Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΣΤ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 20

1904.02.21

3.894 στίχοι · 29.204 λέξεις · 3 πίνακες · 236 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1904.02.21
Προεδρεία
Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΥ
Περίοδος
ΙΣΤ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1908)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20

τῆς 21 Φεβρουαρίου 1904.

(Σάββατον).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;

§2Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι τὰ πρακτικὰ ἀναγράφουσι μὲν τὰ τελεσθέντα ὑπὸ τοῦ προεδρεύοντος κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, δὲν πιστοποιοῦσιν ὅμως, ὅτι δὲν ἐτηρήθη οὔτε ὁ Κανονισμὸς οὔτε ἡ συνταγματικὴ διάταξις περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Χθὲς, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ δώδεκα ὥρας κατὰ συνέχειαν εἰργάσθημεν συζητοῦντες ἐπὶ τῆς προτάσεως, τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἤτοι ἐπὶ ὅλων τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων καὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, θέματος βεβαίως σοβαρωτάτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἀντιπολίτευσις συνεζήτησε καὶ ἐπεθύμει καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφορίαν, ἀφοῦ προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε ἐπεράτωσε τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Γκότσης, ἐκλήθην παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβω τὸν λόγον. Τότε προσεπάθησα νὰ πείσω καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὰς νὰ ἀναβάλωσι τὴν συζήτησιν, ὅπως μετ’ ὀλίγας ὥρας δυνηθῶμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ταύτην, διότι πάντες ἤμεθα κεκμηκότες, καὶ οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος ὑπῆρχε τῆς τοιαύτης σπουδῆς καὶ τῆς τοιαύτης ἐπιμονῆς, ὅλως παραδόξου καὶ ἀκατανοήτου. Τὴν πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς ὑπεστήριξαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὑμεῖς δὲ, κύριε Πρόεδρε, ἐπρόκειτο νὰ προκαλέσητε ἐπ’ αὐτῆς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς περὶ ἀναβολῆς συζητήσεως τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην εἷς τῶν συναδέλφων, ὁ κ. Παπαδημητρίου, ἐπρότεινεν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. Νομιμώτατα ὑμεῖς, ἀφοῦ ἐτέθη ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ὁ νόμιμος καταρτισμὸς τοῦ Σώματος, διετάξατε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ἔμενεν ἑπομένως ἐκκρεμὴς, κατὰ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου περὶ ἀναβολῆς, μεθ’ ἣν ἤρχετο ἡ πρόσκλησις τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ τούτων σιωπώντων ἡ ἐρώτησις ἂν ἔχει τὸν λόγον ἄλλος τις τῶν λοιπῶν ἐγγεγραμμένων, ἵνα ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος. Ρητῶς ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 29. Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα ἄλλων Βουλευτῶν κλπ. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται πρῶτον μὲν περὶ τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων, δηλαδὴ τῆς ἀναβολῆς, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.» Ὥστε εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος, τοῦ μεσολαβήσαντος, περὶ ἀναβολῆς, καὶ κατόπιν νὰ προβῇ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας ἐγένετο ἡ διαλογὴ, καὶ εὑρέθησαν παρόντες 118 μετὰ τοῦ ἐπόπτου, τοῦ κ. Ἐπαμεινώνδα Δηλιγιάννη.

§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ψηφολέκτου.

§4Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ψηφολέκτης καλεῖται, ὅταν ψηφοφορία ἐνεργῆται· ὅταν ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας, ἁπλῶς ἐφορεύει ὁ καλούμενος, ἐποπτεύει. Ὥστε μᾶλλον ἐπόπτης δέον νὰ καλῆται. Ἀλλὰ ὀνομάσατέ τον ὅπως θέλετε. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἄνευ αὐτοῦ ἀπαρτία δὲν θὰ ὑπῆρχε, τὸ Σῶμα δὲν θὰ ἦτο νομίμως κατηρτισμένον. Τί λέγουσι τὰ πρακτικά; (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τοῦτο ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως». Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατόν, εἶχε δικαίωμα ὁ Πρόεδρος, ὁ τότε προεδρεύων ἀντιπρόεδρος, νὰ κηρύξῃ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὅταν εἰς μὲν τὸν κατάλογον ὑμῶν ἦσαν ἐγγεγραμμένοι, ὅπως ὁμιλήσωσιν, ἀρκετοὶ ἐκ τῶν Βουλευτῶν, ὁ κ. Γουναράκης, ὁ κ. Σάκκης, ὁ κ. Καρτάλης καὶ ἄλλοι.

§5Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς στείλωμεν καρρότσα δηλαδή!

§6Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ... Ἐγὼ δὲ εἶχον ἀφήσει ἐκκρεμῆ τὴν συζήτησιν περὶ ἀναβολῆς, μεταβὰς εἰς τὸ Ἀναγνωστήριον τῆς Βιβλιοθήκης πρὸς ἀναψυχήν; —διότι βεβαίως καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος ἐπὶ δώδεκα ὥρας ἐργαζόμενος εἶχον ἀνάγκην ἀναπαύσεως· ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ εὑρισκόμενος ἔπεμψα ἐνταῦθα τὸν τόμον τῶν πρακτικῶν τῆς Συνόδου τοῦ 1884, ὃν θὰ ἐχρησιμοποίουν, ὅτε θὰ ἐκαλούμην ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου, ἵνα ὁμιλήσω, ἀναγκαζόμενος πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τὴν πέμπτην ὥραν τῆς πρωΐας, μετὰ δώδεκα ὅλων ὡρῶν ἐργασίαν καὶ συζητήσεις! Δυστυχῶς οὐδεμία τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἐτηρήθη ὑπὸ τοῦ τότε προεδρεύοντος. Ὁ κύριος προεδρεύων οὐ μόνον παρεῖδεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς συζήτησις περὶ ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν ὤφειλε, κατ’ ἐπιτακτικὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ μὴ παρίδῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συγχρόνως ἔκρινε καλὸν νὰ παρίδῃ καὶ πάντας τοὺς αἰτησαμένους νὰ ὁμιλήσωσιν, ἀποφαινόμενος, οὕτως εἰπεῖν, αὐτοκρατορικῶς. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ στενογράφου τὸ σχετικὸν μέρος, καθ’ ὃ ἔληξεν ἡ συνεδρίασις, καὶ οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐλέχθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, τὸ ἑξῆς: «οὐδενὸς ἄλλου ἔχοντος τὸν λόγον, κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις».

§7ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. «Οὐδενὸς ζητήσαντος τὸν λόγον», εἶπον.

§8Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλ’ εἶχον ζητήσει πολλοὶ τὸν λόγον. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀνορθωθῇ ὁ Κανονισμός, καὶ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς ὁδὸν παρανομίας καὶ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Οἱ καιροὶ εἶναι δεινοὶ, καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μετριοπάθειαν καὶ οὐχὶ ἐπιμονήν. Βεβαιωθῆτε, ὅτι πάντες ἔχομεν συμφέρον διὰ τὴν τάξιν, τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν νομιμότητα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔχει συμφέρον ἡ Κυβέρνησις, διότι αὐτὴ εἶναι καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὴν τάξιν, τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν νομιμότητα.

§9ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος νὰ ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ μομφὴν, ὅτι δηλ. ἠθέλησα, παραβιάζων καὶ καταφρονῶν τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, νὰ ἀφαιρέσω τὸν λόγον ἀπ’ αὐτοῦ.

§10Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δολίαν προαίρεσιν δὲν σᾶς ἀπέδωκα.

§11ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου. Ὀφείλω ὅμως, προκειμένου περὶ ἀνασκευῆς τῶν οὕτω πως διατυπωθέντων κατ’ ἐμοῦ, νὰ δώσω ἐξηγήσεις. Καθ’ ἣν στιγμὴν προεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ἐγὼ κατεῖχον τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου· ἀπαγγείλας δὲ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου τὸ ἀποτέλεσμα, ἤτοι τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας, ἐκήρυξα μετὰ τοῦτο τὴν συζήτησιν περατωμένην. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν πρᾶξίν μου ταύτην ἀπέναντι τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ δύο συνεχεῖς Περιόδους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν καὶ νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εὐτυχῶς δὲ οὐδέποτε οὐδεμίαν παρέσχον ἀφορμὴν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀνευλαβής εἰμι εἴτε πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους εἴτε πρὸς τὸ Σύνταγμα τὸ καθεστὼς, ἢ πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὃν ἀείποτε ἐσεβάσθην, πολλῷ δὲ μᾶλλον αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῶ ταῦτα, ὅταν κατέχω τὴν ὑψηλὴν τοῦ Προέδρου ἕδραν. Μόλις ἐκλήθην νὰ διαδεχθῶ τὸν κ. Πρόεδρον ἐν τῇ ἕδρᾳ, καὶ κατέλαβον αὐτήν, προεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Παπαδημητρίου ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, καὶ εὑρέθησαν παρόντες 118, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐπόπτου ἢ ψηφολέκτου κ. Ἐπαμεινώνδα Δηλιγιάννη, ὅστις, παρευρισκόμενος ἐνταῦθα καὶ ἔχων τὴν ὑπογραφήν του τεθειμένην ὑπὸ τὸν κατάλογον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπών.

§12ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Οὐδεὶς εἶπε τὸ ἐναντίον.

§13ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο βεβαίως δὲν θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ αὐτήν, εἶναι, ἂν ὤφειλον νὰ καλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὲ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς, διότι πρόκειται περὶ μομφῆς ἐπιρριπτομένης κατ’ ἐμοῦ, καθ’ ἧς μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀμυνθῶ, διότι ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ καταλαμβάνω τὴν ἕδραν ταύτην. Δὲν ὑπῆρχέ τις ὁ ἀγορεύσων, καὶ ἂν δέ τις ἦτο ἐγγεγραμμένος, ὤφειλον νὰ καλέσω αὐτὸν παρόντα νὰ ἀγορεύσῃ.

§14Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤμην ἐγγεγραμμένος.

§15Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγώ.

§16ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἦτο ἐγγεγραμμένη πᾶσα ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ὤφειλον νὰ καλέσω κατὰ τάξιν ἐγγραφῆς τοὺς ἀγορεύσοντας. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπερατώθη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου καὶ ἀπηγγέλθη ἡ ὕπαρξις τῆς ἀπαρτίας, τίς ἦτο ἐδῶ καὶ δὲν ἐκλήθη;

§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἐκαλέσατε;

§18ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα νὰ καλέσω; Τὰ κενὰ ἑδώλια; Καλοῦνται οἱ παρόντες, κύριε συνάδελφε. Πῶς δύναμαι νὰ καλέσω τοὺς ἀπόντας;

§19Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἐκαθήμην ἐκεῖ.

§20ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ δύο κύριοι ἐξ Ἀττικῆς Βουλευταὶ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας δὲν φαίνονται παρόντες ἐν τῷ καταλόγῳ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι παρόντες ἐν τῇ αἰθούσῃ, καὶ νὰ μὴ ἦναι παρόντες ἐν τῷ καταλόγῳ; Ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀνατρέξω καὶ νὰ ἀνεύρω πάντα βουλόμενον νὰ ἀγορεύσῃ; Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Πᾶσα πρότασις ὑποβάλλεται ἐγγράφως ἢ καὶ προφορικῶς, καὶ συζητεῖται ἢ ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐὰν πρόκηται περὶ προτάσεως νόμου, ἢ τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, προκειμένου περὶ ἄλλης προτάσεως. Ἀλλὰ τίς ἀπέμεινεν ἐν τῇ αἰθούσῃ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀφοῦ οὐδεὶς ἐκ τῆς ἑτέρας πτέρυγος υἱοθέτησεν αὐτήν; Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐκηρύχθη περατωμένη νομιμώτατα καὶ συνταγματικώτατα, διότι οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Προεδρεῖον νὰ καλῇ τοὺς ἀπόντας. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι ἐγὼ ἐπλανήθην, ἐπειδὴ ἔχω τὴν γενναιοφροσύνην ν’ ἀναγνωρίζω τὴν πλάνην μου, διότι τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον, δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τούτου ἡ Βουλή.

§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἰς πολλὰς περιέπεσεν ἀνακριβείας. Καὶ πρῶτον ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐπὶ δωδεκάωρον ἡ Βουλή συνεζήτησεν ἐπὶ προτάσεως περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς ἐπαναφέρωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτῶν θέσιν. Ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἡ συζήτησις ἤρξατο τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, καὶ ἔπαυσε τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον· ἀπὸ τῆς 2 μέχρι τῆς 5 κατηναλώθη ὁ καιρὸς εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, διότι ἐγένοντο δύο ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ μία ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἂς ἴδωμεν πῶς τὰ πράγματα διεξήχθησαν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, καὶ ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ. Τότε, εἶναι ἀποδεδειγμένον, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἦτο παρών· ἡ δὲ ἀξίωσις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσῃ τόμος τις, δὲ εἶναι ὀρθή, διότι ἄλλο ὁ τόμος καὶ ἄλλο ὁ κύριος Βουλευτής. Ἑπομένως, ὅτε ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκ τῶν ζητησάντων τὸν λόγον καὶ πρόθυμος νὰ ἀγορεύσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ματαιοπονῶμεν, συζητοῦντες ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐσίαν δὲν ἔχει σημασίαν. Διότι ὑποθέσατε, ὅτι ἐπιμένομεν εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κύριος ἀντιπρόεδρος, καθ’ ἣν καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν θεωρεῖ ὀρθὸν ὅ,τι ἔπραξε. Τί ἐμποδίζει ἡμᾶς νὰ λάβωμεν σήμερον τὸν λόγον, ὅπως δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφόν μας; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὸ παρεμπῖπτον τοῦτο ζήτημα ὡς μὴ ὑπάρχον, καὶ νὰ ἦναι ἐλεύθεροι οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον.

§22Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁλόκληρος ἡ συνεδρίασις, ἡ ἐξακολουθήσασα μετὰ τὴν ἔνστασιν περὶ ἀναβολῆς, ἐφ’ ἧς ἐγένετο ψηφοφορία, εἶναι ἄκυρος. Ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν προκύπτει, ὅτι ἐψηφοφόρησαν 120, ἐξ ὧν 118 ὑπὲρ τῆς μὴ ἀναβολῆς καὶ δύο ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Δυστυχῶς ὅμως ἐκ τῶν 120 ψηφοφορησάντων 3 δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐν τούτοις ἀναφέρονται ὡς ψηφοφορήσαντες...

§23Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σεῖς ἐκοιμᾶσθε τὴν ὥραν ἐκείνην.

§24Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μὴ ταράττεσθε, διότι θ’ ἀποδείξω ἐπισήμως, ὅτι παρευρίσκοντο μόνον 117 ἐν ὅλῳ Βουλευταὶ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι τὰ πρακτικὰ εἶναι ψευδῆ, καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ συνεδρίασις εἶναι ἄκυρος. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Λιδωρίκης, Ψύλλας καὶ Στεφανίδης ἀναγράφονται ὡς ψηφοφορήσαντες, ἐνῷ δὲν παρίσταντο εἰς τὴν Βουλήν.

§25ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν.

§26Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐν σελίδι 8 καὶ στήλῃ δευτέρᾳ ἀναγράφεται ὡς ψηφίσας ὁ κ. Κάρολος Βιτάλης, ὅστις εὑρίσκεται ἐν Τήνῳ.

§27Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα προσωπικόν, καὶ πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω, κύριε Πρόεδρε.

§28Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐδόθη ὁ ἐπίσημος κατάλογος τῆς ψηφοφορίας, ἔνθα δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένος ὁ κύριος Κάρολος Βιτάλης.

§30ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις εἶναι ἀναγεγραμμένος εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.

§31Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐὰν μετρήσητε τὰ Ναὶ καὶ τὰ Ὄχι, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐγὼ ἔχω δίκαιον.

§32Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, καὶ εἶμαι ἐγγεγραμμένος πρὸ τοῦ κ. Στεφανίδου.

§33ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὸν κύριον Στεφανίδην ἐδόθη ὁ λόγος. (Διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δώσω ἐξηγήσεις ἐγώ.

§35ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγένετο πλαστογραφία.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταγγέλλεται, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας εἶναι πλαστὸν, καὶ ἐν τούτοις ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἐπισήμου πρωτοκόλλου, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν εἶναι ἀναληθῆ.

§37Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...

§38ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ διακόπτετε.

§39Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε πρὸς ἐμὲ οὕτω.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὑπάρχουσι τυπογραφικὰ λάθη, διότι ἀναφέρονται ὡς ψηφίσαντες Βουλευταὶ, οἵτινες δὲν ἀναφέρονται ὡς ψηφίσαντες ἐν τῷ ἐπισήμῳ πρωτοκόλλῳ.

§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατορθώσατε, κύριε Πρόεδρε, νὰ πείσητε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ σιωπῶσιν, ἵνα ἀκούωμεν καὶ ὑμεῖς.

§42Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε, ἂν ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, βουλευτὴς Ἄνδρου, ἀναφέρεται ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς ψηφοφορήσας; Ἐξ αὐτοῦ θὰ φανῇ, ὅτι εἶναι ἁπλοῦν τυπογραφικὸν λάθος.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα.

§44Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία, διότι ἐν τῷ ἐντύπῳ καταλόγῳ τῆς ψηφοφορίας ἀναγράφονται ψηφοφορήσαντες 123, ἐνῷ ἐψήφισαν μόνον 120, καὶ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἀνηγγέλθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου.

§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπῆρξε λάθος, τὸ λάθος, ὅτι ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς δὲν ἐτυπώθησαν καὶ οἱ τρεῖς κατάλογοι τῶν γενομένων τριῶν ψηφοφοριῶν κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἀλλ’ εἷς κατάλογος. Ἡ πρώτη ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἐγένετο κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, προεκλήθη τῇ προτάσει τοῦ κυρίου Τζαννετάκη, δηλώσαντος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ· ὁ κατάλογος ἀνεγνώσθη ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κυρίων Ἱερομνήμονος καὶ Ἀλεξάκη· ὁ κατάλογος οὗτος δὲν ἐτυπώθη. Ἐγένετο δευτέρα ψηφοφορία, ὅτε ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος τῇ προτάσει τοῦ ἐξ Ἄργους βουλευτοῦ κ. Πολυγένους, ἐπιτηρηταὶ δ’ ἦσαν οἱ κύριοι Γκότσης καὶ Γεράκης. Ὁ κατάλογος αὐτὸς δὲν ἐτυπώθη. Τρίτον ἐπροτάθη ἔνστασις ἀναβολῆς, καὶ ἐγένετο ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κ. κ. Ἀλεξάκη καὶ Γεράκη. Ἑπομένως ὁ κατάλογος, ὁ ὁποῖος φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἐπιτηρητῶν κ. κ. Γεράκη καὶ Ἀλεξάκη, οὗτος ὁ κατάλογος πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἐξετάσατε τοῦτον τὸν κατάλογον, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ἂν ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένα τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀλεξάκη, τὸν κατάλογον αὐτὸν τὸν εἴδετε;

§47ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα· καὶ ἐβεβαίωσα, ὅτι δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος ὡς παρὼν καὶ ψηφοφορήσας ὁ κ. Κάρολος Βιτάλης.

§48Α. ΨΥΛΛΑΣ. Θὰ τυπωθῶσι, κύριε Πρόεδρε, ἐκ νέου τὰ πρακτικὰ αὐτὰ καὶ θὰ διανεμηθῶσι;

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴτε τυπωθῶσιν εἴτε δὲν τυπωθῶσιν, ὁ κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπὶ ἐνστάσεως ἀπαρτίας δὲν τυποῦται· μόνον τὰ ὀνόματα τῶν ψηφοφορησάντων θὰ διορθωθῶσιν.

§50Α. ΨΥΛΛΑΣ. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τὴν γενομένην ἐπὶ τῆς προτάσεως ἀναβολῆς φαίνομαι ὡς ψηφοφορήσας κατὰ τῆς ἀναβολῆς, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμην κἄν νὰ διανοηθῶ, νὰ γείνῃ δηλαδὴ ψηφοφορία κατὰ τὴν τετάρτην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς ἀναβολῆς.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος.

§52Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐσφαλμένος ὁ κατάλογος ὁ τυπωθείς.

§54Α. ΨΥΛΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ περὶ τούτου μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φαίνωμαι ὡς ψηφοφορήσας κατὰ τῆς ἀναβολῆς.

§55Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν σελίδι, 8 στήλῃ δευτέρᾳ, ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, ἀνακρίβεια περὶ τὴν ψηφοφορίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Κάρολον Βιτάλην. Δὲν ἔχω ἀνὰ χεῖρας οὐδὲ διαμφισβητῶ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἐπισήμου πρακτικοῦ, ὅπερ τηρεῖτε ὑμεῖς ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Προεδρείου, ἔχω ὅμως δικαίωμα, ὡς Βουλευτὴς, ὡς καὶ πᾶς τις ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα, νὰ εἴπω ὅτι τὰ διανεμηθέντα εἰς ἡμᾶς πρακτικὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ, ἐπειδὴ δὲ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, διότι δι’ αὐτῶν θέλουσι κριθῆ οἱ νόμοι καὶ πᾶσα ἡ ἐνέργεια ἑνὸς ἑκάστου Βουλευτοῦ, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὰ τυπωθέντα πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχοντα, καὶ πρέπει νὰ διορθωθῶσι καὶ νὰ τυπωθῶσιν ἄλλα ἀκριβῆ, τὰ ὁποῖα νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ εἶναι λογικωτάτη· πρέπει νὰ διορθωθῶσι συμφώνως πρὸς τὸν ἐπίσημον κατάλογον.

§57ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ καὶ ἐγὼ λίαν σπουδαῖον, διότι ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς ἐπισημοποιοῦνται εἰς τὰ πρακτικά· ἐξ αὐτῶν θὰ γνωσθῇ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν λαόν, τίνες ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς παραδοχῆς τῶν προταθέντων νομοσχεδίων ἢ ἄλλων νομοθετημάτων ἢ ζητημάτων. Ὅταν ὅμως τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἔρχωνται ἐπὶ τοσοῦτον ἠλλοιωμένα, τότε τί ἐπίσημα πρακτικὰ ἔχομεν, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηριχθῶμεν; Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἡ ἀλλοίωσις δὲν ἐγένετο ἐκ προθέσεως τοῦ Προέδρου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀλλοίωσις αὕτη συμπίπτει κατὰ σατανικὴν σύμπτωσιν εἰς τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν, εἰς ὃ βεβαιοῦται, ὅτι ἐπροτάθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, καὶ ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναληθῶς ἀναφερομένων ὡς παρόντων, ἀφαιρούμενος ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀποτελεσάντων τὴν ἀπαρτίαν Βουλευτῶν, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, γεννᾶται εὐλόγως ὑπόνοια, ὅτι ἡ ἀλλοίωσις δὲν ἦτο τυχαία· ὡς παρατηρῶ δὲ εἰς τὰ διανεμηθέντα πρακτικὰ, οὐ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἀπόντες σημειοῦνται ὡς παρόντες· οἱ κύριοι Κάρολος Βιτάλης καὶ Ἀλκίνοος Ζερβὸς φέρονται ὡς παρόντες, ἐνῷ ὁ μὲν πρῶτος ἀπουσιάζει εἰς Τῆνον, ὁ δὲ δεύτερος ἀσθενεῖ· ἐπίσης ὁ κ. Ψύλλας καὶ ἐγὼ φαινόμεθα ὡς ψηφοφορήσαντες, ἐνῷ δὲν παρέστημεν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν· ἐνῷ δ’ ἐγὼ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν, ἐν τοῖς πρακτικοῖς φαίνομαι μεταξὺ τῶν κατὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ψηφοφορησάντων. Τὸ ὅτι δὲ ὁ κύριος Ζερβὸς, βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἦτο ἀσθενὴς, δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ γνωρίζω.

§59ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ πρωτόκολλον τὸ ἐπίσημον, νὰ ἐπιφέρῃ τὰς δεούσας διορθώσεις, καὶ ἀκολούθως νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν, τί συνέβη· διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρξεν ἀπαρτία, βεβαίως τὰ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας καὶ πέραν γενόμενα εἶναι ἄκυρα καὶ θὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῶν πρακτικῶν· πρέπει δὲ νὰ λάβῃ τὸ Προεδρεῖον ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν δυνατὴν πρόνοιαν, ἵνα μὴ λαμβάνωσι χώραν τοιαῦτα ἄτοπα.

§60Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὰ πρακτικὰ ἑκάστης συνεδριάσεως ἀναγινώσκονται τὴν ἑπομένην καὶ ἐγκρινόμενα ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπικυροῦνται. Πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατηρήσεις καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν τῶν ἐσφαλμένως διατετυπωμένων. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι ἀπηρίθμησα τὰ Ὄχι καὶ τὰ Ναὶ τῶν ψηφοφορησάντων καὶ τῶν παραστάντων κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 123, ἐνῷ ἐπισημοποιεῖται διὰ τῶν αὐτῶν πρακτικῶν, ὅτι ἐψηφοφόρησαν μόνον 120, ἤτοι 118 κατὰ τῆς προτάσεως καὶ 2 ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Θὰ παρακαλέσω δὲ, πρὸς ἐξακρίβωσιν τούτου τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ παραβάλῃ τὰ πρακτικὰ ταῦτα πρὸς τὸν ἐπίσημον κατάλογον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπογεγραμμένος ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ. Ἀλεξάκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ νὰ διορθώσῃ τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι ἐσφαλμένα, διότι ἀναφέρουσι 3 πρόσωπα ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψήφισαν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν.

§61Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πέντε πρόσωπα.

§62ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ τυπογράφος ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, ὅπου τυποῦνται τὰ πρακτικά, ἐπλανήθη οὐχὶ ἄνευ λόγου. Ὁ κ. Γραμματεύς, ὁ σημειῶν τὰ Ναὶ καὶ Ὄχι χθὲς, ἔσπευδε κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὀνομάτων νὰ γράφῃ Ὄχι διὰ Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν παρόντες, καὶ ἐπὶ τῇ παρατηρήσει μου διέγραφε τὸ Ὄχι. Τοῦτο ἀντελήφθη καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος, — ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ, — καὶ ἠγανάκτησε δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο. Ὁ τυπογράφος, λοιπὸν βλέπων τὸ Ὄχι ἐκεῖνο καὶ μίαν γραμμὴν εἰς τὸ μέσον, δι’ ἧς διεγράφοντο αὐτὰ τὰ ὀνόματα, ἐξέλαβεν, ὅτι ἦσαν παρόντα καὶ συμπεριέλαβε καὶ τὰ ὀνόματα ἐκεῖνα. Διὰ τοῦτο ὅλη ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸν κ. Γραμματέα, ὁ ὁποῖος ἔσπευδε νὰ σημειοῖ ὡς παρόντας Βουλευτὰς, οἵτινες δὲν ἦσαν παρόντες. Ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ λάθος.

§63Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁμολογουμένως ἔσπευδον εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν Ναὶ ἢ Ὄχι, συμφώνως μὲ τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἤκουον παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ ἔσπευδον εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν Ναὶ καὶ Ὄχι, διὰ νὰ τελειώσωμεν ταχύτερον. Ὑπενθυμίζω ὅμως εἰς τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι μετὰ τὴν ἄθροισιν εἶδον πράγματι, ὅτι εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐσφαλμένως ἦτο γεγραμμένος, καὶ μάλιστα ὑπέδειξα τοῦτο εἰς τὸν κ. Ἀλεξάκην. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἓν ἄλλο λάθος.... Τὸ διαψεύδετε αὐτὸ, κύριε Ἀλεξάκη;

§64ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ λάθος τοῦτο εἶναι ἐναντίον σας, διότι ἐγράψατε ἕνα ἀκόμη ἐπὶ πλέον, χωρὶς νὰ ἦναι οὗτος παρών. Ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τὸ φέρητε ὡς περγαμηνὴν, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς συγχαρῶ.

§65Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε βλέπει ὁ κ. Ἀλεξάκης, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ τὸν ἐξαπατήσω, διότι, ἂν ἤθελον, ἠδυνάμην εὐκόλως νὰ τὸν ἐξαπατήσω οὐχὶ δι’ ἕνα μόνον Βουλευτὴν, ἀλλὰ δι’ 20 (ἱλαρότης)· κακῶς δ’ ἔπραξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ὑποδείξῃ τὸν κ. Ἀλεξάκην ὡς ψηφολέκτην· πάντα ἄλλον πρέπει νὰ ὑποδεικνύῃ παρὰ τὸν κ. Ἀλεξάκην.

§66ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνικανότητά μου εἰς τὸ νὰ μὴ δύναμαι νὰ προλάβω πλαστογραφίαν.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν τοῦ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ ἀπαντῶ, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δὲν ἐξετάζει περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα παρίστανται ὡς ψηφολέκται. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔχει πεποίθησιν εἰς τοὺς ψηφολέκτας, καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ τοιαύτην, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι· ὁ κατάλογος πρέπει νὰ ἦναι ἀκριβὴς ὡς πρὸς τὴν παρουσίαν ἢ μὴ τῶν Βουλευτῶν. (Εὖγε! εὖγε!).

§68Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὸ ἔντυπον τῶν πρακτικῶν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ πληροφορήσῃ προφορικῶς τὴν Βουλὴν, ἂν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἀναφέρονται ὡς ψηφοφορήσαντες οἱ κύριοι Κάρολος Βιτάλης, βουλευτὴς Τήνου καὶ Ἀλκίνοος Ζερβὸς, βουλευτὴς Κερκύρας.

§69Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀναφέρονται ὅτι ἐψηφοφόρησαν, καὶ μάλιστα ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ὅτι παρουσιάσθη ἐνώπιόν του ὁ κ. Ζερβὸς, διότι ὁ κ. Ἀλεξάκης εἶχεν ἐνδοιασμούς.

§70ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Τὸ λέγετε ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς σας;

§71Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§72ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἦτο παρὼν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζερβὸς δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ καταλόγῳ.

§74Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε δὲν ἦτο ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀφοῦ δὲν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ζερβός.

§75ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ κατάλογος αὐτός; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένος.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε τὸ σφάλμα εἶναι καὶ τῶν δύο, ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Γεράκη.

§77ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐμοῦ ἐκ πλάνης, τοῦ κυρίου Γεράκη ἐκ προθέσεως.

§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπιτρέψατέ μοι, προκειμένου περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, νὰ λάβω τὸν λόγον· μετὰ τὸ πέρας δ’ αὐτοῦ πιστεύω ὅτι θὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὴ βεβαίως οὔτε τοῦ ἔργου οὔτε τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. Πολλὰ πολλάκις, εἴτε ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου, εἴτε ἐν τῇ ἐξάψει πολιτικοῦ πάθους, συμβαίνουσιν ἄτοπα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προσθέτωμεν, εἴτε διὰ τῆς συζητήσεως εἴτε δι’ ὑπονοιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιρρίπτονται κατὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, τὴν ἰδέαν, ὅτι διαπράττονται ἐν τῷ Σώματι πλαστογραφίαι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου προέβη εἰς πρᾶξιν πυρὸς κατὰ τοῦ σχεδίου τούτου, σχίσας αὐτό...

§79Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐν πρώτοις σᾶς παρακαλῶ, τὰς ἐμὰς φράσεις καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους νὰ μὴ παρεξηγῆτε. Συνεζητήσαμεν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκρίναμεν ὅτι τὰ ἀναγνωσθέντα δὲν ἦσαν πρακτικά.

§80Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ τούτου πρόκειται. Κύριοι, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα φανῇ, ὅτι ματαιολογοῦμεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Μέχρι τοῦ 1885 τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἦσαν γραπτὰ, γραπταὶ ἀφηγήσεις τῶν πράξεων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ πρακτικὰ ταῦτα συντασσόμενα ἀνεγινώσκοντο ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἀπὸ τῶν χειρογράφων. Ἀλλὰ βεβαίως ἐν τῇ πληθύϊ τῶν ἀναγραφομένων πράξεων, ἀποφάσεων, ψηφίσεων νόμων κλπ. δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ ἀντίληψις τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ ἦναι ἀκριβὴς ἐν τῇ ἀναγνώσει τῇ γενομένῃ, καὶ ἀπεφασίσθη τότε νὰ τυπῶνται καὶ διανέμωνται τὴν ἑπομένην ἡμέραν πρὸ τῆς συνεδριάσεως τὰ πρακτικά, ἵνα τίθηνται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον παντὸς Βουλευτοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐξακριβῶται ἡ ἀλήθεια τῶν ἀναγραφομένων ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου συνέβη τι οὐχὶ ἀσύνηθες. Ἡ Βουλὴ ἐπεράτωσε τὸ ἔργον της κατὰ τὴν 5 ἢ 5½ πρωϊνὴν ὥραν, ἐπειδὴ δὲ μετὰ τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν ἀπητήθη πρὸς ἐκτύπωσιν αὐτῶν περισσότερος τοῦ συνήθους χρόνος, ταῦτα διενεμήθησαν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο ν’ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν σπουδήν, μεθ’ ἧς συνετάχθησαν καὶ ἐξετυπώθησαν τὰ πρακτικά. Ἐντεῦθεν ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφιλοχωρήσωσι λάθη, ὡς τὰ προκείμενα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου προέβη εἰς τὸ σχίσιμον — εἶπον τὴν λέξιν πυρὸς — τοῦ σχεδίου τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, διότι τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν ἀκρίβειαν τῶν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν λεχθέντων. Διατὶ δὲ τοῦτο; Ἐκτὸς τῶν λόγων, οὓς ἀνέφερα, πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ ὑπάρχουσιν αἱ πλάκες τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἕτοιμοι, καὶ ἑκάστοτε προστίθενται τὰ Ναὶ ἢ Ὄχι τῶν διαφόρων ψηφοφοριῶν. Πολλάκις δὲ συνέβη ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς συνεδριάσεως νὰ τεθῇ ὁλόκληρος πρᾶξις ἀναγνώσεως καταλόγου ἄλλης συνεδριάσεως, καὶ συμβαίνει τότε τὸ λάθος, ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἥτις παραδέχεται ἓν νομοσχέδιον, νὰ διατυπῶται ὅλως ἀντιθέτως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, διότι πρέπει βεβαίως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων παρατηρήσεων νὰ τυπωθῇ τὸ πραγματικὸν πρωτόκολλον καὶ νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τὸ ἀκριβές. Ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι πεντάκις ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, καὶ δὲν εἶδε τυπωμένα τὰ πρωτόκολλα τῶν ἀναγνώσεων τούτων. Ἡ πεῖρα τοῦ σεβαστοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι γνωστή, ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι οἵαν θέσιν ἔχει ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὁ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ἀναγινωσκόμενος, τὴν αὐτὴν θέσιν ἔχει καὶ μεθ’ ἑκάστην ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν βλέπετε αὐτὸν ἐν τοῖς πρακτικοῖς.

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Δὲν ἠξίωσα νὰ ἐκτυπώνωνται ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς οἱ κατάλογοι, οἱ συντασσόμενοι καὶ βεβαιοῦντες τὴν παρουσίαν τῶν Βουλευτῶν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, ἢ οἱ βεβαιοῦντες τὴν παρουσίαν τῶν Βουλευτῶν, ὁσάκις ὑποβάλληται ἐνστάσεις ἀπαρτίας, ἀλλὰ παρετήρησα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχει ἐν τῷ γραφείῳ του τρεῖς ἢ τέσσαρας καταλόγους, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ τρεῖς εἶναι περὶ βεβαιώσεως τῆς ἀπαρτίας, καὶ εἷς ὁ κατάλογος τῆς ψηφοφορίας, νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐχρησιμοποιήθη κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, καθ’ ἣν ὡς ψηφολέκται παρέστησαν οἱ κ. κ. Ἀλεξάκης καὶ Γεράκης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξέλαβεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου καταλόγου, ὁ ὁποῖος ἐβεβαιώθη ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἄλλων ψηφολεκτῶν, τὸν παρεκάλεσα δὲ νὰ παραβάλῃ τὸν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναφερόμενον πρὸς τὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος ἐβεβαίωσε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς.

§82Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι τὴν διάκρισιν ταύτην ὄχι μόνον γνωρίζει, ἀλλὰ καὶ ἠδύνατο νὰ διδάξῃ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής. Ἀλλὰ προέτεινα τὴν παρατήρησιν, ὅτι κατάλογον ψηφοφορίας ἔχομεν ἕνα, οἱ δὲ ἄλλοι εἶναι πρακτικὰ ἀναγνώσεως, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος Πρόεδρος ἄλλον κατάλογον, διότι εἰς μὲν τοὺς ἄλλους καταλόγους τίθεται μία παῦλα μετὰ τὸ ὄνομα τῶν παρόντων, μένει δὲ κενὸν μετὰ τὸ ὄνομα, ὅταν ὁ φέρων αὐτὸ Βουλευτὴς ἦναι ἀπὼν, εἰς δὲ τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας ἀναγράφεται μετὰ τὸ ὄνομα ἡ ἀπάντησις τοῦ Βουλευτοῦ, Ναὶ ἢ Ὄχι. Ὅτι ἤδη τὰ λάθη ταῦτα συνέβησαν, οὐδεὶς ἀρνεῖται. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι δὲν εἶναι λάθη, καὶ πρέπει τοῦτο νὰ λεχθῇ ἐντεῦθεν καὶ ν’ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ προσθέσωμεν ἕνα ἔτι λόγον ἐπικρίσεως τῆς καταστάσεως τοῦ Κοινοβουλίου ἀπέναντι τῆς κοινῆς ἀντιλήψεως. Διότι, ὅτι εἶναι προφανὲς τὸ λάθος, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν πρακτικῶν τὸ ἀποτέλεσμα ἐξαγγέλλεται προτασσόμενον τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ψηφοφορίας, ὅπερ ἐπισυνάπτεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς αὐτοῖς. Ἔδει ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων κατὰ τὸ πρωτόκολλον παρόντων καὶ ψηφισάντων νὰ ᾖ 120, ὅσους βεβαιοῖ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐν τούτοις τὸ τυπωθὲν πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας, ἐὰν παρατηρήσητε, θὰ ἴδητε ὅτι ἔχει 123. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τοιουτοτρόπως περατοῦται τὸ ζήτημα τοῦ λάθους τούτου τῶν πρακτικῶν, τῶν ὁποίων τὸ πραγματικὸν σχέδιον δέον νὰ τυπωθῇ ἐκ νέου καὶ διανεμηθῇ. Ἀλλὰ περατουμένου τοῦ ζητήματος τούτου ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα, ζήτημα ἀνεξάρτητον τῶν πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον δέον νὰ συζητήσωμεν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρετήρησεν, ὅτι καθ’ ὃ διάστημα αὐτὸς ἀπουσίαζε πρὸς ἀναψυχήν...

§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐλύσαμεν.

§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε συνέβη νὰ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις, τὴν δὲ ἑπομένην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ὡμίλησε καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἡ οἰκονομικὴ, τὸ δὲ σχέδιον τῶν πρακτικῶν ν’ ἀποσταλῇ πρὸς ἀνατύπωσιν καὶ ἀνατυπούμενον νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς.

§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὀρθὴ κατ’ οὐσίαν, ἡμεῖς δὲ δὲν ἀντιλέγομεν πρὸς αὐτήν. Ἐὰν δ’ ἤθελεν ὑπάρχει ἐναντία γνώμη, ἠδύναντο οἱ ἔχοντες διάθεσιν, νὰ προκαλέσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ νέαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄλλου πρέπει νὰ γένηται διάκρισις. Οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὑποστηρίζουσι τὴν γνώμην ἡμῶν, ἀντὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουσιν οἱ ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐφάπτεται τῆς τιμῆς τῆς Βουλῆς, τότε τοῦτο ἐφάπτεται καὶ ἐκείνων καὶ ἡμῶν. Ἔχομεν τὸ αὐτὸ συμφέρον νὰ συντηρήσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἡμῶν καὶ ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι γνώμη ἐνδιαφερομένων, δὲν ἦτο δὲ ἀδύνατον νὰ ὑπάρχωσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς πολλοί, προβάλλοντες γνώμην ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀντιτασσομένην πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν...

§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ...

§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν φώτων σας.

§88ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔλλειψις ἀνατροφῆς! (πρὸς τὸν κ. Καναβαριώτην). Σὺ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ ἐντρέπησαι!

§89Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν διέκοψα.

§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ ἰδιαιτέρα προσοχὴ ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποφεύγωνται, ὅσον τὸ δυνατὸν, τὰ τοιαῦτα λάθη. Καὶ εὐτυχῶς προΐσταται τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ἄνθρωπος, οὗ τὸ παρελθόν, ὡς Βουλευτοῦ, καὶ ἡ μέχρι τοῦδε πολιτεία, ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐμπνέει εἰς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι παρὼν εἰς ὅλα, καὶ νὰ ἐπιτηρῇ τὰ πάντα, καὶ μάλιστα ὅταν ἦναι κεκμηκώς. Ἰδίως παρακαλῶ νὰ καταβληθῇ προσοχή, ὅσον τὸ δυνατόν, διότι οἱ λαμβάνοντες τὸ ἀντίτυπον τοῦτο τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἔχοντες ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Προεδρεῖον, δὲν ἀναγινώσκουσιν αὐτό. Ἐγώ, σᾶς βεβαιῶ, σπανίως ἀναγινώσκω πρακτικά. Ἐὰν λοιπὸν συμβῇ νὰ μὴ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά, θέλουσι κυροῦσθαι πρακτικὰ, ἀναγράφοντα ὅτι ἐψήφισαν 120, οἱ δὲ ἀναγινώσκοντες τὰ πρακτικὰ ταῦτα μετὰ πολλὰ ἔτη θέλουσιν ἀριθμεῖ τοὺς ψηφοφορήσαντας καὶ θέλουσιν εὑρίσκει τούτους 123, ἐνῷ αὐτὰ ταῦτα τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσιν ὅτι 120 ἐψηφοφόρησαν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ ὅλην τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ὅπως τὰ πρακτικὰ ἐκτυπῶνται μετὰ προσοχῆς καὶ ἄνευ τυπογραφικῶν σφαλμάτων.

§92Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Ὅτε πρὸ ὀλίγου, κύριε Πρόεδρε, ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, καί τις τῶν κυρίων συναδέλφων τὸν διέκοψεν, ἀπετάθη πρὸς ἐμὲ, καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν φώτων μου. Αὐτὸ εἶναι γνωστόν. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδένα οὐδέποτε διέκοψα, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος συνάδελφον. Ἀλλ’ ἕτερος τῶν κ. συναδέλφων, ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμέ, προσέθηκεν, ὅτι στεροῦμαι ἀνατροφῆς καὶ πρέπει νὰ ἐντρέπωμαι. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ στερούμενος ἀνατροφῆς καὶ ὀφείλων νὰ ἐντρέπηται. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ ἐνταῦθα τοιοῦτός τις, διαβεβαιῶ, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶμαι ἐγώ.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τοιοῦτόν τι. Ἐὰν τὸ ἤκουον, ἤθελον ἀνακαλέσει εἰς τὴν τάξιν τὸν Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἐξεστόμισε τοιαύτην φράσιν.

§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ρεκατσίνας, δημοτικὸς σύμβουλος τοῦ δήμου Λευκαδίων, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται, ὅτι ἠμποδίσθη νὰ ἐξασκῇ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τυγχάνει δικαστικὸς κλητὴρ, ἐνῷ οὐδεμία διάταξις νόμου κηρύσσει ἀσυμβίβαστον τὴν ἐκπλήρωσιν ἀμφοτέρων τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων. Αἱ δημοδιδασκάλισσαι Τρικάλων διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ αὔξησις τῶν ἐτῶν τῆς συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων μὴ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ κλάδου τῶν δημοδιδασκαλισσῶν. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστᾷ καὶ τὸ Προεδρεῖον. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς κατὰ 10 λεπτά. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν δι’ ὑπομνήματός του πρὸς τὴν Βουλὴν διαμαρτύρεται κατὰ τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, καὶ παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.

§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ τὸ ὑπόμνημα.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 91). Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζυγομαλᾶς.

§98Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ ἀξιότιμοι ἔμποροι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διὰ τῶν προέδρων τῶν Συλλόγων αὐτῶν, ἀντιπροσωπευόντων καὶ ὅλους τοὺς ἐμπορικοὺς Συλλόγους τῆς Ἑλλάδος, ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ πρὸ μικροῦ ἀνακοινωθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ὑπόμνημα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτίθενται πάντες οἱ λόγοι οἱ σοβαροί, ὧν ἕνεκα δὲν εἶναι συμφέρον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως κατὰ 15% τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ περιλαμβάνεται εἰς τὴν γενικὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θεωρῶ καθῆκον ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, εἶναι, ὅτι ἀξιότιμοι ἔμποροι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων προσώπων τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, προσελθόντες ἐν τῷ οἴκῳ μου, μὲ παρεκάλεσαν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι τὸ πρῶτον νόμιμον μέσον, εἰς ὃ προβαίνουσιν, ὅπως παρακωλύσωσι τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θεωροῦσι καταστρεπτικὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ὅμως ἡ σύστασις αὐτῶν αὕτη δὲν γένηται δεκτή, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, μὲ παρεκάλεσαν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ προβῶσιν εἰς ἕτερα σοβαρώτερα νόμιμα μέτρα.

§99ΣΤΑΜ. Δ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Κατόπιν τῆς τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σύρου ἀλλεπάλληλοι ἔρχονται αἱ ἐπιστολαὶ τῶν ἐμπόρων Σύρου, παροτρυνόντων ἡμᾶς, τοὺς Βουλευτὰς Σύρου, νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν ἐναντίον τῶν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς φορολογικῶν μέτρων; διότι ταῦτα θὰ ἐπιφέρωσι ζημίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιδράσωσιν ὄχι μόνον εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Σύρου, ἥτις ἀποζῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ ἐμπορίου ὅλης ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος, διότι εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι τὸ ἐμπόριον πιέζεται σήμερον ὑπὸ ἐπαχθῶν καὶ δυσβαστάκτων φόρων· ὡς ἐκ τούτου ἡ νέα φορολογία θὰ ἦναι ἐντελῶς καταστρεπτική. Διὰ τοῦτο συνιστῶ θερμῶς εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβωσι σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην τῆς ἐμπορευομένης τάξεως.

§100Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Κ. Α. Κουμουνδοῦρος κατέθηκε τὴν ἑξῆς αἴτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τοὺς κληρωτοὺς τῶν τριῶν τελευταίων ἀπογραφῶν· αʹ) τοὺς ἀπαλλαγέντας, κατὰ κατηγορίαν, βʹ) τοὺς καταταχθέντας ἐπὶ διετίαν, γʹ) τοὺς ἀπαλλαγέντας καὶ καταταχθέντας ὡς μὴ καταβαλόντας τὸ ἀντισήκωμα, δʹ) τοὺς διαθεσίμους τοὺς καταταχθέντας ὡς μὴ καταβαλόντας τὸ ἀντισήκωμα, καὶ εʹ) τοὺς βοηθητικοὺς τοὺς καταταχθέντας ὡς μὴ καταβαλόντας τὸ ἀντισήκωμα.» Ὁ βουλευτὴς Ἄργους κ. Γ. Καρπετόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναφορὰς τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κυρίου Καρπούνη, προέδρου τῆς ἐν Οὑγγαρίᾳ ἐπιτροπῆς πρὸς ἀγορὰν ἵππων, αἵτινες προεκάλεσαν τὰς ὑπ’ ἀριθ. 83,888 καὶ 4,332 τηλεγραφικὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, διότι αἱ ἀναφοραὶ αὗται δὲν συμπεριελήφθησαν εἰς τὰ προσκομισθέντα ἔγγραφα.» Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς αἴτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) Πόσα τὰ διαθέσιμα εἰς πίστωσιν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἐξ εἰσπράξεων ὑπὲρ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. βʹ) Πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν πρῶτον δι’ ἐπαρχιακὰς καὶ δεύτερον διὰ δημοτικὰς ὁδοὺς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, καὶ δὴ ὀνομαστὶ δι’ ἑκάστην ὁδὸν, εἰ δυνατὸν, διά τε τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν συντήρησιν αὐτῆς.» Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§102Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολῖται ἐκ Πόρου παραπονοῦνται, ὅτι ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος, βλέπων, φαίνεται, ὅτι πνέει ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἰσχυρὸς ἄνεμος φορολογικὸς, ἐπιβάλλει καὶ αὐτὸς ἰδίαν φορολογίαν εἰς τὰ σφαζόμενα ζῷα, διατάσσων ὅπως ἕκαστος κρεοπώλης διὰ πᾶν σφαζόμενον ζῷον πληρώνῃ δύο δραχμὰς εἰς τὸν ἀστυνομικὸν ἰατρόν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἂν ἀληθεύῃ τοῦτο, νὰ διατάξῃ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀδίκου καὶ παρανόμου τούτου μέτρου. Ἀρκετοὶ εἶναι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν ἡμεῖς ἐν τῇ Βουλῇ· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ εἰς τοὺς ἀστυνόμους νὰ ἐπιβάλλωσι καὶ αὐτοὶ ἄλλους φόρους τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐμπνεύσεως.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελισσηνός.

§104Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κατ’ αὐτὰς μέγας γίνεται λόγος καὶ ἄρθρα ὁλόκληρα γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀφορῶντα ἐπεισόδιον λαβὸν χώραν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κυρίου Λεβίδου καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας κ. Βούλτσου. Ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ διασύρηται ἀνεξετάστως τὸ ὄνομα ἐντίμου ἀξιωματικοῦ τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Βούλτσου καὶ νὰ κατηγορῆται, ὡς ἔν τισιν ἐφημερίσι γράφεται, ὡς ὀλιγωρήσας εἰς τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας του, ἄνθρωπος, ὡς εἶπον, τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Βούλτσου, ὁ ὁποῖος μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τὰ ἀνατεθειμένα εἰς αὐτὸν καθήκοντα ἐκτελεῖ, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί συμβαίνει ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει.

§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φαρμακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§107Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς πρό τινων ἡμερῶν, ἐπερωτήσας τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν περὶ τῆς καταθέσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐζήτησε καὶ πληροφορίας περὶ τῶν οἰκοδομουμένων διδακτηρίων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη ὅτι θὰ προσκομίσῃ ταύτας μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας. Χθὲς τὴν νύκτα ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀγορεύοντα ἔντιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ἀνέφερεν ἀριθμούς τινας, σχετικοὺς πρὸς τὸ κεφάλαιον τὸ κατατεθειμένον διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν διδακτηρίων καὶ πρὸς τὰ δαπανηθέντα δι’ αὐτὰ ποσά. Τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνέφερε μετά τινος εὐχαριστήσεως, ὡς μοὶ ἐφάνη, καὶ ἐζήτει ἴσως νὰ ἴδῃ ποίαν ἐντύπωσιν ἤθελον προξενήσει. Διὰ τοῦτο μετ’ ἀπορίας παρατηρῶ, ὅτι, μολονότι παρῆλθον αἱ δύο καὶ τρεῖς ἡμέραι, οὐδὲ σήμερον κατετέθησαν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι· λέγω δὲ μετ’ ἀπορίας, διότι πρὸ τριῶν μηνῶν ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παριστῶντος, ὅτι ἀνεῦρεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ σκανδαλώδη, τερατώδη, ἀπίστευτον πρᾶξιν τοῦ προκατόχου του, σχετικῶς πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῶν διδακτηρίων. Ἐγράφετο μάλιστα τότε εἰς τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔμελλε νὰ κάμῃ λόγον καὶ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς πράξεως ταύτης. Νομίζω, ὅτι τρεῖς μῆνες ἦσαν ἀρκετοὶ διὰ νὰ συλλεχθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται καὶ νὰ ἦναι ἕτοιμοι, ὥστε μόλις ἐζητήθησαν παρά τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἦσαν δὲ ἐπαρκέστατοι οἱ τρεῖς μῆνες, διότι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ὑπουργίας μου καὶ ἐγὼ, ζητήσας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἔλαβον περὶ ὅλων αὐτῶν ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας καὶ ἔχω, ἀνέβαλλον δὲ τὴν ἀνακοίνωσιν τούτων, ἐπιθυμῶν νὰ ἀκούσω πρῶτον καὶ ἐκ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἂν πράγματι εὗρέ τι τὸ τερατῶδες, τὸ ἀπελπιστικὸν εἰς τὴν ἐνέργειάν μου, ὡς ἐγράφη τότε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐπερίμενον, λέγω, νὰ ἀκούσω τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἴδω, μήπως ἔχω ἀπατηθῆ· διότι ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, πᾶν ἄλλο εὑρίσκω ἢ τὸ τερατῶδες καὶ τὸ παράδοξον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ σήμερον ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, παρακαλῶν νὰ καταθέσῃ ὡς τάχιστα τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.

§108Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχει πληροφορίαν τινὰ νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Ἄλλως θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τινα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§109ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω πίνακα, ἐμφαίνοντα: αʹ) τὰ διδακτήρια, ὧν ἡ οἰκοδόμησις ἐνεκρίθη κατὰ τὸ 1903 ὑπὸ τῶν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο κυρίων Ὑπουργῶν...

§110Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε καὶ τὰς χρονολογίας;

§111ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἡ χρονολογία καὶ ἡ ἡμέρα τῆς ἐγκρίσεως ἐμφαίνεται ἐν τῷ πίνακι, καὶ τὸ ὄνομα ἑκάστου χωρίου, εἰς ὃ κατεσκευάσθη τὸ σχολεῖον... βʹ) τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν ἑκάστου σχολείου· γʹ) τὸ ἐγκριθὲν ποσὸν, καὶ δʹ) τὴν ἡμερομηνίαν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῆς οἰκοδομῆς ἑκάστου διδακτηρίου. Τὸ σύνολον τῆς δαπάνης ἀνέρχεται εἰς 2,130,959 δραχμάς.

§112Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὸ 1903 μόνον;

§113ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Καταθέτω προσέτι σημείωμα ἐπίσημον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται ὁ λογαριασμὸς τῆς καταθέσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῇ τέως Ἠπειροθεσσαλίας καὶ τῇ Ἐθνικῇ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΤΕʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1895. Ἐπίσης σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνονται τὰ ἐνταλθέντα ἔξοδα πρὸς πληρωμὴν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν τοιούτων κτιρίων μέχρι τῆς 5 Δεκεμβρίου 1903...

§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς;

§115ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ἐκ τῶν δύο τελευταίων τούτων πινάκων ἐξάγεται, ὅτι διαθέσιμον ποσὸν ὑπάρχει μόνον 930 δραχμῶν. Καταθέτω γνωμοδότησιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καθὼς καὶ τὸ ἐρώτημα τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς αὐτὸ, ἐὰν, μὴ ὑπάρχοντος ποσοῦ, ὡς ὁ νόμος κελεύει, κατατεθειμένου, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν τὴν κατασκευὴν σχολείων, καὶ ἂν αἱ ἐγκρίσεις εἶναι νόμιμοι ἢ μή.

§116ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη αὕτη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ κατὰ πλειονοψηφίαν;

§117ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δύο εἶναι τὰ ζητήματα. Εἰς τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη, εἰς τὸ ἕτερον εἶναι κατὰ πλειονοψηφίαν.

§118Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς ἀποφαίνεται, παρακαλῶ, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον;

§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἀναφέρω πῶς ἀποφαίνεται, διότι θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου...

§120Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς γείνῃ.

§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. .. εἶναι δὲ καλὸν νὰ λάβωσι πρῶτον γνῶσιν πάντων τῶν ἐγγράφων οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐν γνώσει νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι μονομερῶς μόνον ἐπὶ ἑνὸς θέματος νὰ προκαλέσω συζήτησιν δὲν εἶναι ὀρθόν.

§122Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τίνος ἀνάγκης ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου;

§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἁπλούστατον. Διότι ἐγένετο ὑπέρβασις τοῦ ποσοῦ τοῦ κατατεθειμένου.

§124Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑμεῖς τίνα γνώμην ἔχετε ἐπ’ αὐτοῦ;

§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ποίαν γνώμην ἔχω, θὰ τὴν ἀκούσητε, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις. Σήμερον καταθέτω τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Ἐπίσης καταθέτω ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου γνωρίζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, ὅτι κατετέθησαν 620,000 δραχμαὶ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου.

§126Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα ἡμερομηνίαν φέρει τὸ ἔγγραφον αὐτό;

§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. 17 Φεβρουαρίου 1904. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, τὰ ἔγγραφα ταῦτα νὰ μὴ παραδοθῶσιν εἰς κανένα, διότι εἶναι τὰ πρωτότυπα· ἐὰν δὲ θέλωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ λάβωσιν ἀντίγραφον αὐτῶν, ἢ νὰ μελετήσωσιν αὐτά, τοῦτο νὰ γείνῃ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου.

§128Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῶσιν αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.

§129ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῇ ὁ πρῶτος πίναξ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται, εἰς ποῖον μέρος κατασκευάζονται τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος διδακτήρια, ποῖον τὸ ποσὸν, ποία ἡ ἔγκρισις, ποία ἡ χρονολογία. Εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῶσι καὶ οἱ ἕτεροι πίνακες, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται τὸ σύνολον τῶν κατατεθειμένων χρημάτων καὶ τὸ σύνολον τῶν γενομένων δαπανῶν. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι πολλὰ, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῶσιν, ὅπως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῶσι, καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας.

§130Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πίνακες.

§131Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, πρέπει νὰ κατατεθῶσι καὶ ὅλαι αἱ προγενέστεραι ἐγκρίσεις, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῶν προγενεστέρων Ὑπουργῶν...

§132ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ. Καταθέτω καὶ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε.

§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου;

§134ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου μέχρι τῆς 5 Δεκεμβρίου 1903.

§135ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτό.

§136ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἔχω ἄλλοτε κατ’ ἐπανάληψιν καταθέσει τοιοῦτον σημείωμα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Νὰ τυπωθῇ, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εὐχερές. Εἶναι δυνατὸν ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν τούτου καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ κατ’ οἶκον.

§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται ὅμως περὶ δαπάνης.

§138ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ τυπωθῇ, ἂς τυπωθῇ.

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατατεθέντες πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 92–94).

§140Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ χθὲς ὁμιλῶν ἐστήριξα ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ὡρίσθησαν πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων, πρότασιν οἰκονομίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δυναμένης νὰ ἀνέλθῃ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 600,000 δραχμῶν, διεκόπην δὲ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἰπόντος, ὅτι ἡ ὑπέρβασις, ἥτις μέχρι τοῦδε ἔχει γείνῃ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὑπερβαίνει τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ δὲν ὑπολείπονται ἐξ αὐτοῦ ἢ μόνον 930 δραχμαί, σπεύδω νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον πρὶν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων τούτων, ὅπως, ἀνεξαρτήτως πάσης γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαύτη ὑπέρβασις νὰ ἦναι νόμιμος, οὐδὲ δύναται δι’ οἱουδήποτε ἐπιχειρήματος νὰ δικαιολογηθῇ, διότι ὁ νόμος, ὁρίσας ὅτι ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀφαιρεῖται ἕν ποσὸν 200,000 δραχμῶν ὡρισμένως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν βοήθειαν, ἣν παρέχει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ τὰ ἔξοδα τῶν Σχολῶν, ἅπαν δὲ τὸ ἄλλο ποσὸν κατατίθεται εἴς τινα Τράπεζαν ὡς κεφάλαιον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀρχικῶς μὲν ὥρισεν, ὅτι θὰ παρέχηται συνδρομὴ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἀνωτάτης, μέσης καὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, προσωρινῶς δὲ, μέχρις οὗ νόμος κανονίσῃ τὰ τῆς συνδρομῆς αὐτῆς, θὰ διατίθηται πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων, σαφῶς λίαν ἐκανόνισε τὰ τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν ῥητῶς ὁ νόμος λέγῃ, ὅτι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἐκδίδονται τὰ ἐντάλματα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδώσῃ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς ἐντάλματα πέραν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ; Διότι ἐνέκρινε τὴν οἰκοδομὴν διαφόρων σχολείων πρέπει νὰ θεωρῶνται τὰ ποσὰ ὑποχρεωτικὰ, ἐνῷ χρήματα ἐκ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ δὲν ὑπάρχουν; Βεβαίως ὄχι, διότι εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας περιορίζεται εἰς τὸ ἐγκρίνειν μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται κατατεθειμένον καὶ διαθέσιμον παρὰ τῇ Τραπέζῃ· διότι, ἂν ἠθέλομεν δεχθῆ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ πέραν τοῦ κεφαλαίου τούτου, τοῦ κατατεθειμένου καὶ ὑπάρχοντος διαθεσίμου παρὰ τῇ Τραπέζῃ, νὰ ἐκδίδωσιν ἐγκρίσεις, ἑπομένως νὰ ὑποχρεώνωσι τὰς μελλούσας εἰσπράξεις, ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ κανονίζῃ, ὀψέποτε ἤθελεν ἐγκρίνει, τὰ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν πρὸς τοὺς ἄλλους σκοποὺς, παρὰ τὸν τῆς κατασκευῆς διδακτηρίων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ὡς ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ ὥρισε. Διότι ῥητῶς ὁ νόμος λέγει, ὅτι τὸ κεφάλαιον αὐτὸ θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν τριῶν κλάδων τῆς ἐκπαιδεύσεως, προσωρινῶς δὲ, μέχρις οὗ εἰδικοὶ νόμοι κανονίσουν τὰ τῆς ἐκτελέσεως, παραγγέλλει, ὅπως τὸ κεφάλαιον τοῦτο χρησιμοποιῆται βαθμηδὸν πρὸς οἰκοδόμησιν δημοτικῶν σχολείων. Ἂν ἔλθῃ ἑπομένως Ὑπουργός τις καὶ ἐγκρίνῃ ποσὸν πέραν τοῦ διαθεσίμου ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ ἄλλος αὔριον ἑτέρου ἑκατομμυρίου καὶ οὕτω καθεξῆς, τί θὰ γείνῃ; Προδήλως θὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ διαθέτειν τοὺς πόρους αὐτούς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν χρήματα κατατεθειμένα καὶ διαθέσιμα ἐκ τελῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἰσχύουν αἱ ἐγκρίσεις διὰ τὸ 1904· θὰ δαπανηθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατετέθη κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1904 ὡς προϊὸν τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τοῦ 1903, καὶ ἐπ’ αὐτῶν μόνον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ ἐντολάς· ὅλον δὲ τὸ ἄλλο ποσὸν, τὸ ἀναγόμενον εἰς εἰσπράξεις μεταγενεστέρας, ἂν προτείνῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, δύναται νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν ἄλλων σκοπῶν. Ἡ χρησιμοποίησις ὑπὲρ ἀνεγέρσεως δημοτικῶν σχολείων δὲν ἰσχύει, εἰμὴ μέχρις οὗ ψηφισθῶσιν οἱ εἰδικοὶ νόμοι, οἱ κανονίσοντες τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτελέσεως τοῦ κυρίου σκοποῦ τοῦ νόμου, τὸν χρόνον δ’ αὐτὸν ἡ Διοίκησις δὲν δύναται νὰ ματαιώσῃ, προκηρύττουσα δημοπρασίας ἐπὶ τῶν μελλουσῶν εἰσπράξεων.

§141Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις, ὡς ἀπεφασίσθη, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ σήμερον· ἐν τούτοις πρὸς τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα πρὸ ὀλίγου, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ καὶ σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἀναφέρωνται οἱ ὅροι τῶν συμβολαίων, εἰδικῶς δὲ ἡ χρονολογία, καθ’ ἣν εἶναι ὑποχρεωμένος ἕκαστος ἐργολάβος νὰ παραδώσῃ τὸ οἰκοδόμημα εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ταῦτα ἔχουσι πολλὴν σημασίαν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω σήμερον τὸ ζήτημα, διότι ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ πράξω τοῦτο.

§142ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ ἐγγράφως νὰ κατατεθῇ ἡ σημείωσίς σας. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἀναμείνητε μέχρι τῆς ἐκτυπώσεως τῶν κατατεθέντων πινάκων, καὶ τότε νὰ γείνῃ συζήτησις.

§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.

§144Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§145Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§146Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ἀντεῖπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐγεννήθη τὸ ἑξῆς ζήτημα, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα ἐγκρίσεως δημοπρασιῶν, καὶ ὅταν τὸ ποσὸν, δι’ ὃ ἐγένετο ἡ ἔγκρισις, ὑπερβάλλῃ τὸ ποσὸν τὸ ὑπάρχον. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ βεβαιώσω, ὅτι δύναται ἀναμφισβητήτως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ κυρώσῃ τοιαύτας ἐγκρίσεις, διότι δὲν ἔχω τὸν νόμον πρόχειρον. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἐπὶ δημοσίων ἔργων τὸ περὶ αὐτῶν Β. Διάταγμα ἐπιτρέπει, ὅπως καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν ὁ Ὑπουργὸς ἀναστέλλῃ ἄνευ ἀποζημιώσεως τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου καὶ κηρύττῃ ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν αὐτὸ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῆς κατασκευῆς δημοτικῶν σχολείων.

§147Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρὶν γείνῃ συμβόλαιον;

§148Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἀφοῦ γείνῃ συμβόλαιον. Τοὐλάχιστον εἰς τὰ δημόσια ἔργα τοῦτο ἐφαρμόζεται. Ἀλλὰ τοῦτο λέγω, διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ τὸ βεβαιώσω. Ἑπομένως, ἐὰν ᾖναι δυνατὴ τοιαύτη διέξοδος, ὅπως καὶ τὰ καθ’ ὑπέρβασιν ἐγκριθέντα καὶ μετὰ δημοπρασίαν ἀνακληθῶσιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ διάθεσιν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ποσὸν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Θ’ ἀνακουφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐκ δαπάνης ἄλλης. Νομίζω, ὅτι ἦτο ἐντὸς τῆς διανοίας τοῦ νομοθέτου πᾶσα ὑπὲρ αὐτῆς βοήθεια. Ἂν, ἀντὶ νὰ οἰκοδομῇ προσωρινῶς δημοτικὰ σχολεῖα, χρησιμοποιήσῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν σήμερον, ὅτε μᾶς στενοχωροῦν ἄλλαι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, εἰς ἄλλην ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων, καὶ ὄχι μόνον τῶν ἐνοικίων τῶν δήμων τῶν ἀπόρων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνοικίων τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, ἅτινα βαρύνουν τὸ Δημόσιον, θὰ εἴχομεν ἀνακούφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.

§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ὁ κύριος Γουναράκης;

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τούτου ἔχω νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ἀνέγνων τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας κατέθηκεν ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας κατέθηκε, δὲν περιλαμβάνωσι καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω ζητήσει καὶ ἔχω διατυπώσει γραπτὰς, παρακαλῶ νὰ συμπληρώσῃ αὐτάς. (Ἀναγινώσκει): «αʹ) Ποίων διδακτηρίων δημοτικῶν ἡ οἰκοδομὴ ἐνεκρίθη διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν τῶν δημοπρασιῶν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1898, 1899, 1900, 1901 καὶ 1902». —διότι ἐὰν διετάξατε δημοπρασίαν δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἕνεκα τούτου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἀπαιτουμένη πίστωσις· ἀπαιτεῖται καὶ νὰ ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία καὶ νὰ γένηται ἔναρξις τοῦ ἔργου.—βʹ) Τίνων διδακτηρίων, δηλαδὴ μονοταξίων, διταξίων, τριταξίων ἢ πλήρων. γʹ) Οἱ δῆμοι τίνος τάξεως εἶναι· πρώτης ἢ δευτέρας ἢ τρίτης. δʹ) Ἀντὶ τίνος ποσοῦ.» Ἐνδέχεται αἱ πληροφορίαι αὗται νὰ περιλαμβάνωνται ἐν ἐκείναις, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ περιλαμβάνωνται, διὰ τοῦτο σᾶς δίδω αὐτὸ τὸ σημείωμα.

§153ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι.

§154Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, παρακαλῶ. Παραπονοῦνται πολλοὶ συμπολῖταί μου, ὅτι οἱ διοικηταὶ τῶν ἐφίππων σωμάτων τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν παραλαμβάνουσιν ἀπό τινων ἡμερῶν σανὸν οὐχὶ ἐκ κριθῆς, ὅπως ὑπαγορεύει τὸ συμβόλαιον, ἀλλ’ ἐκ βρώμης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι προφανῶς ὁ σανὸς ἐκ βρώμης εἶναι ὑποδεεστέρας ἀξίας, ἧττον θρεπτικός, καὶ ἑπομένως συμβαίνει κἄποια ζημία.

§155Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγγράφως, παρακαλῶ.

§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕκτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Χαλκίδος. Ἡ ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 95).

§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογή.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ πρῶτον ἡ ἔκθεσις καὶ νὰ διανεμηθῇ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.

§159Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διὰ τρίτην φοράν, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανέλαβεν ὅτι ζητεῖ τὰς μεγάλας ὑλικὰς θυσίας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὲρ τῆς κινδυνευούσης πατρίδος! Συνεπίκουρος δὲ αὐτῷ ἁρμόδιος, καὶ ἕνεκα τῆς θέσεως τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν μεταξὺ ἡμῶν κατέχει, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματός του, προσῆλθεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὅστις οὑτωσὶ ἐν τῇ χθεσινῇ ἀγορεύσει του διετύπωσε τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην: «Ὁ Ἑλληνισμὸς ἀγωνίζεται ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ· ἡ ἰδέα δὲ μόνον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξοπλίζεται, θέλει ἐνθαρρύνει τοὺς ἀγωνιζομένους καὶ κρατύνει αὐτοὺς εἰς τὸν ἀγῶνα». Καὶ ἡ περίοδος αὕτη τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἐχειροκροτήθη, καὶ ἐχειροκροτήθη καὶ ὑπὸ τῶν δύο πτερύγων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, διότι βεβαίως αἱ δύο πτέρυγες κεχωρισμέναι ὑπάρχουσι διὰ νὰ ἦναι ἠνωμέναι εἰς τὸν κοινὸν σκοπὸν, εἰς τὴν κοινὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἰδέαν. Διὰ τοῦτο δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ὑπό τινων συναδέλφων ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὴν θέλησιν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς θυσίας τὰς ζητουμένας ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν αὑτοῦ πόθων· οὐδ’ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ὑποτιμήσωμεν αὐτὸν τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐξεύρωμεν ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ καταδείξωμεν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ θέλῃ. Διότι βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ὁ φορεὺς τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας, οὐδέποτε οὔτε εὑρέθη οὔτε θὰ εὑρεθῇ εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν τῷ ζητήματι τῆς διεκδικήσεως τῶν ἐθνικῶν δικαίων. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, ὅπερ χωρίζει ἡμᾶς ἀπ’ ἀλλήλων. Τὸ ζήτημα τὸ κύριον κατὰ τὴν γιγνομένην συζήτησιν παρορᾶται. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ἐξετασθῇ παρ’ ἡμῶν ἐνταῦθα, ἂν ἔχει τὴν δύναμιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀντίσχῃ εἰς τὰς μεγάλας, τὰς συγχρόνους θυσίας, καὶ μάλιστα καθ’ ὃν χρόνον καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐπιβάλλομεν ταύτας· διότι, ἂν καταδειχθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος καὶ μόνου συρόμενος, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τοῦ λογισμοῦ ὁδηγούμενος, κίνδυνος εἶναι νὰ χάσῃ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ὃν διὰ τῶν θυσιῶν του ἐπιδιώκει, κίνδυνος εἶναι νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος διὰ τῶν φόρων ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, ἥτις εἶναι καὶ ὀφείλει νὰ ἦναι ἡ διαρκὴς πηγὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐθνικὸν εἰσόδημα, καὶ μόνον μὲ αὐτὸ, ἐπιβάλλεται νὰ ὑπολογίζωμεν, ὅταν συζητῶμεν περὶ φόρων. Κίνδυνος εἶναι, ὡς ἐκ τῆς συνεχοῦς ἐπὶ ἔτη καὶ βαρείας, νῦν δ’ αὐξανομένης φορολογίας, ἀφαιρούσης πᾶν ὅ,τι διὰ προσθέτων ἀγώνων καὶ φιλεργίας παράγει ὁ λαὸς, κίνδυνος εἶναι μὴ ὁ λαὸς οὗτος ἀποβάλῃ διὰ τοῦ χρόνου τὴν πρὸς μείζονα ἐργασίαν διάθεσιν, ὅταν καθορᾷ, ὅτι πᾶν τὸ ἐκ ταύτης προσαυξανόμενον ἔσοδον ζητεῖται ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ διαφύλαξις ἀπὸ τῆς φορολογίας τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, τῆς περιουσίας τοῦ λαοῦ, ἡ διαφύλαξις τῆς πρὸς ἐργασίαν διαθέσεως καὶ τῶν ἐλπίδων τοῦ ἐκ ταύτης κέρδους τοῦ λαοῦ εἶναι οἱ ἀπαραίτητοι ὅροι πρὸς ἐπιδίωξιν καὶ ἐπιτυχίαν σκοποῦ, ὑπὲρ οὗ οὐχὶ ἐφάπαξ, ἀλλ’ ἐν διαρκείᾳ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καταβάλλῃ ὁ λαός. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ ζήτημα, ἂν διὰ φόρων ἢ οἰκονομιῶν — ἂν καὶ καθ’ ὅσον εἶναι αὗται δυναταὶ — θὰ ἐξοπλισθῶμεν καὶ θ’ ἀναδιοργανωθῶμεν στρατιωτικῶς, εἶναι δευτερεῦον ζήτημα. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι τοῦτο, καὶ αὐτὸ δέον πρὸ παντὸς νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὴν δύναμιν, — διότι, ἐπαναλέγω, τὴν θέλησιν αὐτοῦ κατέδειξεν, ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Βασίλειον, — νὰ εἰσφέρῃ νέους φόρους. Ἂν σήμερον εἰς τοιαύτην διατελῇ οἰκονομικὴν δυσχέρειαν ἡ χώρα ἡμῶν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν. Ἂν προεξώφλησεν αὕτη μέλλον οἰκονομικὸν ὄχι μικρὸν, — δύναμαι νὰ εἴπω πολλῶν δεκαετηρίδων, — ἔπραξε τοῦτο διὰ ν’ ἀποκαταστήσῃ ἐλευθέραν τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἀπολυτρώσῃ τὴν Κρήτην. Ἀπέναντι τοιαύτης ἱστορίας εἶναι βέβηλον νὰ τίθηται ὑπὸ συζήτησιν ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ δύναμις ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ εὐρωστίαν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, ὀφείλει νὰ τὴν ἀπασχολήσῃ, ὄχι διὰ νὰ πεισθῇ αὕτη, ἂν πρὸ τοιούτων βαρῶν καὶ θυσιῶν τιθέμενος ὁ λαὸς θέλει ἢ ὄχι, ἀλλὰ διὰ νὰ κρίνῃ χάριν αὐτοῦ τούτου τοῦ σκοποῦ, ἂν ὑπάρχει ἐν τῇ οἰκονομικῇ καταστάσει αὐτοῦ ἡ διαρκὴς παροχὴ τῶν φόρων, καὶ δὴ τόσων φόρων, ὅσοι βαρύτατοι, ἀλλὰ καὶ οὐχὶ βαθμηδὸν, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ζητοῦνται. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀνέμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, προσερχομένη ἐνώπιον ἡμῶν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μὲ τοιοῦτον οἰκονομικὸν πρόγραμμα, μὴ παρίδῃ τὸ κύριον ἔργον αὐτῆς, καὶ ἀντὶ νὰ ἐκθέσῃ πρὸς ἡμᾶς διὰ μυριοστὴν φορὰν τοὺς συνήθεις λογιστικοὺς λογαριασμοὺς καὶ σκοτεινοὺς ἀριθμοὺς διὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὤφειλεν ἀνατέμνουσα ν’ ἀπεικονίσῃ σαφῶς πρὸς ἡμᾶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, πείθουσα καὶ ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα τῆς φορολογίας, πέραν τῶν ὁποίων ἐξακολουθοῦντες νὰ φορολογῶμεν εἰσερχόμεθα πλέον εἰς τὴν φορολογίαν ὄχι πλέον τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ αὐτῆς ταύτης τῆς περιουσίας τοῦ λαοῦ, πείθουσα ἡμᾶς, ὅτι ἐξακολουθεῖ καὶ κατὰ τὴν λήξασαν δεκαετίαν τοσαύτη πρόοδος τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἥτις καὶ μόνη ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ, τοσοῦτον καὶ ἤδη βεβαρημένου, ἀποδεικνύουσα τέλος πάντων, ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἐξαντλήσωμεν διὰ τῆς φορολογίας καὶ τὰ συνήθη μικρὰ ἐτήσια ἀποταμιεύματα τῆς χώρας, ἄνευ τῶν ὁποίων ἐπέρχεται ἡ παραγωγικὴ ἀπογοήτευσις τοῦ λαοῦ καὶ ἡ στασιμότης. Διότι — καὶ πρέπει ζωηρῶς νὰ δηλωθῇ τοῦτο — πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν ἐπικίνδυνον σύγχυσιν ἀτόμου καὶ λαοῦ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν θυσιῶν. Δυνάμεθα νὰ ἐξαίρωμεν τὴν γενναιότητα τοῦ ἀτόμου, νὰ τιμῶμεν τὴν φιλοπατρίαν αὐτοῦ, μὴ δειλιῶντος νὰ θυσιάσῃ ἐν ἀνάγκῃ καὶ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του, οὐχὶ μόνον τὸ εἰσόδημά του, ὑπὲρ τῆς πατρίδος, διότι εἰς τὴν τοιαύτην οἰκονομικὴν καταστροφὴν τοῦ ἀτόμου ἐπιζῇ ἡ πατρὶς, ἀλλ’ ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἄρχοντας ἐκείνους, οἵτινες, καὶ ἂν ἔτι ὁ λαὸς κατὰ χρόνον τινὰ ἐνθουσιῶν πρωτοστατῇ εἰς τὴν ἐπιβολὴν βαρῶν ἐξ ἄφρονος γενναιοφροσύνης καὶ ἐκ παθολογικῆς φιλοπατρίας, δὲν ἀγωνίζονται δι’ ὑγιοῦς πολιτικῆς πρὸς διαφύλαξιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς ἐθνικῆς περιουσίας κατὰ τὸ μακρὸν στάδιον τῶν παρασκευῶν πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς! Μετὰ τὴν πρόωρον — πρὸ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ — οἰκονομικὴν καταστροφὴν τοῦ λαοῦ, οὐχὶ ὠφέλειαν, ἀλλὰ καταστροφὴν ὑφίσταται ἡ πατρίς! Πρέπει νὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τοῦ νὰ διακινδυνεύσωμεν τὴν διατήρησιν τῆς περιουσίας τοῦ λαοῦ, τῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ τῆς ἑκάστου ἡμῶν περιουσίας, πρέπει νὰ ἐγκαταστήσωμεν πολιτικὴν μὴ τείνουσαν εἰς τὴν παραγωγικὴν ἀποθάρρυνσιν, μὴ ἀπειλοῦσαν νὰ στειρεύσῃ τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς διαρκῶς θὰ ἀντλῶμεν κατὰ τὸν χρόνον τὸν ἀόριστον τῆς διατηρήσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἡμῖν ὁλόκληρος, ὅταν ἐπιστῇ ὁ κρίσιμος χρόνος τῆς ἐνεργείας. Κράτη ἄλλως πολιτευόμενα εἶναι Κράτη μωρά. Καὶ παρακαλῶ, Κύριοι, ἂν ζωηρὰ ἔκφρασις διαφύγῃ τὰ χείλη μου, ἀπαλλάξατε αὐτὴν πάσης προαιρέσεως κατὰ προσώπων. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν· δὲν ὁμιλῶ περὶ ὡρισμένης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, καὶ οὐχὶ μόνον περὶ τῶν προσώπων τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ πάντων τῶν προσώπων, ὧν ἡ συνδρομὴ συμπληροῖ τὴν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ παρέλιπε τὸ κύριον αὐτῆς ἔργον ἡ Κυβέρνησις, νὰ εἰσαγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἀπὸ τῆς ὁποίας τοσαῦτα ζητεῖ. Αὕτη εἶναι εἰς κρείττονα θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, διότι ὑποτίθεται, ὅτι προεμελέτησεν αὐτὴν δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων, ὅπως τοσαῦτα βάρη ἐπιβάλῃ καὶ τοσαύτας ζητήσῃ θυσίας. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς: «Αὕτη εἶναι ἡ — ἔστω κατὰ προσέγγισιν — περιουσία τοῦ λαοῦ, αὐτὸ εἶναι τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα αὐτοῦ· τόσον ποσοστὸν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος λαμβάνομεν διὰ τῆς ἐν ἐφαρμογῇ φορολογίας παρ’ αὐτοῦ κατ’ ἔτος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τόσον κατὰ κεφαλὴν ἐπιβαρύνεται ἕκαστος διὰ τῆς ἐνεστώσης φορολογίας. Ταῦτα εἶναι τὰ τεκμήρια τοῦ μεγέθους τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, ἐκεῖνα εἶναι τὰ τεκμήρια τῆς προόδου τοῦ πλούτου, τοῦ δικαιολογοῦντος τὴν ἐπιβαλλομένην φορολογίαν.» Αὕτη ἰδίως εἶναι ἡ σύγκρισις, ἥτις ἐστὶν ὁ μέγας κριτὴς τῆς καταστάσεώς μας, ἡ σύγκρισις πρὸς ἄλλα ὁμοειδῆ Κράτη. Καὶ κατόπιν πάντων τούτων ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι εἰσέτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς θέσιν οἰκονομικὴν τοιαύτην, ὥστε, προκειμένου περὶ ἀναγκῶν τῆς πατρίδος, νὰ δυνηθῇ, περιορίζων τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἀπολαύσεις, νὰ ἀποτίσῃ διαρκῶς τὰς αἰτουμένας παρ’ αὐτοῦ βαρυτάτας θυσίας. Νὰ περιορίσῃ τὰς ἀπολαύσεις αὐτοῦ ὁ πολίτης, νὰ περιορίσῃ τὰς ἀπολαύσεις αὐτοῦ ὁ λαός! Ἀλλὰ τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ τὰς ἀπολαύσεις, τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν εἶναί τις ἐλεύθερος ἀπεριορίστως νὰ ἐλαττώσῃ; Ὅσοι παραβλέπουσι τὴν σημασίαν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ ζητήματος τούτου θέτουσιν ἐμπειρικὰς καὶ καταστρεπτικὰς βάσεις πρὸς ἀέναον καὶ ἀτελεύτητον φορολογίαν. Ἀλλὰ μορφοῦται κατὰ χρόνον καὶ τόπον ἕν κοινωνικὸν ἔθος, καθορίζον τὰς ἀναγκαίας δαπάνας τῶν διαφόρων τάξεων τοῦ λαοῦ· ὥστε δὲν εἶναι δυνατόν, ὑπολογίζοντες τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν πέραν ὡρισμένου ὁρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς πατρίδος νὰ καθορίσῃ ἐν διαρκείᾳ μακρᾷ στενώτερα ὅρια τῶν συνήθων, τὰ ὁποῖα ὁρίζουσι τὰς ἀναγκαίας δαπάνας, ἀναγκαίας οὐχὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς διατροφῆς πρὸς ἀποφυγὴν τῆς πείνης, ἀλλ’ ἀναγκαίας ἕνεκα κοινωνικῶν λόγων εὐπρεπείας, ἕνεκα λόγων διατηρήσεως θέσεως ἐν τῇ κοινωνικῇ τάξει, εἰς ἣν ἕκαστος ἡμῶν ἀνήκει, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατροφὴν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ κατὰ μείζονα λόγον τὴν ἐνδυμασίαν καὶ τὴν οἴκησιν, αἵτινες ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην μου περὶ πάντων τούτων, γνώμην μορφωθεῖσαν καὶ ἐξ ἀτελῶν ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των δεδομένων, ἀλλὰ καὶ ἐκ πληρεστάτων δεδομένων, καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην, ἐρριζωμένην εἰς βαθυτάτην πεποίθησιν, θὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ δι’ αὐτῆς πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες τιμῶσί με, ἀποστέλλοντες ἐνταῦθα, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἀπὸ ἁγνῆς καὶ ἐκεῖνοι πεποιθήσεως μὲ ἐκλέγουσιν ἀντιπρόσωπόν των. Θεωρῶ τιμῆς πολιτικῆς δι’ ἐμὲ καθῆκον νὰ ἐκθέσω τὴν ἐνδόμυχόν μου πεποίθησιν, ἀδιαφορῶν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδέαν τοῦ κόμματος, ἐν τῷ ὑψίστῳ ζητήματι, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, κόμματος, ὅπερ ἄλλως ὑπολογίζω ὡς ἀναγκαῖον στοιχεῖον τῆς ὑπάρξεως κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Θεωρῶ, ἐπαναλέγω, μέγιστον τὸ ζήτημα τοῦτο, τοσοῦτον μέγα, ὥστε ν’ ἀφήσω ἐλευθέραν τὴν γνώμην μου, ἐλευθέραν τὴν πεποίθησίν μου, νὰ παρασταθῇ ὁλοκληρωτικὴ ἐνώπιον ὑμῶν. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας κατάστασις; Ἂς γνωρίσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν ταύτην, ἂς ἴδωμεν πρῶτον, τί ἔχομεν, διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν, ἂν καὶ κατὰ πόσον δυνάμεθα ἀκινδύνως νὰ φορολογήσωμεν. Ἕν στοιχεῖον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον παρέχεται ἡμῖν πρὸς γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἑνὸς λαοῦ, εἶναι τὸ ἐξωτερικὸν αὐτοῦ ἐμπόριον. Ἐκ τῆς γνώσεως αὐτοῦ, μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας τῆς στατιστικῆς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἕν τεκμήριον περὶ τῆς στασιμότητος ἢ τῆς προόδου καὶ τοῦ βαθμοῦ αὐτῆς, ἢ τῆς ὀπισθοδρομήσεως τῆς οἰκονομικῆς ἑνὸς λαοῦ. Σημειώσατε δὲ καλῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα, ἡ ὁποία σχετικῶς πρὸς ἄλλας ὁμοειδεῖς χώρας ἔχει μέγα ἐξωτερικὸν ἐμπόριον. Δηλαδὴ ἡ ἐσωτερική της παραγωγή, ἡ προωρισμένη πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀποτελεῖ ἕν ποσοστὸν τῆς ὅλης ἐθνικῆς παραγωγῆς, μεῖζον ἢ ὅσον ἀποτελεῖ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ἄλλων χωρῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὅλην αὐτῶν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἀλλ’ ὅσον μεῖζον τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, τοσοῦτον τὸ ἐκ τῆς γνώσεως αὐτοῦ τεκμήριον πρὸς κρίσιν περὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς καταστάσεως εἶναι ἀσφαλέστερον. Ἰδοὺ τί δεικνύει ἡ τελευταία δεκαετία κατ’ ἀξίαν τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου εἰς στρογγύλους ἀριθμούς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐν ἔτει1893φράγκα χρυσᾶ 80,000,000
» » 1894» » 74,000,000
» » 1895» » 79,000,000
» » 1896» » 72,000,000
» » 1897» » 81,000,000
» » 1898» » 88,000,000
» » 1899» » 93,000,000
» » 1900» » 102,000,000
» » 1901» » 93,000,000
» » 1902» » 80,000,000

Εἰς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς καθορῶμεν τὴν στασιμότητα τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν. Ἡ κατ’ ἔτος μικρὰ ὕψωσις τῆς ἐξαγωγῆς, διὰ νὰ κατέλθῃ καὶ πάλιν, εἶναι ἡ συνήθης παραλλαγή, μὴ ἀναιροῦσα τὴν στασιμότητα. Αἱ δὲ ἐλλείψεις τῆς στατιστικῆς, προκειμένου περὶ συγκρίσεως, εἶναι αἱ αὐταὶ δι’ ὅλα τὰ ἔτη, καὶ δὲν παραβλάπτουσι τὸ παράπαν τὴν σημασίαν τῶν ἀριθμῶν. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ στασιμότης τῶν λαῶν διαφέρει τῆς στασιμότητος τῶν ἀτόμων. «Εἶμαι πλούσιος καὶ μένω στάσιμος» δύναται νὰ εἴπῃ τὸ ἄτομον, καὶ νὰ ἦναι εὐτυχές. Ἀλλ’ εἷς λαὸς ἐπὶ μακρὸν στάσιμος ἐν τῇ παραγωγῇ καταδεικνύει, ὅτι ἢ δὲν ἀποταμιεύει πλέον, ἢ ἐλάχιστα ἐναποταμιεύει. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀποταμιεύματος δύναται νὰ γείνῃ ἡ φορολογία καὶ διαρκῶς ἐν μακρῷ χρόνῳ. Διότι, ἂν δὲν γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἀποταμιεύματος, τότε ὑπολείπεται ἢ ὁ δυσχερὴς περιορισμὸς τῶν ἀναγκῶν τῶν συνήθων καὶ τῶν ἀπολαύσεων, ἢ ἡ πρόσκαιρος οὐχὶ ἐξ ἐλευθέρου εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἐκ τῆς περιουσίας, πληρωμὴ τῶν φόρων. Θέλετε νὰ ἴδητε τὴν πρόοδον τὴν ἐνδεικνύουσαν τὸν κίνδυνον τῆς φορολογίας; Ἂς συγκρίνωμεν τὴν χώραν ἡμῶν πρὸς ἀναλόγους χώρας, ὅπου ὑπάρχουσιν ὅροι συγκρίσεως, διότι ἐλλείπουσιν οὗτοι, ὅταν ἐπιχειρῶμεν νὰ παραβάλωμεν τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ἢ πρὸς τὴν Ἀμερικήν, ἢ πρὸς τὴν Γαλλίαν...

§160Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸς τὸ Βέλγιον.

§161Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἢ καὶ πρὸς τὸ Βέλγιον αὐτὸ ἀκόμη. Ἡμεῖς, θέλοντες νὰ ἴδωμεν, πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα συγκριτικῶς, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ὁμοειδῆ Κράτη, τὴν Βουλγαρίαν, τὴν Σερβίαν, τὴν Ρουμανίαν ἔτι αὐτήν· ἂν δὲ θέλωμεν καὶ πρὸς μᾶλλον πεπολιτισμένα καὶ προηγμένα Κράτη νὰ συγκριθῶμεν, ὀφείλομεν τὰ κατὰ τὸν πληθυσμὸν ὅμοια Κράτη νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ἰδίως τὴν Δανίαν, ἥτις ἔχει πληθυσμὸν καὶ αὕτη 2,400,000 κατοίκους. Καὶ ὁμολογουμένως τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον τῆς Δανίας δύναται διδακτικῶς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα συγκρίσεως, διότι ἀποτελεῖ τὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἡμέτερον, οὐ μόνον κατὰ τὸ μέγεθος, ἀλλὰ κυρίως κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς βαθμιαίας καὶ σταθερᾶς προόδου, ἥτις εἶναι πασίδηλον τεκμήριον προόδου οἰκονομικῆς καὶ ἔνδειξις ἀκινδύνου ἐπιβολῆς φόρων. Ἐν Δανίᾳ λοιπὸν ἡ πρόοδος τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἐξαγωγὴ κατ’ ἀξίαν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐν ἔτει1893Kroner320,000,000
» » 1894» 348,000,000
» » 1895» 365,000,000
» » 1896» 383,000,000
» » 1897» 416,000,000
» » 1898» 464,900,000
» » 1899» 492,000,000

Οὕτω λοιπὸν ἡ Δανία, μὲ πληθυσμὸν μικρότερον τοῦ ἰδικοῦ μας, οὐ μόνον τόσον μέγα ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον ἔχει, ἀλλὰ καὶ καταδεικνύει τὴν πρόοδον τῆς ἐξαγωγῆς, ἥτις εἶναι ἡ προϋπόθεσις παραγωγικῆς ἰσχύος καὶ οἰκονομικῆς εὐρωστίας, ἐπιτρεπούσης τὴν ἀκίνδυνον ἐπὶ τῶν πλεονασμάτων φορολόγησιν. Διὰ τὴν σύγκρισιν τῆς προόδου δὲν ἔχει σημασίαν, ἀλλὰ πρὸς ἀκρίβειαν δηλῶ, ὅτι ἡ κατ’ ἀξίαν ἐξαγωγὴ ὑπολογίζεται εἰς τὸ ἐγχώριον νόμισμα τῶν Kroner, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ πρὸς 1 φρ. καὶ 39 ἑκατοστά. Ἑπομένως ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ 1893, ὑπολογιζομένη εἰς 453,000,000 φράγκα χρυσᾶ, ἀνῆλθε μέχρι τοῦ 1899 κατὰ βαθμιαίαν καὶ σταθερὰν πρόοδον εἰς 673,000,000 φρ. χρ. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις: «τὰ τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου οὕτως ἔχουσιν· ἀλλὰ δὲν ηὔξησε τὸ εἰσαγωγικὸν ἐξωτερικὸν ἐμπόριον κατὰ τὴν λήξασαν ἑνδεκαετίαν;» Ναί, ηὔξησεν ἀπὸ ἑξαετίας ἀποτόμως, διὰ νὰ ᾖναι καὶ αὐτὸ καθ’ ὅλην τὴν ἑξαετίαν στάσιμον· ἡ δὲ αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς ὑπὲρ τὴν ἐξαγωγήν, ἂν πράγματι ἐγένετο, ὡς οἱ ἀριθμοὶ δηλοῦσιν, ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ καθ’ ὅσον πράγματι ἐγένετο, τοῦτο μόνον δεικνύει, ὅτι ηὔξησαν οἱ ἄδηλοι πόροι, δι’ ὧν τὸ ὑπερβάλλον τῆς εἰσαγωγῆς ἀποτίνεται. Καὶ ναὶ μὲν ἡ αὔξησις τῶν ἀδήλων πόρων δηλοῖ εἰσαγωγὴν πλούτου, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ προϊόν ἰδίας παραγωγῆς, πλὴν τῆς ναυτιλίας, ἀπασχολούσης ἐγχώριον πληθυσμόν. Πλὴν τούτου οἱ ἄδηλοι οὗτοι πόροι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν Ἀθήναις δαπανῶνται καὶ δὲν ἔχουσι τὴν εἰς τὴν ἄλλην χώραν κατ’ ἀναλογίαν ἐπέκτασίν των, ἐφ’ ἧς χώρας ὁλοκλήρου ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία. Ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἐν Ἀθήναις φαινομένη εὐπορία ἐκ τῆς ὑπάρξεως εἰσοδημάτων, ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσρεόντων καὶ δαπανωμένων. Τὸ ἐξωτερικὸν ἄρα ἐμπόριον δὲν παρέχει ἐνδείξεις προόδου τοῦ πλούτου, αὐξήσεως τοῦ λαϊκοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἐτησίου. Ἀλλὰ παρὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ὑπάρχει καὶ τὸ μεῖζον αὐτοῦ ἐσωτερικὸν ἐμπόριον, ὑπάρχει ἡ ποικίλη ἐσωτερικὴ παραγωγή, ἡ προωρισμένη πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Αὕτη μάλιστα δύναται ν’ αὐξήσῃ διὰ θυσίας τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου καὶ μετ’ ὠφελείας τῆς ἐθνικῆς περιουσίας καὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, τοῦ εἰσοδήματος τῶν διαφόρων εἰσοδημάτων τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἡ ἔρευνα περὶ τῆς προόδου τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου ἐνέχει καθόλου μὲν, ἀλλ’ ἰδίᾳ παρ’ ἡμῖν, δυσχερείας δυσυπερβλήτους. Μετ’ ὀλίγον θὰ ἐρευνήσω τὰ βεβαιότερα γνωρίσματα τῆς καταστάσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου. Ἐν τούτοις ὑπὸ τὸν εἰρημένον περιορισμὸν, ἔχων δεδομένον τὸ ποσὸν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς πρὸς ἐξαγωγὴν, δεδομένον τὸ ποσὸν τῶν ἀδήλων πόρων, τὸ χρήσιμον πρὸς κάλυψιν τῆς ὑπερβαινούσης τὴν ἐξαγωγὴν ἐμπορευμάτων εἰσαγωγῆς, ἐρωτῶ, ποῖον εἶναι τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρ’ οὗ μέχρι τοῦ νῦν λαμβάνει τὸ Κράτος 120 ἑκατομμύρια δραχμὰς, ἀπὸ τοῦ νῦν δὲ συγχρόνως ζητεῖ νὰ λάβῃ 130 ἑκατομμύρια καὶ ἄνω; Τὸ ποσὸν εἰς ἐμπορεύματα καὶ χρῆμα ἐξ ἀδήλων πόρων πρὸς πληρωμὴν τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἀνέρχεται εἰς 130 περίπου ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ, ἤτοι εἰς 200 περίπου ἑκατομμύρια δραχμὰς χαρτίνας. Τὰ 200 ταῦτα ἑκατομμύρια εἶναι ἐγχώριος παραγωγή, εἶναι ἓν μέρος τοῦ ὅλου εἰσοδήματος, ἐξ οὗ ἀποτίνομεν, ὡς λαὸς, τοὺς φόρους πρὸς τὸ Κράτος. Πόσα ὑπολείπονται διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου ἐτησίου εἰσοδήματος τοῦ λαοῦ; Ἡ γενικὴ ἀντίληψις πάντων ἡμῶν βοηθεῖ εἰς τὴν κατὰ προσέγγισιν ἐξεύρεσιν τοῦ ζητουμένου. Τί εἰσάγει τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον παρ’ ἡμῖν; Εἰσάγει, ὄχι ὡς συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, εἰσάγει παρ’ ἡμῖν κατὰ τὰ ¾ ἀπολύτου ἀνάγκης ἀντικείμενα, χρήσιμα διὰ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν. Ἂς κατίδωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ συνόλου τῶν ἐνδυμάτων ἡμῶν, καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμοὺς, κατὰ πολὺ μέρος διὰ τοὺς ἀγροτικούς, — πλὴν τῆς ῥαπτικῆς — ἀποτελεῖται ἐξ ἐμπορευμάτων ἀλλοδαπῶν. Αὐτὴ ἡ κατοικία, ἐν ταῖς πόλεσι τοὐλάχιστον, κατὰ τὸ ⅓ ἀποτελεῖται ἐκ ξυλείας καὶ σιδήρου καὶ ἄλλων μικρῶν ὑλικῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσκομιζομένων· αὐτὴ ἡ τροφή μας κατὰ πολὺ μέρος, καὶ ὄχι τροφὴ πολυτελείας, αὐτὴ ἡ τροφὴ ἡ καθημερινὴ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσάγεται πλὴν τοῦ κρέατος.

§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τὸ κρέας.

§163Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸ εἰσαγόμενον καὶ οὐδόλως ἢ ἐπ’ ἐλάχιστον παρ’ ἡμῖν παραγόμενον. Εἰσάγεται βεβαίως καὶ κρέας, ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ μεγίστη ποσότης ἐκ τῆς ἐγχωρίου κτηνοτροφίας. Θέλω νὰ ἦμαι κάτω τῆς ἀληθείας, πρὸς ἀποφυγὴν ὑπερβολῶν. Διατὶ λέγω πάντα ταῦτα; Διότι ἐξ αὐτῶν τῶν ἔξωθεν εἰσκομιζομένων, γνωστῶν ὄντων, ἀποτελούντων μέγιστον μέρος τῆς πληρώσεως τῶν ἀναγκῶν μας, εὐχερέστερον δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν τὰ ἐλλείποντα μέσα πρὸς θεραπείαν τοῦ συνόλου τῶν ἀναγκῶν μας. Ἂν ὑπολογίζων τὰ εἴδη τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα εἰς 200 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ, ὡς ἡ στατιστικὴ δεικνύει, συνυπολογίσω διπλάσιον ἔτι ποσὸν αὐτοῦ, ἤτοι 400 ἑκατομμύρια ἀξίαν τῆς λοιπῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, προσεγγίζω εἰς τὴν ἀλήθειαν; Ἡ κτηνοτροφία, ὁ καπνὸς, τὸ ἔλαιον, ὁ οἶνος, ἡ δενδροκομία, ἡ κηπουρικὴ καὶ πᾶς ἄλλος παραγωγικὸς κλάδος ἀνέρχεται εἰς πλειότερον ποσὸν τῶν 400 ἑκατομμυρίων; Ἴσως. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε ἀτελὴς, ὁσονδήποτε αὐθαίρετος καὶ ἂν ἦναι ὁ καθορισμὸς τοῦ ὅλου ἐτησίου εἰσοδήματος τοῦ λαοῦ εἰς 600 ἑκατομμύρια δραχμὰς, οὐδόλως ἐξαδυνατίζει τὴν ὀρθότητα τῶν συμπερασμάτων, εἰς ἃ θέλω καταλήξει ἐν συγκρίσει, ἣν θέλω ποιήσει πρὸς ἄλλας χώρας, διὰ νὰ ἀνεύρω κατὰ πόσον ἡμεῖς ἐπιβαρυνόμεθα διὰ τῶν φόρων καὶ κατὰ πόσον ἐκεῖναι. Ὁ εἰς 600 ἑκατομμύρια καθορισμὸς τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀμφισβητηθῇ, οὐδόλως παραβλάπτει τὴν συγκριτικὴν ἀκρίβειαν τῶν συμπερασμάτων μου, εἰς ἃ θέλω καταλήξει, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν κυρίως καθορίζω τὸ ποσὸν τῆς ἀξίας τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου.

§164Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς δραχμὰς ὑπολογίζετε;

§165Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ αἱ δραχμαὶ αἱ χάρτιναι διὰ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν, τὴν καταναλισκομένην ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἔχουσι μείζονα πραγματικὴν ἀξίαν τῶν δραχμῶν τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ἀγορὰν ἀλλοδαπῶν προϊόντων.

§166Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Εἰς τὸ ἥμισυ μάλιστα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παραδέχεσθε, θὰ κατήρχετο τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα.

§167Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ ποσοῦ λοιπὸν αὐτοῦ τῶν 600 ἑκατομμυρίων τὸ Κράτος λαμβάνει τοὺς φόρους. Τὰ δὲ 120 ἑκατομμύρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀφαιροῦσιν 20% ἐκ τοῦ εἰσοδήματος. Προστιθεμένης δὲ τῆς ἐπιβαλλομένης νῦν φορολογίας, ἀνέρχεται τὸ ποσὸν εἰς 22%. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις, ἀπολύτως κρίνων τὰ πράγματα: τί σημαίνει, ἂν πληρώνωμεν 22%; Ἀλλ’ ἂς συγκρίνωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, τί πληρώνουσι τὰ ὁμοειδῆ εἰς οἰκονομικὰς συνθήκας Κράτη, ἡ Βουλγαρία, ἔχουσα μάλιστα καὶ τὸν στρατόν της ἑτοιμοπόλεμον, ἡ Ρουμανία, ἔχουσα καὶ αὕτη πλήρη τὸν στρατὸν καὶ τὰς ὀχυρώσεις της, ἡ Σερβία, διὰ νὰ πεισθῶμεν εἰς ποῖον σημεῖον φορολογίας διατελοῦμεν νῦν, ὅτε ἐπιχειροῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους.

§168ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Χωρὶς νὰ ἔχωμεν στρατόν.

§169Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ φορολογία τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἐπιβάλλει παρ’ ἡμῖν βάρη φορολογικὰ κατὰ κεφαλὴν δραχμὰς 48, ἡ ἐπαυξανομένη νῦν ἐπιβάλλει δραχμὰς 52, ἐν σχέσει πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Πῶς ἔχουσι νῦν τὰ ἐν Βουλγαρία; Ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀνωτέρου τοῦ ἰδικοῦ μας κατὰ τὸ ⅓ — διότι ὁ πληθυσμὸς τῆς Βουλγαρίας ἀνέρχεται εἰς 3,770,000 — καὶ ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ μόνον 100 ἑκατομμυρίων ἕκαστος Βούλγαρος βαρύνεται διὰ δραχμῶν 26, ἀπέναντι 48 παρ’ ἡμῖν, ἢ 52, ἂν ἐπιβληθῶσι τὰ νῦν προτεινόμενα βάρη...

§170Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς χρυσόν.

§171Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἐξηγήσω κατόπιν... Ἀλλ’ ἂν ἦσαν εἰς χρυσόν, ἂν δὲν κατεβάλλοντο παρ’ ἡμῖν εἰς χαρτίνας δραχμάς, δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ γίγνηται ἡ τοσαύτη εἴσπραξις τῶν φόρων, ἢ μετ’ ἀπείρως μείζονος δυσχερείας θὰ εἰσεπράττοντο οὗτοι. Ἀπέναντι τοιαύτης δυσαναλογίας εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι προσεπιβαρύνοντες διὰ φόρων τὸν λαὸν διαπράττομεν τὸ τελευταῖον σφάλμα κατὰ τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράξωμεν. Περὶ τούτου πληρεστάτην ἔχω πεποίθησιν. Εἴκοσιν ἓξ λοιπὸν φράγκα κατὰ κεφαλὴν ἐν Βουλγαρίᾳ, ἀπέναντι 48 καὶ 52 ἐν Ἑλλάδι. Ταῦτα πάντα εἶναι μαθηματικῶς ἀκριβῆ. Ποῖον εἶναι νῦν τὸ ποσοστὸν ἐκ τοῦ ὅλου ἐτησίου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον καταβάλλει ἡ Βουλγαρία ὑπὲρ τοῦ Κράτους; Θέλετε νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι ἀναλόγως ἔχει ἴσον πλοῦτον πρὸς ἡμᾶς ἢ κατώτερον; Ἂν ἔχῃ ἴσον πλοῦτον πρὸς ἡμᾶς, τότε ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ της τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τοῦ λαοῦ τῆς Βουλγαρίας δέον νὰ ἀνέρχηται εἰς 900,000,000. Ἑπομένως, κατ’ ἀναλογίαν, τὸ ποσοστὸν τῶν φόρων ἐκ τοῦ ὅλου εἰσοδήματος ἀνέρχεται εἰς 12% μόνον, ἂν παρ’ ἡμῖν ἀνέρχηται εἰς 20% καὶ 22%. Καὶ ἂν ἀπολύτως εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῶσιν οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ, σχετικῶς ἔχουσι μαθηματικὴν ἀκρίβειαν. Διότι, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὄχι κατὰ 22% ἡμεῖς φορολογούμεθα, ἀλλὰ μόνον κατὰ 16 ἢ 14%, καὶ πάλιν ἡ Βουλγαρία φορολογεῖται κατὰ 9 ἢ 8% ἐπὶ τοῦ ὅλου ἐθνικοῦ εἰσοδήματός της. Ἂν ἔχῃ κατώτερον πλοῦτον, οὐδέποτε κατώτερον τοῦ ἑνὸς τρίτου, ἂν ἔχῃ δηλαδή, μεθ’ ὅλον τὸ μεῖζον τοῦ πληθυσμοῦ, ἐτήσιον εἰσόδημα μόνον 600 ἑκατομμυρίων, πάλιν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπολείπεται πολὺ ἡμῶν, διότι ἡ ἀναλογία ἀνέρχεται εἰς 17% διὰ τὴν Βουλγαρίαν...

§172Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε, ὅτι εἶναι 600 ἑκατομμύρια;

§173Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἂν μὲ παρηκολουθεῖτε, δὲν θὰ μοὶ ἐκάμνετε τὴν διακοπήν. Καθώρισα τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ὥρισα εἰς ἀριθμὸν ἑκατομμυρίων τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα, χωρὶς νὰ συγκαλύψω τὴν ἀτέλειαν.

§174Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὴ λέγετε τότε, ὅτι ὁμιλεῖτε μαθηματικῶς, ἀλλὰ ῥητορικῶς.

§175Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μαθηματικῶς εἶπον, καὶ ἐπιμένω, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατὰ κεφαλὴν ἀναλογίαν, μαθηματικῶς εἶπον περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν Κρατῶν, μαθηματικῶς περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν χωρῶν. Ἀνέλυσα τὴν σημασίαν τοῦ συμπεράσματός μου, ὡς ἀνερχομένης τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς εἰς 600 ἑκατομμύρια δραχμάς. Ἀλλὰ δι’ ὃν σκοπὸν καθώρισα ἕνα ἀριθμὸν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτος ἀτελὴς, — καὶ ὁμολογῶ τὴν ἀτέλειάν του ἐκ τῶν πραγμάτων, — ἤτοι διὰ τὸν σκοπὸν τῆς συγκρίσεως πρὸς ἄλλας χώρας, ὁμιλῶ καὶ πάλιν μαθηματικῶς. Διότι, ἂν ὁρίσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν εἰς ἑκατέραν τῶν χωρῶν, καὶ πάλιν ἡ ἀναλογία μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Ἑλλάδος θὰ μείνῃ ἡ αὐτή. Ἐγὼ μάλιστα, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ὑπερβολῆς, παρεδέχθην, ὅτι ἡ Βουλγαρία, μεθ’ ὅλον τὸν ἀνώτερον πληθυσμὸν αὐτῆς, δύναται νὰ ἦναι καὶ κατὰ τὸ ⅓ πενεστέρα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως, μεθ’ ὅλον τὸν κατὰ τὸ ⅓ ἀνώτερον πληθυσμόν της, νὰ ἔχῃ ἐτησίαν παραγωγὴν ὅσην καὶ ἡ Ἑλλάς, — τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ὑπερβολὴ πρὸς βλάβην τῆς ὑποθέσεώς μου, — διὰ νὰ καθορίσω πόσα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν λαμβάνει τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐτησίας παραγωγῆς.

§176Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἵνα εὕρητε τὸ σύνολον τοῦ εἰσοδήματος, ἐλάβετε τὸ ἄθροισμα τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου καὶ τὸ ἐτριπλασιάσατε διὰ τὴν Βουλγαρίαν;

§177ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τότε θὰ περάσῃ πολύ.

§178Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅ,τι ἔκαμα διὰ τὴν Ἑλλάδα, προδήλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμω διὰ τὴν Βουλγαρίαν. Ὁ ἴδιος ὑπολογισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, γνωστοῦ ὄντος, ὡς προεῖπον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατατάσσεται μεταξὺ τῶν Κρατῶν, ἅτινα ἔχουσι μέγα ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐσωτερικόν, ἐνῷ ἡ Βουλγαρία, κατ’ ἀντίθεσιν ἡμῶν, ἔχει μικρὸν ἐξωτερικὸν ἐμπόριον. Ἡ Βουλγαρία εἶναι αὐταρκεστέρα. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι αὐταρκεστέρα δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι καὶ πλουσιωτέρα. Μία χώρα δύναται νὰ ἦναι αὐτάρκης καὶ πλουσία, δύναται νὰ ἦναι αὐτάρκης καὶ πένης, καὶ τἀνάπαλιν. Ποίαν λοιπὸν σημασίαν θὰ εἶχε νὰ τριπλασιάσω τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον τῆς Βουλγαρίας, ὡς ἐτριπλασίασα τὸ τῆς Ἑλλάδος;

§179Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἠθέλησα νὰ μάθω ἁπλῶς, ἂν τοιοῦτόν τι σύστημα ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν.

§180Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Προδήλως δὲν ἠδυνάμην τοιοῦτον σύστημα νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Τὸν τριπλασιασμὸν τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θέσῃ τις ὡς κανόνα. Οὐδὲν τρόφιμον καὶ ὀλίγα σχετικῶς εἴδη, πλὴν ἐνδυμάτων, εἰσάγονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἐξ ἐγχωρίων ὑφασμάτων κατὰ τὸ πλεῖστον ἀποτελουμένης τῆς ἐνδυμασίας ἐκεῖ, ἐνῷ ἡμεῖς 55–60 ἑκατομμύρια δραχμὰς πληρώνομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μόνον διὰ σιτισμόν. Συνέκρινα τὴν Βουλγαρίαν, ἥτις εἶναι ἑτοιμοπόλεμος, συνέκρινα ταύτην ὡς πρὸς τὸ βάρος τὸ φορολογικὸν πρὸς ἡμᾶς, οἵτινες ποιούμεθα νῦν μόλις τὴν ἔναρξιν τῶν παρασκευῶν μας τῶν στρατιωτικῶν. Θέλετε νὰ συγκρίνωμεν καὶ τὴν Ῥουμανίαν; θέλετε καὶ τὴν Σερβίαν; Μετὰ τὴν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν σύγκρισιν δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ περὶ τῶν χωρῶν αὐτῶν. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω, ὅτι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν γνωστῶν ὅρων, ἤτοι τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑκάστης τῶν χωρῶν, καίτοι παρ’ αὐταῖς ἡ φορολογία εἶναι βαρυτέρα τῆς ἐν Βουλγαρίᾳ, ὑπολείπεται ὅμως τῆς ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ ἡ κατὰ κεφαλὴν φορολογία εἶναι 36 δραχμαὶ ἐν Σερβίᾳ, 38 ἐν Ῥουμανίᾳ, ἑτοιμοπολέμῳ καὶ μετὰ ὀχυρώσεων πολυδαπάνων, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι εἶναι 48 καὶ διὰ τῆς νῦν προτεινομένης φορολογίας 52 κατὰ κεφαλήν, χωρὶς ὁ πλοῦτος τῆς Ρουμανίας νὰ θεωρῆται κατώτερος τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐθνικοῦ πλούτου...

§181Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἂν θὰ ἐξακολουθήσητε, κύριε Βουλευτά, ἐπὶ πολὺ ἀκόμη, καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν.

§182Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅπως θέλετε. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου εὑρίσκομαι.

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20 μ. μ.). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Γουναράκης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§184Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εὐλόγως, κύριοι Βουλευταί, παρακολουθεῖ σύμπας ὁ λαὸς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ λόγος αὐτὸς μὲ ἠνάγκασεν, ὅπως διὰ τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν λαὸν ἀποτεινόμενος, διεξοδικώτερον ἢ ὅσον προσῆκε διεξέλθω ὅ,τι μέχρι τοῦδε εἶπον. Καὶ διέκοψα τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ συγκρίνας τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία γίνεται παρ’ ἡμῖν, πρὸς τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὰ κατὰ τὴν παραγωγὴν ὁμοειδῆ πρὸς ἡμᾶς Ἀνατολικὰ Κράτη, τὴν Βουλγαρίαν, τὴν Σερβίαν, τὴν Ρουμανίαν, εὗρον, ὅτι ἐπὶ ἴσης περίπου οἰκονομικῆς διασκευῆς τῶν χωρῶν αὐτῶν ἐπιβαρύνεται διὰ φόρων ὁ μὲν Ἕλλην διὰ 48 καὶ μετὰ τῆς προστιθεμένης νῦν φορολογίας διὰ 52 δραχμῶν κατὰ κεφαλήν, ὁ Βούλγαρος διὰ δραχμῶν 26 μόνον, ὁ Σέρβος διὰ 36, καὶ ὁ Ρουμᾶνος διὰ 38. Ἐκ τούτου καθορᾶτε δυσαναλογίαν, ἀρκοῦσαν ἵνα δικαιολογήσῃ τοὺς φόβους ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὀφείλομεν νὰ προβλέπωμεν κινδύνους, ἂν ἔτι μᾶλλον, συγχρόνως μάλιστα, θέλωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν διὰ νέων φόρων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ οὐ μόνον οὕτως ἐξέθηκα τὰ πράγματα, ἀλλὰ καθορίσας κατὰ προσέγγισιν τὸ ἐτήσιον ἐθνικὸν εἰσόδημα πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς συγκρίσεως πρὸς τὰς ἄλλας χώρας, κατέδειξα τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐν πάσῃ περιπτώσει — εἴτε ἀκριβὴς εἶναι ὁ γενόμενος καθορισμὸς τοῦ ἐτησίου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος εἴτε μὴ — πλειότερον ποσοστὸν εἰσφέρει ἐκ τοῦ ἐτησίου ἐθνικοῦ εἰσοδήματός της διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ἢ αἱ λοιπαὶ τρεῖς χῶραι, πρὸς ἃς ἐγένετο ἡ σύγκρισις. Προσέθεσα δὲ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀνέφερα εἰς ἀριθμοὺς εἶναι μαθηματικῶς βεβαιωμένον. Βέβαιον δηλαδὴ εἶναι, ὅτι οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν πληθυσμὸν ἑκάστης χώρας, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν ἑκάστης χώρας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀριθμήσεις τοῦ ποσοστοῦ, κατὰ σύγκρισιν, τὸ ὁποῖον καταβάλλει ἕκαστος λαὸς ἐκ τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματός του, καὶ τοῦ ποσοστοῦ ἀπολύτως, τὸ ὁποῖον καταβάλλει ἕκαστος πολίτης κατὰ κεφαλήν, οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀκριβεῖς. Οὕτως ἔχομεν κατὰ μέσον ὅρον φόρον 240 ἢ 260 δραχμῶν δι’ ἑκάστην Ἑλληνικὴν οἰκογένειαν, καταβαλλομένων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀπέναντι 190 δι’ ἑκάστην Ρουμανικήν, ἀπέναντι 180 δι’ ἑκάστην Σερβικήν, ἀπέναντι 130 μόνον δι’ ἑκάστην Βουλγαρικὴν οἰκογένειαν. Ἀλλὰ μήπως μόνον τὸ ἐκ τῆς γνώσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τεκμήριον εἶναι κατὰ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; μήπως μόνον ἡ σύγκρισις τῆς φορολογίας πρὸς τὸ ὁμοειδὲς ἡμῶν Κράτος εἶναι καθ’ ἡμῶν; Δυνάμεθα καὶ ἐξ ἄλλων τεκμηρίων νὰ κατίδωμεν τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατάστασιν, νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς προόδου ἢ τῆς στασιμότητος τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου, ἤτοι τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, τῆς καταναλισκομένης ἐν τῷ ἐσωτερικῷ διὰ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν. Ταῦτα δὲ, βεβαιότατα ὄντα, εἰς τὰ αὐτὰ φέρουσιν ἀποτελέσματα, ἐνισχύοντα τὴν ἀκρίβειαν πάντων, ὅσα μέχρι τοῦδε ἐξέθεσα. Ἡ συνδρομὴ ὅλων αὐτῶν τῶν τεκμηρίων ἄγει ἡμᾶς εἰς τὴν πληρεστέραν ἀκρίβειαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἣν πρέπει κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ γνωρίσωμεν. Ποῖον εἶναι τὸ νέον τεκμήριον; Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ εὐχέρεια ἢ ἡ δυσχέρεια, μεθ’ ἧς εἰσπράττονται οἱ ἄμεσοι φόροι, παρέχει ἀσφαλὲς γνώρισμα, ἀσφαλῆ κρίσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν φορολογουμένων. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀμέσων φόρων, οὐχὶ περὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, οὐχὶ τῶν ἐμμέσων φόρων. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτούς. Ἀλλ’ οἱ ἄμεσοι φόροι παρ’ ἡμῖν παρουσιάζουσι διαφορὰν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, ἄλλοι μὲν κατὰ 25, ἄλλοι κατὰ 40 καὶ ἄλλοι κατὰ 60%, καίτοι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἀμέσων φόρων εἰσπράττεται ἐν τοῖς τελωνείοις, καθίσταται δ’ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀδύνατος ἡ καθυστέρησις. Τί νὰ ἐξαγάγω ἐκ τούτου, ἐκ τῆς τεραστίας ταύτης διαφορᾶς; Νὰ ἐξαγάγω, ὅτι ὁ Ἕλλην, κατ’ ἐξαίρεσιν πρὸς τοὺς ἄλλους λαοὺς, εἶναι μᾶλλον δύστροπος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ Κράτος φορολογικῶν του ὑποχρεώσεων; Δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ, Κύριοι, καὶ θὰ τὸ ὁμολογήσω. Ὀγδοήκοντα ὁλόκληρα παρῆλθον ἔτη, ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ὁ λαὸς ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὸ μικρόβιον τῆς δουλείας δὲν ἐξαλείφεται εὐχερῶς. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐνυπάρχει εἰς τὸν ἠθικὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ μικρόβιον αὐτό· διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας ἐν τῇ δουλείᾳ ἀνετράφη καὶ ἔμαθε νὰ ἔχῃ ὄχι φίλον, ἀλλ’ ἐχθρὸν τὸ Δημόσιον. Ἀτυχῶς δὲ, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν ἐπεδίωξε — δὲν ἐξετάζω τὰ αἴτια — δὲν ἐπεδίωξε δι’ ἐπιτηδείας πολιτικῆς νὰ μεταπείσῃ τὸν λαὸν, ὅτι ἄλλην χρησιμοποίησιν ποιεῖται τῶν φόρων τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διάφορον ἐκείνης, ἣν ἔκαμνε τὸ Τουρκικὸν Δημόσιον. Ἐπαναλέγω καὶ τονίζω τοῦτο, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν ὑπῆρξεν ἐπαρκὴς διὰ τῶν πραγμάτων νὰ μεταβάλῃ ῥιζικῶς τὴν ἱστορικὴν ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως καὶ σκοπιμότητος τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε ἐζήτησε καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀντίληψις αὕτη δὲν δύναται νὰ διεξηγήσῃ τὰς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων καθυστερήσεις. Καθ’ ὃν τρόπον ἐκβιάζεται παρ’ ἡμῖν ἡ καταβολὴ τῶν ἀμέσων φόρων, ἄλλο πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἄλλο εἶναι τὸ αἴτιον τῆς τοσαύτης καθυστερήσεως τῶν ἀμέσων φόρων. Ὅταν ὁ μὴ ἐγκαίρως καταβάλλων ἐπιβαρύνηται δι’ αὐξήσεως τοῦ φόρου κατὰ 20% καὶ διὰ τόκων, τότε μόνη ἡ ἀδυναμία πρὸς καταβολὴν διεξηγεῖ τὰς καθυστερήσεις. Διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, αὐτὸ τὸ συμφέρον ἀναγκάζει τὸν φορολογούμενον νὰ σπεύδῃ πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀμέσων φόρων, τὸ ὁποῖον ὅταν δὲν πράττῃ, δὲν τὸ πράττει, διότι ἀδυνατεῖ νὰ τὸ πράξῃ. Οὐδεὶς ἐν τῷ κατ’ ἰδίαν βίῳ θὰ καθυστερήσῃ τὴν ἔγκαιρον ἀπόδοσιν δανείου, ὅταν ἡ καθυστέρησις ἐπιβάλλῃ μείζονας τόκους καὶ ποινικὰς ῥήτρας, εἰμὴ μόνον ὁ τοκογλυφικῶς δανειζόμενος καὶ ἀδιαφορῶν ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ του καὶ τῇ ἀνεχείᾳ του περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς καθυστερήσεώς του. Ἡ εὐχέρεια ἄρα τῆς εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων φόρων, ἥτις ἀλλαχοῦ καὶ ἄνευ τῶν προστίμων καὶ τῶν τόκων εἶναι τεκμήριον διεξηγοῦν τὴν εὐπορίαν τοῦ λαοῦ, τὸν βαθμὸν τῆς φορολογικῆς του ἀντοχῆς, παρ’ ἡμῖν ἡ εὐχέρεια αὕτη μὴ ἀπαντῶσα τεκμηριοῖ τὴν δυσπραγίαν τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας, τὴν ἐξασθένησιν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῶν φορολογουμένων. Ἀλλ’ εἶναι μόνον τὸ τεκμήριον τοῦτο τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, τῆς φορολογικῆς ἐξαντλήσεως τοῦ λαοῦ; Ἐθαύμασα ἀληθῶς τὸ μέγα θάρρος, τὸ ἐκ πεποιθήσεως προερχόμενον, δὲν ἀμφιβάλλω, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Γούναρη, ὅστις, καίτοι ἀναγνωρίζει τὸ καὶ μέχρι τοῦδε βαρὺ τῆς φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καίτοι ἀναγνωρίζει τὴν ἀπροκάλυπτον οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, ἐν τούτοις παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηρικτὴς τοῦ ἄνευ κινδύνων δυνατοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ζητουμένων φόρων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ: ἀρκεῖ ἡ θέλησις μόνη πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων; Ἐρωτῶ αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ: τί δηλοῖ ἡ ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας; Αἱ οἰκίαι καὶ τὰ λοιπὰ καταστήματα καὶ τὰ ἐν γένει ἀκίνητα τῶν Πατρῶν, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων ἐτῶν τοσαύτην εἶχον ἀξίαν, εἰς ὁπόσην τιμὴν δύνανται νῦν νὰ πωληθῶσιν, ἂν ἐν γένει δύνανται νὰ πωληθῶσιν εἴτε εἰς τὸ ἥμισυ ἢ καὶ εἰς τὸ τρίτον τῆς ἀξίας των; Ἀλλ’ ἡ προφανὴς ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἀλάνθαστον τεκμήριον, ὅτι δὲν προοδεύει, δὲν εἶναι καὶ στάσιμος, ἀλλὰ καταπίπτει ἡ παραγωγή. Καὶ ὅταν ἡ πόλις τῶν Πατρῶν μετὰ τῆς πόλεως τῆς Σύρου, αἵτινες ἀπετέλουν δύο φανοὺς ἐμπορικούς, οἰκονομικούς, κοινωνικοὺς καὶ πολιτικοὺς τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου, ὅταν ἐσβέσθησαν αὐτοὶ οἱ φανοί, ὅταν αὐταὶ αἱ πόλεις οἰκονομικῶς κατέπεσαν, αἵτινες ἄλλοτε ὡς παμμέγιστα εὐθαλῆ δένδρα ἐκάλυπτον ὑπὸ τὴν μεγάλην τῶν σκιὰν πληθὺν περιοίκων κατοίκων, βοηθουμένων εἰς τὴν ἐμπορίαν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν λοιπὴν παραγωγήν, γεωργικὴν καὶ χειροτεχνικήν, δι’ εὐρυτάτης πίστεως, ἐρωτῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσωσιν: αἱ πόλεις αὗται πρόσκαιρόν τινα συνήθη οἰκονομικὴν κρίσιν ὑπέστησαν, ἢ τάχα γενικὴν διαρκῆ οἰκονομικὴν κατάπτωσιν; τάχα πρόσκαιρόν τινα καὶ εὐθεράπευτον βλάβην ὑπέστησαν μόνον οἱ κλάδοι, ἢ ἀπεξηράνθησαν αὐταὶ αἱ ῥίζαι καὶ ἐμαράνθη ὁ κορμὸς τῶν δένδρων, τὰ ὁποῖα μεγαλοπρεπῆ καὶ βαθύσκια ἀπὸ τοῦ μέσου τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Σύρου ἄλλοτε ὑψοῦντο; Ἀλλὰ δὲν καθορῶσι τὰ πασιφανῆ, δὲν συγκρίνουσι τὸ παρελθὸν πρὸς τὸ παρόν, διὰ νὰ ἴδωσιν, ὅτι αἱ Πάτραι μετέβαλον ὄψιν καὶ κατέστησαν πολυάριθμον χωρίον ἐκ κατοίκων, ἐπὶ τῆς φυσιογνωμίας τῶν ὁποίων τὴν κατήφειαν ἐζωγραφισμένην διαβλέπει τις καὶ τὴν βαθεῖαν φροντίδα εἰς τὸ ὕφος τοῦ οἰκογενειάρχου, οὐχὶ τὴν εὐφρόσυνον φροντίδα πρὸς κτῆσιν κερδῶν ἐκ τῆς ἐμπορίας του, ἀλλὰ τὴν καταναλίσκουσαν φροντίδα πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν αὐτῆς τῆς ἡμέρας.; Πῶς! Αὐτὸν τὸν ἀστικὸν πληθυσμὸν ζητοῦμεν διὰ νέας, διὰ μεγάλης καὶ διὰ ταυτοχρόνως ἐπιβαλλομένης φορολογίας ἔτι νὰ ἐπιβαρύνωμεν; Μέγα ἀληθῶς τὸ θάρρος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, καὶ τιμὴν προσδίδει εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ πλάνη του.

§185Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐδήλωσα ὅτι ἐν Πάτραις ὑπάρχουσιν ἰδιαίτεροι λόγοι, ἡ κρίσις τῆς σταφίδος, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι ἐν καταπτώσει.

§186Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι μόνον αἱ Πάτραι; Αὗται προΐστανται μόνον. Ἂν ἀνέφερα πρῶτον τὰς Πάτρας, τὰς ἀνέφερα διότι τὰς γνωρίζω καλλίτερον πάσης ἄλλης πόλεως, διότι ἔζησα ἐκεῖ, διότι τακτικῶς καὶ συνεχῶς διέρχομαι ἐκεῖθεν, τὰς ἀνέφερα διότι ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς οἰκονομικῆς ἑνὸς μεγάλου ἐπαρχιακοῦ κέντρου διαβλέπω καὶ τὴν βλάβην αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος. Διότι αἱ Πάτραι δὲν ἦσαν κέντρον μόνον οἰκονομικόν, ἦσαν καὶ πολιτικὸν κέντρον, ὅπερ δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάπτωσιν. Εἶναι καὶ μέγα πολιτικὸν ἀτύχημα, ὅτι ὅλος ὁ πολιτικὸς καὶ κοινωνικὸς βίος συγκεντροῦται ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, καὶ ἐξαλείφεται μετὰ τῆς οἰκονομικῆς καταπτώσεως καὶ ἡ ἐπίδρασις τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ φρονήματος τῶν ἐπαρχιῶν, ὧν ἡ ἀντίληψις τοῦ βίου ἔχει ἴδιον χαρακτῆρα, διάφορον τοῦ τῆς Πρωτευούσης. Ἀλλ’ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τὸ λαϊκὸν τῆς Ἑλλάδος ὅλης φρόνημα καὶ ὄχι μόνον τὸ ἐν τῇ Πρωτευούσῃ μορφούμενον νὰ μορφώνῃ καὶ καθοδηγῇ πᾶσαν τὴν πολιτικὴν καὶ αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἀνέφερα τὰς Πάτρας. Ἀλλὰ ποῦ θέλετε νὰ μεταβῶ; Θέλετε νὰ μεταβῶ εἰς τὴν γενέτειραν πόλιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἴδω, ὅτι τὰ ἐνοίκια τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀνακτόρων κατῆλθον μέχρι 30 καὶ 40 δραχμῶν κατὰ μῆνα;

§187Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκεῖ εἶναι ἄλλοι λόγοι!

§188Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τοὺς ἠξεύρω τοὺς ἄλλους λόγους· ἀλλὰ ποῦ θέλετε νὰ μεταβῶ; Ποῦ θέλετε;

§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἰς τὸν Πειραιᾶ.

§190Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Προέβλεπον τὸ ἐρώτημά σας, ἀλλὰ τὰς ἐξαιρῶ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος οἰκονομικῶς.

§191Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Διατί;

§192Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διότι ἀποτελοῦσιν ἰδιαιτέραν παραγωγικὴν ἑνότητα, ὅλως διάφορον τῶν ἐπαρχιῶν. Οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου θὰ εὕρητε ὡρισμένους οἰκονομικοὺς ὅρους εἰς τὰς πρωτευούσας, τόσον διαφόρους ἀπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους τῶν ἐπαρχιῶν. Εἶμαι Βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, χάριν τῆς ἰσότητος μόνον, θὰ ἤμην σύμφωνος πρὸς ὡρισμένην φορολογίαν ὡρισμένων τάξεων. Εἶναι ἀρκετὸν ὅ,τι ἰσχυρίζομαι. Εἶναι δὲ ἐπικίνδυνον, ὅτι ἐκ τῆς ἀντιλήψεώς των περὶ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐπιχειροῦσι νὰ κρίνωσι τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔγκειται ὁ μέγας κίνδυνος, ἐντεῦθεν ἡ μεγίστη πλάνη, ἥτις διακρίνει τὴν ἐν γένει διαρκῆ οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, ἣν ἔχετε ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, λησμονεῖτε τὴν ἀντίληψιν, ἣν πρέπει νὰ ἔχητε, τῶν ἐπαρχιῶν σας. Ἐκ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ἐπιχειρεῖτε νὰ κρίνητε περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν. Οὕτως ἀντιλαμβάνεται τῶν πραγμάτων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὑμεῖς τὸν ἀκολουθεῖτε εἰς τὴν πλάνην του. Αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομολογική του ἐμπειρία! Ἀλλὰ πόσον εὔκολον εἶναι νὰ γείνῃ τις οἰκονομολόγος, ὅταν, συνεχῶς διαρρυθμίζων τοὺς νόμους περὶ οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μείζονος εἰσπράξεως, παραβλέπῃ τελείως τὴν προκύψασαν νῦν τεραστίαν διαφοράν, τὴν μεταξὺ τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν πρὸς τὰς λοιπὰς πόλεις, τὴν οἰκονομικὴν διαφοράν, καὶ ἐπιβάλλῃ φόρους οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ καὶ Πάτραις καὶ Σύρῳ ἴσους! Ἀλλ’ εἶναι ἀπαισία αὐτὴ ἡ ἰσότης ἡ φορολογικὴ — βλέπετε ὅτι ὁμιλῶ ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐξέλεξαν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, — ἀποδεικνύει δὲ πλήρη ἀμελετησίαν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου ὁ ἐπὶ τοιούτων προϋπαρχουσῶν βάσεων ἐποικοδομῶν καὶ ἐπιβαρύνων αὐτόν. Εὑρέθησαν νόμοι ἀπὸ πεντηκονταετίας ὑπάρχοντες, καὶ ἐπὶ τῶν νόμων αὐτῶν, ἐπὶ τῶν ἰδίων βάσεων, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολήν, ἐξακολουθεῖ νὰ κτίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν! Ἐπαυξάνει ὁλονὲν τὰ βάρη, καὶ μετ’ αὐτῶν τὴν ἀνισότητα, ἥτις φέρει τὸν ὄλεθρον τὸν οἰκονομικόν, τὸν πολιτικόν, τὸν κοινωνικόν, διότι ἡ ἀνισότης ἡ φορολογικὴ δὲν ἀναφέρεται μόνον εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου, ἀλλὰ συνδέεται καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ ὠφέλιμον, πρὸς αὐτὴν τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐν τοιαύτῃ καταστάσει οἰκονομικῇ εὑρίσκεται ἡ Κέρκυρα, λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν Βουλευτής. Γνωρίζω τοὺς ἰδιαιτέρους λόγους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἄλλοι δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν ὑπάρχουσι λόγοι δὲν ἀναιρεῖται τὸ γεγονὸς τῆς οἰκονομικῆς καταπτώσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ ποῦ ἀλλοῦ θέλετε νὰ μεταβῶ; Εἰς τὴν γενέτειράν μου πόλιν, τὸ Μεσολόγγιον; Εἶναι ἐδῶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες ἐπαξίως τὸν τόπον ἐκεῖνον ἀξιότιμοι συνάδελφοι κ. κ. Λ. Δεληγεώργης καὶ Κ. Τρικούπης· ἂς ἔλθωσι νὰ ζωγραφήσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ τὴν ἐρήμωσιν τῆς ἐπαρχίας των. Θέλετε εἰς τὴν Τρίπολιν; Δύναται αὕτη νὰ μὴ κατέπεσεν οἰκονομικῶς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἐν προόδῳ. Ἐξαίρεσις εἶναι ἡ πρόοδος ἐν Βόλῳ, ἴσως καὶ ἐν Καλάμαις, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῆς χώρας πάσχει, πάσχει οἰκονομικῶς. Ἡ ἁπανταχοῦ σχεδὸν ἐν ταῖς ἐπαρχιακαῖς πόλεσι παρατηρουμένη πτῶσις τῆς ἀξίας τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας εἶναι γνώρισμα ἀλάνθαστον· ὅπου ὑπάρχει κατάπτωσις τῆς ἀκινήτου ἀστικῆς ἰδιοκτησίας, ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ κατάπτωσις οἰκονομική, κατάπτωσις παραγωγική. Ἀλλὰ μὴ εἶναι ταῦτα μόνον τὰ γνωρίσματα τῆς ἐπελθούσης ἐν τῷ συνόλῳ οἰκονομικῆς στασιμότητος; Ἔρχεται ἡ μετανάστευσις. Πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα περὶ ταύτης, καὶ ὀφείλω νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Ἡ μετανάστευσις, ἐνῷ εἶναι εὐεργέτημα διὰ τ’ ἀποτελέσματά της, εἶναι δυστύχημα ὡς αἰτία· εἶναι εὐεργέτημα, ὅτι πεινῶντες ἄνθρωποι δύνανται νὰ εὕρωσιν ἄρτον, ἀλλ’ εἶναι δυστύχημα, διότι ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας τῆς χώρας αὐτῶν ἀναγκάζονται νὰ ἐκπατρίζωνται, διὰ νὰ ζητήσωσι τὸν ἄρτον. Ἀλλὰ τὴν ὁμοιότητα τῶν ἐξωτερικῶν γεγονότων λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, συνέκριναν καὶ εἶπον: «Ἀλλὰ τάχα δὲν ἐκπατρίζονται ἐκ Γερμανίας; δὲν ἐκπατρίζονται ἐξ Ἰταλίας; δὲν ἐκπατρίζονται ἐξ Ἰρλανδίας;» Βεβαίως ἐκπατρίζονται καὶ ἐκ Γερμανίας· ἀλλὰ πότε, ἢ μᾶλλον ἐκ τίνος αἰτίας ἐξεπατρίζοντο ἐκ Γερμανίας; Ὅτε ἡ γῆ ἡ Γερμανικὴ, ἔχουσα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν πλήρη, ἔχουσα τὴν δικαιοσύνην πλήρη, ἔχουσα τὴν ἐφαρμογὴν τῶν τεχνικῶν μέσων καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν πρὸς καλλιέργειαν τῆς γῆς πλήρη, ἔχουσα τὴν πίστιν πλήρη, ἔχουσα τὸν συνεταιρισμὸν πλήρη, ἐκαλλιεργήθη τελείως καὶ κατ’ ἔκτασιν μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ πᾶσα νέα προσθήκη κεφαλαίου ἐλαττώνει σχετικῶς τὸ εἰσόδημα, τότε βεβαίως ἐπῆλθεν ἡ μετανάστευσις ἕνεκα φυσιολογικῶν λόγων, ἕνεκα τοῦ μεγάλου πληθυσμοῦ. Ὅτι δὲ εἶναι μέγιστος ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖ, ἀπόδειξις ὅτι ἐντὸς τριάκοντα πέντε ἐτῶν ἀπὸ τοῦ πολέμου τοῦ Γαλλογερμανικοῦ, καθ’ ὃν μόλις ὑπὲρ τὰ 40 ἑκατομμύρια ὑπῆρχον Γερμανοί, σήμερον ἔφθασαν εἰς τὰ 55 ἑκατομμύρια. Ποία ἡ σύγκρισις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων; Πρότυπον δημοσίας ἀσφαλείας ἐκεῖ· αὐτὸς ὁ ὅρος ἐξεπληρώθη ἐν Ἑλλάδι; Δικαιοσύνη ἐκεῖ· ὁ ὅρος αὐτὸς ἐξεπληρώθη τελείως ἐν Ἑλλάδι; Εὐθηνὴ πίστις ἐκεῖ, τοκογλυφία ἐδῶ. Συνεταιρισμὸς ἐκεῖ, ἀτομισμὸς ἐδῶ. Ἐντεταμένη τελείως καλλιέργεια ἐκεῖ, κατ’ ἔκτασιν καλλιέργεια ἐδῶ.—Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ καὶ σήμερον.—Ἐντεταμένην λέγων καλλιέργειαν, ἐννοῶ τὴν καλλιέργειαν, ἡ ὁποία γίνεται διὰ κεφαλαίων, καὶ οὐχὶ μὲ τὸ ἄροτρον μόνον, ἐξ ἐπιπολῆς καὶ κατ’ ἔκτασιν. Εἰς αὐτὴν τὴν καλλιέργειαν τείνουσιν οἱ λαοὶ, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς καλλιεργείας πολλαπλασιάζουσι τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς των. Καὶ ἐὰν εἴχομεν ἡμεῖς τοὺς γενικοὺς καὶ εἰδικοὺς ὅρους τῆς κατ’ ἔντασιν καλλιεργείας, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν Γαλλίαν, Γερμανίαν καὶ ἀλλαχοῦ, βεβαίως ἡ Ἑλλὰς θὰ κατῳκεῖτο ἀπὸ 5 ἑκατομμύρια καὶ πλέον κατοίκους. Οὐδεμίαν ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἐνέχει ὑπερβολήν. Ὅταν λοιπὸν ἡ ἐν Γερμανίᾳ γεωργία κατέληξεν εἰς τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξηντλήθησαν ὑπὲρ αὐτῆς ὅλα τὰ μέσα, ἡ ἐπιστήμη, ἡ τέχνη, ὅταν αὕτη ἀπέκτησε πλήρη τὴν ἀσφάλειαν, τὴν δικαιοσύνην, τὴν πίστιν, ὅταν διατρέφῃ πληθυσμόν, ὅσον ἀνθρωπίνως εἶναι δυνατόν, τότε μετέβησαν βεβαίως οἱ ἀπερχόμενοι νὰ εὕρωσι νέαν γῆν, καὶ μὲ τὴν μάθησιν καὶ τὴν ἀνατροφὴν τὴν ἐθνικὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἐγένοντο ἐκ τῶν πρώτων οἰκιστῶν τῆς Ἀμερικῆς, — χωρὶς νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἄλλης ἀποικιακῆς πολιτικῆς, τῆς νεωτέρας, τῆς Γερμανίας. Ἐλησμόνησα νὰ εἴπω τοῦτο. Ἐν τῇ Γερμανίᾳ, ἐνῷ ἐπὶ ἔτη ἐξηκολούθει ἡ μεγάλη μετανάστευσις, τί παρετηρήθη; Παρετηρήθη, ὅτι ἀμέσως, καθ’ ὃν χρόνον ἤρχισεν ἡ ἀνάπτυξις ἡ βιομηχανικὴ τῆς Γερμανίας, ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν, — καὶ ἀπὸ τοῦ 1890 ἐξίχθη εἰς τεραστίαν ἀκμὴν, — ἀμέσως ἡ ἐτησία ἐξαγωγὴ ἀνθρώπων ἤρχισεν ἐλαττουμένη βαθμηδόν, ἀπὸ 200,000 κατελθοῦσα εἰς 60,000 καὶ 50,000 κατ’ ἔτος. Νῦν δὲ, ὅτε ἐκορέσθη δι’ ἐργατῶν ἡ Γερμανικὴ βιομηχανία, ἤρχισαν καὶ πάλιν νὰ ἐκπατρίζωνται ἐκεῖθεν πλειότεροι. Ταῦτα περὶ Γερμανίας. Μὴ συγκρίνωμεν ἀνόμοια πράγματα. Ἀλλ’ ἡ Ἰταλία; Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους βιοῖ ἡ Ἰταλία· ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ γνωστόν, ὅτι τὸν ὀλέθριον φόρον, τὸν ὁποῖον ἀπεπειράθησαν μόνον εὐτυχῶς νὰ εἰσαγάγωσι παρ’ ἡμῖν, τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, ἠναγκάσθησαν νὰ τὸν καταργήσωσιν ἐκεῖ πρὸ τοῦ φάσματος καὶ τῆς ἀπειλῆς τοῦ κοινωνισμοῦ, ὅστις ἐζήτησε καὶ ἀπέκτησε τὸν εὐθηνὸν ἄρτον. Μόλις δὲ τὸν φόρον αὐτὸν κατήργησαν, ἔδειξε στασιμότητα ἡ μετανάστευσις. Βεβαίως ὑπολείπεται καὶ ἡ Ἰρλανδία. Ἀλλ’ ἂν θέλητε τὴν Ἑλλάδα νὰ καταστήσητε Ἰρλανδίαν, δὲν θὰ προφθάσητε. Ἐδῶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία δύναμις, ἥτις ν’ ἀποπειραθῇ καὶ βίαν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν οὗτος, ἀδιακόπως πιεζόμενος, ἀδυνατήσῃ πλέον νὰ καταβάλῃ τοὺς φόρους, οὓς καθημερινῶς ἐπιβάλλετε ἐπ’ αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Τίνα ἄλλα ζητεῖτε τεκμήρια; Ἰδοὺ τὸ ἓν ἐντελέστερον τοῦ ἄλλου· τὸ ἓν δυνάμενον νὰ ἔχῃ τὰς μικράς του ἀτελείας, ἀλλὰ συμπληρούμενον διὰ τῶν ἄλλων, διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ὁποίων προβάλλει πλήρης ἡ ἀπόδειξις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ ἀπολύτως, ὡς ἤδη ἐξέθηκα, καὶ σχετικῶς πρὸς τὰς ἄλλας ὁμοειδεῖς πρὸς ἡμᾶς χώρας. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ: «Ἔστω, 16 ἢ 14 ἢ 10% μόνον λαμβάνει τὸ Κράτος ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἐν τῷ συνόλῳ διὰ τῶν φόρων, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον 16 ἢ 14 ἢ 10% μόνον ἐκ τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος ἑκάστης ἀτομικῆς οἰκονομίας. Ποίαν ἔχει τὸ ποσοστὸν αὐτὸ σημασίαν; Διατὶ ἐν ἀνάγκῃ τὸ Κράτος νὰ μὴ λάβῃ καὶ πλειότερα;» Εἶναι ζητήματά τινα, Κύριοι, διὰ τὰ ὁποῖα, ἀνομολογῶ, ἡ προσωπικὴ γνώμη ἴσως, ἢ μᾶλλον βεβαίως, δὲν ἔχει ἀξιώσεις νὰ πείσῃ. Διὰ τοῦτο καταφεύγω εἰς γνωστὸν καὶ εὔχρηστον παρ’ ἡμῖν οἰκονομολογικὸν συγγραφέα, οὐ μόνον βαθὺν θεωρητικὸν, ἀλλὰ καὶ ὀξὺν πρακτικὸν, ὅστις διεξηγεῖ τὴν σημασίαν τοῦ βαθμοῦ τῆς φορολογίας τῶν λαῶν. «Καταλήγων, λέγει οὗτος, ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ φόρος (ὁ δημόσιος, ὁ ἐπαρχιακὸς, ὁ δημοτικὸς) εἰς καλῶς διοικουμένην χώραν δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 5% τοῦ συνόλου τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων τῶν ἰδιωτικῶν... Ἀπὸ 5 ἕως 7 ἢ 8% ἐκ τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ δύναται ἀκόμη νὰ ὑποστῇ τὴν φορολογίαν λαός τις μετ’ ἀνέσεως. Ὑπεράνω τῶν 10% ὁ φόρος καθίσταται λίαν βαρὺς, εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον νὰ τὸν εἰσπράξωσιν ἄνευ μέτρων αὐθαιρέτων καὶ καταθλιπτικῶν. Ὑπεράνω τῶν 12 ἢ 14% ὁ φόρος ἀποτελεῖ une proportion exorbitante, ἀναλογίαν ὑπέρμετρον. Δυνατὸν εἶναι νὰ ὑποστῇ χώρα τις τοσοῦτον ποσοστὸν, ἀλλὰ βεβαίως αἱ πρόοδοι τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἐπιβραδύνονται· ἡ ἐλευθερία τῆς βιοτεχνίας καὶ ἡ τῶν πολιτῶν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπειλεῖται καὶ πιέζεται ὑπὸ τῶν καταθλίψεων τῶν αὐστηρῶν ἐλέγχων, οὓς συνεπάγεται τὸ πολύπλοκον καὶ τὸ μέγεθος τῶν φόρων. Ἐπὶ τέλους ἄνω τῶν 15 ἢ 16% ὁ φόρος φέρει βαρεῖαν ἐπὶ τὴν κοινωνίαν ζημίαν, ὠθεῖ τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς πολίτας εἰς μετανάστευσιν καὶ καθίσταται σχεδὸν ἀνείσπρακτος.» Καὶ λέγει ταῦτα ὁ Leroy-Beaulieu, ἀναφερόμενος καὶ συγκρίνων φορολογικῶς τὸ Βέλγιον μὲ φορολογίαν 5–6% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν κατοίκων, τὴν Ἀγγλίαν μὲ 7½%, καὶ τὴν Γαλλίαν μὲ 11–12%, φορολογίαν, ἣν ἀποκαλεῖ βαρεῖαν. Καὶ λέγει ταῦτα, συγκρίνων τὰ πλουσιώτατα τοῦ κόσμου Κράτη. Ἀλλ’ ὅσον πενέστεροι εἶναι οἱ λαοὶ, τόσον πλειότερον τὸ αὐτὸ ποσοστὸν βαρύνει αὐτοὺς ἢ τοὺς πλουσίους λαοὺς προδήλως. Καὶ λέγει ταῦτα, συνυπολογίζων εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ 6, τοῦ 7½, τοῦ 12% ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, οὐχὶ μόνον τοὺς φόρους τοὺς δημοσίους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπαρχιακοὺς, ἀλλὰ καὶ τοὺς δημοτικούς, ἤτοι ὅλους τοὺς τοπικοὺς φόρους, ἐν οἷς καὶ οἱ λιμενικοὶ παρ’ ἡμῖν, φόρους, οὓς ἐγὼ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς μου, ὅπως ἐνδείξω τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παραλείπων μάλιστα καὶ τὴν γνωστὴν ἄδηλον φορολογίαν, τὴν κατὰ τοῦ πολίτου Ἕλληνος ἐνασκουμένην. Βεβαίως αἱ γνῶμαι αὗται δὲν ἔχουσι μαθηματικὴν ἀκρίβειαν· δύνανται μόνον νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πολύτιμος ὁδηγὸς εἰς τὴν ἀντίληψιν ἑκάστου ἡμῶν πρὸς διάγνωσιν τῆς καταστάσεώς μας τῆς οἰκονομικῆς· ἀλλὰ καὶ ἂν προσεγγίζωσιν ἁπλῶς εἰς τὴν ἀκρίβειαν αἱ γνῶμαι αὗται, ἂν 10% εἶναι βαρὺς φόρος, ἂν ὑπὲρ τὰ 12 καὶ 14% εὕρηνται τὰ ὅρια τοῦ φορολογησίμου τῶν λαῶν, πέραν τῶν ὁποίων γεννῶνται οἱ κίνδυνοι, οἱ ἐκ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς ἀναλογίας τῶν βαρῶν διὰ τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμοὺς, εἶναι νὰ μὴ θαυμάζωμεν, νὰ μὴ θεωρῶμεν ἅγιον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τοσαῦτα ἀναδεχθέντα βάρη φορολογικὰ, καταβάλλοντα αὐτὰ κατ’ ἔτος, τὰ ὁποῖα νῦν τοσοῦτον ἐπαυξάνομεν μὲ τὰς ὑποσχέσεις ἀποπείρας ἐξοπλισμῶν πολεμικῶν καὶ παρασκευῶν, αἵτινες τοσάκις διεψεύσθησαν; Ἀλλὰ πότε ἐπιβάλλομεν αὐτὰ τὰ βάρη; Ἐπιβάλλομεν αὐτὰ τὰ βάρη καθ’ ὃν χρόνον ἓν μέγα τμῆμα τῆς Ἑλλάδος στενάζει ὑπὸ τὴν πενίαν, οὐχὶ τὴν κρίσιν· διότι κρίσις προυποθέτει εὐπορίαν καὶ πλοῦτον· εἶναι μία κατάστασις ἀνώμαλος, προσωρινὴ, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἡ δὲ πενία εἶναι ἡ συνεχὴς πλέον κατάστασις. Τὰ δυτικὰ μέρη τῆς Πελοποννήσου βεβαίως εἶναι ἐν πενίᾳ. Οὐδέποτε ὑπεστήριξα τὴν γνώμην, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξεύρῃ τροφὴν διὰ τοὺς εἰρημένους πληθυσμοὺς, καὶ εἶπον περὶ τούτου τὴν γνώμην μου ἀείποτε ἐλευθέρως καὶ ἀπεριφράστως· ἀλλ’ ἂν ἡ φύσις καὶ ὁ διαγωνισμὸς καὶ αἱ περιστάσεις αἱ παραγωγικαὶ ἔφεραν αὐτοὺς εἰς τὰ ἀτυχῆ ἀποτελέσματα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα στενάζουσιν, ἂν δὲν ἔχω δύναμιν νὰ πραΰνω τὰ δεινά των, ἂς μὴ καταθλίψω τοὐλάχιστον αὐτούς, ἐπιβάλλων εἰς αὐτοὺς ὅ,τι δὲν δύνανται νὰ βαστάσωσιν, εἰς αὐτούς, οἵτινες εἶναι γενναῖος πληθυσμὸς, εἶναι δραστήριος πληθυσμὸς, εἶναι πατριώτης πληθυσμός.

§193Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀκρόπολις τῆς Ἑλλάδος.

§194Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι βεβαίως μία ἀκρόπολις τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἕκαστον τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἡ ἀκρόπολις τῶν λοιπῶν.

§195Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ Στράβωνα.

§196Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ πότε ἐπιβάλλομεν—καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἰδιαιτέρως νὰ μὲ προσέξῃ— πότε ἐπιβάλλομεν τὰ βάρη αὐτά; Ἐπιβάλλομεν, κύριοι Βουλευταί, τὰ βάρη ταῦτα καθ’ ὃν χρόνον ἔχομεν λόγους ἰσχυροὺς νὰ πιστεύωμεν,—καὶ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι τοῦτο —ὅτι ἤρχισεν ἡ ἀνατίμησις τοῦ χαρτονομίσματος, τὴν ὁποίαν ἀφίνομεν νὰ βαίνῃ πρὸς τὴν ἰσοτιμίαν πρὸς τὸν χρυσόν. Καὶ τίνα σημασίαν ἔχει ἡ ἀνατίμησις; Ἔχει τόσην σημασίαν, ὥστε ἡ ἐξ ἀγνοίας ἔλλειψις προσοχῆς εἰς τὴν νομισματικὴν κατάστασιν εἶναι οὐσιῶδες αἴτιον, τὸ ῥιζικὸν αἴτιον τῆς καταστρεπτικῆς πλάνης, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς διαρκοῦς φορολογικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ παραγνώρισις τῆς σημασίας τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος, αὐτῆς τῆς ἐννοίας τοῦ χρήματος, παράγει τὴν πλάνην, ἥτις ἐπικρατεῖ περὶ τῆς δῆθεν εὐπορίας ἢ μᾶλλον περὶ τῆς προβαινούσης προόδου τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Πῶς! λέγουσιν· ἡ διαρκὴς αὔξησις τῶν ἐμμέσων φόρων, ἡ διαρκὴς αὔξησις τῶν τελωνιακῶν δασμῶν δὲν καταδεικνύει ἀριδήλως τὴν πρόοδον τὴν οἰκονομικήν; δὲν εἶναι τὸ καταδηλότερον δεῖγμα ταύτης; Αὐτὴ καὶ μόνη ἡ αὔξησις δὲν εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἀξίαν παντὸς ἄλλου ἐπιχειρήματος περὶ τῆς παραγωγικῆς στασιμότητος τῆς χώρας κατὰ τὴν λήξασαν δεκαετίαν; Ἀλλ’ ἐδῶ ἔγκειται ἡ μεγάλη σύγχυσις, ἐδῶ ἔγκειται ἡ πλάνη τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Συγχίζει τὴν φαινομενικὴν αὔξησιν τῶν ἐμμέσων φόρων, τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, πρὸς τὴν πραγματικὴν αὔξησιν αὐτῶν. Τί θέλω νὰ εἴπω; Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὴν κατ’ ἀριθμὸν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων μὲ τὴν κατ’ ἀξίαν αὔξησιν αὐτῶν. Ἐξηγοῦμαι. Ἰσχυρίζονται, ὅτι ηὔξησαν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ὅτι αὐξάνονται αἱ ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων ἀποδόσεις. Ἀλλὰ πρωτίστως ἀπὸ τίνος χρονικοῦ σημείου ἀκριβῶς καὶ ὡρισμένως ἐγένετο ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν; Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ αὔξησις αὐτῶν δὲν ἀποβαίνει καὶ πρὸς τιμήν μας, εἶναι δὲ ἄσχετος καὶ πρὸς πραγματικὴν αὔξησιν. Τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη καὶ κατ’ ἀναλογίαν αὐτῶν τὸ εἰσαγωγικὸν ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, περὶ οὗ προηγουμένως ὡμίλησα, ηὔξησαν ἀμέσως καὶ συγχρόνως μετὰ τὸν πόλεμον, ἀνελθόντα ἀπὸ 26 ἑκατομμυρίων εἰς 34 ἑκατομμύρια δραχμὰς τὸ 1898, καὶ μέχρι τῆς σήμερον διατηροῦνται στάσιμα. Ἀλλὰ ἡ ἀπότομος καὶ ὄχι βαθμιαία αὔξησις, ἡ ἀπότομος ἐπὶ ἑπταετίαν στασιμότης τῶν εἰσπράξεων ἄλλο τι ἔχει τὸ ἀληθὲς αἴτιον, ὄχι τὴν αὔξησιν τῆς καταναλωτικῆς τῆς χώρας καταστάσεως. Νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐνίσχυσεν ἡμᾶς οἰκονομικῶς ὁ πόλεμος, ὅπως τὴν ἐπιοῦσαν μετ’ αὐτὸν ἀποκτήσωμεν καταναλωτικὴν δύναμιν ηὐξημένην καὶ ἐκδηλουμένην εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων; Ὄχι. Ἄλλη εἶναι ἡ αἰτία τοῦ φαινομένου. Ἐπεβλήθη ὁ ἔλεγχος... Ἂς παρέλθωμεν ἐκ τούτου· εὐπρεπέστερον εἶναι νὰ κάμω λόγον περὶ ἄλλου αἰτίου, ὅπερ συνεξηγεῖ τὴν αὔξησιν καὶ τῶν λοιπῶν ἐμμέσων φόρων. Ἀναμνησθῆτε τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, παρακολουθήσατε τὰς βαθμίδας τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἀξίας τοῦ ἐγχωρίου χρήματος, τοῦ χαρτονομίσματος, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι μὲ τὴν μεγίστην ἔκπτωσιν συμπίπτουσιν αἱ μείζονες εἰσπράξεις. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι. Ἐγένετο ὅ,τι ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Ὅταν μὲ μικρότερον τοῦ πραγματικοῦ πῆχυν μετρήσητε μίαν ἔκτασιν, θὰ ἔχητε πλειότερον ἀριθμὸν πήχεων, τόσον πλειότερον, ὅσον μικρότερον καταστήσητε τὸν πῆχυν, ἢ ἐκεῖνον τὸν ἀριθμὸν τῶν πήχεων, ὃν θὰ ἔχητε, ἂν ἐμετρεῖτε μὲ τὸν πραγματικὸν πῆχυν. Οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ νομίσματος, — μαθηματικῶς ὄχι κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ἕνεκα ἰδίων λόγων, καὶ ὄχι ἀμέσως, καθ’ ὃν χρόνον μεταβάλλεται ἑκάστοτε ἡ ἀξία αὐτοῦ. Ὅταν μὲ μικρότερον κατ’ ἀξίαν νόμισμα τοῦ πραγματικοῦ μετρήσητε, ὅταν μὲ χαρτίνην δραχμὴν, ἥτις εἶναι μικροτέρα τῆς χρυσῆς δραχμῆς, τῆς πραγματικῆς, μετρήσητε τὴν ἀξίαν οἱουδήποτε ἐμπορεύματος, θὰ ἔχητε ἄθροισμα πλειότερον ἀριθμὸν νομίσματος, χαρτίνης δραχμῆς, τόσον πλειότερον, ὅσον μικρότερον καταστήσητε τὸ νόμισμα, τὴν χαρτίνην δραχμὴν, ἢ ἐκεῖνον τὸν ἀριθμὸν τῶν νομισμάτων (χρ. δραχμῆς), ὃν θὰ εἴχετε, ἂν ἐμετρεῖτε μὲ τὸ πραγματικὸν νόμισμα, τὴν χρυσῆν δραχμήν. Ἐντεῦθεν συνάγεται, ὅτι καθ’ ὅσον — καίτοι, ἐπαναλέγω, ὄχι μαθηματικῶς ἕνεκεν εἰδικῶν λόγων — ἐκπίπτει τὸ νόμισμα τὸ νόμιμον, τὸ ἐγχώριον, ἡ χαρτίνη δραχμή, κατὰ τοσοῦτον δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν τελωνιακῶν καὶ ἐμμέσων φόρων, καὶ ἀνέρχονται συνηθέστατα πάντως. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη δὲν προέρχεται ἐξ αὐξηθείσης θυσίας, ἐξ αὐξηθείσης ἐργασίας, ἐξ αὐξηθείσης παραγωγικότητος τοῦ λαοῦ, δὲν προέρχεται ἐκ μεταβολῆς, ἐκ προόδου οἰκονομικῆς, προέρχεται ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος. Ἑπομένως ἡ αὔξησις δὲν εἶναι πραγματικὴ, ἀλλ’ εἶναι φαινομενική. Δὲν ἐνδεικνύει τὴν πρόοδον ἡ διαφημιζομένη αὔξησις τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἡ ὑποτίμησις εὐκολύνει τοὺς λαοὺς εἰς τὴν καταβολὴν τῶν φόρων τόσον πλειότερον κατὰ βαθμὸν, ὅσον μείζων εἶναι αὕτη. Ἐκ τῆς μεγίστης δὲ παρ’ ἡμῖν ἐκπτώσεως — τῆς συνεχοῦς ἐπὶ μακρὸν χρόνον — τοῦ νομίσματος διεξηγῶ, πῶς κατωρθώθη νὰ εἰσπράττωνται καὶ αὐτὰ τὰ 118,000,000 δραχ. μέχρι τοῦ νῦν. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν νῦν: πῶς ἐπιβάλλετε καὶ ἄλλους φόρους, καθ’ ὃν χρόνον ἐπῆλθεν ἡ στροφή, ἐπῆλθεν ἡ ἀνατίμησις τοῦ νομίσματος, καθ’ ὃν χρόνον ἀναφαίνονται αἱ δυσχέρειαι; Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπεκταθῶ πλειότερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ὁμιλῶ πρὸς ἄνδρας γνώστας τῶν πραγμάτων. Εἶναι δυνατὸν βεβαίως ἀπολύτως, ἀλλὰ δὲν εἶναι πιθανὸν διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς, ὅπως ἡ Πολιτεία λαμβάνῃ παρὰ τοῦ λαοῦ διὰ τῶν φόρων τὸ αὐτὸ ποσὸν, ὅπερ καὶ σήμερον λαμβάνει, — ἂν καὶ καθ’ ὅσον ἤθελεν ἀνέλθει ἡ ἀξία τοῦ χαρτονομίσματος, — ὑπαρχούσης ἐπὶ μακρὸν τῆς γνωστῆς κατὰ ποσὸν ὑποτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος· ἀλλ’ ἂν καταστῇ δυνατὸν νὰ τὸ εἰσπράττῃ, θὰ τὸ εἰσπράττῃ δι’ ἐπιβαρύνσεως πραγματικῆς μείζονος ἢ μέχρι τοῦδε· καθόσον τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων μετὰ τὴν ἀνατίμησιν τοῦ χαρτονομίσματος θ’ ἀντιπροσωπεύῃ μεῖζον ποσὸν θυσιῶν, μεῖζον ποσὸν ἐργασίας, μεῖζον ποσὸν παραγωγῆς ἐθνικῆς, ἑπομένως, καίτοι ἀριθμητικῶς ἴσον, θὰ ἦναι τὸ αὐτὸ ποσὸν μὲ ἀνατετιμημένον νόμισμα, πραγματικῶς ἀνώτερον. Θὰ ἦναι δὲ πραγματικῶς ἀνώτερον καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐμμέσους καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους. Αὐτὸ τὸ ἀνώτερον θὰ ἦναι νέα ἐπιβάρυνσις φορολογικὴ τοῦ λαοῦ πραγματικὴ, ἀνεξαρτήτως τῆς νῦν ἐπιβαλλομένης. Προηγουμένως καθώρισα τὸ ἐτήσιον ἐθνικὸν εἰσόδημα, ἀποτελούμενον ἐκ τῶν εἰσοδημάτων ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν, εἰς 600 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ὁρίσατε αὐτὸ εἰς 900 ἑκατομμύρια, ἢ εἰς πλειότερα ἢ καὶ ὀλιγώτερα, ἡ ὀρθότης τῶν συλλογισμῶν μου δὲν μεταβάλλεται ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἀριθμοῦ. Ὑποθέσατε λοιπόν, ὅτι πᾶσα ἡ παραγωγὴ ἡ ἐτησία, ἡ εἰς προϊόντα καὶ ἄλλα καταναλώσεως εἴδη συνισταμένη, ἀνέρχεται νῦν εἰς 900 ἑκατομμύρια δραχμάς. Σήμερον λαμβάνει τὸ Κράτος ἐξ αὐτῶν 120 ἑκατομμύρια, ἤτοι 12½%. Ὑποθέσωμεν νῦν τὴν ἄκραν ὑπόθεσιν, ὅτι ἀνατιμᾶται τὸ χαρτονόμισμα εἰς τοσοῦτον, ὥστε καθίσταται ἰσότιμον πρὸς τὴν χρυσῆν δραχμήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶσα ἡ ἐτησία παραγωγή, ἡ εἰς προϊόντα καὶ ἄλλα εἴδη, θὰ ὑπολογισθῇ εἰς χρῆμα οὐχὶ εἰς 900 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μόνον εἰς 600 ἑκατομμύρια, ἑπομένως τὰ 120 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξακολουθῇ νὰ λαμβάνῃ τὸ Κράτος ἐκ φορολογίας, δὲν θ’ ἀντιπροσωπεύωσι μόνον 12½% ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ θ’ ἀντιπροσωπεύωσι ποσοστὸν 20%. Ἡ ἐκ τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ νομίσματος φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις εἶναι πρόδηλος, ὡς δεικνύουσιν οἱ ἀριθμοὶ, ὡς πρόδηλος εἶναι καὶ ἡ φορολογικὴ ἀνακούφισις, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος. Ἓν μόνον εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ, καίτοι ἡ ἐξέτασις τούτου δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, ὅτι ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις δὲν θὰ ἦναι μαθηματικῶς ἀκριβής, ὡς δεικνύουσιν οἱ ἀριθμοὶ 12½ καὶ 20%, ἀλλὰ πάντως ἡ ἐπιβάρυνσις θὰ ὑπάρχῃ καὶ θὰ ἦναι μεγάλη, ἐπαισθητὴ καὶ οὐσιώδης ἐπὶ τοῦ φορολογουμένου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἂν ἐπελθοῦσα ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνατίμησις τοῦ νομίσματος, ἢ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ πληρώνῃ ὅσον καὶ νῦν εἰς φόρους, ἀλλὰ πιεζόμενος πλειότερον καὶ πλειότερον μέρος δίδων εἰς τὸ Κράτος ἐκ τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματός του, ἤ, μὴ ἀντέχων, θὰ περιορίσῃ τὰς καταναλώσεις του. Καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἐπέλθῃ ἡ μείωσις τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, θ’ αὐξήσωσι δ’ αἱ καθυστερήσεις τῶν ἀμέσων φόρων, ὧν καθυστέρησις ἢ παρακώλυσις θὰ ἐπέλθῃ καθόλου ἢ κατὰ μέρος μόνον διὰ μειζόνων ἢ νῦν πιέσεων καὶ ἐκτελέσεων κατὰ τῆς περιουσίας τῶν φορολογουμένων ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι, ἂν πάνθ’ ὅσα ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς εἶναι ἀκριβῆ, — εἶναι δὲ ἀναμφισβητήτως κατ’ ἐμὲ ἀκριβῆ, — ἀποδεικνύουσι καὶ καταδεικνύουσι τρανῶς καὶ πασιδήλως τὴν πλάνην ἐκείνων, ὅσοι φρονοῦσιν, ὅτι ὑπάρχει οἰκονομικὴ πρόοδος, ἐπιτρέπουσα καὶ δικαιολογοῦσα νέας φορολογίας ἀκινδύνως, ἐκ τοῦ τεκμηρίου τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, ἐνῷ ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι κατ’ ἀριθμὸν καὶ ὄχι κατ’ ἀξίαν, εἶναι φαινομενικὴ καὶ ὄχι πραγματική· εἶναι αὔξησις παραπλανῶσα εἰς ἐγχειρήματα οἰκονομικὰ ἐπιζήμια διὰ τὴν χώραν. Ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι κακῶς ἐξελέξατε τὸν χρόνον νὰ ἐπαυξήσητε τὰ φορολογικὰ βάρη νῦν, ὅτε συμπίπτει ἡ ἀνατίμησις τοῦ χαρτονομίσματος, ἥτις καθ’ ἑαυτὴν, ἐπαναλέγω, εἶναι πλήρης καὶ τελεία φορολογία. Ἀντὶ δὲ, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ ἐκλείψῃ διὰ μέτρων ἡ πρόοδος τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως, ἡ διὰ τῆς ἀνατιμήσεως ἐπερχομένη, λαμβάνετε μέτρα πρὸς ἔτι μείζονα κατάθλιψιν καὶ ἐπιβάρυνσιν φορολογικήν. Ἀλλ’ εἶναι ἀκριβές, ὅτι ὑπάρχουσα θὰ διατηρηθῇ ἡ τάσις πρὸς ἀνατίμησιν τῆς ἀξίας τοῦ χαρτονομίσματος; Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ναὶ, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου. Ἀλλ’ εἰς τὸ νομισματικὸν ζήτημα γενόμενος, θέλω νὰ ἐξάρω τὴν πρὸς αὐτὸ πλήρη ἀδιαφορίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἐκ τῆς προσφόρου τακτοποιήσεως αὐτοῦ ἐξαρτῶνται αἱ οὐσιωδέστεραι συνέπειαι, οἱ ὅροι καὶ αἱ προϋποθέσεις τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Πρὶν ἤ, νοοῦντες τὴν σημασίαν τοῦ ζητήματος, σκεφθῆτε περὶ τούτου, ἐπιζημίως καὶ καταστρεπτικῶς ἀρχίζετε ἀπὸ τοῦ τέλους, ἀπὸ τῶν παρασκευῶν. Διότι, καὶ ἄν εἰσπράξητε τοὺς ἐπιβαλλομένους φόρους καὶ ἄν κατορθώσητε δι’ αὐτῶν καὶ μόνον νὰ καταρτίσητε τὰς στρατιάς, πῶς θὰ χρησιμοποιήσητε αὐτὰς κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐνεργείας; Ἡ Ῥωσσία καὶ ἡ Ἰαπωνία, περιελθοῦσαι νῦν εἰς πόλεμον, ἐν ἔργον προηγουμένως ἐπεχείρησαν καὶ διὰ μακροῦ χρόνου κατώρθωσαν, καὶ ἄν δὲν συνεπλήρουν αὐτὸ τελείως, δύναμαι νὰ εἴπω, δὲν θὰ διετέλουν καὶ νῦν ἐν πολέμῳ. Καὶ ἡ Ῥωσσία καὶ ἡ Ἰαπωνία διετέλουν ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, κατὰ βαθμὸν μάλιστα ἠπιωτέρᾳ τῆς ἰδικῆς μας, ἀλλὰ καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ δὲ πᾶσαν κατέβαλον δυνατὴν προσπάθειαν πρὸ παντὸς νὰ χρησιμοποιήσωσι τὴν πίστιν, τὰ περισσεύματα, τὰς προσαυξήσεις τῶν φόρων καὶ νέους ἔτι φόρους, ὅπως δι’ αὐτῶν παγιώσωσι τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἦραν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀδιάφορον κατὰ τίνα τρόπον. Ἀλλὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἀμφότερα τὰ Κράτη μετῆλθον πρὸς ἐμπέδωσιν καὶ διατήρησιν μεταλλικοῦ καθεστῶτος, ἀπετόλμησαν δὲ νὰ συγκρουσθῶσι ταῦτα πότε; Ὅτε ἕκαστον αὐτῶν εἶχε καταρτίσει πλέον τέλειον τὸ ταμεῖον τῆς ἀμύνης του. Διότι ἀληθὲς ταμεῖον ἀμύνης διὰ πᾶσαν σπουδαιολογοῦσαν χώραν εἶναι ἡ μεταλλικὴ κυκλοφορία ἐν τῇ χώρᾳ, τὸ μεταλλικὸν ἀποταμίευμα τῶν Τραπεζῶν. Σεῖς συνεπληρώσατε τὰ πάντα, ἐκάμετε ναυτικόν, ἐκάμετε στρατιάς, καὶ ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς κινητοποιήσεως αὐτῶν, —καθ’ ἥν, ὡς διαλαλεῖται πανταχόθεν, ἕκαστος Ἰάπων γνωρίζει τὴν θέσιν ἐν τῷ στρατῶνι, ὅπου εἶναι ἀνηρτημένον τὸ ὅπλον αὐτοῦ ἐν τῷ χρόνῳ τῆς κινητοποιήσεως· — μὲ τί θὰ κινηθῆτε; Θὰ ζητήσητε ἄδειαν παρὰ τοῦ Ἐλέγχου, διὰ νὰ δανεισθῆτε; ἀλλὰ τίς σᾶς δανείζει; Θὰ φορολογήσητε; ἀλλὰ πῶς εἰς ἐξηντλημένον λαὸν θὰ κατορθώσητε τοῦτο; Καὶ ὅταν ὑπὸ τοιαύτας στενοχώρους οἰκονομικὰς περιστάσεις εὑρίσκησθε, ἀντὶ νὰ ἐπιδιώκητε παντοιοτρόπως νὰ συντηρήσητε τὰ δυνατὰ ἀποταμιεύματα, νὰ χρησιμοποιήσητε τὰς προσαυξήσεις καὶ τοὺς φόρους, διὰ νὰ φέρητε ἓν καθεστὼς μεταλλικόν, ματαίως καὶ ἀσκόπως ζητεῖτε νὰ παρασκευάσητε προηγουμένως στρατιάς, δυναμένας βαθμιαίως καὶ κατὰ τάξιν βραδύτερον νὰ γείνωσι. Διότι, μὴ πλανώμεθα, ἡ προσεχὴς ἐνέργεια εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος. Ἄς προορῶμεν τὸ ἀπώτερον μέλλον, καὶ μόνον δι’ αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῶμεν. Ἀλλὰ θὰ λάβωμεν καὶ περὶ πάντων τούτων μέτρα ἐκ παραλλήλου; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν θὰ ληφθῶσι μέτρα· διότι, ἄν ἐπιβληθῶσιν οἱ φόροι αὐτοί, καὶ ἄν οὗτοι οὕτω χρησιμοποιηθῶσι, πρὸς καταναλωτικὴν δηλαδὴ πολεμικὴν παρασκευήν, ἀφοῦ μάλιστα θὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἡ τῶν φόρων τῶν ἐπιβαλλομένων ἀπόδοσις, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν τὰ μέσα, ἵνα παγιώσωμεν τὸ καθεστὼς τὸ νομισματικὸν τῆς χώρας. Δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος νὰ ἀναπτύξω νῦν τὴν πλήρη σημασίαν τοῦ μεταλλικοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ· ἀλλὰ προσέχετε, διότι, δύναμαι νὰ εἴπω μετ’ ἀπολύτου ἀσφαλείας, ἄν προβαίνῃ ἡ ἀνατίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, καὶ καθ’ ὃν βαθμὸν βαίνει, ταυτοχρόνως ἔτι μᾶλλον θὰ ἐπιβαρύνηται ὁ λαός, ἔτι μᾶλλον δ’ ἐπιβαρυνόμενος θὰ καταστῇ, καὶ ἀδύνατον κἄν νὰ δώσῃ ὅ,τι ζητεῖτε. Καὶ ἐνῷ θὰ ἐξαντλῆτε αὐτόν, καὶ θ’ ἀφαιρῆτε τὰ συνήθη αὐτοῦ ἀποταμιεύματα, δὲν θὰ εἰσπράττητε καὶ ὅ,τι νῦν ζητεῖτε καὶ ἐλπίζετε νὰ ἔχητε πρὸς καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ σας. Καὶ ἂν σήμερον ζητῆτε 3,800,000 δραχμὰς, ἢ 3,200,000, κατὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, διὰ τῆς κατὰ 15 λεπτὰ αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ἐκ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, θὰ πεισθῆτε τάχιστα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξητε τόσα, — τὸ λέγω εἰς βάρος τῆς ὑποθέσεώς μου, ἀλλὰ δὲν σημαίνει, — δὲν θὰ εἰσπραχθῶσι τόσα, εἶναι ἀδύνατον, διότι ὑπάρχει νόμος φυσιολογικὸς, εἶναι ἀδύνατον ἡ φορολογία αὐτὴ, συμπίπτουσα μάλιστα μὲ τὴν ἀνατίμησιν τοῦ νομίσματος, νὰ μὴ φέρῃ μείωσιν εἰσαγωγῆς, νὰ μὴ φέρῃ ὁπωσδήποτε περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, ἀληθῶς οὐχὶ τόσον περιορισμὸν, ὅσον θὰ ἔφερεν εἰς ἄλλα μέρη, διότι, ἐπαναλέγω, εἶναι ἔκτακτον φαινόμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλαχοῦ, ὅταν ἐπιβάλληται δασμὸς, κατὰ μεῖζον μέτρον ἢ ὡς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν μειοῦται ἡ εἰσαγωγή. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτὸς βαθμὸς τῆς μειώσεως. Καὶ διατὶ δὲν ὑπάρχει; Διότι εἶναι δυνατὸν, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιβολὴν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ, νὰ μὴ εἰσαγάγητε σῖτον κατὰ τὸ αὐτὸ ποσόν; Εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομήσητε ἐντεῦθεν; Θὰ περιορίσητε ἄλλας ἀνάγκας, ἀλλὰ θὰ πληρώσητε τὸν σῖτον, θ’ ἀγοράσητε αὐτόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ πλεῖστον μέρος τῆς λοιπῆς εἰσαγωγῆς συγκείμενον ἐξ ἐμπορευμάτων καὶ προϊόντων ὁμοίων κατὰ προσέγγισιν πρὸς τὸν σῖτον, ἀναγκαίων ὄντων διὰ τὰς πρώτας ἡμῶν ἀνάγκας τῆς τροφῆς καὶ ἐνδυμασίας. Ἄν ἡ εἰσαγωγὴ ἡμῶν συνίστατο, ὡς ἀλλαχοῦ, ἐξ ἀντικειμένων δευτερευούσης ἀνάγκης, ἐξ εἰδῶν πολυτελείας, τότε βεβαίως ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ μείωσις τῆς εἰσαγωγῆς θὰ ἦτο μεγίστη, θὰ ηὐξάνετο δ’ ἐκ παραλλήλου ἡ ἐξαγωγὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ παραγωγή. Παρ’ ἡμῖν δὲν θὰ συμβῇ τὸ αὐτό· ἀλλὰ πάντως ἐκ τῶν 3,800,000, ἢ κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐκ τῶν 3,200,000 δραχμῶν, ἃς προϋπολογίζετε νὰ εἰσπράξητε ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1,50, βεβαίως θὰ ἔχητε εἰσπράξεις μικροτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐλπίζετε. Ταῦτα θὰ γραφῶσι καὶ θὰ τὰ εἴπωμεν καὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἂν θὰ ἤμεθα ἐδῶ, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ πράγματα δὲν δύνανται ἀπὸ τοῦ φυσικοῦ αὐτῶν ῥοῦ νὰ ἐκτραπῶσι. Πᾶν ὅ,τι μέχρι τοῦδε εἶπον, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τῆς βαρείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιβαρύνσεως ἀφορᾷ εἰς τὸν μέσον ὅρον, δι’ οὗ ἕκαστος πολίτης, ἑκάστη Ἑλληνικὴ οἰκογένεια ἐπιβαρύνεται. Ἀλλὰ μόνος ὁ μέσος ὅρος δὲν διεξηγεῖ ἀσφαλῶς τὰ πράγματα, οὐδ’ ἀποκαλύπτει τοὺς ὑπάρχοντας κινδύνους, τοὺς οἰκονομικοὺς, τοὺς πολιτικοὺς καὶ τοὺς κοινωνικούς. Ἄς ἐρευνήσωμεν εἰδικώτερον τὴν κατάστασιν. Τίς δὲν παρατηρεῖ, ὅτι κατὰ τὴν εἰκοσιπενταετίαν τὴν διαρρεύσασαν, καθ’ ἣν ἐγκατεστάθη ἡ ἔντονος ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσματος, καθ’ ἣν ἐγένοντο τὰ μεγάλα δάνεια, ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ἀνεπτύχθη καὶ διεμορφώθη μία διαφορὰ ἐκ τῆς συνήθους διανομῆς τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων, τῶν ἀστικῶν καὶ χωρικῶν, καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων πόλεων καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων κατοίκων τῆς χώρας; Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἄλλοτε, εἰς παρῳχημένους χρόνους, πρὶν ἢ καὶ ἄλλα τινὰ αἴτια, ἀλλ’ ἰδίως ἡ ἔντονος καταναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ τὰ δάνεια ὑπάρξωσιν, ὑπῆρχε μία τις ἀναλογία τοῦ εἰσοδήματος μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων ἔν τε ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἄλλη ἢ ἡ νῦν ὑφισταμένη. Ἤδη, ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν, βαθμηδὸν διεπλάσθη μία κατάστασις, καθ’ ἣν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀνεπτύχθη καὶ παρ’ ἡμῖν ὅ,τι εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὅπου ὑπῆρξεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ὅπου ὑπῆρξαν δάνεια· ἔλαβε δηλαδὴ ὕπαρξιν μία πλουτοκρατία κατὰ τόπους καὶ πρόσωπα, μία συγκέντρωσις τοῦ πλούτου, τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ τοῦ πλούτου συγκεντρωθέντος εἰς ὡρισμένα μέρη καὶ εὑρισκομένου εἰς χεῖρας ὀλιγωτέρων νῦν ἢ ὅσον ἦτο διανεμημένος ἄλλοτε. Ὅταν τὸ ἀσφαλὲς καὶ ἀναμφισβήτητον τοῦτο γεγονὸς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅταν δ’ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ, προαχθὲν καὶ ὑπάρξαν μὲ τὴν προϋπόθεσιν ἄλλης διανομῆς τοῦ εἰσοδήματος καὶ τοῦ πλούτου, τότε τί θὰ ἴδωμεν; Θὰ ἴδωμεν τὸ ἑξῆς φαινόμενον. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι ἄλλοι λόγοι προκαλοῦσι τὴν μετανάστευσιν, καὶ ὄχι οἱ φόροι, διότι, εἶπεν, οἱ μεταναστεύοντες, χωρικοὶ ὄντες, δὲν πληρώνουσι φόρους, καὶ δὲν πληρώνουσι, διότι τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πληρώνει ἡ γεωργικὴ ἰδιοκτησία παρ’ ἡμῖν, εἶναι μηδαμινὸν ποσὸν ἀπέναντι τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα πληρώνει ἡ ἔγγειος ἰδιοκτησία εἰς τὴν Βουλγαρίαν, εἰς τὴν Σερβίαν, εἰς τὴν Ρουμανίαν, εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν περιέχει ὅλην τὴν ἀλήθειαν, διότι δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι μόνον δι’ ἀμέσων φόρων φορολογεῖται ὁ χωρικὸς πληθυσμός, ἀλλὰ περιέχει μέρος αὐτῆς. Διότι ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ χωρικός, ὁ γεωργός, σχετικῶς δὲν φορολογεῖται, ὅσον ὁ ἀστός. Ἀλλ’ ἂν οἱ χωρικοὶ δὲν φορολογῶνται κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τοὺς ἀστούς, τότε καταλήγομεν εἰς ἓν συμπέρασμα ἀληθές, ἀλλ’ ἀπαίσιον, τότε ἡ ἐπιβαλλομένη νῦν νέα φορολογία ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς πρὸς 1,50 θὰ ἐπιβαρύνῃ μόνον τὸν πληθυσμὸν τῶν πόλεων, θὰ ἐπιβαρύνῃ μόνον 500,000 κατοίκους, θὰ ἐπιβαρύνῃ μόνον τὸ ⅕, τὸ ¼, ἔστω τὸ ⅓ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ὑφισταμένη φορολογία πίπτῃ ἀνίσως μόνον ἐπὶ τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ, ὅταν τὰ ἐπιβαλλόμενα ταῦτα βάρη αὐτὸν κατὰ τὸ πλεῖστον βαρύνωσι, τότε ἡ κατὰ μέσον ὅρον ἀναλογία τῆς ἐπιβαρύνσεως μεταβάλλεται εἰς μέγιστον βαθμὸν κατὰ τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ, καθ’ ὅσον ἐλαφρύνεται διὰ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, ἐπιβαρυνομένους ὀλιγώτερον, διότι δὲν δύνανται καὶ πλειότερον ἐκεῖνοι τῆς πενιχρᾶς των παραγωγῆς νὰ καταβάλωσι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ πεισθῆτε, ὅτι διὰ τῶν ἐπιβαλλομένων φόρων βαρύνεται κατ’ ἐξοχὴν καὶ μονομερῶς ὁ ἐργάτης τῶν πόλεων, τὸ γλίσχρον ἡμερομίσθιον τῆς ἐργατικῆς τάξεως τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς, τῆς Σύρου, τῶν Πατρῶν καὶ τῶν ἄλλων πόλεων. Ἡ δὲ κατὰ μέσον ὅρον ἀναλογία ἐπὶ ἑκάστου κατοίκου τῆς χώρας, ἐλαττουμένη διὰ τοὺς χωρικοὺς πληθυσμούς, οἵτινες δὲν ἔχουσι καὶ δὲν δύνανται πλειότερα νὰ καταβάλωσιν, αὔξεται οὐσιωδῶς διὰ ἀστικοὺς πληθυσμούς, αὔξεται διὰ τὴν ἐργατικὴν τάξιν, τὴν πενομένην τῶν πόλεων τάξιν. Καὶ ὡς παρατηρεῖται ἡ κατὰ τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν δυσαναλογία, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ἀνισωτέρας κατὰ τάξεις διανομῆς τοῦ πλούτου, ἕνεκα τῶν αἰτίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῶν δανείων, οὕτω κατὰ μείζονα λόγον ἔτι μᾶλλον αὐξάνει ἡ δυσαναλογία ἡ φορολογικὴ μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων τοῦ λαοῦ καὶ συντρίβει πλειότερον καὶ δυσαναλογώτερον τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Αἴ! Ὕστερον ἀπὸ ὅλα ταῦτα ἐξακολουθοῦμεν νὰ λέγωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξωμεν ἀκόμη καὶ ἄλλα ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν συνόλῳ! Καὶ δὲν βλέπομεν προφανῆ τὸν κίνδυνον, τὸν μέγιστον κίνδυνον, ὅτι θὰ καταβληθῇ οἰκονομικῶς οὗτος, ἀλλὰ θὰ καταβληθῇ καὶ ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς! Ἡ πατρὶς ὡραῖον καὶ ὕψιστον παράγει συναίσθημα, ἐνθουσιᾷ καὶ τὰς ἐπευφημίας προκαλεῖ, ἀλλὰ καὶ ἡ πενία καὶ ἡ τῶν τέκνων πεῖνα ἀνθρώπινον καὶ τοῦτο εἶναι καὶ βαθὺ συναίσθημα, τὸ ὁποῖον τελείως παρορῶντες, κίνδυνος εἶναι μὴ ἐξαδυνατίσητε τὴν εὐγενῆ ὁρμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἰδέας τοῦ ἐθνισμοῦ του! (Χειροκροτήματα). Φρονῶ λοιπὸν, ἀδιστάκτως, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸς ἀβλαβῶς νέων ἐπιβαρύνσεων φορολογικῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οἱ ἀστικοὶ πληθυσμοὶ ὑπερβαλλόντως ἐβαρύνθησαν, ἡ ἐργατικὴ τάξις κατεβλήθη, οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ πένονται. Ἀλλὰ τί νὰ γείνῃ; Πῶς θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνομολογουμένας ἐθνικὰς ἀνάγκας; Δι’ οἰκονομιῶν; Ποία εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ οἰκονομιῶν, θὰ τὸ εἴπω. Εἶναι δυνατὸν δι’ οἰκονομιῶν νὰ γείνωσι πάντα ταῦτα; Ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσι συστήματα στρατολογικὰ, τὰ ὁποῖα, σύμφωνα ὄντα πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι καὶ ἀρκούντως οἰκονομικὰ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν, τό γε νῦν ἔχον, τὸν λαόν, καὶ νὰ ἔχωμεν ἐλπίδας βοηθείας τοῦ ἐθνισμοῦ. Ἀνέγνωσα τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου, καὶ ἐπείσθην, ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο εἶναι ἀπείρως οἰκονομικώτερον, ἀπείρως προνοητικώτερον τοῦ νῦν ὑποβληθέντος συστήματος. Οὕτως ἐσκέπτετο ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου: «Ἐπιχειρῶ τὴν διάπλασιν στρατοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην, τό γε νῦν ἔχον, νὰ κάμω ὀργανισμὸν στρατοῦ. Θέλω νὰ ἴδω πρῶτον, τί δύναται ὁ τόπος νὰ εἰσφέρῃ εἰς ἄνδρας, τί δύναται εἰς χρήματα, καὶ τότε, κρίνων ἐκ τῶν ὑστέρων, θ’ ἀποφασίσω περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τότε θὰ ἴδω, τίνας καὶ πόσους θὰ κάμω στρατηγοὺς, τότε θὰ ἴδω, ποῖον ὅριον ἡλικίας θὰ ἐπιβάλω, τότε θὰ ἴδω, ἂν εἶναι συμφέρον νὰ ἐπιβαρύνω τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων μὲ 400,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος.» Εἶναι ἓν στοιχεῖον οὐσιῶδες οἰκονομίας τοῦτο. Ἀλλὰ μήπως τὰ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λιμπρίτης; Ἁρμοδίως δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἔχω μίαν γνώμην, ἣν ἐσχημάτισα μετ’ ἀνακοίνωσιν ἰδεῶν καὶ μελέτην τῶν γνωμῶν τῶν διαφόρων ἁρμοδίων. Καὶ ἐμὸν μὲν ἔργον δὲν εἶναι νὰ εἴπω μετὰ κύρους, πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται, ἵνα διοργανώσῃ τις ἄριστον στρατιώτην, ἀλλ’ ἐγὼ, ἐν μέσῳ διαφόρων γνωμῶν εὑρισκόμενος, θὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες τὸ οἰκονομικώτερον συνέστησαν σύστημα τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, χωρὶς αὐτὸ νὰ ὑστερῇ κατ’ ἀξίαν ἄλλων συστημάτων, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἔχει τὴν ἀπολύτως ἀναγκαίαν ἀξίαν, ὅτι εἶναι τὸ μόνον πρὸς τὰς περιστάσεις ἡμῶν ἐφαρμόσιμον καὶ δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύστημα. Ἔχω λοιπὸν τοῦτο. Ἀλλὰ μήπως ἔχω μόνον τοῦτο; Ὁ μικρὸς βαθμὸς, τὸν ὁποῖον φέρει εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ, συγγράψας περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ δώσω πολλὴν σημασίαν εἰς μίαν μελέτην στρατιωτικὴν, ὡς τὴν λέγει ὁ ἴδιος, — καὶ ὁ αὐτὸς προσθέτων ὄχι στρατοκρατικὴν, — ἡ ὁποία τὰς ἡμέρας ταύτας ἐκυκλοφόρησε, καὶ συμβουλεύω πάντα, ὅστις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος θέλει νὰ μορφώσῃ γνώμην τινὰ, νὰ μελετήσῃ τὴν πραγματείαν ταύτην. Θὰ ἴδῃ μετὰ μελέτην ἐπισταμένην, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἰκονομικώτερον στρατολογικὸν σύστημα. Ἀλλὰ πρὸς κύρωσιν τῶν λόγων μου ἔχω καὶ τὴν ἐπιβάλλουσαν γνώμην πολιτικοῦ ἀνδρὸς, διευθύνοντος τὰς τύχας τῆς Ἀγγλίας, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ καθολικὴ ὑποχρεωτικὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἔχω τὴν γνώμην τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, τοῦ Σώλσβαρυ. Αὐτὸς εἰς μίαν ὁμιλία του πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι μέτρα πρὸς ἐνδεχομένην ἄμυναν τῆς πόλεως τοῦ Λονδίνου ἐν περιπτώσει πολέμου, εἶπε πρὸς τὸ συνηγμένον πλῆθος ἐν συμποσίῳ τινί: «Ὁ τόπος δὲν ἀνέχεται τὴν ὑποχρεωτικὴν θητείαν» — ἔλεγε τὴν ὑπερβολὴν αὐτὴν διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς, καὶ προσέθετεν: «ἂν κατορθώσητε νὰ δώσητε νὰ ἐννοήσῃ ὁ λαός, ὅτι ἡ ἄμυνα τῆς χώρας δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν», —καὶ θὰ προσθέσω ἐγὼ «οὐδὲ ἔργον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως», —ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἑκάστου πολίτου, ἑκάστου Ἄγγλου, ὅστις ὀφείλει νὰ μάθῃ κατ’ ἰδίαν τὸν χειρισμὸν τοῦ πολεμικοῦ ὅπλου καὶ τὴν σκοποβολήν, θὰ ἔχωμεν τότε ἀμυντικὴν δύναμιν τοιαύτην, ὥστε οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ μᾶς προσβάλῃ.» Καὶ ἦτο ἐμπνευσμένος ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ταῦτα, διότι ἔβλεπε τότε, ὅτε ἔλεγε ταῦτα, κραταιὰν Δύναμιν ν’ ἀνταγωνίζηται οὐχὶ πρὸς μακρᾶς θητείας στρατόν, ἀλλὰ πρὸς λαὸν στρατιώτην, ὅστις κατεδείχθη ὁ κυριώτερος στρατός, πρὸς τὸν λαὸν τῶν Μπόερς, οἱ ὁποῖοι μόνον μὲ τὴν σκοποβολὴν καὶ μὲ τὸν τραχὺν καὶ λιτὸν βίον, τὸν ὁποῖον εἶχον, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ χρήματα, τὰ ἄφθονα χρήματα, ἠδυνήθησαν ν’ ἀντεπεξέλθωσι...

§197Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ Σώλσβαρυ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ τὸ ἐφήρμοσαν οἱ πατέρες μας κατὰ τὸ 1821.

§198Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ κῦρος τῶν λόγων σας, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτά, ἐπιπροστίθεται εἰς ὅ,τι εἶπον, καὶ χαίρω πολὺ, ὅτι ἔρχεσθε ἀρωγὸς ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ μου ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἔχω λοιπὸν ἓν οὐσιῶδες δεδομένον, μίαν οἰκονομικωτέραν βάσιν, ἓν σύστημα οἰκονομικὸν στρατιωτικῆς συντάξεως, καὶ οὕτως εὐτυχῶς δὲν διατελῶ εἰς ἀπελπισμόν. Ἂν δὲ, τό γε νῦν ἔχον, μὴ δυνάμενος νὰ ἐπιβάλω νέον μέγα καὶ σύγχρονον βάρος, ἀναβάλλω κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ἐν καιρῷ βαθμηδὸν καὶ κατὰ τὴν προσήκουσαν τάξιν κατὰ χρόνον ἐπιβάλλω τὸν ἐξοπλισμόν, δὲν πιστεύω ὅτι παραβλάπτω, ἀλλὰ μᾶλλον ἐνισχύω τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ κυρίου σκοποῦ τῆς ἐνεργείας. Διότι, ἐπαναλέγω, δι’ ἡμᾶς ἀπωλέσθη ἀτυχῶς τὸ προσεχέστατον μέλλον τῆς ἐνεργείας, τὸ μέλλον τῆς αὔριον, καὶ οὔτε ἡ φύσις αὐτὴ τῶν νομοθετημάτων καὶ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἀποβλέπει πράγματι εἰς τὸ μέλλον αὐτό, ἀλλ’ ὑπολείπεται ἀπώτερόν τι μέλλον, καθ’ ὃ, καὶ ὅσον εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν, νὰ ὦμεν ὠργανωμένοι, καὶ ὅσον ἐπιτρέπουσι τὰ τῆς χώρας ἕτοιμοι πρὸς ἐνέργειαν. Τοιούτων χρονικῶν ὁρίων τιθεμένων πρὸς συμπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν μας ἔργων, φρονῶ, ὅτι οὐχὶ τὸ πρῶτον, ἀλλὰ τὸ τελευταῖον εἶναι ὁ ἐξοπλισμός. Τὸν ἐξοπλισμὸν δίδουσιν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας στρατούς, ἀλλ’ ἡμεῖς πρόκειται νὰ μορφώσωμεν στρατόν, —μὴ λησμονῶμεν τοῦτο. — Ὀργάνωσις, συνεχὴς ἐκγύμνασις, πειθαρχία, πίστις ἐφ’ ἡμᾶς αὐτούς, εἰς τὴν διὰ τοῦ στρατοῦ ἐνέργειαν, τὰ ἠθικὰ αὐτὰ προσόντα μορφώνουσι τὸν στρατόν. Καὶ ἡ ἀναγκαία πρόσκτησις πάντων αὐτῶν δὲν εἶναι ἔργον χρημάτων, ἀλλ’ εἶναι ἔργον μακρᾶς, συνεχοῦς καὶ ἐντόνου θελήσεως. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον, ἀλλὰ καὶ τὸ μέγα στάδιον τῆς ἐργασίας. Προηγήθη αὕτη; Ἤρχισε κἄν αὕτη, διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ καὶ τὸν λαὸν πρὸς τὴν ἀνάγκην τῶν δαπανῶν; Ἔσχομεν πολλὰς προσαυξήσεις καὶ ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ τὰ 6 ἢ 7 τελευταῖα ἔτη. Ἂν μέχρι τοῦδε κατηναλίσκοντο εἰς ἄλλας ἀνάγκας αὗται, ἃς διατίθενται, καθ’ ὅσον ὑπάρχουσι, τοῦ λοιποῦ εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν. Δὲν ἐλπίζω ἀληθῶς εἰς περαιτέρω προσαυξήσεις ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνατίμησις τοῦ χαρτονομίσματος· ἀλλ’ ἡ εἰσπρακτικὴ ἱκανότης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ καὶ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν νόμων τῶν φορολογικῶν περὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν παρατηρουμένη, δύναται νὰ διατηρήσῃ καὶ αὐξήσῃ τὰς ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων οὐχὶ προσαυξήσεις, ἀλλὰ εἰσπράξεις. Εἶπον περὶ τῆς εἰσπρακτικῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ θέλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ ταύτης. Παρεπονέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μιᾷ τῶν ἡμερῶν, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνος διὰ τῆς εἰσπρακτικῆς του ἱκανότητος κατώρθωσε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, μεγάλα ποσὰ ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν θυλακίων τῶν φορολογουμένων καὶ εἰσαγάγῃ ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀπεδέχθη τὴν ἀλήθειαν τοῦ γεγονότος τούτου ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργός, ἀλλ’ εἶπεν: «εἶμαι τάχα ἀξιοκατάκριτος, ὅτι διὰ τῆς μετ’ ἐπιμονῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ὅτι διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν νόμων κατώρθωσα νὰ φέρω τὴν ἴσην εἴσπραξιν τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τὴν αὔξησιν αὐτῶν;» Ὁμολογουμένως ἡ τοιαύτη εἰσπρακτικὴ ἱκανότης εἶναι ἀρετή, καὶ ἐξαίρω ταύτην, πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἀρετή, ὅταν αὕτη φέρῃ εἰς τὴν ἰσότητα, ὅταν φέρῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων. Ἀλλ’ εἶναι μέγα ἐλάττωμα, ὅταν ἐκεῖνος, παρ’ οὗ ἐκβιάζεται ἡ εἴσπραξις, βλέπῃ τὰ παρ’ αὐτοῦ εἰσπραττόμενα, βλέπῃ τὸν ἄρτον τὸν ἀναγκαῖον τῶν τέκνων του διατιθέμενον εἰς δαπάνας — ἂς μὴ εἴπω κομματικὰς — εἰς δαπάνας πολυτελεῖς, εἰς δαπάνας μὴ ἀναγκαίας, τοσοῦτον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῶν μειζόνων εἰσπράξεων αὐξηθείσας, χωρὶς οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ διατεθῇ μέρος αὐτῶν τῶν προσαυξήσεων ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, δι’ ἣν αἰφνιδίως καὶ ἀθρόως τοσαῦται ἀδύνατοι ζητοῦνται νῦν θυσίαι. Ἀλλ’ ἂς κάμωμεν νῦν οἰκονομίας. Τίνα γνώμην ἔχω περὶ τῶν οἰκονομιῶν; Αἱ δαπάναι πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἔχουσιν εὐδιάκριτον γνώρισμα, ἂν εἶναι δαπάναι ἀναγκαῖαι, ἂν εἶναι ἐπωφελεῖς, ἂν εἶναι πολυτελεῖς ἢ περιτταί. Αἱ δαπάναι πρὸ τῆς ἐπιβολῆς των, μὲ μικρὰν καλὴν θέλησιν, μὴ οὖσαι ἀναγκαῖαι, δύνανται νὰ παραλειφθῶσιν. Ἀλλ’ αἱ δαπάναι, ἐπιβληθεῖσαι ἅπαξ, καὶ δυσχερῶς ἀναγνωρίζονται μετ’ ἀκριβείας ποῦ κατατάσσονται, ἀλλὰ καὶ μεγάλην θέλησιν ἀπαιτοῦσιν, ἵνα καταργηθῶσιν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ δηλώσω ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ἑκάστῳ κονδυλίῳ καὶ ἐδαφίῳ καὶ κεφαλαίῳ τὰς ἀποδεκτὰς οἰκονομίας. Ἁρμόδιοι εἶναι μᾶλλον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὸν διεπράξαντο τὰ κοινὰ, οἵτινες ἐν τοῖς ἔργοις κατεῖδον ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ τὸν βαθμὸν τῆς χρησιμότητος ἢ ἀχρηστίας τῶν ἀναγραφομένων δαπανῶν. Εἰς αὐτοὺς ἀφίνω τὸ ἔργον τοῦτο. Ἐγὼ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν συμμερίζομαι· ἐγὼ οὐχὶ εἰδικῶς, ἀλλὰ γενικῶς δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ νὰ τὸ εἴπω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι καὶ μὲ τὸ καθεστὼς σύστημα τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δαπανῶν δύνανται νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι. Τίς θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαίαν τὴν δαπάνην πρὸς συντήρησιν πολλῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες οὐδὲ δίωρον καθ’ ἑκάστην ἐργάζονται ἐν πολλοῖς γραφείοις ἐνταῦθα καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις; Ἀλλ’ ἡ σοβαρότης ἡ μεγάλη τῶν οἰκονομιῶν ἔγκειται ἀλλαχοῦ, ἔγκειται εἰς αὐτὴν τὴν μεταβολὴν τῶν πολυπλόκων διοικητικῶν ὀργανισμῶν παρ’ ἡμῖν. Εὐρὺ στάδιον οἰκονομιῶν μεγίστων, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν βαθμιαίων. Ἀλλ’ ἡ περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ συζήτησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ καὶ προκληθῇ ἢ ὑπὸ Κυβερνήσεων, ὅταν αὗται, κατανοοῦσαι πράγματι τὴν ἀνάγκην τὴν ὑψίστην τῶν μεγάλων οἰκονομιῶν, πεισθῶσιν, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες ὑπηρεσιακοὶ ὀργανισμοὶ οὐ μόνον πολυδάπανοι διὰ τὸ μικρὸν μας Κράτος εἶναι, ἀλλὰ καὶ πιέζουσι καὶ στενοχωροῦσι τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Ἐν παραδείγματι ἀναφέρω τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν παρ’ ἡμῖν, ὃν καὶ κάλλιον τῶν ἄλλων γνωρίζω. Ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν στοιχίζει πλειότερον εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, ὅσον ἡ ἀπὸ τῶν χρόνων ἐκείνων ἐπιβληθεῖσα εἰς ἡμᾶς Πολιτικὴ Δικονομία ὑπὸ τῶν Βαυαρῶν, ῥιζικῶς ὅμως καὶ παρ’ ἐκείνοις νῦν μεταβληθεῖσα. Ἡ μέχρις ἐλαχίστων ἄρθρων κατάργησις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι καὶ θεωρεῖται τὸ πρῶτον εὐεργέτημα καὶ εἷς ὅρος τῆς ἐν Αἰγύπτῳ οἰκονομικῆς προόδου. Ἐρωτήσατε διαδίκους, δικαστὰς, δικηγόρους ἐν Αἰγύπτῳ· πάντες μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἐξαίρουσι τὴν πλήρη τῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴν οὐ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δικαίου αὑτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ὠφελίμου, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων. Εἶναι δὲ καὶ Ἕλληνες οἱ ἐκεῖ δικαζόμενοι, Ἕλληνες οἱ ἐκεῖ δικάζοντες, Ἕλληνες οἱ ἐκεῖ συνηγοροῦντες. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ εἶναι — καὶ ἐπανέρχομαι καὶ αὖθις εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτήν, εἰπόντα τοῦτο, — ἐπιστήμη κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὴ, δὲν εἶναι θεωρία. Καὶ ὅμως οἱ Ἄγγλοι ἐκεῖ, εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἶπον: «δὲν εἶναι ἡ Πολιτικὴ Δικονομία πρόσφορος καὶ κατάλληλος δι’ ἀνατολικοὺς λαοὺς, συνηθισμένους ἐπὶ αἰῶνας εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Πασσᾶ...»

§199Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ὑπεστήριξα τοῦτο. Διαμαρτύρομαι.

§200Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔχετε δίκαιον. Δὲν ἐνοήθην, διότι δὲν ἐπρόφθασα νὰ συμπληρώσω τὴν γνώμην μου. Εἶπον τὸ ἑξῆς: Ἔλαβον παρ’ ὑμῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἀλήθεια, ὅτι δηλαδὴ «ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐπιστήμη κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὴ, δὲν εἶναι θεωρία». Κατὰ τί σᾶς βαρύνει αὐτό, θὰ τὸ εἴπω ἀμέσως. Οἱ Ἄγγλοι λοιπὸν οὕτως ἐφήρμοσαν τὴν ἀλήθειαν ταύτην διὰ τὴν Αἴγυπτον. Δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσχερείας καὶ τὰ προσκόμματα, ἀλλὰ νοήσαντες τὸ ὀρθὸν ἐπέβαλον ἐκείνην τὴν δικονομίαν, τὴν προσφυᾶ διὰ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔγκειται τὸ ζήτημα· τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς εἰρημένης ἀληθείας βαρύνει τὸν φίλον μου. Ἂν καὶ ἡμεῖς ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ οὐσιωδῶς καὶ ῥιζικῶς ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, τότε θὰ ἀντέτασσον ἡμῖν: «Πῶς παραβιάζετε τὴν πολιτικὴν, ἥτις εἶναι πρακτικὴ ἐπιστήμη, καὶ ζητεῖτε τοσαύτας ῥιζικὰς μεταβολάς; Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἰσχύουσαν δικονομίαν ἐμορφώθησαν σχέσεις, ἐγεννήθησαν συμφέροντα. Παρακωλύει ἡμᾶς καὶ ἡ πολιτικὴ ἡ πρακτικὴ νὰ πράττωμεν ὅ,τι πρέπει· πρέπει νὰ συμμορφώμεθα πρὸς ὅ,τι ὑπάρχει. Ἔχομεν κόμμα, ἔχομεν δικηγόρους, ἔχομεν Δικαστήρια ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἔχομεν ἄλλα μείζονα συμφέροντα ἐν ἄλλοις ζητήμασι.» Καὶ εὐλόγως φοβοῦμαι, ὅτι τοιαῦται ἀντιρρήσεις θ’ ἀντιταχθῶσιν, ὅταν βλέπω τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, ἐλθόντα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς πρακτικῆς πολιτικῆς. Ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρακτικὴν πολιτικὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τί ἰσχυρίζεται καὶ τί ἐφαρμόζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης; Ὅτε λόγος ἐγίνετο περὶ τῶν ἀτελευτήτων μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐνθυμεῖσθε, τί ἀπήντησεν οὗτος: «Μὴ σπεύδετε· ἔχω καὶ ἄλλα ἀκόμη νὰ διαπράξω· ἄφετε νὰ συμπληρώσω τὰς μεταθέσεις, ἄφετε νὰ ἴδητε τὸ τέλος τῆς πολιτικῆς μου, διότι δὲν ἔληξεν ἔτι αὕτη, καὶ τότε συζητοῦμεν». Καὶ ἔλεγε ταῦτα μετὰ θάρρους, τὸ ὁποῖον προσέδιδεν εἰς αὐτὸν ἓν γεγονὸς, ὅπερ ἐθεώρει ἀλλότριον ἑαυτοῦ ἔργον νὰ μεταβάλῃ, ἢ νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ ἐκδηλώσῃ τοὐλάχιστον τάσιν νὰ μεταβάλῃ· ἐδικαιολόγει τὰς μεταθέσεις, λέγων: «τί τὰ θέλετε, Κύριοι! αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις!» Ἐνόει δηλ. δι’ αὐτῶν: «Πῶς θὰ διατηρήσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν; Δὲν θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς εἰρηνοδίκας, τοὺς ὁποίους ζητοῦν καὶ θέλουν; δὲν θὰ δώσωμεν τοὺς ἀστυνόμους; δὲν θὰ τοποθετήσωμεν τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς λειτουργοὺς κατὰ τὴν εὔνοιαν τῶν συμπολιτευομένων Βουλευτῶν πρὸς αὐτούς; Καὶ ἂν οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔχωσι τοιαῦτα προσκτήματα, τίνα πολιτικὴν σημασίαν ἔχουσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των; ποία ἡ προσωπική των ὑπεροχή; Ἕκαστος αὐτῶν δὲν εἶναι ὁ ἡγεμὼν καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του; Καὶ ἂν ταῦτα πάντα ἀρνηθῶμεν, ἢ καὶ ἂν ἔστω περιορίσωμεν, πῶς θὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν ἀρχήν;» Αὐτὴν τὴν πρακτικὴν πολιτικὴν προσῆλθε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου; Ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τῆς πρακτικῆς πολιτικῆς βαρύνει αὐτόν. Ἀλλὰ τέλος πάντων τίς θὰ μεταβάλῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν ὑπάρχουσαν, τὴν φθοροποιόν; πότε θὰ μεταβληθῇ αὕτη; Δὲν ὑπάρχει οὐδ’ ἴχνος ἐσωτερικῆς δυνάμεως παρ’ ἡμῖν πρὸς ἀντίδρασιν κατὰ τῆς καταστάσεως; Καὶ δὲν θὰ ἦτο ὁ καταλληλότατος χρόνος νῦν, ὅστις καθιστᾷ τὸ ἔργον εὐχερές, ὅπως ἐπιχειρήσητε τὴν ἔναρξιν τῆς βαθμιαίας ἔστω μεταλλαγῆς τῆς καταστάσεως ταύτης ἐπὶ τὰ βελτίω, τοὐλάχιστον καθ’ ὅσον ἡ βελτίωσις αὕτη συνδέεται πρὸς οἰκονομικὰς τοῦ δημοσίου ταμείου ὠφελείας; νῦν, ὅτε ζητεῖτε τὰς ἐσχάτας ὑλικὰς θυσίας παρὰ τοῦ λαοῦ, νῦν, ὅτε ἰσχυρίζεσθε, ὅτι διεπράξατε καὶ τὰς ἐσχάτας οἰκονομίας, διὰ νὰ ζητήσητε τὴν συμπλήρωσιν τῶν δημοσίων ἀναγκῶν διὰ νέων φόρων; Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ὑμεῖς, προβαίνοντες καὶ συμβοηθοῦντες εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, καταρρίπτετε καὶ τὰ προσχήματα, διὰ νὰ εὕρητε δικαιολογίαν εἰς τὰς ἀνακηρυχθείσας ὑφ’ ὑμῶν ἀρχὰς τοῦ ἀμεταβλήτου τῆς καταστάσεως, πολλαπλασιάζοντες νῦν καὶ αὐξάνοντες μετὰ τῶν φόρων ἔτι μᾶλλον τὰ μέσα καὶ τὰς παροχὰς πρὸς συντήρησιν τῆς πλειονοψηφίας! Καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ πιστευθῆτε παρὰ τοῦ λαοῦ, ὅτι μὲ τοιοῦτον κυβερνητικὸν σθένος θὰ μορφώσητε στρατόν! Λυποῦμαι βαθύτατα, Κύριοι, διὰ τὴν κατάστασιν, καθ’ ἧς δὲν ἀνευρίσκομεν φάρμακον ἐν ἡμῖν αὐτοῖς, ἀλλὰ ζητοῦμεν τοιοῦτον μόνον ἐκτὸς ἡμῶν. Ἀλλὰ λυποῦμαι περισσότερον, ὅτι κῆρυξ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἐγένετο ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὃν τιμῶ. Εἶναι εἷς πολιτικὸς παράγων, καὶ δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐλαττῶται καὶ αὐτοῦ ἡ πολιτικὴ σημασία ἐν τῇ συνειδήσει τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Ἐπεθύμουν ἄλλην μίαν φοράν, ὄχι νὰ ἦναι αὐτὸς παρὰ τὸ πλευρόν μου, ἀλλὰ νὰ ἦμαι ἐγὼ παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτοῦ καὶ τοῦ σεβαστοῦ μοι στρατηγοῦ, καὶ νὰ συναγωνιζώμεθα, ὡς κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογάς, πρὸ μικροῦ χρόνου, πείθοντες τὸν λαὸν ὑπὲρ τῆς κατισχύσεως εὐγενοῦς ἰδέας, τῆς ἰδέας τῆς ἐγκαταστάσεως ἀνοθεύτου κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος, ὑπὲρ οἰκονομιῶν, ὑπὲρ βελτιώσεως καὶ προόδου τῆς κομματικῆς καταστάσεως. Ὁ λαὸς ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τότε τὴν νίκην, τὴν μεγάλην νίκην. Ἀλλ’ ἡ μεγάλη ἐκείνη νίκη ἐχρησίμευσεν εἰς ἡμᾶς νὰ συντρίψωμεν τὸ εἴδωλον τῆς ἰδέας! Καὶ ἤδη οἱ μόλις πρὸ μικροῦ ἔνθερμοι καὶ εἰλικρινεῖς συναγωνισταὶ εἰς τοσαύτην περιήλθομεν ἀντίθεσιν ἰδεῶν, ὥστε σεῖς μὲν νὰ λέγητε «πληρώσατε φόρους», ἡμεῖς δὲ, τοῦ ἀπέλπιδος πλέον λαοῦ ἐκφράζοντες τὸ συναίσθημα, νὰ κραυγάζωμεν: «ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ πληρώσωμεν!» (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ χειροκροτήματα). Δὲν θέλω πλέον νὰ ἐξακολουθήσω· εἶναι καιρὸς νὰ καταπαύσω τὸν λόγον, καίτοι ἠδυνάμην νὰ συμπληρώσω αὐτόν. Καταλήγων, Κύριοι, ἐν συνόψει διατυπῶ τὴν γνώμην μου. Θεωρῶ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, τὸ πολεμικὸν ζήτημα, ὅτι εἶναι ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομικὸν, τὸ δὲ οἰκονομικὸν, ὅτι εἶναι ζήτημα δημοσίας ἀσφαλείας καὶ δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι ζήτημα χρόνου καὶ θελήσεως. Οὕτως ἀντιλαμβανόμενος τὸν ἐθνικὸν σκοπὸν, ἄλλην τάξιν ἀκολουθῶ πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτοῦ. Θὰ καταψηφίσω τοὺς φόρους, ἔστω καὶ ἂν οὐδὲν πρόκηται νὰ συντελεσθῇ ἄνευ αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἦναι δυναταὶ αἱ οἰκονομίαι. Ἀλλ’ εὔχομαι εἰς τὸν Ὕψιστον, ἐγὼ μὲν ἀπαισιόδοξος νὰ χαρακτηρισθῶ, νὰ θριαμβεύσῃ ὅμως, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, τὸ ἔθνος, ἡ ἰδέα τοῦ ἐθνισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§201Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις παρετάθη· ἡ Βουλὴ, ἐπὶ τόσας ὥρας ἐργασθεῖσα ἐντὸς τριάκοντα ὡρῶν, εἶναι κεκμηκυῖα, καὶ σπεύδει εἰς τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω, καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραττομένων καὶ ἐπιβαλλομένων ἀντισηκωμάτων διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, διότι ἀναμφισβητήτως, ὡς ἀποδεικνύεται δι’ ἐπισήμων ἀριθμῶν, δι’ αὐτοῦ ἐπιβάλλει ἀντισηκώματα καὶ χρηματικὰς ποινὰς περὶ τὰ τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων μόνον τῶν ὑπὸ τῶν ὀρφανῶν καταβαλλομένων, τὰ ὁποῖα ηὔξησεν εἰς 400 δραχμὰς, θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1,500,000 δραχμῶν, μετὰ δὲ τῶν ἐκ τῶν διαθεσίμων καὶ τῶν ἀνυποτάκτων τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 3 ἑκατομμύρια καὶ πλέον ἐνιαυσίως. Ὥστε αὐτὸ νομίζω ὅτι θὰ ἦναι ἀρκετὰ εὐχάριστον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εὐχάριστον καὶ διὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι, ἐὰν τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια πρόκηται νὰ ἐπιβληθῶσι διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλαφρώσῃ κατὰ τρία ἑκατομμύρια τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε, καὶ ἰδίως τὰ αὐξάνοντα τοὺς φορολογικοὺς ὅρους τῶν ἤδη βαρέως φορολογουμένων εἰδῶν, οἰκοδομῶν καὶ ἐπαγγελμάτων.

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§203Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ ἐλάχιστον, Κύριοι, θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι μετὰ τὴν πολυήμερον συζήτησιν εἶναι ἀληθῶς κεκμηκυῖα. Ὅσα δὲ θὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν σκοπὸν δὲν ἔχουσι νὰ μεταπείσωσί τινα, διότι γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἐσχηματισμέναι ἤδη αἱ γνῶμαι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν κληθῶσι νὰ δώσωσι ψῆφον μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην, θέλουσι δώσει τοιαύτην ὑπὲρ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται, ὡς καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι δώσει ψῆφον ἀντίθετον. Τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθησόμενα ἀποβλέπουσι, Κύριοι, εἰς τὴν δικαιολογίαν τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θέλω κληθῆ νὰ δώσω. Ἐθαύμασα, Κύριοι, ἀληθῶς τὴν δεξιότητα τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετὰ τῆς ὁποίας οὗτος, δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν ἔδιδε πρὸς αὐτὸν ἡ πρό τινων ἡμερῶν γενομένη ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ἔθηκε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ σήμερον ἀκόμη τὴν Βουλήν. Θαυμάζω, λέγω, διότι, ἐνῷ ἀφετηρία πρὸς συζήτησιν δὲν ὑπῆρχε, μὴ ἀρξαμένης εἰσέτι τοιαύτης ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς, ἐπωφελούμενος τῆς περιστάσεως, προεκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤνοιξε τὸ στάδιον αὐτῆς· ἀλλὰ παραδόξως τὴν συζήτησιν ἔτρεψεν ἐκεῖ, ὅπου οὐδένα λόγον εἶχε νὰ τραπῇ ἡ συζήτησις, τουτέστι προεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ὑποδείξῃ δὲ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσιν, ἵνα ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ νομοθετήσῃ, ἢ νὰ γένηται εἰσηγητὴς νομοθετημάτων, προεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ κυβερνήσῃ, ἀνατρέψας αὐτοὺς τοὺς ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους κυβερνῶνται τὰ συνταγματικὰ Κράτη, ἀφοῦ ἔθετε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ θέσει τῆς Κυβερνήσεως, ἐλάμβανε δὲ αὐτὴ τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διότι ἐν κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι δὲν εἶναι βεβαίως ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ συμβουλεύειν καὶ ὑποδεικνύειν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα τῆς διοικήσεως κατὰ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου, δὲν εἶναι ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ ὑποδεικνύειν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα τὰ ληπτέα παρ’ αὐτῆς, ἵνα ἀντικρύσῃ τὰς περιστάσεις. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἓν ἔργον ἔχει, νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὁσάκις παρανομῇ, νὰ συζητῇ ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων ὑπ’ αὐτῆς προτάσεων εἰς τὴν Βουλήν, νὰ δέχηται ὅσα ἔχουσιν ὀρθῶς ἐκ τῶν ἐν ταῖς προτάσεσι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐργάζηται πρὸς βελτίωσιν τῶν προτάσεων αὐτῶν διὰ τῆς συζητήσεως. Δὲν εἶναι ὅμως ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ προτείνειν μέτρα οἰκονομικά, ἢ μέτρα διοικητικὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὅμως ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξάγεται ἡ συζήτησις! Καὶ ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν κατέβαλε προσπάθειαν, ἵνα ἄρῃ ἐκ τῶν ἐξόδων πᾶσαν πρόσθετον δαπάνην, βαρύνουσαν τὸν Προϋπολογισμόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη ὡς ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ ἐργασθῇ, ἵνα περιστείλῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἐπέτυχεν οἰκονομίας τινάς, ἀνερχομένας εἰς τὸ ποσόν, ὃ ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τότε καὶ μόνον ἐσκέφθη, ὅτι χάριν τῶν ὑψίστων ἀναγκῶν τῶν ἐθνικῶν, περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ὁποίων πρόκειται, ἀναγκαῖον ἦτο νὰ προσφύγωμεν εἰς νέαν φορολογίαν, τότε καὶ μόνον ἀπεφάσισε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιβάρυνσιν φορολογικήν, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιβάρυνσιν κατὰ 14 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον. Καὶ ἡ μὲν βεβαίωσις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει ἐξετασθῆ ἐν καιρῷ, κατὰ πόσον εἶναι βάσιμος καὶ εἰλικρινής. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω ἀπὸ τοῦδε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τοῦτο πράττω, ἵνα παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐνδόσιμον, ὅπως κρίνῃ, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον δὲν εἶναι μόνον ἐξεταστέον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἀφ’ ἧς ἐξετάζεται, δὲν εἶναι μόνον ἐξεταστέον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν· εἶναι ἐξεταστέον καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀκόμη ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας οὐδόλως μέχρι τοῦδε ἐθίχθη οὐδ’ ἠρευνήθη. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν τῶν σκέψεων αὐτοῦ προέταξε τὴν βεβαίωσιν, πρῶτον, ὅτι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἐπείγουσα παρίσταται νὰ ὀργανωθῶμεν στρατιωτικῶς νὰ παρασκευάσωμεν τὸ ἔθνος καὶ φέρωμεν αὐτὸ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ δύνηται ἐν δεδομένῃ περιστάσει, εἴτε ἐν προσεχεῖ εἴτε ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι κειμένῃ, νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ δίκαια· δεύτερον, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη ἡ ἐθνικὴ δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ, εἰμὴ ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν αὐξηθῇ κατὰ 6,659,032 δραχμάς· καὶ τρίτον, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 6,659,032 δραχμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἐξ οἰκονομιῶν εἰσαγομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὅτι διὰ φορολογίας, καὶ μόνον διὰ φορολογίας, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν. Ἀμφισβητῶ, Κύριοι, ἐν πρώτοις τὴν βάσιν ταύτην τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τοῦτο, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ ζήτημα ὀφείλει, ὡς εἶπον, νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ὅλως διαφόρου, καὶ οὐχὶ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δυνατοῦ τῶν οἰκονομιῶν. Οὐδεὶς βεβαίως ἀρνεῖται, ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς, ἡ μικρὰ αὕτη γωνία τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἡ ἔχουσα ἀποστολὴν καὶ λόγον ὑπάρξεως νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ δίκαια καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ πάσης θυσίας τὴν ἑνότητα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ μέλλοντι, καθῆκον ἀπαραίτητον ἔχει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀμφισβητῶ, Κύριοι, τὴν ἑτέραν βάσιν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀμφισβητῶ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, εἰμὴ διὰ προσθήκης δαπανῶν ἓξ καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀμφισβητῶ δὲ τέλος καὶ τὴν τελευταίαν βάσιν τῶν σκέψεων αὐτῆς, ὅτι τουτέστι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, εἰμὴ δι’ ἐπιβαρύνσεως φορολογικῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, Κύριοι, ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ὀφείλω νὰ θέσω ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Βουλῆς καὶ ἕτερον στοιχεῖον μελέτης καὶ ἐκτιμήσεως, παροραθὲν μέχρι τῆς ὥρας, ἵνα ἀρτία ἀποβῇ ἡ κρίσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἐὰν αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως δὲν αὐξάνομεν αὐτάς, κατὰ τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸ τρέχον μόνον ἔτος. Αἱ ἀνάγκαι, εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ὁποίων ἀποβλέπει ἡ αὔξησις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, δὲν εἶναι μόνον σημεριναί, δὲν ἔχουσι διάρκειαν μόνον ἑνὸς ἔτους ἢ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ταχέως θεραπευομένων καὶ ταχέως ἐκλειπουσῶν, ὡς δύναται νὰ ἦναι ἄλλη τις ἀνάγκη τῆς διοικήσεως· δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξακολουθῶσιν ὑφιστάμεναι ἐπὶ ἔτη μακρά· διότι ἡ ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατάστασις, ἡ δημιουργοῦσα αὐτὰς, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι εἶναι μόνιμος καὶ ὅτι θὰ ἔχῃ διάρκειαν μακρὰν, ἴσως δὲ καὶ δείνωσιν βαρυτέραν ἐν τῷ μέλλοντι. Αἱ αὐξήσεις λοιπὸν δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἔχωσι διάρκειαν ἐτῶν πολλῶν· διότι μακρὰ θὰ ἦναι ἡ σειρὰ τῶν ἐτῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, οὐ μόνον νὰ δαπανῶμεν ὅσα ποσὰ ἀνεγράφησαν ἤδη εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ἴσως καὶ πλέον αὐτῶν, χάριν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ἂν αὗται ἀπαιτήσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι θυσίας βαρυτέρας, ὡς τοῦτο εἶναι πιθανὸν, μᾶλλον δὲ βέβαιον. Ἂς ἴδωμεν ἤδη, ὁποία εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν 18,397,021 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφέτος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφει, ἐξ 20,556,053 δραχμῶν, ὑπάρχει ἐπὶ πλέον διαφορὰ δραχμῶν 2,159,932. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Αἱ στρατιωτικαὶ ἡμῶν δαπάναι αὐξάνουσι καὶ κατὰ ἕτερον, πολὺ τούτου ἀνώτερον, ποσόν, διότι αὐξάνουσι καὶ κατὰ τὸ ποσὸν, ὃ προορίζεται ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης· αἱ δαπάναι δὲ αὗται θὰ ἦναι ἐπίσης διαρκεῖς. Θὰ ἦναι δὲ πολὺ πλέον διαρκέστεραι αὗται, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκ τοῦ νόμου εἰσπράξεων αὐτοῦ συνομολογηθῇ δάνειον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἤτοι κατορθωθῇ ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ ἵδρυσις τοῦ ταμείου. Διότι τότε, καὶ ἕνεκα τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, οἱ πόροι τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, θὰ μένωσιν ἄθικτοι καὶ ἀπαραμείωτοι ἐπὶ ἔτη μακρά. Προστίθεται λοιπὸν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ποσὸν δρ. 4,500,000, διὰ τοῦ ὁποίου προικοδοτεῖται ἐτησίως τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ οὕτω, Κύριοι, ἔχομεν προϋπολογισμὸν στρατιωτικῶν δαπανῶν ἐκ δραχ. 25,056,053. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερον ποσὸν, ἐπίσης σημαντικὸν, σχετικῶς πρὸς τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἀποβλέπον καὶ τοῦτο εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπίσης μονίμως καὶ διαρκῶς θέλει δαπανᾶσθαι ἐν τῷ μέλλοντι, αὐξανόμενον ἴσως σὺν τῷ χρόνῳ, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον καθιεροῦμεν χάριν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, τὸ ποσὸν τῶν 8,412,474 δραχμῶν, ὅσαι ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, μετὰ τὸν καθορισμὸν τῶν δαπανῶν τούτων, αἵτινες θὰ ᾖναι, ὡς εἶπον, δαπάναι διαρκοῦσαι ἐπὶ ἔτη μακρὰ, ἃς ἐξετασθῇ, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἄλλαι δαπάναι τοῦ Κράτους, αἵτινες ἐπίσης καὶ αὐταὶ εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ ἀναγκαῖαι, μὴ σχετιζόμεναι ὅμως ἀμέσως πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ πρὸς τὰ ἔργα εὐνομουμένης καὶ φιλελευθέρας Πολιτείας, καὶ αἵτινες οὐδέποτε θέλουσιν ἐκλείψει, ἴσως δὲ καὶ θέλουσιν αὐξήσει ἐν τῷ μέλλοντι. Εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ προστεθῇ ποσὸν 8,645,536 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὸν τίτλον «ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους»· διότι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις ἐκεῖναι, αἱ ὅλως ἀπαραίτητοι, ὡς εἶναι ἡ βασιλικὴ χορηγία, ὡς εἶναι ἡ λειτουργία τῆς Βουλῆς, ὡς εἶναι αἱ συντάξεις. Ἔχομεν εἶτα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις ἀπορροφᾷ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν 36,546,990 δραχμὰς, καὶ ἡ δαπάνη εἶναι ἀπαραίτητος, ἀναγκαία καὶ διαρκής. Ἔχομεν κατόπιν τὰ ἔξοδα διοικήσεως, ἐπιστασίας, βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, δαπάνην δηλαδὴ ἐπίσης ἀπαραίτητον καὶ ἀναγκαίαν, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἐσόδων. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπὶ τέλους ἀναγράφεται κατ’ ἀνάγκην, καὶ κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβάνεται ὡς τακτικὴ, καὶ ἑτέρα δαπάνη, κατ’ ἔτος ἀναγραφομένη, ἡ δαπάνη διὰ διαφόρους πληρωμὰς ἐκ δραχ. 4,691,973. Οὕτω, Κύριοι, διὰ τῶν δαπανῶν τούτων, τῶν ἀπαραιτήτων, ἀναγκαίων, μονίμων καὶ διαρκῶν, ἔχομεν ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος βαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἐξ 93,046,503 δραχμῶν. Ἔχομεν δὲ προϋπολογισμὸν ἐξόδων, οἷον ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκ δραχμῶν 117,836,428. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δὲ τῶν δραχμῶν 93,046,503, τῶν ἀναγκαίων καὶ κατ’ ἔτος ἐπαναληπτέων δαπανῶν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων δὲν μένει ἄλλο ὑπόλοιπον, εἰμὴ 24,789,925 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις θὰ διοικήσῃ τὸ Κράτος, τὸ πληρῶνον κατ’ ἔτος εἰς τὸν δημόσιον μὲν θησαυρὸν 120 ἑκατομμύρια, ἄλλα δὲ τόσα ἴσως εἰς τὰ ὄργανα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προνοήσῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, περὶ τῆς ἀστυνομίας, περὶ τῆς διοικήσεως ἐν γένει, περὶ τοῦ ἐμπορίου, περὶ τῆς βιομηχανίας, περὶ τῆς γεωργίας, περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ τῆς δικαιοσύνης, περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας, περὶ τῆς συγκοινωνίας, περὶ τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ καὶ περὶ τῆς Ἐκκλησίας, περὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ ἐν γένει ἐξ αὐτοῦ θὰ δαπανᾷ πρὸς θεραπείαν ὅλων ἐκείνων τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ἡ πλήρωσις καὶ ἡ θεραπεία τῶν ὁποίων εἶναι τεκμήριον λαοῦ πεπολιτισμένου, χώρας εὐνομουμένης... Ἐρωτῶ δὲ ἤδη ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ποτὲ δυνατὸν διὰ ποσοῦ τοσούτου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντιπροσωπεύει οὔτε τὸ ¼ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἔργον τῆς διοικήσεως καὶ τῆς μερίμνης περὶ ὅλων τούτων τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἦναι δυνατὸν ἐπὶ τὸ μέλλον μὲ τοσοῦτον ποσὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν διοικούμενοι; ἐπὶ πλέον δὲ, θὰ ἦναι δυνατὸν, εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐν τῷ μέλλοντι αἱ ἀνάγκαι αἱ ἐθνικαὶ, αἱ ἐπιβάλλουσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, ἀπαιτήσωσι παρὰ τοῦ ἔθνους δαπάνας χάριν τοῦ στρατοῦ μεγαλειτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἤδη, θὰ ἦναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως μὲ ποσὸν ἔλαττον τῶν δραχμῶν 24,000,000; Διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι παρίστανται ὡς δεόμεναι συντονωτέρας θεραπείας καὶ μεγαλειτέρων θυσιῶν, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προορίζεται διὰ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, θέλει κατ’ ἔτος αὐξάνει, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ὑπολειπόμενον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς καθαρᾶς διοικήσεως ποσὸν θέλει μειοῦσθαι. Οὕτω δὲ, ἐὰν ἐν τῷ μέλλοντι προκύψωσι μεγαλείτεραι ἀκόμη ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, τὸ ποσὸν τῶν 93,000,000 δραχμῶν δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἀνέλθῃ εἰς 100,000,000. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ποσὸν τῶν μονίμων καὶ ἀναγκαίων καὶ ἀπαραιτήτων δαπανῶν κατ’ ἔτος θὰ αὐξάνῃ, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπολείπηται ἐκ τῶν εἰσπράξεων, θὰ μειῶται, ἀποκλειομένης τῆς προσφυγῆς εἰς νέας φορολογίας, συνεπῶς δὲ δὲν θὰ χωλαίνῃ μόνον ἡ διοίκησις, ἀλλὰ θὰ καταστραφῇ ἡ διοίκησις καὶ θὰ ἐκλίπῃ, καὶ οὐδεμία μέριμνα, οὐδεμία πρόνοια θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λαμβάνηται ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου, ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἐν γένει παραγωγῆς, ἐξ ἧς προσδοκῶμεν τὰ 120 ἑκατομμύρια τῶν ἐσόδων, πολὺ δὲ ἧττον ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ὑπὲρ τῆς παιδείας καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, οὕτω πως διοικούμενοι, μὲ τοιαῦτα ποσὰ ἐλεεινὰ καὶ γλίσχρα, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, τὰ ὁποῖα ποθοῦμεν καὶ τὰ ὁποῖα παρασκευάζομεν χάριν τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος; Κατ’ ἐμὲ, δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον στρατὸν, ἀλλὰ στρατοκρατίαν, δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ ἐλπιζόμενον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ δύναμιν ἐστερημένην τῶν ἠθικῶν κεφαλαίων, ἅτινα διακρίνουσι τοὺς στρατοὺς τῶν ἐλευθέρων ἐθνῶν. Διότι δὲν γνωρίζω, ἂν δύναται νὰ λέγηται στρατὸς ὁ προερχόμενος ἀπὸ ἔθνος κακῶς διοικούμενον, ἀπὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον στερεῖται ἐκπαιδεύσεως, στερεῖται δικαιοσύνης, στερεῖται ἀστυνομίας καὶ δημοσίας ἀσφαλείας. Ἕνεκα τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προώρισεν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, εἶναι ποσὰ ἐξωγκωμένα. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι δὲν εὑρίσκεται Ἕλλην, πολλῷ δὲ μᾶλλον Βουλευτὴς, ἀρνούμενος τὴν ἀνάγκην τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀρνοῦμαι καὶ ἀντιτίθεμαι πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο ἄλλως ἢ διὰ φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως, ἀρνοῦμαι καὶ ἀντιτίθεμαι πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ δι’ αὐξήσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δαπανῶν. Ὁ ἄρτι λαλήσας πρὸς τὴν Βουλὴν συνέκρινεν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως καὶ ἀντοχῆς, τὴν χώραν ἡμῶν πρὸς ἄλλας χώρας, καὶ ἰδίως πρὸς τὰ Κράτη τοῦ Αἵμου, ἀλλὰ παρέλειψε νὰ κάμῃ καὶ ἑτέραν τινὰ σύγκρισιν, ἀπολύτως ἀναγκαίαν ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμίλησε περὶ Βουλγαρίας, Ρουμανίας καὶ Σερβίας, καὶ ἐνῷ εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ χῶραι αὗται ἔχουσι στρατὸν πάνοπλον, ἕτοιμον νὰ δράσῃ, παρέλιπε, νομίζω, νὰ ἐξετάσῃ ὁποίας θυσίας τὰ Κράτη ἐκεῖνα ὑφίστανται χάριν τοῦ στρατοῦ αὐτῶν. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ σύγκρισις αὕτη μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι στρατὸν παρεσκευασμένον καθ’ ὅλα καὶ ἑτοιμοπόλεμον, καὶ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν στρατόν. Ἡ Βουλγαρία, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων 96,826,900 φράγκων καὶ ἐξόδων 96,065,900 φράγκων, δαπανᾷ κατ’ ἔτος διὰ τὸν στρατὸν αὐτῆς 20,327,020 φράγκα, ἔχει δὲ στρατὸν ἐν εἰρήνῃ 40,555 ἀνδρῶν καὶ 7,400 ἵππους, τουτέστιν ὑπερδιπλάσιον τοῦ ἐν εἰρήνῃ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ δύναται νὰ παρατάξῃ στρατὸν ἐν πολέμῳ 208,966 ἀνδρῶν καὶ 38,788 ἵππους. Ἡ δαπάνη δὲ, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλγαρικὴ Ἡγεμονία χορηγεῖ κατ’ ἔτος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ αὐτῆς, μόλις ὑπερβαίνει τὸ ⅕ τῶν ἐτησίων ἐξόδων αὐτῆς. Ἡ Ρουμανία, ἥτις διὰ τῆς μερίμνης τῆς ἰδιαζούσης τοῦ Βασιλέως αὑτῆς ὠργάνωσε στρατιωτικὴν δύναμιν ἐθνικήν, ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν, ἡ Ρουμανία, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων μὲν 218,500,000 φράγκων καὶ ἐξόδων 217,682,908 φράγκων, δαπανᾷ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ αὑτῆς 38,820,000 φράγκα, καὶ ἔχει ἐν εἰρήνῃ μὲν δύναμιν 116,178 ἀνδρῶν καὶ 21,318 ἵππων, ἐν πολέμῳ δὲ 168,000 ἀνδρῶν καὶ 32,604 ἵππων...

§204Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι μικροτέρα ἡ ἀναλογία διὰ τὴν Ἑλλάδα.

§205Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· καὶ τοῦτο ἀκριβῶς κατηγορῶ...Τουτέστιν ἡ ἀναλογία τῶν δαπανῶν τῆς Ρουμανίας διὰ τὸν στρατὸν αὐτῆς πρὸς τὰ ὅλα ἔξοδα τοῦ Κράτους εἶναι ἓν πρὸς πέντε καὶ 6/ 10. Ἡ Σερβία, ἥτις ἔχει ἔσοδα μὲν 74,018,070 φράγκα, καὶ ἔξοδα 73,992,542 φράγκα, στρατὸν δὲ 27,200 ἀνδρῶν ἐν εἰρήνῃ, δαπανᾷ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ αὑτῆς 17,602,700 φράγκα, τουτέστιν ἔλασσον τοῦ ¼ τῶν ἐξόδων αὐτῆς. Αὗται εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ἔχοντα, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν αὑτῶν, στρατὸν, καὶ στρατὸν ἑτοιμοπόλεμον, τὰ ἔθνη, πρὸς τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν καὶ δι’ ἄλλους ἀκόμη εὐνοήτους λόγους νὰ συγκρινώμεθα καὶ νὰ παραλληλιζώμεθα, αὗται εἶναι αἱ δαπάναι, ἃς πραγματοποιοῦσι κατ’ ἔτος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ αὐτῶν. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, ζητήσητε νὰ ἐξεύρητε τὴν ἀναλογίαν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας καθιεροῖ ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, πρὸς τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναλογίαν, ἥτις, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἀναγκῶν, ἔπρεπε νὰ ᾖ μεγαλειτέρα ἢ ἐν τοῖς Κράτεσι τοῦ Αἵμου, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μικροτέραν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου αὐτῶν χρέους, καὶ συνεπῶς μεγαλειτέραν ἕνεκα τούτου ἐλευθερίαν ἐν ταῖς δαπάναις αὐτῶν, θὰ εὕρητε, ὅτι ἡμεῖς φθάνομεν εἰς ἀναλογίαν 1 πρὸς 3½, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν δυστυχῶς νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ, ὅτι τὴν ἀναλογίαν ταύτην δὲν θὰ σμικρύνωμεν ἀκόμη ἐν τῷ μέλλοντι, ἐὰν μεγαλείτεραι καὶ ἐπιτακτικώτεραι ἀνάγκαι ἐθνικαὶ ἐπιβάλωσιν εἰς ἡμᾶς μεγαλειτέρας ἀκόμη θυσίας, καὶ τότε θὰ καταντήσωμεν εἰς ἀπροχώρητον καὶ ἀδιέξοδον κατάστασιν. Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀναγνωρίζωμεν τὴν ἀνάγκην, ὅπως παρασκευασθῶμεν στρατιωτικῶς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εὑρίσκωμεν ὑπερβολικὰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας καθιεροῖ ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν χάριν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὀργάνωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῶμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ παρέχηται ἡ ἐλπὶς εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡμέραν τινὰ τὸ ἐλεύθερον ἔθνος νὰ διεκδικήσῃ τελεσφόρως τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἐν ἑνότητι πολιτικῇ, ὑπὸ τὸ αὐτὸ σκῆπτρον; Τὸ πῶς εἶναι δυνατὸν, τὸ λέγουσιν οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα. Ὅπως τὰ ἔθνη ἐκεῖνα κατώρθωσαν διὰ δαπάνης ἀναλόγως ἐλάσσονος τῶν δαπανῶν, ἃς ἡμεῖς δαπανῶμεν εἰς τὸν ἀέρα, νὰ ἐπιτύχωσι τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπιτύχωμεν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, ἐμπνεόμενοι ὑπὸ πνεύματος φειδοῦς καὶ οἰκονομίας. Διατὶ ἀντὶ τῆς διετοῦς θητείας, τὴν ὁποίαν εἰσάγετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διατὶ νὰ μὴ ζητήσητε θητείαν μονοετῆ, ἀλλὰ πραγματικήν; Καὶ ἐνταῦθα γενόμενος τοῦ λόγου, ὀφείλω νὰ μὴ παραλίπω, ὅτι τὰ ἔθνη, ὧν ἐμνήσθην, ἔχουσιν ἄλλα διετῆ καὶ ἄλλα τριετῆ θητείαν· ἡ Βουλγαρία διετῆ διὰ τὸ πεζικὸν, τριετῆ διὰ τὰ ἄλλα ὅπλα, ἡ Ρουμανία ἐπίσης, ἡ Σερβία δὲ διετῆ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δαπανῶσιν ὀλιγώτερα τῶν δαπανωμένων ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος. Διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ ζητήσητε μονοετῆ θητείαν, καθιστῶντες τὴν ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν πραγματικήν; Διατὶ νὰ μὴ περιορίσητε τοὺς μισθοὺς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, πραγματοποιοῦντες ἰδέαν, ἥτις ἔχει ὡριμάσει πλέον; Διατὶ νὰ μὴ ἐπιδιώξητε καὶ ἄλλας οἰκονομίας δυνατὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, αἵτινες σαφῶς καὶ πειστικῶς ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων; Ἀλλ’ ὑμεῖς, ἀντὶ μονοετοῦς θητείας, εἰσηγάγετε σύστημα στρατολογίας ἀπαιτοῦν δαπάνην ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν σήμερον πραγματοποιοῦμεν. Καὶ ἀντὶ νὰ ἐπιδιώξητε τὰς περικοπὰς τῶν ἐξόδων καὶ τὰς μεταβολὰς, ἃς ἡ ἀνάγκη τῶν περιστάσεων ἐπιβάλλει, ἐτράπητε τὴν ὁδὸν τῆς φορολογίας, καὶ ζητεῖτε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ μιᾶς, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἔτους εἰς τὸ ἕτερον, προσθήκην 9,300,000 δραχμῶν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ, ὡς ἐλπίζετε, ἡ νέα φορολογία, πλὴν τῆς φορολογίας τῆς διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Ἐὰν δὲ καὶ ὁ φόρος ἐκεῖνος προστεθῇ, ὑπολογιζομένου τοῦ ἄρρενος πληθυσμοῦ, τοῦ ἀπὸ τοῦ 18 μέχρι τοῦ 60 ἔτους, ὅστις ὀφείλει νὰ εἰσφέρῃ τρία ἡμερομίσθια, ἢ τὴν ἀξίαν αὐτῶν, εἰς δραχμὰς 500,000, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν καὶ ἑτέραν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν ἐκ 4,500,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἤτοι ἐπιβάρυνσιν ἐν ὅλῳ ἐκ δραχμῶν 13,800,000. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς οὗτος, Κύριοι, τῶν 13,800,000 δραχμῶν δὲν μαρτυρεῖ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, δὲν μαρτυρεῖ τὴν πρόνοιαν αὐτῆς περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἂν αἱ στρατιωτικαὶ μόνον ἀνάγκαι ἐνδεικνύωσι τὴν νέαν φορολογίαν, διατὶ τότε προβαίνει ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ παρὰ τοῦ λαοῦ θυσίαν 13,800,000 δραχμῶν, ἀφοῦ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας θεωρεῖ ὡς θεραπευομένας διὰ ποσοῦ δραχ. 6,650,000, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτῆς; Ποῦ εὑρίσκεται τότε ἡ δικαιολογία τῆς πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου νέας φορολογίας ἐξ 7,150,000 δραχμῶν; Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, δὲν πρόκειται περὶ πληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, οὔτε περὶ διεκδικήσεως τῶν ἐθνικῶν δικαίων· ὅλη αὕτη ἡ μεγαληγορία περὶ στρατοῦ ἰσχυροῦ, περὶ τῆς διεθνοῦς βαρύτητος τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῶν ἐθνικῶν δικαίων καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι ἢ πρόφασις ἄλλων σκοπῶν. Διότι προφανῶς πρόκειται νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς νέας ταύτης φορολογίας, πρόκειται νὰ διαχειρισθῶμεν διοίκησιν πολυτελῆ καὶ σπάταλον, πρόκειται νὰ διατηρήσωμεν Νομαρχίας, ἀστόχως καὶ ἀσκόπως ὑπαρχούσας, καὶ Πρωτοδικεῖα οὐ μόνον εἰς οὐδὲν συντελοῦντα ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ παραβλάπτοντα καὶ καταστρέφοντα, τοῦτ’ αὐτὸ, τὴν δικαιοσύνην· πρόκειται νὰ διατηρήσωμεν 235 Εἰρηνοδικεῖα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἐνῷ καὶ τὰ ἡμίση τούτων ἐὰν κατηργοῦντο, ὅσα ἐκδίδουσιν 20 ἢ 50 ἢ 100 ἢ τὸ πολὺ 200 ἀποφάσεις, κατ’ οὐδὲν ἤθελε πάθει ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη· πρόκειται νὰ διατηρήσωμεν σύστημα διοικήσεως τῶν ἐξεταστικῶν καὶ ποινικῶν φυλακῶν καταισχῦνον πράγματι τὴν χώραν, ἥτις θέλετε νὰ λέγηται πεπολιτισμένη· πρόκειται νὰ διατηρήσωμεν σύστημα διοικήσεως τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν ἀνοήτως πολυτελὲς καὶ σπάταλον· πρόκειται νὰ διατηρῶμεν Γυμνάσια καὶ Ἑλληνικὰ σχολεῖα οὐδένα πληροῦντα σκοπὸν καὶ γινόμενα ἡ λύμη τῆς κοινωνίας· πρόκειται ἐπὶ τέλους νὰ ἔχωμεν τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ δυνάμεθα νὰ πληρώνωμεν τοὺς ὑπαλλήλους, μετακινουμένους ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἕτερον κατὰ σωρείαν καὶ δὶς ἢ τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν ἐντὸς μηνός. Καὶ ἐνταῦθα γενόμενος τοῦ λόγου, καὶ πρὸς πίστωσιν αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, μαρτυρουμένας ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας. Προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πίνακα τῶν πραγματοποιηθέντων κατὰ τὸ 1903 ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν μετατιθεμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἀριθμός, ὃν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὴν Βουλήν. Οὗτος διϊσχυρίσθη, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ πρόσθετον ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν 40,000 δραχμῶν δι’ ὁδοιπορικὰ τῶν μετατιθεμένων ὑπαλλήλων, καὶ ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ βαρύνῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὃν χρόνον παρ’ ἄλλων διηυθύνετο τοῦτο. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅτε ἐγὼ κατέλιπον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὴν 6 Δεκεμβρίου, καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐκλήθη ἐπὶ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, ὑπῆρχε ποσὸν εἰσέτι ἀδιάθετον 8,000 δραχμῶν ἐκ τῆς ἐψηφισμένης διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 πιστώσεως τῶν 40,000 δραχμῶν, καὶ ἠγγίζομεν τότε εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Τὴν πίστωσιν λοιπὸν ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργός, οὐχὶ ἵνα θεραπεύσῃ ἀνάγκας γεννηθείσας ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν προκατόχων αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας προεκάλεσαν αἱ ἀθρόαι μετακινήσεις, αἱ ὑπ’ αὐτοῦ ἐνεργηθεῖσαι. Καὶ εἰς τὴν θεραπείαν παρομοίων ἀναγκῶν ἀποβλέπει ἡ νέα φορολογία. Οὕτω πως λοιπὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τῆς νέας φορολογίας, δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ λικμηθῶσιν εἰς τοὺς ἀνέμους τῆς κομματικῆς ἀκολασίας. Ἡ προσθήκη τοῦ ποσοῦ τῶν 13,800,000 δραχμῶν ἡ ἐκ τῆς νέας φορολογίας, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἡμῶν εἶναι προσθήκη ἀντιστοιχοῦσα εἰς τὸ ⅛ περίπου τῶν ὅλων ἐσόδων ἡμῶν. Ὅτε δὲ κόμμα πολιτικὸν, ὅπερ ἀρτίως ἀκόμη, ὀλίγον προτοῦ κληθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν, διὰ τῶν κορυφαίων καὶ τῶν ἡγετῶν αὐτοῦ διεκήρυττεν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ἐρχόμενον ἐπὶ τὰ πράγματα μίαν καὶ μόνην μέριμναν θὰ εἶχε, τὴν μέριμναν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, καὶ ταύτην θὰ ἐπετύγχανε δι’ αὐστηροτάτων οἰκονομιῶν, χωρὶς εἰς οὐδεμίαν ἐπιβάρυνσιν φορολογικὴν νὰ προσφύγῃ, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συναντώμενος μετὰ δημοσιογράφων, καὶ μάλιστα φίλα φρονούντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀνακοινούντων εἰς τὴν κοινωνίαν τὰς γνώμας αὐτοῦ, διεκήρυττεν, ὅτι οὐδεμία ἐπιβάρυνσις φορολογικὴ θέλει ἐπέλθει διὰ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι δι’ αὐστηρῶν οἰκονομιῶν θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ κάλυψις τῶν ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτε, λέγω, τοιαῦτά τινα διεκήρυττον οἱ προϊστάμενοι τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ εὐθύς, μόλις ἐλθόντες εἰς τὰ πράγματα, ἐτράπησαν τὴν ἀντίθετον ὁδὸν, τὴν ὁδὸν τῆς φορολογίας, καὶ δὴ τοιαύτης ἀπηνοῦς καὶ βαρείας φορολογίας, δίκαιον ἦτο νὰ ἀπορήσῃ καὶ ἐξαναστῇ ὁ κόσμος ὁ Ἑλληνικὸς καὶ νὰ διαμαρτύρηται πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὸν Βασιλέα, κραυγάζων μεγαλοστόμως, ὅτι βαρεῖα, ἄδικος καὶ σκληρὰ εἶναι ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία. Προκειμένου δὲ περὶ τόσον σπουδαίου θέματος, προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίας ἀποφάσεως, ὡς ἡ ἀπόφασις ἡ ἄγουσα τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς προτάσεις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ νέας φορολογίας, εἶναι ἄπορον, πῶς ἐν ἐλαφρᾷ συνειδήσει, ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην καὶ διὰ πέντε ἢ ἓξ νομοσχεδίων ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὸ φορολογικὸν καθεστώς, καὶ ἀξιοῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ φορολογίαν 13,800,000 δραχμῶν, φορολογίαν δυναμένην νὰ κλονίσῃ καὶ νὰ συντρίψῃ τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν, φορολογίαν τοσοῦτον σημαντικὴν, ὅσον τὸ ποσὸν τοῦτο ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ⅛ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἡμῶν. Καὶ ἀληθῶς ἡ ἀπόφασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε νομίζω, ὅτι ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα καὶ ἄλλων τὰς γνώμας ζητήσῃ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἐξ ἐπιφανῶν ἀνδρῶν τόσον ἐν τῇ πολιτικῇ, ὅσον καὶ ἐν τῇ διοικήσει, οἵτινες καλούμενοι θὰ ὑπεδείκνυον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, θὰ ἠδύναντο δὲ ἐν τέλει, ἀφοῦ ἐξήντλουν τὸ στάδιον τῶν οἰκονομιῶν, νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τίνα τρόπον καὶ μέχρι τίνος μέτρου ἔδει νὰ αὐξηθῇ ἡ φορολογία, εἰς τρόπον ὅμως, ὥστε νὰ μὴ θιχθῶσι συμφέροντα ὕψιστα τῆς Πολιτείας, ὡς συμβαίνει σήμερον διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις ἐπιβάλλεται ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης. Εἶναι δὲ στοιχεῖον, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἀρετὴ καὶ προσὸν τοῦ φόρου ἡ πεποίθησις τοῦ λαοῦ, ὅτι ὁ φόρος ὁ πληρωνόμενος ὑπηρετεῖ πραγματικὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας καὶ δὲν διατίθεται εἰκῇ καὶ ἀσκόπως κατὰ τὰς διαθέσεις ἑκάστου Ὑπουργοῦ. Μὴ ἐλπίζετε λοιπὸν, Κύριοι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐμπνέετε εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ δι’ οἰκονομιῶν γενναίων τὴν πεποίθησιν ταύτην, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους προτείνετε καὶ ζητεῖτε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, θέλουσιν ἀποδοθῇ παρὰ τοῦ λαοῦ, συνειδότος ὅτι ὑπηρετεῖ ἀνάγκας ἐθνικάς· ἔστε δὲ μᾶλλον βέβαιοι περὶ τῆς πεποιθήσεως τοῦ λαοῦ, ὅτι ζητεῖτε αὐτοὺς, ἵνα τοὺς διαθέσητε ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἀκολασίας, καὶ τότε βεβαίως δὲν θὰ εὕρητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρόθυμον νὰ καταβάλῃ αὐτούς.

§206Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐπραγματεύθη τὸ θέμα, περὶ οὗ ἡ Βουλὴ ἀπὸ ἡμερῶν ἀσχολεῖται, μετὰ μεγάλης πικρίας. Ἐλπίζω ὅτι τὴν πικρίαν ταύτην δὲν ἐγέννησαν τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα συζητεῖ, ἀλλὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα συζητεῖ. Ἐγὼ θὰ ἦμαι ἀπαθέστερος καὶ θὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων τινὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων. Καὶ πρῶτον ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρέστησεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι κατελήφθημεν ὑπὸ μεγαλομανίας καὶ ἄνευ μελέτης ἐπαρκοῦς τῶν νομοσχεδίων, τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντων, ὑπελογίσαμεν τὰς ἐξ αὐτῶν ἀπορρεούσας δαπάνας ὑπερβολικῶς. Καὶ ἠκούσαμεν τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν διατεινόμενον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη καὶ τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὅτι θέλει ὑποστηρίξει, δὲν θέλει γεννήσει τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑπελογίσαμεν, ἀλλ’ ἄνευ αὐξήσεως δαπάνης καὶ ἑνὸς λεπτοῦ δύναται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους, νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν ἔλαβε, φαίνεται, γνῶσιν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς σημειώματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, συνταχθέντος ὑπ’ ἀνδρῶν εἰδικῶν καὶ δυναμένων νὰ γινώσκωσι ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προτείνομεν. Ἐὰν ἤθελεν ἀναγνώσει τὸ σημείωμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ γραφικοῦ λάθους σημειοῦται αὔξησις δαπάνης μόνον 1,200,000 δραχμῶν, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι πρόκειται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας νὰ προκύψῃ αὔξησις δαπανῶν 1,646,000 δραχμῶν. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου δὲν καθιεροῦται διετὴς θητεία, ἀλλὰ δεκαοκτάμηνος, γίνεται δὲ δεκτὸν τὸ σύστημα τῆς ἐπὶ ὀλιγώτερον χρόνον κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ τινων τῶν πρὸς στράτευσιν ὑποχρέων. Ἐλήφθησαν ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, κύριε Βουλευτὰ, ἀλλ’ ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος πολλάκις κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν ἔρχεσθε νὰ συζητήσητε, λησμονεῖτε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰ θέματα, περὶ ὧν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῆτε. Ἐὰν ἐλαμβάνετε γνῶσιν τούτων, δὲν ἠθέλετε ὑποστηρίξει, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας οὐδεμία θέλει ἐπέλθει αὔξησις δαπανῶν. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς ταῦτα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Μᾶς ἀνέπτυξε, ποία ἡ δαπάνη ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐμπόλεμος δύναμις, ἡ ἐκ τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ προκύπτουσα, ἀνέρχεται εἰς 52,000 ἄνδρας. «Ποίας δαπάνης ἔχετε ἀνάγκην πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαίου ὁπλισμοῦ;» ἠρώτησεν. «Ἔχετε ἀνάγκην 50,000 ὅπλων». Καὶ ὑπελόγισε τὴν πρὸς ἀγορὰν τῶν ὅπλων τούτων ἀναγκαίαν δαπάνην, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξίαν τῶν ὅπλων αὐτῶν· διότι, ἐὰν εἶχε λάβει ταύτην ὑπ’ ὄψιν, ἤθελε φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα διάφορον. Διότι αἱ 50,000 ὅπλα, πρὸς 80 φράγκα χρυσᾶ ἕκαστον, ἀποτελοῦσι ποσὸν 4,000,000 φράγκων· εἰς ταῦτα δὲ δέον νὰ προστεθῇ καὶ ποσὸν ἑτέρων 4,000,000 φράγκων διὰ πυρομαχικά. Εἰς τοὺς εἰδικοὺς δὲ ἄνδρας ἀπόκειται νὰ κρίνωσιν, ἂν στρατὸς 50,000 ἀνδρῶν δύναται νὰ ἔχῃ ὁπλισμὸν 50,000 ὅπλων, εἰς ὑμᾶς δὲ ὅλους ἀπόκειται νὰ κρίνητε, ἂν δυνάμεθα νὰ ὀργανώσωμεν στρατὸν, νὰ συντάξωμεν στρατὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ βασισθῶμεν μόνον ἐπὶ 50,000 ὁπλιτῶν. Ἀλλὰ λαμβάνω τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ φθάνω ἀμέσως εἰς ποσὸν 8,000,000 φράγκων χρυσῶν. Ἀλλ’ ἠσχολήθη ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ περὶ τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀρκοῦσι 10 πυροβολαρχίαι. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουσιν 26 πυροβολαρχίαι, καὶ αὗται ἀπαιτοῦσι δαπάνην 7,800,000 φράγκων χρυσῶν, τὰ δὲ πυρομαχικὰ τῶν 26 πυροβολαρχιῶν ἔχουσιν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη πέραν τῶν 10,000,000 φράγκων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐὰν προστεθῶσι καὶ τὰ 8,000,000, περὶ ὧν εἶπον, ἀναβιβάζεται τὸ ποσὸν εἰς 18,000,000 φράγκα χρυσᾶ ἢ 27,000,000 δραχμάς· ἐὰν δὲ προστεθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα ἱματισμοῦ καὶ στρατωνισμοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ὥρισεν εἰς 3,000,000, ὑπερβαίνομεν τὰ 30,000,000. Ἐὰν δὲ ὑπερβαίνωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι ὁ στρατὸς τοῦ μέλλοντος θὰ ἦναι 50,000 ἀνδρῶν, καὶ ὅτι 50,000 ὅπλα ἀρκοῦσιν, ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ δὲν ἔχουσι βάσιν· διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ πολὺ θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην 20,000,000 δραχμῶν, ἀποδεικνύεται δὲ, ὅτι πρόκειται οὐχὶ περὶ 20,000,000, ἀλλὰ περὶ 30,000,000. Καὶ ἠκούσαμεν τὴν παράδοξον θεωρίαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶμεν εἰς ἀνέγερσιν κτιρίων, διότι ταῦτα δύνανται νὰ γείνωσιν ἀργότερον. Ἀλλὰ, ἐρωτῶ, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος νόμος περὶ στρατολογίας ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ παρόντος ἔτους, μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ ἐπιόντος δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἑτοίμους τοὺς στρατῶνας, ὅπου θὰ στρατωνισθῶσιν οἱ 30,000 ἄνδρες, τοὺς ὁποίους θὰ καλέσωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα; Ὁ κ. Βουλευτὴς ὅμως εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν, καὶ ὅτι μόνον μεγαλομανία μᾶς ὠθεῖ, ὅπως ζητήσωμεν πίστωσιν διὰ τὰς δαπάνας ταύτας. Ἀφοῦ περιώρισε τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν εἰς 20,000,000, προέβη ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μέσων, δι’ ὧν τὰ 20,000,000 θέλουσι καλυφθῆ, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀρκεῖ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει προέλθει ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὁρίζει εἰς δραχ. 300,000· δὲν εἶναι δὲ γνωστὸν, ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ θέλει εἰσπραχθῆ, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται σήμερον νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους, θὰ δώσῃ ποσὸν δρ. 900,000, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ὥρισεν αὐτό. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν πηγάζον πρέπει νὰ μειωθῇ, διότι θέλει προκαλέσει ὁ νόμος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ μεγάλας δαπάνας, καθόσον, πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶσι τὰ ἐργοστάσια, τὰ σήμερον ὑπάρχοντα· ἔχετε δὲ ἀνάγκην ἁδρᾶς δαπάνης πρὸς τοῦτο. Ὁ πόρος λοιπὸν αὐτὸς δὲν ἀρκεῖ. Καὶ ἐὰν δὲν ἀρκῇ αὐτὸς, δὲν ἀρκεῖ καὶ ὁ ἕτερος πόρος, ὁ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν, διότι ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης μόνον 500,000 δραχμὰς προσδοκῶμεν. Ἀποδεικνύεται ἐκ τούτων, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐμελέτησε τὰ ζητήματα μετὰ τῆς ἐπισταμένης ἐκείνης προσοχῆς, ἣν ζητήματα τοιαύτης φύσεως ἀπαιτοῦσιν. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα· προέβη καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, καὶ ἀφοῦ ἀνέπτυξε τὸ ἱστορικὸν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπὶ τῇ προφάσει ἀπαγορεύσεως ἐξαγωγῆς τοῦ σίτου ἐκ Ρωσσίας ἐγκατελίπομεν τὸ νομοσχέδιον, ὡσεὶ τοῦτο εἶχε λεχθῆ παρ’ ἡμῶν, ἐνῷ τοὐναντίον ἐλέχθη, ὅτι ἐλήφθη ἡ πληροφορία παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ σίτου ἐκ Ρωσσίας, ὅτι ἐζητήθησαν ἐπίσημοι πληροφορίαι περὶ τούτου, καὶ ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἱ διαδόσεις αὗται δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἀλλ’ ὅτι ἐπῆλθε πράγματι ὑπερτίμησις τῆς ἀξίας τοῦ σίτου κατὰ 10%, ἐκρίθη δὲ τότε, ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης ὑπερτιμήσεως τῆς ἀξίας τοῦ σίτου δὲν ἦτο φρόνιμον νὰ προστεθῇ φορολογία, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο δευτέρα αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ σίτου καὶ ἑπομένως τοῦ ἄρτου. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγκατελίπομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, καὶ ἐπροτάθη παρ’ ἡμῶν ἡ μεταρρύθμισις τῆς διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς κατὰ 10 λεπτά. Προέβη, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω. Ἀνέπτυξε τὴν θεωρίαν, ὅτι ὁ χρυσὸς μέχρι τοῦδε ἦτο ἐμπόρευμα, χρησιμεῦον διὰ τὰς ἐξωτερικὰς συναλλαγάς, καὶ ἐκανονίζετο ἡ ἀξία ἐκ τῆς ζητήσεως, καὶ ὅτι ἀποτέλεσμα τοῦ νομοθετήματος ἡμῶν ἔσται, ὅτι αἱ πληρωμαὶ τῶν δασμολογικῶν τελῶν, ὁσάκις ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ θὰ ἦναι κατωτέρα τῶν 150, θέλουσι γίνεσθαι διὰ χρυσοῦ, καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἐκ τούτου θέλει ἐπέλθει ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐκ τούτου μᾶλλον ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ θὰ ἐπέλθῃ, διότι, ὅταν ὁ χρυσὸς ἀποτελῇ ἐμπόρευμα, ὅταν τοῦτο ζητῆται καὶ πρὸς μίαν ἄλλην χρῆσιν, δι’ ἣν πρότερον δὲν ἐζητεῖτο, βεβαίως ὑπερτίμησις αὐτοῦ θέλει ἐπέλθει καὶ οὐχὶ ὑποτίμησις. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ χρυσός, ὁ ὁποῖος ἄλλον προορισμὸν δὲν ἔχει ἢ νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἡμῶν συναλλαγάς, θέλει ὑποστῆ ὑποτίμησιν, ὅταν παρὰ τῷ προορισμῷ του ἐκείνῳ προστίθηται καὶ ἕτερος προορισμός, ὁ ὁποῖος θέλει αὐξήσει τὴν ζήτησιν αὐτοῦ κατ’ ἀνάγκην. Ἀφίνω εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν τὴν εὐθύνην τῆς κατ’ ἐμὲ πρωτοφανοῦς ταύτης θεωρίας. Ἀφοῦ ἐξήτασε ταῦτα ὁ κ. Βουλευτής, μετέβη εἰς ἕτερον ζήτημα, καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας, αἵτινες θὰ προέλθωσιν ἐκ τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ ποίας δαπάνας; Ἐὰν κατ’ αὐτὸν οὐδεμία αὔξησις θὰ ἐπέλθῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τοῦ νέου νόμου περὶ στρατολογίας, ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τὴν προικοδότησιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης διὰ μόνης τῆς φορολογίας τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν, τὰς ὁποίας φαίνεται ἀποδεχόμενος, ἡ ἀνάγκη τῶν οἰκονομιῶν τῶν ἀμέσων δὲ παρουσιάζεται. Ἡ συζήτησις δὲ τῶν οἰκονομιῶν τούτων ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι τὰ μέσα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποδειχθέντα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκῆ...

§208Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν νομοσχέδιόν σας δέχομαι.

§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὔτε τὸ περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν;

§210Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε αὐτό. Τὸ περὶ οἰνοπνευμάτων δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, διότι ἐγὼ ὅλως διαφόρως εἶχον διασκευάσει αὐτό. Σεῖς ἀνεβιβάσατε τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς 15 δραχμάς.

§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Ἐπιζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς οἰκονομίας, ὅπως εὕρῃ τὰ ποσὰ τὰ κατ’ αὐτὸν ἀπαιτούμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ ἀνώτερα, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δείξω πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς οἰκονομίας, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐδοκίμασα ἀληθῆ ἔκπληξιν, ἀκούων τὸν κ. Βουλευτὴν ὁμιλοῦντα περὶ αὐτῶν, διότι γινώσκω ὅτι εἶχεν ἀσχοληθῆ πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, ὅτι ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις εἶχεν ἀσχοληθῆ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἐστάλη πρὸς τύπωσιν καὶ ἐτυπώθη, καὶ ἔχω ἀντίτυπον αὐτοῦ.

§212Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἦτο σχέδιον.

§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν ἀποστέλληται ὑπὸ Κυβερνήσεως σχέδιον πρὸς τύπωσιν, τοῦτο εἶναι ὁριστικόν.

§214Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δοκίμια, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν πρὸς τύπωσιν, διὰ νὰ ἦναι εὐαναγνωστότερα.

§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐστάλησαν τὰ δοκίμια ταῦτα πρὸς τύπωσιν, πρὶν γείνωσιν ἀποδεκτά. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ βλέπω, ὅτι οὗτος, παραβαλλόμενος καὶ συγκρινόμενος πρὸς τὸν παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν, περιλαμβάνει ἔξοδα ἀνώτερα εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Ὑπουργεῖα. Διότι περιλαμβάνει ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὁποίου ἐνθυμοῦμαι τὸν προϋπολογισμόν, δαπάνην κατὰ δραχμὰς 717,000 ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ὑπ’ ἐμοῦ προταθείς. Φαίνεται λοιπόν, ὅτι αἱ ἰδέαι τῶν οἰκονομιῶν ἦλθον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἀφ’ ὅτου ἐγκατέλιπε τὴν ἀρχὴν καὶ μετέβη εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται· φαίνεται, ὅτι εἶναι οἰκονομίαι ἀντιπολιτευτικαὶ μᾶλλον ἢ οἰκονομίαι πραγματικαί. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής· ὑπέδειξέ τινας τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἤρξατο ἐκ τοῦ φόρου τῆς ζακχάρεως καὶ μᾶς εἶπεν: «εἶναι δυνατὸν φόρος 73 λεπτῶν ν’ αὐξηθῇ κατὰ 10 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν; Τοιαύτη προσθήκη, λέγει, δὲν εἶναι δυνατή· θὰ ἔχητε αὔξησιν τοῦ λαθρεμπορίου, ἐλάττωσιν ἑπομένως τοῦ ἐσόδου τῆς ζακχάρεως». Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ζακχάρεως εἶναι τόσον βαρὺς, ὥστε καὶ ἐλάττωσιν ἐὰν ἤθελε τολμήσει νὰ κάμῃ, — καὶ λέγω τολμήσει, διότι ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Ἑλλάδι ἤθελε τολμήσει τοιοῦτον ἐγχείρημα νὰ πράξῃ, προκειμένου περὶ ἐσόδου δραχμῶν 6,000,000, — ἀλλὰ, λέγω, καὶ ἂν ἤθελε περιορίσει τὸν φόρον εἰς 50 λεπτὰ, ἀντὶ 73, καὶ πάλιν θὰ ὑπῆρχε στάδιον λαθρεμπορίου τοιοῦτον, ὥστε δὲν ἤθελε περιορίσει τὸ λαθρεμπόριον, ἀλλ’ ἤθελεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον 2½ ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Μετὰ τὴν λαμπρὰν ταύτην οἰκονομίαν προέβη εἰς ἑτέραν, εἰς τὴν περίφημον ἐκείνην οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν οὐ μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν εἴτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ καθ’ ἡμέραν ἐπαναλαμβάνουσι, τὴν οἰκονομίαν διὰ τῆς καταργήσεως Πρωτοδικείων τινῶν. Ἀλλὰ πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἤρχισεν ἀπὸ τὰ Εἰρηνοδικεῖα, καὶ ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῇ βάσει πινάκων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ὑπεβάλομεν, ὅτι ὑπάρχουσιν Εἰρηνοδικεῖά τινα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὀλίγας ὑποθέσεις, καὶ ἀνέφερέ τινα ἐκ τούτων, ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι τὰ Εἰρηνοδικεῖα ταῦτα ἑδρεύουσιν εἰς νήσους, ὅπου εἶναι δύσκολος ἡ συγκοινωνία, καὶ πολλάκις κατὰ τὸν χειμῶνα εἶναι ἀδύνατος, καὶ ἑπομένως δύσκολος θὰ ἦτο ἡ κατάργησις τῶν Εἰρηνοδικείων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐὰν πράγματι φρονῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ συμβολαιογραφεῖα ἐν ταὐτῷ ἐν ταῖς νήσοις αὐταῖς, ἐὰν φρονῇ, ὡς εἶπεν, ὅτι τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἐκεῖνα συντελοῦσιν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐρωτῶ, διατὶ τὰ Εἰρηνοδικεῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, δὲν κατηργήθησαν, ὅτε αὐτὸς ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ἐὰν τὰ Εἰρηνοδικεῖα αὐτὰ καταστρέφωσι τὴν Δικαιοσύνην, διατὶ σήμερον μόνον ἐγείρεται φωνὴ κατ’ αὐτῶν; Ἀλλὰ προέβη καὶ περαιτέρω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἠσχολήθη περὶ τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἀνεμνήσθη τὰ Πρωτοδικεῖα Λεβαδείας, Παρνασσίδος, Καρπενησίου, Γυθείου, Ζακύνθου, ἐμνήσθη Πρωτοδικείων νέων καὶ παλαιῶν. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν Πρωτοδικείων εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ἡ καλὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἀπαιτῇ τὸν περιορισμὸν τῶν Δικαστηρίων, ἢ τὴν ἐπέκτασιν αὐτῶν, — καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀμφισβητεῖται, διότι ἠκούσατε χθὲς τὸν εἰδικὸν περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα κύριον Βουλευτὴν Μαντινείας, ὑποστηρίζοντα ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν Δικαστηρίων εἶναι ἐπιβλαβὴς, — ἐὰν, λέγω, ἡ καλὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἀπαιτεῖ τὸν περιορισμὸν τῶν Δικαστηρίων, δὲν πρέπει νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν κατάργησιν τριῶν ἢ τεσσάρων Πρωτοδικείων, περὶ ὧν καὶ μόνον γίνεται λόγος, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταργήσητε πολὺ περισσότερα Πρωτοδικεῖα. Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα· ἀνεμνήσθη καὶ τῶν Ἐφετείων, καὶ ἐμνήσθη καὶ τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ Κέρκυρα, ἥτις προθύμως ὑπέστη πολλὰς ὑλικὰς θυσίας χάριν τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, πρόκηται νὰ ὑποστῇ καὶ τὴν θυσίαν ταύτην χάριν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, δηλοῦμεν ὑμῖν, ὅτι δὲν θέλετε εὕρει οὔτε ἐμὲ οὔτε τοὺς ἐκ Κερκύρας συναδέλφους μου ἐναντίους εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ἐφετείου αὐτῆς. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας θέλει συντελέσει, ὅπως καταστῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους τοσοῦτον εὐάρεστα, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην νέας φορολογίας, προτείνατε τὴν κατάργησιν τοῦ Ἐφετείου ἐκείνου, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἔχητε ὑπὲρ ὑμῶν 8 ψήφους τῶν ἀντιπροσώπων Κερκύρας. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ δεξιῶν). Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, καθῆκον ἴσως εἶχεν ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ ἐνθυμηθῇ, τί ἦτο ἡ Κέρκυρα πρὶν γείνῃ ἡ ἕνωσις, νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἱστορίαν αὐτῆς, νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἄλλοτε ἦτο πρωτεύουσα μικροῦ Κράτους, καὶ ἔκτοτε εἶναι μικρὰ ἐπαρχία, ἡ ὁποία καθ’ ἡμέραν καταπίπτει. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν πρέπῃ χάριν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν νὰ καταργήσητε τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, καλὸν εἶναι νὰ ἐπεκτείνητε τὸ μέτρον ὑμῶν· καταργήσατε καὶ ἄλλα Ἐφετεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι πολλὰς ὑποθέσεις, συγκεντρώσατε πάντα ἐν Ἀθήναις, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, τί θὰ γείνωσιν αἱ μικραὶ πόλεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι, ὡς πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, ὁ κ. Γουναράκης, καθ’ ἡμέραν καταπίπτουν. Μετὰ τὴν ὑπόδειξιν τῆς οἰκονομίας ταύτης ἐσταμάτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν οἰκονομιῶν· ἐξήτασεν ἐπιτροχάδην τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐκεῖ ἔκρινε καλὸν νὰ σημειώσῃ τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεώς τινος διὰ σωλῆνας πρὸς διοχέτευσιν ὕδατος εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ νὰ μὴ μεμφθῇ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ στραφεὶς πρὸς ἐμὲ εἶπε: «μέμφομαι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἔχει πεῖραν τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν περιέκοψε τὴν πίστωσιν ταύτην.» Ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην, ἀκούων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ταῦτα λέγοντα, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λησμονήσω τὰ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως λαβόντα χώραν. Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγένετο συζήτησις περί τινος δαπάνης 2,000,000, τὴν ὁποίαν ἐνέκρινεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δι’ ἀνέγερσιν διδακτηρίων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ποσοῦ τοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατατεθέντος ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν...

§216Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ δαπάνη τῶν ἐγκριθεισῶν οἰκοδομῶν ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπουργίαν τοῦ κυρίου Φαρμακοπούλου, διὰ δραχμὰς 700,000.

§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἐγκριθείσης δαπάνης, δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τῆς δαπάνης ταύτης· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, μοὶ ἔκαμεν ἔκπληξιν, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἅμα ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατατεθέντος, καὶ ἔλαβε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὑπῆρχον 400,000 δραχμαὶ κατατεθειμέναι, ἐνῷ ἀπεδείχθη ἀργότερον, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη ἦτο ἐσφαλμένη, καὶ ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ ἐγένοντο αἱ δημοπρασίαι παρὰ τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ὅτε εἶδε τὰς δημοπρασίας ταύτας συχνὰ ἐπαναλαμβανομένας, ἠμπόδισε τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἦλθεν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὐθύνει μόνον τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος εἰς ταύτην προέβη, καὶ ὄχι τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἠγνόει ταῦτα καὶ εἶχε πληροφορίας ἐναντίας. Ἐὰν λοιπὸν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρει, ὅτι, προκειμένου περὶ ὑπερβασιῶν τοιούτων, 2 ἑκατομμυρίων, ὡς ἐλέχθη ὑπό τινων, ἢ 750,000, ὡς ὑπεστηρίχθη ὑπ’ ἄλλων, οὐδεμίαν εἶχεν εὐθύνην, εἶναι δυνατὸν νὰ νομίσῃ, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑπεύθυνος, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀπέκοψε τὴν πίστωσιν διὰ σωλῆνάς τινας, δι’ ὧν πρόκειται νὰ διοχετευθῇ ὕδωρ εἴς τινας οἰκίας τοῦ Ναυστάθμου; Φρονῶ, ὅτι περιέπεσεν εἰς ἀντίφασιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂς ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἰδέαι μου περὶ καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συμβαίνει νὰ ἦναι ἐντελῶς διάφοροι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ, ὅτι βεβαίως αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τῆς διευθύνσεως τῶν Ὑπουργείων πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ ληφθῶσιν αἱ περὶ τούτων ἀποφάσεις, ἀλλ’ ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει ἕκαστος Ὑπουργός, εἶναι οὗτος ἐντελῶς ἐλεύθερος, ἡ δὲ εὐθύνη τῶν συναδέλφων του καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέρχεται ἐκ τῆς ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ἀνδρῶν συνεργαζομένων ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας, καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ θεωρῶνται πάντοτε ὑπεύθυνοι διὰ τὰς πράξεις τῶν συναδέλφων αὐτῶν, εἴτε ἐγνώριζον εἴτε ἠγνόουν ταύτας. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).

§218Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Οἱ ἐγκρίνοντες τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως;

§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλέ τις πρότασιν;

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.

§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν προεκαλέσαμεν τὴν συζήτησιν. Τὴν συζήτησιν προεκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡμεῖς ἀπεδέχθημεν τὴν πρόκλησιν καὶ συνεζητήσαμεν, ἐφθάσαμεν δὲ εἰς τὸ τέλος. Ἑπομένως οὐδὲν πόρισμα ἔχομεν νὰ προβάλωμεν. Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂς προβάλῃ τοιοῦτον.

§223Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἐν ταῖς παρατηρήσεσι, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης διετύπωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις διέγνωσε τὴν πρόθεσιν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἐπὶ ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, γίνηται συζήτησις, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις εἶπεν: «Ἐὰν ἀμφισβητῆτε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νομίζητε, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτῆς ἡ οἰκονομικὴ εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν τόπον, προβῆτε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἀφήσατε αὐτὰς τὰς ἐπικρίσεις τὰς ἐν ἑκάστῳ νομοσχεδίῳ, ἀφήσατε αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς καταπολεμήσεως τῶν νομοσχεδίων διὰ τοῦ ζητήματος τῶν οἰκονομιῶν. Ἂς γείνῃ λοιπὸν συζήτησις.» Ὑμεῖς ἐδέχθητε τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται ἐπὶ πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία ἀπέδειξε τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἐὰν μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ θέσῃ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ νὰ δηλώσῃ τὴν ἔλλειψιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνης, εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, γινώσκουσα ὅτι ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, οὐδένα λόγον ἔχει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης.

§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶχε προαίρεσιν νὰ ἐπικρίνῃ ἓν ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων κατὰ τὴν ψήφισιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀκόμη προκηρυχθῆ ἐπὶ οὐδενὸς νομοσχεδίου. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπελάβετο γενικῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προέβαλε, καὶ ἐζήτησε νὰ καθορίσῃ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο προεκάλεσε τὴν συζήτησιν. Ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι γνωστὸν, δὲν εἶναι δ’ ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπωμεν τώρα, διότι εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀναγνωρίζων, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐγκρίνομεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, προεκάλεσε τὴν συζήτησιν, ἡμεῖς δ’ ἐδέχθημεν τὴν πρόκλησιν, συζητήσαντες δὲ, ἐδηλώσαμεν, ὅτι δὲν ἐγκρίνομεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου. Αὐτὸ ἐδηλώσαμεν.

§225Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν λαβόντων χώραν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προεκάλεσε τὴν γενομένην μέχρι σήμερον συζήτησιν, εἶναι ἀναγκαία· διότι, ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ἐπρόκειτο περὶ προτάσεως ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ἡ ἀναβολὴ ἐπροτείνετο, διότι τότε εἶχεν ὑποβληθῆ ἡ ἀνάκλησις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τοῦ σίτου, καὶ ἀντὶ τούτου ἐγένετο ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ αὐξάνοντος τὴν τιμὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Εἶπον τότε, ὅτι μετὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην, ἥτις θίγει θεμελιώδη διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμεινε τότε νὰ συζητήσωμεν τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικόν· ὥστε ἡ πρόκλησις προῆλθεν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν: «ἀφοῦ θέλετε νὰ συζητήσωμεν, δεχόμεθα τοῦτο.»

§226Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως μετὰ τηλικαύτην συζήτησιν δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ τελειώσῃ τὴν συνεδρίασιν χωρὶς νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἐξηνέχθησαν γνῶμαι ἐκεῖθεν καὶ γνῶμαι ἐντεῦθεν. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν πρότασιν.

§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, νομίζει, ὅτι ἀρκοῦσι τὰ λεχθέντα παρ’ ἡμῶν ἐπ’ αὐτῆς, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐξηγήσεως. Εἰς αὐτὸ ἀπόκειται νὰ προτείνῃ, τί ζητεῖ. Ἡμεῖς δὲν προεκαλέσαμεν τὴν συζήτησιν, ἑπομένως δὲν ἔχομεν νὰ προβάλωμεν πρότασιν.

§228Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ἐξακολουθοῦμεν συζήτησιν, τῆς ὁποίας τὴν ἔννοιαν πάντες κατείδομεν, τὴν τελευταίαν δὲ στιγμὴν βλέπω καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐλλεῖπον τὸ θάρρος, ἵνα τεθῇ τὸ ζήτημα. Ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρακολουθεῖ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἥτις ἤρξατο ἐξ ἐπικρίσεων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως ἐνδεικνυομένη στρατιωτικὴ ἀναδιοργάνωσις τῆς χώρας. Μετὰ τὰ λεχθέντα δὲν εἶναι βεβαίως ζήτημα, ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν δήλωσιν· ὀφείλει νὰ εἴπῃ συνεπῶς τὴν γνώμην της, ἂν ἐγκρίνει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας. Ἔσπευσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ δυσπιστήσῃ πρὸ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Μέλος τῆς πλειονοψηφίας, οὐχὶ ὀπαδὸς, —διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους θ’ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν εἴτε τῶν στρατιωτικῶν εἴτε τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, —λαμβάνω τὴν πρωτοβουλίαν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποφανθῇ, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ τὴν γενομένην συζήτησιν ἐκφράζει τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ προβαίνει εἰς τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§229Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ πανταχόθεν ἐκφραζομένη δυσφορία, αἱ πανταχόθεν ἀκουόμεναι διαμαρτυρίαι κατὰ τῶν φόρων, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν συμμερίζεται τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.

§230Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σεῖς τίνα ἀντιπροσωπεύετε;

§231Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ποῖος ἀντιπροσωπεύει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, θὰ τὸ ἀποδείξωσιν αἱ ἐκλογαί. Ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι ἐπαρκῶς ἀπέδειξεν, ὅτι δι’ οἰκονομιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀνασύνταξις τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν...

§232Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη ἤδη πρότασις, κύριε Ροῦφε.

§233Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τότε ἀποσύρω τὴν ἰδικήν μου.

§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Μεγαρίδος κ. Γ. Ἀναστασοπούλου θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Προσκαλοῦνται ὡς ψηφολέκται ὁ κύριος Μελισσηνὸς καὶ ὁ κύριος Μαστραπᾶς. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐγκρίνουσα τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβαλλομένην ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.

§235Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ψηφίζεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰ συναφῆ νομοσχέδια. Ἑπομένως ἐπὶ τῆς προβαλλομένης νῦν προτάσεως θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Β. Μαστραπᾶ καὶ Γ. Μελισσηνοῦ, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λέων Μελᾶς Ν Εὐάγγ. Καναβαριώτης Ν
Στέργιος Μ. Καρανίκας Ν Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ο Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Κ. Ἀσημακόπουλος Ο Δημήτριος Γ. Μωραΐτης Ν
Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Ν Δημοσθένης Γ. Δόγκας ἀρν.
Γεώργ. Πολυγένης Ο Νικόλαος Δαούτης Ο
Γεώργ. Καρπετόπουλος Ν Ἰωάννης Κόλλιας Ν
Ἰωάννης Ζωγράφος Ν Λουκᾶς Γ. Μπέλλος
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς
Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος Ο Πέτρος Ν. Δελένδας Ν
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ο Β. Μαρκεζίνης Ν
Κωνστ. Β. Κοττίκας Ν Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Ν
Δημήτρ. Γ. Ράλλης Ο Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ο Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ν
Κωνστ. Σμολένσκης Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης ἀρν.
Νικόλαος Λεβίδης Ἀλέξανδρος Φωτήλας ἀρν.
Ἀθαν. Μουτσόπουλος Ο Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ο
Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο Βασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΝ
Κυριάκος Λιγυνὸς Ο Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς. Ο Κωνσταντῖνος Κρίτσας ἀρν.
Ἀνδρέας Ψύλλας Ο Ἰωάννης Δαμηλάτης Ο
Νικόλαος Γουναράκης Ο Κωνστ. Ι. Φλέσσας Ν
Θεόδωρος Λέκας Ο Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰσίδωρος Κολιᾶτσος Ο Κίμων Βελλίνης ἀρν.
Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ο Ι. Καφταντζόγλου
Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ν Ι. Παλάσκας Ν
Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ν Δ. Τερτίπης Ν
Κωνσταντῖνος Τοπάλης ἀρν.Ι. Καζαμπάκας
Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης Ν
Νικόλαος Σταματιάδης Ν Κ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καρακίτης ἀρν.Νικόλ. Μπαλάφας Ν
Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης Ν
Ἀντ. Καρτάλης Ο Μιχ. Στεφανίδης Ο
Νικ. Γουλιμῆς Ο Νικόλ. Νικολαΐδης
Κωνσταντῖνος Γρίβας Ν Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Ν
Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ν
Θ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἰωάννης Κ. Ρώτας Ο
Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ο Γεώρ. Ν. Θεοτόκης
Περ. Ἀλεξάκης Ο Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ν
Π. Ταμπακόπουλος Ο Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ν
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ο Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ν
Χαρίλ. Τζαννετάκης Ο Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ν
Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Σπυρίδων Α. Ἀγάθος Ν
Μιχ. Φωτιάδης Ν Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ν
Βασ. Μαστραπᾶς Ν Ἠλίας Α. Πολίτης Ν
Κ. Α. Λιδωρίκης ἀρν.Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο
Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Παναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
Μιχ. Ι. Στελλάκης ἀρν.Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Ν
Γ. Π. Καπιτσίνης Ν Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης
Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ν
Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος Ν
Δημ. Τσιτσάρας Ο Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος
Δημ. Χατζόπουλος ἀρν.Διονύσιος Π. Βενιεράτος Ν
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ν Κωνσταντ. Α. Γεράκης Ν
Ἰωάν. Σεριμπᾶνος Ν Δημήτριος Β. Τραυλὸς Ν
Κ. Δ. Ἄργασ. Λομβάρδος Ν Σπυρίδων Ε. Στάης
Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Ο Διονύσιος Καλούτσης Ν
Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς Ο Νικόλαος Τσοῦχλος Ν
Διονύσιος Π. Στεφάνου Ν Παναγ. Σπυράκης Ο
Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Ἰωάννης Καλούτσης
Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Χαράλαμπος Βοζίκης ἀρν.
Ἰωάννης Ν. Σισίνης ἀρν.Γ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης. ἀρν.Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Ν
Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΟ Στέφανος Κοπανίτσας
Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ν Γεώργιος Δ. Φικιώρης Ο
Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης Ο Δημοσθ. Ματάλας
Ἰωάννης Φίλιος ἀρν.Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ο
Κωνσταντῖνος Καρακίτης Ο Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ο
Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν Κωνσταντῖνος Γκότσης Ο
Νικόλαος Μπουφίδης Ν Δημήτριος Π. Γούναρης Ν
Ἰωάννης Γ. Λάππας Ο Δ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-
Περιλῆς Σ. Βαλαωρίτης καούρης Ο
Γεώργιος Σκληρὸς Ν Γεώργιος Ράλλης ἀρν.
Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο Παναγιώτης Π. Σάκκης Ο
Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Νικόλαος Α. Μισυρλῆς Ν
Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς ἀρν.Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο
Γκίκας Μάστορης Ν Ἰωάννης Α. Βρυώνης Ο
Ἰωάννης Μπακόπουλος Ο Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ν
Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος ἀρν.Νικόλαος Γ. Λεωνίδας Ν
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Γ. Ν. Μπούμπουλης Ο
Παναγ. Παπαναστασίου Ν Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
Παναγιώτης Μανέτας Ο Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης Ο
Ἀθαν. Πετρόπουλος Ν Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ν
Ἀθαν. Ζέρβας Ο Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ν
Γ. Ἀναστασόπουλος Ν Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ο
Γεώργιος Νικολαΐδης Ν Ἰωάννης Ν. Σιγάλας ἀρν.
Κωνσταντ. Τρικούπης Ν Κάρολος Μ. Βιτάλης
Λεωνίδας Δεληγεώργης Ο Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ν
Περιλῆς Μποῦτος ἀρν.Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης
Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο Γεώργιος Ραδινὸς Ν
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ἀπόστολος Ζάππας Ν
Ἰωάννης Νικολαΐδης Ν Ἠλίας Μπασδέκης Ν
Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Ν Σπυρίδων Γεωργόπουλος Ν
Ἀριστομέν. Προβελέγγιος Ν Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ν
Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Ν Εὐστάθιος Κοκκέβης Ν
Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος Ο Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
Νικόλαος Κ. Κρίσπης Ν Δημ. Ἀναστασόπουλος Ο
Δημ. Ι. Φαρμάκης Ν Ἀθαν. Νικολίτσας Ν
Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ν Ἀλέξ. Στάικος Ν
Ἰωάννης Ν. Καναβὸς Ο Γεώργιος Κορυζῆς Ν
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο Θεόδωρος Λιμπρίτης Ο
Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο Λεων. Λαπαθιώτης ἀρν.
Κωνσταντ. Χριστοδούλου Ν Παντελῆς Γκίκας Ο
Ἀθαν. Πετσάλης Ο Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ν
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν Νικόλαος Πλατσῆς Ν
Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο Ν. Χατζῖσκος Ν
Φώτιος Π. Μοσχούλας Ν Χαρ. Εὐταξίας
Νικόλ. Α. Παπαλέξης ἀρν.Δ. Δεδούσης Ν
Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Ο Ν. Κοντογιάννης Ο
Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Ν Βασίλειος Βουδούρης Ο
Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ν Γεώργιος Ἀβέρωφ Ο
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Νικόλαος Καλογερόπουλος Ν
Ἰωάννης Δελμοῦζος Ν Ζήσιμος Σαραβέλας Ο
Δημήτριος Π. Νίκας Ν Νικόλαος Μαμούνης Ο
Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ο Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ν
Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ο

§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 211, ἐκ τῶν ὁποίων 6, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, δὲν ἐψήφισαν. Συνεπῶς ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 205. Ἐκ τούτων ὑπὲρ τῆς προτάσεως 106, κατὰ τῆς προτάσεως 78, καὶ 21 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 3 καὶ 10′ πρὸ μεσημβρίας τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
2τῆς 21 Φεβρουαρίου 1904.
3(Σάββατον).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
8§2Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι τὰ
9πρακτικὰ ἀναγράφουσι μὲν τὰ τελεσθέντα ὑπὸ τοῦ προεδρεύ-
10οντος κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, δὲν πιστο-
11ποιοῦσιν ὅμως, ὅτι δὲν ἐτηρήθη οὔτε ὁ Κανονισμὸς οὔτε ἡ
12συνταγματικὴ διάταξις περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
13Χθὲς, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ δώδεκα ὥρας κατὰ συνέχειαν
14εἰργάσθημεν συζητοῦντες ἐπὶ τῆς προτάσεως, τῆς Κυβερνή-
15σεως περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἤτοι ἐπὶ ὅλων
16τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων καὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πο-
17λιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, θέματος βεβαίως σοβαρωτάτου,
18ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἀντιπολίτευσις συνεζήτησε καὶ ἐπεθύμει
19καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφο-
20ρίαν, ἀφοῦ προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
21σεως. Ὅτε ἐπεράτωσε τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πα-
22τρῶν βουλευτὴς κ. Γκότσης, ἐκλήθην παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρό-
23εδρε, νὰ λάβω τὸν λόγον. Τότε προσεπάθησα νὰ πείσω καὶ
24τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρεκάλεσα αὐ-
25τὰς νὰ ἀναβάλωσι τὴν συζήτησιν, ὅπως μετ’ ὀλίγας ὥρας
26δυνηθῶμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ταύτην, διότι πάντες ἤμε-
27θα κεκμηκότες, καὶ οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος ὑπῆρχε τῆς τοι-
28αύτης σπουδῆς καὶ τῆς τοιαύτης ἐπιμονῆς, ὅλως παραδόξου
29καὶ ἀκατανοήτου. Τὴν πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς ὑπεστή-
30ριξαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὑμεῖς δὲ, κύριε Πρόεδρε, ἐπρό-
31κειτο νὰ προκαλέσητε ἐπ’ αὐτῆς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς περὶ
32ἀναβολῆς συζητήσεως τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν
33συζήτησιν ταύτην εἷς τῶν συναδέλφων, ὁ κ. Παπαδημη-
34τρίου, ἐπρότεινεν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. Νομιμώτατα ὑμεῖς,
35ἀφοῦ ἐτέθη ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ὁ νόμιμος καταρτισμὸς τοῦ
36Σώματος, διετάξατε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἵνα βε-
37βαιωθῇ, ἂν ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ἔμενεν ἑπομένως ἐκκρεμὴς,
38κατὰ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς
39προτάσεώς μου περὶ ἀναβολῆς, μεθ’ ἣν ἤρχετο ἡ πρόσκλη-
40σις τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ τούτων σιωπών-
41των ἡ ἐρώτησις ἂν ἔχει τὸν λόγον ἄλλος τις τῶν λοιπῶν ἐγ-
42γεγραμμένων, ἵνα ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος. Ρη-
43τῶς ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει τοῦτο (ἀναγινώσκει):
44«Ἄρθρον 29. Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ
45συζήτησιν ἀντικειμένου, ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικει-
46μένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ
47δέκα ἄλλων Βουλευτῶν κλπ. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται πρῶ-
48τον μὲν περὶ τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων, δη-
49λαδὴ τῆς ἀναβολῆς, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντι-
50κειμένου.»
51Ὥστε εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὸ
52Προεδρεῖον νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ
53ἐκκρεμοῦς ζητήματος, τοῦ μεσολαβήσαντος, περὶ ἀναβολῆς,
54καὶ κατόπιν νὰ προβῇ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
55Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου πρὸς βεβαίωσιν τῆς
56ἀπαρτίας ἐγένετο ἡ διαλογὴ, καὶ εὑρέθησαν παρόντες 118
57μετὰ τοῦ ἐπόπτου, τοῦ κ. Ἐπαμεινώνδα Δηλιγιάννη.
58§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ψηφολέκτου.
59§4Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ψηφολέκτης καλεῖται, ὅταν ψηφο-
60φορία ἐνεργῆται· ὅταν ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος πρὸς
61βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας, ἁπλῶς ἐφορεύει ὁ καλούμενος, ἐπο-
62πτεύει. Ὥστε μᾶλλον ἐπόπτης δέον νὰ καλῆται. Ἀλλὰ
63ὀνομάσατέ τον ὅπως θέλετε. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἄνευ αὐ-
64τοῦ ἀπαρτία δὲν θὰ ὑπῆρχε, τὸ Σῶμα δὲν θὰ ἦτο νομίμως
65κατηρτισμένον. Τί λέγουσι τὰ πρακτικά; (ἀναγινώσκει):
66«Μετὰ τοῦτο ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὸ πέρας τῆς συζητήσεως
67ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως». Σᾶς
68παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατόν, εἶχε δικαίωμα ὁ
69Πρόεδρος, ὁ τότε προεδρεύων ἀντιπρόεδρος, νὰ κηρύξῃ τὸ πέ-
70ρας τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὅταν
71εἰς μὲν τὸν κατάλογον ὑμῶν ἦσαν ἐγγεγραμμένοι, ὅπως ὁμι-
72λήσωσιν, ἀρκετοὶ ἐκ τῶν Βουλευτῶν, ὁ κ. Γουναράκης, ὁ
73κ. Σάκκης, ὁ κ. Καρτάλης καὶ ἄλλοι.
74§5Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς στείλωμεν καρρότσα δηλαδή!
75§6Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ... Ἐγὼ δὲ εἶχον ἀφή-
76σει ἐκκρεμῆ τὴν συζήτησιν περὶ ἀναβολῆς, μεταβὰς εἰς τὸ
77Ἀναγνωστήριον τῆς Βιβλιοθήκης πρὸς ἀναψυχήν; —διότι
78βεβαίως καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος ἐπὶ δώδεκα ὥρας ἐργαζόμενος
79εἶχον ἀνάγκην ἀναπαύσεως· ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ
80εὑρισκόμενος ἔπεμψα ἐνταῦθα τὸν τόμον τῶν πρακτικῶν τῆς
81Συνόδου τοῦ 1884, ὃν θὰ ἐχρησιμοποίουν, ὅτε θὰ ἐκαλούμην
82ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου, ἵνα ὁμιλήσω, ἀναγκαζόμενος πρὸς
83τοῦτο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τὴν πέμπτην ὥραν τῆς πρωΐας,
84μετὰ δώδεκα ὅλων ὡρῶν ἐργασίαν καὶ συζητήσεις!
85Δυστυχῶς οὐδεμία τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Κανονι-
86σμοῦ ἐτηρήθη ὑπὸ τοῦ τότε προεδρεύοντος. Ὁ κύριος προε-
87δρεύων οὐ μόνον παρεῖδεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς συζήτη-
88σις περὶ ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν ὤφειλε, κατ’ ἐπιτακτικὴν
89διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ μὴ παρίδῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ
90ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συγχρόνως ἔκρινε καλὸν
91νὰ παρίδῃ καὶ πάντας τοὺς αἰτησαμένους νὰ ὁμιλήσωσιν,
92ἀποφαινόμενος, οὕτως εἰπεῖν, αὐτοκρατορικῶς.
93Ἐζήτησα παρὰ τοῦ στενογράφου τὸ σχετικὸν μέρος,
94καθ’ ὃ ἔληξεν ἡ συνεδρίασις, καὶ οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐλέ-
95χθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, τὸ ἑξῆς: «οὐδενὸς ἄλλου ἔχον-
96τος τὸν λόγον, κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις».
97§7ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. «Οὐδενὸς ζητήσαντος τὸν
98λόγον», εἶπον.
99§8Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλ’ εἶχον ζητήσει πολλοὶ τὸν λό-
100γον.
101Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ
102ἀνορθωθῇ ὁ Κανονισμός, καὶ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι εἰσερχόμεθα
103εἰς ὁδὸν παρανομίας καὶ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ
104λόγου.
105Οἱ καιροὶ εἶναι δεινοὶ, καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν
106μετριοπάθειαν καὶ οὐχὶ ἐπιμονήν. Βεβαιωθῆτε, ὅτι πάντες
107ἔχομεν συμφέρον διὰ τὴν τάξιν, τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν νομι-
108μότητα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔχει συμφέρον ἡ Κυβέρνησις,
109διότι αὐτὴ εἶναι καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὴν τάξιν, τὴν ἡσυχίαν
110καὶ τὴν νομιμότητα.
111§9ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος
112προαγορεύσας συνάδελφος νὰ ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ
113μομφὴν, ὅτι δηλ. ἠθέλησα, παραβιάζων καὶ καταφρονῶν τὸ
114Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, νὰ ἀφαιρέσω τὸν
115λόγον ἀπ’ αὐτοῦ.
116§10Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δολίαν προαίρεσιν δὲν σᾶς ἀπέδωκα.
117§11ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τού-
118του. Ὀφείλω ὅμως, προκειμένου περὶ ἀνασκευῆς τῶν οὕτω
119πως διατυπωθέντων κατ’ ἐμοῦ, νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
120Καθ’ ἣν στιγμὴν προεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας
121ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ἐγὼ κατεῖχον τὴν
122ἕδραν τοῦ Προέδρου· ἀπαγγείλας δὲ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν
123τοῦ καταλόγου τὸ ἀποτέλεσμα, ἤτοι τὴν ὕπαρξιν ἀπαρ-
124τίας, ἐκήρυξα μετὰ τοῦτο τὴν συζήτησιν περατωμένην.
125Ὀφείλω λοιπὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν πρᾶξίν μου ταύτην
126ἀπέναντι τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς.
127Ἐπὶ δύο συνεχεῖς Περιόδους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπρο-
128σωπεύω τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν καὶ νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰ-
129θούσῃ ταύτῃ, εὐτυχῶς δὲ οὐδέποτε οὐδεμίαν παρέσχον ἀφορ-
130μὴν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀνευλαβής εἰμι εἴτε πρὸς τοὺς κυρίους
131συναδέλφους εἴτε πρὸς τὸ Σύνταγμα τὸ καθεστὼς, ἢ πρὸς τὸν
132Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὃν ἀείποτε ἐσεβάσθην, πολλῷ δὲ
133μᾶλλον αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῶ ταῦτα, ὅταν
134κατέχω τὴν ὑψηλὴν τοῦ Προέδρου ἕδραν. Μόλις ἐκλήθην νὰ
135διαδεχθῶ τὸν κ. Πρόεδρον ἐν τῇ ἕδρᾳ, καὶ κατέλαβον αὐ-
136τήν, προεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Παπαδημητρίου ἡ ἔνστασις περὶ
137μὴ ἀπαρτίας. Ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, καὶ εὑρέθησαν παρόν-
138τες 118, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐπόπτου ἢ ψηφολέ-
139κτου κ. Ἐπαμεινώνδα Δηλιγιάννη, ὅστις, παρευρισκόμενος
140ἐνταῦθα καὶ ἔχων τὴν ὑπογραφήν του τεθειμένην ὑπὸ τὸν
141κατάλογον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπών.
142§12ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Οὐδεὶς εἶπε τὸ
143ἐναντίον.
144§13ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο βεβαίως
145δὲν θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπα-
146σχολεῖ αὐτήν, εἶναι, ἂν ὤφειλον νὰ καλέσω τοὺς κυρίους Βου-
147λευτὰς νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὲ
148ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς, διότι πρόκειται περὶ μομφῆς ἐπιρ-
149ριπτομένης κατ’ ἐμοῦ, καθ’ ἧς μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀμυνθῶ,
150διότι ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ καταλαμβάνω τὴν ἕδραν ταύ-
151την. Δὲν ὑπῆρχέ τις ὁ ἀγορεύσων, καὶ ἂν δέ τις ἦτο ἐγγε-
152γραμμένος, ὤφειλον νὰ καλέσω αὐτὸν παρόντα νὰ ἀγορεύσῃ.
153§14Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤμην ἐγγεγραμμέ-
154νος.
155§15Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγώ.
156§16ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἦτο ἐγ-
157γεγραμμένη πᾶσα ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ὤφειλον
158νὰ καλέσω κατὰ τάξιν ἐγγραφῆς τοὺς ἀγορεύσοντας. Ἀλλὰ
159καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπερατώθη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου
160καὶ ἀπηγγέλθη ἡ ὕπαρξις τῆς ἀπαρτίας, τίς ἦτο ἐδῶ καὶ
161δὲν ἐκλήθη;
162§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἐκαλέσατε;
163§18ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα νὰ καλέσω; Τὰ κε-
164νὰ ἑδώλια; Καλοῦνται οἱ παρόντες, κύριε συνάδελφε. Πῶς
165δύναμαι νὰ καλέσω τοὺς ἀπόντας;
166§19Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἐκαθήμην ἐκεῖ.
167§20ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ δύο κύ-
168ριοι ἐξ Ἀττικῆς Βουλευταὶ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας
169δὲν φαίνονται παρόντες ἐν τῷ καταλόγῳ. Πῶς εἶναι δυνατὸν
170νὰ ἦναι παρόντες ἐν τῇ αἰθούσῃ, καὶ νὰ μὴ ἦναι παρόντες
171ἐν τῷ καταλόγῳ; Ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀνατρέξω καὶ νὰ
172ἀνεύρω πάντα βουλόμενον νὰ ἀγορεύσῃ; Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς
173Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Πᾶσα πρότα-
174σις ὑποβάλλεται ἐγγράφως ἢ καὶ προφορικῶς, καὶ συζητεῖ-
175ται ἢ ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐὰν πρόκηται
176περὶ προτάσεως νόμου, ἢ τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, προκειμέ-
177νου περὶ ἄλλης προτάσεως. Ἀλλὰ τίς ἀπέμεινεν ἐν τῇ αἰ-
178θούσῃ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀφοῦ οὐδεὶς
179ἐκ τῆς ἑτέρας πτέρυγος υἱοθέτησεν αὐτήν;
180Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐκη-
181ρύχθη περατωμένη νομιμώτατα καὶ συνταγματικώτατα,
182διότι οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Προεδρεῖον νὰ καλῇ τοὺς
183ἀπόντας. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι ἐγὼ ἐπλανήθην,
184ἐπειδὴ ἔχω τὴν γενναιοφροσύνην ν’ ἀναγνωρίζω τὴν πλάνην
185μου, διότι τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον, δύναται ν’ ἀπο-
186φανθῇ ἐπὶ τούτου ἡ Βουλή.
187§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ κύριος
188ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἰς πολλὰς περιέπεσεν ἀνακριβείας.
189Καὶ πρῶτον ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐπὶ δωδεκάωρον ἡ Βουλή συνε-
190ζήτησεν ἐπὶ προτάσεως περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς
191Κυβερνήσεως. Ἂς ἐπαναφέρωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ
192αὐτῶν θέσιν. Ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνή-
193σεως ἡ συζήτησις ἤρξατο τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, καὶ ἔπαυσε
194τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον· ἀπὸ τῆς 2 μέχρι
195τῆς 5 κατηναλώθη ὁ καιρὸς εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλό-
196γου, διότι ἐγένοντο δύο ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ μία
197ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἂς ἴδωμεν πῶς τὰ
198πράγματα διεξήχθησαν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου
199ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἀνεγνώσθη
200ὁ κατάλογος, καὶ ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ. Τότε, εἶναι
201ἀποδεδειγμένον, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἦτο παρών· ἡ δὲ ἀξίωσις τοῦ
202κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸν ἀντιπροσω-
203πεύσῃ τόμος τις, δὲ εἶναι ὀρθή, διότι ἄλλο ὁ τόμος καὶ ἄλλο
204ὁ κύριος Βουλευτής. Ἑπομένως, ὅτε ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος,
205οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκ τῶν ζητησάντων τὸν λό-
206γον καὶ πρόθυμος νὰ ἀγορεύσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια τῶν
207πραγμάτων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ματαιοπονῶ-
208μεν, συζητοῦντες ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐσίαν δὲν
209ἔχει σημασίαν. Διότι ὑποθέσατε, ὅτι ἐπιμένομεν εἰς τὴν γνώ-
210μην, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κύριος ἀντιπρόεδρος, καθ’ ἣν καὶ κατὰ
211τὸν Κανονισμὸν θεωρεῖ ὀρθὸν ὅ,τι ἔπραξε. Τί ἐμποδίζει ἡμᾶς
212νὰ λάβωμεν σήμερον τὸν λόγον, ὅπως δικαιολογήσωμεν τὴν
213ψῆφόν μας; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσω-
214μεν τὸ παρεμπῖπτον τοῦτο ζήτημα ὡς μὴ ὑπάρχον, καὶ νὰ
215ἦναι ἐλεύθεροι οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
216§22Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁλόκληρος ἡ συνεδρίασις, ἡ ἐξακο-
217λουθήσασα μετὰ τὴν ἔνστασιν περὶ ἀναβολῆς, ἐφ’ ἧς ἐγένετο
218ψηφοφορία, εἶναι ἄκυρος. Ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν προ-
219κύπτει, ὅτι ἐψηφοφόρησαν 120, ἐξ ὧν 118 ὑπὲρ τῆς μὴ ἀνα-
220βολῆς καὶ δύο ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Δυστυχῶς ὅμως ἐκ τῶν
221120 ψηφοφορησάντων 3 δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
222καὶ ἐν τούτοις ἀναφέρονται ὡς ψηφοφορήσαντες...
223§23Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σεῖς ἐκοιμᾶσθε τὴν ὥραν ἐκείνην.
224§24Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μὴ ταράττεσθε, διότι θ’ ἀποδείξω
225ἐπισήμως, ὅτι παρευρίσκοντο μόνον 117 ἐν ὅλῳ Βουλευταὶ,
226καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι
227τὰ πρακτικὰ εἶναι ψευδῆ, καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης
228ἡ συνεδρίασις εἶναι ἄκυρος. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Λιδωρίκης,
229Ψύλλας καὶ Στεφανίδης ἀναγράφονται ὡς ψηφοφορήσαντες,
230ἐνῷ δὲν παρίσταντο εἰς τὴν Βουλήν.
231§25ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ
232τὴν αὐτὴν αἰτίαν.
233§26Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐν σελίδι 8 καὶ στήλῃ δευτέρᾳ ἀνα-
234γράφεται ὡς ψηφίσας ὁ κ. Κάρολος Βιτάλης, ὅστις εὑρί-
235σκεται ἐν Τήνῳ.
236§27Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα προσωπικόν, καὶ
237πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω, κύριε Πρόεδρε.
238§28Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν.
239§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐδόθη ὁ ἐπίσημος κατάλογος τῆς ψη-
240φοφορίας, ἔνθα δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένος ὁ κύριος Κάρολος
241Βιτάλης.
242§30ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις εἶναι ἀναγεγραμμέ-
243νος εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
244§31Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐὰν μετρήσητε τὰ Ναὶ καὶ τὰ Ὄχι,
245θὰ ἴδητε, ὅτι ἐγὼ ἔχω δίκαιον.
246§32Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε
247Πρόεδρε, καὶ εἶμαι ἐγγεγραμμένος πρὸ τοῦ κ. Στεφανίδου.
248§33ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὸν κύριον Στεφανίδην ἐδόθη ὁ
249λόγος. (Διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
250§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δώσω ἐξηγήσεις ἐγώ.
251§35ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγένετο πλαστογραφία.
252§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταγγέλλεται, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τῆς
253ψηφοφορίας εἶναι πλαστὸν, καὶ ἐν τούτοις ἀποδεικνύεται ἐκ
254τοῦ ἐπισήμου πρωτοκόλλου, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν εἶναι
255ἀναληθῆ.
256§37Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
257§38ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ διακόπτετε.
258§39Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε πρὸς ἐμὲ οὕτω.
259§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὑπάρχουσι τυπογρα-
260φικὰ λάθη, διότι ἀναφέρονται ὡς ψηφίσαντες Βουλευταὶ,
261οἵτινες δὲν ἀναφέρονται ὡς ψηφίσαντες ἐν τῷ ἐπισήμῳ πρω-
262τοκόλλῳ.
263§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατορθώσατε, κύριε Πρόεδρε,
264νὰ πείσητε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ σιωπῶσιν, ἵνα ἀκούω-
265μεν καὶ ὑμεῖς.
266§42Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε, ἂν ὁ κ. Ἀργυ-
267ρόπουλος, βουλευτὴς Ἄνδρου, ἀναφέρεται ἐν τῷ καταλόγῳ
268ὡς ψηφοφορήσας; Ἐξ αὐτοῦ θὰ φανῇ, ὅτι εἶναι ἁπλοῦν τυ-
269πογραφικὸν λάθος.
270§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα.
271§44Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία, διότι ἐν τῷ ἐντύ-
272πῳ καταλόγῳ τῆς ψηφοφορίας ἀναγράφονται ψηφοφορήσαν-
273τες 123, ἐνῷ ἐψήφισαν μόνον 120, καὶ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα
274ἀνηγγέλθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου.
275§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπῆρξε λάθος, τὸ λάθος, ὅτι
276ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς δὲν ἐτυπώθησαν καὶ οἱ τρεῖς
277κατάλογοι τῶν γενομένων τριῶν ψηφοφοριῶν κατ’ ὀνομαστι-
278κὴν κλῆσιν, ἀλλ’ εἷς κατάλογος. Ἡ πρώτη ψηφοφορία, ἡ
279ὁποία ἐγένετο κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, προεκλήθη τῇ προ-
280τάσει τοῦ κυρίου Τζαννετάκη, δηλώσαντος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν
281ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ· ὁ κατάλογος ἀνεγνώσθη ὑπὸ τὴν ἐπιτήρη-
282σιν τῶν κυρίων Ἱερομνήμονος καὶ Ἀλεξάκη· ὁ κατάλογος
283οὗτος δὲν ἐτυπώθη. Ἐγένετο δευτέρα ψηφοφορία, ὅτε ἀνε-
284γνώσθη ὁ κατάλογος τῇ προτάσει τοῦ ἐξ Ἄργους βουλευτοῦ
285κ. Πολυγένους, ἐπιτηρηταὶ δ’ ἦσαν οἱ κύριοι Γκότσης καὶ
286Γεράκης. Ὁ κατάλογος αὐτὸς δὲν ἐτυπώθη. Τρίτον ἐπρο-
287τάθη ἔνστασις ἀναβολῆς, καὶ ἐγένετο ψηφοφορία ὑπὸ τὴν
288ἐπιτήρησιν τῶν κ. κ. Ἀλεξάκη καὶ Γεράκη. Ἑπομένως ὁ
289κατάλογος, ὁ ὁποῖος φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἐπιτηρητῶν
290κ. κ. Γεράκη καὶ Ἀλεξάκη, οὗτος ὁ κατάλογος πρέπει νὰ
291ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἐξετάσατε τοῦτον τὸν κατάλογον, καὶ θέ-
292λετε εὑρεῖ, ἂν ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένα τὰ ὀνόματα τῶν
293ἀπόντων.
294§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀλεξάκη, τὸν κατάλογον αὐτὸν τὸν
295εἴδετε;
296§47ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα· καὶ ἐβεβαίωσα, ὅτι δὲν
297ἦτο ἐγγεγραμμένος ὡς παρὼν καὶ ψηφοφορήσας ὁ κ. Κάρολος
298Βιτάλης.
299§48Α. ΨΥΛΛΑΣ. Θὰ τυπωθῶσι, κύριε Πρόεδρε, ἐκ νέου τὰ
300πρακτικὰ αὐτὰ καὶ θὰ διανεμηθῶσι;
301§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴτε τυπωθῶσιν εἴτε δὲν τυπωθῶσιν, ὁ
302κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπὶ ἐνστάσεως ἀπαρτίας
303δὲν τυποῦται· μόνον τὰ ὀνόματα τῶν ψηφοφορησάντων θὰ
304διορθωθῶσιν.
305§50Α. ΨΥΛΛΑΣ. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τὴν γενομένην ἐπὶ
306τῆς προτάσεως ἀναβολῆς φαίνομαι ὡς ψηφοφορήσας κατὰ
307τῆς ἀναβολῆς, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμην κἄν νὰ δια-
308νοηθῶ, νὰ γείνῃ δηλαδὴ ψηφοφορία κατὰ τὴν τετάρτην ὥραν
309μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς ἀναβολῆς.
310§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος.
311§52Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος.
312§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐσφαλμένος ὁ κατάλογος ὁ τυπωθείς.
313§54Α. ΨΥΛΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ περὶ τούτου μνεία
314ἐν τοῖς πρακτικοῖς, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φαίνωμαι ὡς ψη-
315φοφορήσας κατὰ τῆς ἀναβολῆς.
316§55Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον, κύριε Πρόεδρε,
317ὅτι ἐν σελίδι, 8 στήλῃ δευτέρᾳ, ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς
318Βουλῆς, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς
319συναδέλφους, ἀνακρίβεια περὶ τὴν ψηφοφορίαν, ὅσον ἀφορᾷ
320τὸν κ. Κάρολον Βιτάλην. Δὲν ἔχω ἀνὰ χεῖρας οὐδὲ διαμφι-
321σβητῶ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἐπισήμου πρακτικοῦ, ὅπερ τηρεῖτε
322ὑμεῖς ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Προεδρείου, ἔχω ὅμως δικαίωμα,
323ὡς Βουλευτὴς, ὡς καὶ πᾶς τις ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα, νὰ εἴπω
324ὅτι τὰ διανεμηθέντα εἰς ἡμᾶς πρακτικὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ,
325ἐπειδὴ δὲ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο διὰ τὴν Βουλὴν καὶ
326διὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, διότι
327δι’ αὐτῶν θέλουσι κριθῆ οἱ νόμοι καὶ πᾶσα ἡ ἐνέργεια ἑνὸς
328ἑκάστου Βουλευτοῦ, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὰ τυπωθέντα
329πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχοντα, καὶ πρέπει
330νὰ διορθωθῶσι καὶ νὰ τυπωθῶσιν ἄλλα ἀκριβῆ, τὰ ὁποῖα νὰ
331διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
332§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευ-
333τοῦ εἶναι λογικωτάτη· πρέπει νὰ διορθωθῶσι συμφώνως πρὸς
334τὸν ἐπίσημον κατάλογον.
335§57ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ καὶ ἐγὼ
336λίαν σπουδαῖον, διότι ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς ἐπισημο-
337ποιοῦνται εἰς τὰ πρακτικά· ἐξ αὐτῶν θὰ γνωσθῇ καὶ εἰς τὴν
338Βουλὴν καὶ εἰς τὸν λαόν, τίνες ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ ἢ κατὰ
339τῆς παραδοχῆς τῶν προταθέντων νομοσχεδίων ἢ ἄλλων νομο-
340θετημάτων ἢ ζητημάτων. Ὅταν ὅμως τὰ πρακτικὰ ταῦτα
341ἔρχωνται ἐπὶ τοσοῦτον ἠλλοιωμένα, τότε τί ἐπίσημα πρα-
342κτικὰ ἔχομεν, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηριχθῶμεν; Ἐγὼ παρα-
343δέχομαι, ὅτι ἡ ἀλλοίωσις δὲν ἐγένετο ἐκ προθέσεως τοῦ Προ-
344έδρου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀλλοίωσις αὕτη συμπίπτει κατὰ σα-
345τανικὴν σύμπτωσιν εἰς τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν, εἰς ὃ βε-
346βαιοῦται, ὅτι ἐπροτάθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ πρό-
347τασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, καὶ ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν
348ἀναληθῶς ἀναφερομένων ὡς παρόντων, ἀφαιρούμενος ἐκ τοῦ
349ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀποτελεσάντων τὴν ἀπαρτίαν Βουλευτῶν,
350ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, γεννᾶται εὐ-
351λόγως ὑπόνοια, ὅτι ἡ ἀλλοίωσις δὲν ἦτο τυχαία· ὡς παρα-
352τηρῶ δὲ εἰς τὰ διανεμηθέντα πρακτικὰ, οὐ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ
353καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἀπόντες σημειοῦνται ὡς παρόντες· οἱ
354κύριοι Κάρολος Βιτάλης καὶ Ἀλκίνοος Ζερβὸς φέρονται ὡς
355παρόντες, ἐνῷ ὁ μὲν πρῶτος ἀπουσιάζει εἰς Τῆνον, ὁ δὲ δεύ-
356τερος ἀσθενεῖ· ἐπίσης ὁ κ. Ψύλλας καὶ ἐγὼ φαινόμεθα ὡς
357ψηφοφορήσαντες, ἐνῷ δὲν παρέστημεν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν·
358ἐνῷ δ’ ἐγὼ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας ἐπρότεινα τὴν
359ἀναβολὴν, ἐν τοῖς πρακτικοῖς φαίνομαι μεταξὺ τῶν κατὰ
360τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ψηφοφορησάντων. Τὸ ὅτι δὲ ὁ
361κύριος Ζερβὸς, βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἦτο ἀσθενὴς, δύνα-
362ται νὰ τὸ βεβαιώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
363§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ γνωρίζω.
364§59ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸ
365Προεδρεῖον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ πρωτόκολλον τὸ ἐπίσημον, νὰ
366ἐπιφέρῃ τὰς δεούσας διορθώσεις, καὶ ἀκολούθως νὰ διατάξῃ
367τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ γνωρίζω-
368μεν, τί συνέβη· διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρξεν ἀπαρτία, βεβαίως
369τὰ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας καὶ πέραν γενόμενα εἶναι ἄκυρα καὶ
370θὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῶν πρακτικῶν· πρέπει δὲ νὰ λάβῃ τὸ
371Προεδρεῖον ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν δυνατὴν πρόνοιαν, ἵνα μὴ
372λαμβάνωσι χώραν τοιαῦτα ἄτοπα.
373§60Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὰ πρακτικὰ ἑκάστης συνεδριάσεως ἀνα-
374γινώσκονται τὴν ἑπομένην καὶ ἐγκρινόμενα ὑπὸ τῆς Βουλῆς
375ἐπικυροῦνται. Πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν ἕκαστος
376τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατη-
377ρήσεις καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν τῶν ἐσφαλμένως δια-
378τετυπωμένων.
379Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν
380τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι ἀπη-
381ρίθμησα τὰ Ὄχι καὶ τὰ Ναὶ τῶν ψηφοφορησάντων καὶ τῶν
382παραστάντων κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, καὶ εὑρίσκω,
383ὅτι ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 123, ἐνῷ ἐπισημοποιεῖται διὰ τῶν
384αὐτῶν πρακτικῶν, ὅτι ἐψηφοφόρησαν μόνον 120, ἤτοι 118
385κατὰ τῆς προτάσεως καὶ 2 ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Θὰ παρα-
386καλέσω δὲ, πρὸς ἐξακρίβωσιν τούτου τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς
387Βουλῆς νὰ παραβάλῃ τὰ πρακτικὰ ταῦτα πρὸς τὸν ἐπίση-
388μον κατάλογον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπογεγραμμένος ὑπ’ ἐμοῦ καὶ
389τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ. Ἀλεξάκη, ὡς ψη-
390φολεκτῶν, καὶ νὰ διορθώσῃ τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα βεβαίως
391εἶναι ἐσφαλμένα, διότι ἀναφέρουσι 3 πρόσωπα ὡρισμένα, τὰ
392ὁποῖα δὲν ἐψήφισαν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν.
393§61Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πέντε πρόσωπα.
394§62ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ τυπογράφος ἐν τῷ
395Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, ὅπου τυποῦνται τὰ πρακτικά, ἐπλα-
396νήθη οὐχὶ ἄνευ λόγου. Ὁ κ. Γραμματεύς, ὁ σημειῶν τὰ Ναὶ
397καὶ Ὄχι χθὲς, ἔσπευδε κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὀνομάτων
398νὰ γράφῃ Ὄχι διὰ Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν παρόντες,
399καὶ ἐπὶ τῇ παρατηρήσει μου διέγραφε τὸ Ὄχι. Τοῦτο ἀντε-
400λήφθη καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος, — ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυ-
401ρίαν αὐτοῦ, — καὶ ἠγανάκτησε δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο.
402Ὁ τυπογράφος, λοιπὸν βλέπων τὸ Ὄχι ἐκεῖνο καὶ μίαν γραμ-
403μὴν εἰς τὸ μέσον, δι’ ἧς διεγράφοντο αὐτὰ τὰ ὀνόματα,
404ἐξέλαβεν, ὅτι ἦσαν παρόντα καὶ συμπεριέλαβε καὶ τὰ ὀνό-
405ματα ἐκεῖνα. Διὰ τοῦτο ὅλη ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸν κ. Γραμ-
406ματέα, ὁ ὁποῖος ἔσπευδε νὰ σημειοῖ ὡς παρόντας Βουλευ-
407τὰς, οἵτινες δὲν ἦσαν παρόντες. Ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ λάθος.
408§63Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁμολογουμένως ἔσπευδον εἰς τὴν ἀνα-
409γραφὴν τῶν Ναὶ ἢ Ὄχι, συμφώνως μὲ τὰς ἀπαντήσεις, τὰς
410ὁποίας ἤκουον παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ ἔσπευδον εἰς
411τὴν ἀναγραφὴν τῶν Ναὶ καὶ Ὄχι, διὰ νὰ τελειώσωμεν τα-
412χύτερον. Ὑπενθυμίζω ὅμως εἰς τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι
413μετὰ τὴν ἄθροισιν εἶδον πράγματι, ὅτι εἷς τῶν κυρίων Βου-
414λευτῶν ἐσφαλμένως ἦτο γεγραμμένος, καὶ μάλιστα ὑπέδειξα
415τοῦτο εἰς τὸν κ. Ἀλεξάκην. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἓν ἄλλο λά-
416θος.... Τὸ διαψεύδετε αὐτὸ, κύριε Ἀλεξάκη;
417§64ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ λάθος τοῦτο εἶναι ἐναντίον σας,
418διότι ἐγράψατε ἕνα ἀκόμη ἐπὶ πλέον, χωρὶς νὰ ἦναι οὗτος
419παρών. Ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τὸ φέρητε ὡς περγαμη-
420νὴν, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς συγχαρῶ.
421§65Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε βλέπει ὁ κ. Ἀλεξάκης, ὅτι ἐγὼ
422οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ τὸν ἐξαπατήσω, διότι, ἂν ἤθελον,
423ἠδυνάμην εὐκόλως νὰ τὸν ἐξαπατήσω οὐχὶ δι’ ἕνα μόνον Βου-
424λευτὴν, ἀλλὰ δι’ 20 (ἱλαρότης)· κακῶς δ’ ἔπραξεν ἡ Ἀντι-
425πολίτευσις νὰ ὑποδείξῃ τὸν κ. Ἀλεξάκην ὡς ψηφολέκτην·
426πάντα ἄλλον πρέπει νὰ ὑποδεικνύῃ παρὰ τὸν κ. Ἀλεξάκην.
427§66ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀνικανότητά μου
428εἰς τὸ νὰ μὴ δύναμαι νὰ προλάβω πλαστογραφίαν.
429§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν τοῦ κ. ἐκ Κρα-
430ναίας Βουλευτοῦ ἀπαντῶ, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δὲν
431ἐξετάζει περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα παρίστανται ὡς ψη-
432φολέκται. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔχει πεποίθησιν εἰς
433τοὺς ψηφολέκτας, καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ τοιαύτην, οἱοιδήποτε
434καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι· ὁ κατάλογος πρέπει νὰ ἦναι ἀκριβὴς ὡς
435πρὸς τὴν παρουσίαν ἢ μὴ τῶν Βουλευτῶν. (Εὖγε! εὖγε!).
436§68Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὸ ἔντυπον τῶν πρα-
437κτικῶν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, παρα-
438καλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ πληροφορήσῃ προφορικῶς τὴν
439Βουλὴν, ἂν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἀνα-
440φέρονται ὡς ψηφοφορήσαντες οἱ κύριοι Κάρολος Βιτάλης,
441βουλευτὴς Τήνου καὶ Ἀλκίνοος Ζερβὸς, βουλευτὴς Κερκύρας.
442§69Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀναφέρονται ὅτι ἐψηφοφόρησαν, καὶ
443μάλιστα ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ἀλεξάκη,
444ὅτι παρουσιάσθη ἐνώπιόν του ὁ κ. Ζερβὸς, διότι ὁ κ. Ἀλε-
445ξάκης εἶχεν ἐνδοιασμούς.
446§70ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Τὸ λέγετε
447ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς σας;
448§71Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
449§72ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἦτο παρὼν, καὶ ἐπικαλοῦμαι
450τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
451§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζερβὸς δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν
452τῷ καταλόγῳ.
453§74Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὥστε δὲν ἦτο ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ,
454ἀφοῦ δὲν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ζερβός.
455§75ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ κατάλογος αὐτός;
456Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένος.
457§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε τὸ σφάλμα εἶναι καὶ τῶν δύο, ὑμῶν
458καὶ τοῦ κ. Γεράκη.
459§77ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐμοῦ ἐκ πλάνης, τοῦ κυρίου Γε-
460ράκη ἐκ προθέσεως.
461§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπιτρέ-
462ψατέ μοι, προκειμένου περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώμα-
463τος, νὰ λάβω τὸν λόγον· μετὰ τὸ πέρας δ’ αὐτοῦ πιστεύω
464ὅτι θὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις δὲν εἶναι ἐποι-
465κοδομητικὴ βεβαίως οὔτε τοῦ ἔργου οὔτε τῆς ἀξιοπρεπείας
466τῆς Βουλῆς.
467Πολλὰ πολλάκις, εἴτε ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου, εἴτε ἐν τῇ
468ἐξάψει πολιτικοῦ πάθους, συμβαίνουσιν ἄτοπα, ἀλλὰ δὲν
469πρέπει νὰ προσθέτωμεν, εἴτε διὰ τῆς συζητήσεως εἴτε δι’
470ὑπονοιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιρρίπτονται κατὰ τοῦ Προεδρείου
471τῆς Βουλῆς, τὴν ἰδέαν, ὅτι διαπράττονται ἐν τῷ Σώματι
472πλαστογραφίαι.
473Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου προέβη εἰς πρᾶξιν πυρὸς
474κατὰ τοῦ σχεδίου τούτου, σχίσας αὐτό...
475§79Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐν πρώτοις σᾶς παρακαλῶ, τὰς
476ἐμὰς φράσεις καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους νὰ μὴ παρεξηγῆτε.
477Συνεζητήσαμεν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκρί-
478ναμεν ὅτι τὰ ἀναγνωσθέντα δὲν ἦσαν πρακτικά.
479§80Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ τούτου πρό-
480κειται.
481Κύριοι, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα φανῇ,
482ὅτι ματαιολογοῦμεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
483Μέχρι τοῦ 1885 τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἦσαν γραπτὰ,
484γραπταὶ ἀφηγήσεις τῶν πράξεων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς
485Βουλῆς, καὶ τὰ πρακτικὰ ταῦτα συντασσόμενα ἀνεγινώ-
486σκοντο ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἀπὸ τῶν χειρογράφων. Ἀλλὰ
487βεβαίως ἐν τῇ πληθύϊ τῶν ἀναγραφομένων πράξεων, ἀποφά-
488σεων, ψηφίσεων νόμων κλπ. δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ ἀντίληψις
489τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ ἦναι ἀκριβὴς ἐν τῇ ἀναγνώσει
490τῇ γενομένῃ, καὶ ἀπεφασίσθη τότε νὰ τυπῶνται καὶ διανέ-
491μωνται τὴν ἑπομένην ἡμέραν πρὸ τῆς συνεδριάσεως τὰ πρα-
492κτικά, ἵνα τίθηνται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον παντὸς Βουλευτοῦ, καὶ
493τοιουτοτρόπως νὰ ἐξακριβῶται ἡ ἀλήθεια τῶν ἀναγραφομέ-
494νων ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
495Ἐπὶ τοῦ προκειμένου συνέβη τι οὐχὶ ἀσύνηθες. Ἡ Βου-
496λὴ ἐπεράτωσε τὸ ἔργον της κατὰ τὴν 5 ἢ 5½ πρωϊνὴν
497ὥραν, ἐπειδὴ δὲ μετὰ τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν ἀπητή-
498θη πρὸς ἐκτύπωσιν αὐτῶν περισσότερος τοῦ συνήθους χρόνος,
499ταῦτα διενεμήθησαν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο ν’ ἀρχίσῃ ἡ
500συνεδρίασις. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν σπουδήν, μεθ’ ἧς συνε-
501τάχθησαν καὶ ἐξετυπώθησαν τὰ πρακτικά. Ἐντεῦθεν ἀπο-
502δεικνύεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφιλοχωρήσωσι λάθη, ὡς
503τὰ προκείμενα.
504Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου προέβη εἰς τὸ σχίσιμον
505— εἶπον τὴν λέξιν πυρὸς — τοῦ σχεδίου τῶν ἐπισήμων πρα-
506κτικῶν, διότι τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν ἀκρί-
507βειαν τῶν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν λεχθέντων. Διατὶ
508δὲ τοῦτο; Ἐκτὸς τῶν λόγων, οὓς ἀνέφερα, πρέπει νὰ γνω-
509ρίζητε, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ ὑπάρχουσιν
510αἱ πλάκες τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν κυρίων Βουλευ-
511τῶν ἕτοιμοι, καὶ ἑκάστοτε προστίθενται τὰ Ναὶ ἢ Ὄχι
512τῶν διαφόρων ψηφοφοριῶν. Πολλάκις δὲ συνέβη ἐν τοῖς πρα-
513κτικοῖς τῆς συνεδριάσεως νὰ τεθῇ ὁλόκληρος πρᾶξις ἀνα-
514γνώσεως καταλόγου ἄλλης συνεδριάσεως, καὶ συμβαίνει τότε
515τὸ λάθος, ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἥτις παραδέχεται ἓν νομο-
516σχέδιον, νὰ διατυπῶται ὅλως ἀντιθέτως. Διὰ τοῦτο νομίζω,
517ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν δὲν δυνάμεθα
518νὰ προχωρήσωμεν, διότι πρέπει βεβαίως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
519γενομένων παρατηρήσεων νὰ τυπωθῇ τὸ πραγματικὸν πρω-
520τόκολλον καὶ νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τὸ ἀκριβές.
521Ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι
522πεντάκις ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, καὶ δὲν εἶδε τυπωμένα τὰ
523πρωτόκολλα τῶν ἀναγνώσεων τούτων. Ἡ πεῖρα τοῦ σεβα-
524στοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι γνωστή, ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς αὐτὸν,
525ὅτι οἵαν θέσιν ἔχει ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὁ ὀνομαστικὸς κατά-
526λογος, ὁ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ἀναγινωσκόμε-
527νος, τὴν αὐτὴν θέσιν ἔχει καὶ μεθ’ ἑκάστην ἔνστασιν περὶ
528μὴ ἀπαρτίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν βλέπετε αὐτὸν ἐν τοῖς πρα-
529κτικοῖς.
530§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Δὲν ἠξίωσα νὰ
531ἐκτυπώνωνται ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς οἱ κατάλογοι,
532οἱ συντασσόμενοι καὶ βεβαιοῦντες τὴν παρουσίαν τῶν Βου-
533λευτῶν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, ἢ οἱ βεβαιοῦντες τὴν πα-
534ρουσίαν τῶν Βουλευτῶν, ὁσάκις ὑποβάλληται ἐνστάσεις ἀπαρ-
535τίας, ἀλλὰ παρετήρησα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς,
536ὅτι, ἐπειδὴ ἔχει ἐν τῷ γραφείῳ του τρεῖς ἢ τέσσαρας κατα-
537λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ τρεῖς εἶναι περὶ βεβαιώσεως τῆς
538ἀπαρτίας, καὶ εἷς ὁ κατάλογος τῆς ψηφοφορίας, νὰ ποιή-
539σηται χρῆσιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐχρησιμοποιήθη κατὰ τὴν
540ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, καθ’ ἣν ὡς ψη-
541φολέκται παρέστησαν οἱ κ. κ. Ἀλεξάκης καὶ Γεράκης. Ὁ
542κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξέλαβεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου
543καταλόγου, ὁ ὁποῖος ἐβεβαιώθη ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἄλλων
544ψηφολεκτῶν, τὸν παρεκάλεσα δὲ νὰ παραβάλῃ τὸν ἐν τοῖς
545πρακτικοῖς ἀναφερόμενον πρὸς τὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος ἐβε-
546βαίωσε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεως
547περὶ ἀναβολῆς.
548§82Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶχον
549ἀμφιβολίαν, ὅτι τὴν διάκρισιν ταύτην ὄχι μόνον γνωρίζει,
550ἀλλὰ καὶ ἠδύνατο νὰ διδάξῃ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος κ.
551Βουλευτής. Ἀλλὰ προέτεινα τὴν παρατήρησιν, ὅτι κατά-
552λογον ψηφοφορίας ἔχομεν ἕνα, οἱ δὲ ἄλλοι εἶναι πρακτικὰ
553ἀναγνώσεως, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος
554Πρόεδρος ἄλλον κατάλογον, διότι εἰς μὲν τοὺς ἄλλους κατα-
555λόγους τίθεται μία παῦλα μετὰ τὸ ὄνομα τῶν παρόντων,
556μένει δὲ κενὸν μετὰ τὸ ὄνομα, ὅταν ὁ φέρων αὐτὸ Βουλευ-
557τὴς ἦναι ἀπὼν, εἰς δὲ τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας ἀνα-
558γράφεται μετὰ τὸ ὄνομα ἡ ἀπάντησις τοῦ Βουλευτοῦ, Ναὶ
559ἢ Ὄχι. Ὅτι ἤδη τὰ λάθη ταῦτα συνέβησαν, οὐδεὶς ἀρνεῖ-
560ται. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι δὲν εἶναι λάθη,
561καὶ πρέπει τοῦτο νὰ λεχθῇ ἐντεῦθεν καὶ ν’ ἀναγνωρισθῇ
562ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ προσθέσωμεν ἕνα ἔτι λόγον ἐπικρί-
563σεως τῆς καταστάσεως τοῦ Κοινοβουλίου ἀπέναντι τῆς κοι-
564νῆς ἀντιλήψεως. Διότι, ὅτι εἶναι προφανὲς τὸ λάθος, ἀπο-
565δεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν πρακτικῶν τὸ
566ἀποτέλεσμα ἐξαγγέλλεται προτασσόμενον τοῦ πρωτοκόλλου
567τῆς ψηφοφορίας, ὅπερ ἐπισυνάπτεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς αὐ-
568τοῖς. Ἔδει ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων κατὰ τὸ
569πρωτόκολλον παρόντων καὶ ψηφισάντων νὰ ᾖ 120, ὅσους βε-
570βαιοῖ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐν τούτοις τὸ τυπωθὲν πρωτόκολλον
571τῆς ψηφοφορίας, ἐὰν παρατηρήσητε, θὰ ἴδητε ὅτι ἔχει 123.
572Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τοιουτοτρόπως περατοῦται τὸ ζήτημα
573τοῦ λάθους τούτου τῶν πρακτικῶν, τῶν ὁποίων τὸ πραγμα-
574τικὸν σχέδιον δέον νὰ τυπωθῇ ἐκ νέου καὶ διανεμηθῇ.
575Ἀλλὰ περατουμένου τοῦ ζητήματος τούτου ἔρχεται τὸ
576δεύτερον ζήτημα, ζήτημα ἀνεξάρτητον τῶν πρακτικῶν, τὸ
577ὁποῖον δέον νὰ συζητήσωμεν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ
578Ἀττικῆς παρετήρησεν, ὅτι καθ’ ὃ διάστημα αὐτὸς ἀπου-
579σίαζε πρὸς ἀναψυχήν...
580§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐλύσαμεν.
581§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ καὶ ἄλλο-
582τε συνέβη νὰ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις, τὴν δὲ
583ἑπομένην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι οὐ-
584δεὶς δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ὡμί-
585λησε καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι
586δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἡ οἰκονομικὴ, τὸ δὲ σχέ-
587διον τῶν πρακτικῶν ν’ ἀποσταλῇ πρὸς ἀνατύπωσιν καὶ ἀνα-
588τυπούμενον νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς.
589§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀντίρ-
590ρησις. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
591Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὀρθὴ κατ’ οὐσίαν, ἡμεῖς δὲ
592δὲν ἀντιλέγομεν πρὸς αὐτήν. Ἐὰν δ’ ἤθελεν ὑπάρχει ἐναν-
593τία γνώμη, ἠδύναντο οἱ ἔχοντες διάθεσιν, νὰ προκαλέσωσιν
594ἐν τῇ Βουλῇ νέαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος.
595Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄλλου πρέπει νὰ γένηται διάκρισις. Οἱ ἀντι-
596φρονοῦντες πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν),
597ὑποστηρίζουσι τὴν γνώμην ἡμῶν, ἀντὶ τῶν γνωμῶν, τὰς
598ὁποίας ὑποστηρίζουσιν οἱ ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ. Ὅταν ὅμως
599πρόκηται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐφάπτεται τῆς τιμῆς τῆς
600Βουλῆς, τότε τοῦτο ἐφάπτεται καὶ ἐκείνων καὶ ἡμῶν. Ἔχο-
601μεν τὸ αὐτὸ συμφέρον νὰ συντηρήσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην
602τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἡμῶν καὶ ἡ γνώμη
603ἡμῶν εἶναι γνώμη ἐνδιαφερομένων, δὲν ἦτο δὲ ἀδύνατον νὰ
604ὑπάρχωσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς πολλοί, προβάλλοντες γνώμην
605ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀντιτασσομένην πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν...
606§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ...
607§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν φώτων
608σας.
609§88ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔλλειψις ἀνατροφῆς! (πρὸς τὸν κ.
610Καναβαριώτην). Σὺ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ ἐντρέπησαι!
611§89Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν διέκοψα.
612§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέ-
613πει νὰ καταβληθῇ ἰδιαιτέρα προσοχὴ ἐν τοῖς γραφείοις τῆς
614Βουλῆς, ὅπως ἀποφεύγωνται, ὅσον τὸ δυνατὸν, τὰ τοιαῦτα
615λάθη. Καὶ εὐτυχῶς προΐσταται τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς
616ἄνθρωπος, οὗ τὸ παρελθόν, ὡς Βουλευτοῦ, καὶ ἡ μέχρι τοῦδε
617πολιτεία, ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐμπνέει εἰς ἡμᾶς ἐμπι-
618στοσύνην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι παρὼν εἰς ὅλα,
619καὶ νὰ ἐπιτηρῇ τὰ πάντα, καὶ μάλιστα ὅταν ἦναι κεκμη-
620κώς. Ἰδίως παρακαλῶ νὰ καταβληθῇ προσοχή, ὅσον τὸ δυ-
621νατόν, διότι οἱ λαμβάνοντες τὸ ἀντίτυπον τοῦτο τῶν ἐπι-
622σήμων πρακτικῶν, ἔχοντες ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Προεδρεῖον,
623δὲν ἀναγινώσκουσιν αὐτό. Ἐγώ, σᾶς βεβαιῶ, σπανίως ἀνα-
624γινώσκω πρακτικά. Ἐὰν λοιπὸν συμβῇ νὰ μὴ ἀναγνωσθῶσι
625τὰ πρακτικά, θέλουσι κυροῦσθαι πρακτικὰ, ἀναγράφοντα
626ὅτι ἐψήφισαν 120, οἱ δὲ ἀναγινώσκοντες τὰ πρακτικὰ ταῦ-
627τα μετὰ πολλὰ ἔτη θέλουσιν ἀριθμεῖ τοὺς ψηφοφορήσαντας
628καὶ θέλουσιν εὑρίσκει τούτους 123, ἐνῷ αὐτὰ ταῦτα τὰ πρα-
629κτικὰ ἀναφέρουσιν ὅτι 120 ἐψηφοφόρησαν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ
630ὅλην τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων.
631§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον
632θὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ὅπως τὰ πρακτικὰ ἐκτυ-
633πῶνται μετὰ προσοχῆς καὶ ἄνευ τυπογραφικῶν σφαλμάτων.
634§92Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Ὅτε πρὸ ὀλίγου, κύριε Πρόεδρε,
635ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, καί τις τῶν κυ-
636ρίων συναδέλφων τὸν διέκοψεν, ἀπετάθη πρὸς ἐμὲ, καὶ εἶπεν,
637ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν φώτων μου. Αὐτὸ εἶναι γνωστόν.
638Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδένα οὐδέποτε διέκοψα, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον τὸν
639ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος συνάδελφον. Ἀλλ’ ἕτε-
640ρος τῶν κ. συναδέλφων, ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμέ, προσέθηκεν,
641ὅτι στεροῦμαι ἀνατροφῆς καὶ πρέπει νὰ ἐντρέπωμαι. Ὑπο-
642θέτω ὅτι οὐδεὶς εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ στερού-
643μενος ἀνατροφῆς καὶ ὀφείλων νὰ ἐντρέπηται. Ἀλλ’ ἐὰν
644ὑπάρχῃ ἐνταῦθα τοιοῦτός τις, διαβεβαιῶ, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶ-
645μαι ἐγώ.
646§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τοιοῦτόν τι. Ἐὰν τὸ
647ἤκουον, ἤθελον ἀνακαλέσει εἰς τὴν τάξιν τὸν Βουλευτὴν, ὁ
648ὁποῖος ἐξεστόμισε τοιαύτην φράσιν.
649§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
650§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ρεκατσίνας, δημοτικὸς σύμβου-
651λος τοῦ δήμου Λευκαδίων, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βου-
652λὴν παραπονεῖται, ὅτι ἠμποδίσθη νὰ ἐξασκῇ τὰ καθήκοντα
653τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τυγχάνει δικα-
654στικὸς κλητὴρ, ἐνῷ οὐδεμία διάταξις νόμου κηρύσσει ἀσυμ-
655βίβαστον τὴν ἐκπλήρωσιν ἀμφοτέρων τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων.
656Αἱ δημοδιδασκάλισσαι Τρικάλων διὰ τηλεγραφικῆς ἀνα-
657φορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ αὔξησις τῶν ἐτῶν τῆς συν-
658τάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων μὴ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ
659τοῦ κλάδου τῶν δημοδιδασκαλισσῶν.
660Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστᾷ καὶ τὸ Προεδρεῖον.
661Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου
662Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ νὰ
663μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῆς
664μεταλλικῆς δραχμῆς κατὰ 10 λεπτά.
665Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν δι’ ὑπομνήματός του
666πρὸς τὴν Βουλὴν διαμαρτύρεται κατὰ τῆς αὐξήσεως τῆς
667μεταλλικῆς δραχμῆς, καὶ παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ
668σχετικὸν νομοσχέδιον.
669§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ τὸ ὑπόμνημα.
670§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
671ράρτημα, ἀριθ. 91).
672Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζυγομαλᾶς.
673§98Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ ἀξιότιμοι ἔμποροι Ἀθηνῶν καὶ
674Πειραιῶς διὰ τῶν προέδρων τῶν Συλλόγων αὐτῶν, ἀντιπρο-
675σωπευόντων καὶ ὅλους τοὺς ἐμπορικοὺς Συλλόγους τῆς Ἑλ-
676λάδος, ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ πρὸ μικροῦ ἀνακοι-
677νωθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ὑπόμνημα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτίθεν-
678ται πάντες οἱ λόγοι οἱ σοβαροί, ὧν ἕνεκα δὲν εἶναι συμφέ-
679ρον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγω-
680γικῶν τελῶν διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως κατὰ 15% τῆς με-
681ταλλικῆς δραχμῆς.
682Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ περιλαμβάνε-
683ται εἰς τὴν γενικὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν, ἐπιφυλάσσομαι
684νὰ ὁμιλήσω, ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως
685ταύτης. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θεωρῶ καθῆκον ἀπὸ
686τοῦδε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς
687Βουλῆς, εἶναι, ὅτι ἀξιότιμοι ἔμποροι ἐκ τῶν σπουδαιοτέ-
688ρων προσώπων τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ Πει-
689ραιῶς, προσελθόντες ἐν τῷ οἴκῳ μου, μὲ παρεκάλεσαν νὰ δη-
690λώσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀναφορὰ
691αὕτη εἶναι τὸ πρῶτον νόμιμον μέσον, εἰς ὃ προβαίνουσιν,
692ὅπως παρακωλύσωσι τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον
693θεωροῦσι καταστρεπτικὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς
694Ἑλλάδος. Ἐὰν ὅμως ἡ σύστασις αὐτῶν αὕτη δὲν γένηται
695δεκτή, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, μὲ παρεκάλεσαν νὰ δη-
696λώσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ προβῶ-
697σιν εἰς ἕτερα σοβαρώτερα νόμιμα μέτρα.
698§99ΣΤΑΜ. Δ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Κατόπιν τῆς τηλεγρα-
699φικῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σύρου ἀλλεπάλ-
700ληλοι ἔρχονται αἱ ἐπιστολαὶ τῶν ἐμπόρων Σύρου, παρο-
701τρυνόντων ἡμᾶς, τοὺς Βουλευτὰς Σύρου, νὰ ὑψώσωμεν φω-
702νὴν ἐναντίον τῶν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς φορολογικῶν μέτρων;
703διότι ταῦτα θὰ ἐπιφέρωσι ζημίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιδράσω-
704σιν ὄχι μόνον εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Σύρου, ἥτις ἀποζῇ,
705οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ οἰκονο-
706μικὰ τοῦ ἐμπορίου ὅλης ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος, διότι εἶναι
707πανθομολογούμενον, ὅτι τὸ ἐμπόριον πιέζεται σήμερον ὑπὸ
708ἐπαχθῶν καὶ δυσβαστάκτων φόρων· ὡς ἐκ τούτου ἡ νέα φο-
709ρολογία θὰ ἦναι ἐντελῶς καταστρεπτική. Διὰ τοῦτο συνι-
710στῶ θερμῶς εἴς τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ
711λάβωσι σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην τῆς
712ἐμπορευομένης τάξεως.
713§100Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
714§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Κ. Α. Κου-
715μουνδοῦρος κατέθηκε τὴν ἑξῆς αἴτησιν:
716«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
717καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τοὺς κληρω-
718τοὺς τῶν τριῶν τελευταίων ἀπογραφῶν· αʹ) τοὺς ἀπαλλα-
719γέντας, κατὰ κατηγορίαν, βʹ) τοὺς καταταχθέντας ἐπὶ διε-
720τίαν, γʹ) τοὺς ἀπαλλαγέντας καὶ καταταχθέντας ὡς μὴ
721καταβαλόντας τὸ ἀντισήκωμα, δʹ) τοὺς διαθεσίμους τοὺς
722καταταχθέντας ὡς μὴ καταβαλόντας τὸ ἀντισήκωμα, καὶ
723εʹ) τοὺς βοηθητικοὺς τοὺς καταταχθέντας ὡς μὴ καταβα-
724λόντας τὸ ἀντισήκωμα.»
725Ὁ βουλευτὴς Ἄργους κ. Γ. Καρπετόπουλος παρακαλεῖ
726τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ
727νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναφορὰς τοῦ ἀντισυν-
728ταγματάρχου κυρίου Καρπούνη, προέδρου τῆς ἐν Οὑγγαρίᾳ
729ἐπιτροπῆς πρὸς ἀγορὰν ἵππων, αἵτινες προεκάλεσαν τὰς
730ὑπ’ ἀριθ. 83,888 καὶ 4,332 τηλεγραφικὰς διαταγὰς τοῦ
731Ὑπουργείου, διότι αἱ ἀναφοραὶ αὗται δὲν συμπεριελήφθησαν
732εἰς τὰ προσκομισθέντα ἔγγραφα.»
733Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ὑποβάλ-
734λει τὴν ἑξῆς αἴτησιν:
735«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
736πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) Πόσα τὰ διαθέσιμα εἰς πίστω-
737σιν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἐξ εἰσπράξεων ὑπὲρ τῆς ἐπαρ-
738χιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. βʹ) Πόσα ἐδαπανήθησαν
739κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν πρῶτον δι’ ἐπαρχιακὰς καὶ
740δεύτερον διὰ δημοτικὰς ὁδοὺς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, καὶ
741δὴ ὀνομαστὶ δι’ ἑκάστην ὁδὸν, εἰ δυνατὸν, διά τε τὴν κατα-
742σκευὴν καὶ τὴν συντήρησιν αὐτῆς.»
743Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
744§102Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολῖται ἐκ Πόρου παραπο-
745νοῦνται, ὅτι ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος, βλέπων, φαίνεται, ὅτι πνέει
746ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἰσχυρὸς ἄνεμος φορολο-
747γικὸς, ἐπιβάλλει καὶ αὐτὸς ἰδίαν φορολογίαν εἰς τὰ σφαζό-
748μενα ζῷα, διατάσσων ὅπως ἕκαστος κρεοπώλης διὰ πᾶν σφα-
749ζόμενον ζῷον πληρώνῃ δύο δραχμὰς εἰς τὸν ἀστυνομικὸν ἰα-
750τρόν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
751ἐξετάσῃ, καὶ ἂν ἀληθεύῃ τοῦτο, νὰ διατάξῃ τὴν ἄρσιν τοῦ
752ἀδίκου καὶ παρανόμου τούτου μέτρου. Ἀρκετοὶ εἶναι οἱ φό-
753ροι, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν ἡμεῖς ἐν τῇ Βουλῇ· δὲν εἶναι
754ἀνάγκη νὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ εἰς τοὺς ἀστυνόμους νὰ ἐπιβάλ-
755λωσι καὶ αὐτοὶ ἄλλους φόρους τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐμπνεύσεως.
756§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελισσηνός.
757§104Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κατ’ αὐτὰς μέγας γίνεται λόγος
758καὶ ἄρθρα ὁλόκληρα γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀφορῶντα
759ἐπεισόδιον λαβὸν χώραν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
760σύνης κυρίου Λεβίδου καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας
761κ. Βούλτσου. Ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ διασύρη-
762ται ἀνεξετάστως τὸ ὄνομα ἐντίμου ἀξιωματικοῦ τῆς περιω-
763πῆς τοῦ κ. Βούλτσου καὶ νὰ κατηγορῆται, ὡς ἔν τισιν ἐφη-
764μερίσι γράφεται, ὡς ὀλιγωρήσας εἰς τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας
765του, ἄνθρωπος, ὡς εἶπον, τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Βούλτσου,
766ὁ ὁποῖος μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τὰ ἀνατεθειμένα εἰς
767αὐτὸν καθήκοντα ἐκτελεῖ, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον
768Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βου-
769λὴν, τί συμβαίνει ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει.
770§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
771Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω.
772§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φαρμακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
773§107Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμη-
774ρᾶς Βουλευτὴς πρό τινων ἡμερῶν, ἐπερωτήσας τὸν κύριον
775ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
776Ὑπουργὸν περὶ τῆς καταθέσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν
777τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐζήτησε καὶ πληροφορίας περὶ τῶν
778οἰκοδομουμένων διδακτηρίων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη
779ὅτι θὰ προσκομίσῃ ταύτας μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας. Χθὲς
780τὴν νύκτα ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις, ἀπαντῶν εἰς
781τὸν ἀγορεύοντα ἔντιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ἀνέφερεν
782ἀριθμούς τινας, σχετικοὺς πρὸς τὸ κεφάλαιον τὸ κατατεθει-
783μένον διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν διδακτηρίων καὶ πρὸς τὰ δα-
784πανηθέντα δι’ αὐτὰ ποσά. Τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ὁ κύριος
785Ὑπουργὸς ἀνέφερε μετά τινος εὐχαριστήσεως, ὡς μοὶ ἐφάνη,
786καὶ ἐζήτει ἴσως νὰ ἴδῃ ποίαν ἐντύπωσιν ἤθελον προξενήσει.
787Διὰ τοῦτο μετ’ ἀπορίας παρατηρῶ, ὅτι, μολονότι παρῆλθον
788αἱ δύο καὶ τρεῖς ἡμέραι, οὐδὲ σήμερον κατετέθησαν αἱ ζη-
789τηθεῖσαι πληροφορίαι· λέγω δὲ μετ’ ἀπορίας, διότι πρὸ τριῶν
790μηνῶν ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνακοίνωσιν τοῦ κ.
791Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας
792Ἐκπαιδεύσεως, παριστῶντος, ὅτι ἀνεῦρεν ἐν τῷ Ὑπουρ-
793γείῳ σκανδαλώδη, τερατώδη, ἀπίστευτον πρᾶξιν τοῦ προ-
794κατόχου του, σχετικῶς πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῶν διδακτη-
795ρίων. Ἐγράφετο μάλιστα τότε εἰς τὰς ἀνακοινώσεις ταύ-
796τας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔμελλε νὰ κάμῃ λόγον καὶ ἐν τῇ
797Βουλῇ περὶ τῆς πράξεως ταύτης. Νομίζω, ὅτι τρεῖς μῆνες
798ἦσαν ἀρκετοὶ διὰ νὰ συλλεχθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται καὶ
799νὰ ἦναι ἕτοιμοι, ὥστε μόλις ἐζητήθησαν παρά τινος τῶν κυ-
800ρίων Βουλευτῶν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἦσαν δὲ
801ἐπαρκέστατοι οἱ τρεῖς μῆνες, διότι κατὰ τὰς τελευταίας
802ἡμέρας τῆς ὑπουργίας μου καὶ ἐγὼ, ζητήσας παρὰ τῆς ὑπη-
803ρεσίας, ἔλαβον περὶ ὅλων αὐτῶν ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς
804ὁποίας καὶ ἔχω, ἀνέβαλλον δὲ τὴν ἀνακοίνωσιν τούτων, ἐπι-
805θυμῶν νὰ ἀκούσω πρῶτον καὶ ἐκ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
806τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἂν πράγματι εὗρέ τι τὸ τερα-
807τῶδες, τὸ ἀπελπιστικὸν εἰς τὴν ἐνέργειάν μου, ὡς ἐγράφη τότε
808εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐπερίμενον, λέγω, νὰ ἀκούσω τοῦτο καὶ
809ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἴδω, μήπως ἔχω
810ἀπατηθῆ· διότι ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους μοὶ
811ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, πᾶν ἄλλο εὑρίσκω ἢ τὸ
812τερατῶδες καὶ τὸ παράδοξον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ σήμερον
813ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, παρακαλῶν νὰ κατα-
814θέσῃ ὡς τάχιστα τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
815§108Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχει πληροφορίαν τινὰ νὰ δώσῃ
816ὁ κ. Ὑπουργός; Ἄλλως θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τινα ἐπὶ τοῦ
817ζητήματος τούτου.
818§109ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
819καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω πίνακα, ἐμ-
820φαίνοντα: αʹ) τὰ διδακτήρια, ὧν ἡ οἰκοδόμησις ἐνεκρίθη κατὰ
821τὸ 1903 ὑπὸ τῶν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο κυρίων Ὑπουργῶν...
822§110Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε καὶ τὰς χρονολογίας;
823§111ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἡ χρονολογία καὶ ἡ ἡμέρα τῆς
824ἐγκρίσεως ἐμφαίνεται ἐν τῷ πίνακι, καὶ τὸ ὄνομα ἑκάστου
825χωρίου, εἰς ὃ κατεσκευάσθη τὸ σχολεῖον... βʹ) τὸ προϋπο-
826λογισθὲν ποσὸν τῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν ἑκάστου σχο-
827λείου· γʹ) τὸ ἐγκριθὲν ποσὸν, καὶ δʹ) τὴν ἡμερομηνίαν, καθ’
828ἣν ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῆς οἰκοδομῆς ἑκάστου διδακτηρίου.
829Τὸ σύνολον τῆς δαπάνης ἀνέρχεται εἰς 2,130,959 δραχμάς.
830§112Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὸ 1903 μόνον;
831§113ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
832Καταθέτω προσέτι σημείωμα ἐπίσημον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμ-
833φαίνεται ὁ λογαριασμὸς τῆς καταθέσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν
834τελῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῇ τέως Ἠπειροθεσσαλίας καὶ τῇ
835Ἐθνικῇ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΤΕʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1895.
836Ἐπίσης σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνονται τὰ ἐνταλ-
837θέντα ἔξοδα πρὸς πληρωμὴν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν τοιού-
838των κτιρίων μέχρι τῆς 5 Δεκεμβρίου 1903...
839§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς;
840§115ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς.
841Ἐκ τῶν δύο τελευταίων τούτων πινάκων ἐξάγεται, ὅτι
842διαθέσιμον ποσὸν ὑπάρχει μόνον 930 δραχμῶν.
843Καταθέτω γνωμοδότησιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμ-
844βουλίου, καθὼς καὶ τὸ ἐρώτημα τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς αὐτὸ,
845ἐὰν, μὴ ὑπάρχοντος ποσοῦ, ὡς ὁ νόμος κελεύει, κατατεθειμέ-
846νου, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν τὴν
847κατασκευὴν σχολείων, καὶ ἂν αἱ ἐγκρίσεις εἶναι νόμιμοι
848ἢ μή.
849§116ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη αὕτη τοῦ
850Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ κατὰ πλειονοψηφίαν;
851§117ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δύο εἶναι τὰ ζητήματα. Εἰς τὸ ἓν ἐξ
852αὐτῶν εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη, εἰς τὸ ἕτερον εἶναι κατὰ
853πλειονοψηφίαν.
854§118Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς ἀποφαίνεται, παρακαλῶ, τὸ Νομι-
855κὸν Συμβούλιον;
856§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἀναφέρω πῶς
857ἀποφαίνεται, διότι θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος
858τούτου...
859§120Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς γείνῃ.
860§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ... εἶναι δὲ καλὸν νὰ λάβωσι πρῶτον
861γνῶσιν πάντων τῶν ἐγγράφων οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐν
862γνώσει νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι μονομερῶς μόνον ἐπὶ ἑνὸς
863θέματος νὰ προκαλέσω συζήτησιν δὲν εἶναι ὀρθόν.
864§122Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τίνος ἀνάγκης ἐζητήθη ἡ
865γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου;
866§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἁπλούστατον. Διότι ἐγένετο
867ὑπέρβασις τοῦ ποσοῦ τοῦ κατατεθειμένου.
868§124Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑμεῖς τίνα γνώμην ἔχετε ἐπ’ αὐ-
869τοῦ;
870§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ποίαν γνώμην ἔχω, θὰ τὴν ἀκούσητε,
871ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις. Σήμερον καταθέτω τὰ αἰτηθέντα
872ἔγγραφα.
873Ἐπίσης καταθέτω ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
874νομικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
875Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου γνωρίζεται εἰς τὸ
876Ὑπουργεῖον τοῦτο, ὅτι κατετέθησαν 620,000 δραχμαὶ ἐκ
877τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου
878τούτου.
879§126Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα ἡμερομηνίαν φέρει τὸ
880ἔγγραφον αὐτό;
881§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. 17 Φεβρουαρίου 1904.
882Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε τὸ Γραφεῖον τῆς
883Βουλῆς, τὰ ἔγγραφα ταῦτα νὰ μὴ παραδοθῶσιν εἰς κανένα,
884διότι εἶναι τὰ πρωτότυπα· ἐὰν δὲ θέλωσιν οἱ κύριοι Βουλευ-
885ταὶ νὰ λάβωσιν ἀντίγραφον αὐτῶν, ἢ νὰ μελετήσωσιν αὐτά,
886τοῦτο νὰ γείνῃ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου.
887§128Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῶσιν αὐτὰ, κύ-
888ριε Πρόεδρε, καὶ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευ-
889τάς.
890§129ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῇ ὁ πρῶτος
891πίναξ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται, εἰς ποῖον μέρος κατασκευά-
892ζονται τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος διδακτήρια, ποῖον τὸ ποσὸν, ποία
893ἡ ἔγκρισις, ποία ἡ χρονολογία. Εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῶσι
894καὶ οἱ ἕτεροι πίνακες, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται τὸ σύνολον
895τῶν κατατεθειμένων χρημάτων καὶ τὸ σύνολον τῶν γενομέ-
896νων δαπανῶν. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ
897τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ τοῦ Νομικοῦ Συμβου-
898λίου, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι πολλὰ, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγ-
899κη νὰ τυπωθῶσιν, ὅπως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῶσι, καὶ
900τὰ ἔγγραφα τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
901Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας.
902§130Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πίνακες.
903§131Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκει-
904ται νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου,
905πρέπει νὰ κατατεθῶσι καὶ ὅλαι αἱ προγενέστεραι ἐγκρίσεις,
906αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῶν προγενεστέρων Ὑπουργῶν...
907§132ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ. Καταθέτω καὶ τὸ σημείω-
908μα, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε.
909§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐκτελέσεως
910τοῦ νόμου;
911§134ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νό-
912μου μέχρι τῆς 5 Δεκεμβρίου 1903.
913§135ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτό.
914§136ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἔχω ἄλλοτε κατ’
915ἐπανάληψιν καταθέσει τοιοῦτον σημείωμα μέχρι τῆς ἐποχῆς
916ἐκείνης. Νὰ τυπωθῇ, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εὐχερές. Εἶναι
917δυνατὸν ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν
918τούτου καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ κατ’ οἶκον.
919§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται ὅμως περὶ δαπάνης.
920§138ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ τυπωθῇ, ἂς τυ-
921πωθῇ.
922§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατατεθέντες
923πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
924ἀριθ. 92–94).
925§140Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ χθὲς ὁμιλῶν ἐστήριξα
926ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ὡρίσθη-
927σαν πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων, πρότασιν οἰκονο-
928μίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δυναμένης νὰ ἀνέλθῃ μέχρι τοῦ
929ποσοῦ τῶν 600,000 δραχμῶν, διεκόπην δὲ ὑπὸ τοῦ κυρίου
930Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἰπόντος, ὅτι ἡ ὑπέρβασις,
931ἥτις μέχρι τοῦδε ἔχει γείνῃ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὑπερ-
932βαίνει τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ δὲν ὑπολείπονται
933ἐξ αὐτοῦ ἢ μόνον 930 δραχμαί, σπεύδω νὰ λάβω καὶ πάλιν
934τὸν λόγον πρὶν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως μετὰ τὴν ὑπο-
935βολὴν τῶν ἐγγράφων τούτων, ὅπως, ἀνεξαρτήτως πάσης γνώ-
936μης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
937νατὸν τοιαύτη ὑπέρβασις νὰ ἦναι νόμιμος, οὐδὲ δύναται δι’
938οἱουδήποτε ἐπιχειρήματος νὰ δικαιολογηθῇ, διότι ὁ νόμος,
939ὁρίσας ὅτι ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀφαιρεῖται ἕν ποσὸν
940200,000 δραχμῶν ὡρισμένως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν
941βοήθειαν, ἣν παρέχει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ τὰ ἔξοδα
942τῶν Σχολῶν, ἅπαν δὲ τὸ ἄλλο ποσὸν κατατίθεται εἴς τινα
943Τράπεζαν ὡς κεφάλαιον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀρχικῶς μὲν ὥρισεν,
944ὅτι θὰ παρέχηται συνδρομὴ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἀνωτάτης,
945μέσης καὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, προσωρινῶς δὲ, μέ-
946χρις οὗ νόμος κανονίσῃ τὰ τῆς συνδρομῆς αὐτῆς, θὰ διατί-
947θηται πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν σχολείων, σαφῶς λίαν
948ἐκανόνισε τὰ τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν ῥητῶς ὁ
949νόμος λέγῃ, ὅτι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἐκδίδονται τὰ
950ἐντάλματα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδώσῃ οἱοσδήποτε Ὑ-
951πουργὸς ἐντάλματα πέραν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ; Διότι ἐνέκρινε
952τὴν οἰκοδομὴν διαφόρων σχολείων πρέπει νὰ θεωρῶνται τὰ
953ποσὰ ὑποχρεωτικὰ, ἐνῷ χρήματα ἐκ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ
954δὲν ὑπάρχουν; Βεβαίως ὄχι, διότι εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφι-
955σβητήσεως, ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας
956περιορίζεται εἰς τὸ ἐγκρίνειν μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εὑ-
957ρίσκεται κατατεθειμένον καὶ διαθέσιμον παρὰ τῇ Τραπέζῃ·
958διότι, ἂν ἠθέλομεν δεχθῆ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δι-
959καίωμα καὶ πέραν τοῦ κεφαλαίου τούτου, τοῦ κατατεθειμέ-
960νου καὶ ὑπάρχοντος διαθεσίμου παρὰ τῇ Τραπέζῃ, νὰ ἐκδί-
961δωσιν ἐγκρίσεις, ἑπομένως νὰ ὑποχρεώνωσι τὰς μελλούσας
962εἰσπράξεις, ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ νομοθετι-
963κοῦ σώματος τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ κανονίζῃ, ὀψέποτε ἤθελεν
964ἐγκρίνει, τὰ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν πρὸς
965τοὺς ἄλλους σκοποὺς, παρὰ τὸν τῆς κατασκευῆς διδακτη-
966ρίων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ὡς ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τοῦ κε-
967φαλαίου αὐτοῦ ὥρισε. Διότι ῥητῶς ὁ νόμος λέγει, ὅτι τὸ
968κεφάλαιον αὐτὸ θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν τριῶν
969κλάδων τῆς ἐκπαιδεύσεως, προσωρινῶς δὲ, μέχρις οὗ εἰδικοὶ
970νόμοι κανονίσουν τὰ τῆς ἐκτελέσεως, παραγγέλλει, ὅπως τὸ
971κεφάλαιον τοῦτο χρησιμοποιῆται βαθμηδὸν πρὸς οἰκοδόμη-
972σιν δημοτικῶν σχολείων. Ἂν ἔλθῃ ἑπομένως Ὑπουργός τις
973καὶ ἐγκρίνῃ ποσὸν πέραν τοῦ διαθεσίμου ἑνὸς ἑκατομμυρίου,
974καὶ ἄλλος αὔριον ἑτέρου ἑκατομμυρίου καὶ οὕτω καθεξῆς,
975τί θὰ γείνῃ; Προδήλως θὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς νο-
976μοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ διαθέτειν τοὺς πόρους αὐτούς. Εἶναι
977ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν χρήματα κατατε-
978θειμένα καὶ διαθέσιμα ἐκ τελῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἰσχύουν αἱ
979ἐγκρίσεις διὰ τὸ 1904· θὰ δαπανηθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
980κατετέθη κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1904 ὡς
981προϊὸν τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τοῦ 1903,
982καὶ ἐπ’ αὐτῶν μόνον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ δώ-
983σῃ ἐντολάς· ὅλον δὲ τὸ ἄλλο ποσὸν, τὸ ἀναγόμενον εἰς εἰσ-
984πράξεις μεταγενεστέρας, ἂν προτείνῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκ-
985παιδεύσεως καὶ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, δύναται νὰ διατεθῇ ὑπὲρ
986τῶν ἄλλων σκοπῶν. Ἡ χρησιμοποίησις ὑπὲρ ἀνεγέρσεως δη-
987μοτικῶν σχολείων δὲν ἰσχύει, εἰμὴ μέχρις οὗ ψηφισθῶσιν οἱ
988εἰδικοὶ νόμοι, οἱ κανονίσοντες τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτε-
989λέσεως τοῦ κυρίου σκοποῦ τοῦ νόμου, τὸν χρόνον δ’ αὐτὸν ἡ
990Διοίκησις δὲν δύναται νὰ ματαιώσῃ, προκηρύττουσα δημο-
991πρασίας ἐπὶ τῶν μελλουσῶν εἰσπράξεων.
992§141Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις, ὡς ἀπεφασίσθη, δὲν
993πρέπει νὰ γείνῃ σήμερον· ἐν τούτοις πρὸς τοῖς ἐγγράφοις,
994τὰ ὁποῖα ἐζήτησα πρὸ ὀλίγου, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ καὶ
995σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἀναφέρωνται οἱ ὅροι τῶν συμβο-
996λαίων, εἰδικῶς δὲ ἡ χρονολογία, καθ’ ἣν εἶναι ὑποχρεωμέ-
997νος ἕκαστος ἐργολάβος νὰ παραδώσῃ τὸ οἰκοδόμημα εἰς τὸ
998Δημόσιον, διότι ταῦτα ἔχουσι πολλὴν σημασίαν ἐπὶ τῆς
999προκειμένης ὑποθέσεως. Δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω σήμερον τὸ
1000ζήτημα, διότι ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ πράξω
1001τοῦτο.
1002§142ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ ἐγγράφως νὰ κατατεθῇ ἡ
1003σημείωσίς σας. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἀναμείνητε μέχρι τῆς ἐκ-
1004τυπώσεως τῶν κατατεθέντων πινάκων, καὶ τότε νὰ γείνῃ
1005συζήτησις.
1006§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
1007§144Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1008§145Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1009§146Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἔν-
1010τιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ἀντεῖπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς,
1011ἐγεννήθη τὸ ἑξῆς ζήτημα, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα
1012ἐγκρίσεως δημοπρασιῶν, καὶ ὅταν τὸ ποσὸν, δι’ ὃ ἐγένετο
1013ἡ ἔγκρισις, ὑπερβάλλῃ τὸ ποσὸν τὸ ὑπάρχον. Δὲν εἶμαι εἰς
1014θέσιν ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ βεβαιώσω, ὅτι δύναται ἀναμ-
1015φισβητήτως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ κυρώσῃ τοιαύτας
1016ἐγκρίσεις, διότι δὲν ἔχω τὸν νόμον πρόχειρον. Γνωρίζω ὅμως,
1017ὅτι ἐπὶ δημοσίων ἔργων τὸ περὶ αὐτῶν Β. Διάταγμα ἐπι-
1018τρέπει, ὅπως καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν ὁ Ὑπουργὸς ἀναστέλ-
1019λῃ ἄνευ ἀποζημιώσεως τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου καὶ κηρύττῃ
1020ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω,
1021ἂν αὐτὸ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῆς κατασκευῆς
1022δημοτικῶν σχολείων.
1023§147Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρὶν γείνῃ συμβόλαιον;
1024§148Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἀφοῦ γείνῃ συμβόλαιον. Τοὐ-
1025λάχιστον εἰς τὰ δημόσια ἔργα τοῦτο ἐφαρμόζεται. Ἀλλὰ
1026τοῦτο λέγω, διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουρ-
1027γοῦ τῆς Παιδείας. Δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ τὸ βεβαιώσω.
1028Ἑπομένως, ἐὰν ᾖναι δυνατὴ τοιαύτη διέξοδος, ὅπως καὶ
1029τὰ καθ’ ὑπέρβασιν ἐγκριθέντα καὶ μετὰ δημοπρασίαν ἀνα-
1030κληθῶσιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ διάθεσιν νὰ χρησιμοποιήσῃ
1031τὸ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ποσὸν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, δύ-
1032ναται νὰ τὸ πράξῃ. Θ’ ἀνακουφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
1033Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐκ δαπάνης ἄλλης. Νομίζω,
1034ὅτι ἦτο ἐντὸς τῆς διανοίας τοῦ νομοθέτου πᾶσα ὑπὲρ αὐτῆς
1035βοήθεια. Ἂν, ἀντὶ νὰ οἰκοδομῇ προσωρινῶς δημοτικὰ σχο-
1036λεῖα, χρησιμοποιήσῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν σήμερον, ὅτε μᾶς στε-
1037νοχωροῦν ἄλλαι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, εἰς ἄλλην ἐκπαιδευτικὴν
1038ἀνάγκην τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοι-
1039κίων, καὶ ὄχι μόνον τῶν ἐνοικίων τῶν δήμων τῶν ἀπόρων,
1040ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνοικίων τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν
1041σχολείων, ἅτινα βαρύνουν τὸ Δημόσιον, θὰ εἴχομεν ἀνακού-
1042φισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας
1043Ἐκπαιδεύσεως κατὰ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχ-
1044μῶν.
1045§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
1046§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
1047τος τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ὁ κύριος
1048Γουναράκης;
1049§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
1050§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τούτου ἔχω νὰ ἀπευθύνω
1051παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1052παιδεύσεως.
1053Δὲν ἀνέγνων τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας κατέθηκεν ἐπὶ
1054τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ ἐὰν αἱ πλη-
1055ροφορίαι, τὰς ὁποίας κατέθηκε, δὲν περιλαμβάνωσι καὶ τὰς
1056πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω ζητήσει καὶ ἔχω διατυπώ-
1057σει γραπτὰς, παρακαλῶ νὰ συμπληρώσῃ αὐτάς. (Ἀναγι-
1058νώσκει):
1059«αʹ) Ποίων διδακτηρίων δημοτικῶν ἡ οἰκοδομὴ ἐνεκρίθη
1060διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν τῶν δημοπρασιῶν καθ’
1061ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1898, 1899, 1900, 1901 καὶ 1902».
1062—διότι ἐὰν διετάξατε δημοπρασίαν δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ,
1063ὅτι ἕνεκα τούτου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἀπαιτουμένη πί-
1064στωσις· ἀπαιτεῖται καὶ νὰ ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία καὶ νὰ
1065γένηται ἔναρξις τοῦ ἔργου.—βʹ) Τίνων διδακτηρίων, δη-
1066λαδὴ μονοταξίων, διταξίων, τριταξίων ἢ πλήρων. γʹ) Οἱ
1067δῆμοι τίνος τάξεως εἶναι· πρώτης ἢ δευτέρας ἢ τρίτης.
1068δʹ) Ἀντὶ τίνος ποσοῦ.»
1069Ἐνδέχεται αἱ πληροφορίαι αὗται νὰ περιλαμβάνωνται ἐν
1070ἐκείναις, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ περιλαμβάνων-
1071ται, διὰ τοῦτο σᾶς δίδω αὐτὸ τὸ σημείωμα.
1072§153ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
1073δεύσεως). Νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι.
1074§154Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, παρα-
1075καλῶ.
1076Παραπονοῦνται πολλοὶ συμπολῖταί μου, ὅτι οἱ διοικηταὶ
1077τῶν ἐφίππων σωμάτων τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν παραλαμβά-
1078νουσιν ἀπό τινων ἡμερῶν σανὸν οὐχὶ ἐκ κριθῆς, ὅπως ὑπαγο-
1079ρεύει τὸ συμβόλαιον, ἀλλ’ ἐκ βρώμης.
1080Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν
1081νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης,
1082διότι προφανῶς ὁ σανὸς ἐκ βρώμης εἶναι ὑποδεεστέρας ἀξίας,
1083ἧττον θρεπτικός, καὶ ἑπομένως συμβαίνει κἄποια ζημία.
1084§155Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1085κῶν). Ἐγγράφως, παρακαλῶ.
1086§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕκτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν
1087ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Χαλκίδος.
1088Ἡ ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτη-
1089μα, ἀριθ. 95).
1090§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε
1091Πρόεδρε, νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογή.
1092§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ πρῶτον ἡ ἔκθεσις καὶ
1093νὰ διανεμηθῇ.
1094Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν.
1095Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
1096§159Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διὰ τρίτην φοράν, κύριοι Βουλευ-
1097ταὶ, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανέλαβεν ὅτι ζητεῖ τὰς
1098μεγάλας ὑλικὰς θυσίας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὲρ τῆς
1099κινδυνευούσης πατρίδος! Συνεπίκουρος δὲ αὐτῷ ἁρμόδιος,
1100καὶ ἕνεκα τῆς θέσεως τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν μεταξὺ
1101ἡμῶν κατέχει, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματός του, προσῆλθεν ὁ
1102ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὅστις οὑτωσὶ ἐν τῇ
1103χθεσινῇ ἀγορεύσει του διετύπωσε τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην: «Ὁ
1104Ἑλληνισμὸς ἀγωνίζεται ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ
1105παραταθῇ· ἡ ἰδέα δὲ μόνον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξοπλίζεται, θέ-
1106λει ἐνθαρρύνει τοὺς ἀγωνιζομένους καὶ κρατύνει αὐτοὺς εἰς
1107τὸν ἀγῶνα». Καὶ ἡ περίοδος αὕτη τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ.
1108Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἐχειροκροτήθη, καὶ ἐχειροκροτήθη
1109καὶ ὑπὸ τῶν δύο πτερύγων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, διότι
1110βεβαίως αἱ δύο πτέρυγες κεχωρισμέναι ὑπάρχουσι διὰ νὰ ἦναι
1111ἠνωμέναι εἰς τὸν κοινὸν σκοπὸν, εἰς τὴν κοινὴν τοῦ Ἑλλη-
1112νισμοῦ ἰδέαν. Διὰ τοῦτο δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ
1113ὑπό τινων συναδέλφων ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
1114ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὴν θέλησιν νὰ ὑπο-
1115βληθῇ εἰς τὰς θυσίας τὰς ζητουμένας ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν αὑ-
1116τοῦ πόθων· οὐδ’ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ὑποτιμήσωμεν αὐτὸν το-
1117σοῦτον, ὥστε νὰ ἐξεύρωμεν ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ καταδεί-
1118ξωμεν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ θέλῃ. Διότι βεβαίως
1119ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ὁ φορεὺς τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας, οὐ-
1120δέποτε οὔτε εὑρέθη οὔτε θὰ εὑρεθῇ εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν
1121Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν τῷ ζητήματι τῆς διεκδικήσεως τῶν ἐθνι-
1122κῶν δικαίων.
1123Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, ὅπερ χωρίζει ἡμᾶς
1124ἀπ’ ἀλλήλων. Τὸ ζήτημα τὸ κύριον κατὰ τὴν γιγνομένην
1125συζήτησιν παρορᾶται. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ἐξετασθῇ παρ’
1126ἡμῶν ἐνταῦθα, ἂν ἔχει τὴν δύναμιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ
1127ἀντίσχῃ εἰς τὰς μεγάλας, τὰς συγχρόνους θυσίας, καὶ μάλι-
1128στα καθ’ ὃν χρόνον καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐπιβάλλομεν ταύτας·
1129διότι, ἂν καταδειχθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, ὑπὸ τοῦ
1130αἰσθήματος καὶ μόνου συρόμενος, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τοῦ λογισμοῦ
1131ὁδηγούμενος, κίνδυνος εἶναι νὰ χάσῃ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ὃν
1132διὰ τῶν θυσιῶν του ἐπιδιώκει, κίνδυνος εἶναι νὰ εἰσφέρῃ εἰς
1133τὸ Κράτος διὰ τῶν φόρων ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐθνικῆς περι-
1134ουσίας, ἥτις εἶναι καὶ ὀφείλει νὰ ἦναι ἡ διαρκὴς πηγὴ τοῦ
1135ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐθνικὸν εἰσόδημα, καὶ μό-
1136νον μὲ αὐτὸ, ἐπιβάλλεται νὰ ὑπολογίζωμεν, ὅταν συζητῶ-
1137μεν περὶ φόρων. Κίνδυνος εἶναι, ὡς ἐκ τῆς συνεχοῦς ἐπὶ ἔτη
1138καὶ βαρείας, νῦν δ’ αὐξανομένης φορολογίας, ἀφαιρούσης πᾶν
1139ὅ,τι διὰ προσθέτων ἀγώνων καὶ φιλεργίας παράγει ὁ λαὸς,
1140κίνδυνος εἶναι μὴ ὁ λαὸς οὗτος ἀποβάλῃ διὰ τοῦ χρόνου τὴν
1141πρὸς μείζονα ἐργασίαν διάθεσιν, ὅταν καθορᾷ, ὅτι πᾶν τὸ ἐκ
1142ταύτης προσαυξανόμενον ἔσοδον ζητεῖται ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ
1143Κράτους. Ἀλλ’ ἡ διαφύλαξις ἀπὸ τῆς φορολογίας τῆς ἐθνι-
1144κῆς περιουσίας, τῆς περιουσίας τοῦ λαοῦ, ἡ διαφύλαξις τῆς
1145πρὸς ἐργασίαν διαθέσεως καὶ τῶν ἐλπίδων τοῦ ἐκ ταύτης
1146κέρδους τοῦ λαοῦ εἶναι οἱ ἀπαραίτητοι ὅροι πρὸς ἐπιδίωξιν
1147καὶ ἐπιτυχίαν σκοποῦ, ὑπὲρ οὗ οὐχὶ ἐφάπαξ, ἀλλ’ ἐν διαρ-
1148κείᾳ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καταβάλλῃ ὁ λαός. Διὰ τοῦτο καὶ
1149τὸ ζήτημα, ἂν διὰ φόρων ἢ οἰκονομιῶν — ἂν καὶ καθ’ ὅσον
1150εἶναι αὗται δυναταὶ — θὰ ἐξοπλισθῶμεν καὶ θ’ ἀναδιοργανω-
1151θῶμεν στρατιωτικῶς, εἶναι δευτερεῦον ζήτημα. Τὸ κύριον
1152ζήτημα εἶναι τοῦτο, καὶ αὐτὸ δέον πρὸ παντὸς νὰ ἐξετασθῇ,
1153ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὴν δύναμιν, — διότι, ἐπαναλέ-
1154γω, τὴν θέλησιν αὐτοῦ κατέδειξεν, ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ ἐλεύ-
1155θερον Ἑλληνικὸν Βασίλειον, — νὰ εἰσφέρῃ νέους φόρους.
1156Ἂν σήμερον εἰς τοιαύτην διατελῇ οἰκονομικὴν δυσχέρειαν
1157ἡ χώρα ἡμῶν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν.
1158Ἂν προεξώφλησεν αὕτη μέλλον οἰκονομικὸν ὄχι μικρὸν, — δύ-
1159ναμαι νὰ εἴπω πολλῶν δεκαετηρίδων, — ἔπραξε τοῦτο διὰ
1160ν’ ἀποκαταστήσῃ ἐλευθέραν τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἀπολυτρώσῃ
1161τὴν Κρήτην. Ἀπέναντι τοιαύτης ἱστορίας εἶναι βέβηλον νὰ
1162τίθηται ὑπὸ συζήτησιν ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ δύνα-
1163μις ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ εὐρωστίαν εἶναι ζήτημα, τὸ
1164ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, ὀφείλει νὰ τὴν
1165ἀπασχολήσῃ, ὄχι διὰ νὰ πεισθῇ αὕτη, ἂν πρὸ τοιούτων βα-
1166ρῶν καὶ θυσιῶν τιθέμενος ὁ λαὸς θέλει ἢ ὄχι, ἀλλὰ διὰ νὰ
1167κρίνῃ χάριν αὐτοῦ τούτου τοῦ σκοποῦ, ἂν ὑπάρχει ἐν τῇ οἰ-
1168κονομικῇ καταστάσει αὐτοῦ ἡ διαρκὴς παροχὴ τῶν φόρων,
1169καὶ δὴ τόσων φόρων, ὅσοι βαρύτατοι, ἀλλὰ καὶ οὐχὶ βαθμη-
1170δὸν, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ζητοῦνται.
1171Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀνέμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως,
1172προσερχομένη ἐνώπιον ἡμῶν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μὲ τοιοῦ-
1173τον οἰκονομικὸν πρόγραμμα, μὴ παρίδῃ τὸ κύριον ἔργον αὐ-
1174τῆς, καὶ ἀντὶ νὰ ἐκθέσῃ πρὸς ἡμᾶς διὰ μυριοστὴν φορὰν τοὺς
1175συνήθεις λογιστικοὺς λογαριασμοὺς καὶ σκοτεινοὺς ἀριθμοὺς
1176διὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὤφειλεν ἀνατέ-
1177μνουσα ν’ ἀπεικονίσῃ σαφῶς πρὸς ἡμᾶς τὴν οἰκονομικὴν κατά-
1178στασιν τοῦ λαοῦ, πείθουσα καὶ ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰς
1179τὰ ὅρια ἐκεῖνα τῆς φορολογίας, πέραν τῶν ὁποίων ἐξακολου-
1180θοῦντες νὰ φορολογῶμεν εἰσερχόμεθα πλέον εἰς τὴν φορολο-
1181γίαν ὄχι πλέον τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ αὐτῆς ταύτης τῆς
1182περιουσίας τοῦ λαοῦ, πείθουσα ἡμᾶς, ὅτι ἐξακολουθεῖ καὶ
1183κατὰ τὴν λήξασαν δεκαετίαν τοσαύτη πρόοδος τοῦ ἐθνικοῦ
1184πλούτου, ἥτις καὶ μόνη ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρὸς
1185τὸν εἰρημένον σκοπὸν αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ, το-
1186σοῦτον καὶ ἤδη βεβαρημένου, ἀποδεικνύουσα τέλος πάντων,
1187ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἐξαντλήσωμεν διὰ τῆς φορολο-
1188γίας καὶ τὰ συνήθη μικρὰ ἐτήσια ἀποταμιεύματα τῆς χώ-
1189ρας, ἄνευ τῶν ὁποίων ἐπέρχεται ἡ παραγωγικὴ ἀπογοήτευ-
1190σις τοῦ λαοῦ καὶ ἡ στασιμότης. Διότι — καὶ πρέπει ζωηρῶς
1191νὰ δηλωθῇ τοῦτο — πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν ἐπικίνδυνον σύγ-
1192χυσιν ἀτόμου καὶ λαοῦ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν θυσιῶν. Δυνάμεθα
1193νὰ ἐξαίρωμεν τὴν γενναιότητα τοῦ ἀτόμου, νὰ τιμῶμεν τὴν
1194φιλοπατρίαν αὐτοῦ, μὴ δειλιῶντος νὰ θυσιάσῃ ἐν ἀνάγκῃ
1195καὶ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του, οὐχὶ μόνον τὸ εἰσόδημά
1196του, ὑπὲρ τῆς πατρίδος, διότι εἰς τὴν τοιαύτην οἰκονομικὴν
1197καταστροφὴν τοῦ ἀτόμου ἐπιζῇ ἡ πατρὶς, ἀλλ’ ἀλλοίμο-
1198νον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἄρχοντας ἐκεί-
1199νους, οἵτινες, καὶ ἂν ἔτι ὁ λαὸς κατὰ χρόνον τινὰ ἐνθουσιῶν
1200πρωτοστατῇ εἰς τὴν ἐπιβολὴν βαρῶν ἐξ ἄφρονος γενναιοφρο-
1201σύνης καὶ ἐκ παθολογικῆς φιλοπατρίας, δὲν ἀγωνίζονται
1202δι’ ὑγιοῦς πολιτικῆς πρὸς διαφύλαξιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς
1203ἐθνικῆς περιουσίας κατὰ τὸ μακρὸν στάδιον τῶν παρασκευῶν
1204πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς! Μετὰ
1205τὴν πρόωρον — πρὸ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ — οἰκονομικὴν
1206καταστροφὴν τοῦ λαοῦ, οὐχὶ ὠφέλειαν, ἀλλὰ καταστροφὴν
1207ὑφίσταται ἡ πατρίς!
1208Πρέπει νὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τοῦ νὰ διακινδυνεύσωμεν
1209τὴν διατήρησιν τῆς περιουσίας τοῦ λαοῦ, τῆς ἀποτελουμέ-
1210νης ἀπὸ τῆς ἑκάστου ἡμῶν περιουσίας, πρέπει νὰ ἐγκατα-
1211στήσωμεν πολιτικὴν μὴ τείνουσαν εἰς τὴν παραγωγικὴν ἀπο-
1212θάρρυνσιν, μὴ ἀπειλοῦσαν νὰ στειρεύσῃ τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς
1213διαρκῶς θὰ ἀντλῶμεν κατὰ τὸν χρόνον τὸν ἀόριστον τῆς δια-
1214τηρήσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, διὰ νὰ
1215χρησιμεύσῃ ἡμῖν ὁλόκληρος, ὅταν ἐπιστῇ ὁ κρίσιμος χρόνος
1216τῆς ἐνεργείας.
1217Κράτη ἄλλως πολιτευόμενα εἶναι Κράτη μωρά. Καὶ
1218παρακαλῶ, Κύριοι, ἂν ζωηρὰ ἔκφρασις διαφύγῃ τὰ χείλη
1219μου, ἀπαλλάξατε αὐτὴν πάσης προαιρέσεως κατὰ προσώπων.
1220Ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν· δὲν ὁμιλῶ
1221περὶ ὡρισμένης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ τῶν ἑκάστοτε Κυ-
1222βερνήσεων, καὶ οὐχὶ μόνον περὶ τῶν προσώπων τῶν Ὑπουρ-
1223γῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ πάντων τῶν προσώπων, ὧν ἡ συνδρομὴ
1224συμπληροῖ τὴν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας.
1225Ἀλλὰ παρέλιπε τὸ κύριον αὐτῆς ἔργον ἡ Κυβέρνησις, νὰ
1226εἰσαγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστά-
1227σεως τῆς χώρας, ἀπὸ τῆς ὁποίας τοσαῦτα ζητεῖ. Αὕτη εἶναι
1228εἰς κρείττονα θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, διότι
1229ὑποτίθεται, ὅτι προεμελέτησεν αὐτὴν δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν
1230μέσων, ὅπως τοσαῦτα βάρη ἐπιβάλῃ καὶ τοσαύτας ζητήσῃ
1231θυσίας. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς: «Αὕτη
1232εἶναι ἡ — ἔστω κατὰ προσέγγισιν — περιουσία τοῦ λαοῦ, αὐτὸ
1233εἶναι τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα αὐτοῦ· τόσον ποσοστὸν ἐξ αὐτοῦ
1234τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος λαμβάνομεν διὰ τῆς ἐν ἐφαρμογῇ
1235φορολογίας παρ’ αὐτοῦ κατ’ ἔτος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κρά-
1236τους, τόσον κατὰ κεφαλὴν ἐπιβαρύνεται ἕκαστος διὰ τῆς
1237ἐνεστώσης φορολογίας. Ταῦτα εἶναι τὰ τεκμήρια τοῦ μεγέ-
1238θους τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, ἐκεῖνα εἶναι τὰ τεκμήρια τῆς
1239προόδου τοῦ πλούτου, τοῦ δικαιολογοῦντος τὴν ἐπιβαλλομέ-
1240νην φορολογίαν.» Αὕτη ἰδίως εἶναι ἡ σύγκρισις, ἥτις ἐστὶν ὁ
1241μέγας κριτὴς τῆς καταστάσεώς μας, ἡ σύγκρισις πρὸς ἄλλα
1242ὁμοειδῆ Κράτη. Καὶ κατόπιν πάντων τούτων ἠδύνατο νὰ
1243καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι εἰσέτι ὁ Ἑλληνι-
1244κὸς λαὸς εἰς θέσιν οἰκονομικὴν τοιαύτην, ὥστε, προκειμένου
1245περὶ ἀναγκῶν τῆς πατρίδος, νὰ δυνηθῇ, περιορίζων τὰς ἰδίας
1246αὐτοῦ ἀπολαύσεις, νὰ ἀποτίσῃ διαρκῶς τὰς αἰτουμένας
1247παρ’ αὐτοῦ βαρυτάτας θυσίας.
1248Νὰ περιορίσῃ τὰς ἀπολαύσεις αὐτοῦ ὁ πολίτης, νὰ περι-
1249ορίσῃ τὰς ἀπολαύσεις αὐτοῦ ὁ λαός! Ἀλλὰ τὰς ἀνάγκας,
1250ἀλλὰ τὰς ἀπολαύσεις, τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν εἶναί
1251τις ἐλεύθερος ἀπεριορίστως νὰ ἐλαττώσῃ; Ὅσοι παραβλέ-
1252πουσι τὴν σημασίαν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ ζητήματος τού-
1253του θέτουσιν ἐμπειρικὰς καὶ καταστρεπτικὰς βάσεις πρὸς
1254ἀέναον καὶ ἀτελεύτητον φορολογίαν. Ἀλλὰ μορφοῦται κατὰ
1255χρόνον καὶ τόπον ἕν κοινωνικὸν ἔθος, καθορίζον τὰς ἀναγ-
1256καίας δαπάνας τῶν διαφόρων τάξεων τοῦ λαοῦ· ὥστε δὲν
1257εἶναι δυνατόν, ὑπολογίζοντες τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, νὰ παρα-
1258δεχθῶμεν τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν πέραν ὡρισμένου ὁρίου, δὲν
1259εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς πατρίδος νὰ καθορίσῃ
1260ἐν διαρκείᾳ μακρᾷ στενώτερα ὅρια τῶν συνήθων, τὰ ὁποῖα
1261ὁρίζουσι τὰς ἀναγκαίας δαπάνας, ἀναγκαίας οὐχὶ κατὰ τὴν
1262ἔννοιαν τῆς διατροφῆς πρὸς ἀποφυγὴν τῆς πείνης, ἀλλ’ ἀναγ-
1263καίας ἕνεκα κοινωνικῶν λόγων εὐπρεπείας, ἕνεκα λόγων δια-
1264τηρήσεως θέσεως ἐν τῇ κοινωνικῇ τάξει, εἰς ἣν ἕκαστος ἡμῶν
1265ἀνήκει, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατροφὴν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφο-
1266ρᾷ κατὰ μείζονα λόγον τὴν ἐνδυμασίαν καὶ τὴν οἴκησιν, αἵ-
1267τινες ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς κοινωνίας.
1268Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην μου περὶ πάντων τούτων, γνώ-
1269μην μορφωθεῖσαν καὶ ἐξ ἀτελῶν ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των δεδο-
1270μένων, ἀλλὰ καὶ ἐκ πληρεστάτων δεδομένων, καὶ τὴν γνώ-
1271μην μου ταύτην, ἐρριζωμένην εἰς βαθυτάτην πεποίθησιν, θὰ
1272ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ δι’ αὐτῆς πρὸς τὸ ἔθνος καὶ
1273πρὸς ἐκείνους, οἵτινες τιμῶσί με, ἀποστέλλοντες ἐνταῦθα, το-
1274σοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἀπὸ ἁγνῆς καὶ ἐκεῖνοι πεποιθήσεως
1275μὲ ἐκλέγουσιν ἀντιπρόσωπόν των. Θεωρῶ τιμῆς πολιτικῆς
1276δι’ ἐμὲ καθῆκον νὰ ἐκθέσω τὴν ἐνδόμυχόν μου πεποίθησιν,
1277ἀδιαφορῶν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδέαν τοῦ κόμματος, ἐν τῷ
1278ὑψίστῳ ζητήματι, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, κόμματος, ὅπερ
1279ἄλλως ὑπολογίζω ὡς ἀναγκαῖον στοιχεῖον τῆς ὑπάρξεως κοι-
1280νοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Θεωρῶ, ἐπαναλέγω, μέγιστον
1281τὸ ζήτημα τοῦτο, τοσοῦτον μέγα, ὥστε ν’ ἀφήσω ἐλευθέραν
1282τὴν γνώμην μου, ἐλευθέραν τὴν πεποίθησίν μου, νὰ παρα-
1283σταθῇ ὁλοκληρωτικὴ ἐνώπιον ὑμῶν.
1284Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας κατάστασις;
1285Ἂς γνωρίσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν ταύτην, ἂς ἴδωμεν πρῶ-
1286τον, τί ἔχομεν, διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν, ἂν καὶ κατὰ πόσον
1287δυνάμεθα ἀκινδύνως νὰ φορολογήσωμεν.
1288Ἕν στοιχεῖον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον παρέχεται ἡμῖν πρὸς
1289γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἑνὸς λαοῦ, εἶναι τὸ
1290ἐξωτερικὸν αὐτοῦ ἐμπόριον. Ἐκ τῆς γνώσεως αὐτοῦ, μεθ’ ὅ-
1291λας τὰς ἀτελείας τῆς στατιστικῆς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν
1292ἕν τεκμήριον περὶ τῆς στασιμότητος ἢ τῆς προόδου καὶ τοῦ
1293βαθμοῦ αὐτῆς, ἢ τῆς ὀπισθοδρομήσεως τῆς οἰκονομικῆς ἑνὸς
1294λαοῦ. Σημειώσατε δὲ καλῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα, ἡ
1295ὁποία σχετικῶς πρὸς ἄλλας ὁμοειδεῖς χώρας ἔχει μέγα
1296ἐξωτερικὸν ἐμπόριον. Δηλαδὴ ἡ ἐσωτερική της παραγωγή,
1297ἡ προωρισμένη πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀποτε-
1298λεῖ ἕν ποσοστὸν τῆς ὅλης ἐθνικῆς παραγωγῆς, μεῖζον ἢ ὅσον
1299ἀποτελεῖ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ἄλλων χωρῶν ἐν σχέσει
1300πρὸς τὴν ὅλην αὐτῶν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἀλλ’ ὅσον μεῖζον
1301τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, τοσοῦτον τὸ ἐκ τῆς γνώσεως αὐτοῦ
1302τεκμήριον πρὸς κρίσιν περὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς καταστά-
1303σεως εἶναι ἀσφαλέστερον.
1304Ἰδοὺ τί δεικνύει ἡ τελευταία δεκαετία κατ’ ἀξίαν τοῦ
1305ἐξαγωγικοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου εἰς στρογγύλους ἀριθμούς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1306Ἐν ἔτει1893φράγκα χρυσᾶ 80,000,000
1307» » 1894» » 74,000,000
1308» » 1895» » 79,000,000
1309» » 1896» » 72,000,000
1310» » 1897» » 81,000,000
1311» » 1898» » 88,000,000
1312» » 1899» » 93,000,000
1313» » 1900» » 102,000,000
1314» » 1901» » 93,000,000
1315» » 1902» » 80,000,000
1316Εἰς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς καθορῶμεν τὴν στασιμότητα τοῦ
1317ἐξαγωγικοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν.
1318Ἡ κατ’ ἔτος μικρὰ ὕψωσις τῆς ἐξαγωγῆς, διὰ νὰ κατέλθῃ
1319καὶ πάλιν, εἶναι ἡ συνήθης παραλλαγή, μὴ ἀναιροῦσα τὴν
1320στασιμότητα. Αἱ δὲ ἐλλείψεις τῆς στατιστικῆς, προκειμέ-
1321νου περὶ συγκρίσεως, εἶναι αἱ αὐταὶ δι’ ὅλα τὰ ἔτη, καὶ δὲν
1322παραβλάπτουσι τὸ παράπαν τὴν σημασίαν τῶν ἀριθμῶν.
1323Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ στασιμότης τῶν λαῶν διαφέρει τῆς
1324στασιμότητος τῶν ἀτόμων. «Εἶμαι πλούσιος καὶ μένω στά-
1325σιμος» δύναται νὰ εἴπῃ τὸ ἄτομον, καὶ νὰ ἦναι εὐτυχές.
1326Ἀλλ’ εἷς λαὸς ἐπὶ μακρὸν στάσιμος ἐν τῇ παραγωγῇ κατα-
1327δεικνύει, ὅτι ἢ δὲν ἀποταμιεύει πλέον, ἢ ἐλάχιστα ἐναπο-
1328ταμιεύει. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀποταμιεύματος δύναται νὰ γείνῃ
1329ἡ φορολογία καὶ διαρκῶς ἐν μακρῷ χρόνῳ. Διότι, ἂν δὲν
1330γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἀποταμιεύματος, τότε ὑπολείπεται ἢ ὁ δυσ-
1331χερὴς περιορισμὸς τῶν ἀναγκῶν τῶν συνήθων καὶ τῶν ἀπο-
1332λαύσεων, ἢ ἡ πρόσκαιρος οὐχὶ ἐξ ἐλευθέρου εἰσοδήματος, ἀλλ’
1333ἐκ τῆς περιουσίας, πληρωμὴ τῶν φόρων.
1334Θέλετε νὰ ἴδητε τὴν πρόοδον τὴν ἐνδεικνύουσαν τὸν κίν-
1335δυνον τῆς φορολογίας; Ἂς συγκρίνωμεν τὴν χώραν ἡμῶν πρὸς
1336ἀναλόγους χώρας, ὅπου ὑπάρχουσιν ὅροι συγκρίσεως, διότι
1337ἐλλείπουσιν οὗτοι, ὅταν ἐπιχειρῶμεν νὰ παραβάλωμεν τὴν
1338Ἑλλάδα πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ἢ πρὸς τὴν Ἀμερικήν, ἢ πρὸς
1339τὴν Γαλλίαν...
1340§160Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸς τὸ Βέλγιον.
1341§161Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἢ καὶ πρὸς τὸ Βέλγιον αὐτὸ
1342ἀκόμη.
1343Ἡμεῖς, θέλοντες νὰ ἴδωμεν, πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα
1344συγκριτικῶς, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ὁμοειδῆ
1345Κράτη, τὴν Βουλγαρίαν, τὴν Σερβίαν, τὴν Ρουμανίαν ἔτι
1346αὐτήν· ἂν δὲ θέλωμεν καὶ πρὸς μᾶλλον πεπολιτισμένα καὶ
1347προηγμένα Κράτη νὰ συγκριθῶμεν, ὀφείλομεν τὰ κατὰ τὸν
1348πληθυσμὸν ὅμοια Κράτη νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ἰδίως τὴν Δα-
1349νίαν, ἥτις ἔχει πληθυσμὸν καὶ αὕτη 2,400,000 κατοίκους.
1350Καὶ ὁμολογουμένως τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον τῆς Δανίας δύ-
1351ναται διδακτικῶς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα συγκρίσεως,
1352διότι ἀποτελεῖ τὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἡμέτερον, οὐ μόνον
1353κατὰ τὸ μέγεθος, ἀλλὰ κυρίως κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς βαθμι-
1354αίας καὶ σταθερᾶς προόδου, ἥτις εἶναι πασίδηλον τεκμήριον
1355προόδου οἰκονομικῆς καὶ ἔνδειξις ἀκινδύνου ἐπιβολῆς φόρων.
1356Ἐν Δανίᾳ λοιπὸν ἡ πρόοδος τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου
1357ἔχει ὡς ἑξῆς:
1358Ἐξαγωγὴ κατ’ ἀξίαν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1359Ἐν ἔτει1893Kroner320,000,000
1360» » 1894» 348,000,000
1361» » 1895» 365,000,000
1362» » 1896» 383,000,000
1363» » 1897» 416,000,000
1364» » 1898» 464,900,000
1365» » 1899» 492,000,000
1366Οὕτω λοιπὸν ἡ Δανία, μὲ πληθυσμὸν μικρότερον τοῦ ἰδικοῦ
1367μας, οὐ μόνον τόσον μέγα ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον ἔχει, ἀλλὰ
1368καὶ καταδεικνύει τὴν πρόοδον τῆς ἐξαγωγῆς, ἥτις εἶναι ἡ
1369προϋπόθεσις παραγωγικῆς ἰσχύος καὶ οἰκονομικῆς εὐρωστίας,
1370ἐπιτρεπούσης τὴν ἀκίνδυνον ἐπὶ τῶν πλεονασμάτων φορο-
1371λόγησιν.
1372Διὰ τὴν σύγκρισιν τῆς προόδου δὲν ἔχει σημασίαν, ἀλλὰ
1373πρὸς ἀκρίβειαν δηλῶ, ὅτι ἡ κατ’ ἀξίαν ἐξαγωγὴ ὑπολογί-
1374ζεται εἰς τὸ ἐγχώριον νόμισμα τῶν Kroner, ὅπερ ἰσοδυνα-
1375μεῖ πρὸς 1 φρ. καὶ 39 ἑκατοστά. Ἑπομένως ἡ ἐξαγωγὴ
1376τοῦ 1893, ὑπολογιζομένη εἰς 453,000,000 φράγκα χρυσᾶ,
1377ἀνῆλθε μέχρι τοῦ 1899 κατὰ βαθμιαίαν καὶ σταθερὰν πρό-
1378οδον εἰς 673,000,000 φρ. χρ.
1379Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις: «τὰ τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου οὕ-
1380τως ἔχουσιν· ἀλλὰ δὲν ηὔξησε τὸ εἰσαγωγικὸν ἐξωτερικὸν
1381ἐμπόριον κατὰ τὴν λήξασαν ἑνδεκαετίαν;» Ναί, ηὔξησεν
1382ἀπὸ ἑξαετίας ἀποτόμως, διὰ νὰ ᾖναι καὶ αὐτὸ καθ’ ὅλην
1383τὴν ἑξαετίαν στάσιμον· ἡ δὲ αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς ὑπὲρ
1384τὴν ἐξαγωγήν, ἂν πράγματι ἐγένετο, ὡς οἱ ἀριθμοὶ δηλοῦ-
1385σιν, ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ καθ’ ὅσον πράγματι
1386ἐγένετο, τοῦτο μόνον δεικνύει, ὅτι ηὔξησαν οἱ ἄδηλοι πόροι,
1387δι’ ὧν τὸ ὑπερβάλλον τῆς εἰσαγωγῆς ἀποτίνεται. Καὶ ναὶ
1388μὲν ἡ αὔξησις τῶν ἀδήλων πόρων δηλοῖ εἰσαγωγὴν πλούτου,
1389ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ προϊόν ἰδίας παραγωγῆς, πλὴν τῆς ναυ-
1390τιλίας, ἀπασχολούσης ἐγχώριον πληθυσμόν. Πλὴν τούτου
1391οἱ ἄδηλοι οὗτοι πόροι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν Ἀθήναις δαπα-
1392νῶνται καὶ δὲν ἔχουσι τὴν εἰς τὴν ἄλλην χώραν κατ’ ἀνα-
1393λογίαν ἐπέκτασίν των, ἐφ’ ἧς χώρας ὁλοκλήρου ἐπιβάλλεται
1394ἡ φορολογία. Ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἐν Ἀθήναις φαινο-
1395μένη εὐπορία ἐκ τῆς ὑπάρξεως εἰσοδημάτων, ἐκ τῆς ἀλλο-
1396δαπῆς εἰσρεόντων καὶ δαπανωμένων.
1397Τὸ ἐξωτερικὸν ἄρα ἐμπόριον δὲν παρέχει ἐνδείξεις προόδου
1398τοῦ πλούτου, αὐξήσεως τοῦ λαϊκοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἐτη-
1399σίου. Ἀλλὰ παρὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ὑπάρχει καὶ τὸ
1400μεῖζον αὐτοῦ ἐσωτερικὸν ἐμπόριον, ὑπάρχει ἡ ποικίλη ἐσω-
1401τερικὴ παραγωγή, ἡ προωρισμένη πρὸς ἐσωτερικὴν κατανά-
1402λωσιν. Αὕτη μάλιστα δύναται ν’ αὐξήσῃ διὰ θυσίας τοῦ
1403ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου καὶ μετ’ ὠφελείας τῆς ἐθνικῆς περιου-
1404σίας καὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, τοῦ εἰσοδήματος τῶν
1405διαφόρων εἰσοδημάτων τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἡ ἔρευνα περὶ
1406τῆς προόδου τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου ἐνέχει καθόλου μὲν,
1407ἀλλ’ ἰδίᾳ παρ’ ἡμῖν, δυσχερείας δυσυπερβλήτους. Μετ’ ὀλί-
1408γον θὰ ἐρευνήσω τὰ βεβαιότερα γνωρίσματα τῆς καταστά-
1409σεως τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου. Ἐν τούτοις ὑπὸ τὸν εἰρημέ-
1410νον περιορισμὸν, ἔχων δεδομένον τὸ ποσὸν τῆς ἐγχωρίου παρα-
1411γωγῆς πρὸς ἐξαγωγὴν, δεδομένον τὸ ποσὸν τῶν ἀδήλων
1412πόρων, τὸ χρήσιμον πρὸς κάλυψιν τῆς ὑπερβαινούσης τὴν
1413ἐξαγωγὴν ἐμπορευμάτων εἰσαγωγῆς, ἐρωτῶ, ποῖον εἶναι τὸ
1414ἐτήσιον εἰσόδημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρ’ οὗ μέχρι τοῦ
1415νῦν λαμβάνει τὸ Κράτος 120 ἑκατομμύρια δραχμὰς, ἀπὸ
1416τοῦ νῦν δὲ συγχρόνως ζητεῖ νὰ λάβῃ 130 ἑκατομμύρια καὶ
1417ἄνω; Τὸ ποσὸν εἰς ἐμπορεύματα καὶ χρῆμα ἐξ ἀδήλων πό-
1418ρων πρὸς πληρωμὴν τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ τὴν τελευταίαν
1419πενταετίαν ἀνέρχεται εἰς 130 περίπου ἑκατομμύρια φράγκα
1420χρυσᾶ, ἤτοι εἰς 200 περίπου ἑκατομμύρια δραχμὰς χαρτί-
1421νας. Τὰ 200 ταῦτα ἑκατομμύρια εἶναι ἐγχώριος παραγω-
1422γή, εἶναι ἓν μέρος τοῦ ὅλου εἰσοδήματος, ἐξ οὗ ἀποτίνομεν,
1423ὡς λαὸς, τοὺς φόρους πρὸς τὸ Κράτος. Πόσα ὑπολείπονται
1424διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου ἐτησίου εἰσοδήματος τοῦ
1425λαοῦ; Ἡ γενικὴ ἀντίληψις πάντων ἡμῶν βοηθεῖ εἰς τὴν
1426κατὰ προσέγγισιν ἐξεύρεσιν τοῦ ζητουμένου. Τί εἰσάγει τὸ
1427ἐξωτερικὸν ἐμπόριον παρ’ ἡμῖν; Εἰσάγει, ὄχι ὡς συμβαίνει
1428εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, εἰσάγει παρ’ ἡμῖν κατὰ τὰ ¾ ἀπο-
1429λύτου ἀνάγκης ἀντικείμενα, χρήσιμα διὰ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν.
1430Ἂς κατίδωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ ἀξία
1431τοῦ συνόλου τῶν ἐνδυμάτων ἡμῶν, καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τοὺς
1432ἀστικοὺς πληθυσμοὺς, κατὰ πολὺ μέρος διὰ τοὺς ἀγροτι-
1433κούς, — πλὴν τῆς ῥαπτικῆς — ἀποτελεῖται ἐξ ἐμπορευμάτων
1434ἀλλοδαπῶν. Αὐτὴ ἡ κατοικία, ἐν ταῖς πόλεσι τοὐλάχιστον,
1435κατὰ τὸ ⅓ ἀποτελεῖται ἐκ ξυλείας καὶ σιδήρου καὶ ἄλλων
1436μικρῶν ὑλικῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσκομιζομένων· αὐτὴ ἡ
1437τροφή μας κατὰ πολὺ μέρος, καὶ ὄχι τροφὴ πολυτελείας,
1438αὐτὴ ἡ τροφὴ ἡ καθημερινὴ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσάγεται
1439πλὴν τοῦ κρέατος.
1440§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τὸ κρέας.
1441§163Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸ εἰσαγόμενον καὶ
1442οὐδόλως ἢ ἐπ’ ἐλάχιστον παρ’ ἡμῖν παραγόμενον. Εἰσάγε-
1443ται βεβαίως καὶ κρέας, ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ μεγίστη ποσότης
1444ἐκ τῆς ἐγχωρίου κτηνοτροφίας. Θέλω νὰ ἦμαι κάτω τῆς
1445ἀληθείας, πρὸς ἀποφυγὴν ὑπερβολῶν.
1446Διατὶ λέγω πάντα ταῦτα; Διότι ἐξ αὐτῶν τῶν ἔξωθεν
1447εἰσκομιζομένων, γνωστῶν ὄντων, ἀποτελούντων μέγιστον μέ-
1448ρος τῆς πληρώσεως τῶν ἀναγκῶν μας, εὐχερέστερον δυνάμε-
1449θα νὰ συμπεράνωμεν τὰ ἐλλείποντα μέσα πρὸς θεραπείαν τοῦ
1450συνόλου τῶν ἀναγκῶν μας. Ἂν ὑπολογίζων τὰ εἴδη τὰ ἐκ
1451τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα εἰς 200 ἑκατομμύρια φράγκα
1452χρυσᾶ, ὡς ἡ στατιστικὴ δεικνύει, συνυπολογίσω διπλάσιον
1453ἔτι ποσὸν αὐτοῦ, ἤτοι 400 ἑκατομμύρια ἀξίαν τῆς λοιπῆς
1454ἐγχωρίου παραγωγῆς πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ,
1455προσεγγίζω εἰς τὴν ἀλήθειαν; Ἡ κτηνοτροφία, ὁ καπνὸς,
1456τὸ ἔλαιον, ὁ οἶνος, ἡ δενδροκομία, ἡ κηπουρικὴ καὶ πᾶς ἄλ-
1457λος παραγωγικὸς κλάδος ἀνέρχεται εἰς πλειότερον ποσὸν τῶν
1458400 ἑκατομμυρίων; Ἴσως. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε ἀτελὴς, ὁσον-
1459δήποτε αὐθαίρετος καὶ ἂν ἦναι ὁ καθορισμὸς τοῦ ὅλου ἐτη-
1460σίου εἰσοδήματος τοῦ λαοῦ εἰς 600 ἑκατομμύρια δραχμὰς,
1461οὐδόλως ἐξαδυνατίζει τὴν ὀρθότητα τῶν συμπερασμάτων, εἰς
1462ἃ θέλω καταλήξει ἐν συγκρίσει, ἣν θέλω ποιήσει πρὸς ἄλ-
1463λας χώρας, διὰ νὰ ἀνεύρω κατὰ πόσον ἡμεῖς ἐπιβαρυνόμεθα
1464διὰ τῶν φόρων καὶ κατὰ πόσον ἐκεῖναι. Ὁ εἰς 600 ἑκατομ-
1465μύρια καθορισμὸς τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, ὁσονδήποτε καὶ
1466ἂν ἀμφισβητηθῇ, οὐδόλως παραβλάπτει τὴν συγκριτικὴν
1467ἀκρίβειαν τῶν συμπερασμάτων μου, εἰς ἃ θέλω καταλήξει,
1468καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν κυρίως καθορίζω τὸ ποσὸν τῆς
1469ἀξίας τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου.
1470§164Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς δραχμὰς ὑπολογίζετε;
1471§165Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ αἱ δραχμαὶ αἱ
1472χάρτιναι διὰ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν, τὴν καταναλισκο-
1473μένην ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἔχουσι μείζονα πραγματικὴν ἀξίαν
1474τῶν δραχμῶν τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ἀγορὰν ἀλλοδαπῶν
1475προϊόντων.
1476§166Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Εἰς τὸ ἥμισυ μάλιστα τοῦ ποσοῦ, τὸ
1477ὁποῖον παραδέχεσθε, θὰ κατήρχετο τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα.
1478§167Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ ποσοῦ λοιπὸν αὐτοῦ τῶν
1479600 ἑκατομμυρίων τὸ Κράτος λαμβάνει τοὺς φόρους. Τὰ
1480δὲ 120 ἑκατομμύρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀφαιροῦσιν 20%
1481ἐκ τοῦ εἰσοδήματος. Προστιθεμένης δὲ τῆς ἐπιβαλλομένης
1482νῦν φορολογίας, ἀνέρχεται τὸ ποσὸν εἰς 22%. Ἀλλ’ ἴσως
1483εἴπῃ τις, ἀπολύτως κρίνων τὰ πράγματα: τί σημαίνει, ἂν
1484πληρώνωμεν 22%;
1485Ἀλλ’ ἂς συγκρίνωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, τί πληρώνουσι τὰ
1486ὁμοειδῆ εἰς οἰκονομικὰς συνθήκας Κράτη, ἡ Βουλγαρία,
1487ἔχουσα μάλιστα καὶ τὸν στρατόν της ἑτοιμοπόλεμον, ἡ
1488Ρουμανία, ἔχουσα καὶ αὕτη πλήρη τὸν στρατὸν καὶ τὰς
1489ὀχυρώσεις της, ἡ Σερβία, διὰ νὰ πεισθῶμεν εἰς ποῖον ση-
1490μεῖον φορολογίας διατελοῦμεν νῦν, ὅτε ἐπιχειροῦμεν νὰ ἐπι-
1491βάλωμεν νέους φόρους.
1492§168ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Χωρὶς νὰ ἔχωμεν στρα-
1493τόν.
1494§169Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ φορολογία τῶν 120 ἑκατομ-
1495μυρίων ἐπιβάλλει παρ’ ἡμῖν βάρη φορολογικὰ κατὰ κεφαλὴν
1496δραχμὰς 48, ἡ ἐπαυξανομένη νῦν ἐπιβάλλει δραχμὰς 52, ἐν
1497σχέσει πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος.
1498Πῶς ἔχουσι νῦν τὰ ἐν Βουλγαρία; Ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀνω-
1499τέρου τοῦ ἰδικοῦ μας κατὰ τὸ ⅓ — διότι ὁ πληθυσμὸς τῆς
1500Βουλγαρίας ἀνέρχεται εἰς 3,770,000 — καὶ ἐπὶ Προϋπολο-
1501γισμοῦ μόνον 100 ἑκατομμυρίων ἕκαστος Βούλγαρος βαρύ-
1502νεται διὰ δραχμῶν 26, ἀπέναντι 48 παρ’ ἡμῖν, ἢ 52, ἂν
1503ἐπιβληθῶσι τὰ νῦν προτεινόμενα βάρη...
1504§170Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς χρυσόν.
1505§171Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἐξηγήσω κατόπιν... Ἀλλ’ ἂν
1506ἦσαν εἰς χρυσόν, ἂν δὲν κατεβάλλοντο παρ’ ἡμῖν εἰς χαρ-
1507τίνας δραχμάς, δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ γίγνηται ἡ τοσαύτη
1508εἴσπραξις τῶν φόρων, ἢ μετ’ ἀπείρως μείζονος δυσχερείας
1509θὰ εἰσεπράττοντο οὗτοι.
1510Ἀπέναντι τοιαύτης δυσαναλογίας εἶμαι βέβαιος, Κύριοι,
1511ὅτι προσεπιβαρύνοντες διὰ φόρων τὸν λαὸν διαπράττομεν τὸ
1512τελευταῖον σφάλμα κατὰ τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνα-
1513τὸν νὰ διαπράξωμεν. Περὶ τούτου πληρεστάτην ἔχω πεποί-
1514θησιν.
1515Εἴκοσιν ἓξ λοιπὸν φράγκα κατὰ κεφαλὴν ἐν Βουλγαρίᾳ,
1516ἀπέναντι 48 καὶ 52 ἐν Ἑλλάδι. Ταῦτα πάντα εἶναι μα-
1517θηματικῶς ἀκριβῆ.
1518Ποῖον εἶναι νῦν τὸ ποσοστὸν ἐκ τοῦ ὅλου ἐτησίου ἐθνικοῦ
1519εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον καταβάλλει ἡ Βουλγαρία ὑπὲρ τοῦ
1520Κράτους; Θέλετε νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι ἀναλόγως ἔχει ἴσον
1521πλοῦτον πρὸς ἡμᾶς ἢ κατώτερον; Ἂν ἔχῃ ἴσον πλοῦτον
1522πρὸς ἡμᾶς, τότε ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ της τὸ ἐτήσιον
1523εἰσόδημα τοῦ λαοῦ τῆς Βουλγαρίας δέον νὰ ἀνέρχηται εἰς
1524900,000,000. Ἑπομένως, κατ’ ἀναλογίαν, τὸ ποσοστὸν
1525τῶν φόρων ἐκ τοῦ ὅλου εἰσοδήματος ἀνέρχεται εἰς 12%
1526μόνον, ἂν παρ’ ἡμῖν ἀνέρχηται εἰς 20% καὶ 22%. Καὶ
1527ἂν ἀπολύτως εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῶσιν οἱ ἀριθμοὶ
1528αὐτοὶ, σχετικῶς ἔχουσι μαθηματικὴν ἀκρίβειαν. Διότι, καὶ
1529ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὄχι κατὰ 22% ἡμεῖς φορολογού-
1530μεθα, ἀλλὰ μόνον κατὰ 16 ἢ 14%, καὶ πάλιν ἡ Βουλ-
1531γαρία φορολογεῖται κατὰ 9 ἢ 8% ἐπὶ τοῦ ὅλου ἐθνικοῦ
1532εἰσοδήματός της. Ἂν ἔχῃ κατώτερον πλοῦτον, οὐδέποτε
1533κατώτερον τοῦ ἑνὸς τρίτου, ἂν ἔχῃ δηλαδή, μεθ’ ὅλον τὸ
1534μεῖζον τοῦ πληθυσμοῦ, ἐτήσιον εἰσόδημα μόνον 600 ἑκα-
1535τομμυρίων, πάλιν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπολείπεται
1536πολὺ ἡμῶν, διότι ἡ ἀναλογία ἀνέρχεται εἰς 17% διὰ τὴν
1537Βουλγαρίαν...
1538§172Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε, ὅτι εἶναι 600
1539ἑκατομμύρια;
1540§173Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἂν μὲ παρηκολουθεῖτε, δὲν θὰ μοὶ
1541ἐκάμνετε τὴν διακοπήν. Καθώρισα τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ὥρι-
1542σα εἰς ἀριθμὸν ἑκατομμυρίων τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα, χωρὶς
1543νὰ συγκαλύψω τὴν ἀτέλειαν.
1544§174Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὴ λέγετε τότε, ὅτι ὁμιλεῖτε μαθη-
1545ματικῶς, ἀλλὰ ῥητορικῶς.
1546§175Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μαθηματικῶς εἶπον, καὶ ἐπιμένω,
1547ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατὰ κεφαλὴν ἀναλογίαν, μαθηματικῶς
1548εἶπον περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν Κρατῶν, μαθηματικῶς
1549περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν χωρῶν. Ἀνέλυσα τὴν σημασίαν
1550τοῦ συμπεράσματός μου, ὡς ἀνερχομένης τῆς ἐγχωρίου παρα-
1551γωγῆς εἰς 600 ἑκατομμύρια δραχμάς. Ἀλλὰ δι’ ὃν σκο-
1552πὸν καθώρισα ἕνα ἀριθμὸν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτος
1553ἀτελὴς, — καὶ ὁμολογῶ τὴν ἀτέλειάν του ἐκ τῶν πραγμά-
1554των, — ἤτοι διὰ τὸν σκοπὸν τῆς συγκρίσεως πρὸς ἄλλας χώ-
1555ρας, ὁμιλῶ καὶ πάλιν μαθηματικῶς. Διότι, ἂν ὁρίσωμεν
1556τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν εἰς ἑκατέραν τῶν χωρῶν, καὶ πάλιν
1557ἡ ἀναλογία μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Ἑλλάδος θὰ μείνῃ ἡ
1558αὐτή. Ἐγὼ μάλιστα, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ὑπερβολῆς,
1559παρεδέχθην, ὅτι ἡ Βουλγαρία, μεθ’ ὅλον τὸν ἀνώτερον πλη-
1560θυσμὸν αὐτῆς, δύναται νὰ ἦναι καὶ κατὰ τὸ ⅓ πενεστέρα
1561τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως, μεθ’ ὅλον τὸν κατὰ τὸ ⅓
1562ἀνώτερον πληθυσμόν της, νὰ ἔχῃ ἐτησίαν παραγωγὴν ὅσην
1563καὶ ἡ Ἑλλάς, — τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ὑπερβολὴ πρὸς βλάβην τῆς
1564ὑποθέσεώς μου, — διὰ νὰ καθορίσω πόσα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν
1565λαμβάνει τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐτησίας παραγωγῆς.
1566§176Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἵνα εὕρητε τὸ σύνολον τοῦ εἰσοδήμα-
1567τος, ἐλάβετε τὸ ἄθροισμα τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ
1568ἐμπορίου καὶ τὸ ἐτριπλασιάσατε διὰ τὴν Βουλγαρίαν;
1569§177ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τότε θὰ περάσῃ πολύ.
1570§178Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅ,τι ἔκαμα διὰ τὴν Ἑλλάδα,
1571προδήλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμω διὰ τὴν Βουλγαρίαν.
1572Ὁ ἴδιος ὑπολογισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, γνωστοῦ
1573ὄντος, ὡς προεῖπον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατατάσσεται μεταξὺ
1574τῶν Κρατῶν, ἅτινα ἔχουσι μέγα ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, ἐν σχέ-
1575σει πρὸς τὸ ἐσωτερικόν, ἐνῷ ἡ Βουλγαρία, κατ’ ἀντίθεσιν
1576ἡμῶν, ἔχει μικρὸν ἐξωτερικὸν ἐμπόριον. Ἡ Βουλγαρία εἶναι
1577αὐταρκεστέρα. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι αὐταρκεστέρα δὲν
1578ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι καὶ πλουσιωτέρα. Μία χώρα δύνα-
1579ται νὰ ἦναι αὐτάρκης καὶ πλουσία, δύναται νὰ ἦναι αὐτάρ-
1580κης καὶ πένης, καὶ τἀνάπαλιν. Ποίαν λοιπὸν σημασίαν θὰ
1581εἶχε νὰ τριπλασιάσω τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον τῆς Βουλγα-
1582ρίας, ὡς ἐτριπλασίασα τὸ τῆς Ἑλλάδος;
1583§179Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἠθέλησα νὰ μάθω ἁπλῶς, ἂν τοιοῦ-
1584τόν τι σύστημα ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν.
1585§180Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Προδήλως δὲν ἠδυνάμην τοιοῦτον
1586σύστημα νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Τὸν τριπλασιασμὸν τοῦ ἐξα-
1587γωγικοῦ ἐμπορίου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θέσῃ τις ὡς κανόνα.
1588Οὐδὲν τρόφιμον καὶ ὀλίγα σχετικῶς εἴδη, πλὴν ἐνδυμάτων,
1589εἰσάγονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἐξ ἐγχω-
1590ρίων ὑφασμάτων κατὰ τὸ πλεῖστον ἀποτελουμένης τῆς ἐνδυ-
1591μασίας ἐκεῖ, ἐνῷ ἡμεῖς 55–60 ἑκατομμύρια δραχμὰς πλη-
1592ρώνομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μόνον διὰ σιτισμόν.
1593Συνέκρινα τὴν Βουλγαρίαν, ἥτις εἶναι ἑτοιμοπόλεμος, συνέ-
1594κρινα ταύτην ὡς πρὸς τὸ βάρος τὸ φορολογικὸν πρὸς ἡμᾶς,
1595οἵτινες ποιούμεθα νῦν μόλις τὴν ἔναρξιν τῶν παρασκευῶν
1596μας τῶν στρατιωτικῶν.
1597Θέλετε νὰ συγκρίνωμεν καὶ τὴν Ῥουμανίαν; θέλετε καὶ
1598τὴν Σερβίαν; Μετὰ τὴν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν σύγκρισιν δὲν
1599ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ περὶ τῶν χωρῶν αὐτῶν. Ἀρκεῖ νὰ
1600εἴπω, ὅτι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν γνωστῶν ὅρων, ἤτοι τοῦ
1601πληθυσμοῦ καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑκάστης τῶν χωρῶν,
1602καίτοι παρ’ αὐταῖς ἡ φορολογία εἶναι βαρυτέρα τῆς ἐν Βουλ-
1603γαρίᾳ, ὑπολείπεται ὅμως τῆς ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ ἡ κατὰ κε-
1604φαλὴν φορολογία εἶναι 36 δραχμαὶ ἐν Σερβίᾳ, 38 ἐν Ῥου-
1605μανίᾳ, ἑτοιμοπολέμῳ καὶ μετὰ ὀχυρώσεων πολυδαπάνων,
1606ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι εἶναι 48 καὶ διὰ τῆς νῦν προτεινομένης φο-
1607ρολογίας 52 κατὰ κεφαλήν, χωρὶς ὁ πλοῦτος τῆς Ρουμανίας
1608νὰ θεωρῆται κατώτερος τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐθνικοῦ πλούτου...
1609§181Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἂν θὰ ἐξακολουθήσητε, κύριε
1610Βουλευτά, ἐπὶ πολὺ ἀκόμη, καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν.
1611§182Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὅπως θέλετε. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς
1612ὁμιλίας μου εὑρίσκομαι.
1613§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9
1614καὶ 30′.
1615(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνε-
1616δρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20 μ. μ.).
1617Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1618Ὁ κύριος Γουναράκης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν
1619ἀγόρευσίν του.
1620§184Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εὐλόγως, κύριοι Βουλευταί, παρα-
1621κολουθεῖ σύμπας ὁ λαὸς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξά-
1622γονται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας ἐν τῇ Βουλῇ.
1623Ὁ λόγος αὐτὸς μὲ ἠνάγκασεν, ὅπως διὰ τῆς Βουλῆς καὶ
1624πρὸς αὐτὸν τὸν λαὸν ἀποτεινόμενος, διεξοδικώτερον ἢ ὅσον
1625προσῆκε διεξέλθω ὅ,τι μέχρι τοῦδε εἶπον. Καὶ διέκοψα τὴν
1626ἀγόρευσίν μου εἰς τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ συγκρίνας τὴν φορολο-
1627γίαν, ἡ ὁποία γίνεται παρ’ ἡμῖν, πρὸς τὴν φορολογίαν, ἡ
1628ὁποία γίνεται εἰς τὰ κατὰ τὴν παραγωγὴν ὁμοειδῆ πρὸς
1629ἡμᾶς Ἀνατολικὰ Κράτη, τὴν Βουλγαρίαν, τὴν Σερβίαν,
1630τὴν Ρουμανίαν, εὗρον, ὅτι ἐπὶ ἴσης περίπου οἰκονομικῆς
1631διασκευῆς τῶν χωρῶν αὐτῶν ἐπιβαρύνεται διὰ φόρων ὁ μὲν
1632Ἕλλην διὰ 48 καὶ μετὰ τῆς προστιθεμένης νῦν φορολογίας
1633διὰ 52 δραχμῶν κατὰ κεφαλήν, ὁ Βούλγαρος διὰ δραχμῶν
163426 μόνον, ὁ Σέρβος διὰ 36, καὶ ὁ Ρουμᾶνος διὰ 38. Ἐκ
1635τούτου καθορᾶτε δυσαναλογίαν, ἀρκοῦσαν ἵνα δικαιολογή-
1636σῃ τοὺς φόβους ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὀφείλομεν νὰ προβλέπωμεν
1637κινδύνους, ἂν ἔτι μᾶλλον, συγχρόνως μάλιστα, θέλωμεν νὰ
1638ἐπιβαρύνωμεν διὰ νέων φόρων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ οὐ
1639μόνον οὕτως ἐξέθηκα τὰ πράγματα, ἀλλὰ καθορίσας κατὰ
1640προσέγγισιν τὸ ἐτήσιον ἐθνικὸν εἰσόδημα πρὸς μόνον τὸν
1641σκοπὸν τῆς συγκρίσεως πρὸς τὰς ἄλλας χώρας, κατέδειξα
1642τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐν πάσῃ περι-
1643πτώσει — εἴτε ἀκριβὴς εἶναι ὁ γενόμενος καθορισμὸς τοῦ
1644ἐτησίου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος εἴτε μὴ — πλειότερον ποσοστὸν
1645εἰσφέρει ἐκ τοῦ ἐτησίου ἐθνικοῦ εἰσοδήματός της διὰ τὰς
1646ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ἢ αἱ λοιπαὶ τρεῖς χῶραι, πρὸς ἃς
1647ἐγένετο ἡ σύγκρισις. Προσέθεσα δὲ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀνέφερα εἰς
1648ἀριθμοὺς εἶναι μαθηματικῶς βεβαιωμένον. Βέβαιον δηλαδὴ
1649εἶναι, ὅτι οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν
1650πληθυσμὸν ἑκάστης χώρας, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν
1651ἑκάστης χώρας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀριθμήσεις τοῦ ποσοστοῦ,
1652κατὰ σύγκρισιν, τὸ ὁποῖον καταβάλλει ἕκαστος λαὸς ἐκ
1653τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματός του, καὶ τοῦ ποσοστοῦ ἀπολύτως,
1654τὸ ὁποῖον καταβάλλει ἕκαστος πολίτης κατὰ κεφαλήν, οἱ
1655ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀκριβεῖς. Οὕτως ἔχομεν κατὰ μέσον ὅρον
1656φόρον 240 ἢ 260 δραχμῶν δι’ ἑκάστην Ἑλληνικὴν οἰκο-
1657γένειαν, καταβαλλομένων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὰς
1658ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀπέναντι 190 δι’ ἑκάστην Ρουμανι-
1659κήν, ἀπέναντι 180 δι’ ἑκάστην Σερβικήν, ἀπέναντι 130
1660μόνον δι’ ἑκάστην Βουλγαρικὴν οἰκογένειαν.
1661Ἀλλὰ μήπως μόνον τὸ ἐκ τῆς γνώσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ
1662ἐμπορίου τεκμήριον εἶναι κατὰ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας
1663τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; μήπως μόνον ἡ σύγκρισις τῆς φορολο-
1664γίας πρὸς τὸ ὁμοειδὲς ἡμῶν Κράτος εἶναι καθ’ ἡμῶν; Δυ-
1665νάμεθα καὶ ἐξ ἄλλων τεκμηρίων νὰ κατίδωμεν τὴν οἰκονο-
1666μικὴν τῆς χώρας κατάστασιν, νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς προό-
1667δου ἢ τῆς στασιμότητος τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου, ἤτοι τῆς
1668ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, τῆς καταναλισκομένης ἐν τῷ ἐσω-
1669τερικῷ διὰ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν. Ταῦτα δὲ, βεβαιότατα ὄντα,
1670εἰς τὰ αὐτὰ φέρουσιν ἀποτελέσματα, ἐνισχύοντα τὴν ἀκρί-
1671βειαν πάντων, ὅσα μέχρι τοῦδε ἐξέθεσα. Ἡ συνδρομὴ ὅλων
1672αὐτῶν τῶν τεκμηρίων ἄγει ἡμᾶς εἰς τὴν πληρεστέραν ἀκρί-
1673βειαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἣν
1674πρέπει κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ γνωρίσωμεν.
1675Ποῖον εἶναι τὸ νέον τεκμήριον; Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ
1676εὐχέρεια ἢ ἡ δυσχέρεια, μεθ’ ἧς εἰσπράττονται οἱ ἄμεσοι
1677φόροι, παρέχει ἀσφαλὲς γνώρισμα, ἀσφαλῆ κρίσιν τῆς οἰκο-
1678νομικῆς καταστάσεως τῶν φορολογουμένων. Ὁμιλῶ περὶ
1679τῶν ἀμέσων φόρων, οὐχὶ περὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, οὐ-
1680χὶ τῶν ἐμμέσων φόρων. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτούς. Ἀλλ’ οἱ
1681ἄμεσοι φόροι παρ’ ἡμῖν παρουσιάζουσι διαφορὰν βεβαιουμέ-
1682νων καὶ εἰσπραττομένων, ἄλλοι μὲν κατὰ 25, ἄλλοι κατὰ
168340 καὶ ἄλλοι κατὰ 60%, καίτοι τὸ πλεῖστον μέ-
1684ρος τῶν ἀμέσων φόρων εἰσπράττεται ἐν τοῖς τελωνείοις, κα-
1685θίσταται δ’ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀδύνατος ἡ καθυστέρησις.
1686Τί νὰ ἐξαγάγω ἐκ τούτου, ἐκ τῆς τεραστίας ταύτης
1687διαφορᾶς; Νὰ ἐξαγάγω, ὅτι ὁ Ἕλλην, κατ’ ἐξαίρεσιν πρὸς
1688τοὺς ἄλλους λαοὺς, εἶναι μᾶλλον δύστροπος εἰς τὴν ἐκπλή-
1689ρωσιν τῶν πρὸς τὸ Κράτος φορολογικῶν του ὑποχρεώσεων;
1690Δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ, Κύριοι, καὶ θὰ τὸ ὁμολογήσω. Ὀγδοή-
1691κοντα ὁλόκληρα παρῆλθον ἔτη, ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ὁ λαὸς
1692ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὸ μικρόβιον τῆς δουλείας δὲν ἐξαλείφεται
1693εὐχερῶς. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐνυπάρχει εἰς τὸν ἠθικὸν ὀργανι-
1694σμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ μικρόβιον αὐτό· διότι ὁ Ἑλ-
1695ληνικὸς λαὸς ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας ἐν τῇ δουλείᾳ ἀνετράφη
1696καὶ ἔμαθε νὰ ἔχῃ ὄχι φίλον, ἀλλ’ ἐχθρὸν τὸ Δημόσιον.
1697Ἀτυχῶς δὲ, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν ἐπεδίωξε — δὲν
1698ἐξετάζω τὰ αἴτια — δὲν ἐπεδίωξε δι’ ἐπιτηδείας πολιτικῆς
1699νὰ μεταπείσῃ τὸν λαὸν, ὅτι ἄλλην χρησιμοποίησιν ποιεῖ-
1700ται τῶν φόρων τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διάφορον ἐκείνης,
1701ἣν ἔκαμνε τὸ Τουρκικὸν Δημόσιον. Ἐπαναλέγω καὶ τονίζω
1702τοῦτο, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν ὑπῆρξεν ἐπαρκὴς διὰ τῶν
1703πραγμάτων νὰ μεταβάλῃ ῥιζικῶς τὴν ἱστορικὴν ἀντίληψιν
1704τοῦ λαοῦ περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως καὶ σκοπιμότητος τῆς
1705φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε ἐζήτησε καὶ ζητεῖ παρ’
1706αὐτοῦ.
1707Ἀλλ’ ἡ ἀντίληψις αὕτη δὲν δύναται νὰ διεξηγήσῃ τὰς
1708ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων καθυστερήσεις. Καθ’ ὃν τρόπον ἐκβιά-
1709ζεται παρ’ ἡμῖν ἡ καταβολὴ τῶν ἀμέσων φόρων, ἄλλο πρέ-
1710πει νὰ ἦναι καὶ ἄλλο εἶναι τὸ αἴτιον τῆς τοσαύτης καθυ-
1711στερήσεως τῶν ἀμέσων φόρων. Ὅταν ὁ μὴ ἐγκαίρως κατα-
1712βάλλων ἐπιβαρύνηται δι’ αὐξήσεως τοῦ φόρου κατὰ 20%
1713καὶ διὰ τόκων, τότε μόνη ἡ ἀδυναμία πρὸς καταβολὴν διεξ-
1714ηγεῖ τὰς καθυστερήσεις. Διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, αὐτὸ
1715τὸ συμφέρον ἀναγκάζει τὸν φορολογούμενον νὰ σπεύδῃ πρὸς
1716πληρωμὴν τῶν ἀμέσων φόρων, τὸ ὁποῖον ὅταν δὲν πράττῃ,
1717δὲν τὸ πράττει, διότι ἀδυνατεῖ νὰ τὸ πράξῃ. Οὐδεὶς ἐν τῷ
1718κατ’ ἰδίαν βίῳ θὰ καθυστερήσῃ τὴν ἔγκαιρον ἀπόδοσιν δα-
1719νείου, ὅταν ἡ καθυστέρησις ἐπιβάλλῃ μείζονας τόκους καὶ
1720ποινικὰς ῥήτρας, εἰμὴ μόνον ὁ τοκογλυφικῶς δανειζόμενος
1721καὶ ἀδιαφορῶν ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ του καὶ τῇ ἀνεχείᾳ του περὶ
1722τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς καθυστερήσεώς του. Ἡ εὐχέρεια
1723ἄρα τῆς εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων φόρων, ἥτις ἀλλαχοῦ καὶ
1724ἄνευ τῶν προστίμων καὶ τῶν τόκων εἶναι τεκμήριον διεξη-
1725γοῦν τὴν εὐπορίαν τοῦ λαοῦ, τὸν βαθμὸν τῆς φορολογικῆς του
1726ἀντοχῆς, παρ’ ἡμῖν ἡ εὐχέρεια αὕτη μὴ ἀπαντῶσα τεκμη-
1727ριοῖ τὴν δυσπραγίαν τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας, τὴν ἐξα-
1728σθένησιν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῶν φορολογουμένων.
1729Ἀλλ’ εἶναι μόνον τὸ τεκμήριον τοῦτο τῆς οἰκονομικῆς
1730δυσπραγίας, τῆς φορολογικῆς ἐξαντλήσεως τοῦ λαοῦ; Ἐθαύ-
1731μασα ἀληθῶς τὸ μέγα θάρρος, τὸ ἐκ πεποιθήσεως προερχό-
1732μενον, δὲν ἀμφιβάλλω, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ
1733κ. Γούναρη, ὅστις, καίτοι ἀναγνωρίζει τὸ καὶ μέχρι τοῦδε
1734βαρὺ τῆς φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καίτοι ἀναγνω-
1735ρίζει τὴν ἀπροκάλυπτον οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τῆς ἐπαρ-
1736χίας Πατρῶν, ἐν τούτοις παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἔνθερ-
1737μος ὑποστηρικτὴς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνή-
1738σεως, ὑποστηρικτὴς τοῦ ἄνευ κινδύνων δυνατοῦ τῆς πληρω-
1739μῆς τῶν ζητουμένων φόρων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ:
1740ἀρκεῖ ἡ θέλησις μόνη πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων; Ἐρωτῶ
1741αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ: τί δηλοῖ ἡ ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τῆς ἀστι-
1742κῆς ἰδιοκτησίας; Αἱ οἰκίαι καὶ τὰ λοιπὰ καταστήματα
1743καὶ τὰ ἐν γένει ἀκίνητα τῶν Πατρῶν, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων
1744ἐτῶν τοσαύτην εἶχον ἀξίαν, εἰς ὁπόσην τιμὴν δύνανται νῦν νὰ
1745πωληθῶσιν, ἂν ἐν γένει δύνανται νὰ πωληθῶσιν εἴτε εἰς τὸ
1746ἥμισυ ἢ καὶ εἰς τὸ τρίτον τῆς ἀξίας των; Ἀλλ’ ἡ προφα-
1747νὴς ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἀλάν-
1748θαστον τεκμήριον, ὅτι δὲν προοδεύει, δὲν εἶναι καὶ στάσιμος,
1749ἀλλὰ καταπίπτει ἡ παραγωγή. Καὶ ὅταν ἡ πόλις τῶν Πα-
1750τρῶν μετὰ τῆς πόλεως τῆς Σύρου, αἵτινες ἀπετέλουν δύο φα-
1751νοὺς ἐμπορικούς, οἰκονομικούς, κοινωνικοὺς καὶ πολιτικοὺς
1752τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου, ὅταν ἐσβέσθησαν αὐτοὶ οἱ φανοί,
1753ὅταν αὐταὶ αἱ πόλεις οἰκονομικῶς κατέπεσαν, αἵτινες ἄλ-
1754λοτε ὡς παμμέγιστα εὐθαλῆ δένδρα ἐκάλυπτον ὑπὸ τὴν με-
1755γάλην τῶν σκιὰν πληθὺν περιοίκων κατοίκων, βοηθουμένων
1756εἰς τὴν ἐμπορίαν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν λοιπὴν παραγωγήν,
1757γεωργικὴν καὶ χειροτεχνικήν, δι’ εὐρυτάτης πίστεως, ἐρωτῶ
1758νὰ μοὶ ἀπαντήσωσιν: αἱ πόλεις αὗται πρόσκαιρόν τινα συνήθη
1759οἰκονομικὴν κρίσιν ὑπέστησαν, ἢ τάχα γενικὴν διαρκῆ οἰκο-
1760νομικὴν κατάπτωσιν; τάχα πρόσκαιρόν τινα καὶ εὐθεράπευ-
1761τον βλάβην ὑπέστησαν μόνον οἱ κλάδοι, ἢ ἀπεξηράνθησαν αὐ-
1762ταὶ αἱ ῥίζαι καὶ ἐμαράνθη ὁ κορμὸς τῶν δένδρων, τὰ ὁποῖα
1763μεγαλοπρεπῆ καὶ βαθύσκια ἀπὸ τοῦ μέσου τῶν Πατρῶν καὶ
1764τῆς Σύρου ἄλλοτε ὑψοῦντο;
1765Ἀλλὰ δὲν καθορῶσι τὰ πασιφανῆ, δὲν συγκρίνουσι τὸ
1766παρελθὸν πρὸς τὸ παρόν, διὰ νὰ ἴδωσιν, ὅτι αἱ Πάτραι μετέ-
1767βαλον ὄψιν καὶ κατέστησαν πολυάριθμον χωρίον ἐκ κατοίκων,
1768ἐπὶ τῆς φυσιογνωμίας τῶν ὁποίων τὴν κατήφειαν ἐζωγραφι-
1769σμένην διαβλέπει τις καὶ τὴν βαθεῖαν φροντίδα εἰς τὸ ὕφος
1770τοῦ οἰκογενειάρχου, οὐχὶ τὴν εὐφρόσυνον φροντίδα πρὸς κτῆ-
1771σιν κερδῶν ἐκ τῆς ἐμπορίας του, ἀλλὰ τὴν καταναλίσκουσαν
1772φροντίδα πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν αὐτῆς
1773τῆς ἡμέρας.; Πῶς! Αὐτὸν τὸν ἀστικὸν πληθυσμὸν ζητοῦμεν
1774διὰ νέας, διὰ μεγάλης καὶ διὰ ταυτοχρόνως ἐπιβαλλομένης
1775φορολογίας ἔτι νὰ ἐπιβαρύνωμεν; Μέγα ἀληθῶς τὸ θάρρος
1776τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, καὶ τιμὴν προσδίδει εἰς αὐτὸν,
1777ἀλλὰ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ πλάνη του.
1778§185Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐδήλωσα ὅτι ἐν
1779Πάτραις ὑπάρχουσιν ἰδιαίτεροι λόγοι, ἡ κρίσις τῆς σταφίδος,
1780διὰ τὴν ὁποίαν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι ἐν κατα-
1781πτώσει.
1782§186Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι μόνον αἱ Πάτραι; Αὗ-
1783ται προΐστανται μόνον. Ἂν ἀνέφερα πρῶτον τὰς Πάτρας, τὰς
1784ἀνέφερα διότι τὰς γνωρίζω καλλίτερον πάσης ἄλλης πόλεως,
1785διότι ἔζησα ἐκεῖ, διότι τακτικῶς καὶ συνεχῶς διέρχομαι ἐκεῖ-
1786θεν, τὰς ἀνέφερα διότι ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς οἰκονομι-
1787κῆς ἑνὸς μεγάλου ἐπαρχιακοῦ κέντρου διαβλέπω καὶ τὴν βλά-
1788βην αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος. Διότι αἱ Πά-
1789τραι δὲν ἦσαν κέντρον μόνον οἰκονομικόν, ἦσαν καὶ πολιτικὸν
1790κέντρον, ὅπερ δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ μὲ τὴν οἰκονομικὴν
1791κατάπτωσιν. Εἶναι καὶ μέγα πολιτικὸν ἀτύχημα, ὅτι ὅλος
1792ὁ πολιτικὸς καὶ κοινωνικὸς βίος συγκεντροῦται ἐν Ἀθήναις
1793καὶ Πειραιεῖ, καὶ ἐξαλείφεται μετὰ τῆς οἰκονομικῆς κατα-
1794πτώσεως καὶ ἡ ἐπίδρασις τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ φρο-
1795νήματος τῶν ἐπαρχιῶν, ὧν ἡ ἀντίληψις τοῦ βίου ἔχει ἴδιον
1796χαρακτῆρα, διάφορον τοῦ τῆς Πρωτευούσης. Ἀλλ’ εἶναι
1797ἀπόλυτος ἀνάγκη τὸ λαϊκὸν τῆς Ἑλλάδος ὅλης φρόνημα
1798καὶ ὄχι μόνον τὸ ἐν τῇ Πρωτευούσῃ μορφούμενον νὰ μορφώνῃ
1799καὶ καθοδηγῇ πᾶσαν τὴν πολιτικὴν καὶ αὐτὴν τὴν οἰκονο-
1800μικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἀνέφερα τὰς Πά-
1801τρας.
1802Ἀλλὰ ποῦ θέλετε νὰ μεταβῶ; Θέλετε νὰ μεταβῶ εἰς τὴν
1803γενέτειραν πόλιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
1804σεως, διὰ νὰ ἴδω, ὅτι τὰ ἐνοίκια τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀνακτόρων
1805κατῆλθον μέχρι 30 καὶ 40 δραχμῶν κατὰ μῆνα;
1806§187Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκεῖ εἶναι ἄλλοι λόγοι!
1807§188Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τοὺς ἠξεύρω τοὺς ἄλλους λόγους·
1808ἀλλὰ ποῦ θέλετε νὰ μεταβῶ; Ποῦ θέλετε;
1809§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἰς τὸν Πειραιᾶ.
1810§190Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ.
1811Προέβλεπον τὸ ἐρώτημά σας, ἀλλὰ τὰς ἐξαιρῶ ἀπὸ τὸ Ἑλ-
1812ληνικὸν Κράτος οἰκονομικῶς.
1813§191Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Διατί;
1814§192Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διότι ἀποτελοῦσιν ἰδιαιτέραν πα-
1815ραγωγικὴν ἑνότητα, ὅλως διάφορον τῶν ἐπαρχιῶν. Οὐδαμοῦ
1816τοῦ κόσμου θὰ εὕρητε ὡρισμένους οἰκονομικοὺς ὅρους εἰς τὰς
1817πρωτευούσας, τόσον διαφόρους ἀπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους
1818τῶν ἐπαρχιῶν. Εἶμαι Βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ ἐπαναλέγω,
1819ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ
1820Πειραιῶς, χάριν τῆς ἰσότητος μόνον, θὰ ἤμην σύμφωνος πρὸς
1821ὡρισμένην φορολογίαν ὡρισμένων τάξεων. Εἶναι ἀρκετὸν ὅ,τι
1822ἰσχυρίζομαι. Εἶναι δὲ ἐπικίνδυνον, ὅτι ἐκ τῆς ἀντιλήψεώς
1823των περὶ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐπι-
1824χειροῦσι νὰ κρίνωσι τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τοῦ Ἑλληνι-
1825κοῦ λαοῦ.
1826Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔγκειται ὁ μέγας κίνδυνος, ἐντεῦθεν ἡ με-
1827γίστη πλάνη, ἥτις διακρίνει τὴν ἐν γένει διαρκῆ οἰκονομι-
1828κὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ἐκ τῆς ἀντι-
1829λήψεως, ἣν ἔχετε ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, λησμονεῖτε
1830τὴν ἀντίληψιν, ἣν πρέπει νὰ ἔχητε, τῶν ἐπαρχιῶν σας. Ἐκ
1831τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ἐπιχειρεῖτε νὰ κρίνητε περὶ
1832τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν.
1833Οὕτως ἀντιλαμβάνεται τῶν πραγμάτων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
1834τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὑμεῖς τὸν ἀκολουθεῖτε εἰς τὴν πλά-
1835νην του. Αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομολογική του ἐμπειρία! Ἀλλὰ
1836πόσον εὔκολον εἶναι νὰ γείνῃ τις οἰκονομολόγος, ὅταν, συνε-
1837χῶς διαρρυθμίζων τοὺς νόμους περὶ οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευ-
1838μάτων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μείζονος εἰσπράξεως, παραβλέ-
1839πῃ τελείως τὴν προκύψασαν νῦν τεραστίαν διαφοράν, τὴν
1840μεταξὺ τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν πρὸς τὰς λοιπὰς
1841πόλεις, τὴν οἰκονομικὴν διαφοράν, καὶ ἐπιβάλλῃ φόρους
1842οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ καὶ
1843Πάτραις καὶ Σύρῳ ἴσους! Ἀλλ’ εἶναι ἀπαισία αὐτὴ ἡ
1844ἰσότης ἡ φορολογικὴ — βλέπετε ὅτι ὁμιλῶ ἐναντίον τῶν συμ-
1845φερόντων τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐξέλεξαν, ἀλλ’
1846ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, — ἀποδεικνύει δὲ πλήρη ἀμε-
1847λετησίαν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου ὁ ἐπὶ τοιούτων προ-
1848ϋπαρχουσῶν βάσεων ἐποικοδομῶν καὶ ἐπιβαρύνων αὐτόν. Εὑ-
1849ρέθησαν νόμοι ἀπὸ πεντηκονταετίας ὑπάρχοντες, καὶ ἐπὶ
1850τῶν νόμων αὐτῶν, ἐπὶ τῶν ἰδίων βάσεων, μεθ’ ὅλην τὴν
1851ἐπελθοῦσαν μεταβολήν, ἐξακολουθεῖ νὰ κτίζῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
1852γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν! Ἐπαυξάνει ὁλονὲν τὰ βάρη, καὶ
1853μετ’ αὐτῶν τὴν ἀνισότητα, ἥτις φέρει τὸν ὄλεθρον τὸν οἰκο-
1854νομικόν, τὸν πολιτικόν, τὸν κοινωνικόν, διότι ἡ ἀνισότης ἡ
1855φορολογικὴ δὲν ἀναφέρεται μόνον εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ δι-
1856καίου, ἀλλὰ συνδέεται καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ ὠφέλιμον, πρὸς αὐ-
1857τὴν τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς.
1858Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐν τοιαύτῃ καταστάσει οἰ-
1859κονομικῇ εὑρίσκεται ἡ Κέρκυρα, λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν
1860Βουλευτής. Γνωρίζω τοὺς ἰδιαιτέρους λόγους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ
1861ὅτι ἄλλοι δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν ὑπάρχουσι λόγοι δὲν ἀναι-
1862ρεῖται τὸ γεγονὸς τῆς οἰκονομικῆς καταπτώσεως αὐτῶν.
1863Ἀλλὰ ποῦ ἀλλοῦ θέλετε νὰ μεταβῶ; Εἰς τὴν γενέτει-
1864ράν μου πόλιν, τὸ Μεσολόγγιον; Εἶναι ἐδῶ οἱ ἀντιπροσω-
1865πεύοντες ἐπαξίως τὸν τόπον ἐκεῖνον ἀξιότιμοι συνάδελφοι
1866κ. κ. Λ. Δεληγεώργης καὶ Κ. Τρικούπης· ἂς ἔλθωσι νὰ ζω-
1867γραφήσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ τὴν ἐρήμωσιν
1868τῆς ἐπαρχίας των. Θέλετε εἰς τὴν Τρίπολιν; Δύναται αὕτη
1869νὰ μὴ κατέπεσεν οἰκονομικῶς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἐν
1870προόδῳ. Ἐξαίρεσις εἶναι ἡ πρόοδος ἐν Βόλῳ, ἴσως καὶ ἐν
1871Καλάμαις, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῆς χώρας πάσχει, πάσχει οἰ-
1872κονομικῶς. Ἡ ἁπανταχοῦ σχεδὸν ἐν ταῖς ἐπαρχιακαῖς πό-
1873λεσι παρατηρουμένη πτῶσις τῆς ἀξίας τῆς ἀκινήτου ἰδιο-
1874κτησίας εἶναι γνώρισμα ἀλάνθαστον· ὅπου ὑπάρχει κατά-
1875πτωσις τῆς ἀκινήτου ἀστικῆς ἰδιοκτησίας, ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ
1876κατάπτωσις οἰκονομική, κατάπτωσις παραγωγική.
1877Ἀλλὰ μὴ εἶναι ταῦτα μόνον τὰ γνωρίσματα τῆς ἐπελ-
1878θούσης ἐν τῷ συνόλῳ οἰκονομικῆς στασιμότητος; Ἔρχεται
1879ἡ μετανάστευσις. Πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα περὶ ταύ-
1880της, καὶ ὀφείλω νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Ἡ μετανά-
1881στευσις, ἐνῷ εἶναι εὐεργέτημα διὰ τ’ ἀποτελέσματά της, εἶναι
1882δυστύχημα ὡς αἰτία· εἶναι εὐεργέτημα, ὅτι πεινῶντες ἄν-
1883θρωποι δύνανται νὰ εὕρωσιν ἄρτον, ἀλλ’ εἶναι δυστύχημα,
1884διότι ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας τῆς χώρας αὐτῶν
1885ἀναγκάζονται νὰ ἐκπατρίζωνται, διὰ νὰ ζητήσωσι τὸν ἄρτον.
1886Ἀλλὰ τὴν ὁμοιότητα τῶν ἐξωτερικῶν γεγονότων λαμβάνον-
1887τες ὑπ’ ὄψιν, συνέκριναν καὶ εἶπον: «Ἀλλὰ τάχα δὲν ἐκ-
1888πατρίζονται ἐκ Γερμανίας; δὲν ἐκπατρίζονται ἐξ Ἰταλίας;
1889δὲν ἐκπατρίζονται ἐξ Ἰρλανδίας;» Βεβαίως ἐκπατρίζονται
1890καὶ ἐκ Γερμανίας· ἀλλὰ πότε, ἢ μᾶλλον ἐκ τίνος αἰτίας
1891ἐξεπατρίζοντο ἐκ Γερμανίας; Ὅτε ἡ γῆ ἡ Γερμανικὴ, ἔχου-
1892σα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν πλήρη, ἔχουσα τὴν δικαιοσύνην
1893πλήρη, ἔχουσα τὴν ἐφαρμογὴν τῶν τεχνικῶν μέσων καὶ τῶν
1894ἐπιστημονικῶν πρὸς καλλιέργειαν τῆς γῆς πλήρη, ἔχουσα
1895τὴν πίστιν πλήρη, ἔχουσα τὸν συνεταιρισμὸν πλήρη, ἐκαλ-
1896λιεργήθη τελείως καὶ κατ’ ἔκτασιν μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ
1897πᾶσα νέα προσθήκη κεφαλαίου ἐλαττώνει σχετικῶς τὸ εἰσό-
1898δημα, τότε βεβαίως ἐπῆλθεν ἡ μετανάστευσις ἕνεκα φυ-
1899σιολογικῶν λόγων, ἕνεκα τοῦ μεγάλου πληθυσμοῦ. Ὅτι δὲ
1900εἶναι μέγιστος ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖ, ἀπόδειξις ὅτι ἐντὸς τριά-
1901κοντα πέντε ἐτῶν ἀπὸ τοῦ πολέμου τοῦ Γαλλογερμανικοῦ,
1902καθ’ ὃν μόλις ὑπὲρ τὰ 40 ἑκατομμύρια ὑπῆρχον Γερμανοί,
1903σήμερον ἔφθασαν εἰς τὰ 55 ἑκατομμύρια. Ποία ἡ σύγκρισις
1904μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων; Πρότυπον δημοσίας ἀσφαλείας
1905ἐκεῖ· αὐτὸς ὁ ὅρος ἐξεπληρώθη ἐν Ἑλλάδι; Δικαιοσύνη ἐκεῖ·
1906ὁ ὅρος αὐτὸς ἐξεπληρώθη τελείως ἐν Ἑλλάδι; Εὐθηνὴ πί-
1907στις ἐκεῖ, τοκογλυφία ἐδῶ. Συνεταιρισμὸς ἐκεῖ, ἀτομισμὸς
1908ἐδῶ. Ἐντεταμένη τελείως καλλιέργεια ἐκεῖ, κατ’ ἔκτασιν
1909καλλιέργεια ἐδῶ.—Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ καὶ
1910σήμερον.—Ἐντεταμένην λέγων καλλιέργειαν, ἐννοῶ τὴν καλ-
1911λιέργειαν, ἡ ὁποία γίνεται διὰ κεφαλαίων, καὶ οὐχὶ μὲ τὸ
1912ἄροτρον μόνον, ἐξ ἐπιπολῆς καὶ κατ’ ἔκτασιν. Εἰς αὐτὴν
1913τὴν καλλιέργειαν τείνουσιν οἱ λαοὶ, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς καλ-
1914λιεργείας πολλαπλασιάζουσι τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς των.
1915Καὶ ἐὰν εἴχομεν ἡμεῖς τοὺς γενικοὺς καὶ εἰδικοὺς ὅρους τῆς
1916κατ’ ἔντασιν καλλιεργείας, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν Γαλ-
1917λίαν, Γερμανίαν καὶ ἀλλαχοῦ, βεβαίως ἡ Ἑλλὰς θὰ κα-
1918τῳκεῖτο ἀπὸ 5 ἑκατομμύρια καὶ πλέον κατοίκους. Οὐδεμίαν
1919ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἐνέχει ὑπερβολήν.
1920Ὅταν λοιπὸν ἡ ἐν Γερμανίᾳ γεωργία κατέληξεν εἰς τὸ
1921σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξηντλήθησαν ὑπὲρ αὐτῆς ὅλα τὰ
1922μέσα, ἡ ἐπιστήμη, ἡ τέχνη, ὅταν αὕτη ἀπέκτησε πλήρη
1923τὴν ἀσφάλειαν, τὴν δικαιοσύνην, τὴν πίστιν, ὅταν διατρέ-
1924φῃ πληθυσμόν, ὅσον ἀνθρωπίνως εἶναι δυνατόν, τότε μετέβη-
1925σαν βεβαίως οἱ ἀπερχόμενοι νὰ εὕρωσι νέαν γῆν, καὶ μὲ τὴν
1926μάθησιν καὶ τὴν ἀνατροφὴν τὴν ἐθνικὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον,
1927ἐγένοντο ἐκ τῶν πρώτων οἰκιστῶν τῆς Ἀμερικῆς, — χωρὶς νὰ
1928ὁμιλήσω περὶ τῆς ἄλλης ἀποικιακῆς πολιτικῆς, τῆς νεωτέ-
1929ρας, τῆς Γερμανίας.
1930Ἐλησμόνησα νὰ εἴπω τοῦτο. Ἐν τῇ Γερμανίᾳ, ἐνῷ ἐπὶ
1931ἔτη ἐξηκολούθει ἡ μεγάλη μετανάστευσις, τί παρετηρήθη;
1932Παρετηρήθη, ὅτι ἀμέσως, καθ’ ὃν χρόνον ἤρχισεν ἡ ἀνάπτυ-
1933ξις ἡ βιομηχανικὴ τῆς Γερμανίας, ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐν-
1934τεῦθεν, — καὶ ἀπὸ τοῦ 1890 ἐξίχθη εἰς τεραστίαν ἀκμὴν, —
1935ἀμέσως ἡ ἐτησία ἐξαγωγὴ ἀνθρώπων ἤρχισεν ἐλαττουμένη
1936βαθμηδόν, ἀπὸ 200,000 κατελθοῦσα εἰς 60,000 καὶ 50,000
1937κατ’ ἔτος. Νῦν δὲ, ὅτε ἐκορέσθη δι’ ἐργατῶν ἡ Γερμανικὴ
1938βιομηχανία, ἤρχισαν καὶ πάλιν νὰ ἐκπατρίζωνται ἐκεῖθεν
1939πλειότεροι.
1940Ταῦτα περὶ Γερμανίας. Μὴ συγκρίνωμεν ἀνόμοια πράγ-
1941ματα.
1942Ἀλλ’ ἡ Ἰταλία; Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπὸ τοὺς αὐ-
1943τοὺς ὅρους βιοῖ ἡ Ἰταλία· ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ
1944γνωστόν, ὅτι τὸν ὀλέθριον φόρον, τὸν ὁποῖον ἀπεπειράθησαν
1945μόνον εὐτυχῶς νὰ εἰσαγάγωσι παρ’ ἡμῖν, τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ
1946σίτου, ἠναγκάσθησαν νὰ τὸν καταργήσωσιν ἐκεῖ πρὸ τοῦ
1947φάσματος καὶ τῆς ἀπειλῆς τοῦ κοινωνισμοῦ, ὅστις ἐζήτησε
1948καὶ ἀπέκτησε τὸν εὐθηνὸν ἄρτον. Μόλις δὲ τὸν φόρον αὐτὸν
1949κατήργησαν, ἔδειξε στασιμότητα ἡ μετανάστευσις.
1950Βεβαίως ὑπολείπεται καὶ ἡ Ἰρλανδία. Ἀλλ’ ἂν θέλητε
1951τὴν Ἑλλάδα νὰ καταστήσητε Ἰρλανδίαν, δὲν θὰ προφθά-
1952σητε. Ἐδῶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία δύναμις, ἥτις ν’ ἀπο-
1953πειραθῇ καὶ βίαν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν οὗτος,
1954ἀδιακόπως πιεζόμενος, ἀδυνατήσῃ πλέον νὰ καταβάλῃ τοὺς
1955φόρους, οὓς καθημερινῶς ἐπιβάλλετε ἐπ’ αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖ-
1956γε! χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
1957Τίνα ἄλλα ζητεῖτε τεκμήρια; Ἰδοὺ τὸ ἓν ἐντελέστερον
1958τοῦ ἄλλου· τὸ ἓν δυνάμενον νὰ ἔχῃ τὰς μικράς του ἀτε-
1959λείας, ἀλλὰ συμπληρούμενον διὰ τῶν ἄλλων, διὰ τῆς συν-
1960δρομῆς τῶν ὁποίων προβάλλει πλήρης ἡ ἀπόδειξις τῆς οἰκο-
1961νομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ ἀπολύτως, ὡς ἤδη
1962ἐξέθηκα, καὶ σχετικῶς πρὸς τὰς ἄλλας ὁμοειδεῖς πρὸς ἡμᾶς
1963χώρας.
1964Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ: «Ἔστω, 16 ἢ 14 ἢ 10%
1965μόνον λαμβάνει τὸ Κράτος ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδή-
1966ματος ἐν τῷ συνόλῳ διὰ τῶν φόρων, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον
196716 ἢ 14 ἢ 10% μόνον ἐκ τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος ἑκά-
1968στης ἀτομικῆς οἰκονομίας. Ποίαν ἔχει τὸ ποσοστὸν αὐτὸ
1969σημασίαν; Διατὶ ἐν ἀνάγκῃ τὸ Κράτος νὰ μὴ λάβῃ καὶ
1970πλειότερα;» Εἶναι ζητήματά τινα, Κύριοι, διὰ τὰ ὁποῖα,
1971ἀνομολογῶ, ἡ προσωπικὴ γνώμη ἴσως, ἢ μᾶλλον βεβαίως,
1972δὲν ἔχει ἀξιώσεις νὰ πείσῃ. Διὰ τοῦτο καταφεύγω εἰς γνω-
1973στὸν καὶ εὔχρηστον παρ’ ἡμῖν οἰκονομολογικὸν συγγραφέα,
1974οὐ μόνον βαθὺν θεωρητικὸν, ἀλλὰ καὶ ὀξὺν πρακτικὸν, ὅστις
1975διεξηγεῖ τὴν σημασίαν τοῦ βαθμοῦ τῆς φορολογίας τῶν
1976λαῶν.
1977«Καταλήγων, λέγει οὗτος, ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ φόρος (ὁ
1978δημόσιος, ὁ ἐπαρχιακὸς, ὁ δημοτικὸς) εἰς καλῶς διοικου-
1979μένην χώραν δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 5% τοῦ συνόλου
1980τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων τῶν ἰδιωτικῶν... Ἀπὸ 5 ἕως 7
1981ἢ 8% ἐκ τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ δύναται ἀκόμη νὰ ὑπο-
1982στῇ τὴν φορολογίαν λαός τις μετ’ ἀνέσεως. Ὑπεράνω τῶν
198310% ὁ φόρος καθίσταται λίαν βαρὺς, εἶναι σχεδὸν ἀδύ-
1984νατον νὰ τὸν εἰσπράξωσιν ἄνευ μέτρων αὐθαιρέτων καὶ κατα-
1985θλιπτικῶν. Ὑπεράνω τῶν 12 ἢ 14% ὁ φόρος ἀποτελεῖ
1986une proportion exorbitante, ἀναλογίαν ὑπέρμετρον. Δυ-
1987νατὸν εἶναι νὰ ὑποστῇ χώρα τις τοσοῦτον ποσοστὸν, ἀλλὰ
1988βεβαίως αἱ πρόοδοι τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἐπιβραδύνονται·
1989ἡ ἐλευθερία τῆς βιοτεχνίας καὶ ἡ τῶν πολιτῶν ἐν τοιαύτῃ
1990περιπτώσει ἀπειλεῖται καὶ πιέζεται ὑπὸ τῶν καταθλίψεων
1991τῶν αὐστηρῶν ἐλέγχων, οὓς συνεπάγεται τὸ πολύπλοκον καὶ
1992τὸ μέγεθος τῶν φόρων. Ἐπὶ τέλους ἄνω τῶν 15 ἢ 16%
1993ὁ φόρος φέρει βαρεῖαν ἐπὶ τὴν κοινωνίαν ζημίαν, ὠθεῖ τὸ κε-
1994φάλαιον καὶ τοὺς πολίτας εἰς μετανάστευσιν καὶ καθίσταται
1995σχεδὸν ἀνείσπρακτος.»
1996Καὶ λέγει ταῦτα ὁ Leroy-Beaulieu, ἀναφερόμενος καὶ
1997συγκρίνων φορολογικῶς τὸ Βέλγιον μὲ φορολογίαν 5–6%
1998ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν κατοίκων, τὴν Ἀγγλίαν μὲ 7½%,
1999καὶ τὴν Γαλλίαν μὲ 11–12%, φορολο-
2000γίαν, ἣν ἀποκαλεῖ βαρεῖαν. Καὶ λέγει ταῦτα, συγκρίνων
2001τὰ πλουσιώτατα τοῦ κόσμου Κράτη. Ἀλλ’ ὅσον πενέστε-
2002ροι εἶναι οἱ λαοὶ, τόσον πλειότερον τὸ αὐτὸ ποσοστὸν βαρύ-
2003νει αὐτοὺς ἢ τοὺς πλουσίους λαοὺς προδήλως. Καὶ λέγει
2004ταῦτα, συνυπολογίζων εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ 6, τοῦ 7½,
2005τοῦ 12% ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, οὐχὶ
2006μόνον τοὺς φόρους τοὺς δημοσίους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπαρχια-
2007κοὺς, ἀλλὰ καὶ τοὺς δημοτικούς, ἤτοι ὅλους τοὺς τοπι-
2008κοὺς φόρους, ἐν οἷς καὶ οἱ λιμενικοὶ παρ’ ἡμῖν, φόρους, οὓς
2009ἐγὼ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς μου, ὅπως ἐν-
2010δείξω τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους
2011ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παραλείπων μάλιστα καὶ τὴν
2012γνωστὴν ἄδηλον φορολογίαν, τὴν κατὰ τοῦ πολίτου Ἕλλη-
2013νος ἐνασκουμένην.
2014Βεβαίως αἱ γνῶμαι αὗται δὲν ἔχουσι μαθηματικὴν ἀκρί-
2015βειαν· δύνανται μόνον νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πολύτιμος ὁδη-
2016γὸς εἰς τὴν ἀντίληψιν ἑκάστου ἡμῶν πρὸς διάγνωσιν τῆς
2017καταστάσεώς μας τῆς οἰκονομικῆς· ἀλλὰ καὶ ἂν προσεγγί-
2018ζωσιν ἁπλῶς εἰς τὴν ἀκρίβειαν αἱ γνῶμαι αὗται, ἂν 10%
2019εἶναι βαρὺς φόρος, ἂν ὑπὲρ τὰ 12 καὶ 14% εὕρηνται
2020τὰ ὅρια τοῦ φορολογησίμου τῶν λαῶν, πέραν τῶν ὁποίων
2021γεννῶνται οἱ κίνδυνοι, οἱ ἐκ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς ἀναλο-
2022γίας τῶν βαρῶν διὰ τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμοὺς, εἶναι νὰ μὴ
2023θαυμάζωμεν, νὰ μὴ θεωρῶμεν ἅγιον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν,
2024τοσαῦτα ἀναδεχθέντα βάρη φορολογικὰ, καταβάλλοντα αὐ-
2025τὰ κατ’ ἔτος, τὰ ὁποῖα νῦν τοσοῦτον ἐπαυξάνομεν μὲ τὰς
2026ὑποσχέσεις ἀποπείρας ἐξοπλισμῶν πολεμικῶν καὶ παρα-
2027σκευῶν, αἵτινες τοσάκις διεψεύσθησαν;
2028Ἀλλὰ πότε ἐπιβάλλομεν αὐτὰ τὰ βάρη; Ἐπιβάλλομεν
2029αὐτὰ τὰ βάρη καθ’ ὃν χρόνον ἓν μέγα τμῆμα τῆς Ἑλλάδος
2030στενάζει ὑπὸ τὴν πενίαν, οὐχὶ τὴν κρίσιν· διότι κρίσις προ-
2031υποθέτει εὐπορίαν καὶ πλοῦτον· εἶναι μία κατάστασις ἀνώ-
2032μαλος, προσωρινὴ, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἡ δὲ πενία
2033εἶναι ἡ συνεχὴς πλέον κατάστασις. Τὰ δυτικὰ μέρη τῆς Πε-
2034λοποννήσου βεβαίως εἶναι ἐν πενίᾳ. Οὐδέποτε ὑπεστήριξα τὴν
2035γνώμην, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξεύρῃ τροφὴν διὰ τοὺς
2036εἰρημένους πληθυσμοὺς, καὶ εἶπον περὶ τούτου τὴν γνώμην
2037μου ἀείποτε ἐλευθέρως καὶ ἀπεριφράστως· ἀλλ’ ἂν ἡ φύσις
2038καὶ ὁ διαγωνισμὸς καὶ αἱ περιστάσεις αἱ παραγωγικαὶ ἔφε-
2039ραν αὐτοὺς εἰς τὰ ἀτυχῆ ἀποτελέσματα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα στε-
2040νάζουσιν, ἂν δὲν ἔχω δύναμιν νὰ πραΰνω τὰ δεινά των, ἂς
2041μὴ καταθλίψω τοὐλάχιστον αὐτούς, ἐπιβάλλων εἰς αὐτοὺς
2042ὅ,τι δὲν δύνανται νὰ βαστάσωσιν, εἰς αὐτούς, οἵτινες εἶναι
2043γενναῖος πληθυσμὸς, εἶναι δραστήριος πληθυσμὸς, εἶναι πα-
2044τριώτης πληθυσμός.
2045§193Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀκρόπολις τῆς Ἑλλάδος.
2046§194Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι βεβαίως μία ἀκρόπολις τῆς
2047Ἑλλάδος, ὡς ἕκαστον τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἡ ἀκρό-
2048πολις τῶν λοιπῶν.
2049§195Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ Στράβωνα.
2050§196Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ πότε ἐπιβάλλομεν—καὶ εἰς
2051τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἰδιαιτέρως νὰ μὲ προσέξῃ—
2052πότε ἐπιβάλλομεν τὰ βάρη αὐτά; Ἐπιβάλλομεν, κύριοι Βου-
2053λευταί, τὰ βάρη ταῦτα καθ’ ὃν χρόνον ἔχομεν λόγους ἰσχυ-
2054ροὺς νὰ πιστεύωμεν,—καὶ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι τοῦτο
2055—ὅτι ἤρχισεν ἡ ἀνατίμησις τοῦ χαρτονομίσματος, τὴν ὁποίαν
2056ἀφίνομεν νὰ βαίνῃ πρὸς τὴν ἰσοτιμίαν πρὸς τὸν χρυσόν. Καὶ
2057τίνα σημασίαν ἔχει ἡ ἀνατίμησις; Ἔχει τόσην σημασίαν,
2058ὥστε ἡ ἐξ ἀγνοίας ἔλλειψις προσοχῆς εἰς τὴν νομισματικὴν
2059κατάστασιν εἶναι οὐσιῶδες αἴτιον, τὸ ῥιζικὸν αἴτιον τῆς
2060καταστρεπτικῆς πλάνης, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς διαρκοῦς φο-
2061ρολογικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ παραγνώρισις τῆς
2062σημασίας τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος, αὐτῆς τῆς ἐννοίας
2063τοῦ χρήματος, παράγει τὴν πλάνην, ἥτις ἐπικρατεῖ περὶ τῆς
2064δῆθεν εὐπορίας ἢ μᾶλλον περὶ τῆς προβαινούσης προόδου τῆς
2065οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Πῶς! λέγουσιν· ἡ
2066διαρκὴς αὔξησις τῶν ἐμμέσων φόρων, ἡ διαρκὴς αὔξησις τῶν
2067τελωνιακῶν δασμῶν δὲν καταδεικνύει ἀριδήλως τὴν πρόοδον
2068τὴν οἰκονομικήν; δὲν εἶναι τὸ καταδηλότερον δεῖγμα ταύ-
2069της; Αὐτὴ καὶ μόνη ἡ αὔξησις δὲν εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀνατρέψῃ
2070τὴν ἀξίαν παντὸς ἄλλου ἐπιχειρήματος περὶ τῆς παραγωγι-
2071κῆς στασιμότητος τῆς χώρας κατὰ τὴν λήξασαν δεκαετίαν;
2072Ἀλλ’ ἐδῶ ἔγκειται ἡ μεγάλη σύγχυσις, ἐδῶ ἔγκειται ἡ
2073πλάνη τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Συγχίζει τὴν
2074φαινομενικὴν αὔξησιν τῶν ἐμμέσων φόρων, τῶν τελωνιακῶν
2075δασμῶν, πρὸς τὴν πραγματικὴν αὔξησιν αὐτῶν. Τί θέλω νὰ
2076εἴπω; Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὴν κατ’
2077ἀριθμὸν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων μὲ τὴν κατ’ ἀξίαν αὔξησιν
2078αὐτῶν. Ἐξηγοῦμαι. Ἰσχυρίζονται, ὅτι ηὔξησαν τὰ εἰσαγω-
2079γικὰ τέλη, ὅτι αὐξάνονται αἱ ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων ἀπο-
2080δόσεις. Ἀλλὰ πρωτίστως ἀπὸ τίνος χρονικοῦ σημείου ἀκρι-
2081βῶς καὶ ὡρισμένως ἐγένετο ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τε-
2082λῶν; Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ αὔξησις αὐτῶν δὲν
2083ἀποβαίνει καὶ πρὸς τιμήν μας, εἶναι δὲ ἄσχετος καὶ πρὸς
2084πραγματικὴν αὔξησιν.
2085Τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη καὶ κατ’ ἀναλογίαν αὐτῶν τὸ εἰσα-
2086γωγικὸν ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, περὶ οὗ προηγουμένως ὡμίλησα,
2087ηὔξησαν ἀμέσως καὶ συγχρόνως μετὰ τὸν πόλεμον, ἀνελθόν-
2088τα ἀπὸ 26 ἑκατομμυρίων εἰς 34 ἑκατομμύρια δραχμὰς τὸ
20891898, καὶ μέχρι τῆς σήμερον διατηροῦνται στάσιμα. Ἀλλὰ
2090ἡ ἀπότομος καὶ ὄχι βαθμιαία αὔξησις, ἡ ἀπότομος ἐπὶ ἑπτα-
2091ετίαν στασιμότης τῶν εἰσπράξεων ἄλλο τι ἔχει τὸ ἀληθὲς αἴ-
2092τιον, ὄχι τὴν αὔξησιν τῆς καταναλωτικῆς τῆς χώρας κατα-
2093στάσεως. Νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐνίσχυσεν ἡμᾶς οἰκονομικῶς ὁ
2094πόλεμος, ὅπως τὴν ἐπιοῦσαν μετ’ αὐτὸν ἀποκτήσωμεν κατα-
2095ναλωτικὴν δύναμιν ηὐξημένην καὶ ἐκδηλουμένην εἰς τὴν αὔ-
2096ξησιν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων; Ὄχι. Ἄλλη εἶναι ἡ αἰ-
2097τία τοῦ φαινομένου. Ἐπεβλήθη ὁ ἔλεγχος... Ἂς παρέλ-
2098θωμεν ἐκ τούτου· εὐπρεπέστερον εἶναι νὰ κάμω λόγον περὶ
2099ἄλλου αἰτίου, ὅπερ συνεξηγεῖ τὴν αὔξησιν καὶ τῶν λοιπῶν
2100ἐμμέσων φόρων. Ἀναμνησθῆτε τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐπεβλήθη
2101ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, παρακολουθήσατε τὰς βαθμίδας
2102τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἀξίας τοῦ ἐγχωρίου χρήματος, τοῦ χαρ-
2103τονομίσματος, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι μὲ τὴν μεγίστην ἔκ-
2104πτωσιν συμπίπτουσιν αἱ μείζονες εἰσπράξεις. Καὶ δὲν ἦτο δυ-
2105νατὸν ἄλλως γενέσθαι. Ἐγένετο ὅ,τι ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Ὅταν
2106μὲ μικρότερον τοῦ πραγματικοῦ πῆχυν μετρήσητε μίαν ἔκ-
2107τασιν, θὰ ἔχητε πλειότερον ἀριθμὸν πήχεων, τόσον πλειότε-
2108ρον, ὅσον μικρότερον καταστήσητε τὸν πῆχυν, ἢ ἐκεῖνον τὸν
2109ἀριθμὸν τῶν πήχεων, ὃν θὰ ἔχητε, ἂν ἐμετρεῖτε μὲ τὸν πραγ-
2110ματικὸν πῆχυν. Οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ νομίσματος, — μαθημα-
2111τικῶς ὄχι κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ἕνεκα ἰδίων λόγων, καὶ
2112ὄχι ἀμέσως, καθ’ ὃν χρόνον μεταβάλλεται ἑκάστοτε ἡ ἀξία
2113αὐτοῦ.
2114Ὅταν μὲ μικρότερον κατ’ ἀξίαν νόμισμα τοῦ πραγμα-
2115τικοῦ μετρήσητε, ὅταν μὲ χαρτίνην δραχμὴν, ἥτις εἶναι
2116μικροτέρα τῆς χρυσῆς δραχμῆς, τῆς πραγματικῆς, μετρή-
2117σητε τὴν ἀξίαν οἱουδήποτε ἐμπορεύματος, θὰ ἔχητε ἄθροι-
2118σμα πλειότερον ἀριθμὸν νομίσματος, χαρτίνης δραχμῆς, τό-
2119σον πλειότερον, ὅσον μικρότερον καταστήσητε τὸ νόμισμα,
2120τὴν χαρτίνην δραχμὴν, ἢ ἐκεῖνον τὸν ἀριθμὸν τῶν νομισμά-
2121των (χρ. δραχμῆς), ὃν θὰ εἴχετε, ἂν ἐμετρεῖτε μὲ τὸ πραγ-
2122ματικὸν νόμισμα, τὴν χρυσῆν δραχμήν. Ἐντεῦθεν συνάγε-
2123ται, ὅτι καθ’ ὅσον — καίτοι, ἐπαναλέγω, ὄχι μαθηματικῶς
2124ἕνεκεν εἰδικῶν λόγων — ἐκπίπτει τὸ νόμισμα τὸ νόμιμον, τὸ
2125ἐγχώριον, ἡ χαρτίνη δραχμή, κατὰ τοσοῦτον δύνανται νὰ
2126ἀνέλθωσιν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν τελωνιακῶν καὶ ἐμμέσων
2127φόρων, καὶ ἀνέρχονται συνηθέστατα πάντως. Ἀλλ’ ἡ αὔξη-
2128σις αὕτη δὲν προέρχεται ἐξ αὐξηθείσης θυσίας, ἐξ αὐξηθεί-
2129σης ἐργασίας, ἐξ αὐξηθείσης παραγωγικότητος τοῦ λαοῦ,
2130δὲν προέρχεται ἐκ μεταβολῆς, ἐκ προόδου οἰκονομικῆς, προ-
2131έρχεται ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος. Ἑπο-
2132μένως ἡ αὔξησις δὲν εἶναι πραγματικὴ, ἀλλ’ εἶναι φαινομε-
2133νική. Δὲν ἐνδεικνύει τὴν πρόοδον ἡ διαφημιζομένη αὔξησις
2134τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἡ
2135ὑποτίμησις εὐκολύνει τοὺς λαοὺς εἰς τὴν καταβολὴν τῶν
2136φόρων τόσον πλειότερον κατὰ βαθμὸν, ὅσον μείζων εἶναι αὕ-
2137τη. Ἐκ τῆς μεγίστης δὲ παρ’ ἡμῖν ἐκπτώσεως — τῆς συνε-
2138χοῦς ἐπὶ μακρὸν χρόνον — τοῦ νομίσματος διεξηγῶ, πῶς
2139κατωρθώθη νὰ εἰσπράττωνται καὶ αὐτὰ τὰ 118,000,000
2140δραχ. μέχρι τοῦ νῦν. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν νῦν: πῶς ἐπι-
2141βάλλετε καὶ ἄλλους φόρους, καθ’ ὃν χρόνον ἐπῆλθεν ἡ στρο-
2142φή, ἐπῆλθεν ἡ ἀνατίμησις τοῦ νομίσματος, καθ’ ὃν χρόνον
2143ἀναφαίνονται αἱ δυσχέρειαι;
2144Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπεκταθῶ πλειότερον εἰς τὴν συζή-
2145τησιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ὁμιλῶ πρὸς ἄνδρας γνώ-
2146στας τῶν πραγμάτων. Εἶναι δυνατὸν βεβαίως ἀπολύτως,
2147ἀλλὰ δὲν εἶναι πιθανὸν διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς, ὅπως ἡ Πολιτεία
2148λαμβάνῃ παρὰ τοῦ λαοῦ διὰ τῶν φόρων τὸ αὐτὸ ποσὸν, ὅπερ
2149καὶ σήμερον λαμβάνει, — ἂν καὶ καθ’ ὅσον ἤθελεν ἀνέλθει ἡ
2150ἀξία τοῦ χαρτονομίσματος, — ὑπαρχούσης ἐπὶ μακρὸν τῆς
2151γνωστῆς κατὰ ποσὸν ὑποτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος·
2152ἀλλ’ ἂν καταστῇ δυνατὸν νὰ τὸ εἰσπράττῃ, θὰ τὸ εἰσπράτ-
2153τῃ δι’ ἐπιβαρύνσεως πραγματικῆς μείζονος ἢ μέχρι τοῦδε·
2154καθόσον τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων μετὰ τὴν ἀνατίμη-
2155σιν τοῦ χαρτονομίσματος θ’ ἀντιπροσωπεύῃ μεῖζον ποσὸν
2156θυσιῶν, μεῖζον ποσὸν ἐργασίας, μεῖζον ποσὸν παραγωγῆς ἐθνι-
2157κῆς, ἑπομένως, καίτοι ἀριθμητικῶς ἴσον, θὰ ἦναι τὸ αὐτὸ
2158ποσὸν μὲ ἀνατετιμημένον νόμισμα, πραγματικῶς ἀνώτερον.
2159Θὰ ἦναι δὲ πραγματικῶς ἀνώτερον καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς
2160ἐμμέσους καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους. Αὐτὸ τὸ
2161ἀνώτερον θὰ ἦναι νέα ἐπιβάρυνσις φορολογικὴ τοῦ λαοῦ πραγ-
2162ματικὴ, ἀνεξαρτήτως τῆς νῦν ἐπιβαλλομένης.
2163Προηγουμένως καθώρισα τὸ ἐτήσιον ἐθνικὸν εἰσόδημα, ἀπο-
2164τελούμενον ἐκ τῶν εἰσοδημάτων ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν, εἰς 600
2165ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ὁρίσατε αὐτὸ εἰς 900 ἑκατομμύρια, ἢ
2166εἰς πλειότερα ἢ καὶ ὀλιγώτερα, ἡ ὀρθότης τῶν συλλογισμῶν
2167μου δὲν μεταβάλλεται ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἀριθμοῦ. Ὑπο-
2168θέσατε λοιπόν, ὅτι πᾶσα ἡ παραγωγὴ ἡ ἐτησία, ἡ εἰς προϊ-
2169όντα καὶ ἄλλα καταναλώσεως εἴδη συνισταμένη, ἀνέρχεται
2170νῦν εἰς 900 ἑκατομμύρια δραχμάς. Σήμερον λαμβάνει τὸ
2171Κράτος ἐξ αὐτῶν 120 ἑκατομμύρια, ἤτοι 12½%.
2172Ὑποθέσωμεν νῦν τὴν ἄκραν ὑπόθεσιν, ὅτι ἀνατιμᾶται τὸ
2173χαρτονόμισμα εἰς τοσοῦτον, ὥστε καθίσταται ἰσότιμον πρὸς
2174τὴν χρυσῆν δραχμήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶσα ἡ ἐτησία
2175παραγωγή, ἡ εἰς προϊόντα καὶ ἄλλα εἴδη, θὰ ὑπολογισθῇ εἰς
2176χρῆμα οὐχὶ εἰς 900 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μόνον εἰς 600 ἑκα-
2177τομμύρια, ἑπομένως τὰ 120 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξα-
2178κολουθῇ νὰ λαμβάνῃ τὸ Κράτος ἐκ φορολογίας, δὲν θ’ ἀντι-
2179προσωπεύωσι μόνον 12½% ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήμα-
2180τος, ἀλλὰ θ’ ἀντιπροσωπεύωσι ποσοστὸν 20%. Ἡ ἐκ τῆς
2181ἀνατιμήσεως τοῦ νομίσματος φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις εἶναι
2182πρόδηλος, ὡς δεικνύουσιν οἱ ἀριθμοὶ, ὡς πρόδηλος εἶναι καὶ ἡ
2183φορολογικὴ ἀνακούφισις, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἐγ-
2184χωρίου νομίσματος. Ἓν μόνον εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ, καίτοι
2185ἡ ἐξέτασις τούτου δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, ὅτι ἡ φορολογικὴ
2186ἐπιβάρυνσις δὲν θὰ ἦναι μαθηματικῶς ἀκριβής, ὡς δεικνύου-
2187σιν οἱ ἀριθμοὶ 12½ καὶ 20%, ἀλλὰ πάντως ἡ ἐπιβάρυν-
2188σις θὰ ὑπάρχῃ καὶ θὰ ἦναι μεγάλη, ἐπαισθητὴ καὶ οὐσιώ-
2189δης ἐπὶ τοῦ φορολογουμένου.
2190Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἂν ἐπελθοῦσα ἐξακολουθήσῃ ἡ
2191ἀνατίμησις τοῦ νομίσματος, ἢ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ πληρώνῃ
2192ὅσον καὶ νῦν εἰς φόρους, ἀλλὰ πιεζόμενος πλειότερον καὶ
2193πλειότερον μέρος δίδων εἰς τὸ Κράτος ἐκ τοῦ ἐτησίου εἰσο-
2194δήματός του, ἤ, μὴ ἀντέχων, θὰ περιορίσῃ τὰς κατανα-
2195λώσεις του. Καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἐπέλθῃ ἡ μείωσις τῶν εἰσ-
2196πράξεων ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν,
2197θ’ αὐξήσωσι δ’ αἱ καθυστερήσεις τῶν ἀμέσων φόρων, ὧν καθυ-
2198στέρησις ἢ παρακώλυσις θὰ ἐπέλθῃ καθόλου ἢ κατὰ μέρος
2199μόνον διὰ μειζόνων ἢ νῦν πιέσεων καὶ ἐκτελέσεων κατὰ τῆς
2200περιουσίας τῶν φορολογουμένων ὑπὸ τοῦ Κράτους.
2201Ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι, ἂν πάνθ’ ὅσα ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς
2202εἶναι ἀκριβῆ, — εἶναι δὲ ἀναμφισβητήτως κατ’ ἐμὲ ἀκριβῆ,
2203— ἀποδεικνύουσι καὶ καταδεικνύουσι τρανῶς καὶ πασιδήλως
2204τὴν πλάνην ἐκείνων, ὅσοι φρονοῦσιν, ὅτι ὑπάρχει οἰκονομικὴ
2205πρόοδος, ἐπιτρέπουσα καὶ δικαιολογοῦσα νέας φορολογίας
2206ἀκινδύνως, ἐκ τοῦ τεκμηρίου τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων
2207ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, ἐνῷ ἡ
2208αὔξησις αὕτη εἶναι κατ’ ἀριθμὸν καὶ ὄχι κατ’ ἀξίαν, εἶναι
2209φαινομενικὴ καὶ ὄχι πραγματική· εἶναι αὔξησις παραπλανῶ-
2210σα εἰς ἐγχειρήματα οἰκονομικὰ ἐπιζήμια διὰ τὴν χώραν.
2211Ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι κακῶς ἐξελέξατε τὸν χρόνον νὰ
2212ἐπαυξήσητε τὰ φορολογικὰ βάρη νῦν, ὅτε συμπίπτει ἡ ἀνα-
2213τίμησις τοῦ χαρτονομίσματος, ἥτις καθ’ ἑαυτὴν, ἐπανα-
2214λέγω, εἶναι πλήρης καὶ τελεία φορολογία. Ἀντὶ δὲ, οὕτως
2215ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ ἐκλείψῃ διὰ μέτρων ἡ πρόοδος
2216τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως, ἡ διὰ τῆς ἀνατιμήσεως ἐπερ-
2217χομένη, λαμβάνετε μέτρα πρὸς ἔτι μείζονα κατάθλιψιν καὶ
2218ἐπιβάρυνσιν φορολογικήν. Ἀλλ’ εἶναι ἀκριβές, ὅτι ὑπάρχουσα
2219θὰ διατηρηθῇ ἡ τάσις πρὸς ἀνατίμησιν τῆς ἀξίας τοῦ χαρ-
2220τονομίσματος; Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ναὶ, ὡς ἔχουσι τὰ
2221πράγματα. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου δὲν εἶναι τοῦ παρόντος
2222χρόνου.
2223Ἀλλ’ εἰς τὸ νομισματικὸν ζήτημα γενόμενος, θέλω νὰ ἐξά-
2224ρω τὴν πρὸς αὐτὸ πλήρη ἀδιαφορίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ
2225ἐκ τῆς προσφόρου τακτοποιήσεως αὐτοῦ ἐξαρτῶνται αἱ οὐ-
2226σιωδέστεραι συνέπειαι, οἱ ὅροι καὶ αἱ προϋποθέσεις τῆς πο-
2227λεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Πρὶν ἤ, νοοῦντες τὴν ση-
2228μασίαν τοῦ ζητήματος, σκεφθῆτε περὶ τούτου, ἐπιζημίως
2229καὶ καταστρεπτικῶς ἀρχίζετε ἀπὸ τοῦ τέλους, ἀπὸ τῶν
2230παρασκευῶν. Διότι, καὶ ἄν εἰσπράξητε τοὺς ἐπιβαλλομένους
2231φόρους καὶ ἄν κατορθώσητε δι’ αὐτῶν καὶ μόνον νὰ καταρ-
2232τίσητε τὰς στρατιάς, πῶς θὰ χρησιμοποιήσητε αὐτὰς κατὰ
2233τὸν χρόνον τῆς ἐνεργείας; Ἡ Ῥωσσία καὶ ἡ Ἰαπωνία, περι-
2234ελθοῦσαι νῦν εἰς πόλεμον, ἐν ἔργον προηγουμένως ἐπεχείρη-
2235σαν καὶ διὰ μακροῦ χρόνου κατώρθωσαν, καὶ ἄν δὲν συνεπλή-
2236ρουν αὐτὸ τελείως, δύναμαι νὰ εἴπω, δὲν θὰ διετέλουν καὶ
2237νῦν ἐν πολέμῳ. Καὶ ἡ Ῥωσσία καὶ ἡ Ἰαπωνία διετέλουν ἐν
2238ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, κατὰ βαθμὸν μάλιστα ἠπιωτέρᾳ
2239τῆς ἰδικῆς μας, ἀλλὰ καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ δὲ πᾶσαν κατέβα-
2240λον δυνατὴν προσπάθειαν πρὸ παντὸς νὰ χρησιμοποιήσωσι
2241τὴν πίστιν, τὰ περισσεύματα, τὰς προσαυξήσεις τῶν φόρων
2242καὶ νέους ἔτι φόρους, ὅπως δι’ αὐτῶν παγιώσωσι τοὺς ὅρους
2243καὶ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἦραν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφο-
2244ρίαν, ἀδιάφορον κατὰ τίνα τρόπον. Ἀλλὰ τὸν αὐτὸν τρόπον
2245ἀμφότερα τὰ Κράτη μετῆλθον πρὸς ἐμπέδωσιν καὶ διατή-
2246ρησιν μεταλλικοῦ καθεστῶτος, ἀπετόλμησαν δὲ νὰ συγκρου-
2247σθῶσι ταῦτα πότε; Ὅτε ἕκαστον αὐτῶν εἶχε καταρτίσει
2248πλέον τέλειον τὸ ταμεῖον τῆς ἀμύνης του. Διότι ἀληθὲς τα-
2249μεῖον ἀμύνης διὰ πᾶσαν σπουδαιολογοῦσαν χώραν εἶναι ἡ
2250μεταλλικὴ κυκλοφορία ἐν τῇ χώρᾳ, τὸ μεταλλικὸν ἀποτα-
2251μίευμα τῶν Τραπεζῶν.
2252Σεῖς συνεπληρώσατε τὰ πάντα, ἐκάμετε ναυτικόν, ἐκά-
2253μετε στρατιάς, καὶ ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς κινητοποιήσεως αὐ-
2254τῶν, —καθ’ ἥν, ὡς διαλαλεῖται πανταχόθεν, ἕκαστος Ἰά-
2255πων γνωρίζει τὴν θέσιν ἐν τῷ στρατῶνι, ὅπου εἶναι ἀνηρτη-
2256μένον τὸ ὅπλον αὐτοῦ ἐν τῷ χρόνῳ τῆς κινητοποιήσεως· —
2257μὲ τί θὰ κινηθῆτε; Θὰ ζητήσητε ἄδειαν παρὰ τοῦ Ἐλέγ-
2258χου, διὰ νὰ δανεισθῆτε; ἀλλὰ τίς σᾶς δανείζει; Θὰ φορο-
2259λογήσητε; ἀλλὰ πῶς εἰς ἐξηντλημένον λαὸν θὰ κατορθώ-
2260σητε τοῦτο;
2261Καὶ ὅταν ὑπὸ τοιαύτας στενοχώρους οἰκονομικὰς περιστά-
2262σεις εὑρίσκησθε, ἀντὶ νὰ ἐπιδιώκητε παντοιοτρόπως νὰ συν-
2263τηρήσητε τὰ δυνατὰ ἀποταμιεύματα, νὰ χρησιμοποιήσητε
2264τὰς προσαυξήσεις καὶ τοὺς φόρους, διὰ νὰ φέρητε ἓν καθε-
2265στὼς μεταλλικόν, ματαίως καὶ ἀσκόπως ζητεῖτε νὰ παρα-
2266σκευάσητε προηγουμένως στρατιάς, δυναμένας βαθμιαίως
2267καὶ κατὰ τάξιν βραδύτερον νὰ γείνωσι. Διότι, μὴ πλανώ-
2268μεθα, ἡ προσεχὴς ἐνέργεια εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος. Ἄς
2269προορῶμεν τὸ ἀπώτερον μέλλον, καὶ μόνον δι’ αὐτὸ εἶναι δυ-
2270νατὸν νὰ ἐργασθῶμεν.
2271Ἀλλὰ θὰ λάβωμεν καὶ περὶ πάντων τούτων μέτρα ἐκ
2272παραλλήλου; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν θὰ λη-
2273φθῶσι μέτρα· διότι, ἄν ἐπιβληθῶσιν οἱ φόροι αὐτοί, καὶ ἄν
2274οὗτοι οὕτω χρησιμοποιηθῶσι, πρὸς καταναλωτικὴν δηλαδὴ
2275πολεμικὴν παρασκευήν, ἀφοῦ μάλιστα θὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξω-
2276τερικὸν ἡ τῶν φόρων τῶν ἐπιβαλλομένων ἀπόδοσις, εἶναι
2277ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν τὰ μέσα, ἵνα παγιώσωμεν
2278τὸ καθεστὼς τὸ νομισματικὸν τῆς χώρας.
2279Δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος νὰ ἀναπτύξω νῦν τὴν πλή-
2280ρη σημασίαν τοῦ μεταλλικοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ· ἀλλὰ προσ-
2281έχετε, διότι, δύναμαι νὰ εἴπω μετ’ ἀπολύτου ἀσφαλείας,
2282ἄν προβαίνῃ ἡ ἀνατίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, καὶ
2283καθ’ ὃν βαθμὸν βαίνει, ταυτοχρόνως ἔτι μᾶλλον θὰ ἐπι-
2284βαρύνηται ὁ λαός, ἔτι μᾶλλον δ’ ἐπιβαρυνόμενος θὰ κατα-
2285στῇ, καὶ ἀδύνατον κἄν νὰ δώσῃ ὅ,τι ζητεῖτε. Καὶ ἐνῷ θὰ
2286ἐξαντλῆτε αὐτόν, καὶ θ’ ἀφαιρῆτε τὰ συνήθη αὐτοῦ ἀπο-
2287ταμιεύματα, δὲν θὰ εἰσπράττητε καὶ ὅ,τι νῦν ζητεῖτε καὶ
2288ἐλπίζετε νὰ ἔχητε πρὸς καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ σας. Καὶ
2289ἂν σήμερον ζητῆτε 3,800,000 δραχμὰς, ἢ 3,200,000,
2290κατὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, διὰ τῆς κατὰ 15 λε-
2291πτὰ αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ἐκ τῶν τελωνια-
2292κῶν δασμῶν, θὰ πεισθῆτε τάχιστα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
2293νὰ εἰσπράξητε τόσα, — τὸ λέγω εἰς βάρος τῆς ὑποθέσεώς
2294μου, ἀλλὰ δὲν σημαίνει, — δὲν θὰ εἰσπραχθῶσι τόσα, εἶναι
2295ἀδύνατον, διότι ὑπάρχει νόμος φυσιολογικὸς, εἶναι ἀδύνατον
2296ἡ φορολογία αὐτὴ, συμπίπτουσα μάλιστα μὲ τὴν ἀνατίμη-
2297σιν τοῦ νομίσματος, νὰ μὴ φέρῃ μείωσιν εἰσαγωγῆς, νὰ μὴ
2298φέρῃ ὁπωσδήποτε περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, ἀληθῶς οὐχὶ
2299τόσον περιορισμὸν, ὅσον θὰ ἔφερεν εἰς ἄλλα μέρη, διότι, ἐπα-
2300ναλέγω, εἶναι ἔκτακτον φαινόμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαν-
2301τᾷ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλαχοῦ, ὅταν ἐπιβάλληται δασμὸς, κατὰ
2302μεῖζον μέτρον ἢ ὡς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν μειοῦται ἡ εἰσαγω-
2303γή. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτὸς βαθμὸς τῆς μειώσεως. Καὶ
2304διατὶ δὲν ὑπάρχει; Διότι εἶναι δυνατὸν, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπι-
2305βολὴν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ, νὰ μὴ εἰσαγάγητε σῖ-
2306τον κατὰ τὸ αὐτὸ ποσόν; Εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομήσητε
2307ἐντεῦθεν; Θὰ περιορίσητε ἄλλας ἀνάγκας, ἀλλὰ θὰ πληρώ-
2308σητε τὸν σῖτον, θ’ ἀγοράσητε αὐτόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν
2309τὸ πλεῖστον μέρος τῆς λοιπῆς εἰσαγωγῆς συγκείμενον ἐξ ἐμ-
2310πορευμάτων καὶ προϊόντων ὁμοίων κατὰ προσέγγισιν πρὸς
2311τὸν σῖτον, ἀναγκαίων ὄντων διὰ τὰς πρώτας ἡμῶν ἀνάγκας
2312τῆς τροφῆς καὶ ἐνδυμασίας. Ἄν ἡ εἰσαγωγὴ ἡμῶν συνίστα-
2313το, ὡς ἀλλαχοῦ, ἐξ ἀντικειμένων δευτερευούσης ἀνάγκης, ἐξ
2314εἰδῶν πολυτελείας, τότε βεβαίως ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δα-
2315σμοῦ μείωσις τῆς εἰσαγωγῆς θὰ ἦτο μεγίστη, θὰ ηὐξάνετο
2316δ’ ἐκ παραλλήλου ἡ ἐξαγωγὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ παραγωγή.
2317Παρ’ ἡμῖν δὲν θὰ συμβῇ τὸ αὐτό· ἀλλὰ πάντως ἐκ τῶν
23183,800,000, ἢ κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐκ τῶν 3,200,000
2319δραχμῶν, ἃς προϋπολογίζετε νὰ εἰσπράξητε ἐκ τῆς αὐξήσεως
2320τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1,50, βεβαίως θὰ ἔχητε εἰσ-
2321πράξεις μικροτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐλπίζετε. Ταῦτα θὰ
2322γραφῶσι καὶ θὰ τὰ εἴπωμεν καὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἂν θὰ ἤμε-
2323θα ἐδῶ, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ πράγματα δὲν δύνανται ἀπὸ
2324τοῦ φυσικοῦ αὐτῶν ῥοῦ νὰ ἐκτραπῶσι.
2325Πᾶν ὅ,τι μέχρι τοῦδε εἶπον, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τῆς
2326βαρείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιβαρύνσεως ἀφορᾷ εἰς τὸν
2327μέσον ὅρον, δι’ οὗ ἕκαστος πολίτης, ἑκάστη Ἑλληνικὴ οἰ-
2328κογένεια ἐπιβαρύνεται. Ἀλλὰ μόνος ὁ μέσος ὅρος δὲν διε-
2329ξηγεῖ ἀσφαλῶς τὰ πράγματα, οὐδ’ ἀποκαλύπτει τοὺς ὑπάρ-
2330χοντας κινδύνους, τοὺς οἰκονομικοὺς, τοὺς πολιτικοὺς καὶ
2331τοὺς κοινωνικούς. Ἄς ἐρευνήσωμεν εἰδικώτερον τὴν κατά-
2332στασιν.
2333Τίς δὲν παρατηρεῖ, ὅτι κατὰ τὴν εἰκοσιπενταετίαν τὴν
2334διαρρεύσασαν, καθ’ ἣν ἐγκατεστάθη ἡ ἔντονος ἀναγκαστικὴ
2335κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσματος, καθ’ ἣν ἐγένοντο τὰ με-
2336γάλα δάνεια, ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ἀνεπτύ-
2337χθη καὶ διεμορφώθη μία διαφορὰ ἐκ τῆς συνήθους διανομῆς
2338τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος μεταξὺ
2339τῶν διαφόρων τάξεων, τῶν ἀστικῶν καὶ χωρικῶν, καὶ μεταξὺ
2340τῶν διαφόρων πόλεων καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων κατοίκων τῆς
2341χώρας; Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἄλλοτε, εἰς παρῳχημένους χρό-
2342νους, πρὶν ἢ καὶ ἄλλα τινὰ αἴτια, ἀλλ’ ἰδίως ἡ ἔντονος
2343καταναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ τὰ δάνεια ὑπάρξωσιν,
2344ὑπῆρχε μία τις ἀναλογία τοῦ εἰσοδήματος μεταξὺ τῶν δια-
2345φόρων τάξεων ἔν τε ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ,
2346ἄλλη ἢ ἡ νῦν ὑφισταμένη. Ἤδη, ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦ-
2347θεν, βαθμηδὸν διεπλάσθη μία κατάστασις, καθ’ ἣν, δύνα-
2348ταί τις νὰ εἴπῃ, ἀνεπτύχθη καὶ παρ’ ἡμῖν ὅ,τι εἰς ὅλα τὰ
2349Κράτη, ὅπου ὑπῆρξεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ὅπου
2350ὑπῆρξαν δάνεια· ἔλαβε δηλαδὴ ὕπαρξιν μία πλουτοκρατία
2351κατὰ τόπους καὶ πρόσωπα, μία συγκέντρωσις τοῦ πλούτου,
2352τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ τοῦ πλούτου συγκεντρωθέντος εἰς ὡρισμένα
2353μέρη καὶ εὑρισκομένου εἰς χεῖρας ὀλιγωτέρων νῦν ἢ ὅσον
2354ἦτο διανεμημένος ἄλλοτε. Ὅταν τὸ ἀσφαλὲς καὶ ἀναμφι-
2355σβήτητον τοῦτο γεγονὸς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅταν δ’ ἔχωμεν
2356ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἐξακο-
2357λουθεῖ, προαχθὲν καὶ ὑπάρξαν μὲ τὴν προϋπόθεσιν ἄλλης
2358διανομῆς τοῦ εἰσοδήματος καὶ τοῦ πλούτου, τότε τί θὰ ἴδω-
2359μεν; Θὰ ἴδωμεν τὸ ἑξῆς φαινόμενον. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος
2360ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι ἄλλοι
2361λόγοι προκαλοῦσι τὴν μετανάστευσιν, καὶ ὄχι οἱ φόροι, διότι,
2362εἶπεν, οἱ μεταναστεύοντες, χωρικοὶ ὄντες, δὲν πληρώνουσι
2363φόρους, καὶ δὲν πληρώνουσι, διότι τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὰ
2364ὁποῖα πληρώνει ἡ γεωργικὴ ἰδιοκτησία παρ’ ἡμῖν, εἶναι μη-
2365δαμινὸν ποσὸν ἀπέναντι τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα πλη-
2366ρώνει ἡ ἔγγειος ἰδιοκτησία εἰς τὴν Βουλγαρίαν, εἰς τὴν Σερ-
2367βίαν, εἰς τὴν Ρουμανίαν, εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου.
2368Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν περιέχει ὅλην τὴν ἀλή-
2369θειαν, διότι δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι μόνον δι’ ἀμέσων φόρων
2370φορολογεῖται ὁ χωρικὸς πληθυσμός, ἀλλὰ περιέχει μέρος αὐ-
2371τῆς. Διότι ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ χωρικός, ὁ γεωργός, σχε-
2372τικῶς δὲν φορολογεῖται, ὅσον ὁ ἀστός. Ἀλλ’ ἂν οἱ χωρι-
2373κοὶ δὲν φορολογῶνται κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τοὺς ἀστούς,
2374τότε καταλήγομεν εἰς ἓν συμπέρασμα ἀληθές, ἀλλ’ ἀπαί-
2375σιον, τότε ἡ ἐπιβαλλομένη νῦν νέα φορολογία ἐπὶ τῶν οἰκο-
2376δομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς πρὸς
23771,50 θὰ ἐπιβαρύνῃ μόνον τὸν πληθυσμὸν τῶν πόλεων, θὰ
2378ἐπιβαρύνῃ μόνον 500,000 κατοίκους, θὰ ἐπιβαρύνῃ μόνον τὸ
2379⅕, τὸ ¼, ἔστω τὸ ⅓ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅταν
2380ἡ ὑφισταμένη φορολογία πίπτῃ ἀνίσως μόνον ἐπὶ τοῦ ἀστι-
2381κοῦ πληθυσμοῦ, ὅταν τὰ ἐπιβαλλόμενα ταῦτα βάρη αὐτὸν
2382κατὰ τὸ πλεῖστον βαρύνωσι, τότε ἡ κατὰ μέσον ὅρον ἀνα-
2383λογία τῆς ἐπιβαρύνσεως μεταβάλλεται εἰς μέγιστον βαθμὸν
2384κατὰ τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ, καθ’ ὅσον ἐλαφρύνεται διὰ
2385τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, ἐπιβαρυνομένους ὀλιγώτερον,
2386διότι δὲν δύνανται καὶ πλειότερον ἐκεῖνοι τῆς πενιχρᾶς των
2387παραγωγῆς νὰ καταβάλωσι.
2388Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ πεισθῆτε, ὅτι διὰ τῶν ἐπι-
2389βαλλομένων φόρων βαρύνεται κατ’ ἐξοχὴν καὶ μονομερῶς ὁ
2390ἐργάτης τῶν πόλεων, τὸ γλίσχρον ἡμερομίσθιον τῆς ἐργατι-
2391κῆς τάξεως τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς, τῆς Σύρου, τῶν
2392Πατρῶν καὶ τῶν ἄλλων πόλεων. Ἡ δὲ κατὰ μέσον ὅρον ἀνα-
2393λογία ἐπὶ ἑκάστου κατοίκου τῆς χώρας, ἐλαττουμένη διὰ
2394τοὺς χωρικοὺς πληθυσμούς, οἵτινες δὲν ἔχουσι καὶ δὲν δύ-
2395νανται πλειότερα νὰ καταβάλωσιν, αὔξεται οὐσιωδῶς διὰ
2396ἀστικοὺς πληθυσμούς, αὔξεται διὰ τὴν ἐργατικὴν τάξιν, τὴν
2397πενομένην τῶν πόλεων τάξιν. Καὶ ὡς παρατηρεῖται ἡ κατὰ
2398τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν δυσαναλογία, ἕνεκα τῆς ἐπελθού-
2399σης ἀνισωτέρας κατὰ τάξεις διανομῆς τοῦ πλούτου, ἕνεκα
2400τῶν αἰτίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῶν δανείων,
2401οὕτω κατὰ μείζονα λόγον ἔτι μᾶλλον αὐξάνει ἡ δυσαναλο-
2402γία ἡ φορολογικὴ μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων τοῦ λαοῦ
2403καὶ συντρίβει πλειότερον καὶ δυσαναλογώτερον τὴν ἐργατι-
2404κὴν τάξιν.
2405Αἴ! Ὕστερον ἀπὸ ὅλα ταῦτα ἐξακολουθοῦμεν νὰ λέγωμεν,
2406ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξωμεν ἀκόμη καὶ ἄλλα ἀπὸ τοῦ
2407Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν συνόλῳ! Καὶ δὲν βλέπομεν προφανῆ τὸν
2408κίνδυνον, τὸν μέγιστον κίνδυνον, ὅτι θὰ καταβληθῇ οἰκονο-
2409μικῶς οὗτος, ἀλλὰ θὰ καταβληθῇ καὶ ἠθικῶς καὶ πολιτι-
2410κῶς! Ἡ πατρὶς ὡραῖον καὶ ὕψιστον παράγει συναίσθημα,
2411ἐνθουσιᾷ καὶ τὰς ἐπευφημίας προκαλεῖ, ἀλλὰ καὶ ἡ πενία
2412καὶ ἡ τῶν τέκνων πεῖνα ἀνθρώπινον καὶ τοῦτο εἶναι καὶ
2413βαθὺ συναίσθημα, τὸ ὁποῖον τελείως παρορῶντες, κίνδυνος
2414εἶναι μὴ ἐξαδυνατίσητε τὴν εὐγενῆ ὁρμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ
2415λαοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἰδέας τοῦ ἐθνισμοῦ του! (Χειρο-
2416κροτήματα).
2417Φρονῶ λοιπὸν, ἀδιστάκτως, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιδεκτι-
2418κὸς ἀβλαβῶς νέων ἐπιβαρύνσεων φορολογικῶν ὁ Ἑλληνικὸς
2419λαός. Οἱ ἀστικοὶ πληθυσμοὶ ὑπερβαλλόντως ἐβαρύνθησαν, ἡ
2420ἐργατικὴ τάξις κατεβλήθη, οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ πένον-
2421ται.
2422Ἀλλὰ τί νὰ γείνῃ; Πῶς θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνομο-
2423λογουμένας ἐθνικὰς ἀνάγκας; Δι’ οἰκονομιῶν; Ποία εἶναι ἡ
2424γνώμη μου περὶ οἰκονομιῶν, θὰ τὸ εἴπω. Εἶναι δυνατὸν δι’
2425οἰκονομιῶν νὰ γείνωσι πάντα ταῦτα; Ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι
2426ὑπάρχουσι συστήματα στρατολογικὰ, τὰ ὁποῖα, σύμφωνα
2427ὄντα πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι καὶ
2428ἀρκούντως οἰκονομικὰ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν, τό γε νῦν
2429ἔχον, τὸν λαόν, καὶ νὰ ἔχωμεν ἐλπίδας βοηθείας τοῦ ἐθνισμοῦ.
2430Ἀνέγνωσα τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
2431Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν,
2432κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου, καὶ ἐπεί-
2433σθην, ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο εἶναι ἀπείρως οἰκονομικώτερον,
2434ἀπείρως προνοητικώτερον τοῦ νῦν ὑποβληθέντος συστήμα-
2435τος. Οὕτως ἐσκέπτετο ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου:
2436«Ἐπιχειρῶ τὴν διάπλασιν στρατοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην,
2437τό γε νῦν ἔχον, νὰ κάμω ὀργανισμὸν στρατοῦ. Θέλω νὰ ἴδω
2438πρῶτον, τί δύναται ὁ τόπος νὰ εἰσφέρῃ εἰς ἄνδρας, τί δύ-
2439ναται εἰς χρήματα, καὶ τότε, κρίνων ἐκ τῶν ὑστέρων, θ’ ἀπο-
2440φασίσω περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τότε θὰ ἴδω, τίνας
2441καὶ πόσους θὰ κάμω στρατηγοὺς, τότε θὰ ἴδω, ποῖον ὅριον
2442ἡλικίας θὰ ἐπιβάλω, τότε θὰ ἴδω, ἂν εἶναι συμφέρον νὰ
2443ἐπιβαρύνω τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων μὲ 400,000 δραχμὰς
2444κατ’ ἔτος.» Εἶναι ἓν στοιχεῖον οὐσιῶδες οἰκονομίας τοῦτο.
2445Ἀλλὰ μήπως τὰ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λιμπρίτης; Ἁρμο-
2446δίως δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἔχω μίαν γνώ-
2447μην, ἣν ἐσχημάτισα μετ’ ἀνακοίνωσιν ἰδεῶν καὶ μελέτην τῶν
2448γνωμῶν τῶν διαφόρων ἁρμοδίων. Καὶ ἐμὸν μὲν ἔργον δὲν εἶναι
2449νὰ εἴπω μετὰ κύρους, πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται, ἵνα διοργα-
2450νώσῃ τις ἄριστον στρατιώτην, ἀλλ’ ἐγὼ, ἐν μέσῳ διαφόρων
2451γνωμῶν εὑρισκόμενος, θὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵ-
2452τινες τὸ οἰκονομικώτερον συνέστησαν σύστημα τῆς στρατιω-
2453τικῆς συντάξεως τῆς χώρας, χωρὶς αὐτὸ νὰ ὑστερῇ κατ’ ἀξίαν
2454ἄλλων συστημάτων, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἔχει τὴν ἀπολύτως
2455ἀναγκαίαν ἀξίαν, ὅτι εἶναι τὸ μόνον πρὸς τὰς περιστάσεις
2456ἡμῶν ἐφαρμόσιμον καὶ δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύστημα.
2457Ἔχω λοιπὸν τοῦτο. Ἀλλὰ μήπως ἔχω μόνον τοῦτο; Ὁ
2458μικρὸς βαθμὸς, τὸν ὁποῖον φέρει εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ πυρο-
2459βολικοῦ, συγγράψας περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν μὲ ἐμ-
2460ποδίζει νὰ δώσω πολλὴν σημασίαν εἰς μίαν μελέτην στρα-
2461τιωτικὴν, ὡς τὴν λέγει ὁ ἴδιος, — καὶ ὁ αὐτὸς προσθέτων ὄχι
2462στρατοκρατικὴν, — ἡ ὁποία τὰς ἡμέρας ταύτας ἐκυκλοφόρησε,
2463καὶ συμβουλεύω πάντα, ὅστις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος θέλει
2464νὰ μορφώσῃ γνώμην τινὰ, νὰ μελετήσῃ τὴν πραγματείαν
2465ταύτην. Θὰ ἴδῃ μετὰ μελέτην ἐπισταμένην, ὅτι εἶναι δυνα-
2466τὸν νὰ ὑπάρξῃ οἰκονομικώτερον στρατολογικὸν σύστημα.
2467Ἀλλὰ πρὸς κύρωσιν τῶν λόγων μου ἔχω καὶ τὴν ἐπι-
2468βάλλουσαν γνώμην πολιτικοῦ ἀνδρὸς, διευθύνοντος τὰς τύ-
2469χας τῆς Ἀγγλίας, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ καθολικὴ ὑποχρεω-
2470τικὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἔχω τὴν γνώμην τοῦ μεγάλου
2471πολιτικοῦ ἀνδρὸς, τοῦ Σώλσβαρυ. Αὐτὸς εἰς μίαν ὁμιλία
2472του πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι μέτρα πρὸς
2473ἐνδεχομένην ἄμυναν τῆς πόλεως τοῦ Λονδίνου ἐν περιπτώσει
2474πολέμου, εἶπε πρὸς τὸ συνηγμένον πλῆθος ἐν συμποσίῳ τινί:
2475«Ὁ τόπος δὲν ἀνέχεται τὴν ὑποχρεωτικὴν θητείαν» — ἔλεγε
2476τὴν ὑπερβολὴν αὐτὴν διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς, καὶ προσέθετεν: «ἂν
2477κατορθώσητε νὰ δώσητε νὰ ἐννοήσῃ ὁ λαός, ὅτι ἡ ἄμυνα τῆς
2478χώρας δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν»,
2479—καὶ θὰ προσθέσω ἐγὼ «οὐδὲ ἔργον τῆς Γενικῆς Διοική-
2480σεως», —ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἑκάστου πολίτου, ἑκάστου Ἄγ-
2481γλου, ὅστις ὀφείλει νὰ μάθῃ κατ’ ἰδίαν τὸν χειρισμὸν τοῦ
2482πολεμικοῦ ὅπλου καὶ τὴν σκοποβολήν, θὰ ἔχωμεν τότε
2483ἀμυντικὴν δύναμιν τοιαύτην, ὥστε οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ μᾶς
2484προσβάλῃ.» Καὶ ἦτο ἐμπνευσμένος ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων
2485ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ταῦτα, διότι ἔβλεπε τότε, ὅτε ἔλεγε
2486ταῦτα, κραταιὰν Δύναμιν ν’ ἀνταγωνίζηται οὐχὶ πρὸς μα-
2487κρᾶς θητείας στρατόν, ἀλλὰ πρὸς λαὸν στρατιώτην, ὅστις
2488κατεδείχθη ὁ κυριώτερος στρατός, πρὸς τὸν λαὸν τῶν Μπόερς,
2489οἱ ὁποῖοι μόνον μὲ τὴν σκοποβολὴν καὶ μὲ τὸν τραχὺν καὶ λι-
2490τὸν βίον, τὸν ὁποῖον εἶχον, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ χρήματα, τὰ
2491ἄφθονα χρήματα, ἠδυνήθησαν ν’ ἀντεπεξέλθωσι...
2492§197Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ Σώλσβαρυ ἐν Ἀγγλίᾳ,
2493ἀλλὰ τὸ ἐφήρμοσαν οἱ πατέρες μας κατὰ τὸ 1821.
2494§198Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ κῦρος τῶν λόγων σας, ἀξιότιμε
2495κύριε Βουλευτά, ἐπιπροστίθεται εἰς ὅ,τι εἶπον, καὶ χαίρω
2496πολὺ, ὅτι ἔρχεσθε ἀρωγὸς ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ μου ἐν τῷ ζητή-
2497ματι τούτῳ.
2498Ἔχω λοιπὸν ἓν οὐσιῶδες δεδομένον, μίαν οἰκονομικωτέραν
2499βάσιν, ἓν σύστημα οἰκονομικὸν στρατιωτικῆς συντάξεως, καὶ
2500οὕτως εὐτυχῶς δὲν διατελῶ εἰς ἀπελπισμόν. Ἂν δὲ, τό γε
2501νῦν ἔχον, μὴ δυνάμενος νὰ ἐπιβάλω νέον μέγα καὶ σύγ-
2502χρονον βάρος, ἀναβάλλω κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ἐν καιρῷ
2503βαθμηδὸν καὶ κατὰ τὴν προσήκουσαν τάξιν κατὰ χρόνον ἐπι-
2504βάλλω τὸν ἐξοπλισμόν, δὲν πιστεύω ὅτι παραβλάπτω, ἀλλὰ
2505μᾶλλον ἐνισχύω τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, πρὸς ἐκπλή-
2506ρωσιν τοῦ κυρίου σκοποῦ τῆς ἐνεργείας. Διότι, ἐπαναλέγω,
2507δι’ ἡμᾶς ἀπωλέσθη ἀτυχῶς τὸ προσεχέστατον μέλλον τῆς
2508ἐνεργείας, τὸ μέλλον τῆς αὔριον, καὶ οὔτε ἡ φύσις αὐτὴ τῶν
2509νομοθετημάτων καὶ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἀποβλέπει
2510πράγματι εἰς τὸ μέλλον αὐτό, ἀλλ’ ὑπολείπεται ἀπώτερόν
2511τι μέλλον, καθ’ ὃ, καὶ ὅσον εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν, νὰ
2512ὦμεν ὠργανωμένοι, καὶ ὅσον ἐπιτρέπουσι τὰ τῆς χώρας ἕτοι-
2513μοι πρὸς ἐνέργειαν.
2514Τοιούτων χρονικῶν ὁρίων τιθεμένων πρὸς συμπλήρωσιν τῶν
2515στρατιωτικῶν μας ἔργων, φρονῶ, ὅτι οὐχὶ τὸ πρῶτον, ἀλλὰ
2516τὸ τελευταῖον εἶναι ὁ ἐξοπλισμός. Τὸν ἐξοπλισμὸν δίδουσιν εἰς
2517τοὺς ὑπάρχοντας στρατούς, ἀλλ’ ἡμεῖς πρόκειται νὰ μορφώ-
2518σωμεν στρατόν, —μὴ λησμονῶμεν τοῦτο. — Ὀργάνωσις, συνε-
2519χὴς ἐκγύμνασις, πειθαρχία, πίστις ἐφ’ ἡμᾶς αὐτούς, εἰς τὴν
2520διὰ τοῦ στρατοῦ ἐνέργειαν, τὰ ἠθικὰ αὐτὰ προσόντα μορφώ-
2521νουσι τὸν στρατόν. Καὶ ἡ ἀναγκαία πρόσκτησις πάντων αὐ-
2522τῶν δὲν εἶναι ἔργον χρημάτων, ἀλλ’ εἶναι ἔργον μακρᾶς,
2523συνεχοῦς καὶ ἐντόνου θελήσεως. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον, ἀλλὰ καὶ
2524τὸ μέγα στάδιον τῆς ἐργασίας. Προηγήθη αὕτη; Ἤρχισε
2525κἄν αὕτη, διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ καὶ τὸν λαὸν πρὸς τὴν ἀνάγκην
2526τῶν δαπανῶν;
2527Ἔσχομεν πολλὰς προσαυξήσεις καὶ ἐκ τῶν ἐμμέσων φό-
2528ρων καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ τὰ 6 ἢ 7 τελευ-
2529ταῖα ἔτη. Ἂν μέχρι τοῦδε κατηναλίσκοντο εἰς ἄλλας ἀνάγ-
2530κας αὗται, ἃς διατίθενται, καθ’ ὅσον ὑπάρχουσι, τοῦ λοι-
2531ποῦ εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν. Δὲν ἐλπίζω ἀληθῶς εἰς
2532περαιτέρω προσαυξήσεις ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων, ἂν ἐξακο-
2533λουθήσῃ ἡ ἀνατίμησις τοῦ χαρτονομίσματος· ἀλλ’ ἡ εἰσ-
2534πρακτικὴ ἱκανότης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
2535ἢ καὶ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν νόμων τῶν φορολογικῶν
2536περὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν παρατηρουμένη, δύναται
2537νὰ διατηρήσῃ καὶ αὐξήσῃ τὰς ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων οὐχὶ
2538προσαυξήσεις, ἀλλὰ εἰσπράξεις.
2539Εἶπον περὶ τῆς εἰσπρακτικῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Ὑπουρ-
2540γοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ θέλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην
2541μου περὶ ταύτης. Παρεπονέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰ-
2542κονομικῶν μιᾷ τῶν ἡμερῶν, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπο-
2543λιτεύσεως εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνος διὰ τῆς εἰσπρακτικῆς του ἱκα-
2544νότητος κατώρθωσε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, μεγάλα ποσὰ
2545ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν θυλακίων τῶν φορολογουμένων καὶ εἰσα-
2546γάγῃ ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀπεδέχθη τὴν ἀλή-
2547θειαν τοῦ γεγονότος τούτου ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργός,
2548ἀλλ’ εἶπεν: «εἶμαι τάχα ἀξιοκατάκριτος, ὅτι διὰ τῆς
2549μετ’ ἐπιμονῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ὅτι διὰ τῆς διαρρυθ-
2550μίσεως τῶν νόμων κατώρθωσα νὰ φέρω τὴν ἴσην εἴσπραξιν
2551τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τὴν αὔξησιν αὐτῶν;» Ὁμολογουμέ-
2552νως ἡ τοιαύτη εἰσπρακτικὴ ἱκανότης εἶναι ἀρετή, καὶ ἐξαί-
2553ρω ταύτην, πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
2554μικῶν. Εἶναι ἀρετή, ὅταν αὕτη φέρῃ εἰς τὴν ἰσότητα, ὅταν
2555φέρῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων. Ἀλλ’ εἶναι μέγα
2556ἐλάττωμα, ὅταν ἐκεῖνος, παρ’ οὗ ἐκβιάζεται ἡ εἴσπραξις,
2557βλέπῃ τὰ παρ’ αὐτοῦ εἰσπραττόμενα, βλέπῃ τὸν ἄρτον τὸν
2558ἀναγκαῖον τῶν τέκνων του διατιθέμενον εἰς δαπάνας — ἂς
2559μὴ εἴπω κομματικὰς — εἰς δαπάνας πολυτελεῖς, εἰς δαπάνας
2560μὴ ἀναγκαίας, τοσοῦτον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῶν μει-
2561ζόνων εἰσπράξεων αὐξηθείσας, χωρὶς οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ
2562διατεθῇ μέρος αὐτῶν τῶν προσαυξήσεων ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον
2563ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, δι’ ἣν αἰφνιδίως καὶ
2564ἀθρόως τοσαῦται ἀδύνατοι ζητοῦνται νῦν θυσίαι.
2565Ἀλλ’ ἂς κάμωμεν νῦν οἰκονομίας. Τίνα γνώμην ἔχω περὶ
2566τῶν οἰκονομιῶν; Αἱ δαπάναι πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἔχουσιν
2567εὐδιάκριτον γνώρισμα, ἂν εἶναι δαπάναι ἀναγκαῖαι, ἂν εἶναι
2568ἐπωφελεῖς, ἂν εἶναι πολυτελεῖς ἢ περιτταί. Αἱ δαπάναι πρὸ
2569τῆς ἐπιβολῆς των, μὲ μικρὰν καλὴν θέλησιν, μὴ οὖσαι ἀναγ-
2570καῖαι, δύνανται νὰ παραλειφθῶσιν. Ἀλλ’ αἱ δαπάναι, ἐπι-
2571βληθεῖσαι ἅπαξ, καὶ δυσχερῶς ἀναγνωρίζονται μετ’ ἀκρι-
2572βείας ποῦ κατατάσσονται, ἀλλὰ καὶ μεγάλην θέλησιν ἀπαι-
2573τοῦσιν, ἵνα καταργηθῶσιν.
2574Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ δη-
2575λώσω ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ἑκάστῳ κονδυ-
2576λίῳ καὶ ἐδαφίῳ καὶ κεφαλαίῳ τὰς ἀποδεκτὰς οἰκονομίας.
2577Ἁρμόδιοι εἶναι μᾶλλον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὸν διε-
2578πράξαντο τὰ κοινὰ, οἵτινες ἐν τοῖς ἔργοις κατεῖδον ἐν ἑκά-
2579στῳ κλάδῳ τὸν βαθμὸν τῆς χρησιμότητος ἢ ἀχρηστίας τῶν
2580ἀναγραφομένων δαπανῶν. Εἰς αὐτοὺς ἀφίνω τὸ ἔργον τοῦτο.
2581Ἐγὼ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν συμμερίζομαι· ἐγὼ οὐχὶ εἰδικῶς,
2582ἀλλὰ γενικῶς δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ νὰ τὸ εἴπω μετὰ πε-
2583ποιθήσεως, ὅτι καὶ μὲ τὸ καθεστὼς σύστημα τοῦ ὀργανισμοῦ
2584τῶν δαπανῶν δύνανται νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι. Τίς θὰ θεω-
2585ρήσῃ ἀναγκαίαν τὴν δαπάνην πρὸς συντήρησιν πολλῶν ὑπαλ-
2586λήλων, οἵτινες οὐδὲ δίωρον καθ’ ἑκάστην ἐργάζονται ἐν πολ-
2587λοῖς γραφείοις ἐνταῦθα καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις;
2588Ἀλλ’ ἡ σοβαρότης ἡ μεγάλη τῶν οἰκονομιῶν ἔγκειται
2589ἀλλαχοῦ, ἔγκειται εἰς αὐτὴν τὴν μεταβολὴν τῶν πολυ-
2590πλόκων διοικητικῶν ὀργανισμῶν παρ’ ἡμῖν. Εὐρὺ στάδιον οἰ-
2591κονομιῶν μεγίστων, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν βαθμιαίων. Ἀλλ’ ἡ
2592περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ συζήτησις δὲν εἶναι δυ-
2593νατὸν νὰ εἰσαχθῇ καὶ προκληθῇ ἢ ὑπὸ Κυβερνήσεων, ὅταν
2594αὗται, κατανοοῦσαι πράγματι τὴν ἀνάγκην τὴν ὑψίστην
2595τῶν μεγάλων οἰκονομιῶν, πεισθῶσιν, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες ὑπη-
2596ρεσιακοὶ ὀργανισμοὶ οὐ μόνον πολυδάπανοι διὰ τὸ μικρὸν
2597μας Κράτος εἶναι, ἀλλὰ καὶ πιέζουσι καὶ στενοχωροῦσι τὴν
2598οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Ἐν παραδείγματι ἀναφέρω
2599τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν παρ’ ἡμῖν, ὃν καὶ κάλλιον τῶν
2600ἄλλων γνωρίζω. Ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι οὐ-
2601δὲν στοιχίζει πλειότερον εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, ὅσον ἡ ἀπὸ
2602τῶν χρόνων ἐκείνων ἐπιβληθεῖσα εἰς ἡμᾶς Πολιτικὴ Δικονο-
2603μία ὑπὸ τῶν Βαυαρῶν, ῥιζικῶς ὅμως καὶ παρ’ ἐκείνοις νῦν
2604μεταβληθεῖσα. Ἡ μέχρις ἐλαχίστων ἄρθρων κατάργησις τῆς
2605Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι καὶ θεωρεῖται τὸ πρῶτον εὐερ-
2606γέτημα καὶ εἷς ὅρος τῆς ἐν Αἰγύπτῳ οἰκονομικῆς προόδου.
2607Ἐρωτήσατε διαδίκους, δικαστὰς, δικηγόρους ἐν Αἰγύπτῳ·
2608πάντες μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἐξαίρουσι τὴν πλήρη τῆς δικαιο-
2609σύνης ἀπονομὴν οὐ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δικαίου αὑ-
2610τοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ὠφελίμου, ἀπὸ τῆς
2611ἀπόψεως τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων. Εἶναι δὲ καὶ
2612Ἕλληνες οἱ ἐκεῖ δικαζόμενοι, Ἕλληνες οἱ ἐκεῖ δικάζοντες,
2613Ἕλληνες οἱ ἐκεῖ συνηγοροῦντες. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ εἶναι —
2614καὶ ἐπανέρχομαι καὶ αὖθις εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν
2615Βουλευτήν, εἰπόντα τοῦτο, — ἐπιστήμη κατ’ ἐξοχὴν πρα-
2616κτικὴ, δὲν εἶναι θεωρία. Καὶ ὅμως οἱ Ἄγγλοι ἐκεῖ, εἰς τὴν
2617Αἴγυπτον, εἶπον: «δὲν εἶναι ἡ Πολιτικὴ Δικονομία πρόσφο-
2618ρος καὶ κατάλληλος δι’ ἀνατολικοὺς λαοὺς, συνηθισμένους
2619ἐπὶ αἰῶνας εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Πασσᾶ...»
2620§199Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ὑπεστήριξα τοῦτο. Διαμαρ-
2621τύρομαι.
2622§200Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἔχετε δίκαιον. Δὲν ἐνοήθην, διότι
2623δὲν ἐπρόφθασα νὰ συμπληρώσω τὴν γνώμην μου. Εἶπον τὸ
2624ἑξῆς: Ἔλαβον παρ’ ὑμῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἀλή-
2625θεια, ὅτι δηλαδὴ «ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐπιστήμη κατ’ ἐξοχὴν
2626πρακτικὴ, δὲν εἶναι θεωρία». Κατὰ τί σᾶς βαρύνει αὐτό,
2627θὰ τὸ εἴπω ἀμέσως. Οἱ Ἄγγλοι λοιπὸν οὕτως ἐφήρμοσαν
2628τὴν ἀλήθειαν ταύτην διὰ τὴν Αἴγυπτον. Δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄ-
2629ψιν τὰς δυσχερείας καὶ τὰ προσκόμματα, ἀλλὰ νοήσαντες
2630τὸ ὀρθὸν ἐπέβαλον ἐκείνην τὴν δικονομίαν, τὴν προσφυᾶ διὰ
2631τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔγκειται τὸ ζήτημα·
2632τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς εἰρημένης ἀληθείας βαρύνει
2633τὸν φίλον μου. Ἂν καὶ ἡμεῖς ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει, ὅτι
2634εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ οὐσιωδῶς καὶ ῥιζικῶς ἡ Πολι-
2635τικὴ Δικονομία, τότε θὰ ἀντέτασσον ἡμῖν: «Πῶς παραβιά-
2636ζετε τὴν πολιτικὴν, ἥτις εἶναι πρακτικὴ ἐπιστήμη, καὶ ζη-
2637τεῖτε τοσαύτας ῥιζικὰς μεταβολάς; Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἰσχύου-
2638σαν δικονομίαν ἐμορφώθησαν σχέσεις, ἐγεννήθησαν συμφέ-
2639ροντα. Παρακωλύει ἡμᾶς καὶ ἡ πολιτικὴ ἡ πρακτικὴ νὰ
2640πράττωμεν ὅ,τι πρέπει· πρέπει νὰ συμμορφώμεθα πρὸς ὅ,τι
2641ὑπάρχει. Ἔχομεν κόμμα, ἔχομεν δικηγόρους, ἔχομεν Δι-
2642καστήρια ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἔχομεν ἄλλα μείζονα
2643συμφέροντα ἐν ἄλλοις ζητήμασι.» Καὶ εὐλόγως φοβοῦμαι,
2644ὅτι τοιαῦται ἀντιρρήσεις θ’ ἀντιταχθῶσιν, ὅταν βλέπω τὸν
2645ἀξιότιμον φίλον μου, ἐλθόντα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολιτι-
2646κὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς πρακτικῆς πολιτικῆς. Ἦλθε
2647νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρακτικὴν πολιτικὴν τοῦ κυρίου Ὑπουρ-
2648γοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τί ἰσχυρίζεται καὶ τί ἐφαρμό-
2649ζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης; Ὅτε λόγος
2650ἐγίνετο περὶ τῶν ἀτελευτήτων μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν
2651ὑπαλλήλων, ἐνθυμεῖσθε, τί ἀπήντησεν οὗτος: «Μὴ σπεύ-
2652δετε· ἔχω καὶ ἄλλα ἀκόμη νὰ διαπράξω· ἄφετε νὰ συμπλη-
2653ρώσω τὰς μεταθέσεις, ἄφετε νὰ ἴδητε τὸ τέλος τῆς πολι-
2654τικῆς μου, διότι δὲν ἔληξεν ἔτι αὕτη, καὶ τότε συζητοῦμεν».
2655Καὶ ἔλεγε ταῦτα μετὰ θάρρους, τὸ ὁποῖον προσέδιδεν εἰς
2656αὐτὸν ἓν γεγονὸς, ὅπερ ἐθεώρει ἀλλότριον ἑαυτοῦ ἔργον νὰ
2657μεταβάλῃ, ἢ νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ ἐκδηλώσῃ τοὐλάχιστον τά-
2658σιν νὰ μεταβάλῃ· ἐδικαιολόγει τὰς μεταθέσεις, λέγων:
2659«τί τὰ θέλετε, Κύριοι! αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις!» Ἐνόει
2660δηλ. δι’ αὐτῶν: «Πῶς θὰ διατηρήσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν;
2661Δὲν θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς εἰρηνοδίκας, τοὺς
2662ὁποίους ζητοῦν καὶ θέλουν; δὲν θὰ δώσωμεν τοὺς ἀστυνόμους;
2663δὲν θὰ τοποθετήσωμεν τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς λειτουρ-
2664γοὺς κατὰ τὴν εὔνοιαν τῶν συμπολιτευομένων Βουλευτῶν
2665πρὸς αὐτούς; Καὶ ἂν οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔχωσι τοιαῦτα προσ-
2666κτήματα, τίνα πολιτικὴν σημασίαν ἔχουσιν ἐν ταῖς ἐπαρ-
2667χίαις των; ποία ἡ προσωπική των ὑπεροχή; Ἕκαστος αὐ-
2668τῶν δὲν εἶναι ὁ ἡγεμὼν καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐκτελε-
2669στικῆς ἐξουσίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του; Καὶ ἂν ταῦτα πάντα
2670ἀρνηθῶμεν, ἢ καὶ ἂν ἔστω περιορίσωμεν, πῶς θὰ στηριχθῶ-
2671μεν εἰς τὴν ἀρχήν;» Αὐτὴν τὴν πρακτικὴν πολιτικὴν προσ-
2672ῆλθε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου; Ἡ τοιαύτη
2673ἐφαρμογὴ τῆς πρακτικῆς πολιτικῆς βαρύνει αὐτόν.
2674Ἀλλὰ τέλος πάντων τίς θὰ μεταβάλῃ τὴν κατάστασιν
2675ταύτην, τὴν ὑπάρχουσαν, τὴν φθοροποιόν; πότε θὰ μετα-
2676βληθῇ αὕτη; Δὲν ὑπάρχει οὐδ’ ἴχνος ἐσωτερικῆς δυνάμεως
2677παρ’ ἡμῖν πρὸς ἀντίδρασιν κατὰ τῆς καταστάσεως; Καὶ
2678δὲν θὰ ἦτο ὁ καταλληλότατος χρόνος νῦν, ὅστις καθιστᾷ
2679τὸ ἔργον εὐχερές, ὅπως ἐπιχειρήσητε τὴν ἔναρξιν τῆς βαθ-
2680μιαίας ἔστω μεταλλαγῆς τῆς καταστάσεως ταύτης ἐπὶ
2681τὰ βελτίω, τοὐλάχιστον καθ’ ὅσον ἡ βελτίωσις αὕτη συν-
2682δέεται πρὸς οἰκονομικὰς τοῦ δημοσίου ταμείου ὠφελείας;
2683νῦν, ὅτε ζητεῖτε τὰς ἐσχάτας ὑλικὰς θυσίας παρὰ τοῦ
2684λαοῦ, νῦν, ὅτε ἰσχυρίζεσθε, ὅτι διεπράξατε καὶ τὰς ἐσχά-
2685τας οἰκονομίας, διὰ νὰ ζητήσητε τὴν συμπλήρωσιν τῶν δη-
2686μοσίων ἀναγκῶν διὰ νέων φόρων; Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ὑμεῖς,
2687προβαίνοντες καὶ συμβοηθοῦντες εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς
2688καταστάσεως ταύτης, καταρρίπτετε καὶ τὰ προσχήματα,
2689διὰ νὰ εὕρητε δικαιολογίαν εἰς τὰς ἀνακηρυχθείσας ὑφ’ ὑ-
2690μῶν ἀρχὰς τοῦ ἀμεταβλήτου τῆς καταστάσεως, πολλα-
2691πλασιάζοντες νῦν καὶ αὐξάνοντες μετὰ τῶν φόρων ἔτι μᾶλ-
2692λον τὰ μέσα καὶ τὰς παροχὰς πρὸς συντήρησιν τῆς πλειο-
2693νοψηφίας! Καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ πιστευθῆτε παρὰ τοῦ
2694λαοῦ, ὅτι μὲ τοιοῦτον κυβερνητικὸν σθένος θὰ μορφώσητε
2695στρατόν!
2696Λυποῦμαι βαθύτατα, Κύριοι, διὰ τὴν κατάστασιν, καθ’
2697ἧς δὲν ἀνευρίσκομεν φάρμακον ἐν ἡμῖν αὐτοῖς, ἀλλὰ ζητοῦ-
2698μεν τοιοῦτον μόνον ἐκτὸς ἡμῶν. Ἀλλὰ λυποῦμαι περισσό-
2699τερον, ὅτι κῆρυξ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἐγένετο ὁ ἀξιότιμος κύριος
2700Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὃν τιμῶ. Εἶναι εἷς πολιτικὸς
2701παράγων, καὶ δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐλαττῶται καὶ αὐτοῦ ἡ
2702πολιτικὴ σημασία ἐν τῇ συνειδήσει τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν.
2703Ἐπεθύμουν ἄλλην μίαν φοράν, ὄχι νὰ ἦναι αὐτὸς παρὰ τὸ
2704πλευρόν μου, ἀλλὰ νὰ ἦμαι ἐγὼ παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτοῦ καὶ
2705τοῦ σεβαστοῦ μοι στρατηγοῦ, καὶ νὰ συναγωνιζώμεθα, ὡς
2706κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογάς, πρὸ μικροῦ χρό-
2707νου, πείθοντες τὸν λαὸν ὑπὲρ τῆς κατισχύσεως εὐγενοῦς
2708ἰδέας, τῆς ἰδέας τῆς ἐγκαταστάσεως ἀνοθεύτου κοινοβου-
2709λευτικοῦ καθεστῶτος, ὑπὲρ οἰκονομιῶν, ὑπὲρ βελτιώσεως
2710καὶ προόδου τῆς κομματικῆς καταστάσεως. Ὁ λαὸς ἔδωκεν
2711εἰς ἡμᾶς τότε τὴν νίκην, τὴν μεγάλην νίκην. Ἀλλ’ ἡ με-
2712γάλη ἐκείνη νίκη ἐχρησίμευσεν εἰς ἡμᾶς νὰ συντρίψωμεν τὸ
2713εἴδωλον τῆς ἰδέας! Καὶ ἤδη οἱ μόλις πρὸ μικροῦ ἔνθερμοι
2714καὶ εἰλικρινεῖς συναγωνισταὶ εἰς τοσαύτην περιήλθομεν ἀντί-
2715θεσιν ἰδεῶν, ὥστε σεῖς μὲν νὰ λέγητε «πληρώσατε φόρους»,
2716ἡμεῖς δὲ, τοῦ ἀπέλπιδος πλέον λαοῦ ἐκφράζοντες τὸ συναί-
2717σθημα, νὰ κραυγάζωμεν: «ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ
2718πληρώσωμεν!» (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ χειρο-
2719κροτήματα).
2720Δὲν θέλω πλέον νὰ ἐξακολουθήσω· εἶναι καιρὸς νὰ κατα-
2721παύσω τὸν λόγον, καίτοι ἠδυνάμην νὰ συμπληρώσω αὐτόν.
2722Καταλήγων, Κύριοι, ἐν συνόψει διατυπῶ τὴν γνώμην μου.
2723Θεωρῶ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, τὸ πολεμικὸν ζήτημα, ὅτι εἶναι
2724ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομικὸν, τὸ δὲ οἰκονομικὸν, ὅτι
2725εἶναι ζήτημα δημοσίας ἀσφαλείας καὶ δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι
2726ζήτημα χρόνου καὶ θελήσεως. Οὕτως ἀντιλαμβανόμενος τὸν
2727ἐθνικὸν σκοπὸν, ἄλλην τάξιν ἀκολουθῶ πρὸς ἐπιτυχίαν αὐ-
2728τοῦ. Θὰ καταψηφίσω τοὺς φόρους, ἔστω καὶ ἂν οὐδὲν πρό-
2729κηται νὰ συντελεσθῇ ἄνευ αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἦναι δυ-
2730ναταὶ αἱ οἰκονομίαι. Ἀλλ’ εὔχομαι εἰς τὸν Ὕψιστον, ἐγὼ
2731μὲν ἀπαισιόδοξος νὰ χαρακτηρισθῶ, νὰ θριαμβεύσῃ ὅμως, ὑπὸ
2732τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, τὸ ἔθνος,
2733ἡ ἰδέα τοῦ ἐθνισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2734§201Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις παρε-
2735τάθη· ἡ Βουλὴ, ἐπὶ τόσας ὥρας ἐργασθεῖσα ἐντὸς τριάκοντα
2736ὡρῶν, εἶναι κεκμηκυῖα, καὶ σπεύδει εἰς τὴν λῆξιν τῆς συ-
2737ζητήσεως. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν
2738ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ ὁμι-
2739λήσω, καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραττομένων
2740καὶ ἐπιβαλλομένων ἀντισηκωμάτων διὰ τοῦ νόμου περὶ στρα-
2741τολογίας.
2742Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ.
2743Πρωθυπουργὸν, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέ-
2744διον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, διότι ἀναμφισβητήτως, ὡς ἀπο-
2745δεικνύεται δι’ ἐπισήμων ἀριθμῶν, δι’ αὐτοῦ ἐπιβάλλει ἀντι-
2746σηκώματα καὶ χρηματικὰς ποινὰς περὶ τὰ τρία ἑκατομμύρια
2747δραχμῶν. Ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων μόνον τῶν ὑπὸ τῶν ὀρφα-
2748νῶν καταβαλλομένων, τὰ ὁποῖα ηὔξησεν εἰς 400 δραχμὰς,
2749θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1,500,000 δραχμῶν, μετὰ δὲ
2750τῶν ἐκ τῶν διαθεσίμων καὶ τῶν ἀνυποτάκτων τὸ ποσὸν ἀνέρ-
2751χεται εἰς 3 ἑκατομμύρια καὶ πλέον ἐνιαυσίως. Ὥστε αὐτὸ
2752νομίζω ὅτι θὰ ἦναι ἀρκετὰ εὐχάριστον διὰ τὴν Κυβέρνησιν,
2753εὐχάριστον καὶ διὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι,
2754ἐὰν τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια πρόκηται νὰ ἐπιβληθῶσι
2755διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ
2756ἐλαφρώσῃ κατὰ τρία ἑκατομμύρια τὰ φορολογικὰ νομοσχέ-
2757δια, τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε, καὶ ἰδίως τὰ αὐξάνοντα
2758τοὺς φορολογικοὺς ὅρους τῶν ἤδη βαρέως φορολογουμένων εἰ-
2759δῶν, οἰκοδομῶν καὶ ἐπαγγελμάτων.
2760§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2761§203Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ ἐλάχιστον, Κύριοι, θ’ ἀπα-
2762σχολήσω τὴν Βουλὴν, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι μετὰ τὴν πο-
2763λυήμερον συζήτησιν εἶναι ἀληθῶς κεκμηκυῖα. Ὅσα δὲ θὰ
2764εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν σκοπὸν δὲν ἔχουσι νὰ μεταπείσωσί
2765τινα, διότι γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἐσχηματισμέναι ἤδη αἱ γνῶ-
2766μαι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν κλη-
2767θῶσι νὰ δώσωσι ψῆφον μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην,
2768θέλουσι δώσει τοιαύτην ὑπὲρ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρό-
2769κειται, ὡς καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι δώσει ψῆφον ἀντί-
2770θετον. Τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθησόμενα ἀποβλέπουσι, Κύριοι, εἰς
2771τὴν δικαιολογίαν τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θέλω
2772κληθῆ νὰ δώσω.
2773Ἐθαύμασα, Κύριοι, ἀληθῶς τὴν δεξιότητα τοῦ κ. Προέ-
2774δρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετὰ τῆς ὁποίας οὗτος,
2775δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν ἔδιδε πρὸς αὐτὸν ἡ
2776πρό τινων ἡμερῶν γενομένη ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρ-
2777της Βουλευτοῦ, ἔθηκε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ
2778σήμερον ἀκόμη τὴν Βουλήν. Θαυμάζω, λέγω, διότι, ἐνῷ
2779ἀφετηρία πρὸς συζήτησιν δὲν ὑπῆρχε, μὴ ἀρξαμένης εἰσέτι
2780τοιαύτης ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως,
2781αὐτὸς, ἐπωφελούμενος τῆς περιστάσεως, προεκάλεσε τὴν Βου-
2782λὴν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυ-
2783βερνήσεως, καὶ ἤνοιξε τὸ στάδιον αὐτῆς· ἀλλὰ παραδόξως
2784τὴν συζήτησιν ἔτρεψεν ἐκεῖ, ὅπου οὐδένα λόγον εἶχε νὰ τρα-
2785πῇ ἡ συζήτησις, τουτέστι προεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν
2786νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ὑποδείξῃ δὲ καὶ εἰς τὴν Κυ-
2787βέρνησιν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἐν ταῖς
2788παρούσαις περιστάσεσιν, ἵνα ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι ἐν τοῖς
2789ἐξόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευ-
2790σιν νὰ νομοθετήσῃ, ἢ νὰ γένηται εἰσηγητὴς νομοθετημάτων,
2791προεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ κυβερνήσῃ, ἀνατρέψας
2792αὐτοὺς τοὺς ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους κυβερνῶνται τὰ συν-
2793ταγματικὰ Κράτη, ἀφοῦ ἔθετε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ
2794θέσει τῆς Κυβερνήσεως, ἐλάμβανε δὲ αὐτὴ τὴν θέσιν τῆς
2795Ἀντιπολιτεύσεως. Διότι ἐν κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι δὲν
2796εἶναι βεβαίως ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ συμβουλεύειν
2797καὶ ὑποδεικνύειν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα τῆς διοικήσεως
2798κατὰ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου, δὲν εἶναι
2799ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ ὑποδεικνύειν εἰς τὴν Κυβέρ-
2800νησιν τὰ μέσα τὰ ληπτέα παρ’ αὐτῆς, ἵνα ἀντικρύσῃ τὰς
2801περιστάσεις. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο εἶναι
2802ἔργον τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἓν
2803ἔργον ἔχει, νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὁσάκις παρανομῇ, νὰ
2804συζητῇ ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων ὑπ’ αὐτῆς προτάσεων εἰς
2805τὴν Βουλήν, νὰ δέχηται ὅσα ἔχουσιν ὀρθῶς ἐκ τῶν ἐν ταῖς
2806προτάσεσι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐργάζηται πρὸς βελ-
2807τίωσιν τῶν προτάσεων αὐτῶν διὰ τῆς συζητήσεως. Δὲν εἶναι
2808ὅμως ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ προτείνειν μέτρα οἰκο-
2809νομικά, ἢ μέτρα διοικητικὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὅμως
2810ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξάγεται ἡ συζήτησις!
2811Καὶ ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
2812Συμβουλίου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν κατέβαλε προσπάθειαν,
2813ἵνα ἄρῃ ἐκ τῶν ἐξόδων πᾶσαν πρόσθετον δαπάνην, βαρύνου-
2814σαν τὸν Προϋπολογισμόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη ὡς ἐπε-
2815βάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ ἐργασθῇ, ἵνα περιστείλῃ τὰς δαπάνας
2816τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἐπέτυχεν οἰκονομίας τινάς, ἀνερ-
2817χομένας εἰς τὸ ποσόν, ὃ ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τότε
2818καὶ μόνον ἐσκέφθη, ὅτι χάριν τῶν ὑψίστων ἀναγκῶν τῶν ἐθνι-
2819κῶν, περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ὁποίων πρόκειται, ἀναγκαῖον
2820ἦτο νὰ προσφύγωμεν εἰς νέαν φορολογίαν, τότε καὶ μόνον ἀπε-
2821φάσισε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιβάρυνσιν φορολογικήν,
2822νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιβάρυνσιν κατὰ 14 ἑκατομ-
2823μύρια ἐπὶ πλέον.
2824Καὶ ἡ μὲν βεβαίωσις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουρ-
2825γικοῦ Συμβουλίου θέλει ἐξετασθῆ ἐν καιρῷ, κατὰ πόσον εἶναι
2826βάσιμος καὶ εἰλικρινής. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι Βουλευταί, λαμ-
2827βάνω ἀπὸ τοῦδε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος,
2828τοῦτο πράττω, ἵνα παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐνδόσιμον,
2829ὅπως κρίνῃ, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον δὲν εἶναι μόνον
2830ἐξεταστέον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἀφ’ ἧς ἐξετάζεται, δὲν εἶναι
2831μόνον ἐξεταστέον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι
2832δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
2833ἡμῶν· εἶναι ἐξεταστέον καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀκόμη ἀπόψεως,
2834ἀπὸ τῆς ὁποίας οὐδόλως μέχρι τοῦδε ἐθίχθη οὐδ’ ἠρευνήθη.
2835Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς βάσιν
2836καὶ ἀφετηρίαν τῶν σκέψεων αὐτοῦ προέταξε τὴν βεβαίωσιν,
2837πρῶτον, ὅτι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἐπείγουσα παρίσταται νὰ
2838ὀργανωθῶμεν στρατιωτικῶς νὰ παρασκευάσωμεν τὸ ἔθνος
2839καὶ φέρωμεν αὐτὸ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ δύνη-
2840ται ἐν δεδομένῃ περιστάσει, εἴτε ἐν προσεχεῖ εἴτε ἐν ἀπω-
2841τέρῳ μέλλοντι κειμένῃ, νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ δίκαια·
2842δεύτερον, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη ἡ ἐθνικὴ δὲν δύναται νὰ πλη-
2843ρωθῇ, εἰμὴ ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
2844τιωτικῶν αὐξηθῇ κατὰ 6,659,032 δραχμάς· καὶ τρίτον,
2845ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 6,659,032 δραχμῶν δὲν εἶναι δυ-
2846νατὸν νὰ εὑρεθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2847προκύψῃ ἐξ οἰκονομιῶν εἰσαγομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν,
2848ἀλλ’ ὅτι διὰ φορολογίας, καὶ μόνον διὰ φορολογίας, δυνά-
2849μεθα νὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν
2850θεραπείαν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν.
2851Ἀμφισβητῶ, Κύριοι, ἐν πρώτοις τὴν βάσιν ταύτην τῶν
2852σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τοῦτο, εἶ-
2853μαι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ ζήτημα ὀφείλει, ὡς εἶπον, νὰ ἐξε-
2854τασθῇ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ὅλως διαφόρου, καὶ οὐχὶ
2855μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δυνατοῦ τῶν οἰκονομιῶν.
2856Οὐδεὶς βεβαίως ἀρνεῖται, ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς, ἡ μι-
2857κρὰ αὕτη γωνία τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἡ ἔχουσα ἀποστολὴν
2858καὶ λόγον ὑπάρξεως νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ δίκαια καὶ νὰ
2859ἐπιδιώξῃ διὰ πάσης θυσίας τὴν ἑνότητα τῆς Ἑλληνικῆς
2860φυλῆς καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ μέλ-
2861λοντι, καθῆκον ἀπαραίτητον ἔχει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς
2862στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀμφισβητῶ,
2863Κύριοι, τὴν ἑτέραν βάσιν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως.
2864Ἀμφισβητῶ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2865ἐπιτευχθῇ, εἰμὴ διὰ προσθήκης δαπανῶν ἓξ καὶ ἡμίσεος
2866ἑκατομμυρίων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2867Στρατιωτικῶν, ἀμφισβητῶ δὲ τέλος καὶ τὴν τελευταίαν
2868βάσιν τῶν σκέψεων αὐτῆς, ὅτι τουτέστι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν
2869δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, εἰμὴ δι’ ἐπιβαρύνσεως φορολογι-
2870κῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, Κύριοι, ἐξετάζων τὸ ζή-
2871τημα, ὀφείλω νὰ θέσω ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Βουλῆς καὶ ἕτερον
2872στοιχεῖον μελέτης καὶ ἐκτιμήσεως, παροραθὲν μέχρι τῆς
2873ὥρας, ἵνα ἀρτία ἀποβῇ ἡ κρίσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
2874Ἐὰν αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
2875Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως δὲν αὐξάνομεν αὐ-
2876τάς, κατὰ τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸ τρέχον
2877μόνον ἔτος. Αἱ ἀνάγκαι, εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ὁποίων ἀπο-
2878βλέπει ἡ αὔξησις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, δὲν εἶναι μό-
2879νον σημεριναί, δὲν ἔχουσι διάρκειαν μόνον ἑνὸς ἔτους ἢ δύο
2880ἢ τριῶν ἐτῶν, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ταχέως θεραπευομένων καὶ
2881ταχέως ἐκλειπουσῶν, ὡς δύναται νὰ ἦναι ἄλλη τις ἀνάγκη
2882τῆς διοικήσεως· δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξακολουθῶσιν
2883ὑφιστάμεναι ἐπὶ ἔτη μακρά· διότι ἡ ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατά-
2884στασις, ἡ δημιουργοῦσα αὐτὰς, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι εἶναι
2885μόνιμος καὶ ὅτι θὰ ἔχῃ διάρκειαν μακρὰν, ἴσως δὲ καὶ δεί-
2886νωσιν βαρυτέραν ἐν τῷ μέλλοντι. Αἱ αὐξήσεις λοιπὸν δαπα-
2887νῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἔχωσι διάρ-
2888κειαν ἐτῶν πολλῶν· διότι μακρὰ θὰ ἦναι ἡ σειρὰ τῶν ἐτῶν,
2889κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, οὐ μόνον
2890νὰ δαπανῶμεν ὅσα ποσὰ ἀνεγράφησαν ἤδη εἰς τὸν Προϋπο-
2891λογισμόν, ἀλλ’ ἴσως καὶ πλέον αὐτῶν, χάριν τῶν ἐθνικῶν
2892ἀναγκῶν, ἂν αὗται ἀπαιτήσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι θυσίας βα-
2893ρυτέρας, ὡς τοῦτο εἶναι πιθανὸν, μᾶλλον δὲ βέβαιον.
2894Ἂς ἴδωμεν ἤδη, ὁποία εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπο-
2895λογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Μεταξὺ τοῦ
2896ποσοῦ τῶν 18,397,021 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρελ-
2897θὸν ἔτος ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν
2898πραγμάτων, καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφέτος ὁ προϋπολογι-
2899σμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφει, ἐξ
290020,556,053 δραχμῶν, ὑπάρχει ἐπὶ πλέον διαφορὰ δραχμῶν
29012,159,932. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν
2902στρατιωτικῶν δαπανῶν. Αἱ στρατιωτικαὶ ἡμῶν δαπάναι αὐ-
2903ξάνουσι καὶ κατὰ ἕτερον, πολὺ τούτου ἀνώτερον, ποσόν, διότι
2904αὐξάνουσι καὶ κατὰ τὸ ποσὸν, ὃ προορίζεται ὑπὲρ τοῦ Ταμείου
2905τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης· αἱ δαπάναι δὲ αὗται θὰ ἦναι ἐπί-
2906σης διαρκεῖς. Θὰ ἦναι δὲ πολὺ πλέον διαρκέστεραι αὗται,
2907ἐὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης γείνῃ
2908νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκ τοῦ νόμου εἰσ-
2909πράξεων αὐτοῦ συνομολογηθῇ δάνειον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἤτοι
2910κατορθωθῇ ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ ἵδρυσις τοῦ ταμείου.
2911Διότι τότε, καὶ ἕνεκα τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ
2912Κράτους καὶ ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, οἱ πόροι τοῦ Τα-
2913μείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, θὰ μένωσιν ἄθικτοι καὶ ἀπαρα-
2914μείωτοι ἐπὶ ἔτη μακρά. Προστίθεται λοιπὸν καὶ τὸ ποσὸν
2915τοῦτο, τὸ ποσὸν δρ. 4,500,000, διὰ τοῦ ὁποίου προικοδο-
2916τεῖται ἐτησίως τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
2917Καὶ οὕτω, Κύριοι, ἔχομεν προϋπολογισμὸν στρατιωτικῶν
2918δαπανῶν ἐκ δραχ. 25,056,053. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερον
2919ποσὸν, ἐπίσης σημαντικὸν, σχετικῶς πρὸς τὸ ὅλον τῶν ἐξό-
2920δων τοῦ Κράτους, ἀποβλέπον καὶ τοῦτο εἰς τὸν αὐτὸν σκο-
2921πὸν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπίσης μονίμως καὶ διαρκῶς θέλει δα-
2922πανᾶσθαι ἐν τῷ μέλλοντι, αὐξανόμενον ἴσως σὺν τῷ χρόνῳ,
2923τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον καθιεροῦμεν χάριν τῶν ναυτικῶν δυνά-
2924μεων τῆς χώρας, τὸ ποσὸν τῶν 8,412,474 δραχμῶν, ὅσαι
2925ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2926Ναυτικῶν. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, μετὰ τὸν καθορισμὸν τῶν
2927δαπανῶν τούτων, αἵτινες θὰ ᾖναι, ὡς εἶπον, δαπάναι διαρ-
2928κοῦσαι ἐπὶ ἔτη μακρὰ, ἃς ἐξετασθῇ, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἄλλαι
2929δαπάναι τοῦ Κράτους, αἵτινες ἐπίσης καὶ αὐταὶ εἶναι ἀπα-
2930ραίτητοι καὶ ἀναγκαῖαι, μὴ σχετιζόμεναι ὅμως ἀμέσως πρὸς
2931τὴν διοίκησιν καὶ πρὸς τὰ ἔργα εὐνομουμένης καὶ φιλελευ-
2932θέρας Πολιτείας, καὶ αἵτινες οὐδέποτε θέλουσιν ἐκλείψει,
2933ἴσως δὲ καὶ θέλουσιν αὐξήσει ἐν τῷ μέλλοντι. Εἰς τὰ ποσὰ,
2934τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ προστεθῇ ποσὸν
29358,645,536 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὸν προ-
2936ϋπολογισμὸν ὑπὸ τὸν τίτλον «ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους»·
2937διότι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις ἐκεῖναι, αἱ ὅλως ἀπαραίτητοι,
2938ὡς εἶναι ἡ βασιλικὴ χορηγία, ὡς εἶναι ἡ λειτουργία τῆς
2939Βουλῆς, ὡς εἶναι αἱ συντάξεις. Ἔχομεν εἶτα τὴν ὑπηρεσίαν
2940τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις ἀπορροφᾷ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2941ἡμῶν 36,546,990 δραχμὰς, καὶ ἡ δαπάνη εἶναι ἀπαραί-
2942τητος, ἀναγκαία καὶ διαρκής. Ἔχομεν κατόπιν τὰ ἔξοδα
2943διοικήσεως, ἐπιστασίας, βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δη-
2944μοσίων ἐσόδων, δαπάνην δηλαδὴ ἐπίσης ἀπαραίτητον καὶ
2945ἀναγκαίαν, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν προ-
2946ϋπολογισμὸν ἐσόδων. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπὶ τέλους
2947ἀναγράφεται κατ’ ἀνάγκην, καὶ κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβάνεται
2948ὡς τακτικὴ, καὶ ἑτέρα δαπάνη, κατ’ ἔτος ἀναγραφομένη, ἡ
2949δαπάνη διὰ διαφόρους πληρωμὰς ἐκ δραχ. 4,691,973.
2950Οὕτω, Κύριοι, διὰ τῶν δαπανῶν τούτων, τῶν ἀπαραιτή-
2951των, ἀναγκαίων, μονίμων καὶ διαρκῶν, ἔχομεν ἓν ποσὸν, τὸ
2952ὁποῖον κατ’ ἔτος βαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων,
2953ἐξ 93,046,503 δραχμῶν. Ἔχομεν δὲ προϋπολογισμὸν ἐξό-
2954δων, οἷον ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκ δραχ-
2955μῶν 117,836,428. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δὲ τῶν δραχμῶν
295693,046,503, τῶν ἀναγκαίων καὶ κατ’ ἔτος ἐπαναληπτέων
2957δαπανῶν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων δὲν
2958μένει ἄλλο ὑπόλοιπον, εἰμὴ 24,789,925 δραχμῶν. Τὸ πο-
2959σὸν τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνη-
2960σις θὰ διοικήσῃ τὸ Κράτος, τὸ πληρῶνον κατ’ ἔτος εἰς τὸν
2961δημόσιον μὲν θησαυρὸν 120 ἑκατομμύρια, ἄλλα δὲ τόσα ἴσως
2962εἰς τὰ ὄργανα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων,
2963διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προνοήσῃ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας,
2964περὶ τῆς ἀστυνομίας, περὶ τῆς διοικήσεως ἐν γένει, περὶ τοῦ
2965ἐμπορίου, περὶ τῆς βιομηχανίας, περὶ τῆς γεωργίας, περὶ
2966τῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ τῆς δικαιοσύνης, περὶ τῆς δημοσίας
2967ὑγείας, περὶ τῆς συγκοινωνίας, περὶ τῶν πνευματικῶν ἀναγ-
2968κῶν τοῦ λαοῦ καὶ περὶ τῆς Ἐκκλησίας, περὶ τῆς ἐξωτερι-
2969κῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ ἐν γένει ἐξ αὐτοῦ θὰ δαπανᾷ πρὸς
2970θεραπείαν ὅλων ἐκείνων τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ἡ πλήρωσις
2971καὶ ἡ θεραπεία τῶν ὁποίων εἶναι τεκμήριον λαοῦ πεπολιτι-
2972σμένου, χώρας εὐνομουμένης...
2973Ἐρωτῶ δὲ ἤδη ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ποτὲ δυ-
2974νατὸν διὰ ποσοῦ τοσούτου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντιπροσωπεύει
2975οὔτε τὸ ¼ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, νὰ ἐπι-
2976τευχθῇ τὸ ἔργον τῆς διοικήσεως καὶ τῆς μερίμνης περὶ ὅλων
2977τούτων τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βου-
2978λευταί, θὰ ἦναι δυνατὸν ἐπὶ τὸ μέλλον μὲ τοσοῦτον ποσὸν
2979νὰ ἐξακολουθήσωμεν διοικούμενοι; ἐπὶ πλέον δὲ, θὰ ἦναι δυ-
2980νατὸν, εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐν τῷ μέλλοντι αἱ ἀνάγκαι
2981αἱ ἐθνικαὶ, αἱ ἐπιβάλλουσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αὔξη-
2982σιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, ἀπαιτήσωσι παρὰ τοῦ ἔθνους
2983δαπάνας χάριν τοῦ στρατοῦ μεγαλειτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι
2984γίνονται ἤδη, θὰ ἦναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς
2985τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως μὲ ποσὸν ἔλαττον τῶν δραχ-
2986μῶν 24,000,000; Διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὑμῶν, κύριοι Βου-
2987λευταὶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι παρίστανται ὡς
2988δεόμεναι συντονωτέρας θεραπείας καὶ μεγαλειτέρων θυσιῶν,
2989ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προορίζεται διὰ τὰς στρα-
2990τιωτικὰς δαπάνας, θέλει κατ’ ἔτος αὐξάνει, καὶ ἐπὶ τοσοῦ-
2991τον τὸ ὑπολειπόμενον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς καθαρᾶς διοική-
2992σεως ποσὸν θέλει μειοῦσθαι. Οὕτω δὲ, ἐὰν ἐν τῷ μέλλοντι προ-
2993κύψωσι μεγαλείτεραι ἀκόμη ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, τὸ ποσὸν τῶν
299493,000,000 δραχμῶν δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἀνέλθῃ εἰς
2995100,000,000. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ποσὸν τῶν μονίμων καὶ
2996ἀναγκαίων καὶ ἀπαραιτήτων δαπανῶν κατ’ ἔτος θὰ αὐξάνῃ,
2997ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπολείπηται ἐκ τῶν
2998εἰσπράξεων, θὰ μειῶται, ἀποκλειομένης τῆς προσφυγῆς εἰς
2999νέας φορολογίας, συνεπῶς δὲ δὲν θὰ χωλαίνῃ μόνον ἡ διοί-
3000κησις, ἀλλὰ θὰ καταστραφῇ ἡ διοίκησις καὶ θὰ ἐκλίπῃ,
3001καὶ οὐδεμία μέριμνα, οὐδεμία πρόνοια θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ
3002λαμβάνηται ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, ὑπὲρ
3003τοῦ ἐμπορίου, ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἐν γένει παραγωγῆς, ἐξ ἧς
3004προσδοκῶμεν τὰ 120 ἑκατομμύρια τῶν ἐσόδων, πολὺ δὲ ἧτ-
3005τον ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ὑπὲρ τῆς παιδείας καὶ τῶν ἄλ-
3006λων ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως.
3007Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, οὕτως ἐχόντων τῶν
3008πραγμάτων, οὕτω πως διοικούμενοι, μὲ τοιαῦτα ποσὰ ἐλεεινὰ
3009καὶ γλίσχρα, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸν στρατὸν καὶ
3010τὸ ναυτικὸν, τὰ ὁποῖα ποθοῦμεν καὶ τὰ ὁποῖα παρασκευά-
3011ζομεν χάριν τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος; Κατ’ ἐμὲ, δὲν θὰ
3012ἔχωμεν πλέον στρατὸν, ἀλλὰ στρατοκρατίαν, δὲν θὰ ἔχωμεν
3013τὸ ἐλπιζόμενον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ δύναμιν
3014ἐστερημένην τῶν ἠθικῶν κεφαλαίων, ἅτινα διακρίνουσι τοὺς
3015στρατοὺς τῶν ἐλευθέρων ἐθνῶν. Διότι δὲν γνωρίζω, ἂν δύ-
3016ναται νὰ λέγηται στρατὸς ὁ προερχόμενος ἀπὸ ἔθνος κακῶς
3017διοικούμενον, ἀπὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον στερεῖται ἐκπαιδεύσεως,
3018στερεῖται δικαιοσύνης, στερεῖται ἀστυνομίας καὶ δημοσίας
3019ἀσφαλείας. Ἕνεκα τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, ἄγομαι εἰς τὸ
3020συμπέρασμα, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προώρι-
3021σεν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, εἶναι
3022ποσὰ ἐξωγκωμένα.
3023Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι δὲν εὑρίσκεται Ἕλλην, πολλῷ δὲ
3024μᾶλλον Βουλευτὴς, ἀρνούμενος τὴν ἀνάγκην τῆς στρατιωτι-
3025κῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀρνοῦμαι καὶ ἀντιτίθεμαι
3026πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο ἄλλως ἢ
3027διὰ φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως, ἀρνοῦμαι καὶ ἀντιτίθεμαι πρὸς
3028τὴν γνώμην, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ δι’ αὐξή-
3029σεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δαπανῶν.
3030Ὁ ἄρτι λαλήσας πρὸς τὴν Βουλὴν συνέκρινεν, ὑπὸ τὴν
3031ἔποψιν τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως καὶ ἀντοχῆς, τὴν χώραν
3032ἡμῶν πρὸς ἄλλας χώρας, καὶ ἰδίως πρὸς τὰ Κράτη τοῦ Αἵ-
3033μου, ἀλλὰ παρέλειψε νὰ κάμῃ καὶ ἑτέραν τινὰ σύγκρισιν,
3034ἀπολύτως ἀναγκαίαν ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ὁ κ. Βουλευ-
3035τὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμίλησε περὶ Βουλγαρίας, Ρουμανίας καὶ
3036Σερβίας, καὶ ἐνῷ εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ χῶραι αὗται
3037ἔχουσι στρατὸν πάνοπλον, ἕτοιμον νὰ δράσῃ, παρέλιπε, νο-
3038μίζω, νὰ ἐξετάσῃ ὁποίας θυσίας τὰ Κράτη ἐκεῖνα ὑφίσταν-
3039ται χάριν τοῦ στρατοῦ αὐτῶν. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ σύγκρι-
3040σις αὕτη μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι στρατὸν
3041παρεσκευασμένον καθ’ ὅλα καὶ ἑτοιμοπόλεμον, καὶ ἡμῶν, οἱ
3042ὁποῖοι δὲν ἔχομεν στρατόν.
3043Ἡ Βουλγαρία, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων 96,826,900
3044φράγκων καὶ ἐξόδων 96,065,900 φράγκων, δαπανᾷ κατ’
3045ἔτος διὰ τὸν στρατὸν αὐτῆς 20,327,020 φράγκα, ἔχει δὲ
3046στρατὸν ἐν εἰρήνῃ 40,555 ἀνδρῶν καὶ 7,400 ἵππους, τουτέ-
3047στιν ὑπερδιπλάσιον τοῦ ἐν εἰρήνῃ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ
3048δύναται νὰ παρατάξῃ στρατὸν ἐν πολέμῳ 208,966 ἀνδρῶν
3049καὶ 38,788 ἵππους. Ἡ δαπάνη δὲ, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλγαρικὴ
3050Ἡγεμονία χορηγεῖ κατ’ ἔτος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ αὐτῆς, μό-
3051λις ὑπερβαίνει τὸ ⅕ τῶν ἐτησίων ἐξόδων αὐτῆς.
3052Ἡ Ρουμανία, ἥτις διὰ τῆς μερίμνης τῆς ἰδιαζούσης τοῦ
3053Βασιλέως αὑτῆς ὠργάνωσε στρατιωτικὴν δύναμιν ἐθνικήν,
3054ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν, ἡ Ρουμανία, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ
3055ἐσόδων μὲν 218,500,000 φράγκων καὶ ἐξόδων 217,682,908
3056φράγκων, δαπανᾷ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ αὑτῆς 38,820,000
3057φράγκα, καὶ ἔχει ἐν εἰρήνῃ μὲν δύναμιν 116,178 ἀνδρῶν καὶ
305821,318 ἵππων, ἐν πολέμῳ δὲ 168,000 ἀνδρῶν καὶ 32,604
3059ἵππων...
3060§204Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι
3061μικροτέρα ἡ ἀναλογία διὰ τὴν Ἑλλάδα.
3062§205Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· καὶ τοῦτο ἀκριβῶς κα-
3063τηγορῶ...Τουτέστιν ἡ ἀναλογία τῶν δαπανῶν τῆς Ρουμα-
3064νίας διὰ τὸν στρατὸν αὐτῆς πρὸς τὰ ὅλα ἔξοδα τοῦ Κράτους
3065εἶναι ἓν πρὸς πέντε καὶ 6/ 10.
3066Ἡ Σερβία, ἥτις ἔχει ἔσοδα μὲν 74,018,070 φράγκα,
3067καὶ ἔξοδα 73,992,542 φράγκα, στρατὸν δὲ 27,200 ἀνδρῶν
3068ἐν εἰρήνῃ, δαπανᾷ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ αὑτῆς 17,602,700
3069φράγκα, τουτέστιν ἔλασσον τοῦ ¼ τῶν ἐξόδων αὐτῆς.
3070Αὗται εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ
3071ἔχοντα, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν αὑτῶν, στρατὸν, καὶ στρα-
3072τὸν ἑτοιμοπόλεμον, τὰ ἔθνη, πρὸς τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν καὶ
3073δι’ ἄλλους ἀκόμη εὐνοήτους λόγους νὰ συγκρινώμεθα καὶ νὰ
3074παραλληλιζώμεθα, αὗται εἶναι αἱ δαπάναι, ἃς πραγματο-
3075ποιοῦσι κατ’ ἔτος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ αὐτῶν.
3076Ἐὰν δὲ, Κύριοι, ζητήσητε νὰ ἐξεύρητε τὴν ἀναλογίαν τῶν
3077δαπανῶν, τὰς ὁποίας καθιεροῖ ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν ὑπὲρ
3078τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, πρὸς τὸ ὅλον ποσὸν
3079τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναλογίαν, ἥτις, λαμβα-
3080νομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἀναγκῶν,
3081ἔπρεπε νὰ ᾖ μεγαλειτέρα ἢ ἐν τοῖς Κράτεσι τοῦ Αἵμου, τὰ
3082ὁποῖα ἔχουσι μικροτέραν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου αὐτῶν
3083χρέους, καὶ συνεπῶς μεγαλειτέραν ἕνεκα τούτου ἐλευθερίαν
3084ἐν ταῖς δαπάναις αὐτῶν, θὰ εὕρητε, ὅτι ἡμεῖς φθάνομεν εἰς
3085ἀναλογίαν 1 πρὸς 3½, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν δυστυχῶς νὰ
3086ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ, ὅτι τὴν ἀναλο-
3087γίαν ταύτην δὲν θὰ σμικρύνωμεν ἀκόμη ἐν τῷ μέλλοντι, ἐὰν
3088μεγαλείτεραι καὶ ἐπιτακτικώτεραι ἀνάγκαι ἐθνικαὶ ἐπιβά-
3089λωσιν εἰς ἡμᾶς μεγαλειτέρας ἀκόμη θυσίας, καὶ τότε θὰ
3090καταντήσωμεν εἰς ἀπροχώρητον καὶ ἀδιέξοδον κατάστασιν.
3091Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀναγνωρίζωμεν τὴν
3092ἀνάγκην, ὅπως παρασκευασθῶμεν στρατιωτικῶς, ἀφ’ ἑτέρου
3093δὲ εὑρίσκωμεν ὑπερβολικὰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας καθι-
3094εροῖ ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν χάριν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγ-
3095κῶν τῆς χώρας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὀρ-
3096γάνωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν; πῶς εἶναι δυνα-
3097τὸν νὰ παρασκευασθῶμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ
3098παρέχηται ἡ ἐλπὶς εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος, ὅτι
3099εἶναι δυνατὸν ἡμέραν τινὰ τὸ ἐλεύθερον ἔθνος νὰ διεκδικήσῃ
3100τελεσφόρως τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ ἐπι-
3101τύχῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἐν ἑνότητι
3102πολιτικῇ, ὑπὸ τὸ αὐτὸ σκῆπτρον; Τὸ πῶς εἶναι δυνατὸν,
3103τὸ λέγουσιν οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, τοὺς
3104ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα. Ὅπως τὰ ἔθνη ἐκεῖνα κατώρ-
3105θωσαν διὰ δαπάνης ἀναλόγως ἐλάσσονος τῶν δαπανῶν, ἃς
3106ἡμεῖς δαπανῶμεν εἰς τὸν ἀέρα, νὰ ἐπιτύχωσι τὸν στρατιω-
3107τικὸν ὀργανισμὸν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει καὶ ἡμεῖς
3108νὰ ἐπιτύχωμεν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, ἐμπνεόμενοι ὑπὸ
3109πνεύματος φειδοῦς καὶ οἰκονομίας. Διατὶ ἀντὶ τῆς διετοῦς
3110θητείας, τὴν ὁποίαν εἰσάγετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διατὶ
3111νὰ μὴ ζητήσητε θητείαν μονοετῆ, ἀλλὰ πραγματικήν;
3112Καὶ ἐνταῦθα γενόμενος τοῦ λόγου, ὀφείλω νὰ μὴ παρα-
3113λίπω, ὅτι τὰ ἔθνη, ὧν ἐμνήσθην, ἔχουσιν ἄλλα διετῆ καὶ
3114ἄλλα τριετῆ θητείαν· ἡ Βουλγαρία διετῆ διὰ τὸ πεζικὸν,
3115τριετῆ διὰ τὰ ἄλλα ὅπλα, ἡ Ρουμανία ἐπίσης, ἡ Σερβία δὲ
3116διετῆ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δαπανῶσιν ὀλιγώτερα τῶν δαπα-
3117νωμένων ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος.
3118Διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ ζητήσητε μονοετῆ θητείαν, καθι-
3119στῶντες τὴν ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν πραγματικήν; Διατὶ νὰ
3120μὴ περιορίσητε τοὺς μισθοὺς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν
3121τοῦ στρατοῦ, πραγματοποιοῦντες ἰδέαν, ἥτις ἔχει ὡριμά-
3122σει πλέον; Διατὶ νὰ μὴ ἐπιδιώξητε καὶ ἄλλας οἰκονο-
3123μίας δυνατὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, αἵτινες σαφῶς καὶ
3124πειστικῶς ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων; Ἀλλ’ ὑ-
3125μεῖς, ἀντὶ μονοετοῦς θητείας, εἰσηγάγετε σύστημα στρατο-
3126λογίας ἀπαιτοῦν δαπάνην ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον ἐκεί-
3127νης, τὴν ὁποίαν σήμερον πραγματοποιοῦμεν. Καὶ ἀντὶ νὰ
3128ἐπιδιώξητε τὰς περικοπὰς τῶν ἐξόδων καὶ τὰς μεταβολὰς,
3129ἃς ἡ ἀνάγκη τῶν περιστάσεων ἐπιβάλλει, ἐτράπητε τὴν
3130ὁδὸν τῆς φορολογίας, καὶ ζητεῖτε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ
3131λαοῦ διὰ μιᾶς, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἔτους εἰς τὸ ἕτερον, προσθή-
3132κην 9,300,000 δραχμῶν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ, ὡς
3133ἐλπίζετε, ἡ νέα φορολογία, πλὴν τῆς φορολογίας τῆς διὰ
3134τὴν ὁδοποιΐαν. Ἐὰν δὲ καὶ ὁ φόρος ἐκεῖνος προστεθῇ, ὑπο-
3135λογιζομένου τοῦ ἄρρενος πληθυσμοῦ, τοῦ ἀπὸ τοῦ 18 μέχρι
3136τοῦ 60 ἔτους, ὅστις ὀφείλει νὰ εἰσφέρῃ τρία ἡμερομίσθια, ἢ
3137τὴν ἀξίαν αὐτῶν, εἰς δραχμὰς 500,000, κατ’ ἀνάγκην θὰ
3138ἔχωμεν καὶ ἑτέραν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν ἐκ 4,500,000
3139δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἤτοι ἐπιβάρυνσιν ἐν ὅλῳ ἐκ δραχμῶν
314013,800,000.
3141Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς οὗτος, Κύριοι, τῶν 13,800,000 δραχ-
3142μῶν δὲν μαρτυρεῖ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς στρα-
3143τιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, δὲν μαρτυρεῖ τὴν πρόνοιαν
3144αὐτῆς περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἂν αἱ στρα-
3145τιωτικαὶ μόνον ἀνάγκαι ἐνδεικνύωσι τὴν νέαν φορολογίαν,
3146διατὶ τότε προβαίνει ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ παρὰ τοῦ
3147λαοῦ θυσίαν 13,800,000 δραχμῶν, ἀφοῦ τὰς στρατιωτι-
3148κὰς ἀνάγκας τῆς χώρας θεωρεῖ ὡς θεραπευομένας διὰ ποσοῦ
3149δραχ. 6,650,000, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτῆς; Ποῦ
3150εὑρίσκεται τότε ἡ δικαιολογία τῆς πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου
3151νέας φορολογίας ἐξ 7,150,000 δραχμῶν; Δὲν πρόκειται
3152λοιπὸν περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, δὲν πρό-
3153κειται περὶ πληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, οὔτε
3154περὶ διεκδικήσεως τῶν ἐθνικῶν δικαίων· ὅλη αὕτη ἡ μεγα-
3155ληγορία περὶ στρατοῦ ἰσχυροῦ, περὶ τῆς διεθνοῦς βαρύτητος
3156τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῶν ἐθνικῶν δικαίων καὶ περὶ τοῦ μέλ-
3157λοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι ἢ πρόφασις ἄλλων σκοπῶν.
3158Διότι προφανῶς πρόκειται νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα
3159τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς νέας ταύτης φορολογίας, πρό-
3160κειται νὰ διαχειρισθῶμεν διοίκησιν πολυτελῆ καὶ σπάταλον,
3161πρόκειται νὰ διατηρήσωμεν Νομαρχίας, ἀστόχως καὶ ἀσκό-
3162πως ὑπαρχούσας, καὶ Πρωτοδικεῖα οὐ μόνον εἰς οὐδὲν συν-
3163τελοῦντα ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ παραβλάπτοντα
3164καὶ καταστρέφοντα, τοῦτ’ αὐτὸ, τὴν δικαιοσύνην· πρόκειται
3165νὰ διατηρήσωμεν 235 Εἰρηνοδικεῖα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος,
3166ἐνῷ καὶ τὰ ἡμίση τούτων ἐὰν κατηργοῦντο, ὅσα ἐκδίδουσιν
316720 ἢ 50 ἢ 100 ἢ τὸ πολὺ 200 ἀποφάσεις, κατ’ οὐδὲν
3168ἤθελε πάθει ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη· πρόκειται νὰ δια-
3169τηρήσωμεν σύστημα διοικήσεως τῶν ἐξεταστικῶν καὶ ποι-
3170νικῶν φυλακῶν καταισχῦνον πράγματι τὴν χώραν, ἥτις θέ-
3171λετε νὰ λέγηται πεπολιτισμένη· πρόκειται νὰ διατηρήσω-
3172μεν σύστημα διοικήσεως τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν ἀνοή-
3173τως πολυτελὲς καὶ σπάταλον· πρόκειται νὰ διατηρῶμεν
3174Γυμνάσια καὶ Ἑλληνικὰ σχολεῖα οὐδένα πληροῦντα σκοπὸν
3175καὶ γινόμενα ἡ λύμη τῆς κοινωνίας· πρόκειται ἐπὶ τέλους
3176νὰ ἔχωμεν τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ δυνάμεθα νὰ πληρώνωμεν
3177τοὺς ὑπαλλήλους, μετακινουμένους ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς
3178Ἑλλάδος εἰς τὸ ἕτερον κατὰ σωρείαν καὶ δὶς ἢ τρὶς κατ’
3179ἐπανάληψιν ἐντὸς μηνός.
3180Καὶ ἐνταῦθα γενόμενος τοῦ λόγου, καὶ πρὸς πίστωσιν αὐ-
3181τοῦ, ὀφείλω νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προθέσεις τῆς
3182Κυβερνήσεως, μαρτυρουμένας ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας. Προσή-
3183γαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πίνακα τῶν πραγ-
3184ματοποιηθέντων κατὰ τὸ 1903 ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν
3185μετατιθεμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι
3186ἀκριβὴς ὁ ἀριθμός, ὃν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
3187καιοσύνης πρὸς τὴν Βουλήν. Οὗτος διϊσχυρίσθη, ὅτι ἠναγ-
3188κάσθη νὰ ζητήσῃ πρόσθετον ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν
318940,000 δραχμῶν δι’ ὁδοιπορικὰ τῶν μετατιθεμένων ὑπαλ-
3190λήλων, καὶ ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ βαρύνῃ τὴν διοίκησιν τοῦ
3191Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὃν χρόνον παρ’ ἄλλων
3192διηυθύνετο τοῦτο. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν,
3193ὅτι, ὅτε ἐγὼ κατέλιπον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης,
3194τὴν 6 Δεκεμβρίου, καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐκλήθη
3195ἐπὶ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, ὑπῆρχε ποσὸν εἰσέτι ἀδιάθετον
31968,000 δραχμῶν ἐκ τῆς ἐψηφισμένης διὰ τοῦ Προϋπολογι-
3197σμοῦ τοῦ 1903 πιστώσεως τῶν 40,000 δραχμῶν, καὶ ἠγ-
3198γίζομεν τότε εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Τὴν πίστωσιν λοιπὸν
3199ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργός, οὐχὶ ἵνα θεραπεύσῃ ἀνάγκας γεν-
3200νηθείσας ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν προκατόχων αὐτοῦ, ἀλλὰ
3201ἀνάγκας, τὰς ὁποίας προεκάλεσαν αἱ ἀθρόαι μετακινήσεις,
3202αἱ ὑπ’ αὐτοῦ ἐνεργηθεῖσαι. Καὶ εἰς τὴν θεραπείαν παρο-
3203μοίων ἀναγκῶν ἀποβλέπει ἡ νέα φορολογία. Οὕτω πως λοι-
3204πὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται παρὰ τοῦ Ἑλληνι-
3205κοῦ λαοῦ διὰ τῆς νέας φορολογίας, δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλ-
3206θωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ
3207τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ λικμηθῶσιν
3208εἰς τοὺς ἀνέμους τῆς κομματικῆς ἀκολασίας.
3209Ἡ προσθήκη τοῦ ποσοῦ τῶν 13,800,000 δραχμῶν ἡ ἐκ
3210τῆς νέας φορολογίας, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων
3211ἡμῶν εἶναι προσθήκη ἀντιστοιχοῦσα εἰς τὸ ⅛ περίπου τῶν
3212ὅλων ἐσόδων ἡμῶν. Ὅτε δὲ κόμμα πολιτικὸν, ὅπερ ἀρτίως
3213ἀκόμη, ὀλίγον προτοῦ κληθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν, διὰ τῶν κορυ-
3214φαίων καὶ τῶν ἡγετῶν αὐτοῦ διεκήρυττεν εἰς τὸν κόσμον,
3215ὅτι ἐρχόμενον ἐπὶ τὰ πράγματα μίαν καὶ μόνην μέριμναν θὰ
3216εἶχε, τὴν μέριμναν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώ-
3217ρας, καὶ ταύτην θὰ ἐπετύγχανε δι’ αὐστηροτάτων οἰκονο-
3218μιῶν, χωρὶς εἰς οὐδεμίαν ἐπιβάρυνσιν φορολογικὴν νὰ προσ-
3219φύγῃ, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συναντώμε-
3220νος μετὰ δημοσιογράφων, καὶ μάλιστα φίλα φρονούντων πρὸς
3221τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀνακοινούντων εἰς τὴν κοινωνίαν τὰς
3222γνώμας αὐτοῦ, διεκήρυττεν, ὅτι οὐδεμία ἐπιβάρυνσις φορο-
3223λογικὴ θέλει ἐπέλθει διὰ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’
3224ὅτι δι’ αὐστηρῶν οἰκονομιῶν θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ κάλυψις τῶν
3225ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτε, λέγω, τοιαῦτά τινα διε-
3226κήρυττον οἱ προϊστάμενοι τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη
3227εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ εὐθύς, μόλις ἐλθόντες
3228εἰς τὰ πράγματα, ἐτράπησαν τὴν ἀντίθετον ὁδὸν, τὴν ὁδὸν
3229τῆς φορολογίας, καὶ δὴ τοιαύτης ἀπηνοῦς καὶ βαρείας φο-
3230ρολογίας, δίκαιον ἦτο νὰ ἀπορήσῃ καὶ ἐξαναστῇ ὁ κόσμος
3231ὁ Ἑλληνικὸς καὶ νὰ διαμαρτύρηται πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς
3232τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὸν Βασιλέα, κραυγάζων μεγαλοστό-
3233μως, ὅτι βαρεῖα, ἄδικος καὶ σκληρὰ εἶναι ἡ ἐπιβαλλομένη
3234φορολογία. Προκειμένου δὲ περὶ τόσον σπουδαίου θέματος,
3235προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίας ἀποφάσεως, ὡς ἡ ἀπόφα-
3236σις ἡ ἄγουσα τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς προτάσεις πρὸς τὴν
3237Βουλὴν περὶ νέας φορολογίας, εἶναι ἄπορον, πῶς ἐν ἐλαφρᾷ
3238συνειδήσει, ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην καὶ διὰ πέν-
3239τε ἢ ἓξ νομοσχεδίων ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὸ
3240φορολογικὸν καθεστώς, καὶ ἀξιοῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψη-
3241φίσῃ φορολογίαν 13,800,000 δραχμῶν, φορολογίαν δυναμέ-
3242νην νὰ κλονίσῃ καὶ νὰ συντρίψῃ τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν,
3243φορολογίαν τοσοῦτον σημαντικὴν, ὅσον τὸ ποσὸν τοῦτο ἀντι-
3244στοιχεῖ πρὸς τὸ ⅛ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων
3245ἡμῶν. Καὶ ἀληθῶς ἡ ἀπόφασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε νομίζω,
3246ὅτι ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν ὑπο-
3247χρέωσιν, ἵνα καὶ ἄλλων τὰς γνώμας ζητήσῃ.
3248Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἐξ ἐπιφανῶν
3249ἀνδρῶν τόσον ἐν τῇ πολιτικῇ, ὅσον καὶ ἐν τῇ διοικήσει,
3250οἵτινες καλούμενοι θὰ ὑπεδείκνυον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς
3251δυνατὰς οἰκονομίας, θὰ ἠδύναντο δὲ ἐν τέλει, ἀφοῦ ἐξήν-
3252τλουν τὸ στάδιον τῶν οἰκονομιῶν, νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν
3253Κυβέρνησιν, κατὰ τίνα τρόπον καὶ μέχρι τίνος μέτρου ἔδει
3254νὰ αὐξηθῇ ἡ φορολογία, εἰς τρόπον ὅμως, ὥστε νὰ μὴ θι-
3255χθῶσι συμφέροντα ὕψιστα τῆς Πολιτείας, ὡς συμβαίνει σή-
3256μερον διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ.
3257Αὕτη εἶναι ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ
3258Κυβέρνησις, ἵνα πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ φορολο-
3259γικὴ ἐπιβάρυνσις ἐπιβάλλεται ἐξ ἀπολύτου ἀνάγκης. Εἶναι
3260δὲ στοιχεῖον, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἀρετὴ καὶ προσὸν τοῦ φόρου ἡ
3261πεποίθησις τοῦ λαοῦ, ὅτι ὁ φόρος ὁ πληρωνόμενος ὑπηρετεῖ
3262πραγματικὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας καὶ δὲν διατίθεται εἰκῇ καὶ
3263ἀσκόπως κατὰ τὰς διαθέσεις ἑκάστου Ὑπουργοῦ. Μὴ ἐλπί-
3264ζετε λοιπὸν, Κύριοι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐμπνέετε εἰς τὴν συνείδη-
3265σιν τοῦ λαοῦ δι’ οἰκονομιῶν γενναίων τὴν πεποίθησιν ταύ-
3266την, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους προτείνετε καὶ ζητεῖτε νὰ
3267ψηφίσῃ ἡ Βουλή, θέλουσιν ἀποδοθῇ παρὰ τοῦ λαοῦ, συνει-
3268δότος ὅτι ὑπηρετεῖ ἀνάγκας ἐθνικάς· ἔστε δὲ μᾶλλον βέβαιοι
3269περὶ τῆς πεποιθήσεως τοῦ λαοῦ, ὅτι ζητεῖτε αὐτοὺς, ἵνα
3270τοὺς διαθέσητε ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἀκολασίας, καὶ τότε
3271βεβαίως δὲν θὰ εὕρητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρόθυμον νὰ
3272καταβάλῃ αὐτούς.
3273§206Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3274§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς
3275Βουλευτὴς ἐπραγματεύθη τὸ θέμα, περὶ οὗ ἡ Βουλὴ ἀπὸ
3276ἡμερῶν ἀσχολεῖται, μετὰ μεγάλης πικρίας. Ἐλπίζω ὅτι
3277τὴν πικρίαν ταύτην δὲν ἐγέννησαν τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ
3278ὁποῖα συζητεῖ, ἀλλὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα συζητεῖ. Ἐγὼ
3279θὰ ἦμαι ἀπαθέστερος καὶ θὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων τινὰ τῶν
3280ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων.
3281Καὶ πρῶτον ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρέστησεν εἰς
3282ὑμᾶς, ὅτι κατελήφθημεν ὑπὸ μεγαλομανίας καὶ ἄνευ μελέ-
3283της ἐπαρκοῦς τῶν νομοσχεδίων, τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβλη-
3284θέντων, ὑπελογίσαμεν τὰς ἐξ αὐτῶν ἀπορρεούσας δαπάνας
3285ὑπερβολικῶς. Καὶ ἠκούσαμεν τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν
3286διατεινόμενον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, ὑπὲρ
3287τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη καὶ τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὅτι θέλει ὑπο-
3288στηρίξει, δὲν θέλει γεννήσει τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑπε-
3289λογίσαμεν, ἀλλ’ ἄνευ αὐξήσεως δαπάνης καὶ ἑνὸς λεπτοῦ
3290δύναται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους,
3291νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν ἔλαβε, φαίνεται, γνῶσιν ὁ κ. ἐξ Ἀττι-
3292κῆς Βουλευτὴς σημειώματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν
3293Βουλὴν, συνταχθέντος ὑπ’ ἀνδρῶν εἰδικῶν καὶ δυναμένων νὰ
3294γινώσκωσι ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῶν νομοθετημάτων,
3295τὰ ὁποῖα προτείνομεν. Ἐὰν ἤθελεν ἀναγνώσει τὸ σημείωμα
3296ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ γραφικοῦ λάθους σημειοῦται αὔξη-
3297σις δαπάνης μόνον 1,200,000 δραχμῶν, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι
3298πρόκειται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας νὰ προκύ-
3299ψῃ αὔξησις δαπανῶν 1,646,000 δραχμῶν. Εἶπεν ὁ κ. Βου-
3300λευτὴς, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ
3301νέου νομοσχεδίου δὲν καθιεροῦται διετὴς θητεία, ἀλλὰ δε-
3302καοκτάμηνος, γίνεται δὲ δεκτὸν τὸ σύστημα τῆς ἐπὶ ὀλι-
3303γώτερον χρόνον κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ τινων τῶν πρὸς
3304στράτευσιν ὑποχρέων. Ἐλήφθησαν ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, κύριε
3305Βουλευτὰ, ἀλλ’ ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος πολλάκις κατὰ τὴν τελευ-
3306ταίαν ὥραν ἔρχεσθε νὰ συζητήσητε, λησμονεῖτε νὰ λάβητε
3307ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰ θέματα, περὶ
3308ὧν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῆτε. Ἐὰν ἐλαμβάνετε γνῶσιν τού-
3309των, δὲν ἠθέλετε ὑποστηρίξει, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3310στρατολογίας οὐδεμία θέλει ἐπέλθει αὔξησις δαπανῶν.
3311Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς ταῦτα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ
3312Ἀττικῆς. Μᾶς ἀνέπτυξε, ποία ἡ δαπάνη ἡ ἀπαιτουμένη
3313διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν,
3314ὅτι ἡ ἐμπόλεμος δύναμις, ἡ ἐκ τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας
3315καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ προκύπτουσα, ἀνέρχεται εἰς
331652,000 ἄνδρας. «Ποίας δαπάνης ἔχετε ἀνάγκην πρὸς προ-
3317μήθειαν τοῦ ἀναγκαίου ὁπλισμοῦ;» ἠρώτησεν. «Ἔχετε
3318ἀνάγκην 50,000 ὅπλων». Καὶ ὑπελόγισε τὴν πρὸς ἀγορὰν
3319τῶν ὅπλων τούτων ἀναγκαίαν δαπάνην, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’
3320ὄψιν τὴν ἀξίαν τῶν ὅπλων αὐτῶν· διότι, ἐὰν εἶχε λάβει ταύ-
3321την ὑπ’ ὄψιν, ἤθελε φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα διάφορον. Διότι
3322αἱ 50,000 ὅπλα, πρὸς 80 φράγκα χρυσᾶ ἕκαστον, ἀποτε-
3323λοῦσι ποσὸν 4,000,000 φράγκων· εἰς ταῦτα δὲ δέον νὰ
3324προστεθῇ καὶ ποσὸν ἑτέρων 4,000,000 φράγκων διὰ πυρο-
3325μαχικά. Εἰς τοὺς εἰδικοὺς δὲ ἄνδρας ἀπόκειται νὰ κρίνω-
3326σιν, ἂν στρατὸς 50,000 ἀνδρῶν δύναται νὰ ἔχῃ ὁπλισμὸν
332750,000 ὅπλων, εἰς ὑμᾶς δὲ ὅλους ἀπόκειται νὰ κρίνητε, ἂν
3328δυνάμεθα νὰ ὀργανώσωμεν στρατὸν, νὰ συντάξωμεν στρατὸν
3329διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ βασισθῶμεν μόνον ἐπὶ 50,000
3330ὁπλιτῶν. Ἀλλὰ λαμβάνω τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ φθάνω
3331ἀμέσως εἰς ποσὸν 8,000,000 φράγκων χρυσῶν.
3332Ἀλλ’ ἠσχολήθη ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ περὶ τοῦ πυροβολι-
3333κοῦ, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀρκοῦσι 10 πυροβολαρχίαι. Ἐν τῷ
3334ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουσιν 26 πυροβολαρχίαι, καὶ
3335αὗται ἀπαιτοῦσι δαπάνην 7,800,000 φράγκων χρυσῶν, τὰ
3336δὲ πυρομαχικὰ τῶν 26 πυροβολαρχιῶν ἔχουσιν ὡς ἀποτέλε-
3337σμα νὰ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη πέραν τῶν 10,000,000 φράγκων,
3338εἰς τὰ ὁποῖα ἐὰν προστεθῶσι καὶ τὰ 8,000,000, περὶ ὧν
3339εἶπον, ἀναβιβάζεται τὸ ποσὸν εἰς 18,000,000 φράγκα χρυ-
3340σᾶ ἢ 27,000,000 δραχμάς· ἐὰν δὲ προστεθῶσι καὶ τὰ ἔξο-
3341δα ἱματισμοῦ καὶ στρατωνισμοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς
3342ὥρισεν εἰς 3,000,000, ὑπερβαίνομεν τὰ 30,000,000. Ἐὰν
3343δὲ ὑπερβαίνωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι ὁ
3344στρατὸς τοῦ μέλλοντος θὰ ἦναι 50,000 ἀνδρῶν, καὶ ὅτι
334550,000 ὅπλα ἀρκοῦσιν, ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. ἐξ Ἀτ-
3346τικῆς Βουλευτοῦ δὲν ἔχουσι βάσιν· διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ
3347πολὺ θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην 20,000,000 δραχμῶν, ἀποδεικνύε-
3348ται δὲ, ὅτι πρόκειται οὐχὶ περὶ 20,000,000, ἀλλὰ περὶ
334930,000,000. Καὶ ἠκούσαμεν τὴν παράδοξον θεωρίαν, ὅτι
3350δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶμεν εἰς ἀνέγερσιν κτιρίων, διότι
3351ταῦτα δύνανται νὰ γείνωσιν ἀργότερον. Ἀλλὰ, ἐρωτῶ, ἐὰν
3352πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος νόμος περὶ στρατολογίας ἀπὸ
3353τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ παρόντος ἔτους, μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ
3354ἐπιόντος δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἑτοίμους τοὺς στρατῶνας,
3355ὅπου θὰ στρατωνισθῶσιν οἱ 30,000 ἄνδρες, τοὺς ὁποίους θὰ
3356καλέσωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα; Ὁ κ. Βουλευτὴς ὅμως εἶπεν, ὅτι
3357δὲν ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν, καὶ ὅτι μόνον μεγαλομανία μᾶς
3358ὠθεῖ, ὅπως ζητήσωμεν πίστωσιν διὰ τὰς δαπάνας ταύτας.
3359Ἀφοῦ περιώρισε τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν εἰς 20,000,000, προέ-
3360βη ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μέσων, δι’ ὧν τὰ
336120,000,000 θέλουσι καλυφθῆ, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀρκεῖ τὸ πο-
3362σὸν, τὸ ὁποῖον θέλει προέλθει ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρη-
3363κτικῶν ὑλῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὁρίζει εἰς δραχ.
3364300,000· δὲν εἶναι δὲ γνωστὸν, ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ θέλει εἰσ-
3365πραχθῆ, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται σήμερον νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι
3366τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους, θὰ δώ-
3367σῃ ποσὸν δρ. 900,000, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ὥρισεν αὐτό. Μὴ
3368λησμονεῖτε, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν πη-
3369γάζον πρέπει νὰ μειωθῇ, διότι θέλει προκαλέσει ὁ νόμος ἐν
3370τῇ ἐφαρμογῇ μεγάλας δαπάνας, καθόσον, πρὶν ἢ ἐφαρμο-
3371σθῇ ὁ νόμος, πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶσι τὰ ἐργοστάσια, τὰ
3372σήμερον ὑπάρχοντα· ἔχετε δὲ ἀνάγκην ἁδρᾶς δαπάνης πρὸς
3373τοῦτο. Ὁ πόρος λοιπὸν αὐτὸς δὲν ἀρκεῖ. Καὶ ἐὰν δὲν ἀρκῇ
3374αὐτὸς, δὲν ἀρκεῖ καὶ ὁ ἕτερος πόρος, ὁ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ
3375φόρου τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν, διότι ἐκ τῆς αὐξήσεως
3376ταύτης μόνον 500,000 δραχμὰς προσδοκῶμεν.
3377Ἀποδεικνύεται ἐκ τούτων, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐμε-
3378λέτησε τὰ ζητήματα μετὰ τῆς ἐπισταμένης ἐκείνης προσο-
3379χῆς, ἣν ζητήματα τοιαύτης φύσεως ἀπαιτοῦσιν.
3380Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα· προέβη καὶ εἰς τὴν ἐξέ-
3381τασιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς
3382δραχμῆς, καὶ ἀφοῦ ἀνέπτυξε τὸ ἱστορικὸν τοῦ νομοσχεδίου
3383περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, παρέστη-
3384σεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπὶ τῇ προφάσει ἀπαγορεύσεως ἐξα-
3385γωγῆς τοῦ σίτου ἐκ Ρωσσίας ἐγκατελίπομεν τὸ νομοσχέδιον,
3386ὡσεὶ τοῦτο εἶχε λεχθῆ παρ’ ἡμῶν, ἐνῷ τοὐναντίον ἐλέχθη,
3387ὅτι ἐλήφθη ἡ πληροφορία παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπρό-
3388κειτο ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ σίτου ἐκ Ρωσσίας, ὅτι
3389ἐζητήθησαν ἐπίσημοι πληροφορίαι περὶ τούτου, καὶ ὅτι αἱ
3390πληροφορίαι αὗται ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἱ διαδό-
3391σεις αὗται δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἀλλ’ ὅτι ἐπῆλθε πράγματι
3392ὑπερτίμησις τῆς ἀξίας τοῦ σίτου κατὰ 10%, ἐκρίθη δὲ
3393τότε, ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης ὑπερτιμήσεως τῆς ἀξίας τοῦ
3394σίτου δὲν ἦτο φρόνιμον νὰ προστεθῇ φορολογία, τῆς ὁποίας
3395ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο δευτέρα αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ σίτου
3396καὶ ἑπομένως τοῦ ἄρτου. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγκα-
3397τελίπομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ
3398δασμοῦ τοῦ σίτου, καὶ ἐπροτάθη παρ’ ἡμῶν ἡ μεταρρύθ-
3399μισις τῆς διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς κατὰ 10
3400λεπτά.
3401Προέβη, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑποβληθέντος νομο-
3402σχεδίου ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ἀνέπτυξεν ἀπὸ
3403τοῦ βήματος τούτου θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ
3404τοὐλάχιστον δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω. Ἀνέπτυξε τὴν θεω-
3405ρίαν, ὅτι ὁ χρυσὸς μέχρι τοῦδε ἦτο ἐμπόρευμα, χρησιμεῦον
3406διὰ τὰς ἐξωτερικὰς συναλλαγάς, καὶ ἐκανονίζετο ἡ ἀξία ἐκ
3407τῆς ζητήσεως, καὶ ὅτι ἀποτέλεσμα τοῦ νομοθετήματος ἡμῶν
3408ἔσται, ὅτι αἱ πληρωμαὶ τῶν δασμολογικῶν τελῶν, ὁσάκις
3409ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ θὰ ἦναι κατωτέρα τῶν 150, θέλουσι γί-
3410νεσθαι διὰ χρυσοῦ, καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἐκ τού-
3411του θέλει ἐπέλθει ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι
3412ἐκ τούτου μᾶλλον ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ θὰ ἐπέλθῃ, διότι,
3413ὅταν ὁ χρυσὸς ἀποτελῇ ἐμπόρευμα, ὅταν τοῦτο ζητῆται
3414καὶ πρὸς μίαν ἄλλην χρῆσιν, δι’ ἣν πρότερον δὲν ἐζητεῖτο,
3415βεβαίως ὑπερτίμησις αὐτοῦ θέλει ἐπέλθει καὶ οὐχὶ ὑποτίμη-
3416σις. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ χρυσός, ὁ
3417ὁποῖος ἄλλον προορισμὸν δὲν ἔχει ἢ νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὰς
3418ἐξωτερικὰς ἡμῶν συναλλαγάς, θέλει ὑποστῆ ὑποτίμησιν, ὅταν
3419παρὰ τῷ προορισμῷ του ἐκείνῳ προστίθηται καὶ ἕτερος προ-
3420ορισμός, ὁ ὁποῖος θέλει αὐξήσει τὴν ζήτησιν αὐτοῦ κατ’
3421ἀνάγκην. Ἀφίνω εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν τὴν εὐθύνην τῆς
3422κατ’ ἐμὲ πρωτοφανοῦς ταύτης θεωρίας.
3423Ἀφοῦ ἐξήτασε ταῦτα ὁ κ. Βουλευτής, μετέβη εἰς ἕτερον
3424ζήτημα, καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι
3425ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας,
3426αἵτινες θὰ προέλθωσιν ἐκ τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ ποίας
3427δαπάνας; Ἐὰν κατ’ αὐτὸν οὐδεμία αὔξησις θὰ ἐπέλθῃ ἐν
3428τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τοῦ νέου νόμου περὶ στρατολογίας, ἐὰν
3429δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ὁπλισμοῦ
3430καὶ τὴν προικοδότησιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης διὰ μόνης
3431τῆς φορολογίας τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῶν οἰνοπνευμα-
3432τούχων ποτῶν, τὰς ὁποίας φαίνεται ἀποδεχόμενος, ἡ ἀνάγ-
3433κη τῶν οἰκονομιῶν τῶν ἀμέσων δὲ παρουσιάζεται. Ἡ συζή-
3434τησις δὲ τῶν οἰκονομιῶν τούτων ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν τῷ νῷ
3435τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι τὰ μέσα τὰ ὑπ’ αὐ-
3436τοῦ ὑποδειχθέντα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκῆ...
3437§208Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν νομοσχέδιόν σας δέχομαι.
3438§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὔτε τὸ περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν;
3439§210Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε αὐτό. Τὸ περὶ οἰνοπνευμάτων δὲν
3440δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, διότι ἐγὼ ὅλως διαφόρως εἶχον δια-
3441σκευάσει αὐτό. Σεῖς ἀνεβιβάσατε τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς 15
3442δραχμάς.
3443§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά.
3444Ἐπιζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς οἰκονομίας, ὅπως εὕρῃ τὰ ποσὰ
3445τὰ κατ’ αὐτὸν ἀπαιτούμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ ἀνώτερα,
3446ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δείξω πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ
3447εἰς τὰς οἰκονομίας, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐδοκίμασα
3448ἀληθῆ ἔκπληξιν, ἀκούων τὸν κ. Βουλευτὴν ὁμιλοῦντα περὶ
3449αὐτῶν, διότι γινώσκω ὅτι εἶχεν ἀσχοληθῆ πρὸς καταρτισμὸν
3450τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, ὅτι ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις
3451εἶχεν ἀσχοληθῆ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος
3452ἐστάλη πρὸς τύπωσιν καὶ ἐτυπώθη, καὶ ἔχω ἀντίτυπον αὐ-
3453τοῦ.
3454§212Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἦτο σχέδιον.
3455§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν ἀποστέλληται
3456ὑπὸ Κυβερνήσεως σχέδιον πρὸς τύπωσιν, τοῦτο εἶναι ὁριστι-
3457κόν.
3458§214Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δοκίμια, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν
3459πρὸς τύπωσιν, διὰ νὰ ἦναι εὐαναγνωστότερα.
3460§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν
3461ἐστάλησαν τὰ δοκίμια ταῦτα πρὸς τύπωσιν, πρὶν γείνωσιν
3462ἀποδεκτά.
3463Ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ βλέπω, ὅτι
3464οὗτος, παραβαλλόμενος καὶ συγκρινόμενος πρὸς τὸν παρ’ ἡ-
3465μῶν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν, περιλαμβάνει ἔξοδα ἀνώ-
3466τερα εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Ὑπουργεῖα. Διότι περιλαμβάνει ἐπὶ
3467παραδείγματι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ
3468ὁποίου ἐνθυμοῦμαι τὸν προϋπολογισμόν, δαπάνην κατὰ δραχ-
3469μὰς 717,000 ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ
3470Προϋπολογισμὸς ὁ ὑπ’ ἐμοῦ προταθείς.
3471Φαίνεται λοιπόν, ὅτι αἱ ἰδέαι τῶν οἰκονομιῶν ἦλθον εἰς
3472τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἀφ’ ὅτου ἐγκατέλιπε τὴν
3473ἀρχὴν καὶ μετέβη εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται·
3474φαίνεται, ὅτι εἶναι οἰκονομίαι ἀντιπολιτευτικαὶ μᾶλλον ἢ
3475οἰκονομίαι πραγματικαί.
3476Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής·
3477ὑπέδειξέ τινας τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἤρξατο ἐκ τοῦ φόρου τῆς
3478ζακχάρεως καὶ μᾶς εἶπεν: «εἶναι δυνατὸν φόρος 73 λεπτῶν
3479ν’ αὐξηθῇ κατὰ 10 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν; Τοιαύτη προσθήκη,
3480λέγει, δὲν εἶναι δυνατή· θὰ ἔχητε αὔξησιν τοῦ λαθρεμπορίου,
3481ἐλάττωσιν ἑπομένως τοῦ ἐσόδου τῆς ζακχάρεως». Ἀλλὰ
3482λησμονεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ζακχάρεως
3483εἶναι τόσον βαρὺς, ὥστε καὶ ἐλάττωσιν ἐὰν ἤθελε τολμήσει
3484νὰ κάμῃ, — καὶ λέγω τολμήσει, διότι ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς
3485Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Ἑλλάδι ἤθελε τολμήσει
3486τοιοῦτον ἐγχείρημα νὰ πράξῃ, προκειμένου περὶ ἐσόδου δραχ-
3487μῶν 6,000,000, — ἀλλὰ, λέγω, καὶ ἂν ἤθελε περιορίσει τὸν
3488φόρον εἰς 50 λεπτὰ, ἀντὶ 73, καὶ πάλιν θὰ ὑπῆρχε στάδιον
3489λαθρεμπορίου τοιοῦτον, ὥστε δὲν ἤθελε περιορίσει τὸ λα-
3490θρεμπόριον, ἀλλ’ ἤθελεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον
34912½ ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος.
3492Μετὰ τὴν λαμπρὰν ταύτην οἰκονομίαν προέβη εἰς ἑτέραν,
3493εἰς τὴν περίφημον ἐκείνην οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν οὐ μόνον
3494ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἀντι-
3495πολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν εἴτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου
3496εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ καθ’ ἡμέραν ἐπαναλαμβάνουσι, τὴν οἰκονο-
3497μίαν διὰ τῆς καταργήσεως Πρωτοδικείων τινῶν. Ἀλλὰ πρὶν
3498φθάσῃ εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς
3499ἤρχισεν ἀπὸ τὰ Εἰρηνοδικεῖα, καὶ ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν,
3500ἐπὶ τῇ βάσει πινάκων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ὑπεβάλομεν, ὅτι
3501ὑπάρχουσιν Εἰρηνοδικεῖά τινα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὀλίγας ὑπο-
3502θέσεις, καὶ ἀνέφερέ τινα ἐκ τούτων, ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι
3503τὰ Εἰρηνοδικεῖα ταῦτα ἑδρεύουσιν εἰς νήσους, ὅπου εἶναι δύσ-
3504κολος ἡ συγκοινωνία, καὶ πολλάκις κατὰ τὸν χειμῶνα εἶναι
3505ἀδύνατος, καὶ ἑπομένως δύσκολος θὰ ἦτο ἡ κατάργησις τῶν
3506Εἰρηνοδικείων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐὰν πράγματι φρονῇ ὁ κ. Βου-
3507λευτὴς, ὅτι τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ συμ-
3508βολαιογραφεῖα ἐν ταὐτῷ ἐν ταῖς νήσοις αὐταῖς, ἐὰν φρονῇ,
3509ὡς εἶπεν, ὅτι τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἐκεῖνα συντελοῦσιν εἰς τὴν
3510καταστροφὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐρωτῶ, διατὶ τὰ Εἰρηνοδικεῖα
3511ταῦτα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ ἀμνη-
3512μονεύτων χρόνων, δὲν κατηργήθησαν, ὅτε αὐτὸς ἦτο Ὑπουρ-
3513γὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ἐὰν τὰ Εἰρηνοδικεῖα αὐτὰ κατα-
3514στρέφωσι τὴν Δικαιοσύνην, διατὶ σήμερον μόνον ἐγείρεται
3515φωνὴ κατ’ αὐτῶν;
3516Ἀλλὰ προέβη καὶ περαιτέρω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
3517κῆς, ἠσχολήθη περὶ τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἀνεμνήσθη τὰ
3518Πρωτοδικεῖα Λεβαδείας, Παρνασσίδος, Καρπενησίου, Γυ-
3519θείου, Ζακύνθου, ἐμνήσθη Πρωτοδικείων νέων καὶ παλαιῶν.
3520Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν Πρωτοδικείων εἶναι ζή-
3521τημα, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς καλῆς ἀπο-
3522νομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ἡ καλὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιο-
3523σύνης ἀπαιτῇ τὸν περιορισμὸν τῶν Δικαστηρίων, ἢ τὴν ἐπέκ-
3524τασιν αὐτῶν, — καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀμφισβητεῖται, διότι
3525ἠκούσατε χθὲς τὸν εἰδικὸν περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα κύ-
3526ριον Βουλευτὴν Μαντινείας, ὑποστηρίζοντα ὅτι ὁ περιορισμὸς
3527τῶν Δικαστηρίων εἶναι ἐπιβλαβὴς, — ἐὰν, λέγω, ἡ καλὴ
3528ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἀπαιτεῖ τὸν περιορισμὸν τῶν Δικα-
3529στηρίων, δὲν πρέπει νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν κατάργησιν
3530τριῶν ἢ τεσσάρων Πρωτοδικείων, περὶ ὧν καὶ μόνον γίνεται
3531λόγος, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταργήσητε πολὺ περισσότερα Πρω-
3532τοδικεῖα.
3533Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα· ἀνεμνήσθη καὶ τῶν
3534Ἐφετείων, καὶ ἐμνήσθη καὶ τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας. Ἐὰν,
3535Κύριοι, ἡ Κέρκυρα, ἥτις προθύμως ὑπέστη πολλὰς ὑλικὰς
3536θυσίας χάριν τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, πρόκηται νὰ
3537ὑποστῇ καὶ τὴν θυσίαν ταύτην χάριν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν,
3538δηλοῦμεν ὑμῖν, ὅτι δὲν θέλετε εὕρει οὔτε ἐμὲ οὔτε τοὺς ἐκ
3539Κερκύρας συναδέλφους μου ἐναντίους εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ
3540Ἐφετείου αὐτῆς. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ
3541Ἐφετείου Κερκύρας θέλει συντελέσει, ὅπως καταστῶσι τὰ
3542οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους τοσοῦτον εὐάρεστα, ὥστε νὰ μὴ
3543ἔχωμεν ἀνάγκην νέας φορολογίας, προτείνατε τὴν κατάργη-
3544σιν τοῦ Ἐφετείου ἐκείνου, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἔχητε
3545ὑπὲρ ὑμῶν 8 ψήφους τῶν ἀντιπροσώπων Κερκύρας. (Ἐπιδο-
3546κιμασίαι ἐκ δεξιῶν).
3547Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Ἐφετείου Κερ-
3548κύρας, καθῆκον ἴσως εἶχεν ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ ἐνθυμη-
3549θῇ, τί ἦτο ἡ Κέρκυρα πρὶν γείνῃ ἡ ἕνωσις, νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν
3550ἱστορίαν αὐτῆς, νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἄλλοτε ἦτο πρωτεύουσα
3551μικροῦ Κράτους, καὶ ἔκτοτε εἶναι μικρὰ ἐπαρχία, ἡ ὁποία
3552καθ’ ἡμέραν καταπίπτει. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν πρέπῃ
3553χάριν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν νὰ καταργήσητε τὸ Ἐφετεῖον
3554Κερκύρας, καλὸν εἶναι νὰ ἐπεκτείνητε τὸ μέτρον ὑμῶν· καταρ-
3555γήσατε καὶ ἄλλα Ἐφετεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι πολλὰς
3556ὑποθέσεις, συγκεντρώσατε πάντα ἐν Ἀθήναις, καὶ τότε θὰ
3557ἴδωμεν, τί θὰ γείνωσιν αἱ μικραὶ πόλεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι,
3558ὡς πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς,
3559ὁ κ. Γουναράκης, καθ’ ἡμέραν καταπίπτουν.
3560Μετὰ τὴν ὑπόδειξιν τῆς οἰκονομίας ταύτης ἐσταμάτησεν
3561ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν οἰκονομιῶν· ἐξήτασεν
3562ἐπιτροχάδην τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
3563τιωτικῶν, καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν,
3564καὶ ἐκεῖ ἔκρινε καλὸν νὰ σημειώσῃ τὴν ἀναγραφὴν πιστώ-
3565σεώς τινος διὰ σωλῆνας πρὸς διοχέτευσιν ὕδατος εἰς τὸν
3566Ναύσταθμον, καὶ νὰ μὴ μεμφθῇ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
3567Ναυτικῶν, ἀλλὰ στραφεὶς πρὸς ἐμὲ εἶπε: «μέμφομαι τὸν
3568κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἔχει πεῖραν τῶν τοῦ Ὑπουργείου
3569τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν περιέκοψε τὴν πίστωσιν ταύτην.»
3570Ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην, ἀκούων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ
3571Ἀττικῆς, ταῦτα λέγοντα, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λησμο-
3572νήσω τὰ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως λαβόντα χώραν.
3573Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγένετο συζήτησις περί τινος δαπάνης
35742,000,000, τὴν ὁποίαν ἐνέκρινεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ
3575τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
3576δι’ ἀνέγερσιν διδακτηρίων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ποσοῦ τοῦ
3577παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατατεθέντος ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν...
3578§216Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ δαπάνη τῶν ἐγκριθεισῶν οἰκοδο-
3579μῶν ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπουργίαν τοῦ κυρίου Φαρμακοπού-
3580λου, διὰ δραχμὰς 700,000.
3581§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω
3582περὶ τῆς ἐγκριθείσης δαπάνης, δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ ἀσχο-
3583ληθῶ περὶ τῆς δαπάνης ταύτης· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον,
3584ὁμολογῶ, μοὶ ἔκαμεν ἔκπληξιν, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς
3585ἐξ Ἀττικῆς, Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀπε-
3586τέλει μέρος ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
3587σεως, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν,
3588ὅτι ἅμα ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ
3589τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παρὰ τῇ Τραπέ-
3590ζῃ κατατεθέντος, καὶ ἔλαβε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὑπῆρχον
3591400,000 δραχμαὶ κατατεθειμέναι, ἐνῷ ἀπεδείχθη ἀργότε-
3592ρον, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη ἦτο ἐσφαλμένη, καὶ ὅτι ἐν
3593ἀγνοίᾳ αὐτοῦ ἐγένοντο αἱ δημοπρασίαι παρὰ τοῦ συναδέλφου
3594αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημο-
3595σίας Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ὅτε εἶδε τὰς δημοπρασίας ταύτας
3596συχνὰ ἐπαναλαμβανομένας, ἠμπόδισε τὴν δημοσίευσιν αὐ-
3597τῶν. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἦλθεν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
3598νήσεως νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ συνα-
3599δέλφου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
3600Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὐθύνει μόνον τὸν Ὑπουργόν, ὁ
3601ὁποῖος εἰς ταύτην προέβη, καὶ ὄχι τὸν τότε Πρόεδρον τῆς
3602Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἠγνόει ταῦτα καὶ εἶχε πληροφορίας
3603ἐναντίας. Ἐὰν λοιπὸν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
3604ἐθεώρει, ὅτι, προκειμένου περὶ ὑπερβασιῶν τοιούτων, 2 ἑκα-
3605τομμυρίων, ὡς ἐλέχθη ὑπό τινων, ἢ 750,000, ὡς ὑπεστη-
3606ρίχθη ὑπ’ ἄλλων, οὐδεμίαν εἶχεν εὐθύνην, εἶναι δυνατὸν
3607νὰ νομίσῃ, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
3608εἶναι ὑπεύθυνος, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀπέ-
3609κοψε τὴν πίστωσιν διὰ σωλῆνάς τινας, δι’ ὧν πρόκειται
3610νὰ διοχετευθῇ ὕδωρ εἴς τινας οἰκίας τοῦ Ναυστάθμου;
3611Φρονῶ, ὅτι περιέπεσεν εἰς ἀντίφασιν.
3612Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Προ-
3613έδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂς ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βου-
3614λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἰδέαι μου περὶ καθη-
3615κόντων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ
3616Συμβουλίου συμβαίνει νὰ ἦναι ἐντελῶς διάφοροι ἐκείνων,
3617τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἐγὼ
3618φρονῶ, ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος ἐν τῇ δια-
3619χειρίσει τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ, ὅτι βεβαίως αἱ γενικαὶ
3620γραμμαὶ τῆς διευθύνσεως τῶν Ὑπουργείων πρέπει νὰ συζη-
3621τηθῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ
3622ληφθῶσιν αἱ περὶ τούτων ἀποφάσεις, ἀλλ’ ἐν τῇ διαχειρίσει
3623τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει ἕκαστος Ὑπουργός, εἶναι
3624οὗτος ἐντελῶς ἐλεύθερος, ἡ δὲ εὐθύνη τῶν συναδέλφων του
3625καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέρχεται
3626ἐκ τῆς ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ
3627ἀνδρῶν συνεργαζομένων ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας, καὶ οἱ
3628ὁποῖοι πρέπει νὰ θεωρῶνται πάντοτε ὑπεύθυνοι διὰ τὰς
3629πράξεις τῶν συναδέλφων αὐτῶν, εἴτε ἐγνώριζον εἴτε ἠγνόουν
3630ταύτας. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
3631§218Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3632§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
3633Οἱ ἐγκρίνοντες τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνή-
3634σεως;
3635§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλέ τις πρό-
3636τασιν;
3637§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
3638§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν
3639προεκαλέσαμεν τὴν συζήτησιν. Τὴν συζήτησιν προεκάλεσεν
3640ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡμεῖς ἀπεδέ-
3641χθημεν τὴν πρόκλησιν καὶ συνεζητήσαμεν, ἐφθάσαμεν δὲ εἰς
3642τὸ τέλος. Ἑπομένως οὐδὲν πόρισμα ἔχομεν νὰ προβάλωμεν.
3643Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂς προβάλῃ τοιοῦτον.
3644§223Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, κύριε Πρόε-
3645δρε, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἐν ταῖς
3646παρατηρήσεσι, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρ-
3647της διετύπωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις διέγνωσε
3648τὴν πρόθεσιν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἐπὶ ἑκά-
3649στου τῶν νομοσχεδίων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν οἰκονομι-
3650κὴν πολιτικὴν, γίνηται συζήτησις, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις
3651εἶπεν: «Ἐὰν ἀμφισβητῆτε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως
3652καὶ νομίζητε, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτῆς ἡ οἰκονομικὴ εἶναι ἐπι-
3653βλαβὴς εἰς τὸν τόπον, προβῆτε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέ-
3654ματος τούτου, καὶ ἀφήσατε αὐτὰς τὰς ἐπικρίσεις τὰς ἐν
3655ἑκάστῳ νομοσχεδίῳ, ἀφήσατε αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς κατα-
3656πολεμήσεως τῶν νομοσχεδίων διὰ τοῦ ζητήματος τῶν οἰκο-
3657νομιῶν. Ἂς γείνῃ λοιπὸν συζήτησις.» Ὑμεῖς ἐδέχθητε τὴν
3658συζήτησιν ταύτην. Ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται ἐπὶ πλειονο-
3659ψηφίας, ἡ ὁποία ἀπέδειξε τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της.
3660Ἐὰν μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις
3661νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ θέσῃ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βου-
3662λὴ νὰ δηλώσῃ τὴν ἔλλειψιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστο-
3663σύνης, εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ζη-
3664τήματος τούτου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, γινώσκουσα ὅτι ὑπο-
3665στηρίζεται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, οὐδένα λό-
3666γον ἔχει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης.
3667§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης
3668δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶχε προαίρεσιν νὰ ἐπικρίνῃ ἓν ἕκαστον τῶν
3669νομοσχεδίων κατὰ τὴν ψήφισιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀκόμη προ-
3670κηρυχθῆ ἐπὶ οὐδενὸς νομοσχεδίου.
3671Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
3672λίου ἐπελάβετο γενικῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος
3673Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προέβαλε, καὶ ἐζήτησε νὰ καθορίσῃ
3674τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο
3675προεκάλεσε τὴν συζήτησιν. Ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα κατὰ τῆς
3676πολιτικῆς τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι γνωστὸν,
3677δὲν εἶναι δ’ ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπωμεν τώρα, διότι εἶναι γνω-
3678στὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὁ κ.
3679Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀναγνωρίζων, ὅτι
3680ἡμεῖς δὲν ἐγκρίνομεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουρ-
3681γείου, προεκάλεσε τὴν συζήτησιν, ἡμεῖς δ’ ἐδέχθημεν τὴν
3682πρόκλησιν, συζητήσαντες δὲ, ἐδηλώσαμεν, ὅτι δὲν ἐγκρίνο-
3683μεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου. Αὐτὸ ἐδη-
3684λώσαμεν.
3685§225Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν λαβόν-
3686των χώραν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προεκάλεσε τὴν γενο-
3687μένην μέχρι σήμερον συζήτησιν, εἶναι ἀναγκαία· διότι, ὡς
3688ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ἐπρόκειτο περὶ προτάσεως ἀναβολῆς
3689τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ἡ ἀνα-
3690βολὴ ἐπροτείνετο, διότι τότε εἶχεν ὑποβληθῆ ἡ ἀνάκλη-
3691σις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν
3692τελῶν ἐπὶ τοῦ σίτου, καὶ ἀντὶ τούτου ἐγένετο ἡ εἰσαγωγὴ
3693τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ αὐξάνοντος τὴν τιμὴν τῆς μεταλλι-
3694κῆς δραχμῆς. Εἶπον τότε, ὅτι μετὰ τὴν τροποποίησιν ταύ-
3695την, ἥτις θίγει θεμελιώδη διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3696Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἐπισπεύ-
3697σωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3698γὸς ἐπέμεινε τότε νὰ συζητήσωμεν τὸ σύστημα τὸ οἰκονο-
3699μικόν· ὥστε ἡ πρόκλησις προῆλθεν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουρ-
3700γὸν, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν: «ἀφοῦ
3701θέλετε νὰ συζητήσωμεν, δεχόμεθα τοῦτο.»
3702§226Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως μετὰ τηλικαύτην
3703συζήτησιν δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ τελειώσῃ τὴν συνε-
3704δρίασιν χωρὶς νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἐξηνέχθησαν
3705γνῶμαι ἐκεῖθεν καὶ γνῶμαι ἐντεῦθεν. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν
3706πρότασιν.
3707§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ
3708προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς
3709αὐτοῦ, νομίζει, ὅτι ἀρκοῦσι τὰ λεχθέντα παρ’ ἡμῶν ἐπ’ αὐ-
3710τῆς, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐξηγήσεως. Εἰς
3711αὐτὸ ἀπόκειται νὰ προτείνῃ, τί ζητεῖ. Ἡμεῖς δὲν προεκα-
3712λέσαμεν τὴν συζήτησιν, ἑπομένως δὲν ἔχομεν νὰ προβάλω-
3713μεν πρότασιν.
3714§228Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ μίαν
3715ἑβδομάδα ἐξακολουθοῦμεν συζήτησιν, τῆς ὁποίας τὴν ἔννοιαν
3716πάντες κατείδομεν, τὴν τελευταίαν δὲ στιγμὴν βλέπω καὶ
3717ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐλλεῖπον τὸ θάρρος, ἵνα τεθῇ τὸ ζή-
3718τημα. Ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρακολουθεῖ τὴν
3719συζήτησιν ταύτην, ἥτις ἤρξατο ἐξ ἐπικρίσεων τῆς οἰκονο-
3720μικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς
3721συνειδήσεως ἐνδεικνυομένη στρατιωτικὴ ἀναδιοργάνωσις τῆς
3722χώρας. Μετὰ τὰ λεχθέντα δὲν εἶναι βεβαίως ζήτημα, ὅτι
3723ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν δήλωσιν· ὀφείλει νὰ
3724εἴπῃ συνεπῶς τὴν γνώμην της, ἂν ἐγκρίνει τὴν οἰκονομικὴν
3725πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως τὴν στρατιωτι-
3726κὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας.
3727Ἔσπευσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ δυσπιστήσῃ πρὸ τὴν πο-
3728λιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Μέλος τῆς πλειονοψηφίας, οὐχὶ
3729ὀπαδὸς, —διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους θ’ ἀναπτύξω κατὰ τὴν
3730συζήτησιν εἴτε τῶν στρατιωτικῶν εἴτε τῶν φορολογικῶν νο-
3731μοσχεδίων, —λαμβάνω τὴν πρωτοβουλίαν νὰ προτείνω εἰς
3732τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποφανθῇ, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ τὴν
3733γενομένην συζήτησιν ἐκφράζει τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς
3734τὴν Κυβέρνησιν καὶ προβαίνει εἰς τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως
3735τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
3736§229Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ πανταχόθεν ἐκφραζομένη δυσφορία,
3737αἱ πανταχόθεν ἀκουόμεναι διαμαρτυρίαι κατὰ τῶν φόρων,
3738ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν συμμερίζεται τὴν
3739πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.
3740§230Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σεῖς τίνα ἀντιπροσωπεύετε;
3741§231Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ποῖος ἀντιπροσωπεύει τὸν Ἑλληνικὸν
3742λαόν, θὰ τὸ ἀποδείξωσιν αἱ ἐκλογαί.
3743Ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι ἐπαρκῶς ἀπέδειξεν, ὅτι
3744δι’ οἰκονομιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ στρατιωτικὴ
3745ἀνασύνταξις τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρό-
3746τασιν...
3747§232Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη ἤδη πρότασις,
3748κύριε Ροῦφε.
3749§233Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τότε ἀποσύρω τὴν ἰδικήν μου.
3750§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Μεγαρίδος κ.
3751Γ. Ἀναστασοπούλου θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
3752Προσκαλοῦνται ὡς ψηφολέκται ὁ κύριος Μελισσηνὸς καὶ
3753ὁ κύριος Μαστραπᾶς.
3754Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς:
3755«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐγκρίνουσα τὴν οἰκονομι-
3756κὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβαλλομένην ἐκ τῆς ἀνάγ-
3757κης τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, μεταβαίνει
3758εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
3759Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παρα-
3760δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3761Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
3762§235Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ οἰκονομικὴ
3763πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ψηφίζεται εἰς τὸν Προϋπολογι-
3764σμὸν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰ συναφῆ νομοσχέδια. Ἑπομένως
3765ἐπὶ τῆς προβαλλομένης νῦν προτάσεως θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον.
3766(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3767ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Β. Μαστραπᾶ
3768καὶ Γ. Μελισσηνοῦ, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον
3769πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3770Λέων Μελᾶς Ν Εὐάγγ. Καναβαριώτης Ν
3771Στέργιος Μ. Καρανίκας Ν Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ν
3772Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ο Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Ν
3773Κ. Ἀσημακόπουλος Ο Δημήτριος Γ. Μωραΐτης Ν
3774Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Ν Δημοσθένης Γ. Δόγκας ἀρν.
3775Γεώργ. Πολυγένης Ο Νικόλαος Δαούτης Ο
3776Γεώργ. Καρπετόπουλος Ν Ἰωάννης Κόλλιας Ν
3777Ἰωάννης Ζωγράφος Ν Λουκᾶς Γ. Μπέλλος
3778Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς
3779Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος Ο Πέτρος Ν. Δελένδας Ν
3780Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ο Β. Μαρκεζίνης Ν
3781Κωνστ. Β. Κοττίκας Ν Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Ν
3782Δημήτρ. Γ. Ράλλης Ο Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Ν
3783Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ο Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ν
3784Κωνστ. Σμολένσκης Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης ἀρν.
3785Νικόλαος Λεβίδης Ἀλέξανδρος Φωτήλας ἀρν.
3786Ἀθαν. Μουτσόπουλος Ο Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ο
3787Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο Βασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΝ
3788Κυριάκος Λιγυνὸς Ο Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
3789Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς. Ο Κωνσταντῖνος Κρίτσας ἀρν.
3790Ἀνδρέας Ψύλλας Ο Ἰωάννης Δαμηλάτης Ο
3791Νικόλαος Γουναράκης Ο Κωνστ. Ι. Φλέσσας Ν
3792Θεόδωρος Λέκας Ο Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης Ν
3793Ἰσίδωρος Κολιᾶτσος Ο Κίμων Βελλίνης ἀρν.
3794Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ο Ι. Καφταντζόγλου
3795Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ν Ι. Παλάσκας Ν
3796Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ν Δ. Τερτίπης Ν
3797Κωνσταντῖνος Τοπάλης ἀρν.Ι. Καζαμπάκας
3798Φίλιππος Γιαννακόπουλος Α. Βασαρδάνης Ν
3799Νικόλαος Σταματιάδης Ν Κ. Ζωγλοπίτης
3800Δημ. Καρακίτης ἀρν.Νικόλ. Μπαλάφας Ν
3801Κωνστ. Φιλιππίδης Νικόλ. Σταματιάδης Ν
3802Ἀντ. Καρτάλης Ο Μιχ. Στεφανίδης Ο
3803Νικ. Γουλιμῆς Ο Νικόλ. Νικολαΐδης
3804Κωνσταντῖνος Γρίβας Ν Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Ν
3805Κωνστ. Παπανικολῆς Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ν
3806Θ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἰωάννης Κ. Ρώτας Ο
3807Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ο Γεώρ. Ν. Θεοτόκης
3808Περ. Ἀλεξάκης Ο Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ν
3809Π. Ταμπακόπουλος Ο Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ν
3810Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ο Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ν
3811Χαρίλ. Τζαννετάκης Ο Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ν
3812Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Σπυρίδων Α. Ἀγάθος Ν
3813Μιχ. Φωτιάδης Ν Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ν
3814Βασ. Μαστραπᾶς Ν Ἠλίας Α. Πολίτης Ν
3815Κ. Α. Λιδωρίκης ἀρν.Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο
3816Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Παναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
3817Μιχ. Ι. Στελλάκης ἀρν.Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Ν
3818Γ. Π. Καπιτσίνης Ν Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης
3819Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ν
3820Σταμάτιος Μήτσας Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος Ν
3821Δημ. Τσιτσάρας Ο Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος
3822Δημ. Χατζόπουλος ἀρν.Διονύσιος Π. Βενιεράτος Ν
3823Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ν Κωνσταντ. Α. Γεράκης Ν
3824Ἰωάν. Σεριμπᾶνος Ν Δημήτριος Β. Τραυλὸς Ν
3825Κ. Δ. Ἄργασ. Λομβάρδος Ν Σπυρίδων Ε. Στάης
3826Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Ο Διονύσιος Καλούτσης Ν
3827Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς Ο Νικόλαος Τσοῦχλος Ν
3828Διονύσιος Π. Στεφάνου Ν Παναγ. Σπυράκης Ο
3829Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Ἰωάννης Καλούτσης
3830Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΝ Χαράλαμπος Βοζίκης ἀρν.
3831Ἰωάννης Ν. Σισίνης ἀρν.Γ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
3832Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης. ἀρν.Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Ν
3833Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΟ Στέφανος Κοπανίτσας
3834Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ν Γεώργιος Δ. Φικιώρης Ο
3835Γεώργιος Λ. Κρεστενίτης Ο Δημοσθ. Ματάλας
3836Ἰωάννης Φίλιος ἀρν.Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ο
3837Κωνσταντῖνος Καρακίτης Ο Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ο
3838Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν Κωνσταντῖνος Γκότσης Ο
3839Νικόλαος Μπουφίδης Ν Δημήτριος Π. Γούναρης Ν
3840Ἰωάννης Γ. Λάππας Ο Δ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπου-
3841Περιλῆς Σ. Βαλαωρίτης καούρης Ο
3842Γεώργιος Σκληρὸς Ν Γεώργιος Ράλλης ἀρν.
3843Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο Παναγιώτης Π. Σάκκης Ο
3844Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Νικόλαος Α. Μισυρλῆς Ν
3845Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς ἀρν.Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο
3846Γκίκας Μάστορης Ν Ἰωάννης Α. Βρυώνης Ο
3847Ἰωάννης Μπακόπουλος Ο Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ν
3848Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος ἀρν.Νικόλαος Γ. Λεωνίδας Ν
3849Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Γ. Ν. Μπούμπουλης Ο
3850Παναγ. Παπαναστασίου Ν Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
3851Παναγιώτης Μανέτας Ο Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης Ο
3852Ἀθαν. Πετρόπουλος Ν Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ν
3853Ἀθαν. Ζέρβας Ο Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ν
3854Γ. Ἀναστασόπουλος Ν Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ο
3855Γεώργιος Νικολαΐδης Ν Ἰωάννης Ν. Σιγάλας ἀρν.
3856Κωνσταντ. Τρικούπης Ν Κάρολος Μ. Βιτάλης
3857Λεωνίδας Δεληγεώργης Ο Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Ν
3858Περιλῆς Μποῦτος ἀρν.Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης
3859Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο Γεώργιος Ραδινὸς Ν
3860Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ἀπόστολος Ζάππας Ν
3861Ἰωάννης Νικολαΐδης Ν Ἠλίας Μπασδέκης Ν
3862Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Ν Σπυρίδων Γεωργόπουλος Ν
3863Ἀριστομέν. Προβελέγγιος Ν Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ν
3864Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Ν Εὐστάθιος Κοκκέβης Ν
3865Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος Ο Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
3866Νικόλαος Κ. Κρίσπης Ν Δημ. Ἀναστασόπουλος Ο
3867Δημ. Ι. Φαρμάκης Ν Ἀθαν. Νικολίτσας Ν
3868Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ν Ἀλέξ. Στάικος Ν
3869Ἰωάννης Ν. Καναβὸς Ο Γεώργιος Κορυζῆς Ν
3870Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο Θεόδωρος Λιμπρίτης Ο
3871Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο Λεων. Λαπαθιώτης ἀρν.
3872Κωνσταντ. Χριστοδούλου Ν Παντελῆς Γκίκας Ο
3873Ἀθαν. Πετσάλης Ο Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
3874Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ν
3875Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν Νικόλαος Πλατσῆς Ν
3876Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο Ν. Χατζῖσκος Ν
3877Φώτιος Π. Μοσχούλας Ν Χαρ. Εὐταξίας
3878Νικόλ. Α. Παπαλέξης ἀρν.Δ. Δεδούσης Ν
3879Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Ο Ν. Κοντογιάννης Ο
3880Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3881Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Ν Βασίλειος Βουδούρης Ο
3882Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ν Γεώργιος Ἀβέρωφ Ο
3883Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Νικόλαος Καλογερόπουλος Ν
3884Ἰωάννης Δελμοῦζος Ν Ζήσιμος Σαραβέλας Ο
3885Δημήτριος Π. Νίκας Ν Νικόλαος Μαμούνης Ο
3886Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ο Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ν
3887Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ο
3888§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 211, ἐκ τῶν ὁποίων 6, οἱ κύριοι
3889Ὑπουργοὶ, δὲν ἐψήφισαν. Συνεπῶς ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 205.
3890Ἐκ τούτων ὑπὲρ τῆς προτάσεως 106, κατὰ τῆς προτάσεως
389178, καὶ 21 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγέ-
3892νετο δεκτή.
3893Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 3 καὶ 10′ πρὸ μεσημβρίας
3894τῆς ἐπιούσης).