1904.02.19
3,647 rows · 27,878 words · 259 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
τῆς 19 Φεβρουαρίου 1904.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν δελτίων παρακρατήσεως καὶ τὴν ἀνανέωσιν αὐτῶν εἰς τὸ τέλος ἑκάστου σταφιδικοῦ ἔτους, πρὸς δὲ τὴν κατάργησιν τῆς ἐπιτρεπομένης σήμερον ἐγγυήσεως, ἀντὶ δελτίων, εἰς τὰ τελωνεῖα. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Δερελί, Παναγιᾶς, Νεζεροῦ καὶ Ὀμβριακῆς τοῦ δήμου Ξυνιάδος τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, (καὶ τοῦ χωρίου Καΐτσης τοῦ δήμου Ταμασίου τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν δραχ. 8,000 πρὸς διαβάθυνσιν αὔλακος, ἐκτεινομένης βορειοδυτικῶς τῆς λίμνης Ὀξηροῦ, καὶ ἄρδευσιν τῶν ἀγρῶν αὐτῶν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη διαβιβασθήσεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πύργου ἐκφράζει εὐχὴν νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Τὴν αὐτὴν εὐχὴν ἐκφράζει διὰ ψηφίσματός του καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Σύρου. Ὁ δικηγόρος Θ. Μιχαλιάδης, νομίζων ὅτι δύναται νὰ ἀποσταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως παραστήσῃ πρὸς αὐτὴν, ὅτι κέκτηται τὰ προσόντα τοῦ Εἰσαγγελέως, ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του νὰ διορισθῇ εἰς θέσιν τοιαύτην.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Γριζάνου τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν, παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν κτημάτων τοῦ κ. Κ. Καραπάνου διά τινα ζητήματα τοῦ χωρίου των.
§4Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀνακοινωθῇ πρῶτον καὶ μία ἄλλη ἀναφορὰ, καὶ κατόπιν θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον.
§6Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Νὰ ἀνακοινώσω τὴν τελευταίαν ἀναφορὰν, καὶ ὕστερον θέλω δώσει τὸν λόγον εἰς πάντα ζητήσοντα τοῦτον. Ὁ ἀπόστρατος ὑποστράτηγος καὶ πρώην βουλευτὴς κ. Λ. Στρᾶτος ἀποστέλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἑκατὸν σώματα τῆς μελέτης αὐτοῦ περὶ στρατοῦ, ὅπως διανεμηθῶσι δωρεὰν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς· ἐὰν δὲ οὗτοι ἤθελον καταβάλει καὶ ἀντίτιμον, παρακαλεῖ, ὅπως τὸ ἀντίτιμον τοῦτο διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Γριζάνου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ραδινός.
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίνα ἁρμοδιότητα ἔχει ἡ Βουλὴ ν’ ἀπασχολῆται μὲ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ κατὰ καθῆκον ὀφείλω ν’ ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν ἀναφορὰν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν Πρόεδρον, ἐκτὸς τῶν λοιδόρων καὶ τῶν ἀνωνύμων. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐμποδίσω τινὰ νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§10Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Γριζάνου ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Βουλήν. Ἴσως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπεβλήθη καὶ ἀνεκοινώθη πρὸς τὴν Βουλὴν παρομοία ἀναφορὰ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξετίθεντο λεπτομερῶς τὰ παράπονα τῶν χωρικῶν ἐκείνων κατὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ χωρίου Γριζάνου, ὅστις διὰ παντοίων μέσων προσπαθεῖ νὰ ἐκβιάσῃ καὶ ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ ὑπογράψωσι διάφορα συμβόλαια καὶ ν’ ἀναγνωρίσωσι πρὸς αὐτὸν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐν Θεσσαλίᾳ ἔθιμα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ ποτὲ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ χωρίου ἐκείνου.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ὑπάγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια.
§12Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Περιμείνατε ν’ ἀκούσητε ποῦ θὰ καταλήξω. Τὴν ἀναφορὰν ἐκείνην ἔλαβον τότε τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω καὶ ὑποστηρίξω ἐν τῇ Βουλῇ, οὐχὶ διότι προσεδόκων ἐκ τῆς ὑποστηρίξεως ταύτης ὠφέλειάν τινα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ἀλλὰ διότι ἐκ πεποιθήσεως ἐφρόνουν, κατόπιν μελέτης εἰλικρινοῦς καὶ ἐπισταμένης τοῦ ζητήματος, ὅτι ἐπὶ τῆς μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῶν καλλιεργητῶν ἔριδος εἶχον ἀναμφισβητήτως τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυτῶν οἱ καλλιεργηταί. Ὑπὲρ τοῦ δικαίου δὲ τούτου συνηγορῶν, ἐζήτησα παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα καὶ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν περὶ τῶν προσωρινῶν μέτρων τοῦ χωρίου τούτου, μετὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης ὑπό τινος εἰρηνοδίκου, διὰ τῆς ὁποίας μονονουχὶ ἐξηναγκάζοντο πρὸς ἐκπατρισμὸν μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των καὶ τῶν τέκνων των πάντες οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου. Ἕνεκα ὅμως τῆς ἐπικρατησάσης τότε πολιτικῆς ἀνωμαλίας δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων ἐκείνων. Σήμερον, ἐπειδὴ οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Γριζάνου διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ἐπαναφέρουσι τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης — ὅστις δυστυχῶς ἀπουσιάζει ταύτην τὴν στιγμὴν — νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ φέρω τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ ἀναπτύξω αὐτό, στηριζόμενος ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι σήμερον, ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλὴν δι’ ἑώλων συζητήσεων ἐπὶ τῶν πολιτικῶν θεμάτων, ἐκεῖνοι σφυρηλατοῦσι σήμερον τὰ δεσμὰ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, οἵτινες ἔρχονται ἐδῶ διὰ λόγων νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς ὡς ὑποστηρικτὰς δῆθεν τοῦ πτωχοῦ καὶ φορολογουμένου λαοῦ.
§13Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§14ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ ἀπαντᾶτε, μὴ ἀπαντᾶτε.
§15Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Θὰ εἴπω μόνον εἰς αὐτὸν νὰ φεισθῇ τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ὠθῇ αὐτοὺς εἰς τὴν καταστροφήν. Ὑπάρχουσι Δικαστήρια, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἐκκρεμὴς εἰς αὐτά. Νὰ σεβασθῇ πρῶτος αὐτὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τοῦ τόπου, νὰ σεβασθῇ δὲ καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πτωχῶν ἐκλογέων του καὶ νὰ μὴ ὠθῇ αὐτοὺς εἰς τὴν καταστροφήν.
§16Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν θὰ κατατεθῇ ἡ δικογραφία καὶ ἡ ἀπόφασις ἡ αἰτηθεῖσα, βεβαίως θὰ συζητήσωμεν καὶ θὰ ἴδωμεν.
§17ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§18ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§19ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρῶτον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις ἕως ἐδῶ. Νομίζω μάλιστα, ὅτι οὔτε ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτου θέματος ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ οὔτε ἡ ἀναφορὰ νὰ ἀναγνωσθῇ. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι φύσεως δικαστικῆς, ἦλθεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἡμεῖς δὲ δὲν ἔχομεν καμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ τὴν ἐξετάσωμεν.
§20Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἁπλῶς νὰ κατατεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§21Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ν’ ἀφήσητε νὰ προχωρῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, σᾶς παρακαλοῦμεν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως ἡ ὑπόθεσις εἶναι φύσεως δικαστικῆς, ἀλλ’ ἐγώ, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, ὀφείλω πᾶσαν ἀναφορὰν νὰ ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐκτὸς τῶν ἀνωνύμων ἢ τῶν λοιδόρων. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§23Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἑρμουπόλεως, τὸ ὁποῖον διεβιβάσθη πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διεβιβάσθη καὶ πρὸς ἐμέ, ὡς ἐκ τούτου δὲ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως εὐαρεστουμένη μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω αὐτό.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ ἠκούσαμεν.
§26Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐδῶ, βλέπετε, διὰ δικαστικὴν ὑπόθεσιν ἐκωλυσιέργει τόσην ὥραν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς, καὶ οὐδεὶς διεμαρτυρήθη. Προκειμένου περὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἑρμουπόλεως, τῆς ἕδρας τοῦ ἐμπορίου δηλαδὴ, ἡ ὁποία καταστρέφεται διὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν φορολογικῶν, διαμαρτύρεσθε! Βεβαίως εἶσθε ἐν τῷ ἀδίκῳ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε (ἀναγινώσκει): «Συνελθὼν σήμερον ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν συνεπείᾳ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, ἐψήφισεν ὁμοθύμως, ὅπως παρακαλέσῃ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀποσύρῃ ἐγκυκλίους περὶ εἰσαγωγῆς σχετικοῦ νομοσχεδίου μεταλλικῆς δραχμῆς. Παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ ὑψώσητε φωνὴν καὶ ἐνεργήσητε νὰ μὴ ψηφισθῇ καταστρεπτικὸν νομοσχέδιον, διότι τὸ ἐμπόριον διέρχεται σήμερον βαρεῖαν κρίσιν, καὶ ἔχει ἀνάγκην μᾶλλον ἀνακουφίσεως καὶ προστασίας.»
§27ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Προσωπικὸν εἶναι, ἢ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλήν;
§28Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, αὐτὰ εἶναι ἐπαρχιακά μας. Μὴ ἀναμιγνύεσθε (ἱλαρότης). Ἦτο φυσικὸν, ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταὶ, ν’ ἀποσταλῇ τοιοῦτο τηλεγράφημα, ἦτο φυσικὸν νὰ διαμαρτυρηθῇ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἑρμουπόλεως, διότι, ἐνῷ τὸ ἐμπόριον διέρχεται κρίσιν, καὶ κρίσιν σοβαρὰν, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ λαοῦ, ἕνεκα τῆς παραγωγῆς, κατόπιν, λέγω, αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἐνῷ ὁ ἐμπορικὸς κόσμος ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος ἀνέμενε νὰ ἴδῃ νομοσχέδια ἀνακουφιστικὰ, αἴφνης ἐπιβάλλεται μεγαλείτερος δασμὸς ἐπὶ τῶν εἰδῶν τοῦ ἐμπορίου! Ἐὰν ὄντως εἶχεν ἐξαντλήσει ἡ Κυβέρνησις τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ καὶ κατόπιν κατέφευγεν εἰς νέαν φορολογίαν πρὸς στρατιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας, βεβαίως ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἀλλ’ ὅταν ἀφ’ ἑνὸς βλέπῃ ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, ὅτι εἰς ἄλλα μὲν μέρη ἄνευ λόγου συνεστήθησαν Νομαρχίαι, εἰς ἄλλα δὲ Πρωτοδικεῖα, εἰς βραχώδη νησίδια Γεωργικαὶ Σχολαὶ, Γυμνάσια ἐδῶ, Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἐκεῖ, ὅταν βλέπῃ νὰ διασπαθῆται τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοιούτων νομοθετημάτων ζητοῦσαν νὰ σταματήσῃ τὸ ἐμπόριον, δικαίως διαμαρτύρεται κατὰ τῶν φορολογικῶν μέτρων. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ μεταβάλῃ τὴν πορείαν ταύτην καὶ ν’ ἀποσύρῃ τὰς νέας φορολογίας, θέτουσα ὡς ἀρχὴν τὴν ἄκραν οἰκονομίαν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν. Ἐὰν δὲ αἱ οἰκονομίαι δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει, δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ψηφίσει τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως.
§29Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τεσσάρων μηνῶν καὶ πλέον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ ἐνταῦθα δημοσιογράφοι συνέστησαν Σύλλογον, τοῦ ὁποίου, κατὰ τὸ Καταστατικὸν, σκοπὸς εἶναι ἡ ἀνύψωσις τοῦ γοήτρου τῶν δημοσιογράφων, ἡ ἀλληλοβοήθεια αὐτῶν καὶ ἡ προσπάθεια πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν. Συνέταξαν τὸ Καταστατικὸν, τὸ ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ὑπέβαλε Διάταγμα πρὸς ἔγκρισιν. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐγκριθῇ τὸ Καταστατικὸν τοῦτο, διότι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ ἐγκριθῇ.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατὶ δὲν ἐνεκρίθη;
§31Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει.
§32Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνισχύω καὶ ἐγὼ τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Εἶναι ἄπορον, πῶς ἡ ὑπηρεσία βεβαίως τοῦ Ὑπουργείου παρέλειψε νὰ κάμῃ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν εἰσήγησιν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Καταστατικοῦ, ὅπως οὗτος ὑποβάλῃ πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸ οἰκεῖον Διάταγμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ Καταστατικόν, τὸ ὁποῖον μένει ἐκκρεμές, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα· οὕτω π. χ. παραμένει ἐκκρεμὲς καὶ εἶναι κεκρυμμένον, ἀγνοῶ ποῦ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ Καταστατικὸν ἑνὸς Συλλόγου τοῦ χωρίου Ἁγίου Βασιλείου ἢ Βραχνεΐκων τοῦ δήμου Πατρῶν. Ἀπορῶ διατὶ ἡ ὑπηρεσία θεωρεῖ περιττὴν τὴν λειτουργίαν Συλλόγων, οἵτινες ἔχουσιν ἐπωφελῆ κοινωνικὸν σκοπόν, ὅπως εἶναι ἡ τοῦ Συλλόγου τῶν δημοσιογράφων καὶ τῶν ἄλλων.
§33ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἕως τώρα, τί χρειάζεται τὸ Διάταγμα τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Καταστατικοῦ...
§34Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ συνέρχεσθαι.
§35ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ συνέρχεσθαι εἶναι δικαίωμα συνταγματικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπονεμηθῆ εἰς πάντας τοὺς πολίτας, οἵτινες δύνανται νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ ἐργάζωνται, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἐγκρίσεως.
§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπαιτεῖται ἡ παράστασις ἐπὶ Δικαστηρίου.
§37ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ Σύλλογος εἶναι νομικὸν πρόσωπον, καὶ συμφώνως πρὸς τὸ Καταστατικὸν παρίσταται ἄνευ ἐγκρίσεως διὰ Β. Διατάγματος, ἡ δὲ διὰ Β. Διατάγματος ἔγκρισις οὐδὲν δικαίωμα προσδίδει. Ἐγὼ, προκειμένου περὶ Συλλόγων, εἰς ἄλλο ἤθελον στρέψει τὸ ζήτημα, εἰς τὴν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνασκῇ ὅσα δικαιώματα χορηγοῦσιν αὐτῷ οἱ νόμοι, καὶ ἐπιβλέπῃ τὴν λειτουργίαν τῶν Συλλόγων καὶ ἄλλων τινῶν Ἑταιρειῶν.
§38Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνακοινώσω ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον...
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κύριος Μπακόπουλος.
§40Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχωρῶ.
§41Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον ταύτην τὴν στιγμὴν τηλεγράφημα ἑνὸς συμπολίτου μου, ὀνόματι Μανέγα, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς τὸν συνάδελφόν μου κ. Παναγιωτόπουλον, ὅστις εἶναι ἀπών, καὶ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Δημόσιος εἰσπράκτωρ Χαντζώτης μετ’ ἀστυφυλάκων, εἰσελθόντες εἰς τὴν ἐν τῷ χωρίῳ Χατζῆ οἰκίαν μου, ἠπείλησαν θυγατέρα μου, μόνην εὑρισκομένην, ὡδήγησαν αὐτὴν εἰς Νομαρχίαν Πατρῶν καὶ ἐξύβρισαν διὰ λέξεων αἰσχροτάτων.» Ἐννοεῖται, ὅτι ἐξ ἐντροπῆς καὶ σεβασμοῦ ἴσως ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὴν ὑπόληψιν τῆς κόρης του δὲν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ τι σοβαρώτερον. Κατόπιν, φαίνεται ὅτι συνεπείᾳ παρατηρήσεων, ἃς ὁ τηλεγραφῶν πατὴρ ἔκαμεν εἰς τοὺς ταῦτα διαπράξαντας, συνέλαβον αὐτὸν καὶ τὸν ὡδήγησαν εἰς τὸ Αἴγιον, ἤτοι δύο ὥρας μακρὰν τοῦ χωρίου του, διὰ χρέος ἀνύπαρκτον. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπιβεβαιώσω τὰ καταγγελλόμενα ὑπὸ τοῦ παθόντος, καίτοι περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν ἔχω τὸ θάρρος νὰ ἐγγυηθῶ, διότι ὁ ἀναφερόμενος εἶναι ὁ χρηστότερος τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου καὶ ὁ μᾶλλον εὐκατάστατος...
§42Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δημόσιος εἰσπράκτωρ ἢ δημοτικὸς εἶναι ὁ καταγγελλόμενος;
§43Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δημόσιος. Ὀνομάζεται δὲ Ι. Χαντζώτης ἢ Ντάμουλος... Τοῦτο μόνον παρατηρῶ, ὅτι, καὶ ἂν ὁ ἀναφερόμενος ὤφειλεν εἰς τὸ Δημόσιον, ἠδύνατο, προσκαλούμενος, νὰ πληρώσῃ ἀμέσως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐν καλῇ καταστάσει καὶ πάντοτε ἔχει χρήματα πρόχειρα διὰ τὰς ἀνάγκας του καὶ τοὺς φόρους τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ βεβαιωθῇ, ἂν εἶναι ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα, — περὶ ὧν οὐδόλως ἀμφιβάλλω — καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ τε εἰσπράκτορος καὶ τῶν συνοδευόντων αὐτὸν ἀστυφυλάκων, πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ νόμου καὶ τοῦ παθόντος· διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν συνταράσσεται ὁ ἐμπορικὸς καὶ ἀγροτικὸς κόσμος ἕνεκα τῶν ἐπιβαλλομένων νέων φόρων, ἡ διάπραξις τοιούτων ἐγκλημάτων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας ἐξεγείρει τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν καὶ δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν.
§44Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀντίγραφον τοῦ πρωτοκόλλου τῆς συσταθείσης ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἐν Οὑγγαρίᾳ ἀγορασθέντων ἵππων τοῦ στρατοῦ, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου.
§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσοι ἵπποι ἀπερρίφθησαν;
§47Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πεντήκοντα τρεῖς ἐν ὅλῳ μέχρι τοῦδε.
§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τριακοσίων;
§49Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐπὶ ὀλιγωτέρων τῶν τριακοσίων ἀπερρίφθησαν 53.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ ἀπάντησις Ὑπουργοῦ πρὸς ἐπερώτησιν Βουλευτοῦ, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ. Πᾶς Βουλευτὴς δύναται, ἐὰν θέλῃ, νὰ λάβῃ γνῶσιν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§51Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Κ. Κουμουνδούρου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, διότι πολλὰ λέγονται περὶ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ τὴν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ δείξατέ μοι, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ λάβωμεν γνῶσιν ἡμεῖς.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως πάντοτε οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσι γνῶσιν τῶν ἀπαντήσεων.
§53Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον, καὶ παρακαλῶ, ἢ νὰ τυπωθῇ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ὁλόκληρος ἡ ἀπάντησις, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν, ἢ νὰ τυπωθῇ ἰδιαιτέρως.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι μεγάλη ἡ δαπάνη.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 88).
§57Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἤκουσα τὸν κ. Βουλευτὴν λέγοντα, ὅτι πολλὰ λέγονται ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§58Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πολλὰ ἐγράφησαν.
§59Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ τὰ μάθω.
§60Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέγνωσα ἐπανειλημμένως εἰς τὸν Ἀθηναϊκὸν τύπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀποσταλεῖσα πρὸς προμήθειαν τῶν ἵππων τοῦ στρατοῦ δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ὡς ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτό, οἱ δὲ ἵπποι, οἱ ἀποσταλέντες ἐκεῖθεν καὶ παραληφθέντες εἰς Πειραιᾶ, εἶναι ὅλως ἀκατάλληλοι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ταῦτα λέγω ἀνευθύνως, διότι τὰ ἀνέγνωσα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἐπανειλημμένως. Ἐπεθύμουν καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ νὰ λάβω γνῶσιν καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ τυπωθῇ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν, ἂν τὰ δημόσια χρήματα, πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται φορολογία ἀπὸ τοῦ πλουσιωτέρου μέχρι τοῦ ἐσχάτου τῶν πολιτῶν, κατασπαταλῶνται οὕτω πως, καὶ ἂν αἱ πολεμικαὶ παρασκευαί, αἱ ἀρξάμεναι ἀπὸ τῆς προμηθείας τῶν ἵππων, γίνονται μετὰ τοιαύτης εὐλαβείας, οἵα ἐκτίθεται εἰς τὸν Ἀθηναϊκὸν τύπον.
§61Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δηλῶ διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς δώσω πᾶσαν πληροφορίαν.
§62Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, οὔτε θέλω νὰ ἐπικρίνω ὑμᾶς. Εὔχομαι δὲ, αἱ πληροφορίαι νὰ μὲ πείσωσι περὶ τῆς ἀνακριβείας τῶν γραφέντων καὶ διαδοθέντων.
§63Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, ὁ ἐξ Ἄργους βουλευτὴς κ. Καρπετόπουλος ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῆς ἱππωνίας ἐπιτροπῆς, τῆς παραλαβούσης τοὺς πρώτους εἰς Πειραιᾶ εἰσκομισθέντας ἐξ Οὑγγαρίας ἵππους, τὰ πρωτόκολλα τῆς παραλαβῆς τῶν ἵππων τούτων, τὰ συνταχθέντα ὑπὸ τῶν Οἰκονομικῶν Συμβουλίων τῶν ἐφίππων σωμάτων, εἰς ἃ διενεμήθησαν οἱ ἵπποι, ὡς καὶ αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις τῶν κτηνιάτρων τῶν σωμάτων τούτων καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς συσταθείσης ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν ἵππων τούτων. Ἐπίσης τὰ ἔγγραφα τῶν αὐτῶν ἀρχῶν, τὰ συνταχθέντα διὰ τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ παραλαβὴν τῆς δευτέρας ἀποστολῆς τῶν ἵππων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κατέθεσε σήμερον μόνον τὴν ἔκθεσιν τῆς ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ συσταθείσης ἐπιτροπῆς. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ καὶ πάντα τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὅπως γείνῃ συζήτησις πλήρης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Καρπετοπούλου χθὲς ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ σήμερον διέταξα νὰ διαβιβασθῇ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§65Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εὐθὺς ὡς ληφθῇ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον θέλω δώσει τὰς σχετικὰς πληροφορίας.
§66Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἵνα ἀπευθύνω παρακλήσεις πρὸς τινας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Καὶ πρῶτον παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ, ἐνῷ δυνάμει τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1897 νόμου, ἐντὸς πενταετίας ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῶσι Γεωργικοὶ σταθμοὶ εἰς ὅλους τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ προτίμησιν εἰς τὰς πρωτευούσας αὐτῶν, εἴς τινας νομοὺς δὲν ἱδρύθησαν Γεωργικοὶ σταθμοί. Δευτέραν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν αὐτὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνες οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ᾠκοδομήθη ἐν Τριπόλει οἴκημα πρὸς στεγασμὸν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω δὲ ὅτι ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο εἶναι ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, γενομένης συζητήσεως, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι ὅλα τὰ ἔγγραφα διεβιβάσθησαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἁρμόδιον ὄντα νὰ ἐγκρίνῃ τὰ σχέδια καὶ τὰς λοιπὰς διατυπώσεις πρὸς οἰκοδόμησιν τοῦ τοιούτου οἰκήματος. Τρίτην παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν οἱ ψηφισθέντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κυρωθέντες ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ δημοσιευθέντες εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως νόμοι περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ὧν οἱ καρποὶ κατεστράφησαν κατὰ τὸ 1901, ἐξετελέσθησαν, καὶ ἂν ἐπεστράφησαν οἱ ἀχρεωστήτως πληρωθέντες φόροι ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν τὰ εἰσοδήματα κατεστράφησαν καὶ ὧν αἱ ἄμπελοι ἀπηλλάγησαν τοῦ φόρου· ἐὰν δὲ δὲν ἐπεστράφησαν, διατὶ δὲν ἐπεστράφησαν; Περὶ πάντων τούτων καταθέτω ἔγγραφον σημείωμα, καὶ ἐλπίζω ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θὰ εὐαρεστηθῶσι ν’ ἀπαντήσωσι ταχέως εἰς τὰ ἐρωτήματά μου, ὅπως λάβω τὸν λόγον, ἐὰν αἱ ἀπαντήσεις των δὲν ἦναι σύμφωνοι πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Πλὴν τούτων θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπαναλάβω παράκλησιν, ἣν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀπηύθυνεν ὁ συνάδελφος κύριος Βοζίκης. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ὁ μεγαλείτερος νομὸς τοῦ Κράτους, ἂν ὄχι κατὰ πληθυσμὸν, ἀλλὰ κατ’ ἔκτασιν ἐδαφικὴν, νὰ μένῃ ἄνευ νομάρχου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θεωροῦσι χρησίμους τὰς Νομαρχίας, ὡς κατήντησαν ἤδη, οὐδεμίαν ἔχουσαι δικαιοδοσίαν, οὐδὲν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων ὑπάρχουσι Νομαρχίαι, εἶναι δίκαιον νὰ ὑπάρχῃ νομάρχης καὶ ἐν Ἀρκαδίᾳ, τῆς ὁποίας τὴν Νομαρχίαν διευθύνει ἓν σκεῦος νομαρχιακὸν, τὸ ὁποῖον, ὅπου ὑπηρέτησεν ἀφῆκεν ἀναμνήσεις οὐχὶ ἀξιοπρεπεῖς, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει σπεύσει νὰ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν τοῦ νομάρχου διὰ προσώπου, τὸ ὁποῖον, χάριν τοὐλάχιστον τοῦ ἀξιώματός του καὶ τῆς προσωπικότητός του, θέλει ἔχει ἐντροπὴν εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν ἀποφάσεών του. Ἐπίσης ἔχω νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Πρὸ μηνὸς ὁ Διευθυντὴς τοῦ τρίτου Ἑλληνικοῦ σχολείου ἐν Τριπόλει διὰ τριῶν ἀποφάσεων τοῦ Πλημμελειοδικείου κατεδικάσθη εἰς τρίμηνον φυλάκισιν ἐπὶ παραβάσεσιν ἐκλογικαῖς. Ἔκτοτε ἡ θέσις τοῦ σχολάρχου μένει κενή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὡς διδάξας ἐπὶ πολλὰ ἔτη μαθήματα ἐν διαφόροις Γυμνασίοις, γνωρίζει ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τῆς Τεσσαρακοστῆς καὶ οἱ μαθηταὶ καὶ οἱ διδάσκαλοι καταβάλλουσι τὰς μεγαλειτέρας προσπαθείας διὰ τὰ μαθήματα. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ πληρώσῃ τὴν θέσιν ταύτην, ἵνα μὴ ἴδῃ τοὺς μαθητὰς συσσώμους ἐρχομένους ἐνταῦθα καὶ ἐπισκεπτομένους τὰ διάφορα γραφεῖα τῶν δημοσιογράφων, ὡς ἔπραξαν οἱ μαθηταὶ τῶν Ἀθηνῶν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φίλιος ἔχει τὸν λόγον.
§68Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Πρό τινος παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ διευθύνοντος τὰς ἐργασίας πρὸς καταρτισμὸν μελετῶν καὶ σχεδιογραφημάτων διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι τὴν ἑπομένην ἤθελε καταθέσει τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν. Θὰ παρακαλέσω νὰ κατατεθῇ αὕτη, διότι θέλει χρησιμεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐπωφελούμενος τῆς εὐκαιρίας, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως, οἱασδήποτε προτάσεις καὶ ἂν κάμῃ ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας ταύτας ἐν Θεσσαλίᾳ, πάσας τὰς προτάσεις ταύτας ἀπορρίψῃ, εἴτε ὑπέρογκοι εἶναι εἴτε εὐνοϊκαί, διότι νομίζω, ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἄνευ σχεδὸν δαπάνης οὐδεμιᾶς.
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο καλὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις οὗ καταθέσω τὰ ἔγγραφα καὶ τὴν ἔκθεσιν, εἰς ἣν ἀναφέρονται οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐγένετο δεκτὸν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ πρᾶγμα; Καταθέτω μάλιστα σήμερον τὸ συμβόλαιον, ἤτοι τὴν σύμβασιν, ἥτις ἐγένετο, καὶ τὸ ὑπόμνημα τῆς ἐπιτροπῆς.
§70Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὑπεγράφη τὸ συμβόλαιον;
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§72Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Πολὺ ἐσπεύσατε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸ Δημόσιον μεγάλην δαπάνην, ζημιώσαντες αὐτό.
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποσῶς. Τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἡ δαπάνη ἡ γιγνομένη μέχρι σήμερον εἶναι 43 λεπτὰ κατὰ στρέμμα, ἐνῷ διὰ τῆς συμβάσεως καθορίζεται δαπάνη 30 λεπτῶν κατὰ στρέμμα. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Καταθέτω ἐπίσης σημείωμα, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Σύρου βουλευτοῦ κ. Βαφειαδάκη, ὅστις ἐζήτησε νὰ ἀποσταλῇ εἰς Σῦρον ἐπιτροπὴ μηχανικῶν καὶ ἀξιωματικῶν, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τοῦ τόπου, εἰς ὃν πρέπει νὰ μεταφερθῇ ἡ πυριτιδαποθήκη Σύρου. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συνεστήθη τὴν 24 Νοεμβρίου 1903 ἐπιτροπή, ἥτις μετέβη εἰς Σῦρον, ἀλλὰ δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι τὴν ἔκθεσίν της. Ἐγένετο αὐτῇ ὑπόμνησις διὰ τοῦ ἀπὸ 13 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου, καὶ θέλει γείνῃ καὶ δευτέρα ὑπόμνησις, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Κραναίας βουλευτοῦ κ. Γεράκη περὶ δῆθεν καταγγελιῶν κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Νοσοκομείου τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων.
§74Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ σημείωμα διαλαμβάνον τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἕκαστον τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων τῶν Ἀθηνῶν ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν χορῶν, τῶν λεγομένων φιλανθρωπικῶν, τῶν διοργανωθέντων κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν Ἀπόκρεω. Λυποῦμαι ὅτι παρῆλθον τόσαι ἡμέραι καὶ τὸ σημείωμα δὲν κατετέθη.
§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι τόσαι ἡμέραι. Προχθὲς ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ, τὰ περιέχοντα τὴν ἐπερώτησίν σας, καὶ χθὲς ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. δήμαρχον, διότι πρόκειται καὶ περὶ δημοτικοῦ χοροῦ. Πρέπει λοιπὸν νὰ δοθῇ ὁ ἀναγκαῖος χρόνος, ὅπως τὰ ἔγγραφα ἀποσταλῶσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν Δημαρχίαν, περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τοῦ δημάρχου, καὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. δήμαρχος, εὐθὺς δὲ τότε θέλετε ἔχει τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§77Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὸν πολεμικὸν στόλον τῆς Ἑλλάδος. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχήν, παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ ἓν πρόγραμμα, πρόγραμμα παρασκευῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν, συνέδεσε δὲ τὴν τύχην τῆς μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ. Παρέστησεν ὅτι ἐξωτερικὰ σπουδαῖα ζητήματα, καὶ δὴ τὰ Μακεδονικά, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐξοπλισθῇ, καὶ πρὸς τοῦτο ἀπεφάσισε νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τὰ 10,000,000 δραχμὰς διὰ νέας φορολογίας· ἐπεκαλέσθη δὲ πρὸς τοῦτο τὸν πατριωτισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ παρέστησεν ὅτι ἐπείγουσα ἦτο ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τῶν φορολογικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προέτεινε, καὶ ὅτι ἄνευ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ παρασκευασθῇ στρατιωτικῶς. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὡμίλησε δὶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπικαλεσθεὶς τὸν πατριωτισμόν μας, καὶ εἰπὼν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι λαὸς φιλότιμος καὶ πολὺ εὐχαρίστως θ’ ἀποδεχθῇ τὰ βάρη καὶ τοὺς νέους φόρους, προκειμένου ἡ πατρὶς νὰ ἐξοπλισθῇ. Βεβαίως, Κύριοι, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν στερεῖται πατριωτισμοῦ, πάντες ἀγαπῶμεν τὴν πατρίδα μας, καὶ πάντες εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑποστῶμεν πᾶσαν θυσίαν πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐντύπωσιν μοὶ ἔκαμεν, ὅτε εἶδον, ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει οὐδὲν μέτρον ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον, ἀφορῶν τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τοῦτο, διότι προΐσταται τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, ὅστις προΐστατο καὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1899, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Γνωρίζων δ’ ἔκτοτε τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ βλέπων ὅτι σήμερον οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται περὶ τῆς ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγκατέλιπε τὰς ἰδέας, ἃς εἶχεν, ὅτε προΐστατο τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1899, περὶ ἐνισχύσεως τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ποῖαι ἦσαν, κύριοι Βουλευταί, αἱ ἰδέαι αἱ κρατήσασαι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Τότε ἐκρίθη, ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, διότι, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία πανταχόθεν περιβρέχεται ὑπὸ θαλάσσης, πάντοτε κατὰ προτίμησιν εἰς τὸ ναυτικὸν ἐστήριζε τὰς ἐλπίδας της. Πάντες γνωρίζετε, ὅτι κατὰ μέγιστον μέρος ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος ὀφείλεται εἰς τὸ ναυτικὸν αὐτῆς. Παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ λοιπὸν ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει ἐν τάχει νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προθυμότατος ἦτο πάντοτε εἰς πᾶσαν ἰδέαν ἀφορῶσαν τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ στόλου. Ὀφείλω δ’ ἐπίσης νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ὁ ἁρμόδιος τότε κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προθυμότατος ἐφάνη πάντοτε εἰς τὸ νὰ παράσχῃ τὰ μέσα, ὅπως ἐργασθῶμεν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ στόλου. Ὑπὸ τοιούτων δὲ ἰδεῶν κατεχόμενον τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ὑπέβαλεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ αὕτη ἐψήφισε τὸν νόμον, δι’ οὗ συνέστη τὸ ταμεῖον τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Ἐνομίσαμεν, Κύριοι, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου ἤθελεν εἶσθαι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠθέλομεν στηριχθῆ, ὅπως ἐργασθῶμεν διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ στόλου. Ὑπεβλήθη τότε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ἡ Βουλὴ προθυμότατα καὶ ἄνευ ἀντιρρήσεως, — διότι εἰς τοιαῦτα ζητήματα αἱ Βουλαὶ αἱ Ἑλληνικαὶ οὐδέποτε ἔφεραν ἀντίρρησιν! — ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον, καὶ συνεστήθη τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπροικοδοτήθη δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν περίπου κατ’ ἔτος, διότι παρεχωρήθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου τὰ ἡμίση τῶν εἰσπράξεων τῶν φαρικῶν τελῶν, ἢ εἰς χρυσὸν διαφορὰν αἱ εἰσπράξεις τῆς Δεξαμενῆς τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἀχρήστων ὑλικῶν τοῦ Ναυστάθμου. Ταῦτα πάντα ἀπετέλεσαν περίπου ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Μετὰ πάροδον ὀλίγων μηνῶν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι τὸ ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροικοδοτήθη τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου, δὲν ἦτο ἀρκετὸν, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδιώκομεν· μετὰ συζήτησιν δὲ ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἀπεφασίσθη, ἵνα τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου ἐνισχυθῇ διὰ νέας προικοδοτήσεως ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐτησίως ἐκ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔλαβε σάρκα, καὶ ἡτοιμάσθη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ μάλιστα εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος τότε καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ τὸ συντάξῃ καὶ μοὶ τὸ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἀντίγραφον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κατέχω· εἶναι «νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΒΨΟΔʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1900 περὶ συστάσεως Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἕτοιμον νὰ ὑποβληθῇ ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ αἱ ἐπελθοῦσαι τότε περιστάσεις ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταλίπῃ τὴν ἀρχήν. Τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διεδέχθη Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴν κύριον Ἀλέξανδρον Θ. Ζαΐμην. Ἔλαβον τὴν τιμὴν μετὰ τὴν παραίτησίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, γνωρίζων τὸ μέγα ἐνδιαφέρον τοῦ Βασιλέως διὰ τὰ τοιαῦτα ζητήματα καὶ τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν τῆς Α. Μ. ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν...
§78Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει μέγα τὸ ἐνδιαφέρον.
§79Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, ὡς Ὑπουργὸς, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ γνωρίσω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔδειξε πάντοτε μέγα ἐνδιαφέρον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§80Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς συνεπλήρωσα, ὅτι τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον ἔχει καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
§81Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔφερα λοιπὸν εἰς γνῶσιν τοῦ Βασιλέως τὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος, καὶ παρεκάλεσα θερμῶς τὴν Α. Μεγαλειότητα νὰ συστήσῃ εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, ὅπως εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, διότι τοῦ νομοσχεδίου τούτου ψηφιζομένου τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου ἤθελεν ἔχει πρόσοδον 2,200,000 δραχμῶν ἐτησίως, διότι εἰσπράττει καὶ τόκους, καθόσον τὰ χρήματα κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ἀποφέρουσι τόκον 4%. Ἔμαθον κατόπιν, ὅτι ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐγένετο ἡ δέουσα σύστασις εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, ἀλλὰ, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὗρεν, ὅτι αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεπον τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ συνεπῶς τὸ νομοσχέδιον ἐγκατελείφθη. Ἡμεῖς, Κύριοι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ μεταβληθὲν εἰς νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροικοδοτήσαμεν τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν συνετάξαμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέφερα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ προικοδοτήσωμεν τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου δι’ ἑνὸς ἔτι ἑκατομμυρίου δραχμῶν, δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς τὸν λαὸν, ἐζητήσαμεν τὴν προικοδότησιν αὐτοῦ ἐκ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων. Ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἥτις εἶναι Κυβέρνησις τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, Κυβέρνησις, ἥτις συνδέει τὴν τύχην της μὲ τὰς παρασκευὰς, καὶ χάριν αὐτῶν ἐπιβάλλει φόρους, οὐδὲν μέτρον λαμβάνει διὰ τὸ ναυτικόν. Τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν ἐγκατέλειψε τὰς ἰδέας ἐκείνας, καὶ διὰ ποῖον λόγον τὰς ἐγκατέλειψεν. Ἐὰν δὲν τὰς ἐγκατέλειψε, διὰ ποῖον λόγον, εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖ δέκα ἑκατομμύρια δραχμὰς, οὐδὲν περὶ τοῦ ναυτικοῦ πράττει; Μήπως τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει ἐνισχύσεως αὐτοῦ; Μήπως κατὰ τὸ διαρρεῦσαν ἔκτοτε χρονικὸν διάστημα τὰ πράγματα τοῦ ναυτικοῦ μετεβλήθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ ἰδέα τῆς ἐνισχύσεως αὐτοῦ ἐγκατελείφθη; Ἐγὼ, Κύριοι, μὲ κίνδυνον ἴσως νὰ θεωρηθῶ, ὅτι βλάπτω τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μου, τὴν ὁποίαν ἀγαπῶ, ὅπως πάντες ὑμεῖς, θὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν τὴν κατάστασιν τοῦ ναυτικοῦ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν κρυπτόμενοι ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας, πρέπει νὰ παύσωμεν ἀπατῶντες καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν λαὸν, καὶ πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ἀδιαφοροῦντες, ἂν ἡ ἀλήθεια αὕτη εἶναι πικρά. Μετ’ ὀλίγον, Κύριοι, θὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς ὀκτὼ ἑκατομμύρια δραχμάς. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρουσιάσω ἐγὼ τὴν εἰκόνα τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδεμία μέριμνα λαμβάνεται, εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ἑκατομμύρια, ἵνα ἑτοιμάσωμεν τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς...
§82Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ῥωσσοϊαπωνικοῦ πολέμου θὰ ἴδωμεν ποῖον ναυτικὸν θὰ εὐδοκιμήσῃ· τώρα ἀκόμη γίνονται ναυμαχίαι· πῶς θέλετε νὰ λάβωμεν ἀπὸ τοῦδε πρόνοιαν;
§83Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἔχετε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθητε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ πολεμικὸν ἡμῶν ναυτικόν, διὰ τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ψηφίσωμεν μετ’ ὀλίγον ὀκτὼ ἑκατομμύρια δραχμὰς, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον οὐδεμία μέριμνα λαμβάνεται. Ἀκούσατε λοιπὸν, παρακαλῶ. Τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν συνίσταται ἀπὸ τὰ τρία θωρηκτὰ, «Ὕδραν», «Σπέτσας» καὶ «Ψαρὰ», πλοῖα βεβαίως ἀξιόμαχα, ἀλλὰ πλοῖα, τῶν ὁποίων τὸ πυροβολικὸν, σᾶς ἐξέθεσε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται, ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρών. Σᾶς ἐξέθεσε τότε ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὰ τρία θωρηκτὰ, ὧν ἕκαστον ἔχει τρία πυροβόλα τῶν 27 καὶ πέντε τῶν 15, ἔχουσι πυροβόλα τοιαῦτα, ὥστε, διὰ νὰ ῥίψητε μίαν βολὴν πυροβόλου τῶν 27, θέλετε δεκαπέντε λεπτὰ τῆς ὥρας, τὰ δὲ τουρκικὰ θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἐπεσκεύασε καὶ ἀνεκαίνισεν εἰς τὰ ἐργοστάσια τοῦ Ἀνσάλδο, ἔχουσι τὰ ἴδια πυροβόλα, συστήματος ταχυβόλων, ἀλλὰ τὰ πυροβόλα ταῦτα, τὰ πυροβόλα τοῦ τουρκικοῦ «Μεσσουδιὲ» ῥίπτουσι δύο βολὰς κατὰ λεπτὸν τῆς ὥρας· συνεπῶς τὰ ἡμέτερα θωρηκτὰ θὰ δεχθοῦν 30 βολὰς κατὰ τέταρτον τῆς ὥρας, διὰ νὰ δώσωσι μίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ πυροβολικοῦ τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν. Ἐκτὸς τῶν τριῶν αὐτῶν πλοίων φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς ἔχει καὶ ἄλλο πλοῖον ἀξιόμαχον ἐν πολέμῳ; Οὐδὲν ἔχει. Ἐκτὸς τῶν τριῶν αὐτῶν πλοίων ἔχομεν τὸν «Ναύαρχον Μιαούλην», πλοῖον κατασκευασθὲν τὸ 1879, ἡλικίας δηλαδὴ 25 ἐτῶν, χρησιμεῦον μόνον διὰ τὸν ἐκπαιδευτικὸν πλοῦν τῶν δοκίμων. Ἔχομεν ἓν τορπιλλοβόλον, ὀνομαζόμενον «Κανάρης», κατασκευῆς τοῦ 1878, ἡλικίας δηλ. 26 ἐτῶν, ἐκ τῶν πλοίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν τὴν μακαρίαν ἐκείνην ἐποχὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευον διὰ νὰ μεταφέρωσι βόας ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν εἰς τὴν Ἰρλανδίαν. Ἔχομεν τὸν γνωστὸν ἀτμοδρόμωνα «Ἑλλάδα», κατασκευῆς τοῦ 1859, ἤτοι ἡλικίας 45 ἐτῶν, ἄνευ λεβήτων, ἄνευ μηχανῶν, ἠγκυροβολημένον εἰς τὰς προκυμαίας τοῦ Πειραιῶς καὶ χρησιμεύοντα ὡς Ναυτικὴ Σχολή. Ἔχομεν τὸν ἀτμομυοδρόμωνα «Βασίλισσαν Ὄλγαν», ὁ ὁποῖος κατεσκευάσθη κατὰ τὸ 1868, ἡλικίας δηλ. 36 ἐτῶν, εἰς κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε εἶναι ζήτημα, ἂν θὰ δυνηθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ κατορθώσῃ διὰ τῶν ἰδίων τοῦ πλοίου μηχανῶν καὶ λεβήτων νὰ τὸ φέρῃ εἰς Ναύσταθμον πρὸς διάλυσιν, ἢ θὰ τὸ ῥυμουλκήσῃ, διότι εἶναι σεσηπὸς καὶ ἠγκυροβολημένον εἰς Πόρον, χρησιμεῦον διὰ γυμνάσια πυροβολικοῦ τῶν ναυτῶν τῆς Προπαιδευτικῆς Μοίρας. Ἔχομεν τὸν «Βασιλέα Γεώργιον», πλοῖον κατασκευῆς τοῦ 1867, διανῦον 8 μίλια τὴν ὥραν. Ἔχομεν τὸ «Ἄκτιον» καὶ τὴν «Ἀμβρακίαν», πλοῖα δεμένα εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἄνευ λεβήτων, εἰς οἰκτρὰν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν καὶ μὴ δυνάμενα νὰ κινηθῶσι. Τὸ «Ἄκτιον» καὶ ἡ «Ἀμβρακία» εἶναι κατασκευῆς τοῦ 1880, δηλαδὴ 24 ἐτῶν. Ἔχομεν τὴν «Μυκάλην». Ἡ «Μυκάλη» εἶναι ὑπὸ διάλυσιν καί, ὡς ἤκουσα, πρόκειται νὰ πωληθῇ, διότι εἶναι ἄχρηστος ἐντελῶς. Ἔχομεν τὴν «Πάραλον», τὴν «Σαλαμινίαν», τὴν «Σῦρον», κατασκευῆς τοῦ ἔτους 1856, δηλαδὴ περίπου πεντήκοντα ἐτῶν ἡλικίας! Αὐτὰ εἶναι τὰ πλοῖα, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος δαπανᾷ κατ’ ἔτος ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν διὰ νὰ τὰ ἐπισκευάζῃ καὶ αἰωνίως νὰ τὰ ἐπισκευάζῃ, νὰ διέρχωνται δὲ τὸ πλεῖστον μέρος ἑκάστου ἔτους ὑπὸ ἐπισκευὴν εἰς τὸν Ναύσταθμον. Ἔχομεν τοὺς τέσσαρας ἀτμομυοδρόμωνας, τὸν «Εὐρώταν», τὸν «Ἀχελῶον», τὸν «Πηνειὸν» καὶ τὸν «Ἀλφειὸν», κατασκευῆς τοῦ 1884, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχουσι πολεμικὴν ἀξίαν, χρησιμεύουν δὲ μόνον ἵνα γυμνάζωνται τὰ πληρώματα εἰς τὴν ἱστιοπλοΐαν. Ἔχομεν τὴν «Κίσσαν», τὴν «Κίχλην», τὴν «Ἀηδόνα». Ἔχομεν τέσσαρας κανονιοφόρους, Α, Β, Γ, Δ, ἔχομεν τέσσαρας τορπιλλοθέτιδας, καὶ πλέον οὔ! ἅπαντα πλοῖα ἄχρηστα! Αὐτὸς λοιπόν, Κύριοι, εἶναι ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικός, διὰ τὸν ὁποῖον δαπανῶνται κατ’ ἔτος 7½ ἕως 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Αὐτή, κύριοι Βουλευταί, ἡ κατάστασις δὲν συγκινεῖ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ζητεῖ ἀπὸ τὸν λαὸν 10 ἑκατομμύρια φόρους, οὐδεμίαν μέριμναν λαμβάνει, ὅπως διορθώσῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, οὐδεμίαν μέριμναν λαμβάνει πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ στόλου! Καὶ ἐν τούτοις κηρύττει, ὅτι πρόγραμμα αὐτῆς εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας! Κύριοι, ἐγώ, μεθ’ ὅσα εἶπον, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θ’ ἀφήσῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἴδω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ταμείου τοῦ στόλου καὶ πρὸς πραγματικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Διότι, Κύριοι, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀδιαφορία αὕτη, διότι κάλλιστα γνωρίζει, ὅτι ἡ ὅμορος ἐπικράτεια ἐργάζεται διὰ τὸ ναυτικόν της· διότι γνωρίζει, ὅτι ἡ ὅμορος ἐπικράτεια πλεῖστα πλοῖα αὐτῆς ἐπεσκεύασε καὶ ἐπισκευάζει εἰς τὰ καταστήματα τοῦ Ἀνσάλδο· διότι γνωρίζει, ὅτι πλοῖα κατασκευάζονται ἤδη ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Ἀμερικῇ διὰ λογαριασμὸν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τορπιλλοβόλα παρηγγέλθησαν, καὶ ὅτι μετὰ μεγίστης δραστηριότητος ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐνισχύει τὸν στόλον αὐτῆς. Ἐὰν, Κύριοι, δὲν ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς ἐνισχυθῇ, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι τάχιστα θὰ ἀπολέσωμεν ὁριστικῶς τὴν κατὰ θάλασσαν ὑπεροχὴν, καὶ βεβαίως θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῶμεν τὴν ἐντροπὴν, ἣν ὑπέστημεν κατὰ τὸ ἔτος 1868. Κατερχόμενος τοῦ βήματος, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν, ἐὰν ἐπιθυμῇ, νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον τῷ ἀπηύθυνα, ἂν δηλαδὴ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχε κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ ν’ ἀποτελῶ μέλος τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν του Κυβερνήσεως, ἂν τὰς ἰδέας ταύτας ἔχῃ ἀκόμη ἢ τὰς ἐγκατέλειψε, καὶ διατὶ οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβε διὰ τὸ ναυτικόν.
§84Λ. ΜΕΛΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Πρὶν ἢ κατέλθητε τοῦ βήματος, δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε, ἂν εἴχετε προβῆ εἰς διαπραγματεύσεις ἢ σκέψεις περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ στόλου ἀπὸ τῶν σεσηπότων πλοίων; Ποίας σκέψεις εἴχετε, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, εἰς τί ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ στόλου ἀπὸ τοιούτων πλοίων, καὶ τίνα ἀποτελέσματα θὰ εἶχεν αὕτη.
§85Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν στόλον διὰ τῆς παραγγελίας νέων πλοίων· πρὸς τοῦτο, ὅπως σᾶς εἶπον, ἀπεφασίσθη ἡ σύστασις ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, καὶ τὸ ταμεῖον τοῦ ἐθνικοῦ στόλου τὸ ἐπροικοδοτήσαμεν μὲ 1,000,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Κατόπιν εἴδομεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν δὲν ἦτο ἀρκετὸν, καὶ ἡτοιμάσθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν. Προέβημεν ἔτι περαιτέρω. Ἐμάθομεν ὅτι εἰς τὰ Ἀγγλικὰ ναυπηγεῖα Ἄρμστρογκ ὑπῆρχε πρὸς πώλησιν καταδρομικὸν, τοῦ ὁποίου ἡ κατασκευὴ εἶχε παραγγελθῆ ἀπὸ τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ παραγγελία αὕτη εἶχεν ἐγείρει μέγαν θόρυβον ἐν Ἰταλίᾳ, διότι ἐκεῖ, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχουσι ναυπηγεῖα. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ κατευνάσῃ τὸν θόρυβον, ἦλθεν εἰς συνεννοήσεις μὲ τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπείσθη νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ παραλάβῃ τὸ πλοῖον αὐτό. Ἡμεῖς τότε ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ πλοῖον αὐτὸ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸν στόλον τὸν ἡμέτερον. Ἀνετέθη λοιπὸν εἰς τὸν ναυπηγὸν Dupon νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ πλοῖον, καὶ δι’ ἐκθέσεώς του νὰ γνωμοδοτήσῃ, ἂν τὸ εὑρίσκῃ κατάλληλον διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στόλον. Ὁ κ. Dupon μετέβη εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐπεσκέφθη τὸ πλοῖον καὶ μᾶς ἔστειλε μίαν πολυσέλιδον ἔκθεσιν. Ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Dupon ἦτο, ὅτι ἡ τιμὴ, τὴν ὁποίαν ἐζήτει τὸ κατάστημα, ἦτο πολὺ μεγάλη· ἐζήτει 9,000,000 φράγκα, ὁ δὲ κ. Dupon ἐγνωμοδότει, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ πλείονα τῶν 6½ ἑκατομμυρίων· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Dupon ἐγνωμοδότει, ὅτι τὰ μηχανήματα τοῦ πλοίου ἦσαν τόσον πολύπλοκα, ὥστε ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο εὔκολον νὰ τὰ χειρισθῶσιν οἱ ἄνδρες τοῦ ἡμετέρου πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ μᾶλλον ἐγνωμοδότει νὰ μὴ ἀγορασθῇ τὸ πλοῖον. Ὅτε ἡτοιμάσαμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου, συνενοήθημεν μὲ τὸν κ. Dupon, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ μετακαλέσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἐργασθῶμεν μετ’ αὐτοῦ εἰς ἕν πρόγραμμα κατασκευῆς νέων πλοίων. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ κατασκευὴ νέων πλοίων ἤθελεν ἐπιφέρει αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· τὴν αὔξησιν ὅμως ταύτην ἠθέλομεν σταματήσει, ἐκποιοῦντες, ἢ μᾶλλον καταστρέφοντες τὰ ἄχρηστα πλοῖα, — διότι τὰ πλεῖστα τῶν πλοίων, περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα, καὶ ἂν ἤθελομεν νὰ τὰ πωλήσωμεν, δὲν ἦτο εὔκολον νὰ παρουσιασθῶσιν ἀγορασταὶ — καταστρέφοντες, λέγω, τὰ ἄχρηστα πλοῖα, καὶ ἀντικαθιστῶντες αὐτὰ διὰ νέων πλοίων. Μεταξὺ τῶν πλοίων αὐτῶν εἶναι 4 ἢ 5, τὰ ὁποῖα καταγίνονται σήμερον εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, ἀλλ’ εἶναι πλοῖα ταχύτητος 7 ἢ 8 μιλίων, καὶ ἅτινα αἰωνίως εὑρίσκονται ὑπὸ ἐπισκευήν. Αὐτὰ ἐπρόκειτο νὰ καταστραφῶσι. Καὶ διὰ νὰ βεβαιώσω αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον, θὰ ἀναφέρω τι, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ βεβαιώσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἐνθυμεῖσθε, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτά, ὅτι, ὅτε ὁμιλῶν ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν εἶπον, ὅτι τὰ πλοῖα αὐτὰ εἶναι ἄχρηστα, καὶ πρέπει νὰ καταστραφῶσι, μοὶ εἴπετε, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα τὰ ἐκποιήσωμεν.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Παρέστησα εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς κτήσεως ταύτης τοῦ Δημοσίου πρέπει νὰ γείνῃ διὰ νόμου.
§87Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο· τὸ ἀναφέρω, διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶχον σκεφθῆ διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν πλοίων αὐτῶν, τῶν ἀχρήστων, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀφορμὴ δαπάνης χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος ἕνεκα τῶν αἰωνίων ἐπισκευῶν αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἀνήγγειλεν, ὅτι συνέστησεν ἐπιτροπήν, ἵνα ἐπιθεωρήσῃ τὰ πλοῖα, θὰ λάβῃ μέτρα, καὶ θ’ ἀπαλλάξῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὰ ἄχρηστα πλοῖα. Ἐλπίζω ἐπίσης, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θ’ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ἐπιθυμῇ, ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματός μου, ἂν ἔχει ἀκόμη ἢ ἐγκατέλειψε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχε.
§88ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὰς ἀρίστας διαθέσεις διὰ τὸ ναυτικὸν τῆς πατρίδος ἡμῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι προθυμότατος νὰ παράσχῃ ὅλα τὰ μέσα, ὅπως τὸ ναυτικὸν αὐτὸ ὑψωθῇ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ περιωπήν· μόνον ὁ δυστυχὴς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὸν κ. προαγορεύσαντα, οὔτε ἐσκέφθη οὔτε ἴσως δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος...
§89Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργέ...
§90ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ· ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα, καίτοι εἴπετε πολλὰς ἀνακριβείας. Ἀδιαφορῶ τίνα γνώμην ἔχει περὶ ἐμοῦ ὁ κύριος προαγορεύσας...
§91Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μὲ συγχωρεῖτε. Ἔχω τὴν ἀρίστην γνώμην καὶ μεγίστην ὑπόληψιν περὶ ὑμῶν. Μὲ παρεξηγεῖτε. Ἡ Βουλὴ ἤκουσεν ὅσα εἶπον, καὶ ἂς ὁμολογήσῃ, ἂν εἶπον τοιοῦτόν τι περὶ ὑμῶν.
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι!
§93Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι πολύ, ὅτι λαμβάνετε οὕτω προσωπικῶς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ν’ ἀναφέρωνται εἰς ὑμᾶς· ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ παρελθόντος.
§94ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀδιαφορῶ, λέγω, τίνα γνώμην ἔχει περὶ ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας· εἶμαι ὅμως εὐχαριστημένος, ὅτι οἱ συνεργαζόμενοι μετ’ ἐμοῦ μοὶ ἀφῆκαν ἐλευθερίαν ἐνεργείας ἐν τῇ διοικήσει τοῦ κλάδου, τὸν ὁποῖον ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀνέθεσεν εἰς ἐμέ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἀναγνώσω ἔγγραφά τινα, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύονται πολλαὶ ἀνακρίβειαι καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σπετσῶν Βουλευτοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, εἰργάσθην, ὅση μοι δύναμις, καὶ ἐσκέφθην πατρικῶς καὶ δικαίως. Πρὸ παντὸς ἐξήτασα τὴν νομοθεσίαν καὶ τοὺς ὀργανισμούς, ἀνέγνωσα τὰς διαφόρους ἐκθέσεις, ἐπεκαλέσθην δὲ καὶ τὴν συνδρομὴν τῶν προκατόχων μου, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Βουδούρη ἐξαιρουμένου, διότι θεωρῶ τὴν ἐργασίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἑνιαίαν, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τῶν προσώπων πρέπει ν’ ἀλλάσσῃ καὶ τὴν διεύθυνσιν ἐργασιῶν, ἐθνικὴν σημασίαν ἐχουσῶν. Ὁ κ. Βουδούρης εἶπεν, ὅτι οὐδὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶδε, σχετικῶς μὲ τὰ ναυτικά, μεταβαλλόμενον. Φαίνεται ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὸν Προϋπολογισμόν, διότι, ἐὰν ἀνεγίνωσκεν αὐτόν, θὰ ἔβλεπεν αὔξησιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περὶ τὸ 1½ ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἡ δὲ αὔξησις αὕτη δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ προσωπικόν, οὔτε εἰς μεταβολὴν θέσεων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀγορὰν ὑλικοῦ, καὶ τὴν ἀνανέωσιν τῶν πεπαλαιωμένων καὶ κατεστραμμένων ἀντικειμένων τοῦ ναυτικοῦ. Νομίζω ὅτι πρῶτον μέλημα παντὸς Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ συντηρῇ τὸ καθεστώς, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς βελτιώσεως ἐν τῷ μέλλοντι. Συμφώνως πρὸς ταῦτα κατήρτισα ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐκθέσῃ ἡμῖν τὴν κατάστασιν τῶν πολεμικῶν πλοίων καὶ ἐν γένει τοῦ ὑλικοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μοὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της πρὸ πολλοῦ, ἐν αὐτῇ δὲ ἀνέφερε ποῖα σκάφη εἶναι χρήσιμα, ποῖα συντηρήσιμα καὶ ποῖα ἄχρηστα. Ἤδη δὲ καταγίνομαι εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν τιμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων τὸ ἄχρηστον ὑλικὸν ἐκτεθήσεται εἰς πλειοδοσίαν...
§95Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε, ποῖα πλοῖα χαρακτηρίζονται ὡς ἄχρηστα;
§96Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐκποιήσητε τὰ πλοῖα ταῦτα;
§97ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἵνα ἐκποιηθῶσι ταῦτα ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖται μόνον πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Ἀλλ’ ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, βεβαίως θέλω ζητήσει καὶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, τοῦ τρόπου δηλ. τῆς πωλήσεως, μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι καλὸν νὰ τὸ μελετήσητε καλλίτερον.
§99ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἀποφασισθῇ ἡ ἐκποίησις, βεβαίως θὰ τὸ μελετήσω καὶ θ’ ἀποφασίσω μετὰ γνωμάτευσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίοδον τῆς ἐξετάσεως τῶν περὶ τούτου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι πολλὰ τῶν πλοίων ἡμῶν δὲν εἶναι χρήσιμα διὰ πολεμικὰς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλὰ τίνος ἔθνους τὰ πλοῖα ὅλα εἶναι πολεμικά; πλεῖστα τούτων εἶναι ὑπηρετικά, ἄνευ τῶν ὁποίων δύσκολος καθίσταται ἡ χρησιμοποίησις τῶν καθαρῶς πολεμικῶν πλοίων. Δι’ ὃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ κρατήσωμεν ἀρκετὰ ἐκ τούτων, διότι ἄλλως θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς δαπάνας πρὸς ἀπόκτησιν νέων, ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο. Μὴ λησμονεῖτε ἐπὶ πλέον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλου ἀριθμοῦ πλοίων πρὸς περιστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου, ἡ καταδίωξις τοῦ ὁποίου ἀπασχολεῖ μεγάλως τὸ ναυτικὸν ἡμῶν.
§100Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν ἔξοδα δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε ἐν λεπτομερείᾳ;
§101ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὔκολον· ἀλλὰ δὲν ἔχω προχείρους τὰς σημειώσεις. Λάβετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀναλόγως τοῦ μεγέθους ἑκάστου πλοίου καὶ τῆς κινήσεως γίνεται καὶ ἡ κατανάλωσις τῶν γαιανθράκων.
§102Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν δύνασθε, νὰ μᾶς εἴπητε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὰ πλοῖα· ποῖα χαρακτηρίζει ὡς ἄχρηστα;
§103ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαρίστως. Ἡ ἐπιτροπὴ ὡς ἄχρηστα ἐντελῶς θεωρεῖ τὴν «Μυκάλην», τὴν «Βασίλισσαν Ὄλγαν», τὴν «Ἑλλάδα», τὰ τορπιλλοβόλα τῆς γαλλικῆς κατασκευῆς, ὡς χρήσιμα δὲ μόνον ἐθεώρησε τὰ τῆς γερμανικῆς κατασκευῆς. Τὰς κανονιοφόρους θεωρεῖ χρησίμους ἔτι.
§104Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τὴν «Μυκάλην» τὴν χαρακτηρίζει ἐντελῶς ἄχρηστον;
§105ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκριβῶς δὲν δύναμαι σήμερον νὰ σᾶς εἴπω· ὅταν θὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Βουλήν, θέλετε ἴδει ὅ,τι ζητεῖτε. Ὁ κύριος Μπούμπουλης ἀνέφερε χθές, ὅτι ὁ Ναύσταθμος εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν...
§106Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτό τι.
§107ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπούμπουλης εἶπεν, ὅτι εἶναι κρῖμα νὰ δαπανῶμεν διὰ τὸν Ναύσταθμον, καὶ πρέπει νὰ καταργήσωμεν αὐτόν. Θὰ εἶχε δίκαιον, ἐὰν ἐζήτει τὴν βελτίωσιν τοῦ Ναυστάθμου καὶ οὐχὶ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἀξιωματικὸς ἀνώτερος τοιαύτην γνώμην τόσον ἐπισήμως ἐξέφερεν. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταί, διεῖδον τὰς ἀνάγκας τοῦ Ναυστάθμου, καὶ εἶμαι λίαν εὔελπις περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ. Δι’ ὃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ κ. Διευθυντοῦ περὶ τῶν ἐπενεκτέων βελτιώσεων. Ὁ Διευθυντὴς δὲ τοῦ Β. Ναυστάθμου τῇ 10 τρέχοντος μηνὸς μοὶ ἔστειλεν ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τῶν συνεργείων, τοῦ κ. Παυλίδου. Ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῇ ἀναφέρονται ὅλαι αἱ ἀτέλειαι, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ μὴ ἦναι ὁ Ναύσταθμος εἰς τὸ ὕψος αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐργασίας, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῶν κανονισμῶν αὐτοῦ· ζητεῖ δὲ τὴν διόρθωσιν τῶν ἀτελειῶν τούτων. Ἐγὼ δὲν ἔρριψα τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν εἰς τὰ ἀρχεῖα, ἀλλὰ συνέστησα ἀμέσως ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ πράγματος καὶ γνωμοδότησιν περὶ τοῦ πρακτέου, ἐλπίζω δ’ ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου, ἐὰν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὁ Ναύσταθμος θὰ καταστῇ ἄξιος τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. Σήμερον ὁ Ναύσταθμος, μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἐργάζεται, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, κάλλιον ἄλλων Ναυστάθμων. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Μπούμπουλη, διότι ὁ κ. Μπούμπουλης δὲν ἐλησμόνησε βεβαίως, ὅτι κατὰ τὸ 1899 ἐν Τουλῶνι πρὸς τοποθέτησιν μόνον σωλήνων τινῶν τῶν λεβήτων ἐχρειάσθησαν δύο μῆνες.
§108Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔμειναν ὅσον καιρὸν ἐχρειάσθη νὰ μείνωσιν εἰς τὴν δεξαμενὴν, ἵνα καθαρισθῶσιν· 27 ἡμέρας.
§109ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως.
§110Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα σημασίαν ἔχει ὁ χρόνος;
§111ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι ὁ κ. Μπούμπουλης εἶπεν, ὅτι ἀπορεῖ, πῶς 5 τορπιλλικὰ δὲν δύνανται ἐντὸς 15 ἡμερῶν νὰ ἐπισκευασθῶσι.
§112Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν θέλω καμμίαν ὑπεράσπισιν. Εἶμαι ἀξιωματικός.
§113Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ὑπερασπισθῶ. Δὲν ἔχω καμμίαν ὄρεξιν νὰ σᾶς ὑπερασπισθῶ. Συζητῶ.
§114Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ ταράσσεσθε πολύ, καὶ δὲν σᾶς ὡμίλησε κανείς.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι.
§116ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διέμειναν αἱ «Σπέτσαι» καὶ ἡ «Ὕδρα» ἐν Τουλῶνι ἀπὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου τοῦ 1899. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν εἶχον ἐκεῖ, εἰμὴ τὴν τοποθέτησιν αὐλῶν τινων τῶν λεβήτων, καίτοι καὶ ὁ κ. Μπούμπουλης, ὡς κυβερνήτης, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Βουδούρη, καὶ ὁ ναύαρχος Κριεζῆς ἐπέσπευδον τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἐργασιῶν, καὶ πρὸς τοῦτο καὶ εἰδικὸν ἀπέστειλε μηχανικὸν ὁ κύριος Βουδούρης. Ἐν Τουλῶνι αἱ «Σπέτσαι» τὸ 1903 ἔμειναν ἀπὸ τῆς 15 Μαρτίου ἕως τῆς 1 Ἀπριλίου. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδεμία ἐργασία δύναται νὰ γείνῃ ἐντὸς 15 ἡμερῶν.
§117Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§118ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§119Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, πόσας ἡμέρας ἔμειναν τὰ θωρηκτὰ εἰς τὴν Μάλταν, ὅτε ἐγὼ ἤμην Ὑπουργός; Δηλαδὴ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ καθαρισμοῦ καὶ τῆς διαμονῆς αὐτῶν ἐν Μάλτᾳ.
§120ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ λάβω πληροφορίας.
§121Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ δώσω ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν; 25 ἕως 30 ἡμέραι χρειάζονται διὰ τὸν ἀπόπλουν ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι τοῦ κατάπλου, ἐκτὸς ἐὰν παρουσιασθῇ ἐργασία ἔκτακτος.
§122ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύναμαι, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν θέλητε, νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι νῦν ὑπὸ ἐπισκευὴν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὡς καὶ τὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐπ’ αὐτῶν. Εἶναι τὰ «Ψαρά», αἱ «Σπέτσαι», ἡ «Ὕδρα», ὁ «Μιαούλης», ἡ «Κρήτη», ὁ «Ἀλφειός», ὁ «Πηνειός», ὁ «Εὐρώτας», ἡ «Κίσσα», «Κανάρης», τὰ γερμανικὰ τορπιλλοβόλα...
§123Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἡ «Σφακτηρία»
§124ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ «Σφακτηρία» εὑρίσκεται ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ; διότι ἡ «Σφακτηρία» εἶχεν ἀνάγκην ἐπισκευῶν μεγάλων. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω ὅλην τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ «Σφακτηρίᾳ». Εἶχεν ἀνάγκην λεβήτων...
§125Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν λέγετε τὴν ἀπόφασίν σας ἐπὶ τέλους, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν; Τίνα μέτρα θὰ λάβητε;
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά.
§127ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν «Σφακτηρίαν» ἐγένετο ἀλλαγὴ τῶν λεβήτων, ἐπισκευὴ τοῦ σκάφους καὶ ἀνανέωσις ὅλου τοῦ διακόσμου αὐτῆς. Ἦτο ἐργασία, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν γίνεται εὐκόλως, διότι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἔχετε καὶ προσωπικόν, ὅσον νομίζετε ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν Ναύσταθμον. Τὸ προσωπικὸν εἶναι ἐλάχιστον, σχετικῶς πρὸς τὰς μεγάλας ἐργασίας, τὰς ὁποίας ὁ Ναύσταθμος ἔχει, διότι ὁ ὀργανισμὸς τῶν συνεργείων εἶναι ἀτελής, ἐλπίζω δέ, ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸν νομοσχέδιον. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἐζήτησε τὴν ἔκθεσιν τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν. Θέλω τὴν καταθέσει. Ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι ἐπείσθητε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν καθεύδει· τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀκολουθεῖ ἐπισταμένως ὅλας τὰς ἐργασίας, τὰς γιγνομένας ἐν τοῖς τοῖς πλοίοις καὶ τῷ Ναυστάθμῳ. Ἐπανειλημμένως δ’ ἐπεσκέφθην καὶ ἐπισταμένως ἐξήτασα ταύτας. Καταγίνομαι καὶ κατώρθωσα καὶ ἐν τῇ διοικήσει νὰ φέρω τὴν ἰσότητα καὶ τὴν ἀγάπην, καὶ πολλὰς δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν νὰ οἰκονομήσω ἐκ τῶν προμηθειῶν διὰ τῆς προσωπικῆς μου ἐπεμβάσεως, ἐπαισθητῶς βέλτιον ὑλικὸν προμηθευθείς· ἐντὸς ὀλίγου δὲ θέλω ὑποβάλει νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ζητήσω τὴν βελτίωσιν τοῦ τε πολεμικοῦ καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, περὶ ὧν μεγάλην μέριμναν πρέπει νὰ λάβωμεν καὶ χάριν τῆς προόδου τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας καὶ χάριν τῆς ναυτικῆς μας ἀναδιοργανώσεως.
§128Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺ λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἐντελῶς μὲ παρεξήγησεν, ἐνῷ ἐγὼ ὁμιλῶν δὲν ἐνόουν νὰ τὸν θίξω οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον. Ἐγὼ ὡμίλησα γενικῶς περὶ τοῦ ναυτικοῦ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν τιμῶ καὶ τὸν ὑπολήπτομαι καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἀγαπῶ· δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ τὸν μεμφθῶ· ἄλλως τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ 10 ἑκατομμύρια φόρους ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ πολεμικὰς παρασκευάς, οὐδὲν μέτρον λαμβάνει πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου· μετέβαλε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὡς Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν; Εἶναι πρέπον, εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ψηφίσῃ νέους φόρους ἑκατομμυρίων δραχμῶν, νὰ μὴ λαμβάνηται καμμία πρόνοια διὰ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι τοὺς φόρους τούτους ἐπιβάλλει, διότι θέλει νὰ παρασκευάσῃ τὸν τόπον πολεμικῶς; Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐρώτησίς μου, οὐδεμίαν δὲ σχέσιν ἔχει μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἔλαβε τὸν λόγον ὁ συνάδελφός μου κύριος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός. Εἰς τὴν ἐρώτησιν δὲ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χαλκίδος Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιμόνως ζητεῖ νὰ μάθῃ, ἂν ἐγὼ ἤλλαξα γνώμας, ἢ ἂν ἔχω τὰς αὐτὰς γνώμας, ἀπαντῶ, ὅτι ἔχω ἐντελῶς τὰς αὐτὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ πρίν, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς βελτιώσεως τοῦ ναυτικοῦ. Ἀπόδειξις δέ, ὅτι ἔχω τὰς αὐτὰς γνώμας, εἶναι, ὅτι εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 ὑπάρχει εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903. Δὲν ἤλλαξα λοιπὸν γνώμας· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἵνα καὶ τὰ τοῦ ταμείου τοῦ στόλου κανονίσω, ὅπως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῶσι. Δύναται λοιπὸν νὰ πεισθῇ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος περὶ τῆς ἐμμονῆς μου εἰς τὰς ἰδέας μου. Ἐπειδὴ ὅμως ἤκουσα αὐτὸν τονίσαντα καὶ ἐπαναλαβόντα δεκάκις ἢ δεκαπεντάκις ἴσως, ὅτι ζητοῦμεν φόρους πρὸς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἤλλαξε γνώμας ὡς πρὸς τοῦτο· διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἄλλοτε εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐπιτυχία αὐτῆς ἄνευ ἐπιβολῆς φόρων.
§130Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ χαίρω πολὺ διὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὁμιλῶν εἶπον, ὅτι ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤλλαξε γνώμας, καὶ ἐλπίζω ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ταμείου τοῦ στόλου. Χαίρω δὲ πολύ, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν ἤλλαξε γνώμην, καὶ ὑπεσχέθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πολὺ ταχέως θὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ταμείου τοῦ στόλου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, εἶπεν ἀνακρίβειάν τινα· εἶπεν ὅτι ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ταμείου τοῦ στόλου καὶ πρὸς παρασκευὴν στρατιωτικὴν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἀκριβές· καὶ ἀπόδειξις ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, οὐδένα λόγον κάμνει περὶ ἐπιβολῆς φόρων, ἀλλὰ προικοδοτεῖται τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου ἐκ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων. Ἐγὼ εἶχον προτείνει ἄλλοτε ἐπιβολὴν φόρου ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ στόλου ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων γαιανθράκων, φόρου, ὅστις δὲν ἐπιβαρύνει τὸν λαόν, καὶ τὸν φόρον τοῦτον εἶμαι ἕτοιμος καὶ τώρα νὰ ψηφίσω, ἐὰν προταθῇ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρων, προκειμένου περὶ σοβαρᾶς στρατιωτικῆς συντάξεως τοῦ τόπου· νομίζω ὅμως, ὅτι πρὶν ἢ ἐπιβληθῶσι φόροι πρέπει νὰ γείνῃ κἄτι ἄλλο, καὶ αὐτὸ τὸ κἄτι ἄλλο παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ διατυπώσω πρῶτον μὲν προφορικῶς, κατόπιν δὲ καὶ ἐγγράφως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ σημείωμα, πόσα Πρωτοδικεῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Κράτος, καὶ πόσαι ὑποθέσεις πολιτικαὶ δικάζονται κατ’ ἔτος εἰς ἕκαστον Πρωτοδικεῖον (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Παρακαλῶ· διατὶ στενοχωρεῖσθε, Κύριοι;
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§132Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δεύτερον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ σημείωμα, πόσα εἶναι τὰ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ὑπάρχοντα Εἰρηνοδικεῖα, πόσον ἀπέχουσιν ἕκαστον ἀλλήλων, καὶ πόσαι ὑποθέσεις ἐκδικάζονται εἰς ἕκαστον Εἰρηνοδικεῖον. Εὔκολον εἶναι νὰ μᾶς δοθοῦν αἱ πληροφορίαι αὗται, διότι ὑπάρχει στατιστική. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, πόσα τηλεγραφεῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Κράτος καὶ πόσα τηλεγραφήματα κατ’ ἔτος διαβιβάζονται παρ’ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ σημείωμα, πόσα εἶναι τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ πόσοι μαθηταὶ εἰς ἕκαστον αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ σημείωμα, πόσα εἶναι τὰ Γυμνάσια εἰς ὅλον τὸ Κράτος, πόσοι μαθηταὶ φοιτῶσιν εἰς ἕκαστον Γυμνάσιον, καὶ πόση ἡ ἀπόστασις ἑκάστου τῶν Γυμνασίων ἀπὸ τοῦ ἄλλου.
§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ περὶ Νομαρχιῶν;
§134Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Περὶ Νομαρχιῶν περιττὸν νὰ γίνηται λόγος, διότι αὐταὶ εἶναι γνωστὸν πλέον ὅτι εἶναι περιτταί. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ σημείωμα, πόσαι εἶναι αἱ ἐφορίαι εἰς τὸ Κράτος, πόσα εἶναι τὰ ταμεῖα, πόσα τὰ τελωνεῖα καὶ πόσοι ὑπάλληλοι εἰς ἑκάστην ἐφορίαν καὶ εἰς ἕκαστον ταμεῖον καὶ τελωνεῖον. Ὅταν κατατεθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι αὗται, τότε θὰ μάθῃ καὶ ἡ Βουλή, θὰ μάθῃ καὶ ὁ λαὸς, ἂν δύνανται νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
§135ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἵνα καθησυχάσω τὸν κ. Βουδούρην.
§136Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀνήσυχος.
§137ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. διὰ τοὺς φόβους του, λέγω ὅτι ἔχω ἤδη ἀνὰ χεῖρας τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται οἱ πόροι τοῦ ταμείου τοῦ στόλου, δὲν τὸ ὑπέβαλον δὲ ἀκόμη, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω ὅλην τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν συγχρόνως· δὲν μοὶ ἀρέσκει νὰ ἀνέρχωμαι καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ὑποβάλλω τμηματικῶς τὰ νομοσχέδια, λόγῳ ἐπιδείξεως.
§138Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι περιττόν. Εἶσθε υἱὸς τοῦ Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, καὶ ἀπὸ σᾶς βεβαίως δὲν περιέμενον ἢ αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε πρὸ ὀλίγου.
§139ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι γενόμενος Ὑπουργὸς οὐδὲν ἄλλο ἐσκέφθην ἢ τίνας ἀναμνήσεις τῆς ὑπουργίας μου θὰ καταλίπω.
§140Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς τὰ σχολεῖα καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς τί ἄλλο. Θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν, ὅτι τὴν χθεσινήν μου ὁμιλίαν φαίνεται ὅτι τὴν παρεξήγησεν. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ μεμφθῶ τὸν Ναύσταθμον, καὶ τοῦτο, διότι εἶμαι ἀξιωματικός, ὑπηρετῶν εἰς τὸ ναυτικὸν ἐπὶ 36 ὁλόκληρα ἔτη, γνωρίζω δὲ τὸν Ναύσταθμον καλλίτερον παντὸς ἄλλου καὶ ἴσως καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μὲ αὐτὸν συνέζησα καὶ συνέδεσα τὴν τύχην μου, καὶ συνεπῶς δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ τὸν μεμφθῶ. Μόνον ἤθελον νὰ πληροφορηθῶ, ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐκάλεσε τοὺς καταστηματάρχας Βασιλειάδην καὶ Τζὼν, ἵνα τοῖς ἀναθέσῃ τὴν τοποθέτησιν τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν. Τὴν πληροφορίαν δὲ ταύτην ἐζήτησα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔχει δίκαιον, διότι, ἐὰν ὁ Ναύσταθμος σήμερον, μὲ τοὺς ἐργάτας, τοὺς ὁποίους χθὲς ἀνέφερα, δὲν εὐκαιρῇ νὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν αὐτήν, δύναται νὰ προσλάβῃ ἄλλους τόσους ἡμερομισθίους καὶ νὰ κάμῃ ὁ Ναύσταθμος τὴν ἐργασίαν καὶ οὐχὶ τὰ ἰδιωτικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἐν ἀποτυχίᾳ δὲν θὰ φέρωσιν εὐθύνην.
§141ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζετε ὅτι εὐκόλως δύνασθε νὰ εὕρητε λεβητοποιοὺς καὶ λοιπούς;
§142Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι ὁ Βασιλειάδης ἔχει καμμίαν ἀποθήκην ἐργατῶν εἰς τὸν Πειραιᾶ, κύριε Ὑπουργέ; Δόσατε οἱανδήποτε ἐργασίαν θέλετε εἰς τὰ καταστήματα αὐτά, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ προσδιορίσητε, θὰ παραδώσουν αὐτήν. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκουν τοὺς ἐργάτας αὐτοί; Εἶναι ἄλλως τε πρέπον νὰ γνωρίζητε, κύριε Ὑπουργέ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζουσι πάντες, ὅτι οἱ ἐργάται τῶν καταστημάτων Βασιλειάδου καὶ Τζὼν εἶναι συνταξιοῦχοι τοῦ ναυτικοῦ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον.
§143ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ γνωρίζω.
§144Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν τὸ γνωρίζητε, θὰ ἠξεύρετε, ὅτι δύναται νὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν καὶ ὁ Ναύσταθμος. Ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι ὁ Ναύσταθμος ἀπασχολεῖται εἰς 14 πλοῖα. Πρὸς Θεοῦ! ἐπὶ 36 ἔτη ὑπηρετῶ, καὶ 36 ἔτη βλέπω τὰ πλοῖα αὐτὰ ἐπισκευαζόμενα.
§145Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι σάπια!
§146Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι σάπια, ἀλλὰ δὲν ἔχει ὀργανισμὸν ὁ Ναύσταθμος. Μεριμνήσατε λοιπὸν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ναυστάθμου.
§147ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐμερίμνησα. Σᾶς ἀνέφερα καὶ τὸ ἔγγραφον. Τί ἄλλο θέλετε νὰ κάμω;
§148Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸν καιρὸν βεβαίως νὰ σκεφθῆτε περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι μόλις χθὲς εἰσήλθετε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Λοιπὸν ἀντὶ νὰ ἀπασχολῆται ὁ Ναύσταθμος εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῆς «Σύρου», τῆς «Παράλου», τῆς «Σαλαμινίας» καὶ τῶν ἀτμοτελωνίδων, τῆς «Κίχλης» κλπ., καλλίτερον νὰ τὰ πάρῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πλοῖα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν Ναύσταθμον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀσχολίαν, διότι τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει τὸ Συνεργεῖον τοῦ Ναυστάθμου παρὰ νὰ ἐργάζηται διὰ τὰ πλοῖα τὰ προωρισμένα πρὸς καταδίωξιν καὶ περιστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον ὅμως δυστυχῶς δὲν περιστέλλεται, καίτοι οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομίζουν, ὅτι διὰ τῶν πλοίων αὐτῶν δύνανται νὰ περιστείλωσι τὸ λαθρεμπόριον. Δὲν περιστέλλεται δέ, διότι τὰ πλοῖα, διὰ τῶν ὁποίων γίνεται τὸ λαθρεμπόριον, διανύουν 10–12 μίλια, ὅταν ἔχωσι τὸν ἄνεμον εὐνοϊκόν, ἐνῷ τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα προορίζομεν ἡμεῖς πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, διανύουν μόλις 5 μίλια, καὶ δὲν δύνανται νὰ συλλάβουν κανὲν λαθρεμπόριον ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Λοιπὸν ἀπαλλάξατε τὸν Ναύσταθμον ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἄχρηστα πλοῖα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶπον ἀνακριβείας, ἀλλὰ δὲν ὥρισε τὰς ἀνακριβείας αὐτάς. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ λεβήτων, περὶ τοποθετήσεως λεβήτων καὶ ὄχι περὶ αὐλῶν, διότι οἱ λέβητες, φρονῶ, θὰ ἔλθουν μὲ τοὺς αὐλοὺς ἕτοιμοι νὰ τοποθετηθοῦν. Αὐτὴ ἡ ἐργασία δὲν εἶναι σπουδαία, καὶ δύνανται νὰ τὴν κάμουν, ὡς προεῖπον, οἱ ἐν τῷ Συνεργείῳ τοῦ Ναυστάθμου ἐργαζόμενοι λεβητοποιοί, ἐὰν δὲ οὗτοι δὲν ἐπαρκοῦν, ἂς προσληφθῶσι καὶ ἄλλοι, ἡμερομίσθιοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε προσέτι, ὅτι ἡ διαμονή μου ἐν Τουλῶνι, ὡς κυβερνήτου τῆς «Ὕδρας», ὑπερέβη τοὺς δύο μῆνας· ἀλλὰ τὸν βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐχρειάσθην παρὰ ἕνα μόνον μῆνα, διότι ἐπρόκειτο νὰ τοποθετήσωμεν τοὺς αὐλοὺς τῶν λεβήτων τῆς «Ὕδρας» καὶ ὄχι τοὺς αὐλοὺς τῶν λεβήτων τῶν τορπιλλοφόρων σκαφῶν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ παρεξήγησε, πρῶτον διότι δὲν ἐνόουν ποσῶς νὰ ἐνοχλήσω αὐτόν, καὶ δεύτερον διότι δὲν ἠθέλησα νὰ μεμφθῶ τὸν Ναύσταθμον, διότι γνωρίζω τὰς διαθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, γνωρίζω ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπρότεινε μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, ἐπρότεινε τὴν φορολογίαν τῶν εἰσαγομένων γαιανθράκων, ἀλλ’ αὕτη ἀπερρίφθη, καίτοι δικαιοτάτη καὶ οὐχὶ ἐπαχθής, διότι εἶναι φορολογία, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἤθελεν αἰσθανθῆ. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐφοπλισταὶ ἐρωτώμενοι δύνανται νὰ ὁμολογήσουν τὴν ἀλήθειαν, διότι ἓν πλοῖον, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ 100 τόννους γαιανθράκων, εὐχαρίστως δύναται νὰ πληρώσῃ 100 δραχμάς, διότι κερδίζει ἄλλοθεν, καὶ ὅταν εἰσέρχηται εἰς τὸν λιμένα δὲν πληρώνει τίποτε. Εἰσάγονται κατ’ ἔτος 500,000 τόννοι γαιανθράκων, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως φορολογοῦνται.
§149Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δι’ αὐτὸ εἰσάγονται.
§150Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ἡ τοιαύτη φορολογία δὲν θέλει ἐπιβαρύνει κανένα. Διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν τὴν ἐπιβάλλει; Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ προικίσῃ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου. Ἔχομεν τὸ ταμεῖον τῶν φάρων, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν σύμβασιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ ἐξ ἀγκυροβολίας 50 λεπτὰ χρυσᾶ κατὰ τόννον. Ἀλλὰ σήμερον ἔρχονται ἀτμόπλοια ξένων ἑταιρειῶν, ἐκτὸς τῶν Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ὑποχρεοῦνται νὰ φέρουν τὰ ταχυδρομεῖα, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ πρέπει νὰ τοῖς παρέχωμεν πᾶσαν εὐκολίαν· ἔρχονται, λέγω, φορτηγὰ πλοῖα ξένων ἑταιρειῶν, καὶ ἀντὶ νὰ πληρώνουν 50 λεπτὰ τὸν τόννον, πληρώνουν μόνον 20. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὰ πλοῖα αὐτὰ ἔρχονται δὶς καὶ τρὶς τοῦ μηνὸς, ἐξ αὐτῶν δὲ ὑποθέτω ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ταμεῖον τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Τοῦτο δὲ εἶναι δίκαιον, διότι διὰ τὰς παροχὰς καὶ τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας παρέχομεν εἰς τὰς ξένας ἑταιρείας οὐδὲν ἀντάλλαγμα ἔχομεν, καὶ δὲν ἐννοῶ διατὶ ἡμεῖς νὰ ἤμεθα τόσον γενναιόδωροι καὶ νὰ χορηγῶμεν τοιαύτας ὠφελείας εἰς αὐτάς. Ἐρωτήσατε τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σύρου συνάδελφον κύριον Τσιροπινᾶν, διὰ νὰ μάθητε, πόσα πληρώνουν τὰ ἀτμόπλοια τὰ ἰδικά μας, ὅταν καταπλέουν εἰς ξένους λιμένας· ὄχι μόνον εἰς τὸν φόρον αὐτὸν ὑποχρεοῦνται, ἀλλ’ ὑποβάλλονται καὶ εἰς ἀνακαταμέτρησιν τῶν τόννων, καὶ πληρώνουν τὴν διαφοράν. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ἐντεῦθεν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πόρους, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐνισχυθῇ τὸ ταμεῖον τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, χωρὶς ποσῶς νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι εἰς τὸν λαόν· διότι ἄτομα μόνον ὡρισμένα θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν γαιανθράκων, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ πάλιν θὰ ὠφελῶνται ἐκ τοῦ κέρδους τῶν ναύλων. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χαλκίδος συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, μέγα ἐνδιαφέρον ἔδειξε διὰ τὸ ναυτικόν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν ἔχουσιν ἐλλείψεις, καὶ τὰς ἐλλείψεις αὐτὰς τὰς γνωρίζουν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐμερίμνησαν περὶ διορθώσεως αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἀνελκυστῆρες τῶν ταχυβόλων καὶ πυροβόλων εἶναι συστήματος παλαιοῦ, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν ἐμερίμνησε ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἀνελκυστήρας αὐτούς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων εὑρίσκονται καὶ πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι πολεμικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει νὰ τὰ πωλήσωμεν, πρῶτον διότι τίποτε σχεδὸν δὲν θὰ πάρωμεν, διότι θὰ πωληθοῦν ὡς παλαιὸς σίδηρος, καὶ δεύτερον διότι τὸ ὀλίγον αὐτὸ χρῆμα οὐδόλως θέλει ὠφελήσει, ἐνῷ τὰ πλοῖα αὐτὰ ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης εἶναι χρήσιμα. Ἡ «Μυκάλη» π. χ., ἡ ὁποία λέγουν ὅτι εἶναι ἄχρηστος, εἶναι χρησιμωτάτη· εἶναι πλοῖον, τὸ ὁποῖον μὲ δαπάνην 10,000 δραχμῶν δύναται νὰ ἐπισκευασθῇ, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἐθεώρησεν ὡς πλοῖον ἄχρηστον. Ἂν ἡ «Μυκάλη» εἶναι ἄχρηστος, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἄχρηστος ἡ «Σφακτηρία», ἥτις δαπανᾷ 1½ τόννον καύσιμον ὕλην καθ’ ὥραν. Ἀλλ’ ἐὰν κηρυχθῇ ἄχρηστος ἡ «Σφακτηρία», πρέπει νὰ κηρυχθῇ τοιαύτη καὶ ἡ «Κρήτη», καὶ ἂν κηρυχθῇ ἄχρηστος ἡ «Κρήτη», πρέπει νὰ κηρυχθῇ καὶ ὁ «Κανάρης». Ὅλα ὅμως αὐτὰ τὰ πλοῖα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι· ὑποθέτω δὲ, ὅτι πάντες γνωρίζουν, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον ἐπληρώσαμεν 3,500,000 δραχμὰς εἰς διαφόρους ἑταιρείας διὰ μεταφορὰς κλπ.· ἐπληρώναμεν δηλ. 85 δραχμὰς καθ’ ὥραν. Λοιπὸν, ἐὰν πωλήσωμεν τὰ πλοῖα αὐτὰ, φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς ἑταιρείας, καὶ θὰ πληρώνωμεν ποσὰ μεγάλα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Τὰ πλοῖα αὐτὰ οὐδόλως ἐπιβαρύνουν τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι δύνανται νὰ χρωματισθῶσι μὲ ἐρυθρὸν χρῶμα, καὶ νὰ δεθῶσι μὲ πρυμνήσια, αἱ μηχαναί των δὲ νὰ ἀλειφθοῦν μὲ λίπος παχύ, ἵνα μὴ ἐπέρχηται ὀξείδωσις, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἀπαιτηθῇ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν οὐδεμία δαπάνη.
§151Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καίτοι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἀρκετὴ νὰ πείσῃ πάντα, ὅτι ὄντως οὗτος ἐπελήφθη δραστηρίως τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στόλου, ἐν τούτοις καὶ ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ τοῦ ναυτικοῦ κόσμου, δύναμαι νὰ θεωρήσω εὐτυχὲς τὸ ναυτικόν, διατελοῦν ὑπὸ τοιαύτην διοίκησιν. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν πλοίων· ἓν μόνον θὰ παρατηρήσω, ὅτι, καίτοι ἐπανειλημμένως κατεδικάσθησαν πλοῖα ἐντεῦθεν, οὐδεὶς ὅμως ἐτόλμησε νὰ τὰ ἐκποιήσῃ, διότι προσκρούει εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν, καθόσον ἀμέσως γεννᾶται τὸ ζήτημα, ὅτι διὰ τῆς πωλήσεως τῶν πλοίων αὐτῶν 40 τοὐλάχιστον ἀξιωματικοὶ τίθενται εἰς διαθεσιμότητα.
§152Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιολογία τῆς συντηρήσεως τῶν σαπρῶν αὐτῶν πλοίων;
§153Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἄλλοτε ἦσαν ἐν χρήσει, πνεῦμα τῆς ἀντιλογίας! (ἱλαρότης)... Ἕνεκα λοιπὸν τοῦ λόγου τούτου ἀμφιβάλλω ἂν θὰ δυνηθῇ καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ πωλήσῃ τὰ πλοῖα ταῦτα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Καίτοι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς διετύπωσε τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀκολουθήσῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐν ἐνεργείᾳ στόλον, δὲν ἔκαμε ποσῶς λόγον περὶ τοῦ στόλου τῆς ἐφεδρείας, καίτοι εἶναι γνωστόν, ὅτι Κράτη ἄλλα, ὀλίγα ἔχοντα πολεμικὰ σκάφη, κατώρθωσαν διὰ τῆς ἐφεδρείας τοῦ στόλου, ἤτοι διὰ τῶν ἐμπορικῶν πλοίων, νὰ δράσουν.
§154ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ εἶπεν αὐτό.
§155Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἤλπιζον δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ποιούμενος λόγον περὶ τοῦ στόλου τῆς ἐφεδρείας, θὰ ὑπέβαλλε καὶ νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον τοῦ 1834 περὶ ἐμπορικῶν πλοίων, διότι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν θὰ μᾶς συντρέξῃ πολὺ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ στόλου. Πρέπει λοιπὸν νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, πρέπει ἰδίως νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων καὶ περὶ συνιδιοκτητῶν, τροποποιουμένου τοῦ ἄρθρου 220 τοῦ νόμου περὶ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, καὶ νὰ διορθώσωμεν τόσας ἄλλας ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, διότι ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ ἀτυχῶς τὸ σύστημα τὸ Γαλλικὸν τοῦ 1834, τὸ ὁποῖον ἐν Γαλλίᾳ ἔχει τροποποιηθῆ μέχρι τοῦδε εἰκοσάκις. Ἐλπίζω λοιπόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος καὶ νομικὸς τυγχάνει, θὰ ἐργασθῇ ἀποκλειστικῶς καὶ διὰ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου ταύτας.
§156Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι οἱ διάφοροι ῥήτορες, οἵτινες ἠγόρευσαν ἐπὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας κατηγόρησαν διαφόρους Ὑπουργούς, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσαν καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἐμελέτησαν καὶ προὐτίθεντο νὰ ἐκτελέσουν. Βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐγώ, ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἔλαβον μέριμναν περὶ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν ὁ ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐκ Σπετσῶν. Καὶ εἰς ἐμὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκποιήσεως αὐτοῦ, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τότε, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Σιμοπούλου, εἶχε κάμει μελέτην περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν πλοίων τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγομένων. Δὲν ἠδυνήθημεν ὅμως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν, διότι δὲν εἴχομεν ἄλλα τοιαῦτα πλοῖα, καὶ διότι οἰκονομικοὶ λόγοι ἐπέβαλλον νὰ μείνωμεν μὲ τὰς σκέψεις μόνον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐμείναμεν μὲ μόνην τὴν σκέψιν, δὲν ἐνομίζομεν, ὅτι ἐπράττομεν κακόν τι διὰ τὸ ναυτικόν. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος, δὲν εἶναι πολεμικῆς σημασίας, εἶναι χρήσιμα δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας, καὶ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας ἐκτελοῦσι. Διὰ τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ οἰκονομικοὶ λόγοι δὲν μᾶς ἐπέτρεπον νὰ πωλήσωμεν τὰ πλοῖα ταῦτα ὡς ἄχρηστον ὑλικόν, τὰ διετηρήσαμεν, ἵνα ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν, ἀναλόγως τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἀρκετὰ ὠφέλιμον εἰς τὴν πατρίδα. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουσιν ἐλλείψεις εἰς τὰ τρία θωρηκτά. Τῶν ἐλλείψεων τούτων ἔλαβον γνῶσιν, ὡς Ὑπουργὸς, καὶ ὑπέβαλον περὶ αὐτῶν ἔκθεσιν· καὶ περὶ τῆς ἀξίας τῆς πολεμικῆς τοῦ ναυτικοῦ ὑπέβαλον ἐπίσης ἔκθεσιν, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἀπεμάκρυναν ἐντεῦθεν τὸν ναυπηγὸν κ. Dupon· νομίζω δ’ ὅτι θὰ ἐνθυμεῖται ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐγνώρισα εἰς αὐτὸν τὴν πολεμικὴν ἀξίαν τῶν πλοίων τούτων, καὶ ὅτε προεκλήθην, ὡς Ὑπουργὸς, νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν, παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ κλείσῃ τὰς θύρας, διὰ νὰ ὁμιλήσω. Καὶ σήμερον εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς πολεμικῆς ἀξίας τῶν πλοίων αὐτῶν, καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅσα ἔγραφον ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται, οὔτε συμφέρει, περὶ τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ἐκτίθηνται γνῶμαι καὶ νὰ δίδωνται πληροφορίαι, καὶ διὰ τοῦτο ἠρνήθην ἐπιμόνως νὰ ὁμιλήσω τότε, καὶ ἐπιμένω καὶ σήμερον εἰς τοῦτο· παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοιαύτην συζήτησιν νὰ μὴ προκαλῶσι, καὶ μάλιστα εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν πιστεύομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθῶμεν εἰς ἐργασίαν πολεμικὴν, λίαν σπουδαίαν διὰ τὴν χώραν ἡμῶν. Ἐσιώπησα τότε, καίτοι διέτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῶ συκοφάντης ὑπὸ τῆς κοινωνίας, διότι ἔκαμον τὸ λάθος νὰ ὁμιλήσω ὡς ἀντιπολιτευόμενος περὶ τῶν πλοίων ἐκείνων. Δὲν παρηκολούθησα τὴν ἐργασίαν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἐξ ὅσων μοὶ εἶπον οἱ συνεργαζόμενοι μετ’ αὐτοῦ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς θὰ εὑρεθῇ, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν, νὰ τὸν μεμφθῇ, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα.
§157Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικόν. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὡμίλησαν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ ὑπάρχοντος νῦν ναυτικοῦ. Ἐγὼ ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, σχετιζομένην πρὸς τὸ ναυτικὸν τοῦ μέλλοντος. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἐγένετο σκέψις περὶ παραγγελίας τριῶν πλοίων, ἀναγκαιοτάτων πρὸς ἄμυναν τῆς ἀπροστατεύτου νῦν Μοίρας τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν πλοίων· ἐννοῶ πλοίων ἀντιτορπιλλικῶν τῆς μεγίστης ταχύτητος, τῆς τελευταίας ἐφευρέσεως.
§158ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ἐν τῇ Βουλῇ νὰ θίγωνται.
§159Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ μετὰ τῶν ἀντιστοίχων ἄρθρων τοῦ τροποποιουμένου νόμου, πρὸς περισσοτέραν εὐκολίαν κατὰ τὴν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, σελ. 192–201).
§161Ι. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δώσῃ· ἂν εἰς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑποβάλλει, περιλαμβάνεται τοιαύτη ἀφορῶσα τὴν κατάταξιν καταλλήλων κληρωτῶν εἰς τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ.
§162Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§163Ι. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποβάλλω ἐγὼ τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 90).
§165Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατολογικὴ, ἰδίως ἡ τῶν γραμματέων τῶν συνταγμάτων καθὼς καὶ τῶν ταγμάτων, καθίσταται δυσχερεστάτη. Πολλάκις, ὅτε ὑπηρέτουν εἰς τὸν στρατὸν, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπολύσωμεν στρατιώτας, καίτοι ἡ θητεία αὐτῶν δὲν ἔληγε, διότι σήμερον ἐξεδίδετο ἡ Α ἐγκύκλιος, μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἄλλη, ἐστηρίζοντο δὲ ἀμφότεραι ἐπὶ Β. Διαταγμάτων ἐκδοθέντων πρὸ 20 ἐτῶν· ἑπομένως ὁ ἀξιωματικὸς τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ πρὸ τῶν ὀμμάτων του εἰς τὸ γραφεῖον ὅλην αὐτὴν τὴν σωρείαν τῶν Διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων. Διὰ τοῦτο ἐγὼ, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐζήτησα τὴν κωδικοποίησιν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας εἰς πλῆρες ἔργον. Τοῦτο, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ πράξῃ, ἔστω καὶ διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§166Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἐπεράτωσε τὴν μελέτην τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης καὶ παρέδωκε ταύτην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων.
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον.
§168Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ζητήσητε καὶ καταθέσητε καὶ πᾶσαν ἄλλην σχετικὴν μελέτην.
§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§170Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶχον ζητήσει τὸν λόγον.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§172Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ν’ ἀπασχολῇ τις τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ κυρίου αὐτῆς ἔργου, τῆς παρασκευῆς τῆς χώρας· ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ εὐμενῶς, εἶναι ἐξ ἴσου σοβαρὸν, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον, διότι φοβοῦμαι μήπως ἀναβάλλων νὰ πράξω τοῦτο εὑρεθῶ πρὸ τετελεσμένου γεγονότος. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκθέσω τὸ ζήτημα ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅπως ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Πρόκειται ἤδη τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Συνόρων νὰ συντελεσθῇ καὶ πρὸς τὸ τμῆμα τὸ δεύτερον, ἀπὸ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ πρὸς τὴν Θεσσαλίαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ προκάτοχος Ἑταιρεία εἶχε σχεδιαγραφήσει τὸ μέρος, ὁπόθεν θὰ διήρχετο ἡ γραμμὴ, καὶ τὸ μέρος αὐτὸ παρεδέχθη καὶ ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία, ἤδη δὲ εὑρίσκεται ἡ Ἑταιρεία αὕτη εἰς τὸ στάδιον τῆς προπαρασκευῆς ἢ μᾶλλον κατανομῆς τῆς γραμμῆς εἰς τμήματα μικρά· ὡς δὲ ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει, ἐπὶ τῆς Ὄθρυος πρόκειται νὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ κατὰ μῆκος, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ διατρήσῃ τὴν Ὄθρυν ὁλόκληρον καὶ θὰ ἐξέλθῃ πρὸς τὸ μέρος τοῦ Θεσσαλικοῦ πεδίου. Πρὸς τὸ μέρος τῆς Θεσσαλίας ὑπάρχει λίμνη ἀρκετὰ μεγάλη, ἐκτάσεως περίπου, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, 60,000 στρεμμάτων, τὸ ἔδαφος τῆς ὁποίας εἶναι πρώτης τάξεως ἔδαφος. Ἡ λίμνη αὕτη, ὀνόματι Ξυνιὰς, ὑπάρχει ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, εἶναι δὲ φύσεως τοιαύτης, ὥστε τὸ ὕδωρ αὐτῆς οὔτε αὐξάνει οὔτε ἐλαττοῦται, φαίνεται δὲ, ὅτι αἱ πηγαὶ τῆς λίμνης ταύτης εἶναι μόνιμοι καὶ διαρκεῖς· ἀλλ’ ἐνῷ ὑπάρχει τόσον ὕδωρ ἄφθονον, δυστυχῶς τὸ ὕδωρ αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀχρησιμοποίητον, διότι οὔτε πρὸς τὴν Θεσσαλίαν χρησιμοποιεῖται, οὔτε πρὸς τὴν Φθιώτιδα· ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὴν γνώμην εἰδικῶν μηχανικῶν, ὑπάρχει βεβαιότης, ὅτι, ἐὰν ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνικὴ θελήσῃ, δύναται σὺν τῇ κατασκευῇ τῶν ἔργων τῶν σιδηροδρομικῶν νὰ κατασκευάσῃ καὶ ἔργον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ὕδατα αὐτὰ νὰ διοχετευθῶσι πρὸς τὴν Φθιώτιδα, εἰς τρόπον ὥστε ἀπὸ τοῦ δήμου Σπερχειάδος μέχρι τῆς Στυλίδος ὁλόκληρος ἡ πλευρὰ ἡ ἀριστερὰ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἤδη ἄνυδρος, νὰ καταστῇ ποτιστικὴ καὶ κατὰ συνέπειαν εὐφορωτάτη...
§173Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐκ τῆς φυσικῆς κλίσεως τοῦ ἐδάφους τὰ ὕδατα αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν Φθιώτιδα.
§174Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν, φίλτατε, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ἐγὼ ἄλλως τε γνώμην ἐκφέρω· οὐδὲν δικαίωμά σας θέλω νὰ διεκδικήσω. Φρονῶ, δὲ, ὅτι, καὶ ἂν διὰ προσθέτου δαπάνης τριῶν μέχρι πέντε ἑκατομμυρίων δύναται νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, δὲν πρέπει τὸ παράπαν νὰ πτοήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι κατορθωτὸν τὸ πρᾶγμα, διότι, ἔστω καὶ διὰ δανείου ἀκόμη ἐὰν πρόκηται νὰ κατασκευασθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ δύναται νὰ καλυφθῇ εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς Φθιώτιδος, διότι αὐτοὶ πάντες προθύμως δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς φόρον εἰδικὸν ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ ὕδατος. Ἐκτὸς δὲ τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρου τοῦ τμήματος θὰ ἔχωσι, καὶ τὸ Δημόσιον οὐκ ὀλίγον ἔχει νὰ ὠφεληθῇ, διότι ἀποξηραινομένης τῆς λίμνης ταύτης τὰ κατεχόμενα ὑπ’ αὐτῆς 60,000 περίπου στρέμματα γῆς δύνανται νὰ πωληθῶσιν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς 200 δραχμὰς τοὐλάχιστον κατὰ στρέμμα, καὶ τὸ Δημόσιον οὕτω νὰ ὠφεληθῇ περὶ τὰ 12 ἑκατομμύρια δραχμάς· εἶναι δὲ ἔδαφος πολὺ εὔφορον, καὶ πάντες οἱ περίοικοι ἐκεῖ δύνανται νὰ τὸ ἀγοράσωσιν ἀμέσως. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον τὸ θέμα, προτοῦ ἡ Ἑταιρεία ποιήσηται ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της, νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ εἰδικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ μεταβῶσιν ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσωσιν ἰδίᾳ τὴν διαφορὰν τοῦ ὕψους τοῦ πεδίου τοῦ Θεσσαλικοῦ πρὸς τὸ πεδίον τῆς Φθιώτιδος, τὴν μονιμότητα τῶν πηγῶν καὶ τὴν ποσότητα τοῦ ὕδατος, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν, παραλλήλως τῇ σήραγγι, διὰ τῆς ὁποίας θὰ διέρχηται ὁ σιδηρόδρομος, νὰ κατασκευασθῇ ἄλλη σῆραγξ, ἢ νὰ εὐρυνθῇ ἐκείνη περισσότερον, εἰς τρόπον ὥστε νὰ διέρχηται καὶ τὸ ὕδωρ, χωρὶς ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου νὰ διατρέχῃ κανένα κίνδυνον. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ζήτημα ζωτικώτατον δι’ ὁλόκληρον τὴν Φθιώτιδα, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ τὸ θεωρήσῃ ἄσκοπον καὶ περιττὸν, διότι, ἐὰν κατορθωθῇ νὰ ἀρδεύηται ὅλον τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς Φθιώτιδος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐ μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς τοπικὰς, ὑπὸ ἔποψιν παραγωγῆς δημητριακῶν καρπῶν, θὰ δύναται νὰ ἐπαρκῇ, ἀλλὰ καὶ ἐξαγωγὴν μεγάλην νὰ ἔχῃ.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Καραπᾶνος.
§176ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν διακόπτομεν, κύριε Πρόεδρε;
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνάμεθα μέχρι τῆς ὀγδόης ὥρας νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Ἔχομεν ἀκόμη 20 λεπτὰ τῆς ὥρας.
§178ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς 9½, διὰ νὰ μὴ διακοπῇ ὁ λόγος τοῦ κ. Καραπάνου.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκηται νὰ διακόψωμεν ἀπὸ τοῦδε, νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς ἐννέα.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 7 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Καραπᾶνος.
§182Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀξίωμα, Κύριοι, τοῦ ὁποίου ἡ παράβασις δὲν ἐπιτρέπεται ἀτιμωρητὶ εἰς μικρὰ καὶ πτωχὰ ἔθνη, καθ’ ὅ, ὁσάκις παρουσιάζωνται ἔκτακτοι καὶ ἐπιβαλλόμεναι ἀνάγκαι, ὀφείλουσι ταῦτα νὰ θεραπεύωσιν αὐτὰς δι’ οἰκονομιῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτῶν, καὶ δὴ οἰκονομιῶν ὄχι μόνον περιττῶν δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαίων ἀκόμη, ὅταν αὗται δὲν ἦναι ἐπιβάλλουσαι. Νομίζω περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ ἀξίωμα τοῦτο, διότι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ αὐτό. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθησαν, ὅτι κατέφυγον πρῶτον εἰς τὴν ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πρὶν προτείνωσι νέας ἐπιβαρύνσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως θεραπεύσωσιν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἐπὶ τόσα ἔτη παρημελήσαμεν καὶ τὴν ὁποίαν πάντες ἀναγνωρίζομεν ὡς ἐπιβαλλομένην, τὴν ἀνάγκην τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν παρουσιάζουσι γεγονότα θέτοντα εἰς κίνδυνον μεγάλα ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα καὶ γνωστὰ τοῖς πᾶσιν ὡς ἐνδεχόμενα νὰ παρουσιασθῶσιν ἐν λίαν προσεχεῖ μέλλοντι· πρόκειται περὶ ἀνάγκης σπουδαίας μὲν καὶ μεγάλης, ἀλλ’ ἀφορώσης εἰς μέλλον ἀπώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τοὺς ἀμεσωτέρους κινδύνους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμόν, παρουσιάζοντα κατ’ αὐτοὺς οἰκονομίας ἢ ἐλαττώσεις δαπανῶν ἀνερχομένας εἰς 5,035,000 δραχ. Τὴν διαφορὰν δὲ ταύτην παρουσιάζει οὗτος ἐν συγκρίσει οὐχὶ πρὸς Προϋπολογισμοὺς οἰκονομικωτέρους, οἷοί εἰσιν οἱ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, τῶν πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τελευταίου ἔτους, οὐχὶ δὲ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν μόνον τοῦ 1903, τὸν ὑποβληθέντα ἢ τὸν ψηφισθέντα, ἀλλὰ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, συμπεριλαμβάνοντα καὶ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ ἄνευ ἀφαιρέσεως τῶν ἀδιαθέτων. Ἡ σύγκρισις αὕτη δύο ἀνομοίων πραγμάτων δὲν εἶναι ὀρθή, οὔτε λογιστικῶς εἰλικρινής. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἥτις εἶναι μᾶλλον συζήτησις Προϋπολογισμοῦ, παρὰ συζήτησις τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ σχετιζομένου πρὸς τὴν θεραπείαν τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Νομίζω ὅμως, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσω τὸ ποιὸν τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις. Μολονότι δὲ τὸ θέμα τοῦτο ἐξήντλησε σχεδὸν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐχ ἧττον ὁ χαρακτὴρ τοῦ θέματος τούτου, ὡς οὐσιώδους μέρους τῆς παρούσης συζητήσεως, μὲ ὑποχρεοῖ νὰ προσθέσω τινὰ εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Αἱ οἰκονομίαι, ἢ μᾶλλον αἱ ἐλαττώσεις δαπανῶν, αἱ ἀνερχόμεναι εἰς δραχ. 5,035,000, δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς κατηγορίας. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ τῶν ἐλαττώσεων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἐκλείψεως τῆς ἀνάγκης, ἥτις προεκάλει τὴν ἀναγραφὴν τῶν σχετικῶν πιστώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἡ δευτέρα εἶναι ἡ ἐλάττωσις θετικῶν μὲν δαπανῶν, ἀλλὰ τῆς ὁποίας ἡ χρησιμότης ἢ τὸ ἐπίκαιρον εἶναι ἀμφισβητήσιμα, καὶ ἡ τρίτη κατηγορία εἶναι ἡ τῶν ἐλαττώσεων πραγματικῶν δαπανῶν, μὴ παραγωγικῶν ἢ ἀγόνων, καὶ ὧν ἡ ἐλάττωσις ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Αἱ ἐλαττώσεις αἱ προερχόμεναι ἐκ τῆς ἐκλείψεως τῆς σχετικῆς ἀνάγκης ἀνέρχονται εἰς δραχ. 3,380,000. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀναγινώσκων μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐλαττώσεις ταύτας, διότι ἀρκούντως ἀνέπτυξεν αὐτὰς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· τὰς κυριωτέρας μόνον ἐξ αὐτῶν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω. Αὗται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1,237,000, ἐξ ὧν αἱ κυριώτεραί εἰσι δραχ. 486,000 ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν μὴ πρόσκλησιν αὐτῆς εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, δραχ. 113,000 ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, δραχ. 125,000 ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, δραχ. 134,000 ἐκ τῶν ἀποδόσεων καὶ τῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ δρ. 117,000 ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν αὗται ἀνέρχονται εἰς δρ. 2,122,000, ἐξ ὧν κυριώτεραί εἰσι δρ. 706,000 διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διότι δὲν προβλέπονται ἐκλογαὶ, δρ. 251,000 δι’ ἀποζημιώσεις κτημάτων, καταλαμβανομένων ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου, διότι ὑποθέτω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν προβλέπει τοιαύτας πληρωμὰς, καὶ δραχ. 1,000,000 ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνεγράφη τοιαύτη ἐλάττωσις 20,000 δραχμῶν περίπου. Πᾶσαι αἱ ἐλαττώσεις αὗται ὀφείλονται οὐχὶ εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν φροντίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν καὶ τὴν ἔλλειψιν τοῦ λόγου τῆς ἐγγραφῆς τῶν σχετικῶν πιστώσεων. Ἡ δευτέρα κατηγορία τῶν ἐλαττώσεων ἀνέρχεται εἰς 2,000,000 δρ. περίπου. Καὶ ἐκ τούτων δὲ τὰς κυριωτέρας θὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, διότι καὶ τούτων τὸ πραγματικὸν ἢ μὴ ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αἱ οὐσιωδέστεραι τῶν ἐλαττώσεων εἰσιν: ἡ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ πετρελαίου, ἐκ δρ. 264,000, ἡ διὰ τὴν γεωργίαν καὶ τοὺς Γεωργικοὺς σταθμούς, ἐκ δραχμῶν 350,000, ἡ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ἐκ δραχμῶν 389,000, ἡ διὰ τὴν συντήρησιν ὁδῶν καὶ τεχνικῶν ἔργων, ἐκ δρ. 500,000, ἡ διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν βατῶν ὁδῶν καὶ δενδροστοιχιῶν, ἐκ δραχ. 170,000, ἡ διὰ τὴν ἀνέγερσιν νέου καπνοκοπτηρίου ἐν Ἀθήναις, ἐκ δραχμῶν 100,000, καὶ ἡ διὰ συνδρομὴν εἰς ἀπόρους δήμους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐκ δρ. 200,000. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα ἤδη ἐλέχθησαν περὶ τῆς σκοπιμότητος ἢ τῆς χρησιμότητος τῶν ἐλαττώσεων τούτων, ὧν αἱ πλεῖσται ἢ δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἢ θὰ βλάψωσι σπουδαίους κλάδους τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, πραγματοποιούμεναι. Ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν, τῶν ἐλαττώσεων τῶν ἀναφερομένων εἰς ἀγόνους δαπάνας, εἰς δαπάνας προσωπικὰς, καὶ εἰς δαπάνας ὑλικῶν καὶ προμηθειῶν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, μετὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τοῦ τελευταίου τούτου Προϋπολογισμοῦ, εἰς δραχμὰς 123,000. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν δραχ. 123,000, καθ’ ἃς τὸ Ὑπουργεῖον ἠλάττωσε τὰς ἀγόνους ταύτας δαπάνας, προσέθηκεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904 ἄλλας ὁμοίας ἀγόνους δαπάνας ἐκ δραχ. 364,000. Εἰς τὰς ἀγόνους ἑπομένως ταύτας δαπάνας, εἰς ἃς ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ στρέψῃ ὅλην τὴν προσοχὴν αὑτῆς πρὸς ἐξεύρεσιν οἰκονομίας τινὸς ἀξίας λόγου καὶ χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν εἰς μερικὴν θεραπείαν τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, εἰς τὰς δαπάνας ταύτας ὄχι μόνον δὲν ἐπεζήτησεν οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ ηὔξησεν αὐτάς...
§183Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπητε λεπτομερείας τῶν δαπανῶν αὐτῶν;
§184Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκομεν ἐλάττωσιν ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου δραχμῶν 2,640, ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν δραχμὰς 9,600 ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῶν τελωνείων δραχμὰς 1080, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν καπνοκοπτηρίων, μετὰ προσθήκας καὶ ἀφαιρέσεις, δρ. 696, ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ γεωμετρικοῦ κλάδου δρ. 7,320, ἐκ τοῦ τῶν δασῶν, μετὰ προσθήκας καὶ ἀφαιρέσεις, δρ. 4,480. Ἤτοι τὸ ὅλον τῶν ἐλαττώσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι δραχ. 25,816. Ἀπέναντι τῶν ἐλαττώσεων τούτων εὑρίσκομεν προσθήκας: εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δραχ. 3,420, εἰς τὰς βεβαιώσεις φόρων ἐπιτηδευμάτων, οἰκοδομῶν καὶ βοσκῶν δραχ. 5,000, εἰς τὰ ἔξοδα ἀποζημιώσεως ἐκτάκτων λογιστῶν δι’ ἐκκαθάρισιν παλαιῶν χρεῶν δραχ. 21,000, εἰς ἀντιμισθίαν διαχειριστῶν ἀποθηκῶν πετρελαίου δραχ. 1740. Ἤτοι ἐν ὅλῳ εὑρίσκομεν αὐξήσεις ἐκ δραχ. 31,160, ἀπέναντι ἐλαττώσεων ἐκ δραχμῶν 25,816. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχει ἐλάττωσις διὰ τὸν μὴ διορισμὸν γραμματέως εἰς τὸ Προξενεῖον Ἰωαννίνων δραχ. 3,040. Λυποῦμαι δὲ, διότι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ τοὺς κινδύνους, οὓς ὁ Ἑλληνισμὸς διατρέχει ἐν ταῖς ὁμόροις ἐπαρχίαις, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐξασθένησις ἑνὸς τῶν κεντρικωτέρων Προξενείων ἡμῶν...
§185Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπὸ τριετίας δὲν εἶναι διωρισμένος γραμματεὺς ἐκεῖ.
§186Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ Προξενεῖον Κεττίγνης ἐλάττωσις δραχμῶν 2,800. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐλαττώσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ προσωπικοῦ δραχ. 7,840. Αὔξησις εἰς τὸ προσωπικὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου δραχ. 5,172, εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως δραχ. 3,600, διὰ τὴν προσθήκην γραμματέως εἰς τὴν Πρεσβείαν τοῦ Λονδίνου δραχ. 10,800, διὰ διερμηνέα τοῦ Προξενείου Ἱεροσολύμων δρ. 3,000, δι’ ἐνοίκιον Προξενείων δρ. 10,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἑπομένως τῶν Ἐξωτερικῶν εὑρίσκομεν αὔξησιν δραχ. 31,852, ἀπέναντι ἐλαττώσεως δρ. 7,840. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκομεν ἐλαττώσεις δρ. 6,000, ἤτοι δραχ. 4,800 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δρ. 1200 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου· αὐξήσεις δὲ δρ. 41,466, ἤτοι διὰ τὸ προσωπικόν τῶν Ἐφετείων δρ. 11,400, τῶν Εἰσαγγελιῶν Ἐφετείων δρ. 600, τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν δρ. 300, διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Πρωτοδικείων δρ. 21,350, διὰ τὸ προσωπικὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Εἰσαγγελιῶν Πρωτοδικείων δραχ. 21,350. Ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 41,466 ἀπέναντι οἰκονομιῶν δρ. 6,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκομεν οἰκονομίας δραχ. 65,560, προερχομένας κατὰ δραχ. 45,820 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἐξ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀστυφυλάκων, καὶ κατὰ δρ. 19,440 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὑγειονομικῆς. Ἀπέναντι τῶν οἰκονομιῶν τούτων εὑρίσκομεν αὐξήσεις δραχμῶν 180,449 ἤτοι ἐξ αὐξομειώσεων τοῦ προσωπικοῦ τῶν ταχυδρομείων δρ. 67,720, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν δρ. 23,949, ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοσίων ἔργων δραχ. 1080, καὶ ἐκ τῆς κατασκευῆς κτιρίων τοῦ Ὑπουργείου, πλὴν τοῦ καπνοκοπτηρίου, ὅπερ ἀναγράφεται εἰς τὰς ἄλλας ἐλαττώσεις, δραχ. 87,800. Ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 180,449. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὑρίσκομεν ἐλαττώσεις δρ. 17,980 ἐκ τῆς καταργήσεως τεσσάρων ὑποδιδασκαλείων, αὐξήσεις δὲ 79,450, ἤτοι διὰ διακόσμησιν καὶ φωτισμὸν τοῦ Ὑπουργείου δρ. 1700, διὰ τὴν Ἐπετηρίδα τοῦ Ὑπουργείου δραχ. 3,000, διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου, μετὰ διαφόρους αὐξομειώσεις, δρ. 4,400, διὰ τὸ γραφεῖον τῆς Πρυτανείας δραχ. 9,950, διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ἤτοι τοὺς ἐπιμελητὰς καὶ βοηθούς, τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἀσκήτρων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δραχ. 50,000, αἵτινες ἐδίδοντο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χάριν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, ἐκ δραχ. 6,700, διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Βιβλιοθηκῶν δραχ. 8,040, διὰ φωτισμόν, συντήρησιν καὶ θέρμανσιν αὐτῶν δραχ. 2,540, διὰ τὴν δημοσίευσιν Μετεωρολογικοῦ δελτίου τοῦ Ἀστεροσκοπείου δραχ. 1200, διὰ τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν δραχ. 11,360, διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας αὐτῶν δραχ. 20,200, δι’ ἐνοίκια Ἑλληνικῶν σχολείων δραχ. 10,000, δι’ ἀμοιβὴν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν δραχ. 1000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 79,450. Τὸ ὅλον ἑπομένως τῶν προστιθεμένων τοιούτων δαπανῶν, ὡς εἶπον, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 364,000, ἀπέναντι οἰκονομίας ἐκ δραχ. 123,196. Ἡ ἐργασία τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ τῶν δαπανῶν τούτων τῶν ἀγώνων, ἐφ’ ὧν ἐπεβάλλετο πᾶσα οἰκονομία, ἕνεκα τῆς ἐπιβεβλημένης ἀνάγκης, ἣν ἐπιθυμοῦμεν νὰ θεραπεύσωμεν, δὲν εἶναι σοβαρά, οὔτε σπουδαία. Ὅσον δὲ καὶ ἂν φαίνωνται μικραὶ ἐν τοῖς καθέκαστα αἱ δαπάναι αὗται, ἀνέρχονται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν· ἐν αὐταῖς δὲ δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν. Οὐδεμίαν δ’ εὑρίσκω ἐν αὐταῖς ἐργασίαν τῆς Κυβερνήσεως σύμφωνον πρὸς τὸ ἀξίωμα, ὅπερ ἀνέφερα, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι πρὸς θεραπείαν ἐπιβαλλομένης μεγάλης ἐθνικῆς ἀνάγκης ἐπιβάλλεται οἰκονομία ἀμείλικτος εἰς ὅλας τὰς δαπάνας, ὄχι μόνον τὰς μὴ χρησίμους, ἀλλὰ καὶ τὰς μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας, πρὸ τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν διὰ φόρων ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ. Μολονότι δὲ τὸ ἀξίωμα τοῦτο λέγουσιν ὅτι παραδέχονται καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐφήρμοσαν ὅμως αὐτὸ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ δέουσα ἐνέργεια, ὅπως ἐπέλθωσιν αἱ ἐπιβαλλόμεναι οἰκονομίαι εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ζητεῖ νὰ ὑποδείξωμεν ἡμεῖς τὰς οἰκονομίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ ἐν αὐτῷ ἡ Κυβέρνησις. Βεβαίως τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε δυνατόν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἀπὸ τοῦ βήματος ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ οἱοσδήποτε Βουλευτὴς νὰ ὑποδείξῃ ἐν ἑκάστῳ κεφαλαίῳ καὶ ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ, ποία εἶναι δυνατὴ καὶ ποία ἐπιβάλλεται οἰκονομία. Εἶναι ζήτημα μελέτης τῶν Ὑπουργῶν μετὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ἥτις μελέτη πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀμείλικτον ἀποκοπὴν πάσης δαπάνης μὴ ἐπιβαλλομένης. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι δυνατόν, ἀποδεικνύουσι τὰ διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖ διαφόρους οἰκονομίας. Ἐμελέτησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τὰ τῶν ἐφοριῶν, τὰ τῶν ταμείων καὶ τὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, καὶ εὗρεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίας δραχ. 205,344, καὶ ὑπέβαλε σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἐμελέτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομείων, τηλεγραφείων καὶ τηλεφωνείων, καὶ εὗρεν, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίας δραχ. 269,080. Ἠδύνατο δὲ νὰ ἐπιτύχῃ πολλῷ πλείονας τούτων, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εὗρε τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ ζητεῖ τὴν πραγματοποίησιν τῆς οἰκονομίας ταύτης διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Ἐμελέτησε τὸν νόμον περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, καὶ εὗρεν οἰκονομίας δρ. 38,760, ἐπίσης τὸν ἀστυνομικὸν νόμον καὶ τὰς περὶ Πταισματοδικείων διατάξεις, καὶ εὗρεν, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίας 600,000 δραχμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ εὗρεν ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίας δραχμῶν 800,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐμελέτησε τὰ τῆς ποινικῆς διατιμήσεως καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα, καὶ εὗρεν ὅτι δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ νομοθετικῶς οἰκονομίας 200,000 δραχμῶν. Ταῦτα ἐνδεικνύουσιν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἐτῶν ἰσχυρίζεται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ τώρα καὶ ὅτε προηγουμένως εὑρίσκετο εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ὅτι ἦτο ἀδύνατος ἡ ἐπίτευξις οἰκονομιῶν, δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι ἀποφασίσασα καὶ αὕτη νὰ ἐφαρμόσῃ ἰδέας οἰκονομίας, διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπιδιώκει οἰκονομίας ἀνερχομένας εἰς δραχμὰς 2,113,000. Διατὶ θέλετε νὰ σᾶς εἴπωμεν ἡμεῖς περὶ τοῦ δυνατοῦ καὶ ἄλλων οἰκονομιῶν; Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ὑπηρεσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἐπίσης δύνασθε νὰ εὕρητε οἰκονομίας, ὅταν μελετήσητε αὐτάς. Ἐμελετήσατε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων, ἵνα ἴδητε ποῖαι εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας παρέχει αὕτη εἰς τὸν τόπον ἐν σχέσει πρὸς τὸ προσωπικὸν αὐτῆς; Ἐμελετήσατε τὴν ἐργασίαν τῶν τηλεγραφείων, ἵνα ἴδητε, πόσα ἐξ αὐτῶν εἶναι ἄγονα, ἢ ἐντελῶς ἄχρηστα; Ἐμελετήσατε τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως, ἵνα ἴδητε πόσας οἰκονομίας δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε ἐξ αὐτῆς; Ἐμελετήσατε τὰ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀρχικὸν αὐτοῦ ὀργανισμόν; Σᾶς ἀναφέρω ἐνδεικτικῶς τινας τῶν ὑπηρεσιῶν· ἐὰν δὲ μελετήσητε ἁπάσας τὰς ὑπηρεσίας μὲ τὸ πνεῦμα τῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τὰ μικρὰ ἔθνη, ὅταν εὑρίσκωνται ἀπέναντι ἀναγκῶν ἐπιβαλλομένων, θέλετε εὕρει σπουδαῖον μέρος τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγκαιοῖ διὰ τὴν θεραπείαν τῆς ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Ἐὰν, Κύριοι, τοιοῦτον ἀποτέλεσμα παρουσιάζῃ ἡ ἐνέργεια τῶν διαφόρων Ὑπουργείων κατὰ τὴν ἐφορμογὴν τῆς ἰδέας τῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, ἀποτέλεσμα ἀτελὲς καὶ ἀνεπαρκὲς διὰ τὴν ἔστω καὶ μερικὴν θεραπείαν τῆς ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης, δὲν παρουσιάζει σοβαρώτερον χαρακτῆρα καὶ τὸ ὅλον τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς θεραπείαν τῆς ἐπιβαλλομένης ταύτης ἀνάγκης. Δὲν παρουσιάζει, λέγω, τὸ ὅλον πρόγραμμα τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως χαρακτῆρα σοβαρὸν εἰς πάντα, ὅστις ἐπισταμένως ἤθελε συγκρίνει τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ τὰς πρὸς θεραπείαν αὐτῆς ἀπαιτουμένας δαπάνας πρὸς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ποιεῖται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν ὑποβληθέντων διαφόρων σχετικῶν νομοσχεδίων πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἀπαιτουμένων πόρων. Ποῖα εἶναι τὰ χρηματικὰ μέσα, τῶν ὁποίων θεωρεῖ τὴν ἀπόκτησιν ἀναγκαίαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως θεραπευθῇ ἡ ἀνάγκη τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας; Ὑπολογίζει τέσσαρα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια δραχμὰς κατ’ ἔτος διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ 2,000,000 δρ. διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων (μεταβαλλομένων εἰς νόμους) τῆς στρατολογίας καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἔχει ἀνάγκην ἑπομένως πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, δρ. 6,500,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο θεωρεῖται ἀναγκαῖον, διὰ τὴν πλήρη καὶ τελείαν ἐφαρμογὴν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ καθέκαστα. Ἀπέναντι τοῦ ἀναγκαίου τούτου ποσοῦ τί ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντων διαφόρων μέτρων; Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει περίσσευμα ἐν αὐτῷ δρ. 1,129,000. Ὑποθέτω ὅτι σοβαρῶς παραδέχεται τὴν ὕπαρξιν τοῦ περισσεύματος τούτου, διότι καὶ χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, τῶν ὁποίων ἴσως θέλει λάβει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1904, θὰ ὦσι κατώτεραι τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ἑπομένως δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὸ περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχ. 1,129,000. Ἐκ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, προσδοκᾷ οἰκονομίας δρ. 2,113,000, ἤτοι ἐκ τῶν νομοσχεδίων περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, περὶ τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν, περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου καὶ τῶν περὶ Πταισματοδικείων διατάξεων, περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως καὶ περὶ ταμείων, ἐφοριῶν καὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Τὰς οἰκονομίας ταύτας προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις συμφώνως πρὸς τὰς ἐκθέσεις τὰς εἰσηγητικὰς τῶν προμνησθέντων νομοσχεδίων. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι σοβαρῶς προσδοκᾷ τὰς οἰκονομίας ταύτας ἡ Κυβέρνησις. Ὅθεν ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκ τῶν οἰκονομιῶν τούτων προκύπτει ποσὸν διαθέσιμον ἐξ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 3,242,000. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο διατεθῇ ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν, θὰ ὑπολειφθῇ ποσὸν δρ. 3,258,000 πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 6,500,000, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης. Κατόπιν δὲ τῶν ὅσα ἀνέπτυξα, καὶ τοῦ ὑπολοίπου τούτου μέρος δύναται νὰ ἐξευρεθῇ δι’ αὐστηρῶν οἰκονομιῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, τὸ ποσὸν, ὅπερ πρέπει νὰ ζητηθῇ διὰ φορολογίας, δὲν ὑπερβαίνει τὰς δραχμὰς 3,258,000. Εἰς τὸ ποσὸν ὅμως αὐτὸ πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἓν ἕτερον ἑκατομμύριον δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ λείψῃ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν ἐσόδων κατὰ ἓν περίπου ἑκατομμύριον, ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἀντισηκωμάτων. Οὕτω δὲ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, κατὰ τὴν γνώμην καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 4,258,000 δραχμάς...
§187Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἡ αὔξησις.
§188Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ κρίνω τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως τοιοῦτον, οἷον αὐτὴ τὸ ὑπέβαλε καὶ τὸ ἐξετίμησε· κατὰ τοὺς ἰδίους δ’ αὐτῆς ὑπολογισμούς, εὑρίσκω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι σοβαρόν. Τί ζητεῖ διὰ τῆς φορολογίας πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης, διὰ τὴν ὁποίαν ἐλλείπουσι δραχ. 4,258,000; Ζητεῖ τὰ ἑξῆς ποσά: Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων προσθήκην ἐσόδων ἐκ δρ. 370,000· διὰ τῆς προσθήκης ἐπὶ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως τοῦ ζύθου ἐπὶ πλέον δραχ. 305,000· ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν δραχ. 300,000· διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν 1,000,000· διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων δραχ. 700,000· διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου δραχ. 1,000,000· διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν δραχ. 100,000· διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου φωταερίου καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς δρ. 300,000· διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ζακχάρεως δραχ. 500,000· διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν φρ. χρ. 220,000, ἤτοι δρ. 330,000· διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1,50 ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν δρ. 3,888,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ζητεῖ διὰ τῶν διαφόρων φορολογικῶν νομοσχεδίων δραχμὰς 8,793,000, ἀνεξαρτήτως τῆς δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένης φορολογίας τῶν ὑποχρεωτικῶν ἡμερομισθίων διὰ τὰς δημοτικὰς καὶ ἐπαρχιακὰς ὁδούς, ἥτις ἀντιστοιχεῖ μὲ φορολογίαν ἀνωτέραν τῶν δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν...
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀγορεύων προχθές, περιέπεσα εἰς πλάνην, ἐκλαβὼν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερομισθίων ὡς τὸ ποσὸν τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν, τὸ πληρωθησόμενον ὑπὸ τῶν ὑποχρέων. Ἂν ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχηται εἰς 2,433,806 ψυχάς, ἐκ τούτων δὲ οἱ ἄρρενες εἰς 1,266,816, καὶ οἱ ὑπόχρεοι, οἱ ἄγοντες τὴν ἡλικίαν τῶν 18–60 ἐτῶν, εἰς 500,000, τότε ἀναγκαίως τὸ ποσὸν τῶν ἡμερομισθίων ἀνέρχεται εἰς 1,500,000· ἐὰν δὲ διατιμηθῶσι τὰ ἡμερομίσθια εἰς τρεῖς δραχμὰς ἕκαστον, ὁ κρύφιος φόρος ἀνέρχεται εἰς τέσσαρα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια δραχμάς.
§190Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πιθανόν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ζητοῦνται παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νέας φορολογίας 8,793,000 δραχμαί.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐπὶ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἀριθμὸς, ἐὰν ὑπολογίσητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ἀπὸ 35 εἰς 50 λεπτά.
§192Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποδεικνύεται οὕτως ἡ ἔλλειψις σοβαρότητος ἐν τῷ προγράμματι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην δραχ. 4,258,000, ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ διὰ νέας φορολογίας 8,793,000, δηλαδὴ 4,535,000 δραχμὰς πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ θεραπεία τῆς ἀνάγκης, ἣν πάντες θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένην, τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ σοβαρὸν, σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπωφελούμενον τῆς ἀνάγκης, ἣν παραδεχόμεθα πάντες, ζητεῖ ἐν τῇ φορολογίᾳ τὸ διπλάσιον τοῦ διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀπαιτουμένου ποσοῦ; Πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπάρχει τοσαύτη εὐμάρεια, τοσοῦτος πλοῦτος ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μεγάλων οἰκονομιῶν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, οὔτε δισταγμῶν πρὸς ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπωφελουμένη τῆς ἀναγνωριζομένης ἀνάγκης ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ διπλάσια φορολογικὰ βάρη ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ὑμεῖς ἔχετε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὑπάρχει εὐημερία ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ. Ὑπάρχουσι βεβαίως τινὲς πόλεις, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς ἀπολαύουσι σχετικῆς τινος εὐημερίας, ἕνεκα λόγων ὅλως ἐξαιρετικῶν, τῆς ἐλεύσεως π. χ. πολλῶν ὁμογενῶν καὶ ξένων καὶ τῆς συγκεντρώσεως βιομηχανιῶν τινων· ἀλλ’ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ ἐν γένει — ὅλοι γνωρίζετε τὰς ἐπαρχίας σας — δὲν νομίζω νὰ πιστεύῃ τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι ὑπάρχει εὐμάρεια. Αἱ πλουσιώτεραι ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος, αἱ σταφιδοπαραγωγοί, εὑρίσκονται σήμερον ἐν καταστάσει πολὺ ἀπεχούσῃ τῆς εὐμαρείας. Ὁ καθαρῶς γεωργικὸς πληθυσμός, ὅστις εἶναι ὁ μεγαλείτερος πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀγνοεῖ τὴν εὐμάρειαν, ἥτις ἤθελε καταστήσει αὐτὸν ἱκανὸν νὰ ὑποστῇ νέους φόρους, καθημερινῶς δὲ ζητεῖ ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, ἀναβάλλον μέχρις Ἀπριλίου τὴν πληρωμὴν ὅλων τῶν καθυστερουμένων ἀμέσων φόρων. Ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν προσόδων, ἡ αὔξησις τῆς ἀποδόσεως τῶν μονοπωλίων δὲν εἶναι ἀσφαλὴς ἀπόδειξις τῆς εὐμαρείας τῆς χώρας· εἶναι μόνον ἀπόδειξις, ὅτι αἱ μεγαλείτεραι πόλεις καταναλίσκουσι περισσότερα φορολογούμενα εἴδη, ἔξωθεν εἰσαγόμενα, καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν, καὶ ὅτι τὰ Μονοπώλια ὑπείκουσι καὶ παρ’ ἡμῖν εἰς τὸν γενικὸν κανόνα, τὸν διέποντα αὐτὰ πανταχοῦ, τῆς κανονικῆς δηλαδὴ ἐπαυξήσεως τῶν ἐξ αὐτῶν ἐσόδων, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ χρόνου ἐξοικειοῦνται ταῦτα μὲ τὰς ἕξεις καὶ τὰς συνηθείας τοῦ λαοῦ. Αἱ ἐνδείξεις αὗται δὲν ἀποδεικνύουσιν εὐμάρειαν, ἐπιτρέπουσαν τὴν ἐπιβολὴν φόρων ὑπερδιπλασίων ἐκείνων, οἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν θεραπείαν ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεμνήσθη χθὲς ἐν τῇ ἀγορεύσει του μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἀνέλθω εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλω νὰ τὸν ἀκολουθήσω. Ἀνεμνήσθη τῆς ἐποχῆς τοῦ 1887. Ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, ὑπάρχει ἀναλογία τις μεταξὺ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τῆς ἐποχῆς, ἣν διανύομεν σήμερον. Τότε ὑπῆρχε γενικὴ ἐπιθυμία νὰ σώσωμεν τὸ Κράτος ἐκ τῆς χρεωκοπίας, ἥτις ἠπείλει αὐτό. Πάντες ἐπεθυμοῦμεν τοῦτο. Διάφορος ὅμως ἦτο ἡ ὁδός, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλομεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀποτροπὴν τοῦ κακοῦ τούτου. Ἀντελέγομεν τότε ἡμεῖς εἰς τὴν πολιτικήν, ἥτις ἔφερε τὸ Κράτος εἰς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξυπηρέτουν ὅ τε κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀντελέγομεν εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐπιβάλλουσαν ἀδιακόπως βαρεῖαν διὰ τὴν χώραν φορολογίαν, καὶ διαρκῶς συνομολογοῦσαν δάνεια ἐξωτερικά. Ἡμεῖς, ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς χώρας, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις, ἐπαλαίσαμεν ἐπὶ ὁλοκλήρους Συνόδους τῆς Βουλῆς, ὅπως παρεμποδίσωμεν τὴν διηνεκῆ ἐπαύξησιν τῶν τοιούτων ὑποχρεώσεων. Ὑμεῖς δὲν ἀνεγνωρίζετε τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς χώρας, ἀλλὰ πιεζόμενοι ὑπ’ αὐτῆς συνωμολογήσατε ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐξωτερικὰ δάνεια, ἐπὶ τῇ προφάσει τῆς ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, καὶ ἐπιστεύσατε ὅτι θὰ δυνηθῆτε ν’ ἀνταποκριθῆτε εἰς τὰ ἐξ αὐτῆς βάρη διὰ τῆς διαρκοῦς αὐξήσεως τῆς φορολογίας καὶ τῆς δι’ αὐτῆς πιέσεως τῆς παραγωγῆς. Ἂν ἡ γνώμη ἡμῶν περὶ τῆς εἰλικρινοῦς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνεπαρκείας τῆς χώρας εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐξωτερικῶν αὐτῆς ὑποχρεώσεων καὶ τῆς ὑποστηρίξεως ὅλων τῶν κλάδων τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς εἶχε γείνῃ δεκτή, ἠθέλομεν βεβαίως ἀποφύγει τὴν χρεωκοπίαν. Ἀλλὰ τότε ἐπεκράτησεν —ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν, ἥτις εἶναι κοινοβουλευτική,— ἡ πολιτικὴ τῆς μεγαλομανίας. Ἠθέλετε νὰ διαπράξητε μεγάλα· ἐπεβάλετε ὅσους ἡ συνείδησίς σας ἐπέτρεπε φόρους, καὶ συνωμολογήσατε ὅσα ἠδυνήθητε δάνεια εἰς χρυσόν. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς ταύτης εἶναι ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους, ὁ πόλεμος καὶ ἡ μείωσις διὰ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου τῆς αὐτοτελείας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς χώρας. Καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ἑνὸς ἐθνικοῦ πόθου, τοῦ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, ἥτις ἐπεβάλλετο ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου τοῦ 1897, καὶ ἥτις, ὡς μὴ ὤφελε, παρημελήθη καθ’ ὅλον τὸ ἔκτοτε διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ ὁποίου ὑμεῖς διῳκήσατε τὴν χώραν κοινοβουλευτικῶς. Ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ δὲ τούτου πόθου στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις, ζητεῖ διὰ μιᾶς καὶ μεθ’ ὑπερβολικῆς σπουδῆς νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ὀργάνωσιν ταύτην, ἐπιβάλλουσα ἐπὶ τοῦ βαρέως φορολογουμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ νέους φόρους, ἀποδίδοντας οὐ μόνον τὰ ποσὰ τὰ δι’ αὐτὴν ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ἀλλὰ καὶ ὑπερδιπλάσια αὐτῶν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔθνη μικρὰ, θέλοντα νὰ θεραπεύσωσι μεγάλας αὑτῶν καὶ ἐπιβαλλομένας ἀνάγκας, πρέπει νὰ λησμονῶσι τὸ σοφὸν λόγιον «μηδὲν ἄγαν», καὶ νὰ σπεύδωσι μεθ’ ὁρμῆς εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Τὰς τοιαύτας ἀνάγκας πάντα τὰ ἔθνη ἐθεράπευσαν οὐχὶ μετὰ σπουδῆς καὶ βίας, ἀλλὰ μεθ’ ὑπομονῆς καὶ φρονήσεως. Ἡ σπουδὴ καὶ ἡ βία καταλήγουσι συνήθως εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιζητοῦνται. Ἐὰν δι’ ὑπερβολικῶν φορολογικῶν βαρῶν καταπονήσωμεν τὸν λαόν, θ’ ἀναγκασθῶμεν βεβαίως νὰ σταματήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτέλεσμα ἀνάλογον ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον κατελήξαμεν, παραδεχθέντες πρὸ ἐτῶν τὸν σήμερον ἰσχύοντα στρατιωτικὸν ὀργανισμόν, ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖ διπλασίαν δαπάνην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος δύναται νὰ παράσχῃ. Μὴ δυνάμενοι νὰ δαπανήσωμεν ὅσα ἀπῄτει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἰσχύοντος ὀργανισμοῦ, ἀφήσαμεν αὐτὸν κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνεφάρμοστον, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον. Ἐὰν καὶ πάλιν θελήσωμεν, τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν ὀργάνωσιν νὰ τὴν ἐπιδιώξωμεν μὲ ὁρμητικὴν σπουδήν, καταπονοῦντες καὶ ἐξαντλοῦντες τὴν χώραν καὶ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ποθεῖ αὐτὴν, ἑπόμενον νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν προβληματικὴν διὰ τῆς ἀντιδράσεως, τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ ὁ διὰ τῆς βαρείας φορολογίας κάματος τοῦ ποθοῦντος αὐτὴν Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατιωτικοῦ συστήματος, τοῦ προτεινομένου διὰ τῶν ὑποβληθέντων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ἀπαιτεῖ τὴν ἄμεσον ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ διὰ τῶν ὑποβληθέντων φορολογικῶν νομοσχεδίων. Δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ προτεινόμενον στρατιωτικὸν σύστημα, τροποποιοῦντες καὶ βελτιοῦντες κατά τι τὰ προταθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἔχομεν τὸ μέσον τῆς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐφαρμογῆς ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Τὸ ὑποβληθὲν περὶ στρατολογίας νομοσχέδιον παραδέχεται καὶ μικροτέραν καὶ μακροτέραν θητείαν, δηλ. κληρωτοὺς διεχεῖς καὶ κληρωτοὺς τριμήνους, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν εἰς τὴν διαθεσιμότητα· ὁ ἐτήσιος νόμος περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ θὰ ὁρίζῃ κατ’ ἔτος τὸν ἀριθμὸν ἑκάστης κατηγορίας τῶν κληρωτῶν ἀναλόγως δὲ τῶν πόρων, οὓς θὰ διαθέτωμεν, θὰ δυνάμεθα κατ’ ἔτος νὰ αὐξάνωμεν ἢ νὰ ἐλαττῶμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν διαθεσίμων, τῶν εἰς τρίμηνον θητείαν καλουμένων κληρωτῶν. Δὲν εἶναι δὲ τόσον ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς ἀμέσου ἀποστρατεύσεως 200 ἢ 300 ἀξιωματικῶν, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, διότι μεταξὺ τούτων θὰ ὑπάρχουν πολλοί, δυνάμενοι νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατεύματι. Δὲν θεωρῶ δὲ συμφέρουσαν τὴν ἄμεσον καὶ βεβιασμένην προμήθειαν πάντων τῶν ἀναγκαίων εἰδῶν ὁπλισμοῦ. Λέγω ταῦτα ἐνδεικτικῶς, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταστήσωμεν ἀμφίβολον τὴν ἐπιδιωκομένην στρατιωτικὴν τῆς χώρας ὀργάνωσιν διὰ μεγάλης καὶ δυσαναλόγου ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν βαθμιαίαν ἐφαρμογὴν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως δι’ οἰκονομιῶν, ὡς ἀνέπτυξα ἤδη· μόνον δέ, ἐὰν διὰ τῶν οἰκονομιῶν δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν καὶ παρὰ τοῦ λαοῦ θυσίας διὰ φορολογίας καλῶς μεμελετημένης καὶ ἀναλόγου πρὸς τὰς πραγματικῶς παρουσιαζομένας ἀνάγκας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς, σκοπούσης τὴν ἀποσόβησιν ἀμέσων καὶ προσεχῶν κινδύνων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὁριστικῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, σκοπούσης τὴν ἐξυπηρέτησιν ἐθνικῶν συμφερόντων ἀπωτέρου μέλλοντος. Δι’ αὐτὴν δὲ δὲν δικαιολογούμεθα, ἐπιβάλλοντες φορολογίαν ὑπερδιπλασίαν ἐκείνης, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ ἄμεσος καὶ πλήρης αὐτῆς ἐφαρμογή. Τοιοῦτον σύστημα ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ θεωρήσω μὴ σοβαρόν. Εἶναι καιρός, νομίζω, νὰ παραδειγματισθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον εἰς τὴν χώραν, καὶ νὰ μὴ παριστάμεθα πρὸς τὰ ἄλλα ἔθνη ὡς ἀδιόρθωτοι. Ἐπῆλθεν εἰς τὸν τόπον τὸ μέγα δυστύχημα τῆς χρεωκοπίας, ὡς προϊὸν πολιτικῆς μεγαλομανοῦς, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ αὐτὰ σφάλματα· ἐπῆλθε κατόπιν αὐτῆς ὁ ἀτυχὴς πόλεμος καὶ ἡ μείωσις τῆς αὐτοτελείας τοῦ Κράτους. Εἶναι πλέον καιρὸς νὰ παραδειγματισθῶμεν ἐξ αὐτῶν, καὶ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν θεραπείαν μεγάλης ἀνάγκης καὶ ἐθνικοῦ πόθου, οἷος εἶναι ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας ὀργάνωσις, διὰ πολιτικῆς ἐσπευσμένης καὶ καθιστώσης προβληματικὴν τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης καὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ πόθου, ὃν πάντες αἰσθανόμεθα. Εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ πολιτική, ἥτις ἐπήνεγκε τόσα δυστυχήματα εἰς τὴν χώραν, δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζομένη, διότι δὲν γνωρίζομεν, ποῦ δύναται αὕτη νὰ μᾶς φέρῃ, ἐὰν οἱ ὑπὸ κάματον σήμερον διατελοῦντες πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος περιέλθωσιν εἰς ἀγανάκτησιν κατὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§194ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐνόμιζον καὶ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ στιγμὴ δὲν ἦτο κατάλληλος πρὸς ἀνάλυσιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίως προτοῦ συζητηθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια καὶ διὰ τῆς συζητήσεως διασαφηνισθῶσι πολλὰ σκοτεινὰ σημεῖα. Ἀφοῦ ὅμως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεώρησα ἐμὸν καθῆκον νὰ ἐκθέσω διὰ βραχέων τὰς σκέψεις μου. Δὲν ἄγομαι ἐκ δυσμενῶν διαθέσεων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ προτίθεμαι ν’ ἀποκρούσω συλλήβδην πάντα τὰ μέτρα αὐτῆς· ἀλλὰ μὴ ὢν φίλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλω ἀναγκαίως παραδεχθῆ τὰ πλεῖστα ἢ καὶ πάντα τὰ μέτρα αὐτῆς. Διὰ τοῦτο θὰ εἴπω, ἐπὶ τίνων σημείων συμφωνῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπὶ τίνων θεμάτων διαφωνῶ. Ἰδίως πρόκειται περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ ἐτέθη τὸ ἐρώτημα καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, ἂν δι’ οἰκονομιῶν ἐπὶ πλέον τῶν ἤδη γενομένων δύναται νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχουσιν οἱ λέγοντες, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· ὑπάρχουσιν ἄλλοι, φρονοῦντες ὅτι εἶναι δυνατόν. Ἐγὼ πρὸς οὐδετέραν τῶν γνωμῶν τούτων συντάσσομαι· ἔχω μέσην τινὰ γνώμην. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν φρονῶ, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ δι’ οἰκονομιῶν· ἴσως οἰκονομίαι τινὲς εἶναι δυναταί· ἀλλ’ οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ οἰκονομίαι αὗται, νομίζω ὅτι ποσὸν τοὐλάχιστον 5,000,000 δραχμῶν δέον ν’ ἀναζητήσωμεν εἰς τὴν φορολογίαν. Ποῦ θὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν φορολογικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προέβαλε, τρεῖς ἐσκόπει νὰ πληρώσῃ ἀνάγκας· πρῶτον νὰ προικίσῃ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δεύτερον νὰ παράσχῃ τὰ μέσα πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν κυρίως στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, καὶ τρίτον νὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Λέγω δὲ ἐλλείμματα, διότι κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε περὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐγὼ δὲ τοιαύτην ἔδωκα εἰς τὴν φράσιν ταύτην ἔννοιαν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ θέματα ταῦτα. Τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἔχει σκοπὸν τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων πρὸς ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ὡμολογημένη. Ὁ ὁπλισμὸς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἶναι ὁπλισμὸς ἀπηρχαιωμένος σήμερον. Ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς δὲν συμμεριζόμεθα τὴν γνώμην στρατηγοῦ τινος τῆς Σινικῆς Αὐτοκρατορίας, ὅστις ἐφρόνει, ὅτι ὁ ἱκανὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ δέον νὰ νικᾷ χωρὶς νὰ ἔρχηται εἰς σύρραξιν μὲ τὸν ἐχθρόν, ὀφείλομεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ δράσῃ ὁ στρατὸς ἡμῶν, νὰ ὁπλίσωμεν αὐτὸν κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν σύρραξιν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ· ἄλλως, ὅπως ἔχει σήμερον ὁ ὁπλισμὸς τοῦ στρατοῦ, βεβαίως δυσχερὴς θὰ ἦναι ἡ θέσις καὶ τῶν στρατιωτῶν καὶ τοῦ στρατηγοῦ. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Λέγω ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην, ὄχι διότι θεωρῶ πιθανὸν, ὅτι θὰ παρουσιασθῇ μετ’ οὐ πολὺ περίπτωση δράσεως, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ φύσει τῶν πραγμάτων ἔγκειται τοῦτο, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ πλήρωσις τῆς ἀνάγκης ταύτης καὶ ἡ προμήθεια νέου ὁπλισμοῦ. Δυνατὸν νὰ γένηται ἀναγκαῖον ἐν μέλλοντι χρόνῳ νὰ δράσῃ ὁ στρατὸς, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ τοῦτο πιθανόν. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἀγωνίζεται ἀγῶνα, ὅστις δύναται νὰ παραταθῇ, καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξοπλίζεται, θὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς ὁμοεθνεῖς ἡμῶν, οἵτινες ἀμύνονται κατὰ φυλῆς ἐγκατασταθείσης εἰς Ἑλληνικὰς χώρας, φυλῆς, ἥτις νομίζει, τοσοῦτον ταπεινὴν ἔχουσα ἰδέαν περὶ ἐλευθερίας, ὅτι αὕτη ἀποκτᾶται διὰ δολοφονιῶν καὶ κακώσεων κατὰ ἀόπλων, κατὰ γυναικῶν, κατὰ παιδίων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ ἐπιδοκιμασίαι). Ἡ ἀνάγκη ἑπομένως τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐπιβεβλημένη, καὶ ἐγὼ εὐχαρίστως θὰ ψηφίσω τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι τοιοῦτον ἔχουσι σκοπὸν, τοιαύτας ἀνάγκας νὰ καλύψωσι. Δευτέρα ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν προτίθενται τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως νὰ καλύψωσιν, εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς χώρας. Τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσα δὲν ἐπιφέρουσι σπουδαίαν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ψηφίσω. Δὲν ὁμιλῶ λοιπὸν περὶ τούτου. Ὑπάρχουσιν ὅμως νομοσχέδια, ἅτινα αὐξάνουσι τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ· τοιαῦτα δὲ εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς στρατολογίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐμμέσως πως τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι χρήσιμα καὶ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἐπείγοντα. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς σήμερον ἢ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι κληθῇ πρὸς δρᾶσιν, τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς αὐτήν· ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ δράσῃ, καὶ πρὸς τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὁ ἤδη ἰσχύων ὀργανισμός. Δὲν εἶναι ἑπομένως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπείγοντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Τὰ βάρη δὲ, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν, εἶναι μεγάλα, εἶναι μεγαλείτερα ἀφ’ ὅ,τι παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπελόγισε τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου περὶ στρατολογίας νομοσχεδίου εἰς 1,200,000 δραχμάς, καὶ τὴν αὔξησιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἰς δραχ. 800,000, ἀλλὰ πρόχειρος μελέτη ἀνδρῶν εἰδικῶς ἀσχολουμένων εἰς ταῦτα ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ μὲν ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας θ’ ἀπαιτήσῃ 3 ἑκατομμύρια, ἡ δ’ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἓν ἑκατομμύριον. Ἐὰν δ’ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, δέον νὰ ὑπολογίσητε τὴν ἐκ τούτου αὔξησιν τῶν ἐτησίων δαπανῶν εἰς 300,000, δραχμάς. Ὥστε ἔχετε δαπάνην δραχμῶν 4,300,000. Ἀφοῦ ὅμως ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν εἶναι ἐπείγουσα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ τοὐλάχιστον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1905; Ἐπιβάλλομεν φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ εἰμὶ πρόθυμος νὰ ψηφίσω αὐτοὺς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ κατεπειγούσης ἀνάγκης. Ἀλλὰ πῶς θὰ δικαιολογηθῶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀπέναντι τῆς ἐμῆς συνειδήσεως, ὅταν διὰ μιᾶς ἐπιβάλω τοσούτους φόρους, καὶ δὴ δι’ ἀνάγκην οὐχὶ κατεπείγουσαν; Καὶ ἰδοὺ διατὶ εἶναι ἀτύχημα, ὅτι προηγήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ὑπάρχει γνώμη, ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχονται πρὸς ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ διὰ τοῦ Ταμείου Ἀμύνης, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως ὁπλίσωμεν τοσοῦτον στρατὸν, ὅσος θὰ δημιουργηθῇ διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας καὶ διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο δὲ εἶναι λίαν θλιβερόν· διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ δημιουργήσωμεν στρατὸν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ὁπλισθῇ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχομεν, θέλομεν δημιουργήσει στρατὸν, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὸ μέλλον πιθανῶς θὰ ἦναι ἄοπλος, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ δύναται νὰ παράσχῃ μετ’ ὀλίγον τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν δύναται νὰ παράσχῃ. Θέλετε λοιπὸν ἔχει μέρος τοῦ στρατοῦ ἔνοπλον, καὶ παρὰ τὸ ἔνοπλον τοῦτο μέρος τοῦ στρατοῦ θέλετε ἔχει ἀόπλους ὁμάδας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπραττε καλῶς, ἂν ὑπέβαλλεν εἰς νέας μελέτας τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ ἂν προσεπάθει νὰ ἔχῃ στρατὸν τόσον, ὅσον θὰ ἠδύνατο τὸ ἔθνος νὰ ὁπλίσῃ. Οὕτω τροποποιούμενα τὰ νομοσχέδια, θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ ψηφισθῶσι, νὰ τεθῶσι δὲ εἰς ἐνέργειαν, μόνον ὅταν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θὰ ἐπέτρεπον τοῦτο. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐν τῷ μεταξὺ θὰ εἶχεν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσῃ καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ παρατηρήσῃ, ἂν δύναται νὰ φέρῃ νέας οἰκονομίας, οἰκονομίας τοιαύτας, ὥστε νὰ καλυφθῇ ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων πόρων δαπάνη. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξεύρῃ δι’ οἰκονομιῶν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ἐὰν ἠδύνατο νὰ ἐξεύρῃ μόνον μέρος τοῦ ποσοῦ, καὶ ἔλειπε τὸ ἄλλο μέρος, τότε εὐχερὲς θὰ ἦτο νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ: «ἔπραξα ὅ,τι ἠδυνάμην· προσεπάθησα νὰ διαπράξω τὰς μεγίστας οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἄνευ καταστροφῆς τῆς ὑπηρεσίας ἦσαν δυναταί, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ φθάσω εἰς ἄλλο ἀποτέλεσμα, καὶ πρέπει, ἐὰν θέλητε τὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας τὴν στρατιωτικὴν, νὰ ψηφίσητε καὶ τοὺς φόρους τούτους, τοὺς ὁποίους σήμερον θὰ προτείνω.» Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἤθελε διστάσει καὶ τοὺς νέους τούτους φόρους νὰ δεχθῇ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην φοβοῦμαι, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πρόωρον, καὶ ὅτι τὸ ἔδαφος δὲν ἔχει προετοιμασθῆ. Βεβαίως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχουσι πλήρη τὴν δύναμιν, πλήρη τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιβάλωσιν ὅσους θέλουσι φόρους· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐν ταῖς ἐλευθέραις Πολιτείαις ὑπάρχουσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δέον νὰ μὴ λύωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ παρὰ ἐὰν ἦναι βέβαιοι, ὅτι ἡ γνώμη ἡ κοινὴ τοῦ λαοῦ καὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ τὰ ἐπιδοκιμάζει (χειροκροτήματα). Ἡ τρίτη ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ διὰ τῶν φορολογικῶν αὑτῆς νομοσχεδίων, εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, φράσις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπώπτευσα τὴν ὕπαρξιν ἐλλειμμάτων. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα θὰ ἦναι μικρὰ, καὶ ὅτι εὐκόλως θὰ δυνηθῶμεν νὰ καλύψωμεν αὐτά. Ἀλλὰ πρὶν ἢ λάβωμεν μέτρα πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, δέον νὰ λάβωμεν μέτρα πρὸς παρακώλυσιν τῆς προϊούσης αὐξήσεως αὐτῶν. Ἰδίως πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, αἵτινες λυμαίνονται τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπὸ τὸν τύπον προκαταβολῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ παύσῃ ἡ ῥαγδαίως ἐπερχομένη αὔξησις τῶν συντάξεων. Ἐὰν τοῦτο πράξωμεν, θὰ δυνηθῶμεν ἴσως ν’ ἀποφύγωμεν εἰς τὸ μέλλον τὰ ἐλλείμματα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶπεν, ὅτι συνδέει τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ψήφισιν πάντων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε. Τὸ πρᾶγμα ἴσως εἶναι εὐχάριστον δι’ ἄνδρα, ὁ ὁποῖος, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, δὲν διακρίνεται διὰ τὴν φιλαρχίαν αὑτοῦ. Εἶναι εὐχάριστον ἴσως δι’ αὐτὸν ν’ ἀπαλλαγῇ θέσεως, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι δυσάρεστος εἰς πάντα, ὅστις ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του εὐσυνειδήτως· ἀλλ’ οἱ καιροὶ εἶναι κρίσιμοι, καὶ ἡ φιλοπατρία ἐπιβάλλει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει. Σήμερον μεταβολὴ κυβερνητικὴ ἤθελε φέρει ἴσως εἰς κρίσιν πολιτικὴν, εὑρισκόμεθα δὲ πρὸ ἐξωτερικῆς καταστάσεως τοιαύτης, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀσχολώμεθα εἰς ζητήματα ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, οἷα εἶναι αἱ ἐκλογαί. Διὰ τοῦτο, ἐὰν πάντα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου φέρωσιν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς χώρας διὰ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσιν ἐν ὄντως κρισίμοις στιγμαῖς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ φέρουσι μεγαλειτέραν εὐθύνην, ἐὰν δὲν δείξωσι διὰ τῶν δυνατῶν ὑποχωρήσεων, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ βαστάσωσι τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπ’ αὐτῶν ἔθεσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὁ Βασιλεύς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε, Κύριοι, συζητουμένης τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἔλεγον ὅτι εἶναι καιρός, ὅπως μετὰ πάσης εἰλικρινείας ἐκφρασθῶσιν αἱ γνῶμαι τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν μέτρων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὡς ἀποτελοῦντα πρόκλησιν, ἣν ἐθεώρει ἑαυτὸν ὑποχρεωμένον ν’ ἀποδεχθῇ, ἐνόμιζον, ὅτι ἡ συζήτησις ἤθελε περιστραφῆ περὶ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὴν κρίσιν ἔπρεπε κυρίως νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν. Ἀτυχῶς, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ πρὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης διεξαχθεῖσα συζήτησις δὲν δύναται, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον κρίσιν, νὰ θεωρηθῇ ὡς συζήτησις σχετιζομένη πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σκοπὸν εἶχον νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, νὰ ἐξετάσωσι πρῶτον μὲν τὸ θεμελιῶδες ζήτημα: ἐπιβάλλεται ἢ ὄχι ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας; Τούτου δὲ γενομένου δεκτοῦ, ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον θεωρήσει ἑαυτοὺς ὑποχρέους, ἵνα ἐξετάσωσι τὸ δεύτερον ζήτημα: ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι αἱ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ταύτην σύνταξιν; Τρίτον ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξέτασις ἐπεβάλλετο, ἦτο τὸ ἑξῆς: αἱ δαπάναι αὗται δύνανται δι’ οἰκονομιῶν νὰ γείνωσιν, ἢ ἐπιβάλλεται, ἀφοῦ γείνωσι πᾶσαι αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι, νὰ προσφύγωμεν εἰς νέα βάρη, εἰς νέους φόρους; Οὕτω πως εἶχον ἐννοήσει τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἀλλὰ παρ’ ἐλπίδα τί εἶδον; Εἶδον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος ἀσχολούμενον δι’ ἕκτην ἴσως φορὰν, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες διῴκησαν τὴν χώραν ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1902, οὐδὲν ἕτερον ἔπραξαν ἢ νὰ σπαταλήσωσι τὸν δημόσιον θησαυρὸν, ἢ νὰ καταστρέψωσι τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, ἢ νὰ ἀπομυζήσωσι πᾶσαν ἰκμάδα πλούτου ἐκ τῆς χώρας ταύτης. Καὶ ἐπανελήφθησαν δι’ ἕκτην φορὰν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ αἱ ὑπερβολαὶ ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον πρὸς αὐτὸν ὀφείλω νὰ ἔχω, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι εἰς τὰς ὑπερβολὰς ταύτας ἀρέσκεται, καὶ ὅτι τὰς ὑπερβολὰς ταύτας, ἀφοῦ τὰς ἀναπτύξῃ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ἐνασμενίζεται νὰ τὰς ῥίψῃ εἰς τὰς ἀγυιὰς, ἵνα ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν μεταδοθῶσι, πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ παραστήσῃ τοὺς ἀντιπάλους αὐτοῦ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ λαοῦ ὡς οὐδὲν ἕτερον ἔχοντας κατὰ νοῦν ἢ τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου! (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πολλάκις, Κύριοι, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι καὶ πολλὰ τῶν ἐγκρίτων μελῶν τῆς πτέρυγος ταύτης ἠσχολήθημεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ ἀποδείξωμεν τὸ λελανθασμένον τῶν κατηγοριῶν ἐκείνων. Καὶ βεβαίως ἡ θέσις ἡμῶν, Κύριοι, ἦτο δύσκολος κατὰ τὸ παρελθὸν, ἦτο δύσκολος, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἤρχετο, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, καὶ ἔλεγεν εἰς ὅλους τοὺς διαδόχους αὐτοῦ: «παραβάλετε τὰς δαπάνας ὑμῶν πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1896, καὶ πᾶσαν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ 1896 καὶ τῶν δαπανῶν τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἑπομένων ἐτῶν ἀναγνωρίσατε ὡς ἀποτελοῦσαν σπατάλην». Καὶ ἦτο εὔκολος ἡ κατηγορία τότε, διότι ἠμυνόμεθα κατὰ ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος· διότι ἢ δὲν εἶχε βάσιν καμμίαν ἡ κατηγορία αὕτη, ἢ, ἂν εἶχε βάσιν τινὰ, ἡ βάσις αὑτὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἄλλη ἢ ὅτι, ὅταν θὰ ἤρχετο εἰς τὰ πράγματα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἤθελεν ἐφαρμόσει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως. Καὶ ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ ὑπέβαλε Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον συνεζητήσαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπεδείξαμεν ποῖος ἦτο ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος· ἐνομίζομεν δ’ ὅτι μετὰ τὴν δοθεῖσαν τότε ἀπόδειξιν δὲν θὰ ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ 1896, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 νὰ ῥίπτῃ ἀνάθεμα κατὰ τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ. Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάλυσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, τοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑποβληθέντος, ἡ ἐπανάληψις τῆς κατηγορίας ἦτο ἀδύνατος, ἐνόμιζον ὅτι ἀδύνατος ἦτο ἡ ὑποστήριξις τῆς κατηγορίας ταύτης, ἐνώπιον μάλιστα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἔχω τοιαύτην ἰδέαν περὶ τῆς νοημοσύνης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὥστε δὲν παραδέχομαι, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐνώπιον αὐτῶν νὰ ὑποστηριχθῶσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἴσως νὰ ὑποστηριχθῶσιν ἐν ἐκλογικῷ συλλόγῳ δήμου τινὸς ἀγροτικοῦ, ἀλλὰ δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ὑποστηριχθῶσιν ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ἀφοῦ ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 καὶ ἀφοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἐλάβομεν γνῶσιν, νὰ ἐρχώμεθα νὰ λέγωμεν ὅσα εἶπε προχθὲς καὶ χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος· δὲν εἶναι δυνατόν, ἀποτεινόμενος εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, νὰ λέγῃ· «ἐσπαταλήσατε 24 ἑκατομμύρια»· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ εἰς αὐτοὺς «εἰσεπράχθησαν 46 ἑκατομμύρια κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν τὸ 1896, καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ἐσπαταλήθησαν, ἄνευ δὲ τῆς σπατάλης ταύτης θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα πρὸς κάλυψιν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας.» Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῶσι ταῦτα· καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις: Ἐλέχθη ὅτι μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, — διότι πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι μεγαλειτέρων διαφορῶν ἀφῆκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κατὰ μέρος τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901 καὶ ἐστράφη κυρίως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, Προϋπολογισμόν, τοῦ ὁποίου τὴν εὐθύνην φέρει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτής, — ἐλέχθη ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 ἐκ δραχ. 17,288,722 εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως, καὶ ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσι σπατάλην, καὶ ἐν τῇ σπατάλῃ ταύτῃ ὀφείλομεν ν’ ἀγρεύσωμεν τὸ ποσὸν τῶν οἰκονομιῶν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι, ἐὰν βάσις τῆς κατηγορίας ἐπὶ σπατάλη ἦναι ἡ διαφορὰ ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἑπομένων ἐτῶν, ἐλησμόνησεν, ὅτι καὶ αὐτὸς δύναται ἐπὶ σπατάλῃ νὰ κατηγορηθῇ. Διότι, ἐὰν συγκρίνω τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντος, πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, εὑρίσκω, ὅτι εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 ἐκ δραχ. 452,833, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει διαφορὰ δραχμῶν 718,700, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχει διαφορὰ δραχμῶν 2,228,911, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπάρχει διαφορὰ δραχ. 1,474,992, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχει διαφορὰ δραχμῶν 55,877, ὅτι διὰ τὴν ἐπιστασίαν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων ὑπάρχει διαφορὰ δραχ. 1,370,724, ὅτι ἐπὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν ὑπάρχει διαφορὰ δραχμῶν 788, 593· ἄρα ὑπάρχει διαφορὰ ἐν ὅλῳ δραχ. 7,090,630 Ἐπιτρέπεται λοιπὸν εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος: Κατηγορεῖτε τοὺς ἀντιπάλους ὑμῶν ὡς σπαταλήσαντας τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τοῦ ὑπ’ αὐτῶν ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904· κατηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑμᾶς ἐπὶ τῇ σπατάλῃ τῆς διαφορᾶς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑφ’ ὑμῶν ὑποβληθέντος κατὰ τὸ 1903, κατηγορῶ ὑμᾶς ἐπὶ σπατάλῃ 7,090,630 δραχμῶν. Ἀλλὰ πρὸς τί, Κύριοι, νὰ ἀσχολώμεθα περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896; Ἐπὶ τέλους, τί εἶναι αὐτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896; Ἀποτελεῖ σταθμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ὑπερβῇ; Ἀλλὰ τότε, παρακαλῶ, διατὶ ἐγὼ νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, παραβάλλων τὸν Προϋπολογισμὸν π. χ. τοῦ 1882, καὶ καταλογίσω εἰς βάρος ὑμῶν ὡς σπαταληθέντα τὰ ποσὰ τὰ ἀποτελοῦντα τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 καὶ τοῦ 1896; Καὶ ἐνόουν μέχρι τινὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ἐπικαλούμενον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, ὅτε δὲν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον Προϋπολογισμὸν μετὰ τὸν πόλεμον, ἐνόουν αὐτὸν ἔχοντα ἐνδιαφέρον μέγιστον νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι θὰ ἠδύνατο καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ μετὰ τὰ βάρη τοῦ πολέμου, καὶ μετὰ τὰ βάρη τὰ ἐπελθόντα ἐκ τῆς τακτικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἐνόουν, λέγω, τότε αὐτὸν ὁμιλοῦντα περὶ τοῦ 1896. Ἀλλ’ ὅταν πλέον ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα, τίς ἡ ἀνάγκη τῆς παραβολῆς τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896; Διατὶ δὲν ἀφίνομεν μίαν φορὰν διὰ πάντα ἐπὶ τέλους αὐτὸ τὸ εὐλογημένον 1896, καὶ δὲν παραβάλλομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑποβληθέντα; Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ ἔτος 1896, ὅταν ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν ὑποβληθέντα ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1903; Εἶναι ἐπιβεβλημένον, φρονῶ, νὰ παραβάλωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, ἂν ὄχι πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ψηφισθέντα τὸ 1903, ἀλλὰ τουλάχιστον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑποβληθέντα κατὰ τὸ 1903· καὶ σημειώσατε, ὅτι καὶ ἡ παραβολὴ αὐτὴ δὲν θὰ ἦτο ἐντελῶς δικαία, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 περιέλαβεν ἔσοδα μὲν ὅσα προϋπελόγιζεν, ἔξοδα ὅμως δὲν περιέλαβε τὰ κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους ἐπιβαλλόμενα, ἀλλὰ περιέλαβε τὰς δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῶν ὁποίων νομοσχεδίων ἐσκόπει, τὴν σπατάλην τῶν ἀντιπάλων νὰ σταματήσῃ, τὴν σπατάλην τῶν ἀντιπάλων νὰ παύσῃ βαρύνουσαν τὸν δημόσιον θησαυρὸν, βαρύνουσαν τὴν χώραν, ἐνῷ ἡμεῖς ἀπ’ ἐναντίας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 συνετάξαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ ἐπιφέρωμεν ἐν αὐτῷ διορθώσεις μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δι’ ὧν μεγάλαι ἐπιδιώκονται οἰκονομίαι. Μετὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην προβαίνω εἰς τὴν παραβολήν. Πάντες ἐπεριμένομεν νὰ ἴδωμεν, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ποία θὰ ἦτο ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος· ἐγνωρίζομεν ποίαν εἶχε γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὰ ἔσοδα ὡρίζοντο ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ, ἐγνωρίζομεν ὅτι πολλάκις ἐπανέλαβεν, ὅτι θαυμάζει τὴν ὑπομονὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξεγείρεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὁρίζει ὡς ἔσοδα ποσόν, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἀπορροφᾷ τὰ περισσεύματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν ταῦτα ὑπάρχωσιν, ἀλλὰ καὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτὸν πᾶν μέσον ἀναπτύξεως γεωργικῆς, πᾶν μέσον βελτιώσεως βιομηχανικῆς, πᾶν μέσον ἐμπορικῆς προόδου. Ἔλεγεν ὅτι ἀσύνετοι καὶ ἄστοργοι εἶναι οἱ κυβερνῆται οἱ τολμῶντες τοσαῦτα νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἔλεγε ταῦτα, Κύριοι, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, καὶ ἔλεγε ταῦτα, ὅτε οὐδεὶς ἐγίνωσκε, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον ἤθελε ζητήσει ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ ὅτε ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, καὶ εἴδομεν ὅτι ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐζήτει περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ ἐζήτησαν, ὅτε εἴδομεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ τὰ ἔσοδα ὡρίζοντο εἰς 119 ἑκατομμύρια, ποσὸν, εἰς ὃ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, οἱ κυβερνήσαντες κατὰ τὸ 1899, 1900 καὶ 1901, οὐδέποτε ὥρισαν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐξεπλάγημεν, διότι, ἀφοῦ ἐθεωρήθημεν ἡμεῖς ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὡς ἄστοργοι καὶ καταπονήσαντες τὸν λαὸν, ὡς ἀφαιρέσαντες παρ’ αὐτοῦ οὐ μόνον πᾶν περίσσευμα, ἀλλὰ πᾶν μέσον ἀναπτύξεως, ἐλέγομεν: πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κατηγορήσας ἡμᾶς νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν ἡμεῖς; Ἀλλ’ ὅ,τι ἐθεωρεῖτο παρ’ ἡμῶν ἀδύνατον, τοῦτο ἀκριβῶς ἐγένετο, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος. Διότι ἔχομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑφ’ ὑμῶν ὑποβληθέντα, καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ τὰ εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα ὁρίζονται εἰς 119 ἑκατομμύρια, καὶ τὰ 119 ταῦτα ἑκατομμύρια, τὰ ὑφ’ ὑμῶν ζητούμενα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, τοῦ ὑφ’ ὑμῶν ὑποβληθέντος, ἀποδεικνύουσι τὸ ἀβάσιμον τῶν καθ’ ἡμῶν κατηγοριῶν, τῶν τοσάκις παρ’ ὑμῶν ἐπαναληφθεισῶν. Καὶ δὲν ἐξεπλάγην, Κύριοι, ὅτε ἔβλεπον καταρριπτομένας τὰς κατηγορίας ταύτας, διότι ἐκ τῶν προτέρων ἐγίνωσκον, ὅτι αἱ κατηγορίαι αὗται ἦσαν ἕωλοι καὶ ἀβάσιμοι, ἀλλ’ ἐξεπλάγην πολὺ, ἀκούσας χθὲς τὸ ἑσπέρας τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος ἐπαναλαμβάνοντα τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, καὶ λέγοντα εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὑπελογίσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε καταπονεῖται ὁ τόπος, ὥστε ἀφαιροῦμεν πᾶν περίσσευμα ἐξ αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀφαιροῦμεν ἐξ αὐτοῦ πᾶν μέσον παραγωγῆς ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ ἔλεγε ταῦτα χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὅτε τὰ ἔσοδα τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν περιωρίσθησαν εἰς δρ. 118,966,000, δηλ. κατώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὥρισεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐν τῷ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ! Κρίνατε τώρα ὑμεῖς, ἂν πρέπει ν’ ἀνησυχήσωμεν διὰ τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐκτοξεύονται ἐναντίον ἡμῶν, κρίνατε ὑμεῖς, ἂν πρέπει νὰ ἀνησυχήσωμεν! Ὅπως ἀνησυχήσωμεν, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ λαὸς ἀδυνατεῖ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ ὑποθέσωμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοσαύτην ἔλλειψιν ἔχει νοῦ, τοσαύτην ἔλλειψιν κρίσεως, ὥστε τὰ πάντα νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λέγωσι πρὸς αὐτὸν, καὶ τὰ πάντα νὰ γίνωνται παρ’ αὐτοῦ πιστευτά. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τοιαύτην ἰδέαν περὶ τῶν συμπολιτῶν μας· τοὐναντίον ἔχω ἰδέαν, ὅτι καὶ νοημοσύνην ἔχουν καὶ κρίσιν, καὶ ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνωσι, ποῖοι εἶναι οἱ κατηγοροῦντες ἄνευ βάσεως, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ἀδίκως κατηγορούμενοι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα εἶπον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἂς ἐξετάσω, ἂν ἡ ἐπὶ σπατάλῃ κατηγορία, ἡ τοσάκις καθ’ ἡμῶν ἐπαναληφθεῖσα, εἶναι ἀληθής. Προφανῆ ἔχομεν ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ σκέψεις ἐκείνων, οἵτινες κατηγόρουν ἡμᾶς ἐπὶ σπατάλῃ, ἦσαν σκέψεις ὑπαγορευόμεναι οὐχὶ ἐκ τοῦ πραγματικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐξ ἐπιθυμίας, ἵνα παραστήσωσι τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν ὡς μὴ κηδομένους τῶν δημοσίων συμφερόντων, προφανῆ, λέγω, ἔχομεν ἀπόδειξιν τούτου ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοῦ. Διότι, χωρὶς νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἀναλύων ἐνώπιον ὑμῶν ἀριθμοὺς, οἵτινες κουράζουσι πολλάκις καὶ τὸν ἀπαγγέλλοντα αὐτοὺς, καὶ ἐκθέτουσιν ἴσως καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὑποπίπτῃ εἰς λάθη, ἐπιτρέψατέ μοι, ἵνα διὰ γενικῶν γραμμῶν προβῶ εἰς παραβολὴν τῶν δύο Προϋπολογισμῶν, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἰσαχθέντος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑφ’ ἡμῶν προταθέντος. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν κατηργοῦντο ἰσχύοντες νόμοι καὶ ἐπεφέροντο πᾶσαι αἱ κατ’ αὐτὸν δυναταὶ οἰκονομίαι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἐβασίζετο ἐπὶ νομοσχεδίων, δι’ ὧν ἐπρόκειτο, ἡ σπατάλη, ἡ ὑφ’ ἡμῶν κατ’ αὐτὸν ἐν τῇ χώρᾳ ἐγκατασταθεῖσα, νὰ παύσῃ ὑπάρχουσα, διότι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μετερρυθμίζετο ὁ προξενικὸς νόμος, ὁ τῇ προτάσει ἡμῶν ψηφισθείς, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ὑπεβλήθη ἐπίσης νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μετερρυθμίζετο ἐντελῶς ὁ νόμος περὶ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μετερρυθμίζετο ἡ διοικητικὴ διαίρεσις, ὑπεβλήθησαν πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, ἐπρόκειτο, ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὀργανισμοί, οἱ χαρακτηρισθέντες πολλάκις ὡς πολυτελεῖς, ὀργανισμοί, διὰ τῶν ὁποίων, κατὰ τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν, οὐ μόνον κατεστρέψαμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διεφθείραμεν καὶ τοὺς χαρακτῆρας τῶν συμπολιτῶν μας, — διότι τοῦτο ἐπανελήφθη καὶ χθὲς καὶ προχθές, — ὑπεβλήθησαν, λέγω, νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ταῦτα πάντα ἀνετρέποντο ἄρδην. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν νομοσχεδίων τούτων, τῶν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὑποβληθέντων, συνετάχθη ὑπ’ αὐτοῦ ὁ Προϋπολογισμός, καὶ ὡρίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς δραχμὰς 114,151,539. Ἡμεῖς, Κύριοι, τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν κατηρτίσαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων, καὶ μεταξὺ τῶν ἰσχυόντων νόμων εἶναι οἱ νόμοι τῆς πολυτελείας, οἱ νόμοι τῶν πολυπλόκων ὀργανισμῶν, εἶναι οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων καθιεροῦτο ἡ σπατάλη! Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τούτων ὁ καταρτισθεὶς ὑφ’ ἡμῶν Προϋπολογισμὸς εἰς ποῖον ποσόν, παρακαλῶ, φθάνει; Εἰς 117,836,428 δραχμάς. Ἆρα περιλαμβάνει δαπάνας περισσοτέρας τῶν δαπανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑφ’ ὑμῶν ὑποβληθέντος κατὰ 3,684,889 δρ. Ἀλλὰ μήπως ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι πραγματική; Οὐχί, Κύριοι. Διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡμεῖς ἔχομεν ἀναγράψει πιστώσεις δρ. 20,556,053, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ περιέχει πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 18,040,550 δραχμῶν· ἄρα ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 2,515,503. Ὑπάρχει ἑτέρα διαφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· διότι, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος προταθεὶς περιλαμβάνει πιστώσεις 7,007,053 δραχμῶν, ὁ ἡμέτερος Προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει πιστώσεις 8,412,474. Ἄρα ὑπάρχει διαφορὰ ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ 1,405,421 δραχμάς. Ἐὰν ἀθροίσω τὰς διαφορὰς τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα φθάνω; Εἰς 3,920,924. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσω τὴν διαφορὰν τῶν 3,684,889 δραχμῶν, ἔχω διαφορὰν ὑπὲρ ὑμῶν δραχ. 236,035. Ἰδοὺ ὁ Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς συνετάξατε! Ἀφοῦ καθ’ ὑμᾶς πᾶσαν πολυτέλειαν εἴχετε περιορίσει, ἀφοῦ εἴχετε προτείνει τὴν κατάργησιν τῶν νόμων τῶν τῇ προτάσει ἡμῶν ψηφισθέντων, συνετάξατε Προϋπολογισμὸν ἀνώτερον ἀπὸ τὸν ὑφ’ ἡμῶν προταθέντα κατὰ δραχμὰς 236,035. Προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν τούτων, προκαλῶ οἱονδήποτε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἀλλὰ τώρα δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω: ἐὰν ὑμεῖς συνετάξατε τὸν Προϋπολογισμὸν ὑμῶν ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον εἰσέτι ψηφισθῆ, δικαιούμεθα ἡμεῖς, οἱ στηρίξαντες τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἰσχυόντων νόμων, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν τῶν ποσῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀφαιρεθῆ, ἐὰν τὰ ὑφ’ ἡμῶν προταθέντα νομοσχέδια ψηφισθῶσι, καὶ τὰ ὁποῖα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς δύο ἑκατομμύρια δραχμάς, καὶ εἰς τὴν προσθήκην τῶν δύο τούτων ἑκατομμυρίων εἰς τὴν ὑπάρχουσαν, ὡς ἀπέδειξα, διαφορὰν τῶν δραχμῶν 236,035. Προσθέσατε εἰς τὴν διαφορὰν τῶν 236,035 τὴν οἰκονομίαν τῶν δύο ἑκατομμυρίων, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχει διαφορά, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑφ’ ὑμῶν προταθέντος κατὰ 2,236,000 δραχμάς. Αὐτοί, Κύριοι, εἶναι οἱ σπάταλοι, τοὺς ὁποίους καταγγέλλετε εἰς τὸν λαόν, τοὺς ὁποίους χαρακτηρίζετε ὡς καταστρέψαντας τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τοὺς ὁποίους ἐθεωρήσατε ἄλλοτε ὡς ἐνόχους τῆς χρεωκοπίας τοῦ Κράτους, καὶ τοὺς ὁποίους χαρακτηρίζετε σήμερον ὡς μέλλοντας ἐνόχους τῆς χρεωκοπίας τῆς χώρας! Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, Κύριοι, ἔνοχοι τῆς χρεωκοπίας τοῦ Κράτους, οὔτε θὰ γείνωμεν ποτὲ ἔνοχοι τῆς χρεωκοπίας τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν συνηθίσαμεν νὰ καταγγέλλωμεν τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν, νομίζετε ὅτι ἐπαναλαμβάνοντες ἐπ’ ἄπειρον τὰς καθ’ ἡμῶν κατηγορίας θὰ κατορθώσητε ἐπὶ τέλους, ἵνα αἱ κατηγορίαι αὗται πιστευθῶσιν. Ἀλλ’ ἔρχονται οἱ ἀριθμοί, οἱ ἀμείλικτοι ἀριθμοί, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι αἱ κατηγορίαι ὑμῶν εἶναι ἀβάσιμοι, εἶναι ἕωλοι. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ λεχθέντων, καὶ τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, ἐνόμιζον ὅτι μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπαναληφθῶσιν. Ἀλλὰ συνήθισεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐν τῇ συγκρίσει τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, τὸν Προϋπολογισμὸν τύπον, ὡς ἠδυνάμην ν’ ἀποκαλέσω αὐτόν, συνήθισε νὰ κατέχηται ὑπὸ εἴδους ψυχώσεως, καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι πᾶσα διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου καὶ παντὸς ἄλλου Προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ σπατάλην· ἀλλὰ προσέχει πάντοτε νὰ ἐξαιρῇ τῆς συγκρίσεως τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ 1903, καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν παρ’ αὐτοῦ, ἵνα ἐγὼ τὴν παράλειψιν ταύτην ἀναπληρώσω, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀσχοληθῶ ἐνώπιον ὑμῶν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, τοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἰσαχθέντος, προκληθείς. Ἠσχολήθην ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ κύριον θέμα τῆς σημερινῆς συζητήσεως, διότι τὸ θέμα τοῦτο σχετίζεται στενῶς πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔδει νὰ ἐξετασθῇ. Καὶ ἐὰν μὲν ὁ σκοπὸς τῆς συζητήσεως ταύτης ἦναι ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν συζητήσαντα καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠκροάσθησαν, τοῦ κόπου δευτέρας συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τότε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὠφέλιμος· ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ αὐτὸν τὸν σκοπόν, δὲν νομίζω ὅτι πολὺ συμβάλλει εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθεσα καθαρῶς, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξήτασε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἶναι ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἠσχολήθη πρῶτον εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν οἰκονομιῶν, τῶν ὑφ’ ἡμῶν προταθεισῶν, — τοιαῦται δὲ εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτευχθεῖσαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνέρχονται, ὡς τοῦτο ῥητῶς ἐδήλωσα, εἰς τὸ ὅλον ποσὸν τῆς διαφορᾶς τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἱ προκύπτουσαι ἐκ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων. — Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰς οἰκονομίας τὰς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς διαφορᾶς τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀνεῦρε τρεῖς κατηγορίας δαπανῶν. Αἱ τρεῖς αὗται κατηγορίαι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶναι αἱ ἑξῆς· πρῶτον δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῶσι...
§196Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠδύναντο.
§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔπρεπεν ἢ δὲν ἠδύναντο, ὅπως θέλετε. Ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ μεγάλη μεταξὺ τοῦ δὲν ἠδύναντο καὶ δὲν ἔπρεπε, παραδέχομαι τὸ δὲν ἠδύναντο, καὶ λέγω, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπαναληφθῶσι. Δευτέρα κατηγορία, δαπάναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄγονοι· καὶ τρίτη κατηγορία, δαπάναι οὐχὶ ἄγονοι. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθέκαστα τῶν τριῶν τούτων κατηγοριῶν, διότι δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐξέτασις λεπτομερὴς ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, δὲν εἶναι καθ’ ὅλα ἀκριβεῖς. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου περιορίζομαι εἰς ἓν μόνον παράδειγμα. Ἀσχολούμενος περὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς δαπάνης τῶν ὑγειονομοφυλάκων ἀποτελεῖ οἰκονομίαν, ἀνεγνώρισε καὶ ἑτέρας ἐλαττώσεις, ὡς ἀποτελούσας οἰκονομίας, ἀλλὰ προσέθεσεν, ὅτι ἐγένετο αὔξησις εἰς τὰς δαπάνας τῶν ταχυδρομείων, καὶ ἐχαρακτήρισε ταύτας ὡς ἀγόνους. Αἱ δαπάναι αὗται βεβαίως δὲν εἶναι ἄγονοι, καὶ ἡ προσθήκη αὐτῶν ἐγένετο πρὸς ἐφαρμογὴν ἰσχύοντος νόμου, οὔτε ἐπετρέπετο εἰς ἐμὲ ἡ μὴ ἀναγραφὴ τῶν δαπανῶν τούτων. Ἀλλὰ προέβαλον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαττοῦνται αἱ δαπάναι τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων.
§198Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ παραδέχομαι.
§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης: «Μήπως αἱ οἰκονομίαι αἱ ἐπιτευχθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων εἶναι αἱ μόναι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γείνωσι; Κατωρθώσατε νὰ κάμητε οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς τρία καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Ὅπως κατωρθώσατε νὰ κάμητε οἰκονομίας ἀνερχομένας εἰς τρία καὶ πλέον ἑκατομμύρια, δύνασθε νὰ κατορθώσητε καὶ ἄλλας, ἀνερχομένας εἰς πολλὰ ἄλλα ἑκατομμύρια». Ἐννοεῖται, ὅτι ταῦτα εὐκόλως δύνανται νὰ λεχθῶσιν, ὅταν μάλιστα μετὰ τὴν διατύπωσιν αὐτῶν ἔρχηται εὐθὺς ἡ δήλωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον αὐτοῦ νὰ καθορίσῃ τὰς οἰκονομίας ταύτας. Εὔκολοι αἱ λέξεις, καὶ εὐκολώτεραι αἱ διὰ τῶν λέξεων οἰκονομίαι· ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ὅταν ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη διεσαλπίζετε, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ σπάταλοι, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ σύνταξις Προϋπολογισμοῦ μὲ μεγάλας οἰκονομίας, ὅταν ὑμεῖς δὲν κατωρθώσατε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατωρθοῦτο μεγαλειτέρα οἰκονομία ἐκείνης, ἣν ἡμεῖς διὰ τῶν νομοσχεδίων μας ἐπιτυγχάνομεν, ἐδώσατε τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι οἰκονομίαι ἄλλαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι, καὶ ἡ ἀπόδειξις αὕτη εἶναι, κατ’ ἐμέ, ὁριστικὴ πλέον. Ἔρχεται τώρα ἕτερον ζήτημα. Λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής: «Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι ἀδύνατοι περισσότεραι οἰκονομίαι, τίς ἡ ἀνάγκη τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλετε; Ἡ ἐξέτασις τῶν φόρων τούτων ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐνεργεῖτε σοβαρῶς». Ἐπανέλαβε δὲ, Κύριοι, ὅπως πείσῃ ὑμᾶς ὅτι δὲν ἐνεργοῦμεν σοβαρῶς, τετράκις τὰς λέξεις: «δὲν εἶναι σοβαρὰ τὰ παρ’ ὑμῶν προτεινόμενα». Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν οἰκονομολογικὴν εἰδικότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, αὐτὸς εἶπε μὴ σοβαρὰ, μεθ’ ὅλην τὴν εἰδικότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, αὐτὸς ὑπεστήριξε μὴ σοβαρὰ. Καὶ προβαίνω εἰς τὴν ἀπόδειξιν. Εἶπεν ὁ κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής: «ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην; αἱ δαπάναι, τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην, εἶναι πρῶτον 4½ ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ δεύτερον δύο ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων στρατολογικῶν νόμων· ἄρα 6½ ἑκατομμύρια· πρὸς τί ζητεῖτε τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ζητεῖτε;» Καὶ ἀπηρίθμησε τοὺς φόρους. Καὶ ἐν τῇ ἀπαριθμήσει ἔφθασεν εἰς τὸ ποσὸν 7½ ἑκατομμυρίων...
§200Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 8,793,000, κατὰ τὴν λεπτομερῆ ἀνάπτυξιν, ἣν ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν.
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· 7,700,000.
§202Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀκτὼ, καὶ ἀφῃρέθη ἓν ἑκατομμύριον.
§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἓν ἑκατομμύριον εἴπετε ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων...
§204Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, ἐὰν πρόκηται νὰ ἀποκρούσητε ἀριθμοὺς ἰδικούς μου, νὰ σᾶς εἴπω αὐτούς.
§205Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφήσατέ με νὰ κάμω τὴν ἀπαρίθμησιν κατὰ τὴν τάξιν τὴν ἰδικήν μου... Ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.
§206Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι φόρος τὸ περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ περισσεύματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁμιλῶ περὶ τῶν φόρων, καὶ ἄρχομαι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ἐκ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ὁποίου προσδοκῶμεν αὔξησιν ἐσόδου ἑνὸς ἑκατομμυρίου.
§208Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ, ἐπαναλαμβάνω, περὶ περισσεύματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀπαριθμῶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν· ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, 300,000 ἐκ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, 500,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν.
§210Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 370,000.
§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 1,000,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν.
§212Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 700,000 ἐκ τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 1,000,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, γίνονται 3,500,000.
§214Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἠθροισμένα. Διατὶ κοπιάζετε;
§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 3,000,000 ἐκ τῆς διατιμήσεως τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς.
§216Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 3,888,000.
§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λέγετε σεῖς 3,888,000, ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ μείνω εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000.
§218Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ σᾶς ἐπιτρέψω δηλαδὴ νὰ λέγητε τρία καὶ τρία κάμνουν πέντε! Ἀλλὰ κάμνουν ἕξ.
§219Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἔχετε ἐλάττωσιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Θὰ ἔχητε τότε τὸ ποσὸν τῶν 3,888,000, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζετε;
§220Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ὅμως ὑποθέσητε ὅτι ἔχετε αὔξησιν, θὰ ἔχητε 4 ἑκατομμύρια.
§221Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους διατείνομαι, ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλὴς ὁ ὑπολογισμός σας, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἀσφαλῶς ποσὸν ἀνώτερον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων.
§222Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 3,888,000.
§223Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε ἀσφαλῶς, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν 3,888,000;
§224Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ εἰσπράξητε μετὰ τῶν προσθηκῶν 3,888,000.
§225Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε: ἐὰν ἡ ἀξία τῆς μεταλλικῆς μονάδος τοῦ χρυσοῦ ἦναι κατωτέρα τῶν 1,50, θὰ ἔχητε ποσὸν, ὅσον ὑπολογίζετε;
§226Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἔχητε εἰσπράξεις εἰς χρυσὸν, αἵτινες θὰ ἔχουν ἄλλως τὴν χρησιμότητα.
§227Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄρα δὲν θὰ ἔχητε ποσὸν εἰς δραχμὰς, ὅσον ὑπολογίζετε. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ ὥρισα τὸ ποσὸν εἰς 3,000,000. Ταῦτα προσθέτων εἰς τὰ 3,500,000, ἔχω 6,500,000. Ἐκ τοῦ φόρου τῆς ἐγχωρίου ζακχάρεως 500,000 γίνονται 7,000,000· ἐκ τοῦ φόρου τῶν βοσκησίμων γαιῶν 100,000 γίνονται 7,100,000, ἐκ τοῦ φωταερίου καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος 300,000 γίνονται 7,400,000 δραχ., καὶ 300,000 ἐκ προξενικῶν τελῶν, ἔχομεν ἐν συνόλῳ ποσὸν 7,700,000.
§228Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω τὸ ἀκριβὲς ποσόν· δρ. 8,793,000.
§229Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι ποσὸν 7,700,000· παραδεχόμενος δὲ 7,700,000, καὶ προσθέτων εἰς ταῦτα τὸ περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἀκολουθήσω τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν σας, ἔχω 8,700,000.
§230Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ 2,113,000 ἐκ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλετε ἐκ νέων οἰκονομιῶν.
§231Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ 2,000,000 ἐκ τῶν νόμων τούτων, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 10,700,000.
§232Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ 4½ ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς ἐργασίας, δηλ. ἀγγαρείας.
§233Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτὸ, διότι γίνεται σύγχυσις ἐκεῖ. Ἐξακολουθῶ. Ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, ποσὸν ἐν συνόλῳ δραχ. 10,700,000. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης: «ἔχετε ἔξοδα 4½ ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ 2 ἑκατομμύρια αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, ἔχετε ἐν συνόλῳ δαπάνην 6½ ἑκατομμυρίων. Πρὸς τί τὰ ἄλλα ἑκατομμύρια;» Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὅτι οὐδείς ποτε σοβαρῶς ἐργαζόμενος συνέταξε Προϋπολογισμὸν ἄνευ περισσεύματος, Προϋπολογισμὸν μὲ ἁπλοῦν ἰσοζύγιον. Διετέλεσεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πιστεύω δὲ, ὅτι δὲν ἤθελε τολμήσει νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον Προϋπολογισμόν.
§234Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλοι οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ κόσμου ἐπιδιώκουσιν ἰσοζύγια, οὐχὶ περισσεύματα, ὅταν μάλιστα πρόκηται διὰ φόρων νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαός.
§235Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ σκεπτώμεθα σοβαρῶς περὶ τοῦ Κράτους, πρέπει τὰ ἔσοδα νὰ ὑπερβαίνωσι κατά τι τὰ ἔξοδα. Διότι δυνάμεθα νὰ περικόψωμεν πολὺ τὰς πιστώσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιον μετὰ τὴν περικοπὴν, ἂν θὰ ἔχωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ καλύψωσι τὰς ἀναπληρωματικὰς, αἵτινες πάντως θὰ ζητηθῶσι καὶ πάντοτε ἐζητήθησαν.
§236Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν ὡμίλησε σοβαρῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαιώσας ὅτι αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις θὰ ἦναι ὀλιγώτεραι τῶν ἀδιαθέτων.
§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν θὰ ὑποβληθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Ἐβεβαίωσε τοιοῦτόν τι πέρυσιν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἰπὼν ὅτι κατηρτίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς μετὰ τοσαύτης προσοχῆς, ὥστε νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἀνάγκη ὑποβολῆς ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καὶ δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, ὅτε ἀθρόαι ὑπεβλήθησαν τοιαῦται πιστώσεις.
§238Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια.
§239Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν πιστώσεων, ἃς ἐζητήσατε κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων. Ποιοῦμαι λόγον περὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἀνεξαρτήτως τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων. Τοιαύτην πίστωσιν ἐζήτησεν ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀνερχομένην εἰς 500,000, καὶ ἐζήτησε ταύτην μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ὑμεῖς ἐδηλώσατε, ὅτι δὲν θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ παρουσιασθῶσι, καὶ λέγω ὅτι, ἐὰν θέλωμεν σοβαρῶς νὰ σκεπτώμεθα, ὡς ἔχομεν πρὸς τοῦτο καθῆκον, περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ προβλέψωμεν, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς ἔχῃ περιθώριον, δυνάμενον νὰ καλύψῃ οὐ μόνον τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρουσιασθῇ. Διότι εἶναι δυνατόν, εἴτε ἐκ καιρικῶν περιστάσεων, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, αἱ προβλέψεις τῶν ἐσόδων νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσι κατὰ πάντα, καὶ καθῆκον ἔχει νὰ μεριμνήσῃ ὁ θέλων σοβαρῶς περὶ τούτου νὰ σκεφθῇ. Προσθέτων εἰς τὰ 4½ ἑκατομμύρια τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τὰ δύο τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἕτερα δύο, περίσσευμα ἀναγκαῖον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δηλ. διαφορὰν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, φθάνω εἰς τὸ ποσὸν τῶν 8½ ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἑτέραν ἀνάγκην, περὶ ἧς πρέπει προσεχῶς νὰ προβλέψωμεν, καὶ αὕτη εἶναι, ὅτι πρέπει καὶ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου νὰ προικισθῇ, καὶ ἑπομένως θὰ ἦναι ἀνάγκη ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ 500,000 δραχμὰς, καὶ φθάνομεν οὕτως εἰς ποσὸν 9,000,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἀγνοεῖ, ἐνῷ γινώσκει κάλλιστα τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ λανθάνον ἔλλειμμα, ἐκ τῶν προκαταβολῶν προερχόμενον.
§240Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπεβάλετε νομοσχέδιον, δι’ οὗ προλαμβάνεται τοῦτο.
§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου θὰ περιορισθῶσιν αἱ προκαταβολαὶ, ἀλλὰ δὲν θὰ λείψωσιν ἐντελῶς. Ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι συνέπεια τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου θὰ ἦναι ἡ περιστολὴ τῶν προκαταβολῶν εἰς ἓν ἑκατομμύριον. Προσθέσατε καὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον τοῦτο, καὶ τότε βλέπετε, ὅτι φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 10,000,000. Προσθέσατε εἰς ταῦτα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ κατὰ τὰς σκέψεις μου, αἵτινες δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τὰς σκέψεις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων, καὶ τότε φθάνομεν ἀκριβῶς εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν. Πιστεύω δὲ, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάλυσιν ταύτην δὲν θὰ ἐπαναλάβητε τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν τετράκις ἐπανελάβετε, ὅτι δὲν ἐργαζόμεθα σοβαρῶς· διότι ἐδώσαμεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὑμεῖς, ταῦτα λέγοντες, δὲν ὁμιλεῖτε σοβαρῶς. Ἀπεδείχθη λοιπὸν, Κύριοι, ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑφ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος καὶ τῆς ἐρεύνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν προταθέντος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας δι’ οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ αὐξήσωμεν τὰ βάρη τοῦ λαοῦ. Ἀπεδείξαμεν δι’ ἀριθμῶν, ὅτι τὰ βάρη ταῦτα πρέπει ν’ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὡρίσαμεν. Βεβαίως δὲν διατείνομαι, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ μάλιστα συζήτησις σοβαρὰ, ἐπὶ τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ αὐξηθῶσι, δὲν διατείνομαι, ὅτι αἱ προτάσεις ἡμῶν εἶναι αἱ ἄρισται, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τις φόρος εἰς ἀναπλήρωσιν φόρου ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένου. Προτείνατε εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένων φόρων, ἤ τινος ἐξ αὐτῶν, φόρον καλλίτερον, καὶ θὰ ἤμεθα διατεθειμένοι ν’ ἀποδεχθῶμεν αὐτόν. Ἀλλὰ ἡ βάσις πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ, ἡ ἀρχὴ πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή. Καὶ ἐνταῦθα συναντῶ τὰς θεωρίας, ἃς ἀνέπτυξεν ὁ κύριος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὅστις εἶπεν, ὅτι παραδέχεται τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ στρατὸς νὰ μὴ ἔχῃ ὁπλισμὸν, ἐπιτρέποντα εἰς αὐτὸν ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἀμυνθῇ, παραδέχεται ὅτι πρὸς προμήθειαν τοῦ ὁπλισμοῦ τούτου ἀπαιτεῖται ποσὸν 4,500,000, ἀλλὰ φρονεῖ, ὅτι εἶναι δυνατὸν, τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας νὰ ἀναβληθῶσι. Παραδέχεται τὸ ἐπεῖγον τῆς προμηθείας τοῦ ὁπλισμοῦ, ἀλλὰ δὲν παραδέχεται τὸ ἐπεῖγον τῆς ψηφίσεως τῶν ἑτέρων νομοσχεδίων. Ἐπιτραπήτω μοι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ σκεφθῶμεν περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἐν ὅσῳ δὲν τροπολογήσωμεν τὸν νόμον περὶ στρατολογίας. Ἀπέδειξα καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων καὶ κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δίδει ὁ ἰσχύων νόμος περὶ στρατολογίας, καὶ ἀπέδειξα, φρονῶ, ὅτι μὲ τὰ ἀριθμητικὰ ταῦτα ἀποτελέσματα εἶναι ἀδύνατον νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐκπαιδεύσεως στελεχῶν καὶ ἀνδρῶν. Δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἑκάστη κλάσις δίδει 6,500 ἄνδρας, καὶ αἱ δύο ἑπομένως κλάσεις δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 13,000· ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τοὺς ἀσχολουμένους εἰς ὑπηρεσίας ξένας πρὸς τὸν στρατὸν, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τοὺς χωροφύλακας, ἔχομεν δύναμιν τόσον μικρὰν, ὥστε πᾶσα ἐκπαίδευσις ἀποκλείεται. Ἐπιβάλλεται ἄρα ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, καὶ ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης γεννᾶται ἄμεσος αὔξησις δαπανῶν. Προμήθεια ὁπλισμοῦ ἄνευ ἀνδρῶν εἶναι περιττὴ, ὡς ἄνδρες ἄνευ ὁπλισμοῦ εἶναι περιττοί. Ταῦτα εἶναι ἀλληλένδετα, διότι τὸν στρατὸν ἀποτελοῦσιν οἱ ἄνδρες ἀφ’ ἑνὸς, καὶ δὴ ἐκπαιδευόμενοι, ἀφ’ ἑτέρου ὁ καλὸς ὁπλισμός. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ στρατὸς οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἄμεσον κίνδυνον, ἐὰν ἄμεσος κίνδυνος ὑπάρχῃ, δὲν ἐπιβάλλεται ἄμεσος καὶ ἐπείγουσα πρόνοια περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Διότι, ἐὰν ἡ θεωρία αὕτη ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ, ἐρωτῶ, ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἐπιὸν ἔτος δὲν θέλομεν ἐπαναλάβει τὴν θεωρίαν ταύτην καὶ ἐπ’ ἄπειρον ἀκόμη, χωρὶς ποτε νὰ καταρτίζωμεν στρατόν; Τὸ ζήτημα τίθεται καθαρῶς. Λόγοι στενῶς συνδεόμενοι πρὸς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος, στενῶς συνδεόμενοι πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς, ἐπιβάλλουσι τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Τὸ δοῦλον ἔθνος ἀτενίζει πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ὅπως ἀτενίζῃ πρὸς ταύτην, πρέπει νὰ ἴδῃ αὐτὴν δυναμένην νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς αὐτό. Οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς ἀτενίζουσι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, ἀλλὰ ζητοῦσιν, ὅπως τὸ ἐλεύθερον κέντρον ἀναπτυχθῇ καὶ συνταχθῇ στρατιωτικῶς. Διότι, δυστυχῶς, ὡς τὰ πράγματα ἔχουσι σήμερον ἐν Εὐρώπῃ καὶ πανταχοῦ, ἡ δύναμις εἶναι ἡ κανονίζουσα τὰ πάντα. Ζητοῦμεν νὰ δώσητε εἰς ἡμᾶς τὰ μέσα, ἵνα τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας ἐπιτύχωμεν· ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ μέσα ταῦτα ἡ Ἑλλὰς θὰ παραχωρήσῃ πρὸς ἡμᾶς, ἀτενίζουσα πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τὸ δοῦλον ἔθνος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐστέρξαμεν τὴν γνώμην τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, ὅπως διὰ τῶν προστεθησομένων πιστώσεων δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ βελτιώσῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐν μέλλοντι οὐχὶ βεβαίως προσεχεῖ, ἀλλ’ ἀπωτέρῳ, θέλουσιν ἐπιβάλει ἡμῖν νὰ δράσωμεν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· ἀλλὰ διεφωνήσαμεν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ θέλομεν πορισθῆ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον παριστᾷ, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτα. Διότι τὸ μὲν Ὑπουργεῖον ἐφρόνει, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας, καὶ προσέφυγεν εἰς φορολογικὰ μέτρα, δι’ ὧν ἐζήτησε νὰ πορισθῇ τὰ χρήματα, ὧν ἔχει ἀνάγκην, ἡμεῖς δὲ παρετηρήσαμεν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ ἐδηλώσαμεν πρὸς τὴν Βουλήν, εὐθὺς ὡς κατῆλθεν οὗτος τοῦ βήματος, ἀφ’ οὗ ἐξέθηκε τὰ περὶ τούτου, ἐδηλώσαμεν, ὅτι θέλομεν στέρξει ἐπιβολὴν φόρων τότε, ὅταν προηγουμένως ἐπενεχθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι οἰκονομίαι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὅπως διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν δυνηθῶμεν νὰ πορισθῶμεν εἴτε τὸ ὅλον, εἴτε μέρος τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάγκη παρίσταται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ ἐλάττωσίν τινα τῶν ἐξόδων, καὶ διὰ τοῦτο προέβαλε νομοσχέδια φορολογικά, δι’ ὧν ζητεῖται νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ φόρων δέκα ἑκατομμύρια καὶ πλέον, πλὴν 4,500,000, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐξ ἀντιτίμου ἡμερομισθίων παρὰ τῶν ἀγόντων ἡλικίαν 18–20 ἐτῶν, λόγῳ συνεισφορᾶς διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Ἐπειδὴ δὲ ὤφειλον νὰ μὴ ἐνισχύσω, ἀλλὰ νὰ ἀρνηθῶ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι, ἠναγκάσθην νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅσα ἐπὶ τέσσαρα περίπου ἔτη καὶ ἐγὼ καὶ οἱ μετ’ ἐμοῦ συμπράττοντες φίλοι μου ἐλέγομεν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτε συνεζητοῦντο οἱ διάφοροι Προϋπολογισμοί. Ἀλλὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα νὰ ἀναμνήσω πρὸς τὴν Βουλήν, ἀπετέλουν καταγγελίαν σπατάλης, ταράττουσι δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἐπεθύμει, ἀφοῦ δὲν προσεῖχεν ὅτε συνεζητοῦντο οἱ Προϋπολογισμοί, νὰ λησμονήσω καὶ ἐγὼ αὐτά· ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ τὰ ἐνθυμηθῶ, ὁσάκις ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσέρχηται ζητῶν πιστώσεις, καὶ μάλιστα ὁσάκις ἤθελε προσέλθει ζητῶν τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἵνα ἐπιβάλῃ νέους φόρους. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐφάνη ὅτι ἠγανάκτησε, δεικνύων οὕτως, ὅτι καταγγέλλομεν αὐτὸν ἀδίκως, ὅτι ἀποδίδομεν κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεις ἀνυπάρκτους· ἐνεθυμήθη μάλιστα, ὅτι ἐγώ, περιερχόμενος τὰς ἐπαρχίας, ἐζήτησα νὰ φωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀποστέργει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φρονῶν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φωτίζωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι δ’ ἐγώ, ὁ ὁποῖος περιέρχομαι τὰς ἐπαρχίας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ὁμιλῶ πρὸς τὸν λαόν, πράττω πρᾶξιν ἀνάρμοστον, διότι διεγείρω τὸ φρόνημα τῶν κατοίκων τῶν χωρίων. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῳόντι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ φωτισθῶσι πλειότερον ἢ οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συνέπεσε νὰ ὁμιλῶ πρὸς κατοίκους χωρίων, ἀλλ’ εἰς κέντρα, εἰς πληθυσμούς, εἰς πρωτευούσας νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, διότι οὔτε ὁ Βόλος, οὔτε τὰ Τρίκκαλα, οὔτε ἡ Λάρισα, οὔτε αἱ Πάτραι, οὔτε ἡ Σῦρος, οὔτε τὸ Ἀγρίνιον, οὔτε τόσαι ἄλλαι ἐπαρχίαι, δι’ ὧν διῆλθον, κατοικοῦνται ἀπὸ ἀγρότας κατοίκους χωρίων, ἀλλ’ οἱ κατοικοῦντες ταύτας εἰσὶ κάτοικοι πόλεων κεντρικῶν καὶ πολυπληθῶν. Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔπραξα, εἶναι καθῆκον παντὸς συνταγματικοῦ πολίτου, παντὸς πολιτευομένου συνταγματικῶς· διότι εἶναι βεβαίως δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς, εἶναι δικαίωμα ἀπονεμόμενον αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἡ ἐνάσκησις τῆς προνομίας τοῦ διορίζειν τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπόκειται εἰς τὴν ἔνδειξιν εἴτε τῶν πληθυσμῶν εἴτε τῆς Βουλῆς. Πρέπει λοιπὸν νὰ φωτίζωμεν τοὺς πληθυσμούς, ὅπως γνωρίζωσι, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καὶ ἑπομένως νὰ δίδωσι τὰς ψήφους των εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέχουσιν εἰς αὐτοὺς τὰ ἐχέγγυα, ὅτι θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἀπηύθυνα ἐγὼ αἰτιάσεις ἀβασίμους κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Θεοτόκη; Ἐὰν κατὰ τὸ 1896 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις καὶ ἐπιστροφὰς χρημάτων ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 60,111,250.93, κατὰ τὸ 1899, ὅτε ἐκυβέρνα Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην, ἐδαπανήθησαν 66,374,367.35. Καὶ κατὰ τὸ 1900, ὅτε ἐκυβέρνα ὡσαύτως Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην, ἐδαπανήθησαν 67,598,711.87, καὶ κατὰ τὸ 1901, ὅτε ἐκυβέρνα ὁμοίως Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην, ἐδαπανήθησαν 71,992,468.03, καὶ κατὰ τὸ 1902 ἐδαπανήθησαν 82,741,795.33. Πόσον εἶναι τὸ σύνολον τῶν κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 δαπανηθέντων πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη κατὰ τὸ 1896; Ἀνέρχεται τὸ σύνολον τοῦτο εἰς 48,262,488.86. Ἐὰν δὲ δὲν ἐδαπανῶμεν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ πολέμου ἔτη ἢ 60 μόνον ἑκατομμύρια, ἔπρεπε μετὰ τὸν πόλεμον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξήλθομεν ἡττημένοι, νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς τοσαύτην αὔξησιν δαπανῶν, ὥστε ἐπὶ τέσσαρα ἔτη νὰ δαπανήσωμεν 48,262,488.86 περισσότερα; Εἶναι σώφρων διοίκησις αὕτη; εἶναι ἐγκράτεια Κυβερνήσεως; εἶναι διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν; ἢ εἶναι Κυβέρνησις ἀσυνειδήτου σπατάλης; Πῶς λοιπὸν ν’ ἀποκρύψωμεν, ὅτι ἐδαπανήσατε 48 καὶ πλέον ἑκατομμύρια κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν τεσσάρων ἐτῶν; Μήπως ἐξήλθομεν ἀπὸ τὸν πόλεμον ἔχοντες πλήρη χρυσοῦ τὰ θυλάκια ἡμῶν; Μήπως κατεκτήσαμεν χώρας κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ηὐξήσαμεν τὰ ἔξοδα ἕνεκα τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως εἰς τὰς κατακτηθείσας χώρας; Μήπως κατὰ τὸ διάστημα τῆς τετραετίας ἐφρόντισεν ἡ ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἧτταν νὰ ἐξετάσῃ, ποῦ εὑρίσκεται ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος, ποία ἡ κατάστασις αὐτοῦ, ποῖος ὁ ὁπλισμός του, ποία ἡ κατάστασις τῶν ἀποθηκῶν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ; Μήπως ἐνεθυμήθη νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὰ ὅπλα Γκρᾶ, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὁ στρατὸς ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον ἀνήρχοντο εἰς 145,000 περίπου, μετὰ τὸν πόλεμον δὲ δὲν ἀνέρχονται ἴσως οὐδ’ εἰς 45,000, ἂν ταῦτα εἶναι τὰ καλλίτερα ὅπλα, ἢ ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ φροντίσῃ, ὅπως ὁ στρατὸς ἡμῶν ὁπλισθῇ δι’ ὅπλων ἄλλου συστήματος τελειοτέρου; Μήπως κατὰ τὴν τετραετίαν, τὴν ἀπὸ τοῦ πολέμου διαρρεύσασαν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη ἐφρόντισε ν’ ἀντικατασταθῶσι τὰ πυρομαχικά, τὰ ὁποῖα κατηναλώθησαν καὶ ἀπωλέσθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ πυροβολαρχίαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν; Ἀφοῦ οὐδὲν περὶ τούτων ἐφρόντισαν, ποῦ, εἰς ποίας ἀνάγκας ἐδαπάνησαν τὰ 48,262,488.86, τὰ ὁποῖα ἐξώδευσαν πλέον τῶν πρὸ τοῦ πολέμου δαπανωμένων; Ἐφρόντισαν νὰ ἀντικαταστήσωσι τοὺς ὑπάρχοντας ὀργανισμοὺς τῆς Διοικήσεως δι’ ἄλλων πολυδαπάνων, καὶ εἰς αὐτὰς τὰς βελτιώσεις δῆθεν τῆς Διοικήσεως ἐσπατάλησαν 48 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Καὶ παραπονοῦνται σήμερον, διότι ἐγκαλοῦμεν αὐτοὺς ἐπὶ τῇ σπατάλῃ! Μήπως ἔπρεπε νὰ ἀπονείμωμεν εἰς αὐτοὺς χάριτας, διότι κυβερνῶντες παρέστησαν τὴν Ἑλλάδα τοσοῦτον εὐποροῦσαν, τοσοῦτον οἰκονομικῶς ἰσχυράν, ὥστε νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα τῆς συνήθους διοικήσεως κατὰ δραχμὰς 48,262,488.86; Ταῦτα ἔλεγον πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, περιοδεύων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ συνεβούλευον αὐτοὺς νὰ μὴ δώσωσι πλέον ψῆφον εἰς τοιούτους πολιτικοὺς ἄνδρας, οἷοι ἦσαν οἱ κατὰ τὴν τετραετίαν διαχειρισθέντες τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Δὲν ἐσκοποῦμεν νὰ διεκδικήσωμεν τὰς θέσεις ὑμῶν, οὔτε νὰ ζηλοτυπήσωμεν, διότι ἐτυγχάνετε Βουλευταί. Ἐνδέχεται σεῖς νὰ ἦσθε οἱ κρείττονες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐν αἷς ἐκλέγεσθε, ἀλλὰ μετὰ τὴν αὐτὴν διαχείρισιν, οἵα ἦτο ἡ ὑμετέρα, βεβαίως εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω εἰς τοὺς Ἕλληνας: «προσέχετε!» Διότι βεβαίως θέλετε συρθῆ εἰς τὴν πτώχευσιν τῆς χώρας (ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν), καὶ διὰ τοῦτο ἐμμένω τοσοῦτον, προσπαθῶν νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι πρέπει μετὰ δισταγμοῦ νὰ δώσητε ψῆφον πρὸς αὔξησιν φόρων ὑπαρχόντων, ἢ πρὸς ἐπιβολὴν φόρων νέων. Φρονῶ ὄντως, ὅτι ἡ χώρα δὲν ἀντέχει εἰς μεγαλειτέραν φορολογίαν. Ἀλλὰ φρονῶ τοῦτο αὐθαιρέτως, Κύριοι; Οὐχί. Ὅτε κατὰ τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν περισσότερα, ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896 κατὰ 13,064,492.41, ὅτε κατὰ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896 κατὰ 12,851,476.51, ὅτε κατὰ τὸ 1901 εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896 κατὰ 19,923,358.24, ὅτε κατὰ τὸ 1902 εἰσεπράχθησαν 21,933,827.64 περισσότερα ἢ ὅσα ἡμεῖς εἴχομεν εἰσπράξει τὸ 1896, ὅτε κατὰ τὸ 1903 πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσιν 22,931,262.47 περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896, ἠξεύρετε εἰς ποῖον ποσὸν ἀναβαίνουσιν αὐτὰ τὰ εἰσπραχθέντα ἐπὶ πλέον τῶν εἰσπραχθέντων τὸ 1896; Εἰς 90,704,417.33. Λοιπόν, ἀφοῦ ἐπὶ πέντε συνεχῆ ἔτη ἀπὸ τοῦ πολέμου εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους 90,704,417.33 περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς πενταετίας περισσότερα κατὰ 18,140,883.44 τῶν εἰσπραττομένων κατ’ ἔτος πρὸ τοῦ πολέμου, νομίζετε, ὅτι οἱ φορολογούμενοι εἶναι τόσον πρόθυμοι νὰ ἀνοίξωσι τὰ θυλάκιά των, ἵνα λεηλατήσητε αὐτά; Εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω, ὅσα εἶπον προχθές, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν οὐχὶ μόνον τὰ παράπονα, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡμεῖς δὲν συνηθίσαμεν νὰ χαριζώμεθα εἰς οὐδένα, καὶ ἂν δὲν ἐχαρίσθημεν εἰς κορυφὰς πολιτειακάς, ἂν δὲν ἐχαρίσθημεν εἰς φίλους ἡμῶν, μετὰ τῶν ὁποίων συνεζήσαμεν καὶ συζῶμεν ἐπὶ τριάκοντα ἤδη ἔτη, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν χαρισθῆ εἰς ὑμᾶς καὶ ἀποκρύψει τὴν σπατάλην, εἰς ἣν περιεπέσατε... (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν, καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας αἰσθάνεται νευρικὴν συγκίνησιν, ὅταν ἀκούῃ τὸ ἔτος 1896, καὶ ἐκπλήσσεται διότι ἡμεῖς ἀγορεύοντες ἀναφέρομεν τοῦτο πάντοτε ὡς μονάδα πρὸς παραβολήν. Δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ ἐπικαλῶμαι καὶ τὸ 1895, ἀλλὰ πάντως ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῶ ἓν ἔτος οἱονδήποτε, τὸ ὁποῖον ἦτο πρὸ τοῦ πολέμου. Βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ προσφύγω εἰς τὸ ἔτος 1883... (Θόρυβος ἔν τινι θεωρείῳ).
§243Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διετάξατε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐκκένωσιν θεωρείου;
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· διέταξα νὰ ἐξέλθωσιν οἱ ἀτακτήσαντες.
§245Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Γνωρίζετε ποῖοι εἶναι οἱ ἀτακτήσαντες; ἢ διετάξατε νὰ ἐξέλθωσιν οἱ φίλοι μας;
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδητε τοιαύτην μομφὴν εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου.
§247Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν ἐκπληροῦτε πάντοτε τὸ καθῆκον, διότι δὲν διετάξατε νὰ ἐξέλθωσιν οἱ πρότερον χειροκροτήσαντες· ἀλλ’ ἤδη εὑρίσκεσθε, φαίνεται, εἰς νευρικὴν ταραχὴν (Θόρυβος).
§248Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς οὐδέποτε διατίθεται εἰς τὰ νεῦρά του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἕδραν αὐτοῦ, πάντοτε ἐτήρησε τὴν ἰσότητα, καὶ συμπεριφέρεται πρὸς ἅπαντας ὁμοίως, καὶ ἐπέτρεψε νὰ χειροκροτήσωσι καὶ ἀπὸ τὴν μίαν πτέρυγα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§249Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δύναται ὁ κύριος Πρόεδρος νὰ εἴπῃ αὐτὸ ὁ ἴδιος, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην συνηγόρου.
§250Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ καυχηθῇ. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἐγὼ ἐτήρησα τὸ καθῆκόν μου ἢ ὄχι.
§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔπρεπε νὰ προσφύγω εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1883, διαχείρισιν Ὑπουργείου τοῦ ὑμετέρου κόμματος, καὶ ταύτην νὰ μεταχειρισθῶ ὡς μονάδα, ὅπως αὕτη χρησιμεύσῃ πρὸς παραβολήν; Ἀλλ’ ἡ διαχείρισις τοῦ 1883 παριστᾷ ὡς εἰσπραχθέντα 58,537,556.10, ἐνῷ εἶχον προϋπολογισθῆ ἔσοδα 72,133,610, ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔξοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς 67,795,868.91, παριστᾷ ἔλλειμμα δραχμῶν 9,258,312.81. Νὰ προσφύγω εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1884, διαχείρισιν ὡσαύτως τοῦ ὑμετέρου κόμματος; Ἀλλὰ καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ 1884 παριστᾷ, ὅτι εἰσεπράχθησαν τακτικὰ ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 60,744,637.07, ἀλλ’ ὅτι τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 91,346,783.80, ἤτοι παριστᾷ ἔλλειμμα 30,602,146.73. Εἰς ποῖον πρὸ τοῦ πολέμου ἔτος θέλετε νὰ προσφύγω; Ἢ νομίζετε, διότι ἡ εὐλάβεια, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ τηρῶ πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλέον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδ’ ἐν τῇ ζωῇ, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ μὴ μνημονεύσω ποτὲ τῶν χρόνων ἐκείνων; ἢ νομίζετε, λέγω, ὅτι διὰ τοῦτο δύνασθε νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ ἐπικαλῆσθε τὴν διαχείρισιν ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἦσαν ἡγέται ὑμῶν, καὶ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ παραβληθῆτε πρὸς τὰς διαχειρίσεις τοῦ κόμματος ἡμῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς διεξηγάγομεν; Καὶ ὡμίλει χθὲς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἀπόντος ἐμοῦ, περὶ πτωχεύσεων, καὶ κατήγγελλεν ὡς αἴτιον τῶν πτωχεύσεων ἐμέ! Πρέπει τῳόντι νὰ ἔχῃ τις τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον διακρίνει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, διὰ νὰ προβάλῃ τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν συμβῇ νὰ μὴ ἦμαι ἐγὼ παρών, ἐνῷ αὐτὸς καὶ ὑμεῖς ἐδημιουργήσατε τὴν διοίκησιν τῶν μνημονευθέντων ἐτῶν, τῶν μετὰ τὸν πόλεμον, δαπανήσαντες δέκα ὀκτὼ ἑκατομμύρια καὶ ἑπτακοσίας σχεδὸν χιλιάδας δραχμῶν καθ’ ἕκαστον τῶν μετὰ τὸν πόλεμον ἐτῶν περισσότερα ἢ ὅσα ἐδαπανῶντο πρὸ τοῦ πολέμου. Ἀφοῦ δὲ οὕτως ἔχουσι τὰ τῆς διαχειρίσεως ὑμῶν, ἕκαστος πολίτης Ἕλλην ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπῃ: «Κύριοι, σταματήσατε! Ναί, σταματήσατε, ἵνα ἐρευνήσωμεν, τί δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν ἀπὸ τὰς προσθήκας τῶν ἐξόδων, τὰς ὁποίας σεῖς ἐψηφίσατε.» Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου τὴν φαντασίαν ἐξεγείρει ἡ ὀργή, ὁμιλεῖ περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξῃ. Ἔλεγεν, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν ἀναγράψει ἔξοδα 117 ἑκατομμύρια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, καὶ ἑπομένως εὑρίσκει διαφορὰν 600 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἀναγράψει 117 ἑκατομμύρια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, ἀλλὰ μόνον 114,151,539, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τοῦ 1902 εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς 123,949,931, δηλαδὴ κατὰ 9,798,392 ὀλιγώτερα τὰ τοῦ 1903 τῶν προϋπολογισθέντων τὸ 1902. Τοιαύτη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συνετάξαμεν ἡμεῖς, καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγηθέντος ἔτους. Ἀλλὰ μᾶς ἐρωτᾶτε, διατί, ἀφοῦ ὑμεῖς ηὐξήσατε τόσον τὰς δαπάνας, διατὶ δὲν ἠλαττώσαμεν ἡμεῖς αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, ὃν εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλήν; Διότι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν κατὰ τὰ 1900, 1901 καὶ 1902, προσετέθησαν διὰ νόμων, δι’ ὀργανισμῶν, ἔπρεπε δὲ νὰ μεταβάλωμεν τοὺς νόμους τούτους καὶ τοὺς ὀργανισμούς. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν νομοθετῶνται δαπάναι, εἶναι εὐχερὲς μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν νὰ τὰς διαγράψητε, ἀναιροῦντες τοὺς καταστήσαντας τὰς δαπάνας ταύτας νόμους; Ὅταν προστίθηνται ἔξοδα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δυσκόλως ἀφαιροῦνται, καὶ ἂν ἡμεῖς ἐτολμήσαμεν νὰ προτείνωμεν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, ὃν εἰσηγάγομεν, ἐλάττωσιν δραχ. 7,734,168.20 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, τὸ ἐπράξαμεν ὡς πρώτην ἐργασίαν, ἐτυγχάνομεν δὲ πάντοτε διατεθειμένοι νὰ προτείνωμεν κατόπιν νέας μεταβολάς, νὰ προτείνωμεν νέους νόμους, ἵνα ἐλαττώσωμεν ἔτι τὰ ἔξοδα. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔλεγε περὶ αὐξήσεως ἐσόδων καὶ ἐλαττώσεως ἐξόδων, καὶ ταύτας ἠξίου ἀπὸ ἡμᾶς, οἵτινες διετελέσαμεν ἐν τῇ ἀρχῇ πέντε μόλις μῆνας, ὡς ἂν εἴχομεν ἐργασθῆ ἐπὶ ἔτη! Ἀφοῦ δ’ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη εἰσήγαγε διὰ νόμων τοσαύτην σπατάλην, ἠξίου ἀπὸ ἡμᾶς, ἵνα ἐντὸς πέντε μηνῶν ἐπαναφέρωμεν τοὺς πρὸ τοῦ πολέμου ὀργανισμούς, ἵνα διὰ ψαλίδος ἐλαττώσωμεν πάσας τὰς προστεθείσας δαπάνας καὶ καταργήσωμεν τὸ πλῆθος τῶν θέσεων, τὰς ὁποίας προσέθηκε! Πραγματευόμενος δὲ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, ἐνόμιζεν ὅτι εὗρε βάσιν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀσυνεπεῖς. Ἐὰν εἴχομεν τὴν τύχην νὰ μείνωμεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοσοῦτον χρόνον, ὅσον ἐμείνατε σεῖς, καὶ ἐδημιουργήσατε τοιοῦτον καθεστώς, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἠθέλομεν καταστρέψει πᾶν τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο, καὶ ἴσως ἠθέλομεν ἀνεγείρει οἰκοδόμημα χρηστότερον καὶ οἰκονομικώτερον. Παρεπονέθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι ἐμνημόνευσα τῆς διαφθορᾶς. Βεβαίως, ὅταν τὸ δημόσιον ταμεῖον δαπανᾷ περισσότερα ἢ ὅσα εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ δαπανᾷ διὰ τὴν διοίκησιν, αὐταὶ αἱ μάταιαι καὶ περισσαὶ δαπάναι διαφθείρουσι τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, διότι συνηθίζουσιν αὐτὸν νὰ κρούῃ τὰς θύρας τῶν Ὑπουργείων καὶ νὰ ζητῇ θέσεις καὶ μισθούς· ἐὰν δ’ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κρούουσι τὰς θύρας καὶ ζητοῦσι θέσεις καὶ μισθούς, εἶναι πολῖται ἐκλογεῖς, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι καὶ ἡμᾶς ἔτι τοὺς πολιτικούς. Καὶ γνωρίζω μέν, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προετείναμεν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, κατηργοῦμεν θέσεις 1848, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν ὑμεῖς εἴχετε προσθέσει θέσεις τρεῖς ἢ τέσσαρας χιλιάδας ἀπὸ τοῦ 1899 ἕως τοῦ 1903, δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ δημιουργία αὕτη τῶν θέσεων τούτων ἐνήσκησεν ἐπιρροήν τινα εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν κομμάτων καὶ εἰς τὴν κίνησιν τῆς πολιτικῆς. Ὄτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσῆγε τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια καὶ τὸν Προϋπολογισμόν, ἐμνήσθη τῆς Μακεδονίας, καὶ ὡμίλει περὶ ἀναγκῶν ἐπικειμένων, καὶ συνέδεσεν αὐτὴν τὴν ὑποτιθεμένην πολιτικὴν ἀνάγκην μετὰ τῶν νομοσχεδίων, ἅπερ εἰσῆγεν, ἵνα ἐνασκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος ὑμῶν καὶ ἐπὶ τοῦ ἤθους ὑμῶν. Ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ οὐδεὶς ἀρνεῖται· ἐὰν δὲ διετίθεντο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν κατὰ τὴν πενταετίαν ὑπὲρ τὰ εἰσπραττόμενα πρὸ τοῦ πολέμου, ἢ καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου ἂν διετίθετο, ἤρκουν τὰ ποσὰ ἐκεῖνα διὰ νὰ γένωνται ὅσα πρέπει, ὅπως ὁ στρατὸς βελτιωθῇ, καὶ τελειότερον ὁπλισμὸν ἦτο δυνατὸν νὰ προμηθευθῶμεν· ἀλλ’ ἀφοῦ κατεσπατάλησαν τὰ χρήματα ἐκεῖνα, ζητοῦσι νῦν νὰ ἐπιβάλωσι φόρους, ἵνα πορισθῶσι νέα χρήματα, ὅπως θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ! Δὲν καταδέχομαι νὰ ἀναγάγω τὸν λόγον μου ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων τῆς πτωχεύσεως, οὐδ’ ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων τοῦ 1895 καὶ 1896. Παρέλαβεν αὐτὰ ἤδη ἡ Ἱστορία, ἣν δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ θίξω, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους τότε ἀντηγωνιζόμην. Ἐὰν δ’ ἐλέγχω τὰ ἐνεστῶτα, ἐλέγχω ἀγωνιζόμενος πρὸς ζῶντας πολιτικοὺς ἄνδρας. Μὴ θέλετε νὰ μὲ ὠθήσητε εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην, καίτοι ἡ Ἱστορία θέλει πάντως βεβαιώσει, ὅτι δὲν ἤμην ἐν τῷ ἀδίκῳ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρεπονέθη προσέτι, διότι ἐφημερίς τις ἀνέγραψε τὴν διαφορὰν τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1902. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀναγραφὴ ψευδῶν ἀριθμῶν, εἶχε δίκαιον νὰ παραπονεθῇ· ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος ἐγώ, εἶναι ὑπεύθυνοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διευθύνουσι τὴν ἐφημερίδα, ἥτις δὲν ἀνέγραψεν ἀκριβῶς τοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν εἶναι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἀριθμῶν, διατὶ παραπονεῖται; Ἄν δυσαρεστῇ αὐτὸν ἡ πιστὴ ἀναγραφὴ τῶν ἀριθμῶν, ποῖον δικαίωμα ἔχει νὰ δυσαρεστῆται διὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ πράξεις; Ἄν ἐπικρίνηται διὰ τὴν πολιτείαν του, ἂν ἐλέγχηται, τί δικαίωμα ἔχει νὰ παραπονῆται κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπικρίνουσιν αὐτὸν καὶ ἐλέγχουσιν αὐτόν; Ὁ πόλεμος τοῦ 1897 ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν γνωρίζω δέ, ἂν αὕτη ἦτο ἐλπιζόμενον νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ πολέμου ἀζημίωτος· τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἡμεῖς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξετάζομεν ἡμεῖς, εἶναι, ὅτι ἐξῆλθε ζημιωθεῖσα, καὶ ἐξῆλθε ζημιωθεῖσα ἕνεκα λόγων στρατιωτικῶν. Τοὺς λόγους τούτους τοὺς στρατιωτικοὺς ἔπρεπε νὰ μελετήσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνῆλθον νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν μετὰ τὸ 1898· ἂν δ’ ἐμελέτων αὐτοὺς, δὲν ἠθέλομεν σήμερον συζητεῖ περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων, διότι τὰ στρατιωτικὰ πράγματα ἤθελον ἔκτοτε βελτιωθῆ, καὶ ἤθελον βελτιωθῆ διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οὐδ’ ἠθέλομεν ζητεῖ νῦν νέα χρήματα, πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὴν τετραετίαν. Καὶ ἂν ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξεύρῃ οἰκονομίας, δὲν δύναται νὰ ἐξεύρῃ δαπάνας περιττάς, ἵνα τὰς καταργήσῃ, ὑπομονή· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχει τὸ θάρρος νὰ παρουσιάζηται καὶ νὰ ἀξιοῖ ὅτι ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ὅτι ἀφῄρεσε δαπάνας καὶ ἐπέφερεν οἰκονομίας πέντε ἑκατομμυρίων, μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐλέγξω τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτοῦ, ὡς ἀπέδειξα προχθές, ἀναλύων μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐλαττώσεις τῶν δαπανῶν, ἃς ἐπήνεγκε, καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐκ τῶν πέντε ἑκατομμυρίων τὰ τρία ἑκατομμύρια καὶ ἑπτακόσιαι χιλιάδες δὲν ἦσαν ἐλάττωσις δαπανῶν, ἀλλ’ ἦσαν ἀφαίρεσις πιστώσεων, αἵτινες δὲν ἦσαν πλέον ἀναγκαῖαι, διότι εἶχον ἐκλείψει αἱ ἀνάγκαι αὐτῶν, διότι εἶχον παρέλθει αἱ ἐποχαί, κατὰ τὰς ὁποίας αὗται ἦσαν ἀναγκαῖαι, διότι ἐξέλιπεν ὁ λόγος τῶν δαπανῶν τούτων. Ἐὰν λοιπὸν ἐπέφερεν ἐλαττώσεις, ἐπέφερεν ἐλαττώσεις μόνον ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ δύο ἢ τριῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ταύτας ἠδυνήθη νὰ ἐλαττώσῃ ἐκ τῶν 22 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπραχθῆ καθ’ ἕκαστον ἔτος περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896. Ἀλλὰ διατὶ ἀναφέρω πάντοτε τὸ ἔτος 1896; Ἀναφέρω τοῦτο, διότι δὲν ἔχω ἄλλο τι ἔτος, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ οὐδὲν τῶν ἐτῶν τῶν μετὰ τὸν πόλεμον, ἀφοῦ πάντα τὰ ἔτη ταῦτα νοσοῦσιν, εἰσὶν ἔτη σπατάλης. Ἡμεῖς εἰσηγάγομεν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ 1903, ὅστις ἐστηρίχθη ἐπὶ νομοσχεδίων, δι’ ὧν προετείνομεν τὴν μεταβολὴν ὀργανισμῶν καὶ νόμων, διότι ἄνευ τῆς μεταβολῆς αὐτῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένωνται ἐλαττώσεις, ἀφοῦ οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι καὶ οἱ νόμοι ἐγκατέστησαν τὰς δαπάνας ταύτας. Ἐὰν ἠθέλομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐλαττώσεις δαπανῶν, δὲν ἐψηφίζοντο δὲ τὰ προταθέντα νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζοντο αἱ ἐλαττώσεις αὗται, ἠθέλομεν ἐργασθῆ, παραβαίνοντες τοὺς νόμους, ἀντινομικῶς. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ μεταβάλωμεν τὴν πληθὺν τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον τὴν σπατάλην; Προετείναμεν ὅμως δύο νομοσχέδια διὰ τὸν κλάδον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἓν νομοσχέδιον διὰ τὸν κλάδον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, πέντε νομοσχέδια διὰ τὸν κλάδον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, νομοσχέδια διὰ τὸν κλάδον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νομοσχέδια διὰ τὸν κλάδον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δῆθεν ἡ Βουλὴ ἐξήτασε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 καὶ ἀπέρριψεν αὐτόν· ἀπορῶ μάλιστα, διότι ἡ μνήμη αὐτοῦ ἐγένετο τόσον ἀσθενής. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐπελήφθη παντάπασι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι πρὶν ἢ ἐπιλάβηται τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνέβησαν συμβεβηκότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἴχομεν ἀπέλθει τῆς ἀρχῆς· ὀφείλω δὲ νὰ μὴ παραλίπω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν, δὲν συνεζητήθησαν, διότι δὲν συνεζήτησεν αὐτὰ ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἐὰν δὲ συνεζήτει αὐτά, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἔλεγον κενὰ καὶ μάταια οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ ὅτι ἐνίσταντο, ἵνα μὴ μεταβληθῶσιν οἱ ὀργανισμοί, τοὺς ὁποίους οὗτοι ἐνομοθέτησαν, διότι εἶναι τέκνα αὐτῶν, τέκνα, τὰ ὁποῖα περιέθαλψαν τὸν πατέρα καὶ τοὺς συγγενεῖς καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγε χθές, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ 60,000 δραχμάς. Ἐγὼ οὐδὲν τοιοῦτον εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν γραφείων τῶν ἐξαρτωμένων ἀπ’ αὐτοῦ, ἤτοι τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῶν Ταμείων, τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τῶν γραφείων τῶν Ἐφοριῶν καὶ τῶν γραφείων τῶν Τελωνείων ἀνεβίβασεν ἀπὸ δραχ. 361,638.91, ὅσαι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, εἰς 414,265, δαπανηθείσας κατὰ τὸ 1902, ἤτοι ηὔξησεν αὐτὰ κατὰ δραχ. 52,626.09. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐξεπλάγην διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην, διότι κατά τινα προγενεστέραν ἐποχήν, ἡ ὁποία ἀπέχει πολλὰ ἔτη τῆς παρούσης, τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς δραχ. 87,000 ἐπὶ πλέον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγεν ὅ,τι συνέφερεν αὐτῷ, ἤτοι ὅτι ἐγὼ ἠνέχθην τοὺς ἐκτάκτους λογιστὰς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι μὴ νομίμως ὑπηρετοῦντας. Ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη. Οἱ ἔκτακτοι λογισταὶ εἶχον διορισθῆ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν, ὅτε δ’ ἀνῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὰ τέλη Νοεμβρίου τοῦ 1902, ἐζήτησα κατάλογον τῶν ὑπαλλήλων, ἐκ τοῦ καταλόγου δὲ, ὃν μοὶ ὑπέβαλεν ὁ τότε Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἶδον, ὅτι ὑπηρέτουν καὶ ἕνδεκα ἔκτακτοι λογισταί· ἀλλ’ οὗτοι εἶχον προσληφθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν. Ἐπειδὴ δ’ εἶχε λήξει ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1901, οἱ ἔκτακτοι λογισταί, οἱ δυνάμει αὐτοῦ διορισθέντες, δὲν ἐπετρέπετο νὰ διατηρῶνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1901. Ὁ κύριος Διευθυντὴς μοὶ παρέστησεν, ὅτι ἡ διατήρησις τῶν λογιστῶν τούτων ἦτο ἀναγκαία, διότι δὲν ἐπήρκει τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπήρκουν ὄντως οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι, ἔπρεπε νὰ προτείνῃ εἰς τὸν προκάτοχόν μου νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἵνα νομιμοποιήσῃ τὴν διατήρησιν τῶν ἐκτάκτων λογιστῶν· ταῦτα ὅμως δὲν ἔπειθον τὸν κ. Διευθυντὴν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὅστις δὲν μοὶ εἰσήγαγε σχέδιον Β. Διατάγματος περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν. Τότε ἐκάλεσα αὐτόν, ζητήσας νὰ μοὶ εἰσαγάγῃ τοιαύτην πρότασιν· ἐπειδὴ δ’ ἐξηκολούθει διστάζων, ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν Βασιλέα τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλὰ προσέτι καὶ πρότασιν περὶ μεταθέσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς τὴν θέσιν ἐπιθεωρητοῦ πρώτης τάξεως, προκαλέσας τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Τσακωνοπούλου εἰς τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Δὲν γνωρίζω ποία θέλει εἶσθαι ἡ τύχη τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν στρατιωτικῶν. Καὶ εἴμεθα μὲν διατεθειμένοι καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ μετ’ ἐμοῦ συμπράττοντες νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, διότι δὲν δυσπιστοῦμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὑπολαμβάνοντες ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τὰς διατάξεις αὐτῶν, ἢ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν, ἐὰν κριθῶσιν ἄξια βελτιώσεως· ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν φρονοῦντες, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς νομοθέτησιν φόρων νέων, ἢ καὶ εἰς αὔξησιν τῶν ὑπαρχόντων φόρων, πρὶν ἢ ἐξαντλήσῃ πάσας τὰς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, φρονοῦμεν δέ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπενέγκωμεν οἰκονομίας, νὰ ἐλαττώσωμεν δηλαδὴ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Δὲν ἀναφέρω πόσα ἑκατομμύρια δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν, ἀλλὰ βεβαίως τὰ ἑκατομμύρια, κατὰ τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα, δὲν θέλουσιν εἶσθαι ὀλιγώτερα τῶν ἑπτά. Ἐὰν δὲ ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, καὶ ἰδίως τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀπαιτήσῃ δαπάνας ἀνωτέρας τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, τότε στέργομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν νομοθέτησιν φόρων, ἐὰν ᾖναι ἀναπόφευκτον νὰ ψηφισθῶσι κατὰ ταύτην τὴν Σύνοδον πάντα τὰ νομοσχέδια, ἠθέλομεν δὲ πεισθῆ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν αὐτά. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν. Ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ὅ,τι ἐγκρίνει. Ὀφείλομεν ὅμως διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ προσθέσωμεν, ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι τοσοῦτον ὁμαλά, ὡς φρονοῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔλεγον, ὅτι ἡμεῖς ἀγορεύομεν πρὸς τὰ πλήθη, διὰ νὰ ἐξεγείρωμεν αὐτά, ὡς διενοήθη νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Ἂν δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας δὲν ἐκλείετο ἐν Κερκύρᾳ, ἀλλ’ ἐπεσκέπτετο τὰς ἐπαρχίας, ἤθελε πεισθῆ περὶ τούτου. Καὶ εἶχε μὲν διαδοθῆ κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1902, ὅτι ἐσκόπει ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἵνα περιοδεύσῃ τὰς ἐπαρχίας αὐτῆς, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ διάδοσις δὲν ἦτο σπουδαία. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι κλείονται ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ κατοικοῦσι, δὲν δύνανται νὰ γνωρίζωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ ἄλλου τόπου, οἱ δὲ πολιτικοὶ ἄνδρες ἰδίως πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐχὶ μόνον ἐπισκεπτόμενοι τὰς ἐπαρχίας, ἵνα μελετῶσι τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ γνωρίζωνται μετὰ τῶν πολιτῶν, ἀπὸ τὴν ψῆφον τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ σταδιοδρομία αὐτῶν. Βεβαίως ὑπάρχουσι Κράτη, ἐν οἷς δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, ἵνα οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες περιοδεύωσι καὶ ἔρχωνται εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν ἐκλογέων αὐτῶν· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς εὐτυχῶς δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Κρατῶν ἐκείνων. Διὰ τοῦτο συμβουλεύω τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας νὰ μὴ φυλάσσωνται ὑπὸ τὰς στέγας αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ περιέρχωνται ἐν τῇ χώρᾳ, ἵνα σπουδάζωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ ἐν γνώσει αὐτῶν διαχειρίζωνται τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουσι. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐξ ἀριστερῶν).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§256Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ βλέπω ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεσις ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πολλὴν ὥραν.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπεθύμει νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον.
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).