1904.02.18
3,427 rows · 26,404 words · 181 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
τῆς 18 Φεβρουαρίου 1904.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ ἐκ Λαρίσης τῶν Πιπινοπούλου καὶ Ζαφειριάδου, παραπονουμένων διὰ διοικητικὰς ἐνεργείας τοῦ νομάρχου Λαρίσης. Ἀναφορὰ καταδίκων τῶν ἐν Παλαμηδίῳ φυλακῶν, αἰτουμένων νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ἀναφορὰ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Γυθείου περὶ διορισμοῦ εἰρηνοδίκου εἰς τὸ πρὸ δύο μηνῶν ἀργοῦν εἰρηνοδικεῖον Γυθείου. Ἀναφορὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Σύρου, παρακαλοῦντος νὰ ἀποσύρῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐγκυκλίους περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν καὶ μὴ εἰσαγάγῃ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Ὁ κύριος Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει ἡ ἀνάγκη ἵνα ποιήσωμαι σύστασιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Γνωρίζω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, εὑρισκόμεναι μάλιστα ἐν σταδίῳ, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς παρατείνονται καὶ δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀσχολῶνται περὶ πάσας τὰς λεπτομερείας τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς πάντων ἡμῶν. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι καθῆκον παντὸς Βουλευτοῦ εἶναι νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως γεγονότα, ἅτινα δύνανται νὰ βοηθήσωσιν αὐτήν, ὅπως ἡ διοίκησις ἦναι μᾶλλον ἀνταξία τοῦ προορισμοῦ, ὃν καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ, ὡς ἐπιβάλλεται εἰς πᾶσαν διοίκησιν εὐνομουμένης χώρας. Διοίκησις, ἥτις δὲν μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν διοικουμένων, διοίκησις, ἥτις τοὐναντίον παρεμβάλλει προσκόμματα, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ βλάπτει αὐτούς, εἶναι βεβαίως διοίκησις, ἐκ τῆς ὁποίας ὁ τόπος δὲν δύναται νὰ προσδοκᾷ εὐημερίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν προσφέρω ὑπηρεσίαν, καταγγέλλων αὐτῇ γεγονότα τινά. Καὶ πρῶτον θέλω ἀναγνώσει εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Τυρνάβου, ἐντελῶς ἰδιωτικόν, πρὸς ἐμὲ ἀπευθυνόμενον· λέγω δὲ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ κακίσῃ ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν δήμαρχον Τυρνάβου, ὅτι πρὸς ἐμὲ ἀποτείνεται καὶ ὄχι πρὸς αὐτὸν (ἀναγινώσκει): «Ἀστυνόμος Τυρνάβου ἔπαυσεν ἀγροφύλακας 20 πόλεως Τυρνάβου, 16 Καζακλὰρ, 2 Τσαϊρλί. Προσωρινῶς διώρισε κατηγορουμένους ἐπὶ ἀποπείρᾳ δολοφονίας καθ’ ὑμῶν, ἤδη ἐξελθόντας τῶν φυλακῶν. Θέλετε νὰ ἀναγνώσω καὶ πάλιν τὸ τηλεγράφημα ἢ νὰ τὸ ἀναπτύξω; Δὲν γνωρίζω πρὸ πόσου καιροῦ, νομίζω ὅμως, ὅτι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον παρελθόντος ἔτους εἶχον διορισθῆ ἀγροφύλακες. Οἱ ἔκτοτε διορισθέντες διετέλεσαν τοιοῦτοι τὸν Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον, Ἰανουάριον παρελθόντα μέχρι Φεβρουαρίου, δηλαδὴ ἔχουσι διανύσει τετράμηνον καὶ πλέον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον δὲν λαμβάνουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ οἱ ἀγροφύλακες μισθόν, διότι συνήθως ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἀγροφυλάκων ἐπέρχεται κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συλλογῆς τῶν καρπῶν, ὅτε διὰ καρπῶν δίδεται εἰς αὐτοὺς ἡ ἀμοιβὴ εἰς πλεῖστα μέρη. Πῶς θέλει διανεμηθῆ ἤδη βραδύτερον δικαίως ἡ ἀμοιβὴ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν προσέφεραν μέχρι σήμερον οἱ τέως ἀγροφύλακες, καὶ ἐκείνων, οἵτινες διωρίσθησαν κατόπιν; Τίνα δὲ λόγον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἀθρόα ἀπόλυσις 38 ἀγροφυλάκων, ἤτοι τοῦ συνόλου περίπου τῶν ἀγροφυλάκων τοῦ δήμου Τυρνάβου; Ὑποθέτω, ὅτι, ἂν ἤθελε παρουσιασθῆ ἀφορμὴ κακῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν, δὲν ἤθελε συμπέσει τὸ σύνολον τῶν ἀγροφυλάκων νὰ ἐκτελῶσι κακῶς τὸ καθῆκόν των. Ἐκ τῶν προτέρων λοιπὸν πείθομαι, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος κακῆς ἐκτελέσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἀλλὰ προσθέτει τὸ ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα, ὅτι διωρίσθησαν ἄνθρωποι ἄρτι ἀπολυθέντες ἐκ τῶν φυλακῶν. Εἶναι ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἤθελον νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ περίστασις μὲ ἀναγκάζει νὰ κάμω λόγον, καὶ ἴσως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνδιαφέρει κἄπως καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ἐνδιαφέρει δὲ, διότι θέλει μάθει παρ’ ἐμοῦ συμβεβηκότα ἐγκληματικὰ, λαβόντα χώραν ἐκεῖ, καὶ τὴν πορείαν, ἣν ἠκολούθησεν ἡ Δικαιοσύνη ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Τὸ ἐλέγχειν τὴν Δικαιοσύνην βεβαίως εἶναι πολὺ τολμηρὸν, ἀλλ’ ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω. Τὴν 6 Σεπτεμβρίου, ἤτοι τὴν παραμονὴν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, περὶ τὴν 2αν ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ἐγένετο δολοφονικὴ ἐπίθεσις κατ’ ἐμοῦ, ἥτις συνέπειαν ἔσχε τὸν φόνον καὶ τραυματισμὸν πέντε τυχαίως ἐκεῖ παρισταμένων. Ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης ἐξεδόθη βούλευμα τῶν ἐν Λαρίσῃ Πλημμελειοδικῶν, ἀνακοπὲν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἤτοι τοῦ εἰσαγγελεύοντος πρωτοδίκου, ἀνακοπὲν δὲ ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης, ἀλλὰ τὸ Ἐφετεῖον δι’ ἀποφάσεώς του ἐπεκύρωσε τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν. Τὸ βούλευμα σύγκειται ἐκ τριῶν μερῶν, τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς τοῦ εἰσαγγελεύοντος, τοῦ σκεπτικοῦ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ διατακτικοῦ. Ἐὰν λάβητε ἀνὰ χεῖρας τὸ διατακτικὸν, τὸ δικαιολογούμενον ὑπὸ τοῦ σκεπτικοῦ, ἀναγνώσητε δὲ καὶ τὰς προτάσεις καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐποιήσατο τὰς προτάσεις ταύτας ὁ εἰσαγγελεύων δικαστὴς, βεβαίως, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ καλύψητε τὸ πρόσωπον ὑπὸ αἰσχύνης, ἕνεκα τῆς τοιαύτης διαστροφῆς τῆς ἀληθείας.
§3Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πταίω ἐγὼ, διὰ νὰ καλύψω τὸ πρόσωπον;
§4Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νομίζετε ὅτι, ἂν οἱ ὑφ’ ὑμᾶς πράξωσί τι ἄτοπον, δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος ὑμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωπος ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, νὰ αἰσχύνησθε διὰ τὰς πράξεις ἐκείνων; Ἡ ἐρώτησίς σας μὲ ἐκπλήττει καὶ μὲ κάμνει νὰ ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκταθῶ.
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐξεδόθη τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐφετῶν;
§6Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸ βούλευμα τῶν ἐφετῶν, ὑπ’ ἀριθ. 22, ἐξεδόθη τὴν 14 Φεβρουαρίου, ἀπορρίπτον ὡς ἀβασίμους τὰς ἀνακοπὰς τῶν κατηγορουμένων καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Εἶναι ὅλως τυπικὸν τὸ σκεπτικὸν τοῦ βουλεύματος· ἁπλῶς ἀπορρίπτει τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἐξακολουθεῖ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τοὺς λόγους τοῦ βουλεύματος παραδέχομαι, ὡς συμφώνους πρὸς τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν πραγματογνωμόνων, ἀποστέργων τὰς σκέψεις τοῦ Εἰσαγγελέως, ὡς θεωρῶν ταύτας ἐν πολλοῖς βεβιασμένας καὶ ἐρειδομένας εἰς συμπεράσματα, ἀντικείμενα κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν σημαινόντων γεγονότων.» Βλέπετε ὅτι διὰ τῶν ὀλίγων τούτων λέξεων τὸ βούλευμα τῶν ἐφετῶν κακίζει τὴν ἀνακοπήν, ἣν ἐποιήσατο ὁ εἰσαγγελεύων δικαστής. Τὸ βούλευμα—διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν—μεταξὺ τῶν 20 κατηγορουμένων 4 παρέπεμψεν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου κατ’ ἐμοῦ, ἀποτυχούσῃ, ἐπενεγκούσῃ ὅμως τὸν θάνατον εἰς ἕτερον δυστυχῆ καὶ τραύματα εἰς τέσσαρας ἄλλους, 10 δὲ ἕως 12 ἄλλους ἐκ τῶν κατηγορουμένων παρέπεμψεν, ἵνα δικασθῶσιν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος ἀπαλλάξαν αὐτοὺς τῆς προφυλακίσεως. «Τοὺς ἀπολυθέντας τούτους (προσθέτει τὸ τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου) ἔσπευσεν ὁ ἀστυνόμος Τυρνάβου νὰ διορίσῃ ἀγροφύλακας.»
§7ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀμείβων αὐτούς!
§8Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω κρίσεις καὶ σχόλια ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης. Τὸ σκεπτικὸν τοῦ βουλεύματος ἀποδέχεται τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν δοθέντα ὑπό τινος μάρτυρος, ὀνομάζοντος τούτους μόρτιδες, δηλαδὴ κακοποιὰ στοιχεῖα, περαιτέρω δὲ ὀνομάζει αὐτοὺς ἐκ συστήματος ἐπαγγελλομένους τὸν ταραξίαν. Τούτους, τοὺς οὕτω διὰ τοῦ βουλεύματος χαρακτηριζομένους, τοὺς παραπεμπομένους νὰ δικασθῶσιν ἐπὶ πλημμελήματι, διώρισεν ὁ ἀστυνόμος προσωρινῶς ἀγροφύλακας! Κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι χάριτας θὰ μοὶ ὀφείλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἔφερα ταῦτα εἰς γνῶσιν αὐτοῦ, ὅπως λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀστυνόμος πρὸ ὀλίγου διωρίσθη τοιοῦτος ἐν Τυρνάβῳ· ἄλλοτε εἶχεν ὑπηρετήσει ὡς διοικητὴς τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων Τυρνάβου, ὅτε καὶ προήδρευε πολιτικῶν συσκέψεων.
§9ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀστυνόμος αὐτός; πῶς ὀνομάζεται;
§10Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς λέγεται. Ἦλθεν ἐκ Σπάρτης, ὅπου ἦτο ἀστυνόμος.
§11Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ὀνομάζεται Μπαρδόπουλος.
§12Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ κάμω μίαν παρεμβολὴν εἰς τὸ θέμα. Δὲν εἶναι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἄδικον νὰ δημιουργῶμεν θέσεις στρατιωτικὰς, νὰ πλεονάζωμεν τοὺς βαθμοφόρους, διὰ ν’ ἀπομακρύνωμεν εἶτα αὐτοὺς ἐκ τοῦ στρατοῦ εἰς ἀσχολίας, αἱ ὁποῖαι φέρουσιν αὐτοὺς εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω, χαρακτηρίζει ὅμως πολὺ συχνὰ ἡ Δικαιοσύνη, καὶ πολὺ συχνότερον τὰ Δικαστήρια. Θέλετε σώσει τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ, ἀπαλλάσσοντες τοὺς τοιούτους τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἢ τοὐλάχιστον περιορίζοντες, ὅσον τὸ δυνατόν, τὴν ἀπασχόλησιν ταύτην τῶν στρατιωτικῶν ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ. Ἕτερον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐστάλη σήμερον καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀναφέρει, ὅτι πρὸ μηνὸς ἔσπευσεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διορίσῃ εἰσπράκτορας δημοτικοὺς δήμων τινῶν τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου καὶ Λαρίσης. Ἐν τούτοις ὁ κ. νομάρχης ἔκρινε καλὸν νὰ μὴ κοινοποιήσῃ τοὺς διορισμοὺς τούτους· τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει δι’ αὐτόν, καὶ ἀφίνει τοὺς παλαιοὺς εἰσπράκτορας νὰ ἐνεργῶσιν, ἐνῷ, ὡς εἶπον, τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει ἄλλους ὁρίσει διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὡς εἰσπράκτορας. Βεβαίως ἡ πρᾶξις αὕτη, εἴτε ἐκ κακῆς προθέσεως εἴτε ἐξ ἀγνοίας τῆς ὑπηρεσίας προέρχεται, εἶναι πρᾶξις κολάσιμος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν. Οἱ προϋπολογισμοὶ ὅλων τῶν δήμων ἀνεθεωρήθησαν· πῶς καὶ ἐν τίνι δικαιώματι, δὲν εἶμαι πολὺ ἐντριβὴς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ἵνα γνωρίζω· ἀλλ’ ἀκούσατε, παρακαλῶ, καὶ κρίνατε (ἀναγινώσκει): «Τὴν 17ην Δεκεμβρίου δι’ ἀποφάσεως ἡ Νομαρχία ἐγκρίνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου Τυρνάβου διὰ τὸ 1904. Ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου ἐκοινοποιήθη τῇ 19 Δεκεμβρίου εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ τὴν 7 Ἰανουαρίου ἀνεθεώρησεν αὐτὴν ὁ νομάρχης.» Πῶς καὶ ἐν τίνι δικαιώματι προϋπολογισμὸν ἐγκριθέντα καὶ κοινοποιηθέντα εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη αὐτὸν, ὡς μετερρυθμίσθη ὑπὸ τοῦ κ. νομάρχου, πῶς μετὰ τὴν τοιαύτην ἀποδοχὴν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔρχεται μετὰ 25 ὅλας ἡμέρας καὶ τὸν τροποποιεῖ ὁ κ. νομάρχης; Εἶναι τοῦτο νόμιμον; Τί δὲ ἔπραξεν ὁ κ. νομάρχης; Ὁ δῆμος Τυρνάβου εἶναι τελείως ἀπηλλαγμένος χρεῶν, ἔχει δὲ 78 ἕως 80 χιλιάδων δραχμῶν εἰσόδημα. Εἶχεν ὡρολόγιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Τούρκων κατὰ τὸ 1897 κατεστράφη· ὁ δῆμος ἐσκέφθη νὰ κατασκευάσῃ νέον ὡρολόγιον, ὅπερ θὰ ἐτοποθέτει εἰς ἓν κωδωνοστάσιον τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ τῆς πόλεως. Εἴχομεν παραγγείλει τὸ ὡρολόγιον, ἀλλ’ ὁ κύριος νομάρχης διέγραψε τὴν πίστωσιν, διότι, φαίνεται, θέλει νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὴν Ἐλασσῶνα διὰ νὰ κανονίζωμεν τὰ ὡρολόγιά μας! Ἀλλὰ μόνον τοῦτο; Ἀνεθεώρησε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ πτωχοῦ δήμου Ὀλύμπου–Ραψάνης—ὁ ὁποῖος ἔχει 8 ἕως 10 χιλιάδων δραχμῶν εἰσόδημα,—διέγραψε πᾶν κονδύλιον διὰ δημοτικὰ ἔργα, ἀλλὰ προσέθηκε δαπάνην 250 δραχμῶν πρὸς συνδρομὴν τῆς Φιλαρμονικῆς τῆς Λαρίσης! Ἡ Ραψάνη, ἡ 15 ὅλας ὥρας ἀπέχουσα τῆς Λαρίσης, πρέπει νὰ συντρέξῃ μὲ 250 δραχμὰς διὰ τὴν Φιλαρμονικὴν τῆς Λαρίσης! Δὲν ἀφίνει ὁ κ. νομάρχης τὰς 250 αὐτὰς δραχμάς, ἵνα ἐκτελέσῃ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον νομίμους ὑποχρεώσεις του ὁ δῆμος, ἀλλὰ τὸν ὑποχρεώνει νὰ συντρέξῃ τὴν μουσικὴν τῆς Λαρίσης! Ὑποθέτω ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἑρμηνεία τῆς τοιαύτης ἐνεργείας δύναται νὰ δοθῇ, παρὰ μόνον ἡ τῆς αὐθαιρεσίας. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος. Ἐλπίζω δέ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνων γνῶσιν τῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ ἄλλως, θέλει ἐπιφέρει τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν.
§13Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ καταθέσητε, παρακαλῶ, τὰ βουλεύματα.
§14Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς γνώμης τοῦ εἰσαγγελεύοντος πρωτοδίκου καὶ τοῦ σκεπτικοῦ τοῦ βουλεύματος τῶν ἐφετῶν.
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σήμερον τὸ πρῶτον μανθάνω τὰ περὶ τοῦ ἀστυνόμου Τυρνάβου. Εἶχον λάβει μόνον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἐπέτρεψε τὴν βοσκὴν εἰς μέρη ἀπηγορευμένα, ἐζήτησα δ’ ἀμέσως τηλεγραφικὰς πληροφορίας, καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας ἀνεκοίνωσα εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος παρεπονέθη. Οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τυρνάβου λεχθέντων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀστυνόμου, καὶ θὰ ζητήσω ἀμέσως πληροφορίας περὶ τῶν γεγονότων τούτων· ἐὰν δὲ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καταγγελθέντα εἶναι ἀκριβῆ, — καὶ δὲν ἔχω λόγον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀμφιβάλλω, — βεβαίως ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ ἡ ἄμεσος ἀπόλυσις τοῦ ἀστυνόμου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐνεργείας τοῦ νομάρχου, γινώσκει ἡ Βουλή, ὅτι δὲν περιέρχονται αὗται εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, παρὰ μόνον ὅταν ἐφεσιβάλλωνται πράξεις ἐκείνου, ἢ ὅταν ἄλλοθεν πληροφορίαι δίδωνται εἰς τὸν Ὑπουργόν. Τοιαύτας πληροφορίας ἔλαβον χθὲς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ, καὶ ἀμέσως ἐζήτησα ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῶν πράξεων τούτων τοῦ νομάρχου. Θέλω ἐπίσης ζητήσει πληροφορίας περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ σχετικῶς πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τυρνάβου λεχθέντα, καὶ μετὰ τὴν λῆψιν αὐτῶν θέλω λάβει τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω.
§16Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ συνέστησα εἰς τοὺς δημάρχους τούτους νὰ ἐφεσιβάλωσι τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεωργόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§18ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν ἀναχώματος ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Πορταϊκοῦ τοῦ ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων χωρίου Πόρτας–Παζὰρ», ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ συζητηθῇ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσουν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγραφῇ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· θὰ παρακαλέσω δὲ συνάμα τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ αὐτό, διότι πρόκειται περὶ ἔργου ἐπείγοντος καὶ χρησιμωτάτου, καθόσον ὁ ποταμὸς εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ὑπερχειλίσας κατ’ ἐπανάληψιν ἐπήνεγκε μεγάλας ζημίας εἰς τὴν κωμόπολιν Πόρτας–Παζάρ, ἀπειλεῖ δὲ διηνεκῶς αὐτήν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς γεφύρας, ἥτις ἀπεφασίσθη νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ, παρὰ τὸ χωρίον Διάλεσι τῶν Τρικκάλων. Ὁ ποταμὸς οὗτος, ὑπερχειλίσας πρό τινων ἐτῶν, μετέβαλε κοίτην, διελθὼν δὲ διὰ μέσου σχεδὸν τοῦ χωρίου Διάλεσι, ἐπήνεγκε βλάβας εἰς τὰ κτίρια τοῦ αὐτόθι ναοῦ καὶ παρέσυρεν ἱκανὰς οἰκίας γεωργικάς, ἐνῷ συνάμα κατεκάλυψε χιλιάδας στρέμματα γαιῶν καλλιεργησίμων. Διὰ τὴν γέφυραν ταύτην, δι’ ἧς θὰ συγκοινωνῶσι πλεῖστα χωρία τῆς ἐπαρχίας μὲ τὴν πρωτεύουσαν αὐτῆς, ἐγένετο πρὸ πολλοῦ ἡ δέουσα μελέτη, συνετάχθησαν τὰ διαγράμματα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔργου, τὸ δὲ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων ἀπεφήνατο, ὅτι δέον νὰ γείνωσι πρότερον δοκιμαστικαί τινες ἐργασίαι πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς στερεότητος τοῦ ἐδάφους. Πρὸς τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον διέθεσε ποσὸν 300 δραχμῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὅλως ἀνεπαρκές· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν εἰς 600 τοὐλάχιστον δραχμάς, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένωνται αἱ ἀπαιτούμεναι διατρήσεις, ὅπως γνωσθῇ ἡ στερεότης τοῦ ἐδάφους διὰ τὴν θεμελίωσιν τῆς ἐν λόγῳ γεφύρας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς ἀταξίας, ἵνα μὴ εἴπω τῆς παραλυσίας, τῆς ὑπαρχούσης ἐν τῷ ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, τὸ ὁποῖον, δύναμαι νὰ εἴπω, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ γηροκομεῖον μὲ προνόμια μόνον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μὲ ὑποχρεώσεις. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τὸ ἔτος 1886 εἶχε διορισθῆ δημόσιος εἰσπράκτωρ τοῦ ταμείου Τρικκάλων ὁ Ἰωάννης Εὐσταθίου, ὅστις ἀπελύθη κατὰ τὸ 1890. Ἔκτοτε ὁ ἀτυχὴς οὗτος δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν χιλιόδραχμον ἐγγύησίν του, διότι εἶχε τὸ ἀτύχημα ν’ ἀποβιώσῃ ὁ ταμίας, ὁ ὑπάρχων ἐν Τρικκάλοις κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ. Ἀνηνέχθη κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον μετὰ πολλὰς ἀναβολὰς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 19,849 τῆς 29 Ἰανουαρίου 1900 διαταγῆς του ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ τῷ ἀποσταλῇ σημείωμα τοῦ στελέχους τῶν διπλοτύπων τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ εἰσπράκτορος τούτου. Κατόπιν τὸ Ὑπουργεῖον ἐπανέλαβε τὴν διαταγήν του διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 115,859 τῆς 27 Δεκεμβρίου 1900 ἐγγράφου, καὶ ἐκ τρίτου δὲ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 78,822 τῆς 22 Αὐγούστου 1902 ἐγγράφου του. Ἐν τούτοις τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐ μόνον τὸ ζητηθὲν ἔγγραφον δὲν ἀπέστειλεν, ἀλλ’ οὔτε ἀπαντήσεως κἄν ἠξίωσε τὰς ἐπανειλημμένας διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου. Νομίζω ὅτι τὸ ἄτοπον τοῦτο πρέπει νὰ ἀρθῇ, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ κατανοήσῃ, ὅτι εἶναι ἀρχὴ ἔχουσα καὶ ὑποχρεώσεις καὶ ὀφείλουσα νὰ σέβηται τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου· πρὸς τοῦτο δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, κύριε Πρόεδρε, νὰ φέρω παρατήρησίν τινα, ἥτις ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει δυσαρεστήσει τὸν φίλον μου ἐκ Τυρνάβου βουλευτὴν κ. Λιμπρίτην; Ὁ κ. Λιμπρίτης εἶπεν, ὅτι συνεβούλευσε τοὺς φίλους του νὰ ὑποβάλωσιν ἔφεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τῆς τελευταίας ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου Λαρίσης. Τοῦτο δὲν εἶναι νόμιμον. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐξετάσεως δημοτικῶν προϋπολογισμῶν, εἰμὴ ὅταν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐφεσιβάλλωσι τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου. Τώρα δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός. Ὁ νομάρχης ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του. Κατ’ αὐτῆς δὲν ἐγένετο ἔφεσις· ἑπομένως ἡ ἀπόφασις κατέστη ὁριστική, καὶ ἐστάλη πρὸς ἐκτέλεσιν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ παραβάσεως νόμου. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφόν μου νὰ συμβουλεύσῃ τοὺς φίλους του νὰ ὑποβάλωσι καταγγελίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τοῦ νομάρχου, ὡς παραβάντος τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§20Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ ἔφεσις θέλει χρησιμεύσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς κατηγορία κατὰ τοῦ νομάρχου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§22ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα ἢ ἀναφορὰ τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Κυπαρισσίας διὰ Μελιγαλᾶ μέχρι Φιλιατρῶν καὶ Γαργαλιάνων. Οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων εἰσφέρουσι μεγάλα ποσὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω, ὅπως ἡ ἀναφορὰ ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν, παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ φεισθῇ τῆς μικρᾶς δαπάνης, διότι δὲν θὰ παρέλθῃ ἓν ἔτος καὶ θὰ καλυφθῇ ὁ τόκος τοῦ δανείου πρὸς 5%, διότι καὶ τὸ ἔργον εἶναι μικρὸν καὶ μεγάλας ἐργασίας θὰ ἐκτελῇ ἡ γραμμὴ αὕτη, θὰ συντελέσῃ δὲ οὕτω καὶ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ τόπου καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Ἑταιρείας. Πρὸ παντὸς δὲ παρακαλῶ, ὅπως ἡ ἀναφορὰ τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ ἀποστέλλονται εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.
§24Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἀπουσιάζων χθές, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν ἀνεκοινώθη, εἶμαι ὑποχρεωμένος σήμερον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς δικαίας ἀξιώσεως τοῦ τόπου ἐκείνου. Τὸ Κράτος, ἀναγνωρίζον τὰ μεγάλα ἀγαθὰ τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας καὶ κατὰ πόσον αὕτη συντελεῖ εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου, ἀπεφάσισε κατὰ τὸ 1900, ὅτε εὑρίσκετο ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ ὑπὸ τὸν καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸν Κυβέρνησις καὶ συνῆψε δάνειον δραχμῶν 11,500,000, δι’ οὗ συνετελέσθη ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ. Διὰ τῆς αὐτῆς συμβάσεως ἀναγνωρίζεται ἡ μεγάλη χρησιμότης καὶ ἀναγκαιότης τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς ταύτης ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Φιλιατρά, τὰ ὁποῖα οὕτω θὰ συνδεθῶσι σιδηροδρομικῶς μετὰ τοῦ Μελιγαλᾶ καὶ τοῦ Πύργου. Ἡ Ἑταιρεία μάλιστα, ἀναγνωρίζουσα τὴν χρησιμότητα τῆς γραμμῆς ταύτης, διέταξε νὰ γείνῃ μελέτη, καὶ ὑπελογίσθη τὸ ἔργον εἰς 3,700,000 δραχμάς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἄνευ τῆς προεκτάσεως ταύτης οἱ παραγωγικοὶ δῆμοι τῆς Τριφυλίας, τῶν Φιλιατρῶν καὶ τῶν Γαργαλιάνων, οἵτινες συνεισφέρουσιν ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν περίπου ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων κατ’ ἔτος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, μένουσιν ἐστερημένοι τῶν ἀγαθῶν τῆς συγκοινωνίας. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς δικαίας ἀξιώσεως τῶν εἰρημένων πληθυσμῶν καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως κατασκευασθῇ ὡς οἷόν τε τάχιον ἡ γραμμὴ αὕτη.
§25Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ, ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τῶν κυρίων συναδέλφων. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου δὲν ζητεῖ τὴν καταβολὴν τῶν χρημάτων, ἀλλὰ μόνον ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἀναλαμβάνει τὰ περαιτέρω. Ἐκ τῆς ἐγγυήσεως δὲ τὸ Δημόσιον οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, διότι τὸ δάνειον τῆς Ἑταιρείας θὰ ἐξοφλῆται ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἤτοι ἐκ τῶν εἰσπράξεων.
§26Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐκ Τριφυλίας περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ μέχρι Γαργαλιάνων καὶ Πύλου. Ἤθελον δὲ θεωρήσει περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συστήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης, ἥτις θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα δύο ἐπαρχιῶν ὁλοκλήρων, προσέτι δὲ καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ σταφὶς τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων δύναται εὐκολώτερον καὶ εὐωνότερον νὰ μεταφέρηται εἰς Πάτρας σιδηροδρομικῶς. Ὁποῖα δὲ θὰ ἦναι τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας ἐκ τῆς μεταφορᾶς ταύτης, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα προσπορίζεται ἡ Ἑταιρεία σήμερον ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μελιγαλᾶ–Καλαμῶν, διότι πασίγνωστον τυγχάνει, ὅτι τὸ τμῆμα ἐκεῖνο παρέχει τὰ μεγαλείτερα κέρδη, διότι καὶ πυκνὸν πληθυσμὸν ἐξυπηρετεῖ καὶ δύο πλουσίας εἰς προϊόντα ἐπαρχίας. Τὸ αὐτὸ δὲ θέλει συμβῆ καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας Τριφυλίας καὶ Πυλίας, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ συνδέσῃ δύο ἀρκετὸν πληθυσμὸν ἐχούσας πόλεις, Φιλιατρὰ καὶ Γαργαλιάνους, ἀλλὰ καὶ ἡ μεταφορὰ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς θὰ γίνηται σιδηροδρομικῶς κατὰ τὸ πλεῖστον, ὡς συμφερωτέρα, ἐκ τῶν προτέρων δὲ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θ’ ἀποκομίσῃ ἡ Ἑταιρεία ἐκ τούτου κέρδη μεγάλα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Ἑταιρεία διστάζῃ ν’ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης, ἂς ἀφήσῃ τὴν θέσιν εἰς ἄλλους. Ἐγὼ αὐτὸς γνωρίζω κεφαλαιούχους, Ἕλληνας καὶ ξένους, οἵτινες ἀναλαμβάνουσι τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης, καίτοι εἶναι μικρὰ, διότι εἶναι πεπεισμένοι ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θέλει ἀποδώσει εἰς αὐτοὺς ὠφελείας ἱκανὰς, ἵνα ἀνταποκρίνωνται εἰς τοὺς τόκους τῶν καταβληθησομένων κεφαλαίων διὰ τὴν κατασκευήν. Δυστυχῶς ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου μέχρι τοῦδε δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Πελοποννησιακοῦ λαοῦ. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἐν πολλοῖς χωλαίνει, εἴτε διότι τὰ κεφάλαια αὐτῆς δὲν ἦσαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐπαρκῆ, εἴτε διότι ἡ Διοίκησις δὲν δεικνύει τὴν ἀπαιτουμένην δραστηριότητα καὶ προσοχήν· ὡς ἐκ τούτου σπουδαίως παραβλάπτονται οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, ἃς ἐξυπηρετεῖ ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας. Κατὰ πόσον δὲ ἀνταποκρίνεται ἡ Ἑταιρεία αὕτη εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς ὀφείλει νὰ ἐξυπηρετῇ, ἀποδεικνύει ἡ γραμμὴ αὐτῆς Μύλων–Καλαμῶν, ἥτις ὁμοιάζει, ὡς πρὸς τὴν ταχύτητα, πρὸς τὰς γραμμὰς τῶν προϊστορικῶν χρόνων τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν. Οὕτω, διὰ νὰ μεταβῶμεν ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Καλάμας, χρειαζόμεθα 14 ὥρας,—διάστημα, τὸ ὁποῖον οἱ σιδηρόδρομοι ἐν Εὐρώπῃ διανύουσιν εἰς 4 ἢ 5 ὥρας, —καὶ τοῦτο χάριν ἐξοικονομήσεως ἐλαχίστης δαπάνης, ἀπαιτουμένης διὰ τὴν προσθήκην προσωπικοῦ, ὅπερ θὰ ἀπῄτει πρόσθετος μὲ ὀλιγωτέρας προσεγγίσεις ἁμαξοστοιχία, ἢ προσθήκη καὶ ἑτέρων τοπικῶν λεγομένων ἁμαξοστοιχιῶν. Ἀναγνωρίζω τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τῆς Ἑταιρείας, ὡς καὶ τὸ μὴ γόνιμον ἐνίων ἐκ τῶν γραμμῶν αὐτῆς, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην τὸ Δημόσιον ἀρκετὰς θυσίας ἔκαμεν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀξιώσῃ παρ’ αὐτῆς νὰ φανῇ προθυμοτέρα εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Ἀνεξαρτήτως τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐγὼ συνιστῶ ἐπίσης εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Ἑταιρείας, —εἰς τὴν ὁποίαν ἐφάνη, ὡς προεῖπον, τόσον πρόθυμον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἵνα ἔλθῃ ἑκάστοτε ἐπίκουρον καὶ ἐνισχύσῃ αὐτὴν χρηματικῶς, —νὰ ἐπιστήσῃ, λέγω, τὴν προσοχὴν αὐτῆς, ὅπως φανῇ ἀνταξία τῆς προστασίας, ἧς ἔτυχεν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, παρέχουσα καὶ αὐτὴ εἰς τοὺς πολίτας τὰ ἀγαθὰ τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη τοῦ κόσμου εἰσὶν ὑπόχρεοι αἱ τοιαύτης φύσεως ἑταιρεῖαι νὰ παρέχωσι.
§27Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, σημείωμα πρὸς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Τυρνάβου βουλευτοῦ κ. Λαπαθιώτου περὶ τῶν ἀνακατατεταγμένων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος.
§28Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ἐποιησάμην λόγον χθές, «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1903 μέχρι τέλους Ἀπριλίου τοῦ 1904».
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλων τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1903;
§30Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 87).
§32Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι κατὰ τοῦ εἰρηνοδίου Καλτεζοῦντος, καὶ τί ἐνηργήθη ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν τούτων.
§33Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πληροφοροῦμαι, ὅτι τελευταῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐκάλεσε τοὺς ἐργοστασιάρχας Πειραιῶς Βασιλειάδην καὶ Τζὼν Μὰκ–Δούαλ, ὅπως συμβληθῇ μετ’ αὐτῶν νὰ ἀναλάβωσι τὴν τοποθέτησιν τῶν λεβήτων τῶν τορπιλλικῶν σκαφῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν τοῦτο ἔχεται ἀληθείας, καὶ ποῖοι οἱ λόγοι, οἵτινες προεκάλεσαν τοῦτο.
§34ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν προσεκάλεσα τοὺς κυρίους ἐργοστασιάρχας, οὔτε ἦλθον εἰς ὁμιλίαν τινὰ μετ’ αὐτῶν. Πληροφορίας μόνον ἐζήτησα κατόπιν συσκέψεώς μου μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου, ἧς συμπέρασμα ἦτο, ὅτι ὁ Ναύσταθμος δὲν θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ τορπιλλικὰ σκάφη μέχρι τοῦ Ἰουλίου, ὅτε ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν, καὶ ὅτι μόλις μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο. Ἕνεκα τούτου ἠθέλησα νὰ ἔλθω εἰς συνεννόησιν περὶ τοῦ πρακτέου, ἀλλ’ ἀκόμη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν σκέψεων.
§35Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν τὸ Συνεργεῖον τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου δὲν ἦναι εἰς θέσιν ν’ ἀποπερατώσῃ ἐργασίαν, ἥτις δὲν χρήζει πολλῶν ἡμερῶν, φρονῶ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ δαπανᾷ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ ὅμως τὸ Συνεργεῖον τοῦτο ἔχει 60 τεχνίτας πρώτης τάξεως, 50 δευτέρας, 42 τρίτης, 32 τετάρτης τάξεως, 18 μαθητευομένους πρώτης τάξεως, 18 δευτέρας, 14 τρίτης, ἔχει δ’ ἐπὶ πλέον καὶ ἡμερομισθίους ἀρκετούς. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν, ποῖαι εἶναι αἱ ἐργασίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀσχολεῖται τὸ προσωπικὸν αὐτό. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἔχομεν τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν, ἥτις ἔχει τεχνίτας 4 πρώτης τάξεως, 6 δευτέρας, 8 τρίτης, 10 τετάρτης καὶ 14 μαθητευομένους. Ἀλλὰ πλὴν τούτων καὶ πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ μηχανικοὶ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ κελευστοῦ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ διόπου εἶναι τεχνῖται, ἐξελθόντες τοῦ Συνεργείου τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, οἵτινες, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, οὐδεμίαν ἐργασίαν κάμνουσι, διότι πάντα τὰ πλοῖα εὑρίσκονται ἐν τῷ ὅρμῳ τοῦ Ναυστάθμου. Φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ μόνοι οἱ τεχνῖται τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης δύνανται ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἐργασίαν ταύτην, πολλῷ δὲ μᾶλλον οἱ τεχνῖται τοῦ Ναυστάθμου. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐπαρκῶσιν, ἂς προσλάβουν ἡμερομισθίους. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μάθω, ποῦ ἀσχολοῦνται οἱ τεχνῖται οὗτοι, οἵτινες δὲν εὐκαιροῦσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν τοποθέτησιν τῶν λεβήτων τῶν τορπιλλικῶν σκαφῶν, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν ἐργασιῶν, εἰς ἃς ἀσχολεῖται σήμερον τὸ Συνεργεῖον τοῦ Ναυστάθμου, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ δυνηθῶ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν καθέκαστα.
§36ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶμαι ἐνήμερος ἐπ’ αὐτῶν, καὶ χωρὶς νὰ καταθέσω κατάλογον πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Ναύσταθμος ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἐπισκευὴν 14 πλοίων, διότι ὅλα τὰ πλοῖα ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπισκευῆς, μηδὲ τῶν θωρηκτῶν ἐξαιρουμένων. Ὁ ἀριθμὸς ὅμως τῶν τεχνιτῶν, οὓς ἀνεφέρατε, δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι ὅλοι οἱ τακτικοὶ τεχνῖται δὲν εἶναι πλείονες τῶν 150. Τὴν σχετικὴν σημείωσιν θὰ ὑποβάλω αὔριον. Εὔχομαι δέ, αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλω λάβει, ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ τορπιλλικὰ σκάφη ἔχουσιν ἀνάγκην μόνον ἐπισκευῶν, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην πλήρους ἀνανεώσεως τοῦ σκάφους. Περαιτέρω σήμερον δὲν προχωρῶ, ἐλπίζω δέ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς θέλω προσκομίσει εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἦναι ἐπαρκεῖς.
§37Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἠκούσατε τὸ σμῆνος τῶν τεχνιτῶν πρώτης, δευτέρας, τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως. Ἠκούσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἰπόντα ὅτι 14 πλοῖα τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἐπισκευάζονται...
§38ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅλα τὰ πλοῖα, ἐκτὸς τῶν Ποταμῶν.
§39Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. ... Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ναυτικοῦ. Σήμερον περιορίζομαι μόνον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὅλον τὸ σμῆνος τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἐργαζομένων εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύει παρὰ εἰς τὸ νὰ ἐπισκευάζῃ διαρκῶς τὸν στόλον τὸν Ἑλληνικόν, ὅστις, ἐξαιρέσει τῶν τριῶν θωρηκτῶν, τῶν τεσσάρων Ποταμῶν καὶ τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη», εἶναι ἄχρηστος, εἶναι σεσηπώς, ἀποτελεῖται ἐκ πλοίων 30 ἢ 40 ἢ καὶ 50 ἐτῶν, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσι καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύουσιν ἢ μόνον εἰς τὸ νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος κατ’ ἔτος χρήματα πρὸς ἐπισκευὴν αὐτῶν, καὶ τὰ πλοῖα ταῦτα νὰ εὑρίσκωνται πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ πιστεύῃ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ἔχομεν πολεμικὸν Ναυτικόν, διὰ τὸ ὁποῖον δαπανῶμεν ἑπτάμισυ ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος!
§40ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Βεβαίως εἰς πολλὰ ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος συνάδελφος. Διὰ τοῦτο μόλις ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατήρτισα ἐπιτροπήν, ὅπως ἀποφανθῇ ποῖα σκάφη εἶναι κατάλληλα, καὶ ποῖα πρέπει νὰ ἐκποιηθῶσιν ὡς ἄχρηστα. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνῆλθε καὶ ἀπεφάνθη· ἤδη δὲ θέλω ἐνεργήσει τὰ δέοντα.
§41Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ καταθέσητε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§42ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου Μελίτης, διὰ τῆς ὁποίας ἐχαρακτηρίσθησαν οἱ λέβητες τῶν θωρηκτῶν ὡς δυνάμενοι νὰ ἐπισκευασθῶσι, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἐπισκευὴν θὰ δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς τὰ θωρηκτὰ τὴν συνήθη αὐτῶν ταχύτητα.
§44ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παλάσκας ἔχει τὸν λόγον.
§46Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καρδίτσης εἰς Τρίκκαλα, καὶ νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ἀναγκαῖον ποσόν, συμφώνως πρὸς τὴν μελέτην τοῦ ἁρμοδίου νομομηχανικοῦ, διότι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι μεγίστης χρησιμότητος καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης, διότι ἐπὶ 4 μῆνας διακόπτεται ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης ἡ συγκοινωνία τριάκοντα χωρίων εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἐὰν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ ἀμέσως ἡ ὁδὸς ὁλόκληρος ἀπὸ Καρδίτσης μέχρι Τρικκάλων, παρακαλῶ νὰ ἐπισπευσθῇ τοὐλάχιστον ἡ συντέλεσις τοῦ πρώτου τμήματος αὐτῆς ἀπὸ Καρδίτσης εἰς Μεσδάνι. Τὴν σύστασίν μου ταύτην παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§48Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ παράκλησίν μου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαταγήν, δυνάμει τῆς ὁποίας προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ἵππων τοῦ στρατοῦ. Εἶχεν ὑποσχεθῆ ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ καταθέσῃ καὶ τὰς σχετικὰς διαταγὰς καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἤθελε κρίνει τοὺς ἵππους, ἐὰν εἶναι χρήσιμοι εἰς τὸν στρατὸν ἢ μή. Δὲν γνωρίζω ἐὰν κατέθηκε τοιαύτην ἀπόφασιν, καὶ ποίαν ἐνέργειαν ἔκαμεν ἡ προϊσταμένη ἀρχή· παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἐὰν δὲν τὴν κατέθηκε, νὰ τὴν καταθέσῃ σήμερον, ἐὰν ἔχῃ αὐτὴν μαζύ του, εἰ δ’ ἄλλως, εἰς πρώτην συνεδρίασιν, ἵνα ἴδωμεν, τί γίνεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἵππων, ἀφοῦ μάλιστα ἀναμένομεν κατὰ τὴν ἄνοιξιν γεγονότα σοβαρὰ, ἕνεκα τῶν ὁποίων σπεύδομεν νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ, καθ’ ὃν τρόπον συζητοῦμεν αὐτά.
§49Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πᾶν ὅ,τι ἐζητήθη τὸ κατέθεσα, κύριε Πρόεδρε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ ὁ κύριος Βουλευτής.
§51Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἂς ὁρίσῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ποῖα ἄλλα ἔγγραφα θέλει, ἵνα τὰ προσκομίσω.
§52Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς φαίνεται, ὅτι ὑπέλαβεν, ὅτι ἐλέγχω τὴν ἐνέργειάν του εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς κατέθεσε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἐζήτησα ὅμως νὰ καταθέσῃ καὶ τὸ πόρισμα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν σχετικὴν ἐνέργειαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἴδωμεν, ἂν οἱ ἀγορασθέντες ἵπποι εἶναι κατάλληλοι.
§53Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ζητεῖται ἡ ἔκθεσις τῆς νέας ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Πράγματι ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπεβλήθη, καὶ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ καταθέσω αὔριον ἀντίγραφον αὐτῆς.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στελλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§55ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη ἑκάστου ἔτους, λήγοντος τούτου ἢ τοὐλάχιστον ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου ἐπιόντος, κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως ἐκ τούτων πληρώνωνται οἱ ἐργολάβοι τῶν διδακτηρίων. Καίτοι ὅμως παρῆλθεν ἤδη καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, τὰ τέλη ταῦτα δὲν κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ πληθώρα ἐργολάβων διατρέχει τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, ζητοῦσα νὰ δανεισθῇ ἐπὶ τόκῳ βαρυτάτῳ, ὅπως πληρώσῃ τὰ χρέη αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐμπόρους καὶ ἄλλους προμηθευτάς. Καὶ ἐξεδόθησαν μὲν τὰ ἐντάλματα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ κατὰ ῥητὴν ἀπαγόρευσιν δὲν δίδονται εἰς τοὺς ἐργολάβους, ἵνα μὴ ζητήσωσι νὰ λάβωσιν ὅ,τι δικαιοῦνται. Ἐρωτῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διατὶ τὰ τέλη ταῦτα δὲν κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν; συνάμα δὲ διατὶ δὲν δίδονται τὰ ἐντάλματα εἰς τοὺς ἐργολάβους, ἵνα τοὐλάχιστον δυνηθῶσιν οὗτοι νὰ προεξοφλήσωσι ταῦτα εἰς τοκογλύφους καὶ οἰκονομήσωσι τὰς ἀνάγκας των; Ἐπειδὴ δὲ πολλὰ ἀπὸ μηνῶν ἐγράφησαν περὶ τῶν διδακτηρίων, ὅτι δηλαδὴ τὸ Δημόσιον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἓν τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τῶν δυστυχῶν ἐργολάβων, καὶ καταβληθῶσιν εἰς αὐτοὺς ὅσα τοῖς καθυστερεῖ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον αὐτὰ τὰ ὀφειλόμενα ἔχει εἰσπράξει ἀπὸ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη.
§56ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπληροφόρησε δι’ ἐγγράφου αὑτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅτι κατετέθησαν τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη τοῦ λήξαντος ἔτους εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, ὡς ὁ νόμος κελεύει. Περὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Βουλευτοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσκομίσω ἔγγραφα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου· ὅταν δὲ προσκομίσω ταῦτα, — καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ πράξω τοῦτο ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν, — θέλω δώσει τὴν σχετικὴν ἀπάντησιν.
§57ΕΠ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Τροπαίων τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας, ὁ δήμαρχος ἐξέδωκε τῇ ἐγκρίσει τῆς Νομαρχίας διορισμὸν εἰσπράκτορος· καίτοι ὅμως ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος ὡρκίσθη καὶ κατέβαλε τὴν ὁρισθεῖσαν ἐγγύησιν, ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὀχυρούμενον εἰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν εἷς ἰδιώτης, ἄρτι καταλαβὼν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀντιρρήσεις ἀπορριφθείσας ὑπὸ τοῦ νομάρχου, δὲν ἐκδίδει τὸ σχετικὸν Διάταγμα περὶ ἀπολύσεως τοῦ μέχρι τοῦδε εἰσπράκτορος. Δὲν γνωρίζω, τίς ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ παρέχηται εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβραδύνῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὑποθέσεως, ἡ ἐκκρεμότης τῆς ὁποίας παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου Τροπαίων. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἐξετάσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ θὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ πρὸς ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος τῆς ἀπολύσεως τοῦ μέχρι τοῦδε εἰσπράκτορος.
§58Π. ΣΑΚΚΗΣ. Τοιαῦτα παράπονα ἀπευθύνονται καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ὅτι ἡ ὑπηρεσία παρακρατεῖ προτάσεις Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ ἀπολύσεως δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, δὲν δύναμαι δὲ ἢ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τρεῖς ὑποβληθείσας προτάσεις περὶ ἀπολύσεως δημοτικῶν εἰσπρακτόρων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐγκρίνῃ, καὶ προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, προκαλέσας ἀμέσως τὰ σχετικὰ Β. Διατάγματα· ὡς πρὸς δύο ὅμως ἑτέρους δήμους, τὸν δῆμον Πυλίων καὶ τὸν δῆμον Αἰπείας, δὲν ὑπεβλήθησαν εἰσέτι τὰ σχετικὰ Διατάγματα πρὸς ἀπόλυσιν, καὶ παραμένουσιν ἔτι οἱ παλαιοὶ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες ἐν τῇ θέσει των, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῶν δήμων, διότι ἕνεκα τούτου οἱ δήμαρχοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μὴ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς μισθώσεως τῶν φόρων τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, καθόσον οἱ μέλλοντες ἐνοικιασταὶ φοβοῦνται νὰ παρακαταθέσωσι τὴν ὡρισμένην προκαταβολὴν εἰς χεῖρας εἰσπρακτόρων, τῶν ὁποίων γνωρίζουσιν ὅτι προὐτάθη ἡ ἀπόλυσις. Παρακαλῶ ὅθεν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν ταύτην καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα τὸ ταχύτερον.
§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ δώσητε σημείωσιν περὶ τῶν εἰσπρακτόρων τούτων· διότι ἐγὼ ῥητῶς διέταξα νὰ μὴ ἐπέρχεται βραδύτης εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτων Διαταγμάτων.
§60ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σχετικήν, κύριε Πρόεδρε, ἐπερώτησιν, ἀλλὰ κἄπως ῥιζικωτέραν, ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγώ. Ὁ νομὸς Ἀρκαδίας στερεῖται ἀπὸ δύο ἤδη μηνῶν νομάρχου, ἐπί τινας δὲ ἡμέρας ἔμεινε καὶ ἄνευ γραμματέως, τὰς δὲ αἰτουμένας τυχὸν πληροφορίας ἔδιδεν ὁ πρωτοκολλητής. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ ν’ ἀποστείλῃ ἕτερον νομάρχην, ἐὰν ὁ διορισθεὶς δὲν θέλῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του· διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὁ νομὸς νὰ μένῃ ἄνευ νομάρχου, ὄχι μόνον αὐτά, τὰ ὁποῖα οἱ προλαλήσαντες κύριοι συνάδελφοι κατήγγειλαν, ἀλλὰ καὶ σοβαρώτερα παράπονα θὰ γεννηθῶσι.
§61Θ. ΛΕΚΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε διατάξει τὴν μελέτην τῆς κατασκευῆς δύο ὁδῶν, τῆς μιᾶς ἐν τῷ δήμῳ Ἀχαρνῶν, ἀπὸ Μενιδίου μέχρι τῆς ὁδοῦ Χαλκίδος, καὶ τῆς ἑτέρας ἐν τῷ δήμῳ Κρωπίας, ἀπὸ τοῦ χωρίου Κορωπὶ μέχρι Μαρκοπούλου. Ἡ μελέτη τῶν ὁδῶν τούτων καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης ὑπεβλήθη διὰ τῆς Νομαρχίας εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐνεγράφη ἡ σχετικὴ πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν εἰρημένων ὁδῶν. Ἐὰν ἐνεγράφη, δὲν ἔχω εἰμὴ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐὰν ὅμως δὲν ἐνεγράφη τοιαύτη πίστωσις, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὴν ἐγγράψῃ, διότι ἡ χρησιμότης τῶν ὁδῶν αὐτῶν εἶναι μεγάλη. Ἐκτὸς αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, τί ἀπεφασίσθη διὰ τὸ ζήτημα τοῦ χωρισμοῦ τοῦ δήμου Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Περὶ τούτου πολλὰ ἐλέχθησαν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε περισσότερον. Ὁ λαὸς τοῦ Πειραιῶς ἐπιθυμεῖ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἤθελον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γνωρίζω, ἂν καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ θέλει, διότι, καθὼς παρετήρησα, πάντες τὸ θέλομεν καὶ δὲν τὸ θέλομεν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν θέλει νὰ χωρισθῇ ὁ δῆμος Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, καὶ νὰ προταχθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκότσης ἔχει τὸν λόγον.
§63Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς κατασκευῆς μιᾶς γεφύρας πολυπαθοῦς ἐν τῷ δήμῳ Φαρῶν τῆς ἐπαρχίας μου. Ἡ κατασκευὴ τῆς ἐν λόγῳ γεφύρας ἐνδιαφέρει τέσσαρας ὁλοκλήρους ἐπαρχίας, διότι καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας διέρχονται ἐκεῖθεν. Ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν εἰπεῖ τότε, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις, ἐγὼ δέ, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, τὸν παρεκάλεσα νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, διότι καὶ κατὰ τὸ παρὸν ἔτος δὲν ἐνέγραψε πίστωσιν δι’ ἔργα δημοτικῆς ὁδοποιΐας· λέγω δὲ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, διότι ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῆς ἐκτελοῦνται τὰ ἔργα ταῦτα. Κατὰ τὸ παρὸν λοιπὸν ἔτος δὲν ἐνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοιαύτη πίστωσις, ἐνῷ ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐγγράφῃ πίστωσιν ἄνω τῶν 100,000 δραχμῶν δι’ ἔργα τοιαῦτα, ἅτινα ἤρξαντο ἤδη· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη πίστωσις, πῶς θὰ γείνωσι τὰ ἐν λόγῳ ἔργα; Καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἀστεία ἡ ἱστορία τῆς περὶ ἧς πρόκειται γεφύρας. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν κατεσκευάσθη ἡ ὁδός, ἐγένοντο τὰ βάθρα τῆς γεφύρας, παρηγγέλθη τὸ σιδηροῦν κατάστρωμα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν κατωρθώθη μέχρι σήμερον νὰ μεταφερθῇ. Μετὰ πολλὰ βάσανα καὶ κόπους κατώρθωσα, ἐπανειλημμένως μεταβαίνων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ ἐξαναγκασθῇ ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τοῦ καταστρώματος τῆς γεφύρας, νὰ κατασκευάσῃ αὐτὸ, ἵνα μὴ κηρυχθῇ ἔκπτωτος. Τώρα, ἀφοῦ κατεσκευάσθη τὸ κατάστρωμα, δὲν ἔχομεν χρήματα, ἵνα μεταφέρωμεν αὐτὸ εἰς τὴν θέσιν του! Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐγγράψῃ τὴν σχετικὴν πίστωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἄλλην παράκλησιν. Διὰ νὰ γείνῃ ἡ μεταφορὰ τῆς γεφύρας, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ γεφυρίδιον παρὰ τὸ χωρίον Ἴσαρι· πρόκειται δὲ περὶ δαπάνης ἑπτακοσίων μόνον δραχμῶν. Ἐὰν δὲν κατασκευασθῇ τὸ γεφυρίδιον τοῦτο, εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταφερθῇ ἡ γέφυρα.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ποῖον δῆμον;
§65Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἰς τὸν δῆμον Φαρῶν τῆς ἐπαρχίας μου.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§67Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς μεταξὺ τῶν ἄλλων κληροδοτημάτων κατέλιπε καὶ ἓν ποσὸν διὰ τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν μεγάρων. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, διὰ ποῖον λόγον ἀναβάλλεται ἡ ἀνέγερσις δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Χαλκίδι; Γνωρίζω ὅτι πρὸ πολλοῦ εἶχε διαταχθῆ εἷς μηχανικός, ἵνα ἑτοιμάσῃ σχέδιον, ἀλλὰ καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον δύο ὁλόκληρα ἔτη, τὸ σχέδιον αὐτὸ δὲν κατωρθώθη νὰ ἑτοιμασθῇ· ἐπειδὴ ὅμως κατωρθώθη νὰ ἑτοιμασθῇ σχέδιον καὶ ν’ ἀνεγερθῇ δικαστικὸν μέγαρον εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, ἐγὼ δέχομαι καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ εἰς τὴν πόλιν τῆς Χαλκίδος τὸ αὐτὸ σχέδιον δικαστικοῦ μεγάρου, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Ἄμφισσαν, τὴν πρωτεύουσαν τῆς Παρνασσίδος, καὶ τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει Πρωτοδικεῖον, Εἰσαγγελίαν, Εἰρηνοδικεῖον κλπ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ Δημόσιον πληρώνει οὐκ ὀλίγα ἐνοίκια διὰ τὰ δικαστικὰ γραφεῖα ἐν Χαλκίδι, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαλλαγῇ, ἀνεγεῖρον τὸ δικαστικὸν μέγαρον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι γνωστὸν, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ πόλις τῆς Χαλκίδος θὰ συγκοινωνῇ σιδηροδρομικῶς μετὰ τῶν Ἀθηνῶν, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, ἵνα ἐπιταχυνθῇ ἡ κατασκευὴ δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Χαλκίδι. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι δέχομαι, ἵνα τὸ σχέδιον τὸ ἐφαρμοσθὲν ἐν Ἀμφίσσῃ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν Χαλκίδι.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Δηλιγιάννης.
§69Θ. ΛΕΚΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ὑπέβαλον πρότασιν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν θέλει νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη, κύριε Βουλευτὰ, εἶναι ἐξακολούθησις συζητήσεως ἀρξαμένης ἀπὸ τῆς χθές. Τὴν πρότασιν ὑμῶν δύνασθε νὰ ὑποβάλητε μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀρξαμένης ταύτης συζητήσεως, καὶ εὐθὺς ὡς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§71Θ. ΛΕΚΑΣ. Μετὰ τὸ πέρας ποίας συζητήσεως;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς πολιτικῆς. Ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ ἕνα μῆνα αὕτη; Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ κυριωτέρα βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζομεν τὴν γνώμην ἡμῶν, ὅτι τὰ προστεθησόμενα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 ἔξοδα πρέπει νὰ τὰ πορισθῶμεν ἐξ οἰκονομιῶν, δι’ ἐλαττώσεων δηλ. τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἡ κυριωτέρα, λέγω, βάσις τῆς γνώμης ἡμῶν εἶναι ἡ σπατάλη ἡ διαπραχθεῖσα κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν χθές, ἀγορεύων πρὸς ὑμᾶς, συνεκεφαλαίωσα τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ἀποδεικνύοντας τὴν σπατάλην ταύτην καθ’ ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων· πρέπει δὲ νὰ πράξω τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῶ ὅτι λέγω λόγους κενούς, ἀερώδεις, οἱ ὁποῖοι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ διαφωτίσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, ὅπως ἐν γνώσει ἀποφηνώμεθα γνώμην ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν σχεδίων τοῦ Ὑπουργείου, πρέπει νὰ μὴ παραλίπω νὰ ἀναφέρω πρὸ πάντων τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ἵνα ἢ ἐξελέγξητε αὐτοὺς κατ’ ἰδίαν, ἤ, ἐὰν ἤθελε πεισθῆ ἡ Βουλή, ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς, στέρξητε νὰ ἐπηρεασθῆτε ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους. Παραβάλλω τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν μετὰ τὸν πόλεμον ἐτῶν 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, ἢ μᾶλλον τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν τούτων, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ἀπολογισμοί, πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1896, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τελευταῖον ἔτος πρὸ τοῦ πολέμου, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλας ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῶν πρὸ τοῦ πολέμου οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ ἔξοδα, κατὰ τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1902, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896, ἀπὸ δραχ. 2,195,572.95 εἰς 2,791,410.69. Ἑπομένως ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1902, παραβαλλόμενα πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1896, κατὰ δραχμὰς 595,837.74. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1896 εἶχον προσδιορισθῆ εἰς δραχ. 5,149,039.92, ἀνεβιβάσθησαν κατὰ τὸ 1902 εἰς 6,169,639.87· ἤτοι ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1902 κατὰ δρ. 1,020,599.95. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1896 συνίστανται εἰς 12,390,150.11, κατὰ τὸ 1902 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 17,343,290.03, ἤτοι ηὐξήθησαν κατὰ τὸ 1902 κατὰ δραχμὰς 4,953,139.92. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1896 συνίσταντο εἰς δρ. 3,774,457.67, ἀνεβιβάσθησαν δὲ κατὰ τὸ 1902 εἰς δραχ. 5,610,961.32, ἤτοι ηὐξήθησαν καὶ ταῦτα τὸ 1902 κατὰ δραχμὰς 1,836,503.65. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1896 συνίσταντο εἰς 1,377,156.44, κατὰ δὲ τὸ 1902 ηὐξήθησαν εἰς 3,471,088.24. Ἑπομένως ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1902 κατὰ δραχμὰς 2,093,931.80. Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1896 εἰς 16,662,888.12, κατὰ δὲ τὸ 1902 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 18,995,849.47, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ τοῦ 1896 κατὰ 2,332,961.35. Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου κατὰ τὸ 1896 συνίσταντο εἰς δραχ. 6,683,623.62, ἀνεβιβάσθησαν δὲ καὶ ταῦτα κατὰ τὸ 1902 εἰς 7,222,139.95, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 538,516.33. Τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων κατὰ τὸ 1896 συνίσταντο εἰς 8,025,776.12, κατὰ τὸ 1902 δὲ ἀνεβιβάσθησαν εἰς 10,762,426.82, ἤτοι καὶ ταῦτα ηὐξήθησαν κατὰ 2,736,650.70. Τὰ ἔξοδα τέλος τῶν διαφόρων πληρωμῶν κατὰ τὸ ἔτος 1896 συνίσταντο εἰς 3,857,585.98, κατὰ δὲ τὸ 1902 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 10,375,138.49. ἤτοι καὶ τὰ ἔξοδα τῶν διαφόρων πληρωμῶν κατὰ τὸ 1902 ηὐξήθησαν κατὰ δραχ. 6,517,552.96. Ἀθροίσατε τὰ ποσὰ, καθ’ ἃ ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ τὰ ἔξοδα τῶν διαφόρων πληρωμῶν, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι τὸ ἄθροισμα τῶν κατὰ τὸ 1902 γενομένων αὐξήσεων ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 22,630,694.40. Ἀλλ’ ἂν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν κατὰ τὸ 1902 γενομένων αὐξήσεων προσθέσητε καὶ τὰς αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν ἑκάστῳ τῶν Ὑπουργείων κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τοῦ 1902 τριετίαν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ κεφάλαιον τῶν αὐξηθέντων ποσῶν ἀνεβιβάσθη εἰς 48,262,489.86. Φρονοῦμεν διὰ τοῦτο, ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ προσθῆκαι αὗται μετὰ τῶν ἄλλων σπαταλῶν ἐξήντλησαν ἀναγκαίως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς χώρας· διότι, ἐὰν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἠδυνήθη νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς προσθήκας ταύτας, καὶ νὰ μὴ περιαχθῇ κατὰ τι τῶν ἐτῶν τούτων εἰς ἐλλείμματα, ἐγένετο τοῦτο, διότι ἐνετάθη ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων φόρων, ἐπὶ καμάτῳ τῆς παραγωγῆς, ὅπως ἐπαρκέσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὰς αὐξήσεις ταύτας. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ κακὸν τοῦτο, διότι πλὴν αὐτοῦ ἐδημιουργήθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην τριετίαν, ἤτοι τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902, χιλιάδες θέσεων, οὕτω δὲ τὸ κακὸν κατέστη πολλαπλοῦν, οὐδ’ εἶναι μόνον κακὸν οἰκονομικόν, χρηματικόν. Κατὰ δοθεῖσάν μοι σημείωσιν, προσετέθησαν κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ὑπερτρισχίλιαι θέσεις, πλὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προστεθέντων ἀστυφυλάκων καὶ ἄλλων τινῶν ὑπηρετῶν διαφόρων κατηγοριῶν. Ἡ ἐγκράτεια ἡ οἰκονομικὴ τυγχάνει στοιχεῖον ἀναπόφευκτον τῆς σώφρονος διοικήσεως, μάλιστα ἐν Κράτεσι κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένοις, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενὲς ὄν, ἔχον ἀτελείας, εἶναι δ’ ἴσως λίαν αὐστηρὸν νὰ φρονῶμεν, ὅτι ἕκαστος τῶν πολιτῶν ὀφείλει νὰ ἦναι ἐγκρατὴς, καὶ ἕκαστος τῶν ἀντιπροσωπευόντων τοὺς πολίτας ὡσαύτως ἐγκρατής· ἐὰν δὲ ἡ δημοσία διοίκησις δύνηται νὰ διανέμῃ τὰ δημόσια χρήματα δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ἐὰν δύνηται μάλιστα νὰ δημιουργῇ θέσεις, διότι αἱ θέσεις πληροῦνται ὑπὸ ἀτόμων, ἐὰν παρέχηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ εὐκολία νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ ὑπάρχοντα ὄργανα τῆς διοικήσεως 1000 ἢ 1500 νέας θέσεις, ὑποθέτετε ὅτι τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τῶν πολιτῶν, οἵτινες καταλαμβάνουσι τὰς θέσεις ταύτας, δὲν δεκάζει τὸ Ὑπουργεῖον; Καὶ ὅταν δεκάζωνται οἱ πολῖται ὡς ἐκλογεῖς, ἢ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου δεκάζωνται ὡς πολιτικοὶ, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νοθεύεται, καθίσταται εἰκονικὴ ἡ λειτουργία αὐτοῦ, δὲν ὑπάρχει, καὶ σᾶς συμβουλεύω νὰ προτιμήσητε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶν ἄλλο πολίτευμα καὶ οὐχὶ τὸ κοινοβουλευτικόν. Ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως, καὶ ὑπεστήριξα ἀπὸ τῆς ἐμῆς νεότητος, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ μόνον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἀλλ’ ὅταν τοιαύτη μεταβάλληται ἡ λειτουργία αὐτοῦ, ὅταν οὕτως ἐφαρμόζηται, ὅταν πάντες ὑμεῖς διαστρέφητε τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, τότε παραιτήσατε, Κύριοι, τὸ πολίτευμα τοῦτο, διότι καθιστᾶτε αὐτὸ ἀπαίσιον διὰ τὸν τόπον, καταστρεπτικὸν δι’ αὐτόν. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Ὅταν τοιαῦτα, ἕνεκα τοιούτων ἀναγκῶν, οἷαι αἱ περὶ ὧν πρόκειται, ἐπιβάλλωσι τὴν ἀνάγκην αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, σκεπτώμεθα δὲ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ προμηθευώμεθα τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ στέρξω ἄλλην γνώμην, ἄλλην ἰδέαν ἢ μόνον τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα, νὰ περιορίσωμεν τὴν σπατάλην· καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ὅλα τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα διὰ τῆς ἀθρόας ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, πρέπει ὅμως νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἐλαττώνωμεν αὐτὰ κατ’ ἔτος. Ἡμεῖς διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐκλήθημεν κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον εἰς τὴν ἀρχὴν, κατηργοῦμεν, ἐὰν ταῦτα ἤθελον ψηφισθῆ, 1848 θέσεις. Ἦτο ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἀξία τῆς προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ προσεδοκῶμεν, ὅτι ἤθελε πεισθῆ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀποστέρξῃ νὰ ψηφίσῃ τὰ προταθέντα μέτρα, ἀφοῦ καὶ οἰκονομία ἐξόδων δι’ αὐτῶν ἐπετυγχάνετο, καὶ ἠλαττώνοντο συγχρόνως τὰ μέσα, δι’ ὧν καὶ τὸ πολίτευμα διεστρέφετο καὶ οἱ πολῖται διεφθείροντο. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν κατέληξαν οὕτω, διότι τὰ νομοσχέδια ἡμῶν δὲν ἐψηφίσθησαν, ἡμεῖς δὲ ἠναγκάσθημεν νὰ παραιτηθῶμεν. Τὸ ἐνεστὼς ὅμως Ὑπουργεῖον ὑπέθεσεν, ὅτι ἐλαττώνει τὴν σπατάλην διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ δὲν ἤκουσα τοῦτο μόνον ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνέγνων αὐτὸ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει, διὰ τῆς ὁποίας εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ κατώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα κατὰ 5,035,162 δραχμάς. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐλαττώνει, ἐὰν δὲν ἀνεγράφετο ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐὰν δὲν ἐπεψηφίζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελον πραγματοποιηθῆ, ἤθελον πληρωθῆ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου; Τοῦτο βεβαίως ἤθελεν ἀποτελεῖ τὴν ἀπόδειξιν τῆς περιστολῆς τῆς σπατάλης· ἀλλ’ εὑρίσκω δυστυχῶς, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,035,162 δραχμῶν ποσὸν δραχμῶν 3,701,294 δὲν εἶναι ἐλάττωσις δαπανῶν, δὲν εἶναι οἰκονομίαι, ἀλλ’ εἶναι ἀφαιρέσεις πιστώσεων, αἵτινες εἶχον κατασταθῆ περιτταὶ, ἔπρεπε δὲ νὰ ἀφαιρεθῶσιν, οὐχὶ λόγῳ οἰκονομιῶν, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα. Παραδείγματος χάριν, τὸ ποσὸν τῶν 5,035,162 περιλαμβάνει δραχμὰς 73,647, αἵτινές εἰσιν ἀφαιρετέαι ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν συντάξεων. Ἐλάττωσις τῶν συντάξεων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται, διότι αὗται ἀπενεμήθησαν νομίμως διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐκεῖνοι δὲ, πρὸς οὓς ἀπενεμήθησαν, ἀπέκτησαν δικαίωμα νὰ λαμβάνωσιν αὐτὰς, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἐλάττωσις αὐτῶν· ἀλλ’ ἡ πίστωσις ἦτο περιττὴ, διότι ὑπερέβαλλε τὴν ἀνάγκην τῆς πληρωμῆς τοσούτου ποσοῦ, δὲν πρέπει δὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς οἰκονομία τὸ ἐλαττωθὲν ἐκ τῆς διὰ συντάξεις πιστώσεως, καὶ μνημονευθὲν ἤδη ποσόν.
§74Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον εἶναι τὸ ποσόν; 73,647 δραχμαί;
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ὡσαύτως ποσὸν 486,603 δραχμῶν ἀνεγράφη ὡς οἰκονομία ἐπενεχθεῖσα ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Ὡμίλησα καὶ χθὲς περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐξηγήσας ὅτι ἐλαττοῦται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς κατὰ 486,603 δραχμάς, οὐχὶ διότι διὰ τὴν Βουλὴν δαπανῶνται ἀναγκαίως δραχ. 1,057,803, ὅσαι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1903, καὶ τὴν ἀναγκαίαν ταύτην δαπάνην ἠλάττωσε τὸ Ὑπουργεῖον εἰς δραχ. 571,200, ἀλλὰ διότι ἀρκοῦσιν αἱ 571,200 δραχμαὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς χορηγίας τῶν Βουλευτῶν, ἀφοῦ εἴμεθα 234 Βουλευταί, λαμβάνοντες 1800 δραχμὰς ἕκαστος. Κατὰ τὸ 1903 εἶχεν ἀναβιβασθῆ ἡ δαπάνη τῆς χορηγίας τῶν Βουλευτῶν, διότι εἶχε συγκληθῆ ἔκτακτος Σύνοδος, ἐνῷ κατὰ τὸ 1904 δὲν ὑπάρχει ἔνδειξις ἐνδεχομένης ἀνάγκης συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Διὰ τοῦτο ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐλαττωθῇ ἡ πίστωσις ἀπὸ δραχ. 1,057,803 εἰς 571,200, ὅσαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον. Ὅθεν δὲν εἶναι οἰκονομία, ἀλλὰ ἐλάττωσις πιστώσεως ὑπερβαλλούσης, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη δὲν ἐδηλώθη. Ὡσαύτως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ὡς ἐλάττωσις, ἐπενεχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δαπανηθέντος πέρυσι ποσοῦ, ἐκ δραχ. 117,320. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ Δημόσιον θέλει πληρώσει ὀλιγώτερα τῶν ὅσα ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς κατὰ τὸν νόμον περὶ συμβιβασμοῦ· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ὑπερβαίνει τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν κατὰ τὸ 1904 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ὅθεν δὲν εἶναι οἰκονομία καὶ ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ἀλλ’ ἀφαίρεσις πιστώσεως μὴ ἀναγκαίας. Ἀνεγράφη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὡς οἰκονομία ἡ ἀφαίρεσις πιστώσεως δραχ. 4,167 δι’ ἐνοίκιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καὶ ἐπληρώσαμεν ἀληθῶς κατὰ τὸ 1903 τὸ εἰρημένον ποσὸν δι’ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας, ἥτις ἐχρησίμευεν ὡς Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι τὰ γραφεῖα αὐτοῦ μετεκομίσθησαν ἀπὸ τῆς ἰδιωτικῆς οἰκίας εἰς τὸ δημόσιον κατάστημα κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους, ἐπληρώθη δὲ ἐνοίκιον μόνον πέντε καὶ ἡμίσεος μηνῶν εἰς τὸ ἰδιωτικὸν κτίριον. Ἔκτοτε μετεκομίσθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐν τῷ δημοσίῳ καταστήματι, δὲν πληρώνεται δὲ πλέον ἐνοίκιον, οὐδ’ ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις, ἥτις εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903. Διεγράφη πίστωσις δραχμῶν 40,000, ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, διὰ κατασκευὴν πλακῶν καὶ προμήθειαν γραμματοσήμων, διότι ἐφέτος δὲν πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσι πλάκες, οὐδὲ νὰ προμηθευθῶμεν γραμματόσημον περισσότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Ἑπομένως οὐδ’ ἡ ἀφαίρεσις τῶν 40,000 δραχ. εἶναι ἐλάττωσις γενομένη χάριν οἰκονομίας. Ἀνεγράφη πίστωσις ἐλάσσων τῆς κατὰ τὸ 1903 περιληφθείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ δραχμὰς 48,000, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἐφέτος ἐνέκρινε νὰ μὴ ἐντείληται τὴν ἐξόρυξιν 120,000 στατήρων σμύριδος, ἀλλὰ μόνον 100,000, ἀφοῦ δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐξορυχθῶσιν 100,000 στατῆρες, δὲν ἀπῃτοῦντο ὡς ἔξοδα ἐξορύξεως αἱ 48,000 δραχμαί. Διεγράφη πίστωσις δραχ. 2,800 δι’ ἀσφάλιστρα κτιρίων. Ἀφοῦ ἀπεφασίσθη ἢ συνεφωνήθη νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἀσφάλιστρα κατὰ 2,800 δραχμὰς, δὲν πρέπει ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ποσοῦ νὰ κριθῇ ὡς γενομένη λόγῳ οἰκονομίας. Διεγράφη πίστωσις 13,350 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ 1903 ἐπληρώθησαν ὡς προὶξ εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ κ. Ἀθανασίου Ἴσκου, τὴν θυγατέρα τοῦ μακαρίτου Ἀνδρέου Ἴσκου ἀγωνιστοῦ. Εἰς ταύτην εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ δοθῇ προῖξ, τὸ ποσὸν τῆς ὁποίας ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1903, δὲν πρόκειται δὲ νὰ πληρωθῇ ἐκ δευτέρου κατὰ τὸ 1904, ἑπομένως ἀφηρέθη πίστωσις μὴ ἀναγκαία, δὲν πρέπει δὲ νὰ καταλογίσῃ ταύτην ὡς μέτρον οἰκονομίας. Διεγράφη πίστωσις 75,000 δραχμῶν, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ 1903 ἠγοράσθησαν βόες καὶ παρεχωρήθησαν εἰς τοὺς συνοικισθέντας ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ Καμαριναίους καὶ Ἠπειρώτας. Εἶχεν ὑποχρεωθῇ ἡ Διοίκησις νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς βόας, ἐχορήγησε δ’ αὐτοὺς κατὰ τὸ 1903, ἑπομένως ἦτο περιττὸν ν’ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904. Διεγράφη ὡσαύτως πίστωσις δρ. 30,000, ἡ ὁποία εἶχε περιληφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, ἐκ τῆς ὁποίας ἐδαπανήθησαν τὰ πρὸς ἐξερεύνησιν τῶν παραλίων, ὅπως ἀνευρεθῶσι στρώματα κοραλλίων. Ἡ ἐργασία ἐγένετο κατὰ τὸ 1903, ἐδαπανήθη δὲ δι’ αὐτὴν τὸ ποσὸν τῆς εἰρημένης πιστώσεως τῶν 30,000 δραχμῶν, δὲν πρόκειται ἑπομένως νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτὴν κατὰ τὸ 1904, ἡ δὲ διαγραφὴ αὐτῆς εἵπετο ὡς ἀναγκαία. Διεγράφη πίστωσις 706,000 δραχμῶν, ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 διὰ σύνταξιν καὶ ἀνατύπωσιν ἐκλογικῶν καταλόγων, δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, παρισταμένων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ψηφοφορίας, καὶ διοικητικῶν ἐπιτρόπων παρισταμένων κατὰ τὴν διαλογὴν, ὡς καὶ διὰ προμήθειαν ἐκλογικῶν εἰδῶν. Ἐφέτος δὲν ὑπάρχει ἔνδειξις, ὅτι θέλουσι προκηρυχθῆ δημοτικαὶ ἢ βουλευτικαὶ ἐκλογαί· ἑπομένως ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ ἡ πίστωσις, δὲν εἶναι δ’ αὕτη ἀποτέλεσμα προνοίας οἰκονομιῶν. Διεγράφη πίστωσις ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἥτις εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, πρὸς πληρωμὴν τῆς τελευταίας δόσεως τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου· ἀλλὰ τὸ Δημόσιον κατέβαλεν ἤδη καὶ τὰς τρεῖς δόσεις τοῦ δανείου τούτου, ἑπομένως δὲν ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ ἐφέτος ποσόν τι διὰ τὸ δάνειον τοῦτο. Ἠλαττώθη κατὰ 70,000 δραχμὰς ἡ δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ πίστωσις. Εἶναι δ’ εὐτυχὴς καὶ αἰσία ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι δὲν θέλει δοθῆ ἀφορμὴ, ἥτις ἤθελε καταστήσει ἀναγκαίας ἀκεραίας τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἀναγραφείσας πιστώσεις τῶν ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν ἐξόδων. Καὶ ἐγὼ δ’ εὔχομαι ν’ ἀποφύγωμεν ἐπιδημίας ἢ νόσους ἐνδημούσας, καίτοι ὑπάρχουσι νόσοι, αἵτινες μαστίζουσι τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν, δύο ἢ ἴσως τρεῖς, ἵνα μὴ παραλίπω τὴν μίαν κατ’ εὐφημισμὸν, ἡ νόσος τῆς φθίσεως καὶ ἡ νόσος τῆς εὐλογίας. Διὰ τὴν περὶ καταστολῆς τῶν δύο τούτων νόσων πρόνοιαν, ἢ καὶ τῆς τρίτης, ἡ ὁποία καὶ αὕτη μαστίζει τοὺς πληθυσμοὺς τῶν πόλεων, ἔκρινε τὸ Ὑπουργεῖον ἀρκοῦσαν τὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν· ἀφοῦ δὲ τὸ Δημόσιον κρίνει, ὅτι αὕτη δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ἡ διαγραφὴ τῆς πιστώσεως εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πεποιθήσεως ταύτης αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως, ὃ μὴ γένοιτο, παρασταθῇ ἀνάγκη τις μεγαλειτέρα, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει ζητήσει ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Ἠλαττώθησαν κατὰ 340,050 δραχμὰς αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 χάριν τῆς γεωργίας πιστώσεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐλαττώσῃ τὰς πιστώσεις ταύτας, ἀφοῦ, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συνέχαιρεν ἄλλοτε τὴν χώραν διὰ τὴν εὐμάρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν προήχθη, καὶ τὴν πρόοδον τὴν οἰκονομικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν βαίνει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐγὼ δὲν ἔχω τοιαύτην γνώμην, φρονῶν ὅτι πρέπει μετ’ ἐπιμονῆς ν’ ἀσχοληθῶμεν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, τῆς ὁποίας κλάδος οὐσιώδης καὶ μέγας εἶναι ἡ γεωργία· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ διαγραφῇ ἡ πίστωσις αὕτη, διότι δὲν εἶναι οἰκονομίαι αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα προορίζονται πρὸς προστασίαν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καθῆκον δὲ ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται εἰς τὴν διοίκησιν, εἶναι νὰ διατηρήσωσι καὶ ἐνισχύσωσι τὴν οἰκονομικὴν ἐργασίαν τῆς κοινωνίας. Καὶ ἄλλη διεγράφη πίστωσις, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ, καθ’ ἃ καὶ ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γκότσης παρέστησεν. Ὁ κ. Γκότσης ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχει γέφυρα, τῆς ὁποίας ἡ κατασκευὴ εἶχεν ἀρχίσει, εἶχον τεθῆ τὰ θεμέλια καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτεθῇ ἐπ’ αὐτῶν τὸ κατάστρωμα, τὴν δαπάνην δὲ κατέβαλον ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, γνωστὸν δὲ, ὅτι τὰ χρήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν ἀποτελοῦσιν ἴδιον ταμεῖον δημοτικῆς ὁδοποιΐας, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσι τὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1903 ὑπάρχοντα ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ κεφάλαια αὐτῆς, οἱαδήποτε δὲ ἀνάγκη καὶ ἂν ὑπῆρχεν, εἶναι ἀνάρμοστον εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἀρνῆται νὰ καταβάλῃ ἐκ τῶν εἰρημένων κεφαλαίων τὰ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γεφύρας ταύτης ἀπαιτούμενα, ἀφοῦ τῶν κεφαλαίων τούτων εἶναι ἁπλοῦς θεματοφύλαξ. Εἶπον ἀνάρμοστον, διότι ἡ ἄρνησις ἀντιβαίνει εἰς τὴν καλὴν πίστιν αὐτῆς, ἥτις ἐπέβαλλε νὰ διατηρήσωμεν τὰ χρήματα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας κεχωρισμένα, ἀφοῦ ὁ νόμος ὥρισεν, ὅτι ταῦτα προορίζονται ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, διότι ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ εἰσπράττονται ἀπὸ τοὺς πολίτας, καὶ τοῦτο προέτεινεν ἡ Διοίκησις, ὅτε προέτεινεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸν νόμον περὶ ἐθνικῆς ὁδοποιΐας· ὅτε δὲ συνεχωνεύθη τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ῥητῶς ἀπεφασίσθη νὰ μὴ συγχωνευθῶσι τὰ ταμεῖα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια αὐτῶν νὰ μένωσιν ἐν χερσὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἵνα διατίθηνται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οὐδέποτε ἐδιστάσαμεν νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς δήμους πάντα τὰ ὑπ’ αὐτῶν ζητούμενα ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτῶν ποσὰ πρὸς κατασκευὴν ἔργων ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ νῦν τὸ Ὑπουργεῖον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν πᾶσαν πίστωσιν, ἐνῷ εἶχεν ἀναγραφῆ τοιαύτη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἐκ δραχ. 100,000, δηλαδὴ ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ τὰ εἰς αὐτὸ ἀποτεθειμένα χρήματα εἰς τοὺς πιστωτάς του, οἷοί εἰσιν οἱ δῆμοι, ἀναγκάζει δ’ οὕτω αὐτοὺς νὰ μὴ κατασκευάσωσι τὰς ὁδοὺς, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1904, ἀφοῦ δὲν περιλαμβάνει πίστωσιν ὁ Προϋπολογισμός. Ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι μόνον ἄδικος, εἶναι καὶ αὐθαίρετος, ἂν ἤθελεν ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ διαγραφὴ τῆς πιστώσεως ταύτης, οὐδὲ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν διαγραφὴν αὐτῆς. Ἠλάττωσε κατὰ δραχ. 261,000 τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 πρὸς ἀποζημίωσιν κτημάτων, τὰ ὁποῖα κατελήφθησαν διὰ κατασκευὴν ὁδῶν ἢ σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν καλὴν πίστιν τῆς Διοικήσεως· διότι, ὅταν καταλαμβάνῃ κτήματα ἰδιωτικὰ, ὀφείλει κατὰ τὸ Σύνταγμα ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας πρὸ τῆς καταλήψεως· ἀφοῦ δ’ αἱ ἀνάγκαι τῆς κατασκευῆς ὁδῶν ἢ σιδηροδρόμων καθιστῶσιν ἀναπόφευκτον τὴν κατάληψιν τοῦ ἐδάφους τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ πρὸ τῆς πληρωμῆς τῶν κτημάτων, δὲν πρέπει νὰ μὴ πληρώνῃ εἰς τοὺς κυρίους τῶν καταληφθέντων κτημάτων ἢ γαιῶν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς αὐτοὺς, ὡς ἀποζημίωσις δι’ αὐτάς· ἐὰν δ’ ἀφαιρεθῇ ἡ πίστωσις καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1904, οἱ ἰδιοκτῆται κτημάτων ἢ γαιῶν, αἱ ὁποῖαι κατελήφθησαν ὑπὸ κατασκευαζομένων ὁδῶν ἢ κατασκευαζομένων σιδηροδρόμων, θὰ μένωσιν ἐστερημένοι τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσι δικαίωμα κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἀπαιτήσωσι παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου. Δὲν πρέπει ὡσαύτως νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ δραχ. 100,000 ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 διὰ τεχνικὰ ἔργα βατῶν ὁδῶν. Ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν ὁδοὺς ἐθνικὰς, ἢ ὁδοὺς ἐπαρχιακὰς ἢ δημοτικὰς, ἡ κατασκευὴ βατῶν ὁδῶν εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ 1896 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου μοὶ ἐπέτρεπε νὰ διαθέσω 3,000 δραχμὰς πρὸς κατασκευὴν βατῶν ὁδῶν, ἐπέτρεψα δὲ νὰ δαπανηθῶσιν αὗται εἰς κατασκευὴν βατῆς ὁδοῦ, συνδεούσης τὰ περὶ τὸν Ἑλικῶνα μέρη μετὰ τῆς Λεβαδείας, διὰ τὴν συγκοινωνίαν, ἥτις πάντως ἦτο ἀναγκαία διὰ τὴν χώραν ἐκείνην. Αἱ 3,000 δραχμαὶ ἐδαπανήθησαν πρὸς κατασκευὴν τῆς βατῆς ὁδοῦ μέχρις ἑνὸς σημείου, ἴσως μέχρι τοῦ ἑνὸς τρίτου τῆς ὅλης γραμμῆς, ἔμεινε δὲ τὸ μεγαλείτερον μέρος αὐτῆς μὴ κατασκευασθὲν, διότι δὲν ἐπήρκεσε τὸ εἰρημένον ποσόν. Ὅτε μετέβην εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁσίου Λουκᾶ, ἐπανερχόμενος ἀνέβην εἰς τὸν Ἑλικῶνα, ἐβάδισα δ’ ἀνέτως ἐπὶ τοῦ κατασκευασθέντος τμήματος τῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου μέρους ἡ ὁδοιπορία δὲν ἦτο ἀκίνδυνος. Διὰ τοῦτο ἀνέγραψα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 πίστωσιν 250,000 δραχμῶν, ὅπως κατασκευασθῶσι πανταχοῦ, ἔνθα εἰσὶν ἀναγκαῖαι, ὁδοὶ βαταί· φρονῶ ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 100,000 δραχμὰς ἡ διὰ κατασκευὴν βατῶν ὁδῶν πίστωσις. Οὕτω τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσι, διότι ἦσαν ἀναγκαῖα, οὐδ’ εἶχεν ἐκλίπει ἡ ἀνάγκη αὐτῶν, ἀφοῦ αὗται δὲν ἐθεραπεύθησαν οὐδὲ κατὰ τὸ 1903 οὐδὲ κατὰ τὸ 1902, οὐδ’ ἡ ἀφαίρεσις αὐτῶν δύναται νὰ παρασταθῇ ὡς οἰκονομία. Ἀνέρχονται δὲ ταῦτα εἰς δραχμὰς 890,000· ἑπομένως τὸ ἀναγγελθὲν ἐκ δραχμῶν 5,035,162 ποσὸν, καθ’ ὃ ἠλάττωσαν τὰ ἔξοδα τοῦ 1904, δὲν εἶναι ποσὸν οἰκονομιῶν, οὐδ’ ἀφῄρεσαν αὐτὸ χάριν οἰκονομίας, ἀλλ’ ἦτο ποσὸν, τοῦ ὁποίου οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη κατὰ τὸ 1904, αἱ δὲ γενόμεναι ἐλαττώσεις ἐξόδων συνίστανται μόνον εἰς δραχ. 1,633,868 ἢ μᾶλλον εἰς 1,416,228, διότι οὐδ’ αἱ 217,640 δραχμαί, τὰς ὁποίας ἀπέκοψε τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἕνεκα τῆς προτεινομένης διὰ νομοσχεδίου καταργήσεως δημοτικῶν σχολείων, οὐδ’ αὗται πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσι, διότι ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλετε πεισθῆ νὰ στέρξητε εἰς τὴν κατάργησιν ταύτην. Ἴσως ἄλλαι τινὲς πιστώσεις ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπέμεινα εἰς τὴν ἐξερεύνησιν αὐτῶν, καίτοι ταῦτα ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῶσιν ὡς οἰκονομίαι. Ἀλλὰ τὸ εἰρημένον ποσὸν εἶναι ἀνάλογον διὰ νὰ προταθῇ ὡς ἀπόδειξις τῆς περιστολῆς τῆς σπατάλης, τὴν ὁποίαν σᾶς κατέδειξα πρὸ μικροῦ, σπατάλης 17 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον; Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς οἰκονομίας ταύτας, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον προτείνει, πρέπει δὲ νὰ προβῶμεν εἰς ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων μετὰ στοργῆς μεγαλειτέρας πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἀλλὰ δύνανται νὰ ἐρωτήσωσι: «Σεῖς, Κύριοι, ποίας προεβάλλετε οἰκονομίας, ὅτε διηυθύνετε τὰ κοινά;» Δὲν ἔχω μόνον τὸ θάρρος, ἔχω καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ πραγματευθῶ περὶ τούτου, διότι πρόκειται νὰ μεταδώσω πολύτιμον πληροφορίαν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς συμπολίτας ἡμῶν, διότι, ἂν δύνανται νὰ μᾶς ἐλέγξωσιν ὅτι δὲν ἐπηνέγκομεν μεγαλειτέρας οἰκονομίας ἀφ’ ὅσας ἐπηνέγκαμεν, θέλουσιν ὅμως μάθει, ὅτι ἐπηνέγκομεν ἀληθεῖς καὶ πραγματικὰς οἰκονομίας, ἃς θέλω μετ’ ὀλίγον σᾶς καταδείξει. Καὶ δὲν ἐπηνέγκαμεν μεγαλειτέρας οἰκονομίας, ὄχι διότι ἀνεστάλημεν ἐξ εὐαισθησίας, διότι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν εὐαισθησίαν, ὅσην τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου ἔχουσι, καὶ ἡμᾶς ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ ἡ ἀνάμνησις τῆς καταργήσεως πολλῶν ἑκατοντάδων θέσεων, ἧς ἕνεκα θέλουσιν ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὸν δρόμον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέχουσιν αὐτὰς, καὶ ἠδύνατο νὰ ἐγείρῃ ἐν ἡμῖν στοργὴν πρὸς αὐτοὺς ἢ συγκίνησιν, διότι χιλιάδες ἀνδρῶν θέλουσι στερηθῆ τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι, δυνατὸν δὲ ἦτο καὶ ἡμεῖς νὰ συγκινηθῶμεν, ῥίπτοντες συμπολίτας ἡμῶν εἰς τοὺς δρόμους. Ἀλλ’ ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος πρὸ παντὸς ἄλλου αἰσθήματος κατεῖχεν ἡμᾶς· τὴν συνείδησιν δὲ τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν χώραν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χαλαρώσωσιν αἱ φωναὶ, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν ἀκούσει, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς ἢ τὰ μετ’ αὐτοῦ προταθέντα νομοσχέδια, διότι, ὅσον καὶ ἂν ἦσαν αὗται συγκινητικαὶ, ἤθελον εὑρεῖ ἡμᾶς σκληροὺς, ἀναλογιζομένους ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν ἄνευ τῶν μέτρων τούτων, ἄνευ τῆς χειρουργικῆς ταύτης ἐργασίας, τὴν ὁποίαν μὲ κλειστοὺς ὀφθαλμοὺς ὠφείλομεν νὰ ἐπιχειρήσωμεν, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ περιέλθῃ εἰς οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν οὐχὶ πλέον τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἡ χώρα, ὁ τόπος. Περιέρχονται δὲ εἰς πτώχευσιν πάντως αἱ χῶραι καὶ οἱ τόποι, ὅταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται καὶ παράγουσιν, ἡ τάξις τῶν παραγόντων, μέλλῃ νὰ περιέλθωσιν εἰς τοιαύτην ἐλάττωσιν τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα διαθέτουσι διὰ τὴν παραγωγὴν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οὐχὶ νὰ αὐξήσωσιν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐλαττώσωσι τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς, τὴν ἔκτασιν τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦ χρόνου τούτου διέπραττον. Παραβάλλω, Κύριοι, τρεῖς Προϋπολογισμούς, τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε, τοῦ ἔτους 1903, καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον εἰσήγαγε διὰ τὸ ἔτος 1904 καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλομεν κληθῆ νὰ δώσωμεν προσεχῶς ψῆφον. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν προσδιωρίζοντο εἰς δραχμὰς 2,648,405· κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ τὸ 1903, καὶ τὰς χορηγηθείσας ἐπ’ αὐτοῦ πιστώσεις, τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν προσδιωρίσθησαν εἰς 3,048,553· καὶ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ Ὑπουργεῖον, τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1904 προσδιωρίσθησαν εἰς 3,109,645. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1903, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, προσδιωρίζοντο εἰς δρ. 5,862,739. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης προσδιωρίσθησαν εἰς 5,910,794. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲ, ὃν εἰσήγαγε τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ 1904 προσδιορίζονται εἰς 5,949,043.05. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1903 διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, προσδιωρίζοντο εἰς δραχ. 14,619,001· διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπεψηφίσθη, τὰ ἔξοδα προσδιωρίσθησαν εἰς 16,914,147, καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἔξοδα τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου κατὰ τὸ 1904 προσδιορίζονται εἰς 13,332,094. Τὰ κατὰ τὸ 1903 ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν, προσδιωρίζοντο εἰς 5,249,469 διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰς 5,357,809, καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, εἰς 5,198.020. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1903 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, εἰς δραχ. 18,040,550, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς δραχ. 19,108,720.13, καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, εἰς δραχ. 20,556,053.32. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1903 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, εἰς δραχ. 7,007.053, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲ, ὅστις ἐπεψηφίσθη κατὰ τὸ 1903, εἰς δραχμὰς 7,312,375, καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὸ 1904, εἰς 8,412,474.60.
§76ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀλλὰ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Καραπάνου ἦσαν 7,500,000· ἡ διαφορὰ ὅμως τῶν κονδυλίων θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι εἰς ἐπισκευὰς καὶ ὑλικά.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, τὰ διὰ τὸ 1903 ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου προσδιωρίσθησαν εἰς δραχμὰς 1,733,083, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς δραχ. 1,834,367.41, καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν κατὰ τὸ 1904 ἐξόδων, τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, εἰς δραχ. 1,701,121.33. Τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων διὰ τὸ 1903 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑφ’ ἡμῶν εἰσαχθέντος εἰς δραχ. 9,396,500, διὰ τοῦ ψηφισθέντος δὲ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς δραχ. 10,236,861.95, καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς 9,693,477.50. Τὰ ἔξοδα τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῶν διαφόρων πληρωμῶν προσδιωρίσθησαν κατὰ τὸ 1903 διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, εἰς δραχμὰς 4,646,178, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος εἰς δραχ. 4,761,178, καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὸ 1904, εἰς 4,691,973. Αἱ διαφοραὶ αὗται σᾶς παριστῶσιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1903, ἔχει μὲν δαπάνας ἀνωτέρας, διότι δὲν ἔτυχε βασάνου, ψηφισθεὶς τὴν τελευταίαν στιγμὴν κατ’ ἀνάγκην, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ τότε συσταθὲν δὲν ἔλαβε καιρὸν οὔτε νὰ συντάξῃ οὔτε νὰ ἐπιθεωρήσῃ Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ 1903, εἶναι πολὺ ἐλάσσων τοῦ εἰσαγομένου τώρα, ὁ δὲ εἰσαγόμενος νῦν εἶναι μὲν ἔν τισι τῶν Ὑπουργείων ἐλάσσων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπεψηφίσθη κατὰ τὸ 1903, ἀλλὰ ἐν πᾶσιν εἶναι πολλῷ ὑπέρτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς. Διὰ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, τοῦ ἐκκρεμοῦς, τὰ ἔξοδα ἐν γένει τοῦ Κράτους προσδιωρίσθησαν εἰς δραχ. 117,836,428, διὰ δὲ τοῦ ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 τὰ ἔξοδα προσδιωρίσθησαν εἰς δραχμὰς 117,436,549, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 399,879 ἐλάσσω· ἀλλὰ μετὰ τῶν ψηφισθεισῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 2,388,391.49 τὰ ἔξοδα τοῦ 1903 ἀνῆλθον εἰς 120,224,816.49, ἑπομένως ὑπερέβησαν τὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προσδιοριζόμενα ἔξοδα κατὰ 2,388,388.44. Ἀναφέρω τοὺς ἀριθμοὺς τούτους οὐχὶ ἵνα σᾶς προτρέψω νὰ ἐκλάβητε αὐτοὺς ὡς ἀναλλοιώτους, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι· ἀφοῦ δὲ ψηφισθῇ, θέλουσι πάντως ζητηθῆ ἀναπληρωματικαὶ ἢ ἔκτακτοι πιστώσεις, ἑπομένως θέλει αὐξηθῆ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ δι’ αὐτοῦ προσδιορισθέν. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ παραβάλλωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ὁ ὁποῖος ἤδη κατέστη ὁριστικός, διότι πιθανὸν νὰ μὴ ζητηθῶσιν ἄλλαι ἀναπληρωματικαὶ ἢ ἔκτακτοι πιστώσεις. Κατὰ τὸ 1903 διατελέσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ἀρχῇ ἐπὶ πέντε μῆνας καί τινας ἡμέρας, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1902 μέχρι τῆς 14 Ἰουνίου τοῦ 1903. Ὁ ψηφισθεὶς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 δὲν εἶναι ὁ ὑφ’ ἡμῶν συνταχθεὶς καὶ ὑποβληθείς. Ἡμεῖς εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1903, δι’ αὐτοῦ δὲ τὰ ἔξοδα προσδιωρίζοντο εἰς δραχ. 114,151,539, ἐὰν δὲ παραβάλητε τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ εἰσαχθέντος ὑφ’ ἡμῶν Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, τοῦ μὴ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρὸς τὰ ἐκ δραχ. 120,224,816 ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ταῦτα ὑπερέβησαν ἐκεῖνα κατὰ δραχμὰς 6,073,277. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἀνάγκη ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων μεγαλειτέρα, καὶ εἰς ἡμᾶς, κατὰ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ καταστείλωμεν τὴν σπατάλην, ἡ ὁποία εἶχε λάβει χώραν κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἀπέβαινεν ἀπαραίτητον νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, διότι, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐβεβαίουν καὶ οἱ πληθυσμοὶ τῶν διαφόρων πόλεων, δι’ ὧν διήλθομεν, ἡ παραγωγὴ εἶχεν ἀνάγκην ἐνισχύσεως, διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἀπὸ τοῦ καμάτου, εἰς τὸν ὁποῖον περιήγαγεν αὐτὴν ἡ σπατάλη τῶν δημοσίων χρημάτων. Διὰ τοῦτο, ἂν ἀνεγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, ὃν ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας πιστώσεις δραχμῶν 477, 376, ὅσαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904, ἤτοι κατὰ δρ. 340,050 ὀλιγωτέρας τῶν 817,426, ὅσας εἴχομεν ἀναγράψει, καὶ πρὸς κατασκευὴν, ἀνακαίνισιν καὶ συντήρησιν τῶν ὁδῶν δραχμὰς 2,940,000, ὅσας ἀνέγραψαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904, ἤτοι ὀλιγωτέρας τῶν δραχ. 3,624,000, ὅσας εἴχομεν ἀναγράψει, κατὰ δραχ. 684,000, καὶ πρὸς ἀποζημίωσιν γαιῶν καὶ κτημάτων, καταληφθέντων ὑπὸ ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων πιστώσεις 469,650 δραχμῶν, ὅσαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1904, ἤτοι κατὰ δραχ. 251,350 ὀλιγωτέρας τῶν 520,000, τὰς ὁποίας εἴχομεν ἀναγράψει, ὁ ὑφ’ ἡμῶν εἰσαχθεὶς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 δὲν ἤθελε καταλήγει εἰς περίσσευμα δραχμῶν 5,254,962 μόνον, ἀλλ’ εἰς περίσσευμα δραχ. 6,530,362, διότι ἤθελον ἀναγραφῆ ἔξοδα ἐλάσσονα τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένων κατὰ δρ. 340,050 τοῦ κεφαλαίου τῆς γεωργίας, καὶ κατὰ δρ. 684,000 ὀλιγώτερα τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ κατὰ δραχμὰς 251,350 ὀλιγώτερα τοῦ κεφαλαίου τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ὑπὸ ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων καταλαμβανομένων γαιῶν καὶ κτημάτων. Ἡ διαφορὰ δὲ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, ὃν εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, ὅσα εἶχον βεβαιωθῆ καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, δὲν ἤθελε συνίστασθαι εἰς 7,734,168.20, ὅσα ἀνεγράψαμεν ἐν ἀρχῇ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, δι’ ἧς εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἀλλ’ ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς 9,009,568.20, ἀντὶ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων τοῦ 1902, ἐκ δραχμῶν 121,885,707.20, ὅσαι εἶχον βεβαιωθῆ μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συνετάσσομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἠθέλομεν σᾶς παρουσιάσει διὰ τὸ 1903 προϋπολογισμὸν ἐξόδων 112,870,139, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ τὰ ἔσοδα προδιωρίζοντο διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς δραχμὰς 119,406,501, ὁ ὑφ’ ἡμῶν εἰσαχθεὶς Προϋπολογισμὸς ἤθελε καταλήγει εἰς περίσσευμα δρ. 6,530,362. τὸ περίσσευμα δὲ τοῦτο ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς ἔτι ἀνώτερον ποσὸν, ἂν ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὕτη νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διδακτικῶν βιβλίων, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἐπαγγελθῆ νὰ εἰσαγάγωμεν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν. Πρὸς τὰ λεχθέντα δὲ ὑπὸ τῶν περὶ τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον τὴν ἀπάντησιν δίδουσι τὰ ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς Βουλῆς ὑπάρχοντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἴχομεν εἰσαγάγει εἰς αὐτὴν, ἤτοι τὰ νομοσχέδια περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ τοῦ προξενικοῦ κλάδου ἐκδοθέντος κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τριετίαν νόμου, περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς ἐπικρατείας, περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως, περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν νόμου, περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ ψηφισθέντα τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα κατεστάθησαν νόμοι, περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας, περὶ οἰκονομικῶν ἐφοριῶν. Ὡμίλουν πρὸ μικροῦ περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑπαλληλίας καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θέσεων, αἵτινες προσετέθησαν κατὰ τὴν τριετίαν τοῦ 1900, 1901 καὶ 1902 καὶ ἄλλοτε, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τῶν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου προστεθεισῶν θέσεων. Κατὰ τὸ 1896 τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων ἀνῆλθον εἰς δρ. 48,227,888.82· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1899 ἀνῆλθον εἰς 55,058,764.91, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ 6,830,876.09. Κατὰ τὸ 1900 τὰ ἔξοδα ἦσαν ἐλάσσω τῶν τοῦ 1899, διότι συνίσταντο εἰς 53,942,268.01. Κατὰ τὸ 1901 τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνῆλθον αὖθις εἰς δρ. 54,788,886.87, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 κατὰ δραχ. 6,560,998.04. Καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ 1902 ἀνῆλθον εἰς 61,604,379.57, οὕτω δὲ ὑπερέβησαν τὰ τοῦ 1896 κατὰ δρ. 13,376,490.74. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ἐπιστασίας τῶν φόρων καὶ τὰ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «διάφοροι πληρωμαὶ», καὶ ταῦτα πάντα προέβησαν αὐξανόμενα αἰσθητῶς· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 συνίσταντο εἰς 11,883,362.10, καὶ κατὰ τὸ 1899 εἰς 11,315,602.44, κατὰ τὸ 1900 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 13,656,443.86, καὶ κατὰ τὸ 1901 εἰς 17,203,581.16, κατὰ δὲ τὸ 1902 εἰς 21,137,565.76. Ἡ συζήτησις αὕτη ἕνα ἔχει κυρίως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, σκοπὸν, νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον θέλει προβάλει πρὸς δικαιολογίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προέβαλεν, ὡς καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γνωμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τῶν ὁποίων αὕτη θέλει ἀποδείξει, ὅτι αἱ προσθῆκαι τῶν ἐσόδων πρέπει νὰ ἐπιτευχθῶσι δι’ ἐλαττώσεως τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐξόδων. Οὕτω ἴσως θέλει δοθῆ εὐκαιρία καὶ εἰς πάντας ἐκείνους τοὺς συναδέλφους, οἵτινες δὲν κατατάσσονται εἰς τὰς τάξεις τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, οἵτινες δ’ ὡσαύτως δὲν συμπράττουσι μετὰ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, θέλει δοθῆ, λέγω, ἡ εὐκαιρία νὰ ἀνακοινώσωσι καὶ αὐτοὶ τὰς γνώμας αὐτῶν, διότι τὰ συζητούμενα θέματά εἰσι λίαν σοβαρὰ καὶ ἄξια τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μερίμνης ἰδιαζόντως τῆς Βουλῆς. Ὡς ἤκουσα ἀγορεύσεώς τινος, ὑπελήφθη ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἐσκόπει νὰ καταλήξῃ εἰς ζήτημα, καθ’ ὃ ἔμελλον νὰ ψηφοφορήσωσι συλλήβδην ἐπὶ πάντων τῶν φορολογικῶν νόμων οὕτως: «Οἱ παραδεχόμενοι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὰ λέγουσιν Ὄχι». Ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σκοπὸν ἡ συζήτησις, διότι τοιοῦτόν τι ἀντιβαίνει ὄχι μόνον εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα.
§78Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπὸ τίνος προετάθη;
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι προετάθη παρ’ ὑμῶν, ἀλλ’ ὑπό τινος συναδέλφου. Καὶ ὄντως ἀντιβαίνει οὐ μόνον εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι κατ’ αὐτὸ πρέπει νὰ συζητῶνται τὰ νομοσχέδια ἕκαστον ἰδίᾳ, καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας αὐτῶν καὶ κατὰ τὸ σύνολον. Ἄν λοιπὸν δὲν ἔχῃ, ὡς δὲν ἔχει, τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ συζήτησις...
§80Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, — μὲ συγχωρεῖτε, — ἐμὲ ἐννοεῖτε;
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτως ἐξέλαβον.
§82Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ μοὶ εἴπητε, τί ὑπεθέσατε ὅτι εἶπον.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν κακῶς ἀντελήφθημεν τῶν λόγων σας, εὐχαρίστως θέλομεν ἀκούσει τὰς ὑμετέρας ἐξηγήσεις.
§84Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεθέσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρόκειται νὰ τεθῇ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ συνόλου καὶ ὅτι τοῦτο τὸ ἐνέκρινα;
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ἐξ ἐναντίας δὲν τὸ ἐνεκρίνατε. Ὑμεῖς προεβάλετε δύο ἐπικρίσεις τῆς συζητήσεως ταύτης. Εἴπετε ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἔχει σκοπὸν, διότι, ἐὰν σκοπῇ νὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων τῶν προταθέντων, αὐτὸ εἶναι παράλογον, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἤθελεν εὐκολύνει τὴν θέσιν τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ ἤθελε θέσει αὐτοὺς εἰς ἀμηχανίαν. Ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη, ἄν εἶχε τοιοῦτον σκοπόν. Προεβάλετε καὶ ἄλλον λόγον, ὅτι ἕνεκα τῆς συζητήσεως ταύτης ἐπέρχεται ἀπώλεια χρόνου, καθ’ ὃν καιρὸν ἡ Μακεδονία διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν ἀπειλοῦνται νὰ σφαγῶσι, καὶ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης τὸ ταχύτερον, ἡμεῖς ἀναβάλλομεν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ζημιοῦντες οὕτω τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ ἀφίνοντες τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν εἰς τὸν κίνδυνον τῆς καταστροφῆς. Οὕτως ἐξέλαβον τὰ ὑφ’ ὑμῶν λεχθέντα. Ἄν κακῶς ἐξέλαβον αὐτὰ, παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ.
§86Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τώρα. Τελειώσατε πρῶτον.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς, ὅτε ἐνεδίδομεν εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐλέγομεν, ὅτι προθύμως θέλομεν συζητήσει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον σκέπτεται περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ σκέπτηται, ὅτε, λέγω, ἐστέργομεν τὴν πρόκλησιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ στέρξωμεν, ἐπράττομεν τοῦτο ἐλαφρῷ τῷ συνειδότι, φρονοῦντες, ὅτι οὐδεμίαν διεπράττομεν βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος· διότι ἐλέγομεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐστέργομεν τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ προκληθεῖσαν, ὡς εἴρηται, συζήτησιν, καὶ ἐψηφίζοντο πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνη, τά τε φορολογικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ πᾶν ὅ,τι ἄλλο ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν, ἤθελε κριθῆ ἐπιβοηθητικὸν τοῦ σκοποῦ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἄν, λέγω, ἐψηφίζομεν αὐτὰ ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ, δὲν πιστεύω ὅτι θὰ προσεφέρομεν ἐπικουρίαν τινὰ εἰς τοὺς ὁμοφύλους, οἵτινες ἤθελον τυχὸν τρέχει κίνδυνόν τινα ἕνεκα τῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι καὶ ἐξελίσσονται ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου, διότι ἐσκεπτόμεθα, ὅτι καὶ ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς καὶ ὁ νόμος περὶ στρατολογίας, ὁ ὁποῖος συνδέεται μετ’ αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἄλλοι στρατιωτικοὶ κανονισμοὶ τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ, εἴτε οἰκονομικοὶ εἴτε ἀφορῶντες τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὸν στρατόν, τοὺς ἄνδρας τοῦ στρατοῦ, ἢ τὴν προαγωγὴν αὐτῶν ἢ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν, ἢ τὰς ἁρμονικὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ, πάντα ταῦτα, ἂν αὔριον ἐκηρύσσοντο ὡς νόμοι, οὐχὶ ἀσθενῆ εἰσφοράν, ἀλλ’ οὐδεμίαν εἰσφορὰν ἠθέλομεν εἰσφέρει εἰς τὴν κρίσιν, ἣν διέρχονται κατὰ τὴν ὥραν ταύτην οἱ ὁμόφυλοι τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου. Ἂν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐψηφίζετο, φέρ’ εἰπεῖν, χθές, ἡ λειτουργία αὐτοῦ δὲν ἤθελεν ἐπέλθει τόσον ταχεῖα, ὥστε τὰ προσδιοριζόμενα διὰ τοῦ νόμου ἔσοδα τοῦ ταμείου νὰ εἰσπραχθῶσιν ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης καὶ τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν ἐντὸς 10 ἡμερῶν, ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἢ δύο ἢ τριῶν μηνῶν. Διότι, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, εἴτε ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι κάθηνται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, εἴτε ἀπὸ πάντα ἄλλον πολίτην Ἕλληνα, ὅτι Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ θέλει κρίνει, ὅτι ἀπόλυτος ἀνάγκη ὑπάρχει νὰ μεριμνήσωμεν ἀμέσως περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ περιμένωμεν νὰ πληρωθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὑπὸ χρημάτων, ἵνα τότε μόνον μεριμνήσωμεν, —καὶ ἔχει τῳόντι ὁ στρατὸς πολλὰς ἀνάγκας...
§88Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει στρατός.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐὰν ἠθέλομεν λοιπὸν νὰ μεριμνήσωμεν ἀμέσως περὶ πληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, τὸν δυνάμενον νὰ ἔχῃ τὸν λόγον περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων, δὲν ὑπάρχει, καὶ ἂν ἠθέλομεν διὰ τοῦτο κρούσει θύρας εἴτε βιομηχάνων, εἴτε ὁπλοπωλείων, εἴτε τραπεζιτῶν, ζητοῦντες νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἕκαστος αὐτῶν ἤθελε ζητήσει νὰ μάθῃ, πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν αὐτῷ, πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου, ἐὰν δὲν παρέλθῃ χρόνος τις καὶ ἴδωμεν πόσα ἐκ τῶν προσδοκωμένων ἐσόδων θέλουσι πραγματοποιηθῆ· ἀλλ’ ἐκεῖνοι θέλουσιν ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθωσι, πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου, διὰ νὰ κρίνωσιν, ἂν τὰ ἔσοδα ταῦτα αὐτοῦ δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν ὡς τόκος καὶ χρεωλύσιον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἠθέλομεν ζητήσει, ἀπευθυνόμενοι πρὸς αὐτούς. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐν ἐλαφρῷ συνειδότι ἐδέχθημεν τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πεποιθότες ὅτι δὲν ἐπάγομεν βλάβην τινὰ, καμμίαν ζημίαν, εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Μάλιστα ἠδύνατό τις νὰ παραπονεθῇ, διατὶ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην προεβλήθησαν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀπέκτησε τώρα, τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, τὸ θάρρος νὰ εἰσαγάγῃ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ἦτο διατεθειμένος νὰ εἰσαγάγῃ ταῦτα πρὸ πολλοῦ χρόνου· ἠδυνάμεθα, λέγω, νὰ παραπονεθῶμεν, διατὶ ταῦτα τὰ νομοσχέδια νὰ εἰσαχθῶσι ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ ν’ ἀκούσωμεν ἀπὸ στόματα ἐπίσημα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναγγέλλοντα, ὅτι τὰ πράγματα τῆς Μακεδονίας καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν σύνταξιν τὴν στρατιωτικὴν τῆς χώρας· διότι, ὅταν πρόκηται νὰ συζητηθῶσι καὶ νὰ ψηφισθῶσι νόμοι καὶ ὀργανισμοί, μάλιστα ὀργανισμοὶ στρατιωτικοί, ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ὁ σχηματισμός, ἡ ὀργάνωσις καὶ ἡ ἀποκατάστασις στρατοῦ, καὶ ἐξαρτῶνται καὶ αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας οἱ Ἕλληνες στηρίζουσιν ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς ἱκανότητος τῆς χώρας, δὲν πρέπει νὰ δρᾷ ἐφ’ ἡμᾶς οὐδεμία ἑτέρα δρᾶσις, οὔτε ἡ ἐκ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἄλλα συμφέροντα μεγάλα ἐθνικὰ ἤθελον διατρέξει, διότι ἡ σπουδὴ περὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων νόμων εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ περιληφθῶσιν ἐν αὐτοῖς διατάξεις, αἵτινες, εἴτε ἐν τῷ ἐνεστῶτι εἴτε ἐν τῷ μέλλοντι, δύνανται νὰ βλάψωσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ τούτου τοῦ στρατοῦ, νὰ φροντίζωμεν δὲ τότε, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ διορθώσωμεν αὐτάς. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν—καὶ τὸ λέγω πεποιθότως, διερμηνεύων τὴν γνώμην τῶν φίλων μου,—ὅτι δὲν πρέπει ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν ἀπειλουμένου κινδύνου νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια τοιαῦτα, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ συζητήσωμεν μετ’ ἐπιστασίας καὶ προσοχῆς καὶ μετὰ τοῦ πατριωτισμοῦ, ὃν ἔχομεν καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν, διότι δὲν πρόκειται περὶ κομμάτων πλέον, δὲν πρόκειται περὶ συμφερόντων τοπικῶν, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ στρατοῦ, ὅταν πρόκηται περὶ ἐθνικῆς ἰδέας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντες, ὁπουδήποτε καὶ νὰ ἦναι, πρέπει νὰ θυσιάζωσι καὶ συμφέροντα καὶ βλέψεις καὶ σκοπούς. Εἶπον ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος—καὶ κατὰ τοῦτο διερμηνεύω τὴν γνώμην τῶν πολιτικῶν φίλων μου, ὑποθέτω δὲ, ὅτι διερμηνεύω καὶ τὴν γνώμην πάντων ὑμῶν, καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον βεβαίως τιμῶ.—Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ ἄριστον τῶν πολιτευμάτων. Αὐτὴ ἡ κατὰ θεωρίαν ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, ὅτι πᾶσα ἐξουσία ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αὐτὴ ἡ ἀρχή, αὐτὴ ἡ ἀναγραφή, διὰ νὰ ἦναι ἀληθής, πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται μετὰ πίστεως, ἴσης ἴσως πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς τὴν θρησκείαν ἡμῶν, καὶ διὰ νὰ ἐφαρμόζηται οὕτω, πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ γνωρίζῃ τί ψηφίζει, καὶ ὅταν ἐκλέγῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του, πρέπει νὰ γνωρίζῃ καὶ τὴν προτέραν αὐτῶν πολιτείαν καὶ τὰ κατὰ τὸ ἐνεστὼς φρονήματα αὐτῶν. Καὶ ἂν τοιαύτην ἔχῃ ὑποχρέωσιν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐὰν τοιοῦτον καθῆκον ἔχωμεν ἡμεῖς, νὰ φωτίζωμεν αὐτόν, δὲν ὑπάρχει ἀλλαχοῦ καθηγεσία, δὲν ὑπάρχει ἀλλαχοῦ βῆμα διδασκαλίας, εἰμὴ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λοιπὸν πρέπει νὰ φωτίζωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι, ἐὰν φωτίζωμεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τότε αὐτὸς θέλει ἐνασκεῖ σωφρονέστερον, σκοπιμώτερον καὶ εὐθύτερον τὸ ἐκλογικὸν αὐτοῦ δικαίωμα, τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι πᾶσα ἐξουσία ἐκπορεύεται ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ καθῆκον τοῦτο ἔχωμεν ἡμεῖς, νὰ φωτίζωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύοντες, ἔχομεν καὶ ἄλλον καθῆκον, νὰ ζητῶμεν ἕκαστος, πῶς τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ τὸ φρόνημα αὐτοῦ δύναται νὰ μεταδώσῃ εἰς πλείονας τῶν συναδέλφων αὐτοῦ Βουλευτάς, ἵνα καὶ αὐτοὶ συμπράξωσι μετ’ αὐτοῦ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προτάσσουσι, διότι κατὰ τὸ πλάσμα τὸ συνταγματικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ πλάσμα φιλοσοφικόν, ἡ ἀλήθεια εὑρίσκεται ἐν τοῖς πολλοῖς. Οἱ πολλοὶ λοιπόν, ὅταν συμπράττωσιν ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ αὐτὸ φρόνημα, τὴν αὐτὴν γνώμην, αὐτὸς δὲ εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ὁ δεσμός, ὁ ὁποῖος συνδέει πρὸς ἄλληλα τὰ μέλη τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ καθιστᾷ αὐτὰ ἓν ὅλον, ἔχον τὸ αὐτὸ φρόνημα, τὴν αὐτὴν περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων γνώμην· διὰ τῆς ταυτότητος τῶν φρονημάτων, διὰ τῆς κοινῆς, ἵνα εἴπω οὕτω, γνώμης, τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἔχουσι περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος των, παριστῶνται ὡς ἓν σῶμα, ἔχον μίαν κεφαλὴν καὶ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν φωνήν. Λοιπὸν καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὄχι μόνον νὰ στέρξῃ, προκαλουμένη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ μόνη οἴκοθεν νὰ σπεύσῃ νὰ διατρανώσῃ τὰς γνώμας αὑτῆς καὶ τὰ φρονήματα αὑτῆς. Διότι μὴ νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ μικροῦ τινος πράγματος. Ἐὰν ψηφισθῶσι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ἐὰν ἐπιβληθῶσιν οἱ δι’ αὐτῶν ἐπιβαλλόμενοι φόροι, εἴτε φανεροί, ὡς ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀνευρίσκετε ἀναγινώσκοντες τὰ νομοσχέδια, εἴτε κρυφοί, ὡς εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει τὸ περὶ προσωπικῆς ἐργασίας τῶν πολιτῶν νομοσχέδιον, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ χώρα θέλει γογγύσει, θέλει κύψει πάντων τῶν πολιτῶν ἡ κεφαλὴ ὑπὸ τὸ νέον βάρος τοσούτων φόρων, θέλουσι περιέλθει οὗτοι εἰς ἀληθῆ οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, καὶ, Κύριοι, ὅταν πρόκηται τοιαῦτα νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν λαὸν βάρη, πρέπει νὰ σκέπτησθε, ὅτι ἡ ἔνδεια, ἡ ἀπορία, ἡ ἀφαίρεσις τῶν μέσων τοῦ ζῆν, μεταβάλλουσι πολλάκις τὸν ἄνθρωπον εἰς θηρίον, καὶ ἴσως τότε δὲν θέλει εὐκόλως εὑρεθῇ χεὶρ, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀναστείλῃ τὰς ὁρμὰς αὐτοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς ἐργασίας ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν, ἵνα ἕκαστος δημότης ὑποχρεωθῇ νὰ παρέχῃ κατ’ ἔτος προσωπικὴν ἐργασίαν τριῶν ἡμερομισθίων, ἐὰν ᾖναι ἄρρην, ἱκανὸς πρὸς ἐργασίαν καὶ ἡλικίας ἀπὸ 18 ἕως 60 ἐτῶν. Πόσοι εἶναι οἱ πολῖται Ἕλληνες, οἱ ἄγοντες τὴν ἀπὸ 18 ἕως 60 ἐτῶν ἡλικίαν; Ἐρευνήσατε τὴν στατιστικὴν τοῦ πληθυσμοῦ, καίτοι ἡ ἀπογραφή, ἣν ἔχομεν, εἶναι ἡ τοῦ 1896, καὶ ἀπωλέσαμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι δύναται νὰ γένηται τώρα ἀπογραφή, ἀφοῦ διεγράφη ἡ περὶ αὐτῆς πίστωσις. Ἐὰν ὅλος ὁ πληθυσμὸς ᾖναι 2,443,806, ὁ πληθυσμὸς ὁ ἄρρην εἶναι 1,266,816. Πόσοι δὲ εἶναι οἱ ἄγοντες τὴν ἀπὸ 18 ἕως 60 ἐτῶν ἡλικίαν; Ἐὰν ἕκαστος ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ πρὸς τρεῖς δραχμὰς τὸ ἡμερομίσθιον, ἐννέα δραχμὰς καθ’ ἕκαστον ἔτος, ἐννοεῖται ὅτι πρόκειται περὶ πεντακοσίων τοὐλάχιστον χιλιάδων ὑποχρέων, ἤτοι περὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου ἡμερομισθίων, ἤτοι περὶ δραχμῶν ἴσως 4,500,000, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντάλλαγμα τῶν 1,500,000 ἡμερομισθίων, ἅτινα ὀφείλουσι νὰ προσενέγκωσιν οἱ 500,000 ἱκανοὶ πρὸς ἐργασίαν. Οὕτω τὸ Ὑπουργεῖον ἐπήνεγκεν οἰκονομίαν, ἀφαιρέσαν 400 χιλιάδας δραχμὰς ἀπὸ τῆς πιστώσεως τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, ἀλλὰ δημιουργεῖ ἐφεδρείαν τεσσάρων καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θέλει εἰσπράξει ἀπὸ τοὺς σεβαστοὺς συμπολίτας μου, τοὺς ἄγοντας τὴν ἡλικίαν τῶν 18 ἕως 60 ἐτῶν! Κατὰ τὴν ἐξήγησιν λοιπόν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, περὶ τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος προήγαγεν ἡμᾶς ἵνα στέρξωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν διανύομεν ἤδη, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκα πρὸ μικροῦ, ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ στέρξωμεν αὐτήν. Ἐδέχθημεν αὐτὴν διὰ νὰ ἀκούσωσι πάντες οἱ συνάδελφοι, ποίας ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον σκέψεις, ποίους προβάλλει λόγους πρὸς ὑποστήριξιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, ποίας δὲ ἡμεῖς οἱ ἀντιλέγοντες μέχρι τοῦδε (διότι ἐνδέχεται νὰ ἀντιλέξωσι καὶ ἄλλοι τῶν συναδέλφων) προβάλλομεν σκέψεις, ποίους προβάλλομεν λόγους πρὸς ὑποστήριξιν τῶν σκέψεων καὶ γνωμῶν ἡμῶν. Ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα; Μηδέν· θέλομεν προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων, ὅπως προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν παντὸς ἄλλου, πλὴν ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἔχῃ ἄλλην ἐπιθυμίαν, εἶναι δὲ κύριον νὰ ἔχῃ ἐπιθυμίαν τοιαύτην καὶ ζητήσῃ τι περισσότερον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως;
§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος θέλει νὰ ἀπαντήσῃ τινά.
§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλῃ νὰ ἀπαντήσῃ, ἂς ἀπαντήσῃ.
§94Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδυνάμην, Κύριοι, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου νὰ ἐπιφέρω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου, τοῦ προαγορεύσαντος, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ φεισθῶ τῆς ἐπὶ τοῦ βήματος θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο, καὶ δὲν ἠθέλησα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ διακόψω τὴν συνεχιζομένην προσοχὴν τῶν Βουλευτῶν ἀκροωμένων αὐτοῦ. Αὐτὴ μόνον ἡ ἀνάγκη, αὐτὸ τὸ καθῆκον, τὸ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ, μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα καὶ μὲ ἀναγκάζει ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον. Βεβαίως ἀκριβῶς ἤθελον νὰ πολεμήσω τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ προταχθῇ ἡ οἰκονομικὴ συζήτησις τῆς συζητήσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, καὶ δὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ἐφαινόμην θέλων νὰ προλάβω κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην προαγγελλομένην τινὰ, οὕτως εἰπεῖν, πολιτικὴν καὶ οἰκονομολογικὴν μονομαχίαν μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου τοῦ προαγορεύσαντος. Τοῦτο δὲ θὰ ἔπραττον οὐχὶ ἐκ τοῦ φόβου, μήπως ἡ προκαλουμένη συζήτησις καὶ ἡ τυχὸν προκληθησομένη ψηφοφορία ἤθελον φέρει τινὰ δυσχέρειαν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἦναι ἐλεύθεροι περὶ τὴν ψήφισιν ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων τῶν φορολογικῶν ἢ τῶν ἄλλων, τοῦτο θὰ ἔπραττον, οὐχὶ διότι ἤθελον γεννηθῆ τοιαῦται δυσχέρειαι ἐκ τῆς ὑποθέσεως ὅτι ὁ ψηφίζων θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ψηφίσῃ συλλήβδην ἐφ’ ὅλων, καὶ εἴτε νὰ ὑπερψηφίσῃ εἴτε νὰ καταψηφίσῃ ὅλων. Ἐὰν ὑπέθετον ὡς δίλημμα τοιοῦτόν τι, θὰ παρεξενευόμην, πῶς ὁ σεβαστὸς προαγορεύσας ἠθέλησε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, νὰ κακίσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ διατὶ, ὡς πρὸς ἐμὲ τοὐλάχιστον, δὲν ἐπροτίμα νὰ μὲ ἀφήσῃ ὑποθέτοντα, κατὰ τὴν ἰδέαν του, ὅτι συλλήβδην θὰ ἦμαι ὑπόχρεως νὰ ψηφίσω κατὰ τὴν προκληθησομένην ἴσως ψηφοφορίαν. Τὸ ἀποτέλεσμα τοιαύτης προϋποθέσεως θὰ ἦτο, ὅτι δίδων ψῆφον θὰ προεδίκαζον καὶ πάντα τὰ μήπω συζητηθέντα νομοσχέδια. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διάνοιαν οὐδενός, οὔτε εἰς τὴν διάνοιαν βεβαίως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν τυχὸν προκληθῇ ψηφοφορία μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν καὶ ἡ ψηφοφορία αὕτη ἔχῃ ἔννοιαν πολιτικὴν, εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ οἱουδήποτε ἐκ τῶν φίλων του, ὑπὸ τὴν ψῆφον τὴν ἐπιδοκιμαστικὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ προδικάσῃ, ἀποδεχόμενος ἐκ προκαταβολῆς καὶ πάντα τὰ μήπω συζητηθέντα νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως; Εἷς μάλιστα λόγος περιπλέον, δι’ ὃν ἐπεθύμουν νὰ μὴ προηγηθῇ ἡ τοιαύτη συζήτησις, ὅπως ἤδη προηγεῖται, ἦτο, μὴ τυχὸν ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἀξίωσις οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλησα τὴν πρόταξιν τῆς οἰκονομικῆς συζητήσεως, ἦτο ἁπλούστατος. Ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου, ὑπὲρ οὗ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἀφοῦ δὲ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀφοῦ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ὡς πρώτιστον πόρον θέλει ἔχει ἓν τμῆμα τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ τὸ νὰ προηγηθῇ ἡ οἰκονομικὴ συζήτησις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως; ποῖος θὰ ἦναι ὁ σκοπός; Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, κατὰ τὰς ἰδέας καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας πτέρυγος, εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη καὶ δαπάνη, χάριν μεγάλων καὶ ὑψίστων ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους. Πρὸς τί προηγεῖται ἄλλη συζήτησις; Μήπως προδικάζεται διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἡ φορολογία ἡ ἐπιβαλλομένη τοῦ ποσοστοῦ ἐκείνου ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν; Βεβαίως θὰ ἔχῃ τις ἐν τῷ νῷ μίαν ἰδέαν περὶ ἑνὸς τῶν πόρων, οἵτινες δύνανται ν’ ἀναπληρώσωσι τὸ προκῦψον ἔλλειμμα, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ ὅτι προδικάζει ἀναγκαίως, ἀφοῦ ψηφίζει τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ περὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ὅτι πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ψηφίσῃ τὸ πολλοστημόριον τὸ ἐπιβαλλόμενον χάριν τοῦ Ταμείου τούτου εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Ψηφιζομένου τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, δύναται πᾶς τῶν κ. Βουλευτῶν νὰ προτείνῃ καὶ πάντα ἄλλον φόρον, τὸν ὁποῖον δυνατὸν καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ἐπιδοκιμάσωσι, καὶ οὕτω νὰ καθίσταται περιττὴ ἡ προσθήκη τοῦ πολλοστημορίου εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εὑρεθῇ ἄλλος τις φόρος, ἔχει συμφέρον τι νὰ τὸν ἀποκρούσῃ; Μήπως ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς ἀρχὴν ἀπαράβατον καὶ ἀνάγκην ἀπόλυτον νὰ αὐξήσωμεν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη; Θεωρεῖ τοῦτο ὡς ἀνάγκην σχετικὴν καὶ ὑπὸ τὸν ἐξυπακουόμενον ὅρον τῆς μὴ εὑρέσεως ἄλλου καταλληλοτέρου πόρου. Ἐὰν εὑρεθῇ ἄλλος πόρος, πρώτη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ παραιτήσῃ τὸν προταθέντα, ὅστις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐπιβάλλεται λόγῳ δικαιοσύνης ἢ ὥς τι ἀπολύτως ὀρθὸν ἐν τῇ φορολογίᾳ. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἴπερ τις καὶ ἄλλος δύναται νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὸ δασμολόγιον ἡμῶν δὲν εἶναι ἄκρον ἄωτον τελειότητος οἰκονομολογικῆς, οὔτε δικαιοσύνης φορολογικῆς, ἀφοῦ καὶ τροποποίησιν ἐδήλωσεν ὅτι ἑτοιμάζει. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπόν, εὑρισκομένου τυχὸν ἄλλου πόρου, νὰ θεωρῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ὥς τι τῶν ὧν οὐκ ἄνευ; Πῶς ἤθελε καταδεχθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπιδιώκει τὰ εὐκολώτερα, προκειμένου περὶ φορολογικῶν καὶ οἰκονομολογικῶν μέτρων; Ἤθελεν ὑποβιβάσει ἑαυτὸν οὕτω εἰς τὴν θέσιν τοῦ κοινοτέρου πολίτου, διότι πᾶς τις δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτην αὔξησιν ἐσόδων διὰ προσθήκης πολλοστημορίου ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων τελῶν. Ἀλλ’ ἐκλείσθη τὸ πρᾶγμα ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν ὡρισμένως, ἐντὸς τῶν φορολογικῶν μόνον νομοσχεδίων; Ἐγὼ ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, —πιστεύω δέ, ὅτι ἔχω τὴν ἐπιδοκιμασίαν προσώπων, μετὰ τῶν ὁποίων καὶ ἐν ἄλλοις ὁμοφωνῶ, —ὅτι βεβαίως πρωτίστως ἀπαιτεῖται νὰ φέρωμεν τὸν πέλεκυν τῶν οἰκονομιῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, νὰ ψηφίζωμεν δὲ ἐν ἀνάγκῃ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτεῖ, προσθέτους φόρους, καὶ μόνον τοὺς προσήκοντας, χωρὶς νὰ ἐγγίζωμεν τὰ τμήματα ἐκεῖνα τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκούντως ἐπιβεβαρημένα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συναισθανθῶσι τὴν πρόσθετον φορολογίαν. Καὶ δὲν λέγω ἁπλῶς χαριεντιζόμενος ὅ,τι εἶπον χθὲς, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κύριον Καραπάνον. Δὲν εἶπόν τι καινὸν καὶ πρώτην φορὰν μέλλον νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος σήμερον, ἔπρεπε νὰ κατανοηθῇ ἡ χρησιμότης αὐτοῦ εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ἐθνικὰς περιστάσεις, καὶ δὴ εἰς τὴν ἰδιάζουσαν κατάστασιν τῆς κοινωνίας ἡμῶν, ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Γνωρίζω τὰς δυσχερείας τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου φόρου, γνωρίζω τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς τοιοῦτος φόρος ἐπιβάλλεται, τὸν ὅρον τὸν πρώτιστον, ὅτι ἐξαιροῦνται τὰ μικρὰ εἰσοδήματα, τὸν ὅρον ὅτι πρέπει νὰ γίνηται διάκρισις μεταξὺ τῶν διαφόρων πηγῶν τῶν εἰσοδημάτων κλπ., ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι φάσμα θὰ ἦναι ἁπλοῦν ὁ φόβος, — ἐὰν δὲν ἦναι πρόφασις, — τὸν ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἐπικαλεσθῇ κατὰ πάσης ἀποπείρας εἰσαγωγῆς τοιούτου φόρου εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ προδικάζῃ ἐπὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν. Καὶ τότε, κατὰ τί θὰ ὠφελήσῃ ἡ διεξαγομένη προκαταρκτικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, ἀφοῦ τοιαύτη θὰ γένηται κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἑκάστου τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων; Καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐντυπώσεως λοιπὸν καὶ ὑπὸ ἔποψιν συνεπειῶν, δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναβάλληται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἵνα προηγηθῇ ἡ οἰκονομολογικὴ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἀκούετε σήμερον. Τὰ τῆς φορολογίας βεβαίως θὰ συζητήσωμεν κατόπιν, διότι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐλαφρῶν ζητημάτων. Ἠκούσατε τοῦ σεβαστοῦ προαγορεύσαντος, λέγοντος ὅτι δὲν θεωρεῖ οἰκονομίαν πᾶσαν περικοπὴν δαπανῶν, διότι δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ περικοπὴ τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν. Λοιπὸν ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα, μήπως ἐκεῖ, ὅπου ἐπιζητοῦμεν οἰκονομίας, ἐπιφέρομεν ἐμμέσως ἀληθῆ σπατάλην, ἐπιφέρομεν ἐλάττωσιν ἐσόδων καὶ οὐχὶ περικοπὴν ἐξόδων. Ὅταν δὲ ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραγωγικότητος ἢ μὴ τῶν δαπανῶν, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἴσως καὶ παρ’ ἡμῖν πᾶσαι αἱ δαπάναι εἶναι παραγωγικαὶ διὰ τὸ Κράτος. Μήπως αἱ δαπάναι πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι παραγωγικαὶ δαπάναι; Πολλαὶ δαπάναι δύνανται νὰ παρίστανται ὡς σπατάλαι εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ὑποπίπτουσιν εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν τοῦ οἰκονομολόγου, πᾶσαι δύνανται νὰ ὦσι παραγωγικαὶ δαπάναι, καὶ ἑπομένως δὲν δύναταί τις νὰ μειώσῃ αὐτὰς, χωρὶς νὰ μειώσῃ καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, καὶ τοιουτοτρόπως ἀντὶ οἰκονομίας νὰ ἐπιφέρῃ σπατάλην. Τὸ θέμα τῶν πόρων, τὸ θέμα τῶν φόρων καὶ τῶν δαπανῶν εἶναι θέμα, εἰς ὃ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ πᾶσα ἐλευθερία περὶ τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνεται ὁ πρωτοφανὴς σολοικισμὸς νὰ συνάπτηται ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ καὶ μία οἰκονομολογικὴ συζήτησις, ὡς ἓν εἶδος μονομαχίας, αἰφνιδίως ἐπερχομένης κατὰ συνάντησίν τινα μεσαιωνικῷ τῷ τρόπῳ. Ἔχομεν συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ; ἔχομεν νομοσχέδια φορολογικά; Οὐχί. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ προκαταρκτικὴ αὕτη συζήτησις; Ἀλλ’ ὁ κύριος προαγορεύσας, ὃν δὲν δύναμαι ἢ νὰ εὐχαριστήσω διὰ τὰς φιλόφρονας αὐτοῦ ἐκφράσεις, ὡμίλησε καὶ περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τοῦ ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦτο εἶναι τὸ ἄριστον. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρατήρησίν τινα φιλοσόφου, ὅστις εἰς ἐρώτησιν, τί εἶναι τὸ χείριστον, ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἡ διαφθορὰ τοῦ βελτίστου. Ἐὰν λοιπὸν τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικὸν ἦναι τὸ ἄριστον, ἡ διαφθορὰ τοῦ πολιτεύματος τούτου εἶναι τὸ χείριστον. Ἀλλὰ πόθεν προέρχεται ἡ διαφθορὰ αὕτη παρ’ ἡμῖν;—διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς διαφθορᾶς τοῦ πολιτεύματος;— προέρχεται ἐκ τῆς κακῆς διαγωγῆς τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς Βουλῆς, καθ’ ἧς τοσοῦτον ἐλαφρῶς ἐπιτίθενταί τινες; Δὲν συλλογίζονται οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι, οἱ ἐπιτιθέμενοι κατὰ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ διαφθορᾷ τοῦ πολιτεύματος, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ πάσχουσα τάξις ἐν Ἑλλάδι ἐκ τῆς τακτικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἡ τάξις τῶν πολιτευομένων, ἡ τάξις τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ καὶ τάξις τὸν πρὸς τὴν ὁποίαν σεβασμὸν ματαίως, ὡς εἶναι ἀποδεδειγμένον, θέλουσι νὰ κλονίσωσιν, εἶναι ἡ τάξις τῶν πολιτευομένων. Πῶς ἆρά γε συμβαίνει τὸ μυστήριον τοῦτο; Διατί, ἐνῷ τοσαῦται ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους γίνονται ἐκστρατεῖαι, μέχρι καὶ προπηλακισμῶν κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Βουλευτῶν, ὅτι πάντα τὰ κακὰ πηγάζουσιν ἐξ αὐτῶν, διατὶ καὶ πάντα τὰ ἀγαθὰ περιμένεται νὰ πηγάσωσιν ἐξ αὐτῶν; Διατί τὸ κοινὸν, ὁ λαὸς, σταματᾷ εὐλαβῶς πρὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Βουλευτῶν; Ὑπάρχει βεβαίως λόγος, τὸν ὁποῖον ἐν τῷ σοφῷ ἐνστίκτῳ του αἰσθάνεται ὁ λαός. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες καθήμενοι ἐν τοῖς γραφείοις γράφουσιν ἀνεπιφυλάκτως κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Βουλευτῶν, ἔπρεπε νὰ συλλογίζωνται, ὅτι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἔχει εἰς βάρος του ἀφωσιωμένους εἰς αὐτὸν πολίτας 500 ἴσως, οὐχὶ πολὺ κατωτέρους τινῶν ἐκ τῶν γραφόντων κατὰ τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ συλλογίζωνται, ὅτι, ἂν λείψωσιν οἱ Βουλευταὶ, ὡς λειτουργεῖ τὸ πολίτευμα παρ’ ἡμῖν, ἐλαττωματικῶς, διὰ τὴν ἐλαττωματικότητα τῶν ὀργανικῶν νόμων, λείπει τὸ πᾶν, ἔπρεπε νὰ συλλογίζωνται, ὅτι ὁ Βουλευτὴς γίνεται ὁ τροφοδότης, ὁ νοσοκόμος, ὁ πεζὸς ὁ ἀποστελλόμενος παντοῦ διὰ τὰ στοιχειωδέστερα τῶν δικαίων τοῦ ἐκλογέως. Καὶ θέλουσιν οἱ Κύριοι οὗτοι ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ πρόχωμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκει καταφύγιον ὁ δυστυχὴς, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ εὕρῃ τοιοῦτον εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, ὁ ἀνυπόδητος, ὁ πενόμενος, ὁ ῥακένδυτος! Ὁ πολίτης εὑρίσκει ἀνοικτὰς τὰς θύρας τοῦ πολιτευομένου μόνον, οἱ δὲ συνδρομηταὶ τῶν Βουλευτῶν δὲν πληρώνουσιν, ὅπως οἱ συνδρομηταὶ τῶν δημοσιογραφούντων, καὶ ὅμως εὑρίσκουσι παρὰ τοῖς Βουλευταῖς ἀνακούφισιν εἰς πάσας τὰς κακουχίας των, εἰς πάσας τὰς περιστάσεις, εἰς πάσας τὰς δυστυχίας των. Ὁ Βουλευτὴς καὶ ἐν γένει ὁ πολιτευτὴς δὲν διστάζει νὰ εἰσέλθῃ οὐδ’ εἰς αὐτὸ τὸ νοσοκομεῖον, καὶ ν’ ἀναπνεύσῃ τὸ μόλυσμα, χάριν τοῦ τελευταίου τῶν ἐκλογέων του, ἀλλὰ καὶ παντὸς πολίτου. Μόνον ὁ πολιτευόμενος βλέπει τὸν πολίτην ὡς ἔχοντα δικαιώματα, καὶ ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ συμπάθεια πρὸς τὸν ἀδικούμενον πολίτην εἰς μόνον τὸν πολιτευτὴν καθίσταται ἐνάρετος ἕξις. Συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἐν Ἑλλάδι, εἰς ταπεινοτέραν ἔστω σφαῖραν ἰδεῶν καὶ κατ’ ἀνάγκην συνήθως ὑπὸ τύπον ἀναπληρώσεως τῆς Πολιτείας, κἄτι παρεμφερὲς πρὸς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐννοῶ τὴν θέσιν τῆς ἀγγλικῆς ἀριστοκρατίας ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ὅστις ἀποβλέπει πρὸς αὐτὴν μετ’ εὐλαβείας, διότι ἡ ἀριστοκρατία ἡ ἀγγλικὴ συνδέεται μὲ σειρὰν ἀγώνων καὶ θυσιῶν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἔθνους. Ἀλλοῦ λοιπὸν ἔπρεπε νὰ στρέψωσι τὰ βλέμματα οἱ οὕτω κατὰ τῶν Βουλευτῶν γράφοντες, καὶ εἰς ἄλλα συμπεράσματα νὰ καταλήξωσιν οἱ ἀξιοῦντες νὰ ἐπιδρῶσιν ἢ κυβερνήσωσιν ἐπὶ τοῦ τόπου τούτου. Τὸ διηνεκὲς κακὸν ἔχει καὶ διηνεκῆ τὴν αἰτίαν. Μάτην προσπαθοῦμεν νὰ ἐπιρρίψωμεν εὐθύνας οἱ μὲν ἐπὶ τῶν δὲ, μάτην προσπαθοῦμεν νὰ ἀνεύρωμεν συλλήβδην τοὺς μὲν ἢ τοὺς δὲ ὡς ὑπευθύνους. Τὸ κακὸν ὑπάρχει ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῷ πολιτικῷ καὶ τῷ διοικητικῷ τοῦ Κράτους. Τὰς ἰδέας ταύτας εἴχομέν τινες καὶ πρὸ δεκαετηρίδων, ἀλλ’ οἱ πρὸ δεκαετίας ἴσως ἐκφέροντες τοιαύτας ἰδέας ἐθεωροῦντο ὡς λέγοντες οὐτοπίας καὶ φαντασιοκοποῦντες. Ὅσοι ἔλεγον, ὅτι τὸ πολίτευμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὑπὸ τοὺς ὀργανικοὺς αὐτοὺς νόμους, ἐθεωροῦντο ἰδεολόγοι. Καὶ ὅταν ἀναγκασθῇ τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἐν τοῖς ὀργανικοῖς νόμοις ὑπάρχει τὸ κακὸν, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ εὕρῃ τὴν θεραπείαν ἢ εἰς ἐκείνας τὰς ἰδεολογίας. Ἐνθυμοῦμαι τὸν μακαρίτην Σωτηρόπουλον, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐκ τῆς Ἀνατολῆς, ἔνθα εἶδε τὴν πρόοδον τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων· μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἐκραταιώθη ἡ πεποίθησις καὶ αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας μετὰ τόσης θέρμης καὶ ζέσεως ὑπεστήριζον πρὸς αὐτόν. Καὶ εἶδον τὸν κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὅστις πρὸς πᾶν ἄλλο τείνει ἢ πρὸς ἰδεολογίας, ἀποδεχόμενον ἐπίσης τὰς ἰδέας ταύτας. Ἐκεῖ λοιπὸν θὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἂν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὸ πολίτευμα κανονικῶς λειτουργοῦν. Ἀφοῦ ἔχομεν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς νόμους ἀποκεντρωτικούς, εἰς νόμους αὐτοδιοικήσεως. Ἀλλὰ πρέπει ἆρά γε διὰ μιᾶς συζητήσεως τοιαύτης γενικῆς οἰκονομολογικῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν τὰ πάντα δύνανται νὰ σχετίζωνται, νὰ ἐκφέρωμεν διὰ μακρῶν ἕκαστος τὰς ἰδέας του περὶ τοῦ πολιτεύματος, περὶ τῶν ὀργανικῶν νόμων καὶ περὶ πάντων; Ἐγὼ τοῦτο μόνον ἠθέλησα νὰ προλάβω, —καὶ ἐπὶ τούτῳ πιστεύω ὅτι θὰ δικαιωθῶ, —ἠθέλησα νὰ προλάβω τὴν ματαιοπονίαν ταύτην ἐν τῇ οἰκονομολογικῇ συζητήσει, τὴν προκαταβολικὴν περὶ ἄλλων συζήτησιν· διότι εἰς οὐδὲν συμπέρασμα ἤθελεν ἀγάγει ἡμᾶς αὕτη. Ἐὰν δὲ προέβην καὶ ἐγὼ, παρασυρθεὶς, νὰ εἴπω ὅσα εἶπον ἐν τῇ ὑπὸ ἄλλων προώρως ἢ ἐν οὐ δέοντι γενομένῃ συζητήσει γενικωτέρων θεμάτων, τὸ ἔπραξα ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης ὁρμώμενος. Ἐὰν τυχὸν ὠφέλησα, παρεμβὰς εἰς τὴν προκαταβολικὴν ταύτην συζήτησιν, βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὸ ἔπραξα, ἵνα ὠφελήσω τινά.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.) Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς ἕδρας των. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ροῦφος.
§96Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐθνικῶν προβάλλονται φόροι, φόροι, οἵτινες, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσιν ἀνεκτοὶ, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐπιβάλλεται φόρος φρικτὸς ἐπὶ ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐπὶ ὅλων τῶν εἰδῶν, ὧν ποιεῖται ἀναγκαίως χρῆσιν ὁ λαός· εἶναι ὁ φόρος τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ἐνομίσθη ὅτι, ἀποσυρομένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ φόρου τοῦ σίτου, θὰ λουφάξωσι, κατὰ τὴν γραφεῖσαν φράσιν, ἐκεῖνοι, οἵτινες, διαμαρτυρόμενοι κατὰ τῆς τοιαύτης φορολογίας, ἐλέγοντο δημοκόποι, καὶ ἐκρίθη προσφορώτερον ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ φόρος οὗτος διὰ τοῦ ἔτι ἐπαχθεστέρου, διὰ τοῦ ἔτι φρικωδεστέρου φόρου, τοῦ φόρου τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Οἱ προβάλλοντες τὴν τοιαύτην αὔξησιν γνωρίζουσιν, ὅτι τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς αὐξανομένης παραμένει εἰσέτι καὶ μέρος τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου. Προβάλλεται ἐπίσης ὁ φόρος τοῦ οἴνου, τὸν ὁποῖον πάντες ἠγωνίσθημεν νὰ καταργήσωμεν, ὁ φόρος ὁ ἐπαχθής, τοῦ ὁποίου ἀνάμνησις οἰκτρὰ καὶ ἀπαισία εἶναι οἱ ἐνοικιασταί, οἵτινες καὶ πάλιν ὡς φάσμα ἐπαπειλοῦσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Προβάλλεται ὁ φόρος τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, φόρος καθαρῶς κεφαλικός, φόρος, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποχρεωθῶσι πάντες νὰ καταβάλωσι. Προβάλλεται ἡ αὔξησις τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν. Προβάλλεται ὁ φόρος τῶν βοσκησίμων γαιῶν, ὁ φόρος τοῦ ἀεριόφωτος καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἔρχεται ἡ δικαιολογία, ὅτι εἶναι φόρος τῶν πλουσίων. Ἀλλ’ οἱ καφεπῶλαι, οἱ ἐργάται, οἱ διατηροῦντες καταστήματα, τί εἶναι; Εἶναι πλούσιοι, ἢ εἶναι λαὸς ἐργαζόμενος καὶ πονῶν, ἵνα κερδίσῃ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον; Ἐπεκτείνεται ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἰς τὰ χωρία· καθίσταται δυσάρεστος καὶ ἡ ἰδιοκτησία αὐτὴ τῶν οἰκοδομῶν διὰ τῶν διατυπώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται οἱ ἰδιοκτῆται. Προβάλλεται φόρος μέγας ἐπὶ τῶν πωλητῶν τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τῶν κατασκευαστῶν αὐτῶν, φόρος, τοῦ ὁποίου ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι βεβαίως, ὅτι οἱ μικροὶ οἰνοπνευματοποιοὶ θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν, καταστρεφόμενοι, πρὸς ὄφελος πέντε ἢ ἕξ μεγάλων ἐργοστασιαρχῶν, οἵτινες θὰ μονοπωλῶσι τὸ εἶδος αὐτό...
§97ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι κατὰ τοῦ ἀλκοολισμοῦ ὁ φόρος αὐτός.
§98Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τοῦ ἀλκοολισμοῦ, κύριε συνάδελφε, ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ τῶν κατασκευαστῶν, οὐχὶ φόρος ἄνισος. Καὶ οἱ φόροι οὗτοι, οἵτινες ἐπιβάλλονται ἐπὶ λαοῦ κεκμηκότος ἐκ τῶν φόρων καὶ τῶν πολυειδῶν κρίσεων, τῶν μαστιζουσῶν αὐτόν, προβάλλονται ἐν ὀνόματι τοῦ πατριωτισμοῦ! Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πολὺ κακὴ ὑπηρεσία προσφέρεται εἰς τὸν πατριωτισμόν, ὅταν συνδέωνται αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ πρὸς τοὺς φόρους, αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ πρὸς τὴν στέρησιν τοῦ ἄρτου καὶ τῶν πόρων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ λαοῦ. Ὁ ἐργαζόμενος, ἵνα κερδίζῃ τὸν ἄρτον ἑαυτοῦ καὶ τῶν τέκνων του, δὲν εἶναι δυνατόν, στερούμενος ὅλων, ἢ νὰ ἀηδιάσῃ καὶ στρατὸν καὶ πατρίδα· καὶ δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀηδιάσῃ, ὅταν ἦναι πεπεισμένος, ὅτι σπατάλη μεγάλη ὑπάρχει εἰς τὰς δαπάνας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Δὲν εἶναι ἐξυπηρέτησις οὔτε τῆς ἐθνικῆς ἰδέας οὔτε τοῦ πατριωτισμοῦ νὰ καθίσταται μισητὸς ὁ στρατὸς εἰς τὸν λαόν, εἰς ὃν πλέον ὁ στρατὸς θὰ συμβολίζῃ τὴν ἐκ τῶν φόρων καταπίεσιν, τὴν πενίαν. Ὑπὸ τοιούτων ὁρμώμενος ἰδεῶν, εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὅτι δι’ οἰκονομιῶν εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ποσόν, ὅπερ ζητεῖται πρὸς προικοδότησιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦ προβαλλομένου καὶ ὄντος πρωτίστης ἀνάγκης· ὄχι μόνον δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολὺ ἀνώτερα ποσά, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ καλὴ θέλησις πρὸς περικοπὴν δαπανῶν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο διαφωνοῦμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, φρονοῦσαν ὅτι οὐδεμία περικοπὴ δαπάνης εἶναι δυνατή, φρονοῦσαν ὅτι οὐδεμία οἰκονομία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δὲν ἔχω βεβαίως τὸ κῦρος τῶν πρὸ ἐμοῦ λαλησάντων· ἀλλ’ αἱ γνῶμαι αἱ ἐμαὶ εἶναι γνῶμαι εἰλικρινεῖς, γνῶμαι προερχόμεναι ἐκ τῆς ἐμῆς ἀντιλήψεως τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Τὸ πόρισμα τῆς ἐμῆς μελέτης, τὸ ποσόν, ὅπερ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀσφαλῶς καὶ δι’ ἀριθμῶν νὰ ἀποδείξω, — διότι ἐκ τῶν στοιχείων τῶν παρεχομένων προκύπτει τοῦτο, — εἶναι τὸ ἑξῆς. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς ἀναλύσεως τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων, αἵτινες, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δύνανται νὰ γείνωσι. Πάντες, νομίζω, γνωρίζομεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν εἶναι ὑπερβολικὸς διὰ τὸ Κράτος.
§99ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὖγε!
§100Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω δ’ ὅτι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη πτέρυξ ἀποδέχονται τὴν ἀρχήν, ὅτι πρέπει ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν νὰ περιορισθῇ. Περιοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν εἰς 150, ὅσοι ἦσαν καὶ ἄλλοτε, ἔχομεν ἐτησίως, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ἔχωμεν μίαν Σύνοδον κατ’ ἔτος, οἰκονομίαν 151,200 δραχμῶν. Ἐν τῷ πολυδαπάνῳ ὀργανισμῷ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἀνευρίσκομεν ποσὸν 7200 δραχμῶν, δαπανώμενον ἐτησίως δι’ ἐκτάκτους λογιστάς. Νομίζω ὅτι, χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἶναι δυνατὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ περικοπῇ, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἄγνωστον ἐντελῶς εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τί χρησιμοποιεῖται καὶ κατὰ ποῖον τρόπον διατίθεται ἡ πίστωσις αὕτη. Ὅτε δὲν ὑπῆρχον Πρεσβεῖαι, ὅτε τὰς Πρεσβείας εἴχομεν καταργήσει, νομίζω ὅτι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα οὐδεμίαν ὑπέστησαν ζημίαν, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ προσφερόμεναι ὑπὸ τῶν πρέσβεων, εἶναι ἀνάλογοι τῶν δαπανῶν καὶ τῶν βαρῶν, ἅτινα ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐὰν καταργήσωμεν τὰς Πρεσβείας, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν δραχμῶν 241,200 κατ’ ἔτος.
§101Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὅλας τὰς Πρεσβείας νὰ καταργήσωμεν;
§102Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μάλιστα ὅλας, πλὴν τῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ πάντες, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ πρώην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προχθές, ἀγορεύοντος τοῦ ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ καὶ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡμολόγησεν, ὅτι ὑπάρχουσιν Ἐφετεῖα, ἅτινα εἶναι περιττὰ, ὡς μὴ ἔχοντα ἀνάλογον ἐργασίαν. Δυνάμεθα λοιπὸν, καταργοῦντες δύο ἐκ τῶν Ἐφετείων, νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν, ἡ ὁποία ναὶ μὲν ἐν τῷ παρόντι δὲν θὰ ἦναι σπουδαία, διότι τοὺς ἐφέτας δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς καταργήσωμεν, ἀλλ’ ἐν τῷ μέλλοντι βεβαίως θὰ ἦναι σπουδαία οἰκονομία. Ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δύο Ἐφετείων, τῆς Κερκύρας καὶ τοῦ Ναυπλίου... (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
§103Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Διατὶ ὄχι καὶ τοῦ τῶν Πατρῶν; Πρέπει νὰ εἴπητε, ἂν δέχεσθε τὴν κατάργησιν καὶ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν ἢ ὄχι.
§104ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ (πρὸς τοὺς θορυβοῦντας). Δὲν κατηργήθησαν. Μὴ κάμνετε ἔτσι!
§105Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ καταργηθῶσι τὰ Ἐφετεῖα ταῦτα, ἀλλὰ νὰ καταργηθῇ πρῶτον τὸ τῶν Πατρῶν.
§106Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πετροπουλάκη, αἱ Πάτραι, μὴ ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀπέναντι τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν θὰ διστάσωσι νὰ δεχθῶσι τοῦτο, διότι δὲν ἐνδιαφέρονται, ἂν ὑπάρχει Ἐφετεῖον, ἢ οἱ λαμβάνοντες τὸ ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος, ἢ ἂν ὑπάρχουσι πέντε ἐφέται, οἱ ἐνοικιάζοντες πρὸς αὐτοὺς πέντε οἰκίας, — πράγματα ἀσήμαντα διὰ τὰς Πάτρας. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ καταργηθῶσι τὰ δύο Ἐφετεῖα· ἐκ τῆς καταργήσεως δὲ ταύτης ἐπέρχεται οἰκονομία 48,400 δραχμῶν κατ’ ἔτος.
§107Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Νὰ καταργηθῇ πρῶτον τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν.
§108Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην δύνανται νὰ ἀναπτύξωσιν αὐτὴν κατόπιν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κάθησε κάτω! Θὰ σὲ ἀποβάλωμεν τῆς αἰθούσης! (θόρυβος).
§110Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ εἰπὼν, ὅτι θὰ μὲ διώξῃ; Ἠξεύρετε πότε θὰ μὲ διώξητε; Ὕστερον ἀπὸ τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας (θόρυβος).
§111Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κύριοι θορυβοῦντες πρέπει, νομίζω, νὰ ἦναι ἁβρότεροι. Ὅταν γίνωνται αἱ παρατηρήσεις κατὰ τοιοῦτον ἀνοίκειον τρόπον, ἐνῷ ἡμεῖς ἀνεχόμεθα νὰ γίνηται συζήτησις ἐνώπιον Βουλῆς μὴ εὑρισκομένης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§113Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μάλιστα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή). Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 128. Ὁρίστε, κύριε Ροῦφε.
§115Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ ἐμοῦ καθήκοντος, ὡς τουλάχιστον τὸ ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ, ἐάν τινες νομίζουν ὅτι εἶναι δυνατὸν, εἴτε διακόπτοντες εἴτε καὶ θορυβοῦντες, νὰ μὲ ἀναχαιτίσωσι, δὲν θέλω διστάσει ὄχι μίαν, ἀλλὰ καὶ ἑκατὸν νὰ ὑποβάλω ἐνστάσεις. Συνεχίζω τὸν λόγον μου ἀπὸ τοῦ μέρους, εἰς τὸ ὁποῖον διέκοψα. Ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δύο Ἐφετείων, τὰ ὁποῖα καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ δικαστικοῦ κόσμου περισσεύουσι, θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία ἐπὶ τοῦ παρόντος 48,400 δραχμῶν. Γενικῶς ὑπάρχει πλέον ἑδραιωμένη ἡ ἰδέα, ὅτι ἐν ταῖς οἰκονομίαις, αἵτινες καταδεικνύονται ἐκ τῶν πραγμάτων, πρωτεύει καὶ ἡ κατάργησις Πρωτοδικείων. Ἐκ τῆς καταργήσεως οὐ μόνον τῶν τελευταῖον ἱδρυθέντων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων, ἅτινα ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων κρίνονται ὡς μὴ πληροῦντα ἐπειγούσας ἀνάγκας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία 197,273 δραχμῶν ἐτησίως. Ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ δὲν περιλαμβάνεται ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῶσιν οὗτοι. Γνωστὸν ἐπίσης εἶναι τοῖς πᾶσι, καὶ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ φέροντος τὰς ὑπογραφὰς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προκύπτει, ὅτι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων Εἰρηνοδικείων 100 τοὐλάχιστον εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῶσιν, ὡς οὐδεμίαν σχεδὸν ἐκτελοῦντα ἐργασίαν. Ὁ μέσος ὅρος τῆς δαπάνης δι’ ἕκαστον Εἰρηνοδικεῖον εἶναι 4 χιλιάδες δραχμαὶ κατ’ ἔτος, συνεπῶς διὰ τῆς καταργήσεως 100 Εἰρηνοδικείων ἔχομεν οἰκονομίαν 400,000 δραχμῶν περίπου. Ἀλλ’ ἡ κατάργησις τῶν Πρωτοδικείων θὰ ἔχῃ ὡς μοιραῖον ἐπακολούθημα καὶ τὴν κατάργησιν τῶν φυλακῶν τῶν πόλεων, ἐν αἷς ἵδρυνται ταῦτα· ἐκ τῆς καταργήσεως δὲ τῶν φυλακῶν, ἐκ τῶν ἐνοικίων μόνον, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν δραχμῶν 20,316 κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ἐκ τῆς καταργήσεως διαφόρων θέσεων διευθυντῶν, ἐπιστατῶν, ὑπηρετῶν κλπ. τῶν καταργουμένων φυλακῶν καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν ἄλλων τοιούτων δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν ἐτησίως δραχμῶν 24,840. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, νομίζω, περιττὸν νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις θὰ ἔχῃ τὴν διάθεσιν νὰ προβῇ εἰς οἰκονομίας, καὶ ἐπὶ τῶν ἐνοικίων τῶν διαφόρων φυλακῶν· διότι, ἐὰν ἀνατρέξῃ τις εἰς τὴν οἰκείαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ στήλην, θὰ ἴδῃ πόσον δυσανάλογα πληρώνομεν ἐνοίκια σχετικῶς πρὸς τὰς πόλεις, ἐν αἷς εὕρηνται αἱ φυλακαὶ αὗται. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης παρατηροῦμεν μίαν πίστωσιν ἐκ 5,000 δραχμῶν διὰ μίαν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, δῆθεν ἐργαζομένην ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εἰς ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἄδηλον εἶναι, ἂν θὰ ἴδῃ ποτὲ τὸ φῶς. Ὑπάρχει ἐπίσης διὰ στατιστικὰς ἐργασίας πίστωσις 7,000 δραχμῶν, κατ’ ἐμὲ ἀπαλειπτέα. Ὡσαύτως, ἂν ἦναι παγκοίνως δεκτὸν, ὅτι 10 τοὐλάχιστον Πρωτοδικεῖα πρέπει νὰ καταργηθῶσι, πάντες παραδέχονται, ὅτι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Νομαρχιῶν πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ. Καὶ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πρέπει αἱ Νομαρχίαι ἀπὸ 26, ἃς ἔχομεν σήμερον, νὰ γείνωσι 12. Διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν 12 Νομαρχιῶν θὰ ἦναι βεβαίως ὀλιγώτερον κατ’ ἀριθμὸν τοῦ ἤδη ἐν ἑκάστῃ Νομαρχίᾳ ὑπάρχοντος, ἐπέρχεται οἰκονομία, κατὰ τοὺς ἐμοὺς ὑπολογισμούς, ἐτησίως ἐκ δραχ. 209,667. Ἐκτὸς τούτων νομίζω ὅτι καὶ πλεῖστα ἄλλα κονδύλια εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλειφθῶσιν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ Ζʹ, ἄρθρῳ 4, τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις δραχ. 5,000 «διὰ βοηθήματα εἰς ἐνδεεῖς». Ποίους ἐνδεεῖς; τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν; τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου; Νομίζω ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλειφθῇ ἄνευ βλάβης τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἑτέρα πίστωσις ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ, ἄρθρῳ 2, ἐκ δραχ. 86,000, «συνδρομὴ εἰς πρόσφυγας», εἶναι περιττὴ, διότι δὲν νομίζω ὅτι κατὰ τὸ 1904 ὑπάρχουσι πρόσφυγες, ἔχοντες ἀνάγκην τῆς κυβερνητικῆς ἀντιλήψεως. Ἐξ ἄλλου ἐπίσης κονδυλίου, τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κεφαλαίου Αʹ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ οἰκονομία δραχμῶν 2520, ἐλαττουμένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων τοῦ Ὑπουργείου. Οὐδεὶς βεβαίως ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ἡ γεωργία, οὐδεὶς ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐρωτητέον, οἱ Γεωργικοὶ σταθμοὶ, δι’ οὓς τόσα δαπανῶνται, ἐκπληροῦσι τὸν προορισμόν των; εἶναι χρήσιμοι; Ἡμεῖς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τοὐλάχιστον δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι εἰς οὐδὲν χρησιμεύουσιν, οὐδεμιᾶς ὠφελείας εἰς τὴν γεωργίαν γίνονται πρόξενοι. Ἐν τούτοις ἡμεῖς δὲν προτείνομεν τὴν κατάργησιν αὐτῶν, διότι ὑπάρχουσιν ἔσοδα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡρισμένα ὑπὲρ τῆς γεωργίας, εἴτε προερχόμενα ἐξ αὐτῶν τῶν σταθμῶν, εἴτε ἐκ κληροδοτημάτων, ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 295,745 δραχμῶν. Εἴμεθα ὅμως τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ἐξισωθῶσιν αἱ δαπάναι πρὸς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κράτος εἴτε ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν σταθμῶν εἴτε ἐκ τῶν κληροδοτημάτων. Ἐξισουμένων τῶν ἐσόδων τούτων πρὸς τὰ ἔξοδα, ἐπέρχεται οἰκονομία ἐκ δραχμῶν 181,631. Ἀλλὰ μήπως πάντες δὲν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη περιορισμοῦ καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Γυμνασίων; μήπως τὰ Γυμνάσια δὲν ἐπληθύνθησαν δυσαναλόγως καὶ πρὸς τοὺς πόρους τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὰς πραγματικὰς τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνάγκας; Ἐκτὸς δὲ τούτου παρατηρῶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας πιστώσεις πρὸς συνδρομὴν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος δὲν θεωρεῖ ἀναγκαῖα, δὲν τὰ ἵδρυσε τὸ Κράτος, ἱδρύθησαν ἐκ κληροδοτημάτων ἢ ὑπὸ δήμων. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως τῶν συνδρομῶν πρὸς τὰ διάφορα ταῦτα Γυμνάσια. Ἂν οἱ δῆμοι θέλωσι δημοσυντήρητα Γυμνάσια, ἂς δαπανῶσιν ἐξ ἰδίων, καὶ ἂν τὰ κληροδοτήματα δὲν ἐπαρκῶσιν, ἂς κλεισθῶσι τὰ Γυμνάσια, τὰ ἐκ τούτων συντηρούμενα. Ἀνέρχεται δὲ τὸ ποσὸν τῆς συνδρομῆς ταύτης εἰς 27,000 δραχμὰς ἐτησίως. Ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 30,000 «συνδρομὴ εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν». Ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία, διὰ νὰ διατηρῇ ὑποκαταστήματα, ὑποδιδασκαλεῖα, βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην συνδρομῶν, διότι εἰσπράττει ἀπὸ τὰ ὑποδιδασκαλεῖα. Τοῦ ἐν Πάτραις ὑποδιδασκαλείου τοῦ Ἀρσακείου, λόγου χάριν, τὸ ἐνοίκιον τὸ πληρώνει ὁ δῆμος, ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία εἰσπράττει δίδακτρα, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν παρίσταται καμμία ἀνάγκη νὰ ἔρχηται τὸ Δημόσιον ἐπίκουρον· ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὑποδιδασκαλεῖα τὸ αὐτὸ συμβαίνει. Ἄλλως δὲ τὸ Ἀρσάκειον ἔχει τόσον κολοσσιαῖα εἰσοδήματα ἀπὸ τὰ νεόδμητα αὐτοῦ μαγαζεῖα. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὰ ὑποδιδασκαλεῖα πρέπει νὰ καταργηθῶσι, διότι εἰς οὐδὲν συντελοῦσι, τοὐναντίον δὲ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ ἐκ τῶν γραμματοσχολείων καὶ ἐκ τῶν γραμματιστῶν, δὲν εἶναι εὐχάριστα διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διὰ τὰ ὑποδιδασκαλεῖα πίστωσις. Αὕτη μετὰ τῶν ἄλλων συνδρομῶν συμποσοῦται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 74,800 δραχμῶν. Βεβαίως εἶναι δυσάρεστον διὰ τὰς πόλεις, ἐν αἷς ὑπάρχουσιν ἱδρυμένα εἴτε Πρωτοδικεῖα εἴτε Νομαρχίαι εἴτε Γυμνάσια, νὰ καταργηθῶσι ταῦτα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς τῆς δεῖνος ἐπαρχίας, τί προτιμᾷ, νὰ φορολογηθῶσιν ἀπηνῶς ὅλοι, ἢ ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτῆς νὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔχῃ Νομαρχίαν ἢ Πρωτοδικεῖον, τί θ’ ἀπαντήσῃ; Ἐκ τῶν κατοίκων μιᾶς ἐπαρχίας πόσοι ἔχουσι δοσοληψίας μὲ τὴν Νομαρχίαν; 30 ἕως 40 τὸ πολὺ κατ’ ἔτος. Ὥστε ἐκ τῆς καταργήσεως ταύτης θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μίαν ἐνόχλησιν 30 ἢ 40 πολῖται, δὲν θὰ φορολογηθῇ ὅμως ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν διὰ δημοψηφίσματος νὰ ἐρωτηθῇ ἡ γνώμη τῶν ἐπαρχιῶν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐνδιαφερομένων εἴτε νὰ διορισθῶσιν εἴτε νὰ ἐνοικιάσωσι τὰ οἰκήματά των, βεβαίως ὅλοι οἱ ἄλλοι θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῆς καταργήσεως. Ἀλλ’ ὅταν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπευθυνώμεθα καὶ ζητῶμεν παρ’ αὐτοῦ, λόγῳ ἐθνικῶν ἀναγκῶν, θυσίας, νομίζω ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλο μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ πάντες θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθῶσι. Τοῦτο εἶναι ἡ περικοπὴ τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι, ἐὰν περικοπῇ ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, τῶν λαμβανόντων μισθοδοσίαν ἀνωτέραν τῶν 300 δραχμῶν, κατὰ 10%, τῶν δὲ λαμβανόντων κατωτέραν τῶν 300 δραχμῶν κατὰ 6%, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν 974,820 δραχμῶν. Εἰς τὰ δύο δὲ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὴν μισθοδοσίαν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ καὶ ἄνω κατὰ 5%, ἀπὸ δὲ τοῦ λοχαγοῦ καὶ κάτω κατὰ 2½%, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν δραχ. 267,817, ἤτοι ἐν συνόλῳ δραχ. 1,242,637. Ἀλλὰ ἡ κατάργησις τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Πρωτοδικείων θὰ ἔχῃ ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρχιεπισκόπων, θὰ ἔχῃ ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἔχῃ ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα καὶ τὴν οἰκονομίαν τῆς καταργήσεως τῶν Μοιραρχιῶν. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἀδύνατον καὶ εἰς τὰς ἄλλας δημοσίας ὑπηρεσίας νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι; Τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀνέφερα ἀριθμητικῶς, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 2,944,684, δηλαδὴ εἰς τὸ ποσὸν ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπερ ἐθεωρήθη ὡς βάσις τῆς ἐθνικῆς τῆς χώρας παρασκευῆς. Εἶναι δυσάρεστον βεβαίως νὰ περικόπτωμεν καὶ Πρωτοδικεῖα καὶ Νομαρχίας καὶ Γυμνάσια καὶ Σχολεῖα. Ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος δὲν ἔχει ἀνάγκην, εἶναι δυνατὸν πάντα ταῦτα νὰ ὑπάρχωσιν. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν τίθεται ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ ζήτημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, νομίζομεν ὅτι ὁ στοιχειώδης πατριωτισμὸς ἐπιβάλλει τὴν περικοπὴν πάσης περιττῆς δαπάνης προτοῦ νὰ καταστήσωμεν τὸν λαὸν εἰς πενίαν, ὑπέρογκα παρ’ αὐτοῦ ζητοῦντες. Ζητοῦμεν νὰ παρασκευάσωμεν στρατόν. Ἀλλὰ ποῖον στρατόν, ὅταν ὁ λαός, μὴ ἀντέχων πλέον εἰς τοὺς φόρους, πενόμενος, μετηνάστευσεν ὅλος; Κατὰ ἑκατοντάδας καθ’ ἑκάστην ἀναχωροῦσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν, καὶ ἀντὶ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μας νὰ ἔχωμεν 100,000 στρατόν, ἐὰν ἐπιβληθῶσιν οἱ προτεινόμενοι φόροι, δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε 50,000, οὔτε 30,000, οὔτε 20,000, διότι δὲν θὰ ὑπάρχωσι στρατεύσιμοι, διότι οἱ στρατεύσιμοι θὰ μεταναστεύσωσιν. Ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ νέους φόρους. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν εἰλικρίνειαν νὰ βροντοφωνήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν πάντες εἰς θυσίας, ὁσονδήποτε δυσαρέστους, ὁσονδήποτε δυσκόλους, ὅτι πρέπει αἱ θυσίαι αὐταὶ νὰ καταστῶσι νόμοι, νὰ καταστῶσι πρᾶγμα, διὰ νὰ δυνηθῇ καὶ τὸ Κράτος νὰ συνταχθῇ στρατιωτικῶς, ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς νὰ μὴ ἀποπνιγῇ τελείως ἐκ τῶν φόρων. Οἱ διατεινόμενοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ βαστάσῃ νέους φόρους, βεβαίως δὲν γνωρίζουσιν αὐτόν, βεβαίως δὲν γνωρίζουσιν εἰς ποίαν κατάστασιν ἀπορίας περιῆλθε. Προβάλλουσι φόρους. Ἀλλὰ μήπως οἱ φόροι αὐτοὶ ἀπευθύνονται κατὰ τῶν πλουσίων; ἀπευθύνονται δυστυχῶς μόνον κατὰ τῆς μεσαίας καὶ τῆς ἐργατικῆς τάξεως· οἱ πλούσιοι δὲν φορολογοῦνται, ἢ φορολογοῦνται ἐλάχιστα. Ἀλλὰ κατ’ αὐτῶν οὐδεὶς στρέφεται. Τὸν λαὸν τὸν ἔχουσι πρόχειρον. Ὁ λαὸς εἶναι πρόχειρον ἀρνίον διὰ κούρευμα, καὶ εἰς τὸ κούρευμα αὐτοῦ διαρκῶς καταγινόμεθα, διότι εἶναι εὔκολον. Χρειαζόμεθα χρήματα; ἐπιβάλλομεν φόρους. Δὲν θέλομεν νὰ ἤμεθα δυσάρεστοι εἰς τοὺς συμπολίτας μας, δὲν θέλομεν νὰ δυσαρεστήσωμεν τοὺς ψηφοφόρους μας, καταργοῦντες ἢ Γυμνάσια ἢ Νομαρχίας, ἢ Ἐφετεῖα, ὄχι! ἀλλ’ ἐπιβάλλομεν φόρους· ὁ λαὸς ἂς πληρώσῃ! Ἴσως ἄλλαι θὰ ἐκράτουν σκέψεις, ἐὰν καὶ ἡ Ἑπτάνησος εἶχεν ἀφομοιωθῆ φορολογικῶς, ἂν εἶχε τὸ αὐτὸ φορολογικὸν σύστημα μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος.
§116Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν αὐτὸν φόρον πληρώνει.
§117Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν ἀναγινώσκετε τὸν Προϋπολογισμόν;
§118Κ. ΑΛΑΜΑΝΟΣ. Γνωρίζετε τί εἰσφέρει ἡ Ἑπτάνησος ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου;
§119Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ τὸ εἴπητε κατόπιν, λαμβάνοντες τὸν λόγον. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν γείνῃ ἀρκετὴ ἡσυχία, καὶ οἱ κύριοι ἐξακολουθῶσι νὰ παραβαίνωσι τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὸν ἀγορεύοντα ἁβρότητα, θ’ ἀναγκασθῶ νὰ μετέλθω τὸ βίαιον μέτρον τῶν ἐνστάσεων. Ἂς ἐξέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας οἱ φρονοῦντες ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ φόρους, ἂς ἀποταθῶσι πρὸς τὸν λαόν, καὶ θὰ ἴδωσι ποίαν ἀπάντησιν θὰ τοῖς δώσῃ. Ὅταν μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἐξέλθωμεν ὅλοι τῆς αἰθούσης, ἵνα λάβωμεν νέον λαϊκὸν βάπτισμα, θὰ ἴδωμεν μὲ ποῖον πρόσωπον θ’ ἀντιμετωπίσωσι τὸν λαόν, ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ζητοῦσι νὰ πνίξωσιν ἄνευ λόγου, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτίας, νὰ τὸν πνίξωσι, διότι δὲν θέλουσι νὰ ὑποβάλωσιν ἑαυτοὺς εἰς δυσαρέστους περικοπάς, διότι δὲν θέλουσι ν’ ἀνομολογήσωσι τὴν ἀνάγκην τῶν οἰκονομιῶν, διότι δὲν θέλουσι νὰ παραδεχθῶσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι. Ὑπὸ τοιούτων ἐμπνεόμενος ἰδεῶν, ὅτε κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κηρυχθῶ μὲν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δηλώσω δὲ, ὅτι δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τὸ ἐπιβάλλον τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, εἶπον, ὅτι εἶναι δυνατὸν δι’ οἰκονομιῶν νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ποσόν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι. Ὅταν δὲ ἐπικαλώμεθα τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει εἰς τὰ θυλάκιά του, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς ὁ πατριωτισμὸς νὰ δεχθῶμεν τὴν περικοπὴν πάσης περιττῆς δαπάνης, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον, Κύριοι;
§121Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι σημειωμένος ἐγώ.
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, προηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργός.
§124Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀπὸ τῆς χθὲς ἀρξαμένη συζήτησις περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχε βεβαίως τὸν σκοπὸν νὰ συζητηθῇ ἐντεῦθεν, ὡς ὑπὸ τύπον γενικῆς συζητήσεως, ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904. Κυρίως ἕνα καὶ μόνον εἶχε σκοπὸν, νὰ ἐξετασθῇ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῇ στρατιωτικῶς ἡ χώρα ἡμῶν διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν, ἢ παρίσταται ἀνάγκη καὶ ἐπιβολῆς ἐπιβαρύνσεων φορολογικῶν. Δυστυχῶς οἱ μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀγορεύσαντες δὲν ἠσχολήθησαν ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι καὶ διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῇ στρατιωτικῶς ἡ χώρα ἡμῶν. Ἐκτὸς τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος, ὅστις ὑπέμνησεν εἰς τὴν Βουλὴν οἰκονομίας τινάς, κατ’ αὐτὸν δυνατὰς, οἱ πρὸ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες, καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ καὶ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεμίαν ἐποιήσαντο μνείαν τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες κατ’ αὐτοὺς δύνανται νὰ ἀντικαταστήσωσι τὰς φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις, τὰς ὁποίας προκαλεῖ ἡ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὑποβληθεῖσα νομοθετικὴ ἐργασία. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν εἰρωνείας, ἥτις εἶναι πάντοτε κεχρισμένη διὰ πολλῆς δόσεως χολῆς, ἐπέκρινε τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συγχρόνως ἐπεκαλέσθη προηγουμένας ἀγορεύσεις τινῶν ἐξ ἡμῶν, ὡς καὶ ἄλλων Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως. Ὅτε ὅμως ἀκριβῶς ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ὑποδείξῃ, τίνες αἱ οἰκονομίαι, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ φορολογικαὶ ἐπιβαρύνσεις, ἐκεῖ ἐσταμάτησεν, εἶπε δὲ, ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 πρὸς συζήτησιν, τότε ἐπιφυλάσσεται νὰ ὑποδείξῃ τὰς οἰκονομίας. Ἀκριβῶς δηλαδὴ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἡ συζήτησις, ἀπέφυγεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς νὰ συζητήσῃ ἐντεῦθεν! Ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ συζητήσεις γενομένας κατὰ τὸ 1896, εἰς τὰς ὁποίας καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγὼ εἴχομεν ἐκφράσει γνώμας περὶ τοῦ τί ἔδει τότε γενέσθαι, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τότε μὲν ἤμεθα ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, σήμερον δὲ ὑπὲρ τῆς σπατάλης καὶ τῆς πολυτελείας. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ περίεργον, ὅτι οὐ μόνον ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν χωρίζῃ τι ἡμᾶς ἀπ’ αὐτοῦ, τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς, ὅτι ἡμεῖς μὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς σπατάλης καὶ τῆς πολυτελείας, αὐτοὶ δὲ οἱ Κύριοι ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν! Τοῦτο δὲν εἶναι νέα πολιτική· τὴν γινώσκομεν ἐκ παλαιοτέρας ἐποχῆς. Πάντοτε, ὁσάκις ἡμεῖς εὑρισκώμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, πάντοτε ἡ μερὶς ἐκείνη εἶχεν ὡς ἀρχὴν νὰ κατηγορῇ ἡμᾶς ὡς σπατάλους καὶ ὡς διασπαθίζοντας τὰ δημόσια χάριν τοῦ κόμματος, ἑαυτοὺς δὲ νὰ παριστῶσιν οἱ τῆς μερίδος ἐκείνης ὡς ἐπιδιώκοντας τὸ ἄκρον ἄωτον τῶν οἰκονομιῶν καὶ ὡς τοὺς μόνους δυναμένους ἄνευ φόρων καὶ διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν νὰ διευθύνωσι τὰ κοινά! Ἀλλὰ δὲν ἀπέδειξαν τοῦτο, ὅτε ἐκλήθησαν ἐν τῇ Κυβερνήσει· τοὐναντίον ἀπέδειξαν, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα σπάταλοι ἅπαξ, αὐτοὶ ἦσαν σπάταλοι πεντάκις. Πάντοτε κρύπτονται ὄπισθεν τῶν ἀορίστων, πάντοτε ὄπισθεν τῶν ἀερωδῶν ἐπιχειρημάτων· οὐδέποτε κατέρχονται εἰς λεπτομερείας, πρὸς κατάδειξιν τῶν μέσων ἐκείνων, δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν ἡ χώρα νὰ παρασκευασθῇ στρατιωτικῶς. Ἐπειδὴ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐμνήσθη ἀγορεύσεων ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1896, εἶμαι ὑποχρεωμένος δι’ ὀλίγων νὰ ἀναμνήσω πρὸς αὐτόν, ὅτι ἡμεῖς τότε προεκλήθημεν νὰ δηλώσωμεν, ποίας ἐνομίζομεν οἰκονομίας, δυναμένας νὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, καὶ τὰς ὑπεδείξαμεν ὡρισμένως. Προέβημεν δὲ καὶ ἔτι περαιτέρω, εἰς τὸ νὰ ὑποδείξωμεν καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τύπον ἄλλον τότε νὰ συσταθῇ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὑπεδείξαμεν τότε, ὅτι ἦτο δυνατὸν—τότε δὲ ἦτο εὐκολώτερον ἢ νῦν—νὰ ἐγκατασταθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐξ οὗ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος πόρον ἀσφαλῆ πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὅστις ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς συνομολόγησιν δανείου, χρησίμου διὰ τὰς ἐπειγούσας καὶ τότε καὶ νῦν ἀνάγκας πρὸς στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. Ἦσαν διάφοροι αἱ περιστάσεις τότε ἀπὸ τὰς σημερινάς. Εὑρισκόμεθα τότε εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου πρὸς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, ὁ ὁρίζων ἦτο τεθολωμένος πανταχόθεν, καὶ ἔπρεπε μέτρα ἐπείγοντα νὰ ληφθῶσιν, ἵνα ἡ χώρα ἡμῶν εὑρεθῇ παρεσκευασμένη κατὰ τὸ ἐνὸν ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ὑπῆρχεν ἡ πολιτικὴ κατάστασις, ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν οὐχὶ ὑπὸ τύπον εἰρηνικόν, ἀλλὰ καὶ τοῦ εἰρηνικοῦ εἰρηνικώτερον! Διότι πάσας τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς ἀφορώσας εἰς παρασκευήν τινα, παρουσίαζεν ἠλαττωμένας. Ὡς παράδειγμα δὲ φέρω ὑμῖν, ὅτι, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἀνέγραφε πίστωσιν 400,000 δραχμῶν δι’ ἱππωνίαν, ὁ τοῦ 1897 περιώριζε τὴν πίστωσιν εἰς 200,000 δραχμάς. Ἐλέγομεν λοιπὸν τότε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς πολέμου, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ σκεπτώμεθα πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ τότε ψηφισθεὶς νόμος περὶ μειώσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ περὶ τῆς ἀποκλειστικῆς διαθέσεως αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν κατασκευῆς σχολείων, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ πόρον ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἐλέγομεν ἐπίσης πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅτι, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς πολέμου, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ σκεπτώμεθα περὶ κατασκευῆς δημοσίων ἔργων, οὔτε περὶ ὁδοποιίας, οὔτε περὶ χορηγίας ἑτέρων πιστώσεων, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τὸ Κράτος ἐν καιρῷ εἰρήνης, καὶ ὅτι ἠδύνατο πάσας τὰς πιστώσεις τοῦ 1897 πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ πολέμου νὰ χρησιμοποιήσῃ. Καὶ ἄλλα πολλὰ ὑπεδεικνύομεν τότε. Δὲν ὑπεξεφεύγομεν, ὡς νῦν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπεκφεύγει, νὰ ὑποδείξωμεν τὰς οἰκονομίας, δι’ ὧν ἠδύναντο νὰ ἐξευρεθῶσιν οἱ πόροι τῆς ἀμύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἀτικῆς Βουλευτὴς συνηθίζει ἐν ταῖς ἀγορεύσεσιν αὐτοῦ νὰ ἐπικαλῆται εἰκόνας λαμβανομένας ἐκ τοῦ παρελθόντος μετὰ πολλῆς ἐπιτηδειότητος πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἑαυτοῦ ἐπιχειρημάτων. Ἐπεκαλέσθη δὲ καὶ τὸν γνωστὸν οἰκονομολόγον Λερουὰ Μπωλιέ, ὅστις δογματίζει, ὅτι ἡ ὑπερβολικὴ φορολογία ἐπάγεται πολλὰ τὰ δεινὰ εἰς τὰ Κράτη, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ αὐτὰς τὰς μεταναστεύσεις προκαλεῖ. Ἐκ τούτου δ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προβάλῃ ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς ἔχωμεν μεταναστεύσεις ἐν Ἑλλάδι, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν βαρεῖαν φορολογίαν. Δὲν γνωρίζω, ἐάν τις ἐξ ὑμῶν, γινώσκων τὰ τῶν μεταναστεύσεων, νομίζῃ, ὅτι μεταξὺ τῶν μεταναστευόντων ὑπάρχει τις δικαιολογῶν τὴν μετανάστευσίν του ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς φορολογίας. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τούτων ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν, οἵτινες ἕνα μόνον φόρον πληρώνουσι, τὸν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐπειδὴ δὲ οἱ πλεῖστοι τούτων δὲν ἔχουσι τοιαῦτα κτήνη, οὐδ’ αὐτὸν πληρώνουσι. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι παλαιὰ λοιπὸν ἡ τακτικὴ αὕτη, ὡς ἔλεγον. Δὲν δύναμαι δὲ ἢ νὰ ἀναμνησθῶ συζητήσεως παραταθείσης ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1887. Ἡγεῖτο τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ καὶ νῦν ἡγέτης αὐτῆς κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, παρὰ τὸ πλευρὸν δ’ αὐτοῦ ἐκάθηντο καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς καὶ ἄλλοι τινές, οἵτινες δυστυχῶς δὲν εἶναι νῦν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ. Τότε πραγματικῶς ἐπεβάλλετο φορολογία 20,000,000, καὶ τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις διεμαρτύρετο, λέγουσα: «μὴ ἐπιμένετε νὰ ἐπιβληθῶσιν αἱ νέαι ἐπιβαρύνσεις, διότι δι’ αὐτῶν θὰ καταστραφῇ ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας, θὰ ἐπέλθῃ κάματος, καὶ ἡ χώρα θὰ σταματήσῃ ἐν τῇ γεωργικῇ, ἐμπορικῇ καὶ βιομηχανικῇ αὐτῆς προόδῳ.» Ἡγεῖτο τῆς Κυβερνήσεως τότε καὶ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν αὐτοῖς πρὸς ἀπάντησιν: «Δὲν συμμερίζομαι τὰς γνώμας ὑμῶν, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι διὰ τῶν φορολογικῶν αὐτῶν ἐπιβαρύνσεων δύναται νὰ ἐπέλθῃ κάματος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ Ἕλληνες θέλουσι καθυστερήσει εἰς τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν, διότι ἐννοοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῶσι φορολογίαν, ἥτις καὶ μόνη δύναται νὰ πορίσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα, ἵνα ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τοῦ κινδύνου, ὅστις δύναται νὰ ἐπέλθῃ κατ’ αὐτοῦ, τοῦ κινδύνου τῆς χρεωκοπίας...»
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως ἐφθάσαμεν.
§126Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν διὰ τῶν φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων, ἀλλ’ ἐφθάσαμεν διὰ τῆς κατόπιν διοικήσεως τῆς χώρας, ἐφθάσαμεν διὰ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1886, ἥτις κατέλιπε μεγάλα ἐλλείμματα, καὶ διὰ τῆς διοικήσεως τοῦ 1890 καὶ 1891. Ἀλλὰ μὴ θέλων νὰ παρεκτραπῶ περισσότερον τοῦ θέματος, σταματῶ ἐνταῦθα. Ὁσάκις ὅμως συνεζητήθη, ἀπεδείχθη πάντοτε ἡλίου φαεινότερον, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξαν ὑπαίτιοι τῆς χρεωκοπίας, δὲν ὑπῆρξαν τοιοῦτοι ἐκ τοῦ κόμματος τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ἀσχοληθῶ πλειότερον εἰς ὅσα ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν, οὐδὲ νὰ ἀναιρέσω ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτής. Διότι ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, τό γε νῦν ἔχον, δὲν ἐκπροσωπεῖ, εἰμὴ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, καὶ ἑπομένως δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς παρατηρήσεις καὶ γνώμας τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅστις ἐπὶ μακρὸν ἠγόρευσεν ἐντεῦθεν καὶ εἰς ὃν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἀπαντήσω, καίτοι δὲν ἠσχολήθη εἰς τὸ θέμα, ὡς ἐτέθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ. Παρέλιπε τὸ παράπαν νὰ ὑποδείξῃ τὰς οἰκονομίας, δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ προτεινόμεναι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως φορολογικαὶ ἐπιβαρύνσεις· ἀλλ’ οὐχ ἧττον συζήτησιν ἐκτενῆ ἐντεῦθεν ἐποιήσατο, ὡς εἰ ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 ἐν γενικῇ συζητήσει εὐρέως. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ ὅσα εἶπε πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἀποτελῶ μέρος. Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου ὁ κ. ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ὁμιλῇ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡμῶν, μίαν λαμβάνει ἀφετηρίαν, τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896. Εἶναι ἡ χρῆσις, πρὸς ἣν οὗτος ἐπιδαψιλεύει ὑπερβάλλουσαν στοργὴν καὶ εὐλάβειαν, διότι τὰ τῆς χρήσεως ἐκείνης αὐτὸς διεχειρίσθη. Ἀλλὰ βεβαίως δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ πρὸς αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν ὡς κύριον ἐπιχείρημα λαμβάνῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν ἐπιχειρήματα ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1894, ὅστις ὑπῆρξεν οἰκονομικώτερος μὲν κατὰ τὰς δαπάνας, πλουσιώτερος δὲ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, παρουσιάζει δὲ μεῖζον πλεόνασμα, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1896, διότι ὁ τοῦ 1894 ἔσχε 15,000,000 δρ. πλεόνασμα, ἐνῷ ὁ τοῦ 1896 ἔσχεν 6,000,000. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἐπιβεβλημένον μοι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τόσον ἐκτενῆ καὶ διεξοδικὴν συζήτησιν. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, συγκρίνων τοῦτον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1904, καίτοι ὑπάρχει τι τὸ μὴ παραβλητόν. Διότι ὁ ἀπολογισμὸς συγκρίνεται πρὸς ἀπολογισμὸν καὶ οὐχὶ πρὸς Προϋπολογισμὸν. Καθόσον, ὅπως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 ὑπῆρξαν ἀδιάθετοι πιστώσεις 8,000,000, οὕτω δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις καὶ κατὰ τὸ 1904. Ἴσως μοὶ παρατηρηθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἀλλὰ πάντως αἱ πιστώσεις αὗται θὰ ἦναι κατώτεραι τοῦ ποσοῦ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο, καὶ συγκρίνω τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904. Πρὸ τούτου ὅμως εἶμαι ὑπόχρεως νὰ προσέξω εἴς τινας ἀριθμοὺς, οὓς ἐντεῦθεν ἀγορεύων μετέδιδε χθὲς καὶ σήμερον πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν συμβαίνει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ εὑρίσκηται οὗτος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα πεισθῇ ὁ ἴδιος, ὅτι περιέπεσεν εἰς ἀριθμητικὰ σφάλματα. Ἔλεγεν ἐντεῦθεν, καὶ μάλιστα σχεδὸν ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς Διοικήσεως ἐκκαθαρίζονται, ὅταν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσῃ τις τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, τὰς συντάξεις, τὴν μισθοδοσίαν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου, τὰς ἀποδόσεις, τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Προσέθηκε δὲ, ὅτι, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τῆς καθαρᾶς διοικήσεως κατὰ τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς 60,000,000, κατὰ τὸ 1899 ἀνῆλθον εἰς 63,951,000, καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902 εἰς ποσὰ ἀνώτερα. Κατέληγε δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὡς ἐκ τῶν ἐπὶ πλέον δαπανῶν τῶν τεσσάρων τούτων ἐτῶν ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον 46,000,000, τουτέστιν ὅτι, ἐὰν διωκούμεθα κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη ὅπως διωκήθημεν κατὰ τὸ 1896, ἠθέλομεν ἔχει δαπάνας ὀλιγωτέρας κατὰ 46,000,000. Ἐγὼ δὲν ἐπεχείρησα ἔργον δυσχερές· μίαν ἁπλῆν ἄθροισιν ἔκαμα, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι ἀντὶ 46,000,000 εἶναι μόνον 24,000,000. Ἐὰν δὲ ἡ σύγκρισις περιορισθῇ εἰς τὰ τρία ἔτη, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς διεχειρίσθημεν, δηλαδὴ τὸ 1899, τὸ 1900 καὶ τὸ 1901, ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ εἶναι μόνον 20,000,000. Ἀλλ’ ἐπροχώρησε καὶ περαιτέρω...
§127Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι δημοσιευμένοι εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας καὶ ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ.
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τοὺς ἀριθμοὺς, ὡς ἀνέφερεν αὐτοὺς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς ἀπήγγειλεν. Ἐγὼ ἐπανειλημμένως εἶπον, ὅτι λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἴδιος ἐνταῦθα· διότι, ἐὰν ὁ ἴδιος μὲ ἐπηνώρθωνε, ἤθελον δεχθῆ τὴν ἐπανόρθωσιν.
§129Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διότι, προκειμένου περὶ ἀριθμῶν, αἱ διακοπαὶ καθιστῶσι τὴν συζήτησιν ἀνιαρὰν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀριθμούς· ἀνέφερε καὶ ἑτέρους ἀριθμοὺς ἐξωγκωμένους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν παριστῶσί τι τὸ ἐμποιοῦν ἐντύπωσιν. Ἐκτενῆ ἐποιήσατο λόγον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀνέφερε δὲ ὁποῖα ἔσοδα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ τρία ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901, καὶ συνέκρινε ταῦτα πρὸς τὰ ἔσοδα τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896. Ἐνταῦθα ὁμολογῶ, ὅτι δὲν περιέπεσεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀριθμητικὸν σφάλμα, εἰς ὃ περιέπεσεν ὑπολογίζων τὰ ἔξοδα τῆς καθαρᾶς διοικήσεως. Ἀληθῶς κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ 1896, ἀνώτερα ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν κατὰ 46,000,000. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐντεῦθεν ἀνέφερε τὰ εἰσπραχθέντα ἐπὶ πλέον ἔσοδα τῶν τριῶν ἐτῶν, ἐνεδείκνυεν, ὅτι ἐπεβλήθησαν νέοι φόροι ἢ ηὐξήθησαν οἱ ὑπάρχοντες. Καὶ δὲν εἶπε μὲν τοῦτο καθαρὰ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ εἴπῃ, ὡς οὐδένα ἔχων νόμον φορολογικὸν ἐπιβάλλοντα νέους φόρους, ἀλλ’ ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἐπεβλήθησαν νέοι φόροι καὶ ηὐξήθησαν οἱ ὑπάρχοντες ὑφ’ ἡμῶν...
§131Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶπεν, ὅτι ἀπεδείξατε εἰσπρακτορικὴν ἱκανότητα.
§132Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτην ἤδη φορὰν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον προβάλλεται αἰτίασις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μάλιστα ὑπὸ ἀρχηγοῦ κόμματος πολιτικοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρξῃ κυβερνήτης τῆς χώρας, αἰτίασις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἀνελλιπῶς· διότι ἔλεγεν ἐντεῦθεν, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς ἱκανότητος, τῆς εἰσπρακτορικῆς, δι’ αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ἧς σκοπὸς ὑπῆρξε νὰ μὴ μείνωσι καθυστερήσεις, ἀπεστραγγίσθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀφῃρέθησαν ἀπ’ αὐτοῦ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ προαχθῇ ὑλικῶς καὶ ν’ ἀντίσχῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς ἤθελεν ὑποβάλει αὐτὸν τὸ Κράτος. Ἀλλὰ πρωτίστως, κύριοι Βουλευταὶ, ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, ἐὰν καὶ ὅταν λαμβάνωσι χώραν καθυστερήσεις εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα, αἱ καθυστερήσεις αὗται συντελοῦσιν εἰς τὴν παράλυσιν πάντων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως καὶ παρακωλύουσι πᾶσαν πρόοδον, ἐπάγονται ὅμως καὶ ἕν σπουδαιότατον σκάνδαλον, τουτέστι τὴν ἀνισότητα τῆς φορολογίας καὶ τὴν ἀνισότητα μεταξὺ τῶν φορολογουμένων ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Δὲν γεννῶσιν ἀδικήματα προφανῆ; δὲν καθιστῶσι τούτους μὲν εὐνοουμένους, ἐκείνους δὲ, τοὺς πληρώνοντας τοὺς φόρους αὐτῶν, ἐχθροὺς τῆς Πολιτείας; Ἐὰν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔθεσα πάντας τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου εἰς ἴσην ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου μοῖραν, εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τοὺς πολιτικοὺς φίλους ἡμῶν εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, ἐὰν διὰ τῶν προσπαθειῶν μου κατώρθωσα, τὰ 9,000,000 τῶν καθυστερήσεων νὰ τὰ ὑποβιβάσω εἰς 6,000,000, εἶμαι διὰ τοῦτο ἀξιοκατάκριτος; Συνετέλεσα διὰ τῶν προσπαθειῶν μου τούτων νὰ ἐπέλθῃ κάματος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ νὰ περιέλθῃ οὗτος εἰς ἀδυναμίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του; Ἀλλὰ ποῦ ὁ κάματος οὗτος ἐνδείκνυται; Ποῖος δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐκ τοῦ ὅτι ἐπλήρωσεν ἀνελλιπῶς τοὺς φόρους, ἔπαθεν ἐκ τούτου ἢ περιῆλθεν εἰς ἀνικανότητα πρὸς εὐημερίαν; Ὑπάρχει ἐν τούτοις σφυγμόμετρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐκτιμηθῇ ἐπιστημονικῶς ἡ οἰκονομικὴ δύναμις ἑνὸς λαοῦ. Ῥίψατε ἕν βλέμμα εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων καὶ μονοπωλίων, ὅπου οὐδεμία ἐνασκεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πίεσις, ἵνα ἴδητε, ὅτι πανταχοῦ αἱ εἰσπράξεις προώδευσαν· καὶ ὅταν αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις προοδεύωσι, τί ἄλλο ἐνδείκνυται ἐκ τούτου ἢ ὅτι ὑπάρχει σχετική τις εὐημερία; Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς τὴν ἀνθηροτέραν κατάστασιν ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλα ἔθνη, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα· ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι, ὅτι περιῆλθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς κάματον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ πληρώσῃ 7 ἢ 10 λεπτὰ περισσότερον ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Εἶναι δὲ καὶ ἕτερον περίεργον· ὁμιλοῦσι κατὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ὡς ἐπιβαρύνοντος τὰ εἴδη τὰ εἰσαγόμενα πρὸς χρῆσιν τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν πενεστέρων τάξεων, ὡς εἰ αἱ τάξεις αἱ πενέστεραι μεταχειρίζονται εἴδη ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐρχόμενα, ὡσεὶ αἱ τάξεις αἱ πλουσιώτεραι δὲν χρησιμοποιοῦσιν εἴδη τοιαῦτα, ὡς εἰ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν δὲν προστατεύεται ἡ ἐγχώριος βιομηχανία.
§133Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν ηὔξησε κατὰ 3 λεπτὰ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη;
§134Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατήργησεν ὅμως ἄλλους φόρους.
§135Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὑπεσχέθη νὰ καταργήσῃ, ἀλλὰ δὲν κατήργησεν.
§136Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἵνα προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατῶν, ἵνα διαθέσῃ καθ’ ἡμῶν τοὺς ἀκροωμένους αὐτοῦ, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα εἰσηγηταὶ τῆς πολυτελείας καὶ τῆς σπατάλης. Ἀνέφερε δὲ μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήρισεν ὡς ὑπερβάσεις, ὡς αὐξήσεις εἰς τὰς δαπάνας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ τοῦτο, ὅτι εἰς μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1901 ἡ δαπάνη διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου ηὔξησε κατὰ 60,000 δραχμάς. Ἡ ἐντύπωσις παντὸς μὴ γινώσκοντος τὰ πράγματα εἶναι, ὅτι βεβαίως ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδημιούργησα θέσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἀπῃτοῦντο δαπάναι 60,000 δραχμῶν. Μετὰ τόσου δὲ στόμφου ἀπήγγελλε ταῦτα, ὥστε καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος γνωρίζω ὅτι οὔτε κλητῆρος θέσιν προσέθηκα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφοβήθην πρὸς στιγμὴν, μήπως ἐν ἀγνοίᾳ μου ηὔξησαν αἱ δαπάναι, καὶ ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1900 καὶ 1901, καὶ πράγματι εἶδον, ὅτι ὑπάρχει μία διαφορὰ ἐπὶ πλέον τὸ 1901 ἐκ δραχμῶν 51,000. Ἀλλὰ πόθεν προέρχεται αὕτη; Γινώσκει ἡ Βουλή, ὅτι τῇ εἰσηγήσει μου ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου διετάχθη ἡ ἐκκαθάρισις τῶν παλαιῶν καθυστερούντων. Διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις αὕτη, ἀπῃτεῖτο προσωπικόν, καὶ διὰ τὸ προσωπικὸν αὐτὸ διετέθη ποσὸν δραχμῶν 37,954...
§137ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Προσωπικὸν ἀργομίσθων!
§138Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς λέγει, ὅτι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰς 37,000 δραχμὰς, ἦσαν ἀργόμισθοι! Ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν ἀργομίσθων τούτων, ἤτοι διὰ δαπάνης 37,000 δραχμῶν, παρήχθη ἔσοδον τοῦ Δημοσίου 500,000 δραχμῶν. Λοιπὸν, ἐὰν ὅλοι οἱ ἀργόμισθοι, λαμβάνοντες 37,000, ἀπέδιδον 500,000, ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τοιούτους ἀργομίσθους ἤθελον πάντοτε ἐνστερνισθῆ. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα τις ἐκκαθάρισις ἀπῄτησε προσθήκην δαπάνης· ἀπεφασίσθη νὰ ἐπέλθῃ μία τις ἐκκαθάρισις εἰς τοὺς παλαιοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ πρὸς τοῦτο ἐχορηγήθη εἰδικὴ πίστωσις διὰ νόμου. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι οὗτοι οἱ ἐκκαθαρισταὶ δὲν εἶναι ἀργόμισθοι, εἶναι, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διετήρησε τὸ ἔκτακτον τοῦτο προσωπικὸν, περιορισθεὶς μόνον νὰ μεταβάλῃ τὰ πρόσωπα, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα. Τώρα παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μοὶ χαρίσητε ὀλίγην προσοχὴν, ἵνα ἴδητε τὰς διαφορὰς μεταξὺ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, ὅπως ἐκδώσητε τὴν ἐτυμηγορίαν σας, τὴν ὁποίαν δέχομαι εὐχαρίστως, ἂν τῳόντι ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν τὴν σπατάλην, ἂν ἀντιπροσωπεύομεν τὴν πολυτέλειαν. Ἐγὼ δὲ νομίζω ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν, τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς πρόοδον ὑλικὴν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, καθ’ ὃν τρόπον διῳκεῖτο κατὰ τὸ 1896, νὰ διοικῆται καὶ κατὰ τὸ 1904. Ἐμεσολάβησαν ἔκτοτε 8 ἔτη. Τὰ ὀκτὼ ταῦτα ἔτη ἐδημιούργησαν ἀπείρους ἀνάγκας, ἐντελῶς ὑπὸ ἄλλας συνθήκας. Τὰ δημόσια ἡμῶν ἔσοδα ἔσχον μίαν προϊοῦσαν αὔξησιν, διὰ τὴν εἴσπραξιν δὲ τῶν περισσοτέρων ἐσόδων ἀπαιτεῖται καὶ μείζων δαπάνη. Ταῦτα πάντα δὲν πρέπει νὰ λησμονῶνται, ὅταν πρόκηται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ ἔτους 1896 πρὸς τὸ ἔτος 1904. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς ἠσχολήθη εἰς τὴν ἐπίκρισιν, εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, ἐκ δρ. 5,037,000, καὶ δὶς, ἵνα μὴ εἴπω τρὶς, ἐπανέλαβεν, ὅτι πολλαὶ τῶν οἰκονομιῶν τούτων εἶναι ἀποτέλεσμα περιστάσεων ἀνεξαρτήτων πάσης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἰ ἦτο ἀνάγκη τοῦτο νὰ λεχθῇ, ἀφοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγὼ εἴπομεν, ὅτι τινὲς τῶν φαινομένων ἐπὶ ἔλασσον διαφορῶν δὲν εἶναι καθαρῶς οἰκονομίαι, ἀλλ’ ἀνάγονται εἰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἤδη δὲν ὑφίστανται. Ἀλλὰ πρῶτον περιώρισε τὸ ποσὸν εἰς ὀλιγώτερον τοῦ δέοντος, παρέλιπε δὲ τὸ παράπαν νὰ ποιήσηται μνείαν τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες προτείνονται διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλὴ, οἰκονομιῶν, ὧν τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 2,000,000 δραχμάς. Ἀρχῆθεν ἐλέχθη ὑφ’ ἡμῶν, ὅτι 5,000,000 δραχμῶν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν παρουσιάζει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1903· ὀφείλω δ’ ἐνταῦθα νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων· συνετάχθη δ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων σκοπίμως, ἵνα μὴ περιπέσωμεν εἰς ὃ σφάλμα περιέπεσεν ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, ὅτε ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν συνταχθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προὐτίθετο νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ ἐπιστοποιήθη διὰ τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων, ὅτι προβάλλομεν οἰκονομίας 2,000,000 δραχμῶν, οἰκονομίας πραγματικὰς καὶ ἀποκλειούσας τὴν ἐπίκρισιν, ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξέλιπον. Ἵνα συγκρίνωμεν ἀσφαλῶς τὰ ἔξοδα μιᾶς χρήσεως πρὸς μίαν ἄλλην, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν ἐνέργειαν οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Τοιαῦται εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἡ Βασιλικὴ χορηγία, τὰ χορηγήματα, αἱ συντάξεις, ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, αἱ ἀποδόσεις, τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμένων χρήσεων κλπ. Λοιπὸν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896 παρουσιάζει τακτικὰς δαπάνας 90,890,607 δραχμῶν. Ἐκ τούτων δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι δραχ. 34,021,963, προερχόμεναι ἀπὸ τὰς ἀμεταβλήτους ταύτας δαπάνας· ὑπολείπονται δὲ διὰ τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, τῆς διοικήσεως, ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ διαφόρων πληρωμῶν 56,868,644 δραχμαί. Διὰ τὸ 1904 ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν παρουσιάζει ἔξοδα δραχ. 117,836,428. Ἐκ τούτων πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ τακτικαὶ δαπάναι ἐκ δρ. 49,773,428, καὶ ἀπομένουν δαπάναι διοικήσεως δραχμαὶ 68,063,000, ἤτοι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως τοῦ 1896 καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ 1904 ἐκ δραχμῶν 11,134,354.
§139Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐὰν ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, εἰς πόσον θ’ ἀνέλθῃ τὸ ποσόν;
§140Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε μικρὰν ὑπομονήν. Ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης, τῆς ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1904, δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι 2,000,000, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως τοῦ 1904, καὶ οὕτως ἡ δαπάνη θὰ κατέλθῃ εἰς δραχ. 9,137,354. Ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ συγκρίνητε ἀσφαλῶς, πρέπει ν’ ἀναγράψητε τὴν ἐπὶ πλέον δαπάνην τῶν δύο Ὑπουργείων, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἥτις μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1904 παρουσιάζει τὰς ἑξῆς ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1904 διαφοράς· εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 3,676,763...
§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 2,000,000 μόνον εἶναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω... Εἰς τὰ 1896 εἴχομεν δαπάνας δραχ. 16,675,195, εἰς τὰ 1904 δρ. 20,351,958· ἄρα διαφορὰν δραχ. 3,676,763. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1896 εἴχομεν δαπάνας δρ. 6,667,000, εἰς τὰ 1904 δρ. 8,861,740· ἄρα διαφορὰν δρ. 2,194,740. Ἤτοι τῶν δύο Ὑπουργείων ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ εἶναι δρ. 5,871,503. Ἐὰν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκπεσθῇ ἐκ τῆς προειρημένης δαπάνης τῆς διοικήσεως, θὰ ἔχωμεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἐκ δραχμῶν μόνον 3,265,851. Ποῦ ἀνάγεται ἡ διαφορὰ αὕτη, ἡ ἐπὶ πλέον εἰς τὰ 1904; Εἶναι πρόχειρος ἡ ἀνεύρεσις αὐτῆς. Ἀνοίξατε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1904, συγκρίνατε αὐτὸν πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, καὶ θὰ εὕρητε διαφορὰν δραχ. 5,560,000. Ποῦ ἀνάγεται ἡ διαφορὰ αὕτη; Κατὰ τὸ 1903 αἱ δαπάναι αἱ ἐξωτερικαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναγράφονται εἰς ποσὸν δραχ. 800,000, κατὰ τὸ 1896 εἰς 624,000. Δὲν γνωρίζω, ἂν δύναται καὶ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τῶν ἄκρων οἰκονομιῶν, νὰ εὑρίσκηταί τις ὑποστηρίζων, ὅτι ἦτο δυνατὸν εἰς τὰς δαπάνας τὰς ἐξωτερικάς, τῶν ὁποίων πάντες γινώσκετε τὸν σκοπόν, νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία· ἐὰν δηλ. δὲν ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1904 ἀνεγράφησαν πιστώσεις δι’ ἔξοδα ποινικῆς δικαιοσύνης δραχ. 2,438,000, κατὰ τὸ 1896 δραχ. 2,223,000· ἄρα διαφορὰ δραχ. 215,000. Δὲν νομίζω ὅτι φρονεῖτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἐπενέγκῃ οἰκονομίας οὐδεμία Κυβέρνησις. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1904 ἀνεγράφησαν πιστώσεις διὰ τὴν γεωργίαν δραχ. 150,000, κατὰ τὸ 1896 δραχ. 40,000· ἄρα διαφορὰ δραχ. 110,000. Εἰς τὰ ἔξοδα γεωργικῶν σταθμῶν τὸ 1904 δραχ. 226,000, τὸ 1896 οὐδὲ λεπτόν! Διὰ τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ ἔξοδα ἀληθῶς μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1904 ὑπάρχει μεγάλη διαφορά· εἰς τὰ 1904 ἀνεγράφησαν πιστώσεις δραχ. 3,670,000, εἰς τὰ 1896 ἦσαν δραχ. 2,318,000· ἄρα διαφορὰ δραχμῶν 1,352,000. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσητε, ἂν ὁ νέος ὀργανισμὸς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων μόνο δαπάνας ἐδημιούργησε, δὲν ἐδημιούργησε δὲ καὶ ἔσοδα. Ὅταν δ’ ἐξετάσητε, θὰ εὕρητε, ὅτι τὸ ἐκ ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν ἔσοδον τοῦ Δημοσίου παρουσιάζει αὔξησιν κατὰ 30% ἐπὶ τῶν εἰσπραχθέντων, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦ 1896. Ἀποζημιώσεις κτημάτων. Εἰς τὰ 1904 δραχ. 270,000, εἰς τὰ 1896 δραχ. 65,000· ἄρα διαφορὰ δραχ. 205,000. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν. Στοιχειώδης ἐκπαίδευσις. Εἰς τὰ 1904 ἡ ἀναγραφομένη ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦτον πίστωσις ἀνέρχεται εἰς δραχ. 1,309,000. Ὁποία δὲ ἡ πίστωσις, ἡ χρησιμοποιηθεῖσα κατὰ τὸ 1896; δρ. 596,000· ἄρα διαφορὰ δραχ. 713,000. Δὲν νομίζω ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὑπαίτιοι τῆς διαφορᾶς ταύτης, διότι, ὡς γνωστὸν, αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου, ὅστις κατὰ τὸ 1895 ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος· καὶ δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ δαπάνη· ὡς γνωστόν, ὑπάρχει καὶ ἑτέρα δαπάνη, περὶ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ἐνταῦθα προσῆκον νὰ γένηται λόγος. Ἔχομεν τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας. Ἔχομεν ποσοστὰ εἰσπράξεων εἰς τὰ 1904 δρ. 945,000, εἰς τὰ 1896 δραχ. 334,000. Ὅσον περισσότερα εἰσπράττομεν, τόσον περισσότερα θὰ πληρώσωμεν. Διὰ τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου ἐδημιουργήθη μία ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, διότι εἰς αὐτὴν ἀνετέθη ἡ διαχείρισις τοῦ χαρτοσήμου· ἔχομεν ἐντεῦθεν δαπάνην δραχμῶν 137,000· δικαίωμα ἐκ προμηθείας χαρτοσήμου δαπάνην δραχ. 118,000· εἰς τὸ ἅλας δαπάνην δραχ. 334,000· εἰς τὰ μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτὰ δραχ. 177,000· εἰς τὰ κτήματα τοῦ Στεφάνοβικ δραχ. 157,000· δηλαδὴ ἔχομεν δαπάνην 4,575,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἐκείνη ἡ διαφορά, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμα λόγον, εἶναι δραχ. 3,755,000. Θὰ ἐρωτήσητε ἴσως «διατί;» διότι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι δαπάναι ἐπὶ ἔλαττον, ἀλλ’ ἐξ ὅσων εἶπον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς οὐδένα νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 εἶναι πολυτελέστερος τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, πρὸς τὸν ὁποῖον εὐλόγως ἐπιδεικνύει αἴσθημα στοργῆς ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ συγκρίσεις πρὸς ἄλλα. Ὅταν τις ὁμιλῇ, ἐξαίρων θέματα ἄσχετα πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ ἔχωσι γνώμην διάφορον τοῦ ἀγορεύοντος. Ὅταν ὅμως συμβαίνῃ, ὅλα τὰ ἐντεῦθεν προβαλλόμενα ἐπιχειρήματα νὰ στηρίζωνται ἐπὶ ἀριθμῶν, τότε ἐπιτρέπεται ἡ ἀμφιβολία, ὅταν ἀμφισβητῆται τῶν ἀριθμῶν ἡ ὀρθότης. Καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μὴ γεννᾶται ἀμφιβολία, πρὶν ἢ ἀκριβῆ μορφώσητε γνώμην, ἂν οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους προβάλλω, εἶναι ἀκριβεῖς ἢ ὄχι, διότι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι εἰλημμένοι ἐκ τῶν δημοσίων ἀπολογισμῶν καὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅταν δὲ δὲν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἔδαφος συζητήσεως τὰ δημόσια ἔγγραφα, τότε οὐδεμία συζήτησις εἶναι δυνατή. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη ἀπέδειξα λίαν ἐναργῶς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1904 εἶναι οἰκονομικώτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, καίτοι ὑπάρχει διαφορὰ ὀκτὼ ἐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ διέρρευσαν, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ εἰς ἄλλην σύγκρισιν νὰ προβῶ, διὰ νὰ πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα διαφορὰ γνωμῶν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι δηλ. ἡμεῖς εἴμεθα οἰκονομικώτεροι ἐκείνου, μία εἶναι· ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα περισσότερον εἰλικρινεῖς ἀφ’ ὅσον εἶναι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος· ἡμεῖς πάντοτε, ὁσάκις διαχειριζόμεθα τὰ κοινά, ἀφοσιούμεθα εἰς τὸ καθῆκον ἡμῶν, πάντοτε λέγομεν τὴν ἀλήθειαν, μετερχόμεθα τὴν εἰλικρίνειαν εἰς πάσας ἡμῶν τὰς πράξεις, καὶ δὲν ἔχομεν ὡς ἀρχὴν νὰ προσπαθῶμεν νὰ συκοφαντῶμεν τοὺς πολιτικοὺς ἡμῶν ἀντιπάλους, τουτέστι νὰ παριστῶμεν αὐτοὺς ὡς ἥσσονας ἡμῶν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς σεβόμεθα τὰς γνώμας τῶν ἀντιθέτων ἡμῶν, εὐλαβούμεθα πάντας, καὶ μάλιστα τὸν γηραιὸν πολιτευτήν, ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα βεβαίως, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἥσσονες αὐτῶν, ὡς πρὸς τὸν πατριωτισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν πρὸς τὰς οἰκονομίας μέριμναν. Ἔχομεν δὲ καὶ ἄλλας συγκρίσεις, διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδειχθῇ, δι’ ἀριθμῶν ὅμως, τίνες ἐπιδιώκουσι τὰς οἰκονομίας. Ἡ προχειροτέρα σύγκρισις εἶναι ἡ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 πρὸς τὸν τοῦ 1903. Ἀλλ’ εἶναι πρέπον νὰ διακρίνωμεν τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1903. Διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι αὐτὸς κυβερνήσας τὴν χώραν ἐπὶ 7 μῆνας καί τι πλέον, καὶ διοικήσας τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια καὶ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπετυγχάνοντο οἰκονομίαι ἀσυγκρίτως ἀνώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς προτείνομεν, προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμόν, τοῦ ὁποίου αἱ πιστώσεις εἶναι ἀσυγκρίτως κατώτεραι τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904, ὃν ἡμεῖς ὑπεβάλομεν. Καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνεδείκνυεν ἅπαν τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα καὶ τὸ πρόγραμμα τὸ πολιτικὸν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἦτο Πρόεδρος. Διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 συνετάχθη οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν. Ὑπάρχει δὲ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, διότι ἦτο Κυβέρνησις ἐκ τοῦ κόμματος αὐτοῦ προελθοῦσα καὶ τὸ κόμμα ἐκείνου ἐκπροσωποῦσα. Δὲν θὰ πράξω τοῦτο· καὶ χωρίζω εὐχαρίστως τὰς εὐθύνας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἀπὸ τὰς εὐθύνας τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἀνέρχονται εἰς 64,795,065 δραχμάς· ὁ ἐπιψηφισθεὶς Προϋπολογισμὸς ἀνέρχεται εἰς 70,000,000 δραχμάς· ὥστε εἶναι διαφορὰ περίπου 5,000,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῶν 5,000,000 δραχμῶν νὰ λάβωμεν τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψιν, ἕνεκα τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν ὑπέβαλεν ἴδιον Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ τὸν ψηφίσῃ, μετὰ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Διότι, ὡς γνωστὸν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἐστηρίζετο εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπειδὴ ταῦτα δὲν ἐψηφίζοντο, καθ’ ἕκαστον μῆνα προέβαλλε δηλώσεις, καὶ αἱ δηλώσεις αὗται ἐψηφίζοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, καὶ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, θὰ ἐπιχειρήσω σύγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ τοῦ 1903, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ αἱ ζητηθεῖσαι πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς 114,151,539 δραχμάς. Ἐκ τούτων εἰς τὰ ὑποχρεωτικὰ ἔξοδα ἀνάγονται 49,904,729, εἰς δὲ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως 64,246,810. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑφ’ ἡμῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντα αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς 117,836,428, ἀφαιρουμένων δὲ τῶν ὑποχρεωτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐκ δραχμῶν 49,883,499, ἀπομένουσι διὰ τὰς τακτικὰς τοῦ Κράτους δαπάνας πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 67,952,929, ἤτοι ἐπὶ πλέον ὑπάρχει διαφορὰ δραχμῶν 3,706,119. Ἵνα ἐν τῇ συγκρίσει ταύτῃ εὑρισκώμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὀφείλομεν πρωτίστως νὰ ἐκπέσωμεν τὰ 2,000,000, κατὰ τὰ ὁποῖα προτείνονται οἰκονομίαι διὰ τῶν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίων, τῶν ὑποβληθέντων ὑφ’ ἡμῶν, καὶ ἑπομένως τὸ ποσὸν τῆς ἐπὶ πλέον δαπάνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν περιορίζεται εἰς μόνον 1,706,119.
§143Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ αὐξήσωμεν ὅμως καὶ τὰς δαπάνας.
§144Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐβάρυνον τὸ 1903 ἐξ ἀναγκῶν μὴ ὑπαρχουσῶν πλέον, ὡς π. χ. τὸ δάνειον τὸ πρὸς τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Πελοποννήσου;
§145Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ὅπερ δὲν ἀναγράφεται εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας. Αἱ διαφοραὶ αὗται ἀνάγονται εἰς τὰ ἑξῆς. Διὰ τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη, ἐζητήθη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1,000,000 εἰς χρυσόν. Ἡ πίστωσις αὕτη ηὐξήθη κατὰ δραχ. 200,000. Ἐγένετο αἴτησις πιστώσεων ἀναπληρωματικῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Ράλλη, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Πρόκειται νὰ συγκρίνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1904 πρὸς τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν. Εἶναι λοιπὸν μία διαφορὰ 200,000 δραχμῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶχε προταθῆ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ἀποκοπὴ τῶν ἐπιμισθίων τῶν Προέδρων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, ὡς καὶ τῶν Προέδρων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν κατὰ δραχμὰς 60,000 περίπου. Εἶχεν ἐλαττωθῆ ἡ ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμῷ ἀναγραφεῖσα πίστωσις, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Διὰ ποσοστὰ γραμματοσήμου, διὰ δαπάνας τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ καὶ διὰ νομισματικὴν διαφορὰν εἶχον ἐλαττωθῆ αἱ ἀναγραφεῖσαι εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν πιστώσεις κατὰ δραχμὰς 500,000 περίπου. Εἰς τὰς μικρὰς διαφορὰς δὲν ἀσχολοῦμαι, διότι δὲν νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ὄρεξιν ἐν τοιαύταις στιγμαῖς νὰ ἀκούσῃ διαφορὰν 15,000 ἢ 20,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ παραπονεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἴσως εὐλόγως, ὅτι, ἂν ἐψηφίζοντο πάντα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως μείζων. Ἐνόμισα διὰ τοῦτο, ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ θέματος τούτου, καὶ νὰ ἐξετάσω, ἂν τὰ ἀπομείναντα ἐκκρεμῆ νομοσχέδια ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ μετεβάλλοντο εἰς νόμους τοῦ Κράτους, ὁποία θὰ ἦτο ἡ διαφορά. Νομοσχέδιον διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος τὸ ὑπέβαλεν, ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἤθελε προέλθει οἰκονομία ἐκ δραχμῶν 121,174. Δὲν ἐξελέγχω τοὺς ἀριθμούς, — διότι εἶναι πολὺ ὀλιγωτέρα ἡ οἰκονομία, — ἀλλὰ λαμβάνω τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον. Νομοσχέδιον ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπεδιώκετο οἰκονομία ἐκ δραχμῶν 975,887, ἀλλὰ παρελείπετο ἡ ἀναγραφὴ τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι μετετίθεντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐντεῦθεν ἡ οἰκονομία περιορίζεται μόνον εἰς 318,000. Νομοσχέδιον ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον, ἐπεδιώκετο οἰκονομία ἐκ δραχμῶν 200,000 περίπου. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐκ τῆς μετατοπίσεως τῶν ἐξόδων τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ἤθελε προκύψει κατὰ τὸ νομοσχέδιον οἰκονομία 130,000 δραχμῶν. Εἰς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ προξενικοῦ νόμου, ἐπεδιώκετο οἰκονομία 174,000 δραχμῶν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἤτοι τὸ ὅλον ἐπεδιώκετο οἰκονομία περίπου ἐκ δραχμῶν 1,000,000. Ἐὰν λοιπὸν ἐψηφίζετο τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἄρτιον, πόσα ἠθέλομεν ἔχει περισσότερα; Ἠθέλομεν ἔχει 1,000,000, κατὰ τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν τούτων τῶν Ὑπουργῶν, τῶν εἰσαγαγόντων τὰ νομοσχέδια. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ διαφορά, βεβαίως ὄχι εἰς τὸ 1903, ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ἡ ἀποκοπὴ τῶν ποσοστῶν τοῦ γραμματοσήμου, ἂν τὰ ἄλλα νομοθετήματα θὰ εἶχον ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων, ὁποῖα γινώσκομεν πάντες, ἂν νομοθετήματά τινα, τὰ ὁποῖα ἀμελετήτως προεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν θὰ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα νὰ γεννήσωσι βλάβην εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα τοιαύτην, ὥστε εἰς δεκαπλάσιον ποσὸν νὰ ἀνέλθωσιν αἱ ζημίαι τοῦ Δημοσίου. Τὰ περὶ τούτου δὲν ἐξετάζω νῦν, ἀλλὰ λαμβάνω μόνον ὑπ’ ὄψιν τυπικῶς τὰς προταθείσας οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, ὁποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς συγκρίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1904 πρὸς τὸν ἐψηφισμένον προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, δηλαδὴ πρὸς τὰς πιστώσεις τοῦ 1903; Εἶναι τὸ πρᾶγμα εὔκολον. Λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν πιστώσεων τῶν χορηγηθεισῶν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1903, καὶ συγκρινομένων τούτων πρὸς τὰς ζητουμένας πιστώσεις τοῦ 1904, τὰ ἔξοδα τῆς καθαρᾶς διοικήσεως ἀνέρχονται κατὰ μὲν τὸ 1903 εἰς δραχμὰς 69,909,000, κατὰ δὲ τὸ 1904 εἰς δραχμὰς 68,000,000. Ἐὰν δὲ καὶ ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν 2,000,000, τότε ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; 66,000,000 πρὸς 69,909,000, ἤτοι ἔχομεν διαφορὰν 3,909,000. Ἰδοὺ οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ σπατάλου καὶ τοῦ πολυτελοῦς Ὑπουργείου! Ἀλλὰ πολλάκις ἐντεῦθεν ἐγένετο καὶ ἐπαναλαμβάνεται εἰς πᾶσαν συζήτησιν, ἀφορῶσαν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ ἐκ μέρους ἄλλων, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἡ σύγκρισις τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, καὶ ἐπιζητοῦνται ἐκ τούτων συμπεράσματα, ὅτι ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν 46,000,000 περισσότερα εἰς τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἐτῶν, ὅτι ἐδημιουργήσαμεν δὲν ἠξεύρω πόσας θέσεις— 1900, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, — τηλεγραφοφυλάκων καὶ ἀστυφυλάκων.
§146Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πλὴν τῶν ἀστυφυλάκων.
§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 90,890,607· ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν ὑποχρεωτικῶν δαπανῶν ἐκ δρ. 34,001,907, ἀπομένουσι διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους 56,888,640.
§148Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε 300,000 περισσοτέρας, διότι οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀπολογισμῶν μαρτυροῦσιν, ὅτι ἐδαπανήθησαν πράγματι κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1896 δραχ. 56,565,762. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀκριβὴς ἀριθμὸς τῶν ἀπολογισμῶν.
§149Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ διατὶ εὑρισκόμεθα ἐν διαφωνίᾳ· διότι δὲν ἐπροσέξατε εἰς ὅ,τι εἶπον· διότι ἐγὼ ἀφαιρῶ ὑποχρεωτικάς τινας δαπάνας ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν σύγκρισιν, δηλαδὴ ἀφαιρῶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, τὰ χορηγήματα, τὰς συντάξεις, τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν, τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων, τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, τὰ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, τὰς ὁποίας σεῖς δὲν ἀφαιρεῖτε καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 359,000· διότι αὐταὶ δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία συντάσσει τὸν Προϋπολογισμόν.
§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§151Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι αὐτὸς οὗτος ὁ ἀρχηγός σας, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὁμιλῶν ἐντεῦθεν, ἐπανειλημμένως ἔλεγεν, ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων πρέπει νὰ τίθηνται κατὰ μέρος, ὅταν πρόκηται νὰ γένηται σύγκρισις πραγματικὴ καὶ εἰλικρινής. Ἑπομένως εἶναι φυσικὸν αὐτό. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ διαφορά, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, μεταξὺ τῶν δαπανῶν διοικήσεως τοῦ 1896 πρὸς τὰς δαπάνας διοικήσεως τοῦ 1899; Εἶναι δραχμαὶ 4,839,000.
§152Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς βάρος τοῦ 1899.
§153Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899 τῶν ἐξόδων τῆς καθαρᾶς διοικήσεως;
§156Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 61,721,366.
§157Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν ἡ διαφορὰ αὐτὴ κάμνει δραχ. 5,155,606.
§158Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφαιρέσατε τὰς πιστώσεις τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶσθε σύμφωνοι.
§160Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρέθην καὶ ἐγώ, διότι, ὅπως ὑμεῖς ἀναγνωρίζετε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀθροίζειν, τὴν ἀναγνωρίζετε καὶ εἰς ἡμᾶς, ἑπομένως δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν· διότι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε, — δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶμαι ἀλάθητος, — ὅταν ὁμιλῶ τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῇ βάσει καταστάσεων, οὐδέποτε ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἶπον ἐντεῦθεν, ὑπῆρξε λελανθασμένος...
§161Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ ἐγώ.
§162Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ὑμεῖς. Λοιπὸν πόθεν προέρχεται αὐτὴ ἡ διαφορά; Ἔχομεν προχείρως διαφορὰν 700,000 δραχμῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν νομίζω νὰ μᾶς θεωρῆτε διὰ τὴν διαφορὰν ταύτην ὑπευθύνους. Κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν εἰς ἀρωγὴν τῶν ἀπόρων δήμων τοῦ Κράτους δραχ. 1,279,112. Κατὰ τὸ 1896 δρ. 600,000 περίπου. Διατὶ αὐτὴ ἡ διαφορά, τὸ γινώσκετε· διότι τὸ 1896 ἦτο τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφαρμόσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ ἀκόμη δὲν εἶχον ἀναφανῆ αἱ ἀνάγκαι τῶν ἀπόρων δήμων, διότι εἰσέτι δὲν εἶχον συμμορφωθῆ οἱ δῆμοι πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ αὐξήσωσι τὸ ποσοστὸν τοῦ δασμοῦ τῶν ὠνίων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ἀπολαύσωσι τῆς ἀρωγῆς τοῦ Δημοσίου. Δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀπολογισμῶν. Ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον εἰς τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Διατὶ ὑπάρχει ἡ διαφορὰ αὕτη, ἐξήγησα ἤδη τοὺς λόγους, καὶ ὅτι τότε ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, διότι κατὰ τὸ 1899 ἐπληρώθησαν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ 1897, διότι ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐκρίθη τότε ἀναγκαῖον νὰ διατηρηθῇ μία ἡλικία περισσότερον τοῦ προσήκοντος εἰς τὰς τάξεις, διότι παρετάθη ὁ χρόνος τῆς ἐπιστρατείας, καὶ ἐντεῦθεν ἔχομεν εἰς τὰ δύο Ὑπουργεῖα τὰ πολεμικὰ διαφορὰν δραχ. 3,700,000. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὰς ἄλλας διαφορὰς, διότι μόνον αὐτὰ τὰ δύο ἀρκοῦσιν, ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ 1899 πρὸς τὸ 1896, καίτοι ἤθελον σᾶς παραστήσει, ὅτι διὰ τὰ μονοπωλιακὰ εἴδη ὑπῆρξε διαφορὰ ἀνωτέρα ἕνεκα τῶν ἐπὶ πλέον εἰσπράξεων, ὅτι εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὑπῆρξε διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ 200,000 δραχμὰς, ὅτι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ πετρελαίου ἐδαπανήθησαν 202,000 περισσότερα. Ἐδαπανήθησαν ὡσαύτως κατὰ τὸ 1899 πλείονα διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἅλατος, διὰ τὴν ἀνόρυξιν καὶ συγκομιδὴν τῶν ὀρυκτῶν. Ἐδαπανήθησαν ὡσαύτως πλείονα κατὰ τὸ 1899 διὰ νομισματικὴν διαφορὰν ἢ κατὰ τὸ 1896. Ὅλα ταῦτα ἀποτελοῦσι ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται αἱ ἐπὶ πλέον δαπάναι κατὰ τὸ 1899, καὶ εἶναι διαφορὰ ἐπιβληθεῖσα ὑπὸ περιστάσεων καὶ συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐὰν διώκει τὰ κοινὰ κατὰ τὸ 1899, ἤθελον ἐπιβάλει τὰς δαπάνας ταύτας. Ποῦ λοιπὸν ἡ σπατάλη καὶ ἡ πολυτέλεια τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900; Ὑπάρχει ἐπίσης διαφορὰ καὶ κατὰ τὸ 1900 καὶ 1901 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1896, ἀλλὰ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀναλύσω καὶ τὰς διαφορὰς ταύτας τῆς συγκρίσεως τοῦ ἔτους 1896 πρὸς τὸ 1900 καὶ 1901, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἀνιαρὸν μαρτύριον ὑπέστη ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἀφηγήσεως τοσούτων ἀριθμῶν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι περίπου αἱ αὐταὶ ἀναλογίαι.
§163Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἀριθμὸν ἔχετε κατὰ τὸ 1900;
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1896 καὶ τοῦ 1900 εἶναι 7,000,000. Πόθεν προέρχεται; Εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν δύο Ὑπουργείων τῶν πολεμικῶν.
§165Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ διαφορὰ;
§166Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 866,000 τῶν στρατιωτικῶν καὶ 352,000 τῶν ναυτικῶν· εἶναι 600,000 τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως· εἶναι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν 580,000, διότι ὑπεχρεώθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληρώσῃ δαπάνας τοῦ παρελθόντος· εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης δρ. 314,000· εἶναι εἰς τὰ μονοπώλια ἐν γένει 243,000, ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς 1,054,000· εἶναι εἰς τὸ ἅλας 329,000, εἰς τὰ μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτὰ 200,000· εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, εἰς ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων κλπ. 500,000 περίπου. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἀνέρχονται αἱ διαφοραὶ εἰς 5 ἑκατομμύρια καὶ χιλιάδας τινάς.
§167Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως τὰ 7 ἑκατομμύρια;
§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία διαφορά, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς πολὺ μικρὰ κονδύλια, διὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ πίναξ εἰκοσαπλάσιος τούτου.
§169Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σταματήσητε ἐδῶ, ἢ θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§170Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι ἐκουράσθην, ἀλλὰ βλέπω ὅλους τοὺς Βουλευτὰς βαρυνθέντας νὰ ἀκούωσιν ἀριθμούς, καὶ δι’ ἐμὲ εἶναι τοῦτο ἐντελῶς ἀνιαρόν, τουτέστι νὰ ὁμιλῶ πρὸς συναδέλφους, οἵτινες δὲν ἔχουσι πολλὴν ὄρεξιν νὰ προσέξουν εἰς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι λέγονται ἐντεῦθεν, διότι οἱ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι παρετέθησαν εἰς ὑμᾶς ἀπόψε, ἀποτελοῦσιν ἕδεσμα, τὸ ὁποῖον διὰ πολλὰς ἡμέρας θὰ ἐξαρκέσῃ, ὡς λίαν στερεόν. Ἀλλὰ κυρίως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἀφορμὴ νὰ γένηται συζήτησις, ὡς γίνεται παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγώ, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι, ὅταν τις εὑρίσκηται εἰς κατάστασιν ἀμύνης, δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῇ τὰ αὐτὰ ὅπλα κατὰ τοῦ καθ’ οὗ ἀμύνεται. Συζητῶν εἰς δύο συνεδριάσεις ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἀπήγγειλε σωρείαν ἀριθμῶν, εἰς τρόπον ὥστε τοὺς ἰδίους ἀριθμοὺς ἠναγκάσθη νὰ ἀναφέρῃ τρίς, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ συγκρατήσῃ αὐτοὺς ἐν τῇ μνήμῃ του ὁ ἴδιος ὁ ἀπαγγέλλων αὐτούς· εἰς ἐμὲ δέ, ὁμιλοῦντα ἐντεῦθεν καὶ κατηγορούμενον ἐπὶ σπατάλῃ καὶ πολυτελείᾳ, ἐν συγκρίσει πρὸς αὐτὸν τὸν οἰκονόμον καὶ φειδωλόν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς ἀποδείξω καὶ δι’ ἀριθμῶν, ὅτι πᾶν ἄλλο ἔπραξα ἢ σπατάλην καὶ πολυτέλειαν; Καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθημεν, ὅτι διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν δὲν δυνάμεθα νὰ παρασκευασθῶμεν στρατιωτικῶς, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθημεν καὶ ἄλλοτε, ὅτε κατὰ τὸ 1895 ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔλεγεν, ὅτι θὰ διοικήσῃ τὴν χώραν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ περισσεύματα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἡμεῖς ἐλέγομεν εἰς αὐτόν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον. Διῴκησεν ἐπὶ διετίαν τὸ Κράτος, καὶ ἐπείσθη καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν εἶχε περισσεύματα, ἵνα κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον, διότι δὲν εἶχε παρὰ 6,000,000 μόνον. Κατὰ τὸ 1896 εἶχε τὰ ἑκατομμύρια τοῦ 1894, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, καὶ ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς—διότι ἔχομεν τὸ ἐλάττωμα νὰ ἤμεθα περισσότερον εἰλικρινεῖς—νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν συμβάσεις καὶ νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Κράτος νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον. Ἐλάβομεν ὅμως καὶ πρόνοιαν νὰ μὴ ἐλαττώσωμεν τὰ δημόσια ἔσοδα, ἀλλὰ νὰ δημιουργήσωμεν πόρον εἰδικὸν ὑπὲρ τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου, πόρον, διὰ τὸν ὁποῖον ἠκούσαμεν πολλά, διότι μᾶς ἐλέγετε, ὅτι ἐδημιουργήσαμεν τὸν πόρον ἐκεῖνον διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματά μας. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ἐλλείμματα. Διεχειρίσθημεν ἐπὶ τρία ἔτη τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὰ τρία αὐτὰ ἔτη κατελίπομεν περίσσευμα, καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι καὶ οἰκονομίας ἐκάμαμεν, καὶ περισσεύματα ἀφήσαμεν, καὶ ἐν γένει, ὅτι γνωρίζομεν καὶ τὰ οἰκονομικὰ νὰ διοικῶμεν καλῶς καὶ νὰ παρασκευάζωμεν πόρους ἐπιτρέποντας εἰς ἡμᾶς νὰ παρασκευάζωμεν στρατιωτικῶς τὴν χώραν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§171Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἔχω τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀλλὰ παρατηρῶ τῷ ἀξιοτίμῳ κ. Ὑπουργῷ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει γνώμην ἀτομικήν, ἡ γνώμη του ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι, περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ πλέξῃ μόνον τὸν πανηγυρικὸν τῆς ἐντολῆς τοῦ λαοῦ, ὡς δυναμένου νὰ βαστάσῃ τοὺς νέους φόρους.
§172Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δηλῶ, ὅτι θὰ ὁμιλήσω αὔριον. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ, ἂν θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις ἢ ὄχι. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§174Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ ζητήσω νὰ μοὶ φέρουν ὅλα τὰ πρακτικὰ τῶν Συνόδων ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ θὰ τὰ ἀναγνώσω.
§175ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχομεν πρότασιν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις αὔριον.
§176Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν θὰ σᾶς γείνῃ αὐτὴ ἡ χάρις!
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις.
§178ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.
§179Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 15′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).