καὶ τότε μόνον ἀρκεῖται εἰς τὴν ψήφισιν μόνον εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν πρόκηται περὶ ἔργου μὴ ὑπερβαίνοντος τὰς 2,000 δραχμάς· ἀπηγόρευσε δὲ καὶ τὴν ὑποδιαίρεσιν τῆς ὁλικῆς δαπάνης τοῦ ἔργου, καὶ ὥρισεν ὅτι πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ ζητῆται πίστωσις δι’ ὁλόκληρον τὴν δαπάνην, καὶ τοῦτο, ἵνα προληφθῇ πᾶσα ὑπερβασία ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων χρημάτων. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπόν, προκειμένου περὶ ἔργων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτήσωσι δαπάνην ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἑκατομμυρίων ἴσως, νὰ ἐτίθετο εἷς φραγμός, ἤτοι ὁ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1894 καὶ τοῦ νόμου περὶ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Ἐπὶ ταύταις ταῖς σκέψεσι, Κύριοι, παρεσκεύασα τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 3, ἣν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε συναινέσει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3. Κατὰ τὴν τροπολογίαν μου ταύτην, τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «βʹ) Εἰς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων χρησίμων πρὸς στρατωνισμόν». Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου προστίθεται παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ παντὸς ἔργου κατασκευῆς ἢ ἀνακαινίσεως στρατιωτικῶν κτιρίων ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΛΗʹ τῆς 7 Μαρτίου 1894.»
§311Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν βεβαίως, Κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὡς διεξάγεται ἡ συζήτησις, εὑρισκόμεθα εἰς βάσιν ἐσφαλμένην. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τόσον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, θεωροῦσιν ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου βʹ, καθ’ ἣν «ἡ περιουσία τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης διατίθεται ἀποκλειστικῶς... βʹ) εἰς κατασκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν στρατιωτικῶν κτιρίων». Περὶ τοῦ ὅτι ἓν τῶν ἀναγκαιοτάτων μέτρων πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι καὶ ὁ κατάλληλος στρατωνισμὸς τῶν ἀνδρῶν, δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη συζητήσεως. Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι φρονοῦσιν, ὅτι ὁλόκληρος ἡ περιουσία τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπορροφηθῇ ἐκ τῆς κατασκευῆς τοιούτων ἔργων, δηλαδὴ στρατώνων. Καθ’ ὅσον, γνωρίζω, Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουσιν εἰς πλεῖστα μέρη στρατῶνες ἀξιόλογοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ περιλάβωσι τοὺς ὑπὸ τὰς σημαίας κληθησομένους ἄνδρας. Ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις τὴν Χαλκίδα, ὅπου ὑπάρχουσι παραπήγματα, — τὰ ὁποῖα ὅμως δύνανται ν’ ἀνακαινισθῶσιν, — ἔχομεν ἐξαιρέτους στρατῶνας εἰς τὴν Ἄρταν καὶ τὸ Μεσολόγγιον, δὲν γνωρίζω δὲ καὶ εἰς ποίας ἄλλας πόλεις, στρατῶνας δυναμένους νὰ ἐπαρκέσωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, τὰ ὑπάρχοντα σήμερον ἐν Ἑλλάδι, — διότι σχεδὸν εἰς πάσας τὰς πόλεις τῆς Θεσσαλίας ὑπάρχουσι στρατῶνας, ὡς καὶ εἰς τὴν Λαμίαν, τὴν Κέρκυραν...
§312Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Λαμίαν δὲν ὑπάρχουσι.
§313Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔστω... Εἰς τὴν Κόρινθον, τὸ Ναύπλιον, τὸ Ἄργος, τέλος πάντων ὑπάρχουσι παντοῦ, — δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ χρῆμα πλειότερον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μέχρι δύο ἑκατομμυρίων, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸν πλήρη στρατωνισμὸν τῶν κληθησομένων ὑπὸ τὰς σημαίας ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος πιστεύει, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ κατασκευάσῃ στρατῶνας, δυναμένους νὰ περιλάβωσιν ἐν ὥρᾳ ἐφεδρείας πάντας τοὺς στρατιώτας. Ἀλλ’ οὐδεμία πρόβλεψις ὑπάρχει εἰς τὸ Κράτος, — πάντες γνωρίζομεν τοῦτο, — νὰ κατασκευάσῃ στρατῶνας, ὅπως περιλάβῃ ἐν αὐτοῖς τὸν στρατὸν ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἕτερος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν καὶ ἡ περιουσία τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρὸς κατασκευὴν ὀχυρωματικῶν ἔργων. Ἀλλ’ ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους συνάδελφος, τὸ ζήτημα τῆς ὀχυρώσεως τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον φαντάζονται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ζητοῦντες νὰ ὀχυρώσωμεν τοὺς λιμένας, νὰ κατασκευάσωμεν ἐπάκτια ὀχυρώματα πρὸς προστασίαν τῶν παραλίων ἡμῶν, νὰ ὀχυρώσωμεν ὁλόκληρον τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, διότι φυσικὰ ὀχυρώματα δὲν ἔχει ἡ νέα τοιαύτη...
§314Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα ἁπλῶς τὴν γνώμην τοῦ στρατηγοῦ Βριαλμών· δὲν ἐξέφρασα γνώμην ἰδικήν μου.
§315Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀξίωσιν, ὅτι εἶμαι εἰδικὸς εἰς τὰ στρατιωτικὰ πράγματα· τοσοῦτο δὲ μᾶλλον δὲν εἶμαι εἰδικός, καθόσον, ὑπηρετήσας εἰς τὸν στρατόν, κατώρθωσα νὰ λάβω μόλις τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποδεκανέως (ἰλαρότης). Λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τοιούτων μέσων εἰς τὴν ὀχύρωσιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὁ μακαρίτης δὲ στρατηγὸς Βριαλμών, ὅτε ἐκλήθη παρὰ τοῦ ἐπίσης μακαρίτου Τρικούπη νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ κατέλθῃ καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἡ ἐκτέλεσις τῶν μέτρων, τῶν ἀφορώντων εἰς αὐτὸ, θ’ ἀπαιτήσῃ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀδύνατον νὰ ὀχυρωθῇ, καὶ ἐθεώρησε περιττὸν νὰ κατέλθῃ.
§316Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι σᾶς διαψεύδω μὲ τὸ ἔγγραφον τοῦ μακαρίτου Βριαλμών.
§317Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν τὸ ἔχω καὶ ἐγώ.
§318Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ θέλων νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ ζητήματος τόσον σοβαροῦ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα μεθ’ ἑαυτοῦ, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ζητήματος ἀπαιτοῦντος εἰδικότητα.
§319Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω εἰδικότητά τινα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι τῆς κοινῆς λογικῆς, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφος, δηλαδὴ ἡ ὀχύρωσις τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὀχύρωσις τῶν λιμένων καὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς, ἡ κατασκευὴ ἐπακτίων φρουρίων πρὸς προστασίαν τῶν λιμένων κλπ., ἀπαιτοῦσιν οὐχὶ 40 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἴσως ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων. Παρατηρῶ ὅμως τὸ ἑξῆς, Κύριοι. Πρὶν ἢ συζητηθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) κατέκρινον τὴν Κυβέρνησιν ὡς σπάταλον· σήμερον ἔρχονται καὶ λέγουσιν, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ μέσα, τὰ προωρισμένα διὰ τὴν σύστασιν τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν οὐχὶ διὰ τὸν ὡρισμένον σκοπὸν τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, προτρέπουσι δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξεύρῃ ἑτέρους πόρους καὶ διαθέσῃ τούτους εἰς τὰς ἄλλας στρατιωτικὰς ἀνάγκας. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἐξακολουθήσωμεν, Κύριοι, ἐνῷ δηλ. ζητοῦμεν χρήματα διὰ τὸ εἰδικὸν Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ ζητῶμεν ἕτερα χρήματα διὰ τὰς ἄλλας στρατιωτικὰς ἀνάγκας, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θ’ ἀπορροφηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας. Ἀντίθετον ἔχω γνώμην πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει παντάπασι ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, διότι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δάνειον 2,000,000 δραχμῶν, δι’ ὧν θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποκτήσῃ τοὺς στρατῶνας, οἱ ὁποῖοι χρειάζονται, ὅπως δεχθῶσι τοὺς κληθησομένους ὑπὸ τὰς σημαίας ἄνδρας.
§320Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§321Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§322ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
§323Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 35′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).